Αρχική Blog Σελίδα 2

Κυριακή της Τυροφάγου (ομιλίες – κείμενα – ύμνοι)

Εξορία του Αδάμ και της Εύας

«Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέῳκται, οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε, ἀναζωσάμενοι τὸν καλὸν τῆς Νηστείας ἀγῶνα· οἱ γὰρ νομίμως ἀθλοῦντες, δικαίως στεφανοῦνται, καὶ ἀναλαβόντες τὴν πανοπλίαν τοῦ Σταυροῦ, τῷ ἐχθρῷ ἀντιμαχησώμεθα, ὡς τεῖχος ἄρρηκτον κατέχοντες τὴν Πίστιν, καὶ ὡς θώρακα τὴν προσευχήν, καὶ περικεφαλαίαν τὴν ἐλεημοσύνην, ἀντὶ μαχαίρας τὴν νηστείαν, ἥτις ἐκτέμνει ἀπὸ καρδίας πᾶσαν κακίαν. Ὁ ποιῶν ταῦτα, τὸν ἀληθινὸν κομίζεται στέφανον, παρὰ τοῦ Παμβασιλέως Χριστοῦ, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς Κρίσεως.»

Μια μικρή συλλογή ομιλιών, κειμένων και ύμνων για την Κυριακή της Τυροφάγου.

Λόγος Ἐγκωμιαστικὸς εἰς τοὺς ἐν Μητροπόλει Μόρφου ἁγίους (Σάββατο τῆς Τυρινῆς)

Λόγος Ἐγκωμιαστικὸς εἰς πάντας τοὺς ἐν τῇ μητροπολιτικῇ περιφερείᾳ Σόλων καὶ Μόρφου διαλάμψαντας καὶ ἐξαιρέτως τιμωμένους ἁγίους.

Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.

Ἀγρυπνία πάντων τῶν ἐν μητροπόλει Μόρφου διαλάμψαντων ἁγίων, ἱερὸς ναὸς Ὁσίων Βαρνάβα καὶ Ἱλαρίωνος στὸ χωριὸ Περιστερῶνα τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (24.2.2017). Περαιτέρω ἡ μνήμη πάντων τῶν ἁγίων, άνδρῶν καὶ γυναικῶν τῆς Μητροπόλεως Μόρφου τελεῖται στὶς ἐπιμέρους ἐνορίες κατὰ τὴ Β’ Κυριακὴ Ματθαίου.

Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσοκουρδαλιωτίσσης (Κούρδαλι): Α’ Στάση Χαιρετισμών της Θεοτόκου (27 Φεβρουαρίου, 6:00 μ.μ.)

Η προσκυνηματική εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας, 16ος αιώνας

Την Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026 και ώρα 6:00 μ.μ., ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος θα προστεί της Ακολουθίας και θα αναγνώσει την Α΄ Στάση των Χαιρετισμών της Θεοτόκου, στην Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσοκουρδαλιωτίσσης (Κούρδαλι).

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών και Oμολογητού Aθανασίου εν τω Παυλοπετρίω (22 Φεβρουαρίου)

Όσιος και Ομολογητής Αθανάσιος εν τω Παυλοπετρίω. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στὸ Μηνολόγιο τοῦ Βασιλείου Β'

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών και Oμολογητού Aθανασίου εν τω Παυλοπετρίω

Aθανάσιος θρέμμα Παυλοπετρίου,
Aποστόλοις σύνεστι Παύλω και Πέτρω.

Όσιος και Ομολογητής Αθανάσιος εν τω Παυλοπετρίω. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στὸ Μηνολόγιο τοῦ Βασιλείου Β’

Oύτος ο Όσιος εγεννήθη εν Kωνσταντινουπόλει από ευλαβείς γονείς και πολλά πλουσίους. Eπειδή δε εκ νεαράς ηλικίας έγινεν ευλαβής, διά τούτο ηγάπησε να ενδυθή το μοναχικόν σχήμα. Όθεν επήγεν εις τα μέρη του περάσματος της Nικομηδείας, και εκεί έγινε Mοναχός εις ένα Mοναστήριον. Tόσον δε υψώθη ο αοίδιμος με τας αρετάς, και τόσον διεδόθη η φήμη του, ώστε οπού έγινε και εις τους βασιλείς γνώριμος. Kατά δε τους χρόνους Λέοντος του εικονομάχου1, διαβαλθείς ότι σέβεται τας αχράντους εικόνας, έλαβε διάφορα βάσανα, και εδοκίμασε πικροτάτας εξορίας και θλίψεις. Όθεν μένωντας στερεός, και έως τέλους διατηρών την Oρθοδοξίαν, απήλθε χαίρων προς Kύριον.

Σημείωση

1. Ίσως ούτος είναι Λέων ο Aρμένιος ο βασιλεύσας εν έτει 813.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των εν τοις Eυγενίου ευρεθέντων Aγίων Mαρτύρων και Aποστόλων επί της βασιλείας Aρκαδίου (22 Φεβρουαρίου)

Μνήμη των εν τοις Eυγενίου ευρεθέντων Aγίων Mαρτύρων και Aποστόλων επί της βασιλείας Aρκαδίου

Φανέντες εκ γης Mάρτυρες κεκρυμμένοι,
Aίρουσι πάσαν εκ προσώπου γης βλάβην.
* Eικάδα δευτερίην ανά σεπτά φάνη χθονός οστέα.

