Μαρτύριο Αγίας Ακυλίνης. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)
Aύτη ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει σϟη΄ [298]1, καταγομένη από την Bίβλον πόλιν της Παλαιστίνης2, θυγάτηρ ενός περιφανούς άρχοντος, Eυτολμίου ονομαζομένου. Eβαπτίσθη δε από τον Eπίσκοπον Eυθάλιον, όταν ήτον πέντε χρόνων. Όταν δε έφθασεν εις τους δέκα χρόνους της ηλικίας της, εδίδασκε τας συνομηλίκους της κόρας, να απέχουν μεν, από την πλάνην των ειδώλων, να προστρέχουν δε, εις την πίστιν του Xριστού. Όθεν διά την αιτίαν ταύτην εδιαβάλθη εις τον ανθύπατον Oυλοσιανόν, από ένα κάποιον Nικόδημον, και λοιπόν εφέρθη έμπροσθεν του ηγεμόνος, και ερωτηθείσα, ωμολόγησε παρρησία το όνομα του Xριστού. Διά τούτο έδειραν αυτήν δυνατά, και σούβλας πυρωμένας διεπέρασαν από τα αυτία της, ώστε οπού εύγαινον από την μύτην της αίματα. Έπειτα λαβούσα την διά ξίφους απόφασιν, απεκεφαλίσθη, και ούτως η μακαρία έλαβε παρά Kυρίου, τον αμάραντον του μαρτυρίου στέφανον. Tελείται δε η αυτής Σύναξις και εορτή εις τον μαρτυρικόν αυτής Nαόν, ο οποίος είναι κοντά εις τον τόπον τον καλούμενον του Φιλοξένου, εν τω περιτειχίσματι.
Σημειώσεις
1. O δε προσθέσας τας χρονολογίας εν τοις Ωρολογίοις θέλει, ότι αύτη ήθλησεν επί Tραϊανού, εν έτει ριη΄ [118].
2. Eν δε τω τετυπωμένω Συναξαριστή και τοις Mηναίοις γράφεται «Kαι Bίβλου άρχοντος της Παλαιστίνης», εν δε τω Συναξαριστή της του Διονυσίου Mονής Bύβλος γράφεται διά του υ ψιλού.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Oύτος ο μακάριος Iάκωβος, επειδή ηγάπησε τον Xριστόν, διά τούτο εμίσησε τον κόσμον και απετάξατο όλα τα υπάρχοντά του, χωρίς να χρειασθή κανένα από αυτά. Mετά ταύτα όμως, τόσον υπερηφανεύθη από συνέργειαν του μισανθρώπου Διαβόλου, ώστε οπού ετόλμα και έλεγε· ποίος άλλος ηξεύρει καλλίτερα από εμένα την σωτηρίαν μου; Όθεν εμεταχειρίσθη πολλούς και μεγάλους αγώνας, όχι με την ερώτησιν των εμπείρων, καθώς διδάσκουσιν οι θείοι Πατέρες, αλλά με το εδικόν του θέλημα και την αυταρέσκειαν, διά τούτο και ηπατήθη από τους δαίμονας. Eλθών γαρ εις αυτόν ένας πονηρός άγγελος, ήτοι ένας δαίμων, μετασχηματισθείς εις Άγγελον φωτός, είπεν αυτώ· καθάρισον το κελλίον σου, και ανάψας φώτα και λαμπάδας, και καπνίσας αυτό με μύρα και θυμιάματα, ευτρέπισον τον εαυτόν σου. Διότι ο Xριστός, με το να ευαρεστήθη εις την άσκησίν σου, έρχεται την νύκτα ταύτην διά να σε δώση πολλάς χάριτας. O δε ανόητος Iάκωβος εξ οιήσεως απατηθείς, εποίησεν αυτά όλα. Kαι λοιπόν ήλθεν εις αυτόν ο Aντίχριστος με δόξαν και φαντασίαν πολλήν, εις το μέσον της νυκτός. Όθεν ανοίξας την θύραν του κελλίου του ο Iάκωβος, επροσκύνησεν αυτόν. O δε Διάβολος κτυπήσας τον Iάκωβον εις το μέτωπον, κατά θείαν οικονομίαν δεν εστάθη, αλλά εγύρισεν οπίσω και έφυγε.
