Αρχική Blog Σελίδα 2

Μητροπολίτης Μόρφου: Ἡ ἁγία Εὐφημία, ὁ ἅγιος Παΐσιος καὶ ἡ Ὀρθοδοξία μας (16.7.2017)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Γεωργίου τῆς κοινότητος Καμιναριῶν τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (16.7.2017).

Ευρύχου – Ιερό Παρεκκλήσιο Προφήτη Ηλία: Πανήγυρις Προφήτη Ηλία (20 Ιουλίου 2026)

Φέρεται στη γνώση των ευσεβών χριστιανών ότιμε την ευκαιρία της εορτής του Προφήτη Ηλίαστο πανηγυρίζον παρεκκλήσιο του Προφήτη Ηλία στην Ευρύχου, θα τελεστούν οι πιο κάτω ακολουθίες:

  • Κυριακή, 19 Ιουλίου
    • 7:00 μ.μ.: Πανηγυρικός εσπερινός της εορτής.
  • Δευτέρα, 20 Ιουλίου
    • 7:00 π.μ.: Πανηγυρικός Όρθρος και Θεία Λειτουργία προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.

Ιερό Παρεκκλήσιο Προφήτη Ηλία, Ευρύχου

Ὁμιλία εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Ϛ´ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου (Ματθ. 9,1-8)

Η θεραπεία του παραλύτου

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Η θεραπεία του παραλύτου

Ἡ σημερινὴ σύντομη εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀγαπητοί ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, μᾶς διηγεῖται ἕνα ἐξαίσιο θαυματούργημα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὴ θαυματουργικὴ ἴαση, μὲ ἕνα μόνο λόγο, ἑνὸς παραλύτου ἄνδρα στὴν πόλη τῆς Καπερναούμ.

Διότι, ὅταν ἀναφέρει ὁ Ευαγγελιστὴς Ματθαῖος ὅτι ὁ Ἰησοῦς, ἀναχωρώντας μὲ τοὺς μαθητές του μὲ πλοῖο ἀπὸ τὴ χώρα τῶν Γεργεσηνῶν, «ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν», ἐννοεῖ τὴν Καπερναούμ. Ἐπειδὴ ὁ Κύριός μας, γεννήθηκε μὲν στὴ Βηθλεὲμ και ἀνατράφηκε στὴ Ναζαρέτ, ἀλλ’ ὅταν ἔγινε τριάντα ἐτῶν καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἀρχίσει τὴ δημόσια δράση Του καὶ τὸ εὐαγγελικὸ κήρυγμα, «καταλιπὼν τὴν Ναζαρέτ, ἐλθὼν κατώκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν», ποὺ βρισκόταν δηλαδὴ στὶς ὄχθες τῆς θάλασσας τῆς Γαλιλαίας ἢ λίμνης τῆς Τιβεριάδος.

Βρισκότανε λοιπὸν σὲ κάποιο σπίτι ὁ Κύριος, κηρύσσοντας τὴ θεϊκή Του διδασκαλία. Κι ἐπειδὴ ὁ ἁπλὸς λαὸς εἶχε πληροφορηθεῖ τὴ θαυματουργικὴ δύναμη τοῦ μεγάλου τούτου Ἰατροῦ, ὅπως συνήθως γινόταν, ὅταν ἄκουγαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς βρισκότανε κάπου, ἔτσι καὶ τότε· ἄρχισαν νὰ συντρέχουν ἀπὸ τὰ περίχωρα οἱ ποικιλότροπα πάσχοντες ἀσθενεῖς, ἢ ἀκόμη καὶ μεταφέρονταν ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους τους, γιὰ νὰ τύχουν, ἀμισθὶ μάλιστα, τῆς ποθουμένης ἰατρείας.

Μεταφέρουν λοιπὸν τότε κάποιοι καλoὶ ἄνθρωποι ἕνα παράλυτο, ριγμένο γιὰ χρόνια στὴν κλίνη τοῦ πόνου σὰν ἄψυχο χορτάρι, καὶ τὸν ὁδήγησαν μπροστὰ στὸν Φιλάνθρωπο Δεσπότη. Κι ἂς προσέξουμε, τί λέγει τὸ Εὐαγγέλιο στὴ συνέχεια: «καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν, εἶπε τῷ παραλυτικῷ· θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι». Τρία πράγματα πρέπει νὰ τονίσουμε ἐδῶ. Πρῶτον, ὁ Χριστός μας, ὡς καρδιογνώστης, εἶδε, πληροφορήθηκε τὴν πίστη, ὄχι μόνο τοῦ ταλαιπώρου ἐκείνου παραλύτου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸν μετέφεραν. Καὶ αὐτὴ ἡ πίστη τους ἔκαμψε τὴν ἄμετρη τοῦ Κυρίου φιλανθρωπία, γιὰ νὰ δωρήσει τὴν ἴαση στὸν παράλυτο. Βλέπετε, ἀδελφοί, γιὰ τὴ θεραπεία ἑνὸς ἀσθενοῦς συντείνει πολύ, ὄχι μόνο ἡ πίστη τοῦ ἰδίου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸν περιβάλλουν, ποὺ ἔχουν τὴ φροντίδα του.  Καὶ αὐτῶν ἡ πίστη, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ προσευχὴ συμβάλλει καίρια στὴν ἴαση τοῦ προσφιλοῦς τους ἀσθενοῦς. Δεύτερον, νὰ προσέξουμε ὅτι ὁ Κύριος πρὶν τὴν σωματική θεραπεία χορηγεῖ στὸν παράλυτο τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του. Ἀπὸ τοῦτο μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε, ὅτι ἡ πολυχρόνια καὶ ὀδυνηρὴ ἐκείνη ἀσθένεια τοῦ παραλύτου ὀφειλόταν στὶς προσωπικές του ἁμαρτίες.

Ἐδῶ νὰ κάνουμε μία παρένθεση, γιὰ τὸ θέμα τῶν αἰτίων τῆς ἀσθένειας ἑνὸς ἀνθρώπου. Κατ’ ἀρχήν, ἡ ἀσθένεια εἶναι φαινόμενο μεταπτωτικό, ποὺ παρουσιάζεται δηλαδὴ στὴν ἀνθρώπινη φύση μετὰ τὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων, καὶ ὡς καρπὸς πικρός, μεταξὺ ἄλλων, τῆς ἁμαρτίας τῆς παρακοῆς τους στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὴν ἀσθένεια ὅμως παραχωρεῖ ὁ Θεὸς σ’ ἕναν ἄνθρωπο -ἀφοῦ τίποτα δὲν συμβαίνει χωρὶς τὸ ἅγιο θέλημά Του- γιὰ ποικίλους λόγους: Πολλὲς φορὲς ἀρρωστᾶ κάποιος ἕνεκα σοβαρῶν προσωπικῶν του ἁμαρτιῶν. Μὲ τὸν τρόπο τοῦτο ὁ Θεὸς προσπαθεῖ νὰ τὸν φέρει σὲ μετάνοια καὶ διόρθωση καὶ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ τρόπο ζωῆς.  Ἄλλοτε κάποιος ἀσθενεῖ ἀπὸ τὸν ἀπρόσεκτο τρόπο ζωῆς του, ἕνα τρόπο ζωῆς ἀνθυγειϊνό, ὅταν κάποιος ἀπερίσκεπτα ἐκθέτει σὲ κίνδυνο τὴν ὑγεία του. Κι ἄλλοτε κάποιος ἀσθενεῖ, ὅπως ὁ δίκαιος Ἰώβ, γιὰ νὰ δοκιμασθεῖ ἡ πίστη καὶ ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἀρετή του.  Πόσοι καὶ πόσοι ἄνθρωποι δὲν ἁγίασαν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μέσα ἀπὸ τὸ κρεββάτι τοῦ πόνου καὶ τῆς ὀδύνης;  Ἂς θυμηθοῦμε ἐδῶ καὶ τοὺς σύγχρονους ἁγίους Γέροντες Πορφύριο τὸν Καυσοκαλυβίτη, Νικηφόρο τὸν λεπρό, Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη, Ἰάκωβο Τσαλίκη καὶ Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ, ποὺ ὅλοι τους, μαζὶ μὲ τὴ μεγάλη προσωπική τους ἄσκηση, σήκωσαν καὶ τὸν ἐπώδυνο ἀκούσιο σταυρὸ μεγάλων ἀσθενειῶν. Αὐτό, ποὺ μποροῦμε συμπερασματικά νὰ ποῦμε, εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς παραχωρεῖ τὴν ἀσθένεια ὡς ἐργαλεῖο, ὡς μέσο γιὰ τὴ σωτηρία μας. Φθάνει ἐμεῖς νὰ ἔχουμε μετάνοια καὶ ὑπομονή, καὶ νὰ τὴ δεχόμαστε -ὅπως καὶ εἶναι- ὡς ἐπίσκεψη Θεοῦ. Τῆς Ἀνάστασης προηγεῖται ἀπαραίτητα ὁ Σταυρός!

Καὶ τὸ τρίτο σημεῖο, ποὺ θὰ ἤθελα νὰ τονίσουμε, γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε στὴν εὐαγγελική μας περικοπή, ἐξάγεται ἀπὸ ὅσα μόλις εἴπαμε: Ὁ Κύριος ἐπιθυμεῖ, πρὶν καὶ πάνω ἀπὸ τὴ σωματική μας θεραπεία, τὴ θεραπεία τῆς ψυχῆς μας. Τὴ θεραπεία, τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς μας ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ πάθη μας.

Ὅταν λοιπὸν ὁ Χριστός μας ἔδωσε τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν στὸν παράλυτο, κάποιοι ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους Γραμματεῖς, ποὺ ἦταν ἐκεῖ μαζεμένοι, σκέφθηκαν ἀπὸ μέσα τους ὅτι ὁ Κύριος βλασφήμησε, συγχωρώντας ἁμαρτίες. Καὶ τοῦτο, γιατὶ δὲν τὸν πίστευαν ὡς Θεό, ὡς Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ὡς ἕνα ἁπλὸ ἄνθρωπο. Μὰ ὁ Παντογνώστης ἀμέσως τὸ γνώρισε καὶ τοὺς ἤλεγξε φανερά, ὅτι σκέφτονταν πονηρὰ μέσα στὶς καρδιές τους. Καί, γιὰ νὰ τοὺς ἀποδείξει τὸ θεϊκό Του ἀξίωμα, καὶ ἄρα τὴν ἐξουσία ποὺ εἶχε -καὶ ἔχει- ὡς Θεὸς νὰ συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων, εἶπε στὸν παράλυτο: «Σηκώσου, παιδί μου, καὶ πάρε τὸ κρεββάτι σου στοὺς ὤμους σου καὶ πήγαινε ὑγιὴς πιὰ στὸ σπίτι σου.»  Καὶ πράγματι, ἀμέσως θεραπεύθηκε ὁ παράλυτος καί, παίρνοντας τὸ κρεββάτι του μόνος του, ἐπέστρεψε στὴν οἰκία του, καθιστώντας τὸ θαῦμα ἐμφανέστατο!

Στὶς μέρες μας ποὺ ζοῦμε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, περνοῦμε ποικίλες κρίσεις: Κρίσεις οἰκονομικές, ἐθνικές, κρίσεις συνείδησης καὶ ἀξιῶν. Κρίσεις, ποὺ εἶναι ἀπότοκα, ποὺ γέννησε δηλαδὴ ἡ μακροχρόνια πνευματική μας κρίση. Τὸ πρῶτο καὶ κύριο καὶ καίριο, ποὺ καλούμαστε νὰ διαφυλάξουμε, εἶναι ἡ Πίστη μας, ἡ Ὀρθόδοξη Πίστη μας. Τοῦτος εἶναι ὁ πολυτιμώτερος καὶ μονιμώτερος καὶ ἀναφαίρετος θησαυρός μας. Ποτὲ νὰ μὴ χάνουμε τὴν πίστη καὶ ἐλπίδα μας στὸν Θεό. Καί, μαζὶ μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα, νὰ ἔχουμε καὶ τὰ καλὰ ἔργα: Ἔργα ἀγάπης στὸν συνάνθρωπό μας, ἀλλὰ καὶ μετάνοιας, καὶ μαζὶ νὰ ἔχουμε προσευχὴ καὶ μυστηριακή ζωή. Νὰ μάθουμε νὰ ζοῦμε μὲ μετάνοια καὶ νὰ κοινωνοῦμε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων μὲ τὴν κατάλληλη προετοιμασία. Καὶ ὅταν ἔτσι ἀγωνιζόμαστε νὰ ζοῦμε, μὲ πίστη καὶ μετάνοια καὶ ταπείνωση, μὲ ἐνσυνείδητη μυστηριακή ζωή, θὰ ἑλκύσουμε πλούσιο τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε κι ἐδῶ νὰ διέλθουμε εἰρηνικὰ τὴ ζωή μας καὶ ἐκείνη τὴν ἀνέκφραστη χαρὰ τοῦ παραδείσου νὰ γευθοῦμε, μὲ τὴ Χάρη καὶ Φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας μας καὶ ὅλων τῶν ἁγίων. Ἀμήν!

