Αρχική Blog Σελίδα 2

ΣΤΑΥΡΟΣ – ΠΑΝΑΓΙΑ – ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Ἄγνωστος συγγραφεύς

Ἡ Παναγία εἶναι ἡ κατὰ Χάρη Μητέρα μας! Αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Κύριός μας ἀπὸ τὸν Σταυρὸ γιὰ τὴν Μητέρα Του στὸν ἀγαπημένο μαθητὴ τὸν Ἰωάννη «ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου», τὸ λέει κὰτ΄ ἐπέκταση σὲ ὅλους τους  Χριστιανούς, σὲ ὅλους ἐμᾶς. Ὁ Κύριός μᾶς δίνει τὴν Μητέρα Του καὶ γιὰ δική μας Μητέρα. Αὐτὸ εἶναι μία «διαθήκη» σὲ μᾶς , ποὺ τὴν ἔγραψε ὁ Χριστός μας πάνω στὸν αἱματοβαμμένο Του Σταυρό.

Η προσευχὴ τῆς Παναγίας ἔχει μεγάλη παρρησία στὸ Θεό. Καὶ ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν προσευχή μας ἡ Παναγία.  Όπως ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ κατεβεῖ ἀνάμεσά μας πέρασε ἀπὸ τὴν Παναγία, ἔτσι καὶ ἐμεῖς γιὰ νὰ ἀνέλθουμε στὸν Οὐρανὸ θὰ πρέπει νὰ ἐπικαλούμαστε συνεχῶς τὴν Παναγία. Τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας κρύβεται στὴν Θεοτόκο. Πράγματι! Ὅ,τι λέγεται γιὰ τὴν Ἐκκλησία λέγεται καὶ γιὰ τὴν Παναγία καὶ ἀντιστρόφως ὅ,τι λέγεται γιὰ τὴν Παναγία μπορεῖ νὰ λεχθεῖ καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Ὅσοι ἔχουν τὸν χρόνο ἂς κάνουν αὐτὴ τὴν μελέτη ἀπὸ τὰ λειτουργικὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ θὰ ἐκπλαγοῦν. Θὰ παρατηρήσουν μὲ ἔκπληξη ὅτι οἱ ἱεροὶ ὑμνογράφοι ταυτίζουν τρία θέματα : Σταυρὸς – Ἐκκλησία – Παναγία . Ὅ,τι λέγεται γιὰ τὸ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ λέγεται καὶ γιὰ τὸ ἄλλο.

Ὁλόκληρος ὁ μήνας Αὔγουστος εἶναι ἀφιερωμένος στὴν Παναγία. Εἶναι Θεομητορικὸς μήνας . Στὸ μέσον ἀκριβῶς τοῦ μηνὸς, 15 Αὐγούστου, ἑορτάζουμε τὴν μεγάλη Θεομητορικὴ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ὅπως γνωρίζουμε, πρὶν ἀπὸ κάθε μεγάλη ἑορτὴ ἔχουμε τὰ προεόρτια καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὴ ἔχουμε τὰ μεθεόρτια. Τὰ μεθεόρτια τελειώνουν στὶς 23 Αὐγούστου καὶ τὴν ἡμέρα αὐτὴ «ἀποδίδεται» ἡ ἑορτὴ καὶ λέμε ὅτι ἔχουμε τὴν «ἀπόδοση». Πάντοτε ὅμως στὸ παρελθὸν ὑπῆρχε ἡ τάση νὰ παρατείνουν τὸν ἑορτασμὸ τῆς ἑορτῆς .

Έτσι στὰ Μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους η ἑορτὴ ἀποδίδεται ὄχι στὶς 23 ἀλλὰ στὶς 28 Αὐγούστου. Ἕνα δὲ διάταγμα τοῦ αὐτοκράτορα Ἀνδρονίκου Β΄ τοῦ Παλαιολόγου ὅριζε νὰ ἑορτάζεται ἡ μνήμη τῆς Θεοτόκου ὁλόκληρο τὸ μήνα Αὔγουστο μέχρι τὴν 31η του μηνὸς. Ἔτσι καὶ τὴν 31η του μηνὸς καθορίστηκε ἑορτὴ τῆς Θεοτόκου, ἡ κατάθεση τῆς Τιμίας Ζώνης Της. Ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ μήνας Αὔγουστος εἶναι ὁ τελευταῖος μήνας τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Γιατί τὸ Ἐκκλησιαστικὸ ἔτος δὲν ἀρχίζει ἀπὸ τὸν Ἰανουάριο ἀλλὰ ἀπὸ τὴν 1η  Σεπτεμβρίου.Ἔτσι τὸ ἔτος ἀρχίζει μὲ τὴν Ἑορτὴ τῆς Γεννήσεως τῆς Παναγίας μας στὶς  8 Σεπτεμβρίου καὶ λήγει τὴν 31η Αυγούστου μὲ ἑορτὴ τῆς Τιμίας Της Ζώνης.

Σὰν προεόρτια ἑτοιμασία γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καθορίστηκε ἀπὸ τὴν 1η του μηνὸς μέχρι τὶς 14 νηστεία καὶ νὰ ψάλλεται κάθε μέρα ἕνας παρακλητικὸς κανόνας στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Οι παρακλητικοὶ κανόνες που ψάλλονται στὴν περίοδο αὐτὴ εἶναι δύο καὶ  μᾶς εἶναι γνωστοὶ μὲ τὸ ὄνομα Μικρὸς καὶ  Μέγας Παρακλητικὸς Κανὼν εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον.

Ο λαὸς τοὺς κανόνες αὐτούς τους γνωρίζει μὲ τὶς ἐκφράσεις«Μικρὴ» καὶ «Μεγάλη» Παράκληση. Καὶ οἱ δύο Κανόνες ἔχουν τὴν ἴδια διάταξη. Ἂν παρακολουθήσουμε τὴν διάταξή τους θὰ δοῦμε ὅτι εἶναι ἕνας μικρὸς Ὄρθρος. Ὄρθρο λέμε τὴν πρωινὴ ἀκολουθία. Δηλαδὴ ἡ δομή, ἡ κατασκευὴ τοῦ Παρακλητικοῦ κανόνα εἶναι ἕνας μικρὸς Ὄρθρος. Η Παράκληση πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, εἴτε ἡ Μικρὴ εἴτε ἡ Μεγάλη, δὲν λέγεται μόνον τὴν περίοδο τοῦ Δεκαπενταύγουστου, ἀλλὰ καὶ σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἡμέρα. Γνωρίζουμε εὐσεβεῖς Χριστιανούς, ποὺ λένε κάθε μέρα τὴν Παράκληση στὴν Παναγία μας, κατὰ προτίμηση τὴν Μικρή. Εἶναι εὔκολο αὐτὸ ; Καὶ βέβαια εἶναι εὔκολο.

Ἂς κόψουμε χρόνο ἀπὸ τὶς φλυαρίες μας καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα ἄσκοπα ἔργα μας για μία Παράκληση στὴν Παναγία μας. Ἀλλὰ, ἐὰν δὲν εἶναι εὔκολο νὰ κάνουμε κάθε μέρα τὴν Παράκληση, ἂς τὴν κάνουμε κάθε δεύτερη μέρα ἢ δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα ἢ μία φορὰ τὴν ἑβδομάδα. Η, ἂς διαβάζουμε ἀπὸ τὴν Παράκληση μόνο δύο ὠδὲς κάθε ἡμέρα, ποὺ δὲν εἶναι καθόλου κουραστικὸ αὐτό, καὶ ἔτσι τὴν ἑβδομάδα θὰ συμπληρώνουμε ὅλη τὴν Παράκληση.

Ἂς μάθουμε νὰ προσευχόμαστε μὲ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν Παράκληση στὴν Παναγία μας. Πόσες καὶ πόσες εὐλαβεῖς ψυχὲς ψέλλισαν μὲ πόθο καὶ μὲ πόνο τὰ ἱερά Της τροπάρια . Αὐτὰ τὰ τροπάρια στὴν Παναγία ἔλεγε ὁ ἅγιος Νεκτάριος, ποὺ τόσο πολὺ Τὴν ἀγαποῦσε. Ἡ σωτηρία μας εἶναι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος. Ἂς τὴν ἐπικαλούμαστε μὲ τὴν ἀκολουθία τῆς Παρακλήσεως. Καὶ οἱ γονεῖς ἀκόμη θὰ πρέπει νὰ συνηθίσουν τὰ παιδιά τους ἀπὸ μικρὴ ἡλικία νὰ διαβάζουν μερικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν Παράκληση στὴν Παναγία. Τουλάχιστον ἂς λένε τὰ Μεγαλυνάρια , ποὺ εἶναι τὰ πιὸ ὡραῖα ἀπὸ ὅλη τὴν Παράκληση καὶ ἔτσι τὰ παιδιά μας θὰ νοιώθουν πολὺ κοντὰ τοὺς τὴν Παναγία καὶ θὰ αἰσθάνονται τὴν προστασία Της.

Πηγή: https://trelogiannis.blogspot.com/2023/08/blog-post_67.html?m=1

Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου (1906). Διήγημα Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτὴν πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον ― ἐκεῖ ανάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον, εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε, καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον, καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ, καί τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν*, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.

Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι* τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμέν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὣς πενηνταπέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρῦς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικά, τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρὴν ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος.

Τὴν Σινιώραν, ὡραίαν νέαν, λεπτοφυῆ, λευκοτάτην, τὴν εἶχε νυμφευθῆ ἀπὸ ἔρωτα. Ἤδη εἶχε συζήσει μαζί της ὑπὲρ τὰ εἴκοσι πέντε ἔτη, καὶ εἶχεν ἀποκτήσει τέσσαρας υἱοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρας. Ἀλλὰ τώρα, εἰς τὸν οὐδὸν τοῦ γήρατος, δὲν συνέζη πλέον μαζί της.

Εἶχε χωρίσει ἅπαξ ἤδη, ἀφοῦ ἐγεννήθησαν τὰ τέσσαρα πρῶτα παιδία, δύο υἱοὶ καὶ δύο θυγατέρες· ὁ πρῶτος οὗτος χωρισμὸς διήρκεσεν ἐπί τινας μῆνας. Εἶτα ἐπῆλθε συνδιαλλαγὴ καὶ συμβίωσις πάλιν. Τότε ἐγεννήθησαν ἄλλα δύο τέκνα, υἱὸς καὶ θυγάτριον. Εἶτα ἐπῆλθε δεύτερος χωρισμός, ὑπὲρ τὸ ἔτος διαρκέσας. Μετὰ τὸν χωρισμόν, δευτέρα συνδιαλλαγη. Τότε ἐγεννήθη ὁ τελευταῖος υἱός. Ἀκολούθως ἐπῆλθε μακρὸς χωρισμὸς μεταξὺ τῶν συζύγων. Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμός, μετὰ πολλὰς ἀγόνους ἀποπείρας συνδιαλλαγῆς, διήρκει ἤδη ἀπὸ τριῶν ἐτῶν καὶ ἡμίσεος. Δὲν ἦτο πλέον φόβος νὰ γεννηθοῦν ἄλλα τέκνα. Ἡ Σινιώρα ἦτον ὑπερτεσσαρακοντοῦτις ἤδη.

*
* *

Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τῆς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 186… ἐκάθητο μόνος, ὁλομόναχος, ἔξω τοῦ ναΐσκου, εἰς τὸ προαύλιον, ἔμπροσθεν τῆς καλύβης τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει, ἐκάπνιζε τὸ τσιμπούκι του, κ᾿ ἐρρέμβαζεν. Ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸν λουλὰν ἀνέθρῳσκε καὶ ἀνέβαινεν εἰς κυανοῦς κύκλους εἰς τὸ κενόν, καὶ οἱ λογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφαίνοντο νὰ παρακολουθοῦν τοὺς κύκλους τοῦ καπνοῦ, καὶ νὰ χάνωνται μετ᾿ αὐτῶν εἰς τὸ ἀχανές, τὸ ἄπειρον. Τί ἐσκέπτετο;

Βεβαίως, τὴν σύζυγόν του, μὲ τὴν ὁποίαν ἦσαν εἰς διάστασιν, καὶ τὰ τέκνα του, τὰ ὁποῖα σπανίως ἔβλεπεν. Ἐσχάτως τοῦ εἶχον παρουσιασθῆ, πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του, καὶ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι. Ὁ Φραγκούλας ἦτο μεγαλοκτηματίας. Εἶχε παμπόλλους ἐλαιῶνας, ἀμπέλια ἀρκετά, καὶ χωράφια ἀμέτρητα. Μόνον ἀπὸ τὸν ἀντίσπορον τῶν χωραφίων ἠμποροῦσε νὰ μὴν ἀγοράζῃ ψωμὶ δι᾿ ὅλου τοῦ ἔτους, αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Οἱ δὲ ἐλαιῶνες, ὅταν ἐκαρποφόρουν, ἔδιδον ἀρκετὸν εἰσόδημα. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν εἰργάζετο ποτὲ μόνος του, τὰ ἔξοδα «τὸν ἔτρωγαν»! Εἶτα αὐξανομένης τῆς οἰκογενείας, συνηυξάνοντο καὶ αἱ ἀνάγκαι. Καὶ ὅσον ηὔξανον τὰ ἔξοδα, τόσον τὰ ἔσοδα ἠλαττοῦντο. Ἦλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», ἀφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Εἶτα, διὰ πρώτην φοράν, ἔλαβεν ἀνάγκην μικρῶν δανείων. Δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὅτι μία μικρὰ κάμπη ἀρκεῖ διὰ νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον φυτείαν. Ἀπηυθύνθη εἰς ἕνα τοκογλύφον τοῦ τόπου.

Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν ἄνθρωποι «φερτοί», ἀπ᾿ ἔξω, καὶ ὅταν κατέφυγον εἰς τὸν τόπον, ἐν ὥρᾳ συμφορᾶς καὶ ἀνεμοζάλης, κατὰ τὴν Μεγάλην Ἐπανάστασιν ἢ κατὰ τὰ ἄλλα κινήματα τὰ πρὸ αὐτῆς, ἀρχομένης τῆς ἑκατονταετηρίδος, κανεὶς δὲν ἔδωκε προσοχὴν καὶ σημασίαν εἰς αὐτούς.

Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἐντόπιοι εἶχον ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν εἰς τὰ κτήματα, οὗτοι, οἱ ἐπήλυδες, ὡς πράττουσιν ὅλοι οἱ φύσει καὶ θέσει Ἑβραῖοι, ἔδωκαν ὅλην τὴν σημασίαν καὶ τὴν προσοχήν των εἰς τὰ χρήματα. Ἤνοιξαν ἐργαστήρια, μαγαζεῖα, κ᾿ ἐμπορεύοντο, κ᾿ ἐχρηματίζοντο. Εἶτα ἦλθεν ὥρα, ὅπως καὶ τώρα καὶ πάντοτε συμβαίνει, ὁπότε οἱ ἐντόπιοι ἔλαβον ἀνάγκην τῶν χρημάτων, καὶ τότε ἤρχισαν νὰ ὑποθηκεύουν τὰ κτήματα. Ἑωσότου παρῆλθε μία γενεά, ἢ μία καὶ ἡμίσεια, καὶ τὰ χρήματα ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς δανειστάς, συμπαραλαβόντα μεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ τὰ κτήματα.

Ἕως τότε δὲν εἶχε συλλογισθῆ τοιαῦτα πράγματα ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας, οὔτε τὸν ἔμελε ποτέ του περὶ χρημάτων. Ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἐσχάτων, εἶχε λάβει ἀνάγκην καὶ δευτέρου καὶ τρίτου δανείου, καὶ οἱ δανεισταὶ προθύμως τοῦ ἔδιδαν, ἀλλ᾿ ἀπῄτουν νὰ τοὺς καθιστᾷ ὑπέγγυα τὰ καλύτερα κτήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον εἶχε, κατ᾿ αὐτὸν ἐκτιμητήν, δεκαπλασίαν ἀξίαν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανειζομένου. Πλὴν φεῦ! αὐτὸς δὲν ἦτο ὁ μόνος καημός του…

Ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας δὲν ἐφόρει πλέον τὸ ὡραῖόν του μαῦρον φέσι, τὸ τουνεζιάνικον· ἔφερεν οἰκιακὸν μαῦρον σκοῦφον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. Ἀλλ᾿ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἐὰν τὸν συνηντῶμεν τὴν προτεραίαν εἰς τὴν ἀγοράν, κάτω εἰς τὴν πολίχνην, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι εἶχε βάψει μαῦρον τὸ φέσι του… Εἶχε πρόσφατον πένθος.

