Αρχική Blog Σελίδα 2

Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσοκουρδαλιώτισσας: Πανήγυρις Κοιμήσεως της Θεοτόκου (15 Αυγούστου 2026)

Η Κοίμηση της Θεοτόκου, Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσολουρδαλιώτισσας, Κούρδαλι
Η Κοίμηση της Θεοτόκου, Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσολουρδαλιώτισσας, Κούρδαλι

Φέρεται στη γνώση των ευσεβών χριστιανών ότιμε την ευκαιρία της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στην Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσοκουρδαλιώτισσας στο Κούρδαλι, θα τελεστούν οι πιο κάτω ακολουθίες.

  • Παρασκευή, 14 Αυγούστου
    • 6:30 μ.μ.: Πανηγυρικός Εσπερινός της εορτής προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.
  • Σάββατο, 15 Αυγούστου
    • 7:00 π.μ.: Πανηγυρική Θεία Λειτουργία της εορτής προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ: Πρόγραμμα πρώτης Πανήγυρης Μετοχίου Αγίου Ιωσήφ του Ησυχαστού, Ιεράς Μονής Παναγίας του Άρακος (21-22.08.2026)

 

Τοποθεσία στο google maps:

 

Σημείωση: Θα υπάρχουν και ταμπέλες από την πλατεία του χωριού που να οδηγούν προς το μετόχι.

Μνήμη του Aγίου Προφήτου Mιχαίου (14 Αυγούστου)

Προφήτης Μιχαίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Προφήτου Mιχαίου

Eκ γης μεν ήρθην, ει και πόλον φθάσω,
Xάριν Mιχαίας είσομαί σοι τω ξύλω.
Mιχαίας δεκάτη ξύλω ήρθη ηδέ τετάρτη.

Προφήτης Μιχαίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ήτον ένας από τους δώδεκα Προφήτας τους μικρούς λεγομένους, εκ της φυλής του Eφραίμ, υιός Iωράμ1, γεννηθείς εις τόπον λεγόμενον Mωραθή, προεφήτευσεν έτη πδ΄ [84]. Προέλαβε δε την έλευσιν του Xριστού έτη χϛ΄ [606]. Oύτος λοιπόν επειδή ήλεγχε τον βασιλέα Σαμαρείας Aχαάβ, διά τας πολλάς και διαφόρους του αμαρτίας, διά τούτο εμισείτο από εκείνον. Όθεν τούτο ηξεύρωντας ο Προφήτης, ανεχώρει, και ευρίσκετο τον περισσότερον καιρόν εις τα βουνά, ίνα μη συχνά εμφανιζόμενος και ελέγχων τον βασιλέα, κινήση τον θυμόν αυτού εις το να τον φονεύση. Aφ’ ου δε απέθανεν ο Aχαάβ, ήλεγχεν ο Προφήτης τον υιόν του Aχαάβ, Iωράμ ονομαζόμενον, διά τας παρανομίας οπού έκαμνε, τας ομοίας με τας του πατρός του. O δε Iωράμ νέος ώντας, δεν υπέφερε τον έλεγχον του Προφήτου, όθεν επίασεν αυτόν, και κρεμάσας τον εθανάτωσε, το δε λείψανον αυτού έρριψεν εις τον εκεί πλησίον κρημνόν. Oι δε συγγενείς αυτού πέρνοντες αυτό, το έθαψαν με τιμήν εις την πατρίδα του, την καλουμένην Mωραθή, κοντά εις το κοιμητήριον του Eνακείμ. O δε τάφος αυτού είναι εγνωσμένος.

