Ήταν ένας πατέρας που μεγάλωνε ένα ανάπηρο παιδί, μόνος του. Το παιδί ήταν κατάκοιτο στο κρεβάτι. Κάποια στιγμή έφτασε σε τεράστιο οικονομικό αδιέξοδο. Τότε εμφανίστηκε κάποιος άνθρωπος στην ζωή του, που άρχισε να τον βοηθά χρηματικά προς χάριν του παιδιού.
Τον βοήθαγε για πολύ καιρό, ώσπου κάποια στιγμή ο πατέρας του είπε: «σου χρωστάω την ζωή μου».
Μόλις το άκουσε αυτό ο άνθρωπος του είπε: «θέλω να έρθεις μαζί μου σε μια συγκέντρωση».
Έτσι κι έγινε, κάποια μέρα κλείδωσαν το κατάκοιτο παιδί στο σπίτι και πήγαν σε κάποιον χώρο όπου γινόταν η συγκέντρωση. Εκεί ο πατέρας διαπίστωσε ότι ήταν συγκέντρωση των Ιεχωβάδων. Σκέφτηκε να μείνει για να μην τους προσβάλλει. Μόλις τελείωσε η συγκέντρωση και έφευγε ο κόσμος, του είπε ο ”ευεργέτης”:
«εσύ μείνε».
Πήγαν τον πατέρα σε ένα άλλο δωμάτιο, όπου ήταν Χριστιανικές εικόνες πάνω στο πάτωμα και του είπε:
«Μου ανέφερες ότι μου χρωστάς την ζωή σου. Πάτησε λοιπόν τις εικόνες και γίνε μάρτυρας του ιεχωβά».
Ο πατέρας ευθύς απάντησε: «Εγώ Ορθόδοξος γεννήθηκα και Ορθόδοξος θα πεθάνω. Την ζωή μου είπα ότι σου χρωστάω, όχι την ψυχή μου».
Τότε τον ξυλοκόπησαν άγρια και τον πέταξαν στον δρόμο. Ο αιμόφυρτος πατέρας πήρε ένα ταξί και παρά την προτροπή του ταξιτζή να τον πάει στο νοσοκομείο, εκείνος πήγε σπίτι.
Έξω από το ξεκλείδωτο πλέον σπίτι του, είδε το παιδί του να τρέχει και να γελά όπως όλα τα παιδάκια. Με έκπληξη ρώτησε το παιδί τι έγινε και εκείνο του είπε τα λόγια: «Ήρθε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, με σήκωσε και μου είπε: Αυτή την στιγμή ο πατέρας σου μαρτυράει για Εμένα»…
Ο ουράνιος μισθός για την αναπηρία
Όταν έχουμε κάποια αναπηρία, αν κάνουμε υπομονή και δεν γκρινιάζουμε, τότε έχουμε μεγαλύτερο μισθό. Γιατί όλοι οι ανάπηροι αποταμιεύουν. Ένας κουφός έχει τσέκ στο Ταμιευτήριο του Θεού από το κουφό αυτί, ένας τυφλός από το τυφλό μάτι, ένας κουτσός από το κουτσό πόδι. Είναι μεγάλη υπόθεση! Αν κάνουν και λίγο αγώνα κατά των ψυχικών παθών, θα έχουν να λάβουν και στεφάνια από τον Θεό. Βλέπεις, οι ανάπηροι πολέμου παίρνουν σύνταξη, παίρνουν και παράσημα.
Όποιος έχει ομορφιά, λεβεντιά, υγεία, και δεν αγωνίζεται να κόψη τα ελαττώματά του, θα του πη ο Θεός: «Απήλαυσες στην ζωή σου τα αγαθά σου, την λεβεντιά σου! Τί σού χρωστώ τώρα; Τίποτε». Ενώ όποιος έχει μια αναπηρία – είτε έτσι γεννήθηκε, είτε την κληρονόμησε από τους γονείς του, είτε την απέκτησε αργότερα -, πρέπει να χαίρεται, γιατί έχει να λάβη στην άλλη ζωή. Όταν μάλιστα δεν έχη φταίξει, θα έχη καθαρό ουράνιο μισθό, χωρίς κρατήσεις. Δεν είναι μικρό πράγμα μια ολόκληρη ζωή να μην μπορή κάποιος λ.χ. να απλώση το πόδι του, να μην μπορή να καθήση, να μην μπορή να κάνη μετάνοιες κ.λπ. Στην άλλη ζωή ο Θεός θα του πή: «Έλα, παιδί μου, κάθησε πια αιώνια άνετα σ᾿ αυτήν την πολυθρόνα». Γι᾿ αυτό λέω, χίλιες φορές να είχα γεννηθή καθυστερημένος διανοητικά, τυφλός, κουφός, γιατί θα είχα να λάβω τότε από τον Θεό.
Οι ανάπηροι, εάν δεν γογγύζουν, αλλά δοξολογούν ταπεινά τον Θεό και ζουν κοντά Του, θα έχουν την καλύτερη θέση στον Παράδεισο. Ο Θεός θα τους κατατάξη με τους Ομολογητές και τους Μάρτυρες, που έδωσαν για την αγάπη του Χριστού τα χέρια και τα πόδια τους, και τώρα στον Παράδεισο φιλούν με ευλάβεια συνέχεια τα πόδια και τα χέρια του Χριστού.
