Ο Χριστός στο Γολγοθά! Ο Σωτήρας μας στο σταυρό! Ο Δίκαιος πάσχει! Εκείνος που αγαπά ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, θανατώνεται από ανθρώπους! Όποιος έχει συνείδηση, ας ντραπεί! Όποιος έχει καρδιά, ας θρηνήσει! Όποιος έχει νου, ας κατανοήσει!
Με τι μπορούμε να συγκρίνουμε το γεγονός αυτό, που είναι μυστήριο σαν το άπειρο, σκληρό σαν τη γη και φοβερό σαν την κόλαση; Από τα εκατομμύρια δρώμενα που έχουμε καθημερινά στον κόσμο, απ’ αυτά που μπορούν να δουν τα μάτια μας και ν’ ακούσουν τ’ αυτιά μας, με ποιο γεγονός θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε αυτή την ανομολόγητη πράξη κακίας του Γολγοθά; Μ’ ένα αρνί που βρίσκεται αντιμέτωπο με αγέλη λύκων; Ή με το αθώο παιδί που βρίσκεται στο στόμα κάποιου τεράστιου φιδιού; Μήπως με τη μητέρα που περιτριγυρίζεται από παράφρονες γιους και θυγατέρες; Ή με την πτώση κάποιου επιδέξιου τεχνίτη σε μηχανή που ο ίδιος είχε συναρμολογήσει και κομματιάζεται στα γρανάζια της; Μήπως με τον Άβελ, που τον σκότωσε ο αδερφός του; Μα τότε ο μεγαλύτερος αμαρτωλός σκότωσε τον λιγότερο αμαρτωλό. Εδώ όμως έχουμε κακούς ανθρώπους που πέφτουν πάνω στον αθώο. Μήπως με τον Ιωσήφ, που τ’ αδέρφια του τον πούλησαν στην Αίγυπτο; Μα αυτή ήταν μια αμαρτία εναντίον αδελφού, όχι εναντίον του ευεργέτη. Εδώ όμως έχουμε αμαρτία εναντίον του Ευεργέτη! Με το δίκαιο Ιώβ μήπως, που ο σατανάς έφθειρε τη σάρκα του και μύριζε απαίσια, αφού είχε γίνει τροφή σκουληκιών; Εκεί πάλι έχουμε το σατανά να ξεσηκώνεται ενάντια στο πλάσμα του Θεού, ενώ εδώ έχουμε το πλάσμα να ξεσηκώνεται εναντίον του Δημιουργού. Με τον εξαίσιο Δαβίδ, που του εναντιώθηκε κι επαναστάτησε ο γιος του Άβεσαλώμ; Μα αυτή ήταν μια μικρή τιμωρία για τη μεγάλη αμαρτία του Δαβίδ. Εδώ όμως έχουμε τον Αθώο, Τον Δίκαιο, να υποφέρει τόσο φοβερά!
Ο καλός Σαμαρείτης που έσωσε την ανθρωπότητα από τις πληγές που της είχαν προξενήσει οι ληστές, έπεσε ο ίδιος στα χέρια τους. Γύρω από τον Κύριο υπήρχαν επτά είδη κακούργων. Το πρώτο είδος αντιπροσωπεύει ο Σατανάς, το δεύτερο οι πρεσβύτεροι και οι άρχοντες του Ισραηλινού λαού, το τρίτο ο Ιούδας, το τέταρτο ο Πιλάτος, το πέμπτο ο Βαραββάς, το έκτο ο αμετανόητος ληστής που συσταυρώθηκε μαζί Του και το έβδομο ο ληστής που μετάνιωσε. Ας σταματήσουμε για λίγο κι ας ατενίσουμε τη συντροφιά αυτή των κακούργων. Ανάμεσά τους στέκεται ο Υιός του Θεού, σταυρωμένος, πληγωμένος κι αιμόφυρτος.
Το πρώτο είδος είναι ο σατανάς. Είναι εκείνος που θέλει να κάνει το μεγαλύτερο κακό στο ανθρώπινο γένος. Είναι ο πατήρ του ψεύδους, ο κακούργος των κακούργων. Οι πειρασμοί που χρησιμοποιεί για να πειράξει τους ανθρώπους και να τους κάνει κακό είναι δυο ειδών: τους πειράζει με τις ανέσεις και με τα βάσανα. Στην αρχή πείραξε τον Κύριο στο Όρος των Πειρασμών με την υπόσχεση ανέσεων, με δύναμη και πλούτο· τώρα, στο τέλος, τον πειράζει με τα βάσανα, με το πάθος. Όταν κατατροπώθηκε στον πρώτο πειρασμό, άφησε τον Κύριο, έφυγε μακριά Του. Δεν τον εγκατέλειψε τελείως όμως, αλλά προς καιρόν. Όπως αναφέρει το ευαγγέλιο, «ὁ διάβολος ἀπέστη απ᾿ αὐτοῦ ἄχρι καιροῦ» (Λουκ.δ΄ 13).
Ο καιρός αυτός πέρασε και τώρα ξαναπαρουσιάζεται. Αυτή τη φορά δε χρειάζεται να εμφανιστεί φανερά, ανοιχτά. Τώρα δουλεύει με ανθρώπους. Χρησιμοποιεί τους υιούς του σκότους που, τυφλωμένοι από την εκτυφλωτική λάμψη του Χριστού, παραδίδονται στα χέρια του Σατανά. Κι αυτός τους χρησιμοποιεί σαν όπλο εναντίον του Κυρίου Χριστού. Είναι κοντά τους όμως, είναι δίπλα σε κάθε γλώσσα που βλασφημεί το Χριστό, σε κάθε στόμα που φτύνει το πάντιμο πρόσωπό Του, σε κάθε χέρι που τον μαστιγώνει και του βάζει το αγκάθινο στεφάνι, σε κάθε καρδιά που φλέγεται από φθόνο και μίσος εναντίον Του.
Το δεύτερο είδος είναι μια ομάδα κακούργων, είναι οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ και οι πολιτικοί, θρησκευτικοί και πνευματικοί άρχοντες. Είναι οι γραμματείς και οι φαρισαίοι, οι σαδδουκαίοι κι οι ιερείς, με το βασιλιά Ηρώδη επικεφαλής. Ο φθόνος κι ο φόβος τους έσπρωξε να εγκληματήσουν στον Κύριο. Τους κατέτρωγε ο φθόνος γιατί ο Κύριος ήταν ισχυρότερος, σοφότερος, και καλλίτερος απ’ αυτούς. Είχαν φόβο για τη θέση τους, για την εξουσία, για τη δόξα και τον πλούτο, σε περίπτωση που οι άνθρωποι θα τάσσονταν με το Χριστό. Γι’ αυτό και κραύγαζαν, «θεωρεῖτε ὅτι οὐκ ὠφελεῖτε οὐδέν; ἴδε ὁ κόσμος ὀπίσω αὐτοῦ ἀπῆλθεν» (Ιωάν. ιβ΄ 19). Ήταν από το φόβο, την αδυναμία και το φθόνο τους.
Ποιο ήταν το χειρότερο από τα κακουργήματά τους ενάντια στον Κύριο; Το ότι τον συνέλαβαν και τον θανάτωσαν χωρίς νόμιμη δίκη και καταδίκη. Αναφέρεται στο ευαγγέλιο: «Τότε συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως τοῦ λεγομένου Καϊάφα, καὶ συνεβουλεύσαντο ἵνα τὸν Ἰησοῦν δόλῳ κρατήσωσι καὶ ἀποκτείνωσιν» (Ματθ. κστ΄ 3-4). Δε συζητούν μεταξύ τους τι κατηγορίες να του προσάψουν και πώς θα τον σύρουν στο δικαστήριο, αλλ᾿ ἵνα τὸν Ἰησοῦν δόλῳ κρατήσωσι καὶ ἀποκτείνωσιν. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να τον συλλάβουν με δόλιο τρόπο και να τον θανατώσουν. Όταν ο νομοταγής Νικόδημος τους συμβουλεύει πως στον Κύριο πρέπει πρώτα να δοθεί ακρόαση στο δικαστήριο, για να του γνωρίσουν σε τι τον κατηγορούν, απορρίπτουν την εισήγησή του με δυσαρέσκεια και ειρωνικά χαμόγελα. (βλ. Ιωάν. ζ΄ 50-52).
