Αρχική Blog Σελίδα 2

Μόρφου Νεόφυτος: Ἡ πίστη τῶν ἁγίων Ἀποστόλων σώζει τὴν πατρίδα (30.6.2019)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὴν ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ τῆς Σύναξης τῶν Ἁγίων Δώδεκα Ἀποστόλων, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ  Ἁγίου Νικολάου τῆς κοινότητος Πολυστύπου, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (30.6.2019).

Ψάλλει ὁ πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου.

Αγία Μαρία, η μητέρα (Ιωάννου) Μάρκου του Ευαγγελιστή (30 Ιουνίου)

Η Αγία Μαρία με τον Ευαγγελιστή Μάρκο και τον Απόστολο Βαρνάβα

Του Αρχιμανδρίτου Φωτίου Ιωακείμ

Η Αγία Μαρία με τον Ευαγγελιστή Μάρκο και τον Απόστολο Βαρνάβα

Ἡ ἁγία Μαρία ἦταν Κυπρία στὴν καταγωγή, ὑπῆρξε σύγχρονη τῆς ἐπὶ γῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου καὶ διέμενε τότε στὰ Ἱεροσόλυμα μὲ τὴν οἰκογένειά της.

Ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἡ Μαρία θεωρεῖται, ἄλλοτε μὲν ὡς θεία τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα, ἄλλοτε δὲ ὡς νύμφη του, ὡς σύζυγος δηλαδὴ τοῦ ἀδελφοῦ του ἀποστόλου Ἀριστοβούλου, μὲ τὸν ὁποῖο καὶ γέννησε τὸν Ἰωάννη Μᾶρκο. Περαιτέρω, σύμφωνα μὲ ἐπίσης βυζαντινὴ παράδοση, ποὺ ἀποθησαυρίζεται στὸ περίφημο Συναξάριον Κωνσταντινουπόλεως (10ος αἰ.) καὶ τὸ Μηνολόγιον τοῦ Αὐτοκράτορος Βασιλείου Β´ (πρῶτο τέταρτο 11ου αἰ.), ὁ ἀπόστολος Πέτρος νυμφεύθηκε τὴ θυγατέρα τοῦ ὡς ἄνω Ἀριστοβούλου (καὶ ἄρα πιθανώτατα καὶ τῆς Μαρίας αὐτῆς). Ἂν ἔτσι ἔχει ἡ ἀλήθεια, τότε ἡ Μαρία ἦταν ἡ πενθερὰ τοῦ Πέτρου, τὴν ὁποία θεράπευσε ἀπὸ τὸν πυρετὸ ὁ Χριστός. Ἑπομένως, σύμφωνα μὲ τὶς παραδόσεις αὐτές, ἡ ἑρμηνεία τῆς συγγένειας τοῦ Μάρκου μὲ τὸν  Βαρνάβα, τοῦ ὁποίου χαρακτηρίζεται ὡς ἀνεψιὸς (Κολ. 4, 10), εἶναι διπλή: Εἴτε ἦταν ἐξάδελφός του, εἴτε ἀδελφότεκνός του.

Ἀπὸ τὴ σχετικὴ διήγηση τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων (κεφ. 12), ὅπου καὶ ἡ μόνη σαφὴς ἀναφορὰ τῆς Καινῆς Διαθήκης στὸ πρόσωπο τῆς ἐν λόγῳ Μαρίας, καθὼς καὶ ἀπὸ ἄλλες ἀναφορές, σχετικὲς πρὸς τὸν υἱό της Μᾶρκο, καθίσταται ἐμφανὲς ὅτι ὁ ἀπόστολος Πέτρος εἶχε πράγματι οἰκογενειακὲς σχέσεις πρὸς τὸ περιβάλλον τοῦ Μάρκου, ἡ δὲ οἰκία τῆς μητέρας του Μαρίας ἦταν πολὺ γνώριμη καὶ προσφιλὴς σ᾽ αὐτόν. Στὴν οἰκία αὐτή, ποὺ βρίσκεται στὴν περιοχὴ Σιών, κατὰ τὴν ἀρχαία ἐπίσης παράδοση ἀλλὰ καὶ τὴ σύγχρονη ἔρευνα, σύχναζε καὶ ὁ Χριστός. Ἐκεῖ μάλιστα τέλεσε ὁ Κύριος τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο μὲ τοὺς μαθητές Του, ἐκεῖ ἀκόμη ἔγινε καὶ ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς ἀποστόλους καὶ μαθητές του κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ἡ εὐλογημένη ποικιλότροπα αὐτὴ οἰκία κατέστη ἡ πρώτη «κατ᾽ οἶκον ἐκκλησία» στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου συγκεντρωνόταν ἡ πολυπληθὴς πρωτοχριστιανικὴ κοινότητα γιὰ προσευχὴ καὶ λατρεία τοῦ Θεοῦ.

Ἀρχαιότατη, βαρυσήμαντη καὶ τεκμηριωμένη μαρτυρία γιὰ τὸ πρόσωπο τῆς ἁγίας αὐτῆς Μαρίας, ποὺ ἀποτυπώνει τὰ πιὸ πάνω, περιλαμβάνεται στὸ ἰδιαίτερης ἱστορικῆς καὶ ἁγιολογικῆς σπουδαιότητας ἔργο τοῦ Κυπρίου «Ἀλεξάνδρου μοναχοῦ ἐγκώμιον εἰς τὸν ἅγιον Βαρνάβαν τὸν ἀπόστολον, προτραπέντος ὑπὸ τοῦ πρεσβυτέρου καὶ κλειδούχου τοῦ σεβασμίου αὐτοῦ ναοῦ, ἐν ᾧ ἱστορεῖται καὶ ὁ τρόπος τῆς ἀποκαλύψεως τῶν ἁγίων αὐτοῦ λειψάνων», ποὺ χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν πρόσφατο ἐκδότη του, Peter van Deun, στὰ μέσα τοῦ ἕκτου αἰώνα . Στὸ ἔργο του τοῦτο ὁ λογιώτατος Ἀλέξανδρος ἀρύεται μὲ δαψίλεια, τόσο ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, ὅσο καὶ ἀπὸ προγενέστερους Βίους ἁγίων, ἐκκλησιαστικοὺς ἱστορικοὺς καὶ συγγραφεῖς, καθὼς καὶ ἀπὸ τὴ ζῶσα προφορικὴ τοπικὴ παράδοση τῆς ἐποχῆς του.

Ἡ ἀναφορὰ τοῦ μοναχοῦ Ἀλεξάνδρου στὸ πρόσωπο τῆς Μαρίας εἶναι στὴ συνάφεια τῆς προσέλευσης τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, μετὰ ποὺ εἶδε πολλὰ ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου. Ὁ Βαρνάβας ὅμως δὲν κράτησε τὸν πολύτιμο μαργαρίτη ποὺ βρῆκε μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλ᾽ ἀμέσως ἔσπευσε νὰ τὸν μοιραστεῖ ἀρχικὰ μὲ τοὺς συγγενεῖς του. Ὁ Ἀλέξανδρος μᾶς περιγράφει τὸ γεγονὸς τῆς συνάντησης τῆς Μαρίας μὲ τὸν Κύριο καὶ τῆς ἔνταξής της στὸν κύκλο τῶν πρώτων μαθητῶν Του στὰ Ἱεροσόλυμα ὡς ἑξῆς (παραθέτουμε αὐτούσιο τὸ κείμενο γιὰ τὴν ἐνάργεια τῆς περιγραφῆς, τὴ σπουδαιότητα καὶ πρωιμότητα τῆς μαρτυρίας):

«Ταῦτα (τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ) θεασάμενος ὁ μακάριος (Βαρνάβας) ἐξεπλήσσετο, καὶ εὐθέως προσελθών, ἔπεσε παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ (τοῦ Κυρίου) καὶ ἐδέετο εὐλογηθῆναι παρ᾽ αὐτοῦ. Ὁ δὲ τὰς καρδίας ἐμβατεύων Χριστός, ἀποδεξάμενος αὐτοῦ τὴν πίστιν, εὐμενῶς αὐτὸν ὑπεδέξατο καὶ τῆς θείας αὐτοῦ συντυχίας μετέδωκεν· ὁ δὲ πλέον ἐξεκαίετο εἰς τὴν τοῦ Κυρίου ἀγάπην. Καταλαβὼν δὲ τὸ τάχος τὴν οἰκίαν Μαρίας, τῆς μητρὸς Ἰωάννου τοῦ ἐπικαλουμένου Μάρκου, ἥτις ἐλέγετο εἶναι αὐτοῦ θεία – διὸ καὶ Μᾶρκον τὸν ἀνεψιὸν Βαρνάβα ἐκάλουν αὐτόν – εἶπε πρὸς αὐτήν· “Δεῦρο, λέγων, ὦ γύναι, ἴδε ἅπερ ἐπεθύμουν ἰδεῖν οἱ πατέρες ἡμῶν· ἰδοὺ γὰρ Ἰησοῦς τις προφήτης ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας ἐστὶν ἐν τῷ ἱερῷ, μεγαλοπρεπῶς θαυματουργῶν, καὶ ὡς τοῖς πολλοῖς δοκεῖ, αὐτὸς ἐστὶ Μεσσίας ὁ μέλλων ἔρχεσθαι”. Ἀκούσασα δὲ ταῦτα ἡ θαυμασία γυνὴ καὶ καταλιποῦσα τὰ ἐν χερσί, κατέλαβε τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἰδοῦσα τὸν Κύριον καὶ Δεσπότην τοῦ ναοῦ, ἔπεσεν εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ, δεομένη καὶ λέγουσα· ‘‘Κύριε, εἰ εὗρον χάριν ἐναντίον σου, δεῦρο εἰς τὸν οἶκον τῆς δούλης σου καὶ εὐλόγησον τῇ εἰσόδῳ σου τὰ οἰκετικά σου.” Ὁ δὲ Κύριος ἐπένευσε τῇ παρακλήσει· ὃν παραγενόμενον ὑπεδέξατο χαίρουσα εἰς τὸ ὑπερῶον αὐτῆς. Ἀπ᾽ ἐκείνης οὖν τῆς ἡμέρας, ἡνίκα ἤρχετο ὁ Κύριος εἰς Ἱεροσόλυμα, ἐκεῖ ἀνεπαύετο μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἐκεῖ ἐποίησε τὸ Πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἐκεῖ ἐμυσταγώγησε τοὺς μαθητὰς διὰ τῆς μεταλήψεως τῶν ἀπορρήτων μυστηρίων. Λόγος γὰρ ἦλθεν εἰς ἡμᾶς ἀπὸ γερόντων ὅτι ὁ τὸ κεράμιον βαστάζων τοῦ ὕδατος, ᾧ κατακολουθῆσαι προσέταξεν ὁ Κύριος τοῖς μαθηταῖς, Μᾶρκος ἦν, ὁ υἱὸς ταύτης τῆς μακαρίας Μαρίας· ὁ δὲ Κύριος “πρὸς τὸν δεῖνα” εἶπεν οἰκονομικῶς, ὡς φασὶν οἱ πατέρες, ἑρμηνεύοντες τοῦτο τὸ χωρίον, διδάσκων ἡμᾶς διὰ τοῦ αἰνίγματος ὅτι παντὶ τῷ εὐτρεπίζοντι ἑαυτόν, παρ᾽ αὐτῷ ὁ Κύριος αὐλίζεται. Ἐν αὐτῷ τοίνυν τῷ ὑπερώῳ ἐποίησεν ὁ Κύριος τὸ Πάσχα· ἐν αὐτῷ ἐφάνη τοῖς περὶ τὸν Θωμᾶν, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν· ἐκεῖ μετὰ τὴν ἀνάληψιν ἀνῆλθον οἱ μαθηταί, ἐλθόντες ἀπὸ τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν μετὰ τῶν λοιπῶν ἀδελφῶν, ὄντως τὸν ἀριθμὸν ὡς ἑκατὸν εἴκοσι, ἐν οἷς ἦν Βαρνάβας καὶ Μᾶρκος· ἐκεῖ κατέβη τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐν πυρίναις γλώσσαις ἐπὶ τοὺς μαθητὰς ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς Πεντηκοστῆς· ἐκεῖ ἵδρυται νῦν ἡ μεγάλη καὶ ἁγιωτάτη Σιών, ἡ μήτηρ πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν.»

Ἔτσι ἡ μητέρα τοῦ Μάρκου Μαρία ἀναδείχθηκε μία ἀπὸ τὶς λίγες ἐκεῖνες γυναῖκες τῆς ἀρχέγονης Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία διακρίθηκε γιὰ τὴν ἁγιότητά της στὴ διακονία τοῦ Κυρίου καὶ τῶν πρώτων μαθητῶν Του, τῆς ὁποίας, ὡς παράδειγμα ἀρετῆς, μᾶς διέσωσε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ τὸ ὄνομα καὶ κάποια ἀπὸ τὰ ἐνάρετα ἔργα της.

Κατὰ μία μαρτυρία, σωζόμενη σὲ Δυτικὰ Μαρτυρολόγια, ἡ Μαρία ἦλθε καὶ ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ στὴν Κύπρο. Ἡ μνήμη της τελεῖται στὶς 30 Ἰουνίου. Γιὰ τὴν κυπριακή της καταγωγή, ἐντάσσεται στὴ χορεία τῶν Κυπρίων ἁγίων καὶ ἀπὸ Κυπρίους χρονογράφους.

Ἀπὸ μία τέτοια λοιπὸν ἁγία ρίζα ἀνεβλάστησε ὁ ἱερὸς Μᾶρκος, ποὺ κατέστη ἕνας ἀπὸ τὴ χορεία τῶν ἑβδομήκοντα μαθητῶν τοῦ Κυρίου.

Ὁμιλία στὴν Ἑορτὴ τῶν Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Πέτρον καὶ Παῦλον, τοὺς λαμπροὺς φωστῆρες τοῦ νοητοῦ στερεώματος, τοὺς πρωτοκορυφαίους καὶ πανεύφημους ἀποστόλους τιμᾶ σήμερα κατὰ χρέος καὶ ἐγκωμιάζει μὲ ψαλμοὺς καὶ ὕμνους τὰ πάνσεπτα πρόσωπά τους ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία.

Κι αὐτό, γιατί, ἱδρυμένη μὲ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸν κόσμο, ποὺ χορήγησε ἄπλετο τὸν θεῖο φωτισμὸ στοὺς ἁγίους ἀποστόλους, θεμελιώθηκε ἀκριβῶς στὴ θεόπνευστη διδασκαλία τους. Στὴ διδασκαλία καὶ τὸ εὐαγγελικὸ κήρυγμα, τόσο τῶν πρωτοκορυφαίων, ὅσο καὶ τῶν λοιπῶν ἀποστόλων, τῶν πτωχῶν ἐκείνων καὶ ἀσήμων κατὰ κόσμον ψαράδων καὶ ἁπλῶν καὶ ἀμορφώτων ἀνθρώπων, ποὺ ἀπεστάλησαν ἀπὸ τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ Ἀναστάντα διδάσκαλό τους μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἑβδομήκοντα ἀποστόλους στὰ τετραπέρατα τῆς οἰκουμένης, γιὰ νὰ ὁδηγήσουν τοὺς βυθισμένους στὴν πλάνη τῶν εἰδώλων καὶ τῆς ἁμαρτίας ἀνθρώπους στὸ φῶς τῆς θεογνωσίας καὶ ἐπιγνώσεως τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἂς ἀναλογισθοῦμε, παρακαλῶ, τοὺς ὑπὲρ ἄνθρωπον ἀγῶνες καὶ θυσίες καὶ κόπους καὶ πληγὲς καὶ φυλακὲς καὶ θλίψεις καὶ τὸν βίαιο, τέλος, θάνατο τῶν ἁγίων τούτων ἀνδρῶν, χάριν τῆς ὑπακοῆς στὸ πρόσταγμα τοῦ Κυρίου, χάριν τῆς σωτηρίας ἡμῶν τῶν ἐθνικῶν!

Γιὰ τοῦτο καὶ ἡ Ἐκκλησία μας ἀπὸ ἀρχαιότατους χρόνους, τιμώντας χρεωστικὰ τὸ μέγιστο αὐτὸ ἔργο τῶν ἁγίων ἀποστόλων πρὸς εὐαγγελισμὸ τῆς οἰκουμένης, καθιέρωσε σχετικὴ περίοδο νηστείας πρὸς τιμή τους, καθὼς καὶ τὴ μὲν σημερινὴ ἡμέρα, τὴν 29η τοῦ Ἰουνίου, ὡς ἡμέρα μνήμης τῶν κορυφαίων τῆς ἀποστολικῆς δωδεκάδος, τῶν ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, τὴ δὲ αὐριανή, 30ὴ τοῦ Ἰουνίου, ὡς ἡμέρα μνήμης καὶ συνάξεως κυρίως τῶν δώδεκα ἀποστόλων, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ τῶν ἑβδομήκοντα καὶ τῶν ἄλλων μαθητῶν καὶ μαθητριῶν τῶν ἀποστόλων, ὅπως μαρτυροῦν τὰ ἀρχαῖα συναξάρια. «Διότι, κι ἂν δὲν τελειώθηκαν ὅλοι αὐτοὶ κατὰ τὴν ἴδια ἡμέρα, ἀλλ᾽ ὁ καθένας τους σὲ διαφορετικὸ χρόνο καὶ ἡμέρα», ὅπως καταγράφεται στὸ συναξάριο τῆς ἡμέρας, «ἡ Ἐκκλησία, ἀποδίδοντάς τους ὑπερβάλλουσα τιμή, τελεῖ τὴ μνήμη ὅλων αὐτῶν ἀπὸ κοινοῦ.»

