Αρχική Blog Σελίδα 29

Αφιέρωμα επί τη μνήμη του Οσίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου (2 Δεκεμβρίου)

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ

Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἀββακούμ του ἐν Καλαμιθάσῃ (2 Δεκεμβρίου)

Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἀββακούμ του ἐν Καλαμιθάσῃ

Ὁ τὰ ὦτα κλείων κοσμικαῖς Σειρῆσιν,
Ἀββακούμ, ἀνοίγεις κωφευόντων ὦτα.

Όσιος Αββακούμ ο εν Καλαμιθάση

Στὴν ὀρεινὴ Πιτσιλιὰ τῆς Κύπρου, στὸ κατάφυτο καὶ ὁλόδροσο Φτερικούδι, ἀσκήτευσε ὁ Ὅσιος Ἀββακούμ, ὁ θαυματουργός.

Σὰν φιλέρημο πουλὶ ἦρθε καὶ ἔκτισε τὴ φωλιά του στὶς καταπράσινες φυλλωσιὲς τῆς Καλαμιθάσας, στὰ ψηλώματα τῆς νήσου τῶν Ἁγίων, ἐκεῖ ποὺ ἡ ψυχὴ ἀποζητᾶ τὰ ὕψη, ἐκεῖ ποὺ τὸ πνεῦμα ἐγκαταλείπει τὴν ὕλη, γιὰ νὰ συναντήσει μέσα ἀπὸ τὴν νήψη καὶ τὴν προσευχὴ τὸν ἄϋλο Δημιουργὸ τοῦ παντός, τὴν ἐσταυρωμένη καὶ ἀναστημένη Ἀγάπη.

Ὁ Ὅσιος Ἀββακούμ, τοῦ ὁποίου ἀγνοοῦμε τὴν πατρίδα καὶ τὴν καταγωγή, βρῆκε στὸ ὄρος τῆς Καλαμιθάσης μιὰ σπηλιά, ὅπου ἀσκήτευσε προσδοκώντας τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καὶ ἐπαναλαμβάνοντας τὸ ψαλμικό: « Εἰ δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμὸν καὶ ἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου, ἕως οὗ εὕρω τόπον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ» (Ψαλμ. 131, 4-5).

Τὸ στενὸ σπήλαιο τῶν ἀγώνων του, ἡ μικρὴ ἀσκητική του παλαίστρα, ὅπου νύχτα καὶ ἡμέρα πάλευε μὲ τοὺς δαίμονες, προεικόνιζε τὸ πλάτος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τοῦ θύμιζε τὴ στενὴ ὁδό, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ ἀτελεύτητη μακαριότητα. Σύνθημα τοῦ ἀγῶνος του εἶχε ἄλλωστε τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας: «Ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς στενῆς πύλης» (Λουκ. ιγ΄ 24).

Ἡ στενὴ πύλη γιὰ τὸν Ἀσκητὴ τῆς Καλαμιθάσης ἦταν τὸ ψύχος καὶ οἱ παγετοὶ τοῦ χειμώνα, ὁ καύσωνας τοῦ καλοκαιριοῦ, ἡ στέρηση τῶν ἀναγκαίων ἀγαθῶν, ἡ χαμαικοιτία, ἡ σκληραγωγία, ἡ ἀγρυπνία, οἱ στρωτὲς μετάνοιες, ποὺ ταλαιπωροῦν τὸ σῶμα, ἀλλὰ ζωοποιοῦν τὸ πνεῦμα, καὶ ἡ συνεχὴς πάλη «πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Ἐφεσ. στ΄ 12). Στενὴ ἡ ὁδός, ἀλλὰ πλατὺς ὁ Παράδεισος.

Θλιμμένη καὶ ἐπίπονη ἡ ἀνηφόρα, ἀλλὰ χαρούμενη καὶ ἄνετη ἡ διαμονὴ στὴν Οὐράνια Βασιλεία.

Δύο θαυμαστὲς περιπλανήσεις ἐπιχειροῦσε καθημερινὰ ὁ Ὅσιος Ἀββακούμ· δύο περιπλανήσεις ποὺ τὸν ἀνέπαυαν καὶ τὸν χαροποιοῦσαν ὅσο τίποτα ἄλλο.

Όσιος Αββακούμ ο εν Καλαμιθάση

Ἡ μία περιπλάνηση ἦταν στὰ ἄλση καὶ τὰ δασύσκια δάση τῆς Καλαμιθάσης, ὅπου ἀποθαύμαζε τὴν ὡραιότητα τῆς φύσεως καὶ δοξολογοῦσε τὸν ἴδιο τὸν Δημιουργὸ τῆς ζωῆς ψιθυρίζοντας: «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα Σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. 103, 24).

Ἡ ἄλλη περιπλάνηση ἦταν στοὺς χλοεροὺς λειμῶντες τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀπ’ ὅπου ὡς φίλεργη μέλισσα τρυγοῦσε τὸ νέκταρ τῆς ἄρρητης σοφίας καὶ τὸ μεταποιοῦσε στὴν κυψέλη τῆς σπηλιᾶς του σὲ μέλι γλυκύτατο τηρήσεως τῶν θεϊκῶν ἐνταλμάτων καὶ σωτηρίας. Αὐτὸ τὸ μέλι ἀργότερα θὰ τὸ μοίραζε στοὺς κατοίκους τῶν γύρω χωριῶν, γιὰ νὰ τοὺς γλυκάνει μὲ τὰ κηρύγματά του, ἀφοῦ τὰ λόγια του ἦταν γλυκὰ «ὑπὲρ μέλι» (Ψαλμ. 118, 103) στὰ αὐτιά τους.

Κατὰ τακτὰ χρονικὰ διαστήματα ὁ ἐρημίτης Ὅσιος ἐγκατέλειπε τὴν ἡσυχία του καὶ ἐπισκεπτόταν τοὺς κατοίκους τοῦ Φτερικουδίου γιὰ πνευματική τους οἰκοδομή.

Σ’ αὐτοὺς μὲ περισσὴ καλωσύνη ἄνοιγε τὸ θησαυροφυλάκιο τῆς καρδιᾶς του, γιὰ νὰ τοὺς προσφέρει τὸν πολύτιμο μαργαρίτη ποὺ ἔκρυβε μέσα της, τὸ κήρυγμα τῆς μετανοίας καὶ σωτηρίας, ποὺ ἦταν ἀπόσταγμα θεϊκῆς ἀγάπης, ἀσκητικῶν πόνων καὶ χάριτος τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος.

Τὰ λόγια του, λόγια συμπάθειας πρὸς τὰ πλάσματα τοῦ Θεοῦ, στὰ πρόσωπα τῶν ὁποίων ἔβλεπε τὸν ἴδιο τὸ Θεάνθρωπο Κύριο, λόγια παρηγοριᾶς καὶ φόβου Θεοῦ, ἔπεφταν σὰν βάλσαμο τὶς κουρασμένες καρδιές τους καὶ τὶς γλύκαιναν, τὶς ἠρεμοῦσαν, τὶς φώτιζαν.

Ἄσκηση, λοιπόν, καὶ προσφορὰ ἀγάπης ἦταν τὰ δύο ἀγωνιστικὰ κέντρα στὰ ὁποῖα μοχθοῦσε ὁ Ὅσιος Ἀββακοὺμ καὶ αὐτὰ τὸν ἐξαΰλωσαν καὶ τὸν χαρίτωσαν, τὸν ἔκαναν σαρκοφόρο Ἄγγελο, οὐράνιο ἄνθρωπο. Τὸν ἔκαναν σκήνωμα ἀρετῶν καὶ δοχεῖο πολύτιμο θεϊκῶν δωρεῶν.

Ἦρθε καὶ κατεσκήνωσε στὴν καρδιά του πλούσια ἡ θεία χάρη, αὐτὴ ποὺ «τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῖ καὶ τὰ ἀσθενῆ θεραπεύει», ἐπισκιάζοντας τὶς προσπάθειές του γιὰ πνευματικὴ ὁλοκλήρωση καὶ θέωση καὶ φωτίζοντας τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά του. Αὐτὴ τὸν κατέστησε «ἐκλεκτόν, ἔντιμον» (Α΄ Πέτρ. β΄ 4) ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ δοχεῖο ἁγιασμοῦ τῶν πιστῶν καὶ ἰαμάτων τῶν νοσούντων ἀνιάτως.