Τρίτος κακούργος ήταν ο Ιούδας, ο φαινομενικός απόστολος αλλά στην ουσία επαίσχυντος προδότης. Ο Σατανάς συμμετείχε στην άδικη αιματοχυσία του Χριστού από μίσος για το Θεό και τον άνθρωπο. Οι πρεσβύτεροι και οι άρχοντες του Ισραήλ συμμετείχαν από φθόνο και φόβο. Ο Ιούδας συνδέεται με τη συντροφιά του Σατανά και των πρεσβυτέρων του λαού από απληστία. Το έγκλημά του συνίσταται στο ότι πρόδωσε το Διδάσκαλο και Ευεργέτη Του για τριάντα αργύρια. Αργότερα αναγνώρισε ο ίδιος το λάθος του στους ίδιους πρεσβυτέρους, που τον είχαν δωροδοκήσει για την πράξη της προδοσίας: «Ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῷον … καὶ ρίψας τὰ ἀργύρια ἐν τῷ ναῷ ἀνεχώρησεν, καὶ ἀπελθὼν ἀπήγξατο» (Ματθ. κζ΄ 4-5). Ο οικτρός θάνατός του μαρτυρεί το τραγικό σφάλμα του. Όπως αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων γι’ αυτόν, «καὶ πρηνὴς γενόμενος ἐλάκησε μέσος, καὶ ἐξεχύθη πάντα τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ» (Πράξ. α΄ 18). Κι αφού κρεμάστηκε έπεσε κάτω, άνοιξε η κοιλιά του και τα σπλάχνα του χύθηκαν έξω.
Τέταρτος κακούργος ήταν ο Πιλάτος, εκπρόσωπος του Καίσαρα στην Ιερουσαλήμ, που κατά κάποιο τρόπο εκπροσωπούσε τον άθεο ειδωλολατρικό κόσμο στην καταδίκη του Υιού του Θεού. Ο Πιλάτος περιφρονεί τους Ιουδαίους κι οι Ιουδαίοι περιφρονούν τον ίδιο. Στην αρχή δεν έχει καμιά διάθεση ν’ αναμιχτεί στην καταδίκη του Χριστού: «Λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ κατὰ τὸν νόμον ὑμῶν κρίνατε αὐτόν» (Ιωάν. ιη’ 31), είπε στους κατήγορους του Χριστού. Αργότερα παίρνει θέση υπέρ του Χριστού και, μετά από μια μορφή δίκης λέει στους Ιουδαίους: «Ἐγὼ οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω κατ᾿ αὐτοῦ» (Ιωάν. ιη΄38) Τελικά, υποχωρώντας σε απειλές όπως, «ἐὰν τοῦτον ἀπολύσῃς, οὐκ εἶ φίλος τοῦ Καίσαρος» (ιθ΄ 12), ο Πιλάτος «ἐπέκρινε γενέσθαι τὸ αἴτημα αὐτῶν» (Λουκ. κγ΄ 24) και δίνει διαταγή να μαστιγωθεί και να σταυρωθεί ο Χριστός.
Το έγκλημα του Πιλάτου συνίσταται στο ότι μπορούσε να προστατέψει τον Δίκαιο και δεν το έκανε. Ο ίδιος είπε στον Κύριο: «Οὐκ οἶδας ὅτι ἐξουσίαν ἔχω σταυρῶσαί σε καὶ ἐξουσίαν ἔχω ἀπολῦσαί σε;» (Ιωάν. ιθ΄ 10). Με τη δήλωσή του αυτή ο Πιλάτος παίρνει αιώνια πάνω του την ευθύνη για το θάνατο του Χριστού. Τι είναι εκείνο που σπρώχνει τον Πιλάτο να κάνει το έγκλημα αυτό και τι είναι αυτό που τον κατατάσσει κι αυτόν στη χορεία των άλλων κακούργων; Είναι η μικρόνοια κι ο φόβος του. Η μικρόνοια για την προστασία του δίκαιου, καθώς κι ο φόβος για τη θέση του και για την εύνοια του Καίσαρα.
Πέμπτος κακούργος είναι ο Βαραββάς. Εκείνη την εποχή ήταν στη φυλακή «διὰ στάσιν τινά… καὶ φόνον» (Λουκ. κγ΄ 19). Είχε κατηγορηθεί για ανατρεπτικές ενέργειες και για φόνο και ήταν υπόδικος στον Ιουδαϊκό και τον Ρωμαϊκό νόμο, με προβλεπόμενη ποινή το θάνατο. Προσωπικά δεν είχε αμαρτήσει με κανένα τρόπο ενάντια στο Χριστό. Εκείνοι που αμαρτάνουν είναι οι Ιουδαίοι, αυτοί που τον βάζουν πάνω από το Χριστό, που τον προτιμούν αντί γι’ Αυτόν. Ο Πιλάτος σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει το Βαραββά σαν μέσο για να σώσει το Χριστό από τη θανατική καταδίκη. Οι Ιουδαίοι όμως χρησιμοποιούν το Χριστό για να σώσουν το Βαραββά. Ο Πιλάτος έθεσε στους Ιουδαίους το δίλημμα να διαλέξουν το Χριστό ή το Βαραββά, στην ουσία δηλαδή, το Θεό ή έναν εγκληματία; Αλλά «ὅμοιος ὁμοίῳ ἀεὶ πελάζει». Έτσι οι κακούργοι διάλεξαν τον κακούργο.
Ο έκτος κακούργος, όπως κι ο έβδομος, είναι εκείνοι που συσταυρώθηκαν με το Χριστό, ο ένας στ’ αριστερά κι ο άλλος στα δεξιά Του στο Γολγοθά. Ο προφήτης Ησαΐας το είχε προφητέψει αυτό: «Καὶ μετὰ ἀνόμων ἐλογίσθη» (Ης. νγ΄ 12). Ο ένας απ’ αυτούς, αν και βρίσκεται στο κατώφλι του θανάτου, βλασφημεί, ο άλλος όμως προσεύχεται.
Εδώ έχουμε δύο ανθρώπους με την ίδια τύχη: κι οι δυο τους είναι καρφωμένοι στο σταυρό, κι οι δυο τους πρόκειται να εγκαταλείψουν αυτόν τον κόσμο και δεν περιμένουν τίποτα πια απ’ αυτόν. Υπάρχει όμως μια μεγάλη διαφορά. Εδώ είναι η απάντηση σ’ όλους αυτούς που λένε: Βάλε τους ανθρώπους στις ίδιες υλικές συνθήκες, δώσε σ’ όλους την ίδια τιμή και τα ίδια υπάρχοντα, κι όλοι τους θα έχουν το ίδιο πνεύμα. Ο ένας εγκληματίας, που σε λίγο δε θα ανασαίνει, εμπαίζει τον Υιό του Θεού: «Εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, σῶσον σεαυτόν καὶ ἡμᾶς» (Λουκ. κγ΄ 39). Ο άλλος όμως ικετεύει τον Κύριο: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. κγ΄ 42). Ο πόνος της σταύρωσης σκοτώνει τον ένα σωματικά και ψυχικά. Του άλλου όμως σκοτώνει μόνο το σώμα, η ψυχή του σώζεται. Ο σταυρός του Χριστού στον έναν είναι σκάνδαλο, στον άλλον σωτηρία.
Αυτά είναι τα επτά είδη των κακούργων γύρω από το Χριστό. Κύριε, βοήθησέ μας να παρατηρήσουμε τη δική μας ζωή προτού καταδικάσουμε τους κακούργους αυτούς που κάρφωσαν το Θεό της αγάπης στο σταυρό. Ας διερωτηθούμε: μήπως ανήκουμε κι εμείς στην ομάδα αυτή; Ας ήμασταν τουλάχιστο σαν τον έβδομο απ’ αυτούς, εκείνον που μετάνιωσε πάνω στο σταυρό και μέσα στους φοβερούς πόνους του αναζήτησε και βρήκε τη σωτηρία από τις αμαρτίες του.
***
Όταν ο άνθρωπος έχει μίσος για το Θεό και τον συνάνθρωπό του, είναι ο καλλίτερος φίλος του Σατανά, το πιο οξύ εργαλείο του.
Όταν ο άνθρωπος έχει φθόνο για τους θεάρεστους ανθρώπους και υπηρέτες του Χριστού, είναι εγκληματίας και Χριστοκτόνος, σαν τον Άννα και τον Καϊάφα και σαν τους άλλους πρεσβυτέρους και άρχοντες των Ιουδαίων.
Όταν ο άνθρωπος είναι άπληστος, δε βρίσκεται μακριά από την προδοσία του Θεού. Ο πιο στενός φίλος του ανθρώπου αυτού στη συντροφιά των κακούργων, είναι ο Ιούδας.
Όταν ο άνθρωπος είναι μικρόνους κι έχει αδύναμη θέληση για να υπερασπιστεί τους δίκαιους, όταν φοβάται πολύ για τη θέση και τις ανέσεις του, σε σημείο που θα συμφωνήσει να θανατώσει τους δίκαιους, αυτός είναι κακούργος σαν τον Πιλάτο.
Όταν ο άνθρωπος επαναστατεί και χύνει ανθρώπινο αίμα, ενώ άλλος υποφέρει εξαιτίας του, είτε από κακοδικία είτε από την κακία των ανθρώπων, είναι κι αυτός κακούργος, όπως ο Βαραββάς.
Όταν ο άνθρωπος βλασφημεί το Θεό σ’ όλη του τη ζωή, είτε με λόγια είτε με πράξεις, κι η βλασφημία παραμένει στο στόμα του ως την τελευταία του αναπνοή, αυτός είναι πραγματικά πνευματικός αδελφός του βλάσφημου κακούργου που συσταυρώθηκε με το Χριστό.
