Αρχική Blog Σελίδα 137

Ἱερὰ Μονἠ Ἁγίου Νικολάου Ὀρούντας

Το καθολικό της ιεράς μονής Αγίου Νικολάου, τέλη 15ου-αρχές 16ου αιώνα
Το καθολικό της ιεράς μονής Αγίου Νικολάου, τέλη 15ου-αρχές 16ου αιώνα

Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου βρίσκεται στὴν ἀριστερὴ ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Σερράχη, δυτικὰ τοῦ χωριοῦ τῆς Ὀρούντας. Στὰ ἀνατολικά της ἁπλώνεται μεγάλη συστάδα ἀπὸ εὐκαλύπτους, ποὺ δεσπόζει τῶν παλαιῶν ἐλαιώνων τῆς περιοχῆς, καθὼς καὶ ἀμυγδαλιές, ὀπωροφόρα καὶ χαρουπιές. Πρὸς τὰ βόρεια φαίνεται ἐπιβλητικὴ ἡ ὀροσειρὰ τοῦ Πενταδάκτυλου, ἐνῶ στὰ νοτιοδυτικὰ προβάλλει μεγαλοπρεπὴς αὐτὴ τοῦ Τροόδους.

Ἡ  Μονὴ εἶναι ἄγνωστο πότε ἱδρύθηκε, καθὼς δὲ μᾶς εἶναι γνωστὲς γραπτὲς πηγὲς γιὰ τὴν πρώιμη ἱστορία της. Τὸ καθολικὸ τῆς Μονῆς χρονολογεῖται στὰ τέλη τοῦ 15ου-ἀρχὲς 16ου αἰώνα, ἀλλά, σύμφωνα μὲ τὰ ἀνασκαφικὰ ἀποτελέσματα, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν πρόσφατων ἐργασιῶν συντήρησής του βρέθηκαν θεμέλια πρωιμότερης οἰκοδομικῆς φάσης, ποὺ δὲν ἔχει χρονολογηθεῖ.  Ἔτσι, ἡ Μονὴ προϋπῆρχε τοῦ 15ου αἰώνα. Σύμφωνα μὲ τὴν τοπικὴ παράδοση, λειτουργοῦσε ὡς ἀνδρικὴ μέχρι καὶ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας.

Η ιερά μονή Αγίου Νικολάου, στο βάθος ο Πενταδάκτυλος

Τὰ κτήρια τῆς Μονῆς εἶναι πλινθόκτιστα καὶ ἡ ἐσωτερικὴ αὐλὴ λιθόστρωτη. Εἰσερχόμενος ὁ προσκυνητὴς στὴ αὐλή, βλέπει στὰ ἀνατολικὰ τὸ καθολικὸ τῆς Μονῆς, τὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Πρόκειται γιὰ μονόκλιτο θολωτὸ ναὸ μετὰ τρούλλου, ὁ ὁποῖος, παρὰ τὸ μικρό του μέγεθος, ἀποπνέει μιὰ ἱεροπρεπὴ μεγαλοπρέπεια. Εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου λιθόκτιστος μὲ πέτρα τοῦ ποταμοῦ καὶ ἐξωτερικὰ ἐπενδυμένος μὲ ὡραίους πελεκητοὺς πωρόλιθους. Ἐξαίρεση ἀποτελεῖ μόνο τὸ ξύλινο προστέγασμα τῆς κεντρικῆς δυτικῆς εἰσόδου, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ νεώτερη προσθήκη. Τέσσερις ἀντηρίδες, ἀνὰ δύο στὴ βόρεια καὶ νότια ὄψη, ἀντιστηρίζουν ἐσωτερικὰ εὑρισκόμενες ἁψίδες. Τὴ δυτικὴ εἴσοδο τοῦ ναοῦ κοσμεῖ λιθανάγλυφο λιοντάρι τοῦ Ἁγίου Μάρκου τῆς Βενετίας. Κάτω ἀπὸ τὸ ἀνάγλυφο ὑπάρχει ἐγχάρακτη ἡ χρονολογία 1733, ἔτος κατὰ τὸ ὁποῖο πολὺ πιθανὸν ἔγιναν ἔργα συντήρησης τοῦ ναοῦ.

Ο Άγιος Νικόλαος, 18ος αι., εφέστια εικόνα της μονής

Στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ναοῦ δεσπόζει τὸ ἁπλὸ τέμπλο μὲ τὶς παλαιὲς εἰκόνες καὶ τὰ ἁγιογραφημένα βημόθυρα. Στὰ δεξιά του εἶναι τὸ ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι μὲ τὴν ἐφέστια εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, πίσω ἀπὸ τὸ ὁποῖο σώζεται σπάραγμα τοιχογραφίας μὲ φυτικὸ διάκοσμο τοῦ 16ου  αἰώνα, ποὺ μαρτυρεῖ ὅτι ὁ ναὸς κάποτε ἦταν ἁγιογραφημένος. Ἀπέναντι ἀπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, σὲ νεώτερο προσκυνητάρι, βρίσκεται ἡ πρώτη ἱστορηθεῖσα βυζαντινὴ εἰκόνα τοῦ ἐξ Ὀρούντης νέου Ἱερομάρτυρος Φιλουμένου. Στὸν βόρειο τοῖχο σώζεται ἐπιγραφή, ποὺ ἀναφέρει ὅτι τὸ 1913 ἡ ἐκκλησία ἐγκαινιάστηκε ἀπὸ τὸν τότε Μητροπολίτη Κυρηνείας Κύριλλο, τὸν μετέπειτα  Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου Κύριλλο Γ΄(ἔγινε δεύτερο ἐγκαίνιο διότι κατὰ τὴν Τουρκοκρατία βεβηλώθηκε απὸ τοὺς Τούρκους).

Άποψη της μονής πριν από τις εργασίες συντήρησης και αποκατάστασής της

Σύμφωνα μὲ τὴν τοπικὴ παράδοση, ἡ ἱστορικὴ πορεία τῆς Μονῆς εἶναι ἄμεσα συνδεδεμένη μὲ τὴν πολυτάραχη ἱστορία τοῦ νησιοῦ μας. Τὶς περιπέτειές της περιγράφουν παραστατικὰ θρύλοι καὶ παραδόσεις, ποὺ διασώθηκαν ὡς σήμερα ἀνάμεσα στοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς. Σύμφωνα μὲ τὶς παραδόσεις αὐτές, ἡ Μονὴ διὰ μέσου τῶν αἰώνων ὑπέστη πολλὲς λεηλασίες καὶ ἐπιδρομὲς κατακτητῶν. Κατὰ τὴν Τουρκοκρατία οἱ Τοῦρκοι ἐρήμωσαν τὸν χῶρο καὶ σκότωσαν τὸν τελευταῖο ἡγούμενο, ρίχνοντάς τον σὲ ἕναν ἀλακατόλακκο δυτικὰ τῆς Μονῆς. Οἱ Τοῦρκοι παρέμειναν γιὰ ἀρκετὰ χρόνια στὴ Μονή, χρησιμοποιώντας την γιὰ τὴ φύλαξη τῶν προβάτων τους καὶ καλλιεργώντας τὰ κτήματά της. Στὴ συνέχεια, τὴν πούλησαν στὸν μοναχὸ Παΐσιο ἀπὸ τὸ Νικητάρι. Αὐτὸς τὴ δώρισε στὴ Μητρόπολη Κυρηνείας, στὴν ὁποία μέχρι τὸ 1973 ὑπαγόταν ἡ σημερινὴ μητροπολιτικὴ περιφέρεια Μόρφου. Ἡ Μητρόπολη Κυρηνείας ἐνοικίαζε τὴν κτηματικὴ περιουσία τῆς Μονῆς σὲ χωρικούς. Ἀνάμεσά τους ἦταν καὶ ὁ ἱερομόναχος Ἰωακεὶμ ἀπὸ τὰ Χαντριά, ὁ ὁποῖος ἵδρυσε στὸν χῶρο τοῦ μοναστηριοῦ σχολεῖο καὶ δίδασκε τὰ ἑλληνικὰ γράμματα στὰ παιδιὰ τοῦ χωριοῦ. Γιὰ πολλὰ χρόνια ἡ Μονὴ μεταβιβαζόταν ἀπὸ τὸν ἕναν ἐνοικιαστὴ στὸν ἄλλο, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παραδοθεῖ στὴ φθορὰ τοῦ χρόνου.

Ο ναός του Αγίου Νικολάου και μέρος της παλαιάς αυλής

Τὸ 1973, μὲ τὴ δημιουργία νέων Μητροπόλεων στὴν Κύπρο, ἡ Μονὴ περιῆλθε στὴ δικαιοδοσία τῆς νεοσύστατης Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου.  Το 1994 ἄρχισε ἡ ἀνακαίνισή της μὲ πρωτοβουλία τῶν κατοίκων τῆς Ὀρούντας. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ ἐργάστηκαν στὸν χῶρο ἀφιλοκερδῶς καί, σὲ συνεργασία μὲ τὸ Τμῆμα Ἀρχαιοτήτων, ἔκοψαν πλινθάρια, κουβάλησαν πέτρες ἀπὸ τὸν ποταμὸ καὶ κατασκεύασαν δεσμίδες καλαμιῶν γιὰ τὶς στέγες. Μετὰ ἀπὸ τέσσερα χρόνια ἐργασιῶν, μικρὸ τμῆμα τῆς Μονῆς εἶχε ἀναπαλαιωθεῖ σύμφωνα μὲ τὸ ἀρχικὸ οἰκοδόμημα.

Άποψη της παλαιάς αυλής της μονής

Τὸ 1998 τὴν ἀποπεράτωση τοῦ ἔργου ἀνέλαβε ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις Μόρφου, μὲ σκοπὸ τὴν ἀναβίωση τῆς Μονῆς ὡς κοινοβίου μοναζουσῶν. Στὸν ἐνθρονιστήριο λόγο του ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος ἀνέφερε καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία, ἡ λειτουργικὴ καὶ ἡ φιλανθρωπικὴ ζωή, αὐτὰ εἶναι τὰ κύρια μέσα τῆς Ὀρθοδοξίας, μὲ τὰ ὁποῖα ἐπιδρᾶ ἀναγεννητικὰ πάνω στοὺς ἀνθρώπους. Μεγάλη εὐλογία καὶ βοήθεια γιὰ ἐμπέδωση αὐτοῦ τοῦ ἀσκητικοῦ ἤθους τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἡ ἐπάνδρωση τῶν Μονῶν τῆς Μητροπόλεώς μας μὲ μοναχοὺς καὶ μοναχές. Ἡ μεγαλύτερή μου χαρὰ ἀλλὰ καὶ αἴσθηση πνευματικῆς ἀσφάλειας γιὰ τοὺς κατοίκους τῆς Μητροπόλεώς μας θὰ εἶναι ἡ ἵδρυση καὶ ἡ λειτουργία τέτοιων ἀσκητικῶν κέντρων.»

