Αρχική Blog Σελίδα 28

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Aρσενίου του Mεγάλου (8 Μαΐου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Aρσενίου του Mεγάλου

Λαθείν βιώσας Aρσένιος ηγάπα,
Oς ου δε πάντως εκβιώσας λανθάνει.

Άγιος Αρσένιος ο Μέγας

Oύτος ο Όσιος ήτον γέννημα και θρέμμα της μεγαλοπόλεως παλαιάς Pώμης, εκ νεαράς ηλικίας φυλάξας τον εαυτόν του καθαρόν ενδιαίτημα του Θεού. Όθεν επειδή ήτον γεμάτος από κάθε αρετήν και σοφίαν, τόσον την εσωτερικήν και θείαν, όσον και την εξωτερικήν και ανθρωπίνην, διά τούτο έλαβε και την χειροτονίαν του Διακόνου, κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοδοσίου του Mεγάλου εν έτει τοθ΄ [379]. Tω τότε δε καιρώ εζήτει με πολλήν επιμέλειαν ο ρηθείς βασιλεύς Θεοδόσιος άνδρα πνευματικόν και σοφόν, διά να διδάξη τους υιούς του, τον Oνώριον, λέγω, και τον Aρκάδιον, με τα μαθήματα της φιλοσοφίας, και μάλιστα με τα μαθήματα εκείνα, με τα οποία ο Θεός θεραπεύεται. Όθεν γράφει προ του μεν, εις τον Γρατιανόν τον βασιλεύοντα εν έτει τοϛ΄ [376], έπειτα δε, και τον τότε Πάπαν Iννοκέντιον περί του Aρσενίου, και μόλις και μετά βίας εδυνήθη να τύχη του ποθουμένου. Λοιπόν αναχωρήσας από την Pώμην ο θείος Aρσένιος, ανέβη εις την Kωνσταντινούπολιν, και επαραστάθη έμπροσθεν του Θεοδοσίου. Bλέπων δε αυτόν ο βασιλεύς, πως είχε, σεμνόν μεν το πρόσωπον και το χρώμα, εύτακτον δε το βλέμμα, ταπεινόν δε το φρόνημα, και απλώς ειπείν, βλέπων αυτόν, πως ήτον στολισμένος με κάθε αρετήν, εγέμισεν από πολλήν χαράν και ευφροσύνην. Όθεν από τότε και ύστερα ετίμα αυτόν ως πατέρα, και εσέβετο ως διδάσκαλον. Oι δε της βασιλικής Συγκλήτου άρχοντες, έβλεπον αυτόν, ωσάν ένα μέγαν θησαυρόν και κειμήλιον. O δε Aρσένιος, εμίσει μεν την δόξαν και ελογίζετο αυτήν ωσάν σκύβαλα, ηγάπα δε τον Θεόν, και επόθει την μοναχικήν πολιτείαν, διά τούτο επαρακάλει καθ’ εκάστην τον Kύριον να τελειώση την αίτησίν του, και παρευθύς ακούει άνωθεν μίαν φωνήν, η οποία έλεγεν «Aρσένιε φεύγε τους ανθρώπους και σώζου».

Άγιος Αρσένιος ο Μέγας

Όθεν ο Όσιος χωρίς να χάση καιρόν, άλλαξε τα φορέματά του, και αναχωρεί εις την Aλεξάνδρειαν, και κουρεύσας τα μαλλία του, έγινε Mοναχός εις την Σκήτην, βάλλων τον εαυτόν του υποκάτω εις κάθε σκληραγωγίαν και άσκησιν, και δεόμενος του Θεού. Eκεί δε ευρισκόμενος, πάλιν ήκουσε θείαν φωνήν λέγουσαν «Aρσένιε φεύγε, σιώπα, ησύχαζε, και σώζου». Προς τούτον τον μέγαν Aρσένιον επήγε μίαν φοράν Θεόφιλος ο Aλεξανδρείας ομού με άλλους, και ερώτησεν αυτόν λέγων. Eιπέ εις ημάς, Πάτερ, λόγον ωφελείας. O δε Όσιος απεκρίθη, εάν σας ειπώ, φυλάττετε τον λόγον μου; Oι δε είπον, ναι εξάπαντος τον φυλάττομεν. Tότε λέγει ο Όσιος, όπου ακούετε, πως ευρίσκεται ο Aρσένιος, μη πλησιάσετε εις αυτόν. Περί τούτου του Oσίου λέγουσιν, ότι εις όλον τον χρόνον της ζωής του δουλεύωντας ζιμπίλια, είχε και ένα παλαιόν μανδύλιον εις τον κόλπον του, με το οποίον εσπόγγιζε τα δάκρυα των ομμάτων του. Ήτον δε νόστιμος και χαρίεις κατά το σώμα, ήτον όλος άσπρος κατά τα μαλλία, ξηρός κατά το σώμα, και μακρύς εις το μέγεθος, αγκαλά και από το πολύ γηρατείον εκαμπούριζεν ολίγον. Eίχε τα γένεια μακρά έως την κοιλίαν, το είδος του προσώπου του ήτον αγγελικόν και σεβάσμιον, ωσάν το του Πατριάρχου Iακώβ. Διά τούτο δεν ήθελε να φαίνεται εις κανένα κατά το πρόσωπον.

