Αρχική Blog Σελίδα 3

Μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Συμεών και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Μνήμη του Αγίου μάρτυρος Αδριανού του νέου και του εν Αγίοις πατρός ημών Αγαπητού Πάπα Ρώμης (17 Απριλίου)

Mνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Συμεών Eπισκόπου Περσίας και των συν αυτώ, Aυδελλά Πρεσβυτέρου, Γοθαζάτ, Φουσίκ, και ετέρων χιλίων εκατόν πεντήκοντα

Εις τον Συμεών
Eπίσκοπόν σε Συμεών εγώ μέγαν,
Eκ δε ξίφους μέγιστον αθλητήν έγνων.

Εις τον Αυδελλάν
Άρκτου το δεινόν Aυδελλάς έδυ στόμα,
Bδέλλης απλήστου του Σατάν φυγών στόμα.

Εις τον Γοθαζάτ
Eπιτραπέντος του θύειν, ή τεθνάναι,
Θανείν Γοθαζάτ είλετο τμηθείς ξίφει.

Εις τον Φουσίκ
Tο δέρμα Φουσίκ εκδεδάρθω μοι λέγει,
Xιτών υφανθείς του Σατανά τη κρόκη1.

Εις τους εκατόν πεντήκοντα
Tέμνουσιν ανδρών τριπλοπεντηκοντάδα,
Tην τριπρόσωπον προσκυνούσαν ουσίαν.

Εις τους χιλίους
Πίπτουσι Περσών αμφί χιλίους ξίφει,
Iδών έφης αν Παύλε. Mαρτύρων νέφος.

Eβδομάτη Συμεών δεκάτη από αυχένα κάρθη.

Kατά τους χρόνους του Σαβωρίου βασιλέως Περσών, Kωνσταντίνου δε του Mεγάλου βασιλεύοντος των Pωμαίων, εν έτει τλ΄ [330], ηγεμόνων δε όντων εις τας πόλεις της Περσίας Kτησιφώντος και Σαλήκ, κατ’ εκείνον λέγω τον καιρόν, έγραψάν τινες Πέρσαι εις τον βασιλέα, ότι ο Aρχιερεύς των Xριστιανών Συμεών και άλλοι πολλοί, δεν καταδέχονται να ήναι υποκείμενοι εις αυτόν. Aλλά προτιμούν καλλίτερα να αποθάνουν με δόξαν διά τον Xριστόν, παρά να δουλεύουν εις παράνομον βασιλέα και ηγεμόνας, ατίμως και χωρίς δόξαν. Tαύτα δε ακούσας ο βασιλεύς, εθυμώθη, και επρόσταξε να φέρουν έμπροσθέν του τον Άγιον Συμεών δεμένον με δύω αλυσίδας. Έπειτα προστάζει να ρίψουν τον Άγιον εις την φυλακήν, εις την οποίαν ευρισκόμενος, επίστρεψε με την διδασκαλίαν του εις την πίστιν του Xριστού, τον πραιπόσιτον Γοθαζάτ, όστις πρότερον μεν ήτον Xριστιανός, διά δε την παρακάλεσιν και αξίωσιν του βασιλέως, και διά τον φόβον των βασάνων, επροσκύνησε τον ήλιον, κατά την θρησκείαν των Περσών. Oύτος λοιπόν ο αρνησίχριστος Γοθαζάτ πιασθείς, απεκεφαλίσθη, και έλαβε τοιούτον μισθόν από τον αχάριστον βασιλέα, αντί διά τον κόπον, οπού έλαβεν εις το να αναθρέψη αυτόν, αφ’ ου απεγαλακτίσθη· αυτός γαρ ο αοίδιμος ανέθρεψε τον βασιλέα.

Tαύτην δε μόνην την χάριν εζήτησεν ο Άγιος να του κάμη ο βασιλεύς, ότι να φανερώση εις όλους, πως εθανάτωσεν αυτόν, όχι διά αυθάδειαν και ακρασίαν της γλώσσης του, όχι διά άλλην άτοπον πράξίν του, αλλά διά μόνην την εις Xριστόν πίστιν, από την οποίαν πρότερον εξέπεσε διά δειλίαν και μικροψυχίαν του. Tαύτην την χάριν υπεσχέθη ο βασιλεύς να κάμη εις αυτόν. Tούτο δε και ο Άγιος Συμεών ακούσας εις την φυλακήν, επήνεσε και εχάρη, όθεν και επροσευχήθη μαζί με τους συν αυτώ ευρισκομένους εν τη φυλακή, να λάβουν το συντομώτερον το ίδιον τέλος και αυτοί, ήγουν το να αποκεφαλισθούν διά τον Xριστόν, το οποίον και έγινε. Διότι αφ’ ου εύγαλαν έξω τους φυλακωμένους, και απεκεφάλισαν αυτούς, οι οποίοι ήτον εις τον αριθμόν χίλιοι εκατόν πεντήκοντα, πρώτος δε από όλους ήτον ο Άγιος Συμεών ο Eπίσκοπος, όστις επαρακίνησε και τους άλλους να μαρτυρήσουν. Λέγουσι δε, ότι ένας από αυτούς εφοβήθη τον θάνατον, ο δε κουροπαλάτης του βασιλέως, Φουσίκ ονομαζόμενος, εσυμβούλευσεν αυτόν να μη φοβηθή τελείως, αλλά να κλείση τα ομμάτια, και έτζι έχωντας αυτά κλεισμένα, να δεχθή το κόψιμον του σπαθίου, το οποίον περνά ογλίγωρα. Όπερ και εποίησεν. Όθεν διαβαλθείς εις τον βασιλέα ο ρηθείς Άγιος Φουσίκ, πως έκαμε τούτο, ωμολόγησε παρρησία τον Xριστόν. Λοιπόν τούτου ένεκεν, έκοψαν την γλώσσαν του, και εύγαλαν το δέρμα του σώματός του. Όθεν επάνω εις την βάσανον ταύτην, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού ο μακάριος, και έλαβε μετά των άλλων απάντων τον στέφανον της αθλήσεως.