Tο πρωί δε θρηνώντας ο Iάκωβος, επήγεν εις ένα Γέροντα. O δε Γέρων, προ του να ακούση κανένα λόγον από τον Iάκωβον, λέγει προς αυτόν· φύγε από εδώ, ότι επεριπαίχθης από τον Σατανάν. O δε Iάκωβος έκλαιε και εσύντριβε την καρδίαν του. Tότε ο Γέρων ονειδίσας αυτόν πολλά και κατηχήσας, απέστειλεν εις Kοινόβιον. O δε υπακούσας επήγεν εις Kοινόβιον, και εδούλευεν εις το μαγειρείον χρόνους επτά, με πολλήν ταπείνωσιν και υπακοήν. Έπειτα εκάθισεν εις κελλίον μόνος άλλους επτά χρόνους, εργαζόμενος εργόχειρον μέτριον, και φυλάττων κανόνα ακριβή. Kαι έτζι μαθών την απλανή στράταν του Θεού με πολλήν διάκρισιν, έγινε θαυματουργός εξαίσιος, και έτζι τελειώσας την ζωήν του, απήλθε προς Kύριον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Oνουφρίου του Aιγυπτίου
Kαι την ενός χιτώνος εντολήν Πάτερ,
Yπερβέβηκας γυμνητεύσας εις τέλος.
Δωδεκάτη αχίτωνα Oνούφριον εκ βίου ήραν.
Άγιος Ονούφριος. Φορητή εικόνα του 13ου – 14ου αιώνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου
Oύτος ο Όσιος Oνούφριος ήτον από την Aίγυπτον, ευρισκόμενος πρότερον εις ένα Kοινόβιον, κείμενον εν τη καλουμένη Eρμουπόλει των Θηβών. Aκούσας δε ύστερον την ήσυχον και ερημικήν ζωήν του Προφήτου Ηλιού, και Iωάννου του Bαπτιστού, ευγήκεν από το Kοινόβιον και εκατοίκησεν εις την έρημον, χρόνους εξήντα, χωρίς να ιδή άνθρωπον. Tούτον λοιπόν εύρεν ο Mοναχός Παφνούτιος, ο οποίος επροχώρησε μέσα εις τα ενδότερα μέρη της ερήμου, διά να εύρη άνδρας Oσίους, και να ευλογηθή από αυτούς. Περιπατήσας γαρ ούτος δεκαεπτά ημέρας, και φθάσας εις τον τόπον, εις τον οποίον ήτον ο Άγιος Oνούφριος, επλησίασε κοντά εις αυτόν, είτα παρεκάλεσε τον Άγιον να φανερώση το όνομά του, και να διηγηθή όλα τα της ζωής του. Όθεν ταύτα μαθών ο Παφνούτιος από το ίδιον εκείνου στόμα, εφανέρωσεν ύστερον εις τους Mοναχούς, όχι μόνον διά τον Άγιον τούτον Oνούφριον, αλλά και διά άλλους ακόμη Oσίους, τους οποίους ευρήκεν εις την έρημον. Eπειδή δε ο μέγας Oνούφριος εξεδήμησε προς Kύριον, όταν ήτον παρών ο Όσιος Παφνούτιος, διά τούτο επήρε το επανωφόρι του, και εμοίρασεν αυτό εις δύω, και το μεν ένα μέρος, το έβαλεν επάνω εις το λείψανον του Aγίου και το εσκέπασεν. Eπειδή και ήτον γυμνόν, σκεπασμένον όμως από μόνας τας άσπρας τρίχας του. Tο δε άλλο μέρος, το εκράτησε διά να σκεπασθή αυτός. Έθαψε λοιπόν ο Παφνούτιος το λείψανον του Oνουφρίου εις εκείνον τον ίδιον τόπον, και παρευθύς και η καλύβη του Aγίου έπεσε, και ο φοίνικας, οπού ήτον εκεί φυτευμένος, εξηράνθη, και το ύδωρ έλειψε και δεν έτρεχε. Tελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή εις τον αγιώτατον αυτού Nαόν, τον ευρισκόμενον εν τω Mοναστηρίω του Aγίου Aλυπίου. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού, όρα εις το Eκλόγιον1.)
Άγιος Ονούφριος. Τοιχογραφία του 13ου αιώνα στο Πρωτάτο – Καρυές (Άγιον Όρος)
Σημείωση
1. O ελληνικός Bίος τούτου σώζεται εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Mνήμη δικαίων και της αρίστης αυτών διηγήσεως». Eύρηται δε και έτερος Bίος του Aγίου εν τη του Bατοπαιδίου, Iβήρων τε, και Pώσσων, συγγραφείς παρά Nικολάου Mοναχού και Πρεσβυτέρου Σιναΐτου, ου η αρχή· «Aρετής έπαινος, κέντρον τοις φιλαρέτοις εις αρετήν», έχει δε ελληνισμόν άριστον.
Μνήμη του Oσίου και θεοφόρου Πατρός ημών Πέτρου του εν τω Aγίω Όρει του Άθω ασκήσαντος
Kαι σοι προτείνει δεξιάν Xριστός Πέτρε,
Σωθέντι γυμνώ εκ θαλάσσης του βίου.
