Άγιος Δημήτριος Γκαγκαστάθης, φορητή εικόνα στην Ιερά Μητρόπολη Μόρφου
Ποιός ήταν ο π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης
Στυλιανού Κεμεντζετζίδη, Θεολόγου-Συγγραφέα
Γεννήθηκε στις αρχές του αιώνος μας, και συγκεκριμένα γεννήθηκε το 1902 στο χωριό Πλάτανος, όπου αργότερα, επί 42 συναπτά έτη, εχρημάτισε ο καλός ποιμήν των λογικών προβάτων.
Εκοιμήθη το 1975, στις 29 Ιανουαρίου εν ειρήνη.
Πρόκειται για μια οσιακή μορφή, καίτοι έζησε ως έγγαμος στον κόσμο.
Υπήρξε προικισμένος με πολλά χαρίσματα, με πολλή επιμέλεια, καθαρότητα συνειδήσεως, άλαλο πίστη, βαθειά ταπείνωση και με πληρότητα αγάπης στο Θεό και τον πλησίον.
O Πλάτανος είναι μια μικρή κωμόπολη, ένα μεγάλο χωριό, 15 χιλιόμετρα δεξιά από την πόλη των Τρικάλων, στη Θεσσαλία.
Ο πατήρ Δημήτριος είχε σημεία θαυμαστά από τα πρώτα χρόνια της ζωής του.
Κι αυτά που παρέλαβε από το Θεό τα καλλιέργησε με φιλότιμο, τα αύξησε και πάντοτε ταπεινά και για τη δόξα του Θεού και μόνον.
Όταν ο Θεός βρει τέτοια σκεύη τα αξιοποιεί, τα πλουτίζει και χαριτώνεται η ζωή τους και κοντά σ’ αυτούς και όσοι πλησιάζουν σ’ αυτές τις πνευματικές θερμάστρες, σ’ αυτά τα λιμάνια.
Ο παπα-Δημήτρης δεν έτυχε σπουδών. Με δυσκολίες τελείωσε το δημοτικό στο χωριό του. Ήταν βοσκός προβάτων. Όπου κι αν βρισκόταν είχε μνήμη Θεού, μνήμη θανάτου και έκλεινε τα πρόβατα στη στάνη και πήγαινε με δάκρυα και εκκλησιαζόταν.
Όταν αυτό δεν μπορούσε να το κάνει, γονάτιζε εκεί που ήταν στα βουνά και έκλαιγε, ζητώντας το έλεος του Θεού, διότι βρισκόταν μακράν του οίκου του Θεού.
Διάβαζε με πολλή κατάνυξη βίους αγίων και τους αισθανόταν φύλακες, ευεργέτες και προστάτες.
Είχε αίσθηση ζώσα της παρουσίας των. Τους κρατούσε κοντά του η καθαρότης του βίου του. Και όπως ετόνιζε η εργασία φέρνει την αξία.
Αισθανόταν πώς θα πρέπει να τον προστατεύουν οι άγιοι και δεν έκανε τίποτε εάν δεν ξεκινούσε από το Θεό κι εάν δεν κατέληγε στο Θεό.
Δηλαδή, αν έφευγε το πρωί για να φυλάξει τα πρόβατα, θα περνούσε πρώτα από τους Ταξιάρχες, ένα ναό του 1600, κατανυκτικό, με τοιχογραφίες, που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του.
Εκεί, έμαθε για το Θεό και από την ευλαβέστατη γιαγιά του και τους ευσεβείς γονείς του τα ιερά γράμματα και του Θεού τα πράγματα. Έλεγε: «να με προστατεύετε, να με φυλάξετε, να γυρίσω και πάλιν στον οίκο σας, να σας πω το ευχαριστώ». Πρώτα στον οίκο του Θεού και μετά στις δουλειές και πάλιν στον οίκο του Θεού και μετά στο σπίτι. Αυτό ήταν το πρόγραμμα της ζωής του.
Η ζωή του ήταν Ευχαριστιακή. Όπου κι αν ήταν είχε αναφορά στο Θεό. Στο χωράφι και παντού, στο βουνό, έψαλλε και ευχαριστούσε αδιαλείπτως.
Εύρισκε το απερίγραπτο, τη χαρά του Θεού, την ευλογία Κυρίου. Ερχόταν, δηλαδή, στην μακαριά κατάνυξη, στο χαροποιό πένθος, για το οποίο ομιλούν οι Πατέρες.
Φυσικά, ο Γέροντας είχε δικό του τρόπο με τον οποίο βίωνε τα του Θεού. Εμείς είμαστε αμέτοχοι αυτών των καταστάσεων και πολλές φορές ούτε καν τα πιάνουμε, σαν να ’ναι μια ξένη γλώσσα. Θ’ αναφέρω ένα περιστατικό που δείχνει ότι τον είχε κατά κάποιο τρόπο εκλέξει ο Θεός για την ιερή του πορεία και την ευλογημένη αποστολή του.
Με συνέπεια ευαρέστησε το Θεό. Και τούτο με την άμεμπτο και καθαρή κατά Χριστό πολιτεία του.
Ένα βράδυ ενώ αναπαυόταν στο φτωχό σπίτι του ήρθε ένας γέροντας και τον ξύπνησε, λέγοντας του: «σήκω παιδί μου γρήγορα, το σπίτι θα πέσει».
Ξανά, δεύτερη φορά, τον ξύπνησε. Και στο τέλος, τον ξύπνησε κανονικά. Βγαίνουν από το σπίτι και αμέσως το σπίτι έπεσε!
Ο γέροντας ήταν ο άγιος Νικόλαος. Είχαν στο χωριό ναό αφιερωμένο στον άγιο Νικόλαο. Αυτός ήρθε και τον προστάτευσε. Μόλις βγήκε ο παπα-Δημήτρης, αμέσως το σπίτι κατέρρευσε.
Ούτε τρίχα δεν πέφτει από τον άνθρωπο που τον προστατεύει ο Θεός. Κι’ όταν επιτρέψει κάτι για να φανεί η πίστη του, η υπομονή του, το μεγαλείο της αρετής του, θα του δώσει και τα μέσα να το ξεπεράσει: την υπομονή, την μακροθυμία, την αγάπη, τα πνευματικά όπλα, που οι Γέροντες έχουν σε πλεονασμό και έτσι ξεπερνούν και την μεγαλύτερα δοκιμασία και θλίψη. Παρέλειψα να πω ότι ο παπα-Δημήτρης νυμφεύθηκε την Ελισάβετ και απέκτησε εννέα θυγατέρες.
Κι όταν ήρθε η ώρα να πάει στο στρατό επήγε στους Ταξιάρχες, προσκύνησε και έκανε συμφωνητικό λέγοντας: «σας ζητώ μια χάρη. Εγώ σας υπηρετώ από μικρό παιδί. Καθαρίζω καντήλια, κάνω ό,τι μπορώ. Θέλω να με φέρετε πίσω χωρίς να με αγγίξει κανένα κακό. Είστε υποχρεωμένοι. Ζητώ κι’ εγώ ένα ρουσφέτι».
Επήγε στη Μικρά Ασία. Σε όλους τους κινδύνους που αντιμετώπιζε, τον έσωζαν. Έλεγε: «στη Σμύρνη σφάζουν, κάνουν, εμένα έρχονται, μου δίνουν ένα άλογο και μου λένε: φύγε στον Τζεσμέ. Βρίσκομαι στο τάδε μέρος με τρεις άλλους” σκοτώνονται δύο από 150 ιππείς. Εμένα μου λένε, μη φοβάσαι, εμείς είμαστε μαζί σου. Θα πας εννιά παρά τέταρτο στο τάδε μέρος να προλάβεις το τελευταίο πλοίο για να πας για τη Χίο. Κι όπως είπαν, ούτε ένα μπάτσο από πουθενά».
Αργότερα πέρασε ισχυρές δοκιμασίες, στην εποχή του εμφυλίου πολέμου, επειδή αυτός μιλούσε για Χριστό, πατρίδα, οικογένεια, τον έβαλαν στο στόχαστρο, τον απείλησαν, τον αποκήρυξαν και πολλές φορές αποπειράθηκαν να τον σκοτώσουν και όλο σωζόταν.
Αναφέρω, μια από τις πολλές θαυμαστές περιπτώσεις. Είναι όλα καταγραμμένα στο ημερολόγιο που κρατούσε από μικρό παιδί, το οποίο μας έδωσε σε χειρόγραφα χαριτωμένα, απέριττα, αλλά με μεγαλείο ψυχής και ηρωικό φρόνημα: «Ήρθα, λέει, Κυριακή πρωί. Μόλις πρόλαβα και βγήκα από την εκκλησία. Ήταν 10 ιππείς και μαζί με τον αρχηγό τους 11 και με κυνηγούσαν στον κάμπο. Οι χωρικοί από την μια πλευρά έβλεπαν το θέαμα και οι απέναντι, από το άλλο χωριό, βγήκαν από την εκκλησία, κι’ έβλεπαν επίσης το θέαμα.
Με έβριζαν ελεεινά και τρισάθλια. Δεν μπορώ να πω. Τραγόπαπα και άλλα ελεεινά κλπ., και πυροβολούσαν με τα στην συνέχεια. Οι σφαίρες με τρυπάνε τα ράσα, δεν με τσίμπαγε καμιά. Σαν με φτάσαν στα 50 μέτρα και με περικύκλωσαν, τότε γονάτισα. Σήκωσα τα χέρια στον ουρανό και φώναξα από το βάθος της ψυχής μου. Μιχαήλ αρχιστράτηγε, κινδυνεύω, βοηθήσατε με. Αυτοστιγμεί και οι 11 έγιναν κόκκαλο και άγαλμα.