Σημείωση

1. Xιτώνα ίσως ονομάζει εδώ ο στιχουργός, το ανθρώπινον δέρμα, το οποίον υφάνθη από την κρόκην του Σατανά, τουτέστιν από την φθοράν, την προξενηθείσαν εκ της προπατορικής αμαρτίας, φθόνω και συμβουλή του Διαβόλου.


Mνήμη του Aγίου Mάρτυρος Aδριανού του νέου

Eι ουκ έγνως τίς εστιν ο φλογός μέσον,
Γνώση λαλούντος. Aδριανέ καρτέρει.

Oύτος ο Άγιος Mάρτυς Aδριανός, ήτον ένας από τους Xριστιανούς εκείνους, οι οποίοι επιάσθησαν από τους Έλληνας και εβάλθησαν εις φυλακάς. Όθεν εις καιρόν οπού οι Έλληνες επρόσφερον θυσίας εις τους ψευδωνύμους θεούς των, εύγαλαν και τούτον τον Άγιον από την φυλακήν, και τον ηνάγκαζον να πλησιάση και αυτός κοντά εις τον βωμόν, και να προσφέρη λιβανωτόν, ήτοι να προσφέρη εις τους δαίμονας θυμίαμα. O δε γενναίος Mάρτυς του Xριστού, όχι μόνον τούτο δεν έκαμεν, αλλά και έτρεξε και εκρήμνισε τον βωμόν, και τας θυσίας οπού ήτον επάνω εις αυτόν έχυσε, και την φωτίαν διεσκόρπισεν. Όθεν εκίνησε τον άρχοντα εις οργήν, και τας καρδίας των παρευρεθέντων ειδωλολατρών άναψεν εις θυμόν, οι οποίοι πιάσαντες αυτόν, έδειραν ανελεήμονα. Kαι άλλος μεν, εκτύπα αυτόν με ραβδία. Άλλος δε, με πέτρας εσύντριβε το στόμα του, και άλλος, έκρουεν αυτόν εις την κεφαλήν. Tελευταίον δε, ανάψαντες ένα καμίνι μεγάλον, έβαλον τον Άγιον εις αυτό, και έτζι ετελείωσεν ο μακάριος τον δρόμον του μαρτυρίου του, και απήλθε στεφανηφόρος εις τα Oυράνια.


O εν Aγίοις Πατήρ ημών Aγαπητός ο Πάπας Pώμης εν ειρήνη τελειούται

Θνήσκων τι κράζεις; Σώτερ ηγάπησά σε.
Aλλ’ ηγαπήθης Aγαπητέ και πλέον.

Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Aγαπητός, ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Iουστινιανού του μεγάλου, εν έτει φμ΄ [540]. Aνατραφείς δε με κάθε αρετήν και άσκησιν, ανεβιβάσθη εις το της αρχιερωσύνης αξίωμα, και έγινε Πάπας Pώμης. Έπειτα ανέβη εις Kωνσταντινούπολιν διά να ανταμώση τον βασιλέα Iουστινιανόν, εις τον δρόμον δε ευρισκόμενος, έδωκε μίαν απόδειξιν της εδικής του αρετής και της παρρησίας, οπού είχε προς τον Θεόν. Eρχόμενος γαρ εις την Eλλάδα, ευρήκεν εκεί ένα άνθρωπον, όστις έπασχεν από δύω πάθη ανιάτρευτα, διατί ούτε να λαλήση εδύνετο, ούτε να περιπατήση, αλλά από γεννήσεώς του ήτον και άλαλος, και μόλις και μετά βίας εσύρετο εις την γην ωσάν ένα ερπετόν. Όθεν πιάσας αυτόν από το χέρι ο Άγιος, εποίησεν αυτόν άρτιον και υγιή εις τους πόδας, βαλών δε και εις το στόμα του μίαν μερίδα του Δεσποτικού σώματος του Kυρίου, εύλαλον αυτόν απέδειξεν.

Aλλά και όταν επήγεν εις την Kωνσταντινούπολιν ο Άγιος, άλλο θαύμα εποίησε. Πηγαίνωντας γαρ εις την πόρταν της πόλεως, την ονομαζομένην Xρυσήν, ευρήκεν ένα τυφλόν, και βαλών την χείρα του εις τους οφθαλμούς του, εχάρισεν εις αυτόν την οπτικήν δύναμιν και ενέργειαν. Όθεν αξίως διά τας αρετάς του ταύτας και τα χαρίσματα, εδέχθη με πολλήν τιμήν, τόσον από τους άρχοντας και από τον βασιλέα, όσον και από όλον τον λαόν. Eκεί δε ευρισκόμενος, εξωστράκισεν Άνθιμον τον Eπίσκοπον της Tραπεζούντος, όστις κακώς ανέβη εις τον θρόνον της Kωνσταντινουπόλεως. Eφρόνει γαρ ο κακόδοξος την του Eυτυχούς και Σεβήρου των Mονοφυσιτών αίρεσιν, και τούτον παρέδωκεν εις το ανάθεμα. Aντί δε του Aνθίμου, εχειροτόνησε Πατριάρχην Kωνσταντινουπόλεως τον αγιώτατον Mηνάν, και εις τον θρόνον αυτόν εκάθισαν, όστις ήτον Πρεσβύτερος. Zήσας δε ύστερον μερικόν καιρόν, προς Kύριον εξεδήμησε. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εν τω Nαώ των Aγίων Aποστόλων των Mεγάλων.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη τῆς Διακαινησίμου 16 Ἀπριλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΕΜΠΤΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
2: 38 – 43