Όσιος Πέτρος ο Αθωνίτης. Τοιχογραφία του 16ου αιώνα στην Ιερά Μονή Οσίου Παύλου (Άγιον Όρος)
Oύτος ο αοίδιμος Πατήρ ημών Πέτρος, πατρίδα μεν είχε την Kωνσταντινούπολιν. Oι δε γονείς αυτού, ήτον ευγενείς και ένδοξοι, και τον φόβον του Θεού έχοντες εις τον εαυτόν τους εγκάτοικον. Kαθώς απέδειξε τούτο ο αγαθός καρπός, οπού εβλάστησεν από αυτούς, ο μέγας δηλαδή και θαυμάσιος ούτος Πέτρος. Tούτον λοιπόν τον φίλτατον υιόν τους, εσπούδασαν οι γονείς του να παιδεύσουν, με κάθε σοφίαν θείαν και ανθρωπίνην, και έπειτα τον ετίμησαν με βασιλικόν αξίωμα, το οποίον ωνομάζετο των Σχολαρίων. O δε τότε βασιλεύς των Pωμαίων, θαυμάσας την υπερβολικήν ανδρίαν του Oσίου, εποίησεν αυτόν, και χωρίς να θέλη, πρώτον επάνω εις τα στρατιωτικά τάγματα. Kαι έπειτα απέστειλεν αυτόν διά να πολεμήση τους Aγαρηνούς, οπού τω τότε καιρώ εκούρσευον και εσκλάβοναν τα μέρη των Pωμαίων. Πηγαίνωντας δε ο Πέτρος εις τον πόλεμον, ενικήθη, και πιασθείς από τους Aγαρηνούς, κρίμασιν αρρήτοις Θεού, εκλείσθη από αυτούς σιδεροδέσμιος, μέσα εις μίαν σκοτεινήν και βρωμεράν φυλακήν. Aπελπισθείς λοιπόν ο θαυμάσιος από κάθε σωτηρίαν ανθρώπων, όλος εδέετο εκτενώς του Θεού, και τον θαυματουργόν και μέγαν παρεκάλει Nικόλαον, τον οποίον από μικρόν παιδίον είχεν εις μεγάλην ευλάβειαν, υποσχόμενος, ότι εάν ελευθερωθή από τα δεσμά και την φυλακήν, εξάπαντος έχει να παραιτήση τον κόσμον και τα εν κόσμω, και να γένη Mοναχός, καθώς και πρότερον υπεσχέθη εις τον Θεόν, να κάμη τούτο το ίδιον.
Όσιος Πέτρος ο Αθωνίτης
Όθεν ο θεράπων και μιμητής του φιλανθρώπου Θεού Nικόλαος, δεν επαράβλεψε την πίστιν και τα δάκρυα του Oσίου, αλλ’ εφάνη εις το όνειρόν του μαζί με τον Άγιον Συμεών τον Θεοδόχον, και ομού οι δύω έλυσαν τον Πέτρον από τα βαρέα εκείνα και αδιάλυτα δεσμά, και τον ωδήγησαν να υπάγη εις την παλαιάν Pώμην. Eκεί λοιπόν πηγαίνωντας ο Όσιος, εκούρευσε τα μαλλία της κεφαλής του, και ενεδύθη το μοναχικόν σχήμα. Έπειτα εμβαίνωντας μέσα εις καΐκι, ανεχώρησεν από την Pώμην. Kατά δε θείαν αποκάλυψιν οδηγηθείς, έφθασεν εις μίαν άκραν του βουνού του Άθω προς νότον κλίνουσαν, η οποία τότε ήτον ακατοίκητος από Mοναχούς, και παντελώς απεριπάτητος. Eκεί λοιπόν ευρών ένα σπήλαιον, ησύχασεν εις αυτό ο μακάριος, τρεφόμενος μεν, από άγρια χορτάρια, γυμνός δε μείνας τελείως, επειδή υπό της πολυκαιρίας εφθάρησαν παντελώς τα ρούχα του. Eσκεπάζετο δε μόνον από τας τρίχας της κεφαλής και των γενείων του, και ήτον ζωσμένος από φύλλα των χορταρίων. Όθεν πολλούς πολέμους και διαφόρους πειρασμούς υπομείνας ανδρείως από τους δαίμονας, ηξιώθη ο αοίδιμος να λάβη θεϊκάς οπτασίας, και να τρέφεται με άρτον αγγελικόν, ονομαζόμενον μάννα, του οποίου η ουσία, ήτον εις τους ανθρώπους τελείως αγνώριστος. Mε τοιαύτην λοιπόν υπέρ άνθρωπον και αγγελικήν ζωήν, διαπεράσας ο τρισόλβιος χρόνους ολοκλήρους πενηντατρείς, προς τον ποθούμενον Xριστόν εξεδήμησε. Tα δε τούτου κατορθώματα, εφανέρωσεν ο Θεός εν τω τέλει εις ένα κυνηγόν, καθώς διηγείται ο κατά πλάτος Bίος του. Tον οποίον, ελληνιστί μεν, συνέγραψεν ο θείος Γρηγόριος ο Θεσσαλονίκης ο και Παλαμάς επικαλούμενος, ου η αρχή· «Oυ δίκαιόν εστιν ώς γε μοι δοκώ», σωζόμενον εν τη Mεγίστη Λαύρα. Oμοίως και έτερός τις. Eυρίσκεται δε και απλούς εις τον Eφραίμ1.
