Αρχική Blog Σελίδα 2

Μόρφου Νεόφυτος: «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω…» (Κυριακή του Παραλύτου, 10.5.2020)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατά την αρχιερατική  Θεία Λειτουργία  την Κυριακή του Παραλύτου, που τελέσθηκε στην ιερά μονή Παναγίας Χρυσοκουρδαλιώτισσας στο Κούρδαλι, της μητροπολιτικής περιφέρειας Μόρφου (10.5.2020).

Βρισκόμαστε στην περίοδο του Πεντηκοσταρίου, η χάρις της Παναγίας μας  μας έφερε στην αυλή της, εις τον οίκο της τον θαυματουργό, εδώ εις την ιερά μονή της, στην Παναγία τη Χρυσοκουρδαλιώτισσα. Και μάλιστα αυτή την ημέρα που η αγία Εκκλησία μας θέλει να θυμόμαστε αυτό το θαύμα που επιτέλεσε ο Κύριός μας σε έναν παραλυτικό εκεί εις την Προβατική κολυμβήθρα. Τρίτη Κυριακή του Πεντηκοσταρίου. 

Δύο κρατώ από το σημερινό Ευαγγέλιο στην καρδιά μου και μου κάνει εντύπωση ότι και οι υμνογράφοι αυτά τα δύο, τα τόνισαν όλως ιδιαιτέρως, για να τα προσέξουμε εμείς οι απρόσεκτοι, «οἱ πολλὰ μεριμνοῦντες καὶ τυρβάζοντες περὶ πολλῶν», που ξεχνούμε το ένα, το αναγκαίο, το «ἑνὸς ἐστι χρεία». Το ένα που πρόσεξα από τα δύο, είναι αυτό που συνεχώς επαναλαμβάνεται στους ψαλμούς. Είναι ο λόγος του παραλυτικού προς τον Κύριό μας. Ένας παραπονιάρικος λόγος μιας άφατης μοναξιάς και σχεδόν απελπισίας. Ένας άνθρωπος παράλυτος, ξαπλωμένος μόνιμα σε ένα στρώμα δίπλα από την κολυμβήθρα την Προβατική, που κατά την παράδοση των Ιουδαίων, μία φορά του έτους ένας άγγελος του ουρανού κατέβαινε και τάραττε το ύδωρ. Και όποιος προλάβαινε και έμπαινε πρώτος, έπαιρνε την ίαση του σώματος και της ψυχής του. Και ο καημένος ο παραλυτικός έφερε το κρεβάτι του εκεί, μπας και καταφέρει με τη βοήθεια κανενός διπλανού του συνανθρώπου, να εισέλθει αυτός πρώτος εις την κολυμβήθρα. Χρόνια πολλά εκεί. 

Και όμως, το παράπονο του ποιο ήταν; «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Αυτός ο λόγος πάντοτε, σχίζει την καρδιά μου. Και ενώ πέρασαν είκοσι αιώνες από τότε που ακούστηκε αυτό το παράπονο του παραλυτικού, ψάχνοντας να βρει έναν άνθρωπο να τον βοηθήσει στην ανάγκη του να γίνει υγιής κατά πάντα, συνεχώς ακούμε σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη μας, σε όλες τις χώρες φτωχές και πλούσιες, το ίδιο παράπονο. «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Δεν έχω έναν άνθρωπο να με βοηθήσει. Πόσοι δεν μας το λένε; 

 

Μου κάνει εντύπωση, πάτερ Κυριακέ, τώρα που ακούνε τους λόγους μας, τες ομιλίες μας, τα κηρύγματά μας, πολλοί άνθρωποι ιδιαιτέρως από την Ελλάδα και την ομογένεια, τι μου γράφουν νομίζεις. Είσαι και μάρτυρας, με παίρνουν και τηλέφωνο εκεί στη Μητρόπολη. Πες μας εσύ, έναν παπά που εμπιστεύεσαι, να πάω να τον κάμω πνευματικό μου. Εγώ δεν λέω, γιατί δεν ξέρω ποιος παπάς ταιριάζει σε ποιον. Δεν είναι όλοι για όλα. Και μου γράφουν πολλές φορές αυτό τον λόγο. Επειδή, μου λένε, εμείς δεν έχουμε διάκριση, δεν γνωρίσαμε αγίους ανθρώπους, αγίους γέροντες, πες μας εσύ που γνώρισες, ποιον εμπιστεύεσαι στην τάδε πόλη, στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα και αλλαχού, να πάμε να εξομολογηθούμε. Και σε μερικούς που απαντώ, τους λέω, εγώ εμπιστεύομαι Αυτόν που έκαμε καλά τον παραλυτικό. Τον Χριστό. Και όλοι οι ιερείς μας έχουν μέσα τους Πνεύμα Άγιο. Πηγαίνετε και όπως με τους γιατρούς δοκιμάζεις πρώτον, δεύτερο, τρίτο μέχρι να βρεις αυτόν με τον οποίο ταιριάζει η ιδέα σου, η αντίληψή σου, η επικοινωνία σου, έτσι να βρεις άνθρωπο και συ τον πνευματικό. Αλλά το κυριότερο, κάμε προηγουμένως προσευχή. 

Ενθυμούμαι, ήμουν δεκαεννιά χρονών, φοιτητής μέσα σε μιαν Εστία στα Ιλίσια στην Αθήνα. Συντρόφους είχαμε πολλούς. Φίλους δεν είχα κανέναν. Και μου έκαμνε, έτσι, μέσα στην καρδιά μου έναν παράπονο. Ήμουν και ορφανός και φτωχόπαιδο και από την Κύπρο μέσα σε μιαν εστία εφτακοσίων φοιτητών, ποιον να εμπιστευτείς να κάμεις φίλο σου. Και τότε θυμήθηκα τον λόγο του μεγαλύτερου μου αδελφού, του Θεοχάρη, που μου είπε, αδελφέ, όταν θέλεις κάτι, να κάμνεις αυτό που μας έλεγε η μάνα μας. Του λέω, τι μας έλεγε η μάνα μας; Εσένα δεν σου το είπε; Μου λέει. Η μάνα μας, μας έλεγε, όταν θέλεις κάτι να γονατάς και να το ζητάς του Χριστού και της μάνας Του της Παναγίας. Το θυμήθηκα. Όταν με έπιασε μια φορά το παράπονο και είπα, μα δεν έχω έναν φίλο. Δεύτερη φορά, τρίτη φορά, άκουσα τον λόγο του αδελφού μου του Θεοχάρη. Γονάτισε αδελφέ, όπως κάνει η μάνα μας, και παρακάλεσε τον Χριστό και την Παναγία. Το έκαμα. Μόνο μια βδομάδα χρειάστηκε να το κάμω. Και θυμούμαι, κατεβαίνοντας εις το εστιατόρια της Εστίας, βρήκα δύο αδέλφια από το Νέο χωρίο της Πάφου. Και πως έτυχε εκεί, πιάσαμε την κουβέντα, γνωριστήκαμε, συμφάγαμε και έκτοτε είμαστε αχώριστοι φίλοι. Έρχονται από την Πάφο και από την Αθήνα για να με δουν κάθε χρόνο εδώ στην Ευρύχου. Και παντού όπου πήγα. 

Και λέω, ο παραλυτικός, έψαχνε να βρει άνθρωπο. Και η πρόνοια του Θεού Πατρός, μας έστειλε όλους, ιδιαιτέρως ημών των Χριστιανών, όχι άνθρωπο, τον Θεάνθρωπο μας έστειλε. Μας έστειλε τον ίδιο τον Υιόν Του ο Θεός Πατήρ. «Ἐν Πνεύματι ἁγίῳ» να Τον έχουμε βοηθό σε κάθε μας θλίψη, σε κάθε μας ανάγκη. Και ιδιαιτέρως, όχι τόσο στα θέματα της σωματικής υγείας όσο της ψυχικής υγείας. Και γιατί είναι σημαντικότερο; Γιατί είναι αθάνατο υλικό η ψυχή όταν θελήσει ο Θεός να ενωθεί μαζί της. Και ο Θεός θέλει. Εμείς θέλουμε; 

Ένα λοιπόν, το οποίον συνεχώς η σήμερον ακρόαση του Ευαγγελίου μου χαράσσει την καρδία και μου θυμίζει πολλά και δικά μου και ξένα που ακούω από πολλούς συνανθρώπους μας είναι αυτό το «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Ε, λοιπόν, πατέρες μου και αδελφοί μου, έχουμε Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Πόσο Τον θέλουμε; Πόσο Τον ποθούμε; Τώρα που μας έκλεισαν τις Εκκλησίες, πόσο Τον επιθυμήσαμε να ενωθούμε μαζί Του; Να κοινωνήσουμε χωρίς λογισμό, χωρίς υποψία, το Σώμα Του και το Αίμα Του, «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν αἰώνιον». 

