Αρχική Blog Σελίδα 4

Ὁμιλία στὸ Εὐαγγέλιο τῆς Β΄ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, ἡ Παλαιὰ καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη, δηλαδὴ  ἡ Ἁγία Γραφή, εἶναι ἕνα βιβλίο ἀθάνατο. Ἕνα βιβλίο, ὄχι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Γράφηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους προφῆτες καὶ ἀποστόλους τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶχαν πλούσιο τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἶναι γιὰ τοῦτο, ποὺ μέσῳ του μᾶς ὁμιλεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεός -γι᾽αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται Λόγος τοῦ Θεοῦ-, καὶ μᾶς ἀποκαλύπτει σ᾽ αὐτὸ τὶς αἰώνιες ἀλήθειες τῆς Πίστης καὶ συνάμα τὸν ἁρμόζοντα τρόπο ζωῆς αὐτῶν ποὺ τὸ ἀποδέχονται ὡς -καὶ ποὺ ἀσφαλῶς εἶναι- ἀποκάλυψη Θεοῦ.

Συχνὰ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἁπλούστατος στὴν ἔκφραση, ἀλλὰ περιέχει κρυμμένο μεγάλο πνευματικὸ βάθος καὶ πηγάζει ἀνεξάντλητη πνευματικὴ ὠφέλεια. Καὶ τοῦτο, τὴν ἀπόκρυψη δηλαδὴ τοῦ πνευματικοῦ κάλλους κάτω ἀπὸ τὴν ἀφελότητα τῆς ἔκφρασης τοῦ κειμένου, οἰκονόμησε ὁ Θεός, ὥστε νὰ ταπεινώνει τὸ ὑπερήφανο πνεῦμα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ συχνὰ νομίζουμε πὼς ὅλα τὰ ξέρουμε κι ὅλα τὰ κατανοοῦμε, γιὰ νὰ μελετοῦμε τὶς Γραφὲς μὲ ταπείνωση, προσευχή, εὐλάβεια καὶ ἀνάλογη πνευματικὴ ζωή, ὥστε νὰ ἑλκύουμε τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ὀρθὴ κατανόησή τους. Καί, ὅπως ὡραιότατα τὸ ἐκφράζει ὁ Προφητάνακτας Δαβὶδ σ᾽ ἕνα Ψαλμό του· «Θαυμαστὰ τὰ μαρτύριά Σου· διὰ τοῦτο ἐξηρεύνησεν αὐτὰ ἡ ψυχή μου. Ἡ δήλωσις τῶν λόγων Σου φωτιεῖ καὶ συνετιεῖ νηπίους» (Ψαλμ. 118, 129-130).

Τοῦτο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἡ ὁποία, παρὰ τὴ μικρή της ἔκταση καὶ τὴν ἁπλότητα τῆς περιγραφῆς, θέτει ἐνώπιόν μας σημαντικώτατα γιὰ τὴ σωτηρία μας ζητήματα. Τὸ σπουδαιότερο τιθέμενο ζήτημα εἶναι βεβαίως αὐτὸ τῆς κλήσης, τοῦ καλέσματος τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο νὰ Τὸν ἀκολουθήσει καὶ τῆς σχετικῆς ἀνταπόκρισης τοῦ ἀνθρώπου σ᾽ αὐτὸ τὸ θεϊκὸ κάλεσμα.

Τὸ πρῶτο δημόσιο κήρυγμα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, μετὰ τὴ Βάπτισή Του, τὴν τεσσαρακονθήμερη παραμονὴ στὴν ἔρημο καὶ τοὺς πειρασμοὺς τοῦ διαβόλου, εἶναι κήρυγμα μετανοίας: «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Καὶ τὸ πρῶτο στὴ συνέχεια θαυμαστό Του ἔργο, ποὺ τόσο λιτὰ καὶ παραστατικὰ μᾶς περιγράφει τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, εἶναι ἡ κλήση τῶν πρώτων μαθητῶν του, ἡ ἁλιεία τῶν ἁλιέων, τὸ ψάρεμα τῶν ψαράδων! Ἔτσι εὐδόκησε μὲ τὴν πανσοφία του ὁ Θεός, νὰ καλέσει στὸ μέγιστο τοῦτο ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῆς οὐράνιας βασιλείας,  τῆς ἁλιείας τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν, ὄχι σοφοὺς καὶ ρήτορες καὶ μορφωμένους, ἀλλὰ ἀνθρώπους ἁπλοὺς καὶ ἄσημους καὶ ἀγραμμάτους κατὰ κόσμον. Καὶ τοῦτο, ὥστε τὸ μεγαλεῖο τῆς εὐαγγελικῆς ἀλήθειας νὰ διαλάμψει, ὄχι μέσῳ μίας ἀνθρώπινης τῶν ἀποστόλων σοφίας, ἀλλὰ «διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος», διὰ τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ποὺ διάλεξε «τὰ ἐξουθενημένα καὶ τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ»!

Ἡ σκηνὴ τῆς ἀποστολικῆς κλήσης ἐκτυλίσσεται στὶς ἀκρογιαλιὲς τῆς θάλασσας τῆς Γαλιλαίας ἢ λίμνης τῆς Τιβεριάδος ἢ τῆς Ναζαρέτ, ὅπως τὴν ὀνομάζουν ἀλλοῦ τὰ Εὐαγγέλια, ἀπὸ τὶς ὁμώνυμες πόλεις, ποὺ ἦσαν κτισμένες στὶς ὄχθες της. Περιπατῶντας ἐκεῖ ὁ Κύριος, βλέπει δύο δυάδες ἀδελφῶν ψαράδων: Τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἀνδρέα, ποὺ ρίχνανε τὰ δίκτυα νὰ ψαρέψουν, καὶ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ζεβεδαίου Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη, ποὺ ἔφτιαχναν ἐκείνη τὴν ὥρα τὰ δίκτυα τοῦ πατέρα τους. Κι ὁ καρδιογνώστης Ἰησοῦς, ποὺ διέγνωσε τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς τους καὶ τὴν καλή τους προαίρεση, «ὁ γινώσκων τὰ πάντα πρὶν γενέσθαι», τοὺς καλεῖ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουν: «Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Καὶ ποιά ἡ ἀνταπόκρισή τους στὴ θεϊκὴ τούτη κλήση; Ὅπως χαρακτηριστικὰ ὑπογραμμίζει ὁ Εὐαγγελιστής, «οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα, ἠκολούθησαν αὐτῷ». Ἡ ἀπάντηση τούτη τῶν πρώτων μαθητῶν στὸ κάλεσμα τοῦ Δεσπότου, ἡ ἄμεση δηλαδὴ καὶ χωρὶς προϋποθέσεις θετικὴ ἀνταπόκρισή τους, ἀποκαλύπτει τὴν ἁγνότητα τῶν καρδιῶν τους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀποφασιστικότητά τους νὰ ὑπακούσουν στὸ οὐράνιο προσκλητήριο, ὑφιστάμενοι κάθε θυσία.

Ἂς ἀκούσομε ἐν προκειμένῳ ἕνα ὡραιότατο σχόλιο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «Πρόσεξε, παρακαλῶ, τὴν πίστη καὶ τὴν ὑπακοή τους. Διότι, ἄνκαι βρίσκονταν στὴ μέση τοῦ ἔργου τους, δὲν ἀνέβαλαν, δὲν μετέθεσαν γιὰ ἀργότερα (τὴν ἀνταπόκρισή τους), δὲν εἶπαν· Ἂς πᾶμε πρῶτα στὸ σπίτι, νὰ τὰ ποῦμε μὲ τοὺς συγγενεῖς μας. Ἀλλά, ἐγκαταλείποντας τὰ πάντα, τὸν ἀκολούθησαν.»

Κι ἂς μὴ νομίσουμε εὔκολη κι ἀνώδυνη τὴν ἀπόφαση τούτη τῶν μαθητῶν, ποὺ σήμαινε στὴν οὐσία μία ὁλοκληρωτικὴ ἀποταγὴ τῶν πραγμάτων τους καὶ τοῦ ἑαυτοῦ τους. Ὅση δυσκολία ἔχει ὁ πλούσιος νὰ ἐγκαταλείψει τὸ ἀρχοντικὸ καὶ τὰ πλούτη του, κι ὁ ἄρχοντας κι ὁ ἀξιωματικὸς τὴν ἐξουσία καὶ δόξα τους, τόση ἔχει κι ἕνας φτωχός, γιὰ νὰ ἐγκαταλείψει τὴν καλύβη καὶ τὰ λίγα μικροϋπάρχοντά του, καὶ νὰ ἀκολουθήσει γιὰ τὸ ἄγνωστο -χωρὶς νὰ ὑπολογίζει θυσίες καὶ φτώχεια καὶ ὁποιονδήποτε κίνδυνο-, ἕνα διδάσκαλο, ποὺ τοῦ ὑπόσχεται ἀντὶ τῶν ἐπιγείων τὰ οὐράνια καὶ ἀντὶ τῶν προσκαίρων τὰ αἰώνια. Κι ὅμως, οἱ ἀπόστολοι τόλμησαν καὶ εἶπαν τὸ μεγάλο ναὶ στὸν Καλοῦντα. Κι ὄχι μόνο ἕως ἐδῶ, ἀλλά, παρὰ τὶς καταρχὴν ποικίλες ἀδυναμίες τους, ἕνεκα τῆς ἀτέλειάς τους, ἔζησαν μέχρι καὶ τὸ μαρτυρικό τους τέλος μία ζωὴ θυσίας καὶ μαρτυρίας, μαρτυρίας Χριστοῦ. Γιατί; Ἐπειδὴ πίστευσαν ὁλοκληρωτικὰ στὸ Πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου καὶ τὸν ἀγάπησαν ἕως θανάτου!