Όσιοι Πέτρος ο Αθωνίτης και Ονούφριος. Φορητή εικόνα του 16ου αιώνα στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)
Σημείωση
1. Oύτος ελληνικός σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Tο τους των Aγίων Bίους, και την αυτών θεοφιλή».
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
H Aγία Mάρτυς Aντωνίνα, εν θαλάσση βληθείσα, τελειούται
Θάλαμος η θάλασσα νυμφικός γίνη,
Aντωνίναν κρύπτουσα νύμφην Kυρίου.
Aύτη ήτον από την πόλιν της εν Bιθυνία Nικαίας, κατά τους χρόνους Διοκλητιανού και Mαξιμιανού των βασιλέων, και Πρισκιλλιανού άρχοντος, εν έτει τβ΄ [302]. Φερθείσα δε έμπροσθεν εις τον ρηθέντα άρχοντα διά την εις Xριστόν πίστιν και ομολογίαν, εδάρθη εις τα βυζία, και τότε μεν, εβάλθη εις την φυλακήν, έπειτα δε, πάλιν εφέρθη έμπροσθεν του άρχοντος, και κρεμασθείσα εις ένα ξυλον, κατακαίεται εις τας πλευράς, είτα απλόνεται επάνω εις μίαν πυρωμένην σκάραν. Ύστερον δε διεπέρασαν με σούβλας πυρωμένας τας χείρας της, από τας οποίας ευγήκε μία ευωδία γλυκυτάτη, ωσάν από στουράκι. Mετά ταύτα διεπέρασαν παρομοίως με σουβλία πυρωμένα τους αστραγάλους της, και πάλιν έβαλαν αυτήν εις την φυλακήν. Eκεί δε έμεινε ταλαιπωρουμένη, χρόνους ολοκλήρους δύω. Έπειτα εύγαλαν αυτήν από την φυλακήν, και την έρριψαν εις την θάλασσαν, και έτζι έλαβεν η μακαρία τον του μαρτυρίου αμάραντον στέφανον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ο Άγιος αρχιεπίσκοπος Λουκάς, κατά κόσμον Βαλεντίν του Φέλιξ Βόινο – Γιασενέτσκι, γεννήθηκε στις 14/27 Απριλίου 1877 μ.Χ. στο Κέρτς της χερσονήσου της Κριμαίας. Το οικογενειακό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε ήταν ιδιόμορφο καθώς ο πατέρας του ήταν Ρωμαιοκαθολικός ενώ η μητέρα του, αν και ορθόδοξη, περιοριζόταν σε καλές πράξεις χωρίς να συμμετέχει ενεργά στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Πολύ νωρίς μετακομίζουν στο Κίεβο.
Στο Κίεβο ο Βαλεντίν αποφασίζει να σπουδάσει Ιατρική. Παίρνει το πτυχίο του το 1903 μ.Χ. και παρακολουθεί μαθήματα οφθαλμολογίας.
Το 1904 μ.Χ., με το ξέσπασμα του Ρωσο – Ιαπωνικού πολέμου, βρέθηκε στην Άπω Ανατολή, όπου εργάστηκε ως χειρουργός με μεγάλη επιτυχία. Εκεί συναντήθηκε και με την Άννα Βασιλίεβνα Λάνσκαγια, τη μέλλουσα σύζυγό του, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Μετά το τέλος του πολέμου εργάζεται σε διάφορα επαρχιακά νοσοκομεία. Οι επιτυχίες του είναι τόσες πολλές που η φήμη του εξαπλώνεται γρήγορα και ασθενείς καταφθάνουν από παντού. Την ίδια εποχή μελετά σχετικά με την τοπική αναισθησία και συντάσσει επιστημονικά άρθρα. Διαπρέπει στις εγχειρήσεις των οφθαλμών και αποφασίζει να ασχοληθεί με τη θεραπεία των πυογόνων λοιμώξεων.
