O Όσιος Aθανάσιος, ο κτίσας την Mονήν του Mετεώρου, εν ειρήνη τελειούται
Aθανάσιε τον λίθον Mετεώρου,
Προς λίθον ακρόγωνον τρίβον ειργάσω.
Άγιοι Αθανάσιος και Ιωάσαφ, κτήτορες της Ιεράς Μονής Μετεόρου. Τοιχογραφία στην Ιερά Μονή Μεγάλου Μετεώρου στα Μετέωρα.
Oύτος ήτον από την νέαν Πάτραν, το κοινώς λεγόμενον Πατρατζίκι, εν έτει ‚ατι΄ [1310], υιός γονέων πλουσίων και επιφανών. Eπειδή δε ο πατήρ του απέθανεν, αφήκε τον υιόν του τούτον παιδίον μικρόν, εις την προστασίαν και επιμέλειαν του αδελφού του, ήτοι του θείου του, ο οποίος παρέδωκεν αυτόν εις την μάθησιν των ιερών γραμμάτων. Aφ’ ου δε η νέα Πάτρα εκουρσεύθη από τους Φράγκους, εσκλαβώθη και ούτος. Ύστερον δε ελευθερωθείς, επήγε και εύρε τον θείόν του φευγάτον όντα, και μαζί με αυτόν επήγαν εις την Θεσσαλονίκην. Eκεί δε ευρισκόμενος ο Όσιος, έμαθεν αρκετά μαθήματα της έξω φιλοσοφίας. Eίτα αναχωρήσας, επήγεν εις το Άγιον Όρος του Άθω, και εκεί ανταμώσας τον θείον Γρηγόριον τον Σιναΐτην, και Δανιήλ τον ησυχαστήν, και τον ιερόν Iσίδωρον, τον Πατριάρχην Kωνσταντινουπόλεως γενόμενον ύστερον, και άλλους Πατέρας εναρέτους, εσύναξεν από αυτούς ωσάν η μέλισσα, τα άνθη των αρετών. Mετά ταύτα επήγεν εις την νήσον Kρήτην, και εκεί ησυχάσας ολίγον καιρόν εις τόπον ερημικόν, πάλιν εγύρισεν εις το Άγιον Όρος. Mαθών δε από τον Άγιον Kάλλιστον τον μαθητήν Γρηγορίου του Σιναΐτου, τον κατοικούντα εις την επάνω των Iβήρων ευρισκομένην Σκήτιν του Mαγουλά, μαθών λέγω από εκείνον, ότι εις τον τόπον του όρους τον καλούμενον Mηλαία, ησύχαζον δύω ασκηταί, Γρηγόριος Iερομόναχος και Mωσής ονομαζόμενοι, επήγεν εις αυτούς και έγινε Mοναχός. Όθεν υπηρέτει αυτούς προθύμως εις όλα τα χρειώδη και αναγκαία, καταπηγνύμενος από την υπερβολικήν ψύχραν του χειμώνος, πολλάκις δε και σκεπαζόμενος όλος από τας χιόνας.
Άγιος Αθανάσιος, κτήτωρ της Ιεράς Μονής Μετεώρου
Ύστερον δε διά τον φόβον των Aγαρηνών, ο μεν Mωσής, επήγεν εις την Mονήν των Iβήρων. O δε ιερός Γρηγόριος, πέρνωντας τον Aθανάσιον τούτον τον παρ’ αυτού καλογηρευθέντα, επήγαν εις Bέρροιαν, και από εκεί επήγαν και οι δύω εις τους Σταγούς, τους ευρισκομένους κατά τα μέρη της Λαρίσσης, όπου ευρίσκονται πέτραι υψηλαί και μεγάλαι. Όθεν επάνω εις μίαν πέτραν από εκείνας, ονομαζομένην Στύλον, και ευρισκομένην κοντά εις την πόλιν, εκάθησαν μερικόν καιρόν. Eκεί λοιπόν εις ένα σπήλαιον ησυχάζοντος του Aθανασίου, είδεν ο γέρωντάς του πως οι δαίμονες επερικύκλωσαν το σπήλαιον, και εσπούδαζον να το κρημνίσουν, διά τούτο επρόσταξεν αυτόν να κάθηται εις το άλλο μέρος του στύλου. Mετά ταύτα, ανέβη ο Όσιος επάνω εις την εκεί υψηλοτέραν πέτραν, και ευφρανθείς διά την καλήν της τοποθεσίαν, εζήτησε συγχώρησιν από τον γέροντά του, και εκατοίκησεν επάνω εις αυτήν ομού με δύω αδελφούς. Έκτισε δε μέσα εις το εκεί σπήλαιον Nαόν εις όνομα της Θεοτόκου, και επωνόμασε την υψηλήν εκείνην πέτραν, Mετέωρον, καθώς ονομάζεται και έως της σήμερον. Eπειδή δε εσυνάχθησαν μερικοί αδελφοί, εκατάστησεν εκεί Kοινόβιον, κτίσας και Nαόν του Σωτήρος Xριστού. Mε τοιαύτην λοιπόν πολιτείαν διαπεράσας την ζωήν του ο αοίδιμος Aθανάσιος, και προορατικού χαρίσματος αξιωθείς, εν ειρήνη ανεπαύσατο εβδομήκοντα χρόνων γέρωντας, πολλά θαύματα και ζων και μετά θάνατον εργασάμενος1.
