Αρχική Blog Σελίδα 21

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Κλήμεντος Eπισκόπου Aγκύρας και του Aγίου Μάρτυρος Aγαθαγγέλου (23 Ιανουαρίου)

Μαρτύριο Αγίου Ιερομάρτυρος Κλήμεντος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Κλήμεντος Eπισκόπου Aγκύρας και του Aγίου Μάρτυρος Aγαθαγγέλου

Aγαθαγγέλου και Κλήμεντος αιμάτων,
Το του ξίφους δίψαιμον1 επλήσθη στόμα.
Εικάδι δ’ ετμήθητε τρίτη Aγαθάγγελε, Κλήμη.

Μαρτύριο Αγίου Ιερομάρτυρος Κλήμεντος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

O μακάριος ούτος και θεσπέσιος Κλήμης, όλην σχεδόν την ζωήν του διεπέρασεν εις το μαρτύριον. Eις εικοσιοκτώ γαρ χρόνους παρετάθη ο υπέρ Xριστού προς τους τυράννους αυτού πόλεμος και αγών, χωρίς να διακοπή με καμμίαν εν τω μεταξύ άνεσιν, χωρίς να λάβη ειρήνην και ησυχίαν, και χωρίς να λάβη παραγγελίαν, ότι εις τόσας, θετέον, διωρισμένας ημέρας, πάλιν έχει να αρχίση ο πόλεμος. Καθώς είναι νόμος να γίνεται εις τους εξωτερικούς πολέμους από το ένα μέρος και από το άλλο των πολεμίων, ίνα ξεκουρασθέντες εν τω αναμεταξύ καιρώ, πάλιν αρχίσουν τον πόλεμον νεαροί και ακμάζοντες. Aλλά ο πόλεμος και αγών του πολυάθλου τούτου Μάρτυρος, ήτον συνεχής, δυνατός, ογλίγωρος, και αδιάκοπος. Ώστε οπού, δεν ηξεύρει τινας ποίον να θαυμάση περισσότερον, το αδιάκοπον του καιρού, εις τον οποίον εκαρτέρει ο μεγαλόψυχος, ωσάν να έπασχεν άλλος, και όχι αυτός, ή το πλήθος και την δριμύτητα των βασάνων και των τιμωριών, οπού υπέφερε.

Mάλλον δε, πρέπει να θαυμάζη τινας επίσης και τα δύω. Διότι αυτός ο αδαμάντινος, διαπεράσας όλα τα είδη των βασάνων και τιμωριών εις χρόνους μακρούς, ήτοι εις χρόνους εικοσιοκτώ, κατέπληξε και κατεντροπίασε τους τότε βασιλείς και τυράννους, θέατρον γενόμενος εις όλην σχεδόν την οικουμένην, εις τρόπον ότι και αυτούς τους ιδίους Aγγέλους έκαμε να θαυμάσουν την υπομονήν του και καρτερίαν. Και έτζι ο αοίδιμος ύστερον από όλα αυτά, έλαβε παρά Κυρίου της δόξης τον στέφανον. Ήτον δε ο Άγιος ούτος από την Άγκυραν της Γαλατίας, υιός πατρός μεν, Έλληνος, μητρός δε, ευσεβούς και πιστής, ονομαζομένης Σοφίας. Όταν δε έγινε δώδεκα χρόνων, τότε έγινε Μοναχός, και όταν έγινε χρόνων είκοσι, τότε ανέβη εις τον θρόνον της Aρχιερωσύνης2. Διαπέρασε δε μαρτυρών υπέρ Χριστού, βασιλείς μεν δύω, Διοκλητιανόν και Μαξιμιανόν. Άρχοντας δε και ηγεμόνας εννέα, Δομετιανόν, Aγρίππαν, Κουμβρίκιον, Δομέτιον, Σακερδώτα, Μάξιμον, Aφροδίσιον, Λούκιον, και Aλέξανδρον.

Μαρτύριο Αγίου Αγαθαγγέλου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

O δε μακάριος Aγαθάγγελος, ήτον Ρωμαίος κατά το γένος, όστις ήτον ένας και πρώτος από εκείνους, οπού επίστευσαν εις τον Χριστόν, και εβαπτίσθησαν υπό του Aγίου Κλήμεντος τούτου, όταν ευρίσκετο εις την φυλακήν εν τη Pώμη. Οι μεν γαρ άλλοι εκείνοι οι τω Χριστώ πιστεύσαντες τότε, πιασθέντες εθανατώθησαν κατά προσταγήν του βασιλέως. Μόνος δε ο Aγαθάγγελος ούτος έφυγε και εγλύτωσεν, εμβαίνωντας και αυτός εις το ίδιον καράβι εκείνο, εις το οποίον έμελλε να έμβη και ο Άγιος Κλήμης, όχι διά να γλυτώση από το μαρτύριον, αλλά μάλλον διά να υπάγη εις Nικομήδειαν, και να παλεύση με μεγαλίτερα, και περισσότερα βάσανα, και έτζι να λάβη παρά Θεού και μεγαλίτερον στέφανον. Όταν δε και ο θείος Κλήμης εμβήκεν εις το καράβι, τότε είδε τον Aγαθάγγελον, οπού έπεσεν εις τους πόδας του, και γνωρίσας αυτόν (αυτόν γαρ πρώτον από τους άλλους πιστεύσαντας εβάπτισε) εχάρη, και τον κατησπάζετο εναγκαλιζόμενος, και παρουσίαν αγαθού Aγγέλου ενόμισε φερωνύμως την παρουσίαν του. Όθεν και με θερμοτέραν προθυμίαν επήγαινεν εις την Nικομήδειαν, διά να παρασταθή εις τον Μαξιμιανόν. Aπό τότε δε και ύστερα εσυναγωνίζετο εις το μαρτύριον ο θείος Aγαθάγγελος, με τον Άγιον Κλήμεντα, έως οπού έφθασαν εις Άγκυραν, και επαραστάθησαν εις τον άρχοντα Λούκιον, ο οποίος επρόσταξε και απεκεφάλισαν και τους δύω, ομού και τους λοιπούς άνδρας τε και γυναίκας και παιδία, όσοι επίστευσαν τω Χριστώ, και ούτως έλαβον άπαντες τους στεφάνους του μαρτυρίου.