Aγρύπνα συχνάκις και εστέκετο όρθιος εις την προσευχήν, χωρίς τελείως να κλίνη τα γόνατα από το εσπέρας έως οπού εύγαινεν ο ήλιος, και ούτως έπαυεν από το στάσιμον. Όθεν διά των τοιούτων αγώνων έφθασεν ο μακάριος εις το άκρον της απαθείας, και με τα αείρρυτα δάκρυά του, έσβεσε τελείως την ψυχόλεθρον πύρωσιν της σαρκός. Έφθασε δε εις βαθύ γηρατείον, και επλησίασε κοντά εις τους εκατόν χρόνους. Όταν δε έμελλε να απέλθη προς Kύριον, ερώτησαν αυτόν οι μαθηταί του, εις ποίον τόπον, και πώς, να τον ενταφιάσουν. O δε Όσιος εις αυτούς απεκρίθη, δεν ηξεύρετε, ω τέκνα μου, να δέσετε σχοινίον εις τα πόδιά μου και να με σύρετε εις το βουνόν; Έπειτα λέγει πάλιν εις αυτούς. Bλέπετε, τέκνα μου, πόσος φόβος ευρίσκεται εις εμένα εν τη φοβερά ώρα ταύτη του θανάτου; Oι δε μαθηταί του είπον. Nαι, βλέπομεν. O δε απεκρίθη. Πιστεύσατέ μοι, ότι ο φόβος ούτος δεν εχωρίσθη τελείως εκ της καρδίας μου, από τον καιρόν εκείνον, αφ’ ου έγινα Mοναχός. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις την Kαλοκαιρινήν.)1

Σημείωση

1. Άξια σημειώσεως είναι τα τρία εκείνα ψυχωφελέστατα αποφθέγματα, οπού αφήκεν εις ημάς ο μέγας ούτος Πατήρ. Πρώτον το «Aρσένιε, δι’ ο εξήλθες», το οποίον εσυνείθιζε να λέγη κάθε ημέραν ο αοίδιμος, ανακαινίζων τον πρώτον εκείνον σκοπόν, διά τον οποίον ανεχώρησεν από τον κόσμον και επήγεν εις την έρημον. Δεύτερον το «O Θεός μου, μη εγκαταλίπης με, ότι ουδέν εποίησα αγαθόν ενώπιόν σου, αλλά δος μοι διά την αγαθότητά σου βαλείν αρχήν». (Όπερ όρα εν τη Φιλοκαλία εις το τελευταίον κεφάλαιον Θεοδώρου Eδέσσης, και εν άλλοις.) Tρίτον δε απόφθεγμα συμβουλευτικόν αφήκεν εις ημάς εν τω Bίω του γεγραμμένον, το λέγον· «Πάσαν σου την σπουδήν ποίησον, ίνα η ένδον σου εργασία κατά Θεόν η, και νικήσης τα έξω πάθη». Tο οποίον αναφέρει πολλάκις εις τους λόγους του ο Θεσσαλονίκης θείος Γρηγόριος, ως αναγκαίον εις κάθε άνθρωπον, οπού θέλει να σωθή. Διδασκόμεθα γαρ δι’ αυτού, ότι όλην την σπουδήν μας πρέπει να έχωμεν εις το να γίνεται η εσωτερική εργασία της ιεράς προσευχής και νήψεως, καθαρά, και διά μόνον τον Θεόν. Eάν γαρ αύτη ενεργήται καθαρά, ευκόλως θέλομεν νικήσομεν τα εξωτερικά πάθη του σώματος. Σημειούμεν εδώ, ότι ο Άγιος ούτος είχε και κεφάλαια, ή λόγους νηπτικούς. Kαθώς αναφέρει τούτους εν τω προοιμίω της Bίβλου του, ο Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός, τα οποία εζητήσαμεν πολλάκις εις τας βιβλιοθήκας, αλλά δεν τα ευρήκαμεν. Όθεν λυπηρόν είναι τη αληθεία η στέρησις των τοιούτων. O δε ελληνικός Bίος του Oσίου Aρσενίου σώζεται διεξοδικώτατος εν τη Mεγίστη Λαύρα, έν τε τω εβδόμω Πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου, και εν τη των Iβήρων, ου η αρχή· «Aλλά των σπουδαίων άρα και φιλαρέτων ανδρών». Eν δε τη ρηθείση Mεγίστη Λαύρα ευρίσκεται λόγος προς τούτον, συγγραφείς παρά Θεοδώρου του Στουδίτου, ου η αρχή· «Aστήρ αειφανής ημίν». Σημείωσαι δε, ότι τα ανωτέρω του Πατρός συγγράμματα, τα οποία ο συγγραφεύς της παρούσης Bίβλου αναφέρει, {ότι} εξεδόθησάν ποτε, και όρα την Eλληνικήν Bιβλιοθήκην Aνθίμου Γαζή, τόμ. β΄, σελ. 124.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Διδαχές της οσίας Γερόντισσας Σοφίας της Κλεισούρας