Ἡ Ἐκκλησία μας λοιπὸν ξεχώρισε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὰ πρόσωπα τῶν δύο ἀποστόλων, Πέτρου καὶ Παύλου. Καὶ ὁ μὲν Πέτρος ἀνῆκε πράγματι στὴν ἀρχικὴ δωδεκάδα τοῦ στενότερου κύκλου τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου· λόγῳ δὲ τῆς ἡλικίας του, καθὼς καὶ τοῦ θερμοῦ καὶ δυναμικοῦ του χαρακτήρα, ἀλλὰ καὶ τῆς ἰδιαίτερης ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ πρὸς αὐτόν, εἶχε τὰ πρωτεῖα τοῦ ἱεροῦ ἐκείνου συλλόγου. Τὸ τιμητικό του αὐτὸ πρωτεῖο διαφαίνεται καὶ στὰ Εὐαγγέλια, ἀλλὰ καὶ στὸ βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων,  ὅπου σὲ πολλὲς συνάξεις τῆς πρωτοχριστιανικῆς ἀδελφότητας τῶν Ἱεροσολύμων εἶχε πράγματι μία πρωτοβουλία, ὁ λόγος του ἐνεῖχε ἰδιαίτερο κῦρος καὶ ἦταν ἀδιαμφισβήτητα μία ἡγεμονικὴ μορφή. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅμως δὲν ἀνῆκε στοὺς δώδεκα ἀποστόλους, οὔτε στοὺς ἑβδομήκοντα, οὔτε καὶ εἶχε γνωρίσει σωματικὰ τὸν Δεσπότη Χριστὸ κατὰ τὴν ἐπὶ γῆς παρουσία Του. Στὸν Χριστὸ πίστευσε μετὰ τὸ πάθος καὶ τὴν ἀνάστασή Του, κατόπιν ἐκείνης τῆς φοβερῆς καὶ ἀναπάντεχης ὀπτασίας κι ἐνῶ πορευόταν στὴ Δαμασκό, κατὰ τὴν ὁποία εἶδε τὸν Κύριον Ἰησοῦν νὰ τὸν προσκαλεῖ στὴν πίστη Του. Αὐτὸ ὅμως, ποὺ τὸν κατέστησε ἀδιαμφισβήτητα κορυφαῖο μεταξὺ τῶν ἀποστόλων, ἐφάμιλλο τοῦ Πέτρου, ἦταν οἱ ὑπερβάλλοντες ἀποστολικοί του κόποι, καθὼς καὶ τὸ ὕψος καὶ ἡ ἔκταση τῆς θεόπνευστης διδασκαλίας καὶ συγγραφικῆς του δραστηριότητας. «Τί μεῖζον Πέτρου; ἢ τί ἴσον Παύλου», ἐρωτᾶ ἐκπληττόμενος σὲ ἕνα ἐγκωμιαστικό του λόγο πρὸς τοὺς ἰσάγγελους τούτους ἀποστόλους ὁ χρυσὸς ρήτορας τῆς οἰκουμένης, ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος;

Ἡ οὐράνια διδασκαλία καὶ τὰ θεάρεστα ἔργα τῶν «καλλικελάδων αὐτῶν χελιδόνων τοῦ Πνεύματος» εἶναι ἀσφαλῶς ἀφθονώτατα καί, «ἐπιλήψει με ὁ χρόνος διηγούμενον» αὐτά. Θὰ ἤθελα νὰ σταθοῦμε γιὰ λίγο σὲ ἕνα κοινὸ σημεῖο τῆς ζωῆς τῶν δύο τούτων χριστοφόρων ἀνδρῶν: Σ᾽ αὐτὸ τῆς ἀπὸ βάθους ψυχῆς μετανοίας τους, τὴν ὁποία ἐπεσφράγισαν τὰ ἔργα τους ποὺ ἀκολούθησαν.

Ἂς ἀρχίσουμε ἀπὸ τὸν Πέτρο, τὴν «πέτραν τῆς πίστεως», κατὰ τὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ Κυρίου. Αὐτὸς ὁ ἔνθερμος μαθητής, ὁ ὁποῖος φωτίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὁμολόγησε τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ ἀκούσει τό, «σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτην τὴν πέτραν (δηλ. τῆς ὁμολογίας σου) θὰ θεμελιώσω τὴν Ἐκκλησία μου», γιὰ τὴν ἀπροσεξία καὶ τὴν καύχησή του λίγο πρὶν τὸ Πάθος τοῦ Διδασκάλου του -ὅτι τάχα κι ἂν ὅλοι τὸν ἀρνοῦνταν, αὐτὸς οὐδέποτε θὰ σκανδαλιζόταν καί, ἂν χρειαζόταν, θὰ πέθαινε μαζί του-, ἔπεσε πτῶμα μέγα! Φοβισμένος ἀπὸ τοὺς λόγους κάτι ὑπηρετριῶν καὶ ἀσήμων ἀργοσχόλων στὴν αὐλὴ τοῦ Καϊάφα, πρὶν ἀκόμη λαλήσει ὁ κόκορας δύο φορές, ὅπως τοῦ τὸ εἶχε προειπεῖ ὁ Παντογνώστης Ἰησοῦς, ἀρνήθηκε ἐνώπιόν τους τρεῖς φορὲς τὸν Εὐεργέτη τῶν ἁπάντων, καὶ μάλιστα μὲ ὅρκους, λέγοντας ὅτι «οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον»! Δὲν τὸν γνωρίζω αὐτόν, ποιός εἶναι, οὔτε καὶ ἔχω καμμιὰ σχέση μαζί του! Κι ὅταν ὁ Ἰησοῦς, θλιμμένος καὶ ἐξουθενημένος ἀπὸ τοὺς παρόντες καὶ ἀπὸ ὅλους ἐγκαταλειμμένος, γύρισε καὶ τὸν ἀτένισε στὰ μάτια καὶ στὴν καρδιά, τότε ὁ μεγαλορρήμονας Πέτρος ἦλθε σὲ συναίσθηση τοῦ φρικτοῦ του πτώματος καί, «ἐξελθὼν ἔξω, ἔκλαυσε πικρῶς»!

Ἀλλὰ καὶ ὁ Παῦλος, πόσα κακὰ δὲν ἔπραξε κατὰ τῆς νεοσύστατης τότε Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα κι ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ; Παρίστατο στὸν λιθοβολισμὸ τοῦ Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, προσέχοντας τὰ ροῦχα αὐτῶν, ποὺ φόνευαν τὸν ἅγιο. Συνευδοκοῦσε καὶ συμψήφιζε στὴ θανάτωση πιστῶν Χριστιανῶν. Καταδίωκε τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ φυλάκιζε καὶ τὰ ἀνάγκαζε νὰ βλασφημήσουν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ! Καί, γιατί ὅλ᾽ αὐτά; Γιατὶ νόμιζε ὅτι ἔτσι εὐαρεστεῖ τὸν Θεὸ τῶν πατέρων του!

Ἀλλά, ἦλθε καὶ γιὰ τοὺς δύο ἡ ὥρα τῆς Χάριτος. Ὁ Πέτρος δὲν ἔκλαυσε μόνο μετὰ τὴν ἄρνηση. Ἔκλαιγε καὶ μετά! Καθόλη τὴ μετέπειτα ζωή του! Λέγεται, μάλιστα, ὅτι ὅποτε ἄκουγε κόκορα νὰ λαλεῖ, ἐρχόταν στὸν νοῦ του ἡ ἁμαρτία του ἐκείνη καὶ ἔκλαιγε! Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ εἶχε μετανοήσει μὲ γνησιότητα, ὁ Φιλάνθρωπος καὶ καρδιογνώστης Θεὸς τὸν συγχώρησε καὶ τὸν ἀποκατέστησε στὸ ἀποστολικό του ἀξίωμα, ὅπως ξεκάθαρα μᾶς διηγεῖται τὸ τελευταῖο κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου. Γι᾽ αὐτὸ κι ἐκεῖ τὸν ρώτησε ὁ ἀναστὰς Ἰησοῦς τρεῖς φορὲς, «Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με;», ὥστε μὲ τὴν τριττὴ ἐρώτηση καὶ τὴν ἀντίστοιχη τριττὴ θετικὴ ἀπάντηση τοῦ Πέτρου, «ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε», νὰ ἐξαλειφθεῖ τὸ ἁμάρτημα τῆς τριπλῆς του ἀρνήσεως. Ἔτσι τὸ θεολογεῖ προσφυέστατα στὸ ἁρμονικώτατο ἐκεῖνο δοξαστικὸ τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς σημερινῆς ἑορτῆς ὁ μέγας μελῳδὸς καὶ ὑμνογράφος, ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «Τῷ τριττῷ τῆς ἐρωτήσεως, τῷ Πέτρε φιλεῖς με, τὸ τριττὸν τῆς ἀρνήσεως ὁ Χριστὸς διωρθώσατο». Καὶ στὴ συνέχεια ἄκουσε ἀπὸ τὸν Κύριο τό, «βόσκε τὰ πρόβατά μου», μὲ τὸ ὁποῖο τὸν καθιστοῦσε καὶ πάλιν ποιμένα τῶν λογικῶν του προβάτων. Καὶ ὁ Πέτρος ἀσφαλῶς δὲν ἔμεινε μέχρις ἐδῶ! Τὴν  αὐθεντικότητα τῆς μετανοίας του, ὅπως μᾶς ἐξιστορεῖ ὁ κατὰ πλάτος βίος του, ἐπιβεβαίωσαν οἱ μέγιστοι ἱεραποστολικοί του κόποι καὶ οἱ περίοδοι καθόλη τὴν τότε ἀχανὴ ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτῆς,  ποὺ τὸν ὁδήγησαν μέχρι τὴ μεγαλόπολη καὶ πρωτεύουσα Ρώμη, ὅπου καὶ ὑπέστη τὸ διὰ Χριστὸν μαρτύριο ἐπὶ τοῦ ἀσεβεστάτου αὐτοκράτορος Νέρωνος, σταυρωθεὶς ἀντιστρόφως, μὲ τὸ κεφάλι δηλαδὴ πρὸς τὰ κάτω, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Πέτρος ζήτησε! Ἔτσι ἐκπληρώθηκε καὶ ἡ σχετικὴ προφητεία τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ τοῦ προεῖπε μετὰ τὴν ἀνάστασή του: «Ὅταν γεράσεις, θ᾽ ἁπλώσεις τὰ χέρια σου καὶ κάποιος ἄλλος θὰ σὲ ζώσει (δεσμεύσει) καὶ θὰ σὲ πάει ἐκεῖ ποὺ δὲν θέλεις. Κι αὐτὸ τὸ εἶπε (ὁ Ἰησοῦς), φανερώνοντας μὲ ποιό θάνατο θὰ δόξαζε (ὁ Πέτρος) τὸν Θεὸ» (Ἰω. 21, 18-19).

Κι ὁ Παῦλος; Ἀμέσως μετὰ τὴν οὐράνια ἐκείνη κλήση του ἀπὸ τὸν Ἰησοῦν, ποὺ μέχρι τότε καταδίωκε, παρόμοια μὲ τὸν Πέτρο, μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του θρηνοῦσε γιὰ ὅσα κακὰ εἶχε πράξει ἐν ἀγνοίᾳ του κατὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐλεεινολογοῦσε τὸν ἑαυτό του. Μά, ταυτόχρονα, ἀπεδύθη στὸ τεράστιο ἐκεῖνο ἱεραποστολικὸ ἔργο, ἀπὸ τὴ Συροπαλαιστίνη μέχρι καὶ τὴν Ἰσπανία, ὑφιστάμενος πλεῖστες ὅσες θλίψεις καὶ δοκιμασίες, γιὰ νὰ ὑπομείνει κι αὐτὸς στὸ τέλος τὸν διὰ ξίφους θάνατο στὴ Ρώμη ἀπὸ τὸν Νέρωνα. Ἂς τὸν ἀκούσομε καὶ πάλιν, πῶς τὰ ἐκφράζει ὅλα τοῦτα μὲ κάθε ταπείνωση καὶ συναίσθηση, πρὸς δόξαν Θεοῦ: «Τελευταῖο ἀπ᾽ ὅλους, σὰν σὲ ἔκτρωμα, ἐμφανίστηκε καὶ σ᾽ ἐμένα (ὁ Χριστός). Γιατὶ ἐγὼ πραγματικὰ εἶμαι ὁ τελευταῖος ἀνάμεσα σὲ ὅλους τοὺς ἀποστόλους· ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄξιος οὔτε νὰ ὀνομάζομαι ἀπόστολος, γιατὶ καταδίωξα τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴ χάρη ὅμως τοῦ Θεοῦ ἔγινα αὐτὸ ποὺ ἔγινα· κι αὐτὴ ἡ χάρη πρὸς ἐμένα δὲν ὑπῆρξε ἄκαρπη, ἀλλὰ κοπίασα (στὸ ἀποστολικὸ ἔργο) περισσότερο ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀποστόλους, ὄχι βέβαια ἐγώ, ἀλλὰ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ μὲ συνοδεύει» (Α´ Κορ. 15, 8-10).

Ὤ, μακαρία δυάδα, παμφίλτατε Πέτρε καὶ παμμακάριστε Παῦλε! Πῶς νὰ σᾶς ἐγκωμιάσουμε ἐπάξια; Καί, ποιά εὐχαριστία πρέπουσα γιὰ τοὺς μυρίους καμάτους σας γιὰ τὴ σωτηρία μας νὰ σᾶς ἀνταποδώσουμε; Ἀλλά, παρακαλοῦμε, πρεσβεύσατε στὸν Ἐλεήμονα Κύριο, πρὸς τὸν ὁποῖο ἔχετε μεγάλη παρρησία, νὰ μᾶς ἐλεήσει καὶ συγχωρήσει, τοὺς ἀναξίους τῆς κλήσεως καὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ! Νὰ μᾶς δώσει κάτι ἀπὸ τὴ μετάνοιά σας καὶ τὰ θεόδεκτα ἔργα τῆς μετανοίας σας. Νὰ εἰρηνεύσει τὴ ζωή μας, τὸν τόπο μας καὶ τὸν κόσμο ὁλόκληρο. Καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσει τῆς ἀνέκφραστης ἐκείνης τρυφῆς τοῦ Παραδείσου, ὅπου ἐσεῖς χοροβατεῖτε μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἀπ᾽ αἰῶνος ἁγίους, μὲ τὴ Χάρη καὶ φιλάνθρωπία Του. Ἀμήν!

Μόρφου Νεόφυτος: Λόγος Ἐγκωμιαστικὸς εἰς τοὺς ἐν Μητροπόλει Μόρφου ἁγίους (24.2.2017)

Λόγος Ἐγκωμιαστικὸς εἰς πάντας τοὺς ἐν τῇ μητροπολιτικῇ περιφερείᾳ Σόλων καὶ Μόρφου διαλάμψαντας καὶ ἐξαιρέτως τιμωμένους ἁγίους. Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.

Ἀγρυπνία πάντων τῶν ἐν μητροπόλει Μόρφου διαλάμψαντων ἁγίων, ἱερὸς ναὸς Ὁσίων Βαρνάβα καὶ Ἱλαρίωνος στὸ χωριὸ Περιστερῶνα τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (24.2.2017). Περαιτέρω ἡ μνήμη πάντων τῶν ἁγίων, άνδρῶν καὶ γυναικῶν τῆς Μητροπόλεως Μόρφου τελεῖται στὶς ἐπιμέρους ἐνορίες κατὰ τὴ Β’ Κυριακὴ Ματθαίου.

Ὁμιλία στὸ Εὐαγγέλιο τῆς Β´Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, ἡ Παλαιὰ καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη, δηλαδὴ  ἡ Ἁγία Γραφή, εἶναι ἕνα βιβλίο ἀθάνατο. Ἕνα βιβλίο, ὄχι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Γράφηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους προφῆτες καὶ ἀποστόλους τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶχαν πλούσιο τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἶναι γιὰ τοῦτο, ποὺ μέσῳ του μᾶς ὁμιλεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεός -γι᾽αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται Λόγος τοῦ Θεοῦ-, καὶ μᾶς ἀποκαλύπτει σ᾽ αὐτὸ τὶς αἰώνιες ἀλήθειες τῆς Πίστης καὶ συνάμα τὸν ἁρμόζοντα τρόπο ζωῆς αὐτῶν ποὺ τὸ ἀποδέχονται ὡς -καὶ ποὺ ἀσφαλῶς εἶναι- ἀποκάλυψη Θεοῦ.