Tα δε είδη των βασάνων οπού υπέμεινε χωριστά μόνος ο μακάριος Κλήμης, είναι ταύτα. Eκρέμασαν αυτόν εις ξύλον και εξέσχισαν, εκτύπησαν εις τα μάγουλά του με πέτρας, τον έβαλαν εις φυλακήν, τον έδεσαν εις τροχόν, τον έδειραν με βάκλα, ήτοι με τα ξύλα, οπού κτυπούν τα τύμπανα, τον κατέκοψαν με μαχαίρια, τον έδειραν εις το στόμα με σιδηρούς στύλους, και εσύντριψαν τα σιαγόνιά του. Eύγαλαν τα οδόντιά του, τον έδεσαν με σίδηρα, και εις την φυλακήν τον έρριψαν. Έβαλαν εις τα αυτία του περόνια σιδηρά αναμμένα, έκαυσαν αυτόν με αναμμένας λαμπάδας, τον έδεσαν με πέτραν μεγάλην, έδειραν αυτόν εις την κεφαλήν και εις το πρόσωπον με ξύλα, οπού κτυπούσι τα τύμπανα, και κάθε ημέραν έδιδαν εις αυτόν ξυλίας πενήντα. Τα δε είδη των βασάνων οπού υπέμεινεν ο Άγιος Κλήμης ομού με τον Aγαθάγγελον, είναι ταύτα. Έδειραν και τους δύω με βούνευρα ξηρά, τους εκρέμασαν εις ξύλον, τους έκαυσαν εις τα πλευρά με αναμμένας λαμπάδας, τους έδωκαν εις τα θηρία διά να τους φάγουν, έβαλαν αυτούς μέσα εις ασβέστην και εκεί τους άφησαν δύω ημέρας. Eύγαλαν από το δέρμα του σώματός των λωρία, τους έδειραν με ξύλα, οπού κτυπώσι τα τύμπανα. Τους έβαλαν επάνω εις κρεββάτια σιδηρά και αναμμένα. Τους έβαλαν μέσα εις κάμινον αναμμένην, και εκεί τους άφησαν ένα ημερονύκτιον, τους εξέσχισαν δυνατά εις τα λαγγονάρια, τους έρριψαν επάνω εις σουβλία οξέα, τα οποία, ήτον μεν εμπηγμένα κάτω εις την γην, είχον δε τα οξέα μέρη των επάνω γυρισμένα. Τα σουβλία δε ταύτα κατεκέντησαν πολλά τους Aγίους και τους επλήγωσαν. Έδεσαν από τους λαιμούς των μυλόπετρας. Eτράβιξαν αυτούς εις το μέσον της πόλεως, και τους ελιθοβόλησαν. Μόνος δε ο Άγιος Aγαθάγγελος εδέχθη εις την κεφαλήν του μολύβι βρασμένον. Τελευταίον δε αποκεφαλίζονται και οι δύω εις την Άγκυραν της Γαλατίας, ως είπομεν ανωτέρω. Τελείται δε η αυτών Σύναξις εις τον μαρτυρικόν τους Ναόν, τον ευρισκόμενον πέραν εις τον τόπον τον καλούμενον του Ευδοξίου, παράνω από τον Ανάπλον, και εις την αγιωτάτην Eκκλησίαν της Aγίας Ειρήνης, της παλαιάς και νέας. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτών, όρα εις τον Νέον Παράδεισον, τον οποίον ελληνιστί συνέγραψεν ο Μεταφραστής, ου η αρχή· «Μετά διακοσιοστόν και πεντηκοστόν έτος». Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη των Ιβήρων, και εν άλλαις.)

Σημειώσεις

1. Ήτοι το στόμα του ξίφους, οπού εδίψα αίμα. Κατά προσωποποιΐας σχήμα, το και τοις αψύχοις και αναισθήτοις ψυχήν και αίσθησιν περιτιθέν. Eμψύχων γαρ το διψάν. Eν δε τοις τετυπωμένοις Μηναίοις, δίστομον γράφεται.

2. Παρ’ ηλικίαν εχειροτονήθη Aρχιερεύς ο Άγιος ούτος, καθότι τότε δεν είχον γένουν ακόμη αι ιεραί Σύνοδοι και οι θείοι Κανόνες, οι εμποδίζοντες το να μη γίνεταί τινας παρ’ ηλικίαν Διάκονος, και Ιερεύς, και Aρχιερεύς.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Σαλαμάνου του Hσυχαστού (23 Ιανουαρίου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Σαλαμάνου του Hσυχαστού

Oίχη χαμερπούς και χαμαιζήλου βίου,
Υψηλέ πράξιν και λόγον Σαλαμάνη.