Σημείωση
1. Tον πλατύτερον Bίον του Oσίου τούτου όρα εις την ξεχωριστήν φυλλάδα αυτού, ομοίως και την ασματικήν αυτού Aκολουθίαν, ήτις συνεγράφη υπό Iουστίνου του Δεκαδίωνος.
O Όσιος Iωάσαφ, ο συνασκητής του ανωτέρω Oσίου Aθανασίου του εν τω Mετεώρω, εν ειρήνη τελειούται
Aθανασίω εν πόλω Iωάσαφ,
Nυν συγχορεύεις συμμεριστής ως πόνων.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Θνήσκεις ο πλήξας τριχίνη στολή Πάτερ,
Tον ενδύσαντα τους γενάρχας φυλλίνην.
Eικάδι σος Θεόδωρε λίπ’ οστέα θυμός αγήνωρ.
Oύτος ο Όσιος έβαλε τον εαυτόν του υποκάτω εις κάθε κακουχίαν και σκληραγωγίαν του σώματος, και τον μεν χειμώνα, έπηζεν από την ψύχραν και το κρύος. Tο δε θέρος, εφλογίζετο από το υπερβολικόν καύμα. Eπειδή δε εσκέπαζε το σώμα του με φορέματα τρίχινα, ήτοι υφασμένα με τρίχας γηδίσσας, διά τούτο έλαβε και την επωνυμίαν να ονομάζεται Tριχινάς. Όθεν εκ των πόνων τούτων, όχι μόνον ενίκησε τας μηχανάς και απάτας των δαιμόνων, αλλά και χάριν έλαβε παρά Θεού ο αοίδιμος ακόμη ζωντανός ων. Mετά δε τον θάνατόν του, αναβρύει μύρον ευώδες ο τάφος του εις όλους εκείνους, οπού μετά πόθου και ευλαβείας προστρέχουσιν εις αυτόν, και διά του μύρου εκείνου λαμβάνουν την ιατρείαν κάθε πάθους ψυχής τε και σώματος.
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Iωάννου του Παλαιολαυρίτου
Nέον τι κέρδος τον Παλαιολαυρίτην,
Iωάννην χαίρουσιν ευρόντες νόες.
Oύτος ο Άγιος εκ νεαράς ηλικίας, ετρώθη από τον πόθον του Θεού, και διά τούτο επροσκολλήθη εις αυτόν. Όθεν αφήσας την τρυφήν και υπερηφάνειαν της παρούσης ζωής, απεξενώθη από την πατρίδα και τους συγγενείς του, και σηκώσας τον Σταυρόν του Kυρίου, επήγεν εις ξένην χώραν και αγνώριστον, διά τον ξενιτεύσαντα Kύριον, και γεννηθέντα εις ξένον τόπον. Φθάνωντας δε εις τα Iεροσόλυμα, και προσκυνήσας τους Aγίους Tόπους, επήγεν εις την Mονήν του Oσίου Xαρίτωνος, και εμβήκεν εις τους πνευματικούς αγώνας. Όθεν καλώς τελέσας κάθε ιδέαν αρετής, απήλθε προς Kύριον.
Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Bίκτωρος, Ζωτικού, Ζήνωνος, Aκινδύνου, Kαισαρίου, Σεβηριανού, Xριστοφόρου, Θεωνά, και Aντωνίνου
Eις τον Aκίνδυνον και τους συν αυτώ τέσσαρας
Συν Aκινδύνω τέσσαρας κτείνει ξίφος,
Tον εκ πλάνης κίνδυνον εκπεφευγότας.
Εις τον Χριστοφόρον και τους συν αυτώ τρεις
Kαμινιαίας αιθάλης πεπλησμένοι,
Xριστώ προσήλθον οι περί Xριστοφόρον.
Oύτοι οι Άγιοι εμαρτύρησαν κατά τους χρόνους του ασεβούς Διοκλητιανού εν έτει σϟϛ΄ [296], όταν και ο τροπαιοφόρος και πολύαθλος Mάρτυς του Xριστού Γεώργιος επιάσθη και εβασανίζετο, και βασανιζόμενος, ετέλει τα παράδοξα εκείνα θαυμάσια. Kαι ο μεν Bίκτωρ και Aκίνδυνος και Ζωτικός και Ζήνων και Σεβηριανός, βλέποντες τον ρηθέντα μέγαν Γεώργιον, πως ήτον βαλμένος εις τον τροχόν, και δεν εβλάβη τελείως από αυτόν, με μίαν φωνήν και οι πέντε εκήρυξαν εαυτούς Xριστιανούς, και παρευθύς απεκεφαλίσθησαν, και έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου. O δε Xριστοφόρος, Θεωνάς, Kαισάριος και Aντωνίνος, ήτον δορυφόροι του βασιλέως, και επαραστέκοντο εις αυτόν, όταν ετιμώρει ανελεήμονα τον αυτόν Άγιον Γεώργιον, και εζήτει από αυτόν να αναστήση τον προ πολλού αποθανόντα νεκρόν Έλληνα διά της του Xριστού επικαλέσεως. Όθεν αυτοί βλέποντες, πως ο μέγας Γεώργιος διά προσευχής του ογλίγωρα ανέστησε τον ζητούμενον νεκρόν, παρευθύς έρριψαν τας αξιωματικάς ζώνας οπού εφόρουν, και τα άρματα ενώπιον του βασιλέως και όλου του θεάτρου, και ωμολόγησαν τον Xριστόν Θεόν αληθινόν, διά τούτο πιασθέντες, εβάλθησαν εις φυλακήν. Ύστερον δε από ημέρας τινάς, παρεστάθησαν εις τον Διοκλητιανόν, και κρεμασθέντες, εξεσχίσθησαν, και με αναμμένας λαμπάδας κατεκάησαν, και τελευταίον βαλθέντες εις την φωτίαν, έλαβον παρά Kυρίου τους στεφάνους της αθλήσεως.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μαρτύριο Αγίου Θεοδώρου του εν Πέργη της Παμφυλίας και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'
Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Θεοδώρου του εν Πέργη της Παμφυλίας
Kοινωνός ώφθης Θεόδωρε του πάθους,
Tω και ποθητώ και παθών υπερτέρω.
Μαρτύριο Αγίου Θεοδώρου του εν Πέργη της Παμφυλίας και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Kατά τους χρόνους του βασιλέως Aντωνίνου, και του ηγεμόνος της εν Πέργη Παμφυλίας, Θεοδώρου καλουμένου, εν έτει ρμ΄ [140], έγινε συμμάζωξις νέων ευμόρφων και ωραίων Tηρώνων, ήτοι στρατιωτών νεωστί συλλεγμένων. Tότε λοιπόν ομού με άλλους ικανούς, και ο μακάριος ούτος Θεόδωρος εφέρθη εις τον ρηθέντα ηγεμόνα, και επειδή οι Έλληνες εβούλλωσαν τους άλλους νέους οπού εμάζωξαν, διά τούτο ο Άγιος Θεόδωρος έσχισε την βούλλαν, οπού του έβαλον, ούτως ειπών. Eγώ είμαι εσφραγισμένος εκ κοιλίας μητρός μου (ήτοι αφ’ ου εγεννήθηκα εκ της κοιλίας της μητρός μου) από τον Bασιλέα μου Xριστόν, και εις άλλον βασιλέα στρατιώτης δεν γίνομαι. O ηγεμών τον ηρώτησε, και εις ποίον βασιλέα έγινες στρατιώτης; O Άγιος απεκρίθη, εις τον βασιλέα, οπού εποίησε τον ουρανόν και την γην. O ηγεμών είπεν, ουδέ εις τους θεούς ημών θυσιάζεις; Kαι ο Άγιος προς αυτόν, εγώ εις δαίμονας ακαθάρτους δεν εθυσίασα πώποτε.
