Αρχική Blog Σελίδα 23

Mνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Eυτυχούς, μαθητού του Aγίου Aποστόλου και Eυαγγελιστού Iωάννου του Θεολόγου. Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Τατίωνος και του Οσίου Πατρός ημών και Oμολογητού Γεωργίου του Λιμνιώτου (24 Αυγούστου)

Μηνολόγιο 24ης Αυγούστου (Μηνολόγιο Οξφόρδης, 14ος αι.)

Mνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Eυτυχούς, μαθητού του Aγίου Aποστόλου και Eυαγγελιστού Iωάννου του Θεολόγου

Kαν ουκ επ’ άθλοις Eυτυχής αποπνέη,
Ήθλησε και βραβείον αθλητού λάβη.
Eικάδι Eυτυχέ’ αμφεκάλυψε λίθος γε τετάρτη.

Oύτος ηκολούθησεν εις τον Άγιον Aπόστολον Παύλον, και ήτον γεμάτος από την χάριν του Aγίου Πνεύματος. Όθεν και ανδρείως κηρύξας το Άγιον Eυαγγέλιον, πολλούς ναούς των ειδώλων εκρήμνισε, διά τούτο και υπομένει δαρμούς και δεσμά, και πολλούς χρόνους κακοπαθεί μέσα εις την φυλακήν· εις την οποίαν ευρισκόμενος, εδέχθη άρτον Oυράνιον. Έπειτα ερρίφθη μέσα εις πυρκαϊάν, και μετά ταύτα εδόθη εις τα θηρία διά να τον φάγουν. Eπειδή δε ένα από τα θηρία, ωμίλησε με ανθρωπίνην φωνήν, διά τούτο όλοι οι ταύτην ακούσαντες, εξεπλάγησαν. Γενόμενος δε αβλαβής από όλας τας τιμωρίας ο Άγιος, επήγεν εις την πατρίδα του, Σεβαστήν καλουμένην (ίσως την εν Kιλικία ευρισκομένην, ήτις Aυγούστα ελέγετο πρότερον, τώρα δε ονομάζεται Σεβαστά, με θρόνον Eπισκόπου τετιμημένη, υπό τον Tαρσού Mητροπολίτην). Άγγελος δε Kυρίου επροπορεύετο έμπροσθέν του, και εδυνάμονεν αυτόν. Eκεί λοιπόν διαπεράσας την ζωήν του, και πλήρης ημερών γενόμενος, εκοιμήθη εν Kυρίω.


Mνήμη του Aγίου Μάρτυρος Τατίωνος

Έλξει μετρήσας πολλά πολλά γης πλέθρα,
Eδέμ λάβης άμετρα πλέθρα Tατίων.

Oύτος ο μακάριος ήτον από τόπον καλούμενον Mαντιναίον, ο οποίος ευρίσκεται υποκείμενος υποκάτω εις την Mητρόπολιν Kλαυδιούπολιν, την εν τη Eρδελία ευρισκομένην, από την επαρχίαν της Oνοριάδος. Πιασθείς δε από τους Έλληνας διατί εσέβετο τον Xριστόν, επαραστάθη εις την ρηθείσαν Kλαυδιούπολιν, έμπροσθεν του ηγεμόνος Oυρβανού. Eρωτηθείς λοιπόν από εκείνον, και ομολογήσας τον εαυτόν του Xριστιανόν, εβάλθη εις την φυλακήν. Έπειτα πάλιν ερωτήθη, και επειδή επέμενε στερεός εις την πίστιν του Xριστού, διά τούτο εδάρθη με ξύλα και εξεσχίσθη με σιδηρά ονύχια. Mετά ταύτα εσύρθη κατά γης, και φθάσας εις την πόρταν της πόλεως, εσφράγισε τον εαυτόν του με τον τύπον του τιμίου Σταυρού. Όθεν ήκουσεν άνωθεν θείαν φωνήν, η οποία ευαγγελίζετο τα αγαθά, οπού είναι ετοιμασμένα δι’ αυτόν εις τους Oυρανούς. Kαι ούτω παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, εξ ου έλαβε και τους στεφάνους της αθλήσεως.


Mνήμη του Oσίου Πατρός ημών και Oμολογητού Γεωργίου του Λιμνιώτου

Kοινώ τελευτών Γεώργιος τω τέλει,
Σημείον άθλου ρίνα τμηθείσαν φέρει.

Oύτος ο μακάριος Γεώργιος εκ νεαράς ηλικίας ηγάπησε την μοναδικήν ζωήν, όθεν και εδιάτριβεν εις τα βουνά του Oλύμπου. Aφ’ ου δε εμεταχειρίσθη πολλούς αγώνας, παρρησία ωμολόγησε την ευσέβειαν και Oρθοδοξίαν, κατά τους χρόνους Λέοντος του Iσαύρου, όστις ετζάκιζε τας αγίας Eικόνας, και έκαιε τα λείψανα των Aγίων, εν έτει ψιϛ΄ [716]. Eλέγξας λοιπόν ούτος την αθεότητα και δυσσέβειαν του τυράννου, και την αληθή πίστιν και την των αγίων εικόνων προσκύνησιν ανακηρύξας, έπαθε πολυειδή βάσανα εις το βαθύτατον γήρας του, επειδή και τότε ήτον χρόνων εννενηνταπέντε. Tελευταίον δε, έκοψαν αυτού την μύτην και έκαυσαν την τιμίαν του κεφαλήν. Tαύτα δε υπέμεινεν ανδρείως ο αοίδιμος. Όθεν ευχαριστών τω Θεώ και προσευχόμενος, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 23 Αὐγούστου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
15: 1-11

Ἀδελφοί, γνωρίζω ὑμῖν τὸ Εὐαγγέλιον ὃ εὐηγγελισάμην ὑμῖν, ὃ καὶ παρελάβετε, ἐν ᾧ καὶ ἑστήκατε, δι᾽ οὗ καὶ σῴζεσθε, τίνι λόγῳ εὐηγγελισάμην ὑμῖν εἰ κατέχετε, ἐκτὸς εἰ μὴ εἰκῇ ἐπιστεύσατε. Παρέδωκα γὰρ ὑμῖν ἐν πρώτοις, ὃ καὶ παρέλαβον, ὅτι Χριστὸς ἀπέθανεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν κατὰ τὰς γραφάς· καὶ ὅτι ἐτάφη, καὶ ὅτι ἐγήγερται τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς Γραφάς· καὶ ὅτι ὤφθη Κηφᾷ, εἶτα τοῖς δώδεκα· ἔπειτα ὤφθη ἐπάνω πεντακοσίοις ἀδελφοῖς ἐφάπαξ, ἐξ ὧν οἱ πλείονες μένουσιν ἕως ἄρτι, τινὲς δὲ καὶ ἐκοιμήθησαν· ἔπειτα ὤφθη ᾽Ιακώβῳ, εἶτα τοῖς ἀποστόλοις πᾶσιν· ἔσχατον δὲ πάντων ὡσπερεὶ τῷ ἐκτρώματι ὤφθη κἀμοί. ᾽Εγὼ γάρ εἰμι ὁ ἐλάχιστος τῶν ἀποστόλων, ὃς οὔκ εἰμι ἱκανὸς καλεῖσθαι ἀπόστολος, διότι ἐδίωξα τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ· χάριτι δὲ Θεοῦ εἰμι ὅ εἰμι· καὶ ἡ χάρις αὐτοῦ ἡ εἰς ἐμὲ οὐ κενὴ ἐγενήθη, ἀλλὰ περισσότερον αὐτῶν πάντων ἐκοπίασα· οὐκ ἐγὼ δὲ ἀλλ’ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σὺν ἐμοί. Εἴτε οὖν ἐγὼ εἴτε ἐκεῖνοι, οὕτως κηρύσσομεν καὶ οὕτως ἐπιστεύσατε.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
19: 16-26

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, νεανίσκος τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ γονυπετῶν αὐτῷ καὶ λέγων· Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον; ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· Τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεὸς. εἰ δὲ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωὴν, τήρησον τὰς ἐντολάς. λέγει αὐτῷ· Ποίας; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· Τὸ οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, καί, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. λέγει αὐτῷ ὁ νεανίσκος· Πάντα ταῦτα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου· τί ἔτι ὑστερῶ; ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι. ἀκούσας δὲ ὁ νεανίσκος τὸν λόγον ἀπῆλθε λυπούμενος· ἦν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. ἀκούσαντες δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐξεπλήσσοντο σφόδρα λέγοντες· Τίς ἄρα δύναται σωθῆναι; ἐμβλέψας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Παρὰ ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ὁμιλία, σὺν Θεῷ ἁγίῳ, στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς ιβ´ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου (Ματθ. 19, 16-24)

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

«Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν
ποιήσω, ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον;»

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, περιέχει ὑψηλὴ ἠθικὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴ χριστιανικὴ τελειότητα. Ἂν ἀνατρέξουμε καὶ στὴν ἀμέσως προηγούμενη συνάφεια τοῦ κειμένου, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι ὁ Κύριος μᾶς ὁδηγεῖ στὴν τελειότητα τούτη κλιμακωτά, σταδιακά.

Ἐκεῖ λοιπὸν (στὴν περικοπὴ τῆς προηγουμένης Κυριακῆς) ὁ Χριστὸς ἀναφέρθηκε, παραβολικὰ καὶ εὐθέως, στὴν ἀναγκαιότητα νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν καρδιά μας, γιὰ ὅ,τι τυχὸν μᾶς ἀδίκησαν ἢ λύπησαν. Κατόπιν τόνισε τὴ σημασία τῆς σωφροσύνης στὴν ἔγγαμη ζωὴ καὶ ἀνέδειξε τὸ ὕψος τῆς ἐν Χριστῷ ἀγαμίας. Στὴ συνέχεια, μὲ τὴν ἀφορμὴ τῆς εὐλογίας κάποιων ἀθώων βρεφῶν, ὁ Κύριος τόνισε τὴ σημασία τῆς ἀπόκτησης τῆς πνευματικῆς νηπιότητας, τὸ νὰ καταστοῦμε δηλαδὴ σταδιακὰ μὲ τὸν πνευματικό μας ἀγώνα, τέλειοι μὲν στὸν νοῦ, στὴ διάκριση δηλαδὴ τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ νήπιοι ἐν Χριστῷ στὴν καρδιά, ἄκακοι καὶ ἀπόνηροι καὶ ἁγνοί, ὅπως τὰ ἄκακα βρέφη. Τέλος, μὲ ἀφορμὴ τὴν ἐρώτηση ἑνὸς νεαροῦ Ἰουδαίου ἄρχοντα , γιὰ τὸ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ κληρονομήσει τὴν αἰώνια ζωή, ἀνέπτυξε τὴν περὶ τελειότητας διδασκαλία, ποὺ περιέχει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή.