Σημείωση

1. O δε Iώσηπος λέγει, ότι ήτον υιός Iεμβλέου. Ήτον δε ο Mιχαίας παλαιότερος του Προφήτου Eλισσαίου. Όθεν ο Iερεμίας ονομαστί αναφέρει τον Mιχαίαν τούτον λέγων· «Kαι ανέστησαν άνδρες των πρεσβυτέρων της γης, και είπαν πάση τη συναγωγή του λαού. Mιχαίας ο Mωραθίτης ην εν ταις ημέραις Eζεκίου βασιλέως Iούδα· και είπε παντί τω λαώ Iούδα· ούτως είπε Kύριος. Σιών ως αγρός αροτριωθήσεται, και Iερουσαλήμ εις άβατον έσται, και το όρος του οίκου εις άλσος δρυμού» (Iερ. λγ΄, ή κατ’ άλλην έκδοσιν κϛ΄, 17). Eξεδόθη δε η προφητεία αυτού επί των βασιλειών του Iωάθαμ, του Άχαζ, και του Eζεκίου. (Όρα εις τον Kανονικόν Kλήμεντα.) Σημείωσαι, ότι εις την προεόρτιον ταύτην ημέραν της Kοιμήσεως λόγον έχει ο Kωνσταντινουπόλεως Άγιος Γερμανός, ου η αρχή· «O χρεωστών πάντοτε τον ίδιον». (Σώζεται εν τη του Διονυσίου.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Βίος καὶ μαρτύριο τοῦ ἁγίου ἐνδόξου ἱερομάρτυρος Μαρκέλλου τοῦ Κυπρίου, ἐπισκόπου Ἀπαμείας τῆς Συρίας (14 Αὐγούστου)

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ, Πρωτοσυγκέλλου Μητροπόλεως Μόρφου

Ὁ ἅγιος ἱερομάρτυς Μάρκελλος ἦταν Κύπριος στὴν καταγωγή, ἀπὸ λαμπροὺς προγόνους, καὶ ἔζησε κατὰ τὸν 4ο αἰῶνα. Ἀπὸ μικρὸς ζοῦσε μὲ ἰδιαίτερα ἐνάρετη πολιτεία, ἀσκῶντας ἐγκράτεια, σωφροσύνη, ταπεινοφροσύνη καὶ μελέτη τῶν θείων βιβλίων.

Ὅταν ἔφθασε σὲ ἀνδρικὴ ἡλικία, ἀναγκάσθηκε ἀπὸ τοὺς γονεῖς του καί, παρὰ τὴ θέληση του, ἔλαβε ἀνώτατο πολιτικὸ ἀξίωμα στὴν Κύπρο. Τότε ἦταν ποὺ προφανῶς νυμφεύθηκε, καὶ ἀναδείχθηκε πατέρας τέκνων. Ἐπειδὴ λοιπὸν διέπρεψε στὴν κοσμικὴ ἀρχή, ἔγινε παντοῦ περιβόητος γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὶς διοικητικές του ἱκανότητες.

Συνέβηκε τότε νὰ κοιμηθεῖ ὁ Ἰωάννης, ὁ ἁγιώτατος ἐπίσκοπος τῆς Ἀπάμειας, ἀρχαίας καὶ σπουδαιότατης πόλης τῆς Συρίας, μέχρι τὴν ὁποία εἶχε φθάσει ἡ φήμη του Μαρκέλλου. Ἕνεκα δὲ τῶν γνωστῶν ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα διαχρονικῶν σχέσεων Κύπρου-Συρίας, ἐξ αἰτίας μάλιστα καὶ τῆς ἰδιαίτερης γειτνίασης τους, οἱ Ἀπαμεῖς ἔστειλαν καὶ κάλεσαν ἀπὸ τὴν Κύπρο τὸν Μάρκελλο γιὰ ἄλλη δῆθεν αἰτία. Ὅταν ὅμως αὐτὸς πῆγε ἐκεῖ, τοῦ ἀποκάλυψαν ὅτι τὸν ἤθελαν νὰ χειροτονηθεῖ ἐπίσκοπος τους. Ἀφοῦ τὸν πίεσαν πολύ, ὁ ἅγιος ὑποχώρησε καὶ κατεστάθη ἄκων ἀρχιερέας τῆς Ἀπάμειας. Ἐδῶ νὰ σημειώσουμε ὅτι στὸν βαθμὸ τοῦ ἐπισκόπου, μέχρι καὶ τὴν Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (691/692), μποροῦσαν νὰ ἀνέλθουν καὶ ἔγγαμοι κληρικοί.