Το 1917 μ.Χ. ο Βαλεντίν εκλέγεται καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Τασκένδης. Η ρωσική επανάσταση είχε ήδη αρχίσει και η εκκλησία βρέθηκε στο στόχαστρο των Μπολσεβίκων. Η κατάσταση είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Τότε ο Βαλεντίν συνελήφθη για πρώτη φορά. Αιτία ήταν η συκοφαντία ενός νοσοκόμου. Με τη βοήθεια του Θεού αποκαλύφθηκε η αλήθεια και ο γιατρός αφέθηκε ελεύθερος. Η περιπέτεια αυτή όμως, παρά το αίσιο τέλος της, αναστάτωσε την Άννα, η οποία έπασχε ήδη από φυματίωση, και η υγεία της επιδεινώθηκε σε βαθμό που λίγες ημέρες αργότερα υπέκυψε. Μετά τον θάνατό της ο γιατρός εμπιστεύτηκε τα παιδιά του στη Σοφία Σεργκέγεβνα, μια πιστή νοσοκόμα, η οποία τους στάθηκε σαν δεύτερη μητέρα για πολλά χρόνια.
Άγιος Λουκάς Κριμαίας
Ο Βαλεντίν ήταν πολύ πιστός και αυτό ήταν έκδηλο στον τρόπο που εργαζόταν. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν οι πρώτες αντιδράσεις από τους εκπροσώπους του αθεϊστικού καθεστώτος. Στο μεταξύ στους διωγμούς προστίθεται και η πληγή της «ζώσης εκκλησίας» που σκοπό είχε να υπηρετήσει τα συμφέροντα του κράτους διαιρώντας τους κληρικούς και τους πιστούς, και να τους απομακρύνει από την αληθινή πίστη.
Σ’ αυτή την εποχή των δοκιμασιών για την Εκκλησία, ο γιατρός συμμετείχε ενεργά στη ζωή της εκκλησίας. Όταν κατηγορήθηκε ο αρχιεπίσκοπος Τασκένδης και Τουρκεστάν Ιννοκέντιος από τους σχισματικούς, ο γιατρός υπερασπίστηκε με σθένος την κανονική τάξη. Ο αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος, εντυπωσιασμένος από την παρρησία του Βαλεντίν, του προτείνει να γίνει ιερέας. Πράγματι, η χειροτονία του σε διάκονο έγινε στις 26 Ιανουαρίου 1921 μ.Χ. και μια εβδομάδα αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
Το καλοκαίρι του 1923 μ.Χ. η «ζώσα εκκλησία» κάνει την επίθεσή της και εκτοπίζει τον επίσκοπο Ιννοκέντιο. Ο κλήρος και ο λαός της Τασκένδης, όντας στο έλεος των σχισματικών, εκλέγουν στη θέση του επισκόπου τον π. Βαλεντίν Βόινο – Γιασενέτσκι. Η κουρά του σε μοναχό έγινε κρυφά στο σπίτι του ιερέα – καθηγητή. Καταλληλότερο όνομα για το νέο επίσκοπο κρίθηκε εκείνο του αποστόλου, ευαγγελιστή, αγιογράφου και ιατρού Λουκά. Στη συνέχεια, ταξίδεψε ως Πεντζικέντ για να χειροτονηθεί επίσκοπος.
Άγιος Λουκάς Κριμαίας
Το γεγονός αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο και πολύ σύντομα ο επίσκοπος Λουκάς συνελήφθη. Κατηγορήθηκε για προδοσία και φυλακίστηκε. Στη φυλακή είχε την ευκαιρία να ολοκληρώσει και το σύγγραμμά του: «Δοκίμια για την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων», το οποίο όμως δεν εκδόθηκε για πολλά χρόνια, παρόλη τη σημασία του για την ιατρική επιστήμη, επειδή ο συγγραφέας επέμεινε να γραφεί στο εξώφυλλο το αρχιερατικό του αξίωμα.
Στο διάστημα της απουσίας του οι εκπρόσωποι της «ζώσης εκκλησίας» κατέλαβαν τις εκκλησίες, μα ο λαός, πιστός στις συμβουλές του ποιμένα του, απείχε από τους ναούς. Λόγω της μεγάλης του επιρροής οι υπεύθυνοι της G.P.U. («Κρατική Πολιτική Διεύθυνση») αποφάσισαν να απομακρύνουν τον επίσκοπο Λουκά από την Τασκένδη. Την ώρα της αποχώρησής του πλήθος κόσμου στάθηκε στις γραμμές του τρένου προκειμένου να εμποδίσει την αναχώρηση. Ο κόσμος απομακρύνθηκε από τις αστυνομικές δυνάμεις και ο επίσκοπος Λουκάς πήρε τον μακρύ και βασανιστικό δρόμο της εξορίας.
Φυλακίζεται κάτω από άθλιες συνθήκες στη Μόσχα. Εκεί διαπιστώνει τα πρώτα συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας που θα τον συνοδεύσει σε όλη του τη ζωή. Παρόλες τις κακουχίες, η συμπεριφορά του επισκόπου απέναντι σε όλους τους κρατουμένους προκαλούσε το σεβασμό ακόμη και των πιο αρνητικών.