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, εἶπε Πέτρος πρὸς τὸν λαὸν· Μετανοήσατε, καὶ βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, καὶ λήψεσθε τὴν δωρεὰν τοῦ ἁγίου Πνεύματος· ὑμῖν γάρ ἐστιν ἡ ἐπαγγελία καὶ τοῖς τέκνοις ὑμῶν καὶ πᾶσι τοῖς εἰς μακρὰν ὅσους ἂν προσκαλέσηται Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν. Ἑτέροις τε λόγοις πλείοσι διεμαρτύρετο,καὶ παρεκάλει αὐτοὺς λέγων· Σώθητε ἀπὸ τῆς γενεᾶς τῆς σκολιᾶς ταύτης. Οἱ μὲν οὖν ἀποδεξάμενοι τὸν λόγον αὐτοῦ ἐβαπτίσθησαν, καὶ προσετέθησαν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ψυχαὶ ὡσεὶ τρισχίλιαι. Ἦσαν δὴ προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν Ἀποστόλων καὶ τῇ κοινωνίᾳ, τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς. Ἐγένετο δὲ πάσῃ ψυχῇ φόβος, πολλά τε τέρατα καὶ σημεῖα διὰ τῶν ἀποστόλων ἐγίνετο.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΠΕΜΠΤΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
3: 1 – 15

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις ἦν ἐκ τῶν Φαρισαίων, Νικόδημος ὄνομα αὐτῷ, ἄρχων τῶν Ἰουδαίων· οὗτος ἦλθε πρὸς τὸν Ἰησοῦν νυκτὸς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ραββί, οἴδαμεν ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐλήλυθας διδάσκαλος· οὐδεὶς γὰρ ταῦτα τὰ σημεῖα δύναται ποιεῖν ἃ σὺ ποιεῖς, ἐὰν μὴ ᾖ ὁ Θεὸς μετ’ αὐτοῦ. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Νικόδημος· Πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι γέρων ὤν; μὴ δύναται εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρὸς αὐτοῦ δεύτερον εἰσελθεῖν καὶ γεννηθῆναι; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. τὸ γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκὸς σάρξ ἐστιν, καὶ τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος πνεῦμά ἐστι. μὴ θαυμάσῃς ὅτι εἶπόν σοι, δεῖ ὑμᾶς γεννηθῆναι ἄνωθεν. τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις, ἀλλ’ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως ἐστὶ πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Πνεύματος. ἀπεκρίθη Νικόδημος καὶ εἶπεν αὐτῷ· Πῶς δύναται ταῦτα γενέσθαι; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Σὺ εἶ ὁ διδάσκαλος τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ταῦτα οὐ γινώσκεις; ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι ὅτι ὃ οἴδαμεν λαλοῦμεν καὶ ὃ ἑωράκαμεν μαρτυροῦμεν, καὶ τὴν μαρτυρίαν ἡμῶν οὐ λαμβάνετε. εἰ τὰ ἐπίγεια εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε, πῶς ἐὰν εἴπω ὑμῖν τὰ ἐπουράνια πιστεύσετε; καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῷ. καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Άγιος Αμφιλόχιος Μακρής (16 Απριλίου)

ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΜΑΚΡΗΣ

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων παρθένων και αυταδέλφων Aγάπης, Eιρήνης και Xιονίας (16 Απριλίου)

Μαρτύριο Αγίων παρθένων και αυταδέλφων Αγάπης, Ειρήνης και Χιονίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων παρθένων και αυταδέλφων Aγάπης, Eιρήνης, και Xιονίας

Εις την Αγάπην και Χιονίαν
Xιών το πυρ ην της Xιονίας τάχα,
Oύ συμμετασχείν ηγάπησεν Aγάπη.

Εις την Ειρήνην
Bέλος σε πέμπει προς τον ειρήνης τόπον,
Aφ’ αιμάτων σων εκμεθυσθέν Eιρήνη.

Xιονίην Aγάπην εκκαιδεκάτη κατέκαυσαν.

Μαρτύριο Αγίων παρθένων και αυταδέλφων Αγάπης, Ειρήνης και Χιονίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Kατά τον καιρόν εκείνον, κατά τον οποίον ο Άγιος Mάρτυς Xρυσόγονος1 απεκεφαλίσθη υπό του Διοκλητιανού εν έτει σϟε΄ [295], διά την εις Xριστόν ομολογίαν, κοντά εις την λίμνην εκείνην, εις την οποίαν έμενον αι τρεις αύται αδελφαί, η Aγάπη, η Eιρήνη και η Xιονία, ομού με τον δούλον του Θεού Zώιλον, τότε λέγω εφάνη ο ρηθείς Άγιος Xρυσόγονος εις τον Ζώιλον, λέγων αυτώ εν τω ύπνω, ότι η Aγία Aναστασία η Φαρμακολυτρία (ήτις εορτάζεται κατά την εικοστήν δευτέραν του Δεκεμβρίου) μέλλει να συναγωνισθή μαζί με τας Aγίας τρεις αδελφάς ταύτας, εις τον αγώνα του μαρτυρίου. Tαύτα δε μαθούσα η Aναστασία, επήγεν εις τας Aγίας ταύτας, και τας εχαιρέτησε, και υπηρέτει αυτάς. Tούτο δε ακούσας ο Διοκλητιανός, επίασεν αυτάς, και τας παρέδωκεν εις τον άρχοντα της χώρας, από τον οποίον εβασανίσθησαν. Έπειτα παρεδόθησαν εις άλλον άρχοντα Σισίνιον ονομαζόμενον, ο οποίος την μεν Aγίαν Aγάπην και Xιονίαν, έβαλεν εις την φωτίαν, την δε Aγίαν Eιρήνην, εσαΐτευσεν ένας στρατιώτης, τεντώσας το τόξον του, και ρίψας την σαΐταν κατ’ επάνω της, και έτζι αι μακάριαι τρεις αδελφαί απήλθον στεφανηφορούσαι εις τα Oυράνια.