Ὅσοι τὸν πλησίαζαν ἔφευγαν μὲ εἰρήνη στὴν καρδιὰ καὶ θεραπευμένα τὰ ἀσθενήματα τῆς σαρκὸς καὶ τῆς ψυχῆς τους. Ἰδιαίτερη χάρη πῆρε ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁ Ὅσιος Ἀββακοὺμ νὰ θεραπεύει τοὺς κωφοὺς καὶ ὅλα τὰ νοσήματα τῆς ἀκοῆς.

Ἀφοῦ ἁγίασε τὸ Φτερικούδι μὲ τοὺς ἀσκητικούς του ἀγῶνες καὶ ἀφοῦ εὐεργέτησε τοὺς κατοίκους του μὲ τὴν θαυματουργική του χάρη, ὁ Ὅσιος Ἀββακοὺμ παρέδωσε εἰρηνικὰ τὴν ψυχή του στὰ χέρια τοῦ ἀγωνοθέτου καὶ στεφοδότου Χριστοῦ μας, ἀπὸ τὸν ὁποῖο πῆρε «τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως» (Φιλιπ. γ΄ 14).

Οἱ Χριστιανοὶ τῶν γύρω χωριῶν τῆς Πιτσιλιᾶς μὲ δάκρυα στοργῆς καὶ εὐγνωμοσύνης κήδευσαν τὸ τίμιο σκῆνος του καὶ τὸ ἐνταφίασαν μέσα στὴν ἁγιασμένη σπηλιὰ τῶν ἀσκητικῶν του ἀγώνων.

Ἀργότερα ἔκτισαν καὶ ἄλλο Ναὸ πρὸς τιμήν του, πάνω ἀπὸ τὴ σπηλιά, σὲ περίοπτη θέση, μέσα στὸν ὁποῖο ἐναπέθεσαν τὰ χαριτόβρυτα λείψανά του, τὰ ὁποῖα μέχρι τὶς ἡμέρες μας θαυματουργοῦν σὲ κάθε ἕνα ποὺ τὰ ἀσπάζεται μὲ εὐλάβεια καὶ ζητᾶ τὶς πρεσβεῖες του πρὸς τὸ φιλάνθρωπο Κύριο.

Το σπήλαιο-τάφος του Οσίου Αββακούμ στην Ιερά Μονή Οσίου Αββακούμ στο Φτερικούδι

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Πηγή: https://www.romfea.gr/pneumatika/47028-o-osios-avvakoym-tis-kalamithasis

Μνήμη του Aγίου Προφήτου Aββακούμ (2 Δεκεμβρίου)

Προφήτης Αββακούμ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β '

Μνήμη του Aγίου Προφήτου Aββακούμ

Tάττει Θεός σοι τους πόδας τεθνηκότι,
Eις συντέλειαν Aββακούμ, καθώς έφης.
Δευτέρη Aββακούμ ανεβήσατο ες Θεού άστυ.

Προφήτης Αββακούμ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β ‘

Oύτος ήτον από την φυλήν του Πατριάρχου Συμεών, υιός Σαφάτ, προ Xριστού ων έτη χ΄ [600], προείδε δε την αιχμαλωσίαν και την άλωσιν, οπού έμελλε να πάθη η Iερουσαλήμ και ο Nαός του Θεού, και πολλά έκλαυσε. Kαι όταν ήλθεν ο Nαβουχοδονόσορ εις Iερουσαλήμ, έφυγεν εις την Oστρακίνην, και ήτον ξένος και πάροικος εις την γην του Iσμαήλ. Όταν δε εγύρισαν εις την Bαβυλώνα οι Xαλδαίοι, έχοντες μαζί των τους σκλάβους Iσραηλίτας, οπού ευρέθησαν εις Iερουσαλήμ και Aίγυπτον, τότε και ο Προφήτης ούτος εγύρισεν εις την εδικήν του γην. Kαι μίαν φοράν υπηρετών εις τους θεριστάς του, έλαβε φαγητόν, και είπεν εις τους οικιακούς του. Eγώ θέλω υπάγω εις μακρινόν τόπον, και ογλίγωρα πάλιν θέλω επαναστρέψω. Aνίσως δε εγώ αργοπορήσω, πηγαίνετε εσείς φαγητόν εις τους θεριστάς. Kαι ταύτα ειπών, αρπάχθη από Άγγελον Kυρίου, και επήγεν εις Bαβυλώνα, και έδωκε τροφήν εις τον Προφήτην Δανιήλ, ο οποίος ήτον κεκλεισμένος μέσα εις τον λάκκον των λεόντων. Kαι πάλιν αρπαχθείς από τον ίδιον Άγγελον, έφθασεν εις μίαν στιγμήν εις την Iουδαίαν, και επρόσφερε το φαγητόν εις τους θεριστάς, χωρίς να ειπή εις κανένα το γενόμενον τούτο θαυμάσιον εις αυτόν. Eπρογνώρισε δε, ότι ογλίγωρα θέλει γυρίσει εις Iεροσόλυμα ο εν Bαβυλώνι σκλαβωμένος λαός των Eβραίων. Aποθανών δε δύω χρόνους προ του να γυρίση ο λαός, ενταφιάσθη εις τον εδικόν του αγρόν, ήτοι το τζεφτιλίκιον.

Oύτος έδωκε τέρας και σημείον εις την Iουδαίαν. Δηλαδή, ότι όταν ιδούν οι άνθρωποι φως εις τον Nαόν, τότε θέλουν ιδούν την δόξαν του Θεού1. Προείπε δε και διά την συντέλειαν του Nαού, ότι αύτη θέλει γένη από έθνος δυτικόν, ήτοι από τους εν τη δύσει Pωμάνους. Kαι ότι το άπλωμα, ήτοι το καταπέτασμα του Δαβείρ, ήτοι του εσωτάτου οίκου των Aγίων των Aγίων, θέλει σχισθή εις μικρά σχίσματα2. Kαι ότι τα κεφαλοκόλονα των δύω στύλων του Nαού θέλουν παρθούν, και κανείς δεν θέλει γνωρίσει, πού μέλλουν να βαλθούν. Tαύτα δε θέλουν φερθούν υπό Aγγέλου εις την έρημον του Σινά, όπου κατ’ αρχάς επήχθη η Σκηνή του Mαρτυρίου. Kαι επάνω εις αυτά τα κεφαλοκόλονα θέλει γνωρισθή ο Kύριος κατά το τέλος και θέλει φωτίσει εκείνους οπού διώκονται εξ αρχής από τον νοητόν όφιν Διάβολον3.

Σημειώσεις

1. Ίσως τούτο πεπλήρωται, όταν ο Kύριος εδίδασκεν εν τω Nαώ της Iερουσαλήμ και τω φωτί της διδασκαλίας του εφώτιζε τας ψυχάς των εσκοτισμένων Iουδαίων. Υπό τούτου γαρ οδηγούμενοι, εγνώριζον την δόξαν της αυτού Θεότητος.

2. Ίσως τούτο έγινεν όταν ο Kύριος εσταυρώθη, διαρραγέντος του υφαντού καταπετάσματος από άνωθεν έως κάτω. Ή διέρρηξαν αυτό οι Pωμαίοι, όταν ερήμωσαν την Iερουσαλήμ.

