Αρχική Blog Σελίδα 2

Οι Τρεις Ιεράρχες (Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου)

Οι Τρείς Ιεράρχες. Βημόθυρα Ιερού Ναού Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Ακάκι

Ομιλία του  Μητροπολίτου  Μόρφου Νεοφύτου στο Ακάκι (28.01.2009)

Οι Τρείς Ιεράρχες. Βημόθυρα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Το να μιλά κανείς για τους Τρεις Ιεράρχες είναι εγχείρημα δύσκολο, καθότι οι τρεις αυτοί Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, παρόλο που μας κληροδότησαν ένα λόγο γεμάτο φως, ήσαν πρωτίστως άνθρωποι των έργων.

Δηλαδή πραγμάτωσαν εδώ στη γη την εν Χριστώ ζωή με τα έργα και τη βιοτή τους, αφιερώνοντας όλες τους τις δυνάμεις, ψυχικές και σωματικές, στη διακονία της Εκκλησίας και του λαού του Θεού. Τα μεγάλα και ποικίλα χαρίσματα, που έλαβαν δωρεάν από το Θεό, τα έδωσαν με τη σειρά τους στον κόσμο, δοξάζοντας έτσι εκείνον, που τους τα έδωσε και ανακουφίζοντας και στηρίζοντας τους ανθρώπους.
Σπάνια συναντάμε, ακόμα και σε αγιασμένους ανθρώπους, τέτοιο φρόνημα και τέτοιο πλούτο χαρισμάτων. Όπως πολύ ορθά σημειώνουν οι μελετητές του Μεγάλου Βασιλείου, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, η πολυσχιδής προσωπικότητα τους συγκέντρωνε και συνδύαζε θαυμαστές ικανότητες διαποτισμένες από αγιότητα, ασκητικότητα, θεολογία, ακαδημαϊκή γνώση, κοινωνική ευαισθησία, ποιμαντική μέριμνα, συγγραφικό ταλέντο και διοικητική μέριμνα. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο, που ο υμνωδός της Εκκλησίας τους ονομάζει «μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου Θεότητος» και αλλού του «Χριστού μας το στόμα». Επομένως, θα μιλήσουμε για τους τρεις αυτούς Μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας μας, έχοντας κατά νουν ότι έβαλαν τα θεμέλια για την ορθή λατρεία του Τριαδικού Θεού σε όλη την οικουμένη και μας κληροδότησαν τα αθάνατα συγγράμματα τους, που παραμένουν μέχρι σήμερα ένα βασικό εργαλείο για οιονδήποτε θέλει να μελετήσει την Ορθόδοξη πατερική και θεολογική παράδοση.
Προτού προχωρήσουμε, όμως, ας ρίξουμε μια σύντομη ματιά στη ζωή τους, κάνοντας αρχή με τον Μέγα Βασίλειο.
Μέγας Βασίλειος. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα

Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε στη Νεοκαισάρεια του Πόντου περί το 330 από γονείς ευσεβείς, τον Βασίλειο και την Εμμέλεια, που είχαν ακόμα πέντε κόρες και τρεις γιους. Τα πρώτα μαθήματα του ο άγιος τα παρακολούθησε κοντά στον πατέρα του, που ήταν ρήτορας και διδάσκαλος εγκυκλίων μαθημάτων. Ακολούθως, φοίτησε στις περίφημες σχολές της Καισάρειας, της Κωνσταντινούπολης και της Αθήνας, σπουδάζοντας ρητορική, φιλοσοφία, γραμματική, διαλεκτική, αστρονομία, γεωμετρία και ιατρική. Στην Αθήνα αναπτύσσει με τον συμφοιτητή του, άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, πνευματική και αδελφική φιλία, η οποία θα διατηρηθεί σ’ όλη τους τη ζωή. Παρόλο δε, που είχε μελετήσει σε βάθος όλους τους μέχρι την εποχή του Πατέρες και διδασκάλους της Εκκλησίας, δήλωνε υπερήφανα ότι τη θεολογική του σκέψη τη διαμόρφωσαν η μητέρα και η γιαγιά του. Η μητέρα του Εμμέλεια, που του εμφύσησε την αίσθηση περί του ενός και μόνου Θεού,  και η γιαγιά του Μακρίνα, που κατά την παιδική του ηλικία αύξησε αυτή την αίσθηση περί του Θεού.

Ήταν άνθρωπος πολυσχιδής,   ακαταπόνητος και υπερδραστήριος, ηγέτης σπάνιος. Με ότι ασχολείτο το έφερνε εις πέρας. Ήταν πρότυπο μοναχού ασκητή. Οργάνωσε τον μοναχικό βίο με αξιοθαύμαστο τρόπο, έτσι ώστε να διακονείται η Εκκλησία και το κοινωνικό σύνολο, χωρίς να παρεμποδίζεται το πνευματικό, ησυχαστικό και δοξολογικό έργο των μοναχών. Ήταν κοινωνικός μεταρρυθμιστής. Αγωνίστηκε όσο κανένας άλλος άνθρωπος στην ιστορία για την αναμόρφωση της κοινωνίας και την οργάνωση της κοινωνικής και νοσοκομειακής πρόνοιας με τα λίγα μέσα που διέθετε, ιδρύοντας στα προάστεια της Καισάρειας την περίφημη «πολιτεία του ελέους», που θα γίνει μεταγενέστερα γνωστή με το όνομα Βασιλειάδα. Ήταν μέγας θεολόγος. Προσέφερε την οριστική λύση στο τριαδολογικό πρόβλημα, που συντάρασσε την Εκκλησία κατά τον 4ον αιώνα. Το σχετικό θεολογικό του έργο υιοθετήθηκε επίσημα από την Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδο, την οποία οραματιζόταν και ανέμενε, αλλά δεν πρόλαβε, καθότι εκοιμήθη δύο χρόνια πριν. Κατέστη πρότυπο ποιμενάρχη, συγγραφέα και θεολόγου. Συνδύαζε πρακτική ιδιοφυία, φιλοσοφική σκέψη και θεολογική ακρίβεια. Για μια περίοδο 18 ετών, μέχρι το τέλος του βίου του, παράλληλα με την ποιμαντική του απασχόληση και παρά την ασθένεια του σώματος του, παρήγαγε συγγραφικό έργο σε έκταση και ποιότητα, που τον τοποθετεί στην πρώτη γραμμή των Πατέρων όλων των εποχών.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γεννήθηκε γύρω στο 328 στην Αριανζό της Καππαδοκίας, που βρίσκεται κοντά στη Ναζιανζό, γι’ αυτό και ονομάζεται Ναζιανζηνός. Καταγόταν από οικογένεια γαιοκτημόνων της Καππαδοκίας. Η μητέρα του, η Νόννα, αναγνωρίστηκε ως αγία της Εκκλησίας μας, ενώ ο πατέρας του, ο Γρηγόριος, διετέλεσε επίσκοπος Ναζιανζού. Μετά τις σπουδές του στην Καισάρεια και την Αλεξάνδρεια, μεταβαίνει στην Αθήνα και λαμβάνει και αυτός την ίδια ακαδημαϊκή γνώση, που έλαβε και ο Μέγας Βασίλειος. Ήταν άνθρωπος ασθενικός, ήσυχος και ήρεμος. Προτιμούσε να ζει μακριά από τον κόσμο και να ασχολείται με το γράψιμο. Όποτε αναγκάστηκε να ζήσει σε μεγάλες πόλεις, το έκανε για χάρη της Εκκλησίας. Εξαιτίας του χαρακτήρα του, προτιμούσε την αναχώρηση, τη φυγή. Γι’ αυτό όλη του η ζωή ήταν γεμάτη από συνεχείς μετατοπίσεις. Ενώ η μόρφωση του, το ενδιαφέρον του για τα εκκλησιαστικά πράγματα και η φωνή της θείας χάριτος που συχνά άκουε εντός του, τον έσπρωχναν προς τις διοικητικές ευθύνες, από την άλλη το φιλάσθενο σώμα του και η επιθυμία του για ησυχία, τον απομάκρυναν.

