O Άγιος Oσιομάρτυς Nικόλαος ο νέος ο εν Bουνένη, ξίφει τελειούται
Ω Nικόλαε διττόν είληφας στέφος,
Όσιος οία και αθλητής Kυρίου.
Άγιος Νικόλαος ο εν Βουνένοις
Oύτος ο Άγιος Oσιομάρτυς Nικόλαος εκατάγετο από τα μέρη της Aνατολής, εγεννήθη δε από γονείς ευγενείς και θεοσεβείς. Eυθύς λοιπόν από την αρχήν έδειχνεν ο αξιέπαινος Nικόλαος ούτος ποταπός έχει να κατασταθή εις το ύστερον, επειδή, απεστρέφετο μεν τας συνομιλίας των ομηλίκων του νέων, ηγάπα δε τας συναναστροφάς των γερόντων και φρονίμων ανθρώπων. Όταν δε έφθασεν εις ηλικίαν, εσυναριθμήθη με τα βασιλικά στρατεύματα, επειδή ήτον πολλά ανδρείος κατά το σώμα. Όθεν εις ολίγον καιρόν τόσας ανδραγαθίας έκαμεν εις τους πολέμους, ώστε οπού έγινεν εις όλους ονομαστός και περίφημος. Διά τούτο και ο του τότε καιρού βασιλεύς των Pωμαίων, ακούσας την φήμην του Oσίου, εμήνυσεν αυτώ και επήγεν εις το παλάτιον. Bλέπωντας δε αυτόν λόγιον, και εις τα έργα και πράξεις πολλά επιτήδειον, τον έκαμε δούκα μιάς επαρχίας, παραδούς εις αυτόν στρατιώτας διά να του υποτάσσωνται. Eπειδή δε κατά τους καιρούς εκείνους αποστάτησαν οι άνθρωποι της Θετταλίας από τον βασιλέα, και δεν ήθελαν να πληρώνουν τα βασιλικά δοσίματα, διά τούτο ο βασιλεύς έστειλε τους τοπάρχας της Aνατολής ομού και τον θαυμαστόν τούτον Nικόλαον, διά να πολεμήσουν τους αποστάτας. Όθεν πηγαίνωντας ο Nικόλαος ομού με τους στρατιώτας του εις την Θεσσαλονίκην, την πρωτεύουσαν πόλιν της Θετταλίας, επολέμησαν και ενίκησαν τους Θεσσαλονικείς, και έκαμαν αυτούς να δίδουσι πάλιν εις τον βασιλέα τα πρότερα δοσίματα. Πηγαίνοντες δε και εις την Λάρισσαν, επολέμησαν αυτήν. Aλλ’ επειδή εις τον πόλεμον αυτόν ενικήθησαν οι Pωμαίοι, διά τούτο ο Nικόλαος βλέπωντας πως εκινδύνευεν η ζωή του, ανεχώρησεν από τον πόλεμον, και καταφρονήσας κόσμον και τα εν κόσμω, επήγεν εις το βουνόν της Bουνένης. Eκεί δε ευρών μερικούς Mοναχούς ησυχάζοντας, έγινε και αυτός Mοναχός, και έμεινε μαζί με εκείνους αγωνιζόμενος, με νηστείαν, με προσευχήν, με αγρυπνίαν, και με κάθε άλλην σκληραγωγίαν και άσκησιν.
Άγιος Νικόλαος ο εν Βουνένοις
Aλλ’ ο μισόκαλος Διάβολος, μη υποφέρωντας να βλέπη την κατά Θεόν πολιτείαν των Mοναχών εκείνων, εσήκωσε το έθνος των αθέων Aβάρων εναντίον της Δύσεως. Όθεν αυτοί περιπατούντες και κουρσεύοντες πολλά κάστρα και χώρας, έφθασαν και έως εις την Λάρισσαν, και εις τα εκείσε περίχωρα, τα Φέρσαλα, λέγω, και την Eλασσώνα, και Bόλον, και Ζαγοράν. Kαι τόσον πολλά εταπείνωσαν τους εκεί ευρισκομένους Xριστιανούς, εις τρόπον ότι και εβίαζαν αυτούς να αρνηθούν μεν τον Δεσπότην Xριστόν τον αληθινόν Θεόν, να προσκυνήσουν δε τα είδωλα. Tούτων ούτω γινομένων, εκεί οπού ο Όσιος επροσηύχετο μαζί με τους άλλους συνασκητάς του (οίτινες ήσαν δώδεκα εις τον αριθμόν) ήλθε την νύκτα Άγγελος Kυρίου, και τους είπε να ετοιμασθούν, διατί μετά ολίγον έχουν να μαρτυρήσουν διά τον Xριστόν, και να λάβουν τους στεφάνους της αθλήσεως. Mετά ολίγας λοιπόν ημέρας επήγαν οι Άβαροι εις την Σκήτιν, και τους μεν άλλους Oσίους, αφ’ ου ετιμώρησαν με διάφορα βάσανα, τελευταίον τους απεκεφάλισαν. Tον δε Όσιον τούτον Nικόλαον, βλέποντες πως ήτον ωραίος κατά το σώμα, και φρόνιμος κατά την ψυχήν, άρχισαν να τον παρακινούν με κολακείας διά να αρνηθή τον Xριστόν, και να προσκυνήση τα αναίσθητα είδωλα. Eπειδή δε ο Άγιος έμενε στερεός εις την ευσέβειαν, διά τούτο οι βάρβαροι Άβαροι, έδειραν μεν αυτόν πρώτον τόσον πολλά, ώστε οπού άλλαξαν δύω και τρεις φοραίς οι δέρνοντες αυτόν δήμιοι. Έπειτα δέσαντες αυτόν εις ένα δένδρον, τον εσαΐτευον. Eίτα επήραν το εδικόν του κοντάρι και τον ελόγχευαν. Eις όλον δε το ύστερον, βλέποντες ότι ο Άγιος ήτον αδύνατον να μετασαλεύση από την του Xριστού πίστιν, διά τούτο απεκεφάλισαν αυτόν, και ούτως έλαβεν ο αοίδιμος τον στέφανον της αθλήσεως. Tο δε άγιον αυτού λείψανον έμεινεν άταφον εις το βουνόν εκείνο, φυλαττόμενον από θείους Aγγέλους αβλαβές και αδιάφθορον. Ύστερον δε εφανερώθη διά θαύματος του Aγίου, το οποίον έως την σήμερον λωβούς ιατρεύει, χωλούς ανορθοί, και άλλας διαφόρους ασθενείας ιατρεύει εκείνων, οπού μετά πίστεως τούτω προστρέχουσιν. (Tον κατά πλάτος Bίον τούτου και την ασματικήν Aκολουθίαν όρα εν τη ιδιαιτέρα εκδεδομένη αυτού φυλλάδι.)
O Άγιος Mάρτυς Eπίμαχος ο νέος ξίφει τελειούται
Aνείλεν Eπίμαχον αθλητήν ξίφος,
Θείον μαχητήν ευσθενή κατά πλάνης.
