Αρχική Blog Σελίδα 2

Τὰ Ψυχοσάββατα: Ποιὰ εἶναι, πότε καὶ γιατί τελοῦνται

Μέσα στὴν ἰδιαίτερη μέριμνά της γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ἡ ἁγία Ὀρθόδoξη Ἐκκλησία μας ἔχει καθορίσει ξεχωριστὴ ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος γι᾿ αὐτούς. Κάθε Σάββατο δηλαδή.

Ὅπως ἡ Κυριακὴ εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἔτσι καὶ τὸ Σάββατο εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν κεκοιμημένων, γιὰ νὰ τοὺς μνημονεύουμε καὶ νὰ ἔχουμε (ἐπι)κοινωνία μαζί τους. Σὲ κάθε προσευχὴ καὶ ἰδιαίτερα στὶς προσευχὲς τοῦ Σαββάτου ὁ πιστὸς μνημονεύει τοὺς οἰκείους, συγγενεῖς καὶ προσφιλεῖς, ἀλλὰ ζητᾶ καὶ τὶς προσευχὲς τῆς Ἐκκλησίας γι᾿ αὐτούς.

Στὸ δίπτυχο (χαρτάκι), ποὺ φέρνουμε μαζὶ μὲ τὸ προσφορο γιὰ τὴ θεία Λειτουργία, ἀναγράφονται τὰ ὀνόματα τῶν ζώντων καὶ τῶν κεκοιμημένων, τὰ ὁποῖα μνημονεύονται.

Σὲ ἐτήσια βάση ἡ Ἐκκλησία ἔχει καθορίσει δύο Σάββατα, τὰ ὁποῖα ἀφιερώνει στοὺς κεκοιμημένους της. Εἶναι τὰ Ψυχοσάββατα. Τὸ ἕνα πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω καὶ τὸ ἄλλο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς.

Τὸ Ψυχοσάββατο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω ἔχει τὸ ἑξῆς νόημα: Ἡ ἑπομένη ἡμέρα εἶναι ἀφιερωμένη στὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Ἐκείνη τὴ φοβερὴ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι θὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ μεγάλου Κριτή. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ μὲ τὸ Μνημόσυνο τῶν κεκοιμημένων ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ γίνει ἵλεως καὶ νὰ δείξει τὴν συμπάθεια καὶ τὴν μακροθυμία του, ὄχι μόνο σὲ μᾶς ἀλλὰ καὶ στοὺς προαπελθόντας ἀδελφούς, καὶ ὅλους μαζὶ νὰ μᾶς κατατάξει στὴν Ἐπουράνια Βασιλεία Του.

Μὲ τὸ δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται ἡ πίστη μας γιὰ τὴν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τὴν ἵδρυση καὶ τὰ γενέθλια (ἐπὶ γῆς) γιορτάζουμε κατὰ τὴν Πεντηκοστή. Μέσα στὴ μία Ἐκκλησία περιλαμβάνεται ἡ στρατευομένη ἐδῶ στὴ γῆ καὶ ἡ θριαμβεύουσα στοὺς οὐρανούς.

Ὁ λόγος ποὺ τὰ καθιέρωσε ἡ Ἐκκλησία μας, παρ᾿ ὅτι κάθε Σάββατο εἶναι ἀφιερωμένο στοὺς κεκοιμημένους, εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἐπειδὴ πολλοὶ κατὰ καιροὺς ἀπέθαναν μικροὶ σὲ ἡλικία ἢ στην ξενιτιὰ ἢ στὴν θάλασσα ἢ στὰ ὄρη καὶ τοὺς κρημνοὺς ἢ καὶ μερικοί, λόγῳ πτωχείας, δὲν ἀξιώθηκαν τῶν διατεταγμένων μνημοσύνων, «οἱ θεῖοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι ἐθέσπισαν τὸ μνημόσυνο αὐτὸ ὑπὲρ πάντων τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος εὐσεβῶς τελευτησάντων Χριστιανῶν». Συγχρόνως δέ, ἐνθυμούμενοι καὶ ἐμεῖς τὸν θάνατο, «διεγειρόμεθα πρὸς μετάνοιαν».

Γιὰ τὴν ἱστορία καὶ μόνο ἂς γνωρίζουμε ὅτι: «Ἡ καθιέρωσις τοῦ Σαββάτου πρὸ τῶν Ἀπόκρεω ὡς Ψυχοσαββάτου ἐγένετο μᾶλλον κατ᾿ ἀπομίμησιν τοῦ Σαββάτου πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς, ὡς μόνου προϋπάρχοντος».

Ἡ ὠφέλεια ἀπὸ τὰ μνημόσυνα

Σύμφωνα μὲ ὁμόφωνη ἁγιοπατερικὴ μαρτυρία τὴν ὁποία ἐπιβεβαιώνει ἡ ἀδιάκοπη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση αἰώνων, οἱ εὐχὲς γιὰ τοὺς νεκροὺς θεσπίστηκαν ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους. Ἡ θέσπιση αὐτὴ ἔχει δύο βασικὰ θεμέλια: α) τὴν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας ὡς κοινωνίας ἁγίων, ποὺ ἀποτελεῖται ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ζωντανοὺς ἀλλὰ καὶ τοὺς «κεκοιμημένους» χριστιανοὺς καὶ β) τὴν πίστη στὴν μεταθανάτια ζωή, τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν τελικὴ κρίση.

Ἤδη στὶς Ἀποστολικὲς Διδαχὲς βρίσκεται ἡ διάκριση τῶν μνημοσύνων σὲ «τρίτα», «ἔνατα», «τεσσαρακοστὰ» καὶ ἐνιαύσια» (ἐτήσια), ἀνάλογα μὲ τὸ χρόνο τελέσεώς τους ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου.

Πολλοὶ συμβολισμοὶ τῶν ἐπιμέρους μνημοσύνων ἀναφέρονται ἀπὸ τοὺς πατέρες. Οἱ κυριότεροι εἶναι οἱ ἑξῆς: Τὰ «τριήμερα» συμβολίζουν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μετὰ τὴν τριήμερη παραμονή Του στὸν τάφο καὶ τελοῦνται μὲ τὴν εὐχὴ ν᾿ ἀναστηθεῖ καὶ ὁ νεκρὸς στὴν οὐράνια βασιλεία. Τὰ «ἐννιάμερα» τελοῦνται γιὰ τὰ ἐννέα τάγματα τῶν αΰλων ἀγγέλων, μὲ τὴν εὐχὴ νὰ βρεθεῖ κοντά τους ἡ ἄϋλη ψυχὴ τοῦ νεκροῦ. Τὰ «τεσσαρακονθήμερα» τελοῦνται γιὰ τὴν Ἀναλήψη τοῦ Κυρίου, ποὺ ἔγινε σαράντα μέρες μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, μὲ τὴν εὐχὴ νὰ «ἀναληφθεῖ» καὶ ὁ νεκρός, νὰ συναντήσει τὸ Χριστὸ στοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ ζήσει γιὰ πάντα μαζί Του. Τὰ «ἐτήσια», τέλος, τελοῦνται τὴν ἐπέτειο ἡμέρα τοῦ θανάτου, σὲ ἀνάμνηση τῶν γενεθλίων τοῦ νεκροῦ, καθώς, γιὰ τοὺς πιστοὺς χριστιανούς, ἡμέρα τῆς ἀληθινῆς γεννήσεως εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ σωματικοῦ θανάτου καὶ τῆς μεταστάσεως στὴν αἰώνια ζωή. Μνημόσυνα, ἀντίστοιχα μὲ τὰ παραπάνω, τελοῦνται τὸν τρίτο, ἕκτο καὶ ἔνατο μῆνα ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου («τρίμηνα», «ἑξάμηνα», «ἐννεάμηνα»).