Συχνὰ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἁπλούστατος στὴν ἔκφραση, ἀλλὰ περιέχει κρυμμένο μεγάλο πνευματικὸ βάθος καὶ πηγάζει ἀνεξάντλητη πνευματικὴ ὠφέλεια. Καὶ τοῦτο, τὴν ἀπόκρυψη δηλαδὴ τοῦ πνευματικοῦ κάλλους κάτω ἀπὸ τὴν ἀφελότητα τῆς ἔκφρασης τοῦ κειμένου, οἰκονόμησε ὁ Θεός, ὥστε νὰ ταπεινώνει τὸ ὑπερήφανο πνεῦμα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ συχνὰ νομίζουμε πὼς ὅλα τὰ ξέρουμε κι ὅλα τὰ κατανοοῦμε, γιὰ νὰ μελετοῦμε τὶς Γραφὲς μὲ ταπείνωση, προσευχή, εὐλάβεια καὶ ἀνάλογη πνευματικὴ ζωή, ὥστε νὰ ἑλκύουμε τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ὀρθὴ κατανόησή τους. Καί, ὅπως ὡραιότατα τὸ ἐκφράζει ὁ Προφητάνακτας Δαβὶδ σ᾽ ἕνα Ψαλμό του· «Θαυμαστὰ τὰ μαρτύριά Σου· διὰ τοῦτο ἐξηρεύνησεν αὐτὰ ἡ ψυχή μου. Ἡ δήλωσις τῶν λόγων Σου φωτιεῖ καὶ συνετιεῖ νηπίους» (Ψαλμ. 118, 129-130).

Τοῦτο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἡ ὁποία, παρὰ τὴ μικρή της ἔκταση καὶ τὴν ἁπλότητα τῆς περιγραφῆς, θέτει ἐνώπιόν μας σημαντικώτατα γιὰ τὴ σωτηρία μας ζητήματα. Τὸ σπουδαιότερο τιθέμενο ζήτημα εἶναι βεβαίως αὐτὸ τῆς κλήσης, τοῦ καλέσματος τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο νὰ Τὸν ἀκολουθήσει καὶ τῆς σχετικῆς ἀνταπόκρισης τοῦ ἀνθρώπου σ᾽ αὐτὸ τὸ θεϊκὸ κάλεσμα.

Τὸ πρῶτο δημόσιο κήρυγμα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, μετὰ τὴ Βάπτισή Του, τὴν τεσσαρακονθήμερη παραμονὴ στὴν ἔρημο καὶ τοὺς πειρασμοὺς τοῦ διαβόλου, εἶναι κήρυγμα μετανοίας: «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Καὶ τὸ πρῶτο στὴ συνέχεια θαυμαστό Του ἔργο, ποὺ τόσο λιτὰ καὶ παραστατικὰ μᾶς περιγράφει τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, εἶναι ἡ κλήση τῶν πρώτων μαθητῶν του, ἡ ἁλιεία τῶν ἁλιέων, τὸ ψάρεμα τῶν ψαράδων! Ἔτσι εὐδόκησε μὲ τὴν πανσοφία του ὁ Θεός, νὰ καλέσει στὸ μέγιστο τοῦτο ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῆς οὐράνιας βασιλείας,  τῆς ἁλιείας τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν, ὄχι σοφοὺς καὶ ρήτορες καὶ μορφωμένους, ἀλλὰ ἀνθρώπους ἁπλοὺς καὶ ἄσημους καὶ ἀγραμμάτους κατὰ κόσμον. Καὶ τοῦτο, ὥστε τὸ μεγαλεῖο τῆς εὐαγγελικῆς ἀλήθειας νὰ διαλάμψει, ὄχι μέσῳ μίας ἀνθρώπινης τῶν ἀποστόλων σοφίας, ἀλλὰ «διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος», διὰ τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ποὺ διάλεξε «τὰ ἐξουθενημένα καὶ τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ»!

Ἡ σκηνὴ τῆς ἀποστολικῆς κλήσης ἐκτυλίσσεται στὶς ἀκρογιαλιὲς τῆς θάλασσας τῆς Γαλιλαίας ἢ λίμνης τῆς Τιβεριάδος ἢ τῆς Ναζαρέτ, ὅπως τὴν ὀνομάζουν ἀλλοῦ τὰ Εὐαγγέλια, ἀπὸ τὶς ὁμώνυμες πόλεις, ποὺ ἦσαν κτισμένες στὶς ὄχθες της. Περιπατῶντας ἐκεῖ ὁ Κύριος, βλέπει δύο δυάδες ἀδελφῶν ψαράδων: Τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἀνδρέα, ποὺ ρίχνανε τὰ δίκτυα νὰ ψαρέψουν, καὶ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ζεβεδαίου Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη, ποὺ ἔφτιαχναν ἐκείνη τὴν ὥρα τὰ δίκτυα τοῦ πατέρα τους. Κι ὁ καρδιογνώστης Ἰησοῦς, ποὺ διέγνωσε τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς τους καὶ τὴν καλή τους προαίρεση, «ὁ γινώσκων τὰ πάντα πρὶν γενέσθαι», τοὺς καλεῖ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουν: «Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Καὶ ποιά ἡ ἀνταπόκρισή τους στὴ θεϊκὴ τούτη κλήση; Ὅπως χαρακτηριστικὰ ὑπογραμμίζει ὁ Εὐαγγελιστής, «οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα, ἠκολούθησαν αὐτῷ». Ἡ ἀπάντηση τούτη τῶν πρώτων μαθητῶν στὸ κάλεσμα τοῦ Δεσπότου, ἡ ἄμεση δηλαδὴ καὶ χωρὶς προϋποθέσεις θετικὴ ἀνταπόκρισή τους, ἀποκαλύπτει τὴν ἁγνότητα τῶν καρδιῶν τους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀποφασιστικότητά τους νὰ ὑπακούσουν στὸ οὐράνιο προσκλητήριο, ὑφιστάμενοι κάθε θυσία.

Ἂς ἀκούσομε ἐν προκειμένῳ ἕνα ὡραιότατο σχόλιο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «Πρόσεξε, παρακαλῶ, τὴν πίστη καὶ τὴν ὑπακοή τους. Διότι, ἄνκαι βρίσκονταν στὴ μέση τοῦ ἔργου τους, δὲν ἀνέβαλαν, δὲν μετέθεσαν γιὰ ἀργότερα (τὴν ἀνταπόκρισή τους), δὲν εἶπαν· Ἂς πᾶμε πρῶτα στὸ σπίτι, νὰ τὰ ποῦμε μὲ τοὺς συγγενεῖς μας. Ἀλλά, ἐγκαταλείποντας τὰ πάντα, τὸν ἀκολούθησαν.»

Κι ἂς μὴ νομίσουμε εὔκολη κι ἀνώδυνη τὴν ἀπόφαση τούτη τῶν μαθητῶν, ποὺ σήμαινε στὴν οὐσία μία ὁλοκληρωτικὴ ἀποταγὴ τῶν πραγμάτων τους καὶ τοῦ ἑαυτοῦ τους. Ὅση δυσκολία ἔχει ὁ πλούσιος νὰ ἐγκαταλείψει τὸ ἀρχοντικὸ καὶ τὰ πλούτη του, κι ὁ ἄρχοντας κι ὁ ἀξιωματικὸς τὴν ἐξουσία καὶ δόξα τους, τόση ἔχει κι ἕνας φτωχός, γιὰ νὰ ἐγκαταλείψει τὴν καλύβη καὶ τὰ λίγα μικροϋπάρχοντά του, καὶ νὰ ἀκολουθήσει γιὰ τὸ ἄγνωστο -χωρὶς νὰ ὑπολογίζει θυσίες καὶ φτώχεια καὶ ὁποιονδήποτε κίνδυνο-, ἕνα διδάσκαλο, ποὺ τοῦ ὑπόσχεται ἀντὶ τῶν ἐπιγείων τὰ οὐράνια καὶ ἀντὶ τῶν προσκαίρων τὰ αἰώνια. Κι ὅμως, οἱ ἀπόστολοι τόλμησαν καὶ εἶπαν τὸ μεγάλο ναὶ στὸν Καλοῦντα. Κι ὄχι μόνο ἕως ἐδῶ, ἀλλά, παρὰ τὶς καταρχὴν ποικίλες ἀδυναμίες τους, ἕνεκα τῆς ἀτέλειάς τους, ἔζησαν μέχρι καὶ τὸ μαρτυρικό τους τέλος μία ζωὴ θυσίας καὶ μαρτυρίας, μαρτυρίας Χριστοῦ. Γιατί; Ἐπειδὴ πίστευσαν ὁλοκληρωτικὰ στὸ Πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου καὶ τὸν ἀγάπησαν ἕως θανάτου!

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί! Τὸ παράδειγμα τοῦτο τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀνταποκρίθηκαν στὴν πρόσκλησή Του, ἀποτελεῖ, πρέπει νὰ ἀποτελεῖ τὸ μέτρο καὶ νὰ προσδιορίζει καὶ τὸν δικό μας τρόπο ζωῆς, τὴ στάση μας, ὡς Χριστιανῶν, ἀπέναντι στὸν Κύριο, στὸ Εὐαγγέλιό Του, στὸ συνεχὲς κάλεσμά Του πρὸς ἐμᾶς, ὅσο βρισκόμαστε στὴν πρόσκαιρη τούτη ζωή. Διότι κι ἐμεῖς εἴμαστε «κλητοὶ Ἰησοῦ Χριστοῦ», δηλαδὴ καλεσμένοι ἀπ᾽ Αὐτόν. Ἀπὸ τὴν ὥρα τοῦ Βαπτίσματός μας γινόμαστε «κλήσεως ἐπουρανίου μέτοχοι». Πόσο ἐκφραστικὰ παρουσιάζει τὴ συνεχὴ τούτη κλήση ἡ Ἀποκάλυψη! «Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Ἀποκ. 3, 20). Ὁ Κύριος στέκει στὴ θύρα τῆς καρδιᾶς μας καὶ κτυπάει νὰ τοῦ ἀνοίξουμε, γιὰ νὰ μπεῖ, νὰ κατοικήσει μόνιμα μέσα μας, γιατὶ τὸ ἐπιθυμεῖ πολὺ καὶ τὸ ζητάει: «δός μοι, υἱέ, σὴν καρδίαν»(Παροιμ. 23, 26)! Καὶ ἡ στάση τῶν ἀποστόλων, μὰ καὶ ὅλων τῶν ἁγίων, καθορίζει τὰ βασικὰ γνωρίσματα μιᾶς πραγματικῆς ἀνταπόκρισης στὸ κάλεσμα τοῦ Δημιουργοῦ καὶ Σωτήρα μας. Βασικά της γνωρίσματα εἶναι ἡ προθυμία, δηλαδὴ ὁ ζῆλος, ἡ ἀγάπη καὶ ἀφοσίωση στὸ θεῖο θέλημα καί, ταυτόχρονα, ἡ αὐταπάρνηση, ἡ ἄρνηση τοῦ ἐγώ μας, τοῦ ἑαυτούλη μας, τῆς ἱκανοποίησης τῶν παραλόγων καὶ ἁμαρτωλῶν παθῶν μας, ποὺ συνεπάγεται ἡ ἀποδοχὴ τῆς κλήσης μας αὐτῆς. Αὐταπάρνηση εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς θυσίας καὶ προσφορᾶς, ποὺ πρέπει νὰ χαρακτηρίζουν τὴ ζωή μας.

Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο, νὰ μᾶς χαρίζει τούτη τὴ συνέπεια, ποὺ πρέπει νὰ διακρίνει ἐμᾶς τοὺς ταπεινούς, ποὺ εἴμαστε κλητοὶ Θεοῦ, ποὺ φέρουμε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ, ποὺ ἐνδυθήκαμε τὸν Χριστὸ στὸ ἅγιο Βάπτισμα καὶ εἴμαστε μέλη τοῦ Σώματός Του, τῆς Ἐκκλησίας. Νὰ μᾶς δίνει εἰλικρινὴ μετάνοια καὶ διόρθωση τοῦ φρονήματος καὶ τῆς ζωῆς μας. Καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσει κατὰ τὴ φοβερὴ ἐκείνη ἡμέρα τῆς Κρίσεως νὰ σταθοῦμε στὰ δεξιά Του, νὰ μᾶς συναριθμήσει μὲ ὅσους φάνηκαν ἀντάξιοι τῆς χριστώνυμης κλήσης, μὲ τὶς εὐχὲς καὶ ἱκεσίες τῆς Παναγίας μας καὶ ὅλων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος ἁγίων. Ἀμήν!

Λόγος στὸ Γενέσιο τοῦ Προδρόμου (24/6)

Ο Τίμιος Προδρομος, 16ος αιώνας

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ο Τίμιος Προδρομος, 16ος αιώνας

Στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπινου γένους ὑπάρχουν μόνο δύο σημαντικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ὁ Θεὸς προαναγγέλλει μέσῳ τοῦ Ἀρχαγγέλου Του Γαβριήλ. Αὐτὰ εἶναι ἡ κατὰ σάρκα Γέννηση τοῦ Προαιώνιου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ γέννηση τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, τοῦ μείζονος «ἐν γεννητοῖς γυναικῶν» (Ματθ. 11, 11), σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Χρονικὰ ὅμως προηγήθηκε ὁ εὐαγγελισμὸς τοῦ Ζαχαρία καὶ ἡ σύλληψη τοῦ Τιμίου Προδρόμου —ἀφοῦ ἔπρεπε νὰ προηγηθεῖ καὶ στὴ γέννησή του καὶ στὸ ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ἀνθρώπων—, καὶ ἀκολούθησε ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς  Θεοτόκου καὶ ἡ σύλληψη τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καί, σύμφωνα μὲ τὶς σχετικὲς εὐαγγελικὲς διηγήσεις, ἡ Ἐκκλησία μας καθόρισε νὰ ἑορτάζουμε τὴ σύλληψη τοῦ Προδρόμου στὶς 23 Σεπτεμβρίου καὶ μετὰ ἀπὸ ἕξι μῆνες, στὶς 25 Μαρτίου, τὸ μέγιστο γεγονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Παρθένου Μαρίας. Μετὰ δὲ ἀπὸ ἐννέα μῆνες ἀμφοτέρων τῶν εὐαγγελισμῶν τούτων ἑορτάζουμε τὴ γέννηση τῶν προμηνυθέντων: Στὶς 24 Ἰουνίου τὸ Γενέθλιο τοῦ Ἰωάννη καὶ στὶς 25 Δεκεμβρίου τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ.

Ἐδῶ νὰ σημειώσουμε πὼς ὁ Γαβριὴλ εἶναι ὁ ἀγγελιοφόρος τῶν μεγάλων βουλῶν τοῦ Θεοῦ στὴν ἐποχὴ τῆς Χάριτος, ὅπως ἀντίστοιχα ὁ Μιχαὴλ στὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Καὶ τὸ ἔργο τους εἶναι συνυφασμένο μὲ τὰ ἱερά τους ὀνόματα, ἀφοῦ Μιχαὴλ ἑρμηνεύεται ‘‘ποιός εἶναι σὰν τὸν Θεὸ ἢ Δύναμη Θεοῦ’’, ἐνῶ Γαβριὴλ σημαίνει ‘‘ἄνθρωπος Θεοῦ ἢ Θεάνθρωπος’’.

Ἀποδέκτες ἄμεσοι τῶν δύο χαρμοσύνων μηνυμάτων-εὐαγγελίων τοῦ Γαβριὴλ εἶναι ὁ ἀρχιερέας Ζαχαρίας καὶ ἡ Παρθένος Μαρία, μά, στὴν πραγματικότητα, ὅλος ὁ κόσμος, αἰσθητὸς καὶ νοητός. Ἀλλά, πῶς ἀνταποκρίθηκαν στὸ ἀρχαγγελικὸ μήνυμα; Καὶ οἱ δύο ἀρχικὰ φοβήθηκαν. Ὅταν ὅμως κάτι εἶναι πραγματικὰ ἀπὸ τὸν Θεό, ὅπως λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες, αὐτὸ γαληνεύει τὴν καρδία, αἰσθάνεται χαρὰ καὶ εἰρήνη ὁ ἄνθρωπος. ἀντίθετα, ὅταν προέρχεται ἐκ τοῦ πονηροῦ, τότε συμβαίνει τὸ ἀντίθετο. Ἡ Παρθένος δὲν ἀπορρίπτει, ἀλλὰ καὶ ἐλέγχει τὸ ἄγγελμα, τὸν ἀγγελιοφόρο, μήπως ἀπατηθεῖ: «Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;» Κάτι ἀνάλογο, ποὺ ἔλεγε καὶ ὁ σύγχρονος ἅγιος Γέροντας Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ Ἀγγλίας: «Μὴ δέχεσαι καὶ μὴ ἀπορρίπτεις». Τοῦτο ἀποτελεῖ βασικὴ ἀσκητικὴ ἀρχή. Καί, ἀφοῦ ἡ Παρθένος βεβαιώθηκε πὼς ὁ εὐαγγελισμὸς ἦταν πράγματι θεϊκός, μὲ κάθε ταπείνωση ἀποδέχεται τὴ Θεία βουλὴ καὶ συνεργεῖ σ᾽ αὐτή: «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου». Ἦταν ἀπαραίτητη ἡ ἐλεύθερη συγκατάβασή της γιὰ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

Τὰ σχετικὰ μὲ τὴ σύλληψη καὶ γέννηση τοῦ Προδρόμου Ἰωάννη μόνος ὁ ἀπόστολος Λουκᾶς ἀναγράφει στὴν ἀρχὴ τοῦ Εὐαγγελίου του, στὴν περικοπή, ποὺ μόλις ἀκούσαμε στὴ Θεία Λειτουργία. Λέγει λοιπὸν ἐκεῖ ὅτι, ἀντίθετα πρὸς τὴν Παρθένο, ὁ Ζαχαρίας ἀπιστεῖ ἐκ προοιμίων, παρόλο ποὺ ὁ Γαβριὴλ τοῦ λέγει σαφῶς πὼς εἰσακούστηκαν οἱ προσευχὲς καὶ ἐκείνου καὶ τῆς συζύγου του καὶ τοῦ προλέγει ξεκάθαρα τὴν ἁγιότητα καὶ ἰσάγγελη πολιτεία τοῦ παιδιοῦ του. Καὶ ἀντιτάσσει στὸν εὐαγγελισμὸ τοῦτο τὰ γηρατειά τους καὶ τὴ φυσικὴ στειρότητα τῆς Ἐλισάβετ. Βεβαίως, ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ γιὰ σύλληψη καὶ γέννηση τοῦ Ἰωάννη ἦταν ἀμετάθετη. Ἀλλά, ὡς ἐπιτίμιο γιὰ τὴν ἀπιστία του, ὁ Ζαχαρίας τιμωρεῖται μὲ τὴν ἀφωνία καὶ παραμένει βωβὸς μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς ἐκπλήρωσης τῶν θαυμαστῶν προφητειῶν τοῦ ἀγγέλου, μέχρι δηλαδὴ τὴ γέννηση τοῦ Ἰωάννη. Καί, στὴ συνέχεια, πράγματι ἡ Ἐλισάβετ συνέλαβε κατὰ τοὺς νόμους τῆς ἀνθρώπινης φύσης τὸν Τίμιο Πρόδρομο. Καὶ τόση χαρὰ καὶ θαυμασμὸς τὴν κατέλαβε, πού, σὰν νὰ ἀπιστοῦσε, «καὶ περιέκρυβεν ἑαυτὴν μῆνας ἕξ».