Oύτοι οι ανωτέρω Άγιοι, ο Eπίμαχος, λέγω, και ο Γορδιανός, εκατάγοντο από την Pώμην. Eπειδή δε ωμολόγουν παρρησία τον Xριστόν, διά τούτο και επιάσθησαν, και αναγκασθέντες από τον άρχοντα διά να αρνηθούν τον Xριστόν, και να θυσιάσουν εις τα είδωλα, δεν επείσθησαν. Όθεν βασανισθέντες με διαφόρους βασάνους, ύστερον απεκεφαλίσθησαν, και έλαβον της αθλήσεως τους στεφάνους. Tελείται δε η αυτών Σύναξις εις τον Nαόν του Aγίου Mάρτυρος Στρατονίκου.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Αν γυρίσης τον κόσμο, θα δης πως δεν θάβρης παρά σπάνια ευτυχισμένους ανθρώπους, και κείνους με λιγόχρονη κι άστατη ευτυχία, πικραμένους όμως θα βρης πολλούς, σε κάθε πάτημά σου. Αδέρφια σου στη χαρά δεν θα βρης πολλά, μα αδέρφια στην πίκρα θα βρης πάρα πολλά.
Αυτό φανερώνει πως τούτος ο κόσμος είναι ένας τόπος που έρχεται ο άνθρωπος για να δοκιμασθή κι’ όχι για να ευτυχήση. Αφήνω πως ευτυχία δεν είναι η καλοπέραση του κορμιού, κι’ αυτό φαίνεται τρανώτατα από το ότι οι καλοπερασμένοι κ’ οι πλούσιοι δεν είναι ευτυχισμένοι, αλλά κάνουνε τον ευτυχισμένο και στο τέλος βαριούνται τη ζωή τους…
Πίνουνε από ένα νερό που δεν ξεδιψά τον άνθρωπο. Και το μονάχο νερό που ξεδιψά είναι εκείνο που αποζητά η ψυχή.
Η ψυχή μπορεί να είναι ευτυχισμένη και μέσα σ’ ένα κορμί δυστυχισμένο, κακοπερασμένο και στερημένο, άρρωστο κι’ ασκημισμένο. Αυτό είναι το παράδοξο. Η πίστη κ’ η ελπίδα είναι η χαρά της ψυχής,και κοντά στην ψυχή που νοιώθει την χαρά αυτή, δροσίζεται κι’ ανακουφίζεται και το σώμα, κι’ ας είναι κακοπαθιασμένο. Ίσια-ίσια μέσα σε τέτοιο κορμί η ψυχή λυτρώνεται και χαίρεται, ερχόμενη σε κατάνυξη. Για τούτο είπε το γλυκύτατο στόμα του Χριστού: “Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται”, “μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης, ότι αυτών εστιν η βασιλεία των ουρανών”, “μακάριοι οι κλαίοντες νυν, ότι γελάσετε. Πλην ουαί υμίν τοις πλουσίοις, ότι απέχετε την παράκλησιν υμών”, που θα πη “αλλοίμονο σε σας τους πλούσιους, τους ξεκούραστους, τους καλοπερασμένους, γιατί δεν θα βρήτε πουθενά παρηγοριά”. Κι’ ο απόστολος Παύλος λέγει πως οι χριστιανοί φαίνουνται λυπημένοι, μα από μέσα χαίρουνται “ως λυπούμενοι, αεί δε χαίροντες”, γράφοντας στους Κορινθίους. Και στους Κολασσαείς γράφει: “Νυν χαίρω εν τοις παθήμασί μου”, “έχω χαρά, λέγει, που βασανίζουμαι για τον Χριστό”. Κι’ αλλού γράφει πως σαν παρακάλεσε τον Χριστό να τον ανακουφίση λίγο από τους πειρασμούς, ο Κύριος του είπε: “Σου φτάνει η χάρη μου, γιατί η δύναμή μου με τη δική σου αδυναμία φανερώνεται”, δηλαδή “δεν παίρνω από πάνω σου τις δυστυχίες, γιατί μ’ αυτές η ψυχή σου δυναμώνει και νοιώθει τη χαρά της αθανασίας”…
Μια από τούτες τις μέρες βρέθηκα σ’ ένα βουνό πυκνοδασωμένο και μοσκοβολημένο, και σαν να ξαναγεννήθηκα. Περπατούσα σ’ ένα έρημο μονοπάτι, κι’ ανάσαινα το δροσερό αγεράκι που κατέβαινε από τις ραχούλες, και δόξαζα τον Θεό που μπορούμε ακόμα να καταφεύγουμε σε τούτη την αγνή πλάση, που είναι ως τα σήμερα όπως την έφτιαξε η σοφία κ’ η αγάπη Του, μακρυά από την πνιχτική βρώμα της αλεποφωλιάς που τη λένε πολιτεία, και που βράζει μέσα της κάθε λογής αμαρτία, κακία, πονηριά, κάθε λογής ασκήμια, μ’ όλα τα ψεύτικα στολίδια που στολίσανε αυτή τη σιχαμερή πόρνη οι εραστές της.
Εκεί που περπατούσα, βλέπω να βγαίνη από το δάσος μια μικροκανωμένη γυναίκα, μ’ ένα σακκί στον ώμο. Ήτανε ξυπόλητη, με το κεφάλι τυλιγμένο μ’ ένα τσεμπέρι, και βαστούσε στο χέρι της ένα ραβδί. Σαν ήρθε κοντά μου με χαιρέτησε μ’ έναν έμορφον χαιρετισμό, ταπεινά και λίγο φοβισμένα. Το πρόσωπό της ήτανε πολύ εκφραστικό και συμπαθητικό, αλλοιώτικο από τα πρόσωπα που βλέπουμε στην πολιτεία, που είναι γεμάτα αφηρημάδα, αδιαντροπιά, αδιαφορία, ανέκφραστες μάσκες. Με κύτταζε με προσοχή σαν μιλούσε, και με περισσότερη προσοχή μ’ άκουγε όποτε της απαντούσα. Η όψη της ήτανε βασανισμένη, μα γεμάτη αξιοπρέπεια, ταπείνωση και σεμνότητα. Το μικρό πρόσωπό της, τυλιγμένο με το τσεμπέρι, ήτανε ψημένο από τον αγέρα κι’ από τον ήλιο. Η μύτη της ήτανε μικρή, το στόμα της είχε λίγο χνούδι σαν μουστάκι, που την έκανε να μοιάζη με τον άγιο Εφραίμ τον Σύρο, όπως είναι ζωγραφισμένος στις αρχαίες εικόνες. Τα μάτια της όμως ήτανε τόσο εκφραστικά κ’ η ομιλία της τόσο σπουδαία, απονήρευτη και συμπαθητική, που τραβούσε τον άνθρωπο σαν μαγνήτης. Το σώμα της ήτανε κοκκαλιάρικο και πολύ σβέλτο, και μ’ όλο που ήτανε κακοντυμένη και ξυπόλητη, είχε επάνω της κάποιο ανεξήγητο μεγαλείο, τόσο, που ν’ απορή κανένας και να συλλογίζεται γιατί δεν βρίσκουνται πια τέτοιοι άνθρωποι ανάμεσά μας.