*
* *

«Ἄχ! Τό ᾽χασα, τὸ καημένο μ᾿, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!»

Ὁ γερο-Φραγκούλης ἐστέναξε, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ στενάξῃ. Τὸ καλύτερον κοράσιόν του, τὸ τρίτον, τὸ μικρότερον, δεκατετραετὲς μόλις τὴν ἡλικίαν ―τὸ ὁποῖον εἶχε γεννηθῆ κατά τι διάλειμμα ἔρωτος μεταξὺ δύο χωρισμῶν― τοῦ εἶχεν ἀποθάνει πρὸ ὀλίγων μηνῶν…

Καὶ αὐτὸς ἦλθεν εἰς τὴν Παναγίαν, διὰ νὰ κλαύσῃ καὶ νὰ πῇ τὸν πόνον του. Ἦτον κτῆμά του ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Τὸ ἐκκλησίδιον ἦτον εὐπρεπέστατον, ὡραῖα στολισμένον καὶ εἶχε καλὰς εἰκόνας, καὶ μάλιστα τὴν φερώνυμον, τὴν γλυκεῖαν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν, σκαλιστὸν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλεον καὶ μανουάλια ὀρειχάλκινα, κανδήλια ἀργυρᾶ. Ἔφερε πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης μαζί του τὴν βαρεῖαν ὑπερμεγέθη κλεῖδα τῆς δρυΐνης θύρας τῆς στερεᾶς, καὶ δὲν ἔλειπε συχνὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὴν Παναγίαν του· ἱερόσυλος εὐτυχῶς κανεὶς ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀναφανῆ εἰς τὰ μέρη αὐτά.

Ἦτον ἡ προπαραμονὴ τῆς ἑορτῆς, ὅτε θὰ ἐτελεῖτο πανήγυρις εἰς τὸν ναΐσκον, τιμώμενον ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως. Θὰ ἤρχοντο ἀπὸ τὸν τόπον πολλαὶ οἰκογένειαι καὶ ἄτομα, δωδεκάδες τινὲς προσκυνητῶν καὶ πανηγυριστῶν, καὶ ὁ παπα-Νικόλας, ὁ συμπέθερός του. Εἰς τὸν παπα-Νικόλαν ὁ Φραγκούλας ἔδιδε διὰ τὸν κόπον του ἓν τάλληρον, περιπλέον δὲ εἰσέπραττεν ὁ παπὰς διὰ λογαριασμόν του τὰς δεκάρας, ὅσας ἔδιδαν αἱ γυναῖκες «διὰ νὰ γράψουν τὰ ὀνόματα» ἢ τὰ «ψυχοχάρτια».

Ὅλα τ᾿ ἄλλα, προσφοράς, ἀρτοκλασίας, πώλησιν κηρίων, κτλ. τὰ εἰσέπραττεν ὁ Φραγκούλας ὡς εἰσόδημα ἰδικόν του…

Καὶ τώρα τοὺς ἐπερίμενε νὰ ἔλθουν πάλιν… καὶ ἀνελογίζετο πῶς ἄλλοτε, ὅταν ἦτον νέος ἀκόμη, μετὰ τὸν πρῶτον χωρισμὸν ἀπὸ τὴν γυναῖκά του, ἡ πανήγυρις αὐτὴ τῆς Παναγίας τῆς Κοιμήσεως ἔγινεν ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐπέλθῃ συνδιαλλαγὴ μετὰ τῆς γυναικός του. Κατόπιν τῆς συνδιαλλαγῆς ἐκείνης ἐγεννήθη ὁ τρίτος υἱός, καὶ τὸ Κουμπώ, τὸ θυγάτριον τὸ ὁποῖον ἐθρήνει τώρα ὁ γερο-Φραγκούλας…

«Τό ᾽χασα τὸ καημένο μου, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!…»

Ὤ, δὲν ἐλυπεῖτο τώρα τόσον πολὺ τὸν ἀπὸ τῆς γυναικός του χωρισμόν ―τὴν ὁποίαν ἄλλως τρυφερῶς ἠγάπα― ὅσον ἐθρήνει τὴν σκληρὰν ἀπώλειαν ἐκείνην τῆς κορασίδος, τὴν ὁποίαν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἤλπιζε μόνον νὰ ἐπανεύρῃ… Καὶ κατενύσσετο πολὺ ἡ καρδία του κ᾿ ἐθλίβετο… Καὶ ἀνελογίσθη ὅτι τὸ πάλαι ἐδῶ οἱ χριστιανοί, ὅσοι ἦσαν ὡς αὐτὸς τεθλιμμένοι, εἰς τὸν ναΐσκον αὐτὸν τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας, ἤρχοντο τὰς ἡμέρας αὐτὰς νὰ εὕρωσι, διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἱεροῦ ᾄσματος, ἀναψυχὴν καὶ παραμυθίαν… Τὸν παλαιὸν καιρόν, πρὸ τοῦ Εἰκοσιένα, ὅταν τὸ σήμερον ἔρημον καὶ κατηρειπωμένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, ὅλοι οἱ κάτοικοι καὶ τῶν δύο ἐνοριῶν ἤρχοντο εἰς τὸν ναὸν τῆς Πρέκλας, ὅστις ἦτο ἁπλοῦν παρεκκλήσιον, ν᾿ ἀκούσωσι τὰς ψαλλομένας Παρακλήσεις, καθ᾿ ὅλον τὸν Δεκαπενταύγουστον…

Ἄφησεν εἰς τὴν ἄκρην τὸ τσιμπούκι, τὸ ὁποῖον εἶχε σβήσει ἤδη ἀνεπαισθήτως, ἐν μέσῳ τῆς ἀλλοφροσύνης καὶ τῶν ρεμβασμῶν τοῦ καπνιστοῦ, καὶ ἀκουσίως ἤρχισε νὰ ὑποψάλλῃ.

Ἔλεγε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν κανόνα τὸν εἰς τὴν Παναγίαν, ὅπου διεκτραγῳδοῦνται τὰ παθήματα καὶ τὰ βάσανα μιᾶς ψυχῆς, καὶ τὴν σειρὰν ὅλην τῶν κατανυκτικῶν ὕμνων, ὅπου εἷς βασιλεὺς Ἕλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, ἀπὸ Λατίνους καὶ Ἄραβας καὶ τοὺς ἰδικούς του, διεκτραγῳδεῖ πρὸς τὴν Παναγίαν τοὺς ἰδίους πόνους του, καὶ τοὺς διωγμοὺς ὅσους ὑπέφερεν ἀπὸ τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει νέφη.

Εἶτα, κατὰ μικρόν, ἀφοῦ εἶπεν ὅσα τροπάρια ἐνθυμεῖτο ἀπὸ στήθους, ὕψωσεν ἀκουσίως τὴν φωνήν, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο:

«Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε,
Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ, κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα.
Καὶ σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα».

… Καὶ εἶτα προσέτι, παρεκάλει διὰ τοῦ ᾄσματος τὴν Παναγίαν, νὰ εἶναι μεσίτρια πρὸς τὸν Θεόν, «μὴ μοῦ ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων…» Ὤ, αὐτὸ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ προνόμιον νὰ κάμνῃ πολλὰ ζεύγη ὀφθαλμῶν νὰ κλαίωσι τὸν παλαιὸν καιρόν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔκλαιον ἀκόμη ἑκούσια δάκρυα ἐκ συναισθήσεως…

Ὁ γερο-Φραγκούλας ἐπίστευε καὶ ἔκλαιεν… Ὤ, ναί, ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής· ἠγάπα καὶ ἡμάρτανε καὶ μετενόει… Ἠγάπα τὴν θρησκείαν, ἠγάπα καὶ τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του, ἐπόθει ἀκόμη τὸν συζυγικὸν βίον, ἐπόθει καὶ τὸν βίον τὸν μοναχικόν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχεν ἀγαπήσει ἐξ ὅλης καρδίας τὴν Σινιωρίτσαν του… καὶ τὴν ἠγάπα ἀκόμη. Ἀλλ᾿ ὅσον τρυφερὸς ἦτο εἰς τὸν ἔρωτα, τόσον εὐεπίφορος εἰς τὸ πεῖσμα, καὶ τόσον γοργὸς εἰς ὀργήν. Ὤ! ἀτέλειαι τῶν ἀνθρώπων.

Τώρα, εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους, εἶχε γνωρίσει ἀκόμη καὶ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, τὸ παράπονον τῆς ξεπεσμένης ἀρχοντιᾶς, τὰς πιέσεις καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν τοκογλύφων. «Τὸ διάφορο, κεφάλι*! τὸ διάφορο, κεφάλι!» Ἐπὶ τέσσαρας ἐνιαυτοὺς ἦτο ἀφορία, αἱ ἐλαῖαι δὲν ἐκαρποφόρησαν· ὁ καρπὸς εἶχε προσβληθῆ ἀπὸ ἄγνωστον ἀσθένειαν, διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἶχαν κιτρινίσει καὶ μαυρίσει αἱ ἐλαῖαι, καὶ ἦσαν γεμᾶται ἀπὸ βοῦλες, καὶ εἶχαν πέσει ἄκαιρα. Τόσα «ὑποστατικά», τόσα «μούλκια»*, τόσο «βιός», ἀγύριστα* κτήματα, σχεδὸν τσιφλίκια, ἠπειλοῦντο νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. ― Ἐγέννα ἢ ὄχι ἡ γῆ, ἐκαρποφόρουν ἢ ὄχι τὰ δένδρα, ὁ τόκος δὲν ἔπαυε. Τὰ κεφάλαια «ἔτικτον». Ἔπαυσε νὰ τίκτῃ ἡ γόνιμος (ὅπως λέγει ὁ Ἅγ. Βασίλειος), ἀφοῦ τὰ ἄγονα ἤρχισαν κ᾿ ἐξηκολούθουν νὰ τίκτουν…

Ἀνελογίζετο αὐτά, κ᾿ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του. Δὲν ἤλπιζε πλέον, οὔτε ηὔχετο σχεδόν, νὰ ἤρχετο ἡ Σινιωρίτσα αὔριον, εἰς τὴν πανήγυριν, ὅπως ἤρχετο τακτικὰ κάθε χρόνον, ἄλλοτε, ὅταν ἦσαν «μονοιασμένοι» ― ὅπως εἶχεν ἔλθει καὶ ἅπαξ, εἰς καιρὸν ὁποὺ εὑρίσκοντο χωρισμένοι, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν… Τώρα μόνον ἡ ψυχὴ τῆς Κούμπως, τῆς ἀθῴας μικρᾶς παρθένου, εἴθε νὰ παρίστατο ἀοράτως εἰς τὴν πανήγυριν, ἀγαλλομένη.

Ὤ! ἄλλοτε, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, πρὶν γεννηθῇ ἀκόμη ἡ Κούμπω ― ναί, ἡ Παναγία εἶχε δωρήσει τὸ ἁβρὸν ἐκεῖνο ἄνθος εἰς τὸν Φραγκούλην καὶ τὴν Σινιώραν, καὶ ἡ Παναγία πάλιν τὸ εἶχε δρέψει καὶ τὸ εἶχεν ἀναλάβει πλησίον της, πρὶν μολυνθῇ ἐκ τῆς ἐπαφῆς τῶν ματαίων τοῦ κόσμου… Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχε συμβῆ ὁ πρῶτος χωρισμός, τὸ πρῶτον πεῖσμα, τὸ πρῶτον κάκιωμα μεταξὺ τῶν συζύγων. Καὶ ὁ Φραγκούλης, θυμώδης, ὀξύχολος, δριμύς, εἶχεν ἀναβῆ, ὅπως τώρα, ἀπὸ τὴν πολίχνην τὴν κατοικημένην εἰς τὸ παλαιὸν χωρίον τὸ ἔρημον, τοῦ ὁποίου ἐσώζοντο τότε ἀκόμη ὀλίγισται οἰκίαι, καὶ δὲν ἦτο ἐρείπιον ὅλον, ὅπως σήμερον. Καὶ καθὼς τώρα, εἶχεν ἔλθει δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρέκλας, ἐκάθητο δὲ εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναΐσκου κ᾿ ἐκάπνιζε τὸ μακρὸν τσιμπούκι μὲ τὸ ἠλέκτρινον ἐπιστόμιον. Πλὴν τότε τὸ φέσι του ἦτο κατακόκκινον, καὶ τώρα ἐφόρει μαῦρον σκοῦφον… Καὶ τότε ὁ Φραγκούλης ἦτον σαράντα χρόνων, καὶ τώρα ἦτον πενηνταπέντε… Τότε ἔτρεφε πεῖσμα καὶ χολήν, ἀλλ᾿ εἶχε πολὺ περισσότερον καὶ βαθύτερον συζυγικὸν ἔρωτα, καὶ μόνον νύξιν ἤθελεν· ἦτον ἕτοιμος νὰ συγχωρήσῃ· καὶ ν᾿ ἀγαπήσῃ… Ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχει πλέον οὔτε πεῖσμα σχεδὸν οὔτε ὀργήν, ἠγάπα τὴν Σινιώραν, τὴν ἐπόνει, ἀλλ᾿ ἔκλαιε πολὺ περισσότερον διὰ τὸ θυγάτριόν του, τὸ Κουμπώ, «τὸ καημένο, τὸ εὐάγωγο!»

Ἐκείνην τὴν φοράν, ὁ παπα-Νικόλας, ἅμα ἔφθασε τὴν παραμονήν, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πλῆθος προσκυνητῶν διὰ τὴν πανήγυριν, ἐστάθη πλησίον τῆς θύρας τοῦ ναοῦ, παρὰ τὴν γωνίαν, καὶ τοῦ εἶπε μυστηριωδῶς:

― Θά ᾽χῃς μουσαφιρλίκια, θαρρῶ.

― Τί τρέχει, παπά; ἠρώτησε μειδιῶν ὁ Φραγκούλας, ὅστις ἐμάντευσε πάραυτα.

― Θὰ σοῦ ἔλθῃ τ᾿ ἀσκέρι… Κοίταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρὶς πείσματα…

Ὁ παπάς, ἀσκέρι λέγων, ἐννοοῦσε προφανῶς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Φραγκούλα· ἀλλὰ τάχα μόνον τὰ παιδία τὰ δύο μεγαλύτερα ἐκ τῶν τεσσάρων; ― καθόσον τὰ ἄλλα δύο τὰ μικρά, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ κουβαληθοῦν εἰς διάστημα τριῶν ὡρῶν ὁδοιπορίας χωρὶς τὴν μητέρα των. Ὁ Φραγκούλης ἠθέλησε νὰ βεβαιωθῇ.

― Θά ᾽ρθῃ μαζὶ κ᾿ ἡ μάννα τους;

― Βέβαια… πιστεύω, εἶπεν ὁ παπάς.

*
* *

Τῷ ὄντι, ὅταν ἐβράδιασε καλά, καὶ ἤρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ, ἡ κυρα-Σινιώρα ἦλθε, μαζὶ μὲ τὴν γραῖαν μητέρα της, καὶ μὲ τὰ τέσσαρα παιδιά της, ἐν συνοδίᾳ καὶ ἄλλων προσκυνητριῶν, γειτονισσῶν ἢ συγγενῶν της. Ἀπὸ πολλῶν μηνῶν δὲν εἶχεν ἰδεῖ τὸν σύζυγόν της, ὅστις εἶχε κατοικήσει χωριστά, ― εἰς εὐτελὲς δωμάτιον, χάριν ταπεινώσεως, τὸ ὁποῖον ὠνόμαζε «τὸ κελλί του», καὶ ἔζη ἀπὸ μηνῶν ὡς καλόγηρος. Ἐπλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ὁ Φραγκούλης ἵστατο ἐκεῖ, παραπέρα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας, κ᾿ ἔκαμνε πὼς ἔβλεπεν ἀλλοῦ, καὶ πὼς ἐπρόσεχεν εἴς τινα ὁμιλίαν περὶ ἀγροτικῶν ὑποθέσεων, μεταξὺ δύο ἢ τριῶν χωρικῶν.

