Αρχική Blog Σελίδα 5

Σύναξις των Εβδομήκοντα Αποστόλων (4 Ιανουαρίου)

Η Σύναξις των Εβδομήκοντα Αποστόλων

Τω αυτώ μηνί Δ΄, η Σύναξις των Eβδομήκοντα Aποστόλων

Τους Eβδομήκοντα σοφούς Aποστόλους,
Και συνάμα τους πάντας τιμάσθαι θέμις1.
Aμφί τετάρτην άνδρας αγακλεέας κυδαίνω.

Η Σύναξις των Εβδομήκοντα Αποστόλων

Σημείωση

1. Σημειούμεν ενταύθα, ότι διά του διστίχου τούτου, όπερ ευρίσκεται εις τους χειρογράφους Συναξαριστάς (εν γαρ τοις τετυπωμένοις, ούτε δίστιχον ευρίσκεται ιαμβικόν, ούτε στίχος ηρωικός), δηλούται ότι σήμερον εορτάζονται όλοι ομού οι Eβδομήκοντα Απόστολοι. O καθείς από τους οποίους χωριστά εορτάζεται εις διαφόρους ημέρας των μηνών. Διά τούτο ουδέ Συναξάριον τούτων κοινόν εδυνήθημεν να εύρωμεν. Καθότι τα ίδια Συναξάρια του καθενός, εγράφησαν εις την ξεχωριστήν ημέραν αυτού. Και ο βουλόμενος, ας ζητήση ταύτα.

Ήθελε δε απορήση τινας, διατί, εξαιρουμένων μόνον των Δώδεκα Αποστόλων, όλοι οι μετ’ αυτούς Απόστολοι ονομάζονται Eβδομήκοντα, και ουχί περισσότεροι; Ότι γαρ είναι περισσότεροι από τους εβδομήκοντα, φανερόν εστι καθότι μόνοι εκείνοι, οπού αριθμούνται εν όλαις ταις επιστολαίς του μακαρίου Παύλου, και μετά των Eβδομήκοντα καταλεγόμενοι, υπερβαίνουν τους πεντήκοντα. Οίτινες δεν είναι από τους Eβδομήκοντα Αποστόλους εκείνους, τους οποίους ο Κύριος εδιάλεξεν, ως γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Αλλά άλλοι τινές, μαθηταί χρηματίσαντες του Αποστόλου Παύλου, ή και των λοιπών Αποστόλων των εκ των Δώδεκα. Και όρα εις την εικοστήν ογδόην του Ιουλίου εν τω Συναξαρίω Προχόρου, Νικάνορος, Τίμωνος, και Παρμενά.

Εις λύσιν ουν της απορίας λέγομεν, ότι πάντες οι μετά τους Δώδεκα Απόστολοι, με ένα κοινόν όνομα Eβδομήκοντα ονομάζονται, ίσως διατί το εβδομήκοντα αόριστός εστιν αριθμός, και δηλοί πλήθος. Κατ’ εκείνο οπού είπεν εις τον Πέτρον ο Κύριος· «Ου λέγω σοι έως επτάκις αφιέναι τω αδελφώ σου τα αμαρτήματα, αλλ’ έως εβδομηκοντάκις επτά». Αντί του πολλάκις και μυριάκις, ως ερμηνεύει ο ιερός Θεοφύλακτος. Ή λέγονται Eβδομήκοντα οι μετά τους Δώδεκα Απόστολοι, και ουχί περισσότεροι, ίσως διά να φυλαχθή το σέβας και η τιμή του αριθμού εκείνου, τον οποίον ο Κύριος επέθηκεν εις τους παρ’ αυτού εκλεγέντας Eβδομήκοντα Αποστόλους. Ούτω γαρ και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, και μόλον οπού ο Ιούδας είχεν εύγη από τον αριθμόν των Δώδεκα Αποστόλων, αυτός όμως μετά την ανάστασιν είπε περί του Θωμά: Θωμάς δε είς, ουχί εκ των ένδεκα, αλλά εκ των Δώδεκα. Ίνα φυλάξη το σέβας και την τιμήν του δωδεκάτου αριθμού, τον οποίον ο Κύριος επέθηκεν εις τους Δώδεκα Αποστόλους. Ει δε τις διαβατικώτερος, άλλον λόγον υψηλότερον τούτου οίδε, παρελθέτω εις το μέσον και ειπάτω. Και ημείς χάριτας αυτώ της ειδήσεως ταύτης εισόμεθα.

Σημείωσαι, ότι ο θεσπέσιος Κύριλλος ο Αλεξανδρείας γλαφυρώς αλληγορεί εις τους Eβδομήκοντα τούτους Αποστόλους τα εβδομήκοντα εκείνα στελέχη των φοινίκων, οπού ήτον εις την Αιλείμ. Όπερ δηλοί ανάβασις, ή αύξησις. Ούτω γάρ φησιν· «Αναβαίνοντες εις τελειοτέραν σύνεσιν, και εις αύξησιν ανατρέχοντες την πνευματικήν… τα εβδομήκοντα των φοινίκων στελέχη ευρήσομεν, τους αναδειχθέντας δηλονότι παρά Χριστού μαθητάς και εύγε δη σφόδρα. Φοίνιξι γαρ παρεικάζονται οι μετά τους δώδεκα όντες τον αριθμόν εβδομήκοντα. Θαυμάζομεν δε τους Eβδομήκοντα και οιονεί φοίνικας αυτούς είναί φαμεν. Ευκάρδιον γαρ το φυτόν, εύριζόν τε και εύκαρπον, και αεί τοις ύδασιν εντεθηλός. Τοιούτους δε και τους Aγίους είναί φαμεν. Καθαρός μεν γαρ ο νους αυτοίς, βεβηκώς τε και εύκαρπος, και τοις νοητοίς ύδασιν εντρυφάν ειωθώς».

Και τούτο δε σημείωσαι, ότι ατάκτως γράφεται εδώ παρά τοις Μηναίοις το Συναξάριον της Oσίας Συγκλητικής. Τούτο γαρ γράφεται ευτάκτως κατά την πέμπτην του παρόντος, ότε η μνήμη αυτής γράφεται, και ο Κανών αυτής ψάλλεται.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Aγίων Μαρτύρων Ζωσίμου Μοναχού και Aθανασίου κομενταρησίου (4 Ιανουαρίου)

Άγιοι Μάρτυρες Ζώσιμος Μοναχός και Αθανάσιος κομενταρήσιος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β '

Μνήμη των Aγίων Μαρτύρων Ζωσίμου Μοναχού, και Aθανασίου κομενταρησίου

Aθανάσιος συνθανών τω Ζωσίμω,
Ένδον πέτρας ήδιστα και συζείν έχει.

