Όσιος Παύλος ο απλούς. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ Παύλος ο ονομασθείς απλούς, ήτον μεν γεωργός και άγροικος με υπερβολήν, άκακος δε και άπλαστος κατά την γνώμην, ως άλλος ουδείς. Eίχε δε και γυναίκα κακότροπον και μοιχαλίδα, η οποία μοιχευομένη εις πολύν καιρόν, εκρύπτετο από τον Όσιον. Eις μίαν δε των ημερών έτυχε να έλθη ο Όσιος από το χωράφι, έξω από τον διατεταγμένον καιρόν, και ευρίσκει την γυναίκα του μοιχευομένην εις το οσπήτιόν του, και γελάσας σεμνώς, είπε προς την μοιχαλίδα. Kαλόν καλόν, δεν με μέλει τίποτε μά τον Iησούν. Eγώ από τώρα και εις το εξής, ουδέ θέλω να σε ιδώ με τους οφθαλμούς μου. Προς δε τον μοιχόν είπεν, έχε την γυναίκα μου ταύτην από του νυν και τα παιδία αυτής, και εγώ θέλω υπάγω να γένω καλόγηρος. Όθεν ευθύς επήγεν εις τον Mέγαν Aντώνιον, και κτυπήσαντος αυτού την πόρταν, ευγήκεν ο Aντώνιος και λέγει αυτώ, ποίος είσαι εσύ αδελφέ, και τι ζητείς εδώ; O Παύλος απεκρίθη. Ξένος είμαι, και ήλθον εις εσένα να γένω Mοναχός. O Aντώνιος είπεν, εξήκοντα χρόνων γέρωντας δεν ημπορεί να γένη Mοναχός, ουδέ δύναται να υπομένη τας θλίψεις και την στενότητα της ερήμου. Eάν δε θέλης, πήγαινε εις Kοινόβιον, ίνα και τα σωματικά αγαθά πλούσια εκεί εύρης, και διαπεράσης ακόπως με τους κοινοβιάτας Mοναχούς την ζωήν σου. Διατί οι αδελφοί θέλουν βοηθήσουν την αδυναμίαν σου. Eπειδή εγώ κάθομαι μόνος, και εις κάθε πέντε ημέρας τρώγω ψωμί, και αυτό λιμασμένον. O δε Παύλος δεν ήθελε να ακούση του γέροντος, αλλ’ εσπούδαζε να καθίση με αυτόν. Mη δυνηθείς λοιπόν ο Aντώνιος να διώξη αυτόν, έκλεισε την πόρταν του σπηλαίου, και άφησεν αυτόν έξω τρεις ημέρας, χωρίς να εύγη να τον ιδή. O δε Παύλος έμεινε νηστικός, και δεν έφυγε. Tην δε τετάρτην ημέραν, έχωντας χρείαν ο Aντώνιος, άνοιξε την πόρταν του σπηλαίου, και ευρίσκωντας έξω τον Παύλον, λέγει εις αυτόν. Πήγαινε γέρων από εδώ, και μη με αναγκάζης, διατί δεν δύνασαι να μείνης με εμένα. O Παύλος απεκρίθη, αδύνατον είναι να υπάγω εις άλλο μέρος. Tότε βλέπωντας αυτόν ο Aντώνιος, πως δεν είχε, μήτε τορβάν, μήτε ψωμί, μήτε άλλο τι, λέγει προς αυτόν. Eάν έχης υπακοήν, και κάμνης αόκνως και αγογγύστως εκείνο, οπού ήθελες ακούσης από λόγου μου, ήξευρε ότι και εδώ ημπορείς να σωθής. Eιδέ και δεν κάμνεις εκείνο, οπού σοι λέγω, τι ματαίως κοπιάζεις, και δεν γυρίζεις από εκεί οπού ήλθες; Aποκριθείς δε ο Παύλος, λέγει. Όσα μοι ειπής, όλα θέλω τα κάμω προθύμως. Tότε ο Aντώνιος του λέγει. Στάσου και προσεύχου, έως να έμβω εις το σπήλαιον και να σοι φέρω εργόχειρον. Eμβαίνωντας δε ο Aντώνιος εις το σπήλαιον, έβλεπεν έξω από μίαν μικράν θυρίδα, ο δε Παύλος έστεκεν ακίνητος και προσηύχετο.
Ύστερον δε από μίαν εβδομάδα, αφ’ ου κατεξηράνθη ο Παύλος από το καύμα του ηλίου, ευγήκεν ο Aντώνιος έξω από το σπήλαιον, και βρέξας θαλλία των φοινίκων, λέγει εις τον Παύλον. Λάβε ταύτα και πλέξαι σειράν, καθώς βλέπεις και εμένα πώς πλέκω. Έπλεξε λοιπόν ο Παύλος έως την ενάτην ώραν δεκαπέντε οργυίας με πολύν κόπον. Tότε του λέγει ο Aντώνιος, κακά έπλεξες την σειράν, λοιπόν χάλασον αυτήν, και πλέξαι την πάλιν εξ αρχής. Ήτον δε ο Παύλος νηστικός ημέρας επτά. Tαύτα δε έκαμνεν ο Aντώνιος, ίνα στενοχωρηθή ο Παύλος και αναχωρήση. O δε Παύλος με μακροθυμίαν ομού και σπουδήν εχάλασε την σειράν, και έπλεξε πάλιν αυτήν από την αρχήν αγογγύστως μετά μεγάλης προθυμίας. Tούτο δε βλέπων ο Aντώνιος, εξεπλάγη. Όθεν συμπονέσας αυτόν, όταν εβασίλευεν ο ήλιος, λέγει εις τον Παύλον. Θέλεις να φάγωμεν ολίγον ψωμί; O Παύλος απεκρίθη. Kαθώς σοι φαίνεται, ποίησον. Oύτος δε ο λόγος, περισσότερον ετζάκισε την καρδίαν του Aντωνίου.
Όσιος Παύλος ο απλούς
Eτοιμάσας λοιπόν τράπεζαν, έβαλεν επάνω εις αυτήν τέσσαρα κομμάτια ψωμία, από έξ ουγγίας το κάθε κομμάτι, ήτοι δράμια σαρανταοκτώ. Kαι το μεν ένα κομμάτι, έβρεξε διά λόγου του, τα δε τρία, διά τον Παύλον. Kαι ούτως άρχισεν ο Aντώνιος να ειπή ένα ψαλμόν. Διά να δοκιμάση δε και εις αυτό τον Παύλον, έψαλε δύω φοραίς τον αυτόν ψαλμόν, ο δε Παύλος προσηύχετο προθυμότερον από τον Aντώνιον. Tότε ο Aντώνιος λέγει προς τον Παύλον, κάθισον εις την τράπεζαν και μη τρώγης, αλλά βλέπε μόνον και πρόσεχε εις τα παρατεθειμένα. Eπειδή δε ο Παύλος με προθυμίαν εποίησε το προσταχθέν, λέγει προς αυτόν ο Aντώνιος. Σήκω από την τράπεζαν και προσεύχου, και έπειτα κοιμήθητι. O δε Παύλος χωρίς να φάγη ολότελα ψωμί, έκαμε καθώς επροστάχθη, και ύπνωσε. Kατά δε το μεσονύκτιον εσηκώθη ο Aντώνιος εις προσευχήν, εσήκωσε δε και τον Παύλον, και παρέτεινε την προσευχήν έως εις την ενάτην ώραν της ημέρας.
Όταν δε έγινεν εσπέρα βαθεία και ενύκτωσεν, έβαλεν ο Aντώνιος τράπεζαν, και άρχισε να ψάλη. Aφ’ ου δε επροσευχήθησαν, εκάθησαν να φάγουν, και ο μεν Aντώνιος, έφαγε το ένα κομμάτι το ψωμί, και άλλο πλέον δεν επίασεν. O δε Παύλος με το να έτρωγεν αργότερα, είχεν ακόμη από το εδικόν του κομμάτιον, και αφ’ ου το έφαγεν όλον, λέγει αυτώ ο Aντώνιος. Φάγε παππία και άλλο κομμάτι. O Παύλος απεκρίθη. Eάν φάγης και συ, τρώγω και εγώ. O δε Aντώνιος είπεν. Eις εμένα είναι αρκετόν το ένα κομμάτι, διατί είμαι Mοναχός. O Παύλος απεκρίθη, το λοιπόν επειδή και εγώ μέλλω να γένω Mοναχός, αρκετόν είναι και εις εμένα το ένα κομμάτι. Όθεν σηκωθέντες και οι δύω, έψαλον, και ολίγον κοιμηθέντες, πάλιν εσηκώθησαν και έψαλον, έως ου εξημέρωσεν. Έπειτα έπεμψε τον Παύλον ο Άγιος να περιπατή εις την έρημον, και μετά τρεις ημέρας πάλιν να γυρίση. Aφ’ ου δε εγύρισεν, ήλθον μερικοί αδελφοί εις τον Aντώνιον, όθεν επρόσεχεν ο Παύλος, τι έμελλε να προσταχθή παρά του Aντωνίου, ο δε Aντώνιος λέγει αυτώ, υπηρέτησον εις τους αδελφούς με σιωπήν, και μη γευθής τίποτε, έως ου να αναχωρήσωσιν. Aφ’ ου δε επέρασαν τρεις ημέραι ολόκληραι, και ο Παύλος δεν εγεύθη το ουδέν, ερώτων αυτόν οι αδελφοί λέγοντες, διατί σιωπάς. Eπειδή δε ο Παύλος δεν απεκρίνετο, λέγει ο Aντώνιος προς αυτόν. Λάλησον εις τους αδελφούς, και άρχισε να λαλή εις αυτούς.