Μου μίλησε πρώτα για την πίστη μας, που μας έδωσε ο Χριστός να τη φυλάγουμε καλά για να μην την χάσουμε, ας είναι και με το αίμα μας. “Αμ’ τί έχουμε πιο ακριβό από την πίστη μας;”.
Μου μίλησε για τα πρόβατα που τα φύλαγε ο γυιος της και κείνη η ίδια, μου μίλησε για τα βάσανα που τραβάνε με τους βαρειούς χειμώνηδες και για κάποιους “επίσημους ανθρώπους” που έρχουνται από την Αθήνα με συνοδεία και που τους φοβερίζουνε πως θα πάρουνε τις βοσκές και που λένε πως δεν χρειάζουνται τα πρόβατα και πως θα τα διώξουνε, επειδή στα βουνά κάνουνε περίπατο οι άνθρωποι που έρχουνται από τα ξένα μέρη, και που δεν θέλουνε να βλέπουνε πρόβατα που κοπρίζουνε, μηδέ γιδερά, αλλά μονάχα δέντρα. “Έλα, Χριστέ και Παναγιά, μου λέγει. Η κοπριά που κάνουνε τα πρόβατα, μοσκοβολά. Η δική μας η κοπριά βρωμά, η ανθρωπινή. Εμένα ο παππούς μου κι’ ο προπάππος μου, ο πατέρας μου κι’ ο άντρας μου κι’ όλοι οι συγγενοί μου, αυτή τη δουλειά κάνανε, με τα ζωντανά ζούσανε. Τα βιβλία γράφουν πως αυτή η δουλειά είναι βλογημένη, γιατί είναι η πρώτη που έκανε ο άνθρωπος, πριν να μάθη να σπέρνη και να θερίζη. Κι’ ο Χριστός μας αυτή τη δουλειά έκανε, σαν ήτανε μικρός, και σαν του πήρανε κ’ εκείνου τα πρόβατα, έγινε διακονιάρης, για τούτο άμα έρχεται στο σπίτι σου διακονιάρης, πρέπει να του δίνης ελεημοσύνη, γιατί είναι του Χριστού αδερφός. Εκείνος έκανε τα βουνά και τα φυτουργήματα, για να βοσκάνε τα ζωντανά, να πίνη ο κόσμος γάλα, να τρώγη τυρί και να ντύνεται με το μαλλί, να τρώγη και το κρέας. “Α!; Το γάλα, το κρέας και το μαλλί το θέλουνε οι άνθρωποι που έρχουνται από την Αθήνα με τ’ αυτοκίνητα; Ε; Τα κακόμοιρα τα πρόβατα τους μποδίζουνε, δεν τα θέλουνε. Εμ γιατί, μαθές; Πειράζουν κανέναν; Ενοχλούν κανέναν; Ημείς ζούμε κρυφά απ’ τον Θεό. Ήμαστε καλοί άνθρωποι, άβλαβοι, σαν τα πρόβατα που έχουμε“.
Μου είπε τα οικογενειακά της, τα βάσανά της, ήσυχα, χωρίς να κλαίγεται για να την λυπηθώ. Καρτερία κ’ υπομονή. Την ρώτησα πως τη λένε. Μούπε: “Λέγουμαι Ελένη Σφέτσα, κ’ έχω πέντε παιδιά και τέσσαρα αγγόνια. Του λόγου σου έχεις οικογένεια;”. Της είπα κ’ εγώ τα δικά μου, και μούπε “Να τα χαίρεσαι!”. Ακουμπισμένη στο ραβδί, με κύτταζε σαν να με ήξερε από χρόνια.Είχα μπροστά μου έναν άνθρωπο που τον ένοιωθε η καρδιά μου, που του είχα εμπιστοσύνη, έναν άνθρωπον απλόν και καθαρόν, αξιαγάπητον, καλοκάγαθον, ελεύθερο, χωρίς εγωισμό, δίχως φιλοδοξίες, δίχως μπερδεμένα πράγματα μέσα του, έναν ξεκουραστικόν άνθρωπο, μια αληθινή εικόνα του Θεού. Τέτοιον άνθρωπο ξεσυνηθίσαμε να βλέπουμε.
Με ρώτησε ταπεινά: “θέλεις να κοπιάσης στο φτωχικό μας να ξεκουρασής; Να, εδώ παρακάτω είναι. Κοντά στον Αγι’ Αντώνη, την εκκλησιά. Φαίνεσαι της θρησκείας άνθρωπος”.
Της είπα πως θα πάγω άλλη φορά και χωριστήκαμε. Πήρε το σακκί της, και σε μια στιγμή χάθηκε στα δεξιά του δρόμου, πίσ’ από τα δέντρα.
Τράβηξα τον δρόμο μου συλλογισμένος και συγκινημένος. Θυμήθηκα ένα συναξάρι που γράφει για μια τέτοια γυναίκα και που τη λέγει “η ορεινή γυνή”.
Ύστερ’ από λίγες μέρες πήγα πάλι κατά τα λημέρια της κυρά Λένης. Βρήκα τον Αγι’ Αντώνη, ένα μικρό εκκλησάκι, φτωχό σαν και κείνη. Φτάνοντας απ’ έξω άκουσα σιγανές ψαλμωδίες. Ήτανε Σαββατόβραδο, παραμονή της Σαμαρείτιδος.
Μπήκα μέσα ήσυχα, να μη με πάρη κανένας είδηση. Τον εσπερινό τον έκανε ένας μεσόκοπος παπάς με αρχαία όψη. Ο ψάλτης ήτανε πιο νέος, κ’ έψελνε πολύ κατανυχτικά και ταπεινά. Όλοι-όλοι οι προσκυνητές ήτανε πεντέξη, γυναίκες, τρεις άντρες βουνήσιοι, κ’ ένα παιδάκι που υπηρετούσε τον παπά. Όπως ήτανε σκοτεινά, κρύφτηκα πίσω από μια γωνιά. Κείνη την ώρα έψελνε ο ψάλτης το δοξαστικό της Σαμαρείτιδος, ένα από τα πιο εξαίσια τροπάρια, που όποτε τ’ ακούσω να τα ψέλνη κανένας καλλίφωνος και ευλαβής ψάλτης, νοιώθω τόση συγκίνηση, που τρέχουνε δάκρυα από τα μάτια μου. Φαντάσου, αγαπητέ αναγνώστη, τι συγκίνηση ένοιωσα κείνη την ώρα, μέσα στην ταπεινή εκείνη εκκλησιά, μαζί με τους βουνήσιους ανθρώπους και με την κυρά Ελένη, ακούγοντας εκείνο το τροπάρι να το ψέλνη με βαθειά κατάνυξη ο καλλίφωνος και ταπεινός ψάλτης του βουνού, που δεν τον ήξερε κανένας. Ήρθανε στο νου μου τα λόγια της κυρά Λένης “Εμείς ζούμε κρυφά από τον Θεό”, κ’ έλεγα μέσα μου “Πόσο κοντά στον Θεό ζούνε τούτοι οι αληθινοί Χριστιανοί!”.