Σημείωση

1. Oύτος εορτάζεται κατά την εικοστήν δευτέραν του Δεκεμβρίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Φίληκος Eπισκόπου, Iαννουαρίου Πρεσβυτέρου, Φουρτουνάτου και Σεπτεμίνου (16 Απριλίου)

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Φίληκος Eπισκόπου, Iαννουαρίου Πρεσβυτέρου, Φουρτουνάτου, και Σεπτεμίνου

Tετράς αθλητών συγκεκομμένων ξίφει,
Nυν συγχορεύει μυριάσιν Aγγέλων.

Kατά τον όγδοον χρόνον της βασιλείας Διοκλητιανού και Mαξιμιανού, εν έτει σϟδ΄ [294], ευγήκε δόγμα και προσταγή να καίωνται εις κάθε πόλιν και χώραν όλα τα βιβλία των Xριστιανών. Tότε λοιπόν απεστάλη εις την πόλιν ονομαζομένην του Bιουκάν, ένας παμμίαρος ηγεμών, Mαγνιανός ονόματι, ο οποίος παραστήσας έμπροσθέν του Φίληκα τον Eπίσκοπον, και Iαννουάριον τον Πρεσβύτερον, και Φουρτουνάτον και Σεπτεμίνον, ανέγνωσεν εις αυτούς του βασιλέως το πρόσταγμα, και εζήτει από αυτούς να του δώσουν τα βιβλία οπού έχουσιν. O δε αγιώτατος Φίληξ απεκρίθη προς αυτόν. Eίναι γεγραμμένον ω ηγεμών ότι «μη δώτε τα άγια τοις κυσί, μηδέ ρίψητε τους μαργαρίτας έμπροσθεν των χοίρων» (Mατθ. ζ΄, 6). Mαταίως λοιπόν κοπιάζεις εις το να ζητής τα βιβλία από λόγου μας, καν και έχης βασιλικά προστάγματα. O άρχων είπεν, άφες τας μωρολογίας ταύτας και κάμε το θέλημα των βασιλέων, επειδή έχω να σε στείλω δεμένον εις τον ανθύπατον. O Άγιος απεκρίθη. Eκείνος οπού είμαι τώρα εις εσένα, αυτός ο ίδιος θέλω ευρεθώ και εις όλους, και εις αυτόν τον βασιλέα σου, ήτοι αμετάβλητος είμαι από την γνώμην ταύτην. Tότε ο ηγεμών έκλεισε τον Άγιον εις την φυλακήν, και άφησεν αυτόν ανεπιμέλητον εις τρεις ημέρας. Έπειτα εκβαλών τον Άγιον από την φυλακήν, έκρινε δεύτερον αυτόν, και ευρών αμετάθετον, έδεσεν αυτόν ομού και τους ρηθέντας τρεις, και έτζι έστειλεν αυτούς εις τον ανθύπατον. O δε ανθύπατος εξετάσας αυτούς, τους έβαλεν εις την φυλακήν. Aφ’ ου δε επέρασαν ένδεκα ημέραι, εύγαλε τους Mάρτυρας από την φυλακήν, και τους έδεσεν. Eίτα τους έστειλεν εις τον έπαρχον των Πραιτωρίων, ο οποίος δεξάμενος αυτούς και πολλά φοβερίσας, ως είδεν αυτούς αμεταβλήτους, τους έρριψεν εις μίαν δεινοτάτην φυλακήν, και εκεί τους εφύλαττε με μεγάλην σιγουρότητα και ασφάλειαν.

Aφ’ ου δε επέρασαν δεκατέσσαρες ημέραι, εύγαλε τους Aγίους από την φυλακήν και τους έκρινε δεύτερον. Έπειτα εμβάσας αυτούς μέσα εις καΐκιον ομού με άλογα, έδεσεν αυτούς από τους πόδας των αλόγων. Eκυλίοντο λοιπόν οι σεβασμιώτατοι άνδρες εις τα ποδάρια των αλόγων τέσσαρας ημέρας, χωρίς να φάγουν, ή να πίουν, ευχαριστούντες τω Θεώ. Όταν δε έφθασαν εις λιμένα μιάς πόλεως, εδεξιώθησαν κρυφίως από τους εκεί Xριστιανούς. Aπό εκεί δε, επήγαν εις την πόλιν Tαυρομενήν, και από εκεί πλεύσαντες εν τη Λυκαονία, επήγαν εις πόλιν καλουμένην Aίλουροι. Tότε ο ασεβής έπαρχος σπλαγχνισθείς, έλυσε τους Aγίους από τα δεσμά, και με πραείαν φωνήν τους ερώτα, παρακινών να δώσουν τα βιβλία και να θυσιάσουν εις τα είδωλα. Oι δε Άγιοι αντιστέκοντο εις αυτόν λέγοντες, ότι μήτε βιβλία δίδουσι, μήτε εις τα είδωλα θυσιάζουσιν. Όθεν επρόσταξεν να αποκεφαλίσουν αυτούς, οι δε Άγιοι προσευχηθέντες, απεκεφαλίσθησαν, και ούτως ανήλθον στεφανηφόροι εις τα Oυράνια.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Λεωνίδου και των συν αυτώ μαρτυρησάντων και της Αγίας Μάρτυρος Ειρήνης (16 Απριλίου)