Ενώ οι γιατροί βεβαίωναν πως η κατάσταση της υγείας του δεν το επιτρέπει, ο επίσκοπος Λουκάς αναχώρησε εξόριστος για τη Σιβηρία. Το καθεστώς τον εγκαθιστά στην πόλη Γενισέισκ, για να τον στείλει αργότερα ακόμη 2000 χλμ μακρύτερα στην πόλη Τουρουχάνσκ. Και στο νέο τόπο της εξορίας δεν αρνήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε όσους τις χρειάζονταν, παρόλες τις αντίξοες συνθήκες. Ο λαός του Τουρουχάνσκ τον περιέβαλλε με πολύ αγάπη και σεβασμό. Αυτό ήταν αρκετό για τους αθέους που σχεδίασαν νέα εξορία για τον επίσκοπο – γιατρό, αυτή τη φορά τον έστειλαν πέρα από τον αρκτικό κύκλο, στο χωριό Πλάχινο, όπου κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο ο ήλιος δεν ανατέλλει. Η υγεία του επισκόπου είχε επιδεινωθεί και μια τέτοια εξορία ήταν πολύ επικίνδυνη για τη ζωή του. Αυτός ήταν και ο σκοπός των διωκτών του. Εκεί, στο Πλάχινο, υπέφερε τα πάνδεινα, τόσο λόγω των καιρικών συνθηκών, όσο και λόγω τις αντιμετώπισης από τους κατοίκους της περιοχής. Ευτυχώς, δύο μήνες αργότερα, με αιτία το θάνατο ενός αγρότη οι κάτοικοι του Τουρουχάνσκ ξεσηκώθηκαν και απαίτησαν την επιστροφή του επισκόπου. Οι αρχές δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να υποχωρήσουν. Έτσι ο επίσκοπος Λουκάς, που από όραμα είχε ειδοποιηθεί για το πέρας της δοκιμασίας του, επέστρεψε στο Τουρουχάνσκ και συνέχισε απερίσπαστος τις ασχολίες του για οκτώ ακόμη μήνες, μέχρι, δηλαδή, το τέλος της εξορίας του.
Παρόλες τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, δεν ξέχασε ποτέ τα παιδιά του και επικοινωνούσε μαζί τους όσο πιο συχνά μπορούσε.
Στο Κρασνογιάρσκ παρουσιάζεται στη G.P.U. για ανάκριση. Εκεί ο βοηθός του διοικητή ανακοίνωσε στον επίσκοπο πως μπορούσε να πάει όπου ήθελε, ήταν ελεύθερος. Όπως ήταν φυσικό ο επίσκοπος ξεκίνησε για την Τασκένδη. Δυστυχώς εκεί αντιμετωπίζει τις συκοφαντίες ακόμη και συνεργατών του, γεγονός που τον οδήγησε σε παραίτηση από την έδρα του επισκόπου.
Στην Τασκένδη συνεχίζει τις φιλανθρωπίες του, μα οι αντίπαλοί του δεν έπαψαν να ψάχνουν ευκαιρία για να τον διώξουν.
Η αφορμή δεν άργησε να βρεθεί και ο επίσκοπος βρέθηκε πάλι υπόλογος απέναντι στα κομματικά στελέχη. Ο σκοπός αυτή τη φορά ήταν να τον αναγκάσουν να παραιτηθεί από το ιερό του αξίωμα. Μετά από εξαντλητικές ανακρίσεις και απεργίες πείνας και αφού πέρασε ένα ολόκληρο χρόνο στη φυλακή, ο επίσκοπος, εξορίστηκε για μια ακόμη φορά στη Βόρεια Ρωσία. Οι δραστηριότητές του εκεί ενόχλησαν όχι μόνο τις αρχές αλλά και τους κατοίκους. Σύντομα ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας τον ανάγκασε να πάει στο Λένινγκραντ.
Μετά την ανάρρωσή του πέρασε μια μακρά περίοδο δοκιμασιών και περιπλανήσεων. Οι εκπρόσωποι του Κόμματος πιέζουν τον επίσκοπο να εγκαταλείψει την ιερωσύνη. Στην περίοδο αυτή της πνευματικής δοκιμασίας αρχίζει να χάνει την όραση από το αριστερό μάτι λόγω αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς χιτώνα. Επίσης, τα «Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων» εκδίδονται χωρίς να αναγραφεί το αξίωμά του. Εν καιρώ επανακτά την εσωτερική γαλήνη, που είχε στερηθεί, και περνά δύο χρόνια ηρεμίας και ειρήνης κοντά στα παιδιά του.
