Μεγάλη ὀργή θά ἔλθῃ, ἰδίως διά τάς ἀσελγείας καί ἐκτρώσεις ~ Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος

Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος

Τά ἐμπνευσμένα αὐτά λόγια τοῦ Γέροντος ἐλέχθησαν τήν 8ην Μαΐου 1979, ἔνα ἔτος πρό τῆς ὁσίας κοιμήσεώς του.

Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος

…Πιστεύω, ἄν θέλῃ καί ὁ Θεός, νά φύγω γρήγορα. Πρέπει καί νά φύγω, γιατί, ὅπως βλέπω, ὁ κόσμος ὅλος ὅλον εἰς τό πονηρόν τρέχει, σάν ἁμαρτωλός εἰς τήν ἁμαρτίαν. ᾿Ακράτητοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι, καί λαός καί κλῆρος σάν τά ἀχαλίνωτα ἄλογα τρέχουν εἰς τήν ἁμαρτίαν· οὔτε συλλογίζονται Θεόν, θάνατον, κρίσιν, ἀνταπόδοσιν, τίποτε – τίποτε, μόνον γιά τήν ὕλη, γιά τό σῶμα, γιά τίς ἡδονές, γιά τίς τιμές. Γιά τήν ψυχή, γιά τό Θεό, γιά τήν ἀρετή; τίποτε. Πολύ ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού ἔχουν ἀληθινά ἐνδιαφέροντα, καί ἴσως χάριν αὐτῶν τῶν ὀλίγων κρατεῖ ὁ Θεός τόν κόσμον.

… Ὁ Σατανᾶς κάνει τήν τελευταίαν ἔφοδον, καί εἰς αὐτά τά χρόνια πού εὑρισκόμεθα μεγάλη θλῖψις καί μεγάλη ὀργή θά ρθῆ στόν κόσμον… Στήν ἐποχή τοῦ Προφήτου Ἱερεμίου ὁ Θεός ἀπεφάσισε νά τιμωρήση τούς Ισραηλίτας πολλές φορές καί ὁ ῾Ιερεμίας παρακαλοῦσε τόν Θεό νά λυπηθῆ τό πλάσμα του, τόν λαό του, καί νά μή τούς τιμωρήση, γιά τίς ἁμαρτίες του. Μιά φορά ὅμως λέγει τοῦ Ἱερεμίου θά τήν καταστρέψω τήν ῾Ιερουσαλήμ. ῾Ο ῾Ιερεμίας τότε ἄρχισε νά παρακαλῇ· Θεέ μου μή τήν καταστρέψης καί μή τούς τιμωρήσης…, ἀλλ’ ὁ Θεός τοῦ εἶπε· μή μέ παρακαλᾶς δέν σέ ἀκούω, θά τήν παραδώσω εἰς τούς Βαβυλωνίους, πού ἤδη εἶχαν πλησιάσει τήν ῾Ιερουσαλήμ. Τότε λέει ὁ ῾Ιερεμίας στόν Θεό· πῶς εἶναι δυνατόν νά μποῦνε μέσα οἱ ἐχθροί πού εἶναι ἰσχυρά τά τείχη; Εγώ θά ἀνοίξω τίς πόρτες, ἀπήντησε ὁ Κύριος, γιά νά μποῦν. Εάν δέν τήν παραδώσω ἐγώ δέν μπαίνουν, ἀλλά ἐγώ θά τήν παραδώσω… Αὔριο τό πρωΐ νά καθίσης σέ ἕνα ὑψηλό μέρος καί θά ἰδῆς πῶς θά τήν παραδώσω… Καί εἶδε ἕνα ῎Αγγελο πού ἐπῆγε καί ἄνοιξε τήν ἀνατολική θύρα καί ἐπῆρε τά κλειδιά, κατόπιν στήν Δυτική, Νότιο καί Βόρειο καί τά ἐτοποθέτησε κάτω ἀπό μιά πέτρα, λέγοντας: Δέξου πέτρα τά κλειδιά τῆς πόλεως αὐτῆς τῆς ἁμαρτωλοῦ καί νά τά φυλάξῃς ἕως ὅτου ἐπιστρέψουν οἱ αἰχμάλωτοι, καί κατόπιν ἐφώναξε ὁ ῎Αγγελος· Εἴσελθε ἡ δύναμις τῶν Χαλδαίων, καί ἐμπῆκαν οἱ ἐχθροί μέσα, ἔσφαξαν καί ἐρήμωσαν καί ἐπῆραν πολλούς αἰχμαλώτους καί μαζί μέ αὐτούς καί τόν Ἱερεμίαν. Δι’ αὐτό λέει ὁ ῞Αγιος Χρυσόστομος ὅτι, ὅταν αἱ ἁμαρτίαι τῶν ἀνθρώπων εἶναι πολλαί καί εὑρίσκωνται μέσα εἰς τούς ἁμαρτωλούς καί δίκαιοι ὁ Θεός μαζί μέ τούς ἁμαρτωλούς, καμμιά φορά, παίρνει καί δικαίους…

Λοιπόν μεγάλη ὀργή θά ἔλθῃ. Πολλά γίνονται, ἰδίως δύο μεγάλα κακά, ἡ ἀσέλγεια καί αἱ ἐκτρώσεις πού κάνουν αἱ γυναῖκες. Τόσο μεγάλο κακό στον κόσμο δέν ἔγινε σέ καμμιά ἐποχή, νά σκοτώνουν 6 – 10 παιδιά οἱ μητέρες καί νά μήν αἰσθάνωνται καθόλου τύψι τῆς συνειδήσεως, πού, ἄν εἶχαν λίγο ἴχνος μετανοίας καί συναισθήσεως, ἔπρεπε νά ἀνοίξουν τάφους καί νά μποῦν μέσα νά βασανίζωνται, ἀλλά ἀναίσθητες. Ἐξομολογοῦνται καμμιά φορά, ἀλλά χωρίς μετάνοια. ῞Ενα αὐτό, καί δεύτερον ἡ γύμνια τῶν γυναικῶν. Περπατοῦν τώρα γυμνές, καί οἱ ἄνδρες γυμνοί, δέν πέφτουν πίσω, ἀλλά περισσότερον αἱ γυναῖκες, καί αὐτό δέν εἶναι δυνατόν νά τό ὑπομένη ὁ Θεός. Ὑπέμεινε καί τούς ἐπί Νῶε ἁμαρτωλούς καί τούς Σοδομίτας καί Γομορρίτας, ἀλλά δέν εἶχαν φθάσει καί σέ αὐτό τό σημεῖο, να περπατοῦν γυμνοί καί νά ἐπιδεικνύουν τα σώματά των τά βρωμερά στούς ἄνδρες γιά νά τούς ἑλκύσουν καί παρασύρουν εἰς τήν ἁμαρτίαν. Ο Θεός εἶναι μακρόθυμος καί μία ὥρα παρά Θεοῦ ὡς 1.000 ἔτη. Μακροθυμεῖ, ἀλλά ἡ μακροθυμία του ἔχει καί ὅρια. «Ἐάν μή ἐπιστραφῆτε, λέγει, τήν ρομφαίαν αὐτοῦ στιλβώσει, τό τόξον αὐτοῦ ἐνέτεινε καί ἡτοίμασεν αὐτό, καί ἐν αὐτῷ ἡτοίμασε σκεύη θανάτου, τά βέλη αὐτοῦ τοῖς καιομένοις ἐξειργάσατο».

Λοιπόν ἄς εἴμεθα ἕτοιμοι διότι οὐκ οἴδαμε τήν ὥραν οὐδέ τήν στιγμήν τοῦ θανάτου. Τώρα τί τιμωρία θά μεταχειρισθῆ, Ἐκεῖνος ξεύρει. Πάντως ὅμως ἡ τιμωρία θά ἔλθῃ… Λοιπόν ἔγιναν πολλά κακἀ καί γίνονται καί ἐξακολουθοῦν ἁλματωδῶς νά γίνωνται. Ὑπάρχουν και μερικοί ὀλίγοι καλοί, οἱ ὁποῖοι μαζύ μέ τούς ἄλλους, φοβοῦμαι ὅτι θά ὑποφέρουν καί αὐτοί, ἀλλά αὐτοί ἅμα φυλάξουν τήν πίστι τους καί τήν ἀγάπη τους πρός τόν Θεόν, ὁ Θεός δέν θά τούς ἀφήσῃ, καί ὀλίγα παιδευθέντες μεγάλα εὐεργετηθήσονται· οἱ ἄλλοι ὅμως θά παιδευθοῦν καί ἐδῶ καί θά παραπεμφθοῦν στό πῦρ τό ἐξώτερον. Αὐτά εἶναι τά χάλια μας…

Δέν εἶναι δυνατόν ποτέ ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος πάντοτε τήν ἁμαρτίαν τήν τιμωρεῖ νά ἀφήση τόσα κακά νά γίνωνται χωρίς τιμωρίαν… Μόνον νά εἴμεθα ἕτοιμοι. «Οἱ πεποιθότες ἐπί Κύριον, ἑοίκασιν ὄρει τῷ ἁγίῳ· οἵ οὐδαμῶς σαλεύοντι, προσβολαῖς τοῦ βελίαρ» (᾿Αντίφωνον Γ΄ τῶν ᾿Αναβαθμῶν τοῦ Β’ ἤχου).

Εἰς τόν Θεόν νά ἔχουμε τήν πίστι μας, τήν ἐλπίδα μας, τήν ἀγάπην μας καί δέν θά μᾶς ἐγκαταλείψῃ, καί ἄς μή μᾶς χωρίση τίποτε ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.

– Ὁ Θεός, προσευχόμενος εἰς τούς ῾Αγίους Πάντας διά τήν σημερινήν κατάστασιν καί τί πρέπει νά γίνῃ, μοῦ εἶπε νά γράψω εἰς τούς ἄρχοντας τῆς Πολιτείας καί Ἐκκλησίας να μετανοήσουν…

– Ο Θεός μέ ἀπεκάλυψε ὅτι τό μόνον διά τήν σωτηρίαν μας εἶναι ἡ μετάνοια, καί νά μετανοήσουν πρῶτον οἱ ᾿Αρχιερεῖς καί νά ἑνωθοῦν, διότι εἶναι αἶσχος νά λένε περί τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου καί τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως καί αὐτοί ἀναμεταξύ τους νά ἔχουν ἔχθρας… Καιρός δακρύων, ἀλλά πρέπει ἡ ἀλήθεια νά ὁμολογῆται… ῞Ενας Θεός κατεδέχθη νά γίνη ἄνθρωπος διά νά εἰρηνεύση τόν κόσμον καί ἐμεῖς γινόμεθα ἐνάντιοι τῆς εἰρήνης!

– Καί τώρα εὑρισκόμεθα εἰς τάς παραμονάς τῆς μεγάλης ὀργῆς, πλησιάζει τό τέλος τῆς συντελείας.

Τόν θάνατον καί τήν δευτέραν παρουσίαν ἐθεωροῦσαν ὅλοι οἱ ῞Αγιοι Πατέρες καί οἱ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας ἀπαραίτητα γιά τήν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου, καί πολλοί ἀπό αὐτά ἐσώθησαν. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν καί κακά παραδείγματα ἀπό τούς ἄρχοντας τῆς πολιτείας καί τῆς Ἐκκλησίας, ἔχουν ὅμως καί ἐκεῖνοι σκληρυνθῆ, χειρότερα καί ἀπό τούς Εβραίους… ῞Οσον μπορεῖ κανείς ἄς ἐργάζεται, ἀλλά νά μή ἐκτίθεται…..

– Καιρός παντί πράγματι, καί Θεοῦ θέλοντος καί καιροῦ εὐδοκοῦντος. Προσπαθεῖστε, ζητοῦντες πάντοτε καί τό ἔλεος καί τήν βοήθειαν καί τήν χάριν τοῦ Θεοῦ… Περισσότερον θά κοιτάξωμεν τήν ψυχήν μας, καί νά φυλασσώμεθα ἀπό τούς κινδύνους.

– Πάντοτε νά ἐπικαλῆσθε τήν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ. Νά μή ἐπιχειρῆτε ἔργον χωρίς νά ἐπικαλεσθῆτε τόν Θεόν, νά σᾶς φανερώση, νά σᾶς ἀποκαλύψῃ, ὅτι εἶναι ἅγιον. Καί οἱ ῞Αγιοι ᾿Απόστολοι προσηύχοντο πρῶτα καί κατόπιν ἐπήγαιναν εἰς τό κήρυγμα, ὅπου τούς ἀπεκάλυπτε ὁ Κύριος. Τό θέλημα τοῦ Κυρίου νά γίνη…

– Τό καλύτερον εἶναι νά κάνωμεν ὑπομονήν διά νά πᾶμε εἰς τήν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, νά εἴμεθα πάντοτε αἰωνίως, χαίροντες, ἀγαλλόμενοι καί εὐφραινόμενοι, ὑμνοῦντες καί εὐχαριστοῦντες καί δοξολογοῦντες διά παντός τό ὄνομα τῆς ῾Αγίας Τριάδος, διά πρεσβειῶν τῆς Παναχράντου Μητρός Αὐτοῦ καί πάντων τῶν ῾Αγίων.

Πηγή: https://tasthyras.wordpress.com/

Περιστερώνα (Μόρφου): Πρόγραμμα ακολουθιών για τον πρώτο επίσημο εορτασμό του Οσίου Γέροντος Ευμενίου του Νέου (21 – 23 Μαΐου 2022)

Ασματική Ακολουθία του Οσίου και Θεοφόρου πατρός ημών Ευμενίου του Νέου ψαλλομένη τη 23η Μαΐου

Παρακλητικός Κανών εις τον Όσιον και Θεοφόρον Πατέρα ημών Ευμένιον τον Νέον

Η Ιερά Μητρόπολη Μόρφου και η εκκλησιαστική επιτροπή Περιστερώνας σας προσκαλούν στις τριήμερες εκδηλώσεις με αφορμή τον πρώτο επίσημο εορτασμό του Οσίου πατρός ημών Ευμενίου του Νέου.

Πρόγραμμα ακολουθιών και ομιλιών (όλες οι ακολουθίες και ομιλίες θα λάβουν μέρος στο Ιερόν Παρεκκλήσιον του Αγίου Νικηφόρου του Λεπρού στην Περιστερώνα):

21  Μαΐου

Ώρα 6:30 μ.μ : Έναρξη εορτασμών για την Πανήγυρη του Αγίου Ευμενίου του νέου (Σαριδάκη) με την έλευση και υποδοχή  στο Παρεκκλήσιο από την Ιερά Μητρόπολη Μόρφου των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Νικηφόρου του Λεπρού και του Ιερού Πετραχηλίου του Οσίου Ευμενίου. Τα Ιερά σεβάσματα θα μεταφέρει ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης της Μητροπόλεως μας, Ιάκωβος Καλογήρου, ο οποίος θα προεξάρχει και του Αναστάσιμου Εσπερινού, ο οποίος θα τελεστεί αμέσως μετά την υποδοχή.

22  Μαΐου

Ώρα 6:30 π.μ :  Όρθρος και Θεία Λειτουργία Κυριακής της Σαμαρείτιδος στο Παρεκκλήσιο, κατά την οποία θα λειτουργήσει και θα κηρύξει ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης Αγαθόνικος Κυκκώτης, Πρωτοσύγκελλος και Έφορος της Ιεράς Μονής Κύκκου.

(στην μεγάλη Εκκλησία δεν θα έχει σήμερα Θεία Λειτουργία)

Ώρα 7:30 μ .μ : Πανηγυρική Αρχιερατική Αγρυπνία για τον πρώτο επίσημο εορτασμό του Οσίου Γέροντος Ευμενίου Σαριδάκη μετά την αγιοκατάταξη του από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Της Αγρυπνίας θα προεξάρχει ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος πλαισιούμενος από κληρικούς της Μητροπόλεως.

23  Μαΐου

Ώρα 6:30 μ.μ: Ακολουθία Παρακλητικού Κανόνα προς τον νέο Όσιο Ευμένιο.

Ώρα 7:15 μ.μ : Πνευματική ψυχωφελής ομιλία από τον Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου με θέμα τον Βίο και την Αγιότητα του Οσίου Γέροντος Ευμενίου Σαριδάκη (1930-1999). Κατά την διάρκεια της ομιλίας θα υπάρξουν παρεμβάσεις από πνευματικά παιδιά του Αγίου, οι οποίοι θα καταθέσουν την προσωπική τους μαρτυρία για όσα έζησαν δίπλα του. Η ομιλία θα πραγματοποιηθεί στην μεγάλη αίθουσα της ΟΧΕΝ Περιστερώνας που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στο Παρεκκλήσιο του Αγίου Νικηφόρου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η  Ακολουθία της Αγρυπνίας προς τιμή του Οσίου Ευμενίου του Νέου στις 22-23.05.2022  και η  ομιλία του Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου με θέμα τον βίο και την αγιότητα του Οσίου Ευμενίου στις 23.05.2022 θα μεταδοθούν σε απευθείας διαδικτυακή μετάδοση από τo κανάλι του YouTube: ΟΜΙΛΙΕΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΟΡΦΟΥ και από την ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου (immorfou.org.cy).

 

Ζωντανή μετάδοση: Ἡ πρώτη Πανηγυρική Ἀρχιερατικὴ Ἀγρυπνία τοῦ Ἁγίου Εὐμενίου τοῦ Λεπροῦ μετὰ τὴν Ἁγιοκατάταξή Του (22/23.05.2022)

Τὴν Κυριακὴ 22α Μαΐου 2022 στὶς 19:30 παρακολουθεῖστε τὴν πανηγυρικἠ Ἀρχιερατικἠ Ἀγρυπνία γιὰ τὸν πρῶτο ἐπίσημο ἑορτασμὸ τοῦ Ὁσίου Γέροντος Εὐμενίου Σαριδάκη, μετά την ἁγιοκατάταξη του ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ποὺ θὰ πραγματοποιηθεῖ στὸ Ἱερὸν Παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου τοῦ Λεπροῦ τῆς κοινότητας Περιστερώνας τῆς Μητροπολιτικῆς περιφερείας Μόρφου. Τῆς Ἀγρυπνίας θὰ προεξάρχει ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος πλαισιούμενος ἀπό κληρικοὺς τῆς Μητροπόλεως Μόρφου.

Ζωντανή μετάδοση: Ὁ Μητρ. Μόρφου κ. Νεόφυτος Ὁμιλεῖ για τὸ Βίο καὶ τὴν Ἁγιότητα τοῦ Ὁσίου Γέροντος Εὐμενίου τοῦ Νέου (23.05.2022)

Παρακολουθεῖστε ζωντανά τὴ Δευτέρα 23 Μαΐου 2022 στὶς 19:15 τὴν πνευματική ὁμιλία ἀπό τὸν Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ.Νεόφυτου μὲ θέμα τὸν Βίο καὶ τὴν Ἁγιότητα τοῦ Ὁσίου Γέροντος Εὐμενίου Σαριδάκη τοῦ Νέου (1930-1999)

Μόρφου Νεόφυτος: Ἡ θεραπευτικὴ Τριαδικὴ προσευχὴ τῆς ὁσίας Γαλακτίας τῆς Κρήτης (19.05.2022)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τῶν 13 ὁσιομαρτύρων τῆς ἱερᾶς μονῆς Παναγίας τῆς Καντάρας τῆς Κύπρου, τῶν μαρτυρησάντων ὑπὸ τῶν Λατίνων, ποὺ τελέσθηκε στὴν πανηγυρίζουσα ἱερὰ μονὴ Ἁγίου Νικολάου παρὰ τὴν Ὀροῦντα, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου. Μετὰ τὸ πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας τελέσθηκε τὸ ἐτήσιο μνημόσυνο τῆς μακαριστῆς ὁσίας Γερόντισσας Γαλακτίας τῆς Κρήτης (19.05.2022).

Μνημειώδης, ιστορική ομιλία για τον Μέγα Κωνσταντίνο του μακαριστού πατρός Γεωργίου Μεταλληνού

Είναι γεγονός ότι η στάση των ιστορικών απέναντι στο Μέγα Κωνσταντίνο είναι αντιφατική. Για άλλους υπήρξε μέγα αίνιγμα ή στυγνός δολοφόνος και καιροσκόπος, για άλλους δε, το μέγα θαύμα της ιστορίας. Αυτό συμβαίνει διότι επικρατούν συνήθως ιδεολογικά κριτήρια και παραταξιακές εκτιμήσεις ερήμην των πηγών. Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στο χώρο της ιστορίας, που οδηγεί αυτόχρημα στην αυτοκατάργηση του ιστορικού και των ερευνών του, είναι η χρησιμοποίηση της ιστορίας με οποιεσδήποτε διασκευές της κατά το δοκούν, ώστε να χρησιμοποιείται για να αποδειχθούν πράγματα που ιστορικά δεν θεμελιώνονται.

Ένα άλλο επίσης πρόβλημα είναι όχι μόνον η ιδεολογική χρήση της ιστορίας και των πηγών ακόμη, αλλά είναι και ο ιστορικός αναχρονισμός. Να επιχειρούνται δηλαδή ερμηνευτικές προσβάσεις στα ιστορικά γεγονότα και στα ιστορικά πρόσωπα μέσα από κρίσεις και προϋποθέσεις του παρόντος, του οποιουδήποτε παρόντος. Γνωρίζετε ασφαλώς όλοι ότι όταν συντάσσει κανείς μια ιστορική διατριβή και μάλιστα αν είναι διδακτορική διατριβή που είναι η σημαντικότερη εργασία ενός επιστήμονος, παραθέτει ένα εισαγωγικό ή πρώτο κεφάλαιο που αναφέρεται στην εποχή μέσα στην οποία τοποθετούνται τα θέματα με τα οποία ασχολείται. Αυτή η τοποθέτησις είναι απολύτως αναγκαία, σφαιρική από πάσης πλευράς τοποθέτηση, για να μπορεί κανείς τα συμπεράσματα τα οποία θα συναγάγει, να τα τεκμηριώνει και μάλιστα κατά τρόπον αναμφισβήτητον.

Ο ιστορικός αναχρονισμός και η ιδεολογική χρήση της ιστορίας, επαναλαμβάνω, είναι από τις μεγαλύτερες αρρώστιες των ασχολουμένων με την ιστορία, στην εποχή μας περισσότερο. Επίσης, είναι δυνατόν, να στοχάζεται κανείς εις τα ιστορικά γεγονότα ερήμην των πηγών. Αυτό είναι μυθιστόρημα, δεν είναι ιστορία. Μυθιστόρημα σημαίνει, ή ιστορικό ρομάντσο ακόμη, σημαίνει ότι χρησιμοποιεί κανείς κάποια γεγονότα τα οποία έστω, στηρίζονται στις πηγές και τα συνδέει με έναν αυθαίρετο τρόπο. Αυτό ακριβώς είναι πάλι άλλη νόσος της ιστορικής επιστήμης. Ο μακαρίτης, ο μέχρι του θανάτου του πατριάρχης των εκκλησιαστικών ιστορικών στον τόπο μας, ο Απόστολος Βακαλόπουλος, μ’ ένα κλασικό έργο που μας έδωσε για την ιστορία, πολύτομο, του νέου ελληνισμού, αναγκάζεται να απολογηθεί στην επανέκδοση του πρώτου και δευτέρου τόμου και να πει το εξής, ότι «με κατηγορείτε διότι δεν στοχάζομαι επί των γεγονότων, αλλά νομίζω ότι επιστήμη είναι πρώτον η έρευνα και η παρουσίαση των πηγών αναλυτικά, κριτικά, και εν συνεχεία ο στοχασμός. Αφήστε με λοιπόν εγώ να ασχοληθώ με τις πηγές», έλεγε ο Βακαλόπουλος, «και εν συνεχεία σεις, κάμνετε τους στοχασμούς σας».

Επαναλαμβάνω λοιπόν, ιδεολογική χρήση της ιστορίας, ιστορικός αναχρονισμός, παραταξιακή νοοτροπία, και εν συνεχεία ανέρειστος, αθεμελίωτος στοχασμός, καταργούν τον ιστορικό και την έρευνά του.

Οι πηγές

Μιλώντας για τον Μέγα Κωνσταντίνο, ποιες είναι οι πηγές από τις οποίες αντλούμε πληροφορίες; Ο σύγχρονος ιστορικός, ο πατέρας της εκκλησιαστικής ιστορίας, είναι ο ιστορικός Ευσέβιος, ο οποίος συνεδέετο με φιλικούς δεσμούς με τον Μέγα Κωνσταντίνο και γι’ αυτό το λόγο και οι δικές του πληροφορίες πρέπει να κρίνονται και να διασταυρώνονται με άλλες πηγές. Αν δεν μπορούν να διασταυρωθούν παραμένουν ως μαρτυρίες αλλά που δε μπορεί να τις επικαλείται κανείς και να υποστηρίξει αυτό το οποίον θέλει.

Ένας άλλος σύγχρονος ιστορικός, φίλος του γιου του Κωνσταντίνου, του Κρίσπου, ήταν ο Λακτάντιος. «Περί του θανάτου των διωκτών», του Χριστιανισμού προφανώς, έχει γράψει. Είναι όμως και ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος ο οποίος εις τα έπη του ασχολείται με τις δύο Ρώμες, την Παλαιά και τη Νέα Ρώμη. Θεωρεί την δευτέρα, Νέα Ρώμη, ως σύνδεσμο Ανατολής και Δύσεως, θα επανέλθω σ’ αυτό. Αυτές είναι οι ασφαλέστερες, σύγχρονες πηγές.

Ζώσιμος

Από την άλλη πλευρά, πηγή που περιέχει όποιο αρνητικό στοιχείο επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα για τον Μέγα Κωνσταντίνο, είναι ο ειδωλολάτρης, ο εθνικός και φανατικός μάλιστα ειδωλολάτρης ιστορικός, ο Ζώσιμος. 425 περίπου με 518. Γράφει δηλαδή ένα, ενάμιση αιώνα μετά τον Μέγα Κωνσταντίνο.

Ο Ευσέβιος όπως είπαμε είναι ο πατέρας της Εκκλησιαστικής ιστορίας και κοιμάται, αποθνήσκει, περί το 339, 340. Το 337 πεθαίνει ο Μέγας Κωνσταντίνος, άρα είναι σύγχρονος. Ο Zώσιμος ήταν φανατικός οπαδός της αρχαίας θρησκείας και έγραψε το έργο «Ιστορία Νέα» που αρχίζει από τον Αύγουστο και τελειώνει το 410, σε έξι βιβλία. Οι πηγές του είναι παγανιστικές. Οι πληροφορίες τις οποίες δίδει δεν διασταυρώνονται. Αλλά εκείνοι που θέλουν να εκμεταλλευτούν την περίπτωση εναντίον του Μεγάλου Κωνσταντίνου, αντλούν συνεχώς από αναπόδεικτα στοιχεία τα οποία παραδίδει ο Ζώσιμος. Βλέπετε πως προσπαθώ να μείνω αντικειμενικός, δεν είναι αν εμάς μας ενδιαφέρει ο Κωνσταντίνος να φανεί καλός ή κακός. Το πρόβλημα στην έρευνα είναι τι λέγουν οι πηγές. Επομένως, και ο Ευσέβιος σε πολλά σημεία πρέπει να δεχθεί αυτή τη διασταύρωση για το έγκυρο των πληροφοριών του, αλλά πολύ περισσότερο ο Ζώσιμος που είναι και μεταγενέστερος. Είναι απορριπτικός έναντι του Μεγάλου Κωνσταντίνου και είναι συγχρόνως λιβελογράφος.

Η επιστήμη σήμερα δέχεται, κριτικά, ότι ο Ζώσιμος πραγματικά δεν υπήρξε ιστορικός επιστήμων. Γράφει συναισθηματικά πολλές φορές, είναι ηθικολόγος περισσότερο παρά επιστήμων. Υπάρχει ένα καταπληκτικό άρθρο, του Ντίντλεϋ, σε ένα περίφημο γερμανικό περιοδικό του 1972. Όπως επίσης ένα σπουδαίο άρθρο, που έχει τον Ντίντλεϋ υπόψιν, εις το παγκόσμιο βιογραφικό λεξικό της Εκδοτικής Αθηνών, του κυρίου Τσακανίκα. Ο φανατισμός του Ζωσίμου και η λιβελογραφική επίθεση εναντίον του Κωνσταντίνου, φαίνεται στο ότι του αποδίδει την παρακμή της αρχαίας θρησκείας και της αυτοκρατορίας σε στιγμή όπου στην εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου η αυτοκρατορία, της Ρώμης, αποκτά τη μεγαλύτερη έκταση και τη μεγαλύτερη ενότητα και αίγλη. Εντελώς διαφορετικά δηλαδή είναι τα πράγματα απ’ ό,τι τα παρουσιάζει ο Ζώσιμος.

Σημασία έχει ότι άκριτα αναπαράγονται από τους μεταγενεστέρους, και μάλιστα από τους συγχρόνους μας νεοπαγανιστές ή νεοειδωλολάτρες, οι απόψεις του Ζωσίμου. Σκόπιμα για να στιγματιστεί και απορριφθεί ο Μέγας Κωνσταντίνος και το έργο του. Να σπιλωθεί και να υποτιμηθεί το πρόσωπό του. Η κορύφωση είναι η ύπουλη πραγματικά και αδίωκτη, ακαταδίωκτη δικαστικά, μετά, τι να κάνεις, που να προσφύγεις σε ποια δικαιοσύνη σ’ αυτό το χώρο, είναι τα όσα δημοσιεύονται, ανώνυμα τις περισσότερες φορές. Πόσες φορές μου στέλνουν κείμενα, από το ίντερνετ, άλλοι με επαινούν αλλά οι περισσότεροι, κυρίως οι νεοειδωλολάτρες, με κατηγορούν και μου αποδίδουν απόψεις που ποτέ δεν τις σκέφτηκα. Άλλοι το κάνουν ίσως για να αποκτήσουν κύρος, να μην τους αδικήσω. Έ, γεράσαμε τώρα στην έρευνα, σου λέει το λέει και ο Μεταλληνός. Κι αυτό είναι τιμή μου. Αλλά δε με τιμά το ότι μου αποδίδουν απόψεις που δεν τις γνωρίζω εγώ ο ίδιος. Δε θέλω τώρα να φέρω… έτσι δουλεύει και ο… θα πω το όνομα διότι είναι δημόσια πράγματα, ο κύριος Γεωργαλάς, ο παλαιός συνεργάτης του Παπαδοπούλου, είναι ανέντιμο διότι αποδίδει σε κάποιο βιβλίο ανθελληνικές θέσεις τις οποίες ποτέ δε σκέφτηκα. … (απάντηση σε ακροατή: Ο Γεωργαλάς… ζει… και να ‘ναι καλά ο άνθρωπος και να ζήσει και να μετανοήσει πριν φύγει από τον κόσμο για τα ψέματα τα οποία λέει.) Μένει όμως το κείμενο και το παίρνουν φοιτητές. Αυτό γίνεται γενικά και με τον Ζώσιμο. Ο Βολταίρος επί παραδείγματι, τοποθετείται αρνητικά απέναντι στον Κωνσταντίνο. Ο Γίββων τοποθετείται αρνητικά και θα το δούμε αυτό στη συνέχεια. Αμέσως τώρα, ποιοι είναι εκείνοι οι οποίοι διαχρονικά και συγχρονικά στην εποχή μας, κατηγορούν και απορρίπτουν τον Μέγα Κωνσταντίνο.

Ο Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, τον 19ο αιώνα, ο πρώτος μεγάλος ιστορικός μας, πολλά πράγματα πρέπει να ανανεωθούν σήμερα, αλλά βασικά το έργο του παραμένει πολύτιμη πηγή διότι, το λέγω γι’ αυτούς που ίσως δεν το γνωρίζουν, ο Παπαρηγόπουλος έχει ένα προσόν: δε στοχάζεται κυρίως αλλά ακολουθεί τις ιστορικές πηγές. Το έργο του είναι ανάπτυξη των ιστορικών πηγών. Άρα και να μη βρει κανείς όλες τις πηγές, μπορεί πιστότατα να τις μελετήσει όπως αποδίδονται από τον Κωνσταντίνο Παπαρηγόπουλο. Λέγει λοιπόν.

