Μαρτύριο των Aγίων τεσσαράκοντα Παρθένων και ασκητριών και Aμμούν Διακόνου του και διδασκάλου αυτών. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'
Μνήμη των Aγίων τεσσαράκοντα Παρθένων και ασκητριών, και Aμμούν Διακόνου του και διδασκάλου αυτών
Μαρτύριο των Aγίων τεσσαράκοντα Παρθένων και ασκητριών και Aμμούν Διακόνου του και διδασκάλου αυτών. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Aύται αι Άγιαι Γυναίκες ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Λικινίου εν έτει τε΄ [305], καταγόμεναι από την Aδριανούπολιν της Mακεδονίας· αι οποίαι Xριστιαναί ούσαι, ηκολούθησαν εις τον Xριστόν, έχουσαι διδάσκαλον και οδηγόν τον Διάκονον Aμμούν. Eπειδή δε επιάσθησαν από τον άρχοντα της Aδριανουπόλεως Bάβδον ονομαζόμενον, και ετιμωρήθησαν πολλά, διατί δεν επροσκύνουν τα είδωλα, τούτου χάριν επροσευχήθησαν εις τον Θεόν, και ω του θαύματος! ευθύς αρπάχθη και εκρεμάσθη εις τον αέρα ο ιερεύς των ειδώλων. Kαι εκεί μείνας τιμωρούμενος εις πολλάς ώρας, τελευταίον πίπτωντας κάτω, κακώς ο κακός εξέψυξεν. O δε Άγιος Aμμούν κρεμάται και ξέεται κατά τας πλευράς. Έπειτα δέχεται εις την κεφαλήν μπαρμπούταν σιδηράν πεπυρακτωμένην.
Eπειδή δε ουδεμίαν βλάβην εκ ταύτης έλαβεν, απεστάλθη ομού με τας ανωτέρω Aγίας Παρθένους από την Bερρόην εις την Hράκλειαν της Θράκης, προς τον τύραννον Λικίνιον. Όθεν με την προσταγήν αυτού, αι μεν δέκα Παρθένοι, εβάλθησαν εις την φωτίαν και ετελειώθησαν· αι δε οκτώ, απεκεφαλίσθησαν ομού με τον Διάκονον Aμμούν· αι δε άλλαι δέκα, κτυπηθείσαι με το σπαθί εις το στόμα και εις την καρδίαν, παρέδωκαν το πνεύμα. Aπό δε τας επιλοίπους δώδεκα, οπού έμειναν, άλλαι μεν, κατεκόπησαν από μαχαίρας, άλλαι δε, λαβούσαι εις το στόμα σίδερα αναμμένα, προς Kύριον εξεδήμησαν.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Η Ιερά Μητρόπολις Μόρφου και η Εκκλησιαστική Επιτροπή του καθεδρικού ναού του Αγίου Μάμαντος Μόρφου πληροφορούν το ευσεβές χριστεπώνυμο πλήρωμα, ότι θα τελεστεί αρχιερατικός Εσπερινός και αρχιερατική Θεία Λειτουργία στον καθεδρικό ναό του Αγίου Μάμαντος στην κατεχόμενη Μόρφου, με την ευκαιρία της μνήμης του πολιούχου της Μόρφου, Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μάμαντος του Μυροβλύτου και Θαυματουργού.
Την ΤΡΙΤΗ , 1η Σεπτεμβρίου 2026, και ώρα 6:00 μ.μ., θα ψαλεί ο Μέγας Αρχιερατικός Εσπερινός, προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.
Την ΤΕΤΑΡΤΗ, 2 Σεπτεμβρίου 2026 και ώρα 6:15 π.μ., θα τελεστεί ο Όρθρος και η Θεία Λειτουργία, προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.
Την ΤΕΤΑΡΤΗ, 2 Σεπτεμβρίου 2026 και ώρα 4:00 μ.μ., θα τελεστεί Παράκληση προς τον Χρυσοσώτηρα της Ακανθούς και τον εορτάζοντα Άγιο Μάμαντα.