Έχομε λοιπόν, όχι άνθρωπο, Θεάνθρωπο! Το επαναλαμβάνω. Ιησούν Χριστό, εσταυρωμένο, αναστημένο, αναληφθέντα εις τον ουρανόν,  και καθιζόμενον εκ δεξιὠν του Πατρός και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης. Ακούτε, Ποιον έχουμε παραστάτη, συμπαραστάτη, φίλο, αδελφό; Και τροφή, να Τον τρώμε και να Τον πίνουμε, σε κάθε Θεία Λειτουργία. «Μετὰ φόβου Θεοῦ πίστεως καὶ ἀγάπης». Ο ένας λόγος λοιπόν, αυτός. 

Ο δεύτερος, τον είπε ο ίδιος ο Κύριος στον παραλυτικό, όταν έγινε πλέον καλά ο και έπιασε το κρεβάτι του στον ώμο και έφυγε χαρούμενος. Που αυτό που δεν πέτυχε σαράντα χρόνια ο άγγελος, το πέτυχε ο λόγος ενός περαστικού δασκάλου, ούτε καν ο Χριστός του είπε το όνομά Του. Του είπε μόνο το πρόβλημα ο παραλυτικός. Δεν έχω άνθρωπο να με βάλει στην κολυμβήθρα. Όταν έρχεται ο άγγελος. Και του είπε, θέλεις να γίνεις υγιής; Θέλω, του λέει. Γίνε, του λέει. «Ἆρον τὸν κράββατόν σου καὶ περιπάτει». Και περπάτησε. Όταν όμως Τον συνάντησε τον Κύριο και Τον αναγνώρισε ότι Αυτός είναι ο Σωτήρας του, Αυτός τον έκαμε καλά, πήγε να Τον ευχαριστήσει. Και τί του είπε ο Χριστός; Αυτός είναι ο δεύτερος λόγος, που μας αφορά όλους. Και εμένα και εσάς. Εντάξει, του λέει ο Χριστός. Με ευχαριστείς, αλλά πρόσεχε «καὶ μηκέτι ἁμάρτανε». Τί σημαίνει αυτό; Ότι οι αρρώστιες μας, τα πάθη μας, έχουν σχέση με τις αμαρτίες μας. Και λένε οι άγιοι πατέρες, και με τις αμαρτίες των γονιών μας και των παππούδων μας. Όπως κληρονομούμε τα καλά τους, κληρονομούμε και τα αμετανόητα, τα ασυγχώρητα πάθη και λάθη τους. 

Άρα, να έχομε έγνοια, να έχομε προσοχή. Και όποτε δεν τα καταφέρνουμε να μετανιώνουμε γρήγορα. Με γρήγορο νουν. «Καὶ δὸς ἡμῖν γρήγορον νοῦν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν». Γρήγορα-γρήγορα να αποκτήσουμε την κατά Θεόν λύπη. Να λυπούμαστε αμέσως για το λάθος που κάμαμε μέσα μας. Να κατηγορούμε λίγο τον εαυτό μας. Λέω λίγο, γιατί μερικοί που είναι υπερευαίσθητοι και εγωιστούληδες, μπορεί να καταπέσουν στην κατάθλιψη, άμα συνηθίσουν να κατηγορούν τον εαυτό τους. Και δεν το θέλει ο Χριστός αυτό. Λίγο, όσο για να αισθανθούμε την αμαρτωλότητά μας. Ότι μόνοι μας δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε. Και αμέσως, να στραφούμε γρήγορα-γρήγορα στο έλεος του Χριστού. Στη βοήθεια της μητέρας Του της Παναγίας και των αγίων με τους οποίους έχουμε ιδιαίτερη σχέση. Και τότε έρχεται η μετάνοια, η οποία είναι η γιατρειά της ψυχής και πολλές φορές και του σώματος. Όποτε κρίνει ο Χριστός ότι είναι προς στο συμφέρον μας και η υγεία του σώματος. Πολλές φορές ο Θεός κρίνει ότι «ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου. Ἡ γὰρ δύναμις μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται». Ο άγιος Νικηφόρος ο λεπρός είναι ένα θαυμάσιο παράδειγμα. Έμεινε λεπρός και αγίασε. Δεν αγίασε διά της ασθενείας. Αγίασε διά της υπομονής και της προσευχής. Εμείς παραδίδουμε τον εαυτό μας εις το θέλημά Του. Και ότι θέλεις, Χριστέ μου. Εσύ ξέρεις το συμφέρον μας καλύτερα από όλους. 

Αλλά να έχουμε κατά νουν αυτά τα δύο. «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω»; Έχω Θεάνθρωπον που με γνοιάζεται, που με αγαπά περισσότερο και από τη μάνα μου και από τον πατέρα μου. Και το δεύτερο να έχομε λίγη έγνοια. Η σύγχρονη μοντέρνα κοινωνία, αυτό το έχει ξεχάσει. Τη σχέση που έχει η αμαρτία με την υγεία και της ψυχής μας και του σώματος μας. Γιατί; Γιατί η αμαρτία, όπως λένε οι άγιοι πατέρες, είναι αρρώστια της ψυχής και μεταδίδεται και στο σώμα. Γι’ αυτό του είπε, σε έκαμα καλά, αλλά πρόσεχε, να μην αμαρτάνεις. Μπορεί να ξανά αρρωστήσεις πάλι. Και έχει συμβεί πολλές φορές αυτό. Γι’ αυτό, η προσοχή, όπως λένε και οι άγιοι πατέρες μας, είναι ανωτέρα και της προσευχής.

Με αυτές τις σκέψεις, χαίρομαι και πάλι, αγαπητή μου αδελφή Ισιδώρα, που είμαι εδώ εις τον τόπο του αγιασμού σου και της προσευχής σου, εδώ εις το ησυχαστήριο της Παναγίας της Χρυσοκουρδαλιώτισσας. 

Χριστός ανέστη σε όλους, αναστάσιμα τα έτη μας, ευλογημένα, με υπομονή και διάκριση και συνεχώς να καταφεύγομε εις τον Χριστό. Τον μόνο που μας αγαπά δωρεάν και συνεχίζει να μας αγαπά και να μας προσφέρει το φως Του το αιώνιο, το άκτιστο και εις την αιώνια ζωή.

Μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Πελαγίας της από Ταρσού, Ιλαρίου Οσίου και Νικηφόρου Οσίου Ηγουμένου της του Μιδικίου (4 Μαΐου)

Μαρτύριο Αγίας Πελαγίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Πελαγίας της από Tαρσού

Bοός το χαλκούργημα πυρ φανέν φλέγον,
Bληθείσαν ένδον την Πελαγίαν φλέγει.
Aμφί τετάρτη Πελαγίη καύθη βοΐ χαλκώ.