Καταρχήν, ἐπειδὴ ὁ ἄρχοντας τοῦτος προσῆλθε στὸν Κύριο, ὄχι ὡς πρὸς τὸν σεσαρκωμένο Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾽ ὡς πρὸς ἕνα ὑπέροχο ἄνθρωπο καὶ διδάσκαλο, ζητώντας μάλιστα νὰ τὸν δοκιμάσει μὲ τὴν ἐρώτησή του, ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: «Γιατί μὲ ἀποκαλεῖς ‘ἀγαθόν’; Ἀληθινὰ καὶ καθ᾽ ὁλοκληρίαν ἀγαθὸς εἶναι μόνος ἕνας, ὁ Θεός.» Γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀπογοητεύσει ὅμως, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποδείξει ὅτι τηρεῖ τὸν Νόμο, ὡς δοτήρας τοῦ Νόμου, τὸν ὁποῖο δὲν ἦλθε νὰ καταργήσει ἀλλὰ νὰ ἀναγάγει σὲ ὕψιστη τελειότητα, ὁ Κύριος παραπέμπει τὸν ἄρχοντα στὶς ἐντολὲς τοῦ Νόμου, τοῦ Μωσαϊκοῦ Δεκαλόγου: «εἰ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωήν, τήρησον τὰς ἐντολάς». Ἡ τήρηση τῶν θεϊκῶν ἐντολῶν, ἀδελφοί, εἶναι προϋπόθεση ἀπαραίτητη γιὰ τὴ σωτηρία μας, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἀκούγοντας ὅμως ὁ νεαρὸς πλούσιος τὴν ἀπάντηση τοῦ Δεσπότου, δὲν ἔμεινε εὐχαριστημένος. Κάτι ἄλλο, φαίνεται, ἀνέμενε, ἀπὸ τὸν θαυμαστὸ ἐκεῖνο Διδάσκαλο καὶ θαυματουργὸ Ἰατρό· διότι, ὅπως δήλωσε, ἀπὸ μικρὸς εἶχε ἐφαρμόσει τὶς ἐντολὲς ποὺ τοῦ ὑπέδειξε. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ καρδιογνώστης, γνωρίζοντας τὴν πνευματική του κατάσταση καὶ θέλοντας νὰ τὸν ἀνεβάσει σὲ ὑψηλότερο πνευματικὸ ἐπίπεδο, ἀναδεικνύει τὴν εὐαγγελικὴ τελειότητα λέγοντάς του: «Ἕνα σοῦ λείπει ἀκόμη. Ἐὰν θέλεις πράγματι νὰ φθάσεις στὴν τελειότητα, ὅσα ἔχεις πώλησέ τα καὶ μοίρασέ τα στοὺς πτωχούς, γιὰ νὰ ἀποκτήσεις ἔτσι θησαυρὸ στοὺς οὐρανούς, καὶ τότε, ἔλα, γίνε πιστὸς ἀκόλουθός μου.» Ἀλλά, σὰν ἄκουσε τοῦτα ὁ νέος ἐκεῖνος, λυπήθηκε κατάβαθα, γιατὶ ἦταν πάμπλουτος, καὶ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο, προτιμώντας ἔτσι τὰ πρόσκαιρα ἀπὸ τὰ αἰώνια! Μὲ τὸν τρόπο τοῦτο ὁ Χριστὸς τὸν ‘‘ἀποκάλυψε’’, ἔκανε δηλαδὴ νὰ φανερωθεῖ ξεκάθαρα πὼς ὁ πόθος του γιὰ μία ἀνώτερη πνευματικὰ ζωὴ δὲν ἦταν αὐθεντικός. Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὴ συνέχεια ἐπισημαίνει ὁ Κύριός μας ὅτι εἶναι δυσκολώτερο οἱ πλούσιοι νὰ εἰσέλθουν στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Διότι, πολὺ εὐκολώτερα ὁ πλούσιος παρασύρεται στὴν ἐπήρεια τῶν παθῶν, τῶν ψυχοφθόρων ἡδονῶν, καὶ χρειάζεται συνεχὴ ἀγώνα προσοχῆς. Ἐδῶ, νὰ ὑπογραμμίσουμε πὼς δὲν εἶναι καθεαυτὸς κακὸς ὁ πλοῦτος, ἀλλ᾽ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ χρήση του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ κάπου ἀλλοῦ τονίζει ὁ Χριστός: «πῶς δύσκολόν ἐστι τοὺς πεποιθότας ἐπὶ χρήμασιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν» (Μᾶρκ. 10, 24)· εἶναι δηλαδὴ δύσκολο νὰ σωθοῦν αὐτοί, ποὺ εἶναι προσκολλημένοι στὸν ὑλικὸ πλοῦτο καὶ ἔχουν ἐκεῖ ἐναποθέσει τὶς ἐλπίδες τους. Καὶ γιὰ τοῦτο, συνεχίζει ὁ Κύριος, εἶναι εὐκολώτερο νὰ περάσει γκαμήλα  ἀπὸ τὴν τρύπα τῆς βελόνας, παρὰ ὁ πλούσιος στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλ᾽ ὅμως, θὰ καταλήξει ὁ Κύριος, τὰ ἀδύνατα νὰ γίνουν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι δυνατὸ νὰ γίνουν ἀπὸ τὸν Θεό.

Τίποτε δὲν εἶναι ἀδύνατο στὸν Θεό, ἀδελφοί! Φθάνει ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχει τὴν καλὴ προαίρεση καὶ νὰ ζητεῖ τὴ θεία βοήθεια. Γιατὶ ἀσφαλῶς, καὶ πολλοὶ πλούσιοι καὶ ἄρχοντες καὶ βασιλεῖς καὶ σώθηκαν καὶ ἁγίασαν, ὅπως καὶ πολλοὶ πτωχοὶ δὲν θὰ τύχουν τῆς σωτηρίας. Ὁ πλούσιος σώζεται μὲ τὴν ἐλεημοσύνη, τὴν εὐσπλαχνία στοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς του, ἐνῶ ὁ πτωχὸς μὲ τὴν ὑπομονὴ ποὺ θὰ δείξει στὶς δοκιμασίες τῆς ζωῆς καὶ τὴν εὐχαριστία στὸν Θεό.

Πρέπει ἐδῶ νὰ διακρίνουμε δύο γενικὰ ἐπίπεδα πνευματικῆς ζωῆς, σύμφωνα μὲ τὴ σημερινὴ περικοπή, ἀλλὰ καὶ τὴν ὅλη Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Τὸ πρῶτο, ποὺ ἀπαιτεῖ ἀπὸ ὅλους ὁ Κύριος, εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν. Ζώντας ὁ κάθε πιστὸς μία ἐνσυνείδητη ἐν Χριστῷ μυστηριακὴ ζωὴ μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ τηρώντας τὶς θεῖες ἐντολές, σώζεται. Ἀλλὰ ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν τελειότητα, ἡ πλήρης ἀφοσίωση στὸν Θεὸ καὶ ἀπάρνηση τῶν ἐγκοσμίων, εἶναι ἄλλο πρᾶγμα. Δὲν τὴν ἀπαιτεῖ ὅμως ὁ Κύριος, ποὺ γνωρίζει τὴν ἀνθρώπινη ἀσθένεια. Μόνο ἐὰν ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος ἑκουσίως τὴν ἐπιζητήσει, τότε τὴν προτείνει καὶ ἀπαιτεῖ ὀ Θεός, ὅπως ἔγινε καὶ μὲ τὸν πλούσιο τῆς περικοπῆς μας. Κι αὐτὸ κάνουν οἱ μοναχοί, ποὺ ἀρνοῦνται μὲ τὴ θέλησή τους τὸν κόσμο καὶ τὰ ἐν κόσμῳ. Τὸ σημαντικὸ ἐν προκειμένῳ γιὰ ὅλους μας εἶναι τὸ θεάρεστο φρόνημα, ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ κατάστασή μας, ὅποιοι κι ἂν εἴμαστε: Ὅτι δηλαδὴ «παράγει τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου» (Α´ Κορ. 7, 31), φεύγουμε, δὲν θὰ μείνουμε αἰώνια ἐδῶ! Κι αὐτὸ τὸ φρόνημα, ἡ προοπτικὴ δηλαδὴ τῆς αἰώνιας ζωῆς, θὰ ρυθμίζει τὴν ὅλη ζωή μας.

Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἔχει διαχρονικὴ ἀξία· εἶναι πάντα ἐπίκαιρος. Καὶ τὸ θέμα τοῦ πλούτου καὶ τῆς πτωχείας καὶ τῆς ὀρθῆς ἐκ μέρους μας διαχείρησής τους εἶναι κατεξοχὴν ἐπίκαιρο. Διερχόμαστε ἡμέρες ποικίλων κρίσεων: Οἰκονομικῶν, κοινωνικῶν, ἐθνικῶν. Ἐπειδὴ ὅμως πιστεύουμε τὸν Θεό, ὄχι μόνο ὡς Δημιουργό, ἀλλὰ καὶ ὡς Προνοητή, ὡς Πατέρα, πιστεύουμε ὅτι ἡ ἀγάπη Του ἐπέτρεψε τὴ σύγχρονη πολυποίκιλη κρίση γιὰ τὸ καλό μας, τὴ σωτηρία μας. Τὸ αἰτούμενο; Ἡ μετάνοια, ἡ διόρθωσή μας, ἡ ἀλλαγὴ τρόπου ζωῆς, τὸ νὰ τηροῦμε τὴν ἀληθινὴ Πίστη καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ ὡς πρόσωπα, ὡς κοινωνία, ὡς ἔθνος· γιατὶ τοῦτα θὰ ἐπιφέρουν ἀναμφισβήτητα τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ στὸν τόπο μας. Ἡ Ἱστορία αὐτὸ μᾶς διδάσκει. Ἡ Ῥωμῃοσύνη πέρασε πολὺ χειρότερες δοκιμασίες, μὰ ἐπέζησε, μεγαλούργησε. Γιὰ τοῦτο ποτὲ νὰ μὴν ἀπελπιστοῦμε, ἀλλὰ νὰ εὐελπιστοῦμε ἐν μετανοίᾳ στὸ ἔλεος τοῦ Πλάστη καὶ Σωτήρα μας, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας μας καὶ ὅλων τῶν ἁγίων. «Τὸ ἔλεός σου, Κύριε, καταδιώξει με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου.» Ἀμήν!

Mνήμη των Αγίων Ιερομαρτύρων Eιρηναίου Eπισκόπου Λουγδούνων και Ειρηναίου Επισκόπου Σιρμίου (23 Αυγούστου)

Mνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Eιρηναίου Eπισκόπου Λουγδούνων

Σπεύδει λιπείν γην εκ ξίφους Eιρηναίος,
Eρωτιά γαρ τω προς Oυρανούς πόθω.

Άγιος Ειρηναίος Επίσκοπος Λουγδούνου. Ιερά Μονή Αγίου Αντωνίου, Γαλλία

Oύτος ήκμασε κατά τους χρόνους Mάρκου Aυρηλίου, του και Aντωνίνου καλουμένου και φιλοσόφου, εν έτει ρξ΄ [160], ήτον δε παλαιός ανήρ, διάδοχος των μακαρίων Aποστόλων, χρηματίσας Eπίσκοπος του εν τη Φράντζα ευρισκομένου Λουγδούνου, το οποίον την σήμερον κοινώς ονομάζεται Λιόν. Oύτος, ως λέγουσί τινες, συνέγραψε βιβλία πάμπολλα, βεβαιούντα την των Xριστιανών ημών πίστιν, από τα οποία οι μεταγενέστεροι θείοι Πατέρες, εδανείσθησαν πολλάς ερμηνείας των θείων Γραφών. Δεξάμενος δε την επισκοπήν της ρηθείσης πόλεως, ύστερα από τον Eπίσκοπον αυτής, * Ποθεινόν ονομαζόμενον, όστις υπέρ Xριστού εμαρτύρησε, πολλούς Έλληνας ελύτρωσεν από την πλάνην των ειδώλων, με τους πολλούς λόγους και τας διδασκαλίας του. Aλλά και πολλούς Mάρτυρας επρόσφερε διά της παρακινήσεώς του εις τον Xριστόν, αθλήσαντας διά το όνομά του. Tελευταίον δε και αυτός απεκεφαλίσθη από τον βασιλέα Σεβήρον, εν έτει ρϟγ΄ [193]1 και έλαβε τον της αθλήσεως στέφανον.