Άγιοι Μάρτυρες Ζώσιμος Μοναχός και Αθανάσιος κομενταρήσιος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β ‘

Oύτος ο Άγιος Ζώσιμος ήτον από την Κιλικίαν, εκατοίκει δε εις την έρημον ομού με τα θηρία. Πιασθείς λοιπόν από τον άρχοντα Δομετιανόν, και ομολογήσας, ότι ο Χριστός είναι Θεός αληθινός, κατακαίεται εις τα αυτία με πυρωμένα σίδηρα. Και βάλλεται μέσα εις ένα καζάνι γεμάτον από βόρβορον βράζοντα. Έπειτα κρεμάται κατακέφαλα, και με παράδοξον τρόπον από όλα φυλάττεται αβλαβής. Καθότι εφάνη ένα λεοντάρι μέσα εις το θέατρον, το οποίον με ανθρωπίνην φωνήν ελάλησε περί της Θεότητος του Χριστού. Όθεν εκ τούτου ετράβιξεν εις την πίστιν του Χριστού τον κομενταρήσιον Aθανάσιον. Λαβών δε ο Άγιος ελευθερίαν από τον τύραννον, επήγε πάλιν εις την έρημον και εις τα βουνά, όπου πρότερον εδιέτριβε. Και κατηχεί και βαπτίζει τον ρηθέντα Aθανάσιον. Eκεί λοιπόν ευρισκομένων αυτών, εσχίσθη μία πέτρα παραδόξως, μέσα εις την οποίαν εμβαίνοντες και οι δύω, παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 3 Ἰανουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ)
Πρὸς Τιμόθεον Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
3:13-16, 4:1-5

Τέκνον Τιμόθεε, οἱ γὰρ καλῶς διακονήσαντες βαθμὸν ἑαυτοῖς καλὸν περιποιοῦνται καὶ πολλὴν παρρησίαν ἐν πίστει τῇ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. Ταῦτά σοι γράφω ἐλπίζων ἐλθεῖν πρός σε τάχιον· ἐὰν δὲ βραδύνω, ἵνα εἰδῇς πῶς δεῖ ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἀναστρέφεσθαι, ἥτις ἐστὶν ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας. Καὶ ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶ τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον· Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ. Τὸ δὲ Πνεῦμα ῥητῶς λέγει ὅτι ἐν ὑστέροις καιροῖς ἀποστήσονταί τινες τῆς πίστεως, προσέχοντες πνεύμασι πλάνοις καὶ διδασκαλίαις δαιμονίων, ἐν ὑποκρίσει ψευδολόγων, κεκαυστηριασμένων τὴν ἰδίαν συνείδησιν, κωλυόντων γαμεῖν, ἀπέχεσθαι βρωμάτων ἃ ὁ Θεὸς ἔκτισεν εἰς μετάληψιν μετὰ εὐχαριστίας τοῖς πιστοῖς καὶ ἐπεγνωκόσι τὴν ἀλήθειαν. Ὅτι πᾶν κτίσμα Θεοῦ καλόν, καὶ οὐδὲν ἀπόβλητον μετὰ εὐχαριστίας λαμβανόμενον· ἁγιάζεται γὰρ διὰ λόγου Θεοῦ καὶ ἐντεύξεως.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
3: 1-6

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παραγίνεται ᾽Ιωάννης ὁ βαπτιστὴς κηρύσσων ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς ᾽Ιουδαίας καὶ λέγων· Μετανοεῖτε, ἤγγικεν γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Οὗτος γάρ ἐστιν ὁ ῥηθεὶς διὰ ᾽Ησαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος, Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ. Αὐτὸς δὲ ὁ ᾽Ιωάννης εἶχεν τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ ἀπὸ τριχῶν καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, ἡ δὲ τροφὴ ἦν αὐτοῦ ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριον. Τότε ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν ῾Ιεροσόλυμα καὶ πᾶσα ἡ ᾽Ιουδαία καὶ πᾶσα ἡ περίχωρος τοῦ ᾽Ιορδάνου,καὶ ἐβαπτίζοντο ἐν τῷ ᾽Ιορδάνῃ ποταμῷ ὑπ᾽ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Αγίου Προφήτου Μαλαχίου (3 Ιανουαρίου)

Προφήτης Μαλαχίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Αγίου Προφήτου Μαλαχίου

O κλήσιν αυχών Aγγέλου Μαλαχίας,
Aυχεί μάλιστα, την μετ’ Aγγέλων στάσιν.
Eκ ρεθέων Μαλαχίου απέπτατο εν τρίτη ήτορ.

Προφήτης Μαλαχίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο θείος Προφήτης εγεννήθη εκ φυλής Λευΐ, εν τόπω καλουμένω Σοφερώ, κατά τους χρόνους εκείνους, κατά τους οποίους εγύρισαν οι Εβραίοι εις Ιερουσαλήμ από την σκλαβίαν της Βαβυλώνος. Εις καιρόν δε οπού ήτον ακόμη νέος, απόκτησε πολιτείαν ενάρετον και αρίστην. Έλαβε δε το όνομα να λέγεται Μαλαχίας (το οποίον ελληνικά ερμηνεύεται Άγγελος) διά δύω αίτια. Ένα μεν, διατί ήτον ωραίος και ευπρεπής. Και άλλο δε, διατί όσα ο Προφήτης ούτος επροφήτευεν, ευθύς ελάμβανον την βεβαίωσιν διά μέσου θείου Aγγέλου, όστις έλεγε ταύτα εις αυτόν. Και τον μεν Άγγελον, δεν έβλεπον οι ανάξιοι, αλλά μόνον οι άξιοι. Την δε φωνήν αυτού, όλοι ήκουον, και οι άξιοι, και οι ανάξιοι. Ήκμασε δε κατά τον καιρόν του Έσδρα1 τετρακοσίους χρόνους προ του Χριστού. Ήτον δε ως είπομεν, εν τη νεότητι της ηλικίας του, ωραίος εις την όψιν. Eίχε το πρόσωπον, όχι στρογγυλόν, αλλά μακρόν. Και τας τρίχας συνεστραμμένας και κυκλοειδείς, και ωσάν κουρευμένας. Την δε κεφαλήν είχε πλατείαν και μεγάλην.

Προφήτης Μαλαχίας. Τοιχογραφία 16ου αιώνος μ.Χ. Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος

Σημείωση

1. Ου καλώς δε γράφεται εις τους Συναξαριστάς, τόσον τον τετυπωμένον, όσον και τον χειρόγραφον, ότι ο Προφήτης ούτος ήτον κατά τους χρόνους της αναρχίας, ήτις ηκολούθησεν εν τω καιρώ των Κριτών. Ψευδέστατον γαρ τούτό εστι, έξω μόνον αν θέλη τινάς να νοήση αναρχίαν, την εις Βαβυλώνα αιχμαλωσίαν, ότε οι Εβραίοι αρχήν και βασιλείαν δεν είχον. Ότι δε ήτον εις τον καιρόν του Έσδρα, μαρτυρεί και ο Αλέξανδρος εις τα Ιουδαϊκά (σελ. σπδ΄). Όθεν και ο Ιερώνυμος υπέλαβεν, ότι ο Μαλαχίας ούτος είναι ο ίδιος Έσδρας, ως ένα τους δύω λογιζόμενος. Και ότι ωνομάσθη Μαλαχίας, ήτοι άγγελος, διά το προφητικόν χάρισμα, και διά το λαμπρόν και ακέραιον του βίου. Εν τέσσαρσι δε κεφαλαίοις η προφητεία αυτού διαιρείται, και πολλά κατηγορεί εν αυτοίς τους αθεμίτους γάμους. Ομοίως και τους ιερείς εκείνους, οπού αμελούν εις τας του Θεού διακονίας και λειτουργίας. Προφητεύει δε και διά την έλευσιν του Χριστού, και την έλευσιν του Θεσβίτου Ηλιού.