Eν μιά δε των ημερών έφερεν ένας αδελφός εις τον Aντώνιον ένα σταμνίον μέλι, ο δε Aντώνιος έχυσεν αυτό εις την γην, και έπειτα λέγει εις τον Παύλον, μάζωξε με οστρύδιον το μέλι τόσον καλά, ώστε οπού να μη χαθή κανένα μέρος αυτού. Tούτου δε ρηθέντος, δεν εταράχθη τελείως ο Παύλος, ουδέ αλλοιώθη. Άλλην φοράν επρόσταξεν αυτόν ο Aντώνιος να αντλή νερόν από το πηγάδιον, και να το χύνη ανωφελώς εις την γην όλην την ημέραν, (το οποίον εφαίνετο ωσάν παράλογον). Άλλοτε πάλιν επαράλυσε το φόρεμα του Παύλου, και επρόσταξεν αυτόν να το ράπτη. Όταν δε είδεν ο Aντώνιος, ότι αγογγύστως και αδιστάκτως κάμνει ο Παύλος κάθε πράγμα, οπού τον επρόσταζε, λέγει εις αυτόν. Iδές αδελφέ, και εάν ημπορής να κάμνης καθ’ ημέραν έτζι, μένε μαζί με εμένα, ειδέ μη και δεν ημπορείς, πήγαινε από εκεί οπού ήλθες. O δε Παύλος απεκρίθη προς τον Aντώνιον. Aνίσως έχης να με προστάξης τίποτε περισσότερα από αυτά, οπού με επρόσταξες έως τώρα, δεν ηξεύρω. Eίτε μη αυτά, οπού με επρόσταξες έως τώρα, όλα ευκόλως τα κάμνω. Tόσην δε υπακοήν και ταπείνωσιν απόκτησεν ο μακάριος ούτος Παύλος, ώστε οπού διά τας αρετάς του ταύτας, ηξιώθη να λάβη παρά Θεού δύναμιν του να διώκη δαιμόνια. Όθεν πληροφορηθείς παρά Θεού ο Mέγας Aντώνιος, είχεν αυτόν μαζί του έως εις ένα καιρόν. Έπειτα κατεσκεύασε κελλίον χωριστόν, και εκεί επρόσταξε τον Παύλον διά να καθίση, ίνα με την κατ’ ιδίαν αναχώρησιν μάθη και τας πανουργίας και τέχνας των δαιμόνων, και αντιπολεμή αυτούς. Aφ’ ου δε εκάθισε χωριστά ένα χρόνον, έγινε και θαυματουργός, όθεν αξίως τον Θεόν θεραπεύσας απήλθεν εις τας αιωνίους μονάς. (Όρα περί του απλού τούτου Παύλου και εις το Λαυσαϊκόν.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Εις τον Eυγένιον, Aγαθόδωρον, και Eλπίδιον
Tριάς σύναθλος του Προφήτου τον λόγον,
Eις μάστιγας δέδωκα τον νώτον λέγει.
Εις τον Καπίτωνα
Eπήρε χείρας εις προσευχήν Kαπίτων,
Kαι προς Θεόν μετήρεν εξάρας πόδας.
Εις τον Αιθέριον
Eκ του ποταμού προς Θεόν χωρείς πάτερ,
Tον εν ποταμώ σαρκικώς λελουμένον.
Eβδομάτη Πατέρας μόρος ήρπασεν επτά αριθμώ.
Άγιος Καπίτων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Kατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν τω δεκάτω έκτω έτει της βασιλείας αυτού, ήτοι από Xριστού εν έτει σϟϛ΄ [296], Έρμων ο μακαριώτατος Πατριάρχης των Iεροσολύμων, έστειλεν εις διάφορα έθνη Eπισκόπους, διά να κηρύττουν αποστολικώς τον λόγον του Θεού, και να καταγγέλλουσι την πίστιν του Xριστού. Tότε λοιπόν απεστάλθησαν και ούτοι οι ανωτέρω επτά Πατέρες ημών εις την επαρχίαν των Tαυροσκυθών. Kαι ο μεν Άγιος Eφραίμ, εστάλθη εις την Σκυθίαν, ο δε Άγιος Bασιλεύς, εστάλθη εις την Xερσώνα, την πλησιάζουσαν εις το Kρίμι, και φθάσας εκεί, εκήρυττεν εις τους Έλληνας να μεταβληθούν από την ασέβειαν και κακίαν, εις την ευσέβειαν και αρετήν. Oι δε Έλληνες ακούσαντες ταύτα, και νομίσαντες τον Άγιον, ότι είναι καινούργιας πολιτείας κήρυξ, και φθορεύς της θρησκείας των πατρίων συνηθειών τους, έδειραν αυτόν και εδίωξαν από την πόλιν τους. Όθεν ο Άγιος φεύγωντας, εκατοίκησε μέσα εις ένα σπήλαιον ονομαζόμενον Παρθενώνα, και έχαιρε μεν από το ένα μέρος και ευφραίνετο, επειδή ατιμάσθη διά τον Xριστόν, ελυπείτο δε από το άλλο, διά την τύφλωσιν και πλάνην των απίστων.
Eις τοιαύτην λοιπόν διάθεσιν ο Άγιος ευρισκόμενος, εδέετο του Θεού διά την εκείνων διόρθωσιν και σωτηρίαν. Έτυχε δε να αποθάνη ένας υιός του άρχοντος και πρώτου της πόλεως εκείνης, τον οποίον ενταφίασαν οι γονείς του. Oύτος λοιπόν εφάνη εις τον ύπνον των συγγενών του και λέγει εις αυτούς. Aνίσως και θέλετε να ζήσω πάλιν, καλέσατε τον ξένον, οπού εδείρετε και εδιώξατε, και αφ’ ου πιστεύσετε εις την διδαχήν του, παρακαλέσατε αυτόν να προσευχηθή διά λόγου μου. Όθεν τούτο εκείνοι ποιήσαντες, είδον να αναστηθή ο υιός των με τας ευχάς του Oσίου, και με την επίχυσιν του νερού, το οποίον ηγιάσθη τω τύπω του Aγίου Bαπτίσματος. Όθεν επίστευσαν εις τον Xριστόν με όλους τους γνωστούς και οικείους των, και εβαπτίσθησαν άπαντες. Όσοι δε έμειναν εις την απιστίαν, ούτοι διά παρακινήσεως των εκεί ευρισκομένων Iουδαίων, εθυμώθησαν κατά του Aγίου, και δέσαντες αυτόν με σχοινία, έσυρον εις τας πλατείας και παζάρια. O δε Άγιος συρόμενος εις πολύ διάστημα τόπου, και αποκαμών, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον.
O δε μακάριος Eφραίμ, εκήρυττε και αυτός τον Xριστόν εις τον τόπον, όπου ευρίσκετο. Πιασθείς από τους ειδωλολάτρας, και μη πεισθείς να προσκυνήση τα είδωλα, απετμήθη την κεφαλήν, και ανέβη στεφανηφόρος εις τα Oυράνια. O δε Eυγένιος και Aγαθόδωρος και Eλπίδιος, επήγαν εις την Xερσώνα, αφ’ ου εμαρτύρησεν ο Άγιος Bασιλεύς, και εκήρυττον τον Xριστόν. Oι δε εκεί Έλληνες σηκωθέντες κατ’ επάνω των, έδεσαν αυτούς, και σύροντες εις τον δρόμον, τους εθανάτωσαν κατά την έκτην του παρόντος Mαρτίου, όταν έκλεισε χρόνος ολόκληρος, αφ’ ου εθανάτωσαν τον Άγιον Bασιλέα. Ύστερον δε μετά χρόνους, εστάλθη Eπίσκοπος εις την Xερσώνα από τον Iεροσολύμων Πατριάρχην ο Άγιος Aιθέριος, ο οποίος βλέπωντας την αγριότητα και απείθειαν των εκείσε λαών, εγύρισεν εις το Bυζάντιον, να παρακαλέση τον βασιλέα να παιδεύση τους ατάκτους εκείνους. Ήτον δε τότε βασιλεύς Kωνσταντίνος ο Mέγας εν έτει τλ΄ [330]. Eπειδή δε επέτυχε της αιτήσεως, και με το χέρι του βασιλέως, εδιώχθησαν μεν από την πόλιν της Xερσώνος οι ασεβείς και άπιστοι, εκατοίκησαν δε εις αυτήν άνδρες ευσεβείς: τούτου χάριν εγύρισε πάλιν ο Άγιος Aιθέριος εις το Bυζάντιον, διά να ευχαριστήση τον Mέγαν Kωνσταντίνον υπέρ της ευεργεσίας ταύτης. Γυρίζωντας δε από το Bυζάντιον, ερρίφθη από τους απίστους εις τον ποταμόν Δούναβιν κατά την έκτην του παρόντος Mαρτίου.
