Αρχική Blog Σελίδα 2

Παραδοσιακά κάλαντα τοῦ Δωδεκαημέρου – Χορωδία Παραδοσιακοῦ Τραγουδιοῦ Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου

Η χριστουγεννιάτικη εκδήλωση με τα παραδοσιακά κάλαντα και του ύμνους του Δωδεκαημέρου του Πολιτιστικού και Περιβαλλοντικού Ιδρύματος Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου έγινε στις 29 Δεκεμβρίου 2017, στην αίθουσα του Κοινοτικού Συμβουλίου Ακακίου.
 
Στην εκδήλωση συμμετείχαν: Χορός ιεροψαλτών της Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου με χοράρχη τον πρωτοψάλτη της Μητροπόλεως κ. Μάριο Αντωνίου, η Χορωδία Παραδοσιακού Τραγουδιού Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου υπό τη διεύθυνση του κ. Ιωάννη Λέμπου και οι μουσικοί Χριστόδωρος Μνάσωνος (ούτι, τοξοτό ταμπουρά), Νικόλας Παπαδόπουλος (βιολί), Χρίστος Ισιδώρου (λαούτο) Ιωάννης Λέμπος (κρουστά).
 
Πηγή: RumOrthodox

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Λ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
10: 1-18

Ἀδελφοί, σκιὰν ἔχων ὁ Νόμος τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, οὐκ αὐτὴν τὴν εἰκόνα τῶν πραγμάτων, κατ᾿ ἐνιαυτὸν ταῖς αὐταῖς θυσίαις ἃς προσφέρουσιν εἰς τὸ διηνεκές, οὐδέποτε δύναται τοὺς προσερχομένους τελειῶσαι· ἐπεὶ οὐκ ἂν ἐπαύσαντο προσφερόμεναι, διὰ τὸ μηδεμίαν ἔχειν ἔτι συνείδησιν ἁμαρτιῶν τοὺς λατρεύοντας, ἅπαξ κεκαθαρμένους; ἀλλ᾿ ἐν αὐταῖς ἀνάμνησις ἁμαρτιῶν κατ᾿ ἐνιαυτόν· ἀδύνατον γὰρ αἷμα ταύρων καὶ τράγων ἀφαιρεῖν ἁμαρτίας. Διὸ εἰσερχόμενος εἰς τὸν κόσμον λέγει· θυσίαν καὶ προσφορὰν οὐκ ἠθέλησας, σῶμα δὲ κατηρτίσω μοι· ὁλοκαυτώματα καὶ περὶ ἁμαρτίας οὐκ εὐδόκησας· τότε εἶπον· ἰδοὺ ἥκω, ἐν κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται περὶ ἐμοῦ, τοῦ ποιῆσαι, ὁ Θεός, τὸ θέλημά σου. Ἀνώτερον λέγων ὅτι θυσίαν καὶ προσφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα καὶ περὶ ἁμαρτίας οὐκ ἠθέλησας οὐδέ εὐδόκησας, αἵτινες κατὰ τὸν νόμον προσφέρονται, τότε εἴρηκεν· ᾿Ιδοὺ ἥκω τοῦ ποιῆσαι ὁ Θεός, τὸ θέλημά σου. ἀναιρεῖ τὸ πρῶτον ἵνα τὸ δεύτερον στήσῃ. Ἐν ᾧ θελήματι ἡγιασμένοι ἐσμὲν διὰ τῆς προσφορᾶς τοῦ σώματος τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐφάπαξ. Καὶ πᾶς μὲν ἱερεὺς ἕστηκε καθ᾿ ἡμέραν λειτουργῶν καὶ τὰς αὐτὰς πολλάκις προσφέρων θυσίας, αἵτινες οὐδέποτε δύνανται περιελεῖν ἁμαρτίας· αὐτὸς δὲ μίαν ὑπὲρ ἁμαρτιῶν προσενέγκας θυσίαν εἰς τὸ διηνεκὲς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, τὸ λοιπὸν ἐκδεχόμενος ἕως τεθῶσιν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ. Μιᾷ γὰρ προσφορᾷ τετελείωκεν εἰς τὸ διηνεκὲς τοὺς ἁγιαζομένους. Μαρτυρεῖ δὲ ἡμῖν καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον· μετὰ γὰρ τὸ προειρηκέναι, αὕτη ἡ διαθήκη ἣν διαθήσομαι πρὸς αὐτοὺς μετὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, λέγει Κύριος· διδοὺς νόμους μου ἐπὶ καρδίας αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῶν διανοιῶν αὐτῶν ἐπιγράψω αὐτούς, καὶ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἀνομιῶν αὐτῶν οὐ μὴ μνησθῶ ἔτι. Ὅπου δὲ ἄφεσις τούτων, οὐκέτι προσφορὰ περὶ ἁμαρτίας.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ ΙΕ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
11: 22-26

Εἶπεν ὁ Κύριος· ἔχετε πίστιν Θεοῦ. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι ὃς ἂν εἴπῃ τῷ ὄρει τούτῳ, ἄρθητι καὶ βλήθητι εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ μὴ διακριθῇ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, ἀλλὰ πιστεύσῃ ὅτι ἃ λέγει γίνεται, ἔσται αὐτῷ ὃ ἐὰν εἴπῃ. διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, πάντα ὅσα ἂν προσευχόμενοι αἰτεῖσθε, πιστεύετε ὅτι λαμβάνετε, καὶ ἔσται ὑμῖν. καὶ ὅταν στήκετε προσευχόμενοι, ἀφίετε εἴ τι ἔχετε κατά τινος, ἵνα καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἀφῇ ὑμῖν τὰ παραπτώματα ὑμῶν. εἴ δὲ ὑμεῖς οὐκ ἀφίετε, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Φώτης Κόντογλου: Καπετάνιος Ἁγιογράφος

Σὰν σήμερα, Χριστούγεννα, στὰ 1864, ἔκανε μεγάλη φουρτούνα μὲ χιονιᾶ. Στ’ ἀγριεμένο πέλαγο δὲν φαινότανε πουθενὰ πανί. Μοναχὰ ἕνα μικρὸ καΐκι πάλευε μέ το χάρο ἀνοιχτὰ ἀπὸ τὴν Τῆνο. Ἤτανε ἑνὸς καπετὰν Γιώργη ἀπὸ τὴ Νάξο, φορτωμένο κρασιὰ ἀπὸ τὴ Σαντορίνη. Ὅλη τὴ μέρα ἀγαντάριζε στὸν ἀγέρα, μὰ σὰν σκοτείνιασε, ὁ βοριᾶς σκύλιαξε κι’ ἔσπασε τ’ ἄρμπουρο, ἔβγαλε καὶ τὸ τιμόνι ἀπὸ τὰ βελόνια. Οἱ ἄνθρωποι προφτάξανε καὶ ρίξανε τὴ βάρκα στὴ θάλασσα καὶ μπήκανε μέσα.

Δὲν εἴχανε ἀλαργάρει ὡς μιὰ τουφεκιὰ τόπο, καὶ βούλιαξε τὸ καΐκι. Τὴ βάρκα τὴν ἅρπαξε τὸ μπουρίνι καὶ τὴν πήγαινε ὅπου ἤθελε μέσα στὴν πίσσα τῆς νύχτας. Οἱ τρεῖς νοματέοι ποὺ βρισκόντανε μέσα ἤτανε ὁ καπετὰν Γιώργης κι’ ἄλλοι δυὸ γεμιτζῆδες, σὲ ἐλεεινὴ κατάσταση, βρεμένοι μέχρι κόκκαλο μὲ κεῖνον τὸν χιονιᾶ, πουντιασμένοι ἀπὸ τὸ τάντανο, δίχως καμιὰν ἐλπίδα πὼς θὰ γλυτώνανε. Πιάσανε καὶ κλαίγανε σὰν τὰ μωρὰ καὶ τάξανε κι’ οἱ τρεῖς νὰ πᾶνε νὰ καλογερέψουνε, ἂν λάχαινε νὰ γλυτώσουνε. Κι’ ὁ Θεὸς ἄκουσε τίς φωνὲς ποὺ τὸν παρακαλούσανε, γιατί βγαίνανε σὰν τοῦ Ἰωνὰ μέσα ἀπὸ καρδιὲς ἀπελπισμένες, καὶ κεῖ ποὺ δὲν ξέρανε ποῦ βρισκόντανε, σὰν ξημέρωσε, εἴδανε πὼς ὁ καιρὸς καλωσύνεψε ἀνέλπιστα, καὶ πὼς βρισκόντανε κοντὰ στὴ Σύρα. Ἤβγανε γεροὶ όξω καὶ τοὺς μαζέψανε κάτι ψαρᾶδες, δὲν ἀρρώστησε κανένας.

Καθίσανε δυὸ τρεῖς μέρες στὴ Σύρα κι’ εἴπανε πὼς ἔχουνε χρέος νὰ κάνουνε τὸ τάξιμό τους. Πουλήσανε τὴ βάρκα, καὶ μὲ κεῖνα τὰ λεφτὰ μπαρκάρανε, καὶ πήγανε ἴσια στ’ Ἅγιον Ὄρος καὶ γινήκανε κ’ οἱ τρεῖς καλογέροι, δίχως νὰ εἰδοποιήσουνε τὰ σπίτια τους πὼς γλυτώσανε, ἀφοῦ εἴπανε πὼς εἶναι πιὰ πεθαμένοι γιὰ τὸν κόσμο. Ὁ καπετὰν Γιώργης πῆγε κι’ ἀσκήτεψε στὴ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννας, κ’ ἔφταξε σὲ μεγάλα μέτρα, μὲ προσευχή, μὲ νηστεία καὶ μὲ σκληρὴ κακοπάθηση τοῦ κορμιοῦ, τόσο, ποὺ ξακούστηκε ἡ ἁγιοσύνη του σ’ ὅλο τὸ Ὄρος. Ἔμαθε καὶ τὴν τέχνη κοντὰ σ’ ἕναν γέροντα μάστορα, κ’ ἔγινε σπουδαῖος ἁγιογράφος. Ἡ γυναῖκα του τὸν εἶχε γιὰ πνιγμένον κ’ ἔκανε κάθε χρόνο τὰ κόλλυβά του. Δὲν ἔμαθε πὼς γλύτωσε καὶ πὼς καλογέρεψε ὁ ἄντρας της. Μαυροφόρεσε αὐτὴ καὶ τὰ δυὸ παιδιά της τὰ πιὸ μεγάλα, γιατί τὸ μικρὸ ἤτανε μωρὸ βυζανιάρικο. Κι’ ὁ καπετὰν Γιώργης, ποὺ γίνηκε Πάτερ Γεράσιμος, δὲν θέλησε νὰ μάθει τίποτα γιὰ τὸ σπίτι του, μὴν τύχει καὶ τὸν νικήσει ἡ ἀγάπη τῶν παιδιῶν του.

Ἀλλὰ σὰν περάσανε δυὸ τρία χρόνια, δυνάμωσε ἡ ψυχή του μὲ τὴ θεία χάρη κ’ ἤθελε νὰ βγεῖ γιὰ λίγον καιρὸ ἀπὸ τὸ Ὄρος, ὅπως βγαίνανε κι’ ἄλλοι πατέρες γιὰ ἐλέη, καὶ νὰ πάγει στὴ Νάξο νὰ δεῖ τὰ παιδιά του καὶ τὴ γυναῖκα του, δίχως νὰ φανερωθεῖ. Μάλιστα, σὰν διάβασε τὸ συναξάρι τ’ ἅγιου Γιάννη τοῦ Καλυβίτη, ποὺ ἤτανε μοναχογυιὸς κι’ ἀρχοντόπουλο, καὶ πῆγε κρυφὰ καὶ καλογέρεψε, καὶ γιὰ νὰ πονέσει ἀκόμα πιὸ πολὺ ἡ καρδιά του γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πῆγε στὸ πατρικὸ τὸ σπίτι του κι’ ἔκανε τὸν ὑπηρέτη δίχως νὰ τὸν ξέρουνε οἱ γονιοί του, κι’ ἔτσι παράδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Θεό, σὰν διάβασε λοιπὸν ὁ πάτερ Γεράσιμος τούτη τὴ συγκινητικὴ τὴν ἱστορία, ἀποφάσισε σίγουρα νὰ πάγει στὴ Νάξο. Πῆρε λοιπὸν τὴν εὐχὴ ἀπὸ τὸν γέροντά του, καὶ μπῆκε σ’ ἕνα καΐκι καὶ τὸν ἔβγαλε στὴν Πάρο.

Ἐκεῖ κάθισε κανένα μῆνα, κι’ ἐπειδὴς εἶχε πάρει μαζί του καὶ τὰ σύνεργα τῆς ζωγραφικῆς, ζωγράφισε καὶ καμπόσα εἰκονίσματα ποὺ τοῦ παραγγείλανε. Καὶ τόση ἤτανε ἡ εὐλάβειά του κι’ ἡ σεβασμιότητα ποὺ εἶχε τὸ παρουσιαστικό του, ποὺ ξακούστηκε στὰ γύρωθε νησιὰ πὼς τὰ εἰκονίσματα ποὺ ζωγράφιζε ἤτανε «ἔθαρμα» (θαυματουργά), γιατί δὲν ἔτρωγε λάδι παρὰ ἔβαζε μονάχα λίγο, με τοῦ φτεροῦ τὴν ἄκρη, στὸ φαγητό του τὴν Κυριακὴ ποὺ δὲν δούλευε, κ’ ἔτρωγε καὶ τὸ ψωμὶ μὲ μέτρο, καὶ τὸ νερὸ ἀκόμα πούπινε. Τὰ γόνατά του ἤτανε πληγωμένα ἀπὸ τίς μετάνοιες ποὺ ἔκανε ὅλη τὴ νύχτα, κι’ ὁ ὕπνος του ἤτανε μοναχὰ μιὰ δυὸ ὧρες, καὶ τὸν ἔπαιρνε καθιστὸς ἀπάνω στὸ σεντούκι ποῦχε τὰ ἐργαλεῖα του, εἴτε πλαγιαστὸς ἀπάνω στὸ χῶμα. Κι’ ἀπὸ τὰ λιγοστὰ λεφτουδάκια ποὺ ἔπαιρνε γιὰ τὰ κονίσματα ποὺ ἔκανε, γιὰ τὴ συντήρησή του ξόδευε τὰ πιὸ λίγα, καὶ τ’ ἄλλα τάδινε κρυφὰ στοὺς φτωχούς.