“Έχω ακούσει πολλούς ψαλτάδες. Μα σαν κ’ εκείνον τον ψάλτη σε κείνον τον εσπερινό δεν άκουσα άλλον κανέναν. Θα τον θυμάμαι με κατάνυξη ως που να πεθάνω. Από κείνη τη μέρα έψαλα μοναχός στο σπίτι μου πολλές φορές το δοξαστικό της Σαμαρείτιδος, για να θαρρώ πως ξαναβρίσκουμαι στον Αγι’ Αντώνη του βουνού:
“Παρά το φρέαρ του Ιακώβ ευρών ο Ιησούς την Σαμαρείτιδα, αιτεί ύδωρ παρ’ αυτής ο νέφεσι καλύπτων την γην. Ω, του θαύματος! ο τοις Χερουβίμ εποχούμενος πόρνη γυναικί διελέγετο, ύδωρ αιτών ο εν ύδασι την γην κρεμάσας, ύδωρ ζητών ο πηγάς και λίμνας υδάτων εκχέων…”
Σ’ όλον τον εσπερινό ένοιωθα ζωηρά πως μαζί μου κάνανε την προσευχή τους εκείνοι οι ταπεινοί κ’ οι συντετριμμένοι, και μια θεϊκή φλόγα δρόσιζε την καρδιά μου. Με τρόπο έρριχνα καμμιά κρυφή ματιά κατά το μέρος που στεκόντανε οι γυναίκες και σταυροκοπιόντανε, με τα μακρυά χοντροφούστανα, με τα τσεμπέρια, οι περισσότερες ξυπόλητες, βασανισμένες. Τέτοιες γυναίκες αγιασμένες και καταφρονεμένες πού να βρεθούνε σήμερα! Ανάμεσά τους ήτανε κρυμμένη κ’ η Ελένη Σφέτσα, ακόμα πιο εκφραστική και πιο ταπεινή απ’ όσο την είχα δη την πρώτη φορά στο βουνό, αληθινό εικόνισμα κάποιας αγίας ζωγραφισμένο από αρχαίον ζωγράφο, από κείνα που λες πως δεν τα έκανε χέρι ανθρώπινο, αλλά πως τυπωθήκανε από τη θεϊκή χάρη. Έσκυβε το κεφάλι της και μαζευότανε, σαν νάθελε να κρυφτή πίσω από τις άλλες να μη φαίνεται. Μιαν άλλη νεώτερη, είχε και κείνη όψη αγιασμένη. Στεκότανε κρυμμένη πίσω από μια πιο ψηλή, και κύτταζε με ταπείνωση και με ευλάβεια κατά το τέμπλο, και δεν έπαψε μήτε μια στιγμή να κάνη τον σταυρό της, αργά και με προσοχή. Είχε το ένα χεράκι της στο στήθος της και κρατούσε σεμνά ένα μαντήλι διπλωμένο, και με το άλλο έκανε τον σταυρό της. Τ’ ακουμπούσε πρώτα στο μέτωπό της κάμποση ώρα, σαν να συγκέντρωνε τη διάνοιά της, υστέρα το κατέβαζε χαμηλά κάτω από το στήθος της, κατόπι το πήγαινε στον δεξίν ώμο της και τέλος στον αριστερό, με μια κίνηση που δεν περιγράφεται. Το πρόσωπό της, που το έκρυβε ολοένα, σκύβοντας πίσω από τις άλλες γυναίκες, ήτανε γεμάτο από ταπείνωση, υπομονή, κ’ εγκαρτέρηση. Ήτανε σαν το αγριολούλουδο που κρύβεται ντροπαλά κάτω από την πέτρα. Τα χέρια της και το σταυροκόπημά τους δεν θα τα ξεχάσω ποτέ, θ’ απομείνουνε μέσα στην ψυχή μου για πάντα.
Ω! Τί πνευματικός δείπνος μέσα σε κείνο το σκοτεινό και ξεχασμένο εκκλησάκι, που δεν το ήξερε κανένας! Ποιός από τους σημερινούς τετραπέρατους ανθρώπους που θαρρούνε πως τα ξέρουνε όλα, θα καταδεχότανε να μπη μέσα, να απογευτή από τη μυστική αμβροσία κι’ από το μυστικό νέκταρ, μαζί με τις φτωχές γυναίκες και με τους τσομπάνηδες; Πού να ξέρουνε πως από την περηφάνεια τους είναι καταδικασμένοι να ζούνε μακριά από το αθάνατο νερό που έδωσε ο Κύριος στη Σαμαρείτιδα;
Ανάμεσα σ’ αυτούς τους ακατάδεχτους κατάδικους, βρίσκουνται κ’ οι “επίσημοι άνθρωποι”, που μούλεγε η κυρά Λένη που έρχουνται από την Αθήνα και που δεν θέλουνε να βλέπουνε πρόβατα και τσομπάνηδες.
Θεέ μου, γιατί να βρίσκουνται πάντα σε διωγμό οι αγαπημένοι σου σε τούτον τον κόσμο• Αυτούς που δεν πειράζουνε κανέναν, γιατί να τους πειράζουνε όλοι; Γιατί να κινδυνεύουνε να εξοντωθούνε οι ταπεινοί κ’ οι άβλαβοι κι’ όσοι πιστεύουνε σε Σένα και προσκυνούνε το υποπόδιο των ποδών Σου; Προστάτεψέ τους, Κύριε, για να μην πάψη να λατρεύεται το πανάγιο όνομά Σου απάνω στα βουνά από τους ταπεινούς ανθρώπους.
(Απόσπασμα από το βιβλίο “Ασάλευτο Θεμέλιο”, Φώτη Κόντογλου, Εκδόσεις Ακρίτας)
«Μεσούσης της εορτής διψώσάν μου την ψυχήν ευσεβείας πότισον νάματα· ότι πάσι, Σωτήρ εβόησας· ο διψών ερχέσθω προς με και πινέτω. Η πηγή της ζωής, Χριστέ ο Θεός, δόξα σοι».
Αυτό είναι το υπέροχο απολυτίκιο της μεγάλης δεσποτικής εορτής της Μεσοπεντηκοστής, ο μέσος σταθμός ημερών μεταξύ του Πάσχα και της Πεντηκοστής. «Ευρισκόμενοι στο μέσο της εορτής, πότισε τη διψασμένη μου ψυχή με τα νάματα της ευσέβειας. Διότι Εσύ Σωτήρα διαλάλησες προς όλους: “Όποιος διψά, ας έρχεται σε εμένα και ας πίνει”. Χριστέ ο Θεός, Εσύ που είσαι η πηγή της ζωής, δόξα σε Εσένα».
Η δίψα για τον Χριστό είναι κάτι που ατονεί μέσα μας, όσο περιπλανιόμαστε απρόσεκτοι στην έρημο του κόσμου. Πολλές φορές θυμόμαστε τη δίψα για την παρηγοριά του Χριστού μόνο στις συμφορές και τις ξαφνικές δοκιμασίες. Ο Θεός μας έχει οικονομήσει τόσες γάργαρες πηγές για να σβήνουμε τη δίψα μας, κι όμως εμείς συχνά βλέπουμε τη δροσιά ως πάρεργο και αγγαρεία. Η ψυχή αδημονεί για την πόση χάριτος, κι εμείς αρκούμαστε σε λίγες σταγόνες ίσα να μην πάθουμε αφυδάτωση.
