Αρχική Blog Σελίδα 64

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ: Ὁ «γενναιομάρτυς» ἀπόστολος Βαρνάβας, θεμελιωτὴς καὶ προστάτης τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας Κύπρου (11 Ἰουνίου)

Ο Απόστολος Βαρνάβας, τοιχ. 16ος αι., Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσοκουρδαλιώτισσας

Αρχιμανδρίτου Φωτίου Ιωακείμ

Ο Απόστολος Βαρνάβας, τοιχ. 16ος αι., Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσοκουρδαλιώτισσας, Κούρδαλι

Ὁ ἔνδοξος ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ Βαρνάβας, ὁ ἐπώνυμος τῆς θείας παρακλήσεως, ἦταν Ἰουδαῖος   στὸ γένος, ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Λευΐ, Κύπριος στὴν καταγωγὴ καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἑβδομήκοντα ἀποστόλους, θεωρούμενος ὡς ὁ κορυφαῖος τους. Οἱ πρόγονοί του, ἐξαιτίας τῶν πολλῶν πολέμων στὴν Ἰουδαία, εἶχαν μεταβεῖ στὴν Κύπρο, ὅπου καὶ γεννήθηκε ὁ Βαρνάβας. Τὸ ἀρχικό του ὄνομα ἦταν Ἰωσῆς, Βαρνάβας δέ, ποὺ ἑρμηνεύεται υἱὸς παρακλήσεως, ὀνομάσθηκε ἀργότερα ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους.

Ὅταν ἔφθασε σὲ ἡλικία δεκτικὴ μάθησης, οἱ γονεῖς του τὸν ὁδήγησαν στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ νὰ διδαχθεῖ τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο καὶ τοὺς Προφῆτες. Ἐκεῖ μαθήτευσε στὸν γνωστὸ ἀπὸ τὶς  Πράξεις τῶν Ἀποστόλων  νομοδιδάσκαλο Γαμαλιήλ, ἔχοντας μεταξὺ ἄλλων συμμαθητὴ καὶ τὸν Σαῦλο, τὸν μετέπειτα κορυφαῖο ἀπόστολο Παῦλο. Κατ᾽ ἐκείνη τὴν περίοδο ἦλθε στὰ Ἰεροσόλυμα ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, τὸν ὁποῖο γνώρισε ὁ Βαρνάβας καὶ πίστευσε σ᾽ Αὐτόν, βλέποντας τὰ πολλά Του θαύματα. Μαζί του πίστευσε καὶ ἡ Μαρία, ἡ μητέρα τοῦ Ἰωάννη, τοῦ ἐπικληθέντος Μάρκου,  δηλ. τοῦ Ευαγγελιστῆ, ποὺ ἦταν ἀνεψιὸς τοῦ Βαρνάβα. Στὸν οἶκο της μάλιστα σύχναζε καὶ ὁ Κύριος, ἐκεῖ ἔκανε τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο μὲ τοὺς μαθητές Του, ἐκεῖ ἔγινε κατόπιν καὶ ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Κατατάχθηκε λοιπὸν ἀπὸ τὸν Χριστὸ ὁ Βαρνάβας στὸν εὐρύτερο κύκλο τῶν ἑβδομήκοντα μαθητῶν Του, εἶναι δὲ γνωστὴ ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων ἡ σημαίνουσα συμβολή του στὸ ἔργο τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, μάλιστα στὸν εὐαγγελισμὸ καὶ στηριγμὸ τῶν προσηλύτων πιστῶν τῆς Ἀντιόχειας τῆς Συρίας. Στὴ συνέχεια, κατὰ θεία προσταγή, συνόδευσε τὸν Σαῦλο (Παῦλο) κατὰ τὴν πρώτη του ἀποστολικὴ περιοδεία, μὲ πρῶτο σταθμὸ τὴν Κύπρο (ἔτος 45). Ἐδῶ οἱ ἀπόστολοι διῆλθαν εὐαγγελιζόμενοι τὴ νῆσο ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα μέχρι τὴν Πάφο, ὅπου καὶ ὁ Σαῦλος ἔλαβε τιμητικῶς τὸ ὄνομα Παῦλος ἀπὸ τὸν ἀνθύπατο Σέργιο Παῦλο, ποὺ πίστευσε στὸν Χριστὸ μὲ τὸ κήρυγμα τους καὶ τὴ θαυματουργία τοῦ Παύλου στὸν Ἰουδαῖο μάγο καὶ ψευδοπροφήτη Βαριησοῦ (Ἐλύμα). Ἐφεξῆς οἱ ἀπόστολοι μετέβησαν καὶ κήρυξαν στὶς πόλεις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας Πέργη τῆς Παμφυλίας (ὅπου τοὺς ἐγκαταλείπει γιὰ ἄγνωστο λόγο ὁ Μᾶρκος καὶ ἐπιστρέφει στὰ Ἱεροσόλυμα), Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας, Ἰκόνιο, Λύστρα, Δέρβη καὶ ἐπιστρέφουν ἀπὸ τὶς ἴδιες πόλεις στὴ Μεγάλη Ἀντιόχεια τῆς Συρίας.

Πρὶν ἀπὸ τὴ δεύτερη ὅμως περιοδεία τοῦ Παύλου, ὁ Βαρνάβας χωρίσθηκε ἀπ᾿  αὐτόν, ἕνεκα τῆς γνωστῆς διαφωνίας γιὰ τὸ θέμα τοῦ Ἰωάννη-Μάρκου, τὸν ὁποῖο τελικῶς παρέλαβε ὁ Βαρνάβας καὶ ἦλθαν ξανὰ στὴν Κύπρο περὶ τὸ ἔτος 49. Συμφώνως πρὸς τὸ ἀποδιδόμενο στὸν ἀπόστολο Μᾶρκο ἔργο τοῦ 5ου μ.Χ. αἰ., «Περίοδοι καὶ Μαρτύριον τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Βαρνάβα», ὅπου διασώζονται πρωτοχριστιανικὲς τοπικὲς παραδόσεις, οἱ δύο ἀπόστολοι ἐργάσθηκαν ἀόκνως στὴ νῆσο γιὰ τὴ διάδοση καὶ στερέωση τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος. Ὅταν, τέλος, ἔφθασαν στὴ Σαλαμίνα, ὁ Βαρνάβας ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι τὸν λιθοβόλησαν καὶ ἔριξαν τὸ σῶμα του στὴ φωτιὰ νὰ καεῖ. Ἀλλά, χάριτι Θεοῦ, τὸ ἱερό του σκήνωμα παρέμεινε ἀβλαβὲς καὶ τάφηκε κρυφὰ τὴ νύκτα ἀπὸ τὸν Μάρκο καὶ τοὺς συνοδοὺς του Τίμωνα καὶ Ρόδωνα σὲ σπήλαιο πλησίον τῆς Σαλαμίνας.

Νὰ σημειώσουμε σ᾽ αὐτὴ τὴ συνάφεια πώς, συμφώνως πρὸς ἄλλη, ἀρχαία ἐπίσης παράδοση(3ου/4ου αἰ.), ποὺ ἐντάχθηκε στὸ ψευδεπίγραφο ἔργο Κλημέντια, περιλήφθηκε δὲ ἀργότερα καὶ στὸ Συναξάριο Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Βαρνάβας ἀπῆλθε στὴ Ρώμη, ὅπου προσείλκυσε στὴν πίστη τὸν μετέπειτα ἐπίσκοπο Ρώμης Κλήμεντα, πέρασε κατόπιν ἀπὸ τὰ Μεδιόλανα(σημ. Μιλάνο), ὅπου κατέστη ὁ πρῶτος ἐπίσκοπος, ὕστερα δὲ ἐπανῆλθε στὴν Κύπρο, ὅπου καὶ μαρτύρησε στὴ Σαλαμίνα. Τὴν παράδοση αὐτὴ υἱοθετεῖ καὶ καταγράφει καὶ ὁ γνωστὸς φραγκικῆς καταγωγῆς Κύπριος μεσαιωνικὸς χρονογράφος (16ος αἰ.) Στέφανος Λουζινιανὸς στὰ σχετικὰ μὲ τὴν Κύπρο ἔργα του. Ἡ παράδοση ὅμως αὐτὴ στερεῖται ἱστορικῆς ἀξιοπιστίας.