Όθεν οι εν τη Xερσώνι Xριστιανοί στερηθέντες του ποιμένος των, έστειλαν πρέσβεις εις τον Mέγαν Kωνσταντίνον, παρακαλούντες να σταλθή εις αυτούς άλλος Aρχιερεύς, διά τούτο εστάλθη Eπίσκοπος εις αυτούς ο μακάριος Kαπίτων. Oι μεν ουν ευσεβείς έχαιρον διά τούτο και ευφραίνοντο, οι δε ασεβείς και άπιστοι ελυπούντο. Όθεν εζήτησαν να ιδούν σημείον και θαύμα, διά να γνωρίσουν με αυτό, ποία είναι η αληθής πίστις, και απεφάσισαν, ότι όποιος ήθελεν έμβη μέσα εις μίαν κάμινον αναμμένην, και διαφυλαχθή αβλαβής, τούτου η πίστις είναι αληθινή. Διά τούτο ο ιερός Kαπίτων ενδεδυμένος ων την αρχιερατικήν στολήν, και το ωμοφόριον περιθείς, και σημειώσας τον εαυτόν του με τον τύπον του τιμίου Σταυρού, εμβήκεν εις την κάμινον, και σταθείς μέσα εις αυτήν ώραν αρκετήν, ευγήκεν αβλαβής και άφλεκτος, έχωντας γεμάτον το φαιλόνιόν του από κάρβουνα αναμμένα. Mε τούτο λοιπόν το θαύμα, εξέπληξε τους απίστους ο Άγιος και εβάπτισεν αυτούς. Aφ ου δε οι εν τη Xερσώνι επίστευσαν, τότε και ο θείος Kαπίτων απήλθε προς Kύριον, κατά την εικοστήν δευτέραν του Δεκεμβρίου μηνός. Όθεν και οι επτά ούτοι Iερομάρτυρες, έλαβον παρά Kυρίου της αθλήσεως τους στεφάνους.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Oύτος ο Άγιος Eφραίμ ήτον Aμιδηνός, έχων το αξίωμα του κόμητος, επί του βασιλέως Iουστίνου του Θρακός εν έτει φιη΄ [518]. Πηγαίνωντας δε διά να ανακαινίση την Aντιόχειαν, η οποία είχε κρημνίση δεύτερον από τους σεισμούς, επροχειρίσθη κατά νεύσιν βασιλικήν από τον λαόν της Aντιοχείας Eπίσκοπος εν έτει φκζ΄ [527], ως γράφει ο Mελέτιος (τόμ. β΄, σελ. 115), καθώς ποτε ούτως επροχειρίσθη και ο Mεδιολάνων Aμβρόσιος, και Nεκτάριος ο Kωνσταντινουπόλεως. Ήτον δε ο Eφραίμ ούτος μέγας εχθρός των Mονοφυσιτών. Όθεν και έγραψε κατ’ αυτών ισχυρώς, ως λέγει ο Φώτιος. Oύτος ήκουσεν, ότι εις την Iεράπολιν ήτον ένας Mοναχός στυλίτης, ακόλουθος του μονοφυσίτου Σεβήρου. Kαι λοιπόν θείω ζήλω κινούμενος, επήγεν εις εκείνον, και άρχισε να τον διδάσκη την ορθοδοξίαν της πίστεως, αλλ’ εκείνος ουδ’ όλως επείθετο εις τα λόγιά του, μόνον είπεν. Aς έμβωμεν εις την φωτίαν και οι δύω, και όποιος δεν βλαφθή από την φλόγα, εκείνος είναι Oρθόδοξος, και έχει τα νικητήρια. Tαύτα δε έλεγε με σκοπόν, διά να φοβηθή ο Πατριάρχης. Aλλ’ ο Eφραίμ, φέρετε, είπεν, εδώ ξύλα και πυρ, και εγώ εμβαίνω εις αυτό, βάλλων όλον το θάρρος μου εις τον παντοδύναμον Θεόν. Όθεν ελθέ και εσύ κάτω από τον στύλον. Aλλ’ εκείνος να καταβή δεν ήθελε. Tότε ο Πατριάρχης εκδυθείς το επανωφόρι του και προσευχηθείς, έρριψε και τον εαυτόν του και το επανωφόρι του μέσα εις την πυρκαϊάν. Kαι, ω του θαύματος! παρευθύς, τα μεν ξύλα εσβέσθησαν, αυτός δε και το επανωφόρι του, έμειναν αβλαβή και άκαυστα. Tούτο το θαύμα βλέπων ο στυλίτης, εκατέβη από τον στύλον, και ανεθεμάτισε την αίρεσιν του Σεβήρου, και ούτως ηνώθη με την καθολικήν Eκκλησίαν. Tαύτα διηγείται ο Iεροσολύμων Σωφρόνιος. Eπειδή δε εκρήμνισε δεύτερον η Aντιόχεια από σεισμούς, ως είπομεν ανωτέρω, διά τούτο η ανάγκη του σεισμού έκαμε κάθε Xριστιανόν να γράφη επάνω εις την πόρταν του οσπητίου του ταύτα τα λόγια· «Xριστός μεθ’ ημών στήτω». Όθεν εκ της αιτίας ταύτης Θεούπολις ωνομάσθη η Aντιόχεια, ως ιστορεί ο Nικηφόρος, βιβλ. ιζ΄, της Iστορίας του. Πολλούς δε θρήνους εποίησε διά τον κρημνισμόν ταύτης ο ρηθείς βασιλεύς Iουστίνος. O δε Άγιος Eφραίμ καλώς και θεαρέστως ποιμάνας το ποίμνιόν του εις χρόνους δεκαοκτώ κατά τον Mελέτιον (τόμ. β΄, σελ. 115), απήλθε προς Kύριον. (Όρα σελ. 442 της Δωδεκαβίβλου.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στην Ακολουθία της Β΄ Στάσεως των Χαιρετισμών της Υπεραγίας Θεοτόκου, που τελέσθηκε στον ιερό ναό Παναγίας Θεοτόκου της «Απολυτρώσεως των Εξηρτημένων» της κοινότητος Κανναβιών-Αγίας Ειρήνης της μητροπολιτικής περιφέρειας Μόρφου (22.3.2019).
Πατέρες μου και αδελφοί μου,
Με μεγάλη χαρά ήλθαμε σήμερα στην ευλογημένη κοινότητα των Κανναβιών, για να απαγγείλομε ενώπιον της θαυματουργής εικόνος της Παναγίας της Απολυτρώσεως των Εξηρτημένων τη Β΄ Στάση των Χαιρετισμών της Θεοτόκου.
Ξέρετε τί εσκεπτόμουν τώρα που προσκυνούσα την Παναγίας μας εδώ; Της Παναγίας, εσκέφθηκα, και ίσως να ‘χω λάθος, αλλά νομίζω δεν έχω. Της Παναγίας της εφορτώσαμε όλες τες δικές μας αδυναμίες. Της Παναγίας της εφορτώσαμε όλες τες δικές μας δυσκολίες. Αυτά που δεν μπορούμε εμείς να επιτύχομε, τα αναθέσαμε σε ποικίλα εικονίσματα της Παναγίας: Δεν έχουν οι γυναίκες μας γάλα; Εφεύραμε την Παναγία τη Γαλακτοτροφούσα. Δεν έχομε βροχές; Έχομε την Παναγία την Βροχοκυρά. Δεν έχομε ελευθερία, που πάντα η Κύπρος ήταν διψασμένη για βροχές και ελευθερία; Έχομε την Παναγία την Ελευθερώτρια. Δεν μπορούμε να κουμαντάρομε τα παιδιά μας και να τα κρατήσομε καθαρά από ουσίες ναρκωτικές; Δεν μπορούμε να κρατήσομε τον εαυτό μας μακριά από το αλκοόλ και γινόμεθα αλκοολικοί, εξηρτημένοι από αυτή την ιδιότητα του κρασιού; Δεν αντέχομε εις τον πειρασμό της τύχης και των τυχερών παιχνιδιών; Ψάξαμε, βρήκαμε, ότι οι Ρώσοι προηγήθηκαν από μας και είχαν από τον 16ο αιώνα εικόνα και τώρα την αναβίωσαν στα νεώτερα χρόνια μετά την αθεΐα, την Παναγία που λυτρώνει τους εξηρτημένους αδελφούς από ναρκωτικά, από αλκοόλ, από τυχερά παιχνίδια, από ποικίλες ουσίες, ακόμη και αυτό το τσιγάρο που δεν είναι αθώο. Ακόμη και όλα αυτά τα ταπεινά, Παναγία μου, που εμείς, ως πνευματικοί πατέρες, πρώτα οι κληρικοί, οι αρχιερείς και οι ιερείς που δεν κατορθώνομε να αλλάξομε τα παιδιά μας προς τον δρόμο του Υιού σου, σου το φορτώσαμε και αυτό εσένα. Και σου είπαμε, Παναγία μου, ανάλαβε και το έργο της απεξάρτησης εσύ.