Δεν διψάμε για την εξομολόγηση και πολλές φορές μας φαίνεται «βουνό». Δεν διψάμε για προσευχή, αλλά βιάζουμε τον εαυτό μας σαν να πρόκειται για κάτι τυπικό. Δεν διψάμε να μελετήσουμε τον λόγο του Θεού και προτιμούμε να βομβαρδιζόμαστε με χιλιάδες βλαβερές πληροφορίες. Δεν διψάμε να πάμε νωρίς στη Θεία Λειτουργία, αλλά προτιμούμε να εκκλησιαστούμε ίσα – ίσα για λίγη ώρα, σαν να χτυπάμε «κάρτα» σε κάποια πεζή υποχρέωση.
Με το ένα πόδι στον κόσμο και το άλλο στην εκκλησία, πατάμε σε δύο ασύμφωνες βάρκες περιμένοντας να τραβήξουν ίσια ρότα. Θέλουμε να έχουμε «λίγο απ’ όλα» στις ζωές μας, να κερδίσουμε παράδεισο με βήμα σημειωτόν, με τον ελάχιστο κόπο. Γινόμαστε Χριστιανοί της μετριότητας, όταν στην ψυχή εξασθενεί το αισθητήριο της πνευματικής δίψας. Ο καλός Θεός βέβαια επιβραβεύει και τη σύγκρουση μας με τον νωθρό εαυτό μας, αλλά πόσο τραγικό είναι να ξοδεύουμε μια ζωή με ξηρές τις γλώσσες μας, ενώ γύρω μας αναβλύζουν ορμητικά οι πηγές της αγιότητας;
Ενώ οι μολυσμένοι βούρκοι του κόσμου δεν ξεδιψούν ποτέ τον άνθρωπο αλλά τον κάνουν να εθίζεται όλο και περισσότερο στη λάσπη, τα πεντακάθαρα νάματα του Χριστού είναι ικανά να αρδέψουν κάθε ξηρασία της ψυχής μας, αρκεί να βουτήξουμε ανυπόκριτα στο βάθος του ελέους Του και όχι να τσαλαβουτάμε μίζερα στην επιφάνεια.
Η εορτή της Μεσοπεντηκοστής ετιμάτο με μεγάλη μεγαλοπρέπεια στα χρόνια του Βυζαντίου, με τον Αυτοκράτορα, τον Πατριάρχη και τον πιστό λαό να δοξάζουν τον Τριαδικό Θεό για τα κοσμοσωτήρια γεγονότα της Ανάστασης και της επιφοίτησης του Αγίου Πνεύματος. Στην ευαγγελική περικοπή της ημέρας, αναφέρεται η διδασκαλία του Χριστού στο Ναό του Σολομώντα, ο θαυμασμός των Ιουδαίων για τη σοφία Του, και ο σκανδαλισμός τους για τη μεσσιανική διακήρυξη Του.
Η ίδια ιστορία εξακολουθεί να γράφεται ως σήμερα. Το ύδωρ το ζων ρέει ανάμεσα στις ζωές μας και άλλοι το θαυμάζουν επιφανειακά χωρίς να πίνουν ούτε γουλιά, άλλοι το αποστρέφονται και ζητούν μάταια να το ξηράνουν, κι άλλοι πίνουν φειδωλά ίσα να δροσίσουν τον ουρανίσκο τους. Λίγοι μόνο ζητούν να μεθύσουν στην απεραντοσύνη της θείας χάριτος, με αυτό το γλυκόπιοτο νερό που αενάως ψάχνει να αναπαύσει τον άνθρωπο.
Αν δεν διψάμε για τον Θεό, πάει να πει ότι η αγάπη μας για Εκείνον είναι ξερικό χωράφι που τίποτε το καρπερό δεν θα φυτρώσει. Σκεφτόμαστε καθημερινά τον Θεό; Τον επικαλούμαστε; Ποθούμε να εξερευνούμε τα βάθη της δόξας του; Μιλούμε συχνά για Εκείνον; Τον ομολογούμε; Αναλογιζόμαστε συνεχώς αν τον θλίβουμε; Θυσιάζουμε όλο και περισσότερα θελήματά μας; Αφηνόμαστε στην αγάπη Του ή υπολογίζουμε τι θα πάρουμε και τι θα δώσουμε; Με αυτά τα ερωτήματα ας λογαριάσουμε πόση δίψα έχουμε πράγματι για τον Θεό.
Όπως το νερό είναι το στοιχείο της ζωής για το σώμα, έτσι και ο λόγος του Θεού είναι εκείνος που κρατάει εν ζωή το πνεύμα. Σε μια εποχή ακόλαστη και ακόρεστη, μονάχα το Ευαγγέλιο μπορεί να σβήσει το πυρ που έχει ζώσει την ανθρωπότητα. «Όποιος διψά, ας έρχεται σε εμένα και ας πίνει», μας καλεί ο Χριστός από το «Ιερό» της Βασιλείας Του. Ο Θεός δεν μας έπλασε για μερικές σταλιές χάριτος, αλλά για να χορταίνουμε από τούτη τη ζωή τις αμέτρητες δωρεές Του. Εμπρός λοιπόν να φύγουμε από την έρημο της μετριότητας…
«Κάθε ημέρα στην Εκκλησία ζητάμε τις πρεσβείες των Αγίων. Αυτές οι πρεσβείες είναι ολόκληρη δύναμη, ολόκληρος κόσμος που βγαίνει από τους Αγίους και από τις ενέργειες του Θεού. Οι Άγιοι δεν μεσιτεύουν απλώς. Με το να βλέπουν τον Χριστόν και να γνωρίζουν την ζωή Του, και με το να δέχονται εν Πνεύματι Αγίω τον θείο φωτισμό, ο οποίος θα γίνει πλήρης την ημέρα εκείνη, όταν θα παραβρεθούμε και εμείς μαζί τους, ο Χριστός γίνεται πλέον περιουσία τους και φωτίζουν και εμάς. Διαφωτίζουν τον νου, μας αποκαλύπτουν. Όταν έχω κάτι και μου το ζητήσεις, θα σου το δώσω. Αν έχω δύο χιτώνες, ο Θεός με υποχρεώνει να σου δώσω τον ένα. Ο Άγιος, που έχει τόσο πλούτο από τον φωτισμό του Θεού, δεν θα δώσει και σε μας; Μπορεί να μας το αρνηθεί αυτό; Ο θείος φωτισμός είναι το βαθύτερο και το σπουδαιότερο που μπορούμε να ζητήσουμε από τους Αγίους. Ότι και αν μας λείπει, αποκαθίσταται ή μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτό. Αλλά χωρίς τον φωτισμό, και την γνώση του Αγίου Πνεύματος δεν μπορούμε να ζήσουμε. Η γνώση του Θεού συντηρεί τα κύτταρά μας και ενώνει το πνεύμα μας, μας παριστάνει ενώπιον του Θεού και μας σώζει και μας βάζει στην Βασιλεία των Ουρανών. Η γνώση ή η άγνοια του Θεού, η μικρή ή η μεγάλη, μας κάνει ζωντανούς ή νεκρούς. Για όλους αυτούς τους λόγους ο Άγιος δεν αντέχει να μην εκφράσει την αγάπη του με το να μας πλουτίζει με τον θείο φωτισμό, με το να μας διαφωτίζει στο κάθε μας θέμα.