Μαρτύριο Αγίας Πελαγίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Aύτη η Aγία ήτον κατά τους χρόνους Διοκλητιανού του βασιλέως εν έτει σπη΄ [288], καταγομένη μεν, από την Tαρσόν της Kιλικίας, κατοικούσα δε, εις την Pώμην. Eπειδή δε ο Pώμης Eπίσκοπος Λίνος1 εβάπτιζε πολλούς Έλληνας, διά τούτο η Aγία αύτη βλέπει εις το όνειρόν της τον χαρακτήρα του ρηθέντος Eπισκόπου, όστις επαρακάλει αυτήν διά να την βαπτίση. Eξυπνήσασα δε, εκατάλαβε το όραμα, όθεν ζητήσασα από την μητέρα της άδειαν, τάχα πως έχει να υπάγη εις την ανατροφόν και παραμάναν της, επήγεν εις τον Eπίσκοπον και εβαπτίσθη. Eίτα έδωκεν εις αυτόν την πολύτιμον αυτής φορεσίαν, διά να την μοιράση εις τους πτωχούς. Aυτή δε πηγαίνουσα εις την ανατροφόν της με τα ταπεινά φορέματα, οπού εφόρεσεν εκ του Aγίου Bαπτίσματος, δεν εδέχθη από αυτήν. Πηγαίνουσα δε και εις την μητέρα της με την αυτήν ταπεινήν φορεσίαν, επροξένησεν εις αυτήν ανυπόφορον λύπην. Eπειδή δε η μήτηρ της επαρακίνει μεν αυτήν να αλλάξη τα φορέματα εκείνα, και να αρνηθή τον Xριστόν, δεν εδυνήθη δε να την καταπείση, διά τούτο εφανέρωσε την υπόθεσιν εις τον υιόν του Διοκλητιανού, όστις είχε την αρραβωνισθή. Eκείνος δε λυπηθείς υπερβολικώς, διατί η Πελαγία αθέτησε τον προς αυτόν έρωτα, εφόνευσε μόνος τον εαυτόν του. Όθεν τούτο μαθών ο πατήρ του Διοκλητιανός, και οργισθείς, επίασε την Πελαγίαν, και έβαλεν αυτήν μέσα εις ένα χάλκινον βόδι πεπυρακτωμένον, και ούτως η μακαρία έλαβε τον του μαρτυρίου ακήρατον στέφανον.

Σημείωση

1. O Λίνος ούτος εορτάζεται κατά την πέμπτην του Nοεμβρίου, και εχρημάτισε πρώτος της Pώμης Eπίσκοπος, και όρα εκεί.


Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Iλαρίου1 του Θαυματουργού

Έγνων τον Iλάριον ιλαρόν φύσει,
Oς θαυματουργεί καν τάφω τεθειμένος.

Oύτος ο Άγιος εκ νεαράς του ηλικίας, τον Σταυρόν του Kυρίου σηκώσας εις τους ώμους του, ηκολούθησε τω σταυρωθέντι, και επειδή υπέταξε τα πάθη της σαρκός εις το πνεύμα και την ψυχήν, διά τούτο επλούτησε παρά Θεού την χάριν των ιαμάτων. Όθεν ιάτρευε πολλά και διάφορα πάθη και ασθενείας, και εδίωκε δαίμονας από τους ανθρώπους. Mετά ταύτα έκλεισε τον εαυτόν του μέσα εις ένα καλυβάκι στενώτατον, και εζούσεν έξω από κάθε ταραχήν και θόρυβον. Όθεν λαμπρυνθείς με την απάθειαν, εδέχθη το θείον της Iερωσύνης αξίωμα. Oύτος ο Άγιος πληγήν χαλάζης κατέπαυσε, τα ζώα οπού έβλαπτον τα σπέρματα και γεννήματα, εδίωξε, την γην ξηράν ούσαν από ανομβρίαν, με βροχήν επότισε, ρεύματα ποταμού, ως ο Eλισσαίος και Ηλίας, διέσχισε και απέρασε, ξηρόν χέρι ενός Xριστιανού, ιάτρευσεν, και κουτζών και παραλύτων τους πόδας και τα μέλη, ανώρθωσε και εστερέωσε, και άλλα δε πολλά ποιήσας θαύματα, ανεπαύθη εν Kυρίω.

Σημείωση

1. Eν δε τοις τετυπωμένοις Mηναίοις, Iλαρίωνος γράφεται ουκ ορθώς.


O Όσιος Πατήρ ημών Nικηφόρος, ο Hγούμενος Mονής του Mηδικίου, εν ειρήνη τελειούται

Tης αρετής το θείον ήρατο στέφος,
O θείος αρθείς εκ βίου Nικηφόρος.

Oύτος ο Όσιος Nικηφόρος ήτον κατά τους καιρούς των εικονομάχων. Eπειδή δε εκ βρέφους ηγάπησε τον Xριστόν, διά τούτο βλέπων την ρηθείσαν αίρεσιν των εικονομάχων αυξανομένην, αφήκε τον κόσμον και τα εν κόσμω και έγινε Mοναχός. Όθεν ανεχώρησεν εις τα βουνά και ησύχαζε, καταγινόμενος εις νηστείας και αγρυπνίας, και προσευχόμενος τω Θεώ, διά την ειρηνικήν κατάστασιν όλης της οικουμένης. Aφ’ ου δε εγαληνίασεν ολίγον η αίρεσις της εικονομαχίας, με πολλάς παρακαλέσεις των Mοναχών έγινεν Hγούμενος του Mοναστηρίου του Mηδικίου, το οποίον ευρίσκεται κοντά εις τα Mουντανία. Eπειδή δε πάλιν η αίρεσις αύτη ανεκαινίσθη και αύξησε, διά μέσου του δυσσεβούς Λέοντος του Aρμενίου εν έτει ωιδ΄ [814], διά τούτο εξωρίσθη και ούτος ο Άγιος από το Mοναστήριόν του, ως προσκυνητής των αγίων εικόνων, και ως ακολουθών εις τας παραδόσεις και διατάξεις των Aγίων Aποστόλων, και των θείων Πατέρων. Kαι αφ’ ου κατεδικάσθη με πικράς εξορίας, απεκλείσθη μέσα εις μίαν σκοτεινοτάτην φυλακήν. Eκεί λοιπόν καταβαλών την ψυχόλεθρον αίρεσιν ως στερρός αγωνιστής, απήλθε προς τον Xριστόν, τον οποίον επόθησεν ο αοίδιμος1.

Σημείωση

1. Περιττώς γράφεται εδώ η μνήμη και το Συναξάριον, τόσον του Nικήτα Πρεσβυτέρου Hγουμένου Mονής του Mηδικίου, όσον και Iωάννου Πρεσβυτέρου του Παλαιολαυρίτου, παρά τω τετυπωμένω Συναξαριστή και τοις Mηναίοις. Tου μεν γαρ Nικήτα η μνήμη και το Συναξάριον, εγράφη κατά την τρίτην του Aπριλλίου. Tου δε Iωάννου, εγράφη κατά την εικοστήν του αυτού Aπριλλίου και η μνήμη και το Συναξάριον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 3 Μαΐου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
9: 32-42

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο Πέτρον διερχόμενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν. Εὗρε δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν τινα ὀνόματι Αἰνέαν ἐξ ἐτῶν ὀκτὼ κατακείμενον ἐπὶ κραβάττῳ, ὃς ἦν παραλελυμένος. Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Πέτρος· Αἰνέα, ἰᾶταί σε ᾽Ιησοῦς Χριστός· ἀνάστηθι καὶ στρῶσον σεαυτῷ. Καὶ εὐθέως ἀνέστη. Καὶ εἶδον αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες Λύδδαν καὶ τὸν Σάρωνα, οἵτινες ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν Κύριον. ᾽Εν ᾽Ιόππῃ δέ τις ἦν μαθήτρια ὀνόματι Ταβιθά, ἣ διερμηνευομένη λέγεται Δορκάς· αὕτη ἦν πλήρης ἔργων ἀγαθῶν καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει. Ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀσθενήσασαν αὐτὴν ἀποθανεῖν· λούσαντες δὲ αὐτὴν ἔθηκαν ἐν ὑπερῴῳ. Ἐγγὺς δὲ οὔσης Λύδδης τῇ ᾽Ιόππῃ οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ὅτι Πέτρος ἐστὶν ἐν αὐτῇ, ἀπέστειλαν δύο ἄνδρας πρὸς αὐτὸν παρακαλοῦντες μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως αὐτῶν. Ἀναστὰς δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ὑπερῷον, καὶ παρέστησαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ χῆραι κλαίουσαι καὶ ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ἱμάτια ὅσα ἐποίει μετ᾽ αὐτῶν οὖσα ἡ Δορκάς. Ἐκβαλὼν δὲ ἔξω πάντας ὁ Πέτρος καὶ θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο, καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ σῶμα εἶπε· Ταβιθά, ἀνάστηθι. Ἡ δὲ ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς, καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον ἀνεκάθισε. Δοὺς δὲ αὐτῇ χεῖρα ἀνέστησεν αὐτήν, φωνήσας δὲ τοὺς ἁγίους καὶ τὰς χήρας παρέστησεν αὐτὴν ζῶσαν. Γνωστὸν δὲ ἐγένετο καθ᾽ ὅλης τῆς ᾽Ιόππης, καὶ ἐπίστευσαν πολλοὶ ἐπὶ τὸν Κύριον.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
5: 1-15

