Η σκέψη του θανάτου είναι ικανή να παρακινήσει τον αμαρτωλό σε μετάνοια. Μας είναι και γνωστός και άγνωστος ο θάνατος. Γνωστός, γιατί ξέρουμε ότι όλοι θα πεθάνουμε. Άγνωστος, γιατί δεν ξέρουμε πότε, πού και πώς θα πεθάνουμε.
Όσο περισσότερο ζούμε, τόσο περισσότερο μικραίνει η ζωή μας, τόσο λιγοστεύουν οι μέρες μας και πλησιάζουμε στο θάνατο.
Είμαστε πιο κοντά του σήμερα απ΄ ό,τι χθες, αυτή την ώρα απ΄ ό,τι την προηγούμενη. Ο θάνατος βαδίζει αόρατος πίσω απ΄ τον καθένα και τον αρπάζει τότε που δεν το υποπτεύεται. Εντούτοις, σχεδόν όλοι οι άνθρωποι – και μάλιστα οι υγιείς και οι δυνατοί – κάνουν τις ακόλουθες σκέψεις για τον εαυτό τους:
– Εγώ θα ζήσω ακόμη αρκετά. Είναι πολύ μακριά το τέλος μου. Θα μαζέψω πλούτη και θα ευφραίνομαι. Μα ορμάει ξαφνικά εναντίον τους ο θάνατος και σβήνουν τα όνειρα και οι επιθυμίες. Και πεθαίνει γρήγορα εκείνος που έταξε στον εαυτό του μακροζωία. Και αφήνει τ΄ αγαθά του και το σώμα του στον κόσμο εκείνος που ήθελε να συγκεντρώνει πλούτη. Άγνωστο λοιπόν μας είναι το τέλος, χριστιανοί.
Ο φιλάνθρωπος Θεός, που φροντίζει για το καλό μας, τα καθόρισε έτσι, ώστε να είμαστε πάντα έτοιμοι και να καταφεύγουμε στην ειλικρινήμετάνοια. Με ό,τι θα φύγει ο άνθρωπος από δω, μ΄ αυτό και θα παρουσιαστεί μπροστά στο κριτήριο του Χριστού.
Αδελφοί, ας συλλογιστούμε προσεκτικά αυτά τα λόγια κι ας μετανοήσουμε, για να μην ταξιδέψουμε προς την αιωνιότητα με τις αμαρτίες μας και εμφανιστούμε μ΄ αυτές σ΄ εκείνο το δικαστήριο. Ο φιλεύσπλαχνος Θεός μας υποσχέθηκε το έλεός Του, δεν μας υποσχέθηκε όμως ότι θα ζούμε το επόμενο πρωί. Και τούτο, για να είμαστε προσεκτικοί, και όταν ξυπνάμε, να θυμόμαστε το θάνατό μας, να διορθώνουμε τον εαυτό μας, να ετοιμαζόμαστε για την έξοδό μας, ώστε να έχουμε μακάριο τέλος. Είναι φοβερή η ώρα του θανάτου.
Όλοι οι άγιοι τη σκέφτονταν κι έκλαιγαν, ικετεύοντας τον φιλάνθρωπο Θεό να τους ελεήσει εκείνη την ώρα. Εκπληκτικό! Να κλαίνε οι άγιοι στη σκέψη του θανάτου, και οι αμαρτωλοί ωστόσο να μη συγκινούνται, αν και καθημερινά κάποιον βλέπουν να πεθαίνει. Φτωχοί αμαρτωλοί! Γιατί κοιμόμαστε, ενώ ο διάβολος σαν κλέφτης αρπάζει τη σωτηρία μας; Ας γράψουμε στη μνήμη μας την ώρα του θανάτου και ας είμαστε έτοιμοι. Απ΄ αυτήν θα εξαρτηθεί, αν ο άνθρωπος θα είναι αιώνια ευτυχισμένος ή αιώνια δυστυχισμένος.