Επί πλέον, οι Άγιοι δεν κάνουν κάτι μακριά από εμάς, δεν πηγαίνουν πίσω από εμάς για να παρακαλέσουν τον Θεό, αλλά προσεύχονται μαζί μας. Εφ’ όσον είναι πρόσωπα, όταν γονατίζω εγώ, αυτός που κάθε ημέρα είναι με τον Θεό, γονατίζει μαζί μου, συν-γονατίζει, συνιδρώνει, συμπάσχει, συναγωνιά με την δική μου παράσταση ενώπιον του Θεού. Μη σας κάνη αυτό εντύπωση. Εναγώνιος είναι η αγωνία του κάθε Αγίου, μία αγωνία, μία συμμετοχή στην ζωή μας. Εφ’ όσον το Πνεύμα κράζει, «αββά ο πατήρ», και αγωνιά μαζί μας, εφ’ όσον ο Πατήρ και η κτίσις αγωνίζονται μαζί μας, δεν θα αγωνισθεί ο Άγιος για μας όταν τον επικαλούμαστε και δι’ αυτού επικαλούμαστε την Χάρη του Θεού; Και είναι τόσο εύκολη αυτή η πράξις! Κάνεις μια μικρή επιστράτευση και υποχρεώνεις όλους τους Αγίους να γονατίσουν μαζί σου. Μα, θα μου πείτε, συναγωνιά μαζί μου στα προβλήματα και στα θέματα της ζωής μου ο Άγιος; Γιατί;
Εμείς είμαστε άνθρωποι ακόμη, φέρομε το σαρκικό αυτό περίβλημα, έχομε την χονδροείδεια του μυαλού μας και της καρδιάς μας και δεν έχομε σταθερότητα στην πορεία μας. Τώρα μπορεί να κλαίω και μετά να γελάω. Τώρα να ζητώ κάτι από τον Θεό και μετά να αναρωτιέμαι γιατί το ζητώ. Ή τώρα να ζητώ κάτι και μετά να το ξεχνώ. Τώρα να υπόσχομαι κάτι και μετά να κάνω το αντίθετο. Τώρα να ορκίζομαι στον Θεό πως θα μετανοήσω και μετά να περιπίπτω στην ίδια αμαρτία με την δική μου γνώμη και βουλή. Δεν έχω δει τον Θεό με τα μάτια μου τα σαρκικά, όπως Τον θέλω εγώ, δεν μου παρέχει ο Θεός τον εαυτό Του, όπως εγώ θα το ήθελα ή το φανταζόμουν, και Του εκφράζω τις αφέλειές μου, τα παιδιαρίσματά μου, παίζω μαζί Του και έτσι με τα καμώματά μου χάνω τον Θεό, χάνω τον Παράκλητο μέσα από τα χέρια μου.
Ο Άγιος από την μια έχει ενώπιον του την βεβαιότητα του Θεού, την αγάπη του Θεού, όλη· την θεία οικονομία, και μπορεί να πιάσει όλα αυτά τα Δώρα του Θεού και να μας τα δώσει, και από την άλλη έχει εμάς τους ανίδεους και χονδρούς ανθρώπους και δεν ξέρει τι να κάνη μαζί μας. Δεν είναι βέβαιος, αν μετά από μισή ώρα θα μείνομε πιστοί στην υπόσχεση που του δίνομε τώρα, αν αύριο θα τον ξανακαλέσομε για να συν-γονατίσει μαζί μας. Έχουμε την βούληση μας και αύριο μπορεί να τον ξεγελάσουμε, και τότε θα αναγκασθεί να παραστεί κενός ενώπιον του Θεού. Κάποιος Γέροντας παρακαλούσε την Παναγία για τους υποτακτικούς του και μία ήμερα είδε στο όνειρό του τον Χριστόν να της λέγει: Πήγαινε, Μητέρα μου, και μη με ξεγελάς άλλο· τους βλέπεις ότι είναι αμετανόητοι. Πόσες και πόσες φορές οι άγιοι παίρνουν την ίδια απάντηση, όταν εμείς τους ζητάμε και εν συνεχεία με τον τρόπο που ζούμε, με τον τρόπο που πιστεύουμε με τον τρόπο που συμπεριφερόμαστε στο Θεό και τους συνανθρώπους μας τους εγκαταλείπουμε!
Οι Ἀγιοι λοιπόν ενεργούν οι ίδιοι, μεσιτεύουν για μας και μας φωτίζουν, συμπροσεύχονται μαζί μας και συναγωνιούν, συμπάσχουν και συμμετέχουν στην δική μας πάλη. Όλα αυτά τα κάνουν από μόνοι τους. Εμείς καλούμε τον Άγιο, του ζητάμε αυτό που θέλομε, καμιά φορά με πολύ δισταγμό, και ο Άγιος αναλαμβάνει το δικό μας υστέρημα να το αναπληρώσει. Προσπαθεί και εμάς να ζωογονεί και τον Θεό να συγκινεί. Όπως φέρνεις έναν λογιστή και σου κάνει στο ακέραιο την εργασία, εσύ όμως δεν ξέρεις τι σου έκανε, όπως εμπιστεύεσαι τον γιατρό και σου διανοίγει τα σπλάγχνα, αλλά εσύ δεν πονάς ούτε καταλαβαίνεις τίποτε, έτσι ακριβώς καλείς τον Άγιο και όλα τα κάνει μόνος του. Εμείς δεν έχομε τίποτε να κάνουμε, εν συνεχεία πάμε και κοιμόμαστε, ο Άγιος όμως συνεχίζει να κάνει την δουλειά του και συνεχίζει γιατί συνεχίζουν και οι δαίμονες να μας πειράζουν.
Οι Άγιοι παραβιάζουν και τα άδυτα του Θεού. Πόσες φορές η Αγία Γραφή παρουσιάζει τον Θεό μεταμελούμενο! Ασφαλώς, ουδέποτε μεταμελείται ο Θεός, αλλά αυτό δείχνει το πόσο ακούει τους Αγίους Του. Ο Θεός αποκαλύπτεται εμφανώς στους Άγιους, και εκείνοι Τον αποκαλύπτουν και σε μας. Μας μεταφέρουν δηλαδή, τα άδηλα και τα κρύφια της γνώσεως του Θεού, σύμφωνα με την Θεία Οικονομία και Θεία Πρόγνωση. Οι Άγιοι είναι ο παρατεινόμενος Χριστός στην ζωή μας και οι δικοί μας προστάτες και πρεσβευτές. Αφού προσκαλέσουμε τόσο απλά τους Αγίους, με την Ιερά Εικόνα, τα Ιερά Λείψανά τους, τον νου μας, οι Άγιοι γίνονται η ζωντανή συντροφιά μας και επειδή ο Άγιος είναι αχώριστος από τον Θεό, είναι μαζί του και ο Θεός και αν εγώ ακόμα είμαι μέσα στην αμαρτία, μέσα στην δυσωδία, και δεν μπορεί να ενεργήσει σε μένα ο Θεός, ακόμη και αν δεν το νιώθω, το νιώθω, το πιστεύω ότι μαζί με τον Άγιο είναι και ο Θεός και άρα λειτουργεί για μένα ο Θεός, διά του Αγίου μας.
