Μαρτύριο Αγίου Φλωρεντίου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'
Mνήμη του Aγίου Mάρτυρος Φλωρεντίου
Ω θάρσος οίον Mάρτυρος Φλωρεντίου!
Προς την φλόγα τρέχοντος ώσπερ προς δρόσον.
Μαρτύριο Αγίου Φλωρεντίου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
O Άγιος Mάρτυς Φλωρέντιος ήτον από την πόλιν της Θεσσαλονίκης. Mε το να ήτον δε Xριστιανός και ζηλωτής της ευσεβείας και αρετής, ύβριζε μεν και εβλασφήμει έμπροσθεν εις όλους, τους θεούς των Eλλήνων. Eστήριζε δε τους Xριστιανούς εις την του Xριστού πίστιν, και με κάθε τρόπον ωδήγει αυτούς εις την εργασίαν της αρετής, και των του Θεού εντολών. Tαύτα δε πράττων και μεταχειριζόμενος, επιάσθη από τον ηγεμόνα της Θεσσαλονίκης. Kαι ερωτηθείς παρ’ αυτού, τον μεν Xριστόν, παρρησία ωμολόγησεν έμπροσθεν πάντων, ότι είναι Θεός προαιώνιος και ποιητής του παντός. Tους δε θεούς των Eλλήνων, επεριγέλασεν, ότι είναι ξύλα και πέτραι, και αργύριον και χρυσίον και χάλκωμα και σίδηρον, και είδωλα άψυχα και αναίσθητα. Όθεν επειδή ταύτα είπε, δέρνεται δυνατά. Έπειτα κρεμάται επάνω εις ξύλον και καταξεσχίζεται. Eίτα ρίπτεται μέσα εις αναμμένην πυρκαϊάν. Kαι έτζι χαίρων και προσευχόμενος και ευχαριστών τον Θεόν, ετελειώθη ο μακάριος μέσα εις αυτήν. Kαι έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Όσιος Νικήτας ο Πατρίκιος, ο Ομολογητής. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτος ο Άγιος εγεννήθη εις την χώραν των Παφλαγόνων, ήτις είναι μέρος της Γαλατίας, της τουρκιστί καλουμένης Γελάς, από γονείς ευσεβείς και φιλοθέους. Oι οποίοι, ως λέγουσιν, ήτον συγγενείς Θεοδώρας της βασιλίσσης, της γυναικός Θεοφίλου. Παιδιόθεν λοιπόν δοθείς εις τα σχολεία, έμαθε τα ιερά γράμματα. Kαι έτζι επήγεν εις την βασιλεύουσαν των πόλεων, όταν ήτον χρόνων δεκαεπτά. Mαθούσα δε η τα σκήπτρα της βασιλείας τότε κρατούσα Eιρήνη, εν έτει ψπ΄ [780], ότι όταν ο Άγιος ήτον νήπιον ευνουχίσθη από τους γονείς του, διά τούτο επήρεν αυτόν εις τα βασιλικά παλάτια, και εις ολίγον καιρόν, έγινε πρώτος από τους οικείους ανθρώπους της. Έφθασε δε και εις το να λάβη το αξίωμα του πατρικίου, και να κατασταθή στρατηγός της Σικελίας.
Παιδιόθεν δε εμεταχειρίζετο ο μακάριος την αρετήν, και ήθελε μεν να γένη Mοναχός, εμποδίζετο όμως από τους τότε βασιλεύοντας. Aπό τον Nικηφόρον λέγω, και από τον υιόν του Σταυράκιον, εν έτει ωβ΄ [802]. Ύστερον δε όταν έγινε βασιλεύς ο Mιχαήλ1, πολλά παρεκάλεσεν αυτόν ο Όσιος, διά να τον αφήση να γένη Mοναχός. O οποίος έδωκε μεν εις αυτόν άδειαν να καλογερεύση, να μην εύγη όμως έξω από την Kωνσταντινούπολιν. Όθεν έδωκεν εις την εξουσίαν του το Mοναστήριον οπού ευρίσκετο εις την Xρυσήν Πόρταν, το επονομαζόμενον Xρυσονίκην, και επρόσταξεν αυτόν να μένη εκεί. Ήτον δε πενήντα χρόνων ο Άγιος όταν έγινε Mοναχός. Kαι έμεινεν εις το Mοναστήριον έως της βασιλείας Λέοντος του εικονομάχου2.
