Αρχική Blog Σελίδα 471

Μόρφου Νεόφυτος: Οι νουθεσίες του αγίου Ευμενίου του Νέου (17.04.2022)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατά την αρχιερατική Θεία Λειτουργία της Κυριακής των Βαΐων, που τελέσθηκε στον ιερό ναό Οσίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνος της κοινότητος Περιστερώνας, της μητροπολιτικής περιφέρειας Μόρφου (17.04.2022).

Να πω και εγώ δυο λόγια γι᾿ αυτό τον νέο άγιο, τον επίσημα πλέον νέο άγιο της Εκκλησίας, τον άγιο Ευμένιο τον Λεπρό. 

Τον γνώρισα όταν ήμουν φοιτητής, δευτεροετής φοιτητής Νομικής. Όταν έψαχνα να βρω έναν πνευματικό τότε που ήμουν 19 χρονών, το 1981. Ήταν μόλις ο Αντρέας Παπαντρέου έγινε πρωθυπουργός για πρώτη φορά. Και έψαχνα να βρω έναν πνευματικό. Έλεγα, που να μοιάζει με Κυπραίους παπάδες. Τι σημαίνει Κυπραίος παπάς; Να τον απέναντι μας, τον παπά-Αντρέα εδώ τον Μιτσή, τον παπά-Αντρέα τον μακαρίτη που είχε η Περιστερώνα. Έναν παπά δηλαδή που να μιλά περισσότερο η καρδιά του παρά ο εγκέφαλός του. Αυτό σημαίνει Κύπριος παπάς, Κρητικός παπάς. Να μιλά η καρδιά του. Ό,τι κάμει να το κάμει με την καρδιά του, καθότι, ξέρομε όλοι «καρδίαν καθαρὰν κτῖσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός». Και το άλλο το οποίον έλεγαν οι πρόγονοί μας, «καρκιάν καθαράν, τζιαι όπου θέλεις πάτα». 

Οπόταν ένας παπάς που ξέρει να μιλά με την καρδιά του, που ξέρει να προσεύχεται με την καρδιά του, να χαίρεται με την καρδιά του, να σιωπά με την καρδιά του, είναι πάρα, πάρα, πάρα πολύ πολύτιμος σε μια εποχή που η άθεη Ευρώπη, η σήμερον ανακατωμένη και αύριο διαλυμένη Ευρώπη, θέλει να μας κάμει ορθολογιστές. Να μιμηθούμε τα δημιουργήματά της, τα κομπιούτερ και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και να μην υπολογίζουμε τίποτε. Ενώ αυτοί οι άνθρωποι ήταν όπως τους ήθελε η Ορθόδοξη Ανατολή. Καθάρισαν την καρδία τους, εκμεταλλεύτηκαν και αξιοποίησαν τες θλίψεις της ζωής τους. Οι συγκεκριμένοι άγιοι Νικηφόρος και Ευμένιος αξιοποίησαν τη λέπρα, όταν αρρώστησαν και οι δύο με λέπρα. Γιατί να την κάμουν κατάθλιψη, να την κάμουν μαράζι; Εγύρισαν τον διακόπτη της καρδίας τους προς δόξαν του Θεού.

Ο άγιος Ευμένιος ήταν 24 χρονών όταν άκουσε για πρώτη φορά, και καλόγηρος, ότι έχει λέπρα. Από τη χαρά του, λέει, έπεσε κάτω από το κρεβάτι. Και όταν τον ερώτησαν οι νοσοκόμοι, μα πάτερ, τι κάμνεις; Κατάλαβες τι σου είπαμε; Έχεις λέπρα. Θα σε πάρουμε στο Λεπροκομείο στο Αιγάλεω και θα σε κλειδώσουμε μέσα. Και εσύ χαίρεσαι; Και τι απάντησε, «μεγάλος σταυρός, μεγάλη ανάσταση»! Αρκεί να τον ζήσουμε με χαρά, παιδιά μου, τους είπε. Και ήταν μόνο 24 χρονών καλογεράκι. Και ήξερε ότι σταυρός και χαρά πάνε μαζί και ότι μια αρρώστια και μάλιστα ανίατη, είναι ένας σταυρός που αν τον αξιοποιήσουμε με πίστη και εμπιστοσύνη, ότι είναι σχέδιο του Θεού δηλαδή για να βελτιωθεί και να καθαριστεί η ψυχή μας, μπορεί να μας οδηγήσει σε μεγάλες χαρές, και ιδού! 

Ο άγιος Ευμένιος εξαιτίας του ότι έγινε λεπρός, τον πήραν στο Λεπροκομείο στο Αιγάλεω στην Αγία Βαρβάρα. Εκεί ήταν άλλοι 300 λεπροί. Τότε ονομαζόταν Κωνσταντίνος μοναχός. Και εκεί αργότερα του έστειλαν τον άγιο Νικηφόρο, επίσης Κρητικό, ο οποίος μαθήτευσε σε ένα άλλο μεγάλο άγιο του 20ού αιώνα, τον άγιο Άνθιμο της Χίου. Και έγινε υποτακτικός του αγίου Νικηφόρου. Ο άγιος Νικηφόρος ήταν τυφλός, παράλυτος και λεπρός. Ο άγιος Ευμένιος θεραπεύτηκε από τη λέπρα. Διότι βρέθηκε και το φάρμακο λίγα χρόνια μετά που αρρώστησε και έτσι δεν του άφησε κανένα σημάδι και μπόρεσε να γίνει και ιερέας των λεπρών. Μπορούσε, όταν βρέθηκε το φάρμακο και έγιανε να επιστρέψει στην πατρίδα του στην Κρήτη, μπορούσε να πάει στο μοναστήρι του. Δεν το έκαμε. Και είπε: «Όπου είναι οι πονεμένοι αδελφοί μου να τους υπηρετήσω». Και έμεινε στο Νοσοκομείο για να υπηρετεί τους λεπρούς.

Εκεί τον γνωρίσαμε λοιπόν και εμείς μέσα σε μια μεγάλη παρέα λεπρών. Όταν πήγαμε εμείς βρήκαμε τουλάχιστον 200 λεπρούς. Μου έλεγαν οι Αγιορείτες, τι έρχεστε στο Άγιο Όρος, αφού γνωρίσατε τους λεπρούς των Αθηνών; Το Άγιο Όρος της Αθήνας είναι το Λεπροκομείο. Έτσι μου έλεγε ο άγιος Παΐσιος. Βρήκες τον Ευμένιο, βρήκες, μου λέει, το πρώτο λαχείο. Τι περισσότερο να σου πούμε εμείς; 

Πράγματι έμεινα κοντά του, τον έκαμα πνευματικό μου, εξομολόγο μου και πήγαμε μαζί και στην Αγγλία, και στη Ρωσία και στην Ουκρανία. Όταν επήγαμε στην Ουκρανία, το αεροπλάνο κατέβηκε εις το Κίεβο και άρχισε και φώναζε μέσα στο αεροπλάνο: Διάκο, διάκο». Ναι, γέροντα. Εδώ ξανάρθα. Πώς ξανάρθες; Εδώ είναι Κίεβο. Μου λέει, εδώ με έφερε η Παναγία. Ήταν να γίνει, μου λέει, παγκόσμιος πόλεμος και επιστρατευτήκαμε όλοι». Ποιοι επιστρατευτήκατε; Του λέω. Ο γέρο Ιάκωβος, μου λέει, από την Εύβοια, ο γέρο Πορφύριος από τον Ωρωπό, ο γέρο Παΐσιος από το Άγιο Όρος, ο Σωφρόνιος από το Έσσεξ και η αφεντιά μου. Και είχε κάτι σύννεφα, μου λέει, κατάμαυρα. Κατάλαβα ότι θα ᾿ρθει πολύ μεγάλο κακό στον κόσμο. Και έκλαια, έκλαια, έκλαια. Και ο άγιος Πορφύριος μου είπε, μην κλαις, πάτερ Ευμένιε. Δεν θα γίνει τώρα αυτός ο παγκόσμιος πόλεμος. Θα δώσει παράταση ο Θεός για να Τον γνωρίσουν και άλλοι άνθρωποι, ιδιαιτέρως τα νέα παιδιά. Ύστερα θα γίνει, του είπε. Σκεφτείτε, αυτά που σας λέω, έγιναν, εμείς επήγαμε στην Ουκρανία το 1993. Άρα αυτά συνέβηκαν πριν το 1993 που μου είπε ο άγιος. 

Ήταν αυτός που μου είπε, να πας στην Κύπρο. Επέμενε πάρα πολύ στο να έρθω στην Κύπρο. Ήταν αυτός που επέμενε να γίνω ιερωμένος. Ήταν αυτός που μου είπε, μέχρι να πεθάνεις θα βγαίνει η ψυχή σου από το στόμα και εσύ επειδή είσαι θυμώδης και περήφανος και πολύπλοκος, θα λες: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δώρισέ μοι πραότητα, ταπείνωση και απλότητα». Είχε τόση πολλή δύναμη η προσευχή του, που άνθρωποι που ήταν στην κόλαση, η προσευχή του τους έβγαζε. Η Θεία του Λειτουργία εξαιρέτως. Όταν λειτουργούσε μυρόβλυζε η Πρόθεση που μνημόνευε ονόματα, χιλιάδες ονόματα. Του λέγαμε, Γέροντα, άντε τέλειωνε, να χαρείς, ο κόσμος κουράστηκε. Και μου έλεγε και εμένα και του παπά-Βαγγέλη: «Χαίρονται, χαίρονται οι πεθαμένοι, διάκο. Κάντε υπομονή, να βγάλουμε και άλλους από την κόλαση. Χαίρονται οι πεθαμένοι». Αγανακτισμένος και εγώ μια μέρα που ήταν Πάσχα, του λέω, δεν ξέρω αν χαίρονται οι πεθαμένοι, οι ζωντανοί αγανάκτησαν. 

Ήταν πάρα πολύ χαρούμενος. Λεγόταν ο Γέροντας της χαράς. Όσο γελούσε άλλο τόσο έκλαιε. Όταν γινόντουσαν πόλεμοι τους αισθανόταν και τους έβλεπε. Θυμούμαι που γινόταν ο πόλεμος που έκαμνε ο Χουσείν μεταξύ Περσίας και Ιράκ. Μου λέει: «Ξεκίνησε ένας πόλεμος και δεν τον λένε στις τηλεοράσεις. Και για πρώτη φορά ρίχνουν χημικά και δυστυχώς αυτά θα τα καθιερώσουν πλέον σε κάθε πόλεμο». Πράγματι, εκ των υστέρων ακούσαμε ότι γινόταν ένας πόλεμος στο Ιράν-Ιράκ και εκεί έριξαν για πρώτη φορά χημικά. Και άλλα πολλά, να μην σας κουράζω. 

Μιλούμε για μεγάλων διαστάσεων άγιο. Μια φορά μου είπε ο άγιος Πορφύριος, γιατί εσύ να είσαι τυχερός και εγώ άτυχος. Του λέω, καλά, είσαι άτυχος εσύ, άγιε γέροντα; Τόσος κόσμος σε αγαπά και σε ξέρει και σε εμπιστεύεται. Μου λέει, εσύ έχεις δύο πνευματικούς και είναι και οι δύο άγιοι. Ο Ιάκωβος της Εύβοιας και ο Ευμένιος του Λεπροκομείου. Εγώ δεν έχω κανέναν. Θέλω να μου φέρεις έναν. Του λέω, ο Ιάκωβος δεν μπορεί, είναι άρρωστος πολύ. Ο Ευμένιος μπορεί. Θέλεις να σου τον φέρω; Και τον πήγαμε μια Κυριακή μαζί με τον Χριστόδουλο τον Πρωτοπαπά που τώρα διευθύνει τον δορυφόρο του Hellas Sat, και πήραμε τον άγιο Ευμένιο και εξομολόγησε τον άγιο Πορφύριο.

Βλέπετε και οι άγιοι έχουν αμαρτίες. Έχουν αίσθηση της αμαρτωλότητάς τους περισσότερη από μας και ήθελαν να εξομολογηθούν. Εμείς θέλουμε; Αυτός μου έλεγε: Τίποτε δεν είναι ανώτερο, εννοώ ο άγιος Ευμένιος, από το να αγαπήσεις τον Χριστό και να Του λες: «Χριστέ μου, θέλω να Σε αγαπήσω τόσο πολύ και να Σε γνωρίσω τόσο πολύ που να μην Σε χορταίνω. Και όλο και περισσότερο να Σε αγαπώ και όλο και περισσότερο να μην Σε χορταίνω. Ο Θεός διψά να διψάται».

Να σας διαβάσω μερικές συμβουλές που έλεγε και να πάτε να κάμετε τη Λιτανεία. Ακούτε:

Να αγαπούμε τον άνθρωπο μα πιο πολύ τον Θεό.

Να βλέπουμε τις αρετές των άλλων και τα δικά μας ελαττώματα. Έτσι θέλει ο Θεός. Έτσι είναι ωραία. Εμείς κάμνουμε το αντίθετο. Βλέπουμε τα ξένα και όχι τα δικά μας.