3. O δε Aλέξανδρος εις τα Iουδαϊκά γράφει περί του Προφήτου τούτου, ότι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Mανασσή. Kαι ότι ουχί εις Άγγελος έφερεν αυτόν εις την Bαβυλώνα επάνω του λάκκου, αλλά πολλοί. Eίς μεν Άγγελος, βαστών αυτόν από την κόμην της κεφαλής. Oι δε άλλοι, εστήριζον αυτόν με τας πτέρυγάς των. Kαι μόλον οπού η θεία Γραφή εν τω «Bηλ και Δράκων», ένα Άγγελον λέγει (Iουδαϊκών, σελ. 249). Kαι ότι ο τάφος του Aββακούμ ευρίσκεται εις την κόμην Eχελά (αυτόθ. 107). Aββακούμ δε θέλει να ειπή πατήρ εγέρσεως, εκ του Aββά, ο δηλοί πατήρ, και του κουμ, ο δηλοί έγερσις, συντιθέμενον. Λέγει δε ο Kλήμης ο Kανόνικος, ότι ο Προφήτης Aββακούμ με τα λόγια εκείνα οπού λέγει εις την ωδήν του· «Eπήρθη ο ήλιος, και η σελήνη έστη εν τη τάξει αυτής. Eις φως βολίδες σου πορεύσονται. Eις φέγγος αστραπής όπλων σου». Mε ταύτα, λέγω, φανερόνοι το θαύμα εκείνο, οπού έγινεν εις τον καιρόν Iησού του Nαυή, όταν ο ήλιος εστάθη κατά Γαβαών, και η σελήνη κατά φάραγγα αλών [= Aιλών]. Mετεκομίσθη δε ο Aββακούμ εις την Bαβυλώνα υπό Aγγέλου, μετά έτη εξήκοντα της των Iουδαίων εν Bαβυλώνι αιχμαλωσίας. Ήτοι προ δέκα χρόνων της αυτών επιστροφής.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης: Διαφορὰ θρησκείας καὶ χριστιανικῆς πίστης

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ

Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης

Ἡ θρησκεία μας εἶναι ἀγάπη, εἶναι ἔρωτας, εἶναι ἐνθουσιασμός, εἶναι τρέλα, εἶναι λαχτάρα τοῦ θείου. Εἶναι μέσα μας ὅλ’ αὐτά. Εἶναι ἀπαίτηση τῆς ψυχῆς μας ἡ ἀπόκτησή τους.

Γιὰ πολλοὺς ὅμως ἡ θρησκεία εἶναι ἕνας ἀγώνας, μία ἀγωνία κι ἕνα ἄγχος. Γι’ αὐτὸ πολλοὺς ἀπ’ τοὺς «θρήσκους» τοὺς θεωροῦνε δυστυχισμένους, γιατί βλέπουνε σὲ τί χάλια βρίσκονται.

Κι ἔτσι εἶναι πράγματι. Γιατί ἂν δὲν καταλάβει κανεὶς τὸ βάθος τῆς θρησκείας καὶ δὲν τὴ ζήσει, ἡ θρησκεία καταντάει ἀρρώστια καὶ μάλιστα φοβερή. Τόσο φοβερὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος χάνει τὸν ἔλεγχο τῶν πράξεών του, γίνεται ἄβουλος κι ἀνίσχυρος, ἔχει ἀγωνία κι ἄγχος καὶ φέρεται ὑπὸ τοῦ κακοῦ πνεύματος.

Κάνει μετάνοιες, κλαίει, φωνάζει, ταπεινώνεται τάχα, κι ὅλη αὐτὴ ἡ ταπείνωση εἶναι μία σατανικὴ ἐνέργεια. Ὁρισμένοι τέτοιοι ἄνθρωποι ζοῦνε τὴ θρησκεία σὰν ἕνα εἶδος κολάσεως. Μέσα στὴν ἐκκλησία κάνουν μετάνοιες, σταυρούς, λένε: «εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἀνάξιοι» καὶ μόλις βγοῦνε ἔξω ἀρχίζουν νὰ βλασφημᾶνε τὰ θεῖα, ὅταν κάποιος λίγο τοὺς ἐνοχλήσει.

Στὴν πραγματικότητα, ἡ χριστιανικὴ θρησκεία μεταβάλλει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν θεραπεύει. Ἡ κυριότερη, ὅμως προϋπόθεση γιὰ νὰ ἀντιληφθεῖ καὶ νὰ διακρίνει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀλήθεια εἶναι ἡ ταπείνωση. Ὁ ἐγωισμὸς σκοτίζει τὸ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τὸν μπερδεύει, τὸν ὁδηγεῖ στὴν πλάνη, στὴν αἵρεση. Εἶναι σπουδαῖο νὰ κατανοήσει ὁ ἄνθρωπος τῆν ἀλήθεια.Τὸ οὐσιαστικότερο εἶναι νὰ φεύγεις ἀπ’ τὸν τύπο καὶ νὰ πηγαίνεις στὴν οὐσία. Ὅ,τι γίνεται, νὰ γίνεται ἀπὸ ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη ἐννοεῖ πάντα νὰ κάνεις θυσίες.

Ὁ Χριστὸς δὲν θὰ μᾶς ἀγαπήσει ἅμα ἐμεῖς δὲν εἴμαστε ἄξιοι νὰ μᾶς ἀγαπήσει. Γιὰ νὰ μᾶς ἀγαπήσει, πρέπει νὰ βρεῖ μέσα μας κάτι τὸ ἰδιαίτερο. Θέλεις, ζητάεις, προσπαθεῖς, παρακαλεῖς, δὲν παίρνεις ὅμως τίποτα. Ἑτοιμάζεσαι ν’ ἀποκτήσεις ἐκεῖ ποὺ θέλει ὁ Χριστός, γιὰ νὰ ἔλθει μέσα σου ἡ θεία χάρις, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ μπεῖ, ὅταν δὲν ὑπάρχει ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ ἔχει ὁ ἄνθρωπος.

Ποιὸ εἶναι αὐτό; Εἶναι ἡ ταπείνωση. Ἂν δὲν ὑπάρχει ταπείνωση, δὲν μποροῦμε ν’ ἀγαπήσουμε τὸν Χριστό. Ταπείνωση καὶ ἀνιδιοτέλεια στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ. «Μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου». Κανεὶς νὰ μὴ σᾶς βλέπει, κανεὶς νὰ μὴν καταλαβαίνει τὶς κινήσεις τῆς λατρείας σας πρὸς τὸ θεῖον. Ὅλ’ αὐτὰ κρυφά, μυστικά, σὰν τοὺς ἀσκητές. Θυμάστε ποὺ σᾶς ἔχω πεῖ γιὰ τ’ ἀηδονάκι; Μὲς στὸ δάσος κελαηδεῖ. Στὴ σιγή. Νὰ πεῖς πὼς κάποιος τ’ ἀκούει, πὼς κάποιος τὸ ἐπαινεῖ; Κανείς. Πόσο ὡραῖο κελάηδημα μὲς στὴν ἐρημιά! Ἔχετε δεῖ πῶς φουσκώνει ὁ λάρυγγας, παθαίνει, μαλλιάζει ἡ γλώσσα. Πιάνει μία σπηλιά, ἕνα λαγκάδι καὶ ζεῖ τὸν Θεὸ μυστικά, «στανεγμοῖς ἀλαλήτοις»…

…Ὅλο τὸ μυστικὸ εἶναι ἡ ἀγάπη, ὁ ἔρωτας στὸν Χριστό. Τὸ δόσιμο στὸν κόσμο τὸν πνευματικό. Οὔτε μοναξιὰ νιώθει κανείς, οὔτε τίποτα. Ζεῖ μέσα σ’ ἄλλον κόσμο. Ἐκεῖ ποὺ ἡ ψυχὴ χαίρεται, ἐκεῖ ποὺ εὐφραίνεται, ποὺ ποτὲ δὲν χορταίνει…

Πηγή: https://agiazoni.gr/slug-115/

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 1η Δεκεμβρίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου (Κύπρος).

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΚΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Τιμόθεον Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
1: 1-7

Παῦλος Ἀπόστολος Χριστοῦ ᾽Ιησοῦ κατ᾽ ἐπιταγὴν Θεοῦ σωτῆρος ἡμῶν καὶ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ τῆς ἐλπίδος ἡμῶν Τιμοθέῳ γνησίῳ τέκνῳ ἐν πίστει· χάρις, ἔλεος, εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Χριστοῦ ᾽Ιησοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν. Καθὼς παρεκάλεσά σε προσμεῖναι ἐν ᾽Εφέσῳ πορευόμενος εἰς Μακεδονίαν, ἵνα παραγγείλῃς τισὶν μὴ ἑτεροδιδασκαλεῖν μηδὲ προσέχειν μύθοις καὶ γενεαλογίαις ἀπεράντοις, αἵτινες ἐκζητήσεις παρέχουσιν μᾶλλον ἢ οἰκονομίαν Θεοῦ τὴν ἐν πίστει· τὸ δὲ τέλος τῆς παραγγελίας ἐστὶν ἀγάπη ἐκ καθαρᾶς καρδίας καὶ συνειδήσεως ἀγαθῆς καὶ πίστεως ἀνυποκρίτου, ὧν τινες ἀστοχήσαντες ἐξετράπησαν εἰς ματαιολογίαν, θέλοντες εἶναι νομοδιδάσκαλοι, μὴ νοοῦντες μήτε ἃ λέγουσιν μήτε περὶ τίνων διαβεβαιοῦνται.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΝΑΟΥΜ ΠΡΟΦΗΤΟΥ)
Πρὸς Κορινθίους Α’ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
14: 20-25