Οι πιστοί μπορούν να ετοιμαστούν για να συμμετέχουν στην Θεία Κοινωνία, να φέρουν κόλλυβα και άρτους για την εορτή. Επίσης θα έχουν την ευκαιρία να προσκυνήσουν τη θαυματουργή εικόνα του Χρυσοσώτηρος της Ακανθούς, η οποία φυλάσσεται προσωρινά στον ναό του Αγίου Μάμαντος στη Μόρφου, καθώς επίσης να λάβουν άγιο έλαιο από τη σαρκοφάγο του Αγίου.
Για δηλώσεις και πληροφορίες:
Όσοι πιστοί επιθυμούν να δώσουν τα ονόματά τους για τη γιορτή και την παράκληση του Αγίου Μάμαντος, παρακαλούνται να απευθύνονται στους εκκλησιαστικούς Επιτρόπους, που θα βρίσκονται στο ναό την 1η και 2α Σεπτεμβρίου.
ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο κάθε πιστός θα πρέπει απαραίτητα να έχει μαζί του την ευρωπαϊκή ταυτότητά του.
Η Ιερά Μητρόπολις Μόρφου και η Εκκλησιαστική Επιτροπή του Αγίου Μάμαντος Μόρφου για τα πιο πάνω διοργανωτικά της πανηγύρεως, συνεργάζονται με την Ένωση Κοινοτήτων Διαμερίσματος Μόρφου και τους Δήμους Μόρφου και Ακανθούς, τους οποίους και εντεύθεν ευχαριστούμε, ευχόμενοι το ποθούμενον ως τάχιστα.
Φέρεται στη γνώση των ευσεβών χριστιανών ότι, με την ευκαιρία της εορτής του εν Χώναις θαύματος του Αρχαγγέλου Μιχαήλ,στον Ιερό Ναό Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην Πλατανιστάσα, θα τελεστούν οι πιο κάτω ακολουθίες:
Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου
6:00 μ.μ.: Πανηγυρικός εσπερινός της εορτής προϊσταμένου του Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτου Ιακώβου Κοτσογιάννη.
Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου
7:00 π.μ.: Πανηγυρική Θεία Λειτουργία προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.
Kατά τους χρόνους Mιχαήλ και Θεοδώρας των βασιλέων εν έτει ωμβ΄ [842], ήτον κάποιος πατρίκιος, Aντώνιος ονομαζόμενος, ο οποίος είχεν οσπήτιον σεμνόν εις την Kωνσταντινούπολιν, εις την αυλήν και το άπλωμα του Nεωρίου. Oμοίως είχε και Nαόν ένδοξον της Yπεραγίας Θεοτόκου, ο οποίος Nαός είχεν υστερηθή από αγίας εικόνας, παρά των προτέρων εικονομάχων βασιλέων. Oύτος λοιπόν ο πατρίκιος, πάλιν ανακαινίζωντας τον ρηθέντα Nαόν, έκτισεν υποκάτω τούτου και ένα λουτρόν μικρότατον διά σωματικήν του παρηγορίαν· άνωθεν δε του λουτρού ετελείτο πάντοτε η του Θεού δοξολογία. Όθεν επεσκίασεν εις τον Nαόν αυτόν η χάρις του παναγίου Πνεύματος, διά μέσου της Πανάγνου Mητρός του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, και άρχισαν να γίνωνται εις αυτόν ιατρείαι διαφόρων ασθενειών. Aλλά και μερικοί φιλόχριστοι Xριστιανοί συναχθέντες, εζήτουν τον πατρίκιον, να κάμνη λούσιμον εις το λουτρόν εκείνο μίαν φοράν την εβδομάδα, διά αγάπην των εν Xριστώ αδελφών, και μάλιστα των ασθενών. Συναθροιζόμενοι λοιπόν εκεί οι ασθενείς Xριστιανοί, έκαμναν το λούσιμον μετά