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ ΣT΄ Ματθαίου

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ ΣΤ΄ Ματθαίου, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Γεωργίου τῆς κοινότητος Ἅλωνα, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (04.08.2024).

Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ: «Τι να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;»

Άγιος Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ

«Τι να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή»;

Και μου δόθηκε η απάντηση:

«Να προσεύχεσαι, όπως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο οποίος για χρόνια έκραζε, “Κύριε, φώτισόν μου το σκότος”, και εισακούσθηκε.

»Να προσεύχεσαι με τα λόγια της εκκλησιαστικής Ωδής, “Λαμψάτω, ω Φωτοδότα, και εμοί τω αμαρτωλώ το φως Σου το απρόσιτον”, και να ενδυναμώνεις στην πίστη, ενθυμούμενος ότι η Εκκλησία δεν προσεύχεται για πράγματα που δεν μπορούν να γίνουν».

Στη συνέχεια ο άνδρας εκείνος, σαν να απέκλειε τη δυνατότητα ότι μια τέτοια προσευχή θα παραμείνει χωρίς την άνωθεν απάντηση, κατέκλεισε τον λόγο του ως εξής:

«Όταν η ψυχή σου γνωρίσει αυτό το φως, τότε, όταν συμβεί να το στερείται, θα φλέγεσαι γι’ αυτό και μιμούμενος τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο θα το ζητάς και θα κράζεις προς αυτό:

Ελθέ, το φως το αληθινόν.
Ελθέ, η Ζωή η αιώνιος.
Ελθέ, των πεπτωκότων η έγερσις.
Ελθέ, των κειμένων η ανόρθωσις,
Ελθέ, των νεκρών η ανάστασις.
Ελθέ, Πανάγιε Βασιλεύ.
Ελθέ και σκήνωσον εν ημίν,
και μείνον αδιαστάτως εν ημίν,
και αδιαιρέτως Συ μόνος βασίλευε εν ημίν
εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

Γέροντος Σωφρονίου του Essex, «Λόγος εις την Μεταμόρφωσιν του Κυρίου», Περί του Θαβωρίου Φωτός. (Αρχιμ. Σωφρονίου, Άσκησις και θεωρία, Έσσεξ Αγγλίας )

Πηγή: https://iconandlight.wordpress.com/

Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ: «Δεν μπορούμε να αντέξουμε την ιδέα της αιώνιας ζωής, εκτός αν αυτή η αιωνιότητα εισέλθει στη ζωή μας»

Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ

Αγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ: “Περί Πνεύματος και ζωής πνευματικά κεφάλαια”

11. Το σπέρμα που έρριξε ο Σατανάς στην καρδιά και το νου του Αδάμ – το λογισμό να γίνει θεός χωρίς τον Θεό – σφηνώθηκε τόσο βαθιά στο είναι μας, ώστε να βρισκόμαστε αδιάκοπα υπό το κράτος της αμαρτίας.

12. Ήδη από τη γέννησή μας γινόμαστε κληρονόμοι του Αδάμ. Μπορούμε να ζήσουμε την κατάσταση της πτώσεως, που είναι μια φοβερή απόκλιση από την αγάπη του Πατρός, ως την μόνη πραγματικότητα του ανθρωπίνου είναι. Στον κόσμο ζούμε στην ατμόσφαιρα και τη λατρεία της πτώσεως. Ζούμε στην άνεση και συχνά ντρεπόμαστε να ομολογήσουμε την πίστη μας, να πούμε ότι είμαστε χριστιανοί.

14. Μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους –οι πόλεμοι είναι η κατεξοχήν αμαρτία–, ο σύγχρονος κόσμος έχασε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Δεν μπορεί όμως να εννοήσει τη θεότητα του Χριστού χωρίς το Άγιο Πνεύμα. Να πιστέψουμε ότι αυτός ο άνθρωπος, που είναι αληθινός άνθρωπος, είναι ο Δημιουργός του κόσμου, αυτό μας ξεπερνά. Να πιστέψουμε ότι ο Ίδιος ο Θεός σαρκώθηκε, ότι μας κάλεσε να είμαστε αιώνια μαζί Του, να, αυτό είναι που λείπει από πολλούς ανθρώπους του καιρού μας, κυρίως από επιστήμονες.

15. Τί σημαίνει σωτηρία; Ο θάνατος του σώματος είναι άραγε η προϋπόθεση για την είσοδο στη Βασιλεία του Χριστού; Πώς μπορούμε να αναπτύξουμε την ικανότητα μας να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού, σύμφωνα με το Άγιο Πνεύμα; Ένα μόνο έχει σημασία: να φυλάξουμε την ένταση της προσευχής και της μετανοίας. Τότε ο θάνατος δε θα είναι ρήξη, αλλά μετάβαση στη Βασιλεία, για την οποία θα έχουμε ετοιμασθεί με την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, με την προσευχή και την επίκληση του Ονόματός Του: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου».

16. «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Τί σημαίνει η τελευταία φράση του Συμβόλου της πίστεως; Δεν μπορούμε να αντέξουμε την ιδέα της αιώνιας ζωής, εκτός αν αυτή η αιωνιότητα εισέλθει στη ζωή μας.

17. Ο Θεός δεν δημιούργησε το θάνατο. Αν ο Θεός, όπως το λέει ο Χριστός, είναι πράγματι ο Θεός του Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ιακώβ, αυτοί δεν είναι νεκροί. Για τον Θεό όλοι είναι ζωντανοί.

18. «Ακηδία», ετυμολογικά σημαίνει απουσία φροντίδας για τη σωτηρία. Εκτός από σπάνιες σχεδόν περιπτώσεις, όλη η ανθρωπότητα ζει σε κατάσταση ακηδίας. Οι άνθρωποι έγιναν αδιάφοροι για τη σωτηρία τους. Δεν αναζητούν τη θεία ζωή. Περιορίζονται στα σχήματα της σαρκικής ζωής στις καθημερινές ανάγκες, στα πάθη του κόσμου και τις συμβατικές πράξεις. Ωστόσο ο Θεός μας έπλασε από το μηδέν «κατ’ εικόνα» του Απολύτου και «καθ’ ομοίωσίν» Του. Αν η αποκάλυψη αυτή αληθεύει, η απουσία της μέριμνας για τη σωτηρία δεν είναι άλλο παρά ο θάνατος του προσώπου.

20. Η ζωή του κόσμου οργανώνεται γύρω από μερικά ανθρώπινα πάθη και η πνευματική ζωή βρίσκεται στο περιθώριο. Οφείλουμε να αντιστρέψουμε την κατάσταση αυτή των πραγμάτων, να τοποθετήσουμε την πνευματική ζωή στην καρδιά της ζωής μας.

21. Η σοφία του κόσμου αυτού δεν μπορεί να σώσει τον κόσμο. Τα κοινοβούλια, οι κυβερνήσεις, οι πολυσύνθετοι οργανισμοί των πιο αναπτυγμένων συγχρόνων κρατών της γης είναι ανίσχυροι. Η ανθρωπότητα πάσχει χωρίς τέλος. Η μόνη διέξοδος είναι να βρούμε μέσα μας τη σοφία, την λύση να μη ζούμε σύμφωνα με τις ιδέες αυτού του κόσμου, αλλά να ακολουθήσουμε τον Χριστό.

Πηγή: https://iconandlight.wordpress.com/

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 10 Ἰουλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
4: 5-8

Ἀδελφοί, μὴ πρὸ καιροῦ τι κρίνετε, ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ Κύριος, ὃς καὶ φωτίσει τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους καὶ φανερώσει τὰς βουλὰς τῶν καρδιῶν· καὶ τότε ὁ ἔπαινος γενήσεται ἑκάστῳ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ. Ταῦτα δέ, ἀδελφοί, μετεσχημάτισα εἰς ἐμαυτὸν καὶ ᾽Απολλὼ δι᾽ ὑμᾶς, ἵνα ἐν ἡμῖν μάθητε τὸ Μὴ ὑπὲρ ὃ γέγραπται φρονεῖν ἵνα μὴ εἷς ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς φυσιοῦσθε κατὰ τοῦ ἑτέρου. Τί γάρ σε διακρίνει; τί δὲ ἔχεις ὃ οὐκ ἔλαβες; εἰ δὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών; ἤδη κεκορεσμένοι ἐστέ· ἤδη ἐπλουτήσατε· χωρὶς ἡμῶν ἐβασιλεύσατε· καὶ ὄφελόν γε ἐβασιλεύσατε, ἵνα καὶ ἡμεῖς ὑμῖν συμβασιλεύσωμεν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
13: 44-54

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ὁμοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν θησαυρῷ κεκρυμμένῳ ἐν τῷ ἀγρῷ, ὃν εὑρὼν ἄνθρωπος ἔκρυψε, καὶ ἀπὸ τῆς χαρᾶς αὐτοῦ ὑπάγει καὶ πάντα ὅσα ἔχει πωλεῖ καὶ ἀγοράζει τὸν ἀγρὸν ἐκεῖνον. Πάλιν ὁμοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ ἐμπόρῳ ζητοῦντι καλοὺς μαργαρίτας· ὃς εὑρὼν ἕνα πολύτιμον μαργαρίτην ἀπελθὼν πέπρακε πάντα ὅσα εἶχε καὶ ἠγόρασεν αὐτόν. Πάλιν ὁμοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν σαγήνῃ βληθείσῃ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἐκ παντὸς γένους συναγαγούσῃ· ἣν, ὅτε ἐπληρώθη, ἀναβιβάσαντες αὐτὴν ἐπὶ τὸν αἰγιαλὸν καὶ καθίσαντες συνέλεξαν τὰ καλὰ εἰς ἀγγεῖα, τὰ δὲ σαπρὰ ἔξω ἔβαλον. οὕτως ἔσται ἐν τῇ συντελείᾳ τοῦ αἰῶνος. ἐξελεύσονται οἱ ἄγγελοι καὶ ἀφοριοῦσι τοὺς πονηροὺς ἐκ μέσου τῶν δικαίων καὶ βαλοῦσιν αὐτοὺς εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρός· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Συνήκατε ταῦτα πάντα; λέγουσιν αὐτῷ, Ναί Κύριε. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Διὰ τοῦτο πᾶς γραμματεὺς μαθητευθεὶς εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδεσπότῃ ὅστις ἐκβάλλει ἐκ τοῦ θησαυροῦ αὐτοῦ καινὰ καὶ παλαιά. Καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῦς τὰς παραβολὰς ταύτας, μετῆρεν ἐκεῖθεν. καὶ ἐλθὼν εἰς τὴν πατρίδα αὐτοῦ ἐδίδασκεν αὐτοὺς ἐν τῇ συναγωγῇ αὐτῶν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Πεντασχοινίτης (10 Ἰουλίου)

Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Πεντασχοινίτης* (10 Ἰουλίου)

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Πεντασχοινίτης

Ὁ θεοφόρος καὶ θαυματουργὸς ὅσιος Ἀθανάσιος, ὁ λαμπρὸς τοῦτος ἀστέρας στὸ νοητὸ στερέωμα τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, ἀνήκει σὲ μιὰ ἰδιαίτερη εὐλογημένη ὁμάδα ἁγίων. Δὲν τὸν κόσμησε τὸ μαρτυρικὸ στεφάνι, οὔτε περιβλήθηκε ἱερατικὰ καὶ διδασκαλικὰ ἀξιώματα, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ στεφανώθηκε μὲ πολυχρόνιους ἀσκητικοὺς καμάτους καὶ ἱδρῶτες τῆς μοναχικῆς πολιτείας.

Τὴ βραχυχρόνια ἐπίγεια βιοτή του διῆλθε κοντὰ στοὺς γονεῖς του, στὴν πτωχικὴ οἰκία του, τηρῶντας μὲ ἀκρίβεια, ταπεινὰ καὶ εὐλαβικά, τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου! Στὴν ἴδια κατηγορία ἀνήκει καὶ ἕνας ἄλλος μεγάλος ἅγιος τῆς κατὰ Κύπρον Ἐκκλησίας, ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Λαμπαδιστής, ἡ ἀγγελικὴ ζωὴ τοῦ ὁποίου ἔχει νὰ παρουσιάσει πολλὲς ὁμοιότητες πρὸς τὸν ἐδῶ ἐγκωμιαζόμενο ὅσιο.

Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος καταγόταν ἀπὸ τὸ παραθαλάσσιο χωριὸ τοῦ Πεντασχοίνου¹. Τὸ χωριὸ αὐτό, ποὺ βρίσκεται σήμερα ἐρειπωμένο περὶ τὰ 6 χλμ. νότια τοῦ χωριοῦ Ἅγιος Θεόδωρος τῆς ἐπαρχίας Λάρνακας, ἄκμαζε —σύμφωνα μὲ τὶς ὑπάρχουσες μαρτυρίες— ἀπὸ τοὺς ρωμαϊκοὺς ἤδη χρόνους, καὶ λειτουργοῦσε μέχρι καὶ τὸν 18ο αἰώνα, ὁπότε καὶ ἐγκαταλείφθηκε². Ἐδῶ λοιπὸν γεννήθηκε καὶ ἀνατράφηκε ὁ ὅσιος, ἐδῶ καὶ ἁγίασε, καὶ ἐδῶ τάφηκε, ἀπ᾿ ὅπου καὶ ἔλαβε τὴν ἐπωνυμία Πεντασχοινίτης (ὀρθότερα Πεντασχινίτης).

Γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου δὲν μᾶς εἶναι γνωστὰ πολλὰ πράγματα. Τὰ λίγα, ἀλλὰ σημαντικώτατα βιογραφικὰ στοιχεῖα γι᾿ αὐτόν, μᾶς διέσωσε ἕνας ἄλλος ἐπίσης Κύπριος μεγάλος ἅγιος, ὁ ὅσιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης³, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀμαθοῦντα4. Ἄκμασε κατὰ τὸν 7ο αἰῶνα, καὶ ἐκοιμήθη κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 8ου. Ἀναδείχθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους Σιναΐτες Πατέρες, καὶ διακρίθηκε γιὰ τὸν αὐστηρὸ βίο του, τὴν βαθιά του μόρφωση καὶ τὸ γνήσια ὀρθόδοξο φρόνημά του. Μεταξὺ τῶν σπουδαιοτέρων πνευματικῶν συγγραμμάτων του περιλαμβάνονται ὁ «Ὁδηγός», οἱ «Ἐρωταποκρίσεις» καὶ τὰ «Ψυχωφελῆ καὶ στηρικτικὰ διηγήματα»5. Στὸ τελευταῖο αὐτὸ ἔργο του εἶναι ποὺ ἀναφέρεται στὸν ὅσιο Ἀθανάσιο, τοῦ ὁποίου προσκύνησε ὁ ἴδιος τὸ λείψανο καὶ ἄκουσε γι᾿ αὐτὸν ἀπὸ τοὺς γέροντες τοῦ Πεντασχοίνου. Ὁ ὅσιος Ἀναστάσιος ἑορτάζει στὶς 21 Ἀπριλίου6.

Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Πεντασχοινίτης

Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὸν ἅγιο Ἀναστάσιο, ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος γεννήθηκε στὸ Πεντάσχοινο κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 7ου αἰώνα ἀπὸ ἐνάρετο καὶ θεοφιλὴ πατέρα. Μικρὸς ἀκόμη, ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ μητέρα, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ πατέρας του νυμφεύθηκε ξανά7. Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ὁ Ἀθανάσιος τήρησε ἄμεμπτα τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, καὶ μάλιστα τὴν θερμὴ πίστη καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριο, τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, καθὼς καὶ τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ὑπακοὴ πρὸς τοὺς γονεῖς του. Γι᾿ αὐτὸ καί, μόλις εἰκοσαετής, εἶχε ἤδη καταστεῖ «σκεῦος ἐκλογῆς» καὶ εὐῶδες δοχεῖο τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἕνεκα λοιπὸν τῆς μεγάλης του ἀγάπης πρὸς τοὺς πτωχοὺς καὶ πονεμένους ἀδελφούς του, σκόρπιζε ἀφθονοπάροχα σ᾿ αὐτοὺς τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴ συντήρηση καὶ διατροφή τους. Κάποια μέρα ἡ μητρυιά του, σὰν ἀντιλήφθηκε τί ἔκανε ὁ νέος, τὸν κατάγγειλε στὸν πατέρα του λέγοντας: «Γνώριζε πὼς ὁ Ἀθανάσιος ὅλα τὰ ὑπάρχοντα τοῦ σπιτιοῦ, καθὼς καὶ τὶς προμήθειες στὶς ἀποθῆκες μας τὰ ἔχει σκορπίσει ἐδῶ κι ἐκεῖ. Τί θὰ ἀπογίνουμε τώρα;» Τότε ὁ πατέρας του, ἀφοῦ τὸν κάλεσε, τὸν ρώτησε ἂν ἀλήθεια ἔτσι εἶχαν τὰ πράγματα. Κι ὁ ἐλεήμων Ἀθανάσιος ἀποκρίθηκε ταπεινὰ καὶ εὐλαβικὰ στὸν πατέρα του: «Πίστεψέ με, πατέρα μου, δὲν γνωρίζω νὰ ἔχω δώσει ἀλλοῦ ἀπὸ τὰ πράγματα καὶ τρόφιμά μας, παρὰ μόνο γιὰ νὰ φιλοξενήσω καὶ θρέψω τοὺς πτωχοὺς καὶ δυστυχισμένους, καθὼς ἐσὺ ὁ ἴδιος μὲ συμβούλευσες νὰ κάνω· γιατὶ ἀληθινὰ ἐγὼ τίποτα δὲν σκόρπισα ἄσκοπα! Ἀλλά, γιὰ νὰ μάθεις, πατέρα, πὼς τοῦτο τὸ ἔκαμα ἀκολουθώντας τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἔλα καὶ ἐρεύνησε τὶς ἀποθῆκες τοῦ σιταριοῦ, τοῦ κρασιοῦ καὶ τοῦ λαδιοῦ.» Καί, σὰν κατέβηκαν κι οἱ δυό τους στὴν ἀποθήκη, βρῆκαν ὅλα τὰ πιθάρια τοῦ κρασιοῦ καὶ τοῦ λαδιοῦ καὶ τὰ δοχεῖα τοῦ σιταριοῦ, μετὰ ποὺ εἶχαν δαπανηθεῖ ἀπὸ τὸν Ἀθανάσιο, νὰ εἶναι πάλιν, ὢ τοῦ θαύματος, ὅλα γεμάτα μὲ τὴ Χάρη τοῦ Κυρίου!

Ὁ ὅσιος, «τελειωθεὶς ἐν ὀλίγῳ ἐπλήρωσε χρόνους μακροὺς» (Σοφ. Σολομ. 4, 13). Γιατὶ λίγο μετὰ τὰ εἴκοσί του χρόνια ὁ Χριστὸς ἔλαβε εἰρηνικὰ τὴν ὁσία ψυχή του. Δὲν παρῆλθε ὅμως πολὺς καιρὸς ἀπὸ τὴν κοίμησή του καί, γιὰ νὰ τὸν δοξάσει ὁ Κύριος καὶ στὴ γῆ, ἄρχισε νὰ ἐνεργεῖ, μὲ τὴ μεσιτεία τοῦ Ἀθανασίου, ποικίλα θαύματα. Ὡς πρῶτο θαυμαστὸ σημεῖο «ὁ ἐνδοξαζόμενος ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ» Θεὸς τέλεσε τὸ ἑξῆς:

Κάποιο πλοῖο, ποὺ ταξίδευε στὴ θάλασσα κοντὰ στὸ Πεντάσχοινο, κινδύνευε ἀπὸ τὴν ἄγρια θαλασσοταραχὴ ποὺ εἶχε ξεσπάσει, νὰ βυθισθεῖ. Ἤτανε μέρα μεσημέρι. Ἐμφανίστηκε τότε ξαφνικὰ στοὺς ναῦτες ὁ ὅσιος, τριγυρίζοντας μέσα στὸ πλοῖο καὶ κυβερνώντας το, καὶ τὸ διέσωσε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ὁδηγώντας το μὲ ἀσφάλεια στὸ λιμάνι τοῦ χωριοῦ του. Τὸν ἐρώτησαν τότε οἱ ναῦτες ποιός ἦταν, καὶ τοὺς ἀποκρίθηκε πὼς ἦταν ὁ «Ἀθανάσιος ὁ τοῦ Πεντασχοινίου» καὶ ἀμέσως ἔγινε ἀφανής!

ΤΑΦΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΠΕΝΤΑΣΧΙΝΙΤΟΥ

Οἱ ναῦτες συγκινημένοι κατέβηκαν κατόπιν στὸ χωριό, ἔχοντας μαζί τους ἕνα ἀσκὸ μὲ λάδι, γιὰ νὰ τὸ προσφέρουν μὲ εὐγνωμοσύνη στὸν ναὸ τοῦ ἁγίου, ποὺ τοὺς εἶχε σώσει. Τότε, κατὰ θεία Πρόνοια, βρῆκαν στὸν δρόμο τὸν πατέρα τοῦ ὁσίου, στὸν ὁποῖο διηγήθηκαν τὴ θαυμαστὴ διάσωσή τους, καὶ τὸν ρώτησαν ποῦ βρισκόταν ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ποὺ τοὺς εἶχε σώσει. Ὁ θεοφιλὴς ἐκεῖνος γέροντας τοὺς διαβεβαίωσε πὼς τέτοιος ναὸς δὲν ὑπῆρχε στὴν περιοχή τους. Ἀπὸ τὴν περιγραφὴ ὅμως τῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ νεαροῦ ἁγίου, ποὺ τοὺς διέσωσε, κατάλαβε πὼς ἐπρόκειτο γιὰ τὸν γυιό του. Πορεύθηκαν τότε μαζὶ στὸν τάφο του, κι ἐκεῖ ὁ ἅγιος πατέρας του τὸν ρώτησε: «Παιδί μου, Ἀθανάσιε, σὺ ἐμφανίστηκες στὸ πλοῖο τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καὶ τοὺς ἔσωσες;» Καὶ ὁ πάντοτε ὑπάκουος Ἀθανάσιος ταπεινὰ ἀποκρίθηκε, ὢ τοῦ θαύματος, σὰν νὰ ἦταν ζωντανός: «Ναί, πατέρα μου. Ὁ Κύριος μὲ ἀπέστειλε, γιὰ νὰ μὴν πάθουνε τίποτα κακὸ στὸν τόπο μας.» Τότε ὁ ἐνάρετος πατέρας τοῦ λέγει: «Κοιμήσου πάλιν, παιδί μου, μέχρι νὰ σὲ ἀναστήση ὁ Χριστός». Ὅπως καὶ ἔγινε8!

Αὐτὰ λοιπὸν εἶναι τὰ ὅσα μᾶς διασώζει ὁ ὅσιος Ἀναστάσιος γιὰ τὸν ἅγιο Ἀθανάσιο καί, ὡς ἐπιπρόσθετο μάρτυρα τῶν γραφομένων του γι᾿ αὐτόν, φέρει τὸν τότε Μητροπολίτη τῆς Δαμασκοῦ (δὲν ἀναφέρει δυστυχῶς τὸ ὄνομά του), ὁ ὁποῖος ἐπίσης προσκύνησε τὸν τάφο τοῦ Ἀθανασίου καὶ πληροφορήθηκε γιὰ τὴ θαυμαστὴ βιοτή του ἀπὸ τοὺς γεροντότερους κατοίκους τοῦ Πεντασχοίνου9. Τόσο μάλιστα εἶχε ἐντυπωσιασθεῖ ἀπ᾿ ὅσα ἄκουσε, ὥστε σὲ πολλοὺς πολλὲς φορὲς τὰ διηγήθηκε.

Ἀργότερα, πάνω στὸν τάφο τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου ἀνηγέρθη μεγαλοπρεπὴς ναὸς πρὸς τιμή του, ὁ ὁποῖος καὶ κατέστη πανορθόδοξο προσκύνημα γιὰ τὰ συνεχιζόμενα ἀνὰ τοὺς αἰῶνες θαύματά του.

ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟ ΤΑΦΙΚΟ ΥΠΟΓΕΙΟ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΠΕΝΤΑΣΧΟΙΝΙΤΟΥ

Πρόσφατα, ἡ ἀρχαιολογικὴ σκαπάνη ἦλθε νὰ ρίξει φῶς στὸ βαθὺ πέπλο, ποὺ σκέπαζε τὸ πρόσωπο καὶ τὸν βίο τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου, καθὼς καὶ τὴν πρώιμη ἀπόδοση τιμῆς σ᾿ αὐτὸν ἀπὸ τὸ ὀρθόδοξο χριστιανικὸ πλήρωμα τῆς νήσου μας. Χάριτι Θεοῦ, κατὰ τὰ ἔτη 2004-2005 διενεργήθηκε μιὰ πρώτη ἀνασκαφή, συντήρηση καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν ἀποκατάσταση τοῦ γιὰ αἰῶνες ἐρειπωμένου πιὸ πάνω ναοῦ τοῦ Ὁσίου. Ἐνδιαφέροντα σχετικὰ εὑρήματα εἶναι τὸ ἱερὸ σύνθρονο, ποὺ διασώθηκε στὴν κόγχη τοῦ Βήματος, κάποια παλαιοχριστιανικὰ ἀρχιτεκτονικὰ μέλη στὴν τοιχοποιία, σπαράγματα τοιχογραφιῶν σὲ διάφορα σημεῖα τοῦ ναοῦ, καθὼς καὶ μεσαιωνικὲς ταφὲς καὶ σύγχρονά τους ἀγγεῖα. Ἀναμφίβολα ὅμως, τὸ σπουδαιότερο εὕρημα ἀποτελεῖ ὁ ὑπόσκαφος (ὑπόγειος) ταφικὸς θάλαμος, στὸ μέσον περίπου τοῦ ναοῦ, ὅπου ὁδηγεῖ κλίμακα μὲ πέτρινα σκαλοπάτια. Ἐκεῖ ἀκριβῶς, στὰ ἀριστερά μας, ὅπως εἰσερχόμαστε (δηλ. στὸ βόρειο μέρος), βρέθηκε ὁ τάφος τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου μέσα σὲ ἀρκοσόλιο10, ἀλλὰ δυστυχῶς συλημένος. Ἀπέναντί του (στὰ δεξιά μας, δηλ. στὸ νότιο μέρος), ὑπάρχει ὁ τάφος κάποιου ἄλλου ἁγίου προσώπου (πιθανῶς τοῦ πατέρα τοῦ ὁσίου), καὶ πάλιν μέσα σὲ ἀρκοσόλιο, ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ αὐτὸς συλημένος. Τὸ ὅλο ταφικὸ αὐτὸ σύμπλεγμα καλυπτόταν ἀπὸ τοιχογραφίες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες σώθηκαν μόνο λίγα σπαράγματα. Ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρουσες θὰ ἦταν ἀσφαλῶς αὐτές, γύρω ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ ὁσίου. Ἀρχαιολογικὰ ἐκεῖ τεκμήρια (ἐρυθροὶ παλαιοχριστιανικοῦ τύπου σταυροὶ στὴν ὀροφὴ ἐπάνω ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ Ὁσίου, καθὼς καὶ τὸ κάτω τμῆμα ἐνεπίγραφης ἐπιτύμβιας γύψινης πλάκας) ἀνάγουν σαφῶς τὴν ἀρχικὴ φάση τοῦ ταφικοῦ αὐτοῦ θαλάμου στοὺς 7ο/8ο αἰῶνες, καὶ φαίνεται νὰ ἐπιβεβαιώνουν τὰ χρονολογικὰ γιὰ τὸν ὅσιο Ἀθανάσιο δεδομένα ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀναστάσιο Σιναΐτη, ὅπως ἤδη πιὸ πάνω τὰ ἀναφέρουμε11.

Στὴ θαυματουργικὴ χάρη τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου ἀναφέρεται καὶ ὁ Λεόντιος Μαχαιρᾶς, ὅταν περὶ τὸ 1458 μ.Χ. ἔγραφε: «Καὶ ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Μαχαιρωμένος εἰς τὸν Ἀχλίοντα τοπικὸς θαυματουργός. Ὁμοίως (δηλ. τοπικὸς ἅγιος θαυματουργὸς) ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πεντασκοινίτης, ἀπὲ τὸ Πεντάσκοινον, καὶ βρύει ἰάματα (=ἐνεργεῖ πολλὲς θεραπεῖες)»12. Ἀπὸ τὴνμαρτυρία αὐτὴ τεκμαίρεται ἔμμεσα ὅτι μέχρι καὶ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μαχαιρᾶ τὸ λείψανο τοῦ ὁσίου πρέπει νὰ βρισκόταν στὸν ναό του. Ἀργότερα λοιπὸν (ἐπὶ ἐνετοκρατίας ἢ καὶ τουρκοκρατίας) εἶναι ποὺ συλήθηκε ὁ τάφος τοῦ Ὁσίου καὶ ἐκλάπη τὸ λείψανό του. Στὴν Κύπρο πάντως πουθενὰ δὲν μαρτυρεῖται ὕπαρξη τεμαχίου λειψάνου του. Ἴσως νὰ βρίσκεται ἄφθαρτο (ἢ καὶ ὁλόκληρο) σὲ κάποιο ναὸ τῆς Δύσεως13. Περαιτέρω, σύμφωνα μὲ ἐπικυρωμένη πληροφορία14, κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 1950 δύο ἀρχαιοκάπηλοι ἀφαίρεσαν ἀπὸ τὸν ὑπόγειο ταφικὸ θάλαμο παλαιὰ εἰκόνα τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου, τὴν ὁποία φυγάδευσαν καὶ πώλησαν στὴν Ἀγγλία.

Ὁ περίφημος προσκυνηματκὸς ναὸς τοῦ Ὁσίου, ποὺ ἤδη πιὸ πάνω ἀναφέραμε πὼς κτίσθηκε ἐπάνω ἀπὸ τὸν ταφικό του ὑπόγειο θάλαμο, καὶ ποὺ ἦταν, ὅπως συμπεραίνεται, μία τρίκλιτη βασιλική, κατέπεσε ἀπὸ σειρὰ σεισμικῶν δονήσεων, ποὺ ἔπληξαν τὸ νησί μας κατὰ τὸ 149115. Ἡ τοπικὴ ὅμως παράδοση (τῆς περιοχῆς), λόγῳ ἀγνοίας τῆς μαρτυρουμένης ἀπὸ τὶς πηγὲς κατάρρευσης ἀπὸ σεισμό, συσχέτισε τὴν καταστροφὴ αὐτὴ μὲ τὴν εἰσβολὴ στὴν Κύπρο τοῦ Ριχάρδου Λεοντόκαρδου πρὸς ἐκδίκηση τοῦ τυράννου τοῦ νησιοῦ Ἰσαακίου Κομνηνοῦ (χωρὶς βέβαια νὰ ἀναφέρονται τὰ ὀνόματα αὐτὰ στὴ διήγηση)! Τὴν παράδοση αὐτὴ στήριζαν στὴν ὕπαρξη μέχρι πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια στὰ ἐρείπια τοῦ ναοῦ μεγάλης σιδερένιας σφαίρας κανονιοῦ. Εἶναι πιθανὸν νὰ κτυπήθηκε ὁ οἰκισμὸς σὲ κάποια μάχη, ἴσως κατὰ τὴν εἰσβολὴ τῶν Τούρκων τὸ 1570.

Περαιτέρω, ἐνδιαφέρουσα τυγχάνει καὶ κάποια ἄλλη παράδοση, ποὺ διασώθηκε ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ στὴ μνήμη τῶν κατοίκων τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου σχετικὰ μὲ τὴν πανήγυρη τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου. Σύμφωνα μ᾿ αὐτή, σὲ παλαιότερους χρόνους, κατὰ τὴ Δευτέρα τοῦ Πάσχα, ὁπόταν οἱ κάτοικοι τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου λειτουργοῦσαν στὸν ναὸ τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου, ἐρχόταν τὸ πρωὶ μιὰ αἶγα, φέρνοντας μαζί της ἕνα κατσικάκι, ὡς προσφορὰ στὸν ἅγιο, τὸ ὁποῖο ἔσφαζαν οἱ χωριανοὶ καὶ ἔτρωγαν στὴν χαρὰ τῆς πανήγυρης. Ἔδειχναν μάλιστα κοντὰ στὸν ναὸ καὶ τὴν πέτρα, στὴν ὁποία ἐρχόταν ἡ αἶγα μὲ τὸ κατσικάκι της. Μιὰ χρονιὰ ὅμως, πάνω στὴ μέθη τους, οἱ πανηγυριστὲς ἔσφαξαν καὶ τὴν αἶγα, καὶ ἀπὸ τότε σταμάτησε νὰ συμβαίνη τὸ θαυμαστὸ τοῦτο γεγονός16.

Ἡ τιμὴ τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου εἶχε μεγάλη διάδοση καθόλη τὴ φιλάγιο Κύπρο, καθὼς τὸ μαρτυρεῖ καὶ ἡ ἁγιογράφησή του σὲ ὅλους σχεδὸν τοὺς ναοὺς τοῦ νησιοῦ, ἀπὸ τὸν 12ο αἰώνα τοὐλάχιστον καὶ ἑξῆς17. Στὶς ἐν λόγῳ τοιχογραφίες ὁ ὅσιος ἀπεικονίζεται ὡς διάκονος, πρᾶγμα ὅμως τὸ ὁποῖο δὲν μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸν ὅσιο Ἀναστάσιο στὰ ὅσα μᾶς ἀναφέρει γι᾿ αὐτόν, ὅπως ἤδη πιὸ πάνω τὰ ἐκθέσαμε. Ταπεινὰ φρονοῦμε πὼς ὁ ὅσιος ἦταν ἴσως ἀναγνώστης ἢ εἶχε κάποια ὑπηρεσία στὸν ναό. Εἶναι ἐπίσης ἐξίσου πιθανὸν ἡ τέτοια παράστασή του νὰ συμβολίζη τὴν ἀφιέρωσή του στὸν Θεὸ καὶ τὴν διακονία του στὸν πλησίον18. Ἂς μὴ ξεχνοῦμε ἐξάλλου καὶ τὴ μικρὴ ἡλικία, κατὰ τὴν ὁποία ἐκοιμήθη ὁ ἅγιος (λίγο μετὰ τὰ εἴκοσί του χρόνια), ποὺ δὲν ἐπέτρεπε, σύμφωνα μὲ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες, νὰ ἦταν διάκονος19.

Ἡ καθαυτὸ ἀρχικὴ ἡμέρα μνήμης τοῦ ὁσίου δὲν μᾶς εἶναι σήμερα γνωστή, ἀλλὰ πρόσφατα, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ τότε ἐγχωρίου Ἐπισκόπου20 Κιτίου κ.κ. Χρυστοστόμου, καὶ κατόπιν σχετικῆς εἰσηγήσεώς του στὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου, καθιερώθηκε ὡς ἡμέρα ἑορτασμοῦ του ἡ 10η Ἰουλίου.

Νὰ λοιπόν, ἀκόμη ἕνα πρότυπο ζωῆς, ἕνας λαμπρὸς ὁδοδείκτης πρὸς τὸν οὐρανό, καὶ μάλιστα γιὰ τὴ φιλόχριστη νεολαία μας21. Ἕνα ὑπόδειγμα ταπείνωσης, ἀγάπης, ἀθόρυβης ἐν Χριστῷ προσφορᾶς πρὸς τὸν ποικιλότροπα δοκιμαζόμενο πλησίον μας! Ἕνα παράδειγμα σεβασμοῦ, τιμῆς καὶ ἀγάπης πρὸς τοὺς γονεῖς! Καί, τέλος, ἕνας ἀκόμη θερμὸς πρέσβυς πρὸς τὸν Κύριο, πρὸς τὸν ὁποῖο πλουτεῖ πολλὴ παρρησία καὶ οἰκείωση! Ἂς ἐπικαλούμεθα καὶ ἐμεῖς τὴν ἱερή του μεσιτεία στὶς πολυώδυνες τοῦ βίου περιστάσεις, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε, μαζί του, νὰ ὑμνοῦμε Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, τὴ μία Τρισυπόστατη Θεότητα, στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν!

ΕΠΙΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Τὸ ὑλικὸ τοῦ παρόντος ἄρθρου βασίζεται σὲ ἀνάλογο κείμενό μας, ποὺ περιλήφθηκε, ὡς παράρτημα, στὴν ᾀσματικὴ Ἀκολουθία τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Πεντασχοινίτου, ποίημα τοῦ Ὑμνογράφου Χαραλάμπους Μπούσια καὶ ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κιτίου (Λάρνακα, 2001) μὲ γενικὴ ἐπιμέλεια τῆς Μονῆς Σταυροβουνίου. Τὸ ἐδῶ κείμενο διαφοροποιήθηκε βασικὰ στὴν ἑνότητα, ποὺ ἀναφέρεται στὸν προσκυνηματικὸ ναὸ τοῦ Ὁσίου, καὶ διαμορφώθηκε σύμφωνα μὲ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀρχαιολογκῆς ἀνασκαφῆς ποὺ διενεργήθηκε ἐκεῖ ἀπὸ τὸ Τμῆμα Ἀρχαιοτήτων κατὰ τὰ ἔτη 2004-2005. Ἐκφράζω καὶ ἐντεῦθεν τὶς θερμές μου εὐχαριστίες πρὸς τὴν κ. Θάλεια Περατίτου γιὰ τὴν ἐπιμελὴ πληκτρολόγηση τοῦ παρόντος κειμένου.

1. Βλ. Menelaos N. Christodoulou and Konstantinos Konstantinides, A Complete Gazetteer of Cyprus, τόμ. I, Λευκωσία 1987, σσ. 973 καὶ 1326.

2. Βλ. σχετικὰ Ν. Γ. Κυριαζῆς, Τὰ χωριὰ τῆς Κύπρου, Λάρνακα, 1952, σσ. 148-149· Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία, τόμ. 1, σ. 577· Μεγάλη Κυπριακὴ Ἐγκυκλοπαίδεια, τόμ. 1, σ. 220 καί, G. Griveaud, Villages désertés à Chypre, (ἐκδ.) Ἵδρυμα Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ [Μελέται καὶ Ὑπομνήματα, ΙΙΙ], Λευκωσία 1998, σσ. 222 καὶ 453. Αὐτόθι (σ. 478) τὸ Πεντάσχοινο παρουσιάζεται νὰ λειτουργεῖ ὡς τσιφλίκι μὲ 11 ἐργάτες κατοίκους, σύμφωνα μὲ μία καταγραφὴ τῶν τσιφλικιῶν τῆς Κύπρου τοῦ ἔτους 1881.

3. Σχετικὴ γιὰ τὸν ὅσιο Ἀναστάσιο βιβλιογραφία βλ. στό: Κύπρια Μηναῖα, (ἐκδ.) Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Κύπρου, τόμ. Ϛ΄ (Μάρτιος – Ἀπρίλιος), Λευκωσία 1999, σσ. 148-149.

4. Τὴν καταγωγή του μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος ὁ ὅσιος Ἀναστάσιος στὸ ἔργο του Ψυχωφελῆ καὶ στηρικτικὰ διηγήματα, ἡ συνολικὴ κριτικὴ ἔκδοση τοῦ ὁποίου ἀναμένεται στὸ ἐγγὺς μέλλον. Στὸν κώδ. Vatic. Gr. 2592, ποὺ βρίσκεται στὴ Βιβλιοθήκη τοῦ Βατικανοῦ καὶ πού, μεταξὺ ἄλλων, περιλαμβάνει καὶ ἔργα τοῦ ὁσίου Ἀναστασίου, στὸ φ. 135ν, ἀναφγράφει ὁ ὅσιος Ἀναστάσιος: «ἐν τῇ ἐμῇ πατρίδι Ἀμαθοῦντι». Σημειώνουμε ἐδῶ πώς, ὅπως ὁ ἴδιος ἀναφέρει σὲ συνάρτηση μὲ τὸν ὅσιο Ἀθανάσιο, τὸ Πεντάσχοινο, κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τοὐλάχιστον (7ος-8ος αἰ.), ὑπαγόταν στὴ διοικητικὴ περιφέρεια τῆς Ἀμαθοῦντος.

5. Γιὰ τὴν προσωπικότητα καὶ τὸ ἔργο τοῦ ὁσίου Ἀναστασίου κλασικὴ παραμένει ἡ μελέτη τοῦ Γάλλου καθηγητῆ στὴ Σορβώννη Bernard Flusin, «Démonset Sarasins», Travauxet Mémoirs, 11 (1991), σσ. 381-409, ὅπου, μεταξὺ ἄλλων, τεκμηριώνεται ἡ πατρότητα τῶν ἐν λόγῳ ἔργων, καθὼς καὶ ἡ κυπριακὴ καταγωγὴ τοῦ ὁσίου Ἀναστασίου. Ἡ ὡς ἄνω (βλ. προηγ. σημ.) ἀναμενομένη κριτικὴ ἔκδοση τοῦ ἔργου του «Ψυχωφελῆ καὶ στηρικτικὰ διηγήματα» ἑτοιμάστηκε ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὴν ἐποπτεία τοῦ κ. Flusin, ἀπὸ τὸν André Binggeli.

6. Πλήρης ᾀσματικὴ Ἀκολουθία του, ποίημα τοῦ Ὑμνογράφου ἀρχιμανδρίτου Ἀθανασίου Σιμωνοπετρίτου, δημοσιεύθηκε στὰ Κύπρια Μηναῖα, ὅπ. ἀν. (ἐπισημ. 3), σσ. 139-147.

7. Στὸ πρωτότυπο ἀρχαῖο σχετικὸ κείμενο, ποὺ γιὰ πρώτη φορὰ δημοσιεύσαμε στὴν πιὸ πάνω Ἀκολουθία τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου, σ. 65, ὁ πατέρας του χαρακτηρίζεται ὡς «πρεσβύτερος», ἀλλ᾿ ἡ ἱερατική του ἰδιότητα ἐδῶ ἀποκλείεται, ἕνεκα τῆς δευτερογαμίας του, ἡ ὁποία ἀνέκαθεν ἀπαγορευόταν αὐστηρὰ ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες γιὰ τοὺς κληρικούς. Τὸν ὅρο ἐδῶ πρέπει νὰ ἑρμηνεύσουμε ὡς ἡλικιωμένος, σεβάσμιος γέροντας. 

8. Ἀπὸ τὴ θαυμαστὴ αὐτὴ συνομιλία τοῦ κεκοιμημένου ἤδη ὁσίου Ἀθανασίου μὲ τὸν πατέρα του, διαφαίνεται μὲ ἐνάργεια ἡ βαθιὰ πίστη καὶ ἁγία βιοτὴ τοῦ δευτέρου, γιὰ νὰ ἐπαληθεύσει καὶ ἐδῶ τὸ εὐαγγελικὸ λόγιο «ἐκ γὰρ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται» (Ματθ. 12, 33). Μόνο ἄνθρωπος μὲ μεγάλη πίστη καὶ παρρησία στὸν Θεό, θὰ ἀποτολμοῦσε τέτοια πράξη! Ὁμοιότατο γεγονὸς συναντοῦμε καὶ στὸν βίο τοῦ μεγάλου Πατρὸς καὶ θαυματουργοῦ Σπυρίδωνος. Ἐνῶ δηλ. ὁ ἅγιος παρευρισκόταν στὴν πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας (325 μ.Χ.), ἐκοιμήθη ἡ ἁγία θυγατέρα του Εἰρήνη, ποὺ εἶχε διέλθει τὸν βίο της μὲ παρθενία καὶ ὁσιότητα. Ὅταν λοιπὸν ἐπέστρεψε στὴν Τριμιθοῦντα ὁ ἅγιος, ἐπειδὴ κάποια γυναίκα στὸ μεταξὺ εἶχε δώσει στὴν Εἰρήνη πολύτιμο χρυσὸ κόσμημα γιὰ νὰ τὸ φυλάξει καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ ἀνεύρει μετὰ τὴν κοίμησή της, ὁ Μέγας Σπυρίδων ἀνέστησε θαυματουργικὰ τὴ θυγατέρα του καὶ τὴ ρώτησε ποῦ εἶχε τοποθετήσει τὴν παρακαταθήκη. Ἀφοῦ αὐτὴ τοῦ ἀπάντησε σχετικά, τὴν πρόσταξε ὁ ἅγιος νὰ κοιμηθεῖ (ἀποθάνει) καὶ πάλιν μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ὅπως καὶ ἔγινε! (Τὸ σχετικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν Βίο τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ποὺ συνέταξε ὁ ἐπίσκοπος Πάφου Θεόδωρος [7ος αἰ.] βλ. στὴν κριτικὴ ἔκδοση τοῦ Paul Vanden Ven, La Légendede S. Spyridon, évêquede Trimithonte, Louvain 1953, §7, σσ. 34-36).

9. Ὅπως σημειώνει ὁ ὅσιος Ἀναστάσιος στὴ διήγηση γιὰ τὸν ἅγιο Ἀθανάσιο (βλ. Ἀκολουθία, σ. 67), ὁ ἐν λόγῳ Μητροπολίτης Δαμασκοῦ εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὸ Πεντάσχοινο καὶ προσκύνησε τὸν τάφο τοῦ ὁσίου ὀκτὼ χρόνια προηγουμένως, ἀπὸ τότε δηλ. ποὺ ἔγραφε ὁ ὅσιος Ἀναστάσιος. Σύμφωνα μὲ διάφορα ἐσωτερικὰ ἱστορικὰ τεκμήρια, τὸ ἔργο τοῦτο τῶν «Ψυχωφελῶν καὶ στηρικτικῶν διηγημάτων» ὁ Ἀναστάσιος ἔγραψε περὶ τὰ ἔτη 690-700 μ.Χ. Ἄρα περὶ τὰ 680-690 εἶναι ποὺ ὁ Μητροπολίτης αὐτὸς ἐπισκέφθηκε τὸ Πεντάσχοινο. Ἀφοῦ λοιπόν, ὅπως ἀναφέρει στὴν ἴδια συνάφεια ὁ ἅγιος Ἀναστάσιος, πληροφορήθηκε τὰ σχετικὰ πρὸς τὸν ὅσιο Ἀθανάσιο ἀπὸ τοὺς γέροντες τοῦ χωριοῦ, πού, ὅπως φαίνεται ὑπῆρξαν αὐτόπτες μάρτυρες τῆς ζωῆς καὶ τῶν θαυμάτων τοῦ ὁσίου στὴν παιδικὴ ἢ νεανική τους ἡλικία, ἑπομένως ἡ ἐποχὴ ἀκμῆς τοῦ Ἀθανασίου πρέπει νὰ τοποθετηθῆ στὶς ἀρχὲς τοῦ 7ου αἰώνα, καὶ ὁπωσδήποτε πρὸ τῆς πρώτης ἀραβικῆς κατὰ τῆς Κύπρου ἐπιδρομῆς (649 μ.Χ.), ὅπως σημειώνει σχετικὰ ὁ ὅσιος Ἀναστάσιος (δηλ. στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 7ου αἰ.).

10. Ἡ λέξη ἀρκοσόλιον (ἀπὸ τὸ λατινικὸ arcosolium, προερχόμενο ἀπὸ τὶς λ. arcus= τόξο καὶ solium= σορός, θήκη, τάφος) δηλώνει τοὺς τοξωτοὺς τάφους, ποὺ κατασκευάζονταν κατὰ τὴν παλαιοχριστιανικὴ-πρωτοβυζαντινὴ περίοδο. Σ᾿ αὐτοὺς ὁ τάφος, ποὺ προεξεῖχε λίγο ἀπὸ τὸ δάπεδο, ἐπιστεγαζόταν ἀπὸ τοξωτὴ ὀροφή, δίνοντας ἔτσι ἕνα πλαστικὸ βάθος στὴν κατασκευή. Συχνὰ τὰ ἀρκοσόλια, μάλιστα αὐτὰ τῶν ἁγίων, διακοσμοῦνταν ἀπὸ ποικίλες παραστάσεις.

11. Ἀναμένεται εἰσέτι ἡ ἐπίσημη ἔκδοση τῶν πορισμάτων τῶν ἐν λόγῳ ἀνασκαφικῶν ἐργασιῶν ἀπὸ τὸ Τμῆμα Ἀρχαιοτήτων Κύπρου.

12. Λεόντιος Μαχαιρᾶς, Χρονικὸν (ἔκδ. R. M. Dawkins, Oxford1932), τόμ. Ι, §36, σσ. 34-36. Ἀνάλογες ἀναφορὲς γίνονται καὶ ἀπὸ τοὺς λατίνους Κυπρίους χρονογράφους τοῦ 16ου αἰ. Φλώριο Βουστρώνιο (Fl. Bustron, Historia…, ἀνατ. Θεόδ. Παπαδοπούλλου, Κυπριολογικὴ Βιβλιοθήκη, 8, Λ/σία, 1998, σ. 34) καὶ Διομήδη Στραμβάλδη (Diomede Strambaldi, Ciprioto, Chronicha…, (ἔκδ.) René  De Mas Latrie, Paris1893, σ. 15), οἱ ὁποῖοι, ἐν προκειμένῳ ἀντιγράφουν τὸν Μαχαιρᾶ.

13. Εἶναι γνωστὴ ἡ κατὰ τὸν Μεσαίωνα τακτικὴ τῶν Φράγκων-Ἐνετῶν κλπ. ἐπωνύμων παπικῶν τῆς σύλησης, διαρπαγῆς καὶ διακίνησης ἁγίων λειψάνων, καὶ πολλῶν μάλιστα ἀφθάρτων, τὰ ὁποῖα οἰκειοποιήθηκαν, μεταφέροντάς τα στὶς χῶρες τους (Ἰταλία, Γαλλία κ.ἀ.). Δὲν ἀποκλείεται στοὺς δίσεκτους ἐκείνους γιὰ τὴ μεγαλόνησό μας χρόνους νὰ εἶχε τὴν ἴδια τύχη καὶ τὸ λείψανο τοῦ Πεντασχοινίτου ὅσίου (καθὼς καὶ αὐτό, ποὺ ἀπέκειτο πλησίον του, στὸ ἄλλο ἀρκοσόλιο).

14. Εὐχαριστοῦμε θερμὰ τὸν καταγόμενο ἀπὸ τὸν Ἅγιο Θεόδωρο Λάρνακας, κ. Γρηγόριο Σταύρου, τόσο γι᾿ αὐτή, ὅσο καὶ γιὰ ἄλλες πληροφορίες σχετικὰ μὲ τὸν ναὸ τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου. Σημειώνουμε ἐδῶ ἀκόμη πώς, τόσο γιὰ τὸ ὑπόγειο ταφικὸ σύμπλεγμα, ὅσο καὶ γιὰ τὶς σωζόμενες παραδόσεις σχετικὰ μὲ τὸν ἅγιο καὶ τὸν ναό του, μᾶς διηγήθηκε ἐπίσης (κατὰ τὸ 2000) ὁ (τότε ὀγδοντάχρονος) κ. Καλοζώης ἀπὸ τὸν Ἅγιο Θεόδωρο. Σύμφωνα μὲ τὸν τελευταῖο, ποὺ πρόφθασε σὲ καλὴ κατάσταση τὸν ταφικὸ θάλαμο καὶ πρὶν καταρρεύσει, πάνω ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ ὁσίου ὑπῆρχε ἐνεπίγραφη ἐπιτύμβια πλάκα μὲ ἑλληνικὴ ἐπιγραφή, ποὺ σωζόταν τότε ὁλόκληρη, καὶ ἡ ὁποία ἀναμφίβολα ταυτίζεται μὲ αὐτή, τῆς ὁποίας ἀνευρέθη κατὰ τὶς πρόσφατες ἀνασκαφὲς τὸ κάτω τμῆμα, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε. Ἡ ἐπιτύμβια αὐτὴ πλάκα ἔσπασε, σύμφωνα μὲ τὸν κ. Καλοζώη, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ὡς ἄνω κλοπῆς τῆς εἰκόνας τοῦ ὁσίου, καθὼς αὐτὴ βρισκόταν κρυμμένη πίσω ἀπὸ τὴν πλάκα. Στὴ συνέχεια φαίνεται ὅτι κάποιος ἀφαίρεσε καὶ τὸ ἐλλεῖπον σήμερα ἄνω τμῆμα τῆς ἐν λόγῳ ἐπιτύμβιας πλάκας, ἡ ὁποία, κατὰ τὸν κ. Καλοζώη πάντοτε, εἶχε συνολικὸ ὕψος περίπου δύο μέτρα (τὸ τεμάχιο ποὺ βρέθηκε εἶναι ἀρκετὰ μικρότερο, ὕψους περίπου μισοῦ μέτρου).

15. Τὴν καταστροφικὴ ἐπίδραση τῆς σειρᾶς τῶν σεισμικῶν αὐτῶν δονήσεων, ποὺ ἔγιναν στὶς 24/25 Ἀπριλίου καὶ τὴν 1η Μαΐου τοῦ 1491, περιγράφουν ἀρκετοὶ περιηγητὲς τῆς ἐποχῆς, καθὼς καὶ κυπριακὰ χρονογραφικὰ σημειώματα (σχετικὲς ἀναφορὲς βλ. στό: Eugen Oberhummer, Der Bergdes Heiligen Kreuzes,  Ausland 1892, σ. 407 καί, πιὸ πρόσφατα, Θεοχάρης Σταυρίδης, «Ὁ σεισμὸς τοῦ 1491 στὴν Κύπρο», Ἐπετηρίδα τοῦ Κέντρου Ἐπιστημονικῶν Ἐρευνῶν Κύπρου, XXIV, Λευκωσία, 1998, σσ. 125-144). Εἰδικώτερα γιὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ ναοῦ τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου στὸ Πεντάσχοινο ἔχουμε ἀναφορὰ σὲ σύγχρονο παρασελίδιο χειρόγραφο σημείωμα τοῦ παπᾶ Ἀθανασίου Φάρη ἀπὸ τὴν (πλησιόχωρη στὸ Πεντάσχοινο) Κοφίνου στὸν κώδικα Parisinus Graecus 624, φ. 2v: «Τὴν ἐχρονίαν αυϞα΄ (=1491) ἐγίνετον σεισμὸς μέγας εἰς τι (= τὴν) (ἡ) μέρα ἀπριλλίου κδ΄, ἡμέρα Κυριακή, εἱπία (= ἡ ὁποία) κυριακὴ εἶτον (= ἦταν) τοῦ παραλύτου καὶ ἐχάλασεν ἡ Ἁγία Σοφία καὶ πολλὲς ἐκκλησίες εἰς τὶ (= τὴν) χώρα·… ἐχάλασε καὶ ἡ ἐκκλησία τοῦ Πεντήσχην τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἀθανασίου τοῦ Πεντησχηνίτου ἐκ βάθρου. Διὰ ἀθίμησιν (=ἐνθύμησιν) ἔγραψα ἀπριλίου κδ΄ ἐχρονίας ἄνοθεν παπᾶς Ἀθανάσιος Φάρης ἀπὸ χωρίου Κοφίν(ου)» (JeanDarrouzès, «Notespourservirà l᾿histoiredeChypre», Κυπριακαὶ Σπουδαί, ΚΒ΄ [1958], σ. 245). Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ἀναφέρεται ἐδῶ ἡ σχεδὸν ὁλοσχερὴς καταστροφὴ τοῦ ναοῦ («ἐκ βάθρου»), ποὺ θὰ ἄφησε τὸν ναὸ στὴν κατάσταση, ποὺ βρισκόταν πρὶν τὸ 1974, ἡ ὁποία, ὅπως πληροφορηθήκαμε, ἦταν καλύτερη ἀπὸ τὴν κατάστασή του πρὶν τὸ 2004 (ὁπότε ἔγινε ἡ ἀνασκαφὴ καὶ ἀποκατάστασή του).

16. Ἀντίστοιχη παράδοση συναντοῦμε καὶ σὲ ὁρισμένα ἄλλα χωριά, γιὰ ἄλλους ἁγίους τῆς Κύπρου. Ἀνάλογο γεγονὸς (καὶ ἴσως τὸ ἁγιολογκὸ πρότυπο) συναντοῦμε στὸν Βίο τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Ἀθηνογένους, ἐπισκόπου Πηδαχθόης (BHG197-197e), ποὺ ἑορτάζει στὶς 16 Ἰουλίου, καὶ μαρτύρησε ἐπὶ Διοκλητιανοῦ. Ἐνῶ δηλαδὴ ὁδηγοῦσαν τὸν ἅγιο στὴν καταδίκη, εὐλόγησε ἕνα ἐλάφι, ποὺ εἶχε ἀναθρέψει στὴ Μονή του, νὰ μὴν ἀγρευθεῖ ποτὲ ἀπὸ κυνηγό, οὔτε τὸ ἴδιο, οὔτε οἱ ἀπόγονοί του, ἀλλὰ νὰ ἔρχεται κάθε χρόνο στὴ μνήμη του καὶ νὰ φέρνει ἕνα ἐλαφάκι γιὰ τοὺς πανηγυριστές, πρᾶγμα ποὺ γινόταν χάριν τοῦ ἁγίου πρὸς δόξαν Θεοῦ.

17. Βλ. σχετικά, A. and J. Stylianou The painted Churches of Cyprus, Nicosia, 21997 (revised edition), σσ. 88, 147, 239, 254, 273, 405. Ἄλλη τοιχογραφία του (τοῦ 13ου αἰ.) στὸν ναὸ Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος τοῦ χωριοῦ Σωτήρας Ἀμμοχώστου, ποὺ δημοσιεύθηκε στὴν Ὀρθόδοξη Μαρτυρία, 71 [Φθινόπωρο 2003], εἰκόνα ἐμπροσθοφύλλου. Περαιτέρω, ἡμικατεστραμμένη τοιχογραφία του βρίσκεται στὴ βόρεια ἡμικυκλικὴ ἁψῖδα τοῦ ἱεροῦ βήματος τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Ἑλλήνων τῆς ἐντὸς τῶν τοιχῶν παλαιᾶς Ἀμμοχώστου, χρονολογουμένη στὸν 15ο αἰ., μὲ ἐπιγραφὴ «ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΠΕΝΤΑΣΧΟΙΝΙΟΤΗΣ ΚΗΠΡΟΥ», ἀπὸ ὅσο διακρίνεται.

18. Εἶναι ἀξιοσημείωτο πὼς μία φορητὴ εἰκόνα τοῦ ὁσίου (ἡ μόνη ἴσως σήμερα γνωστὴ παλαιὰ φορητή), τῶν μέσων τοῦ 19ου αἰώνα, ποὺ φυλάσσεται στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ ὁμωνύμου χωριοῦ τῆς Λάρνακας (βλ. Ἀκολουθία τοῦ ὁσίου, ὅπ. ἀν., σ. 7), τὸν ἀπεικονίζει ὡς λαϊκό, μὲ σταυρὸ στὸ δεξὶ χέρι καὶ ποιμενικὴ ράβδο στὸ ἀριστερό. Κρίνοντας δὲ ἀπὸ τὴν ἐγγύτητα τοῦ χωριοῦ στὸ Πεντάσχοινο, καθὼς καὶ τὴν ὀνομαστικὴ τῆς ἐν λόγῳ εἰκόνας ἐπιγραφὴ («Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΠΕΝΤΑΣΚΗΝΗΤΙΣ»), εὔλογα μποροῦμε νὰ εἰκάσουμε πὼς αὐτὴ ἀντιγράφει πιθανώτατα παλαιὸ πρότυπο, προερχόμενο κατευθείαν ἀπὸ τὸν προσκυνηματικὸ τοῦ Ὁσίου ναό, καὶ ἴσως παραπέμπει στὴν πραγματικὴ ἀρχικὴ ἀπεικόνισή του.

19. Σύμφωνα μὲ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες τῶν τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων (Νεοκαισαρείας ια΄, Καρθαγένης κα΄, ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς ιδ΄), ὁ χειροτονούμενος διάκονος πρέπει νὰ εἶναι τοὐλάχιστον 25 ἐτῶν, ὁ δὲ πρεσβύτερος 30 ἐτῶν. Κάτι ἀνάλογο παρατηρεῖται καὶ στὴν περίπτωση τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Λαμπαδιστοῦ. Παρόλο ποὺ στὸν βίο του δὲν ἀναφέρεται ὅτι ἦταν κληρικός, ἀπὸ τὸν 13ο αἰ. κ.ἑ. εἰκονογραφεῖται ὡς διάκονος, ἂν καὶ ἐκοιμήθη ἐπίσης σὲ ἀρκετὰ νεανικὴ ἡλικία, καὶ μάλιστα τυφλός! Στὴν περίπτωση τούτη τὸ γεγονὸς ἐξηγεῖται, εἴτε διότι ὡς υἱὸς ἱερέως εἶχε κάποια διακονία στὸν ναό, προτοῦ τυφλωθεῖ, εἴτε ἀπὸ τὴ θαυμαστὴ ἐμφάνισή του, μετὰ θάνατον, στὸν ἁγιογράφο, ποὺ ἀποροῦσε πῶς νὰ τὸν ἀπεικονίσει, μὲ τὸ σχῆμα νοταρίου (γραμματέως). Ἐξάλλου, δὲν ἀποκλείεται καὶ ἐδῶ ἡ τέτοια ἀπεικόνισή του νὰ εἶναι συμβολικὴ τῆς πρὸς τὸν Θεὸν μεσιτευτικῆς ἱκεσίας του ὑπὲρ τῶν πιστῶν.

20. Κατὰ τὸ ἔτος 2007, μὲ τὴν ἀνασύσταση τῆς Μητροπόλεως Τριμιθοῦντος, τὸ χωριὸ Ἅγιος Θεόδωρος καὶ τὸ ὑποκείμενο σ᾿ αὐτὸ προσκύνημα τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου παραχωρήθηκε ἐκκλησιαστικὰ σ᾿ αὐτὴν ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Κιτίου κ.κ. Χρυσόστομο, κατόπιν καὶ τῆς σχετικῆς ἐγκρίσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

21. Τὸ χαρακτηριστικὸ τοῦτο τοῦ ὁσίου ὡς προτύπου καὶ προστάτου τῆς χριστιανικῆς νεολαίας, τονίζεται καὶ στὴν ὡραία Ἀκολουθία τοῦ ὁσίου (βλ. ἀνωτ.), ποὺ μὲ περισσὴ εὐλάβεια καὶ ἀγάπη συνέθεσε ὁ ἐνάρετος χαρισματοῦχος Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας, κὺρ Χαραλάμπης Μπούσιας. Ἡ Ἀκολουθία αὐτή, ἐκτὸς τῆς αὐτοτελοῦς ἐκδόσεώς της ἀπὸ τὴ Μητρόπολη Κιτίου, περιλήφθηκε, μὲ εὐλογία τοῦ Μητροπολίτου Κιτίου κ.κ. Χρυστοστόμου καὶ τῆς ἱερᾶς Μονῆς Σταυροβουνίου, καὶ στὰ Κύπρια Μηναῖα τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, τόμ. Θ΄ (Ἰούλιος), σσ. 49-59 (στὶς σσ. 60-61 οἱ σχετικὲς Πηγὲς καὶ ἡ Βιβλιογραφία).

Όσιοι Παρθένιος και Ευμένιος οι εν Γορτύνη της Νήσου Κρήτης (10 Ιουλίου)

Οι Όσιοι Παρθένιος και Ευμένιος κατάγονταν από τα Πιτσίδια Πυργιωτίσσης και ήταν τέκνα της ευλογημένης συζυγίας του Χαρίτωνος και της Μαρίας Χαριτάκη. Από τη μικρή τους ηλικία αποκαλύφθηκε η μοναχική τους κλίση με διάφορα θαυμαστά γεγονότα που βίωσαν.

Ο Παρθένιος γεννήθηκε το 1829 μ.Χ. και έλαβε το κοσμικό όνομα Νικόλαος, ενώ μερικά χρόνια αργότερα, το 1846 μ.Χ. γεννήθηκε και ο Ευμένιος, κατά κόσμον Εμμανουήλ. Ο Νικόλαος αγαπούσε την ησυχία από μικρός και αποστρεφόταν τα παιχνίδια, ενώ τηρούσε όλες τις καθορισμένες από την Εκκλησία, ημέρες νηστείας. Δεν εντρύφησε στα γράμματα σε αντίθεση με τον μικρό αδελφό του, ο οποίος διδάχθηκε από κάποιον δάσκαλο του χωριού του.

Το 1856 μ.Χ. έφυγε από τη ζωή ο πατέρας τους και τότε άρχιζαν να ετοιμάζονται για να αναχωρήσουν και εκείνοι να ακολουθήσουν το μοναχικό βίο. Μέχρι την αναχώρησή τους μεσολάβησαν αρκετά θαύματα• άλλωστε από τη μικρή του ηλικία ο μικρός Νικόλαος, είχε γευθεί την παρουσία και τη χάρη του Κυρίου πολύ έντονα στη ζωή του. Το πρώτο θαύμα συνέβη όταν μικρό παιδί, έπεσε σε ένα βαθύ πηγάδι. Έτρεξαν τότε οι κάτοικοι να τον βγάλουν από εκεί πιστεύοντας ότι θα βγάλουν το παιδί νεκρό. Ο Νικόλας όμως δεν είχε πάθει απολύτως τίποτα και όλοι θαύμασαν το γεγονός.

Το δεύτερο θαύμα ήταν η πληροφορία που έλαβε από το Θεό ότι το καράβι που επρόκειτο να ταξιδέψει θα βυθιζόταν. Ο ανάδοχός του ήθελε να πάρει μαζί τον Νικόλαο για να τον κάνει ναυτικό. Ο Νικόλας όμως επιθυμούσε τον μονήρη βίο και γι’ αυτό βρήκε μία δικαιολογία για να μην ταξιδέψει και εξαφανίστηκε. Το τρίτο και καθοριστικό θαύμα που ώθησε την μητέρα τους να δώσει την ευχή της για να ακολουθήσουν το μοναχικό βίο ήταν το εξής: Η μητέρα έδωσε εντολή να ανάψουν το φούρνο για να ψήσει τα ψωμιά. Ο Νικόλαος δεν τον άναψε και στο παράπονο της μητέρας του απάντησε: « Για να δεις μάνα πως εμάς τα δυό παιδιά σου ο Θεός θέλει να γίνουμε μοναχοί, να βάλεις τα ψωμιά στο φούρνο χωρίς να τον ανάψουμε, χωρίς φωτιά». Πραγματικά έτσι έγινε και Ώ! του θαύματος τα ψωμιά ψήθηκαν, η μητέρα θαύμασε Δόξασε το Θεό που κατέστησε τα δυό τέκνα της σκεύος εκλογής της χάριτος του Αγίου Πνεύματος.

Ξεκινούν λοιπόν το 1858 μ.Χ. για την Οδηγήτρια, όπου μετά από τέσσερα χρόνια δοκιμασίας ο Νικόλαος κείρεται μοναχός και λαμβάνει το όνομα Νέστωρ, στις 27 Αυγούστου 1862 μ.Χ. Έπειτα από 7 χρόνια δοκιμασίας, το 1865 μ.Χ. γίνεται μοναχός και ο Εμμανουήλ, λαμβάνοντας το όνομα Μεθόδιος.

Ο Νέστωρ ασκούσε τελεία υπακοή μέσα στο μοναστήρι, λειτουργώντας ως παράδειγμα για τον μικρό αδελφό του Μεθόδιο. Εστάλη αργότερα από τον ηγούμενο της μονής, στον σπηλαιώδη Ναό του Μαρτσάλου. Εκεί ασχολήθηκε με τον Ναό και έχτισε κελιά αλλά και μία δεξαμενή για τη συλλογή νερού. Ο Νέστωρ χρειαζόταν βοήθεια, γι’ αυτό ζήτησε από τον ηγούμενο να δώσει ευλογία να μεταβεί και ο αδελφός του κοντά του.

Τα δυό αδέλφια στο Μάρτσαλο εφάρμοζαν αυστηρό πρόγραμμα ασκήσεως αλλά για λίγο καιρό έζησαν μέσα στην ησυχία, διότι σύντομα μαθεύτηκε η αρετή τους και τα πλήθη συνέρρεαν για να πάρουν την ευχή τους. Λίγο αργότερα κηρύχθηκε η επανάσταση του 1866 μ.Χ. και οι Τούρκοι προέβησαν σε λεηλασίες, φτάνοντας μέχρι και το Μάρτσαλο, όπου κατέστρεψαν ακόμη και τις εικόνες της εκκλησίας. Μετά την καταστροφή, τα δυό αδέλφια αποκατέστησαν τις ζημιές και ζήτησαν από τον ηγούμενο Γεράσιμο να τους κείρει Μεγαλόσχημους μοναχούς. Ο ηγούμενος πήγε στο Μάρτσαλο και τους έκειρε Μεγαλόσχημους. Τότε ο Νέστωρ ονομάστηκε Παρθένιος και ο Μεθόδιος Ευμένιος. Οι δυό αδελφοί αύξησαν τους ασκητικούς αγώνες τους, ευαρεστώντας τον Κύριο. Ο Όσιος Παρθένιος φορούσε αλυσίδες κατάσαρκα και τρίχινο ράσο ακόμη και τους θερινούς μήνες. Το 1868 μ.Χ. ο Επίσκοπος Πέτρας Μελέτιος χειροτονεί σε Διάκονο τον Ευμένιο στην Ιερά Μονή Οδηγήτριας και το 1870 μ.Χ. ο Επίσκοπος Αρκαδίας τον χειροτονεί Πρεσβύτερο. Δίπλα του πάντα ο μοναχός Παρθένιος ο Αββάς του, το στήριγμα της ζωής του.

Ύστερα από λίγο διάστημα, ανέλαβε ηγούμενος της μονής ο ιερομόναχος Αγαθάγγελος, ο οποίος όμως δεν έβλεπε θετικά την προσέλευση του κόσμου στο Μάρτσαλο και άρχισε να δημιουργεί προβλήματα στα δυό αδέλφια τα οποία έπειτα από πλείστους ονειδισμούς αποχώρησαν από το μοναστήρι το 1874 μ.Χ. και βρέθηκαν έπειτα από τετραετή περιπλάνηση στα σπήλαια των Αστερουσιών στον Κουδουμά.

Στις σπηλιές των Αστερουσίων ορέων στις οποίες περιπλανήθηκαν, δέχονταν ελεημοσύνη από βοσκούς της περιοχής αλλά και από τους ψαράδες. Στην περιοχή μάλιστα του αγίου Ιωάννου βρήκαν τον γέροντα Γεράσιμο, ο οποίος ασκήτευε εκεί. Επειδή όμως από την προσέλευση των μαθητών του Γερασίμου, δεν υπήρχε ησυχία, γι’ αυτό το λόγο αποχώρησαν και από εκεί. Βρέθηκαν στο μεγάλο σπήλαιο του Αγίου Αντωνίου, όπου υπήρχε πόσιμο νερό σε στέρνες φτιαγμένες από παλαιότερους αναχωρητές. Η παραμονή τους ήταν μικρή εκεί λόγω της μεγάλης υγρασίας του σπηλαίου. Κατόπιν προχώρησαν ανατολικά στην περιοχή του Κουδουμά Εκεί σε απόκρημνο σπήλαιο μακριά από τα βλέμματα των ανθρώπων με μεγαλύτερο ζήλο ζητούσαν το έλεος του Θεού. Σε μικρή απόσταση από εκεί η Παναγία μας τους επιφύλασσε μία μεγάλη ευλογία.

Στον τόπο του Κουδουμά υπήρχε από αιώνες το εγκαταλειμμένο Μοναστήρι της. Ασκητές και ερημίτες των πρώτων χριστιανικών χρόνων όπως ο Άγιος Κοσμάς ο Ερημίτης είχαν εκεί προσφέρει τη ζωή τους ως θυμίαμα ευπρόσδεκτον στην αγάπη του Θεού.

Η επιθυμία των δυό αδελφών ήταν μεγάλη, να γίνει το παλιό ερημικό μοναστήρι, μία νέα παλαίστρα πνευματικών αγώνων.

Ο τόπος ήταν άγριος, ακατοίκητος και το κτίσιμο ενός μοναστηριού φάνταζε αδύνατο, μέσα όμως στα χαλάσματα του ερημωμένου Ναού ο Όσιος Παρθένιος ως άλλος Μωυσής είδε και συνομίλησε με την Υπεραγία Θεοτόκο η οποία τον πρόσταξε λέγοντας: «..μεῖνε ἐδῶ νὰ ἱδρύσεις Μονύδριον νὰ ἐκτελεῖτε τὰ τῆς μοναδικῆς πολιτείας καθήκοντα καὶ τὴν τάξιν τῆς ἀκολουθίας σώαν καὶ μὴ φοβοῦ διότι Ἐγὼ θὰ εἶμαι οἰκονόμος». Έτσι με την προτροπή της Παναγίας εισέρχονται εις ένα μεγάλο αγώνα για την ίδρυση της Μονής Κουδουμά.
Άρχισαν να κτίζουν το Μοναστήρι στο οποίο δεν υπήρχε παρά λίγο παλαιό τείχος στην Εκκλησία όπως ο Όσιος Ευμένιος αναφέρει στον Επίσκοπο Αρκαδίας Βασίλειο στις 08/10/1915 μ.Χ. λέγοντας «…ἱδρύσαμε ἐκ βάθρων τὴν Μονὴν, μὴ ἔχων τότε εἰμὴ ὀλίγον τεῖχος παλαιὸν ἐν τὴ ἐκκλησία…». Έτσι έφτιαξαν ένα μικρό τμήμα του σημερινού Ναού της Παναγίας εξυπηρετούμενοι σ’ αυτόν στις Ακολουθίες και στις καθημερινές θείες Λειτουργίες τους και διαμένοντες οι ίδιοι εις ένα σπήλαιο παραπλεύρως του Ναού. Τα δυό αδέρφια δεν είχαν καθόλου χρήματα, αλλά τελικά ο κόσμος στην περιοχή υποστήριξε με κάθε τρόπο τους μοναχούς, που είχαν γίνει γνωστοί για την αγιότητά τους και τα θαύματα που πραγματοποιούσαν. Κατά θαυμαστό τρόπο βρήκαν νερό και άνοιξαν πηγάδι για να εξυπηρετούνται οι Πατέρες και οι εργάτες της Μονής.

Όσιοι Ευμένιος (αριστερά) και Παρθένιος (δεξιά)

Αργότερα με την προσέλευση μοναχών μεγάλωσαν το Ναό της Παναγίας ο οποίος χτίστηκε με θαυμαστό τρόπο. Το κτίσιμο Ναού στον έρημο τόπο του Κουδουμά ήταν πολύ δύσκολο εγχείρημα, γιατί τα πετρώματα ήταν ακατάλληλα αλλά και η επεξεργασία τους, το πελέκημά τους από τους μάστορες, με τα εργαλεία της εποχής, καταστούσαν ακόμη πιο αδύνατη την υλοποίηση του ευλογημένου έργου τους. Για το λόγο αυτό οι κτίστες αποφάσισαν να αποχωρήσουν από τη μονή χωρίς να τελειώσουν το έργο. Οι Όσιοι Πατέρες όμως τους παρακάλεσαν να μείνουν για μία νύχτα ακόμη. Εκείνη τη νύχτα οι Πατέρες αφιερώθηκαν με θερμή προσευχή στην Παναγία και Εκείνη με τις Πρεσβείες της στον Κύριο έκανε το θαύμα! Το πρωί είχαν βγει από τη θάλασσα λαξευμένες πέτρες, έτοιμες για το κτίσιμο του ναού, ο οποίος ολοκληρώθηκε το 1895 μ.Χ. Ο Ναός λέγεται και Θεόκτιστος εξ αιτίας αυτού του θαύματος. Οι Όσιοι Πατέρες επιδοθήκαν σε μεγάλα ασκητικά παλαίσματα• δυό μόνο ώρες κοιμόντουσαν και αυτές πάνω σε ένα χορταρένιο ψαθί και σε ένα πέτρινο προσκέφαλο, τα σώματά τους ήταν σκελετωμένα από την νηστεία, την αγρυπνία την άσκηση και την πολύμοχθη εργασία για την κατασκευή της Μονής. Δεν έτρωγαν ποτέ κρέας και είχαν μόνο ένα τρίχινο ράσο, το οποίο έπλεναν μια φορά το χρόνο στην θάλασσα και μόνο οι ίδιοι.

Ο Όσιος Παρθένιος ήταν πολύ αυστηρός με τον κανονισμό της μοναχικής ζωής και γι’ αυτό έκανε άβατο το μοναστήρι του. Ακόμη και οι δόκιμοι έμεναν εκτός μονής και μάλιστα στα γύρω σπήλαια. Ο όσιος παιδαγωγούσε πολύ αυστηρά αλλά πάντα με γνώμονα την αγάπη και την πνευματική τελείωση των ανθρώπων που του εμπιστεύτηκε ο Θεός. Το χάρισμα και οι διδαχές του οσίου Παρθενίου ασκούσαν μεγάλη πνευματική επιρροή και σύντομα ο Κουδουμάς ανεδείχθη σε μεγάλο πνευματικό κέντρο.

Ιερά Μονή Κουδουμά

Ο Πνευματικός της Μονής ήταν ο Ευμένιος που χειροθετήθηκε από τον Μητροπολίτη Κρήτης Μελέτιο. Ο Όσιος έχοντας πλήρη συναίσθηση της πνευματικής πατρότητας και τηρώντας τους ιερούς κανόνες ανέπαυσε χιλιάδες ψυχές με τις σοφές και πλήρεις Αγίου Πνεύματος συμβουλές του, οδηγώντας ταις στη σωτηρία και την λύτρωση που μας χάρισε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Ο όσιος Ευμένιος, ως καλός παιδαγωγός των ψυχών, προετοίμαζε και πολλούς νέους που κατέφευγαν κάτω από τις πνευματικές του συμβουλές για το μέγα Λειτούργημα της Ιερωσύνης γι’ αυτό και απαιτούσε από τους κληρικούς του δυο προϋποθέσεις: να έχουν φόβο Θεού και καθαρότητα. Όταν επρόκειτο μάλιστα να δώσει συμμαρτυρία για κάποιον, πρώτα νήστευε, αγρυπνούσε και προσευχόταν για τρία μερόνυχτα. Έπειτα έβαζε τον μέλλοντα κληρικό μπροστά από την εικόνα του Χριστού και τον καλούσε να εξομολογηθεί τα αμαρτήματά του για να εισέλθει καθαρός στην Ιερωσύνη.

Οι Όσιοι τόσο χαριτώθηκαν από το Θεό που τα πάντα γύρω τους διαλαλούσαν την αγιότητά τους, άλλωστε δεν ήταν λίγες οι φορές που οι μοναχοί και οι δόκιμοί τους είχαν δει να λάμπουν από φως, να μην περπατούν στη γη, να περιβάλλονται από ένα φωτοστέφανο που φώτιζε όλη την πλαγιά των γύρω σπηλαίων της Μονής. Ήταν πράγματι εκείνοι οι πνευματέμορφοι άνθρωποι που και μόνο η θέα τους, αρκούσε για να μιλήσει και να πλημυρίσει χαρά και αγαλλίαση την καρδία κάθε προσκυνητή. Όταν όμως μία ζωή είναι δοσμένη στο Θεό απόλυτα τότε και το τέλος της είναι θαυμαστό και οσιακό. Το έτος 1905 μ.Χ. ο μοναχός Παρθένιος ασθένησε βαριά• ο οργανισμός του ήταν ήδη βεβαρυμμένος από την αυστηρή άσκηση. Αρκετά χρόνια είχε ήδη ταλαιπωρηθεί από προβλήματα του στομάχου. Οι Πατέρες της Μονής ειδοποίησαν τον ιατρό Αλέξανδρο Παπαχατζάκη, ο οποίος του έδωσε φαρμακευτική αγωγή αλλά του συνέστησε να λάβει δυναμωτικές τροφές και κυρίως κρέας. Εκείνος αρνήθηκε και δεν δέχθηκε ούτε να μεταφερθεί σε κανονικό κρεβάτι αλλά προτίμησε να κοιμάται σε ψάθα, όπως όλα τα χρόνια.

Φωτογραφία από τα σπήλαια της ιεράς μονής Κουδουμά

Κάλεσε όλους τους μοναχούς και ασκητές καθώς και τους δόκιμους και τους νουθέτησε μετά δακρύων. Τους είπε να μείνουν πιστοί στην Παράδοση, στο παράδειγμα που τους έδωσε και όρισε ως διάδοχό του τον αδελφό του Ευμένιο. Σε εκείνον έδωσε μάλιστα και το σακουλάκι με το φυλαχτό του. Έλαβε τη Θεία Κοινωνία, ως εφόδιο ζωής αιωνίου και τότε το πρόσωπό του έλαμψε, ακούστηκαν ουράνιες μελωδίες και μία ευωδία απλώθηκε σε όλη την πλαγιά και του ενεμφανίσθη η ίδια η Υπεραγία Θεοτόκος η οποία ήρθε να παραλάβει την αγιασμένη ψυχή του πιστού και αφοσιωμένο τέκνου της. Ο Όσιος της παρέδωσε την μακαρία του ψυχή ψελλίζοντας τα χείλι του τα τελευταία λόγια: «Καλῶς ὅρισες, Παναγία μου». Ο Όσιος αναχώρησε για την αιώνιο ζωή, προς αιώνια συνάντηση του Κυρίου μας και της Υπεραγίας Θεοτόκου, τους οποίους υπηρέτησε πίστα σε όλη την πορεία της ζωής του. Μετά από δυο χρόνια η Εκκλησία έλαβε πληροφορία για την αγιότητά του και το έτος 1907 μ.Χ., μετά από αγρυπνία και παρουσίᾳ του Επισκόπου Αρκαδίας Βασιλείου έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του τα οποία τοποθετήθηκαν στον Ναό της Παναγίας.

Φωτογραφία από τα σπήλαια της ιεράς μονής Κουδουμά

Ο όσιος Ευμένιος όλα τα χρόνια της ζωής του ήταν ο απόλυτα υπάκουος, ο υποτακτικός εκείνος που παραμέρισε ακόμα και το γεγονός της συγγενείας με τον αδελφό του όσιο Παρθένιο, ήταν ο άνθρωπος της νοεράς προσευχής, αυτός που με την ευπρέπεια της Ιερωσύνης του ιερούργησε την ακοίμητη Ευχαριστία της Εκκλησίας εν πομπή, μετ’ αγγέλων και αρχαγγέλων που τον συνόδευαν στο υπερουράνιο Θυσιαστήριο.

Φωτογραφία από τα σπήλαια της ιεράς μονής Κουδουμά

Πολεμήθηκε και ταλαιπωρήθηκε πολύ, μετά την οσιακή κοίμηση του γέροντος Παρθενίου, από αδελφούς της μονής και όχι μόνο. Είναι πολύ σπουδαία η προσφορά του, όχι μόνο με τη στάση του μέσα στο μοναστήρι αλλά και με τον κανονισμό που θέλησε να θεσπίσει. Μέχρι τότε η μονή δεν είχε κανονισμό• πορευόταν με όσα είχε θεσπίσει ο όσιος Παρθένιος. Ο κανονισμός αφορούσε την διοίκηση της Μονής, τη σχέση των αδελφών μεταξύ τους αλλά και θέματα της καθημερινής διαβίωσης στη Μονή. Ο Όσιος Ευμένιος είναι εκείνος που με την συχνή επικοινωνία μέσω αλληλογραφίας με το πνευματικό τεκνό του Επίσκοπο Αρκαδίας Βασίλειό μας διασώζει όλη την πορεία της ιδρύσεως και λειτουργιάς της Ι. Μονής Κουδουμά και την έντονη και θαυμαστή παρουσία του Θεού και της Παναγίας στην πορεία τους αυτή. Κουρασμένος από την πολύ άσκηση, την εξομολόγηση και την διοίκηση της Μονής και μέσα στην αγαπημένη του υπακοή και ταπείνωση εκοιμήθη στις 12 Σεπτεμβρίου του 1920 μ.Χ.. Πήγε προς συνάντηση του αδελφού και γέροντά του, Όσιο Παρθένιο, στον ουρανό και εκεί «εὗρε μισθὸ τῶν καμάτων του» από το Χριστό αλλά και την Παναγία την οποία πιστά την υπηρέτησε και δόξασε. Οι δύο γέροντες επεβλήθησαν στη συνείδηση των πιστών ως άγιοι της Εκκλησίας μας. Τα εγκαίνια του πρώτου Ναού προς τιμήν των αγίων έγιναν στην Ιερά Μονή Κουδουμά από τον Μητροπολίτη Γορτύνης και Αρκαδίας κυρό Κύριλλο στις 10 Ιουλίου 1983 μ.Χ., οπότε και καθιερώθηκε ως ημέρα της μνήμης τους.

Πηγή: https://saint.gr/54/saint.aspx

Μνήμη των Aγίων τεσσαράκοντα πέντε Mαρτύρων, των εν Nικοπόλει της Aρμενίας μαρτυρησάντων (10 Ιουλίου)

Μνήμη των Aγίων τεσσαράκοντα πέντε Mαρτύρων, των εν Nικοπόλει της Aρμενίας μαρτυρησάντων

Παρεμβολή τις ευρέθη Θεώ νέα,
Tόλμη παρεμβάλλουσα και πυρός μέσον.
Kτείνεν ερισθενέας δεκάτη πυρ Nικοπολίτας.

Μαρτύριο των Aγίων τεσσαράκοντα πέντε Mαρτύρων, των εν Nικοπόλει της Aρμενίας μαρτυρησάντων

Oύτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Λικινίου και Λυσίου ηγεμόνος, εν έτει τιε΄ [315]. Πρώτοι δε από αυτούς ήσαν Λεόντιος, Mαυρίκιος, Δανιήλ, και Aντώνιος. Oύτοι λοιπόν παρρησία ομολογήσαντες τον Xριστόν, πρώτον μεν ετιμωρήθησαν με διάφορα βάσανα, ύστερον δε, εβάλθησαν εις αναμμένον καμίνι, και έτζι έλαβον οι αοίδιμοι τους στεφάνους του μαρτυρίου. Tελείται δε η αυτών Σύναξις και εορτή εις την Aγίαν Aκυλίναν, κοντά εις τον Φόρον1.

Σημείωση

1. Tο ελληνικόν τούτων Mαρτύριον σώζεται εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Λικινίου τα της Pωμαίων βασιλείας». Eν δε τη Mεγίστη Λαύρα σώζεται και άλλο τούτων Mαρτύριον, ου η αρχή· «Λικίνιος ο βασιλεύς απέστειλε».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)