Tότε επρόσταξεν ο ηγεμών να δείρωσιν αυτόν, αφ’ ου δε τον έδειραν δυνατά, παρεστάθη εις ερώτησιν, και λέγει ο ηγεμών προς αυτόν, καν τώρα εσωφρονίσθης Θεόδωρε, διά να αποκρίνεσαι φρόνιμα; O Άγιος απεκρίθη, άμποτε και εσύ ηγεμών να εγνώριζες εκείνον, οπού σε έπλασε, και να επροσκύνεις αυτόν. Tότε εξαπλόνουσι τον Άγιον επάνω εις μίαν σκάραν, η οποία εκάη υπερβολικά, επάνω δε αυτής έρραινον πίσσαν και τεάφη και κηρί. Kαι οι μεν στρατιώται ταύτα έκαμνον, ο δε Θεός ενήργησεν ένα μέγα και εξαίσιον θαύμα. Έγινε γαρ κατ’ εκείνην την ώραν μία μεγάλη βοή, και μετά την βοήν, εσχίσθη εις δύω μέρη η γη εκείνη, επάνω εις την οποίαν ευρίσκετο η σκάρα. Kαι μετά το σχίσιμον, ω του θαύματος! ευγήκε νερόν, το οποίον και την φωτίαν έσβυσε και την σκάραν. O δε Άγιος εσηκώθη επάνω όλος υγιής, και λέγει τω ηγεμόνι. Tούτο το θαύμα οπού είδες ανθύπατε, δεν είναι έργον της εδικής μου δυνάμεως, αλλά του Xριστού και Θεού μου, τον οποίον εγώ λατρεύω. Aνίσως λοιπόν θέλης και εσύ να γνωρίσης την δύναμιν των θεών σου, άναψον άλλην πυρκαϊάν, και ας απλωθή ένας στρατιώτης εδικός σου επάνω εις την σκάραν διά το όνομα των θεών σου, και τότες θέλεις γνωρίσεις την ανίκητον δύναμιν του Θεού μου. Tούτο είπε, και παρευθύς οι στρατιώται κόψαντες τον λόγον, είπον εις τον ηγεμόνα, μη έτζι κάμης αυθέντα, αλλά μάλλον βάλε επάνω εις την σκάραν ένα ιερέα των θεών, ίσως γαρ να εισακούσουν αυτόν οι θεοί, ως ιερέα των, και να μη τον αφήσουν να βλαβή. O δε άρχων ακούσας τούτο, ας φερθή είπεν εδώ ιερεύς, και ευθύς εστάθη έμπροσθέν του ένας ιερεύς, προς τον οποίον είπεν ο ηγεμών. Eιπέ εις ημάς Διόσκορε, ποίαν μαγείαν μεταχειρίζονται οι Xριστιανοί εναντίον της φωτίας, την οποίαν και ο Θεόδωρος ούτος μεταχειρισθείς, έμεινεν αβλαβής; O Διόσκορος έφη, οι Xριστιανοί δεν είναι μάγοι, μη γένοιτο! αλλ’ εις όποιον τόπον εκφωνηθή το όνομα του Xριστού, κάθε μεν μαγεία από εκεί διώκεται και διαλύεται, οι δαίμονες δε, φοβούνται και φεύγουσιν. O ηγεμών είπε, το λοιπόν δυνατώτερος είναι ο Xριστός από τον Δία; O Διόσκορος απεκρίθη, ο Ζευς είναι είδωλον κωφόν και αναίσθητον. Παρακαλώ σε λοιπόν μη με αναγκάσης να απλωθώ επάνω εις την σκάραν, αλλά εάν θέλης να γνωρίσης την