Ευλογημένος είναι εκείνος που, μ’ όλο που υποφέρει για τις αμαρτίες του, δε βλασφημεί κανέναν άνθρωπο, δεν ενοχοποιεί κανέναν, αλλά σκέφτεται μόνο τις αμαρτίες του και ικετεύει το Θεό για άφεση αμαρτιών και σωτηρία. Ευλογημένος είναι ο έβδομος κακούργος που κατάλαβε πως του αξίζανε οι πόνοι του στο σταυρό για τις αμαρτίες του· πού κατάλαβε πως ο Σωτήρας μας ήταν αθώος και πως δεν του άξιζαν οι πόνοι που υπόφερε για τις αμαρτίες των άλλων· γι’ αυτό και μετάνιωσε, ζήτησε το έλεος του Θεού και αξιώθηκε να μπει πρώτος στον παράδεισο της αιώνιας ζωής, μαζί με το Σωτήρα μας.
Από τον κακούργο αυτόν μαθαίνουμε τα έξης: τη λυτρωτική μετάνοια, έστω και την έσχατη στιγμή του θανάτου· τη λυτρωτική φύση της προσευχής στο Θεό και την ταχύτητα με την οποία απαντά η αγάπη του Θεού.
Ο ευλογημένος αυτός κακούργος άφησε σε όλους μας ένα θαυμάσιο παράδειγμα, όποια αμαρτία κι αν έχουμε κάνει, με οποιοδήποτε τρόπο κι αν απομακρυνθήκαμε από το Θεό και συναριθμηθήκαμε με τους αμαρτωλούς. Κάθε αμαρτία είναι έγκλημα ενάντια στο Θεό. Κι αυτός που κάνει έστω και μια αμαρτία συναριθμείται με τους αμαρτωλούς, δηλαδή με τους υπηρέτες του σατανά. Ας μη γογγύσει κανείς λοιπόν, ας μη μεμψιμοιρήσει πως τα πάθη κι οι πόνοι του συντελούν στην απώλεια κι όχι στη σωτηρία του. Μακάρι το σκότος των παθών του να φωτιστεί με τη θύμηση των αμαρτιών, με τη μετάνοια και την προσευχή. Και τότε οι πειρασμοί και τα πάθη του δε θα συντελέσουν στην απώλεια, αλλά στη σωτηρία του.
Και τώρα, αφού εξετάσαμε όλους τους κακούργους που βρίσκονταν κοντά στο Χριστό, τον Κύριο, ας σταματήσουμε για λίγο μπροστά στον ίδιο τον Κύριο. Ας δούμε πώς φαίνεται Αυτός ανάμεσα στους κακούργους. Κυρίως όμως ας κοιτάξουμε προσεχτικά για λίγο τον κήπο της Γεθσημανή, εκεί όπου οι αποκαμωμένοι μαθητές Του κοιμούνταν, ενώ ο Κύριος είχε γονατίσει και προσευχόταν με αγωνία.
Η θεότητα του Χριστού είναι αχώριστη από την ανθρωπότητα, μ’ όλο που κατά καιρούς δείχνει να υπερισχύει πότε η μια και πότε η άλλη φύση. Όταν τον βλέπουμε μικρό παιδί στο σπήλαιο, τον θεωρούμε άνθρωπο. Όταν τον παρατηρούμε να φεύγει στην Αίγυπτο ή να εργάζεται στη Ναζαρέτ, τον θεωρούμε και πάλι άνθρωπο. Όταν τον βλέπουμε να πεινάει και να διψάει, στα μάτια μας είναι και πάλι άνθρωπος. Όταν όμως τον ατενίζουμε ν’ ανασταίνει τους νεκρούς, να πολλαπλασιάζει τους άρτους, να θεραπεύει τους δαιμονισμένους και τους λεπρούς, να ηρεμεί την καταιγίδα, να σταματά τον άνεμο και να περπατάει πάνω στα νερά σαν σε στέρεο έδαφος, τότε δε βλέπουμε άνθρωπο, αλλά Θεό. Στον κήπο της Γεθσημανή τον βλέπουμε ως Θεό και ως άνθρωπο. Ως Θεό, γιατί αν και τρεις από τους σπουδαιότερους ανθρώπους στον κόσμο, οι τρεις πρώτοι απόστολοί Του, δεν άντεξαν και κοιμήθηκαν από την κούραση, Εκείνος αντέχει, παραμένει άγρυπνος και προσεύχεται γονατιστός. Τον βλέπουμε σαν Θεό, γιατί ποιος άλλος θα μπορούσε ή θα τολμούσε να μιλάει στο Θεό όπως μιλάει κανείς στον πατέρα του, εκτός από το Μονογενή Του Υιό, που σαν Υιός γνώριζε ότι ήταν ένα με το Θεό και Πατέρα Του, ενωμένος μαζί Του; Τον βλέπουμε σαν Θεό, γιατί ποιος άλλος από τους θνητούς θα τολμούσε να πει ότι, μ’ ένα Του λόγο θα μπορούσε να καλέσει κοντά Του δώδεκα λεγεώνες αγγέλων (βλ. Ματθ. κστ΄ 53); Τον βλέπουμε σαν άνθρωπο επειδή γονατίζει στο έδαφος, ιδρώνει από την αγωνία, αγωνίζεται εσωτερικά, φοβάται τα πάθη και το θάνατο και προσεύχεται για ν’ αποφύγει το πικρό ποτήρι των βασάνων.
Ποιος μπορεί να περιγράφει και να εκτιμήσει το πάθος του Χριστού την τρομερή εκείνη νύχτα πριν από τη σταύρωση, την ώρα που υπόφερε ψυχικά και σωματικά; Αν στο σταυρό ο σωματικός πόνος ήταν μεγαλύτερος, εδώ το μεγαλύτερο πόνο τον είχε η ψυχή Του. Ο ευαγγελιστής γράφει πως είχε αγωνία. Αυτή είναι εσωτερική αγωνία, της ψυχής. Είναι η ανθρώπινη ψυχή Του που ζητά παρηγοριά από τον Πατέρα Του. Είναι ένας μυστικός διάλογος του Ανθρώπου με τον αόρατο Πατέρα Του, στον όποιο διάλογο κρέμεται η ανθρωπότητα ολόκληρη, ολόκληρος ο δημιουργημένος κόσμος, από την αρχή ως το τέλος του. Από τη μια μεριά έχουμε τα φοβερά πάθη του Ανθρώπου που χύνει τον ιδρώτα σαν θρόμβους από αίμα μέσα στην κρύα νύχτα. Κι από την άλλη έχουμε το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου. Τα δύο αυτά συγκρούονταν μεταξύ τους κι έπρεπε να συμφωνήσουν. Ο Άνθρωπος έλεγε: εἰ βούλει, παρενεγκεῖν τὸ ποτήριον τοῦτο ἀπ᾿ ἐμοῦ· ο Θεάνθρωπος, ο υπάκουος Υιός, πρόσθετε: πλὴν μὴ τὸ θέλημά μου, ἀλλὰ τὸ σὸν γενέσθω. Κι ο Θεός αποφάσισε πως το ποτήριο έπρεπε να το πιει ο Υιός Του.
Όταν ο Άνθρωπος δέχτηκε την απόφαση του Θεού, η ψυχή Του ειρήνεψε. Αυτή ήταν μια ειρήνη άγνωστη στη γη. Δεν μπορούσε να την διακόψει ούτε η προδοσία ούτε οι εμπτυσμοί, οι εμπαιγμοί, οι κολαφισμοί, το αγκάθινο στεφάνι, τα ψεύδη, οι συκοφαντίες, η αχαριστία κι οι πόνοι Του στο σταυρό. Ο Κύριος Ιησούς κατάφερε τη μεγαλύτερη νίκη Του ενάντια στο Σατανά στον κήπο της Γεθσημανή. Και το κατόρθωσε αυτό με την υπακοή στο Θεό Πατέρα Του. Με την παρακοή του στο Θεό ο Αδάμ νικήθηκε από το Σατανά. Με την υπακοή Του στο Θεό ο Χριστός κατατρόπωσε το Σατανά και χάρισε τη σωτηρία στον Αδάμ και στους απογόνους του. Στον κήπο της Εδέμ ο Σατανάς νίκησε τον άνθρωπο. Στον κήπο της Γεθσημανή ο Άνθρωπος νίκησε το Σατανά. Αυτή είναι η σύγκρουση που αναφέρει το ευαγγέλιο. Ήταν ο άνθρωπος που έπρεπε να γίνει άνθρωπος-νικητής, όχι ο Θεός, ώστε όλοι οι άνθρωποι να έχουν μπροστά τους το παράδειγμα αυτό της σύγκρουσης και της νίκης – παράδειγμα ανθρώπινο, που θα μπορούσαν να το μιμηθούν. Έτσι ο Θεός άφησε τον Άνθρωπο Ιησού ν’ αγωνιστεί και να συγκρουστεί με το Σατανά κι όλες του τις δυνάμεις. Από εκεί προκύπτει η μεγάλη αγωνία του Χριστού και η κραυγή παρενεγκεῖν τὸ ποτήριον τοῦτο ἀπ᾿ ἐμοῦ. Από εκεί ο ιδρώτας ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος που κυλούσαν στο πρόσωπό Του. Αν όμως το σώμα του ανθρώπου είναι αδύναμο, το πνεύμα είναι δυνατό. Και το πνεύμα εξέρχεται νικηφόρο, πρώτα γιατί κυριαρχεί στο σώμα κι έπειτα στο Σατανά.