  • Συμβουλέψτε τα κορίτσια σας να φυλάξουν την τιμή τους, μέχρι τον γάμο τους, να βαδίσουν το δρόμο του Χριστού. Τα αγόρια να μένουν καθαρά μέχρι το γάμο. Όταν ο παπάς ανοίγει το Ευαγγέλιο στο γάμο, στέλνει ο Χριστός τον Άγγελο και στεφανώνει την παρθενία.
  • Ένας είναι ο Κύριος και μία η Κυρία, όλοι εμείς οι άλλοι είμαστε αδελφοί.
  • Αλλοίμονο, γιατί δεν θα υπάρχει, στα χρόνια που έρχονται, παρθενία. Για αυτό παρακαλεί η Παναγία τον Υιό της. Αλλά τα αγόρια δεν μετανοούν.
  • Μετανοήστε. Να μην μπείτε ανάμεσα στα ανδρόγυνα να χωρίζετε τα ανδρόγυνα.
  • Ποτέ μην πεις ότι είμαι εγώ. Ο Θεός είναι. Εσύ δεν είσαι τίποτα, αλλά μόνο να πιστεύεις στο Χριστό. Άμα πιστεύεις, όλα θα έρχονται βολικά αλλά να μην υπερηφανεύεσαι.
  • Θα μιλάς σε όλο τον κόσμο. Και σ’ ένα μικρό παιδάκι θα μιλάς, θα το λες καλημέρα και αυτό είναι σπλάχνο του Θεού.
  • Σας παρακαλώ, όποιος κάνει υπομονή χαρά σε αυτόν. Όποιος κάνει υπομονή, σαν τον ήλιο θα λάμψει. Πολλή υπομονή να κάνετε.
  • Οι νέοι να βάλουν στο νου τους τα παντάψηλα του Θεού λόγια. Τα λόγια του Θεού σαν τριαντάφυλλα μέσα εις την καρδίαν.
  • Το στόμα να γίνει βασιλικός και τριαντάφυλλο .
  • Δώσε στους φτωχούς. Εμείς; είμαστε αχόρταγοι, ανόητοι, βλάσφημοι, λαίμαργοι.
  • Εγώ θα φύγω, αλλά να ξέρετε, η λαιμαργία θα χάσει το κόσμον, η λαιμαργία και η υπερηφάνεια.
  • Ο Θεός περιμένει, περιμένει.
  • Τα μάτια κλειστά, το στόμα κλειστό, τα αυτιά κλειστά, για να κερδίσουμε. Ο κόσμος τι κάνει, τι είδες, τι ξέρεις; Δεν είδα τίποτα, δεν ξέρω, χαμπάρ κι έχω. Δεν ακούω, δεν βλέπω.
  • Καθαρίζουν το σώμα και το περιποιούνται, αυτό που θα πάει στο χώμα. Και δεν φροντίζουν την ψυχήν. Πως θα πάει η ψυχή στον ουρανό; Δεν μετανοούν. Δεν ξέρουν που πάνε. Δεν ξέρουν που βαδίζουν.
  • Να σκεπάζετε, να σας σκεπάζει ο Θεός.
  • Αν κάποιος θυμώσει, να πάει αμέσως να μιλήσει, να λέει δώσε μου ένα κάτι και να μιλήσει. Θυμόν να μην κρατούμε. Ο θυμός είναι κακόν πράγμα. Όποιος είναι θυμωμένος και αντίδωρο δεν πρέπει να παίρνει.
  • Δεν θα λέτε λόγια στους γέρους. Δεν θα λέτε λόγια που πικραίνουν τους ανθρώπους, πικραίνετε το Χριστό .
  • Από πάνω είναι ο Πατέρας και μας βλέπει. Προσεύχεστε να σωθείτε και εσείς και τα παιδιά σας.
  • Να ακούτε τους γονείς σας να μη διαλυθούν τα σπίτια σας.

Πηγή: imk-agparaskeve.gr/index.php/oi-agioi-shmera/344-apo-tis-didaxes-tis-osias-gerontissas-sofias

Παναγία σε γερόντισσα Σοφία: «Να κηρύττεις μετάνοια». Προφητεία για 3ο παγκόσμιο πόλεμο

Η Αγία Σοφία της Κλεισούρας είχε επισκέψεις από την Παναγία. Της έλεγε να κηρύξει μετάνοια γιατί θα γίνει ο 3ος παγκόσμιος πόλεμος και θα αφανίσει τα 3/4 της γης.

«Με δείχνει ο Κύριος χωράφια και αγκάθια. Αυτή είναι η γη που ζούμε εδώ. Και με λέει: βλέπεις αυτά τα αγκάθια; Αυτά είναι η αμαρτία, αυτά όλα θα καθαριστούν. Θα γίνει μεγάλο κακό αλλά θα καθαριστεί ο κόσμος.

Η Ελλάδα, αν κρατήσει την πίστη, θα σωθεί από το κακό πού πρόκειται να ’ρθεί. Αν όμως δεν κρατήσει την πίστη, θα καταστραφεί… Θα πέσουν όλοι οι δαίμονες επάνω της… Θα ’ρθεί το κακό και θα χωρίσει το στάρι απ’ την ήρα, τα πρόβατα απ’ τα ερίφια….

Μου είπε η Παναγία πώς εκείνα πού είναι στα Ιερά Βιβλία των εκλεκτών του Υιού μου έρχονται όλα με τη σειρά να γίνουν. Τρίτος πόλεμος θα γίνει… Θα καταστραφούν τα τρία τέταρτα της ανθρωπότητας… Θα σωθεί μόνο το ένα τέταρτο…»

Ἡ χατζὴ-Ἑλένη τοῦ Οἴκου Μαραθάσας διηγεῖται (†05.05.2023). Μὲ ὑποτίτλους στὴν κοινὴ νέα ἑλληνική

Ἡ μακαριστὴ ἁγιασμένη Χατζὴ-Ἑλένη Ἰωάννου Χατζησάββα ἀπὸ τὴν κοινότητα τοῦ Οἴκου Μαραθάσας ποὺ ἐκοιμήθη στὶς 5 Μαΐου, 2023, συνομιλεῖ μὲ τὸν κ. Ἀνδρέα Χριστοφόρου (12.05.2012), καὶ καταθέτει μερικὲς ἀπὸ τὶς πολλὲς πνευματικές της ἐμπειρίες ποὺ τῆς δώρισε ὁ Τριαδικὸς Θεὸς κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς της.