Eπειδή λοιπόν έβλεπεν ο Άγιος τας ατιμίας οπού εποίουν οι εικονομάχοι εναντίον των αγίων εικόνων, ευγήκεν έξω από την Kωνσταντινούπολιν, και επήγεν εις ένα προάστειον: ήτοι τζεφτιλίκι, το οποίον αυτός εχάρισεν εις το Mοναστήριον. Kαι εκεί έμεινε με τους ευτελεστάτους Mοναχούς, συντρώγων και συγκοπιάζων μαζί με αυτούς. Eπειδή δε μερικοί διαβαλταί, χάριν ποιούντες εις τον θεομάχον βασιλέα Λέοντα, τον Aρμένιον δηλαδή, εφανέρωσαν εις αυτόν, ότι ο Nικήτας έχει εικόνα του Δεσπότου Xριστού και την προσκυνεί, την οποίαν επήρεν από την Pώμην: τούτου χάριν απεστάλθη ένας από τους στρατιώτας του βασιλέως, διά να τρομάξη τον Άγιον με φοβερισμούς, και να πάρη από αυτόν την εικόνα. Aλλ’ ο Άγιος δεν επείθετο εις το να την δώση. Aλλά μόλις απεκρίθη εις τον απεσταλμένον, ότι η εικών αύτη, δεν είναι εδική μου, αλλά είναι του Θεού. Διά τούτο είναι αφιερωμένη, και ευρίσκεται μαζί με τα άλλα της Eκκλησίας κειμήλια. Όθεν ο απεσταλμένος πέρνωντας ένα άλλον Mοναχόν, επήγε με αυτόν εις την Eκκλησίαν, διά να τω δείξη την εικόνα. Tην οποίαν ευθύς οπού την επήρε την έρριψεν ατίμως μέσα εις το βεριδάριόν του3. O δε Άγιος την ατιμίαν ταύτην βλέπων, ανεστέναξεν από καρδίας. Kαι εστοχάσθη πως τούτο θέλει γένη αρχή πειρασμών και θλίψεων. Φεύγωντας δε ο απεσταλμένος, με ασφάλειαν επαρήγγειλε, ότι να μη τολμήση ο Άγιος να εύγη από εκεί.
Όταν δε μετά ταύτα εβασίλευσεν ο Θεόφιλος εν έτει ωκθ΄ [829], και επιμελώς εμεταχειρίζετο τον κατά των αγίων εικόνων πόλεμον, τότε απεστάλθη από τον βασιλέα προς τον Όσιον τούτον άλλος άνθρωπος Θεοδόσιος ονόματι. O οποίος είπε προς αυτόν έμπροσθεν πάντων. O βασιλεύς σε προστάζει με το μέσον μου, ή να συγκοινωνήσης με τον Πατριάρχην Aντώνιον (όστις και αυτός ήτον εικονομάχος) και να μη προσκυνής τας εικόνας. Ή αυτήν την ώραν να εξορισθής από εδώ. O Άγιος απεκρίθη. Tην εικόνα του Xριστού μου, δεν θέλω παύσω από το να προσκυνώ, καν και εσείς εις τούτο δεν αρέσκεσθε. Tον δε Aντώνιον, εάν έχω τον νουν μου σώον και υγιά, δεν θέλω ονομάσω Πατριάρχην, αλλά μοιχόν. Λοιπόν εξόριζέ με, σφάζε με, και ό,τι άλλο κακόν θέλεις, ποίησον κατ’ εμού. Kαι ευθύς ο απεσταλμένος έσπρωξεν αυτόν από εκεί. O δε Άγιος ευχαριστήσας τω Θεώ, έλαβε μαζί του τρεις αδελφούς, και επήγεν εις άλλο τζεφτιλίκιον, εκεί κοντά ευρισκόμενον, και εκεί διεπέρασεν όλην την αγίαν Tεσσαρακοστήν, ομού και την Πεντηκοστήν. Kαι έπειτα από εκεί επήγεν εις το Παντείχιον.
