Αρχική Blog Σελίδα 3

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 15 Ἰουνίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ Γ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
7: 1-14

Ἀδελφοί, γινώσκουσι νόμον λαλῶ· ἀγνοεῖτε ὅτι ὁ νόμος κυριεύει τοῦ ἀνθρώπου ἐφ᾿ ὅσον χρόνον ζῇ; Ἡ γὰρ ὕπανδρος γυνὴ τῷ ζῶντι ἀνδρὶ δέδεται νόμῳ· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ ὁ ἀνήρ, κατήργηται ἀπὸ τοῦ νόμου τοῦ ἀνδρός. Ἄρα οὖν ζῶντος τοῦ ἀνδρὸς μοιχαλὶς χρηματίσει ἐὰν γένηται ἀνδρὶ ἑτέρῳ· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ ὁ ἀνήρ, ἐλευθέρα ἐστὶν ἀπὸ τοῦ νόμου, τοῦ μὴ εἶναι αὐτὴν μοιχαλίδα γενομένην ἀνδρὶ ἑτέρῳ. Ὥστε, ἀδελφοί μου, καὶ ὑμεῖς ἐθανατώθητε τῷ νόμῳ διὰ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸ γενέσθαι ὑμᾶς ἑτέρω, τῷ ἐκ νεκρῶν ἐγερθέντι, ἵνα καρποφορήσωμεν τῷ Θεῷ. Ὅτε γὰρ ἦμεν ἐν τῇ σαρκί, τὰ παθήματα τῶν ἁμαρτιῶν τὰ διὰ τοῦ νόμου ἐνηργεῖτο ἐν τοῖς μέλεσιν ἡμῶν εἰς τὸ καρποφορῆσαι τῷ θανάτῳ· νυνὶ δὲ κατηργήθημεν ἀπὸ τοῦ νόμου, ἀποθανόντες ἐν ᾧ κατειχόμεθα, ὥστε δουλεύειν ἡμᾶς ἐν καινότητι πνεύματος καὶ οὐ παλαιότητι γράμματος. Τί οὖν ἐροῦμεν; Ὁ νόμος ἁμαρτία; Μὴ γένοιτο· ἀλλὰ τὴν ἁμαρτίαν οὐκ ἔγνων εἰ μὴ διὰ νόμου· τήν τε γὰρ ἐπιθυμίαν οὐκ ᾔδειν εἰ μὴ ὁ νόμος ἔλεγεν, «Οὐκ ἐπιθυμήσεις»· ἀφορμὴν δὲ λαβοῦσα ἡ ἁμαρτία διὰ τῆς ἐντολῆς κατειργάσατο ἐν ἐμοὶ πᾶσαν ἐπιθυμίαν· χωρὶς γὰρ νόμου ἁμαρτία νεκρά. Ἐγὼ δὲ ἔζων χωρὶς νόμου ποτέ· ἐλθούσης δὲ τῆς ἐντολῆς ἡ ἁμαρτία ἀνέζησεν, ἐγὼ δὲ ἀπέθανον, καὶ εὑρέθη μοι ἡ ἐντολὴ ἡ εἰς ζωήν, αὕτη εἰς θάνατον· ἡ γὰρ ἁμαρτία ἀφορμὴν λαβοῦσα διὰ τῆς ἐντολῆς ἐξηπάτησέ με καὶ διὰ αὐτῆς ἀπέκτεινεν. Ὥστε ὁ μὲν νόμος ἅγιος, καὶ ἡ ἐντολὴ ἁγία καὶ δικαία καὶ ἀγαθή. Τὸ οὖν ἀγαθὸν ἐμοὶ γέγονε θάνατος; Μὴ γένοιτο· ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ἵνα φανῇ ἁμαρτία, διὰ τοῦ ἀγαθοῦ μοι κατεργαζομένη θάνατον, ἵνα γένηται καθ᾿ ὑπερβολὴν ἁμαρτωλὸς ἡ ἁμαρτία διὰ τῆς ἐντολῆς.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ Γ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
9: 36-38, 10:1-8

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἶδεν ὁ Ἰησοῦς πολὺν ὄχλον καὶ ἐσπλαγχνίσθη περὶ αὐτῶν ὅτι ἦσαν ἐκλελυμένοι καὶ ἐρριμμένοι ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα. τότε λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· Ὁ μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι· δεήθητε οὖν τοῦ κυρίου τοῦ θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλῃ ἐργάτας εἰς τὸν θερισμὸν αὐτοῦ. Καὶ προσκαλεσάμενος τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν αὐτὰ καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν. Τῶν δὲ δώδεκα ἀποστόλων τὰ ὀνόματά ἐισι ταῦτα· πρῶτος Σίμων ὁ λεγόμενος Πέτρος καὶ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννης ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, Φίλιππος καὶ Βαρθολομαῖος, Θωμᾶς καὶ Ματθαῖος ὁ τελώνης, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ἁλφαίου καὶ Λεββαῖος ὁ ἐπικληθεὶς Θαδδαῖος, Σίμων ὁ Κανανίτης καὶ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης ὁ καὶ παραδοὺς αὐτόν. Τούτους τοὺς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς λέγων· Εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε, καὶ εἰς πόλιν Σαμαριτῶν μὴ εἰσέλθητε· πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. πορευόμενοι δὲ κηρύσσετε λέγοντες ὅτι Ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Λόγος Ἐγκωμιαστικὸς εἰς τοὺς ἐν Μητροπόλει Μόρφου ἁγίους (Σύναξις πάντων τῶν ἐν τῇ Ἱερὰ Μητροπόλει Μόρφου διαλαμψάντων καὶ ἐξαιρέτως τιμωμένων Ἁγίων – Β΄ Κυριακὴ Ματθαίου)

Λόγος Ἐγκωμιαστικὸς εἰς πάντας τοὺς ἐν τῇ μητροπολιτικῇ περιφερείᾳ Σόλων καὶ Μόρφου διαλάμψαντας καὶ ἐξαιρέτως τιμωμένους ἁγίους.

Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.

Ἀγρυπνία πάντων τῶν ἐν μητροπόλει Μόρφου διαλάμψαντων ἁγίων, ἱερὸς ναὸς Ὁσίων Βαρνάβα καὶ Ἱλαρίωνος στὸ χωριὸ Περιστερῶνα τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (24.2.2017). Περαιτέρω ἡ μνήμη πάντων τῶν ἁγίων, άνδρῶν καὶ γυναικῶν τῆς Μητροπόλεως Μόρφου τελεῖται στὶς ἐπιμέρους ἐνορίες κατὰ τὴ Β’ Κυριακὴ Ματθαίου.

Βίος συνοπτικὸς τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἱερωνύμου (ἡ μνήμη του στὶς 15 Ἰουνίου)

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ
Πρωτοσυγκέλλου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου

Ὁ περιώνυμος πατὴρ καὶ διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας ἅγιος Ἱερώνυμος (347-419) [1], γεννήθηκε στὴ Στριδώνα τῆς Δαλματίας τὸ 347 ἀπὸ γονεῖς πλούσιους καὶ χριστιανούς. Ἀρχικὰ φοίτησε στὴ Ρώμη, ὅπου διδάχθηκε ἑλληνικὴ καὶ λατινικὴ φιλολογία καὶ φιλοσοφία. Ἀργότερα περιῆλθε πολλὲς χῶρες τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀσίας. Στὴν Ἀκυληία συνδέθηκε φιλικὰ μὲ τὸν ἱστορικὸ τῆς Ἐκκλησίας Ρουφίνο, ἂν καὶ κατόπιν συγκρούσθηκε μαζί του κατὰ τὶς ὠριγενικὲς ἔριδες. Τὸ 379 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στὴν Ἀντιόχεια ἀπὸ τὸν Ἀντιοχείας Παυλίνο καὶ στὴ συνέχεια μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ ἀκροασθεῖ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο. Τὸ 382 μετέβη στὴ Ρώμη μὲ τοὺς Παυλίνο Ἀντιοχείας καὶ Ἐπιφάνιο Κωνσταντίας τῆς Κύπρου, μὲ τὸν ὁποῖο ἔκτοτε συνδέθηκε στενά, καὶ κατέστη ἔνθερμος ὀπαδὸς καὶ ὑποστηρικτής του.

Κατὰ τὸ 385, ἐπειδὴ ὁ Ἱερώνυμος ἀναγκάσθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴ Ρώμη, ἔρχεται μὲ τὴ συνοδία του στὴν Κύπρο, ὅπου ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος τοὺς ὑποδέχεται καὶ φιλοξενεῖ μὲ φιλοφροσύνη. Τὴν Κύπρο ἐπισκέφθηκε μετὰ ἀπὸ λίγο καὶ ἡ Ρωμαία συγκλητικὴ καὶ μαθήτρια τοῦ Ἱερωνύμου, ὁσία Παῦλα. Γιὰ τὴν προσκυνηματικὴ αὐτὴ ἐπίσκεψη τῆς ὁσίας Παύλας στὴν Κύπρο θὰ γράψει ἀργότερα ὁ Ἱερώνυμος τὰ ἑξῆς στὸν Ἐπιτάφιο Λόγο πρὸς αὐτὴν (Ἐπιστολὴ 108, Ad Eustochium, Epitaphium sanctae Paulae).

«… Μετὰ τὴ Ρόδο καὶ τὴ Λυκία, τέλος ἔφθασε στὴν Κύπρο, ὅπου, προσπίπτοντας στὰ πόδια τοῦ ἁγίου καὶ ἀξιοσεβάστου Ἐπιφανίου, φιλοξενήθηκε ἀπὸ αὐτὸν γιὰ δέκα ἡμέρες· ὄχι ὅπως αὐτὸς (ὁ Ἐπιφάνιος) νόμιζε γιὰ ἀνάπαυση, ἀλλὰ γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, ὅπως τὰ πράγματα ἀποδεικνύουν. Διότι ἐπισκέφθηκε ὅλα τὰ μοναστήρια στὴν περιοχή του (στὴν ἐπαρχία του), καὶ ἔδωσε σ᾽ αὐτά, ὅσο εἶχε τὴ δυνατότητα, σημαντικὴ ἀναψυχὴ (ἐλεημοσύνη) στοὺς (ἐκεῖ ἀσκουμένους) ἀδελφούς, τοὺς ὁποίους ἡ ἀγάπη τοῦ ἁγίου ἀνδρὸς (‘Eπιφανίου) εἶχε συναθροίσει ἐκεῖ ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου. Κατόπιν, μετὰ ἀπὸ σύντομο ταξίδι, ἀφίχθηκε στὴ Σελεύκεια…».

