Την Παρασκευή και Σάββατο 29-30 Ιουλίου 2022, ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος θα προστεί της Ακολουθίας των Εγκαινίων του Ιερού Ναού Παναγίας «Απολυτρώσεως των Εξηρτημένων», στην κοινότητα Κανναβιών.
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑΣ ΕΓΚΑΙΝΙΩΝ
Παρασκευή, 29/07/2022
6:00 μ.μ: Προσκόμιση Ιερών Μαρτυρικών Λειψάνων από τον Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεόφυτο.
6:15 μ.μ: Έναρξη Ακολουθίας Πανηγυρικού Εσπερινού και Όρθρου των Εγκαινίων.
Φέρεται εις γνώσιν των ευσεβών Χριστιανών ότι την Τετάρτη 27 Ιουλίου 2022 και ώρα 8:00 μ.μ, θα τελεστεί Αγρυπνία στηνΙερά Μονή Αγίου Γεωργίου Πιτυδιώτη παρά την Φλάσου, προς τιμή του Αγίου Αποστόλου Τίμωνος και της Οσίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου.
Της Ιεράς Αγρυπνίας θα προεξάρχει ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος.
Τοποθεσία Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Πιτυδιώτη στο Google Maps κα διαδρομή:
Θεώ παρεσκεύασας αγνόν ως δόμον, Σαυτήν άγουσα, Σεμνή, εις κατοικίαν. Παρασκευήν έκτανεν εικάδι χαλκός εν έκτη.
Η εμφάνιση της Αγίας Παρασκευής στον Άγιο Ιάκωβο Τσαλίκη
Έξω από το χωριό τους την Φαράκλα υπήρχε σε κάποιο λόφο το εξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, αυτό ήταν και το σχολείο του στα πρώτα χρόνια. Εκεί πήγαινε πολύ τακτικά ο μικρός Ιάκωβος και προσηύχετο στην Αγία.
Αφηγείται λοιπόν ο ίδιος ο Άγιος Γέροντας Ιάκωβος την συνάντηση με την Αγία: «Με τα χέρια μου έσκαψα το χώμα και δημιούργησα λαξευτή σκάλα, για να μπορούν άνετα οι προσκυνητές να ανεβαίνουν στο εξωκλήσι. Έκοβα έναν φουντωτό θάμνο, σκούπιζα την εκκλησία, άναβα και τα καντηλάκια και καθόμουνα και κοίταζα τις εικόνες, μέσα στην απόλυτη σιωπή της νύκτας πάνω στο ερημικό λόφο.
Ούτε φοβόμουν μόνος, ούτε λογισμός δειλίας μ’ ενόχλησε ποτέ.
Έβλεπα τότε την Αγία σαν μοναχή, να βγαίνει από το Ιερό, να διασχίζει το ναό της και έξω στην αυλή να σκύβει και να πλένει τα καντήλια της. Με το παιδικό μου το μυαλό έλεγα ότι η Αγία πλένει τα πιάτα της, όπως η μητέρα μου κάθε βράδυ, όσο κουρασμένη και να ήταν, πάντα έπλενε τα πιάτα , γιατί σκεφτόταν μην τυχόν πεθάνει τη νύκτα και το πρωί βρουν οι γυναίκες άπλυτα πιάτα και σκανδαλιστούν για την έλλειψη νοικοκυροσύνης.
Έχοντας υπ’ όψιν μου το γεγονός αυτό, νόμιζα ότι και η Αγία τη νύκτα έπλενε τα πιάτα της.
Ένα βράδυ καθώς πήγαινα ως συνήθως στο εξωκλήσι και ενώ βρισκόμουν λίγα μέτρα μακριά από την εκκλησία, βλέπω την Αγία σαν μοναχήνα στέκεται απ’ έξω και να μου λέει:
– Έλα εδώ, Ιάκωβε, να σου μιλήσω!
Εγώ δείλιασα, κόπηκαν τα πόδια μου και της λέω:
– Φοβούμαι να έρθω κοντά σου. Πες μου από εδώ που στέκομαι, τι θέλεις να μου πεις. Κοντά σου φοβούμαι να έρθω.