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα. ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα, ἡ ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν. ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι. ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγὼ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· Σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον. ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· Τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ: Ὁμιλία στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Κυριακῆς τοῦ Παραλύτου (Ἰω. 5, 1-15)

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Κυριακή του Παραλύτου

Περιερχόμενος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς τὴ γῆ τῆς Παλαιστίνης, κηρύττοντας τὸ Εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν καὶ θεραπεύοντας «πᾶσαν νόσον ἐν τῷ λαῷ», ἔφθασε καὶ στὰ Ἱεροσόλυμα, στὴν Προβατικὴ Πύλη τοῦ τείχους τῆς ἁγίας τούτης πόλης. Ἡ πύλη ἐκείνη πῆρε τὸ ὄνομα ἀπὸ τὰ πρόβατα, ποὺ περνοῦσαν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πλένονταν πρὶν θυσιαστοῦν στὸν ναὸ τοῦ Σολομῶντος.

Ἡ κολυμβήθρα, ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ κοντά, εἶχε γύρω της πέντε στοὲς καὶ ἐπονομάστηκε Βηθεσθά, ὄνομα ἑβραϊκό, ποὺ στὰ ἑλληνικὰ σημαίνει «οἶκος τοῦ ἐλέους». Πῆρε δὲ τὸ ὄνομα τοῦτο γιατὶ ἄγγελος Κυρίου κατερχόταν σ᾽ αὐτὴν κατὰ καιροὺς καὶ ἀνακινοῦσε τὸ νερό της καί, αὐτὸς ποὺ προλάμβανε νὰ ριχθεῖ πρῶτος μέσα στὸ νερό, γινόταν καλὰ ἀπ᾽ ὅποια ἀρρώστεια κι ἂν ἔπασχε. Ὁ βασιλιὰς Ἡρῴδης μάλιστα διασκεύασε τὶς πέντε αὐτὲς στοὲς σὲ μαρμάρινες δεξαμενές, ποὺ σώζονται μέχρι καὶ σήμερα. Στὸν χῶρο αὐτὸ κτίσθηκαν ἀργότερα ἐκκλησίες. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔλαβε τὴν ἰαματικὴ αὐτὴ χάρη ἡ κολυμβήθρα, πλῆθος ἀπὸ ποικιλότροπα πάσχοντες ἀσθενεῖς, τυφλούς, κουτσούς, παράλυτους κ.ἄ. ἦταν μονίμως συναθροισμένοι ἐκεῖ, καὶ ἀνέμεναν τὴν ἀγγελικὴ κίνηση τῶν ὑδάτων, γιὰ νὰ τύχουν τῆς ποθητῆς θεραπείας.

Ἐκεῖ λοιπὸν ὁ Κύριός μας, ὁ Καρδιογνώστης καὶ Παντογνώστης, συνάντησε τότε ἕνα ἀσθενή, παράλυτο γιὰ τριανταοκτὼ χρόνια, ποὺ μάταια προσδοκοῦσε τὴ θεραπεία, γιατὶ δὲν εἶχε ἄνθρωπο δικό του νὰ τὸν ρίξει στὸ νερὸ μὲ τὴν κίνηση τῶν ὑδάτων, γιὰ νὰ θεραπευθεῖ. Καὶ ὁ Φιλάνθρωπος καὶ Ἐλεήμων Δεσπότης τὸν σπλαγχνίσθηκε καί, κρίνοντας πὼς ἀρκετὸ ἤδη χρόνο εἶχε ταλαιπωρηθεῖ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, τὸν θεράπευσε ἀμέσως μὲ μόνο τὸν παντοδύναμο λόγο Του. Γιὰ νὰ καταστεῖ δὲ πιὸ ἐμφανὲς τὸ θαυμαστὸ τοῦτο σημεῖο, τὸν πρόσταξε νὰ σηκώσει καὶ τὸ κρεββάτι του, ἐπάνω στὸ ὁποῖο γιὰ τόσα πολλὰ χρόνια κειτόταν, καὶ νὰ περιπατήσει, ὑγιὴς πλέον, τὸ ὁποῖο καὶ ἔγινε. Καὶ ὁ Χριστός μας, ποὺ ἔχει ὡς ἔνδυμα τὴν ταπείνωση, ὅπως ὡραία λέγει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, καὶ ποὺ δίδασκε ὄχι μόνο μὲ τὰ θεῖα λόγια Του ἀλλὰ καὶ τὸ ἅγιο παράδειγμά Του, μόλις τέλεσε τὸ μέγιστο τοῦτο θαῦμα, ἔφυγε ἀπὸ ἐκεῖ, γιὰ νὰ μὴν Τὸν δοξάσει ὁ ὄχλος. Ἔτσι ὁ παράλυτος δὲν γνώρισε τότε ποιός ἦταν ὁ ἅγιος ἐκεῖνος Ἰατρός, ποὺ τόσο θαυμαστὰ τὸν θεράπευσε. Ἀργότερα, ὅμως, τὸν συνάντησε ὁ Ἰησοῦς στὸ Ἱερὸ τοῦ Σολομῶντος καὶ αὐτὸς ἀναγνώρισε στὸ πρόσωπό Του τὸν εὐεργέτη του, γιὰ νὰ ἀκούσει ὅμως καὶ τὴ θεϊκή Του ὑπόδειξη: «Ἴδε, ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν τί σοι γένηται» (νά, ἔγινες ὑγιής· πάψε στὸ ἑξῆς νὰ ἁμαρτάνεις, γιὰ νὰ μὴ σοῦ συμβεῖ κάτι χειρότερο).

Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐξιστορούμενα στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοὶ καί, ἂν καὶ φαίνονται ἁπλὰ γεγονότα, περιέχουν ὅμως καὶ προβάλλουν ὑψηλὰ καὶ ψυχοσωτήρια νοήματα. Σημαντικὰ θέματα, ποὺ τίθενται στὸ εὐαγγελικό μας ἀνάγνωσμα, εἶναι αὐτὸ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν ἀναπόδραστων συνεπειῶν της, καθὼς καὶ αὐτὰ τῆς ἀσθένειας καὶ τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ.

Ἀπὸ τὴν παραίνεση τοῦ Κυρίου στὸν θεραπευμένο πλέον παράλυτο νὰ μὴν ἁμαρτάνει στὸ ἑξῆς, γιὰ νὰ μὴν πάθει κάτι χειρότερο, πληροφορούμαστε ξεκάθαρα ὅτι τὸ αἴτιο τῆς τόσο μακρόχρονης παράλυσης καὶ ταλαιπωρίας τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου ἦταν ἀσφαλέστατα οἱ προσωπικές του ἁμαρτίες. Καὶ ἐπὶ σκοποῦ δὲν ἀνέφερε τὸ Εὐαγγέλιο τὸ εἶδος τῆς ἁμαρτίας (ἢ τῶν ἁμαρτιῶν) του, γιὰ νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι γιὰ κάθε ἁμαρτία, ὅποια κι ἂν εἶναι, ἐπιτρέπει ὁ Κύριος νὰ πάσχει καὶ νὰ ταλαιπωρεῖται ὁ ἀμετανόητος ἁμαρτωλός. Ἂν στοχασθοῦμε ὅτι, οὔτε ἄγγελος, οὔτε ἄνθρωπος μποροῦσε νὰ θεραπεύσει τὴν πληγὴ τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας τῶν Πρωτοπλάστων, ἀλλὰ ἦταν ἀναγκαία ἡ συγκατάβαση καὶ κατάβαση στὸν κόσμο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ πάθος καὶ ὁ Σταυρὸς καὶ τὸ αἷμα καὶ ὁ θάνατος τοῦ ἀναμαρτήτου Ἰησοῦ, τότε μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε καθαρὰ πόσο εἶναι τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας.