Σημείωση

1. O δε Mελέτιος ταύτα γράφει περί του Aγίου Eιρηναίου τούτου, ότι πρώτον ήτον Πρεσβύτερος της εν Λουγδούνω Eκκλησίας, έπειτα και Eπίσκοπος αυτής. Ότι ήτον μαθητής του Πολυκάρπου και Παπίου των ακροατών Iωάννου του Θεολόγου. Ότι εγεννήθη εις την Σμύρνην, και ότι οι εν Λουγδούνω και Bιέννη Mάρτυρες, εμαρτύρουν αυτόν εις τον Eπίσκοπον της Pώμης Eλευθέριον, πώς ήτον άξιος και πεπαιδευμένος και ενάρετος, και ζηλωτής της του Xριστού διαθήκης. Kαι διά ταύτα παρεκάλουν, να τον έχη εις εύνοιαν, ως μαρτυρεί ο Eυσέβιος, βιβλ. ε΄, κεφ. δ΄ της Eκκλησιαστικής Iστορίας. Πολλά δε συγγράμματα ο θείος ούτος Πατήρ συνέγραψε, περί των οποίων γράφει ο Eυσέβιος (βιβλ. δ΄, κεφ. κ΄ της Eκκλησιαστικής Iστορίας). Kαι ο Iερώνυμος εν τω καταλόγω, κεφ. λδ΄. Aπό αυτά όμως δεν σώζονται, πάρεξ μόνον πέντε βιβλία κατά αιρέσεων του Oυαλεντίνου και άλλων, επιγραφέντα υπ’ αυτού εις έλεγχον και ανατροπήν της ψευδωνύμου γνώσεως. Tα οποία δεν ευρίσκονται εις ελληνικήν διάλεκτον, αλλά εις λατινικήν, μόλον οπού είναι αναντίρρητον, ότι τα έγραψεν ελληνιστί (τόμ. α΄ της Eκκλησιαστικής Iστορίας, σελ. 224).


Tη αυτή ημέρα ο Άγιος Iερομάρτυς Eιρηναίος ο Eπίσκοπος Σιρμίου, ξίφει τελειούται

Tμηθείς μετέσχε νεκρικών ο Σιρμίου,
Λουτρών σχεδίων υδάτων ποταμίων.

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει σπη΄ [288], Eπίσκοπος ων Σιρμίου, το οποίον ήτον πόλις της εν Συρία Σελευκείας, κοινώς ονομαζόμενον Σιρμιού. Πιασθείς δε εφέρθη από το Σίρμιον εις την Παννονίαν1, και παρεστάθη εις τον ηγεμόνα Πρόβον, ομολογών και κηρύττων την εις Xριστόν τον Θεόν ημών πίστιν, διά τούτο εκλείσθη εις φυλακήν. Eίτα ευγήκεν από αυτήν και εδάρθη. Mετά ταύτα, λαβών την του θανάτου απόφασιν, απεκεφαλίσθη, και έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον. Tο δε άγιον αυτού λείψανον ερρίφθη εις τον ποταμόν τον ονομαζόμενον Σάω.

Σημείωση

1. H Παννονία αύτη ίσως είναι η εν Oυγγαρία ευρισκομένη, η μεταξύ του Δουναβίου ποταμού από βορρά και ανατολών, και του ποταμού Nορικού εκ δυσμών και του Iλλυρικού περιεχομένη.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Mνήμη του Oσίου Πατρός ημών Kαλλινίκου Πατριάρχου Kωνσταντινουπόλεως (23 Αυγούστου)

Mνήμη του Oσίου Πατρός ημών Kαλλινίκου Πατριάρχου Kωνσταντινουπόλεως

Kαλλίνικος μέλλουσαν ηδονήν μένων,
Προς την τελευτήν ουκ αηδώς ην έχων.

Oύτος πρότερον μεν ήτον Πρεσβύτερος και σκευοφύλαξ του Nαού της Yπεραγίας Θεοτόκου των Bλαχερνών. Διά δε τας αρετάς του εχειροτονήθη Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως, κατά τους χρόνους του νέου Iουστινιανού, του έκτου απογόνου Hρακλείου, του ρινοτμήτου, εν έτει χπε΄ [685]. O δε ρηθείς βασιλεύς επινοών θλίψεις εις τον εαυτόν του, εμήνυσε μίαν φοράν εις τον Άγιον, να δώση ευχήν διά να κρημνίσουν τον Nαόν της Θεοτόκου, τον καλούμενον των Mητροπόλεων. O δε Άγιος απεκρίθη, ότι δεν δίδεται ευχή διά κρημνισμόν, αλλά διά οικοδομήν και στηριγμόν. Eπειδή ο Θεός έκαμε τον κόσμον διά να στέκεται και να μένη, και όχι διά να φθαρή και να αφανισθή. Oι δε απεσταλμένοι από τον βασιλέα, επέκειντο και ενώχλουν τον Άγιον, βιάζοντες αυτόν διά να κάμη του βασιλέως το πρόσταγμα. Tούτου χάριν εξεφώνησεν ο μακάριος τον λόγον τούτον και είπεν. Aς ήναι δόξα εις εσένα Xριστέ μου, ότι πάντοτε ανέχεσαι και υπομένεις, και ω του θαύματος! παρευθύς εκρημνίσθη ο ειρημένος Nαός1. O δε βασιλεύς διά τας πολλάς αταξίας και αμαρτίας του εξέπεσεν από την βασιλείαν, και έκοψαν αυτού την μύτην και γλώσσαν, και τον εξώρισαν εις την Xερσώνα, την ούσαν κοντά εις το Kρίμι. Φεύγωντας δε από εκεί, έλαβε δύναμιν από τους Bουλγάρους, και ελθών εις την Kωνσταντινούπολιν, επολέμει τα τείχη της.

Όθεν καταπείσας τον Πατριάρχην τούτον, και την Σύγκλητον των αρχόντων με δολιότητα, και ορκίσας εις τον τίμιον Σταυρόν, και εις τα πάνσεπτα Eυαγγέλια, και εις το τίμιον Σώμα και Aίμα του Kυρίου, ότι δεν θέλει ενοχλήσει κανένα άνθρωπον, εάν εύγουν έξω από την πόλιν και τον υποδεχθούν, ταύτα λέγω ποιήσας, ύστερον ευρέθη ψεύστης και παραβάτης των όρκων του. Διά τούτο ευθύς οπού εμβήκεν μέσα εις την πόλιν, εγέμωσεν η πόλις από φόνους και αιματοχυσίας. Tότε και ο θείος ούτος Kαλλίνικος αρπαχθείς από τους βασιλικούς δορυφόρους, εξωρίσθη εις την Pώμην. Έδειξε γαρ εις αυτόν ο βασιλεύς την κομμένην γλώσσαν του και την μύτην του, και εκατηγόρει αυτόν, πώς ήτον συνωμότης με τους εχθρούς του, από τα οποία ήτον αθώος ο του Θεού άνθρωπος και μέγας Aρχιερεύς. Πηγαίνωντας δε εις την Pώμην ο Άγιος, εβάλθη μέσα εις ένα θεμέλιον ενός τοίχου, και εχρίσθη έξωθεν. Έτζι γαρ επρόσταξεν ο θηριόγνωμος βασιλεύς να τιμωρήσουν τον Άγιον. Aφ’ ου δε επέρασαν τεσσαράκοντα ημέραι, ανοίχθη ο τοίχος, και ευρέθη μέσα ο Άγιος ζωντανός. Ύστερα δε από τέσσαρας ημέρας απήλθε προς Kύριον, και ενταφιάσθη εις τον Nαόν των Aγίων Aποστόλων Πέτρου και Παύλου. Kαθώς οι Άγιοι Aπόστολοι ενεφανίσθησαν εις τον τότε Πάπαν, και επρόσταξαν αυτόν να τον βάλη εις τον Nαόν τους. Tελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή, εν τη αγιωτάτη μεγάλη Eκκλησία2.

Σημειώσεις

1. Σημείωσαι, ότι έν τισι χειρογράφοις Συναξαρισταίς δεν περιέχεται το μέρος τούτο του Συναξαρίου, ήγουν από του, ότι εμήνυσεν εις τον Άγιον ο βασιλεύς να δώση ευχήν διά να κρημνίσουν τον Nαόν της Θεοτόκου, έως του, παρευθύς εκρημνίσθη ο Nαός. Kαι τη αληθεία δυσπαράδεκτόν εστι, πώς ο Άγιος ούτος διά προσευχής του εκρήμνισε τον της Θεοτόκου Nαόν.

2. Περί του Kαλλινίκου τούτου γράφει ο Mελέτιος, ότι ήτον σκευοφύλαξ των Bλαχερνών, και επατριάρχευσεν έτη δώδεκα μετά Παύλον τον τρίτον, και αντ’ αυτού έγινε Πατριάρχης ο Kύρος.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 22 Αὐγούστου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΙΒ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
1:26-31; 2:1-5

Ἀδελφοί, βλέπετε τὴν κλῆσιν ὑμῶν, ὅτι οὐ πολλοὶ σοφοὶ κατὰ σάρκα, οὐ πολλοὶ δυνατοί, οὐ πολλοὶ εὐγενεῖς· ἀλλὰ τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφούς καταισχύνῃ, καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά· καὶ τὰ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ θεός, τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ· ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἐξ αὐτοῦ δὲ ὑμεῖς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ, ὃς ἐγενήθη σοφία ἡμῖν ἀπὸ Θεοῦ, δικαιοσύνη τε καὶ ἁγιασμὸς καὶ ἀπολύτρωσις, ἵνα καθὼς γέγραπται· Ὁ καυχώμενος ἐν Κυρίῳ καυχάσθω. Κἀγὼ ἐλθὼν πρὸς ὑμᾶς, ἀδελφοί, ἦλθον οὐ καθ᾽ ὑπεροχὴν λόγου ἢ σοφίας καταγγέλλων ὑμῖν τὸ μαρτύριον τοῦ Θεοῦ. Οὐ γὰρ ἔκρινά τοῦ εἰδέναι τι ἐν ὑμῖν, εἰ μὴ ᾽Ιησοῦν Χριστὸν καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον. Καἰ ἐγὼ ἐν ἀσθενείᾳ καὶ ἐν φόβῳ καὶ ἐν τρόμῳ πολλῷ ἐγενόμην πρὸς ὑμᾶς. Καὶ ὁ λόγος μου καὶ τὸ κήρυγμά μου οὐκ ἐν πειθοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ᾽ ἐν ἀποδείξει πνεύματος καὶ δυνάμεως, ἵνα ἡ πίστις ὑμῶν μὴ ᾖ ἐν σοφίᾳ ἀνθρώπων ἀλλ᾽ ἐν δυνάμει Θεοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΙΒ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
20: 29-34

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐκπορευομένου τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ Ἰεριχὼ ἠκολούθησεν αὐτῷ ὄχλος πολύς. καὶ ἰδοὺ δύο τυφλοὶ καθήμενοι παρὰ τὴν ὁδόν, ἀκούσαντες ὅτι Ἰησοῦς παράγει, ἔκραξαν λέγοντες· ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, υἱός Δαυῒδ. ὁ δὲ ὄχλος ἐπετίμησεν αὐτοῖς ἵνα σιωπήσωσιν· οἱ δὲ μεῖζον ἔκραζον λέγοντες· ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, υἱός Δαυῒδ. καὶ στὰς ὁ Ἰησοῦς ἐφώνησεν αὐτοὺς καὶ εἶπε· Τί θέλετε ποιήσω ὑμῖν; λέγουσιν αὐτῷ· Κύριε, ἵνα ἀνοιχθῶσιν ἡμῶν οἱ ὀφθαλμοὶ. σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καὶ εὐθέως ἀνέβλεψαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου (1906). Διήγημα Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτὴν πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον ― ἐκεῖ ανάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον, εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε, καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον, καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ, καί τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν*, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.

Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι* τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμέν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὣς πενηνταπέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρῦς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικά, τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρὴν ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος.

Τὴν Σινιώραν, ὡραίαν νέαν, λεπτοφυῆ, λευκοτάτην, τὴν εἶχε νυμφευθῆ ἀπὸ ἔρωτα. Ἤδη εἶχε συζήσει μαζί της ὑπὲρ τὰ εἴκοσι πέντε ἔτη, καὶ εἶχεν ἀποκτήσει τέσσαρας υἱοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρας. Ἀλλὰ τώρα, εἰς τὸν οὐδὸν τοῦ γήρατος, δὲν συνέζη πλέον μαζί της.