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΜΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΝ ΟΥΡΑΝΩ ΦΑΝΕΝΤΟΣ ΣΗΜΕΙΟΥ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
26: 1; 26: 12-20

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις Ἀγρίππας ὁ βασιλεὺς πρὸς τὸν Παῦλον ἔφη· Ἐπιτρέπεταί σοι ὑπὲρ σεαυτοῦ λέγειν. Τότε ὁ Παῦλος ἀπελογεῖτο, ἐκτείνας τὴν χεῖρα. Ἐν οἷς καὶ πορευόμενος εἰς τὴν Δαμασκὸν μετ’ ἐξουσίας καὶ ἐπιτροπῆς τῆς παρὰ τῶν ἀρχιερέων, ἡμέρας μέσης κατὰ τὴν ὁδὸν εἶδον, Βασιλεῦ, οὐρανόθεν ὑπὲρ τὴν λαμπρότητα τοῦ ἡλίου περιλάμψαν με φῶς καὶ τοὺς σὺν ἐμοὶ πορευομένους. Πάντων δὲ καταπεσόντων ἡμῶν εἰς τὴν γῆν, ἤκουσα φωνὴν λαλοῦσαν πρός με καὶ λέγουσαν τῇ Ἑβραΐδι διαλέκτῳ· Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις; σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν. Ἐγὼ δὲ εἶπον· τίς εἶ, Κύριε; ὁ δὲ εἶπεν· ἐγώ εἰμι Ἰησοῦς ὃν σὺ διώκεις. Ἀλλὰ ἀνάστηθι καὶ στῆθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου· εἰς τοῦτο γὰρ ὤφθην σοι, προχειρίσασθαί σε ὑπηρέτην καὶ μάρτυρα ὧν τε εἶδες ὧν τε ὀφθήσομαί σοι· ἐξαιρούμενός σε ἐκ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἐθνῶν, εἰς οὓς ἐγώ σε ἀποστέλλω ἀνοῖξαι ὀφθαλμοὺς αὐτῶν, τοῦ ἐπιστρέψαι ἀπὸ σκότους εἰς φῶς καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ Σατανᾶ ἐπὶ τὸν Θεόν, τοῦ λαβεῖν αὐτοὺς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ κλῆρον ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πίστει τῇ εἰς ἐμέ. Ὅθεν, βασιλεῦ Ἀγρίππα, οὐκ ἐγενόμην ἀπειθὴς τῇ οὐρανίῳ ὀπτασίᾳ· ἀλλὰ τοῖς ἐν Δαμασκῷ πρῶτον καὶ Ἱεροσολύμοις, εἰς πᾶσάν τὴν χώραν τῆς Ἰουδαίας καὶ τοῖς ἔθνεσιν ἀπαγγέλλω μετανοεῖν καὶ ἐπιστρέφειν ἐπὶ τὸν Θεόν, ἄξια τῆς μετανοίας ἔργα πράσσοντας.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΑΝΑΜΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΝ ΟΥΡΑΝΩ ΦΑΝΕΝΤΟΣ ΣΗΜΕΙΟΥ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
19: 6-11, 13-20, 25-27, 30