Πρώτη ομάδα, που εμίσησε τον Μέγα Κωνσταντίνο, ως πρόμαχο του νέου θρησκεύματος, είναι οι του αρχαίου θρησκεύματος οπαδοί. Οι ειδωλολάτρες της εποχής, όπως ο Ζώσιμος. Ο Ζώσιμος του αποδίδει όλες τις συμφορές, κατά τον Ζώσιμο, συμφορές του κράτους. Και σήμερα λοιπόν αποδίδονται στον Κωνσταντίνο, αναπόδεικτα, όλα αυτά τα οπαία επικαλείται ο Ζώσιμος και οι νεοειδωλολάτρες. Κατά πόσον έχουν δίκιο, θα το δούμε στη συνέχεια. Δεύτερο, επιτίθενται στον Μέγα Κωνσταντίνο, από τον 18ο κυρίως αιώνα, οι οπαδοί του Διαφωτισμού. Μια γνώμη του Ζωσίμου, που διέφυγε, την υπογραμμίζω: «εγκατέλειπε το πάτριον δόγμα και ησπάσθη την ασέβεια». Βλέπετε πόσο σχετικά είναι τα πράγματα. Ασέβεια είναι ο Χριστιανισμός. Και η πάτρια θρησκεία τιμάται! Βέβαια ένας ερευνητής της ιστορίας όπως ο ομιλών, δεν ασχολείται με συναισθηματικά πράγματα. Αλλά καταλαβαίνετε, πώς ανατρέπεται η προοπτική και πως περιμένεις να επαινέσει κάποιος τον Κωνσταντίνο όταν έχει αυτή τη βασική προοπτική στην προσέγγισή του. Παρόλα αυτά, σπεύδω να πω ότι πολλές φορές ο Ζώσιμος ή αποσιωπά σημαντικά έργα του Κωνσταντίνου ή τον επαινεί για τις αρετές τις οποίες διέθετε. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλώντας για τον Μέγα Βασίλειο χρησιμοποιεί την εξής παροιμία που ίσως είναι δική του: «θαυμάζει ανδρός αρετήν και πολέμιος». Τη λεβεντιά ενός ανθρώπου τη θαυμάζει και ο αντίπαλός του. Όταν σε επαινεί ο αντίπαλός σου σημαίνει ότι κάτι αξίζεις. Και δεν είναι λίγες οι φορές που αναγκάζεται ο Ζώσιμος να επαινέσει τον Κωνσταντίνο.

Διαφωτιστές

Οι Διαφωτιστές λοιπόν, ο Γίββων, ο Βολταίρος. Ο Βολταίρος συνεχώς απορρίπτει το Βυζάντιο ο δε Γίββων ακόμη και στον τίτλο του βιβλίου του, ναι μεν δεν αρνείται ότι το όνομα της αυτοκρατορίας δεν είναι Βυζάντιο αλλά είναι Νέα Ρώμη, είναι συνέχεια από πλευράς πολιτικής και εδαφικής αλλά όχι και πολιτιστικής και πνευματικής, της παλαιάς Ρώμης, μιλεί για την Decline and Fall of the Roman Empire. Δηλαδή είναι το κατρακύλισμα και η πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Κι αυτό οφείλεται κατ’ αυτόν, κατά τον Γίββωνα, στον Χριστιανισμό. Το έργο του είναι σπουδαίο, αλλά όταν έχει συγκεκριμένη προοπτική, καταλαβαίνετε το βασικό μειονέκτημά του. Στη διαστροφή των πνευμάτων κατά τον Παπαρηγόπουλο, ουκ ολίγον συνετέλεσε και η παπική αρχή. Μπορεί να είναι ο Μέγας Κωνσταντίνος αναγεγραμμένος εις το αγιολόγιο του παπισμού (σημ. ΟΟΔΕ: τουλάχιστον στους Ουνίτες), αλλά δεν παύει να μισείται ή να τον αποστρέφονται οι ρωμαιοκαθολικοί επειδή μετέφερε την πρωτεύουσα στη Νέα Ρώμη και οδήγησε στην αφάνεια την Παλαιά Ρώμη. Αν γινότανε κάτι τώρα σε μας, λέγω τώρα μια σκέψη, η πρωτεύουσα να μεταφερθεί στη Θεσσαλονίκη, τι θα κάναμε κύριε δήμαρχε εμείς, οι χαμουτζήδες, όπως μας λένε οι βόρειοι, σ’ αυτή τη μεταβολή;

Σημασία τώρα ουσιαστικότερη έχει το εξής: το όνομα Κωνσταντίνος μολονότι εννοιολογικά προέρχεται από την ελληνική γλώσσα. Κώνστας είναι η constantia είναι η σταθερότης, η δύναμη του χαρακτήρος, και τα δύο από το ρήμα ίσταμαι και ίστημι, επομένως η προέλευση εννοιολογικά είναι αρχαιοελληνική, ελληνική, αλλά το όνομα Κωνσταντίνος επεκράτησε στη Δύση. Από το σχίσμα και μετά, ουδείς πάπας και ουδείς ηγεμόνας της Δύσεως, έλαβε το όνομα Κωνσταντίνος. Έγινε το μισητότερο όνομα εις την Δύση εν αντιθέσει με την Ανατολή που φθάσαμε πριν από κάποια χρόνια από τον ανώτατο άρχοντα και όχι μόνο τον πρώην, τον τέως βασιλέα, αλλά και πρόεδρο δημοκρατίας μέχρι τους αρχηγούς των κομμάτων, να έχουν όλοι το όνομα Κωνσταντίνος. Και η μακαρίτισσα η Μαλβίνα η Κάραλη, είπε κάποτε με κάποια αγανάκτηση, καλά βρε παιδιά, δεν υπάρχει κανένας Βρασσίδας, Επαμεινώνδας, μόνο Κωνσταντίνοι υπάρχουν. Έγινε το αγαπητότερο όνομα, κι επειδή έχω και τον γαμπρό μου Κωνσταντίνο, συγνώμη γι’ αυτό που λέγω, το έζησα και προχτές, οι Κωνσταντίνοι έγιναν, δόξα τω Θεώ, περισσότεροι από τους Γιώργηδες και τους Γιάννηδες. Αυτό σημαίνει πόσο αγαπήθηκε, λαογραφικά μιλώ αυτή τη στιγμή, πόσο αγαπήθηκε αυτό το όνομα.

Και τέταρτη ομάδα που στρέφεται εναντίον του είναι οι δυτικόφρονες οι οποίοι, ακρίτως, ακολουθούν πάντοτε κάποιαν Ευρώπη, κάποια Δύση, χωρίς να ενδιαφέρονται αν αυτά που λέγονται είναι ορθά ή όχι.

Βιογραφικά στοιχεία

Δύο τρία βιογραφικά στοιχεία πριν προχωρήσω σε κάποιες απολογητικές θέσεις. Το όνομα του ήταν Imperator Ceasar Clavdius Valerius Constantinus Augustus – το πλήρες όνομα όταν από το 324 έγινε μονοκράτωρ. Γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου περί το 280. Κατ’ άλλους λίγο ενωρίτερα, κατ’ άλλους λίγο αργότερα. Στη Ναϊσό, εις την Νίσσα της Σερβίας. Τα νεανικά του χρόνια τα πέρασε ως όμηρος εις την αυλή του αυτοκράτωρος Διοκλητιανού ή στην αυλή του συναυτοκράτωρος Γαλερίου. Όμηρος ώστε να εμποδιστεί ο πατέρας του που ήταν Καίσαρ, ο Κωνστάντιος ο Χλωρός, να επαναστατήσει εναντίον του αυτοκράτορος. Ίσως γνώρισε το μαρτύριο του αγίου Γεωργίου και τα θαύματά του στην Ανατολή, γιατί η αγάπη του προς τους μάρτυρες πρέπει να έχει κάποιο ουσιαστικό έρεισμα. Υπήρξε γενναίος πολεμιστής με πολλά προσόντα, με ηρωικό φρόνημα. Στην αρχή ενυμφεύφθει τη σεμνή Νινευίνα και απέκτησε τον Κρίσπο, το πρώτο παιδί του. Για πολιτικούς λόγους, όπως και ο πατέρας του, αναγκάστηκε να χωρίσει τη Νινευίνα και να νυμφευθεί την κόρη του συναυτοκράτορος Μαξιμιανού, την Φαύστα. Η Φαύστα προφέρεται λατινιστί Φάουστα και πραγματικά ήταν η Φάουστα της οικογενείας. Ο Βοσταντζόγλου έχει γράψει ο μακαρίτης σχετικά με την Φαύστα. Απέκτησε από την Φαύστα τρεις γιους. Τον Κωνσταντίνο, τον Κωνστάντιο και τον Κώνσταντα που βασίλευσαν και οι τρεις. Βλέπετε, όλα τα ονόματα στρέφονται γύρω από την ίδια ρίζα. Ο Διοκλητιανός εφήρμοσε ένα νέο σύστημα διοικήσεως, την Renovatio Imperius, την ανανέωση της αυτοκρατορίας από το 285, την τετραρχία.

Ο Διοκλητιανός ήταν ο πρώτος Αύγουστος και Καίσαρ, δεύτερος Αύγουστος θα λέγαμε, ο Γαλέριος. Βοηθός του στην Ανατολή. Ο Μαξιμιανός επίσης συναύγουστος, είχε καίσαρα τον Κωνστάντιο Χλωρό, τον πατέρα του Κωνσταντίνου στη Νίσσα. Το 305, την 1η Μαΐου, παραιτήθηκε ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός και ο Χλωρός ανακυρήχθηκε Αύγουστος στην Δύση και ο Γαλέριος στην Ανατολή. Ο Κωνσταντίνος τότε εκλήθη στη Δύση, κοντά στον πατέρα του. Το 306 επέρχεται ο θάνατος του Κωνσταντίου Χλωρού και στις 25 Ιουλίου του 306, ο στρατός ανεκύρηξε τον Κωνσταντίνο αυτοκράτορα. Πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη κάτι εδώ. Δεν υπήρχε κληρονομικότητα της βασιλείας, όπως όλη την περίοδο του Βυζαντίου, της Νέας Ρώμης δηλαδή, της Ρωμανίας, όπως δεν υπήρχε και στην αρχαία Ελλάδα. Κληρονομικοί θεσμοί δεν υπήρχαν, θεσμοθετημένη κληρονομική διαδοχή. Απλούστατα, ο στρατός η σύγκλητος και ο λαός μπορούσαν να δεχθούν το γιο κάποιου να τους διαδεχθεί, αλλά όχι κληρονομικώ δικαιώματι. Αυτή είναι η δημοκρατία του ελληνισμού και όχι το όνομα βασιλεύς.

Έχω πει και άλλες φορές σ’ αυτή την αίθουσα, ας λέγεται όπως θέλει να λέγεται, αρκεί να εκλέγεται. Αυτή είναι η δημοκρατία. Ο Κωνσταντίνος λοιπόν ανακηρύχθηκε από τον στρατό και την σύγκλητο αυτοκράτωρ. Αλλά και ο Μαξέντιος, ο γιος του Μαξιμιανού, το ίδιο έτος στις 28 Οκτωβρίου, ανακηρύχθηκε και αυτός αυτοκράτορας. Το 311 αποθνήσκει ο Γαλέριος και τον διαδέχεται ο Λικίνιος που έλαβε ως σύζυγο την Κωνσταντία – Κωνσταντία και αυτή – θετή αδερφή του Κωνσταντίνου. 28 Οκτωβρίου του 312 ο Κωνσταντίνος ενίκησε τον Μαξέντιο – θα το δούμε γιατί – στη Μιλβία, κατ’ άλλους Μουλβία, γέφυρα. Η σύγκλητος ανακήρυξε τότε πρώτον Αύγουστο τον Κωνσταντίνο. Το 313 ο Λικίνιος ενίκησε τον Μαξιμίνο. Και μένουν τώρα δύο Αύγουστοι. Ο Κωνσταντίνος ο πρώτος Αύγουστος και ο Λικίνιος δεύτερος Αύγουστος. Έτσι το 313 εκδίδεται το περιβόητο διάταγμα των Μεδιολάνων, που θα δούμε πια είναι η σημασία του. Το 321 ο Λικίνιος επαναφέρει τους διωγμούς με νέο διάταγμα εναντίον των χριστιανών ενώ το 313 είχε αποφασιστεί, με πρώτον τον Κωνσταντίνο, να πάψουν οι διωγμοί. Επέρχεται η σύγκρουση μεταξύ των δύο και η ήττα του Λικινίου. Το 324 ο Κωνσταντίνος γίνεται μονοκράτορας, η αυτοκρατορία αποκτά ενότητα σε μία αχανή έκταση. Από την Θούλην, που μπορεί να ήταν η σημερινή Ισλανδία, ή τουλάχιστον η Ιρλανδία, μέχρι την Περσία και την Ινδία. Επομένως γίνεται ένα ενιαίο κράτος, με μία κεντρική εξουσία, έναν κεντρικό αυτοκράτορα. Το 325 συγκαλεί την Α’ Οικουμενική Σύνοδο και το 330 εγκαινιάζει τη νέα πρωτεύουσα, τη Νέα Ρώμη. Στις 22 Μαΐου του 337 πεθαίνει στο Δρέπανο της Βιθυνίας – Μικρασία – που ήταν η πόλις καταγωγής της Αγίας Ελένης και γι’ αυτό ονόμασε την πόλην αυτήν Ελενούπολη. Βαπτίστηκε από τον φίλο του, Ευσέβιο Νικομηδείας, με λευκή εσθήτα, ως κατηχούμενος και μετά από λίγο αρρώστησε και πέθανε σε ηλικία περίπου εξήντα ετών. Η σωρός του μεταφέρθηκε και ετάφη στη νέα πρωτεύουσα, τη Νέα Ρώμη.

Κατηγορίες από τον Ζώσιμο

Αυτά είναι τα τυπικά ιστορικά. Ο Κωνσταντίνος κατηγορήθηκε από τον Ζώσιμο για τη δολοφονία και εξόντωση των αντιπάλων του.

Τι μαρτυρούν οι πηγές; Κάποια πράγματα τα οποία λέγονται από τους αντιπάλους του, και μάλιστα το Ζώσιμο που είναι η πηγή των συκοφαντιών κατά του Κωνσταντίνου, μένουν στο χώρο του θρύλου. Όταν είναι κάτι αναπόδεικτο το αναφέρει μεν ο ιστορικός όπως κάνω και ‘γω τώρα, χωρίς όμως να μπορεί να στηρίξει οποιαδήποτε συμπεράσματα σε αμέριστες υποθέσεις ή σκέψεις.

Η περίπτωση του Μαξιμιανού

Η περίπτωση του Μαξιμιανού, για να μείνω σε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ο Μαξιμιανός ήθελε να γίνει αύγουστος, αυτοκράτορας και διώχθηκε από τον γιο του Μαξέντιο. Έτσι κατέφυγε στην κόρη του, ήταν πεθερός του Κωνσταντίνου, στην κόρη του Φαύστα και ζήτησε προστασία από τον Κωνσταντίνο. Το 310 όμως οργάνωσε συνωμοσία και κίνημα για ανατροπή του Κωνσταντίνου. Αυτή ήταν η κατάσταση της εποχής. Ξέρετε, κανείς, όσο μεγάλος κι αν είναι, δε μπορεί να πάψει να είναι τέκνο της εποχής του.

Γι’ αυτό σας είπα ότι όταν εφαρμόζεται ο λεγόμενος ιστορικός αναχρονισμός, είναι αποτυχία της ιστορικής έρευνας. Εμείς θα ερμηνεύσουμε τα πράγματα της εποχής εκείνης, μεθιστάμενοι σ’ αυτή την εποχή κι όχι μεταφέροντας την εποχή στις δικές μας συνθήκες σήμερα. Ο Μαξιμιανός διέδωσε ότι ο Κωνσταντίνος φονεύθηκε στον πόλεμο κατά των Φραγκογερμανών στα βόρεια σύνορα, και πήρε ένα μέρος του στρατού με το μέρος του και αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας. Ο Κωνσταντίνος επέστρεψε και ο Μαξιμιανός κλείστηκε στο φρούριο της Μασσαλίας. Ο Κωνσταντίνος τον αιχμαλωτίζει, τον συγχωρεί όμως, με τη μεσολάβηση και της γυναίκας του της Φαύστας. Νέα συνωμοσία του Μαξιμιανού και της Φαύστας τώρα, για να δολοφονηθεί ο Κωνσταντίνος. Αποτυγχάνει η προσπάθεια. Η Φαύστα τότε, η Φάουστα όπως είπα της οικογένειας, ενοχοποιεί τον πατέρα της. Ο Μαξιμιανός αναγκάστηκε να αυτοαπαγχονιστεί, κρεμάστηκε δηλαδή, γιατί κατάλαβε ότι τα πράγματα έγιναν σκληρότερα γι’ αυτόν.

Κατηγορούν γι’ αυτό τον Κωνσταντίνο. Κοιτάξτε, όταν κάποιος είναι ανώτατος άρχων, και δεν είναι απλώς πολιτικά και διοικητικά ανώτατος άρχων, αλλά συγκεντρώνει όλες τις εξουσίες ονομάζετο Rectus Totius Omnis, δηλαδή ο κυβερνήτης, ο διοικητής ολοκλήρου του κόσμου. Ο Κωνσταντίνος λοιπόν είναι εκείνος ο οποίος ήταν ο Ανώτατος Δικαστής. Ήταν Pontifex maximus, ο ανώτατος αρχιερεύς. Αυτά δεν τα μετέφερε ο ίδιος στον εαυτό του, τα βρήκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Επομένως, πάσα πράξις έπρεπε να δικαστεί από τον ανώτατο δικαστή. Ο οποίος βέβαια περιεστοιχίζετο από τον στρατό αλλά στα πολιτικά πράγματα από την σύγκλητο. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να αποδίδουμε μονομερώς την ευθύνη, όπως όταν κανείς είναι πρόεδρος της δημοκρατίας και υπογράψει θανατική ποινή η οποία ορίζεται από το δικαστήριο, είναι υποχρεωμένος να το πράξει. Αν αρνηθεί ο ανώτατος άρχων, βασιλιάς παλαιότερα, πρόεδρος της δημοκρατίας, να δεχθεί αυτό που προτείνει η δικαστική εξουσία καταλαβαίνετε ποιες επιπτώσεις θα γίνουν.

Η περίπτωση του Βασσιανού

Δεύτερο, η περίπτωση του Βασσιανού. Θ’ αποφύγω τις λεπτομέρειες, διότι, εις την στάση του Βασσιανού, κι εδώ ο Κωνσταντίνος έδειξε μεγαθυμία κι όταν αποκαλύφθηκε η συνωμοσία – πάλι συνωμοσία – εναντίον του ανωτάτου άρχοντος, ο Βασσιανός εξετελέσθη με την εφαρμογή των νόμων του κράτους. Είναι δυνατόν λοιπόν, εν ψυχρώ, να αποδοθεί η κατηγορία στον Κωνσταντίνο και να θεωρηθεί δολοφόνος; Κάθε ανώτατος άρχων τότε θα έπρεπε να ονομάζεται δολοφόνος, εκτός και αν ο ανώτατος άρχων χρησιμοποιεί τους νόμους. Αλλά η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία γι’ αυτό κατόρθωσε τόσα χρόνια να επιβιώσει ‘ δεν ενεργούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο.

«Τούτω Νίκα» περίπτωση του Μαξεντίου

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Μαξεντίου, του κουνιάδου του Κωνσταντίνου. Ο Μαξέντιος επεθύμησε να γίνει ο μόνος αυτοκράτορας και εστράφη κατά του Κωνσταντίνου επικαλούμενος τον θάνατο – την δολοφονία κατ’ αυτόν – του πατέρα του, του Μαξιμιανού. Διατάζει την καταστροφή των αγαλμάτων του Κωνσταντίνου. Ο Κωνσταντίνος μέσω των Άλπεων έρχεται στην Ιταλία και συναντώνται οι δύο στρατοί στην ιδία γέφυρα του Τίβερη, δύο χιλιόμετρα έξω από τη Ρώμη. Εδώ εμφανίζεται η γνωστή θεοσημία, όπως το περιγράφει ο ιστορικός Ευσέβιος, κατά το απομεσήμερο. Βλέπει δηλαδή στον ουρανό τον Σταυρό και τα γράμματα που έλεγαν «Τούτω Νίκα», όχι δηλαδή «Εν Τούτω Νίκα». Με αυτό το σύμβολο θα μπορείς να νικάς, ας νικάς.

Ο Λακτάντιος παραθέτει το κείμενο εις τα Λατινικά. Και λέει πάλι ότι ήταν Σταυρός, ότι το είδε σε ενύπνιον ο Κωνσταντίνος, βλέπετε υπάρχουν διάφορες εκδοχές, και είπε ότι τα γράμματα ήσαν In Hoc Vincas, Εν τούτω, εδώ δηλαδή υπάρχει το In. Εν αυτώ, δηλαδή να νικάς. Ο Άγιος Αρτέμιος και ο στρατός, υπάρχουν σχετικές πηγές, εβεβαίωσαν πως το είδαν και αυτοί το σύμβολο, άρα το είδε ολόκληρος ο στρατός και όχι μόνον ο Κωνσταντίνος. Γεγονός είναι ένα. Είτε ως ενύπνιον το είδε, είτε μέρα μεσημέρι στον ουρανό, σημασία έχει ότι από τότε ο Κωνσταντίνος κατασκευάζει το λάβαρο του Σταυρού με το μονόγραμμα, το Χριστόγραμμα ΧΡ, Χριστός. Σε ένα στεφάνι. Και εις τις ασπίδες των στρατιωτών εμφανίζεται το μονόγραμμα.

Ο Ζώσιμος αποσιωπά το γεγονός, ενώ θα μπορούσε να το διαψεύσει, αλλά δε μπορεί. Αποσιωπά το γεγονός όπως και άλλοι παγανιστές συγγραφείς. Το επιβεβαιώνουν όμως μεταγενέστεροι ιστορικοί, ο Φιλοστόργιος, ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος, ο ησυχαστής του 14ου αιώνος. Ο δε Σωζομενός, ιστορικός του 5ου αιώνος, έναν αιώνα μετά τον Κωνσταντίνο μαζί με τον Σωκράτη τον σχολαστικό, λέγει ότι οι λέξεις «Τούτω Νίκα» ήσαν άγγελοι. Όπως το αστέρι της Βηθλεέμ, κατά τον Ιερό Χρυσόστομο, ήταν υπερφυές θαύμα, δηλαδή άκτιστη ενέργεια του Τριαδικού Θεού, το ίδιο και ο Σωζομενός, το ερμηνεύει με το δικό του τρόπο.

Στις 28 Οκτωβρίου του 312 γίνεται η μάχη. Ο Κωνσταντίνος είχε 25.000 στρατό, ο Μαξέντιος 100.000 και κυριολεκτικά συνετρίβη ο στρατός του Μαξεντίου. Σπάζει μια γέφυρα του Τιβέριου ποταμού και πολλοί στρατιώτες πέφτουν στο ποτάμι και πνίγονται και μαζί τους και ο Μαξέντιος. Πάλι κατηγορούν τον Κωνσταντίνο. Εμένα με ενδιαφέρει στην έρευνά μου ο όρος που χρησιμοποιείται: «δολοφόνος ο Κωνσταντίνος». Ξέρετε τι σημαίνει δολοφόνος. Να πείτε ότι με τον τρόπο που επετέθη κατόρθωσε κλπ να πέσει ο Μαξέντιος στο ποτάμι και να πνιγεί, εντάξει το δέχομαι. Αλλά δολοφόνος από πού ως που; Όταν είναι μία μάχη κατά την οποία αντιμετωπίζεται στάσις, επανάσταση εναντίον του ανωτάτου άρχοντος. Τρία χρόνια μετά ο Κωνσταντίνος έχτισε τη Θριαμβική Αψίδα η οποία υπάρχει μέχρι σήμερα στη Ρώμη. Τώρα μια αντίφαση, στους αντιπάλους του Κωνσταντίνου είναι ότι δεν κατεδίκασε κανένα στρατιώτη του αντιπάλου στρατεύματος. Δεν εφήρμοσε κανένα μέτρο εναντίον τους. Καταλαβαίνετε λοιπόν ποιες αντιφάσεις υπάρχουν εις την κρίση του Κωνσταντίνου.

Κρίσπος – Φαύστα

Χαρακτηριστικότερες από αυτές – να ολοκληρώσω αυτές τις αναφορές – είναι η περίπτωση του γιου του του Κρίσπου και η περίπτωση της Φαύστας, της δεύτερης συζύγου του. Το 316 γιόρταζε τα δέκα χρόνια της ανόδου του εις τον θρόνο, στα ανάκτορα. Και εξαπλώνεται αυτόματα η είδηση ότι συνελήφθη ο Κρίσπος και εφυλακίσθη εις την φυλακήν της Πόλας εις την Ίστρια – από εκεί κατήγετο ο Ιωάννης Καποδίστριας και η οικογένειά του, την Ίστρια. Ο Κρίσπος ήταν ένας σοβαρός και αξιοπρεπής νέος με πολλά ηγετικά χαρίσματα. Δεκαεπτάχρονος, είχε περιβληθεί ανώτατα στρατιωτικά αξιώματα και ήταν μάλιστα και αρχηγός του στόλου της αυτοκρατορίας. Μη σας φαίνεται περίεργο, ο Γκουαρνέ της Ιωσηφίνας, ο θετός γιος του Ναπολέοντος, δεκαέξι χρονών ηύρε να καταλάβει τα Επτάνησα με τους δημοκρατικούς Γάλλους. Εδώ φαίνεται το μίσος της Φαύστας. Ο Κρίσπος υπερτερούσε έναντι των τριών δικών της γιων. Ετίθετο θέμα διαδοχής.

Επίσης η αγία Ελένη, αγαπούσε τον Κρίσπο για τα προσόντα, της θύμιζε τον γιο της στα νεανικά του χρόνια. Γίνεται μια σατανική ενέργεια. Ένα μήνα πριν από τον θάνατο του Κρίσπου ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε εκδώσει ένα νόμο εναντίον της μοιχείας. Μοιχεία με έγγαμη γυναίκα, όχι απλώς πορνεία. Η τιμωρία ήταν ο θάνατος. Με ψευδομάρτυρες κατηγορήθηκε από την Φαύστα ο Κρίσπος, πρώτον για συνωμοσία εναντίον του Κωνσταντίνου και δεύτερον ότι της επετέθη, στη μητριά του δηλαδή, με ανήθικους σκοπούς. Ο Ζώσιμος, προσέξτε, ο ειδωλολάτρης ιστορικός, και ο Ιωάννης Ζωναράς τον δωδέκατο αιώνα δέχονται ως αβάσιμες τις πληροφορίες και όλοι οι σοβαροί ερευνητές δέχονται ότι αυτά μένουν στο χώρο του θρύλου. Δεν μπορεί να συναγάγει κανείς σοβαρά συμπεράσματα.

Το δίλημμα που είχε ο Κωνσταντίνος σε αυτή την περίπτωση ήταν ανάλογο εκείνο ενός μεγάλου νομοθέτη του ελληνισμού. Τον έβδομο αιώνα ο Ζάλευκος – Ζάλευκος σημαίνει Πάλευκος, όμως λέμε ζάπλουτος (παρακαλώ όσους δεν το ξέρουν να μη λένε ζάμπλουτος – ζα σημαίνει πάρα πολύ, ζάπλουτος και ζάλευκος). Ο Ζάλευκος είναι σύγχρονος του Χαμουραμπί, ή Χαμουράμπι και εκδίδει την πρώτη ελληνική νομοθεσία – είναι αρχαιότερος του Σόλωνος. Είχε λοιπόν ένα νόμο που έλεγε: ο κατηγορούμενος και συλλαμβανόμενος για μοιχεία καταδικάζεται με την εξόρυξη των δύο οφθαλμών. Ο πρώτος που συνελήφθη για μοιχεία ήταν ο γιος του Ζαλεύκου. Έρχεται λοιπόν ο βασιλεύς, όπως ο Κωνσταντίνος ανώτατος δικαστής, να δικάσει. Τι να κάνει; Να τυφλώσει το γιο του που ο στρατός τον ήθελε ως διάδοχό του και η εκκλησία του δήμου; Ρωτάει λοιπόν σοφότατα ο Ζάλευκος την σύναξη: πόσα μάτια απαιτεί ο νόμος στην περίπτωση αυτή ως τιμωρία; Και του είπαν δύο. Ε, λέει, ένα μάτι του γιου μου και ένα μάτι δικό μου. Τυφλώθηκε και αυτός κατά το ένα μάτι για να μην καταδικάσει με την εξόρυξη των δύο οφθαλμών το γιο του.

Αυτό το επικαλούμεθα συνήθως, ο Δημινιάτης και ο Κωνσταντίνος Καλλίνικος για να δικαιώσουν την περί ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης θεολογική, δυτική, παπική δηλαδή θεωρία – αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο και άλλο θέμα.

Δεν εκτελεί τον Κρίσπο, απλώς τον φυλακίζει ο Κωνσταντίνος. Ο νέος εκτελέστηκε με άγνωστο τρόπο και δεν βρέθηκε διάταγμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου που να καταδικάζει τον Κρίσπο σε θάνατο, όπως έπρεπε να υπάρχει. Οι ιστορικοί μας λέγουν ότι η μόνη που μπορούσε να χρησιμοποιήσει την σφραγίδα του αυτοκράτορος ήταν η γυναίκα του η Φαύστα και σ’ αυτήν αποδίδεται η δολοφονία. Η απάντηση λοιπόν είναι αδύνατη και ανεύθυνη και προς πάσα κατεύθυνση. Η Ελένη επέστρεψε από τη Ρώμη και πληροφορήθηκε τη συνωμοσία της Φαύστας και απεκάλυψε τα πράγματα στον Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος τότε διέταξε την σύλληψη της Φαύστας.

Ο Ζώσιμος αυθαίρετα λέει ότι ο Κωνσταντίνος διέταξε να πνιγεί η Φαύστα στο λουτρό με καυτό νερό. Προχθές μου έστειλαν ένα άρθρο – θα το επικαλεστώ για ολίγο στη συνέχεια – που επαναλαμβάνει ένας εχθρός του Χριστιανισμού, τα όσα γράφει ο Ζώσιμος. Χωρίς καμία άλλη πηγή, χωρίς διασταύρωση της πληροφορίας. Αναπαράγεται λοιπόν αυτή η κρίση αναπόδεικτα. Αλλά το μύθο του Ζωσίμου καταρρίπτει ο Ιερώνυμος. Εκκλησιαστικός συγγραφέας (366 – 419 μ.Χ). Άριστος ελληνιστής, είχε ζήσει κοντά σε πατέρες στην ανατολή και μάλιστα κοντά στον Ιωάννη το Χρυσόστομο – ανατολικός, Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος, ανήκουν στην ίδια ομάδα από πλευράς Ορθοδοξίας – έζησε ο Ιερώνυμος τα γεγονότα, και αυτός παρέχει την πληροφορία ότι ο θάνατος της Φαύστας επήλθε τρία ή τέσσερα έτη μετά το θάνατο του Κρίσπου. Πως είναι δυνατόν λοιπόν να συνδέονται, και μάλιστα άμεσα, τα δύο γεγονότα; Ακόμη και ο ιστορικός Γίββων εις την ιστορία του καταθέτει την αμφισβήτησή του για ένα τέτοιο θάνατο της Φαύστας. Και ο Παπαρηγόπουλος επίσης απορρίπτει μια τέτοια θεωρία. Τις περιπτώσεις λοιπόν, κυρίως, του Κρίσπου και της Φαύστας, καλύπτει θρύλος.

Η στάση του Μ. Κωνσταντίνου έναντι της ειδωλολατρείας

Ποια ήταν η στάση τώρα του Κωνσταντίνου έναντι της ειδωλολατρίας. Ένα χρόνο μετά τη Σύνοδο της Νικαίας το 326, ο Κωνσταντίνος έρχεται στη Ρώμη για να γιορτάσει τα εικοσάχρονα της Βασιλείας του, τα δεύτερα δεκενάλια. Κλήθηκε στο Καπιτώλιο να συμμετάσχει σε μια στρατιωτική, ειδωλολατρική γιορτή και να προσφέρει τις νενομισμένες θυσίες. Αρνήθηκε. Καταλαβαίνετε, έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία η άρνηση του αυτοκράτορος να τελέσει τα καθήκοντά του ως εθνικός, ως ειδωλολάτρης αυτοκράτορας. Μάλιστα πρέπει να ξέρουμε, θα το πω παρενθετικά, γιατί εδιώκετο ο Χριστιανισμός, κυρίως τους τρεις πρώτους αιώνες; Αλλά δεν σταμάτησαν ποτέ οι διωγμοί αυτοί, μέχρι σήμερα. Εδιώκετο διότι δεν απεδέχετο άλλες θεότητες. Η φράσις της λειτουργίας: «εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός», κατά τους μεγάλους λειτουργιολόγους, εισήλθε εις την θεία λειτουργία ήδη από τον πρώτο αιώνα. «Εις Άγιος», ήταν απάντηση στους Εβραίους’ ένας είναι ο Άγιος που αγιάζει, ο Τριαδικός Θεός. «Εις Κύριος», ένας βασιλιάς, ένας αυτοκράτορας, απευθύνεται στους Ρωμαίους. Ένας είναι εκείνος ο οποίος είναι ο βασιλιάς ο δικός μας. Κι αυτό το επαναλαμβάνει το 160 περίπου στη δίκη του, ο άγιος Πολύκαρπος, επίσκοπος Σμύρνης. Τι του είπε ο Στάτιος ο Κονδράτιος, ο διοικητής της Σμύρνης; «Ώμοσον του Καίσαρος Τίτου». Θυσίασε στο άγαλμα του Καίσαρα. Διότι ο Καίσαρ ήταν Θεός επί της γης.