Ἡ Θεοτόκος, στοὺς ἕξι μῆνες ἀπὸ τὴ σύλληψη τοῦ Προδρόμου, ἀμέσως δηλαδὴ μετὰ τὸν Εὐαγγελισμό της καὶ τὴ σύλληψη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπισκέπτεται τὴ συγγενή της Ἐλισάβετ, γιὰ νὰ πιστοποιήσει ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τῶν λεγομένων τοῦ Γαβριὴλ γι᾽ αὐτὴν (δηλαδὴ ὅτι καὶ αὐτὴ εἶχε μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ στὰ γηρατειά της συλλάβει παιδί) τὴν ἀλήθεια καὶ γιὰ τὴ δική της ὑπὲρ φύσιν κυοφορία. Καὶ στὴ συνάντηση τῶν δύο αὐτῶν ἁγίων μητέρων καὶ πάλιν θαυμαστὰ γεγονότα: Μὲ τὸν ἀσπασμό τους γεμίζει θεία Χάρη, τόσο ἡ Ἐλισάβετ, ὅσο καὶ τὸ βρέφος της, ὁ Ἰωάννης, ποὺ χαιρετίζει καὶ ἀσπάζεται μὲ τὸ σκίρτημά του τὸν Δεσπότη του καὶ λαμβάνει ἀπὸ τότε τὸ χάρισμα τῆς διοράσεως καὶ προφητείας. Καί, ὅπως ἑρμηνεύουν θεόπνευστα οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, χρησιμοποιώντας ὁ Ἰωάννης τὸ φωνητικὸ ὄργανο τῆς μητέρας του, προφητεύει ὅτι τὸ κυοφορούμενο στὴν κοιλία τῆς Μαρίας βρέφος εἶναι ὁ Κύριος καὶ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Καὶ ἀμέσως ἡ Μαριάμ, πλήρως βεβαιωμένη γιὰ τὴν ἀλήθεια τῶν ὅσων τῆς εἶχε εὐαγγελισθεῖ ὁ Γαβριὴλ καὶ πλήρης θεϊκῆς χαρᾶς καὶ ἀγαλλίασης, δοξολογεῖ ἐκ βαθέων τὸν Κύριο, ποὺ τὴν ἀξίωσε νὰ γίνει μητέρα Του, ἀναφωνώντας τὴ θαυμαστὴ ἐκείνη ᾠδή, «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον», ποὺ καθημερινὰ στὸν Ὄρθρο, πρὶν τὴν θ´ ᾠδή, ψάλλουμε πρὸς τιμή της, ἐκπληρώνοντας τὴ θεομητορική της προφητεία: «ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί».

Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τρεῖς περίπου μῆνες, ἀναχωρεῖ ἡ Θεοτόκος ἀπὸ τὴν οἰκία τοῦ Ζαχαρία καὶ γεννᾶται «ὁ μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν» Ἰωάννης. Καὶ πάλιν ἐδῶ θαύματα καὶ ἔκχυση πλούσια τῆς θείας Χάρης. Τόσο ἡ Ἐλισάβετ, ὅσο καὶ ὁ μέχρι τότε ἄφωνος Ζαχαρίας, δίνουν στὸ βρέφος τὸ ὄνομα Ἰωάννης, ἀπὸ θεία βεβαίως ἔμπνευση, παρόλο ποὺ δὲν εἶχαν κανένα στὴ συγγένειά τους μ᾽ αὐτὸ τὸ ὄνομα. Ἕνα ὄνομα, ποὺ ἦταν ἀντάξιο τοῦ γεννηθέντος, καθότι τὸ ἑβραϊκὸ Ἰωάννης σημαίνει «Χάρις Θεοῦ ἢ Δῶρον Θεοῦ», μὲ ρίζα τὸ ἐπίσης σημιτικὸ ὄνομα Ἄννα (Hannah), ποὺ ἀκριβῶς σημαίνει θεία Χάρη. Καὶ ἀμέσως ὁ Ζαχαρίας ἀνακτᾶ θαυμαστὰ τὴ φωνή του, καθὼς δὲν ἔπρεπε νὰ τὴ στερεῖται ὁ πατέρας τῆς «φωνῆς τοῦ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ». Καί, θαῦμα στὸ θαῦμα ἀκολουθεῖ: Ὁ Ζαχαρίας λαμβάνει κι αὐτὸς προφητικὸ χάρισμα καὶ δοξολογεῖ τὸν Θεό, ποὺ μὲ τὴ σάρκωσή Του οἰκονόμησε τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, καὶ προλέγει τὴν προφητικὴ καὶ προδρομικὴ ζωὴ τοῦ παιδιοῦ του.

Ἂς ἀναλογισθοῦμε τώρα ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ποὺ συναθροισθήκαμε στὸν παλαιὸ αὐτὸ καὶ ἅγιο ναὸ τοῦ Προδρόμου στὸ εὐλογημένο τοῦτο χωριὸ τοῦ Προδρόμου, γιὰ νὰ τιμήσουμε πανηγυρικὰ τὸ θαυμαστὸ Γενέθλιο τοῦ μέγιστου τούτου ἁγίου, ἂς ἀναλογισθοῦμε, λέγω, τὸ μέγεθος τῆς ἁγιότητάς του: Τὴ σύλληψή του εὐαγγελίζεται στὸν ἅγιο πατέρα του καὶ ἀρχιερέα Ζαχαρία ὁ μέγιστος ἀρχάγγελος Γαβριὴλ στὸν ἁγιώτερο τόπο τῆς πρὸ Χριστοῦ ἐποχῆς, στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος, κατὰ τὴν ἱερώτερη στιγμὴ τῆς ἰουδαϊκῆς λατρείας, αὐτὴ τῆς προσφορᾶς τοῦ θυμιάματος. Καὶ τοῦ προφητεύει ὅτι θὰ γίνει Πνευματοφόρος ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας του  —ἐνῶ ὅλοι οἱ ἅγιοι, ὅπως γνωρίζουμε, τὸ πετυχαίνουν τοῦτο μετὰ ἀπὸ πολυχρόνιους σκληροὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες ἢ καὶ πολυώδυνο μαρτύριο· ἀκόμη, προλέγει τὴ μέλλουσα ἁγιώτατη ζωὴ τοῦ τέκνου του, τὴν ἀσκητική του διαγωγή, τὸ προφητικὸ-διδασκαλικό του χάρισμα, τὸ προδρομικό του ἔργο, μὲ τὸ ὁποῖο δηλαδὴ θὰ ἑτοίμαζε τὸν δρόμο, ἤτοι τὶς σκληρὲς τῶν Ἰουδαίων καρδιές, ὥστε νὰ δεχθοῦν —ὅσοι ἀπ᾽ αὐτοὺς καλοπροαίρετοι— τὸ κήρυγμα τοῦ ἐρχομένου Δεσπότου, νὰ Τὸν πιστεύσουν ὡς τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία καὶ Λυτρωτή. Καὶ ἀκόμη, τὰ θαυμαστὰ γεγονότα, ποὺ συνέβησαν χάρη του, στὴ γέννησή του· τὴν ἀγγελική του ζωὴ στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη· τὸ κήρυγμα τῆς μετανοίας καὶ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ Ἰησοῦ ὡς τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου· τὸ βαπτισματικό του ἔργο· τὸ Βάπτισμα τοῦ Δεσπότου του· τὸν ἔλεγχο τῆς κάθε παρανομίας καὶ ἁμαρτίας· τὸ μαρτυρικό του τέλος. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐπάξια τὸ ἀλάθητο καὶ ἀψευδὲς στόμα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ παντογνώστη καὶ καρδιογνώστη, τὸν μακάρισε ὡς τὸν μεγαλύτερο καὶ ἁγιώτερο ἄνθρωπο, ποὺ γεννήθηκε ποτὲ στὴ γῆ.

Αὐτὸν τὸν μέγαν Πρόδρομον, ἀδελφοί μου, ποὺ γιὰ τὴν ἁγιώτατη αὐτὴ ζωή του ἔχει μέγιστη παρρησία μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ, νὰ ἱκετεύσουμε ταπεινὰ καὶ ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί, ποὺ παροργίσαμε καὶ παροργίζουμε τὸν Κύριο μὲ τὰ ἀπρεπὴ ἔργα, τοὺς λόγους καὶ τοὺς λογισμούς μας, νὰ μᾶς δίνει μετάνοια καὶ διόρθωση τῆς ζωῆς καὶ τοῦ φρονήματός μας. Ἀλλά, μετάνοια ἔμπρακτη, μὲ εἰλικρινὴ Ἐξομολόγηση, μὲ ἐνσυνείδητη καὶ τὸ κατὰ δύναμιν ἐπάξια μετοχὴ στὰ ἄχραντα Μυστήρια, μὲ βίο ταπεινόφρονα καὶ γεμάτο ἔργα ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς μας. Καὶ νὰ ξέρουμε, πὼς μόνο ἔτσι θὰ ἔλθει τὸ μέγα ἔλεος τοῦ Θεοῦ στὸν τόπο μας, στὸ ρωμαίϊκο γένος μας, ἡ ποθούμενη λύτρωση τῶν σκλαβωμένων μας πατρίδων· μά, προπάντων, θὰ ἀξιωθοῦμε τῆς ἀνέκφραστης χαρᾶς τῆς ἀσάλευτης καὶ μόνιμης πατρίδας μας, τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, στὸν Ὁποῖο μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν!

Τὸ προφητικὸ χάρισμα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Οἱ ἐκ Θεοῦ προφῆτες καὶ οἱ ψευδοπροφῆτες

Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακεὶμ

«προφητείας μὴ ἐξουθενεῖτε» (Α´ Θεσ. 5,20)

Οἱ πιστοὶ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀείποτε καθίστανται μέτοχοι τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος, καὶ βιώνουν τὴ μέθεξη τῶν ἀκτίστων τοῦ Θεοῦ ἐνεργειῶν, οἱ ὁποῖες, χωρὶς νὰ ἰσοπεδώνουν καὶ καταργοῦν τὶς ἰδιότητες τοῦ κτιστοῦ, τὶς ἀναστέλλουν, τὶς καθαγιάζουν καὶ τὶς ὑπερβαίνουν.

Ἕνα ἀπὸ τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ στὶς κεκαθαρμένες ἀπὸ τὰ πάθη ψυχὲς ἀποτελεῖ καὶ τὸ προφητικὸ χάρισμα, ἰδιαίτερα σημαῖνον στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἀλλ᾽ ἡ συγκεχυμένη πνευματικὰ περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα τῆς ἐποχῆς μας, μέσα στὴ δίνη τῆς πολυποίκιλης πλάνης της τὸ ἔχει περιλάβει —ἀλίμονο!— καὶ αὐτό. Καί, δύο παράλληλες καὶ ψυχοφθόρες πλάνες, ὡς ἄλλοι ἰσοβαθεῖς καὶ ἰσόμετροι κρημνοί, ἡ προτεσταντίζουσα λεγόμενη «Μεταπατερικὴ θεολογία»1  καὶ ὁ ἄκριτος καὶ ἀδιάκριτος Ζηλωτισμός2 , ἀγωνίζονται σὰν σὲ διελκυστίνδα, νὰ ἀλλοιώσουν σὺν ἄλλοις καὶ τὸ θεόσδοτο προφητικὸ χάρισμα. Καὶ ἡ μὲν πρώτη τὸ ἀμφισβητεῖ, τὸ εἰρωνεύεται καὶ τὸ «ἐξουθενεῖ» μέχρις ἀπόρριψης, ἐνῶ ὁ δεύτερος τὸ ὑπερτονίζει ἀδιάκριτα καὶ πεπλανημένα. Ἀντίθετα, ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς ἡ μέση καὶ βασιλικὴ ὁδὸς —καθὼς κατὰ τὸν Θεολόγο Γρηγόριο «ὀρθοδοξεῖν ἐστὶ τὸ ἀεὶ σχοινοβατεῖν», «τὰς ἐφ᾽ ἑκάτερα ἐκκλίνοντα ῥοπὰς»— ἔχει μία ἐντελῶς διαφορετικὴ θεώρηση γιὰ τὴν προφητεία.

Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς

Γιὰ τοῦτο καὶ μὲ πόνο ψυχῆς γιὰ τὰ ὅσα πεπλανημένα στὶς μέρες μας λέγονται καὶ γράφονται γιὰ τὸ θεϊκὸ τοῦτο δώρημα πρὸς τοὺς ἀνθρώπους σκέφθηκα νὰ γράψω κάτι γιὰ τὸ προφητικὸ χάρισμα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Θὰ προσπαθήσω, ὡς ἄλλος «καλὸς ῥαγολόγος», κατὰ τὸν θεοφόρο πατέρα ἡμῶν Ἰωάννη τὸν Σιναΐτη, βασιζόμενος στὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ ἐρανιζόμενος ἀπὸ τὴ σοφία παλαιῶν καὶ συγχρόνων ἁγίων, ἀληθινῶν καὶ ἀπλανῶν μετόχων τοῦ χαρίσματος τούτου, νὰ παρουσιάσω στοὺς εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους ἀναγνῶστες κάποιες πτυχές του.

Πρὶν προχωρήσουμε στὸ καθαυτό μας θέμα, θὰ ἤθελα νὰ ἀναφερθοῦμε εἰσαγωγικὰ στὸ σπουδαῖο θέμα τοῦ ποιός εἶναι προφήτης καὶ ποιός δὲν εἶναι, καὶ τί εἶναι προφητεία-προφητικὸ χάρισμα.

Ἐπειδή, κατὰ τὸ ἀρχαῖο γνωμικό, «ἀρχὴ σοφίας ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις», θὰ δοῦμε καταρχὴν τὴν ἐτυμολογία τῆς ἀρχαιοελληνικῆς λέξης προφήτης καὶ τοῦ σύστοιχου ρήματος προφητεύω, καθὼς καὶ τὴν ἀρχικὴ σημασία τους. Οἱ λέξεις αὐτὲς παράγονται ἀπὸ τὴν πρόθεση πρὸ καὶ τὸ ρῆμα φημὶ (λέγω). Ἐδῶ ἡ πρόθεση πρὸ ἔχει ὡς πρώτη καὶ κύρια ἔννοια ὄχι χρονικὴ ἀλλὰ τὴν ἐκπροσώπηση, καὶ ἑπομένως προφήτης εἶναι αὐτὸς ποὺ μιλᾶ πρό, ἐνώπιον, ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ καὶ ἑρμηνεύει τὴ βουλή, τὸ θέλημά Του στοὺς ἀνθρώπους3 .

ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης καὶ ὅσιος Παΐσιος

Στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν πατερικὴ παράδοση, προφήτης εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει διέλθει τὰ στάδια τῆς κάθαρσης ἀπὸ τὰ ψεκτὰ πάθη, προχώρησε στὸν ἐνυπόστατο φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ ἔφθασε στὴν κατὰ χάριν θέωση, στὸν δοξασμό4 . Ἔχοντας λοιπὸν ὁ θεωμένος ἀληθινὴ κοινωνία-γνώση τοῦ Θεοῦ, καθίσταται αὐθεντικὸς διδάσκαλος τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ διδάσκει ἀπλανῶς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στοὺς πιστούς. Περαιτέρω, ὁ προφήτης, ὡς ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, δέχεται ἔκτακτες ἀποκαλύψεις ἀπὸ τὸν Θεὸ καί, μέσα στὸ πλαίσιο τῆς αὐθεντικῆς διδασκαλίας τοῦ θείου θελήματος, προλέγει μελλοντικὰ γεγονότα, γιὰ νὰ καθοδηγήσει τοὺς πιστοὺς σὲ μετάνοια.