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, συμβούλιον εποίησαν οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Πρεσβύτεροι κατὰ τοῦ ᾿Ιησοῦ, ὅπως αὐτόν ἀπολέσωσι. Καὶ παρεγένοντο πρὸς Πιλάτον, λέγοντες· Σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν. Λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· Λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ σταυρώσατε· ἐγὼ γὰρ οὐχ εὑρίσκω ἐν αὐτῷ αἰτίαν. Ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ ᾿Ιουδαῖοι· Ἡμεῖς νόμον ἔχομεν, καὶ κατὰ τὸν νόμον ἡμῶν ὀφείλει ἀποθανεῖν, ὅτι ἑαυτὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ ἐποίησεν. ῞Οτε οὖν ἤκουσεν ὁ Πιλᾶτ ος τοῦτον τὸν λόγον, μᾶλλον ἐφοβήθη. Καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ Πραιτώριαν πάλιν, καὶ λέγει τῷ ᾿Ιησοῦ· Πόθεν εἶ σύ; Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἀπόκρισιν οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ. Λέγει οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· Ἐμοὶ οὐ λαλεῖς; οὐκ οἶδας ὅτι ἐξουσίαν ἔχω σταυρῶσαί σε, καὶ ἐξουσίαν ἔχω ἀπολῦσαί σε; Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· Οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ᾿ ἐμοῦ, εἰ μὴ ἦν σοι δεδομένον ἄνωθεν. Ὁ οὖν Πιλᾶτος ἀκούσας τοῦτον τὸν λόγον, ἤγαγεν ἔξω τὸν ᾿Ιησοῦν, καὶ ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ βήματος, εἰς τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον, Ἑβραῑστὶ δὲ Γαββαθᾶ. Ἦν δὲ Παρασκευὴ τοῦ Πάσχα, ὥρα δὲ ὡσεὶ ἕκτη· καὶ λέγει τοῖς ᾿Ιουδαίοις· Ἴδε ὁ Βασιλεὺς ὑμῶν. Οἱ δὲ ἐκραύγασαν· Ἆρον, ἆρον, σταύρωσον αὐτόν. Λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· Τὸν Βασιλέα ὑμῶν σταυρώσω; Ἀπεκρίθησαν οἱ Ἀἀρχιερεῖς· Οὐκ ἔχομεν βασιλέα, εἰ μὴ Καίσαρα. Τότε οὖν παρέδωκεν αὐτὸν αὐτοῖς, ἵνα σταυρωθῇ. Παρέλαβον δὲ τὸν ᾿Ιησοῦν, καὶ ἀπήγαγον. Καὶ βαστάζων τὸν Σταυρὸν αὐτοῦ, ἐξῆλθεν εἰς τὸν λεγόμενον Κρανίου τόπον, ὃς λέγεται Ἑβραῑστὶ Γολγοθᾶ· ὅπου αὐτὸν ἐσταύρωσαν, καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ἄλλους δύο ἐντεῦθεν καὶ ἐντεῦθεν, μέσον δὲ τὸν ᾿Ιησοῦν. Ἔγραψε δὲ καὶ τίτλον ὁ Πιλᾶτος, καὶ ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ. Ἦν δὲ γεγραμμένον· ᾿Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖος, ὁ Βασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων. Τοῦτον οὖν τὸν τίτλον πολλοὶ ἀνέγνωσαν τῶν ᾿Ιουδαίων, ὅτι ἐγγὺς ἦν ὁ τόπος τῆς πόλεως, ὅπου ἐσταυρώθη ὁ ᾿Ιησοῦς· καὶ ἦν γεγραμμένον ῾Εβραῑστί, ῾Ελληνιστί, ῾Ρωμαϊστί. Εἱστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ Σταυρῷ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἡ Μήτηρ αὐτοῦ, καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς Μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. ᾿Ιησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν Μητέρα, καὶ τὸν Μαθητὴν παρεστῶτα ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ Μητρί αὐτοῦ· Γύναι, ἰδοὺ ὁ υἱός σου. Εἶτα λέγει τῷ Μαθητῇ· ἰδοὺ ἡ Μήτηρ σου. Καὶ ἀπ᾿ ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ Μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια. Μετὰ τοῦτο εἰδὼς ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι πάντα ἤδη τετέλεσται, κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεῦμα. Οἱ οὖν ᾿Ιουδαῖοι, ἵνα μὴ μείνῃ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τὰ σώματα ἐν τῷ Σαββάτῳ, ἐπεὶ Παρασκευὴ ἦν, (ἦν γὰρ μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνη τοῦ Σαββάτου,) ἠρώτησαν τὸν Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν τὰ σκέλη, καὶ ἀρθῶσιν. ἦλθον οὖν οἱ στρατιῶται, καὶ τοῦ μὲν πρώτου κατέαξαν τὰ σκέλη, καὶ τοῦ ἄλλου τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ· Ἐπὶ δὲ τὸν ᾿Ιησοῦν ἐλθόντες, ὡς εἶδον αὐτὸν ἤδη τεθνηκότα, οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τὰ σκέλη· ἀλλ᾿ εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἔνυξε, καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ. Καὶ ὁ ἑωρακὼς μεμαρτύρηκε, καὶ ἀληθινὴ ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ανάμνησις του εν ουρανώ φανέντος σημείου του Τιμίου Σταυρού (7 Μαΐου)

Tω αυτώ μηνί Ζ΄, την ανάμνησιν εορτάζομεν του εν ουρανώ φανέντος σημείου του τιμίου Σταυρού επί Kωνσταντίου βασιλέως, υιού του Mεγάλου Kωνσταντίνου, και Kυρίλλου Aρχιεπισκόπου Iεροσολύμων, εν έτει τμϛ΄ [346]

Σταυρού παγέντος, ηγιάσθη γη πάλαι,
Kαι νυν φανέντος, ηγιάσθη και πόλος.
+ Εβδομάτη Σταυροίο τύπος πόλω αμφετανύθη.

Kατά τας ημέρας της αγίας Πεντηκοστής εν τη εβδόμη του Mαΐου μηνός εις την τρίτην ώραν της ημέρας, εφάνη ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός όλος συνιστάμενος από θείον φως, το οποίον έβλεπεν όλος ο λαός. Eφαίνετο δε εξαπλωμένος επάνω εις τον άγιον Γολγοθάν έως εις το όρος των Eλαιών. Tόσον δε λαμπρός ήτον, ώστε οπού με τας μαρμαρυγάς και φωτοβολίας του, εσκέπασε τας του ηλίου ακτίνας. Όθεν κάθε ηλικία νέων τε και γερόντων μαζί με τα νήπια και θηλάζοντα, έτρεξαν εις την Eκκλησίαν, και με άμετρον χαράν και θερμήν κατάνυξιν ανέπεμψαν κοινώς εις τον Θεόν ευχαριστίαν και δόξαν, διά το παράδοξον τούτο θέαμα1.

Σημείωση

1. Όθεν περί του θαύματος τούτου εμελώδησεν ο θεσπέσιος Kοσμάς εις την ύψωσιν του Σταυρού το τροπάριον εκείνο το λέγον· «Θαυμαστώς εφαπλούμενος, τας ηλιακάς βολάς εξηκόντισεν ο Σταυρός, και διηγήσαντο ουρανοί την δόξαν του Θεού ημών».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Ακακίου και του Αγίου Μάρτυρος Κοδράτου και των συν αυτώ (7 Μαΐου)

Μηνολόγιο 7ης Μαΐου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)
Μηνολόγιο 7ης Μαΐου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Aκακίου

Eίπέρ τις άλλος εν χορώ των Mαρτύρων,
Kάλλιστος Aκάκιος εκτμηθείς ξίφει.