Τιμούσαν το πνεύμα του Καίσαρος και το πνεύμα της Ρώμης, με αγάλματα με θυσίες, ετιμώντο ως θεότητα. Άρα δεν θα είχε αντίρρηση η Ρώμη οι Χριστιανοί να εισαγάγουν μια νέα θεότητα εις την πανσπερμία των θεοτήτων – ο Οράτιος έλεγε την εποχή αυτή «υπάρχουν περισσότεροι θεοί απ’ όσον άνθρωποι» – οπότε δε θα ηρνείτο η Ρώμη εάν πρώτα εδέχοντο τη θεότητα του Καίσαρος και της Ρώμης. Γι’ αυτό εδιώκοντο οι Χριστιανοί. Ήταν απηγορευμένη εταιρεία – ομάδα διότι δεν εδέχετο «ους η πόλις», για να επαναλάβω το Σωκράτη, «ους η πόλις ενόμιζε θεούς», κατά νόμον εδέχετο ως θεότητες. Αυτό λοιπόν λειτουργεί μ’ έναν τρόπο περίεργο στη συνείδηση των ειδωλολατρών όταν ο αυτοκράτωρ που ετιμάτο ως θεός – και ο Κωνσταντίνος μέχρι τότε ετιμάτο – αρνείται να προσφέρει τα νενομισμένα όπως επέβαλε η θρησκεία της Ρώμης. Ύστερα απ’ όσα είχε βιώσει εις την Σύνοδο της Νικαίας, δεν μπορούσε να δεχθεί όλα αυτά.

Επίσης κατά τον Ζώσιμο, προκάλεσε το μίσος των ειδωλολατρών, οι οποίοι για να τον εκδικηθούν και να τον προσβάλουν, εβεβήλωσαν τα αγάλματά του. Δηλαδή χρησιμοποίησαν κάθε μέσο κατά του προσώπου στα αγάλματα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, αλλά εκείνος, ειρηνικότατα, όταν του είπαν τι είχε γίνει, έπιασε το πρόσωπό του και είπε «ευτυχώς εγώ δε βλέπω κανένα τραύμα στο πρόσωπό μου». Δεν καταδίωξε τους ειδωλολάτρες, αλλά ούτε και τήρησε ιδιαίτερα φιλική στάση απέναντί τους. Με επιστολές του συμβούλευε τους κατοίκους της χώρας και των περιοχών που υπήρχαν ειδωλολάτρες να στραφούν προς τη χριστιανική πίστη. Πως είναι δυνατόν να τον αγαπήσουν οι εθνικοί; Αυστηρότητα έδειξε μόνον προς τους αιρετικούς. Γι’ αυτό πότε εξόριζε το Μέγα Αθανάσιο, πότε εξόριζε τον Άρειο. Διότι ένας άρχοντας, για να καταλαβαίνουν οι διοικούντες, ενδιαφέρεται σε κάθε εποχή γι’ αυτό που λέει η λαϊκή φράση: ησυχία, τάξη και ασφάλεια. Ήθελε δηλαδή να αποφύγει τις άκαιρες διενέξεις και τις συγκρούσεις. Γι’ αυτό και ο Μέγας Αθανάσιος, για να προφυλαχθεί κατά πολλούς ιστορικούς, επειδή τον απειλούσαν με δολοφονία οι Αρειανοί, εστάλη εις την Δύση. Εξόριστος στη Ρώμη, 335-36, και στα Ρέμιδα το σημερινό Πριρ, τη γενέτειρα του Μαρξ. Εκεί ακριβώς εστάλη ο Μέγας Αθανάσιος και μετέφερε το μοναχισμό του αγίου Αντωνίου και του αγίου Παχωμίου, το κοινοβιακό μοναστήρι. Δεν αδίκησε την εθνική θρησκεία. Κατά τον Ζώσιμο επέβλεψε την ανοικοδόμηση εθνικών ναών.

Η συνάδελφος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στη Φιλοσοφική, η κυρία Πολύμνια Αθανασιάδη, έχει μια σπουδαία εργασία εις την οποία λέει ότι αμέσως μετά τη Νίκαια ο Κωνσταντίνος χρηματοδότησε, ως αρχηγός του κράτους, τέσσερις ναούς. Δύο ειδωλολατρικούς και δύο χριστιανικούς. Δηλαδή προσπαθούσε να τηρήσει την ισορροπία και να εξασφαλίσει την ισότητα και ενότητα των πολιτών. Επίσης χρηματοδότησε τους ναούς της αγίας Ελένης, την Εκατονταπυλιανή της Πάρου, τους ναούς εκεί που βρίσκονται και σήμερα στα Ιεροσόλυμα, στη Βηθλεέμ, στο Σταυροβούνι, στη σκήτη που μετέφερε η αγία Ελένη μεγάλο τμήμα του Τιμίου Σταυρού και ούτω καθεξής. Συγχωρήστε με, βλέπω σ’ αυτό το άρθρο, και δε θα το διαβάσω ολόκληρο, και πολλοί νεοπαγανιστές μας κατηγορούν λέγοντας «δεν είναι Τίμιος Σταυρός αυτό, αλλά δάσος ολόκληρο». Μη νομίσητε ότι όποιος έχει Τίμιο Ξύλο είναι απευθείας από το Σταυρό του Χριστού. Έχουμε τα λεγόμενα κατασκευαζόμενα φυλαχτά, με το άγγιγμα του αίματος των μαρτύρων και με το άγγιγμα του Σταυρού του Χριστού, το ξύλο αγιάζεται και λέγεται και αυτό Τίμιο Ξύλο αλλά δεν ανήκει στο Σταυρό του Χριστού. Προσέξτε τώρα. Άλλο στη Μονή Ξηροποτάμου και στη Μονή Σταυροβουνίου στην Κύπρο που υπάρχει μεγάλο τμήμα του Σταυρού. Δεν είναι λοιπόν πολλοί σταυροί που κόπτονται, αλλά με αυτόν τον τρόπο παράγονται φυλαχτά που έχουν άμεση σχέση εξ επαφής με τον Σταυρό του Χριστού. Αλλά και ο πατέρας του Κωνσταντίνου είχε ευνοήσει τους Χριστιανούς με την έννοια ότι δεν εφήρμοζε τα διωκτικά διατάγματα του Διοκλητιανού απέναντί τους. Την ίδια πολιτική ακολούθησε και ο Κωνσταντίνος.

Ο Κωνσταντίνος συνέβαλε στη νίκη του Χριστιανισμού. Ένα τεράστιο εγκληματικό λάθος – μακάρι να οφείλεται σε άγνοια – είναι το διαθρυλούμενο και επαναλαμβανόμενο πολλάκις ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος ανεκήρυξε επίσημη θρησκεία το Χριστιανισμό – άπαγε της βλασφημίας! Αυτό θα γίνει στις 28 Φεβρουαρίου του 380 από τον Ισπανικής προελεύσεως και θερμόαιμο αυτοκράτορα τον Θεοδόσιο τον Α’, αλλά όχι από τον Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος εξησφάλισε ελευθερία σε κάθε θρήσκευμα, οπότε και οι Χριστιανοί απέκτησαν το δικαίωμα να λατρεύουν ελεύθερα το Θεό τους. Όχι ότι ο Χριστιανισμός ανακηρύχθηκε επίσημη θρησκεία του Κράτους. Αυτό είναι τεράστιο ιστορικό λάθος και ψέμα συγχρόνως.

Ο Κωνσταντίνος ο Παπαρηγόπουλος λέγει ότι «προς τον Χριστιανισμό ο Κωνσταντίνος ηδύνατο να πολιτευτεί και άλλως ή όπως επολιτεύθη, ηδύνατο να μην προστατεύσει και να τον καταδιώξει». Άρα μόνο σε μεταφυσικές, κυρίως υπερφυσικές παρεμβάσεις μέσα στην καρδιά του Κωνσταντίνου βλέπει ο Παπαρηγόπουλος την στάση του έναντι των Χριστιανών. Και κάτι σημαντικό. Κανείς πολιτικός δεν στηρίζεται ποτέ εις την μειοψηφία αλλά πάντα στην πλειοψηφία. Είτε για να επιτύχει στις εκλογές είτε για να επιτύχει τους δικούς του στόχους. Και η εποχή που ο Μέγας Κωνσταντίνος μέχρι την Α’ Οικουμενική Σύνοδο που δείχνει το ενδιαφέρον του για τον Χριστιανισμό, ποιος ήταν ο αριθμός των Χριστιανών στην Αυτοκρατορία; Οκτώ με δέκα τοις εκατό. Αυτό το μαρτυρεί σε μια σπουδαιότατη εργασία του ο Άντολφ φον Χάρμερ, ένας μεγάλος ιστορικός φιλευθέρας ιδεολογίας εις την Ευρώπη, εις την Γερμανία «Η εξάπλωσις του Χριστιανισμού κατά τους πρώτους αιώνες». Οκτώ με δέκα τοις εκατό. Μειοψηφία ήσαν αυτή την εποχή οι Χριστιανοί.

Επίσης ο Κωνσταντίνος, ο Μέγας Κωνσταντίνος, για μένα, και μόνο γι’ αυτό είναι Μέγας και άγιος της εκκλησίας. Άγιος σημαίνει ότι έχει τη Χάρη του Θεού μέσα του, αυτό σημαίνει, όχι αλάθητος. Έχει τη Χάρη του Θεού, ζωντανή και αισθητή. Ο Μέγας Κωνσταντίνος αυτοκαταργήθηκε σε κάποια στιγμή ως αυτοκράτωρ, δεχόμενος τον δημοκρατικότερο θεσμό της Ιστορίας που είναι η Σύνοδος, το Συνοδικό σύστημα. Το 311 και εν συνεχεία 313 – 14 ξέσπασε μια μεγάλη διένεξις, για το σχίσμα των Δονατιστών. Μάλωναν μεταξύ τους οι Χριστιανοί που ανήκαν στον Δονάτο και οι άλλοι στον νόμιμο επίσκοπο σε ποιον ανήκουν οι ναοί και οι περί τους ναούς τίτλοι και τα αγροτεμάχια. Ο Μέγας Κωνσταντίνος που έπρεπε να δικάσει την υπόθεση, αυτοκαταργείται από «Ύψιστος Δικαστής» και λέγει εις τον Μιλτιάδη – Έλληνα – επίσκοπο Ρώμης, της Παλαιάς Ρώμης : «έχετε σύλλογο, δικάστε με τον συνοδικό σύλλογο». Έτσι φθάσαμε στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο. Όταν λέμε δε ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν πρόεδρος της Συνόδου – με συγχωρείτε αλλά δεν ξέρω γράμματα, να διαβάσω τα κείμενα – ο καθηγητής Βλάσιος Φειδάς, συνάδελφός μας έχει δημοσιεύσει ένα βιβλίο για την προεδρία της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Οι πηγές μας λένε, αναλυόμενες κριτικά από τον κύριο Φειδά και από άλλους επιστήμονες, τελευταίος είναι αυτός που γράφει ο κύριος Φειδάς, ότι πρόεδρος υπήρξε ο Αντιοχείας Ευστάθιος.

Άλλο ο πρόεδρος που συντονίζει τις συζητήσεις και άλλο ο συγκαλέσας τη Σύνοδο. Μόνο ο αυτοκράτωρ είχε δικαίωμα να δώσει άδεια στους επισκόπους από όλο το μήκος και πλάτος της αυτοκρατορίας να κινηθούν προς την πρωτεύουσα και μάλιστα εδώ προς τη Νίκαια της Βιθυνίας. Ξέρετε αυτό και επί Ιουστινιανού ισχύει και επί Παλαιάς Ρώμης ίσχυε και επί Κατοχής. Μπορούσε να κυκλοφορήσει κανείς αν δεν είχε άδεια της γερμανικής διοικήσεως και στη Σοβιετική Ένωση μπορούσε να πει κανείς «πετάγομαι μέχρι τη Ρώμη για ψώνια» αν δεν είχε άδεια της αστυνομίας; Διότι εφοβούντο στάση, εξεγέρσεις. Αυτό ίσχυε πολύ περισσότερο στην αχανή Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Ο Κωνσταντίνος όμως και οι μετέπειτα αυτοκράτορες δίνει την άδεια να συγκληθεί η Σύνοδος. Προσφωνεί τους Πατέρες της Συνόδου σε άπταιστα ελληνικά, ήταν εγκρατέστατος της ελληνικής γλώσσης, και εν συνεχεία αποσύρεται και το έργο της Συνόδου διεξάγεται από τους αγίους Πατέρες μεταξύ των οποίων ο άγιος Νικόλαος, ο άγιος Σπυρίδων, ο Αλέξανδρος Θεσσαλονίκης, ο Αλέξανδρος Αλεξανδρείας, διάκονος ακόμη ο Μέγας Αθανάσιος – καταλαβαίνετε για ποια πρόσωπα μιλούμε. Αλλά δεν υπήρξε πρόεδρος της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Όπως θα συμβεί και στη μετέπειτα ιστορία της Εκκλησίας. Θα μου πει κανείς, συζητήσεις, επηρεασμοί εις τα μετόπισθεν μπορούσαν να υπάρχουν πάντοτε. Αλλά όταν στις Οικουμενικές Συνόδους μπορούσαν να υπάρχουν άγιοι, έτοιμοι να θυσιαστούν για την πίστη του Θεού, ουδεμία επιρροή είναι δυνατή. Αυτό είναι το πρόβλημα σήμερα. Μπορεί να συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος; Αν δεν έχουμε θεουμένους, δε μπορούμε να έχουμε Οικουμενική Σύνοδο. Ή, αν δεν έχουμε επισκόπους που αγωνίζονται για την πίστη του Χριστού και ακολουθούν τους αγίους τους θεουμένους, διαφορετικά όποια Σύνοδος που θα γίνει στο μέλλον που θα διεκδικήσει τον τίτλο Πανορθοδόξου και Οικουμενικής Συνόδου και θα εναντιώνεται εις τον λόγο και την πολιτεία και την πράξη των θεουμένων, δηλαδή των αγίων, θα αποδειχθεί και εύχομαι να μη γίνει αυτό, ψευδοσύνοδος, ληστρική σύνοδος. Επίσης, από ελληνολάτρης ο Μέγας Κωνσταντίνος έγινε πραγματικά πιστός εις τον Ήλιον της δικαιοσύνης, τον Ιησού Χριστό. Έγινε υπέρμαχος της χριστιανικής θρησκείας όπως αποδεικνύει ήδη το 313 με το διάταγμα των Μεδιολάνων, χωρίς, όπως είπα, να διακηρύξει επίσημη και μοναδική θρησκεία τον Χριστιανισμό.

Το διάταγμα των Μεδιολάνων

Το διάταγμα των Μεδιολάνων, ο Λακτάντιος το περιέχει στο έργο του και ο Ευσέβιος εις την Ιστορία του. Τι περιείχε το διάταγμα. Παρείχε ελευθερία λατρείας. Γενικά, σε κάθε θρησκεία. Κατήργησε τους νόμους οι οποίοι ίσχυαν εναντίον των Χριστιανών και οι τόποι λατρείας – που τους είχαν αρπάξει οι ειδωλολάτρες – επεστράφησαν στους Χριστιανούς. Ή, όπου δεν ήταν δυνατό αυτό, οι Χριστιανοί έπαιρναν αποζημίωση για τους τόπους λατρείας που είχαν αρπαγεί. Είπαμε για την Α’ Οικουμενική Σύνοδο. Ανύψωσε συγχρόνως τον ελληνισμό σε πολιτική και εκπολιτιστική δύναμη. Τεράστια προβλήματα. Ο Κωνσταντίνος χρησιμοποιεί τη γλώσσα της Ρωμανίας, της αυτοκρατορίας, της Ελληνικής δηλαδή αυτοκρατορίας η οποία εκτεινόταν απ’ τη Δύση μέχρι το βάθος της Ανατολής. Οι γλώσσες ήταν δύο, λατινικά και ελληνικά. Ο Κωνσταντίνος μιλεί ελληνικά στη Σύνοδο όπως και στη Σύνοδο το 324, στην Αντιόχεια. Εκεί ακριβώς ολοκληρώνει την αυτοταπείνωσή του και την αποδοχή της Συνόδου, του Συνοδικού θεσμού, όταν λέγει στους επισκόπους το περίφημο εκείνο: «Εσείς είστε επίσκοποι των εντός, μέσα δηλαδή στα πνευματικά, στα sacra interna της Εκκλησίας. Εγώ, ο αυτοκράτωρ, υπό του Θεού καθιστάμενος επίσκοπος των εκτός αν είη». Όσοι είστε φιλόλογοι ξέρετε τι σημαίνει αυτό το «αν είη». Θα μπορούσα να είμαι εφόσον μου το αναγνωρίζετε, επίσκοπος, που θα επιβλέπω δηλαδή τα εκτός της Εκκλησίας, τα εκτός του αγίου βήματος. Μπορούμε να συναγάγουμε τα συμπεράσματα από τις μετέπειτα επιδρομές κυριολεκτικά όχι μόνο στην Ελλάδα, εις τα sacra interna της Εκκλησίας. Το πρόβλημα των σχέσεων εκκλησίας – πολιτείας σήμερα, ξανατοποθετεί την στάση του Μεγάλου Κωνσταντίνου και πολλών άλλων αυτοκρατόρων μας στην αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης. Δύο τρία πραγματάκια για να κλείσω.

Έργα του Μ. Κωνσταντίνου

Ανέτρεψε την πορεία της ιστορίας, με τις θρησκευτικές και αστικές αλλαγές τις οποίες επέφερε. Μια απ’ αυτές ήταν η απελευθέρωση, η δυνατότητα στους δούλους να γίνουν απελεύθεροι. Δεν καταργεί τη δουλεία, δηλαδή δεν ήταν δυνατόν να καταργηθεί, αλλά όπως ο απόστολος Παύλος με την προς Φιλήμονα επιστολή, αλλάζει το περιεχόμενο της δουλείας. Γίνεται αδελφός ο δούλος. Γίνεται δηλαδή συνεργάτης κι όπως εμείς οι δημόσιοι υπάλληλοι κύριε πρόεδρε δεν είμαστε δούλοι κανενός – όποια στιγμή θέλουμε λέμε τα βροντάω και φεύγω – κατά τον ίδιο τρόπο, όταν ο δούλος ανεγνωρίζετο ως άνθρωπος, ως ανθρώπινον πρόσωπον, δεν ήταν πλέον δούλος αλλά συνεργάτης προς τους πρώην κυρίους του. Είναι ο πρώτος έπειτα Ρωμιός αυτοκράτορας, δηλαδή ορθόδοξος αυτοκράτορας στην Ιστορία, με ποιαν έννοια: είναι αυτός ο οποίος χτίζει τη Νέα Ρώμη, τη νέα πρωτεύουσα. Από το 326 αρχίζει η αναζήτηση πόλεως – δεν ικανοποιείτο με το λατινόφωνο περιβάλλον της Δύσεως και κατάλαβε ότι η τύχη της αυτοκρατορίας μετεφέρετο πλέον στην ανατολή. Εκεί θα έτρεχε το μεγάλο παιχνίδι που το έπαιξε για χίλια εκατό χρόνια και περισσότερο – μέχρι σήμερα το παίζει, οικουμενικά. Ο Ελληνισμός διατηρεί την οικουμενικότητά του συνδεδεμένος πνευματικά με τη Νέα Ρώμη, με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Ο Κωνσταντίνος είχε επιλέξει, τόσο ανθέλληνας ήταν, είχε επιλέξει στην αρχή την Τροία. Εκεί ήθελε να χτίσει την πρωτεύουσα. Τα λέει ο ιστορικός Σωζομενός. Εν συνεχεία όμως κατάλαβε τη σημασία της περιοχής του παλαιού Βυζαντίου, που ήταν ερείπια τώρα, που έλεγχε το πέρασμα προς τη Μαύρη θάλασσα, τα στενά δηλαδή του Βοσπόρου. Ο Παπαρηγόπουλος το είχε επιχειρήσει, ο Γίββων το είχε επιχειρήσει και πολλοί άλλοι ιστορικοί, μέτρησαν την απόσταση από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τη Θούλη της Ισλανδίας και από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Κίνα. Είναι περίπου τα ίδια χιλιόμετρα. Αντελήφθη ο Κωνσταντίνος ότι το κέντρο του κόσμου ήταν αυτή η νέα πόλη. Μάλιστα όταν εχάρασε την πόλη, τον ρωτούσαν οι αξιωματικοί: «που μας πας, πολύ μακριά χαράσσεις τα όρια της πόλης». Έχουμε δεύτερη χάραξη με τον Θεοδόσιο και τρίτη χάραξη με τον Ιουστινιανό και μετέπειτα. Ο Κωνσταντίνος είπε : «δεν μπορώ να σταματήσω γιατί με οδηγεί αυτός μπροστά». Δηλαδή επεκαλέσθει υπερφυσικές παρεμβάσεις, κάποιος άγγελος, που οδηγούσε τον Μέγα Κωνσταντίνο. Αυτό ή είναι αλήθεια ή είναι ψέμα δεν είναι το πρόβλημά μας. Το πρόβλημα είναι η διορατικότητα και η οξυδέρκεια αυτού του πολιτικού να αναγνωρίσει τον ρόλο που επρόκειτο να παίξει η Κωνσταντινούπολη, η Νέα Ρώμη δηλαδή, στην περιοχή αυτή.

Έγινε ο αυτοκράτωρ ο οποίος δεν έχασε κανένα πόλεμο. Δε νικήθηκε ποτέ ούτε εσωτερικά, ούτε εξωτερικά. Κατήργησε το σώμα των πραιτοριανών, που είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούνται οι κύριοι των αυτοκρατόρων, κατήργησε την ποινή του σταυρικού θανάτου, ανανέωσε το οικογενειακό δίκαιο, κατεδίκασε τη μοιχεία όπως είδαμε, με νόμους ανύψωσε τη θέση της μητέρας, προστάτεψε την οικογένεια και τα παιδιά απ’ την κατάχρηση της πατρικής εξουσίας και τα κορίτσια απ’ την απαγωγή. Ρύθμισε τα ζητήματα διαζυγίου, κληρονομίας, προίκας, κοκ. Όλη η πολιτεία του δείχνει ότι ενεργούσε ως χριστιανός. Με νόμο τιμωρούσε εκείνους που προξενούσαν τον θάνατο των σκλάβων και περιόρισε τη βία και τη σωματική τιμωρία. Μάλιστα κάτι σημαντικότατο για τον 4ο αιώνα: απαγορεύει τον στιγματισμό στα πρόσωπα των σκλάβων. Είχαν τη συνήθεια δηλαδή να στιγματίζουν με σπαθί, καμένο σπαθί, τα πρόσωπα των σκλάβων. Και έλεγε ότι το πρόσωπο είναι εκείνο που μας φέρει εις τον Θεόν. Το κατ’ εικόνα Θεού, αφού πλαστήκαμε έτσι. Πως είναι δυνατόν λοιπόν να αχρειώνεται η εικόνα του Θεού στους σκλάβους; Δεν ξέρω πόσοι χριστιανοί ενεργούν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Επέφερε την ειρήνευση και το τελευταίο ερώτημα:

Ποια η σχέση του με τον Χριστιανισμό

Ποια η σχέση του με τον Χριστιανισμό. Έχουν γραφεί πολλά. Εκατοντάδες, για να μην πω χιλιάδες βιβλία και άρθρα. Μιλούν για σκοπιμότητα, και σας μίλησα ήδη για τον Χριστιανισμό ως μειοψηφία. Ο δάσκαλός μας, ο μακαρίτης Ανδρέας Φυτράκης, το 1945 κατέθεσε τη διδακτορική του διατριβή με τον τίτλο «Η πίστις του Μεγάλου Κωνσταντίνου κατά τα τελευταία έτη της ζωής του» Μελετώντας όλες τις αρχαίες και τις νεότερες πηγές, υπογραμμίζει την τιμή του Μεγάλου Κωνσταντίνου προς τους μάρτυρες. Απεδέχετο πληρέστατα την περί μαρτυρείν και μαρτύρων θεολογία της Εκκλησίας και του απλού λαού του Θεού. Μάλιστα γονυπετής προσήυχετο μπροστά στους μάρτυρες, κατεσκεύασε δε μαρτύριον, τόπον συναγωγής λειψάνων – ήθελε να συναγάγει, να συγκεντρώσει τα λείψανα των αποστόλων – σ’ αυτό θα προχωρήσει ο Κωνστάντιος ο γιος του, δεν ετελεσφόρησε: έξι αποστόλων βρήκαν τα λείψανα – δεν είναι ανάγκη να σας απασχολήσω τώρα με αυτό, για να ταφεί μεταξύ των μαρτύρων. Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι εξέφρασε την επιθυμία να βαπτισθεί στον Ιορδάνη διότι έμαθε ότι ο Ιορδάνης έχει αγιαστικά ύδατα λόγω της εκεί Βαπτίσεως του Ιησού Χριστού. Προσέξτε: κι αν βαπτίστηκε περί το τέλος της ζωής του, που δεν ήξερε ο Κωνσταντίνος πότε θα έρθει – όπως κανείς μας δεν ξέρει, εγώ δεν ξέρω αν θα βγω έξω από τη θύρα ζωντανός όρθιος και αν δεν πάω για να κηδευθώ στην Αθήνα. Κανείς δεν ξέρει την τελευταία στιγμή της ζωής του.

Ο Κωνσταντίνος εφήρμοζε την πρακτική των Χριστιανών της εποχής του. Είναι παιδί της εποχής του. Θέτω ερώτημα σεβαστοί πατέρες και θεολόγοι, θέτω ερώτημα πολλές φορές στη σχολή, χάριν λογοπαιγνίου, που κοινωνούσαν στην Αθήνα ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος; Πουθενά δεν κοινωνούσαν. Εκκλησιάζοντο εις τους αγίους Ισιδώρους που λέμε σήμερα, στο εκκλησάκι εκεί στο Λυκαβηττό, αλλά εβαπτίστηκαν γύρω στα τριανταδύο τους χρόνια. Εάν δεν γύριζαν από όλους τους πνευματικούς να αισθανθούν ότι προχωρούν στην κάθαρση της καρδιάς, δεν εβαπτίζοντο. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι ήταν κοινή συνήθεια. Ποιος ήταν ο πνευματικός του Κωνσταντίνου. Δεν ήταν ο Ευσέβιος Νικομηδείας. Ήσαν φίλοι, γνωρίζωντο από την ειδωλολατρική του περίοδο. Γι’ αυτό το λόγο ζήτησε στις τελευταίες στιγμές από τον επίσκοπο Νικομηδείας – που ήταν διάμεσος πρωτεύουσα μεταξύ Παλαιάς και Νέας Ρώμης – να βαπτιστεί. Και λένε, μα πήρε βάπτισμα ειδωλολάτρη. Αφήστε τον Θεόν να κάνει αυτό που θέλει. Και θα σας πω γιατί ο Θεός κάνει αυτό που θέλει. Όταν ο ένας δεν έχει συνείδηση ότι ο άλλος είναι ειδωλολάτρης τότε κανείς λόγος δε μπορεί να γίνει γι’ αυτό το θέμα. Απλούστατα, ο Μέγας Κωνσταντίνος πνευματικό σύμβουλο είχε μια μεγάλη ασκητική μορφή της εποχής, τον όσιο Κορδούη. Με αυτόν συνελέγετο, με έναν μεγάλο άγιο της Εκκλησίας, της Κόρδοβας της Ισπανίας, όσιος Κορδούης. Η Εκκλησία τον τιμά όχι γι’ αυτά τα οποία λέγουν συνήθως, όχι γιατί προσέφερε ευεργεσίες και λοιπά.

Για να καταλάβετε γιατί τον τιμάμε ως ορθόδοξο, ανοίξτε το μηναίο της 21ης Μαΐου για να δείτε τις ακολουθίες, τα τροπάρια που αναφέρονται στον άγιο Κωνσταντίνο και στην αγία Ελένη. Πρώτος λόγος: «ως ο Παύλος ουρανόθεν την κλήσην εδέξατο.» Όταν ο απόστολος Πέτρος επήγενε εις τον Κορνήλιον, έλεγεν εις τον Χριστόν :«μα που να πάω;» που του εμφανήσθη σε όραμα. Και του έλεγε « α ο Θεός εκαθάρισε, συ μη κοίνου » – μη μολύνεις τα πράγματα που ο Θεός εκαθάρισε. Και όταν πήγε στον Κορνήλιο τον εκατόνταρχο τον Ρωμαίο, τον βρήκε να έχει θεοπτικές εμπειρίες. Οπότε, τα είχε ετοιμάσει όλα ο ίδιος ο Θεός! Και τότε ο Πέτρος υποχώρησε και έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει, να βαπτίσει τον Κορνήλιο, που είχε χρόνο μπροστά του ζωής για να βαπτιστεί. Επομένως, και στην περίπτωση αυτή, ο Μέγας Κωνσταντίνος, «ουρανόθεν την κλήσην εδέξατο», όπως ο απόστολος Παύλος. Αυτό είναι σημαντικότατο. Βέβαια, κάποιος μου έλεγε, μα είναι βέβαιο; Αφού φτάνει στα όρια του θρύλου, κι αυτό μολονότι έχουμε αρχαίες πηγές που μαρτυρούν το όραμα ή το θεοπτικό βίωμα που έζησε ο Μέγας Κωνσταντίνος. Εμένα με ενδιαφέρουν, σεβαστοί πατέρες, τα αγιολογικά κριτήρια της Εκκλησίας. Που στηριζόμαστε. Όχι βοήθησε, έδωσε, έχτισε καμπαναριά και ναούς και άλλα. Ξέρετε, η Ορθοδοξία σε αντίθεση με τον παπισμό, το λέγω γι’ αυτούς που δεν το ξέρουν, δεν αγιοποιεί κανέναν. Αγιοποίηση, παρακαλώ να ξεχαστεί ο όρος. Είναι βλασφημία. Δεν υπάρχει αγιο-ποίηση στην Ορθόδοξη, στους αγίου Πατέρες. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία τι υπάρχει: αναγνώριση της αγιότητος. Ο Θεός με έκτατες επεμβάσεις, με λείψανα που ευωδιάζουν, που θαυματουργούν, με τα λείψανα και με τις θεοσημείες αυτές αποδεικνύει την επέμβασή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τότε τιμάμε τον υπό του Θεού διατηρηθέντα και αναγνωρισθέντα άγιο.

Το δεύτερο είναι, στην Κωνσταντινούπολη, οι ντόπιοι εκεί, έλεγαν και έψαλαν ότι η λάρνακά του Μεγάλου Κωνσταντίνου βρύει ιάματα. Εάν πάει κανείς στην Κέρκυρα, συγχωρήστε μου αυτή την αναφορά, και πει ότι η λάρναξ του Μεταλληνού βρύει ιάματα θα γελάσει ο κάθε ένας. Διότι όχι δεν πέθανα ακόμη αλλά διότι δεν είμαι άξιος να θεραπεύει το αγίασμα που βγαίνει από τον τάφο. Για να το λένε για τον Κωνσταντίνο δεν ξεγελιώνται οι ντόπιοι τουλάχιστον. Ο ιστορικός Σωζομενός λέγει πάλι για τον άγιο Σπυρίδωνα «τα δε θαυμάσια αυτού ίσασι… τα θαύματα του αγίου Σπυρίδωνα. Και το τρίτον είναι ότι ο Κωνσταντίνος «εκράτηνε την πίστην της Νικαίας» Με το να επιτρέψει να συγκληθεί η Σύνοδος και να αποφασίζει η Σύνοδος, με τη Χάρη του Θεού ανεδείχθη εκείνος ο οποίος εκράτηνε, ισχυροποίησε πραγματικά την πίστην των Ορθοδόξων Πατέρων της Εκκλησίας. Για τον άγιο Σπυρίδωνα ενθυμείσθε, λέγεται χαρακτηριστικά, και το σύμβολον επήρωσε. Ο άγιος Σπυρίδων επικυρώνει με το θαύμα της κεράμου το σύμβολο.

Ο Κωνσταντίνος απλώς κρατύνει την ορθόδοξον πίστιν, επειδή είχε την έμπνευσιν να αυτοκαταργηθεί από κύριος του κόσμου και να δεχθεί τον Συνοδικόν θεσμόν. Μια τελική κρίση, δυο λόγια του Κωνσταντίνου Παπαρηγοπούλου. Έχω κάνει μια σχετική μελέτη στον Παπαρηγόπουλο και γι’ αυτό το λόγο αναφέρομαι συχνά σ’ αυτόν. Λέει ο Παπαρηγόπουλος: «και αν ακόμα διέπραξε και κάποια ανομήματα ο Κωνσταντίνος, αυτό δεν οφείλεται – απλουστεύω τη γλώσσα – σε αγριότητα της ψυχής, αλλά γιατί ο ίδιος γεννήθηκε και έζησε μέσα σε καθιερωμένες από αιώνες ολέθριες έξεις και παραδόσεις. Οι προκάτοχοι και οι συνάρχοντές του, κανένα δε σεβάσθησαν θείο ή ανθρώπινο νόμο. Είναι απορίας άξιο όμως και θαυμασμού, ότι κατανικώντας τόσο μεγάλους πειρασμούς, κατόρθωσε να κατανοήσει και να ομολογήσει τις αρχές του Ευαγγελίου.» Αυτά λέει ο Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος.

Πηγή: https://www.orthodoxianewsagency.gr/orthodoxes-provoles/konstantinos-o-megas-kai-i-istoriki-alitheia-i-mnimeiodis-omilia-metallinou/

Μόρφου Νεόφυτος: «Ὕδωρ τὸ ζῶν». Το ζωντανό νερό του Αγίου Πνεύματος (Κυριακή της Σαμαρείτιδος, Σινά Όρος, 30.05.2021)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στην αρχιερατική  Θεία Λειτουργία  την Κυριακή της Σαμαρείτιδος, που τελέσθηκε στον ιερό ναό αγίου Ιωάννου του Θεολόγου της κοινότητος Σινά Όρους, της μητροπολιτικής περιφέρειας Μόρφου (30.5.2021).