Αὐτή, ἄλλωστε, ἦταν καὶ ἡ συμβουλὴ τοῦ Ἁγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου πρὸς τὸν Πανιερώτατο Μητροπολίτη  Μόρφου, ὅταν ἐκεῖνος τὸν γνώρισε ὄντας ἀκόμα νέος φοιτητής· «Νὰ κάνετε βάσεις πνευματικές», τοῦ εἶπε, «καὶ αὐτὲς οἱ βάσεις θὰ διώξουν τὶς βάσεις. Τὸ πρόβλημα τῆς Κύπρου εἶναι πνευματικό. Τώρα ἐφαρμόζεται ὁ πνευματικὸς νόμος. Ὅταν φτιάξετε μοναστήρια, τότε οἱ βάσεις τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς κατοχῆς θὰ ἐξαφανιστοῦν.»

Χάριτι Θεοῦ, οἱ πνευματικὲς βάσεις ἄρχισαν σιγὰ σιγὰ νὰ δημιουργοῦνται. Ἡ πάλαι ποτὲ ἐρειπωμένη καὶ εγκαταλελειμμένη Μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἀνασυστάθηκε. Τὴν 4η Ἰουνίου 2001, ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, προνοίᾳ τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου, ἐγκαταβίωσε στὴ Μονὴ ἀδελφότητα πέντε μοναζουσῶν μὲ προϊσταμένη τὴ μοναχὴ Ἰουστίνη. Αὐτὴ ἦταν ἡ πρώτη ἡμέρα ἐπαναλειτουργίας τῆς Μονῆς μετὰ ἀπὸ διάστημα δύο αἰώνων, γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθιερώθηκε ὡς δεύτερη πανήγυρις τῆς Μονῆς.

Ἡ ἐπιλογὴ τῆς ἡμέρας δὲν ἦταν τυχαία, καθὼς ὁ πραγματικὸς σκοπὸς τῆς ζωῆς τοῦ κάθε ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Χωρὶς τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὼφ σὲ μία διδαχή του, «κανεὶς δὲ σώζεται, οὔτε μπορεῖ νὰ σωθεῖ. Διότι ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία ἀποκτᾶται μέσω τοῦ πνευματικοῦ μας ἀγώνα, ἀλλάζει τὶς ψυχές, φέρνοντάς τις ἀπὸ τὴ φθορὰ στὴν ἀφθαρσία, ἀπὸ τὸν πνευματικὸ θάνατο στὴν πνευματικὴ ζωή, ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς.»

Ἡ νέα ἀδελφότητα διέμενε ἀρχικὰ στὰ παλαιὰ κτήρια τῆς Μονῆς, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἦταν ἐπαρκῆ γιὰ τὶς ἀνάγκες της. Ἔτσι, ἐκπονήθηκαν ἀρχιτεκτονικὰ σχέδια γιὰ τὴν ἐπέκταση τῆς Μονῆς. Τὰ σχέδια προνοοῦσαν τὴ δημιουργία μιᾶς δεύτερης αὐλῆς, ἡ ὁποία χωροθετεῖτο στὴ νοτιοανατολικὴ γωνιὰ τοῦ ἀρχαίου Μνημείου. Οἱ νέες πτέρυγες σχεδιάστηκαν μὲ βασικὴ ἀρχὴ τὴν ἐναρμόνιση τοῦ νέου μὲ τὸ παλαιὸ καὶ τὸν σεβασμὸ τοῦ χαρακτήρα τοῦ ὑφιστάμενου ἀναπαλαιωμένου μοναστηριοῦ. Γιὰ τὰ νέα κτήρια χρησιμοποιήθηκαν παραδοσιακὰ ὑλικὰ, πέτρα, ξύλο, πλινθάρι καὶ ὅμοιες τεχνικὲς κατασκευῆς μὲ τὰ παλαιά.

Το παρεκκλήσι του Αγίου Πνεύματος

Ἀνοικοδομήθηκαν δύο νέες πτέρυγες, οἱ ὁποῖες περιλαμβάνουν ἕνα παρεκκλήσιο, ἀφιερωμένο στὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὰ κελλιὰ τῶν μοναζουσῶν καὶ κάποια ἐργαστήρια. Τὰ νέα οἰκοδομήματα ἔδωσαν στὴν ἀδελφότητα τὴ δυνατότητα νὰ ἐξασκήσει διακονήματα, ὅπως τὴν ἁγιογραφία, τὴν ἱερορραπτική, τὴν κατασκευὴ παραδοσιακῶν γλυκῶν καὶ θυμιάματος, τὴν ἀποξήρανση καὶ συσκευασία ἀρωματικῶν φυτῶν καὶ βοτάνων, καὶ ταυτόχρονα διασφάλισαν τὶς πολύτιμες γιὰ τὴ μοναχικὴ ζωὴ συνθῆκες ἡσυχίας.  

Ἡ ἀναβίωση τῆς Μονῆς ἀποτελεῖ τὴν ἐκπλήρωση τοῦ πόθου καὶ τῶν προσευχῶν τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἄνθρωποι τῆς περιοχῆς γιὰ πολλὰ χρόνια παρακαλοῦσαν τὸν Ἅγιο Νικόλαο, νὰ δοῦν τὸ μοναστήρι του νὰ λειτουργεῖ καὶ πάλι. Ἔρχονταν στὴν ἐρειπωμένη Μονή του, ἄναβαν τὸ καντήλι, προσεύχονταν. Κάποιοι τὸν ἔβλεπαν κιόλας νὰ περπατᾶ κοντὰ στὸν ναό του, στὸ «σπίτι του», ὅπως ἔλεγαν. Καὶ πραγματικὰ ὁ Ἅγιος τοὺς ἀξίωσε νὰ βιώσουν τὴν ἰδιαίτερη εὐλογία τῆς ἀνασύστασης τῆς ἀρχαίας Μονῆς του.

Ἡ ἐπαναλειτουργία τῆς Μονῆς, μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια ἐγκατάλειψης, δὲν εἶναι μιὰ ἰδιωτικὴ ὑπόθεση. Εἶναι ἕνα γεγονός, ποὺ ξεφεύγει ἀπὸ τὰ στενὰ ὅρια τῆς μοναστικῆς ἀδελφότητας. Εἶναι ἕνα πνευματικὸ ἄνοιγμα, ἕνα πνευματικὸ ἀγκάλιασμα πρὸς ὅλη τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία, πρὸς ὅλη τὴν κοινωνία. Οἱ ἄνθρωποι σ’ αὐτὴ τὴ δύσκολη ἐποχὴ ποὺ ζοῦμε, βρίσκουν στὴ Μονὴ παρηγοριὰ καὶ ἀνάπαυση. Βρίσκουν ἕνα χῶρο πνευματικῆς ἀσφάλειας καὶ ἡσυχίας, ποὺ τόσο ἔχουν ἀνάγκη στὸν σημερινὸ θορυβώδη κόσμο. Ἐπισκέπτονται τὴ Μονὴ γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὸν Ἅγιο Νικόλαο καὶ νὰ «ἀφήσουν» στὸν ναό του τὰ προβλήματα καὶ τὶς θλίψεις τους, ἀλλὰ καὶ τὴ χαρὰ καὶ τὶς εὐχαριστίες τους. Μετέχουν στὶς Θεῖες Λειτουργίες καὶ τοὺς Ἑσπερινούς. Ἔρχονται στὶς Παρακλήσεις, στὶς ἀγρυπνίες, ἐξομολογοῦνται στοὺς Πνευματικούς, ποὺ στέλνει στὴ Μονὴ ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Μόρφου. Ἀγωνίζονται πνευματικά, καὶ ὁ ἀγώνας τους, ἡ μετάνοια, ἡ προσευχή τους, τὸ ζωντανὸ παράδειγμά τους ὠφελοῦν πολὺ τὴν ἀδελφότητα.

Καθόλα αὐτὰ τὰ ἔτη, πιστοὶ ἀπ’ ὅλη τὴν Κύπρο προστρέχουν στὴ Μονὴ γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὴν εὐλάβειά τους καὶ νὰ προσπέσουν καὶ σὲ ἕναν ἄλλο θαυματουργὸ Ἅγιο, τὸν νέο Ἱερομάρτυρα Φιλούμενο, τοῦ ὁποίου ἡ τιμὴ συνδέθηκε μὲ τὴ Μονή. Ὁ Ἅγιος Φιλούμενος καταγόταν ἀπὸ τὸ παρακείμενο χωριὸ τῆς Ὀρούντας καὶ τελειώθηκε μαρτυρικὰ τὸ 1979, στὸ προσκύνημα τοῦ Φρέατος τοῦ Ἰακὼβ στὴ Νεάπολη τῆς Παλαιστίνης. Τὸ 1999, μὲ πρωτοβουλία τοῦ Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου, ἄρχισαν νὰ συγκεντρώνονται καὶ τὰ πρῶτα στοιχεῖα γιὰ τὸν Βίο του. Οἱ πληροφορίες αὐτὲς παραδόθηκαν στὴν τότε νεοσύστατη ἀδελφότητα τῆς Μονῆς, στὴν ὁποία ἀνετέθη ἡ ὁλοκλήρωση τῆς ἔρευνας, ἡ συγγραφὴ καὶ ἡ ἐπιμέλεια τῆς ἔκδοσης τοῦ Βίου τοῦ Ἁγίου. Ἡ πρώτη ἔκδοση πραγματοποιήθηκε τὸ 2003 καὶ ἡ δεύτερη ἐπηυξημένη τὸ 2013. Ἐκδόθηκε, επίσης, καὶ ᾀσματικὴ Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου.