Τὴν μεγαλύτερη ὠφέλεια στοὺς νεκροὺς τὴν προξενεῖ ἡ τέλεση τῆς θείας εὐχαριστίας στὴ μνήμη τους, γιατὶ τότε, μὲ τὶς μερίδες τους στὸ ἅγιο δισκάριο, «ἐνώνονται ἀόρατα μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἐπικοινωνοῦν μαζί Του καὶ παρηγορούνται καὶ σώζονται καὶ εὐφραίνονται ἐν Χριστῷ» (ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης).

Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ εἰδικὰ γιὰ κάθε νεκρὸ μνημόσυνα, ἡ Ἐκκλησία ἔχει στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες της, γενικὲς δεήσεις γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ὅπως εἶναι λ.χ. τὸ νεκρώσιμο μέρος τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεσονυκτικοῦ καὶ οἱ σχετικὲς ἀναφορὲς στὶς «ἐκτενεῖς δεήσεις» τοῦ Ἑσπερινοῦ, τοῦ Ὄρθρου καὶ τῆς Θείας Λειτουργίας.

Πρέπει νὰ σημειωθεῖ, ἂν καὶ αὐτονόητο, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τελεῖ μνημόσυνα μόνο γιὰ τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανοὺς ποὺ κοιμήθηκαν μέσα στοὺς κόλπους της.

Ο Άγιος Παΐσιος για τα μνημόσυνα και το ψυχοσάββατο

– Γέροντα, οι υπόδικοι νεκροί (πλην των Αγίων) μπορούν να προσεύχονται;

– Έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια , αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Όσοι βρίσκονται στον Άδη μόνο ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά για να μετανοήσουν. Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας, ενώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι δεν μπορούν πια μόνοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους, αλλά περιμένουν από εμάς βοήθεια. Γι’ αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την προσευχή μας.

Μου λέει ο λογισμός ότι μόνο το δέκα τοις εκατό από τους υπόδικους νεκρούς βρίσκονται σε δαιμονική κατάσταση, και, εκεί που είναι, βρίζουν τον Θεό, όπως οι δαίμονες. Δεν ζητούν βοήθεια, αλλά και δεν δέχονται βοήθεια! Γιατί, τι να τους κάνει ο Θεός; Σαν ένα παιδί που απομακρύνεται από τον πατέρα του, σπαταλάει όλη την περιουσία του και από πάνω βρίζει και τον πατέρα του. Ε, τι να το κάνει αυτό ο πατέρας του; Οι άλλοι όμως οι υπόδικοι, που έχουν λίγο φιλότιμο, αισθάνονται την ενοχή τους, μετανοούν και υποφέρουν για τις αμαρτίες. Ζητούν να βοηθηθούν και βοηθιούνται θετικά με τις προσευχές των πιστών.

Τους δίνει δηλαδή ο Θεός μία ευκαιρία, τώρα που είναι υπόδικοι, να βοηθηθούν μέχρι να γίνει η Δευτέρα Παρουσία. Και όπως σε αυτή τη ζωή, αν κάποιος είναι φίλος με τον βασιλιά, μπορεί να μεσολαβήσει και να βοηθήσει έναν υπόδικο, έτσι κι αν είναι κανείς φίλος με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήσει στο Θεό με την προσευχή του και να μεταφέρει τους υπόδικους από την μία φυλακή σε άλλη καλύτερη, από το ένα κρατητήριο σε ένα άλλο καλύτερο.

Ή ακόμα μπορεί να τους μεταφέρει και σε ένα δωμάτιο ή σε διαμέρισμα.
Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κλπ που τους πηγαίνουμε, έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε για τη ψυχή τους. Οι προσευχές των ζώντων για τους κεκοιμημένους και τα μνημόσυνα είναι η τελευταία ευκαιρία που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν, μέχρι να γίνει η τελική Κρίση. Μετά την δίκη δεν θα υπάρχει δυνατότητα να βοηθηθούν….

…Ο Θεός θέλει να βοηθήσει τους κεκοιμημένους, γιατί πονάει για τη σωτηρία τους, αλλά δεν το κάνει, γιατί έχει αρχοντιά. Δεν θέλει να δώσει δικαίωμα στο διάβολο να πει: Πως τον σώζεις αυτόν, ενώ δεν κοπίασε; Όταν εμείς προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους, Του δίνουμε το δικαίωμα να επεμβαίνει. Περισσότερο μάλιστα συγκινείται ο Θεός όταν προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους παρά για τους ζώντες.

Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα. Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος δικηγόρος για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Έχουν τη δυνατότητα και από την κόλαση να βγάλουν τη ψυχή. Κι εσείς σε κάθε Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβα για τους κεκοιμημένους. Έχει νόημα το σιτάρι: Σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία (Α’ Κορινθ, κεφ 15, εδ 42) (δηλαδή συμβολίζει το θάνατο και την ανάσταση του ανθρώπου), λέει η Γραφή…

– Γέροντα, αυτοί που έχουν πεθάνει πρόσφατα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από προσευχή;

– Εμ , όταν μπαίνει κάποιος στη φυλακή, στην αρχή δεν δυσκολεύεται πιο πολύ; Να κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, για να κάνει κάτι και γι’ αυτούς ο Θεός. Ιδίως, όταν ξέρουμε ότι κάποιος ήταν σκληρός, γιατί μπορεί να νομίζουμε ότι ήταν σκληρός, αλλά στη πραγματικότητα να μην ήταν – και είχε αμαρτωλή ζωή, τότε να κάνουμε πολλή προσευχή, Θείες Λειτουργίες, Σαρανταλείτουργα για τη ψυχή του και να δίνουμε ελεημοσύνη σε φτωχούς για τη σωτηρία της ψυχής του, για να ευχηθούν οι φτωχοί “να αγιάσουν τα κόκκαλά του”, ώστε να καμθεί ο Θεός και να τον ελεήσει. Έτσι ότι δεν έκανε εκείνος, το κάνουμε εμείς γι’ αυτόν. Ενώ ένας άνθρωπος που είχε καλωσύνη, ακόμα και αν η ζωή του δεν ήταν καλή, επειδή είχε καλή διάθεση, με λίγη προσευχή πολύ βοηθιέται.

Έχω υπόψη μου γεγονότα που μαρτυρούν πόσο οι κεκοιμημένοι βοηθιούνται με την προσευχή πνευματικών ανθρώπων. Κάποιος ήρθε στο Καλύβι και μου είπε με κλάματα: Γέροντα, δεν έκανα προσευχή για κάποιο γνωστό μου κεκοιμημένο και μου παρουσιάστηκε στον ύπνο μου. Είκοσι μέρες, μου είπε, έχεις να με βοηθήσεις, με ξέχασες και υποφέρω! Πράγματι, μου λέει (ο προσκηνυτής) εδώ και 20 μέρες είχα ξεχαστεί με διάφορες μέριμνες και ούτε για τον εαυτό μου δεν προσευχόμουν.

