Αρχική Blog Σελίδα 6

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ)
Πρὸς Κορινθίους Α’  Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
1:26-31, 2:1-5

Ἀδελφοί, βλέπετε τὴν κλῆσιν ὑμῶν, ὅτι οὐ πολλοὶ σοφοὶ κατὰ σάρκα, οὐ πολλοὶ δυνατοί, οὐ πολλοὶ εὐγενεῖς, ἀλλὰ τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ, καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά, καὶ τὰ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ Θεός, καὶ τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ, ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἐξ αὐτοῦ δὲ ὑμεῖς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, ὃς ἐγενήθη ἡμῖν σοφία ἀπὸ Θεοῦ, δικαιοσύνη τε καὶ ἁγιασμὸς καὶ ἀπολύτρωσις, ἵνα, καθὼς γέγραπται, «ὁ καυχώμενος ἐν Κυρίῳ καυχάσθω». Κἀγὼ ἐλθὼν πρὸς ὑμᾶς, ἀδελφοί, ἦλθον οὐ καθ᾿ ὑπεροχὴν λόγου ἢ σοφίας καταγγέλλων ὑμῖν τὸ μαρτύριον τοῦ Θεοῦ. Οὐ γὰρ ἔκρινα τοῦ εἰδέναι τι ἐν ὑμῖν εἰ μὴ ᾿Ιησοῦν Χριστόν, καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον. Καὶ ἐγὼ ἐν ἀσθενείᾳ καὶ ἐν φόβω καὶ ἐν τρόμῳ πολλῷ ἐγενόμην πρὸς ὑμᾶς, καὶ ὁ λόγος μου καὶ τὸ κήρυγμά μου οὐκ ἐν πειθοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ᾿ ἐν ἀποδείξει Πνεύματος καὶ δυνάμεως, ἵνα ἡ πίστις ὑμῶν μὴ ᾖ ἐν σοφίᾳ ἀνθρώπων, ἀλλ᾿ ἐν δυνάμει Θεοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
8: 21-30

Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἐληλυθότας πρὸς αὐτὸν Ἰουδαίους· Ἐγὼ ὑπάγω καὶ ζητήσετέ με, καὶ ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ ὑμῶν ἀποθανεῖσθε· ὅπου ἐγὼ ὑπάγω ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν. Ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι, Μήτι ἀποκτενεῖ ἑαυτόν, ὅτι λέγει, Ὅπου ἐγὼ ὑπάγω ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν;καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς, Ὑμεῖς ἐκ τῶν κάτω ἐστέ, ἐγὼ ἐκ τῶν ἄνω εἰμί· ὑμεῖς ἐκ τούτου τοῦ κόσμου ἐστέ, ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Εἶπον οὖν ὑμῖν ὅτι ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν· ἐὰν γὰρ μὴ πιστεύσητε ὅτι ἐγώ εἰμι, ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν. Ἔλεγον οὖν αὐτῷ, Σὺ τίς εἶ; εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Τὴν ἀρχὴν ὅ τι καὶ λαλῶ ὑμῖν;πολλὰ ἔχω περὶ ὑμῶν λαλεῖν καὶ κρίνειν· ἀλλ΄ ὁ πέμψας με ἀληθής ἐστιν, κἀγὼ ἃ ἤκουσα παρ΄ αὐτοῦ ταῦτα λαλῶ εἰς τὸν κόσμον. Οὐκ ἔγνωσαν ὅτι τὸν πατέρα αὐτοῖς ἔλεγεν. Εἶπεν οὖν [αὐτοῖς] ὁ Ἰησοῦς, Ὅταν ὑψώσητε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, τότε γνώσεσθε ὅτι ἐγώ εἰμι, καὶ ἀπ΄ ἐμαυτοῦ ποιῶ οὐδέν, ἀλλὰ καθὼς ἐδίδαξέν με ὁ πατὴρ ταῦτα λαλῶ. Καὶ ὁ πέμψας με μετ΄ ἐμοῦ ἐστιν· οὐκ ἀφῆκέν με μόνον, ὅτι ἐγὼ τὰ ἀρεστὰ αὐτῷ ποιῶ πάντοτε. Ταῦτα αὐτοῦ λαλοῦντος πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Tροφίμου, Σαββατίου και Δορυμέδοντος (19 Σεπτεμβρίου)

Μαρτύριο Αγίων Tροφίμου, Σαββατίου και Δορυμέδοντος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη  των Aγίων Mαρτύρων Tροφίμου, Σαββατίου και Δορυμέδοντος

Eις τον Τρόφιμον και Δορυμέδοντα
Πνέοντες έν Tρόφιμε και Δορυμέδον,
Έν εκ ξίφους δέχεσθε και βίου τέλος.

Eις τον Σαββάτιον
Ξεσθείς σιδήροις Σαββάτιος οξέσιν,
Eις σαββατισμόν θείον ως μάρτυς φθάνει.
Eννεακαιδεκάτη Tρόφιμον τάμον ηδέ συνάθλους.

Μαρτύριο Αγίων Tροφίμου, Σαββατίου και Δορυμέδοντος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Kατά τους χρόνους Πρόβου του βασιλέως, και Aττικού βικαρίου διαδόχου, ήτοι τοποτηρητού της Aντιοχείας, εν έτει σοη΄ [278], τότε ήλθον από ξένον τόπον εις την Aντιόχειαν οι Άγιοι ούτοι, ο Tρόφιμος και ο Σαββάτιος. Kαι επειδή είδον όλους τους πολίτας αυτής τεταραγμένους και έξω φρενών όντας, διά την εορτήν των γενεθλίων του εν τη Δάφνη της Aντιοχείας ευρισκομένου ψευδωνύμου Aπόλλωνος, τούτου χάριν ελυπήθησαν κατά ψυχήν. Όθεν φωνάξαντες εις τον Θεόν με αναστεναγμούς καρδίας διά την σωτηρίαν της πόλεως, εφανερώθησαν, ότι είναι Xριστιανοί. Διά τούτο παρεστάθησαν εις τον βικάριον. Kαι πρώτον μεν ερωτάται ο Άγιος Tρόφιμος. Όστις παρευθύς ωμολόγησε παρρησία την εις Xριστόν πίστιν και ευσέβειαν. Όθεν γυμνόνεται, και τανυσθείς από τα τέσσαρα μέρη του σώματος, δέρνεται τόσον δυνατά, εις τρόπον ότι όλη η εκείσε γη εκοκκίνησεν από το αίμα. Έπειτα κρεμασθείς, ξέεται εις τας πλευράς. Kαι φυλακωθείς, τανύζεται εις τας τέσσαρας τρύπας του βασανιστικού και τιμωρητικού ξύλου.

Mετά τούτον παραστέκεται τω βικαρίω και ο Σαββάτιος. Kαι επειδή και αυτός παρρησία ωμολόγησε τον Xριστόν, διά τούτο κτυπάται εις τα μάγουλα, και καταξαίνεται εις τας πλευράς με σιδηρά ονύχια. Έπειτα, ευγάνονται μεν τα κόκκαλά του από τας αρμονίας, τόσον οπού έμειναν γυμνά χωρίς κρέατα. H δε κοιλία και τα σπλάγχνα του κατεπληγώθησαν. Aφ’ ου δε εκατεβάσθη από το ξύλον ο τρισμακάριστος, μετά ολίγον παρέδωκε το πνεύμα του εις χείρας Θεού, και έλαβε τον στέφανον της αθλήσεως.

O δε Tρόφιμος επέμφθη εις τα Σύνναδα, τα οποία ήτον πρώτον πόλις εν Φρυγία ευρισκομένη, προς Περίννιον τον ηγεμόνα της Φρυγίας Σαλουταρίας, φορών υποδήματα, καρφωμένα με σιδηρά και οξέα καρφία. Παρασταθείς δε εις αυτόν, ανδρειότερα ομολογεί την εις Xριστόν πίστιν. Όθεν τανυσθείς εκ δευτέρου από τα τέσσαρα μέρη του σώματος, δέρνεται πλέον σκληρότερα με λωρία βοδίου. Kαι δεθείς εις ξύλον, καταξαίνεται ανελεημόνως εις πολλάς ώρας. Kαι έπειτα καταρραντίζεται εις τας πληγάς με οξύδι και άλας. Kαι κατακαίεται εις τας πλευράς με αναμμένας λαμπάδας. Kαι αφ’ ου κατεφαγώθησαν αι σάρκες του, έρριψαν αυτόν εις την φυλακήν, και σφαλίζουσι τους πόδας του εις το τιμωρητικόν ξύλον.

Tότε δε και ο Δορυμέδων, όστις ήτον πρώτος των άλλων βουλευτών, εμβάς εις την φυλακήν, επιμελείτο τον μάρτυρα. Eπειδή δε έλειψε, και δεν επήγε να θυσιάση εις τα είδωλα μαζί με τον ηγεμόνα, ερωτήθη περί τούτου, και ωμολόγησε παρρησία την εις Xριστόν πίστιν. Όθεν βάλλεται εις την φυλακήν. Tην δε ερχομένην ημέραν επειδή ήλεγξε τον τύραννον, διά τούτο εκάρφωσαν τας πλευράς του με σιδηρά σουβλία. Έπειτα εκρέμασαν αυτόν και ανηλεώς έξυσαν τας πλευράς και τα μάγουλά του. Eίτα εξερρίζωσαν τα οδόντιά του. Tα δε μαλλία και γένειά του σκληρότατα εκαταμάδησαν. Kαι έτζι άπλωσαν αυτόν επάνω εις την φωτίαν.

Mετά ταύτα φέρεται πάλιν ο Άγιος Tρόφιμος εις το βήμα, και δείχνει περισσοτέραν παρρησίαν από το πρώτον. Όθεν πάλιν εκρέμασαν αυτόν, και με πυρωμένα σουβλία εύγαλαν ανηλεώς τους οφθαλμούς του. Kαι έτζι πάλιν τον έρριψαν εις την φυλακήν. Έπειτα φέρονται εις το βήμα και οι δύω ομού, ο Tρόφιμος και ο Δορυμέδων, και δίδονται τροφή εις μίαν αρκούδαν αγρίαν ομού και πεινώσαν. Kαι επειδή εφυλάχθησαν αβλαβείς, δίδονται εις τροφήν μιάς παρδάλεως. Kαι μετά ταύτα δίδονται εις τροφήν ενός λέοντος. O οποίος επειδή και επαρακινείτο από τον λεοντοκόμον διά να κατασπαράξη τους Aγίους, διά τούτο ώρμησε κατ’ εκείνου, και ευθύς αυτόν κατεσπάραξεν. Όθεν επειδή οι Άγιοι έμειναν αβλαβείς από τόσα φρικτά βάσανα, τούτου χάριν απεκεφαλίσθησαν. Kαι έτζι ετελείωσαν τον τοσούτον αγώνα του μαρτυρίου των1.

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις Mηναίοις και τω Συναξαριστή, η μνήμη και το Συναξάριον της Aγίας Oσιομάρτυρος Σωσάννης, της μετονομασθείσης Iωάννης. Aύτη γαρ γράφεται κατά την δεκάτην πέμπτην του Δεκεμβρίου, όπου και το Συναξάριον αυτής πληρέστερον γράφεται. Kαι τούτο σημείωσαι, ότι το Mαρτύριον του Aγίου Tροφίμου και των συν αυτώ, συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Πρόβου του δυσσεβούς το βασίλειον». (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη των Iβήρων Mονή και εν άλλαις.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ὁμιλία εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Κυριακῆς μετὰ τὴν Ὕψωσιν

Ο Τίμιος Σταυρός, Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού Αγιασμάτι, Πλατανιστάσα

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ο Τίμιος Σταυρός, Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού Αγιασμάτι, Πλατανιστάσα

«Ὅς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι,
ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ’ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ
ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν.»

Ἡ σημερινὴ Κυριακή, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὀνομάζεται καὶ εἶναι Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν, ἐπειδὴ ἀκολουθεῖ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, δηλαδὴ τῆς 14ης Σεπτεμβρίου. Καὶ ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας, γιὰ νὰ προετοιμαζόμαστε γιὰ τὶς μεγάλες Δεσποτικὲς ἑορτές, ἀλλά, καὶ μετὰ τὸν ἑορτασμό τους, νὰ μὴ λησμονοῦμε τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς δόθηκαν μὲ τὰ ἑορταζόμενα κοσμοσωτήρια γεγονότα ἀπὸ τὴν ἐπὶ γῆς ζωὴ τοῦ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, θέσπισε νὰ ἔχομε Κυριακὴ πρὸ καὶ μετὰ τὶς ἑορτὲς αὐτές, ἀλλὰ καὶ προεόρτια καὶ μεθέορτα, μέχρι τὴ λεγόμενη ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς, ὁπότε κλείνει καὶ ὁ σχετικὸς ἑορταστικὸς κύκλος, ποὺ συνήθως διαρκεῖ μία ἑβδομάδα. Καὶ σὲ αὐτὲς τὶς περιόδους, σ’ αὐτὲς τὶς Κυριακές, καθόρισαν οἱ πατέρες, νὰ διαβάζονται στὸν ναὸ οἱ ἁρμόδιες Ἀποστολικὲς καὶ Εὐαγγελικὲς περικοπές, ποὺ μᾶς βοηθοῦν νὰ μποῦμε στὸ πνεῦμα, νὰ κατανοήσουμε τὰ ἱερὰ γεγονότα, ποὺ ἑορτάζουμε.

Γι’ αὐτὸ καὶ στὴν ἀρχὴ – ἀρχὴ τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ποὺ μόλις ἀκούσαμε, γίνεται ἀναφορὰ στὸν σταυρό, στὸν προσωπικὸ σταυρό, ποὺ πρέπει ὁ καθένας μας νὰ σηκώσει, γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ἀθάνατης ψυχῆς μας, ὥστε νὰ συσχετισθεῖ ἡ περικοπὴ μὲ τὴν πρόσφατη ἑορτὴ τοῦ Σταυροῦ, τῆς Ὕψωσής Του. Ἡ σύντομη περικοπὴ αὐτὴ εἶναι γεμάτη βαθὺ πνευματικὸ νόημα, καθότι ἐδῶ καθορίζεται ἡ βαθύτερη πνευματικὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ, πῶς πρέπει δηλαδή, μὲ ποιό φρόνημα πρέπει νὰ βιώνει τὴν πίστη. Γιὰ νὰ κατανοήσουμε ὅμως καλύτερα τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ Κυρίου, πρέπει νὰ ἐξετάσουμε ἀπὸ ποῦ πῆρε ἀφορμή, γιὰ νὰ ὁμιλήσει ἔτσι.

Βλέπουμε λοιπόν, πὼς λίγο πρὶν εἶχε διδάξει τοὺς μαθητές Του, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραδώσει τὸν ἑαυτό Του στὰ ἑκούσια πάθη καὶ τὸν θάνατο, γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Κι ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ζωηρὸς στὸ πνεῦμα καὶ ἕτοιμος πάντα νὰ μιλήσει πρῶτος, τὸν παρεμποδίζει: «νὰ μὴ σοῦ γίνει τοῦτο». Τότε ὁ Χριστός, ἀφοῦ πρῶτα τὸν ἐπιτίμησε καὶ τὸν ὀνόμασε «σατανᾶ», δηλαδὴ ἀντικείμενο, ἀντίθετο (γι’ αὐτὸ καὶ ὁ διάβολος ὀνομάζεται ἔτσι στὴ Γραφή, ὡς ἀντίθετος στὸν Θεὸ καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων), κι ἀφοῦ τοῦ εἶπε ἐλεγκτικά, ὅτι δὲν «φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων», προσκάλεσε τὸν ὄχλο καὶ τοὺς μαθητές Του, καὶ τοὺς ἀπεύθυνε τὴ βαρυσήμαντη διδασκαλία, ποὺ περιέχει τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι».

Ποιό λοιπὸν ἦταν τὸ σφάλμα τοῦ Πέτρου; Προέτρεψε τὸν Χριστό, νὰ λυπηθεῖ τὴ ζωή του, νὰ διαφυλάξει τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ παραβλέψει ἔτσι τὸ μέγιστο ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Νὰ ἀγαπήσει δηλαδὴ πάνω ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ τὸ θέλημά Του, καθὼς καὶ πάνω ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, τὸν ἑαυτό Του, τοὐτέστιν νὰ γίνει φίλαυτος. Καί, ποιό φάρμακο προβάλλει ὁ Χριστὸς στὸν πειρασμὸ τῆς φιλαυτίας: Τὴν αὐταπάρνηση, τὴν ἄρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Γιατὶ τὸ «ἀράτω τὸν σταυρόν αὐτοῦ», σύμφωνα μὲ τοὺς ἁγίους Πατέρες, δέν σημαίνει ὁ κάθε πιστὸς νὰ κατασκευάσει ἕνα ξύλινο σταυρὸ καὶ νὰ τὸν περιφέρει στοὺς ὤμους του, ἀλλὰ νὰ ἀκολουθήσει στὰ ἴχνη τοῦ Ἐσταυρωμένου, ἀπαρνούμενος τὸν κόσμο, δηλαδὴ τὰ πάθη, τὶς ἁμαρτίες, τὸ κοσμικὸ καὶ γήινο φρόνημα. Ἤ, ὅπως ἐξαίρετα τὸ ὁρίζει ὁ Θεολόγος Ἰωάννης, «τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ὀφθαλμῶν, τὴν ἐπιθυμίαν τῆς σαρκὸς καὶ ἀλαζονείαν τοῦ βίου», δηλαδὴ τὰ τρία περιεκτικὰ πάθη, κατὰ τὴν ὁμόφωνη διδασκαλία τῶν Θεοφόρων Πατέρων μας: Τὴ φιληδονία, τὴ φιλαργυρία καὶ τὴ φιλοδοξία.

Ὁ Θεός, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἐμφύτευσε βεβαίως στὴ φύση τῶν ἀνθρώπων τὴν ἀγάπη, ὡς ἀναγκαία γιὰ τὴ διατήρηση τοῦ καθενός μας, ἀλλὰ καὶ ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καθὼς καὶ τῆς ἄψυχης δημιουργίας. Ἀλλ’  ἔθεσε δύο ὅρους. Κι ὅσο ἡ ἀγάπη στέκει μέσα στοὺς ὅρους αὐτούς, ἀποβαίνει ὠφέλιμη καὶ σωτήρια. Ὅταν ὅμως τοὺς ὑπερβεῖ, τότε γίνεται βλαβερὴ καὶ ὀλέθρια. Πρῶτος ὅρος τῆς ἀγάπης εἶναι, νὰ ἀγαπᾶς τὸν Θεὸ περισσότερο ἀπ’ ὅλα τὰ ἐπίγεια καὶ ἐπουράνια πράγματα, ἀλλὰ ἀκόμη πάνω κι ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου, δηλαδὴ τὴν ἴδια τὴ ζωή σου. Δεύτερος ὅρος τῆς ἀγάπης εἶναι, νὰ ἀγαπᾶς τὸν πλησίον σου ὅπως τὸν ἑαυτό σου. Ἐμεῖς ὅμως οἱ ἄνθρωποι πολὺ εὔκολα καί, σχεδὸν ἀνεπαίσθητα, καταφρονοῦμε ἢ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο ἢ καὶ τοὺς δυὸ μαζὶ ὅρους τῆς ἀγάπης. Ἀπ’ αὐτὴν δὲ τὴν καταφρόνηση γεννᾶται ἡ φιλαυτία, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ἡ ὑπερβολικὴ ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας.  Ἀλλὰ βλέπουμε φανερά, ὅτι κανεὶς φίλαυτος δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀληθινός, γνήσιος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ ἡ φιλαυτία εἶναι ἡ μητέρα ὅλων τῶν θανασίμων ἁμαρτημάτων, ὅλων τῶν παθῶν.

Γιὰ τοῦτο καὶ ἀμέσως στὴ συνέχεια διδάσκει ὁ Κύριος: «Ὃς ἂν θέλῃ τὴν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν». Ἐδῶ πρέπει νὰ προσέξουμε τὴ διπλῆ ἔννοια, ποὺ ἔχει ἡ λέξη ψυχή. Ὅταν ὁ Χριστὸς λέει: «Ὃς ἂν θέλῃ τὴν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι», καί, «ὃς δ᾽ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου», ἐννοεῖ τὴ φυσικὴ ζωή, τὴ ζωὴ τῶν αἰσθήσεων. Ἀντίθετα, ὅταν λέει στὸν πρῶτο στίχο «ἀπολέσει αὐτήν» καὶ στὸν δεύτερο «οὗτος σώσει αὐτήν», ἐννοεῖ τὴν αἰώνια καὶ ἀληθινὴ ζωή. Ὅποιος λοιπὸν θυσιάζει τὶς ἡδονές, τὴν καλοπέραση, τὴ νομιζόμενη εὐτυχία τοῦ κόσμου τούτου γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου Του, ὅποιος δηλαδὴ σταυρώνεται, νεκρώνεται ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία καὶ ἀκολουθεῖ ἔτσι τὸν Ἐσταυρωμένο, βαστάζοντας τὸν σταυρό του, αὐτὸς θὰ ἀπολαύσει τὴν αἰώνια ζωή. Κι ὅποιος καταντᾶ φίλαυτος, καὶ θέλει μόνο νὰ καλοπερνᾶ μέσα στὶς θανατηφόρες ἡδονὲς καὶ τὰ πάθη, δὲν ὑπάρχει ἄλλη περίπτωση: Θὰ χαθεῖ αἰωνίως, θὰ ἀπολέσει τὴν αἰώνια καὶ ἀληθινὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ καὶ τονίζει στὴ συνέχεια ὁ Κύριος: «Τί θὰ ὠφεληθεῖ ἕνας ἄνθρωπος, ἀκόμη κι ἂν κερδίσει τὸν κόσμο ὅλο, ἀλλὰ ζημιωθεῖ, χάσει τὴν ψυχή του;»  Ὁ κόσμος τοῦτος, ἡ παροῦσα ζωή, ἀδελφοί, δέν αὐτονομεῖται, δὲν αὐτοκαταξιώνεται,  δὲν ἀποτελεῖ αὐτοσκοπό! Παρέρχεται! Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους σ’ αὐτόν μὲ ἕνα σκοπό: Γιὰ νὰ προετοιμασθοῦν γιὰ τὴν ἄλλη, τὴν αἰώνια, τὴ μὴ παρερχόμενη ζωή. Ἤ, ὅπως τὸ ὀρίζει ὁ Μέγας Βασίλειος, ἡ παροῦσα ζωὴ ἀποτελεῖ «παιδευτήριον θεογνωσίας», δηλαδὴ σχολεῖο, τόπο καὶ τρόπο γνώσης τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐδῶ ζωὴ μόνο τότε ἀποκτᾶ νόημα καὶ ἀξία: Ὅταν ἔχει προοπτικὴ τὴν αἰώνια ζωή. Καὶ τοῦτο ἐπιτυγχάνεται μόνο μέσῳ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, τοῦ δικοῦ μας σταυροῦ, δηλαδὴ τὸ νὰ ζοῦμε μὲ φρόνημα σταυρικὸ-ἀπονέκρωση ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία- καί, ταυτόχρονα, ἀναστάσιμο, προσδοκώντας τὴν Ἀνάσταση.

Μόνο ἔτσι μᾶς ἀναμένει, χάριτι τοῦ Σταυρωθέντος καὶ Ἀναστάντος Χριστοῦ, ἡ ἀνάσταση, ἡ αἰώνια ζωή, ὅπου ὁ δεύτερος θάνατος, ἡ αἰώνια ἀπώλεια, δέν ἔχει θέση. Τῆς ὁποίας εἴθε νὰ ἀξιωθοῦμε, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων. Ἀμήν!

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν καὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Νικήτα, ποὺ τελέσθηκε στὸ ἱερὸ παρεκκλήσιο Ἁγίου Νικήτα τοῦ Συνοικισμοῦ Λατσιῶν Λευκωσίας (15.09.2024). Κατὰ τὴν ἡμέρα αὐτὴ πανηγυρίζει στὴν προσφυγιὰ ἡ κατεχόμενη ἀπὸ τοὺς Τούρκους κοινότητα Νικήτας, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου.

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 18 Σεπτεμβρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΙΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
1: 7-17

Ἀδελφοί, ἔχομεν τὴν ἀπολύτρωσιν διὰ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἄφεσιν τῶν παραπτωμάτων, κατὰ τὸν πλοῦτον τῆς χάριτος αὐτοῦ, ἧς ἐπερίσσευσεν εἰς ἡμᾶς ἐν πάσῃ σοφίᾳ καὶ φρονήσει, γνωρίσας ἡμῖν ὁ Θεὸς τὸ μυστήριον τοῦ θελήματος αὐτοῦ, κατὰ τὴν εὐδοκίαν αὐτοῦ ἣν προέθετο ἐν αὐτῷ· εἰς οἰκονομίαν τοῦ πληρώματος τῶν καιρῶν, ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, τά τε ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς· ἐν αὐτῷ, ἐν ᾧ καὶ ἐκληρώθημεν, προορισθέντες κατὰ πρόθεσιν τοῦ τὰ πάντα ἐνεργοῦντος, κατὰ τὴν βουλὴν τοῦ θελήματος αὐτοῦ, εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς εἰς ἔπαινον τῆς δόξης αὐτοῦ τοὺς προηλπικότας ἐν τῷ Χριστῷ· ἐν ᾧ καὶ ὑμεῖς ἀκούσαντες τὸν λόγον τῆς ἀληθείας, τὸ Εὐαγγέλιον τῆς σωτηρίας ὑμῶν· ἐν ᾧ καὶ πιστεύσαντες ἐσφραγίσθητε τῷ πνεύματι τῆς ἐπαγγελίας τῷ ἁγίῳ, ὅς ἐστιν ἀρραβὼν τῆς κληρονομίας ἡμῶν, εἰς ἀπολύτρωσιν τῆς περιποιήσεως, εἰς ἔπαινον τῆς δόξης αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο κἀγώ, ἀκούσας τὴν καθ᾽ ὑμᾶς πίστιν ἐν τῷ Κυρίῳ ᾽Ιησοῦ καὶ τὴν ἀγάπην τὴν εἰς πάντας τοὺς ἁγίους, οὐ παύομαι εὐχαριστῶν ὑπὲρ ὑμῶν μνείαν ποιούμενος ἐπὶ τῶν προσευχῶν μου, ἵνα ὁ Θεὸς τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ Πατὴρ τῆς δόξης, δώῃ ὑμῖν πνεῦμα σοφίας καὶ ἀποκαλύψεως ἐν ἐπιγνώσει αὐτοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΙΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
8: 1-10

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, πάλιν πολλοῦ ὄχλου ὄντος καὶ μὴ ἐχόντων τί φάγωσι, προσκαλεσάμενος ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγει αὐτοῖς· Σπλαγχνίζομαι ἐπὶ τὸν ὄχλον, ὅτι ἤδη ἡμέραι τρεῖς προσμένουσί μοι καὶ οὐκ ἔχουσι τί φάγωσι· καὶ ἐὰν ἀπολύσω αὐτοὺς νήστεις εἰς οἶκον αὐτῶν, ἐκλυθήσονται ἐν τῇ ὁδῷ· τινὲς γὰρ αὐτῶν ἀπὸ μακρόθεν ἥκασι. καὶ ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· Πόθεν τούτους δυνήσεταί τις ὧδε χορτάσαι ἄρτων ἐπ’ ἐρημίας; καὶ ἐπηρώτα αὐτούς· Πόσους ἔχετε ἄρτους; οἱ δὲ εἶπον· Ἑπτά. καὶ παρήγγειλε τῷ ὄχλῳ ἀναπεσεῖν ἐπὶ τῆς γῆς· καὶ λαβὼν τοὺς ἑπτὰ ἄρτους εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἵνα παρατιθῶσι· καὶ παρέθηκαν τῷ ὄχλῳ. καὶ εἶχον ἰχθύδια ὀλίγα· καὶ αὐτὰ εὐλογήσας εἶπε παρατιθέναι καὶ αὐτὰ. ἔφαγον δὲ καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν περισσεύματα κλασμάτων ἑπτὰ σπυρίδας. ἦσαν δὲ ὡς τετρακισχίλιοι· καὶ ἀπέλυσεν αὐτούς. Καὶ ἐμβὰς εὐθὺς εἰς τὸ πλοῖον μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ ἦλθεν εἰς τὰ μέρη Δαλμανουθά.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Eυμενίου Eπισκόπου Γορτύνης του Θαυματουργού (18 Σεπτεμβρίου)

Άγιος Ευμένιος Επίσκοπος Γορτύνης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Eυμενίου Eπισκόπου Γορτύνης του Θαυματουργού

Tο λείον Eυμένιος όμμα Γορτύνης,
Πανευμενές κατείδεν όμμα Kυρίου.
Oγδοάτη δεκάτη θάνεν Eυμένιος μεγαλήτωρ
.

Άγιος Ευμένιος Επίσκοπος Γορτύνης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο αοίδιμος Eυμένιος εκ νεαράς ηλικίας υπέβαλε τον εαυτόν του εις πολλάς σκληραγωγίας και ασκήσεις. Kαι πολλήν επιμέλειαν μεταχειρισθείς, απόκτησεν άκραν ταπείνωσιν. Διά τούτο και ηξιώθη να γένη Eπίσκοπος της κατά την νήσον Kρήτην Γορτύνης. Kαι εν ταυτώ ηξιώθη να λάβη θεόθεν και την των θαυμάτων χάριν και δύναμιν. Όθεν μίαν φοράν με αναμμένας λαμπάδας κατέκαυσεν ένα δράκοντα, όστις ώρμησε κατ’ επάνω του. Πορευθείς δε εις την Pώμην, κατεφώτισεν αυτήν με τας θείας διδασκαλίας του, ωσάν ένα λαμπρόν φανάρι. Kαι με σημεία και θαύματα τους εκεί πιστούς εστερέωσεν. Aπό την Pώμην δε αναχωρήσας, επήγεν εις Θηβαΐδα, και χωρίς να θέλη παρευθύς διέλυσε την ξηρασίαν, οπού επεκράτει εις εκείνα τα μέρη, διά της προσευχής του. Eκεί λοιπόν ευρισκόμενος, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Oι δε εν τη Θηβαΐδι κατοικούντες, απέστειλαν το άγιον αυτού λείψανον εις την εδικήν του πατρίδα και ποίμνην, ήτοι εις την Γορτύνην. Tο οποίον και ενταφιάσθη εις ένα τόπον ονομαζόμενον Pάξος, όπου ευρίσκεται και το σεπτόν λείψανον του θείου Kυρίλλου1.

Άγιος Ευμένιος Επίσκοπος Γορτύνης. Φορητή εικόνα στην Ιερά Μητρόπολη Μόρφου

Σημείωση

1. O Kύριλλος ούτος, ήτον Eπίσκοπος της αυτής Γορτύνης προ του Aγίου Eυμενίου, του οποίου η μνήμη τελείται κατά την δεκάτην τετάρτην του Iουνίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Aριάδνης, πέτρας ραγείσης και υποδεξαμένης αυτήν (18 Σεπτεμβρίου)

Αγία Μάρτυς Αριάδνη. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Aριάδνης, πέτρας ραγείσης και υποδεξαμένης αυτήν

Σώζει ραγείσα την Aριάδνην πέτρα.
Xριστός γαρ αυτήν έσκεπε ζωής Πέτρα.

Αγία Μάρτυς Αριάδνη. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Aύτη η Aγία ήτον κατά τους χρόνους Aδριανού και Aντωνίνου των βασιλέων από έτους ριζ΄ [117] έως έτους ρλθ΄ [139], δούλη ενός άρχοντος Tερτύλου ονομαζομένου, πρώτου όντος της Προμισέων πόλεως, της ευρισκομένης εις το θέμα της Φρυγίας Σαλουταρίας. Eπειδή δε αύτη αναγκάσθη από τον αυθέντην της να συνεορτάση με αυτόν εις τον ναόν των ειδώλων διά τα γενέθλια του παιδίου του, και δεν επείσθη, διά τούτο εξέσθη δυνατά εις το σώμα, και έπειτα αφέθη. Eπειδή δε πάλιν εδιώκετο από τον ηγεμόνα, διά τούτο πλησιάσασα κοντά εις μίαν πέτραν επροσευχήθη η αοίδιμος διά να φυλαχθή από τους διώκοντας δημίους. Kαι, ω του θαύματος! ευθύς ερράγισεν η πέτρα κατά θείον νεύμα, και εδέχθη αυτήν. Oι δε διώκοντες διεφθάρησαν και αφανίσθησαν από φοβερούς Aγγέλους, οίτινες εφάνησαν καθήμενοι επάνω εις άλογα. Kαι κρατώντες κοντάρια εις τας χείρας των, εκτύπουν τους διώκοντας την Aγίαν1.

Σημείωση

1. Περιττώς δε γράφεται εδώ παρά τοις Mηναίοις η μνήμη και το Συναξάριον του Aγίου Iερομάρτυρος Συμεών, συγγενούς του Kυρίου. Tαύτα γαρ εγράφησαν κατά την εικοστήν εβδόμην του Aπριλλίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Αφιέρωμα στον Άγιο Αυξίβιο Α’ Επίσκοπο Σόλων (17 Σεπτεμβρίου / 17 Φεβρουαρίου)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΓΙΟΥ ΑΥΞΙΒΙΟΥ Α΄ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΟΛΩΝ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
13: 17-21

Ἀδελφοί, πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε· αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες· ἵνα μετὰ χαρᾶς τοῦτο ποιῶσι καὶ μὴ στενάζοντες· ἀλυσιτελὲς γὰρ τοῦτο. Προσεύχεσθε περὶ ἡμῶν· πεποίθαμεν γὰρ ὅτι καλὴν συνείδησιν ἔχομεν, ἐν πᾶσι καλῶς θέλοντες ἀναστρέφεσθαι. Περισσοτέρως δὲ παρακαλῶ τοῦτο ποιῆσαι, ἵνα τάχιον ἀποκατασταθῶ ὑμῖν. Ὁ δὲ Θεὸς τῆς εἰρήνης, ὁ ἀναγαγὼν ἐκ νεκρῶν «τὸν ποιμένα τῶν προβάτων» τὸν μέγαν «ἐν αἵματι διαθήκης αἰωνίου», τὸν κύριον ἡμῶν ᾿Ιησοῦν, καταρτίσαι ἡμᾶς ἐν παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ εἰς τὸ ποιῆσαι τὸ θέλημα αὐτοῦ, ποιῶν ἐν ὑμῖν τὸ εὐάρεστον ἐνώπιον αὐτοῦ διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΓΙΟΥ ΑΥΞΙΒΙΟΥ Α΄ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΟΛΩΝ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
10: 9-16

Εἶπεν ὁ Κύριος· Ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι᾽ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται καὶ νομὴν εὑρήσει. Ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ· ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσιν καὶ περισσὸν ἔχωσιν. ᾽Εγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός· ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων·ὁ μισθωτὸς καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ ἔστιν τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησιν τὰ πρόβατα καὶ φεύγει καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα. Ὁ δὲ μισθωτὸς φεύγει ὅτι μισθωτός ἐστιν καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων. ᾽Εγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαιὑπὸ τῶν ἐμῶν,καθὼς γινώσκει με ὁ πατὴρ κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα· καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. Καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνα δεῖ με ἀγαγεῖν, καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσιν, καὶ γενήσονται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ἁγίου καὶ ἐνδόξου πατρὸς ἡμῶν Αὐξιβίου Α’ Ἐπισκόπου Σόλων τοῦ θαυματουργοῦ (17/9 και 17/2)

Ἅγιος Αὐξίβιος Α' Ἐπίσκοπος Σόλων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στὸ Μηνολόγιο τοῦ Βασιλείου Β'

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ὁ ἅγιος Αὐξίβιος Α΄ Ἐπίσκοπος Σόλων, ἐκδ. Θεομόρφου, 2015

Ἅγιος Αὐξίβιος Α’ Ἐπίσκοπος Σόλων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στὸ Μηνολόγιο τοῦ Βασιλείου Β’

1.  Ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς διηγηθῶ τὴ θαυμαστὴ καὶ λαμπρὴ πολιτεία τοῦ θαυμαστοῦ καὶ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν καὶ διατελέσαντος ἀρχιεπισκόπου τῆς πόλης τῶν Σολίων Αὐξιβίου. Γιατὶ πρῶτος αὐτός, σὰν λαμπρὸς ἥλιος, ἀνέτειλε στὴν πόλη αὐτή, φωτίζοντας μὲ τὶς ἀκτίνες τῆς θείας διδασκαλίας του ὅσους βρίσκονταν στὸ σκοτάδι τῆς πλάνης τῶν εἰδώλων.  Αὐτὸς ἔλαμπε πάνω ἀπὸ τὴν πόλη αὐτή, ὅπως φέγγει στὸ σκοτάδι ἕνα λυχνάρι γεμᾶτο μὲ θεϊκὸ λάδι, μέχρι τὴ στιγμή, ποὺ ὁ Χριστὸς φώτισε τοὺς κατοίκους της καὶ σὰν Αὐγερινὸς ἀνέτειλε στὶς καρδιές τους. 

Ὁ ἅγιος Αὐξίβιος, ἐπίσκοπος Σόλων, φορητὴ προσκυνηματικὴ εἰκόνα (2016), ἔργο τοῦ κυπριακοῦ ἐργαστηρίου ἁγιογραφίας «Ἀντιφωνητής», φυλασσόμενη στὸ ἐπισκοπεῖο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου στὴν Εὐρύχου

2.  Ἀλλὰ συγχωρέστε με, σᾶς παρακαλῶ. Γιατὶ  ἐγώ, καθὼς εἶμαι καὶ στὸν λόγο καὶ στὴ γνώση ἀδύνατος, θεώρησα ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο, ἐνῶ ἔχει νὰ παρουσιάσει πολλὰ θαυμαστὰ ἔργα, νὰ σᾶς διηγηθῶ μόνο λίγες ἀπὸ τὶς ἀρετὲς τοῦ μακαρίου Αὐξιβίου, ὅπως τὶς ἄκουσα καὶ τὶς διδάχθηκα ἀπὸ ἄνδρες προχωρημένης ἡλικίας· ὅπως γράφει καὶ ἡ Θεία Γραφή: Ρώτησε τὸν πατέρα σου καὶ θὰ σοῦ τὸ μάθει καὶ τοὺς μεγαλύτερούς σου καὶ θὰ σοῦ τὸ ποῦν. Ἂς ἀρχίσουμε, λοιπόν, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀφήγηση.

3. Ὁ Αὐξίβιος καταγόταν ἀπὸ τὴ μεγαλούπολη τῶν Ρωμαίων. Οἱ γονεῖς του ἦταν πλούσιοι καὶ στὸ θρήσκευμα εἰδωλολάτρες, ἀπέκτησαν δὲ δύο υἱούς, τὸν μακάριο Αὐξίβιο καὶ τὸν ἀδελφό του, τὸν Θεμισταγόρα.  Ὁ μακάριος Αὐξίβιος ἦταν πολὺ χαριτωμένος.  Ἦταν πρᾶος ὅπως ὁ Μωυσῆς καὶ σώφρων στοὺς λογισμούς του ὅπως ὁ μακάριος Ἰωσὴφ καὶ γενικά, καθὼς μεγάλωνε, στολιζόταν μὲ κάθε εἴδους ἀρετή. Ὁ πατέρας του ἀκόμη τὸν μόρφωσε μὲ ὅλη τὴ θύραθεν παιδεία.

4.  Ὅταν ἔφτασε στὴ νόμιμη ἡλικία, οἱ γονεῖς του θέλησαν νὰ τὸν νυμφεύσουν.  Αὐτός, ὅμως, ἐπειδὴ εἶχε ἔνθεο νοῦ, ἀκέραιο λογισμὸ καὶ ἐνάρετη ζωή, ἔφερνε ἀντιρρήσεις.  Γιατὶ ἄκουε ὅσα λέγονταν γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ εἶχε πόθο νὰ γίνει χριστιανός.  Ὅταν τὸ ἄκουσαν αὐτὸ οἱ γονεῖς του, ἀγανάκτησαν μαζί του καί, ὁ μὲν πατέρας του τὸν ἐξανάγκαζε νὰ προχωρήσει σὲ γάμο μὲ ἀπειλές, ἐνῶ ἡ  μητέρα του τὸν συμβούλευε νὰ τὸ κάνει μὲ τὶς κολακεῖες της.

5.  Βλέποντας ὁ μακάριος Αὐξίβιος, ὅτι αὐτή τους ἡ ἐπιλογὴ ἦταν παγίδα καὶ ἐμπόδιο στὴ δική του ἀγαθὴ ἐπιλογή, θέλησε νὰ ἀναχωρήσει κρυφὰ ἀπὸ τὴ Ρώμη.  Ἔτσι, λοιπόν, ἀφοῦ διατράνωσε τὴν ἀπόφασή του, χωρὶς νὰ πεῖ σὲ κανένα τίποτα, μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες, ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τοὺς γονεῖς του καί, κατεβαίνοντας στὸ λιμάνι, βρῆκε ἕνα πλοῖο, τὸ ὁποῖο ἐπρόκειτο νὰ ἀποπλεύσει πρὸς τὰ ἀνατολικά.  Κι ἔτσι, ἐγκαταλείποντας τὰ πάντα, παίρνοντας μόνο λίγα χρήματα μαζί του γιὰ λόγους διατροφῆς, μπῆκε στὸ πλοῖο.  

6.  Ἀφοῦ ἀπέπλευσαν ἀπὸ τὴ Ρώμη, μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες ἔφτασαν στὴ Ρόδο.  Ἀπὸ ἐκεῖ, διασχίζοντας τὸ πέλαγος τῆς Παμφυλίας, ἔφτασαν στὴν Κύπρο, καὶ κατέπλευσαν σὲ κάποια κώμη μὲ τὸ ὄνομα Λιμνήτης, ποὺ ἀπεῖχε περίπου τέσσερα ρωμαϊκὰ μίλια ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Σολίων.  Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ καθοδηγοῦσε τὸν μακάριο Αὐξίβιο πρὸς σωτηρία πολλῶν ψυχῶν.  Ὅταν βγῆκε ἀπὸ τὸ πλοῖο, παρέμεινε γιὰ κάποιο χρόνο στὸν Λιμνήτη γιὰ νὰ συνέλθει, γιατὶ ἦταν πολὺ ζαλισμένος ἀπὸ τὸ ταξίδι καὶ ὀλιγοψύχησε. 

7.  Στὴν Κύπρο, τότε, ἦλθε καὶ ὁ Βαρνάβας, ὁ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴ δεύτερη περιοδεία του, ἀφοῦ ἀποχωρίστηκε ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο μὲ τὸ σῶμα, ἀλλὰ ὄχι μὲ τὴν καρδιά.  Μαζί του, μάλιστα, εἶχε λάβει καὶ τὸν Μᾶρκο, καὶ κατέπλευσαν στὴ Λάπηθο.  Ἔπειτα, περιερχόμενοι ὅλο τὸ νησί, ἔφτασαν στὴ Σαλαμίνα, τὴ σημερινὴ Κωνσταντία, ὅπως ἀναφέρει ὁ Μᾶρκος.  Ἐκεῖ βρῆκαν τὸν Ἡρακλείδη, τὸν ἀρχιεπίσκοπο τοῦ νησιοῦ, τὸν ὁποῖο, ἀφοῦ ἀναγνώρισαν, δίδαξαν πῶς πρέπει νὰ κηρύττει τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, νὰ ἱδρύει ἐκκλησίες καὶ νὰ χειροτονεῖ τοὺς λειτουργούς τους. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸν ἀσπάστηκαν, τὸν ἀπέστειλαν στὸν προορισμό του μὲ εἰρήνη. Ὅταν δὲ ὁ Βαρνάβας ὁλοκλήρωσε τὸν δικό του δρόμο καὶ ἀγωνίστηκε τὸν καλὸ ἀγῶνα τῆς πίστης καὶ στέφθηκε μὲ τὸν στέφανο τοῦ μαρτυρίου στὴν Κωνσταντία, οἱ παράνομοι Ἰουδαῖοι ἀναζητοῦσαν καὶ τὸν Μᾶρκο, γιὰ νὰ τὸν  θανατώσουν.  Ὁ Μᾶρκος, ὅμως, διέφυγε καὶ τὸν καταδίωξαν μέχρι τοὺς Λέδρους (σημ. Λευκωσία). Βρίσκοντας ἐκεῖ μιὰ σπηλιά, μπῆκε μέσα καὶ ἔμεινε κρυμμένος γιὰ τρεῖς μέρες.    Μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες ἔφυγε ἀπὸ τὸν τόπο ἐκεῖνο καί,  περνώντας μέσα ἀπὸ τὰ βουνά, ἦρθε στὸν Λιμνήτη.  Μαζί του ἦταν ὁ Τίμων καὶ ὁ Ρόδων.

8.  Ὅταν ἔφτασαν στὴν κώμη τοῦ Λιμνήτη, συνάντησαν τὸν μακάριο Αὐξίβιο, ὁ ὁποῖος πρόσφατα εἶχε φτάσει ἐκεῖ ἀπὸ τὴ Ρώμη.  Ὅταν, λοιπόν, συναντήθηκαν, ρώτησε ὁ Μᾶρκος τὸν Αὐξίβιο: «Ἀπὸ ποιά πόλη κατάγεσαι;»  Αὐτὸς ἀπάντησε: «Ἀπὸ τὴ μεγάλη πόλη τῆς Ρώμης, καὶ ἔχω ἔλθει ἐδῶ, γιὰ νὰ γίνω χριστιανός.»  Ὁ ἀπόστολος, βλέποντας ὅτι εἶχε πόθο γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ὅτι ἦταν ἄνδρας πιστὸς καὶ λόγιος, τὸν κατήχησε ἐπαρκῶς. Καί, ἀφοῦ τὸν δίδαξε τὸν λόγο τῆς ἀληθείας τοῦ Θεοῦ, κατέβηκε στὴν πηγὴ καὶ τὸν βάπτισε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.  Ὅταν τὸν βάπτισε, ἐπέθεσε τὰ χέρια του ἐπάνω του καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο.  Ἔπειτα τὸν χειροτόνησε ἐπίσκοπο καί, ἀφοῦ τὸν δίδαξε πῶς πρέπει νὰ κηρύττει τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἔστειλε στὴν πόλη τῶν Σολίων, δίνοντάς του τὶς ἑξῆς  ὁδηγίες: «Ἐπειδὴ ἡ πόλη εἶναι γεμάτη εἴδωλα καὶ οἱ κάτοικοι δὲν δέχτηκαν ἀκόμη τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ βρίσκονται στὸ σκοτάδι τῆς πλάνης τῶν εἰδώλων, νὰ κάνεις αὐτὸ ποὺ σοῦ λέω: Κανεὶς νὰ μὴ μάθει γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα ὅτι εἶσαι χριστιανός, ἀλλὰ νὰ ὑποκριθεῖς ὅτι ἀσπάζεσαι τὴ θρησκεία τους. Καί, καθὼς περνᾶ ὁ καιρός, νὰ ἀρχίσεις νὰ τοὺς μιλᾶς συγκεκαλυμμένα σὰν σὲ νήπια, προσφέροντάς τους γάλα, ὥσπου νὰ ὡριμάσουν πνευματικὰ καὶ νὰ μποροῦν νὰ πάρουν στέρεη  τροφή.»  Ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ καὶ περισσότερα ὁ ἀπόστολος στὸν Αὐξίβιο, τὸν χαιρέτησε καὶ ἀναχώρησε εἰρηνικά. Ὁ δὲ Μᾶρκος, βρίσκοντας κάποιο πλοῖο αἰγυπτιακό, ἀνέβηκε σ᾽αὐτὸ (μὲ τὴ συνοδεία του), ἀπέπλευσαν καὶ ἔφτασαν στὴν Ἀλεξάνδρεια.  Ἐκεῖ κήρυττε τὸ εὐαγγέλιο καὶ δίδασκε γιὰ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

9.  Ὁ μακάριος Αὐξίβιος ἔφυγε ἀπὸ τὸν Λιμνήτη καὶ κατὰ τὴν πορεία του ζητῶντας διαρκῶς ὁδηγίες ἔφτασε στοὺς Σόλους. Κοντὰ στὶς πύλες τῆς πόλης, πρὸς τὰ δυτικά, ὑπῆρχε ἕνας ναὸς τοῦ Δία, τοῦ ψεύτικου θεοῦ τους, στὸν ὁποῖο κατοικοῦσε καὶ ἕνας ἱερέας.  Καθὼς λοιπὸν περνοῦσε ὁ μακάριος Αὐξίβιος ἀπὸ τὸν τόπο ἐκεῖνο, τὸν εἶδε ὁ ἱερέας τοῦ Δία ὅτι ἦταν ξένος, τὸν πῆρε στὸ σπίτι του, τὸν φιλοξένησε μὲ καλοσύνη καὶ τοῦ ἔκανε τὸ τραπέζι.  Ὁ Αὐξίβιος, λοιπόν, τὴ μέρα ἐκείνη ἔμεινε κοντά του.  Τὴν ἑπόμενη μέρα ὁ ἱερέας τὸν ρώτησε: «Ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι καὶ γιὰ ποιό λόγο ἦλθες στὰ μέρη μας;»  Ὁ ἅγιος Αὐξίβιος τοῦ ἀπάντησε: «Εἶμαι  ἀπὸ τὴ Ρώμη. Ἐπειδὴ ὅμως μοῦ παρουσιάστηκε ἡ ἀνάγκη νὰ μεταβῶ στὴν Παλαιστίνη, ἔφθασα καθοδὸν στὸν Λιμνήτη καί, μαθαίνοντας ὅτι ἡ διαμονὴ στοὺς Σόλους εἶναι καλὴ καὶ ἔτσι ζητώντας ὁδηγίες, ἔφθασα ἐδῶ καὶ σκοπεύω νὰ μείνω μετὰ χαρᾶς.  Ἀλλά, ἂν θέλεις νὰ μὲ βοηθήσεις, ἄφησέ με νὰ μείνω κοντά σου, μέχρι νὰ βρῶ τόπο, γιὰ νὰ κατοικήσω.»  Αὐτὸς τοῦ εἶπε: «Μεῖνε, νὰ εἶσαι καλά.»        

10.  Ἔμεινε, λοιπόν, σ᾽ἐκεῖνο τὸν τόπο, ποὺ ὀνομαζόταν τοῦ Διὸς γιὰ ἀρκετὸ καιρό, χωρὶς νὰ φανερώσει ὅτι εἶναι χριστιανός, ἀλλὰ ὑποκρινόταν ὅτι ἀσπαζόταν τὴ θρησκεία τους, σκεπτόμενος μέσα του: «Ἐὰν ὁ διάβολος μετασχηματίζεται σὲ ἄγγελο φωτός, γιὰ νὰ παρασύρει πρὸς τὸν ἑαυτό του ὅσους τὸν πιστέψουν καὶ νὰ τοὺς μεταφέρει ἀπὸ τὸ φῶς στὸ σκοτάδι λέγοντάς τους ὡραῖα καὶ πλαστὰ λόγια, ὅπως ἀκριβῶς κάνουν καὶ οἱ ὑπηρέτες του, πόσο μᾶλλον ἐμεῖς ἔχουμε ὑποχρέωση νὰ γινόμαστε ὅμοιοι μὲ τοὺς ὁμοιοπαθεῖς μ᾽ ἐμᾶς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ τοὺς ἀπομακρύνουμε ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ σκότους καὶ τοῦ διαβόλου καὶ νὰ τοὺς μεταθέσουμε στὸ θαυμαστὸ φῶς τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ;» Αὐτὰ σκεπτόμενος καὶ πράττοντας ὁ ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ Αὐξίβιος, ἔμενε στὸν προαναφερθέντα τόπο.

11.  Ἀφοῦ πέρασαν λίγες μέρες, ὁ μακάριος Αὐξίβιος λέει στὸν ἱερέα: «Ἔχω νὰ σοῦ πῶ κάτι, ἀδελφέ.»  Αὐτὸς τοῦ ἀπαντᾶ: «Πές μου».  Καὶ τοῦ λέει: «Γιὰ ποιό λόγο λατρεύετε ὡς θεοὺς πράγματα, ποὺ εἶναι ξύλα καὶ πέτρες;  Παρόλο ποὺ ἔχουν στόμα, ἐντούτοις δὲν μιλοῦν, ἂν καὶ ἔχουν μάτια δὲν βλέπουν, ἂν καὶ ἔχουν αὐτιὰ δὲν ἀκοῦνε καὶ οὔτε μποροῦν νὰ ὀσφρανθοῦν τὴ θυσία ποὺ τοὺς προσφέρετε. Αὐτὸς ὅμως, τὸν ὁποῖο οἱ χριστιανοὶ λατρεύουν, εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὅπως ἔχω ἀκούσει ἀπὸ κάποιους χριστιανούς.  Διότι, ὅπως ἀκούω, κάνει πολλὰ θαύματα.» Ἀφοῦ τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ ἱερέας, ἔνιωσε κατάνυξη ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Αὐξιβίου καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ δὲν θυσίαζε στὰ εἴδωλα, ἀλλὰ στὸ ἑξῆς δεχόταν κατήχηση ἀπὸ τὸν μακάριο Αὐξίβιο. Γιὰ ἀρκετὸ χρόνο ὁ Αὐξίβιος ἐνεργοῦσε μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο: ἔμπαινε στὴν πόλη κρυφά, δίδασκε μυστικά, ἔβγαινε πάλι καὶ ἔμενε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, στὸν προαναφερθέντα τόπο τοῦ Δία.           

12.  Ἐνῶ λοιπὸν ὁ Αὐξίβιος ζοῦσε σ᾽ ἐκεῖνο τὸν τόπο, ὁ ἀπόστολος Μᾶρκος κήρυσσε στὴν Ἀλεξάνδρεια τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ.  Ἀφοῦ πίστεψαν καὶ βαπτίστηκαν πολλοί, ὁ Μᾶρκος ἔφυγε ἀπὸ τὴν πόλη σὲ ἀναζήτηση τοῦ ἀποστόλου Παύλου.  Ὅταν τὸν βρῆκε, ὑποκλίθηκε μπροστά του καὶ ὁ Παῦλος τὸν δέχτηκε μὲ πολὺ μεγάλη χαρά.  Τότε ὁ Μᾶρκος διηγήθηκε στὸν Παῦλο μὲ λεπτομέρειες τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Βαρνάβα καὶ μὲ ποιό τρόπο ὁλοκλήρωσε τὸν καλὸ δρόμο, μαρτυρώντας στὴ Σαλαμίνα.  Τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Παῦλος δέχτηκε μὲ χαρὰ τὸν Μᾶρκο, τὸ μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος, γράφοντας τὰ ἑξῆς στὴν πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολή του: «Σᾶς στέλλει χαιρετισμοὺς ὁ Μᾶρκος, ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Βαρνάβα.» Ἀκόμα στὴν πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολή του ἀναφέρει: «Πᾶρε τὸν Μᾶρκο καὶ φέρε τον μαζί σου, γιατί μοῦ εἶναι χρήσιμος σὲ ὑπηρεσία.» Ὁ Μᾶρκος ἔμεινε, λοιπόν, μὲ τὸν Παῦλο ὡς τὸν θάνατο τοῦ τελευταίου. 

13.  Ὅταν ὁ Παῦλος πληροφορήθηκε, ὅτι ὁ Βαρνάβας κοιμήθηκε καὶ ὅταν συνειδητοποίησε ὅτι δὲν ὑπάρχει κανένας ἀπόστολος στὴν Κύπρο, γιὰ νὰ διδάσκει καὶ νὰ εὐαγγελίζεται τὸν Χριστό, ἔστειλε τὸν Ἐπαφρᾶ, τὸν Τυχικὸ καὶ κάποιους ἄλλους στὴν Κύπρο, στὸν ἀρχιεπίσκοπο τοῦ νησιοῦ, τὸν Ἡρακλείδη, στὸν ὁποῖο ἔγραψε νὰ τοποθετήσει τὸν Ἐπαφρᾶ ἐπίσκοπο στὴν Πάφο, τὸν Τυχικὸ στὴ Νεάπολη καὶ τὸν καθένα ἀπὸ τοὺς ἄλλους σὲ διάφορες πόλεις.  «Πήγαινε καὶ στὴν πόλη τῶν Σολίων», τοῦ ἔγραφε ἐπίσης, «καὶ ἀναζήτησε ἐκεῖ ἕνα Ρωμαῖο ἄνδρα, ποὺ ὀνομάζεται Αὐξίβιος.  Αὐτὸν νὰ καταστήσεις ἐπίσκοπο τῶν Σόλων, ἀλλά, πρόσεξε, νὰ μὴν ἐπιθέσεις πάνω του τὰ χέρια σου προκειμένου νὰ τὸν χειροτονήσεις, γιατὶ ἔχει ἤδη ἀξιωθεῖ τῆς ἱερωσύνης, καθὼς χειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν Μᾶρκο.»

14.  Ὅταν ὁ μακάριος Ἡρακλείδης παρέλαβε τὴν ἐπιστολή, ποὺ τοῦ ἔστειλαν οἱ ἀπόστολοι καὶ τὴ διάβασε, ἀμέσως χωρὶς καμμία καθυστέρηση ἔκανε ὅσα τοῦ ὑποδεικνύονταν.  Κατέβηκε, λοιπόν, στὴν πόλη τῶν Σόλων, ἀναζήτησε τὸν μακάριο Αὐξίβιο καὶ τοῦ εἶπαν σὲ ποιό τόπο μένει.  Βγαίνοντας τότε ἀπὸ τὴν πόλη, πῆγε στὸν τόπο τὸν καλούμενο τοῦ Διὸς καὶ τὸν βρῆκε ἐκεῖ.  Ἀφοῦ ἀσπάστηκε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ὁ μακάριος Ἡρακλείδης, παίρνοντας πρῶτος τὸν λόγο, τοῦ λέει: «Αὐξίβιε, παιδί μου, κοντά σου μὲ ἔχουν στείλει οἱ ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ.  Μέχρι πότε θὰ κρύβεσαι σ᾽ αὐτὸ τὸν τόπο καὶ δὲν θὰ ἐμφανίζεσαι;  Μέχρι πότε θὰ κρύβεις τὸ λυχνάρι κάτω ἀπὸ τὸν μόδιο καὶ δὲν τὸ τοποθετεῖς ἐπιτέλους πάνω στὸν λυχνοστάτη τοῦ σταυροῦ, γιὰ νὰ φωτίσει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους αὐτῆς τῆς πόλης;   Ἔλα, λοιπόν, νὰ φωτίσεις ὅσους βρίσκονται στὸ σκοτάδι τῆς πλάνης τῶν εἰδώλων.  Ἔλα, νὰ γίνεις κήρυκας τῆς ἀλήθειας.  Μέχρι πότε θὰ κρύβεις τὸ τάλαντο, ποὺ ἔλαβες ἀπὸ τὸν Κύριό σου; Κέρδησε ἑπταπλάσια ἀπὸ αὐτό, ποὺ ἔλαβες. Ἀγωνίσου κι ἐσύ, γιὰ νὰ ἀξιωθεῖς νὰ ἀκούσεις (ἀπὸ τὸν Κύριο): Εὖγε, καλὲ καὶ ἔμπιστε δοῦλε! Ἀποδείχτηκες ἀξιόπιστος στὰ λίγα χαρίσματα ποὺ σοῦ ἔδωσα, γι᾽ αὐτὸ θὰ σοῦ δώσω πολλά.  Δέν ἄκουσες αὐτό, ποὺ λέει ἡ Ἁγία Γραφή, ὅτι, ὅσοι σπέρνουν μὲ δάκρυα, θὰ χαίρονται στὸν θερισμό;  Σπεῖρε, λοιπόν, στὴν τωρινὴ κακοχειμωνιά, γιὰ νὰ θερίσεις μὲ χαρὰ καὶ εἰρήνη. Μὴ φοβηθεῖς αὐτούς, ποὺ σκοτώνουν τὸ σῶμα, ἀλλά, ἀντίθετα, αὐτόν, ποὺ μπορεῖ νὰ τιμωρήσει καὶ ψυχὴ καὶ σῶμα στὴν κόλαση.  Γιατὶ αὐτὸς εἶπε: ‘‘Σᾶς στέλλω σὰν πρόβατα ἀνάμεσα  στοὺς λύκους’’. Ἀλλοῦ πάλιν λέει: ‘‘Ἀκόμα κι ὅταν σᾶς σύρουν στὰ δικαστήρια ἐνώπιον ἀρχόντων καὶ βασιλιάδων, μὴν ἀγωνιᾶτε γιὰ τὸ τί θὰ πεῖτε ἢ πῶς θὰ τὸ πεῖτε.  Γιατὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ σᾶς φωτίσει τί θὰ πρέπει νὰ πεῖτε’’.» Ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ ὁ ἅγιος Ἡρακλείδης, πῆρε τὸν ὅσιο πατέρα Αὐξίβιο καὶ μπῆκαν στὴν πόλη. Καί,  ἀφοῦ προσευχήθηκε, χάραξε στὴ γῆ ἕνα σχεδιάγραμμα ἐκκλησίας, μικρῆς μὲν στὸ μέγεθος, ἀλλὰ μεγάλης μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ. Ἀφοῦ λοιπὸν τοῦ δίδαξε ὅλο τὸν ἐκκλησιαστικὸ κανόνα, ὅπως τὸν εἶχε διδαχτεῖ κι αὐτὸς ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους, τὸν ἐμπιστεύτηκε στὸν Κύριο. Κι ἀφοῦ τὸν ἀσπάστηκε, πῆρε τὸν δρόμο γιὰ τὴν πόλη του.        

15.  Ὁ Ἅγιος Αὐξίβιος ἀμέσως, χωρὶς καμμία καθυστέρηση, ἄρχισε νὰ οἰκοδομεῖ τὴν ἐκκλησία.  Ὅταν τὴν τέλειωσε, μπαίνοντας μέσα καὶ πέφτοντας μπρούμυτα στὸ δάπεδο,  ἄρχισε νὰ βοᾶ καὶ νὰ λέει μὲ δάκρυα: «Δέσποτα Θεὲ παντοκράτορα, ἐσύ, ποὺ δημιούργησες τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ, τὴ θάλασσα καὶ ὅλα ὅσα ὑπάρχουν σ᾽ αὐτά, ἐσύ, ποὺ ἔπλασες τὸν ἄνθρωπο παίρνοντας χῶμα τῆς γῆς καὶ ποὺ τὸν τίμησες, δίνοντάς του την εἰκόνα Σου καὶ πού, ὅταν ἀπατήθηκε καὶ νεκρώθηκε ἀπὸ τὸν φθόνο τοῦ διαβόλου, δὲν τὸν ἐγκατέλειψες ποτέ, ἀγαθέ, ἀλλὰ ἀπέστειλες σ᾽ ἐμᾶς τὸν Υἱό σου τὸν μονογενῆ, γιὰ νὰ σώσει τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων.  Καὶ ἐσύ, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, πού, διὰ τοῦ Τιμίου σου Σταυροῦ νίκησες τὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἐξουσίες τοῦ διαβόλου, ποὺ ἔδωσες δύναμη ἐξ ὕψους στοὺς ἁγίους σου ἀποστόλους, καὶ τοὺς ἔδωσες ἐξουσία νὰ πατοῦν πάνω σὲ φίδια καὶ σκορπιοὺς καὶ νὰ κυριαρχοῦν πάνω σὲ ὅλη τὴ δύναμη τοῦ ἐχθροῦ, δυνάμωσε καὶ ἐμένα τὸν δοῦλο σου, καὶ δῶσε μου πολὺ θάρρος, νὰ κηρύττω ἄφοβα τὸν λόγο σου.  Ἐμφύτευσε, Δέσποτα, στὴν καρδιὰ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ σου τὸν θεῖο φόβο σου.  Φώτισέ τους μὲ τὴ χάρη Σου, ὥστε, ἀφοῦ ἀποδεσμευτοῦν ἀπὸ τὴν πλάνη τοῦ διαβόλου, νὰ γνωρίσουν Ἐσένα τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό, καθὼς κι ἐκεῖνον, ποὺ ἔστειλες στὸν κόσμο, τὸν Ἰησοῦ Χριστό.  Στεῖλε, Δέσποτα, τὸ Ἅγιο σου Πνεῦμα, νὰ κατοικήσει στὸν ἅγιο τοῦτο οἶκο, ποὺ οἰκοδομήθηκε στὸ ὄνομά σου τὸ ἅγιο.  Κράτησε αὐτὸ τὸν οἶκο στερεὸ στὴν πίστη σου μέχρι τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου.  Διότι, ἐσὺ εἶπες Κύριε: Πάνω σ᾽αὐτὴ τὴν πέτρα θὰ οἰκοδομήσω τὴν ἐκκλησία μου καὶ δὲν θὰ τὴν κατανικήσουν οἱ δυνάμεις τοῦ ἅδη.  Φέρε, Κύριε, τὴν ποίμνη σου, ποὺ πλανήθηκε, πίσω στὴν ἁγία σου αὐτὴ μάνδρα, ἐσὺ ὁ καλὸς ποιμένας, ὁ ὁποῖος θυσίασες τὴ ζωή σου γιὰ χάρη τῶν προβάτων σου.  Ἅπλωσε τὴν παντοδύναμή σου δεξιά, τὸν βραχίονά σου τὸν δυνατό καὶ φοβερὸ καὶ ἀόρατο, καὶ μὲ τὴ ράβδο τοῦ τιμίου σου σταυροῦ δίωξε τὸν αἱμοβόρο λύκο ἀπὸ τὴν ἀγέλη σου, Δέσποτα.  Ὅσους ἔχουν πλανηθεῖ συγκέντρωσέ τους, γιὰ νὰ γίνει μία ποίμνη, ἕνας ποιμένας. Ὁδοποίησε δὲ καὶ γιὰ μένα τὸν δρόμο τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος μὲ τὴν εὐσπλαχνία σου, μὲ τὸ νὰ  ἁπλώνω τὸ χέρι μου καὶ νὰ ἐνεργοῦνται σημεῖα καὶ θαύματα, στὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν, μὲ τὸν ὁποῖο, μαζὶ μὲ τὸ Ἅγιο καὶ ἀθάνατό σου Πνεῦμα, σοῦ ἁρμόζει δόξα, τιμὴ καὶ κράτος, τώρα, καὶ πάντοτε, καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων· ἀμήν.» 

16.  Ὅταν τελείωσε τὴν προσευχή του καὶ ἀφοῦ σηκώθηκε ἀπὸ τὸ δάπεδο, πῆγε σὲ δημόσιο χῶρο τῆς πόλης καὶ ἄρχισε νὰ διδάσκει γιὰ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.  Γύρω του τότε συγκεντρώθηκε πολὺς κόσμος, καί, παίρνοντας τὸν λόγο ὁ μακάριος Αὐξίβιος, τοὺς δίδασκε μὲ τὰ ἑξῆς: «Ἄνδρες, ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκοῦστε με καὶ πιστέψετε στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τὸν ὁποῖο σᾶς κηρύττω.  Διότι αὐτὸς σώζει ὅλους ὅσοι πιστεύουν σ᾽ αὐτόν.  Λάβετε φῶς γνώσεως Θεοῦ. Σηκῶστε ψηλὰ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς σας.  Ἐγκαταλεῖψτε τὸν τρόπο ζωῆς, ποὺ κληρονομήσατε ἀπὸ τοὺς προγόνους σας, καὶ γνωρίστε τὸν ἀληθινὸ Θεό, τὸν δημιουργὸ τῶν πάντων, αὐτόν, ποὺ μπορεῖ νὰ σώσει τὶς ψυχές σας.»  Αὐτὰ διδάσκοντας καὶ κηρύσσοντας δημόσια, ἔπεισε πολλοὺς μὲ τὴν καλή του διδασκαλία, νὰ ἐγκαταλείψουν τὴ μάταια πλάνη τῶν εἰδώλων καὶ νὰ πιστέψουν στὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό. Τοῦ δόθηκε μάλιστα ἡ χάρη ἀπὸ τὸν Θεό, νὰ θεραπεύει τοὺς ἀσθενεῖς καὶ νὰ διώχνει δαιμόνια.  Ἡμέρα μὲ τὴν ἡμέρα λοιπὸν αὐξανόταν ὁ  κόσμος, ποὺ πίστευε στὸν Κύριο, καὶ βαπτίζονταν στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐξομολογούμενοι τὶς ἁμαρτίες τους.  Ὅσοι μάλιστα εἶχαν ἀρρώστους, τοὺς ἔφερναν στὸν μακάριο Αὐξίβιο κι ἐκεῖνος ἀκουμποῦσε τὰ χέρια του ἐπάνω τους καὶ τοὺς θεράπευε στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας.  Ὅταν τὰ ἔμαθαν αὐτὰ οἱ ἄνθρωποι τῶν περιχώρων, πήγαιναν στὴν πόλη, παίρνοντας μαζὶ τοὺς ἀσθενεῖς τους, καὶ τοὺς θεράπευε ὅλους μὲ τὴν ἐπίκληση τῆς ἀχράντου καὶ ζωοποιοῦ Τριάδος.  Αὐτοί, στὴ συνέχεια, πίστευαν καὶ βαπτίζονταν.     

17. Ἦταν τότε κάποιος ἄνδρας ἀπὸ τὸ χωριό, ποὺ ἐκαλεῖτο Σολοποτάμιο, μὲ τὸ ὄνομα Αὐξίβιος. Αὐτός, ἐπειδὴ ἄκουσε γιὰ τὸν μακάριο Αὐξίβιο, γιὰ τὴ διδασκαλία καὶ τὴν ἀρετή του, πῆγε σ᾽ αὐτόν, πρόσπεσε στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε λέγοντας: «Πάτερ, δῶσε μου τὴ σφραγίδα τοῦ Χριστοῦ.»  Ὁ δὲ τίμιος καὶ ὅσιος ἀρχιερέας τοῦ Χριστοῦ Αὐξίβιος, ἀντλώντας χωρία ἀπὸ τὶς θεῖες Γραφές, τὸν δίδαξε γιὰ τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὸν βάπτισε στὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου Τριάδος.  Ἔκτοτε, ὁ Αὐξίβιος ἀπὸ τὴ Σολοποταμία ἔμεινε μαζὶ μὲ τὸν ὅσιο πατέρα Αὐξίβιο ὅλο τὸν χρόνο τῆς ζωῆς του καὶ διδασκόταν ἀπὸ αὐτόν.  Ἔγινε δὲ κι αὐτὸς θαυμαστὸς ἄνδρας, προκόπτοντας στὴ σοφία καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀκολουθώντας τὰ ἴχνη τοῦ καλοῦ διδασκάλου, πορευόμενος μὲ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ μιμούμενος τὸν διδάσκαλό του σὲ ὅλα.

18.  Μιὰ μέρα ὁ Αὐξίβιος, ὁ μαθητὴς τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου, βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη πρὸς τὰ ἀνατολικά, κατευθυνόμενος γιὰ τὸν τόπο, τὸν καλούμενο «τοῦ Ταρίχου», πρὸς ἀναψυχή.  Καί, πηγαίνοντας κοντὰ σ᾽ ἕνα δέντρο, κάθισε στὴ σκιά του, καί, ξαπλώνοντας, κοιμήθηκε.  Ξαφνικὰ πλῆθος μυρμήγκια σχημάτισαν κύκλο γύρω ἀπὸ τὴν κεφαλή του, σὰν νὰ τὸν στεφάνωναν. Ἐρχόμενος λοιπὸν ὁ μακάριος Αὐξίβιος καὶ βλέποντας τοῦτο, θαύμασε.  Καὶ κράτησε μέσα στὴν καρδιά του ὅλα αὐτά, ποὺ εἶδε.  Γιατὶ τὰ μυρμήγκια σημαίνουν τὴ διέγερση τοῦ ὀκνηροῦ νοῦ πρὸς τὴν ἐπιθυμία ἀγαθῶν ἔργων, ὅπως λέει ὁ Σολομών: «Πήγαινε, τεμπέλη, στὸ μυρμήγκι, καὶ μιμήσου τὶς πράξεις του.» Κι ἐκεῖνο τὸ στεφάνι προμήνυε τὴν ἀξία τῆς ἱερωσύνης. Γιατὶ ὁ μαθητὴς ἐπρόκειτο νὰ καθίσει στὸν θρόνο τοῦ καλοῦ διδασκάλου καὶ ποιμένα.  Καί, ἀφοῦ ξύπνησε τὸν μαθητή, μπῆκε στὴν ἐκκλησία. Κι ὁ μαθητὴς ὑπάκουε σὲ ὅλα στὸν διδάσκαλό του καὶ τὸν ὑπηρετοῦσε ὅπως ὁ καλὸς δοῦλος τὸν κύριό του.

19.  Ὁ μακάριος Αὐξίβιος δὲν σταματοῦσε νὰ προσεύχεται στὸν Θεὸ μέρα καὶ νύχτα γιὰ τὴ σωτηρία καὶ τὴ μετάνοια τοῦ λαοῦ καὶ δίδασκε ἀδιαλείπτως.  Ἔτσι, ἡ ποίμνη τοῦ Χριστοῦ προόδευε καὶ αὐξανόταν μέρα μὲ τὴ μέρα, ἐνῶ ἡ ποίμνη τοῦ ἐχθροῦ μέρα μὲ τὴ μέρα ἐλαττωνόταν.

20.  Ὅταν τὰ πληροφορήθηκε αὐτὰ ὁ Θεμισταγόρας, ὁ ἀδελφὸς τοῦ μακαρίου Αὐξιβίου, πῆγε στοὺς Σόλους μαζὶ μὲ τὴ γυναίκα του, τὴ μακαρία Τιμώ.  Ἦταν δὲ καὶ αὐτὴ θαυμαστὴ καὶ ἐνάρετη.  Ἀφοῦ ἀνέβηκαν στὴν ἐκκλησία, ἀσπάστηκαν τὸν Αὐξίβιο καὶ χάρηκαν πολύ, ποὺ τὸν συνάντησαν.  Παρέμειναν λοιπὸν στὸ ἐπισκοπεῖο καὶ διδάσκονταν ἀπὸ τὸν μακάριο Αὐξίβιο, ὁ ὁποῖος καὶ τοὺς βάπτισε κατόπιν στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Χειροτόνησε δὲ διάκονο τῆς ἁγίας ἐκκλησίας τὸν μακάριο Θεμισταγόρα, καθὼς καὶ τὴ γυναίκα του διακόνισσα.  Διότι, ἀπὸ τὴ στιγμή, ποὺ ἔλαβαν τὸ ἅγιο βάπτισμα, χώρισαν ἐκ συμφώνου μεταξύ τους ἀπὸ τὴ σαρκικὴ μείξη χάρη τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καὶ στὸ ἑξῆς ζοῦσαν σὰν ἀδέλφια, φτάνοντας καὶ οἱ δύο στὴν ἀπάθεια.

21. Ἀφοῦ πλέον ἐπιφοίτησε ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στὴν πόλη τῶν Σολίων καὶ σχεδὸν ὅλοι πίστεψαν στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, διὰ μέσoυ τῆς διδασκαλίας τοῦ ὁσίου πατέρα μας καὶ ἀρχιεπισκόπου Αὐξιβίου καὶ τὴ συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ ἅγιος Αὐξίβιος συνειδητοποίησε ὅτι ἡ ἐκκλησία ἦταν πιὰ μικρὴ γιὰ τοὺς πιστούς. Σκέφτηκε τότε νὰ οἰκοδομήσει μεγαλύτερη ἐκκλησία στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί, γονατίζοντας, προσευχήθηκε νὰ τὸν βοηθήσει ὁ Θεός. Κι ἀφοῦ σηκώθηκε, ἔκανε εὐχὴ  καὶ χάραξε τὸ σχεδιάγραμμα τῆς ἁγίας ἐκκλησίας. Μὲ τὴν εὐλογία λοιπὸν καὶ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἀνήγειρε αὐτὸ τὸν μεγάλο καὶ θαυμαστὸ ναό, αὐτὴ τὴν ἁγία καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ ἐκκλησία, στολίζοντάς την μὲ κάθε στολίδι, σὰν νύμφη Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας.

22.  Τὶ καλὸς ποιμένας καὶ διδάσκαλος, ποὺ ποίμανε καλὰ τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ!  Τὶ φωτεινὸς φωστήρας, ποὺ φώτισε αὐτοὺς ποὺ κατοικοῦσαν στὸ σκοτάδι τῆς πλάνης τῶν εἰδώλων!  Τὶ ἔμπειρος γιατρός, ποὺ γιάτρεψε μὲ τὴν ἐπίκληση τῆς Ἁγίας Τριάδος ὅσους πληγώθηκαν ἀπὸ τὸν διάβολο!  Διότι δὲν γιάτρευε μόνο τὰ σωματικὰ πάθη, ἀλλὰ γιάτρευε μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὰ κρυφὰ τραύματα τῆς ψυχῆς, διορθώνοντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς λογισμοὺς καὶ καθετί, ποὺ ὀρθώνεται μὲ ἀλαζονεία ἐναντίον τῆς γνώσης του Θεοῦ, μιμούμενος τὸν Παῦλο, ὁ ὁποῖος γιὰ τοὺς πάντες ἔγινε τὰ πάντα, ἔτσι ὥστε νὰ τοὺς σώσει ὅλους, ἀντικρίζοντας τὸν θάνατο κάθε μέρα γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ πέθανε καὶ ἀναστήθηκε γι᾽ αὐτόν. Ὁ μακάριος αὐτὸς ἄνθρωπος ἄσκησε τὴν παρθενία, σταματώντας τὸν δρόμο τοῦ ἥλιου (ἀνακόπτοντας δηλ. τὴ συνηθισμένη πορεία τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς). Τὴν παρθενικὴ ζωή του ἐνίσχυσε μὲ προσευχὴ καὶ  νηστεία, ἐνδυναμωμένος ἀπὸ τὴν πίστη καὶ καθοδηγούμενος ἀπὸ τὴν ἐλπίδα, καὶ τὴν  τελειοποίησε μὲ τὴν ἀγάπη. Αὐτὴ (τὴν παρθενία) ἀγάπησε ὁ Αὐξίβιος, τὴν τίμησε καὶ ἀπ᾽ αὐτὴ τιμήθηκε καὶ τρύγησε τοὺς καρποὺς τῶν κόπων του καὶ στὴν ἐπίγεια ζωή. Ἐπειδὴ τίμησε τὴν ἱερωσύνη, τοῦ δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁ ὑψηλὸς αὐτὸς θρόνος (τῆς ἐπισκοπῆς τῶν Σόλων). Φόρεσε χιτώνα, ποὺ ἔφτανε ὡς τὰ πόδια του, ὅπως ὁ δοῦλος. Ἡ κεφαλή του στολίσθηκε μὲ τὸ στεφάνι τῆς εὐπρεπείας.  Ὁ Θεὸς τοῦ ἐμπιστεύτηκε τὴν ἐκκλησία, ὡς νύμφη παρθένο, καὶ ἔτσι γίνεται νυμφίος της κατὰ χάριν.  Ἔσπειρε στὸν ἀγρὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ γι᾽ αὐτὸ θερίζει ὡς καρπὸ τοῦ Πνεύματος τὴν αἰώνια ζωή.   

23.  Ποιός λοιπὸν δὲν θὰ θαυμάσει, ἀγαπητοί, καὶ δὲν θὰ ἐπαινέσει τὸν γενναῖο ἀθλητὴ τοῦ Χριστοῦ, πῶς μόνος πυγμάχησε καὶ νίκησε τὸν ἐχθρὸ καὶ ἅρπαξε ἀπὸ τὰ χέρια του μεγάλο τρόπαιο;  Γιατὶ ὁ ἐχθρὸς τοὺς εἶχε ὅλους ὑπόδουλους.  Διότι, ὅταν ὁ Ἅγιος μπῆκε στὴν πόλη, δὲν ὑπῆρχε κανένας χριστιανὸς καὶ τοὺς ἔκανε ὅλους χριστιανοὺς μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.  Ὅπως ἕνας στρατηγός, σταλμένος ἀπὸ τὸν βασιλιὰ ἐνάντια σὲ πόλη ποὺ ἔχει ἐξεγερθεῖ, πρῶτα στέλλει κατασκόπους, μετὰ ἐνεδρεύει ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, παρατηρώντας τὰ χαρακτηριστικά της, μέχρι νὰ τὴν κατακτήσει καὶ νὰ τὴν ὑποτάξει στὸν βασιλιά, ἔτσι ἔκανε καὶ ὁ μακάριος Αὐξίβιος. Γιατί, ὅταν στάλθηκε ἀπὸ τὸν ἐπουράνιο βασιλιὰ σ᾽ αὐτὴ τὴν πόλη, γιὰ νὰ πολεμήσει τὸν ἐχθρό, στὴν ἀρχὴ δὲν ἔμπαινε φανερὰ στὴν πόλη, ἀλλὰ ἔμπαινε ὡς κατάσκοπος, φορώντας τὸ ἴδιο ἔνδυμα μὲ τοὺς ἀλλόθρησκους, ἔχοντας ὅμως μέσα στὴ φαρέτρα τῆς καρδιᾶς κρυμμένο τὸ ὅπλο τοῦ σταυροῦ καί, περιερχόμενος τοὺς χώρους λατρείας τους, ἀμέσως ἔπειτα ἀναχωροῦσε ἀπὸ τὴν πόλη. Αὐτὸ τὸ ἔκανε γιὰ ἀρκετὸ χρόνο.  Καὶ τὸ πιὸ θαυμαστὸ ἦταν ὅτι, ἐνῶ διέμενε στὸν ναὸ τοῦ ἐχθροῦ, δηλαδὴ τοῦ Δία, ἀπὸ ἐκεῖ ἀκριβῶς ἔκανε τὴν ἀρχὴ τῆς νίκης του.  Γιατὶ πράγματι κατήχησε τὸν ἱερέα τοῦ Δία καὶ τὸν βάπτισε κρυφὰ καὶ κατέστρεψε τὸν ναὸ τῶν εἰδώλων.  Ἔπειτα, μὲ παρρησία πλέον, μπαίνοντας στὴν πόλη σὰν γενναῖος στρατιώτης, σήκωσε τὰ χέρια στὸν οὐρανό, ἀναδεικνύοντας τὸν ἑαυτό του τύπο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὅπως ἔκανε ὁ μέγας Μωυσῆς, καί,   κατατρόπωσε ἀπὸ τὴ μιὰ τὸν νοητὸ Ἀμαλήκ, δηλαδὴ τὸν διάβολο, ἐλευθέρωσε δὲ καὶ ἀπολύτρωσε αὐτούς, ποὺ ἦταν κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία του, ὁδηγώντας τους ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ θαυμαστὸ φῶς τῆς  βαθειᾶς γνώσης  τοῦ Υἱοῦ του Θεοῦ καὶ τοὺς ὑπέταξε στὸν ἐπουράνιο βασιλιά.   

24.  Ἀφοῦ λοιπὸν κατόρθωσε τὰ πάντα μὲ καλὸ τρόπο κι ἔγινε κήρυκας τῆς ἀλήθειας καὶ τίμησε τὴν ἱερωσύνη γιὰ πενήντα περίπου χρόνια, κι ἀφοῦ φώτισε πολλοὺς μὲ τὴν πίστη στὸν Χριστό, ἔφθασε κοντὰ στὸ τέλος τῆς ζωῆς του.  Ἀφοῦ τότε προσκάλεσε ὅλο τὸν τίμιο του κλῆρο, τοὺς εἶπε: «Πατέρες καὶ ἀδελφοὶ καὶ παιδιά μου ἀγαπημένα, προσέξτε αὐτά, ποὺ τώρα θὰ σᾶς πῶ.  Ἐγὼ τώρα πιὰ παίρνω τὸν δρόμο τῶν πατέρων μου (πρόκειται νὰ ἀποθάνω), ὅπως ὅλοι ποὺ ἔζησαν πάνω στὴ γῆ.  Προσέχετε τὸν ἑαυτό σας, παιδιά μου. Μείνετε στέρεοι στὴν πίστη.  Μὴν ἀφήσετε κανένα νὰ σᾶς ἐξαπατήσει μὲ κούφια λόγια.  Ἐσεῖς οἱ ἴδιοι γνωρίζετε, πόσες θλίψεις ὑπέμεινα στὴν πόλη αὐτή, προσευχόμενος στὸν Θεὸ νύχτα καὶ ἡμέρα νὰ μοῦ δώσει χάρη στὸν λόγο, ὥστε ἄφοβα καὶ μὲ σαφήνεια νὰ διακηρύττω τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας, ποὺ προσφέρει ὁ Χριστός. Καὶ ὁ ἀψευδὴς Θεὸς δὲν μὲ ἁγνόησε, ἀλλὰ μὲ βοήθησε.  Τώρα, ἀδελφοί, σᾶς ἐμπιστεύομαι στὸν Κύριο καὶ στὸ κήρυγμα ποὺ σᾶς ἀποκάλυψε ἡ χάρη Του.  Αὐτὸς μπορεῖ νὰ σᾶς κάνει ὥριμους στὴν πίστη καὶ νὰ σᾶς δώσει τὴν ἐπουράνια ζωὴ μαζὶ μὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἔχουν γίνει δικοί Του. Νὰ εἶστε σταθεροὶ καὶ νὰ μείνετε πιστοὶ στὶς διδασκαλίες, τὶς ὁποῖες παραλάβατε ἀπὸ μένα. Κι αὐτόν, ποὺ διάλεξε ὁ Θεὸς γιὰ ἱερέα, ἀπὸ ἐσᾶς προῆλθε καὶ μαζί σας μένει, γιὰ νὰ σᾶς ὑπηρετεῖ.»  Ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ καὶ περισσότερα ἀπὸ αὐτά, πῆρε κοντά του τὸν θεοτίμητο μαθητή του Αὐξίβιο, τὸν ἀσπάστηκε καὶ εἶπε: «Ἐσένα διάλεξε ὁ Θεὸς γιὰ ἱερέα (ἐπίσκοπο)· ἐσὺ θὰ εἶσαι ὁ ποιμένας τῆς ποίμνης του Χριστοῦ, ποὺ τὴν ἔκανε δική Του μὲ τὸ αἷμα Του.» Ἔπειτα τοὺς ἀσπάστηκε ἕνα πρὸς ἕνα.  Τὴν τρίτη μέρα ἀκούστηκε σὲ ὅλη τὴν πόλη, ὅτι «ὁ πατὴρ ἡμῶν Αὐξίβιος πρόκειται νὰ ἐγκαταλείψει τὸν ἀνθρώπινο βίο», καὶ συγκεντρώθηκαν ὅλοι μὲ κλάματα καὶ ὀδυρμοὺς στὴν ἐκκλησία.  Ἀφοῦ λοιπὸν τοὺς ἀσπάστηκε ὅλους, παρέδωσε τὸ πνεῦμα ἐν εἰρήνῃ στὸν Κύριο.

25. Ἀφοῦ λοιπὸν τέλεσαν τὴν κηδεία του μὲ κάθε ἐπιμέλεια, ἔλαβαν τὸ λείψανο τοῦ ὁσίου καὶ  παμμακάριστου πατρὸς ἡμῶν καὶ ἀρχιερέως Αὐξιβίου ἄντρες εὐλαβεῖς καὶ τὸ τοποθέτησαν στὴ λάρνακα, τὴν ὁποία εἶχε ἑτοιμάσει ὁ ἴδιος ὁ μακάριος γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχε γράψει τὰ ἑξῆς: «Σᾶς ἐξορκίζω στὸ ἅγιο σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ: κανεὶς νὰ μὴν ξεσκεπάσει τὴ λάρνακα αὐτή, μέχρις ὅτου κοιμηθεῖ ὁ ἀδελφός μου Θεμισταγόρας.» Μετὰ τὴν κατάθεση λοιπὸν τοῦ λειψάνου τοῦ ὁσίου πατρὸς στὴ λάρνακα, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐπιφοίτησε ἀμέσως στὰ ἅγια λείψανά του καὶ ἀνέβλυσαν πηγὲς ἰάσεων.  Πολλοὶ πράγματι θεραπεύτηκαν ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἀπὸ ποικίλες ἀρρώστειες καὶ ἀπὸ ἀκάθαρτα πνεύματα.      

26.  Ὅταν ἄκουσαν καὶ οἱ κάτοικοι τῶν περιχώρων, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, γιὰ τὴ δωρεὰ τῶν θεραπειῶν, ποὺ γίνονταν  ἀπὸ τὰ λείψανα τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν, ἔρχονταν στὴν πόλη χωρὶς καθυστέρηση, ἐκεῖ ὅπου βρισκόταν τὸ ἅγιο λείψανο τοῦ ὁσίου πατρός, καὶ ὅλοι θεραπεύονταν μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἁγίου.  Ἄκουσαν καὶ οἱ ἄνδρες κάτοικοι τῆς Πάφου, ὅτι γίνονται πολλὲς θεραπεῖες διὰ τοῦ ἁγίου παμμάκαρος πατρὸς ἡμῶν καὶ ἀρχιεπισκόπου Αὐξιβίου. Μαζεύτηκαν λοιπὸν σαράντα ἄνδρες, ποὺ τοὺς βασάνιζαν πονηρὰ πνεύματα καί, ξεκινῶντας ἀπὸ τὴν Πάφο,  ἄρχισαν νὰ βαδίζουν πρὸς τὴν πόλη τῶν Σολίων. Κι ὅταν εἶχαν φθάσει σὲ κάποιο τόπο, ποὺ ἀπεῖχε περὶ τὰ δεκαπέντε ρωμαϊκὰ μίλια ἀπὸ τὴν πόλη, τοὺς ἐμφανίστηκε ὁ ἅγιος Αὐξίβιος καί, ἐκδιώκοντας ἀπ᾽ αὐτοὺς τὰ πονηρὰ πνεύματα, τοὺς γιάτρεψε ὅλους μὲ τὴ χάρη, ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός. Οἱ ἄνδρες αὐτοί,  ὅταν αἰσθάνθηκαν τὴ θεραπεία τους, ὅτι δηλαδὴ εἶχαν καθαρισθεῖ ἀπὸ τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα μὲ τὴν ἐπισκίαση τοῦ Αὐξιβίου, πῆγαν τρέχοντας στοὺς Σόλους καὶ διηγήθηκαν ὅλα ὅσα τοὺς συνέβησαν στὸν δρόμο.  Ὅλοι, ὅσοι τὰ  ἄκουσαν αὐτά, δόξασαν τὸν Θεό, ποὺ ἔδωσε τέτοια χάρη στὸν δοῦλο του. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔφθασαν οἱ ἄνδρες ποὺ γιατρεύτηκαν στὸν τόπο, ὅπου βρίσκεται τὸ λείψανο τοῦ ὁσίου πατρὸς καί, ἀφοῦ γονάτισαν μπροστὰ στὴ σορὸ καὶ προσκύνησαν, ἀνέπεμψαν εὐχαριστήριους ὕμνους στὸν Θεό, ποὺ δόξασε τὸν ὑπηρέτη του.  Στὴ συνέχεια ἀναχώρησαν μὲ εἰρήνη γιὰ τὴν πόλη τους.  Ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, οἱ Πάφιοι τιμοῦν τὴν ἁγία μνήμη τοῦ ὁσίου πατρὸς μέχρι σήμερα.   

27.  Βλέποντας ὁ μακάριος Θεμισταγόρας τὰ θαύματα, ποὺ γίνονταν στὸν τόπο ὅπου βρίσκεται τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου πατρὸς ἡμῶν καὶ ἀρχιεπισκόπου Αὐξιβίου καὶ ὅτι ἀνάβλυζε ἀσταμάτητα (ἰάσεις) ἡ ἁγία του λάρνακα σὰν ἀστείρευτη πηγή, θεώρησε τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο νὰ τοποθετηθεῖ μαζὶ μὲ τὸν μακάριο Αὐξίβιο στὴ λάρνακα καὶ γι᾽ αὐτὸ ἐξόρκισε τοὺς κληρικοὺς τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας, λέγοντας:  «Μετὰ τὸν θάνατό μου, κανεὶς νὰ μὴν τολμήσει νὰ ἀνοίξει  τὴ λάρνακα τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Αὐξιβίου γιὰ χάρη μου.»  Ἐξαιτίας αὐτοῦ μέχρι σήμερα ἔμεινε ὡς εἶχε ἡ ἁγία λάρνακα, χωρὶς νὰ τὴν ἀνοίξουν, ἀλλὰ σφραγισμένη μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ δόξασε τὸν Αὐξίβιο.

28.  Τὶ μακαρία λάρνακα, στὴν ὁποία βρίσκεται θησαυρὸς ἀσύλητος καὶ ἀπὸ τὴν ὁποία ἀναβλύζουν συνεχῶς θεραπεῖες!  Ὤ ἁγία λάρνακα, ποὺ ἑλκύεις πιστὸ λαὸ πρὸς τιμὴ καὶ δόξα Θεοῦ καὶ εἰς μνήμην τοῦ τιμίου λειψάνου, ποὺ βρίσκεται ἐντός σου καὶ εἰς δόξαν Θεοῦ, ποὺ τὸν τίμησε!  Τὶ πατέρας καὶ ποιμένας, διδάσκαλος καὶ ἰατρὸς τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μνημονεύεται μὲ ἐγκώμια εἰς τὸν αἰῶνα! Ὤ πόλη τῶν Σολίων, ποιό προστάτη καὶ θησαυρὸ ἀδαπάνητο ἔχεις, ἄσβεστο φωστῆρα,  πιὸ λαμπρὸ ἀπὸ τὸν ἥλιο! Γιατὶ ὁ ἥλιος συχνὰ καλύπτεται ἀπὸ νέφη καὶ σκοτάδι, ἐνῶ  ὁ ἀστέρας τοῦ μακαρίου Αὐξιβίου ἔχει λάμψη συνεχὴ καὶ νύχτα καὶ ἡμέρα, ποὺ φωτίζει αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται στὸ σκοτάδι, λαμπρύνει κάθε πόλη καὶ θεραπεύει τοὺς ἀσθενεῖς διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ δοξάζει τοὺς ὁσίους του.  Ἀλλ᾽ ἐγὼ μέχρι ποιοῦ σημείου καὶ μὲ ποιὸ τρόπο νὰ ἐγκωμιάσω τὸν ἅγιο;  Γιατί, ὅσα κι ἂν πῶ, δὲν θὰ μπορέσω νὰ ἀνυμνήσω ἐπάξια τὸν ὅσιο πατέρα.  Σ᾽ αὐτὸ τὸ σημεῖο, λοιπόν, ἂς σταματήσουμε τὸν λόγο, δοξάζοντας τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸν Θεό, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.