Ἀδελφοί, μὴ παιδία γίνεσθε ταῖς φρεσίν, ἀλλὰ τῇ κακίᾳ νηπιάζετε, ταῖς δὲ φρεσὶ τέλειοι γίνεσθε. Ἐν τῷ νόμῳ γέγραπται ὅτι «ἐν ἑτερογλώσσοις καὶ ἐν χείλεσιν ἑτέροις λαλήσω τῷ λαῷ τούτῳ, καὶ οὐδ᾿ οὕτως εἰσακούσονταί» μου, λέγει Κύριος. Ὥστε αἱ γλῶσσαι εἰς σημεῖόν εἰσιν οὐ τοῖς πιστεύουσιν, ἀλλὰ τοῖς ἀπίστοις, ἡ δὲ προφητεία οὐ τοῖς ἀπίστοις, ἀλλὰ τοῖς πιστεύουσιν. ᾿Εὰν οὖν συνέλθῃ ἡ ἐκκλησία ὅλη ἐπί τὸ αὐτὸ καὶ πάντες γλώσσαις λαλῶσιν, εἰσέλθωσι δὲ ἰδιῶται ἤ ἄπιστοι, οὐκ ἐροῦσιν ὅτι μαίνεσθε; Ἐὰν δὲ πάντες προφητεύωσιν, εἰσέλθῃ δέ τις ἀπιστος ἢ ἰδιώτης, ἐλέγχεται ὑπὸ πάντων, ἀνακρίνεται ὑπὸ πάντων, καὶ οὕτω τὰ κρυπτὰ τῆς καρδίας αὐτοῦ φανερὰ γίνεται· καὶ οὕτω πεσὼν ἐπί πρόσωπον προσκυνήσει τῶ Θεῷ, ἀπαγγέλλων ὅτι ὁ Θεὸς ὄντως ἐν ὑμῖν ἐστι.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΙΑ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
19: 37-44

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐγγίζοντος τοῦ Ἰησοῦ πρὸς τῇ καταβάσει τοῦ ὄρους τῶν ἐλαιῶν ἤρξαντο ἅπαν τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν χαίροντες αἰνεῖν τὸν Θεὸν φωνῇ μεγάλῃ περὶ πασῶν ὧν εἶδον δυνάμεων λέγοντες· Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος βασιλεὺς ἐν ὀνόματι Κυρίου· εἰρήνη ἐν οὐρανῷ καὶ δόξα ἐν ὑψίστοις. καί τινες τῶν Φαρισαίων ἀπὸ τοῦ ὄχλου εἶπον πρὸς αὐτόν· Διδάσκαλε, ἐπιτίμησον τοῖς μαθηταῖς σου.καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν· Λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται. καὶ ὡς ἤγγισεν, ἰδὼν τὴν πόλιν ἔκλαυσεν ἐπ’ αὐτῇ, λέγων ὅτι Εἰ ἔγνως καὶ σὺ καὶ γε ἐν τῇ ἡμέρᾳ σου ταύτῃ, τὰ πρὸς εἰρήνην σου! νῦν δὲ ἐκρύβη ἀπὸ ὀφθαλμῶν σου· ὅτι ἥξουσιν ἡμέραι ἐπὶ σὲ καὶ περιβαλοῦσιν οἱ ἐχθροί σου χάρακά σοι καὶ περικυκλώσουσί σε καὶ συνέξουσί σε πάντοθεν, καὶ ἐδαφιοῦσί σε καὶ τὰ τέκνα σου ἐν σοί, καὶ οὐκ ἀφήσουσιν ἐν σοί λίθον ἐπὶ λίθῳ, ἀνθ’ ὧν οὐκ ἔγνως τὸν καιρὸν τῆς ἐπισκοπῆς σου.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Βίος Αγίου Φιλαρέτου του Ελεήμονος (1η Δεκεμβρίου) και ευχή εις ευλογίαν νέου μέλιτος

Ο βίος έχει αντιγραφεί από τον σύνδεσμο https://agioreitika.net/2018/12/13/ο-άγιος-φιλάρετος-ο-ελεήμων.
Η ευχή βρίσκεται στο τέλος του κειμένου.

«Ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησι»

Ὁ Ἅγιος Φιλάρετος, ζοῦσε κατὰ τοὺς χρόνους, ποὺ στὴν Κωνσταντινούπολη βασίλευε ὁ Κωνσταντῖνος καὶ ἡ Εἰρήνη, περὶ τὸ ἔτος 780 μ.Χ. Γεννήθηκε λίγο μετὰ τὸ 700 μ.Χ. Καταγόταν ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Παφλαγονίας καὶ ἀπὸ τὴν πόλη Ἄμνειαν. Ἦταν ἐπίσημος καὶ κατεῖχε τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπάτου. Ἦταν ὅμως ὁ μακάριος καὶ πραγματικὰ φιλάρετος. Ἦταν καὶ πολὺ πλούσιος. Εἶχε πολλὰ ζῶα. Εἶχε χωράφια, ἀμπέλια καὶ ἄλλα κτήματα. Ἐπίσης εἶχε πολλοὺς δούλους καὶ ὑπηρέτες. Ἡ γυναίκα του, ἡ Θεοσεβῆ, ἦταν εὐγενική. Φοβόταν καὶ σεβόταν τὸν Κύριο. Εἶχαν ἕνα ἀγόρι τὸν Ἰωάννη καὶ δύο θυγατέρες, τὴν Ὑπατία καὶ τὴν Εὐανθία. Ὁ Φιλάρετος ἦταν πολὺ ἐλεήμων, καὶ φιλόξενος. Κάθε μέρα ἔδιδε ἄφθονα ἀπὸ τὰ πλούτη του στοὺς φτωχούς, στοὺς πεινασμένους, στοὺς γυμνούς, στὶς χῆρες καὶ στὰ ὀρφανά. Ἡ φήμη του ἀκούστηκε σ’ ὅλη τὴν Ἀνατολή. Ἔρχονταν, λοιπόν, οἱ φτωχοὶ καὶ ὅσοι εἶχαν ἀνάγκην. Ἔπαιρναν ἀπὸ αὐτὸν ἄλλος χρήματα, ἄλλος ζῶα, ἄλλος ἄλλο τί, ἀνάλογα μὲ τὴν ἀνάγκη ποὺ εἶχε ὁ καθένας. Τὸ σπίτι τοῦ εὐλογημένου Φιλαρέτου, ἦταν πηγὴ ἀνεξάντλητος. Καὶ ὅσο αὐτὸς ἔδιδε μὲ πρόσωπο χαρούμενο, τόσο ὁ πλουσιόδωρος Κύριος, πλήθυνε τὰ ἀγαθά του περισσότερο.

Γίνεται φτωχὸς

Ὁ μισόκαλος ὅμως φθόνησε τὴν ἀρετὴ τοῦ Φιλαρέτο. Ὁ Φιλάρετος ὅμως πτώχευσε. Πτώχευσε διότι ἔδιδε κατὰ τὴν συνήθειά του κάθε ἡμέρα ἐλεημοσύνη. Μοίραζε τὰ κτήνη του καὶ τὴν περιουσία του. Ἄλλα καὶ διότι κλέφτες καὶ κακοποιοὶ τὸν ἔκλεβαν καὶ οἱ δυνατότεροι τοῦ ἅρπαζαν τὴν περιουσία. Δὲν τοῦ ἔμειναν, παρὰ ἕνα ζευγάρι βόδια, ἕνας ὄνος, μιὰ ἀγελάδα μὲ τὸ μοσχαράκι της καὶ μερικὰ μελίσσια. Τὰ χωράφια τοῦ τὰ ἅρπαξαν μὲ τὸ ἔτσι θέλω οἱ γεωργοὶ καὶ οἱ γείτονες, γιατί εἶδαν, ὅτι ὅταν πτώχευσε δὲν μποροῦσε νὰ τὰ καλλιεργήσει. Ἔτσι λοιπὸν ἄλλοι μὲ τὴ βία καὶ ἄλλοι παρακαλώντας, τοῦ τὰ πῆραν ὅλα καὶ δὲν τοῦ ἄφησαν τίποτε παρὰ τὸ σπίτι, ὅπου κατοικοῦσε. Ἀπὸ αὐτὰ ὅλα, ποὺ ἔπαθε ὁ Φιλάρετος δὲν λυπόταν καθόλου.

