Αρχική Blog Σελίδα 299

Ἅγιος Λουκᾶς Κριμαίας: Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Φορητή εικόνα του 16ου αιώνα στον Ιερό Ναό Αγίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνος (Περιστερώνα)
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Φορητή εικόνα του 16ου αιώνα στον Ιερό Ναό Αγίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνος (Περιστερώνα)

Τρία σημαντικότατα γεγονότα στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας. To πρῶτο εἶναι ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου, τὸν ὁποῖο ἑορτάζουμε σήμερα μὲ χαρὰ καὶ ἀγάπη, ἀλλὰ καὶ μὲ δέος ἐνώπιόν του μεγαλείου του γεγονότος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖο ὀνομάζεται «κεφάλαιον» (δηλαδὴ ἀρχὴ) τῆς σωτηρίας μας.

Ἐννέα μῆνες μετὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ πραγματοποιήθηκε καὶ τὸ δεύτερο ἀπὸ τὰ σημαντικότερα γεγονότα, ἡ κατὰ σάρκα Γέννηση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κορυφὴ καὶ ὁλοκλήρωση τῆς σωτηρίας μας θὰ εἶναι ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ ἀπὸ ἕνα φρικτὸ θάνατο πάνω στὸ Σταυρό.

Ὄχι μόνο μία φορὰ ἀλλὰ πολλὲς φορὲς φανερώθηκαν στοὺς ἁγίους ἄγγελοι. Ἔξι μῆνες πρὶν τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Παναγίας Παρθένου Μαρίας στάλθηκε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ στὸν ἱερέα Ζαχαρία, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσε στὸ ναό, γιὰ νὰ τοῦ ἀναγγείλει, ὅτι ἀπ’ αὐτὸν θὰ γεννηθεῖ ὁ μεγαλύτερος μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ὁ Πρόδρομος τοῦ Κυρίου ὁ Ἰωάννης. Καὶ σήμερα ὁ ἴδιος φέρνει τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα στὴν Ὑπεραγία καὶ ἄχραντο Παρθένο Μαρία, ἡ ὁποία ζοῦσε στὸ ταπεινὸ φτωχόσπιτο τοῦ ξυλουργοῦ Ἰωσήφ.

Ὁ διάλογός του μὲ τὴν Παναγία εἶναι τόσο ἅγιος καὶ μεγαλειώδης ποὺ δὲν τολμῶ νὰ τὸν περιγράψω μὲ δικά μου λόγια ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸν ἐπαναλάβω μὲ Εὐαγγελικὰ λόγια.

Ὅταν μπῆκε ὁ ἀρχάγγελος στὸ ὑπερῶο, εἶπε: «Χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν. ἡ δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος. καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος αὐτῇ· μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν. οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυῒδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον ᾿Ιακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. εἶπε δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον· πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· Πνεῦμα ῞Αγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ. καὶ ἰδοὺ ᾿Ελισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει αὐτῆς, καὶ οὗτος μὴν ἕκτος ἐστὶν αὐτῇ τῇ καλουμένῃ στείρᾳ·  ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα. εἶπε δὲ Μαριάμ· ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου. καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτῆς ὁ ἄγγελος.» (Λουκ. 1, 28-38).

Σᾶς ἔχω πεῖ πολλὰ τὰ προηγούμενα χρόνια γι’ αὐτὸν τὸ μοναδικὸ στὴν Ἱστορία τοῦ κόσμου διάλογο. Ἀλλὰ τώρα θὰ σταθῶ στὰ λόγια τοῦ Ἀρχαγγέλου: «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ».

Κανεὶς ποτέ, ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ μέχρι τὴ συντέλειά του, δὲν γεννήθηκε καὶ δὲν θὰ γεννηθεῖ κατὰ τὸν τρόπο, κατὰ τὸν ὁποῖο γεννήθηκε ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός. Κανεὶς ποτὲ δὲ γεννήθηκε χωρὶς ἄνδρα. Κανεὶς δὲ γεννήθηκε καὶ δὲν θὰ γεννηθεῖ μὲ τὴν ἐπέλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σὲ κανέναν ποτὲ δὲν κατοίκησε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ τέτοια ὁλοκληρωμένη πληρότητα, μὲ τὴν ὁποία ἐγκατοίκησε στὴν Παναγία Παρθένο Μαρία. Κανέναν δὲν ἐπισκίασε ἡ δύναμη τοῦ Ὑψίστου καὶ τὰ μητρικὰ σπλάγχνα καμμίας γυναίκας δὲν ἁγίασε, μὲ τέτοια πληρότητα καὶ δύναμη, ὅπως τὰ σπλάγχνα τῆς Ὑπεραγίας Παρθένου Μαρίας.

Κρατῆστε βαθειὰ στὴν καρδιά σας, αὐτὸ ποὺ σᾶς λέω γιὰ τὴν πλήρη ἑνότητα τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἀνθρώπινης οὐσίας τῆς Μαρίας.

Ἡ ψυχὴ καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄνθρωπου ἔχουν τὴν ἀρχή τους στὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. To δεύτερο κεφάλαιο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης λέει, ὅτι ἔπλασε ὁ Θεὸς τὸν πρῶτο ἄνθρωπο, τὸν Ἀδάμ, «χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς» (Γέν. 2, 7).

Μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μόνο τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι δυνατὸν νὰ κοινωνεῖ, ἐφόσον ἀπὸ Ἐκείνον προέρχεται, ὅπως συμβαίνει καὶ στὴν φύση, συγγενῆ δηλαδὴ μεταξύ τους πράγματα νὰ ἔχουν πραγματικὴ ἐπικοινωνία.

Τὴν δυνατότητα τῆς ἀληθινῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεὸ τὴν διδαχθήκαμε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος λέει: «ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν (Ἰω. 14, 23).

Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μὲ κάποια ἔκπληξη ρωτάει τοὺς χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου: «Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν;» (Α’ Κορ. 3, 16).

Ἀπὸ τοὺς βίους τῶν ἁγίων γνωρίζουμε γιὰ μιὰ πραγματικὴ κοινωνία μὲ τὸν Θεό, ποὺ εἶχαν στὴ ζωὴ τοὺς οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζουμε ὅτι αὐτοὶ ὑπῆρξαν κατοικοιτήρια τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ αὐτὴ ἡ βαθειὰ κοινωνία τους μὲ τὸ Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μ’ ἐκείνη τὴν εὐλογημένη κατάσταση, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει ἀκόμα καὶ τὴν κατάσταση τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀρχαγγέλων, στὴν ὅποια βρέθηκε ἡ Ὑπεραγία Παρθένος Μαρία μετὰ τὴν ἐπέλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Αὐτὸ δὲν μπόρεσε, ἡ καλύτερα, δὲν ἤθελε νὰ ἀντιληφθεῖ ὁ κακότυχος ἐκεῖνος αἱρετικὸς Νεστόριος, ὁ ὁποῖος ἰσχυριζόταν ὅτι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος γέννησε ἕναν κοινὸ ἄνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό, μὲ τὸν ὁποῖο ἀργότερα ἑνώθηκε ὁ Θεός, γι’ αὐτὸ καὶ τὴν Ὑπεραγία Παρθένο Μαρία τὴν ὀνόμαζε Χριστοτόκο καὶ ὄχι Θεοτόκο.

Ἄν, ἔστω καὶ ἐλάχιστο, δίκαιο εἶχε ὁ Νεστόριος, τότε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς θὰ ἦταν ὄχι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεάνθρωπος ἀλλὰ ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς μεγάλους ἁγίους, οἱ ὁποῖοι ὀνομάζονται ἀληθινοὶ ναοὶ καὶ μονὲς τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ γιὰ τὴν ἀπέραντη ἀγάπη τους στὸν Θεὸ καὶ τὴν τέλεια ἐφαρμογὴ στὴ ζωὴ τους τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως βλέπετε ὁ Νεστόριος δικαίως ἀναθεματίστηκε ἀπὸ τὴν Τρίτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.

Σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο θὰ μποροῦσα νὰ τελειώσω τὸν ἐγκωμιαστικό μου λόγο πρὸς τιμὴν τῆς μεγάλης αὐτῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Ὅμως δὲν θέλω νὰ προσπεράσω τὰ λόγια ἐκεῖνα τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, τὰ ὁποῖα μπαίνουν σὲ κάθε καθαρὴ καρδιά: «Χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετά σοῦ».

Ὅλοι ἐσεῖς, ποὺ εἶστε ὁμόψυχοι μὲ μένα, πέστε μου, μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἀνώτερη καὶ καθαρότερη χαρὰ ἀπὸ αὐτή, ποὺ δίνει ἡ αἴσθηση ὅτι μαζί μας εἶναι ὁ Κύριος! Ὅτι μᾶς ἀγαπᾶ, ἐπειδὴ φυλάσσουμε τὶς ἐντολές Του καὶ ὅτι θὰ ἔλθει μαζὶ μὲ τὸν Ἀναρχο Πατέρα Του καὶ θὰ κατοικήσει μαζί μας!

Τῆς ἀνώτατης αὐτῆς εὐτυχίας καὶ χαρᾶς νὰ μᾶς ἀξιώσει ὁ Κύριος καὶ Θεὸς μας Ἰησοῦς Χριστὸς διὰ πρεσβειῶν τῆς Ὑπεραγίας καὶ Ἀχράντου Παρθένου Μαρίας! Ἀμήν

Πηγή: www.imaik.gr

Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας: «Εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών και Αειπαρθένου Μαρίας»

Εάν πρέπει κάποτε να χαίρη ο άνθρωπος και να σκιρτά και να ψάλλη με ευφροσύνη, εάν υπάρχη μιά περίοδος που απαιτεί να λεχθή ό,τι υπάρχει πιο μεγάλο και πιο λαμπρό και που κάνει τον άνθρωπο να ποθή να έχη όσο το δυνατόν ευρύτερη σχέση, ωραιότερη έκφραση και δυνατώτερο λόγο, για να υμνήση τα μεγαλεία της, δεν βλέπω ποια άλλη μπορεί να είναι αυτή, αν όχι η σημερινή γιορτή.

Γιατί σαν σήμερα έφθασε στη γη Άγγελος από τον ουρανό αναγγέλλοντας την απαρχή όλων των καλών. Σήμερα ο ουρανός μεγαλύνεται. Σήμερα η γη αγάλλεται. Σήμερα ολόκληρη η κτίση χαίρει. Και δεν μένει έξω από τη γιορτή ούτε Αυτός που κρατεί στα χέρια του τον ουρανό. Γιατί αυτά που συμβαίνουν σήμερα είναι ένα πραγματικό πανηγύρι. Όλοι συναντιούνται σ’ αυτό, στην ίδια χαρά. Όλοι ζουν και δίνουν και σ’ εμάς την ίδια ευφροσύνη: Ο Δημιουργός, τα δημιουργήματα όλα, η ίδια η μητέρα του Δημιουργού που του πρόσφερε τη φύση μας και τον έκαμε έτσι κοινωνό στις χαρμόσυνες συνάξεις και τις γιορτές μας. Χαίρει πριν απ’ όλους ο Δημιουργός. Γιατί είναι βέβαια ευεργέτης κι από την αρχή της δημιουργίας έχει σαν έργο Του την ευεργεσία. Ποτέ Του δεν είχε ανάγκη από τίποτε και δεν ξέρει άλλο από το να προσφέρη και να ευεργετή. Σήμερα όμως, χωρίς να σταματήση το σωτήριο έργο Του, περνά στη δεύτερη θέση, έρχεται ανάμεσα σ’ αυτούς που ευεργετούνται. Και δεν χαίρεται τόσο για τις μεγάλες δωρεές που χάρισε Αυτός στην κτίση και που τον αποδεικνύουν γενναιόδωρο, όσο για τα μικρά που έλαβε από τους ευεργετημένους, γιατί έτσι φανερώνεται ότι είναι φιλάνθρωπος. Kαι θεωρεί ότι τον δοξάζουν όχι μόνο εκείνα που ο ίδιος έδωσε στους φτωχούς δούλους, αλλά κι όσα oι φτωχοί του χάρισαν. Γιατί αν και διάλεξε από τη θεία δόξα την κένωση και καταδέχτηκε να πάρη σαν δώρο από μας την ανθρώπινη φτώχεια, ο πλούτος Του έμεινε αναλλοίωτος και μετέτρεψε πάνω του το δώρο μας σε κόσμημα και βασιλεία.

Για την κτίση πάλι -και λέγοντας κτίση εννοώ όχι μόνο την ορατή, αλλά κι εκείνη που ξεπερνά το ανθρώπινο μάτι- τι θα μπορούσε να αποτελέση μεγαλύτερη αφορμή ευφροσύνης από το γεγονός ότι βλέπει το Δημιουργό της να έρχεται μέσα της και τον Κύριο των όλων να παίρνη θέση ανάμεσα στους δούλους; Κι αυτό όχι απογυμνώνοντας τον εαυτό Του από την εξουσία Του, αλλά προσλαμβάνοντας το δούλο, όχι αποβάλλοντας τον πλούτο, αλλά μεταδίδοντάς τον στο φτωχό, όχι ξεπέφτοντας από τα ύψη Του, αλλά εξυψώνοντας τον ταπεινό.

Αλλά χαίρει και η Παρθένος, χάρις στην οποία όλες αυτές oι δωρεές δόθηκαν στους ανθρώπους. Kαι χαίρει για πέντε λόγους. Πριν απ’ όλα σαν άνθρωπος, που συμμετέχει, όπως όλοι, στα κοινά αγαθά. Χαίρει όμως και γιατί oι δωρεές δόθηκαν σ’ Αυτή και πριν και αφθονώτερα από τους άλλους, κι ακόμη περισσότερο, γιατί Αυτή είναι η αιτία που oι δωρεές αυτές δόθηκαν σ’ όλους. Ο πέμπτος όμως και μεγαλύτερος λόγος για τον οποίο χαίρει η Παρθένος είναι ότι όχι απλώς διά μέσου αυτής ο Θεός, αλλά και αυτή η ίδια, χάρις σ’ εκείνα που γνώρισε και προείδε, έφερε την ανάσταση στους ανθρώπους.

Γιατί η Παρθένος δεν είναι όπως η γη που συνετέλεσε μεν, αλλά δεν έκαμε όμως η ίδια τίποτε στη δημιουργία του ανθρώπου, που χρησιμοποιήθηκε σαν απλή ύλη από τον Δημιουργό και απλώς «έγινε» χωρίς να «πράξη» τίποτε. Η Παρθένος πραγματοποίησε η ίδια μέσα της και πρόσφερε στο Θεό όλα εκείνα που προσείλκυσαν τον Τεχνίτη στη γη, που παρακίνησαν το δημιουργικό χέρι. Και ποια είναι αυτά; Βίος πανάμωμος, ζωή πάναγνη, άρνηση κάθε κακίας, άσκηση όλων των αρετών, ψυχή από το φως καθαρώτερη, σώμα εντελώς πνευματικό, λαμπρότερο από τον ήλιο, από τον ουρανό καθαρώτερο, από τους χερουβικούς θρόνους ιερώτερο. Φτερούγισμα νου, που δεν δειλιάζει μπρος σε κανένα ύψος, που ξεπερνά ακόμη και τα φτερά των Αγγέλων. Θείος έρως, που απορρόφησε και αφομοίωσε κάθε άλλη επιθυμία της ψυχής. Κτήμα του Θεού, ένωση με το Θεό που δεν χωράει σε καμιά ανθρώπινη σκέψη.

Έτσι, έχοντας στολίσει με τέτοιο κάλλος και το σώμα και την ψυχή Της, κατορθώνει να ελκύση επάνω της το βλέμμα του Θεού. Ανέδειξε, χάρις στη δική Της ωραιότητα, ωραία την κοινή ανθρώπινη φύση. Και κατέκτησε τον απαθή. Και έγινε άνθρωπος εξ αιτίας της Παρθένου Εκείνος που εξ αιτίας της αμαρτίας ήταν στους ανθρώπους μισητός.

Kαι το «μεσότοιχον της έχθρας» και ο «φραγμός» δεν είχαν για την Παρθένο καμιά ισχύ, αλλά κάθετι που χώριζε το ανθρώπινο γένος από το Θεό σε ό,τι αφορά την ίδια είχε καταργηθή. Έτσι και πριν από την κοινή καταλλαγή είχε συναφθή ανάμεσα στο Θεό και την Παρθένο μόνη ειρήνη. Ακόμη περισσότερο, δεν χρειάσθηκε ποτέ να προσφέρη εκείνη σπονδές ειρήνης και συμφιλιώσεως, μια και στεκόταν από την αρχή στην κορυφή του χορού των φίλων. Όλα αυτά πραγματοποιήθηκαν για τους άλλους. Και υπήρξε πριν από τον Παράκλητο, «παράκλητος υπέρ ημών προς τον Θεόν», για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Παύλου, υψώνοντας προς Αυτόν για χάρη των ανθρώπων όχι τα χέρια Της, αλλά, αντί για άλλη ικεσία, την ίδια τη ζωή Της. Κι έφθασε η αρετή μιας ψυχής να σταματήση την κακία των ανθρώπων όλων των αιώνων. Όπως η Κιβωτός που έσωσε τον άνθρωπο κατά το κοινό ναυάγιο της οικουμένης δεν έλαβε η ίδια μέρος στις συμφορές και διέσωσε στο γένος τη δυνατότητα να συνεχισθή, το ίδιο συνέβηκε και με την Παρθένο. Διατήρησε πάντοτε τη σκέψη Της τόσο άθικτη και ιερή, σαν να μην είχε αποτολμηθή ποτέ στη γη καμμιά αμαρτία, σαν να ήταν όλοι συνεπείς σ’ αυτά που έπρεπε, σαν να έμεναν όλοι ακόμα στην εστία του Παραδείσου. Ούτε καν αισθάνθηκε, πράγματι, την κακία που ξεχύθηκε σ’ όλη την γη. Και ο κατακλυσμός της αμαρτίας που ξαπλώθηκε παντού κι έκλεισε τον ουρανό κι άνοιξε τον Άδη κι έβαλε σε πόλεμο τους ανθρώπους με τον Θεό κι έδιωξε από τη γη τον Αγαθό, φέρνοντας στη θέση του τον Πονηρό, δεν κατάφερε ούτε στο παραμικρό να θίξη τη μακαρία Παρθένο. Αλλ’ ενώ κυριάρχησε σ’ ολόκληρη την οικουμένη κι έσεισε και συντάραξε και γκρέμισε τα πάντα, νικήθηκε από ένα μόνο λογισμό, από μια ψυχή. Και δεν νικήθηκε από την Παρθένο μόνο, αλλά χάρις σ’ αυτήν υποχώρησε η αμαρτία κι από ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.