Ίσως ο Σατανάς να μην μπόρεσε να δεχτεί πως νικήθηκε κατά κράτος στον κήπο της Γεθσημανή, γι’ αυτό και συνέχισε να χαίρεται με τούς εμπαιγμούς πού δέχτηκε ο Χριστός, με τη σταύρωση και το θάνατο. Όταν ο Χριστός όμως μέσα από το θάνατο και τον τάφο Του κατέβηκε σαν κεραυνός στον Άδη, στο βασίλειο του Σατανά, αυτός συνειδητοποίησε πως η φαινομενική νίκη του στο Γολγοθά ήταν απλά το μεσουράνημα της ήττας του στον κήπο της Γεθσημανή.
Με τον ίδιο τρόπο που ο Κύριος Ιησούς σαν άνθρωπος πεινούσε και διψούσε, αγωνιούσε, έτρωγε και κοιμόταν, περπατούσε, μιλούσε, έκλαιγε και χαιρόταν, έτσι και έπαθε ως άνθρωπος. Κανένας μας λοιπόν ας μην πει πως «του ήταν εύκολο να υποφέρει, αφού ήταν Θεός· εγώ πώς ν’ αντέξω αυτά τα πάθη;» Αυτά τα λόγια είναι άδεια, κενά, προέρχονται από άγνοια και χαυνότητα του νου. Τα πάθη δεν ήταν εύκολα για το Χριστό, γιατί δεν υπόφερε ως Θεός, άλλ’ ως άνθρωπος. Πρέπει να πούμε ακόμα πως τα πάθη ήταν σκληρότερα γι’ Αυτόν που ήταν αθώος, παρά για μας που είμαστε ένοχοι κι αμαρτωλοί. Ας μην ξεχνάμε ποτέ πως όταν εμείς υποφέρουμε, είναι για τις αμαρτίες μας. Ο Κύριος Ιησούς δεν υπόφερε επειδή έφταιγε, για τις δικές Του αμαρτίες, αλλά για τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Όταν μια αμαρτία ήταν αρκετή να προκαλέσει θάνατο στον Αδάμ, όταν μια αμαρτία ήταν αρκετή να σημαδέψει για πάντα το μέτωπο του Κάιν, όταν για δυο ή τρεις αμαρτίες ο Δαβίδ υπόφερε τόσο πολύ, όταν για πολλές αμαρτίες καταστράφηκε η Ιερουσαλήμ και αιχμαλωτίστηκε ο Ισραήλ, τότε μπορείς να φανταστείς πόσο έπρεπε να υποφέρει Εκείνος πού ήταν φορτωμένος με βουνά ολόκληρα από τις αμαρτίες όλου του κόσμου που είχε φορτωθεί στους ώμους Του!
Αυτές ήταν φοβερές αμαρτίες. Αμαρτίες που έκαναν τη γη ν’ ανοίξει και να καταπιεί ανθρώπους και κτήνη. Αμαρτίες που προκάλεσαν τον αφανισμό ολόκληρων πόλεων και λαών. Αμαρτίες που έγιναν αιτίες για τον κατακλυσμό, για λιμούς, ξηρασίες, λοιμούς κι επιδρομές από ακρίδες και κάμπιες. Αμαρτίες που έγιναν αιτίες να γίνουν πόλεμοι ανάμεσα σε έθνη, με μεγάλες απώλειες και καταστροφές. Αμαρτίες που άνοιξαν τις πύλες της ανθρώπινης ψυχής για να μπουν οι πονηροί δαίμονες. Αμαρτίες που σκότισαν τον ήλιο, τάραξαν τη θάλασσα και στέγνωσαν ποτάμια. Τι νόημα έχει να τ’ απαριθμήσουμε όλα; Μπορεί να μετρήσει κανείς την άμμο της θάλασσας ή τα χόρτα των κάμπων; Όλες αυτές οι αμαρτίες, που καθεμιά τους είναι τόσο θανατηφόρα όσο το δηλητήριο του πιο φαρμακερού φιδιού (τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος), τις φορτώθηκε στους ώμους Του ο αθώος Άνθρωπος Ιησούς. Τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἔλαβε. Είναι περίεργο λοιπόν που ο ιδρώτας Του έτρεχε ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος; Είναι περίεργο που ως άνθρωπος ζητούσε παρενεγκεῖν τοῦτο τὸ ποτήριον; Ο απόστολος Παύλος λέει: «Μόλις γὰρ ὑπὲρ δικαίου τις ἀποθανεῖται… ἀλλά… ἔτι ἀμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν, Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανεν» (Ρωμ. ε΄ 7-8).
Φαντάσου να σε τοποθετούσαν σε ικρίωμα για χάρη κάποιου δίκαιου ανθρώπου, αναλογίσου πόσο δύσκολο θα ήταν. Και φαντάσου μετά να σε τοποθετούσαν πάλι σε ικρίωμα για χάρη κάποιου κακούργου, που είχε εγκληματήσει σε βάρος σου. Σκέψου να σε καταδίκαζαν σε θάνατο για να σωθεί αυτός. Και μόνο με τη σκέψη αυτή θα ιδρώσεις… Μόνο τότε θα πάρεις κάποια ιδέα για τον ιδρώτα του Χριστού που έτρεχε ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος. Και τότε, τρομοκρατημένος και φτάνοντας στα όρια της απόγνωσης, θα έκραζες δυνατά: Ἴδε ὁ Ἀνθρωπος, πού είναι Θεός!
***
«Ἴδε ὁ Ἀνθρωπος!», κραύγασε ο Πιλάτος στον Ιουδαϊκό όχλο όταν τους παρουσίασε το Χριστό που φορούσε το αγκάθινο στεφάνι και το πορφυρό ιμάτιο. Γιατί το είπε αυτό ο Πιλάτος; Ήταν από θαυμασμό για την επιβλητικότητα, τη γαλήνη και τη σιωπή του Χριστού, ή με σκοπό να προκαλέσει τη συμπάθεια των Ιουδαίων; Ίσως και το ένα και το άλλο. Ας κραυγάσουμε κι εμείς με θαυμασμό: «Ἴδε ὁ Ἀνθρωπος!» Αυτός είναι ο πραγματικός, ο αληθινός και ένδοξος Άνθρωπος, ο άνθρωπος όπως τον είχε στο νου Του ο Θεός όταν έπλασε τον Αδάμ. Αυτός είναι ο Άνθρωπος, πράος, ταπεινός και υπάκουος στο θέλημα του Θεού, όπως ήταν ο Αδάμ στον Παράδεισο προτού αμαρτήσει και εκβληθεί απ’ αυτόν. Αυτός είναι ο Άνθρωπος που δεν έχει φθόνο και κακία, που έχει αδιατάραχτη γαλήνη μέσα στην καταιγίδα του μίσους και της κακίας που προκαλούν άνθρωποι και δαίμονες! Τη μάχη Του την έδωσε στον κήπο της Γεθσημανή. Τη στιγμή πού αναφώνησε για τρίτη φορά πλὴν μὴ τὸ θέλημά μου, ἀλλὰ τὸ σὸν γενέσθω, η ψυχή Του ειρήνεψε. Η ειρήνη αυτή τον κάλυψε ολόκληρον με μια επιβλητικότητα που προκάλεσε τους Ιουδαίους κι έκανε τον Πιλάτο να τον θαυμάσει. Παρέδωσε το σώμα Του στο θέλημα του Πατέρα Του, όπως λίγο αργότερα θα παρέδινε το πνεύμα Του στα χέρια Του. Υπόταξε ολοκληρωτικά το ανθρώπινο θέλημά Του στο θεϊκό θέλημα του ουράνιου Πατέρα Του. Χωρίς να ευχηθεί το κακό για κανέναν άνθρωπο, ο Αθώος Αμνός γονάτισε από το βάρος του σταυρού στο δρόμο για το Γολγοθά. Δεν ήταν τόσο το βάρος του σταυρού, όσο οι αμαρτίες του κόσμου ολόκληρου που βάραιναν. Οι αμαρτίες που θα καρφώνονταν μαζί με το σώμα Του στο ξύλο του σταυρού.