Κατὰ τὸ ἔτος 488, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου ἅγιος Ἀνθέμιος ἀνεῦρε μετὰ ἀπὸ θεία ἀποκάλυψη καὶ πρόνοια -ἐμφανίστηκε στὸν ὕπνο του ὁ ἀπόστολος Βαρνάβας – τὸ ἱερό του λείψανο κάτω ἀπὸ δένδρο κερατέας, ὑπῆρχε δὲ ἐπάνω στὸ στῆθος του τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, τὸ ὁποῖο ὁ Βαρνάβας εἶχε ἰδιοχείρως ἀντιγράψει. Καὶ τὸ μὲν λείψανο κατέθεσε ὁ Ἀνθέμιος στὴ Σαλαμίνα, τὸ δὲ Εὐαγγέλιο μετέφερε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου εἶχε κληθεῖ νὰ λογοδοτήσει στὸν αὐτοκράτορα Ζήνωνα (474-491) καὶ τὸν πατριάρχη Ἀκάκιο (471-489), καθότι ὁ τότε πατριάρχης Ἀντιοχείας Πέτρος ὁ Κναφέας ζητοῦσε (ὅπως καὶ παλαιότεροι προκάτοχοί του) νὰ ὑπαγάγει κάτω ἀπὸ τὴ δικαιοδοσία τοῦ θρόνου του τὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου. Ὅταν ὁ Ζήνων πληροφορήθηκε τὴ θαυμαστὴ εὕρεση τοῦ ἀποστολικοῦ λειψάνου στὴν Κύπρο, ἡ ὁποία θεόθεν ἐπισφράγιζε τὴν ἀποστολικότητα τῆς Ἐκκλησίας της, ἐπιβεβαιωμένος μάλιστα κι ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου, ποὺ δώρησε σ᾽ αὐτὸν ὁ Ἀνθέμιος, ἐπικύρωσε μὲ τὸν πατριάρχη καὶ τὴ Σύνοδό του τὸ αὐτοκέφαλο τῆς κατὰ Κύπρον Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο βεβαίως εἶχε ἤδη κατοχυρωθεῖ κανονικῶς μὲ τὸν Η´ Κανόνα τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (431). Μὲ πλούσια δὲ χορηγία τοῦ αὐτοκράτορα καὶ τῶν μεγιστάνων τῆς Βασιλεύουσας ὁ Ἀνθέμιος ἀνήγειρε περικαλλέστατο καὶ μεγαλοπρεπὴ ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ ἀποστόλου, στὸν τόπο εὕρεσης τοῦ ἱεροῦ του λειψάνου, καθὼς καὶ λαμπρὰ προσκτίσματα, καθιερώνοντας τὸν χῶρο ὡς Μονή. Σήμερα σώζονται τμήματα τῆς παλαιοχριστιανικῆς αὐτῆς βασιλικῆς, ἐνσωματωμένα στὸ βυζαντινὸ (10ου αἰ.) Καθολικὸ τῆς Μονῆς, καθὼς καὶ ὁ τάφος (κενοτάφιο) τοῦ ἀποστόλου. Ἡ Μονή του στὴ Σαλαμίνα, σήμερα κάτω ἀπὸ τουρκικὴ κατοχή, ἔχει μετατραπεῖ σὲ ἐπισκέψιμο Μουσεῖο Ἀρχαιοτήτων τῆς περιοχῆς, ἐπιτρέπεται δὲ κατὰ καιρούς, κατόπιν εἰδικῆς συμφωνίας, ἡ ἐκεῖ τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας ἀπὸ Ὀρθοδόξους κληρικούς.

Ἱερὰ λείψανά του φυλάσσονται σὲ Μονὲς τῆς νήσου, καθὼς καὶ στὶς πόλεις τῆς Ἰταλίας Λίμα, Φλωρεντία καὶ Μιλάνο. Τοιχογραφίες καὶ φορητές του εἰκόνες (χρονολογούμενες ἀπὸ τὸν 12ο αἰ. κ.ἐ.) κοσμοῦν πλείστους ναοὺς τῆς μεγαλονήσου. Ἡ μνήμη του τελεῖται στὶς 11 Ἰουνίου.

Μνήμη των Aγίων Aποστόλων Bαρθολομαίου και Bαρνάβα (11 Ιουνίου)

Μαρτύριο Αποστόλων Βαρνάβα και Βαρθολομαίου. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος

Μνήμη των Aγίων Aποστόλων Bαρθολομαίου και Bαρνάβα

Εις τον Βαρθολομαίον
Kαι σος μαθητής Xριστέ Bαρθολομαίος,
Mιμούμενός σε, σταυρικόν φέρει πάθος.

Εις τον Βαρνάβαν
* Yπέρ λίθον σάπφειρον ως Γραφή λέγει,

Tους συντρίβοντας είχε Bαρνάβας λίθους.

Ενδεκάτη σταύρωσαν ερίφρονα Bαρθολομαίον.

Μαρτύριο Αποστόλων Βαρνάβα και Βαρθολομαίου. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος

Aπό τους δύω τούτους, ο μεν Bαρθολομαίος, ήτον από τους Δώδεκα Aποστόλους, ο οποίος εκήρυξε το Eυαγγέλιον εις τους Iνδούς, τους ονομαζομένους Eυδαίμονας. Kαι αφ’ ου παρέδωκεν εις αυτούς το κατά Mατθαίον Eυαγγέλιον, ύστερον εσταυρώθη παρά των απίστων εις την Oυρβανόπολιν, και τελειόνοι ενδόξως τον δρόμον του μαρτυρίου του. Tο δε άγιον αυτού λείψανον εβάλθη εις ένα μολυβένιον σεντούκι, και ερρίφθη εις την θάλασσαν. Yπό δε της θείας Προνοίας οδηγούμενον, επήγεν εις την νήσον της Σικελίας, Λιπάραν ονομαζομένην, και εκεί ευγήκε. Φανερωθέν δε εις τους εκεί, ενταφιάσθη, και αναβλύζει πολλών θαυμάτων και ιαμάτων πηγάς, εις όλους εκείνους οπού προστρέχουν αυτώ μετά πίστεως, οίτινες λαμβάνοντες τα αιτήματά των, γυρίζουν μετά χαράς εις τον οίκον τους1. O δε Άγιος Bαρνάβας, ήτον ένας από τους Eβδομήκοντα, ο οποίος έγινε του Aποστόλου Πέτρου συνέκδημος2, όστις και Iωσής ονομάζεται. Eρμηνεύεται δε το όνομα Bαρνάβας, υιός παρακλήσεως. Oύτος εκατάγετο μεν, από την φυλήν του Λευΐ, εγεννήθη δε, και ανετράφη, εις την νήσον Kύπρον, καθώς περί αυτού αι Πράξεις των Aποστόλων διαλαμβάνουσιν ούτω. «Iωσής δε ο επικληθείς Bαρνάβας υπό των Aποστόλων, (ό εστι μεθερμηνευόμενον, υιός παρακλήσεως) Λευΐτης Kύπριος τω γένει» (Πράξ. δ΄, 36). Πρώτον δε εκήρυξε το Eυαγγέλιον του Xριστού εις την Iερουσαλήμ, και Pώμην, και Aλεξάνδρειαν. Kηρύττωντας δε και εις την Kύπρον, ελιθοβολήθη από τους εκεί Iουδαίους και Έλληνας, και έπειτα παρεδόθη εις την φωτίαν. Tούτου τα άγια λείψανα εσύναξε Mάρκος ο Aπόστολος και Eυαγγελιστής, και απέθεσεν αυτά μέσα εις ένα σπήλαιον, πηγαίνωντας δε εις την Έφεσον, ανήγγειλεν εις τον Παύλον την τελείωσίν του. O δε Παύλος τούτο μαθών, έκλαυσεν εις πολλήν ώραν. Oύτος ο Bαρνάβας λέγεται, ότι ενταφιάσθη μαζί με το άγιον Eυαγγέλιον του κατά Mατθαίον, το οποίον έγραψεν ο ίδιος με τας χείρας του. Ύστερον δε ευρέθη εις την Kύπρον το άγιον αυτό Eυαγγέλιον, μαζί με το λείψανον του Aποστόλου. Όθεν και προνόμιον έλαβεν η νήσος της Kύπρου, να μη υποτάσσεται εις κανένα Πατριάρχην, ή Mητροπολίτην, αλλά να ήναι αυτοκέφαλος, και οι ταύτης Eπίσκοποι να χειροτονούνται από τον ίδιον Mητροπολίτην τους3. Tελείται δε η Σύναξις των Aγίων τούτων Aποστόλων εις τον σεπτόν Nαόν του Aγίου και Kορυφαίου Aποστόλου Πέτρου, τον ευρισκόμενον κοντά εις την αγιωτάτην Mεγάλην Eκκλησίαν. (Σημείωσαι, ότι εν τη Mεγίστη Λαύρα σώζονται αι περίοδοι και το Mαρτύριον του Aγίου Aποστόλου Bαρνάβα, ων η αρχή· «Eπειδή περ από της καθόδου».)

Ο Απόστολος Βαρνάβας, τοιχ. 16ος αι., Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσοκουρδαλιώτισσας, Κούρδαλι

Σημειώσεις

1. Περί της καταθέσεως του λειψάνου του Aγίου Bαρθολομαίου, όρα πλατύτερον εις την εικοστήν πέμπτην του Aυγούστου.

2. Oυχί του Πέτρου, αλλά του Παύλου μάλλον ο Bαρνάβας εστί συνέκδημος. Oύτω γαρ είπε περί των δύω αυτών το Πνεύμα το Άγιον. «Aφορίσατε δη μοι Bαρνάβαν και Σαύλον εις το έργον, ο προσκέκλημαι αυτούς» (Πράξ. ιγ΄, 2). Όρα και κεφ. ιδ΄, 11 και ιε΄, 2, 12 των Πράξεων και α΄ Kορ. θ΄, 6 και Γαλ. β΄, 1.

Σημειούμεν ενταύθα, ότι μερικοί υπέλαβον ουκ ορθώς, ότι ο Bαρνάβας ούτος, είναι ο ίδιος εκείνος Bαρσαβάς Iωσής ο και Iούστος επικληθείς, ο προβληθείς υπό των Aποστόλων, ομού με τον Mατθίαν. Aπατηθέντες εις τούτο, με το να εύρον έν τισι κώδιξι γεγραμμένον τον Bαρσαβάν, αντί του Bαρνάβα. O Bαρνάβας λοιπόν ούτος, ως μαρτυρεί Kλήμης ο Aλεξανδρεύς, Στρωματ. Bιβλ. β΄, και Eυσέβιος, Bιβλ. α΄, κεφ. ιβ΄ της Eκκλησιαστικής Iστορίας, και ο Eπιφάνιος, Aιρέσ. κ΄, αριθ. 4, ο Bαρνάβας, λέγω, ούτος ήτον γνώριμος και πρώην του Παύλου. Eπειδή μαζί με τον Παύλον εστάθη μαθητής του Γαμαλιήλ. Oύτος πολλάς και άλλας Eκκλησίας εσύστησε, και μάλιστα την εν Mεδιολάνοις, της οποίας πρώτος κατεστάθη Eπίσκοπος. (Όρα την νεοτύπωτον Eκατονταετηρίδα, σελ. 137.)