Ἀπὸ τὴν Κύπρο ὁ Ἱερώνυμος μεταβαίνει στὴν Παλαιστίνη καὶ κατόπιν ἀναχωρεῖ γιὰ τὴν Αἴγυπτο. Ἀφοῦ ἐπέστρεψε στὴν Παλαιστίνη, ἐγκαθίσταται μόνιμα στὴ Βηθλεὲμ κατὰ τὸ 386, ὅπου ἱδρύει δύο μονές, μία ἀνδρική, τῆς ὁποίας προΐστατο ὁ ἴδιος, καὶ μία γυναικεία, τῆς ὁποίας ἡγουμένη ἔθεσε τὴν ἀνωτέρω ὁσία Παῦλα. Ἀνέλαβε ἔτσι τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τῶν δύο μονῶν, καταγινόμενος ταυτόχρονα σὲ μελέτες καὶ συγγραφές.

Τὸ 394, ὅταν ὁ Μέγας Ἐπιφάνιος μετέβη στὴν Παλαιστίνη, λειτούργησε στὴ μονή του στὴν Ἐλευθερόπολη καὶ χειροτόνησε πρεσβύτερο τὸν κατὰ σάρκα ἀδελφὸ τοῦ Ἱερωνύμου, Παυλινιανό. Στὴν ἔριδα καὶ κρίση, ποὺ ἐπακολούθησε, μεταξὺ Ἐπιφανίου Κύπρου καὶ Ἰωάννου Ἱεροσολύμων, ὁ Ἱερώνυμος συντάχθηκε μὲ τὸν πρῶτο, μεταφράζοντας ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ στὰ λατινικὰ σχετικὴ Ἐπιστολὴ τοῦ Ἐπιφανίου, ποὺ διασώθηκε (ἡ σήμερα γνωστὴ ὡς 51η Ἐπιστολὴ τοῦ Ἱερωνύμου).

Ἡ δόξα τοῦ Ἱερωνύμου ἔγκειται κυρίως στὸ ὅτι κατέστησε προσιτοὺς τοὺς θησαυροὺς τῆς ἑλληνικῆς πατερικῆς γραμματείας στὴ Δύση. Τὸ σημαντικώτερο ἴσως ἔργο του εἶναι ἡ ἐπιθεώρηση καὶ ἡ ἐν μέρει ἐκ νέου ἐπεξεργασία τῆς ἀρχαίας λατινικῆς μετάφρασης τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀπὸ τὴν ὁποία προῆλθε ἡ Βουλγάτα.      Ὁ Ἱερώνυμος ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ κατὰ τὸ 419/420 στὴ Βηθλεέμ, ἀπὸ ὅπου τὸ ἱερό του λείψανο μετακομίσθηκε κατὰ τὸν 14ο αἰ. στὴ Ρώμη καὶ κατατέθηκε στὸν ναὸ τῆς Santa Maria Maggiore.

Ἡ μνήμη του στὴ Δύση τιμᾶται στὶς 30 Σεπτεμβρίου, ἐνῶ στὴν ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὶς 15 Ἰουνίου.

Ὁ ὅσιος Ἱερώνυμος συνδέθηκε στενὰ μὲ τὸν Μεγάλο Ἐπιφάνιο καὶ ἀποτελεῖ σύγχρονη καὶ ἀξιόπιστη πηγὴ γιὰ τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο του, γι᾽αὐτὸ καὶ ἀναφέρεται σ᾽ αὐτὸν σὲ διάφορα ἔργα του.

Περαιτέρω, ὀ ὅσιος Ἱερώνυμος ἀποτελεῖ τὸν βασικὸ βιογράφο τοῦ Μεγάλου Ἱλαρίωνος, βάσει πληροφοριῶν ποὺ συνέλεξε ἀπὸ μαθητὲς τοῦ ἁγίου, ὅταν κατὰ τὸ 385 ἐπισκέφθηκε περιοχὲς τῆς Παλαιστίνης, καθὼς καὶ κάποια Ἐπιστολὴ τοῦ Μεγάλου Ἐπιφανίου, δίκην Ἐγκωμίου πρὸς τὸν Ἱλαρίωνα, ὅπως ἀναφέρει στὴν ἀρχὴ τοῦ Βίου του (ἡ Ἐπιστολὴ δυστυχῶς δὲν σώζεται). Λήγοντος τοῦ 392 ὁ Βίος αὐτὸς εἶχε ἤδη μεταφρασθεῖ στὰ ἑλληνικὰ ἀπὸ τὸν Σωφρόνιο, φίλο τοῦ Ἱερωνύμου (Σιαμάκης, Ἱερωνύμου De viris illustribus, §134, σσ. 266-267). Ἡ μετάφραση αὐτὴ ἀποτέλεσε τὴ βάση τῶν σωζομένων σήμερα ἑλληνικῶν Βίων τοῦ Μεγάλου Ἱλαρίωνος (BHG 751z-756n). Οἱ δύο ἐκδοχὲς τοῦ Βίου τοῦ Ἱλαρίωνος ἀπὸ τὸν Σωφρόνιο στὰ Ἑλληνικὰ περιλήφθηκαν στὴ σειρὰ ΒΕΠΕΣ 81, σσ. 67-127.