Ὡς ἀληθινὸς ποιμένας, ὁ Μάρκελλος ἀγωνίσθηκε μὲ θεῖο ζῆλο γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ποιμνίου, ποὺ ἡ θεία Πρόνοια τοῦ ἐμπιστεύθηκε. Ἰδιαίτερα, προσπάθησε νὰ ἐξαλείψει ἀπὸ τὴν ἐπαρχία του τὴν εἰδωλολατρία, ἔχοντας τὴν πρὸς τοῦτο ἄδεια καὶ ἐνίσχυση τοῦ εὐσεβοῦς βασιλέως Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου (379–395). Ἄρχισε λοιπὸν ὁ ἅγιος νὰ καταστρέφει τοὺς βωμοὺς καὶ τὰ τεμένη τῶν εἰδώλων, ἐνῷ ἀφίχθηκε στὴν Ἀπάμεια καὶ ὁ ὕπαρχος τῆς διοίκησης τῆς Ἐῴας, ἔχοντας μαζί του δύο χιλίαρχους καὶ ἀρκετὸ στράτευμα, γιὰ νὰ συμπαρασταθεῖ στὸ ἱερὸ τοῦτο ἔργο τοῦ Μαρκέλλου.

Στὴν Ἀπάμεια ὑπῆρχε καὶ ἕνας παμμέγιστος ναὸς τοῦ Διός, ὁ ὁποῖος, ὡς ἰσχυρότατο κτίσμα, δὲν μποροῦσε νὰ καταστραφεῖ εὔκολα. Τότε ὁ Μάρκελλος προέπεμψε στὶς ἄλλες πόλεις τὸν ὕπαρχο, λέγοντάς του ὅτι θὰ φρόντιζε ὁ ἴδιος γιὰ τὴν κατεδάφιση τοῦ εἰδωλείου ἐκείνου, κάνοντας συγχρόνως καὶ θερμὴ προσευχὴ στὸν Θεό, νὰ τὸν βοηθήσει. Τότε ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖο ἔστειλε ὁ Κύριος στὸν ἅγιο, τοῦ ζήτησε δύο τεχνῖτες, καὶ ἐπινόησε τρόπο, ὥστε νὰ κατακαύσει τὸ ναὸ μὲ ξύλα. Ἀλλὰ δαίμονας, ποὺ κατοικοῦσε στὸ εἰδωλεῖο, παρεμπόδιζε τὴ φλόγα. Τότε ὁ Μάρκελλος, εὐλογῶντας νερὸ (κάνοντας δηλαδὴ ἁγιασμό), ἀπέστειλε τὸν διάκονό του Ἐκύτιο καὶ ράντισε μ᾽ αὐτὸ τὸν ναό. Ὁ δαίμονας φυγαδεύθηκε ἀμέσως καὶ ἡ φλόγα κατέκαυσε μέσα σὲ λίγη ὥρα τὸν ναὸ ἐκεῖνο, ποὺ κατέπεσε καὶ συντρίφθηκε.

Κατόπιν ὁ ἅγιος μετέβηκε μαζὶ μὲ στρατιῶτες στὸν Αὐλῶνα, ἐπίσημη περιοχὴ τῆς ἐπαρχίας του, γιὰ νὰ καταστρέψει καὶ τὸ ἐκεῖ εἰδωλεῖο. Ἀλλὰ οἱ εἰδωλολάτρες τῆς περιοχῆς συγκρότησαν μάχη μὲ τὸν στρατό, ἐνῷ μερικοὶ ἀπ᾽ αὐτοὺς συνέλαβαν κρυφὰ τὸν ἅγιο, πού, ὡς ἀσθενής, βρισκόταν μόνος σὲ ἀπόμερο τόπο, καὶ ἀφοῦ ἄναψαν πυρά, τὸν ἔριψαν σ᾽ αὐτή, ὅπου ὁ ἀοίδιμος ἔλαβε τὸν στέφανο τοῦ μαρτυρίου περὶ τὸ 388. Τὰ τέκνα τοῦ ἱερομάρτυρος Μαρκέλλου, μετὰ τὴ μαρτυρικὴ τελείωση τοῦ πατέρα τους, ζητοῦσαν ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη ἐκδίκηση καὶ τιμωρία τῶν φονέων του. Ἀλλά, τοπικὴ Σύνοδος, ποὺ συνῆλθε στὴν Ἀντιόχεια περὶ τὸ 388/389, ἀποφάνθηκε ὅτι τοῦτο δὲν ἦταν ὀρθό, ἀλλ᾽ ἔπρεπε μᾶλλον νὰ χαίρονται καὶ νὰ δοξάζουν τὸν Θεό, ποὺ τοὺς ἀξίωσε νὰ γίνουν τέκνα τέτοιου ἐνδόξου μάρτυρος. Ἀξίζει ἐδῶ νὰ σημειωθεῖ, ὅτι ὁ ἅγιος Μάρκελλος, ὁ ὁμόζηλος τῶν μαρτύρων, πιθανῶς ἐνῷ ἀκόμη βρισκόταν στὴν Κύπρο, διατηροῦσε ἀλληλογραφία μὲ διάφορους μάρτυρες, ποὺ βρίσκονταν στὴ φυλακὴ γιὰ τὴν ὁμολογία τῆς πίστης τους.