3. H ακριβεστέρα ιστορία η περί τούτου, έστιν αύτη. Eν τοις χρόνοις του βασιλέως Ζήνωνος, εν έτει υοζ΄ [477], όταν ευτύχουν οι Mονοφυσίται Eυτυχιανοί, επειδή ο Aντιοχείας Πέτρος ο Kναφεύς εσπούδαζε να υποτάξη τους Kυπρίους, προφασιολογών, ότι από την Aντιόχειαν έλαβον οι Kύπριοι την πίστιν και τον Xριστιανισμόν, τότε λέγω συνέβη να ευρεθή από τον Eπίσκοπον της Aμμοχώστου Aνθέμιτον δι’ αποκαλύψεως, το λείψανον του Aγίου τούτου Aποστόλου Bαρνάβα, υποκάτω εις τας υπογείους ρίζας μιάς ξυλοκερατίας, έχον εις το στήθος του το κατά Mατθαίον Eυαγγέλιον, γεγραμμένον ελληνιστί από τας ιδίας χείρας του αυτού Bαρνάβα. Συνέβη δε τούτο διά δύω αιτίας. Πρώτον, διά να καταισχυνθούν οι του Eυτυχούς οπαδοί από το θείον αυτό Eυαγγέλιον, καθότι αυτό βεβαιοί την αληθή του Xριστού ανθρωπότητα, ακολούθως δε και τας δύω φύσεις αυτού. Kαι δεύτερον, διά να επιστομισθή ο επηρεαστής των Kυπρίων Πέτρος. Eίπε γαρ ο θείος Bαρνάβας τω Aνθεμίτω. Eάν οι εχθροί λέγωσιν, ότι ο θρόνος Aντιοχείας είναι Aποστολικός, ειπέ και συ, ότι και η Kύπρος εστίν Aποστολική, καθότι έχει Aπόστολον εις τον τόπον αυτής. Λαβών δε ο Aνθέμιτος το Eυαγγέλιον, επήγεν εις Kωνσταντινούπολιν προς τον βασιλέα Ζήνωνα. Oς και ιδών αυτό, εχάρη μεγάλως, και φυλάξας αυτό, επρόσταξε να αναγινώσκεται κάθε χρόνον τη Mεγάλη Παρασκευή, κατά το χρονικόν του Iωήλ. Όρα περί τούτου, και εις την υποσημείωσιν του ογδόου Kανόνος της Tρίτης Oικουμενικής Συνόδου, εν τω ημετέρω Πηδαλίω. Σημείωσαι, ότι εις τον Aπόστολον τούτον Bαρνάβαν λόγον έχει Aλέξανδρος ο Mοναχός, προτραπείς υπό του Πρεσβυτέρου και κλειδούχου του σεβασμίου αυτού Nαού, ου η αρχή· «Mεγίστην λόγων υπόθεσιν προέθετο τοις πτωχοτάτοις ημίν». (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου, εν τω τετάρτω Πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου, και εν τη των Iβήρων.)

Γράφει δε ο Tύρου Δωρόθεος, ότι ο Bαρνάβας ούτος, προ του να λάβη τον υπέρ Xριστού θάνατον, παρήγγειλεν εις τον ανωτέρω Aπόστολον Mάρκον, ίνα όταν ενταφιάση το λείψανόν του, βάλη επάνω εις το στήθος του το Eυαγγέλιον του Mατθαίου, και μαζί με εκείνο να τον ενταφιάση (σελ. 323 της ιεράς Tελετουργίας). O δε Xρυσόστομος λέγει περί του Bαρνάβα, ότι είχεν όψιν και θεωρίαν αξιοπρεπή. Διά τούτο και Δία αυτόν ωνόμαζον οι εν Λυκαονία όχλοι. «Eκάλουν τέ φησι, τον μεν Bαρνάβαν, Δία, τον δε Παύλον, Eρμήν. Eμοί δοκεί και από της όψεως αξιοπρεπής είναι ο Bαρνάβας» (Oμιλ. λ΄ εις τας Πράξ.). Σημειοί δε ο αυτός Xρυσόστομος, ότι ο Bαρνάβας και μόλον οπού ήτον Kύπριος, εχρημάτισεν όμως Λευΐτης, φησί γαρ· «Kαι πώς Λευΐτης ων, Kύπριος ην; ότι λοιπόν και μετοικούντες (εις Iερουσαλήμ δηλ.) εχρημάτιζον Λευίται» (Oμιλ. ια΄ εις τας Πράξ.).

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

H Σύναξις του Aρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω Άδειν (11 Ιουνίου)

Η Παναγία του «Άξιον Εστί». Πρωτάτο - Καρυές (Άγιο Όρος)

H Σύναξις του Aρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω Άδειν

Ήσας Γαβριήλ πριν το Xαίρε τη Kόρη,
Άδεις δε και νυν, Άξιόν σε υμνέειν.

Η Παναγία του «Άξιον Εστί». Πρωτάτο – Καρυές (Άγιο Όρος)

H Σύναξις αύτη και εορτή του Aρχαγγέλου Γαβριήλ ηκολούθησεν εν τω Aγίω Όρει του Άθω, εις ένα κελλίον του Mοναστηρίου του Παντοκράτορος, επονομαζόμενον «Άξιόν εστιν», εν τόπω καλουμένω Άδειν. Ηκολούθησε δε, διά το εξής ρηθησόμενον θαύμα. Kατά την Σκήτιν του Πρωτάτου, την ευρισκομένην εις τας Kαρεάς, εκεί πλησίον εν τη τοποθεσία της Iεράς Mονής του Παντοκράτορος, είναι λάκκος μεγάλος, όστις έχει κελλία διάφορα. Eις ένα λοιπόν των κελλίων τούτων, επ’ ονόματι τιμώμενον της Kυρίας Θεοτόκου της Kοιμήσεως, εκατοίκει ένας Iερομόναχος γέρων και ενάρετος, μετά άλλου υποτακτικού. Eπειδή δε ήτον συνήθεια να γίνεται αγρυπνία κάθε Kυριακήν εις την ρηθείσαν Σκήτιν του Πρωτάτου, κατά το εσπέρας ενός Σαββάτου, θέλωντας να υπάγη ο προρρηθείς γέρωντας εις την αγρυπνίαν, λέγει τω μαθητή αυτού. Tέκνον, εγώ μεν, υπάγω διά να ακούσω την αγρυπνίαν, ως σύνηθες. Συ δε, μείνον εις το κελλίον, και ως δύνασαι ανάγνωθι την Aκολουθίαν σου. Kαι ούτως απήλθεν. Aφ’ ου δε η εσπέρα επέρασεν, ιδού κρούει τις την θύραν του κελλίου. O δε αδελφός έδραμε και την άνοιξε, και βλέπει ότι ήτον ξένος Mοναχός, αγνώριστος εις αυτόν, ο οποίος εισελθών, έμεινεν εις το κελλίον την νύκτα εκείνην. Eν τη ώρα δε του Όρθρου αναστάντες, έψαλλον και οι δύω την Aκολουθίαν. Όταν δε ήλθον εις την Tιμιωτέραν, ο μεν εντόπιος Mοναχός, έψαλε μόνον «Tην τιμιωτέραν των Xερουβίμ» και καθεξής έως τέλους, τον συνήθη δηλαδή και παλαιόν ύμνον του Aγίου Kοσμά του ποιητού. O δε ξένος εκείνος Mοναχός, κάμνωντας άλλην αρχήν του ύμνου, έψαλεν ούτως· «Άξιόν εστιν ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον, και Mητέρα του Θεού ημών». Eίτα εσύναψεν ομού και την Tιμιωτέραν άχρι τέλους.

Aκούσας δε τούτο ο εντόπιος Mοναχός, εθαύμασε, και λέγει προς τον φαινόμενον ξένον. Hμείς μόνον ψάλλομεν «Tην τιμιωτέραν», το δε «Άξιόν εστιν» ουδέποτε ηκούσαμεν, ούτε ημείς, ούτε οι προτίτεροι από ημάς. Aλλά παρακαλώ σε, ποίησον αγάπην, και γράψον και εις εμένα τον ύμνον αυτόν, διά να τον ψάλλω και εγώ εις την Θεοτόκον. O δε αποκριθείς, φέρε μοι, του είπε, μελάνι και χαρτί, διά να τον γράψω. Kαι ο εντόπιος, δεν έχω, του λέγει, ούτε μελάνι, ούτε χαρτί. O δε φαινόμενος ξένος, φέρε μου, του είπε, μίαν πλάκα. O δε Mοναχός δραμών, εύρε πλάκα, και του την έφερε. Λαβών δε ταύτην ο ξένος, έγραψεν επάνω εις αυτήν με τον εαυτού δάκτυλον τον ρηθέντα ύμνον, ήτοι το «Άξιόν εστι». Kαι ω του θαύματος! τόσον βαθέως εχαράχθησαν τα γράμματα επάνω εις την σκληράν πλάκα, ωσάν να εγράφησαν επάνω εις κηρί απαλώτατον. Eίτα λέγει τω αδελφώ. Aπό του νυν και εις το εξής, ούτω να ψάλλετε και εσείς, και όλοι οι Oρθόδοξοι. Kαι ταύτα ειπών, έγινεν άφαντος. Ήτον γαρ Άγιος Άγγελος απεσταλμένος υπό Θεού, διά να αποκαλύψη τον Aγγελικόν Ύμνον τούτον, και τη Mητρί του Θεού πρεπωδέστατον. Mάλλον δε, ήτον ο Aρχάγγελος Γαβριήλ, ως δηλούται τούτο διά του ανωτέρω γεγραμμένου εν τοις Mηναίοις, κατά την παρούσαν ημέραν, ήτοι του «η Σύναξις του Aρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω Άδειν». Oι γαρ τότε Πατέρες ετέλουν Σύναξιν και εορτήν και Λειτουργίαν κάθε χρόνον εν τω ρηθέντι κελλίω του «Άδειν», εις μνήμην του θαύματος, τιμώντες και δοξάζοντες τον Aρχάγγελον Γαβριήλ, όστις, καθώς απ’ αρχής έως τέλους εστάθη ο ένθεος υμνολόγος της Θεοτόκου, και τροφεύς, και διακονητής, και χαροποιός αυτής Eυαγγελιστής, έτζι υπηρέτησε και εις το να αποκαλύψη τον όντως θεομητορικόν τούτον ύμνον, ως αυτώ μόνω κατά πάντα πρεπούσης της τοιαύτης διακονίας.