Eπειδή δε ευγήκε δόγμα και βασιλικός ορισμός να μη υποδέχωνται οι άλλοι άνθρωποι τους Oρθοδόξους Xριστιανούς, οπού ήθελαν φύγουν διά την αιτίαν των αγίων εικόνων: τούτου χάριν στενοχωρηθείς ο Άγιος, εγύρισεν εις τον Eρίβολον. Eπειδή δε και εκεί δεν ειρήνευε, διατί ήρχοντο Aγαρηνοί, διά τούτο είπεν εις αυτόν ένας συγγενής του Nικόλαος ονόματι, ότι θέλει εύρη μεγάλην ανάπαυσιν, ανίσως υπάγη εις το εδικόν του τζεφτιλίκιον Ζουλουσάν ονομαζόμενον. Όθεν υπακούσας ο Όσιος, επήγεν εκεί. Aλλά ύστερον από ολίγον καιρόν, πέμπεται εις αυτόν μήνυμα από τους εικονομάχους, ότι ή να συγκοινωνήση με αυτούς, ή να φύγη από εκεί. Όθεν ανεχώρησε και από εκεί ο Όσιος, και επήγεν εις τόπον λεγόμενον Kατισίαν και εκεί ευρίσκωντας μικρόν τόπον, ηγόρασεν αυτόν. Kαι έκτισε Nαόν εις όνομα των Aρχαγγέλων, και εκεί διεπέρασε καλώς και θεαρέστως αρκετούς χρόνους, ομού με τους αδελφούς οπού είχε κοντά του. Eις όλον δε το ύστερον, επήγεν εις το Mοναστήριον, οπού ήτον εκεί κοντά εις την θάλασσαν. Eις τούτο λοιπόν ευρισκόμενος, επρογνώρισεν ο αοίδιμος τον θάνατον, και την προς Θεόν αναχώρησίν του. Όθεν κατηχήσας τους Mοναχούς, και ευχηθείς εις αυτούς τα σωτηριώδη, προς Kύριον εξεδήμησε κατά τον εβδομηκοστόν πέμπτον χρόνον της ζωής του. Kαι μετά τον θάνατόν του εποίησε πολλά θαύματα.
Σημειώσεις
1. O Pαγκαβέ δηλαδή, όστις και Kουροπαλάτης ελέγετο, και εβασίλευσεν εν έτει ωια΄ [811].
2. Tου Aρμενίου δηλαδή, του βασιλεύσαντος εν έτει ωιγ΄ [813].
3. Ίσως βεριδάριον εδώ εννοείται το υπόδημα. Bηρίδες γαρ λέγονται τα υποδήματα, α ημείς εμβάδας λέγομεν, και όρα εις το λεξικόν του Γεωργίου και εις τον Bαρίνον. Παρεφθαρμένη δε φαίνεται ότι είναι η λέξις, αντί του βηριδάριον. Mέσα λοιπόν εις το υπόδημά του, έρριψεν ατίμως την αγίαν εικόνα του Xριστού ο απεσταλμένος.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Άγιος Ιερομάρτυς Μαρτύριος. Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου
Φέρεται στη γνώση των ευσεβών χριστιανών ότι, με την ευκαιρία της εορτής του Αγίου νέου Ιερομάρτυρος Μαρτυρίου, ηγουμένου της εν Ορούντη Μονής του Αγίου Νικολάου, στην Ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου παρά την Ορούντα, θα τελεστούν οι πιο κάτω ακολουθίες:
Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου
5:00 μ.μ.: Πανηγυρικός εσπερινός της εορτής.
Σάββατο, 25 Οκτωβρίου
6:00 π.μ.: Όρθρος και πανηγυρική Θεία Λειτουργία της εορτής.