Φορητή εικόνα του Αγίου Φιλουμένου,1999, έργο Μ. Κουλλεπού

Παράλληλα, στὴ Μονὴ προγραμματίστηκε καὶ ἡ ἀνοικοδόμηση ἱεροῦ ναοῦ πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Φιλουμένου. Αὐτὸ ἐξάλλου ἀποτελεῖ καὶ μιὰ ὀφειλετικὴ τιμὴ πρὸς αὐτόν, ἀφοῦ πλέον ἔχει καθιερωθεῖ ὡς ὁ δεύτερος προστάτης καὶ ἔφορος τῆς Μονῆς. Ὁ ναὸς θὰ εἶναι λιθόκτιστος, σταυροειδὴς μὲ τροῦλλο καὶ θὰ ἀνεγερθεῖ, μὲ τὴ σύμφωνη γνώμη καὶ ἐποπτεία τοῦ Τμήματος Ἀρχαιοτήτων, νοτιοδυτικὰ τῶν παλαιῶν κτισμάτων τῆς Μονῆς. Στὴ βόρεια πλευρὰ τοῦ ναοῦ θὰ οἰκοδομηθεῖ καὶ παρεκκλήσιο ἀφιερωμένο στὴν Παναγία τὴν Ἰαματική.

Τὸ 2001, ὅταν ἄρχιζε ἡ ἀνοικοδόμηση τῆς Μονῆς, ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ εἶπε στὴ Γερόντισσα: «Μὴν ἀγωνιᾶτε γιὰ τὰ κτήρια. Αὐτά, εὔκολα ἢ δύσκολα θὰ οἰκοδομηθοῦν. Ἂν εἶναι καὶ λίγο στραβά, δὲν πειράζει! Τὸ σημαντικὸ δὲν εἶναι ἂν θὰ οἰκοδομήσετε κτήρια στὴ Μονή, ποὺ καὶ αὐτὸ βέβαια θὰ γίνει, ἀλλὰ ἂν θὰ οἰκοδομήσετε Χριστὸν ἐντὸς τῆς καρδίας σας.» Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ καθημερινός μας ἀγώνας, ὄχι μόνο τῶν μοναχῶν, ἀλλά καὶ κάθε πιστοῦ: νὰ δεῖ τὰ λάθη καὶ τὰ πάθη του καὶ διὰ τῆς μετανοίας νὰ καθαρίσει τὴν καρδία του, ὥστε ὁ Κύριος νὰ βρεῖ τρόπο καὶ τόπο καὶ νὰ σκηνώσει ἐντός του.

Ο άγιος Νικόλαος και ο άγιος Φιλούμενος σκεπουν την ιερά μονή, λεπτομέρεια απο φορητή εικόνα του Αγίου Νικολάου, έργον των μοναζουσών 2013

Ταπεινὰ εὐχόμαστε, οἱ προστάτες Ἅγιοι τῆς Μονῆς, ὁ Ἅγιος Ἱεράρχης Νικόλαος καὶ ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Φιλούμενος, νὰ χαρίζουν στὴν ἀδελφότητα, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλους αὐτοὺς ποὺ τοὺς ἐπικαλοῦνται, βεβαίαν πίστη, ὥστε νὰ δίνουμε μία ζωντανὴ μαρτυρία Χριστοῦ. Καὶ ἡ ἐν Χριστῷ μαρτυρία βιώνεται ποικιλοτρόπως: Βιώνεται ὡς ὑπομονὴ στὶς θλίψεις καὶ τὶς ἀσθένειες, ὡς ἀγώνας σκληρὸς πρὸς τὰ πάθη ποὺ μᾶς πολεμοῦν, ὡς αὐτοθυσία, ὡς ἀπάρνηση τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ μας, ὡς ἀκλόνητη ὁμολογία τῆς πίστεώς μας, ἔργῳ καὶ λόγῳ.

Πανηγυρίζει την 6η Δεκεμβρίου
και του Αγίου Πνεύματος

Καθηγουμένη Ιουστίνη Μοναχή

Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου Ὀρούντας
Τ.Θ. 20082 Τ.Κ. 1601  Λευκωσία
Τηλ. 22 824455  τηλεομ. 22 822423

Εικονοφυλάκιο Άγιος Ιωάννης ο Λαμπαδιστής

Ομιλία Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου, κατα τη διάρκεια των εγκαινίων του Εικονοφυλακίου της ιεράς μονής Αγίου Ιωάννου του Λαμπαδιστή στον Καλοπαναγιώτη, τη 15η Οκτωβρίου 2000.

Πάντες ημείς συνηρμένοι σήμερον κάτω από την στέγην του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστού και του Αγίου Ηρακλειδίου, ευλαβέστατοι και αγιότατοι αρχιερείς, τίμιον πρεσβυτέριον ευλαβής διακονία, άρχοντες της νήσου, ημών και της καθ’ ημάς επαρχίας, και περιούσιε λαέ της Μόρφου και της Κύπρου, εβρισκόμενοι λόγω στον ευλογημένον αυτόν τόπο, νοιώθουμε σαν να βρισκόμαστε σε σπίτι προγονικό.

Γεμάτο αγαπημένες αναμνήσεις, εδώ στο ρέμα, που βρίσκεται πιο κάτω από την Μονή, στην φυσική λεκάνη του ποταμού οι Απόστολοι Βαρνάβας, Παύλος και Ευαγγελιστής Μάρκος στην πρώτη τους αποστολική περιοδεία, εβάπτισαν τον Άγιο Ηρακλείδιο, στα καθαρά νερά του Σέτραχου ποταμού.

Αργότερα, στην επόμενη έλευση τους στο νησί, ο Ευαγγελιστής Μάρκος, μετά το μαρτύριο του Ευαγγελιστή Βαρνάβα στην Κωνσταντία, καταδιωκόμενος από Εβραίους, καταφεύγει στα βουνά. Από εδώ κατεβαίνει ύστερα στην παραθαλάσια κώμη του Λυμνίτη, το εποίνιο των Σόλων, όπου εκεί βαπτίζει τον ‘Αγιον Αυξίβιο και τον χειροτονεί, πρώτο επίσκοπο Σόλων. Έτσι ιδρύεται από τον Ευαγγελιστή Μάρκο η Εκκλησία των Σόλων και κατόπιν και μέχρι του σήμερον, η Μητρόπολη της Μόρφου.

Στην συνέχεια, μετά από γραπτή εντολή του Αποστόλου Παύλου, ο Άγιος Ηρακλείδιος, αρχιεπίσκοπος τότε της νήσου, επισκέπτεται τον ήδη χειροτονημένο επίσκοπο Σόλων Αυξίβιο και του υποδεικνύει που να κτίσει τον πρώτο ναό, για να φανερώσει την αλήθεια του Χριστού σε όλους τους κατοίκους των Σόλων.

Η επισκοπή των Σόλων, η εκκλησία της Μόρφου, που το πρώτο της λιθάρι έβαλε το χέρι του ο Ευαγγελιστής Μάρκος, έμελλε να ριζώσει βαθειά στα ματωμένα χώματα της ιστορίας. Μια πορεία που ξεκίνησε από τον άγιο Αυξίβιο και κρατάει τώρα 20 αιώνες. Φέροντας σήμερα όλους μαζί εδώ στη λογική τράπεζα του Κυρίου μας. Αν κάποιος διεξέλθει με τον φακό της λογικής, όλη αυτήν την πορεία της επισκοπής των Σόλων και αργότερα Μητροπόλεως Μόρφου, διαμέσου 2000 ετών, αν δει ποιες ιστορικές αντιξοότητες και καταστροφές αντιμετώπισε, τότε θα συμπεράνει ότι λογικά μετά από όλα αυτά, δεν έπρεπε να υπάρχει.

Εμείς όμως, που γνωρίζουμε ότι η αιτία και ο λόγος των πάντων είναι ο Χριστός και Θεός μας, λέμε ότι η επιβίωση της Μητροπόλεως μας, για 2000 χρόνια, μπορεί να μην εξηγείται με την λογική, αλλά εξηγείται με την αγιότητα. Με την λογική της αγιότητας. Γιατί όταν μιλούμε για πορεία αυτής της Μητροπόλεως, μιλούμε για πορεία προς την αγιότητα. Πορεία υπερβάσεως των ιστορικών αντιξοωτίτων διά του αγιασμού. ‘Ετσι τα μύρια δεινά, που υπέστη και υφίστατε ακόμη και σήμερον η εκκλησία της Μόρφου και όλη η Κύπρος είναι από αυτήν την έννοια ένας σταυρός που όταν συγκατανεύσουμε να τον φέρουμε αγογγίστως παίρνουμε από την ίδιαν εκείνην στιγμή, σε χώρο αναστάσιμο. Και επειδή ποτέ μέσα στην εκκλησία δεν έλειψαν εκείνοι που τολμούν, έτσι και η ιστορία της μητροπόλεως μας είναι γεμάτη φωτοφόρα πρόσωπα αγίων, μαρτύρων, ιεραρχών και οσίων.

Πρόσωπα. Όχι κάποιου είδους αφηρημένη αγιότητα. ‘Ανθρωποι που παρέλαβαν την φλόγα από τα χέρια του Αγίου Αυξιβίου και συνέχισαν τον δρόμο της πίστεως. ‘Ηδη από τους πρώτους εκείνους χρόνους, ο αδελφός και η νύμφη του αγίου Αυξιβίου, οι ‘Αγιοι Θεμισταγόρας και η σεβαστή Τιμώ, Ρωμαίοι και αυτοί που ήρθαν μαζί τους στους Σόλους, αλλά και μάρτυρες από εκείνον τον πρώτον καιρό όπως οι άγιοι Αλέξανδρος και ‘Αμμον και 20 άλλοι μάρτυρες που μαρτύρησαν στους Σόλους. Οι ντόποιοι άγιοι αλλά και από άλλα μέfρη καταγώμενοι. Τους οποίους όμως η ευσέβεια της Μόρφου πολιτοφράγιφησε κατά κάποιο τρόπο σε βαθμό που να γίνονται αναπόσπαστο μέρος του σώματος της.