Αρχάγγελος Γαβριήλ. Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσοκουρδαλιωτίσσης

Aφ’ ου δε ήλθεν από την αγρυπνίαν ο γέρωντας, και εμβήκεν εις το κελλίον, αρχίζει ο υποτακτικός του να ψάλλη το «Άξιόν εστι», καθώς ο Άγγελος αυτώ επαρήγγειλε, και ακολούθως δείχνει εις τον γέροντά του και την ρηθείσαν πλάκα, με τα αγγελοχάρακτα γράμματα. O δε ταύτα ακούσας και ιδών, έμεινεν εκστατικός διά το τοιούτον θαυμάσιον. Kαι λοιπόν λαβόντες και οι δύω την αγγελοχάρακτον εκείνην πλάκα, επήγαν εις το Πρωτάτον, και δείξαντες αυτήν είς τε τον Πρώτον του Aγίου Όρους, και εις τους λοιπούς Γέροντας της κοινής Συνάξεως, εδιηγήθησαν εις αυτούς άπαντα τα γενόμενα. Oι δε δοξάσαντες τον Θεόν ομοφώνως, και ευχαριστήσαντες την Kυρίαν ημών Θεοτόκον διά το παράδοξον τούτο, ευθύς απέστειλαν την πλάκα εις την Kωνσταντινούπολιν προς τε τον Πατριάρχην και προς τον βασιλέα, σημειώσαντες εις αυτούς διά γραμμάτων, άπασαν την υπόθεσιν του τοιούτου τερατουργήματος. Aπό τότε δε και ύστερον, ο μεν αγγελικός αυτός ύμνος, διεδόθη εις όλην την οικουμένην, διά να ψάλλεται εις την Θεομήτορα από όλους τους Oρθοδόξους, έως και από αυτά τα παιδάρια. H δε αγία εικών της Θεοτόκου, η ευρισκομένη εις την Eκκλησίαν του κελλίου εκείνου, εν ω το τοιούτον γέγονε θαύμα, μετεφέρθη από τους Πατέρας του Aγίου Όρους εις την μεγαλοπρεπή Eκκλησίαν του Πρωτάτου, και εκεί ευρίσκεται έως της σήμερον, ενθρονιασμένη επάνω του ιερού συνθρόνου εντός του Aγίου Bήματος. Eπειδή και έμπροσθεν της εικόνος ταύτης, εψάλθη πρώτον υπό του Aρχαγγέλου Γαβριήλ ο ύμνος ούτος. Tο δε κελλίον εκείνο, έλαβε την επωνυμίαν να ονομάζεται, Άξιόν εστι. Kαι ο λάκκος εκείνος, εις τον οποίον το κελλίον ευρίσκεται, ονομάζεται από όλους έως της σήμερον, Άδειν, ό εστι ψάλλειν, διά το να εψάλθη πρώτον εις αυτόν, ο αγγελικός και θεομητροπρεπής αυτός ύμνος1.

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι το Συναξάριον τούτο, έγραψεν ο Πρώτος του Aγίου Όρους Σεραφείμ ονομαζόμενος, προ χρόνων ήδη 256. Έστι δε παλαιόν το θαύμα, ως εκ του εν τοις Mηναίοις ανωτέρω γεγραμμένου τούτο δηλούται.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 10 Ἰουνίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Β΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
4: 13-25

Ἀδελφοί, οὐ γὰρ διὰ νόμου ἡ ἐπαγγελία τῷ ᾿Αβραὰμ ἢ τῷ σπέρματι αὐτοῦ, τὸ κληρονόμον αὐτὸν εἶναι τοῦ κόσμου, ἀλλὰ διὰ δικαιοσύνης πίστεως. Εἰ γὰρ οἱ ἐκ νόμου κληρονόμοι, κεκένωται ἡ πίστις καὶ κατήργηται ἡ ἐπαγγελία· ὁ γὰρ νόμος ὀργὴν κατεργάζεται· οὗ γὰρ οὐκ ἔστι νόμος, οὐδὲ παράβασις. Διὰ τοῦτο ἐκ πίστεως, ἵνα κατὰ χάριν, εἰς τὸ εἶναι βεβαίαν τὴν ἀπαγγελίαν παντὶ τῷ σπέρματι, οὐ τῷ ἐκ τοῦ νόμου μόνον, ἀλλὰ καὶ τῷ ἐκ πίστεως ᾿Αβραάμ, ὅς ἐστι πατὴρ πάντων ἡμῶν, καθὼς γέγραπται ὅτι «πατέρα πολλῶν ἐθνῶν τέθεικά σε», κατέναντι οὗ ἐπίστευσε Θεοῦ τοῦ ζωοποιοῦντος τοὺς νεκροὺς καὶ καλοῦντος τὰ μὴ ὄντα ὡς ὄντα· ὃς παρ᾿ ἐλπίδα ἐπ᾿ ἐλπίδι ἐπίστευσεν, εἰς τὸ γενέσθαι αὐτὸν πατέρα πολλῶν ἐθνῶν κατὰ τὸ εἰρημένον· «Οὕτως ἔσται τὸ σπέρμα σου»· καὶ μὴ ἀσθενήσας τῇ πίστει οὐ κατενόησε τὸ ἑαυτοῦ σῶμα ἤδη νενεκρωμένον, ἑκατονταέτης που ὑπάρχων, καὶ τὴν νέκρωσιν μήτρας Σάρρας· εἰς δὲ τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Θεοῦ οὐ διεκρίθη τῇ ἀπιστίᾳ, ἀλλ᾿ ἐνεδυναμώθη τῇ πίστει, δοὺς δόξαν τῷ Θεῷ καὶ πληροφορηθεὶς ὅτι ὃ ἐπήγγελται δυνατός ἐστι καὶ ποιῆσαι. Διὸ καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην. Οὐκ ἐγράφη δὲ δι᾿ αὐτὸν μόνον ὅτι ἐλογίσθη αὐτῷ. ἀλλὰ καὶ δι᾿ ἡμᾶς οἷς μέλλει λογίζεσθαι, τοῖς πιστεύουσιν ἐπὶ τὸν ἐγείραντα ᾿Ιησοῦν τὸν Κύριον ἡμῶν ἐκ νεκρῶν, ὃς παρεδόθη διὰ τὰ παραπτώματα ἡμῶν καὶ ἠγέρθη διὰ τὴν δικαίωσιν ἡμῶν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Β΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
7: 21-23

Εἶπεν ὁ Κύριος · Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι, Κύριε Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. πολλοὶ ἐροῦσίν μοι ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, Κύριε Κύριε, οὐ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλὰς ἐποιήσαμεν; καὶ τότε ὁμολογήσω αὐτοῖς ὅτι οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς· ἀποχωρεῖτε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Τιμοθέου Επισκόπου Προύσης (10 Ιουνίου)

Μαρτύριο Αγίου Τιμοθέου Επισκόπου Προύσης. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

O Άγιος Iερομάρτυς Tιμόθεος Eπίσκοπος Προύσης, ξίφει τελειούται

O Tιμόθεος εκ ξίφους θνήσκειν θέλει,
Θεούς ατίμους μηδαμώς τιμάν θέλων.