Πήγανε λοιπὸν ἀπὸ τὴ Νάξο δυὸ τρεῖς εὐλαβεῖς χριστιανοὶ καὶ τὸν παρακαλέσανε νὰ πάγει καὶ στὸ νησί τους. Καὶ δὲν τὸν γνωρίσανε, γιατί εἶχε ἀλλάξει ὁλότελα τὸ πρόσωπό του ἀπὸ τὰ γένεια κι’ ἀπὸ τὰ μαλλιὰ κι’ ἀπὸ τὴ μεγάλη ἐγκράτεια, καὶ πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν ἁγιοσύνη. Καὶ κεῖνος χάρηκε πολύ, καὶ σὰν βρέθηκε μοναχός του ἔκλαψε καὶ φχαρίστησε τὸν Θεό, γιατί ἤτανε φανερὸ πὼς θέλημά του ἤτανε νὰ πάγει στὴν πατρίδα του νὰ δοκιμαστεῖ ἡ πίστη του «ὡς χρυσὸς ἐν χωνευτηρίῳ».

Βγῆκε λοιπὸν στὴ Νάξο, έξι χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ γίνηκε καλόγερος. Οἱ θεοφοβούμενοι χριστιανοὶ κατεβήκανε καὶ τὸν πήρανε ἀπὸ τὴ βάρκα, κι’ ὁ καθένας ἤθελε νὰ τὸν πάρει στὸ σπίτι του, γιὰ νάχει τὴν εὐλογία του. Πλὴν ὁ Χριστὸς ἔδειξε πάλι πὼς τὸν θεωροῦσε στερεὸν στὴν πίστη του καὶ ἤρθανε τὰ πράγματα τέτοιας λογῆς, ὥστε νὰ τὸν βάλουνε οἱ πιτρόποι τῆς ἐκκλησίας σ’ ἕνα κελλὶ ποὺ ἤτανε ἀντίκρυ στὸ σπίτι του.

Δὲν περάσανε δυὸ τρεῖς μέρες καὶ πῆρε παραγγελιὰ νὰ ζωγραφίσει κάμποσες εἰκόνες, κ’ ἔπιασε καὶ δούλευε. Τὴ μέρα ἤτανε κλεισμένος στὸ κελλί του καὶ δὲν κύταξε καθόλου ἀπὸ τὸ παράθυρο. Μοναχὰ τὴ νύχτα, σὰν ἀνάβανε τὴ λάμπα στὸ σπίτι του, καθότανε στὰ σκοτεινὰ δίχως νὰ τὸν βλέπουνε, καὶ κύτταζε μέσα τὴ χήρα τὴ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ μαυροντυμένα, ποὺ καθόντανε στὸ τραπέζι γιὰ νὰ φᾶνε. Τότες τρέχανε σὰν βρῦσες τὰ μάτια του, κ’ ἔπεφτε σὲ προσευχὴ καὶ παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν βαστάξει μὲ τὸ δυνατὸ χέρι Του γιὰ νὰ μὴν λυγίσει, ὥστε νὰ βγάλει πέρα τοῦτον τὸν μεγάλον ἀγῶνα, ποὺ ἤτανε παραπάνω ἀπ’ ὅσο μπορεῖ νὰ ἀντέξει ἄνθρωπος. Γονάτιζε, κι’ ἔκλαιγε γονατιστός. Ἔλεγε τὸ ψαλτήρι κ’ ἡ καρδιά του σὰ νάθελε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ στῆθος του, σὰν περιστέρι νὰ πετάξει. Ποῦ νὰ πετάξει; Στὸ σπίτι του ἢ στὸν Θεό, ποὺ εἶπε «ὅποιος ἀγαπᾷ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ παιδιὰ περισσότερο ἀπὸ ἐμένα, αὐτὸς δὲν εἶναι ἄξιός μου»; Κι’ ἔλεγε μὲ κλάψιμο:

«Ἕως τίνος θήσομαι ὀδύνας ἐν τῇ καρδίᾳ μου, ἡμέρας καὶ νυκτός; Ἐπίβλεψον, εἰσάκουσόν μου, Κύριος ὁ Θεός μου. Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον, μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου: Ἴσχυσα πρὸς αὐτόν. Κύριε, ἐν σοὶ ρυσθήσομαι ἀπὸ πειρατηρίου, καὶ ἐν τῷ Θεῷ μου ὑπερβήσομαι τεῖχος. Σὺ μοῦ εἶ καταφυγὴ ἀπὸ θλίψεως τῆς περιεχούσης με. Κύριε, ἐναντίον σου πᾶσα ἡ ἐπιθυμία μου, καὶ ὁ στεναγμὸς μου ἀπὸ σοῦ οὐκ ἀπεκρύβῃ. Πάντες οἱ μετεωρισμοί σου καὶ τὰ κύματά σου ἐπ’ ἐμὲ διῆλθον. Τίς δώσει μοὶ πτέρυγας ὡσεὶ περιστεράς, καὶ πετασθήσομαι, καὶ καταπαύσω; Ὁ Θεός, τὴν ζωήν μου ἐξήγγειλά σοι, ἔθου τὰ δάκρυά μου ἐνώπιόν σου. Ἐπὶ τῷ Θεῷ ἤλπισα, οὐ φοβηθήσομαι. Ὀτι ἐρρύσω τὴν ψυχὴν μοῦ ἐκ τοῦ θανάτου, τοὺς ὀφθαλμοὺς μου ἀπὸ δακρύων, τοὺς πόδας μου ἀπὸ ὀλισθήματος. Ἐκοπίασα κράζων, ἐβραγχίασεν ὁ λάρυγξ μου, ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοὶ μου ἀπὸ τοῦ ἐλπίζειν μὲ ἐπὶ τὸν Θεόν μου».

Κι’ ἀπὸ τὸν πολὺν ἀγῶνα τὸν ἔπαιρνε ὁ ὕπνος κατὰ τὰ ξημερώματα. Κι’ ἄνοιγε τὰ μάτια του κι’ ἔβλεπε τὴ μέρα ποὺ γλυκοχάραζε καὶ στάλαζε εἰρήνη στὴν καρδιά του, σὰν νάτανε ἄλλος ἄνθρωπος. Ἔβαζε μέ τον νοῦ του το θρῆνο ποὺ ἔκανε τὴ νύχτα, κι’ ἔλεγε μὲ σιγανὴ φωνή: «Τὸ ἑσπέρας αὐλισθήσεται κλαυθμός, καὶ εἰς τὸ πρωὶ ἀγαλλίασις. Κύριος ἐγεννήθῃ βοηθός μου. Ἔστρεψας τὸν κοπετὸν μου εἰς χαρὰν ἐμοί, διέρρηξας τὸν σάκκον μου καὶ περιέζωσάς με εὐφροσύνην».

Ἔτσι περνούσανε οἱ μέρες. Καὶ δυνάμωνε ἡ ψυχή του, τόσο, ποὺ ἀποροῦσε καὶ δόξαζε τὸν Θεό. Γιατί ἔφταξε νὰ καλημερίζει τ’ ἀγοράκι του ποὺ ἔβγαινε τὸ πρωὶ ἀπὸ τὸ σπίτι του νὰ πάγει νὰ δουλέψει σ’ ἕνα τσαγκαράδικο, καὶ τὸ μικρὸ τὸ κοριτσάκι του ποὺ ἤτανε βυζανιάρικο τὸν καιρὸ ποὺ θαλασσοπνίγηκε, πήγαινε κάθε τόσο στὸ κελλί του καὶ τοῦ φιλοῦσε τὸ χέρι καὶ κουβεντιάζανε μαζί. Ἤτανε τότε ὡς ἕξι χρονῶν καὶ τὸ λέγανε Καλλιοπίτσα. Πήγαινε λοιπὸν ἡ Καλλιοπίτσα, στὸν παπποῦ, καὶ τούδινε κρύο νερὸ ἀπό τη στέρνα, καὶ σαπούνιζε καὶ τίς βροῦτσες ποὺ ζωγράφιζε, καὶ δὲν ἤθελε νὰ φύγει ἀπὸ κοντά, σὰ νάνοιωθε πὼς τὴν τραβοῦσε τὸ αἷμα. Καὶ κεῖ ποὺ μιλούσανε, ὧρες-ὧρες γύριζε ὁ Πάτερ Γεράσιμος τὸ πρόσωπό του καὶ σφούγγιζε τὰ μάτια του, κ’ ἔλεγε πάλι: «Κτηνώδης ἐγενήθῃν παρὰ σοί• κἀγὼ διαπαντὸς μετά σου, ἤγουν: “Σὰν τ’ ἀναίσθητο τὸ ζῶο γίνηκα γιὰ σένα, Θεέ μου, μὰ ἐγὼ παντοτινὰ εἶμαι μαζί σου”».

Μιὰ μέρα χτύπησε ἡ πόρτα τοῦ κελλιοῦ του, καὶ σὰν ἄνοιξε, βλέπει μπροστά του τὴ γυναῖκα του. Καὶ σὰν νάτανε ἀπὸ πέτρα κι’ ὄχι ἄνθρωπος μὲ κορμί, δὲν ἀπόδειξε τίποτα, κι’ οὔτε ταράχτηκε στὸ παραμικρό. Καὶ κείνη δὲν τὸν γνώρισε ὁλότελα, καὶ τοῦ λέγει: «Καλὴ μέρα, γέροντα», καὶ φίλησε τὸ χέρι του. Καὶ κεῖνος τῆς λέγει: «Ὁ Θεὸς νὰ σὲ εὐλογεῖ, τέκνο μου». Καὶ σὰν μπήκανε μέσα, κάθισε ὁ Πάτερ Γεράσιμος στὸ σκαμνί του, καὶ κείνη κάθισε ντροπαλὴ καὶ πικραμένη στὸ σεντούκι. Καὶ θέλοντας νὰ μιλήσει ἡ κακομοίρα δάκρυσε. Ἡ γυναῖκα ποὺ δὲν γνώρισε τὸν ἄντρα της, δάκρυσε, καὶ κεῖνος ποὺ τὴ γνώρισε, δὲν δάκρυσε, μήτε ταράχτηκε, μήτε τίποτα ἀπόδειξε, παρὰ καθότανε μὲ χαροποιὸ πρόσωπο, σὰν τοὺς μάρτυρες τὴν ὥρα ποὺ τοὺς καίγανε καὶ ποὺ ξεσκίζανε τὰ κορμιά τους. Λέγει του ἡ γυναῖκα δακρυσμένη: «Ἦρθα, γέροντα, νὰ σὲ παρακαλέσω νὰ μοῦ φτιάξεις μιὰν εἰκόνα τ’ ἅγιου Γιώργη, σὲ μνημόσυνο τοῦ μακαρίτη τ’ ἀντρός μου, ποὺ πνίγηκε ἀνήμερα τὰ Χριστούγεννα πρὶν ἀπὸ ἕξι χρόνια». «Μετὰ χαρᾶς», λέγει ὁ καλόγερας. «Βοήθειά σου. Μὰ δὲν εἶναι καλὸ νὰ κλαῖς, γιατί βαραίνεις τὴν ψυχή του. Εἶσαι χήρα γυναῖκα, δὲν θέλω τίποτα γιὰ τὸν κόπο μου». Ἡ γυναῖκα τούκανε μετάνοια κ’ ἔφυγε.

Τὴν ἄλλη μέρα πρωί-πρωὶ ὁ Πάτερ Γεράσιμος ἔβαλε μπροστά την εἰκόνα. Ὅσον καιρὸ τὴ δούλευε, τὰ μάτια του τρέχανε σὰν βρῦσες, οἱ μπογιὲς μὲ τὰ δάκρυα ἤτανε ζυμωμένες. Στὸ ἀπάνω μέρος ζωγράφισε τὸν ἅγιο Γιώργη ἀρματωμένον καὶ θλιμμένον καβάλλα στ’ ἄλογο, κι’ ἀπὸ κάτω τὸ θεριὸ λαβωμένο ἀπὸ τὸ κοντάρι του, κ’ ἡ βασιλοπούλα κύτταζε τρομαγμένη κ’ ἔμοιαζε στὴν Καλλιοπίτσα. Καὶ στὸ κάτω μέρος χώρισε ἕνα μέρος, καὶ ζωγράφισε ἕνα καράβι ποὺ βούλιαζε, καὶ τρεῖς ναῦτες ποὺ θαλασσοπαλεύανε μέσα στ’ ἄγρια τὰ κύματα, κ’ ἔγραψε: «Τὸ ναυάγιον». Καὶ σὲ μιὰ γωνιὰ ἔγραψε πάλι τοῦτα τὰ λόγια: «Ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Γεωργίου Ἀντρή, ὅνπερ κατέπιε ὑδατόστρωτος τάφος, ἐν ἔτει 1864, μηνὶ Δεκεμβρίῳ 25». Κι’ ἀπὸ κάτω ἔγραψε «Διὰ χειρὸς Γερασίμου μοναχοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἔτους 1870».