Ἡ λέξη ἁμαρτία, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα ἁμαρτάνω, ποὺ σημαίνει ἀποτυγχάνω τοῦ σκοποῦ, ἀστοχῶ. Διότι, ἀκριβῶς, ἡ ὅποια ἁμαρτία, δηλαδὴ παράβαση τοῦ ἁγίου θελήματος τοῦ Δημιουργοῦ καὶ Λυτρωτῆ μας, συνιστᾶ μία ἀποτυχία τοῦ σκοποῦ δημιουργίας καὶ ὕπαρξής μας, ποὺ εἶναι νὰ καταστοῦμε «καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ», νὰ γίνουμε δηλαδὴ κατὰ Χάριν θεοί. Ὅλος ὁ πνευματικός μας ἀγώνας μέσα στὴν Ἐκκλησία, μὲ τὴν προσευχή, τὴν ἄσκηση, τὴ μετοχὴ στὰ Μυστήρια, ἐκεῖ ἀκριβῶς στοχεύει, πρέπει νὰ στοχεύει: Ὄχι δηλονότι νὰ γίνουμε ἁπλῶς καλοί, ἠθικοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ νὰ ἀποκαταστήσουμε, πάντοτε μὲ τὴ συνέργεια τῆς Θείας Χάρης, τὴ θεία εἰκόνα, ποὺ λάβαμε μέσα μας μὲ τὴν πλάση, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνάπλασή μας στὰ Μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος καὶ Χρίσματος, καὶ νὰ ἀξιωθοῦμε μὲ πολὺ ἀγώνα καὶ ταπείνωση, νὰ γίνουμε, ὅσο ἐνδέχεται στὴν ἀνθρώπινη φύση, ὅμοιοι μὲ τὸν Θεό! Καὶ ἐπειδὴ ἁμαρτάνοντας, ἐν γνώσει ἢ ἐν ἀγνοίᾳ, σκοτίζουμε τούτη τὴ θεία εἰκόνα μέσα μας καὶ λυποῦμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μας, Αὐτός, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ «ἔλθωμεν εἰς ἑαυτούς», νὰ ταπεινωθοῦμε καὶ νὰ μετανοήσουμε, ἐπιτρέπει, ὡς ἄλλη ἔκφραση τῆς Πατρικῆς του ἀγάπης καὶ Πρόνοιας γιὰ τὴ σωτηρία μας, νὰ μᾶς βροῦν ἀρρώστειες, θλίψεις, συμφορές, εἴτε ἐμᾶς τοὺς ἰδίους, εἴτε τοὺς συγγενεῖς μας, εἴτε καὶ τὸν τόπο καὶ τὸ ἔθνος μας. «Οὐδὲν ἀπρονόητον», λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅλα, ὅσα μᾶς συμβαίνουν, εἶναι μέσα στὴν Πρόνοια, τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Φθάνει ἐμεῖς νὰ «πιάνουμε» τὰ μηνύματα, νὰ ἔχουμε «ὀφθαλμοὺς τοῦ βλέπειν καὶ ὦτα τοῦ ἀκούειν», ὅπως λέγει ὁ Χριστός μας.

Καὶ ἡ ἀρρώστεια, ποὺ εἶναι μεταπτωτικὸ φαινόμενο, δηλαδὴ παρουσιάστηκε στὸν κόσμο μετὰ τὴν πτώση καὶ ἔξωση τῶν Πρωτοπλάστων ἀπὸ τὸν Παράδεισο, ἀποτελεῖ ὄργανο στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία μας. Πολλὲς φορὲς λοιπὸν ἡ ἀσθένεια εἶναι ἡ ἀναπόδραστη συνέπεια τῆς ἁμαρτωλῆς μας ζωῆς. Τί ψάλλουμε στὸ ὡραῖο ἐκεῖνο τροπάριο τῆς Παράκλησης στὴν Παναγία μας; «Ἀπὸ τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν, ἀσθενεῖ τὸ σῶμα, ἀσθενεῖ μου καὶ ἡ ψυχή». Ἄλλοτε ὅμως ἡ ἀσθένεια ὀφείλεται σὲ αἴτια καθαρὰ φυσικά, προερχόμενα ἀπὸ τὴν ἀπροσεξία καὶ ἀμέλειά μας. Κι ἄλλοτε, ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς νὰ δοκιμαστεῖ ὁ ἄνθρωπος στὸ κρεββάτι τοῦ πόνου «ὡς χρυσὸς ἐν χωνευτηρίῳ», γιὰ νὰ φανεῖ ἡ πίστη καὶ ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἀρετή του, καὶ νὰ λάβει ἔτσι λαμπρότερο στεφάνι στὴν οὐράνια βασιλεία. Πόσοι ἄνθρωποι δὲν σώθηκαν, ἢ ἀκόμη καὶ δὲν ἁγίασαν, μέσῳ μιᾶς ἐπώδυνης ἀσθένειας; Ἂς θυμηθοῦμε, γιὰ παράδειγμα, τοὺς σύγχρονους μεγάλους Γέροντες καὶ ὁσίους πατέρες, τὸν ὅσιο Νικηφόρο τὸν λεπρό, ἀλλὰ καὶ τὸν ὅσιο Πορφύριο τὸν Καυσοκαλυβίτη, τὸν ὅσιο Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη,  Ἰάκωβο τὸν Τσαλίκη καὶ Σωφρόνιο στὸ Ἔσσεξ τῆς Ἀγγλίας, ποὺ τελειώθηκαν μὲ καρκίνο καὶ ποικίλες ἄλλες μεγάλες ἀσθένειες.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀσφαλῶς στὶς ἀσθένειές μας θὰ προστρέξουμε καὶ στοὺς ἰατροὺς καὶ στὴ βοήθεια τῆς ἐπιστήμης. Οὐδέποτε ὅμως, σὲ ὅποια ἀσθένεια καὶ δοκιμασία, νὰ λησμονοῦμε τὸν ἀληθινὸ Ἰατρὸ ψυχῶν καὶ σωμάτων, ὁ Ὁποῖος γιὰ ὅλα καὶ ὅλους προνοεῖ, ὅπως εἴπαμε, καὶ ζητεῖ μὲ κάθε τρόπο τὴν ψυχική μας θεραπεία, τὴ σωτηρία τῆς ἀθάνατης ψυχῆς μας. Νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ ζοῦμε καθημερινὰ μὲ μετάνοια καὶ ταπείνωση καὶ ἀγάπη, τηρώντας τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε τῆς καθαρότητας τῆς ψυχῆς μας καὶ τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων. Ἀμήν!

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ: Βίος καὶ μαρτύριο τῶν ἁγίων μαρτύρων Τιμοθέου καὶ Μαύρας (3 Μαΐου)

Ἅγιοι Τιμόθεος καὶ Μαῦρα. Τοιχογραφία στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίας Μαύρας στὸ Κοιλάνι.

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ἅγιοι Τιμόθεος καὶ Μαῦρα. Φορητὴ εἰκόνα στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίων Τιμοθέου καὶ Μαύρας στὰ Καλλιάνα.

Οἱ ἅγιοι Τιμόθεος καὶ Μαύρα, τὸ εὐλογημένο ζεῦγος τοῦ Χριστοῦ, οἱ μεγαλώνυμοι καὶ πανθαύμαστοι μάρτυρες, ἔζησαν κατὰ τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 3ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰώνα. Κατάγονταν ἀπὸ ἕνα μικρὸ χωριὸ τῆς ἐπαρχίας τῆς Θηβαΐδας στὴν Αἴγυπτο, ποὺ λεγόταν Παναπέων.