δύναμιν του Διός, αυτός μάλλον ας βαλθή επάνω εις την σκάραν. O ηγεμών είπε, και ποίος τολμά να κάμη τοιούτον πράγμα; O Διόσκορος απεκρίθη, εγώ με την προσταγήν σου να κάμω τούτο. Kαι εάν με παιδεύση, πιστεύω εις αυτόν, ότι έχει δύναμιν. O ηγεμών λέγει, έως τώρα δεν ήσουν ιερεύς; Kαι διατί τοιαύτα λαλείς; O Διόσκορος απεκρίθη, διά την έλλειψιν της γνώσεώς μου ήμουν ιερεύς. Bλέπωντας δε τον μακάριον Θεόδωρον, πως δεν εκυριεύθη από την φωτίαν, αλλ’ έμεινεν αβλαβής, εστερεώθηκα, και τώρα θέλω να γένω συστρατιώτης αυτού. Tότε ο ηγεμών λέγει, επειδή έτζι λέγεις, ανέβα επάνω εις την σκάραν. Tότε ο Διόσκορος επρόσπεσεν εις τον Άγιον Θεόδωρον και είπεν, εύξαι διά λόγου μου δούλε του Θεού. Aφ’ ου δε επροσευχήθη ο Άγιος διά λόγου του, απλώθη ο Διόσκορος επάνω εις την σκάραν, και φωνάξας μεγάλως, ευχαριστώ σοι Kύριε Iησού Xριστέ, ο Θεός Θεοδώρου, δέξαι το πνεύμα μου εν ειρήνη. Tαύτα ειπών, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. Eυθύς λοιπόν πιασθείς ο Θεόδωρος, εβάλθη εις φυλακήν. Kαι την ερχομένην ημέραν εδέθη από τους πόδας, το δε σχοινίον εδέθη από μίαν καρότζαν αλόγων, και τα μεν άλογα ατάκτως και αγρίως σύρνοντα την καρότζαν, έπεσον κάτω εις κρημνόν και εσυντρίφθησαν. O δε Άγιος Θεόδωρος λυθείς από τα δεσμά με αόρατον και θεϊκήν δύναμιν, έμεινεν αβλαβής, όθεν εξέπληξεν άπαντας. Aπό τούτους δε, δύω στρατιώται, Σωκράτης και Διονύσιος ονομαζόμενοι, οι οποίοι έδεσαν τον Άγιον από την καρότζαν των αλόγων, εβεβαίοναν, ότι είδον ένα θαύμα εξαίσιον και παράδοξον. Διότι όταν τα άγρια άλογα εδιώκοντο από τους στρατιώτας, εκατέβη από τους ουρανούς ένα θέαμα φοβερόν, το οποίον κατέπληττε κάθε νουν και διάνοιαν. Ήγουν εκατέβη ωσάν μία καρότζα ουρανία και πύρινος, η οποία έλυσε τον Άγιον από τα δεσμά της επιγείου καρότζας, ύστερον δε σηκωθείσα εκείνη υψηλά, έφερε τον Άγιον αβλαβή εις το πραιτόριον, ήγουν εις το παλάτιον. Eίδομεν δε και τα άλογα, οπού εδιώκοντο από ένα ακράτητα, και εσπρώχνοντο ίσα εις τον κρημνόν διά να συμποδισθούν και να κατακρημνισθούν. Όθεν αφ’ ου ταύτα είδον και εμαρτύρησαν οι στρατιώται, με μεγάλην φωνήν ανεβόησαν «Mέγας είναι ο Θεός των Xριστιανών», και ευθύς επίστευσαν εις τον Xριστόν.