{…} Οι Άγιοι είναι για μας ευφροσύνη. Πόσες φορές κουβεντιάζαμε για να απαλλαγούμε από το βάρος της μοναξιάς! Πόσες φορές λέμε αηδίες, γιατί είμαστε στενοχωρημένοι και θέλομε να μας φύγει η δυσκολία, ο πειρασμός, η στενοχώρια, ή θέλομε να σπάσουμε τα οχυρά που μας χωρίζουν από τους άλλους! Πόσες φορές έχομε κάποιο σύμπλεγμα μέσα μας από την αμαρτία, την αναπηρία, την μειονεξία μας, και δεν ξέρομε τι να κάνουμε! Βγαίνομε έξω να αναπνεύσουμε αέρα. Για την περίπτωση αυτή οι Πατέρες λένε, αν έλθει ο αδελφός σου και σου πει πως είναι στενοχωρημένος, πέταξε αμέσως το κομποσκοίνι σου, μη τυχόν το δεί και καταλάβει ότι προσευχόσουν, και αμέσως πες του: Αδελφέ μου, τί έχεις; Διαφορετικά θα φερθούν οι Άγιοι; Αφού έτσι κάνουμε εμείς δεν θα φερθεί το ίδιο και αναλόγως καλύτερα ο Άγιος, ο οποίος θα γίνει για μας πραγματική ευφροσύνη; «Ἐγχρονίζει ἡ εὐφροσύνη τοῖς δικαίοις», λέγει η Αγία Γραφή.
Η ευφροσύνη είναι στοιχείο συνακόλουθο, αδιαλείπτως ενωμένο με τον δίκαιο. Αν η Αγία Γραφή λέει αυτό για τους ζώντας δικαίους, οι οποίοι μπορεί να πέσουν, πόσο μάλλον ισχύει για τους Αγίους, οι οποίοι δεν πίπτουν πλέον. Σε αυτούς η ευφροσύνη εγχρονίζει πολύ περισσότερο. Ερχόμενος λοιπόν ο Ἀγιος, έρχεται με την ευφροσύνη, με το χαμόγελο, τα χαρακτηριστικά, τις εμπειρίες, την ζωή του, είναι ο ίδιος, έχει τα ίδια μυαλά, ζει όπως όταν ήταν κάτω στην γη.
Ο Άγιος είναι «ἡ πανήγυριςς μας ἐν τοῖς πρωτοτόκοις», και η συμμετοχή μας στον χορό όλων των Αγίων. Ας θυμηθούμε το όραμα του προφήτου Δανιήλ το σχετικό με την επικράτηση του Χριστού, της Εκκλησίας και των Αγίων. Ο Προφήτης παρουσιάζει με θηρία τα διάφορα έθνη, τα οποία νικώνται από τον Υιό του Θεού και πίπτουν, τον δε Υιό του ανθρώπου ερχόμενον επί νεφελών και τον Παλαιόν των ημερών καθήμενον επί του θρόνου του για να δικάσει την Οικουμένη, τα έθνη, τους βασιλείς, τις ψυχές των ανθρώπων. Τα πάντα εξουθενώνονται, δεν μένει τίποτε, δεν αντιστέκεται τίποτε στον Υιό του ανθρώπου. Σε αυτόν ο Παλαιός των ημερών χαρίζει την αρχή και την τιμή και την βασιλεία. Οι χριστιανοί, επικαλούμενοι τον Θεό, εννοούμε τον Χριστόν. Ότι και αν κάνουμε, θα πούμε. Χριστέ μου. Το ότι ο Πατήρ έδωσε στον Υιό όλη την τιμή, σημαίνει ότι τον έκανε και εκείνον βασιλέα, αρχιερέα, προφήτη, διδάσκαλο, τα πάντα. Και συνεχίζει ο Προφήτης: Ο Παλαιός των ημερών «ἔδωκεν τὸ κρίμα τοῖς ἁγίοις». Οι προφητείες συνήθως έχουν κάτι ανακόλουθο· πρέπει κανείς να δη το νόημά τους με το πρίσμα της ιστορίας και με το πνεύμα των ιδίων των προφητών. Ο Παλαιός των ημερών δεν έδωσε την νίκη σε αυτόν που έδωσε την βασιλεία και την τιμή και την αρχή, αλλά την έδωσε «τοῖς Ἁγίοις». Δηλαδή όλα τα δικαιώματα του Υιού, την αρχή, την εξουσία, την προφητεία, την αρχιερωσύνη, τα παραδίδει στους Αγίους, σε μας τον νέο Ισραήλ. «Καὶ τὴν βασιλείαν κατέσχον οἱ Ἅγιοι». Πόσο εκφραστική η Παλαιά Διαθήκη! Ανοίγεις τις πύλες, μπαίνεις μέσα και παίρνεις τα πάντα υπό την κατοχή σου. Ο Πατήρ παίρνει τα πάντα από τον Υιό, με την αγάπη και την αποδοχή του Υιού, και τα παραδίδει στους Αγίους. Την βασιλεία που είχε χαρίσει στον Υιό, την παίρνομε εμείς.Την τιμή του Υιού την δίνει σε μας.
Οι ι Άγιοι γίνονται φορείς όλων των δυνατοτήτων, των δυνάμεων, των εξουσιών, όλης της οντότητας, του Χριστού. Έτσι ο Χριστός είναι στους Αγίους και οι Άγιοι είναι όπου και ο Χριστός, πανηγύρι πρωτοτόκων, η Εκκλησία, το σύνολο των Αγίων, οι οποίοι λαμβάνουν από τον Θεό την δικαίωση και την νίκη. Ο Χριστός ευχαρίστως τους παραχωρεί τα πάντα, μέχρις ότου έλθει η ώρα που και εμείς θα τα παραδώσουμε σε Εκείνον και Εκείνος θα τα παραδώσει στον Πατέρα. Τότε, θα κλείσει η ιστορία, για να ανοίξει πια η αιωνιότητα , η διαρκής σχέση Θεού και ανθρώπου. «Καὶ τὴν βασιλείαν κατέσχον οἱ Ἅγιοι». Οι Άγιοι πήραν την βασιλεία, την κέρδισαν, την κατέκτησαν, την κρατούν γερά, την κατέχουν, δεν θα την κατάσχουν, τους την έδωσε ο Πατήρ. Οι Άγιοι λοιπόν, τους οποίους προσκαλούμε με την προσευχή μας, έχουν την νίκη, την κατοχή της βασιλείας των Ουρανών. Είναι για μας η δυνατότητά μας, το περιβάλλον μας μέσα στο οποίο συγχαίρουμε και συνεορτάζουμε ενώπιον του Υιού του Θεού, ο Οποίος μας παρέδωσε τα πάντα και μας έκανε κατά χάριν θεούς, διά της προσλήψεως του φυράματός μας.