Εάν νομίζεις πως έχεις αρετές δεν έχεις τίποτα. Όποιος πει πως είναι άγιος δεν είναι. Οι άγιοι ποτέ δεν είπαν ότι ήσαν άγιοι. 

Εμείς έχουμε ανάγκη τον Θεό. Εκείνος δεν έχει την ανάγκη μας. Για μας θα είναι η ωφέλεια να Τον γνωρίσουμε, να Τον αγαπήσουμε.

Όταν προσευχόμαστε και ο Θεός δεν μας ακούει, υπάρχει λόγος. Εμείς είμαστε οι αίτιοι, εμείς Τον εμποδίζουμε να μας ακούσει. Η προσευχή είναι πολύ μεγάλη υπόθεση. Ανεβάζει τον άνθρωπο ψηλά αν προσεύχεται με ταπείνωση και συντριβή καρδίας. 

Οι θλίψεις και ο πόνος μας φέρνουν πιο κοντά στο Θεό. Εκ πείρας ομιλούσε.

Όλα τα ξεπερνάει κανείς με την πίστη στο Θεό.

Δεν μπορούμε να καταλάβουμε το θέλημα του Θεού γιατί δεν μας αφήνει το θέλημά μας. Γιατί βλέπουμε τα λάθη των άλλων και όχι τα δικά μας. Πόσο σημαντικό είναι να βλέπουμε τα λάθη μας και όχι τα ξένα.

Αν συγχωρείς τους εχθρούς σου και υπομένεις τις θλίψεις είσαι στο δρόμο του Θεού. Αυτό το θεωρώ το πιο σημαντικό. Δεν συγχωράς, δεν υπομένεις τες θλίψεις, δεν είσαι στο δρόμο του Χριστού. Σε κάποιο άλλο δρόμο είσαι. Αλλά όχι του Χριστού.

Ο Θεός τα θέλει όλα και όχι ό,τι περισσεύει. Αν είμαστε υπερήφανοι και εγωιστές ο Θεός θα μας ταπεινώσει. Γιατί «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν». Ο διάβολος φοβάται τον ταπεινό ενώ τον υπερήφανο τον αγαπά γιατί είναι δικός του.

Αν κανείς έχει κάποιο χάρισμα να μην υπερηφανευτεί γιατί θα του το πάρει ο Θεός για να ταπεινωθεί. Όταν είμαστε ταπεινοί και πράοι ο Θεός θα μας δώσει χαρίσματα. Γι᾿ αυτό να πιστεύουμε και να λέμε πως είμαστε αχρείοι δούλοι όσα καλά και αν έχουμε. 

Ο Θεός μας σώζει δωρεάν και όχι γιατί το αξίζουμε. 

Όποιοι είναι υπερήφανοι θα επιτρέψει ο Θεός να πέσουν σε πολλές αμαρτίες για να ταπεινωθούν.

Να αγαπούμε τον Θεό τόσο πολύ που να μην χορταίνουμε να Τον αγαπούμε και να μην φοβόμαστε τίποτα.

Όσες αρετές και να έχουμε να μην φουσκώνει ο νους μας. Μόνο να θεωρούμε τον εαυτό μας αχρείο δούλο που δεν έπραξε ούτε αυτά που όφειλε να πράξει.

Μόνον καλό να σκέφτεσαι και μόνον καλό να κάνεις.

Να δίνεις χωρίς να έχεις απαίτηση να πάρεις. 

Να μη βάλεις ποτέ κακούς λογισμούς στο νου σου.

Η ταπείνωση φυλάσσει τον θησαυρό και η υπερηφάνεια τον σκορπά. Χωρίς ταπείνωση δεν στεριώνει καμιά αρετή γιατί δεν βρίσκει τόπο να πατήσει. Τι ωραίο που είναι τούτο! 

Οι άνθρωποι ενεργούν περισσότερο με τη λογική και λιγότερο με την πίστη. Γι᾿ αυτό και πελαγώνουν πολλές φορές.

Από τη μια μεριά η χαρά και από την άλλη η λύπη. Και λέει ο άνθρωπος: Τι συμβαίνει; Και γιατί με την πίστη στο Θεό όλα ξεπερνιούνται γιατί τα αφήνεις όλα σ᾿ Εκείνον και αναπαύεσαι.

Μετά την καταιγίδα έρχεται η γαλήνη. Μετά την λύπη η χαρά. Και πρέπει να λέμε, «εἰ ὁ Θεὸς μεθ᾿ ἡμῶν τὶς καθ᾿ ἡμῶν». 

Να θεωρούμε τον εαυτό μας κατώτερο από όλους τους ανθρώπους γιατί έτσι θέλει. Έτσι ευχαριστιέται ο Θεός. 

Ο άγιος Ευμένιος εκοιμήθη 23 Μαΐου το 1999. Εδώ μας αξίωσε ο Θεός και κτίσαμε του δασκάλου του το παρεκκλήσι το ωραίο και λαμπρό του αγίου Νικηφόρου αλλά από αίσθηση που είχαμε μαζί με τον παπά-Μιχάλη, αυτός μου είπε η αλήθεια να λέγεται, δεν τον πίεσα εγώ αυτός με πίεσε, μου λέει, μα αφού και ο Ευμένιος είναι άγιος. Να του κάμουμε, δεσπότη μου, μια εικόνα. Του λέω, παπά, θα πουν ότι ο Μόρφου κάμνει συνέχεια τους γέροντες του αγίους. Φτάνει που βγάλαμε όνομα, θα προκαλέσουμε. Μου λέει, μα αφού με έστειλες. Όταν γνώρισε τη γυναίκα του την Ελένη και αποφάσισαν να ενώσουν τη ζωή τους, μου λέει, να μου πεις ένα άγιο άνθρωπο να πάω να γνωρίσω μαζί με την Ελένη να πάρουμε την ευχή του. Να πάτε στον Ευαγγελισμό, του λέω, στην Αθήνα στο Νοσοκομείο και έχει έναν, που άμα τον δεις δεν θα τον υπολογίσεις. Και αυτός κάποτε θα γίνει άγιος. Λέγεται Ευμένιος. Και να του πάρεις και ευχές από ᾿μένα και να τον παρακαλέσεις να προσεύχεται για όλους μας. Η τελευταία φωτογραφία που έχει ο άγιος Ευμένιος που κάθεται είναι μαζί με τον παπά-Μιχάλη και την παπαδιά την Ελένη. Μετά από λίγες μέρες εκοιμήθη. 

Κατά ένα περίεργο τρόπο θαυμαστό, όταν ήλθα στη Μητρόπολη Μόρφου το 1998, βρήκα εικόνα του παλιού αγίου Ευμενίου, αυτήν που κρατά ο διάκος ο Ευμένιος εκεί, να κρέμεται μέσα στο Ιερό της Περιστερώνας. Και λέω, Κύριε ελέησον, τι γυρεύει εδώ ο Κρητικός ιεράρχης Ευμένιος; Ούτε ο παπά-Αντρέας ήξερε να μου πει. Λέει μου, τον τιμούσαμε παλιά, πριν 200 χρόνια. Σκεφτείτε. Πέρασαν 200 χρόνια, χτίσαμε του αγίου Νικηφόρου Εκκλησία, κάμαμε εικόνα του μαθητή του που πήρε το όνομα του από τον παλιό άγιο Ευμένιο και σήμερα θα λιτανεύσουμε τους δύο Ευμένιους μαζί. Τον Παλαιό και τον Νέο δίπλα-δίπλα. Γι᾿ αυτό και λέμε, αγίου Ευμενίου του Νέου. Διότι υπάρχει και Παλαιός που ήταν επίσκοπος εις την Κρήτη. 

Βλέπετε αυτά τα ωραία είναι της Ορθοδοξίας μας. Η αγιότητα δεν τελειώνει ποτέ. Ο Θεός θέλει να μας τη δώσει. Εμείς θέλουμε; Ας το σκεφτούμε τώρα που θα γίνεται η λιτάνευση της Βαϊοφόρου.

Ὁ ὅσιος Γέροντας Εὐμένιος Σαριδάκης (1931 – 1999)

Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου

Τὸν μακαριστὸ ἅγιο Γέροντα Εὐμένιο,  ὅπως καὶ πολλοὺς ἄλλους συγχρόνους ἁγίους Γέροντες καὶ Γερόντισσες, τὸν γνώρισα  στὰ φοιτητικά μου χρόνια ἀπὸ τὸν ἀδελφικό  μου φίλο, μακαριστὸ πλέον καὶ οὐρανοπολίτη  σήμερα, κυρὸ Γεράσιμο Φωκᾶ, Μητροπολίτη  Κεφαλληνίας, ποὺ ἔζησε τὴν ἀρχιερωσύνη  μόνο γιὰ 22 ἡμέρες. Μάλιστα, θυμᾶμαι τὸν  Γεράσιμο ποὺ ἔλεγε ὅτι ἡ Ἀθήνα ἔχει τὸ  δικό της Ἅγιοv Ὄρος, καὶ παραξενευόμουν καὶ ἔλεγα· «Μὰ ὑπάρχει τέτοιος τόπος μέσα  στὴν Ἀθήνα, ποὺ εἶναι Ἅγιον Ὄρος; Τί λέει  τώρα αὐτὸς ὁ Κεφαλλονίτης»; Κι ὄντως,  ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ εἶδα τὸν Γέροντα  Εὐμένιο, αἰσθάνθηκα αὐτὸ ποὺ μᾶς ἔλεγε ὁ μακαριστὸς Γεράσιμος, καθότι αὐτὸς ὁ  ἱερέας δὲν ἦταν ἕνας συνηθισμένος παπᾶς, ἀλλὰ ἕνας ἄνθρωπος γεμᾶτος Θεία Χάρη!

Ἐπιπλέον, μοῦ θύμισε τὴν πατρίδα μου, γιατὶ ἔμοιαζε μὲ πρωτινοὺς παλαιοὺς Κυπρίους  παπᾶδες, γι’ αὐτὸ καὶ ἤθελα νὰ μείνω κοντά του.  Γιὰ ἑφτὰ ὁλόκληρα χρόνια εἶχα τὴν ἰδιαίτερη εὐλογία, ὡς φοιτητής, νὰ ζήσω τὴ δική του  «κρητικὴ» καλογερικὴ ἐλευθερία καὶ ἱερωσύνη, ποὺ ἦταν μιὰ συνεχὴς ἱκεσία, εὐχαριστία καὶ δοξολογία πρὸς τὸν Τριαδικὸ Θεό, ἀλλὰ καὶ θυσία πρὸς τὸν ἀδελφό μας χωρὶς δεύτερη  σκέψη. Κοντὰ στὸν Γέροντα εἶχα τὴν εὐλογία νὰ μαθητεύσω στὴν καθημερινότητα ἑνὸς ἁγίου ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀφιέρωσε ὅλη του τὴ ζωὴ στὴ διακονία τῶν λεπρῶν,  τῶν πλέον ἀπομονωμένων καὶ ξεχασμένων  ἀπὸ τὴν κοινωνία ἀδελφῶν μας. Μὲ ἄλλες  λέξεις, ἔζησα τὴ ζωὴ ἑνὸς δεύτερου ἁγίου Νικολάου Πλανᾶ, ἔστω κι ἂν ὁ ἴδιος, ὅταν τοῦ τὸ ἔλεγαν, αὐτὸς ἀντέλεγε· «Ὄχι, αὐτὸς εἶναι ἅγιος. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἅγιος»! Ἀλλ’ ὅμως, ζώντας κοντά του βίωσα τὸν «κρυφὸ ἅγιο τῶν Ἀθηνῶν», ὅπως μοῦ εἶχε πεῖ κάποτε γι᾽ αὐτὸν ὁ ὅσιος Πορφύριος. 

Σύντομη βιογραφία τοῦ Γέροντος Εὐμενίου

Ὁ Γέροντας Εὐμένιος, ἦταν παιδὶ πολυμελοῦς καὶ φτωχῆς οἰκογένειας. Γεννήθηκε τὴν 1η Ἰανουαρίου τοῦ 1930 στὸ ὀρεινὸ χωριὸ Ἐθιὰ τῆς Κρήτης. Οἱ εὐλαβεῖς καὶ ἐνάρετοι γονεῖς του, Γεώργιος καὶ Σοφία  Σαριδάκη, στὸ ἅγιο Βάπτισμα τοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομα Κωσταντῖνος. Ὁ Κωνσταντῖνος,  ποὺ ὀρφάνεψε ἀπὸ πατέρα σὲ ἡλικία μόλις  δύο ἐτῶν, ἐπιθυμοῦσε ἀπὸ μικρὸς νὰ γίνει  μοναχός, ἀφοῦ δὲν ἦταν ὅπως ὅλα τὰ ἄλλα παιδιὰ τῆς ἡλικίας του, ἀλλὰ εἶχε τὴ συνήθεια  νὰ περνᾶ πολλὲς ὧρες στὴν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του καὶ στὰ γύρω ἐξωκκλήσια,  προσευχόμενος καὶ κάνοντας ἀγρυπνίες τὰ βράδια. Τὸν χειμώνα τοῦ 1944, καθὼς  καθόταν στὸ τζάκι μὲ τὶς δύο ἀδελφές του  καὶ τὴ μητέρα του καὶ ἔτρωγαν «μακαρόνες»,  ὅπως λένε τὶς τηγανίτες στὴν Κρήτη, ξαφνικὰ ἕνα φῶς μπῆκε μέσα του, ποὺ τὸν γέμισε χαρά, καὶ εἶπε στὶς ἀδελφές του· «Θὰ γίνω μοναχὸς»! Τότε ἦταν 14 ἐτῶν. Καί, πράγματι,  τὸ ἔτος 1947 πηγαίνει καὶ ἐγκαταβιώνει στὴν ἱερὰ μονὴ Ἁγίου Νικήτα Ἀχεντριά, ἕνα μικρὸ λαξευτὸ σπήλαιο-μοναστήρι, ποὺ βρίσκεται στὴ νότια περιοχὴ τῆς Κρήτης, πρὸς τὸ Λιβυκὸ πέλαγος. Γέροντας τοῦ μοναστηριοῦ ἦταν ὁ πατὴρ Ἱερόθεος καὶ μαζί του ἦσαν ἄλλοι δύο μοναχοί, τοὺς ὁποίους ὁ μικρὸς  τότε Κωνσταντῖνος διακονοῦσε μὲ πολλὴ ὑπακοή.