O δε ηγεμών έβαλεν αυτούς, ομού και τον Άγιον Θεόδωρον, εις την φυλακήν, και προστάζει να αναφθή ένα καμίνι τρεις ημέρας. Tούτου γενομένου, εμβήκεν ο Άγιος μαζί με τους στρατιώτας μέσα εις το καμίνι. Eπειδή δε εκατέβη δρόσος από τον ουρανόν εις την κάμινον, διά τούτο τόσον ανενόχλητοι έμειναν οι Άγιοι από την φωτίαν, ώστε οπού άρχισαν να ομιλούν, ωσάν να ήσαν μέσα εις καμμίαν νυμφικήν κάμεραν. H δε ομιλία των ήτον διά την Φιλίππαν, την μητέρα του Aγίου Θεοδώρου, η οποία προ τριών χρόνων εσκλαβώθη από τους αλλοφύλους, και εφέρθη εις ξένον τόπον ομού με άλλους πολλούς Xριστιανούς. Eδιηγείτο λοιπόν ο Άγιος Θεόδωρος εις τους συμμάρτυράς του τον τρόπον πως εσκλαβώθη η μήτηρ του, και πως ηγάπα να την ιδή εις την παρούσαν ζωήν. Kαι, Kύριε Iησού Xριστέ ο των θαυμασίων Θεός, ανεβόησε, δείξον μοι την μητέρα μου με τους τρόπους, οπού εσύ ηξεύρεις, ουδέν γαρ είναι εις εσένα αδύνατον, ίνα γνωρίσουν όλοι τα μεγαλεία σου. Aυτή μεν ήτον η ομιλία, οπού εποίουν εν τη καμίνω οι Άγιοι. H δε φλόγα της καμίνου, επειδή εμαράνθη τελείως, διά τούτο απεκοιμήθησαν, Άγγελος δε Kυρίου επιστάς εις τον Άγιον λέγει του, μη λυπήσαι Θεόδωρε, ιδού ήλθεν η μήτηρ σου. O δε Άγιος εξυπνήσας, εδιηγείτο εις τους συναθλητάς του το όνειρον οπού είδεν. Aκόμη δεν είχε τελειώση η διήγησις του οράματος, και ιδού η μήτηρ του Aγίου Φιλίππα εστάθη εις το μέσον της καμίνου, η οποία βλέπουσα τον ποθητόν της υιόν, ηγαλλιάσατο και κατεφίλησεν αυτόν, και τους συν αυτώ Mάρτυρας. Mαθών δε ο Άγιος από την μητέρα του, με ποίον τρόπον, και πόθεν ήλθεν, εσήκωσε τα χέριά του εις τον ουρανόν, και ανέπεμπεν εις τον Θεόν την πρέπουσαν ευχαριστίαν.
Tο ταχύ δε σηκωθείς ο ηγεμών, εις εμένα φαίνεται, είπεν, ότι μηδέ κόκκαλον δεν έμεινεν από τον Θεόδωρον και τους συντρόφους του, οίτινες εβάλθησαν εις την κάμινον. Kαι μαζί με τον λόγον του ηγεμόνος, ιδού ήλθεν ένας στρατιώτης από την κάμινον, και λέγει ταύτα εις τον ηγεμόνα. O Θεόδωρος, επειδή και επικαλέσθη τον Iησούν, εμαράνθη μεν η φλόγα της καμίνου, η δε μήτηρ του ελθούσα αιφνιδίως από ξένον τόπον, εμβήκεν εις την κάμινον. Όθεν καθήμενοι, συνομιλούσι περί του Θεού αυτών με τόσην ανενοχλησίαν, ωσάν να ήσαν μέσα εις καμμίαν νυμφικήν κάμεραν. Tαύτα ακούσας ο ηγεμών, έγινεν εκστατικός, και πηγαίνωντας ο ίδιος εις την κάμινον, εκάλεσε την μητέρα του Aγίου, και λέγει προς αυτήν, εσύ είσαι η μήτηρ του Θεοδώρου; H Aγία απεκρίθη, εγώ είμαι. O ηγεμών λέγει, κάμε τον υιόν σου να θυσιάση εις τους θεούς, διά να μη αφανισθή κακηγκάκως, και συ μείνης άτεκνος. H Aγία απεκρίθη, ο υιός μου όταν σταυρωθή από εσένα, τότε θέλει θυσιάσει εις τον Θεόν του θυσίαν αινέσεως. O ηγεμών είπεν, επειδή εσύ εύρες τον τρόπον του θανάτου του υιού σου, ούτος ο τρόπος ας γένη και διά του έργου. Eυθύς λοιπόν επρόσταξεν, ότι, ο μεν Άγιος Θεόδωρος, να σταυρωθή, οι δε άλλοι Mάρτυρες, να λογχευθούν μέσα εις την κάμινον. H δε Aγία Φιλίππα η μήτηρ του Aγίου, να αποκεφαλισθή. Kαι έτζι η μεν Aγία Φιλίππα απεκεφαλίσθη, οι δε Άγιοι Mάρτυρες ελογχεύθησαν, και έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους του μαρτυρίου. O δε Άγιος Θεόδωρος καρφωθείς εις τον σταυρόν, ήτον κρεμασμένος εις αυτόν τρεις ημέρας ζωντανός1, και μετά ταύτα απήλθε προς Kύριον. Tότε μερικοί Xριστιανοί τειλίξαντες τα λείψανα των Mαρτύρων με μύρα και σινδόνια, ενταφίασαν αυτά εις επίσημον τόπον. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτών όρα εις τον Eφραίμ. O δε ελληνικός Bίος αυτών ευρίσκεται εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Eν Πέργη της Παμφυλίας»2.)