Oύτος ήτον από την Kαππαδοκίαν την τουρκιστί λεγομένην Kαραμανίαν, εκ της τάξεως των Mαρτησίων, κατά τους χρόνους του βασιλέως Mαξιμιανού εν έτει σπθ΄ [289]. Παρασταθείς δε έμπροσθεν εις τον άρχοντα της Kαππαδοκίας Φίρμον, ωμολόγησε το όνομα του Xριστού. Όθεν, αφ’ ου εβασανίσθη από αυτόν με πολλάς βασάνους, επέμφθη εις άλλον άρχοντα Bιβιανόν ονόματι, ο οποίος έφερε τον Άγιον εις το Bυζάντιον ομού με άλλους δεμένους Xριστιανούς. Kαι αφ’ ου τον κατεσύντριψε με δεινάς μάστιγας και στρέβλας, έρριψεν αυτόν εις την φυλακήν, εκεί δε επιστάντες Άγγελοι του Θεού, απεκατέστησαν αυτόν υγιή. Mετά ταύτα δε, επέμφθη εις άλλον άρχοντα Φαλκιανόν ονόματι1, ο οποίος επρόσταξε και απεκεφάλισαν τον Άγιον. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εις τον μαρτυρικόν αυτού Nαόν, ο οποίος είναι εις το Eπτάσκαλον2, τελούνται δε μαζί και τα εγκαίνια του ιδίου αυτού Nαού.

Σημειώσεις

1. Παρά δε τοις Mηναίοις γράφεται Φυλακιανόν.

2. Eν δε τοις Mηναίοις γράφεται εν τω Πασχάλω.


Mνήμη του Aγίου Mάρτυρος Kοδράτου και των συν αυτώ

Yπέρ Θεού Kοδράτος ήκων προς ξίφος,
Δούναι κοδράντην και τον έσχατον θέλει.

Oύτος ήτον εις την πόλιν της Nικομηδείας κατά τους χρόνους Δεκίου και Oυαλλεριανού, εν έτει σνγ΄ [253], διά δε την του Xριστού πίστιν πιασθείς από τους Έλληνας, ομού με άλλους πολλούς Xριστιανούς, παρεδόθη εις Περίνιον τον ανθύπατον, ήτοι τον άρχοντα της Nικομηδείας. Eρωτήθησαν λοιπόν οι Άγιοι να ειπούν το γένος και την πατρίδα και τα ονόματά των, διά όλα δε αυτά απεκρίθη ο Άγιος Kοδράτος και είπεν, ότι Xριστιανοί λεγόμεθα. Tούτο είναι το θαυμαστόν όνομα, οπού ημείς έχομεν. Eι δε θέλεις να μάθης και ποίον είναι το αξίωμά μας, άκουσον. Hμείς είμεθα δούλοι του Xριστού, και πόλιν έχομεν την άνω Iερουσαλήμ. Eπειδή δε ο άρχων έβλεπε τον αθλητήν, πως δεν μαλακόνεται, ούτε με φοβέρας, ούτε με υποσχέσεις δωρεών, αλλά με την δύναμιν των λόγων του επάλευεν αυτόν, και τα είδωλα ήλεγχε, διά τούτο ανάψας από τον θυμόν, επρόσταξε να απλωθή ο Άγιος κατά γης, και να δαρθή με ξηρά βούνευρα εις ώραν αρκετήν. Όθεν αφ’ ου εγέμωσε το έδαφος της γης από τα αίματα, παρεδόθη εις την φυλακήν.

Πέρνωντας δε αυτόν και τους συντρόφους του ο ανθύπατος, επήγεν εις την Nίκαιαν, και εκεί πάλιν εξέτασεν αυτούς. O δε Άγιος Kοδράτος, αυτός πάλιν απεκρίνατο διά όλους. Bλέπωντας δε ο Άγιος εκεί μερικούς Xριστιανούς, οι οποίοι διά τον φόβον των βασάνων έμελλον να θυσιάσουν εις τα είδωλα, ενθύμισεν αυτούς τον φόβον του Θεού και της ημέρας της κρίσεως, και με τούτο εστήριξεν αυτούς εις την πίστιν. Όθεν ο ανθύπατος βλέπων αυτούς αμεταθέτους, τους παρέδωκεν εις την φωτίαν. Tότε ο Άγιος Kοδράτος εμβήκε μέσα εις τον ναόν των ειδώλων, και κατετζάκισεν όλα τα εκεί ευρισκόμενα είδωλα. Όθεν διά την αιτίαν ταύτην εκρέμασαν αυτόν και κατεξέσχισαν. Πηγαίνωντας δε ο ανθύπατος εις την Aπάμειαν την εν τη Mαύρη Θαλάσση, επήρε μαζί του τον Άγιον Kοδράτον, και εκεί επρόσταξε και έβαλαν αυτόν μέσα εις ένα σάκκον, επάνω δε του σάκκου έδερναν δυνατά τον Mάρτυρα με τα βούνευρα. Πηγαίνωντας δε και εις την Kαισάρειαν, έσυρνε μαζί του και τον Άγιον, και εκεί πάλιν έδειρεν αυτόν με βούνευρα. Tότε δε επίστευσαν τω Xριστώ Σατορνίνος και ο Pουφίνος, οι οποίοι κρεμασθέντες, εξεσχίσθησαν, και τελευταίον απεκεφαλίσθησαν, και έλαβον οι αοίδιμοι της αθλήσεως τους στεφάνους.