 

Τέτοια είναι η περίπτωσης του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μάμαντος. Του πολιούχου της Μόρφου, ο οποίος, αν και Μικρασιάτης Παφλαγών στην καταγωγή, έγινε εσαή Μορφίτης. Προστάτης και σκεπαστής των ακριτών κατά της Αραβικές επιδρομές. Ακίνητος φρουρός σήμερα της κατεχόμενης Μόρφου, την οποία ας μην το σκεφτούμε ποτέ, δεν την εγκατέλειψε ο ‘Αγιος της. Εκεί είναι και μας περιμένει. Από την Μικρά Ασία, κατάγοντας επίσης και οι πολυούχοι της Περιστερώνας, ‘Αγιοι Βαρνάβας και Ιλαρίωνας. Πρώην στρατιωτικοί που τελείωσαν ασκητικά τον βίον τους και τον οποίον τα ιερά λείψανα έφθασαν, θαυμαστό τω τρόπω, στον φιλόξενον κόλπο της Μόρφου.

Ως μέλος του όλου σώματος της εκκλησίας και στο πλαίσιο της οικουμενικής ενώτητας και συνοδικότητας, η εν Μόρφου εκκλησία μετείχε ενεργά στις πλείστες οικουμενικές συνόδους, ως επισκοπή Σόλων. Εκπροσωπούμενη από αγίους και φωτισμένους προκατόχους μας.

Στη τρίτη οικουμενική σύνοδο, με τον άγιο Επίσκοπο Ευάγριο, στην τέταρτη με τον Σόλων Επιφάνειο, στην έκτη με τον ‘Αγιο Στρατόνικο, στην έβδομη οικουμενική σύνοδο, που την σύναξη των Αγίων πατέρων αυτής σήμερον εορτάζουμεν, παρίστατο, ο επίσκοπος Σόλων Ευστάθιος.

Σπανίως όμως, τόσο οι Σόλοι όσο αργότερα και η Μόρφου, γνωρίσαν καιρούς ιστορικής νηνεμίας. Ζώντας συνήθως μέσα στις θύελλες ήταν συνέχεια αναγκασμένη, να γευτή εκάστοτε το πικρό ποτήρι της κάθε εποχής. Και με πολέμους, επιδρομές, δουλεία, καταστροφές, να γνωρίσει την κατά κόσμον εκμηδένιση. Την ίδιαν όμως στιγμή, έδινε αγίους και έφερνε αγίους. ‘Οποιος ξέρει να δίνει, ξέρει και να παίρνει. Και αποδείχτηκε ότι η Μητρόπολης τούτη αλλά και όλη η Κύπρος, ήξερε να δίνει αγίους και γι’ αυτό ήξερε να προσλαμβάνει αγίους. Πότε από την γειτονική Μικρασία, πότε από τους Αγίους Τόπους και πότε από χώρες μακράν αλλά οι άγιοι αυτών, έγιναν πολύ κοντά σε εμάς.

Έδωσε λοιπόν αγίους όπως τα τέκνα της, όσιος Κυριακός της Ευρύχου, ο άγιος Ιωάννης ο Λαμπαδιστής, ο όσιος Θεοφάνης ο νέος επίσκοπος Σόλων, προκάτοχος μας και αυτός, ο οποίος ήταν καταστάλαγμα της πιο δύσκολης ιστορικά περιοδού που πέρασε ο τόπος, της Λατινοκρατίας. Ακόμα και στους σημερινούς καιρούς, με την μισή μητροπολιτική περιφέρεια κατεχόμενη και τον κόσμο της στην προσφυγιά, η Μόρφου έδωσε ακόμα ένα άγιο. Τον νέο ιερομάρτυρα, τον ‘Αγιο Φιλούμενο από την Ορούντα. Δολοφονήθηκε το 1979 στο Φρέαρ του Ιακώβ, από φανατικούς Συνεωνιστές Εβραίους. Και ο άγιος βίος και το μαρτύριο του τον αναδυκνύουν ήδη, θαυματουργό και τιμώμενο στην καθ’ ημάς επαρχία.

Αλλά όπως είπα και προηγουμένως δεν έδινε μόνον αγίους η Μόρφου. Έπαιρνε και Αγίους. ‘Οπως ο Άγιος Σωζόμενος που συγκαταλέγεται στους αγίους, που αν και ήρθαν από άλλους τόπους, τελειώθηκαν ασκητικά στην Κύπρο. Επίσης οι άγιοι Κυπριανός και Ιουστίνη, που επέλεξαν να έχουν τον οίκο τους στο Μένοικο. Να μένουν στο Μένοικο. Αν όμως η πηγή της αγιότητος, δεν είναι εκ του κόσμου τούτου, η αγιότητα ξαναγυρίζει στον κόσμο. Η αγιότητα δεν είναι απόκοσμη ιδεολογία, όπως οι ιδεολογίες της δικής μας δεκαετίας και της προγενεστέρας, που τόσον μάταια διέψευσαν τις ελπίδες των λαών. Η χάρις που εκπέμπει η αγιότητα, γονιμοποιεί την ιστορία γίνεται μαγιά πολιτισμού. Και πολλές φορές, η αγιότητα κρύβεται. Πάντοτε κρύβεται. Και η γονιμοποίηση γίνεται μυστικά χωρίς να το περιμένει κανείς από τους μεγάλους της γης.

Έτσι για δύο χιλιετίες, η Μητρόπολης Μόρφου χαράσει μέσα στον χρόνο τα ίχνη ενός άφθαστου σε κάλος βυζαντινού πολιτισμού. Εκπέμπει μια δοξολογία που χρησιμοποίησε όλα τα είδη των τεχνών για να υψωθεί. Με πρώτον την τέχνην της αγιότητος και ύστερον την τέχνη της ωραιότητος. Που σήμερον οι ευρισκόμενοι σε αυτό το παλαιό καθολικό της μονής του Αγίου Ηρακλειδίου, και αργοτέρον του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστού, είμαστε μάρτυρες αυτής της τέχνης. Και της αγιότητος και της ωραιότητος. Αρκεί να κοιτάξετε μπροστά σας τον άγιο Ηρακλείδιο και τον άγιο Ιωάννη τον Λαμπαδιστή. Και εις τους τοίχους και εις τον αγιασμένο θόλο αυτού του ναού, την τέχνη της ωραιότητος που προαναφέραμε.

Ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος και ο μακαριστός Κωνσταντίνος Λεβέντης

Η περιφέρεια Μόρφου σήμερα διασώζει παρόλο που είναι ημικατεχόμενη ό,τι καλύτερο υπάρχει σε θέματα εικονογραφίας, αρχιτεκτονικής, βυζαντινής τέχνης γενικά. ‘Εχει υποθεί αν η μονή του Σινά είναι η μονή που διασώζει, ότι καλύτερο σε βυζαντινό πολισμό και τέχνη, η μητρόπολη της Μόρφου και ιδιαιτέρως η κοινότητα του Καλοπαναγιώτη και η μονή αυτή, μπορεί να ονομαστεί το Σινά της Κύπρου από πλευρά διαφύλαξης της τέχνης της ωραίοτητος.

Μια κληρονομιά αξεπέραστη σε κάλος και νόημα, που αφορά όλο τον κόσμο. ‘Ολη την Κύπρο. Γι’ αυτό και θεωρήσαμε εξ’ αρχής ύψιστο καθήκον μας, πρώτον να την διαφυλάξουμε, να την συντηρήσουμε και ύστερον να την προβάλουμε και να την παραδώσουμε στις επόμενες γενιές. Συντηρώντας αυτούς τους αρχαίους ναούς, συντηρώντας αυτές τις αρχαίες εικόνες, τελικά αγαπητοί μου, ποιούς συντηρούμε; Συνστηρούμε τους Αγίους και οι άγιοι μας το ανταποδίδουν πολλαπλώς και τελικά αυτά που εμείς νομίζουμε ότι συντηρούμε, αυτά μας συντηρούν και αυτά θα μας συντηρίσουν εάν θα έχουμε επιστροφή στην Μόρφου και στην Κερύνεια και σε όλην την Κύπρο. Συντηρώντας και κρατώντας Ορθόδοξον πίστην, αγιότητα και ότι παράγει αυτήν την αγιότητα που είναι η τέχνη της ωραίοτητος.

Ένα μέρος από το ευρύ αυτό πρόγραμμα είναι και το εικονοφυλάκιο που με την βοήθεια του Θεού, εγκαινιάζουμε σε λίγο. Μαθητεύοντας στο ύψιστο μάθημα της ομορφιάς, που κουβαλά η ορθόδοξη κληρονομιά μας, θα καταλάβουμε σιγά – σιγά ότι δεν πρόκειται για μουσιακά αντικείμενα, αλλά για μια γλώσσα ζωντανή. Μια γλώσσα σύχρονη, πανανθρώπινη. Οι Ευρωπαίοι που πολλές φορές τους κακίζουμε, έχουν αρχίσει να το κατανοούν αυτό το πράγμα και πέρα από την κοινή αγορά προσπαθούν να βρουν και μια κοινότητα, αξιών και πολιτισμών. Για μας δε ο πολιτισμός, ειναι σήμερα η μοναδική ίσως αξιόπιστη πολιτική πρότασης. Είναι μια γλώσσα την οποία κατανοούν καλά οι Ευρωπαίοι. Σιγά – σιγά φαίνεται την μαθαίνουμε και εμείς, την οποίαν μπορούμε να μιλήσουμε στον κόσμο. Και την οποίαν δυστυχώς, ελάχιστα μέχρι τώρα, χρησιμοποιήσαμε.

Στην Ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου, θα πρέπει να δείξουμε αυτό το πρόσωπο πολιτισμού μας. Μέσα σε ένα σύχρονο κόσμο, με την παγκοσμιοποίηση, την αλματώδη ανάπτυξη των τεχνολογιών όπου βαθμιαία καταργούνται σύνορα και περιορισμοί η ταυτότητα των συνόλων δεν είναι τόσο θέμα πολιτικής ή οικονομίας ή κάποιων μεγάλων διαμαρτυριών της διοικούσης εκκλησίας αλλά είναι θέμα πολιτισμού. Εάν έχει σήμερα πολιτισμόν, μπορείς να εισέλθεις εις τον παγκόσμιον τούτον γίγνεσθε. Και η Κύπρος έχει, και η Μόρφου κατέχει.

Γι’ αυτό ένα εικονοφυλάκιο στον Καλοπαναγιώτη, το όποιο έργο πολιτισμού, έχει προεκτάσεις που φτάνουν πολύ μακρύτερα από την Μόρφου. Αλλά απευθύνονται σε όλον τον κόσμο αφού όλος ο κόσμος έρχεται εδώ για να επισκεφθεί τα δικά μας όσια και ιερέα.

