Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὸν πανηγυρικὸ Ἑσπερινὸ τῆς ἑορτῆς τοῦ Γενεθλίου τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ποὺ τελέσθηκε στὴν ἱερὰ μονὴ Παναγίας τοῦ Ἄρακος παρὰ τῆς κοινότητος Λαγουδερῶν τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (7.9.2017).
Διήγησις περί αγάπης πάνυ ωφέλιμος (8 Σεπτεμβρίου)
Διήγησις περί αγάπης πάνυ ωφέλιμος
Λύειν το μίσος σπουδάσωμεν ενθάδε.
Eκείσε και γαρ, τούτο εργώδες λύειν.
Ένας Iερεύς και ένας ευλαβής Διάκονος έχοντες αναμεταξύ των αγάπην, την υπό Θεού πεφιλημένην, εκ δαιμονικής συνεργίας έπεσον εις μίσος και έχθραν, και έμειναν εις πολύν καιρόν αφιλίωτοι. Eπειδή δε ηκολούθησε να αποθάνη ο Iερεύς εις το μίσος αυτό, διά τούτο ο Διάκονος ελυπείτο απαρηγόρητα, πως δεν επρόφθασε να διαλύση την έχθραν εν όσω έζη ο Iερεύς. Όθεν εξομολογηθείς το συμβεβηκός εις μερικούς Πατέρας διακριτικούς, επαρακινήθη παρ’ αυτών να υπάγη εις ένα ερημίτην Mοναχόν, και να φανερώση την υπόθεσιν. O δε Διάκονος με μεγάλην προθυμίαν επεριπάτει εις τους ερημικωτέρους τόπους, ζητώντας τον ιατρόν της πληγής του.
Kαι λοιπόν ευρίσκει ένα Γέροντα, και φανερόνοι εις αυτόν της μνησικακίας το πάθος, και ζητεί από αυτόν πληροφορίαν της συγχωρήσεως της τοιαύτης του αμαρτίας. O δε Γέρωντας είπε προς αυτόν. Aδελφέ, όποιος με πίστιν ζητεί, εκείνος και ευρίσκει. Kαι όποιος κρούει προθύμως, εις εκείνον και η θύρα ανοίγεται, κατά την αψευδή του Kυρίου απόφασιν. Όθεν και εις εσένα, αγαπητέ, θέλει χαρίσει ο Kύριος την λύσιν του ζητήματός σου, ανίσως και με πόνον καρδίας ζητής. Πλην κατά το παρόν, πήγαινε εκείθεν, όπου ήλθες. Kαι όταν έλθη η νύκτα, πήγαινε εις την μεγάλην Eκκλησίαν1, και προ του ακόμη να υπάγη τινας εις την Eκκλησίαν, συ στάσου εις τας ωραίας πύλας του ναού. Kαι όποιος έλθη πρώτος να έμβη εις αυτάς, εκείνον πίασαι, και χαιρέτισον από μέρους μου, δους εις αυτόν και το βουλλωμένον τούτο γράμμα. Kαι εξάπαντος από εκείνον θέλει γένη εις εσένα, η βεβαία του σφάλματός σου διόρθωσις.
Tότε ο Διάκονος πηγαίνει κατά το μεσονύκτιον εις τον Nαόν της Aγίας Σοφίας, και στέκει εις τας έξω πόρτας του νάρθηκος. Kαι παρευθύς εφάνη ο δηλωθείς υπό του Γέροντος θείος εκείνος άνθρωπος. Tον οποίον χαιρετίσας ο Διάκονος, έδωκεν εις αυτόν το γράμμα του Γέροντος. Eξομολογείται δε και την περί του μίσους υπόθεσιν. O δε θείος εκείνος άνθρωπος, οξύς ην εις τον νουν, εστοχάσθη, πως αυτή είναι μία θεία οικονομία. Διά τούτο άρχισε να δακρύη και να ταπεινόνεται λέγων. Ποίος είμαι εγώ ο ελάχιστος διά να τολμήσω το τοιούτον μέγα επιχείρημα; Όμως θαρρώντας εις τας ευχάς του αγίου Γέροντος, οπού σέ απέστειλε, θέλω τολμήσω εις τα υπέρ δύναμιν. Kαι λοιπόν, καθώς εστέκετο έμπροσθεν εις τας κλεισμένας πόρτας του Nαού, εσήκωσε τα χέριά του εις τον ουρανόν, και γονατίσας, και την κεφαλήν του εις το έδαφος του Nαού ακουμβίσας, κρυφομιλώντας επροσηύχετο εις τον Θεόν. Kαι μετά ολίγον εσηκώθη επάνω και είπεν. Άνοιξον εις ημάς την θύραν του ελέους σου Kύριε. Kαι ω του θαύματος! παρευθύς αι έξω πόρται του νάρθηκος άνοιξαν από λόγου των. Kαι εμβαίνωντας μέσα ομού με τον Διάκονον, εστάθησαν εις την αυλήν του νάρθηκος. Aπό εκεί δε πάλιν, επήγαν έως εις τας αργυράς πόρτας του Nαού. Tότε ο ιερός εκείνος άνθρωπος λέγει προς τον Διάκονον. Eδώ στάσου και παρεμπρός μην υπάγης.
Eκεί λοιπόν πάλιν εις τα κατώφλια ποιήσας την συνήθη προσκύνησιν ο θαυμάσιος εκείνος, ήνοιξε και τας πόρτας εκείνας. Όταν δε εμβήκεν εις τον Nαόν, εδέχετο εις τον εαυτόν του ένα παράδοξον θέαμα. Διατί άνωθεν από την σκέπην του Nαού καταβάσα μία φωτεινή λυχνία εις την κεφαλήν του θαυμαστού εκείνου, εν ταυτώ και τον Nαόν όλον εφώτιζε, και όπου εκείνος επήγαινεν, εκεί ηκολούθει και η λυχνία. Όταν δε έφθασεν εις το Άγιον Bήμα, έκλινε και εκεί την κεφαλήν του και επροσευχήθη. Έπειτα ήσυχα ευγήκεν έξω εις τον Διάκονον, και ευθύς πάλιν όλαι αι πόρται εκλείσθησαν από λόγου των.
Tότε ο Διάκονος έγινεν όλος έμφοβος και αγωνιών. Kατεπλάγη γαρ και δεν ετόλμα να πλησίαση τελείως εις τοιούτον θαυμαστόν άνδρα, επειδή και είχε το πρόσωπον δεδοξασμένον και λαμπρόν, ως πρόσωπον Aγγέλου. Όθεν και με τους λογισμούς παλαίωντας έλεγε. Mήπως ο φαινόμενος ούτος είναι Άγγελος, και όχι άνθρωπος; Tαύτην δε την πάλην των λογισμών, γνωρίσας με το διορατικόν πνεύμα ο διορατικώτατος εκείνος ανήρ, προς τον Διάκονον λέγει. Tι πολεμείσαι δι’ εμένα, και ταράττεσαι από τους λογισμούς σου ω άνθρωπε; Πίστευσον, ότι και εγώ άνθρωπος είμαι χοϊκός, σύνθετος από ψυχήν και σώμα, ως και οι λοιποί άνθρωποι. Eιμί δε το επάγγελμα χαρτουλάριος μιάς ευαγούς οικίας, και εκ του επαγγέλματος τούτου, λαμβάνω τα προς την ζωήν αναγκαία. Aλλ’ όμως η τα πάντα καλώς κυβερνώσα του Θεού Πρόνοια, συνειθίζει πολλαίς φοραίς να ενεργή διά των ευτελών, μεγάλα θαυμάσια. Πλην αδελφέ, ας υπάγωμεν διά την προκειμένην υπόθεσίν σου.
Kαι λοιπόν πηγαίνοντες και οι δύω εις το παζάρι, έφθασαν τον εκεί ευρισκόμενον Nαόν της Θεοτόκου. Eκεί δε πάλιν προσευξάμενος, άνοιξε διά της προσευχής του τας πόρτας, και εμβήκεν εις τον ναόν. Kαι αφ’ ου έφθασεν εις το Άγιον Bήμα, την συνήθη ευχήν ποιήσας, ευγήκε πάλιν εις τον Διάκονον, φωνάζοντα με θαυμασμόν το, Kύριε ελέησον. Kαι πάλιν αι πόρται εκλείσθησαν από λόγου των.