Ὁ ἅγιος Τιμόθεος ξεχώριζε ἀπὸ τοὺς ἄλλους συμπολίτες του γιὰ τὴ μεγάλη εὐλάβειά του στὸν Θεὸ καὶ τὴν ἐπίδοση στὰ ἱερὰ γράμματα. Ἐμπνεόμενος ἀπὸ ἱεραποστολικὴ διάθεση, διάβαζε στοὺς χωριανούς του τὰ ἱερὰ βιβλία ποὺ εἶχε, στὸ σπίτι του ἢ στὴν ἐκκλησία, καὶ ξεδιψοῦσε ἔτσι τὶς ψυχές τους μὲ τὸ ἀθάνατο νερὸ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἐπιβραβεύοντας τὸν ζῆλο του τοῦτο ὁ ἐπίσκοπος τῆς Θηβαΐδας, τὸν χειροθέτησε ἀναγνώστη. Ὅμως, ἀντὶ τοῦ ἱερατικοῦ σταδίου, ποὺ διαφαινόταν πὼς ὁ νεαρὸς Τιμόθεος θὰ ἀκολουθοῦσε, ἡ Θεία Πρόνοια τὸν ἑτοίμαζε γιὰ ἕνα ἄλλο, ὑψηλὸ καὶ θαυμαστό, τὸ στάδιο τοῦ διὰ Χριστὸν μαρτυρίου.

Βρισκόμαστε στὴν περίοδο τοῦ τελευταίου μεγάλου διωγμοῦ κατὰ τῶν χριστιανῶν, ποὺ κήρυξαν στὴν ἀνατολικὴ ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία οἱ αἱμοβόροι εἰδωλολάτρες αὐτοκράτορες Διοκλητιανὸς καὶ Γαλέριος στὶς 23 Φεβρουαρίου τοῦ 303. Ἐκεῖνο ἀκριβῶς τὸν καιρό, ὁ Τιμόθεος εἶχε νυμφευθεῖ τὴ Μαύρα, καὶ ὅλοι χαίρονταν γιὰ τὸν ἁρμονικὸ αὐτὸ γάμο. Μόνο κάποιοι φθονεροὶ συγχωριανοί τους, λατρευτὲς τῶν εἰδώλων, λυπήθηκαν γιὰ τὴ χαρὰ τοῦ πιστοῦ τούτου ζεύγους καί, ἐνῶ δὲν εἶχαν περάσει εἴκοσι μέρες ἀπὸ τὸν γάμο τους, διέβαλαν στὸν εἰδωλολάτρη ἡγεμόνα τῆς Θηβαΐδας Ἀρριανὸ τὸν Τιμόθεο, ὡς διδάσκαλο τῶν χριστιανῶν. Ὁ Ἀρριανὸς διέταξε τὸν ἅγιο Τιμόθεο νὰ παρουσιασθεῖ ἐνώπιόν του.

Ἅγιοι Τιμόθεος καὶ Μαῦρα. Τοιχογραφία στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίας Μαύρας στὸ Κοιλάνι.

Ἀνακρίνοντας τὸν μάρτυρα, ὁ τύραννος τοῦ ζήτησε νὰ τοῦ παραδώσει τὰ ἱερὰ ἐκεῖνα βιβλία, μὲ τὰ ὁποῖα δίδασκε τοὺς χριστιανούς, μὲ σκοπὸ νὰ τὰ καταστρέψει. Κι ὁ Τιμόθεος τοῦ ἀπάντησε: «Τὰ βιβλία αὐτὰ εἶναι σὰν παιδιὰ δικά μου. Αὐτὰ μὲ στηρίζουν κι ἐμένα καὶ τοὺς ἄλλους στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Κι ὅπως κανένας ἀληθινὸς πατέρας δὲν παραδίδει θεληματικὰ τὰ παιδιά του στὸν θάνατο, ἔτσι κι ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ παραδώσω τὰ ἅγια βιβλία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ νὰ τὰ κάψεις». Μετὰ τὴν ἀτρόμητη αὐτὴ ὁμολογία του, ὁ Τιμόθεος ὑποβλήθηκε σὲ σκληρὰ βασανιστήρια. Πρῶτα τοῦ πέρασαν ἀπὸ τὰ αὐτιὰ πυρακτωμένες σιδερένιες σοῦβλες. Ἀπὸ τὴ βία τῆς καύσης, οἱ βολβοὶ τῶν ματιῶν του διαλύθηκαν καὶ χύθηκαν στὴ γῆ. Καὶ στὴ συνέχεια, ὁ ἀνυποχώρητος μάρτυρας προσδέθηκε σὲ τροχὸ γεμάτο κοφτερὰ μαχαίρια, γιὰ νὰ κατακοπεῖ. Ἡ χάρη ὅμως τοῦ Κυρίου, γιὰ τὸν Ὁποῖο ὁ Τιμόθεος ὑφίστατο τὶς πανώδυνες ἐκεῖνες δοκιμασίες, σταμάτησε ἀπότομα τὴν κίνηση τοῦ βασανιστηρίου ἐκείνου τροχοῦ, ἀπελευθέρωσε τὸν μάρτυρα καὶ θεράπευσε συνάμα κάθε πληγὴ ἀπὸ τὸ πολύαθλο σῶμα του. Ὕστερα ὁ Τιμόθεος ρίχθηκε στὴ φυλακή.

Τὴν ἑπομένη, ὁ τύραννος πρόσταξε καὶ ὁδήγησαν τὴ Μαῦρα ἐνώπιόν του, τὴν ὁποία ἀνάγκασε μὲ ἀπειλὲς νὰ πάει στὴ φυλακὴ καὶ νὰ πείσει τὸν σύζυγό της νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Μὲ τὶς παραινέσεις ὅμως τοῦ μάρτυρος ἡ Μαύρα ὁμολόγησε κι ἐκείνη θαρραλέα τὴν πίστη της στὸν Χριστὸ ἐνώπιον τοῦ Ἀρριανοῦ, γιὰ νὰ ὑποβληθεῖ στὴ συνέχεια σὲ ποικίλα βασανιστήρια, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων δοξολογοῦσε τὸν Θεό. Ἀρχικὰ τὶς ξερρίζωσαν τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς καὶ στὴ συνέχεια τῆς ἔκοψαν ὅλα τὰ δάκτυλα. Κατόπιν τὴ βύθισαν μέσα σὲ ἕνα λέβητα (καζάνι) μὲ καυτὸ νερό. Ἀλλ᾽ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τὴ διαφύλαξε ἀβλαβή, σὲ σημεῖο ποὺ ἀπόρησε ὁ ἡγεμόνας. Κι ὅταν αὐτός, γιὰ νὰ διαπιστώσει ἂν πράγματι ἔκαιγε τὸ νερό, ζήτησε ἀπὸ τὴ μάρτυρα νὰ τοῦ ρίξει λίγο ἀπὸ αὐτό, τότε ἀμέσως διαλύθηκε τὸ δέρμα του! Ὁ ἀνηλεής τύραννος, ὀργισμένος ποὺ δὲν πέτυχε νὰ κάνει τοὺς ἁγίους νὰ ἀλλαξοπιστήσουν μετὰ ἀπὸ τόσα βάσανα, πρόσταξε στὸ τέλος νὰ τοὺς σταυρώσουν, μάλιστα τὸν ἕνα ἀπέναντι ἀπὸ τὸν ἄλλο, γιὰ νὰ ὑποστοῦν διπλὸ καὶ πολλαπλὸ πόνο.

Ἅγιοι Τιμόθεος καὶ Μαῦρα. Τοιχογραφία στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίας Μαύρας στὸ Κοιλάνι.