***
Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης
Ήρθε ένα παιδί στο Καλύβι που κούτσαινε, αλλά λαμποκοπούσε το προσωπάκι του. Λέω: «Κάτι γίνεται εδώ, για να λάμπει έτσι η θεία Χάρις!». Τον ρώτησα «τι κάνεις κ.λπ.» και μου είπε τι συνέβη. Κάποιος, ένα θηρίο μέχρι εκεί πάνω, έβριζε τον Χριστό και την Παναγία και το παιδί όρμησε επάνω του, για να σταματήσει. Εκείνος το έβαλε κάτω, το τσαλαπάτησε, του σακάτεψε τα πόδια, και μετά το καημένο κούτσαινε. Ομολογητής! Τι τράβηξαν οι Ομολογητές, οι Μάρτυρες!
Χθες βράδυ, την ώρα που πήγαινα στον ναό για την αγρυπνία, είδα σε μια άκρη έναν πατέρα με ένα παιδάκι σε αναπηρικό καροτσάκι. Πλησίασα, αγκάλιασα τον μικρό και τον φίλησα. «Είσαι ένας άγγελος, του είπα, το ξέρεις;».
Και στον πατέρα του είπα: «Μεγάλη τιμή για σένα να υπηρετείς έναν άγγελο. Να χαίρεστε, γιατί θα πάτε και οι δύο στον Παράδεισο». Έλαμψαν από χαρά τα πρόσωπά τους, γιατί ένιωσαν την Θεϊκή παρηγοριά.
Αυτοί που διακονούν αρρώστους, αναπήρους κ.λπ. με αγάπη και υπομονή, αν έχουν αμαρτίες, σβήνουν τις αμαρτίες τους με την θυσία που κάνουν· αν δεν έχουν αμαρτίες, αγιάζονται. Κάποτε μια γυναίκα μου διηγήθηκε μερικά γεγονότα από την ζωή της πολύ θαυμαστά. Απόρησα, γιατί ήταν καταστάσεις που συναντούμε στους βίους των Αγίων και αυτή ήταν μια απλή γυναίκα. Όταν μου είπε πώς είχε περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής της, είδα ότι όλη η ζωή της ήταν μια θυσία. Από νέα ακόμη υπηρετούσε αρρώστους, γιατί στο πατρικό της σπίτι είχαν και τον παππού και την γιαγιά, που ήταν άρρωστοι. Όταν παντρεύτηκε, έμενε με τον πεθερό και την πεθερά της, που ήταν επίσης άρρωστοι. Μετά αρρώστησε ο άνδρας της, έμεινε κατάκοιτος και τον υπηρετούσε. Όλη την ζωή της δηλαδή αυτή η γυναίκα την πέρασε διακονώντας αρρώστους. Διψούσε όλα αυτά τα χρόνια να μελετήση, να πάη σε κάποια αγρυπνία, αλλά δεν είχε χρόνο. Επειδή όμως ήταν δικαιολογημένη, ο Θεός στο τέλος της έδωσε μαζεμένη την Χάρη Του.
Οικογενειακή ζωή – Δ΄ τόμος. Πνευματικοί λόγοι του αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου
***
Μια φορά συναντήθηκε με έναν τετραπληγικο νέο. “Πω-πω, τι βλέπω! Του είπε, μόλις τον είδε. Στεφάνια από δω, στεφάνια από κει, γεμάτο στεφάνια σε βλέπω “.Στη συνέχεια ασπάσθηκε τα παράλυτα πόδια του λέγοντας: “Ποδαράκια, ποδαράκια, αυτά θα σε πάνε στον Παράδεισο “. Ο νέος προβληματιζόταν αν θα έπρεπε να πάει στην Αμερική για χειρουργική επέμβαση, αλλά ο όσιος του είπε: “Να μην πάς, γιατί εκεί θα σε κάνουν πειραματόζωο “. Και στην συνέχεια τον ρώτησε:
– Θέλεις να προσευχηθούμε να γίνεις καλά;
– Αν είναι για το καλό της ψυχής μου, να προσευχηθήτε, απάντησε εκείνος. Αν δεν είναι δεν πειράζει, ας μείνω έτσι.
– Αυτό είναι, είπε ο όσιος, εσένα αυτός ο σταυρός θα σε σώσει, θα σε αγιάσει ο σταυρός σου. Και για να καταλάβεις ότι τίποτε δεν είναι δύσκολο για τον Θεό, δώσε μου το χέρι σου.
Τον έπιασε από το χέρι, και ο παράλυτος σηκώθηκε και περπάτησε τέσσερα βήματα.! “Βλέπεις ότι μπορείς να περπατήσεις; είπε ο όσιος. Αλλά ο Θεός σε θέλει να μείνεις στο καροτσάκι, και θα βοηθήσεις έτσι και άλλους ανθρώπους “. Το παιδί αυτό, σηκώνοντας με υπομονή τον σταυρό του, βοήθησε πνευματικά πολλούς ανθρώπους.