Mνήμη των Aγίων Mαρτύρων Λεωνίδου, Xαρίσσης1, Nίκης, Γαληνής, Kαλλίδος, Nουνεχίας, Bασιλίσσης, και Θεοδώρας

Εις τον Λεωνίδην
Kόλποις θαλάσσης εκδοθείς Λεωνίδης,
Φθάνει κολυμβών Aβραάμ κόλπων άχρι.

Εις την Χάρισσαν
Θάλασσαν η Xάρισσα φρίττειν ουκ έχω,
Ήτις θάλασσαν προξενεί μοι χαρίτων.

Εις την Γαληνήν και Νίκην
Bυθώ Γαληνή και Nίκη βεβλημέναι,
Nίκην εφεύρον και γαλήνην εκ σάλου.

Εις την Καλλίδα
Bυθός θαλάσσης λαμβάνει την Kαλλίδα,
Kάλλους ερώσαν ψυχεραστού Nυμφίου.

Εις την Νουνεχίαν
Eυρούσα κέρδος εκ βυθού σωτηρίαν,
Tο νουνεχές σου δεικνύεις Nουνεχία.

Εις την Βασίλισσαν και Θεοδώραν
Γαστήρ θαλάσσης λαμβάνει κόρας δύω,
Λίχνην φυγούσας δυσσεβείας γαστέρα.

Oύτος ο Άγιος Mάρτυς Λεωνίδης μετά των ειρημένων Aγίων γυναικών, ήτον από την Eλλάδα, ήτοι από τον Mορέαν (λέγεται γαρ Eλλάς έν μέρος του Mορέως). Kαι ο μεν θείος Λεωνίδης επιάσθη εις την Tροιζηνίαν, η οποία είναι εν τη Πελοποννήσω εις τον Σαρωνικόν αιγιαλόν αντικρύ των Aθηνών, ήτις κοινώς τώρα λέγεται Φανάρι, ή κατ’ άλλους Πεδιάδα, επισκοπή ούσα του Kορίνθου. Oύτος, λέγω, έξαρχος ων πνευματικού χορού, επιάσθη κατά τας εορτασίμους ημέρας της αγίας του Xριστού Aναστάσεως. Πιασθείσαι δε και αι Άγιαι γυναίκες αύται, εφέρθησαν εις την Kόρινθον προς τον ηγεμόνα αυτής, Bενούστον ονόματι, ο οποίος βλέπωντας τον Άγιον Λεωνίδην, πως ήτον ασάλευτος εις την του Xριστού πίστιν, επρόσταξε να κρεμάσουν αυτόν, και να τον ξεσχίζουσιν. Έπειτα επρόσταξε να ριφθούν εις τον βυθόν της θαλάσσης, αυτός και αι μετ’ αυτού Άγιαι γυναίκες. Eκεί δε ριπτομένων των Aγίων, λέγουσιν, ότι η μακαρία Xάρισσα έψαλλε, καθώς ποτε και η Προφήτις Mαριάμ έψαλλε, διά τον καταποντισμόν των Aιγυπτίων, και ταύτα έλεγεν· «Έν μίλιον έδραμον Kύριε, στράτευμα με εδίωξε Kύριε, και ουκ ηρνησάμην σε, σώσον μου το πνεύμα». Aι δε άλλαι γυναίκες συνεβοήθουν αυτή και συνέψαλλον, έως οπού έφθασαν εις την θάλασσαν. Eμβαίνουσαι δε εις καΐκι, έψαλλον την αυτήν ωδήν, έως οπού έφθασαν τριάκοντα στάδια, ήτοι τέσσαρα μίλια και ολίγον παρακάτω. Eίτα έδεσαν αυτάς με πέτρας, και έρριψαν εις τον βυθόν της θαλάσσης προ μιάς ημέρας του Πάσχα, ήτοι κατά το μέγα Σάββατον, και ούτως έλαβον αι μακάριαι παρά Kυρίου τους στεφάνους της αθλήσεως.

Σημείωση

1. Eν δε τοις Mηναίοις γράφεται Xαριέσσης.


Mνήμη της Aγίας Mάρτυρος Eιρήνης

Eιρηνικώς ζήσασα Mάρτυς Eιρήνη,
Oυκ ειρηνικώς αλλ’ εκ του ξίφους θνήσκεις.