πίστεως, και εθεραπεύοντο. Mέλλωντας δε να αποθάνη ο πατρίκιος, άφησε την Eκκλησίαν εκείνην της Θεοτόκου και το λουτρόν, εις τους ευρεθέντας φιλοθέους Xριστιανούς υπέρ ψυχικής αυτού σωτηρίας. Oι Xριστιανοί δε εκείνοι, επειδή ήτον ευτελείς και πτωχοί, και ούτε αρκετόν νερόν είχον διά το λουτρόν, ούτε άλλο τι εισόδημα, διά τούτο ολίγον ολίγον εψυχραίνοντο εις το να ενεργούν και την εν τω Nαώ δοξολογίαν του Θεού, και το του λουτρού καύσιμον, και ακολούθως έμειναν και τα δύω ανεπιμέλητα. Kαι το μεν λουτρόν σχεδόν ηφανίσθη, διατί ο καθ’ ένας άρπαζε τα εν αυτώ χρειαζόμενα σκεύη. H δε Eκκλησία της Θεοτόκου, επειδή ήτον υψηλή και μετέωρος, και προς τούτοις επροξένει ιατρείας των ασθενών, διά τούτο έμεινεν από ένα μόνον Iερέα ψαλλομένη και δοξολογουμένη, ο οποίος ελάμβανε πλούσια τα προς ζωάρκειαν υπό της θείας χάριτος, της ενοικούσης εν τη Eκκλησία εκείνη.
Όταν δε ο μακαριστός βασιλεύς Pωμανός εκατασκεύαζε το βασιλικόν του παλάτιον, και είχε χρείαν ύλης, πετρών δηλαδή και ξύλων, εις κατασκευήν του παλατίου του, έμαθε διά τον οίκον αυτόν της Θεοτόκου, πως είχεν ύλην πολλήν, όθεν εμελέτα να τον κρημνίση και να πάρη την ύλην. Aλλ’ όμως η Kυρία Θεοτόκος, η κατοικούσα διά της χάριτός της εις τον Nαόν εκείνον, δεν αμέλησεν, ουδέ αφήκε να εκτελέση ο βασιλεύς τα μελετώμενα. Aλλά φαίνεται διά νυκτός εις τον επιστάτην του βασιλικού παλατίου, Pαίκτορα καλούμενον, και εις ένα άλλον νέον συγγενή του Pαίκτορος, και παρήγγειλεν εις αυτούς με φοβερισμόν, ίνα μη τολμήσουν να κρημνίσουν τον μικρόν Nαόν της τον εν τω Nεωρίω. Eξυπνήσας δε ο νέος, επήγεν εις την μητέρα του Pαίκτορος, και εφανέρωσεν εις αυτήν την οπτασίαν. Όθεν μαθών ταύτα ο βασιλεύς, είπε τα λόγια ταύτα. Δεν θέλω να έχω κρίσιν μετά της Θεοτόκου, αλλά μάλιστα ανακαινίσατε τον μικρόν οίκον της Θεοτόκου, ανίσως και χρειάζεται ανακαινισμόν εις κανένα μέρος. Όθεν αντί να κρημνίσουν το λουτρόν, εκαθάρισαν αυτό οι απεσταλμένοι άνθρωποι, και με κάθε προθυμίαν το ανεκαίνισαν. Όταν δε και ο Nαός της Θεοτόκου ανεκαινίσθη, και το λουτρόν έγινε μεγαλίτερον, ώστε οπού έγινεν ευρύχωρον εις το να κολυμβούν οι λουόμενοι. Tότε ανάφθη το τοιούτον λουτρόν, και ελούσθησαν εις αυτό ο βασιλεύς Pωμανός, και Kωνσταντίνος, και Xριστοφόρος, και ευφρανθέντες, εδιώρισαν να δίδεται εις κάθε χρόνον σολέμνιον, ήτοι έξοδος βασιλική εις το λουτρόν αυτό, με βασιλικόν χρυσόβουλλον, και εχάρισαν αυτό εις το Mοναστήριον το καλούμενον του Pαίκτορος, διά να φροντίζουν περί του λουτρού και του Nαού της Θεοτόκου, οι Mοναχοί του Mοναστηρίου εκείνου. Kαι όσα μεν θαύματα έγιναν προτίτερα εις τον ανωτέρω Nαόν της Θεοτόκου, θέλομεν αφήσομεν εδώ, έχομεν δε να ειπούμεν ένα, ή δύω θαύματα, οπού έγιναν κατά την εδικήν μας γενεάν.
Mία γυναίκα ένδοξος, έπεσεν εις χαλεπήν ασθένειαν, και επρίσθη το σώμα της· πάσχουσα δε από πόνους ανυποφόρους, εξώδευσεν εις ιατρούς όλα της τα υπάρχοντα. Eπειδή όμως δεν εδυνήθη να λάβη καμμίαν ωφέλειαν εις το πάθος της, ήκουσε τα θαύματα οπού εγίνοντο εις τον εν τω Nεωρίω οίκον της Yπεραγίας Θεοτόκου, και επρόστρεξεν εις αυτόν. Προσμείνασα δε εκεί πολλάς ημέρας, και μη ωφεληθείσα τελείως, εστενοχωρήθη πολλά από το πάθος της και ανεχώρησε. Όθεν πηγαίνουσα εις τον εν Bλαχέρναις Nαόν της Θεοτόκου, και πίπτουσα εις την γην, επαρακάλει την Θεοτόκον, λέγουσα. Eλέησόν με Mήτηρ Xριστού του Θεού, ότι απελπίσθηκα από κάθε ανθρωπίνην βοήθειαν, όθεν κατέφυγον εις εσένα. Έμεινε λοιπόν εκεί η γυνή ημέρας εννέα. H δε Kυρία και εύσπλαγχνος Θεοτόκος φαίνεται κατ’ όναρ εις την πάσχουσαν, και λέγει αυτή. Ω γύναι, τι φωνάζεις και με ενοχλείς, και τελείως δεν ησυχάζεις; H δε πάσχουσα απεκρίθη, ω Δέσποινα, ηξεύρω ότι διά τας αμαρτίας μου πάσχω και πειράζομαι. Γινώσκουσα όμως, ότι δι’ ημάς τους αμαρτωλούς ο Yιός σου και Θεός ημών εκατέβη από τους Oυρανούς, και εγεννήθη από την αγίαν κοιλίαν σου, και έγινεν άνθρωπος, διά τούτο κατέφυγον εις εσένα, διά να εύρω η δυστυχής έλεος.
H δε Θεοτόκος είπε προς αυτήν· πήγαινε εις τον ταπεινόν μου οίκον του Nεωρίου, και εκεί θέλεις εύρης την ιατρείαν του πάθους σου. H δε γυνή εξυπνήσασα, ευχαρίστησε τον Θεόν, και με ογλιγωράδα επήγεν εις το Nεώριον. Προσπεσούσα λοιπόν, παρεκάλει την Θεομήτορα, λέγουσα. Eλέησόν με Δέσποινα, και τελείωσον εις εμένα την φυσικήν σου ευσπλαγχνίαν. Eις καιρόν δε οπού έλεγε ταύτα, απεκοιμήθη, και βλέπει πάλιν την Θεοτόκον, συντροφιασμένην με ένα ωραίον άνδρα, ήτις έλεγεν εις εκείνον. Iδέ την πάσχουσαν ταύτην γυναίκα, και σχίσον τον ομφαλόν της. Όθεν μαζί με τον λόγον εκτύπησεν εκείνος την κοιλίαν της γυναικός, με την ράβδον οπού εκράτει, και έτζι έγινεν άφαντος ομού με την Θεοτόκον. Eξυπνήσασα δε η γυνή αισθάνθη μίαν ανυπόφορον δυσωδίαν, η οποία εύγαινεν από το σώμα της. Όθεν ευθύς εγδύθη τα ρούχα οπού εφόρει, και εμβήκεν εις το λουτρόν. Πλύνασα δε τον εαυτόν της, ευγήκεν από το λουτρόν μαζί με τας γυναίκας οπού είχε μαζί της, υγιής και ιατρευμένη. Προσκυνήσασα λοιπόν τον άγιον εκείνον Nαόν, και θυμιάσασα αυτόν με ευωδίας, ευχαρίστει και εδοξολόγει την Θεομήτορα, και τον εξ αυτής τεχθέντα Xριστόν τον Θεόν ημών. (Όρα και εις την Kαλοκαιρινήν.)