Ἡ προφητεία λοιπόν, ὡς ἀληθινὴ γνώση καὶ ἁπλανὴς διδασκαλία τοῦ θείου θελήματος καὶ συνάμα πρόγνωση τῶν μελλόντων, ἀποτελεῖ χάρισμα Θεοῦ. Ὁ Θεός μας εἶναι, μεταξὺ ἄλλων, καὶ παντογνώστης. Γι᾽ Αὐτὸν δὲν ὑπάρχουν χρονικὰ ὅρια καὶ φραγμοί. Καί, μέρος αὐτῆς τῆς παγγνωσίας του μεταδίδει στοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἁγίους του, μεταδίδει στοὺς προφῆτες του.

Ἐδῶ νὰ τονίσουμε πὼς προφῆτες  δὲν  ἔχουμε  μόνο  στὴν  Παλαιὰ Διαθήκη,  ἀλλὰ  καὶ  στὴν  ἐποχὴ  τῆς  Χάριτος,  καὶ  θὰ  ἔχουμε  μέχρι  τὴ  συντέλεια τῶν αἰώνων. «Μιλώντας γιὰ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἔχει ἐντοπισθῆ μία διαφορὰ μεταξύ τους. Δηλαδή, οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἔβλεπαν τὸν ἄσαρκο Λόγο, ἐνῶ οἱ Προφῆτες τῆς Καινῆς Διαθήκης ἔβλεπαν τὸν σεσαρκωμένο Λόγο»5 .

Στάρετς Ἀνατόλιος τῆς Ὄπτινα

Στὰ χρόνια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὁρισμένοι μόνο ἄνθρωποι, ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ, «ὑπὸ Πνεύματος ἁγίου φερόμενοι», ἐξέφεραν προφητεῖες (Β´ Πέτρ. 1, 21). Αὐτὸ ἦταν τὸ κατεξοχὴν ἔργο τῶν προφητῶν: νὰ ἐξαγγέλλουν στὸν λαὸ σὲ κάθε περίσταση τὸ θεῖο θέλημα καὶ νὰ τοὺς τὸ διερμηνεύουν, νὰ τὸ ἀναλύουν καὶ ἐπεξηγοῦν, γιὰ νὰ γίνεται σαφῶς ἀντιληπτὸ ἀπὸ ὅλους. Ἐπειδὴ λοιπὸν σ᾽ αὐτοὺς ὁ Θεὸς ἀποκάλυπτε τὸ θέλημά Του, γι᾽ αὐτὸ οἱ προφῆτες ὀνομάζονταν καὶ «οἱ βλέποντες», καθὼς αὐτοὶ εἶχαν τὸν θεῖο φωτισμὸ καὶ ἦταν σὲ θέση νὰ βλέπουν, νὰ κατανοοῦν πλήρως τὴ σημασία κάποιων γεγονότων ἢ θαυμαστῶν σημείων, καὶ νὰ τὰ ἐπεξηγοῦν στὸν λαό.

Αὐτὴ ἡ ἱκανότητα τῶν παλαιῶν προφητῶν, τώρα, στὴν ἐποχὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης, τὴν ἐποχὴ τῆς Χάριτος, ἐπεκτείνεται καὶ σὲ βάθος καὶ σὲ πλάτος. Διότι ὁ κάθε χριστιανός, ποὺ ἔχει βαπτισθεῖ καὶ λάβει τὸ ἅγιον Μύρο καὶ κοινωνεῖ τῶν θείων Μυστηρίων, μετέχει, ὅπως λέμε στὴ γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας, στὸ τριπλὸ ἀξίωμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθίσταται δηλαδὴ καὶ ὁ ἴδιος κατὰ χάριν προφήτης, ἱερεὺς καὶ βασιλεύς. Ὅλοι δηλαδὴ τώρα οἱ βαπτισμένοι χριστιανοί, καθὼς λαμβάνουν «Πνεῦμα σοφίας, Πνεῦμα συνέσεως» (Ἠσ. 11, 2), γίνονται «διδακτοὶ Θεοῦ» (Ἰω. 6, 45) καὶ ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ καταστοῦν προφῆτες, νὰ λάβουν δηλονότι ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τὸ προφητικὸ χάρισμα, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι αὐτὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, ὅταν βρεῖ καθαρὰ σκεύη, τοὺς διανοίγει τὶς ἐσωτερικὲς αἰσθήσεις τῆς ψυχῆς, γιὰ νὰ κατανοοῦν τὸ θεῖο θέλημα καὶ τὶς ἀλήθειες τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ποὺ σώζουν. Εἶναι αὐτὴ εἰδικὴ ἐπενέργεια τῆς θείας Χάριτος στοὺς βαπτισμένους χριστιανούς: ὁ φωτισμὸς τοῦ νοῦ.

Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης

Αὐτὸ ἀκριβῶς ἤθελε νὰ δηλώσει καὶ ἡ προφητεία ἐκείνη τοῦ Ἰωήλ, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἐπρόκειτο νὰ ἐκχύσει πλούσια στὸν λαό Του τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε ὅλοι, ἀνεξαρτήτως φύλου, φυλῆς, ἡλικίας καὶ κοινωνικῆς τάξεως, νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ κατανοοῦν τὸν λόγο καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μποροῦν νὰ τὸ ἐπεξηγοῦν, νὰ τὸ διερμηνεύουν στὸν κόσμο· μὲ ἕνα λόγο, νὰ προφητεύουν: «Καὶ ἔσται μετὰ ταῦτα καὶ ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματος μου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα, καὶ προφητεύσουσιν οἱ υἱοὶ ὑμῶν καὶ αἱ θυγατέρες ὑμῶν… καὶ ἐπὶ τοὺς δούλους μου καὶ ἐπὶ τὰς δούλας μου ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματος μου» (Ἰωήλ 3, 1-2). Τὴν προφητεία αὐτὴ ἐξάλλου ὁ ἅγιος ἀπόστολος Πέτρος ἐπικαλέστηκε, προκειμένου νὰ ἐξηγήσει στὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, ποὺ εἶχαν συγκεντρωθεῖ ἀπὸ κάθε σημεῖο τῆς γῆς στὰ Ἱεροσόλυμα τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τὸ παράδοξο φαινόμενο τῆς μεταδόσεως σὲ ὅλες τὶς γλῶσσες τῶν ὑπερφυῶν ἀληθειῶν τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ χριστιανικοῦ κηρύγματος. Ἔργο στὸ ὅποιο ἐπιδίδονταν, ὄχι μόνον οἱ δώδεκα Ἀπόστολοι, ἀλλὰ ὅλο τὸ πλῆθος τῶν ἑκατὸν εἴκοσι πιστῶν ποὺ ἦταν συναγμένοι στὸ ὑπερῶο ἐκεῖνο, ὅπου ἔγινε ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Πρξ. 2, 16-18).

Γιὰ νὰ ἐπικεντρωθοῦμε στὴν ἐποχὴ τῆς Χάριτος —ἀφοῦ συνήθως ὑπάρχει τάση ἀμφισβήτησης τοῦ προφητικοῦ χαρίσματος μετὰ Χριστόν—, στὴν Καινὴ Διαθήκη ὑπάρχει πληθώρα χωρίων γιὰ τὴν προφητεία, τοὺς προφῆτες καὶ τὸ προφητικὸ χάρισμα. Θὰ παραθέσουμε στὴ συνέχεια καὶ ἐπιλεκτικὰ σχετικὰ χωρία, ἀρχίζοντας ἀπὸ λόγους τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀκριβῶς ἀναδεικνύουν τὸ προφητικὸ χάρισμα καὶ ἀποδεικνύουν τὴν ἐκ Θεοῦ προέλευσή του.

«Ὁ δεχόμενος ὑμᾶς ἐμὲ δέχεται, καὶ ὁ ἐμὲ δεχόμενος δέχεται τὸν ἀποστείλαντά με.  ὁ δεχόμενος προφήτην εἰς ὄνομα προφήτου μισθὸν προφήτου λήψεται, καὶ ὁ δεχόμενος δίκαιον εἰς ὄνομα δικαίου μισθὸν δικαίου λήψεται» (Μθ 10,40-41)· «ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ ἔστι προφήτης ἄτιμος εἰ μὴ ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ» (Μθ 13,57· παράλληλα τὰ Μκ 6,4· Λκ 4,24 καὶ  Ἰω. 4,44)· «διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω πρὸς ὑμᾶς προφήτας καὶ σοφοὺς καὶ γραμματεῖς· καὶ ἐξ αὐτῶν ἀποκτενεῖτε καὶ σταυρώσετε, καὶ ἐξ αὐτῶν μαστιγώσετε ἐν ταῖς συναγωγαῖς ὑμῶν καὶ διώξετε ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν» (Μθ 23,34· παράλληλο τὸ Λκ 11,47).

Ἡ τάξη τῶν προφητῶν ἦταν μία πραγματικότητα στὴν πρωτοχριστιανικὴ Ἐκκλησία, μὲ ἐξέχουσα θέση καὶ δράση μεταξὺ τῶν πιστῶν. Τοῦτο κατεξοχὴν μαρτυρεῖται στὸ βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, ἀπὸ ὅπου παραθέτουμε ἐφεξῆς σχετικὰ χωρία.

α. «Ἐν ταύταις δὲ ταῖς ἡμέραις κατῆλθον ἀπὸ Ἱεροσολύμων προφῆται εἰς Ἀντιόχειαν· ἀναστὰς δὲ εἷς ἐξ αὐτῶν ὀνόματι Ἄγαβος ἐσήμανε διὰ τοῦ Πνεύματος λιμὸν μέγαν μέλλειν ἔσεσθαι ἐφ᾿ ὅλην τὴν οἰκουμένην· ὅστις καὶ ἐγένετο ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος» (Πρξ 11,27-28).

β. «Ἦσαν δέ τινες ἐν Ἀντιοχείᾳ κατὰ τὴν οὖσαν ἐκκλησίαν προφῆται καὶ διδάσκαλοι, ὅ τε Βαρνάβας καὶ Συμεὼν ὁ ἐπικαλούμενος Νίγερ, καὶ Λούκιος ὁ Κυρηναῖος, Μαναήν τε Ἡρῴδου τοῦ τετράρχου σύντροφος καὶ Σαῦλος.  λειτουργούντων δὲ αὐτῶν τῷ Κυρίῳ καὶ νηστευόντων εἶπε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· ἀφορίσατε δή μοι τὸν Βαρνάβαν καὶ τὸν Σαῦλον εἰς τὸ ἔργον ὃ προσκέκλημαι αὐτούς» (Πρξ 13,1-2).

γ. «Ἰούδας τε καὶ Σίλας, καὶ αὐτοὶ προφῆται ὄντες, διὰ λόγου πολλοῦ παρεκάλεσαν τοὺς ἀδελφοὺς καὶ ἐπεστήριξαν» (Πρξ 15,32).

δ. «τῇ δὲ ἐπαύριον ἐξελθόντες ἤλθομεν εἰς Καισάρειαν, καὶ εἰσελθόντες εἰς τὸν οἶκον Φιλίππου τοῦ εὐαγγελιστοῦ, ὄντος ἐκ τῶν ἑπτά, ἐμείναμεν παρ᾿ αὐτῷ.  τούτῳ δὲ ἦσαν θυγατέρες παρθένοι τέσσαρες προφητεύουσαι. ἐπιμενόντων δὲ ἡμῶν ἡμέρας πλείους κατῆλθέ τις ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας προφήτης ὀνόματι Ἄγαβος,  καὶ ἐλθὼν πρὸς ἡμᾶς καὶ ἄρας τὴν ζώνην τοῦ Παύλου, δήσας τε αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας εἶπε· τάδε λέγει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· τὸν ἄνδρα οὗ ἐστιν ἡ ζώνη αὕτη, οὕτω δήσουσιν εἰς Ἱερουσαλὴμ οἱ Ἰουδαῖοι καὶ παραδώσουσιν εἰς χεῖρας ἐθνῶν» (Πρξ 21,8-11).

Ματρώνα ἡ ἀόμματος τῆς Μόσχας

Ἡ κατεξοχὴν ἀνάδειξη καὶ ἱεράρχηση τοῦ προφητικοῦ χαρίσματος στὴν πρώτη Ἐκκλησία γίνεται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο στὶς Ἐπιστολές του, ἀπὸ ὅπου καὶ τὰ χωρία ποὺ ἀκολουθοῦν. Νὰ τονισθεῖ ὅτι, σύμφωνα μὲ τὶς ἀναφορὲς τοῦ Παύλου, οἱ προφῆτες ἦταν κατεῖχαν ἱεραρχικὰ τὴ δεύτερη θέση στὴν Ἐκκλησία τῆς ἀποστολικῆς ἐποχῆς.

α. «ἔχοντες δὲ χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα, εἴτε προφητείαν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως,  εἴτε διακονίαν, ἐν τῇ διακονίᾳ, εἴτε ὁ διδάσκων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ,  εἴτε ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει, ὁ μεταδιδούς, ἐν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι» (Ῥμ. 12,6-8).

β. «πρὸς ὃ δύνασθε ἀναγινώσκοντες νοῆσαι τὴν σύνεσίν μου ἐν τῷ μυστηρίῳ τοῦ Χριστοῦ, ὃ ἑτέραις γενεαῖς οὐκ ἐγνωρίσθη τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων ὡς  νῦν  ἀπεκαλύφθη  τοῖς  ἁγίοις  ἀποστόλοις  αὐτοῦ καὶ προφήταις ἐν Πνεύματι» (Ἐφ. 3,4-5).

γ. «Ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ.  καὶ αὐτὸς ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους, πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. 4,7·11-12).

Κατεξοχὴν ὅμως λεπτομερεῖς ἀναφορὲς γιὰ τὸ χάρισμα τῆς προφητείας καὶ τὴν τάξη τῶν Προφητῶν γίνονται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν στὰ κεφ. 12 καὶ 14 τῆς Α´ Ἐπιστολῆς πρὸς Κορινθίους, ὅπου καὶ παραπέμπουμε τοῦς φιλομαθεῖς ἀναγνῶστες.

Παραθέτουμε, τέλος, δύο σημαντικώτατα γιὰ τὸ θέμα μας καινοδιαθηκικὰ χωρία, ποὺ ἀναδεικνύουν τὸ ἀληθινὸ προφητικὸ χάρισμα, ὄχι ὡς ἀνθρώπινη ἐπίνοια καὶ ἐνέργεια, ἀλλὰ ὡς ἐπενέργεια τῆς Χάριτος τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

α. «τοῦτο πρῶτον γινώσκοντες, ὅτι πᾶσα προφητεία γραφῆς ἰδίας ἐπιλύσεως οὐ γίνεται. οὐ γὰρ θελήματι ἀνθρώπου ἠνέχθη ποτὲ προφητεία, ἀλλ᾿ ὑπὸ Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι Θεοῦ ἄνθρωποι» (Β´ Πέτρ. 1, 20-21).

β. «ἡ γὰρ μαρτυρία τοῦ ᾿Ιησοῦ ἐστι τὸ πνεῦμα τῆς προφητείας» (Ἀπκ. 19,10).

Πολὺ καλὴ ἱστορικὴ πραγμάτευση τοῦ ζητήματος περὶ τῆς τάξης τῶν προφητῶν στὴν ἀποστολικὴ ἐποχή, βάσει τῶν καινοδιαθηκικῶν ἀναφορῶν καὶ τῆς σύγχρονης ἔρευνας, ἔχει γίνει ἀπὸ τὸν ὁμότιμο καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΕΚΠΑ Βλάσιο Φειδᾶ σὲ εἰδικὲς μελέτες του, ἀπὸ ὅπου καὶ παραθέτουμε ἕνα ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον ἀπόσπασμα.

«Πράγματι, ο τίτλος του ‘‘προφήτη’’, όπως και η τάξη των προφητών, είχε καθιερωθή στην αποστολική εποχή και συνδεόταν με τους εξέχοντες συνεργούς των αποστόλων στο αποστολικό έργο, γι’ αυτό και, μετά από μακρά δοκιμασία, ελάμβαναν με αποστολική χειροτονία την αυθεντία να ασκούν και αυτοτελώς αποστολικό έργο. Ωστόσο, ο τίτλος «προφήτης», καίτοι προέρχεται από τον παλαιοδιαθηκικό τίτλο, διαφοροποιείται πλήρως στην καινοδιαθηκική γραμματεία, ιδιαίτερα δε στις επιστολές του αποστόλου Παύλου, τόσο ως προς την έννοια, όσο και ως προς το περιεχόμενο. Πράγματι, στην Καινή Διαθήκη ο τίτλος καθιερώθηκε για τη σαφή διάκριση της τάξεως των προφητών από την τάξη των αποστόλων, όχι μόνο κατά την αυθεντία, αλλά και κατά τον τρόπο εντάξεώς τους στο αποστολικό έργο. Έτσι, οι μεν απόστολοι αντλούσαν το εξαιρετικό τους κύρος στην Εκκλησία από την προσωπική τους εκλογή και την άμεση εντολή προς αυτούς από τον Ιησού Χριστό, ενώ οι προφήτες όφειλαν την εξέχουσα θέση τους στην προσωπική τους επιλογή από τους αποστόλους καθ’ υπόδειξη του αγίου Πνεύματος. Η διάκριση αυτή ήταν πολύ σημαντική κατά την αποστολική εποχή, όπως φαίνεται και από την αποδιδόμενη έμφαση στις περιγραφές της κλήσεως του αποστόλου Παύλου με το όραμα της Δαμασκού (Πρξ. 9, 1-30. Α΄ Κορ. 9, 1-7. 15,8-11. Α΄ Τιμ. 1, 12-17 κ.λπ.). Έτσι, μόνον οι απόστολοι είχαν λάβει άμεση εντολή και προσωπική αυθεντία αμέσως από τον Ιησού Χριστό για το έργο του ευαγγελισμού της οικουμένης, ενώ οι προφήτες ελάμβαναν την εντολή αυτή από το Άγιο Πνεύμα κατά την αποστολική χειροτονία και την ασκούσαν κατ’ αναφοράν προς τους αποστόλους, τουλάχιστον μέχρι τον θάνατο των αποστόλων. Η διάκριση δηλαδή του τίτλου των αποστόλων από τον τίτλο των προφητών αναφερόταν κυρίως στην εκλογή των μεν πρώτων από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό, των δε προφητών από το άγιο Πνεύμα και την αποστολική χειροτονία για το ίδιο αποστολικό έργο, αλλά από διαφορετικό επίπεδο αυθεντίας»6 .

Κατὰ τοὺς πρωτοχριστιανικοὺς χρόνους λοιπόν, οἱ προφῆτες ἦταν οἱ ἄμεσοι συνεργάτες καὶ διάδοχοι τῶν ἀποστόλων. Αὐτοὶ ἦταν ποὺ ἐχειροτονοῦντο ἐπίσκοποι καὶ ἦταν οἱ προϊστάμενοι τῶν εὐχαριστιακῶν συνάξεων τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Κι αὐτὸ ποὺ προκύπτει ἀπὸ ὅσα ἤδη ἀναφέραμε, εἶναι ὅτι κοινὸ γνώρισμα τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν προφητῶν ἦταν ἡ κατάσταση τοῦ δοξασμοῦ, τῆς θεώσεως, ἀπὸ τὴν ὁποία πήγαζε ἡ αὐθεντία στὴ διδαχή τους.

***

Παΐσιος (Παναγῆς) Μπασιᾶς

Σημαντικὰ γνωρίσματα τῶν ἀληθινῶν-αὐθεντικῶν προφητῶν εἶναι ἡ ἀνόθευτη Ὀρθόδοξη Πίστη στὸν Τριαδικό μας Θεό, ἡ τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν, τὰ θεάρεστα ἔργα, ἡ καθαρότητα τῆς καρδίας, ὁ ζῆλος νὰ γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τὸν Θεό, τὸ θεῖο Του θέλημα. Κι ἀκόμα ἡ ταπείνωση καὶ ἡ λακωνικότητα στὴν ἔκφραση: Λένε λίγα, μὰ ἐννοοῦν πολλά. Καὶ ἐνεργοῦν τὸ χάρισμα, ὄχι γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσουν ὡς μάγοι καὶ φακίρηδες, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὁδηγήσουν τοὺς ἀνθρώπους στὴ μετάνοια, καὶ ἀποφεύγουν πάσῃ δυνάμει τὴν αὐτοπροβολὴ καὶ τὴν ἀνθρωπαρέσκεια. Ἡ προφητεία λοιπὸν δὲν εἶναι δημιούργημα τοῦ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τῆς γνώσης ἢ τῆς ἐξυπνάδας του. Εἶναι γέννημα τοῦ ἐνοικοῦντος στὸν προφήτη Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ἐδῶ μποροῦμε νὰ ἀναφέρουμε τὸ παράδειγμα τοῦ ἐσόπτρου (καθρέπτη). Ὅσο καθαρώτερος ὁ καθρέπτης, τόσο περισσότερο ἀντανακλᾶ τὸ ἡλιακὸ φῶς. Ἔτσι καὶ ὁ προφήτης: «κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεώς» του, δηλαδὴ τῆς πνευματικῆς του κατάστασης, δέχεται τὸν φωτισμὸ τῆς Χάριτος καὶ τὸν ἀντανακλᾶ-διαδίδει στοὺς ἀνθρώπους.

Ἀντίθετα μὲ τοὺς ἀληθινοὺς προφῆτες, ὑπάρχουν καὶ οἱ ψευδοπροφῆτες, τῶν ὁποίων οἱ ψευδοπροφητεῖες ἀποτελοῦν γέννημα τῆς διαβολικῆς ἐπήρειας σ᾽ αὐτούς, ἕνεκα τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ πλανεμένου τους νοῦ καὶ τῆς ἐμπαθοῦς καρδίας τους. Αὐτοί, μπορεῖ νὰ εἶναι κοινοὶ ἀπατεῶνες (ὅπως τὰ μέντιουμ, οἱ χαρτορίκτρες, κ.ἄ.), μπορεῖ ὅμως νὰ παρουσιάζονται ὡς προφῆτες καὶ ἀπὸ καθαρὰ δαιμονικὴ ἐπενέργεια, ὅπως ἡ νεαρὴ ὑπηρέτρια στοὺς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας (Πρξ. 16, 16-18), ἡ ὁποία εἶχε «πνεῦμα πύθωνος», καὶ παρεῖχε πολλὰ κέρδη στοὺς κυρίους της μὲ τὶς μαντεῖες της. Ὁ Χριστὸς στὸ Εὐαγγέλιο μᾶς καθορίζει τὰ γνωρίσματα τῶν ψευδοπροφητῶν: Εἶναι ντυμένοι μὲ δέρματα προβάτων, ἀλλὰ ἀπὸ μέσα εἶναι λύκοι ἁρπακτικοί. Δηλ. δὲν πονοῦν τὸ ποίμνιο, δὲν στοχεύουν στὴ σωτηρία τῶν λογικῶν ψυχῶν, ἀλλὰ μόνο στὸ νὰ ἁρπάξουν, νὰ ἀποκομίσουν ὑλικὰ ἀγαθά, ἡδονὲς καὶ δόξα. Ἔτσι, φανερώνεται ἡ πλάνη τους ἀπὸ τὰ ἐπαίσχυντα ἔργα τους (Μᾶρκ. 7, 15-22).

ὅσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Καταλήγοντας στὴ μικρή μας αὐτὴ μελέτη, μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ λαμβάνει ὁ  χριστιανὸς πρὸς ἁγιασμὸ καὶ θέωσή του, καλεῖται νὰ τὸ διατηρεῖ καὶ νὰ τὸ ἐπαυξάνει στὴ ζωή του καὶ μὲ τὴ δική του συνέργεια· «τὸ Πνεῦμα μὴ σβέννυτε». Ὅσο δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται μέσα στὴν Ἐκκλησία νὰ καθαίρεται ἀπὸ τὰ πάθη του, τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴ φιλαυτία, καὶ νὰ ἁγιάζεται μὲ τὴν τήρηση τῶν ἁγίων ἐντολῶν τοῦ Κυρίου καὶ τὴ μυστηριακὴ ζωή, τόσο καὶ «μεταμορφοῦται τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοὸς αὐτοῦ», ἀνακαινίζει συνεχῶς τὸν νοῦ του, ὥστε νὰ διακρίνει κάθε στιγμὴ ποιό εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, «τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον» (Ῥωμ. 12, 3). Μπορεῖ ἔτσι ὁ ἄνθρωπος νὰ φτάσει στὸ σημεῖο νὰ «ἀνακρίνει πάντα», δηλαδὴ νὰ λάβει τὸ χάρισμα τῆς διάκρισης τῶν πνευμάτων (Α´ Κόρ. 2,15), ὅλα νὰ τὰ καταλαβαίνει, καὶ περαιτέρω νὰ τὰ ἐπεξηγεῖ καὶ νὰ τὰ μεταδίδει καὶ στοὺς ἄλλους. Καὶ ἔτσι ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος, μὲ τὸν φωτισμένο του νοῦ, τὸν «νοῦν Χριστοῦ» ποὺ διαθέτει, μπορεῖ «προφητεύων» νὰ «λαλεῖ ἀνθρώποις οἰκοδομὴν καὶ παράκλησιν καὶ παραμυθίαν» (Α´ Κορ. 14, 3).

Ὅπως καὶ προοιμιακὰ σημειώσαμε, τὸ προφητικὸ χάρισμα δὲν ἐξέλιπε ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὴ λήξη τῆς ἀποστολικῆς καὶ μεταποστολικῆς περιόδου, καθὼς εἶναι δώρημα ἐκ Θεοῦ σὲ σκεύη Του ἐκλεκτά, ποὺ οὐδέποτε θὰ ἐκλείψουν. Ἔτσι ἡ μία, ἀγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία ἔχει διαχρονικὰ ἀναδείξει πλῆθος αὐθεντικῶν προφητικῶν μορφῶν. Κάθε μελετητὴς τῶν Βίων τῶν ἁγίων θὰ διαπιστώσει τὴν περίτρανη αὐτὴ ἀλήθεια. Μέσα στὸ θεοπρόβλητο τοῦτο στίφος τῶν προφητικῶν πανευόσμων ἀνθέων μποροῦμε, τελείως ἐνδεικτικά, νὰ ἀναφέρουμε τοὺς ἑξῆς ἁγίους, τῶν ὁποίων ὁ βίος ἐπαληθεύει ὅλα τὰ ἀνωτέρω χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῶν ἀληθινῶν προφητῶν:

Ἀντώνιος ὁ Μέγας (251-356)· Ἀθανάσιος ὁ Μέγας (298-373)· Ἐπιφάνιος ὁ Μέγας, ἀρχιεπίσκοπος (367-403) Κωνσταντίας τῆς Κύπρου· Ἱλαρίων ὁ Μέγας (290-371)· Εὐθύμιος ὁ Μέγας (377-473)· Βαρσανούφιος ὁ Μέγας καὶ Ἰωάννης ὁ Προφήτης (5ος-6ος αἰ.)· Ἰωαννίκιος ὁ Μέγας (741-846)· ὅσιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν Σαλὸς (10ος αἰ.)· ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος (10ος/11ος αἰ.)· ἅγιος Λεόντιος πατριάρχης Ἱεροσολύμων (12ος αἰ.)· ὅσιος Γρηγόριος Σιναΐτης (13ος/14ος αἰ.)· ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (14ος αἰ.)· ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εύγενικὸς (14ος/15ος αἰ.)· ὅσιος Διονύσιος ὁ ῥήτωρ (16ος αἰ.)· Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς (1714-1779)· Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὼφ (1759-1833)· Παΐσιος (Παναγῆς) Μπασιᾶς (1801-1888)· Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης (1829-1908)· Ματρώνα ἡ ἀόμματος τῆς Μόσχας (1881-1952)· Στάρετς Ἀνατόλιος τῆς Ὄπτινα (1855-1922)· ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης (1840-1924)· ὅσιος Χατζηφλουρέντζος ὁ Κύπριος (20ὸς αἰ.)· ὅσιοι Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης, Παΐσιος Ἁγιορείτης καὶ Ἰάκωβος Τσαλίκης (20ὸς αἰ.).

ὅσιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Ὡς καταστάλαγμα τῶν ὅσων πιὸ πάνω γράψαμε, θὰ ἤθελα νὰ μοιραστῶ μὲ τοὺς ἀναγνῶστες μὲ δύο λόγια τὴν ἐμπειρία ποὺ μὲ ἀξίωσε ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ἔχω μὲ τρεῖς σύγχρονους προφῆτες: Τοὺς ὁσίους Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη, Ἰάκωβο τὸν ἐν Εὐβοίᾳ καὶ μία ἁγιασμένη Γερόντισσα στὴν Κρήτη, σκεῦος ἐκλογῆς Κυρίου. Μὲ τὴ γνωριμία καὶ συναναστροφή μαζί τους ἀξιώθηκα νὰ ζήσω, στὸ μέτρο ποὺ μπόρεσα νὰ ἀντιληφθῶ, τρεῖς προφητικὲς μορφές, τὴν κάθε μία μὲ τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Καὶ μὲ τοὺς τρεῖς διαπίστωσα καὶ βίωσα ὅλα τὰ γνωρίσματα τοῦ ἀληθινοῦ προφήτη: Τὴν ἀκραιφνὴ Ὀρθοδοξία καὶ ὀρθοπραξία· τὴν ἁγιότητα, τὴν ταπείνωση, τὴν καθαρότητα, τὴ λακωνικότητα στὴν ἔκφραση, καὶ ὅσα ἄλλα σχετικὰ ἀναφέραμε ἀνωτέρω. Στὴ συνομιλία καὶ μὲ τοὺς τρεῖς ἀντιλήφθηκα, μὲ πλήρη ἐσωτερικὴ βεβαιότητα, πὼς ἦταν αὐθεντικοὶ ἐκφραστὲς τοῦ θείου θελήματος στὴ ζωή μου. Καὶ στοὺς τρεῖς ἐπαλήθευσα τὸ διορατικὸ καὶ προορατικὸ χάρισμα, ἀφοῦ καὶ οἱ τρεῖς εἰσέδυσαν στὴν καρδιά μου καὶ εἶδαν τὸ παρελθόν, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον μου μὲ ἀκρίβεια καὶ σαφήνεια, πράγμα ποὺ βίωσαν μαζί τους καὶ χιλιάδες ἄλλοι πιστοί. Καὶ συχνὰ ἐπαλήθευσα τὸ προφητικό τους χάρισμα, ὅχι μονάχα σὲ συνάρτηση μὲ τὸ πρόσωπό μου, ἀλλὰ καὶ γιὰ ἄλλα πρόσωπα καὶ καταστάσεις εὐρύτερες. Καὶ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μας ἐπισφράγισε τὴν αἴσθηση αὐτὴ χιλιάδων πιστῶν, ἐντάσσοντας τοὺς δύο πρώτους Γέροντες (Παΐσιο καὶ Ἰάκωβο) καὶ ἐπίσημα στὴ χορεία τῶν ἁγίων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Καί, γιὰ τὴν τρίτη περίπτωση, ἔχει ὁ Κύριος τὸ σχέδιό του.

Ταῖς τῶν ἁγίων Σου Προφητῶν, πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν!

***

1 Στὸ νεοελληνικὸ κράτος, ἀπὸ τὸν 19ο αἰ. κ. ἑξ., γιὰ ποικίλους ἱστορικοὺς λόγους, ἀπεμπολήθη ἐν πολλοῖς ἡ Ὀρθόδοξη ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ ἀντικαταστάθηκε μὲ τὸν Δυτικόφερτο Ἀκτιβισμὸ καὶ τὸν νοησιαρχικὸ Σχολαστικισμό. Ἡ ἐμπειρικὴ προσέγγιση τοῦ Θεοῦ λησμονήθηκε καὶ συχνὰ καλλιεργήθηκε ὁ εὐσεβισμός, ποὺ ἀποκύησε λιμώττουσες πνευματικὰ καρδίες. Πολλοὶ ποὺ ἀνατράφηκαν στὴν ἀλλοτριωμένη αὐτὴ κατάσταση, μὲ ἀναπόδραστη ἀπόληξη τὴν ἐσωτερικὴ πνευματικὴ ἔνδεια καὶ τὴν κυριαρχία τῶν παθῶν στὴ ζωή τους, μὴ ἔχοντας αὐτοὺς ποὺ θὰ τοὺς ὁδηγοῦσαν στὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση, κατέληξαν στὶς ἀκρότητες τοῦ νεο-Νικολαϊτισμοῦ καὶ τῆς «μεταπατερικῆς θεολογίας», ποὺ ἑδράζεται στὴν ἐκλογίκευση τῶν μυστηρίων τῆς πίστεως, στὴν ἀμοραλιστικὴ ἀμνήστευση τῶν παθῶν καὶ στὴ σχολαστικὴ προσέγγιση τῶν πνευματικῶν βιωμάτων. Ἔτσι ἐξηγεῖται τὸ γιατὶ κάποιοι θεολόγοι, κληρικοὶ καὶ ἐπίσκοποι ἀκόμη, ἐνῶ φαίνεται νὰ προσήγγισαν μὲ δέος τὴν ἐπιφάνεια καὶ τὴν ἁπλότητα τῆς ζωῆς συγχρόνων μας ἁγίων μορφῶν, ἀδυνάτησαν (ἢ ἀδυνατοῦν) νὰ ἀντιληφθοῦν αὐθεντικὲς αὐτὲς χαρισματικὲς προσωπικότητες, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀμφισβητοῦν, νὰ μειώνουν ἢ καὶ νὰ ἀπορρίπτουν τὶς θεῖες ἐνέργειες στὴ ζωὴ τῶν ἁγίων αὐτῶν.

2 Ὡς Ζηλωτισμός, ἀπὸ ἐκκλησιαστικὴ ἄποψη, χαρακτηρίζεται στὶς μέρες μας τὸ σύνολο τῶν ἀκραίων ἀντιλήψεων, τάσεων καὶ πρακτικῶν τῶν αὐτοτιτλοφορουμένων «Ζηλωτῶν», ὅλων δηλαδὴ τῶν παρατάξεων τῶν σχισματικῶν καὶ συνάμα αἱρετικῶν Παλαιοημερολογιτῶν. Τὸ θέμα αὐτὸ βεβαίως εἶναι λίαν ἐκτεταμένο, καὶ παραπέμπουμε πρόχειρα τὸν φιλομαθὴ ἀναγνώστη στὸ ἐξαίρετο σχετικὸ ἔργο τοῦ μακαριστοῦ π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, Τὰ Δύο Ἄκρα. Οἰκουμενισμὸς καὶ Ζηλωτισμός, ὅπου ὁ μακαριστὸς σοφὸς Γέροντας, μὲ μεγάλη σαφήνεια καὶ θεολογικὴ τεκμηρίωση ἀναδεικνύει τὴν πλάνη ἀμφοτέρων τῶν τάσεων. Οἱ πεπλανημένοι αὐτοὶ χριστιανοὶ «Ζηλωτές», γιὰ νὰ ποῦμε μὲ συντομία, γιὰ νὰ ἀποφύγουν δῆθεν τὴν ἀλλαγὴ τοῦ Ἑορτολογίου μὲ τὴν εἰσαγωγὴ σὲ ἀρκετὲς τοπικὲς Ἐκκλησίες τοῦ λεγομένου «Νέου Ἡμερολογίου», καὶ νὰ μὴ βρίσκονται σὲ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὴ «μιανθεῖσα» κατ᾽ αὐτοὺς κανονικὴ Ἐκκλησία, ἀποσχίστηκαν ἀπὸ τὴν μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἱδρύοντας ἀνίδρυτες καὶ ἀνυπόστατες «ἐκκλησίες» καὶ παραβαίνοντας πληθώρα ἱερῶν κανόνων γιὰ ἕνα δευτερεῦον λειτουργικὸ καὶ ὄχι δογματικὸ ζήτημα. Καί, ἐνῶ κόπτονται γιὰ τὴ διαφορὰ τῶν 13 ἡμερῶν στὸ Ἑορτολόγιο, λὲς καὶ εἶναι ἡ οὐσία τῆς πίστης καὶ ἡ μοναδικὴ προϋπόθεση σωτηρίας, περιέπεσαν καὶ περιπίπτουν σὲ σοβαρότατα ἀτοπήματα, ἠθικὰ καὶ ὄχι μόνον, γιὰ νὰ ἐπισφραγίσουν τὴν πλάνη καὶ τύφλωση, στὶς ὁποῖες τοὺς ὁδήγησε καὶ ὁδηγεῖ ὁ ἀδιάκριτος ζηλωτισμός τους.

Βλ. λ.χ. σχετικὰ λήμματα στά: Abbott-Smith, G., A Manual Greek Lexicon of the New Testament, (ἐκδ.) Charles Scribner’s Sons, New York 1922, σσ. 390-391· Δημητράκου, Δ., Μέγα Λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, τόμ. ΙΒ´, (ἐκδ.) Δομή, Ἀθῆναι [1953], σσ. 6297-6298· Lidell, H.G.-Scott, R., A Greek-English Lexicon, (ἐκδ.) Clarendon Press, Oxford 101996, σ. 1539.

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου Βλάχου, Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὶς προφορικὲς παραδόσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη,  τόμ. Α´, (ἐκδ.) Ἱερὰ Μονὴ Γενεθλίου Θεοτόκου, Λειβαδιὰ ²2011, σ. 214 κ.ἑξ.

 Ὅπ. ἀν., σσ. 219-220.

6 Φειδᾶς, Βλ., «Αποστολική διαδοχή και χειροτονία κατά τον Απόστολο Παύλο», Πεμπτουσία, 22.05.2012. Βλ. καὶ Φειδάς, Βλ., Το πολίτευμα της Εκκλησίας και η Τάξις των Προφητών, Αθήναι 1984.

Ψευδοπροφήτες ή ψευτοδεσποτάδες; Του Σωτήρη Μ. Τζούμα

Ποιοι και γιατί θέλουν τον διωγμό του π.Δημητρίου των Αγίων Ισιδώρων στο Λυκαβηττό;
 
Πηγή: https://www.exapsalmos.gr/2022/06/22/psevdoprofites-i-pseftodespotades/
 
Προβληματίστηκα πολύ αν θα έπρεπε να ασχοληθώ με ένα θέμα που ήλθε να ταράξει τα νερά της Εκκλησίας μας! Και το κάνω αυτό όχι γιατί θέλω να βάλω κάποιους ξερόλες στη θέση τους αλλά γιατί σε μια εποχή αποστασίας που ζούμε πρέπει να προτάσσουμε  τα στήθη μας και να υπερασπιζόμαστε αυτούς που διώκονται και κατηγορούνται γιατί επιτελούν το καθήκον τους με τον πιο υπεύθυνο τρόπο. Θα ξεκινήσω ανάποδα την εξιστόρηση των γεγονότων και θα καταλήξω στην ουσία του θέματος που με έκανε να πιάσω μολύβι και χαρτί στο χέρι μου και να αρχίσω να γράφω!
 
Μας πληροφόρησε προ ολίγων ημερών η Ιερά Σύνοδος με ανακοινωθέν της -το δεύτερο μετά τους ψευδοπροφήτες που τους θυμήθηκε ξαφνικά τώρα- ότι η νεοπροτεσταντική πολυπληθής ομάδα «Ελληνική Ιεραποστολική Ένωση» ετοιμάζεται να επισκεφθεί τους Νομούς Καρδίτσας, Φωκίδας και Φθιώτιδας για να διανείμει 50 χιλιάδες αντίτυπα της Καινής Διαθήκης και άλλα έντυπα με την διαδικασία «πόρτα- πόρτα»!
 
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η εν λόγω οργάνωση αλώνισε στην πατρίδα μας και διένειμε από το 2008 μέχρι σήμερα 1.308.213 αντίτυπα της Καινής τους Διαθήκης και οπωσδήποτε και άλλα έντυπα, για να παρασύρει τους πιστούς.
 
Ανησυχούν καθόλου οι…Άγιοι μας και δη ο Σεβ. Θεσσαλιώτιδος, ο οποίος προέβη σε δήλωση και έσπευσε να χαρακτηρίσει «πληγή» την σύναξη του πιστού λαού του Θεού στον Ι. Ν. Αγίων Ισιδώρων Λυκαβηττού της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών, για την εξόρμηση της «Ιεραποστολικής Ένωσης»; Τι κάνει ο ίδιος στην επαρχία του; Μήπως τον ενοχλεί που λειτουργεί σε άδειους ναούς (το επισημάναμε άλλωστε και κατά τα ονομαστήρια του που είχε 10-11 συλλειτουργούς Αρχιερείς και περί τους 100-200 πιστούς) ενώ στους Αγίους Ισιδώρους έχουμε κάθε φορά κοσμοπλημμύρα;
 
Ποιοι κληρικοί με εντολή των επισκόπων τους βγήκαν ποτέ να μοιράσουν Καινή Διαθήκη ή άλλα βιβλία περί την ορθόδοξη κατήχηση δωρεάν και μάλιστα πόρτα-πόρτα; Γιατί συνήθως μόνο ο έρανος της Αγάπης διεξάγεται πόρτα- πόρτα. Είπε ακόμη ότι «οι πιστοί πρέπει να διαβάζουν τον λόγο του Θεού και να κατανοήσουν την διδασκαλία της Εκκλησίας». Σώπα!!! Μεγάλη σοφία εξεστόμισε ο Άγιος! Πώς να κατανοήσουν βρε ευλογημένε, οι πιστοί την διδασκαλία της Εκκλησίας; Ο Χριστός είπε στους μαθητές του «πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα κηρύξατε το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει». Δηλαδή το κηρύττειν είναι έργο των ποιμένων και με ευλογία τους παραχωρείται στους κληρικούς και στους ιεροκήρυκες, όχι στον λαό του Θεού!
 
Τότε ποιό είναι το έργο των Ποιμένων; Τα λαμπρά αρχιερατικά συλλείτουργα (που τείνουν να γίνουν φιέστες), η συμμετοχή στις πανηγύρεις ανά την Ελλάδα, οι πομπώδεις ομιλίες ενώπιον των Αρχιερέων κατά τις μακρόσυρτες συνεδρίες της Ι. Συνόδου ή τα βαρύγδουπα ανακοινωθέντα… προς τον λαόν; Δηλαδή μία Εκκλησία στα χαρτιά χωρίς ψυχή!
 
Ο Ιερός Χρυσόστομος, δεν πίστευε στην άποψη ότι η αλήθεια μπορεί να διασφαλισθεί από μεμονωμένα πρόσωπα, ακόμη κι αν ήταν ανώτεροι κληρικοί, αλλ᾽ ετόνιζε την αξία του Συνοδικού συστήματος και της Συνόδου, ως μόνης αυτής εχούσης την δυνατότητα να διασφαλίσει την Ορθόδοξη φωνή της Εκκλησίας. Και εκδόθηκε πράγματι από την Σύνοδο  το ανακοινωθέν περί…ψευδοπροφητών. Και έτειναν  κάποιοι Αρχιερείς  τα πολυβόλα τους εναντίον του π. Δημητρίου, εφημερίου του Ι. Ν. Αγ. Ισιδώρων Λυκαβηττού! Αυτόν εννοούσε η Ι. Σύνοδος; Γι’ αυτόν εξέδωσε τις δύο εγκυκλίους; Δεν μπορούσε ο Αρχιεπίσκοπος στον οποίο ανήκει ο π. Δημήτριος να επιβάλλει την τάξη αν όντως είχε αυτή διασαλευτεί;
 
Ο π. Δημήτριος είναι το πρόβλημα ή η αδιαφορία των Επισκόπων να ασχοληθούν με ουσιαστικό ποιμαντικό και ενοριακό έργο; Και για να πούμε τα πράγματα με το όνομα τους, δεν έχει προϊσταμένη Αρχή ο π. Δημήτριος, από την οποία μπορεί να ελεγχθεί για τυχόν παράπτωμά του; Ασφαλώς και έχει! Ανήκει στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Γιατί να τον ελέγξει η Σύνοδος, ο εκπρόσωπος Τύπου της ΔΙΣ ή ο οποιοσδήποτε Μητροπολίτης ανά την Ελλάδα; Ποιος όρισε τον Αργολίδος και τον Θεσσαλιώτιδος σε εισαγγελείς της Εκκλησίας και των ψυχών μας;
 
Κάποιες… ακραίες φωνές, ερμήνευσαν το ανακοινωθέν ως προ-άγγελμα κάποιων κινήσεων της Κυβερνήσεως σχετικά με θέματα ευαίσθητα περί την πίστη και την ζωή υψηλά ισταμένων προσώπων… Ίδωμεν! Θα φανεί! Ωστόσο γιατί θορυβήθηκε ο… Φώσκολος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Άγιος Αργολίδος, με τους νεο-ψευδοπροφήτες που εσχάτως εμφανίζονται στην Ελληνική Κοινωνία και αποφάσισε η Σύνοδος να τους καταγγείλει; Τι τον ενόχλησε στο προσκύνημα του Λυκαβητού και στοχοποίησε τον π. Δημήτριο και το έργο του; Είναι επικίνδυνος για την ορθόδοξη πίστη ο π. Δημήτριος περισσότερο από τους προτεστάντες και τους πραγματικούς εχθρούς της πίστης μας; Διαβάζοντας λοιπόν με προσοχή -είναι αλήθεια-  την δήλωση-παρέμβαση του Μητροπολίτου Αργολίδας, νόμιζα κατ’ αρχήν ότι αφορούσε κάποιο νέο πυροτέχνημα Προτεσταντών ή άλλων θρησκευτικών παραφυάδων που κατά καιρούς εμφανίζονται στην Ορθόδοξη Πατρίδα μας και μάλιστα το συνέδεσα με αυτό που σας έγραψα στην αρχή. Έλα μου ντε όμως, που η παρέμβασή του αυτή δεν αφορούσε την εν λόγω προτεσταντική οργάνωση, αλλά Ορθόδοξους ιερείς και μάλιστα για ιερέα της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και όχι κάποιους αποσχηματισθέντες ή καθημερινούς ιερείς του Νέου ή του Παλαιού Ημερολογίου…!!!
 
Αλήθεια, δεν έχει Αρχιεπίσκοπο η Αθήνα να ασχοληθεί με τα της Αρχιεπισκοπής  και έπρεπε να βγείτε και να μιλήσετε εσείς; Ή δεν είναι ευχαριστημένη στην Αρχιεπισκοπή με τις εισπράξεις; Γιατί δεν ασχολείστε Άγιε Αργολίδος με την επαρχία σας, ή μήπως δεν σας αφήνουν τα ταξίδια και η ιεραποστολή; Εσείς έχετε σκεφτεί αν προκαλείτε με την εμμονή σας στον Άγιο Λουκά τον Ιατρό; Βγήκαμε εμείς να σας το πούμε; Όχι γιατί το θεωρούμε ως φυσιολογική ενασχόληση ενός Επισκόπου έστω και κατά τρόπο υπερβολικό! Ενοχλήθηκε ο Άγιος Αργολίδας από κάτι, και αναγκάστηκε να προβεί σε αυτή την κατάπτυστη δημόσια δήλωση, δημιουργώντας σύγχυση στο χριστεπώνυμο πλήρωμα…;;;;; Μήπως γιατί συρρέουν πιστοί από την επαρχία του με πούλμαν στους Αγίους Ισιδώρους; Ας ψάξει να βρει την αιτία ο Σεβ. Νεκτάριος που δεν αναπαύει το ποίμνιο του και γι’ αυτό πάει στο Λυκαβηττό. Δεν τον είδαμε το ίδιο δραστήριο και ομιλητικό όταν περιόδευε την πατρίδα μας το ξόανο της Αμάλ!!
 
Πλην του Σεβ. Μητροπολίτου Σταγών και Μετεώρων κ. Θεόκλητου που ξεσήκωσε το λαό και απαγόρευσε την περιοδεία της μούμιας στα αγιασμένα Μετέωρα, ουδείς άλλος μίλησε! Και τώρα βγαίνει και επιτίθεται εναντίον ενός κληρικού που μπορεί να είναι παραστατικός και να ακολουθεί τα έθιμα της ιδιαίτερης πατρίδας του της Κρήτης αλλά δεν κάνει κάτι κακό! Και ξέρετε γιατί τα έβαλαν μαζί του; Γιατί όταν λειτουργεί ο Αργολίδος και κάποιοι πολύξεροι σαν κι αυτόν, έχει 100 πιστούς στο εκκλησίασμα ενώ ο π. Δημήτριος μαζεύει σε κάθε ακολουθία χιλιάδες. Όπως προχθές που πήγαν 15 χιλιάδες πιστοί κάθε ηλικίας. Γιατί όμως δείξατε τέτοιο πανικό Άγιε Αργολίδας; Μήπως γιατί ως “διορατικός” Επίσκοπος διαπιστώσατε κάτι που δεν βλέπει ο πιστός μας λαός, ο οποίος κατά χιλιάδες συρρέει στο συγκεκριμένο Ιερό Προσκύνημα στο οποίο επιτεθήκατε…;;;;; Πάντως για να συμβαίνει κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να σας γεμίζει χαρά και όχι λύπη. Γιατί ο λαός αυτός δεν λύγισε τα δύο χρόνια της πανδημίας, που ενώ εσείς  κρυβόσαστε και βγαίνατε μόνο να στείλετε τις γνωστές πλέον… Φωσκολιάδες σας, ο λαός αυτός ήταν μπροστάρης για την Πίστη του Θεού την Αγία, ερχόμενος αντιμέτωπος με την χλεύη, τον εξευτελισμό, την διαπόμπευση, τις προσβολές, τις ύβρεις, από τα ΜΜΕ και τα Μέσα της Κοινωνικής Δικτύωσης, τους λοιμωξιολόγους, τους Μόσιαλους και λοιπούς εχθρούς της Εκκλησίας μας, Άγιε Αργολίδος.
 
Ή μήπως μόλις είδατε ζωντανούς και δραστήριους παπάδες που μαζεύουν κόσμο (εκτός Μητροπόλεώς σας)  πάτε να τους εξαφανίσετε όπως διαχρονικά πάντα κάνατε ορισμένοι Αρχιερείς, όταν βλέπετε ότι ταρακουνιούνται οι θρόνοι σας, και περνάτε σε δεύτερη μοίρα γιατί ο λαός μας σας αγνοεί και σας απαξιώνει; Ασχοληθείτε με την επαρχία σας, που την έχετε γεμίσει με ρώσικους Τρούλους… Σε λίγο οι επισκέπτες θα νομίζουν ότι βρίσκονται  σε κάποια ρωσική επαρχία… Αφήστε τον πιστό μας λαό, τον φρουρό των θησαυρών της πίστης μας, ο οποίος ξέρει τι κάνει! Φροντίσατε να μάθετε  μήπως αν ο π. Δημήτριος και τα 18 νέα παιδιά -όλοι επιστήμονες και άνδρες- που τον ακολουθούν και τον συμπαρίστανται στο έργο του χρηματίζονται; Είδατε έξω από το προσκύνημα να έχει στήσει μήπως κανένα πάγκο με εργόχειρα και άλλα παρόμοια που έχουν συνήθως οι ναοί και οι Μονές  που παρουσιάζουν αθρόα προσέλευση και θησαυρίζουν; Τίποτα από όλα αυτά!
Καλύτερα να σταυρώνονται οι πιστοί με τον Σταυρό του παπά Δημήτρη παρά να τους στέλνετε στη γιόγκα και σε άλλα ηχηρά παρόμοια, όταν δεν αναπαύονται στην Εκκλησία μας.
 
– Και επιτέλους με Σταυρό  τους σταυρώνει όχι με κανένα… μαντζούνι, όπως είχε πει κάποτε ο Χριστόδουλος στους κατηγόρους του π. Δημητρίου που από τότε τον κυνηγούσαν και τον διέβαλαν! Ορθόδοξος παπάς είναι, όχι γκουρού! Έχετε αποδείξεις για τα γιαλαντζί θαύματα που καταγγείλατε και τα οποία με εντολή άνωθεν αποσοβήθηκαν; Γιατί θα κληθείτε να λογοδοτήσετε στη Δικαιοσύνη γι’ αυτό! Δεν θα το αφήσουν έτσι αυτό άνθρωποι που στηρίζουν τον π. Δημήτριο και σίγουρα δεν είναι πολιτικά ιστάμενοι! Οι πολιτικοί -και των δύο μεγάλων κομμάτων- όπως είδαμε ασχολούνται με άλλα θέματα και συχνάζουν σε μοναστικά θέρετρα υψηλού επιπέδου. Τι να τον κάνουν τον
π. Δημήτριο όταν έχουν την εξουσία της Εκκλησίας πιστή και ταγμένη (για να μην πω υποταγμένη) στις επιθυμίες τους; Συμμαζέψτε πρώτα κάποιους νεόκοπους αρχιμανδρίτες που κάνουν τους γκουρού, τους δήθεν μεγάλους γεροντάδες που παιδεύουν και ταλαιπωρούν κόσμο, ελέγχουν αρρωστημένα τις ψυχές και δημιουργούν μύρια προβλήματα σε οικογένειες, μοναστήρια και… αδελφότητες και μετά να ασχοληθείτε με κληρικούς όπως ο π. Δημήτριος. Σας τα γράφω και τα παρουσιάζω όποτε τα πληροφορούμαι αλλά δεν δίνετε σημασία γιατί ανήκετε όλοι στο ίδιο σινάφι!
 
Περιορίστε κάποιους επιλήσμονες της ιερωσύνης τους που εκμεταλλεύονται τον πόνο των ανθρώπων και θησαυρίζουν. Σταματήστε κάποιους αυλικούς-κληρικούς που χειραγωγούν γέροντες Επισκόπους και γεμίζουν τον γλωσσόκομον, ρεζιλεύοντας τους άλλοτε κραταιούς και σεβασμίους Ιεράρχες. Πάρτε το φραγγέλιο και σκορπίστε τους αγύρτες που έχουν μαζευτεί στις αυλές των Εκκλησιών και σκανδαλίζουν τον κόσμο. Μαζέψτε πρώτα το αδελφάτο που μαστίζει την Εκκλησία φανερά και κρυφά  και μάλιστα σε επιτελικές θέσεις και μετά να ασχοληθείτε με περιπτώσεις όπως των Αγίων Ισιδώρων! Αφήστε τους απλούς παπάδες να στηρίζουν τον λαό μας, να τον ενισχύουν, να ακούν τον πόνο του, να στέκονται δίπλα του. Γιατί αν δεν υπήρχαν αυτοί οι απλοί και άδολοι τη πίστει παπάδες, εσείς δεν θα είχατε κανέναν να σας φιλάει το χέρι και θα αρεσκόσασταν να σας θυμιάζουν εννεάκις οι διάκοι κι ας θύμιαζαν στην συνέχεια μόνο τα… άδεια στασίδια. Άντε μαζέψου Άγιε και σύ και οι όμοιοι σου μην αρχίσω να σας λέγω ένα-ένα τα θαύματα που επιτελείτε εσείς αλλά… εν κρυπτώ!
 
Εν κατακλείδι καταθέτω την εξής μαρτυρία:
 
Ένα πνευματικό παιδί του π. Δημητρίου, ο διεθνούς φήμης επιχειρηματίας Γιώργος Δεσύλλας (συχνός επισκέπτης του Μακ. Αρχιεπισκόπου) σε μια συνέντευξη που έδωσε για τα επιχειρηματικά επιτεύγματα του είπε το εξής συγκλονιστικό: 
– «Η βάση για όλα είναι ο Θεός. Και συγκεκριμένα για εμένα ξεκινούν όλα από τον πνευματικό μου και πατέρα μου, παπά Δημήτρη στον Λυκαβηττό με τον Τίμιο Σταυρό. Χάρη σε αυτόν πορεύομαι άφοβα και χάρη σε αυτόν σημειώνουμε αυτή την πορεία που θα ζήλευαν μεγάλοι επιχειρηματικοί κολοσσοί!» 
 
Αφήστε επιτέλους Άγιοι τον παπα-Δημήτρη ήσυχο. Όταν πήρατε την αρχιερατική ράβδο κατά την χειροτονία σας, ο Αρχιεπίσκοπος σας είπε να γίνει «τοίς μεν ευπειθέσιν, έστω υπό σού βακτηρία και υποστηριγμός, τοίς δε απειθέσι και ευτραπέλοις χρώ αυτή ράβδω επιστυπτική, ράβδω παιδεύσεως»… Να επιτιμάτε πράγματι αυτούς που σκανδαλίζουν, που καταδυναστεύουν, που εκμεταλλεύονται, που διώχνουν με την συμπεριφορά τους τον λαό του Θεού και όχι αυτούς που τους στηρίζουν, τους ενισχύουν και τους συνάδουν στην μάνδρα του Χριστού! Αλλιώς αυτή η ράβδος θα γυρίσει ανάποδα…! Κάντε το σημείο του Σταυρού μήπως και θυμηθείτε ποιο ήθος μας διδάσκει!

Κήρυγμα Πρωτοσύγκελου τῆς Ἱ. Μ. Μόρφου Ἀρχιμ. Φωτίου τὴν Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς (12.06.2022)

Κήρυγμα Πρωτοσύγκελου τῆς Ἱ. Μ. Μόρφου Ἀρχιμ. Φωτίου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ τελέσθηκε στὸν Ἱ.Ν. Ἁγίου Γεωργίου Ροτόντας, μετόχι τῆς Ἱ.Μ. Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Κτήτορος Ἁγίου Ὄρους (12.06.2022).

Πηγή: Τέκνα Ἁγίων Δημητρίου, Γεωργίου καὶ Πορφυρίου

Οἰ Κύπριοι ἅγιοι μάρτυρες Ἀριστοκλῆς πρεσβύτερος, Δημητριανὸς διάκονος καὶ Ἀθανάσιος ἀναγνώστης (23/6)

Οἰ Κύπριοι ἅγιοι μάρτυρες Ἀριστοκλῆς πρεσβύτερος, Δημητριανὸς διάκονος καὶ Ἀθανάσιος ἀναγνώστης, ποὺ μαρτύρησαν στὴ Σαλαμίνα τῆς Κύπρου* (23/6).

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Σύμφωνα μὲ τὶς γνωστὲς ἁγιολογικὲς πηγές, οἱ μάρτυρες Ἀριστοκλῆς πρεσβύτερος, Δημητριανὸς διάκονος καὶ Ἀθανάσιος ἀναγνώστης μαρτύρησαν κατὰ τὸν Μεγάλο Διωγμὸ ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, ποὺ ὑποκίνησε παντοιοτρόπως ὁ Καίσαρας Μαξιμιανὸς Γαλέριος καὶ συνυπέγραψε σχετικὸ διάταγμα μὲ τὸν πενθερό του καὶ Αὔγουστο τῆς ἀνατολικῆς αὐτοκρατορίας Διοκλητιανό.

Εἶναι κατὰ τὸν διωγμὸ αὐτό, ποὺ μαρτύρησαν πλεῖστοι ὅσοι γνωστοὶ μάρτυρες στὴν Κύπρο.

Στὰ σωζόμενα συναξάρια τῶν ἁγίων τούτων ἐπισημαίνεται ὅτι ὁ μάρτυς Ἀριστοκλῆς ἦταν Κύπριος στὸ γένος, καταγόμενος ἀπὸ τὴν ἀρχαία μεγαλούπολη Ταμασσό, ἕδρα τοῦ ὁμωνύμου κυπριακοῦ βασιλείου καὶ μία ἀπὸ τὶς πρῶτες ὀργανωμένες χριστιανικὲς τοπικὲς Ἐκκλησίες, στὴν κεντρικὴ (καθολικὴ) ἐκκλησία τῆς ὁποίας ὑπηρετοῦσε ὡς πρεσβύτερος. Μὲ τὴν ἔναρξη τοῦ Μεγάλου Διωγμοῦ, φοβούμενος ὁ Ἀριστοκλῆς τὸν ἐπικρεμάμενο κίνδυνο, ἀνέβηκε σ᾽ ἕνα βουνὸ ἐκεῖ κοντὰ στὴν Ταμασσὸ καὶ κρύβηκε σὲ κάποιο σπήλαιο. Ἐνῶ δὲ προσευχόταν στὸ σπήλαιο, ἦλθε σὲ κατάσταση θεοπτίας («φωτὶ περιηστράφθη ὑπὲρ τὸν ἥλιον») καὶ ἄκουσε θεία φωνή, νὰ τὸν παρακινεῖ νὰ μεταβεῖ στὴν τότε μητρόπολη (πολιτικὴ πρωτεύουσα) τῆς Κύπρου, τὴν ἀρχαία πόλη τῆς Σαλαμίνας, γιὰ νὰ ὁμολογήσει τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ νὰ ἀγωνισθεῖ στὸ στάδιο τοῦ μαρτυρίου.

Ὑπακούοντας στὸ θεϊκὸ κέλευσμα καὶ καθ᾽ ὁδὸν πρὸς τὴ Σαλαμίνα, ἔφθασε στὴν ἀρχαία πόλη τῶν Λέδρων (τὴ σημερινὴ Λευκωσία), ὅπου κατέλυσε στὸν ἐκεῖ ναὸ τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα. Ἐδῶ ἔχουμε μία πρωιμότατη μαρτυρία γιὰ τὴν ὕπαρξη καὶ λειτουργία εὐκτηρίου οἴκου, ἤδη ἀπὸ τὸν τρίτο αἰῶνα (ἀφοῦ ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ χρονολογεῖται στὸ ἔτος 303). Στὸν ναὸ αὐτὸ συνάντησε τοὺς κληρικοὺς Δημητριανὸ διάκονο καὶ Ἀθανάσιο ἀναγνώστη, ποὺ ὑπηρετοῦσαν ἐκεῖ, οἱ ὁποῖοι καὶ τὸν φιλοξένησαν. Διηγήθηκε λοιπὸν ὁ Ἀριστοκλῆς σ᾽ αὐτοὺς τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ὀπτασία του καὶ τὸν σκοπὸ ποὺ εἶχε νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν Χριστό, καὶ ἄναψε καὶ σ᾽ αὐτῶν τὴν καρδιὰ ὁ πόθος τοῦ μαρτυρίου. Ἔτσι, οἱ τρεῖς ἐν Χριστῷ ἀδελφοὶ ἀκολούθησαν τὴν ὁδὸ πρὸς τὸ μαρτύριο.

Φθάνοντας στὴ Σαλαμίνα, στάθηκαν ἐπίτηδες σὲ κάποιο ὑψηλὸ σημεῖο κοντὰ στὸ διοικητήριο τῆς πόλης, ὥστε νὰ φαίνονται ἀπὸ μακρυά. Πράγματι, σὲ λίγο ἔγιναν ἀντιληπτοὶ ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα (praeses) τῆς νήσου, ποὺ ἦταν τότε ὁ γνωστὸς ἀπὸ τὰ μαρτύρια καὶ ἄλλων Κυπρίων μαρτύρων Σαβῖνος (AntistiusSabinus[293-305]), ὁ ὁποῖος τοὺς κάλεσε νὰ πᾶνε κοντά του. Οἱ τρεῖς γενναῖοι μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ὁμολόγησαν τότε ἀπὸ μόνοι τους τὴ χριστιανική τους ἰδιότητα, καὶ ὅτι εἶχαν ἔλθει ἐκεῖ πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτό. Τοὺς φυλάκισε τότε ὁ ἡγεμόνας, γιὰ νὰ τοὺς παραδώσει στὴ συνέχεια στὰ βασανιστήρια. Μέσα στὴ φυλακὴ εἶχαν συγκρατούμενους γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, μεταξὺ ἄλλων, καὶ τοὺς ἐπισκόπους Φιλωνίδη Κουρίου, τὸν μετέπειτα ἱερομάρτυρα, καὶ Ἀρίστωνα, ἄγνωστο ποιᾶς πόλης ποιμένα, ποὺ τελικὰ ἐπέζησε τοῦ μαρτυρίου καί, ὅταν ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ τὰ δεσμά, συνέγραψε τὸ Μαρτύριο τοῦ ἁγίου Φιλωνίδου καί, πιθανώτατα, καὶ τῶν τριῶν μαρτύρων μας.  Ἐδῶ νὰ τονίσουμε ὅτι, ἐφόσον ἦσαν κρατούμενοι οἱ δύο αὐτοὶ ἐπίσκοποι στὴ φυλακή, ὅπως προφανῶς καὶ ἄλλοι ἐπίσκοποι τῆς νήσου, σημαίνει ὅτι εἶχε ἤδη ἐφαρμοσθεῖ καὶ τὸ 2ο ἔδικτο διωγμοῦ τῶν ἰδίων αὐτοκρατόρων (θέρος 303), ποὺ διέταζε τὴ σύλληψη καὶ φυλάκιση ὅλων τῶν χριστιανῶν ἐπισκόπων καὶ κληρικῶν.

Ὁ Σαβῖνος ὑπέβαλε τοὺς τρεῖς μάρτυρες σὲ τιμωρίες, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν Ἀριστοκλῆ. Ὁ ἅγιος πρῶτα καταξεσχίσθηκε σ᾽ ὅλο τὸ σῶμα μὲ μαστίγωση καί, ἐπειδὴ παρέμενε ἀκλόνητος στὴν ὁμολογία τῆς πίστης του, μὲ προσταγὴ τοῦ ἡγεμόνα ὑπέστη τὸν διὰ ξίφους ἀποκεφαλισμό, λαμβάνοντας ἔτσι τὸ στέφος τοῦ μαρτυρίου. Τοὺς ἁγίους Δημητριανὸ καὶ Ἀθανάσιο, ποὺ ἐπίσης ἐνέμεναν σταθεροὶ στὴν πίστη, μετὰ ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια, διέταξε ὁ Σαβῖνος καὶ τοὺς ἔριξαν στὴ φωτιὰ νὰ κατακαοῦν. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ διαφυλάχθηκαν μὲ τὴ θεία Χάρη ἀβλαβεῖς, πρόσταξε ὁ ἡγεμόνας καὶ τοὺς ἀποκεφάλισαν καὶ αὐτοὺς διὰ ξίφους. Πιθανώτατα οἱ ἅγιοι μαρτύρησαν τὸ ἔτος 303, στὶς 23 Ἰουνίου, ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία τελεῖται ἡ μνήμη τους.

Τὰ σωζόμενα ἐπίτομα συναξάρια τῶν τριῶν τούτων μαρτύρων δυστυχῶς περατοῦνται ἀμέσως μετὰ τὴν ἀναφορὰ στὸ μαρτυρικὸ τέλος τους καὶ δὲν μᾶς παρέχουν περαιτέρω πληροφορίες γιὰ τὰ τίμια λείψανά τους. Στὴν περίπτωση τοῦ συγκρατουμένου καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο συμμάρτυρός τους, ἱερομάρτυρος Φιλωνίδου, ἐπισκόπου Κουρίου, τὸ ἱερό του λείψανο, ἀφοῦ πρῶτα τοποθετήθηκε σὲ σάκκο ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, ρίφθηκε στὴ θάλασσα, ἀλλὰ τὸ ἐξέβαλε ἔξω τὸ κύμα, γιὰ νὰ ταφεῖ στὴ συνέχεια μὲ τὴν ἁρμόζουσα τιμὴ ἀπὸ τοὺς χριστιανούς. Μήπως κάτι ἀνάλογο συνέβη μὲ τοὺς τρεῖς μάρτυρές μας; Εἶναι εὔλογο δηλαδὴ νὰ ἐνταφιάστηκαν κάπου στὴν περιοχὴ τῆς Σαλαμῖνος τὰ ἱερά τους λείψανα. Σαφὴς μαρτυρία γιὰ τοὺς τάφους τους δὲν ὑπάρχει ἢ δὲν εἶναι γνωστή. Πάντως, στὸν Βίο τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου τοῦ Μεγάλου ὑπάρχει σαφὴς μαρτυρία ὅτι ὁ ἅγιος μετέβαινε τὶς νύκτες στὰ κοιμητήρια ἐκεῖ στὴν ἕδρα του, τὴ Σαλαμίνα, σὲ χῶρο, ὅπου ἦταν ἀποκείμενα λείψανα μαρτύρων, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ γιὰ καθένα χωριστὰ ἀπὸ τοὺς ἐμπερίστατους ἀνθρώπους. Δὲν γνωρίζουμε ἂν σ᾽ αὐτὰ συγκαταλέγονταν καὶ τὰ λείψανα τῶν μαρτύρων Ἀριστοκλέους, Δημητριανοῦ καὶ Ἀθανασίου. Σήμερα δὲν εἶναι γνωστὰ στὴν Κύπρο ὁποιαδήποτε τεμάχια τῶν ἱερῶν τους λειψάνων.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

***

* Τὰ στοιχεῖα στὸ παρὸν προέρχονται ἀπὸ τὴ μεταπτυχιακὴ ἐργασία τοῦ γράφοντος, Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακείμ, Οἱ ἅγιοι μάρτυρες καὶ ὁμολογητὲς τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες (1ος-5ος αἰ.), (ἐκδ.) «Ostracon Publishing», Θεσσαλονίκη 2017, σσ. 149-156.