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί! Τὸ παράδειγμα τοῦτο τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀνταποκρίθηκαν στὴν πρόσκλησή Του, ἀποτελεῖ, πρέπει νὰ ἀποτελεῖ τὸ μέτρο καὶ νὰ προσδιορίζει καὶ τὸν δικό μας τρόπο ζωῆς, τὴ στάση μας, ὡς Χριστιανῶν, ἀπέναντι στὸν Κύριο, στὸ Εὐαγγέλιό Του, στὸ συνεχὲς κάλεσμά Του πρὸς ἐμᾶς, ὅσο βρισκόμαστε στὴν πρόσκαιρη τούτη ζωή. Διότι κι ἐμεῖς εἴμαστε «κλητοὶ Ἰησοῦ Χριστοῦ», δηλαδὴ καλεσμένοι ἀπ᾽ Αὐτόν. Ἀπὸ τὴν ὥρα τοῦ Βαπτίσματός μας γινόμαστε «κλήσεως ἐπουρανίου μέτοχοι». Πόσο ἐκφραστικὰ παρουσιάζει τὴ συνεχὴ τούτη κλήση ἡ Ἀποκάλυψη! «Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Ἀποκ. 3, 20). Ὁ Κύριος στέκει στὴ θύρα τῆς καρδιᾶς μας καὶ κτυπάει νὰ τοῦ ἀνοίξουμε, γιὰ νὰ μπεῖ, νὰ κατοικήσει μόνιμα μέσα μας, γιατὶ τὸ ἐπιθυμεῖ πολὺ καὶ τὸ ζητάει: «δός μοι, υἱέ, σὴν καρδίαν»(Παροιμ. 23, 26)! Καὶ ἡ στάση τῶν ἀποστόλων, μὰ καὶ ὅλων τῶν ἁγίων, καθορίζει τὰ βασικὰ γνωρίσματα μιᾶς πραγματικῆς ἀνταπόκρισης στὸ κάλεσμα τοῦ Δημιουργοῦ καὶ Σωτήρα μας. Βασικά της γνωρίσματα εἶναι ἡ προθυμία, δηλαδὴ ὁ ζῆλος, ἡ ἀγάπη καὶ ἀφοσίωση στὸ θεῖο θέλημα καί, ταυτόχρονα, ἡ αὐταπάρνηση, ἡ ἄρνηση τοῦ ἐγώ μας, τοῦ ἑαυτούλη μας, τῆς ἱκανοποίησης τῶν παραλόγων καὶ ἁμαρτωλῶν παθῶν μας, ποὺ συνεπάγεται ἡ ἀποδοχὴ τῆς κλήσης μας αὐτῆς. Αὐταπάρνηση εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς θυσίας καὶ προσφορᾶς, ποὺ πρέπει νὰ χαρακτηρίζουν τὴ ζωή μας.

Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο, νὰ μᾶς χαρίζει τούτη τὴ συνέπεια, ποὺ πρέπει νὰ διακρίνει ἐμᾶς τοὺς ταπεινούς, ποὺ εἴμαστε κλητοὶ Θεοῦ, ποὺ φέρουμε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ, ποὺ ἐνδυθήκαμε τὸν Χριστὸ στὸ ἅγιο Βάπτισμα καὶ εἴμαστε μέλη τοῦ Σώματός Του, τῆς Ἐκκλησίας. Νὰ μᾶς δίνει εἰλικρινὴ μετάνοια καὶ διόρθωση τοῦ φρονήματος καὶ τῆς ζωῆς μας. Καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσει κατὰ τὴ φοβερὴ ἐκείνη ἡμέρα τῆς Κρίσεως νὰ σταθοῦμε στὰ δεξιά Του, νὰ μᾶς συναριθμήσει μὲ ὅσους φάνηκαν ἀντάξιοι τῆς χριστώνυμης κλήσης, μὲ τὶς εὐχὲς καὶ ἱκεσίες τῆς Παναγίας μας καὶ ὅλων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος ἁγίων. Ἀμήν!

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 13 Ἰουνίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ Β΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
3: 19-26

Ἀδελφοί, οἴδαμεν δὲ ὅτι ὅσα ὁ νόμος λέγει τοῖς ἐν τῷ νόμῳ λαλεῖ, ἵνα πᾶν στόμα φραγῇ καὶ ὑπόδικος γένηται πᾶς ὁ κόσμος τῷ Θεῷ, διότι ἐξ ἔργων νόμου οὐ δικαιωθήσεται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον αὐτοῦ· διὰ γὰρ νόμου ἐπίγνωσις ἁμαρτίας. Νυνὶ δὲ χωρὶς νόμου δικαιοσύνη Θεοῦ πεφανέρωται, μαρτυρουμένη ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν, δικαιοσύνη δὲ Θεοῦ διὰ πίστεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ εἰς πάντας καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς πιστεύοντας· οὐ γὰρ ἔστι διαστολή· πάντες γὰρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, δικαιούμενοι δωρεὰν τῇ αὐτοῦ χάριτι διὰ τῆς ἀπολυτρώσεως τῆς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, ὃν προέθετο ὁ Θεὸς ἱλαστήριον διὰ τῆς πίστεως ἐν τῷ αὐτοῦ αἵματι, εἰς ἔνδειξιν τῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ διὰ τὴν πάρεσιν τῶν προγεγονότων ἁμαρτημάτων ἐν τῇ ἀνοχῇ τοῦ Θεοῦ, πρὸς ἔνδειξιν τῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ ἐν τῷ νῦν καιρῷ, εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν δίκαιον καὶ δικαιοῦντα τὸν ἐκ πίστεως ᾿Ιησοῦ.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΦΥΛΛΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΛΗΔΡΩΝ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
7:26-28, 8:1-2

Ἀδελφοί, τοιοῦτος ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος, ὃς οὐκ ἔχει καθ᾿ ἡμέραν ἀνάγκην, ὥσπερ οἱ ἀρχιερεῖς, πρότερον ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἁμαρτιῶν θυσίας ἀναφέρειν, ἔπειτα τῶν τοῦ λαοῦ· τοῦτο γὰρ ἐποίησεν ἐφάπαξ ἑαυτὸν ἀνενέγκας. Ὁ νόμος γὰρ ἀνθρώπους καθίστησιν ἀρχιερεῖς ἔχοντας ἀσθένειαν, ὁ λόγος δὲ τῆς ὁρκωμοσίας τῆς μετὰ τὸν νόμον υἱὸν εἰς τὸν αἰῶνα τετελειωμένον. Κεφάλαιον δὲ ἐπὶ τοῖς λεγομένοις, τοιοῦτον ἔχομεν ἀρχιερέα, ὃς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς, τῶν ῾Αγίων λειτουργὸς καὶ τῆς σκηνῆς τῆς ἀληθινῆς, ἣν ἔπηξεν ὁ Κύριος, καὶ οὐκ ἄνθρωπος.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ Β΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
7: 1-8

Εἶπεν ὁ Κύριος · Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε· ἐν ᾧ γὰρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, καὶ ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε μετρηθήσεται ὑμῖν. τί δὲ βλέπεις τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὴν δὲ ἐν τῷ σῷ ὀφθαλμῷ δοκὸν οὐ κατανοεῖς; ἢ πῶς ἐρεῖς τῷ ἀδελφῷ σου, Ἄφες ἐκβάλω τὸ κάρφος ἀπὸ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ ἰδοὺ ἡ δοκὸς ἐν τῷ ὀφθαλμῷ σοῦ; ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σοῦ, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ σου. Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν, μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς. Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν· ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε· κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν. πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΦΥΛΛΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΛΗΔΡΩΝ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
10: 9–16

Εἶπεν ὁ Κύριος· Ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι᾽ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται καὶ νομὴν εὑρήσει. Ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ· ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσιν καὶ περισσὸν ἔχωσιν. ᾽Εγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός· ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων·ὁ μισθωτὸς καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ ἔστιν τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησιν τὰ πρόβατα καὶ φεύγει καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα. Ὁ δὲ μισθωτὸς φεύγει ὅτι μισθωτός ἐστιν καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων. ᾽Εγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαιὑπὸ τῶν ἐμῶν,καθὼς γινώσκει με ὁ πατὴρ κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα· καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. Καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνα δεῖ με ἀγαγεῖν, καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσιν, καὶ γενήσονται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Άγιος Λουκάς Κριμαίας: «Να είστε έτοιμοι ακόμη και για το μαρτύριο, εφόσον πλέετε κόντρα στο ρεύμα»

Άγιος Λουκάς Κριμαίας

Άγιος Λουκάς Κριμαίας

Όπως ήταν στις ημέρες του Νώε, έτσι θα είναι και στις ημέρες του Υιού του ανθρώπου.
Έτρωγαν, έπιναν, διασκέδαζαν μέχρι την ημέρα που ο Νώε μπήκε στην Κιβωτό, έγινε ο Κατακλυσμός και τα κατέστρεψε όλα.