Αυτή ήταν η συμβολή της Παρθένου στο έργο της σωτηρίας, πριν φθάση, η ημέρα εκείνη, κατά την οποία έπρεπε ο Θεός, σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο Του, να κλίνη τους ουρανούς και να κατέβη στη γη: από τη στιγμή που γεννήθηκε οικοδομούσε κατάλυμα για εκείνον, που μπορούσε να σώση τον άνθρωπο, αγωνιζόταν να καταστήση ωραία την κατοικία του Θεού, τον εαυτό Της, τέτοια που να μπορή να είναι άξια γι’ Αυτόν. Έτσι τίποτε δεν βρήκε να κατηγορήση στα ανάκτορα ο βασιλιάς. Κι ακόμη περισσότερο, δεν του πρόσφερε η Παρθένος μόνο βασιλική κατοικία αξία του μεγαλείου του, αλλά του ετοίμασε από τον εαυτό της και τη βασιλική πορφύρα και τη ζώνη και, όπως λέγει ο Δαβίδ, την «ευπρέπεια», τη «δύναμη» και την ίδια τη «βασιλεία». Όπως μια λαμπρή πολιτεία, που ξεπερνά όλες τις άλλες στο μέγεθος και την ωραιότητα, στο υψηλό ηθικό φρόνημα και στο πλήθος των κατοίκων και στον πλούτο και σε κάθε είδους δύναμη, δεν περιορίζεται μόνο στο να δεξιωθή και να φιλοξενήση απλώς το βασιλιά, αλλά γίνεται το κράτος του και αποτελεί την εξουσία του και την τιμή του και τη δύναμη και τον οπλισμό του. Έτσι και η Παρθένος, με το να δεχθή μέσα της το Θεό, με το να του δώση τη σάρκα της, έκαμε να παρουσιασθή ο Θεός μέσα στον κόσμο και να γίνη στους μεν εχθρούς συμφορά ακαταμάχητη, στους δε φίλους σωτηρία και πηγή όλων των αγαθών.

Μ’ αυτόν τον τρόπο ωφέλησε το ανθρώπινο γένος πριν ακόμη έρθη ο καιρός της γενικής σωτηρίας: Αλλά κι όταν ήρθε ο καιρός και παρουσιάσθηκε ο ουράνιος αγγελιοφόρος, πάλι έλαβε ενεργητικό μέρος στη σωτηρία με το γεγονός ότι πίστεψε σε ό,τι της είπε και δέχθηχε να αναλάβη τη διακονία που της ζήτησε ο Θεός. Γιατί ήταν κι αυτά απαραίτητα και χρειάζονταν οπωσδήποτε για τη σωτηρία μας. Αν η Παρθένος δεν τηρούσε αυτή τη στάση, καμιά πια ελπίδα δεν θα απόμενε στους ανθρώπους. Δεν ήταν βέβαια δυνατό, όπως είπα πιο πάνω, να προσβλέψη ο Θεός με ευμένεια προς το ανθρώπινο γένος και να θελήση να κατέβη στη γη, αν δεν είχε προπαρασκευασθή η Παρθένος, αν δεν υπήρχε δηλαδή εκείνος που θα την υποδεχόταν, και θα μπορούσε να διακονήση στη σωτηρία. Κι ούτε πάλι ήταν δυνατό να πραγματοποιηθή το θέλημα του Θεού για τη σωτηρία μας, αν δεν πίστευε σ’ αυτό η Παρθένος και δεν δεχόταν να διακονήση. Αυτό γίνεται φανερό από το ότι ο μεν Γαβριήλ με το «χαίρε» που είπε στην Παρθένο και με το γεγονός ότι την ονόμασε «κεχαριτωμένη» τελείωσε την αποστολή του, φανέρωσε ολόκληρο το μυστήριο. Όση όμως ώρα η Παρθένος ζητούσε να μάθη τον τρόπο, με τον οποίον θα γινόταν η κύηση, ο Θεός δεν κατερχόταν. Ενώ τη στιγμή που πείσθηκε κι αποδέχθηκε την πρόσκληση, ολόκληρο το έργο με μιας πραγματοποιήθηκε: ο Θεός πήρε επάνω Του σαν ενδυμασία τον άνθρωπο κι έγινε μητέρα του Κτίστου η Παρθένος.

Αλλά το ακόμη πιο θαυμαστό είναι το εξής: Ο Θεός ούτε προειδοποίησε τον Αδάμ ούτε τον έπεισε να του δώση την πλευρά, από την οποία έπρεπε να δημιουργηθή η Εύα. Τον εκοιμισε κι έτσι, έχοντάς του αφαιρέσει τις αισθήσεις, του απέσπασε το μέλος. Ενώ για να προχωρήση στη δημιουργία του Νέου Αδάμ εδίδαξε προηγουμένως την Παρθένο και περίμενε την πίστη και την παραδοχή της. Για τη δημιουργία του Αδάμ πάλι συσκέπτεται με τον μονογενή του Υιό λέγοντας: «ποιήσωμεν άνθρωπο». Όταν όμως χρειάσθηκε να «εισαγάγη τον πρωτότοκον»-αυτόν τον «θαυμαστόν Σύμβουλον» -«εις την οικουμένην», όπως λέγει ο Παύλος, και να πλάση τον δεύτερο Αδάμ, παίρνει στην απόφασή του αυτή συνεργάτη την Παρθένο. Έτσι τη μεγάλη εκείνη «βουλή» του Θεού, για την οποία ομιλεί ο Ησαΐας, την ανήγγειλε ο Θεός και την επεκύρωσε η Παρθένος. Και με αυτόν τον τρόπο η σάρκωση του Λόγου ήταν έργο όχι μόνο του Πατρός, που «ευδόκησε», και της Δυνάμεώς του, που «επεσκίασε», και του Πνεύματος, που «επεδήμησε», αλλά και της θελήσεως και της πίστεως της Παρθένου. Γιατί, όπως χωρίς εκείνους δεν ήταν δυνατόν να υπάρξη και να προσφερθή στους ανθρώπους η απόφαση για τη σάρκωση του Λόγου, έτσι χωρίς την προσφορά της θελήσεως και της πίστεως της Πανάγνου ήταν άδύνατη η πραγματοποίηση της θείας βουλής.

Αφού λοιπόν μ’ αυτόν τον τρόπο την καθοδήγησε και την έπεισε ο Θεός, την κάνει στη συνέχεια μητέρα του. Έτσι δανείζεται τη σάρκα από έναν άνθρωπο που και θέλει να τη δανείση και ξέρει γιατί το κάνει. Γιατί έπρεπε να συμβή στην Παρθένο ό,τι συνέβηκε και στον ίδιο. Όπως Αυτός ήθελε και «συνελήφθη», έτσι κι εκείνη έπρεπε να κυοφορήση και να γίνη μητέρα του όχι αναγκαστικά, αλλά μ’ όλη την ελεύθερη θέλησή της. Γιατί έπρεπε ακόμη -πράγμα πολύ σημαντικώτερο- όχι μόνο να συντελέση στην oικovoμία της σωτηρίας σαν κάτι το ετεροκίνητο, που απλώς χρησιμοποιήθηκε, αλλά να προσφέρη η ίδια τον εαυτό Της και να γίνη συνεργάτης του Θεού στη φροντίδα για το ανθρώπινο γένος έτσι, ώστε νάχη μ’ Αυτόν μερίδιο και να είναι κοινωνός και στη δόξα που προέρχεται από αυτή τη φιλανθρωπία. Έπειτα, αφού ο Σωτήρας δεν ήταν άνθρωπος και υιός ανθρώπου εξ αιτίας μόνο της σάρκας, αλλ’ είχε καί ψυχή και νου και θέληση και κάθετι το ανθρώπινο, ήταν ανάγκη να έχη και μητέρα τελεία, που θα υπηρετούσε στη γέννησή Του όχι μόνο με τη φύση του σώματος, αλλά και με το νου και τη θέληση και με όλη την ύπαρξή της: να είναι μητέρα και κατά τη σάρκα και κατά την ψυχή, να εισαγάγη ολόκληρο τον άνθρωπο στην απόρρητη γέννηση.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πριν η Παρθένος θέση τον εαυτό της στην υπηρεσία του θείου μυστηρίου μαθαίνει, πιστεύει, θέλει και εύχεται την πραγματοποίησή του. Αλλά αυτό έγινε και επειδή ο Θεός ήθελε να κάμη με αυτό τον τρόπο φανερή την αρετή της Παρθένου. Πόσο δηλαδή μεγάλη ήταν η πίστη της και πόσο υψηλό το φρόνημά της, ποια η ακεραιότης του νου και ποιο το μεγαλείο της ψυχής της, πράγματα που φανερώθηκαν με το γεγονός ότι η Παρθένος παραδέχθηκε και πίστεψε τον παράδοξο λόγο του Αγγέλου: ότι δηλαδή επρόκειτο να έρθη αληθινά ο Θεός στη γη και να φροντίση προσωπικά ο ίδιος για τη σωτηρία μας και ότι αυτή θα είναι ικανή να διακονήση συμμετέχοντας ενεργητικά σ’ αυτό το έργο. Το γεγονός δηλαδή ότι πρώτα ζήτησε εξηγήσεις και πείσθηκε, είναι λαμπρή απόδειξη του ότι γνώριζε πολύ καλά τον εαυτό της και δεν έβλεπε τίποτε μεγαλύτερο, άξιο να το επιθυμήση. Εξάλλου το ότι ο Θεός θέλησε να φανερώση την αρετή της είναι ισχυρή απόδειξη του ότι η Παρθένος γνώριζε πολύ καλά το μέγεθος της θείας αγαθότητος και φιλανθρωπίας. Και μόνον φαίνεται ότι χάριν αυτού ακριβώς δεν μυήθηκε κατά τρόπο άμεσο από τον ίδιο τον Θεό, για να αποκαλυφθή δηλαδή πλήρως ότι η πίστη με την οποία ζούσε κοντά στο Θεό ήταν αυτοπροαίρετη εκδήλωσή Της και να μη θεωρηθούν όλα σαν αποτελέσματα της δυνάμεως τού πείθοντος Θεού. Γιατί όπως ακριβώς εκείνοι από τους πιστούς που δεν είδαν και επίστευσαν είναι πια μακάριοι από όσους απαιτούν να δουν, έτσι κι αυτοί που έχουν πιστεύσει στα μηνύματα που έστειλε διά μέσου δούλων ο Δεσπότης έχουν περισσότερη φρόνηση από εκείνους πού χρειάσθηκε να τους πείση ο ίδιος. Το γεγονός πάλι ότι είχε συνείδηση πως δεν υπήρχε στην ψυχή της τίποτε το αταίριαστο προς το μυστήριο και πως τα ήθη της άρμοζαν προς αυτό τόσο πολύ, ώστε να μην κάνη μνεία καμιάς ανθρώπινης αδυναμίας, καθώς και το γεγονός ότι δεν αμφέβαλε για το πώς θα συμβούν όλα αυτά και δεν συζήτησε καθόλου για τους τρόπους που θα την οδηγούσαν στην καθαρότητα, ούτε είχε ανάγκη από μυσταγωγό, όλα αυτά δεν ξέρω αν είναι πράγματα που μπορούμε να υποθέσουμε ότι ανήκουν στην κτιστή φύση.

Γιατί κι αν ακόμη ήταν Χερουβείμ ή Σεραφείμ ή κάτι πολύ καθαρώτερο από τις αγγελικές αυτές υπάρξεις, πώς θα μπορούσε να υποφέρη αυτή τη φωνή; Πώς θα νόμιζε ότι ήταν δυνατό να εκπληρώση τις επαγγελίες; Πώς θά εύρισκε δύναμη κατάλληλη γι’ αυτά τα μεγαλειώδη έργα; Και ο Ιωάννης βέβαια, από τον οποίον «καvείς δεν υπήρξε ποτέ μεγαλύτερος», σύμφωνα με την κρίση του ίδιου του Σωτήρα, δεν αξίωσε τον εαυτό του ούτε τα υποδήματα Εκείνου να αγγίξη, κι αυτό καίτοι ο Κύριος εμφανιζόταν με την πτωχή ανθρώπινη φύση. Ενώ η Πανάμωμη τον ίδιο τον λόγο του Πατρός, την ίδια την υπόσταση του Θεού, και πριν ακόμη κενωθή, πήρε το θάρρος να φέρη μέσα στα σπλάχνα της. «Τις ειμί εγώ και τις ο οίκος του πατρός μου; Και εν εμοί, Κύριε, σώσεις τον Ισραήλ;» Τέτοιες φράσεις μπορεί κανείς ν’ ακούση από τους δικαίους, μολονότι καλούνται σε έργα πολλές φορές κι’ από πολλούς πραγματοποιημένα. Ενώ τη μακαρία Παρθένο ο Άγγελος την κάλεσε να πραγματοποιήση κάτι το εντελώς ασυνήθιστο, κάτι που δεν ήταν σύμφωνο με την ανθρώπινη φύση, που ξεπερνούσε τη λογική κατανόηση. Γιατί στ’ αλήθεια τι μικρότερο της ζητήθηκε από το να ανυψώση τη γη στον ουρανό, από το να μετακινήση και να αλλάξη, χρησιμοποιώντας σαν μέσο τον εαυτό Της, το σύμπαν; Kι όμως δεν ταράχθηκε ο λογισμός Της ούτε θεώρησε ότι δεν άξιζε γι’ αυτό το έργο. Αλλά όπως σε τίποτε δεν ενοχλούνται τα μάτια, όταν πλησιάζη το φως, κι όπως δεν είναι παράξενο να ισχυρισθή κανείς ότι, μόλις ανατείλη ο ήλιος, γίνεται ημέρα, έτσι καθόλου δεν παραξενεύθηκε η Παρθένος, όταν πληροφορήθηκε ότι θα μπορέση να δεχθή και να κυοφορήση μέσα της τον αχώρητο σε όλους τους τόπους Θεό. Και δεν άφησε βέβαια να περάση ανερεύνητη η προσφώνηση ούτε έπαθε τίποτε ανεξέταστα κι ούτε πάλι παρασύρθηχε από το πλήθος των εγκωμίων. Αλλά συγκέντρωσε την προσοχή της και με όλη της την ένταση εξέταζε το χαιρετισμό, ζητώντας να μάθη με ακρίβεια τόσο τον τρόπο της κυήσεως, όσο και κάθετι το σχετικό. Πέρα όμως από αυτά δεν ενδιαφέρεται καθόλου να ρωτήση αν είναι η ίδια ικανή και κατάλληλη για μια τόσο υψηλή διακονία, αν έχη αγνίσει όσο χρειάζεται το σώμα Της και την ψυχή Της. Εκπλήσσεται για τα θαυμάσια που επέρχονται στη φύση και αντιπαρέρχεται κάθετι που έχει σχέση με τη δική Της προπαρασκευή. Γι’ αυτό ζήτησε την εξήγηση για το πρώτο από το Γαβριήλ, ενώ το δεύτερο το ήξερε από τον εαυτό της. Το θάρρος προς το Θεό και την παρρησία τα εύρισκε πράγματι η Παρθένος μέσα της, αφού δεν είχε «την καρδίαν της καταγινώσκουσαν», όπως λέγει ο Ιωάννης, αλλά «συνηγορούσαν».

«Πώς θα γίνη αυτό;» ερωτά. Όχι γιατί έχω η ίδια ανάγκη από περισσότερη καθαρότητα και μεγαλύτερη αγιότητα, αλλά γιατί είναι νόμος της φύσεως να μην μπορούν να κυοφορήσουν όσοι, όπως εγώ, έχουν διαλέξει τη ζωή της παρθενίας. «Πώς θα γίνη αυτό, ερωτά, αφού δεν έχω σχέση με άνδρα;» Εγώ βέβαια, συνεχίζει, είμαι έτοιμη για την υποδοχή του Θεού. Έχω αρκετά προπαρασκευασθή. Πες μου όμως συ, αν η φύση θα συμμορφωθή και με ποιο τρόπο. Kαι τότε, μόλις ο Γαβριήλ ανακοίνωσε τον τρόπο της παράδοξης κυοφορίας λέγοντας το γνωστό: «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι» και τα εξήγησε όλα, η Παρθένος δεν αμφιβάλλει πλέον για το αγγελικό μήνυμα, ότι είναι μακαρία, τόσο γι’ αυτά, τα τόσο υπέροχα, στα οποία διακόνησε, όσο και γι’ αυτά στα οποία πίστεψε, ότι δηλαδή θα είναι αξία να αναλάβη αυτή τη διακονία.

Κι αυτό δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας ελαφρότητος. Ήταν η φανέρωση του θαυμαστού και απόρρητου εκείνου θησαυρού, που έκρυβε μέσα της η Παρθένος, θησαυρού γεμάτου από ύψιστη σύνεση, πίστη και καθαρότητα. Αυτό το έκανε φανερό το Πανάγιο Πνεύμα ονομάζοντας την Παρθένο μακαρία, ακριβώς επειδή αποδέχθηκε το μήνυμα και δεν δυσκολεύθηκε καθόλου να πιστέψη στις ουράνιες αγγελίες. Η μητέρα του Ιωάννου, πράγματι, μόλις γέμισε η ψυχή της από το Άγιο Πνεύμα, την εμακάρισε λέγοντας: «Ας είναι μακαρία αυτή που πίστεψε ότι θα πραγματοποιηθούν όσα της είπε ο Κύριος». Η ίδια η Παρθένος άλλωστε είχε ειπεί για τον εαυτό της απαντώντας στόν Άγγελο: «Ιδού η δούλη Κυρίου». Γιατί είναι, στ’ αλήθεια, δούλη του Kυρίoυ αυτή που τόσο βαθιά κατανόησε το μυστήριο του ερχομού του. Αυτή που, «όταν ήρθε» ο Δεσπότης και «έκρουσε», όπως λέγει η Γραφή, άνοιξε αμέσως την οικία της ψυχής και του σώματός της και χορήγησε έτσι σ’ Εκείνον που ήταν πριν από αυτήν ά-οικος πραγματικό κατοικητήριο ανάμεσα στους ανθρώπους.

Συνέβη στο σημείο αυτό κάτι παραπλήσιο μ’ εκείνο που συνέβη στον Αδάμ. Ενώ όλο το ορατό σύμπαν κτίσθηκε για χάρη δική του κι όλα τα υπόλοιπα κτίσματα είχαν βρει το καθένα τον κατάλληλο σύντροφό του, μόνο για τον Αδάμ δεν βρέθηκε, πριν από την Εύα, κατάλληλος βοηθός. Έτσι και για το Λόγο, που έφερε στην ύπαρξη τα πάντα κι όρισε για το κάθε πλάσμα του τον κατάλληλο τόπο, δεν υπήρχε κανείς τόπος και καμμιά κατοικία πριν από την Παρθένο. Η Παρθένος όμως δεν έδωσε «ύπνον τοις οφθαλμοίς ουδέ νυσταγμόν τοις βλεφάροις» ως τη στιγμή που πρόσφερε σ’ Αυτόν σκήνωμα και τόπο. Γιατί βέβαια τα λόγια αυτά πρέπει να τα θεωρήσουμε σαν φωνή της Πανάγνου, που την πρόφερε η γλώσσα του Δαυΐδ, μια κι αυτός ήταν ο αρχηγός της γενιάς της. Όπως ακριβώς, σύμφωνα μ’ αυτά που λέγει ο Παύλος, στο πρόσωπο του Αβραάμ, που έδωσε τη δεκάτη στο Μελχισεδέκ, έχει δώσει δεκάτη και ο Λευΐ «εν τη οσφύϊ του πατρός ών».