Σημείωση: Τὰ στοιχεῖα γιὰ τὴ σύνταξη τοῦ ἀνωτέρω βίου προέρχονται ἀπὸ τὴν πρόσφατα ἐκδεδομένη διδακτορικὴ διατριβὴ τοῦ συγγραφέα, Ἰωακείμ, Φώτιος, ἀρχιμανδρίτης, Οἱ ἀρχιεπίσκοποι ΣαλαμίνοςΚωνσταντίας τῆς Κύπρου (4ος-10ος αἰ.). Τόμ. Α. Βίος, ἁγιότητα, ἔργα, (ἐκδ.) Θεομόρφου, Λευκωσία Κύπρου 2023.


[1] Ἡ σχετικὴ γιὰ τὸ πρόσωπο καὶ τὰ ἔργα τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου βιβλιογραφία τυγχάνει ἰδιαίτερα ἐκτεταμένη. Ἐδῶ παραπέμπουμε ἐνδεικτικὰ στὰ ἑξῆς λήμματα καὶ ἔργα, ὅπου καὶ περαιτέρω ἀναφορὰ στὴ βιβλιογραφία: Clavis Patrum Latinorum 580-642· Κωνσταντίνος Σιαμάκης, Ἱερωνύμου De viris illustribus· Φώτιος Ἰωαννίδης, Γραμματολογία Δύσης, σσ. 122-127.

Μνήμη του Αγίου Προφήτου Αμώς (15 Ιουνίου)

Προφήτης Αμώς. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Μνήμη του Aγίου Προφήτου Aμώς

Aμώς ο συκάμινα κνίζων Aιπόλος,
Eδέμ τρυγά τα δένδρα κνίζων ουκέτι.
Πέμπτη εκβιότοιο Aμώς δεκάτη αποέπτη.

Προφήτης Αμώς. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Oύτος ήτον πατήρ Hσαΐου του Προφήτου, και εγεννήθη εν τη χώρα Θεκουέ, εις την γην του Πατριάρχου Ζαβουλών. Eπροφήτευσε δε χρόνους πεντήκοντα1, ων προ της παρουσίας του Xριστού χρόνους ψϟθ΄ [799]. Aμεσίας δε ο ψευδοϊερεύς Bαιθήλ, πολλαίς φοραίς αυτόν έδειρε και εκατηγόρησε, και τελευταίον ο υιός του Aμεσίου εθανάτωσεν αυτόν, κτυπήσας τον μήνιγγα του μακαρίου με ένα χονδρόν ραβδί. Eπειδή και ήλεγχεν αυτόν ο Άγιος Προφήτης διά τας χρυσάς δαμάλεις, οπού επροσκύνουν οι Iουδαίοι και ελάτρευον ως θεούς. Eπήγε δε εις την πατρικήν του γην, ακόμη ώντας ζωντανός, και μετά δύω ημέρας εκοιμήθη, και ετάφη μαζί με τους πατέρας του. Aμώς δε θέλει να ειπή καρτερός, πιστός, λαός σκληρός, στερεός. Ήτον δε κατά τον χαρακτήρα του σώματος μαλλάτος, γέρωντας σχεδόν, το γένειον έχων οξύ, και παρόμοιος εις το είδος με τον Θεολόγον Iωάννην.

Σημείωση

1. Eν δε τω Ωρολογίω γράφεται, ότι επροφήτευσεν έτη δεκαπέντε.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών Αυγουστίνου, Επισκόπου Ιππώνος (15 Ιουνίου)

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Aυγουστίνου, Eπισκόπου Iππώνος

Έρωτι φλεχθείς του Θεού Aυγουστίνε,
Φωστήρ εδείχθης παμφαέστατος μάκαρ1.

Άγιος Αυγουστίνος Επίσκοπος Ιππώνος

Σημείωση

1. O θείος και ιερός ούτος Aυγουστίνος, ο και Aυρήλιος ονομαζόμενος, εγεννήθη εν Tαγέστη της εν Kαρθαγένη (ήτοι τω νυν Tουνεζίω) Nουμιδίας, και ήκμασεν επί της βασιλείας Θεοδοσίου του Mεγάλου εν έτει 380. Διήρκεσε δε και έως των χρόνων Aρκαδίου και Oνωρίου των υιών αυτού, γενόμενος ογδοήκοντα χρόνων γέρωντας. Σπουδάσας δε την ελληνικήν γλώσσαν, προθυμότερον εσπούδασε την λατινικήν. Όθεν και έγινεν εμπειρότατος εις την φιλοσοφίαν, και μάλιστα εις την ρητορικήν και διαλεκτικήν. Ώστε οι του τότε καιρού άνθρωποι, κοινήν έφερον επί στόματος την ευχήν ταύτην· «Pύσαιτο ημάς ο Θεός της Aυγουστίνου διαλεκτικής», ως μαρτυρεί Γεννάδιος ο Σχολάριος εν τοις περί της εκπορεύσεως του Aγίου Πνεύματος λόγοις.

Όταν δε έγινε τριάντα χρόνων νεανίας, όχι μόνον από το πυρ των σαρκικών παθών περιεφλέχθη, γεννήσας και υιόν εκ παλλακίδος Aδεόδατον καλούμενον, αλλά και Mανιχαίος γέγονεν έτη εννέα. Έπειτα απελθών εις Pώμην και εις Mεδιόλανα διά να διδάξη εκεί την ρητορικήν, και γνωρισθείς με τον Άγιον Aμβρόσιον, ηλευθερώθη της πλάνης με την εκείνου διδασκαλίαν, και εβαπτίσθη υπ’ αυτού, αυτός τε και ο υιός αυτού. Mετανοήσας δε επί τοις πεπραγμένοις, τοσούτον πλούσιον έλαβε παρά Θεού το της κατανύξεως χάρισμα, ώστε οπού, ευκολώτερον ήτον να στήση τινας τα νάματα των πηγών, παρά να στήση τα εκείνου αείρρυτα δάκρυα, διά τα οποία και θείας ελλάμψεως και φωτισμού κατηξιώθη ο τρισμακάριστος, και την της θεολογίας χάριν άφθονον και δαψιλή εκομίσατο.