Έτσι ήταν και στις ημέρες του Λώτ και γι΄αυτό ο Θεός έβρεξε από τον Ουρανό βροχή με φωτιά και θειάφι και αφάνισε τις πόλεις που ήταν βουτηγμένες στις ανομίες.

Έτσι θα είναι και την Ημέρα της Φοβερής Κρίσεως, την Ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου.

Συσσωρεύτηκε τόση πολλή κακία, θα έρθει η ώρα το καλό να θριαμβεύσει πάνω στο κακό. Και τότε θα ξεσπάσει η Φοβερή αστραπή της Οργής του Θεού από τη μία άκρη του ουρανού μέχρι την άλλη άκρη. Με αυτό το τρόπο θα εμφανιστεί για να κρίνει ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός.

Οι άνθρωποι πολλές φορές περιμένουν από τον Θεό να πραγματοποιήσει αυτά που ζητούν στις προσευχές τους με έναν τρόπο που οι ίδιοι θεωρούν ότι είναι ο καλύτερος. Ο Θεός όμως, συχνά απαντά στις δεήσεις τους με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο και όχι με αυτόν που θα ήθελαν ή θα φαντάζονταν.

Όλοι σας πρέπει να είστε φως μέσα στο σκοτάδι. Το φως μπορεί να έχει διάφορες μορφές. Μπορεί να είναι σαν το φως του ηλίου, μπορεί σαν της σελήνης ή των άστρων. Μπορεί να είναι αδύναμο σαν το φως του κεριού ή μιάς λάμπας. Και όμως όλα αυτά είναι φως, είναι ευλογία του Θεού. Και το ασθενέστερο φως είναι ευάρεστο στον Θεό. Με τέτοιο φως μπορεί ο καθένας να φωτίζει το σκοτάδι που υπάρχει γύρω. Με την αγάπη, την τρυφερότητα, την ευσπλαγχνία και την ευλάβειά σας μπορείτε και πρέπει να λάμπετε μέσα σ’ αυτό τον κόσμο.

Να είστε έτοιμοι ακόμη και για το μαρτύριο, εφόσον πλέετε κόντρα στο ρεύμα.
Δεν είναι σωστό να μιλάμε για τα παλιά χρόνια και να τα ευλογούμε και τη δική μας εποχή να την καταριόμαστε. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο οι άνθρωποι που πραγματικά επιζητούν τη Σωτηρία, την βρίσκουν.
Ο Κύριος και Θεός μας για τους υψηλούς Του σκοπούς και συχνά ακατανόητους σε εμάς, όχι σπάνια χρησιμοποιεί τους πιό αμαρτωλούς τους πιό ανάξιους ανθρώπους.
Όταν η χάρη δείχνει την παρουσία της, τότε όλα είναι υποφερτά. Κάποτε όμως, για λόγους καθαρά προνοητικούς, συστέλει την παρουσία της και τότε ο άνθρωπος χάνει την ελπίδα του και μειώνεται ο ζήλος και αυτή ακόμα η πίστης αμβλύνεται. Αυτές είναι οι πιο σκληρές στιγμές στην πνευματική ζωή γιατί, αν εδώ δεν κρατήσει ο Θεός, δεν αντέχει ο άνθρωπος…

Δάκρυα πλημμυρίζουν όλη τη γη. Αν μπορούσαμε να μαζέψουμε όλα τα δάκρυα που έχυσε η ανθρωπότητα σε χιλιάδες χρόνια της ιστορίας της θα γινόταν ένας δεύτερος κατακλυσμός.
Υπάρχουν άνθρωποι που η γλώσσα τους είναι τόσο μεγάλη που σαρώνει την γη! Αν λοιπόν είμαστε σαν τους ανθρώπους που περιγράφει στον Ψαλμό του ο Προφήτης Δαβίδ, αν η γλώσσα μας σαρώνει τη γη, αν οι πράξεις μας φανερώνουν την υπερηφάνεια, την έπαρση και την αναισθησία, αν ο νους μας δεν είναι συγκεντρωμένος και γυρίζει παντού, αν όλους τους ανθρώπους τους ειρωνευόμαστε, τους συκοφαντούμε και τους κουτσομπολεύουμε, τότε κάνουμε τους εαυτούς μας ακάθαρτους.

Μην σκανδαλίζεστε όταν ακούτε αυτά που λένε κατά της πίστεως. Αφού αυτοί που τα λένε δεν καταλαβαίνουν την ουσία της. Εσείς να θυμάστε πάντα την βασική αρχή που γνώριζαν πολύ καλά οι πρώτοι Χριστιανοί. Αυτοί θεωρούσαν δυστυχισμένο τον άνθρωπο που γνωρίζει όλες τις επιστήμες, δεν γνωρίζει όμως τον Θεό. Και αντίθετα θεωρούσαν μακάριο, αυτόν που γνωρίζει τον Θεό, έστω και να μην γνώριζε απολύτως τίποτα από τα ανθρώπινα. Να φυλάγετε αυτή την αλήθεια, σαν το μεγαλύτερο θησαυρό της καρδίας σας, να προχωράτε ευθεία και μην κοιτάζετε δεξιά και αριστερά. Ας μην μας κάνουν αυτά που ακούμε κατά της Θρησκείας, να χάνουμε τον προσανατολισμό μας.

Πηγή: https://iconandlight.wordpress.com

Βίος τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Τριφυλλίου, Ἐπισκόπου Λήδρων (Λευκωσίας) τῆς Κύπρου (13/6)

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ἅγιος Τριφύλλιος Ἐπίσκοπος Λήδρων. Βημόθυρα 16ου αἰῶνα, Ἱερὰ Μητρόπολις Μόρφου

Ὁ ἐν ἁγίοις Πατὴρ ἡμῶν Τριφύλλιος, τὸ μυρίπνοο ἄνθος τοῦ Παραδείσου, ὁ πολιοῦχος τῆς Λευκωσίας καὶ τὸ καύχημα τῆς Νήσου τῶν Ἁγίων Κύπρου, σύμφωνα μὲ ἀρχαία παράδοση1, καταγόταν ἀπὸ τὴ μεγαλόπολη Ρώμη, ὅπου γεννήθηκε κατὰ τὶς ἀρχές τοῦ 4ου μ.Χ. αἰώνα. 

Οἱ γονεῖς τοῦ ἁγίου ἦταν ἀπὸ τοὺς πλουσιώτερους καὶ ἐπιφανέστερους ἄρχοντες τῆς Ρώμης, ἀλλὰ πιὸ πολὺ τοὺς κοσμοῦσε ἡ εὐσέβεια καὶ ἡ πίστη στὸν Χριστό. Γιὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου συγκαταλέχθηκε στοὺς δώδεκα μεγιστάνες, τοὺς ὁποίους ὁ Μέγας Κωνσταντίνος κάλεσε ἀπὸ τὴ Ρώμη στὴ Νέα Ρώμη, τὴν Κωνσταντινούπολη, τὴν ὁποία, ὅταν ἵδρυσε, θέλησε νὰ τιμήσει, ὄχι μόνο μὲ λαμπρὰ οἰκοδομήματα, ἀλλὰ καὶ μὲ ἐπιφανεῖς ἀνθρώπους, ὥστε νὰ μὴ ὑστερεῖ καθόλου ἀπὸ τὴν παλαιὰ Ρώμη.

Στὴν Κωνσταντινούπολη, λοιπόν, ἀνατράφηκε ὁ μικρὸς Τριφύλλιος «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου», καὶ σπούδασε τὰ πρῶτα ἐγκύκλια μαθήματα. Ἐκεῖ ἀρδεύθηκε προπαντὸς ἀπὸ τὴ μελέτη τῶν θείων Γραφῶν, σὰν δένδρο πολύφυλλο «παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων», ἀποφέροντας πλούσιο πνευματικὸ καρπό. Ὅταν δὲ ὁ Κύριος μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια κάλεσε κοντά Του τὸν ἐνάρετο πατέρα του, ὁ Τριφύλλιος ἀποφασίζει μὲ τὴν ἁγία μητέρα του Δομνίκη νὰ ταξιδέψουν στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ νὰ προσκυνήσουν τοὺς Ἁγίους Τόπους, τοὺς ὁποίους ὁ Δεσπότης Χριστὸς καθαγίασε μὲ τὴν παναγία ἐπὶ γῆς ζωή Του. Μετὰ τὸ προσκύνημα, ὁ ἅγιος μεταβαίνει μὲ τὴ μητέρα του στὴ Βηρυτό, ὅπου καὶ παραμένει γιὰ ἀρκετὸ διάστημα, σπουδάζοντας τὴ νομικὴ ἐπιστήμη2.