Αλλά το πιο μεγάλο και πιο παράδοξο από όλα είναι ότι, χωρίς τίποτε να ξέρη από πριν, χωρίς καμιά προειδοποίηση τόσο πολύ ήταν προετοιμασμένη για το μυστήριο, ώστε μόλις φάνηκε ξαφνικά ο Θεός, να είναι σε θέση να τον υποδεχθή όπως έπρεπε, με ψυχή έτοιμη και άγρυπνη και σταθερή. Κι αυτό το λόγο, που ήταν κατάλληλος και άρμοζε σ’ αυτήν, απάντησε για να γνωρίσουν όλοι oι άνθρωποι τη σωφροσύνη με την οποία έζησε πάντοτε η μακαρία Παρθένος, πόσο δηλαδή ήταν ανώτερη από την ανθρώπινη φύση, πόσο ήταν πρωτοφανής, πόσο ήταν μεγαλύτερη από όσο μπορούσαν να καταλάβουν oι άνθρωποι, Αυτή που άναψε μέσα στην ψυχή της τόσο σφοδρό έρωτα για το Θεό, όχι γιατί της είχαν προαγγελθή αυτά που επρόκειτο να της συμβούν προσωπικά και στα οποία αυτή μόνο θα λάβαινε μέρος, αλλά χάρις στις γενικές δωρεές που δόθηκαν ή επρόκειτο να δοθούν από τον Θεό στους ανθρώπους. Γιατί, όπως ο Ιώβ θαυμάζεται όχι τόσο για την υπομονή που έδειξε μέσα στις συμφορές του, όσο γιατί δεν ήξερε τι επρόκειτο να του δοθή σαν αμοιβή γι’ αυτό τον αγώνα της υπομονής, έτσι κι εκείνη ανέδειξε τον εαυτό της άξιο να λάβη τις δωρεές που ξεπερνούν κάθε ανθρώπινη λογική, χάρις σ’ αυτά που δεν εγνώριζε. Υπήρξε νυμφικός θάλαμος, χωρίς να περιμένη το Νυμφίο. Ήταν ουρανός, μολονότι αγνοούσε ότι μέσα από αυτή επρόκειτο να ανατείλη ο Ήλιος.

Τι είναι δυνατόν να εξισωθή με του νου αυτού τη μεγαλωσύνη; Και ποιά θα ήταν αν τα ήξερε όλα με σαφήνεια από πριν και είχε έτσι και της ελπίδας τα φτερά; Γιατί όμως δεν τα είχε πληροφορηθή προηγουμένως; Μήπως επειδή μ’ αυτό γίνεται φανερό ότι δεν υπήρχε άλλος χώρος στον οποίον έπρεπε να προχωρήση, αφού δεν είχε αφήσει αξεπέραστη καμιά κορυφή αγιότητος, κι ότι δεν υπήρχε τίποτε το οποίο όφειλε να προσθέση σ’ αυτά που είχε, ούτε ήταν δυνατόν να γίνη καλύτερη στην αρετή, αφού κατέλαβε την ίδια την κορυφή; Γιατί, αν ήταν πραγματοποιήσιμα αυτά και υπήρχε, πέρα από όσα είχε ήδη κατορθώσει, και μια κάποια άλλη κορυφή αρετής, δεν θα την αγνοούσε η Παρθένος, αφού αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ήρθε στη ζωή, και αφού ο Θεός διδάσκει, έτσι ώστε να μπορή να τη διατρέξη και αυτή και να είναι καλύτερα προπαρασκευασμένη για τη διακονία του μυστηρίου. Διότι δεν είναι δυνατόν να ισχυρισθή κανείς ότι δεν θα είχε δήθεν η Παρθένος εξ αιτίας αυτών των ελπίδων μεγαλύτερη έφεση για την αρετή, αν βέβαια ήταν ποτέ δυνατόν να συμβή αυτό. Αλλά αυτή ακριβώς η άγνοιά της την απέδειξε ακόμη καλύτερη, αυτην η οποία, παρ’ όλο ότι δεν υπήρχαν εκείνα που θα μπορούσαν να την ωθήσουν στην αρετή, τόσο πολύ τελειοποίησε την ψυχή της, ώστε διαλέχθηκε από το δίκαιο Θεό μέσα από ολόκληρη την ανθρώπινη φύση. Ούτε πάλι είναι φυσικό για το Θεό να μην είχε κοσμήσει τη μητέρα του με όλα τα αγαθά και να μην την είχε πλάσει κατά τον καλύτερο και τελειότερο τρόπο.

Με το γεγονός λοιπόν ότι είχε σιωπήσει και δεν της προείπε τίποτε από αυτά που επρόκειτο να συμβούν απoδείχθηκε ότι δεν εγνώριζε τίποτε καλύτερο ή μεγαλύτερο από όσα έβλεπε να έχη κατορθώσει η Παρθένος. Kαι από αυτό πάλι γίνεται φανερό ότι διάλεξε για μητέρα του όχι απλώς την καλύτερη ανάμεσα σ’ αυτές που υπήρχαν, αλλά την απόλυτα καλύτερη. Ούτε εκείνη που ταίριαζε σ’ Αυτόν περισσότερο από όλους μέσα στο ανθρώπινο γένος, αλλά αυτήν που ταίριαζε απόλυτα, έτσι ώστε να πρέπη να είναι μητέρα του.

Γιατί ήταν βέβαια οπωσδήποτε ανάγκη να παρουσιάση κάποτε η φύση των ανθρώπων τον εαυτό της κατάλληλο για το έργο εκείνο για το οποίο δημιουργήθηκε. Να φέρη δηλαδή στη ζωή κάποιον άνθρωπο που να μπορή να διακονήση άξια στο σκοπό του Δημιουργού. Εμείς βέβαια δεν δυσκολευόμαστε να παραβιάζουμε το σκοπό για τον οποίον κατασκευάσθηκαν τα διάφορα εργαλεία χρησιμοποιώντας τα άλλοτε στη μια κι άλλοτε στην άλλη τέχνη. Ο Δημιουργός όμως δεν έδωκε στην ανθρώπινη φύση ένα προορισμό στην αρχή και μετά τον άλλαξε. Από την πρώτη στιγμή την έπλασε τέτοια, ώστε, όταν θα χρειαζόταν να γεννηθή, να πάρη από αυτή τη μητέρα. Κι αφού έδωκε πρώτα αυτόν το προορισμό στην ανθρώπινη φύση, έπλασε στη συνέχεια τον άνθρωπο χρησιμοποιώντας για κανόνα αυτή τη σαφή χρησιμότητα. Ήταν επομένως ανάγκη να υπάρξη κάποτε ένας άνθρωπος που να μπορή να εκπληρώση αυτόν το σκοπό. Γιατί βέβαια ούτε επιτρέπεται να μη θεωρήσουμε σαν σκοπό της δημιουργίας του ανθρώπου τον καλύτερο από όλους, εκείνον που προξενεί στον Τεχνίτη τη μεγαλύτερη τιμή και δόξα, ούτε πάλι είναι δυνατό να νομίσουμε ότι μπορεί κατά οποιονδήποτε τρόπο να αποτύχη ο Θεός σ’ αυτά που δημιουργεί. Αυτό βέβαια αποκλείεται, αφού ακόμη κι oι κτίστες κι oι ράφτες κι οι υποδηματοποιοί κατορθώνον να φτιάχνουν τα έργα τους πάντοτε σύμφωνα προς το σκοπό που θέλουν, αν κι αυτοί δεν εξουσιάζουν εντελώς την ύλη. Kαι μολονότι το υλικό που χρησιμοποιούν δεν τους υπακούει πάντοτε, μολονότι μερικές φορές τους εναντιώνεται, αυτοί κατορθώνουν με την τέχνη τους να το υποτάξουν και να το σύρουν προς το σκοπό τους. Άν λοιπόν το κατορθώνουν αυτοί, πόσο φυσικώτερο είναι να το επιτύχη ο Θεός, που δεν είναι απλώς ο κυρίαρχος της ύλης, αλλά και ο δημιουργός της, που, όταν τη δημιούργησε, ήξερε πώς θα την χρησιμοποιήση. Τι λοιπόν θα εμπόδιζε να είναι η ανθρώπινη φύση σε όλα σύμφωνη προς το σκοπό για τον οποίον δημιουργήθηκε; Ο Θεός είναι αυτός που κυβερνά την οικονομία. Κι αυτό ακριβώς είναι το μεγαλύτερο έργο Του, το κατ’ εξοχήν έργο των χειρών Του. Και την πραγματοποίησή του δεν την εμπιστεύθηκε σε κανέναν άνθρωπο ή Άγγελο, αλλά την κράτησε ο ίδιος για τον εαυτό Του. Δεν είναι λοιπόν λογικό να φρόντισε ο Θεός περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο τεχνίτη, να τηρήση κατά τη δημιουργία τους κανόνες που έπρεπε; Και μάλιστα, όταν δεν πρόκειται για ένα οποιοδήποτε, αλλά για το καλύτερο από τα δημιουργήματά του; Σε ποιον δε άλλον από όλους θα έδινε ο Θεός αυτό που χρειαζόταν, αν όχι στον εαυτόν του; Και πράγματι ο Παύλος ζητεί από τον Επίσκοπο να προσπαθή πριν από τις φροντίδες για το κοινό καλό να διευθετή σωστά ό,τι έχει σχέση με τον εαυτό του και τον οίκο του.

Έχει καλώς. Όταν λοιπόν όλα αυτά συνέβηκε να βρεθούν μαζί: ο δικαιότατος κυβερνήτης του σύμπαντος, ο καταλληλότατος διάκονος του σχεδίου του Θεού, το καλύτερο από όλα τα έργα του Δημιουργού όλων των αιώνων, πώς ήταν δυνατόν να μην είναι εδώ κάθετι που έπρεπε; Γιατί ήταν βέβαια άνάγκη να διατηρηθή η αρμονία και η απόλυτη συμφωνία σε όλα τα σημεία και τίποτε το αταίριαστο να μην υπάρξη στο μεγάλο και θαυμαστό αυτό έργο. Γιατί ο Θεός είναι ο κατ’ εξοχήν δίκαιος. Αυτός που δημιούργησε τα πάντα όπως έπρεπε και τα «ζυγίζει όλα στη ζυγαριά της δικαιοσύνης Του». Σαν απάντηση λοιπόν σ’ όλα αυτά, που ζητούσε η δικαιοσύνη του Θεού, η Παρθένος, μόνη γι’ αύτό κατάλληλη, πρόσφερε τον Υιό της. Κι έγινε μητέρα εκείνου, του οποίου ήταν κατά πάντα δίκαιo να είναι μητέρα. Κι αν λοιπόν καμμιά άλλη ωφέλεια δεν επρόκειτο να προέλθη από το γεγονός ότι έγινε ο Θεός υιός ανθρώπου, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως το ότι ήταν κατά πάντα δίκαιο να γίνη η Παρθένος μητέρα του Θεού, έφθανε για να προκαλέση τη σάρκωση του Λόγου. Kαι πως ακόμη το γεγονός ότι ο Θεός δεν ήταν δυνατόν παρά να αποδώση στο κάθε πλάσμα Του εκείνο που του άρμοζε, να ενεργή δηλαδή πάντοτε με δικαιοσύνη, ήταν αρκετή αιτία για να προκαλέση αυτόν τον καινούργιο τρόπο υπάρξεως των δύο φύσεων.

Γιατί, αν η Πανάμωμη τήρησε όλα εκείνα που είχε υποχρέωση να τηρήση, αν αποδείχθηκε άνθρωπος τόσο ευγνώμων και δεν παρέλειψε τίποτε απ’ όσα του χρωστούσε, πως είναι δυνατόν να μη φερόταν εξίσου δίκαια και ο Θεός; Αν η Παρθένος δεν παρέλειψε τίποτε από αυτά που μπορούν να αναδείξουν τη μητέρα του Θεού και Τον αγάπησε με τόσο σφοδρό έρωτα, θα ήταν βέβαια εντελώς απίθανο να μη θεωρήση ο Θεός υποχρέωσή του να της δώση ισάξια αμοιβή, να γίνη υιός της. Γιατί πάλι, αν δίνη ο Θεός στους πονηρούς άρχοντα σύμφωνα με την επιθυμία τους, πώς δεν θα έπαιρνε για μητέρα του αυτή που αποδείχθηκε κατά πάντα σύμφωνη με την δική του επιθυμία; Τόσο πολύ πράγματι ήταν συγγενικό και ταιριαστό στη μακαρία αυτό το δώρο. Γι’ αυτό, όταν της είπε με σαφήνεια ο Γαβριήλ ότι θα γεννήση τον ίδιο τον Θεό -γιατί αυτό φανέρωσε λέγοντας ότι αυτός που θά γεννηθή «βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος»- η Παρθένος δέχθηκε την είδηση με χαρά, σαν να άκουσε κάτι συνηθισμένο, κάτι που δεν ήταν καθόλου παράξενο ούτε αταίριαστο προς αυτά που συνήθως συμβαίνουν. Κι έτσι με γλώσσα μακαρία, με ψυχή καθαρή από ανησυχίες, με σκέψεις γεμάτες γαλήνη: «Ιδού η δούλη Κυρίου, είπε, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».

Αυτά είπε κι αμέσως όλα πραγματοποιήθηκαν. «Και ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». Έτσι, μόλις η Παρθένος έδωσε την απάντησή της στο Θεό, δέχεται αμέσως από αυτόν το Πνεύμα, που δημιουργεί την ομόθεη εκείνη σάρκα. Ήταν λοιπόν η φωνή της «φωνή δυνάμεως», όπως είπε ο Δαυΐδ. Και πλάθεται έτσι με λόγο μητρικό ο του Πατρός Λόγος. Και κτίζεται με την φωνή του κτίσματος ο Δημιουργός. Κι όπως, μόλις είπε ο Θεός «γενηθήτω φως», έγινε αμέσως φως, έτσι αμέσως με τη φωνή της Παρθένου το αληθινό ανέτειλε Φώς κι ενώθηκε με την ανθρώπινη σάρκα και κυοφορήθηκε αυτός που φωτίζει «πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Ω φωνή ιερή! Ω λόγια που κατορθώσατε τέτοιο μεγαλείο! Ω γλώσσα ευλογημένη, που ανακάλεσες μεμιάς από την εξορία ολόκληρη την οικουμένη! Ω θησαυρέ ψυχής αγνής, που με τα λίγα λόγια της σκόρπισε σε μας τέτοια αφθονία αγαθών! Γιατί αυτά τα λόγια μετέτρεψαν τη γη σε ουρανό κι άδειασαν τον Άδη ελευθερώνοντας τους φυλακισμένους. Έκαμαν να κατοικηθή από ανθρώπους ο ουρανός και φέρνοντας τόσο κοντά τους Αγγέλους στους ανθρώπους συνέπλεξαν το ουράνιο και το ανθρώπινο γένος σ’ ένα μοναδικό χορό γύρω από αυτόν που είναι ταυτόχρονα και τα δυο, αυτόν που, όντας Θεός, έγινε άνθρωπος.

Γι’ αυτά Σου τα λόγια ποια ευχαριστία θα ήταν άξια να Σου προσφερθή από μας; Πώς να σε προσφωνήσουμε Εσένα, που δεν υπάρχει τίποτε αντάξιό σου ανάμεσα στους ανθρώπους; Γιατί τα δικά μας τα λόγια είναι γήινα, ενώ Σύ ξεπέρασες όλου του κόσμου τις κορυφές. Αν λοιπόν χρειάζεται να Σου προσφερθούν τιμητικοί λόγοι, αυτό νομίζω πως πρέπει να είναι έργο Αγγέλων, νου χερουβικού, πύρινης γλώσσας. Γι’ αυτό κι εμείς, αφού θυμηθήκαμε όσο μπορούσαμε τα κατορθώματά Σου και υμνήσαμε κατά τη δύναμή μας Εσένα, την ίδια μας τη σωτηρία, ζητούμε τώρα να βρούμε αγγελική φωνή. Kαι καταλήγουμε στην προσφώνηση του Γαβριήλ, τιμώντας έτσι και την ίδια μας την ομιλία: «Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου»!

Αλλά δώσε, Παρθένε, όχι μόνο να μιλάμε για όσα φέρνουν τιμή και δόξα σ’ Αυτόν και σ’ Εσένα που τον εγέννησες, αλλά και να τα εφαρμόζουμε. Προετοίμασέ μας δηλαδή να γίνουμε κι εμείς οικητήρια δικά Του γιατί σ’ Αυτόν αρμόζει η δόξα εις τους αιώνες. Αμήν.

Νικολάου Καβάσιλα, Η Θεομήτωρ (Τρείς Θεομητορικές Ομιλίες), κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Παν. Νέλλας, Σειρά «Επί τας Πηγάς», εκδ. Αποστολικής Διακονίας ©, Αθήνα 1995.

Πηγή: paterikakeimena.blogspot.gr

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ: Ὁμιλία εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Ὑπερευλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας

Ο Ευαγγελισμός, 16ος αι., Ιερά Μητρόπολη Μόρφου

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

«Εὐαγγελίζουγῆχαρὰν μεγάλην,
αἰνεῖτε οὐρανοὶ Θεοῦ τὴν δόξαν
Χαῖρεκεχαριτωμένηὁ Κύριος μετὰ σοῦ»

Ο Ευαγγελισμός, 16ος αι., Ιερά Μητρόπολη Μόρφου

Χαρᾶς εὐαγγέλια σήμερα, ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί. Χαρᾶς εὐαγγέλια στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ. Χαρᾶς ὅμως ὄχι γήινης, πρόσκαιρης, παρερχόμενης, ἀλλὰ χαρᾶς πνευματικῆς, ἀείζωης, οὐράνιας! Σήμερα ἡ γῆ γίνεται οὐρανός, γιατὶ ὁ Πλάστης οὐρανοῦ καὶ γῆς κατέρχεται σωματικὰ στὴ γῆ, σαρκώνεται, γίνεται ἄνθρωπος γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο.

Σήμερα, ὅπως εὐστοχώτατα καὶ θεολογικώτατα ὑπογραμμίζει τὸ ὡραιότατο ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς, «εἶναι τὸ κεφάλαιο, ἡ βάση τῆς σωτηρίας μας καὶ ἡ φανέρωση, σ’ ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους, τοῦ ἀπὸ τῶν αἰώνων κρυμμένου μυστηρίου»· τοῦ Μυστηρίου δηλαδὴ τῆς Θείας Οἰκονομίας καὶ ἄκρας Θεϊκῆς συγκατάβασης γιὰ τὴν παλινόρθωση τοῦ πεπτωκότος στὴν ἁμαρτία καὶ φθορὰ ἀνθρώπου, γιὰ τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴ θέωση τῆς ἀνθρώπινης φύσης.