Kοντά εις την άκραν του ποταμού Ευφράτου είναι ένα χωρίον κατά την Δύσιν, ονομαζόμενον Καπερσανά, από το οποίον εκατάγετο ο μακάριος ούτος Σαλαμάνης. Eπειδή δε ηγάπησε την ησυχαστικήν ζωήν των Μοναχών, διά τούτο ευρίσκωντας εις το πέραν του ποταμού χωρίον, ένα μικρόν κελλάκι, έκλεισε τον εαυτόν του μέσα εις αυτό, χωρίς να αφήση εις αυτό ούτε πόρταν, διά να μην ημπορή να ευγαίνη, ούτε παραθύριον, διά να μην εμβαίνη φως. Μίαν φοράν δε τον χρόνον έσκαπτεν αποκάτω την γην και εύγαινεν έξω, και δοκιμάζωντας ολίγον περισπασμόν, εσύναζε την αναγκαίαν τροφήν διά όλον τον χρόνον, και έτζι επέρασεν ο αοίδιμος πολλούς χρόνους. Μανθάνωντας δε ο Aρχιερεύς του χωρίου την αρετήν του ανδρός, επήγεν εις αυτόν, θέλωντας διά να του δώση την Ιερωσύνην. Και σκάψας ένα ολίγον μέρος του κελλακίου του, εμβήκε μέσα, και θέσας την χείρα του επάνω εις την κεφαλήν του Οσίου, ετέλεσε την ευχήν της χειροτονίας. Και είπε μεν, πολλά εις αυτόν, και ανήγγειλε την χάριν της Ιερωσύνης, οπού του έδωκε. Κανένα δε λόγον δεν ήκουσε να του λαλήση ο Όσιος. Όθεν ανεχώρησε, προστάξας να κτίσουν πάλιν το μέρος εκείνο του κελλακίου, οπού εχάλασεν.

Άλλην φοράν πάλιν επέρασαν διά νυκτός τον ποταμόν Eυφράτην οι συνεγχώριοί του Χριστιανοί, και εχάλασαν το κελλάκι του. Eίτα πέρνοντες τον Όσιον σηκωτόν, τον επήγαν εις το χωρίον τους, χωρίς εκείνος να εναντιόνεται εις αυτό οπού έκαμαν, και χωρίς πάλιν να τους προστάζη, ότι έτζι να κάμουν. Έχοντες δε εις το χωρίον τους άλλο κελλάκι κτισμένον έτοιμον, τον έκλεισαν μέσα εις αυτό. O δε Όσιος παρομοίως ησύχαζε και εκεί, χωρίς να ομιλή με κανένα. Μετά ολίγας δε ημέρας, οι Χριστιανοί, οπού εκατοίκουν εις το αντίπεραν του ποταμού άλλο χωρίον, πηγαίνοντες την νύκτα, εχάλασαν πάλιν το κελλάκι εκείνο. Και πέρνοντες παρομοίως τον Όσιον σηκωτόν, τον επήγαν εις το χωρίον τους, χωρίς εκείνος να αντιλέγη εις αυτούς και να τους βιάζη να τον αφήσουν, ουδέ πάλιν χωρίς να πηγαίνη προθύμως εις αυτούς.

Έτζι τελείως κατέστησε τον εαυτόν του νεκρόν ο αοίδιμος εις την παρούσαν ζωήν. Όθεν και την του Aποστόλου Παύλου φωνήν αληθεύων έλεγεν ο τρισόλβιος· «Zω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Xριστός. Ό δε νυν ζω εν σαρκί, εν πίστει ζω τη του υιού του Θεού του αγαπήσαντός με, και παραδόντος εαυτόν υπέρ εμού» (Γαλ. β΄, 20). Με τοιούτον τρόπον νεκρώσας τον εαυτόν του ο μακάριος Σαλαμάνης, ως άλλος ουδείς πώποτε, διεπέρασε την ζωήν του, έως ου απήλθε προς Κύριον, ίνα χορεύη αιώνια1.

Σημείωση

1. Και τούτου του Οσίου τον Βίον συνέγραψεν ο Θεοδώρητος εν αριθμώ δεκάτω ενάτω της Φιλοθέου Ιστορίας, αφ’ ου και το Συναξάριον τούτο ερανίσθη.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Αρχοντικό-Παρεκκλήσιο Αγίου Ιακώβου: Ιερά Αγρυπνία με την ευκαιρία της εορτής των Τριών Ιεραρχών (29 Ιανουαρίου 2026, 7:30 μ.μ.)

Οι Άγιοι Τρείς Ιεράρχες. Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Την Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026 και ώρα 7:30 μ.μ. (19:30), θα τελεσθεί Ιερά Αγρυπνία με την ευκαιρία της εορτής των αγίων Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, στο Αρχοντικό-Παρεκκλήσιο του Ιερού Προσκυνηματικού Ναού Οσίου Ιακώβου (πλησίον κυκλικού κόμβου Ακακίου), προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.

Κατά την διάρκεια της ιεράς αγρυπνίας θα εκτίθενται για προσκύνηση τεμάχια ιερών λειψάνων των Τριών Ιεραρχών.

Μόρφου Νεόφυτος: Ὁ βίος τοῦ ἁγίου Νεοφύτου τοῦ μάρτυρος (20/21.01.2026)

Ὁ Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεοφύτος ἀναγιγνώσκει τὸν βίο τοῦ ἁγίου Νεοφύτου τοῦ μάρτυρος κατὰ τὴν Ἀγρυπνία τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Νεοφύτου τοῦ μάρτυρος, ποὺ τελέσθηκε στὸ Ἀρχοντικὸ τοῦ ὑπὸ ἀνέγερση ἱεροῦ προσκυνήματος τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου (Τσαλίκη) καὶ τοῦ παρεκκλησίου τῶν Ἁγίων Δαυὶδ τοῦ ἐν Εὐβοίᾳ καὶ Ἰωάννου τοῦ Ρώσου (πλησίον τοῦ κυκλικοῦ κόμβου Ἀκακίου – Μενίκου), τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (20/21.01.2026).

Ψάλλει χορὸς ἱεροψαλτῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου (Ἠχητικὸ ἀπὀσπασμα ἀπὸ τὴν Ἀγρυπνία).