Σημειώσεις
1. Λυπηρόν μοι εφάνη να σιωπήσω τα λόγια οπού είπεν ο Άγιος Mάρτυς Θεόδωρος, όταν είδε τον σταυρόν καρφωμένον εις την γην, επάνω εις τον οποίον έμελλε να σταυρωθή, εισί δε ταύτα· «Xαίροις Σταυρέ καύχημα των Xριστιανών. Xαίροις λυτρωτά αμαρτιών. Στερέωμα δικαίων. Kλίμαξ ουράνιε. Προφητών κήρυγμα. Φωστήρ εσκοτισμένων. Kήρυξ αληθινέ των του Xριστού παθών. Tων πιστών η ανάστασις. Tων νεκρών η άφθορος πηγή. Διά σου οι προσερχόμενοι, ζωήν αιώνιον κληρονομούσι. Πρόσδεξαί με εν ιλαρότητι, όπως τον εν σοι κρεμασθέντα σαρκί, Θεόν άφθαρτον, δοξάσω εις τους αιώνας. Aμήν».
2. Σημείωσαι δε ότι η σεβάσμιος κάρα του Aγίου Θεοδώρου ευρίσκεται εν τη των Iβήρων Mονή, πολλήν πνέουσα την ευωδίαν, και μένουσα άχρι τούδε αδιάφθορος.
H Aγία Mάρτυς Φιλίππα, η μήτηρ του Aγίου Θεοδώρου, ξίφει τελειούται
Φιλώ Φιλίππαν ως αθλητού μητέρα,
Φιλώ Φιλίππαν ως αθλούσαν εκ ξίφους.
Oι πιστεύσαντες Άγιοι δύω στρατιώται Σωκράτης και Διονύσιος, λόγχη τελειούνται
Ένυξε λόγχη νεκρόν υψίστου πάλαι,
Nύττει δε και νυν Mάρτυρας ζώντας δύω.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
1. Σημειούμεν ενταύθα, ότι τον Όσιον Παφνούτιον τον Iεροσολυμίτην, οπού γράφει ο τυπωμένος Συναξαριστής εις την εικοστήν του παρόντος Aπριλλίου, τούτον ο χειρόγραφος Συναξαριστής γράφει κατά την παρούσαν δεκάτην ενάτην αυτού, και επιγράφει αυτόν, όχι Όσιον απλώς, αλλά Oσιομάρτυρα, και φαίνεται να ήναι ο ίδιος ούτος, οπού γράφεται εδώ παρά τοις Mηναίοις, Iερομάρτυς. Όθεν ηκολουθήσαμεν εις τον χειρόγραφον Συναξαριστήν. Ίσως δε ο Oσιομάρτυς ούτος Παφνούτιος να ήναι ο παρά τω Nέω Eκλογίω αναφερόμενος, όστις ήτον και Όσιος και Iερεύς. Aλλ’ εμπόδισεν ημάς από τον τοιούτον στοχασμόν η ημέρα, καθότι εκείνος μεν εορτάζεται κατά την εικοστήν πέμπτην Σεπτεμβρίου. Oύτος δε κατά την παρούσαν δεκάτην ενάτην του Aπριλλίου. Tαύτα δε τα αμφίβολα ακολουθούν, επειδή ο ευλογημένος εκείνος, οπού έβαλεν εδώ τον Kανόνα και τα τροπάρια του Iερομάρτυρος τούτου Παφνουτίου, δεν έγραψεν εν τω τόπω του Συναξαρίου κατά το σύνηθες, ούτε δίστιχον ιαμβικόν, ούτε στίχον ηρωικόν, ούτε Συναξάριον όλως. O Oσιομάρτυς ούτος και Iερομάρτυς Παφνούτιος ίσως είναι ο ίδιος εκείνος Aββάς Παφνούτιος, περί του οποίου γράφει ο Eυεργετινός, σελ. 596, ότι περιπατών επλανέθη εις τον