Ἐννέα ἡμέρες παρέμειναν ζωντανοὶ οἱ μάρτυρες ἐπάνω στὸν σταυρό τους, ἀναδεικνύμενοι στὴν ἐντέλεια μιμητὲς τοῦ Πάθους τοῦ Ἐσταυρωμένου Δεσπότου Χριστοῦ. Ἀλλὰ καὶ τότε ὁ διάβολος, φθονώντας τὴν ὑπομονὴ καὶ δόξα τῶν ἁγίων, δὲν ἔπαυσε νὰ τοὺς πειράζει. Παρουσιάσθηκε στὴ Μαύρα σὰν σὲ ἔκσταση, προσφέροντάς της ἕνα ποτήρι γεμάτο μὲ μέλι καὶ γάλα, καὶ τὴν παρότρυνε νὰ τὸ πιεῖ, γιὰ νὰ μὴ φλογίζεται ἀπὸ τὴ δίψα. Φωτισμένη ἡ ἁγία ἀπὸ τὸν Θεό, γνώρισε τὴ σατανικὴ παγίδα καί, μὲ τὴν προσευχή της, ἀποδίωξε τὸν διάβολο. Ἀλλ᾽ αὐτός, κατὰ παραχώρηση Θεοῦ, χρησιμοποίησε καὶ ἄλλο τέχνασμα. Φάνηκε στὴν ἁγία πὼς τὴ μετέφερε σ᾽ ἕνα ποτάμι στὸ ὁποῖο ἔρρεε μέλι καὶ γάλα καὶ τῆς πρότεινε νὰ πιεῖ γιὰ νὰ ξεδιψάσει. Ἐκείνη ὅμως ἡ στερρόψυχη τοῦ ἀποκρίθηκε: «Δὲν πρόκειται νὰ πιῶ ἀπ᾽ αὐτά. Θὰ πιῶ μόνο ἀπὸ τὸ οὐράνιο ποτήριο, ποὺ μοῦ πρόσφερε ὁ Χριστός». Ἔτσι, ὁ διάβολος ἀναχώρησε νικημένος καὶ καταντροπιασμένος.

Τότε, ἀνταμείβοντας ὁ Θεὸς τὴν ἀνδρεία της καὶ ἐνισχύοντάς την νὰ ὑπομείνει ἕως τέλους τὸ μαρτύριο, τῆς ἔστειλε ἄγγελο, ὁ ὁποῖος τὴν πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι, τὴν ὁδήγησε στὸν οὐρανὸ καί, ἀφοῦ τῆς ἔδειξε ἕνα θρόνο μὲ μιὰ στολὴ λευκὴ ἐπάνω σ᾽ αὐτὸν καὶ ἕνα στεφάνι, τῆς εἶπε: «Αὐτὰ ἑτοιμάστηκαν γιὰ σένα». Στὴ συνέχεια, ἀφοῦ τὴν ὁδήγησε ἀκόμη ψηλότερα, τῆς ἔδειξε ἄλλο θρόνο καὶ στολὴ καὶ στεφάνι καὶ τῆς εἶπε: «Αὐτὰ προορίζονται γιὰ τὸν σύζυγό σου. Ἡ διαφορὰ τοῦ τόπου καὶ τῆς δόξας δηλώνει τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἄντρας σου ὑπῆρξε ἡ αἰτία τῆς σωτηρίας σου».

Μετὰ λοιπὸν τὶς ἐννέα ἡμέρες τοῦ φοβεροῦ ἐκείνου μαρτυρίου, παρέδωσαν οἱ ἅγιοι τὶς ψυχές τους στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, τὸν Ὁποῖο «ἠγάπησαν ἕως θανάτου», γιὰ νὰ λάβουν τὰ στέφη τῆς ὁμολογίας καὶ τοῦ μαρτυρίου. Τελειώθηκαν δὲ οἱ μάρτυρες στὶς 3 Μαΐου τοῦ ἔτους 304. Καὶ ὁ Δικαιοκρίτης Θεὸς τοὺς δόξασε στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανό.

Ἡ τιμὴ τῶν ἁγίων Τιμοθέου καὶ Μαύρας στὴν Κύπρο

Ἡ τιμὴ τῶν ἁγίων μαρτύρων Τιμοθέου καὶ Μαύρας, γιὰ τὸν θαυμαστὸ βίο, τὰ πολυποίκιλα μαρτύρια καὶ τὴ θαυματουργικὴ χάρη ποὺ ἐπάξια ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Δωρεοδότη Κύριο, ξαπλώθηκε μὲ τὸν χρόνο σὲ πολλὲς ἄλλες περιοχές, πέραν τῆς Αἰγύπτου. Ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ περίοδο οἱ ἅγιοι τιμήθηκαν καὶ στὴ νῆσο μας Κύπρο, μὲ τὴν ἀνέγερση ναῶν στὸ ὄνομά τους καὶ τὴν εἰκονογράφησή τους σὲ τοιχογραφίες καὶ φορητὲς εἰκόνες. Θὰ πρέπει πάντως νὰ σημειώσουμε πώς, παράλληλα μὲ τὴν τιμὴ τους στὴ μεγαλόνησο, τιμᾶται, ἀπὸ τὴν πρώιμη βυζαντινὴ περίοδο, καὶ μία ἄλλη ὁμώνυμη ἁγία Μαύρα, πιθανῶς τοπικὴ ὁσία.

Ἀπὸ τοὺς ναοὺς τῶν ἁγίων Τιμοθέου καὶ Μαύρας στὴν Κύπρο, ἀξιοσημείωτος εἶναι ἐκεῖνος κοντὰ στὸ χωριὸ Κοιλάνι τῆς Λεμεσοῦ, τοῦ 12ου αἰώνα, καθολικὸ ἐρειπωμένης σήμερα βυζαντινῆς μονῆς, ὅπου σώζονται καὶ ὡραῖες μεσαιωνικὲς τοιχογραφίες.

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Διοδώρου και Ροδοπιανού Διακόνου. Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Πέτρου του Θαυματουργού (3 Μαΐου)

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Διοδώρου και Pοδοπιανού Διακόνου

Pοδοπιανώ και Διοδώρω ρόδα,
Ή δώρα μάλλον ήσαν οι πλήκται λίθοι.

Oύτοι ήσαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει τβ΄ [302], διά δε την εις Xριστόν πίστιν υπέμειναν οι αοίδιμοι πολλάς ύβρεις και μάστιγας από τους εδικούς των συμπατριώτας, εις την εν Kαρία ευρισκομένην πόλιν Aφροδισίαν. Tελευταίον δε ελιθοβολήθηκαν από τους αυτούς, και ούτω παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού, παρά του οποίου έλαβον της αθλήσεως τους στεφάνους.


Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Πέτρου του Θαυματουργού

Pίψας τον εχθρόν εν θεάτρω τω βίω.
Ζωστήρα νίκης ζωννύη θανών Πέτρε.

