Φωστήρ ο Φωστήριος όντως ωράθη,
Τω φωτί του βίου τε και των θαυμάτων.
Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Φωστήριος, λάμψας από την Aνατολήν ωσάν ήλιος, επήγεν εις τα εσπέρια μέρη της Δύσεως. Aναβαίνωντας δε επάνω εις ένα βουνόν υψηλόν και ήσυχον, αΰλως εις τον άυλον Θεόν επροσηύχετο, υποπιάζων και δουλαγωγών τον εαυτόν του με νηστείας, με αγρυπνίας, με χαμευνίας, και με κάθε άλλην σκληραγωγίαν. Όθεν εκ τούτων έγινεν αληθώς φωστήρ συμφώνως με το όνομά του, λάμπων την οικουμένην. Eπειδή γαρ εφύλαττε το σώμα αγνόν, και την ψυχήν καθαράν, και ετήρησε το κατ’ εικόνα αμόλυντον όσον ήτον δυνατόν, διά τούτο έγινε καταγώγιον του Aγίου Πνεύματος. Όθεν και επλούτησεν ο αοίδιμος την χάριν των θαυμάτων, και ιάτρευε κάθε πολυχρόνιον ασθένειαν, και κάθε ολιγοχρόνιον εκείνων, οπού προσήρχοντο εις αυτόν μετά πίστεως. Ου μόνον δε ταύτα, αλλά και άρτον εδέχετο από τους ουρανούς ο μακάριος, καθώς και ο Προφήτης Hλίας. Πλην ο μεν Hλίας, ελάμβανε τον άρτον διά μέσου του κόρακος. O δε μέγας ούτος Φωστήριος, ελάμβανε τον άρτον διά μέσου θείου Aγγέλου. Aγκαλά και δεν έβλεπεν αυτόν διά κάποιαν θείαν οικονομίαν, καθ’ εκάστην γαρ ημέραν φέρων τον άρτον ο Άγγελος, έβαλλεν αυτόν εις ένα ξεχωριστόν τόπον χωρίς να φαίνεται εις τον Άγιον, ανίσως δε ήρχοντο εις αυτόν δύω και τρεις, ή περισσότεροι αδελφοί ξένοι, κατά τον αριθμόν των αδελφών, τόσοι και οι άρτοι ευρίσκοντο εις τον διωρισμένον τόπον. Ποίος ποτέ είδε τοιούτον θαύμα εξαίσιον; ή ήκουσε τοιούτον παράδοξον; σπανιάκις γαρ, και εις πολλά σπανίους Aγίους τούτο ηκολούθησε. Πλην δεν αξιώθη ο μακάριος Φωστήριος το τοιούτον θαυμάσιον έως τέλους της ζωής του, καθώς εφάνη εύλογον εις την θείαν Πρόνοιαν. Όταν μεν γαρ ήτον κατά μόνας, ησυχάζων και σχολάζων εις μόνον τον Θεόν, τότε έφερεν αυτώ τον άρτον ο Άγγελος. Όταν δε εσύστησε Μοναστήριον με την χάριν του Θεού, και εσυνάθροισε πολλούς Mοναχούς, τότε δεν εδέχετο πλέον τον άρτον από τον Θεόν. Aλλά από το εργόχειρόν του επορίζετο, όχι μόνον τα εδικά του προς το ζην αναγκαία, αλλά και εις άλλους πολλούς έδιδε τα προς την χρείαν. Και τούτο εγίνετο, όχι πως ο Θεός αδυνάτησεν. Άπαγε της βλασφημίας! πώς γαρ ήθελεν αδυνατήση να δίδη εις ένα τα προς την χρείαν εκείνος, οπού έθρεψεν εν τη ερήμω τόσας χιλιάδας των αχαρίστων Eβραίων; Aλλ’ ουδέ τούτο εγίνετο, διατί ο Θεός απεστράφη την προσευχήν του δούλου του. Mη γένοιτο! επειδή ο Όσιος δεν επροσευχήθη ποτέ διά να του δώση ο Θεός φαγητά απολλυμένα. Ήκουε γαρ του Κυρίου λέγοντος· «Ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού, και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. ϛ΄, 33).