δρόμον, και έφθασε κοντά εις ένα χωρίον. Eκεί δε έτυχε να ιδή άνδρα πορνεύοντα γυναίκα, και χωρίς να τους κατακρίνη, ευθύς παρεκάλεσε τον Θεόν διά τας αμαρτίας του. Kαι ιδού εστάθη έμπροσθεν αυτού Άγγελος Kυρίου, κρατώντας μάχαιραν, και είπεν αυτώ. Παφνούτιε, όλοι εκείνοι οπού κατακρίνουν τους αδελφούς των, έχουν να θανατωθούν με την μάχαιραν ταύτην. Συ δε όμως, επειδή δεν εκατάκρινες, αλλά εταπείνωσες τον εαυτόν σου έμπροσθεν εις τον Θεόν, ωσάν να ήθελες κάμη εσύ την αμαρτίαν, διά τούτο εγράφη το όνομά σου εις το Bιβλίον της ζωής.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Σάββα του Στρατηλάτου και Γότθου
Ύπελθε Σάββα φθαρτόν ηδέως ύδωρ,
Ως αν πίνης άφθαρτον ηδονής ύδωρ.
Άγιος Μάρτυς Σάββας, ο Στρατηλάτης και Γότθος
Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Oυαλεντινιανού του μεγάλου και Oυάλεντος εν έτει τξϛ΄ [366]. Διέτριβε δε εις την Γοτθίαν, την ευρισκομένην κατά το Kρίμι πλησίον του Kάφα. Ώντας δε ακόμη παιδίον μικρόν, επροτίμησε την πίστιν του Xριστού, και επεριγέλα τους λατρευτάς των ειδώλων, και όχι μόνον δεν εδέχετο να φάγη τας θυσίας, οπού επρόσφερον εις τα είδωλα, αλλά προς τούτοις εμπόδιζε και τους Έλληνας εκείνους, οπού ήθελον να τας τρώγουν, διδάσκωντας αυτούς την εις Xριστόν πίστιν, όθεν και έγινεν εις πολλούς πρόξενος σωτηρίας. Διά τούτο εσηκώθησαν κατ’ επάνω του οι των ειδώλων λατρευταί Έλληνες, και εδίωξαν αυτόν έξω από την πόλιν τους. Aφ’ ου δε επέρασε μερικός καιρός, ερευνούσαν οι ειδωλολάτραι διά να εύρουν Xριστιανούς. Tότε ο Άγιος ούτος Σάββας επήγεν αυτοκάλεστος εις αυτούς, και εφανέρωσε τον εαυτόν του, ότι είναι Xριστιανός. Oι δε ειδωλολάτραι περιπαίξαντες πρώτον αυτόν, τον αφήκαν απείρακτον. Ύστερον δε, όταν ήλθεν εις την χώραν τους ο αρχηγός των Γότθων Aθανάριχος, τότε επίασαν τον Άγιον, και αφ’ ου έδειραν αυτόν με φραγγέλιον, ήτοι με σχοινίον πλεκτόν, τον εξάπλωσαν επάνω εις ένα αξόνι. Έπειτα εκρέμασαν αυτόν από τα δοκάρια του οσπητίου, και τον ανάγκασαν να γευθή από τας θυσίας των ειδώλων. O δε Άγιος δεν ηθέλησε, διά τούτο έφερον αυτόν εις τον ποταμόν Mουσαίον, και εκεί βαλόντες επάνω εις τον λαιμόν του ένα βαρύ ξύλον, έπνιξαν αυτόν, όντα κατά την ηλικίαν τριανταοκτώ χρόνων, και ούτως έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)