Έτη πολλά και σε σας ευλογημένα και φωτισμένα από τη χάρη της Αγίας Φωτεινής, αυτής της μεγάλης, μεγάλης αμαρτωλής γυναίκας που την αξίωσε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, όχι απλά να συνομιλήσουν έναν από τον υψηλότερο και θεολογικότερο διάλογο που διασώζει το ιερό Ευαγγέλιο, όχι μόνο να γίνει από αιρετική Σαμαρείτιδα που ήταν Χριστιανή, αλλά να γίνει μαθήτρια του Χριστού, να γίνει απόστολος του Χριστού, να γίνει ισαπόστολος του Χριστού και αυτή και όλη η οικογένειά της.

Όταν διαβάσετε τον βίο της Αγίας Φωτεινής και της οικογενείας της εκπλήσσεσθε και θα εκπλαγείτε και εσείς με τη σειρά σας, με πρώτο από το μεγάλο δρομολόγιο που έκαμαν αυτοί οι άγιοι στον τότε γνωστό κόσμο της Μεσογείου για να κηρύξουν τον Χριστό. Και δεύτερο από τα φοβερά μαρτύρια που έζησαν όταν μεγάλωσαν. Και μόνον αυτό να σκεφτούμε, αυτό το δρομολόγιο δηλαδή, αυτή την ιστορία της Αγίας Φωτεινής, ιλιγγιά ο νους. Ίλιγγος πραγματικά καταλαμβάνει έναν μέσο χριστιανό σκεπτόμενο πώς μια γυναίκα η οποία την εποχή που γνώρισε τον Χριστό είχε ήδη πέντε άνδρες. Δηλαδή ήτανε μια ανεπίσημη πόρνη της Σαμάρειας η Φωτεινή. Πώς αυτή η γυναίκα μεταμορφώθηκε και έβαλε φραγμό στην παραμόρφωσή της; Και μόνο αυτό να αναλογιστούμε εμείς που όλοι και κάποια πάθη έχουμε και πολύ πολύ δύσκολα τα κόβουμε, άντε, άντε λίγο να τα περιορίσουμε για κάποιο χρονικό διάστημα. Εάν νομίζετε ότι είναι εύκολο μια πόρνη γυναίκα όπως ήταν η Αγία Φωτεινή, όπως ήταν αργότερα η Αγία Μαρία η Αιγυπτία να μεταμορφωθεί σε ισαπόστολο τότε έχετε μεγάλη πλάνη. Αυτό για να γίνει, αγαπητοί μου, αυτή η μεταμόρφωση στους ανθρώπους, θέλει μίαν προϋπόθεση, την οποία προϋπόθεση την κουβέντιασε η Αγία με τον Χριστό εκεί στο Φρέαρ του Ιακώβ όταν βρέθηκαν. Και αυτή η προϋπόθεση έγινε υπόθεση για την αγία και έγινε από υπόθεση θέση και από θέση κατάσταση. Τί ήταν αυτό που την μεταμόρφωσε; Το «Ὕδωρ τὸ ζῶν». Το ζωντανό νερό. Ποιο είναι αυτό το ζωντανό νερό που όταν το πιείς, λέει ο Χριστός στη Σαμαρείτιδα, δεν θα ξαναδιψάσεις;

Συνεχώς αναφέρεται το σημερινό Ευαγγέλιο σε ένα θαυματουργό ύδωρ. Νερό. Και το ονομάζει μάλιστα με τον ωραίο προσδιορισμό «Ὕδωρ τὸ ζῶν». Ένα νερό δηλαδή το οποίον είναι ζωντανό, ολοζώντανο και δεν θα παλιώσει ποτέ του, δεν θα γεράσει, δεν θα βρωμίσει, δεν θα αλλοιωθεί. Αυτό το «Ὕδωρ τὸ ζῶν» είναι το Πνεύμα το Άγιο, το οποίον είναι το μόνον που μπορεί να μεταμορφώσει όλο τον κόσμο, όλο τον πλανήτη μας, όλο τον εαυτό μας, όλη την κοινωνία μας. Διαφορετικά, αν έχομε σχέδια ότι θα μεταμορφώσουμε τον κόσμο ή τον εαυτό μας ή την οικογένεια μας ή την πατρίδα μας ή το έθνος μας ή την Ευρώπη μας ή τον κόσμο που σήμερα στενάζει και συστενάζει μέσα σε ποικίλες αμαρτίες και εκτροπές και παρεκτροπές, εάν έχομε ψευδαίσθηση ότι χωρίς το Πνεύμα το Άγιο μπορεί να γίνει οποιαδήποτε αλλαγή και οποιαδήποτε μεταμόρφωση τότε πλανώμεθα πλάνην οικτρά. 

Να θυμάστε λοιπόν ότι αν θέλομε να μεταμορφωθούμε και όχι να παραμορφωθούμε από τα άθεα γράμματα της Ευρώπης και όλων αυτών των δαιμονισμένων που προσπαθούν με τη νέα τάξη πραγμάτων να αλλοιώσουν το ορθόδοξο μας φρόνημα και πίστη, εάν θέλουμε όντως να αλλάξουμε και να οδηγηθούμε προς την αγιότητα πρέπει πρώτα πρώτα να συνεργαστούμε με το Πνεύμα το Άγιο και να πιούμε το Πνεύμα το Άγιο. Ενώ Πνεύμα σημαίνει πνοή, σημαίνει αέρας. Ταυτόχρονα εκτός από πνοή το Πνεύμα το Άγιο είναι και υγρό, ύδωρ. «Ὕδωρ τὸ ζῶν». Είναι δυνατόν αυτό το Πνεύμα το Άγιο που είναι «πανταχοῦ παρών, καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν, καὶ ζωῆς γορηγός», να μην είναι τα πάντα; Να μεταμορφώνεται πότε σε βίαια πνοή όπως συνέβη εκεί στην Πεντηκοστή που θα ακούσουμε τις επόμενες Κυριακές, άλλοτε, λέει, μεταμορφώνεται «ἐν εἴδει πυρός», σαν φωτιά δηλαδή. Και κάθεται απάνω στις κεφαλές των αγίων Αποστόλων και όλων των ανθρώπων που θέλουν να καθαριστούν και να φωτιστούν. Και να ξέρετε μια ετέρα μεταμόρφωση του Πνεύματος του Αγίου είναι να υγροποιείται, να γίνεται ύδωρ ζωντανό γεμάτο ζωή θεϊκή και να το πίνουν οι άνθρωποι του Θεού. Όταν μας φέρνουν οι διάκονοί μας, θυμάσαι, άγιε διάκο, εσύ που είσαι ο πιο νέος διάκονος μερικών μηνών, όταν μας δίδεις το ζέον, τί λέμε; Ενώ τί είναι το ζέον; Είναι ζεστό νερό. Και μου λες, ευλόγησον Δέσποτα «τὴν ἁγίαν ζέσιν». Θυμάσαι τι λέω; «Ζέσις πίστεως, πλήρης Πνεύματος Ἁγίου». Βλέπεις; Όταν μελετούμε τη Θεία Λειτουργία, μάθαμε θεολογία. 

Πώς τα κατάφεραν οι άγιοι και τα συμπύκνωσαν μέσα σε ενάμιση ώρα όλη την πίστη μας να είναι μέσα στη Θεία Λειτουργία, αυτό είναι από τα μεγαλύτερα θαύματα. Φτάνει να είμεθα λίγο προσεκτικοί και να ρωτούμε κανέναν παλαιότερο. Όταν λοιπόν μας δίδουν το ζεστό νερό για να το ενώσουμε με το αίμα του Χριστού και το σώμα του Χριστού που είναι μέσα στο δισκοπότηρο, αυτό που κοινωνήσατε πριν λίγο δηλαδή, πρέπει να βάλομε και ζεστό νερό. Και λέμε: «Ζέσις πίστεως, πλήρης Πνεύματος Ἁγίου». Είναι η πίστη των αγίων. Ιδιαιτέρως των αγίων μαρτύρων που έχυσαν και αυτοί το αίμα τους, το οποίο, Πνεύμα Άγιο τους έδωσε δύναμη να αντέξουν τα μαρτύρια. Και εμείς που παίρνουμε Πνεύμα Άγιο ενωμένο με το σώμα και το αίμα του Χριστού. Όπου Χριστός εκεί Πνεύμα Άγιο. Όπου Χριστός εκεί Πατήρ. Βλέπετε την Αγία Τριάδα πώς είναι ενωμένη; Δεν μπορεί να υπάρχει Πατέρας χωρίς Υιό ούτε Υιός χωρίς Πατέρα. Αλλά δεν μπορεί να υπάρχει Πατήρ και Υιός χωρίς Άγιο Πνεύμα. Και το Άγιο Πνεύμα, ένας τρόπος να αισθανόμεθα εμείς οι αναίσθητοι, οι ελεεινοί την παρουσία του είναι και μέσα από το υγρό στοιχείο του ύδατος. Και το ονόμασε ο Κύριός μας «Τὸ Ὕδωρ τὸ ζῶν». Εύχομαι αυτό το Ὕδωρ να το γευτείτε. Είναι ότι πιο σημαντικό. Διότι εάν δεν γευτούμε το Άγιο Πνεύμα μην έχετε ψευδαίσθηση ότι θα φτάσομε ποτέ στο φως του Χριστού. 

Ο Χριστός για να ενωθεί μαζί μας θέλει κάτι. Θέλει να καθαριστούμε. Δεν μπορεί να ενωθεί με το λερωμένο, με το βρώμικο ο Χριστός. Το Άγιο Πνεύμα έχει άλλη προϋπόθεση. Είναι πιο δυναμικό. Ξέρετε τι θέλει αυτό για να ενωθεί μαζί μας; Ο Χριστός θέλει να είμαστε καθαροί. Το Πνεύμα το Άγιο θέλει τις αμαρτίες μας, τις ακαθαρσίες μας δηλαδή. Γιατί μια ιδιότητα του Αγίου Πνεύματος είναι καθαριστήριο. Καθαρίζει. «Ἐλθέ», λέμε, «καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν». Και μετά τι λέμε; «Καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλῖδος». Βλέπετε; Κάθε λέξη σε κάθε προσευχή έχει σημασία θεολογική. Έχει αξία θεολογική, έχει πραγματική ενέργεια. Που αν εμείς το κινητοποιήσουμε πλέον όλα αυτά δίνουν όχι απλά νόημα στην άχαρη ζωή μας αλλά μας δίδουν αγιότητα, αγαπητοί μου. Αυτό που αντιλήφθηκε η πόρνη της Σαμάρειας η Φωτεινή και γύρισε τον διακόπτη και σταμάτησε να ψάχνει να βρει άντρες για τους έρωτές της. Γιατί ήλθε ο άλλος έρωτας, ο θείος έρωτας. Και από τότε άρχισε να ψάχνει Πνεύμα Άγιο. Ενώ γνώρισε τον Χριστό, έκατσαν στο ίδιο πηγάδι, συνομίλησαν. Τί της λέει ο Χριστός; Δεν φτάνει που με γνώρισες. Και της είπε, εγώ είμαι ο Μεσσίας. Της συστήθηκε δηλαδή. Αυτά που δεν είπε στους μαθητές Του, τα είπε εις τη Φωτεινή. Αλλά πόσο ταπεινός ο Χριστός. Της λέει, ξέρεις, δεν είμαι μόνος μου. Περίπου αυτό της είπε. Έχω και Πατέρα, έχω και Άγιο Πνεύμα. Με είδες Εμένα; Είδες τον Θεό Πατέρα. Αλλά πρέπει να πιεις «Ὕδωρ ζῶν». Πνεύμα Άγιο. Γιατί, Φωτεινή μου, είσαι βρώμικη και δεν μπορώ Εγώ να ενωθώ μαζί σου αν δεν καθαριστείς. Και δεν θα σε καθαρίσω εγώ. Θα σε καθαρίσει το Άγιο Πνεύμα. Το Άγιο Πνεύμα δεν φοβάται την αμαρτία. Δεν την μισεί. Αγαπά τον αμαρτωλό άνθρωπο, μισεί την αμαρτία του. Δεν την θέλει. Αλλά δεν την πογυρίζει, όπως λέμε στα κυπριακά. Δεν την αποστρέφεται. Έρχεται σαν σίφουνας, βίαια πνοή και την καθαρίζει. Και εσείς συνεχώς να φωνάζετε στο Άγιο Πνεύμα. Πνεύμα Άγιο, Πνεύμα της Αληθείας, «ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν καὶ καθάρισόν με ἀπὸ πάσης κηλῖδος». 

Όλοι μιαν ακαθαρσία την έχουμε. Μα αν δεν είναι σαρκική είναι ψυχική. Κάθε μέρα κάποιον κρίνουμε, κάποιον κατακρίνουμε, με κάποιον συγκρινόμαστε, με κάποιον ζηλεύομε, μιαν αντιπαράθεση είτε εσωτερική είτε εξωτερική την έχομε. Αν δεν έχομε «γρήγορον νοῦν καὶ σώφρονα λογισμόν καὶ καρδίαν νήφουσαν» που να νίβεται δηλαδή να καθαρίζεται, τότε πολύ εύκολα λερώνεται και ο νους και η καρδιά. Γι᾿ αυτό το Άγιο Πνεύμα είναι ο κατεξοχήν συνεργάτης μας, ο συνέταιρός μας. Και τώρα που έρχεται η μεγάλη γιορτή της Πεντηκοστής, βλέπετε, όλα τα Ευαγγέλια, όλες οι Κυριακές μας οδηγούν στο να συνειδητοποιήσουμε όσον γίνεται πιο καθαρά, εναργέστερα ότι κοίταξε, Νεόφυτε, δεν είσαι μόνος σου. Είσαι Χριστιανός, έχεις και Άγιο Πνεύμα. Το πήραμε την ώρα που μυρωθήκαμε. Πήραμε Χριστό όταν βαφτιστήκαμε. Αμέσως μετά τι κάμνει ο παπάς μετά το βάφτισμα; Μας μυρώνει. Μας δίδει δηλαδή Άγιο Πνεύμα. «Ὕδωρ τὸ ζῶν». Μας δίνει ένα καθαριστήριο φτάνει εμείς να το ενεργοποιήσουμε. Αν δεν μετανιώνουμε, αν δεν εξομολογούμαστε, αν δεν προσευχόμαστε συνεχώς Πνεύμα Άγιο, καθάρισόν με, θα είμαστε πραγματικά νεκροί πριν από τον θάνατό μας. Και θα μας πει που θα πάμε κοντά Του. Καλά, εσείς Ορθόδοξοι Χριστιανοί και Χριστόν είχατε και Άγιο Πνεύμα είχατε. Τί τα κάματε, ρε παιδί μου; Τα αφήσατε σε μιαν αποθήκη κλειδωμένα; Δεν τα ενεργοποιήσατε; Και θα δούμε αύριο μουσουλμάνους και βουδιστές οι οποίοι ούτε χριστιανοί είναι ούτε μυρωμένοι είναι Άγιο Πνεύμα να έχουν. Αλλά επειδή πρόσεχαν και δεν έκαμαν μεγάλες αμαρτίες και με τον δικό τους τρόπο μετάνιωναν και μπορεί να μην είχαν Άγιο Πνεύμα αλλά τί είχαν, λέει ο Απόστολος Παύλος; Συνείδηση. Και λέει ένας άλλος άγιος, νομίζω ο άγιος Μάρκος ο Αθηναίος, τί είναι η συνείδηση. Φυσική βίβλος. Ότι είναι, λέει, το Ευαγγέλιο είναι για κάθε άνθρωπο η συνείδηση. Και θα δούμε αύριο στην άλλη ζωή μουσουλμάνους και βουδιστές οι οποίοι πρόσεχαν τη συνείδησή τους. Μόλις έκαμναν καμιά αμαρτία, καμιά στραβάδα αμέσως με τον δικό τους τρόπο μετάνιωναν. Μιλούσαν του Θεού τους. Αυτά όλα τα καταγράφει ο Χριστός. Και μπορεί έξω από την Εκκλησία να μην υπάρχει σωτηρία αλλά εκεί πάνω υπάρχει ο Μέγας Αρχιερέας Χριστός. Και δεν θα Του πούμε εμείς τι θα κάμει εκεί πάνω. Εκεί πάνω αυτός ο Μέγας Αρχιερέας όποιον άνθρωπο της οικουμένης δει ότι επιμελείτο της συνειδήσεώς του και μετάνιωνε με βάση τη συνείδησή του, θα τον σώσει. Μπορεί να μην τον αγιάσει. Να μην φτάνει η βενζίνη του αλλόπιστου τόσο ψηλά αλλά μια σωτηρία θα την έχει και αυτός. 

Γι᾿ αυτό είναι κρίμα, είναι άδικο όταν βλέπομε Σαμαρείτες σήμερα όπως την Αγία Φωτεινή, αιρετικούς ανθρώπους δηλαδή, όταν ακούμε για αβάφτιστους και αμύρωτους να έχουν δρομολόγιο σωτηρίας εμείς που έχομε όλα τα φώτα και όλα τα φόντα να πλανώμεθα σε ιδέες, σε ψευδοϊδανικά, σε τρόπους και μηχανισμούς που το πολύ πολύ να παρατείνουν τη ζωή μας ακόμα λίγα χρόνια, δέκα χρόνια, δεκαπέντε χρόνια, μετά θάνατος θα έρθει. Και μετά το ζήτημα είναι ότι ο θάνατος είναι δυόμιση δευτερόλεπτα. Μετά πάλι ζωή, αιώνια ζωή. Σκεφτήκατε να είναι αιώνια κόλαση; Ο Θεός να φυλάξει! Γιατί δεν αγαπήσαμε τον Χριστό γιατί δεν καθαριστήκαμε από το «Ὕδωρ τὸ ζῶν», από το Πνεύμα το Άγιο. Γι᾿ αυτό να τα έχομε έγνοια όλα αυτά. Κάθε Κυριακή, κάθε Ευαγγέλιο της Κυριακής έχει το νόημά του. Ιδιαιτέρως αυτές οι Κυριακές, οι Αναστάσιμες το βαθύτερο νόημα κάθε Κυριακής είναι σχεδόν το ίδιο. Ο Χριστός αναστήθηκε για μας αλλά μας το είπε σε εκείνο το μεγάλο, μεγάλο Ευαγγέλιο που ακούσατε την Αγία Πέμπτη, που είπε ο Χριστός δεν θα σας αφήσω ορφανούς. Έτσι είπε. Θα σας στείλω Άλλον. Τον Παράκλητο, το Άγιο Πνεύμα να σας οδηγήσει εις πάσαν την αλήθειαν. Αυτό πότε γίνεται; Την Πεντηκοστή. 

Γι᾿ αυτό από τώρα που ήδη γιορτάσαμε την Μεσοπεντηκοστή και ακούσατε και κατάλληλους Ψαλμούς το πρωί εις τον Όρθρο, παρακαλώ την αγάπη σας, να μελετάτε, να προσανατολιστείτε προς την μεγάλη εορτή της Πεντηκοστής. Την Ανάσταση την ζήσαμε. Να είναι καλά οι αστυνομικοί μας, μας βοήθησαν και την ζήσαμε όσο γίνεται πιο δυνατά. Άμα σε πιέζουν τότε βγάζεις λάδι. Και εκείνοι την ζήσανε όσοι είναι καλοπροαίρετοι. Και εμείς όσοι είμαστε καλοπροαίρετοι. Δεν είμαστε όλοι καλοπροαίρετοι. Δεν σημαίνει επειδή ερχόμαστε Εκκλησία είμαστε και καλοί. Όχι. Στην Εκκλησία έρχονται οι άρρωστοι. Αυτοί που δεν νοιώθουν καλοί. Που νοιώθουν αμαρτωλοί. Αυτοί που ψάχνουν τον Χριστό. Αυτοί που θέλουν το καθαριστήριο του Αγίου Πνεύματος. Τότε είμεθα όλοι αστυνομικοί και αστυνομευόμενοι, τέκνα της Εκκλησίας, του νοσοκομείου δηλαδή του Χριστού. «Εἰς ἴασιν ψυχῆς καὶ σώματος, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν αἰώνιον». Την εύχομαι σε σας, να την εύχεσθε και σεις για μας! 

Μόρφου Νεόφυτος: Η δίψα της Σαμαρείτιδος (14.05.2017)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στη Θεία Λειτουργία την Κυριακή της Σαμαρείτιδος, που τελέσθηκε στον ιερό ναό Αγίας Παρασκευής της κοινότητος Μουτουλλά της μητροπολιτικής περιφέρειας Μόρφου (14.05.2017).

Έτη πολλά και σε σας αναστημένα, ευλογημένα και να μας αξιώσει ο Τριαδικός Θεός ο Αναστάς Ιησούς αυτό που ακούσαμε στο Ευαγγέλιο, που με τόση καθαρότητα το απήγγειλε ο ιεροδιάκονός μας, να γίνει πραγματικότητα στη δική μας ζωή. Να ποθούμε, να θέλουμε, να παρακαλούμε να αποκτήσουμε «το ύδωρ το ζών». Αυτό το ύδωρ, αυτό το νερό που όταν κάποιος το πιει τόσο ξεδιψά η ψυχή του, όπου πλέον δεν θέλει τίποτε άλλο, τίποτα ανώτερο και τίποτα κατώτερο βεβαίως.

Αυτή την μεγάλη αλήθεια την εμοιράστηκε ο Θεάνθρωπος Ιησούς, όχι με τους αποστόλους του, όχι με τους αρχιερείς της εποχής εκείνης, όχι με τους νομοδιδάσκαλους και γραμματισμένους, αλλά με μίαν γυναίκα. Και μάλιστα μίαν γυναίκα αλλογενή. Ετερόδοξο και κακόδοξο. Ούτε καν Ιουδαία δεν ήταν. Σαμαρείτης ήτο η αγία Φωτεινή. Και δεν ήταν τότε βεβαίως αγία. Ήταν μία γυναίκα που εγνώρισε έξι άνδρες. Πέντε της είπε είχες και αυτόν που έχεις δεν σου ανήκει. Μια τέτοια γυναίκα, που δεν είχε λοιπόν Ιουδαϊκή Ορθόδοξη παράδοση, σε μία γυναίκα, που τότε οι γυναίκες εθεωρούντο ως κατώτερα πλάσματα του Υψίστου, σε μίαν αμαρτωλή γυναίκα μοιράζεται αυτό τον μεγάλο πόθο. Που απ’ ότι φαίνεται, στις μέρες μας έχει γίνει μικρός ή και ανήκουστος. Δεν έχουμε ακούσει ποτέ μας γι’ αυτό τον πόθο. Ότι υπάρχει ένα νερό, το οποίον όταν το πιει ο άνθρωπος, δεν πρόκειται να διψάσει ποτέ του πια. Και αυτό το νερό, δεν είναι άλλο παρά το Άγιον Πνεύμα. 

Αυτό που είπε ο Κύριός μας εις τον μυστικό μαθητή του τον Νικόδημο. Ότι εκ της κοιλίας του «ποταμοί ρεύσονται ύδατος». Και δεν εκατάλαβε ο βουλευτής Νικόδημος ο γραμματισμένος, ο δάσκαλος και του λέει, περιορισμένος ο Νικόδημος και εγκλωβισμένος εις την δικήν του λογική, δύναται γέρων άνθρωπος, του λέει, να ξαναμπεί στην κοιλιά της μάνας του; Άλλα του έλεγε ο Χριστός, άλλα καταλάβαινε αυτός. Γιατί δεν καταλάβαινε; Τον Χριστό τον αγαπούσε. Ήθελε να γίνει μαθητής του Χριστού. Αλλά, δεν είχε το «ύδωρ το ζων». Δεν είχε το Πνεύμα το Άγιον ακόμα. 

Έρχονται οι μαθητές Του, εκεί στο Φρέαρ του Ιακώβ. Και τι του λένε; Του μιλούν σαν Εβραίοι. Γιατί μιλάς μ’ αυτή τη γυναίκα; Ποιος σου έφερε και έφαγες Κύριε; Τους λέει, εγώ δεν θέλω να φάω. Έχω χορτάσει. Δεν καταλαβαίνουν αυτό τον δάσκαλό τους. Αυτό τον Θεάνθρωπο. Για τον οποίο εγκατέλειψαν τα πάντα. Κινούνται ακόμη εις την σφαίρα της λογικής. Του ορθολογισμού. Και ο Χριστός ξέρει ότι οι μαθητές του, θέλουν και αυτοί το ύδωρ το ζων. Το θέλει όμως και η γυναίκα η αμαρτωλός της Σαμαρείτιδος η γυναίκα, το θέλει όλο το Εβραϊκό γένος, το θέλουν αυτό το ύδωρ πάντα τα έθνη. Εμείς δηλαδή, οι πρόγονοί μας. Οι ειδωλολάτρες Έλληνες, οι Σκύθες και οι όπου γης Εθνικοί. 

Και αυτό το ύδωρ το ζων, το οποίο εδόθη κατά πρώτον εις τους μαθητές Του και σε όλους όσους επίστεψαν εις τους μαθητές, το βλέπομε να δίδεται πλέον, να παροχεύεται και να διοχετεύεται από τότε μέχρι σήμερα μέσα στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Και κατά πρώτον δίδεται εκεί στο υπερώον, την ημέρα της Πεντηκοστής. Κατέρχεται το Πνεύμα το Άγιον. Και όπου βρει καρδίαν καθαράν και συντετριμμένη, αυτή την καρδία αφού την καθαρίσει την φωτίσει και την αγιάσει, την καθιστά πλέον δεξαμενή ύδατος ζώντος. Δεξαμενή του Αγίου Πνεύματος.  Και αυτό που δεν κατάλαβαν οι μαθητές Του οι δώδεκα και οι εβδομήκοντα και οι μυστικοί μαθητές, το καταλαβαίνουν τότε όταν ευρίσκονται πλέον εις το υπερώον της Πεντηκοστής εις τη Σιών. 

Αυτό που δεν κατάλαβε η Σαμαρείτιδα, το καταλαβαίνει τότε και από αμαρτωλή γυναίκα, γίνεται μαθήτρια του Χριστού. Γίνεται ιεραπόστολος και τελικά γίνεται και ισαπόστολος πια, η πλέον αμαρτωλή γυναίκα η Σαμαρείτης. 

Αυτά όλα αγαπητοί μου, είναι ισχυρά μηνύματα εις την δική μας βολεμένη και αμαρτωλή καθημερινότητα. Ότι κάτι μας λείπει. Μη βολευόμεθα με το λίγον. Το έχομεν οι Κύπριοι αυτό. Ιδιαιτέρως άμα μας γίνει και κανένα θαύμα από κάποιον άγιο του Θεού, νομίζομεν ότι αυτή είναι η πίστη μας. Η πίστη μας είναι μία συνεχής αναζήτηση του Αγίου Πνεύματος. Όταν ερώτησαν τον άγιο Σεραφείμ του Σαρώφ ποιος είναι ο σκοπός της Χριστιανικής ζωής, τι απάντησε ο μεγάλος όσιος της Ρωσίας; Ο σκοπός της Χριστιανικής ζωής είναι η απόκτησις του Αγίου Πνεύματος.

Και καταλαβαίνουμε ότι το Άγιον Πνεύμα μας επισκέφθηκε όταν αρχίσουν τα πάθη μας να μειώνονται. Να ελέγχονται. Και σιγά-σιγά, λένε οι πατέρες της ερήμου, δεσμεύονται. Θέλουν να επιτεθούν. Θέλουν να μας κατακυριεύσουν και πάλι. Ενοχλούν την καρδίαν μας ως επιθυμίες. Ο έμπειρος αγωνιστής του Αγίου Πνεύματος, ξέρει όμως να διώχνει τις επιθυμίες, πριν οι επιθυμίες γίνουν λογισμοί και πράξεις. 

Τότε, αν έτσι γίνεται, το Άγιον Πνεύμα το ύδωρ το ζων, το οποίον όποιος το πιει, δεν θα «διψήσει πώποτε», τότε είναι πραγματικότητα, είναι δεξαμενή μέσα εις την καρδίαν μας. Όταν βλέπουμε τους ανθρώπους έναν άλλο δείγμα αγιοπνευματικής παρουσίας, δεξαμενής ύδατος ζώντος, είναι όταν βλέπετε τα παιδιά σας, τα εγγόνια σας να θέλουν να είναι συντροφιά κοντά σε σας και σεις να τους μιλάτε για την αγιότητα, για την Παναγία, για τους αγίους, για τη ζωή των αγίων και να προτιμούν τα παιδιά αυτόν τον τρόπο παρά τον τρόπο της τηλεόρασης, των ηλεκτρονικών παιχνιδιών, του διαδικτύου. Αν έχομε έτσι παιδιά, σημαίνει κάτι έγινε στο σπίτι μας. Μία επίσκεψις, μια παροχή. Εσυνδέθηκε το σύστημα της υδροδότησης του Αγίου Πνεύματος, εσυνδέθηκε με το σπίτι μας. Και αυτό βεβαίως θέλει κόπο, θέλει συνέπεια καθημερινή, επιμελημένη μετάνοια, καθημερινή προσευχή, συγχωρητικό φρόνημα ο ένας σύζυγος με τον άλλο και με αυτό τον τρόπο το ύδωρ το ζων ανάβει το φως του και εις την καρδία μας και εις την συζυγία μας και εις τα τέκνα μας και εις τα έκγονα μας και εις τους χωριανούς μας και εις τον κόσμο όλο. Ο καθένας ανάλογα με το φως που έχει. 

Διότι, σήμερα εάν έχομε ένα τεράστιο πρόβλημα, ανώτερο και από το Κυπριακό πρόβλημα, είναι τι γίνονται οι γάμοι. Οι γάμοι οι οποίοι αρχίζουν είτε με έναν ερωτικό παροξυσμό, αλλά δεν έχουν τον παροξυσμό και την επιθυμία του Αγίου Πνεύματος. Δεν τους έχουμε διδάξει των παιδιών μας, ότι το Άγιον Πνεύμα έρχεται. Έλεγε και ο άγιος Πορφύριος, βρε, το Άγιο Πνεύμα, η ενέργειά του είναι αισθητή. Την αισθάνεται η καρδία, πότε έρχεται και πότε φεύγει. Αλλά για να το αισθάνεται η καρδία αυτή την ενέργεια, αγαπητοί μου πατέρες και αδελφοί, χρειάζεται μία καθημερινή πράξης. Πώς τρώμε κάθε μέρα; Και έχομε και έγνοια πολλές φορές. Τι καλό φαΐ θα φάει το σώμα. Ε, και η ψυχή θέλει το φαγητό της. Το φαγητό της ψυχής είναι η μετάνοια για τα πάθη μας και τα λάθη μας τα καθημερινά και αυτό που προηγουμένως εδόθη. «Λάβετε φάγετε. Πίετε εξ αυτού πάντες». Το σώμα και το αίμα του Χριστού. 

Όταν λοιπόν ο άνθρωπος επιμελείται της μετάνοιάς του, έχει έγνοια, πόθο, επιθυμία πότε να κοινωνήσει η ψυχή μου Αυτόν που ενίκησε τον θάνατο. Αυτού που λιτανεύουμε την εικόνα του την αναστάσιμο μόλις προ ολίγου. Έχομεν αυτό το ωραίο έθιμο στην Κύπρο. Όλες αυτές οι Κυριακές μέχρι την απόδοση του Πάσχα να κάμουμε αναστάσιμες λιτανείες. Τις κάνουμε τις αναστάσιμες λιτανείες, γιατί ενικήθη ο θάνατος και μετά την Ανάσταση, έρχεται μία άλλη τρισμέγιστη γιορτή. Η Πεντηκοστή. Που μας οδηγεί το Άγιον Πνεύμα εις πάσαν την αλήθεια. Σε όλη την αλήθεια του ουρανού και της γης. Και πάνω από την Πεντηκοστή, άλλη αλήθεια δεν υπάρχει. Και η αλήθεια της Πεντηκοστής είναι η έλευσις του Αγίου Πνεύματος. Όχι μόνο στους αποστόλους. Όχι μόνο στην αγία Φωτεινή και στους αγίους. Και σε μας. Διαφορετικά το Άγιον Πνεύμα δεν έχει νόημα να λέμε εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Και να το αγνοούμε, να μην το επιθυμούμε. Να μην το θέλομε να ενωθεί και στο σώμα μας και στη ψυχή μας. Επαναλαμβάνω, διά της μετανοίας και διά της τακτικής Μεταλήψεως. Και τα δύο χρειάζονται όχι μόνον το ένα. Όπως κάμνουν πολλοί σήμερα. Που κοινωνούν χωρίς μετάνοια. Αυτό είναι έγκλημα κατά του σώματός μας και κατά της ψυχής μας. 