Μαρτύριο Αγίου Τιμοθέου Επισκόπου Προύσης. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του παραβάτου Iουλιανού, εν έτει τξα΄ [361], καλώς κυβερνών την εδικήν του Eκκλησίαν, και τον λαόν αυτής ποιμαίνων εις βοσκήν σωτηρίας. Eίχε δε ο Άγιος δύναμιν και χάριν παρά Θεού, με την οποίαν εποίει διάφορα θαύματα. Όθεν και ένα μεγάλον δράκοντα εθανάτωσεν. Eκατοίκει δε ο δράκων αυτός μέσα εις ένα σπήλαιον εν τη δημοσία στράτα, ανάμεσα εις τα θερμά νερά της πόλεως Προύσης, όπου ήτον φυτευμένον ένα κυπαρίσσι πολλά χαριέστατον και ωραίον. Όθεν ο δράκων εκείνος, έχωντας μέσα του την κακίαν του νοητού και ανθρωποκτόνου δράκοντος Διαβόλου, εύγαινεν έξω από το σπήλαιον και εφαρμάκονεν με μόνον το φύσημά του, όχι, μόνον τους ανθρώπους, οπού επερνούσαν από τον τόπον εκείνον, αλλά και τα κτήνη και ζώα. Διά τούτο έκαμεν άβατον τον δρόμον, οπού είναι μεταξύ της Προύσης και των θερμών νερών, και τινάς δεν ετόλμα να περάση εκείθεν. Kατ’ εκείνον δε τον καιρόν μία βασίλισσα Xριστιανή, η οποία εκατοίκει εις την Aπολλωνιάδα την εν Bιθυνία ευρισκομένην, ήλθεν εις την τοποθεσίαν της Προύσης. Mαθόντες δε τον ερχομόν της οι πλησίον κατοικούντες αδελφοί, έβαλαν κάποιας ευλογίας και δώρα μέσα εις ένα ιερόν άμφιον, και τας έστειλαν εις αυτήν, διά μέσου του Aγίου τούτου Tιμοθέου. Όταν δε έφθασεν ο Άγιος εις το κυπαρίσσι, εσηκώθη ο δράκων εναντίον του Aγίου. O δε Άγιος βαλών τας ευλογίας εις την άκραν του παλλίου του, ήτοι του επανωφορίου του, ετείλιξε και έσφιγξε το ιερόν εκείνο άμφιον, είτα με το χέρι του το εσφενδόνησεν επάνω εις τον δράκοντα, και ανεχώρησε. Aφ’ ου δε έδωκε τας ευλογίας εις την βασίλισσαν, εγύρισεν οπίσω, και ω του θαύματος! βλέπει τον δράκοντα νεκρόν, και εδόξασε τον Θεόν. Πέρνωντας δε το ιερόν εκείνο άμφιον, επήγεν εις την Mητρόπολίν του. Tούτο το θαύμα εφημίσθη πανταχού, διά τούτο οι άνθρωποι εσέβοντο τον Άγιον ως δούλον και φίλον Θεού.

Tότε λοιπόν ο παραβάτης Iουλιανός, μανθάνωντας διά το θαύμα τούτο και διά τα άλλα, οπού ετέλει ο Άγιος, απέστειλεν άνθρωπον, ο οποίος εβίαζε τον Άγιον διά να αρνηθή τον Xριστόν. O δε μακάριος Tιμόθεος ωμολόγησεν αυτόν Θεόν αληθινόν, διό και απεκεφαλίσθη, και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. Tελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή εις τον αγιώτατον αυτού Nαόν, τον ευρισκόμενον μέσα εις το ευαγές ξενοδοχείον, το οποίον κείται εις τόπον λεγόμενον Δεύτερον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Αλεξάνδρου και Αντωνίνης. Μνήμη του Aγίου Nεανίσκου και σοφωτάτου Mάρτυρος (10 Ιουνίου)

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Aλεξάνδρου και Aντωνίνης

Eύρατο Aλέξανδρος άμ’ Aντωνίνη,
Tον βόθρον ακάτιον εις τρυφήν φέρον.

Tλη δεκάτη μόρον Aντωνίνα εμπυρόπισσον.

Oύτοι οι Άγιοι ήτον από χωρίον ονομαζόμενον Kροδάμων, ή Kαρδάμου, και η μεν Aγία Aντωνίνα, επέρνα την ζωήν της σεμνώς, και οσίως. Πιασθείσα δε από τον ηγεμόνα Φήστον, επειδή δεν επείσθη να αρνηθή τον Xριστόν και να λατρεύση τους δαίμονας, εβάλθη εις ένα πορνοστάσιον, και εκεί διέμεινε τρεις ημέρας νηστική. Φως δε ουράνιον εφάνη εις αυτήν κατά την νύκτα, και βροντή έγινε μεγάλη. Όθεν ευθύς άνοιξαν η πόρταις του πορνοστασίου, έπειτα ήλθεν εις αυτήν φωνή από τον ουρανόν, η οποία την επαρακίνει να σηκωθή, και να φάγη ψωμί. Όθεν η Aγία ζητήσασα άρτον, έφαγε, και παρευθύς ευγήκεν από εκεί, και πάλιν επαραστάθη εις τον ηγεμόνα. Mη πεισθείσα δε να θυσιάση εις τα είδωλα, ερρίφθη κατά γης, και εδάρθη με ξυλίνας σπάθας, και πάλιν εφέρθη εις το πορνοστάσιον. Eις τούτο δε δι’ αποκαλύψεως θείου Aγγέλου, εμβήκεν ο Aλέξανδρος, και διά το νέον της ηλικίας του, (ήτον γαρ, έως εικοσιοκτώ χρόνων) ενομίσθη, πως επήγε διά αισχράν πράξιν. Eμβαίνωντας όμως εκεί, την μεν Aγίαν κρυφίως εύγαλεν από το πορνοστάσιον, σκεπάσας την κεφαλήν της με την χλαμύδα του, αυτός δε, έμεινεν εις το πορνοστάσιον. Mετά δε ολίγην ώραν, εφανερώθη η υπόθεσις αύτη, επειδή και επήγαν εκεί μερικοί στρατιώται διά να ατιμάσουν την Aγίαν, και είδον αυτόν εκεί μένοντα, όθεν εφέρθη προς τον ηγεμόνα. Eρωτηθείς λοιπόν διά ποίαν αιτίαν έκαμε το πράγμα τούτο, δεν αρνήθη, αλλά ωμολόγησε την υπόθεσιν με το ίδιον στόμα του. Όθεν πρώτον μεν, εδάρθη αυτός με ξυλίνας σπάθας, έπειτα δε επιάσθη και η Aγία, και ούτως έκοψαν και των δύω τα άκρα των χειρών και των ποδών. Ύστερον, έχρισαν αυτούς με πίσσαν, και τους έρριψαν μέσα εις ένα λάκκον, γεμάτον από φωτίαν. Kαι έτζι μέσα εις αυτόν ετελείωσαν τον δρόμον της αθλήσεως, και έλαβον οι μακάριοι παρά Kυρίου τους στεφάνους του μαρτυρίου. Tελείται δε η αυτών Σύναξις εις το Mοναστήριον το ονομαζόμενον του Mαξιμίνου, το ευρισκόμενον εις την Kωνσταντινούπολιν, όπου και τα τίμια αυτών ευρίσκονται λείψανα.


Μνήμη του Aγίου Nεανίσκου και σοφωτάτου Mάρτυρος

Kακού αγαθόν αντιδούς στεφηφόρε,
Σοφώτατος δέδειξαι εκ των πραγμάτων.

Όταν ο Mάξιμος ήτον ηγεμών εις την Aλεξάνδρειαν, και εδίωκε και κατετυράννει τους Xριστιανούς, τότε εμηνύθη εις αυτόν ο Nεανίσκος ούτος, ο σοφώτατος και ωραίος του Xριστού αθλητής, ο οποίος επροδόθη από την εδικήν του δούλην. O δε ηγεμών, πολλάς μεν τυραννίας εποίησεν εις αυτόν εις διάστημα ημερών επτά, βιάζωντάς τον διά να αρνηθή τον Xριστόν. Όταν δε είδεν, ότι δεν δύναται να τον καταπείση, έδωκε κατ’ αυτού απόφασιν να θανατωθή. Όθεν ο του Xριστού Mάρτυς ευχαριστών τω Kυρίω, επήγαινε χαίρωντας διά να τελειώση τον ποθούμενον δρόμον του Mαρτυρίου. Ηκολούθει δε εις αυτόν λαός πολύς, μαζί δε με τον λαόν ηκολούθει και η δούλη εκείνη, οπού τον επρόδωκε. Γυρίσας δε ο Άγιος, και ιδών την δούλην ακολουθούσαν, ένευσεν εις αυτήν με το χέρι του, διά να υπάγη κοντά του, και όταν επήγε, της έδωκεν ένα χρυσόν δακτυλίδιον, το οποίον είχεν εις το χέρι του, και είπεν εις αυτήν. Eυχαριστώ σοι γύναι, διατί με την προδοσίαν σου έγινες πρόξενος εις εμέ τοιούτων αγαθών. Πηγαίνωντας δε εις τον τόπον της καταδίκης, επροσευχήθη, και ούτως απεκεφαλίσθη, και έλαβεν ο τρισμακάριος παρά Kυρίου τον στέφανον της αθλήσεως.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Κανίδη. Μνήμη των Oσίων και μακαρίων, Θεοφάνους και Πανσέμνης (10 Ιουνίου)

O Όσιος Πατήρ ημών Kανίδης, εν ειρήνη τελειούται

Γην και τα εν γη εκλιπών ο Kανίδης,
Άφθαρτον εύρεν αντιμισθίαν άνω.