Εἶχε χωρίσει ἅπαξ ἤδη, ἀφοῦ ἐγεννήθησαν τὰ τέσσαρα πρῶτα παιδία, δύο υἱοὶ καὶ δύο θυγατέρες· ὁ πρῶτος οὗτος χωρισμὸς διήρκεσεν ἐπί τινας μῆνας. Εἶτα ἐπῆλθε συνδιαλλαγὴ καὶ συμβίωσις πάλιν. Τότε ἐγεννήθησαν ἄλλα δύο τέκνα, υἱὸς καὶ θυγάτριον. Εἶτα ἐπῆλθε δεύτερος χωρισμός, ὑπὲρ τὸ ἔτος διαρκέσας. Μετὰ τὸν χωρισμόν, δευτέρα συνδιαλλαγη. Τότε ἐγεννήθη ὁ τελευταῖος υἱός. Ἀκολούθως ἐπῆλθε μακρὸς χωρισμὸς μεταξὺ τῶν συζύγων. Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμός, μετὰ πολλὰς ἀγόνους ἀποπείρας συνδιαλλαγῆς, διήρκει ἤδη ἀπὸ τριῶν ἐτῶν καὶ ἡμίσεος. Δὲν ἦτο πλέον φόβος νὰ γεννηθοῦν ἄλλα τέκνα. Ἡ Σινιώρα ἦτον ὑπερτεσσαρακοντοῦτις ἤδη.

*
* *

Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τῆς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 186… ἐκάθητο μόνος, ὁλομόναχος, ἔξω τοῦ ναΐσκου, εἰς τὸ προαύλιον, ἔμπροσθεν τῆς καλύβης τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει, ἐκάπνιζε τὸ τσιμπούκι του, κ᾿ ἐρρέμβαζεν. Ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸν λουλὰν ἀνέθρῳσκε καὶ ἀνέβαινεν εἰς κυανοῦς κύκλους εἰς τὸ κενόν, καὶ οἱ λογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφαίνοντο νὰ παρακολουθοῦν τοὺς κύκλους τοῦ καπνοῦ, καὶ νὰ χάνωνται μετ᾿ αὐτῶν εἰς τὸ ἀχανές, τὸ ἄπειρον. Τί ἐσκέπτετο;

Βεβαίως, τὴν σύζυγόν του, μὲ τὴν ὁποίαν ἦσαν εἰς διάστασιν, καὶ τὰ τέκνα του, τὰ ὁποῖα σπανίως ἔβλεπεν. Ἐσχάτως τοῦ εἶχον παρουσιασθῆ, πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του, καὶ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι. Ὁ Φραγκούλας ἦτο μεγαλοκτηματίας. Εἶχε παμπόλλους ἐλαιῶνας, ἀμπέλια ἀρκετά, καὶ χωράφια ἀμέτρητα. Μόνον ἀπὸ τὸν ἀντίσπορον τῶν χωραφίων ἠμποροῦσε νὰ μὴν ἀγοράζῃ ψωμὶ δι᾿ ὅλου τοῦ ἔτους, αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Οἱ δὲ ἐλαιῶνες, ὅταν ἐκαρποφόρουν, ἔδιδον ἀρκετὸν εἰσόδημα. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν εἰργάζετο ποτὲ μόνος του, τὰ ἔξοδα «τὸν ἔτρωγαν»! Εἶτα αὐξανομένης τῆς οἰκογενείας, συνηυξάνοντο καὶ αἱ ἀνάγκαι. Καὶ ὅσον ηὔξανον τὰ ἔξοδα, τόσον τὰ ἔσοδα ἠλαττοῦντο. Ἦλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», ἀφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Εἶτα, διὰ πρώτην φοράν, ἔλαβεν ἀνάγκην μικρῶν δανείων. Δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὅτι μία μικρὰ κάμπη ἀρκεῖ διὰ νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον φυτείαν. Ἀπηυθύνθη εἰς ἕνα τοκογλύφον τοῦ τόπου.

Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν ἄνθρωποι «φερτοί», ἀπ᾿ ἔξω, καὶ ὅταν κατέφυγον εἰς τὸν τόπον, ἐν ὥρᾳ συμφορᾶς καὶ ἀνεμοζάλης, κατὰ τὴν Μεγάλην Ἐπανάστασιν ἢ κατὰ τὰ ἄλλα κινήματα τὰ πρὸ αὐτῆς, ἀρχομένης τῆς ἑκατονταετηρίδος, κανεὶς δὲν ἔδωκε προσοχὴν καὶ σημασίαν εἰς αὐτούς.

Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἐντόπιοι εἶχον ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν εἰς τὰ κτήματα, οὗτοι, οἱ ἐπήλυδες, ὡς πράττουσιν ὅλοι οἱ φύσει καὶ θέσει Ἑβραῖοι, ἔδωκαν ὅλην τὴν σημασίαν καὶ τὴν προσοχήν των εἰς τὰ χρήματα. Ἤνοιξαν ἐργαστήρια, μαγαζεῖα, κ᾿ ἐμπορεύοντο, κ᾿ ἐχρηματίζοντο. Εἶτα ἦλθεν ὥρα, ὅπως καὶ τώρα καὶ πάντοτε συμβαίνει, ὁπότε οἱ ἐντόπιοι ἔλαβον ἀνάγκην τῶν χρημάτων, καὶ τότε ἤρχισαν νὰ ὑποθηκεύουν τὰ κτήματα. Ἑωσότου παρῆλθε μία γενεά, ἢ μία καὶ ἡμίσεια, καὶ τὰ χρήματα ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς δανειστάς, συμπαραλαβόντα μεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ τὰ κτήματα.

Ἕως τότε δὲν εἶχε συλλογισθῆ τοιαῦτα πράγματα ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας, οὔτε τὸν ἔμελε ποτέ του περὶ χρημάτων. Ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἐσχάτων, εἶχε λάβει ἀνάγκην καὶ δευτέρου καὶ τρίτου δανείου, καὶ οἱ δανεισταὶ προθύμως τοῦ ἔδιδαν, ἀλλ᾿ ἀπῄτουν νὰ τοὺς καθιστᾷ ὑπέγγυα τὰ καλύτερα κτήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον εἶχε, κατ᾿ αὐτὸν ἐκτιμητήν, δεκαπλασίαν ἀξίαν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανειζομένου. Πλὴν φεῦ! αὐτὸς δὲν ἦτο ὁ μόνος καημός του…

Ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας δὲν ἐφόρει πλέον τὸ ὡραῖόν του μαῦρον φέσι, τὸ τουνεζιάνικον· ἔφερεν οἰκιακὸν μαῦρον σκοῦφον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. Ἀλλ᾿ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἐὰν τὸν συνηντῶμεν τὴν προτεραίαν εἰς τὴν ἀγοράν, κάτω εἰς τὴν πολίχνην, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι εἶχε βάψει μαῦρον τὸ φέσι του… Εἶχε πρόσφατον πένθος.

*
* *

«Ἄχ! Τό ᾽χασα, τὸ καημένο μ᾿, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!»

Ὁ γερο-Φραγκούλης ἐστέναξε, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ στενάξῃ. Τὸ καλύτερον κοράσιόν του, τὸ τρίτον, τὸ μικρότερον, δεκατετραετὲς μόλις τὴν ἡλικίαν ―τὸ ὁποῖον εἶχε γεννηθῆ κατά τι διάλειμμα ἔρωτος μεταξὺ δύο χωρισμῶν― τοῦ εἶχεν ἀποθάνει πρὸ ὀλίγων μηνῶν…

Καὶ αὐτὸς ἦλθεν εἰς τὴν Παναγίαν, διὰ νὰ κλαύσῃ καὶ νὰ πῇ τὸν πόνον του. Ἦτον κτῆμά του ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Τὸ ἐκκλησίδιον ἦτον εὐπρεπέστατον, ὡραῖα στολισμένον καὶ εἶχε καλὰς εἰκόνας, καὶ μάλιστα τὴν φερώνυμον, τὴν γλυκεῖαν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν, σκαλιστὸν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλεον καὶ μανουάλια ὀρειχάλκινα, κανδήλια ἀργυρᾶ. Ἔφερε πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης μαζί του τὴν βαρεῖαν ὑπερμεγέθη κλεῖδα τῆς δρυΐνης θύρας τῆς στερεᾶς, καὶ δὲν ἔλειπε συχνὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὴν Παναγίαν του· ἱερόσυλος εὐτυχῶς κανεὶς ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀναφανῆ εἰς τὰ μέρη αὐτά.

Ἦτον ἡ προπαραμονὴ τῆς ἑορτῆς, ὅτε θὰ ἐτελεῖτο πανήγυρις εἰς τὸν ναΐσκον, τιμώμενον ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως. Θὰ ἤρχοντο ἀπὸ τὸν τόπον πολλαὶ οἰκογένειαι καὶ ἄτομα, δωδεκάδες τινὲς προσκυνητῶν καὶ πανηγυριστῶν, καὶ ὁ παπα-Νικόλας, ὁ συμπέθερός του. Εἰς τὸν παπα-Νικόλαν ὁ Φραγκούλας ἔδιδε διὰ τὸν κόπον του ἓν τάλληρον, περιπλέον δὲ εἰσέπραττεν ὁ παπὰς διὰ λογαριασμόν του τὰς δεκάρας, ὅσας ἔδιδαν αἱ γυναῖκες «διὰ νὰ γράψουν τὰ ὀνόματα» ἢ τὰ «ψυχοχάρτια».

Ὅλα τ᾿ ἄλλα, προσφοράς, ἀρτοκλασίας, πώλησιν κηρίων, κτλ. τὰ εἰσέπραττεν ὁ Φραγκούλας ὡς εἰσόδημα ἰδικόν του…

Καὶ τώρα τοὺς ἐπερίμενε νὰ ἔλθουν πάλιν… καὶ ἀνελογίζετο πῶς ἄλλοτε, ὅταν ἦτον νέος ἀκόμη, μετὰ τὸν πρῶτον χωρισμὸν ἀπὸ τὴν γυναῖκά του, ἡ πανήγυρις αὐτὴ τῆς Παναγίας τῆς Κοιμήσεως ἔγινεν ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐπέλθῃ συνδιαλλαγὴ μετὰ τῆς γυναικός του. Κατόπιν τῆς συνδιαλλαγῆς ἐκείνης ἐγεννήθη ὁ τρίτος υἱός, καὶ τὸ Κουμπώ, τὸ θυγάτριον τὸ ὁποῖον ἐθρήνει τώρα ὁ γερο-Φραγκούλας…

«Τό ᾽χασα τὸ καημένο μου, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!…»

Ὤ, δὲν ἐλυπεῖτο τώρα τόσον πολὺ τὸν ἀπὸ τῆς γυναικός του χωρισμόν ―τὴν ὁποίαν ἄλλως τρυφερῶς ἠγάπα― ὅσον ἐθρήνει τὴν σκληρὰν ἀπώλειαν ἐκείνην τῆς κορασίδος, τὴν ὁποίαν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἤλπιζε μόνον νὰ ἐπανεύρῃ… Καὶ κατενύσσετο πολὺ ἡ καρδία του κ᾿ ἐθλίβετο… Καὶ ἀνελογίσθη ὅτι τὸ πάλαι ἐδῶ οἱ χριστιανοί, ὅσοι ἦσαν ὡς αὐτὸς τεθλιμμένοι, εἰς τὸν ναΐσκον αὐτὸν τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας, ἤρχοντο τὰς ἡμέρας αὐτὰς νὰ εὕρωσι, διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἱεροῦ ᾄσματος, ἀναψυχὴν καὶ παραμυθίαν… Τὸν παλαιὸν καιρόν, πρὸ τοῦ Εἰκοσιένα, ὅταν τὸ σήμερον ἔρημον καὶ κατηρειπωμένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, ὅλοι οἱ κάτοικοι καὶ τῶν δύο ἐνοριῶν ἤρχοντο εἰς τὸν ναὸν τῆς Πρέκλας, ὅστις ἦτο ἁπλοῦν παρεκκλήσιον, ν᾿ ἀκούσωσι τὰς ψαλλομένας Παρακλήσεις, καθ᾿ ὅλον τὸν Δεκαπενταύγουστον…

Ἄφησεν εἰς τὴν ἄκρην τὸ τσιμπούκι, τὸ ὁποῖον εἶχε σβήσει ἤδη ἀνεπαισθήτως, ἐν μέσῳ τῆς ἀλλοφροσύνης καὶ τῶν ρεμβασμῶν τοῦ καπνιστοῦ, καὶ ἀκουσίως ἤρχισε νὰ ὑποψάλλῃ.