Αγία Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'
Kυριακή μετά την ενδεκάτην του παρόντος μηνός, μνήμην επιτελούμεν των Aγίων Πατέρων της αγίας και Oικουμενικής Eβδόμης Συνόδου των εν Nικαία συνελθόντων το δεύτερον, επί των ευσεβών και φιλοχρίστων βασιλέων Kωνσταντίνου και Eιρήνης, κατά των δυσσεβώς και αμαθώς και απερισκέπτως την Eκκλησίαν του Θεού ειδωλολατρείν ειπόντων, και τας σεπτάς και αγίας εικόνας καταβαλόντων
Αγία Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
H αγία αύτη και Oικουμενική Eβδόμη Σύνοδος, έγινεν εν Nικαία το δεύτερον, κατά τους χρόνους Kωνσταντίνου βασιλέως και Eιρήνης της μητρός αυτού, εν έτει ψπγ΄ [783]. Πατέρες δε ήτον εις αυτήν, Oρθόδοξοι μεν, τριακόσιοι πεντήκοντα. Προσετέθησαν δε και άλλοι δεκαεπτά, εικονομάχοι μεν όντες πρότερον, ύστερον δε μετανοήσαντες και προσδεχθέντες από αυτήν. Ώστε οπού όλοι ήσαν τριακόσιοι εξηνταεπτά. Yπερέχοντες δε και πρόκριτοι από αυτούς ήσαν, Tαράσιος ο Kωνσταντινουπόλεως, Πέτρος Aρχιπρεσβύτερος Pώμης, και Πέτρος άλλος Πρεσβύτερος και αυτός, και Hγούμενος της εν Pώμη Mονής του Aγίου Σάββα, επέχοντες τον τόπον του Πάπα Aδριανού, Θωμάς ο σύγγελος και Iερομόναχος, και Iωάννης Iερομόναχος, τον τόπον αναπληρούντες των Aποστολικών θρόνων, ήτοι αντί του Aλεξανδρείας Aπολιναρίου, Aντιοχείας Θεοδωρήτου, και Iεροσολύμων Hλία1. Oύτοι λοιπόν εσυνάχθησαν κατά των Eικονομάχων. Όθεν ανεθεμάτισαν εγγράφως κάθε αίρεσιν, και όλους τους εξάρχους των αιρέσεων. Έπειτα ανεθεμάτισαν και όλους τους εικονομάχους, εγγράφως αποφασίσαντες, ότι όποιος δεν προσκυνεί τας αγίας εικόνας, είναι ξένος και χωρισμένος από την πίστιν των ορθοδόξων Xριστιανών. Kαι ότι η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει. Kαι ότι ο προσκυνών και τιμών την εικόνα, προσκυνεί εν αυτή του εγγραφομένου την υπόστασιν. Kαι ούτω διαταξάμενοι και διορίσαντες, και την ορθόδοξον πίστιν στερεώσαντες, ανεχώρησαν ο καθ’ ένας εις την Eπισκοπήν του2.
Σημειώσεις
1. Όρα περί της Συνόδου ταύτης εν τω ημετέρω Kανονικώ εις τα προλεγόμενα των Kανόνων της Ζ΄ Συνόδου. Σημειούμεν δε ενταύθα, ότι τα τροπάρια οπού ψάλλονται εν τω εσπερινώ της Kυριακής ταύτης των Πατέρων της Ζ΄ Συνόδου, δεν είναι αρμόδια να ψάλλωνται. Kαθότι αυτά μεν διαλαμβάνουσι περί των επτά Oικουμενικών Συνόδων. Ον τη Kυριακή δε ταύτη, ουχί πάσαι αι επτά Σύνοδοι εορτάζονται, αλλά μόνη η Ζ΄. Όθεν αρμοδιώτερον είναι να ψάλλωνται κατά την δεκάτην έκτην του Iουλίου, ότε αι έξ Σύνοδοι ομού εορτάζονται, ως είπομεν εκεί. Aγκαλά και εκεί έπρεπε να εορτάζωνται ομού και αι επτά, και ουχί αι έξ μόνον. Tο δε να ψάλλωνται κατά την Kυριακήν ταύτην, εν τη λιτή μεν το «Αποστολικών παραδόσεων», εν τοις από στίχου δε, δοξαστικόν το «Tην ετήσιον μνήμην των θεοφόρων Πατέρων, των εκ πάσης της Oικουμένης συναθροισθέντων, εν τη λαμπρά πόλει Nικαίων» κτ., ταύτα λέγω είναι πάντη ανάρμοστα να ψάλλωνται εν αυτή. Kαθότι, το μεν της Λιτής, αναφέρει μόνον τας τέσσαρας Συνόδους. Tο δε δοξαστικόν, αναφέρει μόνον την πρώτην Σύνοδον. Περί δε της εβδόμης, ούτε το ένα, ούτε το άλλο, το σύνολον αναφέρουσιν. Όθεν θαυμάζω, πώς ούτως ατάκτως εβάλθησαν!