Aλλά τούτο εγίνετο, επειδή, πρότερον μεν, επρόσεχεν ο Όσιος όλος διόλου εις τον Θεόν, και τελείως δεν εφρόντιζεν ούτε δι’ αυτήν την αναγκαίαν τροφήν. Και προς τούτοις, δεν είχε κανένα υπηρέτην εις το να φροντίζη περί του άρτου του, όθεν εξ ανάγκης εχρειάζετο εις τούτο την παρά του Θεού συνεργίαν. Μετά ταύτα δε, επειδή εστοχάσθη να οδηγήση και άλλους εις την κατά Θεόν πολιτείαν και άσκησιν, διά τούτο εργοχείρει και έδιδεν εις τους αδελφούς παράδειγμα του να εργοχειρούν και αυτοί. Και λοιπόν δεν εχρειάζετο πλέον την άνωθεν ερχομένην τροφήν. Τούτο γαρ και ο Θεός θέλει και αποδέχεται προτίτερα από όλα τα άλλα: ήτοι το να μην είμεθα παντάπασιν αργοί και να τρώγωμεν δωρεάν τον άρτον μας. Aλλά το να εργαζώμεθα, και εκ του ιδίου έργου και κόπου μας να δίδωμεν και εις τους άλλους τα προς την χρείαν. Διά τούτο λοιπόν, πρότερον μεν ο Άγιος ούτος ελάμβανε δι’ Aγγέλου τροφήν, ύστερον δε υστερήθη ταύτην. Και ου μόνον τούτο, αλλά και επροστάχθη υπό του Θεού, να μη λαμβάνη από κανένα άνθρωπον τα προς την χρείαν. Aλλά από το εργόχειρόν του να ευγάνη πάντα τα αναγκαία της ζωής του. Ίνα διδάσκη τους μαθητάς του, όχι μόνον με τον λόγον, αλλά και με το έργον. Και να δείχνη εις αυτούς το να καταγίνωνται εις το εργόχειρον, και εις την ιεράν προσευχήν.
Ούτος ο μακάριος, επειδή τω τότε καιρώ εφύτρωσεν αίρεσις εις την του Θεού Eκκλησίαν, και πολλοί Πατέρες εσυνάχθησαν διά να κάμουν Σύνοδον περί αυτής, τότε λέγω και ο Φωστήριος ούτος προσκαλεσθείς εις την Σύνοδον, δεν επαραιτήθη. Aλλά επαραστάθη και αυτός εις αυτήν, και ποιήσας ανδραγαθίαν, εθαυμάστωσε το όνομά του. Πολλοί μεν γαρ αιρετικοί από τους λόγους του παρακινηθέντες, επέστρεψαν από τας αιρέσεις των εις την Oρθοδοξίαν. Oι δε περισσότεροι, πειθόμενοι εις τας διδασκαλίας του, έγιναν Mοναχοί. Και απλώς ειπείν, πολλαί θαυματουργίαι διά μέσου του Aγίου τούτου έγιναν, όχι μόνον όταν έζη, αλλά και μετά την αποβίωσίν του, ήτις ηκολούθησε κατά το εσπέρας της πέμπτης ταύτης ημέρας του Iαννουαρίου.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Η Βάπτισις του Κυρίου. Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Λαμπαδιστού, Καλοπαναγιώτης, 16ος αιώνας
Η Βάπτισις του Κυρίου. Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Λαμπαδιστού, Καλοπαναγιώτης, 16ος αιώνας
Φέρεται στη γνώση των ευσεβών χριστιανών ότι, με την ευκαιρία της εορτής των Θεοφανείων, ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος θα προΐσταται των πιο κάτω Ιερών Ακολουθιών:
Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου – Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου Ευρύχου
6:00 π.μ.: Μεγάλες Ώρες Θεοφανείων, Εσπερινός, Θεία Λειτουργία Μεγάλου Βασιλείου και ακολούθως Αγιασμός των Καλάντων.
Τρίτη, 6 Ιανουαρίου – Ιερός Ναός Αγίας Μαρίνας, Ευρύχου
6:45 π.μ.: Άγια Θεοφάνεια. Πανηγυρικός Όρθρος και Θεία Λειτουργία. Αγιασμός Θεοφανείων, πορεία προς των ποταμό Καρκώτη και αγιασμός των υδάτων.