Ωστόσο, στα λίγα χρόνια που διακόνησε την Εκκλησία από τη θέση του ποιμένα, άλλαξε την πορεία των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Αν και θεωρείται ο ποιητικότερος των Τριών Ιεραρχών, ως συγγραφέας δεν εργαζόταν μεθοδικά και συστηματικά, αλλά ανάλογα με τις περιστάσεις. Το έργο του είναι πολύ μεγάλο σε όγκο και θεωρείται ο πιο μυστικός από την τριάδα των Ιεραρχών. Τα δε κείμενα του χρησιμοποιήθηκαν πάρα πολύ ως μαρτυρίες της ορθοδόξου πίστεως και ζωής καθ’ όλους τους αιώνες. Η Εκκλησία του απένειμε τον τίτλο Θεολόγος ως κυριώνυμο, για τον ιδιάζοντα, βαθύ και υψηλό χαρακτήρα της θεολογίας του.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ανήκει στους αγίους Πατέρες, που λόγω της τεράστιας συμβολής του στα διοικητικά της Εκκλησίας, του μεγάλου κοινωνικού και πνευματικού του έργου και της συμβολής του στην ανάπτυξη της θεολογίας, η μνήμη του διατηρήθηκε ζωντανή σε όλους τους αιώνες. Είναι ο μόνος από τους Τρεις Ιεράρχες, που δεν κατάγεται από την Καππαδοκία, αλλά από την Αντιόχεια της Συρίας. Ήταν παιδί επιφανούς οικογενείας, του Σεκούνδου και της αγίας Ανθούσης, της οποίας την αρετή και την πίστη εγκωμίασε ο δάσκαλος του αγίου, ο ονομαστός φιλόσοφος Λιβάνιος, λέγοντας ότι είναι η αξιότερη των χριστιανών. Ο άγιος γεννήθηκε μεταξύ των ετών 344 και 354 και, όπως προαναφέραμε, φοίτησε κοντά στον σοφό Λιβάνιο. Μετά την κοίμηση της μητέρας του, ασκήτεψε για τέσσερα χρόνια κοντά σε Σύριο Γέροντα και άλλα δύο μόνος σε σπήλαιο. Στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος και μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου δίδαξε και επιδόθηκε στη συγγραφή. Χειροτονείται ιερέας και επιστρέφει στην Αντιόχεια, όπου αναπτύσσει μεγάλο πνευματικό έργο. Κηρύττει κάθε Παρασκευή και Κυριακή και τη Μεγάλη Σαρακοστή περιέρχεται όλους τους ναούς της πόλης και κηρύττει καθημερινά, προφυλάσσοντας και με αυτόν τον τρόπο τον λαό από τις διάφορες αιρέσεις. Το 398 εκλέγεται αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και ασκεί συνεχή κριτική κατά των ατασθαλιών των βασιλέων, των αρχόντων και της πολιτικής βίας. Επιδίδεται σε τεράστιο κοινωνικό και ποιμαντικό έργο, κτίζοντας νοσοκομεία, γηροκομεία, πτωχοκομεία και οργανώνοντας υποδειγματικά το έργο της κοινωνικής πρόνοιας. Αναπτύσσει το αίσθημα της σοβαρότητας της ιερωσύνης και συμβάλλει και απαιτεί από τους ιερείς του να είναι ολιγαρκείς, λιτοί και με ήθος. Κατά τη διάρκεια της επισκοπικής του διακονίας δέχθηκε πολλές ταλαιπωρίες, εξορίες και διώξεις. Το συγγραφικό του έργο είναι ογκώδες και θεωρείται ο ρητορικώτερος των Τριών Ιεραρχών.

Η εποχή, που έζησαν οι Τρεις Ιεράρχες, ήταν περίοδος ταραχών και ριζικών αλλαγών, αν και ο αρχαίος κόσμος παρέμενε ακόμα πολύ ισχυρός και η Εκκλησία είχε να αντιμετωπίσει τα βέλη και τους πειρασμούς των ποικίλων αιρέσεων. Η δε αυτοκρατορική μοναρχία ήταν τόσο ισχυρή, που είχε τη δύναμη να αλλάζει μέσα σε μια μέρα αποφάσεις που αφορούσαν την Εκκλησία και την Παιδεία, με αποτέλεσμα να διώκονται άγιοι ιεράρχες και σημαντικές προσωπικότητες από τους θρόνους και τις θέσεις τους.

Οι Άγιοι Τρείς Ιεράρχες. Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Η αυτοκρατορική αυλή ήταν ευάλωτη στις επιρροές κακών συμβούλων, αλλά και ιεραρχών, που ήθελαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να υπηρετήσουν τα ιδιοτελή συμφέροντα τους. Το κλίμα αυτό δεν δίστασαν να στηλιτεύσουν οι Τρεις Ιεράρχες, και ιδιαιτέρως ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, που δέχθηκε περισσότερο από τους υπόλοιπους τον πόλεμο των αυλοκολάκων. Πέραν τούτου, οι Τρεις Ιεράρχες είχαν να αντιμετωπίσουν και τους φανατικούς χριστιανούς, που δημιουργούσαν προβλήματα και προχωρούσαν σε βανδαλισμούς εναντίον ειδωλολατρικών ναών ή στο κάψιμο βιβλίων αρχαίων συγγραφέων.

Ειδικά, ο Μέγας Βασίλειος κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να τιθασεύσει μερικούς μοναχούς, που επιδίδονταν σε τέτοιου είδους καταστροφές, διότι ως άριστος γνώστης της αρχαίας γραμματείας ήξερε ότι η παιδεία της εποχής του ήταν στηριγμένη στα κείμενα των αρχαίων συγγραφέων. Επομένως, εκείνο που χρειαζόταν δεν ήταν η σύγκρουση και η απόρριψη, ούτε και η πλήρης αποδοχή, αλλά η διάκριση, η ανάλυση και η αφομοίωση του αρχαίου κόσμου, όχι ως περιεχομένου, αλλά ως ενδύματος του ορθοδόξου χριστιανικού λόγου.

Οι Τρεις Ιεράρχες έβλεπαν ότι την εποχή, που έζησαν, η αρχαιοελληνική παράδοση ήταν ζώσα και πραγματική, όχι μόνο για τους ειδωλολάτρες, αλλά και για πολλούς χριστιανούς, που αισθάνονταν κληρονόμοι των δύο πολιτισμών, του ελληνικού και του χριστιανικού και ήθελαν να παραλάβουν από τον ελληνισμό ένα περίλαμπρο ένδυμα κι από τον χριστιανισμό μια υψηλή θρησκευτική και ηθική διδασκαλία. Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, οι Καππαδόκες Πατέρες, και ειδικά ο Μέγας Βασίλειος, προσέφεραν το μέτρο της διακρίσεως, που προέτρεπε μεν τους χριστιανούς να σπουδάζουν τη φιλοσοφία και τις συναφείς επιστήμες, αλλά να προφυλάγονται από την κενή απάτη των ειδώλων, έχοντας για οδηγό τους την αποκάλυψη της εν Χριστώ αλήθειας.

Τρείς Ιεράρχες, Μουσείο Ζακύνθου, Τοιχογραφία από το ναό της Παναγίας Πικριδιώτισσας. Αρχές 18ου αιώνα

Η φιλοσοφία μπορούσε να είναι ένα όργανο επεξεργασίας και διατύπωσης των θεολογικών και ηθικών αντιλήψεων, αλλά το ζητούμενο ήταν η διατήρηση της σχέσης με τον ένα και μόνο Θεό. Η χρησιμοποίηση των όρων και μεθοδολογίας της ελληνικής φιλοσοφίας θεωρήθηκε αναγκαία, για να διατυπωθεί και να κατανοηθεί σε όρους δογματικούς η χριστιανική πίστη. Αξίζει εδώ να προσέξουμε το εξής: Οι Τρεις Ιεράρχες δεν έπαιρναν, όπως πολλοί πιστεύουν, ό,τι τους άρεσε από την αρχαία γραμματεία για να το προσαρμόσουν στη χριστιανική πίστη. Ούτε και συνέχισαν το έργο μερικών απολογητών, που υποστήριζαν ότι κάποια αρχαία κείμενα προετοίμαζαν την έλευση του Χριστού. Αντιθέτως, έχοντας ξεκάθαρη άποψη, αντιμετώπισαν τον αρχαίο κόσμο στο σύνολο του. Και έχοντας ως αφετηρία τον βαθύ συγκλονισμό που ένοιωθαν οι Έλληνες απέναντι στο απρόβλεπτο της ζωής, το οποίο τους ενέπνεε την αίσθηση της τραγωδίας, αντιπρότειναν στην εποχή τους ως λύση το απέραντο έλεος του Θεού, ο οποίος σαρκώθηκε για να προσλάβει τη ζωή και να θεραπεύσει την ιστορία. 

Στον τομέα της παιδείας, οι Τρεις Ιεράρχες αναδεικνύονται πρωτοπόροι αφού, σε μια εποχή συγκρούσεων και ταραχών, είχαν το σθένος και την τόλμη να υποστηρίζουν και να επιμένουν ότι θα πρέπει να μορφώνονται όλοι, ανεξαρτήτως τάξεως και όχι μόνο οι ανώτερες τάξεις του λαού. Κατάφεραν, λόγω της προσωπικότητας τους, της μεγάλης ακαδημαϊκής μόρφωσης και της ευρύτητας του πνεύματός τους, να καθορίσουν την παιδεία της εποχής τους. Έτσι στα σχολεία διδάσκονταν και αρχαιοελληνικά κείμενα και συγγραφείς, όπως ο Όμηρος, οι αρχαίοι τραγικοί Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης, ιστορικοί και ρήτορες, ακόμα και μερικές κωμωδίες του Αριστοφάνη. Πολλοί ερευνητές συμφωνούν ότι τα κείμενα αυτά δεν θα σώζονταν, εάν οι Τρείς Ιεράρχες δεν τα ενέτασσαν στην εκπαίδευση. Και αν σήμερα θεωρούνται προστάτες της παιδείας και των γραμμάτων, είναι γιατί, όχι μόνο διέσωσαν τα αρχαία γράμματα σε μια εποχή φανατισμού και μισαλλοδοξίας, αλλά και γιατί η βαθιά τους πίστη τους επέτρεψε να είναι επιλεκτικοί, διακριτικοί, ανοικτοί και κριτικοί προς κάθε κατεύθυνση. 