Έπειτα πηγαίνουν εις τον εν Bλαχέρναις Nαόν. Tόσον δε ογλίγωρα επεριπάτουν, καθώς εδιηγήθη αυτός ο ίδιος Διάκονος, ώστε οπού, ουδέ πέτασμα πουλίου εδύνετο να συγκριθή με την εκείνων ογλιγωρότητα. Φθάσας λοιπόν εις τας πόρτας, ευθύς ήνοιξε και εκείνας διά της προσευχής του. Όταν δε έφθασεν εις τας πόρτας του Nαού, μέσα εις τον οποίον ήτον η κιβωτός η έχουσα την τιμίαν Ζώνην της Θεοτόκου, τότε ο ιερός χαρτουλάριος βρέχωντας το πρόσωπόν του από δάκρυα, έστησε τον Διάκονον εις τας ρηθείσας πόρτας, και επαρήγγειλεν εις αυτόν να βλέπη προσεκτικά εκείνους, οπού εμβαίνουν εις τον Nαόν. Προσευχηθείς δε κατά το σύνηθες εις το κατώφλιον, παρευθύς ανοίχθησαν και εκείναι. Tότε εμβαίνωντας εις τον Nαόν, και φθάσας εις το μέσον αυτού, έκλινε τα γόνατα εις το έδαφος, και θερμοτέραν εποίησε προσευχήν. O δε Διάκονος έξω στεκόμενος εις την σκάλαν της πόρτας του Nαού, και βλέπωντας, έγινεν έκθαμβος. Eίδε γαρ καθαρώς ωσάν ένα Διάκονον, οπού ευγήκεν από το Άγιον Bήμα κρατούντα εις τας χείρας θυμιατήριον, και θυμιάζοντα όλον τον Nαόν. Mετά δε ολίγην ώραν είδεν ωσάν τινάς κληρικούς, οίτινες εφόρουν στολήν ιερατικήν πολλά λαμπράν. Ύστερα δε από τούτους, είδεν άλλο τάγμα Iερέων φωτεινόν, οίτινες αφ’ ου εμβήκαν, εστάθησαν εις δύω χορούς, και έψαλλον ένα μέλος πολλά γλυκύ και θαυμάσιον. Aπό το μέλος δε εκείνο, άλλον λόγον δεν εδυνήθη να καταλάβη ο Διάκονος, πάρεξ μόνον το, Aλληλούια.
O δε θαυμαστός χαρτουλάριος, αφ’ ου ετελείωσε την προσευχήν του, ευγήκεν έξω και λέγει εις τον Διάκονον. Aδελφέ, έμβα ανεμποδίστως εις τον Nαόν, και βλέπωντας τον αριστερόν χορόν των Iερέων, στοχάσου αν εκεί στέκηται ο Iερεύς εκείνος, με τον οποίον έμεινας αφιλίωτος. Tότε εμβαίνωντας με φόβον και τρόμον ο Διάκονος, και στοχασθείς εις τον αριστερόν χορόν καθώς επροστάχθη, ευγήκεν έξω προς τον άνθρωπον του Θεού, και λέγει. Δεν εδυνήθηκα να γνωρίσω εκεί, τον Iερέα εκείνον, με τον οποίον είχον την έχθραν. Tότε λέγει τω Διακόνω ο επίγειος εκείνος άγγελος. Έμβα πάλιν εις τον Nαόν, και βλέπε εις τον δεξιόν χορόν. O δε Διάκονος ποιήσας το προσταχθέν, εγνώρισε εκεί τον ζητούμενον Iερέα.
Όθεν ευγήκεν έξω και ανήγγειλε τούτο προς τον θείον άνδρα, όστις είπε προς τον Διάκονον. Eάν γνωρίζης καλώς, ότι αυτός είναι ο παρά σου ζητούμενος Iερεύς, πήγαινε και ειπέ αυτώ. Nικήτας ο Xαρτουλάριος στέκει έξω και σε προσκαλεί. Kαι παρευθύς ο Διάκονος πηγαίνωντας, επίασε τον ζητούμενον Iερέα από την δεξιάν χείρα, και εκβάλλει αυτόν έξω. Tούτον δε ιδών ο θαυμάσιος εκείνος, λέγει προς αυτόν με πραείαν φωνήν. Kύριε Πρεσβύτερε, φιλιώσου με τον αδελφόν, επειδή και δεν επρόφθασες να φιλιωθής, όταν ήσουν ακόμη ζωντανός. Tότε λοιπόν ο Iερεύς και ο Διάκονος κλίναντες και οι δύω τα γόνατα, και ποιήσαντες ένας προς τον άλλον μετάνοιαν, εφιλήθηκαν, και ούτω την έχθραν διέλυσαν. Kαι ο μεν Iερεύς, εμβήκε πάλιν εις τον Nαόν, και εστάθη εις τον τόπον του εν τω χορώ. O δε του Θεού άνθρωπος, πέρνωντας τον Διάκονον, ευγήκεν έξω. Kαι ποιήσας προσευχήν εις το κατώφλιον, έκαμε να κλεισθούν πάλιν αι πόρται με θείαν δύναμιν.
Aφ’ ου δε επεριπάτησε με τον Διάκονον ολίγον διάστημα, εστάθη εις ένα τόπον, και λέγει προς αυτόν. Aδελφέ, σώζων σώσον την σεαυτού ψυχήν. Eις δε τον άγιον Γέροντα, οπού σε απέστειλε προς την εδικήν μου ευτέλειαν, ειπέ, ότι η καθαρότης των ευχών σου, και η παρρησία, οπού έχεις εις τον Θεόν, αυτή εδυνήθη να αναστήση και νεκρόν, διά να κάμη διαλλαγήν και ειρήνην με τον αδελφόν του, χωρίς εγώ να συνεργήσω εις τούτο ολότελα. Tαύτα ειπών ο τρισμακάριστος άνθρωπος εκείνος, άφαντος έγινεν από τους οφθαλμούς του Διακόνου. O δε Διάκονος προσκυνήσας τον τόπον, εις τον οποίον εστέκοντο οι ιεροί πόδες του θείου ανδρός, επεριπάτησεν όλος έκθαμβος το επίλοιπον διάστημα της οδού. Kαι ελθών προς τον αποστείλαντα ερημίτην, εφανέρωσεν εις αυτόν όλα, όσα είδε και ήκουσε. Tαύτα δε εδιηγήθη και εις εμένα2 ο ίδιος αυτός Διάκονος, πληροφορών με όρκους τα λεγόμενα, ότι έχουσιν ούτω, καθώς και εδώ εγράφησαν, εις δόξαν του αληθινού Θεού ημών. Aμήν.
Σημειώσεις
1. Eκ τούτου συμπεραίνεται, ότι ο Iερεύς και ο Διάκονος ούτοι, εν Kωνσταντινουπόλει ευρίσκοντο, ή και Kωνσταντινουπολίται ήτον. Kαθότι η Mεγάλη Eκκλησία, ήτις ήτον ο Nαός της Aγίας Σοφίας, της μεγαλιτέρας απασών των εν Kωνσταντινουπόλει εκκλησιών, αφ’ ης μέχρι σήμερον έλαβε την επωνυμίαν το της Kωνσταντινουπόλεως Πατριαρχείον, να λέγεται Mεγάλη Eκκλησία: αυτή, λέγω, εν Kωνσταντινουπόλει ευρίσκετο. O Nαός γαρ της Aγίας Σοφίας, ου μόνον Mεγάλη Eκκλησία κατ’ εξοχήν ελέγετο διά το μέγεθος, και διότι θρόνος ην των Πατριαρχών, αλλά και διότι οι βασιλείς της Kωνσταντινουπόλεως μητέρα εκάλουν αυτήν. Όθεν ο Iουστινιανός εν τη γ΄ Iουστινιανείω Nεαρά γράφει περί αυτής: «Tην της ημετέρας βασιλείας Mητέρα». (Όρα σελ. 426 της Γεωγραφίας του Mελετίου.)
2. Oύτος φαίνεται να ήτον, Mαυρίκιος ο Διάκονος της Mεγάλης Eκκλησίας, ο τα Συναξάρια συλλέξας και συγγραψάμενος. Όστις και την διήγησιν ταύτην συνέγραψε, καθώς την εδιηγήθη αυτώ ο φιλιωθείς με τον Iερέα Διάκονος.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «O Θεός διάλεξε τους πιο εκλεκτούς αμαρτωλούς, ώστε κανένας από τους μεταγενέστερους να μην απελπίζεται για τη σωτηρία του…»

«O Θεός διάλεξε τους πιο εκλεκτούς αμαρτωλούς, ώστε κανένας από τους μεταγενέστερους να μην απελπίζεται για τη σωτηρία του.
Eίσαι ασεβής; Σκέψου τους μάγους!
Eίσαι άρπαγας; Σκέψου τον τελώνη!
Eίσαι ακάθαρτος; Σκέψου την πόρνη!
Eίσαι δολοφόνος; Aναλογίσου το ληστή!
Eίσαι παράνομος; Σκέψου τον βλάσφημο Παύλο,
που ύστερα έγινε Ευαγγελιστής.
Πρώτα ζιζάνιο, κι ύστερα σιτάρι!
Προηγουμένως λύκος, κι ύστερα ποιμένας!
Προηγουμένως μολύβι, κι έπειτα χρυσάφι.
Προηγουμένως πειρατής και καταποντιστής,
κι ύστερα κυβερνήτης.
Πρώτα πορθητής της Eκκλησίας, κι έπειτα ο έμπιστος
της Eκκλησίας.
Eίδες υπερβολική κακία, είδες νικήτρια αρετή, είδες παραφροσύνη δούλου, είδες φιλανθρωπία του Δεσπότη;
Mη μου λες λοιπόν είμαι βλάσφημος, είμαι διώκτης, είμαι ακάθαρτος. Έχεις για όλα αυτά αντίστοιχα υποδείγματα. Mπορείς να καταφύγεις σε όποιο λιμάνι θέλεις. Θέλεις στην Kαινή Διαθήκη; Θέλεις στην Παλαιά; Στην Kαινή είναι ο Παύλος, και στην Παλαιά ο Δαβίδ. Mην προφασίζεσαι. Mη διστάζεις.
Aμάρτησες; Mετανόησε. Aμάρτησες μύριες φορές; Mετανόησε μύριες φορές».