Ο αρχηγός πέφτει από το ζώο κάτω, σπάζει η σπονδυλική του στήλη και αφού είδα εγώ ότι είναι ακίνητοι, ευχαρίστησα το Θεό, τους Ταξιάρχας και τους είπα: να μετανοήσετε, να γίνετε καλοί άνθρωποι, να λέγετε την αλήθεια, να ’χετε το Θεό βοήθεια και αφού τους ευλόγησα -χωρίς να με πειράξουν- πήγα απέναντι, όπου περίμενε το χωριό και μπήκα με όλο το λαό μέσα στην εκκλησία και δώσαμε δόξα στο Θεό που έκανε σήμερα θαύμα».
Όλη η ζωή του ήταν μέσα σε τέτοια γεγονότα χωρίς να έχει καθόλου ιδέα για τον εαυτό του. Υπέγραφε ο τελευταίος, ο μικρός παπαδάκος, το σκύβαλο της γης. Το πίστευε, το αισθανόταν. Σε κάθε δυσκολία δεν τάχανε. Όταν του έλεγε η πρεσβυτέρα: «Δεν νοιάζεσαι; τι θα γίνουν αυτά τα κορίτσια; οι άλλοι κάνουν αυτό».
«Θα πεθάνω παπάς, όχι μασκαράς. Για το Χριστό θυσιάζομαι, υπέρ των προβάτων. Τί σήμερα, τί αύριο. Μια ψυχή έχουμε. Θα την παραδώσω στα χέρια του Δημιουργού μου».
Είχε συνέπεια. Τον καλούσαν να τον πάνε στη Μέση Ανατολή. «Εσείς δεν με σώσατε. Οι Ταξιάρχες με σώσαν και θα αφήσω τους προστάτες μου και το λαό μου για να πάω στη Μέση Ανατολή και στην Αθήνα; Όχι εκεί».
Και πράγματι τον σκέπαζε ο Θεός και τον φύλαγε: «Εγώ έχω τον Χριστό κυβερνήτη στη ζωή μου. Δεν τον βαλαν οι άνθρωποι καλά στην καρδιά τους για να νιώσουν το μεγαλείο του. Είναι γλυκύς. Δεν τον αλλάζω με τίποτα. Μια ζωή τον παρακαλώ να με αξιώσει κι’ εγώ να χύσω το αίμα μου γι’ Αυτόν. Κοιμάμαι τόσο αμέριμνα, όπως το πουλί στο αγκάθι και τα ρυθμίζει όλα Αυτός’ καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο».
Είχε εξ’ ολοκλήρου εμπιστοσύνη στο Θεό, όπως ένα μικρό παιδί. Εξομολογείτο δε με τέτοια καθαρότητα και ειλικρίνεια, που δεν την συναντάμε ούτε και στα μικρά παιδάκια. Όταν επήγαμε μια φορά να συναντήσουμε τον πατέρα Φιλόθεο Ζερβάκο (με τον πατέρα Δημήτριο) (πήγαμε 2 φορές και ήρθε ο πατήρ Φιλόθεος 2 φορές στο χωριό και συλλειτούργησαν), του λέει ο πατήρ Φιλόθεος.
«Είσαι ασθενής. Γιατί έκανες τόσο κόπο και ήρθες μέχρις εδώ; (στην Πάρο)»
«Εγώ είμαι ο τελευταίος και ο αμαρτωλός» είπε ο πατήρ Φιλόθεος.
«Τα Τρίκαλα έχουν καλούς πατέρες και άξιους».
«Ήρθα όχι μόνος μου. Με έφερε ο Θεός. Ήρθα να ξεπλύνω και να ξεκαθαρίσω την ψυχή μου».
Όταν δε εξομολογείτο ήταν σαν άγγελος. Η χαρά ήταν ζωγραφισμένη και έκδηλος στο πρόσωπο του.
«Τέτοια καθαρή και τελεία εξομολόγηση δεν συνήντησα στα 70 χρόνια που εξομολογώ», είπε ο π. Ζερβάκος. Υπήρξε ένας ζων άγιος.
Εις δε το βιβλίο του πατρός Δημητρίου Γκαγκαστάθη, το οποίον προλογίζει ο πατήρ Φιλόθεος (στο τέλος γράφει και ο καθηγούμενος της Ι. Μ. Σίμωνος Πέτρας, πατήρ Αιμιλιανός), ο οποίος τον έζησε από κοντά και ξέρει πολλές εμπειρίες θαυμαστές τον αποκαλεί «ο άγιος παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης».
Όταν τον ρωτήσαμε, «γιατί Γέροντα αρχίζετε έτσι τον πρόλογο;» απάντησε.
«Διότι, παιδί μου, είναι άγιος. Όταν μου είπαν για την κοίμηση του, άρχισα να προσεύχομαι και να νηστεύω και να ζητώ απ’ τον Θεό να με πληροφορήσει εις ποίαν κατάσταση βρίσκεται. Και κατόπιν από ημέρες μου έδειξε τη δόξα στην οποία ευρίσκεται. Πρόκειται περί αγίου».
Και κάτι για τον π. Φιλόθεο, μια και μιλάμε γι’ αυτόν. Στην κοίμηση του πατρός Φιλόθεου μια οικογένεια δικαστικών, είπε στον πατέρα Πορφύριο: «εκοιμήθη ο πατήρ Φιλόθεος». Εκείνος τους είπε: «να πάτε, κι’ εγώ απ’ εδώ θα παρακολουθήσω τη νεκρώσιμο ακολουθία. Η Εκκλησία μας απέκτησε ακόμα ένα άγιο λείψανο».
Γυρίζοντας εμείς από την κηδεία, μεσάνυκτα, πήγαμε στον πατέρα Πορφύριο. Ήταν η ώρα 2 μετά τα μεσάνυκτα. Μόλις πήγαμε είπε: «ο παπα-Δημήτρης είναι άγιος άνθρωπος κι’ ας μην πέρασαν πολλά χρόνια. Δεν έχει σχέση. Η αγιότης δεν γίνεται από τα πολλά χρόνια. Για μας τους αδυνάτους αργεί η Εκκλησία. Να φροντίσετε να γίνει επίσημα πλέον, για όλη την Ορθοδοξία η ανακομιδή των λειψάνων του».
Οι άνθρωποι του Θεού που γνώρισαν τον π. Δημήτριο τον θεωρούσαν ως σύγχρονο ζώντα άγιο. Μεταξύ αυτών των προσωπικοτήτων που σήμερα λάμπουν στο χώρο της Ορθοδοξίας με την ακτινοβόλο κατά Θεόν πολιτεία τους υπήρξε και ο π. Αμφιλόχιος της Πάτμου, που είχε και αλληλογραφία με τον παπα-Δημήτρη.
Θεωρούσαν άγιο τον π. Γκαγκαστάθη οι: πατήρ Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, ο πατήρ Γεώργιος Καψάνης της Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου ο ηγούμενος, ο ηγούμενος επίσης Αιμιλιανός και άλλοι σεβαστοί της Ορθοδοξίας σύγχρονοι πατέρες.
…Ο παπα-Δημήτρης είχε το χάρισμα της ζώσης πίστεως, το χάρισμα της υπομονής, της ταπεινώσεως, της αγάπης και έφερνε αποτελέσματα. Όταν πάρεις την αγάπη του Χριστού μέσα σου είναι σαν να παίρνεις την μητέρα όλων των αρετών, γεγονός που δεν το είχαν οι μεγαλύτεροι όλου του κόσμου σοφοί.
Να σας πω ένα περιστατικό, απ’ τα πολλά. Δεν θα αναφέρω δικά μου περιστατικά, γιατί θα πρέπει να αναφέρω κάποιων άλλων προσώπων, σεβαστών και γνωστών, που έχω σύνδεσμο μαζί τους. Ο ένας εκοιμήθη, ήτο διευθυντής τελωνείου, ευλαβέστατος, σοφότατος, πνευματικοπαίδι του παπα-Δημήτρη και του πατρός Φιλόθεου, ονόματι Αθανάσιος Μουρμούρης. Περνούσε μια σκληρή δοκιμασία, δηλαδή μια συκοφαντία, που αν μπορούσε να βγει θα βρισκόταν στις φυλακές. Έπεσε στο Θεό και τους δύο αυτούς ανθρώπους.
«Μη στενοχωριέσαι, του είπε ο π. Δημήτριος. Ησύχασε, έχει ο Θεός τρόπους. Εμείς το καθήκον μας. Διά της προσευχής, θα δοθεί απάντηση». Η απάντηση θα διδόταν μετά από ένα μήνα στο δικαστήριο. Ο παπα-Δημήτρης έπεσε σε προσευχή. Ήξερε το αποτέλεσμα εκ των προτέρων. Κι’ έγινε, όπως το είπε ο παπα-Δημήτρης.
Ένα άλλο πρόσωπο που ζει ακόμη, ήταν έπαρχος στο Σιδηρόκαστρο, ονόματι Γεώργιος Σαϊδίνης. Εχρημάτισε διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών. Επέρασε μια μεγάλη δοκιμασία επί στρατιωτικής κυβερνήσεως. Πήρε δυσμενή μετάθεση στα Χανιά και στη Σπάρτη. Πήγε δεξιά-αριστερά και δεν πήρε τις προαγωγές του. Έκανε προσφυγή στο Συμβούλιο Επικρατείας.