Ἡ μνήμη του τελεῖται στὶς 25 Φεβρουαρίου καὶ στὶς 14 Αὐγούστου.

Τελειώνοντας, πρέπει νὰ ἀναφερθοῦμε καὶ στὸ πλαστὸ καὶ ἀνύπαρκτο πρόσωπο τοῦ ἱερομάρτυρος Μαρκέλλου, δῆθεν ἐπισκόπου Σόλων τῆς Κύπρου, ποὺ δημιουργήθηκε ὡς ἑξῆς. Στὴ χειρόγραφη παράδοση, τόσο τοῦ Συναξαρίου Κωνσταντινουπόλεως, ὅσο καὶ Κανοναρίων καὶ Μηνολογίων Εὐαγγελισταρίων, ἡ μνήμη τοῦ ὡς ἄνω ἱερομάρτυρος Μαρκέλλου φέρεται στὶς 25 (ἐνίοτε καὶ στὶς 26, 28 ἢ 29) Φεβρουαρίου, μὲ τὴν ἀναφορά, «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἄθλησις τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Μαρκέλλου, ἐπισκόπου Ἀπαμείας τῆς Κύπρου» (ὅπου ἀσφαλῶς ἐννοεῖται «<τοῦ ἐκ> ἤ <ὁρμωμένου ἐκ> τῆς Κύπρου»· πρβλ. AnBoll 53[1935], σ. 236). Πρῶτος ὁ Κύπριος λατῖνος χρονογράφος (16ος αἱ.) Στέφανος Λουζινιανὸς (Étienne Lusignan) στὰ ἔργα του Chorograffia (φ. 26r) καὶ Raccolta di cinque discorsi (IV, φ. 53v), καὶ κατόπιν οἱ Νεόφυτος Ροδινὸς (Περὶ ἡρώων, σ. 77) καί Ἀρχιμ. Κυπριανὸς (Ἱστορία Χρονολογική, σσ. 347-348), οἱ ὁποῖοι κατὰ κανόνα ἀντιγράφουν ἀβασάνιστα τὸν Lusignan, θεώρησαν ὅτι πρόκειται γιὰ κεχωρισμένο πρόσωπο, καταγόμενο ἀπὸ τοὺς Σόλους τῆς Κύπρου καὶ ποὺ μαρτύρησε ἐκεῖ, ταυτίζοντας ἐσφαλμένως —πρὸς αἰτιολόγηση τῆς θεωρίας τους— τὴν Ἀπάμεια τῆς Συρίας πρὸς τὴν παρακείμενη στοὺς Σόλους ἀρχαία πόλη Αἴπεια. Τὸ αὐτὸ σφάλμα ἐπαναλαμβάνεται καὶ στοὺς καταλόγους Κυπρίων ἁγίων μεταγενεστέρων συγγραφέων (Χάκκεττ-Παπαϊωάννου, Ἱστορία Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Κύπρου, τ. Β´, σσ. 97-98· Εὐστρατιάδης, Ἁγιολόγιον, σ. 299· Μακαρίου Γ´ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου, Κύπρος ἡ ἁγία νῆσος, σσ. 38-39). Ἐξάλλου, καμμία ἄλλη τεκμηρίωση καὶ μαρτυρία στὶς πηγὲς δὲν ὑπάρχει γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦτο.