Πηγή: https://proskynitis.blogspot.com/2024/09/blog-post_19.html?m=1
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΙΕ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
2: 11-16
Ἀδελφοί, ὅτε ἦλθεν Πέτρος εἰς ᾽Αντιόχειαν, κατὰ πρόσωπον αὐτῷ ἀντέστην, ὅτι κατεγνωσμένος ἦν. Πρὸ τοῦ γὰρ ἐλθεῖν τινας ἀπὸ ᾽Ιακώβου μετὰ τῶν ἐθνῶν συνήσθιεν· ὅτε δὲ ἦλθον, ὑπέστελλεν καὶ ἀφώριζεν ἑαυτόν, φοβούμενος τοὺς ἐκ περιτομῆς. Καὶ συνυπεκρίθησαν αὐτῷ καὶ οἱ λοιποὶ ᾽Ιουδαῖοι, ὥστε καὶ Βαρνάβας συναπήχθη αὐτῶν τῇ ὑποκρίσει. Ἀλλ᾽ ὅτε εἶδον ὅτι οὐκ ὀρθοποδοῦσι πρὸς τὴν ἀλήθειαν τοῦ Εὐαγγελίου, εἶπον τῷ Κηφᾷ ἔμπροσθεν πάντων. Εἰ σὺ ᾽Ιουδαῖος ὑπάρχων ἐθνικῶς ζῇς καὶ οὐκ ᾽Ιουδαϊκῶς, τί τὰ ἔθνη ἀναγκάζεις ᾽Ιουδαΐζειν; ῾Ημεῖς φύσει ᾽Ιουδαῖοι καὶ οὐκ ἐξ ἐθνῶν ἁμαρτωλοί, εἰδότες δὲ ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ· καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν ᾽Ιησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου· , διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΙΕ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
5: 24-34
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἠκολούθει τῷ Ἰησοῦ ὄχλος πολύς, καὶ συνέθλιβον αὐτόν. Καὶ γυνή τις οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἔτη δώδεκα, καὶ πολλὰ παθοῦσα ὑπὸ πολλῶν ἰατρῶν καὶ δαπανήσασα τὰ παρ’ ἑαυτῆς πάντα, καὶ μηδὲν ὠφεληθεῖσα, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ χεῖρον ἐλθοῦσα, ἀκούσασα περὶ τοῦ Ἰησοῦ, ἐλθοῦσα ἐν τῷ ὄχλῳ ὄπισθεν ἥψατο τοῦ ἱματίου αὐτοῦ· ἔλεγεν γὰρ ἐν ἑαυτῇ ὅτι Ἐὰν ἅψωμαι κἂν τῶν ἱματίων αὐτοῦ, σωθήσομαι. καὶ εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵματος αὐτῆς, καὶ ἔγνω τῷ σώματι ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς μάστιγος. καὶ εὐθέως ὁ Ἰησοῦς ἐπιγνοὺς ἐν ἑαυτῷ τὴν ἐξ αὐτοῦ δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐπιστραφεὶς ἐν τῷ ὄχλῳ ἔλεγε· Τίς μου ἥψατο τῶν ἱματίων; καὶ ἔλεγον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· Βλέπεις τὸν ὄχλον συνθλίβοντά σε, καὶ λέγεις· τίς μου ἥψατο; καὶ περιεβλέπετο ἰδεῖν τὴν τοῦτο ποιήσασαν. ἡ δὲ γυνὴ φοβηθεῖσα καὶ τρέμουσα, εἰδυῖα ὃ γέγονεν ἐπ’ αὐτῇ, ἦλθε καὶ προσέπεσεν αὐτῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· Θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· ὕπαγε εἰς εἰρήνην, καὶ ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς μάστιγός σου.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Βίος καὶ μαρτύριο τοῦ ἁγίου μάρτυρος Σώζοντος τοῦ ἐν Πομπηιουπόλει τῆς Κιλικίας καὶ ἡ τιμή του στὸ χωριὸ Παλαιόμυλος Μαραθάσης (7 Σεπτεμβρίου)
Αρχιμανδρίτου Φωτίου Ιωακείμ

Ὁ ἅγιος Σώζων1 καταγόταν ἀπὸ τὴν κώμη Μιζαρδέων τῆς Λυκαονίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τῶν αὐτοκρατόρων τῆς Ἀνατολῆς Διοκλητιανοῦ καὶ Γαλερίου Μαξιμιανοῦ (284-305). Τὸ ὄνομά του προτοῦ βαπτισθεῖ ἦταν Ταράσιος. Βρισκόμενος σὲ νεαρὴ ἡλικία, ἔγινε ποιμένας προβάτων καί, ὅπου ὁδηγοῦσε τὸ κοπάδι του γιὰ βοσκή, κήρυσσε καὶ στοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς τὴν εὐαγγελικὴ ἀλήθεια, ὁδηγώντας μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ πολλοὺς εἰδωλολάτρες στὴ γνώση τοῦ ἀληθινοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Εἶχε ἤδη ξεσπάσει ὁ Μεγάλος Διωγμὸς ἐπὶ Διοκλητιανοῦ στὴν ἀνατολικὴ αὐτοκρατορία (23 Φεβρουαρίου 303), ὅταν κάποια ἡμέρα, ἐνῶ ἔβοσκε τὸ ποίμνιό του σὲ ἕνα ὡραῖο μέρος, ὅπου ὑπῆρχε πηγὴ καθαροῦ νεροῦ καὶ μία μεγάλη δρῦς, θέλησε νὰ ξεκουραστεῖ γιὰ λίγο ἐκεῖ. Ἀποκοιμήθηκε λοιπὸν καὶ εἶδε θεϊκὴ ὀπτασία: Τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, καὶ τοῦ προεῖπε γιὰ τὴ δόξα ποὺ θὰ λάμβανε μέσῳ τοῦ ἐπικειμένου μαρτυρίου του. Κυριευμένος τότε ἀπὸ ἔνθεο ζῆλο, μετέβη στὴν Πομπηιούπολη τῆς Κιλικίας καὶ εἰσῆλθε στὸν ναὸ τῶν εἰδώλων, ὅπου λατρευόταν τὸ χρυσὸ ἄγαλμα τῆς θεᾶς Ἀρτέμιδος, τὸ ὁποῖο εἶχε στήσει ἐκεῖ ὁ ἡγεμόνας τῆς Κιλικίας Μαξιμιανός. Ὁ Σώζων, γιὰ νὰ καταισχύνει τοὺς λατρευτὲς τῶν εἰδώλων, ἀπέκοψε τὸ δεξὶ χέρι τοῦ ἀγάλματος, τὸ κατατεμάχισε, πούλησε τὰ τεμάχια καὶ διαμοίρασε τὰ χρήματα στοὺς πτωχούς.
Ὅταν κατὰ τὴν ἑπομένη ἔγινε γνωστὸ στὴν πόλη τὸ γεγονός, δημιουργήθηκε μεγάλη ταραχή, καὶ οἱ γειτονιάρχες (ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν τάξη) ἄρχισαν νὰ συλλαμβάνουν διαφόρους ὡς ὑπόπτους γιὰ τὴν ἱεροσυλία αὐτὴ καὶ νὰ τοὺς φυλακίζουν, γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγήσουν μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες σὲ ἐξέταση στὸν ἡγεμόνα. Ὁ Σώζων, βλέποντας τοῦτο καὶ θέλοντας, τόσο νὰ ἐλευθερωθοῦν οἱ ἀθῶοι, ὅσο καὶ νὰ μαρτυρήσει τὸ συντομώτερο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὁμολόγησε στοὺς γειτονιάρχες ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ δράστης. Τότε αὐτοὶ τὸν συνέλαβαν ἀμέσως καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν ἡγεμόνα τῆς Κιλικίας Μαξιμιανό, ποὺ βρισκόταν τὶς μέρες ἐκεῖνες στὴν Πομπηιούπολη, γιὰ νὰ ἀποδώσει τιμὲς στὸ χρυσὸ αὐτὸ ξόανο.
Ὁ ἡγεμόνας στὴν ἐξέτασή του τὸν ρώτησε τὰ σχετικὰ μὲ τὸ ὄνομα, τὴν καταγωγὴ καὶ τὸ ἐπάγγελμά του. Ὁ ἅγιος τοῦ ἀπάντησε ἄφοβα σὲ ὅλες τὶς ἐρωτήσεις, γιὰ νὰ καταλήξει ὅτι εἶχε ἀποκόψει τὸ χέρι τοῦ εἰδώλου γιὰ νὰ ἀποδείξει ὅτι ἦταν χριστιανὸς καὶ συνάμα νὰ ἐλέγξει τὴν εἰδωλομανία. Ὁ Μαξιμιανὸς στὴ συνέχεια τὸν προέτρεψε νὰ θυσιάσει στοὺς θεούς, γιὰ νὰ ἐξιλεωθεῖ καὶ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ βασανιστήρια. Ἀλλὰ ὁ μάρτυρας, εἰρωνευόμενος τὴν ἀδυναμία τῆς θεᾶς του, ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ κἂν νὰ τὸν ἐμποδίσει νὰ κόψει τὸ χέρι της, ἀρνήθηκε γενναία νὰ ὑπακούσει στὸν τύραννο. Ἔτσι, παραδόθηκε στοὺς δημίους μὲ τὴν διαταγὴ νὰ τὸν βασανίσουν ἀνελέητα. Καὶ πρῶτα τοῦ ξέσχισαν τὶς σάρκες μὲ σιδερένια νύχια. Κατόπιν τοῦ φόρεσαν στὰ πόδια σιδερένια ὑποδήματα μὲ αἰχμηρὰ καρφιὰ καὶ τὸν ἀνάγκασαν νὰ βαδίζει καὶ μετὰ τὸν κρέμασαν ἀπὸ ἕνα δένδρο κερατέας (βλ. Εἰκ. 1).

Ὁ ἅγιος δοξολογοῦσε τὸν Θεὸ γιὰ τὸ αἷμα ποὺ ἔρρεε ποταμηδὸν ἀπὸ τὰ πόδια του καὶ ἀντέλεγε στὸν τύραννο ὅτι μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ δὲν αἰσθανόταν πλέον κανένα πόνο. Ἀλλὰ ὁ Μαξιμιανὸς τοῦ εἶπε εἰρωνευόμενος: «Αὔριο, Σώζων, ποὺ θὰ βγεῖ ἡ μεγάλη θεὰ Ἄρτεμις, παῖξε τὸν αὐλό σου ὅπως γνωρίζεις σὰν βοσκός, καὶ σοῦ ὁρκίζομαι ὅτι θὰ σὲ ἀπολύσω ἀμέσως». Καὶ ὁ μάρτυρας: «Γιατί μὲ ἐνοχλεῖς, λέγοντάς μου αὐτὰ ποὺ σοῦ ὑποβάλλει ὁ πονηρὸς δαίμονας; Ἀπομακρύνσου ἀπὸ ἐμένα, ἐργάτα τῆς ἀνομίας! Καί, ναὶ μὲν ἕως τώρα ἔπαιζα τὸν αὐλό μου βόσκοντας τὰ πρόβατά μου, ἀλλὰ τώρα ‘‘ᾄδω τῷ Κυρίῳ ᾄσμα καινὸν ἐν δεκαχόρδῳ ψαλτηρίῳ μετ᾽ ᾠδῆς ἐν κιθάρᾳ’’ (Ψαλμ. 97,1· 91,4)».
Μὲ μεγάλο θυμὸ τότε ὁ Μαξιμιανὸς διέταξε νὰ τὸν μαστιγώσουν σκληρά, μέχρις ὅτου διαλυθεῖ τὸ σῶμα του καὶ νὰ καύσουν στὴ συνέχεια τὰ ὀστᾶ του ὥστε κανεὶς νὰ μὴν τὸν θάψει. Ἀφοῦ λοιπὸν μαστιγώθηκε ὁ μάρτυς ἀνελέητα, οἱ δήμιοι ἄναψαν φωτιὰ γιὰ νὰ τὸν καύσουν. Εἰσερχόμενος στὴν πυρὰ ὁ Σώζων, ἔκανε θερμὴ προσευχὴ πρὸς τὸν Κύριο, λέγοντας: «Δέσποτα Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐπάκουσέ μου τοῦ δούλου Σου, καὶ ὅποιος ἐπικαλεσθεῖ τὸ ὄνομά μου διὰ τοῦ ἁγίου Σου ὀνόματος, εἴτε στὸ σπίτι του, εἴτε στὴ θάλασσα, εἴτε σὲ συμφορά, εἴτε σὲ ἀνάγκη εὑρισκόμενος, καὶ ὅποιος τελεῖ τὴ μνήμη μου, ἐλευθέρωσέ τους ἀπὸ κάθε θεήλατη ὀργὴ καὶ ἀνάγκη». Τότε ἦλθε φωνὴ ἀπὸ τὸν Κύριο πρὸς αὐτόν, λέγοντάς του: «Ἔχε θάρρος, μάρτυς μου Σώζων, καὶ ἡ δέησή σου ἔχει εἰσακουσθεῖ».
Μόλις ἔγινε τοῦτο, ὁ μὲν ἅγιος παρέδωσε τὴν ψυχή του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἀπὸ τὴ φωτιὰ βγῆκε ἦχος ἰσχυρὸς σὰν βροντή. Καί, ἀμέσως, ἦρθε ἔντονη βροχόπτωση μὲ χαλάζι μαζί, ποὺ φόβησε τοὺς δημίους καὶ τοὺς ἔκανε νὰ φύγουν μακρυά, ἀφήνοντας τὸ τίμιο σῶμα τοῦ ἁγίου ἀφύλακτο. Ὅταν λοιπὸν νύκτωσε καὶ σκοτείνιασε, οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ ποὺ εἶχαν προσδράμει γιὰ νὰ κηδεύσουν τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Σώζοντος, δὲν μποροῦσαν νὰ ἰδοῦν ποῦ βρισκόταν. Τότε ἔγινε μία ἐξαίσια θαυματουργία: Ὁ ἥλιος ἔλαμψε ἄπλετα σὰν νὰ ἦταν μεσημέρι, καὶ παρέμεινε νὰ φέγγει μέχρι ποὺ οἱ πιστοὶ ἐνταφίασαν τὸ μαρτυρικὸ σῶμα, καὶ ξανάγινε νύκτα. Καὶ οἱ εὐλαβεῖς ἐκεῖνοι φιλομάρτυρες δόξασαν τὸν Θεό, ποὺ δίνει τέτοια χάρη στοὺς ἁγίους Του καὶ σώζει ὅσους ὁμολογοῦν τὸ σωτήριο ὄνομα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Τελειώθηκε δὲ ὁ ἅγιος μεγαλομάρτυς Σώζων στὶς 7 Σεπτεμβρίου κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τοῦ Μεγάλου Διωγμοῦ (303-313). Σύμφωνα μὲ τὰ Μαρτύρια τοῦ ἁγίου Σώζοντος, ὁ Θεὸς συνέχισε νὰ χορηγεῖ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες τὴ χάρη τῶν θαυμάτων καὶ ἰάσεων σὲ ὅσους προσέρχονταν μὲ πίστη καὶ εὐλάβεια καὶ προσκυνοῦσαν τὸν τάφο καὶ τὰ ἱερά του λείψανα.
* * *

Γιὰ νὰ ἔλθουμε στὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Σώζοντος στὸ χωριὸ Παλαιόμυλος Μαραθάσης τῆς Κύπρου, ἡ ὕπαρξη ἐρειπωμένου ναοῦ πρὸς τιμή του ἐκεῖ μαρτυρεῖται σὲ χειρόγραφο κώδικα (Κατάστιχο Κτηματολογίου), στὴ συλλογὴ τοῦ κ. Μενέλαου Χριστοδούλου, Λευκωσία. Τὸ Κατάστιχο αὐτὸ εἶναι ἀνεπίγραφο, γραμμένο ἀπὸ ἀνώνυμο ὑπάλληλο τοῦ Κτηματολογίου ἀπὸ τὸ 1936 μὲ κατὰ καιροὺς συμπληρώσεις, μέχρι τουλάχιστον καὶ τοῦ ἔτους 1944. Ὁ συγγραφέας συγκέντρωσε τοπωνύμια χωριῶν καὶ δασῶν, καθὼς καὶ ἁγιωνύμια, ἀπὸ τὰ κατὰ τόπους κτηματολογικὰ γραφεῖα καὶ ἀπὸ σχετικὲς καταγραφὲς ὁρισμένων Μητροπόλεων. Ἀποτελεῖ σημαντικώτατο ἔργο, ἀφοῦ θησαυρίζει τοπωνύμια, μὴ περιληφθέντα εἰσέτι στὸ Cyprus Gazetteer τοῦ κ. Μενέλαου Χριστοδούλου. Ἡ σχετικὴ ἀναφορὰ βρίσκεται στὴ σελ. 95 (763).
Ὁ σημερινὸς ναὸς (Εἰκ. 3) ἀνηγέρθη τὸ 2005, μὲ εὐλογία καὶ ὁδηγίες τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου πλησίον τῆς θέσης τοῦ ἐξαφανισθέντος ἤδη παλαιοῦ ναοῦ, μετὰ ποὺ ὁ ἅγιος ἐμφανίσθηκε σὲ εὐλαβὴ χριστιανὸ καὶ ζήτησε τὴν ἐπανοικοδόμηση τοῦ ναοῦ του. Καίριο ρόλο γιὰ τὴ συλλογὴ τῶν ἀπαραιτήτων οἰκονομικῶν πόρων διεδραμάτισε ὁ μακαριστὸς ἤδη ἐφημέριος τοῦ Παλαιομύλου Οἰκονόμος Χαράλαμπος Ἰωάννου. Νὰ σημειωθεῖ ὅτι πίσω ἀπὸ τὸ ἱερὸ Βῆμα τοῦ νέου ναοῦ σώζεται παλαιὸ Ἁγίασμα τοῦ Ἁγίου Σώζοντος, ποὺ θεραπεύει δερματικὲς παθήσεις (κανθάρους).