Τι εννοούμε όταν λέμε πως ο Χριστός δεν ευχόταν κακό για κανέναν άνθρωπο τη φοβερή αυτή στιγμή; Με αυτό είπαμε το μισό μόνο. Ο Χριστός όχι μόνο δεν ήθελε το κακό, αλλά ευχόταν το καλό σε όλους τους ανθρώπους, σε όλη τη φύση. Ακόμα και τώρα όμως δεν είπαμε όλη την αλήθεια. Όχι μόνο ευχήθηκε το καλό, αλλά εργάστηκε για το καλό όλων ως την τελευταία Του αναπνοή. Και πάνω στο σταυρό ακόμα εργαζόταν για το καλό όλων, ακόμα και για τους σταυρωτές Του. Ότι μπορούσε να κάνει γι’ αυτούς, ακόμα και μέσα στους πόνους που υπόφερε πάνω στο σταυρό, το έκανε: Συχώρεσε την αμαρτία τους.
«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. κγ΄34). Αυτά δεν είναι απλά καλά λόγια, αλλά σωστό έργο, το μέγιστο καλό έργο που μπορούν να ζητήσουν από το Θεό οι αμαρτωλοί άνθρωποι. Πάνω στο σταυρό, ενώ ο θάνατος καραδοκούσε κι όλοι είχαν καμφθεί από τον πόνο, ο Κύριος πλημμύριζε από το ενδιαφέρον Του για τη σωτηρία των ανθρώπων. Συγχωρεί την άγνοιά τους. Προσεύχεται για τους κακούργους που τον κάρφωσαν στο σταυρό και τον κέντησαν με τη λόγχη.
Την ώρα της σταύρωσης ο Χριστός τήρησε τις μεγάλες εντολές που είχε δώσει στους ανθρώπους: εντολές για αδιάλειπτη προσευχή, για αγάπη και συγχωρητικότητα. Ποιος έπεσε ποτέ στα χέρια κακούργων και προσευχήθηκε γι’ αυτούς, για τη σωτηρία τους, ποιος συχώρεσε τις κακουργίες τους; Ακόμα κι οι καλλίτεροι άνθρωποι, όταν πέσουν στα χέρια κακούργων προσεύχονται στο Θεό για τη δική τους σωτηρία, σκέφτονται το δικό τους καλό, ενδιαφέρονται για τον εαυτό τους και τον δικαιολογούν. Πριν από την έλευση του Χριστού, ακόμα κι ο πιο δίκαιος άνθρωπος δε θα σήκωνε τα χέρια του να προσευχηθεί για εκείνους που τον έβλαψαν. Όλοι τους θα ζητούσαν από το Θεό και τους ανθρώπους να τον βοηθήσουν να εκδικηθεί εκείνους που του έκαναν κακό. Να όμως που ο Κύριος συγχωρεί τους εχθρούς, νοιάζεται γι’ αυτούς. Τους συγχωρεί και προσεύχεται γι’ αυτούς.
Εμείς πόσα μικροπράγματα δε θυμόμαστε και τα παίρνουμε για κακά! Για πόσα μικροπράγματα δεν ζητάμε οργισμένοι εκδίκηση! Και το κάνουμε εμείς αυτό, που κάθε μέρα παροργίζουμε το Θεό, παραβαίνουμε τις εντολές Του με τις ακάθαρτες σκέψεις μας, με ακάθαρτες επιθυμίες και εφάμαρτες πράξεις. Κανένας μας δεν μπορεί να ονομαστεί άνθρωπος, αν δεν αγαπά το συνάνθρωπό του. Από μόνη της η αγάπη για το συνάνθρωπό μας μπορεί να μας κάνει ανθρώπους πραγματικούς, αληθινούς. Άδικα κοιτάζουμε τον Κύριο στο σταυρό, μάταια ακούμε την τελευταία Του προσευχή για τους αμαρτωλούς, αν δεν έχουμε αγάπη για τούς συνανθρώπους μας κι ανήκουμε στην ομάδα των κακούργων που τον καταδίκασαν άδικα σε θάνατο. Γι’ αυτό ας μην περιοριστούμε μόνο στο να θαυμάζουμε την αγάπη του Κυρίου για το ανθρώπινο γένος. Ο θαυμασμός μας αυτός πρέπει να μας γεμίσει ντροπή, αν σκεφτούμε πόσο αφορά κι εμάς η προσευχή Του από το σταυρό.
«Όσο μεγαλύτερη είναι η αγάπη, τόσο μεγαλύτερος είναι ο πόνος», λέει ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης. Αν δεν μπορούμε ακόμα να μετρήσουμε το μεγαλείο της Αγάπης που έχει ο Κύριος Ιησούς για μας, ας προσπαθήσουμε να μετρήσουμε το μέγεθος του πάθους Του για μας. Τα πάθη Του ήταν τόσο μεγάλα και τόσο φοβερά, ώστε ακόμα κι η γη τα ένιωσε και σείστηκε· ο ήλιος τα ένιωσε και σκοτίστηκε· τα όρη και κομματιάστηκαν· το καταπέτασμα του ναού και σχίστηκε στα δύο· τα μνήματα και άνοιξαν· οι νεκροί και βγήκαν από τους τάφους τους· ο κεντυρίων που βρισκόταν κάτω από το σταυρό κι ομολόγησε τον Υιό του Θεού· ο ληστής στο σταυρό και μετάνιωσε.
Είθε οι καρδιές μας να μη γίνουν πιο τυφλές από τη γη, πιο σκληρές από τα όρη, πιο αναίσθητες από τούς τάφους και πιο νεκρές από τους νεκρούς. Είθε να μετανιώσουμε όπως ο ληστής στο σταυρό, να προσκυνήσουμε τον Υιό του Θεού πως ο κεντυρίων του Πιλάτου κάτω από το σταυρό. Έτσι θα μπορέσουμε, μαζί με πολλούς αγίους αδελφούς και αδελφές μας, να λυτρωθούμε από το θάνατο με τα πάθη του Χριστού, να καθαριστούμε από τις αμαρτίες μας με το τίμιο αίμα Του, ν’ αξιωθούμε να μάς αγκαλιάσουν τα άχραντα χέρια Του πού απλώθηκαν στο σταυρό και να μπούμε στην αιώνια βασιλεία Του.
Όποιος τ’ αμελεί αυτά, σ’ αυτή τη ζωή θα παραμείνει με την απαίσια συντροφιά του Αντίχριστου και στη μέλλουσα ζωή θα ’χει τη θέση του δίπλα στον αμετανόητο ληστή, μακριά πολύ από τη θέα του προσώπου του Θεού. Αν κι ό Θεός έζησε κάποτε στη γη ανάμεσα σε αμαρτωλούς, στον ουρανό δε θα είναι ποτέ μαζί τους.
Ας σκύψουμε λοιπόν κι ας προσκυνήσουμε τα πάθη του Χριστού, Εκείνον που σταυρώθηκε για τις αμαρτίες μας. Ας τον ομολογήσουμε κι ας δοξάσουμε το άγιο όνομά Του. Σ’ Αυτόν πρέπει η δόξα κι ο ύμνος, στον αληθινό Άνθρωπο και τον αληθινό Θεό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Καιρός μετανοίας: Από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου ως την Μεγάλη Παρασκευή: Ομιλίες Β΄, 1η έκδ., Εκδόσεις: ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ, Αθήνα, 2010
Ο ήλιος από τον τρόμο για το τι έκαναν οι δολοφόνοι, σκοτώνοντας στη γη τον Υιό του Θεού, έκρυψε τις ακτίνες του, για να μην δει κανείς το πιο φρικτό από όλα τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν ποτέ πάνω στη γη. Από φόβο και τρόμο εσιώπησαν τα καταραμένα χείλη αυτών που δολοφόνησαν τον Σωτήρα του κόσμου, που λίγο πριν Τον ενέπαιζαν, λέγοντας: «Ἄλλους ἔσωσεν, ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι· εἰ βασιλεὺς Ἰσραήλ ἐστι, καταβάτω νῦν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ καὶ πιστεύσομεν ἐπ᾿ αὐτῷ» (Μθ. 27, 42).
Ήρθε η στιγμή, που το πάθος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού έφτασε στο αποκορύφωμά του. Ξέρετε γιατί οι άλλοι που εκτελέστηκαν πάνω στο σταυρό κρέμονταν σ’ αυτόν ολόκληρες ήμερες μέχρι να πεθάνουν ενώ ο Κύριός μας πέθανε πολύ πιο γρήγορα, σε έξι ώρες μόνο; Ξέρετε ότι ο πάρα πολύ δυνατός πόνος, ο οποίος διαρκεί πολύ καιρό μπορεί και μόνο αυτός να γίνει αιτία του θανάτου; Αυτό ακριβώς συνέβη με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Το μαρτύριο και τα βάσανά Του ήταν φρικτά επειδή Τον συνέθλιβε τόσο αφάνταστα μεγάλο φορτίο των αμαρτιών όλου του κόσμου, για τις όποιες εκούσια θυσιάστηκε και τις εξαγόρασε με το άχραντό Του Αίμα.
Η δύναμη που Του έμεινε έφτασε μόνο για να πει τα τελευταία Του λόγια: «Διψῶ» (Ιω. 19, 28). «Πάτερ, εἰς χεῖρας σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμα μου» (Λκ. 23, 46). Σείστηκε η γη και το καταπέτασμα του ναού σκίστηκε στα δύο, από πάνω ως κάτω. Και έφευγε, χτυπώντας τα στήθη, ο άπιστος λαός που δεν δέχθηκε τον Μεσσία του. Τι σκέφτονταν οι ανόητοι αυτοί φανατικοί, οι οποίοι λίγο πριν φώναζαν στον Πιλάτο: «Σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν» (Λκ. 23, 21). «Τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν» (Μθ. 27, 25). Έχουν καταλάβει άραγε ότι ο ίδιος ο σατανάς με το στόμα τους φώναζε τα φοβερά αυτά λόγια;
Οι ίδιοι άνθρωποι λίγο πριν υποδέχονταν πανηγυρικά τον Κύριο Ιησού Χριστό, στρώνοντας στην οδό τα ιμάτιά τους και κρατώντας στα χέρια τους κλαδιά φοινικιάς και κραυγάζοντας: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ» (Ιω. 12, 13). Είναι πολύ φοβερό αυτό το πράγμα, δείχνει πόσο βαθειά στην καρδιά του ανθρώπου μπορεί να εισέλθει το πονηρό πνεύμα.
Ας αφήσουμε όμως τον ανόητο φανατισμό των εχθρών του Χριστού, οι οποίοι θεωρούσαν βαρειά αμαρτία και κατάργηση του Μωσαϊκού νόμου την θεραπεία κατά την ήμερα των Σαββάτων των παραλύτων, των ασθενών, των κατεχομένων από βαρείες αρρώστιες, των δαιμονιζομένων και των εκ γενετής τυφλών. Ας σκεφτούμε ότι και άλλου είδους φανατισμός υπήρξε στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους. Ας θυμηθούμε πόσοι κατά φαντασίαν αιρετικοί πέθαναν στις φλόγες της ιεράς εξέτασης στην Ισπανία. Ας θυμηθούμε την νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου κατά την οποία σφάχτηκαν πολλοί Γάλλοι προτεστάντες εξ αιτίας της ετεροδοξίας τους. Ας θυμηθούμε τα ποτάμια αίματος που χύθηκαν κατά τον πόλεμο, όταν οι χριστιανοί 30 ολόκληρα χρόνια πολεμούσαν εναντίων των άλλων χριστιανών.
Αλλά ας κοιτάξουμε γύρω μας. Βλέπουμε ότι υπάρχουν τόσοι πολλοί όχι ετερόδοξοι αλλά άνθρωποι, οι οποίοι καθόλου δεν πιστεύουν στον Χριστό. Πολλοί είναι και αυτοί για τους οποίους είπε ο απόστολος Παύλος: «ἀθετήσας τις νόμον Μωϋσέως χωρὶς οἰκτιρμῶν ἐπὶ δυσὶν ἢ τρισὶ μάρτυσιν ἀποθνήσκει· πόσῳ δοκεῖτε χείρονος ἀξιωθήσεται τιμωρίας ὁ τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ καταπατήσας καὶ τὸ αἷμα τῆς διαθήκης κοινὸν ἡγησάμενος, ἐν ᾧ ἡγιάσθη, καὶ τὸ Πνεῦμα τῆς χάριτος ἐνυβρίσας;» (Εβρ. 10, 28-29).
Δεν μπορούμε σε τίποτα να βοηθήσουμε αυτούς τους κακότυχους ανθρώπους. Είμαστε μόνο ένα μικρό ποίμνιο του Χριστού και ποτέ δεν ξεχνάμε τα φοβερά λόγια του Σωτήρος μας: «Πλὴν ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἆρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;» (Λκ. 18, 8). Στεκόμαστε όλοι μας τώρα ενώπιον του Επιταφίου. Κατά την φοβερή αυτή στιγμή αποκαθηλώνεται η Θυσία, η οποία τελέστηκε για τις αμαρτίες τις δικές μας αλλά και όλου του κόσμου. Βλέπουμε στον Επιτάφιο το νεκρό Του σώμα γεμάτο ανοιχτές πληγές. Το τρομερό αυτό θέαμα ας γίνει αιτία να ανάψει στις καρδιές μας η αγάπη προς τον Υιό του Θεού, ο Οποίος υπέφερε τόσα βάσανα από τους ανθρώπους τους οποίους ήλθε να σώσει, αλλά εκείνοι δεν Τον δέχθηκαν.
Ελάτε όλα τα πιστά τέκνα του Χριστού να προσκυνήσουμε τον Επιτάφιο, να τον φιλήσουμε με τα χείλη μας, να τον αγγίξουμε με τις καρδιές μας και να τον βρέξουμε με τα δάκρυά μας. Αμήν.
Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας, Λόγοι και Ομιλίες Τόμος Α΄, εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη, 2014
Αφού ο Κύριός μας παραδόθηκε από το φίλο και μαθητή Του, που τον πούλησε για τριάντα αργύρια, πρώτα-πρώτα οδηγείται στον Άννα, τον αρχιερέα. Αυτός με τη σειρά του Τον στέλνει στον Καϊάφα. Εκεί Τον φτύνουν στο πρόσωπο και Τον χτυπούν στο μάγουλο. Την ώρα μάλιστα που Τον εμπαίζουν και Τον περιγελούν, ακούει να Του λένε·
«Προφήτευσέ μας, Χριστέ, ποιος σε χτύπησε»; Εκεί ήλθαν και ψευδομάρτυρες που Τον κατηγορούσαν ότι είπε: «Γκρεμίστε αυτόν το ναό, και σε τρεις μέρες θα τον ξαναχτίσω». Επιπλέον ισχυρίζονταν ότι ονόμασε τον εαυτό Του Υιό του Θεού. Τότε κι ο αρχιερέας μη μπορώντας τάχα ν’ αντέξει τη βλασφημία, έσχισε το χιτώνα του.
Όταν ξημέρωσε, οδηγείται στον Πιλάτο, στο Πραιτώριο, όμως οι Ιουδαίοι -λέει το Ευαγγέλιο- δε μπήκαν μέσα, για να μη μολυνθούν, γιατί ήθελαν να φάνε το Πάσχα καθαροί…!
Βγαίνει, λοιπόν, έξω ο Πιλάτος και τους ρωτάει «Τι τον κατηγορείτε;». Κι επειδή δεν Του βρήκε τίποτα επαρκές για κατηγορία, Τον στέλνει πίσω στον Καϊάφα. Εκείνος όμως πάλι Τον γύρισε στον Πιλάτο, γιατί ο Καϊάφας ήταν αυτός ο οποίος παρακινούσε τους Ιουδαίους να Τον σκοτώσουν. Ο Πιλάτος τότε τους λέει: «Πάρτε τον εσείς, κρίνετέ τον σύμφωνα με το νόμο σας, και σταυρώστε τον». Αυτοί όμως του απαντούν « Εμάς δε μας επιτρέπεται να σκοτώσουμε κανέναν», προκαλώντας έτσι τον Πιλάτο να Τον σταυρώσει. Ρωτάει, λοιπόν, το Χριστό ο Πιλάτος, αν είναι βασιλιάς των Ιουδαίων. Εκείνος το παραδέχεται, αλλά διευκρινίζει ότι είναι αιώνιος Βασιλιάς. «Δεν είναι σ’ αυτόν τον κόσμο η Βασιλεία μου», του λέει. Ο Πιλάτος, επειδή θέλει να Τον ελευθερώσει, αρχικά λέει στους Ιουδαίους ότι δε βρίσκει καμιά πειστική κατηγορία εναντίον Του. Έπειτα τους προβάλλει το έθιμο της εορτής, δηλαδή το να απελευθερώνει κάθε χρόνο έναν από τους φυλακισμένους. Όμως σ’ αυτούς ο Βαραββάς είναι πιο αρεστός από το Χριστό. Έτσι ο Πιλάτος, κάνοντας το χατίρι των Ιουδαίων, πρώτα-πρώτα μαστιγώνει τον Ιησού. Ύστερα τους Τον ξαναπαρουσιάζει δεμένο και κυκλωμένο από στρατιώτες, ντυμένο με μια κόκκινη χλαμύδα, να φοράει αγκάθινο στεφάνι, να κρατάει ένα καλάμι στο δεξί Του χέρι