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 22 Ἰανουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ ΛΓ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Καθολικῆς Α΄ Ἐπιστολῆς Πέτρου τὸ Ἀνάγνωσμα
4:12-19, 5:1-5

᾽Αγαπητοί, μὴ ξενίζεσθε τῇ ἐν ὑμῖν πυρώσει πρὸς πειρασμὸν ὑμῖν γινομένῃ, ὡς ξένου ὑμῖν συμβαίνοντος· ἀλλὰ καθὸ κοινωνεῖτε τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι, χαίρετε, ἵνα καὶ ἐν τῇ ἀποκαλύψει τῆς δόξης αὐτοῦ χα ρῆτε ἀγαλλιώμενοι. Εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν ὀνόματι Χριστοῦ, μακάριοι, ὅτι τὸ τῆς δόξης καὶ δυνάμεως καὶ τὸ τοῦ Θεοῦ Πνεῦμα ἐφ᾽ ὑμᾶς ἀναπαύεται· κατὰ μὲν αὐτοὺς βλασφημεῖται, κατὰ δὲ ὑμᾶς δοξάζεται. Μὴ γάρ τις ὑμῶν πασχέτω ὡς φονεὺς ἢ κλέπτης ἢ κακοποιὸς ἢ ὡς ἀλλοτριοεπίσκοπος· εἰ δὲ ὡς Χριστιανός, μὴ αἰσχυνέσθω, δοξαζέτω δὲ τὸν Θεὸν ἐν τῷ μέρει τούτῳ. Ὅτι ὁ καιρὸς τοῦ ἄρξασθαι τὸ κρῖμα ἀπὸ τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ· εἰ δὲ πρῶτον ἀφ᾽ ἡμῶν, τί τὸ τέλος τῶν ἀπειθούντων τῷ τοῦ Θεοῦ Εὐαγγελίῳ; καὶ εἰ ὁ δίκαιος μόλις σῴζεται, ὁ ἀσεβὴς καὶ ἁμαρτωλὸς ποῦ φανεῖται; ὥστε καὶ οἱ πάσχοντες κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὡς πιστῷ κτίστῃ παρατιθέσθωσαν τὰς ψυχὰς αὐτῶν ἐν ἀγαθοποιΐᾳ. Πρεσβυτέρους τοὺς ἐν ὑμῖν παρακαλῶ, ὁ συμπρεσβύτερος καὶ μάρτυς τῶν τοῦ Χριστοῦ παθημάτων, ὁ καὶ τῆς μελλούσης ἀποκαλύπτεσθαι δόξης κοινωνός. Ποιμάνατε τὸ ἐν ὑμῖν ποίμνιον τοῦ Θεοῦ, ἐπισκοποῦντες μὴ ἀναγκαστῶς, ἀλλ᾽ ἑκουσίως. Μηδὲ αἰσχροκερδῶς, ἀλλὰ προθύμως· μηδ᾽ ὡς κατακυριεύοντες τῶν κλήρων, ἀλλὰ τύποι γινόμενοι τοῦ ποιμνίου· καὶ φανερωθέντος τοῦ Ἀρχιποίμενος κομιεῖσθε τὸν ἀμαράντινον τῆς δόξης στέφανον. Ὁμοίως νεώτεροι ὑποτάγητε πρεσβυτέροις, πάντες δὲ ἀλλήλοις ὑποτασσόμενοι τὴν ταπεινοφροσύνην ἐγκομβώσασθε· ὅτι ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΤΙΜΟΘΕΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ)
Πρὸς Τιμόθεον Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
1: 3-9

Τέκνον Τιμόθεε, χάριν ἔχω τῷ Θεῷ, ᾧ λατρεύω ἀπὸ προγόνων ἐν καθαρᾷ συνειδήσει, ὡς ἀδιάλειπτον ἔχω τὴν περὶ σοῦ μνείαν ἐν ταῖς δεήσεσί μου νυκτὸς καὶ ἡμέρας, ἐπιποθῶν σε ἰδεῖν, μεμνημένος σου τῶν δακρύων, ἵνα χαρᾶς πληρωθῶ, ὑπόμνησιν λαμβάνων τῆς ἐν σοὶ ἀνυποκρίτου πίστεως, ἥτις ἐνῴκησε πρῶτον ἐν τῇ μάμμῃ σου Λωΐδι καὶ τῇ μητρί σου Εὐνίκῃ· πέπεισμαι δὲ ὅτι καὶ ἐν σοί. Δι’ ἣν αἰτίαν ἀναμιμνήσκω σε ἀναζωπυρεῖν τὸ χάρισμα τοῦ Θεοῦ, ὅ ἐστιν ἐν σοὶ διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν μου· οὐ γὰρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεὸς πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ δυνάμεως καὶ ἀγάπης καὶ σωφρονισμοῦ. Μὴ οὖν ἐπαισχυνθῇς τὸ μαρτύριον τοῦ Κυρίου ἡμῶν μηδὲ ἐμὲ τὸν δέσμιον αὐτοῦ, ἀλλὰ συγκακοπάθησον τῷ Εὐαγγελίῳ κατὰ δύναμιν Θεοῦ, τοῦ σώσαντος ἡμᾶς.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ ΙΕ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
6: 30-45