Εγκρυφόντας την αγιότητα και τον πολιτισμό της Μόρφου, θα κατανοήσουμε και ένα άλλο ύψιστο μάθημα, το οποίο είναι ιδιαίτερα χρήσιμο στους σημερινούς καιρούς που η εκκλησία μας συγκλονίζεται από διάφορες οδύνες. Οδύνες που δεν είναι του θανάτου. Αλλά του τοκετού. Δηλαδή προάγγελοι ενός καλύτερου αύριο. Εάν η εκκλησία μας επιβιώνει εδώ, για 20 ολόκληρους αιώνες, τη στιγμή που κανένας άλλος θεσμός δεν τα κατάφερε είναι βέβαια διότι ως στόμα Χριστού και έχει και κατέχει αυτό που εκφράζεται και υλοποιείται. Αλλά επίσης και ας μην το ξεχνούμε αυτό, γιατί είχε πάντοτε ως πρώτη στην μέριμνα της, την ενότητα που εκφράζεται συνοδικός. Εκκλησία σημαίνει σύνοδος, όπως Θεός σημαίνει τριάδα. Ο Θεός είναι μονάς αλλά είναι και τριάς. Η σύνοδος είναι πάντοτε λοιπόν, έκφραση της συνοδικότητος των τριών προσώπων.

Σε μίαν εποχή, δεν μπορούμε να υπάρξουμε εκκλησιαστικά έξω από την συνοδικότητα μας. Σε μια εποχή που με ευκολία προφέρουμε κρίσεις, ας το θυμόμαστε αυτό, μόνο μέσα από την συνοδικότητα της εκκλησίας μας θα βρούμε διεξόδους. Ούτε και μπορεί να υπάρξει όπως λένε μερικοί, σωστό ή δίκαιο έξω από την συνοδικότητα, έξω από το ένα σώμα του Χριστού.

Το άλλο μεγάλο δίδαγμα της παραδόσεως μας, είναι η διαφύλαξη πάση θυσία του αυτοκεφάλου της αγίας εκκλησίας μας. Σήμερον έχουν παρέλθει οι δύσκολοι εκείνοι καιροί όπου η αυτοκεφαλία της εκκλησίας μας απειλεί τον έξωθεν. Θα ήταν λοιπόν τραγικό να έρθουμε να αμφισβητήσουμε εμείς οι ίδιοι, αυτήν την ευλογία που μας δόθηκε, πάλι από οικουμενική σύνοδο, μας δόθηκε. Καλλιεργώντας την εντύπωση ότι η εκκλησία μας δεν μπορεί να παίρνει αποφάσεις και να λύει τα προβλήματα μας.

Ας κάνουμε υπομονή και ας μην υποκείψουμε σε τέτοιου είδους πειρασμούς, που στόχον έχουν να κλονίσουν την ενότητα των όλων, μέσα στο μυστικό σώμα της εκκλησίας μας, όπως εκφράζεται όχι από πρόσωπα, όχι από εμένα, αλλά από την σύνοδο ως σώμα. Και αν οι δύσκολες και οι δυσκολίες σήμερα δεν μας αφήνουν να δούμε καθαρά, ας προσηλώσουμε το βλέμμα όχι στις αδυναμίες των ανθρώπων, αλλά στο έλεος του Χριστού, στο έλεος που είναι μεγαλύτερο από ωκεανούς αμαρτιών, στο έλεος που δώρησε στρατιές αγίων για να μας παραστέκουν. Στο έλεος που κράτησε την εκκλησία της Μόρφου και την έφερε ως εδώ. Στο έλεος που μπορεί να ελευθερώσει και να σώσει όλους μας. Να ελευθερώσει και να σώσει και την Μόρφου και την Κερύνεια αλλά προπάντων να σώσει εμάς τους ίδιους, εις την αιώνια βασιλεία, του Πατρός του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.


Κανονική τιμή εισόδου στο εικονοφυλάκιο: 2 ευρώ.
Holy-icons store room entrance fee: 2 euros.

Πληροφορίες: τηλ. 22932481

Μουσείο Καμινάρια

Μουσείο Πολιτιστικής Κληρονομιάς Καμινάρια
Πληροφορίες

τηλ. 99563456

Εικονοφυλάκιο Προδρόμου

(Εκκλησία Τιμίου Προδρόμου)
Πληροφορίες
τηλ. 99523481

Εικονοφυλάκιο Λεμύθου

ΕΙΚΟΝΟΦΥΛΑΚΙΟ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΛΕΜΥΘΟΥ

Ο ναός του Αγίου Θεοδώρου στη Λεμύθου

Ο ναός του Αγίου Θεοδώρου στη Λεμύθου ανήκει στον χαρακτηριστικό τύπο του ξυλόστεγου ναού που συναντάται σε μεγάλη έκταση στην οροσειρά του Τροόδους. Πρόκειται για μονόχωρο ναό μικρών διαστάσεων (4,50 Χ 10,80 μ) ο οποίος χρονολογείται στο 16ο αιώνα. Κατά το 18ο αι. έγινε προσθήκη κλειστής στοάς στα νότια και δυτικά του και διάνοιξη δύο παραθύρων στο βόρειο τοίχο. Ο ναός καταστράφηκε από πυρκαγιά στις 10 Οκτωβρίου 1974 και επισκευάστηκε την επόμενη χρονιά με δωρητή τον Μιχαήλ Μούσκο. Από την πυρκαγιά καταστράφηκαν οι περιορισμένες τοιχογραφίες στο βόρειο και δυτικό τοίχο καθώς και οι εικόνες και το εικονοστάσιο του.

Στο ναό έγιναν συμπληρωματικές εργασίες συντήρησης από το Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου κατά το έτος 2003. Την επόμενη χρονιά, με δαπάνη του Ιδρύματος Α. Γ. Λεβέντη, κατασκευάστηκαν, νέο εικονοστάσιο, νέα στασίδια και αναλόγιο και προθήκες για φύλαξη και έκθεση Εικόνων και εκκλησιαστικών αντικειμένων. Παράλληλα έγινε εγκατάσταση συστήματος ασφαλείας και φωτισμού και έγινε διαμόρφωση και φύτευση του περιβάλλοντα χώρου του ναού. Με δαπάνες και πάλι του Ιδρύματος Α.Γ. Λεβέντη, επί σειρά ετών, συντηρήθηκαν και συντηρούνται τα παλαιά βιβλία, οι εικόνες, ξυλόγλυπτα και άλλα κειμήλια των ναών της Λεμύθου. Ορισμένα από αυτά παρουσιάζονται στο ναό του Αγίου Θεοδώρου. Με δαπάνες του Ιδρύματος κατασκευάστηκαν και οι νέες εικόνες του εικονοστασίου.

Το Εικονοφυλάκιο

Με τη λειτουργία του Εικονοφυλακίου στο ναό του Αγίου Θεοδώρου εκπληρώνεται ακόμα ένας στόχος του Πανιερώτατου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου που αφορά την καταγραφή, συντήρηση, διαφύλαξη και προβολή του ανεκτίμητου αυτού θησαυρού.

Οι παλαιές εικόνες που εκτίθενται χρονολογούνται από το 13ο έως και τον 19ο αιώνα και αντιπροσωπεύουν ποικίλα καλλιτεχνικά ρεύματα της βυζαντινής και μεταβυζαντινής ζωγραφικής. Από τις εικόνες ξεχωρίζουν οι ακόλουθες:

Η εικόνα της Παναγίας στον τύπο της Κυκκώτισσας (13ος αι.) μαρτυρεί τη διάδοση του εικονογραφικού τύπου, πρότυπο του οποίου θεωρείται η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Ελεούσης της Μονής Κύκκου, έργο κατά την παράδοση του Απ. Λουκά.

Η εικόνα του Αγίου Νικολάου (14ος αι.) προέρχεται από τον ομώνυμο ναό του εξαφανισθέντος χωριού Λιβάδι, πλησίον της Λεμύθου. Τεχνοτροπικά ο άγιος αποδίδεται στο πλαίσιο της παλαιολόγειας καλλιτεχνικής παράδοσης.

Από τον ίδιο ναό προέρχεται και η εικόνα του Χριστού Παντοκράτορα (15ος αι.). Παρόλο που ο Χριστός αποδίδεται στο πλαίσιο της παλαιολόγειας παράδοσης, φέρει κάποια δυτικά δάνεια όπως ο ήπιος εξανθρωπισμός του προσώπου και τα χρυσά ανθόκρινα που κοσμούν τον κόκκινο σταυρό του φωτοστέφανου.

Οι εικόνες με τους αγίους Ιωάννη Πρόδρομο, άγιο Αντώνιο με την αγία Αναστασία την Φαρμακολύτρια, την αγία Παρασκευή, τον άγιο Γεώργιο και τον Αρχάγγελο Μιχαήλ είναι έργα του ιεροδιάκονου Γαβριήλ του πρώτου μισού του 18ου αι.

Σε μια προθήκη εκτίθενται εικόνες μικρών διαστάσεων του 18ου και 19ου αι. από τις οποίες ξεχωρίζουν η εικόνα των Αγίων Προκοπίου και Ευτυχίου, του Αγίου Μηνά και τρεις εικόνες αγιορείτικης προέλευσης με τη Μεταμόρφωση του Χριστού, την Παναγία Ρόδον το Αμάραντο και τον άγιο Μάμα (18ος αι.) και του Αγίου Χαραλάμπους (19ος αι.).

Στην ίδια προθήκη εκτίθενται ορισμένα δείγματα εκκλησιαστικής αργυροχοίας, όπως Άγιον Ποτήριον και Δισκάριο με τα καλύμματα τους του 19ου αι.

Σε δύο προθήκες εκτίθενται παλαίτυπες εκκλησιαστικές εκδόσεις των ελληνικών τυπογραφείων της Βενετίας του 16ου-18ου αι. Στα παλαίτυπα αυτά υπάρχουν χειρόγραφες σημειώσεις που παρέχουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την Λεμύθου και τον κόσμο της.