και να εμπαίζεται από τους στρατιώτες που Του έλεγαν: «Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων!». Έτσι, αφού έκανε όλες αυτές τις παρανομίες για να τους ευχαριστήσει, πάλι τους λέει ο Πιλάτος: «Δεν του βρίσκω καμία κατηγορία για να τον καταδικάσω ως ένοχο θανάτου». Αυτοί όμως επέμεναν: «Εμείς θα τον τιμωρήσουμε, γιατί ονομάζει τον εαυτό του υιό του Θεού». Καθώς λέγονταν όλα αυτά, ο Ιησούς σώπαινε. Κι οι όχλοι κραύγαζαν προς τον Πιλάτο: «Σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον». Ήθελαν να Τον καταδικάσουν σε ατιμωτικό θάνατο, για να εξαλείψουν μ’ αυτόν τον τρόπο κάθε καλή ανάμνηση γι’ Αυτόν. Τότε ο Πιλάτος, για να τους κάνει να ντραπούν (και να σκεφθούν πιο συνετά), τους λέει: «Το Βασιλιά σας να σταυρώσω;» Αυτοί όμως απαντούν ότι δεν έχουν άλλο βασιλιά εκτός από τον Καίσαρα. Κι επειδή δεν κατάφεραν τίποτα κατηγορώντας Τον μόνο ως βλάσφημο, γι’ αυτό ακριβώς αναφέρουν τον Καίσαρα, για να ικανοποιήσουν μ’ αυτόν τον τρόπο τη μανία τους (για την καταδίκη του Χριστού). Γιατί είχαν ένα νόμο που έλεγε ότι, όποιος θεωρεί τον εαυτό του βασιλιά, αντιστέκεται στον Καίσαρα. Κι ενώ συνέβαιναν αυτά, η γυναίκα του Πιλάτου του στέλνει αγγελιοφόρο ζητώντας του να αθωώσει τον Ιησού, γιατί τη νύχτα κατατρόμαξε και βασανίστηκε για χάρη Του από φοβερά όνειρα. Του λέει λοιπόν: «Μην αναμιχθείς στην υπόθεση αυτού του δικαίου ανθρώπου. Ήδη όλη τη νύχτα, ταλαιπωρήθηκα πολύ για χάρη Του». Έτσι εκείνος, αφού ένιψε τα χέρια του, θεώρησε ότι τάχα απαλλάχτηκε από την ευθύνη για εκείνο το αθώο αίμα που θα χυνόταν. Οι Ιουδαίοι πάλι από κάτω φώναζαν: «Το αίμα του ας πέσει σ’ εμάς και στα παιδιά μας. Εάν τον αφήσεις ελεύθερο δεν θα είσαι φίλος του Καίσαρα». Τότε, λοιπόν, ο Πιλάτος Τον έδεσε, παρόλο που ήταν σίγουρος ότι δεν έφταιγε, και Τον παρέδωσε στη σταυρική καταδίκη, αφού πρώτα ελευθέρωσε το Βαραββά. Όταν τα είδε αυτά ο Ιούδας, πήγε και πέταξε τα αργύρια στο Ναό (μπροστά στους αρχιερείς) κι αφού έφυγε από κει, κρεμάστηκε από ένα δέντρο. Όμως δεν πέθανε αμέσως, αλλά πρήστηκε τόσο πολύ, ώστε έσπασε στη μέση και χύθηκαν έξω τα εντόσθιά του. Έτσι τιμωρήθηκε ο προδότης μ’ αυτόν τον τόσο εξευτελιστικό και φρικιαστικό τρόπο.
Οι στρατιώτες, αφού πρώτα ενέπαιξαν τον Ιησού χτυπώντας Τον με το καλάμι στο κεφάλι, Του φόρτωσαν το Σταυρό. Σύντομα όμως αγγάρευσαν το Σίμωνα τον Κυρηναίο να τον σηκώσει στον υπόλοιπο δρόμο. Έφτασαν στον τόπο του Κρανίου περίπου την τρίτη ώρα της ημέρας, (δηλαδή κατά τις εννέα το πρωί), κι εκεί Τον σταύρωσαν. Δίπλα Του, αριστερά και δεξιά, κρέμασαν και άλλους δύο ληστές, για να θεωρηθεί απ’ όσους θα Τον έβλεπαν κι Εκείνος σαν κακούργος. Και μάλιστα, για να Τον εξευτελίσουν μοιράστηκαν μεταξύ τους τα ιμάτιά Του. Τον άρραφο χιτώνα Του όμως τον έριξαν σε κλήρο (για να μην τον σχίσουν). Όλα αυτά τα έκαναν με τόση υπερβολή, σα να ήταν μεθυσμένοι. Κι όχι μόνο αυτά, αλλά και πάνω στο Σταυρό Τον χλεύαζαν λέγοντας: « Εμπρός, λοιπόν, εσύ που θα γκρέμιζες το Ναό και σε τρεις μέρες θα τον ξανάχτιζες, σώσε τον εαυτό σου». Κι ακόμα: «Άλλους έσωσε, τον εαυτό του όμως δε μπορεί να τον σώσει». Και πάλι: « Αν είναι βασιλιάς του Ισραήλ, ας κατέβει τώρα απ’ το σταυρό και θα τον πιστέψουμε». Βέβαια, αν έλεγαν αλήθεια, έπρεπε αμέσως χωρίς δισταγμό να πιστέψουν σ’ αυτόν, γιατί αποδείχθηκε ότι ήταν Βασιλιάς όχι μόνο του Ισραήλ, αλλά και όλου του κόσμου. Αλλιώς, τι ήθελε ο ήλιος κι έκρυψε τις ακτίνες του για τρεις ολόκληρες ώρες, και μάλιστα στη μέση της ημέρας; Ασφαλώς για να γίνει το Πάθος ολοφάνερο σε όλους. Και η γη γιατί σείστηκε; Οι πέτρες γιατί άνοιξαν, αν όχι για να ελέγξουν τη σκληρότητα των Ιουδαίων; Κι ακόμα δεν αναστήθηκαν πολλά σώματα νεκρών, για να επιβεβαιώσουν την κοινή Ανάσταση και για να φανερώσουν τη δύναμη του Πάσχοντος; Και τέλος, το καταπέτασμα του Ναού που σχίσθηκε στα δυο, δεν έδειχνε κατά κάποιο τρόπο το θυμό του Ναού για Εκείνον που έπασχε και δοξαζόταν μέσα σ’ αυτόν; Εξάλλου, ο Ναός δεν ξεσκέπαζε μ’ αυτόν τον τρόπο κι αυτά που ως τότε ήταν κρυμμένα για τους ανθρώπους;
Την τρίτη ώρα, λοιπόν, σταυρώθηκε ο Χριστός, όπως λέει ο Ευαγγελιστής Μάρκος. Κι από την έκτη ώρα ως την ενάτη (δηλαδή από τις δώδεκα το μεσημέρι ως τις τρεις το απόγευμα), έγινε σκοτάδι σε όλη τη γη. Τότε κι ο Λογγίνος ο Εκατόνταρχος, βλέποντας όλα αυτά τα παράδοξα και ιδίως το ότι εσκοτίσθει ο ήλιος, ομολόγησε μεγαλόφωνα: «Αληθινά, αυτός ήταν Υιός του Θεού!».
Εν τω μεταξύ ο ένας από τους ληστές έβριζε τον Ιησού. Ο άλλος όμως τον εμπόδιζε κι έντονα τον μάλωνε κι ομολογούσε πως είναι Υιός του Θεού. Τότε κι ο Σωτήρας μας ανταμείβοντάς τον για την πίστη του, του υπόσχεται ότι θα μείνει για πάντα μαζί Του στον Παράδεισο.
Τελικά αφού εκτοξεύθηκε κατά του Χριστού κάθε είδος ύβρεως, ο Πιλάτος έγραψε κι επιγραφή από πάνω Του, η οποία έλεγε: «Αυτός είναι ο Ιησούς, ο Ναζωραίος, ο Βασιλιάς των Ιουδαίων». Βέβαια, οι Εβραίοι τον πίεζαν να μη γράψει έτσι, αλλά να γράψει ότι Εκείνος είπε πως είναι βασιλιάς τους. Μα ο Πιλάτος τους αποκρίθηκε: «Ο,τι έγραψα, έγραψα».
Έπειτα, όταν ο Σωτήρας μας είπε: «Διψώ», ανακάτεψαν ύσσωπο (ένα πολύ πικρό χορτάρι) με ξύδι και Του το πρόσφεραν. Τότε Εκείνος είπε: «Τετέλεσται», δηλαδή όλα πια τελείωσαν, κι αφού έγειρε το κεφάλι παρέδωσε το Πνεύμα. Ύστερα όλοι Τον εγκατέλειψαν κι έφυγαν. Η μητέρα Του όμως καθόταν δίπλα στο Σταυρό μαζί με την αδελφή της τη Μαρία, την κόρη του Κλωπά. (Αυτή τη Μαρία ο Ιωακείμ τη γέννησε για χάρη του Κλωπά που είχε πεθάνει άτεκνος). Επιπλέον δίπλα στο Σταυρό καθόταν κι ο Ιωάννης, ο αγαπημένος Του μαθητής.