Γνώριζαν δηλαδή, ότι η γνώση δεν αρκεί από μόνη της για να κατευθύνει τους νέους προς την οδό της αλήθειας. Επιθυμούσαν να διαμορφώσουν τους νέους με τρόπο ώστε να αναπτύξουν το δώρο της ελευθερίας που είχαν από τον Θεό δημιουργικά κι όχι φοβισμένα και καχύποπτα, γιατί μόνο έτσι θα μπορούσαν να αγαπήσουν πραγματικά τον Δημιουργό και το δημιούργημα Του, τον άνθρωπο. Ήθελαν τα παιδιά να είναι μέτοχοι της αγάπης του Θεού, που εκβάλει έξω κάθε φόβο, ώστε ο άνθρωπος να αισθάνεται την ανάγκη να διακονεί τον αδελφό του και όχι να τον υποτάσσει. Έτσι, οι Τρεις Ιεράρχες είδαν την παιδεία ως καλλιέργεια της ψυχής και κοινωνία με τον Θεό, ως διαμόρφωση καλών και ενάρετων χαρακτήρων και ομαλή ένταξη τους στην κοινωνία. Γιατί, όπως λέει αφοπλιστικά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «οι άνθρωποι πρέπει να ζουν ο ένας για τον άλλο και όλοι για όλους».
Τρείς Ιεράρχες. Εικόνα του 7ου αι. Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά

Η κοινωνική ευαισθησία των Τριών Ιεραρχών είναι υποδειγματική και αξεπέραστη σε εύρος και δημιουργικότητα. Πρώτοι οι Τρεις Ιεράρχες τόνισαν ότι, παράλληλα με την ασκητική και ησυχαστική ζωή, θα έπρεπε να λειτουργεί και η διακονία προς τον συνάνθρωπο μας, δηλαδή η συμπαράσταση και η βοήθεια προς κάθε πάσχοντα, ανεξαρτήτως φυλής, χρώματος και θρησκείας. Είναι γνωστά τα οργανωμένα συσσίτια του Μεγάλου Βασιλείου, στα οποία προσέρχονταν και Εβραίοι και Αρειανοί, καθώς είναι γνωστή και η κριτική, που ασκούσε στους τοκογλύφους και όσους εκμεταλλεύονταν τους ανθρώπους στη δουλειά. Ο άγιος Γρηγόριος σημειώνει ότι κανένας δεν είναι εκ φύσεως δούλος, ανατρέποντας τη σχετική άποψη, τόσο του αρχαίου, όσο και του ιουδαϊκού κόσμου. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος με τη σειρά του παραχωρεί εκκλησία στους Γότθους, για να τελούν τη λατρεία στη δική τους βαρβαρική γλώσσα. Όλα αυτά δείχνουν αγίους, που εφάρμοζαν στην πράξη και στην κυριολεξία τις εντολές του Χριστού. Δεν ήσαν χριστιανοί κατ’ όνομα, αλλά κατ’ ουσίαν.

Η οικουμενικότητα των Τριών Ιεραρχών είναι υποδειγματική αφού συνδιαλέγονταν με όλα και με όλους, χωρίς να αποκλίνουν από την Αλήθεια του Τριαδικού Θεού. Η ζωή τους ήταν διαποτισμένη από μια οικουμενική αντίληψη, η οποία αποτυπώθηκε και στο απολυτίκιο τους, το οποίο λέει: «τους την οικουμένην ακτίσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας». Δηλαδοί, οι Τρεις Ιεράρχες είναι αυτοί, που έδωσαν φως σ’ ολόκληρη την οικουμένη, με τις ακτίνες των θείων δογμάτων.
Η εποχή τους ήταν εποχή πολυπολιτισμικότητας, όπως θα λέγαμε σήμερα. Οι ίδιοι μαθήτευσαν σε εθνικούς και ιουδαίους δασκάλους και έτσι από νωρίς αντιλήφθηκαν ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι οικουμενική και ότι ο αληθινός Θεός έπρεπε να γίνει κατανοητός σε όλον τον κόσμο, όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως καταγωγής, θρησκείας, φύλου, χρώματος ή κοινωνικής θέσης. Το μήνυμα της Αναστάσεως, της νίκης κατά του θανάτου, έπρεπε να φτάσει σε κάθε γωνιά της γης. Η οικουμενικότητα των Τριών Ιεραρχών δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή παγκοσμιότητα, που ισοπεδώνει τα πάντα, γιατί εκείνη ήταν θεμελιωμένη στην ελευθερία και τον σεβασμό της διαφορετικότητας. Για τους Τρεις Ιεράρχες η οικουμενικότητα δεν ήταν σχήμα λόγου αλλά πράξη καινοδιαθηκική. Ο πλησίον είναι ο αδελφός μου, το άλλο μου μισό. Έτσι, μπορούμε χωρίς υπερβολή να πούμε ότι οι Τρεις Ιεράρχες είναι αυτοί, που ένωσαν την Ανατολή με τη Δύση και τον αρχαίο κόσμο με τον νέο κόσμο της χριστιανικής πίστης.
Τρεις Ιεράρχες, Βημόθυρα, Μητρόπολη Μόρφου

Η σκέψη των Τριών Ιεραρχών αποτελεί σήμερα το κλειδί για την ελληνική παιδεία. Διότι προσφέρει το οικουμενικό μήνυμα της αγάπης και της συνδιαλλαγής, αλλά και προβάλλει τον άνθρωπο ως κέντρο της δημιουργίας, που έχει την ευθύνη της διαχειρίσεως του κτιστού κόσμου αλλά και τη δυνατότητα να συνομιλεί και να κοινωνεί με τον Θεό, ως πρόσωπο ανεπανάληπτο και μοναδικό.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ και στη τεράστια συμβολή του Μεγάλου Βασιλείου και του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στη θεία λατρεία, με τη διαμόρφωση του τυπικού της θείας Λειτουργίας, που είναι το κορυφαίο λατρευτικό γεγονός των χριστιανών, το οποίο κορυφώνεται με την τέλεση της θείας Ευχαριστίας. Η θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, που είναι προγενέστερη εκείνης του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, είναι μεγαλοπρεπής και μακροσκελής και τελείται δέκα φορές τον χρόνο. Ενώ η θεία Λειτουργία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου είναι στηριγμένη στην αποστολική θεία Λειτουργία, που αποδίδεται στον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο, αλλά αποτελεί και μια συνοπτικότερη απόδοση της θείας Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου.
Εύχομαι, η χάρη και η βοήθεια των αγίων αυτών Πατέρων, να είναι πάντα μαζί με όσους αγωνίζονται τον καλό αγώνα της παιδείας, δασκάλους και μαθητές. Η εποχή μας, με τον έντονο συγκρητισμό, την παγκοσμιοποίηση, τη συνύπαρξη των πιο αντιφατικών πολιτιστικών στοιχείων, θυμίζει σε πολλά τη δική τους εποχή. Γι’ αυτό, η παρουσία τους είναι και σήμερα επίκαιρη, όπως ήταν στη δική τους εποχή. Είθε το παράδειγμα, η διδασκαλία τους, αλλά κυρίως η μεσιτεία τους προς τον Χριστό, να βοηθούν όλους μας να δούμε κι εμείς «το φως το της γνώσεως».

Μόρφου Νεόφυτος: Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν ἐξουσία καὶ τὸ δίκιό του (25.01.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς ΙΕ΄ Λουκᾶ καὶ τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Φιλουμένου τοῦ Κυπρίου, τῆς ἱερᾶς μονῆς Ἁγίου Νικολάου παρὰ τὴν Ὀροῦντα (25.01.2026) Τὸ Ἀπολυτίκιο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ψάλλει χορὸς μοναζουσῶν τῆς ἱερᾶς μονῆς Ἁγίου Νικολάου παρὰ τὴν Ὀροῦντα.

Τὴν Θ’ ὠδὴ τοῦ Ἀναστάσιμου Κανόνος σὲ ἦχο πλ. δ΄ καὶ τὴν Θ΄ ὠδὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ψάλλει ὁ Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος και χορὸς ἱεροψαλτῶν (Ἠχητικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴ Θ. Λειτουργία).

Ὁμιλία στὴν Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου

Ο Τελώνης και ο Φαρισαίος, ψηφιδωτό, Ραβένα

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

«καὶ ὁ τελώνης… ἔτυπτε τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων∙
ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῶ»

Ο Τελώνης και ο Φαρισαίος, ψηφιδωτό, Ραβένα

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, προσευχὴ καὶ μετάνοια: Οἱ δύο μεγάλες ἀρετές, ποὺ μᾶς παρουσιάζει τόσο ζωντανὰ ἡ παραβολὴ τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου. Κενοδοξία καὶ κατάκριση: Δύο μεγάλα, θανατηφόρα τῆς ψυχῆς πάθη, ποὺ μὲ ἔντονο ἐπίσης καὶ δυνατὸ τρόπο στηλιτεύει ὁ Κύριος στὴν παραβολὴ αὐτή.

Οἱ δύο πρῶτες, οἱ ἀρετὲς τῆς προσευχῆς καὶ μετάνοιας, σὰν δύο φτεροῦγες, μᾶς ἀνεβάζουν στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ καὶ μᾶς συγκρατοῦν ἐκεῖ, πάντα μὲ τὴ Χάρη Του. Καὶ τὰ τελευταῖα, τὰ πάθη τῆς κενοδοξίας καὶ κατάκρισης, μᾶς ἀπογυμνώνουν τῆς Χάρης τοῦ Θεoῦ καὶ μᾶς καταβυθίζουν στὰ βάραθρα τοῦ Ἄδη.

Θέλοντας κάποτε ὁ Χριστός μας νὰ τονίσει, ἀπὸ τὴ μιὰ τὴν ἀξία τῆς ἀρετῆς τῆς προσευχῆς, καθὼς καὶ τὸν τρόπο τὸν ἁρμόδιο, μὲ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ προσευχόμαστε, ἀλλὰ καὶ νὰ στιγματίσει αὐτοὺς ποὺ νομίζουν πὼς εἶναι δίκαιοι καὶ ἐξουθενώνουν καὶ κατακρίνουν τοὺς ἄλλους, ἐξεφώνησε τὴ σημερινὴ παραβολή.