Τὸ 1951, κείρεται μοναχὸς καὶ λαμβάνει τὸ ὄνομα Σωφρόνιος, καὶ τὸ 1954 κατατάσσεται στὸν στρατό, καθὼς τότε ἡ στρατιωτικὴ  θητεία ἦταν ὑποχρεωτικὴ γιὰ ὅλους, ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς μοναχούς. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς στρατιωτικῆς του θητείας παρουσίασε πυρετό, ποὺ δὲν ὑποχωροῦσε, καὶ εἶχε τὰ πρῶτα συμπτώματα τῆς λέπρας. 

Τὸ 1957, μεταφέρθηκε στὸ Λεπροκομεῖο τῶν Ἀθηνῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἀπὸ τὸ 1947 εἶχαν ἤδη ἀνακαλυφθεῖ κατάλληλα φάρμακα γιὰ τὴ θεραπεία τῆς λέπρας, ποὺ εἶχε ἔγκαιρα διαγνωσθεῖ στὸν Γέροντα, σὺν τῷ χρόνῳ  θεραπεύθηκε. Παρόλο τοῦτο, παρέμεινε στὸ Λεπροκομεῖο, θεραπευμένος πιά, γιὰ νὰ διακονεῖ τοὺς λεπρούς. 

Μὲ τὸν ἐρχομὸ τοῦ ὁσίου Νικηφόρου  στὸ Λεπροκομεῖο καὶ μετὰ ἀπὸ συστατικὴ ἐπιστολὴ τοῦ ἁγίου Ἀνθίμου πρὸς τὸν ἴδιο, ὁ μοναχὸς Σωφρόνιος ἔκανε Γέροντά  του τὸν Ὅσιο καὶ βοηθήθηκε πάρα πολὺ ἀπὸ αὐτόν, καθότι τότε ἦταν ἀκόμη νέος  καὶ ἄπειρος. Καθὼς περνοῦσε ὁ καιρός, ἡ  ἁγιασμένη βιοτὴ τῶν δύο αὐτῶν μοναχῶν ἄρχισε νὰ φτάνει στ’ αὐτιὰ πολλῶν εὐσεβῶν ἀνθρώπων πού, ὅταν ἐπισκέπτονταν τοὺς  λεπρούς, ἐπιδίωκαν νὰ συναντηθοῦν καὶ μὲ τοὺς δύο αὐτοὺς ἁγίους γιὰ ψυχική τους  ὠφέλεια.

Μετὰ τὴν ὁσιακὴ κοίμηση τοῦ ἁγίου  Νικηφόρου τὸ 1964, ὁ Γέροντας Εὐμένιος συνέχισε, ὡριμότερος πλέον πνευματικά, νὰ διακονεῖ τοὺς λεπροὺς μέχρι τὴν κοίμησή  του, στὶς 23 Μαΐου 1999. 

«Κύπριε, Κύπριε, ἔλα ἐδῶ πίσω»

Ὅπως ἔχω προαναφέρει, τὸν Γέροντα Εὐμένιο μοῦ τὸν γνώρισε ὁ μακαριστὸς Γεράσιμος Φωκᾶς, μητροπολίτης Κεφαλληνίας, τότε  λαϊκός. Θυμᾶμαι ἦταν τὸ 1981, ἀπόγευμα τῆς Τετάρτης τῆς πέμπτης ἑβδομάδας τῶν νηστειῶν τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ὁπόταν στὶς ἐκκλησίες ψάλλεται ὁ Μεγάλος  Κανόνας. Ἤμουνα μόλις 18 ἐτῶν, πρόσφυγας ἀπὸ τὸ χωριό μου Ζώδια στὴ Λευκωσία,  ἀναζητώντας μέσα στὴν πολύβουη ἀχανὴ πόλη τῶν Ἀθηνῶν πρωτίστως μιὰ πατρικὴ ἐκκλησιαστικὴ ἀγκαλιά. Μόλις λοιπὸν ἀντίκρυσα τὸν Γέροντα, χωρὶς δεύτερη σκέψη εἶπα μέσα  μου· «Σ`αὐτὸν θὰ ἔρθω νὰ ἐξομολογηθῶ». 

Ὁπόταν, μιὰ μέρα πάω καὶ τὸν βρίσκω καὶ τοῦ λέω· «Γέροντα, ἐξομολογεῖς»; «Μὲ τὴ  χάρη τοῦ Θεοῦ, ναί», μοῦ ἀπαντᾶ μὲ τὴν ἔνρινη φωνή του. «Γίνεται νά᾿ρθω ἐδῶ  κοντά σου νὰ ἐξομολογοῦμαι»; «Ὄχι, δὲν  γίνεται. Ἐγὼ εἶμαι Πνευματικὸς μόνο γιὰ τοὺς λεπρούς. Δὲν ἐξομολογῶ ὑγιεῖς». «Γιατί τὸ λέτε αὐτό; Γιὰ νὰ λυπηθῶ ποὺ εἶμαι ὑγιής»;  «Ὄχι, νὰ μὴν λυπᾶσαι, ἡ ὑγεία εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά, ἐκεῖ ποὺ μένεις στὰ Ἰλίσια,  ἔχει καλοὺς Πνευματικούς. Νὰ πηγαίνεις  ἐκεῖ». «Δὲν λέω ὄχι, ἀλλὰ κάτι μοῦ λέει ὅτι θὰ ταιριάξω πιὸ πολὺ μαζί σου». «Ὄχι,  παιδί μου, δὲν γίνεται. Ὁ Ἐπίσκοπός μου, μοῦ εἶπε μόνο ἐδῶ στὸ λεπροκομεῖο νὰ ἐξομολογῶ. Δὲν ἐξομολογῶ κανέναν ἐκτὸς  λεπροκομείου». Πραγματικά, ἐκείνη τὴν ὥρα  λυπήθηκα, διότι ἀντιλήφθηκα τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ εἶδα καὶ τὴν ἐπιμονή του. 

Ἔτσι, λυπημένος στράφηκα πρὸς τὴν πόρτα νὰ φύγω καὶ προτοῦ ἐξέλθω τοῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων μοῦ φωνάζει, «Ἔ!… Κύπριε, Κύπριε, ἔλα ἐδῶ πίσω». Γυρνάω καὶ μοῦ λέει· «Πότε θὲς νὰ ᾿ρθεῖς»; «Τώρα», τοῦ  λέω! «Ὄχι τώρα. Αὔριο. Ἡ ὥρα ἕντεκα νὰ εἶσαι ἐδῶ». «Νὰ εἶναι εὐλογημένο», εἶπα, κι  ἔφυγα. 

«Σὲ εἶδα νὰ φορᾶς ρᾶσα»

Ἔκτοτε πέρασαν ἑφτὰὁλόκληρα χρόνια καὶ δὲν ρώτησα ποτὲ τὸν Γέροντα γιατί ἄλλαξε  τόσο εὔκολα τὴν ἀπόφασή του, κι ἐκεῖ ποὺ μοῦ ἔλεγε ὅτι δὲν ἐξομολογεῖ ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν ἐκτὸς τοῦ λεπροκομείου, ἐμένα μὲ δέχτηκε! Βέβαια, μερικὲς φορὲς εἶχα σκεφτεῖ ὅτι μὲ δοκίμαζε ἐκείνη τὴν ὥρα,  ἀλλὰ ἡ ἀπορία παρέμενε. Θυμᾶμαι, ἦταν ἡ τελευταία νύχτα, ὅταν πλέον μετὰ ἀπὸ πολλὴ προσευχὴ δική μου καὶ τῶν Γερόντων  ποὺ ἤξερα, πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ ἔλθω στὴν  Κύπρο γιὰ νὰ ἐγκαταβιώσω ὡς μοναχὸς κοντὰ στὸν πατέρα Συμεών, τὸν τωρινὸ ἡγούμενο τῆς ἱερᾶς μονῆς Ἁγίου Γεωργίου Μαυροβουνίου στὴ Λάρνακα, ὁπόταν ὁ  Γέροντας μοῦ λέει χαρούμενος· «Θέλω νὰ σοῦ πῶ καὶ κάτι, ποὺ σοῦ τὸ ἔκρυβα ἑφτὰ ὁλόκληρα χρόνια». «Γιὰ πές μου», τοῦ λέω. 

«Ἐγὼ τὸ ἤξερα ὅτι θὰ γίνεις ἱερομόναχος».  «Πῶς τὸ ἤξερες, Γέροντα»; «Θυμᾶσαι, ὅταν σοῦ εἶπα τὴν πρώτη φορὰ ποὺ συναντηθήκαμε, νὰ μὴν ἔλθεις κοντά μου κι ἔφυγες λυπημένος»! «Θυμᾶμαι. Πῶς»! «Ἔ!, ἐκείνη τὴν ὥρα, μόλις  στράφηκες λυπημένος πρὸς τὴν πόρτα, ἐγὼ σὲ εἶδανὰφορᾶς ρᾶσα. Καὶ ἄκουσα μέσα μου·

Αὐτὸ τὸ παιδί, πρέπει νὰ τὸ κρατήσεις. Θὰ  γίνει ἱερομόναχος κάποτε καὶ θὰ βοηθήσει τὴν Ἐκκλησία καὶ πρέπει καὶ ἐσεῖς νὰ τὸ βοηθήσετε  τώρα». Μένοντας ἄναυδος, τοῦ λέω· «Καλά,  γιατί δὲν μοῦ τὸ εἶπες; Ἐρχόμουν ἐδῶ, σοῦ ἔλεγα, Γέροντα, θέλω νὰ καλογερέψω. Ποῦ νὰ πάω; Νὰ γίνω ἱερομόναχος, νὰ μείνω  ἁπλὸς καλόγερος; Γιατί δὲν μοῦ τὸ εἶπες,  καὶ μὲ ἄφησες νὰ κάνω μετάνοιες, νὰ κάνω  προσευχές, νὰ παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ μοῦ  φανερώσει τὸ θέλημά Του στὴ ζωή μου»;  Καὶ μὲ ἀφοπλιστικὸ ὕφος μοῦ λέει· «Αὐτὸ δὲν ἔχει λεβεντιά, νὰ σοῦ ἀποκαλύπτουμε ὅλοι διάφορα πράγματα γιὰ τὸ μέλλον! 

Μὴ βλέπεις μὲ τοὺς ἄλλους πατέρες ποὺ σοῦ λένε. Ἐγὼ δὲν λέω εὔκολα. Ἐγὼ  προτιμάω, Ὅμηρε, νὰ κάνω προσευχὴ νὰ σοῦ φανερώσει ὁ Θεὸς στὴν καρδία σου τὸ  θέλημά Του. Αὐτὸ ἔχει πιὸ πολλὴ ἀξία, πιὸ πολλὴ λεβεντιά. Ἐσὺ μόνον νὰ καθαρίζεις τὴν καρδιά σου, κι ἐμεῖς θὰ φροντίζουμε νὰ  στέλνουμε τὴν πληροφορία τοῦ Θεοῦ στὴν καρδιά σου, παιδί μου. Ἔτσι νὰ κάνεις καὶ  τώρα καὶ ἀργότερα, ποὺ θὰ μεγαλώσεις». 