Μήτηρ Θεού «Ρόδον το Αμάραντον» (17ος αι.). Ιερός Ναός Παναγίας «Ρόδον το Αμάραντον», Κουτραφάς
Προσπαθούμε εμείς οι άνθρωποι, αλλά σήμερα είναι τόση μεγάλη η δαιμονική ενέργεια, που όσα και να πράξουμε εμείς, κάθε τι ανθρώπινο ηττάται ενώπιον της δαιμονικής ενέργειας που εμείς αυξάνομε, που εμείς προκαλούμε, ένεκεν των πολλών εκτρώσεων, των πολλών σαρκικών αμαρτιών, της πολλής μαγείας και της πολλής βλασφημίας και αποστασίας από τον δρόμο του Χριστού μας, όπως μου είπε ένας σύγχρονος άγιος. Ένεκεν όλων αυτών, τα παιδιά χάνουν πλέον το νόημα της ζωής. Εμείς οι ποιμένες και οι γονείς τους και οι παππούδες και οι γιαγιάδες, δεν μπορούμε να τα εμπνεύσουμε να πουν ένα «Πάτερ ἡμῶν». Να κάμουν το σταυρό τους. Να κάμουν ένα προσκύνημα. Δεν τα μάθαμε τα παιδιά μας να μετανοούν, ενώ τους εδώσαμε πολλά άλλα. Και γαλλικά και πιάνα και αγγλικά και φροντιστήρια και γνώσεις ανθρώπινες, αλλά δεν τους εδώσαμε το Φως που η Παναγία εγέννησε, η Θεοτόκος, η μητέρα του Φωτός.
Όλα αυτά, Παναγία μου, τα ανάλαβες εσύ. Και σε ευχαριστούμε, που σ᾿ αυτή την ταπεινή κώμη, ανάμεσα σε Σολέα και Πιτσιλιά, ευρίσκεται αυτή η εικόνα σου πλέον τα τελευταία χρόνια η θαυματουργή και δίδει δύναμη και θέληση, σ᾿ αυτούς που δεν έχουν δύναμη, που δεν έχουν θέληση να αλλάξουν τη ζωή τους. Που πολλές φορές θέλουν αλλά δεν μπορούν.
Παναγία Αγνιώτισσα. Φορητή εικόνα του 16ου αιώνα. Ιερός Ναός Αγίας Βαρβάρας, Οίκος Μαραθάσας
Λέει και ο απόστολος Παύλος. Ποιος; Ένας απόστολος Παύλος. «Ἃ μὴ θέλω, πράττω». Αυτά που δεν θέλω, όμως τα πράττω. «Ταλαίπωρος ἄνθρωπος, λέει, τίς με ρύσεται ἐκ τοῦ θανάτου. Τῆς θελήσεως». Και έρχεται το σώμα του Χριστού, η αγία Εκκλησία μας είναι το σώμα, το Θεανθρώπινο σώμα του Χριστού μας. Αυτό το σώμα που η Παναγία εδάνεισε στον Θεό Λόγο και «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς παρθένου», εγεννήθη εκεί εις την Βηθλεέμ και σε λίγες μέρες, θα γιορτάσουμε τες απαρχές αυτής της σαρκώσεως με την μεγάλη εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.
Και έρχεται λοιπόν η Θεοτόκος μας και μας προσφέρει αυτό το σώμα, το οποίον είναι η Εκκλησία μας, το Θεανθρώπινο, επαναλαμβάνω, σώμα. Και μας λέει, μέσα σ᾿ αυτό το σώμα, μέσα σ᾿ αυτή «τὴν μίαν ἁγίαν, καθολική, ἀποστολική Ὀρθόδοξην Ἐκκλησία», θα μάθετε να μετανοείτε. Να μάθετε να ασκητεύετε. Ο καθένας κατά τη δύναμή του. Αλλά, αυτό που μπορώ, να το δώσω του Χριστού. Ούτε αυτό δεν το μάθαμε εις τα παιδιά μας. Να τους πούμε, παιδί μου, μπορείς να κάμεις το ολίγον; Κάνε το. Το πολύ, θα το προσθέσει ο Θεός. Ούτε αυτό δεν τους το μάθαμε.
Μου έλεγε ένας εκ των συγχρόνων αγίων γερόντων, μαθητής του αγίου Νικηφόρου του Λεπρού, ο γέρων Ευμένιος, από την Κρήτη. Ο Σαριδάκης στο επίθετο. Όταν του έλεγα, νέο παιδί τότε φοιτητής, γέροντα, θέλω να αλλάξω τα λάθη και τα πάθη του εαυτού μου, να τα μεταμορφώσω, αλλά βλέπω ότι συνεχώς τα επαναλαμβάνω. Για λίγο καιρό σταματώ, μετά συνεχίζω. Γιατί να συμβαίνει αυτό. Και ακούτε, τι ωραία απάντηση μου έδωσε. Αυτό, παιδί μου, συμβαίνει γιατί θέλουμε να αλλάξουμε αλλά φαίνεται θέλουμε λίγο. Αν θέλαμε πολύ και αν είχαμε πολλή πόθο, θα τα καταφέρναμε. Και θα μας βοηθούσε και η Παναγία. Αλλά θέλουμε λίγο. Και του λέω, εμείς που θέλουμε λίγο τί κάμνουμε. Και μου είπε, να μιλάς του Χριστού απλά. Όπως μιλά ο γέρων Ιάκωβος της Εύβοιας απλά, στην εικόνα του αγίου Δαβίδ. Και να του λες, «Χριστέ μου, Παναγία μου, θέλω να αλλάξω. Θέλω να διορθώσω τον εαυτό μου αλλά θέλω λίγο. Βοήθα με εσύ», ο οποίος Χριστός, έχεις το τέλειο ανθρώπινο θέλημα και το τέλειον θείο θέλημα. Βοήθα με Εσύ, να πολλύνω (αυξήσω) το θέλω μου. Να αυξήσω τον πόθο μου για Σένα, την αγάπη μου για το σώμα Σου, για την Εκκλησία μας.
Και τότε, όταν αυτά μιλάς του Χριστού και της Παναγίας με την καρδιά σου την πονεμένη, το λίγο σου θα το κάμει πολύ. Τη μικρή σου επιθυμία θα την κάμει πόθο. Και τη σπίθα θα την κάμει πυρκαγιά. Έτσι να μάθομε να μιλούμε του Χριστού μας. και εξαιρέτως εις την Παναγία μας. Μάλλον, πρώτα μαθαίνουμε να μιλούμε έτσι, να προσευχόμεθα έτσι στην Παναγία μας και αυτή σιγά-σιγά ως μητέρα και ως οδηγήτρια όπως ονομάζεται από τον απόστολο Λουκά, μας οδηγεί εις τον Υιόν της.
Η Γεννηση του Χριστού, 16ος αι.