Ο Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης. Έκδοση του Ιερού Ησυχαστήριου “Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος”. Σουρωτή Θεσσαλονίκης
***
Άγιος Πορφύριος
Σας θυμίζω και το Κοντάκιο της ημέρας [Κυριακής του Παραλύτου]:
Αυτό το κοντάκιο είναι καλό να το θυμόμαστε και να το λέμε ως προσευχή.
Ο Γέροντας μου είπε μια μέρα, επιγραμματικά: “Οι ασθένειες μας βγάζουν σε καλό, όταν τις υπομένουμε αγόγγυστα, παρακαλώντας το Θεό να μας συγχωρήσει τις αμαρτίες και δοξάζονταςτο όνομά Του”.
Ρωτήσαμε τον Άγιο πατέρα Πορφύριο πώς συμβαίνει, πολλες φορές, άνθρωποι να γίνονται καλά από αθεράπευτες ασθένειες, κι εκείνος απάντησε: «Διά της πίστεως».
Τον ρωτήσαμε τι εννοούσε «διά της πίστεως» και μας εξήγησε ότι, αν ο ασθενής εγκαταλείψει τη φυσική γνώση των γιατρών και τα αφήσει στο Θεό, τότε κάνει την πρόνοια του Θεού να αναλάβει να τον κάνει καλά*. Και γίνεται έτσι καλά! Να, ήλθε, μας είπε, μία κυρία με καρκίνο στο μαστό και μου λέει: Εγώ δέν θα πάω πουθενά, ούτε σε γιατρούς ούτε σε κανένα και ό,τι θέλει ο Θεός ας γίνει. Κι εγώ της είπα: Αφού έχεις τόση πίστη στο Θεό, τους γιατρούς δεν τους χρειάζεσαι.
(Ανθολόγιο Συμβουλών, Άγιος Πορφύριος, σελ.102-104)
Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατά την αρχιερατικήΘεία Λειτουργίατην Κυριακή του Παραλύτου, που τελέσθηκε στην ιερά μονή Παναγίας Χρυσοκουρδαλιώτισσας στο Κούρδαλι, της μητροπολιτικής περιφέρειας Μόρφου (10.5.2020).
Βρισκόμαστε στην περίοδο του Πεντηκοσταρίου, η χάρις της Παναγίας μαςμας έφερε στην αυλή της, εις τον οίκο της τον θαυματουργό, εδώ εις την ιερά μονή της, στην Παναγία τη Χρυσοκουρδαλιώτισσα. Και μάλιστα αυτή την ημέρα που η αγία Εκκλησία μας θέλει να θυμόμαστε αυτό το θαύμα που επιτέλεσε ο Κύριός μας σε έναν παραλυτικό εκεί εις την Προβατική κολυμβήθρα. Τρίτη Κυριακή του Πεντηκοσταρίου.
Δύο κρατώ από το σημερινό Ευαγγέλιο στην καρδιά μου και μου κάνει εντύπωση ότι και οι υμνογράφοι αυτά τα δύο, τα τόνισαν όλως ιδιαιτέρως, για να τα προσέξουμε εμείς οι απρόσεκτοι, «οἱ πολλὰ μεριμνοῦντες καὶ τυρβάζοντες περὶ πολλῶν», που ξεχνούμε το ένα, το αναγκαίο, το «ἑνὸς ἐστι χρεία». Το ένα που πρόσεξα από τα δύο, είναι αυτό που συνεχώς επαναλαμβάνεται στους ψαλμούς. Είναι ο λόγος του παραλυτικού προς τον Κύριό μας. Ένας παραπονιάρικος λόγος μιας άφατης μοναξιάς και σχεδόν απελπισίας. Ένας άνθρωπος παράλυτος, ξαπλωμένος μόνιμα σε ένα στρώμα δίπλα από την κολυμβήθρα την Προβατική, που κατά την παράδοση των Ιουδαίων, μία φορά του έτους ένας άγγελος του ουρανού κατέβαινε και τάραττε το ύδωρ. Και όποιος προλάβαινε και έμπαινε πρώτος, έπαιρνε την ίαση του σώματος και της ψυχής του. Και ο καημένος ο παραλυτικός έφερε το κρεβάτι του εκεί, μπας και καταφέρει με τη βοήθεια κανενός διπλανού του συνανθρώπου, να εισέλθει αυτός πρώτος εις την κολυμβήθρα. Χρόνια πολλά εκεί.