Σημείωσαι δε, ότι οι τρεις Προφήται, ο Αγγαίος, ο Ζαχαρίας, και ο Μαλαχίας ούτος, λέγονται Προφήται του δευτέρου Ναού. Επειδή και ήκμασαν, όταν έκτισεν ο Ζοροβάβελ τον δεύτερον Ναόν μετά την αιχμαλωσίαν της Βαβυλώνος. Επροφήτευσε δε ο Μαλαχίας ολίγους χρόνους μετά τον Αγγαίον και Ζαχαρίαν, τους διά της προτροπής αυτών πείσαντας τους Ιουδαίους ανακαινίσαι τον Ναόν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Γορδίου (3 Ιανουαρίου)

Μαρτύριο Αγίου Γορδίου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Μάρτυρος Γορδίου1

Και τίς παρέλθη Γόρδιον τον οπλίτην,
Προς φρικτόν όπλον στερρόν άνδρα το ξίφος;

Μαρτύριο Αγίου Γορδίου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους Λικινίου του βασιλέως, εν έτει τιδ΄ [314], καταγόμενος από την Καισάρειαν της Καππαδοκίας, στρατηγός και πρώτος επάνω εις εκατόν στρατιώτας. Oύτος λοιπόν μη υποφέρωντας να βλέπη την παρρησίαν των ασεβών Ελλήνων, και να ακούη τας βλασφημίας, οπού έλεγον κατά του Χριστού, εμακρύνθη από την πόλιν. Και αναχωρήσας εις τα βουνά, ευρίσκετο με τα θηρία και άλογα ζώα. Eκεί λοιπόν ησυχάζωντας, άναψεν ο αοίδιμος από τον του Χριστού πόθον και έρωτα. Και ενδυναμωθείς υπό Θεού και θάρρος λαβών κατά της πλάνης των Ελλήνων, ώρμησεν από την έρημον εις την πόλιν, ωσάν δυνατόν λεοντάρι. Eμβαίνωντας δε μέσα εις το παζάρι και θέατρον, εκήρυξε τον Χριστόν. Όθεν με την θεωρίαν του εγύρισεν όλον το πλήθος των παρεστώτων εις τον εαυτόν του. Aλλά και αυτόν τον άρχοντα της πόλεως προκαθήμενον εκεί, τον εκατάπληξε με την παρρησίαν του. Όθεν εκείνος εις άκρον θυμόν κινηθείς, επρόσταξε και απέκοψαν την τιμίαν του κεφαλήν. Και ούτως έλαβεν ο μακάριος του μαρτυρίου τον στέφανον.

Σημείωση

1. Τούτον τον Μάρτυρα Γόρδιον ετίμησε με εγκώμιον ο Μέγας Βασίλειος, ου η αρχή· «Νόμος εστί φύσεως». (Σώζεται εν τοις εκδεδομένοις.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ὁ ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὼφ στὴν πέτρα τῆς ὑπομονῆς (1.1.2018)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὸν πανηγυρικὸ Ἑσπερινὸ τῆς ἑορτῆς τοῦ ὁσίου Σεραφεὶμ τοῦ Σαρώφ , ποὺ τελέσθηκε στὸ πανηγυρίζον ἱερὸ ἡσυχαστήριο Ὁσίου Σεραφεὶμ τοῦ Σαρώφ στὴ Σκουριώτισσα τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (1.1.2018).
 
Ψάλλει χορὸς ἱεροψαλτῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου μὲ χοράρχη τὸν πρωτοψάλτη κ. Μάριο Αντωνίου.
 
Φωτογραφίες Ἑσπερινοῦ καὶ Θείας Λειτουργίας ἑορτῆς ὁσίου Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὼφ (2018), ἀρχεῖο Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου.

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 2 Ἰανουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Λ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
11: 8-16

Ἀδελφοί, πίστει καλούμενος ᾽Αβραὰμ ὑπήκουσεν ἐξελθεῖν εἰς τὸν τόπον ὃν ἔμελλε λαμβάνειν εἰς κληρονομίαν, καὶ ἐξῆλθεν μὴ ἐπιστάμενος ποῦ ἔρχεται. Πίστει παρῴκησεν εἰς γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν, ἐν σκηναῖς κατοικήσας μετὰ ᾽Ισαὰκ καὶ ᾽Ιακὼβ τῶν συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς· ἐξεδέχετο γὰρ τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός. Πίστει καὶ αὐτὴ Σάρρα δύναμιν εἰς καταβολὴν σπέρματος ἔλαβεν καὶ παρὰ καιρὸν ἡλικίας ἔτεκεν, ἐπεὶ πιστὸν ἡγήσατο τὸν ἐπαγγειλάμενον· διὸ καὶ ἀφ᾽ ἑνὸς ἐγεννήθησαν, καὶ ταῦτα νενεκρωμένου, καθὼς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ τῷ πλήθει καὶ ὡς ἡ ἄμμος ἡ παρὰ τὸ χεῖλος τῆς θαλάσσης ἡ ἀναρίθμητος. Κατὰ πίστιν ἀπέθανον οὗτοι πάντες, μὴ κομισάμενοι τὰς ἐπαγγελίας, ἀλλὰ πόρρωθεν αὐτὰς ἰδόντες καὶ ἀσπασάμενοι, καὶ ὁμολογήσαντες ὅτι ξένοι καὶ παρεπίδημοί εἰσιν ἐπὶ τῆς γῆς· οἱ γὰρ τοιαῦτα λέγοντες ἐμφανίζουσιν ὅτι πατρίδα ἐπιζητοῦσιν. Καὶ εἰ μὲν ἐκείνης μνημονεύουσιν ἀφ᾽ ἧς ἐξῆλθον, εἶχον ἂν καιρὸν ἀνακάμψαι· νῦν δὲ κρείττονος ὀρέγονται, τοῦτ᾽ ἔστιν ἐπουρανίου. Διὸ οὐκ ἐπαισχύνεται αὐτοὺς ὁ Θεὸς Θεὸς ἐπικαλεῖσθαι αὐτῶν· ἡτοίμασεν γὰρ αὐτοῖς πόλιν.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΓΙΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ)
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
5:22 – 6:2

Ἀδελφοί, ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος. Οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις. Εἰ ζῶμεν Πνεύματι, Πνεύματι καὶ στοιχῶμεν. Μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες. Ἀδελφοί, ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πρᾳότητος, σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς. Ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΡΟΕΟΡΤΙΑ ΦΩΤΩΝ, 2 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
3: 1–15