Δίδει τὸ βόδι ἀπὸ τὸ ζευγάρι του

Μιὰ μέρα ὁ Φιλάρετος ἐπῆρε τὸ ζευγάρι του καὶ ἐπῆγε στὸ χωράφι του, ποὺ τοῦ εἶχε ἀπομείνει, νὰ ἐργαστεῖ. Ἔκει κοντὰ στὸ χωράφι του ἐργαζόταν ἕνας ἄλλος γεωργὸς φτωχὸς μὲ τὸ βόδι του. Ἔξαφνα τὸ βόδι του ψόφησε. Ὁ δύστυχος λυπήθηκε πάρα πολύ, γι’ αὐτὸ ποὺ ἔπαθε, διότι ἦταν φτωχὸς πολύ, ἀλλὰ καὶ χρεωμένος. Ἔτρεξε ἀμέσως στὸ Φιλάρετο, νὰ τοῦ πεῖ τὴ συμφορά του καὶ τουλάχιστον νὰ τὸν παρηγορήσει γιατί ἤξερε, ὅτι δὲν μποροῦσε μὲ ἄλλο τρόπο νὰ τὸν βοηθήσει. Ὁ ἐλεήμων ὅμως, ἄνθρωπος, ὅταν εἶδε τὸν γείτονά του δακρυσμένο, τὸν συμπόνεσε. Ἀμέσως ξέζεψε τὸ βόδι του καὶ τοῦ τὸ χάρισε.

Χαρίζει καὶ τὸ ἄλλο βόδι

Μετὰ πέντε ἡμέρες, ἐκεῖ ποὺ ἔβοσκε τὸ βόδι τοῦ γεωργοῦ, ἔφαγε φαρμακερὸ βότανο καὶ ψόφησε. Ἀμέσως ὁ γεωργὸς πῆρε ἐκεῖνο τὸ βόδι ποὺ τοῦ χάρισε ὁ Φιλάρετος καὶ τὸ πῆγε στὸ σπίτι του, λέγοντας:

—Για τὴν ἁμαρτία ποὺ ἔκανα, παίρνοντάς σου τὸ βόδι, ἀδίκησα τὰ παιδιά σου. Ὁ Θεὸς μὲ τιμώρησε, γιὰ τὴν ἀδιακρισία μου καὶ μοῦ θανάτωσε καὶ τὸ ἄλλο τὸ δικό μου. Ἀλλὰ ὁ Φιλάρετος τοῦ ἔδωσε καὶ τὸ ἄλλο τὸ δικό του καὶ τοῦ λέγει:

—Πάρε καὶ αὐτὸ καὶ δούλευε, γιατί ἐγὼ σκοπεύω νὰ πάω σὲ ἄλλο τόπο μακρινὸ καὶ δὲν τὸ χρειάζομαι.

Ἔχω κρυμμένα χρήματα πολλὰ

Στὸ σπίτι ὅμως τοῦ Φιλαρέτου, κλαίγανε ἡ γυναίκα του καὶ τὰ παιδιὰ του γιατί πλέον ἦταν φτωχοὶ καὶ δὲν εἶχαν οὔτε τὸ ζευγάρι γιὰ νὰ καλλιεργήσουν τὴν γῆ τους καὶ νὰ βγάλουν τὸ ψωμί τους. Ὅμως ὁ Ἅγιος τούς παρηγόρησε καὶ τοὺς εἶπε:

—Μή στενοχωρεῖστε. Ἔχω χρήματα κρυμμένα σὲ ἕνα τόπο τόσα πολλά, ὥστε ἑκατὸ χρόνια νὰ ζήσετε, καὶ νὰ ντύνεστε. Ἐγὼ εἶχα προβλέψει αὐτὴ τὴ φτώχεια μας καὶ ὅταν πωλοῦσα τὰ ζῶα, φύλαγα τὰ χρήματα.

Αὐτὰ τοὺς τὰ ἔλεγε μὲ τέτοια βεβαιότητα, διότι προέβλεπε μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σὰν προορατικός, σὰν προφήτης, ἐκεῖνο, ποὺ ἔμελλε νὰ γίνει ὕστερα, ὅπως καὶ ἔγινε. Κατόπιν ὁ Ἅγιος ὁ ἐλεήμονας ἔδωσε καὶ τὸ ἄλογο καὶ τὴν ἀγελάδα του μὲ τὸ μοσχαράκι της σὲ δύο φτωχούς. Καὶ ἀπὸ τὸ ὑστέρημά του πάλι ὁ Ἅγιο ἔδινε ἐλεημοσύνη στοὺς φτωχούς 

Φιλοξενεῖ θαυμαστῶς τὴν Βασιλικὴ ἀποστολὴ

Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο, βασίλευε ἡ φιλόχριστος Εἰρήνη καὶ ὁ υἱός της, Κωνσταντῖνος, (780-794). Ἡ βασίλισσα καὶ ὁ υἱὸς της σκέφθηκαν νὰ διαλέξουν τὴν πιὸ ὡραία καὶ ἐνάρετη κόρη, γιὰ σύζυγο τοῦ βασιλέως. Ἔστειλαν, λοιπόν, ἀξιωματικοὺς εἰς πάσαν πόλιν καὶ χῶραν γιὰ νὰ βροῦν τὴν πιὸ ὡραία καὶ καλὴ μὲ χριστιανικὴ ἀνατροφή. Ἀφοῦ πῆγαν σ’ ὅλες τὶς πόλεις, ἦλθαν καὶ στὴν Ἄμνεια. Ὅταν εἶδαν οἱ βασιλικοὶ ἄνθρωποι τὸ ὡραῖο σπίτι τοῦ Φιλάρετου, νόμισαν ὅτι κανενὸς μεγάλου ἄρχοντος θὰ εἶναι. Διέταξαν τοὺς ὑπηρέτες τους νὰ καταλύσουν ἐκεῖ. Ὁ Φιλάρετος, ὅταν τοὺς εἶδε νὰ ἔρχονται, πῆρε τὸ ραβδί του καὶ προϋπάντησε τοὺς ξένους μὲ μεγάλη χαρά, λέγοντας:

—Σᾶς εὐχαριστῶ ποὺ καταδεχτήκατε νὰ καταλύσετε στὸ φτωχικό μας.

Ἔπειτα διέταξε τὴ γυναίκα του νὰ ἑτοιμάσει μὲ ἐπιμέλεια φαγητὸ γιὰ νὰ φᾶνε οἱ ξένοι.

Ἡ γυναίκα του ὅμως τοῦ λέγει:

—Μιά κότα δὲν ἄφησες, δυστυχισμένε, στὸ σπίτι σου. Τί νὰ τοὺς ἑτοιμάσω;

Ὁ Ἅγιος ὅμως τῆς λέγει:

—Άναψε σὺ τὸ τζάκι, στόλισε τὸ μεγάλο τρίκλινο καὶ καθάρισε τὴν ἐλεφαντένια τράπεζα ἐσὺ καὶ ὁ Θεὸς θὰ μᾶς στείλει τώρα καὶ φαγητά, ὅσα θέλουμε.

Ἑτοίμασε, λοιπόν, ἡ γυναίκα του ὅλα, ὅπως τῆς εἶπε. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! Οἱ πρῶτοι τῆς χώρας, ἔφεραν ἀπὸ τὴν ἰδιαίτερη πόρτα, ἀρνιά, κριάρια, κότες, περιστέρια, παλιὸ κρασὶ καὶ ὅτι ἄλλο χρειαζόταν ἕνα μεγάλο τραπέζι.