Και επαναλαμβάνω. Σήμερα ένα τεράστιο πρόβλημα απουσίας του Αγίου Πνεύματος, είναι οι απνευμάτιστοι γάμοι. Και απ’ αυτούς τους γάμους τι παιδιά θα βγουν και τι εγγόνια θα βγουν. Και τα πολλά διαζύγια δημιουργούν ανθρώπους με ταραχή. Γι’ αυτό σας παρακαλώ πάρα πολύ να έχετε έγνοια εις την προσευχή σας. Γι’ αυτούς τους εν διαστάσει ευρισκομένους αδελφούς μας. Είναι πολλοί σήμερα, δεν είναι εξαίρεση. 

Και αν μία Φωτεινή Σαμαρείτιδα ελεήθηκε από τον Θεό και έγινε ισαπόστολος, όλοι αυτοί οι αδελφοί μας εάν αποκτήσουν μετάνοια, εάν αποκτήσουμε μετάνοια, εάν αποκτήσουμε τον πόθο της τακτικής Θείας Κοινωνίας και της τακτικής εξομολογήσεως, τότε και για μας ο Θεός θα στείλει το ύδωρ το ζων. Θα στείλει δηλαδή το Άγιον Πνεύμα. 

Να πω κάτι για τον γάμο ήθελα. Ο γάμος είναι όπως το καντήλι. Το καντήλι είναι ένα ποτήρι στο οποίο τι βάζουμε μέσα για να ανάψει το φυτίλι; Βάζομε από κάτω νερό και μετά βάζουμε λάδι. Επροσέξετε το λάδι μέσα στο ποτήρι του καντηλιού; Σμίγει το λάδι με το νερό. Όμως, ενώ σμίγει προς στιγμής, μετά χωρίζει. Από κάτω πάει το νερό. Από πάνω ανεβαίνει το λάδι. Το νερό ταπεινώνεται. Και μένει από κάτω. Το λάδι, είναι τέτοια η δύναμίς του που πάντοτε ανεβαίνει πάνω από το νερό. Αλλά, για να είναι πάνω, χρειάζεται κάποιος από κάτω να τον στηρίζει. Και αυτό είναι το νερό. Και για να μπορέσει να ανάψει το καντήλι, χρειάζεται φως. Κάποιος να ανάψει το φυτίλι που παίρνει τη δύναμή του το φυτίλι από το λάδι και το λάδι είναι ψηλά και φωτίζει, γιατί είναι από κάτω το νερό. Αυτός είναι ο γάμος. Αυτά είναι τα παιδιά μας. Όταν έχουν φως. Από κάτω είναι ταπεινά-ταπεινά η γυναίκα. Στη θέση του νερού. Στη θέση του ελαίου, του λαδιού είναι ο άνδρας. Ο οποίος όμως άνδρας πρέπει να εργάζεται θυσιαστικά απέναντι στη γυναίκα του, για να ανάψει το φως των παιδιών του. Το φως του δικού τους καντηλιού. Έτσι έβαλε τα πράγματα ο Θεός. Και οι δύο να έχουν τα όριά τους. Και ο άνδρας και η γυναίκα. Η γυναίκα με το σεβασμό και την υπακοή. Ο άνδρας με το θυσιαστικό φρόνημα. 

Ερώτησα κάποτε μία φεμινίστρια. Της λέω, γιατί θέλεις αυτά τα δικαιώματα με τον άνδρα; Αφού το Άγιον Πνεύμα μας δίδει όλους τη θέση μας. Και μας αγιάζει όλους. Και η πιο αγία δεν είναι κανένας άνδρας. Είναι η Παναγία. Και την ερώτησα το εξής. Έχεις σύζυγο; Έχω, μου λέει. Αν ο άνδρας σου εθυσιαζότανε καθημερινά για σένα, θα τον εσεβόσουν; Βεβαίως, μου λέει. Αν ο άνδρας σου, της λέω, έλιωνε θυσιαστικά για τα παιδιά σας, θα τον άκουες; Βεβαίως. Βλέπεις; Της λέω. Έχει ευθύνη ο άνδρας σου. Γιατί δεν μπορεί να καταλάβει ότι ο τρόπος λειτουργίας του ανδρός είναι η θυσία και ο τρόπος της γυναίκας είναι ο σεβασμός και η υπακοή. Όταν έτσι λειτουργεί το ζευγάρι, τότε ανάβει το φως του Αγίου Πνεύματος εις την οικογένεια. Το καντήλι της οικογένειας. Το βλέπουν τα παιδιά και τα παιδιά πλέον, έχουνε πρότυπα να μιμηθούν. Πατέρα και μητέρα. Μητέρα και πατέρα. Και έχουνε φως του Αγίου Πνεύματος. 

Αυτό το Πνεύμα που άναψε, το ύδωρ το ζων, το φως της Πεντηκοστής και το ύδωρ το ζων το οποίον επεθύμησε η Σαμαρείτιδα και όσο αμαρτωλή και να ήτο, ο Χριστός μας της το έδωσε και παρακαλώ, της αποκάλυψε και την αλήθειαν του. Εγώ ειμί ο Σωτήρ σου, της είπε. Εγώ ειμί ο Μεσσίας. Εγώ ειμί ο Χριστός που αναμένουν οι Εβραίοι. 

Βλέπετε; Όταν ο άνθρωπος επιθυμήσει το Άγιον Πνεύμα, αποκαλύπτει ο Χριστός τον εαυτόν του. Το πρόσωπόν του και τι περισσότερο θέλομε. Και τι περισσότερο να δώσουμε στον εαυτό μας, στη γυναίκα μας, στον άνδρα μας, στα παιδιά μας. Πνεύμαν Άγιο και φως Χριστού φαίνει πάσι.

Έτη πολλά, αναστάσιμα, υδροδοτημένα από το Πνεύμα το Άγιον της Πεντηκοστής.

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ: Ὁμιλία στὴν Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος

Κυριακή της Σαμαρείτιδος

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Κυριακή της Σαμαρείτιδος

Πολλὲς καὶ σημαντικὲς ἀλήθειες τῆς Πίστης μας καὶ συνάμα ἄφθονα ψυχοσωτήρια μαθήματα περιέχει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί. Σ᾽ αὐτὴν ἀποδεικνύεται ὁλοφάνερα ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος καὶ περιγράφεται ἡ ὑπερβάλλουσα φιλανθρωπία καὶ συγκατάβασή Του.

Σ᾽ αὐτὴν διδασκόμαστε τὸ πόση δύναμη εἶχε (καὶ ἀσφαλῶς πάντοτε ἔχει!) ὁ δεσποτικὸς λόγος τοῦ Χριστοῦ μας, ὥστε νὰ μεταστρέφει τὶς καλοπροαίρετες ψυχὲς στὴ θεογνωσία, ἀλλὰ καὶ μαθαίνουμε τὴν ὁλόθερμη πίστη καὶ τὸν ἔνθεο ζῆλο τῆς Σαμαρείτιδας, γιὰ νὰ γνωρίσουν οἱ συμπατριῶτες της τὸν σαρκωθέντα Μεσσία, τὸν ἀληθινὸ Θεό.

Θὰ ἤθελα νὰ σταθοῦμε μὲ συντομία σὲ τρία μόνα ἀπὸ τὰ πολλὰ ζητήματα, ποὺ τίθενται στὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα: Στὸ μυστήριο τοῦ Θεανθρωπίνου Προσώπου τοῦ Χριστοῦ, στὸ θέμα τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ στὸ θέμα τῆς ἐν Πνεύματι λατρείας τοῦ Θεοῦ.

Ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ πρῶτο, πρέπει ἐξ ἀρχῆς νὰ ἀναφέρουμε, ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς «ἐξ ἄκρας συλλήψεως», ἀπὸ τὴ στιγμὴ δηλαδὴ ποὺ σαρκώθηκε, εἶναι ταυτόγχρονα τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος. Ἔχει δηλαδὴ δύο φύσεις, τὴ Θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη, ἑνωμένες ἀσύγχυτα, ἀδιαίρετα, ἄτρεπτα καὶ ἀναλλοίωτα στὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ Θεανθρώπινο Πρόσωπό Του. Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐνανθρώπησε, προσέλαβε ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἐκτὸς βεβαίως τῆς ἁμαρτίας -κάτι ποὺ δὲν ἀποτελεῖ δημιουργία τοῦ Θεοῦ-, γιὰ νὰ τὴν ἁγιάσει καὶ θεώσει, διότι μόνο ἔτσι ἦταν δυνατὴ ἡ σωτηρία μας, ἡ ἄφεση τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καὶ τῶν ἄλλων ἀνθρωπίνων ἁμαρτιῶν, τῶν συνεπειῶν δηλαδὴ τῆς παράβασης τοῦ Θείου θελήματος, τῶν ἐντολῶν τοῦ Δημιουργοῦ μας. Στὴ σημερινὴ περικοπὴ παρουσιάζονται ἀνάγλυφα καὶ οἱ δύο φύσεις τοῦ Κυρίου νὰ ἐνεργοῦν: Ὁ Χριστός μας, ἐπειδὴ προσέλαβε ὅλα τὰ λεγόμενα ἀδιάβλητα πάθη τῆς ἀνθρώπινης φύσης, δηλαδὴ τὴν πείνα, τὴ δίψα, τὴν κόπωση, τὸν ὕπνο, τὸν θάνατο, ἐδῶ βλέπουμε ὅτι βαδίζει καὶ κουράζεται καὶ πεινᾶ καὶ διψᾶ, φανερώνοντας ὅτι ἔγινε πραγματικὰ ἄνθρωπος γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ταυτόχρονα ὅμως γνωρίζει, ὡς Παντογνώστης, ὅλη τὴ ζωὴ τῆς Σαμαρείτιδας γυναίκας καὶ ὅτι ζοῦσε ἔκλυτο βίο, ἔχοντας λάβει ἕξι ἄνδρες. Κι ἀκόμη, τῆς ἀποκαλύπτει τὰ πλούσια νάματα τῆς θείας διδασκαλίας Του, γιὰ νὰ καταλήξει στὸ ποιά εἶναι ἡ ἀληθινὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ. Κι ὅταν ἡ γυναίκα τοῦ λέγει ὅτι πίστευε στὸν ἀναμενόμενο Μεσσία, τότε ὁ Κύριός μας τῆς ἀποκαλύπτει ξεκάθαρα ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ἦταν ὁ Μεσσίας: «Ἐγώ εἰμί, ὁ λαλῶν σοι»! Εἶναι ἀπὸ τὶς ἐλάχιστες γνωστὲς ἀπὸ τὰ Εὐαγγέλια περιπτώσεις, ποὺ ὁ ταπεινὸς καὶ πρᾶος τῷ πνεύματι Ἰησοῦς ἐκδηλώνει τόσο φανερὰ τὴ Μεσσιανικὴ αὐτοσυνειδησία Του.

Ἐρχόμαστε τώρα στὸ περιβόητο θέμα τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ Σαμαρείτιδα πῆγε στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ νὰ ἀντλήσει νερὸ καὶ ἐκεῖ, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει καὶ περιμένει, συναντᾶ τὸν Σωτήρα τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ ἀντλήσει τελικὰ νερὸ ἄφθαρτο, νὰ μετανοήσει, νὰ πιστεύσει στὸν ἀληθινὸ Θεό, νὰ γίνει κήρυκας καὶ ἱεραπόστολός Του μέχρι καὶ αὐτὴ τὴν πρωτεύουσα Ρώμη, σύμφωνα μὲ τὸ συναξάριό της, νὰ γίνει ἡ γνωστὴ σὲ ὅλους μεγαλομάρτυς Φωτεινὴ ἡ Σαμαρεῖτις. Ἦταν ἄραγε ὅλα τοῦτα ἀποτέλεσμα ἑνὸς ἀναπόφευκτου προορισμοῦ τοῦ Θεοῦ; Ὑπάρχει λοιπὸν τέτοιος προορισμός; Τί πιστεύει ἐν προκειμένῳ ἡ Ἐκκλησία μας; Ἡ θεωρία τοῦ ἀπόλυτου προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀποτελεῖ αἵρεση! Μεγάλη αἵρεση! Τέτοιος προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ ἡ τύχη, στὴν ὁποία πίστευαν ὡς θεὰ οἱ εἰδωλολάτρες καὶ τὴν ὁποία πλανεμένη ἀντίληψη ἐγκολπώθηκαν στὴ συνέχεια πολλοὶ αἱρετικοί, καθὼς καὶ οἱ Μουσουλμᾶνοι -τὸ κατ᾽ αὐτοὺς λεγόμενο κισμέτ-, δὲν ὑπάρχει! Ἐὰν ἔτσι ἦταν τὰ πράγματα, ὥστε, ὅ,τι κι ἂν κάνει ὁ καθένας, ὅσοι εἶναι προορισμένοι ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ εὐημερήσουν σ᾽ αὐτὴ τὴ ζωή, θὰ εὐημερήσουν, κι ὅσοι εἶναι νὰ δυστυχήσουν, θὰ δυστυχήσουν· ὅσοι εἶναι νὰ σωθοῦν, θὰ τύχουν σωτηρίας, κι ὅσοι εἶναι γιὰ ἀπώλεια, θὰ κολασθοῦν, τότε πλέον πιστεύουμε σ᾽ ἕνα Θεὸ προσωπολήπτη, ἄσπλαγχνο καὶ ἄδικο· τότε βλασφημοῦμε τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Ἐάν, «τὸ πεπρωμένον φυγεῖν ἀδύνατον», τότε ἀχρείαστη καὶ ἡ σάρκωση καὶ τὸ πάθος καὶ ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, τότε ἀχρείαστος καὶ ὁ προσωπικός μας ἐν Χριστῷ ἀγώνας. Ἀντιλαμβάνεσθε, ἀδελφοί, ὅτι αὐτὸ τὸ φρόνημα περὶ προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τελείως βλάσφημο καὶ αἱρετικὸ καὶ ὁδηγεῖ τελικὰ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀπραξία τοῦ καλοῦ (ἀφοῦ, ὑποτίθεται, ὅ,τι κι ἂν κάνει, εἶναι προκαθορισμένη ἡ μοίρα, τὸ μέλλον του), καί, ἑπομένως, στὴν ἀπώλεια. Ὁ Θεός μας, ὅμως, εἶναι ἀγάπη, εἶναι Πατέρας, καὶ ἡ Πρόνοιά Του ἐκτείνεται ἐξίσου πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους: «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν». Καὶ ἀκόμη, «ἀνατέλλει τὸν ἥλιον ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους». Εἶναι λοιπὸν ἀπροσωπόληπτος. Ὁ Θεὸς ἐπιζητεῖ μὲ κάθε τρόπο τὴ σωτηρία μας, ταυτόγχρονα ὅμως σέβεται καὶ τὴν προσωπική μας ἐλευθερία, ἀφοῦ μᾶς δώρησε τὸ αὐτεξούσιο. Γιὰ νὰ καταλάβουμε καλύτερα τό, πῶς ὁ Θεὸς προγνωρίζει, ὡς Παντογνώστης, τὰ πάντα γιὰ τὸν καθένα μας χωριστά, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν προδικάζει, ὡς Φιλάνθρωπος καὶ Προνοητὴς καὶ Πατέρας μας, μποροῦμε νὰ χρησιμοποιήσουμε τὸ παράδειγμα τοῦ ἰατροῦ καὶ τοῦ ἀσθενοῦς: Ἕνας ἄριστος ἰατρὸς προγνωρίζει ἀπὸ τὰ συμπτώματα τὴν ἔκβαση τῆς ὑγείας κάποιου ἀσθενοῦς, ἀλλὰ δὲν εὐθύνεται γιὰ τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀντίθετα, προσπαθεῖ μὲ ὅλα τὰ μέσα καὶ τὶς γνώσεις του γιὰ τὸ καλὸ τοῦ ἀρρώστου του. Πολὺ περισσότερο ὁ Κύριος, ποὺ γιὰ τὴν ἀγάπη μας, γιὰ τὴ σωτηρία μας, ὑπέμεινε τὰ φρικτὰ Πάθη καὶ ἔχυσε ὅλο τὸ πανάγιο Αἷμα του στὸν Σταυρό!

Γιὰ νὰ ἔλθουμε τώρα καὶ στὸ τρίτο μας ζήτημα, τῆς ἀληθινῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς, λαμβάνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ τὸ ἐρώτημα τῆς Σαμαρείτιδας γιὰ τὸν ἐνδεδειγμένο τόπο τῆς Θείας λατρείας, προσδιορίζει μὲ ἐλάχιστες λέξεις τὴν οὐσία τῆς λατρείας καὶ τὰ θεμελιώδη γνωρίσματα, ποὺ τὴν καθιστοῦν γνήσια καὶ εὐάρεστη στὸν Θεό: «Πνεῦμα ὁ Θεὸς καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν». Καταρχήν, τί εἶναι ἡ χριστιανικὴ λατρεία; Εἶναι τὸ ξεχείλισμα τῆς Πίστης, τῆς ἐλπίδας, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης μας πρὸς τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ κοινωνία, ἡ ἕνωση τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, «ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Κέντρο τῆς λατρείας αὐτῆς εἶναι ἡ προσφορὰ τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ μας στὴ Θεία Λειτουργία, γιὰ τὸν ἁγιασμό, τὴ σωτηρία μας. Μὲ τὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ τερματίζεται ἡ σκιώδης, ἡ τυπικὴ λατρεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ πλέον νὰ γευθεῖ τοὺς καρποὺς τῆς θυσίας αὐτῆς, μετέχοντας στὴ Θεία Εὐχαριστία. Βασικὰ γνωρίσματα τῆς λατρείας αὐτῆς εἶναι νὰ τελεῖται «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ». «Ἐν πνεύματι» σημαίνει ὅτι δικαιοῦνται καὶ μποροῦν νὰ προσφέρουν τούτη τὴ λατρεία ὅσοι ἀναγεννήθηκαν ἐκ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὰ Μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοῦ ἁγίου Μύρου, ὅσοι μετέχουν στὴ ζωοποιὸ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅσοι τηροῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Ἡ πνευματικὴ λοιπὸν λατρεία δὲν περιορίζεται σὲ ἐξωτερικὲς κινήσεις καὶ τύπους μόνο, ἀλλὰ ἀναβλύζει ἀπὸ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Λατρεύω τὸν Θεὸν «ἐν πνεύματι», σημαίνει τοῦ ἀφιερώνω ὅλη τὴν ὕπαρξη, τὴ σκέψη, τὴν καρδιὰ καὶ τὴ θέλησή μου. Ἀλλά, ἡ λατρεία αὐτὴ πρέπει νὰ τελεῖται καὶ «ἐν ἀληθείᾳ», δηλαδὴ μὲ τὴν ὀρθὴ Πίστη στὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ στὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, πάντοτε μέσα στὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἁγία Παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Ἂς ἀγωνισθοῦμε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ -καὶ χρειάζεται πράγματι ἀγώνας ἰσόβιος-, γιὰ νὰ λατρεύουμε μὲ γνησιότητα καὶ αὐθεντικότητα τὸν Θεό, «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ», μὲ μετάνοια καὶ διόρθωση τῆς ζωῆς μας, γιὰ νὰ καταξιωθοῦμε νὰ γίνουμε κοινωνοὶ τῆς αἰωνίου ζωῆς, μὲ τὴ Χάρη καὶ Φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου, τὶς μεσιτεῖες τῆς Παναγίας μας καὶ ὅλων τῶν ἁγίων. Ἀμήν!

Ἐπικήδειος Γερόντισσας Γαλακτίας Μοναχῆς (20.5.2021)

Ἀρχιμ. Ἀντώνιος Φραγκάκης, Ἱεροκήρυκας Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γορτύνης καί Ἀρκαδίας

Τά ξημερώματα τῆς χθεσινῆς ἡμέρας, μία μεγάλη ὁσιακή μορφή τῆς Κρήτης καί συμπάσης τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπεξεδύθη το ἀραχνῶδες χοϊκό της περίβλημα, τό φθαρτό της πολύαθλο σῶμα, τό σῶμα πού ἰσοβίως σταυρώθηκε ἀπό τά ἀλγεινά τοῦ βίου καί τά παλαίσματα τῆς ἀέναης ἀσκητικῆς πρακτικῆς καί φτερούγισε ἥσυχα καί ἀνεπαίσθητα, ὅπως ἔζησε, στήν ἀγκαλιά τοῦ Κυρίου γιά νά λάβῃ ἀπό τά κατάστικτα καί πανσθενουργά Του χέρια, τά πάμφωτα ἔπαθλα τῆς πνευματικῆς της σκυταλοδρομίας. 

Στήν ἀγκαλιά τοῦ Κυρίου πού μέ μανικό ἔρωτα παιδιόθεν ἠγάπησε καί μέ ἀποστολική αὐταπάρνηση ἀκολούθησε στόν ματωμένο βηματισμό τῆς ἐφαρμοσμένης ἀγάπης, 95 χρόνια πού ἔλαμψε ἡ μορφή της πάνω στή γῆ.

Καί ἴσως εἶναι ἡ πρώτη φορά πού ἔδωκε «ὕπνον τοῖς κροτάφοις της καί τοῖς βλεφάροις της νυσταγμόν» ἡ ἀκαταπόνητη αὐτή γυναῖκα, ποῦ ζοῦσε, δροῦσε καί ἀνέπνεε γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ἡσυχαστικῶς στοχοθέτησε καί ἁγιοπνευματικῶς προσοικειώθηκε, ὥς ἀναφαίρετο κτῆμα της, στά ὑπόβαθρα τῆς καρδίας της.

Ὑπῆρξε Ὁσία, ὑπῆρξε χαρισματική, ὑπῆρξε ἀσκήτρια.  Ἀν τῆς προσδώσουμε καί μαρτυρικό φρόνημα δέν θά λαθέψουμε.  Ἀγάπησε, ἐξ’ ἁπαλῶν ὀνύχων, μέ περιφλεγῆ ἔρωτα τόν Χριστό, μέ πιστότητα Μυροφόρων Τόν ἀκολούθησε, ἐφάρμοσε ἐπακριβῶς τά σωτήρια ἐντάλματα τῆς διδασκαλίας Του, ποτίσθηκε ἀκορέστως ἀπό τά ζωοπάροχα νάματα τῆς ἀγάπης Του, Τόν ὑπηρέτησε ἐμπνευσμένα στά πρόσωπα τῶν ἐμπεριστάτων ἀδελφῶν, κατέβηκε στόν Ἅδη τῆς μετανοίας ἔντονα καί οὐσιαστικά, ἐβίωσε τήν Ἁγιοτριαδική Παρουσία ἀπροκάλυπτα καί ζωντανά, χτυπήθηκε λυσσαλέα ἀπό τά μανιασμένα κύματα πού ὁ βύθιος δράκων ξεσήκωσε στήν πολυτάραχη θάλασσα τῆς ἐπίγειας ποντοπορίας της, ἔκλαψε πολύ, ἀγάπησε περισσότερο, ψιλοδούλευσε τήν ἀρετή, δόθηκε ἀνιδιοτελῶς στούς ἀνθρώπους, προσέφερε μέ χαρά τόν ἀδύνατο σκελετό της γιά νά ἀκουμπήσουν τά βάρη τους ὅλοι οἱ ἄλλοι, σφούγγιξε δάκρυα, διόρθωσε λογισμούς, ἀλάφρωσε συνειδήσεις, γαλήνευσε ψυχές, ἐνέπνευσε ἱερές ἐπιθυμίες, προσανατένισε ἐναργῶς τά κάλλη τοῦ Παραδείσου, ξεναγήθηκε μέ παρρησία καί στά φόβητρα τῆς κολάσεως, τροχιοδρόμησε πλειάδα ψυχῶν εἰς τήν αἰώνια ζωή, ἀδικήθηκε καί συγχώρησε, συκοφαντήθηκε ὡς πλανεμένη καί ἡ ἴδια ξεγέλασε τόν δολιοφθορέα τῶν ἀνθρώπων καί ξεπέρασε τόν πλάνον τοῦτο αἰῶνα, ἔγινε οὐράνια ὕπαρξη, δροσοσταλίδα τοῦ κήπου τῆς Ἐδέμ, τελευταία ἔλαμπε, σάν μοσχοθυμίαμα εὐωδίαζε, μόνο χαμογελοῦσε, μητρικά εὐχόταν καί ἀποχαιρετοῦσε, σάν μπαρουτοκαπνισμένη ἀθλήτρια δίδασκε, σάν πεπειραμένη ὁδηγός νουθετοῦσε, καί σιγά – σιγά, ὁ φεγγοβόλος ἥλιος τῆς ὕπαρξής της ἔγειρε στήν δύση τῆς ἐπίκηρης τούτης βιοτῆς γιά νά κάνῃ τήν ἐκφαντορική ἀνατολή του στό ἄλλο ἡμισφαίριο τῆς ἀτελεύτητης ζωῆς. 

– «Τί κάνει ἡ γερόντισσα Γαλάτεια»; Μέ ρώτησε κάποτε ὁ θαυμαστός καί ἀείμνηστος Γέροντας Ἀναστάσιος Κουδουμιανός.

– «Γέρασε, γέροντα,» ἀπάντησα.  «Κύρτωσε πολύ»…

«Τά κατάφορτα δέντρα ὅταν γεμίσουν καρπό γέρνουν τά κλαδιά τους», ἀπάντησε ἐκεῖνος.  «Δίνουν στούς γύρω ἀπό τό προϊόν τους καί τό ὑπόλοιπο τῆς συγκομιδῆς, τό ἀναδεικνύει ἡ δικαιοκρισία τοῦ Θεοῦ καί τό μοιράζει σέ ὅλα τά ἄλλα μέλη τῆς Ἐκκλησίας».

Κάτω ἀπό μία γλυκιά, ἀπέριττη καί γαλήνια ἐπιφάνεια, κυλοῦσε καί ἐπάφλαζε ἕνας ποταμός ἀγάπης καί Θείας ζωῆς, πού τόν ἐπρόδινε ἡ διεισδυτική καί ἀστραφτερή ματιά της καί ἡ ὁλοφώτεινη θωριά τοῦ προσώπου της. Τό ἀνθηρότατο χαμόγελό της, ἡ ἀγγελική της ὄψη καί το δροσιστικό ἐκχύλισμα τῆς καρδιᾶς της, λειτουργοῦσαν σάν μαγνήτης, γι’ αὐτό, ὅσο ἐκείνη ἔκρυβε τό φέγγος τῆς ψυχῆς της μέσα στήν ἀφάνεια τῆς ἀσημότητας, τόσο ὁ Θεός τό ὕψωνε στόν λυχνοστάτη τῆς προβολῆς.  Ὅπως ὁ μαγνήτης ἑλκύει διάφορα μέταλλα, ὅπως ὁ ἥλιος ἐντάσσει στήν τροχιά τῆς ἐπιρροῆς του διαφόρους δορυφόρους, ἔτσι καί ἡ ἀναγεννημένη ψυχή τῆς Γερόντισσας, ἄθελά της, ἕλκυσε κοντά της ἀναρίθμητες ψυχές πού ἐμπνεύσθηκαν ἀπό τούς ρυθμούς τῆς δικῆς της ζωῆς καί ἀλλοιώθηκαν κοντά της.  Ἡ ἁγιότητά της ἦταν καλά κρυμμένη μέσα στήν ἁπλότητα.  Τήν ἀφοπλιστική παιδική ἁπλότητα.  Ὅπως μέσα στά ἄχυρα τῆς ταπεινῆς φάτνης τῆς Βηθλεέμ κρύφθηκε ἡ μεγαλοσύνη τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ, ἔτσι μέσα στήν ἁπλή αὐτή ψυχή, τήν ἀπέριττη καί ταπεινή, κατοίκησε ζωντανά ὁ Χριστός, καί τήν ἔκανε νά λάμπει ἀπό  ὁσιότητα καί ἁγιοπνευματική σοφία.  Εἶχε πνευματικό βάθος, τό Ἅγιο Πνεῦμα σάν ἀκύμαντος ποταμός ἄρδευε τά κανάλια τῆς ψυχῆς της.  Ἕνας παφλασμός βαθύς καί ἀπύθμενος δονοῦσε τά μύχια τῆς καρδιᾶς της, ἔπρεπε νά προσηλώσεις καλά τ’ αὐτί σου γιά νά τόν ἀκούσεις καί νά ’χεις ἄντλημα ψυχῆς γιά νά ἀποκομίσεις καί νά εὐφρανθεῖς ἀπό τά ρεῖθρα του πού μυστικά διαπότιζαν καί ζωογονοῦσαν τήν ὡραία καί ταπεινή αὐτή ψυχή.

Ἀκόμη καί τίς πιό ἡρωικές πράξεις τῆς ζωῆς της, συνήθιζε νά τίς περιβάλλει μέ μία ἁπλότητα καί φυσικότητα πού ἦταν, γι’αὐτό τόν λόγο συγκλονιστική.   Δέν ἦταν λίγες οἱ ἀποφάσεις τῆς ζωῆς της, πού περιεῖχαν τό χρῶμα τοῦ Γολγοθᾶ, τό ἡρωικό φρόνημα καί τό συγκλονιστικό στοιχεῖο.  Ὅλα, ὅμως, ἡ Γερόντισσα Γαλακτία τά ἀντίκρυζε «ἐν πίστει» καί τά προσπερνοῦσε «ἐν σιγῇ».  Γιατί ἦταν ἀπό τίς ψυχές πού προσήγγιζαν τόν Χριστό, ὄχι «κράζουσα ὄπισθεν Αὐτοῦ» σάν τήν Χαναναία, ἀλλά «λαθοῦσα», εὐγενικά, ἤρεμα, συνεσταλμένα σάν τήν αἱμορροοῦσα, πού τῆς ἔφθανε καί τῆς ἀρκοῦσε νά ἀκουμπήσει μόνο τά κράσπεδα τῶν ἱματίων Του.  Ἔτσι, μέ τήν ἴδια συστολή προσήγγιζε πάντα Τόν Χριστό ἡ Γερόντισσα Γαλακτία καί ἐπιτελοῦσε τά ἔργα Του.  Γι’ αὐτό ἐπέτυχε, τήν ἴδια ὅπως ἡ γυναῖκα ἐκείνη κατάκτηση.  Καί πράγματι ὁ Χριστός δέν τῆς χαλοῦσε χατῆρι (χατίρι).  Ἡ προσευχή της, μετακινοῦσε ὄρη.  Ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη της στήν πρόνοια Τοῦ Θεοῦ, ἐνεργοποιοῦσε μέσα της τήν Θεϊκή δύναμη καί ἐπιτελοῦσε τό θαῦμα.

Γεννήθηκε στήν ἱστορική και ἡρωοτόκο Πόμπια στίς 5 Μαρτίου 1926.  Οἱ οἰκογενειακές της καταβολές, λειτούργησαν σάν γονιμότατη φύτρα γιά νά ἐκκολαφθεῖ  ἀπροσκόπτως ἡ μετέπειτα πνευματική της ἐξέλιξη.  Ὁ πατέρας της ἰατρός καί ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ.  Ἡ Γαλάτεια ἔλεγε: «ποτέ μου δέν καυχήθηκα ἐπειδή ὁ πατέρας μου ἦταν γιατρός.  Χαίρομαι ὅμως, νά λέγω ὅτι ἦταν ὄντως ἄνθρωπος καί Χριστιανός».  Ἀνάργυρος σχεδόν, δοτικός στόν ἀνθρώπινο πόνο, ἐνέπνευσε στήν πολυαγαπημένη του κόρη το θυσιαστικό ἦθος καί τό ἀνιδιοτελές φρόνημα.  Ὁ παππούς της, ὁ πατέρας τῆς μητέρας της ἦταν ἱερεύς.  Καί τί ἱερεύς!  Ἅγιος!  Πνευματικό ἀνάστημα τῶν Ὁσίων Γερόντων τῆς Μονῆς Κουδουμᾶ Παρθενίου καί Εὐμενίου.  Ἔζησε ἐν συζυγίᾳ δύο ἔτη καί σέ ὁσιότροπη χηρεία 66 ἔτη.  Τόσο πολύ ἐξαγιάσθηκε ὁ νοῦς ἀπό τήν ἄσκηση καί τήν προσευχή, πού ἔλεγε μέ ἀφελότητα καρδίας στά τέλη τῆς ζωῆς του, ὅτι θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ἄγαμο, γιατί δέν τόν συνόδευε καμία ἀνάμνηση τοῦ βραχύβιου ἐγγάμου βίου.

Ἱερά Μονή Κουδουμᾶ, Ὅσιοι Παρθένιος καί Εὐμένιος, παπά Νικόλας Φουστανάκης, Γερόντισσα Γαλακτία.  Ἀλυσιδωτή μετάδοση τοῦ χαρίσματος τῆς ἡσυχαστικῆς βιοτῆς.  Ἀνάμεσα στίς τέσσερις ἐκλεκτές θυγατέρες τοῦ θρυλικοῦ γιατροῦ τῆς Πόμπιας Μιχαήλ Κανακάκη, ξεχώρισε ἐμφανῶς ἡ τρίτη.  Ἡ Γαλάτεια.  Γιά τήν σπάνια ὀμορφιά της;  Γιά τήν ὁλοπρόθυμη ὑπακοή της; Γιά τήν κραυγάζουσα σεμνότητά της; Γιά τήν παρθενική ἀκτινοβολία της; Γιά τήν ἀδελφική πρός τούς ξένους συμπεριφορά της; Γιά τά ἐλεήμονα σπλάχνα τῆς καρδιᾶς της; Γιά τό ἀκατάκριτο στόμα της; Γιά τήν πανθομολογούμενη  ἀρετή της; Γιά τήν ἀπαστράπτουσα διαγωγή της; Τί πρῶτο καί τί δεύτερο νά ξεχωρίσεις;  Ὅλα αὐτά μαζί συναποτελοῦσαν τίς φλόγες μιᾶς εὐεργετικῆς ἀγάπης πού διαρκῶς ἐκτόξευε τό ἡφαίστειο τῆς καρδιᾶς της, μέσα στό ὁποῖο ἐκόχλαζε ὁ περιφλεγής της ἔρωτας, τό περίσσευμα τῆς λαχταριστῆς ἀναφορᾶς της, πρός τόν ἐράσμιο Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας, Σωτῆρα Χριστό.  Ἡ πνευματική της ἐξέλιξη ἔχει μία ἱστορία.  Δέν ὀφείλονταν μόνο στήν οἰκογενειακή της παράδοση καί τίς πνευματικές της καταβολές.  Κυνήγησε ἔμπρακτα ἀπό τά παιδικά της χρόνια τόν Χριστό, γι’ αὐτό κι Ἐκεῖνος μέ τό βέλος τῆς ἀγάπης Του, τήν κατέκτησε ὁλοσχερῶς καί τήν κατέστησε Νύμφη Του. 

Ἀπό μικρή δόθηκε στήν προσευχή.  Ἀνεπιτήδευτα, κρυφά, ὧρες πολλές ἀφιέρωνε στήν προσευχή ἀλλά καί στήν διακονία τοῦ πλησίον.  Τό ἰατρεῖο τοῦ πατέρα της ἦταν ἕνας ἰδανικός τόπος γιά νά ἐξασκεῖ τό ἄθλημα τῆς προσφορᾶς καί νά ὁλοκαυτώνεται στόν βωμό τῆς θυσίας.  Ἐπιμελοῦνταν τίς πληγές τῶν ἀσθενῶν, συνέπασχε ὑπαρξιακά μαζί τους, τούς ἐνθάρρυνε στήν ὑπομονή, καί κρυφά ἐλεοῦσε «ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτῆ».  Τό ἴδιο ἦταν καί μέσα στό σπίτι, σέ ὅλα πρώτη ἡ Γαλάτεια.  Στή νοικοκυροσύνη, στά ἀγροτικά, στήν μεταφορά νεροῦ, στήν διεκπεραίωση παραγγελιῶν.  Ὁ γιατρός πατέρας, βλέποντάς τήν πάντα ταπεινή, σιωπηλή, πρόθυμη σ’ ὁποιαδήποτε ἐργασία καί ἀδιάφορη στήν διεκδίκηση δικαιωμάτων καί τιμῆς, τήν ἀγκάλιαζε καί τῆς ἔλεγε στοργικά: «Γαλαθιώ μου, ὕψωσε κι ἐσύ τό ἀνάστημά σου.  Μήν σέ ἐκμεταλλεύονται οἱ ἄλλοι.  Θέλω νά ἔχεις τό βέτο σου».   Ὁ πατέρας της τήν εἶχε ξεχωριστή.  Καί ἐκείνη τόν ὑπεραγαποῦσε.  Κάποτε ὅμως, σέ ἐφηβική ἡλικία κάτι τοῦ εἶπε καί τόν στεναχώρησε. Τό ἐξομολογήθηκε ἡ Γαλάτεια στόν παππού Ἱερέα καί ἐκεῖνος τήν μάλωσε.  Ἡ νεαρή Γαλάτεια ἐπιτίμησε σκληρά τόν ἑαυτό της.  Ξάπλωνε μπρούμυτα στόν ξύλινο ὀντά τοῦ δωματίου, ἔβρεχε μέ δάκρυα μετανοίας τόν χῶρο καί ἱκέτευε σπαρακτικά τό Ἅγιο Πνεῦμα νά τήν συγχωρήσει.  Καί κάποια μέρα, ἐνῶ βρισκόταν μέσα στόν ἄδη τῆς μετανοίας, ἄστραψε στά μάτια τῆς ψυχῆς της ἡ ἄκτιστη λαμπηδόνα τῆς Ἀναστάσεως.  Σέ ἀνύποπτο χρόνο, ἐνῶ ἔσκυψε στήν ἀποθήκη κάτι νά πάρει, ἦρθε ἀπρόσμενα ἀπό τόν οὐρανό μία γαλαζόλευκη δροσιστική φλόγα καί διαπέρασε γλυκά καί εἰρηνικά τό κεφάλι της.  Προχώρησε – ὅπως ἔλεγε – στόν ἐσωτερικό της χῶρο, διάνοιξε τούς νοητικούς της ὀρίζοντες καί πλάτυνε χαρισματικά τήν καρδιά της.  Ἔνιωσε νά φεύγουν οἱ ἁμαρτίες της, ὅπως τά ξερά φύλλα στό φύσημα τοῦ ἀέρα καί ὅπως σκορπᾶ ὁ δυνατός ἄνεμος τίς ξερές φλοῦδες ἀπό τούς κορμούς τῶν μεγάλων δέντρων.  Εἶναι δική της, ἡ παραστατική αὐτή εἰκόνα καί περιγραφή.  Εἶναι εὐνόητο ἀπό θεολογικῆς πλευρᾶς ὅτι ἡ καρδιά τῆς Γαλάτειας πού πόνεσε δυνατά ἀπό τήν σωτήρια συντριβή τῆς μετανοίας, τράβηξε δυνατά ἀπό τόν ἐγκέφαλο τοῦ ἡγεμόνα νοῦ καί πυρπολήθηκε δυνατά ἀπό τήν πυρκαϊά τῆς θείας ἀγάπης.  Ἔκτοτε, ἕνας θεῖος ἔρωτας ἐγκαθιδρύθηκε μέσα της καί σηματοδότησε καταλυτικά τήν μετέπειτα πορεία της.  Αὐτό τό μεγάλο καί καθοριστικό γεγονός τῆς πρώιμης νεότητάς της, τό κράτησε μυστικό μέχρι τά 85 χρόνια τῆς ζωῆς της, ὁπότε καί μᾶς τό φανέρωσε.  Εἶναι προφανές, ὅτι ὁ Θεός τῆς ἔστειλε τά γλυκάδια τοῦ Παραδείσου καί τήν καλοῦσε στή σταυρική ὁδό, πού ἀπολήγει θριαμβευτικά στήν πλατιά λεωφόρο τῆς Ἀναστάσεως.  Ποῦ νά ἀκούσει ἡ Γαλάτεια γιά γάμο, ἔπειτα ἀπό τό συνταρακτικό αὐτό γεγονός!  Αὐτό πού ἔζησε ἦταν μία ἐνυπόστατη ἔλλαμψη, ἡ πρώτη θεωρία τοῦ Θεοῦ πού ἄμεσα ἐπισφράγισε τήν ζωή της.  Ἔλεγε: «ὅταν κανείς φάγει τό παντεσπάνι, τοῦ φαίνονται μετά ἄνοστα ὅλα τά γλυκίσματα».  Καί ἐκείνη γεύτηκε ἐμπειρικά τόν Θεό, γι’ αὐτό καί ἀποποιήθηκε μετ’ αποστροφῆς καί βδελυγμίας τίς αἰσθησιακές ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου καί πάντα «τά τοῦ βίου τερπνά πρός χαμαιζηλίαν».  Ἀπέκτησε ἄλλο μέτρο ἀξιολογήσεως τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων.  Καί αὐτό δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ.  Γλυκάθηκε ἀπό τά πρῶτα σημάδια τῆς ἄμεσης θεϊκῆς παρουσίας καί ἔτρεχε ἀκαταπαύστως νά βρεῖ, τό ἀνεξάντλητο ζαχαροπλαστεῖο τῆς Χάριτος.  Τά κοσμικά μεγαλεῖα, τά φανταχτερά φορέματα, τά μεγαλοπρεπῆ οἰκοδομήματα, τά ἐντυπωσιακά ἐνδύματα, οἱ τίτλοι καί τά ἀξιώματα, ἡ προβολή καί ἡ φιλαρέσκεια, οἱ διασκεδάσεις καί ἡ αἰσθησιακή ζωή, τῆς ἦταν ἀποκρουστικά, ὥστε πολλές φορές προσποιήθηκε τήν ἄρρωστη γιά νά τά ἀποφύγει μή ἔχοντας ἄλλο τρόπο νά ἐπικαλύψει τόν πλοῦτο τῆς ἐσωτερικῆς της πληρότητας.

Ἀνέπτυξε ἰδιαίτερη σχέση μέ τόν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ! Ἡ ἐπισφαλής ὑγεία τῆς ἀγαπημένης της ἀνιψιᾶς Ἀντωνούλας, τήν ὁδήγησε νά στείλει ἐπωνύμως τό τάμα της στόν Πανορμίτη τῆς νήσου Σύμης.  Σφράγισε τά σχετικά μέσα σέ ἕνα μπουκάλι καί τό πέταξε στήν θάλασσα.  Τό τάμα της πῆγε ἐνδοθαλασσίως στόν προορισμό του, ἔλαβε τήν ἐνημερωτική ἀπάντηση ἀπό τό προσκύνημα καί ἡ μικρή Ἀντωνούλα τήν ἑπόμενη μέρα μίλησε.  Ἔκτοτε, ἡ σχέση της μέ τόν Ἀρχάγγελο ἦταν διά βίου ζωηρή, ἄμεση, δυνατή καί τά θαύματα πού ἐπιμαρτυροῦν αὐτή τήν διάθερμη ἀγαπητική συναλληλία, ἦσαν συνεχῆ καί ἀπροσμέτρητα.  Πέταξε καί ἕνα ἄλλο μπουκάλι στό Λιβυκό Πέλαγος, πού βρέθηκε σ’ ἕνα ἐρημοκκλῆσι στήν Ἀνώπολη Σφακίων καί ἔγινε αἰτία αὐτό τό θαῦμα, νά ἀνακαινισθεῖ καί νά ξαναλειτουργήσει ὁ πεπαλαιωμένος καί ἐγκαταλελειμμένος αὐτός ναός.

Ὁ Ἀρχάγγελος, συνεχῶς ἔδειχνε τήν εὔνοιά του στήν νεαρή κόρη μέ τήν ἰσάγγελο πολιτεία.  Καί ὅταν κάποτε, πιέσθηκε πολύ γιά νά ἐνδώσει στήν ὁλοκλήρωση ἑνός συνοικεσίου, πῆρε ἀγκαλιά τήν εἰκόνα τοῦ Ἀρχαγγέλου καί τόν καθικέτευε σπαρακτικά στό δωμάτιό της νά ἐπέμβει δυναμικά καί νά ματαιώσει τήν ἐξύφανση τῆς θετικῆς προοπτικῆς.  Ἡ παρουσία του καί πάλι, ἦταν ἄμεση.  Ἔγινε σεισμός στό σπίτι, ξεμανταλώθηκαν οἱ πόρτες, ἕνας θόρυβος τάραξε τούς προξενητές καί τούς ἐνοίκους.  Ὁ εὐλαβής ἰατρός πατέρας, πείσθηκε πλέον ὅτι ἡ ὑπόθεσις γάμος ἦταν γιά τήν Γαλάτεια τελείως ἀτελέσφορο γεγονός καί κάθε ἄλλη διαχείρισις τοῦ πράγματος, θά ἀπέβαινε γι’ αὐτήν μαρτύριο.

Ἡ ἔγκαρπη ἀφιέρωσίς της στόν Θεό, νοηματοδοτήθηκε καθοριστικότερα ἀπό τήν συνοίκησή της 40 περίπου χρόνια μέ τήν ἀνιψιά της Ἀντωνία.  Ἀγάπησε αὐτό τό παιδί ὅσο τίποτα στόν κόσμο.  Θυσιαστικά τοῦ δόθηκε.  Ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς καταστάσεως, εὐαισθητοποίησε ἔτι περισσότερο τήν ἤδη ἐκλεπτυσμένη ψυχή τῆς Γαλάτειας.  Ἔγινε ὁ Φύλακας Ἄγγελός τῆς Ἀντωνίας.  Σέ συνεπικουρία μέ τούς γονεῖς τοῦ παιδιοῦ, οἰκονομοῦσε τίς ποικίλες ἀνάγκες του, φρυκτωροῦσε σάν ἄγρυπνος φύλακας στίς ἐπάλξεις τῆς ἀκεραιότητός του καί διήνθιζε μέ ροδοπέταλα ἀσύλληπτης ἀγάπης καί προσφορᾶς, τήν ἀνέμελη καθημερινότητά του.

Πέρασε πολλά: Ἐπιθέσεις ἀπό ἀνθρώπους, ὕβρεις, προσβολές, χλευασμούς, ἀμφισβητήσεις.  Δέν εἶναι εὔκολο νά οἰκονομεῖς ἕνα ἄρρωστο παιδί καί πολλοί τῶν ἀνθρώπων εἶναι σκληροί καί ἀνάλγητοι.  «Τόν σταυρό μου –ἔλεγε– τόν γνωρίζω μόνο ἐγώ καί ὁ παντεπόπτης Θεός».  Ὅμως, ἔκανε ὑπερβάσεις ἀγάπης καί ἅλματα συγχωρητικότητος.  Ὁ καλός κολυμβητής, γράφει ὁ Ὅσιος Διάδοχος Φωτικῆς, δέν πάει κόντρα στόν ἀφρό τοῦ κύματος ἀλλά περνᾶ ἀπό κάτω.  Σέ κανέναν δέν κάκιωσε, δέν μνησικάκησε, δέν διατύπωσε παράπονο ἤ ἀρνητικό λόγο.  Προπάντων γιά κανένα δέν ἀθυροστόμησε καί δέν κράτησε μέσα στήν ψυχή της ἴχνη ἐμπάθειας ἤ τάσεις ἐκδικητικότητας.  Τό ποιοί τήν πίκραναν καί τήν πλήγωσαν, κανένας μας δέν τό πληροφορήθηκε ποτέ…

Παράλληλα μέ τήν ἄρση τοῦ βαρύτατου αὐτοῦ σταυροῦ, καλλιέργησε ἐπιμελῶς καί τήν ἄσκηση γιά τήν πλήρη μεταμόρφωση τῆς καρδίας της.  Ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀπειράριθμες γονυκλισίες, ἐποικοδομητική μελέτη, ἔμπρακτη ἐξάσκηση ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, συνεχής ἐκκλησιασμός καί μάλιστα λίαν πρωί πρίν τήν ἔλευση τοῦ ἱερέως στόν ναό, ἐξονυχιστικός ἔλεγχος τῆς συνειδήσεως, τακτική προσαγωγή στήν ἐξομολόγηση, συχνότατη μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἐξαντλητική νηστεία καί προπαντός ἐπιμελημένη ἐφαρμογή τῆς ἔγκαρπης σιωπῆς.  Ὁ ἀνιψιός της ὁ Νῖκος εἶπε κάποτε: «νήστεψε ὅσο ὅλες οἱ καλόγριες τῆς Κρήτης καί προσευχήθηκε ὅσο προσευχήθηκαν ὅλες αὐτές μαζί».

Ἡ θεοειδής πολιτεία της καί ἡ γονιμότατη ἄσκησή της, ἰδιαιτέρως, ὅμως, ἡ πύρινη προσευχή της, τήν ἐξακόντισαν στά οὐράνια σκηνώματα καί ἐνετύπωσαν τήν μορφή τοῦ Χριστοῦ μέσα στήν καρδιά της.  Θεωροῦσε τήν προσευχή σάν τήν πιό ἰσχυρή ὥρα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης.  Ζοῦσε μέ τήν προσευχή τήν πιό δυνατή κοινωνία καί ἐπικοινωνία.  Γι’ αὐτό, τό περίσσευμα τῆς ἐρωτικῆς ἀναφορᾶς πού ἔτρεφε πρός τόν Σωτῆρα Χριστό, τό διοχέτευε στό κανάλι τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς.  Ἡ προσευχή τῆς ἔδινε δύναμη.  Μέ τήν προσευχή προσείλκυε τήν Χάρη καί προσαύξησε τίς ἀρετές τῆς ἀγνότητας, τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς σιωπῆς καί τῆς ἀγάπης.  Εἶχε τόσο ἰσχυρή καί δυνατή προσευχή, ὥστε κάποιες φορές, μικρά παιδιά, ἐν ὧρᾳ Θείας Λειτουργίας, τήν ἔβλεπαν φωτεινή καί μετάρσια, νά ἐξυψώνεται ἀπό τήν γῆ καί οὐράνιες ἀγγελικές ταξιαρχίες νά τήν περικυκλώνουν καί νά ψάλλουν μαζί της.

Οἱ Πομπιανοί καί οἱ κάτοικοι τῶν γύρω χωριῶν τήν ἀγάπησαν καί τήν σεβάστηκαν πολύ.  Μοῦ εἶπε κάποτε ὁ ἀείμνηστος ἐπιφανής Πομπιανός Μανώλης Φουστανάκης: «Μέ ἐπιστημονικό μικροσκόπιο ἄν διερευνήσουμε τήν ζωή τῆς Γαλάτειας, δέν θά μπορέσουμε νά βροῦμε κακό».  Ἀσφαλῶς σάν ἀπόγονος τοῦ Ἀδάμ, θά εἶχε καί αὐτή τίς ἀδυναμίες της καί κάποιες ἀνθρώπινες πλευρές της.  Ὅμως, ἦταν τόσο ἀθῶα καί παιδικά αὐτά, ὥστε τά προσπερνοῦσες μέ θυμηδία, γιατί μόνο χαρά, πλατυχωρία καί ἄνεση σοῦ προκαλοῦσαν, τά ἐλατήρια καί οἱ προθέσεις τῆς καρδιᾶς της.  Ὅλοι θαύμαζαν τήν ταπεινότατη καί ἐνάρετη γιατροπούλα, πού καιγόταν σάν τό λιβάνι στήν ἀνθρακιά γιά νά εὐωδιάσουν οἱ ἄλλοι καί ἔλιωνε σάν τό φλογισμένο μελισσοκέρι  γιά νά ἀποκομίσουν τό φῶς καί τήν λάμψη πού ἐξέπεμπε οἱ ἀναγκεμένοι συνάνθρωποί της.  Ἀλλά, ἄν θέλαμε νά αποδώσουμε τό μεγαλεῖο τῆς Γερόντισσας ἐπιγραμματικά, θά ἀναφέραμε δύο λέξεις: ἦταν ἡ ἐνσάρκωσις τῆς ταπεινοφροσύνης καί τῆς ἀγάπης.

Ἦταν ὄντως ταπεινή.  Κανένας μεγαλοϊδεατισμός, οὔτε ἀκροθιγῶς δέν ἐκκολάφθηκε στήν ψυχή της.  Δέν ἦταν αὐτό κομπλεξικότητα γιατί ἦταν ἐλεύθερη ἀπό συμπλεγματικές καταστάσεις, οὔτε αἴσθημα μειονεξίας γιατί διέθετε ψυχική πληρότητα.  Ἦταν ἡ βαθειά καί ἁγία ἀρετή πού τῆς ἀπεκάλυπτε τήν χοϊκότητα καί τρεπτότητα τοῦ ἑαυτοῦ της καί τήν ἔκανε νά γνωρίζει τά μέτρα της.  Εἶχε διαρκῶς τήν αἴσθηση ὅτι εἶναι ἡ χειρότερη τῶν πάντων, φιλοῦσε τά χέρια ὅλων καί ζητοῦσε συγχώρηση.  Δέν τό ἔκανε ἀπό ταπεινοσχημία ἀλλά, μέ πλήρη ἐπίγνωση μηδαμινότητος, φρονοῦσε ὅτι εἶναι πολύ χαμηλά, στό μηδέν, ὅτι τῆς λείπουν ἀκόμη πολλά, ὅτι δέν εἶναι αὐτή πού ἔπρεπε καί μποροῦσε νά εἶναι.  Τήν χαρακτήριζαν ὁ καλός λογισμός γιά τόν πλησίον της καί ἡ ἀνελέητη αὐτοκριτική γιά τόν ἑαυτό της.  Καί ὁ ἀγωνοθέτης Θεός, τήν ἐξακόντισε ἀπό τά βάθη τῆς βιωματικῆς οὐδενίας, στά ὕψη τῆς ἀπερινόητης θεοπτίας, γιατί «πᾶς ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται» κατά τόν ἀψευδῆ λόγο τοῦ Κυρίου μας.

Ἡ ἀγάπη της, παροιμιώδης καί ἀσύγκριτη.  Ἀγαποῦσε τούς πάντες, προπαντός τούς φτωχούς καί τούς κατατρεγμένους, τούς χωλούς καί ἀναπήρους, τούς ἐνδεεῖς καί τούς πάσχοντες, τούς ὁδοιπόρους καί πάροικους, τά μικρά παιδάκια καί τούς γέροντες καί ὅλους τούς φόρτωνε διακριτικά μέ τά δῶρα τῆς ἀγάπης της.  Καί ἡ πολλή ἀγάπη γέννησε τήν διακριτικότατη ἐλεημοσύνη της.  Ὁμολογῶ, μετά παρρησίας, ὅτι εἶναι τό πιό ἐλεήμων πρόσωπο πού γνώρισα στήν ζωή μου.  Ἔπαιρνε τόν μισθό της καί τόν σκόρπιζε ἀμέσως.  Ἔλεγε: «ἔκανα συμφωνία μέ τήν Παναγία, ἐγώ νά ἀδειάζω τό σπίτι μου καί Αὐτή νά μοῦ στέλνει ὅ,τι χρειάζεται γιά νά περνῶ τήν κάθε μέρα», «καμμιά φορά – ἔλεγε– καθυστερεῖ γιά νά μέ δοκιμάσει.  Ὅμως, ἐγώ ἡσυχάζω καί γιατί ξέρω πώς ὁπωσδήποτε θά ἔλθει.  Καί πράγματι –συνέχιζε-μετά ἀπό λίγες ἡμέρες, νά’ το καί φθάνει.  Δέν μέ βγάνει ἡ Παναγία ἀπό τόν λόγο Της». 

Μέχρι τά βαθειά της γεράματα, σκορποῦσε, ἔδιδε «τοῖς πένησι».  Ἦταν γερόντισσα πιά, χειρουργημένη καί στά δύο πόδια ἀλλά ἔστηνε μία μεγάλη κατσαρόλα φαγητό γιά νά μήν στερηθοῦν οἱ μοναχικοί γέροντες καί ἕνας ἄρρωστος ἡλικιωμένος τῆς γειτονιᾶς.  Γι’ αὐτό, λίγο πρίν τό τέλος, τήν ἐπισκέφθηκαν ἀνάμεσα σέ ἄλλους, οἱ ἑπτά Ἀρχάγγελοι πού μεταφέρουν τίς προσευχές τῶν ἁγίων ἀπό τήν γῆ στόν οὐρανό.  Τῆς συστήθηκαν μέ τά ὀνόματά τους, δέν τά λησμόνησε ἀλλά τά ἐνέταξε στήν καρδιακή μνήμη της: Μιχαήλ, Γαβριήλ, Οὐριήλ, Ραφαήλ, Φαναήλ, Θαναήλ.  Ὁ Οὐριήλ τῆς εἶπε ὅτι φυλάει τήν ἄβυσσο.  Σήκωσαν ψηλά τίς ρομφαῖες καί τῆς ἔκαναν «ρεκάπιτο» ὅπως εἶπε, γιά νά περάσει.  Τήν ὁδήγησαν σέ ἕνα πάγχρυσο παλάτι.  Εἶναι ὁ τόπος τῆς κατοικίας σου, τῆς εἶπαν.  Στή μέση ξεχείλιζε ἕνα ὁλόχρυσο δοχεῖο πού ἀνέβλυζε κρυστάλλινο νερό.  Ρώτησε: «τί εἶναι αὐτό;» «εἶναι τό δοχεῖο τῆς καρδιᾶς σου» ἀπάντησαν.  «Καί ξεχειλίζει ἡ ἁγνότητά σου, ἡ σιωπή σου, ἡ ταπεινοφροσύνη σου καί οἱ ἐλεημονιές σου».

Ἡ πρόωρη κοίμηση τῆς Ἀντωνούλας, τῆς κόστισε πολύ.  Ἔκλαιγε συνεχῶς ἀλλά ἐπαρηγορεῖτο ἀπό τήν ἐλπιδοφόρα προσδοκία τῆς ἐπανασυνάντησης στήν αἰωνιότητα.  Ἦταν τό 1998 ὅταν ἄρχισαν καί τά προβλήματα ὑγείας τῆς Γερόντισσας.  Δέν θά μποροῦσε, λόγῳ σωματικῆς ἀδυναμίας, νά οἰκονομεῖ μέ τήν ἴδια φροντίδα τό παιδί.  Ἐκείνη τήν χρονιά διορίσθηκε καί ἡ εὐτέλειά μου ἐφημέριος στήν Πόμπια.  Δεθήκαμε πολύ, σάν μάνα μέ παιδί, εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια.  Τῆς ἔδωσε πληροφορία ὁ Θεός στήν προσευχή: «Σοῦ πῆρα τήν Ἀντωνία ἀλλά σοῦ ἔστειλα τόν Ἀντώνιο».  Καί πράγματι! Τήν ἀγάπησα ὅσο καί τούς φυσικούς μου γονεῖς ἤ ἴσως, ἀκόμη καί περισσότερο.  Ἀπήλαυσα κοντά της, τήν ἀκένωτη μητρική στοργή καί τήν ἀνύστακτη φροντίδα της.  Εἴθε δέ, νά διαποτίσει καί τό ἄγονο ἔδαφος τῆς δικῆς μου ψυχῆς, τό ζωηφόρο νᾶμα πού εἶδα τόσα χρόνια νά ἀναβλύζει ἡ ἔνθεη βιωτή της καί ἡ ἰσάγγελος πολιτεία της…

Ποτέ δέν περιαυτολόγησε.  Εἶχε αἴσθηση, ὄχι ἁπλῶς μηδαμινότητας, ἀλλά ἀπόλυτης οὐδενίας.  Τήν βρήκαμε πολλές φορές νά ἔχει ἐπιδοθεῖ σέ θρῆνο μετανοίας, νά χτυπᾶ τό πρόσωπό της καί νά αὐτοαποκαλεῖται «πόρνη, ληστίνα, ἔκτρωμα, ἐλεεινή».  Λυπόταν ὅταν τήν ἐπαινοῦσαν γιατί νόμιζε ὅτι ἀδικοῦσαν κατά πολύ τήν πραγματικότητα καί πήγαινε κόντρα, προσέκρουε βάναυσα, στήν δίκαιη ἀποτίμηση τοῦ Θεοῦ.  Χαιρόταν στίς κατηγορίες γιατί τίς ἐκλάμβανε – ὅπως ἔλεγε – ὡς εὐκαιρίες γιά διόρθωση, μετάνοια καί σωτήριο ἐπαναπροσδιορισμό ὁλόκληρης τῆς ὑπάρξεώς της.  Εἶχε ἐγκαθιδρύσει μέσα της ἕνα σπάνιο καί ἀμπλοκάριστο ἐργοστάσιο καλῶν λογισμῶν.  Γιά ὅλους εἶχε ἕναν καλό λόγο.  Καί τά πιό δύσκολα καί σκανδαλώδη ἐνεργήματα, δέν τά ἀμνήστευε μέν, ἀλλά σιωποῦσε καί προσευχόταν γιά τούς ὑπεύθυνους, ὅταν τά ἐπληροφορεῖτο.  «Ἐγώ εἶμαι ἡ μεγαλύτερη ὑπόδικη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ –ἔλεγε– καί δέν ἔχω δικαίωμα νά κρίνω κανέναν».  Σέ ὅλους εὕρισκε κάτι καλό καί αὐτό προέβαλε.  Τήν ἐνδιέφερε νά βασιλεύει τό καλό στήν ἀνίληψη τῶν ἄλλων καί στήν ὑφή τῆς κοινωνίας.  Γι’ αὐτό τελευταία, τῆς ξέφυγε καί εἶπε: «Εἶμαι φορτωμένη ἀπό ἁμαρτίες καί ἐλπίζω μόνο στό ἕλεος τοῦ Θεοῦ, γιατί γέρασα ἄπρακτη ἀπό ἔργα μετανοίας.  Γιά κατάκριση ὅμως, νομίζω, πώς δέν θά δώσω λόγο στόν δικαιοκρίτη Θεό…»!

Τά τελευταῖα 20 χρόνια τῆς ζωῆς της, τά πέρασε μέσα στήν καρποφόρο ἐξάσκηση τῆς Ἱερᾶς ἡσυχίας καί στήν πολύφερνη ὑλοποίηση τῶν ἔργων τῆς ἀγάπης.  Ζοῦσε στό κλῖμα τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς.  Ἐλάχιστος ὁ ὕπνος της, πολύ ἐλαχιστοτέρα ἡ τροφή της.  Διανυκτέρευε προσευχόμενη.  Ὁ νοῦς της, τελείως ἐξαγιασμένος, βρῆκε τόν ἀρχέγονο τόπο του, πῆγε στόν φυσικό προορισμό του.  Ἐνεργοποιήθηκε μέσα στό ἀπύθμενο  πηγάδι τῆς βαθείας καρδίας, ὅπως περιέγραφε ἡ ἴδια ἡ Γερόντισσα.  Ἀπό ἐκεῖ ἐξακοντίσθηκε αὐτός ὁ θεοειδέστατος νοῦς της στά ἐπουράνια.  Διείσδυσε ἐπαρκῶς στά ἄφατα καί συγκλονιστικά μυστήρια τοῦ Θεοῦ.  Ἔβλεπε καί ἀπολάμβανε τό ἄπλετο καί γαλαζόλευκο Φῶς τοῦ Θεοῦ, τήν ἄφατη δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος πού εἶναι ἀσχημάτιστο καί ὁμοιογενές -ὅπως ἔλεγε- καί δέν ἔχει ἀρχή καί τέλος.  Ὁ ἥλιος εἶναι λυχναράκι μπροστά Του.  Διέκρινε μέσα στό ἐνιαῖο ἐκεῖνο ἀμήχανο Φῶς, τρία φῶτα, τίς ὑποστάσεις τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἔκανε μοναδικές ἐμπειρικές περιγραφές, πού μόνον μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τίς ἀπετόλμησαν.  Ἔβλεπε ἄσαρκο Φῶς, τόν Ἄναρχο Πατέρα τήν πηγαία Θεότητα.  Ἔβλεπε σεσαρκωμένο Φῶς, τόν ἐνανθρωπήσαντα Λόγο καί περιέγραφε μέ ἐκπληκτική εὐκρίνεια τά ἀνθρώπινα χαρακτηριστικά Του.  Ἔβλεπε καί τό τρίτο Φῶς, τό Πανάγιο καί Ζωοποιό Πνεῦμα νά συνέχει τήν Ἐκκλησία, νά προχέεται στίς καρδιές ἀπό τά Ὠμοφόρια τῶν Ἐπισκόπων καί τά Ἐπιτραχήλια τῶν ἱερέων καί νά σηκώνει ἐπαρκῶς μέσα στά δάκρυα τῆς προσευχῆς καί τούς στεναγμούς τῆς μετανοίας.  Ἦρθε -ἔλεγε- τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἀλλά δέν ἔφυγε.  Κινεῖται στόν κόσμο μέ μεγάλο κρότο, «ὡς ἦχος φερομένης, βιαίας πνοῆς» ἀλλά δέν τόν ἀκούει κανείς, μόνο ὅσοι ἔχουν ἐνεργοποιήσει τόν κρυφό μηχανισμό τῆς καρδίας.

Μέ τήν διόπτρα τοῦ νοῦ, τήν λεπτοτάτη προσοχή, τά «κιάλια» τῆς καρδιᾶς, ὅπως τά ὀνόμαζε, ἀνίχνευε τά ἐπουράνια καί τά καταχθόνια ἀλλά καί τά κρυπτά τῆς καρδίας τῶν ἄλλων ἀνθρώπων.  Εἶχε βιωματική γνώση τῶν διαβαθμίσεων τοῦ οὐρανοῦ.  «Ἔχει –ἔλεγε- ὁ οὐρανός πολλές καταστάσεις Χάριτος πού ἐπεκτείνονται ὡς τό ἄπειρο καί δέν τελειώνουν ποτέ…».  Αὐτό σημαίνει ὅτι ἔβλεπε τίς ἐναλλαγές τῶν αἰώνων.  Ἄφηνε, ὅμως, τόν  νοῦ της νά κατέρχεται καί στά φλογισμένα και ἀφεγγῆ βασίλεια τῆς κολάσεως.  Εἶδε πολλούς, ἀλλά οὐδέποτε μαρτύρησε κανέναν.  «Ἀνάβω κεράκια -ἔλεγε- κάνω πολλή προσευχή καί τούς βάζω σέ κίνηση βελτιώσεως, γιατί εἶναι μαρμαρωμένοι οἱ καημένοι».

Ταυτίστηκε χαρισματικά μέ ὅλο τόν κόσμο.  Εἶχε προσλάβει μέσα της «παγγενῆ» τόν Ἀδάμ.  Θεωροῦσε τόν ἑαυτό της ὑπαίτιο γιά ὅ,τι κακό συμβαίνει στήν οἰκουμένη.  Γι’ αὐτό τίς πρῶτες πρωινές ὥρες, ἔκανε μία μακροσκελῆ αὐτοσχέδια, συγκλονιστική προσευχή, πού περιελάμβανε ὅλη τήν κτίση καί κάθε γένος ἀνθρώπων «τῶν ὑπό τόν οὐρανόν».

Ἡ ἀκτινοβολία τοῦ προσώπου της καί ὁ γλυκασμός πού ἐξέπεμπε ἡ καρδιά της, προσέλκυσαν πλησίον της ἕνα μεγάλο πλῆθος ἀνθρώπων, ἰδιαίτερα νέων, πού προσέτρεχαν κοντά της, γιατί ἔβλεπαν τήν ἀειθαλῆ καί ἀθάνατη ζωτικότητα μέσα σέ μία εὔθραυστη καί ἀποκαμωμένη χοϊκότητα.  Μία πνευματοφόρο καί ἐν-χριστωμένη ψυχή μέσα σ’ ἕνα λιπόσαρκο καί γηραιό σῶμα.  Ἐκείνη αἰσθανόταν ὡς μητέρα.  Ἀγκάλιαζε ἰδιαίτερα τούς πολύ ἁμαρτωλούς, ἀναπτέρωνε ἐλπίδες, ἰσχυροποιοῦσε τό φρόνημα τῆς πνευματικῆς μετάλλαξης, τόνιζε τίς ἀτέρμονες διαστάσεις τοῦ Θείου Ἐλέους καί τήν ἀπεραντοσύνη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τούς προσλάμβανε μέσα στήν θαλπωρή τῆς καρδιᾶς της, γιά νά ζεστάνει ἀπό τήν παγωνιά τῆς δαιμονικῆς κυριαρχίας, ἀκόμη καί βαρυποινίτες φυλάκιζε στοργικά μέσα στά κελιά τῶν ἐνδομυχίων της, γιά νά τούς ἀπαλλάξει ἀπό τίς ἀλυσίδες τῶν παθῶν τους καί νά τούς χαρίσει τήν ἐσωτερική ἐλευθερία.  Δέν ἄφηνε ὅμως, καί κανέναν νά ξεθαρρεύει.  Ἐπαναλάμβανε μέ δικό της τρόπο, τήν ἐπωδό τοῦ Ὁσίου Νίκωνος τοῦ μετανοεῖτε, «Μετά τήν ἐνθέδε ἐκδημίαν, μετανοίας ἰσχύς οὐδεμία».

Οἱ παρακαταθῆκες της ἁπλές καί πρακτικές ἀλλά ἀποστάγματα ἁγιοπνευματικῆς σοφίας καί χάριτος.

«Ἡ γλῶσσα –ἔλεγε– εἶναι ἡ καλύτερη φιλενάδα τοῦ σατανᾶ».

«Νά ἔχετε τέσσερα πράγματα: Ἀγάπη, ταπεινοφροσύνη, σιωπή καί ἐλεημοσύνη ἐν κρυπτῷ».

«Νά ἐξομολογεῖσθε ὅπως πρέπει, γιά νά μήν ἔχει οὔτε πατημασιές ὁ διάβολος μέσα σας».

«Νά μήν κακολογοῦμε τούς ἄλλους, γιατί ἔπειτα θά μᾶς κακολογήσει κι ἐμᾶς ὁ Θεός ὅταν ξανάρθει στόν κόσμο».

«Νά προσεύχεσθε μέ τήν εὐχή <Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με>, ἀλλά καί Τριαδολογικά.  Ἐγώ λέγω»:

«Πατέρα ἐπουράνιε συγχώρεσέ με,
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με,
Πνεῦμα Ἅγιον φώτισέ με».

«Ὅποιος φοβᾶται, δέν φοβᾶται». Δηλαδή, ὅποιος φοβᾶται τήν ἁμαρτία δέν φοβᾶται τίποτα.

Ἡ διαρκής μέθεξις τῆς Ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ πού ἡ Γερόντισσα εἶχε σέ βαθμό Θεώσεως ἐδραίωσαν μέσα της τήν αἴσθηση τῆς οὐδενίας καί τήν ἀποστροφή στόν ἑαυτό της, μέχρι αὐτομίσους.  Ταυτόχρονα γιγάντωνε τήν χαρισματική κατάσταση τῆς μετανοίας ὡς μυστήριο καί βίωμα διαρκείας.  Ἔλεγε: «Μέσα ἀπό τήν καρδιά βλέπω τί εἶναι ὁ Θεός καί τί εἶμαι ἐγώ.  Ὁ Θεός εἶναι τό πᾶν καί ἐγώ ἕνα μηδέν.  Τόν εὐχαριστῶ, ὅμως, πού μοῦ δείχνει τά χάλια μου καί μοῦ δίνει παράταση μετανοίας.  Ζῶ καθημερινά τό μυστήριο τῆς Ἀγάπης Του.  Ὅ,τι τοῦ ζητήσω μοῦ τό δίνει.  Χατῆρι δέν μοῦ χαλᾶ κι ἄς εἶμαι τό πιό ἄτακτο παιδί Του.  Εἶναι σάν ἕνα κοπέλι πού τό πέμπω στίς μαντατοφοριές.  Μέ φροντίζει καί μέ στηρίζει σέ βαθμό πού δέν ἀντέχω, ἐνῶ ἔπρεπε νά μοῦ δίνει νερό νά πίνω ἀπό τούς βόθρους τῆς Νέας Ὑόρκης, γιατί οἱ ἀποχετεύσεις τοῦ χωριοῦ μου εἶναι καθαρές».

Ὅσο πλησίαζε τόν Θεό καί σπούδαζε ἐμπειρικά τό ἀπερινόητο τῆς Ἀϊδιότητός Του, τόσο χαμήλωνε στήν διόπτρα τῆς ψυχῆς της ἡ ἰδέα γιά τόν ἑαυτό της καί μέ ποταμούς δακρύων ζητοῦσε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.  Καί ὁ γενναιόδωρος Χρεώστης τήν προίκισε ἀπό τίς ἀποθῆκες τῆς Ἀγάπης Του μέ σπάνια χαρίσματα: τήν προόραση, τήν δυνατή διόραση καί τήν προφητεία.

Ὅλα αὐτά τά θεωροῦσε φυσικά γιά ὅλους, γιατί διέθετε προπτωτική καθαρότητα καί παιδική ἁπλότητα.  Σ’ αὐτά δέν θά ἀναφερθῶ λεπτομερῶς.  Δέν εἶναι αὐτό τό μεῖζον, οὔτε τό ζητούμενο τῆς στιγμῆς αὐτῆς.  Ὅλων τῶν χαρισμάτων της, ὑπερεῖχε ἡ ὑπερφυσική της ἀγάπη της καί ἡ ἀσύγκριτη γιά τά σημερινά δεδομένα ταπεινοφροσύνη της.

Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος πού τήν συναναστράφηκε καί εἶχε ἐπικοινωνία μαζί της, λέγει ὅτι ὅπου βαθιά ταπείνωσις καί διαρκής μετάνοια δέν ἀναπτύσσεται καμία πλάνη, γιατί δέν ἀντέχει νά ἐνεργήσει ὁ σατανᾶς.

Καί ἡ Γερόντισσα εἶχε σπάνιο χάρισμα διακρίσεως τῶν πνευμάτων, πού ἀποτελεῖ τό προσδιοριστικό ἰδίωμα τῆς ἀπλανοῦς Θεολογίας.  Ἦταν προφήτιδα τῆς Καινῆς Διαθήκης, γιατί ἦταν μία ἀληθινή ἡσυχάστρια.  Ξεχώριζε ἄριστα τό ψυχολογικό ἀπό τό πνευματικό, καί τό κτιστό ἀπό τό ἄκτιστο.  Ἔλεγε: «Ἔρχονται, εἰδικά τήν νύχτα πού προσεύχομαι οἱ δαίμονες μέ ποικίλες μορφές.  Ἄλλοτε γίνονται τέρατα φρικιαστικά καί πασχίζουν νά μέ τρομάξουν καί ἄλλοτε εἰδικά στίς ἀρχές, μεταμφιέζονται σέ πνεύματα ἀγαθά καί προσπαθοῦν νά μέ ξεγελάσουν.  Τούς προδίδει, ὅμως, ἡ βρῶμα τους.  Μία ἄλλη αἴσθηση δυσοσμίας πνευματικῆς, πού δέν γίνεται ἀντιληπτή ἀπό τήν σωματική ὄσφρηση καί εἶναι χειρότερη ἀπό τά σκουληκιασμένα ζωικά σπλάχνα καί τό σάπιο κρέας τῶν 16 ἡμερῶν.  Τά θεϊκά –ἔλεγε- δυναμώνουν τά δάκρυα τῆς μετανοίας καί τήν ταπείνωση, εἰρηνεύουν καί ἐνισχύουν τήν ψυχή.  Τά δαιμονικά, ὅσο καμουφλαρισμένα καί νά ‘ναι, δημιουργοῦν ταραχή, φόβο, ὑπερηφάνεια, σέ πιάνει ἀπό τήν βρῶμα τάση ναυτίας, μεταταράσσονται τά σπλάχνα σου».

Πολλές φορές τήν εἶδα γιά παραδειγματισμό μου σέ κατάσταση Θείας ἀρπαγῆς, βυθισμένη μέσα στήν καρδιά καί ἀπό ἐκεῖ ἐξακοντισμένη στούς οὐρανίους κόσμους, φωτεινή καί «ἀχάμπαρη» γιά τό τί συνέβαινε γύρω της.  Τό φῶς τοῦ Θεοῦ -ἔλεγε- τό ἔβλεπε μέσα ἀπό τό χάος τῆς καρδιᾶς πού τῆς ἦταν πάμφωτο, τραβιόταν ὅμως καί τά σαρκικά της μάτια καί τά αἰσθανόταν νά ἀλλοιώνονται, τό ἔβλεπε -ὅπως ἐδιηγεῖτο- «ἀπό τίς τρίχες τῆς κεφαλῆς ἔως τά κράνυχα τῶν ποδιῶν», ὅλες οἱ αἰσθήσεις γινόταν μία.  Παντοῦ βασίλευε ὁ Χριστός καί δέν ἤξερε ἀπό ποῦ τελικά ζοῦσε ὅλες αὐτές τίς ὑπερφυεῖς δωρεές τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος.  Ἔλεγε ἀποφατικά: «Αὐτά γλῶσσα δέν τά διηγεῖται καί ἀνθρώπινος νοῦς δέν τά χωρεῖ.  Οὔτε ἀγγελικός νοῦς δέν τά χωρεῖ ὅλα.  Ἀπορῶ πῶς ὐπάρχουν ἄνθρωποι πού λέγουν πώς δέν πιστεύουν».

Ἡ βρώμα πού αἰσθανόταν ἐνώπιον τῶν πονηρῶν πνευμάτων, ὀφείλεται στό ὅτι ἡ ἴδια εἶχε νοερά καρδιακή προσευχή.  Αἰσθανόταν -ὅπως ἔλεγε- τήν καρδιά της νά μουρμουρίζει καί εἰδικά τίς νύχτες, ζοῦσε «ἔντονα πνευματικά γλέντια».  Ἦταν ζωομύριστη καί μυρίπνοη ἀπό τά μῦρα τοῦ Πνεύματος, γι’ αὐτό διέκρινε τήν νεκροποιό ὀσμή καί τήν ἀηδιαστική ἀποφορά τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων. Ἐνεργοποίησε ἡσυχαστικῶς τό Ἅγιο Χρῖσμα μέσα στήν καρδιά της.  Αὐτό ἐννοεῖ ὁ Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὅταν γράφει: «ἡμεῖς ἐλάβομεν χρῖσμα ἐκ τοῦ Ἁγίου καί γινώσκομεν αὐτόν».  Τό Χρῖσμα εἶναι ἡ ἐνεργοποίηση τοῦ Ἁγίου Μύρου μέσα στήν καρδιά, ἡ νοερά προσευχή, ὁ φωτισμός τοῦ νοός, καταστάσεις πού ὅταν ἀπουσιάζουν, πανεύκολα μπορεῖ νά εἰσέλθει τό μικρόβιο τῆς οἴησης μέσα στόν ἐσωτερικό χῶρο καί ὁ ἄνθρωπος, ἀντί νά ὡριμάζει σάν εὔγευστο φροῦτο χάριτος, νά ἀποσαθρώνεται, ἀπό τό σκουλῆκι τῆς πλάνης, σάν κούφιο ἀνούσιο καρπολόγημα, καί ἐν τέλει νά ἀπωλεσθεῖ.

Οἱ μεγάλοι σύγχρονοι ἡσυχαστές τῶν Ἀστερουσίων, Ὅσιοι Γέροντες Ἀναστάσιος ὁ Κουδουμιανός καί Νεῖλος ὁ Ἁγιοφαραγγίτης τήν ἐκτιμοῦσαν καί τήν ἐσέβοντο ἀπεριόριστα.  Καί οἱ δύο ἔσκυβαν καί ἀσπαζόταν τό χέρι της.  «Εἶδα τήν προσευχή της καί τρόμαξα» μοῦ εἶπε ὁ Γέρων Ἀναστάσιος, μία ἀπό τίς δύο φορές πού τήν ἐπισκέφθηκε στό σπίτι της.  Καί ὅταν ἡ Γερόντισσα τόν ἐπισκέφθηκε στό Βενιζέλειο Νοσοκομεῖο τοῦ Ἠρακλείου, πάλιν ὁ Μέγας Ἐκεῖνος Γέρων, ἄν καί σέ καταστολή δυνάμεων, βρῆκε τό σθένος, ἀνασηκώθηκε, ἄρπαξε τό χέρι της καί τό καταφιλοῦσε.

«Γιατί μοῦ τό κάνουν αὐτό οἱ Δεσποτάδες καί ἀσκητές» ρωτοῦσε μέ παιδική ἀφέλεια ἡ Γαλάτεια.  «Γιατί –τῆς ἀπαντοῦσα- φαίνεσαι ἐκατόν ἐτῶν, ἐπειδή εἶσαι κυρτωμένη πολύ καί σέβονται τό γῆρας σου». 

«Μπρέ, μπρέ ταπείνωση –ἐπαναλάμβανε ἔκπληκτη ἐκείνη-.  Θά εἶμαι ἀναπολόγητη στόν Θεό ἄν δέν μετανοήσω, ἀφοῦ τέτοιοι ἄνθρωποι σέβονται τά γεράματα καί τόν κακοποδομό μου».

«Γιατί, Γέροντα, ἀνέβηκε ἡ Γαλάτεια τόσο ψηλά;» ρώτησα κάποτε τόν Μεγάλο Ἀναστάσιο.

«Γιατί παιδί μου –ἀπάντησε ἐκεῖνος- ἔσκαψε βαθειά τό χωράφι τῆς καρδιᾶς της μέ τό Ξύλο τοῦ Σταυροῦ μια ὁλόκληρη ζωή.  Καί ὁ ἡσυχαστικός σπόρος βρῆκε γόνιμο ἔδαφος καί εὐδοκίμησε πολύ, ἅπλωσε ρίζες καί ἀνυψώθηκε ταχέως μέχρι τίς σφαῖρες τῆς Ἀναστάσεως».

Ἀγαποῦσε πολύ, σάν παιδί της, ὅπως ἔλεγε, τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ.κ. Ἱερόθεο.  Τόν ἐξομοίωνε μέ τούς Ἱεράρχες πού εἶναι κολλημένοι στόν τοῖχο, ἐννοώντας τίς τοιχογραφίες τῶν ἐκκλησιῶν.  Τόν ἐκτιμοῦσε περισσότερο ἀπό ὅλους.  Ἔβλεπε, ὅπως ἔλεγε, τήν ἐσωτερική του ἡσυχία καί τήν θεολογική του πληρότητα.  Τόν παρακολουθοῦσε μέ τήν διόπτρα τῆς καρδιᾶς, καί χαιρόταν γιά τήν ἀταραξία του στούς πειρασμούς καί τό ἀδιάκοπο «γλυκομουρμούρισμα» τῆς καρδιᾶς του εἰδικά τίς νυκτερινές ὥρες.  Λυπόταν πολύ πού οἱ ἄλλοι δέν τό καταλαβαίνουν καί ὑφίσταται τόσες ἄδικες ἐπιθέσεις καί ἀμφισβητήσεις.  Ἐκεῖνος εἶναι καί ὁ ἀποδέκτης τῆς πλειονότητος τῶν ἰδιοχείρων ἐπιστολῶν της.  Ὑπέρ-ἀγαποῦσε, ὅμως, καί τόν Ἱεροκήρυκα καί Πρωτοσύγκελλό του, π. Καλλίνικο Γεωργᾶτο.  Ἀκραδάντως πιστεύω ὅτι θά εἶναι ἡ προστάτιδά του.  Ἔλεγε: «Πῶ, πῶ! Αὐτός ὁ <Διάκος> του!»   (Διάκος ὄχι μέ ἔννοια ἱερατική ἀλλά μέ τή σημασία, τοῦ ἄοκνου συνεργάτη, τοῦ Διακονητῆ). «Τί εὐλογημένο, τί καθαρό παιδί!  Ἄγγελος εἶναι!  Τόν βλέπεις στά γραφεῖα, στήν κουζίνα, στά μηχανήματα (Ὑπολογιστές), στά ὑπόγεια μέσα στά χαρτιά καί στίς σκόνες!  Ποτέ δέν βάζει κακό λογισμό!  Ἀγαπᾶ τόν δεσπότη καί λυώνει (θυσιάζεται) μέ χαρά».

Ἀγαποῦσε ἐπισης σάν γιό της καί ἔτρεφε μεγάλη ἀδυναμία στόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Τριφυλίας καί Ὀλυμπίας κ.κ. Χρυσόστομο.  Γιά δύο περίπου δεκαετίες εἶχαν καθημερινή ἐπικοινωνία.  Τόν εἶχε ἔγνοια γιά τήν εὐαισθησία του καί τήν ἀσκητικότητά του καί νοερῶς ἐμεριμνοῦσε γι’ αὐτόν στοργικά.

Ἀγαποῦσε ἐπίσης, τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιῶς κ.κ. Σεραφείμ.  Τόν θεωροῦσε λεοντόκαρδο καί ὁμολογητή τῆς Ὀρθοδοξίας.  Χαιρόταν πού ἐλέγχει μέ εἰλικρίνεια καί παρρησία τά παρά φύσιν ἁμαρτήματα ἀλλά καί τήν φρικώδη αἴρεση τοῦ παπισμοῦ.  «Τόν σκεπάζουν –ἔλεγε- οὐράνιες δυνάμεις καί τόν δυναμώνουν οἱ προσευχές τῶν μοναστηριῶν».

Ἀγαποῦσε πολύ καί τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ἐδέσσης κ.κ. Ἰωήλ γιά τήν ταπείνωση τήν καλοκαγαθία καί τόν ἀσίγαστο Ἱεραποστολικό του ζῆλο. Ἔλεγε περί αὐτοῦ: «Δέν ξιπάστηκε παιδί μου πού ἔγινε Δεσπότης.  Ἔμεινε ὅπως ἦταν.  Ἕνας παπᾶς μέ τό στρογγυλό στή μέση (ἐγκόλπιο).  Παιδί στήν ψυχή, ἅγιος ἄνθρωπος».

Τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ.κ. Νεόφυτο τόν ἀποκαλοῦσε «θεμελιακό» λόγῳ σωματικῆς διάπλασης καί πνευματικοῦ διαμετρήματος.  Χαιρόταν -ἔλεγε- πού χτυπᾶ τά κοσμικά καί προβάλλει τά «ἁγιωτικά», δηλαδή τούς καρπούς τῆς λαϊκῆς εὐσέβειας καί τούς σύγχρονους Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας.  Χαιρόταν πού ἔχει παρρησιασμένο καί ἁπλουστευμένο θεολογικό λόγο καί ὁδηγεῖ μέ τό φλογερό του περί μετανοίας κήρυγμα, πολλά χαμένα πρόβατα στήν μάνδρα τῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ Ἱερεῖς τῆς Μητροπόλεώς μας, ὅσοι τουλάχιστον διαθέτουν πνευματικό αἰσθητήριο, τήν ἀγάπησαν σάν μητέρα τους.  Καί ἐκείνη, τούς εἶχε σάν παιδιά της.  Τά θαύματα ἀπό τήν προσευχή της, ἀναρίθμητα, ἀλλά δέν εἶναι τοῦ παρόντος.  Ἄς μιλήσουν ἐκεῖνοι πού εὐεργετήθηκαν ἀπ’ αὐτήν.  Δέν θέλω νά θεωρηθεῖ ὁ δικός μου λόγος, ὑποκειμενική ἀλλοίωση τῆς πραγματικότητας καί συναισθηματική ἔξαρση τῆς στιγμῆς.

Κάποιος ἀδιακρίτως φερόμενος, τώρα τελευταία τῆς εἶπε: «Κρίμα Γερόντισσα πού δέν σέ γνώρισα ἀπό παλαιότερα.  Ὅμως ὁ τάδε καλόγηρος σέ μία σύναξη μᾶς εἶπε ὅτι εἶσαι πλανεμένη καί ἄν σοῦ μιλοῦμε θά μαγαρίσουμε»!!!  Καί ἡ ταπεινή καί ἀνεξίκακη Γερόντισσα μέ ἔκπληξη καί αὐθορμητισμό, χωρίς ἴχνος ταραχῆς καί ἀναβρασμοῦ, ἀπάντησε: «Ἀπορῶ παιδί μου, γιατί ἔπρεπε νά μέ ἔχεις γνωρίσει νωρίτερα.  Δέν ὑπερέχω ἀπό τούς ἄλλους, ἀλλά μᾶλλον ὑστερῶ σέ πολλά.  Αὐτό πού σᾶς εἶπε ὁ πάτερ πού μοῦ ἀνέφερες ἰσχύει.  Ξέρει αὐτός, εἶναι ἔμπειρος ἄνθρωπος.  Ὅμως νά ‘ρχεσαι νά μοῦ συγχωρᾶς, μήπως ξεμαγαρίσω κι ἐγώ ἀπό τίς ἁμαρτίες μου».  Ἐκεῖ, θαύμασα, τήν ἑτερογένεση τοῦ πνευματικοῦ ἐπιπέδου τῶν δύο.  Τήν μεγίστη διαφορά ἀνάμεσα στήν Ἱερωσύνη Ἀαρών καί στήν Ἱερωσύνη Μελχισεδέκ.  Τήν χαώδη ἀπόσταση πού ξεχωρίζει τήν ἀλαζονική ἐξουσία τῆς σφραγίδος, ἀπό τα ματωμένα παράσημα πού ἔχουν «οἱ τραυματίες τοῦ Θείου Νυμφίου».

Καί τώρα, ὁλοκληρώνω τήν πενιχρή ἀναφορά μου στό γιγαντιαῖο πνευματικό διαμέτρημα τῆς Γερόντισσας, μέ σύντομη ἐξεικόνιση τοῦ πυρωμένου δειλινοῦ τῆς ἐπίγειας ζωῆς της.  Τό διάστημα αὐτό ἦταν τελείως διαφορετικό, ἀπό τά προηγούμενα ἔτη τῆς ἐγκόσμιας διαδρομῆς της.  Μέ πεσμένες τίς σωματικές της δυνάμεις, ἀκμαιότατες τίς πνευματικές, ἔμοιαζε μέ πανώριμο φροῦτο πού εὐωδιάζει.  Ἴσχυε ἐμφανῶς καί σ’ αὐτήν ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου: «Εἰ καί ἔξωθεν ἄνθρωπος διαφθείρεται ἀλλ’ ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ».

Αἰσθητοποιοῦσε τήν πλήρη ὁμογενοποίηση τοῦ ἐσωτερικοῦ της κόσμου.  Εἶχε τελείως «παιδιοποιηθεῖ» μέ τήν πνευματική ἔννοια τοῦ ὅρου.  Χαιρόταν μέ τά μικρά παιδάκια, μέ τήν παρουσία ἐκείνων πού τήν ἀγαποῦσαν, περιεργαζόταν τήν φύση, τά μικρά τῆς γειτονιᾶς, τό κελάηδημα τῶν πουλιῶν, τόν ἦχο τῆς βροχῆς, τό θρόισμα τοῦ ἀέρα, ἀκόμη καί τούς κλάδους τῶν δένδρων ὅταν φυσοῦσε ὁ ἄνεμος.  Ὅλη τήν κτίση τήν αἰσθανόταν ἐναρμονισμένη μέ τήν καρδιά της, νά ἀναφαίρεται στόν Θεό.  Εἶναι προφανές ὅτι εἶχε ἀκούσει «τούς λόγους τῶν ὄντων» πού ἀναφέρει ὁ Ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής.  Ἡ καρδιά -ἔλεγε- ἔχει πολλές αἰσθητήριες δυνάμεις, πού ὁ ἄνθρωπος ἀγνοεῖ, γιατί εἶναι ἀπό τήν ἁμαρτία μπλοκαρισμένες.  Ὅταν ἐνεργοποιήσει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, αὐτούς τούς μυστηριώδεις ἐσώψυχους μηχανισμούς, ὁρᾶται ἐναργῶς ἡ Θεϊκή παρουσία μέσα σέ ὅλο τόν περιβάλλοντα φυσικό χῶρο.  Τότε, διαπιστώνει, ὅτι καί τά ἄψυχα τοῦ κόσμου τούτου, εἶναι ἀμεσότατα ἐστραμμένα πρός τόν Δημιουργό, Τόν δοξολογοῦν καί Τόν ὑμνολογοῦν, ὅπως ἡ ἐκλεπτυσμένη ἀπό τήν Χάρη καρδιά, γι’ αὐτό καί ἀκαταπαύστως συντονίζονται λειτουργικά μαζί της.

Τήν τελευταία χρονική περίοδο, φάνηκε ἐναργέστερα ἡ οἰκουμενική της μητρότητα, τό γεγονός ὅτι συνέλαβε ἁγιοπνευματικῶς καί ἐγέννησε νοερῶς, πολλούς συγχρόνους χριστιανούς.  Παρά τό βαθύ γῆρας, εἶχε ἀναπεπταμένες τίς πνευματικές κεραῖες καί ἐνεργοῦσε μέ τεράστια διάκριση, σύνεση καί χιοῦμορ.  Ἔλεγε ὑψηλές ἀλήθειες ὡς ἀπόσταγμα τῆς ζωῆς της, ἀλλά μέ πολύ ἔξυπνο καί χαριτωμένο τρόπο, προκειμένου νά συντρίψει σωτήρια, χωρίς νά τόν ἐξουθενώσει ψυχικά καί νά ἔχει τό καλύτερο δυνατό ἀποτέλεσμα τό μητρικό της ἀφύπνισμα καί τό χειρουργικό της ἐγχείρημα.  Δέν ἔκανε ποτέ τήν δασκάλα, ἤ τήν μοναχή, ἐνῶ ἦταν στήν πραγματικότητα καί ἄριστος παιδαγωγός καί ἰσάγγελος ἄνθρωπος, πού δίδασκε μέ ἁπλά παραδείγματα νοηματισμένα μέ βαθύ περιεχόμενο, μέ προσευχή καί σιωπή, λεπτότητα καί χιοῦμορ, αὐτομεμψία καί διακριτική συμβουλή: «Βλέπω –ἔλεγε- τούς λογισμούς ὅλων.  Ἔρχονται καί μερικοί ἐγκάθετοι γιά νά μέ διερευνήσουν καί νά δημιουργήσουν προβλήματα σέ ἄλλους, γιατί ἐμένα δέν μέ νοιάζει.  Ὅσο εἶναι ἐδῶ, δέν μιλάω, προσεύχομαι κοιτάζοντάς τους στήν καρδιά καί τούς ἀγκαλιάζω μυστικά μέ τήν ἀγάπη μου.  Φεύγουν μέ καλούς λογισμούς καί οἱ περισσότεροι ξανάρχονται ἀλλαγμένοι». 

Ὅταν τῆς ζητοῦσαν εὐχή στερεότυπα σχεδόν ἔλεγε: «Νά ἔχετε τήν εὐχή τοῦ Ἀνάρχου Πατρός, τοῦ Συνάναρχου Λόγου καί τοῦ Συναΐδιου καί Ζωοποιοῦ Πνεύματος.  Τῆς Παναγίας, τοῦ Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ πού εἶναι ὁ ὑψηλότερος στό ἀνάστημα Ἅγιος ἀλλά καί αὐστηρός ἐπισκέπτης, τῶν Ἀποστόλων καί Πάντων τῶν Ἁγίων.  Νά εἶστε κάτω ἀπό τήν σκέπη τῶν Οὐρανίων Δυνάμεων.  Καί ἄν ἔχω καί ἐγώ εὐχή, χαλάλι σας».

Τό πέρασμα στήν αἰωνιότητα τό κουβέντιαζε.  Μπορῶ νά πῶ τό γλεντοῦσε καί τό προσδοκοῦσε.  Δέν ἔδειξε νά φοβᾶται καθόλου τήν φρικτή ὥρα τοῦ θανάτου.  Εἶχε καθηλωμένο τό βλέμμα στήν μεγάλη πύλη καί πορευόταν σταθερά στή Βασιλεία τοῦ «Ἀρνίου».  Μιλοῦσε γελώντας γιά τό τέρμα τῆς ἐπίγειας πορείας της.  Ἑτοίμαζε ἐντατικότερα τόν ἑαυτό της, γιά νά στηθεῖ «εὐπρόσδεκτα» -ὅπως ἔλεγε- στό κριτήριο τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ.

Ἄρρωστη, σχεδόν ἀκίνητη καί ἡμιπαράλυτη, ἐξακολουθοῦσε νά μεριμνᾶ καί νά προσεύχεται.  Γιά τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.  Γιά τούς πιστούς, ἀπίστους καί ἑτεροδόξους πού εἶναι «ἐκλελυμένοι καί ἐρριμμένοι ὡς πρόβατα μή ἔχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ΄ 36).  Γιά τά κουρασμένα γηρατειά, γιά τούς ἐναγώνιους οἰκογενειάρχες καί γιά τήν προβληματισμένη νεότητα.  Τό καλοκαίρι τοῦ 2016 ἔλεγε: «Θέλω νά κάθομαι στόν δρόμο γιά νά ἀποχαιρετήσω τό χωριό μου.  Ὀλίγος χρόνος μοῦ ἀπέμεινε νά μείνω μαζί σας.  Ἀλλά ὁ Θεός πού μᾶς ἐνώνει εἶναι Αἰώνιος».

Πολλά νέα παιδιά, τῆς ἔλεγαν, ὅταν τήν ἄκουγαν νά ἀποχαιρετᾶ: «Δέν θέλουμε νά φύγεις.  Ἀλλά ἀκόμη κι ἄν φύγεις, μή μᾶς ξεχάσεις».  Καί ἐκείνη μέ ἀπορία ἀπαντοῦσε: «Αὐτό, παιδιά μου, συμβαίνει μόνο μέ τούς Ἁγίους.  Ἐγώ εἶμαι ἁμαρτωλή καί χρειάζομαι τίς δικές σας προσευχές.  Στοχεύω σ’ ἕνα μικρό τοπαλάκι.  Τό τελευταῖο, ἄν ξετσουρίξω καί μπῶ ἐκεῖ μέ τήν βοήθεια τῆς Παναγίας, δέν θά ξεχάσω κανένα σας».

Οἱ θεοπτίες, ἡ σωματική της μυροβλυσία καί ἁγιοφάνειες πλήθυναν πολύ εἰδικά μετά τόν Αὔγουστο τοῦ 2016. Οἱ 4 καβαλάρηδες Ἅγιοι Μηνᾶς, Γεώργιος, Δημήτριος καί Νικήτας ἦταν σχεδόν ἡ μόνιμη συντροφιά της.  Τούς περιέγραφε μέ ἀφελότητα καρδιᾶς καί ἐκπληκτική ἀκρίβεια.  Νόμιζε ὅτι ἡ ἐνόραση εἶναι φυσικό ἰδίωμα ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί ἄρα ὅλοι μποροῦμε νά ἔχουμε τίς ἴδιες προσλαμβάνουσες παραστάσεις.  Ἔλεγε: «ὁ Μηνᾶς παιδί μου εἶναι θηρίο στό μπόι.  Ἄνδρας θεμελιακός, γεμᾶτος, πλαταρᾶς καί σκοῦρος λίγο στήν δερμάτινη ἐμφάνιση.  Πιό μεγάλος ἡλικιακά ἀπό τούς ἄλλους, λευκός περίπου στό τρίχωμα τῆς κεφαλῆς καί εἶναι ἡγετική μορφή.  Εἶναι ὁ ἀρχηγός τῆς παρέας.  Ὁ Γεώργιος καί ὁ Δημήτριος εἶναι πανέμορφα παλληκαράκια.  Μέτριοι στό ἀνάστημα καί εἰκοσιπεντάρηδες στήν ἡλικία.  Ὁ Νικήτας εἶναι πρός τό ψηλός στό ἀνάστημά του καί ὁλόξανθος.  Τά μαλλιά του μοιάζουν μέ τά γένια τοῦ παπποῦ μου πού ἦταν ξανθά σάν τό λινάρι».