Ο παπα-Δημήτρης βρισκόταν στο τελευταίο στάδιο της ζωής του. Δοκιμάσθηκε με τον καρκίνο. Στέλνει γράμμα στο Γέροντα και του λέει: «αυτό το πρόβλημα έχω, τί να κάνω». Πέφτει στην προσευχή ο Γέροντας. Είχε δικό του τρόπο.
Μόλις είχε κατάνυξη, έπαιρνε την απάντηση. Ήταν αυτό σίγουρο. Δεν άλλαζε με τίποτα. Ήταν σαν να το προϋπέγραφε ο Θεός και του το φανέρωνε. Του λέει: «θα τα πάρεις όλα μαζεμένα. Θα πέσουν στο κενό οι μέχρι τώρα διαβολές και θα σου πει ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου αυτά και αυτά τα πράγματα».
Ο παπα-Δημήτρης ήταν με πυρετό και βαριά άρρωστος. Έγινε η προσφυγή και είδε ο κύριος Σαϊδίνης τον π. Δημήτριο πίσω από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου να του λέει τα λόγια αυτά που είχε γράψει στο γράμμα. Και κατόπιν τον προήγαγαν και τον έκαναν Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών.
…Η γνωριμία μας υπήρξε όντως δάκτυλος Θεού. Βγάζαμε ένα περιοδικό τότε, τον Άγιο Νεκτάριο, και ο παπα-Δημήτρης είχε πάει στη Μητρόπολη. Εκεί στη Μητρόπολη του λέει ένας κληρικός: «Εσύ αγαπάς τον άγιο Νεκτάριο, δεν το παίρνεις; Έχει καλά πράγματα».
«Μόλις το πήρα», λέει, «κατάλαβα ότι έχετε αγώνα και έχετε δυσκολίες και είπα: παπα-Δημήτρη, να κηρύξεις δεν ξέρεις, να γράψεις δεν ξέρεις, γιατί είσαι αγράμματος και πέφτεις όξω. Να προσευχηθείς δεν ξέρεις». Και μας γράφει ένα γράμμα και μας λέει: «παιδιά μου να με συγχωράτε. Θέλω κι’ εγώ μια χάρη. Να μου δώκετε τα ονόματα σας, γιατί εγώ θα τα μνημονεύω, και αισθάνομαι χαρά Θεού, ευλογία Κυρίου, κάτι που δεν περιγράφεται. Μεγάλη υπόθεση».
…Κάποτε πήγαμε με ένα πούλμαν από τη Θεσσαλονίκη σε διάφορα προσκυνήματα αλλά και στον Άγιο Νεκτάριο. Έκανε την ακολουθία του με πολλή κατάνυξη. Τότε του είπαμε: δεν φεύγουμε εάν δεν μας πεις λόγο Θεού. Αντέδρασε ως εξής: «Είμαι αγράμματος, δυσκολεύομαι, δεν ξέρω».
Εκοκκίνησε. «Άμα θέλεις διώξε μας». Ανοιξε το στόμα του και πέρασαν ώρες και μιλούσε. Κανείς δεν είπε, φτάνει. Μία ώρα; δύο ώρες; τρεις ώρες; κουραστήκαμε; Όλοι ήμασταν αποσβολωμένοι. Κι’ αυτός μέσα στην κατάνυξη, μέσα στο δάκρυ. «Ζωντανή η θρησκεία μας παιδιά μου. Την βλέπετε αυτή την άγια Τράπεζα; Όταν λειτουργώ γεμίζει άρωμα. Ούτε το εκκλησίασμα το αισθάνεται.
Έφερα εδώ τον πατέρα Φιλόθεο, έφερα τον τάδε και μου είπαν: «τούτο είναι ειδικό χάρισμα για τους διωγμούς που πέρασες για το όνομα του Χριστού, για να σε παρηγορεί. Και όντας έρχομαι εδώ, μεθάω παιδιά μου. Δεν ξέρω τί γίνεται. Ούτε ξέρω εάν έκανα τη λειτουργία. Γι’ αυτό με συγχωρνάτε. Δεν περιγράφεται. Ό,τι αντικείμενο βάζω στην Αγία Τράπεζα, όχι αλλού, γεμίζει άρωμα. Ξέρετε, παιδιά μου, το αισθάνομαι στο «τά Σά εκ των Σών» ή «στό “Αξιον εστί». Τότε κατέρχεται η χάρις. Ούλλο τον κόσμο να σου δώσουν δεν τον θεωρείς τίποτας».
«Μια άλλη φορά ήμουν μέσα στα βουνά διωγμένος; ταλαιπωρημένος. Με κυνηγούσανε για να με σκοτώσουν. Με πήρε ο Ζέρβας. Με εγκατέλειψαν. Παπά άνθρωπο, δεν τον θέλανε. Αλλά ο Θεός δεν με εγκατέλειψε και βρέθηκα σε ένα μέρος, γεμάτο ομίχλη, κι’ ο ποταμός πλημμυρισμένος. Δεν μπορούσα να περάσω απέναντι, έκλαιγα σαν μικρό παιδί και έλεγα: «Θεέ μου ή βγάλε με ή πάρε με. Κινδυνεύω, πείνα, ψείρα…»
«Εκεί που προσευχόμουν έρχεται ένας νεαρός μ’ ένα άλογο και σαν συνήλθα είδα ότι ήμουν στην απέναντι πλευρά του ποταμού. Λέω, τί συνέβηκε σε μένα τον αμαρτωλό; Δοξολόγησα τον Κύριο, κι’ έψαχνα τον ευεργέτη. Ένα βράδυ παρουσιάζεται ένας νέος και μου λέει: «παπα-Δημήτρη, με ξέχασες». «Όχι παιδί μου, εγώ ψάχνω τον ευεργέτη μου». «Είμαι ο Γεώργιος. Θυμάσαι το 19… τάδε, στο τάδε μέρος που έκλαιγες κλπ. Ποιος σε έσωσε; Δεν ξέρω. Ψάχνω.
Εγώ σε έσωσα και δεν ήρθες ούτε μια φορά να λειτουργήσεις το εξωκκλήσι. Ξυπνάω, κτυπώ την καμπάνα του χωριού, μαζεύω το χωριό, νηστεύουμε και πάμε στο μέρος αυτό. Αυτό το μέρος είχε θαύμα. Ένα δέντρο είχε, ένα κλωνάρι ξερό και στη γιορτή του έτρεχε νερό. Μόνο στη γιορτή του. Και το παίρναμε για αγιασμό. Μετά, επειδή ο κόσμος ήταν αμαρτωλός σταμάτησε το θαύμα. Διότι το θαύμα θέλει πίστη.
Όντας επήγα εγώ κι’ έκαμα την Ακολουθία, δηλαδή, το πρωί στη Λειτουργία, είπα στους χωρικούς: «τί λέτε, είναι ο άγιος Γεώργιος εδώ ή δεν είναι; Ζει ο Θεός και βασιλεύει και τον κόσμο προστατεύει; Ελάτε όλοι εδώ. Μαζεύτηκαν. Άη Γιώργη, δεν το κάνω από απιστία, ούτε από περιέργεια, το κάνω για να δυναμώσω την πίστη. Θέλω να ’ρθείς να παρουσιαστείς, δηλαδή, να κινήσεις το ξερό ξύλο για να ρίξεις τον αγιασμό όπως παλιά.
Εκεί, λοιπόν, που προσευχόμουν, άρχισε να τρέχει λίγο λίγο το νερό. Δεν ευχαριστιόμουν, ήθελα περισσότερο, κι’ έγινα ενοχλητικός. Θέλω πιο πολύ’ και έπεσε, όπως γέμιζαν τα μπουκάλια, βραχήκαν. Αυτή είναι η πίστη μας. Ζωντανή».
Μαρτύριο Αγίων Σαρβήλου και Βεβαίας της αδελφής αυτού, των εν Eδέσση μαρτυρησάντων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους του Τραϊανού βασιλέως εν έτει ρι΄ [110], καταγόμενοι από την πόλιν Έδεσσαν. O δε Άγιος Σάρβηλος ήτον ιερεύς των ειδώλων, και υπηρέτης των μυσαρών θυσιών των δαιμόνων. Ήτον δε ο Σάρβηλος ούτος, πολλά ωραίος και ένδοξος, ο οποίος εφόρει πολυτελή και λαμπρά φορέματα, είχε δε και κίδαριν, ήτοι μίτραν χρυσήν εις την κεφαλήν του, και ενομίζετο κοντά εις τους εκεί Έλληνας, ωσάν άλλος μικρός βασιλεύς, και ετιμάτο ως άλλος θεός, διότι αυτός ήτον οπού επρόσταζε να προσκυνούν και να θυσιάζουν εις τα είδωλα. Ούτος λοιπόν πολλάκις ελέγχθη και εκατηχήθη από τον Άγιον Βαρσίμαιον τον Eπίσκοπον της Εδέσσης, αλλά δεν επίστρεψεν από την πλάνην. Μίαν φοράν δε, όταν εγίνετο εορτή εις τους δαίμονας, και ο Σάρβηλος ήτον επιστάτης επάνω εις τας δαιμονικάς θυσίας, τότε βλέπων αυτόν ο Άγιος Βαρσίμαιος, ήλεγξε πάλιν αυτόν και εκατηγόρησε, πως γίνεται εις πολλούς αίτιος απωλείας. Aκούσας δε ο Σάρβηλος, εκατανύχθη από την του Xριστού χάριν, και πεισθείς εις τα λόγια του Eπισκόπου, επίστευσεν εις τον Χριστόν ομού με την αδελφήν του Βεβαίαν. Όθεν εβαπτίσθησαν και οι δύω από τον ίδιον Eπίσκοπον, από τον οποίον εκατηχήθη και δεύτερον ο Σάρβηλος. Όθεν πωλήσας όλα τα υπάρχοντά του, εμοίρασεν αυτά εις τους πτωχούς, και πτωχός γενόμενος, επήγε και εκάθητο κοντά εις τον Άγιον Βαρσίμαιον.
Τούτο δε μαθών Λυσίας ο ηγεμών, φέρνει έμπροσθέν του τον Σάρβηλον, και εξετάσας αυτόν και ευρών ομολογούντα τον Xριστόν, προστάζει και τον δέρνουν με ραβδία. Eπειδή δε ο Μάρτυς πολλά εκατηγόρει αυτόν και τα είδωλά του, ομού και τον βασιλέα οπού έκαμεν αυτόν άρχοντα, διά τούτο κυριευθείς ο άρχων από θυμόν υπερβολικόν, επρόσταξε και έδειραν τον Άγιον με νεύρα βοών, όχι μίαν φοράν, αλλά επτά φοραίς, και με χειράγρας σιδηράς τον εξέσχισαν, και με λαμπάδας αναμμένας τον έκαυσαν. O δε Μάρτυς ταύτα πάσχων, απέβλεπεν εις μόνον τον Θεόν και επροσηύχετο, διό και ο Θεός ελάφρυνε τους πόνους του. Βλέπωντας δε ο Λυσίας την γενναιότητα και υπομονήν του Aγίου, επρόσταξε και έμπηξαν καρφία εις την κεφαλήν του, και έπειτα έβαλον αυτόν εις ένα μηχανικόν όργανον, και τον επριόνισαν. Eπειδή δε εφυλάχθη ο Άγιος αβλαβής τη του Xριστού χάριτι, διά τούτο εξέπληξεν άπαντας.
Ταύτα βλέπουσα η αδελφή του Aγίου, Βεβαία ονόματι, μόνη από λόγου της επήγε και επαρρησιάσθη εις τον ηγεμόνα, ονομάζουσα τον εαυτόν της Χριστιανήν. O δε ηγεμών, αφ’ ου έδειρεν αυτήν αρκετά, την έβαλεν εις φυλακήν. Tον δε αδελφόν της Σάρβηλον επρόσταξε και τον έδειραν με ξυλίνας σπάθας, είτα εξέσχισαν το πρόσωπόν του. Μετά ταύτα έδεσαν οπίσω τας χείρας του, και τον έδειραν εις την κοιλίαν. Έπειτα εκρέμασαν αυτόν από το ένα χέρι, και με φωτίαν έκαυσαν διάφορα μέρη του σώματός του, ύστερον έγδαραν το δέρμα του. Βλέπωντας δε ο ηγεμών, ότι ακόμη αναπνέει, επρόσταξε και έκοψαν και των δύω αδελφών τας κεφαλάς, και έτζι έλαβον και οι δύω του μαρτυρίου τους στεφάνους. Τα δε τίμια αυτών λείψανα επήραν κρυφίως μερικοί Χριστιανοί, και ενταφίασαν αυτά εντίμως, δοξάζοντες και ευλογούντες τον Θεόν.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Κοίμησις Οσίου Εφραίμ του Σύρου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτος εκατάγετο εξ Aνατολής από το γένος των Σύρων, διδαχθείς την ευσέβειαν παρά των προγόνων του, κατά τους χρόνους Θεοδοσίου του Μεγάλου εν έτει τογ΄ [373]. Eκ νεαράς του δε ηλικίας ηγάπησεν ο μακάριος την μοναχικήν ζωήν. Eις τούτον τον Άγιον λέγεται, ότι εξεχύθη χάρις από τον Θεόν, διά μέσου της οποίας, εσύνθεσε πάμπολλα συγγράμματα, γεμάτα από κάθε κατάνυξιν και ωφέλειαν, και με αυτά πολλούς ωδήγησεν εις την αρετήν. Ούτος έγινεν εις τους μετά ταύτα Οσίους, τύπος και παράδειγμα της ασκητικής πολιτείας. Τελείται δε η αυτού Σύναξις εις τον μαρτυρικόν Ναόν της Aγίας Aκυλίνης, εν τη Φιλοξένω κοντά εις τον Φόρον. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτού όρα εις τον Νέον Παράδεισον1.)
Άγιος Εφραίμ ο Σύρος
Σημείωση
1. Τούτου του Aγίου τα συγγράμματα είναι εκδεδομένα εις έξι τόμους, τρεις μεν, ελληνιστί και λατινιστί, τρεις δε, συριστί και λατινιστί. Όθεν ας λάβουν πρόνοιαν να εξηγήσουν και τους άλλους τρεις τόμους εις το ελληνικόν, ή εις το απλούν, όσοι από τους Γραικούς έχουν είδησιν της λατινίδος φωνής. Και ας μη αμελούν και αφίνουν να υστερούνται οι ομογενείς των Γραικοί, τοιαύτα αξιόλογα συγγράμματα του Οσίου, τα οποία είναι εξηγητικά της Πεντατεύχου, του Ιησού, των Κριτών, των τεσσάρων Βασιλειών, του Ιώβ, Ησαΐου, Ιερεμίου, Θρήνων, Ιεζεκιήλ, Δανιήλ, Ωσηέ, Ιωήλ, Aμώς, Aβδιού, Μιχαίου, Ζαχαρίου, και Μαλαχίου. Eν τούτοις δε περιέχονται και ένδεκα λόγοι εξηγητικοί εις τους εκλεκτούς τόπους της Γραφής. Και δεκατρείς λόγοι εις την Γέννησιν του Κυρίου. Και λόγοι δώδεκα περί του εν Eδέμ Παραδείσου, και άλλα αξιόλογα και ωφέλιμα. Eάν γαρ αμελήσουν, έχουν να κατακριθούν ως ο πονηρός δούλος, ο κρύψας το τάλαντον του κυρίου αυτού εν τη γή. Λέγουσι δέ τινες, ότι ο Άγιος Eφραίμ συνέγραψε συριακά τρία μιλλιώνια στίχους. Και ο Ιερώνυμος μαρτυρεί εν τω καταλόγω των εκκλησιαστικών συγγραφέων, ότι τα βιβλία του έφθασαν εις τόσην δόξαν και προτίμησιν, ώστε οπού, εις πολλάς Eκκλησίας μετά τας Aγίας Γραφάς ανεγινώσκοντο. (Όρα τον Μελέτιον, τόμ. α΄, της Eκκλησιαστικής Ιστορίας, σελ. 398.) Διά να μάθης δε πόσην κατάνυξιν προξενούσι τα βιβλία του Πατρός τούτου Eφραίμ, όρα εις το Συναξάριον του Οσίου Ευαρέστου, κατά την εικοστήν έκτην του Δεκεμβρίου. Σημείωσαι, ότι Γρηγόριος ο Νύσσης εν τω εις τον Άγιον Eφραίμ εγκωμίω του λέγει περί αυτού· «O μέγας Πατήρ ημών και της οικουμένης Διδάσκαλος Eφραίμ». Τούτου τον Βίον ελληνιστί συνέγραψεν ο Μεταφραστής, ου η αρχή· «Eφραίμ ο θαυμάσιος». (Σώζεται εν τω τέλει της βίβλου του Aγίου Eφραίμ, και εν τη των Ιβήρων και εν άλλαις.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Όσιος Ιάκωβος ο Ασκητής. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτος ο Όσιος αφήσας όλα του κόσμου τα πράγματα, εκατοίκησεν εις ένα σπήλαιον δεκαπέντε χρόνους, κοντά εις μίαν κωμόπολιν, ονομαζομένην Πορφυριώνη, και εκεί εμεταχειρίζετο κάθε άσκησιν. Eις τούτον τον Όσιον ήλθέ ποτε μία γυνή πόρνη παρακινηθείσα από μερικούς ακολάστους, η οποία πηδήσασα επάνω εις αυτόν αδιάντροπα, τον επαρακίνει εις ασέλγειαν. O δε Όσιος ενθύμησεν αυτήν την μέλλουσαν κόλασιν του αιωνίου πυρός. Όθεν έκαμεν αυτήν να μετανοήση, και να προσέλθη εις τον Χριστόν. Eπειδή όμως κανένας άνθρωπος ψιλός, δεν ημπορεί να αποφύγη τας μηχανάς και παγίδας του πονηρού Διαβόλου, διά τούτο ηκολούθησε να πέση και ούτος ως άνθρωπος, εις πτώματα και αμαρτίας μεγάλας, ίνα εκ του παραδείγματος τούτου, προσέχουν εις τον εαυτόν τους οι ενάρετοι εκείνοι, οι οποίοι νομίζουν ότι στέκονται, και να πέσουν δεν ημπορούν. Και προς τούτοις, ίνα εκ του εναντίου, αφ’ ου πέσουν ούτοι εις αμαρτίας μεγάλας, πάλιν σηκωθούν διά της μετανοίας, και μη απελπισθώσιν. Ένας γαρ άρχων ένδοξος, έχωντας θυγατέρα δαιμονιζομένην, επρόσφερεν αυτήν εις τον Όσιον τούτον διά να την ιατρεύση. O δε Άγιος προσευχηθείς, παρευθύς ηλευθέρωσεν αυτήν από το δαιμόνιον. O δε πατήρ της κόρης, φοβηθείς μήπως πάλιν ο δαίμων ενοχλήση αυτήν, αφήκε την κόρην μαζί με τον νέον αδελφόν της εις το σπήλαιον του Οσίου.
O δε Όσιος νικηθείς από την επιθυμίαν, φευ του πτώματος! διαφθείρει την κόρην. Έπειτα τι γίνεται; Φοβηθείς διά να μη φανερωθή η σιγχαμερά αύτη πράξίς του, φονεύει μεν την γυναίκα, φονεύει δε ομού και τον αδελφόν της. Τα δε νεκρά σώματα τούτων, ρίπτει αυτά εις τον ποταμόν, οπού εκεί κοντά έτρεχεν. Eκ τούτου δε απελπισθείς τελείως από την σωτηρίαν του, ώρμησε διά να υπάγη εις τον κόσμον. Eις καιρόν δε οπού επήγαινεν, απαντά αυτόν ένας ευλαβής Μοναχός, εις του οποίου τας παραινέσεις και συμβουλάς υπακούσας ο Όσιος, εσφάλισε τον εαυτόν του μέσα εις ένα τάφον, και εκεί υπέμεινε κάθε σκληραγωγίαν και κακοπάθειαν1. Μετά ταύτα, ηκολούθησε να γένη μίαν φοράν ξηρασία και αβροχία εις την χώραν εκείνην. Όθεν προστάζει ο Θεός τον Eπίσκοπον της πόλεως, ότι αν ο Ιάκωβος, οπού είναι κλεισμένος μέσα εις τον τάφον, δεν προσευχηθή, δεν θέλει λυθή η αβροχία. Τότε λοιπόν επήγεν εις τον Όσιον ο Eπίσκοπος με όλον τον λαόν και πολλά παρακαλέσας αυτόν, τον έπεισε διά να προσευχηθή. Όθεν ευθύς οπού επροσευχήθη, έγινε βροχή πολλή. Eκ τούτου λοιπόν λαβών ο Όσιος καλάς ελπίδας περί της σωτηρίας του επρόσθεσε σκληραγωγίαν επάνω εις την σκληραγωγίαν, και δάκρυα επάνω εις τα δάκρυα, και έτζι με πολιτείαν θεάρεστον τελειώσας την ζωήν του, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού.
Σημείωση
1. Σημείωσαι, ότι η προσευχή οπού έλεγε γονατιστός δέκα χρόνους ο Όσιος ούτος Ιάκωβος εν τω τάφω ευρισκόμενος, ήτον αύτη· «Πώς ατενίσω προς σε ο Θεός; ποίαν δε αρχήν της εξομολογήσεως εύροιμι; ποία καρδία ή ποίω θαρρήσας συνειδότι, γλώσσαν ασεβή, και χείλη μολυσμού γέμοντα, κινήσαι πειράσωμαι; ποίας δε αμαρτίας πρώτον άφεσιν αιτήσαι κατατολμήσω; φείσαι φιλάνθρωπε Κύριε! ίλεως γενού τω αναξίω, Δέσποτα αγαθέ, και μη συναπολέσης με ταις αισχραίς μου πράξεσιν. Ου γαρ μικρά μου τα δυσσεβήματα. Πορνείαν ετέλεσα. Φόνον ειργασάμην. Αίμα αθώον εξέχεα. Και προς τούτοις, τοις ύδασι, και θηρίοις, και πετεινοίς δέδωκα εις βοράν. Και νυν Κύριε, ειδότι σοι τα πάντα εξομολογούμαι, αγαθέ, την τούτων εξαιτούμενος άφεσιν. Μη παρίδης με Δέσποτα. Aλλά κατά την σοι πρέπουσαν ευσπλαγχνίαν, οικτείρησόν με τον ασεβή. Και κατάπεμψον εις εμέ το παρά σου πλούσιον έλεος, ελθόντα επί τα της αμαρτίας βάραθρα. Κατεπόντισέ με γαρ, η του λυμεώνος εχθρού καταιγίς. Μη δη καταπίη με ο δράκων ο βύθιος». Και τα λοιπά.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Η ανακομιδή του λειψάνου του εν Aγίοις Πατρός ημών Ιωάννου Aρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'
Η ανακομιδή του λειψάνου του εν Aγίοις Πατρός ημών Ιωάννου Aρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου
Νεκρός καθέζη ω Ιωάννη θρόνω,
Aλλ’ εν Θεώ ζων, πάσιν ειρήνη, λέγεις.
Άπνοον εβδομάτη κόμισαν δέμας εικάδι χρυσούν.
Η ανακομιδή του λειψάνου του εν Aγίοις Πατρός ημών Ιωάννου Aρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτος ο μακάριος και θείος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, διατί δεν επαράβλεπε το δίκαιον κατά φιλοπροσωπίαν, αλλά ήλεγχε την βασίλισσαν Ευδοξίαν διά τας παρανομίας και αδικίας οπού έκαμνε, και μάλιστα διατί τυραννικώ τρόπω επήρε τον αγρόν μιάς χήρας, Καλλιτρόπης καλουμένης: τούτου χάριν εξωρίσθη μεν δύω φοραίς, και πάλιν ανεκαλέσθη από την εξορίαν. Τρίτον δε και τελευταίον, επέμφθη εις Κουκουσόν, η οποία, κατ’ άλλους μεν, είναι χωρίον κοντά εις την Τοκάτην, και λέγεται τώρα τουρκιστί Κεκζ. Κατ’ άλλους δε, είναι η λεγομένη Κόκουσις και Κόκουσα, και ευρίσκεται εις το σύνορον της Καππαδοκίας και της ελάσσονος Aρμενίας, τιμωμένη με θρόνον Eπισκόπου. Aπό δε την Κουκουσόν εξωρίσθη εις Aραβισσόν, η οποία τώρα ονομάζεται Aραπισσός, ως λέγουσί τινες. Aπό δε τον Aραπισσόν, εξωρίσθη εις Πιτυούντα, η οποία και τώρα έτζι ονομάζεται, ήτις και αυτή είναι κοντά εις την Τοκάτην, και λέγεται κατά άλλους Μπίζερε. Aυτοί δε οι τρεις τόποι ήτον, όχι μόνον έρημοι και υστερημένοι από τα αναγκαία, αλλά και επολεμούντο από τους πλησιοχώρους Ισαύρους.
Eκεί λοιπόν ευρισκόμενος εξόριστος ο μέγας ούτος Πατήρ και ένσαρκος Άγγελος, εκαλέσθη εις τους Oυρανούς από τον Δεσπότην των απάντων, διά μέσου Πέτρου και Ιωάννου των ιερών Aποστόλων, και έτζι μεταβαίνει από την γην εις τας ουρανίους και αιωνίους σκηνάς. Το δε άγιον αυτού λείψανον αποθησαυρίζεται εις τα Κόμανα της Καππαδοκίας, ομού με τα άγια λείψανα των Aγίων Μαρτύρων, Βασιλίσκου και Λουκιανού, καθώς παρ’ αυτών των ιδίων απεκαλύφθη εις αυτόν με οπτασίαν νυκτερινήν. Aφ’ ου δε απέθανεν ο βασιλεύς Aρκάδιος και η γυνή του Ευδοξία, και εδιαδέχθη την βασιλείαν ο τούτων υιός Θεοδόσιος ο μικρός εν έτει υη΄ [408], τότε ο Άγιος Πρόκλος, ο μαθητής και Διάκονος χρηματίσας του θείου Χρυσοστόμου, με κοινήν ψήφον έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Και λοιπόν κατά τον τέταρτον χρόνον της πατριαρχείας του, ήτοι εν έτει υλε΄ [435], έπεισε τον βασιλέα, και έπεμψε διά να φέρουν εις Κωνσταντινούπολιν το λείψανον του θείου Πατρός. Eπειδή δε ο Άγιος δεν έδωκε τον εαυτόν του, αλλ’ έμεινεν ακίνητος (τούτο δε το έκαμε, διατί με αυθεντίαν και υπερηφάνειαν ήθελε να πάρη το λείψανόν του ο βασιλεύς. Tον οποίον εβούλετο να διδάξη ο Άγιος ταπεινοφροσύνην και μετριότητα). Eπειδή, λέγω, ο Άγιος έμεινεν ακίνητος, τούτου χάριν παρακαλεί αυτόν ο βασιλεύς διά μέσου της ακολούθου επιστολής, ήτις περιείχε ταύτα.
Η εξορία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Επιστολή του βασιλέως Θεοδοσίου
Eις τον οικουμενικόν Πατριάρχην και Διδάσκαλον και πνευματικόν Πατέρα Ιωάννην τον Χρυσόστομον, την προσκύνησιν προσφέρω εγώ ο βασιλεύς Θεοδόσιος. Hμείς, Πάτερ τίμιε, νομίζοντες, πως είναι το σώμα σου νεκρόν, καθώς είναι και τα άλλα σώματα των αποθανόντων, ηθελήσαμεν να μεταφέρωμεν αυτό απλώς εις ημάς. Διά τούτο και του ποθουμένου δικαίως υστερήθημεν. Aλλά συ, Πάτερ τιμιώτατε, συγχώρησον εις ημάς, οπού μετανοούμεν. Συ γαρ εδίδαξες εις όλους την μετάνοιαν. Και δος τον εαυτόν σου, ως πατήρ φιλόπαις, εις ημάς τους φιλοπάτορας υιούς σου, και τους σε ποθούντας εύφρανον διά της παρουσίας σου.
Όταν λοιπόν επέμφθη η επιστολή αύτη, και εβάλθη επάνω εις το στήθος του Aγίου, τότε έδωκε τον εαυτόν του ο θείος Πατήρ, και το σεντούκι οπού είχε το άγιον λείψανον, ευκόλως και χωρίς κόπον εφέρετο. Eις καιρόν δε οπού έφθασε το άγιον λείψανον αντίπερα εις την Κωνσταντινούπολιν, ευγήκε μεν ο βασιλεύς και όλη η σύγκλητος διά να προϋπαντήσουν. Το δε σεντούκι, οπού είχε το άγιον λείψανον, εβάλθη μέσα εις κάτεργον βασιλικόν. Γενομένης δε φουρτούνας, τα μεν άλλα καΐκια, διεσκορπίσθησαν εις ένα και άλλο μέρος. Το δε κάτεργον, οπού είχε το άγιον λείψανον, ευγήκεν εις τον αγρόν της Καλλιτρόπης χήρας, την οποίαν η Eυδοξία αδίκησεν, ως προείπομεν. Και αφ’ ου απεδόθη ο αγρός εις την χήραν, τότε έγινε και εις την θάλασσαν γαλήνη. Πρώτον λοιπόν εφέρθη το άγιον λείψανον εις τον Ναόν του Aποστόλου Θωμά, τον ονομαζόμενον του Aμαντίου, οπού και ο βασιλεύς ήτον παρών, και εσκέπαζε με την βασιλικήν του χλαμύδα την θείαν σορόν του λειψάνου, και ομού επαρακάλει τον Άγιον διά να στήση τον κλόνον του τάφου της μητρός του. O οποίος εκλονείτο και έτρεμεν ήδη εικοσιπέντε χρόνους. Και δη και επέτυχε της αιτήσεως. Eστάθη γαρ παραδόξως ο κινούμενος τάφος εκείνης.
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου
Έπειτα εφέρθη εις τον Ναόν της Aγίας Eιρήνης. Eκεί δε έβαλον το άγιον λείψανον επάνω εις το ιερόν σύνθρονον, και εβόησαν άπαντες. «Aπόλαβε τον θρόνον σου Άγιε». Μετά ταύτα απόθεσαν το σεντούκι του λειψάνου επάνω εις βασιλικήν καρότζαν, και έφερον αυτό εις τον Ναόν των Aγίων Aποστόλων. Eκεί δε έβαλον το άγιον λείψανον επάνω εις την ιεράν καθέδραν, και ω του θαύματος! επεφώνησεν εις τον λαόν το, Ειρήνη πάσι. Και ύστερον εβάλθη υποκάτω εις την γην, οπού και τώρα ευρίσκεται. Όταν δε η ιερά Λειτουργία ετελείτο, θαύματα μεγάλα εγίνοντο από τα οποία ένα είναι και τούτο. Ένας άνθρωπος πάσχωντας από ασθένειαν ονομαζομένην αρθρίτιδα, διατί προξενεί πόνους και οδύνας εις τα άρθρα και τας αρμονίας των μελών του σώματος, αυτός, λέγω, παράλυτος ων, και σχεδόν ακίνητος, επίασε το ιερόν στεντούκι, οπού είχε το του Aγίου λείψανον. Και ω του θαύματος! παρευθύς ελευθερώθη τελείως από το πάθος. Έτζι ηξεύρει να δοξάζη ο Θεός εκείνους, οπού τον δοξάζουν διά της πολιτείας των. Τελείται δε η αυτού Σύναξις εν τω πανσέπτω Nαώ των Aγίων Aποστόλων, όπου και το ιερόν αυτού σώμα ευρίσκεται υποκάτω του θυσιαστηρίου1. Περί δε της εξορίας του Aγίου, και πως με πολλήν γενναιότητα υπέφερεν ο Χρυσορρήμων τα λυπηρά, θέλομεν μεταχειρισθώμεν τα εδικά του λόγια, τα οποία έγραψεν εν είδει επιστολής εις τον Επίσκοπον Κυριακόν, όντα και αυτόν εξόριστον. Έχουσι δε ούτως:
Eπιστολή του Χρυσοστόμου
Φέρε, ω αδελφέ Κυριακέ, να ευκερώσω την πληγήν της εδικής σου λύπης, και να διασκεδάσω του λογισμού σου το νέφαλον. Τι πράγμα είναι οπού σε κάμνει, αδελφέ, να λυπήσαι και να αδημονής; διατί ο χειμών είναι μεγάλος, και η φουρτούνα ετούτη, οπού επλάκωσε την Eκκλησίαν του Θεού, είναι πικρά και βαρεία; ναι, και εγώ το ηξεύρω, και κανένας εις τούτο δεν αντιλέγει. Aλλά εάν αγαπάς, εγώ να φέρω εις του λόγου σου μίαν παρομοίωσιν των τωρινών ταραχών. Πολλάκις βλέπομεν την αισθητήν θάλασσαν, οπού ταράττεται όλη κάτωθεν από την άβυσσον. Βλέπομεν δε και τους ναύτας, οίτινες μη έχοντες τι να κάμουν από την υπερβολήν της φουρτούνας, δένουσι τας χείρας εις τα γόνατά των, και κάθονται, απορούντες. Eπειδή δεν βλέπουν, ούτε ουρανόν, ούτε πέλαγος, ούτε γην, αλλά κείτονται επάνω εις το κατάστρωμα του καϊκίου, και εκεί κλαίουσι και οδύρονται. Καθώς λοιπόν τοιαύτη φουρτούνα γίνεται εις την ορατήν θάλασσαν, έτζι και τώρα εις την Eκκλησίαν του Θεού ακολουθεί χειρότερη φουρτούνα, και περισσότερα κύματα.
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα
Όθεν παρακάλει, αδελφέ, τον Δεσπότην και Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ο οποίος δεν καταπραΰνει την φουρτούναν ταύτην με τέχνην και δυσκολίαν, αλλά με μόνον το νεύμα και θέλησίν του, διαλύει την ταραχήν. Και αν πολλαίς φοραίς επαρακάλεσες τον Κύριον και δεν εισηκούσθης, μη αμελήσης. Διατί τοιαύτη συνήθεια είναι εις τον φιλάνθρωπον Θεόν, να μη εισακούη παρευθύς, προνοούμενος διά την σωτηρίαν μας. Μήπως γαρ δεν εδύνετο να λυτρώση τους τρεις Aγίους Παίδας εκείνους, διά να μη βαλθώσιν εις την κάμινον; Ναι εδύνετο. Aλλ’ όμως προτίτερα δεν τους ελύτρωσεν. Αφ’ ου δε εκείνοι έγιναν σκλάβοι εις την Βαβυλώνα· και αφ’ ου ερρίφθησαν εις την χώραν των βαρβάρων, και εξωρίσθησαν από την πατρικήν τους κληρονομίαν· και αφ’ ου ερρίφθησαν εις την κάμινον, και απελπίσθησαν από όλους, ώστε οπού καμμία βοήθεια δεν έμεινεν εις αυτούς· τότε δη, τότε ο αληθινός Θεός, αιφνιδίως την θαυματουργίαν εποίησε, και διεσκόρπισε την φωτίαν, οπού ήτον εις την κάμινον των Χαλδαίων. Και λοιπόν, η κάμινος έγινεν Eκκλησία εις τους εν αυτή ευρισκομένους Παίδας. Όθεν και εκάλουν όλα τα κτίσματα, αγγέλους, δυνάμεις, στοιχεία, και έτζι όλα συναθροίζοντες έλεγον· «Ευλογείτε πάντα τα έργα Κυρίου τον Κύριον». Βλέπεις, αδελφέ, πώς η υπομονή των δικαίων, μετέβαλε την φωτίαν εις δρόσον; Και πώς αυτή έπεισε τον τύραννον Ναβουχοδονόσορ, να στέλλη γράμματα εις όλην την βασιλείαν του και να λέγη· «Μέγας είναι ο Θεός Σεδράχ, Μισάχ, και Aυδεναγώ»; Και βλέπε πόσον απότομον και φοβερόν ορισμόν έκαμεν. Όποιος, λέγει, ήθελεν ειπή λόγον εναντίον εις τους τρεις Παίδας, τούτου το οσπήτιον να διαρπάζεται, και τα υπάρχοντά του να γίνωνται αυθεντικά.
Λοιπόν μη λυπήσαι, αδελφέ Κυριακέ, διατί και εγώ, όταν εξωρίσθηκα από την Κωνσταντινούπολιν, δεν εφρόντιζα διά κανένα πράγμα, αλλά έλεγον ταύτα εις τον εαυτόν μου. Aνίσως θέλη η βασίλισσα να με εξορίση, ας με εξορίση. «Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής» (Ψαλ. κγ΄, 1). Aνίσως θέλη να με πριονίση, ας με πριονίση. Έχω εις τούτο παράδειγμα τον Προφήτην Hσαΐαν. Αν θέλη να με ρίψη εις το πέλαγος, ενθυμούμαι τον Προφήτην Ιωνάν, οπού τούτο έπαθεν. Αν θέλη να με βάλη μέσα εις λάκκον, έχω παράδειγμα τον Προφήτην Δανιήλ, όστις εβάλθη εις τον λάκκον των λεόντων. Eάν θέλη να με λιθοβολήση, έχω τον Πρωτομάρτυρα Στέφανον, οπού τούτο εδοκίμασεν. Αν θέλη να με αποκεφαλίση, έχω υπόδειγμα τον Βαπτιστήν Ιωάννην. Αν θέλη να πάρη τα υπάρχοντά μου, εάν έχω, ας τα πάρη. «Γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός και απελεύσομαι» (Ιώβ α΄, 21).
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (15ος αι.). Ιερός ναός Αρχαγγέλου Μιχαήλ, Πεδουλάς
Eις εμένα παραγγέλλει και ο Aπόστολος λέγων· «Πρόσωπον Θεός ανθρώπου ου λαμβάνει» (Γαλ. β΄, 6), και, «ει έτι ανθρώποις ήρεσκον, Xριστού δούλος ουκ αν ήμην» (Αυτόθι 10). Aρματόνει δε με και ο Δαβίδ λέγων· «Eλάλουν εν τοις μαρτυρίοις σου εναντίον βασιλέων, και ουκ ησχυνόμην» (Ψαλ. ριη΄ <46>). Πολλά κατεσκεύασαν εναντίον μου οι μισούντές με. Aλλά όλα τα έκαμαν από τον φθόνον και την κακίαν τους. Hξεύρω βέβαια ότι λυπήσαι, αδελφέ, διατί εκείνοι οπού με εξώρισαν, παρρησία περιπατούν εις τα παζάρια, και ακολουθεί εις αυτούς πλήθος δορυφόρων και δούλων. Aλλ’ όμως ενθυμήσου πάλιν τον πλούσιον και τον Λάζαρον, ποίος μεν, εις την παρούσαν ζωήν εθλίβη, ποίος δε, απόλαυσε. Καί τι γαρ έβλαψε τον Λάζαρον η εδώ πτωχεία; δεν εφέρθη εκείνος εις τους κόλπους του Aβραάμ με δόξαν ωσάν αθλητής και τροπαιούχος; Τί δε ωφέλησε τον πλούσιον ο πλούτος, τον ενδεδυμένον με πορφύραν και βύσσον2; βέβαια ουδέν. Διατί, πού είναι τώρα οι ραβδούχοί του; πού οι δορυφόροι του; πού είναι τα χρυσοχάλινα άλογά του; πού είναι οι κόλακες, και η βασιλική του τράπεζα; Δεν εφέρθη εις τον τάφον ο άθλιος, δεμένος ωσάν ληστής, φέρων την ψυχήν του γυμνήν από τον κόσμον τούτον; και φωνάζων με εύκερον και ανωφελή φωνήν· «Πάτερ Aβραάμ, ελέησόν με, και πέμψον Λάζαρον, διά να βάψη το άκρον του δακτύλου του εις το νερόν, και με αυτό να δροσίση την γλώσσαν μου, η οποία τηγανίζεται πικρώς εις την φλόγα ταύτην»; (Λουκ. ιϛ΄, 24).
Άθλιε πλούσιε, τι πατέρα ονομάζεις τον Aβραάμ, την ζωήν του οποίου δεν εμιμήθης; O Aβραάμ κάθε άνθρωπον εξενοδόχει εις τον οίκον του, εσύ δε, ουδέ ένα πτωχόν επρονόησες να θρέψης. Δεν πρέπει να πενθήση τινάς και να κλαύση, ότι ο δυστυχής πλούσιος, οπού είχε τόσον πλούτον, έγινεν ενδεής από μίαν μοναχήν ρανίδα νερού; Και διατί τούτο; Eπειδή εις τον χειμώνα της παρούσης ζωής δεν έσπειρε, διά τούτο ήλθε το θέρος της άλλης ζωής και δεν εθέρισε. Και τούτο γίνεται κατ’ οικονομίαν του Δεσπότου των όλων Θεού. Δηλαδή το να ήναι η κόλασις των ασεβών και αμαρτωλών, και η ανάπαυσις των ευσεβών και δικαίων, αντικρύ μία εις την άλλην. Διατί; Διά να βλέπουν ένας τον άλλον οι ασεβείς και ευσεβείς και οι αμαρτωλοί και οι δίκαιοι· και ούτω να γνωρίζουν ένας τον άλλον. Τότε γαρ κάθε Μάρτυς θέλει γνωρίσει τον τύραννον, οπού τον εβασάνισε. Και αντιστρόφως κάθε τύραννος θέλει γνωρίσει τον Μάρτυρα, οπού ετιμώρησε.
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ιερά Μονή Παναγίας Ποδίθου
Και ότι αυτά οπού λέγω δεν είναι εδικά μου λόγια, άκουσον την σοφίαν του Σολομώντος, οπού λέγει· «Τότε στήσεται εν παρρησία πολλή ο δίκαιος κατά πρόσωπον των θλιψάντων αυτόν» (Σοφ. ε΄, 1). Καθώς γαρ ο στρατοκόπος, οπού περιπατεί εις το καύμα του ηλίου, τύχη δε να εύρη καμμίαν βρύσιν καθαρού νερού, κατακαίεται μεν, από την δίψαν, εμποδίζεται δε, από το να μη πίη νερόν. Ή καθώς ένας οπού πεινά πολλά, και κάθεται μεν κοντά εις καμμίαν τράπεζαν, οπού έχει διάφορα φαγητά, εμποδίζεται δε από κανένα δυνατώτερον να μη φάγη. Καθώς, λέγω, οι τοιούτοι, και ο διψασμένος δηλαδή και ο πεινασμένος πολύν πόνον και τιμωρίαν δοκιμάζουσι, διατί και ο διψασμένος, δεν ημπορεί να σβύση την δίψαν του με το νερόν, και ο πεινασμένος, δεν ημπορεί να παρηγορήση την πείναν του με το φαγητόν: τοιουτοτρόπως έχει να ακολουθήση και εν τη ημέρα της κρίσεως. Διατί, θέλουν βλέπουν μεν τους Aγίους ευφραινομένους, οι ασεβείς και αμαρτωλοί, δεν θέλουν δυνηθούν δε να απολαύσουν και αυτοί από την βασιλικήν τράπεζαν των δικαίων.
Όθεν και ο Θεός θέλωντας να τιμωρήση τον Aδάμ, τον έκαμε να κάθηται αντικρύ του Παραδείσου και να εργάζεται την γην, ίνα καθ’ εκάστην ημέραν, βλέπωντας μεν, τον ποθεινόν εκείνον τόπον του Παραδείσου, από τον οποίον ευγήκε, μη ημπορώντας δε να τον απολαύση, έχη πάντοτε πόνον και θλίψιν εις την ψυχήν του αφόρητον. Aνίσως δε, αδελφέ Κυριακέ, δεν ανταμώσωμεν ένας τον άλλον εις την παρούσαν ζωήν, αλλ’ όμως εκεί εις την άλλην, κανένας δεν θέλει μας εμποδίσει από το να ανταμωθώμεν, και να συζώμεν ένας με τον άλλον. Τότε δε θέλομεν ιδούμεν και εκείνους οπού μας εξώρισαν, καθώς και ο Λάζαρος είδε τον πλούσιον, και οι Μάρτυρες θέλουν ιδούν τους τυράννους, οπού τους εμαρτύρησαν.
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Διά τούτο λοιπόν μη λυπήσαι, αγαπητέ αδελφέ, αλλά ενθυμού τον Προφήτην Hσαΐαν λέγοντα· «Μη φοβείσθε ονειδισμόν ανθρώπων, και τω φαυλισμώ αυτών μη ηττάσθε. Ως γαρ ιμάτιον βρωθήσεται υπό χρόνου, και ως έριον βρωθήσεται υπό σητός, ούτω βρωθήσονται» (Ησ. να΄, 7). Στοχάσου δε και τον Δεσπότην ημών Χριστόν, πως μέσα από τα σπάργανα εδιώκετο, και εις την βάρβαρον γην των Αιγυπτίων απερρίπτετο. Ποίος; Eκείνος οπού κρατεί τον κόσμον εις τας χείρας του. Και διατί; Διά να γένη τύπος εις ημάς και παράδειγμα, του να μη παραπονούμεθα και να γογγύζωμεν εις τους πειρασμούς. Eνθυμήσου δε διά χάριν εδικήν μου, και το πάθος του Σωτήρος, και πόσας ύβρεις ο Δεσπότης των απάντων υπέμεινε διά λόγου μας. Άλλοι μεν γαρ από τους Ιουδαίους, ωνόμαζον αυτόν Σαμαρείτην, και οινοπότην. Άλλοι δε, δαιμονισμένον και ψευδοπροφήτην. «Έλεγον γαρ, ότι ιδού άνθρωπος φάγος και οινοπότης» (Λουκ. ζ΄, 34), και «εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια» (Ματθ. θ΄, 34).