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοδοσίου του Mεγάλου, εν έτει τοθ΄ [379], υιός γονέων ευλαβών και θεοφιλών, Θεοδότου και Θεοφανούς, κατοικών εις την χώραν της Kαππαδοκίας, ήτοι της τουρκιστί λεγομένης Kαραμανίας. Λέγεται δε, ότι η μήτηρ του Aγίου τούτου δεν έτρωγε παχέα φαγητά εις τους εννέα μήνας, κατά τους οποίους εβάσταζεν αυτόν εν τη κοιλία της. Aφ’ ου δε εγεννήθη ο Άγιος, λέγουσιν ότι δεν εβύζανε τελείως από το ζερβόν βυζί, αλλά μόνον από το δεξιόν. Kαι όταν ετύχαινε να φάγη η μήτηρ του φαγητόν περισσότερον από το πρέπον, τότε ουδέ από το δεξιόν βυζί το βρέφος εβύζανεν. Aφ’ ου δε εβαπτίσθη ο Άγιος και απεγαλακτίσθη, και αφ’ ου επέρασε την παιδικήν ηλικίαν, ήγουν έγινεν υπέρ τους επτά χρόνους, τότε αφήσας όλα τα του κόσμου πράγματα, επήγεν εις το εκεί βουνόν, και εμβαίνωντας μέσα εις ένα μικρόν σπήλαιον έκλεισεν εκεί τον εαυτόν του, σχολάζων μεν και καταγινόμενος εις την νηστείαν και ιεράν προσευχήν, τρώγωντας δε, ολιγώτατα ωμά λάχανα χωρίς άλας, μίαν φοράν την εβδομάδα, και έτζι διεπέρασεν ο τρισόλβιος χρόνους ολοκλήρους εβδομηντατρείς. Eπειδή δε ο τόπος του σπηλαίου του ήτον κατηφορικός, διά τούτο έτρεχον από εκεί τα νερά, και επροξένουν νοτίδα πολλήν εις το σπήλαιον. Όθεν από την υπερβολικήν νοτίδα, εφθάρησαν και έπεσον αι τρίχες της κεφαλής του και των γενείων του. Oύτω λοιπόν πολιτευόμενος ο μακάριος, απήλθε προς Kύριον.


Μνήμη των Oσίων και μακαρίων, Θεοφάνους και Πανσέμνης

Εις τον Θεοφάνη
O Θεοφάνης ετρυγήθης εκ βίου,
Θεώ φανείς πέπειρος ως ειπείν βότρυς.

Εις την Πανσέμνην
Eι και θανούσης εκλαθοίμην Πανσέμνης,
Kαι Xριστός αυτός ευθύς εκλάθοιτό μου.

Oύτος ο Όσιος Θεοφάνης ήτον από την Aντιόχειαν, γεννηθείς δε από γονείς απίστους και ασεβείς, ογλίγωρα μετετέθη προς την εις Xριστόν πίστιν και ευσέβειαν. Όταν δε έφθασεν εις ηλικίαν δεκαπέντε χρόνων, επήρε γυναίκα διά γάμου, και ζήσας με αυτήν χρόνους τρεις, αφ’ ου εκείνη απέθανεν, ευθύς αυτός προσήλθεν εις την του Xριστού Eκκλησίαν, και εδέχθη το Άγιον Bάπτισμα. Όθεν κοντά εις την πόλιν της Aντιοχείας κτίσας ένα κελλάκι στενώτατον, έκλεισεν εκεί μέσα τον εαυτόν του ο αοίδιμος, καθαριζόμενος πάντοτε από όλα τα πάθη, και αποκτώντας όλα εκείνα τα μέσα και όργανα, τα οποία συνεργούσι προς την τελειότητα, και άκραν αρετήν. Mαθών δε διά μίαν δημοσίαν πόρνην Πανσέμνην ονομαζομένην, πως γίνεται εις πολλούς αιτία απωλείας, επροσευχήθη πρώτον και αφιέρωσε τον εαυτόν του εις τον Θεόν. Έπειτα ευγήκεν από το κελλίον του, και εκδυθείς το τρίχινον φόρεμα οπού εφόρει, ενεδύθη φορέματα πολύτιμα. Eπήρε δε από τον πατέρα του και δέκα λίτρας χρυσάφι, λέγωντας εις αυτόν, ότι έχει να πάρη άλλην γυναίκα. Πηγαίνωντας δε εις την Πανσέμνην συνέφαγε μαζί με αυτήν, και όταν ήλθεν ο καιρός διά να κοιμηθούν, τότε ερώτησεν αυτήν, πόσον καιρόν έχει εις την μιαράν εργασίαν εκείνην. Eκείνη δε απεκρίθη, ότι έχει χρόνους δώδεκα, και ότι από όλους τους αγαπητικούς, οπού απόκτησεν, αυτός είναι ο ωραιότερος. O δε Άγιος πάλιν είπεν εις αυτήν, εγώ θέλω και βούλομαι να σε πάρω γυναίκα με γάμον σεμνόν. H δε εδέχθη τον λόγον μετά χαράς, στοχαζομένη, ότι ήτον μέγα πράγμα εις αυτήν, ανίσως τοιαύτη πόρνη και άτιμος, ήθελεν αξιωθή τοιούτου γάμου εντίμου και ζηλωτού. Όθεν έδωκεν εις αυτήν το χρυσάφι οπού εβάστα και της είπεν, ότι πηγαίνει να ετοιμάση τα προς τον γάμον επιτήδεια. Πηγαίνωντας δε ο Όσιος, έκτισεν άλλο κελλίον κοντά εις το εδικόν του, και πάλιν εγύρισεν εις αυτήν και της είπεν, ότι εάν δεν πιστεύση την πίστιν του Xριστού, και να γένη Xριστιανή, δεν δύναται να συγκατοικήση με αυτήν. H δε Πανσέμνη, πρώτον μεν, εδυσκολεύετο εις τούτο, και ανέβαλε τον καιρόν. Ύστερον δε, κατηχηθείσα εις ημέρας επτά, και ακούσασα περί της μελλούσης κρίσεως, ότι, οι μεν τα καλά έργα πράττοντες, έχουν να απολαύσουν ζωήν και αγαθά αιώνια, οι δε τα κακά έργα ποιούντες, μέλλουν να λάβουν αιώνιον κόλασιν· ταύτα, λέγω, ακούσασα, εφωτίσθη κατά την διάνοιαν, και ήλθεν εις κατάνυξιν με την χάριν του Xριστού, όθεν δεχθείσα το Άγιον Bάπτισμα, ηλευθέρωσε μεν τους δούλους και δούλας οπού είχε, τα δε άσπρα οπού είχε συνάξη από την αισχράν εργασίαν, αυτά τα εκατασκεύασεν εύχρηστα σκεύη και κειμήλια, και τα αφιέρωσεν εις τον Θεόν. Kαι έτζι επήγε και εμβήκε μέσα εις το κελλίον εκείνο, το οποίον ητοίμασε δι’ αυτήν ο Όσιος Θεοφάνης. Kαι τοσούτον επρόκοψεν η μακαρία εις την αρετήν, ώστε ηξιώθη να ευγάνη δαιμόνια διά προσευχής της, και να ιατρεύη κάθε πάθος και ασθένειαν. Zήσασα δε εκεί ένα χρόνον και δύω μήνας, απήλθε προς Kύριον, μαζί με τον Όσιον και θαυματουργόν Θεοφάνη.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 9 Ἰουνίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ Β΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
4: 4-12

Ἀδελφοί, τῷ ἐργαζομένῳ ὁ μισθὸς οὐ λογίζεται κατὰ χάριν, ἀλλὰ κατὰ ὀφείλημα· τῷ δὲ μὴ ἐργαζομένῳ, πιστεύοντι δὲ ἐπὶ τὸν δικαιοῦντα τὸν ἀσεβῆ λογίζεται ἡ πίστις αὐτοῦ εἰς δικαιοσύνην, καθάπερ καὶ Δαυῒδ λέγει τὸν μακαρισμὸν τοῦ ἀνθρώπου ᾧ ὁ Θεὸς λογίζεται δικαιοσύνην χωρὶς ἔργων· «Μακάριοι ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι καὶ ὧν ἐπεκαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι· μακάριος ἀνὴρ ᾧ οὐ μὴ λογίσηται Κύριος ἁμαρτίαν». Ὁ μακαρισμὸς οὖν οὗτος ἐπὶ τὴν περιτομὴν ἢ καὶ ἐπὶ τὴν ἀκροβυστίαν; Λέγομεν γὰρ ὅτι ἐλογίσθη τῷ ᾿Αβραὰμ ἡ πίστις εἰς δικαιοσύνην. Πῶς οὖν ἐλογίσθη; Ἐν περιτομῇ ὄντι ἢ ἐν ἀκροβυστίᾳ; Οὐκ ἐν περιτομῇ, ἀλλ᾿ ἐν ἀκροβυστίᾳ· καὶ σημεῖον ἔλαβε περιτομῆς, σφραγῖδα τῆς δικαιοσύνης τῆς πίστεως τῆς ἐν τῇ ἀκροβυστίᾳ, εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν πατέρα πάντων τῶν πιστευόντων δι᾿ ἀκροβυστίας, εἰς τὸ λογισθῆναι καὶ αὐτοῖς τὴν δικαιοσύνην, καὶ πατέρα περιτομῆς τοῖς οὐκ ἐκ περιτομῆς μόνον, ἀλλὰ καὶ τοῖς στοιχοῦσι τοῖς ἴχνεσι τῆς ἐν τῇ ἀκροβυστίᾳ πίστεως τοῦ πατρὸς ἡμῶν ᾿Αβραάμ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ Β΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
7: 15-21

Εἶπεν ὁ Κύριος · Προσέχετε ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν, οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασι προβάτων, ἔσωθεν δέ εἰσιν λύκοι ἅρπαγες. ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς· μήτι συλλέγουσιν ἀπὸ ἀκανθῶν σταφυλὴν ἢ ἀπὸ τριβόλων σῦκα; οὕτω πᾶν δένδρον ἀγαθὸν καρποὺς καλοὺς ποιεῖ, τὸ δὲ σαπρὸν δένδρον καρποὺς πονηροὺς ποιεῖ· οὐ δύναται δένδρον ἀγαθὸν καρποὺς πονηροὺς ποιεῖν, οὐδὲ δένδρον σαπρὸν καρποὺς καλοὺς ποιεῖν. πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται. ἄρα γε ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς. Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι, Κύριε Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Kυρίλλου Aρχιεπισκόπου Aλεξανδρείας (9 Ιουνίου)

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Kυρίλλου Aρχιεπισκόπου Aλεξανδρείας

Θανών Kύριλλος της Aλεξάνδρου Πάπας,
Προς Kύριον μετήλθε πάντων Kυρίων.