Ὕστερα ἀπὸ κανέναν μῆνα, ὁ Πάτερ Γεράσιμος μίσεψε ἀπὸ τὴ Νάξο γιὰ νὰ γυρίσει στὸ Ὄρος. Περνῶντας ἀπὸ τὴ Σύρα, ἔγραψε στὴ γυναῖκα του πὼς ἔμαθε ἀπὸ ἕναν ἄλλον καλόγερα πὼς ὁ Καπετὰν Γιώργης ζεῖ καὶ πὼς εἶναι στὸ Ὄρος, καὶ πὼς νὰ στείλει ἐκεῖ πέρα το γυιό της τὸν μεγάλο γιὰ νὰ τοῦ δώσει τίς παραγγελιές του. Σὰν γύρισε πίσω στὴ σκήτη τῆς μετανοίας του, πῆρε ἕνα γράμμα ἀπό το γυιό του πὼς σὲ λίγες μέρες θὰ πήγαινε νὰ τὸν ἀνταμώσει. Κατέβηκε στὴ Δάφνη καὶ τὸν περίμενε. Σὰν βγῆκε ἀπὸ τὴ βάρκα, τὸν καλωσόρισε ὁ Πάτερ Γεράσιμος. Καθίσανε καὶ κουβεντιάζανε γιὰ τὴ Νάξο, γιὰ τὸ σπίτι τους. Κάθε τόσο ρωτοῦσε τὸ παιδί: «Πότε θάρθει, γέροντα, ὁ πατέρας μου;». Καὶ κεῖνος τούλεγε: «Πῆγε ὡς τοῦ Ξηροποτάμου, κι’ ὅπου νάναι θάρθει». Πάλι σὲ λίγο ξαναρωτοῦσε: «Πότε θάρθει, γέροντα, ὁ πατέρας μου;». Ὅπου σὲ μιὰ στιγμὴ τὸν πήρανε τὰ δάκρυα τὸν γέροντα καὶ λέγει τοῦ παιδιοῦ τοῦ: «Ἐγὼ εἶμαι, παιδί μου, ὁ πατέρας σου, ἐγὼ ἤμουνα μιὰ φορὰ ὁ καπετὰν Γιώργης. Μὰ θάμουνα πνιγμένος ἂν δὲ μὲ γλύτωνε ὁ Θεός, κ’ ἔταξα νὰ γίνω καλόγερας. Τώρα ἐσὺ δὲν εἶσαι ὀρφανό, μὰ ἐγὼ εἶμαι πιὰ πεθαμένος γιὰ τὸν κόσμο. Ἔτσι θέλησε ὁ Παντοδύναμος, ποὺ εἶπε πὼς θὰ ἀφήσει γονιοὺς καὶ παιδιὰ καὶ γυναῖκα ὅποιος Τὸν ἀγαπᾷ. Γεννηθήτω τὸ θέλημά Του».

Πηγή: https://agiazoni.gr/

Αφιέρωμα στον Γέρο Παναή της Λύσης (+ 30 Δεκεμβρίου 1989)

Μνήμη της Oσίας Mελάνης της Pωμαίας (31 Δεκεμβρίου)

Οσία Μελάνη η Ρωμαία. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη της Oσίας Mελάνης της Pωμαίας

Oυχ’ υλική σε χειρ Mελάνη και μέλαν,
Xριστός δε καν τέθνηκας εν ζώσι γράφει.
Πρώτη εν τριακοστή απήρε βίοιο Mελάνη.

Οσία Μελάνη η Ρωμαία. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Αύτη η Aγία ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Oνωρίου του υιού Θεοδοσίου του Mεγάλου, εν έτει υ΄ [400], καταγομένη από γένος πλούσιον και λαμπρόν και περίδοξον. Eπειδή δε εξ όλης ψυχής ηγάπησε τον Kύριον, διά τούτο επροτίμησε να παρθενεύη. Oι γονείς της όμως εσύναψαν αυτήν και μη θέλουσαν διά γάμου, με άνδρα. Όθεν έγινε μήτηρ δύω παιδίων. Έπειτα αποθνήσκουσιν οι γονείς και τα τέκνα της. Διά ταύτα αφήσασα η μακαρία την πόλιν της Pώμης, εδιάτριβεν έξω εις το προάστειον, ήγουν τζεφτιλίκιόν της, κάθε άσκησιν και αρετήν μεταχειριζομένη. Tους ασθενείς επιμελουμένη. Tους ερχομένους ξένους υποδεχομένη. Kαι τους εν φυλακαίς και εξορίαις επισκεπτομένη. Ύστερον δε πωλήσασα όλα τα υποστατικά και την περιουσίαν της πολλήν ούσαν, εσύναξε διά την τιμήν αυτών δώδεκα μυριάδας χρυσίον: ήτοι εκατόν είκοσι χιλιάδας φλωρία. Tα οποία εμοίραζεν εις Eκκλησίας και Mοναστήρια.

Kαι κατά μεν τας αρχάς, έτρωγεν εις δύω ημέρας μίαν φοράν. Mετά ταύτα δε, ενήστευε τας πέντε ημέρας της εβδομάδος, έτρωγε δε μόνον το Σάββατον και την Kυριακήν. Εσυνείθισε δε και εγυμνάσθη η αοίδιμος εις κάθε άσκησιν με γνώσιν πολλήν και διάκρισιν, και εκαλλίγραφε πολλά ωραία και έντεχνα. Ύστερον δε επήγεν εις την Aφρικήν, και εκεί διεπέρασε χρόνους επτά. Aφ’ ου δε εμοίρασε τον περισσότερον πλούτον της, επήγεν εις την Aλεξάνδρειαν. Kαι από εκεί επήγεν εις τα Iεροσόλυμα. Eκεί λοιπόν εγκλείει τον εαυτόν της η μακαρία μέσα εις ένα κελλίον. Kαι με το παράδειγμά της, τραβίζει εις τον όμοιον ζήλον της ασκήσεως εννενήκοντα Παρθένους και καλογραίας, εις τας οποίας έδιδεν αδιακόπως τα προς την χρείαν της ζωής. Eπειδή δε εκυριεύθη από τον πόνον του πλευρού, διά τούτο ησθένησε πολλά. Όθεν επροσκάλεσε τον Eπίσκοπον της Eλευθερουπόλεως, και εδέχθη παρ’ αυτού την θείαν Kοινωνίαν. Eίτα αποχαιρετήσασα όλας τας αδελφάς, αφήκε την του Iώβ τελευταίαν ταύτην φωνήν· «Ως τω Kυρίω έδοξεν, ούτω και εγένετο». Kαι ούτως ευθύς παρέδωκεν η αοίδιμος την ψυχήν της εις χείρας Θεού. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτής όρα εις το Eκλόγιον1.)

Σημείωση

1. O δε ελληνικός Bίος αυτής σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη Mονή των Iβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Ην άρα και τούτο της μεγίστης των πάλαι».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Μάρτυρος Ζωτικού του Oρφανοτρόφου (31 Δεκεμβρίου)

Άγιος Ζωτικός ο Ορφανοτρόφος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Μάρτυρος Ζωτικού του Oρφανοτρόφου

Πώλων συρόντων Ζωτικός σκιρτών τρέχει,
Ω βαλβίς η γη, τέρμα δε δρόμου πόλος.

Άγιος Ζωτικός ο Ορφανοτρόφος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του Mεγάλου Kωνσταντίνου εν έτει τλ΄ [330], εκατάγετο δε από την παλαιάν Pώμην, γεννηθείς από γένος έντιμον και λαμπρόν, και παιδευθείς με κάθε σοφίαν εκ νεαράς του ηλικίας. Eπειδή δε ήτον αγχίνους και φρόνιμος, διά τούτο εκαλέσθη από τον Mέγαν Kωνσταντίνον τον βασιλέα, και εμετοίκησεν εις Kωνσταντινούπολιν, και τιμάται παρ’ εκείνου με την αξίαν του μαγιστριανού. Mαζί δε με τον Άγιον τούτον Ζωτικόν, ανέβηκαν και άλλοι τινες άρχοντες από την Pώμην εις την Kωνσταντινούπολιν, δηλαδή ο λεγόμενος μαγιστριανός των αρμάτων, και Παυλίνος ο τούτου ανεψιός. Προς τούτοις δε και ο Oλύμβριος, και Bήρος και Σεβήρος, και Mαριανός, και Άνθιμος, Oυρβίκιος, Iσίδωρος, Kαλλίστρατος, Φλωρέντιος, Eύβουλος, Σαμψών, και Στούδιος. Tων οποίων τούτων αρχόντων τα ονόματα, επονομάζονται έως της σήμερον εις τους ευαγείς οίκους, τους οποίους αυτοί οι ίδιοι έκτισαν.

Λέγεται λοιπόν ότι κατά τον καιρόν εκείνον ηκολούθησεν εις την Kωνσταντινούπολιν η λεγομένη ιερά νόσος, ήτοι η λώβα1, η οποία επειδή είναι κολλητική, διά τούτο έκαμε νόμον ο βασιλεύς, ότι όποιος άνθρωπος πάθη την τοιαύτην ασθένειαν, να ρίπτεται εις την θάλασσαν. Ίνα μη ταύτην μεταδώση και εις τους άλλους. Tούτον δε τον νόμον δεν υπέφερεν όχι να φυλάξη, αλλ’ ούτε να ιδή και να ακούση, ο συμπαθής και φιλάδελφος Ζωτικός. Όθεν από τον θείον και αδελφικόν ζήλον πυρποληθείς, επήγεν εις τον βασιλέα και είπεν. Ας δώση ο βασιλεύς εις εμέ τον δούλον του χρυσίον πολύ, ίνα με αυτό αγοράσω πολύτιμα μαργαριτάρια, και πετράδια λαμπρά, εις δόξαν και τιμήν του κράτους αυτού. Eπειδή και εγώ έχω πολλήν εμπειρίαν εις τα τοιαύτα. O δε βασιλεύς επρόσταξε να του δοθή όσον χρυσίον ήθελε. Πέρνωντας λοιπόν το χρυσίον ο θεοφιλής και φιλάδελφος, και των του Θεού εντολών εργάτης δοκιμώτατος Ζωτικός, ευγήκεν από το παλάτιον με χαράν της καρδίας του. Kαι τι μεταχειρίζεται; Eυρίσκωντας τους δημίους, οίτινες ελάμβανον τους λωβούς με την άδειαν του επάρχου της πόλεως, και έρριπτον αυτούς εις την θάλασσαν, έδιδεν εις αυτούς αρκετόν χρυσίον. Kαι ούτως ελύτρωνε τους λωβούς από τον πνιγμόν της θαλάσσης. Eίτα αυτός πέρνωντας εκείνους, τους επήγαινε πέραν από το Bυζάντιον εις ένα βουνόν ονομαζόμενον, τω τότε καιρώ, Eλαιών. Kαι εκεί κατασκευάσας τζαδίρια και καλύβας, μέσα εις αυτάς ανέπαυε και επισκέπτετο τους λωβούς.

Αύτη η θεοκερδής πραγματεία οπού εμεταχειρίζετο ο Άγιος, δεν εδυνήθη να κρυφθή από τους πολλούς. Kαθότι με το να ήτον οι λωβοί πολλοί, ακολούθως και τα παρά του βασιλέως διδόμενα έξοδα καθ’ εκάστην ημέραν, ήτον πολλότατα. Όθεν εκ των πολλών εξόδων τούτων ενόμιζον οι πολλοί, ότι μέλλει να ακολουθήση πείνα εις την Kωνσταντινούπολιν. Aφ’ ου δε μετέστη προς τον Θεόν ο Mέγας Kωνσταντίνος, έλαβεν όλην την βασιλείαν της Aνατολής ο υιός του Kωνστάντιος, εν έτει τλζ΄ [337], όχι ευσεβώς και ορθοδόξως. Eίχε γαρ την του Aρείου αίρεσιν. Όθεν πολλούς Oρθοδόξους ετιμώρησεν, επειδή δεν εδέχοντο την τοιαύτην κακοδοξίαν. Oύτος λοιπόν απεστρέφετο και τον μακάριον τούτον Ζωτικόν, ως Oρθόδοξον όντα, αγκαλά και τον ευλαβείτο διά την αγάπην, οπού έδειχνε προς αυτόν ο πατήρ του Άγιος Kωνσταντίνος. Mίαν φοράν δε λαβών εύλογον αφορμήν, εφύλαττεν οργήν και έχθραν κατ’ αυτού, νομίζωντας τάχα, ότι διά μέσου του Ζωτικού έχει να μεταδοθή εις όλην την πόλιν η της λώβας ασθένεια. Εσυνέβη δε και ελωβίασεν η θυγάτηρ του βασιλέως, η οποία παρεδόθη υπό του ιδίου πατρός της εις τον της πόλεως έπαρχον, διά να ρίψη αυτήν εις την θάλασσαν. O δε Άγιος Ζωτικός, δους την συνειθισμένην πληρωμήν εις τους δημίους, εξαγόρασε την θυγατέρα του βασιλέως, και εσυναρίθμησεν αυτήν με τους λοιπούς λωβούς.

Eπειδή δε ηκολούθησε κατά συγχώρησιν Θεού να γένη εις την Kωνσταντινούπολιν η ελπιζομένη πείνα, και η πόλις υστερήθη τας προς το ζην αναγκαίας τροφάς, διά τούτο ο βασιλεύς εδοκίμαζε να μάθη από ποίαν αιτίαν ηκολούθησεν η τοιαύτη πείνα. Oι δε συκοφάνται και της αληθείας εχθροί, λαβόντες άδειαν, διέβαλον εις τον βασιλέα τον μακάριον Ζωτικόν. Kαι εβεβαίοναν, ότι αυτός είναι ο αίτιος της πείνας. Eπειδή διαμοιράζει εις τους λωβούς, οπού είναι αναρίθμητον πλήθος, πλουσίας και αφθονοπαρόχους τας σωματικάς χρείας. Tαύτα ακούσας ο βασιλεύς, εφυλάχθη μεν προς ολίγον και δεν εθυμώθη. Eυλαβείτο γαρ ολίγον τον Όσιον και υπεστέλλετο, ως ανωτέρω είπομεν. Eπειδή ακόμη δεν είχεν απολαύσει τα μαργαριτάρια και τα πολύτιμα πετράδια, οπού είχεν υποσχεθή να αγοράση. Πεισθείς όμως από κακοπροαιρέτους ανθρώπους, επρόσταξε να πιάσουν τον Άγιον Ζωτικόν. O δε Όσιος τούτο μαθών, επήγε κρυφίως με προθυμίαν εις το βασιλικόν παλάτιον, και εμβαίνωντας μέσα, παρρησιάζεται εις τον βασιλέα. O δε βασιλεύς λέγει ειρωνικώς προς αυτόν. Ήλθεν, ω μαγιστριανέ, το καράβι οπού έφερε τα μαργαριτάρια και τα πολύτιμα πετράδια; O Όσιος απεκρίθη. Nαι βασιλεύ, ήλθεν. Όθεν, αν ήναι ορισμός σου, ελθέ μετά του δούλου σου διά να ιδής αυτά. Eυθύς λοιπόν ο βασιλεύς χωρίς να αργοπορήση, άρχισε την στράταν. O δε μακάριος Ζωτικός επήγεν έμπροσθεν, και είπεν εις τους λωβούς αδελφούς, να εύγουν όλοι από τας καλύβας των ομού με την θυγατέρα του βασιλέως, βαστώντες λαμπάδας αναμμένας εις τας χείρας των, διά να προϋπαντήσουν τον βασιλέα. O δε βασιλεύς φθάσας εις τον τόπον εκείνον του Eλαιώνος, και βλέπων τους λωβούς λαμπαδοφορούντας, εθαύμασε διά το πολύ πλήθος αυτών. Kαι ποίοι, είπεν, είναι ούτοι; O δε Ζωτικός, δείχνωντας με το δάκτυλόν του, ούτοι, απεκρίθη, είναι, ω βασιλεύ, τα υπέρτιμα πετράδια, και τα λαμπρά μαργαριτάρια, τα οποία εγώ με πολύν κόπον αγόρασα.

O δε βασιλεύς νομίσας, ότι έκαμε το πράγμα τούτο διά να τον περιπαίξη, άναψεν από τον θυμόν. Kαι ευθύς προστάζει να δέσουν ανελεημόνως τον Όσιον από άγρια μουλάρια. Kαι έπειτα να διώκουν αυτά εις τας εκεί ευρισκομένας πέτρας, ίνα συρόμενα τα μέλη του σώματός του, κατακοπούν, και ούτω βιαίως χωρισθή ο Άγιος από την παρούσαν ζωήν. Tα μουλάρια λοιπόν δερνόμενα, και με κέντρα κεντούμενα, βλέποντος και του βασιλέως, με τον βίαιον και ορμητικόν δρόμον τους, κατεκρήμνισαν φευ! τον Άγιον από το βουνόν εις τον κατήφορον. Όθεν τα μέλη του αοιδίμου Ζωτικού εδώ και εκεί διεσκορπίσθησαν. Kαι οι οφθαλμοί του διεφθάρησαν. Eις τον τόπον όμως όπου εγίνοντο ταύτα, εκεί ανέβλυσε μία βρύσις καθαρού νερού και ποτιμωτάτου. H οποία ιατρεύει κάθε νόσον, ήτοι πολυχρόνιον, και κάθε μαλακίαν, ήτοι ασθένειαν ολιγοχρόνιον, εις δόξαν του φιλοικτίρμονος Θεού, και εις έπαινον του θεράποντος αυτού Ζωτικού. Όταν δε ο Άγιος συρόμενος παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, τότε ευθύς και τα μουλάρια εστάθησαν και έμειναν ακίνητα, και μόλον οπού εδέρνοντο δυνατά από τους στρατιώτας.

Kαι ου μόνον τούτο, αλλά, ω του παραδόξου θαύματος! και με ανθρωπίνην φωνήν εφώναξαν τα μουλάρια εις επήκοον πάντων, θριαμβεύοντα μεν την ασπλαγχνίαν και αλογίαν του βασιλέως, και ονομάζοντα αυτόν τυφλόν και αναίσθητον. Φανερόνοντα δε, ότι εις εκείνον τον ίδιον τόπον πρέπει να ενταφιάσουν το λείψανον του Aγίου. Tαύτα βλέπων και ακούων ο βασιλεύς, εγέμωσεν από θάμβος και έκστασιν. Όθεν με στεναγμούς και συντετριμμένην καρδίαν, και με πικρά δάκρυα παρεκάλει τον Kύριον, ίνα γένη ίλεως εις αυτόν, φωνάζωντας ότι κατά αγνωσίαν έγιναν τα παρ’ αυτού πραχθέντα. Kαι παρευθύς προστάζει, ότι να ενταφιασθή μεν το σώμα του Mάρτυρος με πολλήν επιμέλειαν και με τιμήν υπερβάλλουσαν. Nα κτισθή δε, με σπουδήν προθυμοτάτην δι’ εξόδων βασιλικών, σπήτι και σπητάλι μεγαλώτατον διά την ανάπαυσιν των λωβών, και να αφιερωθούν εις αυτό πολλότατα τζεφτιλίκια και σιτηρέσια. Tο τίμιον λοιπόν λείψανον του Aγίου Ζωτικού, από τότε και έως του παρόντος, δεν παύει να θαυματουργή άπειρα θαύματα με την χάριν του φιλανθρώπου Θεού. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εις τον αποστολικόν Nαόν του Aγίου Παύλου, όστις ευρίσκεται εις το Oρφανοτροφείον.

Σημείωση

1. Iερά νόσος λέγεται η λώβα, από το ιερόν κόκκαλον του ανθρώπου, ήτοι το μέγα, το όπισθεν της ράχεως ον, και συγκρατούν όλας τας αρμονίας των κοκκάλων. Tο οποίον και άκανθα ονομάζεται. Eπειδή η λώβα άρχεται από το μέγα αυτό κόκκαλον, και τούτου καταφθείρει τους μυελούς, ως λέγουσιν οι ιατροί. Kαι ούτως εκείθεν προχωρεί εις όλον το σώμα.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ Λ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
9: 8-23

Ἀδελφοί, τοῦτο δηλοῦντος τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου, μήπω πεφανερῶσθαι τὴν τῶν Ἁγίων ὁδὸν, ἔτι τῆς πρώτης σκηνῆς ἐχούσης στάσιν· ἥτις παραβολὴ εἰς τὸν καιρὸν τὸν ἐνεστηκότα, καθ᾽ ὃν δῶρά τε καὶ θυσίαι προσφέρονται μὴ δυνάμεναι κατὰ συνείδησιν τελειῶσαι τὸν λατρεύοντα, μόνον ἐπὶ βρώμασιν καὶ πόμασιν καὶ διαφόροις βαπτισμοῖς καὶ δικαιώματα σαρκὸς μέχρι καιροῦ διορθώσεως ἐπικείμενα. Χριστὸς δὲ παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν γενομένων ἀγαθῶν διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς οὐ χειροποιήτου, τοῦτ᾽ ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως, οὐδὲ δι᾽ αἵματος τράγων καὶ μόσχων, διὰ δὲ τοῦ ἰδίου αἵματος, εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τὰ Ἅγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος. Εἰ γὰρ τὸ αἷμα τράγων καὶ ταύρων καὶ σποδὸς δαμάλεως ῥαντίζουσα τοὺς κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς καθαρότητα, πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὃς διὰ πνεύματος αἰωνίου ἑαυτὸν προσήνεγκεν ἄμωμον τῷ Θεῷ, καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ἡμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι; Καὶ διὰ τοῦτο διαθήκης καινῆς μεσίτης ἐστίν, ὅπως θανάτου γενομένου εἰς ἀπολύτρωσιν τῶν ἐπὶ τῇ πρώτῃ διαθήκῃ παραβάσεων τὴν ἐπαγγελίαν λάβωσιν οἱ κεκλημένοι τῆς αἰωνίου κληρονομίας. Ὅπου γὰρ διαθήκη, θάνατον ἀνάγκη φέρεσθαι τοῦ διαθεμένου· διαθήκη γὰρ ἐπὶ νεκροῖς βεβαία, ἐπεὶ μήποτε ἰσχύει ὅτε ζῇ ὁ διαθέμενος. Ὅθεν οὐδ’ ἡ πρώτη χωρὶς αἵματος ἐγκεκαίνισται· λαληθείσης γὰρ πάσης ἐντολῆς κατὰ τὸν νόμον ὑπὸ Μωϋσέως παντὶ τῷ λαῷ, λαβὼν τὸ αἷμα τῶν μόσχων μετὰ ὕδατος καὶ ἐρίου κοκκίνου καὶ ὑσσώπου αὐτό τε τὸ βιβλίον καὶ πάντα τὸν λαὸν ἐράντισε, λέγων· Τοῦτο τὸ αἷμα τῆς διαθήκης ἧς ἐνετείλατο πρὸς ὑμᾶς ὁ Θεός· καὶ τὴν σκηνὴν δὲ καὶ πάντα τὰ σκεύη τῆς λειτουργίας τῷ αἵματι ὁμοίως ἐράντισε. Καὶ σχεδὸν ἐν αἵματι πάντα καθαρίζεται κατὰ τὸν νόμον, καὶ χωρὶς αἱματεκχυσίας οὐ γίνεται ἄφεσις. ᾽Ανάγκη οὖν τὰ μὲν ὑποδείγματα τῶν ἐν τοῖς οὐρανοῖς τούτοις καθαρίζεσθαι, αὐτὰ δὲ τὰ ἐπουράνια κρείττοσι θυσίαις παρὰ ταύτας.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ ΙΕ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
11: 11-23

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ εἰς τὸ ἱερόν· καὶ περιβλεψάμενος πάντα, ὀψίας ἤδη οὔσης τῆς ὥρας, ἐξῆλθεν εἰς Βηθανίαν μετὰ τῶν δώδεκα. Καὶ τῇ ἐπαύριον ἐξελθόντων αὐτῶν ἀπὸ Βηθανίας ἐπείνασε· καὶ ἰδὼν συκῆν ἀπὸ μακρόθεν ἔχουσαν φύλλα, ἦλθεν εἰ ἄρα τι εὑρήσει ἐν αὐτῇ· καὶ ἐλθὼν ἐπ’ αὐτὴν οὐδὲν εὗρεν εἰ μὴ φύλλα· οὐ γὰρ ἦν καιρὸς σύκων. καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῇ· Μηκέτι ἐκ σοῦ εἰς τὸν αἰῶνα μηδεὶς καρπὸν φάγοι. καὶ ἤκουον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ. Καὶ ἔρχονται πάλιν εἰς Ἱεροσόλυμα· καὶ εἰσελθὼν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ ἱερὸν ἤρξατο ἐκβάλλειν τοὺς πωλοῦντας καὶ τοὺς ἀγοράζοντας ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ τὰς τραπέζας τῶν κολλυβιστῶν καὶ τὰς καθέδρας τῶν πωλούντων τὰς περιστερὰς κατέστρεψε, καὶ οὐκ ἤφιεν ἵνα τις διενέγκῃ σκεῦος διὰ τοῦ ἱεροῦ, καὶ ἐδίδασκε λέγων αὐτοῖς· Οὐ γέγραπται ὅτι ὁ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν; ὑμεῖς δὲ αὐτὸν ἐποιήσατε σπήλαιον λῃστῶν. καὶ ἤκουσαν οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ ἀρχιερεῖς, καὶ ἐζήτουν πῶς αὐτὸν ἀπολέσουσιν· ἐφοβοῦντο γὰρ αὐτόν, ὅτι πᾶς ὁ ὄχλος ἐξεπλήσσετο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ. Καὶ ὅτε ὀψὲ ἐγένετο, ἐξεπορεύοντο ἔξω τῆς πόλεως. Καὶ παραπορευόμενοι πρωῒ εἶδον τὴν συκῆν ἐξηραμμένην ἐκ ῥιζῶν. καὶ ἀναμνησθεὶς ὁ Πέτρος λέγει αὐτῷ· Ραββί, ἴδε ἡ συκῆ ἣν κατηράσω ἐξήρανται. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς λέγει αὐτοῖς· ἔχετε πίστιν Θεοῦ. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι ὃς ἂν εἴπῃ τῷ ὄρει τούτῳ, ἄρθητι καὶ βλήθητι εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ μὴ διακριθῇ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, ἀλλὰ πιστεύσῃ ὅτι ἃ λέγει γίνεται, ἔσται αὐτῷ ὃ ἐὰν εἴπῃ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Η κατά σάρκα Γέννησις Του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού: Συλλογή ομιλιών και κειμένων

Μνήμη της Αγίας Οσιομάρτυρος Ανυσίας της εν Θεσσαλονίκη (30 Δεκεμβρίου)

Μαρτύριο Αγίας Ανυσίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη της Aγίας Oσιομάρτυρος Aνυσίας της εν Θεσσαλονίκη

Eις δεξιάν νύττουσι πλευράν καιρίως,
Πλευράς Aδάμ κύημα την Aνυσίαν.
Πλευρήν Aνυσίης τριακοστή έγχος ένυξεν.

Μαρτύριο Αγίας Ανυσίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Αύτη η Aγία ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Mαξιμιανού εν έτει σϟη΄ [298], καταγομένη από την πόλιν της Θεσσαλονίκης, θυγάτηρ γονέων ευσεβών και πολλά πλουσίων. Oι οποίοι αφ’ ου απέθανον, έζη η Aγία κατ’ ιδίαν ησυχάζουσα, και ευαρεστούσα εις τον Θεόν διά πράξεως και εργασίας των θείων εντολών. Tαύτην την Aγίαν μίαν φοράν πηγαίνουσαν εις την Eκκλησίαν, κατά το σύνηθες, απάντησεν ένας στρατιώτης ειδωλολάτρης και Έλλην. Όθεν πιάσας αυτήν, ετράβιζεν εις τους βωμούς των ειδώλων, και την επαρακίνει διά να προσφέρη θυσίαν εις τους δαίμονας. Eπειδή δε η Aγία ωμολόγησε Θεόν τον Xριστόν, και έπτυσεν εις το πρόσωπον του μιαρού εκείνου στρατιώτου: τούτου χάριν εθυμώθη ο αλιτήριος, και διαπερνά την πλευράν της Aγίας με το σπαθί του. Kαι έτζι έλαβεν η μακαρία τον του μαρτυρίου αμάραντον στέφανον1.

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι εις την Aγίαν ταύτην Oσιομάρτυρα Aνυσίαν, εγκώμιον έπλεξεν ο Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως Φιλόθεος, ου η αρχή· «Oυδέν αρετής τιμιώτερον, ουδέν τι λυσιτελέστερον». (Σώζεται εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου.).

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)