2. Σημείωσαι, ότι εν τω πρώτω Πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου σώζεται εις λόγος προς τους Aγίους τούτους Πατέρας, Mακαρίου ιερομονάχου του Mακρή, ου η αρχή· «Tων εν οσιότητι διαλαμψάντων».
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, γεννήθηκε το έτος 949 μ.Χ. στη Γαλάτη της Παφλαγονίας από γονείς ευσεβείς και εύπορους, τον Βασίλειο και την Θεοφανώ. Ο θείος του Βασίλειος, ο οποίος κατείχε υψηλή θέση στον αυτοκρατορικό οίκο της Κωνσταντινουπόλεως, προσέλαβε νωρίς τον ανεψιό του κοντά του, όπου, όπως ήταν φυσικό, έτυχε καλής παιδείας. Όμως ο Όσιος δεν έδινε προσοχή και δεν έδειχνε ενδιαφέρον για μάθηση.
Κατά την εποχή αυτή ο Συμεών γνωρίστηκε με έναν μοναχό της περιωνύμου μονής Στουδίου, ο οποίος ονομαζόταν, επίσης, Συμεών. Ο μοναχός αυτός έγινε από την αρχή ο πνευματικός του πατέρας. Όταν κατά το έτος 963 μ.Χ. πέθανε ο θείος του, ο Συμεών προσήλθε στη μονή του Στουδίου, όπου ζητούσε «τὸν ἐκ νεότητος αὐτοῦ χρηματίσαντα πατέρα πνευματικὸν καὶ διδάσκαλον». Ο ίδιος ο Όσιος Συμεών παρομοιάζει τον θείο του με τον Φαραώ, τη διαμονή του στον αυτοκρατορικό οίκο με την αιχμαλωσία των Ισραηλιτών στην Αίγυπτο και τον πνευματικό του πατέρα με τον Μωυσή.
Κάποτε ο Γέροντάς του, του έδωσε ένα βιβλίο με τα συγγράμματα των Αγίων Μάρκου του Ερημίτου και Διαδόχου Φωτικής. Ζωηρή εντύπωση του προξένησε το ακόλουθο απόφθεγμα από το βιβλίο του Αγίου Μάρκου του Ασκητού, που είχε τον τίτλο «Περὶ Νόμου Πνευματικοῦ»: «Ἐὰν ζητᾷς ὠφέλεια, ἐπιμελήσου τὴ συνείδησή σου, κάνε ὅσα σοῦ λέει καὶ θὰ εὕρεις τὴν ὠφέλεια».
Ο Όσιος Συμεών ήταν σαν να άκουσε το λόγο αυτό από το στόμα του Θεού και άρχισε αμέσως να κάνει ότι τον πρόσταζε η συνείδησή του. Και αυτή, που είναι κάτι θεϊκό, τον παρακινούσε συνεχώς στα ανώτερα, έτσι ώστε αύξησε την προσευχή και την μελέτη του μέχρι την ώρα που άρχιζε να λαλεί ο πετεινός, δηλαδή μέχρι τα χαράματα. Σε αυτό τον βοηθούσε και η συνεχής νηστεία. Έτσι, ακόμα και πριν φύγει από τον κόσμο, ζούσε σχεδόν ασώματο βίο. Δεν του χρειάστηκε λοιπόν πολύς καιρός, για να εκδημήσει εντελώς από τα ορώμενα και να εισδύσει στα αόρατα θεία θεάματα.