Από το θάνατο ανοίγουν για τον καθένα οι πύλες της αιωνιότητας, ο δρόμος για την αιώνια μακαριότητα ή την αιώνια δυστυχία. Απ΄ αυτόν τον σταθμό αρχίζει ο άνθρωπος να ζει ή να πεθαίνει αιώνια. Πού βρίσκονται τώρα όσοι έζησαν πριν από μας και πέρασαν τη ζωή τους αμετανόητα, με κραιπάλες και ηδονές; Έφυγαν απ΄αυτόν τον κόσμο, αφήνοντας εδώ όλες τους τις χαρές. Οδηγήθηκαν καθένας στον τόπο του, περιμένοντας την τελευταία Κρίση, οπότε θα λάβουν την αμοιβή των έργων τους.
Γι΄ αυτό εφόσον δεν ήρθε ακόμα για μας εκείνη η ώρα, ας στραφούμε ολόψυχα προς το Θεό μας με την πίστη και τη μετάνοια, ώστε να κερδίσουμε την αιωνιότητα. Αγαπητέ χριστιανέ! Ο θάνατος μας ακολουθεί βήμα προς βήμα χωρίς να τον βλέπουμε, και το τέλος φτάνει τότε που δεν το περιμένουμε. Γι΄ αυτό να βρίσκεσαι συνέχεια σε κατάσταση μετάνοιας, έτοιμος παντού και πάντοτε για την αναχώρησή σου. Ο συνετός δούλος είναι πάντα άγρυπνος και περιμένει πότε θα τον καλέσει ο Κύριός του.
Αγρύπνα κι εσύ και περίμενε πότε θα σε καλέσει ο Κύριός σου, ο Χριστός. Να ζεις όπως θα ήθελες να σε βρει ο θάνατος. Να ζεις με ευσέβεια και να εργάζεσαι με φόβο και τρόμο για τη σωτηρία σου. Έτσι δεν θα στερηθείς την αιώνια σωτηρία, που μας δώρισε ο Κύριός μας με το αίμα Του και το θάνατό Του. Έτσι θα τελειώσεις τη ζωή σου χριστιανικά. Και είναι πραγματικά μακάριοι οι νεκροί εκείνοι πού πεθαίνουν πιστοί στον Κύριο και ενωμένοι μαζί Του.
(αποσπάσματα από το βιβλίο «Πορεία προς τον ουρανό», «Ο θάνατος», Αγ. Τύχων, αρχιεπ. Βορονέζ και Ζαντόνσκ, εκδ. Ιερά Μονή Παρακλήτου)
Οι υγιείς που έχουν αγάπη και ταπείνωση, πολλές φορές μαλώνουν από αγάπη ποιος να πρωτοσηκώση τα βαρύτερα και να αρπάξη τα χειρότερα πράγματα ή να κρατήση τα σάπια για τον εαυτό του, για να τα φάη, και τα καλύτερα να δώση στον πλησίον του, που είναι ο Χριστός· και, ενώ τρώει τα σάπια, αισθάνεται μεγαλύτερη γλυκύτητα από τον αδελφό που τρώει τα γερά, διότι τρώει και την αγάπη και τρώγεται από την αγάπη (Έτσι αλληλοτρώγονται οι πνευματικοί άνθρωποι).
Καθώς τα υγιέστατα αδέλφια από αγάπη προς τα αδύνατα ή φιλάσθενα αδέλφια τους πάντοτε σηκώνουν τα βαρύτερα πράγματα και αφήνουν τα ελαφρότερα, έτσι και τα καλά αδέλφια στην Πνευματική ζωή πάντοτε παίρνουν το βαρύ άδικο και αφήνουν το ελαφρό δίκαιο στους αδύνατους.