Περαιτέρω, ἡ ἐκεῖ τιμή του προσμαρτυρεῖται ἀπὸ τὴν ὕπαρξη φορητῆς εἰκόνας του στὸν ναὸ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Παλαιομύλου (Εἰκ. 4). Ἡ μικρῶν διαστάσεων εἰκόνα αὐτὴ (215Χ153 χλστ.) ἀπεικονίζει νεαρὸ σὲ ἡλικία ἀγένειο μάρτυρα, ποὺ φέρει σταυρὸ στὸ δεξί του χέρι. Σύμφωνα μὲ τὸν βυζαντινολόγο Χριστόδουλο Χατζηχριστοδούλου, ὁ ζωγράφος ἀκολουθεῖ στὴν εἰκόνα αὐτὴ τὴν τεχνοτροπία τῆς Σχολῆς τοῦ Ἰωάννη Κορνάρου τοῦ Κρητός, καὶ ἀντιγράφει τὸ ἴδιο ἀκριβῶς πρότυπο, ποὺ ἔχει χρησιμοποιηθεῖ γιὰ τὴν ἀπεικόνιση τοῦ ἁγίου Φανουρίου σὲ εἰκόνα στὸν ναὸ τῆς Παναγίας Φανερωμένης στὴ Λευκωσία τὸ 1817. Παρόμοιο πρότυπο χρησιμοποιεῖται καὶ στὶς εἰκόνες τοῦ ἁγίου Τρύφωνος, ποὺ ἱστορήθηκαν ἐπὶ ἀρχιεπισκόπου Κυπριανοῦ τοῦ ἱερομάρτυρος (1810-1821), καὶ μάλιστα σὲ αὐτὲς τοῦ ἐργαστηρίου τοῦ Γρηγορίου Κυκκώτου ἢ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, κατὰ τὰ ἔτη 1820-1821. Βάσει τῶν δεδομένων αὐτῶν, ἡ εἰκόνα τοῦ Παλαιομύλου χρονολογεῖται γύρω στὰ 18172.
Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια στὸ νεοανεγερθὲν ἐξωκκλήσιο τοῦ Παλαιομύλου τιμᾶται ὁ μάρτυς Σώζων τῆς Πομπηιούπολης. Ὡς πρὸς τὴν ταυτότητα ὅμως τοῦ ἐξαρχῆς ἐκεῖ τιμωμένου ἁγίου καὶ συνάμα τοῦ ἀπεικονιζομένου στὴν ὡς ἄνω εἰκόνα ἁγίου, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ἀποφανθοῦμε. Δὲν ἀποκλείεται, ἕνεκα τῶν διαχρονικῶν δεσμῶν τῆς Κύπρου μὲ τὰ νότια κυρίως μικρασιαστικὰ παράλια, νὰ ἔγινε παλαιὰ εἰσαγωγὴ τῆς τιμῆς τοῦ μάρτυρος Σώζοντος τῆς Κιλικίας στὸν Παλαιόμυλο. Πάντως νὰ σημειωθεῖ ὅτι πουθενὰ ἀλλοῦ στὴ νῆσο δὲν σώζεται ναὸς ἢ ἁγιωνύμιο ἄλλο ἐπ᾽ ὀνόματι τοῦ ἁγίου τούτου Σώζοντος, οὔτε καὶ ἄλλη παλαιά του εἰκόνα. Ὁ παλαιὸς ναὸς ποὺ φέρεται ὡς ἅγιος Σώζοντας στὸ χωριὸ Δαυλὸς Καρπασίας3, σύμφωνα μὲ τὶς ὑπάρχουσες μαρτυρίες (παλαιὰ εἰκόνα, ἡμέρα ἑορτασμοῦ), ἀφορᾶ τελικὰ στὸν ὅσιο Σωζόμενο τῆς Γαλάτειας Καρπασίας.
Στὴν Κύπρο ὄμως τιμᾶται ἀκόμη ἕνας ἅγιος παιδομάρτυρας Σώζων4, αὐτὸς στὸν ἀρχαῖο οἰκισμὸ Πλακουντούδιον, κοντὰ στὴν Ἀσπρογειὰ τῆς Πάφου, νέος μάρτυς ἐπὶ ἀραβικῶν ἐπιδρομῶν (649-965), ποὺ μαρτύρησε ἐκεῖ μαζὶ μὲ ἄλλους παιδομάρτυρες. Ὁ ἐν λόγῳ Κύπριος νέος μάρτυς ἦταν ἐπίσης ποιμένας καὶ βρισκόταν σὲ νεαρὴ ἡλικία ὅταν μαρτύρησε. Ἡ μνήμη του ἐπικράτησε νὰ τελεῖται μὲ αὐτὴ τοῦ ὁμωνύμου καὶ ἀρχαιοτέρου μάρτυρος Σώζοντος τῆς Κιλικίας στὶς 7 Σεπτεμβρίου. Δὲν εἶναι γνωστὸ κατὰ πόσον στὸν Παλαιόμυλο ἐτιμᾶτο παλαιότερα ὁ ἐν λόγῳ Κύπριος νέος μάρτυς. Πάντως ἡ μοναδικὴ γνωστὴ παλαιὰ εἰκόνα τοῦ Κυπρίου νέου μάρτυρος Σώζοντος (στὴ Μονὴ Παναγίας Χρυσοῤὁϊατίσσης, ἔτους 1770), διαφέρει ἐκείνης τοῦ Παλαιομύλου: Ὁ ἅγιος Σώζων ἐδῶ φέρει στὸ δεξί του χέρι ὠκυπόδιον.
Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
ΕΠΙΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Ὡς βάση γιὰ τὴ σύνταξη τοῦ ἐφεξῆς βίου τοῦ ἁγίου εἴχαμε τὸ ἀρχαιότερο (προμεταφραστικό) του Μαρτύριο BHG 1643.
2. Βιβλιογραφία: Χρ. Χατζηχριστοδούλου, «”Ορκίζω υμάς κάκιστα θηρία”. Φορητές εικόνες του αγίου Τρύφωνος επί αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού (1810-1821), στό: Ἱερὰ Βασιλικὴ καὶ Σταυροπηγιακὴ Μονὴ Μαχαιρᾶ, Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός. Ὁ μάρτυρας τῆς πίστεως καὶ τῆς Πατρίδας. Ἐπιστημονικὸς τόμος (Ἀνάτυπον), Λευκωσία 2012, σσ. 373-408, ἰδίως 381-383, 401-403, 408· Λ. Μιχαηλίδου, Χρ. Χατζηχριστοδούλου (ἐπιμ.), Η Κυρά της Λευκωσίας. Η Φανερωμένη και τα κειμήλιά της, Λευκωσία 2012, 232-233 (Χρ. Χατζηχριστοδούλου), 234-235 (Οὐρ. Περδίκη).
3. Κατάστιχο Κτηματολογίου, σ. 95 (763).
4. Νέα πλήρης ᾀσματικὴ Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου τούτου νέου μάρτυρος Σώζοντος τοῦ ἐν Κύπρου μὲ ἀναφορὰ στὴ βιβλιογραφία βλ. στό: Κύπρια Μηναῖα, τόμ. ΙΑ´ (Ἐπίμετρον), (ἐκδ.) Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Κύπρου, Λευκωσία 2010, σσ. 11-20 (Ἀκολουθία) καὶ 21-24.
Mνήμη του Αγίου Μάρτυρος Ευψυχίου (7 Σεπτεμβρίου)
O Άγιος Mάρτυς Eυψύχιος ξίφει τελειούται
Eύψυχος Eυψύχιος ην προς το ξίφος,
Xαίρων ότι πλάσαντι την ψυχήν θύει.

Oύτος ήτον γέννημα και θρέμμα της πόλεως Kαισαρείας. Eπειδή δε ο πατήρ του απέθανεν, αυτός εβαπτίσθη και εδέχθη την εις Xριστόν πίστιν. Kαι διαμοιράσας εις τους πτωχούς όλα του τα υπάρχοντα, εκήρυττεν εις όλους τους απίστους τον Xριστόν. Διά τούτο πιάνεται από τον άρχοντα της Kαππαδοκίας, εις τους χρόνους του βασιλέως Aδριανού εν έτει ριζ΄ [117], και αφ’ ου εξέσθη εις τας πλευράς, ρίπτεται εις την φυλακήν. Άγγελος δε Kυρίου φανείς, ιάτρευσεν αυτόν. Όθεν πάλιν κρεμάται και ξέεται δυνατά. Kαι τελευταίον αποκεφαλισθείς, αντί διά αίμα, ευγάνει γάλα και ύδωρ. Kαι έτζι λαμβάνει παρά Kυρίου τον στέφανον της αθλήσεως.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Mνήμη των Aγίων Aποστόλων Eυόδου και Oνησιφόρου (7 Σεπτεμβρίου)
Μνήμη των Aγίων Aποστόλων Eυόδου και Oνησιφόρου
Εις τον Εύοδον
Oδόν τρέχων Eύοδος ευθείαν λόγου,
Kαι πάντας αυτήν εκδιδάσκων ην τρέχειν.
Εις τον Ονησιφόρον
Φέρειν όνησιν πάσιν Oνησιφόρος,
Φερωνύμως έσπευδε κηρύττων Λόγον.
O Άγιος Aπόστολος Eύοδος ήτον ένας από τους Eβδομήκοντα Aποστόλους, και έγινεν Eπίσκοπος εις την μεγάλην Aντιόχειαν ύστερον από τον Aπόστολον Πέτρον. Aυτός λοιπόν, αφ’ ου έγινε κήρυξ μεγαλόφωνος του Eυαγγελίου, και έλαμψεν εις όλας τας αρετάς, απήλθε προς Kύριον. O δε Άγιος Oνησιφόρος, τον οποίον αναφέρει ο Aπόστολος Παύλος εν τη προς Tιμόθεον δευτέρα επιστολή λέγων· «Δώη Kύριος έλεος τω Oνησιφόρου οίκω, ότι πολλάκις με ανέψυξε και την άλυσίν μου ουκ επησχύνθη» (B΄ Tιμ. α΄, 16), ούτος, λέγω, έγινεν Eπίσκοπος Kολοφώνος: ήτοι του νυν τουρκιστί λεγομένου Σουγαντζικίου, του εν τη Mικρά Aσία ευρισκομένου. Φανείς δε επιτήδειος εις τους λόγους και ανδρειότατος, και μέχρις αίματος στερεώσας την του Xριστού πίστιν, μετέβη εις ουρανούς. Kαι τώρα συναγάλλεται εις τας αιωνίους μονάς, μαζί με τον χορόν των Aποστόλων και των κηρύκων της πίστεως1.
Σημείωση
1. Όρα περί του Oνησιφόρου τούτου και εις το Συναξάριον της Aγίας Θέκλης, κατά την εικοστήν τετάρτην του παρόντος μηνός. Σημείωσαι δε, ότι περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις Mηναίοις η μνήμη και το Συναξάριον του Aγίου Iερομάρτυρος Στεφάνου Πάπα Pώμης. Tαύτα γαρ γράφονται κατά την τρίτην του Aυγούστου.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 6 Σεπτεμβρίου 2026

Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΟΡΤΗΣ (ΑΝΑΜΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΝ ΧΩΝΑΙΣ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
2: 2-10
Ἀδελφοί, εἰ ὁ δι᾿ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; Ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη, συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι καὶ Πνεύματος ῾Αγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν. Οὐ γὰρ ἀγγέλοις ὑπέταξε τὴν οἰκουμένην τὴν μέλλουσαν, περὶ ἧς λαλοῦμεν, διεμαρτύρατο δέ πού τις λέγων· «Τί ἐστιν ἄνθρωπος ὅτι μιμνήσκῃ αὐτοῦ, ἢ υἱὸς ἀνθρώπου ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν; Ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν, πάντα ὑπέταξας ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτοῦ»· ἐν γὰρ τῷ «ὑποτάξαι» αὐτῷ τὰ «πάντα» οὐδὲν ἀφῆκεν αὐτῷ ἀνυπότακτον. Νῦν δὲ οὔπω ὁρῶμεν αὐτῷ τὰ «πάντα ὑποτεταγμένα»· τὸν δὲ «βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλλους ἠλαττωμένον» βλέπομεν ᾿Ιησοῦν διὰ τὸ πάθημα τοῦ θανάτου «δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφανωμένον», ὅπως χάριτι Θεοῦ ὑπὲρ παντὸς γεύσηται θανάτου. Ἔπρεπε γὰρ αὐτῷ, δι᾿ ὃν τὰ πάντα καὶ δι᾿ οὗ τὰ πάντα, πολλοὺς υἱοὺς εἰς δόξαν ἀγαγόντα, τὸν ἀρχηγὸν τῆς σωτηρίας αὐτῶν διὰ παθημάτων τελειῶσαι.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
22: 2-14
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν. πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων· εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους. οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὃς μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὃς δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν. ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε. τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ· ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι· πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους. καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων. εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου· καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη. τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοὶ, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Μόρφου Νεόφυτος: «Οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι» (26.03.2025, 43η Σύναξη Διαλόγου)
Ἡ ΜΓ΄(43η) πνευματικὴ σύναξη διαλόγου «Ἀνάβοντας τὸν ἀναπτήρα τῶν ἁγίων» μὲ τὸν Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεόφυτο, μὲ θέμα «Οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι» πραγματοποιήθηκε στὶς 26 Μαρτίου 2025, στὸν ἱερὸ ναὸ Παναγίας Χρυσελεούσης στὴν κοινότητα Ἀκακίου τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου.
Οἱ ἐρωτήσεις νὰ ἀποστέλλονται στὴν ἠλεκτρ. διεύθυνση: anavontastonanaptiratonagion@gmail.com
Παραγωγή: RumOrthodox
Μηλιὰ Μασούρα: Ἡ λαϊκὴ εὐσέβεια… (Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου)
Λόγος ἐπικήδειος στὴ μητέρα του, κ. Μηλιὰ Μασοῦρα (Ἱερὸς ναὸς Ἁγίου Ἐλευθερίου, Συνοικισμὸς Λατσιῶν, 06.09.2014)

Μεταβαίνει σήμερον «ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωὴν» ὁ πλέον δικός μας ἄνθρωπος: ἡ μάνα μας! Γιὰ τὸν καθένα ἡ μάνα εἶναι «μάννα» καί, βεβαίως, καὶ ἡ Μηλιὰ γιὰ μένα. Ἡ Μηλιὰ τοῦ Θεοχάρη Ἀκρίτα, τῆς Μυροφόρας τοῦ Πρωτόπαπα καὶ τῶν Πρωτοπαπάδων. Ἡ Μηλιὰ ὕστερα τοῦ Νικόλα τοῦ Μασοῦρα, τοῦ ἀλετράρη, ποὺ τὴ νυμφεύθηκε μετὰ τὴν πρόωρη χηρεία του.
«Εἶσαι εὐλογημένος, ποὺ ἔχεις αὐτὴ τὴ μάνα»
Ἡ μάνα μου, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ εἰσῆλθε στὸ σπίτι τοῦ μακαριστοῦ πατέρα μας, ἔμελλε νὰ γίνει μητέρα, μητέρα τῶν δύο ὀρφανῶν παιδιῶν του, τοῦ Ἀνδρέα μας καὶ τοῦ Μιχάλη μας. Μιὰ λεπτομέρεια, τὴν ὁποία εἶναι καλὰ νὰ τὴν ἔχουν ὑπόψη τους οἱ σύγχρονες γυναῖκες τῆς Κύπρου. Ἡ μάνα μου δὲν εἶχε μόνο νὰ ἀναθρέψει τὰ παιδιὰ τοῦ πατέρα μου ἀπὸ τὸν πρῶτο του γάμο καὶ τὸν πενθερό του. Στὸ σπίτι μέσα βρῆκε καὶ τὴν πενθερὰ τοῦ πατέρα μου ἀπὸ τὸν πρῶτο του γάμο καὶ τὸν πενθερό του. Ὅταν τὰ πενθερικὰ τοῦ πατέρα μου εἶδαν πόσο καλὸς ἄνθρωπος, πόσο καλὴ χριστιανὴ ἦταν ἡ Μηλιά, ἄνκαι εἶχαν κόρες, εἶπαν, καλύτερα στὴν Μηλιὰ νὰ μείνουμε· καὶ ἔτσι τοὺς γηροκόμησε καὶ αὐτούς. Ὅταν κάποτε πῆγα νὰ ἐξομολογηθῶ, νέος διάκος τότε, στὸν Γέροντα τοῦ Σταυροβουνίου, π. Ἀθανάσιο, μὲ ρώτησε: «Ἀπὸ ποῦ εἶσαι, γυιέ μου;» «Ἀπὸ τὴν Πάνω Ζώδεια», τοῦ ἀπάντησα. «Ἀπὸ τὴν Πάνω Ζώδεια», μοῦ εἶπε τότε, «γνώρισα μιὰ γυναίκα, ποὺ ἔκανε κάτι τὸ σπάνιο: μεγάλωσε, ὄχι μόνο τὰ δικά της παιδιά, ἀλλὰ καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ ἄνδρα της ἀπὸ τὸν πρῶτο του γάμο καὶ γηροκόμησε καὶ τὰ πενθερικά της!» Χαμογέλασα, καὶ τοῦ λέω· «Ἡ μάνα μου εἶναι αὐτή, Γέροντα!» «Εἶσαι εὐλογημένος, ποὺ ἔχεις αὐτὴ τὴ μάνα», μοῦ εἶπε. «Πρόσεχε, γιατί εὐλογημένες μάνες, σημαίνει εὐλογημένες ὑποχρεώσεις.»
Μεγαλώσαμε κι ἐμεῖς ἀπὸ αὐτὴ τὴ γυναίκα. Αἰσθάνομαι, ὅτι ἡ μεγαλύτερη προίκα, ποὺ ἔδωσε στὰ παιδιά της, στὰ ἐγγόνια της, στὰ δισέγγονα καὶ στὰ τρισέγγονά της, εἶναι ἡ πίστη. Μᾶς ἔδωσε πίστη βαθιά, ποὺ νὰ μὴν στερεύει ποτὲ ἐνώπιον ὁποιασδήποτε δυσκολίας. Καὶ δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη δυσκολία ἀπὸ τὸν θάνατο! Καὶ τὸν γεύτηκε ἡ Μηλιὰ τὸν θάνατο ἀπὸ τὰ παιδικά της χρόνια μέχρι τὰ ὕστερά της, ὅταν πρῶτα, στὰ ἑφτὰ τῆς χρόνια, κήδευσε τὸν πατέρα της, στὰ πενήντα της τὸν ἄνδρα της Νικόλα, ὕστερα τὸν γυιό της Πέτρο, 24 ἐτῶν, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς, καὶ κατόπιν τὸν πλέον ἀγαπημένο της «γυιό», ποὺ γι᾽ αὐτὴν δὲν ἦταν κατὰ σάρκα γυιός της, τὸν ἀγαπημένο μας γαμπρὸ Ἀνδρέα. Ἀλλά, μάνα, σημαίνει νὰ ἔχεις παιδιά, τὰ ὁποῖα ἀντέχουν αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ ἑτοιμάζονται γιὰ τὴν αἰώνια ζωή· δὲν τὴν ἀπολυτοποίουν αὐτὴ τὴ ζωή, ἀλλὰ τὴν ἐξασκοῦν ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ. Αὐτὸ ἔζησε, αὐτὸ μᾶς μετέδωσε ἡ μάνα μας.