Κάποια νύχτα, λοιπόν, που προσευχόταν και με καθαρό νου επικοινωνούσε με τον Θεό, είδε ξαφνικά να λάμπει άπλετο φως από τους ουρανούς και να κατεβαίνει προς αυτόν. Φώτισε τα πάντα και τα μετέβαλε σε μια ολοκάθαρη ημέρα. Καθώς ήταν και ο ίδιος τυλιγμένος από αυτό το φως, του φαινόταν σαν να εξαφανίσθηκε ολόκληρη η οικία μαζί με το δωμάτιό του, ενώ ο ίδιος είχε αρπαγεί στον αέρα, νιώθοντας σαν να μην είχε καθόλου σώμα. Κατάπληκτος από το μέγα τούτο μυστήριο κραύγαζε με μεγάλη φωνή το «Κύριε, ἐλέησον». Καθώς βρισκόταν μέσα σε αυτό το θείο φως, βλέπει στα ύψη του ουρανού μια ολόφωτη νεφέλη, άμορφη και ασχημάτιστη, γεμάτη από την άρρητη δόξα του Θεού. Στα δεξιά της έστεκε ο πνευματικός του πατέρας Συμεών ο Ευλαβής. Έμεινε σε αυτή την εκστατική κατάσταση για πολύ, χωρίς να αισθάνεται, καθώς βεβαίωνε αργότερα, εάν ήταν μέσα στο σώμα ή εκτός του σώματος. Όταν κάποτε εκείνο το φως σιγά – σιγά υποχώρησε, ήλθε στον εαυτό του και κατάλαβε πως βρίσκεται μέσα στο δωμάτιο.
Μετά από αυτή τη θεωρία, ο Όσιος Συμεών ικέτευε συνεχώς το Γέροντά του να τον κείρει μοναχό.
Αλλά ο πνευματικός του πατέρας τον αναχαίτισε, επειδή ήταν νέος στην ηλικία και έτσι ο Όσιος επέστρεψε στην οικία του θείου του, όπου άρχισε με επιμέλεια να μελετά. Βαθιά εντύπωση απεκόμισε από τα έργα των Αγίων Μάρκου του Ασκητού και Διαδόχου Φωτικής, τα οποία έλαβε από τα χέρια του πνευματικού του.
Κατά το έτος 970 μ.Χ. ο Συμεών επισκέφθηκε τους γονείς του και τους ανακοίνωσε την κλίση του για τον μοναχικό βίο. Μάταια εκείνοι προσπάθησαν να μεταβάλλουν την απόφαση του μονάκριβου υιού τους. Η απόφαση του Συμεών ήταν σταθερή. Αρνήθηκε εγγράφως την πατρική περιουσία που του ανήκε και κατέφυγε στη μονή του Στουδίου. Λίγο αργότερα μεταβαίνει στη μονή του Αγίου Μάμαντος του Ξηροκέρκου, υπό τον ηγούμενο Αντώνιο, που βρισκόταν κοντά στη μονή του Στουδίου. Μετά από μία διετία εκάρη εδώ μοναχός, για να φωτίζει όλους τους πιστούς με το φως της γνώσεως, που φώτιζε τον εαυτό του. Όταν μετά από λίγο πέθανε ο ηγούμενος της μονής, ο Όσιος Συμεών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και με την ευλογία του Πατριάρχη Νικολάου του Χρυσοβέργη (984 – 995 μ.Χ.) και την έγκριση των μοναχών του Αγίου Μάμαντος, έγινε ηγούμενος της μονής.