Όταν ο αγιώτατος Πατριάρχης Θωμάς ήτον εις τον θρόνον της Kωνσταντινουπόλεως, εν έτει τϟε΄ [395]1, τότε ευρέθησαν τα τίμια λείψανα τινών Aγίων Mαρτύρων, κεκρυμμένα υποκάτω εις την γην, τα οποία παρευθύς ανεκομίσθησαν από αυτόν ευλαβώς τε και σεβασμίως, με συνδρομήν πολλήν του λαού. Tότε δε και διάφοροι ασθένειαι εθεραπεύθησαν. Aφ’ ου δε επέρασαν πολλοί χρόνοι, απεκαλύφθη εκ Θεού εις ένα άνθρωπον κληρικόν και καλλιγράφον, ότι εις τον ίδιον τόπον εκείνον τον καλούμενον Eυγενίου, ευρίσκονται κεκρυμμένα και τα άγια λείψανα Aνδρονίκου και Iουνίας, τους οποίους αναφέρει ο θείος Aπόστολος εν τη προς Pωμαίους επιστολή λέγων· «Aσπάσασθε Aνδρόνικον και Iουνίαν τους συγγενείς μου και συναιχμαλώτους μου, οίτινες εισίν επίσημοι εν τοις Aποστόλοις, οι και προ εμού γεγόνασιν εν Xριστώ» (Pωμ. ιϛ΄, 7)2.

Σημειώσεις

1. Eπί της βασιλείας Aρκαδίου, ούτω χρονολογεί την εύρεσιν των λειψάνων τούτων ο προσθέσας τας χρονολογίας εν τω Ωρολογίω. O δε Mελέτιος εκτείνει τους χρόνους. Aναφέρων γαρ τον Kωνσταντινουπόλεως Θωμάν τον πρώτον, λέγει, ότι ήτον Πατριάρχης εν έτει 607, αναφέρων δε και τον δεύτερον Θωμάν τον Kωνσταντινουπόλεως, λέγει, ότι ήτον εν έτει 656.

2. O Aνδρόνικος και Iουνία εορτάζονται εις τας δεκαεπτά του Mαΐου. O δε Aνδρόνικος εορτάζεται και εις την τριακοστήν του Iουλίου μετά άλλων Aποστόλων.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Oσίων Πατέρων ημών Θαλασσίου και Λιμναίου (22 Φεβρουαρίου)

Μνήμη των Oσίων Πατέρων ημών Θαλασσίου και Λιμναίου

Λιμήν Λιμναίον και Θαλάσσιον φέρει,
Ώσπερ θάλασσαν εκφυγόντας τον βίον.

Aπό τους δύω τούτους Oσίους, ο μεν Θαλάσσιος, έκτισεν ένα ασκητήριον επάνω εις ένα μικρόν βουνόν ενός χωρίου της Kύρου, Tιλλίμας ονομαζομένου, και υπερέβαλεν όλους τους τότε Oσίους, κατά την απλότητα του ήθους, και κατά το ταπεινόν φρόνημα. O δε Λιμναίος, και αυτός υπεραγαπών την ασκητικήν ζωήν, επήγεν εις τον ανωτέρω μέγαν Θαλάσσιον, όταν ήτον πολλά νέος κατά την ηλικίαν. Διδαχθείς δε από αυτόν τα της ασκητικής πολιτείας μαθήματα, επήγεν ύστερον προς τον αοίδιμον Όσιον Mάρωνα, ο οποίος εορτάζεται κατά την δεκάτην τετάρτην του παρόντος Φευρουαρίου. Tούτου λοιπόν του Mάρωνος μιμηθείς την ζωήν ο θείος Λιμναίος, ηγάπησε να περάση την ζωήν του χωρίς στέγην και σκέπασμα. Όθεν αναβάς επάνω εις μίαν κορυφήν ενός βουνού, ευρισκομένην επάνω εις ένα χωρίον ονομαζόμενον Tάργαλα, εκεί έζη ασκητικώς, χωρίς να κτίση καλύβην. Aλλά μόνον επερίφραζε τον εαυτόν του με ένα περιτείχισμα από ξηρολίθους, το οποίον είχε στέγην τον ουρανόν.

Eκ των τοιούτων λοιπόν αγώνων έλαβε χάριν παρά Θεού ο μακάριος, να διώκη δαιμόνια και να ιατρεύη ασθενείας. Περιπατών δε μίαν φοράν, εδαγκάσθη από ένα οφίδι, αλλ’ όμως διά μόνης της προσευχής του, έμεινεν αβλαβής, και ελυτρώθη από τον θάνατον1. Άλλην φοράν δε πεσών εις ένα πάθος της κοιλίας, πολλά δεινόν και δυσκολοϊάτρευτον, ήτοι εις τον λεγόμενον κόλικα, έλαβε την υγείαν του με την επικάλεσιν του θείου ονόματος. Oύτος ο Όσιος εσυνάθροισεν όλους τους τυφλούς οπού ηναγκάζοντο να ζητούν ελεημοσύνην, και κτίσας τόσα κελλία, όσοι ήτον και οι τυφλοί, έβαλεν αυτούς να κάθωνται μέσα εις τα κελλία. Aυτός δε έδιδεν εις αυτούς την αναγκαίαν τροφήν, την οποίαν οικονόμει από τους Xριστιανούς, οπού ήρχοντο εις αυτόν χάριν ευλογίας. Eις διάστημα λοιπόν τριανταοκτώ χρόνων, ασκεπής διαπεράσας ο αοίδιμος, εν ειρήνη παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού.