Οι αγνώμονες Ιουδαίοι, λοιπόν, μην ανεχόμενοι να βλέπουν τα σώματα κρεμασμένα στο Σταυρό (επειδή ήταν σπουδαία η ημέρα του Πάσχα και η Παρασκευή), ζήτησαν από τον Πιλάτο να συντρίψουν τα σκέλη των καταδίκων, για να επισπευσθεί ο θάνατός τους. Και πράγματι, έσπασαν τα κόκαλα των δύο ληστών, γιατί ήταν ακόμα ζωντανοί. Όταν όμως έφτασαν στον Ιησού, βλέποντάς Τον ήδη νεκρό, δίστασαν να το κάνουν. Ένας όμως από τους Ρωμαίους στρατιώτες, για να κάνει το απάνθρωπο χατίρι των αχαρίστων Ιουδαίων, σήκωσε το δόρυ του και λόγχισε το Χριστό στη δεξιά πλευρά Του. Κι αμέσως χύθηκε αίμα και νερό. Το ένα ήταν για την ανθρώπινη φύση του Ιησού, ενώ το άλλο για τη θεϊκή. Κι επιπλέον, το αίμα συμβόλιζε τη Μετάληψη των θείων αγιασμάτων, ενώ το νερό το Βάπτισμα. Κι εκείνη η δίκρουνη πηγή αποτέλεσε πραγματικά τη βάση των Μυστηρίων της πίστεώς μας. Αυτά τα είδε κι ο Ιωάννης και τα επιβεβαιώνει κι είναι αληθινή η μαρτυρία του, γιατί ήταν παρών σε όλα και τα καταγράφει. Εξάλλου, αν ήθελε να γράψει ψέματα, δε θα συνέγραφε κι εκείνα που φαίνονται ότι προξενούν ντροπή στο Διδάσκαλό του (όπως π.χ. η ειρωνική επιγραφή κι ο λογχισμός). Ο Ιωάννης, λένε, ότι καθώς ήταν τότε παρών, συγκέντρωσε το θείο και υπεράγιο Αίμα που έρρεε από τη ζωήρρυτη πλευρά, μέσα σε κάποιο δοχείο που βρήκε εκεί κοντά.
Όλα αυτά συνέβησαν μ’ αυτόν τον υπερφυσικό τρόπο. Κι όταν έφτασε πια το δειλινό, βγαίνει ο Ιωσήφ απ’ την Αριμαθαία, ένας μαθητής που κρυβόταν εξ αρχής, όπως κι οι υπόλοιποι. Αυτός πηγαίνει με τόλμη στον Πιλάτο, που ήταν γνωστός του, και ζητάει το σώμα του Ιησού. Εκείνος του επιτρέπει να το πάρει. Κι ο Ιωσήφ το κατέβασε απ’ το Σταυρό με όλη του την ευλάβεια. Όταν σε λίγο έπεσε η νύχτα, ήλθε κι ο Νικόδημος, φέρνοντας κάποιο μείγμα φτιαγμένο από σμύρνα και αλόη, κατάλληλο για τη περίσταση. Αυτοί οι δυο Τον τύλιξαν μ’ ένα σεντόνι, όπως συνήθιζαν οι Ιουδαίοι να ενταφιάζουν, και Τον τοποθέτησαν εκεί κοντά, στο μνημείο που είχε σκαλίσει από πέτρα για τον εαυτό του ο Ιωσήφ και στο οποίο κανείς άλλος δεν είχε ταφεί πρωτύτερα. Τον έβαλαν μάλιστα στο κενό μνήμα μη τυχόν, όταν αναστηθεί ο Ιησούς, οι εχθροί Του ειπούν, ότι άλλος αναστήθηκε.
Ο Ευαγγελιστής, μάλιστα, επίτηδες αναφέρει το μείγμα της αλόης και της σμύρνας, που είναι δύο πολύ κολλητικές ουσίες, για να μη νομίσουν οι Ιουδαίοι ότι ο Ιησούς κλάπηκε, όταν δουν το σουδάριο και το σεντόνι εγκαταλειμμένα στον τάφο. Γιατί πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό; Και να το ήθελαν οι μαθητές Του, δε θα μπορούσαν να το κάνουν, γιατί δεν είχαν τόση άνεση χρόνου και τόση τόλμη, ώστε να καθίσουν να τα ξεκολλήσουν απ’ το σώμα Του και να τ’ αφήσουν εκεί μέσα. Όλα αυτά, τα οποία έγιναν με τόσο παράδοξο τρόπο την ημέρα της Παρασκευής θέσπισαν οι θεοφόροι Πατέρες μας να τα φέρνουμε κι εμείς σήμερα στη μνήμη μας με συντριβή καρδιάς και με κατάνυξη.
Πρέπει να ξέρουμε όμως ότι ο Κύριός μας σταυρώθηκε την έκτη ημέρα της εβδομάδας, δηλαδή την Παρασκευή, επειδή στην αρχή της Δημιουργίας του κόσμου, ο άνθρωπος πλάστηκε την έκτη ημέρα. Αλλά και την έκτη ώρα της ημέρας καρφώθηκε ο Κύριος στο Σταυρό, επειδή όπως λένε, κι ο Αδάμ την ίδια ώρα άπλωσε τα χέρια του κι έφαγε τον απαγορευμένο καρπό και πέθανε. Έπρεπε, δηλαδή, ο άνθρωπος, να αναπλαστεί και πάλι, την ίδια ακριβώς ώρα μ’ εκείνη που συντρίφτηκε απ’ το διάβολο και νικήθηκε.
Ο Ιησούς σταυρώθηκε σε κήπο, γιατί κι ο Αδάμ στον κήπο του Παραδείσου αμάρτησε. Η πικρή γεύση που αισθάνθηκε ο Κύριός μας όταν ήπιε το ξύδι με τον ύσσωπο, θεράπευσε τη ζημιά που προκάλεσε ο Αδάμ με τη γεύση του απαγορευμένου γλυκού καρπού στον Παράδεισο. Το ράπισμα που δέχτηκε ο Κύριος, φανέρωνε τη δική μας απελευθέρωση. Το φτύσιμο κι η ατιμωτική πορεία Του έδειχνε την προς εμάς τιμή. Το αγκάθινο στεφάνι φανέρωνε την απομάκρυνση της κατάρας από πάνω μας. Η πορφυρή χλαμύδα συμβόλιζε τους δερμάτινους χιτώνες, δηλαδή την ανθρώπινη φύση που φόρεσαν εκείνη την ημέρα ο Αδάμ και η Εύα, αλλά και τη βασιλική στολή που μας χάρισε ύστερα ο Ιησούς. Τα καρφιά συμβόλιζαν την προηγούμενη ολοκληρωτική ακινητοποίησή μας από την αμαρτία. Ο Σταυρός θύμιζε το ξύλο (δηλαδή το δέντρο) στον Παράδεισο. Η λογχευμένη πλευρά του Ιησού εικόνιζε την πλευρά του Αδάμ, απ’ όπου δημιουργήθηκε η Εύα, απ’ την οποία προήλθε η παράβαση. Η λόγχη μας θυμίζει την πύρινη ρομφαία με την οποία φυλασσόταν ο Παράδεισος (και με την οποία ο άγγελος έδιωξε τους Πρωτοπλάστους από εκεί). Το νερό που έτρεξε από την πλευρά Του, ήταν εικόνα του Βαπτίσματος. Το αίμα και το καλάμι σήμαιναν ότι ο Χριστός σαν βασιλιάς μας χάρισε την αρχαία πατρίδα, σαν με έγγραφο γραμμένο με κόκκινα γράμματα. Λέγεται μάλιστα ότι το κρανίο του Αδάμ βρισκόταν εκεί όπου σταυρώθηκε ο Χριστός, η κεφαλή όλων μας. Βαπτίστηκε, λοιπόν, κι ο Αδάμ με το αίμα του Χριστού που χύθηκε εκεί. Λέγεται μάλιστα ο Γολγοθάς Κρανίου τόπος, γιατί ακριβώς εκεί, τον καιρό του κατακλυσμού η γη έβγαλε έξω το κρανίο του Αδάμ κι ήταν θέαμα φοβερό να το βλέπει κανείς. Γι’ αυτό το λόγο ο σοφός βασιλιάς Σολομών, από σεβασμό στον προπάτορά μας Αδάμ έβαλε το στρατό του και κάλυψε με πολλές πέτρες την περιοχή. Έτσι ο τόπος αυτός από τότε ονομάστηκε Λιθόστρωτο. Λένε μάλιστα κάποιοι έγκριτοι άγιοι Πατέρες πως η παράδοση αναφέρει ότι και ο ίδιος ο Αδάμ τάφηκε εκεί από κάποιον άγγελο. Εκεί, λοιπόν, όπου ήταν το πτώμα του Αδάμ, εκεί παρουσιάστηκε κι ο ουράνιος αετός, ο Χριστός, ο αιώνιος Βασιλιάς, ο νέος Αδάμ, για να θεραπεύσει με το ξύλο του Σταυρού τον παλαιό Αδάμ που είχε ξεπέσει και αμαρτήσει με το πρώτο εκείνο ξύλο, το δέντρο της παρακοής.
Τη υπερφυή και περί ημάς παναπείρω σου εύσπλαχνία, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.
Ιερομ. Ιερώνυμος Δελημάρης, Τί γιορτάζουμε από το Τριώδιο έως την Πεντηκοστή; Τα συναξάρια του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου σε απλή γλώσσα, 1η έκδ. Αδελφότης Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, Ναύπακτος, 2001