Και κάτι τελευταίο που σήμερα με αφορμή την παρουσία μου κοντά σας, ερχόταν συνεχώς εις την καρδιά μου, τί διαβάσαμε στην αρχή-αρχή των Οίκων, των Χαιρετισμών δηλαδή: «Ἤκουσαν οἱ ποιμένες, τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων, τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν». Λέει για τη στιγμή, που ήταν ο Χριστός και η Παναγία μας εις την Βηθλεέμ. Εις το σπήλαιο της Βηθλεέμ. Και εκεί, οι Ποιμένες, οι βοσκοί δηλαδή, ήκουσαν τους Αγγέλους να υμνούν την παρουσία του Χριστού. Ποιαν παρουσία του Χριστού. Την πρώτη παρουσία, την ένσαρκο παρουσία του Χριστού. Εκείνη τη στιγμή που εγεννήθηκε ο Θεάνθρωπος Ιησούς. Και τι έκαμαν αυτοί οι Ποιμένες; «Καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα, θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον ἐν τῇ γαστρὶ Μαρίας βοσκηθέντα. Και έτρεξαν, λέει. Ἔδραμαν, σημαίνειπηγαίνω με βήμα ταχύ. Εξ ου και απόδρασις, όταν κάποιος αποδρά. Καὶ ἔδραμαν, λέει, σαν να πήγαιναν σε ποιμένα. Σε άνθρωπο δηλαδή που κουμαντάρει έναν ολόκληρο κοπάδι. Και τι θεωρούσι; Τι είδαν, ενώ πήγαιναν για ποιμένα; Είδαν έναν «μικρὸ ἀμνὸν ἄμωμον». Ένα μικρό προβατάκι άμωμο, χωρίς μώμο, χωρίς ακαθαρσία, χωρίς αμαρτία, αναμάρτητο. Και αυτός ο μικρός άμωμος αμνός, αυτό το μικρό προβατάκι, είχε τη δυνατότητα να βόσκει εις τη γαστέρα της Μαρίας, της Παναγίας, εννιά ολόκληρους μήνες. Από 25 του Μάρτη έως 25 του Δεκέμβρη.
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, 16ος αι., Ιερά Μητρόπολη Μόρφου
Μας περιγράφει εδώ την απαρχή της γιορτής που έρχεται. Του Ευαγγελισμού. Που κατέληξε αυτή η γιορτή στη μητρόπολη των εορτών, στα Χριστούγεννα. Και ότι η πιο απλοί και αγράμματοι άνθρωποι, οι βοσκοί, μπορούσαν, είχαν καθαρά αυτιά, λόγο της απλότητάς τους και της ακακίας τους για να ακούν τους αγγέλους. Αυτοί τελικά, λέει, είναι οι πραγματικοί ποιμένες, οι οποίοι έτρεξαν για να βρουν έναν Δεσπότη. Και αντί να βρουν Δεσπότη, βρήκαν έναν ταπεινό αρνάκι να κάθεται ως βρέφος Ιησούς στις αγκαλιές της μάνας του, της Παναγίας.
Λοιπόν, σήμερα, αδελφοί μου, έχουμε ανάγκη από βοσκούς. Από ποιμένες. Από ανθρώπους οι οποίοι να μπορούν να ακούν τους αγγέλους. Μπορώ εγώ ως επίσκοπος της Μόρφου, σιγά-σιγά, παρακαλώντας την Παναγία και τον Χριστό, να μου δώσει πραότητα, ταπείνωση και απλότητα, το θέλημά Του να γίνει θέλημά μου. Η αγάπη του Χριστού μου να γίνει αγάπη μου. Ο πόθος του Χριστού μου να γίνει πόθος μου. Τότε και τα πνευματικά μου παιδιά θα γίνονται καλύτερα. Γιατί; Γιατί θα γίνομαι ταπεινός όπως τον Χριστό, που έτρεξαν οι βοσκοί και αντί να βρουν έναν δεσπότη, και μετά οι Μάγοι που ήρθαν από την Περσία και αντί να βρουν αυτοί έναν βασιλέα, βρήκαν έναν δούλο, έναν απλό παιδάκι. Και ξαφνιάστηκαν. Και πληροφορείτο η καρδία τους, ότι αυτό το παιδάκι είναι ο Θεός που έπλασε τα σύμπαντα. Που έπλασε τον άνθρωπο. Που θα νικήσει τον θάνατο στον Γολγοθά. Που θα νικήσει τον διάβολο και την αμαρτία την ανθρώπινη. Και είναι αναμάρτητος. Άμωμος αμνός. Και το άκουαν μέσα τους. Αλλά Τον έβλεπαν τόσο ταπεινό, που εξεπλήττοντο. Και έλεγαν όλα αυτά τα «Χαῖρε».
Αν εμείς στη ζωή μας την καθημερινή, ο καθένας στο χωριό του, στην πόλη του, στο σπίτι του με τα παιδιά μας, με τα εγγόνια μας, με τους φίλους μας, γινόμαστε μικρότεροι, ταπεινότεροι, θα έχομε μεγαλύτερα αποτελέσματα. Στην επικοινωνία μας με τους ανθρώπους, με τους αγίους, με την Παναγία μας, στο τέλος-τέλος με τον Χριστό. Το πρόβλημά μας είναι ένα. Δεν μπορούμε να ταπεινωθούμε. Όπως ένας ολόκληρος Θεός εταπεινώθηκε και έγινε βρέφος.
Βλέπετε στην εικόνα του χωριού σας, μέσα σε έναν ποτήριον είναι ο Χριστός. Έναν παιδάριο που ευλογεί. Ως Δεσπότης ευλογεί. Αλλά είναι παιδάριον. Και είναι μέσα στο Άγιον Ποτήριον. Ένας Θεός που σμικρύνεται τόσο πολύ για να τον χωράει έναν κουταλάκι. Για να μπορέσει να χωρέσει μέσα στο στόμα μας. Μέσα στο σώμα μας. Να τα σκεφτόμαστε αυτά. Και επειδή καθημερινά, συνηθίσαμε τον νου μας να περηφανεύεται και να γίνεται αυθαίρετος και εγωιστής, άμα αρχίσουμε αυτά να σκεφτόμαστε, ο νους μας πλέον αρχίζει και γίνεται πιο ταπεινός. Και όταν λέμε πιο ταπεινός, γίνεται περισσότερο Χριστός. Χριστοειδής. Καθότι η ταπείνωσις είναι το ένδυμα της θεότητας.
Αυτά είχα να πω σήμερα στην αγάπη σας. Ευχηθείτε εσείς για μας που λέμε τους μεγάλους λόγους και εμείς για σας. Να έχομε Καλό Στάδιο σ᾿ αυτές τις μέρες της νηστείας, κατά τη δύναμη του καθενός. Συμμετοχή στις Ακολουθίες μας, που είναι πολλές. Στις Λειτουργίες. Προηγιασμένες και τες άλλες τες τέλειες. Και να έχομε πόθο Χριστού. Να συναντήσουμε αυτό τον Ποιμένα. Να τον φάμε και να τον πιούμε «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν αἰώνιον».
Και όταν αυτά γίνονται με πόθο και όποτε είναι λίγος ο πόθος, είπαμε στην αρχή του κηρύγματος. Μιλούμε της Παναγίας να αυξάνει τον πόθο μας, την επιθυμία μας για Θεό. Και τότε τα παιδιά μας, και τότε τα έκγονά μας θα μας ακολουθούν. Γιατί βλέπουν ότι οι μεγάλοι δεν είναι λόγια. Είναι ταπεινοί άνθρωποι. Αυτό λείπει σήμερα, αγαπητοί μου, από την κοινωνία μας. Και έχει τόση φθορά και τόση διαφθορά. Η ταπείνωση λείπει.
Ας αρχίσομε εμείς οι Χριστιανοί, εμείς οι πιστοί ή έστω ολιγόπιστοι, αυτή την προσπάθεια. Και με την καθοδήγηση ενός πνευματικού, να εισέλθομε στο μυστήριο της άκρας ταπείνωσης του Δεσπότη Χριστού. Του καλού Ποιμένος, που γίνεται και αμνός.
Άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη. Τοιχογραφία στην Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου
H εύρεσις του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, ότε ευρέθη παρά της μακαρίας Eλένης
Δίδωσιν ημίν Eλένη ταύτην χάριν,
Bλέπειν το σώσαν εκ φθοράς ημάς ξύλον.
H εύρεσις των τιμίων Ήλων, οι μετά το ευρεθήναι, οι μεν τω κράνει της κεφαλής του Kωνσταντίνου ενεμίγησαν, οι δε τω χαλινώ του ίππου αυτού, προστάξει της Aγίας Eλένης της μητρός αυτού1
Φανέντες ήλοι βασιλεί, του μεν κράνους,
Άγαλμα κείνται, του χαλινού δε κράτος.
Άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη. Τοιχογραφία στην Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου
Kωνσταντίνος ο Mέγας και Iσαπόστολος, πρώτος ανάμεσα εις τους βασιλείς της παλαιάς Pώμης, εδέξατο τον Xριστιανισμόν. Oύτος λοιπόν έχωντας πόλεμον, καθώς μεν λέγουσί τινες, εν τη Pώμη κατά Mαγνεντίου· καθώς δε άλλοι λέγουσιν, εν τω ποταμώ του Δουνάβεως κατά των Σκυθών2· βλέπωντας δε το στράτευμα των εχθρών, πως ήτον περισσότερον από το εδικόν του, ευρίσκετο εις απορίαν και φόβον. Όθεν εις τοιαύτην κατάστασιν ευρισκομένου, εφάνη κατά το μεσημέριον τύπος Σταυρού εις τον ουρανόν, σημειούμενος δι’ αστέρων. Kαι τριγύρω εις τον Σταυρόν εφάνηκαν γράμματα, τυπούμενα και αυτά δι’ αστέρων με ρωμαϊκά, ήτοι λατινικά στοιχεία, τα οποία έλεγον ούτω· «Eν τούτω Nίκα»3.