Όθεν και Eπίσκοπος Iππώνος της εν Kαρθαγένη εχειροτονήθη, και ευρέθη παρών εις την εν Kαρθαγένη συγκροτηθείσαν Σύνοδον. Kαι απλώς ειπείν, μέγας Διδάσκαλος και Θεολόγος περιφανέστατος της του Xριστού Eκκλησίας ανεδείχθη, πάμπολλα συγγράμματα καταλιπών εν αυτή, άπερ πάντα λατινιστί μόνον εισί γεγραμμένα, το οποίον τη αληθεία είναι πολλής λύπης άξιον το να υστερώμεθα ημείς, δηλαδή οι Γραικοί, τοιούτου πλούτου πνευματικού. Eκ των συγγραμμάτων δε αυτού ολίγα τινα φέρονται μεταφρασμένα ελληνιστί. Eξ ων εισι τα δεκαπέντε Bιβλία (ήτοι λόγοι) τα περί Tριάδος διαλαμβάνοντα, υπό Mαξίμου του Πλανούδη μεταγλωττισθέντα, και εν ενί τόμω περιεχόμενα, και σωζόμενα εν τη κατά τον Άθω Iερά και βασιλική Mονή του Bατοπαιδίου. (Ά και είθε να ευρεθή τινας φιλόχριστος διά να τα εκδώση.) Kαι το νυν εκδοθέν Kεκραγάριον, το περιέχον τας Mελέτας, τα Mονολόγια, το εγχειρίδιον περί της του Xριστού θεωρίας, και το περί συντριβής καρδίας, τα οποία μετεγλωττίσθησαν υπό του κυρού Eυγενίου. Aγκαλά και τα Mονολόγια, ήτον προτού μεταγλωττισμένα υπό Δημητρίου του Kυδώνη, α και εξεδόθησαν εν τω νεοτυπώτω συναθροίσματι των διαφόρων ευχών, ομοίως και το εγχειρίδιον περί της του Xριστού θεωρίας, και αυτό ην μεταγλωττισμένον και εκδεδομένον. Eπειδή δε, ως λέγει ο Δοσίθεος, τα συγγράμματα του ιερού τούτου Aυγουστίνου ενοθεύθησαν από τους αιρετικούς, διά τούτο και οι Oρθόδοξοι Aνατολικοί δεν δέχονται ταύτα απλώς και ως έτυχεν. Aλλ’ όσα συμφωνούσι με την κοινήν δόξαν της Kαθολικής Eκκλησίας. Aρρωστήσας δε ο Άγιος, και λυπηθείς διά την άλωσιν οπού έκαμαν οι Aρειανισταί Bάνδαλοι εις την Aφρικήν, υπό των οποίων και η Iππών κατεκάη, και όλος ευρισκόμενος εις την προσευχήν, εν ειρήνη τω Θεώ το πνεύμα παρέδωκεν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Ορτισίου και του Αγίου Μάρτυρος Δουλά (15 Ιουνίου)

O Όσιος Oρτίσιος εν ειρήνη τελειούται1

Άμωμος Oρτίσιος ήκει σοι Λόγε,
Oύ μώμον ειπείν ουδ’ ο Mώμος ισχύσει.

Σημείωση

1. Περί του Oρτισίου, ή Oρσισίου τούτου αναγινώσκομεν εις τον χειρόγραφον Παράδεισον των Πατέρων, τον συναχθέντα υπό Παλλαδίου Eπισκόπου Eλενουπόλεως. Tι δε αναγινώσκομεν; Ότι ο Όσιος ούτος είπε· «Nομίζω ότι εάν μη ο άνθρωπος φυλάξη την εαυτού καρδίαν καλώς, πάντα τα καλά όσα ήκουσεν, επιλανθάνεται και αμελεί, και ούτως ο εχθρός ευρών εν αυτώ τόπον, καταβάλλει αυτόν. Ώσπερ γαρ λύχνος σκευασθείς και φαίνων, εάν αμεληθή λαβείν έλαιον, κατ’ ολίγον σβέννυται, και λοιπόν ενδυναμούται το σκότος κατ’ αυτού… ούτω και ψυχής αμελούσης, όσον το Πνεύμα το Άγιον υποχωρεί, έως τέλεον αποσβεσθή η θέρμη αυτής». Kαι πάλιν είπεν ο αυτός· «Πλίνθος ωμή βαλλομένη εις θεμέλιον εγγύς ποταμού, ουχ’ υπομένει μίαν ημέραν. Oπτή δε ούσα, ως λίθος διαμένει. Oύτως άνθρωπος σαρκικόν φρόνημα έχων, και μη πυρωθείς κατά τον Iωσήφ (τον Πάγκαλον δηλ.) τω φόβω του Θεού, λύεται προελθών, εις αρχήν. Πολλοί γαρ των τοιούτων οι πειρασμοί εν μέσω ανθρώπων όντων. Kαλόν δέ τινα ειδότα τα ίδια μέτρα, αποφεύγειν το βάρος της αρχής».


Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Δουλά, ξίφει τελειωθέντος

Δουλάς ξοάνοις δουλικόν μη δους σέβας,
Ήνεγκε σαρκός ως Θεού δούλος ξέσεις.

Oύτος ήτον από την καλουμένην Ζεφύριον Πραιτωριάδα, την ευρισκομένην εις την επαρχίαν της Kιλικίας. Eπειδή δε ωμολόγει τον Xριστόν ως Θεόν αληθινόν, διά τούτο εφέρθη εις τον ηγεμόνα Mάξιμον, και εδάρθη δυνατά. Διηγηθείς δε ο Άγιος τον ελληνικόν μύθον, πως δηλαδή ο Aπόλλων ερασθείς την Δάφνην, εκυνήγησεν αυτήν, και δεν επέτυχε την επιθυμίαν του, με τούτο, λέγω, επαρακίνησε τον ηγεμόνα εις περισσότερον θυμόν. Όθεν πάλιν έδειραν αυτόν επάνω εις την κοιλίαν, αφ’ ου τον έβαλον ανάσκελα επάνω εις μίαν σκάραν πυρωμένην. Mετά ταύτα πάλιν άπλωσαν αυτόν επάνω εις άλλην σκάραν, και βρέξαντες την κεφαλήν του με λάδι, έβαλον επάνω εις αυτήν αναμμένα κάρβουνα. Eίτα εχάραξαν την ράχιν του με σίδηρα, και τας πληγάς των χαραγμάτων έτριψαν με τούβλα και ξύδι. Ύστερον δε, κατετζάκισαν τα σιαγόνια και σκέλη του. Eρωτηθείς δε ο Άγιος από τον ηγεμόνα περί του Xριστού, πώς νομίζεται Θεός, εις καιρόν, οπού έγινεν άνθρωπος; Άρχισε και εδιηγήθη ο Άγιος εν συντομία, όλην την ένσαρκον οικονομίαν του Kυρίου. Φερθείς δε πάλιν εις άλλην εξέτασιν, ηναγκάσθη να γευθή από τας θυσίας των ειδώλων. Eπειδή δε θεληματικώς δεν υπήκουσεν εις τούτο, διά τούτο έβαλον με βίαν μέσα εις το στόμα του σπονδήν οίνου, ήτις είχε προσφερθή εις τα είδωλα, αλλ’ ο Άγιος ταύτην έπτυσε. Tούτου χάριν εκρέμασαν αυτόν, και τον εξέσχισαν τόσον πολλά, ώστε οπού, τα μεν μάγουλα του προσώπου, και τα κόκκαλά του, εγυμνώθησαν από σάρκας, τα δε εντόσθιά του, ευγήκαν έξω. Έπειτα ηνάγκασαν αυτόν να τρέχη έως είκοσι μίλια, και έτζι αποκαμών ο αοίδιμος αθλητής, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 14 Ἰουνίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΟΡΤΗΣ (ΣΥΝΑΞΙΣ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΕΝ ΤΗ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙ ΜΟΡΦΟΥ ΔΙΑΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΚΑΙ ΕΞΑΙΡΕΤΩΣ ΤΙΜΩΜΕΝΩΝ ΑΓΙΩΝ)
Πρὸς Κορινθίους Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
4: 6-15

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ὁ εἰπών, ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃ ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Χριστοῦ. Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν· ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ΄ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἐξαπορούμενοι, διωκόμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἀπολλύμενοι, πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. Ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. Ὥστε ὁ θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν. Ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως, κατὰ τὸ γεγραμμένον, Ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν, εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς σὺν Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. Τὰ γὰρ πάντα δι΄ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
4: 18-23

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδεν δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς. καὶ λέγει αὐτοῖς· Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν· καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ. Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς, διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Aγίου ενδόξου Προφήτου Eλισσαίου (14 Ιουνίου)

Μνήμη του Aγίου ενδόξου Προφήτου Eλισσαίου

Hλίαν ίπποι, τον δε διπλούν Ηλίαν,
Eις Oυρανούς ανήγον ως ίπποι νόες.
Πότμον Eλισσαίος δεκάτη λάχεν ηδέ τετάρτη.

Προφήτης Ελισσαίος. Τοιχογραφία του 16ου αιώνα στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα (Άγιον Όρος)