Τότε μου λέει η Αγία:
– Γιατί με φοβάσαι; Εσύ τόσο καιρό έρχεσαι και περιποιείσαι την εκκλησία μου και μου ανάβεις τα καντήλια μου! Θέλω πολλά να σου πω. Ζήτησέ μου τι χάρη θέλεις από μένα, τι χάρισμα να σου δώσω.
Τότε της λέω:
– Να ρωτήσω την μητέρα μου και θα σου πω, και αμέσως γύρισα και έφυγα τρέχοντας για το σπίτι μου.
Λέω στην μητέρα μου ότι είδα την Αγία Παρασκευή και μου ζήτησε να της πω τι χάρη θέλω να μου κάνει.
– Είδες παιδί μου την Αγία Παρασκευή; Πως την είδες; Τι συνέβη ακριβώς; Με ρώτησε η μητέρα μου.
Αφού λοιπόν της εξήγησα λεπτομερώς τα γεγονότα, μου είπε:
– Παιδί μου, να ζητήσεις από την Αγία την τύχη σου να σου δώσει.
Το άλλο βράδυ πήγα στο εξωκκλήσι και βλέπω πάλι την Αγία σαν μοναχή να με περιμένει έξω από το ναό της. Στέκομαι λίγο μακριά και της λέω:
– Την τύχη μου θέλω να μου δώσεις.
Τότε η Αγία μου λέει:
– Η τύχη σου…; Στη ζωή σου θα δεις δόξες και τιμές πολλές και το χρυσάφι θα περνάει από τα χέρια σου (και έκανε μια κίνηση με το χέρι της η Αγία δείχνοντας τη μεγάλη ποσότητα, την αφθονία), αλλά δεν θα σ’ αγγίζει.
Και πράγματι, έλεγε ο γέροντας, αμέτρητα χρήματα πέρασαν από τα χέρια μου, αλλά όλα πήγαν στον προορισμό τους, στους πάσχοντες, στους φτωχούς, στους έχοντες ανάγκη. Και άλλα πολλά μου είπε η Αγία Παρασκευή και πάλι τρέχοντας γύρισα στο σπίτι μου».
«Εύρισκα σπηλιές και μέσα κεί προσευχόμουν…»
Μ’ όλ’ αυτά, από εννέα περίπου ετών, το Ιακωβάκι το φωνάζανε πάντοτε να διαβάσει ευχές και να σταυρώσει. Ο παπα-Θοδόσης ήτανε σε άλλο χωριό. Τον καλούσανε στις αρρώστιες και σε κάθε δύσκολη περίσταση. Αρρώσταιναν τα ζώα; φωνάζανε το Ιακωβάκι να τα διαβάσει και γινόσανε καλά. Στα παιδάκια πάλι το ίδιο. Ακόμα και για τις γυναίκες, που δυσκολευόσανε να γεννήσουν, καλούσανε το Ιακωβάκι. Πήγαινε με λαδάκι της αγίας Παρασκευής, σταύρωνε την πόρτα του σπιτιού, προσευχότανε κι έφευγε. Η γυναίκα ελευθερωνόταν.
Από την Εκκλησία του χωριού είχε το Ευχολόγιο και από το σπίτι τους τη Σύνοψη. Αλλά στις περιπτώσεις ασθενειών, που τον φωνάζανε να διαβάσει ευχές, διάβαζε, όσο ήτανε κάτω από δέκα-έντεκα ετών, ό,τι τύχαινε, ό,τι πρωτοάνοιγε στα δύο τούτα βιβλία, γιατί δεν μπορούσε να κρίνει κάθε φορά ποια ευχή ακριβώς χρειάζεται στην περίπτωση.
Αργά το απόγευμα κάθε μέρα μετά το σχολείο πήγαινε και άναβε τα καντηλάκια στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής (το σχολείο του). Πήγαινε μόνος του και του άρεσε να μένει μέχρι το νύχτωμα.
Από το βιβλίο: «Ένας άγιος γέροντας – ο μακαριστός π. Ιάκωβος» (Έκδοση Ιεράς Μονής Οσίου Δαβίδ Γέροντος,1996)
Πόση ευλάβεια πρέπει να έχουμε στις εικόνες! Ένας μοναχός ετοίμασε μία εικόνα του Αγίου Νικολάου, για να την δώσει ευλογία σε κάποιον.