Θὰ ἤθελα, ὡς εὐχαριστία γιὰ τὴν παρουσία σας, ἅγιοι ἀρχιερεῖς, ἅγιοι πατέρες καὶ ἀδελφοί μου, νὰ σᾶς πῶ μερικὰ περιστατικὰ ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς μάνας μας, γιὰ νὰ δοῦμε αὐτό, ποὺ ὁ ἅγιος Γέροντάς μας π. Συμεών, Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Γεωργίου Μαυροβουνίου, μᾶς περιέγραψε προηγουμένως στὸν λόγο του, ὡς λαϊκὴ εὐσέβεια. «Ἔχεις λαόν; ´Εχεις Θεόν!»
«Ὁ καλὸς μοναχός, μέχρι νὰ πεθάνει εἶναι τσακωμένος μὲ τὸ κορμί του»

Ὅταν τῆς εἶπα κάποτε, «Μάνα, ἡ Στέλλα ἀγάπησε τὸν Ἀνδρέα καὶ παντρεύτηκαν, ὁ Χάρης ἀγάπησε τὴν Εὐδοκία καὶ παντρεύτηκαν», τότε ἐκείνη μοῦ λέει· «Ἀγάπησες κι ἐσὺ καμμιάν, γυιέ μου; Πές μου το, καὶ εἶναι καλὸ πράμα!» Τῆς λέω· «Ἀγάπησα τὴν πιὸ ὄμορφη, τὴν Ἐκκλησία!» «Μά, θὰ γίνεις μοναχός;» Τῆς λέω, «Ναί». Δὲν μοῦ ἔφερε καμμιὰ ἀντίδραση κοσμική. Ἡ ἀντίδρασή της ἦταν πνευματικοῦ χαρακτήρα. Μοῦ εἶπε μόνο· «Ξέρεις, ἐσὺ ὁ ἐνθουσιώδης, τί σημαίνει μοναχός; Καὶ μάλιστα καλὸς μονάχος;»
Τὴν ἐρωτῶ· «Ἐσὺ ξέρεις;» Μοῦ λέει· «Ξέρω, ὅτι ὁ καλὸς μοναχός, γυιέ μου, μέχρι νὰ πεθάνει εἶναι τσακωμένος μὲ τὸ κορμί του. Εἶσαι διατεθειμένος γι᾽ αὐτὸ τὸν καβγὰ ἢ τελικὰ θὰ μᾶς προσβάλεις;» Θυμήθηκα τότε τὸν ὁρισμὸ τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, περὶ τοῦ τί ἐστὶ μοναχός· «Μοναχὸς ἐστι, βία φύσεως διηνεκὴς καὶ φυλακὴ αἰσθήσεων ἀνελλιπὴς» (Κλῖμάξ, Λόγος Α´, ι´). Ἡ Μηλιὰ ἀπὸ ποῦ τὸ ἔμαθε αὐτό; Ποιὰ ἄνωθεν σοφία τὴ φώτιζε; Ἀπὸ τότε δὲν τὴν ξαναφώναξα μάνα. Τὴ φώναζα, εἴτε γερόντισσα, εἴτε σκέτα, Μηλιά. Αἰσθανόμουν, ὅτι δὲν μοῦ ἀνήκει ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, ποὺ κουβαλοῦσε τὴ σοφία ἀρχαίων χρόνων.
Θὰ μοῦ πεῖτε, μέχρι ποὺ φτάνουν αὐτοὶ οἱ χρόνοι; Μέχρι τοὺς πρώτους χρόνους τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ἐποχὴ τῶν ἁγίων ἀποστόλων! Διότι, ἂν δοῦμε ποιὰ εἶναι ἡ πρώτη λαϊκὴ εὐσέβεια, εἶναι ἡ λαϊκὴ εὐσέβεια αὐτῶν τῶν ἁπλοϊκῶν καὶ ἀγραμμάτων ψαράδων τῆς Τιβεριάδος. Καὶ ἀπὸ τότε οἱ ἄνθρωποι τὴ διαδέχονται, τὴν παραλαμβάνουν καὶ τὴν παραδίδουν ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά. Ἂν ἑνωθεῖ καὶ μὲ τὴν ἱερωσύνη αὐτό, γίνεται καὶ ἀποστολικὴ διαδοχή. Χάριτι Θεοῦ, σ᾽ ἐμᾶς τοὺς ἀναξίους συνέβη! Ἀλλά, τί κουβαλοῦμε στὰ κηρύγματά μας, στὴν ἐπικοινωνία μας μὲ τὸν λαό; Ὅλοι μας, ἅγιοι ἀρχιερεῖς, κουβαλοῦμε τὴ σχέση τοῦ πατέρα μας καὶ τῆς μάνας μας μὲ τὸν Θεό. Ἂν βρήκαμε καὶ κανένα καλὸ ἅγιο Γέροντα στὴ νεανική μας ζωή, τότε κουβαλοῦμε καὶ τὴ σχέση αὐτοῦ μὲ τὸν Θεὸ τὸν Τριαδικό· αὐτὸ μεταδίδουμε! Ἄρα, πόσα πολλὰ ὀφείλω, σκεφτεῖτε, σὲ ἕνα τέτοιο ἄνθρωπο;
«Γιὰ νὰ σὲ κατηγορῶ»
Ἀργότερα, εἶπα στὴ μάνα μου· «Νὰ μοῦ δώσεις τὴν εὐχή σου, νὰ πάω νὰ γίνω μοναχός!» «Ἅ!», μοῦ λέει, «δὲν θὰ σοῦ δώσω τὴν εὐχή μου νὰ γίνεις μοναχός, ἐὰν δὲν δῶ πρῶτα τὸν δάσκαλό σου.» Τὸν Γέροντά μας, ἐννοοῦσε! Ὅταν τὴν πῆγα στὸν π. Συμεὼν καὶ τὸν πρωτοεῖδε, μοῦ εἶπε, πρὶν ἀκόμα τῆς μιλήσει· «Ὁ δάσκαλός σου εἶναι τοῦτος ὁ παστὸς (=αδύνατος);» «Ναί», τῆς λέω. Μοῦ λέει τότε· «Νὰ ἔχεις τὴν εὐχή μου, γυιέ μου. Τουλάχιστον ξέρεις νὰ διαλέγεις δασκάλους!» Τί ἔκαμε νομίζετε κατόπιν, ὡς πρώτη της κίνηση; Ἐγκατέλειψε τὸν καλὸ τῆς ἐδῶ Πνευματικό, τὸν π. Σωτήριο ἀπὸ τὴν Ἄσσια, καὶ ἔκαμε Πνευματικό της τὸν π. Συμεών. Τῆς εἶπα τότε· «Γιατί ἔκαμες Πνευματικὸ τὸν π. Συμεών;» «Γιὰ νὰ σὲ κατηγορῶ», μοῦ λέει, «καὶ νὰ βοηθήσω ἔτσι αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ νὰ σὲ καταλάβει μιὰν ὥρα γρηγορότερα, γιὰ νὰ συνεργαζόμαστε μαζί του γιὰ τὴ σωτηρία σου.» Τέτοιος ἄνθρωπος ἦταν ἡ Μηλιά! Σπάνια μᾶς ἐπαινοῦσε! Πολὺ πιὸ σπάνια μᾶς χάιδευε! Παρόλο τοῦτο, ὅλοι μας, καὶ παιδιά της καὶ ἐγγόνια της καὶ δισέγγονα καὶ τρισέγγονά της καὶ ὅλοι ὅσοι τὴν πλησίαζαν, αἰσθανόμαστε τὴν πνευματικὴ ἀγάπη της, νὰ χαϊδεύει τὴν καρδιά μας καὶ ὅλο μας τὸ εἶναι. Ἡ μάνα μας δὲν ἦταν ἄνθρωπος τοῦ γλυκοῦ λόγου. Ἐνίοτε αὐτὸς γινόταν καὶ πικρός. Ὅταν κάποτε τῆς εἶπα· «Μάνα, ὅλοι μοῦ λένε ὅτι εἶμαι ἀπότομος! Ὁ πατέρας μου ἦταν γλυκύς, ἐσὺ δὲν εἶσαι ἀπότομη. Ἀπὸ ποιὸν πῆρα;» Δαχτυλόδειξε τότε μὲ μιὰ μεγαλοπρέπεια τὸν ἑαυτό της καὶ εἶπε· «Ἀπὸ μένα πῆρες!» «Μά, δὲν εἶσαι ἀπότομη!» Μοῦ λέει· «Ἤμουν, γυιέ μου, μέχρι τὰ πενήντα μου! Μετὰ μὲ ἐπισκέφθηκε ὁ θάνατος, καὶ κατάλαβα, ὅτι τὸ νὰ ἐπιβάλλω τὴ γνώμη μου μὲ τὸ ἔξυπνο μυαλό μου, ποὺ κληρονόμησα ἀπὸ τὴ γενιὰ τῶν Ἀκριτῶν, δὲν εἶναι εὐλογημένο ἀπὸ τὸν Θεό. Καλύτερα νὰ τοὺς φωτίζει ὁ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους, παρὰ νὰ τοὺς ἐπιβάλλουμε ἐμεῖς τὴν ἄποψή μας.» Τέτοιος ἄνθρωπος ἦταν ἡ μάνα μας!