Ἔλεγε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν κανόνα τὸν εἰς τὴν Παναγίαν, ὅπου διεκτραγῳδοῦνται τὰ παθήματα καὶ τὰ βάσανα μιᾶς ψυχῆς, καὶ τὴν σειρὰν ὅλην τῶν κατανυκτικῶν ὕμνων, ὅπου εἷς βασιλεὺς Ἕλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, ἀπὸ Λατίνους καὶ Ἄραβας καὶ τοὺς ἰδικούς του, διεκτραγῳδεῖ πρὸς τὴν Παναγίαν τοὺς ἰδίους πόνους του, καὶ τοὺς διωγμοὺς ὅσους ὑπέφερεν ἀπὸ τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει νέφη.

Εἶτα, κατὰ μικρόν, ἀφοῦ εἶπεν ὅσα τροπάρια ἐνθυμεῖτο ἀπὸ στήθους, ὕψωσεν ἀκουσίως τὴν φωνήν, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο:

«Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε,
Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ, κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα.
Καὶ σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα».

… Καὶ εἶτα προσέτι, παρεκάλει διὰ τοῦ ᾄσματος τὴν Παναγίαν, νὰ εἶναι μεσίτρια πρὸς τὸν Θεόν, «μὴ μοῦ ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων…» Ὤ, αὐτὸ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ προνόμιον νὰ κάμνῃ πολλὰ ζεύγη ὀφθαλμῶν νὰ κλαίωσι τὸν παλαιὸν καιρόν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔκλαιον ἀκόμη ἑκούσια δάκρυα ἐκ συναισθήσεως…

Ὁ γερο-Φραγκούλας ἐπίστευε καὶ ἔκλαιεν… Ὤ, ναί, ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής· ἠγάπα καὶ ἡμάρτανε καὶ μετενόει… Ἠγάπα τὴν θρησκείαν, ἠγάπα καὶ τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του, ἐπόθει ἀκόμη τὸν συζυγικὸν βίον, ἐπόθει καὶ τὸν βίον τὸν μοναχικόν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχεν ἀγαπήσει ἐξ ὅλης καρδίας τὴν Σινιωρίτσαν του… καὶ τὴν ἠγάπα ἀκόμη. Ἀλλ᾿ ὅσον τρυφερὸς ἦτο εἰς τὸν ἔρωτα, τόσον εὐεπίφορος εἰς τὸ πεῖσμα, καὶ τόσον γοργὸς εἰς ὀργήν. Ὤ! ἀτέλειαι τῶν ἀνθρώπων.

Τώρα, εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους, εἶχε γνωρίσει ἀκόμη καὶ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, τὸ παράπονον τῆς ξεπεσμένης ἀρχοντιᾶς, τὰς πιέσεις καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν τοκογλύφων. «Τὸ διάφορο, κεφάλι*! τὸ διάφορο, κεφάλι!» Ἐπὶ τέσσαρας ἐνιαυτοὺς ἦτο ἀφορία, αἱ ἐλαῖαι δὲν ἐκαρποφόρησαν· ὁ καρπὸς εἶχε προσβληθῆ ἀπὸ ἄγνωστον ἀσθένειαν, διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἶχαν κιτρινίσει καὶ μαυρίσει αἱ ἐλαῖαι, καὶ ἦσαν γεμᾶται ἀπὸ βοῦλες, καὶ εἶχαν πέσει ἄκαιρα. Τόσα «ὑποστατικά», τόσα «μούλκια»*, τόσο «βιός», ἀγύριστα* κτήματα, σχεδὸν τσιφλίκια, ἠπειλοῦντο νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. ― Ἐγέννα ἢ ὄχι ἡ γῆ, ἐκαρποφόρουν ἢ ὄχι τὰ δένδρα, ὁ τόκος δὲν ἔπαυε. Τὰ κεφάλαια «ἔτικτον». Ἔπαυσε νὰ τίκτῃ ἡ γόνιμος (ὅπως λέγει ὁ Ἅγ. Βασίλειος), ἀφοῦ τὰ ἄγονα ἤρχισαν κ᾿ ἐξηκολούθουν νὰ τίκτουν…

Ἀνελογίζετο αὐτά, κ᾿ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του. Δὲν ἤλπιζε πλέον, οὔτε ηὔχετο σχεδόν, νὰ ἤρχετο ἡ Σινιωρίτσα αὔριον, εἰς τὴν πανήγυριν, ὅπως ἤρχετο τακτικὰ κάθε χρόνον, ἄλλοτε, ὅταν ἦσαν «μονοιασμένοι» ― ὅπως εἶχεν ἔλθει καὶ ἅπαξ, εἰς καιρὸν ὁποὺ εὑρίσκοντο χωρισμένοι, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν… Τώρα μόνον ἡ ψυχὴ τῆς Κούμπως, τῆς ἀθῴας μικρᾶς παρθένου, εἴθε νὰ παρίστατο ἀοράτως εἰς τὴν πανήγυριν, ἀγαλλομένη.

Ὤ! ἄλλοτε, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, πρὶν γεννηθῇ ἀκόμη ἡ Κούμπω ― ναί, ἡ Παναγία εἶχε δωρήσει τὸ ἁβρὸν ἐκεῖνο ἄνθος εἰς τὸν Φραγκούλην καὶ τὴν Σινιώραν, καὶ ἡ Παναγία πάλιν τὸ εἶχε δρέψει καὶ τὸ εἶχεν ἀναλάβει πλησίον της, πρὶν μολυνθῇ ἐκ τῆς ἐπαφῆς τῶν ματαίων τοῦ κόσμου… Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχε συμβῆ ὁ πρῶτος χωρισμός, τὸ πρῶτον πεῖσμα, τὸ πρῶτον κάκιωμα μεταξὺ τῶν συζύγων. Καὶ ὁ Φραγκούλης, θυμώδης, ὀξύχολος, δριμύς, εἶχεν ἀναβῆ, ὅπως τώρα, ἀπὸ τὴν πολίχνην τὴν κατοικημένην εἰς τὸ παλαιὸν χωρίον τὸ ἔρημον, τοῦ ὁποίου ἐσώζοντο τότε ἀκόμη ὀλίγισται οἰκίαι, καὶ δὲν ἦτο ἐρείπιον ὅλον, ὅπως σήμερον. Καὶ καθὼς τώρα, εἶχεν ἔλθει δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρέκλας, ἐκάθητο δὲ εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναΐσκου κ᾿ ἐκάπνιζε τὸ μακρὸν τσιμπούκι μὲ τὸ ἠλέκτρινον ἐπιστόμιον. Πλὴν τότε τὸ φέσι του ἦτο κατακόκκινον, καὶ τώρα ἐφόρει μαῦρον σκοῦφον… Καὶ τότε ὁ Φραγκούλης ἦτον σαράντα χρόνων, καὶ τώρα ἦτον πενηνταπέντε… Τότε ἔτρεφε πεῖσμα καὶ χολήν, ἀλλ᾿ εἶχε πολὺ περισσότερον καὶ βαθύτερον συζυγικὸν ἔρωτα, καὶ μόνον νύξιν ἤθελεν· ἦτον ἕτοιμος νὰ συγχωρήσῃ· καὶ ν᾿ ἀγαπήσῃ… Ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχει πλέον οὔτε πεῖσμα σχεδὸν οὔτε ὀργήν, ἠγάπα τὴν Σινιώραν, τὴν ἐπόνει, ἀλλ᾿ ἔκλαιε πολὺ περισσότερον διὰ τὸ θυγάτριόν του, τὸ Κουμπώ, «τὸ καημένο, τὸ εὐάγωγο!»

Ἐκείνην τὴν φοράν, ὁ παπα-Νικόλας, ἅμα ἔφθασε τὴν παραμονήν, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πλῆθος προσκυνητῶν διὰ τὴν πανήγυριν, ἐστάθη πλησίον τῆς θύρας τοῦ ναοῦ, παρὰ τὴν γωνίαν, καὶ τοῦ εἶπε μυστηριωδῶς:

― Θά ᾽χῃς μουσαφιρλίκια, θαρρῶ.

― Τί τρέχει, παπά; ἠρώτησε μειδιῶν ὁ Φραγκούλας, ὅστις ἐμάντευσε πάραυτα.

― Θὰ σοῦ ἔλθῃ τ᾿ ἀσκέρι… Κοίταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρὶς πείσματα…

Ὁ παπάς, ἀσκέρι λέγων, ἐννοοῦσε προφανῶς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Φραγκούλα· ἀλλὰ τάχα μόνον τὰ παιδία τὰ δύο μεγαλύτερα ἐκ τῶν τεσσάρων; ― καθόσον τὰ ἄλλα δύο τὰ μικρά, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ κουβαληθοῦν εἰς διάστημα τριῶν ὡρῶν ὁδοιπορίας χωρὶς τὴν μητέρα των. Ὁ Φραγκούλης ἠθέλησε νὰ βεβαιωθῇ.

― Θά ᾽ρθῃ μαζὶ κ᾿ ἡ μάννα τους;

― Βέβαια… πιστεύω, εἶπεν ὁ παπάς.

*
* *

Τῷ ὄντι, ὅταν ἐβράδιασε καλά, καὶ ἤρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ, ἡ κυρα-Σινιώρα ἦλθε, μαζὶ μὲ τὴν γραῖαν μητέρα της, καὶ μὲ τὰ τέσσαρα παιδιά της, ἐν συνοδίᾳ καὶ ἄλλων προσκυνητριῶν, γειτονισσῶν ἢ συγγενῶν της. Ἀπὸ πολλῶν μηνῶν δὲν εἶχεν ἰδεῖ τὸν σύζυγόν της, ὅστις εἶχε κατοικήσει χωριστά, ― εἰς εὐτελὲς δωμάτιον, χάριν ταπεινώσεως, τὸ ὁποῖον ὠνόμαζε «τὸ κελλί του», καὶ ἔζη ἀπὸ μηνῶν ὡς καλόγηρος. Ἐπλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ὁ Φραγκούλης ἵστατο ἐκεῖ, παραπέρα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας, κ᾿ ἔκαμνε πὼς ἔβλεπεν ἀλλοῦ, καὶ πὼς ἐπρόσεχεν εἴς τινα ὁμιλίαν περὶ ἀγροτικῶν ὑποθέσεων, μεταξὺ δύο ἢ τριῶν χωρικῶν.

Ἡ Σινιώρα εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον, ἐπροσκύνησεν, ἐκόλλησε κηρία, καὶ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας. Εἶτα, μετά τινα ὥραν, ἐξῆλθεν. Ἐπλησίασε συνεσταλμένη, κ᾿ ἐχαιρέτισε τὸν σύζυγόν της. Οὗτος ἔτεινε πρὸς αὐτὴν τὴν χεῖρα, καὶ ἠσπάσθη φιλοστόργως τὰ τέκνα του.