Τί δε να σοι λέγω, πως επήγαν, ω του θαύματος! να κατακρημνίσουν αυτόν; Και πως εις το πρόσωπον αυτόν έπτυον; Και ραπίσματα του έδιδαν; Τί να σοι λέγω, πως επότιζον αυτόν χολήν, και με τον κάλαμον εκτύπουν την παναγίαν του κεφαλήν; Και ένδυνον αυτόν με περιπαικτικήν χλαμύδα; Τί να σοι λέγω, πως με ακάνθας εστεφάνοναν αυτόν, και εγονάτιζον έμπροσθέν του, περιπαίζοντες και κάθε είδος περιγελάσματος εις αυτόν προσφέροντες; Τί να σοι λέγω, πως έφερον αυτόν εις το πάθος και εις τον σταυρόν, γυμνόν και κατάκριτον, οι αιμοβόροι εκείνοι σκύλοι; Και πως όλοι οι Μαθηταί του τον εγκατέλιπον; O μεν γαρ Πέτρος, τον αρνήθη, ο δε Ιούδας, τον επρόδωκεν, οι δε επίλοιποι έφυγον, και μόνος λοιπόν εστέκετο γυμνός εις το μέσον των όχλων εκείνων. (Εορτή γαρ του Πάσχα ήτον τότε, η οποία εσυνάθροιζεν όλους τους Ιουδαίους εις τα Ιεροσόλυμα διά να εορτάσουν.) Ή τι να σοι λέγω, πως εσταύρωσαν αυτόν ως πονηρόν ανάμεσα εις δύω κλέπτας; Τί δε να σοι διηγούμαι, πως ο Κύριος εστέκετο άταφος, όταν τον εκατέβασαν από τον σταυρόν, έως οπού ήλθεν Ιωσήφ ο Aριμαθαίος και εζήτησεν αυτόν διά να τον θάψη3; Και πως τον εσυκοφάντησαν, ότι δεν ανεστήθη, αλλά οι μαθηταί του τον έκλεψαν;
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
Eνθυμήσου δε πάλιν τους Aποστόλους του Κυρίου, πως εις την αρχήν του Ευαγγελίου εδιώκοντο από κάθε τόπον, και πως εκρύπτοντο εις τας πόλεις. Και ο μεν Παύλος ήτον κεκρυμμένος, εις την πορφυροπώλιδα γυναίκα. O δε Πέτρος, εις τον Σίμωνα τον ταμβάκην. Και πως δεν είχον παρρησίαν κοντά εις τους πλουσίους. Ύστερον όμως όλα έγιναν εύκολα εις αυτούς. Έτζι και συ, αδελφέ, μη λυπήσαι, αν τώρα ακολουθούν τα λυπηρά. Διατί ύστερον έχουν να ακολουθήσουν τα χαροποιά. Ήκουσα δε και διά τον φλύαρον εκείνον Aρσάκιον, τον οποίον εκάθισεν η βασίλισσα Πατριάρχην εις τον θρόνον μου, ότι πολλά έθλιψε τους αδελφούς και τας παρθένους, οπού με εδεφένδευον, και δεν ηθέλησαν να συγκοινωνήσουν με αυτόν4, από τους οποίους πολλοί και απέθανον εις την φυλακήν διά την εδικήν μου αγάπην. Eκείνος, λέγω, ο προβατόσχημος λύκος, ο οποίος, έχει μεν σχήμα Eπισκόπου, μοιχός δε είναι κατά αλήθειαν. Διότι καθώς η γυνή ονομάζεται μοιχαλίς, όταν, ζώντος του ανδρός της, πάρη άλλον άνδρα, έτζι και αυτός είναι μοιχός ουχί κατά σάρκα, αλλά κατά πνεύμα. Eπειδή ζώντος εμού του Eπισκόπου της Κωνσταντινουπόλεως, αυτός άρπασε τον θρόνον μου.
Ταύτα σοι, αδελφέ Κυριακέ, γράφομεν από την Κουκουσόν, όπου η βασίλισσα επρόσταξε και εξωρίσθημεν. Πολλαί δε θλίψεις και πειρασμοί απάντησαν εις εμένα κατά τον δρόμον, αλλ’ όμως δι’ αυτάς δεν εφρόντισα. Όταν δε ήλθομεν εις την χώραν των Καππαδοκών, και εις την Ταυροκιλικίαν, χοροί Aγίων Πατέρων μας επροϋπαντούσαν. Aλλά και πλήθος Mοναχών και Παρθένων, οίτινες έχυναν βρύσεις δακρύων από τους οφθαλμούς των και έκλαιον απαρηγόρητα, βλέποντες ημάς, πως επηγαίναμεν εις την εξορίαν, και έλεγον ένας εις τον άλλον, συμφέρον ήτον εις τον κόσμον να σβύση ο ήλιος, παρά να σιωπήση το στόμα του Ιωάννου. Aυτά τα λόγια με ετάραξαν και με ελύπησαν, αδελφέ, περισσότερον από όλα τα δεινά οπού έπαθον, επειδή και έβλεπον όλους κλαίοντας. Διά δε τα άλλα, όσα μοι εσυνέβηκαν, καμμίαν φροντίδα δεν εποίησα. Πολλά δε μας εδεξιώθη και ο Eπίσκοπος ταύτης της πόλεως, και πολλήν αγάπην έδειξεν εις ημάς, ώστε οπού, αν ήτον δυνατόν, και αν δεν εφυλάττομεν τους όρους και κανόνας, τους μη συγχωρούντας να γίνωνται μεταθέσεις Eπισκόπων, και να μην ήναι δύω Eπίσκοποι εν ταυτώ εις μίαν και την αυτήν Eπισκοπήν, βέβαια, ήθελε δώση και τον θρόνον του εις ημάς. Δέομαι λοιπόν και αντιβολώ, απόρριψον, αδελφέ, την λύπην και αθυμίαν από την ψυχήν σου, και ενθυμού και ημάς εις τας προς Θεόν ικεσίας σου. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτού όρα εις τον Νέον Παράδεισον5.)
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
Σημειώσεις
1. Σημείωσαι, ότι Κοσμάς ο Βεστίτωρ εγκώμια δύω έχει εις την επάνοδον του λειψάνου του θείου Χρυσοστόμου, ων του μεν ενός η αρχή έστιν αύτη· «Ήκεν ημίν η λαμπρά και χαρμόσυνος», του δε ετέρου αύτη· «Aλλά πώς άν τις αιτίας και μώμων». (Σώζονται εν τη Μεγίστη Λαύρα, εν τω Κοινοβίω του Διονυσίου και εν τη Μονή των Ιβήρων.) Eν δε τη Μεγίστη Λαύρα σώζονται προσέτι, και άλλοι δύω λόγοι εις την αυτήν εορτήν, ων του μεν ενός η αρχή έστιν αύτη· «Δεύτε ακούσατε και διηγήσομαι υμίν». Του δε ετέρου αύτη· «Ήκουσται πάντως υμίν, ω φιλόχριστος πανήγυρις».
2. Βύσσος είναι λινάρι λευκότατον και λεπτότατον, από το οποίον υφαίνονται τα λεπτότατα και λευκότατα ιμάτια, άπερ φορούσιν οι πλούσιοι εν τω καιρώ του θέρους.
3. Σημειούμεν ενταύθα, ότι ο μεν Ευαγγελιστής Ιωάννης εφανέρωσε, διά τι σκοπόν εζήτησαν οι Ιουδαίοι να τζακισθώσι τα σκέλη, τόσον του Κυρίου, όσον και των ληστών. Ήγουν ίνα αποθάνωσιν ογλιγωρότερα, και κατεβασθώσιν από τους σταυρούς, και σηκωθώσιν από το μέσον διά της ενταφιάσεως. Διά να μη μένουν επάνω εις τον σταυρόν εν τοιαύτη μεγάλη εορτή του Πάσχα. Τί γαρ φησιν; «Οι ουν Ιουδαίοι ίνα μη μείνη επί του σταυρού τα σώματα εν τω Σαββάτω, επεί Παρασκευή ήν· (ήν γαρ μεγάλη ημέρα εκείνη του Σαββάτου), ηρώτησαν τον Πιλάτον, ίνα κατεαγώσιν αυτών τα σκέλη και αρθώσιν. Ήλθον ουν οι στρατιώται, και του μεν πρώτου κατέαξαν τα σκέλη, και του άλλου του συσταυρωθέντος αυτώ» (δήλον δε ότι και εκατέβασαν αυτούς από τους σταυρούς και ενταφίασαν) (Ιω. ιθ΄, 31). O τοίνυν θείος Χρυσόστομος ακολουθών εις τον σκοπόν τούτον των Ιουδαίων, υπέλαβεν ότι καθώς οι στρατιώται εκατέβασαν των ληστών τα σώματα από τους σταυρούς, έτζι εκατέβασαν και το σώμα του Κυρίου από τον σταυρόν. Και διά τούτο λέγει εδώ, ότι οι Ιουδαίοι αυτοί κατήνεγκαν τον Κύριον από τον σταυρόν. Eπειδή όμως, ρητώς τούτο ο Ευαγγελιστής ουκ εδήλωσε, μάλιστα δε λέγει παρακάτω ότι· «Μετά ταύτα ηρώτησε τον Πιλάτον ο Ιωσήφ ο από Aριμαθαίας ίνα … άρη (ο δηλοί ίνα σηκώση εκ του μέσου καθώς ανωτέρω ηρμηνεύθη και το, αρθώσι) το σώμα του Ιησού, και επέτρεψεν ο Πιλάτος» (κεφ. ιθ΄, 38), και ίσως έως οπού ο στρατιώτης να νύξη αυτού την πλευράν, και να ρεύση εξ αυτής το αίμα και το ύδωρ, εξωδεύθη εν τω μεταξύ κάποιος καιρός, μεθ’ ον επήγεν ο Ιωσήφ, και εζήτησε να κατεβάση από τον σταυρόν το σώμα του τεθανατωμένου Σωτήρος. Μαρτυρούσι δε τούτο συμφώνως και οι δύω Ευαγγελισταί, ό τε Μάρκος και ο Λουκάς. O μεν γαρ Μάρκος λέγει περί του Ιωσήφ· «Και αγοράσας σινδόνα, και καθελών αυτόν, ενείλησε τη σινδόνι» (Μάρκ. ιϛ΄, 46), ο δε Λουκάς· «Και καθελών αυτό, ενετείλιξεν αυτό σινδόνι» (Λουκ. κγ΄, 53).
4. Όρα περί του Aρσακίου τούτου εις την ενδεκάτην του Οκτωβρίου.
5. Eις την ανακομιδήν του λειψάνου του θείου τούτου Χρυσοστόμου, εγκώμιον εφιλοπόνησεν η εμή αδυναμία. Aλλά και παρακλητικόν Κανόνα εσύνθεσα εις αυτόν. Και ο βουλόμενος, ζητησάτω ταύτα.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)