Και όμως, το παράπονο του ποιο ήταν; «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Αυτός ο λόγος πάντοτε, σχίζει την καρδιά μου. Και ενώ πέρασαν είκοσι αιώνες από τότε που ακούστηκε αυτό το παράπονο του παραλυτικού, ψάχνοντας να βρει έναν άνθρωπο να τον βοηθήσει στην ανάγκη του να γίνει υγιής κατά πάντα, συνεχώς ακούμε σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη μας, σε όλες τις χώρες φτωχές και πλούσιες, το ίδιο παράπονο. «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Δεν έχω έναν άνθρωπο να με βοηθήσει. Πόσοι δεν μας το λένε;
Μου κάνει εντύπωση, πάτερ Κυριακέ, τώρα που ακούνε τους λόγους μας, τες ομιλίες μας, τα κηρύγματά μας, πολλοί άνθρωποι ιδιαιτέρως από την Ελλάδα και την ομογένεια, τι μου γράφουν νομίζεις. Είσαι και μάρτυρας, με παίρνουν και τηλέφωνο εκεί στη Μητρόπολη. Πες μας εσύ, έναν παπά που εμπιστεύεσαι, να πάω να τον κάμω πνευματικό μου. Εγώ δεν λέω, γιατί δεν ξέρω ποιος παπάς ταιριάζει σε ποιον. Δεν είναι όλοι για όλα. Και μου γράφουν πολλές φορές αυτό τον λόγο. Επειδή, μου λένε, εμείς δεν έχουμε διάκριση, δεν γνωρίσαμε αγίους ανθρώπους, αγίους γέροντες, πες μας εσύ που γνώρισες, ποιον εμπιστεύεσαι στην τάδε πόλη, στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα και αλλαχού, να πάμε να εξομολογηθούμε. Και σε μερικούς που απαντώ, τους λέω, εγώ εμπιστεύομαι Αυτόν που έκαμε καλά τον παραλυτικό. Τον Χριστό. Και όλοι οι ιερείς μας έχουν μέσα τους Πνεύμα Άγιο. Πηγαίνετε και όπως με τους γιατρούς δοκιμάζεις πρώτον, δεύτερο, τρίτο μέχρι να βρεις αυτόν με τον οποίο ταιριάζει η ιδέα σου, η αντίληψή σου, η επικοινωνία σου, έτσι να βρεις άνθρωπο και συ τον πνευματικό. Αλλά το κυριότερο, κάμε προηγουμένως προσευχή.
Ενθυμούμαι, ήμουν δεκαεννιά χρονών, φοιτητής μέσα σε μιαν Εστία στα Ιλίσια στην Αθήνα. Συντρόφους είχαμε πολλούς. Φίλους δεν είχα κανέναν. Και μου έκαμνε, έτσι, μέσα στην καρδιά μου έναν παράπονο. Ήμουν και ορφανός και φτωχόπαιδο και από την Κύπρο μέσα σε μιαν εστία εφτακοσίων φοιτητών, ποιον να εμπιστευτείς να κάμεις φίλο σου. Και τότε θυμήθηκα τον λόγο του μεγαλύτερου μου αδελφού, του Θεοχάρη, που μου είπε, αδελφέ, όταν θέλεις κάτι, να κάμνεις αυτό που μας έλεγε η μάνα μας. Του λέω, τι μας έλεγε η μάνα μας; Εσένα δεν σου το είπε; Μου λέει. Η μάνα μας, μας έλεγε, όταν θέλεις κάτι να γονατάς και να το ζητάς του Χριστού και της μάνας Του της Παναγίας. Το θυμήθηκα. Όταν με έπιασε μια φορά το παράπονο και είπα, μα δεν έχω έναν φίλο. Δεύτερη φορά, τρίτη φορά, άκουσα τον λόγο του αδελφού μου του Θεοχάρη. Γονάτισε αδελφέ, όπως κάνει η μάνα μας, και παρακάλεσε τον Χριστό και την Παναγία. Το έκαμα. Μόνο μια βδομάδα χρειάστηκε να το κάμω. Και θυμούμαι, κατεβαίνοντας εις το εστιατόρια της Εστίας, βρήκα δύο αδέλφια από το Νέο χωρίο της Πάφου. Και πως έτυχε εκεί, πιάσαμε την κουβέντα, γνωριστήκαμε, συμφάγαμε και έκτοτε είμαστε αχώριστοι φίλοι. Έρχονται από την Πάφο και από την Αθήνα για να με δουν κάθε χρόνο εδώ στην Ευρύχου. Και παντού όπου πήγα.
Και λέω, ο παραλυτικός, έψαχνε να βρει άνθρωπο. Και η πρόνοια του Θεού Πατρός, μας έστειλε όλους, ιδιαιτέρως ημών των Χριστιανών, όχι άνθρωπο, τον Θεάνθρωπο μας έστειλε. Μας έστειλε τον ίδιο τον Υιόν Του ο Θεός Πατήρ. «Ἐν Πνεύματι ἁγίῳ» να Τον έχουμε βοηθό σε κάθε μας θλίψη, σε κάθε μας ανάγκη. Και ιδιαιτέρως, όχι τόσο στα θέματα της σωματικής υγείας όσο της ψυχικής υγείας. Και γιατί είναι σημαντικότερο; Γιατί είναι αθάνατο υλικό η ψυχή όταν θελήσει ο Θεός να ενωθεί μαζί της. Και ο Θεός θέλει. Εμείς θέλουμε;
Ένα λοιπόν, το οποίον συνεχώς η σήμερον ακρόαση του Ευαγγελίου μου χαράσσει την καρδία και μου θυμίζει πολλά και δικά μου και ξένα που ακούω από πολλούς συνανθρώπους μας είναι αυτό το «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Ε, λοιπόν, πατέρες μου και αδελφοί μου, έχουμε Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Πόσο Τον θέλουμε; Πόσο Τον ποθούμε; Τώρα που μας έκλεισαν τις Εκκλησίες, πόσο Τον επιθυμήσαμε να ενωθούμε μαζί Του; Να κοινωνήσουμε χωρίς λογισμό, χωρίς υποψία, το Σώμα Του και το Αίμα Του, «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν αἰώνιον».