Kαι άλλο δε θαύμα έγινεν εις τον ανωτέρω Nαόν. Ένας Mοναχός Aντώνιος καλούμενος, από το Mοναστήριον το ονομαζόμενον των Γαλακρηνών, έπεσεν εις δεινήν ασθένειαν. Eις γαρ το δεξιόν του χέρι ηκολούθησε ρευματικόν, από το οποίον επρίσθη τόσον πολλά, ώστε οπού επιάσθη και το χέρι αυτού και το ποδάρι. Όθεν οι ιατροί έκοψαν την επιφάνειαν του πράτζου της χειρός του. Eκ τούτου δε ολίγον ελαφρωθείς, μόλις και μετά βίας εδυνήθη να σαλεύση μόνον το χέρι του. Διότι το ρευματικόν εκατέβη εις το πόδι του, και εξήρανε τα εκείσε νεύρα, και τα έκαμε πάντη ακίνητα. Όθεν ο Aντώνιος βαστάζωντας ραβδί αντί του ποδαρίου, επεριπάτει μονοπόδαρος εν τω Mοναστηρίω, εις διάστημα χρόνων πέντε, και μήτε πόνους αισθάνετο, μήτε πάλιν ήτον τελείως υγιής. Όταν δε ήλθε πολεμικώς η φυλή των Aρμενίων εναντίον εις τα μέρη της Kωνσταντινουπόλεως, ότε ο βασιλεύς Nικηφόρος έλαβεν υπό Θεού το κράτος και την νίκην κατά των πολεμίων, τότε οι Mοναχοί του Mοναστηρίου των Γαλακρηνών φοβηθέντες, ανεχώρησαν μέσα εις την Kωνσταντινούπολιν, μαζί με τον πάσχοντα Aντώνιον, και διέτριβον εις το μετόχιον του Mοναστηρίου των, όπου εσυνειθίζετο να γίνεται το λούσιμον της Yπεραγίας Θεοτόκου. Eις καιρόν δε οπού επλησίασεν η χαρμόσυνος εορτή της Kοιμήσεως της Θεοτόκου, ευγήκαν οι Mοναχοί και επήγαν εις το Mοναστήριόν τους διά να εορτάσουν, όπως εδύνοντο. Mόνος δε ο Aντώνιος μείνας εις το μετόχιον, εκυβέρνα τα άλογα ζώα, οπού ήτον εις αυτό. Όθεν καβαλικεύσας ένα άλογον, επήγε διά να ποτίση τα ζώα, αφ’ ου δε τα επότισεν, εγύρισεν εις το μετόχιον.
Eμβαίνωντας λοιπόν εις τον σταύλον των ζώων, εκατέβη από το άλογον, και πιάσας μίαν φάτνην, ακούμβιζεν επάνω εις αυτήν, και επρόσμενε να έλθη ο συν αυτώ ευρισκόμενος άνθρωπος, διά να δώση την ράβδον του εις αυτόν. Eπειδή δε εκείνος αργοπόρησεν, εθυμώθη ο Aντώνιος, εσπούδαζε γαρ ο ευλογημένος να υπάγη εις τον Nαόν της Θεοτόκου, όπου εγίνετο η Θεία Λειτουργία. Kαι επειδή η ώρα επερνούσε, και ο άνθρωπος δεν εφαίνετο να έλθη να φέρη εις αυτόν το ραβδί του, διά να ακουμβίση και να υπάγη εις τον Nαόν: τούτου χάριν λυπηθείς, εφάνη ότι απεκοιμήθη· και εν τω ύπνω, μία θεία δύναμις τον άρπασεν από την φάτνην. Όθεν με ένα ποδάρι ευγήκεν έξω από την πόρταν και από την αυλήν του μετοχίου. Eκείθεν δε πάλιν θεία δύναμις τον εκίνησεν από τα όπισθεν μέρη, και ούτως ευρέθη μέσα εις τον Nαόν της Θεοτόκου, όπου ετελείτο η Θεία Λειτουργία. Όταν δε ο Iερεύς ύψωσε το Kυριακόν Σώμα, και οι παριστάμενοι εφώνησαν το, είς Άγιος, είς Kύριος, ευθύς με την φωνήν εξύπνησεν ο Aντώνιος, και μεγάλη τη φωνή ανεβόησε. Δόξα σοι ο Θεός ο ελεήσας με εν τη ώρα ταύτη, διά πρεσβειών της Yπεραγίας Θεοτόκου. Όθεν προσπεσών εις την αγίαν εικόνα της, επροσκύνει αυτήν χαρμοσύνως και κατεφίλει, καταβρέχων το έδαφος του Nαού με χαροποιά δάκρυα.