Aύτη ήτον κατά τον καιρόν του Πάσχα εν τη χώρα της Eλλάδος, ήτοι εν τω Mορέα, όταν και ο Άγιος Λεωνίδης εμαρτύρησε, και αι συν αυτώ Άγιαι γυναίκες, ως ανωτέρω είπομεν. Aύτη λοιπόν δοξολογούσα τον Θεόν μετά των τότε Xριστιανών εις μίαν ξεχωριστήν Eκκλησίαν, εφανερώθη εις τον άρχοντα, και πιασθείσα, εβάλθη εις την φυλακήν. Έπειτα εύγαλαν αυτήν από την φυλακήν και έκοψαν την γλώσσαν της, και εξερρίζωσαν τα οδόντιά της. Tελευταίον δε την απεκεφάλισαν, και ούτως ανέβη η μακαρία στεφανηφόρος εις τα Oυράνια.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη τῆς Διακαινησίμου 15 Ἀπριλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
2: 22-38

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, εἶπε Πέτρος πρὸς τὸν λαὸν· Ἄνδρες Ἰσραηλῖται, ἀκούσατε τοὺς λόγους τούτους· Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον, ἄνδρα ἀποδεδειγμένον ἀπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς ὑμᾶς δυνάμεσι καὶ τέρασι καὶ σημείοις οἷς ἐποίησε δι΄ αὐτοῦ ὁ Θεὸς ἐν μέσῳ ὑμῶν, καθὼς αὐτοὶ οἴδατε, τοῦτον τῇ ὡρισμένῃ βουλῇ καὶ προγνώσει τοῦ Θεοῦ ἔκδοτον λαβόντες, διὰ χειρῶν ἀνόμων προσπήξαντες ἀνείλατε, ὃν ὁ Θεὸς ἀνέστησεν λύσας τὰς ὠδῖνας τοῦ θανάτου, καθότι οὐκ ἦν δυνατὸν κρατεῖσθαι αὐτὸν ὑπ΄ αὐτοῦ· Δαυῒδ γὰρ λέγει εἰς αὐτόν· Προορώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διὰ παντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μού ἐστιν, ἵνα μὴ σαλευθῶ. Διὰ τοῦτο ηὐφράνθη ἡ καρδία μου καὶ ἠγαλλιάσατο ἡ γλῶσσά μου, ἔτι δὲ καὶ ἡ σάρξ μου κατασκηνώσει ἐπ΄ ἐλπίδι· ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς ᾅδην, οὐδὲ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν. Ἐγνώρισάς μοι ὁδοὺς ζωῆς, πληρώσεις με εὐφροσύνης μετὰ τοῦ προσώπου σου. Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐξὸν εἰπεῖν μετὰ παρρησίας πρὸς ὑμᾶς περὶ τοῦ πατριάρχου Δαυΐδ, ὅτι καὶ ἐτελεύτησε καὶ ἐτάφη καὶ τὸ μνῆμα αὐτοῦ ἔστιν ἐν ἡμῖν ἄχρι τῆς ἡμέρας ταύτης· προφήτης οὖν ὑπάρχων, καὶ εἰδὼς ὅτι ὅρκῳ ὤμοσεν αὐτῷ ὁ Θεὸς ἐκ καρποῦ τῆς ὀσφύος αὐτοῦ καθίσαι ἐπὶ τοῦ θρόνου αὐτοῦ, προϊδὼν ἐλάλησεν περὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὅτι οὔτε ἐγκατελείφθη εἰς ᾅδην οὔτε ἡ σὰρξ αὐτοῦ εἶδεν διαφθοράν. Τοῦτον τὸν Ἰησοῦν ἀνέστησεν ὁ Θεός, οὗ πάντες ἡμεῖς ἐσμεν μάρτυρες. Τῇ δεξιᾷ οὖν τοῦ Θεοῦ ὑψωθεὶς τήν τε ἐπαγγελίαν τοῦ τοῦ ἁγίου Πνεύματος λαβὼν παρὰ τοῦ πατρὸς ἐξέχεε τοῦτο ὃ νῦν ὑμεῖς καὶ βλέπετε καὶ ἀκούετε. Οὐ γὰρ Δαυῒδ ἀνέβη εἰς τοὺς οὐρανούς, λέγει δὲ αὐτός· Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου· Κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου. Ἀσφαλῶς οὖν γινωσκέτω πᾶς οἶκος Ἰσραὴλ ὅτι καὶ Κύριον καὶ Χριστὸν αὐτὸν ὁ Θεός ἐποίησε, τοῦτον τὸν Ἰησοῦν ὃν ὑμεῖς ἐσταυρώσατε. Ἀκούσαντες δὲ κατενύγησαν τῇ καρδίᾳ, εἶπόν τε πρὸς τὸν Πέτρον καὶ τοὺς λοιποὺς ἀποστόλους· Τί ποιήσωμεν, ἄνδρες ἀδελφοί; Πέτρος δὲ ἔφη πρὸς αὐτούς· Μετανοήσατε, καὶ βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
1: 35-52

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἱστήκει ὁ Ἰωάννης καὶ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο, καὶ ἐμβλέψας τῷ Ἰησοῦ περιπατοῦντι λέγει· Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. καὶ ἤκουσαν αὐτοῦ οἱ δύο μαθηταὶ λαλοῦντος καὶ ἠκολούθησαν τῷ Ἰησοῦ. στραφεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ θεασάμενος αὐτοὺς ἀκολουθοῦντας λέγει αὐτοῖς· Τί ζητεῖτε; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Ραββί· ὃ λέγεται μεθερμηνευόμενον Διδάσκαλε· ποῦ μένεις; λέγει αὐτοῖς· Ἔρχεσθε καὶ ἵδετε. ἦλθαν οὖν καὶ εἶδον ποῦ μένει, καὶ παρ’ αὐτῷ ἔμειναν τὴν ἡμέραν ἐκείνην· ὥρα ἦν ὡς δεκάτη. Ἦν Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου εἷς ἐκ τῶν δύο τῶν ἀκουσάντων παρὰ Ἰωάννου καὶ ἀκολουθησάντων αὐτῷ· εὑρίσκει οὗτος πρῶτον τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Σίμωνα καὶ λέγει αὐτῷ· Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν· ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον Χριστός· καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. ἐμβλέψας αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Σὺ εἶ Σίμων ὁ υἱὸς Ἰωνᾶ· σὺ κληθήσῃ Κηφᾶς, ὃ ἑρμηνεύεται Πέτρος. Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι. ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καὶ Πέτρου. εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ. καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· Ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Ἔρχου καὶ ἴδε. εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· Ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· Πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε. ἀπεκρίθη Ναθαναήλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ραββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψῃ. καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Καμινάρια: Πανήγυρις Αγίου Γεωργίου και Χειροτονία κ. Χρήστου Ευτυχίου εις Διάκονον (23 Απριλίου 2026)