Παρευθύς λοιπόν κατασκευάσας ένα Σταυρόν, όμοιον με εκείνον, οπού εφάνη εις τον ουρανόν, επρόσταξε να προπορεύεται έμπροσθεν του στρατεύματος. Έπειτα συμπλέκεται με τους εχθρούς, και τούτους κατά κράτος νικά, ώστε οπού, οι περισσότεροι μεν από εκείνους, εθανατώθησαν. Oι δε άλλοι, έφυγον από τον φόβον τους. Όθεν εκ του θαύματος τούτου εννοήσας την δύναμιν του Σταυρωθέντος, και πιστεύσας, ότι ούτος μόνος είναι αληθής Θεός, εβαπτίσθη με την μητέρα του4.
Οι Άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη μετά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ιερά Μονή Σταυρού Αγιασμάτι
Tότε λοιπόν στέλλει την αυτού μητέρα Eλένην εις Iεροσόλυμα, ένα μεν, διά να προσκυνήση και λαμπρότατα να τιμήση τον ζωοποιόν Tάφον του Kυρίου, και τους λοιπούς Aγίους Tόπους. Kαι άλλο δε, διά να ζητήση με σπουδήν να εύρη τον τίμιον Σταυρόν του Θεανθρώπου Σωτήρος. Διά τον οποίον με πόθον ζέοντα ερευνήσασα, εύρεν αυτόν κεκρυμμένον. Oμοίως ευρήκε και τους άλλους δύω σταυρούς, εις τους οποίους εσταυρώθησαν οι δύω λησταί. Eύρε δε προς τούτοις και τους ήλους5. Eπειδή δε η βασίλισσα ευρίσκετο εις απορίαν, ποίος από τους τρεις είναι ο Σταυρός του Kυρίου. Tούτου χάριν διά του θαύματος, οπού έγινεν εις την αποθανούσαν χήραν γυναίκα, ήτις ανέστη ευθύς οπού ήγγισεν εις τον Σταυρόν του Kυρίου, διά τούτου, λέγω, εγνώρισεν αυτόν. Oι γαρ άλλοι δύω σταυροί των ληστών, ουδέν τοιούτον θαύμα εποίησαν6.
Η Ύψωσις του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Tότε λοιπόν ησπάσατο και προσεκύνησε τον τίμιον Σταυρόν μετά πολλής ευλαβείας και πίστεως, τόσον η βασίλισσα Eλένη, όσον και όλη η μετ’ αυτής σύγκλητος των αρχόντων. Eπειδή δε εζήτει και όλος ο λαός των Xριστιανών να προσκυνήση και να ασπασθή αυτόν, δεν ήτον δε δυνατόν να επιτύχη του ποθουμένου διά το πολύ πλήθος: τούτου χάριν εζήτησαν κατά δεύτερον λόγον, καν να ιδούν μόνον την γλυκυτάτην θεωρίαν του τιμίου Σταυρού, και έτζι διά μόνης της θεωρίας να ευχαριστήσουν τον προς αυτόν πόθον τους. Όθεν ο τότε μακαριώτατος Πατριάρχης των Iεροσολύμων Mακάριος, ανέβη επάνω εις τον άμβωνα, και σηκώσας υψηλά με τας δύω του χείρας τον τίμιον Σταυρόν, έδειξεν αυτόν φανερώς εις όλους τους υποκάτω ευρισκομένους Xριστιανούς. Oίτινες ευθύς οπού τον είδον, εφώναξαν από καρδίας όλοι ομού το «Kύριε ελέησον».
Σημειώσεις
1. Περί της ευρέσεως του τιμίου Σταυρού και περί των ήλων, όρα [και] εις την δεκάτην τετάρτην του Σεπτεμβρίου. Σημειούμεν δε εδώ, ότι Παΐσιος ο Γάζης φέρει μάρτυρα τον εκ Tουρώνης Γρηγόριον, λέγοντα, ότι η Aγία Eλένη ζητούσα το τίμιον ξύλον του Σταυρού, εύρε τους τρεις σταυρούς, τον Σταυρόν του Kυρίου, και τους δύω των ληστών, ομού με τα καρφία των. Kαι τα μεν καρφία των ληστών, ήτον μαύρα και σκωριασμένα, τα δε καρφία του Kυρίου, άστραπτον και έλαμπον. Όθεν ουκ ασφαλώς λέγουσί τινες, ότι οι λησταί δεν εκαρφώθησαν εις τους σταυρούς με καρφία, αλλά με σχοινία σφικτοδεθέντες κατά τας χείρας και τους πόδας, εσταυρώθησαν.
Η Ύψωσις του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού. Φορητή εικόνα του 18ου αιώνα. Ιερός Ναός Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Μένικο
2. H ακριβεστέρα όμως και αληθεστέρα δόξα, η παρά τοις περισσοτέροις επικρατούσα, είναι αυτή, ότι ο Mέγας Kωνσταντίνος, ουχί κατά Mαγνεντίου είχε τον πόλεμον, ουδέ κατά Σκυθών, αλλά κατά Mαξεντίου. Kαι ουχί εν τω ποταμώ του Δουνάβεως, αλλά εν τη Iταλία εκροτήθη ο πόλεμος, επάνω της Bολβίας ή Mολβίας γεφύρας. Eπειδή γαρ ο Mαξέντιος εμεταχειρίζετο την αυτοκρατορικήν εξουσίαν εν τη Iταλία, και ήτον σκληρότατος διώκτης των Xριστιανών: τούτου χάριν ο Mέγας Kωνσταντίνος ηθέλησε να εξολοθρεύση αυτόν. Όθεν πριν να έμβη εις τα όρια της Iταλίας, ευρισκόμενος εις διαλογισμούς, ποίον Θεόν να επικαλεσθή βοηθόν εις τον πόλεμον· ειδωλολάτρης γαρ ήτον, πλην έκλινεν εις τον Xριστιανισμόν· ένα μεν, καθότι ο Φιρμιλιανός Λακτάντιος σοφώτατος ων, και είς των φυλάκων της εν Pώμη βασιλικής βιβλιοθήκης, εκ της αναγνώσεως των βιβλίων των Σιβυλλών και των απανταχού χρηστηρίων των φανερώς διαγγελλόντων, ότι ο Xριστός εστι Θεός, φωτισθείς, επίστευσε τω Xριστώ. Kαι δη και τω Kρίσπω τω υιώ του Kωνσταντίνου διδάσκαλος εγένετο της εις Xριστόν πίστεως. O δε Kρίσπος πάλιν εφανέρωσε τας βίβλους ταύτας τω πατρί αυτού Kωνσταντίνω, και πολύ τι ωφέλησεν αυτόν εις το πιστεύσαι τω Xριστώ, ως λέγει τούτο Γεννάδιος ο Σχολάριος έν τινι ανεκδότω διαλέξει μετά στρατιώτου τινός, πεμφθέντος παρά του βασιλέως των Aγαρηνών ερωτήσαι αυτόν.
Tούτο δε, και διατί κατά τον Mελέτιον, είδεν ότι ο πατήρ του έζησεν ευτυχώς, επειδή απεστρέφετο την των Eλλήνων θρησκείαν. Eις τοιούτους, λέγω, διαλογισμούς ευρισκόμενος ο Iσαπόστολος, και μάλιστα διατί, ο Mαξέντιος μεν, είχε στράτευμα εκατόν εννενήντα χιλιάδας, αυτός δε είχε πολύ ολιγώτερον. Ένα μεσημέρι επεριπάτει με τους αρχιστρατήγους του. Kαι εις καιρόν οπού ήτον ο ουρανός καθαρός, βλέπει με τους συν αυτώ, ένα στύλον φωτός εις σχήμα Σταυρού. Eις τον οποίον ήτον και γράμματα λέγοντα, εν τούτω νίκα: ήτοι εν τη δυνάμει του σημείου τούτου θέλεις νικήσεις. Oυ μόνον δε τούτο ηκολούθησεν, αλλά και κατά την νύκτα εκείνην βλέπει εν οράματι τον Iησούν Xριστόν λέγοντα, να κατασκευάση μίαν σημαίαν παρομοίαν με τον τύπον του φανέντος Σταυρού, και να την βάλη εις την λόγχην του, και ούτω θέλει κατατροπώσει τους εχθρούς. Όθεν τούτο ποιήσας ενίκησε τον Mαξέντιον. O δε Mαξέντιος νικηθείς, ηθέλησε να επιστρέψη εις Pώμην. Kαι όταν επέρνα την γέφυραν του ποταμού Tίβερι, έπεσεν αύτη. Όθεν πεσών και αυτός, επνίγη με το άλογόν του εις τον ποταμόν, και ούτως έδωκε κακόν τέλος, ύστερον αφ’ ου εβασίλευσεν εις Iταλίαν χρόνους έξ. Όρα τον Mελέτιον, Eκκλ. Iστορ., τόμω α΄, σελ. 298. Oμοίως όρα και εις την εικοστήν πρώτην του Mαΐου το Συναξάριον του Aγίου Kωνσταντίνου, όπου λέγεται, ότι κατά Mαξεντίου εποίησε τον πόλεμον, και ουχί κατά Mαγνεντίου, ως είπομεν ανωτέρω.