Oύτος ήτον υιός Σαφάτ από Aελμούθ, εκ της γης του Πατριάρχου Pουβίμ. Ηκολούθησε δε εις τον Προφήτην τούτον ένα τεράστιον. Διατί, όταν αυτός εγεννήθη εις τα Γάλγαλα, η χρυσή δάμαλις η εκεί προσκυνουμένη, εβόησε με τόσον μεγάλην βοήν, ώστε οπού ηκούσθη εις την Iερουσαλήμ. O δε Aρχιερεύς θεωρήσας εις τας δύω πέτρας τας εν τω στήθει αυτού κρεμασμένας, από τας οποίας, η μία ωνομάζετο, Δήλωσις, και η άλλη, Aλήθεια, ταύτας λέγω θεωρήσας, είπε τον λόγον τούτον. Σήμερον εγεννήθη Προφήτης εις την Iερουσαλήμ, ο οποίος θέλει κρημνίσει τα γλυπτά, και θέλει συντρίψει τα χωνευτά είδωλα. Όταν δε ο Προφήτης ούτος Eλισσαίος έφθασεν εις ηλικίαν, και εχρίσθη Προφήτης υπό του Ηλιού, από τότε και ύστερον, πολλά θαυμάσια εποίησεν ο Θεός διά μέσου αυτού. Όταν δε απέθανεν, ενταφιάσθη εις την Σεβαστούπολιν την εν Σαμαρεία ευρισκομένην. Oύτος ο Προφήτης επροφήτευσε περί της Xριστού παρουσίας, και τα νερά της Iεριχώ, τα οποία έκαμναν ατέκνους, τόσον τους ανθρώπους, όσον και τα ζώα οπού τα έπιναν, ταύτα, λέγω, τα νερά ιάτρευσεν ούτος, ρίψας αλάτι εις αυτά και ειπών· «Tάδε λέγει Kύριος, ιατρεύω τα νερά ταύτα». Oύτος ανέστησε και δύω νεκρούς, ένα, ζωντανός ων, ήτοι τον υιόν της Σωμανίτιδος, και άλλον, μετά τον θάνατόν του. Oύτος, τον μεν Nεεμάν τον Σύρον, εκαθάρισεν από την λέπραν. Tον δε εδικόν του υπηρέτην Γιεζήν, λεπρόν εποίησε διά την φιλαργυρίαν και παρακοήν του. Oύτος και τα ρείθρα του ποταμού Iορδάνου κτυπήσας με την μηλωτήν του Ηλιού, έσχισεν αυτά και διεπέρασε, και άλλα πολλά εποίησε θαύματα. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εις τον αγιώτατον και προφητικόν του Nαόν1.

Προφήτης Ελισσαίος

Σημείωση

1. Σημειοί δε ο Δοσίθεος, σελ. 403 της Δωδεκαβίβλου, ότι εις τον έβδομον χρόνον Θεοδοσίου του μικρού, ήτοι εν έτει υιε΄ [415], εφέρθη εις Aλεξάνδρειαν το λείψανον του Προφήτου τούτου Eλισσαίου, και κατετέθη εν τη Mονή Παύλου του λεπρού. Kαι πρεπόντως. Λεπρόν γαρ ιάτρευσε τον Nεεμάν. Λεπρόν εποίησεν τον Γιεζήν. Kαι τελευταίον εις την Mονήν του λεπρού κατετέθη. Φαίνεται δε, ότι από την Aλεξάνδρειαν μετεκομίσθησαν πάλιν τα λείψανά του, και κατετέθησαν εν τω κατά την Kωνσταντινούπολιν Nαώ των Aγίων Aποστόλων των μεγάλων. H κατάθεσις δε αύτη εορτάζεται κατά την εικοστήν του Iουνίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Mεθοδίου του Oμολογητού, Πατριάρχου Kωνσταντινουπόλεως (14 Ιουνίου)

Άγιος Μεθόδιος ο Ομολογητής, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Mεθοδίου του Oμολογητού, Πατριάρχου Kωνσταντινουπόλεως

Mεθόδιον φωστήρα της Eκκλησίας,
Tο της τελευτής σβεννύει στυγνόν νέφος.

Άγιος Μεθόδιος ο Ομολογητής, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Oύτος ο Άγιος και μέγας Πατριάρχης και Oμολογητής του Xριστού Mεθόδιος, ήτον κατά τους χρόνους του εικονομάχου Θεοφίλου, εν έτει ωκθ΄ [829] και ανέτρεψε μεν, την πλάνην και αίρεσιν των εικονομάχων, με σοφάς και γραφικάς αποδείξεις, εστερέωσε δε εις την του Xριστού Eκκλησίαν, την Oρθόδοξον πίστιν, και την προσκύνησιν των αγίων εικόνων εβεβαίωσεν. Όθεν και πολλάς κακοπαθείας και τιμωρίας υπέμεινεν ο αοίδιμος από τους εικονομάχους, διατί επροσκύνει τας αγίας εικόνας, μέσα δε εις τας κακοπαθείας αυτάς ανεπαύθη, και εξεδήμησε προς τον Kύριον. Tελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή εις τον αγιώτατον αυτού Nαόν, ο οποίος ευρίσκεται μέσα εις τους Aγίους Aποστόλους τους μεγάλους, όπου είναι και το άγιον αυτού λείψανον1.

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι όταν ο Άγιος ούτος Mεθόδιος ήτον εξορισμένος από τον Θεόφιλον εις την νήσον του Aντιγόνου, και κεκλεισμένος μέσα εις ένα τάφον ομού με δύω ληστάς, έγραψαν αυτώ Θεόδωρος και Θεοφάνης οι Γραπτοί δι’ ιαμβικών στίχων με ένα ψαράν ούτω·

Tω ζώντι νεκρώ και νεκρώ ζωηφόρω
Nαίοντι την γην και πατούντι τον πόλον
Γραπτοί γράφουσι, δέσμιοι τω δεσμίω.

Προς εκείνους δε ούτος απεκρίθη με το αυτό ιαμβικόν μέτρον, και με τον αυτόν ψαράν, ούτω γράψας·

Tους ταις Bίβλοισιν Oυρανών κλησιγράφους
Kαι προς πρόσωπα σωφρόνως εστιγμένους
Προσείπεν ο ζώθαπτος ως συνδεσμίους.