«Ἕνα πράγμα δὲν μπορεῖ νὰ κάμει ὁ Θεός: Δὲν μπορεῖ νὰ παραβιάσει τὸ  θέλημα κανενὸς»

Κοντὰ στὸν Γέροντα εἶχα πολλὲς ἀποκαλύψεις ἀπὸ τὴν ἁγία του βιοτή, ἀλλὰ μία ἀπὸ τὶς συγκλονιστικότερες ἐμπειρίεςποὺεἶχα, ἀλλὰ καὶ ποὺ ἄκουσα ἀπὸ ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μου, ἦταν ὅταν μοῦ ἐκμυστηρεύτηκε τὴν ἐμπειρία ποὺ εἶχε προσευχόμενος ἕνα  βράδυ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Καὶ ὀφείλω νὰ  λέω καὶ νὰ ξαναλέω γιὰ τὴν ἐμπειρία αὐτὴ τοῦ Γέροντα, τώρα ποὺ ἔχει κοιμηθεῖ, πρὸς ὠφέλεια τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν. Μοῦ εἶπε  λοιπόν· «Ἔκανα προσευχὴ καὶ ἔλεγα τοῦ Χριστοῦ μας· “Κύριέ μου, Ἰησοῦ Χριστέ, θέλω νὰ σώσεις ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς”. Καὶ ἐχάρη ὁ Θεός. Καὶ ὅταν εἶδα ὅτι χαιρότανε, Τοῦ εἶπα· “Κύριε,  δὲν σώζεις καὶ ὅλους τοὺς ἑτεροδόξους, καθολικούς, προτεστάντες; Ὅλους, ποὺ πιστεύουνε  στὸ ὄνομά Σου, ἀλλὰ ἔχουνε κακοδοξίες”;  Καὶ ἐχάρη ὁ Θεός. Καὶ μετὰ εἶπα· “Χριστέ  μου, τί θὰ κάνουμε μὲ τοὺς μουσουλμάνους, τοὺς Κινέζους, τοὺς Ἀφρικανούς, αὐτοὺς ποὺ δὲν Σὲ γνωρίζουν, ποὺ δὲν Σὲ πιστεύουνε;  Δὲν τοὺς σώζεις καὶ αὐτούς, Χριστέ μου; Σὲ παρακαλῶ, σῶσε καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀλλοθρήσκους”! Καὶ ἐχάρη ὁ Θεός. Καὶ ἐγώ, ξεθάρρεψα καὶ Τοῦ εἶπα· “Ἀφοῦ  χαίρεσαι ἔτσι ποὺ προσεύχομαι, Χριστέ  μου, νὰ σώσεις ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τοὺς ἀρχαίους εἰδωλολάτρες. Ἀπὸ Ἀδὰμ ἄχρι τοῦ νῦν, ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔπλασες ἐπὶ τῆς γῆς. Ὅλους νὰ τοὺς σώσεις,  σὲ παρακαλῶ, Χριστέ μου”. Καὶ ἐχάρη ἀπέραντα ὁ Θεός. Ξεθάρρεψα κι ἄλλο καὶ Τοῦ λέω· “Ἀφοῦ χαίρεσαι ἔτσι, δὲν σώζεις  καὶ τὸν Ἰούδα, δὲν σώζεις καὶ τὸν διάβολο,  νὰ ἡσυχάσουμε ὅλοι. Νὰ ἡσυχάσει καὶ αὐτὸς  ὁ καημένος, ποὺ τυραννιέται μὲ τὶς διαβολιές  του”; Καὶ ἐλυπήθη ὁ Θεός…». «Λυπήθηκε; Γιατί λυπήθηκε»; τοῦ λέω ὅλος ἀπορία. «Ναί, λυπήθηκε ὁ Θεὸς γιὰ τὸν Ἰούδα καὶ γιὰ τὸν διάβολο. Διότι, ὅλοι οἱ προηγούμενοι  ἄνθρωποι, γιὰ τοὺς ὁποίους παρακαλοῦσα, εἴχανε κάποια ἴχνη θελήσεως νὰ σωθοῦνε καὶ νὰ γνωρίσουνε τὸν Χριστό, νὰ Τὸν ἀγαπήσουνε. Ἐνῶ, ὁ Ἰούδας καὶ ὁ διάβολος,  δὲν ἔχουν ἴχνος θελήσεως. Καὶ ἕνα πράγμα  δὲν μπορεῖ νὰ κάμει ὁ Θεός: Δὲν μπορεῖ νὰ  παραβιάσει τὸ θέλημα κανενός».

«Ἅμα δὲν ὀχυρωθεῖς μὲ τὴν ταπείνωση,  ὅλα εἶναι ἕνα τίποτα»

Ὅταν χειροτονήθηκα διάκονος, ἤμουνα στὴν Κύπρο, ἀλλὰ συνέχισα νὰ πηγαίνω  στὴν Ἑλλάδα, γιατὶ ὁ Γέροντάς μου, ὁ πατὴρ Συμεών, καταλαβαίνοντας ὅτι θὰ μὲ βοηθοῦσε νὰ συνεχίσω νὰ ἔχω ἐπαφὴ μὲ τοὺς Γέροντες ποὺ γνώρισα, μ’ ἐνεθάρρυνε νὰ σπουδάσω Θεολογία. Ἔτσι, μὲ ἀφορμὴ τὶς σπουδές, συνέχισα καὶ μετὰ τὸ 1987 ποὺ ἤλθα στὴν Κύπρο νὰ πηγαίνω στὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ βλέπω τὸν ἅγιο Πορφύριο, τὸν ἅγιο Παΐσιο, τὸν ἅγιο Ἰάκωβο, τὸν Γέρο Εὐμένιο.  Θὰ ἔλεγα, μάλιστα, ὅτι ὡς ἱεροδιάκονος,  ἦταν πιὸ ὥριμη ἡ ἐπαφή μου μαζί τους,  διότι ἄλλος εἶναι ὁ διάλογος ποὺ γίνεται  ὅταν εἶσαι φοιτητής, κι ἄλλος ὅταν εἶσαι  ρασοφόρος.

Ἔτσι λοιπὸν σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς ἐπισκέψεις μου στὸν Γέροντα Εὐμένιο, μοῦ κάνει τὴν ἑξῆς ἀπρόβλεπτη ἐρώτηση, ξαφνιάζοντάς με  λίγο· «Ποιά βιβλία σοῦ εἶπε νὰ διαβάζεις ὁ  πατὴρ Συμεών»; Τοῦ εἶπα μερικοὺς τίτλους  καὶ μοῦ λέει· «Νὰ διαβάζεις τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Θὰ μάθεις ὡραία ἑλληνικά. Αὐτός, ἀνακεφαλαιώνει ὅλη τὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία». «Γέροντα, μοῦ ἀρέσει πολὺ νὰ διαβάζω τὸν ἅγιο Ἰσαὰκ τὸν Σύρο»,  τοῦ λέω. «Ἔ!, καλὸς εἶναι. Εἶναι ὁ καλύτερος  αὐτός, ἀλλὰ τώρα, δὲν χρειάζεται ἐκεῖ ποὺ εἶσαι. Ἀργότερα, ἀργότερα τὸν ἅγιο Ἰσαάκ… Λίγο νὰ διαβάζεις, ἔτσι νὰ παίρνεις  μιὰ γεύση». «Ἐσὺ τὸν διάβασες, Γέροντα»;  «Ἐμεῖς στὴν ἐποχή μας, παιδί μου, δὲν εἴχαμε πολλὰ πατερικὰ βιβλία, ὅπως σήμερα.  Αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζουν οἱ πιὸ πολλοὶ τῆς δικῆς σας ἡλικίας. Τότε δὲν τὰ ἐξέδιδαν,  οὔτε ἡ Ἐκκλησία, οὔτε τὰ βιβλιοπωλεῖα».  «Τί διαβάζατε τότε»; τοῦ λέω. «Διαβάζαμε  Ψαλτήρι (τοὺς Ψαλμοὺς τοῦ Δαβίδ). Διαβάζαμε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ διαβάζαμε Ἀκολουθίες.  Κάναμε τὴν εὐχή, διαβάζαμε καὶ τὰ ὑπομνήματα τοῦ Τρεμπέλα καὶ ξανὰ ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ἐδῶ στὸ Λεπροκομεῖο εἴχαμε καὶ τὸν Εὐεργετινό, ποὺ ἔφερε ὁ πατὴρ Νικηφόρος.  Ἄλλα πατερικὰ δὲν εἴχαμε. Μετὰ ἐκδόθηκε τὸ βιβλίο Ἀσκητικὰ ἁγίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου.  Μά, τί βιβλίο ἦταν αὐτό! Μά, τί βιβλίο  ἦταν αὐτό! Μά, τί βιβλίο ἦταν αὐτό…». Κι  εἶπε αὐτὴ τὴ φράση μὲ πολλὴ χαρά, τουλάχιστον δέκα φορές! «Τρεῖς μέρες καὶ τρεῖς  νύχτες, ἀπὸ τὴ χαρά μου, οὔτε ἔτρωγα, οὔτε  κοιμήθηκα»! «Καλά, Γέροντα, τί σοῦ ἄρεσε  τόσο πολὺ στὸν ἅγιο Ἰσαὰκ τὸν Σύρο»;  «Ἄκουσε, παιδί μου. Ἄκουσε, καὶ μὴν τὸ λὲς  τώρα, ἀργότερα νὰ τὰ πεῖς αὐτά. Ἐγώ, ζοῦσα  διάφορα πράγματα ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ἤμουνα παιδί. Ἔβλεπα ὄχι μόνον τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα. Ἀκόμα καὶ τὴν Κυρά μας,  τὴν Παναγιά. Καὶ ἀγγέλους καὶ δαίμονες  καὶ νεκροὺς καὶ ἀρετῆς ἀνθρώπους. Ἔβλεπα διάφορα. Δὲν ξέρω γιατί, δὲν ξέρω γιατί,  δὲν ξέρω γιατί… Μοῦ ἔλεγαν, ‘‘πρόσεξε μὴν πλανηθεῖς’’. Μοῦ ’λεγε καὶ ὁ Γέροντάς μου ὁ  Νικηφόρος· ‘‘Πρόσεξε μὴν πλανηθεῖς, Σωφρόνιε, μὴν ὑπερηφανευθεῖς’’. Μετά, παιδί  μου, γιὰ μερικὲς μέρες δαιμονίστηκα ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια ποὺ ἔβλεπα διάφορα. Δὲν τὰ  κατάφερα, περηφανεύτηκα, δαιμονίστηκα.  Μὲ πήγανε στὴ Μονὴ τοῦ Κουδουμᾶ στὴν  Κρήτη καὶ μὲ διάβασαν ἐκεῖ οἱ πατέρες καὶ ἔγινα καλά. Ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνειά μου τὸ ἔπαθα αὐτό. Καὶ εἶχα λοιπὸν μέσα μου ἕνα  φόβο. Μέχρι σήμερα ἔχω αὐτὸ τὸν φόβο.  Νὰ μὴν μὲ ρίξει ξανὰ ὁ πειρασμὸς στὴν ὑπερηφάνεια. Εἶναι πολὺ πικρὴ κατάσταση  αὐτή. Δὲν ὑπάρχει κάτι χειρότερο… Ἅμα δὲν ὀχυρωθεῖς μὲ τὴν ταπείνωση, ὅλα εἶναι ἕνα τίποτα, ἕνα τίποτα, ἕνα τίποτα…  Καὶ οἱ ἀποκαλύψεις καὶ οἱ προσευχὲς καὶ οἱ Λειτουργίες σου εἶναι ἕνα τίποτα χωρὶς τὴν ταπείνωση. Νὰ ζητᾶτε ταπείνωση. Νὰ  λέτε· ‘‘Παναγία μου, δὲν εἶμαι ταπεινός. Δὲν τὰ κατάφερα πάλι’’! Εἶναι δεδομένο ὅτι θὰ ἔχομε ἀποτυχίες. Τὸ γιατί καὶ οἱ ἐνοχές, εἶναι διπλὸς σατανᾶς. Καταλάβατε; Ὅταν ζητοῦμε νὰ μᾶς δώσει ὁ Θεὸς ταπείνωση, εἶναι ὡς νὰ Τοῦ λέμε· ‘‘Χριστέ μου, ἐγὼ ἔχω αὐτὸ τὸ  χάλι, τὸ ἐγωιστικό. Σὲ παρακαλῶ, στεῖλε μου Ἐσύ, μὲ τὴ σοφία, τὴν πανσοφία ποὺ ἔχεις,  ἀφορμὲς ταπεινώσεως’’! Ὁ Θεὸς ξέρει. Μὴ  γυρεύουμε ἐμεῖς νὰ μεταμορφώσουμε τὴν  ταπείνωση σὲ ὑποκρισία, σὲ φαρισαϊσμό.  Καταλάβατε τί λέω; Νὰ ἀφήσουμε μὲ ἁπλότητα τὸν Θεὸ νὰ μᾶς στείλει εὐκαιρίες μετανοίας, εὐκαιρίες προσευχῆς, εὐκαιρίες ταπεινώσεως…».

«Τώρα κλαίω ὅποτε θέλω»

«Ἐγὼ εἶχα λέπρα καὶ ἔγινα καλά. Ἔγινα καὶ παπᾶς. Ὁ παπᾶς, εἶναι κάτι μεγάλο… πολὺ  μεγάλο. Ἀλλά, γιὰ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔβλεπα,  εἶπα· “Πάτερ Εὐμένιε, πλανήθηκες”! Καὶ ἔπεισα τὸν ἑαυτό μου γιὰ κάποια χρόνια ὅτι εἶμαι πλανεμένος. Εἶχε κοιμηθεῖ πλέον καὶ  ὁ Γέρο Νικηφόρος καὶ ἔπεσε στὰ χέρια μου τὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Ἰσαάκ, Τὰ Ἀσκητικά. Καὶ ὅταν διάβασα…», καὶ ἄρχισε νὰ γελάει ἐκείνη τὴν ὥρα. Μὰ κάτι γέλια, χάχανα ἦταν…  Κατάλαβα ὅτι δὲν εἶμαι πλανεμένος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν κοιμήθηκα τρεῖς μέρες καὶ τρεῖς νύχτες  καὶ δὲν ἔφαγα τίποτα. Διότι αὐτὰ ποὺ ζοῦσα τὰ ἔγραφε μέσα». 