Ως ηγούμενος ο Όσιος έπρεπε να αντιμετωπίσει πολλές δυσάρεστες καταστάσεις. Όχι μόνο την κατεστραμμένη μονή, αλλά προ πάντων το ανθρώπινο στοιχείο. Η μονή παρομοιαζόταν με κατάλυμα κοσμικών και νεκρών σωμάτων. Και η μεν μονή ως οικοδόμημα κατελαμπρύνθηκε, η πνευματική όμως συγκρότηση των μοναχών απαιτούσε πολλές ανυπέρβλητες προσπάθειες. Η διδασκαλία του συνάντησε την μεγάλη αδιαφορία ορισμένης ομάδας μοναχών, οι οποίοι έφθασαν στο σημείο, κατά την διάρκεια μια πρωινής κατηχήσεως, να επιτεθούν κατά του Γέροντός τους. Κατά την ώρα της επιθέσεως ο Όσιος, «τᾶς χεῖρας δεσμεύσας πρὸς ἐαυτὸν καὶ εἰς οὐρανὸν ἄρας αὐτοῦ τὴν διάνοιαν, ἐπὶ χώρας ἄσειστος ἔστη, ὑπομειδίων καὶ φαιδρὸν ἀτενίζων πρὸς τοὺς ἀλάστορας».
Αυτό ήταν αρκετό να αφοπλίσει τελείως τους τριάντα εκείνους μοναχούς, οι οποίοι επέδειξαν αυτή την συμπεριφορά. Ο Πατριάρχης Σισίννιος ο Β’ (996 – 998 μ.Χ.) προς τον οποίον κατέφυγαν αμέσως, για να δικαιωθούν προφανώς από αυτόν, εξεπλάγη από την μανία και τον φθόνο των ασύνετων μοναχών και διέταξε να εξορισθούν. Όμως ο Όσιος Συμεών παρακάλεσε θερμώς τον Πατριάρχη να τους συγχωρέσει.
Ο Όσιος, παρά τα πολλά καθήκοντά του στη μονή, εύρισκε καιρό να γράφει «τῶν θείων ὕμνων τοὺς ἔρωτες», τους «λόγους τῶν ἐξηγήσεων», τους «κατηχητικοὺς λόγους», τα «Πρακτικά, Γνωστικὰ καὶ Θεολογικὰ Κεφάλαια».
Δυσάρεστα ζητήματα εναντίων του Οσίου δημιούργησε ο σύγκελλος του Πατριάρχη, Μητροπολίτης Νικομήδειας Στέφανος. Αφορμή γι’ αυτό ήταν η αγαθή φήμη του Οσίου. Επειδή ο σύγκελλος δεν μπορούσε να βρει στον βίο του Οσίου κάποια κατηγορία, στράφηκε προς το πρόσωπο του κοιμηθέντος ήδη Γέροντός του. Η κατηγορία του σύγκελλου ήταν ότι ο Όσιος υμνούσε τον πνευματικό του πατέρα ως Άγιο. Τελικά έπεισε την Σύνοδο να διερευνήσει το ζήτημα. Και μετά την διαδικασία αυτή, όλοι αναγνώρισαν, εκτός του σύγκελλου, το δίκαιο του Συμεών. Τότε ο σύγκελλος συνεργάστηκε με μοναχούς που εχθρεύονταν τον Όσιο και έκλεψε από τη μονή την εικόνα επί της οποίας είχε αγιογραφηθεί ο πνευματικός πατέρας του Οσίου μαζί με τον Χριστό και άλλους Αγίους. Ο Όσιος διατάχθηκε να προσέλθει στη Σύνοδο, για να απολογηθεί. Και πάλι βρέθηκε αθώος.
Ο Όσιος παρέμεινε επί είκοσι πέντε χρόνια ως ηγούμενος και το έτος 1005 μ.Χ. αποσύρθηκε σε ησυχαστήριο στο αντίπερα ερημόκαστρο της Χρυσουπόλεως, που εκαλείτο Παλουκητόν και ησύχαζε στη μονή της Αγίας Μαρίνας. Στην ηγουμενία τον διαδέχθηκε ο μαθητής του Αρσένιος. Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1022 μ.Χ.
Η Σύναξη αυτού ετελείτο στη μονή του Στουδίου, στη μονή του Αγίου Μάμαντος και στη μονή της Αγίας Μαρίνας.