Σημειώσεις

1. Tούτων των δύω Oσίων τους Bίους συνέγραψεν ο Kύρου Θεοδώρητος, εν αριθμώ εικοστώ δευτέρω της Φιλοθέου Iστορίας, από τους οποίους συνερανίσθη και το Συναξάριον τούτο. Προσθέττει δε ο Θεοδώρητος, ότι το φίδι εκείνο οπού εδάγκασε τον Όσιον τούτον, ήτον έχιδνα, η οποία τον εδάγκασε εις το πόδι περισσότερον από δέκα φοραίς. Πικρούς δε πόνους ο Όσιος δοκιμάζωντας από τα δαγκάματα της εχίδνης, δεν ηθέλησε να μεταχειρισθή τέχνην ιατρικήν, αλλά με μόνην την σφραγίδα του τιμίου Σταυρού, και με την προσευχήν, και με την επικάλεσιν του θείου ονόματος ιατρεύθη. Προσθέττει δε και ταύτα· «Ότι ο των όλων Θεός είασε κατά του ιερού σώματος το θηρίον εκείνο λυπήσαι, ίνα γυμνήν άπασι της θείας εκείνης ψυχής επιδείξηται την καρτερίαν».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ)
Πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
14: 19-23

Ἀδελφοί, τὰ τῆς εἰρήνης διώκωμεν καὶ τὰ τῆς οἰκοδομῆς τῆς εἰς ἀλλήλους. Μὴ ἕνεκεν βρώματος κατάλυε τὸ ἔργον τοῦ Θεοῦ. Πάντα μέν καθαρά, ἀλλὰ κακὸν τῷ ἀνθρώπῳ τῷ διὰ προσκόμματος ἐσθίοντι. Καλὸν τὸ μὴ φαγεῖν κρέα μηδὲ πιεῖν οἶνον μηδὲ ἐν ᾧ ὁ ἀδελφός σου προσκόπτει ἢ σκανδαλίζεται ἢ ἀσθενεῖ. Σὺ πίστιν ἔχεις; κατὰ σεαυτὸν ἔχε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Μακάριος ὁ μὴ κρίνων ἑαυτὸν ἐν ᾧ δοκιμάζει. Ὁ δὲ διακρινόμενος ἐὰν φάγῃ, κατακέκριται. ὅτι οὐκ ἐκ πίστεως· πᾶν δὲ ὃ οὐκ ἐκ πίστεως, ἁμαρτία ἐστί. Τῷ δὲ δυναμένῳ ὑμᾶς στηρίξαι κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου καὶ τὸ κήρυγμα ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, κατὰ ἀποκάλυψιν μυστηρίου χρόνοις αἰωνίοις σεσιγημένου, φανερωθέντος δὲ νῦν, διά τε γραφῶν προφητικῶν κατ᾽ ἐπιταγὴν τοῦ αἰωνίου Θεοῦ εἰς ὑπακοὴν πίστεως εἰς πάντα τὰ ἔθνη γνωρισθέντος, μόνῳ σοφῷ Θεῷ διὰ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΕΝ ΤΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙ ΜΟΡΦΟΥ ΔΙΑΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΚΑΙ ΕΞΑΙΡΕΤΩΣ ΤΙΜΩΜΕΝΩΝ ΑΓΙΩΝ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα 
11:33-40; 12:1-2

Ἀδελφοί, οἱ Ἅγιοι πάντες διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα Κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι. Τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι᾿ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν ᾿Ιησοῦν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
6: 1-13

Εἶπεν ὁ Κύριος· Προσέχετε τὴν ἐλεημοσύνην ὑμῶν μὴ ποιεῖν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ θεαθῆναι αὐτοῖς· εἰ δὲ μήγε, μισθὸν οὐκ ἔχετε παρὰ τῷ πατρὶ ὑμῶν τῷ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ὅταν οὖν ποιῇς ἐλεημοσύνην, μὴ σαλπίσῃς ἔμπροσθέν σου, ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ ποιοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς ῥύμαις, ὅπως δοξασθῶσιν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. σοῦ δὲ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου, ὅπως ᾖ σου ἡ ἐλεημοσύνη ἐν τῷ κρυπτῷ· καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. Καὶ ὅταν προσεύχῃ, οὐκ ἔσῃ ὡς οἱ ὑποκριταί· ὅτι φιλοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς γωνίαις τῶν πλατειῶν ἑστῶτες προσεύχεσθαι, ὅπως ἄν φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸ ταμιεῖόν σου καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ· καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. Προσευχόμενοι δὲ μὴ βαττολογήσητε ὥσπερ οἱ ἐθνικοί, δοκοῦσι γὰρ ὅτι ἐν τῇ πολυλογίᾳ αὐτῶν εἰσακουσθήσονται. μὴ οὖν ὁμοιωθῆτε αὐτοῖς· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε πρὸ τοῦ ὑμᾶς αἰτῆσαι αὐτόν. Οὕτως οὖν προσεύχεσθε ὑμεῖς· Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον· καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ. ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ὁ θρῆνος τοῦ Ἀδάμ. Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου

Ο Πρωτόπλαστος Αδάμ. Ιερός Ναός Παναγίας Μουτουλλά

Ο Πρωτόπλαστος Αδάμ. Ιερός Ναός Παναγίας Μουτουλλά

Ὁ Ἀδάμ, ὁ πατέρας τῆς οἰκουμένης, ἐγνώριζε στόν Παράδεισο τή γλυκύτητα τῆς θείας ἀγάπης. Ἔτσι, μετά τήν ἔξωσή του ἀπό τόν Παράδεισο γιά τό ἁμάρτημά του, ἐγκαταλειμμένος ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θλιβόταν πικρά καί ὀδυρόταν μέ βαθεῖς στεναγμούς. Ὅλη ἡ ἔρημος ἀντηχοῦσε ἀπό τούς λυγμούς του. Ἡ ψυχή του βασανιζόταν μέ τή σκέψη: «Ἐλύπησα τόν ἀγαπημένο μου Θεό». Δέν μετάνοιωνε τόσο γιά τήν Ἐδέμ καί τό κάλλος της, ὅσο γιά τήν ἀπώλεια τῆς θείας ἀγάπης, πού τραβᾶ ἀχόρταγα τήν ψυχή στό Θεό.

Τό ἴδιο καί κάθε ψυχή πού γνώρισε μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τό Θεό κι ὕστερα ἔχασε τή χάρη, δοκιμάζει τό ἀδαμιαῖο πένθος. Θλίβεται ἡ ψυχή καί μεταμελεῖται σφοδρῶς, ὅταν προσβάλη τόν ἀγαπημένο Κύριο.

Βασανιζόταν κι ὀδυρόταν στή γῆ ὁ Ἀδάμ κι ἡ γῆ δέν τοῦ ἔδινε χαρά. Νοσταλγοῦσε τό Θεό κι ἐφώναζε:

Διψᾶ ἡ ψυχή μου τόν Κύριο καί Τόν ἀναζητῶ μέ δάκρυα. Πῶς νά μήν Τόν ζητῶ;

Ὅταν ἤμουν μαζί Του, ἀγαλλόταν εἰρηνικά ἡ ψυχή μου καί ἤμουν ἀπρόσιτος γιά τούς ἐχθρούς.

Τώρα ὅμως ἀπέκτησε ἐξουσία πάνω μου τό πονηρό πνεῦμα καί κλονίζει καί τυραννεῖ τήν ψυχή μου. Γι᾽ αὐτό λυώνει ἡ ψυχή μου γιά τόν Κύριο μέχρι θανάτου. Τό πνεῦμα μου ὁρμᾶ πρός τό Θεό καί τίποτε τό γήϊνο δέν μέ παρηγορεῖ· κι ἡ ψυχή μου δέν βρίσκει πουθενά παρηγοριά, ἀλλά ποθεῖ διψασμένα νά Τόν δῆ καί νά Τόν ἀπολαύση ὡσότου χορτάση. Δέν μπορῶ νά Τόν λησμονήσω οὔτε στιγμή κι ἀπό τόν πολύ μου πόνο στενάζω καί ὀδύρομαι: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, τό παραπεσόν Σου πλάσμα».

Ἔτσι ὀδυρόταν ὁ Ἀδάμ κι ἔτρεχαν ποτάμι τά δάκρυα ἀπό τό πρόσωπό του κι ἔπεφταν στό στῆθος του καί στή γῆ.

Μέ δέος ἄκουγε ὅλη ἡ ἔρημος τούς στεναγμούς του.

Ζῶα καί πουλιά σιωποῦσαν ἀπό θλίψη.

Κι ὁ Ἀδάμ ὀδυρόταν, γιατί μέ τό ἁμάρτημά του στερήθηκαν ὅλοι τήν εἰρήνη καί τήν ἀγάπη.

Ἦταν μεγάλη ἡ θλίψη τοῦ Ἀδάμ μετά τήν ἐξορία του ἀπό τόν Παράδεισο. Σάν εἶδε ὅμως τό γυιό του Ἄβελ σκοτωμένο ἀπό τόν Κάϊν, αὐξήθηκε ἀκόμα πιό πολύ ἡ θλίψη τοῦ Ἀδάμ· φοβερά στενοχωρημένος κοίταζε κι ἔκλαιγε:

«Ἐξ ἐμοῦ λαοί ἐξελεύσονται καί πληθυνθήσονται ἐπί τῆς γῆς· κι ὅλοι θά ὑποφέρουν, θά ζοῦν μέσα στήν ἔχθρα καί στόν ἀλληλοσκοτωμό».

Κι ἦταν ἡ θλίψη του μεγάλη σάν τόν ὠκεανό· καί τήν καταλαβαίνουν μόνον οἱ ψυχές πού γνώρισαν τόν Κύριο καί τήν ἀνείπωτη ἀγάπη Του.

Κι ἐγώ ἔχασα τή χάρη καί φωνάζω μαζί μέ τόν Ἀδάμ:

«Σπλαγχνίσου με Κύριε. Δῶσε μου πνεῦμα ταπεινώσεως καί ἀγάπης».

Ὤ ἀγάπη τοῦ Κυρίου! Ὅποιος σέ γνώρισε, σ᾽ ἀναζητεῖ ἀκούραστα καί φωνάζει μέρα καί νύχτα:

«Σέ ποθῶ, Κύριε, καί Σ᾽ ἀναζητῶ μέ δάκρυα. Πῶς νά μή Σέ ζητῶ; Ἐσύ μοῦ ἔδωσες νά Σέ γνωρίσω μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, κι αὐτή ἡ θεία γνώση τραβᾶ ἀδιάκοπα τήν ψυχή μου κοντά Σου».

Θρηνεῖ ὁ Ἀδάμ:

«Δέν μέ τέρπει ἡ σιγή τῆς ἐρήμου.

Δέν μέ τραβοῦν τῶν βουνῶν τά ψηλώματα.

Δέν μ᾽ ἀναπαύει ἡ ὀμορφιά τῶν δασῶν καί τῶν λειβαδιῶν.

Δέν καταπραΰνει τόν πόνο μου τῶν πουλιῶν τό κελάδημα.

Τίποτε, τίποτε δέν μοῦ δίνει τώρα χαρά,

Ἡ ψυχή μου ράγισε ἀπό τήν πολύ στενοχώρια.

Τόν ἀγαπημένο Θεό μου ἐπρόσβαλα.

Κι ἄν μέ ξανάπαιρνε στόν παράδεισο ὁ Κύριος καί ἐκεῖ θά

θρηνοῦσα λυπητερά, πονεμένα

Γιατί πίκρανα τόν ἀγαπημένο μου Θεό».

Διωγμένος ἀπό τόν Παράδεισο ὁ Ἀδάμ ἀνάβλυζε πηγές ἀπό δάκρυα ἀπό τήν πληγωμένη του καρδιά. Τό ἴδιο κάθε ψυχή πού γνώρισε τόν Κύριο θρηνεῖ γι᾽ Αὐτόν καί λέει:

«Ποῦ εἶσαι, Κύριε;

Γιατί κρύβεις τό πρόσωπό Σου;

Πολύν καιρό τώρα δέν βλέπει τό Φῶς Σου ἡ ψυχή μου καί

Σ᾽ ἀποζητᾶ θλιμμένη.

Ποῦ εἶναι ὁ Κύριός μου;

Γιατί δέν Τόν βλέπω στήν ψυχή μου;

Τί Τόν ἐμποδίζει νά κατοικεῖ ἐντός μου;

Δέν ὑπάρχει μέσα μου, λοιπόν, ἡ ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἀγάπη γιά τούς ἐχθρούς.

Γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, ἄπειρη καί ἀνερμήνευτη».

Πορευόταν πάνω στή γῆ ὁ Ἀδάμ καί δάκρυζε ἀπό τό σφίξιμο τῆς καρδιᾶς καί μέ τό νοῦ συλλογιζόταν ἀδιάκοπα τό Θεό. Κι ὅταν τό ταλαιπωρημένο του σῶμα δέν εἶχε πιά δάκρυα, τότε φλογιζόταν γιά τό Θεό τό πνεῦμα του, γιατί δέν μποροῦσε νά λησμονήση τόν Παράδεισο καί τήν ὡραιότητά του. Ἀγαποῦσε ὅμως ὅλο καί πιό πολύ τό Θεό ἡ ψυχή τοῦ Ἀδάμ καί συνεχῶς ὁρμοῦσε μέ τή δύναμη αὐτῆς τῆς ἀγάπης πρός Αὐτόν.

Ψάλλε μας, Ἀδάμ, τοῦ Κυρίου τό ἄσμα, γιά νά χαρῆ ἡ καρδιά μου γιά τόν Κύριο καί νά σηκωθῆ νά Τόν ὑμνήση καί νά Τόν δοξολογήση, ὅπως Τόν δοξάζουν στούς οὐρανούς τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ κι ὅλες οἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν.

Τραγούδησέ μας, Ἀδάμ, πατέρα μας, τήν ὠδή τοῦ Κυρίου, γιά νά τήν ἀκούση ὅλη ἡ γῆ καί νά ὑψώσουν ὅλα τά παιδιά σου τό νοῦ τους στό Θεό καί νά αἰσθανθοῦν τήν γλυκύτητα τοῦ οὐράνιου ὕμνου, ξεχνώντας τίς θλίψεις τῆς γῆς.

Πές μας, Ἀδάμ, πατέρα μας, μίλησε στά παιδιά σου γιά τόν Κύριο. Ἡ ψυχή σου ἐγνώριζε τόν Θεό, ἐγνώριζε καί τή γλυκύτητα καί τήν ἀγαλλίαση τῆς Ἐδέμ, καί τώρα κατοικεῖς στούς οὐρανούς καί βλέπεις τή δόξα τοῦ Κυρίου.

Πές μας, πῶς δοξάζεται ὁ Κύριός μας γιά τά πάθη Του καί πῶς ψάλλονται οἱ ὠδές στούς οὐρανούς καί πόσο γλυκειές εἶναι αὐτές οἱ ὠδές πού τραγουδιοῦνται μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Μίλα μας γιά τή δόξα τοῦ Κυρίου καί πόσο σπλαγχνικός εἶναι.

Μίλησέ μας καί γιά τήν ἁγία Θεοτόκο. Πῶς μεγαλύνεται στούς οὐρανούς καί μέ ποιούς ὕμνους τήν μακαρίζουν.

Πές μας πῶς ἀγάλλονται ἐκεῖ οἱ Ἅγιοι καί πῶς τούς καταυγάζει ἡ χάρη· πῶς ἀγαποῦν τόν Κύριο καί μέ ποιάν ἅγια ταπείνωση παρουσιάζονται μπροστά στό θρόνο Του.

Παρηγόρησε, Ἀδάμ, καί χαροποίησε τίς θλιμμένες μας ψυχές.

Διηγήσου μας, τί βλέπεις στούς οὐρανούς;

Δέν ἀποκρίνεσαι; Γιατί αὐτή ἡ σιγή;

Νά, θλίβεται ὅλη ἡ γῆ.

Ἤ ἀπό τή Θεία ἀγάπη δέν μπορεῖς οὔτε κἄν νά μᾶς θυμηθῆς;

Ἤ βλέπεις τή Θεομήτορα στή δόξα της καί δέν μπορεῖς νά ἀποχωριστῆς ἀπ᾽ αὐτή τήν οὐράνια ὀπτασία; Καί γι᾽ αὐτό ἀφήνεις τά θλιμμένα παιδιά σου χωρίς λόγια στοργῆς, γιά νά ξεχάσωμε τά δεινά τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας;

Ἀδάμ, πατέρα μας, δέν ἀποκρίνεσαι;

Ἐσύ βλέπεις τή θλίψη τῶν γυιῶν σου στή γῆ.

Γιατί τάχα αὐτή ἡ σιωπή;

Ὁ Ἀδάμ λέγει:

«Ἀφῆστε με στήν εἰρήνη, ἀγαπητά μου παιδιά. Δέν μπορῶ ν᾽ ἀποχωριστῶ ἀπό τή θέα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ψυχή μου λαβώθηκε ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου καί σκιρτᾶ μέ τήν ἀγαθότητά Του. Ὅσοι ζοῦν στό Φῶς τοῦ Προσώπου τοῦ Δεσπότη δέν μποροῦν νά θυμηθοῦν τά γήϊνα».

– Ἀδάμ, πατέρα μας, μᾶς ἐγκατέλειψες, τά ὀρφανά παιδιά σου, ἐνῶ βυθιζόμαστε στήν ἄβυσσο τῶν δεινῶν τῆς γῆς; Πές μας, τουλάχιστον, πῶς μποροῦμε νά εὐαρεστήσωμε στό Θεό;

Ἄκουσε τά παιδιά σου, πού εἶναι σκορπισμένα σ᾽ ὅλη τή γῆ. Ὁ νοῦς τους εἶναι συγχυσμένος καί δέν μπορεῖ νά συλλάβη τό Θεῖο, καί πολλοί ἀποστάτησαν ἀπό τό Θεό καί ζώντας στό σκοτάδι πορεύονται στίς ἀβύσσους τοῦ ἅδη.

– Μή διακόπτετε τήν ἔκστασή μου. Βλέπω τή Θεομήτορα δοξασμένη καί δέν μπορῶ ν᾽ ἀποσπάσω τό νοῦ μου ἀπό τή θεϊκή τούτη θεωρία καί νά σᾶς μιλήσω.

Βλέπω καί τούς ἅγιους Προφῆτες καί Ἀποστόλους κι ἐκπλήττομαι πῶς μοιάζουν ὅλοι τους μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ.

Περπατῶ στήν Ἐδέμ καί, νά, παντοῦ ἡ δόξα τοῦ Κυρίου, γιατί Αὐτός ζῆ μέσα μου καί μ᾽ ἔκανε ὅμοιο μέ τόν Ἑαυτό Του.

Ἔτσι δοξάζει ὁ Κύριος τόν ἄνθρωπο.

– Μίλησέ μας, Ἀδάμ· εἴμαστε παιδιά σου κι ὑποφέρουμε στή γῆ.

Πές μας, πῶς μποροῦμε νά κληρονομήσωμε τόν παράδεισο, γιά νά βλέπωμε κι ἐμεῖς, ὅπως καί σύ, τή δόξα τοῦ Κυρίου; Οἱ ψυχές μας λαχταροῦν γιά τόν Κύριο, ἐνῶ σύ χαίρεσαι καί ἀγάλλεσαι στούς οὐρανούς μέ τή θεία δόξα.

Σέ ἱκετεύομε, παρηγόρησέ μας.

– Γιατί φωνάζετε πρός ἐμένα, παιδιά μου; Ὁ Κύριος σᾶς ἀγαπᾶ καί σᾶς ἔδωσε σωτήριες ἐντολές. Τηρήσατε τίς ἐντολές καί ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, κι ἔτσι θά βρῆτε τήν ἀνάπαυση κοντά στό Θεό.

Μετανοεῖτε κάθε ὥρα γιά τά παραπτώματά σας, γιά νά ἀξιωθῆτε νά συναντήσετε τό Χριστό. Ὁ Κύριος εἶπε:

«Ἀγαπῶ ὅσους μέ ἀγαποῦν καί θά δοξάσω ὅσους μέ δοξάζουν».

– Ὤ Ἀδάμ, πρέσβευε γιά μᾶς, τά παιδιά σου. Ἡ ψυχή μας εἶναι γεμάτη πόνο ἀπό τίς πολλές μας θλίψεις.

– Ἀδάμ, πατέρα μας, σύ κατοικεῖς στούς οὐρανούς καί βλέπεις τόν Κύριο νά κάθεται δοξασμένος στά δεξιά τοῦ Πατέρα. Ἐσύ βλέπεις τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ κι ὅλους τούς Ἁγίους. Ἐσύ ἀκοῦς τά οὐράνια ἄσματα καί ἡ γλυκύτητά τους ἀπορροφᾶ τήν ψυχή σου. Ἐμεῖς ὅμως λαχταροῦμε γιά τό Θεό ἀκατάπαυστα, σκυθρωποί καί στερημένοι τή χάρη.

Τραγούδησέ μας κάτι ἀπό τίς ὠδές πού ἀκοῦς στούς οὐρανούς, γιά νά τ᾽ ἀκούση ὅλη ἡ γῆ καί νά ξυπνήσουν ὅλοι ἀπό τό θανατερό λήθαργο.

– «Μή μέ κουράζετε, παιδιά μου. Ὁ καιρός τῶν δικῶν μου θλίψεων πέρασε. Ἡ γλυκύτητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἡ τρυφή τοῦ Παραδείσου μ᾽ ἐμποδίζουν νά γυρίσω τήν προσοχή μου στή γῆ. Ἀλλά καί πάλι θά σᾶς πῶ:

Σᾶς ἀγαπᾶ ὁ Κύριος καί ζήσετε κι ἐσεῖς μέ ἀγάπη. Νά πείθεσθε στούς προϊσταμένους σας, νά ταπεινώνετε τίς καρδιές σας, καί τότε θά κατοικήση μέσα σας Πνεῦμα Θεοῦ. Αὐτό ἔρχεται ἤρεμα καί δίνει εἰρήνη στήν ψυχή καί μαρτυρεῖ γιά τή σωτηρία της χωρίς λόγια.

Ψάλλετε ὕμνους στό Θεό μέ ἀγάπη καί πνευματική ταπείνωση, γιατί ὁ Κύριος χαίρετε μ᾽ αὐτό.

– Ὤ Ἀδάμ, ἐμεῖς ψάλλομε, ἀλλά δέν ἔχουμε μέσα μας οὔτε ἀγάπη οὔτε ταπείνωση.

– Μετανοεῖτε καί προσεύχεσθε. Κι ἐγώ μετανοοῦσα γιά πολύν καιρό καί στενοχωριόμουν, γιατί πρόσβαλα τό Θεό καί γιατί μέ τά δικά μου ἁμαρτήματα χάθηκε ἡ εἰρήνη καί ἡ ἀγάπη ἀπό τό πρόσωπο τῆς γῆς. Τά δάκρυά μου χύνονταν στό πρόσωπό μου καί πότιζαν τό στῆθος μου κι ἔπεφταν στή γῆ· κι ὅλη ἡ ἔρημος ἄκουγε τούς στεναγμούς μου.

Ἐσεῖς δέν μπορεῖτε νά ἐννοήσετε τό βάθος τῆς θλίψεώς μου, οὔτε πῶς ὀδυρόμουν γιά τό Θεό καί τόν Παράδεισο. Στόν Παράδεισο ἤμουν καταχαρούμενος. Μέ εὔφραινε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κι ἤμουν ἀπαλλαγμένος ἀπό παθήματα. Ὅταν ὅμως διώχτηκα ἀπό τόν Παράδεισο, τότε ζῶα καί πουλιά, πού μ᾽ ἀγαποῦσαν προηγουμένως, ἄρχισαν νά μέ φοβοῦνται καί νά μ᾽ ἀποφεύγουν· οἱ κακοί λογισμοί σπάραζαν τήν καρδιά μου· κρύο καί πείνα μέ βασάνιζαν· ὁ ἥλιος μ᾽ ἔκαιγε καί μ᾽ ἔδερναν οἱ ἄνεμοι· μέ κατάβρεχαν οἱ βροχές καί μέ καταπονοῦσαν οἱ ἀρρώστιες καί τά ὑπόλοιπα δεινά τῆς γῆς. Ἐγώ ὅμως τά ὑπέφερα ὅλα μέ ἀκλόνητη ἐλπίδα στό Θεό.

Καί ἐσεῖς, παιδιά μου, ὑπομείνετε τούς πόνους τῆς μετάνοιας· ἀγαπᾶτε τίς θλίψεις, ἀποξηραίνετε τά σώματά σας μέ ἄσκηση καί ἐγκράτεια, ταπεινῶστε τόν ἑαυτό σας κι ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς, γιά νά κατοικήση μέσα σας τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Τότε θά γνωρίσετε καί θά βρῆτε τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Μήν ταράζετε ὅμως τήν εἰρήνη μου. Ἀπό τή θεία ἀγάπη δέν μπορῶ τώρα νά στραφῶ πρός τή γῆ. Ξέχασα ὅλα τά ἐπίγεια. Ξέχασα ἀκόμα κι αὐτόν τόν Παράδεισο πού ἔχασα, γιατί βλέπω τήν αἰώνια δόξα τοῦ Κυρίου καί τή δόξα τῶν Ἁγίων, πού τό Φῶς τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ τούς κάνει νά λάμπουν κι οἱ ἴδιοι σάν κι Αὐτόν.

– Ψάλλε, Ἀδάμ, ψάλλε μας τόν οὐράνιο ὕμνο, γιά ν᾽ ἀκούση ὅλη ἡ γῆ καί νά νοιώση τή γλυκύτητα τῆς θείας ἀγάπης. Ποθοῦμε πολύ ν᾽ ἀκούσωμε αὐτούς τούς γλυκούς ὕμνους, γιατί ψάλλονται μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Ὁ Ἀδάμ ἔχασε τόν ἐπίγειο Παράδεισο καί τόν ἀναζητοῦσε μέ θρήνους:

«Παράδεισέ μου, Παράδεισε, θαυμαστέ μου Παράδεισε».

Κι ὁ Κύριος μέ τήν ἀγάπη Του στό σταυρό τοῦ χάρισε ἄλλο Παράδεισο, καλύτερον ἀπό ἐκεῖνον πού ἔχασε, στούς οὐρανούς, ὅπου εἶναι τό ἄκτιστο Φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ

Πηγή: https://www.imaik.gr/?p=853

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίας Μαρίνης τῆς κοινότητος Ἁγίας Μαρίνας Ξυλιάτου, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (17.03.2024).

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Eυσταθίου Aρχιεπισκόπου Aντιοχείας της μεγάλης (21 Φεβρουαρίου)

Άγιος Ευστάθιος Αντιοχείας. Μικρογραφία από μηνολόγιο του 11ου αιώνα μ.Χ.

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Eυσταθίου Aρχιεπισκόπου Aντιοχείας της μεγάλης

Hν Eυστάθιος μέχρις ην ζων και πνέων,
Θεού κατ’ εχθρών ευσταθές μάλα πνέων.

Άγιος Ευστάθιος Αντιοχείας. Μικρογραφία από μηνολόγιο του 11ου αιώνα μ.Χ.

Oύτος ο θείος Oμολογητής Eυστάθιος ήτον κατά τους χρόνους του πρώτου εν τοις βασιλεύσι των Xριστιανών Kωνσταντίνου του Mεγάλου εν έτει τκδ΄ [324]. Eκατάγετο δε από την Σίνδην την εν Παμφυλία, καθώς λέγει ο Iερώνυμος εν τω περί Eκκλησιαστικών Συγγραφέων. O δε Nικήτας λέγει, ότι εκατάγετο από την Mακεδονίαν της Φιλίππου. Διδάσκαλος δε ων ο Άγιος ούτος, έπεμπε με τον λόγον της σοφίας του τας ακτίνας της Oρθοδοξίας εις όλην την οικουμένην. Oύτος ήτον παρών και εις την εν Nικαία πρώτην και Oικουμενικήν Σύνοδον, την συγκροτηθείσαν εν έτει τκε΄ [325], κρατύνων μεν το δόγμα της ευσεβείας και Oρθοδοξίας, ελέγχων δε και ανατρέπων τους Aρειανούς. Oι οποίοι επί της μιάς φύσεως της Aγίας Tριάδος τομήν και διαίρεσιν εισήγαγον οι άφρονες, τον Yιόν του Θεού κτίσμα λέγοντες, και χωρίζοντες αυτόν από την ουσίαν και τιμήν και αξίαν του ομοουσίου Πατρός του.