«Αὐτὰ τὰ δάκρυα εἶναι ὡραῖα δάκρυα»!

«Δηλαδὴ τί ζοῦσες, Γέροντα»; «Τί νὰ σοῦ πῶ», μοῦ λέει. «Γιὰ παράδειγμα, εἶχα ἕνα καιρὸ δάκρυα, πολλὰ δάκρυα, ἀνεξέλεγκτα  δάκρυα, πικρὰ δάκρυα, καυστικὰ δάκρυα.  Ὄχι μόνο στὴν καρδιά μου. Τὰ δάκρυα ἤτανε καυστικὰ καὶ τὴν καθαρίζανε σιγά-σιγά,  ἀλλά, ἀκόμα καὶ στὸ πρόσωπο. Νόμιζα ὅτι δὲν εἶναι δάκρυα, ὅτι εἶναι κανένα φάρμακο,  τὸ ὁποῖο καθαρίζει ἐδῶ τὶς παρειές μου,  τὸ πρόσωπό μου. Αὐτὰ τὰ δάκρυα εἶναι  καθαρτικά, ἀλλὰ δὲν ἀντέχονται γιὰ πολλὰ  χρόνια. Καὶ λέει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὅτι αὐτὰ τὰ πρῶτα δάκρυα τῆς μετανοίας εἶναι τὰ  δάκρυα τὰ καθαρτικά, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπει πολλὰ χρόνια ὁ Θεός, γιατὶ δὲν τὰ ἀντέχει ἡ ἀνθρώπινη φύση περισσότερο ἀπὸ  δύο μὲ δυόμιση χρόνια». «Ἐσένα πόσα σοῦ πῆρε», τοῦ λέω; «Δύο χρόνια μοῦ πῆρε. Μετὰ  σταματήσανε αὐτά. Τώρα κλαίω ὅποτε θέλω.  Τώρα κλαίω ὅποτε θέλω». «Ὅποτε θέλεις»;  «Ναί! Αὐτὰ τὰ δάκρυα εἶναι ὡραῖα δάκρυα,  εἶναι ὡραῖα δάκρυα, εἶναι εὐφραντικά, εἶναι βιταμινοῦχα. Καὶ γιὰ τὸ σῶμα καὶ γιὰ τὴν  ψυχή. Ὅλα καθαρίζουνε, ὅλα καθαρίζουνε  μὲ αὐτὰ τὰ δάκρυα, τὰ ὁποῖα πλέον εἶναι  φωτιστικά». Τοῦ λέω, «τὸ λέει καὶ αὐτὸ ὁ  ἅγιος Ἰσαάκ»; «Φαίνεται δὲν διάβασες καλά,  γιὰ νὰ μὴν τὸ ξέρεις»; Καὶ λέω, κοίτα τί ἄνθρωποι ζούσανε δίπλα μας! Μέσα στὴν Ἀθήνα. Οἱ ὁποῖοι, ζούσανε τί; Τὴν ἀσκητικὴ τοῦ ἁγίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου. Πρῶτα τὰ ἔζησε καὶ μετὰ τὰ διάβασε. Ἐμεῖς τὰ διαβάζουμε,  τὰ ξαναδιαβάζουμε, τὰ λέμε καὶ τὰ ξαναλέμε  χωρὶς νὰ τὰ ζοῦμε. Θυμᾶμαι, ποὺ μοῦ εἶπε καὶ ἡ Γερόντισσα τῆς Σουρωτῆς, ἡ Φιλοθέη,  μιὰ φορὰ ποὺ συναντηθήκαμε, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ γράφει καὶ ἐκδίδει συνεχῶς βιβλία γιὰ τὸν Γέροντά της, τὸν ἅγιο Παΐσιο· «Ἄχ, Δεσπότη μου, διάβασα ἕνα κείμενό σου γιὰ τὸν ἅγιο Παΐσιο καὶ μοῦ ἄρεσε πολύ». Κι ἀφοῦ μὲ  παίνεψε, μοῦ λέει στὸ τέλος· «Αὐτοὶ ζήσανε τὴν πνευματικὴ ζωή, ἅγιε Μόρφου, ἐμεῖς μόνο  γράφουμε καὶ μιλοῦμε γι᾽ αὐτήν»! 

Ἡ κατάκριση

Ὁ Γέροντας καλλιεργοῦσε συνεχῶς τὸ ταπεινὸ φρόνημα καὶ πρόσεχε τὴν κάθε λεπτομέρεια, οὕτως ὥστε νὰ μὴν διολισθήσει  στὴν κατάκριση. Δὲν ἐπέτρεπε νὰ κρίνουμε  κανέναν καὶ τίποτα! Γιὰ παράδειγμα, ἂν  λέγαμε ἀκόμα καὶ καλοπροαίρετα, ὅτι ὁ  Κώστας εἶναι καλός, ἀλλὰ εἶναι φαλακρός,  θὰ ἔλεγε ἀμέσως· «Ὡραία ἡ φαλάκρα, ὡραία  ἡ φαλάκρα»! Καὶ μᾶς ἔλεγε συχνά· «Ὅποιος  κατακρίνει, νὰ περιμένει σαρκικὸ πειρασμό. Ἂν δὲν ἔλθει σαρκικὸς πειρασμός, σημαίνει τὸν ἐγκατέλειψε τελείως ὁ Θεός». Ἐπέμενε νὰ  προσέχουμε τὸν νοῦ μας. Μὲ συμβούλευε· «Νὰ παρακολουθεῖ ὁ νοῦς πότε κατέκρινες,  εἴτε ἐσωτερικά, εἴτε ἐξωτερικά. Κι ἂν τὸ ἔκανες, ἀμέσως νὰ λές· ‘‘Συγχώρα με, Χριστέ  μου’’! Ἀμέσως. Γρήγορο νοῦ. Ὄχι τεμπέλικο  νοῦ. Ὄχι δικαιολογίες. Νὰ βλέπεις ὅσο  γίνεται πιὸ γρήγορα τὴν ἁμαρτία ποὺ κινεῖται μέσα σου. Εἴτε ὡς λογισμό, εἴτε ὡς ἐπιθυμία. Καὶ ἀμέσως νὰ μετανοεῖς». 

Θυμᾶμαι, πήγαμε στὸ Λονδίνο γιὰ νὰ δοῦμε τὸν ὅσιο Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ. Ἐγώ,  σπουδαγμένος δικηγόρος, ἤμουν πάντα  ἕτοιμος νὰ κρίνω τὰ πάντα, νὰ ψηλαφήσω  τὰ πάντα. Ἔβλεπα τὸ Λονδίνο. Καταχνιά. Ἔλεγα: «Παναγία μου, αὐτὸ τὸ Λονδίνο, ὅλο ὁμίχλη. Πῶς ἦλθαν ἐδῶ οἱ Κύπριοι νὰ ζήσουν;  Καταχνιά, καλέ». «Ὡραῖο τὸ Λονδίνο,  ὡραῖο τὸ Λονδίνο, ὡραῖο τὸ Λονδίνο»,  ἔλεγε ὁ Γέροντας. Ποῦ νὰ τολμήσω ἐγὼ νὰ ξαναπῶ ὅτι ἔχει καταχνιά. «Ψυχροί,  αὐτοὶ οἱ Ἐγγλέζοι ποὺ εἶναι, ρὲ Γέροντα,  ψυχροί! Τοὺς ἐπηρέασε τὸ κλίμα». «Ὡραῖοι οἱ Ἐγγλέζοι, ὡραῖοι οἱ Ἐγγλέζοι, ὡραῖοι οἱ Ἐγγλέζοι. Τί ὡραῖοι ποὺ εἶναι οἱ Ἐγγλέζοι! Μ᾿ ἀρέσει νὰ εἶμαι στὴν Ἀγγλία. Τί ὡραία ποὺ εἶναι ἡ Ἀγγλία». Ποῦ τολμοῦσα νὰ πῶ ξανὰ γιὰ τοὺς Ἐγγλέζους; 

«Τὶ ὡραῖος ὁ καύσωνας, Χριστέ μου»!

Μιὰ ἄλλη φορά, ἤμασταν στὸ Λοιμωδῶν,  κι ἑτοιμαζόμασταν νὰ κάνουμε Ἀκολουθία.  Ἐνῶ ἦταν μήνας Σεπτέμβρης, εἶχε μεγάλο  καύσωνα. Ἐγώ, ἄρχισα νὰ γκρινιάζω καὶ νὰ  λέω, «οὔφ, πολὺ ζέστη, πολὺς καύσωνας, Γέροντα, πά, πά, πά… Σεπτέμβρη καιρό, λὲς καὶ εἶναι Κύπρος. Πῶς ἦλθε ἐδῶ ὁ καιρὸς στὴν Ἀθήνα ἔτσι; Καύσωνας,  πολὺς καύσωνας»! Κι ἀρχίζει ὁ Γέροντας  νὰ γελᾶ γιὰ πολλὴ ὥρα. Καὶ τοῦ λέω, «Τί γελᾶς»; «Μωρέ, ὡραῖος καύσωνας, ὡραῖος  ὁ καύσωνας, ὡραῖος ὁ καύσωνας… Τί ὡραῖος καύσωνας! Πόσο ἀναγκαῖος εἶναι  ὁ καύσωνας! Ὅλα χρειάζονται. Τί ὡραῖος  ὁ καύσωνας! Χριστέ μου, ὅ,τι θέλεις Ἐσύ.  Καύσωνα, καύσωνα, λιοπύρι, λιοπύρι, βροχές, βροχές! Ὡραῖος ὁ καύσωνας». Τοῦ  λέω· «Λὲς συνεχῶς ὡραῖο τὸ ἕνα, ὡραῖο τὸ ἄλλο, ὡραῖος ὁ καύσωνας…». Καὶ μοῦ  λέει· «Ξέρεις, ἔχει συνηθίσει τὸ μυαλό σου  νὰ κρίνει. Ἅμα θὲς νὰ σταματήσεις νὰ  κρίνεις, ξεκινᾶς νὰ μὴν κρίνεις τὰ κακά. Ἅμα ἀρχίσεις ἔτσι, τὸ ἕνα σοῦ μυρίζει τὸ ἄλλο σοῦ βρωμᾶ, τὸ ἄλλο σὲ δυσκολεύει, μετὰ θὰ μὲ κατακρίνεις κι ἐμένα. Θὰ συνηθίσει  ὁ νοῦς, παιδί μου. Γι᾿ αὐτό, συνεχῶς βλέπε  τὴν ὡραία πλευρὰ τῶν πραγμάτων». Καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο αὐτὸς ὁ ἅγιος ἄνθρωπος σοῦ μάθαινε τὸ ἀκατάκριτο, νὰ μὴν κρίνεις  κανέναν καὶ κανένα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ δὲν σοῦ ἀρέσουν. 

«Ἅγιο θὰ τὸν κάνει ὁ Θεὸς ὅταν πεθάνει»

Ἐπίσης, δὲν τοῦ ἄρεσε νὰ παινεύουμε τοὺς ζωντανούς. Νὰ λέω, τί καλὸς παπᾶς ποὺ εἶναι ὁ τάδε ἢ ὁ δεῖνα ἱερέας. «Ὄχι,  καλὸς εἶναι, ἀλλὰ ὄχι πολὺ καλός», ἔλεγε.  Ἐνῶ τοῦ ἄρεσε νὰ βλέπουμε τὰ θετικά, δὲν τοῦ ἄρεσε τὸ παίνεμα. Τὸ θεωροῦσε ἀρχὴ  κατάκρισης καὶ ἀπροσεξία. Δηλαδή, ἂν τοῦ ἔλεγες, «ἅγιος ἄνθρωπος ὁ Πορφύριος», σοῦ  θύμωνε. «Καλά. Δὲν εἶπα, Γέροντα, ὅτι εἶναι  κακός. Εἶπα ὅτι εἶναι ἅγιος». «Εἶναι ἕνας καλὸς παπᾶς», σοῦ ἔλεγε. «Ἅγιο θὰ τὸν κάνει  ὁ Θεὸς ὅταν πεθάνει. Ἐμεῖς, γιατί νὰ μποῦμε στὴν κρίση τοῦ Θεοῦ νὰ κρίνουμε ὅτι εἶναι ἅγιος»; Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀκρίβεια τοῦ λόγου ποὺ εἶχε ὁ Γέροντας Εὐμένιος. «Ἅμα συνηθίσεις  νὰ κρίνεις τὰ καλά, μετὰ θὰ ἀρχίσεις νὰ λὲς καὶ γιὰ τὰ κακὰ τοῦ ἄλλου». Ἕνα μάθημα τὸ ὁποῖο δὲν τὸ ἔμαθα ἀκόμα, παρόλο ποὺ εἶχα ἐξομολόγο τέτοιο ἀκατάκριτο Γέροντα.  