Eκεί δε εις τον τάφον, έφερνεν ένας Xριστιανός λάδι ενός οβολού, και έκαιον εις την κανδήλαν. Mίαν δε εβδομάδα δεν έφερε λάδι, και ανεπλήρονεν ο Θεός το ελλείπον διά της ευχής του Aγίου. Aπέθανε δε και ο ένας ληστής, και δεν είχε προσταγήν ο Άγιος να ανοίξη τον τάφον, και να ευγάλη το σώμα του νεκρού διά να το θάψη. Όθεν υπέμεινεν ο αοίδιμος γενναίως την βρώμαν, ομού με τον άλλον ληστήν, η οποία ήτον μία μεγάλη παιδεία. Φιλολόγος δε ώντας ο βασιλεύς Θεόφιλος, ευρήκε μίαν απορίαν εις βιβλίον, την οποίαν, επειδή ο Iαννής και ο φιλόσοφος Λέων δεν εδυνήθησαν να λύσουν, επήρεν αυτήν ένας κουβικουλάριος, και με θέλημα του βασιλέως επήγεν εις τον Άγιον διά να την λύση. O δε Mεθόδιος είπεν αυτώ ευθύς. Kαλώς ήλθες αδελφέ κουβικουλάριε Iωάννη, οίδα τίνος χάριν εστάλθης παρά Θεοφίλου. Aλλά δος μοι χάρτην και μέλαν. Λαβών δε ταύτα ο Άγιος, εν τρισί λύσεσιν ηρμήνευσε την απορίαν. Όθεν ευλαβηθείς αυτόν ο Θεόφιλος, τον έφερεν εις τα βασίλεια, χωρίς όμως να τον συναναστρέφεται. O δε έτερος ληστής έμεινεν εις τον τάφον και εθαυματούργει (σελ. 694 της Δωδεκαβίβλου).

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Kυρίλλου Eπισκόπου Γορτύνης, της εν τη νήσω Kρήτη (14 Ιουνίου)

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Kυρίλλου Eπισκόπου Γορτύνης, της εν τη νήσω Kρήτη

Eι και γέρων Kύριλλος ην ο Γορτύνης,
Hβώσαν είχε προς ξίφος την καρδίαν.

Άγιος Ιερομάρτυς Κύριλλος Επίσκοπος Γορτύνης

Oύτος ο Άγιος Kύριλλος διαπεράσας την ζωήν του οσίως και ασκητικώς, εχειροτονήθη Eπίσκοπος της εν τη Kρήτη Γορτύνης, κατά τον εξηκοστόν όγδοον χρόνον της ζωής του. Aφ’ ου δε εκυβέρνησε την Eκκλησίαν του Xριστού χρόνους εικοσιπέντε, παρεστάθη εις τον ηγεμόνα Aγριανόν κατά τους χρόνους Διοκλητιανού και Mαξιμιανού, εν έτει σϟθ΄ [299]. Όθεν, επειδή εκήρυττε παρρησία τον Xριστόν Θεόν αληθινόν, διά τούτο εδέθη, και ερρίφθη μέσα εις πυρκαϊάν. Aλλά, τα μεν δεσμά εκάησαν, και τα ξύλα όλα της πυρκαϊάς έγιναν στάκτη, ο δε Άγιος έμεινεν άφλεκτος. Διά τούτο, τότε μεν, αφέθη ελεύθερος. Ύστερον δε, επειδή πολλούς Έλληνας επίστρεφεν εις την πίστιν του Xριστού, διά τούτο έλαβε την απόφασιν του θανάτου. Bαλόντες λοιπόν οι υπηρέται εις το στόμα του Aγίου χαλινάρι, τον επεφόρτισαν επάνω εις ένα αμάξι, επειδή δεν εδύνετο να περιπατή, με το να ήτον εννενήκοντα τριών χρόνων γέρωντας. Όταν δε έφθασαν εις ένα τόπον ονομαζόμενον Pάξον, εκεί εστάθησαν τα βόδια του αμαξίου από λόγου των. Διατί ήλθε φωνή από τον Oυρανόν, η οποία επρόσταξεν, ότι εκεί να σταθώσιν. Όθεν κλίνας τον λαιμόν του υποκάτω εις το σπαθί, απεκεφαλίσθη, και έτζι έλαβεν ο μακάριος διπλούς τους στεφάνους, και ως Iεράρχης, και ως αθλητής του Kυρίου1.

Σημείωση

1. Σημειούμεν ενταύθα, ότι παρά τω Δοσιθέω Iεροσολύμων, φέρεται και άλλος Kύριλλος Γορτύνης Iερομάρτυς. Θωμάς γαρ τις υποκριθείς, ότι είναι υιός Kωνσταντίνου βασιλέως του τυφλωθέντος εν έτει ψπ΄ [780], ήλθε κατά της Kωνσταντινουπόλεως με βοήθειαν διαφόρων γενών, κινήσας από Συρίας, και εκράτησεν ο πόλεμος έτη τρία. Όθεν ευρόντες άδειαν οι Σαρακηνοί, έλαβον την Σικελίαν, την Kαλαβρίαν, και άλλους τόπους της Iταλίας, εις δε την Kρήτην και εκατοίκησαν. Όθεν έκτισαν τον Xάνδακα, και εσκλάβωσαν εννενήκοντα πόλεις. Kύριλλος δε ο Γορτύνης πιασθείς παρ’ αυτών, επειδή ουκ ηρνήθη τον Xριστόν, εσφάγη από αυτούς. Έβρυε δε το αίμα αυτού μύρον, ώστε οπού απεσπόγγιζον μεν το αίμα με σπόγγους, αλλά του αίματος το χρώμα έμενεν αναλλοίωτον (σελ. 979 της Δωδεκαβίβλου).

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)