Ο επίσκοπος Λουκάς ήταν 60 ετών, όταν συνελήφθη για τέταρτη φορά. Από το φάκελλο που διατηρούσαν στην Ασφάλεια, μπορούμε να γνωρίζουμε τις δραστηριότητές του. Ενώ από τους ασθενείς του δεν έπαιρνε ποτέ χρήματα, έδινε και το μισθό του σε αγαθοεργίες, δηλαδή βοηθούσε όσους φτωχούς, άπορους και εξόριστους ανθρώπους τύχαινε να γνωρίζει. Οι φιλανθρωπικές ενέργειές του ενόχλησαν και πάλι το καθεστώς που τον συνέλαβε εκ νέου και τον οδήγησε στη Σιβηρία.
Όταν στις 21 Ιουνίου 1941 μ.Χ. τα χιτλερικά στρατεύματα μπαίνουν στη Ρωσία, ο επίσκοπος – γιατρός, αν και εξόριστος, προσφέρεται εθελοντικά να εργαστεί για τη θεραπεία των τραυματιών. Τα Κόμμα αναγνωρίζει την αξία του ως γιατρού και τον διορίζει αρχίατρο του στρατιωτικού νοσοκομείου και σύμβουλο όλων των νοσοκομείων της περιοχής. Παρόλα αυτά οι συνθήκες είναι οικτρές ενώ παράλληλα δεν του αναγνωρίζουν κανένα πολιτικό δικαίωμα.
Την Άνοιξη του 1942 μ.Χ. αλλάζει η στάση της πολιτείας απέναντι στον ίδιο, αλλά και απέναντι στην Εκκλησία. Σε όλη την επικράτεια της Ρωσίας ανοίγουν εκκλησίες και ο λαός βρίσκει καταφύγιο στους ναούς από την παραφροσύνη του πολέμου. Για να καλυφθούν οι υπάρχουσες ανάγκες ο επίσκοπος Λουκάς προάγεται σε αρχιεπίσκοπο Κρασνογιάρσκ.
Οι Γερμανοί υποχωρούν και ο αρχιεπίσκοπος μεταφέρεται δυτικότερα, στο Ταμπώφ. Εκείνη την εποχή είναι υπεύθυνος για 150 στρατιωτικά νοσοκομεία. Η Εκκλησία για να τον διευκολύνει τον μεταθέτει στην Αρχιεπισκοπή Ταμπώφ και Μιτσούρινσκ.
Το 1946 μ.Χ. ο αρχιεπίσκοπος Λουκάς βραβεύθηκε με το βραβείο Στάλιν για την ηρωική εργασία του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και για την μεγάλη προσφορά του στην ιατρική επιστήμη.
Στα 70 του χρόνια γίνεται αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας. Εκεί το έργο του είναι δύσκολο. Η φτώχεια έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις που αναγκάζεται να ταΐζει καθημερινά, στο σπίτι του, τους άπορους της περιοχής. Στρέφει το ενδιαφέρον του στην εκκλησιαστική ζωή, καθώς τον αποκλείουν από κάθε επιστημονικό συνέδριο. Κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να ανοίξουν εκκλησίες. Ταυτόχρονα προσπαθεί να πατάξει την αμέλεια και την αδιαφορία των ιερέων τονίζοντας πως πρέπει οι ίδιοι να αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση για τους πιστούς. Παράλληλα εξασκεί το έργο του ιατρού προσφέροντας αναργύρως τις υπηρεσίες του στον πάσχοντα άνθρωπο. Ακολουθώντας το υπόδειγμα του Θεανθρώπου όλη του τη ζωή «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος».
Με τη βελτίωση στις σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους ο αρχιεπίσκοπος βρίσκει την ευκαιρία να επιστρέψει στην αγαπημένη του ασχολία, δηλαδή το κήρυγμα. «Θεωρώ βασικό αρχιερατικό μου καθήκον να κηρύττω παντού και πάντα το Χριστό». Σημειώνει ο ίδιος. Από τα κηρύγματά του καταγράφηκαν περίπου 750, τα οποία αποτέλεσαν 12 τόμους (4500 σελίδες), και έχουν χαρακτηριστεί «εξαιρετικό φαινόμενο στη σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή και θεολογία».
Την Άνοιξη του 1952 επιδεινώνεται η όρασή του, ενώ στις αρχές του 1956 τυφλώνεται οριστικά.
Το 1953 μ.Χ. τον Στάλιν διαδέχεται ο Νικήτας Κρουτσώφ, ο οποίος ξεκίνησε νέο κύμα διωγμών κατά της Εκκλησίας που κορυφώνονται το 1959 μ.Χ. Ο Αρχιεπίσκοπος μεριμνά για το ποίμνιό του και προσπαθεί να του δώσει κουράγιο.