Σύναξις του Προδρόμου
Εάν δοθεί η σχετική άδεια για την Θεία Λειτουργία στο κατεχόμενο Αργάκι, η Θεία Λειτουργία θα τελεστεί στο ναό του Τιμίου Προδρόμου στο Αργάκι στις 10 Ιανουαρίου ημέρα Σάββατο (και θα ανακοινωθεί από την επίσημη ιστοσελίδα της Μητρόπολης Μόρφου). Σε αντίθετη περίπτωση, η Θεία Λειτουργία θα τελεστεί στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Πιτυδιώτου παρά τον Άγιο Επιφάνιο Σολέας στις 7 Ιανουαρίου.
Η Γερόντισσα Μακαρία (κατά κόσμον Μαργαρίτα Δεσύπρη) γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου του 1911 στο χωριό Φαλάταδο στη Τήνο. Όταν έγινε δεκαεννέα ετών πήρε την απόφαση να γίνει μοναχή.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής πήγαινε στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ και εκεί με περισσή αγάπη φρόντιζε τα παιδιά των κρατουμένων. Το 1945, επισκέφθηκε την τότε σταυροπηγιακή ανδρική μονή στο Όρος Αμώμων, όπου εκεί για αρκετά χρόνια διαβίωσε κάτω από δύσκολες συνθήκες. Ήταν τότε που η υγεία της δοκιμάστηκε πολλές φορές. Κοιμόταν στα ερείπια του μοναστηριού, χωρίς παράθυρα και σκεπάσματα και υπέμενε με κάθε δοκιμασία.
Από θεία παρόρμηση, διαμόρφωσε ένα κελάκι εκεί και άρχιζε να καθαρίζει τα ερείπια του παλαιού Ναού για να τον ανακατασκευάσει. Πολλές φορές διαλογιζόταν ότι σε εκείνα τα χώματα είχαν ζήσει κατά την πάροδο των αιώνων μοναχοί και προσευχόταν να γνωρίσει ή να της φανερωθεί κάποιος από αυτούς.
Μια φωνή, αρχικά σιγανή αλλά με τον καιρό δυνατότερη στην ψυχή της, της έλεγε: «Σκάψε και θα βρεις αυτό που επιθυμείς», μέχρι τη στιγμή που της είχε φανερωθεί ένα σημείο στο προαύλιο του μοναστηριού.
Στις 3 Ιανουαρίου 1950 μ.Χ. ανέθεσε σε εργάτη το σκάψιμο του συγκεκριμένου σημείου που της υποδείκνυε η ίδια η ψυχή της. Αν και ο εργάτης ήταν αρνητικός και ήθελε να σκάψει οπουδήποτε αλλού παρά σε αυτό το σημείο, τελικά, μετά από τις εκκλήσεις και τις προσευχές, ο εργάτης πείστηκε και ξεκίνησε να σκάβει.
Το σημείο είχε ένα μισογκρεμισμένο τζάκι, τοίχο και πράγματα που καταδείκνυαν ότι εκεί κάποτε υπήρχε κελί κάποιου μοναχού. Το πρώτο εύρημα, ένα κεφάλι. Μάλιστα, ο χώρος ανέδυε μια ευωδιά.
«Γονάτισα με ευλάβεια και ασπάστηκα το σκήνωμα του Αγίου και αισθάνθηκα βαθιά την έκταση του μαρτυρίου του. Η ψυχή μου γέμισε από αγαλλίαση, απέκτησα μεγάλο θησαυρό, και παίρνοντας το χώμα με προσοχή έβλεπα την αρμονία του σκηνώματός του, που, αν και τόσους αιώνες μέσα στη γη, δεν είχε αλλοιωθεί», έγραψε η Γερόντισσα Μακαρία περιγράφοντας τα όσα συνταρακτικά τής συνέβησαν.
Με προσοχή, η Ηγουμένη Γερόντισσα Μακαρία έβγαλε όλο το σκήνωμα και το τοποθέτησε σε μία θυρίδα που ήταν πάνω από τον τάφο. Ήταν φανερό ότι επρόκειτο για κληρικό καθώς το ράσο του είχε παραμείνει άθικτο.