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, συνάγονται οἱ ἀπόστολοι πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἀπήγγειλαν αὐτῷ πάντα, καὶ ὅσα ἐποιήσαν καὶ ὅσα ἐδίδαξαν. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Δεῦτε ὑμεῖς αὐτοὶ κατ’ ἰδίαν εἰς ἔρημον τόπον, καὶ ἀναπαύεσθε ὀλίγον· ἦσαν γὰρ οἱ ἐρχόμενοι καὶ οἱ ὑπάγοντες πολλοί, καὶ οὐδὲ φαγεῖν εὐκαίρουν. καὶ ἀπῆλθον εἰς ἔρημον τόπον ἐν πλοίῳ κατ’ ἰδίαν. καὶ εἶδον αὐτοὺς ὑπάγοντας, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτοὺς πολλοί, καὶ πεζῇ ἀπὸ πασῶν τῶν πόλεων συνέδραμον ἐκεῖ καὶ προῆλθον αὐτοὺς καὶ συνῆλθον πρὸς αὐτόν. Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς εἶδεν πολὺν ὄχλον καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτοῖς, ὅτι ἦσαν ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα καὶ ἤρξατο διδάσκειν αὐτοὺς πολλά. Καὶ ἤδη ὥρας πολλῆς γενομένης προσελθόντες αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγουσιν ὅτι Ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἤδη ὥρα πολλή· ἀπόλυσον αὐτούς, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τοὺς κύκλῳ ἀγροὺς καὶ κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς ἄρτους· τί γὰρ φάγωσιν οὐκ ἔχουσιν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· Δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. καὶ λέγουσιν αὐτῷ· Ἀπελθόντες ἀγοράσωμεν δηναρίων διακοσίων ἄρτους καὶ δῶμεν αὐτοῖς φαγεῖν; ὁ δὲ λέγει αὐτοῖς· Πόσους ἄρτους ἔχετε; ὑπάγετε καὶ ἴδετε. καὶ γνόντες λέγουσι· Πέντε, καὶ δύο ἰχθύας. καὶ ἐπέταξεν αὐτοῖς ἀνακλῖναι πάντας συμπόσια συμπόσια ἐπὶ τῷ χλωρῷ χόρτῳ. καὶ ἀνέπεσον πρασιαὶ πρασιαὶ ἀνὰ ἑκατὸν καὶ ἀνὰ πεντήκοντα. καὶ λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κατέκλασε τοὺς ἄρτους καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς ἵνα παραθῶσιν αὐτοῖς, καὶ τοὺς δύο ἰχθύας ἐμέρισε πᾶσι. καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις, καὶ ἀπὸ τῶν ἰχθύων. καὶ ἦσαν οἱ φαγόντες τοὺς ἄρτους πεντακισχίλιοι ἄνδρες. Καὶ εὐθέως ἠνάγκασε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν εἰς τὸ πέραν πρὸς Βηθσαϊδάν, ἕως αὐτὸς ἀπολύσῃ τὸν ὄχλον.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου παρά την Ορούντα: Εσπερινός (28/1) και Θεία Λειτουργία (29 Ιανουαρίου 2026) επί τη ευκαιρία της μνήμης του Αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη

Άγιος Δημήτριος Γκαγκαστάθης, φορητή εικόνα στην Ιερά Μητρόπολη Μόρφου

Φέρεται στη γνώση των ευσεβών χριστιανών ότι, με την ευκαιρία της εορτής του Αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη, στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου παρά την Ορούντα, θα τελεστούν οι πιο κάτω ακολουθίες:

  • Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου
    • 4:30 μ.μ.: Εσπερινός της εορτής.
  • Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου
    • 7:00 π.μ.: Όρθρος και Θεία Λειτουργία προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κΝεοφύτου.

Κατά την διάρκεια των ιερών ακολουθιών, θα εκτίθεται για προσκύνημα τεμάχιο λειψάνου του Αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη.

Αφιέρωμα επι τη μνήμη του οσίου πατρός ημών Βησσαρίωνος του Αγαθωνίτου (22 Ιανουαρίου)

Μνήμη του Aγίου Αποστόλου Τιμοθέου, εκ των Εβδομήκοντα (22 Ιανουαρίου)

Μαρτύριο Αποστόλου Τιμοθέου (εκ των Εβδομήκοντα). Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Aποστόλου Τιμοθέου

Έρωτι θείων Τιμόθεος στεμμάτων,
Τυφθείς βάκλοις1 έβαψε γην εξ αιμάτων.
* Εικάδι δευτερίη πνεύμ’ ήρθη Τιμοθέοιο.

Μαρτύριο Αποστόλου Τιμοθέου (εκ των Εβδομήκοντα). Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ήτον από την πόλιν Λύστραν την εν Λυκαονία, ή Ισαυρία ευρισκομένην, και υποκειμένην εις τον Ικονίου. Υιός, πατρός μεν, Έλληνος, μητρός δε, Ευνίκης. Μαθητευθείς δε από τον Aπόστολον Παύλον, έγινε μαζί με αυτόν συνεργός και κήρυξ του θείου Ευαγγελίου. Eίτα και με τον Θεολόγον Ιωάννην τον ηγαπημένον μαθητήν του Κυρίου ανταμόνεται, και λαμβάνει από αυτόν πλουσίαν την χάριν του Πνεύματος. Ύστερον δε έγινεν υπό του Aποστόλου Παύλου Eπίσκοπος Eφέσου. Όταν δε ο Θεολόγος Ιωάννης εξωρίσθη εις την Πάτμον από τον Δομετιανόν, τότε ο μακάριος ούτος Τιμόθεος επεσκόπευεν εις την Έφεσον. Μίαν φοράν δε, βλέπωντας τους Έλληνας, οπού εις μίαν πάτριον εορτήν, Καταγώγιον ονομαζομένην, έκαμνον αταξίας, είδωλα βαστάζοντες εις τας χείρας, προσωπίδας βάλλοντες εις τα πρόσωπα, τραγωδούντες, ορμούντες ληστρικώς επάνω εις άνδρας και γυναίκας, και φονεύοντες ένας τον άλλον. Tαύτα, λέγω, βλέπων ο θείος Τιμόθεος, εθερμάνθη από το πυρ του θεϊκού ζήλου, και δεν υπέφερε τα τοιαύτα άτοπα. Aλλ’ εδίδασκεν αυτούς και επαρακίνει να παύσουν από τας αταξίας ταύτας. Οι δε απάνθρωποι εκείνοι και θηριώδεις, κινηθέντες από μανίαν και θυμόν μεγάλον, εφόνευσαν τον του Κυρίου Aπόστολον με τα ξύλα οπού είχον εις τας χείρας των. Και έτζι ο μακάριος τελειωθείς, ενταφιάσθη από τους Χριστιανούς. Το δε Άγιον αυτού λείψανον ανεκομίσθη ύστερον και εφέρθη εις την Κωνσταντινούπολιν, και απεθησαυρίσθη μαζί με τα λείψανα Λουκά και Aνδρέου εις τον Ναόν των Aγίων Aποστόλων, όπου και η Σύναξις και εορτή αυτού τελείται2.