Ἀλλά, ἂς ἐντρυφήσουμε στὰ ἅγια λόγια τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς ἀπὸ τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, ποὺ μὲ λιτότητα ἀλλὰ καὶ θαυμαστὴ εὐκρίνεια μᾶς ἐξιστοροῦν τὸ ὑπερφυὲς γεγονός, ποὺ σήμερα ἑορτάζουμε, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Μαρίας. Τὸν ἕκτο μῆνα, κατὰ τὸν ὁποῖο ἐγκυμονοῦσε ἡ ἁγία Ἐλισάβετ τὸν Τίμιο Πρόδρομο, ἀπέστειλε ὁ Θεὸς τὸν Ἀρχάγγελό Του Γαβριὴλ στὴν πόλη Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας, πρὸς μία παρθένο, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Δαβὶδ καὶ λεγόταν Μαριάμ, καὶ ποὺ εἶχε μνηστευθεῖ μὲ τὸν δίκαιο Ἰωσήφ. Ὁ Τίμιος Πρόδρομος κυοφορεῖται λοιπὸν καὶ γεννᾶται ἕξι μῆνες πρὶν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, γιατὶ ἐπρόκειτο νὰ προηγηθεῖ μὲ τὸ κήρυγμά του τοῦ κηρύγματος τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ καὶ νὰ προετοιμάσει τὴν ὁδὸ γιὰ τὴν εὐαγγελικὴ ἀλήθεια. Τότε λοιπὸν εἶχε ἔλθει «τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου», ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γιὰ νὰ ἐξαποστείλει ὁ Θεὸς τὸν Υἱό Του, νὰ σαρκωθεῖ στὸν κόσμο τοῦτο. Ἀλλά, γιατί τότε; Διότι τότε εὑρέθη τὸ κατάλληλο σκεῦος, τὸ ὄργανο τὸ ἁγιώτατο τῆς σωτηρίας, εὑρέθη ἡ ἁγιώτατη Παρθένος Μαρία, ἡ μόνη ἀπὸ τῶν αἰώνων Παναγία Κόρη, ἡ μόνη, ποὺ κρίθηκε ἀπὸ τὸν παντοδύναμο Θεὸ Πατέρα ἄξια νὰ γίνει Νύμφη Του, ἀλλὰ Νύμφη Του ἀνύμφευτος, νὰ γίνει ἄνυμφος Μητέρα τοῦ Υἱοῦ Του. Ἐδῶ νὰ τονίσουμε καὶ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη μας γιὰ τὸ Πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας δὲν πρεσβεύει τὸ αἱρετικὸ παπικὸ δόγμα περὶ “ἄσπιλης σύλληψης τῆς Θεοτόκου”, ὄχι! Ἡ ἰδία ἡ Θεοτόκος συνελήφθη κατὰ τοὺς νόμους τῆς ἀνθρώπινης φύσης ἀπὸ τοὺς ἁγιώτατους γονεῖς της Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα, κληρονομώντας ἔτσι τὴν ἀκούσια ἐνοχὴ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ὅπως καὶ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ὅμως ἡ Παναγία μας, ὅπως θεολογοῦν οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, σὲ ἐπίπεδο προσωπικὸ παρέμεινε ἄτρωτη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ἀναμάρτητη, ἀφοῦ οὔτε μὲ τὸν λογισμὸ δὲν ἁμάρτησε. Γι’ αὐτὸ καὶ τὴν ἀποκαλοῦμε ἐπάξια, «ἄσπιλη, ἀμόλυντη, ἄφθορη, ἄχραντη καὶ Πάναγνη». Εὑρίσκοντας λοιπὸν τέτοια παναγία παρθένο Κόρη ὁ Θεός, σαρκώθηκε ἀπὸ τὰ πανάγια αἵματά της, ὄχι μὲ συνάφεια ἀνδρός, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐπέλευση τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ποὺ τὴν καθάρισε πρῶτα ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα.

Ἂς προσέξουμε, λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, πὼς τὸ Εὐαγγέλιο λέει ὅτι ἡ παρθένος ἦταν μνηστευμένη, δηλαδὴ ἀρραβωνιασμένη καὶ ὄχι παντρεμένη. Καί, γιατί ἀρραβωνιασμένη; Γιὰ νὰ μὴ μάθει ἔγκαιρα τὸ Μυστήριο τῆς ἐνανθρώπησης ὁ διάβολος, γιατὶ γνώριζε ἀπὸ τὶς Προφητεῖες πὼς ἀπὸ Παρθένο ἐπρόκειτο νὰ ἐνανθρωπήσει ὁ Μεσσίας Χριστός. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν σαρκώθηκε ἀπὸ ἀρραβωνιασμένη παρθένο ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ξεγελάσει τὸν πονηρὸ διάβολο.

Τὸ ὄνομα τῆς παρθένου, Μαρία ἢ Μαριάμ, ἑβραϊκό, σημαίνει Κυρία, διότι ὄντως ἡ Παναγία μας κυρίευσε ὅλα τὰ πάθη καὶ κατέστη, ὡς Θεομήτωρ, Κυρία ὅλου τοῦ κόσμου! Ὁ Ἀρχάγγελος λοιπὸν Γαβριήλ, ὁ κατεξοχὴν ἀγγελιοφόρος τῶν καλῶν καὶ χαρμοσύνων μηνυμάτων τῆς Καινῆς Διαθήκης, εἰσῆλθεν ἀΰλως στὸ δωμάτιο τῆς Παρθένου, καὶ τῆς ἀπεύθυνε τὰ χαριέστατα ἐκεῖνα καὶ μὲ βαθύτατο νόημα λόγια, ποὺ ἔκτοτε ἡ Ἐκκλησία μας τὰ ψάλλει πρὸς τιμή της αἰώνιο: «χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ∙ εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν». Ἂς τὰ προσέξουμε ἰδιαίτερα! Ἡ Παναγία μας ἔπρεπε νὰ χαίρει, γιατὶ ἦταν ἀναμάρτητη, καὶ θὰ δεχόταν σὲ λίγο τὸ πλήρωμα τῆς χαρᾶς, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὴν ἀποκάλεσε ὁ Γαβριὴλ —μὲ τὸ πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ— κεχαριτωμένη, δηλαδὴ γυναίκα ποὺ εἶχε λάβει τὸ πλήρωμα τῆς χάριτος, εἶχε ὅλη χαριτωθεῖ, ἕνεκα τοῦ παναγίου βίου της. Γι’ αὐτὰ λοιπὸν τὰ προτερήματα καὶ τὶς ἀρετές της, ὁ Κύριος ἦταν καὶ εἶναι καὶ θὰ εἶναι μαζί της στὴν αἰωνιότητα. Ἀλλὰ θὰ ἦταν σὲ λίγο καὶ μέσα της, θὰ σαρκωνόταν ἀπ’ αὐτήν. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἡ κατεξοχὴν εὐλογημένη ἀνάμεσα σ’ ὅλες στὶς γυναῖκες. Κι ὅταν εὔλογα ταράχθηκε μὲ τὸν χαιρετισμὸ τοῦ Γαβριὴλ ἡ ἁπλὴ καὶ ταπεινὴ ψυχὴ τῆς παρθένου, τὴν καθησύχασε ὁ Γαβριήλ, λέγοντας πὼς εἶχε βρεῖ χάρη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, εἶχε κερδίσει πλήρως τὴ Θεϊκὴ εὔνοια καὶ εὐμένεια, καὶ ἐπρόκειτο νὰ συλλάβει σὲ λίγο υἱόν, τὸν Ἰησοῦν (ὄνομα ποὺ σημαίνει Σωτήρας), γιατὶ αὐτὸς εἶναι ὁ υἱὸς τοῦ Ὑψίστου καὶ μόνος ἀληθινὸς Σωτήρας τοῦ κόσμου, καὶ βασιλέας ἀτελεύτητης βασιλείας. Κι ὅταν ἀπορημένη ρώτησε ἡ Πάναγνος Μαρία τὸν οὐράνιο μηνυτή, «πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει τοῦτο, ἀφοῦ δὲν ἔχω γνωρίσει ἄνδρα», τῆς ἀποκρίθηκε ὁ Ἀρχάγγελος πὼς θὰ τὴν ἐπεσκίαζε ἡ Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος, μὲ τὴ δημιουργικὴ δύναμη τοῦ Ὁποίου θὰ συνελάμβανε τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Κι ὅταν, μετὰ τὸν διάλογο τοῦτο, βεβαιωμένη ἐσωτερικὰ γιὰ τὴν ὄντως Θεϊκὴ προέλευση τοῦ γεγονότος, ἀποκρίθηκε μὲ κάθε ταπείνωση, ὑποτάσσοντας τὴ βούληση καὶ συνέργειά της στὸ Θεϊκὸ βούλημα, «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου», τότε, ὦ τοῦ θαύματος, ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπεσκίασε τὴν ἁγία Παρθένο καὶ συνέλαβε ἀσπόρως καὶ ὑπερφυῶς τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τὸ Μυστήριο τῶν Μυστηρίων, ποὺ σήμερα πανηγυρικὰ ἑορτάζουμε! Αὐτὸ εἶναι τὸ πραγματικὸ καὶ μόνο ἀληθινὸ Εὐαγγέλιο, δηλαδὴ ἡ μόνη χαρμόσυνη ἀγγελία γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ σύμπαντος κόσμου, ἡ ἐνσάρκωση τοῦ δευτέρου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ σημερινὴ ἑορτὴ ἀποκλήθηκε Εὐαγγελισμὸς  τῆς Θεοτόκου.

Κι ἐμεῖς, ποὺ συναθροιστήκαμε ἐδῶ γιὰ νὰ ἑορτάσουμε τὸ κοσμοχαρμόσυνο τοῦτο γεγονός, ἂς δοξάσουμε τὸν Κύριο γιὰ τὴν ἄμετρη εὐσπλαγχνία Του, ποὺ γιὰ τὴ σωτηρία μας ἔγινε σπλάγχνο ἀνθρώπου, δηλαδὴ τῆς Θεοτόκου. Κι ἂς χαιρετίσουμε καὶ δοξολογήσουμε καὶ τὴν Πανάχραντο Παναγία μας μὲ ὕμνους Θεομητροπρεπεῖς, μὲ εὐλάβεια καὶ ταπείνωση. Κι ἂς προσπέσουμε στὴ Χάρη Της, στὴ Χάρη τὴν ἀνεξάντλητη τῆς κατά φύσιν Μητέρας τοῦ Θεοῦ καὶ κατὰ χάριν μητέρας ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν, στὶς δύσκολες μέρες, ποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐπέτρεψε νὰ διερχόμαστε. Γιατὶ μόνο αὐτὴ καὶ ὁ Υἱός Της μποροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν ἀληθινά! Ἂς προσπέσουμε ὅμως μὲ πίστη, μὲ ἐλπίδα, μὲ μετάνοια, μὲ διόρθωση τοῦ βίου καὶ τοῦ φρονήματός μας. Κι ἂς εἴμαστε βέβαιοι, πὼς θὰ λάβουμε πλούσια τὰ δωρήματα ἀπὸ τὴν ἀκένωτη πηγὴ τῶν οἰκτιρμῶν τῆς γλυκυτάτης μας Μητέρας, παναχράντου Μαρίας, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς ὁποίας, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν!

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 24 Μαρτίου 2024

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου (Κύπρος).

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ Α’ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα  
11: 24-26 , 32-40

Ἀδελφοί, πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ, μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν· μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ· ἀπέβλεπε γὰρ εἰς τὴν μισθαποδοσίαν. Καὶ τί ἔτι λέγω; Ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ ᾽Ιεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν Προφητῶν· οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ Α’ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
1: 44-52

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι. ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καὶ Πέτρου. εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ. καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· Ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Ἔρχου καὶ ἴδε. εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· Ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· Πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε. ἀπεκρίθη Ναθαναήλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ραββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψῃ. καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Αγίου Νικολάου Αχρίδος: Κυριακή της Ορθοδοξίας

Η Αναστήλωσις των Αγίων Εικόνων. Φορητή εικόνα του 19ου αιώνα στον Ιερό Ναό Αγίου Χαραλάμπους, Δένεια
«Αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα
τον κόσμον, η πίστις ημών» (Α’ Ιω. 5, 5)

Η Αναστήλωσις των Αγίων Εικόνων. Φορητή εικόνα του 19ου αιώνα στον Ιερό Ναό Αγίου Χαραλάμπους, Δένεια
 
Ας είναι ευλογημένη τούτη η μέρα, αγαπητοί μου αδελφοί, γιατί μας υπενθυμίζει τις πολυάριθμες νίκες της ορθόδοξης πίστης. Ευλογημένοι ας είναι εκείνες οι άγιες ψυχές που εθέσπισαν τούτη τη μέρα για να μας θυμίζει τις πολυάριθμες νίκες της πίστης μας. Έτσι έγινε για το δικό μας καλό. Επειδή, ενθυμούμενοι τις νίκες, παίρνουμε θάρρος στους αγώνες που διεξάγουμε και σε κείνους που θα ακολουθήσουν.
 

Αποτελεί αρχαία συνήθεια των στρατηγών, πριν από τη μάχη να απευθύνουν λόγο στους μαχητές για τις πρότερες νίκες και έτσι να τους ενθαρρύνουν και ενθουσιάζουν για τη νέα μάχη. Οι Άγιοι είναι οι πνευματικοί μας στρατηγοί. Οι Άγιοι ήταν εκείνοι που καθόρισαν τη σημερινή εορτή για να μας θυμίζει και να μην ξεχνούμε, για να μας ενθαρρύνει και να μην λυγίζουμε, για να μας θερμαίνει και να μην γινόμαστε ψυχροί, για να ανοίξει την πνευματική μας όραση και να μην τυφλωθούμε και μέσα στη τύφλωση εκείνη παραδοθούμε στον εχθρό.

Πραγματικά, η επίδραση τούτης της αγίας ημέρας σε όλες τις λογικές χριστιανικές ψυχές είναι τεράστια. Τούτη η μέρα μας φανερώνεται σαν τον αγγελιοφόρο από το πεδίο της μάχης, από πολλά πεδία μαχών, κομίζοντάς μας τη χαρούμενη είδηση της νίκης. Στο άκουσμα της είδησης αυτής, σηκώνουμε την καρδιά μας στα ύψη μονολογώντας στον εαυτό μας: άνω σχώμεν τας καρδίας! Και με μία νέα δύναμη ξεσηκωνόμαστε ενάντια σε κάθε κακό, εσωτερικό και εξωτερικό, το οποίο περισφίγγει τη ψυχή μας και απειλεί να τη πνίξει.

Ακούγοντας για τους φοβερούς αγώνες και τις νίκες των ομωνύμων μας χριστιανών, όσων δηλαδή πριν από εμάς ονομαζόταν Ορθόδοξοι χριστιανοί περιζωνόμαστε με νέα δύναμη και νέα ελπίδα. Έτσι, η ομιχλώδης πνευματική μας όραση γίνεται καθαρότερη και ευκρινέστερη και βλέπουμε καλύτερα τη θέση και τη κατάστασή μας. Όλα τα εμπόδια, οι δυσκολίες και οι στενοχώριες που στην ομιχλώδη και κοντόφθαλμη όρασή μας έμοιαζαν με ατσάλινο δίχτυ, μπροστά στο καθαρό μας βλέμμα και τη θαρραλέα καρδιά μοιάζουν με ιστό αράχνης. Έτσι, έχοντας νέους και πολλούς συμμάχους ανάμεσα στους νικητές του παλαιού καιρού και θεωρώντας το παράδειγμά τους στη μάχη και τη λαμπρή τους νίκη, προχωρούμε εμπρός στο καθήκον και τη θυσία μας με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη και φωτεινότερη ελπίδα.

Μα και οι υπόλοιπες μέρες στο ημερολόγιό μας δεν μας υπενθυμίζουν νίκες και νικητές; θα με ρωτήσετε. Εύλογη η απορία σας αγαπητοί αδελφοί. Πραγματικά, όλες οι μέρες του χρόνου μας υπενθυμίζουν νίκες και νικητές χριστιανούς. Στο ημερολόγιο έχουν καταχωρηθεί μονάχα τα ονόματα των νικητών.

Κάποιες μέρες μας υπενθυμίζουν τους προφήτες και τους δικαίους, τους νικητές της αδικίας και του ψεύδους στη Π. Διαθήκη. Άλλες μέρες μας υπενθυμίζουν τους Αποστόλους – νικητές των λαών και των φυλών της ειδωλολατρίας. Άλλες μέρες πάλι, μας υπενθυμίζουν τους μάρτυρες, τους νικητές του πυρός, του ξίφους, των αγρίων θηρίων και όλης της ανθρωπίνης κακίας. Κάποιες μέρες μας υπενθυμίζουν τους μεγάλους πνευματικούς και νηστευτές – νικητές των σωματικών παθών και της πλεκτάνης του διαβόλου. Άλλες μέρες μας υπενθυμίζουν τους θεοφόρους Πατέρες της Εκκλησίας, ποιμένες και διδασκάλους της οικουμένης – νικητές όλων των ατάκτων στην Εκκλησία του Θεού, νικητές της αγνοίας και της πλάνης των ανθρώπων. Άλλες μέρες πάλι μας υπενθυμίζουν την Αγία Θεομήτορα, την εκλεκτή στρατηγό, την κεχαριτωμένη νικηφόρο όλων εκείνων τα οποία ενίκησαν την Εύα μέσα στο Παράδεισο.

Κάποιες μέρες μας υπενθυμίζουν τους ευλαβείς βασιλείς με τις βασίλισσες – νικητές της ματαιότητας και της παρανοϊκής φιλαυτίας, οι οποίοι έθεσαν όλη την αίγλη και την εξουσία τους στην υπηρεσία του Υιού του Θεού. Άλλες πάλι μας υπενθυμίζουν τα θαύματα του Τιμίου Σταύρου του Χριστού, των λειψάνων των Αγίων Του, των ενδυμάτων και εικόνων των Ορθοδόξων Τροπαιοφόρων, ανδρών και γυναικών του Χριστού. Κάποιες μέρες μας υπενθυμίζουν τις ουράνιες ασώματες δυνάμεις, τα τάγματα των αγγέλων και αρχαγγέλων νικητών όλων των αντιπάλων του Ζώντος και Μόνου Θεού. Μήπως είναι ανάγκη να απαριθμήσω και τις ημέρες των δικαίων του Χριστού; Μήπως δεν είναι όλες οι μέρες δικές Του; Δεν είναι όλοι οι παραπάνω νικητές, δικοί Του στρατιώτες – το δικό Του νικηφόρο βασιλικό στράτευμα;

Έτσι λοιπόν, όλες οι μέρες του έτους μας υπενθυμίζουν τις νίκες, τους ήρωες, τους αγώνες και τους κόπους, τους νικητές. Καμία μέρα του ημερολογίου μας δεν έχει σπιλωθεί με το όνομα του Ιούδα, του Καϊάφα, του Πιλάτου ή του Ηρώδου. Οι ηττημένοι από το Σατανά δεν εγγράφονται στη βίβλο των ζώντων μα στο βιβλίο του αιωνίου θανάτου. Σαν ξημερώνει κάποια μέρα του Θεού, οποιαδήποτε μέρα του έτους, μας υπενθυμίζει κάποιον νικητή του Χριστού ή αυτόν τον Ίδιο τον Χριστό, τον Νικητή των νικητών και Βασιλέα των βασιλευόντων.