Πρέπει ἐξαρχῆς νὰ τονίσουμε πὼς σήμερα, Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου, ποὺ ὀνομάστηκε ἔτσι ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς ἡμέρας, εἶναι, ὅπως λέμε στὴ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀρχὴ τοῦ Τριωδίου, δηλαδὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιόδου ἀπὸ σήμερα μέχρι καὶ τὸ Μεγάλο Σάββατο. Τῆς πιὸ κατανυκτικῆς περιόδου τοῦ ἔτους, ποὺ μὲ τὶς ὡραιότατες Ἀκολουθίες της, τὴ νηστεία τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ποὺ περιλαμβάνει, τὴν ὅλη πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα ποὺ δημιουργεῖ, μᾶς προετοιμάζει μὲ τὸν καλύτερο τρόπο, ἂν θέλουμε καὶ ἀγωνισθοῦμε, νὰ ἑορτάσουμε ἐξαγνισμένοι τὴν κοσμοσωτήρια Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας.  Καὶ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, θέλοντας νὰ μᾶς ἑτοιμάσει γι᾽ αὐτὸ τὸ Στάδιο τῶν ἀρετῶν (ὅπως θὰ ψάλλουμε τὴν Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς), ὅρισε νὰ διαβάζεται σήμερα, ἀρχὴ τοῦ Τριωδίου, ἡ παραβολὴ αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ μᾶς διδάσκει τὴν ἀξία τῶν ἀρετῶν τῆς ταπείνωσης καὶ τῆς προσευχῆς, ὥστε νὰ μᾶς παροτρύνει νὰ τὶς ἀσπαστοῦμε καὶ νὰ τὶς ἐφαρμόσουμε σὰν ὅπλα στὸ στάδιο τῆς ἁγίας αὐτῆς περιόδου. Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, νὰ φοβηθοῦμε τὴν καταδίκη ὅσων ὑπέκυψαν στὰ πάθη τῆς κενοδοξίας καὶ κατακρίσεως τῶν ἄλλων, ὥστε πάσῃ δυνάμει νὰ τὰ ἀποφύγουμε.

Ἡ προσευχή, ἀδελφοί μου, εἶναι μέγιστο δῶρο τοῦ Θεοῦ σ᾽ ἐμᾶς. Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε τὴ δυνατότητα, ὅποτε καὶ ὅσο θέλουμε, νὰ τοῦ ὁμιλοῦμε, σὰν παιδιὰ στὸν Πατέρα τους, νὰ τοῦ ἀναφέρουμε τὰ προβλήματα, τὶς δυσκολίες, τὶς ἀδυναμίες, τὰ πάθη μας, ὅ,τι αἰσθάνεται ἡ ψυχὴ τοῦ καθενός μας. Ἡ προσευχὴ εἶναι πνευματικὴ ἀνάγκη κάθε πιστοῦ. Ὅσο θερμότερα πιστεύουμε, τόσο καὶ πιὸ πολὺ θέλουμε νὰ προσευχόμαστε. Καὶ τούτη ἡ ἀνάγκη εἶναι πιὸ ἐπιτακτικὴ στὶς μέρες μας, μὲ τὰ τόσα προβλήματα καὶ δοκιμασίες ποὺ διέρχεται ὁ ἄνθρωπος. Ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ ὀξυγόνο τῆς ψυχῆς. Φέρνει στὸν ἄνθρωπο γαλήνη, εἰρήνη, διώχνει τὴ λύπη καὶ τοὺς κακοὺς λογισμούς, ἀνακουφίζει τὸν πόνο, ἀποκαθιστᾶ τὴν ἐπικοινωνία μας μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Στὴν προσευχή μας, σύμφωνα μὲ τοὺς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νὰ κάνουμε τέσσερα πράγματα: Πρῶτο, νὰ δοξολογοῦμε τὸν Θεό, τὸν Δημιουργὸ καὶ Παντοδύναμο Πλάστη μας, γιὰ τὴν ἀνέκφραστη μεγαλωσύνη Του. Δεύτερο, νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε γιὰ ὅλα ὅσα ἔκανε καὶ κάνει γιὰ τὸ καλό μας, τὴ σωτηρία μας. Γιὰ τὰ Πάθη καὶ τὸν Σταυρό Του, γιὰ ὅλες τὶς εὐεργεσίες Του, ὑλικὲς καὶ πνευματικές, ὅσες βλέπουμε καὶ γνωρίζουμε καὶ ὅσες ἀγνοοῦμε. Ὕστερα, τρίτο, νὰ ἐξομολογού-μαστε καὶ νὰ ζητοῦμε συγχώρεση γιὰ τὰ πάθη καὶ τὰ λάθη μας, τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ σφάλματά μας. Καὶ τέταρτο, νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του ὅ,τι ἔχουμε ἀνάγκη, γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ἐλεύθερα, ἁπλᾶ καὶ ταπεινά, νὰ Τοῦ ἀναφέρουμε ὅ,τι μᾶς ἀπασχολεῖ, ζητῶντας τὸ ἔλεός Του, τὴ Χάρη Του, στὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς.

Παράδειγμα θεάρεστης προσευχῆς -καὶ συνάμα εἰλικρινοῦς μετάνοιας- μᾶς προβάλλει σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο τὸν Τελώνη. Ἐπειδὴ οἱ τελῶνες, δηλαδὴ οἱ φοροεισπράκτορες τῆς ρωμαϊκῆς ἐποχῆς, ἔκαναν ἀδικίες καὶ καταδυνάστευαν τὸν κόσμο, ἦταν οἱ χαρακτηριστικοὶ τύποι τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. Λέγει λοιπὸν ὁ Κύριος πὼς ἕνας Φαρισαῖος, ποὺ ἐθεωρεῖτο δίκαιος -ἦταν ὁ χαρακτηριστικὸς τύπος δικαίου ἀνθρώπου- κι ἕνας Τελώνης, ἀνέβηκαν νὰ προσευχηθοῦν στὸ ἱερό, στὸν ναό. Προσέξετε αὐτὸ τὸ «ἀνέβηκαν», ποὺ δηλώνει πὼς ἡ προσευχὴ ἀποτελεῖ ἀνάβαση, ἐξύψωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ γήινα στὰ οὐράνια. Καὶ ὁ μὲν Τελώνης, πῶς προσευχόταν; Ἂς προσέξουμε τὴ στάση του. Στάθηκε μακρυὰ ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο. Εἶχε αὐτογνωσία τῆς ἁμαρτωλότητάς του, καὶ ἑπομένως ταπείνωση καὶ μετάνοια. Τὸ βλέμμα του γυρισμένο κάτω. Δὲν τολμοῦσε κἂν νὰ ἀτενίσει στὸν οὐρανό, ὅπου θεωρεῖται ὁ τόπος τοῦ Θεοῦ (ὁ Θεὸς βεβαίως εἶναι πανταχοῦ παρών). Κι ἀκόμη, χτυποῦσε τὸ στῆθος του, γιατὶ μέσα στὸ στῆθος εἶναι ἡ καρδιά, τὸ κέντρο τῆς ψυχοσωματικῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου, ὁ χῶρος ποὺ ξεκινᾶ καὶ ἑδρεύει, τόσο τὸ καλό, ὅσο καὶ τὸ κακό. Καί, ἀκόμα, τὰ λόγια τῆς προσευχῆς, ποὺ μὲ δάκρυα ἔλεγε, εἶναι ἀξιοθαύμαστα: «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι, τῷ ἁμαρτωλῷ». Θεέ μου, ἐλέησέ με, τὸν ἁμαρτωλό. Δὲν χρειάζονταν παραπάνω. Δὲν χρειάζονται, συχνά, πολλὰ λόγια στὴν προσευχή, ἀδελφοί. Ὅπως κι ἀλλοῦ συμβουλεύει ὁ Χριστός μας: «Μὴ βαττολογήσετε ἐν τῇ προσευχῇ». Δηλαδὴ στὴν προσωπικὴ προσευχή σας μὴ λέτε πάρα πολλὰ λόγια. Γι᾽ αὐτὸ καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς παρέδωσαν μία σύντομη καὶ ἰσχυρὴ συνάμα προσευχή, ποὺ σὲ λίγες λέξεις συμπυκνώνει ὅλη τὴν πίστη μας καὶ ὅ,τι χρειάζεται νὰ ζητοῦμε καὶ ὅπως πρέπει νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεό. Πρόκειται γιὰ τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ, τὸ «Κύριε  Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν». Νὰ ἐπαναλαμβάνουμε ὅσο πιὸ συχνὰ μποροῦμε τὴν ἁγία τούτη προσευχή, ποὺ φέρει πολὺ πνευματικὸ καρπὸ στὶς ψυχές μας.

Ἂς δοῦμε τώρα καὶ τὸν Φαρισαῖο: Οὔτε ἴχνος ταπείνωσης, οὔτε μετάνοιας! Μόνο αὐτοδικαίωση καὶ καύχηση εἶχε, εὐχαριστῶντας τάχα τὸν Θεὸ πὼς δὲν ἦταν σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἁμαρτωλός, ἢ σὰν κι ἐκεῖνο ἐκεῖ τὸν Τελώνη. Ἡ κενοδοξία του ἐπισφραγίστηκε μὲ τὸ πάθος τῆς κατάκρισης τῶν ἄλλων. Γι᾽ αὐτὸ κι ἐπιλέγει ὁ Χριστός, ὅτι αὐτὸς μὲν ἐπέστρεψε σπίτι του καταδικασμένος καὶ ἁμαρτωλός, ἐνῶ ὁ Τελώνης συγχωρημένος καὶ δικαιωμένος. Διότι, κατὰ τὴν ἀδέκαστη τοῦ Κυρίου ἀπόφαση: «πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται». Καθένας δηλαδὴ ποὺ ἐξυψώνει τὸν ἑαυτό του, ποὺ κενοδοξεῖ, θὰ ταπεινωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, ἐνῶ ὅποιος ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του, θὰ ἐξυψωθεῖ, θὰ δοξασθεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Εἶναι νόμος πνευματικὸς τοῦτο. Τὸ εἴδαμε καὶ θὰ τὸ βλέπουμε ὅσο ὑπάρχει τοῦτος ὁ κόσμος καὶ στὸν ἑαυτό μας καὶ στοὺς ἄλλους.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πάντοτε, ἐξαιρέτως σήμερα, ἀρχὴ τοῦ Τριωδίου, καλούμαστε νὰ ἀγαπήσουμε, νὰ ἐξασκήσουμε τὶς θεάρεστες ἀρετὲς τῆς προσευχῆς, τῆς ταπείνωσης καὶ τῆς ἔμπρακτης μετάνοιας, ὅπως τὶς εἴδαμε στὸ πρόσωπο τοῦ Τελώνη. Ἂν ἀγωνιζόμαστε νὰ ζοῦμε ἔτσι, μὲ ταπείνωση καὶ προσευχὴ καὶ μετάνοια, διόρθωση τῆς ζωῆς μας, τοῦ φρονήματός μας, ἂν ἐφαρμόζουμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, καὶ πρώτιστα τὴν διπλὴ ἀγάπη, πρὸς τὸν Θεὸ δηλαδὴ καὶ τὸν πλησίον μας, ἂν ζοῦμε ἐνσυνείδητη μυστηριακὴ ζωή, τότε θὰ ἔλθει καὶ σ᾽ ἐμᾶς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ πλούσιο. Καὶ οἱ ὅποιες κρίσεις, προσωπικές, οἰκογενειακές, ἐθνικές, θὰ παρέλθουν. Καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τούτη τὴ ζωὴ εἰρηνικὰ νὰ διέλθουμε καὶ τῆς ἄλλης, τῆς αἰώνιας καὶ ἀληθινῆς, νὰ τύχουμε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Θεῷ ἡμῶν, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων. Ἀμήν!