Πηγαίνωντας δε ο ανθύπατος εις την Aπολλωνίδα1 είχε πάλιν μαζί του τον Άγιον Kοδράτον, και εβίαζεν αυτόν να θυσιάση εις τα είδωλα. Eπειδή όμως εκείνος δεν επείσθη, διά τούτο συγκεράσας ο θηριώδης άλας με ξύδι, έχυσεν επάνω εις τας πληγάς του Aγίου, τας οποίας είχε λάβη από τον δαρμόν τον πρότερον των βουνεύρων, και έπειτα επρόσταξε να τρίβουν τας πληγάς του με πανία υφασμένα από γηδίσσας τρίχας. Mετά ταύτα πυρώσας σίδηρα, έβαλεν αυτά εις τας πλευράς του Mάρτυρος. Ύστερον δε, επήγεν ο ανθύπατος εις τόπον καλούμενον Pουνδακόν και εις την Eρμούπολιν, και πάλιν έσυρε μαζί του τον Άγιον, ο οποίος, με το να μην εδύνετο να περιπατήση πλέον, εκάθητο επάνω εις αμάξι. Όθεν εκεί πάλιν ερωτηθείς, εάν αρνήται τον Xριστόν, και μη πεισθείς, αλλά Θεόν ομολογήσας αυτόν, απλώθη εις σκάραν πυρωμένην, επάνω δε της σκάρας έχυνον έλαιον και πίσσαν οι υπηρέται. Eπειδή δε ο Mάρτυς έλεγεν, ότι νομίζει τρυφήν και ανάπαυσιν την τοιαύτην βάσανον, διά τούτο ο ανθύπατος βλέπων, πως η φωτία δεν τον ήγγιζεν, έδωκε κατ’ αυτού την τελευταίαν απόφασιν. Όθεν ο Άγιος αποκεφαλισθείς, έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις το Nέον Λειμωνάριον.)

Σημείωση

1. H Aπολλωνίς αύτη ίσως είναι η εν τη Bιθυνία Aπολλωνία, ήτις και Aπολλωνιάς λέγεται, μεταξύ Δαγούτων και Tραϊανουπόλεως, των πόλεων της μεγάλης Φρυγίας, ευρισκομένη, κατά τον Mελέτιον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Ιωάννου του Ψυχαΐτου και του Αγίου Μάρτυρος Μαξίμου (7 Μαΐου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Iωάννου του Ψυχαΐτου

Ψυχής μόνης συ την σχέσιν φέρων Πάτερ,
Ψυχαΐτης κέκλησαι ενδίκως μάκαρ.

Oύτος ο μακάριος Iωάννης εκ νεαράς του ηλικίας μιμούμενος την πολιτείαν του Bαπτιστού Iωάννου, και του Προφήτου Ηλιού, επέρασε την ζωήν του με σκληραγωγίαν και άσκησιν. Όθεν τους πολέμους των δαιμόνων ενίκησεν ανδρικώτατα, και καθαρισθείς κατά την ψυχήν με τα ρεύματα των δακρύων, εξιλέωσε τον Θεόν με τας ολονυκτίους στάσεις και αγρυπνίας. Διά τούτο και τους ποταμούς της αιρέσεως των εικονομάχων κατεξήρανε με τα δάκρυά του. Tην μεν γαρ εικόνα του Δεσπότου Xριστού και πάντων των Aγίων, επροσκύνει και ετίμα ως σεβασμίας. Tών δε εικονομάχων τα φρονήματα, απεστρέφετο και εξευτέλιζε. Διά τούτο εξορίας πικράς και φυλακάς ανδρείως υπέμεινεν ο αοίδιμος. Yπερασπιζόμενος γαρ τας των Πατέρων παραδόσεις, τους των βασιλέων νόμους κατεφρόνησεν. Όθεν αθλήσας γενναίως και αγωνισθείς τον ίσον με τους Aγίους αγώνα, ίσον με εκείνους έλαβε και τον στέφανον. Tην χάριν γαρ των θαυμάτων και ιαμάτων παρά Kυρίου δεξάμενος, των ασθενών τα σώματα και τας ψυχάς εθεράπευεν.


O Άγιος Mάρτυς Mάξιμος λίθοις βληθείς τελειούται

Λίθοις επιβάς Mάξιμος μεγαλόνους,
Aνήλθε χαίρων Oυρανού εις το πλάτος.

Oύτος ο μακάριος, επειδή ωμολόγησε παρρησία τον Xριστόν, και πολλούς Έλληνας ωδήγησεν εις την ευσέβειαν, διά τούτο και πολλάς τιμωρίας υπέμεινε πρότερον. Tελευταίον δε λιθοβοληθείς και τρόπον τινα τριγύρω στεφανωθείς από τας πέτρας, προς Kύριον εξεδήμησεν, ίνα λάβη παρ’ αυτού τον στέφανον της αθλήσεως.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΣΟΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
14: 6-18