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις ἦν ἐκ τῶν Φαρισαίων, Νικόδημος ὄνομα αὐτῷ, ἄρχων τῶν Ἰουδαίων· οὗτος ἦλθε πρὸς αὐτὸν νυκτὸς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ραββί, οἴδαμεν ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐλήλυθας διδάσκαλος· οὐδεὶς γὰρ ταῦτα τὰ σημεῖα δύναται ποιεῖν ἃ σὺ ποιεῖς, ἐὰν μὴ ᾖ ὁ Θεὸς μετ’ αὐτοῦ. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Νικόδημος· Πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι γέρων ὤν; μὴ δύναται εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρὸς αὐτοῦ δεύτερον εἰσελθεῖν καὶ γεννηθῆναι; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. τὸ γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκὸς σάρξ ἐστιν, καὶ τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος πνεῦμά ἐστι. μὴ θαυμάσῃς ὅτι εἶπόν σοι, δεῖ ὑμᾶς γεννηθῆναι ἄνωθεν. τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις, ἀλλ’ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως ἐστὶ πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Πνεύματος. ἀπεκρίθη Νικόδημος καὶ εἶπεν αὐτῷ· Πῶς δύναται ταῦτα γενέσθαι; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Σὺ εἶ ὁ διδάσκαλος τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ταῦτα οὐ γινώσκεις; ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι ὅτι ὃ οἴδαμεν λαλοῦμεν καὶ ὃ ἑωράκαμεν μαρτυροῦμεν, καὶ τὴν μαρτυρίαν ἡμῶν οὐ λαμβάνετε. εἰ τὰ ἐπίγεια εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε, πῶς ἐὰν εἴπω ὑμῖν τὰ ἐπουράνια πιστεύσετε; καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῷ. καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΓΙΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
6: 17–23

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔστη ὁ Ἰησοῦς ἐπὶ τόπου πεδινοῦ, καὶ ὄχλος μαθητῶν αὐτοῦ, καὶ πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς ᾽Ιουδαίας καὶ ᾽Ιερουσαλὴμ καὶ τῆς παραλίου Τύρου καὶ Σιδῶνος,οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι αὐτοῦ καὶ ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν νόσων αὐτῶν· καὶ οἱ ἐνοχλούμενοι ἀπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων ἐθεραπεύοντο. Καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτουν ἅπτεσθαι αὐτοῦ, ὅτι δύναμις παρ᾽ αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰᾶτο πάντας. Καὶ αὐτὸς ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἔλεγεν, Μακάριοι οἱ πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Μακάριοι οἱ πεινῶντες νῦν, ὅτι χορτασθήσεσθε. μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε. Μακάριοί ἐστε ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς καὶ ὀνειδίσωσιν καὶ ἐκβάλωσιν τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρὸν ἕνεκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου·χάρητε ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ καὶ σκιρτήσατε, ἰδοὺ γὰρ ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τῷ οὐρανῷ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ο ναός του Αγίου Σεραφείμ και ο ναός του σώματος… (2.1.2017)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στη Θεία Λειτουργία που τελέσθηκε ανήμερα της εορτής του Αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ στο ιερό ησυχαστήριο Αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ στη Σκουριώτισσα της μητροπολιτικής περιφέρειας Μόρφου (2.1.2017).

«Σήμερον των υδάτων αγιάζεται η φύσις….» Σχετικές διδακτικές διηγήσεις του Γέροντος Δανιήλ του Κατουνακιώτη

Έλεγεν ο Γερό – Δανιήλ ότι, στην Ιερά Σκήτη του Ξενοφώντος, ο Γέροντας της Καλύβας “Εισόδια της Θεοτόκου” Γρηγόριος Ιερομόναχος, είχε υποτακτικό πολύ απλό, αγαθό και άκακο, Θεοφύλακτο ονομαζόμενον.

Ο Μοναχός Θεοφύλακτος, κατά την εορτή των Θεοφανείων, που γίνεται ο μεγάλος Αγιασμός, όταν άκουσε τα τροπάρια και τις ευχές που ψάλλει η Εκκλησίας μας και τα οποία λένε: “Σήμερον αγιάζεται η φύσις των υδάτων….”, του φάνηκε κάπως περίεργο και όταν τελείωσε η τελετή, ρώτησε το Γέροντά του Παπα-Γρηγόρη: “Γέροντα, άκουσα στα τροπάρια και στις ευχές να λέτε πώς “Σήμερον αγιάζεται η φύσις των υδάτων…”, πώς γίνεται αυτό το πράγμα και όλα τα νερά αγιάζονται; Αγιάζονται και τα νερά της θαλάσσης;”

Ο Γέροντας του Παπα-Γρηγόρης σ’αυτά απάντησε: “Αδερφέ Θεοφύλακτε, ο Πανάγαθος Θεός, με τις προσευχές των ανθρώπων, που γίνονται με ταπείνωσι, από αδιάκριτη και ακλόνητη πίστι, με την επιφοίτησι της χάριτος του Παναγίου Πνεύματος, επενεργεί επί των εμψύχων και αψύχων ακόμη μεταβάλλει αυτά και τα αγιάζει, για να καθαρίσει και αγιάσει μ’αυτά τους πιστούς δούλους του.

Όπως, επί παραδείγματι, αγιάζει το νερό και το λάδι στο Βάπτισμα, και απαλλάσει τον άνθρωπο, και καθαρίζει αυτόν από το προπαρτορικό αμάρτημα και από κάθε είδους άλλης αμαρτίας και έτσι βγαίνει από την Αγία Κολυμβήθρα αγνός, καθαρός και τέλειος χριστιανός.

Όπως μεταβάλλει το ψωμί και το κρασί, που προσφέρει θυσία των χριστιανών ο ιερεύς και με την επιφοίτηση του Παναγίου Πνεύματος, τα κάνει απο ψωμί – Σώμα και από κρασί – Αίμα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού και γίνονται τα Τίμια Δώρα, που μεταλαμβάνουν οι πιστοί, και μ’αυτά όταν άξιοι και καθαροί, με τη μετάνοια και εξομολόγησι τα παίρνουν, αγιάζονται και θεοποιούνται.

Όπως μεταβάλλει το λάδι του ευχελαίου και γίνεται θεραπευτικό μέσο στους μετά πίστεως χριωμένους. Έτσι αγαπητέ Θεοφύλακτε, μεταβάλλεται με τη χάρι του Αγίου Πνεύματος και η φύσι των υδάτων.

Ο Μοναχός Θεοφύλακτος για δεύτερη φορά ρώτησε το Γέροντα του και του είπε:
– Πάτερ και το νερό της θαλάσσης αγιάζεται κι αυτό;
– Ναι αδερφέ, άκουσε και γι’αυτό: Όταν ο πρωτάγγελος Εωσφόρος, από την υπερηφάνειά του, ξέπεσε από τους ουρανούς και σαν αστραπή βρέθηκε στα κατώτερα μέρη, στα κατάβαθα της γής, εκεί που είναι τα τάρταρα του Άδη, τότε πέφτωντας αυτός, παρέσυρε με την πτώσι του το ένα τρίτο (1/3) από τους Αγγέλους, που κι αυτοί έγιναν όπως κι ο αρχηγός τους Δαίμονες.