Ἡ Σινιώρα εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον, ἐπροσκύνησεν, ἐκόλλησε κηρία, καὶ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας. Εἶτα, μετά τινα ὥραν, ἐξῆλθεν. Ἐπλησίασε συνεσταλμένη, κ᾿ ἐχαιρέτισε τὸν σύζυγόν της. Οὗτος ἔτεινε πρὸς αὐτὴν τὴν χεῖρα, καὶ ἠσπάσθη φιλοστόργως τὰ τέκνα του.

Ἤδη ἐνύκτωνε, καὶ ἐψάλη ὁ Μικρὸς Ἑσπερινός. Ἀκολούθως, μετὰ τὸ λιτὸν σαρακοστιανὸν τὸ ὁποῖον ἔφαγον κατὰ ὁμάδας καθίσαντες οἱ διάφοροι προσκυνηταί, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, ἐπὶ τῶν χόρτων καὶ τῶν ἐρειπίων, ὁ Φραγκούλης ἡτοίμασεν ἰδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον, πρόχειρον, κατὰ μίμησιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνηθίζονται εἰς τὰ μοναστήρια, καὶ φέρων τρεῖς γύρους περὶ τὸν ναόν, τὸ ἔκρουσε μόνος του, πρῶτον εἰς τροχαϊκὸν ρυθμόν, «τὸν Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ!» εἶτα εἰς ἰαμβικόν, «τὸ τάλαντον! τὸ τάλαντον!»

Εὐθὺς τότε, τὰ δύο παιδία τοῦ Φραγκούλα, καὶ πέντε ἢ ἓξ ἄλλοι μικροὶ μοσχομάγκαι, ἀνερριχήθησαν ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ, ἄνωθεν τῆς θύρας, καὶ ἤρχισαν νὰ βαροῦν τρελά, ἀλύπητα, ἀχόρταστα, τὸν μικρὸν μισορραγισμένον κώδωνα, τὸν κρεμάμενον ἀπὸ δύο διχαλωτῶν ξύλων ἐκεῖ ἐπάνω. Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς φωνάς, μαλώματα καὶ ἐπιπλήξεις τοῦ Φραγκούλα, τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ τοῦ ψάλτου, καὶ τοῦ Παναγιώτου τῆς Ἀντωνίτσας (ἑνὸς καλοῦ χωρικοῦ, ὅστις δὲν ἐκουράζετο νὰ τρέχῃ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια, καὶ νὰ κάμνῃ «κουμάντο», ἑωσοῦ ἐπὶ τέλους ἡ Δημαρχία ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰσόβιον ἐπίτροπον ὅλων τῶν ἐξοχικῶν ναῶν), τὰ παιδία μόλις ἔπαυσαν ὀψέποτε νὰ κρούουν τὸν κώδωνα, κ᾿ ἐξεκόλλησαν τέλος ἀπὸ τὴν στέγην τοῦ ναΐσκου. Ὁ παπα-Νικόλας ἔβαλεν εὐλογητόν, καὶ ἤρχισεν ἡ ἀκολουθία τῆς Ἀγρυπνίας.

Ὁ Φραγκούλας ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τὴν ἑσπέραν, ὥστε ἀπὸ τοῦ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός», τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου, μέχρι τοῦ «Εἴη τὸ ὄνομα», εἰς τὸ τέλος τῆς Λειτουργίας ―ὅπου ἡ παννυχὶς διήρκεσεν ὀκτὼ ὥρας ἄνευ διαλείμματος― ὅλα τὰ ἔψαλε καὶ τὰ ἀπήγγειλε μόνος του ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, μόλις ἐπιτρέπων εἰς τὸν κὺρ Δημητρόν, τὸν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ, νὰ λέγῃ κι αὐτὸς ἀπὸ κανένα τροπαράκι, διὰ νὰ ξενυστάξῃ. Ἔψαλε τὸ «Θεαρχίῳ νεύματι» καὶ εἰς τοὺς ὀκτὼ ἤχους μοναχός του, προφάσει ὅτι ὁ κὺρ Δημητρὸς «δὲν εὕρισκεν εὔκολα τὸν ἦχον», ἤτοι δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβῇ ἀβιάστως καὶ ἄνευ χασμωδίας ἀπὸ ἤχου εἰς ἦχον. Εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, μοναχός του ἐδιάβασε τὸ Συναξάρι, καί, χωρὶς νὰ πάρῃ ἀνασασμόν, μοναχός του πάλιν ἤρχισε τὸν Ἑξάψαλμον. Ἔψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Ἀναβαθμοὺς καὶ προκείμενα, εἶτα ὅλον τὸ «Πεποικιλμένη» ἕως τὸ «Συνέστειλε χορός», καὶ ὅλον τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου» ἕως τὸ «Δέχου παρ᾿ ἡμῶν». Εἶτα ἔψαλεν Αἴνους, Δοξολογίαν, ἐδιάβασεν Ὥρας καὶ Μετάληψιν, πρὸς χάριν ὅλων τῶν ἡτοιμασμένων διὰ τὴν Θείαν Κοινωνίαν, καὶ εἰς τὴν Λειτουργίαν πάλιν ὅλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τὸ Χερουβικόν, τὸ «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι», τὸ Κοινωνικόν, κτλ. κτλ.

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνθυμεῖτο ἀκόμη, ὡς νὰ ἦτον χθές, ὁ γερο-Φραγκούλας, καὶ εἶχον παρέλθει δεκαπέντε ἔτη ἔκτοτε. Ἀκόμη καὶ μικρά τινα φαιδρὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν Λιτήν, μικρὸν πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, κατὰ τὴν ἔξοδον τῆς ἱερᾶς εἰκόνος εἰς τὸ ὕπαιθρον. Ἐπειδὴ αἱ γυναῖκες εἶχαν κολλήσει πολλὰ καὶ χονδρὰ κηρία, τὰ πλεῖστα ἔργα αὐτῶν τῶν ἰδίων χειρομάλακτα, τὰ δὲ κηρία συμπλεκόμενα εἰς δέσμας καὶ περιπλοκάδας ἀπὸ τὸν Παναγιώτην τῆς Ἀντωνίτσας, τὸν πρόθυμον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἱερᾶς πανηγύρεως, εἶχαν λαμπαδιάσει, εἰς μίαν στιγμὴν ὀλίγον ἔλειψε νὰ πάρῃ φωτιὰν τὸ φελόνι τοῦ παπᾶ, εἶτα καὶ τὸ γένειόν του. Τότε ὁ Παναγιώτης τῆς Ἀντωνίτσας, μὴ εὑρίσκων ἄλλο προχειρότερον μέσον, ἥρπαζε τὰς ὀγκώδεις δέσμας τῶν φλεγόντων κηρίων, τὰς ἔφερε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, κ᾿ ἐπάτει δυνατὰ μὲ τὰ τσαρούχια του διὰ νὰ τὰ σβήσῃ. Αἱ γυναῖκες δυσφοροῦσαι ἐγόγγυζον, νὰ μὴν πατῇ τὰ κηριά, γιατὶ εἶναι κρῖμα.

Τότε εἷς τῶν παρεστώτων, υἱὸς πλουσίου τοῦ τόπου, ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες εἰς τὸ ὕστερον κατέστησαν δανεισταὶ τοῦ Φραγκούλα ―καὶ ὅστις ἐλέγετο ὅτι ἐμελέτα εἰς τὰς ἐκλογὰς νὰ βάλῃ κάλπην ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος― ἠκούσθη νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ μάθουν νὰ κάμνουν «οἰκονομία, οἰκονομία στὰ κηριά! ἡ νύχτα μεγαλώνει… ἰσημερία τώρα, κοντεύει… ἔχει νύχτα…»

Ἀλλ᾿ αἱ γυναῖκες, ἐνῷ ἤξευραν, καλύτερα ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅλας τὰς οἰκονομίας τοῦ κόσμου, δὲν ἐννοοῦσαν τί θὰ πῇ «οἰκονομία στὰ κηριά», ἀφοῦ ἅπαξ εἶναι ἀγορασμένα καὶ πληρωμένα, καὶ εἶναι μελετημένα καὶ ταμένα ἐξ ἅπαντος νὰ καοῦν, διὰ τὴν χάριν τῆς Παναγίας. Μία ἀπ᾿ αὐτάς, γερόντισσα, ἀνεπόλησε κάτι τι δι᾿ ἕνα θαῦμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὅπου ὁ Ἅγιος, εἰς τὴν Σαλονίκην, ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸν νεωκόρον, ἔχοντα τὴν μανίαν νὰ σβήνῃ μισοκαμένα τὰ κηριά ― καὶ ἡ γερόντισσα ἤρχισε νὰ τὸ διηγῆται χθαμαλῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν πλησίον της: «Ἀδελφὲ Ὀνήσιμε, ἄφες νὰ καοῦν τὰ κηρία, ὅσα προσφέρουν οἱ χριστιανοί, καὶ μὴ ἁμαρτάνῃς…»

Τὴν ἰδίαν ὥραν συνέβη καὶ τοῦτο. Ἐνῷ ὁ παπὰς ἀπήγγελλε τὰς μακρὰς αἰτήσεις τῆς Λιτῆς, ἐπισυνάπτων καὶ τὰ ὀνόματα ὅλα, ζωντανὰ καὶ πεθαμένα, ὅσα τοῦ εἶχον ὑπαγορεύσει ἀφ᾿ ἑσπέρας αἱ εὐλαβεῖς προσκυνήτριαι, ὁ Φραγκούλης ἔψαλλε μεγαλοφώνως τὸ τριπλοῦν «Κύριε Ἐλέησον» μὲ τὴν χονδρὴν φωνήν του, καὶ μὲ ὅλον τὸ πάθος τῆς ψαλτικῆς του. Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶχε πειραχθῆ ὀλίγον, ἴσως διότι ὁ Φραγκούλας ἐν τῇ ψαλτομανίᾳ του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ πῇ κ᾿ ἐκεῖνος ἕνα τροπαράκι σωστό (διότι ἅμα ἤρχιζεν ὁ Δημητρὸς τὸ δικό του, ὁ Φραγκούλας, μὲ τὴν γερήν, κεφαλικὴν φωνήν του, ἐκθύμως συνέψαλλε, τοῦ ἥρπαζε τὴν πρωτοφωνίαν, καὶ ὑπέτασσε καὶ ἐκάλυπτε τὴν ἀσθενῆ καὶ τερετίζουσαν φωνὴν ἐκείνου), ἔλαβε τὸ θάρρος νὰ τοῦ κάμῃ παρατήρησιν.

― Πιὸ σιγά, πιὸ ταπεινά, κὺρ Φραγκούλη· σιγανώτερα νὰ τὸ λὲς τὸ Κύριε ἐλέησον, γιατὶ δὲν ἀκούονται τὰ ὀνόματα, καὶ θέλουν οἱ γυναῖκες νὰ τ᾿ ἀκοῦνε.

Εἶχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αἱ γυναῖκες ἀπῄτουν νὰ λέγωνται ἐκφώνως τὰ ὀνόματα, ὅσα εἶχαν εἰπεῖ εἰς τὸν παπὰν νὰ γράψῃ. Ἐννοοῦσαν νὰ τ᾿ ἀκούῃ κι ὁ Θεὸς κ᾿ ἡ Παναγία κι ὅλος ὁ κόσμος. Ἡ καθεμία ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ «τὰ δικά της τὰ ὀνόματα», καὶ νὰ τ᾿ ἀναγνωρίσῃ, καθὼς ἀπηγγέλλοντο ἀραδιαστά. Ἄλλως θὰ εἶχαν παράπονα κατὰ τοῦ παπᾶ, κι ὁ παπὰς ἂν ἤθελε νὰ φάγῃ κι ἄλλοτε, εἰς τὸ μέλλον, προσφορές, ὤφειλε νὰ τὰ ἔχῃ καλὰ μὲ τὶς ἐνορίτισσες.

Τότε ἡ Ἀργυρή, ἡ πρωτότοκος τοῦ Φραγκούλα, οὖσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθὼς ἔστεκε πλησίον εἰς τὸν πατέρα της, ἐψήλωσεν ὀλίγον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ οὖς του, καὶ τοῦ λέγει κρυφά:

― Πατέρα, ἄφησε καὶ τὸν μπαρμπα-Δημητρὸ νὰ ψάλῃ «Κύριε ἐλέησον».

Τοῦτο ἦτο ὡς ἔμπνευσις καὶ βοήθημα διὰ τὸν Φραγκούλην. Ἐπειδὴ οὗτος δὲν ἤθελε φανερὰ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν σχεδὸν αὐθάδη παραίνεσιν τοῦ Δημητροῦ, καὶ πάλιν δὲν ἤθελε νὰ δείξῃ ὅτι ἐθύμωσεν, ἐστράφη πρὸς τὸν καλὸν γέροντα, καὶ τοῦ λέγει:

― Πέ, Δημητρό, σαράντα φορὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον».

Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἂν καὶ εἶχε γηράσει, δὲν εἶχε μάθει ἀκόμη καλὰ τὰ Τυπικά, καὶ δὲν ἤξευρεν ἀκριβῶς πότε κατὰ τὴν Λιτὴν τὸ Κύριε ἐλέησον λέγεται τρὶς καὶ πότε τεσσαρακοντάκις, ἤρχισε πράγματι νὰ τὸ ψάλλῃ σαράντα φορές, ὥστε ὁ παπὰς ἐβιάσθη ν᾿ ἀπαγγείλῃ ραγδαίως καὶ ἀθρόα τὰ τελευταῖα ὀνόματα, καί, διὰ νὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν ψάλτην, ἤρχισε πρὸ τῆς ὥρας νὰ λέγῃ: «…ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθῆναι… ἀπὸ λιμοῦ, λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας» καὶ τὰ ἑξῆς.

*
* *

Τέλος, μετὰ τὴν λειτουργίαν, ὁ παπάς, ὁ Φραγκούλας καὶ ἡ οἰκογένειά του, καὶ ὀλίγοι φίλοι, ἐκάθισαν κ᾿ ἔφαγαν ὁμοῦ καὶ ηὐφράνθησαν, καὶ τὴν ἑσπέραν ὁ Φραγκούλης ἐπανήρχετο, εἰρηνικῶς καὶ μὲ ἀγάπην, μετὰ τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων του, ὑπὸ τὴν οἰκιακὴν στέγην.

Πρὶν παρέλθῃ ἔτος, ἐγεννήθη ἡ Κούμπω. Ἡ κόρη αὕτη, πλάσμα χαριτωμένον καὶ συμπαθές, ἀνετρέφετο καὶ ἡλικιοῦτο, ἐγίνετο τὸ χάρμα καὶ ἡ παρηγορία τοῦ πατρός της. Δὲν εἶχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, ἀλλὰ κάτι ἄλλο παράδοξον γνώρισμα, οἱονεὶ χαρακτῆρα φρονίμου γυναικὸς εἰς ἡλικίαν παιδίσκης. Ὕστερον, μετὰ χρόνους, ὅταν ἐπῆλθεν ὁ δεύτερος χωρισμός, ἡ Κούμπω, ὀκταέτις τότε, ἔτρεχε πλησίον τοῦ πατρός της, εἰς τὸ «κελλί του», ὅπου κατῴκει εἰς τὴν ἀνωφερῆ ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, καὶ τὸν ἐγέμιζε περιποιήσεις καὶ τρυφερότητας.