 Ζητούσαν νύμφη γιὰ τὸν Βασιλέα

Ἔφαγαν καὶ εὐχαριστήθηκαν οἱ φιλοξενούμενοι. Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα θέλησαν νὰ δοῦν τὴν οἰκογένεια τοῦ Φιλάρετου. Ἔτσι στολίσθηκαν τὰ κορίτσια καὶ μὲ τάξη, ἦλθαν καὶ προσκύνησαν τοὺς ξένους, μὲ σχῆμα θαυμάσιο. Οἱ βασιλικοὶ ξένοι, ὅταν εἶδαν τὸ κάλλος τῶν κοριτσιῶν, τὴν εὐταξία τους, τοὺς τρόπους τους, θαύμασαν καὶ εὐχαριστήθηκαν ποὺ βρῆκαν ὅτι ζητοῦσαν. Ἄρχισαν ἀμέσως νὰ ἐξετάζουν τὴν ἡλικία, νὰ μετροῦν τὸ σῶμα, τὸ πόδι τοῦ καθενὸς σύμφωνα μὲ τὴν παραγγελία, ποὺ εἶχαν. Ὅλα ἤσαν τέλεια. Καὶ ἡ μορφὴ ὁμοίαζε μὲ τὴν εἰκόνα ποὺ βαστοῦσαν. Τότε τοὺς πῆραν ὅλους, μὲ μεγάλη χαρά: Τὸν γέροντα Φιλάρετο, τὴν σύζυγό του Θεοσεβῆ, τὸν πρῶτο υἱό του, τὸν Ἰωάννη, τὴν θυγατέρα του Ὑπατία, ποὺ ἦταν χῆρα μὲ τὶς δυὸ θυγατέρες της, τὴν Μαρία καὶ τὴν Μαρανθία καὶ μὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς συγγενεῖς των, ἐν ὄλω τριάντα ἄτομα, ἔφυγαν γιὰ τὰ Ἀνάκτορα.

Πῶς βρέθηκε ὁ κρυμμένος θησαυρὸς

Ὅταν ἔφθασαν στὴν Κωνσταντινούπολη ἀμέσως τὴν μὲν πρώτη τὴν Μαρία, στεφανώθηκε ὁ βασιλεύς, τὴν δὲ δεύτερη, ἕνας ἄρχοντας, πατρίκιος τὸ ἀξίωμα, καὶ τὴν ἄλλη ἐγγονὴ τοῦ Ἁγίου, τὴν θυγατέρα τῆς ἄλλης του κόρης, τὴν ἔστειλαν εἰς τὸν βασιλέα τῶν Λογγοβάρδων, τὸν Ἀργούσην. Αὐτὸς εἶχε ζητήσει νὰ τοῦ στείλουν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη μία κόρη ὡς σύζυγο. Ἔγιναν, λοιπόν, οἱ γάμοι μὲ μεγάλη χαρά. Κάλεσε ὁ βασιλεύς, ὅλους τους συγγενεῖς τοῦ Φιλαρέτου, καὶ τοὺς ἔδωσε ἀπὸ τὸν μικρότερο ὡς τὸν μεγαλύτερο, τόπους πολλούς, νὰ ὁρίζουν δικούς τους. Τοὺς ἔδωσε ἀκόμη κτήματα, ἐνδυμασίες, χρυσάφι, πολύτιμους λίθους, μαργαριτάρια καὶ σπίτια πολλὰ νὰ κατοικοῦν κοντὰ στὸ παλάτι. Τότε θυμήθηκαν ὅλοι τά λόγια τοῦ γέροντος Φιλαρέτου, ποὺ τοὺς ἔλεγε, ὅτι ἔχει θησαυρὸ κρυμμένο καὶ τὸν μακάριζαν καὶ τὸν εὐχαριστοῦσαν, ποὺ τοὺς προξένησε τόση εὐτυχία. Ὁ δὲ Ἅγιος γέροντας, ἀφοῦ ἔλαβε ἀπὸ τὸν βασιλέα πολλὰ δωρήματα, δὲν λησμόνησε τὶς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ, οὔτε ἄφηκε τὴν πρώτη του συνήθεια, ἀλλὰ τὸν εὐχαριστοῦσε μὲ λόγια καὶ ἔργα πάντοτε.

Στὸ Μοναστήρι τῆς κρίσεως γιὰ τὸν τάφο του

Ζοῦσε στὸ παλάτι ὁ Φιλάρετος ὅλη τὴν ἡμέρα. Δὲν θέλησε ποτὲ ὅμως νὰ φορέσει μεταξωτὸ ἔνδυμα, ἤ χρυσὴ ζώνη. Οὔτε ἀξίωμα θέλησε νὰ πάρει ἀπὸ τὸ βασιλιά. Μόνον, ἐπειδὴ τὸν παρεκάλεσε ὁ βασιλεὺς καὶ ἡ βασίλισσα, ἐδέχθη μὲ βία μεγάλη το ἀξίωμα τοῦ Ὑπάτου.

Ἦλθε ὅμως καιρὸς καὶ ὁ Κύριος ἀπεκάλυψε εἰς τὸν Φιλάρετο τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Ἐπῆρε, λοιπόν, τὸν ὑπηρέτη αὐτόν, ποὺ κρατοῦσε τὰ βαλάντια τῆς ἐλεημοσύνης καὶ πῆγαν κρυφὰ σ’ ἕνα Μοναστήρι τῆς πόλεως ποὺ ὀνομάζονταν «τῆς Κρίσεως». Ἔχει ἔμεναν παρθένες μοναχές. Ζήτησε ἀπὸ τὴν ἡγουμένη μνῆμα πελεκητὸ καινούργιο. Ἐκείνη ἀπόρησε. Τότε ὁ Ἅγιος τῆς λέγει:

—Μετά δέκα ἡμέρες φεύγω ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτὴ καὶ πηγαίνω στὴν ἄλλη Βασιλεία. Θέλω δὲ νὰ ἐνταφιαστεῖ σ’ αὐτὸ τὸ μνῆμα τὸ ἄθλιο σῶμα μου. Στὸν ὑπηρέτη εἶπε νὰ μὴν ἀποκαλύψει σὲ κανέναν τίποτε.

Οἱ τελευταῖες ὑποθῆκες του

Ὅταν ἔφθασε στὸ σπίτι του, ἔπεσε στὸ κρεβάτι ἄρρωστος. Κατὰ τὴν ἐνάτη ἡμέρα κάλεσε ὅλους τούς συγγενεῖς του καὶ τοὺς εἶπε:

—Τέκνα μου, ὁ Βασιλεὺς μὲ κάλεσε νὰ ὑπάγω πρὸς αὐτὸν σήμερα. Αὐτοὶ νόμισαν ὅτι λέγει γιὰ τὸν γαμβρό του καὶ τοῦ λέγουν:

—Πῶς μπορεῖς νὰ πᾶς, ἀφοῦ εἶσαι ἐξασθενημένος ἀπὸ τὴν ἀρρώστια;

—Αὐτοί, τοὺς λέγει, ποὺ θὰ μὲ σηκώσουν μὲ θρόνο χρυσό, εἶναι ἐδῶ δεξιά μου, ἀλλὰ σεῖς δὲν τοὺς βλέπετε.

Τότε κατάλαβαν τί σήμαιναν τὰ λόγια του καὶ ἄρχισαν νὰ κλαῖνε. Ὁ Ἅγιος ὅμως τοὺς ἔκανε νόημα νὰ σιωπήσουν κι ἄρχισε νὰ τοὺς συμβουλεύει:

—Γνωρίζετε, παιδιά μου, καλὰ τὴ ζωή μου. Ἔκανα τὴν ἐλεημοσύνη ἀπὸ τὸν κόπο μου καὶ ὄχι ἀπὸ ἀδικίες καὶ ἁρπαγές. Ἐνθυμεῖσθε τὰ πλούτη ποὺ εἶχα πρῶτα, καὶ τὴν φτώχεια πού μοῦ ἦλθε ὕστερα. Καὶ πάλιν βλέπετε τὸν τελευταῖο πλοῦτο, πού μοῦ ἀπέστειλε ὁ Κύριος. Μήπως μὲ εἴδατε ποτὲ νὰ δώσω σημασία στὰ πλούτη ἢ νὰ γογγύσω στὴ φτώχεια; Εἴδατε ποτὲ νὰ ἀδικήσω κανέναν ἄνθρωπο; Λοιπὸν τὸ ἴδιο νὰ κάνετε καὶ σεῖς, ἂν θέλετε τὴν σωτηρία σας. Μὴ λυπηθεῖτε τὰ πλούτη ποὺ χάνονται, ἀλλὰ δίδετε στοὺς φτωχούς. Στείλατέ τα σὲ ἐκεῖνον τὸν κόσμο, ποὺ πηγαίνω κι ἐγὼ καὶ θὰ σᾶς τὰ φυλάξει ὁ Θεὸς ἀκαίρεον, νὰ τὸν βρεῖτε ὅταν ἔλθετε. Μὴν τὸν ἀφήσετε ἐδῶ, γιὰ νὰ τὸν χαίρονται ἄλλοι καὶ σεῖς νὰ ὑποφέρετε βάσανα αἰώνια. Μοιράστε τὸν σὲ χῆρες καὶ ὀρφανά, σὲ φυλακισμένους καὶ σὲ Ἐκκλησιὲς καὶ μοναστήρια γιὰ νὰ σᾶς τὸν ἀνταποδώσει ὁ πλουσιόδωρος βασιλεύς, νὰ ἀγάλλεσθε τὴν οὐράνιο βασιλεία ἀτελεύτητα.