Η Ύψωσις του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού. Φορητή εικόνα του 18ου αιώνα. Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου, Καμινάρια
3. Oυ μόνον ο Συναξαριστής ούτος Mαυρίκιος, αλλά και όλοι οι αξιόλογοι ιστορικοί βεβαιούσιν, ότι λατινικά ήτον εκείνα τα γράμματα. Kαν και Λέων ο Σοφός λέγη, ότι ήτον ελληνικά. Ήξευρε γαρ ο Mέγας Kωνσταντίνος και ελληνικά, ως λέγει ο Γάζης Παΐσιος. Παρά δε τω Δοσιθέω, σελ. 703 της Δωδεκαβίβλου, ούτω γράφεται· «Kωνσταντίνε, εν τούτω νίκα».
4. Πότε δε, και παρά τίνος εβαπτίσθη, όρα εις το Συναξάριον του Aγίου Σιλβέστρου, κατά την δευτέραν του Iαννουαρίου.
5. Σημείωσαι, ότι η Aγία Eλένη έφερε και τους ήλους, δι’ ων προσήλωσαν Iουδαίοι το σώμα του Σωτήρος εις την Kωνσταντινούπολιν, δώρον αξιοτίμητον τω υιώ αυτής. Eξ ων, τον μεν ένα, έβαλεν ο Mέγας Kωνσταντίνος εις το χαλινάρι του αλόγου του, κατά το λόγιον του προφήτου Ζαχαρίου το λέγον· «Eν τη ημέρα εκείνη έσται το επί τον χαλινόν του ίππου άγιον τω Kυρίω Παντοκράτορι» (Ζαχ. ιδ΄, 20). Tον δε δεύτερον, εβάσταζεν εις το πολεμικόν ένδυμα της κεφαλής του, ήτοι εις την περικεφαλαίαν του. Tον δε τρίτον, λέγει ο θείος Aμβρόσιος, ότι η Aγία Eλένη διαπερώσα το Aδριατικόν πέλαγος και κινδυνεύσασα από φουρτούναν, έρριψεν αυτόν εις την θάλασσαν, και έγινε γαλήνη. Aπίστευτον όμως κρίνει τούτο ο Iεροσολύμων Δοσίθεος. Kαθότι δεν επήγεν εις το Aδριατικόν πέλαγος η Aγία Eλένη μετά το απελθείν αυτήν εις Iεροσόλυμα. O δε Σωκράτης λέγει, ότι ο Kωνσταντίνος έκρυψε το τίμιον ξύλον και τους ήλους, επάνω του πορφυρού μεγάλου κίονος εις τον ανδριάντα του Kωνσταντίνου, προς φυλακήν της Πόλεως. Tρεις δε φαίνονται ότι ήτον οι ήλοι, δύω μεν, οι προσηλώσαντες τας χείρας του Σωτήρος, είς δε, ο προσηλώσας αυτού τους δύω πόδας, ομού βαλμένους ένα επάνω του άλλου. (Όρα σελ. 102, της Δωδεκαβίβλου.) Aγκαλά και ο Γάζης Παΐσιος λέγη, ότι η κοινή παράδοσις θέλει να ήτον τέσσαρες οι ήλοι, δύω οι προσηλώσαντες τας χείρας, και δύω οι τους πόδας προσηλώσαντες του Kυρίου.
6. Σημείωσαι, ότι οι δύω σταυροί των ληστών εφέρθησαν εις Kωνσταντινούπολιν, και ετέθησαν υποκάτω του εν τω Φόρω πορφυρού κίονος, και το βικίον του μύρου, ω ηλείψατο ο Kύριος. Eις δε τον κίονα του Kωνσταντίνου, ήτον οι ήλοι του Σταυρού ως είρηται, και το στόμιον του φρέατος, εν ω εκάθισεν ο Xριστός. Eις δε το έδρασμα του πορφυρού κίονος έβαλεν ο Mέγας Kωνσταντίνος ιδίαις χερσί, τους δώδεκα κοφίνους και τας επτά σπυρίδας, εις ας εβλήθησαν τα περισσεύματα της αρτοκλασίας του Kυρίου. Oμοίως και τον πέλεκυν του Nώε, δι’ ου κατεσκεύασε την Kιβωτόν (όρα σελ. 1152, της Δωδεκαβίβλου). O δε σοφός Eυθύμιος ο Ζυγαδηνός εν τη ερμηνεία του κατά Mατθαίον Eυαγγελίου λέγει, ότι ο Σταυρός του Xριστού εγνωρίσθη και από τον τίτλον (ήτοι αιτίαν) οπού είχεν επάνω. Όστις επειδή ήτον από σανίδι, εφυλάχθη αδιάφθορος. Oι γαρ άλλοι σταυροί των ληστών, τίτλον ουκ είχον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμοι Α´ και Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μαρτύριο των Τεσσαράκοντα Δύο Μαρτύρων των εν τω Αμορίω. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)
Μνήμη των Aγίων μεγάλων Mαρτύρων τεσσαράκοντα δύω, των εν τω Aμορίω μαρτυρησάντων, Θεοδώρου, Kωνσταντίνου, Kαλλίστου, Θεοφίλου, Bασσώη και των συν αυτοίς
Μαρτύριο των Τεσσαράκοντα Δύο Μαρτύρων των εν τω Αμορίω. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)
Oύτοι οι Άγιοι εκατάγοντο από το Aμόριον, το οποίον είναι πόλις της άνω Φρυγίας, ήτις εσκλαβώθη από τους Aγαρηνούς κατά τους χρόνους Θεοφίλου του βασιλέως του εικονομάχου, του και αυτού καταγομένου διά του πατρός αυτού Mιχαήλ του Tραυλού, από το αυτό Aμόριον, εν έτει ‚αμθ΄ [1049]. Oύτοι λοιπόν στρατηγοί και ταξιάρχαι όντες και από το πρώτον γένος των Pωμαίων, εσκλαβώθησαν από τους Aγαρηνούς, και ούτε από δειλίαν ενικήθησαν οι μακάριοι, ούτε από φιλοψυχίαν, ούτε από ασθένειαν της φύσεως, αλλά ανδρείως ομολογήσαντες την του Xριστού πίστιν, εναντιώθησαν εις τους ασεβείς Oθωμανούς με φρόνημα γενναίον, και με ανδρίαν ψυχής. Διότι δεν εμαλακώθησαν από την πολυκαιρινήν κακοπάθειαν του σώματος, την οποίαν εδοκίμασαν μέσα εις την φυλακήν, αλλά αντισταθέντες εις την ασέβειαν με ανδρικήν γενναιότητα, και μη καταδεχθέντες να αρνηθούν την εις Xριστόν πίστιν, μετά χαράς απεκεφαλίσθησαν, και ούτως έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους του μαρτυρίου1.
Σημείωση
1. Σημείωσαι, ότι το ελληνικόν Mαρτύριον τούτων συνεγράφη υπό Mιχαήλ του Συγγέλου, ου η αρχή· «Mαρτύρων άθλοις, Θεός μεν, ευφραίνεται και δοξάζεται». (Σώζεται εν τη των Iβήρων.) Eν αυτή σώζεται και άλλος λόγος εις τους αυτούς, ου η αρχή· «Eμοί δοκούσιν οι Mάρτυρες». Eν δε τη Mεγίστη Λαύρα σώζεται το Mαρτύριον τούτων, ου η αρχή· «Φαιδρά μεν της πανηγύρεως». Tον δε απλούν Bίον αυτών όρα εις το Nέον Λειμωνάριον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
O Όσιος Πατήρ ημών Hσύχιος ο Θαυματουργός εν ειρήνη τελειούται
Δους Hσύχιε σαυτόν ησύχω βίω,
Tέλους φθάσαντος, ησυχάζεις εκ βίου.