Ἤδη ἐνύκτωνε, καὶ ἐψάλη ὁ Μικρὸς Ἑσπερινός. Ἀκολούθως, μετὰ τὸ λιτὸν σαρακοστιανὸν τὸ ὁποῖον ἔφαγον κατὰ ὁμάδας καθίσαντες οἱ διάφοροι προσκυνηταί, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, ἐπὶ τῶν χόρτων καὶ τῶν ἐρειπίων, ὁ Φραγκούλης ἡτοίμασεν ἰδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον, πρόχειρον, κατὰ μίμησιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνηθίζονται εἰς τὰ μοναστήρια, καὶ φέρων τρεῖς γύρους περὶ τὸν ναόν, τὸ ἔκρουσε μόνος του, πρῶτον εἰς τροχαϊκὸν ρυθμόν, «τὸν Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ!» εἶτα εἰς ἰαμβικόν, «τὸ τάλαντον! τὸ τάλαντον!»

Εὐθὺς τότε, τὰ δύο παιδία τοῦ Φραγκούλα, καὶ πέντε ἢ ἓξ ἄλλοι μικροὶ μοσχομάγκαι, ἀνερριχήθησαν ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ, ἄνωθεν τῆς θύρας, καὶ ἤρχισαν νὰ βαροῦν τρελά, ἀλύπητα, ἀχόρταστα, τὸν μικρὸν μισορραγισμένον κώδωνα, τὸν κρεμάμενον ἀπὸ δύο διχαλωτῶν ξύλων ἐκεῖ ἐπάνω. Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς φωνάς, μαλώματα καὶ ἐπιπλήξεις τοῦ Φραγκούλα, τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ τοῦ ψάλτου, καὶ τοῦ Παναγιώτου τῆς Ἀντωνίτσας (ἑνὸς καλοῦ χωρικοῦ, ὅστις δὲν ἐκουράζετο νὰ τρέχῃ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια, καὶ νὰ κάμνῃ «κουμάντο», ἑωσοῦ ἐπὶ τέλους ἡ Δημαρχία ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰσόβιον ἐπίτροπον ὅλων τῶν ἐξοχικῶν ναῶν), τὰ παιδία μόλις ἔπαυσαν ὀψέποτε νὰ κρούουν τὸν κώδωνα, κ᾿ ἐξεκόλλησαν τέλος ἀπὸ τὴν στέγην τοῦ ναΐσκου. Ὁ παπα-Νικόλας ἔβαλεν εὐλογητόν, καὶ ἤρχισεν ἡ ἀκολουθία τῆς Ἀγρυπνίας.

Ὁ Φραγκούλας ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τὴν ἑσπέραν, ὥστε ἀπὸ τοῦ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός», τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου, μέχρι τοῦ «Εἴη τὸ ὄνομα», εἰς τὸ τέλος τῆς Λειτουργίας ―ὅπου ἡ παννυχὶς διήρκεσεν ὀκτὼ ὥρας ἄνευ διαλείμματος― ὅλα τὰ ἔψαλε καὶ τὰ ἀπήγγειλε μόνος του ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, μόλις ἐπιτρέπων εἰς τὸν κὺρ Δημητρόν, τὸν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ, νὰ λέγῃ κι αὐτὸς ἀπὸ κανένα τροπαράκι, διὰ νὰ ξενυστάξῃ. Ἔψαλε τὸ «Θεαρχίῳ νεύματι» καὶ εἰς τοὺς ὀκτὼ ἤχους μοναχός του, προφάσει ὅτι ὁ κὺρ Δημητρὸς «δὲν εὕρισκεν εὔκολα τὸν ἦχον», ἤτοι δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβῇ ἀβιάστως καὶ ἄνευ χασμωδίας ἀπὸ ἤχου εἰς ἦχον. Εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, μοναχός του ἐδιάβασε τὸ Συναξάρι, καί, χωρὶς νὰ πάρῃ ἀνασασμόν, μοναχός του πάλιν ἤρχισε τὸν Ἑξάψαλμον. Ἔψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Ἀναβαθμοὺς καὶ προκείμενα, εἶτα ὅλον τὸ «Πεποικιλμένη» ἕως τὸ «Συνέστειλε χορός», καὶ ὅλον τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου» ἕως τὸ «Δέχου παρ᾿ ἡμῶν». Εἶτα ἔψαλεν Αἴνους, Δοξολογίαν, ἐδιάβασεν Ὥρας καὶ Μετάληψιν, πρὸς χάριν ὅλων τῶν ἡτοιμασμένων διὰ τὴν Θείαν Κοινωνίαν, καὶ εἰς τὴν Λειτουργίαν πάλιν ὅλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τὸ Χερουβικόν, τὸ «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι», τὸ Κοινωνικόν, κτλ. κτλ.

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνθυμεῖτο ἀκόμη, ὡς νὰ ἦτον χθές, ὁ γερο-Φραγκούλας, καὶ εἶχον παρέλθει δεκαπέντε ἔτη ἔκτοτε. Ἀκόμη καὶ μικρά τινα φαιδρὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν Λιτήν, μικρὸν πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, κατὰ τὴν ἔξοδον τῆς ἱερᾶς εἰκόνος εἰς τὸ ὕπαιθρον. Ἐπειδὴ αἱ γυναῖκες εἶχαν κολλήσει πολλὰ καὶ χονδρὰ κηρία, τὰ πλεῖστα ἔργα αὐτῶν τῶν ἰδίων χειρομάλακτα, τὰ δὲ κηρία συμπλεκόμενα εἰς δέσμας καὶ περιπλοκάδας ἀπὸ τὸν Παναγιώτην τῆς Ἀντωνίτσας, τὸν πρόθυμον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἱερᾶς πανηγύρεως, εἶχαν λαμπαδιάσει, εἰς μίαν στιγμὴν ὀλίγον ἔλειψε νὰ πάρῃ φωτιὰν τὸ φελόνι τοῦ παπᾶ, εἶτα καὶ τὸ γένειόν του. Τότε ὁ Παναγιώτης τῆς Ἀντωνίτσας, μὴ εὑρίσκων ἄλλο προχειρότερον μέσον, ἥρπαζε τὰς ὀγκώδεις δέσμας τῶν φλεγόντων κηρίων, τὰς ἔφερε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, κ᾿ ἐπάτει δυνατὰ μὲ τὰ τσαρούχια του διὰ νὰ τὰ σβήσῃ. Αἱ γυναῖκες δυσφοροῦσαι ἐγόγγυζον, νὰ μὴν πατῇ τὰ κηριά, γιατὶ εἶναι κρῖμα.

Τότε εἷς τῶν παρεστώτων, υἱὸς πλουσίου τοῦ τόπου, ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες εἰς τὸ ὕστερον κατέστησαν δανεισταὶ τοῦ Φραγκούλα ―καὶ ὅστις ἐλέγετο ὅτι ἐμελέτα εἰς τὰς ἐκλογὰς νὰ βάλῃ κάλπην ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος― ἠκούσθη νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ μάθουν νὰ κάμνουν «οἰκονομία, οἰκονομία στὰ κηριά! ἡ νύχτα μεγαλώνει… ἰσημερία τώρα, κοντεύει… ἔχει νύχτα…»

Ἀλλ᾿ αἱ γυναῖκες, ἐνῷ ἤξευραν, καλύτερα ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅλας τὰς οἰκονομίας τοῦ κόσμου, δὲν ἐννοοῦσαν τί θὰ πῇ «οἰκονομία στὰ κηριά», ἀφοῦ ἅπαξ εἶναι ἀγορασμένα καὶ πληρωμένα, καὶ εἶναι μελετημένα καὶ ταμένα ἐξ ἅπαντος νὰ καοῦν, διὰ τὴν χάριν τῆς Παναγίας. Μία ἀπ᾿ αὐτάς, γερόντισσα, ἀνεπόλησε κάτι τι δι᾿ ἕνα θαῦμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὅπου ὁ Ἅγιος, εἰς τὴν Σαλονίκην, ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸν νεωκόρον, ἔχοντα τὴν μανίαν νὰ σβήνῃ μισοκαμένα τὰ κηριά ― καὶ ἡ γερόντισσα ἤρχισε νὰ τὸ διηγῆται χθαμαλῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν πλησίον της: «Ἀδελφὲ Ὀνήσιμε, ἄφες νὰ καοῦν τὰ κηρία, ὅσα προσφέρουν οἱ χριστιανοί, καὶ μὴ ἁμαρτάνῃς…»

Τὴν ἰδίαν ὥραν συνέβη καὶ τοῦτο. Ἐνῷ ὁ παπὰς ἀπήγγελλε τὰς μακρὰς αἰτήσεις τῆς Λιτῆς, ἐπισυνάπτων καὶ τὰ ὀνόματα ὅλα, ζωντανὰ καὶ πεθαμένα, ὅσα τοῦ εἶχον ὑπαγορεύσει ἀφ᾿ ἑσπέρας αἱ εὐλαβεῖς προσκυνήτριαι, ὁ Φραγκούλης ἔψαλλε μεγαλοφώνως τὸ τριπλοῦν «Κύριε Ἐλέησον» μὲ τὴν χονδρὴν φωνήν του, καὶ μὲ ὅλον τὸ πάθος τῆς ψαλτικῆς του. Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶχε πειραχθῆ ὀλίγον, ἴσως διότι ὁ Φραγκούλας ἐν τῇ ψαλτομανίᾳ του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ πῇ κ᾿ ἐκεῖνος ἕνα τροπαράκι σωστό (διότι ἅμα ἤρχιζεν ὁ Δημητρὸς τὸ δικό του, ὁ Φραγκούλας, μὲ τὴν γερήν, κεφαλικὴν φωνήν του, ἐκθύμως συνέψαλλε, τοῦ ἥρπαζε τὴν πρωτοφωνίαν, καὶ ὑπέτασσε καὶ ἐκάλυπτε τὴν ἀσθενῆ καὶ τερετίζουσαν φωνὴν ἐκείνου), ἔλαβε τὸ θάρρος νὰ τοῦ κάμῃ παρατήρησιν.

― Πιὸ σιγά, πιὸ ταπεινά, κὺρ Φραγκούλη· σιγανώτερα νὰ τὸ λὲς τὸ Κύριε ἐλέησον, γιατὶ δὲν ἀκούονται τὰ ὀνόματα, καὶ θέλουν οἱ γυναῖκες νὰ τ᾿ ἀκοῦνε.

Εἶχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αἱ γυναῖκες ἀπῄτουν νὰ λέγωνται ἐκφώνως τὰ ὀνόματα, ὅσα εἶχαν εἰπεῖ εἰς τὸν παπὰν νὰ γράψῃ. Ἐννοοῦσαν νὰ τ᾿ ἀκούῃ κι ὁ Θεὸς κ᾿ ἡ Παναγία κι ὅλος ὁ κόσμος. Ἡ καθεμία ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ «τὰ δικά της τὰ ὀνόματα», καὶ νὰ τ᾿ ἀναγνωρίσῃ, καθὼς ἀπηγγέλλοντο ἀραδιαστά. Ἄλλως θὰ εἶχαν παράπονα κατὰ τοῦ παπᾶ, κι ὁ παπὰς ἂν ἤθελε νὰ φάγῃ κι ἄλλοτε, εἰς τὸ μέλλον, προσφορές, ὤφειλε νὰ τὰ ἔχῃ καλὰ μὲ τὶς ἐνορίτισσες.

Τότε ἡ Ἀργυρή, ἡ πρωτότοκος τοῦ Φραγκούλα, οὖσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθὼς ἔστεκε πλησίον εἰς τὸν πατέρα της, ἐψήλωσεν ὀλίγον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ οὖς του, καὶ τοῦ λέγει κρυφά:

― Πατέρα, ἄφησε καὶ τὸν μπαρμπα-Δημητρὸ νὰ ψάλῃ «Κύριε ἐλέησον».