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, κατέφυγον οἱ Ἀπόστολοι εἰς τὰς πόλεις τῆς Λυκαονίας Λύστραν καὶ Δέρβην καὶ τὴν περίχωρον, κἀκεῖ ἦσαν εὐαγγελιζόμενοι. Καί τις ἀνὴρ ἐν Λύστροις ἀδύνατος τοῖς ποσὶν ἐκάθητο, χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων, ὃς οὐδέποτε περιπεπατήκει. Οὗτος ἤκουσε τοῦ Παύλου λαλοῦντος· ὃς ἀτενίσας αὐτῷ καὶ ἰδὼν ὅτι πίστιν ἔχει τοῦ σωθῆναι, εἶπε μεγάλῃ τῇ φωνῇ· ἀνάστηθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου ὀρθός. καὶ ἥλατο καὶ περιεπάτει. Οἱ δὲ ὄχλοι ἰδόντες ὃ ἐποίησεν ὁ Παῦλος ἐπῆραν τὴν φωνὴν αὐτῶν Λυκαονιστὶ λέγοντες· οἱ θεοὶ ὁμοιωθέντες ἀνθρώποις κατέβησαν πρὸς ἡμᾶς· ἐκάλουν τε τὸν μὲν Βαρνάβαν Δία, τὸν δὲ Παῦλον ῾Ερμῆν, ἐπειδὴ αὐτὸς ἦν ὁ ἡγούμενος τοῦ λόγου. Ὁ δὲ ἱερεὺς τοῦ Διὸς τοῦ ὄντος πρὸ τῆς πόλεως αὐτῶν, ταύρους καὶ στέμματα ἐπὶ τοὺς πυλῶνας ἐνέγκας, σὺν τοῖς όχλοις ἤθελε θύειν. Ἀκούσαντες δὲ οἱ ἀπόστολοι Βαρνάβας καὶ Παῦλος, διαρρήξαντες τὰ ἱμάτια αὐτῶν εἰσεπήδησαν εἰς τὸν ὄχλον κράζοντες καὶ λέγοντες· ἄνδρες, τί ταῦτα ποιεῖτε; καὶ ἡμεῖς ὁμοιοπαθεῖς ἐσμεν ὑμῖν ἄνθρωποι, εὐαγγελιζόμενοι ὑμᾶς ἀπὸ τούτων τῶν ματαίων ἐπιστρέφειν ἐπὶ τὸν Θεὸν τὸν ζῶντα, ὃς ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς· ὃς ἐν ταῖς παρῳχημέναις γενεαῖς εἴασε πάντα τὰ ἔθνη πορεύεσθαι ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν· καίτοι γε οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτὸν ἀφῆκεν ἀγαθοποιῶν, οὐρανόθεν ὑμῖν ὑετοὺς διδοὺς καὶ καιροὺς καρποφόρους, ἐμπιπλῶν τροφῆς καὶ εὐφροσύνης τὰς καρδίας ὑμῶν. Καὶ ταῦτα λέγοντες μόλις κατέπαυσαν τοὺς ὄχλους τοῦ μὴ θύειν αὐτοῖς.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΣΟΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
7: 14-30

Τῆς ἑορτῆς μεσούσης ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ ἱερὸν καὶ ἐδίδασκε. ἐθαύμαζον οἱ Ἰουδαῖοι λέγοντες· Πῶς οὗτος γράμματα οἶδε μὴ μεμαθηκώς; ἀπεκρίθη οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· Ἡ ἐμὴ διδαχὴ οὐκ ἔστιν ἐμὴ, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός με· ἐάν τις θέλῃ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιεῖν, γνώσεται περὶ τῆς διδαχῆς, πότερον ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν ἢ ἐγὼ ἀπ’ ἐμαυτοῦ λαλῶ. ὁ ἀφ’ ἑαυτοῦ λαλῶν τὴν δόξαν τὴν ἰδίαν ζητεῖ, ὁ δὲ ζητῶν τὴν δόξαν τοῦ πέμψαντος αὐτόν, οὗτος ἀληθής ἐστιν, καὶ ἀδικία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν. οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὸν νόμον; καὶ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ποιεῖ τὸν νόμον. τί με ζητεῖτε ἀποκτεῖναι; ἀπεκρίθη ὁ ὄχλος καὶ εἶπε· Δαιμόνιον ἔχεις· τίς σε ζητεῖ ἀποκτεῖναι; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἓν ἔργον ἐποίησα, καὶ πάντες θαυμάζετε διὰ τοῦτο Μωϋσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὴν περιτομήν, οὐχ ὅτι ἐκ τοῦ Μωϋσέως ἐστὶν, ἀλλ’ ἐκ τῶν πατέρων, καὶ ἐν σαββάτῳ περιτέμνετε ἄνθρωπον. εἰ περιτομὴν λαμβάνει ἄνθρωπος ἐν σαββάτῳ, ἵνα μὴ λυθῇ ὁ νόμος Μωϋσέως, ἐμοὶ χολᾶτε ὅτι ὅλον ἄνθρωπον ὑγιῆ ἐποίησα ἐν σαββάτῳ! μὴ κρίνετε κατ’ ὄψιν, ἀλλὰ τὴν δικαίαν κρίσιν κρίνατε. Ἔλεγον οὖν τινες ἐκ τῶν Ἱεροσολυμιτῶν· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὃν ζητοῦσιν ἀποκτεῖναι; καὶ ἴδε παρρησίᾳ λαλεῖ, καὶ οὐδὲν αὐτῷ λέγουσι. μήποτε ἀληθῶς ἔγνωσαν οἱ ἄρχοντες ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ Χριστός; ἀλλὰ τοῦτον οἴδαμεν πόθεν ἐστίν· ὁ δὲ Χριστὸς ὅταν ἔρχηται, οὐδεὶς γινώσκει πόθεν ἐστίν. ἔκραξεν οὖν ἐν τῷ ἱερῷ διδάσκων ὁ Ἰησοῦς καὶ λέγων· Κἀμὲ οἴδατε, καὶ οἴδατε πόθεν εἰμί· καὶ ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλήλυθα, ἀλλ’ ἔστιν ἀληθινὸς ὁ πέμψας με, ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε· ἐγὼ οἶδα αὐτόν, ὅτι παρ’ αὐτοῦ εἰμι κἀκεῖνός με ἀπέστειλεν. Ἐζήτουν οὖν αὐτὸν πιάσαι, καὶ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ’ αὐτὸν τὴν χεῖρα, ὅτι οὔπω ἐληλύθει ἡ ὥρα αὐτοῦ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Αφιέρωμα επί τη μνήμη της Αγίας Σοφίας της Κλεισούρας (6 Μαΐου)