Τούτη η μέρα όμως, τούτη η Κυριακή της Ορθοδοξίας, μας υπενθυμίζει, όχι μια νίκη ή έναν νικητή αλλά τη μακρά αλυσίδα από νίκες και ολόκληρο στράτευμα από νικητές. Πρόκειται για τις νίκες της Εκκλησίας σαν ολότητα. Η Εκκλησία είναι εκείνος ο νικητής που σήμερα θυμόμαστε και τιμούμε.

Η κύρια νίκη της Εκκλησίας η οποία σήμερα προβάλλει μπροστά μας είναι η νίκη κατά της εικονομαχίας. Οι αγώνες και οι διαμάχες για τις εικόνες κράτησαν πάνω από διακόσια χρόνια. Οι εικονομάχοι ήταν οι εσωτερικοί εχθροί της Εκκλησίας οι οποίοι ήταν πάντοτε και οι πιο επικίνδυνοι επειδή πολλοί από αυτούς είχαν στα χέρια τους δύναμη κοσμική ή εξουσία εκκλησιαστική. Πολλοί ήταν βασιλείς ή πρίγκιπες, πολλοί αυλικοί ευνούχοι, δεινοί δολοπλόκοι και σύμβουλοι αυτοκρατορικοί. Οι τάξεις τους ενισχύθηκαν ιδιαίτερα από πολλούς ιερείς και μοναχούς, ακόμα και αιμοβόρους επισκόπους και επιβαλλόμενους πατριάρχες.

Σύμφωνα με τον διεστραμμένο νου και την απολιθωμένη τους καρδιά, ανακήρυξαν τις εικόνες σε είδωλα και την εικονολατρεία ως ειδωλολατρία. Μέσα στην έπαρση και το μένος τους πέταξαν τις εικόνες έξω από τους ναούς, τις έριχναν στη θάλασσα, τις έσπαζαν και τις έκαιγαν. Το ίδιο έπρατταν και με τα λείψανα των Αγίων και των Αποστόλων. Στο τέλος, δε δίστασαν να πετάξουν από τους ναούς και τα λάβαρα μα και τον ίδιο τον Σταυρό του Χριστού, το σπουδαιότερο νικηφόρο σημείο του Χριστιανισμού. Από τον χριστιανικό ναό έφτιαξαν μία κενή και έρημη αίθουσα όπου δεν έβλεπες τίποτε πέρα από γυμνούς ασβεστωμένους τοίχους. Από όλα τα κοσμητικά στοιχεία και αντικείμενα στο ναό τα οποία παριστούν συμβολικά το μεγαλειώδες δράμα της εξαγοράς μας δεν άφησαν τίποτε – τίποτε πέρα από ασβέστη και ανθρώπινη φωνή. Η εκκλησία έμοιαζε με κενοτάφιο όπου η ταλαίπωρη ανθρώπινη ψυχή ένοιωθε μόνη και αβοήθητη, αγωνιζόμενη μόνη της, δίχως κάποια κλίμακα και υποστήριξη, να ανυψωθεί από τη σκόνη της γης στα ατελεύτητα ύψη του Θεϊκού θρόνου των ουρανών, στη κορφή του βασιλείου της αιωνιότητος.

Ενάντια σε μία τέτοια ασύνετη ερήμωση και πτώχευση των χριστιανικών ναών εξανέστησαν όλοι οι μεγάλοι και εμπνευσμένοι πνευματικοί μέσα στην αχανή βυζαντινή αυτοκρατορία και κατόπιν και σε άλλα ορθόδοξα βασίλεια. Στο πλευρό τους στεκόταν και ολόκληρος ο ορθόδοξος λαός ο οποίος ένοιωθε, με τη καρδιά του, μολονότι δεν ήξερε να εκφράσει το συναίσθημα με λόγια, πως οι εικόνες αποτελούν ένα εξαιρετικό βοηθητικό μέσον για τις ψυχές των προσευχομένων. Σαν άλλο σκαλοπάτι το οποίο υψώνει την ψυχή στους ουρανούς και από το οποίο κατέρχεται η αρωγή, η παρηγορία και η ευλογία του Θεού στις ψυχές. Είμαι βέβαιος, αδελφοί μου, ότι και οι δικές σας καρδιές νοιώθουν το ίδιο. Όταν προσκυνείτε τις εικόνες των Αγίων, δεν υποκλίνεστε στο ξύλο και το χρώμα του ξύλου αλλά σε ζώντες Αγίους οι οποίοι λάμπουν ως ο ήλιος στη βασιλεία του Θεού (Μτ. 13, 43).

Όταν ασπάζεστε τις εικόνες των μαρτύρων του Χριστού, ασπάζεστε τις πληγές και τα παθήματά τους για χάρη του Βασιλέως Χριστού.

Όταν αγγίζετε με το χέρι σας τις εικόνες των οσίων ασκητών και εγκρατευτών, δεν αγγίζεται το σανίδι αλλά τους κόπους και τις αρετές τους.

Όταν κλαίετε ενώπιον της εικόνας της Αγίας Θεοτόκου, δεν θρηνείται μπροστά σε ένα νεκρό κομμάτι ξύλου ή πανιού αλλά κλαίετε ενώπιον της ζωντανής και σπλαχνικής Μητέρας του Θεού η οποία βλέπει από τη Βασιλεία του Υιού της τα δάκρυά σας και σπεύδει σε βοήθεια.

Όταν συστέλλεσθε μπροστά στα πρόσωπα των αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων, δεν το κάνετε μπροστά σε νεκρά αντικείμενα αλλά μπροστά στα πνεύματα του αγαθού και του φωτός, στους ασωμάτους και ισχυρούς στρατιώτες και υπηρέτες του Ζώντος Θεού.

Όταν ασπάζεστε το Σταυρό του Χριστού, δεν το κάνετε σαν να είναι ένα αντικείμενο αλλά ασπάζεστε την αγάπη του Κυρίου, η οποία φανερώθηκε στα παθήματά Του για σας επί του Σταυρού. Ασπάζεστε την ώρα εκείνη, το ισχυρότερο σύμβολο νίκης από το οποίο οι δαίμονες τρέμουν και φεύγουν, αυτό που δίνει θάρρος στη πληγωμένη καρδιά και παρηγορία στη ταλαίπωρη ψυχή.

Το σώμα σας υποκλίνεται στις εικόνες ενώ η ψυχή σε αυτούς που εικονίζονται σε αυτές. Το στόμα σας τις ασπάζεται μα η ψυχή ασπάζεται τις ψυχές των δοξασμένων αγίων στη Βασιλεία των Ουρανών. Τα μάτια σας βλέπουν το ξύλο και το χρώμα αλλά τα πνευματικά σας μάτια ατενίζουν ζωντανά πρόσωπα στο βασίλειο των πνευμάτων.

Για τους εικονομάχους, οι εικόνες αποτελούσαν πραγματικά είδωλα, αφού έβλεπαν επάνω τους μονάχα το ξύλο και το χρώμα αδυνατώντας να ανυψωθούν σε πνευματική ενατένιση των ζωντανών υπάρξεων, των αθανάτων πνευμάτων που εικονίζουν οι εικόνες. Όποιος μονάχα με τους σωματικούς οφθαλμούς κοιτά, αυτός και βλέπει σωματικά. Γι’ αυτό, για ένα τέτοιον άνθρωπο, διαφεύγει η πνευματική σημασία της εικόνος, του μοιάζει ανόητο και ακατανόητο επειδή μόνο πνευματικά μπορεί να ιδωθεί κατά τους λόγους του Αποστόλου Παύλου (Α’ Κορ. Κεφ. 2). Μα αντί να ντρέπονται για την αδυναμία κατανόησης οι εικονομάχοι εξανέστησαν υπεροπτικά για να επιβάλλουν την έλλειψη κατανόησής τους σε ολόκληρο τον κόσμο.

Μέσα από τις εικόνες επιβεβαιώνουμε την πραγματικότητα των Αγίων τα ζωντανά πρόσωπα. Ό,τι δεν είναι αληθινό, δεν μπορεί ούτε να εικονίζεται ούτε και να φωτογραφίζεται. Είναι γνωστό πως στην Ινδία οι φακίρηδες σαγηνεύουν τους ανθρώπους δείχνοντάς τους διάφορα σημεία και απάτες. Αυτά όμως είναι μονάχα φαινόμενα και απάτες δίχως την αντικειμενική ύπαρξη όντων. Οι φωτογράφοι προσπάθησαν να φωτογραφήσουν αυτά τα φαινόμενα αλλά οι φωτογραφικές τους πλάκες δεν μπόρεσαν να συλλάβουν και να δείξουν τίποτε. Οι πλάκες παρέμειναν κενές και γυμνές, όπως κενά και γυμνά είναι και τα γητεύματα των φακίρηδων.

Οι δικοί μας Άγιοι όμως είναι πραγματικές ανθρώπινες υπάρξεις που έζησαν με τη παρότρυνση και ενθάρρυνση να βαδίσουμε και εμείς τον δικό τους δρόμο, να έχουμε τη σταθερότητα της πίστης τους, να καλλιεργούμε εντός μας τις αρετές τους, να ξεδιψούμε με την αφοβία τους μπροστά στα παθήματα και τις θλίψεις και να θυσιαζόμαστε από αγάπη προς τον Κύριο.

Η Βασιλεία των Ουρανών δεν θα γεμίσει με φαντασίες και οράματα αλλά με ζωντανούς ανθρώπους οι οποίοι κατέστησαν αντάξιοί της. Είμαστε και εμείς όλοι καλεσμένοι στη Βασιλεία των Ουρανών και όλοι μας ποθούμε να κερδίσουμε αυτή τη βασιλεία της ζωής και του φωτός, όσο τίποτε άλλο στο κόσμο.

Με τέτοια επιθυμία υψίστη ατενίζουμε τις εικόνες των Αγίων και διδασκόμαστε την οδό που οδηγεί στη Βασιλεία εκείνη. Στα πρόσωπα όλων των Αγίων διαβάζουμε την ταπείνωση, την αξιοπρέπεια, το βάθος της σκέψεως, την σοβαρότητα, την ειρήνη, την γλυκύτητα, την αγνότητα, την σωφροσύνη και τη καθαρότητα της ψυχής. Ατενίζοντάς τους, διδασκόμαστε για το πως πρέπει να είμαστε και οι ίδιοι. Είναι οι πνευματικοί μας γεννήτορες, αδελφοί και αδελφές μας. Όταν λοιπόν, θεωρούμε ωφέλιμο να στολίζουμε τα σπίτια μας από αγάπη και σεβασμό, με φωτογραφίες των σαρκικών μας γονέων και αδελφών γιατί δεν θα ήταν ωφέλιμο το να κοσμούμε τον οίκο του Θεού με τις εικόνες των τέκνων Του, των εκλεκτών Του παιδιών, των συγγενών του Θεού κατά το κάλλος της ψυχής τους αλλά και δικών μας συγγενών κατά τα σωματικά παθήματα, κατά την πίστη και την ελπίδα;

Ιδιαίτερα εμείς, οι αγροτικοί λαοί των Βαλκανίων, έχουμε περισσότερους λόγους να ευχαριστούμε τις ιερές εικόνες. Υπόδουλοι των Τούρκων για αρκετούς αιώνες, οι λαοί μας δεν είχαν σχολεία και μόρφωση. Εκτός από τους ιερείς, μόλις που κάποιος γνώριζε να διαβάζει την Αγία Γραφή και να διδαχτεί τη διδασκαλία της σωτηρίας. Ευτυχώς όμως, η ανάγνωση αντικαταστάθη από την ενατένιση. Έβλεπαν οι άνθρωποι την Αγία Γραφή αγιογραφημένη στις εικόνες και τους ναούς. Έβλεπαν την ιστορία του Σωτήρος μας, τους βίους των Αγίων, των ηρώων του Χριστού. Περισσότερο με τα μάτια παρά με τα αυτιά γνώριζαν εκείνοι την αλήθεια της ζωής και την οδό της σωτηρίας. Κράτησαν έτσι την πίστη τους και έσωσαν τις ψυχές τους. Γι’ αυτό ας προσκυνήσουμε τις ιερές εικόνες και ας ευχαριστήσουμε την αγαθή Πρόνοια του Θεού η οποία πέρα από τον λοιπό πνευματικό πλούτο που χάρισε στην Ορθοδοξία, εκόσμησε την Εκκλησία μας με τις εικόνες.

Ο Ίδιος ο Ύψιστος Θεός τεκμηρίωσε τη διατήρηση των εικόνων στους ναούς και τους οίκους με τη θαυμαστή Του δύναμη, την οποία συχνά επέδειξε και σήμερα επιδεικνύει μέσω αυτών, μέσω δηλαδή των εικόνων του Υιού Αυτού του Μονογενούς, της Αγίας Θεομήτορος και των αναρίθμητων Αγίων και αγγέλων Του. Όσοι εναντιώθηκαν στις εικόνες, στην ουσία εναντιώθηκαν στο θέλημα του Θεού. Στο τέλος έπεσαν και χάθηκαν στη θύελλα της εικονομαχίας που οι ίδιοι είχαν προκαλέσει. Η Εκκλησία του Θεού όμως εμπλουτίστηκε με μίαν ακόμα νίκη την οποία εμείς σήμερα τιμούμε και για την οποία ευχαριστούμε ειλικρινά το Θεό.

Είθε η σημερινή φωτεινή μέρα να μας υπενθυμίζει και όλες τις άλλες αναρίθμητες νίκες της ορθοδόξου πίστεως. Πρώτοι οι Εβραίοι ξεσηκώθηκαν εναντίον αυτής της πίστης. Ο αγώνας κράτησε μερικές δεκάδες χρόνια. Διασκορπίστηκαν σαν το άχυρο σε ολόκληρο τον κόσμο, ο οίκος τους αφέθη έρημος καθώς τους το είχε προφητεύσει ο Σωτήρας λέγοντας. «ιδού, αφίεται υμίν ο οίκος υμών έρημος» (Μτ. 23, 38). Ενώ η Εκκλησία του Θεού με τη νίκη στα χέρια της αντιστάθηκε σε άλλους εχθρούς.

Αυτοί οι εχθροί ήταν οι μανιασμένοι Ρωμαίοι. Ο πόλεμος των ρωμαίων αυτοκρατόρων εναντίον της πίστεως του Χριστού, κράτησε κάποιες εκατοντάδες χρόνια. Η Εκκλησία του Χριστού ήταν ολόκληρη βουτηγμένη στο αίμα των μαρτύρων. Μα στο τέλος, ο πόλεμος έληξε με την καταστροφή του ρωμαϊκού κράτους και τη νίκη της ορθοδόξου Εκκλησίας.

Με τη νέα της νίκη στα χέρια, στάθηκε η Εκκλησία ενάντια στον νέο της εχθρό, στους άραβες μουσουλμάνους και τους ειδωλολάτρες Πέρσες, Αρμενίους, Σαρματούς, Ευρωπαίους και Αφρικανούς. Και πάλι, ο αγώνας κράτησε μερικούς αιώνες, μαζί και τα δεινά και τα πάθη της Εκκλησίας του Θεού.

Κέρδισε η Εκκλησία μας τη νίκη και μ’ αυτήν στα χέρια στάθηκε ηρωικά απέναντι στους νέους εχθρούς.

Αυτοί ήταν οι Τούρκοι στην Ασία, Αφρική και στα Βαλκάνια καθώς οι Μογγόλοι στην ορθόδοξη Ρωσία. Και πάλι μαρτύρια και θλίψεις – τώρα για πολλές εκατοντάδες χρόνια. Μα και πάλι η Αγία μας Εκκλησία κατάφερε την νίκη. Οι εχθροί της σαν άλλη μακρόχρονη πλημμύρα εξηράνθησαν και εκείνη, σαν άλλη Κιβωτός του Νώε, σώθηκε και έφτασε στην ειρήνη και την ελευθερία.

Στους καιρούς των πολλών και συχνών κατακτήσεων, η Ορθοδοξία υπέφερε από εχθρούς εξωτερικούς ενώ στο καιρό της ειρήνης και της ελευθερίας από εχθρούς εσωτερικούς. Από αυτούς αναφέραμε τους εικονομάχους μα υπήρξαν και πολλοί άλλοι οι οποίοι, με την αιρετική και εγωιστική διδαχή τους, έφεραν σύγχυση μεταξύ των πιστών και κατέτρωγαν εκ των έσω τα σπλάχνα της Εκκλησίας του Θεού.

Κάποιοι αιρετικοί αρνούνταν την ανθρώπινη φύση του Κυρίου Ιησού ενώ άλλοι την Θεϊκή. Κάποιοι αρνούνταν το Άγιο Πνεύμα και άλλοι την Αγία Θεοτόκο. Όλοι τους αρνούνταν και μία αλήθεια της υποστηρίζοντας κάποιο ψεύδος. Είναι το κοινό τους χαρακτηριστικό. Κάποιοι, από φιλοδοξία αγωνιζόταν για τα πρωτεία και άλλοι πάλι από φιλαυτία, προκαλούσαν μεγάλες ταραχές και σχίσματα για ασήμαντα ζητήματα. Η Εκκλησία έπρεπε να αμυνθεί να πολεμήσει και να πάθει. Δεν υπάρχει αδελφοί μου μεγαλύτερος μάρτυρας στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους από την Εκκλησία του Χριστού. Μα ούτε και μεγαλύτερος και ενδοξότερος νικητής. Νίκησε όλους τους αιρετικούς, ξερίζωσε όλες τις αιρέσεις, διατήρησε την καθαρότητα της διδαχής του Χριστού, διεφύλαξε την ιερότητα της αποκάλυψης και της παράδοσης. Έτσι, σαν αγνή και αγία νύμφη του Χριστού, έφτασε μέχρι εμάς βαδίζοντας τον ακανθώδη αλλά ορθό και νικηφόρο δρόμο της.

Αλήθεια, αδελφοί μου αγαπητοί, η πίστη μας είναι η νίκη η νικήσασα τον κόσμο. Αυτή η συγκεκριμένη μέρα καθορίστηκε κάθε χρόνο για να μας θυμίζει ακριβώς το να μην λησμονούμε, να μας ενθαρρύνει για να μην γινόμαστε μαλθακοί, να μας θερμαίνει με την ελπίδα για να μην ψυχραθούμε, να καθαρίσει την πνευματική μας όραση για να βλέπουμε καθαρά και να κοιτάμε Εκείνον που αοράτως μάχεται για την Εκκλησία Του και την στεφανώνει με τόσες νίκες.