Πέφτωντας αυτοί, οι πρώην Άγγελοι, από τους ουρανούς πρός τη γή και επειδή εξακολοθούσαν να πέφτουν συνέχεια κι άλλοι άγγελοι, τότε στάθηκε στην πύλη του ουρανού ο μέγας Αρχάγγελος Μιχαήλ με την πύρινη ρομφαία, φώναξε προς όλους τους Αγγέλους και είπε: “Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου Θεού” και με τη φωνή αυτή συνήλθαν οι Άγγελοι και σταμάτησαν να πέφτουν.

Εκείνοι όμως που είχαν πέσει, με το πρόσταγμα αυτό του Αρχιστράτηγου Μιχαήλ, σταμάτησαν εκεί που βρέθηκαν, άλλοι στον αέρα κι έγιναν τα εναέρια Τελώνια, άλλοι στη γή, κι έγιναν οι πειρασμοί και εξουσιαστές της γής, κι άλλοι στα ύδατα των ποταμών της γής και της θαλάσσης, όπου πειράζουν, δοκιμάζουν και πνίγουν τους διερχομένους επειδή, κατά το λόγο του Κυρίου “Απ’αρχής ο διάβολος ανθρωποκτόνος έστι” (Ιωάν. Η΄ 44).

Όταν όμως ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, όπως λέγουν οι άγιοι Απόστολοι και το ιερό Ευαγγέλιο, και ο Υιός και Λόγος του Θεού έγινεν άνθρωπος, με το μέγα και ανερμήνευτο μυστήριο της θείας ενσάρκου Αυτού οικονομίας, με τη κάθοδο Του από τους ουρανούς αγιάσε τον αέρα, τη γή, τη θάλασσα, τα ύδατα και πάντα “τα εν αυτοίς”, και με τον αγιασμόν και τη χάρι του Αγίου Πνεύματος κατήργησε την δύναμι και την εξουσία του Σατανά που είχε, πριν να σαρκωθεί ο Δεσπότης Χριστός επάνω στους ανθρώπους, στα ζώα και στα στοιχεία της φύσεως, και έτσι ο αέρας, η γη και το νερό αγιάσθηκαν, από την παρουσία του Δεσπότη Χριστού του Θεού ημών.

Η ημέρα αυτή των Θεοφανείων, πάτερ Θεοφύλακτε, όπου γίνεται ο Μεγάλος Αγιασμός, γίνεται η ανάμνησις της του Χριστού παρουσίας και της θεοφανείας του τρισυπόστατου και τρισηλίου Θεού των χριστιανών, του Ποιητού και Δημιουργού των όλων, που σαν σήμερα στη βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό, παρουσιάστηκε ο ουράνιος Πατέρας με τη φωνή και ο οποίος με την επιφοίτησι του Αγίου Πνεύματος, που το έστειλε σαν ένα περιστέρι επάνω στο κεφάλι του Χριστού, μ’αυτό δείχνοντάς μας, το Χριστό, είπε: “Ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός ενώ ηυδόκησα….” δηλαδή αυτό είναι το αγαπημένο μου παιδί, ο μονογενής, με τον οποίον, όπως δημιουργήσαμε μαζί μ’αυτόν και το Άγιον Πνεύμα τον κόσμο όλον, έτσι και τώρα ευδόκησα, μέσον Αυτού να σωθεί ο κόσμος και να αναγεννηθεί ανακαινιζόμενος με το άγιο Βάπτισμα.

Γλυκύτερο το νερό της θάλασσας

Εάν λοιπόν θέλεις να δοκιμάσεις την αλήθεια όλων αυτών που σου είπα, πήγαινε πάτερ Θεοφύλακτε, κάτω στη θάλασσα σήμερα, να ιδείς πως το νερό είναι γλυκό και πίνεται.

Ο απλός κι αγαθός Μοναχός Θεοφύλακτος, παρ’όλο τον κόπο της αγρυπνίας, μόλις άκουσε αυτά τα πράγματα για να βεβαιωθεί, πήρε ένα μικρό δοχείο και πήγε αμέσως στη θάλασσα, η οποία από τη Σκήτη αυτή απέχει περισσότερο από μια ώρα πεζοπορία, έσκυψε με ταπείνωσι και τυφλή υπακοή, πήρε νερό από τη θάλασσα, ήπιε και μετά θαυμασμού είδε πως το νερό ήταν γλυκό και πίνονταν με ευχαρίστησι. Γέμισε το δοχείο του και γύρισε στο Γέροντά του, τον οποίον αφού ευχαρίστησε του έδωκε να πιεί κι αυτός από το νερό της θάλασσας, ήπιε κι εκείνος και δόξασαν “τον θαυμαστόν Θεόν εν τοις έργοις και τοις αγίοις αυτού” (Ψαλμ. ΞΖ΄ 36).

Πέρασαν περισσότερα απο τριάντα χρόνια, ο Γέροντας Παπα-Γρηγόρης, πλήρης ημερών, αρρώστησε λίγο και κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο. Ο υποτακτικός του Θεοφύλακτος συνέχιζε να παίρνει κάθε χρόνο την ημέρα των Θεοφανείων, νερό από τη θάλασσσα και συνεχίζονταν το ίδιο θαύμα, το νερό να είναι γλυκό και πόσιμο.

Τρία χρόνια μετά το θάνατο του γέροντά του, ο πάτερ Θεοφύλακτος, μετά την αγρυπνία των Θεοφανείων, όταν βγήκαν οι Πατέρες από το “Κυριακό” βλέπουν τον αδερφό Θεοφύλακτο να πηγαίνει περισσότερο κατώ από την Καλύβα που έμενε. Οι άλλοι Πατέρες της Σκήτης τότε τον ρώτησαν: -Για που πηγαίνεις πάτερ Θεοφύλακτε; Δε θα πάς να ξεκουραστείς σπίτι σου;

Ο πάτερ Θεοφύλακτος για απάντησι, τους φανέρωσε το μέχρι άγνωστο στους άλλους Πατέρες της Σκήτης θαύμα, πως δηλαδή την ημέρα του μεγάλου Αγιασμού το νερό της θαλάσσης γίνεται γλυκό και πίνεται.

Οι πατέρες, επειδή γνώριζαν πως ο αδερφός αυτός ήταν απλός και άκακος, δεν πίστεψαν τα λόγια του και τον ειρωνεύτηκαν. – Άϊντε καημένε να ξεκουραστείς και πάς μετά να μας φέρεις κι εμάς να πιούμε… θάλασσα! Ο πάτερ Θεοφύλακτος όμως δεν έδωκε καμία σημασία στα λόγια τους, πήγε στη θάλασσα ήπιε, όπως έκανε μέχρι τότε, νερό που ήταν γλυκό, γέμισε και το δοχείο του και το πήγε να πιούν και οι άλλοι Πατέρες.