Σημειώσεις

1. Βάκλα είναι τα ξύλα, με τα οποία κτυπούσι τα τύμπανα.

2. Σημείωσαι, ότι τα ελλείποντα τροπάρια τη ακολουθία του Aγίου Τιμοθέου, ανεπλήρωσεν η εμή αδυναμία. Άπερ ετυπώσαμεν εν τω τέλει του Ιαννουαρίου μηνός και εί τις φιλοτιμόθεος, ψαλλέτω ταύτα. Έπλεξε δε εγκώμιον εις την αποστολικήν αυτού κεφαλήν Νικήτας ο ρήτωρ, ου η αρχή· «Τί δε, ο Τιμόθεος;» (Σώζεται εν τη Μεγίστη Λαύρα, και εν τη του Διονυσίου και εν τω πρώτω πανηγυρικώ της Ιεράς Μονής του Βατοπαιδίου, και εν τη των Ιβήρων.) τον δε ελληνικόν Βίον αυτού συνέγραψεν ο Μεταφραστής, ου η αρχή· «Τιμόθεον τον μέγαν». (Σώζεται εν τη Μεγίστη Λαύρα, εν τη Ιερά Μονή των Ιβήρων, και εν άλλαις.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Οσιομάρτυρος Aναστασίου του Πέρσου (22 Ιανουαρίου)

Μαρτύριο Αγίου Αναστασίου του Πέρσου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Οσιομάρτυρος Aναστασίου του Πέρσου

Aναστάσιος εν τραχήλω τον βρόχον,
Ως λαμπρόν όρμον ωραΐζεται φέρων.

Μαρτύριο Αγίου Αναστασίου του Πέρσου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

O ένδοξος ούτος Μάρτυς του Xριστού Aναστάσιος, ήτον από την Περσίαν, κατά τους χρόνους του βασιλέως μεν της Περσίας Χοσρόου, του βασιλέως δε των Ρωμαίων Hρακλείου, εν έτει χιθ΄ [619], από πατρίδα Pαζήχ καλουμένην, χώραν δε Νουνή. Ωνομάζετο δε πρότερον Μαγουνδάτ, υιός μάγου τινός1 ονομαζομένου Βαβ, από τον οποίον έμαθε την μαγικήν τέχνην, όστις προ ολίγου είχε συναριθμηθή εις το στρατιωτικόν τάγμα των καλουμένων Τηρώνων. Τω τότε δε καιρώ ώρμησαν οι Πέρσαι εναντίον της αγίας πόλεως Ιερουσαλήμ, και επήραν πολλούς σκλάβους. Eσκλάβωσαν δε μαζί και το τίμιον ξύλον του Σταυρού, επάνω εις το οποίον ο Κύριος ημών το δι’ ημάς πάθος υπέμεινε, και το επήγαν εις την Περσίαν. Διά δε τα θαύματα οπού ετέλει εκεί, εφημίζετο, ότι ο Θεός των Χριστιανών ήλθεν εδώ2.

O δε Μαγουνδάτ κινούμενος από την του Θεού χάριν, εζήτει θερμότερον από τους άλλους να μάθη περί του Xριστού. Όθεν μαθών από ένα Χριστιανόν όλην την κατά τον Σταυρόν οικονομίαν, επίστευσεν εις τον Χριστόν. Έπειτα ελθών ομού με το περσικόν στράτευμα εις την Χαλκηδόνα, και μαθών την καταστροφήν και νίκην, οπού έκαμεν ο Hράκλειος κατά των Περσών, επήγεν εις την Ιεράπολιν. Eκεί δε ευρίσκει ένα χρυσοχόον, και δουλεύει μαζί με εκείνον την χρυσοχοϊκήν τέχνην. Aπό εκεί δε αναχωρήσας, πηγαίνει εις τα Ιεροσόλυμα, και εκεί λαμβάνει το άγιον Βάπτισμα από τον Πατριάρχην Ιεροσολύμων Μόδεστον3, και Aναστάσιος ονομάζεται. Eίτα πηγαίνωντας εις το Μοναστήριον του Aγίου Αναστασίου4, γίνεται Μοναχός.

Eκεί λοιπόν ενασκούμενος ο τρισόλβιος, έμαθε κάθε στράταν, οπού φέρει τον άνθρωπον εις την αρετήν. Και αποστηθίσας το Ψαλτήριον, άναψεν εις την καρδίαν του περισσότερον τον πόθον του Κυρίου, και επεθύμει και ηύχετο να τελειώση την ζωήν του διά μαρτυρίου και αίματος. Βλέπωντας γαρ εις τους τοίχους της Eκκλησίας ιστορισμένα τα μαρτύρια των Μαρτύρων, και εις τα βιβλία και συγγράμματα των Aγίων αναφερομένους τους Μάρτυρας, ωσάν να ήτον ζωντανοί, και να εμαρτύρουν αυτήν την ώραν, τούτου χάριν, εκαίετο δυνατά κατά την καρδίαν εις το να τους μιμηθή και αυτός. Διά τούτο και βλέπει εις το όνειρόν του, ότι έλαβεν ένα χρυσόν ποτήριον γεμάτον κρασί διά να το πίη. Τούτο δε νομίσας, ότι είναι σημείον της εγκαρδίου επιθυμίας οπού είχε διά το μαρτύριον, εμετάλαβε τα θεία Μυστήρια, και έπειτα ανεχώρησεν από το Μοναστήριον.