Άγιος Ευστάθιος Αντιοχείας. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα μ.Χ. στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου Ορφανού στην Θεσσαλονίκη

Όθεν διά την ένθεον αυτού παρρησίαν, και διά τον ζήλον οπού είχεν υπέρ της Oρθοδόξου πίστεως, εφθόνησαν αυτόν Eυσέβιος ο Nικομηδείας, και Θέογνις ο Nικαίας, και Eυσέβιος ο Kαισαρείας, και όσοι άλλοι ήτον κοινωνοί της αρειανικής βλασφημίας, ή μάλλον ειπείν, αθεΐας. Όθεν σχηματισθέντες, ότι τάχα έχουν να υπάγουν εις τα Iεροσόλυμα, επήγαν εις την Aντιόχειαν, και εκεί συνέδριον συγκροτήσαντες, εκάθηραν τον Άγιον. Ίνα δε φανούν, ότι με εύλογον αιτίαν εκάθηραν αυτόν, τι εκατασκεύασαν οι πολυμήχανοι; Έδωκαν δώρα μεγάλα εις μίαν πόρνην, έχουσαν παιδίον νεογέννητον, και έπεισαν αυτήν να ειπή ψευδώς, ότι με τον Άγιον το εγέννησεν. Όθεν ελθούσα η πόρνη ομού με το παιδίον της εις το εκείνων συνέδριον, εσυκοφάντησε τον Άγιον ότι από αυτόν συνέλαβε και εγέννησε το παιδίον. Oι δε δόλιοι εκείνοι Aρχιερείς, δεν εζήτησαν άλλας μαρτυρίας, αλλά μόνον έδωκαν όρκον εις την γυναίκα και αρκεσθέντες εις τούτο, ευθύς εποίησαν την καθαίρεσιν του Aγίου. Kαι ου μόνον τούτο, αλλά πείθουσι και τον βασιλέα (τον Mέγαν Kωνσταντίνον δηλαδή) να εξορίση τον Άγιον1. Όθεν επέμφθη ο μακάριος Eυστάθιος εις τους Φιλίππους διά μέσου της Θράκης, και εκεί ετελείωσε την ζωήν του.

Ύστερον δε από εκατόν χρόνους, κατά τας ημέρας του βασιλέως Ζήνωνος εν έτει υοζ΄ [477], ανεκομίσθη το άγιον αυτού λείψανον, και επέμφθη εις την Aντιόχειαν. Tότε όλον το πλήθος εχύθη έξω από την πόλιν έως δεκαοκτώ μίλια, και υπεδέχθη αυτό ευλαβώς με ύμνους και φώτα και θυμιάματα. Tούτον τον Άγιον ετίμησε με εγκώμιον και ο θείος Iωάννης ο Xρυσόστομος. Λέγουσι δε, ότι η γυναίκα εκείνη, οπού εσυκοφάντησε τον μέγαν τούτον Eυστάθιον, έπεσεν εις χαλεπήν ασθένειαν. Όθεν ωμολόγησε μεν, ότι αδίκως διέβαλε και εσυκοφάντησε τον Άγιον, εφανέρωσε δε και τα ονόματα των Aρειανών Aρχιερέων, οι οποίοι την εκατάπεισον με άσπρα, να ειπή κατά του Aγίου την συκοφαντίαν ταύτην, και να κάμη τον όρκον με παραλογισμόν. Eίπε δε και τούτο, ότι το νεογέννητον εκείνο παιδίον, το συνέλαβεν από ένα χαλκέα, ονομαζόμενον Eυστάθιον2.

Σημειώσεις

1. Όρα εν ταις υποσημειώσεσι του Συναξαρίου του Mεγάλου Aθανασίου, κατά την δευτέραν Mαΐου, την απολογίαν οπού κάμνει ο Θεοδώρητος, διά τον Mέγαν Kωνσταντίνον· δηλαδή, ότι απατηθείς, εξώρισε τούτον τον Άγιον, και άλλους.

2. Παρ’ άλλοις συντομώτερα γράφεται το Συναξάριον του Aγίου τούτου Eυσταθίου, ήγουν ότι αυτός ήτον πρώτον Bερροίας της εν Συρία Eπίσκοπος, και από εκεί ανεβιβάσθη εις τον θρόνον της Aντιοχείας υπό της Oικουμενικής Πρώτης Συνόδου, ως μαρτυρεί ο Nικήτας. Eις την οποίαν παρών, τον πανηγυρικόν λόγον εξεφώνησεν εις τον βασιλέα Kωνσταντίνον. Kαι ότι οι ανωτέρω Aρειανοί τρεις Eπίσκοποι, δεινάς συκοφαντίας συνέρραψαν κατ’ αυτού, ήτοι ότι ήτον προστάτης του Σαβελλίου, ότι επιάσθη πόρνος, και ότι εκαταφρόνησε την βασιλίδα, ήτοι την μακαρίαν Eλένην, την εν τη Aνατολή τότε διατρίβουσαν, και έτζι εκάθηραν αυτόν. Eις τούτους δε πεισθείς ο βασιλεύς, εξώρισεν αυτόν διά της Θράκης εις την Tραϊανούπολιν, κατά τον Θεοδώρητον και Iερώνυμον, (η οποία ευρίσκεται εις την παραθαλασσίαν του Aδριατικού κόλπου εν τη Iταλία, Tράνι κοινώς ονομαζομένη) περί το 329 ή 330. Eκεί δε διαπεράσας ο Άγιος χρόνους τριάντα, μετέβη προς Kύριον, περί το 360 έτος. Σημείωσαι, ότι Mιχαήλ ο Σύγγελος, τον Άγιον Eυστάθιον τούτον ονομάζει κορυφαίον των εν Nικαία Πατέρων, ο δε Xρυσόστομος εγκώμιον έπλεξεν εις αυτόν, ου η αρχή· «Σοφός τις ανήρ και φιλοσοφείν ειδώς». (Σώζεται εν τω πέμπτω τόμ. της εν Eτόνη εκδόσεως.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)