Έχομε λοιπόν, όχι άνθρωπο, Θεάνθρωπο! Το επαναλαμβάνω. Ιησούν Χριστό, εσταυρωμένο, αναστημένο, αναληφθέντα εις τον ουρανόν,και καθιζόμενον εκ δεξιὠν του Πατρός και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης. Ακούτε, Ποιον έχουμε παραστάτη, συμπαραστάτη, φίλο, αδελφό; Και τροφή, να Τον τρώμε και να Τον πίνουμε, σε κάθε Θεία Λειτουργία. «Μετὰ φόβου Θεοῦ πίστεως καὶ ἀγάπης». Ο ένας λόγος λοιπόν, αυτός.
Ο δεύτερος, τον είπε ο ίδιος ο Κύριος στον παραλυτικό, όταν έγινε πλέον καλά ο και έπιασε το κρεβάτι του στον ώμο και έφυγε χαρούμενος. Που αυτό που δεν πέτυχε σαράντα χρόνια ο άγγελος, το πέτυχε ο λόγος ενός περαστικού δασκάλου, ούτε καν ο Χριστός του είπε το όνομά Του. Του είπε μόνο το πρόβλημα ο παραλυτικός. Δεν έχω άνθρωπο να με βάλει στην κολυμβήθρα. Όταν έρχεται ο άγγελος. Και του είπε, θέλεις να γίνεις υγιής; Θέλω, του λέει. Γίνε, του λέει. «Ἆρον τὸν κράββατόν σου καὶ περιπάτει». Και περπάτησε. Όταν όμως Τον συνάντησε τον Κύριο και Τον αναγνώρισε ότι Αυτός είναι ο Σωτήρας του, Αυτός τον έκαμε καλά, πήγε να Τον ευχαριστήσει. Και τί του είπε ο Χριστός; Αυτός είναι ο δεύτερος λόγος, που μας αφορά όλους. Και εμένα και εσάς. Εντάξει, του λέει ο Χριστός. Με ευχαριστείς, αλλά πρόσεχε «καὶ μηκέτι ἁμάρτανε». Τί σημαίνει αυτό; Ότι οι αρρώστιες μας, τα πάθη μας, έχουν σχέση με τις αμαρτίες μας. Και λένε οι άγιοι πατέρες, και με τις αμαρτίες των γονιών μας και των παππούδων μας. Όπως κληρονομούμε τα καλά τους, κληρονομούμε και τα αμετανόητα, τα ασυγχώρητα πάθη και λάθη τους.
Άρα, να έχομε έγνοια, να έχομε προσοχή. Και όποτε δεν τα καταφέρνουμε να μετανιώνουμε γρήγορα. Με γρήγορο νουν. «Καὶ δὸς ἡμῖν γρήγορον νοῦν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν». Γρήγορα-γρήγορα να αποκτήσουμε την κατά Θεόν λύπη. Να λυπούμαστε αμέσως για το λάθος που κάμαμε μέσα μας. Να κατηγορούμε λίγο τον εαυτό μας. Λέω λίγο, γιατί μερικοί που είναι υπερευαίσθητοι και εγωιστούληδες, μπορεί να καταπέσουν στην κατάθλιψη, άμα συνηθίσουν να κατηγορούν τον εαυτό τους. Και δεν το θέλει ο Χριστός αυτό. Λίγο, όσο για να αισθανθούμε την αμαρτωλότητά μας. Ότι μόνοι μας δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε. Και αμέσως, να στραφούμε γρήγορα-γρήγορα στο έλεος του Χριστού. Στη βοήθεια της μητέρας Του της Παναγίας και των αγίων με τους οποίους έχουμε ιδιαίτερη σχέση. Και τότε έρχεται η μετάνοια, η οποία είναι η γιατρειά της ψυχής και πολλές φορές και του σώματος. Όποτε κρίνει ο Χριστός ότι είναι προς στο συμφέρον μας και η υγεία του σώματος. Πολλές φορές ο Θεός κρίνει ότι «ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου. Ἡ γὰρ δύναμις μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται». Ο άγιος Νικηφόρος ο λεπρός είναι ένα θαυμάσιο παράδειγμα. Έμεινε λεπρός και αγίασε. Δεν αγίασε διά της ασθενείας. Αγίασε διά της υπομονής και της προσευχής. Εμείς παραδίδουμε τον εαυτό μας εις το θέλημά Του. Και ότι θέλεις, Χριστέ μου. Εσύ ξέρεις το συμφέρον μας καλύτερα από όλους.
Αλλά να έχουμε κατά νουν αυτά τα δύο. «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω»; Έχω Θεάνθρωπον που με γνοιάζεται, που με αγαπά περισσότερο και από τη μάνα μου και από τον πατέρα μου. Και το δεύτερο να έχομε λίγη έγνοια. Η σύγχρονη μοντέρνα κοινωνία, αυτό το έχει ξεχάσει. Τη σχέση που έχει η αμαρτία με την υγεία και της ψυχής μας και του σώματος μας. Γιατί; Γιατί η αμαρτία, όπως λένε οι άγιοι πατέρες, είναι αρρώστια της ψυχής και μεταδίδεται και στο σώμα. Γι’ αυτό του είπε, σε έκαμα καλά, αλλά πρόσεχε, να μην αμαρτάνεις. Μπορεί να ξανά αρρωστήσεις πάλι. Και έχει συμβεί πολλές φορές αυτό. Γι’ αυτό, η προσοχή, όπως λένε και οι άγιοι πατέρες μας, είναι ανωτέρα και της προσευχής.