Εκείνοι με ειρωνία και δυσπιστία πήραν το νερό αυτό να πιούν, αλλά το μέχρι τότε κείνη τη στιγμή γλυκό νερό, για την απιστία τους έγινε αλμυρώτερο και πικρότερο από το νερό της θάλασσας.

Τότε ο αδερφός Θεοφύλακτος τους φανέρωσε πως επί τριάντα και πλέον χρόνια πίνανε με το Γέροντά του το γλυκύτατο και νοστιμώτατο, για την ημέρα εκείνη νερό της θαλάσσας. Και έτσι από την ημέρα εκείνη για την απιστία των Πατέρων σταμάτησε να γίνεται το θαύμα αυτό!

Πατήστε εδώ για να διαβάσετε την ευχή του Μεγάλου Αγιασμού του αγίου Σωφρονίου Πατριάρχου Ιεροσολύμων.

Πηγή: https://fdathanasiou.wordpress.com/2013/01/05/σήμερον-των-υδάτων-αγιάζεται-η-φύσις/

Πρωτοχρονιὰ μὲ τὸν Φώτη Κόντογλου: Καρδία συντετριμμένη καὶ τεταπεινωμένη…

Φώτης Κόντογλου

Ξημέρωμα 1ης Ἰανουαρίου 1950

Ἐχτές, παραμονὴ τῆς Πρωτοχρονιᾶς, ἤμουνα ξαπλωμένος στὸ κουβούκλι μας, περασμένα τὰ μεσάνυχτα, καὶ συλλογιζόμουνα.

Εἶχα δουλέψει νυχτέρι γιὰ νὰ τελειώσω μία Παναγία Γλυκοφιλοῦσα καὶ δίπλα μου καθότανε ἡ γυναίκα μου καί ἔπλεκε. Ὅποτε δουλεύω, βρίσκουμαι σὲ μεγάλη κατάνυξη καὶ ψέλνω διάφορα τροπάρια. Σιγόψελνα, λοιπὸν, ἐκεῖ ποὺ ζωγράφιζα τὴν Παναγία καί ἡ Μαρία ἔψελνε καὶ κείνη μαζί μου μὲ τὴ γλυκειὰ φωνή της. Βλογημένη γυναίκα μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἂς εἶναι δοξασμένο τ’ ὄνομά του γιὰ ὅλα τὰ μυστήρια τῆς οἰκονομίας του. Τὸν εὐχαριστῶ γιὰ ὅσα μοῦ ἔδωσε καὶ πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα γιὰ τὴν ἁπλή τὴ Μαρία, πού μοῦ τὴ δώρησε συντροφιὰ στὴ ζωή μου, ψυχὴ θρησκευτική, ἕνα δροσερὸ ποταμάκι ποὺ γλυκομουρμουρίζει μέρα-νύχτα δίπλα σ’ ἕναν παλιὸν καστρότοιχο…

…Κοντά μου κάθεται καὶ μὲ συντροφεύει, ἥμερος ἄνθρωπος, Μαρία ἡ Ἁπλή. Ἐκείνη πλέκει εἴτε ράβει, κι ἐγὼ δουλεύω τὴν ἁγιασμένη τέχνη μου καὶ φιλοτεχνῶ εἰκονίσματα, ποὺ τὰ προσκυνᾶ ὁ κόσμος. Τί χάρη μᾶς ἔδωσε ὁ Παντοδύναμος, ποὺ τὴν ἔχουνε λιγοστοὶ ἄνθρωποι: «Ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῶν δούλων αὐτοῦ». Τὸ καλύβι μας εἶναι φτωχὸ στὰ μάτια τοῦ κόσμου καὶ μολαταῦτα, στ’ ἀληθινὰ, εἶναι χρυσοπλοκώτατος πύργος κι ἠλιοστάλαχτος θρόνος, γιατί μέσα του σκήνωσε ἡ πίστη κι ἡ εὐλάβεια. Κι ἐμεῖς ποὺ καθόμαστε μέσα, ἤμαστε οἱ πιὸ φτωχοὶ ἀπὸ τοὺς φτωχούς, πλήν μᾶς πλουτίζει μὲ τὰ πλούτη του Ἐκεῖνος ποὺ εἶπε: «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ».

Ἀφοῦ, λοιπὸν, τελείωσα τὴ δουλειά μου κατὰ τὰ μεσάνυχτα, ξάπλωσα στὸ μεντέρι μου, κι ἡ Μαρία ξάπλωσε καὶ κείνη κοντά μου καὶ σκεπάσθηκε καὶ τὴν πῆρε ὁ ὕπνος. Ἔπιασα νὰ συλλογίζουμαι τὸν κόσμο. Συλλογίσθηκα πρῶτα τὸν ἑαυτό μου καὶ τοὺς δικούς μου, τὴ γυναίκα μου καὶ τὸ παιδί μου. Γύρισα καὶ κοίταξα τὴ Μαρία ποὺ ἤτανε κουκουλωμένη καὶ δὲν φαι­νότανε, ἂν εἶναι ἄνθρωπος ἀποκάτω ἀπὸ τὸ σκέπασμα. Κι εἶπα: Ποιός μᾶς συλλογίζεται; Οἱ ἄνθρωποι λένε λόγια πολλά, μὰ δὲν πιστεύουνε σὲ τίποτα, γι’ αὐτὸ εἶπε ὁ Δαυίδ: «Πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης». Γύρισα καὶ κοίταξα τὸ φτωχικό μας, ποῦνε σὰν ξωκλήσι, στολισμένο μὲ εἰκονίσματα καὶ μὲ ἁγιωτικὰ βιβλία, χωμένο ἀνάμεσα στ’ ἀρχοντόσπιτα τῆς Βαβυλώνας, κρυμένο σὰν τὸν φτωχὸ ποὺ ντρέπεται μὴ τὸν δεῖ ὁ κόσμος. Ἡ καρδιά μου ζεστάθηκε κρυμένη καὶ κείνη μέσα μου. Ἔνοιωσα πὼς ἤμουνα χωρισμένος ἀπὸ τὸν κόσμο, κι οἱ λογισμοί μου πὼς ἤτανε καὶ κεῖνοι κρυμένοι πίσω ἀπὸ τὸ καταπέτασμα ποὺ χώριζε τὸν κόσμο ἀπὸ μένα καὶ πὼς ἄλλος ἥλιος κι ἄλλο φεγγάρι φωτίζανε τὸν δικό μας τὸν κόσμο. Κι ἀντὶ νὰ πικραθῶ, εὐφράνθηκε ἡ ψυχή μου πὼς μ’ ἔχουνε ξεχασμένο, κι ἡ χαρὰ ἡ μυστική ποὺ τὴ νοιώθουνε ὅσοι εἶναι παραπεταμένοι, ἄναψε μέσα μου ἥσυχα κι εἰρηνικά, κι ἡ παρηγοριὰ μὲ γλύκανε σὰν μπάλσαμο ἀνακατεμένη μὲ τὸ παράπονο. Καὶ φχαρίστησα Ἐκεῖνον, ποὺ φανερώνει τέτοια μυστήρια στὸν ἄνθρωπο καὶ ποὺ κάνει πλούσιους τοὺς φτωχούς, τοὺς χαρούμενους, τοὺς θλιμμένους, ποὺ δίνει μυστικὴ συντροφιὰ στοὺς ξεμοναχιασμένους καὶ ποὺ μεθᾶ μὲ τὸ κρασὶ τῆς τράπεζάς του, ὅσους κρεμάσανε τὴν ἐλπίδα τους σὲ Κεῖνον. Ἂν δὲν ἤμουνα φτωχὸς καὶ ξευτελισμένος, δὲν θὰ μποροῦσα νὰ ἀξιωθῶ τούτη τὴν πονεμένη χαρά, γιατί δὲν ξαγοράζεται μὲ τίποτα ἄλλο, παρεκτὸς μὲ τὴν συντριβὴ τῆς καρδιᾶς, κατὰ τὸν Δαυὶδ ποὺ λέγει: «Κύριε, ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με». Ἐπειδὴ, ὅποιος δὲν πόνεσε καὶ δὲν ταπεινώθηκε, δὲν παίρνει ἔλεος. Ἔτσι τὰ θέλησε ἡ ἀνεξιχνίαστη σοφία. Μὰ οἱ ἄνθρωποι δὲν τὰ νοιώ­θουνε αὐτά, γιατί δὲν θέλουνε νὰ πονέσουνε καὶ νὰ ταπεινωθοῦνε, ὥστε νὰ νοιώσουνε κάποιο πράγμα ποὺ εἶναι παραπέρα ἀπὸ τὴν καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ κι ἀπὸ τὰ μάταια πάθη τους.