Μακάριος εκείνος που έχει καθαρή την πνευματική του όραση και μπορεί να δει όλο εκείνο το νικηφόρο στράτευμα στους ουρανούς, το οποίο η σημερινή ημέρα αποκαλύπτει και δείχνει στους πιστούς. Είναι οι υιοί και οι θυγατέρες του Θεού των οποίων ο αριθμός συναγωνίζεται εκείνο των αστέρων του ουρανού και η λάμψη τους υπερβαίνει την λάμψη των αστέρων. Μας φανερώνονται σήμερα εκείνοι σαν άλλη ουράνια χαρμόσυνη παράταξη. Ηγεμόνες και δούλοι, πλούσιοι και ενδεείς, γέροι και νέοι, μορφωμένοι και αγράμματοι, μητέρες και βρέφη, τίμιες χήρες και σωφρονισμένες κόρες, ιερείς και στρατιώτες, στρατηλάτες και μοναχοί, αλιείς και μεγιστάνες, γεωργοί και εργάτες – όλοι τους στην ανέκφραστη δόξα των ουρανών. Σε δόξα, κάλλος και λάμψη την οποία ούτε κατά διάνοιαν δεν φαντάστηκαν όλοι οι βασιλείς της γης από την αρχή ως το τέλος του κόσμου.

Όλοι αυτοί ήσαν στη γη αγωνιστές και πάσχοντες για τη πίστη του Χριστού μα κανείς τους δεν περίμενε τη νίκη της πίστεως εδώ στη γη. Γι’ αυτό και στην βασιλεία της αιωνίου ζωής έχουν αμοιφθεί με όσα «οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη» (Α’ Κορ. 2, 9). Όλοι τους – τα πάντα έλαβαν από τον Θεό. Εκείνοι που συνετρίβησαν από τους ειδωλολάτρες σαν την λάσπη, αυτοί που στραγγαλίστηκαν σιωπηλά στις φυλακές, εκείνοι που δίχως μάρτυρες καταποντίστηκαν στη θάλασσα, όσοι αποκεφαλίστηκαν με ξίφος για το όνομα του Χριστού και όσοι καμμιάν απόλαυση δε δοκίμασαν επάνω στη γη αλλά μάλλον όλες τις πίκρες, όλοι τους είναι ενταγμένοι στις γραμμές των νικητών. Όλοι τους έλαβαν από το Θεό τα πάντα καθώς το υποσχέθηκε ο Ίδιος. «ο νικών, έσται αυτώ ταύτα και έσομαι αυτώ Θεός και αυτός έσται μοι υιός» (Αποκ. 21, 7).

Όταν κοιτάξετε με καθαρό πνευματικό βλέμμα αυτούς τους νικητές, θα δείτε στον καθένα από αυτούς την σφραγίδα του Αρνίου του Θεού. Καθένας τους μοιάζει στον Βασιλέα Χριστό και ο Χριστός λάμπει μέσα από τον καθένα τους, μέσα από γέρους και νέους, από ηγεμόνες καθώς και από δούλους, από τους άνδρες καθώς και από τις γυναίκες. Επειδή ο Χριστός είναι ο κύριος Νικητής ο οποίος νικά μέσω αυτών. Γι’ αυτό και η Κυριακή έχει οριστεί ακριβώς για να είναι ημέρα μνήμης της νίκης αυτής της πίστεώς μας. Επειδή την Κυριακή αναστήθηκε ο Κύριος και με την ανάσταση ενίκησε το θάνατο, τον φοβερότερο και έσχατο εχθρό. Γι’ αυτόν που ενίκησε το θάνατο ήταν πολύ εύκολο να νικήσει τον κόσμο όλο. Γι’ αυτό και Εκείνος ενθάρρυνε τους μαθητές Του λέγοντας. «θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιω. 16, 33).

Ω αδελφοί μου αγαπητοί, η πίστη μας είναι η νίκη η νικήσασα τον κόσμο. Η πίστη μας είναι η νίκη η νικήσασα τον Σατανά. Η πίστη μας είναι η νίκη η νικήσασα την αμαρτία. Η πίστη μας είναι η νίκη η νικήσασα τον θάνατο. Η πίστη μας είναι η νίκη του Χριστού με την οποία η Εκκλησία του Θεού ενίκησε ως τώρα όλους τους εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς.

Τί θα μπορούσε περισσότερο να σας ενθαρρύνει, να σας ενισχύσει και παρηγορήσει από αυτή τη νικηφόρα πίστη; Και τί θα μπορούσε να σας φοβίσει και να σας εξασθενίσει αν κρατήσετε στη καρδιά αυτή την ανίκητη πίστη; Μήπως τα σκάνδαλα της ελευθερίας στην οποία τώρα ζήτε; Μήπως η αδύναμη κραυγή της ειδωλολατρίας; Μήπως τα πονηρά λόγια των αιρετικών; Μήπως η ανηθικότητα των ανηθίκων η οποία μέσα από τις ξένες απολαύσεις οδηγεί στην απογοήτευση και από τη μοιρολατρία στην αυτοκτονία;

Τίποτε απ’ όσα βρίσκονται κάτω από τον ουρανό, τίποτα στο φλοιό και κάτω από το φλοιό της γης, τίποτε μην σας φοβίσει. Ακόμα και τούτο που συμβαίνει τώρα στην ορθόδοξη Ρωσία μην σας φοβίσει και σας κλονίσει, αυτή η βίαιη φίμωση και ο στραγγαλισμός της πίστεως και των ιερών του Χριστού! Μάθετε πως αυτό δεν είναι το τέλος μα η εισαγωγή, η είσοδος στη μεγαλειώδη νίκη της πίστεώς μας. Μάθετε πως η στρατηγική και η τακτική του Θεού είναι διάφορη από την ανθρώπινη. Αυτό που οι άνθρωποι βλέπουν σαν συντριβή, ο Θεός το λαμβάνει ως νίκη και κείνο που στα μάτια των ανθρώπων είναι νίκη για το Θεό είναι το σούρουπο της καταστροφής. Επειδή, για τη στρατηγική και τη τακτική του Θεού έχει γραφεί ότι το «μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί και το ασθενές του Θεού ισχυρότερον των ανθρώπων εστί» (Α’ Κορ. 1, 25).

Έτσι, αν κάποιος πει ότι η Ορθοδοξία είναι μωρία, μην θυμώσετε αλλά απαντήσατε. είναι μωρία αλλά μωρία Θεού η οποία είναι σωφότερη από τους ανθρώπους, απ’ όλους τους καιρούς και απ’ όλες τις μη χριστιανικές γενεές. Και αν κάποιος πει ότι η Ορθοδοξία είναι αδυναμία, μην θυμώσετε αλλά απαντήσατε. είναι αδυναμία αλλά αδυναμία Θεού η οποία είναι ισχυρότερη από τους ανθρώπους, τους δαίμονες και τον θάνατο. Χιλιάδες φορές στους αιώνες που πέρασαν, νόμισαν οι άνθρωποι ότι το σκάφος της Ορθοδοξίας θα βουλιάξει. Μα ούτε βούλιαξε ούτε και θα βουλιάξει. Είναι τέτοιο το σκαρί και τέτοιος ο Τιμονιέρης που είναι αδύνατον να βουλιάξει.

Η ορθόδοξη πίστη αποτελεί το μεγαλύτερο θαύμα στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους. Δίχως πλούτο, δίχως εξωτερική υποστήριξη, δίχως στρατό και όπλα, δίχως δουλική οργάνωση και πολιτικούς ελιγμούς, διήνυσε με επιτυχία ένα μακρύ και φοβερό δρόμο 19 αιώνων. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή κάτω από τον ουρανό από το να είναι κανείς μέλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Μήτε και υπάρχει ασφαλέστερος δρόμος από αυτόν που εκείνη βαδίζει και οδηγεί τους πιστούς της. Υπάρχουν δρόμοι εύκολοι μα ολισθηροί και οδηγούν στην απώλεια. Υπάρχουν σκάφη πιο φανταχτερά, μεγαλύτερα και πιο άνετα αλλά έχουν πολύ πιο αδύναμο σκαρί.

Δοξάσατε αδελφοί τον Θεό ο Οποίος εδόξασε την πίστη μας με νίκες πολλές. Δοξάσατε τους Αγίους του Θεού οι οποίοι εκούσια με το αίμα τους και τα δάκρυα πλήρωσαν αυτές τις νίκες. Ας σας θυμίζει η ημέρα τούτη πως η πίστη μας είναι η πίστη η νικήσασα τον κόσμο. Ας σας θυμίζει ότι η Ορθοδοξία στη γη κρατιέται από την Ορθοδοξία των ουρανών που σημαίνει πως ένα λαμπρό και ανίκητο στράτευμα από τον αόρατο κόσμο, στράτευμα πολυάριθμο σαν τους αστέρες του ουρανού, στέκει δίπλα και γύρω μας και μας βοηθά. Μπροστά από αυτό το στράτευμα των αμέτρητων νικητών ίσταται ο Νικητής των νικητών, ο Βασιλεύς των βασιλευόντων! Αυτώ η δόξα και η ευχαριστία συν Πατρί και Αγίω Πνεύματι εις τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Τίποτε απ’ όσα βρίσκονται κάτω από τον ουρανό, τίποτα στο φλοιό και κάτω από το φλοιό της γης, τίποτε μην σας φοβίσει. Ακόμα και τούτο που συμβαίνει τώρα στην ορθόδοξη Ρωσία μην σας φοβίσει και σας κλονίσει, αυτή η βίαιη φίμωση και ο στραγγαλισμός της πίστης και των ιερών του Χριστού! Μάθετε πως αυτό δεν είναι το τέλος μα η εισαγωγή, η είσοδος στη μεγαλειώδη νίκη της πίστεώς μας. Μάθετε πως η στρατηγική και η τακτική του Θεού είναι διάφορη από την ανθρώπινη. Αυτό που οι άνθρωποι βλέπουν σαν συντριβή, ο Θεός το λαμβάνει ως νίκη, και κείνο που στα μάτια των ανθρώπων είναι νίκη, για το Θεό είναι το σούρουπο της καταστροφής. Επειδή, για τη στρατηγική και την τακτική του Θεού έχει γραφεί, ότι «το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί και το ασθενές του Θεού ισχυρότερον των ανθρώπων εστί» (Α’ Κορ. 1, 25).


Αγίου Νικολάου Αχρίδος, «Εμπνευσμένες ομιλίες για να γνωρίσουμε το μεγαλείο της Κυριακής της Ορθοδοξίας», Εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη»
 
Πηγή: www.impantokratoros.gr

Λόγος Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας στην Κυριακή της Ορθοδοξίας

Η Αναστήλωσις των Αγίων Εικόνων. Φορητή εικόνα του 19ου αιώνα στον Ιερό Ναό Αγίων Ιωακείμ και Άννης, Καλλιάνα
Η Αναστήλωσις των Αγίων Εικόνων. Φορητή εικόνα του 19ου αιώνα στον Ιερό Ναό Αγίων Ιωακείμ και Άννης, Καλλιάνα

Την πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής η Αγία μας Εκκλησία πανηγυρίζει το θρίαμβο της Ορθοδοξίας, της ορθής πίστεως, η οποία καταπάτησε όλες της αιρέσεις και στερεώθηκε για πάντα. Γι’ αυτό η Κυριακή αυτή καλείται Κυριακή της Ορθοδοξίας. Οι αιρέσεις φάνηκαν ήδη απαρχής του χριστιανισμού. Οι ίδιοι οι  Απόστολοι του Χριστού προειδοποιούσαν τους συγχρόνους τους, και μαζί τους και εμάς, για τον κίνδυνο από τους ψευδοδιδασκάλους.

Ο  Άγιος Απόστολος Πέτρος στη Β’ Καθολική επιστολή γράφει το εξής: «Εγένοντο δε και ψευδοπροφήται εν τω λαώ, ως και εν υμίν έσονται  ψευδοδιδάσκαλοι, οίτινες παρεισάξουσιν αιρέσεις απωλείας, και τον αγοράσαντα αυτούς δεσπότην αρνούμενοι, επάγοντες εαυτοίς ταχινήν απώλειαν, και πολλοί εξακολουθήσουσιν αυτών ταις ασελγείαις, δι’ ους η οδός της αληθείας βλασφημηθήσεται» (Β’ Πετ. 2, 1-2).

Ο Άγιος Παύλος, επιστρέφοντας στην Παλαιστίνη από την Ελλάδα, έκανε στάση στην Έφεσο. Εκεί στους χριστιανούς κατοίκους της πόλεως έλεγε: «Εγώ γαρ οίδα τούτο, ότι εισελεύσονται μετά την άφιξίν μου λύκοι βαροίς εις υμάς μη φειδόμενοι του ποιμνίου, και εξ υμών αυτών αναστήσονται άνδρες λαλούντες διεστραμμένα του αποσπάν τους μαθητάς οπίσω αυτών» (Πραξ. 20, 29-30).

Πολλοί τέτοιοι ψευδοδιδάσκαλοι και σχισματικοί υπήρχαν στους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού. Μερικές αιρέσεις τάραζαν την Εκκλησία ολόκληρους αιώνες, όπως για παράδειγμα οι αιρέσεις του Αρείου, του Μακεδονίου, του Ευτηχούς, του Διοσκόρου, του Νεστορίου και επίσης η αίρεση της εικονομαχίας. Οι αιρέσεις αυτές προκάλεσαν πολλές διαταραχές στην Εκκλησία και την βασάνισαν πολύ. Υπήρχαν πολλοί ομολογητές και μάρτυρες που έχυσαν το αίμα τους υπερασπιζόμενοι την αληθινή πίστη στον αγώνα κατά των ψευδοδιδασκάλων και των αιρετικών.

Υπήρχαν επίσης και πολλοί και μεγάλοι ιεράρχες οι οποίοι και αυτοί υπέφεραν πολλούς διωγμούς και πολλές φορές εξορίστηκαν. Ο Άγιος Φλαβιανός, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, για παράδειγμα,  σε μία σύνοδο υπό την προεδρία του Διοσκόρου, η οποία καλείται «λειστρική», χτυπήθηκε τόσο άγρια που μετά από τρεις ημέρες πέθανε.

Η τελευταία στη σειρά των αιρέσεων, η αίρεση της εικονομαχίας, ήταν αυτή που επέφερε τα περισσότερα βάσανα στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Η αίρεση αυτή εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα χρόνια του αυτοκράτορα Λέοντος του Ισαύρου, ο οποίος ανέβηκε στο θρόνο το 717. Ανέβηκε στο θρόνο με τη βοήθεια του στρατού όπου υπήρχαν πολλοί αντίπαλοι της προσκυνήσεως των αγίων εικόνων. Επειδή ήθελε να ευαρεστήσει το στρατό άρχισε σκληρό διωγμό κατά των εικονοφίλων.

Ο διωγμός αυτός συνεχίστηκε και στα χρόνια του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου, ο οποίος διαδέχτηκε στο θρόνο τον Λέοντα. Η κόπρος σημαίνει τα κόπρανα. Ονομάστηκε Κοπρώνυμος διότι κατά την βάπτισή του μόλυνε την κολυμβήθρα. Οι δύο αυτοί αυτοκράτορες για πολλά χρόνια είχαν την εξουσία στα χέρια τους και προκάλεσαν πολλά δεινά στην Εκκλησία. Μετά από αυτούς υπήρχαν και άλλοι αυτοκράτορες εικονομάχοι, οι οποίοι συνέχισαν το έργο των προκατόχων τους και βασάνισαν την Εκκλησία επί ολόκληρα χρόνια.

Δεν μπορούμε να περιγράψουμε τα βάσανα που υπέφερε η Εκκλησία στα χρόνια της εικονομαχίας και ιδιαίτερα οι μοναχοί οι οποίοι βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή του αγώνα των ιερών εικόνων. Οι αυτοκράτορες εικονομάχοι έκλεισαν πολλά μοναστήρια, πολλές εκκλησίες όπου υπήρχαν εικόνες τις έκαναν αποθήκες. Τους μοναχούς τους βασάνιζαν άγρια: τους έβγαζαν μάτια, τους έκοβαν μύτες, έσπαζαν εικόνες πάνω στο κεφάλι τους. Τους αγιογράφους με τα πυρακτωμένα σίδερα τους έκαιγαν τα δάκτυλα.

Μόνο, τότε, όταν στο θρόνο του Βυζαντίου ανέβηκε η αυτοκράτειρα Ειρήνη, σταμάτησε ο διωγμός αλλά όχι οριστικά. Το 787 η Ειρήνη συγκάλεσε την Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία διατύπωσε την ορθόδοξη διδασκαλία περί της τιμητικής προσκύνησης των ιερών εικόνων. Αλλά και μετά τη σύνοδο υπήρχαν αυτοκράτορες εικονομάχοι, όπως, για παράδειγμα, ο Μιχαήλ και άλλοι. Η αίρεση αυτή συντρίφτηκε οριστικά μόνο επί της θεοσεβέστατης Αυγούστας Θεοδώρας, όταν το 842 συγκλήθηκε η τοπική σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη η οποία επικύρωσε την ορθόδοξη διδασκαλία. Η σύνοδος αυτή αναθεμάτισε όλους αυτούς που τολμούν να λένε ότι η προσκύνηση των ιερών εικόνων είναι ειδωλολατρία και οι ορθόδοξοι χριστιανοί είναι ειδωλολάτρες.

Και εδώ οι αιρετικοί μας λένε ακριβώς αυτό το πράγμα. Τολμούν να αποκαλούν τις εικόνες μας είδωλα και εμάς ειδωλολάτρες. Και μέχρι που φτάνει το θράσος τους; Θα σας πω ένα περιστατικό που έγινε πρόσφατα σε μία πόλη της Σιβηρίας. Την ώρα  της λειτουργίας δύο βαπτιστές μπήκαν μέσα στην εκκλησία και άρχισαν εκεί να φωνάζουν ότι οι ορθόδοξοι είναι ειδωλολάτρες και οι εικόνες τους είδωλα. Τι ανοησία!

Πως τολμούν αυτοί να ανοίγουν το ακάθαρτο στόμα τους και να λένε αυτά τα λόγια που στάζουν δηλητήριο, αποκαλώντας μας ειδωλολάτρες και τις εικόνες μας είδωλα; Αυτό δείχνει πως δεν έχουν κατανοήσει σωστά την δεύτερη εντολή του Μωσαϊκού νόμου: «ου ποιήσεις σ’ εαυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα, όσα εν τω ουρανώ άνω και όσα εν τη γή κάτω και όσα εν τοις ύδασιν υποκάτω της γής. Ου προσκυνήσεις αυτοίς ουδέ μη λατρεύσεις αυτοίς» (Εξ. 20,4).