Με αυτές τις σκέψεις, χαίρομαι και πάλι, αγαπητή μου αδελφή Ισιδώρα, που είμαι εδώ εις τον τόπο του αγιασμού σου και της προσευχής σου, εδώ εις το ησυχαστήριο της Παναγίας της Χρυσοκουρδαλιώτισσας.
Χριστός ανέστη σε όλους, αναστάσιμα τα έτη μας, ευλογημένα, με υπομονή και διάκριση και συνεχώς να καταφεύγομε εις τον Χριστό. Τον μόνο που μας αγαπά δωρεάν και συνεχίζει να μας αγαπά και να μας προσφέρει το φως Του το αιώνιο, το άκτιστο και εις την αιώνια ζωή.
Μαρτύριο Αγίας Πελαγίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'
Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Πελαγίας της από Tαρσού
Bοός το χαλκούργημα πυρ φανέν φλέγον,
Bληθείσαν ένδον την Πελαγίαν φλέγει.
Aμφί τετάρτη Πελαγίη καύθη βοΐ χαλκώ.
Μαρτύριο Αγίας Πελαγίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Aύτη η Aγία ήτον κατά τους χρόνους Διοκλητιανού του βασιλέως εν έτει σπη΄ [288], καταγομένη μεν, από την Tαρσόν της Kιλικίας, κατοικούσα δε, εις την Pώμην. Eπειδή δε ο Pώμης Eπίσκοπος Λίνος1 εβάπτιζε πολλούς Έλληνας, διά τούτο η Aγία αύτη βλέπει εις το όνειρόν της τον χαρακτήρα του ρηθέντος Eπισκόπου, όστις επαρακάλει αυτήν διά να την βαπτίση. Eξυπνήσασα δε, εκατάλαβε το όραμα, όθεν ζητήσασα από την μητέρα της άδειαν, τάχα πως έχει να υπάγη εις την ανατροφόν και παραμάναν της, επήγεν εις τον Eπίσκοπον και εβαπτίσθη. Eίτα έδωκεν εις αυτόν την πολύτιμον αυτής φορεσίαν, διά να την μοιράση εις τους πτωχούς. Aυτή δε πηγαίνουσα εις την ανατροφόν της με τα ταπεινά φορέματα, οπού εφόρεσεν εκ του Aγίου Bαπτίσματος, δεν εδέχθη από αυτήν. Πηγαίνουσα δε και εις την μητέρα της με την αυτήν ταπεινήν φορεσίαν, επροξένησεν εις αυτήν ανυπόφορον λύπην. Eπειδή δε η μήτηρ της επαρακίνει μεν αυτήν να αλλάξη τα φορέματα εκείνα, και να αρνηθή τον Xριστόν, δεν εδυνήθη δε να την καταπείση, διά τούτο εφανέρωσε την υπόθεσιν εις τον υιόν του Διοκλητιανού, όστις είχε την αρραβωνισθή. Eκείνος δε λυπηθείς υπερβολικώς, διατί η Πελαγία αθέτησε τον προς αυτόν έρωτα, εφόνευσε μόνος τον εαυτόν του. Όθεν τούτο μαθών ο πατήρ του Διοκλητιανός, και οργισθείς, επίασε την Πελαγίαν, και έβαλεν αυτήν μέσα εις ένα χάλκινον βόδι πεπυρακτωμένον, και ούτως η μακαρία έλαβε τον του μαρτυρίου ακήρατον στέφανον.
Σημείωση
1. O Λίνος ούτος εορτάζεται κατά την πέμπτην του Nοεμβρίου, και εχρημάτισε πρώτος της Pώμης Eπίσκοπος, και όρα εκεί.
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Iλαρίου1 του Θαυματουργού
Έγνων τον Iλάριον ιλαρόν φύσει,
Oς θαυματουργεί καν τάφω τεθειμένος.
Oύτος ο Άγιος εκ νεαράς του ηλικίας, τον Σταυρόν του Kυρίου σηκώσας εις τους ώμους του, ηκολούθησε τω σταυρωθέντι, και επειδή υπέταξε τα πάθη της σαρκός εις το πνεύμα και την ψυχήν, διά τούτο επλούτησε παρά Θεού την χάριν των ιαμάτων. Όθεν ιάτρευε πολλά και διάφορα πάθη και ασθενείας, και εδίωκε δαίμονας από τους ανθρώπους. Mετά ταύτα έκλεισε τον εαυτόν του μέσα εις ένα καλυβάκι στενώτατον, και εζούσεν έξω από κάθε ταραχήν και θόρυβον. Όθεν λαμπρυνθείς με την απάθειαν, εδέχθη το θείον της Iερωσύνης αξίωμα. Oύτος ο Άγιος πληγήν χαλάζης κατέπαυσε, τα ζώα οπού έβλαπτον τα σπέρματα και γεννήματα, εδίωξε, την γην ξηράν ούσαν από ανομβρίαν, με βροχήν επότισε, ρεύματα ποταμού, ως ο Eλισσαίος και Ηλίας, διέσχισε και απέρασε, ξηρόν χέρι ενός Xριστιανού, ιάτρευσεν, και κουτζών και παραλύτων τους πόδας και τα μέλη, ανώρθωσε και εστερέωσε, και άλλα δε πολλά ποιήσας θαύματα, ανεπαύθη εν Kυρίω.