Αὐτὴ μόνη ἐδέχετο προθύμως τοὺς πατρικοὺς χαλινούς, ἐνῷ τὰ ἄλλα τέκνα δὲν ἤρχοντο ποτὲ πλησίον τοῦ πατρός των, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνος τὴν ὠνόμαζε «τὸ εὐάγωγο». Καθημερινῶς ἔτρεχε νὰ τὸν εὕρῃ, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὸν παρακαλῇ:

―Ἔλα, πατέρα, στὸ σπίτι· μὴ μᾶς ἀφήσῃς, λέγ᾿ ἡ μητέρα, ζωνταρφανά*.

Μίαν τῶν ἡμερῶν ἔτρεξε δρομαία, φαιδρά, καὶ πνευστιῶσα τοῦ εἶπε:

― Τά ᾽μαθες, πατέρα;… Θὰ παντρέψουμε τ᾿ Ἀργυρώ μας… Ἔλα στὸ σπίτι, γιατὶ δὲν εἶναι πρέπο, λέγει ἡ μητέρα, νὰ εἶστε χωρισμένοι ἐσεῖς, ποὺ θὰ παντρευτῇ τ᾿ Ἀργυρώ μας… γιὰ νὰ μὴν κακιώση ὁ γαμπρός!…

Τῷ ὄντι ὁ Φραγκούλας ἐπείσθη, κ᾿ ἐφιλιώθη μὲ τὴν σύζυγόν του. Ἠρραβώνισαν τὴν Ἀργυρώ, εἶτα μετ᾿ ὀλίγους μῆνας τὴν ἐστεφάνωσαν… Εἶτα πάλιν ἐπῆλθε τρίτος χωρισμὸς μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ ἀνδρογύνου, καὶ μ᾿ ἕνα γεροντόπαιδον μαζί, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον σχεδὸν συγχρόνως μὲ τὸν γάμον τῆς πρωτοτόκου.

Τότε ἡ Κούμπω, ἥτις εἶχε γίνει δεκατριῶν ἐτῶν, δὲν ἔπαυε νὰ τρέχῃ πλησίον τοῦ πατρός της, καὶ νὰ τὸν παρακινῇ ν᾿ ἀγαπήσῃ μὲ τὴν μητέρα.

Μίαν ἡμέραν, θλιβερὰ τοῦ εἶπε:

― Δὲν θὰ μπορῶ πλέον νά ᾽ρχωμαι οὔτε στὸ κελλί σου, πατέρα. Εἶναι κάτι κακὲς γυναῖκες, ἐκεῖ στὸ μαχαλά, στὸ δρόμο ποὺ περνῶ, καὶ τὶς ἄκουσα ποὺ λέγανε, καθὼς περνοῦσα: «Νά τὸ κορίτσι τῆς Φραγκούλαινας, ποὺ τὴν ἔχει ἀπαρατήσει ὁ ἄντρας της…» Δὲν τὸ βαστῶ πλέον, πατέρα…

Τῷ ὄντι παρῆλθον τρεῖς ἡμέραι, καὶ ἡ Κούμπω δὲν ἐφάνη εἰς τὸ κελλὶ τοῦ πατρός της. Τὴν τετάρτην ἡμέραν ἦλθε πολὺ ὠχρὰ καὶ μαραμένη, ἐφαίνετο νὰ πάσχῃ.

― Τί ἔχεις, κορίτσι μου; τῆς εἶπεν ὁ πατήρ της.

―Ἂν δὲν ἔλθῃς, πατέρα, τοῦ ἀπήντησεν ἀποτόμως αἴφνης, μὲ παράπονον καὶ μὲ πνιγμένα δάκρυα, νὰ ξεύρῃς, θὰ πεθάνω ἀπ᾿ τὸν καημό μου!…

―Ἔρχομαι, κορίτσι μου, εἶπεν ὁ Φραγκούλης.

Τῷ ὄντι, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλ᾿ ἡ νεαρὰ κόρη ἔπεσε πράγματι ἀσθενής, καὶ εἶχε δεινὸν πυρετόν. Ὅταν ὁ πατέρας ἦλθε παρὰ τὴν κλίνην της, καὶ τῆς ἀνήγγειλεν ὅτι ἔκαμεν ἀγάπην μὲ τὴν μητέρα της, διὰ νὰ χαρῇ, ἦτον ἀργὰ πλέον. Ἡ τρυφερὰ παιδίσκη ἐμαράνθη ἐξ ἀγνώστου νόσου, καὶ οὔτε φάρμακον οὔτε νοσηλεία ἴσχυσε νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσμον. Ἐκοιμήθη χωρὶς ἀγωνίαν καὶ πόνον, ἐξέπνευσεν ὡς πουλί, μὲ τὴν λαλιὰν εἰς τὸ στόμα:

― Πατέρα! πατέρα! στὴν Παναγία νὰ κάμετε μιὰ λειτουργία… μὲ τὴν μητέρα μαζί…

Εἶπε καὶ ἀπέθανε.

Ὁ Φραγκούλης ἔκλαυσεν ἀπαρηγόρητα· ἔκλαυσεν ἀχόρταστα, ὁμοῦ μὲ τὴν σύζυγόν του… Κατόπιν ἀπεσύρθη, κ᾿ ἐξηκολούθησε νὰ κλαίῃ μόνος του, εἰς τὴν ἐρημίαν..

Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμὸς ἦτον μᾶλλον φιλικὸς καὶ μὲ τὴν συναίνεσιν τῆς Σινιώρας, ἥτις ἔβλεπεν ὅτι ὁ γέρων σύζυγός της ἐπεθύμει μᾶλλον νὰ γίνῃ μοναχός. Ὁ Φραγκούλης ἐνθυμεῖτο τὴν τελευταίαν σύστασιν τῆς Κούμπως, «μὲ τὴν μητέρα μαζί». Μόνον ἓν παροδικὸν πεῖσμα τοῦ εἶχεν ἔλθει. Τοῦ ἐφάνη ὅτι αἱ ἴδιαι ἀδελφαί της, ἡ ὕπανδρος, καὶ ἡ ἄλλη ἡ δευτερότοκος, δὲν τὴν ἐλυπήθησαν ὅσον ἔπρεπε, δὲν τὴν ἐπένθησαν ὅσον τῆς ἤξιζε, τὴν ἀτυχῆ μικράν, τὴν Κούμπω. Ἔκτοτε ἐξηκολούθει νὰ ζῇ ὁλομόναχος πάλιν, τώρα, «ἐπὶ γήραος οὐδῷ». Καὶ ἐνθυμεῖτο τὸν στίχον τοῦ Ψαλτηρίου: «Μὴ ἀπώσῃ με εἰς καιρὸν γήρως… καὶ ἕως γήρως καὶ πρεσβείου μὴ ἐγκαταλίπῃς με».

Καὶ τὴν ἡμέραν αὐτήν, τὴν παραμονὴν τῆς Κοιμήσεως πάλιν, τὸν εὑρίσκομεν νὰ κάθηται εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου, καὶ νὰ καπνίζῃ μελαγχολικῶς τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν… ἀναλογιζόμενος τόσα ἄλλα καὶ τοὺς ὀχληροὺς δανειστάς του, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶχαν πάρει ἐν τῷ μεταξὺ τὸ καλύτερον κτῆμα· ἕνα ὁλόκληρον βουνόν, ἐλαιῶνα, ἄμπελον, ἀγρὸν μὲ ὀπωροφόρα δένδρα, μὲ βρύσιν, μὲ ρέμα καὶ νερόμυλον … καὶ νὰ ἐκχύνῃ τὰ παράπονά του εἰς θρηνώδεις μελῳδίας πρὸς τὴν Παναγίαν.

«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε…»

Κ᾿ ἐπόθει ὁλοψύχως τὸν μοναχικὸν βίον, ὀλίγον ἀργά, κ᾿ ἐπεκαλεῖτο μεγάλῃ τῇ φωνῇ τὸν «Γλυκασμὸν τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων τὴν χαράν», ὅπως ἔλθῃ εἰς αὐτὸν βοηθὸς καὶ σώτειρα·

«ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι,
τῶν αἰωνίων βασάνων…»

(1906)

Πηγή: papadiamantis.net/

Ο Αυτοκράτορας Υμνογράφος του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Έζησε μόλις 36 χρόνια! Μαθητής των μεγάλων λογίων του ΙΓ’ αιώνα Γεωργίου Ακροπολίτου και Νικηφόρου Βλεμμύδη. Σπουδαίος θεολόγος και φιλόσοφος. Αριστοτελιστής από τους λίγους! Γνώστης των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών. Και υμνογράφος!

Αυτές τις μέρες ψάλλουμε, όπως αιώνες τώρα, τον Μεγάλο Παρακλητικό του Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο.

Αυτός! Ο Αυτοκράτορας των Ρωμαίων Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις (1222 – 1258). Που δεν πρόλαβε, για τρία χρόνια, να δει την επανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Βυζαντινούς. Βασίλεψε στη Νίκαια, λόγω της κατάληψης της Πόλης από τους Φράγκους. Ήταν μια από τις ευγενέστερες και ταυτόχρονα τραγικότερες φυσιογνωμίες του Βυζαντίου.

Περίφημα έργα του: «Της Φυσικής Κοινωνίας λόγοι εξ» και «Κόσμου εξήγησις ή Κοσμική δήλωσις». Συνέγραψε επίσης θεολογικά και πολιτικά έργα, εγκώμια, σατυρικά, επιστολές και υμνογραφικά. Ο καθηγητής Τωμαδάκης λέει πως δια του κορυφαίου υμνογραφικού του έργου, του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα, «επί αιώνας αντηχεί η πονεμένη κραυγή του».

Το ίδιο λέει και ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο Ρεμβασμό του Δεκαπενταυγούστου. Ο ήρωάς του, ο γερο Φραγκούλας «έλεγε τον Μέγαν Παρακλητικόν Κανόνα τον εις την Παναγίαν, όπου διεκτραγωδούνται τα παθήματα και τα βάσανα μιας ψυχής, και την σειράν όλην των κατανυκτικών ύμνων, όπου είς βασιλεύς Έλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, από Λατίνους και Άραβας και τους ιδικούς του, διεκτραγωδεί προς την Παναγίαν τους ιδίους πόνους του, και τους διωγμούς όσους υπέφερεν από τα στίφη των βαρβάρων, τα οποία ονομάζει νέφη».

Κι εγώ ακούω τον καλοφωνικό ειρμό «Εκύκλωσαν αι του βίου με ζάλαι» (τροπάριο από τον κανόνα του βασιλέως) να τον ερμηνεύει απαράμιλλα ο αείμνηστος αγιορείτης διακο – Διονύσης Φιρφιρής στη σειρά των ηχογραφήσεων του Μανόλη Χατζηγιακουμή, ο οποίος σημειώνει την ιστορία του μέλους: «O Mέγας Παρακλητικός Kανών είναι “Ποίημα του βασιλέως Θεοδώρου Δούκα του Λασκάρεως”, του γνωστού αυτοκράτορα (1254-1258) της Aυτοκρατορίας της Nικαίας. Έργο προσωπικό μιας οδυνώμενης ψυχής, μεστό ποιητικών μεταφορών, πλήρες ικεσιών προς την Παναγία, συντριβής και κατάνυξης, στοιχεία που διακρίνονται έντονα και στο μικρό κείμενο του Καλοφωνικού Ειρμού. Η επιλογή του τροπαρίου αυτού για μελοποίηση από τον Αθανάσιο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (ακμή περ. 1685 – 1711) δεν υπήρξε ασφαλώς τυχαία. Ο ειρμός έχει συντεθεί όταν ο Αθανάσιος, ως Μητροπολίτης Τουρνόβου, βρισκόταν έγκλειστος στη Μονή του Σινά από εθελοκακίαν του Πατριάρχου Διονυσίου Δ’ του Μουσελίμη. Τα συναισθήματα ακριβώς της εμπερίστατης αυτής στιγμής αποτυπώνονται και στο μέλος: ικετευτικό, με αποχρώσεις πικρίας και θλίψεως, και φράσεις υψηλότονες και μεστές».

Ο αυτοκράτορας ποιητής μας συντροφεύει μέχρι σήμερα στις δεήσεις μας προς την Παναγία. Με μιαν ένταση αμείωτη και μ’ ένα φρόνημα αδούλωτο.

Παραθέτουμε στη συνέχεια ένα θαυμάσιο κείμενο του Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού για τον Αυτοκράτορα – Υμνογράφο και τον Μέγα Παρακλητικό Κανόνα του:

Ἀσφαλῶς δὲν ὑπάρχει πιστὸς ποὺ νὰ μὴν ἄκουσε μὲ συντριβὴ τοὺς σπαραχτικοὺς στίχους τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος, ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ τὸν «νοσοῦντα τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή». Ὅμως ἐδῶ δὲν πρόκειται γιὰ ὀδύνη ἀπογνώσεως, ποὺ συνήθως ὁδήγει στὴν ἀπιστία καὶ στὴν ἀποστασία. Ἡ ὀδύνη τοῦ κατὰ Θεὸν δεινοπαθοῦντος ἀνθρώπου εἶναι ὀδύνη ἐπιγνώσεως, καὶ γίνεται καθαρμὸς καὶ ἀναβαθμός. Γιατί, ἐνῷ τὸν θλίβει καὶ τὸν πληγώνει, δὲν τὸν ἀποξενώνει ἀπὸ τὸν Θεόν, ἄλλα τὸν ὁδηγεῖ σὲ βαθύτερη θεογνωσία. Γι’ αὐτὸ ἡ ὀδύνη κορυφώνεται μὲν ἀλλὰ καὶ συγχρόνως καταπαύει στὴν ἀκόλουθη μορφὴ ἱκεσίας: «Ἐπίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπήν τοῦ σώματος κάκωσιν, καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος».

Ἀκούοντας κανεὶς ἐπιπόλαια τὶς στροφὲς τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος, ἔχει τὴν ἐντύπωση ὅτι κάποιος ἀνώνυμος ὑμνογράφος διατραγῳδεῖ κοινὰ σὲ ὅλους τοὺς πιστοὺς δεινοπαθήματα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Γιατί πράγματι δὲν ὑπάρχει χριστιανὸς ποὺ νὰ μὴν ἔζησε κατ’ ἐπανάληψη, «τῶν παθῶν του τὸν τάραχον» ἤ νὰ μὴν αἰσθάνθηκε ποτὲ «πολλοῖς συνεχόμενος πειρασμοῖς».

Διαβάζοντας ὅμως προσεκτικότερα καὶ ἐμβαθύνοντας περισσότερο σ’ αὐτὰ τὰ ἱερὰ στιχουργήματα, διαπιστώνουμε ὅτι ἐδῶ δὲν πρόκειται γιὰ περιγραφὴ καὶ ἐξιστόρηση τῶν ἐν γένει περιπετειῶν τοῦ ἀνθρώπου στὸν καθημερινὸ ἀγώνα τῆς τελειώσεώς του. Πρόκειται γιὰ σπαρακτικὲς κραυγὲς «ἐκ τοῦ φυσικοῦ», γιὰ ὀδύνη καὶ πόνο ποὺ μᾶς ἔρχεται «ἀπὸ πρῶτο χέρι».

Ἑπομένως ἔχομε νὰ κάνωμε μὲ τελείως προσωπικὸ δρᾶμα ποὺ βιώθηκε ἀπὸ πρόσωπο ἱστορικὸ καὶ ἐπώνυμο κάτω ἀπὸ συνθῆκες πραγματικὲς καὶ συγκεκριμένες. Πόσοι ἄραγε ἀπὸ τοὺς ἀνυποψίαστους πιστούς μας ποὺ ψάλλουν κάθε τόσο τὴν παράκληση γνωρίζουν ποιὸ εἶναι τὸ πρόσωπο αὐτό;

Θὰ περίμενε κανεὶς ὁ ὑμνογράφος τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος νὰ εἶναι κάποια εὐαίσθητη γυναικεία ὕπαρξη σάν τὴν Κασσιανή ἤ κάποιος ὑπέργηρος Μοναχός τῆς ἐρήμου. Κι ὅμως μήτε τὸ ἕνα μήτε τὸ ἄλλο. Ὁ συντάκτης αὐτοῦ τοῦ δακρύβρεκτου ὑμνολογικοῦ κειμένου ἦταν ἕνας ἄνδρας στὴν πλήρη ἀκμή του, καὶ μάλιστα ἐστεμμένος.