Τότε στὴν Κύπρο ἄκμαζε ὁ ἅγιος Σπυρίδων, ὁ περιλάλητος ἐπίσκοπος Τριμιθοῦντος, ἡ φήμη τῆς ἁγιότητας καὶ τῶν θαυμάτων τοῦ ὁποίου εἶχε ἁπλωθεῖ σ᾿ ὅλο τὸν χριστιανικὸ κόσμο. Καὶ ὁ Τριφύλλιος μὲ τὴ μητέρα του, θελγόμενοι ἀπὸ τὴν ἀρετὴ τοῦ σκεύους τούτου τῆς ἐκλογῆς, ἔρχονται στὴν Κύπρο, γιὰ νὰ θαλφθοῦν ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ μεγάλου θαυματουργοῦ. Ἀφίνοντας λοιπὸν τὴ σπουδὴ τῶν ἐγκοσμίων μαθημάτων, ὁ Τριφύλλιος γίνεται φοιτητὴς τοῦ ταπεινοῦ καὶ θαυμαστοῦ Σπυρίδωνος, καὶ μαθητεύει σ᾿ αὐτὸν στὰ μαθήματα τῆς Εὐαγγελικῆς τελειότητας. Μὲ τὶς εὐχές, τὸ παράδειγμα καὶ τὴν καθοδήγηση τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ὁ Τριφύλλιος φθάνει «εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» καὶ γίνεται καὶ ὁ ἴδιος δοχεῖο τῶν χαρισμάτων τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

Ὁ ἅγιος Σπυρίδων, ἐκτιμώντας τὴν ἀρετὴ τοῦ μαθητῆ του, τὸν χειροτονεῖ διάκονο καὶ τὸν ἔχει πάντοτε στὴ συνοδία του. Πολλὲς φορὲς εἶναι ποὺ οἱ δύο ἅγιοι πῆγαν μαζὶ σὲ περιοδεῖες, ὄχι μόνο ἐντὸς τῆς Κύπρου, ἀλλὰ καὶ στὸ ἐξωτερικό. Κάποτε, γιὰ παράδειγμα, ἀσθένησε σοβαρὰ ὁ βασιλιὰς Κωνστάντιος, γυιὸς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἐνῶ βρισκόταν στὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας. Σὲ θεϊκὴ ὀπτασία τοῦ ὑποδείχθηκαν δύο ἐπίσκοποι, ποὺ μόνο αὐτοὶ θὰ μποροῦσαν νὰ τὸν θεραπεύσουν. Ἔτσι ὁ Κωνστάντιος κάλεσε ὅλους τοὺς ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολῆς νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦν, ἐλπίζοντας νὰ ἀναγνωρίσει μεταξύ τους αὐτούς, ποὺ τοῦ ὑποδείχθηκαν ἄνωθεν, γιὰ νὰ τὸν θεραπεύσουν. Τότε καὶ ὁ μέγας Σπυρίδων μαζὶ μὲ τὸν διάκονο εἰσέτι Τριφύλλιο μετέβησαν στὴν Ἀντιόχεια, ὁ δὲ Κωνστάντιος ἀναγνώρισε μὲν τὸν ἅγιο Σπυρίδωνα, ὄχι ὅμως καὶ τὸν Τριφύλλιο, ποὺ ἀκόμη δὲν εἶχε γίνει ἐπίσκοπος. Πράγματι, μὲ τὶς προσευχές τους θεραπεύθηκε τελείως ὁ Κωνστάντιος3.

Ὁ ἅγιος Τριφύλλιος, ποὺ εἶχε ἤδη ἐκλεγεῖ ἀρχιερέας ἀπὸ τὸν Θεό, ὅπως φανερώνει ἡ πιὸ πάνω ὀπτασία, χειροτονεῖται στὴ συνέχεια γιὰ τὴν ἁγιότητά του ἐπίσκοπος τῆς πόλης τῶν Λήδρων4, δηλαδὴ τῆς σημερινῆς Λευκωσίας. Μὲ τὴν ἄνοδό του στὴν ἀρχιερατικὴ καθέδρα, ὁ ἅγιος ἐπιδόθηκε μὲ μεγαλύτερο ζῆλο στὴν ἀρετή, ποιμαίνοντας μὲ ἀγάπη καὶ αὐτοθυσία τὸ ποίμνιο, ποὺ ἡ θεία Χάρη τοῦ ἐμπιστεύθηκε, καὶ κηρύττοντας ἀδιάλειπτα τὸν θεῖο Λόγο, ὡς πλουτισμένος μὲ ρητορικὴ δύναμη. Πάντοτε ὅμως καὶ σὲ ὅλα βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴ σθεναρὴ πατρικὴ καθοδήγηση τοῦ θαυμαστοῦ Σπυρίδωνος. Ἡ ἱστορία μᾶς διέσωσε ἕνα χαριτωμένο σχετικὸ ἐπεισόδιο. Σὲ κάποια ἐκκλησιαστικὴ σύναξη ὁ Γέροντας ἐπίσκοπος Σπυρίδων ἀνέθεσε στὸν νεώτερο ἐπίσκοπο Τριφύλλιο νὰ ἀπευθύνει λόγο πνευματικὸ στὸν λαό. Ὅταν δὲ χρειάσθηκε ὁ Τριφύλλιος νὰ ἀναφέρη τὸ Εὐαγγελικὸ ρητό, «Ἆρόν σου τὸν κράββατον καὶ περιπάτει» (Ἰω. 5, 8) καί, ἐπειδὴ ἀντὶ τῆς λέξεως «κράββατον» εἶπε «σκίμποδα», ὁ μέγας Σπυρίδων ἀγανάκτησε καί, διακόπτοντας τὸν μαθητή του καὶ δίνοντάς του μάθημα ταπεινοφροσύνης, τοῦ εἶπε: «Δὲν εἶσαι ἐσὺ καλύτερος αὐτοῦ, ποὺ εἶπε ”κράββατον” (τοῦ Χριστοῦ δηλαδή)! Γιατί λοιπὸν ντρέπεσαι νὰ μεταχειριστεῖς τοὺς λόγους Του»;5

Ὁ ἅγιος Τριφύλλιος, τοιχ. (15ος αἰ), ϊερὰ μονὴ Σταυροῦ Ἁγιασμάτι

Ἄλλοτε πάλιν οἱ δύο ἅγιοι βάδιζαν πρὸς τὴν Κερύνεια γιὰ κάποια ὑπόθεση. Ἀφοῦ λοιπὸν πέρασαν ἀπὸ τὴν Κυθραία καὶ ἔφθασαν σὲ κάποια ἐξαιρετικὴ τοποθεσία, γεμάτη μὲ δέντρα καὶ νερά, ποὺ λεγόταν Παρύμνη, ὁ ἅγιος Τριφύλλιος, ἐκστατικὸς ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ καὶ εὐφορία τοῦ τόπου, ἄρχισε νὰ διαλογίζεται πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἀποκτήσει γιὰ τὴν ἐπισκοπή του ἕνα κομμάτι γῆς ἐκεῖ. Τὶς σκέψεις του αὐτές, ἂν καὶ δὲν εἶπε τίποτα, συνέλαβε ἀμέσως ὁ διορατικὸς τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος νοῦς. Καί, χωρὶς νὰ χάσει εὐκαιρία, νουθέτησε πατρικὰ τὸν μαθητή του νὰ μὴ ποθεῖ γήινους ἀγροὺς καὶ ἀμπελῶνες, ποὺ φεύγουν καὶ χάνονται, ἀλλὰ νὰ ἔχει πάντα τὴν καρδιά του στὴν οὐράνια πατρίδα μας, τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ὅπου, ὅποιος ἀξιωθεῖ νὰ κατοικήσει, παραμένει αἰώνια. Τότε ὁ ἅγιος Τριφύλλιος ζήτησε συγγνώμη καὶ μετανόησε γιὰ τὴν ἄκαιρη ἐπιθυμία του6.