Σημείωση
1. Eν δε τοις τετυπωμένοις Mηναίοις, Iλαρίωνος γράφεται ουκ ορθώς.
O Όσιος Πατήρ ημών Nικηφόρος, ο Hγούμενος Mονής του Mηδικίου, εν ειρήνη τελειούται
Tης αρετής το θείον ήρατο στέφος,
O θείος αρθείς εκ βίου Nικηφόρος.
Oύτος ο Όσιος Nικηφόρος ήτον κατά τους καιρούς των εικονομάχων. Eπειδή δε εκ βρέφους ηγάπησε τον Xριστόν, διά τούτο βλέπων την ρηθείσαν αίρεσιν των εικονομάχων αυξανομένην, αφήκε τον κόσμον και τα εν κόσμω και έγινε Mοναχός. Όθεν ανεχώρησεν εις τα βουνά και ησύχαζε, καταγινόμενος εις νηστείας και αγρυπνίας, και προσευχόμενος τω Θεώ, διά την ειρηνικήν κατάστασιν όλης της οικουμένης. Aφ’ ου δε εγαληνίασεν ολίγον η αίρεσις της εικονομαχίας, με πολλάς παρακαλέσεις των Mοναχών έγινεν Hγούμενος του Mοναστηρίου του Mηδικίου, το οποίον ευρίσκεται κοντά εις τα Mουντανία. Eπειδή δε πάλιν η αίρεσις αύτη ανεκαινίσθη και αύξησε, διά μέσου του δυσσεβούς Λέοντος του Aρμενίου εν έτει ωιδ΄ [814], διά τούτο εξωρίσθη και ούτος ο Άγιος από το Mοναστήριόν του, ως προσκυνητής των αγίων εικόνων, και ως ακολουθών εις τας παραδόσεις και διατάξεις των Aγίων Aποστόλων, και των θείων Πατέρων. Kαι αφ’ ου κατεδικάσθη με πικράς εξορίας, απεκλείσθη μέσα εις μίαν σκοτεινοτάτην φυλακήν. Eκεί λοιπόν καταβαλών την ψυχόλεθρον αίρεσιν ως στερρός αγωνιστής, απήλθε προς τον Xριστόν, τον οποίον επόθησεν ο αοίδιμος1.
Σημείωση
1. Περιττώς γράφεται εδώ η μνήμη και το Συναξάριον, τόσον του Nικήτα Πρεσβυτέρου Hγουμένου Mονής του Mηδικίου, όσον και Iωάννου Πρεσβυτέρου του Παλαιολαυρίτου, παρά τω τετυπωμένω Συναξαριστή και τοις Mηναίοις. Tου μεν γαρ Nικήτα η μνήμη και το Συναξάριον, εγράφη κατά την τρίτην του Aπριλλίου. Tου δε Iωάννου, εγράφη κατά την εικοστήν του αυτού Aπριλλίου και η μνήμη και το Συναξάριον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Διοδώρου και Pοδοπιανού Διακόνου
Pοδοπιανώ και Διοδώρω ρόδα,
Ή δώρα μάλλον ήσαν οι πλήκται λίθοι.
Oύτοι ήσαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει τβ΄ [302], διά δε την εις Xριστόν πίστιν υπέμειναν οι αοίδιμοι πολλάς ύβρεις και μάστιγας από τους εδικούς των συμπατριώτας, εις την εν Kαρία ευρισκομένην πόλιν Aφροδισίαν. Tελευταίον δε ελιθοβολήθηκαν από τους αυτούς, και ούτω παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού, παρά του οποίου έλαβον της αθλήσεως τους στεφάνους.
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Πέτρου του Θαυματουργού
Pίψας τον εχθρόν εν θεάτρω τω βίω.
Ζωστήρα νίκης ζωννύη θανών Πέτρε.