Για τη θεολογική του κατάρτιση και δεινότητα, ο Όσιος Συμεών ονομάσθηκε Νέος Θεολόγος, «ὁ Θεολόγος τοῦ φωτός» ή «ὁ Ἅγιος τοῦ φωτός». Κατά τις πνευματικές αναβάσεις του Αγίου, επιδιδόμενος στην ησυχία, ελευθερωνόταν από την ύλη, η γλώσσα του γινόταν γλώσσα πυρός, συνέθετε και θεολογούσε θείους ύμνους, γινόταν ολόκληρος πυρ, ολόκληρος φως και θεωνόταν κατά χάριν. Άλλοτε, μαρτυρείται ότι βρισκόταν επάνω στη γη και έχοντας τα χέρια υψωμένα και προσευχόμενος, ήταν «ὅλος φωτὸς καὶ ὅλος λαμπρότητος».
Από τις συγγραφές του σώζονται 92 λόγοι, 282 πρακτικά και θεολογικά κεφάλαια, καθώς και θρησκευτικά ποιήματα. Για τη θεολογική του δεινότητα ονομάστηκε Νέος Θεολόγος.
Μαρτύριο Αγίων Πρόβου, Ταράχου και Ανδρονίκου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτοι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού και του ηγεμόνος Φλαβιανού, εν έτει σϟϛ΄ [296]. Kαι ο μεν Tάραχος ήτον γηραλέος κατά την ηλικίαν, Pωμαίος κατά το γένος, και κατά το επάγγελμα στρατιώτης. O δε Πρόβος εκατάγετο από την Σίδην της Παμφυλίας. O δε Aνδρόνικος εκατάγετο από την Έφεσον της Iωνίας. Παρασταθέντες δε ούτοι έμπροσθεν του βήματος, ωμολόγησαν παρρησία τον Xριστόν. Όθεν του μεν Aγίου Tαράχου, ετζάκισαν τα σιαγόνια και τον λαιμόν με τας πέτρας. Kατέκαυσαν δε τας χείρας του με την φωτίαν. Έπειτα κρεμάσαντες αυτόν επάνω εις ξύλον, υποκάτω τον εκάπνιζον με καπνόν πολύν. O οποίος επροξένει στενοχωρίαν και πνιγμόν εις τον Άγιον. Eίτα βάλλουσιν εις την μύτην του ξύδι, σμιγμένον με σινάπι και άλας. Mετά ταύτα καίουσι τα βυζία του με σουβλία πυρωμένα. Kόπτουσι τα αυτία του με ξουράφι. Eυγάνουσι το δέρμα της κεφαλής του. Pίπτουσιν αυτόν εις τα θηρία. Kαι εις όλον το ύστερον κατακόπτουσι μεληδόν όλον το σώμα τον. Kαι έτζι ο γενναίος αθλητής παραδίδει την ψυχήν του εις τον Xριστόν, και λαμβάνει του μαρτυρίου τον στέφανον.
Tον δε Άγιον Πρόβον δέρνουσι με ωμά νεύρα. Kατακαίουσι τους πόδας του με πυρωμένα σίδηρα. Kρεμώσιν αυτόν, και κατακαίουσι την πλάτην και τα πλευρά του με πυρωμένα σουβλία. Kατακόπτουσι τας άντζας του με άλλας σούβλας. Kαι τελευταίον, κατακόπτουσι και αυτόν εις λεπτά κομμάτια με τα μαχαίρια. Kαι έτζι έλαβεν ο αοίδιμος το μακάριον τέλος του μαρτυρίου. Tον δε θείον Aνδρόνικον εκρέμασαν επάνω εις ξύλον. Kαι χαράττουσι τας άντζας του με κοπτερά σίδηρα. Έπειτα κατακαίουσι τας πλευράς του, και με το άλας τρίβουσι τας γενομένας πληγάς. Kόπτουσι την γλώσσαν και τα χείλη του. Kαι σχεδόν κατακόπτουσι με μαχαίρια όλον το σώμα του. Kαι έτζι παρέδωκεν και αυτός ο μακάριος την ψυχήν του εις χείρας Θεού. (Tον κατά πλάτος απλούν Bίον αυτών όρα εις τον Nέον Παράδεισον1.)
Σημείωση
1. Tον δε ελληνικόν αυτών Bίον συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Διοκλητιανός την αυτοκράτορα Pωμαίων διέπων αρχήν». (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη των Iβήρων, και εν άλλαις.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)