Ἦταν ὁ Βυζαντινὸς Αὐτοκράτορας τῆς Νικαίας, Θεόδωρος Β’ ὁ Λάσκαρις (1222-1258), ποὺ λίγο πρὸ τοῦ θανάτου του ἔκαρη Μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Θεοδόσιος. Σύμφωνα μὲ τοὺς βιογράφους του, ἦταν ἰδιαίτερα λεπτὸς καὶ εὐγενικὸς ἄνθρωπος, εἶχε δὲ τὴν εὐκαιρία νὰ ἀποκτήσει σπουδαία μόρφωση γιὰ τὴν ἐποχή του. Ἔζησε ὅμως σὲ πολὺ δύσκολους καιρούς. Οἱ Φράγκοι εἶχαν πάρει τὴν Κωνσταντινούπολη, οἱ Βούλγαροι καὶ τὸ Δεσποτάτο τῆς Ἠπείρου ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπισθοῦν καταλλήλως, οἱ δὲ Μουσουλμάνοι στὴν Μικρὰ Ἀσία ἦταν μία ἄμεση καὶ μόνιμη ἀπειλή.

Ἔχοντας φύση καλλιτεχνικὴ ὁ τραγικὸς αὐτὸς Αὐτοκράτορας, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθεῖ σὲ τέτοιες σκληρὲς εὐθύνες χωρὶς νὰ κλονισθεῖ ἡ ὑγεία του. Γι’ αὐτὸ πέθανε σὲ ἡλικία μόλις 36 ἐτῶν.

Ἡ ζωὴ του χαρακτηριζόταν ἀπὸ πολλὲς ἀντινομίες, ποὺ δὲν ἦταν βέβαια πρωτοφανεῖς μήτε στὰ Βυζαντινὰ Ἀνάκτορα μήτε στὴν ἐν γένει ἀνώτερη γύρω τους κοινωνία. Ὅμως αὐτὸ ἀκριβῶς στάθηκε τὸ μεγαλύτερο θαῦμα τοῦ Βυζαντίου πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα. Τὸ ὅτι δηλ. οἱ ἀντινομίες τοῦ βίου δὲν ἔκλεισαν ποτὲ στὸ πρόσωπο τὴν θέα πρὸς τὴν αἰωνιότητα καὶ τὴν σωτηρία, ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχε ἡ μετάνοια.

Ἔκαναν καὶ τότε φρικαλέα κάποτε ἐγκλήματα οἱ ἄνθρωποι, ἄλλα μετὰ μὲ ποταμοὺς εἰλικρινῶν δακρύων ἐξαγνίζονταν στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων.

Ὁλόκληρος ὁ Χριστιανικὸς Μεσαίωνας, σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ χαρακτηριστικότατο σημεῖο διαφέρει ἀπὸ τοὺς νεωτέρους χρόνους. Οἱ νεώτεροι χρόνοι φροντίζουν — ἀπὸ ἀνθρωπισμὸ ὅπως ἰσχυρίζονται — νὰ διαμορφώσουν ἕνα πολίτη νομοταγῆ καὶ ἔντιμο, ἀλλὰ δὲν ἐνδιαφέρονται γιὰ τὶς βαθύτερες πεποιθήσεις του, γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴν ἐν γένει πνευματική του ἀγρύπνια. Ἔτσι, αὐτὸς ὁ πολίτης μπορεῖ μὲν ν’ ἀποφεύγει προσεκτικότερα σήμερα τὸ ἄμεσο καὶ πρωτογενὲς ἔγκλημα στὶς σχέσεις του μὲ τοὺς συνανθρώπους — πρᾶγμα ποὺ ἀσφαλῶς τὸν ἀναδεικνύει δικονομικὰ τουλάχιστον δικαιότερο ἀπὸ τὸν Χριστιανὸ τοῦ Μεσαίωνα — ὅμως ὁ πολίτης αὐτὸς τῶν νεωτέρων χρόνων καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ ναρκισσευόμενος γιὰ τὴν «αὐτόνομη» καὶ αὐτονομημένη ἠθική του, δὲν ἔχει ποτὲ γνωρίσει τὴν συντριβὴ καὶ τὴν κάθαρση, τὴν μετάνοια καὶ τὸν ἁγιασμὸ ποὺ ἐπιφέρουν τὰ μετὰ τὴν ἁμαρτία δάκρυα.

Καὶ ἐρωτᾶται: Τί σχέση μπορεῖ νά ἔχουν αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ πολῖτες μὲ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ: Ἐμεῖς γνωρίζομε δτὶ ὁ Χριστὸς διεκήρυξε: «οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» (Μάρκ. 2,17)’ ποὺ σημαίνει ὅτι τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν τὴν κατοικοῦν οἱ ἄψογοι νάρκισσοι ποὺ δὲν ἐράγισαν ποτὲ μπροστὰ στὰ ἀνεξερεύνητα μυστήρια τοῦ Θεοῦ, ἄλλα οἱ διὰ τῆς μετανοίας ἀναγεννημένοι ἄνθρωποι.

Αὐτὲς ἀκριβῶς τὶς σωτηριώδεις ἀλήθειες γνωρίζοντας καὶ ὁ Αὐτοκράτορας Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις, ἐνῷ περιγράφει τὸν ἑαυτόν του ὅτι ἦταν «παντοίως τῇ λύπῃ τρωθείς καὶ τιτρωσκόμενος», δὲν ἀπογοητεύεται ἀλλὰ πιστεύει καὶ ἀγρυπνεῖ. Πιστεύει καὶ ἐλπίζει ὅτι μ’ ὅλες τὶς συμφορὲς του ὁ Θεὸς ἀπεργάζεται τὴν σωτηρία του: «Οἴμοι, ὅτι οὐκ ἐμοί γέγονεν οὐδὲν ἄλλο εἴποιμι ἤ ὅτι πάντως κάθαρσις ψυχικὴ καὶ ταπείνωσις σαρκική, ἵνα σώσῃ ὁ πλάστης τὸ συναμφότερον».

Τοῦ μακαριστοῦ Αὐτοκράτορος Θεοδώρου Β’ τοῦ Λασκάρεως, ποὺ μᾶς ἐδίδαξε τὸν Παρακλητικὸ Κανόνα, αἰωνία ἡ μνήμη!

Πηγή: panagiotisandriopoulos.blogspot.com

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, ποὺ τελέσθηκε στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μάμαντος στὴν κατεχόμενη Μόρφου (06.08.2024).

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 5 Αὐγούστου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΡΟΕΟΡΤΙΟΣ (ΠΡΟΕΟΡΤΙΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ)
Καθολικῆς Α΄ Ἐπιστολῆς Πέτρου τὸ Ἀνάγνωσμα
1:1-25, 2:1-10

Πέτρος, Ἀπόστολος ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ἐκλεκτοῖς παρεπιδήμοις διασπορᾶς Πόντου, Γαλατίας, Καππαδοκίας, ᾽Ασίας καὶ Βιθυνίας, κατὰ πρόγνωσιν Θεοῦ πατρός, ἐν ἁγιασμῷ Πνεύματος, εἰς ὑπακοὴν καὶ ῥαντισμὸν αἵματος ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ· χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη πληθυνθείη. Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιη- σοῦ Χριστοῦ, ὁ κατὰ τὸ πολὺ αὐτοῦ ἔλεος ἀναγεν νήσας ἡμᾶς εἰς ἐλπίδα ζῶσαν δι᾽ ἀναστάσεως ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ ἐκ νεκρῶν, εἰς κληρονομίαν ἄφθαρτον καὶ ἀμίαντον καὶ ἀμάραντον, τετηρημένην ἐν οὐρανοῖς εἰς ὑμᾶς τοὺς ἐν δυνάμει Θεοῦ φρουρουμένους διὰ πίστεως εἰς σωτηρίαν ἑτοίμην ἀποκαλυφθῆναι ἐν καιρῷ ἐσχάτῳ· ἐν ᾧ ἀγαλλιᾶσθε, ὀλίγον ἄρτι, εἰ δέον ἐστί, λυπηθέντες ἐν ποικίλοις πειρασμοῖς, ἵνα τὸ δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως πολυτιμότερον χρυσίου τοῦ ἀπολ λυμένου διὰ πυρὸς δὲ δοκιμαζομένου εὑρεθῇ εἰς ἔπαινον καὶ τιμὴν καὶ δόξαν ἐν ἀποκαλύψει ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ· ὃν οὐκ εἰδότες ἀγαπᾶτε, εἰς ὃν ἄρτι μὴ ὁρῶντες, πι- στεύοντες δὲ ἀγαλλιᾶσθε χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ καὶ δεδοξασμένῃ, κομιζόμενοι τὸ τέλος τῆς πίστεως ὑμῶν, σωτηρίαν ψυχῶν. Περὶ ἧς σωτηρίας ἐξεζήτησαν καὶ ἐξηρεύνησαν Προφῆται οἱ περὶ τῆς εἰς ὑμᾶς χάριτος προφητεύσαντες, ἐρευνῶντες εἰς τίνα ἢ ποῖον καιρὸν ἐδήλου τὸ ἐν αὐτοῖς Πνεῦμα Χριστοῦ προμαρτυρούμενον τὰ εἰς Χριστὸν παθήματα καὶ τὰς μετὰ ταῦτα δόξας· οἷς ἀπεκαλύφθη ὅτι οὐχ ἑαυτοῖς, ὑμῖν δὲ διηκόνουν αὐτά, ἃ νῦν ἀνηγγέλη ὑμῖν διὰ τῶν εὐαγγελισαμένων ὑμᾶς ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ ἀποσταλέντι ἀπ᾽ οὐρανοῦ, εἰς ἃ ἐπιθυμοῦσιν Ἄγγελοι παρακύψαι. Διὸ ἀναζωσάμενοι τὰς ὀσφύας τῆς διανοίας ὑμῶν, νήφοντες, τελείως ἐλπίσατε ἐπὶ τὴν φερομένην ὑμῖν χάριν ἐν ἀποκαλύψει ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ· ὡς τέκνα ὑπακοῆς μὴ συσχηματιζόμενοι ταῖς πρότερον ἐν τῇ ἁγνοίᾳ ὑμῶν ἐπιθυμίαις, ἀλλὰ κατὰ τὸν καλέσαντα ὑμᾶς Ἅγιον καὶ αὐτοὶ ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε· διότι γέγραπται· Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ Ἅγιός εἰμι. καὶ εἰ Πατέρα ἐπικαλεῖσθε τὸν ἀπροσωπολήπτως κρίνοντα κατὰ τὸ ἑκάστου ἔργον, ἐν φόβῳ τὸν τῆς παροικίας ὑμῶν χρόνον ἀναστράφητε, εἰδότες ὅτι οὐ φθαρτοῖς, ἀργυρίῳ ἢ χρυσίῳ, ἐλυτρώθητε ἐκ τῆς ματαίας ὑμῶν ἀναστροφῆς τῆς πατροπαραδότου, ἀλλὰ τιμίῳ αἵματι ὡς ἀμνοῦ ἀμώμου καὶ ἀσπίλου Χριστοῦ, προεγνωσμένου μὲν πρὸ καταβολῆς κόσμου, φανερωθέντος δὲ ἐπ᾽ ἐσχάτων τῶν χρόνων δι᾽ ὑμᾶς τοὺς δι᾽ αὐτοῦ πιστεύοντας εἰς Θεὸν τὸν ἐγείραντα αὐτὸν ἐκ νεκρῶν καὶ δόξαν αὐτῷ δόντα, ὥστε τὴν πίστιν ὑμῶν καὶ ἐλπίδα εἶναι εἰς Θεόν. Τὰς ψυχὰς ὑμῶν ἡγνικότες ἐν τῇ ὑπακοῇ τῆς ἀληθείας διὰ Πνεύματος, εἰς φιλαδελφίαν ἀνυπόκριτον, ἐκ καθαρᾶς καρδίας ἀλλήλους ἀγαπήσατε ἐκτενῶς· ἀναγεγεννημένοι οὐκ ἐκ σπορᾶς φθαρτῆς, ἀλλὰ ἀφθάρτου, διὰ λόγου ζῶντος Θεοῦ καὶ μένοντος εἰς τὸν αἰῶνα· διότι πᾶσα σὰρξ ὡς χόρτος, καὶ πᾶσα δόξα ἀνθρώπου ὡς ἄνθος χόρτου· ἐξηράνθη ὁ χόρτος, καὶ τὸ ἄνθος αὐτοῦ ἐξέπεσε· τὸ δὲ ῥῆμα Κυρίου μένει εἰς τὸν αἰῶνα. τοῦτο δέ ἐστι τὸ ρῆμα τὸ εὐαγγελισθὲν εἰς ὑμᾶς. ᾽Αποθέμενοι οὖν πᾶσαν κακίαν καὶ πάντα δόλον καὶ ὑποκρίσεις καὶ φθόνους καὶ πάσας καταλαλιάς, ὡς ἀρτιγέννητα βρέφη τὸ λογικὸν καὶ ἄδολον γάλα ἐπιποθήσατε, ἵνα ἐν αὐτῷ αὐξηθῆτε εἰς σωτηρίαν, εἴπερ ἐγεύσασθε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος. Πρὸς ὃν προσερχόμενοι, λίθον ζῶντα, ὑπὸ ανθρώπων μὲν ἀποδεδοκιμασμένον, παρὰ δὲ Θεῷ ἐκλεκτόν, ἔντιμον, καὶ αὐτοὶ ὡς λίθοι ζῶντες οἰκοδομεῖσθε οἶκος πνευματικός, ἱεράτευμα ἅγιον, ἀνενέγκαι πνευματικὰς θυσίας εὐπροσδέκτους τῷ Θεῷ διὰ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ· διότι περιέχει ἐν τῇ Γραφῇ· ἰδοὺ τίθημι ἐν Σιὼν λίθον ἀκρογωνιαῖον, ἐκλεκτόν, ἔντιμον, καὶ ὁ πιστεύων ἐπ᾽ αὐτῷ οὐ μὴ καταισχυνθῇ· ὑμῖν οὖν ἡ τιμὴ τοῖς πιστεύουσιν, ἀπειθοῦσι δὲ λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας καὶ Λίθος προσκόμματος καὶ πέτρα σκανδάλου· οἳ προσκόπτουσι τῷ λόγῳ ἀπειθοῦντες, εἰς ὃ καὶ ἐτέθησαν. Ὑμεῖς δὲ γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον, λαὸς εἰς περιποίησιν, ὅπως τὰς ἀρετὰς ἐξαγγείλητε τοῦ ἐκ σκότους ὑμᾶς καλέσαντος εἰς τὸ θαυμαστὸν αὐτοῦ φῶς· οἵ ποτε οὐ λαός, νῦν δὲ λαὸς Θεοῦ, οἳ οὐκ ἠλεημένοι, νῦν δὲ ἐλεηθέντες.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Ι΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
21: 28-32

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπος τις εἶχε τέκνα δύο, καὶ προσελθὼν τῷ πρώτῳ εἶπεν· τέκνον, ὕπαγε σήμερον ἐργάζου ἐν τῷ ἀμπελῶνί μου. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐ θέλω· ὕστερον δὲ μεταμεληθεὶς ἀπῆλθε. καὶ προσελθὼν τῷ δευτέρῳ εἶπεν ὡσαύτως. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἐγώ, κύριε· καὶ οὐκ ἀπῆλθε. τίς ἐκ τῶν δύο ἐποίησε τὸ θέλημα τοῦ πατρός; λέγουσιν αὐτῷ· Ὁ πρῶτος. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. ἦλθε γὰρ πρὸς ὑμᾶς Ἰωάννης ἐν ὁδῷ δικαιοσύνης, καὶ οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ· οἱ δὲ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι ἐπίστευσαν αὐτῷ· ὑμεῖς δὲ ἰδόντες οὐδὲ μετεμελήθητε ὕστερον τοῦ πιστεῦσαι αὐτῷ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Eυσιγνίου (5 Αυγούστου)

0

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Eυσιγνίου

Eυσίγνιον τέμνουσι τον Xριστού φίλον,
Tομής μέχρι κράζοντα, Xριστός μοι φίλος.
Πέμπτη Eυσιγνίοιο κάρη κονίησιν εμίχθη.

Άγιος Μάρτυς Ευσίγνιος. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στην Ιερά Μονή Βισόκι Ντέτσανι, Κοσσυφοπέδιο

Oύτος ο Άγιος εκατάγετο από την Aντιόχειαν, ήτον δε στρατιώτης επί της βασιλείας Kώνσταντος του Xλωρού, του πατρός του Mεγάλου Kωνσταντίνου, εν έτει τδ΄ [304]. Έγινε δε χρόνων εκατόν δέκα, και έφθασεν έως εις τους χρόνους Iουλιανού του παραβάτου, ήτοι εν έτει τξα΄ [361]. Διεπέρασε δε εις την στρατιωτικήν ζωήν χρόνους εξήκοντα. Oύτος λοιπόν παρασταθείς εις τον Iουλιανόν, ήλεγξεν αυτόν, διατί επαρέβη την πάτριον ευσέβειαν και πίστιν του Xριστού, και την τιμήν και δόξαν, οπού έπρεπε να αποδώση εις τον Θεόν την εμετάθεσεν εις τα είδωλα. Eνθύμησε δε εις αυτόν και την αρετήν του Mεγάλου Kωνσταντίνου, και πώς διά θείας οπτασίας και αποκαλύψεως μετεβλήθη εκείνος εις την πίστιν του Xριστού. Tαύτα λέγων ο Άγιος, εις μεν τους άλλους, εφάνη συνετός και φρόνιμος, και έμπειρος ιστοριών και υποθέσεων παλαιών, διά την μακροβιότητα και πολυζωίαν του. O δε Iουλιανός περιγελάσας αυτόν, επρόσταξε και τον αποκεφάλισαν, και ούτως έλαβεν ο μακάριος παρά Kυρίου τον στέφανον της αθλήσεως. (Σημείωσαι ότι εν τη Mεγίστη Λαύρα ευρίσκονται υπομνήματα και Mαρτύριον του Aγίου τούτου Eυσιγνίου, ων η αρχή· «Iουλιανός ο βασιλεύς αρνησάμενος τον Xριστόν».)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Φαβίου Επισκόπου Ρώμης (5 Αυγούστου)

0

O Άγιος Iερομάρτυς Φάβιος ο της Pώμης Eπίσκοπος, ξίφει τελειούται1

Kείται Φάβιος νεκρός ο Xριστού θύτης,
Xριστώ προσαχθείς θύμα καινόν εκ ξίφους.

Σημείωση

1. Ίσως ούτος είναι ο Φαβιανός ο Pώμης Eπίσκοπος, Φάβιος ενταύθα ονομαζόμενος. Περί του οποίου αναφέρει ο Eυσέβιος εις το έκτον βιβλίον της Eκκλησιαστικής Iστορίας εν κεφαλαίω εικοστώ ενάτω, ότι αυτός ήτον επί Γορδιανού του εν έτει 238 βασιλεύσαντος, όστις διεδέχθη τον Aντέρωτα Eπίσκοπον Pώμης. Oύτος ο Φαβιανός ήλθεν εις την Pώμην από ένα τζεφτιλίκι, και εις καιρόν οπού ήτον συναγμένοι πολλοί αδελφοί, και εστοχάζοντο, ποίον να κάμουν Eπίσκοπον, ευρέθη και ούτος εκεί παρών. Έξαφνα δε εφάνη μία περιστερά, η οποία πετάξασα από υψηλά, εκάθισεν επάνω εις την κεφαλήν του. O δε λαός ταύτην βλέπων, ομοφώνως έκραξεν, ότι αυτός είναι άξιος διά να γένη Eπίσκοπος. Όθεν τούτον λαβόντες, έβαλον εις τον θρόνον της Pώμης.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 4 Αὐγούστου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ Ι΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
15: 29-38

Ἀδελφοί, τί ποιήσουσιν οἱ βαπτιζόμενοι ὑπὲρ τῶν νεκρῶν; εἰ ὅλως νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, τί καὶ βαπτίζονται ὑπὲρ τῶν νεκρῶν ; τί καὶ ἡμεῖς κινδυνεύομεν πᾶσαν ὥραν; καθ᾽ ἡμέραν ἀποθνῄσκω, νὴ τὴν ὑμετέραν καύχησιν, ἣν ἔχω ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. Εἰ κατὰ ἄνθρωπον ἐθηριομάχησα ἐν ᾽Εφέσῳ, τί μοι τὸ ὄφελος; εἰ νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, Φάγωμεν καὶ πίωμεν· αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν. Μὴ πλανᾶσθε· Φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί. Ἐκνήψατε δικαίως καὶ μὴ ἁμαρτάνετε, ἀγνωσίαν γὰρ Θεοῦ τινες ἔχουσιν· πρὸς ἐντροπὴν ὑμῖν λέγω. ᾽Αλλὰ ἐρεῖ τις· Πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροί; ποίῳ δὲ σώματι ἔρχονται; ἄφρων, σὺ ὃ σπείρεις οὐ ζῳοποιεῖται ἐὰν μὴ ἀποθάνῃ· καὶ ὃ σπείρεις, οὐ τὸ σῶμα τὸ γενησόμενον σπείρεις ἀλλὰ γυμνὸν κόκκον εἰ τύχοι σίτου ἤ τινος τῶν λοιπῶν· ὁ δὲ Θεὸς δίδωσιν αὐτῷ σῶμα καθὼς ἠθέλησε, καὶ ἑκάστῳ τῶν σπερμάτων τὸ ἴδιον σῶμα.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ Ι΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
21: 23-27

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς τὸ ἱερὸν καὶ διδάσκοντι προσῆλθον αὐτῷ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ λέγοντες· Ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς; καὶ τίς σοι ἔδωκεν τὴν ἐξουσίαν ταύτην; ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἐρωτήσω ὑμᾶς κἀγὼ λόγον ἕνα, ὃν ἐὰν εἴπητέ μοι, κἀγὼ ὑμῖν ἐρῶ ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ. τὸ βάπτισμα τὸ Ἰωάννου πόθεν ἦν, ἐξ οὐρανοῦ ἢ ἐξ ἀνθρώπων; οἱ δὲ διελογίζοντο παρ’ ἑαυτοῖς λέγοντες· Ἐὰν εἴπωμεν, ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ ἡμῖν, διατὶ οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ· ἐὰν δὲ εἴπωμεν, ἐξ ἀνθρώπων, φοβούμεθα τὸν ὄχλον, πάντες γὰρ ἔχουσι τὸν Ἰωάννην ὡς προφήτην. καὶ ἀποκριθέντες τῷ Ἰησοῦ εἶπον· Οὐκ οἴδαμεν. ἔφη αὐτοῖς καὶ αὐτός· Οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ἀρχιμ. Φώτιος Ἰωακείμ: Γέροντας Σάββας Ἀχιλλέως (1930-2016), ὁ ὁσιακὸς γόνος τῆς χριστοφίλητης Ἅλωνας (02.08.2026)

Λόγος Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ Πρωτοσυγκέλλου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου, περὶ τοῦ πατρὸς Σάββα Ἀχιλλέως, κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ Θ΄ Ματθαίου ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Γεωργίου Ἅλωνας τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου.

Προλογίζει ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος. Μετὰ τὸ πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας τελέστηκε τὸ ἐτήσιο μνημόσυνο τοῦ μακαριστοῦ πατρὸς ἀρχιμ. Σάββα Ἀχιλλέως (†3 Αὐγ. 2016), ὁ ὁποῖος κατάγεται ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἅλωνα (02.08.2026).


Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακεὶμ
Πρωτοσύγκελλος Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου

Γέροντας Σάββας Ἀχιλλέως (1930-2016):
ὁσιακὸς γόνος τῆς χριστοφίλητης Ἅλωνας

πιμνημόσυνος Λόγος ἐπὶ τῇ δεκαετηρίδι τῆς ἐν Κυρίῳ κοιμήσεώς του
(Ἱερὸς ναὸς Ἁγίου Γεωργίου Ἅλωνας, 02.08.2026)

Πανιερώτατε Πάτερ καὶ Δέσποτα, Μητροπολῖτα Μόρφου κ. Νεόφυτε, Ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ πατέρες καὶ ἀδελφοί,

Ἀγαπητοὶ χωριανοί,

Συμπληρώνονται ἐφέτος, συγκεκριμένα σήμερα, δέκα ἔτη ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ ὁσιακοῦ γόνου τῆς χριστοφίλητης Ἅλωνας, Γέροντος Σάββα Ἀχιλλέως, μίας καθαρὰ χριστομίμητης καὶ προφητικῆς καθόλα μορφῆς τῆς ἐποχῆς μας. Θὰ ἤθελα νὰ τονίσω ἐξαρχῆς στὴν ἀγάπη σας πὼς ὅ,τι θὰ ἀναφέρω στὴ συνέχεια, τὸ κάνω μὲ τὴν εὐσυνειδησία τοῦ ἐρευνητῆ καὶ τὴν εἰδικότητα τοῦ Ἁγιολόγου. Ἐὰν δὲν συνέτρεχαν οἱ καθορισμένες ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση προϋποθέσεις θεώρησης τοῦ Γέροντος Σάββα ὡς μετέχοντος τῆς ἁγιότητας, δὲν θὰ ἀναφερόμουν μὲ τέτοιους χαρακτηρισμοὺς στὸ σεβαστό του πρόσωπο.

Ὁ ὁσίας μνήμης Γέροντας Σάββας, ὁ θερμὸς λάτρης τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀνάλωσε τὴ ζωή του παιδιόθεν γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ διακονία τοῦ πλησίον του, εἶδε τὸ φῶς τοῦ ἡλίου στὶς 2 Αὐγούστου τοῦ 1930 στὸ εὐλογημένο τοῦτο χωριὸ τῆς Ἅλωνας, ποὺ ὑπάγεται στὴν καθ᾽ ἡμᾶς Μητρόπολη Μόρφου. Γονεῖς του ἦσαν οἱ εὐλαβεῖς, φιλόχριστοι καὶ πολύτεκνοι Ἀχιλλῆς (Ἀχιλλέας) καὶ Ἑλένη, ποὺ ἀπέκτησαν συνολικὰ πέντε παιδιά. Ὁ Σάββας ὑπῆρξε τὸ πέμπτο καὶ μικρότερο παιδὶ τῆς πτωχικῆς αὐτῆς καὶ ἀγροτικῆς οἰκογένειας, στὴν ὁποία ἀνατράφηκε «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου» καὶ γαλουχήθηκε στὰ νάματα τῆς Ἑλληνορθόδοξης Κυπριακῆς παράδοσης. Ἡ εὐλαβὴς γιαγιά του τοῦ εὐχότανε ἀπὸ μικρὸ παιδάκι νὰ ἀξιωθεῖ νὰ ἐνδυθεῖ τὴν εὐλογημένη ἱερατικὴ στολὴ καὶ νὰ ψάλλει στοὺς ἱεροὺς ναοὺς σὰν χελιδόνι Χριστοῦ.

Ὁ Σάββας ἔδειξε ἀπὸ μικρὸς τὰ θεόθεν πολυποίκιλα χαρίσματά του, καὶ μάλιστα τὴν ἀγάπη του στὴν πατρίδα καὶ τὸν συνάνθρωπό του. Πέραν ἀπὸ τὴ φοίτησή του στὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο τῆς γενέτειράς του, βοηθοῦσε παράλληλα τὴν οἰκογένειά του στὶς διάφορες ἀγροτικὲς ἐργασίες. Ἀκόμη, τὶς κρύες μέρες τοῦ χειμώνα στὴν ὀρεινὴ Πιτσιλιά, φρόντιζε νὰ προμηθεύει τὰ ἀνήμπορα καὶ μοναχικὰ γεροντάκια μὲ ξύλα καὶ κλαριά, καὶ τοὺς ἄναβε τὰ τζάκια τους γιὰ νὰ ζεσταθοῦν, εἰσπράττοντας τὶς ἐγκάρδιες εὐχές τους. πειδὴ ἦταν φιλόμουσος καὶ χαρισματικός, ἐξέμαθε ἐπιπλέον καὶ τὰ μουσικὰ ὄργανα βιολὶ καὶ αὐλό, μὲ τὰ ὁποῖα ἔτερπε τοὺς οἰκείους καὶ χωριανούς του, ἐκτελώντας θρησκευτικὰ καὶ παραδοσιακὰ μέλη, μάλιστα στοὺς Γάμους στὸ χωριό του.

Ὅταν συμπλήρωσε τὴ φοίτηση στὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο, πῆγε στὴ Λευκωσία γιὰ νὰ ἐργαστεῖ, καθὼς οἱ πτωχοὶ γονεῖς του δὲν εἶχαν τὴν οἰκονομικὴ εὐχέρεια νὰ τὸν στείλουν νὰ φοιτήσει καὶ στὸ Γυμνάσιο. Στὴν πρωτεύουσα τοῦ νησιοῦ ὁ μικρὸς Σάββας ἐργάστηκε ὡς οἰκοδόμος καὶ ὡς ἐργάτης καί, τέλος, ἄνοιξε ἕνα μικρὸ μανάβικο μέσα στὴ Δημοτικὴ Ἀγορὰ τῆς Λευκωσίας.

Παρόλες ὅμως τὶς βιοποριστικές του ἐνασχολήσεις, δὲν ἀμέλησε καὶ τὴν πνευματική του τροφοδοσία. Ἀξιώθηκε νὰ γνωριστεῖ καὶ νὰ μαθητεύσει ἐν Χριστῷ σὲ δύο ἐκλεκτοὺς πνευματικοὺς πατέρες τῆς ἐποχῆς του, τὸν ἐξ Ἑλλάδος ἀρχιμανδρίτη Ἀνάργυρο Σταματόπουλο (1916-1994), ποὺ τότε ὑπηρετοῦσε ὡς ἱεροκήρυκας στὴν Ἐκκλησία Κύπρου, καὶ τὸν οἰκονόμο παπΣταῦρο Παπαγαθαγγέλου (1911-2001), ποὺ διακονοῦσε τότε στὸν ἱερὸ ναὸ Παναγίας Φανερωμένης Λευκωσίας. Τοὺς δύο αὐτοὺς Πνευματικούς του εὐγνωμονοῦσε διὰ βίου ὁ Γέροντας γιὰ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση ποὺ τοῦ ἔδωσαν κατὰ τὰ δύσκολα χρόνια τῆς ἐφηβείας.

Τὸ 1954, πόταν ὁ ἀνωτέρω παπΣταῦρος ἄρχισε μὲ ἄκρα μυστικότητα καὶ προσοχὴ νὰ ἐπιλέγει ἁγνοὺς καὶ πιστοὺς φιλοπάτριδες νέους καὶ νὰ τοὺς στρατολογεῖ, μὲ στόχο τὴν ἔναρξη ἀγώνα κατὰ τῶν Ἄγγλων κατακτητῶν καὶ ἀπελευθέρωση τῆς ὑπόδουλης Κύπρου, ὁ νεαρὸς Σάββας δὲν μένει ἀσυγκίνητος καὶ ἀμέτοχος, ἀλλ᾽ ἐντάσσεται στὴν Ε.Ο.Κ.Α. καὶ δραστηριοποιεῖται στὴν προετοιμασία τοῦ ἀγώνα. Ἀλλά, ἀλίμονο, κάποιοι ἐξωμότες, δύο ἀστυνομικοί, τὸν πρόδωσαν καί, διαφεύγοντας τὴν τελευταία στιγμὴ τὴ σύλληψη, καταφεύγει στὸ Τρόοδος, που ἐντάσσεται σὲ ἔνοπλη ὁμάδα μὲ τὴν ὀνομασία «Οὐρανός», ποὺ εἶχε ἀρχηγὸ τὸν ἥρωα Μάρκο Δράκο, ἕνα ἐπίσης ἁγνὸ πατριώτη καὶ λίαν ἐνάρετο χριστιανό. Γιὰ δύο ὁλόκληρα χρόνια ἔζησε σὲ δάση καὶ κρησφύγετα, συμμετέχοντας σὲ ἀσκήσεις καὶ ἐπιχειρήσεις μὲ τὴν ὁμάδα του αὐτή. Οἱ συναγωνιστές του τὸν ἀποκαλοῦσαν καὶ «Ἀσκληπιό», γιατὶ παράλληλα ἐκτελοῦσε χρέη νοσοκόμου, ἀλλὰ καὶ μάγειρα, κουρέα καὶ ὅ,τι ἄλλο χρειαζόταν γιὰ τὴ διακονία τῶν συναγωνιστῶν του.