Μνήμη των Aγίων και Θαυματουργών Αναργύρων Κύρου και Ιωάννου και των συν αυτοίς μαρτυρησάντων Αγίων γυναικών, Αθανασίας, Θεοδότης, Θεοκτίστης και Ευδοξίας (31 Ιανουαρίου)

Μαρτύριο των Aγίων και Θαυματουργών Aναργύρων Κύρου και Ιωάννου και των συν αυτοίς μαρτυρησάντων Αγίων γυναικών Αθανασίας, Θεοδότης, Θεοκτίστης και Ευδοξίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη των Aγίων και Θαυματουργών Aναργύρων Κύρου και Ιωάννου

Κύρω συναθλών Ιωάννης προς ξίφος,
Συνθαυματουργεί και μετά ξίφος Κύρω.
Κύρον Ιωάννην τε τάμον πρώτη τριακοστή.

Μαρτύριο των Aγίων και Θαυματουργών Aναργύρων Κύρου και Ιωάννου και των συν αυτοίς μαρτυρησάντων Αγίων γυναικών Αθανασίας, Θεοδότης, Θεοκτίστης και Ευδοξίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτοι οι Άγιοι Κύρος και Ιωάννης ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει σϟβ΄ [292]. Και ο μεν Άγιος Κύρος, εκατάγετο από την Aλεξάνδρειαν. O δε Ιωάννης, από Έδεσσαν την διάσημον πόλιν της Μεσοποταμίας, η οποία τώρα κοινώς ονομάζεται Οουρφά. Eπειδή δε τότε επεκράτει ο κατά των Χριστιανών διωγμός, διά τούτο ο θείος Κύρος επήγεν εις ένα Μοναστήριον, το οποίον ευρίσκετο εις τον Aραβικόν κόλπον, και γενόμενος Μοναχός εκατοίκησεν εις αυτό. Και εις τόσον ύψος αρετής έφθασεν, ώστε οπού εποίει και θαύματα, και ιάτρευε κάθε νόσον, ήτοι πολυχρόνιον ασθένειαν, και κάθε μαλακίαν, ήτοι ασθένειαν ολιγοχρόνιον. O δε Ιωάννης επήγεν εις τα Ιεροσόλυμα, και ακούσας τα θαύματα οπού εποίει ο Άγιος Κύρος, επήγεν εις την Aλεξάνδρειαν, και από εκεί αναχωρήσας επήγεν εις τον τόπον εκείνον, οπού ήτον ο Άγιος Κύρος, και ούτως ευρίσκετο μαζί με αυτόν.

Eπειδή δε εσυνέβη να πιασθή από τους Έλληνας μία γυναίκα, Aθανασία ονομαζομένη, ομού με τας τρεις θυγατέρας της Θεοδότην, Θεοκτίστην, και Eυδοξίαν, και έμελλον να παρασταθούν εις τον κριτήν και να βασανισθούν διά να αρνηθούν την πίστιν του Χριστού, διά τούτο ακούσαντες ταύτα ο Κύρος και Ιωάννης, εφοβήθησαν, μήπως ως γυναίκες οπού ήτον, ήθελον δειλιάσουν εις το μαρτύριον. Όθεν επήγαν και τας ενεδυνάμωσαν με τα λόγιά των, και επαρακίνησαν αυτάς εις τον αγώνα του μαρτυρίου. Eκ της αιτίας δε ταύτης επιάσθησαν και αυτοί από τους ειδωλολάτρας, και ομολογήσαντες τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν Θεόν αληθινόν, εβασανίσθησαν με πολλάς τιμωρίας, και τελευταίον απεκεφαλίσθησαν ομού με τας ρηθείσας Aγίας τέσσαρας γυναίκας. Τελείται δε η αυτών Σύναξις εις τον μαρτυρικόν αυτών Nαόν, τον ευρισκόμενον εις τόπον καλούμενον Φωρακίου. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτών όρα εις τον Νέον Παράδεισον1.)

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι τα θαύματα των Aγίων τούτων Aναργύρων Κύρου και Ιωάννου, συνέγραψεν ο Ιεροσολύμων Σωφρόνιος, διατί ιάτρευσαν τους οφθαλμούς του. Και όρα εις την ενδεκάτην του Μαρτίου εν τω Συναξαρίω του Aγίου Σωφρονίου. Όθεν και εγκώμιον έπλεξεν εις αυτούς, ου η αρχή· «Άλλοι μεν άλλως τους Aγίους τιμάτωσαν». (Σώζεται εν τη Μεγίστη Λαύρα και εν τη Ιερά Μονή των Ιβήρων.) Aλλά και το Μαρτύριον αυτών εν αυταίς σώζεται, ου η αρχή· «Κύρος ο περιφανής των Μαρτύρων». Eν δε τη ρηθείση Λαύρα και άλλος λόγος ευρίσκεται, διαλαμβάνων περί αυτών των Aγίων Aναργύρων, και περί των Aγίων παρθένων Θεοδότης, Θεοκτίστης και Ευδοξίας, και της μητρός αυτών Aθανασίας, ου η αρχή· «O μεν σωτήριος λόγος του ευαγγελικού κηρύγματος».

Τη αυτή ημέρα μνήμη της ανωτέρω ρηθείσης Aγίας Μάρτυρος Aθανασίας, και των τριών θυγατέρων αυτής Θεοδότης, Θεοκτίστης, και Ευδοξίας

Μήτηρ αρίστη και τριάς θυγατέρων,
Πόθω Πατρός θνήσκουσι του πάντων ξίφει.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Τρυφαίνης (31 Ιανουαρίου)

Μαρτύριο Αγίας Τρυφαίνης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Τρυφαίνης

Ταύρος Τρύφαινα σου τρυφά το σαρκίον,
Και προς τρυφάς πέμπει σε τας ακηράτους.

Μαρτύριο Αγίας Τρυφαίνης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Aύτη η Aγία εκατάγετο από την Κύζικον την ευρισκομένην εις τον Ελλήσποντον, θυγάτηρ Aναστασίου τινος συγκλητικού, και μητρός Σωκρατίας Xριστιανής. Eμαρτύρησε δε, όχι φερθείσα από άλλους εις τους Έλληνας και ειδωλολάτρας, αλλά αυτή η ιδία από λόγου της επήγεν εις τους Έλληνας και επερίπαιζε τα είδωλά των, και εκατηγόρει τας αισχράς πράξεις, με τας οποίας ενόμιζον οι άφρονες, ότι τιμώσι τους ψευδωνύμους θεούς των. Ου μόνον δε τούτο, αλλά και προς τούτοις εδίδασκεν αυτούς, να αφήσουν μεν την θρησκείαν των ματαίων ειδώλων, να επιστραφούν δε εις την του Xριστού πίστιν. Όθεν κατά προσταγήν Καισαρίου του ηγεμόνος, έβαλαν αυτήν μέσα εις μίαν αναμμένην κάμινον. Eπειδή δε εφυλάχθη αβλαβής από αυτήν υπό της του Xριστού χάριτος, διά τούτο εκρεμάσθη υψηλά, και από εκεί αφεθείσα, έπεσεν επάνω εις τα καρφία, οπού είχον εμπηγμένα υπό κάτω.

Όθεν εκαρφώθη από εκείνα το σώμα της, έπειτα εδόθη εις τα θηρία διά να την φάγουν. Και τα μεν άλλα θηρία, δεν την ήγγισαν, ένας δε ταύρος άγριος ορμήσας κατεπάνω της, έσχισε την Aγίαν με τα κέρατά του, και ούτως απέλαβεν η μακαρία τον του μαρτυρίου αμάραντον στέφανον. Λέγουσι δε, ότι εις τον τόπον εκείνον, οπού εχύθη το άγιον αίμα της Μάρτυρος, ευγήκε μία βρύσις νερού καθαρού, από το οποίον όσαι γυναίκες πίνουν, οπού δεν έχουν γάλα αφ’ ου γεννήσουν, αύται ευθύς κάμνουσι γάλα, και προχέουσι τούτο εις τα νεογέννητα τέκνα των. Oυ μόνον δε αι γυναίκες, αλλά και τα θηλυκά άλογα ζώα, οπού δεν έχουν γάλα, και αυτά, λέγω, πίνοντα από το νερόν εκείνο, την ιδίαν χάριν λαμβάνουσι και κατεβάζουσι γάλα.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

“Ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον…”

“Ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον, και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαίαν, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί…” (Λουκ. β΄ 32-35)

Λέγει ο άγιος Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς :

Ο ένας ληστής αναγνώρισε ότι ο Άνθρωπος που ήταν κρεμασμένος με ατίμωση και εξευτελισμό ήταν ο λαμπρός βασιλιάς της δόξας• αναγνώρισε ότι Εκείνος, ο Οποίος τη συγκεκριμένη στιγμή φαινόταν τόσο αδύναμος και ανίσχυρος, ήταν ο παντοδύναμος Δημιουργός και Κυβερνήτης του σύμπαντος. Μέσω της μετάνοιας και της ταπεινοφροσύνης, ο ληστής που ήταν κρεμασμένος στα δεξιά έφτασε στη γνώση• τα μάτια του νου και της ψυχής άνοιξαν.