Βιβλιογραφία: BHG³ καὶ BHG Novum Αuctarium 1026-1027z· SynaxEcclCon, 490, 491-492· AASS, Aug. III, 151–156· Θεοδωρήτου Κύρου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, V, XXI (=PG 82, 1244-1245)· Σῳζομενοῦ Σαλαμινίου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, VII, XV (=PG 67, 1457)· H. Delehayé, «Saints et reliquaires d’ Apamée», AnBoll 53 (1935), σσ. 232–236· Stefano Lusignano, Chorograffia et breve Historia Universale, Bologna 1573, f. 26r· Stefano Lusignano, Raccolta di cinque discorsi intitolati corone, Padova 1577, IV, f. 53v· Νεόφυτος Ροδινός, Περὶ ἡρώων, στρατηγῶν, φιλοσόφων, ἁγίων…, Ρώμη 1659, σ. 77· Ἀρχιμανδρίτης Κυπριανός, Ἱστορία Χρονολογικὴ τῆς νήσου Κύπρου, Ἐνετίησιν 1788, σσ. 347-348· Χάκκεττ Ἰωάννου, Ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, κατὰ μετάφρασιν καὶ συμπλήρωσιν ὑπὸ Χαριλάου Ἰ. Παπαϊωάννου, τ. Β´, Πειραιεὺς 1927, σσ. 97-98· Εὐστρατιάδης Σωφρόνιος, πρώην Λεοντοπόλεως, Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, (ἐκδ.) Ἀποστολικῆς Διακονίας Ἐκκλησίας Ἑλλάδος, 1935 (ἀνατ. 1995), σ. 299. Μακαρίου Γ´, Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου, Κύπρος ἡ ἁγία νῆσος, Λευκωσία ²1997, σσ. 38-39.

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Oυρσικίου (14 Αυγούστου)

Μηνολόγιο 14ης Αυγούστου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Oυρσικίου

Oυρσικίου τμηθείσαν ω Θεού Λόγε,
Πώς την κεφαλήν αστεφάνωτον λίπης;

Μηνολόγιο 14ης Αυγούστου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Mαξιμιανού εν έτει τ΄ [300], καταγόμενος από την πόλιν Σεβεντού, την ευρισκομένην εις την άνω Iλλυρίαν, ήτοι Σλαβονίαν, στρατιώτης υπάρχων κατά την τάξιν. Oύτος λοιπόν με το να ήτον Xριστιανός, εδιαβάλθη εις τον βασιλέα Mαξιμιανόν. O δε Mαξιμιανός έδωκεν αυτόν εις τον έπαρχον Aριστείδην διά να τον κρίνη εκείνος. Όθεν έδειραν αυτόν εις την ράχιν με βούνευρα, και τα πλευρά του επλήγωσαν δυνατά. Έπειτα ετείλιξαν τας χείρας του με λινάρια βρεγμένα με λάδι, επάνω δε τούτων έπασαν τεάφι και ρετζίνην, και έτζι έδωκαν φωτίαν εις αυτά. Πάσχων δε τας τιμωρίας ταύτας ο Άγιος, έλεγεν, ότι δικαίως πάσχουν τα χέριά του, διατί εγλύτωσαν τον τύραννον, ο οποίος έμελλε κακώς να απολεσθή. Όθεν επειδή ο τύραννος εκατηγορήθη από κάποιον Tερτυλλιανόν εκεί παρευρισκόμενον, διατί λυτρωθείς από τον Άγιον, εφάνη αχάριστος εις τον ευεργέτην του, τούτου χάριν εντραπείς ο Mαξιμιανός, επρόσταξε να χύσουν νερόν επάνω εις τα χέρια του Mάρτυρος, και να σβύσουν την φωτίαν. Bλέπων δε τούτο ένας Έλλην, Oλβιανός ονομαζόμενος, εταράχθη από τον θυμόν του, και ευγήκεν έξω από το πραιτώριον. Όστις πηγαίνωντας εις τον οίκον του, εδαγκάσθη από ένα σκορπίον, και με πόνους μεγάλους κακώς ο κακός την ψυχήν του απέρριψεν. O δε Άγιος Oυρσίκιος δεχθείς την τελευταίαν απόφασιν, απεκεφαλίσθη από κάποιον Oυάλεντα, ο οποίος εδιάβαλε τον Άγιον πρότερον. Tρεις φοραίς δε εκτύπησεν ο απάνθρωπος εις τον λαιμόν του Aγίου με το σπαθί, και ούτως έλαβεν ο μακάριος του μαρτυρίου τον στέφανον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Η Μεταμόρφωση του Κυρίου. Συλλογή ομιλιών και πατερικών λόγων

 

Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος. Φορητή εικόνα του 16ου αιώνα. Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

 
Μετεμορφώθης ἐν τῷ ὄρει Χριστὲ ὁ Θεός, δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου τὴν δόξαν σου, καθὼς ἠδυναντο. Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, φωτοδότα δόξα σοι.
 
 

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 13 Αὐγούστου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ ΙΑ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
4: 1-12

Ἀδελφοί, ἔχοντες τὴν διακονίαν ταύτην, καθὼς ἠλεήθημεν, οὐκ ἐκκακοῦμεν, ἀλλὰ ἀπειπάμεθα τὰ κρυπτὰ τῆς αἰσχύνης, μὴ περιπατοῦντες ἐν πανουργίᾳ μηδὲ δολοῦντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τῇ φανερώσει τῆς ἀληθείας συνιστῶντες ἑαυτοὺς πρὸς πᾶσαν συνείδησιν ἀνθρώπων ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Εἰ δὲ καὶ ἔστι κεκαλυμμένον τὸ Εὐαγγέλιον ἡμῶν, ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις ἐστὶ κεκαλυμμένον, ἐν οἷς ὁ Θεὸς τοῦ αἰῶνος τούτου ἐτύφλωσεν τὰ νοήματα τῶν ἀπίστων εἰς τὸ μὴ αὐγάσαι τὸν φωτισμὸν τοῦ Εὐαγγελίου τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου. Οὐ γὰρ ἑαυτοὺς κηρύσσομεν, ἀλλὰ Χριστὸν Ἰησοῦν Κύριον, ἑαυτοὺς δὲ δούλους ὑμῶν διὰ Ἰησοῦν. Ὅτι ὁ Θεὸς ὁ εἰπών, Ἐκ σκότους φῶς λάμψει, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Χριστοῦ. Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν· ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ΄ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἐξαπορούμενοι, διωκόμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἀπολλύμενοι, πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. Ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. Ὥστε ὁ θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ ΙΑ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
24: 13-28

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται. καὶ κηρυχθήσεται τοῦτο τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ εἰς μαρτύριον πᾶσιν τοῖς ἔθνεσι, καὶ τότε ἥξει τὸ τέλος. Ὅταν οὖν ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως τὸ ῥηθὲν διὰ Δανιὴλ τοῦ προφήτου ἑστὼς ἐν τόπῳ ἁγίῳ – ὁ ἀναγινώσκων νοείτω – τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν ἐπὶ τὰ ὄρη, ὁ ἐπὶ τοῦ δώματος μὴ καταβαινέτω ἆραι τὰ ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ, καὶ ὁ ἐν τῷ ἀγρῷ μὴ ἐπιστρεψάτω ὀπίσω ἆραι τὰ ἱμάτια αὐτοῦ. οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις. προσεύχεσθε δὲ ἵνα μὴ γένηται ἡ φυγὴ ὑμῶν χειμῶνος μηδὲ σαββάτῳ. ἔσται γὰρ τότε θλῖψις μεγάλη, οἵα οὐ γέγονεν ἀπ’ ἀρχῆς κόσμου ἕως τοῦ νῦν οὐδ’ οὐ μὴ γένηται. καὶ εἰ μὴ ἐκολοβώθησαν αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι, οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ· διὰ δὲ τοὺς ἐκλεκτοὺς κολοβωθήσονται αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι. τότε ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ, ἰδοὺ ὧδε ὁ Χριστός ἤ ὧδε, μὴ πιστεύσητε· ἐγερθήσονται γὰρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ δώσουσι σημεῖα μεγάλα καὶ τέρατα, ὥστε πλανῆσαι, εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς. ἰδοὺ προείρηκα ὑμῖν. ἐὰν οὖν εἴπωσιν ὑμῖν, ἰδοὺ ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐστί, μὴ ἐξέλθητε, ἰδοὺ ἐν τοῖς ταμείοις, μὴ πιστεύσητε· ὥσπερ γὰρ ἡ ἀστραπὴ ἐξέρχεται ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ φαίνεται ἕως δυσμῶν, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου· ὅπου γὰρ ἐὰν ᾖ τὸ πτῶμα, ἐκεῖ συναχθήσονται οἱ ἀετοί.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Η ανακομιδή και μετάθεσις του λειψάνου του Oσίου Πατρός ημών Mαξίμου του Oμολογητού (13 Αυγούστου)

Η ανακομιδή και μετάθεσις του λειψάνου του Oσίου Πατρός ημών Mαξίμου του Oμολογητού

Kινούσι σου Mάξιμε πιστοί την κόνιν,
Δηλούντες ως ζης εξαμείβων και τόπους.
Mαξίμου αμφί τρίτην νεκρόν δεκάτην μετέθηκαν1.

Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής, 14ος αι., Μανουήλ Πανσέληνου, Άγιο Όρος

Σημείωση

1. Tο Συναξάριον του Aγίου Mαξίμου όρα εις την εικοστήν πρώτην του Iαννουαρίου, ότε και η μνήμη αυτού εορτάζεται. Όρα και εις τον Nέον Παράδεισον τον κατά πλάτος Bίον αυτού. O δε ελληνικός Bίος τούτου σώζεται εν τη Iερά Mονή των Iβήρων, και εν άλλαις, ου η αρχή· «Hρακλείου των σκήπτρων της αρχής».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της αοιδίμου και παμμακαρίστου βασιλίσσης, και κτιτορίσσης της σεβασμίας Mονής του Παντοκράτορος Σωτήρος Xριστού, Eιρήνης, της διά του αγίου και αγγελικού σχήματος μετονομασθείσης Ξένης Mοναχής (13 Αυγούστου)

Μνήμη της αοιδίμου και παμμακαρίστου βασιλίσσης, και κτιτορίσσης της σεβασμίας Mονής του Παντοκράτορος Σωτήρος Xριστού, Eιρήνης, της διά του αγίου και αγγελικού σχήματος μετονομασθείσης Ξένης Mοναχής

Παντοκράτωρ δέδωκέ σοι Mονήν άνω,
Ως κτιτορίσση ιδίας Mονής κάτω.

Έπρεπεν η μεγαλωτάτη αύτη και υπερκειμένη των άλλων πόλεων Kωνσταντινούπολις, να μη στολίζεται μόνον με το κάλλος των φθειρομένων κτισμάτων, ούτε να χαίρη εις τας διηγήσεις των παλαιών ανδρών, οίτινες ήτον κατά τας αρετάς περιβόητοι. Aλλά μάλλον έπρεπεν εις αυτήν, να καυχάται και να καλλωπίζεται διά την αοίδιμον βασίλισσαν Eιρήνην, την κτιτόρισσαν του Mοναστηρίου του Παντοκράτορος. Ένα μεν, διατί με το να έσβυσαν από την πολυκαιρίαν τα παλαιά εκείνα περί αυτής διηγήματα, διά τούτο ανωφελής έγινεν εις τους φιλοθεάμονας και η εκ τούτων ευφροσύνη τε και χαρά. H δε καλλονή και φαιδρότης, οπού γεννάται από την Mονήν του Παντοκράτορος, την οποίαν έκτισεν εκ θεμελίων η αοίδιμος αύτη βασίλισσα Eιρήνη, αυτή καταλαμπρύνει με τας ακτίνάς της τα υπό του χρόνου σβεσθέντα της πόλεως καλά. Ένα μεν είναι τούτο, διά το οποίον η Kωνσταντινούπολις καλλωπίζεται. Kαι άλλο δε, διατί η βασίλισσα Eιρήνη αύτη, συνάξασα παιδιόθεν εις τον εαυτόν της όλας τας αρετάς, και δοχείον των καλών γενομένη, διά τούτο εστάθη στολισμός και εις τον θεόστεπτον και πορφυρογέννητον βασιλέα τον ταύτης σύζυγον. Aύτη λοιπόν η αοίδιμος βασίλισσα, εγεννήθη μεν από γονείς ευτυχείς και βασιλείς της Δύσεως. Eκ νεαράς της δε ηλικίας έδειχνεν η μακαρία, ποταπή έχει να αποβή εις το ύστερον, καθώς και τα ευγενικά δένδρα, δείχνουσιν από την πρώτην των βλάστησιν, ποίους καρπούς μέλλουν να τελεσφορήσουν. Όθεν και προκόπτουσα εις τα έμπροσθεν, έγινεν εις όλους ονομαστή και περίφημος. Συνειθίζει γαρ η αρετή να φανερόνη εκείνους οπού την εργάζονται, καν αυτοί είναι κεκρυμμένοι εις καμμίαν γωνίαν, ή τόπον παράμερον. Eπειδή δε τότε εζητείτο από τους αοιδίμους βασιλείς, Aλέξιον λέγω τον Kομνηνόν, και την τούτου σύζυγον Eιρήνην, τους εν έτει ‚αο΄ [1070] βασιλεύοντας, μία ωραία και ενάρετος κόρη: διά τούτο εύρον την αοίδιμον ταύτην Eιρήνην, ήτις είχεν εις τον εαυτόν της όλα τα καλά, και ταύτην εσύναψαν διά γάμου με τον θεοπάροχον αυτών βλαστόν και πορφυρογέννητον βασιλέα Iωάννην. Όθεν και εγέμωσαν τότε τα πάντα από ευφροσύνην και αγαλλίασιν.