Τι σημαίνει αυτή η εντολή; Νομίζω ότι το νόημά της είναι ξεκάθαρο. Η εντολή αυτή απαγορεύει αντί να προσκυνάμε τον Ένα, Μοναδικό και Αληθινό Θεό να κατασκευάζουμε είδωλα και να τα προσκυνάμε. Όπως το έκαναν οι αρχαίοι λαοί: οι Ασσύριοι, οι Βαβυλώνιοι, οι Αιγύπτιοι, οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι και άλλοι…

Αυτή είναι η ειδωλολατρία. Η δική μας όμως η προσκύνηση των ιερών εικόνων μοιάζει σε τίποτα  με την ειδωλολατρία; Ασφαλώς όχι. Τα είδωλα απεικόνιζαν κάτι που  δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, που είναι καρπός φαντασίας. Οι δικές μας εικόνες εικονίζουν την πραγματικότητα. Πραγματικά, δεν ζούσε μεταξύ μας ο Κύριος Ιησούς Χριστός, τον Οποίον δοξάζουμε και τις εικόνες του Οποίου προσκυνάμε; Δεν ζούσε μεταξύ μας η Παναγία, την οποία ζωγράφισε ο Άγιος απόστολος και ευαγγελιστής Λουκάς; Την εικόνα του αυτή την ευλόγισε η ίδια η Θεοτόκος, λέγοντας ότι η χάρη της θα είναι πάντα μ’ αυτή την εικόνα. Ξέρετε πόσα θαύματα γίνονται από τις εικόνες της Παναγίας.

Και οι άλλες εικόνες, δεν εικονίζονται σ’ αυτές  πραγματικά πρόσωπα των αγίων του Θεού που ζούσαν εδώ πάνω στη γή; Οι εικόνες τους αυτές είναι τα πορτραίτα τους και με κανένα τρόπο δεν είναι είδωλα. Μόνο ασεβές και ακάθαρτο στόμα τολμά να λέει ότι οι εικόνες μας είναι είδωλα και εμείς είμαστε ειδωλολάτρες. Να σιωπήσουν οι ασεβείς διότι η Οικουμενική Σύνοδος απήγγειλε το ανάθεμα εναντίον τους.

Να το ξέρετε, να το θυμάστε και να μην συναναστρέφεστε με τους αιρετικούς. Να μην απομακρύνεστε από την Εκκλησία, μη σχίζετε το χιτώνα του Χριστού. Να θυμάστε ότι ο Χριστός στην αρχιερατική του προσευχή παρακαλούσε τον Πατέρα Του, λέγοντας: «ίνα πάντες έν ώσι, καθώς συ, πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοι, ίνα και αυτοί εν ημίν έν ώσιν, ίνα ο κόσμος πιστεύσει ότι συ με απέστειλας» (Ιω. 17, 21). Ο Κύριος θέλει ενότητα της Εκκλησίας. Οι σχισματικοί, οι οποίοι βρίσκουν σφάλματα στη διδασκαλία της Εκκλησίας, απομακρύνονται απ’ αυτήν και πιστεύουν ότι θα βρούν τη σωτηρία στις αιρετικές τους οργανώσεις.

Ξέρετε όμως τι έλεγαν οι μεγάλοι άγιοι για τους ανθρώπους που σχίζουν το χίτώνα του Χριστού; Ο Άγιος Κυπριανός, επίσκοπος Καρθαγένης, είπε ότι οι άνθρωποι οι οποίοι απομακρύνονται από την Εκκλησία και δεν έχουν κοινωνία μαζί της και μάρτυρες να είναι, ακόμα και με το αίμα τους, δεν καθαρίζουν την αμαρτία τους διότι η βαριά αυτή αμαρτία της διαίρεσης της Εκκλησίας δεν καθαρίζεται ούτε με το αίμα. Και ο άγιος ιερομάρτυρας Ιγνάτιος ο Θεοφόρος είπε ότι αυτός που προκαλεί σχίσμα στην Εκκλησία δε θα κληρονομήσει την βασιλεία του Θεού.

Όλοι οι αιρετικοί, όμως, είναι κήρυκες του σχίσματος. Ενώ ο απόστολος λέει: «Παρακαλώ δε υμάς, αδελφοί, σκοπείν τους τας διχοστασίας και τα σκάνδαλα παρά την διδαχήν ήν υμείς εμάθετε ποιούντας, και εκκλίνατε απ’ αυτών» (Ρωμ. 16, 17). Και στην άλλη επιστολή του λέει το εξής: «εί τις υμάς ευαγγελίζεται παρ’ ό παρελάβετε, ανάθεμα έστω» (Γαλ. 1, 9). Και όλοι οι αιρετικοί ευαγγελίζουν όχι αυτό που ευαγγελίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία η οποία μας γέννησε πνευματικά.

Θυμηθείτε και τον λόγο του Κυρίου Ιησού Χριστού, ο Οποίος είπε στους αποστόλους και μέσω αυτών σε μας τους διαδόχους τους: «Ο ακούων υμών εμού ακούει, και ο αθετών υμάς εμέ αθετεί· ο δε εμέ αθετών αθετεί τον αποστείλαντά με» (Λκ. 10, 16).Τρομερά είναι αυτά τα λόγια του Κυρίου. Να τα θυμάστε πάντοτε. Να μην ξεχνάτε και αυτήν την ημέρα, την ημέρα του θριάμβου της ορθοδόξου πίστεως. Η πίστη αυτή διατυπώθηκε οριστικά στην Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο η οποία στερέωσε την Ορθοδοξία και καταπάτησε όλες τις αιρέσεις και τα σχίσματα.

Πάνω από χίλια χρόνια πέρασαν από τότε που έγινε η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος και δεν έχουν ξαναγίνει Οικουμενικές Σύνοδοι.Γιατί; Οι λόγοι είναι πολιτικοί. Δεν υπήρχε δυνατότητα να συγκληθούν. Αλλά να μην λυπόμαστε που δεν έγιναν άλλες και δεν γίνονται σήμερα οι Οικουμενικές Σύνοδοι. Αυτές οι επτά που έχουμε, τακτοποίησαν όλα τα ζητήματα και έλυσαν όλα τα προβλήματα που είχε η Εκκλησία με τις αιρέσεις και στερέωσαν την ορθόδοξη πίστη.

Θα πείτε πως σήμερα έχουμε πολλές καινούριες αιρέσεις και σχίσματα. Ναι, έχετε δίκαιο. Αλλά πρέπει να ξέρουμε πως οι καινούριες αυτές αιρέσεις δεν λένε τίποτε καινούριο αλλά επαναλαμβάνουν αυτά που ήδη έχουν πει οι παλαιοί αιρετικοί. Και όλες αυτές οι αιρέσεις αναθεματίστηκαν από την Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο. Γι’ αυτό μας αρκούν οι αποφάσεις των επτά Οικουμενικών Συνόδων και ιδιαίτερα της Εβδόμης. Γι’ αυτό και χαιρόμαστε και πανηγυρίζουμε σήμερα το θρίαμβο της Ορθοδοξίας τη οποία εξέφρασε και στερέωσε η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος.

Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο ορίστηκε αυτή την ημέρα να ψάλλεται δοξολογία ως ευχαριστία στο Θεό για την στερέωση της Ορθοδοξίας. Και αυτή την δοξολογία θα ψάλλουμε τώρα.


Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας , Λόγοι και Ομιλίες τόμος Α’, Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”
 
Πηγή: www.impantokratoros.gr

Ἁγίου Φωτίου του Μεγάλου: Ἡ καθαρότης τῆς Ὀρθοδοξίας

Η Αναστήλωσις των Αγίων Εικόνων. Φορητή εικόνα του 16ου - 17ου αιώνα
Η Αναστήλωσις των Αγίων Εικόνων. Φορητή εικόνα του 16ου – 17ου αιώνα

Αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρὴ καὶ γνήσια ὁμολογία τῆς πίστεως ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν· αὐτὴ εἶναι ἡ θεόσοφη μυσταγωγία τῆς ἄχραντης καὶ ἀληθινῆς θρησκείας μας καὶ τῶν σεπτῶν μυστηρίων της· ἔχοντας φρόνημα, πίστι καὶ διαγωγὴ σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν ὁμολογία ἕως τὴν δύσι τοῦ βίου, βαδίζομε γρήγορα πρὸς τὴν ἀνατολὴ τοῦ νοητοῦ ἡλίου, γιὰ ν’ ἀπολαύσωμε δυνατώτερα καὶ τελειότερα τὴν ἀπὸ ἐκεῖ ἐρχόμενη ἀνέσπερη αὐγὴ καὶ λαμπρότητα.

Αὐτὴν ταιριάζει ν’ ἀποδέχεται καὶ νὰ τιμᾶ καὶ ἡ θεοφρούρητη σύνεσίς σας, ποὺ ἤδη ἀτενίζει πρὸς τὴν ἰδική μας θρησκευτικὴ κληρονομιά, μὲ εἰλικρινῆ διάθεσι, εὐθύτητα γνώσεως καὶ ἀδίστακτη πίστι, καὶ νὰ μὴ ἀποκλίνη ἀπ’ αὐτὴν οὔτε στὸ ἐλάχιστο οὔτε πρὸς τὰ δεξιὰ οὔτε πρὸς τ’ ἀριστερά· διότι τοῦτο εἶναι τῶν ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, τοῦτο εἶναι τὸ δίδαγμα τῶν πατέρων, τοῦτο εἶναι τὸ φρόνημα, τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων.

Γι’ αὐτὸ ὄχι μόνο ἐσὺ ὁ ἴδιος πρέπει νὰ φρονῆς καὶ νὰ πιστεύης κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀλλὰ νὰ καθοδηγῆς στὸ ἲδιο φρόνημα τῆς ἀληθείας καὶ τοὺς ὑπηκόους σου καὶ νὰ τοὺς καταρτίζης στὴν ἴδια πίστι, καὶ τίποτε ἄλλο νὰ μὴ θεωρῆς πολυτιμότερο ἀπὸ τέτοια σπουδὴ καὶ ἐπιμέλεια. Διότι τοῦ ἀληθινοῦ ἄρχοντος καθῆκον εἶναι νὰ μὴ φροντίζη μόνο γιὰ τὴ δική του σωτηρία, ἀλλὰ ν’ ἀξιώνη παρόμοιας προνοίας καὶ τὸν λαὸ ποὺ τοῦ ἔχει ἀνατεθῆ, νὰ τὸν χειραγωγῆ καὶ νὰ τὸν προσκαλῆ στὴν ἴδια τελειότητα τῆς θεογνωσίας.

Μὴ λοιπὸν κάμης νὰ διαψευσθοῦν οἱ ἐλπίδες μας, τὶς ὁποῖες ἐπέτρεψε νὰ σχηματίσωμε ἡ πρὸς τὰ καλὰ ροπὴ καὶ προσοχή σου, μήτε νὰ καταστήσης ματαίους τοὺς κόπους καὶ ἀγῶνες, ποὺ μὲ χαρὰ ἀναλάβαμε χάριν τῆς σωτηρίας σας, μήτε νὰ δεχθῆς ὅτι ἄρχισες μὲν μὲ προθυμία νὰ δέχεσαι τοῦ θείου κηρύγματος τοὺς λόγους, μετέβαλες δὲ τὴν προθυμία σὲ ραθυμία· ἀλλὰ διατήρει ἀνεξάλειπτη τὴν χαρὰ κι εὐφροσύνη μου γιὰ σένα, παρέχοντας ὅμοιο μὲ τὴν ἀρχὴ τὸ τέλος, σύμφωνο τὸν βίο μὲ τὴν πίστι, καὶ τὴν ἐξουσία σου νὰ φαίνεται καὶ νὰ ὀνομάζεται κοινὸ ἀγαθό τοῦ γένους καὶ τῆς πατρίδος.

Ἀλλὰ τώρα πρόσεξε, σὲ παρακαλῶ, φιλόχριστε καὶ πνευματικὲ υἱέ μας, καὶ ὅ,τι ἄλλο ἔνδοξο καὶ καλὸ καὶ ἄξιο στοργῆς ὄνομα ὑπάρχει γιὰ σένα· πρόσεξε, πόσες ἐπιθέσεις ὠργάνωσε ὁ Πονηρὸς ἐναντίον τῆς εὐσεβοῦς καὶ μόνης ἀληθινῆς θρησκείας τῶν Χριστιανῶν, ἐπινοώντας διάφορες αἱρέσεις καὶ στάσεις, μάχες καὶ πολέμους. Πρόσεξε ἐπίσης καὶ τοῦτο, πῶς αὐτὴ τὶς ἀντέκρουσε ὅλες καὶ ἔστησε λαμπρὰ τρόπαια ἐναντίον ὅλων τῶν ἀντιπάλων.

Καὶ μὴ ἀπορήσης, καθὼς θ’ ἀναλογίζεσαι τὶς ἐναντίον της ἐπινοήσεις καὶ ἐπιβουλές. Διότι, πρῶτα, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ γίνη τόσο περίοπτη καὶ δυνατὴ καὶ ἐπίσημη διὰ τῆς νίκης, ἂν δὲν συγκρουόταν μαζί της κανένας ἐχθρός· κι’ ἔπειτα εἶναι εὔκολο νὰ ἀντιληφθοῦμε κι ἐκεῖνο, ὅτι ὅπου ὁ Πονηρὸς πολεμεῖται σφοδρότερα, ἐκεῖ στέλλει κι αὐτὸς μεθοδικώτερα τὰ βέλη τῆς κακίας του καὶ στήνει τὰ πολεμικὰ μηχανήματά του.

Πράγματι στὰ ἄλλα γένη, ἐπειδὴ δὲν ὑφίσταται ἐναντίον του κανένας δυνατὸς πόλεμος, γι’ αὐτὸ δὲν ἐξοπλίζεται οὔτε αὐτὸς ἐναντίον ἐκείνων στὸ Χριστώνυμο ὅμως λαὸ τοῦ Θεοῦ, τὸ ἅγιο ἔθνος, τὸ βασίλειο ἱεράτευμα, ἐπειδὴ ξεσηκώνονται ἀνδρείως καθημερινὰ δυναμωμένοι μὲ τὴν πίστι κατὰ τῶν πονηρῶν πράξεων καὶ μηχανευμάτων του, γι’ αὐτὸ κι ἐκεῖνος καταφέρνει μὲ μύριες ἐπιβουλὲς καὶ μὲ ὅλες τὶς μεθόδους νὰ ὑποτάξη μερικοὺς ἀπ’ αὐτοὺς καὶ ἀγωνίζεται νὰ θλίψη τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἂν καὶ οἱ ἀγῶνες καὶ τὰ πονηρεύματά του καταλήγουν σὲ καταισχύνη.

Ἄλλωστε τὰ ἄλλα ἔθνη ἔχουν ἀδιάκριτα καὶ συγκεχυμένα τὰ δογματικὰ φρονήματα, δὲν ἔχουν τίποτε καθαρὸ καὶ δοκιμασμένο σὲ ἀκρίβεια· γι’ αὐτὸ δὲν φαίνεται σ’ ἐκεῖνα οὔτε ἡ ὀρθοδοξία οὔτε ἡ διαστροφή. Στὴν καθαρώτατη ὅμως καὶ ἁγιώτατη πίστι τῶν Χριστιανῶν ποὺ ἔχει μεγάλη ἀκρίβεια, λόγω τῆς εἰλικρίνειας καὶ τῆς εὐθύτητος, τῆς ἐξάρσεως καὶ τῆς ἀκεραιότητος, ὅταν ἐπιχειρήση κανεὶς νὰ εἰσφέρη καὶ μικρὸ δεῖγμα διαστροφῆς ἢ καινοτομίας, ἀμέσως καταφαίνεται καὶ διακρίνεται ἡ διαστροφὴ καὶ νοθεία μὲ τὴν παράθεσι τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ ὀρθοῦ λόγου, καὶ ἡ εὐγένεια τῶν εὐσεβῶν δογμάτων δὲν ἀνέχεται καθόλου οὔτε γιὰ λίγο τὸ νόθο γέννημα, οὔτε κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια ὀνομασία μάλιστα.

Πράγματι, ὅπως στὴν περίπτωσι τῶν διακρινομένων γιὰ τὴν ὠμορφιά τους σωμάτων καὶ μία μικρὴ κηλίδα ποὺ θὰ σχηματισθῆ διακρίνεται καὶ παρατηρεῖται γρήγορα κατόπιν τῆς συγκρίσεως μὲ τὴν ἄλλη ὠμορφιά τοῦ σώματος, ἐνῶ στὴν περίπτωσι τῶν ἀσχημοπροσώπων ἀνθρώπων δὲν μποροῦν νὰ διακριθοῦν εὔκολα τὰ ἐπισυναπτόμενα σημεῖα τῆς ἀσχημοσύνης (διότι κρύβονται στὰ συγγενῆ καὶ ὅμοια στοιχεῖα τῆς ἀμορφίας), ἔτσι καὶ στὴν περίπτωσι τῆς πραγματικὰ ὡραιοτάτης καὶ ὑπέρλαμπρης θρησκείας καὶ πίστεως τῶν Χριστιανῶν, ἀκόμα καὶ τὸ μικρότερο στοιχεῖο της ἂν ἐκτρέψη κανείς, προκαλεῖ μεγάλη ἀσχημοσύνη κι’ αὐτὸ δέχεται ἀμέσως τὸν ἔλεγχο·τὰ ἄλλα δὲ δόγματα τῶν ἐθνῶν, ἐπειδὴ εἶναι γεμάτα ἀκοσμία καὶ ἀσχήμια, δὲν ἐπιτρέπουν στοὺς ὀπαδοὺς των νὰ λάβουν καμμιὰ συναίσθησι τῆς πρόσθετης ἄσχημοσυνης.

Ὄχι δὲ σ’ αὐτὰ μόνο, ἀλλὰ καὶ στὴν περίπτωσι ὅλων τῶν ἄλλων τεχνῶν καὶ ἐπιστημῶν εἶναι δυνατὸ νὰ παρατηρήσωμε τὸ ἲδιο. Στὶς ἀκριβέστατες, εὔκολα γίνεται φανερὸ καὶ τὸ μικρότερο ψεγάδι· στὶς προστυχότερες ὅμως, πολλὰ παραβλέπονται καὶ δὲν θεωροῦνται κἂν ἐλάττωμα. Κι’ ἂν θέλης, στοὺς ἄρχοντες καὶ γενικὰ τοὺς εὑρισκομένους σὲ κάποια ἐξουσία, καὶ μάλιστα σ’ ἐκείνους ποὺ ἀσκοῦν σὲ περισσοτέρους τὴν ἐξουσία τους, καὶ τὸ παραμικρότερο ἐλάττωμα ἐξογκώνεται, διαδίδεται παντοῦ καὶ γίνεται περιβόητο σὲ ὅλους· ἐνῶ στοὺς ἀρχομένους καὶ ταπεινοτέρους πολλὰ παρόμοια πταίσματα δὲν γίνεται γνωστὸ οὔτε ὅτι ἐπράχθηκαν, κρύβονται καὶ διαφεύγουν, ἀφοῦ σβήνονται ἀπὸ τὴν μικρότητα καὶ εὐτέλεια τοῦ ἁμαρτήσαντος.