Όσοι δεν έρχονται στην θέση των πονεμένων συνανθρώπων τους, εγκαταλείπονται από τον Θεό, και πέφτουν τότε άσχημα και μαθαίνουν να πονάνε. Ενώ εκείνοι που πονάνε και ενδιαφέρονται όλο για τους άλλους και αδιαφορούν για τον εαυτό τους, προστατεύονται από τον Θεό και φροντίζονται από τον Θεό και από τους ανθρώπους.
Βλέπουμε λ.χ. έναν ανάπηρο. Εάν σκεφθούμε: «αν εγώ ήμουν ανάπηρος και δεν μπορούσα να περπατήσω, πώς θα ένιωθα;», θα τον πονέσουμε.
Ή, αν ζητήση την βοήθειά μας κάποιος που έχει προβλήματα, αμέσως πρέπει να σκεφθούμε: «Αν είχα εγώ τα δικά του προβλήματα, δεν θα ήθελα να με βοηθήσουν;», κι έτσι θα τον πονέσουμε.
Αλλά και δοκιμασίες να περνά κανείς, όταν έχη αγάπη αληθινή, με πόνο, τον δικό του πόνο τον ξεχνάει και πονάει για τον άλλον.
Εγώ, όταν μου μιλάη ο άλλος για τον πόνο του, κι επάνω σε σπασμένα γυαλιά να κάθωμαι ή σε αγκάθια να πατάω, δεν καταλαβαίνω τίποτε.
Οι άνθρωποι που έχουν αγάπη και καλοσύνη, μοιάζουν με τους Αγγέλους, που μεταφέρουν χαρά και αγαλλίαση, όπου και εάν βρεθούν.
Στο πρόσωπο του αδελφού μας βλέπουμε τον Χριστό.
Γιατί, ό,τι κάνουμε, για να αναπαύσουμε τον αδελφό μας, είναι σαν να το κάνουμε στον Ίδιο τον Χριστό.
«Εφ᾿ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, είπε ο Χριστός, εμοί εποιήσατε».
-Στην μέλλουσα Κρίση θα αποκαλυφθή σε μια στιγμή η κατάσταση του κάθε ανθρώπου και μόνος του καθένας θα τραβήξη για ‘κει που είναι. Καθένας θα βλέπη σαν σε τηλεόραση τα δικά του χάλια και την πνευματική κατάσταση του άλλου. Θα καθρεφτίζη τον εαυτό του στον άλλον και θα σκύβη το κεφάλι και θα πηγαίνη στην θέση του.
Δεν θα μπορή λ.χ. να πη μια νύφη που καθόταν μπροστά στην πεθερά της σταυροπόδι και η πεθερά της με σπασμένο πόδι φρόντιζε το εγγονάκι: «γιατί, Χριστέ μου, βάζεις την πεθερά μου στον Παράδεισο κι εμένα δεν με βάζεις;», επειδή θα έρχεται μπροστά της εκείνη η σκηνή. Θα θυμάται την πεθερά της που στεκόταν όρθια με σπασμένο πόδι και φρόντιζε το εγγονάκι της και δεν θα έχη μούτρα να πάη στον Παράδεισο, αλλά ούτε και θα χωράη στον Παράδεισο.
Ή οι μοναχοί θα βλέπουν τις δυσκολίες, τι δοκιμασίες είχαν οι κοσμικοί και πως τις αντιμετώπισαν και, αν δεν έχουν ζήσει σωστά, θα σκύψουν το κεφάλι και θα τραβήξουν μόνοι τους για εκεί που θα είναι.
Θα δουν εκεί οι μοναχές, που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, ηρωίδες μάνες, που ούτε υποσχέσεις έδωσαν, ούτε τις ευλογίες και τις ευκαιρίες τις δικές τους είχαν, πως αγωνίσθηκαν και σε τι κατάσταση πνευματική έφθασαν, και εκείνες, καλόγριες, με τι μικροπρέπειες ασχολούνταν και βασανίζονταν, και θα ντρέπωνται!
Έτσι μου λέει ο λογισμός ότι θα γίνη η Κρίση.
Δεν θα πή δηλαδή ο Χριστός: «έλα εδώ εσύ, τι έκανες;» ή «εσύ θα πας στην κόλαση, εσύ στον Παράδεισο», αλλά ο καθένας θα συγκρίνη τον εαυτό του με τον άλλον και θα τραβήξη για εκεί που θα είναι …
Η ποσότητα πάλι της χαράς του καθενός στον Παράδεισο θα είναι διαφορετική. Άλλος θα έχη μια δαχτυλήθρα χαρά, άλλος ένα ποτήρι, άλλος μια ολόκληρη δεξαμενή. Όλοι όμως θα αισθάνονται πλήρεις και κανένας δεν θα ξέρη το μέγεθος της χαράς, της αγαλλιάσεως, του άλλου. Τα κανόνισε έτσι ο Καλός Θεός, γιατί, αν γνώριζε ο ένας ότι ο άλλος έχει περισσότερη χαρά, δεν θα ήταν τότε Παράδεισος, επειδή θα υπήρχε το «γιατί εκείνος να έχη περισσότερη χαρά και εγώ λιγώτερη;». Δηλαδή καθένας θα βλέπη στον Παράδεισο την δόξα του Θεού ανάλογα με την καθαρότητα των οφθαλμών της ψυχής του. Η ορατότητα όμως δεν θα καθορισθή από τον Θεό, αλλά θα εξαρτηθή από την δική του καθαρότητα…
Εκείνοι που αγαπούν αληθινά και αγωνίζονται σωστά, ανέχονται με αγάπη, θυσιάζονται, στερούνται και αναπαύουν τον πλησίον τους, που είναι ο Χριστός.
Όσοι πλησιάζουν τους πονεμένους, πλησιάζουν στον Θεό φυσιολογικά, διότι ο Θεός πάντα βρίσκεται κοντά στα πονεμένα Του παιδιά.
Κάνε τον πόνο του συνανθρώπου σου δικό σου πόνο. Ο Θεός κάνει το θαύμα, όταν συμμετέχει κανείς με την καρδιά του στον πόνο του άλλου. Και μόνο ένας καρδιακός αναστεναγμός για τον πλησίον σου φέρει θετικά αποτελέσματα και αξίζει για ώρες προσευχής.
Όλη η βάση είναι τον άλλον να τον νιώσεις αδελφό και να τον πονέσεις. Αυτός ο πόνος συγκινεί τον Θεό και κάνει το θαύμα. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να συγκινεί τον Θεό όσο η αρχοντιά, δηλαδή η θυσία. Άλλα στην εποχή μας σπανίζει η αρχοντιά, γιατί μπήκε η φιλαυτία, το συμφέρον…»…
Αυτό έχει και μεγαλύτερη αξία. Και όταν δεν έχει καθόλου να δώσει σε έναν φτωχό και πονάει η καρδιά του, τότε κανείς κάνει ανώτερη ελεημοσύνη διότι κάνει ελεημοσύνη με αίμα της καρδιάς. Διότι αν είχε κάτι και έδινε θα αισθανόταν και χαρά, ενώ όταν δεν έχει να δώσει αισθάνεται πόνο στην καρδιά.
Η καλή διάθεση είναι το πάν.
Εάν ένας άνθρωπος είναι καλός και πονετικός, μην τον φοβάσαι. Αν π.χ. πίνει ή παίζει χαρτιά και έχει άλλα πάθη και δεν πιστεύει, αλλά όταν δει ένα φτωχό, λυπάται, ταράζεται, θέλει να βοηθήσει, αυτόν μην τον φοβάσαι, θα τον βοηθήσει ο Χριστός. Αλλά αν κάποιος είναι σκληρός και παρ’ όλο που έχει πολλά επιμένει και σκληραίνει… αυτός δεν πάει καλά και θέλει πολλή προσευχή, για να αλλάξει αυτός!
Περισσότερο έχω αγαπήσει, έχω πονέσει και τους έχω στον νου μου συνέχεια αυτούς που είχαν άσχημη ζωή και αγωνίζονται να κόψουν τα πάθη τους, παρά αυτούς που δεν βασανίζονται από πάθη.
Οι εύσπλαχνοι, επειδή πάντα χορταίνουν τους άλλους με αγάπη, πάντοτε είναι χορτασμένοι από την αγάπη του Θεού και από τις άφθονες ευλογίες Του.
Όσοι εργάζονται ταπεινά και αποκτούν αρετές και σκορπούν ταπεινά, από αγάπη, τα μυστικά τους βιώματα, είναι οι μεγαλύτεροι ευεργέτες, διότι δίνουν πνευματική ελεημοσύνη και βοηθούν πολύ θετικά τις αδύνατες ή τις κλονισμένες ψυχές στην πίστη. Εκείνοι πάλι που πετάνε ακόμη και τον εαυτό τους στον κόσμο, από αγάπη, αφού πέταξαν πια τον κόσμο από μέσα τους, αυτοί πετάνε πια στον Ουρανό και δεν πιάνονται από τον κόσμο.
Δεν υπάρχει εξυπνότερος άνθρωπος από τον ελεήμονα, που δίδει γήινα, φθαρτά πράγματα, και αγοράζει άφθαρτα, ουράνια.
Όσοι έχουν αυτή την αγνή (Αρχοντική) αγάπη, είναι γεμάτοι από καλοσύνη, γιατί μέσα τους έχουν τον Χριστό και στο πρόσωπό τους ζωγραφισμένη την Θεότητα.
Γνωρίζω ότι ο φύλακας Άγγελος που έχουμε, μας προστατεύει και μας οδηγεί. ‘Οταν προσευχόμαστε για κάποιον, ο ‘Αγγελός μας αστραπιαία μπορεί να βοηθήσει, να πληροφορήσει, να φυλάξει αυτόν για τον οποίο προσευχόμαστε.
Όταν ένας έχη και δίνη ελεημοσύνη, δεν μπορείς να καταλάβης αν έχη αγάπη ή όχι, γιατί μπορεί να δίνη όχι από αγάπη, αλλά για να ξεφορτωθή κάποια πράγματα. Όταν στερήται και δίνη, τότε φαίνεται η αγάπη του. Πιστεύω, ας υποθέσουμε, ότι έχω αγάπη· ο Θεός, για να δοκιμάση την αγάπη μου, μου στέλνει έναν φτωχό. Αν έχω λ.χ. δυο ρολόγια, ένα καλό και ένα λίγο χαλασμένο, και δώσω το χαλασμένο στον φτωχό, σημαίνει ότι η αγάπη μου είναι δευτέρας ποιότητος. Αν έχω πραγματική αγάπη, θα δώσω το καλό στον φτωχό. Μπαίνει όμως η βλαμμένη λογική και λέμε: «Τί, το καλό θα δώσω; Γι᾿ αυτόν, αφού δεν έχει κανένα ρολόι, καλό είναι και το παλιό», και δίνω το παλιό. Αλλά, όταν δίνης το παλιό, ζη ο παλαιός άνθρωπος ακόμη μέσα σου· αν δίνης το καινούργιο, είσαι αναγεννημένος άνθρωπος. Κολάσιμη κατάσταση είναι, όταν κρατάς και τα δυο και δεν δίνης κανένα.