Εκείνη την εποχή γράφει στο μεγαλύτερο γιό το Μιχαήλ: «Είναι όλο και πιο δύσκολο να διευθύνει κανείς τις υποθέσεις της Εκκλησίας. Οι εκκλησίες κλείνουν η μία μετά την άλλη, δεν υπάρχουν ιερείς και ο αριθμός του όλο και ελαττώνεται…Κατά τόπους η αντίδραση φτάνει μέχρι εξεγέρσεως κατά της αρχιερατικής εξουσίας μου. Δεν μπορώ να το υποφέρω στα ογδόντα μου χρόνια. Αλλά με τη βοήθεια του Κυρίου, συνεχίζω το δύσκολο έργο μου».
Η αγάπη του κόσμου προς τον αρχιεπίσκοπο Λουκά ήταν έκδηλη. Ακόμα και αλλόθρησκοι η άπιστοι τον έβλεπαν με σεβασμό.
Ο αρχιεπίσκοπος είναι ήδη 84 ετών. Διαισθάνεται πως το τέλος του πλησιάζει. Τα Χριστούγεννα του 1960 μ.Χ. λειτουργεί για τελευταία φορά και για τον καιρό που απομένει, περιορίζεται στο να κηρύττει. Τελικά την Κυριακή 11 Ιουνίου 1961 μ.Χ., ημέρα που γιορτάζουν οι Άγιοι Πάντες της Αγίας Ρωσίας, κοιμήθηκε ο αρχιεπίσκοπος – γιατρός Λουκάς Βόινο – Γιασενέτσκι. Παρά την έντονη αντίδραση των Κομματικών, η κηδεία του αρχιεπισκόπου μετατράπηκε σε λαϊκή επανάσταση. Η Ε.Π. Λέικφελντ περιγράφει: «Οι δρόμοι πλημμύρησαν από γυναικούλες με άσπρα μαντίλια στα κεφάλια. Προχώρησαν σιγά – σιγά μπροστά από τη σορό του Δεσπότη. Ακόμη και οι γερόντισσες δεν πήγαιναν πίσω. Τρείς σειρές τεντωμένων χεριών λες και οδηγούσαν το αυτοκίνητο. Ο δρόμος μέχρι και το κοιμητήριο ήταν στρωμένος με τριαντάφυλλα. Και μέχρι την πόρτα του κοιμητηρίου ακουγόταν πάνω από τα κεφάλια με τα άσπρα μαντίλια, ο ύμνος: «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς». Ό,τι και να έλεγαν σε αυτό το πλήθος, όσο κι’ αν προσπαθούσαν να τους κάνουν να σιωπήσουν, η απάντηση ήταν μία, κηδεύουμε τον αρχιεπίσκοπό μας».
Το Νοέμβριο του 1995 μ.Χ. ανακηρύχτηκε άγιος από την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία.
Στις 17 Μαρτίου 1996 μ.Χ. έγινε με επισημότητα η ανακομιδή των λειψάνων του, που τέθηκαν για λαϊκό προσκύνημα στο ναό του κοιμητηρίου, αφιερωμένο στη μνήμη των Αγίων Πάντων. Τα λείψανά του εξέπεμπαν μιάν άρρητη ευωδία, ενώ πολλοί ασθενείς θεραπεύτηκαν θαυματουργικά. Τρείς μέρες αργότερα, στις 20 Μαρτίου 1996 μ.Χ., τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στον Ι. Ναό Αγ. Τριάδος. Η μνήμη του ορίστηκε να τιμάται στις 11 Ιουνίου επέτειο της κοιμήσεώς του.
Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν ο Άγιος Λουκάς ήταν στο Γενισέισκ επιχείρησε μια πρωτοποριακή και δυσκολότατη επέμβαση. Του έφεραν ένα νέο άνδρα με βαριά νεφρική ανεπάρκεια σε απελπιστική κατάστασή. Ο επίσκοπος γιατρός, μην έχοντας άλλη λύση, αποφάσισε να κάνει μια «ηρωική» επέμβαση κι επεχείρησε μεταμόσχευση νεφρού από μοσχάρι στο νεαρό ασθενή, παρά τα πενιχρά μέσα που διέθετε. Ο γιατρός που διηγήθηκε το γεγονός αυτό, χαρακτηρίζει επιτυχημένη την επέμβαση, δίχως άλλες λεπτομέρειες για το πόσο έζησε ο ασθενης, τα μετεγχειρητικά προβλήματα κ.λπ. Παρόλο που ήταν η πρώτη εγχείρηση μεταμόσχευσης, δεν έγινε ευρύτερα γνωστή, προφανώς για πολιτικούς λόγους. Δεν θα έπρεπε να προβληθεί ένας «εχθρός του λαού»! Γι’ αυτό επίσημα ως πρώτη τέτοια εγχείρηση θεωρείται του καθηγητή Ι. Ι. Βορόνη το 1934 (μια δεκαετία μετά), όταν έκανε μεταμόσχευση νεφρού χοίρου σε μια γυναίκα με ουραιμία.