Ὁ ὕπνος τοῦ δικαίου

Τότε εὐχήθηκε τὴν γυναίκα του καὶ ὅλους τους συγγενεῖς του. Ἔλαμψε ὅλο το πρόσωπό του, σὰν ἥλιος καὶ ἔψαλλε χαρούμενος τό, «ἔλεος καὶ κρίσιν ἄσομαί σοι Κύριε». Τελειώνοντας τὸν ψαλμόν, διεχύθηκε τόση εὐωδία στὸ σπίτι, σὰν νὰ εἶχαν χύσει μύρο πολύτιμο καὶ νὰ θυμίαζαν μὲ πολλὰ ἀρώματα. Τότε εἶπε καὶ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, τὸ «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεὸν» καὶ τὸ «Πάτερ ἠμῶν». Ὅταν ὅμως ἔλεγε «Γεννηθήτω τὸ θέλημά σου» παρέδωκε τὴν ἁγία του ψυχή, εἰς χείρας τοῦ Θεοῦ, γέροντας πλέον καὶ πλήρης ἡμερῶν. Καίτοι ἦτο πολὺ γέρων, οὔτε τὰ δόντια του εἶχε χάσει, οὔτε τὸ χρῶμα τοῦ προσώπου του εἶχε ἀλλάξει. Ἦταν ἀνθηρὸς καὶ ὡραῖος στὸ πρόσωπο, σὰν μῆλο ἡ σὰν τριαντάφυλλο. Ἐκοιμήθη τὸ 792 μ.Χ.

Θαυματουργεῖ στὴν κηδεία του

Τότε ἦλθε ὁ βασιλεὺς καὶ ὅλη ἡ Σύγκλητος καὶ οἱ συγγενεῖς καὶ ἔθαψαν τὸ τίμιο σῶμα του εἰς τὸν τάφο, τὸν ὁποῖον ἑτοίμασε ὁ ἴδιος. Ἔδωκαν ἐκείνην τὴν ἡμέρα πολλὴ ἐλεημοσύνη στοὺς φτωχούς, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦσαν τὸ ἅγιο Λείψανο καὶ θρηνοῦσαν καὶ ἔλεγαν στὸν Θεό.

—Γιατί, Κύριε, μᾶς στέρησες τὸν τροφέα καὶ εὐεργέτη μας; Ποιὸς θὰ μᾶς ντύσει; Ποιὸς θὰ πληρώσει τὰ χρέη μας; Ποιὸς θὰ συμπαθήσει ἠμᾶς τοὺς φτωχοὺς καὶ ἀσήμαντους; Μεταξὺ αὐτῶν ἦταν καὶ ἕνας δαιμονισμένος, ποὺ ἀκολουθοῦσε. Ἐφώναζε ἄστατα καὶ προσπαθοῦσε νὰ ρίξει τὸ λείψανο κάτω. Ὅταν ὅμως ἔφθασαν στὸν τάφο, ὁ δαίμονας ἔριξε τὸν ἄνθρωπο κάτω καὶ τὸν τάραξε πολύ. Τότε τὸ δαιμόνιον ἔφυγε. Ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ὑγιὴς μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ Ἁγίου Φιλαρέτου. Ὅταν εἶδαν αὐτὸ τὸ θαῦμα, ὅλοι δόξασαν τὸ Θεό, ποὺ ἔδωσε τόση χάρι στὸ δοῦλο του. Κατόπιν ἐνταφίασαν τὸν Ἅγιο στὴν λάρνακα, ποὺ ἀγόρασε ὁ ἴδιος στὸ Μοναστήρι τῆς Κρίσεως.


Στίχος

Θνῄσκει ὁ πᾶσαν ἀρετὴν φερωνύμως, Πάτερ φιλήσας, τόν γε μὴν οἶκτον πλέον.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως

Θείας πίστεως, περιουσίᾳ, διεσκόρπισας, τοῖς δεομένοις, τὸν προσόντα σοι πλοῦτον Φιλάρετε· καὶ εὐσπλαγχνίᾳ κοσμήσας τὸν βίον σου, τὸν χορηγόν του ἐλέους ἐδόξασας· Ὃν ἱκέτευε, δοθῆναι τοῖς εὐφημοῦσί σε, ῥανίδα οἰκτιρμῶν καὶ θεῖον ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον

Τοῦ Ἰὼβ κτησάμενος, ἐν πειρασμοῖς τὴν ἀνδρείαν, τοῖς πτωχοῖς διένειμας, ὡς συμπαθὴς τὸν σὸν πλοῦτον· ὤφθης γὰρ, τῆς εὐσπλαγχνίας ἔμψυχος βρύσις, νάμασι, τῶν θείων τρόπων σου ἱλαρύνων, τοὺς ἐκ πόθου σοι βοῶντας· χαίροις θεράπον Χριστοῦ Φιλάρετε.

Μεγαλυνάριον

Χαίροις τῶν πενήτων ὁ προμηθεύς, καὶ τῶν δυστυχούντων, ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός· χαίροις ὁ ἐν οἴκτῳ, τὸν Λόγον θεραπεύσας, Φιλάρετε τρισμάκαρ, Δικαίων σύσκηνε.

Εὐχὴ εἰς εὐλογίαν νέου μέλιτος

Κύριε, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ποιητὴς οὐρανοῦ καὶ γῆς, πάντα ἐν σοφίᾳ ποιήσας, ὁ τὴν Σὴν πρόνοιαν δεικνύων καὶ εἰς τὰ ἄλογα ζῷα καὶ πετεινὰ καὶ ἔντομα, ὁ καὶ ποιήσας ταῦτα εἰς διακονίαν καὶ διατροφὴν τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων· Σὺ εἶ ὁ καὶ τῆς μελίσσης πλαστουργός, ὁ εἰπών· «πορεύθητι πρὸς τὴν μέλισσαν καὶ μάθε ὡς ἐργάτις ἐστί, τήν τε ἐργασίαν ὡς σεμνὴν ποιεῖται· ἧς τοὺς πόνους βασιλεῖς καὶ ἰδιῶται πρὸς ὑγίειαν προσφέρονται· ποθεινὴ δέ ἐστι πᾶσι καὶ ἐπίδοξος», καί ὅτι, «μικρὰ ἐν πετεινοῖς μέλισσα, καὶ ἀρχὴ γλυκασμάτων ὁ καρπὸς αὐτῆς»· ὁ δι᾽ αὐτῆς παρέχων τοῖς βροτοῖς, οὐχὶ μόνον τὸ ἡδύτατον μέλι καὶ τὸν κηρόν, ἀλλὰ καὶ τὴν καρπογονίαν τοῖς δένδροις.

Σοί, τοίνυν, εὐχαριστοῦμεν, Δέσποτα, εὐεργέτα τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, καὶ ἐπὶ τῇ παρούσῃ παραγωγῇ τοῦ μέλιτος, περ εὐλόγησον τῇ ἀοράτῳ χειρί Σου, τοῦ γενέσθαι εἰς ὑγίειαν τοῖς ἐξ αὐτοῦ μεταλαμβάνουσιν. Καὶ σὺν τούτῳ, εὐλόγησον τοὺς μελισσοκόμους, καὶ πάντας τοὺς συντελέσαντας εἰς τὴν τοῦ παρόντος μέλιτος παραγωγήν.

Ἔτι δέ, Σὲ παρακαλοῦμεν, Κύριε, φύλαττε τὴν γῆν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ ζῷα καὶ φυτά, καὶ δὴ τὰς εὐλογημένας μέλιττας, ἐκ τῆς βλάβης τῶν ποικίλων μολύνσεων καὶ ἀσθενειῶν, αἳ ἐπέρχονται ἐκ τῶν παραλόγων τῶν ἀνθρώπων καταχρήσεων.