Πληροφορίες

τηλ. 99546953

Μουσείο Πεδουλά

Ομιλία Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατα τη διάρκεια των εγκαινίων του Βυζαντινού Μουσείου Πεδουλά, στις  23/6/1999

Είναι ιδιαίτερη η χαρά μας που ανοίγει σήμερα τις πύλες του το Μουσείο αυτό που στεγάζει ένα κομμάτι της συλλογικής μας μνήμης, ένα μέρος από τον εαυτό μας.

Σε μια εποχή ποικίλων ανατροπών που έχει σαν μόνο σταθερό χαρακτηριστικό της τη διαρκήαλλαγή, είναι πραγματική παρηγοριά να βρίσκουμε ένα στέρεο έδαφος να πατήσουμε. Έδαφος οικείο, του τόπου και του τρόπου του γένους μας. Γι’ αυτό νοιώθουμε ότι η δημιουργία αυτού του Μουσείου ήταν για μας ένα χρέος. Και ήταν χρέος για πολλούς λόγους. Πρώτα απ’ όλα για να διασωθεί και να διαφυλαχθεί μια κληρονομία και μια συνέχεια πίστεως, για την οποία οι προηγούμενες γενιές έδωσαν μέχρι και το αίμα τους ακόμα. Από την άλλη, αφού η εποχή μας δεν μπορεί δυστυχώς να φτάσει σε τέτοιες κορυφώσεις, για να μπορούμε οι σημερινές γενιές να επανασυνδεόμαστε με τη λειτουργική τέχνη, που δεν είναι μόνο τέχνη αλλά εκφράζει το δογματικό βάθος της πίστεώς μας. Ακόμα, για να μπορεί και ο πέραν της νήσου μας κόσμος που έχει δίψα του κάλλους και της αλήθειας να εντρυφεί και να αναπαύεται στα έργα αυτά της λατρείας.

Δεν βλέπουμε λοιπόν το μουσείο αυτό ως χώρο κατάληξης κειμηλίων και θησαυρών του παρελθόντος. Αλλά ως χώρο αφετηρίας, ως χώρο έναρξης εσωτερικών διαδρομών και αναζητήσεων. Δεν πρόκειται απλά για ένα εικονοφυλάκιο, αλλά για ένα χώρο όπου το παρελθόν ξαναβρίσκει τη θέση του μέσα μας και όπου το παρόν μας συνάπτεται με τη μακρά διαχρονία της παραδόσεως. Ευελπιστούμε δε ότι το Βυζαντινό Μουσείο του Πεδουλά θα συμβάλει στην ευρύτερη προσπάθεια του Ελληνισμού να ανακαλύψει την εικόνα του εαυτού του.

Λένε πως ο εικοστός αιώνας έφερε τον πολιτισμό της εικόνας. Μιας εικόνας όμως μονοδιάστατης που δεν μπορεί να υπερβεί τα φαινόμενα. Η δική μας Ορθόδοξη Εικόνα, όμως, είναι ένα θαύμα της πίστεως. Δεν παρουσιάζει μόνο τα φαινόμενα, αλλά καθιστά παρούσες τις «ουσίες». Προεκτείνεται δηλαδή πέρα από το αισθητό και φθάνει στο αόρατο. Δεν αποσκοπεί στο να γαργαλίσει τη σαρκική μας όραση αλλά απευθύνεται στα μάτια της καρδιάς. Έτσι, η ορθόδοξη εικόνα, της οποίας το κάλλος και τη θεολογία ο Ελληνισμός προσπαθεί να υπηρετήσει ανελλιπώς μέσα από τους αιώνες, αποτελεί σήμερα τη μόνη αντιπρόταση στον πολιτισμό της οθόνης.

Ιδιαιτέρως μας τιμά η παρουσία σήμερα εδώ του εντίμου Δημάρχου Αθηναίων κυρίου Αβρααμόπουλου, η οποία δείχνει μεταξύ άλλων ότι η Ελλάδα είναι πάντοτε παρούσα. Και είναι παρούσα με διάφορους τρόπους, κυρίως δε με το ήθος της και το ελληνικό μέτρο. Η Αθήνα έβαλε τις βάσεις ενός πολιτισμού ο οποίος υπήρξε πάντοτε ανοικτός στο επέκεινα. Έδωσε στον κόσμο μια ανυπέρβλητη γλώσσα και μια εννοιολογία που απετέλεσαν προϋποθέσεις για κάθε είδους ανθρώπινη δημιουργία. Η τέλεση των εγκαινίων του Βυζαντινού αυτού Μουσείου από το Δήμαρχο Αθηναίων, έχει λοιπόν και συμβολικό χαρακτήρα. Καταδεικνύει την υπέρβαση του σαρκικού χαρακτήρα της αρχαίας Ελλάδας, και μας θυμίζει πως ο Ελληνισμός βρήκε τελικά, με τη βυζαντινή σύνθεση, την οριστική απάντηση στο αρχαιοελληνικό δράμα. Γι’αυτό, στη σημερινή παρουσία του κυρίου Δημάρχου βλέπουμε τον Ελληνισμό, στη διαχρονική και μακραίωνη παρουσία του.

Τα έργα του πολιτισμού προϋποθέτουν συνήθως το μεράκι και την αφοσίωση συγκεκριμένων προσώπων. Και το βυζαντινό αυτό μουσείο δεν αποτελεί εξαίρεση. Η υλοποίησή του κατέστη δυνατή χάρη στη γενναιοδωρία και τη στήριξη του κυρίου Α. Έλληνα ο οποίος, ως όντως και άξιος Έλληνας, επροίκησε τον Πεδουλά αλλά και την Κύπρο, με το έργο αυτό της μνήμης και της αγάπης. Τον ευχαριστούμε θερμά για την προσφορά του.

Θα πρέπει επίσης να ευχαριστήσω τον π. Χαράλαμπο Κούρρη που με αγάπη και προσωπική έγνοια, φρόντισε όλ’ αυτά τα χρόνια να διαφυλαχθούν και να συντηρηθούν όλοι αυτοί οι θησαυροί. Ευχαριαστώ ακόμα όλους όσοι εργάστηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο για να γίνει πραγματικότητα το Βυζαντινό Μουσείο του Πεδουλά.

Το μικρό αυτό, εν τόπω και χρόνω, Μουσείο, με σεμνότητα φυλάττει εντός του κάποιες μαρτυρίες, εικονογραφικές κυρίως, ενός φωτός που όμως δεν περιορίζεται από τον τόπο και το χρόνο. Οι εικόνες της Εκκλησίας δεν έχουν ύπαρξη καθ’ εαυτές. Υπάρχουν στο βαθμό που οδηγούν στα ίδια τα όντα και στον Ποιητή τους. Η εικόνα έχει παιδαγωγική αξία και παρακινεί προς την αναζήτηση και τη μίμηση της αγιότητος.

Υπ’ αυτή την έννοια, λοιπόν, θέλουμε να βλέπουμε το χώρο του Μουσείου αυτού ως ένα χώρο μύησης στο κάλλος, στη λογική και στη θεολογία της εικόνας. Όπως μπορείτε να διαπιστώσετε και μόνοι σας κοιτάζοντας τις εικόνες που φυλάττονται εδώ, η διάσταση του κάλλους είναι τέτοια, που τα λόγια μας πραγματικά περιττεύουν.

Πληροφορίες

Όλγα Σελλά, τηλ. 22953636

Η Μόρφου ως Θεομόρφου – Ι΄ Περίοδος

Ι΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Πραξικόπημα, Εισβολή, Κατοχή, Προσφυγιά, Αστυφιλία

Μέσα από έναν εμφύλιο που διεξάγεται προ του 1974 μια μειοψηφία ελληνοκυπρίων σε συνεργασία με τη Χούντα της Ελλάδος, οδηγείται στο προδοτικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 κατά του Εθνάρχου Μακαρίου του Γ΄. Δίνοντας έτσι την αφορμή που χρόνια αναζητούσε η Τουρκία για να εισβάλει στην Κύπρο την 20ή Ιουλίου 1974.

Η Μόρφου καταλαμβάνεται εξ ολοκλήρου μαζί με 23 χωριά του γόνιμου κάμπου της, από την Αυλώνα μέχρι τους ιστορικούς Σόλους κι ο Επίσκοπος Μόρφου μεταφέρει για άλλη μια φορά την έδρα του στα ορεινά μέρη της Σολέας, στην Ευρύχου, προσωρινή έδρα της μητροπόλεως.

Σήμερα περίπου 25 χιλιάδες πρόσφυγες είναι διασκορπισμένοι σε όλη την Κύπρο κι αρκετές χιλιάδες από τα ορεινά μέρη της μητροπόλεως μας μετοίκησαν στις μεγάλες πόλεις της Λευκωσίας και Λεμεσού, ένεκεν αστυφιλίας. Η ελεύθερη περιοχή της Μητροπόλεως Μόρφου μετά βίας συγκεντρώνει 20000 πληθυσμό.

Όταν τον Απρίλιο του 2003 με τη διάνοιξη του οδοφράγματος του Αγίου Δομετίου βρεθήκαμε ξανά στην κατεχόμενη γη μας κι επισκεφτήκαμε την κωμόπολη Μόρφου και τις άλλες 23 κοινότητες της μητροπολιτικής περιφέρειάς μας, που βρίσκονται υπό τουρκική κατοχή από το 1974, μας κατέλαβε μεγάλη λύπη. Ιδιαίτερα όταν είδαμε την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι εκκλησίες, τα παρεκκλήσια και τα εξωκλήσια μας. Δέκα από τους ναούς μας μετατράπηκαν σε τεμένη, δύο έγιναν πολιτιστικά κέντρα, ένας έγινε νεκροτομείο, ενώ άλλοι βρίσκονται σε πολύ κακή κατάσταση που ενίοτε αγγίζει τα όρια της ερείπωσης.

Δεν χάσαμε όμως την ελπίδα μας, διότι όταν υπάρχει διάθεση και παράδοση του πόθου μας στο θέλημα του Θεού, ο Πλάστης μας εν καιρώ, όποτε κρίνει Αυτός, θα ανοίξει πόρτες και παράθυρα, δρόμους και χωριά. Ο Θεός, όταν μας βλέπει καμιά φορά επίμονα να ζητούμε κάτι, μας δίδει ένα μικρό κομματάκι από αυτό που ζητούμε, για να κρίνει και να ζυγίσει, πόσο έχουμε αίσθηση της ευθύνης μας απέναντι στο θαύμα. Ένα μικρό θαύμα δημιουργεί μικρές ευθύνες, ένα μεγάλο θαύμα δημιουργεί μεγάλες ευθύνες. Τις μικρές μας ευθύνες τις αντιληφθήκαμε εισερχόμενοι στην κατεχόμενη γη με το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, τις αναλάβαμε. Τώρα διαβλέπουμε ότι έρχεται η ώρα για τις μεγάλες ευθύνες!