Ἐκεῖ γνωρίζει καὶ τὸν Ἀρχηγὸ τοῦ ἀγώνα, στρατηγὸ Γεώργιο Γρίβα Διγενῆ, ὁ ὁποῖος διακρίνει στὸ νεαρὸ ἐκεῖνο παλλικάρι τὸ ὑψηλὸ αἴσθημα εὐθύνης, καὶ πλῆθος ἄλλων χαρισμάτων, καὶ τοῦ ἀναθέτει ἕνα πολὺ εὐθυνοφόρο καὶ καίριο ρόλο: Νὰ ντυθεῖ καλόγερος, νὰ βρίσκεται στὴ Μονὴ τοῦ Κύκκου, νὰ παρακολουθεῖ ἀπὸ ἐκεῖ τὶς κινήσεις τῶν Ἄγγλων καί, ὅταν θὰ παρουσιαζόταν ἀνάγκη, νὰ εἰδοποιεῖ τὴν Ὁμάδα καὶ τὸν Ἀρχηγό. Ἀκόμη, τοῦ ἀνατέθηκε ἡ εὐθύνη γιὰ τὴ διακίνηση τῆς ἀλληλογραφίας ὅλης τῆς Ὀργάνωσης. Ἐκεῖ στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Παναγίας τοῦ Κύκκου, πως κατέγραψε ἀργότερα ὁ ἴδιος στὰ πομνημονεύματά του γιὰ τὸν ἀγώνα τῆς Ε.Ο.Κ.Α., τοῦ συνέβησαν θαυμαστὰ γεγονότα παρέμβασης τῆς Θεοτόκου, τὰ ὁποῖα καθόρισαν τὴ μετέπειτα πορεία τῆς ζωῆς του.  Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ διηγεῖται ὁ Γέροντας ὡς ἑξῆς.

«Ἔχω νὰ πῶ ἕνα θαῦμα μεταξὺ τῶν ἄλλων πολλῶν. Ἀφοῦ βεβαιώθηκαν οἱ Ἄγγλοι ὅτι ἡ μονὴ τοῦ Κύκκου ἦταν τὸ ἀρχηγεῖο τοῦ ἀγώνα μάζεψαν 10.000 στρατὸ καὶ περικύκλωσαν τὴ μονή, γέμισαν τὰ βουνὰ σὰν τὰ μερμήγκια. Ἐκείνη τὴ μέρα περίμενα τὴν ἀλληλογραφία. Ὁ Διγενὴς μοῦ εἶχε πεῖ ὅτι θὰ πᾶς στὴ μονή, θὰ βάλεις ἕνα ράσο καὶ θὰ μὲ εἰδοποιεῖς γιὰ ὅ,τι βλέπεις ἐπικίνδυνο. Ἂν δὲν τὸ κανεὶς ἐγὼ θὰ σκοτωθῶ καὶ ὁ ἀγῶνας θὰ χαθεῖ. Μοῦ ἔδωσε μιὰ εὐθύνη τεράστια. Ἐκείνη τὴ μέρα ποὺ περικυκλώθηκε ἡ μονή, περίμενα τὴν ἀλληλογραφία καὶ ὅταν πῆρα ἐκεῖνο τὸν ὀγκώδη φάκελο πῆγα στὴν ἐκκλησία. Μόνη μου σκέψη ἦταν πῶς καὶ ποῦ θὰ τὸν κρύψω. Ἄκουσα τότε μιὰ φωνὴ ἀπὸ τὸ τέμπλο ποὺ μοῦ εἶπε, ‘‘ἐδῶ παιδί μου’’. Κοίταξα καὶ εἶδα τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Πῆγα καὶ προσκύνησα τὴν εἰκόνα, σήκωσα τὰ μάτια μου καὶ εἶδα μιὰ κρύπτη ποὺ ποτὲ δὲν εἶχα δεῖ. Ἔβαλα μιὰ καρέκλα καὶ ἔκρυψα ἐκεῖ τὴν ἀλληλογραφία. Μόλις κατέβηκα μπῆκαν οἱ Ἄγγλοι μέσα στὸν ναό. Ἀκόμα ἕνα δευτερόλεπτο καὶ θὰ μὲ ἔβλεπαν. Ἐλπίζουμε ὅτι ἄλλοι θὰ μᾶς ἐλευθερώσουν. Θὰ πάρουμε τὴν Κύπρο, θὰ πάρουμε τὴν Κωνσταντινούπολη, θὰ ἀνάψουμε κεριὰ στὴν Ἁγία Σοφιὰ καὶ θὰ λειτουργήσουμε. Εἶναι πράγματα ποὺ θὰ τὰ δοῦμε…».

Στὶς 19 Ἰουλίου τοῦ 1956 συλλαμβάνεται κατόπιν προδοσίας ἀπὸ Ἄγγλους στρατιῶτες καὶ φυλακίζεται. Στὶς φυλακές, που παραμένει μὲ τὰ ρᾶσα, καθὼς εἶχε χειροθετηθεῖ Ἀναγνώστης στὴ Μονὴ τοῦ Κύκκου, ἀνακρίνεται ἀπὸ βάρβαρους Ἄγγλους ἀνακριτὲς καὶ ὑφίσταται ποικίλα βασανιστήρια γιὰ νὰ προδώσει τὸν Ἀρχηγὸ καὶ τοὺς συναγωνιστές του, πράγμα ποὺ δὲν ἔκανε, πάντοτε μὲ τὴν θαυμαστὴ παρέμβαση καὶ ἀγάπη τῆς Παναγίας μας, ποὺ τὸν ἐνίσχυε διὰ βίου. Πέραν τῆς λεβέντικης καρτερίας του στὰ μαρτυρικὰ βάσανα ἀπὸ τοὺς Ἄγγλους, διέλαμψε τότε καὶ μία ἄλλη μεγάλη χριστομίμητη ἀρετή του, ἐκείνη τῆς ἀνεξικακίας καὶ ἀμνησικακίας καὶ τῆς συγχώρησης τῶν ἐχθρῶν του. πως μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος ὁ π. Σάββας στὰ ἀπομνημονεύματά του στὸ βιβλίο ποὺ ἔγραψε, Ὁμάδα Οὐρανός, ἀλλὰ καὶ συμμαρτυρεῖ ὁ συναγωνιστὴς καὶ συγκρατούμενός του κ. Μιχαὴλ Δημητριάδης, πατὴρ Σάββας συγχώρεσε τὸν καταδότη του ὅταν βρέθηκαν μαζὶ στὰ ἀνακριτήρια τῶν Πλατρῶν καὶ τοῦ τὸ ἀποκάλυψε ὁ ἴδιος, λέγοντας ὅτι τὸ ἔκανε ἀφοῦ ὑπέστη φοβερὰ βασανιστήρια καὶ δὲν ἄντεξε.

Στὰ κρατητήρια δὲν ἀποχωρίζεται λεπτὸ τὴν Ἁγία Γραφή, στηρίζει πνευματικὰ καὶ παρηγορεῖ τοὺς συγκρατούμενους ἀδελφούς του καὶ δὲν ἀφήνει τὸν χρόνο νὰ πάει χαμένος. Μάλιστα, πειδὴ μέσα στὶς φυλακὲς ὑπῆρχαν συγκρατούμενοι συναγωνιστὲς ποὺ ἦταν καθηγητὲς Μέσης Ἐκπαίδευσης, δράττεται τῆς εὐκαιρίας γιὰ νὰ συνεχίσει τὶς πολυπόθητές του σπουδές. Σὲ δύο μόλις χρόνια, ἕνεκα τῆς ὀξύνειας καὶ φιλομάθειάς του, καλύπτει τὴ διδακτέα ὕλη τοῦ Γυμνασίου καὶ ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του μὲ τὶς Συμφωνίες ΖυρίχηςΛονδίνου (Φεβρουάριος 1959) δίνει ἐξετάσεις καὶ λαμβάνει τὸ ἀπολυτήριο τοῦ Γυμνασίου ἀπὸ τὸ Γυμνάσιο Σολέας στὴν Εὐρύχου μὲ ἡμερομηνία 3 Ἰουλίου 1959.

Στὴ συνέχεια, ὁ Γέροντας προχωρεῖ σὲ μιὰ σημαντικότατη ἀπόφαση, ποὺ ἐπισφραγίστηκε ἄνωθεν μὲ παρέμβαση καὶ παρακίνηση τῆς Θεοτόκου, πως ὁ ἴδιος διηγήθηκε ἀργότερα. Στὶς 31 Μαΐου 1959 χειροτονεῖται διάκονος στὸν ἱερὸ ναὸ Παναγίας Φανερωμένης τῆς Λευκωσίας ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο Γ´ καὶ κατόπιν ἀναχωρεῖ γιὰ τὴν Ἀθήνα, που ἀρχίζει τὶς σπουδές του στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Ἀθηνῶν. Στὴν Ἀθήνα, παράλληλα μὲ τὶς σπουδές, ἀναπτύσσει πλούσια πνευματικὴ καὶ φιλανθρωπικὴ δράση, πηρετώντας ὡς διάκονος στὸν ἱερὸ ναὸ Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος στὸν Βύρωνα.

Μετὰ ἀπ πέντε χρόνια ἐπιστρέφει στὴν Κύπρο καὶ ἐνημερώνει τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ´ γιὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν του, πόταν ἀποφασίζεται καὶ τελεῖται ἀπὸ αὐτὸν ἡ χειροτονία του σὲ ἱερέα καὶ χειροθεσία του σὲ ἀρχιμανδρίτη στὶς 15 Αὐγούστου τοῦ 1964 στὴν ἱερὰ Μονὴ τοῦ Κύκκου. Κατόπιν, ἀναχωρεῖ γιὰ τὶς Βρυξέλλες, που ὁ Μητροπολίτης Γαλλίας κ. Μελέτιος τὸν διορίζει προϊστάμενο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῶν Βρυξελλῶντὴν ἐποχὴ ἐκείνη τὸ Βέλγιο ἀποτελοῦσε Ἐξαρχία τῆς Μητροπόλεως Γαλλίας—, ἐνῶ παράλληλα τοῦ δίνεται ἡ δυνατότητα μεταπτυχιακῶν σπουδῶν στὸ Πανεπιστήμιο μὲ κατεύθυνση τὴν Ποιμαντική. Κατὰ τὴ νέα του αὐτὴ ἱερατικὴ διακονία, πατὴρ Σάββας ἀναλαμβάνει πλούσια πνευματική, φιλανθρωπικὴ καὶ ἱεραποστολικὴ δράση γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν Ἑλλήνων μεταναστῶν στὴν ἀγκαλιὰ τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας.

πὸ τὸ Βέλγιο ἔφυγε ὕστερα ἀπ παράκληση καὶ προτροπὴ τοῦ τότε ἐφημερίου τοῦ Νοσοκομείου «Εὐαγγελισμός» στὴν Ἀθήνα, π. Ἠλία Τσακογιάννη, καθὼς τὸ 1969 πατὴρ Ἠλίας ἐξελέγη Μητροπολίτης Δημητριάδος καί, ἀγωνιώντας νὰ ἀφήσει στὴ θέση του ἕνα ἄξιον ἐμπιστοσύνης ἐργάτη τοῦ Εὐαγγελίου, ἔγραψε στὸν πατέρα Σάββα στὶς Βρυξέλλες νὰ δεχθεῖ νὰ τὸν διαδεχθεῖ στὸ δύσκολο τοῦτο ἔργο. πειδὴ ἡ προσφορὰ πρὸς τὸν ἀσθενῆ ἦταν ὁ μεγάλος πόθος τοῦ πατρὸς Σάββα, δέχθηκε μετὰ χαρᾶς καὶ ἀπὸ τὸ 1969 πηρέτησε ἐπ πενταετία μὲ κάθε αὐτοθυσία στὸ Νοσοκομεῖο τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ» τοὺς πάσχοντες. Παράλληλα συνέχισε τὶς σπουδές του, ἐγγραφόμενος στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ Ἀθηνῶν, πὸ τὴν ὁποία ἀποφοίτησε τὸ 1974.

Τὰ γεγονότα τῆς εἰσβολῆς τῶν Τούρκων στὴν Κύπρο (1974) δὲν ἀφήνουν ἀδιάφορο τὸν θερμὸ πατριώτη καὶ κληρικό. Παραιτεῖται οἰκειοθελῶς ἀπὸ τὸν «Εὐαγγελισμὸ» καὶ σπεύδει στὴν ἀγαπημένη του πατρίδα νὰ βοηθήσει ὅπως μποροῦσε στὸν ἀνθρώπινο πόνο τῆς προσφυγιᾶς καὶ ἀπώλειας χιλιάδων ἀνθρωπίνων ζωῶν. πηρέτησε στὴ Μητρόπολη Κυρηνείας ἕως τὸ 1975 καί, ὅταν πλέον ὅλα εἶχαν παγιωθεῖ μὲ τὴ γνωστὴ σὲ ὅλους σειρὰ τῶν δυσμενῶν ἱστορικῶν γεγονότων, ἔφυγε πάλι στὴν Εὐρώπη, πάντοτε διψασμένος γιὰ μάθηση, γιὰ νὰ συνεχίσει τὶς σπουδές του. πέστρεψε στὴν Ἀθήνα καὶ τὴν 1η Μαρτίου τοῦ 1976 ἔλαβε τὸν διορισμὸ ὡς ἐφημέριος σὲ μία ἀπόμακρη καὶ νεοδημιουργηθεῖσα ἐνορία στὴν περιοχὴ τοῦ Καρέα, που ὑπῆρχαν δύο μικρὰ παρεκκλήσια, τοῦ Ἁγίου Στυλιανοῦ καὶ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς.

Ἐκεῖ ξεκίνησε ἕνας τιτάνιος ἀγῶνας καὶ συντελέστηκε τὸ μέγα θαῦμα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Κτίστηκε πρῶτα ὁ ἡμιϋπόγειος ναός, ποὺ σήμερα τιμᾶται στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου. πειτα ὁλοκληρώθηκε ὁ περίλαμπρος ναὸς τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, τοῦ Ἁγίου ποὺ ἦταν ὁ προστάτης τοῦ Γέροντα ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ γεννήθηκε.

Περαιτέρω, βλέποντας ὁ Γέροντας τὴ νεότητα νὰ παρασύρεται σὲ μέρη ψυχαγωγίας καὶ διασκέδασης, πὸ ὅπου ἐπιτήδειοι ἔβρισκαν εὐκαιρία νὰ παγιδεύουν τὰ ἀνυποψίαστα θύματά τους στὴ διαφθορά, ποφάσισε τὴν ἀνέγερση Πνευματικοῦ Κέντρου μὲ σκοπὸ τὴν ἀνιδιοτελῆ προσφορὰ πρὸς τὴ νεότητα. Μὲ ὑπέρμετρες προσπάθειες κτίστηκε ἕνα ὡραιότατο Πνευματικὸ Κέντρο, ποὺ καλύπτει περίπου 2000 τετραγωνικὰ μέτρα, μὲ ὅλους τοὺς ἀπαραίτητους χώρους (κυλικεῖο, αἴθουσες κατηχητικῶν καὶ πολλὰ ἄλλα).

Στὴ νέα του τούτη διακονία, ποὺ διάρκεσε τριάντα τόσα χρόνια, ἀναδεικνύεται ἔτι καὶ ἔτι ἡ χαρισματικὴ προσωπικότητα τοῦ Γέροντα Σάββα μέσα σὲ ἕνα εὐρὺ φάσμα προσφορᾶς στὸν Θεὸ καὶ τοὺς πιστούς. Ὁ Γέροντας ὑπῆρξε ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς, τῆς νηστείας, τῆς προσφορᾶς, μὲ πλούσιο πνευματικὸ καὶ συγγραφικὸ ἔργο. Πολὺ φιλάνθρωπος, κατὰ γενικὴ ὁμολογία, συνεισέφερε οἰκονομικὰ στοὺς ἔχοντες χρείαν, σὲ ἄπορες κοπέλλες ποὺ ἐπρόκειτο νὰ παντρευτοῦν, σὲ χῆρες καὶ ὀρφανά.

Σημαντικώτατη πτυχὴ στὴν τεσσαρακονταετὴ διακονία τοῦ Γέροντα στὴν Ἑλλάδα ὑπῆρξε ἀναμφισβήτητα ἡ ἀνάγνωση ἐξορκισμῶν σὲ δαιμονιζόμενους καὶ πάσχοντες πιστούς, πλήθη τῶν ὁποίων προσέτρεχαν στὴν Ἅγιο Γεώργιο στὸν Καρέα νὰ θεραπευθοῦν. Ἕνα ἀπὸ τὰ χαρίσματα ποὺ ζήτησε ἀπὸ τὸν Θεὸ κατὰ τὴ χειροτονία του ὁ πατὴρ Σάββας, ἦταν νὰ ἐκβάλλει δαιμόνια ἀπὸ βασανιζόμενα πλάσματα, καὶ ὁ Θεὸς τοῦ τὸ χάρισε. Ἔλεγε: «,τι ζητήσει ὁ χειροτονούμενος κατὰ τὴ διάρκεια τῆς χειροτονίας του, ὁ Θεὸς τοῦ τὸ δίνει». πίσης, ὅτι ὅλοι οἱ ἱερεῖς, ὡς διάδοχοι τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἔχουν τὴ δύναμη νὰ ἐκβάλλουν πονηρὰ δαιμόνια, γιατὶ ὁ Κύριος ἔδωσε ἐξουσία στοὺς Ἀποστόλους νὰ θεραπεύουν λεπρούς, νὰ ἀνιστοῦν νεκροὺς καὶ νὰ ἐκβάλουν δαιμόνια. Ὅσοι προσήρχοντο καὶ τοῦ ζητοῦσαν νὰ τοὺς βοηθήσει, λόγῳ σωματικῶν ἢ ψυχολογικῶν προβλημάτων, τοὺς προέτρεπε νὰ ἐπισκεφτοῦν πρῶτα τοὺς ἰατροὺς καί, ἐφόσον οἱ διαγνώσεις τους ἦσαν ἀρνητικές, τότε τοὺς διάβαζε τὶς εὐχές. Ἔλεγε ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει δώσει τοὺς ἰατροὺς γιὰ νὰ θεραπεύουν τοὺς ἀσθενεῖς καί, ,τι δὲν μποροῦν νὰ κάνουν ἐκεῖνοι, τὸ κάνει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ μαρτυροῦνται πολλὲς ἰάσεις δαιμονιζομένων κατόπιν τῶν εὐχῶν αὐτῶν τοῦ ὁσίου Γέροντος.

Γιὰ τοὺς μακροὺς πνευματικούς του ἀγῶνες, τὴ μεγάλη του ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, τὴν ἀσάλευτη ὁμολογία τῆς Πίστεως, τὴν κρυστάλλινη ἁγνότητα καὶ καθαρότητά του, ὁ Γέροντας πλουτίσθηκε μὲ πολλὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἕνα χάρισμά του ὑπῆρξε ὁμολογουμένως τὸ διορατικό. Πολλὲς ἦταν οἱ περιπτώσεις ἀτόμων, τὰ ὁποῖα προσφωνοῦσε μὲ τὰ μικρά τους ὀνόματα, ἐνῶ ἔρχονταν γιὰ πρώτη φορὰ νὰ συνομιλήσουν μαζί του, καὶ γνώριζε μάλιστα καὶ τὸν σκοπὸ τῆς ἐπισκέψεώς τους! Ἄλλο μαρτυρούμενο χάρισμά του ὑπῆρξε τὸ ἰαματικό, ἐνόσῳ ἀκόμη ἦταν ἐν ζωῇ. Ἀρκετοὶ ἀπελπισμένοι ἀπὸ τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη ἀσθενεῖς βρῆκαν τὴν ὑγεία τους, ἐνῶ μὲ τὶς ἅγιες εὐχές του, πολλοὶ ἄτεκνοι ἔγιναν πολύτεκνοι. Μαρτυροῦνται ἀκόμη ἀπὸ ἀξιόπιστους αὐτόπτες μάρτυρες θαυμαστές του ἰάσεις, ποὺ ἔχουν ἤδη δημοσιοποιηθεῖ εὐρέως καὶ στὸ διαδίκτυο.

Θὰ σᾶς ἀναφέρω μόνο ἕνα μεγάλο θαυμαστὸ γεγονός, ποὺ μοῦ τὸ διηγήθηκαν οἱ ἴδιοι οἱ συγγενεῖς τοῦ Γέροντα ποὺ τὸ ἔζησαν, ἀλλὰ καὶ βιντεογράφησαν τὸν Γέροντα ποὺ τὸ διηγεῖτο σ᾽ αὐτοὺς ἕνα χρόνο πρὶν κοιμηθεῖ. Τὸ γεγονὸς συνέβη τὸν Αὔγουστο τοῦ 1969. Οἱ συγγενεῖς τοῦ π. Σάββα τὸν πληροφόρησαν ὅτι ἕνας ἀγαπημένος του ἀνεψιὸς ἦταν σοβαρὰ ἄρρωστος καὶ ὅδευε πρὸς θάνατον. Τότε αὐτὸς ἀναχώρησε ἀμέσως ἀπὸ Ἀθήνα, ἔφθασε στὸ ἀεροδρόμιο Λευκωσίας κατὰ τὶς πρωινὲς ὧρες καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸ Νοσοκομεῖο. Ἐκεῖ συνάντησε κάποιον ποὺ γνώριζε τὰ γεγονότα καὶ τὸν ρώτησε τί ἤθελε. Τοῦ εἶπε ὅτι ἤθελε νὰ δεῖ κάποιον ἄρρωστο. Τὸν ρώτησε: «Ποιόν;». Τοῦ εἶπε, καὶ αὐτὸς τοῦ εἶπε ὅτι ἤδη εἶχε πεθάνει. Τοῦ λέει: «Δὲν πειράζει, θὰ πάω νὰ τὸν δῶ». Ἀνεβαίνοντας τὶς σκάλες συνάντησε τὸν φύλακα καὶ πάλιν τὸν ρώτησε κι αὐτός: «Ποῦ πᾶς;». Ἀφοῦ τοῦ εἶπε, τοῦ ἀπαντᾶ: «Μὰ αὐτὸς πέθανε!». Τοῦ εἶπε: «Δὲν πειράζει, θὰ πάω νὰ τὸν δῶ». Συνάντησε μετὰ τὸν ὑπεύθυνο τοῦ θαλάμου καὶ, ἀφοῦ τοῦ ἔκανε τὴν ἴδια ἐρώτηση, τοῦ ἐξήγησε ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἐλπίδα γιὰ τὸν ἀσθενή, γιατὶ τὸ συκῶτι του δὲν λειτουργοῦσε καὶ εἶχε ἀπομείνει μόνο ἕνα μέρος του, ὅσο ἕνας κρόκος αὐγοῦ. Τοῦ εἶπε: «Δὲν πειράζει. Θέλω νὰ τὸν δῶ». Μπαίνοντας στὸν θάλαμο ὁ Γέροντας, ἑτοιμάστηκε γιὰ τὸ Ἅγιον Εὐχέλαιον. Μόλις εἶπε: «Εὐλογητὸς ὁ Θεός», ὁ ἀσθενὴς χασμουρίστηκε τρεῖς φορές. Μέχρι νὰ τελειώσει, συνῆλθε ἀπὸ τὴν κατάσταση ποὺ βρισκόταν, κάθησε στὸ κρεβάτι καὶ ἄρχισε νὰ τοῦ μιλᾶ. Ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μέχρι σήμερα καὶ διηγεῖται τὴ θαυμαστὴ ἐπιστροφή του στὴ ζωή.

Ὁ λαμπρὸς αὐτὸς τοῦ Χριστοῦ ἱεροκήρυκας, πλουτίσθηκε ἀκόμη μὲ τὸ προφητικὸ χάρισμα. Πιὸ συγκεκριμένα, πάρχουν ὁμιλίες του στὸ διαδίκτυο, στὶς ὁποῖες, πολλὰ χρόνια πρὶν τὴν πανδημία τοῦ κορωνοϊοῦ, προεῖπε, μεταξὺ ἄλλων, ὅτι ὁ Ἀντίχριστος καὶ τὰ ὄργανά του θὰ πάρουν τὴν καθέδρα τῆς Ὑγείας. Καὶ ἀκόμη προεῖπε μὲ σαφήνεια γιὰ τὰ δηλητηριώδη γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ἐμβόλια μὲ γενετικὸ ὑλικό, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιβάλει ἡ Νέα Τάξη Πραγμάτων νὰ ἐμβολιάσουν τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τόνισε πὼς ὅσοι δὲν θὰ θελήσουν νὰ ἐμβολιασθοῦν, θὰ διωχθοῦν σκληρὰ καὶ θὰ ἀπομονωθοῦν σὰν σὲ στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Πράγματα ποὺ εἴδαμε ὅτι συνέβηκαν κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἐν λόγῳ πανδημίας. Ἀκόμη, πάρχει στὸ διαδίκτυο βίντεο ὅπου ὁμιλεῖ ὁ Γέροντας καὶ προλέγει τὸν πόλεμο στὴν Περσία, ποὺ ζοῦμε στὶς μέρες μας!

πατὴρ Σάββας εἶχε σκοπὸ νὰ ὁλοκληρώσει τὸ ἀνωτέρω Πνευματικὸ Κέντρο συνεχίζοντας τὸ δεύτερο τμῆμα του, ποὺ ἦταν τὸ ἀμφιθέατρο. Δυστυχῶς, ὅμως, ποχρεώθηκε ἀπὸ τὸν οἰκεῖο Μητροπολίτη νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὴν ἐνορία του καὶ νὰ συνταξιοδοτηθεῖ στὶς 16 Μαρτίου 2006. Ὁ διωγμός του αὐτός, πως καὶ ὁ ἴδιος ὁ π. Σάββας ἔλεγε, ὀφειλόταν κατεξοχὴν στὸ ὅτι διάβαζε εὐχὲς σὲ διαμονιζομένους καὶ ἀσθενεῖς, καὶ μάλιστα συκοφαντήθηκε ὅτι ἐκμεταλλευόταν δῆθεν χρηματικὰ τοὺς προσερχομένους στὸ προσκύνημα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Καρέα. Τὸν διωγμό του τὸν δέχθηκε ὡς θέλημα Θεοῦ καὶ πάντοτε ἔλεγε: «Μὴ στενοχωριέστε! Θὰ μιλήσει ἡ Παναγία μου. Ὅταν κλείνει μία πόρτα, ἀνοίγει μία καμαρόπορτα».

Μετὰ τὴν ἀναγκαστική του συνταξιοδότηση, ζήτησε ἀπ προσφιλή του οἰκογένεια νὰ τὸν συνοδεύσουν στὸν Πύργο Ἠλείας. Καὶ ἐκεῖ βεβαίως ἔλαμψε καὶ πάλιν, ὡς φάρος φωτεινός. Συνέχισε τὸ πνευματικό, τὸ φιλανθρωπικὸ καὶ τὸ συγγραφικό του ἔργο. Λειτουργοῦσε καὶ κήρυττε τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ στὴν ἱερὰ Μονὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς Ἐπιταλίου. Πλῆθος κόσμου συνέρεε ἀπ᾽ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ γιὰ νὰ τὸν συμβουλευτοῦν καὶ νὰ τοὺς διαβάσει εὐχές. Ἀναστύλωσε μὲ δικά του χρήματα τὸν πανέμορφο καὶ πετρόκτιστο ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, σὲ ἕνα μικρὸ χωριουδάκι τοῦ Νομοῦ Ἠλείας, ὁ ὁποῖος εἶχε ὑποστεῖ σοβαρὲς ζημιὲς ἀπὸ σεισμοὺς καί, ἂν δὲν τὸν εἶχε ἐπισκευάσει, θὰ εἶχε καταρρεύσει.

Ὁ Γέροντας ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ σὲ ἡλικία 86 ἐτῶν σὲ νοσοκομεῖο τοῦ Πύργου Ἠλείας, που νοσηλευόταν γιὰ ἕνα διάστημα, στὶς 3 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 2016. Ἐκλεκτὸ πνευματικό του τέκνο, ποὺ ἦταν συνεχῶς κοντά του κατὰ τὶς τελευταῖες του ἡμέρες, μαρτυρεῖ ὅτι μόλις παρέδωσε ὁ Γέροντας τὸ πνεῦμα, εὐωδίασε ὑπερκόσμια ὁ θάλαμος τοῦ Νοσοκομείου ὅπου βρισκόταν! Τὸ σκῆνος του μεταφέρθηκε ἀπὸ τὸν Πύργο καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Καρέα.

Κατὰ τὴν πολυετῆ διακονία του στὴν Ἑλλάδα ὁ ὅσιος Γέροντας συνέγραψε μεγάλο ἀριθμὸ ἱστορικῶν καὶ κυρίως ψυχωφελῶν βιβλίων.

Καταλήγοντας, νὰ σημειώσουμε ὅτι ἡ αἴσθηση πολλῶν πιστῶν γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ Γέροντος Σάββα διαφαίνεται ἀπὸ τὴ σύνθεση δύο ἱερῶν Ἀκολουθιῶν πρὸς τιμή του, ποιημάτων τοῦ δρ. Χαραλάμπους Μπούσια, Μεγάλου Ὑμνογράφου τῆς Ἐκκλησίας Ἀλεξανδρέων, καὶ τοῦ ἐξ Ἀθηνῶν Ἀθανασίου Κυπραίου.

Ἐμεῖς, ὡς Μητρόπολις Μόρφου, καθιερώσαμε τὸ ἐνιαύσιο μνημόσυνο τοῦ Γέροντος καὶ τὸ τελοῦμε κάθε χρόνο στὶς 3 Αὐγούστου στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὴ γενέτειρά του Ἅλωνα, ἀναμένοντας τὴν ἐπίσημη ἔνταξή του στὸ Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Εὐχόμαστε τὸ λαμπρὸ παράδειγμα βιοτῆς τοῦ Γέροντος Σάββα καθόλη τὴ δοκιμασμένη ποικιλότροπα ζωή του, νὰ ἀποτελέσει παράδειγμα πρὸς μίμηση γιὰ ὅλους μας, κλῆρο καὶ λαό, καὶ μάλιστα στοὺς νέους μας στοὺς δύσκολους καὶ συγχυσμένους καιροὺς ποὺ διερχόμαστε. Νὰ ἔχουμε τὴν εὐχή του!

Μόρφου Νεόφυτος: Ὀρθόδοξη μάνα στὴν παιδικὴ ἡλικία, πνευματικὸ πατέρα στὴ νεότητα (01.08.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τῆς Προόδου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ποὺ τελέσθηκε στὸν ὁμώνυμο πανηγυρίζοντα ἱερὸ ναὸ τῆς κοινότητος Πεδουλᾶ τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (01.08.2026).

Ἠχητικὰ ντοκουμέντα ἀπὸ τὴ Θ. Λειτουργία.