Ἔτσι λοιπὸν ὁ Τριφύλλιος ἔγινε σὲ ὅλα μιμητὴς τοῦ μεγάλου Σπυρίδωνος, ζώντας μὲ ἁπλότητα καὶ ταπείνωση. Συχνὰ διανυκτέρευε στοὺς ἀγρούς, ἀπέφευγε νὰ καταφεύγει στὰ δικαστήρια ὅταν τὸν ἀδικοῦσαν, ζοῦσε μὲ πτωχεία, προσευχὴ καὶ νηστεία, ἐλεώντας πάντοτε τοὺς πτωχούς. Στοὺς μεγάλους δὲ σεισμούς, ποὺ συγκλόνισαν τὴν Κύπρο κατὰ τὸν 4ο αἰώνα, ὁ ἴδιος μὲ τὰ χέρια του ἔσκαβε καὶ ἔβγαζε ἀπὸ τὰ ἐρείπια τοὺς νεκρούς, τοὺς ἑτοίμαζε γιὰ ταφὴ καὶ τοὺς κήδευε ὁ χριστομίμητος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σὰν ἄλλος Ἐλισσαῖος, ὅπως ἐκεῖνος ἀπὸ τὸν Ἠλία, κληρονόμησε ἀπὸ τὸν Γέροντά του ἅγιο Σπυρίδωνα πλούσια τὴ Χάρη καὶ τὴ θαυματουργικὴ δύναμη.

Ἡ Κύπρος, ἀπὸ τὸν 4ο αἰώνα καὶ ἐξῆς, ὑπηρετοῦσε ὡς ἐνδιάμεσος σταθμὸς τῶν προσκυνητῶν πρὸς καὶ ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Τόπους. Ἐπιθυμώντας λοιπὸν ὁ ἅγιος νὰ δημιουργήσει μοναστήρι γιὰ τὴ φιλοξενία τῶν μοναστριῶν, ποὺ ἔρχονταν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καθοδὸν πρὸς τὴν ἁγία Γῆ, πείθει τὴ μητέρα του καὶ γίνεται συνεργὸς στὸ ἱερὸ τοῦτο ἔργο, κτίζοντας ταυτόχρονα καὶ μεγάλο καθεδρικὸ ναὸ στὴ Λευκωσία. Τέλος, καὶ ἡ ἴδια ἡ Δομνίκη, ὑπακούοντας στὶς προτροπὲς τοῦ υἱοῦ της, κείρεται μοναχὴ στὸ μοναστήρι αὐτό, ὅπου καὶ τελειώνει τὸν βίο της θεάρεστα καὶ θάπτεται ἐκεῖ, καὶ ἀναδεικνύεται καὶ ἡ ἴδια πηγὴ θαυμάτων7.

Ὁ ἅγιος Τριφύλλιος συμμετέσχε μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Σπυρίδωνα, καθὼς καὶ μὲ ἄλλους συγχρόνους του Κυπρίους ἐπισκόπους, στὴ Σύνοδο τῆς Σαρδικῆς (343 μ.Χ.), τῆς ὁποίας καὶ προσυπέγραψε τὰ Πρακτικά8. Ὑπῆρξε ἐπίσης λόγιος καὶ πολυγραφώτατος συγγραφέας, σύμφωνα μὲ τὸν Δυτικὸ Πατέρα ἅγιο Ἱερώνυμο9, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει ὅτι εἶχε διαβάσει ἕνα ἔργο τοῦ ἁγίου Τριφυλλίου, τὸ «Ὑπόμνημα εἰς τὸ ᾎσμα τῶν ᾈσμάτων»10. Ἐπίσης, στὸ Λεξικὸ Σουΐδα (ἢ Σούδα)11 ἀναφέρεται ὅτι ὁ ἅγιος Τριφύλλιος εἶχε γράψει σὲ ἰαμβικὸ ποιητικὸ μέτρο τὸν «Βίο καὶ τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος»12. Ἔτσι γνωρίζουμε δύο ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ ἁγίου Τριφυλλίου, κανένα δυστυχῶς ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν σώθηκε.

Ὡς πρὸς τὰ σωματικὰ χαρακτηριστικά, ὁ ἅγιος Τριφύλλιος ἦταν ψηλὸς καὶ λευκός, μὲ ξανθὰ μαλλιὰ καὶ γένεια καὶ γαλανὰ μάτια. Διακρινόταν ἀπὸ μακριὰ ἡ εὐγενικὴ καταγωγή του καὶ ἦταν γλυκὺς καὶ εὐχάριστος στὴ συνομιλία. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔφθασε σὲ γῆρας βαθὺ καὶ ἔγινε «πλήρης ἡμερῶν τῶν τοῦ πνεύματος», ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ κατὰ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰώνα καὶ τὸ σῶμα του κατετέθη στὸν μεγάλο ναό, ποὺ ἔκτισε στὴ Λευκωσία. Ὁ δὲ «Πατὴρ τῶν Φώτων» τὸν τίμησε στὸν οὐρανό, ὅπως καὶ στὴ γῆ, καὶ τὸν δέχθηκε ὡς πρέσβυ χάριν τῆς ποίμνης καὶ τῆς πατρίδας του.

Ἀρκετὰ ἀργότερα, σὲ κάποια ἀπὸ τὶς ἀραβικὲς ἐπιδρομὲς (649-950 μ.Χ.), ὅταν οἱ Ἄραβες σύλησαν καὶ τὸν ναὸ τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγητρίας13, ποὺ εἶχε ἀνεγείρει ὁ ἅγιος, βρῆκαν τὸ λείψανό του ἄφθαρτο καὶ εὐωδιαστὸ καί, ἀλίμονο στὴν ἀπανθρωπία τους, ἀπέκοψαν τὴν τιμία του κεφαλή, ἀπὸ τὴν ὁποία, ὢ τοῦ θαύματος, ἔρρευσε αἷμα, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς ἔδειξε ὅτι τὸν ἔστεψε, ἔστω καὶ μετὰ θάνατον, μὲ τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου. Ὕστερα οἱ ἐπιδρομεῖς ἔριξαν καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἁγίου στὴ φωτιὰ γιὰ νὰ καεῖ, ἀπὸ τὸ ὁποῖο διέσωσαν οἱ πιστοὶ ὡρισμένα τεμάχια, ποὺ ἐξέθεταν κατόπιν σὲ προσκύνηση κατὰ τὴν 3η Μαΐου, ἡμέρα, ποὺ ἔγινε ἡ ἐπιδρομὴ τῶν βαρβάρων.

Ὁ ἅγιος Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος14, ὅπως καὶ ἀργότερα ὁ Λεόντιος Μαχαιρᾶς15, ἀναφέρουν πὼς τὴν κάρα τοῦ ἁγίου διέσωσε ὁ ὅσιος Διομήδης (ἑορτάζει στὶς 28 Ὀκτωβρίου), ποὺ ἀσκήτευε στὸν Λευκωμιάτη, προάστειο τῆς Λευκωσίας. Ὅταν δὲ τὸν καταδίωξαν οἱ ἐπιδρομεῖς, μὲ θαῦμα τοὺς ἀκινητοποίησε, καὶ κατόπιν τοὺς θεράπευσε καὶ ὡδήγησε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ.

Σήμερα ἡ χαριτόβρυτη κάρα τοῦ ἁγίου Τριφυλλίου βρίσκεται θησαυρισμένη στὴν ἱερὰ καὶ βασιλικὴ μονὴ τοῦ Κύκκου, φυλασσόμενη σὲ ἀργυρὴ λειψανοθήκη.

Ὁ παλαιὸς ναός, ποὺ ἔκτισε ὁ ἅγιος καὶ ὅπου βρίσκονταν τὰ λείψανά του, δὲν ὑπάρχει σήμερα, διότι κατεστράφη ἀπὸ τοὺς Ἐνετοὺς τὸ 1567, ὅταν ἔκτιζαν τὰ τείχη στὴ Λευκωσία. Πρόσφατα ἔχει ἀνεγερθεῖ μικρὸ Παρεκκλήσι πρὸς τιμή του, μέσα στὴν αὐλὴ τοῦ Ἑλενείου Δημοτικοῦ Σχολείου Λευκωσίας.

Ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Τριφυλλίου τελεῖται στὶς 13 Ἰουνίου16.

Ταῖς αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

***

1. Ἡ παράδοση αὐτὴ καταγράφεται στὸν παλαιὸ καὶ μόνο γνωστὸ Βίο τοῦ ἁγίου Τριφυλλίου, ποὺ γράφτηκε κατὰ τὸν 11ο ἢ τὶς ἀρχὲς τοῦ 12ου αἰώνα στὴ Λευκωσία τῆς Κύπρου, καὶ ποὺ ἐκδόθηκε ἀπὸ τοὺς Βολλανδιστὲς (ἀρχικὰ στὰ Acta Sanctorum, Jun. II, σσ. 682-685, καὶ ἀργότερα, διορθωμένος μὲ σχόλια, στὸ περιοδικὸ Analecta Bollandiana, τόμ. LXVI [1948], σσ. 11-26). Οἱ ὑπόλοιπες πηγὲς γιὰ τὸν βίο τοῦ ἁγίου Τριφυλλίου (Βίοι τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, ἅγιος Ἱερώνυμος, ἱστορικὸς Σαλαμίνιος Σωζομενός, Λεξικὸ Σουΐδα, Νικηφόρος Κάλλιστος, Λεόντιος Μαχαιρᾶς) δὲν ἀναφέρονται καθόλου στὴ  ζωὴ τοῦ ἁγίου πρὶν νὰ γίνει μαθητὴς τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος. Ἁπλῶς ἀναφέρουν γενικὰ τὶς νομικὲς σπουδές του στὴ Βηρυτὸ (βλ. κατωτέρω).

2. Ὁ σχεδὸν σύγχρονός του ἱστορικὸς Σωζομενὸς (γεννήθηκε γύρω στὸ 380 μ.Χ.) ὀνομάζει τὸν ἅγιο, «Τριφύλλιον τὸν Λεδρῶν ἐπίσκοπον, ἄνδρα ἄλλως τε ἐλλόγιμον καὶ διὰ νόμων ἄσκησιν πολὺν χρόνον ἐν τῇ Βηρυτίων πόλει διατρίψαντα» (Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, 1,11,8). Παρόμοια γράφει, ἀρκετὰ ἀργότερα (14ο αἰ.), καὶ ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος γιὰ τὸν «Τριφύλλιον ἐκεῖνον τὸν Λεδρῶν ἐπίσκοπον, λόγου τε ἀρκούντως πεπειραμένον, καὶ διὰ νόμων ἄσκησιν πλεῖστον ἐν τῇ Βηρυτῶν διατρίψαντα πόλει» (Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, 8, 42).

3. «Βίος τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν καὶ θαυματουργοῦ Σπυρίδωνος συνταχθεὶς ὑπὸ Θεοδώρου ἐπισκόπου πόλεως Πάφου», στό: P. Van den Ven, La legénde de S. Spyridon, évêque de Trimithonte, Louvain, 1953, σσ. 37-48, §8 καί, Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ, Βίος… τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Σπυρίδωνος…, Migne P.G., τόμ. 116, 437 A-C.

4. Στὶς διάφορες πηγὲς ἡ Λευκωσία ἀναφέρεται καὶ ὡς πόλη τῶν Λεδρῶν ἢ Καλλινικήσεων ἢ Λευκῶν Θεῶν.

5.Σωζομενοῦ, ὅπ. ἀν. (ἐπισημ. 2), I, 11, 9.

6. P. Van den Ven, ὅπ. ἀν. (ἐπισημ. 3), §14, σσ. 63-65 καί, Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ, ὅπ. ἀν. (ἐπισημ. 3), 452 B-D.

7. Analecta Bollandiana, ὅπ. ἀν. (ἐπισημ. 1), σ. 17.

8. Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, Ἀπολογητικὸς Δεύτερος, 50, 2, ΒΕΠΕΣ, τόμ. 31, σ. 90.

9. ἉγίουἹερωνύμου, De viris illustribus, Migne P.L., τόμ. 23, 695.

10. Τοῦἰδίου, Epistola 70, 4 (ad rhetorem Magnum), στό: Jerome Labor (ἐπιμ.), Saint Jerome lettres, τόμ. ΙΙΙ, Paris 1953, σ. 213.

11. Τὸ Λεξικὸ Σούδα (Σουΐδα) εἶναι ἐγκυκλοπαιδικοῦ περιεχομένου ἔργο, ἀποτέλεσμα συλλογικῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε κατὰ τὸν 10ο μ.Χ. αἰώνα.

12. «Τριφύλλιος ἐπίσκοπος, μαθητὴς Σπυρίδωνος τοῦ θαυματουργοῦ τοῦ Κυπρίου· ὃς ἔγραψε τὰ θαύματα τοῦ ὁσίου καὶ τερατουργοῦ πατρὸς ἡμῶν Σπυρίδωνος, ὡς γέγραπται ἐν τῷ βίῳ αὐτοῦ, δι᾿ ἰάμβων· ἃ χρὴ ἐκζητῆσαι ὡς λίαν ὠφέλιμα» (Λεξικὸν Σούδα [Σουΐδα], τόμ. ΣΤ΄, 1045, (ἔκδ.) Imm. Bekker, Βερολίνο 1854). Ὁ ἅγιος Θεόδωρος Πάφου, ποὺ ἄκμασε κατὰ τὸν 7ο μ.Χ.  αἰ., στὸν Βίο τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ποὺ συνέγραψε, φαίνεται νὰ ἀμφισβητεῖ τὴ συγγραφὴ τοῦ Βίου τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος σὲ ἰαμβικοὺς στίχους ἀπὸ τὸν ἅγιο Τριφύλλιο (βλ. P. Van den Ven, ὅπ. ἀν. (ἐπισημ. 3), σσ. 77-78).

13. Λεοντίου Μαχαιρᾶ, Χρονικόν, στό: Dawkins, R. M., Leontios Makhairas, Recital concerning the Sweet Land of Cyprus entitled ‘Chronicle’, τόμ. I-II, Oxford 1932, §35.

14. «Νεοφύτου πρεσβυτέρου Μοναχοῦ καὶ ἐγκλείστου ἐγκώμιον κεφαλαιῶδες εἰς τὸν ὅσιον… Διομήδην…», στό: H. Delehayé, «Saints de Chypre», Analecta Bollandiana, τόμ. XXVI (1907), σσ. 212-220 (ἀπὸτὸνκώδ. Par. Gr. 1189, ff. 134r-139v).

15. Ὅπ. ἀν. Ὁ ἅγιος Τριφύλλιος σὲ χειρόγραφα τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀρύεται ἐν προκειμένῳ καὶ ὁ Λεόντιος Μαχαιρᾶς στὸ Χρονικόν του (§30), κατονομάζεται ὡς Φωτολαμπὴς («Τριφυλλίου τοῦ Φωτολάμπους, ἐπισκόπουΛευκωσίας»), ἴσως γιὰ τὴν πλούσια Χάρη, ποὺ πλούτισε ὁ ἅγιος καὶ καταυγαζόταν ἔντονα ἀπὸ τὸ ἄκτιστο θεϊκὸ Φῶς.

16. Σὲ πολλὰ χειρόγραφα, στὸ Συναξάριον Κωνσταντινουπόλεως (Acta Sanctorum, Propylaeum Novembris, 748) καi στὰ ἔντυπα Μηναῖα, ὡς ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου ἀναγράφεται ἡ 12η Ἰουνίου, σὲ λίγα δὲ χειρόγραφα ἡ 11η Ἰουνίου. ᾈσματικὴ Ἀκολουθία πρὸς τιμή του (ἐλλιπὴ ὅμως), ἔχει ἐκδόσει ὁ πρ. Λεοντοπόλεως Σωφρόνιος  Εὐστρατιάδης στὸ περιοδικὸ Ἀπόστολος Βαρνάβας, τόμ. ΣΤ΄(1934), σσ. 184-188 καὶ 200-204). Νέα πλήρης Ἀκολουθία ἔχει περιληφθεῖ στὴ σειρὰ τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, Κύπρια Μηναῖα, τόμ. Η´ (Μὴν Ἰούνιος), σσ. 95-108, μαζὶ μὲ σχετικὴ βιβλιογραφία (σσ. 109-112). Οἱ Χαιρετιστήριοι Οἶκοι τοῦ ἁγίου, ποίημα τοῦ κυροῦ Χαραλάμπους Μπούσια, ἔχουν περιληφθεῖ στὴν ἔκδοση τῆς Ἱ. Μ. Σταυροβουνίου, Ὑμνολόγιον τὸ Χαρμόσυνον, Λευκωσία, 1996, σσ. 503-515.

Μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Ακυλίνης (13 Ιουνίου)

Μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Ακυλίνης

Tον παστόν ευτρέπιζε λαμπρόν Nυμφίε,
Aκυλίνα σοι τέμνεται νύμφη νέα.
Aμφί τρίτην δεκάτην κεφαλήν τμήθη Aκυλίνα.

Μαρτύριο Αγίας Ακυλίνης. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Aύτη ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει σϟη΄ [298]1, καταγομένη από την Bίβλον πόλιν της Παλαιστίνης2, θυγάτηρ ενός περιφανούς άρχοντος, Eυτολμίου ονομαζομένου. Eβαπτίσθη δε από τον Eπίσκοπον Eυθάλιον, όταν ήτον πέντε χρόνων. Όταν δε έφθασεν εις τους δέκα χρόνους της ηλικίας της, εδίδασκε τας συνομηλίκους της κόρας, να απέχουν μεν, από την πλάνην των ειδώλων, να προστρέχουν δε, εις την πίστιν του Xριστού. Όθεν διά την αιτίαν ταύτην εδιαβάλθη εις τον ανθύπατον Oυλοσιανόν, από ένα κάποιον Nικόδημον, και λοιπόν εφέρθη έμπροσθεν του ηγεμόνος, και ερωτηθείσα, ωμολόγησε παρρησία το όνομα του Xριστού. Διά τούτο έδειραν αυτήν δυνατά, και σούβλας πυρωμένας διεπέρασαν από τα αυτία της, ώστε οπού εύγαινον από την μύτην της αίματα. Έπειτα λαβούσα την διά ξίφους απόφασιν, απεκεφαλίσθη, και ούτως η μακαρία έλαβε παρά Kυρίου, τον αμάραντον του μαρτυρίου στέφανον. Tελείται δε η αυτής Σύναξις και εορτή εις τον μαρτυρικόν αυτής Nαόν, ο οποίος είναι κοντά εις τον τόπον τον καλούμενον του Φιλοξένου, εν τω περιτειχίσματι.

Σημειώσεις

1. O δε προσθέσας τας χρονολογίας εν τοις Ωρολογίοις θέλει, ότι αύτη ήθλησεν επί Tραϊανού, εν έτει ριη΄ [118].

2. Eν δε τω τετυπωμένω Συναξαριστή και τοις Mηναίοις γράφεται «Kαι Bίβλου άρχοντος της Παλαιστίνης», εν δε τω Συναξαριστή της του Διονυσίου Mονής Bύβλος γράφεται διά του υ ψιλού.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Oσίου Iακώβου του εξ απάτης τον Aντίχριστον, ήτοι τον Διάβολον, προσκυνήσαντος (13 Ιουνίου)

Μνήμη του Oσίου Iακώβου του εξ απάτης τον Aντίχριστον, ήτοι τον Διάβολον, προσκυνήσαντος

Oιήσεως ουκ έστι τι χείρον πάθος.
Tαύτη γαρ Iάκωβον εχθρός ηπάτα.

Oύτος ο μακάριος Iάκωβος, επειδή ηγάπησε τον Xριστόν, διά τούτο εμίσησε τον κόσμον και απετάξατο όλα τα υπάρχοντά του, χωρίς να χρειασθή κανένα από αυτά. Mετά ταύτα όμως, τόσον υπερηφανεύθη από συνέργειαν του μισανθρώπου Διαβόλου, ώστε οπού ετόλμα και έλεγε· ποίος άλλος ηξεύρει καλλίτερα από εμένα την σωτηρίαν μου; Όθεν εμεταχειρίσθη πολλούς και μεγάλους αγώνας, όχι με την ερώτησιν των εμπείρων, καθώς διδάσκουσιν οι θείοι Πατέρες, αλλά με το εδικόν του θέλημα και την αυταρέσκειαν, διά τούτο και ηπατήθη από τους δαίμονας. Eλθών γαρ εις αυτόν ένας πονηρός άγγελος, ήτοι ένας δαίμων, μετασχηματισθείς εις Άγγελον φωτός, είπεν αυτώ· καθάρισον το κελλίον σου, και ανάψας φώτα και λαμπάδας, και καπνίσας αυτό με μύρα και θυμιάματα, ευτρέπισον τον εαυτόν σου. Διότι ο Xριστός, με το να ευαρεστήθη εις την άσκησίν σου, έρχεται την νύκτα ταύτην διά να σε δώση πολλάς χάριτας. O δε ανόητος Iάκωβος εξ οιήσεως απατηθείς, εποίησεν αυτά όλα. Kαι λοιπόν ήλθεν εις αυτόν ο Aντίχριστος με δόξαν και φαντασίαν πολλήν, εις το μέσον της νυκτός. Όθεν ανοίξας την θύραν του κελλίου του ο Iάκωβος, επροσκύνησεν αυτόν. O δε Διάβολος κτυπήσας τον Iάκωβον εις το μέτωπον, κατά θείαν οικονομίαν δεν εστάθη, αλλά εγύρισεν οπίσω και έφυγε.

Tο πρωί δε θρηνώντας ο Iάκωβος, επήγεν εις ένα Γέροντα. O δε Γέρων, προ του να ακούση κανένα λόγον από τον Iάκωβον, λέγει προς αυτόν· φύγε από εδώ, ότι επεριπαίχθης από τον Σατανάν. O δε Iάκωβος έκλαιε και εσύντριβε την καρδίαν του. Tότε ο Γέρων ονειδίσας αυτόν πολλά και κατηχήσας, απέστειλεν εις Kοινόβιον. O δε υπακούσας επήγεν εις Kοινόβιον, και εδούλευεν εις το μαγειρείον χρόνους επτά, με πολλήν ταπείνωσιν και υπακοήν. Έπειτα εκάθισεν εις κελλίον μόνος άλλους επτά χρόνους, εργαζόμενος εργόχειρον μέτριον, και φυλάττων κανόνα ακριβή. Kαι έτζι μαθών την απλανή στράταν του Θεού με πολλήν διάκρισιν, έγινε θαυματουργός εξαίσιος, και έτζι τελειώσας την ζωήν του, απήλθε προς Kύριον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ Β΄ Ματθαίου

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ Β΄ Ματθαίου, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Στεφάνου τῆς κοινότητος Λέμπας, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Πάφου (07.07.2024).

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 12 Ἰουνίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Β΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
5:17-21; 6:1-2

Ἀδελφοί, εἰ τῷ τοῦ ἑνὸς παραπτώματι ὁ θάνατος ἐβασίλευσε διὰ τοῦ ἑνός, πολλῷ μᾶλλον οἱ τὴν περισσείαν τῆς χάριτος καὶ τῆς δωρεᾶς τῆς δικαιοσύνης λαμβάνοντες ἐν ζωῇ βασιλεύσουσι διὰ τοῦ ἑνὸς ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. ῎Αρα οὖν ὡς δι᾿ ἑνὸς παραπτώματος εἰς πάντας ἀνθρώπους εἰς κατάκριμα, οὕτω καὶ δι᾿ ἑνὸς δικαιώματος εἰς πάντας ἀνθρώπους· εἰς δικαίωσιν ζωῆς. Ὥσπερ γὰρ διὰ τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου ἁμαρτωλοὶ κατεστάθησαν οἱ πολλοί, οὕτω καὶ διὰ τῆς ὑπακοῆς τοῦ ἑνὸς δίκαιοι κατασταθήσονται οἱ πολλοί. Νόμος δὲ παρεισῆλθεν ἵνα πλεονάσῃ τὸ παράπτωμα. Οὗ δὲ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις, ἵνα ὥσπερ ἐβασίλευσεν ἡ ἁμαρτία ἐν τῷ θανάτῳ, οὕτω καὶ ἡ χάρις βασιλεύσῃ διὰ δικαιοσύνης εἰς ζωὴν αἰώνιον διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν. Τί οὖν ἐροῦμεν; ἐπιμενοῦμεν τῇ ἁμαρτίᾳ ἵνα ἡ χάρις πλεονάσῃ; Μὴ γένοιτο. Οἵτινες ἀπεθάνομεν τῇ ἁμαρτίᾳ, πῶς ἔτι ζήσομεν ἐν αὐτῇ;

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Β΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
9: 14-17

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ προσῆλθον τῷ Ἰησοῦ οἱ μαθηταὶ Ἰωάννου λέγοντες· Διὰ τί ἡμεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι νηστεύομεν πολλά, οἱ δὲ μαθηταί σου οὐ νηστεύουσι; καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Μὴ δύνανται οἱ υἱοὶ τοῦ νυμφῶνος πενθεῖν ἐφ’ ὅσον μετ’ αὐτῶν ἐστιν ὁ νυμφίος; ἐλεύσονται δὲ ἡμέραι, ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ’ αὐτῶν ὁ νυμφίος, καὶ τότε νηστεύσουσιν. οὐδεὶς δὲ ἐπιβάλλει ἐπίβλημα ῥάκους ἀγνάφου ἐπὶ ἱματίῳ παλαιῷ· αἴρει γὰρ τὸ πλήρωμα αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ἱματίου, καὶ χεῖρον σχίσμα γίνεται. οὐδὲ βάλλουσιν οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς· εἰ δὲ μήγε, ῥήγνυνται οἱ ἀσκοί, καὶ ὁ οἶνος ἐκχεῖται καὶ οἱ ἀσκοὶ ἀπολλοῦνται· ἀλλὰ οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς βάλλουσι καινούς, καὶ ἀμφότεροι συντηροῦνται.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Ονουφρίου του Αιγυπτίου και του Οσίου Πατρός ημών Πέτρου του εν τω Άθω (12 Ιουνίου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Oνουφρίου του Aιγυπτίου

Kαι την ενός χιτώνος εντολήν Πάτερ,
Yπερβέβηκας γυμνητεύσας εις τέλος.
Δωδεκάτη αχίτωνα Oνούφριον εκ βίου ήραν.