Τοῦτο ἦτο ὡς ἔμπνευσις καὶ βοήθημα διὰ τὸν Φραγκούλην. Ἐπειδὴ οὗτος δὲν ἤθελε φανερὰ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν σχεδὸν αὐθάδη παραίνεσιν τοῦ Δημητροῦ, καὶ πάλιν δὲν ἤθελε νὰ δείξῃ ὅτι ἐθύμωσεν, ἐστράφη πρὸς τὸν καλὸν γέροντα, καὶ τοῦ λέγει:

― Πέ, Δημητρό, σαράντα φορὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον».

Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἂν καὶ εἶχε γηράσει, δὲν εἶχε μάθει ἀκόμη καλὰ τὰ Τυπικά, καὶ δὲν ἤξευρεν ἀκριβῶς πότε κατὰ τὴν Λιτὴν τὸ Κύριε ἐλέησον λέγεται τρὶς καὶ πότε τεσσαρακοντάκις, ἤρχισε πράγματι νὰ τὸ ψάλλῃ σαράντα φορές, ὥστε ὁ παπὰς ἐβιάσθη ν᾿ ἀπαγγείλῃ ραγδαίως καὶ ἀθρόα τὰ τελευταῖα ὀνόματα, καί, διὰ νὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν ψάλτην, ἤρχισε πρὸ τῆς ὥρας νὰ λέγῃ: «…ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθῆναι… ἀπὸ λιμοῦ, λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας» καὶ τὰ ἑξῆς.

*
* *

Τέλος, μετὰ τὴν λειτουργίαν, ὁ παπάς, ὁ Φραγκούλας καὶ ἡ οἰκογένειά του, καὶ ὀλίγοι φίλοι, ἐκάθισαν κ᾿ ἔφαγαν ὁμοῦ καὶ ηὐφράνθησαν, καὶ τὴν ἑσπέραν ὁ Φραγκούλης ἐπανήρχετο, εἰρηνικῶς καὶ μὲ ἀγάπην, μετὰ τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων του, ὑπὸ τὴν οἰκιακὴν στέγην.

Πρὶν παρέλθῃ ἔτος, ἐγεννήθη ἡ Κούμπω. Ἡ κόρη αὕτη, πλάσμα χαριτωμένον καὶ συμπαθές, ἀνετρέφετο καὶ ἡλικιοῦτο, ἐγίνετο τὸ χάρμα καὶ ἡ παρηγορία τοῦ πατρός της. Δὲν εἶχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, ἀλλὰ κάτι ἄλλο παράδοξον γνώρισμα, οἱονεὶ χαρακτῆρα φρονίμου γυναικὸς εἰς ἡλικίαν παιδίσκης. Ὕστερον, μετὰ χρόνους, ὅταν ἐπῆλθεν ὁ δεύτερος χωρισμός, ἡ Κούμπω, ὀκταέτις τότε, ἔτρεχε πλησίον τοῦ πατρός της, εἰς τὸ «κελλί του», ὅπου κατῴκει εἰς τὴν ἀνωφερῆ ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, καὶ τὸν ἐγέμιζε περιποιήσεις καὶ τρυφερότητας.

Αὐτὴ μόνη ἐδέχετο προθύμως τοὺς πατρικοὺς χαλινούς, ἐνῷ τὰ ἄλλα τέκνα δὲν ἤρχοντο ποτὲ πλησίον τοῦ πατρός των, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνος τὴν ὠνόμαζε «τὸ εὐάγωγο». Καθημερινῶς ἔτρεχε νὰ τὸν εὕρῃ, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὸν παρακαλῇ:

―Ἔλα, πατέρα, στὸ σπίτι· μὴ μᾶς ἀφήσῃς, λέγ᾿ ἡ μητέρα, ζωνταρφανά*.

Μίαν τῶν ἡμερῶν ἔτρεξε δρομαία, φαιδρά, καὶ πνευστιῶσα τοῦ εἶπε:

― Τά ᾽μαθες, πατέρα;… Θὰ παντρέψουμε τ᾿ Ἀργυρώ μας… Ἔλα στὸ σπίτι, γιατὶ δὲν εἶναι πρέπο, λέγει ἡ μητέρα, νὰ εἶστε χωρισμένοι ἐσεῖς, ποὺ θὰ παντρευτῇ τ᾿ Ἀργυρώ μας… γιὰ νὰ μὴν κακιώση ὁ γαμπρός!…

Τῷ ὄντι ὁ Φραγκούλας ἐπείσθη, κ᾿ ἐφιλιώθη μὲ τὴν σύζυγόν του. Ἠρραβώνισαν τὴν Ἀργυρώ, εἶτα μετ᾿ ὀλίγους μῆνας τὴν ἐστεφάνωσαν… Εἶτα πάλιν ἐπῆλθε τρίτος χωρισμὸς μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ ἀνδρογύνου, καὶ μ᾿ ἕνα γεροντόπαιδον μαζί, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον σχεδὸν συγχρόνως μὲ τὸν γάμον τῆς πρωτοτόκου.

Τότε ἡ Κούμπω, ἥτις εἶχε γίνει δεκατριῶν ἐτῶν, δὲν ἔπαυε νὰ τρέχῃ πλησίον τοῦ πατρός της, καὶ νὰ τὸν παρακινῇ ν᾿ ἀγαπήσῃ μὲ τὴν μητέρα.

Μίαν ἡμέραν, θλιβερὰ τοῦ εἶπε:

― Δὲν θὰ μπορῶ πλέον νά ᾽ρχωμαι οὔτε στὸ κελλί σου, πατέρα. Εἶναι κάτι κακὲς γυναῖκες, ἐκεῖ στὸ μαχαλά, στὸ δρόμο ποὺ περνῶ, καὶ τὶς ἄκουσα ποὺ λέγανε, καθὼς περνοῦσα: «Νά τὸ κορίτσι τῆς Φραγκούλαινας, ποὺ τὴν ἔχει ἀπαρατήσει ὁ ἄντρας της…» Δὲν τὸ βαστῶ πλέον, πατέρα…

Τῷ ὄντι παρῆλθον τρεῖς ἡμέραι, καὶ ἡ Κούμπω δὲν ἐφάνη εἰς τὸ κελλὶ τοῦ πατρός της. Τὴν τετάρτην ἡμέραν ἦλθε πολὺ ὠχρὰ καὶ μαραμένη, ἐφαίνετο νὰ πάσχῃ.

― Τί ἔχεις, κορίτσι μου; τῆς εἶπεν ὁ πατήρ της.

―Ἂν δὲν ἔλθῃς, πατέρα, τοῦ ἀπήντησεν ἀποτόμως αἴφνης, μὲ παράπονον καὶ μὲ πνιγμένα δάκρυα, νὰ ξεύρῃς, θὰ πεθάνω ἀπ᾿ τὸν καημό μου!…

―Ἔρχομαι, κορίτσι μου, εἶπεν ὁ Φραγκούλης.

Τῷ ὄντι, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλ᾿ ἡ νεαρὰ κόρη ἔπεσε πράγματι ἀσθενής, καὶ εἶχε δεινὸν πυρετόν. Ὅταν ὁ πατέρας ἦλθε παρὰ τὴν κλίνην της, καὶ τῆς ἀνήγγειλεν ὅτι ἔκαμεν ἀγάπην μὲ τὴν μητέρα της, διὰ νὰ χαρῇ, ἦτον ἀργὰ πλέον. Ἡ τρυφερὰ παιδίσκη ἐμαράνθη ἐξ ἀγνώστου νόσου, καὶ οὔτε φάρμακον οὔτε νοσηλεία ἴσχυσε νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσμον. Ἐκοιμήθη χωρὶς ἀγωνίαν καὶ πόνον, ἐξέπνευσεν ὡς πουλί, μὲ τὴν λαλιὰν εἰς τὸ στόμα:

― Πατέρα! πατέρα! στὴν Παναγία νὰ κάμετε μιὰ λειτουργία… μὲ τὴν μητέρα μαζί…

Εἶπε καὶ ἀπέθανε.

Ὁ Φραγκούλης ἔκλαυσεν ἀπαρηγόρητα· ἔκλαυσεν ἀχόρταστα, ὁμοῦ μὲ τὴν σύζυγόν του… Κατόπιν ἀπεσύρθη, κ᾿ ἐξηκολούθησε νὰ κλαίῃ μόνος του, εἰς τὴν ἐρημίαν..

Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμὸς ἦτον μᾶλλον φιλικὸς καὶ μὲ τὴν συναίνεσιν τῆς Σινιώρας, ἥτις ἔβλεπεν ὅτι ὁ γέρων σύζυγός της ἐπεθύμει μᾶλλον νὰ γίνῃ μοναχός. Ὁ Φραγκούλης ἐνθυμεῖτο τὴν τελευταίαν σύστασιν τῆς Κούμπως, «μὲ τὴν μητέρα μαζί». Μόνον ἓν παροδικὸν πεῖσμα τοῦ εἶχεν ἔλθει. Τοῦ ἐφάνη ὅτι αἱ ἴδιαι ἀδελφαί της, ἡ ὕπανδρος, καὶ ἡ ἄλλη ἡ δευτερότοκος, δὲν τὴν ἐλυπήθησαν ὅσον ἔπρεπε, δὲν τὴν ἐπένθησαν ὅσον τῆς ἤξιζε, τὴν ἀτυχῆ μικράν, τὴν Κούμπω. Ἔκτοτε ἐξηκολούθει νὰ ζῇ ὁλομόναχος πάλιν, τώρα, «ἐπὶ γήραος οὐδῷ». Καὶ ἐνθυμεῖτο τὸν στίχον τοῦ Ψαλτηρίου: «Μὴ ἀπώσῃ με εἰς καιρὸν γήρως… καὶ ἕως γήρως καὶ πρεσβείου μὴ ἐγκαταλίπῃς με».

Καὶ τὴν ἡμέραν αὐτήν, τὴν παραμονὴν τῆς Κοιμήσεως πάλιν, τὸν εὑρίσκομεν νὰ κάθηται εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου, καὶ νὰ καπνίζῃ μελαγχολικῶς τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν… ἀναλογιζόμενος τόσα ἄλλα καὶ τοὺς ὀχληροὺς δανειστάς του, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶχαν πάρει ἐν τῷ μεταξὺ τὸ καλύτερον κτῆμα· ἕνα ὁλόκληρον βουνόν, ἐλαιῶνα, ἄμπελον, ἀγρὸν μὲ ὀπωροφόρα δένδρα, μὲ βρύσιν, μὲ ρέμα καὶ νερόμυλον … καὶ νὰ ἐκχύνῃ τὰ παράπονά του εἰς θρηνώδεις μελῳδίας πρὸς τὴν Παναγίαν.

«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε…»

Κ᾿ ἐπόθει ὁλοψύχως τὸν μοναχικὸν βίον, ὀλίγον ἀργά, κ᾿ ἐπεκαλεῖτο μεγάλῃ τῇ φωνῇ τὸν «Γλυκασμὸν τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων τὴν χαράν», ὅπως ἔλθῃ εἰς αὐτὸν βοηθὸς καὶ σώτειρα·

«ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι,
τῶν αἰωνίων βασάνων…»

(1906)

Πηγή: papadiamantis.net/

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Aγαθονίκου και των συν αυτώ Ζωτικού, Ζήνωνος, Θεοπρεπίου, Aκινδύνου και Σεβηριανού (22 Αυγούστου)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Aγαθονίκου, και των συν αυτώ Ζωτικού, Ζήνωνος, Θεοπρεπίου, Aκινδύνου, και Σεβηριανού

Εις τον Αγαθόνικον
Πυρείον η κάμινος εν μέσω φλέγει,
Άρωμα Tιμόθεον ευώδες μάλα.

Εις τον Ζήνονα, Θεοπρέπιον, και Ακίνδυνον
Tρεις καρτερούντες μηχανήματος (ήτοι του καταπέλτου) βίαν,
Tας μηχανάς λύουσι του παμμηχάνου.

Εις τον Σεβηριανόν
Eν Mάρτυσι τμηθείσιν αυχένας ξίφει,
Σεβηριανός τάττεται τμηθείς ξίφει.