Πώς οι άγιοι γίνονται για μένα η νίκη; Η νίκη υπήρξε και είναι ο Χριστός. Αυτός «ἐξῆλθε νικῶν», αλλά τη νίκη την παρέδωσε στους Αγίους. Οι Άγιοι είναι η νίκη των δύο κόσμων που φέρω μέσα μου. Από την μια τον κόσμο των παθών μου, που δεν μπορώ να τον κάνω τίποτε. Δεν μπορώ να βάλω τα χέρια μου και να βγάλω τα πάθη από την καρδιά μου. Δεν μπορώ να διώξω τον λογισμό μου, δεν μπορώ να συγκρατήσω τα λόγια μου, διαρκώς μου ξεφεύγουν. Είμαι εμπαθής, μαύρος, δυσώδης και τερατώδης. Από την άλλη όμως μέσα μου υπάρχει και ο κόσμος των θείων επιθυμιών, ο κόσμος της αγάπης του Θεού, το όνειρό μου να πάω στον Ουρανό. Εγώ στέκομαι ενώπιον των Αγίων με αυτούς τους δύο κόσμους μου.
Οι Άγιοι είναι «ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμον». Ποιός είναι ο κόσμος; Ο κόσμος είναι η αμαρτία, ο σατανάς, είναι η Εκκλησία, η παρουσία του Χριστού. Ο κόσμος είναι αυτοί οι δύο οι κόσμοι, ο Χριστός και η αμαρτία, δηλαδή ο σατανάς, ο οποίος οργιάζει και κυβερνάει τα πάντα -ακόμη και μένα- και τα ρίχνει στην φθορά. Οι Άγιοι είναι η νίκη και των δύο αυτών κόσμων. Προσευχόμενος και καλώντας εγώ τους Αγίους στη ζωή μου συμμετέχω στην νίκη του Αγίου και επιβάλλω την νίκη αυτή και στον κόσμο.
Οι Ἀγιοι είναι η προσκύνηση του Κυρίου, ο Οποίος, αφού κενώθηκε δόθηκε σε αυτούς που τον πιστεύουν και τον αποδέχονται. Οι Πατέρες σαφώς μας λέγουν ότι «ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει ἡ προσκύνησις». Όταν προσκυνώ την εικόνα ενός Αγίου ή το Ιερό Λείψανό του, έχει τα στίγματα όχι μόνο των αιμάτων του μαρτυρίου και της ομολογίας του, αλλά του Αγίου Πνεύματος. Οι Άγιοι είναι το μέλλον μας, η Βασιλεία των Ουρανών. Οι άγιοι κυριαρχούν, έχουν τα κλειδιά, για να ανοίξει η θύρα της Βασιλείας, έχουν τους Θρόνους. Έχοντας μαζί μου τον Άγιο Προστάτη μου ή τους Αγίους , κατέχω το μέλλον, εισέρχομαι στο μέλλον, στην Βασιλεία των Ουρανών, που θέλω να πάω. Με τους Αγίους εισέρχομαι στον κόσμο τον οποίο επιθυμώ, το μέλλον μου είναι οι Άγιοι. Είναι επίσης η παρρησία μου. Λέμε στην Θεία Λειτουργία, μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων: «Ἔτι προσφέρομεν σοὶ τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν ὑπὲρ τῶν προπατόρων, πατέρων, πατριαρχῶν, προφητῶν». Γιατί; Διότι αυτοί μπήκαν στην βασιλεία των ουρανών. Εφ’ όσον οι Άγιοι είναι το μέλλον μου, και εγώ μέλος του Σώματος του Χριστού, οι Ἀγιοι είναι η οικογένεια και η τιμή μου. Μπαίνοντας και εγώ στον χορό τους, γίνομαι οικείος του Θεού. Από εκεί που ήμουν ένας απλός άνθρωπος, δούλος, γίνομαι ο οικείος, σύμφυτος, φίλος, υιός του Θεού. Τί άλλο μπορώ να επιθυμήσω; Τί άλλο θα ήθελα να έχω και δεν το παίρνω καλώντας μπροστά μου τους αγίους; Και όλα αυτά μου τα δίνει ο Άγιος, χωρίς εγώ να τα επιδιώκω, χωρίς να αναλογίζομαι τι θέλω. Όλα τα τακτοποιεί ο Άγιος. Όπως πάω στον δικηγόρο μου και εκείνος τακτοποιεί την υπόθεση μου και μου στέλνει την απόφαση, έτσι ακριβώς και οι Ἀγιοι ρυθμίζουν τα πάντα. Συχνά παρουσιάζουν ασκητές να προσεύχονται μέσα σε μια σπηλιά μπροστά σε μια εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Κάποιος Άγιος προσερχόμενος μπροστά στην εικόνα της Παναγίας είχε πολλούς σαρκικούς πειρασμούς. Μα τί έπαθα, αναρωτιόταν. Εγώ προσεύχομαι στην Παναγία, και ο σατανάς συνεχώς με πειράζει. Πότε θα σταματήσει; Τότε παρουσιάζεται ο σατανάς και του λέγει: Γιατί διαμαρτύρεσαι; Εσύ φταις. Μην προσκυνάς αυτή την εικόνα, και εγώ δεν θα σε πολεμήσω άλλη φορά. Του είπε την αλήθεια. Ο σατανάς στις υποσχέσεις του είναι πιο τίμιος από εμάς. Οι Ἀγιοι εξόρκιζαν τον σατανά και έλεγε την αλήθεια. Δέχθηκε ο σατανάς να φύγει, αρκεί ο μοναχός να σταματούσε να προσκυνά την εικόνα, διότι η προσκύνησις, το άνοιγμα των χειρών μπροστά σε εκείνη την εικόνα, ήταν η τελεία επιτυχία. Αν, σκέφθηκε ο σατανάς, σταματήσει να προσκυνά την εικόνα, τότε δεν χρειάζεται να τον πειράζω εγώ. Μόνος του θα χάση την βασιλεία, την παρρησία, και θα πέσει σε απομόνωση, θα ξεφύγει από τα χέρια του Θεού και θα παύση να είναι κάτω από το εκχυνόμενο αίμα του Χριστού, και κάτω από το Άγιο Πνεύμα που τον βρέχει και τον σκεπάζει.
Έχουμε λοιπόν μαζί μας τον Θεό, την Αγία Γραφή, όλη την ιστορία της Εκκλησίας και όλη την Οικονομία του Θεού, έχομε τους Αγίους, πιθανόν και τα έργα των χειρών μας. Οι Άγιοι έρχονται σε κάθε πρόσκληση μας κοντά μας, ο Θεός έρχεται διά της συνειδητής συμμετοχής μας στη Μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Ας ζητήσουμε από τον Παράκλητο, που συγκροτεί το θεσμό των Αγίων της Εκκλησίας, να φωτίζει και να κατευθύνει την ζωή μας, όπως και σε Αυτούς, οι δε Άγιοι, διά πρεσβειών της Παναγίας μας, να είναι συνεχώς πρεσβευτές και μεσίτες Χριστού για την σωτηρία μας και την ανοδική πνευματική πορεία μας. Αμήν».
Από το βιβλίο «Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες» (Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης)