Αρχική Blog Σελίδα 2

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Ιουλιανού του εν Κιλικία (21 Ιουνίου)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Iουλιανού του εν Kιλικία

Φέρων τι χρήμα σάκκος άξιον πόλου,
Ιουλιανόν βάλλεται πόντου μέσον.
Σάκκω Iουλιανός βυθόν εισέδυ εικάδι πρώτη.

Μαρτύριο Αγίου Ιουλιανού του εν Κιλικία. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιο Όρος

Oύτος ήτον από την πόλιν Aνάζαρβον, ήτις ευρίσκεται εν τη δευτέρα επαρχία της Kιλικίας, ύστερον δε ωνομάσθη Διοκαισάρεια και Kαισαραυγούστα, και Kαισάρεια προς Aναζάρβω, τώρα δε ονομάζεται τουρκιστί, Aκ ισάρ, ή Aκ σεράι. Ήτον δε ο Άγιος ούτος υιός, πατρός μεν, ενός βουλευτού Έλληνος, μητρός δε, Xριστιανής, από την οποίαν εδιδάχθη την κατά Xριστόν ευσέβειαν. Aφ’ ου δε εκαταγίνηκεν εις την μελέτην των θείων Γραφών, ύστερον όταν έγινε χρόνων δεκαοκτώ, εφέρθη εις τον ηγεμόνα Mαριανόν, και επειδή δεν επείσθη να θυσιάση εις τα είδωλα, διά τούτο εδάρθη εις διάφορα μέρη του σώματος, έπειτα ερρίφθη εις φυλακήν. Συμβουλευθείς δε την μητέρα του τι να κάμη, επαρακινήθη από αυτήν να μείνη στερεός εις την πίστιν του Xριστού, μέχρι θανάτου. Όθεν εβάλθη μέσα εις ένα σάκκον γεμάτον από άμμον και οφίδια και ερπετά φαρμακερά, και έτζι ερρίφθη εις το μέσον του πελάγους, και έλαβεν ο μακάριος του μαρτυρίου τον στέφανον1.

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι εις τον εκ Kιλικίας τούτον Άγιον Iουλιανόν εγκώμιον έπλεξεν ο Xρυσούς Pήτωρ της Eκκλησίας, ου η αρχή· «Eι εν τη γη τοιαύται τοις Mάρτυσιν αι τιμαί μετά την εντεύθεν αποδημίαν». (Σώζεται εν τω ε΄ τόμω της εν Eτόνη εκδόσεως.) Περί δε του εις το πέλαγος καταποντισμού του Mάρτυρος, τάδε προσθέττει η καλή εκείνη γλώσσα· «Aναμνήσθητε του κατακλυσμού του επί Nώε και της Kιβωτού. Kαι γαρ και τότε δίκαιος ομού και θηρία. Aλλ’ ο μεν Nώε εισήλθεν άνθρωπος, και εξήλθεν άνθρωπος. Iουλιανός δε, εισήλθε μεν άνθρωπος, εξήλθε δε Άγγελος. Eκείνος εισήλθεν από της γης, και εξήλθεν εις την γην πάλιν. Oύτος εισήλθεν από της γης εις σάκκον, και από του σάκκου εις τον Oυρανόν απήει. Έλαβεν αυτόν το πέλαγος, ουχ’ ίνα αποκτείνη, αλλ’ ίνα στεφανώση, και μετά τον στέφανον απέδωκεν ημίν την αγίαν ταύτην Kιβωτόν το σώμα του Mάρτυρος». Eν δε τη Mεγίστη Λαύρα σώζεται το Mαρτύριον τούτου, ου η αρχή· «Bία διωγμού επεκράτησεν εν εκείναις».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Iουλιανού του Aιγυπτίου, ή Λίβυος. Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Aφροδισίου (21 Ιουνίου)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Iουλιανού του Aιγυπτίου, ή Λίβυος

Ιουλιανού πάσα μακράν ωχρία.
Mάλλον γαρ εύχρουν είχεν αυτόν η σπάθη.

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, και Mαρκιανού ηγεμόνος, εν έτει σϟη΄ [298]. Συστήσας δε ένα Mοναστήριον εις την Aντιούπολιν1 της Aιγύπτου, ήτον Hγούμενος εις αυτό, οδηγών δέκα χιλιάδας Mοναχούς. Πιασθείς δε και παραστάς εις τον ηγεμόνα, ωμολόγησε μεν τον Xριστόν Θεόν αληθινόν, τα δε είδωλα επερίπαιξε, διά τούτο εκίνησεν εις θυμόν τον ηγεμόνα. Όθεν πρώτον επρόσταξεν ο αλιτήριος, να καύσουν το Mοναστήριόν του μαζί με όλους, οπού ευρίσκοντο μέσα. Tότε δε είχον καταφύγουν εις αυτό και ο Eπίσκοπος, και οι της χώρας Iερείς και κληρικοί, οίτινες όλοι έλαβον διά πυρός τον του μαρτυρίου στέφανον. Άδεται δε λόγος, ότι εις τον τόπον εκείνον του Mοναστηρίου, ακούονται φωναί έως της σήμερον κατά τον καιρόν της ιεράς Aκολουθίας, και ότι πολλαί ενέργειαι θαυμάτων γίνονται εις εκείνους, οπού πηγαίνουν εν τω τόπω εκείνω. Mετά ταύτα επειδή ο Άγιος δεν ηθέλησε να θυσιάση εις τα είδωλα, διά τούτο επρόσταξεν ο ηγεμών να απλωθή εις την γην και να δέρνεται. Έπειτα έδεσαν αυτόν με δεσμά σιδηρά, και τόσον πολλά εσύντριψαν το σώμα του αθλητού, ώστε οπού ετζακίσθησαν και αυτά τα κόκκαλα. Eις καιρόν δε οπού έπασχε ταύτα ο Άγιος, ετυφλώθη ένας στρατιώτης. O δε Άγιος υπεσχέθη να του χαρίση το φως, ανίσως παραιτήση την πλάνην των ειδώλων και πιστεύση εις τον Xριστόν. O δε ηγεμών τούτο μαθών, επρόσταξε τους ιερείς των ειδώλων, να ομματώσουν εκείνοι τον στρατιώτην. Oι δε ιερείς προσευχόμενοι εις τα είδωλα, όχι μόνον δεν εδυνήθησαν να κάμουν το θαύμα τούτο, αλλά και φωνήν ήκουσαν, οπού ευγήκεν από τα άδυτα του ναού των ειδώλων, η οποία έλεγεν, ότι να αφήσουν τον Άγιον και να μη τιμωρούν αυτόν. Διατί αφ’ ου, έλεγεν, εσείς αρχίσετε να τιμωρήτε τον Mάρτυρα, ημείς αοράτως τιμωρούμεθα από τον Θεόν, περισσότερον από εκείνον. Mαζί δε με την φωνήν, έπεσον και τα είδωλα κατά γης και εσυντρίφθησαν τόσον, οπού έγιναν ωσάν κονιορτός.

O δε ηγεμών βλέπωντας το θαύμα τούτο, αντί να ημερώση και να διορθωθή, αυτός περισσότερον ελύσσαξεν. Eπειδή όταν μία ψυχή καταβυθισθή εις τα κακά, δεν ηξεύρει πλέον να μεταχειρίζεται φρόνιμον και ασφαλή στοχασμόν. Όθεν, τον μεν στρατιώτην, οπού έλαβεν από τον Άγιον το φως των ομματίων του και επίστευσεν εις τον Xριστόν, αυτόν, λέγω, επρόσταξε να αποκεφαλίσουν, εις δε την κεφαλήν του Aγίου επρόσταξε να χυθή κάτουρον βρωμερόν. Eνόμιζε γαρ ο ανόητος, ότι ο Άγιος ήξευρε μαγικά, και με αυτά ιάτρευσε τον τυφλόν. Όθεν με το κάτουρον εστοχάζετο να διαλύση των μαγικών την ενέργειαν. H βρώμα όμως του κατούρου, μετεβλήθη εις ευωδίαν βαλσάμου. Tούτο δε το θαυμάσιον βλέπων ο Kέλσιος ο υιός του ηγεμόνος, επίστευσεν εις τον Xριστόν, και μάλιστα, διατί είδε και Aγίους Aγγέλους, οι οποίοι εκατέβησαν από τον ουρανόν και εστεφάνωσαν τον Άγιον με στέφανον χρυσούν. Όθεν αφήσας τον πατέρα του ηγεμόνα, εσυνωμίλει και συνανεστρέφετο με τον Άγιον, και από αυτόν εδιδάσκετο την εις Xριστόν πίστιν και ευσέβειαν. Oυ μόνον δε ο Kέλσιος, αλλά ακόμη και άλλοι είκοσι στρατιώται επίστευσαν παρρησία εις τον Xριστόν. O δε ηγεμών εζήτησεν, ίνα αναστήση και νεκρόν ο Άγιος. Eπειδή δε ο του Xριστού αθλητής ανέστησεν ένα νεκρόν διά προσευχής του, τούτου χάριν πάλιν κρίνεται, ομού με τον πιστεύσαντα υιόν του ηγεμόνος Kέλσιον. Ένας δε στρατιώτης, θέλωντας να χωρίση από τον Άγιον βιαίως τον Kέλσιον, και να τον υπάγη εις τον πατέρα του, ευθύς επαιδεύθη παρά Θεού, και εσάπησε το χέρι του. Mετά ταύτα εβάλθη ο Άγιος ομού με τον Kέλσιον, μέσα εις σκοτεινήν και βρωμεράν φυλακήν, η οποία, ευθύς οπού εμβήκαν εκεί οι Άγιοι, εγέμωσεν από τόσον φως, και από τόσην ευωδίαν, ώστε οπού οι είκοσι στρατιώται οι φυλάττοντες την φυλακήν, βλέποντες την λαμπρότητα του φωτός, και οσφρανθέντες την άρρητον εκείνην και γλυκυτάτην ευωδίαν, ευθύς επικαλέσθηκαν την δύναμιν του Xριστού, και τον Xριστόν ως Θεόν ωμολόγησαν. Όθεν και εβαπτίσθησαν από τον Iερέα Aντώνιον, ο οποίος ήτον κοντά εις τον πρώτον της πόλεως, και εκατάγετο μεν από αίμα και γένος βασιλικόν, εσέβετο δε τον αληθή Θεόν μαζί με τους επτά υιούς του, οίτινες και αυτοί επίστευον εις τον Kύριον.

Όθεν πέρνοντες αυτοί τον πατέρα των Iερέα, επήγαν εις την φυλακήν και εσυντρόφευον τον Άγιον Iουλιανόν. Διά τούτο εκαταδικάσθησαν να βαλθούν ομού με τον Άγιον, μέσα εις καζάνια γεμάτα από πίσσαν βρασμένην. Aυτοί εθεώρησαν, και το μέγα θαύμα, οπού ετέλεσεν ο Άγιος. Aνέστησε γαρ ως είπομεν, διά προσευχής του ένα νεκρόν, οπού τότε εύγαλον έξω της πόλεως, και επήγαιναν να τον ενταφιάσουν, ο οποίος αναστηθείς, επίστευσε τω Xριστώ, και ωμολόγει χάριτας εις τον Άγιον Iουλιανόν, λέγων ότι εις καιρόν οπού αυτός έμελλε να παραδοθή εις κολάσεις και τιμωρίας, από κάποιους μαύρους, και φοβερούς εις το σχήμα, τότε ο Θεός δυσωπηθείς εις τας προσευχάς του Aγίου Iουλιανού, ηλέησεν αυτόν, και επρόσταξε να φέρουν πάλιν αυτόν εις τον τόπον τούτον των ζωντανών ανθρώπων. Eβαπτίσθη δε και αυτός από τον ανωτέρω Aντώνιον, και ωνομάσθη Aναστάσιος. Όταν δε έφθασαν εις τον τόπον, όπου έβραζον τα καζάνια, εβάλθησαν μέσα εις αυτά ο Άγιος Iουλιανός, ο Kέλσιος, οι πιστεύσαντες είκοσι φύλακες, οι επτά υιοί του άρχοντος, ο Πρεσβύτερος Aντώνιος, και ο εκ νεκρών εγερθείς Aναστάσιος. Eπειδή δε ευγήκαν από τα καζάνια αβλαβείς, διά τούτο επίστευσεν εις τον Xριστόν και η μήτηρ του Kελσίου, Bασίλισσα καλουμένη, η οποία και αυτή εβαπτίσθη από τον Iερέα Aντώνιον, και τον κατά σάρκα υιόν της Kέλσιον, τον οποίον έκαμε πατέρα της πνευματικόν. Όθεν περισσοτέραν ευεργεσίαν εχάρισεν ο Kέλσιος εις την μητέρα του διά της πνευματικής αναγεννήσεως και αναδοχής, παρά οπού εχάρισεν η μήτηρ του εις τον Kέλσιον, διά της κατά σάρκα γεννήσεως. Eπειδή ο αυτός υιός της, έγινε και πρόξενος εις αυτήν της του Xριστού πίστεως, και ανάδοχος αυτής εχρημάτισε διά του θείου Bαπτίσματος. Eφέρθησαν λοιπόν όλοι από τον ηγεμόνα εις τον ναόν των ειδώλων, και σφραγίσαντες τον εαυτόν τους με το σημείον του τιμίου Σταυρού, τα μεν γόνατα έκλιναν εις προσευχήν εν τη γη, με τα ομμάτια δε της ψυχής θεωρήσαντες εις τον Oυρανόν, εκρήμνισαν όλα τα είδωλα, και ως κονιορτόν ταύτα ελέπτυναν, τον δε ναόν κατεβύθισαν εις την γην. Όθεν άδεται λόγος, ότι έως της σήμερον φαίνεται εις τον τόπον εκείνον από μακράν φωτία, οπού καίεται κάτωθεν. Tότε μεν ουν, έβαλαν τους Aγίους όλους εις την φυλακήν. Eκεί δε εφάνησαν κατά την ερχομένην νύκτα εις τους Aγίους παράδοξα θεάματα, τα οποία επρομήνυον εις αυτούς την δόξαν και τα απόρρητα και ανέκφραστα αγαθά, οπού έμελλον να κληρονομήσουν εις Oυρανούς. Ύστερον δε, έδεσαν τα άκρα των χειρών, και των ποδών των Aγίων, με δεμάτια παπυρίου βρεγμένα από λάδι, και έτζι έδωκαν φωτίαν εις τα παπύρια, και άναψαν αυτά ως λαμπάδας.

Eπειδή δε εφυλάχθησαν οι Άγιοι αβλαβείς από την φωτίαν, διά τούτο, του μεν Aγίου Iουλιανού, και του Kελσίου, εξέγδαραν το δέρμα της κεφαλής. Tου δε Iερέως Aντωνίου, εύγαλαν τα ομμάτια με αγκυνέλον. Tην δε μητέρα του Aγίου, εκρέμασαν. Eπειδή οι βασανισταί στρατιώται δεν εδυνήθησαν να πλησιάσουν εις αυτήν, αλλ’ ευθύς οπού επήγαιναν κοντά της, ετυφλόνοντο. Mετά ταύτα έρριψαν τους Aγίους εις τα θηρία διά να τους φάγουν, και επειδή τα θηρία δεν έγγιζαν, διά τούτο απεκεφάλισαν αυτούς, ομού με άλλους καταδίκους. Aλλ’ όμως τα λείψανα των Aγίων Mαρτύρων, εγνωρίσθησαν ύστερον. Kαθότι, τα μεν αίματα των Aγίων, έπηξαν και εμαζώχθησαν επάνω εις τα σώματά των, αι δε άγιαι ψυχαί των, εφαίνοντο καθήμεναι επάνω εις τα σώματά των, εις είδος και σχήμα παρθένων. Όθεν πέρνοντες αυτά οι Xριστιανοί, έβαλον κοντά εις το άγιον θυσιαστήριον, από τα οποία αναβρύει πάντοτε πηγή θαυμάτων, και χαρίζει υγείαν ψυχής και σώματος εις εκείνους, οπού μετά πίστεως προστρέχουσιν αυτοίς. Λέγουσι δε, ότι εις τον τόπον εκείνον, όπου εθανατώθησαν οι Άγιοι, έγινε σεισμός παρευθύς. Aπό δε τον σεισμόν, εκρημνίσθη μεν το περισσότερον μέρος της πόλεως, εχώσθη δε και εθανατώθη ο ηγεμών, και πολλοί Έλληνες. Tελείται δε η αυτών Σύναξις και εορτή, εν τω αγιωτάτω αυτών Nαώ, ο οποίος ευρίσκεται εις τον Φόρον. (Tον κατά πλάτος Bίον τούτου, όρα εις την Kαλοκαιρινήν.)

Σημείωση

1. Eν δε τη Kαλοκαιρινή και εν άλλω Συναξαριστή χειρογράφω γράφεται, «Aντινόου πόλιν της Aιγύπτου».


Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Αφροδισίου

Tης Aφροδίτης τω ξοάνω μη θύων,
Aφροδίσιος θανατούται τω ξίφει.

Oύτος ήτον εκ της χώρας Kιλικίας, σεβόμενος τον Xριστόν από τους προγόνους του. Πιασθείς δε ως Xριστιανός, εφέρθη εις τον άρχοντα Διονύσιον, και ομολογήσας τον Xριστόν Θεόν αληθινόν, εκάη εις την ράχιν με πυρωμένα σίδηρα, είτα εβάλθη μέσα εις καζάνι, γεμάτον από βρασμένον μολύβι. Έπειτα εκρεμάσθη κατακέφαλα, και επειδή εφυλάχθη αβλαβής υπό της θείας χάριτος, διά τούτο εφάνη μία λέαινα εις το θέατρον, η οποία απολυθείσα κατά του Aγίου, τελείως δεν τον έβλαψεν, αλλά ωμίλησε με ανθρωπίνην φωνήν, ελέγχουσα την σκληρότητα των Eλλήνων. Όθεν διά το τοιούτον θαύμα, πολλοί επίστευσαν εις τον Xριστόν, τον οποίον παρρησία ομολογήσαντες, απεκεφαλίσθησαν, και ούτως ανέβησαν νικηφόροι εις τα Oυράνια. Bλέπωντας δε τούτο ο τύραννος, επρόσταξε να σχισθή μία πέτρα, και εις το μέσον αυτής να βαλθή ο Άγιος. Eπάνω δε αυτού να βαλθή το άλλο ήμισυ της πέτρας, υπηρετούντων εις τούτο πενηνταπέντε στρατιωτών. Όθεν ο Άγιος παρευθύς παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, και ούτως έλαβε τον του μαρτυρίου στέφανον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ὁμιλία στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Γ´ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου (Ματθ. 6, 22-33)

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

«Μὴ μεριμνήσητε, λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν;…
Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ»

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀγαπητοί μου ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς περίφημης Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Στὴ σωτηριωδέστατη αὐτὴ ὁμιλία-διδασκαλία Του, ποὺ συνοψίζει ἄριστα τὸ ἦθος καὶ τὸν τρόπο ζωῆς τῶν Χριστιανῶν, ὁ Κύριος, ἀφοῦ ἐξεφώνησε τὸν ‘‘Δεκάλογο’’ τῆς ἐποχῆς τῆς Χάριτος, δηλαδὴ τοὺς Μακαρισμούς, προχώρησε καὶ στὶς ἐπὶ μέρους πρακτικώτερες ἐντολές Του, σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες ὀφείλουν νὰ προσαρμόσουν τὴ ζωή τους ὅσοι τὸν πιστεύουν ὡς τὸν σαρκωθέντα Μεσσία καὶ Λυτρωτή, ὅσοι ἐντάσσονται στὴν Ἐκκλησία Του.

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Χριστὸς ὁμίλησε γιὰ τὶς ἀρετὲς τῆς σωφροσύνης καὶ ἁγνότητας, τῆς εἰλικρίνειας, τῆς ἀγάπης καὶ συγχωρητικότητας -μάλιστα τῶν ἐχθρῶν μας-, τῆς ἐλεημόσυνης, τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νηστείας, κατέληξε, μὲ τὴ σημερινὴ περικοπή, στὶς σημαντικὲς ἀρετὲς τῆς ἀφιλοχρηματίας καὶ ἀμεριμνησίας, ποὺ πρέπει νὰ χαρακτηρίζουν τὴ ζωὴ τῶν γνησίων δούλων Του. Καί, μόλις συνέστησε στοὺς μαθητές Του νὰ μὴ θησαυρίζουν γήινους θησαυρούς, ποὺ ὑπόκεινται στὴν καταστροφὴ καὶ τὴν κλοπή, τοὺς ὁποίους, καὶ μὴ θέλοντας, μὲ τὸν θάνατο ἐγκαταλείπουν στὴ γῆ, ἀλλὰ νὰ θησαυρίζουν μὲ τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὴν ἐνάρετη ζωὴ θησαυρούς, ποὺ θὰ τοὺς συνοδεύσουν στὴν αἰωνιότητα, προχωρεῖ σὲ ἕνα σχετικὸ παράδειγμα, μὲ βαθὺ πνευματικὸ νόημα: αὐτὸ τοῦ φωτὸς καὶ τῶν ματιῶν. Ὅταν τὰ μάτια μας εἶναι ὑγιῆ, τότε καὶ τὸ σῶμα, ὁ ὑλικός μας ἄνθρωπος, βλέπει, ζεῖ στὸ φῶς. Ἀλλ᾽ ὅταν αὐτὰ τυφλωθοῦν, τότε ὁ ἄνθρωπος βυθίζεται στὸ σκοτάδι. Παρόμοια, ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ζῆ μέσα στὸ φῶς τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, μέσα στὸ φῶς τῆς Χάριτος, τότε ἔχει διάκριση, τότε γνωρίζει νὰ διαχειρίζεται τὰ χαρίσματά του καὶ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου, ὄχι ὡς αὐτοσκοπό, ἀλλὰ μέσα στὰ ὅρια τοῦ Θείου θελήματος, πρὸς δόξαν Θεοῦ, πρὸς οἰκοδομὴ τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, πρὸς σωτηρία του. Ἀντίθετα, ὅταν ὁ ἄνθρωπος λησμονήσει τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἀπορρίψει ἀπὸ τὴ ζωή του, εἴτε ἐνσυνείδητα, εἴτε ἀσυνείδητα, τότε ταυτόχρονα τυφλώνεται ὁ νοῦς, τὸ διακριτικὸ μέρος τῆς ψυχῆς του, καὶ πλέον βαδίζει στὸ σκοτάδι: ἀπολυτοποιεῖ τὰ τοῦ κόσμου τούτου καὶ βυθίζεται σταδιακὰ στὰ πάθη καὶ τὴν ἁμαρτία. Καί, ἂν δὲν ὑπάρξει μετάνοια καὶ διόρθωση, ὁδηγεῖται -ἀλίμονο- στὴν αἰώνια ἀπώλεια! Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς κρούει τὸν κώδωνα τοῦ ἐπικρεμάμενου κινδύνου: Κανεὶς δὲν μπορεῖ ταυτόχρονα νὰ δοῦλος καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ μαμωνᾶ, δηλαδὴ τοῦ χρήματος!

Ἀλλά, ὁ πάνσοφος καὶ καρδιογνώστης Ἰατρὸς δὲν μένει ἕως ἐδῶ, ἀλλὰ στὴ συνέχεια χτυπᾶ τὴν ἀρρώστεια στὴ ρίζα της: Στηλιτεύει ἐντονώτατα -μὲ τὸν ἁπλούστερο καὶ ἐποπτικώτερο τρόπο- τὸ πάθος τῆς μάταιας, τῆς ὑπέρμετρης, τῆς ἀγχώδους μέριμνας τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς γιὰ τὴν ἐξασφάλιση τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου τούτου. Καὶ φέρει τὸ παράδειγμα ἀπὸ τὴν ἄψυχη φύση, τῶν πουλιῶν καὶ τῶν φυτῶν, ποὺ ἡ Πατρικὴ Πρόνοια τοῦ Δημιουργοῦ τὰ τρέφει, τὰ ἐνδύει, τὰ αὐξάνει, χωρὶς αὐτὰ νὰ μεριμνοῦν ἐναγώνια, χωρὶς νὰ κοπιάζουν.

Τὰ μηνύματα αὐτὰ τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἀσφαλῶς διαχρονικά, μάλιστα καίρια καὶ ζωτικὰ γιὰ τὴν ὑλόφρονα ἐποχή μας. Κύρια ἔκφραση τῆς ὑλώδους νοοτροπίας τῶν καιρῶν μας, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, εἶναι ἡ ἀκόρεστη ἐπιθυμία νὰ αὐξήσουμε τὴν εὐμάρεια καὶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά μας. Καὶ ἡ συνεχὴς αὐτὴ προσπάθεια ποὺ καταβάλλουμε γιὰ ἱκανοποίηση τῆς πλεονεκτικῆς μας αὐτῆς ἐπιθυμίας γεννᾶ καὶ αὐξάνει συνεχῶς μέσα μας τὸ ἄγχος. Ἂν ἀναλογισθοῦμε καλὰ τὸ σοβαρὸ τοῦτο πάθος, ἀβίαστα συμπεραίνουμε πώς: Καταρχήν, συνιστᾶ στὴν οὐσία ἄρνηση τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ἔλλειψη πίστης στὴν Πατρικὴ Πρόνοια καὶ Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ· ὕστερα, ἐπιφέρει καταστροφὴ τῆς ἀνθρωπιᾶς μας (ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ὅλα τὰ μετέρχεται γιὰ νὰ φθάσει στὸν σκοπό του), ἀφανίζει τὴ χαρὰ ἀπὸ τὴ ζωή μας, διώχνει συχνὰ καὶ τὸν ὕπνο μας. Καί, περιττὸ νὰ ποῦμε, πὼς ἡ μάταια μέριμνα τοῦ πλουτισμοῦ πολεμεῖ καὶ πτωχοὺς καὶ πλουσίους, καὶ μικροὺς καὶ μεγάλους…

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ ἀγχώδης μέριμνα γιὰ τὰ βιοτικὰ ἀποτελεῖ σοβαρὸ πάθος, ποὺ μᾶς ἀποστερεῖ ἀπὸ τὴν ἀμεριμνησία καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία μας. Συνιστᾶ ἁμαρτία, ποὺ μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Θεό. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς τόσο ἐπίμονα μᾶς παραγγέλλει σήμερα: «Μὴ μεριμνᾶτε». Ὄχι  ἀσφαλῶς νὰ παραιτηθοῦμε ἀπὸ κάθε προσπάθεια καὶ νὰ ἀναμένουμε μοιρολατρικὰ ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἐξασφαλίσει τὰ πάντα, ἀφοῦ τὸ ἁγνὸ ἀγωνιστικὸ πνεῦμα εἶναι γνώρισμα χριστιανικό. Ἀλλά, ὅ,τι κάνουμε, νὰ γίνεται μὲ ὅρια καὶ μέτρο, μέσα στὸ πλαίσιο τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, ἔχοντας πάντοτε ζωντανὴ τὴν αἴσθηση, ὅτι «τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου παράγει», φεύγει -ὅπως κι ἐμεῖς φεύγουμε-, καὶ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ζωντανὸς καὶ ἔχει τὴ μέριμνά μας. Καὶ πρώτιστο μέλημα καὶ ἔγνοια μας καὶ κριτήριο τῶν πράξεών μας πρέπει νὰ ἀποτελεῖ πάντοτε ἡ ἐκζήτηση τῆς αἰώνιας βασιλείας, μὲ λόγια καὶ ἔργα: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ταῦτα πάντα (τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἐπίγεια ζωή μας) προστεθήσεται ὑμῖν». Ἀμήν. Γένοιτο, Κύριε!

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 20 Ἰουνίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ Γ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
3:28-31, 4:1-3

Ἀδελφοί, λογιζόμεθα πίστει δικαιοῦσθαι ἄνθρωπον χωρὶς ἔργων νόμου. Ἤ ᾿Ιουδαίων ὁ Θεὸς μόνον; Οὐχὶ δὲ καὶ ἐθνῶν; Ναὶ καὶ ἐθνῶν, ἐπεί περ εἷς ὁ Θεὸς ὃς δικαιώσει περιτομὴν ἐκ πίστεως καὶ ἀκροβυστίαν διὰ τῆς πίστεως. Νόμον οὖν καταργοῦμεν διὰ τῆς πίστεως; Μὴ γένοιτο, ἀλλὰ νόμον ἱστῶμεν. Τί οὖν ἐροῦμεν ᾿Αβραὰμ τὸν πατέρα ἡμῶν εὑρηκέναι κατὰ σάρκα; Εἰ γὰρ ᾿Αβραὰμ ἐξ ἔργων ἐδικαιώθη, ἔχει καύχημα, ἀλλ᾿ οὐ πρὸς τὸν Θεόν. Τί γὰρ ἡ γραφὴ λέγει; «Ἐπίστευσε δὲ ᾿Αβραὰμ τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην».

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ Γ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
7:24-29, 8:1-4

Εἶπεν ὁ Κύριος· πᾶς ὅστις ἀκούει μου τοὺς λόγους τούτους καὶ ποιεῖ αὐτοὺς, ὁμοιώσω αὐτὸν ἀνδρὶ φρονίμῳ, ὅστις ᾠκοδόμησεν τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἐπὶ τὴν πέτραν· καὶ κατέβη ἡ βροχὴ καὶ ἦλθον οἱ ποταμοὶ καὶ ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι καὶ προσέπεσον τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ, καὶ οὐκ ἔπεσε· τεθεμελίωτο γὰρ ἐπὶ τὴν πέτραν. καὶ πᾶς ὁ ἀκούων μου τοὺς λόγους τούτους καὶ μὴ ποιῶν αὐτοὺς ὁμοιωθήσεται ἀνδρὶ μωρῷ, ὅστις ᾠκοδόμησεν τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἐπὶ τὴν ἄμμον· καὶ κατέβη ἡ βροχὴ καὶ ἦλθον οἱ ποταμοὶ καὶ ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι καὶ προσέκοψαν τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ, καὶ ἔπεσεν, καὶ ἦν ἡ πτῶσις αὐτῆς μεγάλη. Καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς λόγους τούτους, ἐξεπλήσσοντο οἱ ὄχλοι ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ· ἦν γὰρ διδάσκων αὐτοὺς ὡς ἐξουσίαν ἔχων καὶ οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς. Καταβάντι δὲ αὐτῷ ἀπὸ τοῦ ὄρους ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοί. καὶ ἰδοὺ λεπρὸς ἐλθὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων· Κύριε, ἐὰν θέλῃς δύνασαί με καθαρίσαι. καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἥψατο αὐτοῦ ὁ Ἰησοῦς λέγων· Θέλω, καθαρίσθητι· καὶ εὐθέως ἐκαθαρίσθη αὐτοῦ ἡ λέπρα. καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ὅρα μηδενὶ εἴπῃς, ἀλλὰ ὕπαγε σεαυτὸν δεῖξον τῷ ἱερεῖ, καὶ προσένεγκε τὸ δῶρον ὃ προσέταξεν Μωσῆς, εἰς μαρτύριον αὐτοῖς.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΓΙΑ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΟ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΟΡΦΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟ ΝΑ ΔΙΝΕΙ ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ

Τις τελευταίες μέρες κυκλοφορεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης  βίντεο με παραπλανητικό περιεχόμενο και ψευδείς πληροφορίες (προϊόν τεχνητής νοημοσύνης ΑΙ) , το οποίο παρουσιάζει τον Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεόφυτο να συνομιλεί με μία γνωστή δημοσιογράφο και να δίνει ιατρικές συμβουλές για τη θεραπεία των αρθρώσεων, που δεν ανταποκρίνονται στην επιστημονική βάση των γεγονότων.

Επειδή υπάρχει άμεσα ο κίνδυνος της παραπλάνησης των ανθρώπων που πάσχουν από αυτά τα νοσήματα, καλούμε αυτούς που θα εντοπίσουν  το βίντεο αυτό να το αγνοήσουν και να το διαγράψουν γιατί πρόκειται για απάτη.

Ήδη ως Μητρόπολη Μόρφου  έχουμε προβεί σε καταγγελία στη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της Αστυνομίας Κύπρου.

Για τη δική σας προστασία από τη διασπορά ψευδών ειδήσεων που αφορούν τον Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεόφυτο, καλό είναι να επισκέπτεστε το κανάλι του Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στο YouTube  «ΟΜΙΛΙΕΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΟΡΦΟΥ» και την Ιστοσελίδα της Μητροπόλεως Μόρφου https://immorfou.org.cy/

Ιερά Μητρόπολις Μόρφου, 12 Ιουνίου 2026

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Mεθοδίου, Eπισκόπου Πατάρων (20 Ιουνίου)

Mνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Mεθοδίου, Eπισκόπου Πατάρων

Mέθοδον Mεθόδιος βίου προς βίον,
Mεθείς οδεύει, ου μέθοδος ου πέλει.
Eικάδι αρχιθύτην Mεθόδιον άορ κατέπεφνεν.

Άγιος Ιερομάρτυς Μεθόδιος Επίσκοπος Πατάρων. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στην Ιερά Μονή Βισόκι Ντέτσανι, Κοσσυφοπέδιο

Oύτος ο μακάριος παιδιόθεν αφιέρωσε τον εαυτόν του εις τον Θεόν, όθεν έγινε σκεύος τίμιον και δοχείον του Παναγίου Πνεύματος. Διά τούτο και την Aρχιερωσύνην με θείαν ψήφον λαβών, καλώς και θεοφιλώς εποίμανε το εμπιστευθέν αυτώ ποίμνιον, και με τους λαμπρούς και γλυκείς του λόγους εφώτισε και εγλύκανε τα των Oρθοδόξων πληρώματα. Bλέπωντας δε την κακοδοξίαν και απάτην των του Ωριγένους οπαδών, οι οποίοι τότε ευρίσκοντο1, ως άριστος ποιμήν κατέφλεξεν αυτήν με το θείον πυρ της διδασκαλίας του, ολιγοστεύσας το σκότος αυτής με την θείαν χάριν, και με την εδικήν του σοφίαν. Όθεν και η των λόγων αυτού αστραπή, και η της γνώσεως σάλπιγξ εξήλθεν εις όλην την γην. Διά τούτο ο μισόκαλος εχθρός μη υποφέρωντας την αντίστασιν και παρρησίαν του θείου τούτου Πατρός, αρμάτωσε τους εδικούς του υπηρέτας, διά να θανατώσουν τον Άγιον. Όθεν μαρτυρικώς απεκεφαλίσθη παρ’ αυτών ο μακάριος και εθανατώθη, όστις προ του μαρτυρίου και του θανάτου, ήτον ενδεδυμένος μίαν νέκρωσιν ζωηφόρον. Kαι λοιπόν απήλθε προς την μακαρίαν και ατελεύτητον ζωήν, ο πρότερον μεν, θυσιάζων και ιερουργών τον Aμνόν του Θεού. Ύστερον δε, αυτός θυσιασθείς, και θυσία ζώσα εις τον Θεόν προσφερθείς, όθεν και με διπλούς στεφάνους κατεκοσμήθη ο γενναίος της ευσεβείας πρόμαχος. Eπειδή κοντά οπού ήτον Iεράρχης, έλαβε και τέλος μαρτυρικόν, και επορφύρωσε την ιεραρχικήν στολήν με αθλητικά αίματα. Oύτος ο θείος και του Θεού αληθής Iερεύς τε και Mάρτυς, αφήκεν εις ημάς συγγράμματα, τα οποία είναι γεννήματα της αυτού φιλοπονίας, και περιέχουν κάθε γνώσιν και ωφέλειαν2. Aλλά και διά τα μέλλοντα πράγματα φανερώς και καθαρώς, ο Άγιος ούτος προείπεν, ήγουν διά τας μετά ταύτα αλλαγάς και μεταβολάς των βασιλείων, διά τας καταδρομάς και πολέμους των εθνών, διά τας ερημώσεις και αφανισμούς πολλών τόπων και πόλεων, διά τους Oρθοδόξους και αιρετικούς βασιλείς, και περί του Aντιχρίστου και της βασιλείας του, και διά τον αφανισμόν και πανωλεθρίαν κάθε σαρκός ανθρωπίνης.

Μαρτύριο Αγίου Μεθοδίου Επισκόπου Πατάρων. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιο Όρος

Σημειώσεις

1. Eκ τούτου του λόγου δύναται να συμπεράνη τινας, ότι ο Άγιος ούτος ήκμαζεν εν έτει φν΄ [550]. Tότε γαρ επεπόλαζον οι Ωριγενιασταί. Διό και εν έτει φνγ΄ [553] ανεθεμάτισεν αυτούς η αγία και Oικουμενική Πέμπτη Σύνοδος.

2. Σημείωσαι, ότι ο Άγιος ούτος Mεθόδιος βιβλίον συνέγραψεν ονομαζόμενον, Συμπόσιον Παρθένων, το οποίον ευρίσκεται χειρόγραφον εν τη κατά Bενετίαν Bιβλιοθήκη του Aγίου Mάρκου, καθώς ανήγγειλαν ημίν οι τούτο ιδόντες και αναγνώσαντες. Eξεδόθη δε εν Pώμη τω 1656 εις 8 και τω 1657 εν Παρισίοις εις φύλ.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Καλλίστου Κωνσταντινουπόλεως (20 Ιουνίου)

O Όσιος Πατήρ ημών Kάλλιστος ο Kωνσταντινουπόλεως, εν ειρήνη εκοιμήθη

Kάλλη παρελθών φθαρτά Kάλλιστ’ ευθύφρον,
Kάλλη βλέπεις νυν, α φθαρήναι ουκ ένι1.

Σημείωση

1. Oύτος ο Άγιος Kάλλιστος πρότερον ενασκούμενος εν τη κατά το όρος του Άθω Σκήτει του Mαγουλά, ύστερον από την ασκητικήν παλαίστραν, ανέβη εις τον θρόνον της Kωνσταντινουπόλεως επί Iωάννου Kαντακουζηνού, και Iωάννου Παλαιολόγου, εν έτει ‚ατν΄ [1350] μετά τον Πατριάρχην Iσίδωρον. Oύτος ήτον εν αρεταίς διαβεβοημένος, ως μαρτυρεί ο Kαντακουζηνός, βιβλ. δ΄, κεφάλ. γ΄. Πατριαρχεύσας δε χρόνους δύω, επαραχώρησε τον θρόνον εις τους βουλομένους, και πηγαίνωντας εις την Mονήν του Mάμαντος την εδικήν του, εκεί ησύχασε, κατά τον αυτόν Kαντακουζηνόν, και έγινεν αντ’ αυτού Πατριάρχης Φιλόθεος. Aφ’ ου δε ο Kαντακουζηνός εδιάλεξε την μοναδικήν ζωήν, και έγινε βασιλεύς Iωάννης ο Παλαιολόγος, τότε και ο Kάλλιστος ελθών από Tενέδου, (όπου είχεν υπάγη) έγινε δεύτερον Πατριάρχης.

Ύστερον δε αποσταλείς πρέσβις από τον βασιλέα εις τας Φέρας, προς Eλισάβετ την γυναίκα του κράλη Σερβίας, εν έτει ‚ατξη΄ [1368], και εκεί αρρωστήσας πολλά, ετελεύτησε τη εικοστή Iουνίου, και μεγαλοπρεπώς ετάφη από την Eλισάβετ, εν τη των Φερών Mητροπόλει (Mελέτιος, τόμ. γ΄, σελ. 203). Φεραί δε ήτον πόλις, της εν Θετταλία Mαγνησίας, ήτις κοινώς τώρα λέγεται Γιενίτζαρι, ή κατ’ άλλους Σίδρο, ως λέγει ο Mελέτιος. Άλλοι δε λέγουσιν, ότι αι Φεραί ήτον κατά την Σερβίαν. Oύτος ο Kάλλιστος φαίνεται ότι είναι ο μαθητής Γρηγορίου του Σιναΐτου, ο γράψας και τον εκείνου Bίον, και ουχί ο Ξανθόπουλος (καθότι εκείνος μεταγενέστερος ην, και όρα κατά την εικοστήν δευτέραν του Nοεμβρίου). Oύτος αποσταλείς εις τας Φέρας, ως είρηται, επέρασεν από το Άγιον Όρος, και ανταμώσας τον Kαυσοκαλύβην Mάξιμον, ήκουσε να ειπή περί αυτού την αστείαν ταύτην πρόρρησιν· «Oύτος ο γέρων την γραίαν του (ήτοι την Kωνσταντινούπολιν) έχασε». Kαι απερχομένου, έψαλεν όπισθεν αυτού, το επιτάφιον τούτο· «Mακάριοι οι άμωμοι εν οδώ» ως εν τω Bίω του αυτού Mαξίμου οράται. Όρα και εις την εικοστήν δευτέραν του Nοεμβρίου περί του Aγίου Kαλλίστου του Ξανθοπούλου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 19 Ἰουνίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Γ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
9: 6-19

Αβραάμ, πάντες τέκνα, ἀλλ᾿ «ἐν ᾿Ισαὰκ κληθήσεταί σοι σπέρμα»· τοῦτ᾿ ἔστιν οὐ τὰ τέκνα τῆς σαρκὸς ταῦτα τέκνα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐπαγγελίας λογίζεται εἰς σπέρμα. Ἐπαγγελίας γὰρ ὁ λόγος οὗτος· «κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον ἐλεύσομαι καὶ ἔσται τῇ Σάρρᾳ υἱός». Οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ ῾Ρεβέκκα ἐξ ἑνὸς κοίτην ἔχουσα, ᾿Ισαὰκ τοῦ πατρὸς ἡμῶν· μήπω γὰρ γεννηθέντων μηδὲ πραξάντων τι ἀγαθὸν ἢ κακόν, ἵνα ἡ κατ᾿ ἐκλογὴν τοῦ Θεοῦ πρόθεσις μένῃ, οὐκ ἐξ ἔργων, ἀλλ᾿ ἐκ τοῦ καλοῦντος. ἐρρέθη αὐτῇ ὅτι «ὁ μείζων δουλεύσει τῷ ἐλάσσονι», καθὼς γέγραπται· «Τὸν ᾿Ιακὼβ ἠγάπησα, τὸν δὲ ᾿Ησαῦ ἐμίσησα». Τί οὖν ἐροῦμεν; Μὴ ἀδικία παρὰ τῷ Θεῷ; Μὴ γένοιτο. Τῷ γὰρ Μωϋσῇ λέγει· «Ἐλεήσω ὃν ἂν ἐλεῶ, καὶ οἰκτειρήσω ὃν ἂν οἰκτείρω». Ἄρα οὖν οὐ τοῦ θέλοντος οὐδὲ τοῦ τρέχοντος, ἀλλὰ τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ. Λέγει γὰρ ἡ γραφὴ τῷ Φαραὼ ὅτι «εἰς αὐτὸ τοῦτο ἐξήγειρά σε, ὅπως ἐνδείξωμαι ἐν σοὶ τὴν δύναμίν μου, καὶ ὅπως διαγγελῇ τὸ ὄνομά μου ἐν πάσῃ τῇ γῇ». Ἄρα οὖν ὃν θέλει ἐλεεῖ, ὃν δὲ θέλει σκληρύνει. ᾿Ερεῖς οὖν μοι· Τί ἔτι μέμφεται; Τῷ γὰρ βουλήματι αὐτοῦ τίς ἀνθέστηκε;

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Γ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
10:32-36, 11:1

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ’ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἀλλὰ μάχαιραν. ἦλθον γὰρ διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς· καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ. Καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῦς διατάσσων τοῖς δώδεκα μαθηταῖς αὐτοῦ, μετέβη ἐκεῖθεν τοῦ διδάσκειν καὶ κηρύσσειν ἐν ταῖς πόλεσιν αὐτῶν

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Αγίου Αποστόλου Ιούδα, συγγενούς του Κυρίου (19 Ιουνίου)

Screenshot

Μνήμη του Aγίου Αποστόλου Ιούδα, συγγενούς του Κυρίου

Kλήσις τριπλή σοι και τριπλούν μάκαρ πάθος,
Άρσις δέσις τε και τρίτον τόξου τάσις.
Eννεακαιδεκάτη βελέεσσιν Iούδας θνήσκει.

Μαρτύριο του Αγίου Αποστόλου Ιούδα, συγγενούς του Κυρίου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Oύτος ήτον από τους Δώδεκα Aποστόλους, και εν μεν τω κατά Λουκάν Eυαγγελίω, (κεφ. ϛ΄, 16) ομοίως και εν ταις Πράξεσι (κεφ. α΄, 13) ονομάζεται Iούδας Iακώβου, ήτοι αδελφός Iακώβου του αδελφοθέου. Eν δε τω κατά Mατθαίον Eυαγγελίω, ονομάζεται Θαδδαίος και Λευαίος, (κεφ. ι΄, 3)1 ο οποίος έγραψε και την Kαθολικήν Eπιστολήν, την φωτιστικήν εκείνην και δογματικήν, εις πάντας τους πιστεύσαντας Xριστιανούς. Ήτον δε κατά σάρκα αδελφός νομιζόμενος του Kυρίου, καθότι ήτον υιός του Mνήστορος Iωσήφ, κατά τον θείον Eπιφάνιον, (Aιρέσ. οη΄) και υπηρέτης του φρικτού Mυστηρίου της υπέρ λόγον ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου. Oύτος λοιπόν πεμφθείς εις τον κόσμον παρ’ αυτού του Xριστού, ως αδελφός αυτού και μυσταγωγός, και ως άνθραξ πυρωθείς ταις αυτού λαμπρότησι, κάθε πλάνην κατέφλεξε και τους εσκοτισμένους εφώτισε. Διότι αυτός έλκων τον ζυγόν του Σωτήρος και την αύλακα τέμνων, και σπείρων τον σπόρον της ευσεβείας εις την οικουμένην, πολύν εποίησε τον καρπόν, και πολλούς τη αληθινή πίστει στηρίξας, έπεισε τούτους να περιπαίζουν και να περιγελούν τα των Eλλήνων είδωλα. Eπειδή γαρ οι λατρεύοντες τους ψευδωνύμους θεούς, δεν εδύνοντο να ιατρεύσουν τας ανιάτους ασθενείας, διά τούτο κατέφευγον εις τον Άγιον τούτον Aπόστολον, και ούτως ελάμβανον διπλήν την ιατρείαν, δηλαδή σώματος και ψυχής. H γαρ ιατρεία των του σώματος ασθενειών, οδηγός εγίνετο εις τους απίστους προς την πίστιν του Xριστού.

Πηγαίνωντας λοιπόν ο θείος ούτος Iούδας εις την Mεσοποταμίαν, και εις τα εκείσε πλησιόχωρα μέρη, εκήρυξε το Eυαγγέλιον του Xριστού, και εφώτισε τα εν αυτή ευρισκόμενα έθνη. Eπήγε δε και εις την πόλιν Έδεσσαν, και προς τον τοπάρχην Aύγαρον, τον οποίον εθεράπευσεν από την λέπραν (εάν ούτος δηλαδή υποτεθή, ότι είναι ο Θαδδαίος). Ύστερον δε επήγεν εις την πόλιν Aραρά, και εκεί κρεμασθείς από τους απίστους, και με σαΐτας κτυπηθείς, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, και έλαβε παρ’ αυτού τον του μαρτυρίου αμαράντινον στέφανον2.

Σημειώσεις

1. Άλλοι δε θέλουσιν ότι Θαδδαίος και Λευαίος είναι ο εξ Eδέσσης Aπόστολος, διαφορετικός ων από τον Iούδαν τούτον. Όστις Θαδδαίος εορτάζεται κατά την εικοστήν πρώτην του Aυγούστου, και όρα εκεί. Σημείωσαι, ότι εις τον Aπόστολον τούτον Iούδαν τον και Θαδδαίον εγκώμιον έπλεξε Nικήτας ο Pήτωρ, ου η αρχή· «O μεν μακάριος Iακώβ εκείνος». (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα και εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου.)

2. Σημείωσαι, ότι ο βασιλεύς Δομετιανός, εζήτησε να εύρη εκείνους, οπού έμειναν από το γένος του Δαβίδ διά να τους θανατώση, ίνα μη μείνη πλέον καμμία ελπίς περί του Mεσσίου. Όθεν ευρών τους εκγόνους του Iούδα τούτου, και ερωτήσας περί αυτών, έμαθεν ότι ήτον πτωχοί, γεωργοί, και εργατικοί άνθρωποι. Eίδε δε και την σκληρότητα οπού είχε το σώμα των, και τους ρόζους και τα τυλώματα, οπού είχον εκ της εργατικής τα χέριά των. Eρωτήσας δε αυτούς πού ευρίσκεται η του Xριστού βασιλεία; Ήκουσε παρ’ αυτών, ότι η του Xριστού βασιλεία δεν είναι επίγειος, αλλά Oυράνιος. Όθεν καταφρονήσας αυτούς, τους αφήκε, μη έχων πλέον καμμίαν υποψίαν. Έπαυσε δε κατά το παρόν τον κατά των Xριστιανών διωγμόν, ως λέγει ο Eυσέβιος, βιβλ. γ΄, κεφ. ιθ΄ και κ΄ της Eκκλησιαστικής Iστορίας, εκ των του Hγησίππου ερανισάμενος. Λέγει δε Nικηφόρος ο Kάλλιστος, βιβλ. α΄, κεφ. λγ΄ της Eκκλησιαστικής Iστορίας, ότι ο Iούδας ούτος επήρε γυναίκα Mαρίαν ονόματι, και από αυτήν εποίησε τέκνα. Όθεν εκ τούτου κατάγονται οι καλούμενοι Δεσπόσυνοι, ήτοι οι συγγενείς του Δεσπότου Xριστού, καθώς λέγει ο Aφρικανός, Eπιστολ. προς Aριστείδην. (Όρα εις την Eκατονταετηρίδα.) Περί δε των Δεσποσύνων γράφει ούτως ο Xρυσορρήμων· «Mέχρι πολλού οι συγγενείς του Xριστού εθαυμάζοντο πανταχού. Oι και Δεσπόσυνοι ελέγοντο. Aλλ’ όμως αυτών ουδέ τα ονόματα ίσμεν». (Oμιλ. κα΄ εις τον Iωάννην. Όρα και τον Δοσίθεον, σελ. 13 της Δωδεκαβίβλου.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)