«Σὲ εὐχαριστῶ ποὺ μοῦ ἔφερες αὐτὴ τὴ βρυσομάνα τῆς Κρήτης καὶ τοῦ Ἁγίου  Πνεύματος»

Θυμᾶμαι, τὴν ἴδια χρονιὰ ποὺ γνώρισα  τὸν Γέροντα, ἤδη ἐπισκεπτόμουν καὶ τὸν ὅσιο Πορφύριο στὸν Ὠρωπό. Σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐπισκέψεις μου στὸν ὅσιο, γυρίζει καὶ μοῦ  λέει· «Μωρέ, πολὺ εὐνοημένος εἶσαι ἀπὸ τὴν  Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἐγὼ ἀδικήθηκα». «Κύριε  ἐλέησον, ἐσὺ ἀδικήθηκες», τοῦ εἶπα, «ποὺ σοῦ ἔδωσε τόσα χαρίσματα ἀπὸ παιδί»; «Ἐσὺ ἔχεις δύο βρύσες νὰ πίνεις νερό, ἐνῶ ἐγὼ δὲν ἔχω καμμιά. Ἔχεις δύο Πνευματικούς,  ἕνα τὸν Ἰάκωβο στὴν Εὔβοια καὶ ἕνα κάτω,  καὶ ἐγὼ νὰ μὴν ἔχω κανέναν». Τοῦ λέω· «Τί νὰ κάνουμε; Θέλεις κανέναν νὰ ᾿ρθεῖ ἐδῶ»; «Ναί! Θέλω νὰ κανονίσεις, νὰ μοῦ  φέρεις ἕναν ἀπὸ τοὺς δύο, νὰ ἐξομολογηθῶ.  Δὲν ἔχω, παιδί μου, ἄνθρωπο»! «Γέροντα,  τόσος κόσμος ἔρχεται κοντά σου. Εἶσαι  ὁ πρύτανης τῶν Γερόντων». «Εἶμαι»! Δὲν εἶπε, «δὲν εἶμαι». Ποῦ νὰ πεῖς τοῦ Γέροντα  Εὐμένιου, εἶσαι ὁ πρύτανης τῶν Γερόντων.  Κινδύνευες μὲ ἀποκεφαλισμό! Ἐνῶ ὁ Γέρο  Πορφύριος εἶπε· «Εἶμαι, ἀλλὰ θέλω καὶ ἐγὼ ἕναν ἄνθρωπο νὰ μιλᾶ τὴ γλῶσσα μου, ρὲ Ὅμηρε. Νὰ μοῦ φέρεις ἕναν ἄνθρωπο»! Τοῦ  λέω· «Κοίταξε. Ὁ Ἰάκωβος εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔρθει. Ἔχει βηματοδότη, εἶναι ἄρρωστος,  δὲν μπορεῖ. Ἀλλά, τοῦ λέω, ὁ Εὐμένιος εἶναι πολὺ καλὰ στὴν ὑγεία του, εἶναι καὶ νέος, ἀλλὰ θὰ δεχτεῖ»; «Ἐσὺ πές  Πάω ἐγὼ στὸν Γέροντα Εὐμένιο καὶ τοῦ  λέω· «Γέροντα, μοῦ εἶπε ὁ Γέρο Πορφύριος,  ὅτι θέλει νὰ ἐξομολογηθεῖ». «Ἔ!, ποιός θὰ ἐξομολογήσει τὸν Πορφύριο»; «Ἐσύ, μοῦ εἶπε». «Φρόντισε ἐσὺ ἕνα αὐτοκίνητο νὰ φέρεις καὶ μετὰ τὴ Λειτουργία τῆς Κυριακῆς, θὰ  φύγουμε ἀμέσως γιὰ τὸν γέρο Πορφύριο».

Πᾶμε, λοιπόν, τὴν Κυριακὴ στὸν ἅγιο Πορφύριο καὶ μὲ τὴ μεγαλύτερη ἁπλότητα ὁ  Γέροντας μπῆκε μέσα στὸ κελλί του καὶ τὸν ἐξομολόγησε. Τί εἴπανε δὲν ξέρω. Βγῆκε ἔξω  κι εἴδαμε ἕνα Γέρο Εὐμένιο «πυρίμορφο»! Τὸ πρόσωπὀ του ἦταν σὰν τὴ φωτιά. Ἐξέπεμπε τῆς φωτιᾶς τὸ φῶς. Ἔμοιαζε μὲ τὸν Μωυσῆ, ποὺ ὅταν κατέβηκε ἀπὸ τὸ Ὄρος Σινᾶ κρατώντας  τὶς Δέκα Ἐντολές, ἦταν τόσο λαμπερὸ τὸ  πρόσωπό του, ποὺ οἱ Ἑβραῖοι τοῦ ἔβαλαν ἕνα  μαντήλι μπροστά του γιὰ νὰ μποροῦν νὰ τὸν  βλέπουν, γιατὶ τοὺς τύφλωνε ἡ λάμψη ποὺ ἐξέπεμπε. Ἔτσι αἰσθανθήκαμε βλέποντας τὸν  Γέροντα ἐκείνη τὴν εὐλογημένη ἡμέρα. Τὸ  μόνο ποὺ εἶπε, «ἔλα ἐσύ». Πῆγα κοντά του. «Τί χτίζουν ἐδῶ»; Τοῦ λέω, «χτίζουν ἡσυχαστήριο». «Χρήματα θὰ  θέλει», μοῦ λέει. Βλέπετε ἁπλότητα. Χτίζει  ὁ ἄλλος, τί θέλει; Χρήματα θέλει νὰ χτίσει.  Καὶ βάζει τὸ χέρι του, κι ὅσα εἶχε μέσα στὴν  τσέπη του, ψιλά, χοντρὰ μοῦ τὰ ἔδωσε.  «Πάρ᾿ τα καὶ δός του τα». Καὶ μόλις τὰ πῆγα ἐκεῖ στὸ κρεββατάκι τοῦ ἁγίου Πορφυρίου,  μοῦ λέει: «Σὲ εὐχαριστῶ ποὺ μοῦ ἔφερες αὐτὴ τὴ βρυσομάνα τῆς Κρήτης καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐγὼ νὰ ξεδιψάσω. Καὶ μοῦ εἶπε καὶ κάτι ἄλλα προσωπικά».

Νὰ ζητᾶμε τοῦ Χριστοῦ μεγάλα καὶ ὡραῖα πράγματα

Ὁ Γέρο Εὐμένιος συμβούλευε ὅτι πρέπει  συνεχῶς νὰ ζητοῦμε τοῦ Χριστοῦ μεγάλα  καὶ ὡραῖα πράγματα. Μοῦ ἔλεγε· «Μέχρι  νὰ βγεῖ ἡ ψυχή σου ἀπὸ τὸ σῶμα σου, νὰ προσεύχεσαι· ‘‘Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, δώρησέ  μου πραότητα, ταπείνωση καὶ ἁπλότητα’’».  Ἐπέμενε πολὺ σ᾿αὐτὰ τὰ τρία. Στὴν πραότητα, τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἁπλότητα.  Ἐπίσης, μᾶς ἔλεγε· «Ἐὰν ἔλθει ἀδικία, συκοφαντία ἢ ἀρρώστεια ἐπάνω σου, ἀπὸ τὴ  χαρά σου νὰ πέσεις κάτω». Αὐτὸ τὸ ἔπραξε ὁ ἴδιος, ἀφοῦ, ὅταν τοῦ εἶπαν ὅτι ἔχει  λέπρα, ἀπὸ τὴ χαρά του ἔπεσε κάτω ἀπὸ τὸ  κρεββάτι. Κι ὁ λόγος; Ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος,  «μεγάλη ἀρρώστεια, μεγάλος σταυρός.  Μεγάλος σταυρός, μεγάλη ἀνάσταση».  Καὶ κάτι τελευταῖο πολὺ σημαντικό, ποὺ μᾶς ἔλεγε ὁ Γέροντας συχνά: «Γιὰ νὰ μὴν ἀλλάζω καὶ νὰ ἔχω συνέχεια τὰ ἴδια λάθη,  ὁπωσδήποτε Σὲ θέλω Χριστέ μου, ἀλλὰ Σὲ  θέλω λίγο. Θέλω νὰ Σὲ θέλω πιὸ πολύ». 

Ἀδελφοί μου, ἀσχοληθεῖτε κι ἐσεῖς μὲ τὰ  θέλω σας. Παρακολουθεῖτε τὶς ἐπιθυμίες σας,  ὥστε νὰ εἶναι κατὰ Θεόν, ἐνῶ πολεμεῖτε τὰ ἁμαρτωλὰ καὶ ἐμπαθή σας θελήματα. Μὴ δικαιολογεῖτε τὰ πάθη σας. Πολεμεῖστε τα μὲ τὸ παντοδύναμο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ: «Κύριε  Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». «Ὑπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι. Σκέπε ἡμᾶς. Σῶσον ἡμᾶς».  «Ἅγιε τοῦ Θεοῦ Εὐμένιε, βοήθησόν με». Ἔτσι ἀλλάζει ὁ ἄνθρωπος: Μὲ τὶς πρεσβεῖες τῶν ἁγίων, τὴν ἐπίμονη προσευχή, τὸν συνεπὴ πνευματικὸ ἀγώνα, τὴ μετάνοια, ποὺ ἑλκύουν τὴ σωστικὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Εὐχέτης πρὸς Κύριον
† Ὁ Μόρφου Νεόφυτος

Γερόντισσα Γαλακτία (+ 20 Μαΐου 2021)

Παραμυθία μὲ τὴν ὁσία Γερόντισσα Γαλακτία τῆς Κρήτης

Ὁμάδα προσκυνητῶν ψαλτῶν μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Πρωτοψάλτη τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ.  Μάριο Ἀντωνίου  ἀπὸ τὴν Κύπρο στὸ κελλάκι τῆς ὁσίας Γερόντισσας Γαλακτίας ποὺ κοιμήθηκε στὶς 20 Μαΐου 2021, ψάλει ὡραιότατους ὕμνους στὴ Γιαγιά, δίπλα της ὁ φύλακας ἄγγελός της, π.  Ἀντώνιος (18.3.2018).

Ένα περιστατικό που δείχνει την μητρικότητα, την φιλανθρωπία και την διάκριση της Γερόντισσας Γαλακτίας

Ήταν αρχές της δεκαετίας του 2010. Ένας πνευματικός αδελφός λόγω που έχουμε κοινό πνευματικό πατέρα τον π. Αντώνιο, νέος στην ηλικία, έπεσε σε ένα σοβαρό αμάρτημα. Δυσκολευόταν να το εξομολογηθεί. Ποτέ δεν φοβηθήκαμε τον Γέροντά μας αλλά σκεφτόμαστε καμιά φορά την λύπη που θα του προκαλέσουμε με τις αμαρτίες μας. Έπεσε σε τέτοιους δισταγμούς ο αδελφός, πάλευε με τους λογισμούς του και τελικά μπόρεσε να πάει μέχρι το σπίτι της Γερόντισσας. Ήταν απόγευμα. Καθόταν μόνη της, στο σημείο που πάντα καθόταν. Μόλις τον είδε, του είπε: «έλα! Πάρε μια καρέκλα και κάθισε απέναντί μου. Να ακουμπήσουν τα γόνατά σου τα δικά μου γόνατα». Έπραξε το παλληκάρι όπως του είπε. Όταν ενώθηκαν τα γόνατά τους, διοχετευόταν μια ενέργεια από πάνω της πάνω στο παλληκάρι με σημείο αναφοράς την καρδιά του! Και ενώ μέχρι τότε είχε απελπισία και φοβία θανάτου, γέμισε, φούσκωσε η καρδιά του από αυτή την ενέργεια και ζούσε χαρά, ενθουσιασμό, παράδεισο! Χωρίς να ανταλλάξουν δεύτερη λέξη, πήρε το χέρι του παλληκαριού η γιαγιά, το έβαλε πάνω στα πόδια της και το χάιδευε…ταυτόχρονα τον κοίταζε σιωπηλά στα μάτια και τα δικά της μάτια έτρεχαν βρύσες τα δάκρυα. Άρχισε το παλληκάρι να κλαίει ήρεμα και ασταμάτητα. Κράτησε αυτό κάποια ώρα. Έπειτα έπεσε ο νεαρός πάνω στην αγκαλιά της Γερόντισσας και ξέσπασε σε λυγμούς. Την ώρα που ήταν έτοιμος να φωνάξει με ασυγκράτητο ενθουσιασμό «Ζει Κύριος ο Θεός», γιατί η καρδιά του ήταν έτοιμη να εκραγεί από τη θεϊκή δύναμη, την παραδεισένια ευφροσύνη, του είπε με τον ίδιο πανηγυρικό τόνο η γιαγιά: «Στο Ιερό του Άη Γιώργη (στην κεντρική Εκκλησία της Πόμπιας) είναι και γλάκα (τρέξε)». Χωρίς να σκεφτεί ποιος είναι στο Ιερό του Άη Γιώργη και γιατί τον στέλνει η γιαγιά, άρχισε να τρέχει με ενθουσιασμό. Όντως! Έφυγε με άλλη δύναμη, με άλλη διάθεση ο νεαρός. Εκεί συνάντησε τον πνευματικό του τον π. Αντώνιο και κατάλαβε γιατί του είπε να τρέξει να τον συναντήσει. Εξομολογήθηκε με θάρρος και αντιμετώπισε την συνηθισμένη πατρική στοργή του πνευματικού μας. Έπειτα, του διηγήθηκε αυτά που είχαν προηγηθεί. Απόρησε ο π. Αντώνιος πώς γνώριζε ότι ήταν στην Εκκλησία αφού δεν την είχε ειδοποιήσει… «Φαντάσου Γέροντα, απάντησε, την έκπληξη τη δική μου, που ήξερε τα πάντα για μένα όταν πήγα σπίτι της, χωρίς να πω το παραμικρό». Αυτή ήταν η γιαγιά μας η Γαλακτία! Ωκεανός αγάπης, διάκρισης, στοργής και σιωπηλής διδαχής. Και τόσων άλλων αγίων ιδιοτήτων που δεν απαριθμούνται.
 