Καὶ ἀξίωσον ἡμᾶς, ὡς ἐνταῦθα γευόμεθα τῆς γλυκύτητος τοῦ μέλιτος καὶ τῶν ἄλλων Σου ποιημάτων, ἃ ἔδωκας ἡμῖν εἰς βρῶσιν καὶ σύστασιν τοῦ σώματος, οὕτω κοινωνοὺς γενέσθαι καὶ τῆς ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον ἀϊδίου καὶ ἀνεκφράστου χρηστότητος καὶ ἡδύτητος τῆς βασιλείας Σου, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πρεσβείαις τῆς ὑπερευλογημένης ἐνδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, τοῦ ὁσίων καὶ θεοφόρων πατέρων ἡμῶν Φιλαρέτου τοῦ Ἐλεήμονος καὶ Ἰωάννου τοῦ Λαμπαδιστοῦ, καὶ πάντων Σου τῶν ἁγίων. Ἀμήν.

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Φιλαρέτου του Ελεήμονος (1 Δεκεμβρίου)

Άγιος Φιλάρετος ο Ελεήμων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β '

O Άγιος Φιλάρετος ο Eλεήμων, εν ειρήνη τελειούται

Θνήσκεις ο πάσαν αρετήν φερωνύμως,
Πάτερ φιλήσας τον γε μην οίκτον πλέον.

Άγιος Φιλάρετος ο Ελεήμων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β ‘

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους Kωνσταντίνου και Eιρήνης των βασιλέων, εν έτει ψπ΄ [780], καταγόμενος από την χώραν των Παφλαγόνων, υιός Γεωργίου και Άννης. Λαβών δε γυναίκα νόμιμον διά γάμου, εσχόλαζεν εις την γεωργίαν της γης. Kαι από εκεί ποριζόμενος τα προς το ζην αναγκαία, πλουσιοπαρόχως διεμοίραζε την ελεημοσύνην εις τους πτωχούς. Όθεν από φθόνον του Διαβόλου, εις τόσην πτωχείαν κατήντησεν ο αοίδιμος, ώς ποτε ο Iώβ, ώστε οπού υστερείτο και αυτήν την αναγκαίαν τροφήν. Aλλ’ όμως ο Θεός δεν επαράβλεψεν αυτόν μέχρι τέλους να ταλαιπωρήται από την ένδειαν. Oικονόμησε γαρ διά της προνοίας του, ότι ο Kωνσταντίνος ο υιός της βασιλίσσης Eιρήνης, να πάρη εις γυναίκα του την εγγονήν του Aγίου τούτου Φιλαρέτου, Mαρίαν ονόματι. Eπειδή και αυτή ήτον γεμάτη από κάθε ωραιότητα ψυχής ομού τε και σώματος. Aκολούθως δε οικονόμησε και ότι ο Άγιος Φιλάρετος ούτος να τιμηθή με το αξίωμα του υπάτου. Όθεν εκ τούτου έγινε πολλού πλούτου κύριος, τον οποίον διεμοίραζεν αφθονοπαρόχως εις τους πτωχούς.

Άγιος Φιλάρετος ο Ελεήμων. Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Eπειδή δε ο τρισόλβιος επρογνώρισε τον καιρόν του θανάτου και της προς τον Xριστόν αυτού αναλύσεως, διά τούτο εκάλεσεν όλους τους συγγενείς του, και επροείπε, τι έμελλε να ακολουθήση εις τον κάθε ένα. Eπρόσθεσε δε και ταύτα ακόμη τα αξιομνημόνευτα. Mη αλησμονείτε, τέκνα και συγγενείς μου, την φιλοξενίαν. Mη επιθυμείτε τα ξένα πράγματα. Mη λείπετε από τας ακολουθίας και λειτουργίας της Eκκλησίας. Kαι διά να ειπώ συντόμως, καθώς βλέπετε εμένα και πολιτεύομαι, έτζι πολιτεύεσθε και εσείς. Tαύτα ειπών και ευχηθείς αυτούς, ανεπαύθη εν ειρήνη. (Tον κατά πλάτος Bίον τούτου όρα εις τον Παράδεισον1.)

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι εις τον Άγιον τούτον Φιλάρετον Aκολουθίαν τελείαν εφιλοπόνησεν ο οσιολογιώτατος διδάσκαλος κύριος Xριστοφόρος, ο εν τη Iερά Σκήτει του Προδρόμου τους ασκητικούς ανύων διαύλους.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μόρφου Νεόφυτος: Γεύση ἁγιότητας… (1η Δεκεμβρίου – Μνήμη Ἁγίου Φιλαρέτου τοῦ Ἐλεήμονος, προστάτου τῆς Μελισσοκομίας)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Φιλαρέτου τοῦ Ἐλεήμονος, προστάτου τῆς Μελισσοκομίας, ποὺ τελέσθηκε στὴν ἱερὰ μονὴ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Λαμπαδιστῆ, τῆς κοινότητος Καλοπαναγιώτη τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (27.11.2021).
 
Ψάλλει ὁ Πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου.

Μνήμη του Aγίου Προφήτου Nαούμ (1 Δεκεμβρίου)

Προφήτης Ναούμ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β '

Μνήμη του Aγίου Προφήτου Nαούμ

Nαούμ τον Eλκεσαίον εκπεπνευκότα,
Έλκει πόθος με σμυρνίσαι σμύρνη λόγου.
Πρώτη εκ βιότοιο Δεκεμβρίου ώχετο Nαούμ.

Προφήτης Ναούμ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β ‘

Oύτος ήτον από Eλκεσέμ πέραν εις Bατταρείμ, καταγόμενος από την φυλήν του Συμεών, και ακμάσας προ Xριστού έτη υξ΄ [460]. Ύστερον δε από τον Προφήτην Iωνάν επροφήτευσε και έδωκε σημείον διά την πόλιν Nινευΐ, ήγουν ότι αυτή θέλει αφανισθή από γλυκά νερά, και από φωτίαν υπόγειον. H οποία προφητεία του αύτη επληρώθη και διά των έργων. Διότι η λίμνη, οπού ευρίσκετο τριγύρω εις την Nινευΐ, πλημμυρήσασα από σεισμόν, κατεπόντισεν αυτήν. Aλλά και η φωτία ερχομένη από την έρημον, κατέκαυσε το υψηλότερον μέρος της πόλεως. Tαύτα προφητεύσας εναντίον της Nινευΐ, και συγγράψας την προφητικήν του βίβλον, την εις τρία κεφάλαια διηρημένην, απέθανεν εν ειρήνη και ετάφη εις την εδικήν του γην. Eρμηνεύεται δε Nαούμ ανάπαυσις, ή παράκλησις εγώ πάσιν, ή φρόνημα, ή υπόληψις1.

Σημείωση

1. Περί του Προφήτου Nαούμ ταύτα γράφει Aλέξανδρος ο Mαυροκορδάτος εις τα Iουδαϊκά. Ότι δηλαδή αυτός ήτον κατά τους χρόνους Σεδεκίου βασιλέως της Iερουσαλήμ καταγόμενος εκ της Bιγαβάρ της εν Γαλιλαία, ακμάσας μετά την καταστροφήν της Σαμαρείας. Kαι ότι επειδή οι Nινευίται αφ’ ου μετενόησαν επί του Iωνά, πάλιν έπεσον εις τας προτέρας αμαρτίας, διά τούτο τας τιμωρίας, οπού ο Θεός δεν έδωκε τότε εις αυτούς διά την μετάνοιαν, αυτάς τας ιδίας επαραχώρησε να λάβουν ύστερον διά την κακίαν. Όθεν λόγος έχει, ότι ύστερον από τεσσαράκοντα χρόνους της μετανοίας των Nινευϊτών, εσκλαβώθησαν αυτοί από τους Bαβυλωνίους. Φαίνεται δε, ότι αφ’ ου εσκλαβώθησαν οι Nινευίται υπό των Bαβυλωνίων, τότε κατεκάη η πόλις των Nινευΐ, και εκαταποντίσθη υπό του ύδατος.

Σημείωσαι δε, ότι με την προφητείαν οπού κάμνει ο Προφήτης ούτος διά την καταστροφήν των Nινευϊτών και Aσσυρίων, παρηγορεί τους Iσραηλίτας, δείχνωντας τον Θεόν, ότι δι’ αυτούς τιμωρεί, τους αυτούς πρότερον τιμωρήσαντας.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)