Ὁλοένα, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, ἀνεβαίνανε τὰ δάκρυα στὰ μάτια μου, δάκρυα γιὰ τὸν κόσμο καὶ δάκρυα γιὰ μένα. Δάκρυα γιὰ τὸν κόσμο, γιατί γυρεύει νὰ βρεῖ τὴ χαρὰ ἐκεῖ ποὺ δὲν βρίσκεται, καὶ δάκρυα γιὰ μένα, γιατί πολλὲς φορὲς δείλιασα μπροστὰ στὴ φτώχεια καὶ στοὺς ἄλλους πειρασμούς καὶ δικαίωσα τοὺς ἀνθρώπους, ἐνῶ τώρα ἔνοιωσα πὼς δὲν παίρνει ὁ ἄνθρωπος μεγάλο χάρισμα χωρὶς νὰ περάσει μεγάλον πειρασμό. Κι ἀντριεύθηκα κατὰ τὸ πνεῦμα, κι ἔνοιωσα πὼς δὲν φοβᾶμαι τὴ φτώχεια παρὰ πὼς τὴν ἀγαπῶ.

Καὶ κατάλαβα καλὰ, πὼς δὲν πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀγαπήσει ἄλλο τίποτα ἀπὸ τὸν πόνο του, γιατί ἀπὸ τὸν πόνο ἀναβρύζει ἡ ἀληθινὴ χαρὰ κι ἡ παρηγοριά, κι ἐκεῖ βρίσκουνται οἱ πηγὲς τῆς ἀληθινῆς ζωῆς.

Ἀληθινά, ἡ φτώχεια εἶναι φοβερὸ θηρίο. Ὅποιος τὸ νικήσει ὅμως καὶ φτάξει νὰ μὴν τὸ φοβᾶται, θὰ βρεῖ μεγάλα πλούτη μέσα του. Τούτη τὴν ἀφοβία τὴ δίνει ὁ Κύριος, ἅμα ταπεινωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Σ’ αὐτὸν τὸν πόλεμο, ποὺ ἡ ἀντρεία λέγεται ταπείνωση καὶ τὰ βραβεῖα εἶναι καταφρόνεση καὶ ἐξευτελισμός, δὲν βα­στᾶνε οἱ ἀντρεῖοι τοῦ κόσμου. Ὅποιος δὲν περάσει ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῆς δοκιμῆς, δὲν ἔνοιωσε ἀληθινὰ τί εἶναι ἡ ζωή, καὶ γιατί ὁ Χριστὸς εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ἡ ζωή» καὶ γιατί εἶπε πάλι: «Μακάριοι οἱ πικραμένοι, γιατί αὐτοὶ θὰ παρηγορηθοῦνε». Ὅποιος δὲν ἀπελπί­σθηκε ἀπὸ ὅλα, δὲν τρέχει κοντὰ στὸν Θεό, γιατί λογαριάζει πὼς ὑπάρχουνε κι ἄλλοι προστάτες γι’ αὐτόν παρεκτὸς τοῦ Θεοῦ.