Κάποτε την βρήκαμε στο σπιτάκι της, μόνη να κρατάει το κεφάλι και να αναστενάζει. Ρωτήσαμε τί συμβαίνει και είναι τόσο στενοχωρημένη. Απάντησε με σχετική δυσκολία: «προσεύχομαι παιδί μου και μου φαίνεται πως χύνω αίμα για όλο τον κόσμο που έζησε και ζει πάνω στη γη! Μου φαίνεται πως φταίω εγώ για όλα τα κακά που γίνονται και ζητώ έλεος από το Θεό για εμένα και τους άλλους που παίρνουνε από εμένα την κακοσύνη των αμαρτιών μου! Λέω <παράτεινον Κύριε το έλεός Σου…μην επιτρέψεις δοκιμασίες…παράτεινον…παράτεινον…παράτεινον…> όμως, έρχεται απάντηση εδώ μέσα (έδειξε την καρδιά). Στο βάθος, βάθος…ολόκληρη νοιώθω την πληροφορία του Θεού από την κεφαλή μέχρι τα νύχια των ποδιών…όλα πάνω μου (οι αισθήσεις) γίνονται ένα… Απάντησε ότι αιματοκυλίστηκε η γη από τις εκτρώσεις, από τα χάπια που σκοτώνουν τα παιδάκια (αντισυλληπτικά) και τα μηχανήματα που βάζουν στα σπλάχνα τους οι γυναίκες και σκοτώνουν τα καημένα τα αγέννητα παιδάκια, όταν γίνονται μικρά μικρά σποράκια στην κοιλιά της μάνας τους (σπιράλ). Είπε ακόμη η απάντηση του ουρανού, πως έχουν καλιά (καλύτερα) οι άνθρωποι τις ανωμαλίες που κάνουν από το ψωμί που τρώνε! Είναι και οι κίναιδοι (ομοφυλόφιλοι) και τα πλιά πολλά ζευγάρια που τα κάνουνε αυτά… είναι ικανοί να μαχαιρώσουνε όποιο τοσε πει την αλήθεια! Εμαγάρισε το αίμα των αθρώπων! Εβρώμισε ο γάμος η πηγή της κοινωνίας. Γι’ αυτό θα περάσομε πόνους αβάσταχτους για να ξαναγενούμε άθρωποι και να ξεμαγαρίσομε… Αυτά έλεγε το γράμμα (μήνυμα, επιστολή) που ήρθε από πάνω (από τον Θεό). Είναι να μη λυπάσαι παιδί μου….».
 
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΣΟΥΡΑΚΗΣ
 

Μόρφου Νεόφυτος: «Θέλω παπάδες ποὺ ν’ ἀγαποῦν καὶ νὰ ὁμολογοῦν τὸν Χριστό» (15.05.2022)

Λόγος Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴν εἰς πρεσβύτερον χειροτονία τοῦ διακόνου Ἐμμανουὴλ Γεωργίου, ποὺ τελέσθηκε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀρχιερατικῆς Θείας Λειτουργίας τὴν Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Δημητριανοῦ Ἐπισκόπου Χύτρων (Κυθρέας) τῆς κοινότητος Φλάσου, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (15.05.2022).

Ψάλλει ὁ πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου.

Ὁ ὅσιος Κυριακὸς τῆς Εὐρύχου καὶ ἡ εὐθύνη μας ἀπέναντι στοὺς ἁγίους τοῦ τόπου μας (23.5.2017)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὸν Ἑσπερινὸ τῆς ἑορτῆς τοῦ ὁσίου Κυριακοῦ τῆς Εὐρύχου, ποὺ τελέσθηκε στὸ ἱερὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ὁσίου Κυριακοῦ τῆς κοινότητος Εὐρύχου τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (23.5.2017).

Ἡ μουσικὴ στοὺς τίτλους ἔναρξης καὶ τέλους εἶναι ἀπὸ τὴ σύνθεση «Uşşak Şarkı» τῶν Σωκράτη Σινούπουλου και Derya Turkan, ποὺ περιέχεται στὸ ἄλμπουμ «Γράμμα ἀπὸ τὴν Πολὴ» τῆς Golden Horn Productions (2003).

Ὁ ἅγιος Θεοφάνης (17/5), ἐπίσκοπος Σολίας καὶ πρόεδρος Ῥωμαίων Λευκωσίας κατὰ τὴν ἐν Κύπρῳ Ἐνετοκρατία

Ο άγιος Θεοφάνης επίσκοπος Σολέας

Ὁ ἅγιος Θεοφάνης (17/5), ἐπίσκοπος Σολίας καὶ πρόεδρος Ῥωμαίων Λευκωσίας κατὰ τὴν ἐν Κύπρῳ Ἐνετοκρατία1

Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακεὶμ

Ο άγιος Θεοφάνης επίσκοπος Σολέας , 17ος αιώνας

Ἡ κατάληψη τῆς Κύπρου ἀπὸ τὸν Ριχάρδο Α΄ τὸν Λεοντόκαρδο κατὰ τὸ 1191, ἡ πώλησή της στοὺς Ναΐτες ἱππότες καὶ ἡ μετὰ τὴν ἐπιστροφή της στὸν Ριχάρδο πώλησή της ἀπ᾽ αὐτὸν τὸ 1192 στὸν Γάλλο εὐγενὴ Γουΐδο ντὲ Λουζινιάν, πατριάρχη τοῦ οἴκου τῶν Λουζινιανῶν κυριάρχων τοῦ νησιοῦ, σημάδεψε τὴν ἀπαρχὴ μιᾶς σειρᾶς ἀπὸ δεινὰ γιὰ τὸ δύστυχο νησί μας.

Μὲ τὴν ἐγκατάσταση μάλιστα ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς Φραγκοκρατίας λατινικοῦ κλήρου στὸ νησὶ καὶ μὲ τὶς συνδυασμένες προσπάθειες τῆς κρατικῆς παπικῆς ἐξουσίας καὶ τῶν παπικῶν ἐκπροσώπων της, ἄρχισε μιὰ συστηματικὴ προσπάθεια, μὲ ποικίλα μέσα, γιὰ ἐκλατίνιση τοῦ τοπικοῦ Ὀρθοδόξου πληθυσμοῦ. Ἀνάμεσα στὰ μέσα τοῦτα ἦταν καὶ ἡ βίαιη προσπάθεια γιὰ ὑπαγωγὴ τῆς τοπικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴ λατινικὴ ἱεραρχία, ποὺ ἐγκαταστάθηκε στὸ νησί. Μὲ σχετικὴ βούλλα τοῦ πάπα Ἰννοκεντίου Γ΄, οἱ 14 ἐπισκοπὲς τῆς Κύπρου μειώνονται σὲ 4 (μὲ ἕδρα τὶς πόλεις Λευκωσία, Ἀμμόχωστο, Λεμεσὸ καὶ Πάφο) καί, ἀργότερα, οἱ 4 Ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι ἐξορίζονται σὲ χωριὰ τῶν ἐπαρχιῶν τους. Καταργεῖται ἐπίσης ὁ τίτλος καὶ θεσμὸς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου γιὰ τοὺς Κυπρίους ἀρχιερεῖς, πρῶτος δὲ τῇ τάξει Κύπριος ἱεράρχης θεωρήθηκε ὁ ἐπίσκοπος Λευκωσίας, μὲ τὸν τίτλο τοῦ ἐπισκόπου Σολίας, ποὺ ἐγκαθίσταται στὴν περιοχὴ τῆς ἀρχαίας Σολίας. Βραδύτερα ὅμως, ἐπὶ τῆς ὕστερης Φραγκοκρατίας καὶ κυρίως ἐπὶ Ἑνετοκρατίας, οἱ ὡς ἄνω τέσσερεις Ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι ἐπανέρχονται στὶς κεντρικὲς πόλεις τῆς ἐπαρχίας τους (Λευκωσία, Ἀμμόχωστο, Πάφο καὶ Λεμεσό). Εἶναι γιὰ τοῦτο ποὺ καὶ ὁ τίτλος τῶν ἐπισκόπων Σολίας κατὰ τὴν Ἑνετοκρατία, σύμφωνα μὲ σωζόμενες σχετικὲς χειρόγραφες ἐνθυμήσεις, διαφοροποιεῖται σὲ «ἐπίσκοπον Σολίας καὶ πρόεδρον Ῥωμαίων Λευκωσίας», δηλαδὴ τῶν Ὀρθοδόξων Ῥωμηῶν τῆς πόλης καὶ ἐπαρχίας Λευκωσίας2 .

Κατὰ τὸν 16ο  αἰώνα κόσμησε τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Σολίας ὁ ἅγιος Θεοφάνης. Ὁ ἅγιος γεννήθηκε κατὰ τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 15ου αἰώνα καὶ ἔγινε ἀρχικὰ μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Γεωργίου τῶν Μαγγάνων3 . Ἡ μονὴ αὐτὴ ἀποτελοῦσε μετόχι τῆς ὁμώνυμης μονῆς στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ πρέπει νὰ ἱδρύθηκε μεταξὺ τοῦ δευτέρου μισοῦ τοῦ 11ου αἰ. καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ 12ου αἰ. Κατὰ τὴν παράδοση, ἀνακαινίστηκε καὶ προικοδοτήθηκε ἀπὸ τὴν Ἑλένη Παλαιολογίνα, Ἑλληνίδα σύζυγο τοῦ Φράγκου βασιλιᾶ τῆς Κύπρου Ἰωάννου Β΄, πρὸς ἐγκατάσταση Ὀρθοδόξων μοναχῶν, ποὺ εἶχαν καταφύγει στὴν Κύπρο ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη μετὰ τὴν ἅλωσή της ἀπὸ τὸν Μωάμεθ Β΄ (1453). Δυστυχῶς, κατὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τῶν τειχῶν τῆς Λευκωσίας ἐνόψει τῆς ἀναμενομένης εἰσβολῆς τῶν Τούρκων (πού, ὡς γνωστόν, πραγματοποιήθηκε τὸ 1570), οἱ Ἑνετοὶ -μεταξὺ ἄλλων ναῶν καὶ μονῶν ποὺ βρέθηκαν ἐκτὸς τῶν τειχῶν-, κατέστρεψαν καὶ τὴν ἐν λόγῳ μονή. Στὴ μονὴ λοιπὸν αὐτὴ ὁ Θεοφάνης διέπρεψε στὰ ἔνθεα ἔργα τῆς μοναχικῆς πολιτείας, διάγοντας μὲ νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχὴ καὶ ὑπακοή, καὶ κατέστη σκεῦος ἐκλογῆς καὶ δοχεῖο τῆς Χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἕνεκα τῆς ἁγιότητας καὶ τοῦ ἄμεμπτου βίου του, ἐξελέγη κατόπιν καὶ παρὰ τὴ θέλησή του ἐπίσκοπος Σολίας. Δὲν εἶναι γνωστὸ τὸ ἀκριβὲς ἔτος ἐκλογῆς τοῦ ἁγίου ὡς ἐπισκόπου καὶ κατὰ πόσον ὑπῆρξε ἄμεσος διάδοχος τοῦ Σολίας Ἰωάννη, ποὺ ἐκοιμήθη τὸ 15094 . Σύμφωνα μὲ ἔγγραφο τοῦ κρατικοῦ ἀρχείου Βενετίας, ὁ Θεοφάνης τὸ ἔτος 15325 ἦταν ἤδη ἐπίσκοπος, καθότι παρέστη ὡς ἐκπρόσωπος τῶν ἐνετικῶν πολιτικῶν καὶ θρησκευτικῶν ἀρχῶν στὴν ἐκλογὴ τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς Παναγίας Ἀχειροποιήτου τοῦ Καραβᾶ στὶς 10 Ἀπριλίου 1532 . Στὸν κώδ. Parisinus Craecus 645, φ. 47r, στὴν δεξιὰ (ἐξωτερικὴ) ὤα (περιθώριο) τοῦ ἐν λόγῳ φύλλου καὶ μὲ κατεύθυνση ἀπὸ τὰ ἄνω τὰ κάτω, ὑπάρχει ἡ σημείωση, «ὢ χαρὰς τὴς χάρ(ι)τ(ος) ταύτης», καὶ δίπλα της, μὲ διαφορετικὸ προφανῶς γραφικὸ χαρακτήρα, ἡ ὑπογραφή, «Θεοφάνης ἐλέῳ Θεοῦ ἐπίσκοπος ρωμαίων λευκοσίας», ποὺ πολὺ ὀρθὰ ἀπεδόθη στὸν ἡμέτερο ἅγιο Θεοφάνη6 .