Το βράδυ, διαβάζοντας τον εσπερινό, η Γερόντισσα Μακαρία άκουσε βήματα. Ο ήχος ερχόταν από τον τάφο, αντηχώντας έως την πόρτα της εκκλησίας. Εκεί τον πρωτοαντίκρισε. Ήταν ψηλός με μάτια μικρά στρογγυλά, με μακριά μαύρα γένια που έφταναν στο λαιμό, ντυμένος με τη μοναχική αμφίεση.
Στο ένα χέρι είχε μία φλόγα και με το άλλο ευλογούσε. Ζήτησε να τον βγάλουν από αυτήν τη θυρίδα που τον είχαν. Την επόμενη κιόλας μέρα η Ηγουμένη καθάρισε τα οστά και τα τοποθέτησε σε μια θυρίδα στο Ιερό του Ναού.
Το ίδιο βράδυ ο Άγιος φανερώθηκε στον ύπνο της, την ευχαρίστησε και της φανέρωσε και το όνομά του: Εφραίμ. Το λείψανο του Αγίου Εφραίμ φυλάσσεται εκεί από τότε και καθημερινά εκατοντάδες πιστών το επισκέπτονται ζητώντας από τον Άγιο την ευλογία και τη βοήθειά του. Ο Άγιος με τη χάρη του Θεού έχει κάνει χιλιάδες θαύματα.
Στον περίβολο της Μονής, και προστατευμένη από κτίσμα που κτίστηκε γύρω της, υπάρχει η μουριά πάνω στην οποία ο Άγιος Εφραίμ άφησε την τελευταία του πνοή.
Χωρίς οικονομικούς πόρους συντηρεί μέχρι το 1980 ορφανοτροφείο με περίπου 70 παιδιά σχολικής ηλικίας, στα οποία παρείχε στέγη, τροφή, ενδυμασία και παιδεία στοιχειώδους βαθμίδος, όσα δε πρόκοπταν στα γράμματα, τα έφτασε μέχρι των Ανωτάτων εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και σήμερα ομολογούν ότι τα «εχόρταινεν εκ του μηδενός».
Αν και δεν είχε Πανεπιστημιακή μόρφωση, προέβη σε έκδοση Πατρικών κειμένων, «Λόγοι ασκητικοί του Μεγάλου Βασιλείου» και σε σύνταξη Παρακλητικού Κανόνος και Ακολουθίας Χαιρετισμών προς τον Άγιόν της Εφραίμ, τον οποίον υπεραγαπούσε. Τα θαύματα δε του οποίου κατέγραφε και εξέδωσε σταδιακά σε δεκαέξι τόμους προς στήριξιν και ενδυνάμωση των πιστών.
Ο Κύριος της Δόξης επέτρεψε σε βαθύτατο γήρας στη Γερόντισσα Μακαρία να σηκώσει μεγάλο σταυρό. Τον σήκωσε με καρτερία και σιωπή.
Αντιμετώπισε την δοκιμασία με υπομονή, ως ευλογία του Θεού. Η τελευτή της υπήρξε απολύτως ήρεμη και οσιακή, άλλωστε την είχε προείπει προ 20ετιας και πλέον.
Η Αγία ψυχή της, ασφαλώς χειραγωγημένη από τον Άγιόν της Μεγαλομάρτυρα Εφραίμ, αφού μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων επέταξε στους Ουρανούς, όπου και ανήκε. Ήταν Παρασκευή, εορτή του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοπόρου 23/4/1999.
3 Ιανουαρίου 1911 φεύγει από τη ζωή ο «άγιος των Ελληνικών γραμμάτων», ο κοσμοκαλόγερος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Η κάρα του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη φυλάσσεται στον Ι. Ναό Γεννήσεως της Θεοτόκου Παναγίας της Λιμνιάς Σκιάθου.
***
Τα χριστιανικά «τέλη»του Παπαδιαμάντη..
…Την τρίτην ημέραν της ασθενείας του ελιποθύμισε. Όταν δε συνήλθε,
-«Τι μου συνέβη;» είπε.
-«Δεν είναι τίποτε, μια λιποθυμία μικρά», του είπον αι περιστοιχίζουσαι αυτόν τρεις αδελφαί του.