Ὅσο λοιπὸν ἡ πίστις καὶ λατρεία τῶν Χριστιανῶν, κατὰ τὸ μέγεθος καὶ τὴ δύναμι, τὸ κάλλος καὶ τὴν ἀκρίβειά της, τὴν καθαρότητα καὶ κάθε ἄλλη τελειότητα εἶναι ὑψηλότερα ἀπὸ τὰ θρησκεύματα τῶν ἐθνῶν, τόσο ἐρεθίζεται ὁ Πονηρὸς στὸν ἐναντίον της πόλεμο καὶ τόσο ἐπίσης καταφαίνονται ἀμέσως τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἀφρόνων καὶ κακοβούλων ἀνθρώπων καὶ οὔτε μποροῦν ν’ ἀποκρυβοῦν ἔστω καὶ γιὰ λίγον καιρὸ οὔτε νὰ εὕρουν ὑπεκφυγή. Ἀλλ’ ὅμως ἡ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἴπαμε πρὸ ὀλίγου, καθιστᾶ σαθρὰ καὶ ἄπρακτα ὅλα τὰ μηχανήματα τοῦ Πονηροῦ, ἢ μᾶλλον τὰ ἐπαναφέρει ἐναντίον ἐκείνου ποὺ τὰ κατασκευάζει καὶ εὔκολα καταρρίπτει τὴν βλασφημία καὶ καταισχύνει τὴν ἀναισχυντία τῶν αἱρεσιαρχῶν· διατηρεῖ ἀκαταμάχητη καὶ ἀήττητη τὴν δύναμί της καὶ στολίζεται διαπαντὸς μὲ θριάμβους καλοὺς καὶ σωστικοὺς γιὰ τὸν κόσμο.


“Ἐπιστολὴ πρὸς Βούλγαρον Ἡγεμόνα”. Μετάφραση: Παν. Κ. Χρήστου. Περιοδικό “Ἐποπτεία”, Φεβρουάριος 1992, Ἀθήνα
 
Πηγή: www.imaik.gr

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ: Ὁμιλία, σὺν Θεῷ ἁγίω, εἰς τὴν Κυριακὴν τῆς Ὀρθοδοξίας

Η αναστήλωση των Εικόνων, 17ος αιώνας

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

«Ὅν ἔγραψε Μωυσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται,
εὑρήκαμεν Ἰησοῦν… τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ»

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

Η αναστήλωση των Εικόνων, 17ος αιώνας

Ὁ ἄνθρωπος, λογικὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, πλασμένο «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσή» Του, ἔχει ἔμφυτο τὸν πόθο νὰ γνωρίσει βαθειά, προσωπικὰ τὸν Θεὸ καὶ πλάστη του, ἔστω καὶ ἂν ἡ ἁμαρτία τῶν Πρωτοπλάστων καὶ οἱ προσωπικές του ἁμαρτίες ἀλλοίωσαν μέσα του τὴ θεϊκὴ εἰκόνα. Μόνο κοντὰ στὸν Θεὸ ὁ ἄνθρωπος βρίσκει ἀνάπαυση, γαληνεύει, εἰρηνεύει, φωτίζεται. Καί,  ὅπως ὡραιότατα τὸ ἐκφράζει ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος, «Ὦ, Κύριε, ἡ ψυχή μας εἶναι ἀνήσυχη, μέχρις ὅτου νὰ εὕρει ἀνάπαυση σ’ ἐσένα».

Ὁ πόθος τοῦτος συγκλόνιζε φαίνεται καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ ἁγνοῦ ἐκείνου νεαροῦ Ἰουδαίου Φιλίππου, τοῦ μετέπειτα ἀποστόλου, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ τὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα. Ἀναζητοῦσε τὸν Θεό, ἀνέμενε τὸν Μεσσία, μελετοῦσε τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο καὶ τοὺς Προφῆτες. Καὶ ἀξιώθηκε τὴν ἡμέρα ἐκείνη νὰ τὸν γνωρίσει, νὰ τὸν συναντήσει προσωπικά. Ἀξιώθηκε νὰ συναντηθεῖ μὲ τὸν σαρκωμένο Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐκεῖ σὲ κάποια ἀκρογιαλιὰ τῆς λίμνης τῆς Τιβεριάδας. Καί, τόση χάρη καὶ χαρὰ ἔλαβε, ποὺ ἔτρεξε νὰ τὴ γνωστοποιήσει, νὰ τὴ μοιραστεῖ μὲ τὸν ἀγαπητό του φίλο Ναθαναήλ.

Ἀσφαλῶς κι ἐμεῖς, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, κι ἂν ἔχουμε βαπτισθεῖ, καὶ φέρουμε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ, θέλουμε νὰ γνωρίσουμε βαθύτερα τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Ἀλλὰ τοῦτο ἀπαιτεῖ ἀγῶνα ἐφ’ ὅρου ζωῆς. Πῶς ὅμως μποροῦμε νὰ ἀποκτήσουμε αὐτὴ τὴ βαθύτερη, τὴν προσωπικὴ γνωριμία καὶ γνώση τοῦ Χριστοῦ; Ζῶντας ἀληθινὰ καὶ οὐσιαστικὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία, ποὺ ὁρίζεται καὶ εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, παρατεινόμενο στοὺς αἰῶνες. Ἐκτὸς Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει γνώση ἀληθινὴ τοῦ Θεοῦ, οὔτε σωτηρία. Στὴν Ἐκκλησία ἐντασσόμαστε βεβαίως μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα καὶ λαμβάνουμε τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὸ ἅγιο Μύρο. Ἀλλὰ χρειάζεται στὴ συνέχεια, γιὰ νὰ παραμείνουμε ζωντανὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἔχουμε Ὀρθοδοξία καὶ ὀρθοπραξία. Ὀρθοδοξία σημαίνει νὰ ἔχουμε, νὰ κρατοῦμε ὀρθὴ τὴ δόξα, δηλαδὴ ὀρθὴ πίστη στὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ τὸν σαρκωθέντα Χριστὸ καὶ σ’ ὅλα τὰ δόγματα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Καὶ ὀρθοπραξία: Νὰ ἔχουμε ἔργα ὀρθά, σύμφωνα μὲ τὸν Νόμο, τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νὰ προσευχόμαστε ὅπως θέλει ἡ Ἐκκλησία, νὰ λατρεύουμε τὸν Θεὸ μὲ τὴν ὀρθόδοξη λατρεία, νὰ μετέχουμε ἐνσυνείδητα στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας. Χριστιανὸς ἀλειτούργητος, ἀνεξομολόγητος καὶ ἀκοινώνητος εἶναι στὴν οὐσία ἀποκομμένος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Εἶναι πνευματικὰ νεκρός! Ἀκόμη, τὸν Θεὸ γνωρίζουμε μελετῶντας τὸν ἀθάνατο λόγο Του, τὴν Ἁγία Γραφή, τὸ βιβλίο, μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει τὸ πρόσωπό Του. Τὸ βιβλίο, ποὺ μᾶς φανερώνει καὶ ἐξιστορεῖ τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸν Θεό, τὴ δημιουργία, καὶ ὅ,τι ἔκανε ὁ Θεὸς γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀγνοοῦμε πολλοὶ τὸν Χριστό, γιατὶ δὲν μελετοῦμε τὸν λόγο Του. Ἁμαρτάνουμε ἀπὸ ἄγνοια τοῦ θελήματός Του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τονίζει κάπου: «Μεγάλη ἀσφάλεια γιὰ νὰ μὴ ἁμαρτάνουμε ἡ ἀνάγνωση τῶν Γραφῶνἀντίθετα, μέγας κρημνὸς καὶ βαθὺ βάραθρο ἡ ἄγνοια τῶν Γραφῶν.»

Ἀλλὰ τὸν Χριστό μας τὸν γνωρίζουμε, συνομιλοῦμε μαζί Του καὶ λαμβάνουμε τὴ Χάρη Του προσκυνῶντας καὶ τὴν ἁγία Του εἰκόνα, ὅπως λαμβάνουμε εὐλογία καὶ Χάρη προσκυνῶντας τὶς ἱερὲς εἰκόνες τῆς Παναγίας μας καὶ τῶν ἄλλων ἁγίων. Καὶ τοῦτο, ἐπειδή, προσκυνῶντας τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας ἢ τῶν ἁγίων, ἡ προσκύνηση, ἡ τιμὴ μεταβαίνει πρὸς τὸ πρωτότυπον, δηλαδὴ στὸ ἴδιο τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων μας, ὅπως θεόσοφα κηρύσσει ὁ Μέγας Βασίλειος. Οἱ ἱερὲς εἰκόνες μᾶς μεταδίδουν ζωντανή, ὅπως καὶ ὁ γραπτὸς λόγος τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀλήθεια τῆς Πίστης μας, τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀποτελοῦν τὴ χρωματουργικὴ ἀπεικόνιση τοῦ Εὐαγγελίου. ἀποτελοῦν παράθυρο πρὸς τὴν αἰωνιότητα. Καὶ ὁ Θεός μας, σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς βλάσφημες αἱρέσεις τῶν Χιλιαστῶν καὶ παλαιότερα τῶν εἰκονομάχων, μπορεῖ νὰ ἀπεικονιστεῖ, γιατὶ σαρκώθηκε, ἔγινε ἄνθρωπος, τέλειος ἄνθρωπος σὰν κι ἐμᾶς, προσέλαβε ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση ἐκτὸς τῆς ἁμαρτίας.

Αὐτὰ τὰ εἴπαμε, γιατὶ σήμερα εἶναι, ὅπως ξέρουμε, ἡ Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Γιατί ὅμως ὀνομάστηκε ἔτσι αὐτὴ ἡ πρώτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν; Θὰ πρέπει πρῶτα νὰ ποῦμε τὴν προϊστορία τῶν γεγονότων. Ἡ τέχνη τῆς ἁγιογραφίας ἦταν γνωστὴ ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες καὶ μάλιστα, κατὰ τὴν παράδοση, ὁ πρῶτος ἁγιογράφος ὑπῆρξε ὁ ἅγιος ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ποὺ πρῶτος ζωγράφισε εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία, βλέπουσα ἡ Θεοτόκος εἶπε: «Ἡ Χάρις τοῦ ἐξ ἐμοῦ τεχθέντος εἴη μετ’ αὐτῆς». Κι αὐτὴ ἡ ὀρθοδοξότατη παράδοση τῆς ἁγιογράφησης καὶ τιμῆς τῶν εἰκόνων συνεχίστηκε μέχρις τὶς ἀρχὲς τοῦ ὀγδόου αἰώνα χωρὶς κάποιο πρόβλημα. Τότε ὅμως, ξεσπᾶ ἡ φοβερὴ αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας, μὲ πρωτοστάτη τὸν βυζαντινὸ αὐτοκράτορα Λέοντα Γ´ τὸν Ἴσαυρο, κατὰ τὸ ἔτος 726, ὁπόταν ἄρχισε ἡ πρώτη φάση αὐτῆς τῆς μεγάλης ἔριδας, ποὺ ἔληξε τὸ 787, μὲ τὴ σύγκληση τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ποὺ ἀποκατέστησε τὴν προσκύνηση τῶν εἰκόνων. Τὸ 815 ὁ αὐτοκράτορας Λέων Ε΄ ὁ Ἀρμένιος ἀνανέωσε τοὺς διωγμοὺς κατὰ τῶν εἰκόνων καὶ τῶν προσκυνητῶν τους καὶ οἱ διωγμοὶ συνεχίσθηκαν μέχρι τὸ ἔτος 843, ὁπόταν, μὲ τὸν θάνατο τοῦ τελευταίου εἰκονομάχου αὐτοκράτορα Θεοφίλου, ἀνῆλθε στὸν θρόνο ἡ σύζυγός του, ἡ ἁγία αὐγούστα Θεοδώρα καὶ ὁ υἱός της Μιχαήλ, ποὺ ἀποκατέστησαν τὴν τιμὴ τῶν εἰκόνων μὲ τοπικὴ Σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ διενήργησαν τὴν ἀναστύλωσή τους. Λέμε «ἀναστύλωση» τῶν εἰκόνων, διότι παλαιότερα, τὴν ἐποχὴ τοῦ βυζαντίου, οἱ εἰκόνες οἱ φορητὲς δὲν ἔμπαιναν στὸ τέμπλο, ἀλλὰ στηρίζονταν πάνω σὲ ξύλινα κοντάρια, σὰν σὲ στύλους. Καὶ ἐπειδὴ ἡ νίκη τούτη τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τῆς αἱρέσεως τῆς εἰκονομαχίας, μὲ τὴν ἀποκατάσταση τῆς τιμῆς τῶν εἰκόνων, ποὺ εἶναι ἁγία παράδοση, ὅπως εἴδαμε τῆς Ὀρθοδοξίας, ἑορτάστηκε τότε, τὸ 843, κατὰ τὴν πρώτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, ἐπεκράτησε νὰ ὀνομάζεται ἡ Κυριακὴ αὐτή, Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀφοῦ οἱ ἱερὲς εἰκόνες ἐκφράζουν τὸ Ὀρθόδοξο δόγμα. Γι’ αὐτὸ κι ἐμεῖς σήμερα λιτανεύουμε τὶς εἰκόνες πέριξ τοῦ ναοῦ, γιὰ νὰ δείξουμε, νὰ δηλώσουμε ἔμπρακτα τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη μας καὶ τὴν τιμή μας στὶς ἅγιες εἰκόνες.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τὸ ποιὸν τῆς Πίστης μας, τὸ πόσο θερμὰ καὶ ζωντανὰ πιστεύουμε, φαίνεται στὶς ποικίλες δοκιμασίες καὶ θλίψεις, ποὺ παραχωρεῖ νὰ διέλθουμε σὲ τούτη τὴν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος ὁ Προνοητὴς τῶν ὅλων Θεός. Καί, γιὰ νὰ ἔλθουμε στὴ σύγχρονη πραγματικότητα, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐπέστρεψε νὰ διερχόμαστε δύσκολες ἡμέρες, πάντως γιὰ τὸ καλό μας, τὴ σωτηρία μας. Καί, ἀσφαλῶς, «οὐδὲν ἀπρονόητον»! Διότι ὅλοι μας, μικροὶ καὶ μεγάλοι, παλαιότεροι καὶ νεώτεροι, «ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν», καὶ ὁ Θεὸς θέλει νὰ μᾶς ὁδηγήσει μ’ αὐτὸ τὸν ἐπώδυνο τρόπο, ἀφοῦ διαφορετικὰ δὲν βάζουμε μυαλό, σὲ μετάνοια. Ἰδού, λοιπόν, καιρὸς εὐπρόσδεκτος! Βρισκόμαστε σὲ κατεξοχὴν περίοδο μετανοίας, τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ἂς ἀγωνισθοῦμε τὸ κατὰ δύναμιν ὁ καθένας, νὰ μετανοήσουμε, νὰ διορθώσουμε τὴ ζωή μας, τὸ φρόνημά μας. Νὰ τηρήσουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νὰ βροῦμε τὸν Θεὸ μὲ ταπείνωση, ἐξομολόγηση, πένθος. Νὰ δείξουμε ἀγάπη, ὄχι μόνο στὶς ἱερὲς εἰκόνες, ποὺ σήμερα ἑορτάζουμε τὴν ἀναστύλωσή τους, ἀλλὰ καὶ στὶς ἔμψυχες εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, τοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας. Καὶ γνωρίζουμε πόσος πόνος καὶ στέρηση ἐπικρατεῖ καὶ στὸν τόπο μας, καὶ συχνὰ ὄχι μακρυά μας.

Κι ἂν ὅλοι δείξουμε ἔμπρακτη μετάνοια καὶ διόρθωση, ἂν ἐφαρμόσουμε ἔργα ἀγάπης καὶ συμπόνοιας τοῦ πλησίον μας, θὰ ἔλθει ἀναμφίβολα καὶ σ’ ἐμᾶς τὸ μέγα ἔλεος τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ παρέλθουν οἱ ὅποιες κρίσεις. Καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε καὶ τούτη τὴν πρόσκαιρη ζωὴ νὰ διέλθουμε εἰρηνικά, καὶ νὰ εἰσέλθουμε σ’ ἐκείνη τὴν αἰώνια καὶ ἀτελεύτητη, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας μας καὶ ὅλων τῶν ἁγίων. Ἀμήν!

«Μωσῆς τῷ καιρῷ τῆς ἐγκρατείας». Ψάλλει ὁ πρωτοψάλτης τῆς Ἱ. Μ. Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου

Μωσῆς τῷ καιρῷ τῆς ἐγκρατείας, Νόμον ἐδέξατο, καὶ λαὸν ἐπεσπάσατο, Ἠλίας νηστεύσας, οὐρανοὺς ἀπέκλεισε· τρεῖς δὲ Παῖδες Ἀβραμιαῖοι, τύραννον παρανομοῦντα, διὰ νηστείας ἐνίκησαν. Δι’ αὐτῆς καὶ ἡμᾶς Σωτὴρ ἀξίωσον, τῆς Ἀναστάσεως τυχεῖν, οὕτω βοῶντας· Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος ἰσχυρός, Ἅγιος ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς.

«Μωσῆς τῷ καιρῷ τῆς ἐγκρατείας», ἦχος πλ. β΄. Δοξαστικὸν αἴνων Α΄ Κυριακῆς νηστειῶν.

Ψάλλει ὁ πρωτοψάλτης τῆς ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου.

Ζωντανὴ ἠχογράφηση ἀπὸ τὴν Θ. Λειτουργία, ποὺ τελέσθηκε στον ἱ.ν. ἁγίου Μάμαντος Μόρφου, τὴν Κυριακὴ 5 Μαρτίου 2023.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ: «Ἀνάβοντας τὸν ἀναπτήρα τῶν ἁγίων»: ΛΔ΄ (34η) Πνευματικὴ σύναξη διαλόγου μὲ τὸν Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεόφυτo στὸ χωριὸ Ἔμπα στὴν Πάφο (11/04/2024)

Φέρεται εἰς γνῶσιν τοῦ εὐσεβοῦς πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας ὅτι, τὴν Πέμπτη 11 Ἀπριλίου, 2024 καὶ ὥρα 7:00 μ.μ. στὸν ἱερὸ ναὸ Ἀποστόλου Ἀνδρέου στὸ χωριὸ Ἔμπα στὴν Πάφο, θὰ πραγματοποιηθεῖ  ἡ ΛΔ΄ (34η)  πνευματικὴ σύναξη διαλόγου «Ἀνάβοντας τὸν ἀναπτήρα τῶν ἁγίων» μὲ τὸν Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεόφυτο, στὸ πλαίσιο τῆς σειρᾶς ὁμιλιῶν μὲ θέμα «Ἡ θεραπευτικὴ ἀγωγὴ τῆς Ὀρθοδόξου Πνευματικῆς Παραδόσεως», ποὺ διοργανώνει ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις Πάφου.

Ἀνακοίνωση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πάφου: