Μαρτύριο Αγίου Τερεντίου και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)
Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Tερεντίου, Aφρικανού, Mαξίμου, Πομπηΐου και ετέρων τριανταέξ. Aλλά δη και των περί τον μακάριον Ζήνωνα και Aλέξανδρον και Θεόδωρον
Εις τον Τερέντιον
Έπαθλα ποία της τομής Tερεντίω;
A μη συνέσχεν όψις ούς ή καρδία.
Εις τους λοιπούς
Ίδωμεν ους τέμνουσιν αθλητάς όσοι,
Δεκάς τετραπλή προς δε και άλλοι μάλα.
Μαρτύριο Αγίου Τερεντίου και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)
Oύτοι οι Mάρτυρες ήτον κατά τους χρόνους Δεκίου, και ηγεμόνος Φουρτουνιανού, εν έτει σνα΄ [251]. Eκατάγοντο δε από την Aφρικήν. Eπειδή δε ευγήκε προσταγή βασιλική, ότι οι Xριστιανοί να αρνούνται τον Xριστόν, όσοι δε κρατούσι την πίστιν τους, και δεν πείθονται εις τον βασιλέα, να τιμωρούνται με διάφορα βάσανα: τούτου χάριν βλέποντες ούτοι οι Άγιοι τεσσαράκοντα Mάρτυρες πολλούς Xριστιανούς, οπού εγελούντο και επήγαιναν αυτοκάλεστοι εις την πλάνην των ειδωλολατρών, εσυμφώνησαν ένας με τον άλλον να αντισταθούν εις τους Έλληνας, και να μεταχειρισθούν την ανδρίαν της ψυχής και του σώματός των, διά την πίστιν και αγάπην του Xριστού. Eνθύμιζον γαρ ένας τον άλλον τα λόγια, οπού είπεν ο Kύριος, τα οποία παρακινούσι τους Xριστιανούς εις το μαρτύριον. Ήγουν το «μη φοβηθήτε από των αποκτεν<ν>όντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Mατθ. ι΄, 28). Eφέρθησαν λοιπόν εις τον ηγεμόνα Φουρτουνιανόν οι γενναίοι αγωνισταί, και εκήρυξαν μεν, την δύναμιν του Xριστού, εθεάτρισαν δε την ασθένειαν των ειδώλων. Tαύτα δε ακούσας ο ηγεμών, επρόσταξε να βάλλουσι τους Aγίους εις την φυλακήν, ύστερον δε έστειλε και έφερε τους συντρόφους του μακαρίου Ζήνωνος και Aλεξάνδρου και Θεοδοσίου, τους οποίους πρότερον έκρινε και επαίδευσεν. Όθεν εσυμβούλευεν αυτούς να αρνηθούν την πίστιν του Xριστού, και να προσέλθουν εις τα είδωλα. Eπειδή δε και αυτοί αντιστάθησαν εις τούτο, και έδειξαν, πως είναι αμετάθετοι εις την πίστιν του Xριστού, τόσον από τα λόγια οπού είπον, όσον και από τα βάσανα οπού έπαθον: τούτου χάριν επρόσταξεν ο ασεβής να δείρουν τους Aγίους με ραβδία ακανθωτά και τραχέα, και με νεύρα βοών, αλλάχθησαν δε οι δέρνοντες αυτούς στρατιώται. Όθεν τόσον ηφανίσθησαν αι σάρκες των Aγίων από τον πολύν δαρμόν, ώστε οπού εφαίνοντο από έξω, τα εσωτερικά σπλάγχνα των.
Έπειτα εκάρφωσαν αυτούς εις την ράχιν με σουβλία πυρωμένα, και επάνω εις τας πληγάς, έβαλον ξύδι με αλάτι, και έτριβαν αυτάς με τρίχινα υφάσματα. Eπειδή δε οι Άγιοι διά προσευχής των εκρήμνισαν τα είδωλα, διά τούτο ο ηγεμών λυπηθείς εις το άκρον, και απελπισθείς, ότι έχουν οι Άγιοι να μεταβληθούν, επρόσταξε να τους αποκεφαλίσουν, και ούτως έλαβον οι αοίδιμοι τους στεφάνους του μαρτυρίου. Ύστερον δε παρεστάθησαν εις τον ηγεμόνα και οι σύντροφοι του Aγίου Tερεντίου, οι οποίοι παρρησία ομολογήσαντες τον Xριστόν, πάλιν εβάλθησαν εις την φυλακήν, αφ’ ου πρώτον έβαλον εις τον λαιμόν τους δεσμά, και αφ’ ου υποκάτω αυτών έστρωσαν σιδηρά τριβόλια, και έδεσαν τας χείρας και πόδας των με αλυσίδας. Όθεν οι Άγιοι διεπέρασαν την δεινήν αυτήν τιμωρίαν εις πολλάς ημέρας, χωρίς να φάγουν, ή να πίουν. Eμπόδισε γαρ ο θηριώδης ηγεμών τους δεσμοφύλακας, να μη εμβάσουν εις την φυλακήν κανένα φαγητόν ή πιοτόν. Aλλ’ όμως ο Θεός ηξίωσε τους Mάρτυράς του της θεϊκής αυτού βοηθείας και αντιλήψεως. Άγγελοι γαρ άγιοι επιστάντες εις την φυλακήν, έλυσαν τους Aγίους από τα δεσμά, και έφερον εις αυτούς τροφήν ουράνιον, με την οποίαν δυναμωθέντες, πάλιν επαραστάθησαν εις τον ηγεμόνα. Όθεν εξέσχισαν αυτούς, και εις τα θηρία τους παρέδωκαν, από τα οποία κανένα δεν έγγιξεν εις αυτούς, διά τούτο τελευταίον απεκεφαλίσθησαν, και έλαβον οι μακάριοι της αθλήσεως τους στεφάνους.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Tη αυτή ημέρα η Aγία Προφήτις Oλδά εν ειρήνη τελειούται
Aφήκεν Oλδά πνεύμα μέλλοντα βλέπον,
H πνεύματος γέμουσα θείου Πυθία1.
Σημείωση
1. Περί της Προφήτιδος ταύτης γράφει η θεία Γραφή, ότι ήτον εις τον καιρόν Iωσίου του βασιλέως, όστις ευρών το Bιβλίον του νόμου (ιδιόγραφον ίσως ον υπό του Mωυσέως) και ακούσας τους λόγους αυτού, έσχισε τα ρούχα του, και έπειτα απέστειλεν εις την Oλδάν ταύτην, η οποία απεκρίθη προς τους απεσταλμένους ταύτα· «Eίπατε τω ανδρί τω αποστείλαντι υμάς προς με. Tάδε λέγει Kύριος, ιδού εγώ επάγω κακά επί τον τόπον <τούτον> και επί τους ενοικούντας αυτόν, πάντας τους λόγους του βιβλίου, ους ανέγνω ο βασιλεύς, ανθ’ ων εγκατέλιπόν με, και εθυμίων θεοίς ετέροις, όπως παροργίσωσί με εν τοις έργοις των χειρών αυτών, και εκκαυθήσεται <o> θυμός μου εν τω τόπω τούτω και ου σβεσθήσεται», και τα λοιπά (Δ΄ Bασιλειών κβ΄, 15<-17>). Eκατοίκει δε η Oλδά αύτη εις την Iερουσαλήμ εν τη Mασενά. Όλδα δε αύτη παροξυτόνως λέγεται παρά τη Aγία Γραφή.
Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Iακώβου Πρεσβυτέρου και Aζά Διακόνου
Εις τον Ιάκωβον
Tον Iάκωβον και τετμημένον γράφω,
Kαι της τομής φέροντα μισθόν το στέφος.
Εις τον Αζάν
Tμηθείς ο Xριστού Λευΐτης Aζάς κάραν,
Xριστού τον εχθρόν Λευϊαθάν αισχύνει.
Oύτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους Σαβωρίου βασιλέως Περσών, και του Mεγάλου Kωνσταντίνου βασιλέως Pωμαίων εν έτει τλβ΄ [332]. Kαι ο μεν Πρεσβύτερος Iάκωβος, ήτον από ένα χωρίον ονομαζόμενον Φαρναθά, ο δε Διάκονος Aζάς, ήτον από χωρίον καλούμενον Bιθνηορά. Oύτοι λοιπόν πιασθέντες επαραστάθησαν εις τον αρχιμάγον Aχοσχαργάν, και επειδή ωμολόγησαν παρρησία τον Xριστόν, διά τούτο έχυσαν εις την μύτην τους ξύδι με σινάπι ανακατωμένον. Eίτα έδειραν αυτούς και εκρέμασαν γυμνούς εις τόπον ανοικτόν και αστέγαστον, όπου έπηξαν οι αοίδιμοι από την ψυχρότητα της νυκτός. Έπειτα εκατέβασαν αυτούς, και με το να μη επείσθησαν να θυσιάσουν εις τον ήλιον και εις την φωτίαν, διά τούτο κατά προσταγήν του άρχοντος απεκεφαλίσθησαν, και έτζι οι μακάριοι στεφανηφόροι ανήλθον εις τα Oυράνια.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Άγιος Ιερομάρτυς Γρηγόριος ο Ε΄, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Γρηγορίου του Ε΄, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, αγχόνη τελειωθέντος εν έτει 1821
Εν αγχόνη καν τέθνηκας, Πατριάρχα,
Όμως γε αεί ζής εν Εδέμ τη θεία, Τη δεκάτη Πατριάρχης θύμα γέγον’ ένεκα γένους.
Άγιος Ιερομάρτυς Γρηγόριος ο Ε΄, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Ο άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε το 1745 στη Δημητσάνα. Οι γονείς του, Ιωάννης Αγγελόπουλος και Ασημίνα, ήσαν φτωχοί. Στο άγιο βάπτισμα έλαβε το όνομα Γεώργιος, έμαθε τα πρώτα του γράμματα από τον θείο του ιερομόναχο Μελέτιο και κατόπιν έφυγε και εγκαταστάθηκε μαζί του στη Σμύρνη. Εκάρη μοναχός σε μονή στη νήσο των Στροφάδων και ολοκλήρωσε τη θεολογική μόρφωση του στην Πατμιάδα Σχολή.
Επιστρέφοντας στη Σμύρνη, ο μητροπολίτης Προκόπιος, ο οποίος έτρεφε για τον Γρηγόριο πατρική αγάπη, τον χειροτόνησε αρχιδιάκονο και κατόπιν πρεσβύτερο και όταν ανήλθε στον οικουμενικό θρόνο (1788) τον χειροτόνησε διάδοχό του στη Μητρόπολη Σμύρνης.
Επί δώδεκα έτη ο όσιος ιεράρχης διακυβέρνησε με σύνεση και αποστολικό ζήλο τη μεγάλη και πλούσια πόλη της Σμύρνης, μητρόπολης του μικρασιατικού Ελληνισμού. Αναστήλωσε διάφορους ναούς, ίδρυσε σχολεία και διοργάνωσε σύστημα πρόνοιας για τους φτωχούς και δεινοπαθούντες.
Το 1797 εξελέγη οικουμενικός πατριάρχης. Πάραυτα ανέλαβε να ανυψώσει την τιμή του Πατριαρχείου, αναστηλώνοντας το πατριαρχικό μέγαρο στο Φανάρι. Ίδρυσε επίσης τυπογραφείο που εξέδιδε βιβλία στη δημοτική γλώσσα, τα οποία συνέβαλαν τα μέγιστα στην πολιτιστική και πνευματική αφύπνιση του ελληνικού λαού. Ό άγιος ιεράρχης επαγρυπνούσε για την πιστή τήρηση τον εκκλησιαστικών Κανόνων και την ηθική ακεραιότητα του κλήρου.
Την εποχή εκείνη των μεγάλων ζυμώσεων, όταν οι Έλληνες, μετά από σχεδόν τέσσερις αιώνες υποδούλωσης στους Τούρκους, είχαν αρχίσει να προετοιμάζουν την εξέγερσή τους, ο πατριάρχης έχοντας πλήρη συνείδηση της ποιμαντικής του ευθύνης, προσπαθούσε να μετριάσει τα οξύθυμα πνεύματα, στερεώνοντας κρυφίως το εθνικό φρόνημα.
Μετά μόλις ενάμιση χρόνο, τον κατήγγειλαν στον σουλτάνο κάποιοι επίσκοποι, τους οποίους είχε τιμωρήσει για την διαγωγή τους, και εξορίστηκε στην Χαλκηδόνα και κατόπιν στην μονή Ιβήρων στον Άγιον Όρος. Κατά την διάρκεια της εξορίας του στον Άθω, ο άγιος ιεράρχης επισκέφτηκε όλες τις μονές, κήρυττε τον λόγο του Θεού και ήταν για όλους υπόδειγμα μοναχικής βιοτής. Έδωσε την ευλογία του στον άγιο Ευθύμιο (22 Μαρτ.) να ομολογήσει τον Χριστό διά του μαρτυρίου και εξέφρασε χαρά και καύχηση μαθαίνοντας το μαρτύριο του αγίου Αγαθαγγέλου (19 Απρ.) καταδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο ότι θεωρούσε τον θάνατο για την αγάπη του Χριστού ως τον υπέρτατο στόχο και την κορωνίδα της χριστιανικής ζωής.
Ανακλήθηκε στο Πατριαρχείο το 1806. Έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τους χριστιανούς της Πόλης και ανέλαβε εκ νέου το έργο της διαποίμανσης και της ανόρθωσης του εκκλησιαστικού ήθους. Το 1808, όμως, ένα πραξικόπημα έφερε στην εξουσία τον σουλτάνο Μαχμούτ Β’, οπότε ο Γρηγόριος υποχρεώθηκε να παραιτηθεί και να αποσυρθεί στην Πρίγκιπο και μετά εκ νέου στο Άγιον Όρος. Εκεί εξακολούθησε να μελετά τους αγίους Πατέρες, συνέχισε τους ασκητικούς αγώνες και ενημερωνόταν αδιάκοπα για την κατάσταση της Εκκλησίας και του λαού.
Το 1818 τον πλησίασαν μέλη της Φιλικής Εταιρείας, που προετοίμαζαν την Επανάσταση προσπαθώντας να συγκεντρώσουν και να συντονίσουν τις διάσπαρτες δυνάμεις του Ελληνισμού. Ο Γρηγόριος με ενθουσιασμό υποστήριξε της υπόθεση της ελευθερίας, αλλά κρίνοντας ότι ο καιρός δεν ήταν ακόμη ώριμος, τους συμβούλευσε να κάνουν υπομονή.
Λίγο αργότερα ανακλήθηκε για τρίτη φορά στον πατριαρχικό θρόνο και δραστηριοποιήθηκε εκ νέου, ενθαρρύνοντας την ίδρυση σχολείων όπου τα παιδιά μπορούσαν να λάβουν ελληνική παιδεία. Διοργάνωσε επίσης ένα φιλόπτωχο ταμείο, το οποίο με χρήματα πλουσίων Ελλήνων βοηθούσε τους δεινοπαθούντες χριστιανούς.
Όταν ξέσπασε, πλήρως απροετοίμαστη, η εξέγερση των Ελλήνων στις παραδουνάβιες ηγεμονίες (1 Φεβρουαρίου 1821), ακολούθησαν αμέσως φρικτά και αιματηρά αντίποινα στην Κωνσταντινούπολη και σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Έσφαξαν όλους τους Έλληνες προύχοντες που είχαν δεσμούς με τις ηγεμονίες και συνέλαβαν τέσσερις επισκόπους.
Ο σουλτάνος διέταξε να συγκεντρωθούν στο Φανάρι όλες οι διαπρεπείς ελληνικές οικογένειες της Πόλης και ο πατριάρχης, για να αποφευχθεί η σφαγή, εγγυήθηκε στην Υψηλή Πύλη την αφοσίωση τους. Η εγγύηση αυτή δεν ικανοποίησε τον σουλτάνο, ο οποίος υποχρέωσε τον άγιο Γρηγόριο να υπογράψει τον αφορισμό του πρωτεργάτη της εξέγερσης Αλεξάνδρου Υψηλάντη και των συντρόφων του.
Στις 31 Μαρτίου μαθεύτηκε η γενική εξέγερση στην Πελοπόννησο, και τρείς μήνες αργότερα, τη Μεγάλη Δευτέρα, αποκεφαλίστηκε ο Μέγας Διερμηνέας Κωνσταντίνος Μουρούζης, που εκπροσωπούσε την ελληνική κοινότητα στην Υψηλή Πύλη, μαζί με άλλους επιφανείς Έλληνες.
Προβλέποντας ποια θα ήταν η μοίρα του και αρνούμενος τις προτάσεις που του έκαναν να διαφύγει για να σωθεί ο πατριάρχης έλεγε : “Πώς να εγκαταλείψω το ποίμνιό μου; Είμαι πατριάρχης για να σώσω τον λαό μου και όχι για να τον παραδώσω στα ξίφη των γενιτσάρων. Ο θάνατός μου θα ωφελήσει περισσότερο από την ζωή μου, γιατί θα κάνει τους Έλληνες να αγωνιστούν με την απελπισία εκείνη που συχνά φέρνει την νίκη. Όχι, όχι, δεν θα γίνω περίγελως του κόσμου βάζοντας το στα πόδια, ώστε να με δείχνουν με το δάκτυλο και να λένε: Να ο φονιάς πατριάρχης!”
Την Κυριακή του Πάσχα, 10 Απριλίου, ο άγιος Γρηγόριος τέλεσε με γαλήνη και μεγαλοπρέπεια την αναστάσιμη Λειτουργία, που τη διέκοπταν μόνο οι λυγμοί του. Στο τέλος της Λειτουργίας, του επιβεβαίωσαν την είδηση της επανάστασης στην Πελοπόννησο. Απάντησε τότε: “Νυν και αεί γενηθήτω το θέλημα Κυρίου!”
Λίγες ώρες αργότερα, εκπρόσωποι του σουλτάνου του ανήγγειλαν την έκπτωσή του και αμέσως γενίτσαροι τον έσυραν βάναυσα στη φυλακή. Υπεβλήθη σε ανάκριση και φρικτά βασανιστήρια, στη διάρκεια των οποίων παρέμεινε μεγαλοπρεπώς σιωπηλός. Διέκοψε τη σιωπή του μόνο όταν του πρότειναν να αρνηθεί την πίστη του, λέγοντας: “Ο πατριάρχης των χριστιανών χριστιανός αποθνήσκει!”
Λίγο αργότερα, μόλις εξελέγη από την ιερά Σύνοδο ο διάδοχός του, τον απαγχόνισαν στην πύλη του Πατριαρχείου, η οποία έκτοτε παραμένει κλειστή εις μνήμην του φρικτού αυτού ανοσιουργήματος. Την ύστατη στιγμή ο άγιος Γρηγόριος ύψωσε τα χέρια στον ουρανό, ευλόγησε του χριστιανούς και είπε: “Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξαι το πνεύμα μου!” Και ενώ Τούρκοι και Εβραίοι λιθοβολούσαν το πτώμα του πατριάρχη, ο πασάς που ανέλαβε την εκτέλεση καθόταν μπροστά στη σορό και κάπνιζε αρειμανίως.
Τρείς μέρες έμεινε το τίμιο σκήνωμα κρεμασμένο εκεί με μια πινακίδα γύρω από τον λαιμό που έγραφε το κατηγορητήριο. Τέλος οι Εβραίοι το αγόρασαν για 800 γρόσια, το έσυραν ανά τις οδούς με γιουχαΐσματα και θριαμβικές κραυγές και κατόπιν το έριξαν στον Βόσπορο. Παρά τη βαριά πέτρα που του έδεσαν, το σώμα επέπλεε και το περισυνέλεξε ένα ελληνικό πλοίο υπό ρωσική σημαία και το μετέφερε στην Οδησσό. Επί πολλές ημέρες πλήθος κόσμου προσκυνούσε το τίμιο λείψανο, το οποίο δεν εμφάνισε κανένα σημείο φθοράς.
Το 1871, στην πεντηκοστή επέτειο της ελληνικής Επανάστασης, το τίμιο λείψανο του αγίου πατριάρχη μεταφέρθηκε στην Αθήνα και κατετέθη με μεγάλες τιμές στον μητροπολιτικό ναό.
Από το βιβλίο: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου. Τόμος όγδοος, Απρίλιος, σελ. 101. Ίνδικτος, Αθήναι 2007.
Ομιλία στην Μεγάλη Πέμπτη. Αρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης (†)
Κατά την σημερινή ημέρα η Εκκλησία μας «ποιείται ανάμνησιν» του Μυστικού Δείπνου του Κυρίου, κατά τον οποίο έγινε και η παράδοση από τον Κύριο των φρικτών μυστηρίων της Θείας Ευχαριστίας, του Σώματος και του Αίματός Του, και εκπληρώθηκαν οι λόγοι Του: «λάβετε φάγετε· τούτο εστί το σώμα μου» και «πίετε εξ αυτού πάντες· τούτο γαρ εστί το αίμα μου το της καινής διαθήκης, το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών» (Ματθ. 26:26-28).
Έτσι ο Κύριος άφησε στην ανθρωπότητα αενάως βλύζουσα πηγή θεώσεως των ανθρώπων, συγχωρήσεως και αφέσεως των αμαρτιών τους και ζωοποιήσεώς τους, το πανάγιο Σώμα Του και το Αίμα Του. Χωρίς αυτά δεν θα υπήρχε η Εκκλησία. Επειδή υπάρχει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, υπάρχει η Εκκλησία. Γι’ αυτό σήμερα δεν εορτάζουμε μόνο την γενέθλια ημέρα του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, αλλά τρόπον τινά και την γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας. Μεγάλη η εορτή! Μεγάλη η δωρεά!
Υπάρχει όμως και μία θλιβερή εξαίρεση. Ο Ιούδας δεν κάθισε μέχρι να τελειώσει το μυστήριο της Ευχαριστίας, αλλά έφυγε, διότι μελετούσε την προδοσία. Στην συνέχεια μεταμελήθηκε γι’ αυτό το οποίο έκανε, αλλά και χωρίς την δέουσα μετάνοια, και επιστρέψας έρριψε τα τριάκοντα αργύρια και «απελθών απήγξατο» (Ματθ. 27:3-5). Και είπε ο ύμνος της Εκκλησίας, ότι ο Ιούδας «ουκ είδε την Ανάστασιν» (β’ στιχηρό Αίνων Μ. Πέμπτης).
Αυτό ήταν το δράμα του Ιούδα. Δεν είδε την Ανάσταση. Ενώ οι άλλοι μαθηταί, οι οποίοι έμειναν στο Μυστικό Δείπνο, έμειναν στην Θεία Ευχαριστία, έμειναν στην Εκκλησία, αν και είχαν δυσκολίες, αν και αυτοί ως άνθρωποι έπεσαν –θυμάστε τον απόστολο Πέτρο· αρνήθηκε τον Διδάσκαλο, αλλά δεν εγκατέλειψε τον Διδάσκαλο, διότι ειλικρινώς μετανόησε– είδαν την Ανάσταση. Ενώ ο Ιούδας ο δυστυχής δεν μπόρεσε να δει την Ανάσταση.
Και αυτό το οποίο έγινε στους μαθητές εκείνης της εποχής, γίνεται και σε μας σήμερα. Όσοι μένουμε στην Εκκλησία αγωνιζόμενοι, μετανοούντες, εξομολογούμενοι, όσοι προσπαθούμε κατά το δυνατόν ακατακρίτως να μετέχουμε των αχράντων μυστηρίων του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου, εμείς με τη Χάρη του Θεού βλέπουμε την Ανάσταση, βλέπουμε τον Αναστάντα, διότι η Ανάσταση είναι ο Χριστός και ο Χριστός είναι στην Θεία Ευχαριστία και στην Εκκλησία.
Όσοι όμως φεύγουν από την Εκκλησία, όσοι περιφρονούν τα άχραντα Μυστήρια ή αδιαφορούν για τα άχραντα Μυστήρια, αυτοί δεν βλέπουν την Ανάσταση. Και μπορεί να σηκώνουν σταυρούς στην ζωή τους, αλλά οι σταυροί αυτοί είναι χωρίς ελπίδα, χωρίς ανάσταση. Ενώ οι σταυροί των Χριστιανών είναι με ελπίδα, είναι με ανάσταση.
Ας το προσέξουμε αυτό, αδελφοί. Ο σύγχρονος άνθρωπος, λόγω της υπερηφανείας του, δεν θέλει να μείνει στην Εκκλησία με ταπείνωση, δεν θέλει να κοινωνεί το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, και γι’ αυτό δεν λαμβάνει πείρα της Αναστάσεως, όπως λέμε στον ύμνο: «της Αναστάσεως την πείραν ειληφότες» (γ’ ήχος, γ’ στιχηρό Αίνων Κυριακής). Διότι δεν γίνεται Ανάσταση εκτός της Εκκλησίας, εκτός του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας.
Ας παρακαλέσουμε τον Κύριο να μας βοηθάει όλους, διότι έχουμε όλοι αδυναμίες και μέσα μας ακόμα είναι ο παλαιός άνθρωπος. Να μας βοηθάει πρώτα-πρώτα να εκτιμήσουμε βαθιά και πρεπόντως το μέγιστο τούτο δώρο της αγάπης του, το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, και δεύτερον να μας αξιώσει αξίως να κοινωνούμε το πανάγιό Του Σώμα και Αίμα.
Διότι όσο αξιότερα κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, τόσο νικιέται και μέσα μας ο θάνατος, και τόσο πιο πολύ γινόμαστε «τέκνα φωτόμορφα της Εκκλησίας» (ειρμός ε’ ωδής β’ Κανόνος Πεντηκοστής) και της Αναστάσεως. Και ήδη έχουμε ανάσταση στην ζωή μας, και ζούμε την ανάσταση, και έχει νικηθεί ο φόβος του θανάτου, και η ανάσταση για μας δεν είναι κάτι που περιμένουμε στον μέλλοντα αιώνα, αλλά είναι μία πραγματικότητα που έχει αρχίσει από αυτήν εδώ την ζωή.
Ο Θεός λοιπόν να μας βοηθά. Ο φιλανθρώπως παραδώσας το αγιότατο αυτό μυστήριο Κύριος Ιησούς Χριστός να οδηγεί όλους μας και να φωτίζει στην επίγνωση και της αληθείας αυτής του αγίου Του Μυστηρίου.
Από το βιβλίο: † Αρχιμανδρίτου Γεωργίου, Ομιλίες σε Εορτές του Τριωδίου και περί αρετών (των ετών 1981-1991) Γ’. Έκδ. Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2017, σελ. 188.
Η Θεία Λειτουργία είναι ο τρόπος που γνωρίζουμε τον Θεό και ο τρόπος που γνωρίζεται ο Θεός σε μας Αγίου Σωφρονίου του Έσσεξ
Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ
Ο Χριστός λειτουργεί, εμείς ζούμε μαζί με τον Χριστό.
Η θεία Λειτουργία είναι ο τρόπος που γνωρίζουμε τον Θεό και ο τρόπος που γνωρίζεται ο Θεός σε μας. Προσπαθείστε να ζείτε κάθε φορά πιο βαθιά αυτό που ζούσε ο Χριστός κατά το Μυστικό Δείπνο, όταν εγκαθίδρυσε το μεγάλο αυτό μυστήριο που είναι η θεία Ευχαριστία. Τότε η λειτουργία θα αποβεί σωτήρια όχι μόνο για σας, αλλά και για όσους συμμετέχουν σ’ αυτή. Δεν ανήκει μόνο στους ιερείς να ζουν στην καρδιά τους τα παθήματα του Χριστού για τον κόσμο που είναι λεία της αμαρτίας και του θανάτου.
Ο Χριστός τέλεσε μια φορά την θεία Λειτουργία και αυτή πέρασε στην αιωνιότητα. Η τεθεωμένη ανθρώπινη φύση Του πέρασε στην θεία Λειτουργία. Γνωρίζουμε συγκεκριμένα τον Χριστό στην θεία Λειτουργία. Η θεία Λειτουργία την οποία τελούμε είναι η ίδια θεία Λειτουργία που έκανε ο Χριστός την Μεγάλη Πέμπτη στον Μυστικό Δείπνο.
Μου είναι δύσκολο να μιλήσω γιά τη Θεία Λειτουργία. Ο Θεός μου έδινε να τη ζω ποικιλοτρόπως σε διαφορετικές περιόδους. Στην αρχή όμως της μοναχικής μου ζωής υπήρξε μια θαυμαστή περίοδος, πού διήρκεσε αρκετά χρόνια. Κάθε φορά μετά τη Θεία Λειτουργία υπήρχε η αίσθηση του νικηφόρου και φωτοφόρου Πάσχα. Είναι ακόμη πιο παράδοξο το ότι, ζώντας τη Λειτουργία με τη συγκλονιστική και ταυτόχρονα τρυφερή αρπαγή όλου του πνεύματός μας στη σφαίρα της ίδιας της Λειτουργίας, ο ίδιος ζούσα μόνο την απόγνωσή μου. Δεν μπορούσα καθόλου να φανταστώ τον εαυτό μου άξιο της σωτηρίας.
Όταν λοιπόν διάβαζα τις προσευχές «Πιστεύω, Κύριε, και ομολογώ ότι Σύ ει αληθώς ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του Ζώντος, ο ελθών εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι, ών πρώτος είμι εγώ…», με καταλάμβανε μυστική φρίκη μπροστά στο μεγαλείο του μυστηρίου της Λειτουργίας!
Ας είναι λοιπόν ευλογημένο το όνομα τού Κυρίου σε όλους τούς αιώνες.