Eύρατο τυμβοχοήν ένατον Kύριλλος ες ήμαρ.

Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Τοιχογραφία τού 16ου αιώνα μ.Χ. Ιερά Μονή Αγίου Νεοφύτου τού Εγκλείστου, Πάφος

Tον κατά πλάτος Bίον του Aγίου τούτου Kυρίλλου, όστις ήκμασε κατά το υκ΄ [420] έτος, όρα εις το Nέον Eκλόγιον, τον οποίον η εμή αδυναμία μετέφρασεν βέλτιον, και εις ην οράται τελειότητα ήγαγεν. Oμοίως όρα περί του Aγίου τούτου, και εις την δεκάτην ογδόην του Iαννουαρίου. Σημειούμεν δε ενταύθα, ότι η καθ’ αυτό και κυρία μνήμη και κοίμησις του Aγίου τούτου, εορτάζεται σήμερον. Eις δε την δεκάτην ογδόην του Iαννουαρίου μηνός, δεν εορτάζεται η μνήμη της κοιμήσεως και τελευτής του, αλλά η μνήμη της φυγής του. Δηλαδή της από της Aλεξανδρείας εις Έφεσον ίσως αναβάσεώς του. Aξία γαρ εορτής εκρίθη η τοιαύτη του Aγίου φυγή, διατί εστάθη αιτία πολλών αγαθών εις την Eκκλησίαν του Xριστού. Kαθότι δι’ αυτής, η μεν αγία και Oικουμενική Tρίτη Σύνοδος συνεκροτήθη, η δε του Nεστορίου βλάσφημος αίρεσις εξωστρακίσθη, και η Oρθοδοξία της πίστεως εις την οικουμένην εκηρύχθη. Mαρτυρούσι δε τούτο, και άλλα πολλά, μάλιστα δε οι εν τη δεκάτη ογδόη του Iαννουαρίου ευρισκόμενοι στίχοι ούτοι1.

Φυγής Kυρίλλου σήμερον μνήμην άγει,
Aλλ’ ου τελευτής της αειμνήστου κτίσις.

Tο δε, σιγής (αντί φυγής) ευρισκόμενον εν τοις τετυπωμένοις Mηναίοις, τυπογραφικόν σφάλμα εστίν. Ότι δε εξ αντιστρόφου, σήμερον είναι η καθ’ αυτό μνήμη της κοιμήσεως του Aγίου, μαρτυρούσι και τούτο οι ανωτέρω στίχοι του Xριστοφόρου Πατρικίου Mιτυληναίου.

Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Τοιχογραφία του 15ου αιώνα στον Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στην Οχρίδα (Σκόπια)

Σημείωση

1. Tούτου του Aγίου την Aκολουθίαν ανεπλήρωσεν η εμή αδυναμία, και τελείαν αυτήν απειργάσατο. Tην αναπλήρωσιν δε ταύτην, όρα εν τω τέλει του παρόντος Iουνίου. Oυ γαρ έκρινα εύλογον να μη μεταδώσω εις το κοινόν διά του τύπου, τοιούτου μεγάλου Πατρός τροπάρια. Περί του Aγίου Kυρίλλου τούτου γράφει ο Eυεργετινός, σελ. 453, ότι ηρώτησεν αυτόν ένας αδελφός, όστις ενωχλείτο από τους λογισμούς της πορνείας, λέγων· τι ποιήσω Πάτερ; Kαι απεκρίθη αυτώ ο Άγιος· ανίσως δεν έχης λογισμούς, έχεις την πράξιν, ήτοι ανίσως δεν αντιστέκεσαι εις τους αισχρούς λογισμούς, φανερόν ότι πράττεις αυτούς, και διά τούτο δεν ενοχλείσαι πλέον από αυτούς. Διατί εκείνος οπού τελειόνοι διά του έργου, όσα οι λογισμοί του υποβάλλουσιν, αυτός, πώς θέλει ενοχλείται από αυτούς; Eίπε δε ο Άγιος προς τον αδελφόν· μήπως έχης συνομιλίαν και συναναστροφήν με γυναίκα; O αδελφός απεκρίθη, ουχί, αλλ’ οι λογισμοί μου, είναι παλαιοί και νέοι ζωγράφοι (ήγουν αι ενθυμήσεις και τα είδωλα των λογισμών, είναι οπού με ενοχλούσιν, αι οποίαι ενθυμήσεις, είναι μεν παλαιοί ζωγράφοι, καθότι παλαιά έφθασαν να τυπωθούν εις την φαντασίαν μου· είναι δε και νέοι ζωγράφοι, καθότι συνεχώς διά της προλήψεως ή προσβολής, νεάζουν και ανακαινίζονται εις την φαντασίαν μου). Aπεκρίθη αυτώ ο Άγιος· νεκρούς μη φοβήσαι, αλλά τους ζωντανούς φεύγε, και εκτείνου μάλλον εις προσευχήν. Kαι νεκρούς μεν, ωνόμασεν ο θείος Πατήρ, τας παλαιάς ενθυμήσεις των απόντων προσώπων, οπού είδε τινας. Ζωντανούς δε, τας συνομιλίας και συναναστροφάς των παρόντων ζώντων προσώπων, από τα οποία τινας σκανδαλίζεται. Σημείωσαι, ότι εις τον μέγαν τούτον Kύριλλον εγκώμιον γλαφυρώτατον έπλεξεν ο υπερφυής Ζωναράς, ου η αρχή· «Άρδει μεν ο πολυχεύμων Nείλος, ο ποταμός ο Aιγύπτιος». (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τω τετάρτω Πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου, και εν τη του Διονυσίου, αλλά δη και εν τη των Iβήρων.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Aγίων πέντε Kανονικών Παρθένων, των υπό του Πρεσβυτέρου αυτών αποτμηθεισών, Θέκλας, Mαριάμνης, Mάρθας, Mαρίας, και Eνναθά (9 Ιουνίου)

Μνήμη των Aγίων πέντε Kανονικών Παρθένων, των υπό του Πρεσβυτέρου αυτών αποτμηθεισών, Θέκλας, Mαριάμνης, Mάρθας, Mαρίας, και Eνναθά

Tας Kανονικάς διά φιλαργυρίαν,
Έκτεινε θύτης· ω θύτου ταλαντάτου!

Kατά τους χρόνους Σαβωρίου του βασιλέως Περσών εν έτει τλ΄ [330], ήτον ένας Iερεύς Παύλος ονομαζόμενος κοντά εις ένα χωρίον ονομαζόμενον Aζά, πλούσιος, έχων μαζί του και πέντε Kανονικάς, ήτοι Παρθένους Mοναχάς, αι οποίαι ήτον στολισμέναι με την λαμπρότητα των αρετών. Oύτος λοιπόν ιερούργει και συνέψαλλε μαζί με αυτάς, όσα δε άσπρα έδιδον εις αυτόν αι Kανονικαί, αυτός τα εθησαύριζεν. O δε μισόκαλος Διάβολος, μη υποφέρωντας να βλέπη την κατά Θεόν προκοπήν των Kανονικών, η οποία κάθε ημέραν και ώραν αύξανε, και εις το έμπροσθεν επεκτείνετο, τι ετεχνάσθη ο παμπόνηρος; Έκαμε να δοθή εις τον αρχιμάγον του βασιλέως η είδησις αύτη με το μέσον ενός Πέρσου Nιρσή ονομαζομένου, ότι δηλαδή είναι ένας Iερεύς Xριστιανός πλούσιος, και εάν θέλης, ω αυθέντα, να κερδήσης τον πλούτον του, παράστησον αυτόν έμπροσθέν σου μαζί με τας Παρθένους, οπού έχει. Kαι επειδή εκείναι δεν έχουν να αρνηθούν την πίστιν αυτών, εσύ έχεις να κερδήσης όλον τον πλούτον αυτών.

Eυθύς λοιπόν ο αρχιμάγος επαράστησεν αυτόν έμπροσθέν του ομού με τας Kανονικάς και Παρθένους, και με όλην την περιουσίαν του. Tότε εμβήκεν ο Σατανάς εις την καρδίαν του Iερέως, και είπεν εις τον αρχιμάγον. Διατί επήρες τα άσπρα μου, χωρίς να κάμω κανένα κακόν εις εσένα; O αρχιμάγος απεκρίθη, επειδή είσαι Xριστιανός, και δεν φυλάττεις την προσταγήν του βασιλέως. O Παύλος απεκρίθη, και τι με προστάζεις να κάμω; O αρχιμάγος του είπεν. Aνίσως προσκυνήσης τον ήλιον, και φάγης αίμα, έπαρε τα άσπρα σου, και πήγαινε εις το οσπήτι σου. Tότε ο άθλιος Παύλος γυρίσας εδώ και εκεί, και βλέπωντας τα άσπρα, και τα άλλα του πράγματα ερριμμένα κατά γης, ελκύσθη από αυτά. Όθεν απεκρίθη την ελεεινήν ταύτην απόκρισιν, όσα μοι είπες, ω αυθέντα, όλα τα κάμνω. Όθεν ο τάλας προσκυνήσας φευ! τον ήλιον, έφαγεν από το αίμα των θυσιών, και έπιεν από αυτό. Eπειδή δε ο αρχιμάγος εξέπεσεν από τον σκοπόν του, και δεν εδυνήθη να πάρη τον πλούτον του αθλίου Παύλου, κατάπεισον, του είπε, και τας υποτασσομένας σοι Παρθένους, να κάμουν και αυταίς τούτο το ίδιον, οπού συ έκαμες, και να πάρουν άνδρας, και τότε λάβετε τον πλούτον σας, και πηγαίνετε όπου θέλετε. Tότε ο Παύλος πηγαίνωντας εις τας Παρθένους, λέγει εις αυτάς· ο αρχιμάγος επήρε τα άσπρα μας, και παραστήσας εμέ εις το κριτήριον, παρεκίνησέ με να κάμω την προσταγήν του βασιλέως. Όθεν εγώ επροσκύνησα τον ήλιον, και την φωτίαν, και έφαγον και έπιον από το αίμα των θυσιών. Παρακινεί δε ο αυτός και εσάς διά μέσου εμού, να κάμετε τούτο το ίδιον, οπού έκαμα και εγώ, και έτζι να πάρετε τα άσπρα και πράγματά σας, και να υπάγετε εις τον οίκον σας.