-«Τόσα έτη», λέγει ο Αλέξανδρος, «εγώ δεν ελιποθύμισα, δεν εννοείτε ότι αυτά είναι προοίμια του θανάτου μου;
-Φέρετε αμέσως τον παπά και μην αναβάλλετε».
Μετ’ ολίγον κληθέντες ήλθον συγχρόνως και ο ιερεύς και ο ιατρός. Ο Παπαδιαμάντης προ πάντων ήτο χριστιανός και χριστιανός ευσεβής. Μόλις λοιπόν είδε τον ιατρόν, είπε εις αυτόν:
-«Τι θέλεις εσύ εδώ;».
-«Ήρθα να σε ιδώ», του λέγει ο ιατρός.
-«Να ησυχάσης», του λέγει ο ασθενής.
-«Εγώ θα κάμω πρώτα τα εκκλησιαστικά (δηλ. θα επικαλεσθώ την βοήθειαν του Θεού) και ύστερα ναρθής εσύ»
…Ο νους του μέχρι της τελευταίας του αναπνοής ήτο αφιερωμένος εις τον Θεόν. Μόνος του ολίγας ώρας πριν αποθάνη έστειλε να κληθή ο ιερεύς δια να κοινωνήση. «Ξεύρεις! μήπως αργότερα δεν καταπίνω!», έλεγε.
…Την εσπέραν της 2ας Ιανουαρίου, παραμονήν του θανάτου του, παρακάλεσε:
-«Ανάψτε ένα κηρί», είπε. «Φέρτε μου ένα βιβλίο» (εννοούσε Εκκλησιαστικό).
Το κηρίον ηνάφθη. Επρόκειτο δε να έλθη και το βιβλίον. Αλλά πάλιν αποκαμών ο Παπαδιαμάντης είπε: «Αφήστε το βιβλίο, απόψε θα ειπώ, όσα ενθυμούμαι απ’ όξω». Και ήρχισε ψάλλων τρεμουλιαστά!
«Την χείρα σου την αψαμένην» (σημ. Είναι τούτον τροπάριον της ενάτης Ώρας της παραμονής των Φώτων). Αυτό ήτο και το τελευταίον ψάλσιμον του Παπαδιαμάντη, διότι την ιδίαν νύκτα κατά την 2αν μετά το μεσονύκτιον ώραν εξημέρωνε η 3η Ιανουαρίου παρέδωκεν την ψυχήν εις χείρας του Πλάστου.
“Είχα γνωριμία και φιλία με
τον αείμνηστο Παπαδιαμάντη.
Τον γνώρισα στο εκκλησάκι
του Προφήτου Ελισαίου.
Από αυτόν έμαθα να ψάλλω συνετά , με κατάνυξη, φόβο Θεού ,ταπεινά…
Όταν έψελνε ήταν σαν να βρισκόταν μπροστά στο φοβερό βήμα της δευτέρας παρουσίας του Χριστού.
Ο Παπαδιαμάντης αγαπούσε
το Θεό, αγρυπνούσε πρόθυμα, έψελνε, υμνούσε, ευλογούσε
το Θεό χαρμόσυνα.
Ήταν ακτήμων όπως οι
Άγιοι Απόστολοι.
Μισούσε τον πλούτο, ως επιβλαβή και μάταιο.
Θα μπορούσε να γίνει βαθύπλουτος, αλλά προτίμησε να μένει πάμπτωχος.
Ό,τι του έδιναν για τον κόπο
του το μοίραζε στους φτωχούς αδελφούς.
Πολλές φορές έμενε χωρίς χρήματα.
Δεύτερη ενδυμασία δεν είχε!
Εγύρισα όλα τα μοναστήρια
της Ελλάδας, του Αγίου Όρους, της Παλαιστίνης, του Σινά. Ακτήμονες σαν τον Παπαδιαμάντη, βρήκα λίγους”..
3 Ιανουαρίου είναι η επέτειος του θανάτου του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Πολλά είχε γράψει γι αυτόν ο Φώτης Κόντογλου όπως επίσης τον είχε ζωγραφίσει αρκετές φορές. Ας δούμε τι είχε γράψει σε άρθρο για την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, μαζί με ένα έργο που ζωγράφισε.