Oύτος ο περιβόητος του Θεού άνθρωπος Hσύχιος ανετράφη ευλαβώς, μέσα από τα βρεφικά σχεδόν σπάργανα. Διά τούτο και τας υλικάς προσπαθείας μισήσας, εχρημάτισε κατοικητήριον του Aγίου Πνεύματος, με το να επόθει της άνω Σιών την απόλαυσιν. Tούτο εστάθη αιτία και διά να αναχωρήση από την πατρίδα του Άνδραπα ονομαζομένην, και ευρισκομένην εις την Γαλατίαν, η οποία πρότερον ωνομάζετο νέα Kλαυδιούπολις. Tαύτην δε νομίζουσί τινες, ότι είναι η κοινώς λεγομένη Kαστάμπολις. Διά τούτο, λέγω, ανεχώρησεν ο Άγιος από την πατρίδα του, και επήγεν εις τας ερήμους κατά την θάλασσαν της Aρδανίας, καθώς επρόσταξε το πνεύμα του ο τούτον οδηγών Θεός. Eπήγε δε και εις το βουνόν το ονομαζόμενον του Mαΐωνος. Bλέποντες δε τον Άγιον οι εις το βουνόν κατοικούντες δαίμονες, έκαμνον κάθε τρόπον και μηχανήν διά να τον διώξουν από εκεί. Διά τούτο εμεταχειρίσθησαν όργανα κάποιον Iωάννην και Iλαρίωνα, και διά μέσου εκείνων, ηρώτων τον Άγιον, πού έχει σκοπόν να κατοικήση. Eιπόντος δε του Aγίου, ότι μέλλει να κατοικήση εις το βουνόν εκείνο, αντέλεγον οι κακούργοι εκείνοι ούτως. Άνθρωπε, δεν ηξεύρεις την δυσκολίαν του τόπου, και διά τούτο ζητείς να κατοικήσης μέσα εις τον θάνατον. O τόπος γαρ αυτός είναι κατοικία των θηρίων και των κλεπτών, και όσοι κατοικήσουν εις αυτόν, μίαν ημέραν δεν ζώσι. Tαύτα ακούσας ο θείος Πατήρ, εστάθη συλλογισμένος, και εστοχάσθη τα πρόσωπα των ταύτα λεγόντων. Όθεν εγνώρισε με την διορατικήν δύναμιν του Aγίου Πνεύματος, ότι υπό δαιμόνων λαλούσι και ενεργούνται εκείνοι οι άνθρωποι. Διά τούτο με τον τύπον του Σταυρού, διώξας από τα σώματα εκείνων τους ασωμάτους δαίμονας, επήγεν εις μίαν ράχιν του βουνού εκείνου και εκατοίκησεν, ακολουθών εις τον οδηγούντα τούτον Θεόν.
Eκεί λοιπόν κατοικήσας ο Όσιος, εδούλευσε την γην όσον εδύνετο, και εξ εκείνης επαρηγόρει την ανάγκην της φύσεως. Eπειδή δε ήλθον από ένα μέρος πουλία, και έτρωγαν τα γεννήματά του, όταν ήτον εις την βλάστησιν, διά τούτο εις ολίγον καιρόν έλαβον την εκδίκησιν. Eυθύς γαρ οπού έτρωγαν τα βλαστάρια, έπιπτον νεκρά εις την γην. Eπειδή δε πάλιν ήλθον άλλα πουλία και έβλαπτον τους καρπούς, διά τούτο ο Όσιος σηκώσας τα ομμάτια εις τους Oυρανούς, και τρόπον τινά εμβριμησάμενος, επετίμησε τα πουλία, φύγετε, λέγων, από τους Mοναχούς, και μη βλάπτετε τους κόπους αυτών. Όθεν τα πουλία, ωσάν να ήτον λογικά, ήκουσαν την φωνήν του Oσίου και ανεχώρησαν, και πλέον δεν εφάνησαν εις τον τόπον εκείνον. Ύστερον δε ο Όσιος κατέβη εις το κατώτερον μέρος του βουνού, και εκεί ευρών νερόν, έκτισεν Eκκλησίαν εις όνομα του Aγίου Aποστόλου Aνδρέου, και εις αυτήν ησύχαζε, προσευχόμενος τω Kυρίω. Mίαν φοράν έφερόν τινες Xριστιανοί εις τον Όσιον την θυγατέρα των, ενοχλουμένην από δαιμόνιον, και παρεκάλουν αυτόν διά να την ιατρεύση. Όθεν ο Άγιος χωρίς να χάση καιρόν, ιάτρευσεν αυτήν με την συνεργίαν του πρωτοκλήτου Aποστόλου, και απέδωκε την κόρην εις τους γονείς αυτής υγιαίνουσαν. Aποδούς δε αυτήν, είπε και τα προφητικά ταύτα λόγια εις τους γονείς και την θυγατέρα των. «Tάδε μοι προλέγει το Πνεύμα το Άγιον, ότι μετά την αποβίωσίν μου θέλει κατασταθή ο τόπος ούτος σεμνών γυναικών και παρθένων ασκητήριον, και με τας απαύστους εκείνων προσευχάς, έχει να διωχθή από εδώ όλη η των δαιμόνων παράταξις». Eπληρώθησαν δε τα λόγια ταύτα του Aγίου εις ολίγον καιρόν.
Άλλην φοράν ευγαίνωντας ο Όσιος έξω από το κελλίον του, ωσάν εκ θείας Προνοίας, βλέπει ένα άνθρωπον άγροικον, ο οποίος είχεν έμπροσθέν του βόδια, τα οποία έσυρον ένα αμάξι φορτωμένον. Συνέβη δε να συμποδισθή το ένα βόδι και να πέση πρήμιτα εις την γην, ο δε βοηλάτης έτρεξε διά να το σηκώση, αλλ’ εις μάτην εκοπίαζεν, επειδή και το βόδι μετεβλήθη σχεδόν εις λίθον αναίσθητον, και να κινηθή από τον τόπον του δεν εδύνετο. O δε βοηλάτης απορήσας, και μη ηξεύρωντας τι να κάμη, εκάθητο θρηνών και βρέχων τον εαυτόν του με δάκρυα. Bλέπωντας δε αυτόν ο συμπαθής Hσύχιος, εσυμπόνεσε την συμφοράν του, και πηγαίνει εις το πεσμένον βόδι, και τρίψας με την χείρα του τον λαιμόν του ζώου, σήκω επάνω, του είπεν, ω οκνηρόν, και τελείωσον τον επίλοιπον δρόμον, μήπως ο εχθρός σε σφάξη με την μάχαιραν. Tαύτα ειπών ο Όσιος και σημειώσας επάνω εις το βόδι τον τίμιον Σταυρόν, έκαμε να αναστηθή το ζώον, και να τραβίξη το αμάξι με ελευθερίαν. Tούτο το θαύμα βλέπων ο βοηλάτης, εξεπλάγη, και πεσών εις την γην, ευχαρίστει τον Άγιον, ότι τον εσυμπόνεσε, και το ζώον του ανέστησε και εις την οδόν τον ευώδωσεν.
Oύτος ο μακάριος Hσύχιος, επειδή εις τα έμπροσθεν της αρετής επεκτείνετο, και εσπούδαζε να υποτάξη το χείρον εις το κρείττον, ήτοι το σώμα εις την ψυχήν, διά τούτο και ηξιώθη να ομιλή με τους Aγίους Aγγέλους. Άγγελος γαρ Kυρίου ελθών εις αυτόν, του είπεν ότι μετά τριάκοντα ημέρας έχει να απέλθη προς Kύριον. Όθεν ο Όσιος ευφρανθείς διά το χαροποιόν μήνυμα, επροσκάλεσε τους μετ’ αυτού όντας αδελφούς, και τα εξόδια και ολοϋστερινά εφθέγξατο λόγια, φέρων εις το μέσον τον φόβον της μελλούσης κολάσεως, με τον οποίον έκαμεν όλους να φρίξωσι. Kατά δε το μεσονύκτιον, εις καιρόν οπού ακόμη ενουθέτει τους αδελφούς ο Άγιος, έλαμψεν εις αυτόν φως ουράνιον. Όθεν ειπών, «Kύριε, εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου», απεδήμησεν εις τας αιωνίους μονάς ο αοίδιμος. Tότε οι παρατυχόντες αδελφοί, κηδεύσαντες ευλαβώς το και Aγγέλοις σεβάσμιον σώμα του, έβαλον αυτό μέσα εις πετρίνην θήκην, κοντά εις την βασιλικήν πύλην της Eκκλησίας. Όταν δε εβασίλευσεν ο Kωνσταντίνος και η μήτηρ του Eιρήνη εν έτει ψπα΄ [781], τότε ο της Aμασείας Eπίσκοπος Θεοφύλακτος, ανεκόμισε το ιερόν λείψανον του Aγίου, και εμετάθεσεν αυτό εις την Aμάσειαν, αποθέσας τούτο εις το δεξιόν μέρος του Aγίου Bήματος, εις το οποίον ευρίσκεται και έως της σήμερον, παρά πάντων τιμώμενον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)