Κάποια μέρα ὁ ἅγιος ἤλεγξε τὸν οἰκονόμο τῆς ἐπισκοπῆς του γιὰ κάποιο σφάλμα του. Αὐτὸς ὅμως, ἄνθρωπος αὐθάδης καὶ θρασύς, σὲ ἀπάντηση ράπισε μπροστὰ καὶ σὲ ἄλλους τὸν ἐπίσκοπό του! Ὁ ταπεινὸς καὶ πρᾶος Θεοφάνης, βλέποντας τὸν ὀλίγο σεβασμὸ πρὸς τὸ πρόσωπό του καὶ κρίνοντας τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο γιὰ τὸ ὑψηλὸ ἐπισκοπικὸ λειτούργημα, ζήτησε ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐνετικῶν ἀρχῶν στὸ νησὶ νὰ τοῦ ἐπιτρέψουν τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὸν θρόνο. Παρὰ τὴν ἀρχική τους ἄρνηση, βλέποντας τὴν ἐπιμονὴ τοῦ ἁγίου, τελικὰ οἱ ἀρχὲς τοῦ ἔδωσαν τὴν ποθούμενη ἄδεια νὰ παραιτηθεῖ κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 1543, σύμφωνα μὲ τὸ σχετικὸ ἔγγραφο ἐκλογῆς τοῦ διαδόχου του ἐπισκόπου Σολίας Νεοφύτου Λογαρᾶ (1543-1568), ποὺ ἔγινε πρόσφατα γνωστό7 .

Κατόπιν ὁ Θεοφάνης ἀποσύρθηκε στὴ γνωστὴ μονὴ τοῦ Μέσα Ποταμοῦ8 , ποὺ βρίσκεται στοὺς πρόποδες τοῦ Τροόδους καὶ εἶναι ἀφιερωμένη στὸν Τίμιο Πρόδρομο, ὅπου ἔζησε μὲ μεγάλη ἄσκηση τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του. Σύμφωνα μὲ τὴ ζῶσα παράδοση, περὶ τὰ 90 μέτρα πρὸς τὰ βόρεια τῆς μονῆς ὑπῆρχε τὸ σπήλαιο, ὅπου ἀποσυρόταν κατὰ καιροὺς ὁ ἅγιος γιὰ μεγαλύτερη ἡσυχία καὶ αὐστηρότερη ἄσκηση. Ἐνῶ ἦταν ἐκεῖ στὴ μονὴ ὁ ἅγιος, εἶδε μία νύκτα ὄνειρο ὅτι κάποιος φίλος του τοῦ ἔφερε ἕνα ἀγγεῖο μὲ μέλι, πράγμα ποὺ συνέβηκε τὴν ἑπομένη τὸ πρωί. Τότε, παίρνοντας τὸ δῶρο τοῦ φίλου του, ἔχυσε μπροστά του τὸ μέλι, λέγοντας ὅτι δὲν ἤθελε νὰ συνηθίσει νὰ πιστεύει, μὲ σατανικὴ ἐνέργεια, στὰ ὄνειρα.

Ἀφοῦ λοιπὸν ἔφθασε σὲ μέτρα τελειότητος, ὁ ἅγιος Θεοφάνης ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ τὸ ἔτος 1550. Περὶ τὰ 5 χρόνια μετὰ τὴν κοίμησή του, ὅταν ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του, βρέθηκαν μερικῶς ἄφθαρτα καὶ εὐωδιάζοντα. Αὐτόπτης μάρτυρας τῆς ἀνακομιδῆς τῶν ἱερῶν του λειψάνων ὑπῆρξε καὶ ὁ βιογράφος του, Στέφανος Λουζινιανός. Ἡ κάρα του, ποὺ τοποθετήθηκε στὴ συνέχεια ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τῆς μονῆς τοῦ Μέσα Ποταμοῦ σὲ ἀργυρὴ λειψανοθήκη στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς, μαρτυρεῖται ὅτι ἐνήργησε ποικίλα θαύματα.

Κατὰ τὸ ἔτος 1999, ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος ἐντόπισε στὸν ναὸ τῆς Παναγίας Χρυσοσώτειρας τοῦ χωριοῦ Τρεῖς Ἐληὲς τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου εἰκόνα τοῦ ἔτους 1689, ἔργο τοῦ ζωγράφου Λεοντίου ἐκ Λεμεσοῦ, μὲ τὴν ἐπιγραφή, «Ὁ ἅγιος Θεοφάνης ὁ Νέος», ποὺ προφανῶς εἰκονίζει τὸ ἅγιο Θεοφάνη Σόλων, ὡς τοπικὸ ἅγιο9 . Ἡ εἰκόνα αὐτὴ βρίσκεται σήμερα στὸ Ἐπισκοπεῖο τῆς Μητροπόλεως Μόρφου στὴν Εὐρύχου καὶ ἔχει ἤδη τύποις ἐκδοθεῖ.

Ἡ ἀρχικὴ ἡμέρα μνήμης τοῦ ἁγίου Θεοφάνους δὲν διασώθηκε, προφανῶς λόγῳ τῶν δίσεκτων χρόνων ποὺ ἀκολούθησαν πολὺ σύντομα μετὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του, δηλαδὴ τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς τῶν ἐτῶν 1570-1571 καὶ τῶν φοβερῶν της συνεπειῶν γιὰ τὸν πολύκλαυστο λαὸ καὶ κλῆρο τῆς νήσου. Κατὰ τὸ ἔτος 2000, ὡς ἡμέρα μνήμης τοῦ ἁγίου Θεοφάνους καθιερώθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία Κύπρου ἡ 17η Μαΐου, μὲ τὴν ἔνταξη νέας πλήρους ᾀσματικῆς Ἀκολουθίας πρὸς τιμή του στὴ σειρὰ Κύπρια Μηναῖα τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου10 .

Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ προγραμματίζεται ἡ ἀνέγερση νέου, μεγάλου ἐνοριακοῦ ναοῦ πρὸς τιμὴν τοῦ ἁγίου Θεοφάνους στὸ χωριὸ Κοράκου τῆς Μητροπόλεως Μόρφου. Εἶναι γιὰ τοῦτο, ποὺ κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου πανηγυρίζεται στὸν ναὸ τῆς Παναγίας Ἐλεούσης τῆς Κοράκου.

*******

[1]Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ προέρχεται ἀπὸ τὸ ὑπὸ ἔκδοση βιβλίο τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου Οἱ ἐν τῇ ἐπισκοπῇ Σόλων-Μητροπόλει Μόρφου διαλάμψαντες καὶ ἐξαιρέτως τιμώμενοι ἅγιοι. Τὰ σχετικὰ μὲ τὸν βίο τοῦ ἁγίου Θεοφάνους, ἐπισκόπου Σολίας, μᾶς διέσωσε ὁ Στέφανος Λουζινιανὸς (Étienne Lusignan) στὰἔργα του Chorograffia, IV, φ.55v, Corone, IV, φ. 51β καί, Description, φφ. 59v-60r, καθὼς καὶ οἱ μεγανέστεροι τοπικοὶ χρονογράφοι –ποὺ ἐν προκειμένῳ ἀντιγράφουν τὸν Λουζινιανό–, Νεόφυτος Ροδινὸς (Περρων…, σσ. 97-99) καὶ Ἀρχιμ. Κυπριανὸς (στορία Χρονολογική…, σ. 351). Περαιτέρω βιβλιογραφία βλ. στά: Χαρίτων μοναχὸς Σταυροβουνιώτης, «Οἱ Ἅγιοι τῆς Μητροπολιτικῆς περιφερείας Μόρφου», Τόμος Μόρφου, σσ. 218-219· Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, Κύπρια Μηναα, τόμ. Ζ´(Μάιος), Λευκωσία 2000, σσ. 129-131. Ὁρισμένα νεώτερα δεδομένα ἀπὸ ἔγγραφα τοῦ κρατικοῦ ἀρχείου τῆς Βενετίας, ποὺ παραθέτουμε ἐδῶ, ὀφείλονται στὴν ἱστορικὸ-ἐρευνήτρια Νάσα Παταπίου, ποὺ τὰ παραχώρησε στὴν Ἱερὰ ΜονὴΤιμίου Προδρόμου Μέσα Ποταμοῦ πρὸς δημοσίευση ἢ δημοσίευσε ἤδη καὶ ἡ ἴδια. Εὐχαριστοῦμε κα ὶἐντεῦθεν ἀμφοτέρους.

[2] Βλ. σχετικὰ στό: Jean Darrouzès, «Évêques inconnus ou peu connus de Chypre», Byzantinische Zeitschrift, 44 (1951), σσ. 98 καὶ 100-101.

[3]Βλ. σχετικά, Δέσποινα Πηλείδου, «Μαγγάνων Γεωργίου αγίου μονή, Λευκωσία (Κύπρος)», ΜΟΧΕ, τόμ. 11, σσ. 181-182.

[4]Βλ. Ἐκκλησία Κύπρου, Διοικητικὴ Συγκρότησις τς κκλησίας Κύπρου κατν λοιπν ρθοδόξων κκλησιν, τος 2017, Λευκωσία 2016, σ. 39.

[5]Βλ. Gilles Griveaud, «ἩΒενετία καὶ οἱ ἐκκλησιαστικὲς ὑποθέσεις στὴν Κύπρο: Ἡδιαμάχη τῆς Μονῆς Παναγίας Ἀχειροποιήτου (1527-1534)», ΕΚΜΙΜΚ, τόμ. 2, Λευκωσία 1993, σσ. 235-237 (ἔγγραφο 4).

[6]Ἡ  ἐπισήμανση καὶ ἡ ἔκδοση τῆς ὑπογραφῆς αὐτῆς ὀφείλονται στὸν μακαριστὸ Jean Darrouzès, «Évêques inconnus ou peu connus de Chypre», Byzantinische Zeitschrift, 44 (1951), σσ. 98 καὶ 101, ποὺ ἀποδίδει εὔλογα τὴν ἐν λόγῳ ὑπογραφὴ στὸν ἡμέτερο ἅγιο Θεοφάνη Σολίας, λόγῳ κυπριακῆς προέλευσης τοῦ ὡς ἄνω κώδικα καὶ παλαιογραφικῆς χρονολόγησης τῆς ὑπογραφῆς αὐτῆς. Ἡ ἐκεῖ ὅμως ἔκδοση τῆς ἐνθύμησης καὶ ὑπογραφῆς περιέχει σφάλματα.

[7]Νάσα Παταπίου, «Συμεὼν ἡγούμενος Κύκκου: Ἡἐκλογή του ὡς ἀρχιεπισκόπου Κύπρου (1568)»,ΕΚΜΙΜΚ, τόμ. 11, Λευκωσία 2016, σσ. 197-198.

[8]Γιὰ τὴ μονὴ αὐτὴ γενικὰ βλ. στό: Ἱερὰ Μονὴ Τμίου Προδρόμου Μέσα Ποταμοῦ. Ἕνα Ὁδοιπορικὸ στὸν χρόνο, (ἐκδ.) Ἱερὰ Μονὴ Μέσα Ποταμοῦ, Λεμεσὸς 2017, ὅπου καὶ συναφὴς βιβλιογραφία.

[9]Βλ. Τόμος Μόρφου, σσ. 342-343.

[10]Κύπρια Μηναῖα, τόμ. Ζ´ (Μάιος), σσ. 120-1

Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου, παρά την Ορούντα: Πρώτο ετήσιο μνημόσυνο μακαριστής Γεροντίσσης Γαλακτίας Μοναχής. Πέμπτη 19 Μαΐου 2022

Φέρεται εις γνώσιν του ευσεβούς πληρώματος της Εκκλησίας ότι την Πέμπτη 19 Μαΐου 2022 και ώρα 07:00 π.μ. θα τελεσθεί στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου παρά την Ορούντα Θεία Λειτουργία και μετά το πέρας της Λειτουργίας το ετήσιο μνημόσυνο της μακαριστής Γερόντισσας Γαλακτίας Μοναχής. Της Θείας Λειτουργίας και του μνημοσύνου θα προστεί ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος.

Μένικο: Αγρυπνία επί τη μνήμη των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (20/21.5.2022)

Ιερός Ναός Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Μένικο

Εκ του Ιερού Ναού Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Μένικο 

Φέρεται στη γνώση των ευσεβών χριστιανών ότι, με την ευλογία του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου, την Παρασκευή, 20 Μαΐου, 2022 και ώρα 8:00 μ.μ. θα τελεσθεί αγρυπνία επί τη μνήμη των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.