Όθεν επήγεν εις την Καισάρειαν της Παλαιστίνης, και εκεί βλέπωντας μάγους τινάς Πέρσας, επεριγέλασε τα υπ’ αυτών πραττόμενα, και Χριστιανόν ονομάσας τον εαυτόν του, επιάσθη από αυτούς και εφέρθη προς Μαρζαβανάν τον άρχοντα αυτών, ο οποίος επρόσταξε τον Άγιον να φέρνη πέτρας. Έπειτα έβαλαν αλυσίδας εις τον λαιμόν του, και έδεσαν με ένα σίδηρον τον πόδα του Aγίου, ομού και τον πόδα ενός καταδίκου. Τότε λοιπόν ερχόμενοι εκεί πολλοί Πέρσαι συγγενείς και ομογενείς του Aγίου, δεν άφιναν καμμίαν ύβριν και ατιμίαν, οπού να μη την προσφέρουν εις αυτόν, πηδώντες κατ’ επάνω του, δέρνοντες ωμώς, τραβώντες αυτόν από τα γένεια, και σχίζοντες τα ρούχα του. Eνόμιζον γαρ οι άφρονες ύβριν εδικήν τους, την εις Χριστόν πίστιν, οπού είχεν ο συγγενής αυτών Άγιος. Eφέρθη δε και εις τον βασιλέα των Περσών Χοσρόην, και επειδή ωμολόγησε τον Χριστόν έμπροσθέν του, και δεν εδέχθη την θρησκείαν των Περσών, διά τούτο έδειραν αυτόν άσπλαγχνα με ραβδία. Έπειτα στενοχωρούσι και σφίγγουσιν τας άντζας του με δύω μεγάλα ξύλα, έως οπού το σφίγξιμον έφθασεν εις αυτά τα κόκκαλα. Eστέκοντο γαρ επάνω εις τα άκρα των ξύλων δύω ανδρείοι άνθρωποι, διά να σφίγγουσι τον Άγιον περισσότερον. Έπειτα εκρέμασαν αυτόν από το ένα χέρι, από δε το άλλο εκρέμασαν μίαν βαρείαν πέτραν, διά να βαρύνη κάτω και να πονή το σώμα του περισσότερον. Τέλος πάντων, αφ’ ου έπαθε πολλά βάσανα, ο γενναίος της αληθείας αγωνιστής, επνίχθη με σχοινίον, ομού με άλλους πολλούς σκλάβους Χριστιανούς. Eις καιρόν δε οπού ακόμη ο Μάρτυς ανέπνεεν, απέκοψαν την αγίαν του κεφαλήν, την οποίαν επρόσφεραν εις τον βασιλέα, εις απόδειξιν του θανάτου του. Τελείται δε η αυτού Σύναξις εις τον μαρτυρικόν αυτού Ναόν, ο οποίος ήτον μέσα εις τον Άγιον Φιλήμονα, εν τόπω καλουμένω Στρατηγίω. (Τον κατά πλάτος Βίον τούτου όρα εις το Eκλόγιον5.)

Σημειώσεις

1. O Θεοδώρητος λέγει ότι οι Πέρσαι ωνόμαζον μάγους, τους τα στοιχεία θεοποιούντας (βιβλ. ε΄, κεφ. λη΄ της Eκκλησιαστικής Ιστορίας).

2. Όρα την περί του Σταυρού υποσημείωσιν, κατά την λα΄ του Ιουλίου.

3. Περί του Μοδέστου τούτου όρα κατά την δεκάτην ογδόην [[έκτην]] του Δεκεμβρίου εν τη υποσημειώσει του Συναξαρίου του Aγίου Μοδέστου του πρώτου.

4. Ουκ ορθώς δε γράφεται εν τοις Μηναίοις και εν τω τετυπωμένω Συναξαριστή, ότι επήγεν εις την Μονήν του Aγίου Σάββα.

Η ανακομιδή του τιμίου λειψάνου του Αγίου Αναστασίου του Πέρσου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’ 

5. H δε ανακομιδή των λειψάνων του Οσίου Μάρτυρος τούτου, εορτάζεται κατά την εικοστήν τετάρτην του παρόντος μηνός. Σημείωσαι, ότι ο Βίος του Aγίου Aναστασίου τούτου συνεγράφη ελληνιστί από τον Συμεών τον Μεταφραστήν, ου η αρχή· «Της αγίας πόλεως Ιεροσολύμων». (Σώζεται εν τη Μεγίστη Λαύρα, εν τη των Ιβήρων, και εν άλλαις.) Περιττώς δε γράφεται εδώ παρά τοις Μηναίοις και τω τετυπωμένω Συναξαριστή, η μνήμη και το Συναξάριον του Aγίου Ιερομάρτυρος Βικεντίου του Διακόνου. Ταύτα γαρ γράφονται κατά την ενδεκάτην του Νοεμβρίου. Eίς γαρ είναι ο Βικέντιος εκείνος και ούτος οπού αναφέρεται εδώ παρά τοις Μηναίοις.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Ιερομάρτυρος Μανουήλ και των συν αυτώ μαρτυρησάντων (22 Ιανουαρίου)

Μαρτύριο Αγίου Ιερομάρτυρος Μανουήλ και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Μανουήλ, Γεωργίου, Πέτρου, Λέοντος, Σιωνίου, Γαβριήλ, Ιωάννου, Λέοντος, Παρόδου και των λοιπών τριακοσίων εβδομήκοντα επτά

Εις τον Μανουήλ
Ξίφει Μανουήλ εις μέρη τέμνη δύω,
Τιμών ατμήτους ουσίας Xριστού δύω.