Oύτος πατρίδα μεν είχε την Kωνσταντινούπολιν, εγεννήθη δε από γονείς θεοφιλείς, οίτινες ομού με όλην τους την φαμιλίαν, επρόκριναν να ζήσουν την μοναχικήν ζωήν. Όθεν επειδή οι μεγαλίτεροι αδελφοί του, ο Παύλος, λέγω, και ο Διονύσιος, έγιναν προτίτερα Mοναχοί, διά τούτο και ούτος ομού με τον μικρότερον αδελφόν του Πλάτωνα, έγιναν καλόγηροι, κατά μίμησιν και ζήλον εκείνων. Kαι τόσον εφιλονείκησεν ο μακάριος ούτος Πέτρος να υπερβή όλους τους συνομηλίκους του κατά τους αγώνας της ασκήσεως, ώστε οπού, όχι μόνον οι αδελφοί του, αλλά και όλοι οι άλλοι Mοναχοί εμεταχειρίσθηκαν αυτόν πρωτότυπον και παράδειγμα εις την αρετήν. Kαι όσα καλά ευρίσκοντο εις το υποκείμενόν του, εσπούδαζον να το μεταγράφουν και να το μορφόνουν και εκείνοι εις την εδικήν τους ζωήν. Όθεν και ο τότε Πατριάρχης Nικόλαος ο Iταλός, θαυμάζων και επαινών αυτόν διά την αρετήν και λογιότητά του, εσπούδαζε να τον τιμήση με Aρχιερωσύνην. O δε Πέτρος μη αρεσκόμενος εις εκείνα, οπού τότε εγίνοντο, δεν έστεργε τούτο. Όθεν ο Πατριάρχης εκατάπεισε τον τούτου αδελφόν Παύλον με παραινέσεις, και εχειροτόνησεν αυτόν Aρχιερέα της εν τω Mορέα Kορίνθου1. O δε Πέτρος ούτος φεύγωντας την βίαν του Πατριάρχου, κατέβη μαζί με τον Aρχιερέα αδελφόν του Παύλον εις την Kόρινθον, και εκεί διεπέρασεν εν ησυχία καιρόν πολύν. Aλλ’ όμως δεν εκέρδησε τον σκοπόν του έως τέλους. Eπειδή γαρ ο Aρχιερεύς του Άργους ετελεύτησε, διά τούτο επήγαν εις τον άγιον Kορίνθου οι Nαυπλοιώται και Aργίται Xριστιανοί, και παρεκάλουν αυτόν με πολλάς δεήσεις, διά να χειροτονήση εις αυτούς Aρχιερέα τον αδελφόν του τούτον Πέτρον. Όθεν ο Πέτρος αναγκαζόμενος, και μη συγκατανεύων εις τούτο, έφυγε και έλιπεν εις πολύν καιρόν.

Όταν δε επαναγύρισε, πάλιν ενώχλουν αυτόν περισσότερον, όθεν ολίγον κατ’ ολίγον συγκατανεύσας εις τα δάκρυά των, έλαβε την προεδρίαν. Aφ’ ου δε έγινεν Aρχιερεύς, πρώτον μεν, επιμελήθη διά την ευταξίαν των Iερέων και της Eκκλησίας. Δεύτερον δε, επιμελήθη και διά να έχη ο κάθε Iερεύς την ανήκουσαν εις αυτόν εφορίαν και προστασίαν των ψυχών. Tόσον δε πολλά άπλονε το χέρι του εις ελεημοσύνην ο τρισμακάριος, ώστε οπού, πολλαίς φοραίς δεν ακριβεύετο ουδέ αυτό το υποκάμισόν του, αλλά έδιδεν αυτό εις τους πένητας. Όθεν έτρεφε τους ορφανούς, εβοήθει εις τας χήρας, και εις όλους τους χρειαζομένους ιλαρώς ευκέρονε τον έλεον. Όθεν εις ένα καιρόν, οπού ηκολούθησε πείνα εις τον Mορέαν, ο Άγιος ούτος έθρεψε πολλάς μυριάδας λαού. Kαι επειδή, δίδοντος του Aγίου, ευκέρωσε το πιθάρι, και έμεινεν ολίγον αλεύρι εις αυτό, διά τούτο, ω του θαύματος! πάλιν το πιθάρι ευρέθη γεμάτον, και έφθασεν εις καιρόν αρκετόν, όχι μόνον διά τους ενδεείς και πτωχούς, αλλά και διά αυτούς ακόμη τους εδικούς του ανθρώπους.

Έργον και κατόρθωμα του Aγίου τούτου εστάθησαν αι απολυτρώσεις των σκλαβωμένων, από τας χείρας των δυναστών και στερεωτέρων. Oύτος ιάτρευσε και μίαν παρθένον δαιμονισμένην. Oύτος προείπεν αινιγματωδώς ένα πάθος, οπού έμελλε να ακολουθήση εις όλην την Πελοπόννησον. Aυτός επρογνώρισε και το τέλος της ζωής του. Όθεν αφ’ ου έγινε χρόνων εβδομήκοντα, και αφ’ ου έχυσε μυρίους ιδρώτας διά την κατόρθωσιν της αρετής, αφήκε την μακαρίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού. Aλλά και μετά θάνατον φανεράν παρασταίνει εις το άγιόν του λείψανον την ενέργειαν της χάριτος του Aγίου Πνεύματος. Προχέει γαρ εκ τούτου μύρα ευωδέστατα, και δαίμονας διώκει, και ασθενείας διαφόρους ιατρεύει, και με αυτά όλα, καθαρώς φανερόνοι την μακαριότητα και δόξαν, οπού έλαβεν εις τους Oυρανούς ο αοίδιμος2.

Σημειώσεις

1. O Παύλος ούτος φαίνεται να ήναι ο ίδιος εκείνος, οπού εορτάζεται κατά την εικοστήν εβδόμην του Mαρτίου.

2. Σημείωσαι, ότι ο Πέτρος ούτος, φαίνεται να ήναι ο ίδιος εκείνος, οπού εορτάζεται κατά την τρίτην του Iαννουαρίου, όστις και σημειοφόρος εκεί καλείται.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ὁσίων Βαρνάβα καὶ Ἱλαρίωνος τῆς κοινότητος Περιστερώνας, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (26.05.2024).

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ᾽Ανάγνωσμα
13: 7 – 16

Ἀδελφοί, μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν. ᾽Ιησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτός, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε· καλὸν γὰρ χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν, οὐ βρώμασιν, ἐν οἷς οὐκ ὠφελήθησαν οἱ περιπατοῦντες. Ἔχομεν θυσιαστήριον ἐξ οὗ φαγεῖν οὐκ ἔχουσιν ἐξουσίαν οἱ τῇ σκηνῇ λατρεύοντες΄ ὧν γὰρ εἰσφέρεται ζῴων τὸ αἷμα περὶ ἁμαρτίας εἰς τὰ ἅγια διὰ τοῦ ἀρχιερέως, τούτων τὰ σώματα κατακαίεται ἔξω τῆς παρεμβολῆς. Διὸ καὶ ᾽Ιησοῦς, ἵνα ἁγιάσῃ διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος τὸν λαόν, ἔξω τῆς πύλης ἔπαθεν. Τοίνυν ἐξερχώμεθα πρὸς αὐτὸν ἔξω τῆς παρεμβολῆς, τὸν ὀνειδισμὸν αὐτοῦ φέροντες· οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν. Δι᾽ αὐτοῦ οὖν ἀναφέρωμεν θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ᾽ ἔστιν καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. Τῆς δὲ εὐποιΐας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε, τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
5: 14 – 19

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. οὕτως λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσιν τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτως τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ’ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μόρφου Νεόφυτος: Ἡ τόλμη τῶν Μυροφόρων καὶ τῶν χριστιανῶν σήμερα (26.4.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Παναγίας Θεοτόκου τῆς «Ἀπολυτρώσεως τῶν Ἐξηρτημένων» τῆς κοινότητος Κανναβιῶν-Ἁγίας Εἰρήνης τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (26. 04. 2026).

Τὸ Ἀπολυτίκιον τῶν Μυροφόρων ψάλλει ὁ ἄρχων πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου καί, τὸ «Ὁ Ἄγγελος ἐβόα τῇ Κεχαριτωμένῃ·» ὁ ἱεροψάλτης κ. Παντελὴς Μαντζούρης (ἠχητικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴ Θ. Λειτουργία 26. 04. 2026).

Χειροτονητήριοι Λόγοι κατὰ τὴν εἰς διάκονον χειροτονία τοῦ κ. Χρήστου Εὐτυχίου (23.4.2026)

Χειροτονητήριος λόγος διακόνου π. Χρήστου Εὐτυχίου καὶ  προσφώνηση Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴν εἰς διάκονον χειροτονία τοῦ κ. Χρήστου Εὐτυχίου, ποὺ  τελέσθηκε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς  ἀρχιερατικῆς Θείας Λειτουργίας τῆς ἑορτῆς  τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου στὸν ὁμώνυμο πανηγυρίζοντα ἱερὸ ναὸ τῆς κοινότητος Καμιναριῶν τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (23.04.2026).

Ψάλλει ὁ ἄρχων πρωτοψάλτης τῆς Ἱ. Μ. Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου καὶ χορὸς ἱεροψαλτῶν (ἠχητικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴ Θ. Λειτουργία, 23.04.2026).