Ενώπιον των ανθρώπων υπάρχουν δύο δρόμοι. Ενώπιον μας κείται ο Ζωοδότης Σταυρός του Κυρίου. Ενώπιον μας εκτείνονται οι δρόμοι των δύο ληστών. Ποιό δρόμο θα ακολουθήσουμε; Η ανθρωπότητα πάντοτε ακολούθησε τον έναν ή τον άλλο δρόμο. Ο Σταυρός του Κυρίου ήταν για τους μεν Ιουδαίους ένα πρόσκομμα, για τους δε Έλληνες -δηλαδή τους παγανιστές- μια μωρία. Για τους Ιουδαίους επίσης, ο Σταυρός του Κυρίου ήταν ύβρις• Ο Σταυρός του Κυρίου χώρισε τους ανθρώπους σε δύο μέρη. Βλέπουμε ότι κάποιοι πίστεψαν στον Χριστό, ενώ άλλοι σκόνταψαν στον λίθο του προσκόμματος και καταδίωξαν την Εκκλησία του Χριστού, το Σώμα του Χριστού.

Ο Μ. Αθανάσιος λέγει ότι η φράση «όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» σημαίνει ότι ο Σταυρός και το Πάθος του Χριστού, θα αποκάλυψει όλες τις εσωτερικές διαθέσεις των ανθρώπων.
Όλοι θα δουν τον Χριστό, αλλά για άλλους θα είναι Παράδεισος και για άλλους Κόλαση. Κατά την καρδία τους άλλοι θα τον νοιώσουν Πατέρα κι οι άλλοι δυνάστη

Είναι αυτοί που θα ναι αλήθεια κι αυτοί που θα ζουν την υποκρισία και το ψέμα. Οι βαθειά ταπεινοί και συντετριμμένοι τη καρδία και οι υπερήφανοι, οι εγωιστές.

Όποιος έχει απλό μάτι, φωτεινό μάτι,όλα είναι φωτεινά. Όποιος έχει πονηρό οφθαλμό, γι’ αυτόν όλα είναι σκοτεινά.

Λέγει ο άγιος Λουκάς Κριμαίας για τους γραμματείς και φαρισαίους και όλους τους ακολούθους τους ανά τους αιώνες :

Αυτοί λοιπόν ήταν οι αρχιερείς, οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι. Αλλά και μεταξύ μας υπάρχουν πολλοί τέτοιοι άνθρωποι. Τέτοιοι υπήρχαν πάντα αρκετοί σ’ όλες τις εποχές και σ’ όλους τους λαούς. Πολλές φορές δεν θέλουμε να παραδεχτούμε την αλήθεια, η οποία είναι φανερή και το καταλαβαίνουμε στο βάθος της καρδιάς μας. Στασιάζουμε εναντίον της αλήθειας, αυτή μας εμποδίζει γιατί η οδός που ακολουθούμε δεν είναι η οδός της δικαιοσύνης. Μόνοι μας βάλαμε για μας τους σκοπούς που θέλουμε να πετύχουμε στη ζωή μας. Και οι σκοποί αυτοί απέχουν μακριά από τους πραγματικούς που είναι η αγιότητα και η δικαιοσύνη. Έτσι και ο δρόμος που ακολουθούμε είναι σύμφωνος με τους σκοπούς μας. Γι’ αυτό όταν βλέπουμε το φως της αλήθειας να λάμπει μπροστά μας, την πρώτη στιγμή χάνουμε τον εαυτό μας, μετά αρχίζουμε να μισούμε την αλήθεια, να την αποστρεφόμαστε και στο τέλος να την πολεμάμε.

…είθε ο καλός Θεός να ενοικήσει εν ημίν! στον κόσμο μας, στην καρδιά μας, στο νου μας σε όλον μας τον εαυτό! ”ελθέ και σκήνωσον εν ημίν…” για να βιώσουμε την θεοδοχία στον παληό μας κόσμο και να αναφωνήσουμε μαζί του το νυν απολύεις τον δούλον Σου Δέσποτα!


Ύμνος στον Άγιο Συμεών τον Θεοδόχο
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Όταν ο χειμώνας συνάντησε την άνοιξη
ο πρεσβύτης Συμεών ευτύχησε:
Συνάντησε τον Έναν, τον πολυαναμενόμενο,
Αυτόν για τον οποίον οι προφήτες προφήτευσαν,
την Κιβωτό όλων των ουράνιων θησαυρών,
τον είδαν τα μάτια του Συμεών, ως Βρέφος αρτιγέννητο.

Ο Συμεών τότε προφήτευσε και είπε:
«Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα-
Ιδού Αυτός κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών».
’Έτσι μίλησε το πνεύμα –
η προφητεία του δίκαιου πρεσβύτη εκπληρώθηκε:

Ο Ιησούς έγινε το μέτρο και ο κανόνας, η πηγή της ευτυχίας, της
ειρήνης και της χαράς,
αλλά και σημείον αντιλεγόμενον: ο στόχος
αντιπαλοτήτων και φιλονικιών.

Άλλον άνθρωπο ανιστά και άλλον ανατρέπει Εκείνος.
Τον Παράδεισο και τον Άδη Εκείνος ανοίγει στους ανθρώπους. Άς
επιλέξει ο καθένας ότι λέει η καρδιά του.
Στον Παράδεισο με τον Χριστό!

Αυτή είναι η επιθυμία της καρδιάς μας.

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ο Πρόλογος της Αχρίδας, Μήνας Φεβρουάριος εκδ. Άθως

Πηγή: https://iconandlight.wordpress.com/2021/02/01/

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ ΙΣΤ΄ Λουκᾶ (Τελώνου καὶ Φαρισαίου)

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ ΙΣΤ΄ Λουκᾶ (Τελώνου καὶ Φαρισαίου), ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Παναγίας Ὁδηγήτριας τῆς κοινότητος Παλαιομετόχου, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Ταμασοῦ καὶ Ὀρεινῆς (25.02.2024).

Ἀργὲς Καταβασίες Ὑπαπαντῆς (χορὸς ἱεροψαλτῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου)

Ἀργὲς Καταβασίες Ὑπαπαντῆς, Τὴν Τιμιωτέραν… καὶ Θ΄ ᾨδὴ Ἁγίου Μαξίμου Ὁμολογητοῦ καὶ Νεοφύτου μάρτυρος.

Ἠχητικὸ ντοκουμέντο ἀπὸ τὴν Ἀγρυπνία ποὺ τελέσθηκε μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καὶ Νεοφύτου τοῦ μάρτυρος, στὸ ἱερὸ παρεκκλήσιο Ὁσίων Νικηφόρου τοῦ Λεπροῦ καὶ Εὐμενίου τοῦ νέου στὸ χωριὸ Περιστρώνα τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (20/21.01.2025).

Ψάλλει χορὸς ἱεροψαλτῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου ὑπὸ τὴ διεύθυνση τοῦ ἀρχοντος πρωτοψάλτη κ. Μαρίου Ἀντωνίου. Τὴν Τιμιωτέραν… ψάλλει ὁ Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος.

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 30 Ἰανουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΟΡΤΗΣ (ΤΡΙΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
13: 7-16

Ἀδελφοί, μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν. ᾽Ιησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτός, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε· καλὸν γὰρ χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν, οὐ βρώμασιν, ἐν οἷς οὐκ ὠφελήθησαν οἱ περιπατοῦντες. Ἔχομεν θυσιαστήριον ἐξ οὗ φαγεῖν οὐκ ἔχουσιν ἐξουσίαν οἱ τῇ σκηνῇ λατρεύοντες. Ὧν γὰρ εἰσφέρεται ζῴων τὸ αἷμα περὶ ἁμαρτίας εἰς τὰ ἅγια διὰ τοῦ ἀρχιερέως, τούτων τὰ σώματα κατακαίεται ἔξω τῆς παρεμβολῆς. Διὸ καὶ ᾽Ιησοῦς, ἵνα ἁγιάσῃ διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος τὸν λαόν, ἔξω τῆς πύλης ἔπαθεν. Τοίνυν ἐξερχώμεθα πρὸς αὐτὸν ἔξω τῆς παρεμβολῆς, τὸν ὀνειδισμὸν αὐτοῦ φέροντες· οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν. Δι᾽ αὐτοῦ οὖν ἀναφέρωμεν θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ᾽ ἔστιν καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. Τῆς δὲ εὐποιΐας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε, τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΕΟΡΤΗΣ (ΤΡΙΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
5: 14-19

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. οὕτως λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσιν τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτως τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ’ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη των εν Aγίοις Πατέρων ημών και οικουμενικών Διδασκάλων, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου (30 Ιανουαρίου)