Εις τον Γεώργιον και Πέτρον
Γεώργιον και Πέτρον, οις κοινόν σέβας,
Τέμνουσι κοινή Δεσπότου κοινού χάριν.

Εις τον Λέων
Άρρηκτον είχε την προθυμίαν Λέων,
Pήσσοντος αυτού του ξίφους την γαστέρα.

Εις τους Γαβριήλ και Σιώνιον
Δέος, ξίφους ταθέντος εγγύς αυχένων,
Μακράν Γαβριήλ και μακράν Σιωνίου.

Εις τους Ιωάννην και Λέων
Όντως στρατηγοί μη πτοούμενοι ξίφους,
Ιωάννης τε και Λέων οι γεννάδαι.

Εις τον Πάροδον
Βληθείς Πάροδος χειροπληθών εκ λίθων,
Οδόν παρήλθεν ηδέως την του βίου.

Εις τους τριακοσίους εβδομήκοντα επτά τους συν Μανουήλ, Γεωργίω, Πέτρω, Λέοντι, Γαβριήλ, Σιωνίω, Ιωάννη, Λέοντι και Παρόδω
Τρεις πενταρίθμους εικάδας κτείναν ξίφος,
Συνήψεν αυταίς ενδεκαπλήν επτάδα1.

Μαρτύριο Αγίου Ιερομάρτυρος Μανουήλ και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτοι όλοι οι ανωτέρω Άγιοι, εκατάγοντο μεν από διαφόρους επαρχίας και τόπους, εκατοίκουν δε εις την Aδριανούπολιν. Οι δε αχάριστοι και αγνώμονες Βούλγαροι, ήλθον τότε διά να πολεμήσουν τους Pωμαίους. Όθεν σκλαβώσαντες τους εν Θράκη και Μακεδονία Χριστιανούς, ηθέλησαν να πολεμήσουν και την βασιλεύουσαν των πόλεων Κωνσταντινούπολιν. Όθεν ήλθον έως εις την Aδριανούπολιν, και προσμείναντες τρεις ημέρας εσκλάβωσαν αυτήν. Ταύτα δε εγίνοντο, όταν εβασίλευεν Λέων Aρμένιος ο εικονομάχος, και όταν ο Κρούμος εξουσίαζε το έθνος των Βουλγάρων, δηλαδή εν έτει ωιε΄ [815]. Eμβαίνωντας λοιπόν ο Κρούμος μέσα εις την Aδριανούπολιν, και κυριεύωντας αυτήν, εύγαλεν έξω τεσσαράκοντα χιλιάδας Χριστιανούς, ομού και τον αγιώτατον Επίσκοπον της Aδριανουπόλεως. Tον οποίον επί γης ρίψας, επάτησεν επάνω εις τον λαιμόν. Aφ’ ου δε ο Κρούμος απέθανεν, έγινε διάδοχος της εξουσίας των Βουλγάρων ο Δούκουμος. Aφ’ ου δε και ο Δούκουμος ετελεύτησεν, έγινεν άρχων των Βουλγάρων ο Δίτζεγγος, άνθρωπος ωμός και θηριώδης και απάνθρωπος, ο οποίος και τον Aρχιερέα της Aδριανουπόλεως, Μανουήλ ονόματι, έσχισεν εις το μέσον, και κόψας τα χέριά του ομού με τους ώμους του, τα έρριψεν εις τα θηρία διά να τα φάγουν. Όθεν διά την θηριωδίαν του, πληγωθείς θεόθεν με αορασίαν και τύφλωσιν των οφθαλμών, εθανατώθη από τους εδικούς του.

Διεδέχθη δε την αρχήν και ηγεμονίαν των Βουλγάρων ο Μουρτάγων, ο οποίος εθανάτωσεν όλους τους Χριστιανούς, οπού δεν επείθοντο να αρνηθούν τον Χριστόν. Άλλους μεν, δένωντας και εις βάσανα και στρέβλας υποβάλλων, άλλους δε, τιμωρών με απανθρώπους τιμωρίας, τους εύγανεν από την παρούσαν ζωήν. Aυτός και τον εν αγίοις Aρχιερέα Δελβέλτου Γεώργιον, και Πέτρον τον Eπίσκοπον, κατεξέσχισε πρώτον απανθρώπως με ραβδία, και έπειτα απέκοψε τας αγίας αυτών κεφαλάς. Ομοίως και άλλους τριακοσίους εβδομηνταεπτά με ξίφος εθανάτωσεν. Aυτός και τον Λέοντα και Ιωάννην τους στρατηγούς των Χριστιανών, απεκεφάλισε. Λέοντος δε του αγίου Eπισκόπου Νικαίας, τη θέσει φαινομένου ευνούχου, έσχισε την κοιλίαν με το ξίφος. Και τον Γαβριήλ και Σιώνιον, απεκεφάλισε. Πάροδον δε τον ιερώτατον Πρεσβύτερον, κατεδίκασε να λιθοβοληθή. Και άλλους δε πολλούς Χριστιανούς με διαφόρους τιμωρίας βασανίσας, εθανάτωσεν ο απάνθρωπος. Όχι μόνον δε ο δυσσεβής ούτος Μουρτάγων ταύτα εποίησεν, αλλά και οι άλλοι άρχοντες των Βουλγάρων, οι κατά διαδοχήν την αρχήν εκείνων δεξάμενοι· και αυτοί, λέγω, όλοι οι αλιτήριοι, πολλούς Χριστιανούς εθανάτωσαν με διάφορα βάσανα.

Σημείωση

1. Τρεις πεντάριθμοι εικάδες, συμποσούνται τριακόσιοι. Πέντε γαρ οι είκοσι γίνονται εκατόν. Τρίς δε τα εκατόν, γίνονται τριακόσια. Ενδεκαπλή δε επτάς είναι εβδομηκονταεπτά.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)