Ο Παπαδιαμάντης, ο πνευματικός οδηγός μας
«Ου πας ο λέγων μοι «Κύριε, Κύριε» εισελεύσεται είς την βασιλείαν των ουρανών αλλά ο ποιών το θέλημα του πατρός μου του εν τοις ουρανοίς».
Έτσι κι εμείς δεν θα γίνουμε αληθινοί Έλληνες και χριστιανοί με το να παινεύουμε μοναχά με κούφια λόγια τους ανθρώπους που λέμε πως τους έχουμε για πνευματικούς οδηγούς, αλλά σαν πορευόμαστε σύμφωνα με όσα είπανε και πράξανε.
Γιατί ο άνθρωπος έχει κλίση στο να φτιάχνει κάποια είδωλα και να τα προσκυνά, νομίζοντας πως τιμά την αλήθεια ενώ τιμά το ψεύτικο ομοίωμά της. Αυτό το πράγμα γίνεται και με τον Παπαδιαμάντη: Τον δοξάζουμε και τον ανεβάζουμε ίσαμε τον ουρανό, πλην κανένας μας δεν θέλει να ζήσει όπως έζησε ο Παπαδιαμάντης. Δεν θέλω να πω να ζήσει στη φτώχεια και κουρελιασμένος, αλλά να ζήσει με τον τρόπο που ένοιωθε την Ελλάδα εκείνος.
Μας αρέσει η απλότητα, αγαπούμε την ταπείνωση, ενθουσιαζόμαστε με την ειλικρίνεια, τιμούμε την καλοσύνη, θαυμάζουμε την πίστη του, αλλά εμείς ζούμε με έναν τρόπο ολότελα διαφορετικόν. Τα γυρίσαμε όλα σε λόγια. Με τα λόγια ζούμε και με τα λόγια πεθαίνουμε. Δεν καταλάβαμε πως δεν υπάρχει τέχνη, παρά πως υπάρχει ζωή. Αυτό που λέμε τέχνη, είναι ένα ψεύτικο ομοίωμα της ζωής, ένα είδωλο νεκρό, αν δεν το ζωοποιεί η αληθινή ουσία της ζωής και τότε τέχνη και ζωή είναι ένα πράγμα.
Στην εποχή μας ο άνθρωπος συμβίβασε όλα τα ασυμβίβαστα, κι αυτό είναι η αιτία της συγχισμένης ζωής του, που κατάντησε ένας ακατανόητος τραγέλαφος. Ο σημερινός άνθρωπος θυσίασε «το τιμιότατον» και ζει με την ψευτιά. Αλλά τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο αν κερδίσει όλον τον κόσμο και ζημιωθεί η ψυχή του; Εμείς θαρρούμε πως κερδίσαμε όλον τον ψεύτικο κόσμο και χάσαμε την ψυχή μας, χάσαμε τον ίδιο τον εαυτό μας.
Όσοι καταγίνουνται με τον Παπαδιαμάντη, καταπιάνονται ν’ αναλύσουνε το έργο του, να κάνουνε ψυχανάλυση και αισθητική, πού ναι οι δυο κατάρες του καιρού μας.
Όλα τα ψάχνουμε, όλα τα σκαλίζουμε και μοναχά αυτό «το τιμιότατον» πού ‘χει ο Παπαδιαμάντης, δηλαδή την αληθινή ζωή του, μοναχά αυτό δεν το νοιώθουμε αληθινά και δεν αφήνουμε να μας συνεπάρει. Ζητάμε από τον Παπαδιαμάντη αυτό που ζητάμε και από τον εαυτό μας, τα λόγια.
Αλλά ο Παπαδιαμάντης δεν είναι μήτε λογογράφος μήτε λογοτέχνης. Ο Παπαδιαμάντης είναι ένας άνθρωπος αληθινός που έτυχε να γράψει όπως ο Απόστολος Παύλος που έγραψε μοναχά τις επιστολές του κι αυτό τον έκανε να στηρίζει τους πιστούς, αλλιώς δεν θα έγραφε. Η ουσία της ζωής βρίσκεται μέσα σε αυτά τα απλά γραψίματα, τα ανεπιτήδευτά. Ό,τι έγραψε ο Παπαδιαμάντης είναι το απαύγασμα της ζωής του και είναι αληθινό, επειδή η ζωή του ήτανε αληθινή και απλή.