Είδαμε την ορθόδοξή μας ευθύνη απέναντι σ’ ένα πολιτισμό ο οποίος είναι ελληνικός, αλλά και την ευθύνη απέναντι στις άλλες κοινότητες που ζουν στο νησί.

Τώρα που άνοιξαν τα οδοφράγματα της ψυχής μας και βλέπουμε κάποια πράγματα καταλάβαμε τον λόγο του Κυρίου που λέει: «και άλλα πρόβατα έχω, α ουκ έστιν εκ της αυλής ταύτης…». Ξέρομε ότι η πνευματική πατρότητα ενός ορθοδόξου επισκόπου δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στους Έλληνες, άλλα να απλώνεται παντού, σε όλους τους μόνιμους κατοίκους αυτού του τόπου και σε όσους θέλουν ν’ ακούσουν τον ήχο της χριστιανικής ψυχής. Άρα, το τι κάμνουμε σήμερα αφορά και δημιουργεί συνθήκες μελλοντικές. Άρα, έχουμε ευθύνη, απέναντι στο ιστορικό παρελθόν, απέναντι στο τραγικό παρόν της λεηλασίας και της καταστροφής κι απέναντι στο προσδοκώμενο μέλλον που έρχεται για το οποίο προσευχόμαστε να είναι πολύ καλύτερο από αυτό που έχουμε σήμερα.

Όλα αυτά, δεν λέγονται για να δημιουργήσουμε κρίσεις συνειδήσεως στους άλλους, αλλά εσωτερικές κρίσεις στη δική μας στενόθωρη συνείδηση, ώστε να γίνουν οι διεργασίες των ανοιγμάτων με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος και η αίσθηση της πατρότητας να αγκαλιάσει όλους τους ανθρώπους. Ώστε, να φτάσουμε όλοι οι Κύπριοι να βλέπομε στο πρόσωπο του κάθε ανθρώπου την εικόνα του Θεού και να αναλάβομε έκαστος τις προσωπικές μας ευθύνες που κυοφορούνται στα γεγονότα τους μέλλοντος.

Η Μόρφου ως Θεομόρφου – Θ΄ Περίοδος

Ο Μακαριστός Μητροπολίτης Μόρφου κ. Χρύσανθος Σαρηγιάννης (1973-1997)

Θ΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Μητρόπολις Μόρφου 1973

Ο άγιος Ιερομάρτυρας Φιλούμενος

Μητρόπολις Μόρφου 

Η Επισκοπή των Σόλων με πρόταση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, ανασυστάθηκε το 1973. Πρώτος Μητροπολίτης Μόρφου ο Χρύσανθος Σαρηγιάννης (1973-1997), με τη φήμη του Μητροπολίτη Μόρφου και Προέδρου των Σόλων. Έτσι η παλαίφατη Επισκοπή των Σόλων γεννά τη σημερινή Μητρόπολη Μόρφου με ιστορία δύο χιλιάδων χρόνων τέχνης και αγιότητας.

Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Φιλούμενος ο νέος

Κατά τον 20ό αιώνα, τη σκυτάλη του μαρτυρίου και της αγιότητος παραλαμβάνει ο Άγιος Ιερομάρτυς Φιλούμενος, ο οποίος έλκει την καταγωγή του από την κοινότητα Ορούντας και την πνευματικότητά του από το Σταυροβούνι. Ο Ιερομάρτυς Φιλούμενος είναι ο τελευταίος γνωστός Κύπριος άγιος και είναι τιμή και ευλογία που κατάγεται από την περιοχή μας. Υπήρξε φύλακας πιστός στους Αγίους Τόπους, στο Φρέαρ του Ιακώβ.

Σε μια εποχή όπου όλοι φεύγουν, υπό τον φόβο των Σιωνιστών Εβραίων και των Αράβων Ισλαμιστών, αυτός μένει και επιμένει να φυλάσσει τ’ άγια προσκυνήματα. Μέχρι το 1979, οπόταν δολοφονείται με τσεκούρι από δύο φανατικούς Εβραίους την ημέρα της εορτής του, εκεί, στο Φρέαρ του Ιακώβ, και γίνεται μάρτυρας και ιερομάρτυρας.

Η μορφή του Αγίου Φιλουμένου, προεικονίζει το μέλλον μας, η τουλάχιστον μια από τις όψεις του, που θα είναι η οριοθέτηση της ύπαρξής μας μεταξύ ενός φανατικού Ισλάμ και ενός μεσσιανικού Σιωνισμού.

Η Μόρφου ως Θεομόρφου – Η΄ Περίοδος (1878-1960)

Η΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1878-1960)

Αγγλοκρατία

Το 1878, στο συνέδριο του Βερολίνου, μετά από παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις μεταξύ Αγγλίας και Τουρκίας, η Κύπρος παραχωρείται στη Μεγάλη Βρετανία και τη διακυβέρνηση του τόπου αναλαμβάνουν οι Άγγλοι.

Στα πρώτα χρόνια οι Άγγλοι πλήρωναν ενοίκιο στην Τουρκία για την Κύπρο με χρήματα που εισέπρατταν από φορολογίες που υπέβαλαν στον λαό. Όταν όμως η Τουρκία το 1914 συμμετείχε στον πόλεμο με το μέρος των Γερμανών, η Αγγλία ακύρωσε τις συμφωνίες και με τη συνθήκη της Λωζάννης (1923), αναγνωρίζεται από την Τουρκία η προσάρτηση της Κύπρου στην Αγγλία.

Το 1925 η Κύπρος ανακηρύχθηκε αποικία του αγγλικού στέμματος και ο λαός αντιλαμβάνεται ότι η ελπίδα που είχαν για ένωση με τη μητέρα πατρίδα την Ελλάδα κινδυνεύει και αποφασίζει να μπει σε δυναμικές εκδηλώσεις. Προηγουμένως, είχε προηγηθεί η Μικρασιατική καταστροφή το 1922 όπου κατά τον Ζήσιμο Λορεντζάτο κλείνει η πόρτα της Κύπρου που έβλεπε προς ανατολάς. Οπόταν, πλέον, οι Κύπριοι έμπλεοι ανασφάλειας και φόβου στρέφουν τις ελπίδες τους για ελευθερία και δικαιοσύνη προς το αθηναϊκό κέντρο, απομακρύνονται από την αίσθηση της Ρωμιοσύνης που μέχρι τότε τους γαλουχούσε και εισέρχονται στο αίσθημα που γίνεται σιγά σιγά συναίσθημα και σύνθημα την «Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγομεν πέτρες». Η Ελλάδα ταυτίζεται με τον ελληνισμό και η Ρωμιοσύνη ακούεται μόνο ως ποιητική ηχώ στο ποίημα «Η 9η Ιουλίου» του Βασίλη Μιχαηλίδη.

Το 1931 όλα αυτά διατυπώνονται με τα γνωστά «Οκτωβριανά» και η Μόρφου και η Ζώδια έχουν τους πρώτους νεκρούς. Σημειώστε δε, ότι η περιοχή ανήκει στη Μητρόπολη Κυρηνείας που περισσότερο άλλης πάλλεται από το εθνικό ιδεώδες της «ενώσεως».

Λουκής Ακρίτας

Στον αγώνα του 1955-59 ήρωες μεγάλης διαμέτρου κατάγονται από τα όρια της Μητροπόλεως Μόρφου. Οι Μάρκος Δράκος, Χαρίλαος Μιχαήλ, Αντρέας Ζάκος, Νικόλαος Π. Γιάγκου είναι μερικοί που καταξιώνουν τη γενιά των Ακριτών στον 20ο αιώνα. Ανάλογο άθλημα σε άλλο επίπεδο την ίδια εποχή μας αφήνει ο Λουκής Ακρίτας, ο νέος με καλές συστάσεις, που έλαμψε στην πολιτική, λογοτεχνική και δημοσιογραφική ζωή της Αθήνας, για να τελειωθεί ως Υφυπουργός Παιδείας της Ελλάδος.

Παράλληλα με τον αγώνα για εθνικό προσδιορισμό η μεν Εκκλησία αντιστέκεται στην ύπουλη παραχάραξη της ελληνικότητας των Κυπρίων και επιμένει σε μια ελληνοκεντρική παιδεία. Ταυτόχρονα, αρχιερείς όπως ο Χρύσανθος Ιωαννίδης και ο Κύριλλος-γνωστός ως Κυριλλάτσος- επαναφέρουν τους λινοβάμβακους της περιοχής Τυλληρίας στην πατρογονική τους πίστη. Ο Μακάριος Β΄ όπως και ο Κύριλλος Γ΄ (Κυριλλούδι) αφιερώνουν τη βιωτή τους στη μεταλαμπάδευση και στήριξη της ελληνικής και ορθόδοξης παιδείας του λαού.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα μεταλλεία της Φουκάσας, Σκουριώτισσας και Μαυροβουνίου σφυρηλατούν το αίσθημα της κοινωνικής δικαιοσύνης, κατέρχονται σε απεργίες, διεκδικούν το δικαίωμα στο οκτάωρο, στην απεργία, των υγιεινών συνθηκών στην εργασία. Με όλα αυτά η περιοχή της Μόρφου, Ορεινή και Πεδινή, πρωταγωνιστεί τόσο στην ελληνορθόδοξη ταυτότητα, αλλά και στην κοινωνική δικαιοσύνη του αγρότη και του εργάτη.

Η Μόρφου ως Θεομόρφου – Ζ΄ Περίοδος (1571-1878)

Ο Άγιος Νεομάρτυς Μακρύδιακος της Μόρφου, Τοιχογραφία στον ιερό ναό Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Μένοικο 2012

Ζ΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1571-1878)

Τουρκοκρατία, ο άγιος Νεομάρτυρας Μακρύδιακος της Μόρφου

Τουρκοκρατία

Κατά τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας, ανασυστάθηκε η Επισκοπή των Σόλων, μέχρι το 1660. Τότε, καθορίστηκαν οι σχέσεις Αρχιεπισκόπου και Μητροπολιτών οπόταν, με βάση τη νέα ρύθμιση, η Εκκλησία της Κύπρου είχε ένα Αρχιεπίσκοπο και τρεις Μητροπόλεις: Πάφου, Κιτίου και Κυρηνείας. Η παλαίφατη Επισκοπή των Σόλων, υπήχθη στην Μητρόπολη Κυρηνείας, ρύθμιση που διήρκεσε μέχρι το 1973.