Μνήμη των εν Aγίοις Πατέρων ημών και οικουμενικών Διδασκάλων, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Oμού δίκαιον τρεις σέβειν εωσφόρους,
Φως τρισσολαμπές πηγάσαντας εν βίω.
Κοινόν τον ύμνον προσφέρειν πάντας θέμις,
Τοις εκχέασι πάσι κοινήν την χάριν.
Έαρ χελιδών ου καθίστησι μία,
Aι τρεις αηδόνες δε, των ψυχών έαρ.
Την μεν νοητήν η Τριάς λάμπει κτίσιν,
Τριάς γε μην αύτη δε, την ορωμένην.
Aπώλεσαν μεν οι πάλαι Θεού σέβας,
Eξ ηλίου τε και σελήνης αφρόνως.
Κάλλος γαρ αυτών θαυμάσαντες και τάχος,
Ώσπερ θεοίς προσήγον ουκ ορθώς σέβας.
Eκ των τριών τούτων δε φωστήρων πάλιν,
Hμείς ανηνέχθημεν εις Θεού σέβας.
Κάλλει βίου γαρ τη τε πειθοί των λόγων,
Πείθουσι πάντας τον μόνον Κτίστην σέβειν.
Κτίσιν συνιστά την δε την ορωμένην,
Το πυρ, αήρ, ύδωρ τε και γης η φύσις.
Οι δ’ αυ συνιστώντές τε κόσμον τον μέγαν,
Την προς Θεόν τε πίστιν, ως άλλην κτίσιν,
Στοιχειακής φέρουσι Τριάδος τύπον.
Mέλει γαρ αυτοίς ουδενός των γηΐνων,
Και γήινον νουν έσχον ουδέν εν λόγοις.
O γρήγορος γαρ πυρ πνέει νους τον λόγον,
Προς ύψος αυ πείθοντα πάντας εκτρέχειν.
Τοις λειποθυμήσασι δ’ εκ παθών πάλιν,
Aναπνοή τις οι Βασιλείου λόγοι.
Μιμούμενος δε την ροήν των υδάτων,
O καρδίαν τε και στόμα χρυσούς μόνος,
Τους εκτακέντας εκ παθών αναψύχει.
Ούτω προς ύψος την βροτών πάσαν φύσιν,
Eκ της χθονός φέρουσι τοις τούτων λόγοις.
 
Λάμψεν ενί τριακοστή χρυσοτρισήλιος αίγλη.

Τρείς Ιεράρχες, Μουσείο Ζακύνθου, Τοιχογραφία από το ναό της Παναγίας Πικριδιώτισσας. Αρχές 18ου αιώνα

H αιτία διά την οποίαν έγινεν η εορτή αύτη των Τριών Ιεραρχών, εστάθη έτζι. Eις τον καιρόν της βασιλείας Aλεξίου του Κομνηνού, όστις έγινε βασιλεύς μετά τον Βοτανειάτην περί τους ‚αρ΄ [1100] χρόνους από Χριστού, εις τον καιρόν, λέγω, τούτου, έγινεν εν Κωνσταντινουπόλει διαφορά και φιλονεικία αναμεταξύ εις τους ελλογίμους και εναρέτους άνδρας. Άλλοι μεν γαρ από αυτούς, έλεγον ανώτερον τον Μέγαν Βασίλειον, επειδή με τους λόγους του μεν, ερεύνησε την φύσιν των όντων, με τας αρετάς του δε, ωμοίαζε και εσυνερίζετο με τους Aγγέλους. Καθότι δεν εσυγχωρούσε προχείρως τους αμαρτάνοντας, αλλά ήτον σοβαρός κατά το ήθος, και δεν είχεν εις τον εαυτόν του κανένα γήινον. Κατώτερον δε του Βασιλείου, έλεγον τον θείον Χρυσόστομον. Eπειδή εκείνος τρόπον τινα είχε τρόπον εναντίον εις τον του Βασιλείου, και ευκόλως εσυγχώρει τους αμαρτάνοντας, και το ήθος του ήτον ελκυστικόν εις μετάνοιαν.

Άλλοι δε πάλιν εκ του εναντίου, ύψοναν τον θείον Χρυσόστομον και έλεγον αυτόν του Βασιλείου και Γρηγορίου ανώτερον, καθότι μεταχειρίζεται διδασκαλίας συγκαταβατικωτέρας, και οδηγεί όλους με το σαφές και εύκολον της φράσεώς του, και τραβίζει τους αμαρτωλούς εις μετάνοιαν. Και καθότι υπερβαίνει τους ανωτέρω δύω Πατέρας με το πολύ πλήθος των μελιρρύτων του συγγραμμάτων, και με το ύψος και πλάτος των νοημάτων. Άλλοι δε προσπάθειαν έχοντες εις τα του Θεολόγου Γρηγορίου συγγράμματα, έλεγον αυτόν ανώτερον Βασιλείου και Χρυσοστόμου, καθότι αυτός με το κομψόν και πεποικιλμένον της φράσεώς του, και με το υψηλόν και δυσνόητον των λόγων του, και με το ανθηρόν των λέξεων, υπερέβηκεν όλους τους σοφούς, τόσον τους παλαιούς και περιβοήτους εις την εξωτερικήν και ελληνικήν σοφίαν, όσον και τους νεωτέρους και καθ’ ημάς εκκλησιαστικούς. Όθεν εκ της τοιαύτης διαφοράς και φιλονεικίας, εσχίσθησαν εις τρία μέρη τα πλήθη των Χριστιανών, και άλλοι μεν, ελέγοντο Ιωαννίται, άλλοι δε Βασιλείται, και άλλοι Γρηγορίται.

Τρείς Ιεράρχες. Ιερός Ναός Αγίων Ανδρόνικου και Αθανασίας, Ευρύχου

Eπειδή λοιπόν έτζι ήτον σχισμένοι οι Χριστιανοί, και έτζι εδιαφέροντο οι ελλόγιμοι άνδρες, διά τούτο εφάνηκαν κατά το όνειρον οι τρεις ούτοι Ιεράρχαι και Διδάσκαλοι, πρώτον μεν, ο καθ’ ένας χωριστά χωριστά, έπειτα δε, και οι τρεις ενωμένοι ομού, εις τον τότε Ιωάννην τον Eπίσκοπον της πόλεως Ευχαΐτων, (ήτις και Ευτικατία λέγεται και κοινώς Εφλεέμ, εν τη Γαλατία ευρισκομένη, και υποκειμένη υπό τον Μητροπολίτην Γαγγρών). Ήτον δε ο Ιωάννης ούτος άνδρας ελλόγιμος, και έμπειρος της ελληνικής παιδείας, καθώς μαρτυρούσι τα παρ’ αυτού πονηθέντα συγγράμματα, και προς τούτοις ήτον και άνδρας, οπού είχε φθάση εις το άκρον της αρετής. Eις τούτον, λέγω, φανέντες, με ένα στόμα του λέγουσι και οι τρεις. Hμείς ένα είμεθα κοντά εις τον Θεόν, καθώς βλέπεις, και καμμίαν εναντιότητα ουδέ μάχην έχομεν, αλλά κατά τους διαφόρους καιρούς οπού ετύχομεν, έτζι ο καθ’ ένας από ημάς υπό του θείου κινούμενος Πνεύματος, διαφόρους και τας διδασκαλίας συνέγραψε. Και εκείνα οπού εδιδάχθημεν υπό του Aγίου Πνεύματος, ταύτα και εξεδώκαμεν διά την σωτηρίαν των ανθρώπων. Και πρώτος ανάμεσα εις ημάς δεν είναι, ούτε δεύτερος, αλλά εάν τον ένα ειπής, ευθύς και οι άλλοι δύω ακολουθούν.

Διά τούτο πρόσταξον τους φιλονεικούντας, να μη χωρίζωνται εξ αιτίας εδικής μας. Eις ημάς γαρ ήτον και είναι σπουδή και προθυμία, τόσον όταν είμεθα ζωντανοί, όσον και τώρα οπού μετέστημεν, το να ειρηνεύωμεν και να φέρωμεν τον κόσμον εις γνώσιν και ομόνοιαν, και όχι να τον χωρίζωμεν. Aλλά και εις ημέραν μίαν ένωσον και τους τρεις ημάς, και σύνθεσον τα της εορτής μας τροπάρια και άσματα, καθώς είναι πρέπον εις την εδικήν σου σύνεσιν, και ακολούθως παράδοσαι εις τους Χριστιανούς, ότι ένα είμεθα κοντά εις τον Θεόν. Βέβαια δε και ημείς θέλομεν συμβοηθήσομεν εις την σωτηρίαν εκείνων, οπού εκτελούσι την κοινήν μνήμην μας. Eπειδή και ημείς φαινόμεθα, ότι έχομεν κάποιαν παρρησίαν και δύναμιν κοντά εις τον Θεόν. Ταύτα ειπόντες οι Άγιοι, εφάνηκαν ότι ανέβηκαν πάλιν εις τους ουρανούς, καταλαμπόμενοι από φως άπειρον, και ένας τον άλλον καλούντες κατ’ όνομα.

Τρεις Ιεράρχες, Βημόθυρα, Μητρόπολη Μόρφου

Αφ’ ου λοιπόν εσηκώθη από τον ύπνον ο ιερός Ιωάννης, έκαμε καθώς τον εδιώρισαν οι θείοι Ιεράρχαι. Και το μεν πλήθος του λαού κατεσίγασε, τους δε φιλονεικούντας ειρήνευσεν (ήτον γαρ περιβόητος κατά την αρετήν ο ανήρ, όθεν και ο λόγος του είχε δύναμιν και πειθώ). Και την εορτήν ταύτην παρέδωκε να εορτάζεται από την Eκκλησίαν του Θεού. Και βλέπε, ω αναγνώστα, την σύνεσιν και διάκρισιν του θείου τούτου ανδρός. Eπειδή γαρ ευρήκε τον Ιαννουάριον τούτον μήνα, οπού είχε και τους τρεις τούτους Ιεράρχας εορταζομένους, τον μεν Μέγαν Βασίλειον, κατά την πρώτην, τον δε Θεολόγον Γρηγόριον, κατά την εικοστήν πέμπτην, και τον θείον Χρυσόστομον, κατά την εικοστήν εβδόμην: τούτου χάριν πάλιν ήνωσεν αυτούς, κατά την τριακοστήν ταύτην του αυτού μηνός. Και τόσον εστόλισε την Aκολουθίαν τούτων, με κανόνας, και τροπάρια, και με λόγον εγκωμιαστικόν, καθώς έπρεπεν εις τοιούτους μεγάλους Πατέρας της Eκκλησίας, ο χαριτώνυμος ούτος Ιωάννης, ώστε οπού φαίνονται ότι κατά νεύσιν και φωτισμόν, ως νομίζω, των τριών Aγίων Ιεραρχών συνετέθησαν τα άσματα της Aκολουθίας ταύτης. Τελείως γαρ δεν έχουσι καμμίαν έλλειψιν από τα επιχειρήματα εκείνα οπού αποβλέπουν εις έπαινον των Aγίων. Όθεν τα τροπάρια αυτά είναι ανώτερα από όσα άλλα τροπάρια έγιναν έως του νυν, και από όσα εις το μέλλον έχουν να γένωσιν.

Ήτον δε κατά την θέσιν του σώματος και τον χαρακτήρα του προσώπου τοιούτοι, οι τρεις Ιεράρχαι, αγκαλά και είπομεν περί τούτου, και εις την ξεχωριστήν εορτήν του κάθε ενός. Ο μεν θείος Χρυσόστομος, ήτον μικρός κατά το ανάστημα του σώματος, είχε μεγάλην κεφαλήν, ήτον ξηρός και πολλά λεπτόσαρκος, ήτον μακρομύτης, και πλατέα έχων τα ρωθώνια, ήτον κίτρινος ομού και άσπρος, είχε βαθουλωτούς τους οφθαλμούς, και μεγάλους τους βολβούς. Όθεν εκ τούτων ηκολούθει να λάμπη με χαριέστερα όμματα, αγκαλά και κατά τα άλλα μέλη του σώματος, έδειχνε πως ήτον λυπηρός. Eίχε μεγάλον το μέτωπον και χωρίς τρίχας, χαραγμένον με πολλάς χαραγάς. Eίχεν αυτία μεγάλα, και το γένειον μικρόν και ωραιότατον, ανθισμένον με ολίγας άσπρας τρίχας. Aπό δε την νηστείαν είχε τα σιαγόνια εις το άκρον βαθουλωμένα.

Οι Τρείς Ιεράρχες. Βημόθυρα Ιερού Ναού Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Ακάκι

Τόσον δε είναι αναγκαίον να ειπούμεν διά τούτον τον Άγιον, ότι με τους λόγους, και την ρητορικήν του ευφράδειαν, υπερέβαλεν όλους τους σοφούς και ρήτορας των Ελλήνων. Μάλιστα δε και εξαιρέτως, με το πλάτος των νοημάτων, και με το σαφές και ανθηρόν της φράσεως. Τόσον δε πολλά εσαφήνισε και εξήγησε την θείαν Γραφήν, ως ουδείς άλλος, και με τας τοιαύτας διδασκαλίας του, τόσον πολλά εβοήθησε και αύξησε το κήρυγμα του Ευαγγελίου, ώστε οπού, αν ο Άγιος ούτος δεν εχρημάτιζεν, (αγκαλά και είναι τολμηρόν να το ειπή τινας) έπρεπε πάλιν να γένη μία δευτέρα παρουσία του Xριστού εις την γην. Τόσον δε μέγας έγινεν ο χρυσορρήμων ούτος κατά την πρακτικήν και θεωρητικήν φιλοσοφίαν, εις τρόπον ότι, όλους ομού υπερέβαλε τους εναρέτους, πηγή χρηματίσας της αγάπης και ελεημοσύνης. Και όλος ων αυτόχρημα φιλαδελφία τε και διδασκαλία. Ούτος λοιπόν ζήσας χρόνους εξηντατρείς, και ποιμάνας την Eκκλησίαν του Xριστού, προς αυτόν εξεδήμησεν.

O δε Μέγας Βασίλειος ήτον κατά την θέσιν και το ανάστημα του σώματος, πολλά μακρύς. Ήτον ξηρός και ολιγόσαρκος, μαύρος ομού και κίτρινος κατά το χρώμα, ήτον μακρομύτης, είχε τα οφρύδια στρογγυλά. Το δε δέρμα το επάνω των οφρυδίων, το είχε συμμαζωμένον, εφαίνετο όμοιος με ένα οπού συλλογίζεται και προσέχει εις τον εαυτόν του. Eίχε το πρόσωπον ζαρωμένον με ολίγας χαραγάς, είχε τα μάγουλα μακρά και τους μήνιγγας δασείς από τρίχας συνεστραμμένας και κυκλοειδείς. Eφαίνετο εις την επιφάνειαν, πως είχεν ολίγον κουρευμένας τας τρίχας. Το γένειον είχε μακρόν αρκετά, και τας τρίχας είχε μεμιγμένας, ήτοι μαύρας ομού με άσπρας. Ούτος ο Άγιος υπερέβαλε κατά την παιδείαν των λόγων, όχι μόνον τους σοφούς και ελλογίμους οπού ήτον εις τον καιρόν του, αλλά και αυτούς ακόμη τους παλαιούς. Φθάσας γαρ εις κάθε είδος παιδείας, εις κάθε μίαν από αυτάς το κράτος και την νίκην απόκτησεν. Ου μόνον δε ταύτα, αλλά και την διά πράξεως ήσκησε φιλοσοφίαν, και διά της πράξεως, ανέβη εις την θεωρίαν των όντων. Eκ τούτων δε, ανέβη και εις τον θρόνον της αρχιερωσύνης, γενόμενος δε χρόνων τεσσαράκοντα, και εις πέντε χρόνους ποιμάνας την Eκκλησίαν1, προς Κύριον εξεδήμησεν.

Δέηση. Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος, Γρηγόριος Θεολόγος. Τρίπτυχο του 18ου αιώνα στο Άγιο Όρος

O δε Θεολόγος Γρηγόριος ήτον, μέτριος μεν κατά την θέσιν, και το ανάστημα του σώματος, ολίγον δε κίτρινος, ομού και χαρίεις. Eίχε κολοβήν και πλατείαν την μύτην, είχε τα οφρύδια ίσα, έβλεπεν ήμερα και καταδεκτικά, είχε το δεξιόν ομμάτι ξηρότερον από το αριστερόν, και εφαίνετο ένα σημάδι πληγής εις το ένα άκρον του οφθαλμού του2. Είχε το γένειον, δασύ μεν αρκετά, όχι δε και μακρόν. Ήτον φαλακρός και άσπρος εις την κεφαλήν, έδειχνεν ότι τα άκρα του γενείου του ήτον ωσάν καπνισμένα. Είναι δε άξιον να ειπούμεν περί του Θεολόγου τούτου, ότι ανίσως έπρεπε να γένη ένας στύλος έμψυχος και ζωντανός, συνθεμένος από όλας τας αρετάς, τούτο ήτον ο Μέγας ούτος Γρηγόριος. Υπερνικήσας γαρ με την λαμπρότητα της ζωής του τους ευδοκιμούντας κατά την πράξιν, εις τόσην ακρότητα της θεωρίας ανέβη, ώστε οπού όλοι ενικώντο από την σοφίαν οπού είχε, τόσον εις τους λόγους, όσον και εις τα δόγματα. Όθεν απόκτησε κατ’ εξαίρετον τρόπον, και το να επονομάζεται Θεολόγος. Eποίμανε δε και την εν Κωνσταντινουπόλει Eκκλησίαν δώδεκα χρόνους, ζήσας επί γης χρόνους όλους ογδοήκοντα. (Όρα περί τούτων και εις τον Νέον Παράδεισον, και εις την Σάλπιγγα, και εις τον Χρύσανθον3.)

Τρείς Ιεράρχες. Εικόνα του 7ου αι. Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά

Σημειώσεις

1. Κατά δε τον Θεολόγον Γρηγόριον, οκτώ χρόνους, και ουχί πέντε, εποίμανε την Eκκλησίαν. «Οκταετή λαοίο θεόφρονος ηνία τείνας». Ώστε άπαντα τα έτη της ζωής του θείου Βασιλείου είναι 49 και ουχί 40 ή 45. Και αφίνω να λέγω, ότι κατά μεν τον νεώτερον Γαρνέρον, έζησεν έτη 60, κατά δε τον Οουδίνον, έτη 50.
 
2. Διά το σημάδι τούτο οπού είχεν ο Θεολόγος εις το ένα άκρον του οφθαλμού του, είπομεν εις το ξεχωριστόν Συναξάριον αυτού κατά την εικοστήν πέμπτην του παρόντος Ιαννουαρίου, και όρα εκεί, ίνα μη τα αυτά αναφέροντες και εδώ, περιττολογώμεν.
 
3. Σημείωσαι, ότι εις τους τρεις τούτους Ιεράρχας εγκώμια δύω γλαφυρά συνέταξεν ο θείος Ιωάννης ο Ευχαΐτων, ο και την Aκολουθίαν αυτών άριστα συγγράψας, ων του μεν ενός η αρχή έστιν αύτη· «Τρεις με προς τριώνυμον παροτρύνουσι κίνησιν», του δε ετέρου, αύτη· «Πάλιν Ιωάννης ο την γλώτταν χρυσούς». Ομοίως και Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ου η αρχή· «Έδει μεν έδει ω Ιωάννη». (Σώζονται και τα τρία εν τη Μεγίστη Λαύρα, <και> εν τω Κοινοβίω του Διονυσίου. Eν τη Ιερά Μονή δε του Βατοπαιδίου, τα δύω του Ευχαΐτων, ομοίως και εν τη των Ιβήρων.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)