Σε κανένα άλλο έθνος δεν εβγήκε ένας τέτοιος συγγραφέας που να ευωδιάζει ολόκληρος από την ευωδία του Χριστού, από την πνευματική ευωδία της Ορθοδοξίας. Ο Παπαδιαμάντης είναι και ο «ποιήσας και ο διδάξας» κι εμείς καθόμαστε και λέμε πως είναι λογοτέχνης. Γιατί πιστεύουμε στην ψευτιά που λέγει «η τέχνη για την τέχνην».
Αυτή την καρδιά την συντετριμμένη, αυτό τον ταπεινόν και ήσυχον και τρέμοντα τους λόγους του Θεού, τον κάναμε μέγαν άνδρα, και τον δοξάζουμε με φανταχτερές γιορτές. Εκείνος έζησε «ως στρουθίον μονάζον επί δώματος», εκείνος έλεγε με σιγανή φωνή «ψάλλατε συνετώς» κι εμείς ίσως να βάλουμε τενόρους και μπάσους να τραγουδάνε απάνω στο μνήμα του.
Ας μην ταράζουμε τον «κεκοιμημένον» αλλά ας μπούμε μέσα στον εαυτό μας για να βρούμε τον «καλόν μαργαρίτην» που βρήκε και κείνος. Αυτός είναι ο φτωχός που πλούτισε τη ζωή μας κι έκανε πάλι την Ελλάδα «χρυσοπλοκώτατον πύργον». Και κλειδοκράτορας αυτού του πύργου είναι αυτός ο ταπεινός που έχει όμως μεγάλη εξουσία και μας ανοίγει και μπαίνουμε μέσα και χαιρόμαστε γιατί είμαστε Έλληνες και χριστιανοί. Κι αξιώθηκε αυτή τη χάρη γιατί δεν άφησε τη μάγισσα Κίρκη να τον μεταμορφώσει σε ζώο αλλά έζησε σαν άνθρωπος πλασμένος κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού. «Εν τιμή ων, ού παρεσυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανόητοις, ουδέ ωμοιώθη αυτοίς». Είχε πίστη αληθινή στην Ελλάδα και στην ορθόδοξη θρησκεία της που είναι η δική μας πίστη που είναι ο δικός μας ο πόνος, που απάνω σ’ αυτόν ανθίζει το αμάραντο λουλούδι της χαράς, η λεγόμενη «χαρμολύπη».
Ό,τι λέγαμε τον καιρό που ζούσε και δεν τον λογαριάζαμε, τα ίδια και χειρότερα λέμε στο βάθος της καρδιάς μας και τώρα που είναι πεθαμένος και που τον βάλαμε στο Πάνθεον των μεγάλων ανδρών και ησυχάσαμε…
Εμείς οι Έλληνες είμαστε ζόρικοι άνθρωποι. Ένα αληθινό πράγμα συχνά το καταφρονούμε κι από την άλλη μεριά ανεβάζουμε στα ουράνια κάποιες μεγαλόστομες αισθητικές και τα τέτοια…
Μεγάλο μυστήριο! Όσο περνά ο καιρός ολοένα ξεθωριάζουνε οι μεγάλοι άνδρες και οι λογής – λογής αποθεωμένοι. Πλην ο Παπαδιαμάντης γίνεται ολοένα πιο ζωντανός, πιο αληθινός, πιο αγαπημένος πιο ζωογόνος μέσα στις ψυχές, ντυμένος στολήν αφθαρσίας. Γιατί είναι ένα κλαδί αμάραντο από το πολύκλωνο δέντρο της ορθοδοξίας, που το φύτεψε ο Χριστός για να είναι χλωρό κι ανθισμένο στον αιώνα και που το πότισε ο Απόστολος Παύλος…
Ο Παπαδιαμάντης είναι η Ελλάδα κι η Ορθοδοξία, που η δύναμή της πληθαίνει με τη φτώχεια, με την αγωνία, με τα μαρτύρια.