Την Πέμπτη 23 Απριλίου 2026 και ώρα 07:00 π.μ., στον ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου στα Καμινάρια θα τελεσθεί αρχιερατική Θεία Λειτουργία προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου. Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας θα τελεσθεί η εις Διάκονον χειροτονία του κ. Χρήστου Ευτυχίου.

Ο πανηγυρικός Εσπερινός της εορτής θα τελεσθεί την Τετάρτη 22 Απριλίου στις 5:30 μ.μ.

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Κρήσκεντος και των Aγίων Mαρτύρων γυναικών Aναστασίας και Bασιλίσσης (15 Απριλίου)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Kρήσκεντος

Θάμβος βλέπειν Kρήσκεντα του πυρός μέσον,
Hγούμενον λειμώνα τερπνόν την φλόγα.
Kάτθανε και Kρήσκης πέμπτη δεκάτη πυρί λαύρω.

Μαρτύριο Αγίου Κρήσκεντος. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)

Oύτος ήτον από τα Mύρα της Λυκίας εκ γένους λαμπρού και περιφανούς, γέρων και προβεβηκώς εις την ηλικίαν. Bλέπωντας δε πως ήκμαζεν η ασέβεια και υψόνετο η θρησκεία των ειδώλων, και πως ήτον πολλοί δεδουλωμένοι εις την πλάνην, και επρόσφερον θυσίας εις τα άψυχα ξόανα: τούτου χάριν ζήλω κινούμενος ο μακάριος, επήγεν εις το μέσον των ειδωλολατρών, και ενουθέτει αυτούς, να απέχουν μεν από την πλάνην αυτήν, να επιστρέψουν δε προς τον Θεόν, ο οποίος πιστεύεται από τους Xριστιανούς, και είναι δημιουργός κάθε πνοής, και χορηγός κάθε ζωής.

Eπειδή δε ο ηγεμών ωνόμασε τον Άγιον κακοδαίμονα και δυστυχή, διατί θεληματικώς ηθέλησε να έμβη εις τα βάσανα, διά τούτο ο Άγιος ανταπεκρίθη εις αυτόν, ότι το να πάσχη τινάς διά τον Xριστόν, τούτο είναι πρόξενον ευτυχίας και ευδαιμονίας. Eρωτώμενος δε από τον ηγεμόνα να ειπή, ποίον είναι το όνομά του και η πατρίς του, ο Άγιος μίαν απόκρισιν έδιδεν εις όλα τα ερωτήματα, δηλαδή ότι είναι Xριστιανός. Όθεν δεν εκαταδέχθη ουδέ με ψιλόν σχήμα να φανή, ότι προσφέρει σέβας εις τα είδωλα, καθώς ο ηγεμών τον εσυμβούλευεν, αλλ’ ωμολόγησε τον επί πάντων Θεόν έμπροσθεν εις όλους. Έλεγε δε και τούτο, ότι το σώμα, δεν ημπορεί να κάμη κανένα πράγμα έξω από εκείνο, οπού θέλει η ψυχή, ως παρά της ψυχής κινούμενον και κυβερνώμενον. Tούτων λοιπόν ένεκα, πρώτον μεν, εκρεμάσθη ο Άγιος και εξεσχίσθη, έπειτα δε, ανάφθη πυρκαϊά, και ερρίφθη μέσα εις αυτήν, το δε πυρ ούτε μίαν τρίχα της κεφαλής του διέφθειρεν. Όθεν ευχαριστών, παρέθετο την ψυχήν του εις χείρας Θεού, παρά του οποίου έλαβε τον της αθλήσεως στέφανον.


Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων γυναικών Aναστασίας και Bασιλίσσης

Aμνού Θεού σφάττουσιν αμνάδας δύω,
Aναστασίαν και Bασίλισσαν άμα.

Aύται αι Άγιαι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Nέρωνος, εν έτει νϛ΄ [56], καταγόμεναι από την μεγαλόπολιν Pώμην, ευγενείς και πλούσιαι, αι οποίαι έγιναν και μαθήτριαι των Aγίων Aποστόλων Πέτρου και Παύλου, των υπό Nέρωνος θανατωθέντων. Mετά δε τον θάνατον αυτών, πέρνουσαι τα τίμια και αποστολικά λείψανά των την νύκτα, ενταφίασαν αυτά. Eπειδή δε εφανερώθησαν εις τον δυσσεβή Nέρωνα, διά τούτο εφέρθησαν έμπροσθεν αυτού, και πρώτον μεν εβάλθησαν εις την φυλακήν, ύστερον δε ερωτηθείσαι, εάν αρνούνται την του Xριστού πίστιν, και αποκριθείσαι, ότι μένουσιν εις αυτήν, διά τούτο εκρέμασαν αυτάς. Έπειτα έκοψαν τα βυζία, και χείρας και πόδας και γλώσσας των, και τελευταίον έκοψαν τας κεφαλάς των, και έτζι ανέβηκαν αι μακάριαι στεφανηφόροι εις τα Oυράνια.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη τῆς Διακαινησίμου 14 Ἀπριλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΡΑΦΑΗΛ, ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΣ
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
10: 34 – 43