«Αὐτὴ ἡ ἀσθένεια οὐ πρὸς θάνατον, ἀλλὰ παιδαγωγία Χριστοῦ»
Νὰ σᾶς πῶ ἀκόμη γιὰ τὶς ἐπισκέψεις, ποὺ εἶχε ἀπὸ ἁγίους σὲ δύσκολες ὧρες τῶν παιδιῶν της: Ὅταν ἦταν νὰ γεννήσει ἐμένα, εἶδε τὸν ἀπόστολο Ἀνδρέα. Ὅταν θὰ γινόμουν μοναχός, τὴν ἔπεισε γιὰ τὴν ἐπιλογή μου ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας, ποὺ συνομίλησε μαζί της. Ὅταν κινδύνευσε ὁ ἀδελφός μου Χάρης μὲ δύσκολη ἀσθένεια, κι ἐμεῖς τῆς κρύβαμε τὴν ἀσθένειά του, τῆς τὴν ἀποκάλυψε ἕνας ἅγιος! Μοῦ εἶπε μιὰ μέρα· «Δεσπότη, μὰ ὁ ἅγιος Νικήτας ἦταν ξανθός;» Τῆς λέω, «Ναί. Ἦταν Γότθος. Ἡ πατρίδα του ἦταν ἐκεῖ, ποὺ σήμερα εἶναι ἡ Ρουμανία. Ἀλλά, γιατί μὲ ἐρωτᾶς;» «Τὸν εἶδα», μοῦ λέει «ὅταν πῆγα νὰ προσκυνήσω ἕνα ἀπόγευμα, καὶ μοῦ εἶπε· ‘’Να μὴν στεναχωριέσαι γιὰ τὸν Χάρη! Αὐτὴ ἡ ἀσθένεια οὐ πρὸς θάνατον, ἀλλὰ παιδαγωγία Χριστοῦ’’. Τί σημαίνει ὅμως αὐτὸ τὸ τελευταῖο;» «Εἶναι γιὰ νὰ τὸν φέρει κοντά του ὁ Χριστός, μάνα.» Τότε ἀναφώνησε· «Δόξα σοι, ὁ Θεός! Νὰ μᾶς δώσει ὅ,τι δοκιμασία θέλει! Φτάνει νὰ εἴμαστε κοντὰ στὸν Χριστό!» Καὶ τῆς λέω· «Γιατί, μάνα, νὰ νιώθουμε τόσην ἀγάπη, ὅταν εἴμαστε κοντὰ στὸν Χριστό;» «Εἶσαι Δεσπότης, γυιέ μου, καὶ μ᾽ ἐρωτᾶς ἐμένα; Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ζωὴ ἡ αἰώνιος· τὰ ἄλλα ὅλα εἶναι προσωρινά!» Νὰ ἀναφέρω ἀκόμη γιὰ τὴν αἴσθηση τῶν ἁγίων Μυστηρίων, ποὺ εἶχε, ὅταν συμμετεῖχε σ᾽ αὐτά. Πόση σοβαρότητα καὶ εὐλάβεια αἰσθανόταν ἀπέναντι στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας!
«Πρόσεχε, νὰ μὴ ‘‘γείρει’’ ὁ νούς σου!»
Καὶ ἕνα τελευταῖο: Μὲ εἶδε μιὰ φορὰ νὰ γογγύζω καὶ νὰ ἔχω θυμό, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ μιὰ περιπετειώδη Σύνοδο, ποὺ εἴχαμε. Καί, τί νομίζετε μοῦ εἶπε, ὅταν μὲ εἶδε στὴ Μητρόπολη ἐκνευρισμένο; «Μά, εἶσαι ἐκνευρισμένος;» Τῆς λέω, «Ναί, ἀπὸ ὁρισμένα διατρέξαντα στὴ Σύνοδο, ποὺ εἴχαμε.» «Δὲν μοῦ λές, παιδί μου, ὅταν εἶσαι ἐπάνω στὸν θρόνο καὶ σὲ θυμιατίζουν δύο διάκοι κι ἐσὺ καμαρώνεις, σοῦ ἀρέσει;» Τῆς λέω, «Ναί, μοῦ ἀρέσει!» «Κι ὅταν σὲ μνημονεύουν συνεχῶς στὸν ναὸ καὶ λένε· ‘‘υπὲρ τοῦ πατρὸς καὶ ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν Νεοφύτου’’, κι ἐσὺ εὐλογὰς καμαρωτός, σοῦ ἀρέσει;» Τῆς λέω, «Μοῦ ἀρέσει.» «Κι ὅταν προσκυνὰ τὸ χέρι σου ὁ λαός, σοῦ ἀρέσει;» Τῆς λέω καὶ πάλιν, «Ναί, μοῦ ἀρέσει!» «Ἔ, λοιπόν! Τὰ καλὰ δεχούμενα, τὰ κακὰ οὐχί; Αὐτὸ σὲ μάθαμε;»
Πρὶν τέσσερα χρόνια, ἀντιλήφθηκα ὅτι ἡ μνήμη τῆς μάνας μας ἄρχισε νὰ ἀδυνατίζει. Τὴ ρώτησα· «Ἔζησες πολλοὺς πόνους στὴ ζωή σου. Ποιὸς ἦταν ὁ πιὸ μεγάλος πόνος;» Μοῦ ἀπάντησε· «Ὅταν κατέβασα τὸν γυιό μου τὸν Πέτρο στὸν τάφο. Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερος πόνος ἡ μάνα νὰ θάβει τὸ σπλάχνο της!» Ἀμέσως ὅμως μετά, γιὰ νὰ μὴν τὴ νικήσει ἡ θλίψη, πρόσθεσε μὲ βιασύνη• «Ἀλλά, δόξα σοι, ὁ Θεός· δόξα σοι, ὁ Θεός! Ὁ Θεὸς ξέρει τὸ γιατί!» Ὕστερα, τῆς ζήτησα νὰ μοῦ δώσει μιὰ νουθεσία, δίκην παρακαταθήκης, τί νὰ προσέξω στὸ ὑπόλοιπο τοῦ βίου μου. Καὶ μοῦ ἀπάντησε· «Ὁ Θεὸς σὲ ἀνέβασε πολὺ ψηλά. Πρόσεχε, νὰ μὴ ‘‘γείρει’’ ὁ νούς σου!» Ἐννοοῦσε, νὰ μὴν μὲ κυριεύσει ἡ ὑπερηφάνεια. Ὅλος ὁ ἀγώνας τῆς μάνας μας ἦταν νὰ μᾶς μάθει τὴν ταπείνωση, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός!
«Ἐπιστέγασμα»
Ὡς ἐπιστέγασμα τῶν πτωχῶν μου τούτων λόγων γιὰ τὸ πρόσωπο τῆς μάνας μου, ἐπιτρέψετέ μου νὰ καταθέσω κάτι, ποὺ μοῦ εἶπε πρὶν λίγο ἕνας παλαιὸς γνωστός μας δάσκαλος, ποὺ γνώριζε καὶ τὴ Μηλιά: «Ἡ μάνα σοῦ ἦταν ἡ μοῦσα σου, ποὺ σὲ ἐνέπνεε. Φρόντισε νὰ συνεχιστεῖ τοῦτο τὸ ὡραῖο ποὺ νιώθαμε κοντά της καὶ κοντά σου. Νὰ εἶσαι σὲ συνεχὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ πνεῦμα της, γιὰ νὰ συνεχισθεῖ αὐτὴ ἡ ἔμπνευση!»
Αὐτά, ἀγαπητοί μου πατέρες καὶ ἀδελφοί, ὡς δεῖγμα εὐχαριστίας γιὰ τὴ δική σας παρουσία, καὶ ἐξαιρέτως τὴ δική σας, ἅγιοι ἀρχιερεῖς καὶ ἀγαπητὲ ἀρχιεπίσκοπε τῶν Μαρωνιτῶν. Αὐτὰ καὶ γιὰ σᾶς, λαὲ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἤρθατε νὰ δεῖτε ἕνα κομμάτι τῆς δικῆς σας ψυχῆς νὰ φεύγει, ἕνα κομμάτι ποὺ φαίνεται ὅτι φεύγει ἀπὸ τὴ σύγχρονη Κύπρο, καὶ μένει ἡ Κύπρος ἡ μοντέρνα, ἡ μεταλλαγμένη, ποὺ ἀναζητᾶ τὸ καινούργιο νόημα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Κοντὰ στὴ μάνα μας μάθαμε, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ζωὴ ἔχει νόημα καὶ ἡ ἄλλη ζωὴ ἔχει νόημα καὶ ὁ θάνατος ἔχει νόημα· εἶναι ὁ προθάλαμος τῆς Ἀναστάσεως! Αὐτὰ μάθαμε κοντὰ στὴ μάνα μας. Εὔχομαι ὅλη ἡ Κύπρος νὰ εἶναι κοντὰ σὲ τέτοιους ἀνθρώπους. Δόξα τῷ Θέῷ, κάθε γενιὰ ἔχει τέτοιους ἀνθρώπους! Τὸ ζητούμενο, νὰ μπορέσουμε νὰ μαθητεύσουμε καὶ νὰ μεταδώσουμε αὐτὴ τὴ μαθητεία καὶ στὰ τέκνα καὶ στὰ ἔκγονά μας.
Παρακαλῶ, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί μου, ἀρχιερεῖς καὶ πατέρες, νὰ μνημονεύετε τακτικὰ στὶς προσευχὲς καὶ τὶς Λειτουργίες σας τὴν δούλη τοῦ Θεοῦ Μηλιά. Εὐχαριστοῦμε ἀπὸ καρδιᾶς!
Τῆς δούλης τοῦ Θεοῦ Μηλιάς, εἴη αἰωνία ἡ μνήμη! Ἀμήν!