Την τύλιξε με καλό χαρτί και την έβαλε σε ένα ντουλάπι, μέχρι να την δώσει.
Αλλά χωρίς να τα προσέξει, την έβαλε ανάποδα. Σε λίγο άρχισε να ακούγεται μέσα στο δωμάτιο ένας κρότος. Κοίταζε ο μοναχός από δω, αποκεί, να δει από πού ερχόταν αυτός ο κρότος. Που να πάει ο νούς του ότι ερχόταν από το ντουλάπι! Ο κρότος συνέχιζε για αρκετή ώρα, «τακ-τακ-τακ-» δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Τελικά όταν πήγε κοντά στο ντουλάπι, κατάλαβε ότι ο κρότος έβγαινε από εκεί. Το ανοίγει και βλέπει ότι ο κρότος έβγαινε από την εικόνα. «Τι να έχει η εικόνα; λέει· για να δώ». Μόλις την ξετύλιξε, είδε πως ήταν ανάποδα. Την έστησε όρθια και αμέσως σταμάτησε ο κρότος.
Ο ευλαβής ιδιαίτερα ευλαβείται τις εικόνες. Και όταν λέμε «ευλαβείται τις εικόνες», εννοούμε ότι ευλαβείται το εικονιζόμενο πρόσωπο. Όταν έχει κανείς μια φωτογραφία του πατέρα του, της μάνας του, του παππού του, της γιαγιάς του, του αδελφού του, δεν μπορεί να την σχίσει ή να την πατήσει, πόσο μάλλον μια εικόνα! Οι Ιεχωβάδες δεν έχουν εικόνες. Την τιμή που αποδίδουμε στις εικόνες την θεωρούν ειδωλολατρία.
Είπα σε έναν Ιεχωβά μια φορά: «Εσείς δεν έχετε φωτογραφίες στα σπίτια σας;».
«Έχουμε», μου λέει.
«Έ, καλά, η μάνα, όταν το παιδί της λείπει μακριά, δεν φιλάει την φωτογραφία του παιδιού της;».
«Την φιλάει», μου λέει.
«Το χαρτί φιλάει ή το παιδί της;».
«Το παιδί της», μου λέει.
«Έ, όπως εκείνη, όταν φιλάει την φωτογραφία του παιδιού της, του λέω, φιλάει το παιδί της και όχι το χαρτί, έτσι και εμείς τον Χριστό φιλούμε· δεν φιλούμε το χαρτί ή το σανίδι».
Φορητή εικόνα Αγίου Επιφανίου (13ος αιώνας). Κοινότητα Αγίου Επιφανίου Σολέας.
– Γέροντα, και αν ένα σανίδι κάποτε είχε επάνω την εικόνα του Χριστού, της Παναγίας ή κάποιου Αγίου και έσβησαν τα χρώματα από τον καιρό, και πάλι δεν πρέπει να το ασπαζόμαστε;
– Ναι, βέβαια! Όταν ασπάζεται ο άνθρωπος με ευλάβεια και θερμή αγάπη τις άγιες εικόνες, παίρνει τα χρώματα από αυτές και ζωγραφίζονται οι Άγιοι μέσα του. Οι Άγιοι χαίρονται, όταν ξεσηκώνονται από τα χαρτιά ή από τα σανίδια και τυπώνονται στις καρδιές των ανθρώπων.
Όταν ασπάζεται ο Χριστιανός με ευλάβεια τις άγιες εικόνες και ζητάει βοήθεια από τον Χριστό, την Παναγία, τους Αγίους, με τον ασπασμό που κάνει με την καρδιά του, ρουφάει μέσα στην καρδιά του όχι μόνον τη χάρη του Χριστού, της Παναγίας ή των Αγίων, αλλά και τον Χριστό ολόκληρο ή την Παναγία ή τον Άγιο, και τοποθετούνται πιά στο τέμπλο του Ναού του. «Ναός του Αγίου Πνεύματος είναι ο άνθρωπος» (Α΄ Κορ. 3,16 και 6,19).