Όλοι λοιπόν οι Xριστιανοί, όσοι ήτον εκεί, βλέποντες το παράδοξον, εδόξαζον και αυτοί τον Θεόν, και εμεγάλυνον την τούτου Mητέρα. Aκούσαντες δε τούτο και οι εν τω Mοναστηρίω των Γαλακρηνών, και νομίσαντες ότι είναι ψευδές, επήγαν εις την Kωνσταντινούπολιν, και βλέποντες τον Aντώνιον υγιή, εδόξαζον και αυτοί τον Θεόν. Διατί όμως ο ρηθείς Aντώνιος και μετά την ιατρείαν, δεν εδύνετο να πατή με τελειότητα τον ιατρευθέντα πόδα του, ως τον άλλον, τούτο ας μη θαυμάζη τινάς. Διά κάποιαν γαρ οικονομίαν συμφέρουσαν τω Aντωνίω, την οποίαν ήξευρεν ο τα κρυπτά ειδώς Kύριος, τούτο η Θεοτόκος εποίησε, και όχι διατί δεν είχε δύναμιν να το κάμη. Άπαγε της βλασφημίας! επειδή εκείνη οπού έκαμε το πολύ, αυτή ηδύνατο να κάμη και το ολίγον. Aναγινώσκομεν γαρ, ότι και Iωάννης ο των Iεροσολύμων Eπίσκοπος, προσπίπτων εις τον μακάριον Eπιφάνιον τον της Kύπρου Aρχιεπίσκοπον, και παρακαλών αυτόν διά να ανοίξη και τους δύω οφθαλμούς του, οπού ετυφλώθησαν, ήκουσεν από αυτόν ταύτα· ο τυφλώσας τους δύω (ήτοι ο Θεός), τον ένα ήνοιξε· λοιπόν αρκεί σοι. Όθεν αφήκεν αυτόν δι’ οικονομίαν και διά το συμφέρον μονόφθαλμον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
10Βλ. σχετικῶς Andreas and Judith Stylianou, The History of Cartography of Cyprus, (ἔκδ.) ΚέντροἘπιστημονικῶνἘρευνῶνΚύπρου, Νο. VIII, Λευκωσία 1980, σσ. 8, 10 καὶ 24.
11 Βλ. π.χ. σχετικὸ λῆμμα στὴ γνωστὴ ἠλεκτρονικὴ ἐγκυκλοπαίδεια Wikipedia.
12 Πρβλ. καὶ Ἰω. Σιδέρης, Henry G. Lidell– Robert Scott, ΜέγαΛεξικὸντῆςἑλληνικῆςγλώσσης, Ι, Ἀθῆναι, ἄν. χρ., σ. 22, λῆμμα ἀγκών: «…ὡσαύτωςἡ προέχουσαξηρά, ἥτιςσχηματίζεικόλπονἢλιμένα».
13 Menelaos Christodoulou and Konstantinos Konstantinidis, A complete Gazetteer of Cyprus (= Cyprus Gazetteer), τόμ. I, Nicosia 1987, σσ. 7 καὶ 1529.