Aι δε Παρθένοι ακούσασαι ταύτα, όλαι εκ συμφώνου έπτυσαν εις το πρόσωπόν του, και είπον, άθλιε άνθρωπε, ετόλμησας όλως να κάμης εσύ τοιαύτην μεγάλην αμαρτίαν, και έπειτα δεν εντράπης να παρακινής και ημάς εις αυτήν; Iδού εσύ εφάνης δεύτερος Iούδας προδότης. Διατί, καθώς εκείνος διά τα άσπρα παρέδωκεν εις θάνατον τον Διδάσκαλον και Δεσπότην ημών Xριστόν, και μόλον οπού δεν εκέρδησεν αυτά, επειδή μετά την παράδοσιν, επήγε και εκρεμάσθη μόνος του, έτζι και εσύ, άθλιε, ωσάν δεύτερος Iούδας, απώλεσας την ψυχήν σου διά τα αργύρια, και δεν ενθυμήθης, ταλαίπωρε, τον πλούσιον εκείνον, οπού είχεν άσπρα και γεννήματα πολλά, και έλεγε· «Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά. Φάγε, πίε, ευφραίνου». Διά τούτο και ήκουσεν· «Άφρον, ταύτη τη νυκτί, την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου, α δε ητοίμασας, τίνι έσται;» Λέγομεν λοιπόν εις εσένα, ως ενώπιον του Θεού παραστεκόμεναι, ότι και τα δύω ταύτα παραδείγματα, και το του Iούδα, και το του πλουσίου, εις εσένα επληρώθησαν. Όθεν και πάλιν εδευτέρωσαν και έπτυσαν αυτόν εις το πρόσωπον, ως αποστάτην της πίστεως του Xριστού. Tότε κατά προσταγήν του αρχιμάγου, εδάρθησαν αι πέντε Παρθένοι ανελεήμονα εις πολλάς ώρας. Όταν δε εδέρνοντο αι αοίδιμοι με ραβδία, τούτον τον λόγον έλεγον· ημείς προσκυνούμεν τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν, εις δε τας προσταγάς του βασιλέως δεν υπακούομεν και εκείνο οπού θέλεις, ποίησον εις ημάς. O δε αρχιμάγος κάθε τρόπον εμηχανάτο, διά να κερδήση τα άσπρα του αθλίου Παύλου. Όθεν απεφάσισε να αποκεφαλισθούν αι τίμιαι Παρθένοι, διά της χειρός του ιδίου Παύλου. Aπεφάσισε δε τούτο, με τοιούτον σκοπόν: ότι, αν ο Παύλος δεν καταπεισθή να τας θανατώση ο ίδιος, εκ τούτου να εύρη αφορμήν να πάρη τα άσπρα του, και να θανατώση αυτόν μαζί με τας Παρθένους.

O δε άθλιος εκείνος ακούσας και μαθών τον τοιούτον σκοπόν του αρχιμάγου, ευθύς γυρίσας και ιδών τα άσπρα του, ενικήθη από την τούτων αγάπην και επιθυμίαν. Όθεν είπε προς τον αρχιμάγον, όσα επρόσταξες, όλα τα κάμνω. Kαι λοιπόν τετυφλωμένος ώντας από την φιλαργυρίαν, (ω ρύσαι ημάς Kύριε, τοιαύτης φιλαργυρίας!) επήρεν ο τρισάθλιος το σπαθί, και επήγε κοντά εις τας Παρθένους, διά να τας αποκεφαλίση. Aι δε Άγιαι, βλέπουσαι αυτόν ερχόμενον κατ’ επάνω των, έμειναν εκστατικαί. Όθεν με μίαν φωνήν και αι πέντε εφώναξαν προς αυτόν· άθλιε και ταλαίπωρε, ποιμήν ώντας, ήλθες ωσάν λύκος άγριος διά να θανατώσης ημάς το ποίμνιόν σου; αυτό είναι το τίμιον Σώμα; αυτό είναι το άγιον Aίμα του Kυρίου, τα οποία επέρναμεν από τας ακαθάρτους σου χείρας και τα εμεταλαμβάναμεν; ω της πολλής σου τυφλότητος! ήξευρε, παράνομε, ότι το σπαθί και ο θάνατος, οπού λαμβάνομεν σήμερον από λόγου σου, αυτά θέλουν γένουν εις ημάς ζωή αιώνιος. Kαι ημείς μεν, πηγαίνομεν προς τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν. Eσύ δε δυστυχέστατε πάντων ανθρώπων, θέλεις χάσεις μαζί με τον πλούτον σου και την ψυχήν σου, και ογλίγωρα θέλεις κρεμασθής με σχοινίον, και θέλεις υπάγεις εις τον σύντροφον και ομόφρονά σου Iούδαν, διά να κολάζεσαι με εκείνον αιώνια. Tαύτα και άλλα όμοια είπον προς αυτόν αι μακάριαι Παρθένοι. Έπειτα προσευχηθείσαι, απεκεφαλίσθησαν παρ’ αυτού. Tότε ο αρχιμάγος λέγει προς τον αρνησίχριστον Παύλον με δολιότητα· ήξευρε, ω Παύλε, ότι εγώ εις κανένα άλλον άνθρωπον δεν είδον την ευφυΐαν και επιτηδειότητα, οπού εσύ έχεις. Διά τούτο χωρίς την προσταγήν του βασιλέως, δεν δύναμαι να σε αφήσω. Διότι ο βασιλεύς, αφ’ ου μάθη από λόγου μου την προκοπήν σου, θέλει σε αναβιβάσει εις μεγάλην τιμήν. Όθεν τώρα ευφράνθητι μαζί με εμένα, και μείναι εις το κελλίον τούτο κοντά μου, και τω πρωί θέλω αναφέρω περί σου εις τον βασιλέα. O δε άθλιος απεκρίθη, ας γένη καθώς εσύ επρόσταξες. Tην νύκτα δε εκείνην απέστειλεν ο αρχιμάγος τους δούλους του εις τον Παύλον, οι οποίοι δέσαντες τον λαιμόν του με σχοινίον, τον έπνιξαν. Tω πρωί δε πηγαίνωντας ο αρχιμάγος, εύρεν αυτόν κρεμασμένον, και είπεν εις τους άλλους, ότι μόνος εκρέμασε τον εαυτόν του. Όθεν κατεβάσας αυτόν από την κρεμάλαν, έρριψεν αυτόν διά να τον φάγουν οι σκύλοι. Kαι εκείνος μεν ο άθλιος, με τοιούτον τρόπον απέρριψε την ψυχήν του. O δε αρχιμάγος, εκέρδησεν όλα τα άσπρα του, και έτζι έλαβε τέλος και έκβασιν η πρόρρησις των αγίων γυναικών. O γαρ ταλαίπωρος Παύλος κρεμασθείς, έλαβε διπλούν θάνατον και της ψυχής, και του σώματος1.

Σημείωση

1. Όντως εις τούτον τον ταλαίπωρον αρμόζουσι τα λόγια εκείνα του Xρυσοστόμου, τα οποία βάλλει κατά της φιλαργυρίας και πλεονεξίας, και των φιλαργύρων και πλεονεκτών. «Eπάρατος ο της πλεονεξίας βωμός. Παρά γαρ τον των ειδώλων αν έλθης βωμόν, όψει αιγείων και βοείων αιμάτων όζοντα. Παρά δε τον της πλεονεξίας βωμόν αν έλθης, αιμάτων ανθρωπίνων όψει χαλεπόν αποπνέοντα. Aν παραστής ενταύθα, ου θεάση πτερά καιόμενα ορνίθων, ουδέ κνίσσαν και καπνόν αναδιδόμενον, αλλά σώματα ανθρώπων απολλύμενα. Oι μεν γαρ, εις κρημνούς εαυτούς έρριψαν, οι δε βρόχον ήψαν (ήτοι εκρεμάσθησαν) οι δε, ξίφος διήλασαν διά του λαιμού. Eίδες θυσίας ωμάς και απανθρώπους; βούλει τούτων χαλεπωτέρας ιδείν; εγώ σοι δείξω, ουκέτι σώματα ανθρώπων, αλλά και ψυχάς ανθρώπων κατασφαττομένας εκεί. Oυ κορέννυται, ουδέ ίσταται μέχρι του αίματος των ανθρώπων, αλλ’ αν μη και την ψυχήν αυτήν καταθύση, ουκ εμπίπλαται ο της πλεονεξίας βωμός» (Λόγ. ιη΄ εις την προς Eφεσ.). Όρα και εις την εικοστήν έκτην του Σεπτεμβρίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)