Οι Οθωμανοί Τούρκοι επεκτείνουν την αυτοκρατορία τους και καταλαμβάνουν και την Κύπρο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία Κύπρου αναλαμβάνει τα παλαιά της προνόμια κι ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου γίνεται «μιλλέτ πασάς», εθνάρχης. Ταυτόχρονα κλήρος και λαός προσπαθούν να αγοράσουν από τους σπάχηδες (ιππείς) του στρατού τους νέους κατακτητές τη γη τους και πολλά μοναστήρια, ενορίες και λαϊκοί τα καταφέρνουν παρόλες τις δυσκολίες. Οπόταν, παρατηρείται πλέον το φαινόμενο να έχομε μεγάλα τσιφλίκια αγάδων και πασάδων. Σε μεγάλα και εύφορα χωριά του κάμπου της Μόρφου όπως Λεύκα, Καζιβερά, Αγκολέμι, Ελιά παρατηρούνται εξισλαμισμοί και αυτά γίνονται αμιγώς τουρκοκυπριακά. Ενώ πριν κατοικούντο από ορθόδοξους και Λατίνους. Χωριά της περιοχής όπως Αργάκι, Μόρφου, Ακάκι, Περιστερώνα, Κοράκου, Φλάσου, Λινού, Άγιος Επιφάνιος Σολέας κ.α. γίνονται μειχτά. Ενώ, οι Λατίνοι της περιοχής είτε γίνονται ορθόδοξοι είτε εξισλαμίζονται είτε μεταναστεύουν στη Βενετιά, με αποτέλεσμα η λατινική κοινότητα να εξαφανιστεί.

Την 19η Ιουλίου του 1727, ο ορθόδοξος μοναχός Βασίλειος Μπάρσκι Κιεβοπολίτης Μοσχοβορώσσος φτάνει στην Μόρφου και περιγράφει με έκπληξη τον ναό του Αγίου Μάρτυρος Μάμαντος: «είναι λαμπράς αρχιτεκτονικής, όσον ουδείς άλλος εις χείρας των Χριστιανών σήμερον…η μονή αύτη υπήρξε κάποτε, όταν εκυριάρχει ο Χριστιανισμός [προ της Τουρκικής κατοχής] πλουσία και είχε πολλούς μοναχούς˙ διότι, ευρίσκεται, δυστυχώς, εντός ενός χωρίου ουχί μακράν μιας πόλεως, της οποίας το ήμισυ των κατοίκων είναι Τούρκοι, οι οποίοι φορολογούν βαρέως την μονήν από φθόνον, δια την ωραίαν αρχιτεκτονικήν της. Κάποτε οι απόγονοι της Άγαρ εσκέπτοντο να αρπάσουν τον ναόν από τους μοναχούς και να τον μετατρέψουν εις τέμενος δια τας θρησκευτικάς των ανάγκας. Δεν διέμενον τότε Τούρκοι εις το χωρίον, αλλ’ ότε εταξίδευον από την πόλιν η διέβαινον εκείθεν δι’ εργασίαν κάπου αλλού, διενυκτέρευον ούτοι εκεί. Και αφού δεν είχον τέμενος εκεί, απεφάσισαν να αρπάσουν τον ναόν εις τας χείρας των. Εάν ήθελεν ο Θεός, θα ήτο πολύ εύκολον δια τους Τούρκους και θα εγίνετο τούτο, αλλά ο Θεός, υπακούων εις τας προσευχάς του Αγίου Μάμαντος, δεν επέτρεψε να συμβή τοιαύτη βεβήλωσις. Ο Ηγούμενος της μονής ικέτευσε τους Μουσουλμάνους να μη πάρουν τον ναόν και τους υπεσχέθη να τους οικοδομήση νέον τέμενος, το οποίον και έπραξεν (ο Θεός να σώση την ψυχήν του) και έσωσε τοιουτοτρόπως την μονήν από τας χείρας των απίστων».

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπως γράφει ο Κώστας Καλαθάς, μυθιστοριογράφος της Μόρφου, «στις αναβροσιές έπιαναν μαύρες στράτες ουκ ολίγοι Μορφίτες και περιέφεραν την τραγική τους μοίρα σε πόλεις της νότιας Μικρασίας, από την Αττάλεια μέχρι τον κόλπο της Αλεξανδρέττας, και επέστρεφαν σε καλοχρονιές». Η κωμόπολη, όπως την χαρακτηρίζει ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός, γνώρισε φοβερές ανομβρίες και θεομηνίες. Οι κάτοικοι της, την εποχή της Τουρκοκρατίας, ανήρχοντο σε δύο χιλιάδες και με τα πέριξ χωρία σε εφτά χιλιάδες.

Ο άγιος Νεομάρτυρας Μακρύδιακος

Ο Άγιος Νεομάρτυς Μακρύδιακος της Μόρφου, Τοιχογραφία στον ιερό ναό Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Μένοικο 2012

Την περίοδο αυτή, έτυχε να πέσει μεγάλη ξηρασία, με αποτέλεσμα να αποδεκατιστεί το ένα τρίτο του πληθυσμού. Αναφέρεται ότι στην περιοχή Μόρφου πέθαναν περί τα 1500 άτομα, κυρίως παιδιά και ηλικιωμένοι. Χειρόγραφο ιερέα από το Αργάκι, ανευρεθέν από τον αγρότη και διανοούμενο Χατζηματθαίο Χατζηνικόλα, περιγράφει την τραγική κατάσταση: «με τους πολλούς θανάτους από την πείνα λόγω αστοσιάς, ήλθαν πολλές ακρίδες. Ο Κορτζιής και ο Μουτίρης έρχονταν με σεϊμένιδες και με τις ματσούκες τους εχτυπούσαν και τους έπερναν φυλακή. Σπάνια είχαν άρτον καθ’ όλον το έτος και μη δυνάμενοι να υποφέρουν την απάνθρωπον τυρρανίαν, επιθυμούσιν να γίνωσι Τούρκοι».

Τον πειρασμό του εξισλαμισμού υπέστη και ο Μακρύδιακος του Άι Μάμα. Με την άρνησή του να τουρκέψει, έγινε ο πρώτος γνωστός Νεομάρτυρας της Μόρφου. Εν έτει 1750, ο Μακρύδιακος, διάκονος στον Άγιο Μάμα, προπάππος του δικαστή Χριστόπουλου και του Νικόλα του Διάκου, πατέρα των Γιώργου, Πολυκάρπου, Χρίστου, Βασιλάκη, Σωκράτη και Αρίστου Γαβριηλίδη, υψηλού αναστήματος, ισχυρής σωματικής διάπλασης, ωραίας κατατομής και γλυκείας φωνής, αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει και να σπουδάσει χότζας στην Κωνσταντινούπολη. Έντρομη η οικογένειά του προσπάθησε να τον φυγαδεύσει. Οι Τούρκοι όμως τον εντόπισαν στην Αγία Ειρήνη, τον συνέλαβαν και τον έθεσαν υπό κράτηση. Προσπάθησαν με υποσχέσεις και διάφορα τεχνάσματα να τον πείσουν να αλλαξοπιστήσει, αλλά απέτυχαν.

Απελπισμένος ο Σαλίχ, πασάς της Μόρφου, διέταξε τον θάνατό του με αποκεφαλισμό, ορίζοντας την εκτέλεσή του στη μεγάλη πλατεία των αλωνιών, έναντι των κυβερνητικών γραφείων. Η μεσολάβηση του Εθνάρχη Αρχιεπισκόπου Φιλοθέου, δεν απέφερε αποτέλεσμα. Την ημέρα της εκτέλεσης «αποζέξαν ούλλα τα ζευκάρκα, βούδκια, μούλες που αλωνεύκαν τζιαι ένας ένας επήαν στα σπίθκια τους…», έλεγε ο Χ”Φανης Χ”Γιωρκης αφηγούμενος το γεγονός.

Η Μαρίτσα, θυγατέρα του Νικόλα του Δκιάκου και μακρινή δισέγγονη του Μακρύδκιακου

Οδήγησαν τον Μακρύδιακο τον Μάιο του ιδίου έτους στον τόπο του μαρτυρίου με τα χέρια του δεμένα οπισθάγκωνα, τον γονάτισαν, έβαλαν την κεφαλή του επί κομμένου κορμού δένδρου και τον ρώτησαν τρεις φορές αν «τουρτζιεύκει». Απήντησε επανειλημμένα με ένα όχι και τότε ένας μαύρος δήμιος του απέκοψε με «κουνιάν» την κεφαλή. Η μητέρα του, περίλυπη έως θανάτου, επί 30 ημέρες έπινε μόνο νερό και στις σαράντα πέθανε…

Κατά τον μεγάλο σεισμό του 1753, η Μόρφου εσείσθη εκ θεμελίων, η γη και οι τοίχοι ήνοιγαν, οι στέγες κατέπιπταν και υπόγειος βρυχηθμός κατατρόμαξε πολλούς. Ο άγριος Σαλίχ πασάς καταπλακώθηκε με το χαρέμι του των έξι γυναικών, στις οποίες περιλαμβανόταν και μια δεκαπενταετής ορφανή Ελληνίδα, που περιμάζεψαν «μίαν εσπέραν οι σεϊμένιδες».

Στις σφαγές της 9ης Ιουλίου 1821, ο Ιεροδιάκονος του Αγίου Μάμα, ονόματι Χριστοφόρος αρνείται να αλλαξοπιστήσει, πράγμα που έκανε δυστυχώς ο Πρωθιερέας Νικόλαος μετονομαζόμενος σε Ντερβίς Χασάν. Ο Ιεροδιάκονος Χριστοφόρος καρατομήθηκε όπως τόσοι άλλοι κληρικoί και λαϊκoί της Κύπρου, τις αγιασμένες εκείνες ημέρες της 9ης Ιουλίου 1821.