Κι ἐκεῖ ποὺ τὰ συλλογιζόμουνα αὐτά, ἔνοιωσα μέσα μου ἕνα θάρρος καὶ μία ἀφοβιὰ ἀκόμα πιὸ μεγάλη, κι εἰρήνη μὲ περισκέπασε, κι εἶπα τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Ἰωνὰς μέσα ἀπὸ τὸ θεριόψαρο: «Ἐβόησα ἐν θλίψει μου πρὸς Κύριον τὸν Θεόν μου καὶ εἰσήκουσέ μου. Ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τοῦ Ἅδη ἄκουσες τὴν κραυγή μου, ἄκουσες τὴ φωνή μου. Ἀβύσσου ἄπατη μὲ ἔζωσε. Τὸ κεφάλι μου χώνεψε μέσα στὶς σκισμάδες τῶν βουνῶν, κατέβηκα στὴ γῆς ποὺ τὴν κρατᾶνε ἀμπάρες ἀκατάλυτες. Ἂς ἀνεβεῖ ἡ ζωή μου ἀπὸ τὴ φθορὰ πρὸς ἐσένα, Κύριε ὁ Θεός μου. Τὴν ὥρα ποὺ χάνεται ἡ ζωή μου, θυμήθηκα τὸν Κύριο. Ἂς ἔρθει ἡ προσευχή μου στὴν ἁγιασμένη ἐκκλησιά σου. Ὅσοι φυλάγουνε μάταια καὶ ψεύτικα, θὰ παρατηθοῦνε χωρὶς ἔλεος. Μὰ ἐγὼ θὰ σὲ φχαριστήσω καὶ μὲ φωνὴ αἰνέσεως θὰ σὲ δοξολογήσω». Καὶ πάλι δόξασα τὸν Θεὸ καὶ τὸν φχαρίστησα, γιατί μ’ ἔκανε ἀναίσθητο γιὰ τὶς ἡδονὲς τοῦ κόσμου, τόσο ποὺ νὰ συχαίνουμαι ὅσα εἶναι ποθητὰ γιὰ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ νοιώσω πὼς εἶμαι κερδισμένος, ὅποτε οἱ ἄλλοι λογαριάζουνε πὼς εἶμαι ζημιωμένος. Καὶ γιατί πῆρα δύναμη ἀπὸ Κεῖνον νὰ καταφρονήσω τὸν σατανά, ποὺ παραφυλάγει πότε θὰ λιγοψυχήσω, κι ἔρχεται καὶ μοῦ λέγει: «Πέσε προσκύνησέ με, γιατί θὰ γίνουνε ψωμιὰ αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ βλέπεις». Καὶ πάλι ξανάρχεται καὶ μοῦ λέγει: «Ἔ, πῶς χαίρεται ὁ κόσμος! Ἀκοῦς τὸν ἀλαλαγμό, τὶς φωνὲς ποὺ βγαίνουνε ἀπὸ τὰ παλάτια ὅπου διασκεδάζουνε οἱ φτυχισμένοι ὑποταχτικοί μου, ἄντρες καὶ γυναῖκες; Πέσε προσκύνησέ με καὶ σὰν ἁπλώσεις μοναχὰ τὸ χέρι σου, νὰ τὰ πάρεις ὅλα. Ἐσὺ εἶσαι ἄνθρωπος τιμημένος γιὰ τὴν τέχνη σου. Γιατί νὰ ὑποφέρνεις, σὲ καιρὸ ποὺ αὐτοὶ χαίρουνται ὅλα τὰ καλὰ καὶ τ’ ἀγαθά, μ’ ὅλο πού δὲν ἔχουνε τὴ δική σου τὴν ἀξιοσύνη; Κοίταξε τὴ φτώχεια σου, κι ἂν δὲν λυπᾶσαι τὸν ἑαυτό σου, λυπήσου τὴν καϋμένη τὴ γυναίκα σου καὶ τὸ φτωχὸ τὸ παιδί σου, ποὺ ὑποφέρνουνε ἀπὸ σένα!». Ἄλλη φορᾶ τὸν ἄκουγα, μ’ ὅλο ποὺ δὲν ἔκανα ὅ,τι μούλεγε, μὰ τώρα τὸν ἄφησα νὰ λέγει χωρὶς νὰ τὸν ἀκούσω ὁλότελα. Ἔμενα ὁ νοῦς μου ἤτανε σὲ κείνους τοὺς θλιμμένους καὶ τοὺς βασανισμένους, ποὺ δὲν ἔχουνε ἐλπίδα, καὶ σὲ κείνους ποὺ τρώγανε καὶ πίνανε κείνη τὴ νύχτα καὶ ποὺ χορεύανε μὲ τὶς γυναῖκες ποὺ δὲν ἔχουνε ντροπή καὶ σὲ κείνους ποὺ μαζεύουνε πλούτη κι ἀδιαφόρετα πράματα, ποὺ δὲν μποροῦνε νὰ τ’ ἀποχωριστοῦνε σὰν σιμώσει ὁ θάνατος, καὶ ποὺ καταγίνουνται νὰ δέσουνε τὸν ἑαυτό τους μὲ πιὸ πολλὰ σκοινιά, ἀντὶς νὰ τὰ λιγοστέψουνε. Ἐπειδὴς οἱ δύστυχοι εἶναι φτωχοὶ ἀπὸ μέσα τους, κι ἀδειανοὶ καὶ τρεμάμενοι, καὶ θέλουνε νὰ ζεσταθοῦνε καὶ γι’ αὐτὸ ρίχνουνε ἀπὸ πάνω τους ὅλα αὐτὰ τὰ πράματα, σὰν τὸν θερμιασμένον ποὺ ρίχνει ἀπάνω του παπλώματα καὶ ροῦχα, δίχως νὰ ζεσταθεῖ. Λογαριάζω πὼς οἱ σημερινοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι πιὸ φτωχοὶ στὸν ἀπομέσα πλοῦτο καὶ γι’ αὐτὸ ἔ­χουνε ἀνάγκη ἀπὸ τόσα πολλὰ μάταια πράματα. Αὐτὰ ποὺ λένε χαρὲς καὶ ἡδονές, τὰ δοκίμασα κι ἐγὼ σὰν ἄνθρωπος καὶ πίστευα κι ἐγὼ πὼς ἤτανε στ’ ἀληθινὰ χαρὰ κι εὐτυχία. Μὰ γλήγορα κατάλαβα, πὼς ἤτανε ψευτιὲς καὶ φαντασίες ἀσύστατες καὶ πὼς χοντραίνουνε τὴν ψυχὴ καὶ στραβώνουνε τὰ πνευματικὰ της μάτια, καὶ τότε δὲ μπορεῖ νὰ δεῖ καὶ γίνεται κακιὰ κι ἀλύπητη στὸν πόνο τ’ ἀδερφοῦ της, ἀδιάντροπη, ἀκατάδεκτη, ἄθεη, θυμώτρα, αἱμοβόρα.

Ὅσοι εἶναι σκλάβοι στὴν καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ τους, δὲν ἔχουνε ἀληθινὴ χαρά, γιατί δὲν ἔχουνε εἰρήνη. Γιὰ τοῦτο, θέλουνε νὰ βρίσκουνται μέσα σὲ φουρτούνα καὶ νὰ ζαλίζουνται, ὥστε νὰ θαροῦνε πὼς εἶναι φτυχισμένοι. Ἡ χαρὰ ἡ ἀληθινὴ εἶναι μία θέρμη τῆς διάνοιας καὶ μίαν ἐλπίδα τῆς καρδιᾶς, ποὺ τὶς ἀξώνουνται ὅσοι θέλουνε νὰ μὴν τοὺς ξέρουνε οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ τοὺς ξέρει ὁ Θεός. Γι’ αὐτό, Κύριε καὶ Θεὲ καὶ πατέρα μου, καλότυχος ὅποιος ἔκανε σκαλούνια ἀπὸ τὴ φτώχεια κι ἀπὸ τὰ βάσανα κι ἀπὸ τὴν καταφρό­νεση τοῦ κόσμου, γιὰ ν’ ἀνεβεῖ σὲ Σένα. Καλότυχος ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἔνοιωσε τὴν ἀδυναμία του ἀληθινά. Ὅσο πιὸ γλήγορα τὸ κατάλαβε, τόσο πιὸ γλήγορα θὰ ἀπογευτεῖ ἀπὸ τὸ ψωμὶ ποὺ θρέφει κι ἀπὸ τὸ κρασὶ ποὺ δυναμώνει, ἂν ἔχει τὴν πίστη του σὲ Σένα. Ἀλλοιῶς θὰ γκρεμνιστεῖ στὸ βάραθρο τῆς ἀπελπισίας.

Μὲ τί λόγια νὰ φχαριστήσω τὸν Κύριό μου, ποὺ ἤμουνα χαμένος καὶ μὲ χεροκράτησε, στραβὸς καὶ μ’ ἔκανε νὰ βλέπω; Ἐκεῖνος ἔστρεψε τὴν λύπη μου σὲ χαρά. «Διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος καὶ ἐξήγαγεν ἠμᾶς εἰς ἀναψυχήν. Μακάριος ἄνθρωπος ὁ ἐλπίζων ἐπ’ Αὐτόν».

Πηγή: https://agiazoni.gr/