– Γέροντα, πώς βγαίνει κανείς από αυτήν την κατάσταση;
– Να σκεφθή: «Αν ήταν ο ίδιος ο Χριστός, τί θα έδινα; Ασφαλώς το καλύτερο». Έτσι καταλαβαίνει ποιά είναι η πραγματική αγάπη. Θα πάρη λοιπόν μια γερή απόφαση και την άλλη φορά θα δώση το καλύτερο. Μπορεί λίγο να δυσκολευθή στις αρχές, αλλά, αν αγωνίζεται μ᾿ αυτόν τον τρόπο, θα φθάση σε κατάσταση να δίνη και το παλιό και το καινούργιο, για να διευκολύνη τους άλλους, και αυτός να μην έχη ρολόι, αλλά να έχη μέσα του Χριστό και να ακούη το γλυκό χτύπημα της καρδιάς του που θα σκιρτά από θεϊκή χαρά. Αν σού αφαιρέσουν το ιμάτιο και εσύ δώσης και τον χιτώνα που έχεις , θα σε ντύση μετά ο Χριστός. Αν πονάς έναν ταλαίπωρο και τον βοηθάς, σκέψου, αν ήταν ο ίδιος ο Χριστός, τί θυσία θα έκανες! Έτσι δίνει κανείς εξετάσεις. Στον πλησίον του ο πιστός άνθρωπος βλέπει το πρόσωπο του Χριστού. Και ο ίδιος ο Χριστός λέει «αυτό που κάνετε σε έναν ταλαίπωρο είναι σαν να το κάνετε σε μένα». Βέβαια την τιμή την απονέμει στον καθένα ανάλογα , αλλά η αγάπη είναι ίδια για όλους. Στην καρδιά του την ίδια θέση έχει ένας υπουργός και ένας φτωχός· ένας στρατηγός και ένας στρατιώτης.
Να μάθη κανείς να χαίρεται με το να δίνη. Όταν χαίρεται με το να δίνη, είναι τοποθετημένος σωστά, είναι δικτυωμένος με τον Χριστό· έχει την θεία Χάρη. Όταν δίνη ή προσφέρη κάτι, η χαρά που νιώθει έχει θείο οξυγόνο. Όταν χαίρεται με το να λαμβάνη ή να θυσιάζωνται οι άλλοι γι᾿ αυτόν, αυτή η χαρά έχει μπόχα, ασφυξία. Τέτοιοι άνθρωποι που δίνονται, χωρίς να υπολογίζουν τον εαυτό τους, θα μας κρίνουν μεθαύριο. Τί χαρά νιώθουν αυτοί οι άνθρωποι! Αυτούς τους προστατεύει ο Χριστός.
Ο κόσμος κινείται στην ψευτιά. Οι άνθρωποι γίνονται ψεύτες. Έχουν φτιάξει άλλη συνείδηση. Δεν μπορώ να γίνω ψεύτης, να αλλάξω εαυτό, επειδή το απαιτεί η κοινωνία. Καλύτερα να ταλαιπωρηθώ. Θέλει προσοχή να μην μπη κανείς σ’ αυτήν την κοσμική τροχιά. Αλλά και όλο το οικονομικό σύστημα που υπάρχει σήμερα, δεν βοηθάει καθόλου.
Εγώ εύχομαι ή όλοι στον Παράδεισο ή κανένας στην κόλαση.
Ο μεγαλύτερος και καλύτερος πολύτεκνος είναι ο άνθρωπος που αναγεννήθηκε πνευματικά και βοηθάει για την πνευματική αναγέννηση των παιδιών όλου του κόσμου, για να εξασφαλίσουν τις ψυχές τους στον Παράδεισο.
Η φωνή της Κυπριακής Παράδοσης σίγησε γύρω στις 6:30 το πρωί του Σαββάτου.
Η Κυριακού Πελαγία συνέδεσε τη φωνή με την κυπριακή κουλτούρα μέσα από την παραδοσιακή μουσική.
Την είδηση του θανάτου της έκανε γνωστή η εγγονή της, Σόλια Πελαγία, μέσω ανάρτησής της στο Facebook. «Σίγησε το αηδόνι της Κύπρου. Έφυγες γιαγιά μου. Καλό Παράδεισο», έγραψε.