– Όταν, Γέροντα, πεθάνει κάποιος και μας ζητήσουν να προσευχηθούμε γι’ αυτόν, είναι καλό να κάνουμε κάθε μέρα ένα κομποσχοίνι μέχρι τα σαράντα;

– Άμα κάνεις κομποσχοίνι γι’αυτόν, βάλε και άλλους κεκοιμημένους. Γιατί να πάει η αμαξοστοιχία στον προορισμό της με έναν μόνο επιβάτη, ενώ χωράει και άλλους; Πόσοι κεκοιμημένοι έχουν ανάγκη οι καημένοι και ζητούν βοήθεια και δεν έχουν κανέναν να προσευχηθεί γι’αυτούς! Μερικοί, κάθε τόσο, κάνουν μνημόσυνο μόνο για κάποιον δικό τους. Με αυτό το τρόπο δεν βοηθιέται ούτε ο δικός τους, γιατί η προσευχή τους δεν είναι τόσο ευάρεστη στο Θεό. Αφού τόσα μνημόσυνα έκαναν γι’ αυτόν, ας κάνουν συγχρόνως και για τους ξένους.

– Γέροντα, οι νεκροί που δεν έχουν ανθρώπους να προσεύχονται γι’αυτούς βοηθιούνται από τις προσευχές εκείνων που προσεύχονται γενικά για τους κεκοιμημένους;

– Και βέβαια βοηθιούνται. Εγώ, όταν προσεύχομαι για όλους τους κεκοιμημένους, βλέπω στον ύπνο μου τους γονείς μου, γιατί αναπαύονται από την προσευχή που κάνω. Κάθε φορά που έχω Θεία Λειτουργία, κάνω γενικό μνημόσυνο για όλους τους κεκοιμημένους… Αν καμιά φορά δεν κάνω ευχή για τους κεκοιμημένους, παρουσιάζονται γνωστοί κεκοιμημένοι μπροστά μου.

Έναν συγγενή μου, που είχε σκοτωθεί στο πόλεμο, τον είδα μπροστά μου μετά τη Θεία Λειτουργία, την ώρα του μνημοσύνου, γιατί αυτόν δεν τον είχα γραμμένο με τα ονόματα των κεκοιμημένων, επειδή μνημονεύονταν στη Προσκομιδή με τους ηρωικώς πεσόντες. Κι εσείς στην Αγία Πρόθεση να μη δίνετε να μνημονευθούν μόνο ονόματα ασθενών, αλλά και ονόματα κεκοιμημένων, γιατί μεγαλύτερη ανάγκη έχουν οι κεκοιμημένοι!

Ειρήνη εστί μετ’ εκείνων, οίτινες ενίκησαν τον κόσμον. ειρήνη ειή μεθ’ ημών, οίτινες έτι και νυν αγωνιζόμεθα. Ούτω φεύγει η θλίψις του κόσμου, ούτως εξαφανίζεται του θανάτου το κέντρον, και ώς νικητής υπεράνω της κόνεως ίσταται ο Χριστός μετά πάντων των εις αυτών πιστευόντων και λέγει: «ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἐν ἐμοὶ εἰρήνην ἔχητε. ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἔξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ιωαν 16:33).

Από τον Δ’ τόμο, Οικογενειακή Ζωή, Λόγοι του π. Παϊσίου, Εκδόσεις Ησυχαστήριο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή, Θεσσαλονίκη.

Πηγή: https://www.dogma.gr/dialogos/o-agios-pa%CE%90sios-gia-ta-mnimosyna-kai-to-psychosavvato/117672/

Τι αποκάλυπτε ο Άγιος Παΐσιος για τον πνευματικό του Παπα-Τύχωνα

 

Ο άγνωστος καθοδηγητής πίσω από έναν μεγάλο Άγιο-Πίσω από κάθε μεγάλο πνευματικό άνδρα της Ορθοδοξίας βρίσκεται συνήθως μια αφανής μορφή που τον διαμόρφωσε.

Έρευνα – Ρεπορτάζ : Κατερίνα Θεοχάρη ( Η ηθοποιός που υποδύθηκε τη Σοφία στη τηλεοπτική σειρά του Αγιου Παΐσιου στο ΜΕGA)

Στην περίπτωση του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου, αυτή η μορφή ήταν ο ταπεινός και ασκητικός Γέροντας Τύχων, ο Ρώσος ερημίτης που έζησε στο Άγιον Όρος και υπήρξε ο πνευματικός του πατέρας. Ο ίδιος ο Άγιος Παΐσιος μιλούσε με βαθύ σεβασμό για εκείνον και έλεγε ότι ό,τι πνευματικό απέκτησε, το χρωστά κατά μεγάλο μέρος στις συμβουλές και στην ευλογία του.

Ο Παπα-Τύχων δεν ήταν άνθρωπος των θεωρητικών λόγων. Ήταν άνθρωπος της εμπειρίας, της σιωπής και της προσευχής. Όπως διηγούνταν ο Άγιος Παΐσιος, ο Γέροντάς του δεν δίδασκε με μεγάλα κηρύγματα, αλλά με λίγες κουβέντες που όμως έμπαιναν κατευθείαν στην καρδιά. «Να προσεύχεσαι απλά, σαν παιδί», του έλεγε. Και αυτή η απλότητα έγινε αργότερα το κύριο γνώρισμα της πνευματικής ζωής του Αγίου.

«Η προσευχή είναι καρδιά, όχι λόγια»

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά λόγια που μετέφερε ο Άγιος από τον πνευματικό του ήταν η φράση: «Η προσευχή δεν είναι λόγια, είναι καρδιά». Με αυτή τη φράση ο Γέροντας Τύχων του δίδαξε ότι η ουσία της σχέσης με τον Θεό βρίσκεται στην καθαρότητα της ψυχής και όχι στην εξωτερική μορφή της προσευχής.

Ο Άγιος Παΐσιος εξηγούσε ότι ο πνευματικός του τον βοηθούσε να κατανοήσει πως ο Θεός βλέπει την πρόθεση και όχι την τεχνική. Αν η καρδιά είναι ταπεινή, τότε ακόμη και μια μικρή προσευχή έχει δύναμη. Αυτή η διδασκαλία τον συνόδευσε σε όλη τη ζωή του και αποτέλεσε θεμέλιο της πνευματικής του διδασκαλίας προς τους χιλιάδες ανθρώπους που αργότερα τον επισκέπτονταν.

Το μάθημα της απόλυτης εμπιστοσύνης στον Θεό

Ο Παπα-Τύχων συνήθιζε να λέει στον νεαρό μοναχό ότι ο φόβος φεύγει όταν υπάρχει εμπιστοσύνη στη θεία πρόνοια. «Άφησε τον εαυτό σου στον Θεό και Εκείνος θα σε κρατά», τον συμβούλευε. Ο Άγιος Παΐσιος έλεγε ότι αυτή η φράση τον βοήθησε να αντιμετωπίσει δυσκολίες, ασθένειες και πειρασμούς χωρίς αγωνία.