Βλέπεις, και κάθε Ακολουθία με τον ασπασμό των εικόνων αρχίζει και με τον ασπασμό τελειώνει. Εάν το καταλάβαιναν αυτό οι άνθρωποι, πόση χαρά θα αισθάνονταν, πόση δύναμη θα έπαιρναν!
– Γέροντα, στην Παράκληση της Παναγίας, σε κάποιο Μεγαλυνάριο γιατί λέει «Άλαλα τα χείλη των ασεβών, των μη προσκυνούντων την εικόνα σου την σεπτήν»;
– Όταν κανείς δεν έχει ευλάβεια και ασπάζεται τις εικόνες, δεν είναι άλαλα τα χείλη του; Και ο ευλαβής, όταν ασπάζεται τις εικόνες, εύλαλα δεν είναι τα χείλη του; Είναι μερικοί που, όταν προσκυνούν την εικόνα, ούτε καν ακουμπούν στην εικόνα. Άλλοι ακουμπούν μόνον τα χείλη τους στην εικόνα, όταν την ασπάζονται. Να, έτσι. (Ο Γέροντας ασπάσθηκε μια εικόνα, χωρίς να ακουσθεί ο ασπασμός). Ακούσατε τίποτε;
– Όχι.
– Έμ, τότε «άλαλα» είναι τα χείλη. Ενώ ο ευλαβής ασπάζεται την εικόνα και ο ασπασμός ακούγεται. Τότε τα χείλη είναι «εύλαλα». Δεν είναι ότι καταριούνται, όταν λένε «άλαλα», αλλά εκείνα τα χείλη είναι άλαλα και τα άλλα είναι εύλαλα. Όταν βλέπουμε τις άγιες εικόνες, πρέπει να ξεχειλίζει η καρδιά μας από αγάπη προς τον Θεό και τους Αγίους και να πέφτουμε να τις προσκυνούμε και να τις ασπαζόμαστε με πολλή ευλάβεια.
Να βλέπατε ένα ευλαβικό γεροντάκι στη Μονή Φιλοθέου, ο γέρο-Σάββας, με πόση ευλάβεια, με πόση καρδιά ασπαζόταν την εικόνα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης! Σ’ αυτήν την εικόνα της Παναγίας, επειδή οι Πατέρες την ασπάζονταν στο ίδιο σημείο, έχει σχηματισθεί ένα γρομπαλάκι!
Η εικόνα που αγιογραφείται με ευλάβεια ρουφάει από τον ευλαβή αγιογράφο την Χάρη του Θεού και μεταδίδει στους ανθρώπους παρηγοριά αιώνια. Ο αγιογράφος ζωγραφίζεται, μεταφράζεται στην εικόνα που φτιάχνει· γι’ αυτό παίζει μεγάλο ρόλο η ψυχική του κατάσταση.
Γέροντας Τύχων
Μου έλεγε ο παπά-Τύχων (Ρώσος ασκητής που ο Γέροντας Παϊσιος υπήρξε υποτακτικός του):
«Εγώ παιντί μου, όταν ζωγραφίζω επιτάφια, ψάλλω “O ευσχήμων Ιωσήφ, από του ξύλου καφελών…”». Έψαλε και έκλαιγε συνέχεια και τα δάκρυά του έπεφταν πάνω στην εικόνα. Μια τέτοια εικόνα κάνει ένα αιώνιο κήρυγμα στον κόσμο. Οι εικόνες αιώνες κηρύττουν-κηρύττουν. Ρίχνει λ.χ. ένας πονεμένος ένα βλέμμα στην εικόνα του Χριστού ή της Παναγίας και παίρνει παρηγοριά.
Όλη η βάση είναι η ευλάβεια. Βλέπεις, άλλος ακουμπά στον τοίχο που ακούμπησε η εικόνα και παίρνει Χάρη, και άλλος μπορεί να έχει την καλύτερη εικόνα, αλλά, επειδή δεν έχει ευλάβεια, δεν ωφελείται. Ή ένας μπορεί να βοηθηθεί από έναν απλό σταυρό, και άλλος να μη βοηθηθεί από τον Τίμιο Σταυρό όταν δεν έχει ευλάβεια.
Από το βιβλίο «Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου ΛΟΓΟΙ Β΄»