Περιέγραφε τό εὔσωμο τῶν ἀλόγων μέ τίς χρυσές σέλες, τόν θόρυβο τοῦ χλιμιντρίσματος καί τό ζωηρό χτύπημα τῶν ποδιῶν τους.  Στίς 16 Δεκεμβρίου τοῦ 2016τήν ἐπισκέφθηκαν οἱ Ἅγιοι καί τό σπίτι μοσχοβόλησε.  Τῆς παρουσίασαν τά τετράδιά της.  Τά ψυχοχάρτια της: «Νά σᾶς τά φέρω νά τά δεῖτε –ἔλεγε μέ παιδική ἀφελότητα-. Λάμπουνε…». 

Ἀπό τίς 16 Δεκεμβρίου μέχρι σήμερα, τί δέν εἴδαμε, τί δέν ἀκούσαμε, τί δέν ζήσαμε. Στίς 13 Ἰανουαρίου 2017, διαγνώσθηκε μέ βαριά πνευμονική λοίμωξη.  Ὁ εἰδήμων γιατρός πού τήν ἐξέτασε, τῆς ἔδωσε περιθώριο ζωῆς τήν διάρκεια μιᾶς νύκτας καί ἐξονόμασε τήν κατάσταση πνευμονικό οἴδημα.  Ἡ Γερόντισσα στό κρεβάτι χωρίς αἰσθήσεις.  Κάπου κάπου ἀφυπνίζονταν καί ἐδιηγεῖτο ἰσχνόφωνα κάποιες ὑπερφυεῖς ἐμπειρίες της.  Ἐννέα Ἱερεῖς τέλεσαν ἀμεσότατα τό μυστήριο τοῦ Εὐχελαίου.  Τήν ὧρα ἐκείνη, πλημμύρισε μέ παράδοξη εὐωδία τό δωμάτιό της.  Δέν εἴχαμε ἀνάψει θυμίαμα, γιά νά μήν ἐπιβαρύνουμε τήν ἀναπνευστική δυσλειτουργία.  Ἡ Γερόντισσα περιχαρής ἀποκάλυψε στήν πρωτανηψιά τῆς Αἰκατερίνη Ρεθυμνιωτάκη πού τήν πρόσεχε, ὅτι δέχθηκε τήν ἐπίσκεψη τῆς Κυρίας Θεοτόκου!  Συνοδευόταν ἀπό τήν Ἁγία Παρασκευή. 

Τῆς εἶπε ἡ Παναγία μας: «Ἡ βαλίτσα σου εἶναι ἕτοιμη καί τά τετράδιά σου ἀστράφτουν.  Ἐπίκειται ἡ ἀναχώρησή σου». 

«Πάρε με Παναγία μου, ἀφοῦ εἶμαι ἕτοιμη» παρακάλεσε ἡ ταπεινή Γερόντισσα.  Χαμογέλασε ἡ Θεοτόκος καί τῆς ἀπάντησε: «Ἔλαβες μικρή παράταση.  Σύντομα θά δρομολογήσω τό θέμα ἐγώ».

Καί ἐνῶ ἰατρικῶς ἦταν ξοφλημένη, μετά τήν Μεγαλοσχημία της, σταμάτησε ὀ ἐπιθανάτιος ρόγχος καί ἀπόλυτα ζωντάνευσε.  Ἀνακάθισε στό κρεβάτι μέ τά Μοναχικά της ἐνδύματα καί ἐμπεπλησμένη Πνεύματος Ἁγίου, δίδασκε, νουθετοῦσε, ἐνίσχυε καί προφήτευε σέ καθένα ἀπό τούς παρόντες.  Καί ἦταν ἀρκετοί!  Πρωτύτερα, ὅταν ἀφυπνίζονταν γιά λίγο ἀπό τόν λήθαργό της, ἔλεγε γιά ἕνα δῶρο πού θά τῆς ἔκανε ὁ Μέγας Ἀντώνιος στόν ἑσπερινό τῆς ἑορτῆς του!  Καλοῦσε κάποιους, νά παραβρεθοῦν σ’ ἐκείνη τήν μεγαλειώδη στιγμή τῆς ζωῆς της!  Τότε «πού θά ἔβαζε ὁριστικά τό νυφικό της καί ἕνας Δεσπότης θά τῆς τοποθετοῦσε κάτι στήν κεφαλή».

Προσωπικά τό συνέδεσα μέ τήν κοίμησή της, ἐπειδή ὑπεραγαποῦσε τόν Ἅγιο Ἀντώνιο ἀλλά καί γιά τόν λόγο, ὅτι ἐπιστημονικῶς δέν εἶχε πλέον, παρά ὁλίγες ὥρες ζωῆς.  Θεωροῦσα τήν παράταση πού ἀνέφερε ἡ Κυρία Θεοτόκος, τριῶν εἰκοσιτετραώρων!  Μέχρι τόν ἑσπερινό τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου…

Αὐτό πού θά λάμβανε στό κεφάλι, τό συνέδεσα μέ τό ἀμαράντινο τῆς Δόξης Στέφανο, ἀπό τά Ἄχραντα Χέρια τοῦ Ἀγωνοθέτου Δεσπότη Χριστοῦ!  Καί νυφικό ἑρμήνευσα τό νεκρικό σάβανό της.  Ἕνας παρών Ἁγιορείτης, ἀντιλήφθηκε ὅτι ἐννοοῦσε, μέ ὅσα ἔλεγε, τήν Μοναχική της κουρά!  Ὅντως, ἔγινε παραδόξως καί ἐσπευσμένως κατά τήν διάρκεια τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, κατόπιν ὁλόθυμης εὐλογίας τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. Μακαρίου.  Ἔκτοτε, πῆρε δύναμη τό φθαρμένο γεροντικό σῶμα της καί ἔζησε πέντε περίπου ἔτη.  Τοποθέτησα ἀπαγορευτική πινακίδα στήν αὔλειο πόρτα τῆς οἰκίας της, γιά νά τήν προστατεύσω ἀπό τήν κοσμοσυρροή, διότι λόγῳ τῶν πολλῶν θαυμαστῶν σημείων πού ἐξεδήλωνε, ἁπλώθηκε, τάχιστα, στά πέρατα τῆς ὑφηλίου ἡ χαρισματική φήμη της…

Ἐκείνη, ἄν καί δέν λειτουργοῦσε πλέον καθόλου ἐγκεφαλικά καί δέν εἶχε περιθώριο ἀκοῆς καί δυνατότητα διεξαγωγῆς διαλόγου, πληροφορήθηκε προφανῶς μέ ὑπερφυσικό τρόπο τό γεγονός καί ζήτησε ἐπιμόνως νά ἀφαιρεθεῖ ἡ πινακίδα, «διότι», ὅπως τό αἰτιολόγησε, «ἔχει μεγάλη ἀνάγκη ὁ κόσμος καί ἤθελε νά ἔχει ἐπικοινωνία μαζί του»!  Ὑπακούσαμε ἄμεσα στήν ἐντολή της, πού εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά γίνει πανορθόδοξο σημεῖο ἀναφορᾶς το σπιτάκι της καί χῶρος αἰσθητοποιήσεως θαυμαστῶν γεγονότων καί παραδόξων σημείων τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ!  Εἶχε βέβαια, καί τήν ὀδυνηρότατη συνέπεια, νά ὑποστῶ προσωπικά ὀρυμαγδό πυρακτωμένων βελῶν «γιά», δῆθεν, «ἐκμετάλλευση» καί «αὐτοπροβολή» μέσῳ τοῦ ἱερωτάτου προσώπου τῆς Γερόντισσας!  Καί ὅλα αὐτά, ἐκπορεύονταν ἀπό πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό ἐντόπιους καί ξένους…  Ἀναμενόμενο ἔως καί κατανοητό σέ ἕνα βαθμό!  Τούς μέν καλοπροαίρετους δικαιολογῶ, τούς δέ μοχθηρούς καί ἐπίβουλους, εἰλικρινά, ἐκ μέσης καρδίας συγχωρῶ.  «Καί αἰτοῦμαι τήν ἄφεσιν τῆς ἁμαρτίας ταύτης, παρά τοῦ ἐτάζοντος νεφρούς καί καρδίας Παντεπόπτου καί Δικαιοκρίτου Σωτῆρος Χριστοῦ».

Ὅλα τά ἔσχατα χρόνια τῆς ζωῆς της, εἰδικά τήν περίοδο πού ἦταν ἀπολύτως ἀνήμπορη  καί κλινήρης, ἐπέδειξε στόν ἐναργέστερο βαθμό τίς πλούσιες δωρεές πού τήν γέμισε ὁ Θεός καί τήν Θεοποιό ἐνέργεια πού βίωνε καί ἀντανακλοῦσε.  Οἱ ὑπερβολικές καί ὑπέρμετρες γιά τά ἀνθρώπινα δεδομένα θυσίες γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἐπιφέρουν σέ πολλαπλάσιο βαθμό τήν οὐράνια ἀντιμισθία, καθ’ ὅτι εἶναι πιστός στήν ἐπαγγελία Του ὁ χορηγός τῶν ἀγαθῶν ὅτι «τούς δοξάζοντάς με ἀντιδοξάσω»!  Ἔτσι, ἡ Γερόντισσά μας, ἐφοδιασμένη πλέον καί μέ τό χάρισμα τῶν ἰαμάτων, θεράπευε τίς πνευματικές καί σωματικές ἀσθένειες τῶν ἀνθρώπων, ἔκανε θαύματα πολλά καί μεγάλα, προξενοῦσε ἐσωτερικές ἀλλοιώσεις στούς ἐπισκέπτες της, ὡδηγεῖτο ἀπό τήν ἀκατανίκητη πνοή τοῦ Παναγίου Πνεύματος!  Δέν διέθετε ἐξειδικευμένη γνώση, ἀλλά ἐπειδή καθάρισε τό νοερό τῆς ψυχῆς της, ἔλαβε ἁγιοπνευματική σοφία, ἀνέπτυξε τήν δεκτική δύναμη τοῦ Λόγου, ἀπέκτησε τήν ὑπαρξιακή γνώση, κατόπτευσε τήν εἰκόνα τῶν μελλόντων καί τῶν ἀποκρύφων, ἔγινε κάτοχος τῆς «βεβαίας πίστεως», γι’ αὐτό καί ἀναλώθηκε φιλανθρωπικά καί εὐεργετικά γιά τόν ὁποιοδήποτε συνάνθρωπό της!  Ἐκεῖνος πού θά κατορθώσει νά ἐνωθεῖ μέ τόν Χριστό, σκορπᾶ ἀφειδώλευτα τό περιεχόμενο τῆς ὑπερφυοῦς αὐτῆς μετοχῆς στόν ὑπόλοιπο κόσμο…  Ἤτοι, ἐκδαπανᾶται καθημερινῶς ὑπέρ τῶν ἀδελφῶν τῆς οἰκογένειας τοῦ Ἀδάμ καί γίνεται ἐθελουσίως «κατάρα» γιά νά ἀποκτήσουν οἱ ἄλλοι εὐλογία…  

Ἡ μεγάλη της ἀγάπη πρός ζῶντες καί κεκοιμημένους, ἀρχικά ἐκδηλωνόταν μέ τήν διάπυρη συνεχῆ προσευχή καί τήν θυσιαστική μαρτυρική διακονία.  Ἡ πνευματική της, ὅμως, ὁλοκλήρωση, μεταποίησε αὐτήν τήν ἐξουθενωτικά φιλάνθρωπη ἐθελοθυσία καί τήν κατέστησε ὁλοένα ἐπαυξανόμενη χαρισματική θαυματουργία…  Στά πάμπολλα θαυμαστά πού συνέβησαν σέ γνωστούς καί τό πλεῖστον σέ ἀγνώστους συνανθρώπους μας, προσωπικά δέν θά ἀναφερθῶ ἐπισήμως ποτέ.  Δέν ἐπιτρέπεται νά συνεχισθεῖ ἡ ἀκατάσχετη συκοφαντική καταφορά περί ὑποκειμενικῆς ψηλώσεως καί ἐνθουσιώδους ἤ καί ἰδιοτελοῦς μυθοποιήσεως τοῦ προσώπου της.  Βεβαίως καί δέν ἦταν ἀλάνθαστη!  Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ δέν σημαίνει ἀλάνθαστος.  Εἶναι ὁ διαρκῶς ἀγωνιζόμενος καί ἰσοβίως μετανοῶν!  Δέν εἶναι ἄλλωστε τυχαῖο, ὅτι ἡ μετάνοια ἦταν ἡ διαρκής διδαχή της καί ἡ πεμπτουσία τῆς Θεοφιλοῦς πορείας της!  Στά ἐνεργήματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἀπεκαλύφθησαν δι’ αὐτῆς, ἄς ἀναφερθοῦν, ἄν τό κρίνουν ἐποικοδομητικῶς σκόπιμο, οἱ πολυάριθμοι ἀποδέκτες τῶν πολλῶν εὐεργεσιῶν της.  Εἶναι θέμα πού ὑπέρκειται τῆς ὅποιας ἐνασχολήσεώς μου μέ τήν ὁσιακή προσωπικότητά της.

Νομίζω ἡ αἰωνόβια ἔνθεη βιωτή της, περικλείεται στό παρακάτω ἁπλό διάγραμμα:

-Σέ ὅλη τή ζωή της εἶχε ἐκκλησιαστικό φρόνημα, σεβόταν καί ὑπάκουε στά θεσμικά πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας, εἶχε καλά παραδείγματα ἀπό τόν Ἱερέα παππού της καί τούς γονεῖς της.  Ἔκανε μεγάλη ὑπομονή μέ τήν ἀνεψιά της καί τήν εὐλόγησε ὁ Θεός.  Τῆς ἔδωσε πολλά χαρίσματα.  Τό βασικό χάρισμα πού εἶχε ἦταν ἡ αὐτομεμψία ἀπό τήν ὁποία προῆλθε ἡ προσευχή τῆς μετανοίας καί ἡ ἐσωτερική καρδιακή προσευχή.  Ἔζησε στήν ἀφάνεια τά περισσότερα χρόνια.  Ἀπό τήν αὐτομεμψία καί τήν προσευχή χωρίς νά τό καταλαβαίνει χωρίστηκε ὁ νοῦς ἀπό τήν διάνοια.  Αὐτό αὐξήθηκε στά χρόνια τῆς ἀσθενείας της.  Καί ἔτσι μέ φυσικό τρόπο τῆς δόθηκαν ἀπό τόν Θεό τά χαρίσματα τῆς διοράσεως καί τῆς προοράσεως καί ἄλλες ἁγιοπνευματικές χορηγίες. 

Ἐπειδή ζοῦσε ταπεινά στήν Ἐκκλησία γι’ αύτό ἡ Ἐκκλησία θά ἀξιοποιήσει ὅλην τήν θεοφιλῆ ζωή της.  Δέν χρειάζεται νά προβεῖ σέ καμμία τέτοια ἐνέργεια ἡ δική μου ἐλαχιστότητα.  Βλέπετε, ἡ στεγανοποιημένη ἀντίληψη καί ἡ ἐμπαθής προκατάληψη, μποροῦν νά εἰσηγηθοῦν ἄνετα, ὅτι εἶναι δυνατόν ἕνας ἄνθρωπος, ὅπως ἐν προκειμένῳ ἡ εὐτέλειά μου, νά ξεγελάσει καί νά παρασύρει στήν ἐνθουσιώδη ἀποτίμηση, γιατί ὄχι καί στήν δαιμονική πλάνη, ἀναφορικά μέ τήν Γερόντισσα, ὁλόκληρο τό σῶμα τῆς παγκοσμίου Ὀρθοδοξίας!!! 

Ἄν ὅμως ἐπιβάλλεται νά σιωπήσω γιά τήν ἐκπληκτική θαυματουργία της δέν μπορῶ νά κρατήσω τό στόμα μου κλειστό γιά τήν ἐμβιωμένη θεολογία της.  Σάν διήγημα, μᾶς ἐξέφραζε, ἁπλά ἀλλά δυνατά, τήν ἀμεσότητα τῆς σχέσεώς της μέ τόν Θεό.  Ὅλα αὐτά, περικλείονται στό παρακάτω συνοπτικό διάγραμμα:

Ξαφνικά καί ἥσυχα βρέθηκα πολλές φορές σέ ἐκεῖνο τό ἀπέραντο γαλαζόλευκο Φῶς, τά πάντα γύρω μου ἦταν ὁλοφώτεινα, Φῶς μακάριο, Φῶς φαεινό»!  Χρησιμοποιῶ κατά τό δυνατόν λέξεις, πού στό ἄκουσμά τους νόμιζες, ναί νόμιζες, ὅτι ὁμιλοῦσε τό γλυκύλαλο στόμα τοῦ Ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τόσων ἄλλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. 

«Ζοῦσα μέσα στήν τρισήλιο δόξα τοῦ Θεοῦ, ζοῦσα ντυμένη μέ τήν θεοΰφαντη στολή τῆς Ἀκτίστου Δόξης καί τῆς Θείας ἐλλάμψεως τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ, ζοῦσα μέσα στό ἀνέσπερο καί ἀδιάδοχο Φῶς καί δέν ξέρω πῶς γινόμουν ὁλόκληρη Φῶς, ἀλλά Φῶς ἀνέσπερο, Φῶς πασχάλιο, Φῶς ἄπλετο χωρίς ἀρχή καί τέλος.  Ἦταν ὁλόλαμπρες καί εἰρηνόδωρες οἱ ἀκτῖνες τοῦ Ἀκτίστου ὑποστατικοῦ Φωτός, μία ἀνέκφαστη καθαρότητα καί ἄϋλη θεία γνώση κατελάμπρυνε τήν ψυχή μου, ὥστε κατανοοῦσα ἀρρήτως τά ἀπόρρητα μυστήρια τοῦ Θεοῦ καί τίς γλυκόφθογγες ὑμνωδίες τῶν μυριάδων ἀγγέλων.  Ζοῦσα –συνέχιζε– στόν τόπο τοῦ Θεοῦ καί ἡ καρδιά μου ἐκαλλωπίζετο ἀπό τό ἴδιο ἀνέσπερο Φῶς τό ἄναρχο καί παναΐδιο τό τριφεγγές καί τό τρισυπόστατο, ἀπό τό ὁποῖο διακοσμοῦνται καί συνευφραίνονται οἱ ἀγγελικές δυνάμεις πού εἶναι ἄπειρα μικρά φῶτα μέσα στό μέγα Φῶς λειτουργοῦντα καί περιχορεύοντα…».

Αὐτές οἱ ὑψηλές θεολογικές περιγραφές, πῶς ἀλήθεια βρέθηκαν στά παραστατικά λεκτικά σχήματα μίας ἁπλῆς καί ἄσχετης μέ τήν ἀκαδημαϊκή θεολογία γυναίκας;  Ἡ λαμπρότητα τῶν οὐρανίων δυνάμεων, τῆς μεταβίβαζε συνεχῶς σάν ἀδιάκοπη ροή, τό ἀπρόσιτο κάλλος τοῦ ἀκτίστου θείου Φωτός μέσα στό κτιστό εἶναι της.  Καί αὐτό τό Φῶς, τό φοροῦσε σάν θεῖο ἔνδυμα, γινόταν ὅλη Φῶς «ἀπό τήν κορυφή μέχρι τά δάκτυλα τῶν ποδῶν» σύμφωνα μέ δική της ὁμολογία!  Ζοῦσε ἀπό τό Φῶς, ἔπινε ἀπ’ αὐτό, τό ἔννοιωθε σάν τήν δροσιά τοῦ καθαροῦ νεροῦ, χόρταινε ἀπό τήν ὑπερφυῆ παρουσία του, τό ἀνέπνεε σάν ὀξυγόνο τοῦ οὐρανοῦ! 

«Ζοῦσα, συνέχιζε, μέσα στό ἄφατο πέλαγος τῆς θείας χρηστότητος, τῆς θείας εὐσπλαχνίας, τῆς θείας ἀγάπης, πού ὁλάκερη γιά μένα ἦταν καί ἀπερίγραπτη καί ἀκατάλυτη.  Λίγα μονάχα μποροῦμε νά ποῦμε.  Ὁ ἥλιος εἶναι λυχναράκι μπροστά Του»!

Ὅλα αὐτά καί πολλά ἄλλα, πού ἀκούσαμε, ἠχογραφήσαμε ἤ πού μᾶς ἄφησε ὡς γραπτή παρακαταθήκη, τήν καθιερώνουν ἀνεπιφύλακτα ἐν μέσῳ πολλῶν εὐλογημένων προσώπων τῆς ἐποχῆς μας, ὡς ἐμπειρική θεολόγο καί Γερόντισσα τοῦ φωτός!  Ὡς τήν Γερόντισσα πού δίδαξε τήν ἀκροτάτη αὐτομεμψία καί πέτυχε τήν δυνατότερη πνευματική ὡριμότητα, ἀφοῦ σύγκρινε διαρκῶς τόν χοϊκό ἑαυτό της μέ τό ὕψος τῶν ἀρρήτων ἀποκαλύψεων πού ἀξιώθηκε νά ζήσει καί νά δεῖ, γι’ αὐτό ἔγραφε καί συμπεριφερόταν μέ τήν πιό βαθειά ταπείνωση πού συνάντησα ποτέ.  Ἡ ἁπλότητα τοῦ λόγου της, μαρτυροῦσε γιά τήν ἄριστη ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ της.  Τοῦ στόχου τῆς Χριστοζωῆς πού ἔθεσε ἰσοβίως στόν ἑαυτό της. 

Εἶδε πλειάδα Ἁγίων, τήν χορεία τῶν Ἁγίων Πατέρων, τόν Μέγα Ἀντώνιο καί τήν παρέα του, τόν ἐπουράνιο Ναό μέ τίς ἀπερινόητες -ὅπως εἶπε- φωταψίες καί μουσικές του.  Ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ, ὁ πολυαγαπημένος της, ἐμφανιζόταν συνεχῶς στή γιαγιά, καί τήν ἐνίσχυε στό τελευταῖο στάδιο τοῦ ἀγῶνα της.  Τό παράδοξο εἶναι ὅτι ἐμφανίσθηκε καί σέ μία ἀπό τίς οἰκονόμους τῆς Γερόντισσας, ζωντανά γιά νά δυναμώσει τήν πίστη της.  Ἐπιστατοῦσε ὁ ἴδιος στήν διαδικασία ἐξόδου καί ἐλάμβανε πρωτοβουλίες. 

Καί χθές εἰρηνικά καί γαλήνια, ἔκλεισε τούς ὀφθαλμούς της στήν ἐπίκυρη τούτη σκηνή, γιά νά τούς ξανανοίξει λαμπροτέρους καί εὐκρινέστερους στήν ἀβασίλευτη ἀπαντοχή.

Ἀείμνηστη, ἐν-Χριστωμένη πολυσέβαστη καί πολύκλαυστη Γερόντισσά μας.

Ἀπό μικρή ρούφηξες λαίμαργα τό λογικόν καί ἄδολον γάλα τῆς πίστεώς μας ἀπό τόν ζωηρότατο μαστό τῆς Ἐκκλησίας καί αὐξήθηκες τόσο πνευματικά ὥστε ἀναδείχθηκες τῶν «πάλαι Ὁσίων» ὁμότροπη καί τῶν συγχρόνων Ἁγίων ἰσοστάσια.  Μέθυσες ἀπό τό νηφάλιο νάμα πού μεταγγίζει ὁ κρατῆρας τῆς λαϊκῆς εὐσέβειας, τῆς ζωοδότρας αὐτῆς μάνας τῆς ἡσυχαστικῆς τελειώσεως.  Τυλιγμένη στόν μανδύα μιᾶς ἀδιατάρακτης γαλήνης πού ἦταν ἀντίδωρο τῆς ἱερῆς πληρότητας πού ἐβίωνε ἡ καρδιά σου, ἄφησες ἴχνη διαβάσεως, πρότυπο ὁσιότητας ἀλλά καί ἕνα δυσαναπλήρωτο κενό.  Πορεύθηκες, εἰδικά τούς ἔσχατους μῆνες τῆς ἐπί γῆς βιοτῆς σου, λεπτή λίαν, κατάφορτη ἀρετές, βιώνοντας ὁριακές καταστάσεις.  Μᾶς ἄφηνες τήν αἴσθηση πώς εἶχες χάσει τήν βαρύτητα καί δέν ὑπῆρχες κἄν στή γῆ.  Ὅλη σου ἡ παρουσία ἀπέπνεε τήν ἀγγελικότητά σου.  Βλέπαμε αὐτό πού ἔλεγες: ὅτι «οἱ οὐρανοί εἶχαν ἀνοίξει» ἀλλά καί πάλι δέν τό πιστεύαμε.

Οἱ τελευταῖες ἡμέρες σου κύλισαν σέ μία διακριτική ἀγαπητική κατάφαση πρός ὅλους.  Ἐντονότερη ἀπό ἄλλες φορές.  Ἄφηνες παραγγελίες καί εὐχές εὐχαριστίες καί εὐγνωμοσύνες, παροχές καί αἰτήσεις συγγνώμης.  Ὅποιος εἰσερχόταν στό γαλήνιο ἐνδιαίτημά σου, αἰσθανόταν ἔντονα τήν ἀνάγκη νά κάνει τόν Σταυρό του.  Σέ ἔνοιωθε μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς.  Διψοῦσε τόν λόγον σου, ἀπολάμβανε τήν γλυκύτατη μορφή σου πού ἀντιφέγγιζε τήν ἄσβεστη λαμπηδόνα τῆς Ἀναστάσεως καί τήν ἀμήχανη ὀμορφιά τῶν οὐρανίων θαλάμων.

Ἔζησες τήν πείρα τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων, Μαρτύρων καί Ὁσίων σέ ἐντονότατο βαθμό, ἀφοῦ εἶχες τό θάρρος καί τήν τόλμη νά ὁρμᾶς μέ ἰλιγγιώδη ταχύτητα πρός τόν Θεό, νά ἀπολαμβάνεις σπάνιες καταστάσεις καί νά διακατέχεσαι ἀπό μία θανατηφόρα δίψα γιά τόν Χριστό.  Ἔνοιωθες ὡς τό μηδέν τοῦ κόσμου, πού ὅμως στήν περίπτωσή σου ἰσοδυναμεῖ μέ τό πᾶν τοῦ κόσμου, μέ τό ὑπεράνω τοῦ κόσμου, μέ τόν ὄντως κόσμο.

Τώρα, ἐμεῖς, ἔστω καί ἀκροθιγῶς, μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, θαμπωνόμαστε ἀπό τό θριαμβευτικό σου ἀνέβασμα.  Μέ ταχύτητα πυραύλου κινεῖσαι πρός τό Ἀΐδιον Φῶς, πού δέν σοῦ εἶναι ἄγνωστο γιατί ἐπακριβῶς τό ἐβίωσες ἀπό τήν παροῦσα ζωή, καί ἐμεῖς βλέποντας τίς φωτεινές ἀνταύγειες πού ἀφήνει πίσω της, ἡ ἐμπυρισμένηἀπό τήν Χάρη ψυχή σου, δοξάζουμε τόν Θεό που σέ γνωρίσαμε καί ἀξιωθήκαμε νά ἀπολαύσουμε τό κάλλος τῆς ἀναγεννημένης καρδιᾶς σου.  Ταυτόχρονα, ἀκοῦμε τίς χαρμόσυνες ἰαχές τῶν γονέων σου, τῆς Ἀντωνούλας, τῶν συγγενῶν σου, τῶν φίλων σου Ἀγγέλων καί Ἁγίων πού κροτοῦν ἐνθουσιωδῶς τά σήμαντρα τοῦ οὐρανοῦ, σέ ὑποδέχονται ἁγιοπρεπῶς καί συμπανηγυρίζουν μαζί σου. 

«Τούς βλέπεις αὐτούς;» μοῦ ἔλεγες δείχνοντάς μου τά εἰκονάκια πού εἶχες πάνω στό τραπέζι σου.  «Ὅλοι αὐτοί εἶναι <καμαράντ>» δηλαδή φίλοι μου.

Προσωπικά νοιώθω τόν ἀνελέητο ἀπαρφανισμό, τόν φρικτό ἀποχωρισμό γιατί ἤσουν μανούλα μου.  Ἐλπίζω, ὅμως στήν ἐπανασυνάντηση καί ὅτι δέν θά μέ ἀφήσεις.  Θά δρομολογεῖς ἐξελίξεις γιά τήν σωτηρία μου καί στήν ὕστατη στιγμή μου μέ λαχτάρα θά μέ ὑπαντήσεις…  Καί ἐπειδή δέν μπορῶ νά σοῦ τραγουδήσω, τώρα πού σέ βλέπω ὕστατη φορά στήν πρόσκαιρη αὐτή ζωή, θέλω λυρικά καί ἐπάξια νά σέ μακαρίσω:

-Χαῖρε Γερόντισσα Γαλακτία στούς λειμῶνες τοῦ Παραδείσου καί στούς κόλπους τῶν Ἁγίων Πατριαρχῶν.

-Χαῖρε πολύτεκνη μάνα, εὔγονη γῆ στό γεώργιον τοῦ Κυρίου, γονιμότατη φύτρα ἐκκολάψεως χαρισμάτων, ἀγνότατη νύμφη στήν παστάδα τοῦ Παμβασιλέως, στοργική μητέρα τῶν μετανοούντων καί ἐπιδέξια προπονήτρια τῶν ἀγωνιζομένων, χαῖρε καταφύγιο τῶν δοκιμαζομένων καί ἄτυφη τροφοδότρια τῶν ἐστερημένων, χαῖρε ἡ μιμησαμένη «τάς φρονίμους παρθένας» καί ἀποποιησαμένη «τάς ἡδονοπλέκτους χλαίνας», χαῖρε καί πάλιν ἐρῶ χαῖρε, μετά τῶν φιλτάτων σου ἀγγελικῶν στρατευμάτων καί πάντων τῶν Ἁγίων Μητέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.

-Χαῖρε ἐσταυρωμένη ἀγάπη, διάτρητη καί ἄτρωτη καρδιά, μετά πάντων «τῶν περιβεβλημένων στολάς λευκάς καί εἰσαχθέντων ἐκ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης» (Ἀποκ. 9, 14) εἰς τήν πανευφρόσυνον πανδαισίαν τῆς Ἄνω Ἱερουσαλήμ.

-Χαῖρε Ἀναστημένη καρδιά ἀπό τήν σταυρική δύναμη τῆς νοερᾶς ἐργασίας καί τά «καί τά ἐντάφια σπάργανα» τῆς ἰσοπεδωτικῆς ταπεινώσεως.

-Χαῖρε ἐμπνευσμένε σκυταλοδρόμε τοῦ Πνεύματος καί θησαυροφυλάκιο τῶν ρημάτων τοῦ Θείου φθέγματος, ὅτι τόν πλᾶνο τοῦ αἰώνα ὑπερέβης καί τόν δόλιο δράκοντα ἐνέπαιξες.

Προσκυνῶ τά χέρια σου, πού δέν παραμορφώθηκαν ἀπό χημικούς χρωματισμούς, ἀλλά ὑψώνονταν διαρκῶς σέ πανύχιες στάσεις ἱκεσίας, σκόρπισαν ροδοπέταλα ἀγάπης, μεταστοιχειώθηκαν ἀπό τήν ἀνιδιοτελῆ προσφορά.

Προσκυνῶ τά πόδια σου, πού δέν βημάτισαν ποτέ στήν ὁδό τῆς ματαιότητας ἀλλά ἔτρεχαν γιά τήν ἀνακούφιση τοῦ ἀνθρώπινου πόνου καί τήν ἐφαρμογή τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ.

Προσκυνῶ τά μάτια σου, πού ἔβλεπαν ἁπλά καί ἁγνά, πού ἀνακάλυπταν τήν δυστυχία τοῦ ἄλλου, πού ἔχυσαν ποταμούς δακρύων καί πού ἐνατένισαν ζωντανά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ.

Προσκυνῶ τό εὐωδιαστό πρόσωπό σου, γιατί στήν ἔκφρασή του, ἀποτυπώθηκε ἡ μακαριότητα τοῦ Παραδείσου, γιατί ἀντικατόπτριζε ἐνδογενῶς τήν θαλερότητα τῆς ψυχῆς σου, γιατί τό ἀγγελικό χαμόγελο πού τό στόλιζε, ἦταν ἕνα ἀνοιχτό παράθυρο ἀπ’ ὅπου φανέρωνε στόν κόσμο, τήν Παρουσία Του ὁ Χριστός.

Προσκυνῶ τέλος τήν ἁγία ψυχή σου, γιατί ἔγινε εἰκονοστάσι τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης, ζωντανό κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, παράρτημα ὁλοφάνερο τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ἀνάμεσά μας.

Οἱ διάδοχες γενιές, νά εἶσαι σίγουρη ὅτι θά καθηλώσουν τό βλέμμα πάνω σου.  Θά σέ νοιώσουν μητέρα. Θά σκύψουν μαθητικά στήν ἡσυχαστική παρακαταθήκη σου.  Καί θά καυχηθοῦν «ἐν Κυρίῳ» γιατί στήν δύση τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα ἔλαμψε καί πάλι στήν ἁγιοτόκο Μεσσαρά ἕνα μεγάλο ἀστέρι, ἱκανό νά φωτίσει μέ τήν λάμψη του τήν πνευματική μας διαδρομή στήν τρίτη χιλιετία.

Αἰωνία σου ἡ μνήμη καί καλή ἀντάμωση!!!