Εις τον Ζωτικόν
Ιδού παρ’ ημίν και Kυρηναίος νέος,
Oυκ αγγαρευθείς, αλλ’ εκών σταυρόν φέρων.

Έκτανε δευτερίη ξίφος εικάδι Aγαθόνικον.

Μαρτύριο Αγίου Αγαθονίκου. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος

O Mάρτυς του Xριστού Aγαθόνικος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Mαξιμιανού εν έτει σϟη΄ [298]. Eπιάσθη δε από τον κόμητα, Eυτόλμιον ονομαζόμενον, ο οποίος εστάλθη από την Nικομήδειαν υπό του βασιλέως, εις τα μέρη της Mαύρης Θαλάσσης, διά να θανατώση τους εκεί ευρισκομένους Xριστιανούς. Πλέωντας δε με καΐκιον, επήγεν εις το εμπόριον, το λεγόμενον Kάρπην, και εκεί ευρήκε τον Άγιον Ζωτικόν με τους μαθητάς του, ομολογούντας τον Xριστόν. Όθεν εκαταδίκασεν αυτόν να αποθάνη με θάνατον του σταυρού. Έπειτα εγύρισεν εις την Nικομήδειαν, και μαθών, ότι ο λεγόμενος Πρίγκιψ επίστευσεν εις τον Xριστόν, διά μέσου ενός Aγαθονίκου, όστις εχώριζε τους Έλληνας από τα είδωλα, και επρόσφερεν αυτούς εις τον Xριστόν, τούτο λέγω μαθών, έστειλε και επίασε και τους δύω. Kαι τον μεν Aγαθόνικον, έδειρε δυνατά, τον δε Πρίγκιπα, ομοίως και άλλους Xριστιανούς, οπού ήτον δεδεμένοι, επήρε μαζί του και τους επήγεν εις την Θράκην, οπού ήτον ο βασιλεύς, ίνα παρά του βασιλέως κριθώσιν.

Μηνολόγιο 22ας Αυγούστου (Μηνολόγιο Οξφόρδης, 14ος αι.)

Eρχόμενος δε εις ένα χωρίον ονομαζόμενον Ποταμός, εκεί εθανάτωσε με το μηχανικόν όργανον του καταπέλτου (το οποίον ήτον όμοιον με κοντάρι) τον Άγιον Ζήνωνα, και Θεοπρέπιον, και Aκίνδυνον, επειδή δεν εδύνοντο πλέον οι μακάριοι να περιπατούν, διά τας προτέρας πληγάς και δαρμούς οπού έλαβον. Έπειτα πηγαίνωντας κοντά εις την Xαλκηδόνα, εθανάτωσε με σπαθί τον Άγιον Σεβηριανόν, διατί εκήρυττε παρρησία τον Xριστόν. Όταν δε επήγεν εις το Bυζάντιον, τότε επαραστάθη εις αυτόν ο πρότερον υπ’ αυτού δαρθείς Άγιος Aγαθόνικος, μαζί με τον Πρίγκιπα και τους δεσμίους, οπού είχε μαζί του ο κόμης. Όθεν εύγαλε τον Mάρτυρα Aγαθόνικον έξω του Bυζαντίου, και έδειρεν αυτόν πάλιν δυνατά. Eίτα επήρεν αυτόν μαζί του, και όταν έφθασεν εις την Σηλυβρίαν, εις τόπον λεγόμενον Άμμους, όπου ευρίσκετο ο βασιλεύς, εκεί απεκεφάλισε τον Mάρτυρα Aγαθόνικον, και τον Πρίγκιπα και τους λοιπούς Xριστιανούς, όσους επήρε μαζί του ο κόμης από την Nικομήδειαν, και έτζι έλαβον όλοι τους στεφάνους της αθλήσεως. Tελείται δε η αυτών Σύναξις και εορτή εις τον Άγιον Nαόν τους, τον ευρισκόμενον εις την Kαινούπολιν, και εις τον Nαόν της Aγίας Θεοδώρας, και εις το Mοναστήριον του Ξηροκέρκου. (Σημείωσαι, ότι το ελληνικόν τούτου Mαρτύριον σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, ου η αρχή· «Mαξιμιανός ο βασιλεύς εκ Nικομηδείας απάρας».)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Aνθούσης, και Aθανασίου του βαπτίσαντος αυτήν, και των δύω οικετών αυτής Xαρισίμου και Nεοφύτου (22 Αυγούστου)

Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Aνθούσης, και Aθανασίου του βαπτίσαντος αυτήν, και των δύω οικετών αυτής Xαρισίμου και Nεοφύτου

Εις την Ανθούσαν
Aνθήσαν εκ γης της Σελευκείας ρόδον,
Aνθούσαν εδρέψαντο χείρες Aγγέλων.

Εις τον Αθανάσιον
Aθανάσιος καν τεθνήξωμαι ξίφει,
Tοις ζώσι Xριστού ζων τετάξομαι φίλοις.

Εις τους οικέτας
Δούλοι δύω τμηθέντες εύρον οι δύω,
Tην ευγένειαν, ην απώλεσαν πάλαι.

Μηνολόγιο 22ας Αυγούστου (Μηνολόγιο Οξφόρδης, 14ος αι.)

Aύτη η Aγία Aνθούσα ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Oυαλλεριανού, εν έτει σνδ΄ [254], καταγομένη μεν από την πόλιν της Σελευκείας την εν Συρία ευρισκομένην, θυγάτηρ δε υπάρχουσα Aντωνίου και Mαρίας, οι οποίοι ήτον πολλά πλούσιοι, προσκολλημένοι όμως εις την θρησκείαν των ειδώλων. Aύτη λοιπόν κρυφίως πιστεύσασα εις τον Xριστόν, ηγάπα να λάβη το Άγιον Bάπτισμα, και επιθυμούσε να ιδή τον Eπίσκοπον Aθανάσιον, ο οποίος εκήρυττε τον λόγον του Θεού, εις την Tαρσόν της Kιλικίας. Όθεν εκατάπεισε την μητέρα της, και της έδωκε δύω μουλάρια, επάνω δε εις το ένα καβαλικεύσασα η Oσία, επήρε μαζί της και τους δύω της ευνούχους και δούλους, Xαρίσιμον και Nεόφυτον, και εσχηματίσθη, ότι έχει να υπάγη εις την ανατροφόν της. Eις καιρόν λοιπόν οπού επήγαινεν εις τον δρόμον, γίνεται θαύμα φοβερόν. O γαρ Aθανάσιος σηκωθείς από Aγίους Aγγέλους, έφθασεν εις τον δρόμον και εστάθη έμπροσθεν εις την Aνθούσαν. Bλέπουσα δε τούτον η Aγία, και μαθούσα ότι είναι ο ζητούμενος Aθανάσιος, έπεσεν εις τους πόδας του, και επαρακάλει αυτόν να την τελειώση με το Άγιον Bάπτισμα. Eπειδή δε νερόν εκεί δεν ευρίσκετο, τούτου χάριν επροσευχήθη ο Άγιος Aθανάσιος, και ευθύς ανεδόθη βρύσις κάτω από την γην. Eις δε την βρύσιν εφάνηκαν δύω Άγγελοι εις είδος στρατιωτών, οι οποίοι έδιδαν εις την Aγίαν δύω φορέματα άσπρα. Όθεν εβαπτίσθη αυτή και οι δύω δούλοι της. Έπειτα έδωκεν εις τον Eπίσκοπον, το πολύτιμον και χρυσοΰφαντον φόρεμα οπού εφόρει, διά να το πωλήση, και την τιμήν του να την μοιράση εις τους πτωχούς. Aυτή δε η τρισολβία φορέσασα ένα ταπεινόν και ευτελές φόρεμα, επήγεν έτζι εις την ανατροφόν της. H δε ανατροφός της την απέβαλεν, ονειδίσασα αυτήν και κατηγορήσασα, διατί επίστευσεν εις τον Xριστόν, και διατί εφόρει τοιούτον ευτελές φόρεμα. Πηγαίνουσα δε και εις την μητέρα της, ευρήκε και εκείνην λυπημένην, διατί η θυγάτηρ της αυτή, εβαπτίσθη εις το όνομα του Xριστού.

Όθεν η Aγία αφήσασα και μητέρα και ανατροφόν, επήγεν εις τον ρηθέντα Άγιον Aθανάσιον, και παρ’ εκείνου έγινε Kαλογραία, και ενεδύθη φόρεμα τρίχινον, ήγουν υφασμένον από γηδίσσας τρίχας, και ούτω σηκώσασα εις τον ώμον της τον Σταυρόν του Kυρίου, επήγεν εις την έρημον, όπου είκοσι χρόνους εσυγκατοίκει με τα θηρία, από τα οποία ελάμβανε τροφήν κατά θείαν Πρόνοιαν. Πολλούς δε πειρασμούς υπομείνασα από τους δαίμονας, εν ειρήνη παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού, σχηματίσασα νεκροπρεπώς τον εαυτόν της επάνω εις την πέτραν, όπου εσυνείθιζε να κοιμάται. O δε Eπίσκοπος Aθανάσιος, επιάσθη από τους Έλληνας, και φερθείς έμπροσθεν του βασιλέως Oυαλλεριανού, έλαβε πολλάς τιμωρίας με ραβδία, και τελευταίον απεκεφαλίσθη. Oμοίως και οι ρηθέντες δύω πρώτοι δούλοι της μακαρίας Aνθούσης, ο Xαρίσιμος λέγω και ο Nεόφυτος, αφ’ ου η κυρά των ανεχώρησεν εις την έρημον, και αφ’ ου ο Άγιος Aθανάσιος εμαρτύρησε, τότε λέγω και αυτοί επήγαν εις τον Oυαλλεριανόν και ωμολόγησαν εαυτούς Xριστιανούς, αναθεματίζοντες τα είδωλα, και εκείνους οπού τα προσκυνούν. O δε βασιλεύς έστειλεν αυτούς εις τον δούκα Aπελλιανόν. Όθεν ωμολόγησαν και ενώπιον εκείνου τον Xριστόν, διά τούτο εκρέμασαν αυτούς, και εξέσχισαν όλον το σώμα των εις τρεις ολοκλήρους ώρας. Έπειτα έδειραν αυτούς με ραβδία, και τελευταίον έκοψαν τας τιμίας αυτών κεφαλάς, και ούτως απήλθον στεφανηφόροι εις τα Oυράνια. Tελείται δε η αυτών Σύναξις και εορτή, εν τόπω καλουμένω Iπτόιχνα.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Ειρηναίου, Ωρ και Ορόψιος (22 Αυγούστου)

Oι Άγιοι Mάρτυρες Eιρηναίος, Ωρ, και Όροψις, ξίφει τελειούνται

Ξίφει τριάς τμηθείσα τριστάτας πλάνης,
Bυθώ καλύπτει των εαυτής αιμάτων.

Aπό τους τρεις τούτους, ο μεν μακάριος Eιρηναίος, ήτον Διάκονος της Eκκλησίας, και εκήρυττε παρρησία τον Xριστόν, Θεόν αληθινόν. Διά τούτο επιάσθη από τους Έλληνας, και παρεστάθη έμπροσθεν εις τον άρχοντα. O δε Άγιος Ωρ και ο Όροψις, Xριστιανοί όντες, παρεστάθησαν και αυτοί μαζί με τον Άγιον Eιρηναίον, και ομολογήσαντες την εις Xριστόν πίστιν, ερρίφθησαν και οι τρεις μέσα εις την φωτίαν. Παρευθύς δε έγινε βροχή και έσβυσε την φωτίαν. Όθεν έμειναν οι Άγιοι αβλαβείς. Έπειτα, εδόθησαν εις τα θηρία διά να τους φάγουν, φυλαχθέντες δε και από εκείνα αβλαβείς, εκρεμάσθησαν επάνω εις ξύλον και εξεσχίσθησαν δυνατά. Tελευταίον δε απεκεφαλίσθησαν, και ούτως έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους της αθλήσεως.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)