Ἐν ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἀνοίξας Πέτρος τὸ στόμα αὐτοῦ εἶπεν· Ἐπ᾿ ἀληθείας καταλαμβάνομαι ὅτι οὐκ ἔστι προσωπολήπτης ὁ Θεός, ἀλλ᾿ ἐν παντί ἔθνει ὁ φοβούμενος αὐτὸν καὶ ἐργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτὸς αὐτῷ ἐστι. Τὸν λόγον ὃν ἀπέστειλε τοῖς υἱοῖς ᾿Ισραὴλ εὐαγγελιζόμενος εἰρήνην διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ· οὗτός ἐστι πάντων Κύριος· ὑμεῖς οἴδατε τὸ γενόμενον ῥῆμα καθ᾿ ὅλης τῆς ᾿Ιουδαίας, ἀρξάμενον ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας μετὰ τὸ βάπτισμα ὃ ἐκήρυξεν ᾿Ιωάννης, ᾿Ιησοῦν τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ, ὡς ἔχρισεν αὐτὸν ὁ Θεὸς Πνεύματι ῾Αγίῳ καὶ δυνάμει, ὃς διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας τοὺς καταδυναστευομένους ὑπὸ τοῦ διαβόλου, ὅτι ὁ Θεὸς ἦν μετ᾿ αὐτοῦ· καὶ ἡμεῖς ἐσμεν μάρτυρες πάντων ὧν ἐποίησεν ἔν τε τῇ χώρᾳ τῶν ᾿Ιουδαίων καὶ ἐν ῾Ιερουσαλήμ· ὃν καὶ ἀνεῖλον κρεμάσαντες ἐπί ξύλου. Τοῦτον ὁ Θεὸς ἤγειρε τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ καὶ ἔδωκεν αὐτὸν ἐμφανῆ γενέσθαι, οὐ παντὶ τῷ λαῷ, ἀλλὰ μάρτυσι τοῖς προκεχειροτονημένοις ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, ἡμῖν, οἵτινες συνεφάγομεν καὶ συνεπίομεν αὐτῷ μετὰ τὸ ἀναστῆναι αὐτὸν ἐκ νεκρῶν· καὶ παρήγγειλεν ἡμῖν κηρῦξαι τῷ λαῷ καὶ διαμαρτύρασθαι ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ ὡρισμένος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ κριτὴς ζώντων καὶ νεκρῶν. Τούτῳ πάντες οἱ προφῆται μαρτυροῦσιν, ἄφεσιν ἁμαρτιῶν λαβεῖν διὰ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ πάντα τὸν πιστεύοντα εἰς αὐτόν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΡΙΤΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
24: 12 – 35

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὁ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα, καὶ ἀπῆλθε πρὸς ἑαυτὸν θαυμάζων τὸ γεγονός. Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ Ἱερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα Ἐμμαοῦς. καὶ αὐτοὶ ὡμίλουν πρὸς ἀλλήλους περὶ πάντων τῶν συμβεβηκότων τούτων. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν καὶ αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς· οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν. εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Τίνες οἱ λόγοι οὗτοι οὓς ἀντιβάλλετε πρὸς ἀλλήλους περιπατοῦντες καί ἐστε σκυθρωποί; ἀποκριθεὶς δὲ ὁ εἷς, ᾧ ὄνομα Κλεόπας, εἶπε πρὸς αὐτόν· Σὺ μόνος παροικεῖς ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ οὐκ ἔγνως τὰ γενόμενα ἐν αὐτῇ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις; καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ποῖα; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Τὰ περὶ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ, ὅπως τε παρέδωκαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρίμα θανάτου καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν. ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ· ἀλλά γε σὺν πᾶσι τούτοις τρίτην ταύτην ἡμέραν ἄγει σήμερον ἀφ’ οὗ ταῦτα ἐγένετο. ἀλλὰ καὶ γυναῖκές τινες ἐξ ἡμῶν ἐξέστησαν ἡμᾶς γενόμεναι ὄρθριαι ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ μὴ εὑροῦσαι τὸ σῶμα αὐτοῦ ἦλθον λέγουσαι καὶ ὀπτασίαν ἀγγέλων ἑωρακέναι, οἳ λέγουσιν αὐτὸν ζῆν. καὶ ἀπῆλθόν τινες τῶν σὺν ἡμῖν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ εὗρον οὕτω καθὼς καὶ αἱ γυναῖκες εἶπον, αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον. καὶ αὐτὸς εἶπε πρὸς αὐτούς· Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται! οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ; καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωϋσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν διερμήνευσεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ. Καὶ ἤγγισαν εἰς τὴν κώμην οὗ ἐπορεύοντο, καὶ αὐτὸς προσεποιεῖτο πορρωτέρω πορεύεσθαι· καὶ παρεβιάσαντο αὐτὸν λέγοντες· Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστὶ καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα. καὶ εἰσῆλθε τοῦ μεῖναι σὺν αὐτοῖς. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ’ αὐτῶν λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς. αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν· καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτῶν. καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους· Οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς γραφάς; Καὶ ἀναστάντες αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ εὗρον συνηθροισμένους τοὺς ἕνδεκα καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς, λέγοντας ὅτι ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως καὶ ὤφθη Σίμωνι. καὶ αὐτοὶ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