Η εμπιστοσύνη αυτή δεν ήταν θεωρητική. Ο Γέροντας ζούσε μέσα στην ακτημοσύνη και στη στέρηση, αλλά ποτέ δεν ανησυχούσε. Αντίθετα, ευχαριστούσε τον Θεό για όλα. Αυτό το βίωμα δίδαξε στον μαθητή του ότι η πνευματική ζωή δεν είναι αγωνιώδης προσπάθεια επιτυχίας αλλά ήρεμη παράδοση στο θέλημα του Θεού.

Η αξία της αφάνειας και της ταπείνωσης

Ο Άγιος Παΐσιος αποκάλυπτε ότι ο πνευματικός του πατέρας τον συμβούλευε να αγαπά την αφάνεια. «Να μη ζητάς να σε γνωρίζουν οι άνθρωποι· να σε γνωρίζει ο Θεός», του έλεγε. Αυτή η φράση τον σημάδεψε βαθιά. Γι’ αυτό και αργότερα, ακόμη και όταν έγινε γνωστός, ο ίδιος απέφευγε τη δημοσιότητα και προτιμούσε την ησυχία του κελιού.

Η ταπείνωση του Παπα-Τύχωνα ήταν ζωντανό μάθημα. Ο Άγιος Παΐσιος τόνιζε ότι ο Γέροντάς του, παρότι είχε πνευματικά χαρίσματα, θεωρούσε τον εαυτό του χειρότερο από όλους. Αυτό το παράδειγμα τον δίδαξε ότι η αγιότητα δεν φαίνεται στα χαρίσματα αλλά στη συντριβή της καρδιάς.

Πρακτική σοφία και διάκριση

Ένα ακόμη στοιχείο που εντυπωσίαζε τον Άγιο ήταν η διάκριση του πνευματικού του. Δεν του έδινε ποτέ βαριές εντολές ούτε αυστηρούς κανόνες χωρίς λόγο. Προσαρμοζόταν στις δυνάμεις του και τον οδηγούσε με πραότητα. Ο Άγιος έλεγε ότι από εκείνον έμαθε πως ο αληθινός πνευματικός δεν πιέζει, αλλά καθοδηγεί με αγάπη.

Αυτή η στάση έγινε αργότερα χαρακτηριστικό και της δικής του ποιμαντικής. Όσοι τον γνώρισαν επιβεβαιώνουν ότι μιλούσε με πραότητα και κατανοούσε τις αδυναμίες των ανθρώπων, όπως ακριβώς είχε μάθει από τον Γέροντά του.

Η ιδιαίτερη σχέση με την Παναγία

Ο Παπα-Τύχων είχε βαθιά ευλάβεια προς την Υπεραγία Θεοτόκο. Ο Άγιος Παΐσιος έλεγε ότι ο πνευματικός του μιλούσε για την Παναγία σαν να ήταν μπροστά του. Αυτή η ζωντανή σχέση με τη Μητέρα του Θεού επηρέασε καθοριστικά τον ίδιο τον Παΐσιο, ο οποίος αργότερα έγινε γνωστός για τη μεγάλη θεομητορική του ευλάβεια.

Συχνά τόνιζε στους επισκέπτες του ότι η Παναγία είναι η πιο γρήγορη παρηγοριά του ανθρώπου. Αυτή η πεποίθηση ήταν καρπός της μαθητείας του κοντά στον Παπα-Τύχωνα.

Η απώλεια που έγινε πνευματική κληρονομιά

Όταν ο Γέροντας Τύχων κοιμήθηκε, ο Άγιος Παΐσιος ένιωσε βαθιά ορφάνια. Έλεγε ότι έχασε τον πνευματικό του πατέρα. Ωστόσο, τα λόγια και το παράδειγμά του παρέμειναν ζωντανά μέσα του. Αυτές οι μνήμες έγιναν πνευματική παρακαταθήκη και οδηγός ζωής.

Ο ίδιος τόνιζε ότι η μεγαλύτερη ευλογία που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος είναι ένας άγιος πνευματικός. Γιατί ο πνευματικός δεν δίνει απλώς συμβουλές· μεταδίδει τρόπο ζωής.

Το μήνυμα που έμεινε ζωντανό

Το βασικό δίδαγμα που ο Άγιος Παΐσιος έλεγε ότι έλαβε από τον Παπα-Τύχωνα ήταν απλό αλλά βαθύ: «Ο Θεός θέλει καθαρή καρδιά». Όχι κατορθώματα, όχι μεγάλες πράξεις, αλλά ειλικρίνεια και αγάπη. Αυτό το μήνυμα συνοψίζει όλη την πνευματική τους πορεία.

Σήμερα, διαβάζοντας τις διηγήσεις του Αγίου Παϊσίου για τον πνευματικό του, καταλαβαίνει κανείς ότι πίσω από έναν μεγάλο Άγιο κρύβεται συχνά ένας ακόμη μεγαλύτερος στην ταπείνωση. Ο Παπα-Τύχων δεν άφησε συγγράμματα ούτε φήμη. Άφησε όμως έναν Άγιο.

Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο θαύμα της πνευματικής πατρότητας: να φωτίσεις έναν άνθρωπο τόσο, ώστε να γίνει φως για όλον τον κόσμο.

Πηγή: Βήμα Ορθοδοξίας

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Μ. Οἰκον. π. Φοῖβος Παναγιώτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω, ποὺ τελέσθηκε στὴν ἱερὰ μονὴ Ἁγίου Νικολάου παρὰ τὴν Ὀροῦντα, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (10.03.2024).

Στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας οι Όσιοι Τύχων και Χατζηγιώργης (11 Φεβρουαρίου 2026)

Οι Άγιοι Παπα-Τύχων (αριστερά) και Χατζη-Γεώργης (δεξιά)

Σήμερα, 11 Φεβρουαρίου 2026, το Οικουμενικό Πατριαρχείο προχώρησε στην Αγιοκατάταξη του Οσίου Τύχωνος του Ρώσου και του Οσίου Χατζηγιώργη του Αθωνίτου.

Για τους βίους των δύο Αγίων μπορείτε να διαβάσετε τα πιο κάτω κείμενα του Αγίου Παϊσίου:

Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου: «Ο Παπα-Τύχων»

Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου: «Γέρων Χατζη-Γεώργης ο Αθωνίτης (1809 – 1886)»

Το ανακοινωθέν του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος συνέχισε καί σήμερον, 11ην Φεβρουαρίου 2026, τάς ἐργασίας αὐτῆς, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, πρός ἐξέτασιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων θεμάτων.

Τό Ἱερόν Σῶμα ἀπεφάσισεν ὁμοφώνως τήν κατάταξιν εἰς τό ἁγιολόγιον τῆς Ἐκκλησίας τῶν ὁσιακῆς βιοτῆς Ἁγιορειτῶν Ἱερομονάχου Τύχωνος, τοῦ ἐν τῷ ἐν τῇ Σκήτῃ Καψάλας Ἱερῷ Σταυρονικητιανῷ Κελλίῳ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἀσκήσαντος, καί μοναχοῦ Γεωργίου, τοὐπίκλην Χατζη-Γεώργη, τοῦ ἐκ Καππαδοκίας καταγομένου καί ἐν Κωνσταντινουπόλει κοιμηθέντος.

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Σάββατον πρὸ τῆς Ἀπόκρεω (Ψυχοσάββατον)

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ διάκονος Εὐμένιος Ἰνιάτης κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὸ Σάββατον πρὸ τῆς Ἀπόκρεω (Ψυχοσάββατον), ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Γεωργίου στὸ χωριὸ Εὐρύχου, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (09.03.2024).

Παπά-Τύχων ο Αγιορείτης, μια οσιακή μορφή του Αγίου Όρους

Του Μάνου Λαμπράκη, δημοσιογράφου

Δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για έναν άγιο σήμερα χωρίς να νιώθει ότι στέκεται απέναντι σε έναν κόσμο που έχει μάθει να καταναλώνει ακόμη και την ιερότητα.Να λοιπόν το πρώτο ερώτημα: τι σημαίνει ένας άνθρωπος του 19ου αιώνα, ένας Ρώσος προσκυνητής, ένας ασκητής που περπάτησε διακόσιες μονές με τα πόδια, για μια εποχή που δεν αντέχει να περπατήσει ούτε μέχρι την ίδια της την ψυχή;

Ο Τιμόθεος, ο μετέπειτα παπα-Τύχων, δεν γεννήθηκε άγιος. Γεννήθηκε ανήσυχος. Και αυτή η ανησυχία είναι ίσως το πιο σύγχρονο στοιχείο του. Ένα παιδί με ζωηρή φύση, που οι γονείς του δίσταζαν να ευλογήσουν για το μοναστήρι. Όχι επειδή δεν πίστευε, αλλά επειδή φλεγόταν. Κι όμως, αυτό το φλεγόμενο παιδί επέλεξε την πιο σκληρή μορφή σιωπής: την οδοιπορία. Από τα δεκαεπτά του ως τα είκοσί του πέρασε από διακόσιες μονές. Δεν ζητούσε φιλοξενία. Δεν ήθελε να χρωστά. Δεν ήθελε να βαραίνει κανέναν. Ήθελε να κουβαλά μόνος του τον εαυτό του.

Ένας άνθρωπος που φεύγει από παντού για να βρει ησυχία, και πουθενά δεν τη βρίσκει.

Ούτε στη Ρωσία.

Ούτε στο Σινά.

Ούτε στους Αγίους Τόπους.

Πέρα από τον Ιορδάνη ασκήτεψε, κι όμως έλεγε ότι δεν έβρισκε ειρήνη. Γιατί; Επειδή, όπως μαρτυρείται, τον κυνηγούσε «το ανήσυχο κοσμικό πνεύμα της εποχής». Δηλαδή αυτό ακριβώς που μας κυνηγά και σήμερα. Θόρυβος χωρίς ήχο. Κίνηση χωρίς προορισμό. Ζωή χωρίς εσωτερικό κέντρο.

Και τότε ανεβαίνει στο Άγιον Όρος.

Στο Μπουραζέρι πέντε χρόνια. Στα Καρούλια δεκαπέντε. Όποιος ξέρει τι σημαίνει Καρούλια, καταλαβαίνει. Δεν είναι τόπος. Είναι άκρη του κόσμου. Είναι η πέτρα που δοκιμάζει αν αντέχεις να είσαι μόνος με τον Θεό και με τον εαυτό σου. Εκεί πέρασε χρόνια παλεύοντας όχι για να μοιάσει άγιος, αλλά για να γίνει άγγελος εσωτερικά. Αυτός ο στόχος, να αλλάξει η εσωτερική υφή του ανθρώπου, είναι η πιο σιωπηλή και πιο βίαιη επανάσταση.

Γιατί η αγιότητα δεν είναι συμπεριφορά.

Είναι μεταμόρφωση της υπάρξεως.

Και όταν αργότερα κατέβηκε στην Καψάλα, όταν γηροκόμησε τον Γέροντά του και έμεινε μόνος, τότε συνέβη αυτό που συμβαίνει σε όλους τους μεγάλους ασκητές: η χάρις άρχισε να τον φανερώνει.

Όχι εκείνος τον εαυτό του.

Η χάρις.

Άνθρωποι πονεμένοι άρχισαν να τον βρίσκουν. Να πηγαίνουν κοντά του χωρίς να ξέρουν γιατί. Να κάθονται δίπλα του και να ησυχάζουν.

Και τότε τον πίεσαν να ιερωθεί.

Ένας άνθρωπος που δεν θέλει να γίνει τίποτα, γίνεται ιερέας μόνο και μόνο για να συγχωρεί. Όχι για να διδάσκει. Όχι για να διοικεί. Για να λέει την άφεση.

Ο παπα-Τύχων δεν φοβόταν τίποτα. Όχι γιατί ήταν δυνατός. Αλλά γιατί είχε αυτό που οι Πατέρες ονομάζουν «θεία συστολή». Εκείνο το λεπτό αίσθημα ότι στέκεσαι διαρκώς μπροστά στον Θεό. Γι’ αυτό άρχιζε και τελείωνε τα πάντα με το ίδιο:

«Δόξα σοι ο Θεός».

Όχι «Κύριε ελέησον» τόσο συχνά.

«Δόξα σοι ο Θεός».

Αυτό είναι θεολογικά συγκλονιστικό. Διότι δείχνει έναν άνθρωπο που δεν ζει πια μόνο μέσα στην ανάγκη της συγχώρησης, αλλά μέσα στην εμπειρία της ευχαριστίας. Έναν άνθρωπο που έχει συμφιλιωθεί.

Κι όμως, ο κόσμος μπήκε βίαια μέσα στη ζωή του.

Η ιστορία με τον ληστή είναι από τις πιο σπαρακτικές σκηνές της σύγχρονης αγιολογίας. Ο άνθρωπος αυτός βασάνισε τον Γέροντα για χρήματα. Δεν βρήκε τίποτα. Γιατί ο παπα-Τύχων είχε ήδη δώσει ό,τι είχε στους φτωχούς. Και όταν ο ληστής έφυγε, του είπε μόνο:

«Θεός συγχωρέσει, παιδί μου».

Αργότερα τον κάλεσαν για ανάκριση. Για να καταθέσει. Για να στηρίξει την κατηγορία.

Κι εκείνος στενοχωρήθηκε.

Όχι γιατί τον χτύπησαν.

Αλλά γιατί θα έπρεπε να μιλήσει εναντίον του ανθρώπου που ήδη είχε συγχωρήσει.

Αυτό είναι το σημείο όπου ο κόσμος και το Ευαγγέλιο δεν συναντιούνται.

Το δίκαιο ζητάει μαρτυρία.

Η αγάπη ζητάει σιωπή.

Και μέσα σε όλο αυτό, η προσευχή του παπα-Τύχωνος για τον Γολγοθά μοιάζει να ανοίγει ένα παράθυρο σε άλλη πραγματικότητα. Δεν είναι λόγια. Είναι κραυγή:

«Αμαρτωλοί, ελάτε γρήγορα! Ο Άγιος Γολγοθάς είναι ανοικτός…»

Δεν υπάρχει φόβος μέσα σε αυτά τα λόγια. Υπάρχει μόνο μια απελπισμένη τρυφερότητα για τον άνθρωπο που χάνεται.

Και ίσως η πιο συγκλονιστική μαρτυρία είναι εκείνη με την εξομολόγηση.

Ένας μοναχός εξομολογείται και νιώθει τον αυχένα του να βρέχεται. Σηκώνει το κεφάλι και βλέπει τον παπα-Τύχωνα να κλαίει. Τα δάκρυά του έπεφταν πάνω του όση ώρα μιλούσε.

Αυτό είναι το μυστήριο της ιερωσύνης στην πιο καθαρή του μορφή: να κλαις για τις αμαρτίες του άλλου σαν να είναι δικές σου.

Και κάτι ακόμη πιο παράδοξο: μιλούσε σπαστά ελληνικά. Αλλά όταν συμβούλευε μετά την εξομολόγηση, οι άνθρωποι άκουγαν λόγο καθαρό, σχεδόν χρυσοστομικό. Σαν να άλλαζε η γλώσσα. Σαν να περνούσε μέσα από εκείνον άλλος Λόγος.

Η αγιοκατάταξη, λοιπόν, δεν έρχεται να προσθέσει έναν ακόμη άγιο στο εορτολόγιο. Έρχεται να θυμίσει κάτι που έχουμε σχεδόν ξεχάσει: ότι η αγιότητα δεν είναι εντυπωσιακή. Είναι σιωπηλή.

Είναι κρυμμένη.

Είναι ένας άνθρωπος που περπατά χρόνια ολόκληρα χωρίς να ζητά τίποτα. Που δίνει ό,τι έχει χωρίς να φαίνεται. Που συγχωρεί πριν του το ζητήσουν.

Και τελικά καίγεται εσωτερικά από την προσευχή του μέχρι να μείνει μόνο με λίγο νερό και το όνομα του Θεού.

Στον κόσμο που ζούμε, όπου όλα πρέπει να φαίνονται, να ακούγονται, να επιβεβαιώνονται, ένας τέτοιος άνθρωπος είναι σχεδόν ακατανόητος.

Γι’ αυτό και είναι αναγκαίος.

Ο παπα-Τύχων δεν είναι ένας «παλιός ασκητής». Είναι μια ρωγμή μέσα στον σημερινό άνθρωπο. Μια υπενθύμιση ότι η καρδιά μπορεί ακόμη να γίνει τόπος δοξολογίας. Ότι κάποιος μπορεί να φτάσει να λέει «Δόξα σοι ο Θεός» όχι επειδή όλα πάνε καλά, αλλά επειδή μέσα του όλα έχουν παραδοθεί.

Η πιο άναρχη, η πιο επικίνδυνη αλήθεια της αγιοκατάταξής του είναι εδώ: Ότι η αγιότητα δεν ανήκει στο παρελθόν.

Ανήκει σε όποιον αντέξει να καεί.

Το Γεγονός: Στην Αγιοκατάταξη του Παπά – Τύχωνα του Αγιορείτη, του πνευματικού του Αγίου Παϊσίου, προέβη σήμερα η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου η οποία συνεδριάζει στο Φανάρι υπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο. Πρόκειται για ακόμη μία Οσιακή μορφή του Αγίου Όρους η οποία συγκαταλέγεται στη χωρία των Αγίων επί των ημερών της Πατριαρχίας του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου του Α’.O Παπα – Τύχων γεννήθηκε στη Ρωσία, στη Νόβια Μιχαλόσκα το 1884. Οι γονείς του, ο Παύλος και η Ελένη, ήταν ευλαβείς άνθρωποι και επόμενο ήταν και ο γιος τους, ο Τιμόθεος κατά κόσμον, να έχει κληρονομική την ευλάβεια και την αγάπη προς τον Θεό και να θέλει να αφιερωθεί στον Θεό από μικρό παιδί. Έβλεπαν οι γονείς τον μεγάλο θείο ζήλο του παιδιού τους, αλλά δίσταζαν να του δώσουν την ευχή τους να πάει σε Μοναστήρι, επειδή το έβλεπαν με ζωηρή φύση. Ήθελαν να ωρίμασει και στην σκέψη και μετά να αποφασίσει μόνος του ο Τιμόθεος. Του έδωσαν όμως ευλογία να επισκέπτεται τις Μονές το διάστημα των τριών ετών, από δέκα επτά μέχρι είκοσι χρονών. Τότε έκανε τα μεγάλα και ατέλειωτα προσκυνήματα στα Μοναστήρια της Ρωσίας και πέρασε περίπου από διακόσιες Μονές. Στα Μοναστήρια που πήγαινε, παρόλο που ήταν κατάκοπος και εξαντλημένος από την οδοιπορία του, απέφευγε με τρόπο την φιλοξενία, για να ασκείται ο ίδιος και να μην επιβαρύνει τους άλλους.Μετά λοιπόν από τα Μοναστήρια της πατρίδας του, έκανε προσκύνημα στο Θεοβάδιστον Όρος του Σινά, όπου παρέμεινε δύο μήνες, και από εκεί στους Αγίους Τόπους, όπου και ασκήτεψε ένα χρονικό διάστημα, πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό. Ενώ τον βοηθούσε ο Άγιος Τόπος, ησυχία όμως δεν έβρισκε από το ανήσυχο κοσμικό πνεύμα της εποχής μας. Γι’ αυτό αναγκάστηκε να φύγει για το Άγιον Όρος.Στο Άγιον Όρος, η πρώτη του μετάνοια ήταν το Κελί του Μπουραζέρι, όπου και παρέμεινε πέντε χρόνια. Επειδή σ’ αυτό δεν εύρισκε ησυχία από τους πολλούς προσκυνητές Ρώσους, πήρε ευλογία και πήγε στα Καρούλια και εκεί ασκήτεψε δεκαπέντε χρόνια. Όλο το διάστημα στα Καρούλια περνούσε με σκληρούς αγώνες. Φιλότιμα αγωνιζόταν για να γίνει και εσωτερικά Άγγελος και όχι μόνο εξωτερικά με το Αγγελικό Σχήμα.

Μετά από τα Καρούλια ήρθε στην άκρη της Καψάλας (πάνω από την Καλιάγρα), σ’ ένα Κελί Σταυρονικητιανό, και γηροκόμησε έναν Γέροντα. Αφού πέθανε το Γεροντάκι, και πήρε την ευχή του, έμεινε μόνος του στην Καλύβη. Από τότε όχι μόνο δεν αμέλησε τους πνευματικούς του αγώνες, αλλά τους αύξησε και επόμενο ήταν να δεχθεί πλούσια την Χάρη του Θεού, αφού αγωνιζόταν φιλότιμα και με πολλή ταπείνωση.Η Θεία Χάρις πια τον φανέρωνε στους ανθρώπους, κι έτρεχαν πολλοί πονεμένοι άνθρωποι, για να τον συμβουλευθούν και να παρηγορηθούν από την πολλή του αγάπη. Άλλοι τον παρακαλούσαν να ιερωθεί, για να βοηθάει πιο θετικά με το Μυστήριο της θείας Εξομολογήσεως, αφού θα έδινε και την άφεση των αμαρτιών. Αυτή την ανάγκη, να βοηθηθούν οι άλλοι, την διεπίστωσε και ο ίδιος και δέχτηκε να χειροτονηθεί.Για τον εαυτό του ο Γέροντας δεν νοιαζόταν καθόλου ούτε και φοβόταν, γιατί είχε πολύ φόβο Θεού (θεία συστολή) και ευλάβεια. Επειδή αγωνιζόταν και με πολλή ταπείνωση, δεν διέτρεχε ούτε τον πνευματικό κίνδυνο της πτώσεως. Πάντα με το Δόξα σοι ο Θεός θα άρχιζε και με το Δόξα σοι ο Θεός θα τελείωνε ο Γέροντας. Είχε συμφιλιωθεί πια με τον Θεό, γι’ αυτό χρησιμοποιούσε περισσότερο το Δόξα σοι ο Θεός παρά το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με. Κινείτο, όπως είδαμε, στον θείο χώρο, αφού λάμβανε μέρος και στην ουράνια δοξολογία με τους Αγίους Αγγέλους την ώρα της Θείας Λειτουργίας.Το 1968 είχε προαισθανθεί πια τον θάνατο του, γιατί συνέχεια ανέφερε για τον θάνατο. Τον είχαν εγκαταλείψει και οι λίγες σωματικές του δυνάμεις. Μετά της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο, είχε πέσει στο κρεβάτι και έπινε μόνο νερό, γιατί καιγόταν εσωτερικά. Παρόλο που βρισκόταν σ´ αυτή την κατάσταση, πάλι δεν ήθελε να μένει άνθρωπος κοντά του, για να μη τον περισπά στην αδιάλειπτη προσευχή του.

Πηγή: iporta.gr

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Aυξεντίου του εν τω βουνώ (14 Φεβρουαρίου)

Όσιος Αυξέντιος ο εν τω βουνώ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Aυξεντίου του εν τω βουνώ

O βουνός ως Kάρμηλος ην Aυξεντίω,
Φανέντι τ’ άλλα πλην τελευτής Hλία.
Λείψε βίον δεκάτη Aυξέντιος ηδέ τετάρτη.

Όσιος Αυξέντιος ο εν τω βουνώ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους Θεοδοσίου του μικρού, εν έτει υμ΄ [440], καταγόμενος μεν από την Aνατολήν, Σχολάριος δε ων κατά το αξίωμα. Γενόμενος δε Mοναχός, ανέβη εις το βουνόν, οπού ευρίσκεται αντικρύ εις την Oξείαν, ήτις είναι μία νήσος μικρά, πλησίον της Xάλκης και των άλλων νήσων, οπού είναι κοντά εις την Kωνσταντινούπολιν. Ήτον δε ο Όσιος ούτος κατά την άσκησιν καρτερικώτατος, και κατά την πίστιν ορθοδοξότατος. Διότι αυτός πολλά μεν ήλεγξε την κακοδοξίαν του Nεστορίου και Eυτυχούς, απεδέχθη δε την εν Xαλκηδόνι αγίαν και Oικουμενικήν Tετάρτην Σύνοδον. Hξιώθη δε παρά Θεού και της των θαυμάτων ενεργείας και χάριτος ο αοίδιμος. Ήτον δε και κατά την θεωρίαν του προσώπου κατηγλαϊσμένος, και υπό της φύσεως και υπό της χάριτος. Όθεν διά όλα ταύτα τα προτερήματά του, ήτον κοντά και εις αυτούς τους βασιλείς αιδέσιμος, και πολλής τιμής ηξιωμένος. Aναπαυθείς λοιπόν εν ειρήνη, ενταφιάσθη εις τον παρ’ αυτού κτισθέντα ευκτήριον οίκον. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εις το Mοναστήριον το καλούμενον του Kαλλιστράτου1.

Σημείωση

1. O ελληνικός Bίος του Oσίου Aυξεντίου σώζεται εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Θεοδόσιος ο Mέγας των βασιλικών σκήπτρων». Aλλά δη και Mιχαήλ ο Ψελλός συνέγραψε Bίον ή εγκώμιον γλαφυρώτατον σωζόμενον εν μεμβράναις, μετεφράσθη δε υπό του σοφολογιωτάτου διδασκάλου κυρ Xριστοφόρου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Mάρωνος (14 Φεβρουαρίου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Mάρωνος

Φύσει μαρανθείς, σαρκίου θάλλει Mάρων,
Mετεμφυτευθείς, της Eδέμ τω χωρίω.

Oύτος ο Όσιος με το να ηγάπησε να ζήση μίαν ζωήν χωρίς στέγην και οροφήν, διά τούτο επήγεν επάνω εις μίαν κορυφήν ενός βουνού της εν Aντιοχεία Kύρου, η οποία ετιμάτο από τους παλαιούς Έλληνας. Όθεν και τον ναόν των δαιμόνων, οπού ήτον εκεί κτισμένος από εκείνους, καθιερώσας εις τον Θεόν, εν αυτώ εκατοίκησε: κατασκευάσας μίαν τένταν πολλά μικράν, υποκάτω εις την οποίαν ολίγαις φοραίς έμβαινεν. Aγκαλά δε και έζη ο αοίδιμος με πόνους όχι μικρούς, αυτός όμως δεν ευχαριστείτο εις εκείνους, αλλά επινοούσε και άλλους μεγαλιτέρους. O δε αγωνοθέτης Θεός κατά το μέτρον των πόνων, έτζι έδωκεν εις αυτόν και το μέτρον της εδικής του χάριτος. Διότι ήτον να ιδή τινας, πως διά της προσευχής του Oσίου τούτου, οι πυρετοί και η θέρμαις έσβυναν, το ρίγος έπαυεν, οι δαίμονες έφευγον, και αι διάφοροι ασθένειαι ιατρεύοντο.

Oύτος ο Όσιος πολλά Mοναστήρια και ασκητήρια έκτισε και πολλούς επρόσφερε σεσωσμένους και ηγιασμένους εις τον Θεόν. Όθεν διά της ασκήσεως τοιαύτην πνευματικήν γεωργίαν μεταχειριζόμενος ο αοίδιμος, πολλά φυτά φιλοσοφίας και αρετής απέδειξεν εν τη χώρα της Kύρου. Oυ μόνον γαρ τα σώματα, αλλά και τας ψυχάς εθεράπευεν1. Aρρωστήσας δε ολίγον, ευγήκεν εν ειρήνη από την παρούσαν ζωήν, και επήγεν εις Oυρανούς διά να απολαύση τους καρπούς των ιδρώτων του.

Σημείωση

1. Λέγει γαρ ο Θεοδώρητος ο τον Bίον τούτου συγγράψας, εν αριθμώ δεκάτω έκτω της Φιλοθέου Iστορίας, αφ’ ου ερανίσθη και το παρόν Συναξάριον, ότι ο Όσιος ούτος, άλλου μεν, ιάτρευε την πλεονεξίαν, άλλου δε τον θυμόν, και εις ένα μεν, επρόσφερε την περί σωφροσύνης διδασκαλίαν, εις έτερον δε, την περί δικαιοσύνης. Kαι άλλου μεν, εχαλίνονε την ακολασίαν, άλλου δε, εξυπνούσε την αμέλειαν. Kαι οι μεν ιατροί, εις κάθε πάθος προσφέρουσι διαφορετικόν ιατρικόν, ο δε Όσιος ούτος, ένα ιατρικόν έδιδεν εις όλα τα πάθη, την εις Θεόν προσευχήν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Aβραάμου (14 Φεβρουαρίου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Aβραάμου

Πράξει το ταυτόν εύρε κλήσεως πλέον,
Προς τον σύνοικον Aβραάμ, Aβραάμης.

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους Θεοδοσίου του Mεγάλου εν έτει υ΄ [400], καταγόμενος από την πόλιν Kύρον, εις την οποίαν εγεννήθη και ανετράφη, και εσύναξε τον πλούτον της ασκητικής πολιτείας και αρετής. Mε τόσην γαρ αγρυπνίαν και ολονύκτιον στάσιμον και νηστείαν κατεδαπάνησε το σώμα του ο μακάριος, ώστε οπού έμεινεν ακίνητος εις πολλούς χρόνους, χωρίς να ημπορή να περιπατή. Mανθάνωντας δε, πως ήτον ένα χωρίον κοντά εις το βουνόν του Λιβάνου, γεμάτον από είδωλα, επήγεν εκεί, και πιάνωντας με πληρωμήν ένα οσπήτιον, εκάθησεν, ησυχάζων τρεις ημέρας. Kατά δε την τετάρτην εύγαινεν ήσυχος. Kαι πρώτον μεν πιασθείς, εχώσθη με χώμα από τους εκεί ειδωλολάτρας. Έπειτα δε επροστάζετο από αυτούς αναγκαστικώς να φύγη μακράν από λόγου των. Eλθόντες όμως τότε εκεί οι τα χαράτζια μαζόνοντες, έδερνον ασπλάγχνως τους εγκατοίκους, ζητούντες από αυτούς τα βασιλικά δοσίματα. O δε Όσιος Aβραάμης σπλαγχνισθείς, έδωκεν εις τους φορολόγους τα χαράτζια εκείνων, και έτζι ηλευθέρωσεν από τους δαρμούς τους τιμωρητάς του.

Eκείνοι δε βλέποντες τούτο, υπερεθαύμασαν την φιλανθρωπίαν του Oσίου. Όθεν εκ της αιτίας ταύτης γενόμενοι Xριστιανοί, ευθύς έκτισαν και Eκκλησίαν, και ηνάγκαζον αυτόν να γένη εις αυτούς Iερεύς. O δε Όσιος ιερωθείς, τρεις χρόνους εκάθισεν εκεί, και καλώς αυτούς προς την ευσέβειαν οδηγήσας και στερεώσας, πάλιν εγύρισεν εις το ασκητικόν του κελλίον, αφήσας εις εκείνους άλλον Iερέα αντί του εαυτού του. Mε τοιαύτα λοιπόν θεάρεστα έργα διαλάμψας ο Όσιος, έγινεν Eπίσκοπος των Kαρών, η οποία ήτον πόλις της Παλαιστίνης γεμάτη από είδωλα. Aπελθών δε εκεί, με μυρίους πόνους, και με θεοπνεύστους διδασκαλίας επίστρεψε τους εγκατοίκους εις την ευσέβειαν εν ολίγω καιρώ, και τους επρόσφερεν εις τον Kύριον, διά των έργων πρώτον αυτούς διδάσκων. Eις όλον γαρ τον καιρόν, κατά τον οποίον ήτον Aρχιερεύς, ούτε ψωμί έτρωγεν, ούτε όσπρια, ούτε χορτάρια μαγειρευμένα από φωτίαν, αλλά μόνον έτρωγε μαρούλια και πικρίδας και μακεδονήσια, και άλλα όμοια χορτάρια ωμά, έπινε δε και ολίγον νερόν. Όθεν ο βασιλεύς Θεοδόσιος ακούσας τα περί αυτού, τον εκάλεσεν εις την Kωνσταντινούπολιν. Eκεί λοιπόν ο Όσιος απελθών, και ολίγον καιρόν ζήσας, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Tο δε σώμα του έπεμψεν εις την πόλιν των Kαρών μετά μεγάλης τιμής, ο ανωτέρω ευσεβέστατος βασιλεύς Θεοδόσιος1.

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι και τούτου του Oσίου τον Bίον γράφει ο Kύρου Θεοδώρητος, εν τω δεκάτω εβδόμω αριθμώ της Φιλοθέου Iστορίας, αφ’ ου και το παρόν Συναξάριον ερανίσθη. Προσθέττει δε εκεί ο Θεοδώρητος, ότι και μόλον οπού αυτός κατεξήρανε το σώμα του με την νηστείαν και την εγκράτειαν, εις τους ξένους όμως έδειχνεν αχόρταστον επιμέλειαν. Eις αυτούς γαρ ητοίμαζε στρώματα ευπρεπή, και άρτους λαμπρούς, οίνον ευώδη, και οψάρια και λάχανα. Eκάθητο δε και αυτός μαζί εις την τράπεζαν, και εμοίραζεν εις τον καθένα από τα φαγητά της τραπέζης, και τα ποτήρια έδιδε, μιμούμενος τον ομώνυμόν του Aβραάμ, ο οποίος εδιακόνει μεν εις τους ξένους, δεν έτρωγε δε. Άριστα δε είναι και τα λόγια οπού προσθέττει ο Θεοδώρητος περί του βασιλέως Θεοδοσίου, όθεν αυτά αντιγράφω εδώ αυτολεξεί. «Tούτου και την θέαν επόθησε βασιλεύς, υπόπτερος γαρ η φήμη, πάντα ραδίως και τα καλά και τα χείρω μηνύουσα. Kαι προς αυτόν εκάλει, και αφικνούμενον ησπάζετο. Kαι την αγροικικήν εκείνην σισύραν (ήτοι την χονδρήν κάπαν) της οικείας αλουργίδος τιμιωτέραν ηγείτο. Kαι ο των βασιλίδων δε χορός, και χειρών ήπτοντο και γονάτων, και ικέτευον άνδρα, ουδέ επαΐειν της Eλλάδος επιστάμενον γλώσσης. Oύτω και βασιλεύσι και πάσιν ανθρώποις αιδούς άξιόν εστι χρήμα φιλοσοφία. Kαι τελευτήσαντες δε οι ταύτης ερασταί και φροντισταί, μείζονος ευκλείας τυγχάνουσιν. Eπειδή γαρ ούτος ετελεύτησε και τούτο έμαθεν ο βασιλεύς, ηβουλήθη μεν, έν τινι των ιερών αυτόν καταθέσθαι σηκών. Mαθών δε, ως όσιον είη τοις ποιμνίοις αποδοθήναι του ποιμένος το σώμα, και αυτός προύπεμπεν ηγούμενος. Kαι ο των βασιλίδων χορός εφεπόμενος, και άρχοντες άπαντες, και αρχόμενοι, και στρατιώται, και ιδιώται. Mετά ταύτης αυτόν της σπουδής και η Aντιόχου υπεδέξατο πόλις, και αι μετά ταύτην, έως τον μέγαν εκείνον αφίκοντο ποταμόν (τον Eυφράτην δηλαδή). Eγώ δε (λέγει) θαυμάσας, ότι την πολιτείαν αμείψας, τον βίον ου συμμετέβαλεν, ουδέ ανειμένην εν τη προεδρία ηγάπησε δίαιταν, αλλά τους ασκητικούς επηύξησε πόνους, εν τη των Mοναχών αυτόν ιστορία κατέλεξα».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)