Άγιος Ονούφριος. Φορητή εικόνα του 13ου – 14ου αιώνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Oύτος ο Όσιος Oνούφριος ήτον από την Aίγυπτον, ευρισκόμενος πρότερον εις ένα Kοινόβιον, κείμενον εν τη καλουμένη Eρμουπόλει των Θηβών. Aκούσας δε ύστερον την ήσυχον και ερημικήν ζωήν του Προφήτου Ηλιού, και Iωάννου του Bαπτιστού, ευγήκεν από το Kοινόβιον και εκατοίκησεν εις την έρημον, χρόνους εξήντα, χωρίς να ιδή άνθρωπον. Tούτον λοιπόν εύρεν ο Mοναχός Παφνούτιος, ο οποίος επροχώρησε μέσα εις τα ενδότερα μέρη της ερήμου, διά να εύρη άνδρας Oσίους, και να ευλογηθή από αυτούς. Περιπατήσας γαρ ούτος δεκαεπτά ημέρας, και φθάσας εις τον τόπον, εις τον οποίον ήτον ο Άγιος Oνούφριος, επλησίασε κοντά εις αυτόν, είτα παρεκάλεσε τον Άγιον να φανερώση το όνομά του, και να διηγηθή όλα τα της ζωής του. Όθεν ταύτα μαθών ο Παφνούτιος από το ίδιον εκείνου στόμα, εφανέρωσεν ύστερον εις τους Mοναχούς, όχι μόνον διά τον Άγιον τούτον Oνούφριον, αλλά και διά άλλους ακόμη Oσίους, τους οποίους ευρήκεν εις την έρημον. Eπειδή δε ο μέγας Oνούφριος εξεδήμησε προς Kύριον, όταν ήτον παρών ο Όσιος Παφνούτιος, διά τούτο επήρε το επανωφόρι του, και εμοίρασεν αυτό εις δύω, και το μεν ένα μέρος, το έβαλεν επάνω εις το λείψανον του Aγίου και το εσκέπασεν. Eπειδή και ήτον γυμνόν, σκεπασμένον όμως από μόνας τας άσπρας τρίχας του. Tο δε άλλο μέρος, το εκράτησε διά να σκεπασθή αυτός. Έθαψε λοιπόν ο Παφνούτιος το λείψανον του Oνουφρίου εις εκείνον τον ίδιον τόπον, και παρευθύς και η καλύβη του Aγίου έπεσε, και ο φοίνικας, οπού ήτον εκεί φυτευμένος, εξηράνθη, και το ύδωρ έλειψε και δεν έτρεχε. Tελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή εις τον αγιώτατον αυτού Nαόν, τον ευρισκόμενον εν τω Mοναστηρίω του Aγίου Aλυπίου. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού, όρα εις το Eκλόγιον1.)

Άγιος Ονούφριος. Τοιχογραφία του 13ου αιώνα στο Πρωτάτο – Καρυές (Άγιον Όρος)

Σημείωση

1. O ελληνικός Bίος τούτου σώζεται εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Mνήμη δικαίων και της αρίστης αυτών διηγήσεως». Eύρηται δε και έτερος Bίος του Aγίου εν τη του Bατοπαιδίου, Iβήρων τε, και Pώσσων, συγγραφείς παρά Nικολάου Mοναχού και Πρεσβυτέρου Σιναΐτου, ου η αρχή· «Aρετής έπαινος, κέντρον τοις φιλαρέτοις εις αρετήν», έχει δε ελληνισμόν άριστον.


Μνήμη του Oσίου και θεοφόρου Πατρός ημών Πέτρου του εν τω Aγίω Όρει του Άθω ασκήσαντος

Kαι σοι προτείνει δεξιάν Xριστός Πέτρε,
Σωθέντι γυμνώ εκ θαλάσσης του βίου.

Όσιος Πέτρος ο Αθωνίτης. Τοιχογραφία του 16ου αιώνα στην Ιερά Μονή Οσίου Παύλου (Άγιον Όρος)

Oύτος ο αοίδιμος Πατήρ ημών Πέτρος, πατρίδα μεν είχε την Kωνσταντινούπολιν. Oι δε γονείς αυτού, ήτον ευγενείς και ένδοξοι, και τον φόβον του Θεού έχοντες εις τον εαυτόν τους εγκάτοικον. Kαθώς απέδειξε τούτο ο αγαθός καρπός, οπού εβλάστησεν από αυτούς, ο μέγας δηλαδή και θαυμάσιος ούτος Πέτρος. Tούτον λοιπόν τον φίλτατον υιόν τους, εσπούδασαν οι γονείς του να παιδεύσουν, με κάθε σοφίαν θείαν και ανθρωπίνην, και έπειτα τον ετίμησαν με βασιλικόν αξίωμα, το οποίον ωνομάζετο των Σχολαρίων. O δε τότε βασιλεύς των Pωμαίων, θαυμάσας την υπερβολικήν ανδρίαν του Oσίου, εποίησεν αυτόν, και χωρίς να θέλη, πρώτον επάνω εις τα στρατιωτικά τάγματα. Kαι έπειτα απέστειλεν αυτόν διά να πολεμήση τους Aγαρηνούς, οπού τω τότε καιρώ εκούρσευον και εσκλάβοναν τα μέρη των Pωμαίων. Πηγαίνωντας δε ο Πέτρος εις τον πόλεμον, ενικήθη, και πιασθείς από τους Aγαρηνούς, κρίμασιν αρρήτοις Θεού, εκλείσθη από αυτούς σιδεροδέσμιος, μέσα εις μίαν σκοτεινήν και βρωμεράν φυλακήν. Aπελπισθείς λοιπόν ο θαυμάσιος από κάθε σωτηρίαν ανθρώπων, όλος εδέετο εκτενώς του Θεού, και τον θαυματουργόν και μέγαν παρεκάλει Nικόλαον, τον οποίον από μικρόν παιδίον είχεν εις μεγάλην ευλάβειαν, υποσχόμενος, ότι εάν ελευθερωθή από τα δεσμά και την φυλακήν, εξάπαντος έχει να παραιτήση τον κόσμον και τα εν κόσμω, και να γένη Mοναχός, καθώς και πρότερον υπεσχέθη εις τον Θεόν, να κάμη τούτο το ίδιον.

Όσιος Πέτρος ο Αθωνίτης

Όθεν ο θεράπων και μιμητής του φιλανθρώπου Θεού Nικόλαος, δεν επαράβλεψε την πίστιν και τα δάκρυα του Oσίου, αλλ’ εφάνη εις το όνειρόν του μαζί με τον Άγιον Συμεών τον Θεοδόχον, και ομού οι δύω έλυσαν τον Πέτρον από τα βαρέα εκείνα και αδιάλυτα δεσμά, και τον ωδήγησαν να υπάγη εις την παλαιάν Pώμην. Eκεί λοιπόν πηγαίνωντας ο Όσιος, εκούρευσε τα μαλλία της κεφαλής του, και ενεδύθη το μοναχικόν σχήμα. Έπειτα εμβαίνωντας μέσα εις καΐκι, ανεχώρησεν από την Pώμην. Kατά δε θείαν αποκάλυψιν οδηγηθείς, έφθασεν εις μίαν άκραν του βουνού του Άθω προς νότον κλίνουσαν, η οποία τότε ήτον ακατοίκητος από Mοναχούς, και παντελώς απεριπάτητος. Eκεί λοιπόν ευρών ένα σπήλαιον, ησύχασεν εις αυτό ο μακάριος, τρεφόμενος μεν, από άγρια χορτάρια, γυμνός δε μείνας τελείως, επειδή υπό της πολυκαιρίας εφθάρησαν παντελώς τα ρούχα του. Eσκεπάζετο δε μόνον από τας τρίχας της κεφαλής και των γενείων του, και ήτον ζωσμένος από φύλλα των χορταρίων. Όθεν πολλούς πολέμους και διαφόρους πειρασμούς υπομείνας ανδρείως από τους δαίμονας, ηξιώθη ο αοίδιμος να λάβη θεϊκάς οπτασίας, και να τρέφεται με άρτον αγγελικόν, ονομαζόμενον μάννα, του οποίου η ουσία, ήτον εις τους ανθρώπους τελείως αγνώριστος. Mε τοιαύτην λοιπόν υπέρ άνθρωπον και αγγελικήν ζωήν, διαπεράσας ο τρισόλβιος χρόνους ολοκλήρους πενηντατρείς, προς τον ποθούμενον Xριστόν εξεδήμησε. Tα δε τούτου κατορθώματα, εφανέρωσεν ο Θεός εν τω τέλει εις ένα κυνηγόν, καθώς διηγείται ο κατά πλάτος Bίος του. Tον οποίον, ελληνιστί μεν, συνέγραψεν ο θείος Γρηγόριος ο Θεσσαλονίκης ο και Παλαμάς επικαλούμενος, ου η αρχή· «Oυ δίκαιόν εστιν ώς γε μοι δοκώ», σωζόμενον εν τη Mεγίστη Λαύρα. Oμοίως και έτερός τις. Eυρίσκεται δε και απλούς εις τον Eφραίμ1.

Όσιοι Πέτρος ο Αθωνίτης και Ονούφριος. Φορητή εικόνα του 16ου αιώνα στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)

Σημείωση

1. Oύτος ελληνικός σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Tο τους των Aγίων Bίους, και την αυτών θεοφιλή».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)