H Κυριακού Πελαγία γεννήθηκε στο Παραλίμνι στις 8 Ιουλίου 1936. Πατέρας της ήταν ο Δαμιανός Κουζαλής, ένας εξαίρετος παραδοσιακός τραγουδιστής που διακρινόταν τόσο στα ερωτικά όσο και στο «τσιάτισμα». Μητέρα της ήταν η Μαρία Κουτσόλουκα που γνώριζε αρκετά παλιά δίστιχα και τραγούδια.
Το ταλέντο της Κυριακούς φάνηκε από τα παιδικά της χρόνια. Η ίδια έλεγε πως από τη στιγμή που άρχισε να αντιλαμβάνεται τον κόσμο και την ζωή άρχισε να τραγουδά. Ήταν το μόνο που θυμόταν να της αρέσει. Πρώτος δάσκαλός της ήταν ο πατέρας της και μετά οι άλλοι τραγουδιστές της εποχής. Έμαθε τις διάφορες κυπριακές «φωνές» και άρχισε να ταιριάζει στίχους πάνω στις μελωδίες αυτές. Από 15 χρονών άρχισε να τραγουδά στους συγγενικούς και φιλικούς της γάμους, στις διάφορες οικογενειακές συγκεντρώσεις, στα τοπικά πανηγύρια και στις θρησκευτικές γιορτές. Παντρεύτηκε το 1957 τον Γεώργιο Πελαγία και απέκτησε δυό γιους και μια κόρη.
Η Κυριακού Πελαγία ήταν μια γνήσια παραδοσιακή ερμηνεύτρια, η φωνή της κυπριακής υπάιθρου, «η φωνή που όταν την άκουγες, ήθελες να ξαπολυθείς μες στα περβόλια τζιαι τα ορμάνια», όπως χαρακτηριστικά έχει πει ο ποιητής μας Μιχάλης Πασιαρδής. Το ηχόχρωμα της φωνής της, είχε πολλά βυζαντινά και μικρασιατικά μουσικά στοιχεία. Ήταν εξαιρετική τόσο στο τραγούδι, όσο και στο «τσιάτισμα», τα ερωτικά δίστιχα και την ποίηση. Το 1987 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Κυπριακός Στίχος».
Η Κυριακού Πελαγία, η Μαστόρισσα όπως χαρακτηριζόταν από τους συναδέλφους της, είχε δώσει με την ερμηνεία της άλλη διάσταση στο κυπριακό δημοτικό τραγούδι. Από τη μία η αυθεντικότητα κι η καθαρότητά της κι από την άλλη τα ακούσματα και οι εμπειρίες που κουβαλούσε από μια άλλη εποχή, σε συνάρτηση με το ταλέντο και τον αυθορμητισμό της, την καθιέρωσαν στη συνείδηση του κυπριακού λαού ως μία ξεχωριστή και μοναδική παραδοσιακή ερμηνεύτρια.
Θεματοφύλακας των ηθών και των εθίμων, σμίγοντας την τέχνη της με το μουσικό σχήμα «Μεσόγειος» και πιασμένη χέρι-χέρι με το προσωπικό αρχείο του Μιχάλη Χατζημιχαήλ, έγραψε νέο σημαντικό κεφάλαιο στο βιβλίο της παραδοσιακής μουσικής, απασχολώντας συχνά τους μελετητές αυτής. Το μεγαλύτερο όμως επίτευγμα της Κυριακούς Πελαγία είναι ότι κατάφερε να φέρει τους νέους στην αυλή του δημοτικού τραγουδιού.
Το κοριτσάκι αυτό ήταν 72 ώρες στα χαλάσματα. Όταν το έβγαλαν, το ρώτησαν αν πεινάει και είπε ότι ένας ψηλός άντρας με άσπρα ρούχα, άσπρο άλογο και άσπρα γένια, ερχόταν και της έφερνε φαγητό και νερό ενώ κρατούσε το κτίριο.
Άγιος Μεγαλομάρτυς Μηνάς. Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Ορούντης
Άγιος Μηνάς (12ος αι.). Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου, Καστοριά