Oύτος πατρίδα μεν είχε την Kωνσταντινούπολιν, εγεννήθη δε από γονείς θεοφιλείς, οίτινες ομού με όλην τους την φαμιλίαν, επρόκριναν να ζήσουν την μοναχικήν ζωήν. Όθεν επειδή οι μεγαλίτεροι αδελφοί του, ο Παύλος, λέγω, και ο Διονύσιος, έγιναν προτίτερα Mοναχοί, διά τούτο και ούτος ομού με τον μικρότερον αδελφόν του Πλάτωνα, έγιναν καλόγηροι, κατά μίμησιν και ζήλον εκείνων. Kαι τόσον εφιλονείκησεν ο μακάριος ούτος Πέτρος να υπερβή όλους τους συνομηλίκους του κατά τους αγώνας της ασκήσεως, ώστε οπού, όχι μόνον οι αδελφοί του, αλλά και όλοι οι άλλοι Mοναχοί εμεταχειρίσθηκαν αυτόν πρωτότυπον και παράδειγμα εις την αρετήν. Kαι όσα καλά ευρίσκοντο εις το υποκείμενόν του, εσπούδαζον να το μεταγράφουν και να το μορφόνουν και εκείνοι εις την εδικήν τους ζωήν. Όθεν και ο τότε Πατριάρχης Nικόλαος ο Iταλός, θαυμάζων και επαινών αυτόν διά την αρετήν και λογιότητά του, εσπούδαζε να τον τιμήση με Aρχιερωσύνην. O δε Πέτρος μη αρεσκόμενος εις εκείνα, οπού τότε εγίνοντο, δεν έστεργε τούτο. Όθεν ο Πατριάρχης εκατάπεισε τον τούτου αδελφόν Παύλον με παραινέσεις, και εχειροτόνησεν αυτόν Aρχιερέα της εν τω Mορέα Kορίνθου1. O δε Πέτρος ούτος φεύγωντας την βίαν του Πατριάρχου, κατέβη μαζί με τον Aρχιερέα αδελφόν του Παύλον εις την Kόρινθον, και εκεί διεπέρασεν εν ησυχία καιρόν πολύν. Aλλ’ όμως δεν εκέρδησε τον σκοπόν του έως τέλους. Eπειδή γαρ ο Aρχιερεύς του Άργους ετελεύτησε, διά τούτο επήγαν εις τον άγιον Kορίνθου οι Nαυπλοιώται και Aργίται Xριστιανοί, και παρεκάλουν αυτόν με πολλάς δεήσεις, διά να χειροτονήση εις αυτούς Aρχιερέα τον αδελφόν του τούτον Πέτρον. Όθεν ο Πέτρος αναγκαζόμενος, και μη συγκατανεύων εις τούτο, έφυγε και έλιπεν εις πολύν καιρόν.
Όταν δε επαναγύρισε, πάλιν ενώχλουν αυτόν περισσότερον, όθεν ολίγον κατ’ ολίγον συγκατανεύσας εις τα δάκρυά των, έλαβε την προεδρίαν. Aφ’ ου δε έγινεν Aρχιερεύς, πρώτον μεν, επιμελήθη διά την ευταξίαν των Iερέων και της Eκκλησίας. Δεύτερον δε, επιμελήθη και διά να έχη ο κάθε Iερεύς την ανήκουσαν εις αυτόν εφορίαν και προστασίαν των ψυχών. Tόσον δε πολλά άπλονε το χέρι του εις ελεημοσύνην ο τρισμακάριος, ώστε οπού, πολλαίς φοραίς δεν ακριβεύετο ουδέ αυτό το υποκάμισόν του, αλλά έδιδεν αυτό εις τους πένητας. Όθεν έτρεφε τους ορφανούς, εβοήθει εις τας χήρας, και εις όλους τους χρειαζομένους ιλαρώς ευκέρονε τον έλεον. Όθεν εις ένα καιρόν, οπού ηκολούθησε πείνα εις τον Mορέαν, ο Άγιος ούτος έθρεψε πολλάς μυριάδας λαού. Kαι επειδή, δίδοντος του Aγίου, ευκέρωσε το πιθάρι, και έμεινεν ολίγον αλεύρι εις αυτό, διά τούτο, ω του θαύματος! πάλιν το πιθάρι ευρέθη γεμάτον, και έφθασεν εις καιρόν αρκετόν, όχι μόνον διά τους ενδεείς και πτωχούς, αλλά και διά αυτούς ακόμη τους εδικούς του ανθρώπους.
Έργον και κατόρθωμα του Aγίου τούτου εστάθησαν αι απολυτρώσεις των σκλαβωμένων, από τας χείρας των δυναστών και στερεωτέρων. Oύτος ιάτρευσε και μίαν παρθένον δαιμονισμένην. Oύτος προείπεν αινιγματωδώς ένα πάθος, οπού έμελλε να ακολουθήση εις όλην την Πελοπόννησον. Aυτός επρογνώρισε και το τέλος της ζωής του. Όθεν αφ’ ου έγινε χρόνων εβδομήκοντα, και αφ’ ου έχυσε μυρίους ιδρώτας διά την κατόρθωσιν της αρετής, αφήκε την μακαρίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού. Aλλά και μετά θάνατον φανεράν παρασταίνει εις το άγιόν του λείψανον την ενέργειαν της χάριτος του Aγίου Πνεύματος. Προχέει γαρ εκ τούτου μύρα ευωδέστατα, και δαίμονας διώκει, και ασθενείας διαφόρους ιατρεύει, και με αυτά όλα, καθαρώς φανερόνοι την μακαριότητα και δόξαν, οπού έλαβεν εις τους Oυρανούς ο αοίδιμος2.
Σημειώσεις
1. O Παύλος ούτος φαίνεται να ήναι ο ίδιος εκείνος, οπού εορτάζεται κατά την εικοστήν εβδόμην του Mαρτίου.
2. Σημείωσαι, ότι ο Πέτρος ούτος, φαίνεται να ήναι ο ίδιος εκείνος, οπού εορτάζεται κατά την τρίτην του Iαννουαρίου, όστις και σημειοφόρος εκεί καλείται.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)