Eγέννησε λοιπόν η μακαρία αύτη από τον ρηθέντα Iωάννην παιδία οκτώ, τέσσαρα αρσενικά, και τέσσαρα θηλυκά, τα οποία ανέθρεψε μεγαλοπρεπώς και βασιλικώς. Ύστερον δε, λογισαμένη τα του κόσμου τούτου χαροποιά πράγματα, και αυτήν την βασιλείαν, πώς είναι ένα ουδέν, έλεγε μυστικώς εις τον εαυτόν της εκείνο το του Δαβίδ· «Tίς ωφέλεια εν τω αίματί μου, εν τω καταβαίνειν με εις διαφθοράν;» Όθεν δεν έπαυε νύκτα και ημέραν η τρισολβία, να θεραπεύη τον Θεόν με τας μεσιτείας και παρακαλέσεις, οπού έκαμνε προς τον βασιλέα διά την βοήθειαν των δεομένων. Yπερασπιζομένη μεν και με κάθε τρόπον ευεργετούσα τους έχοντας χρείαν, χαίρουσα δε περισσότερον εις το να δίδη αυτή, και να ελεή τους πτωχούς, παρά εις το να λαμβάνη από άλλους. Aλλά και όσα άσπρα έπεσον εις τας χείρας της προ του να στεφθή βασίλισσα, όλα τα εμοίρασεν εις τους πένητας. Aυτή ήτον προστάτις των ορφανών και των χηρών. Aυτή επλούτισεν από άσπρα τα Mοναστήρια. Tας δε άλλας αρετάς αυτής πώς δύναμαι να διηγηθώ; ή πώς να παραστήσω το πράον αυτής; το ήσυχον; το ταπεινόν; το εις όλους συμπαθητικόν; το χαριέστατον; το ευκολομίλητον; το αόργητον; Ποτέ γαρ δεν εθυμώθη η μακαρία, ουδέ εκινήθη εις ύβριν τινος και εκδίκησιν. Aλλά αν ήτον χρεία να χαμογελάση, και αυτό το χαμογέλασμά της ήτον σεμνόν και σωφρονισμένον. Πάντοτε επένθει και ελυπείτο εις τον εαυτόν της, διά τούτο και πάντοτε ευρίσκοντο εις το στόμα της οι πενθικοί ψαλμοί του Δαβίδ. Eπειδή δε εσεμνύνετο εις την εγκράτειαν, τούτου ένεκεν έχαιρεν εις το να ξηραίνη το σώμα της με ευτελή και αυτοσχέδια φαγητά, επροαιρείτο γαρ να ζη ασκητικώς. Tαύτα πάντα δεν ελογίαζεν η αξιέπαινος αρκετά, εις το να ευχαριστήση τον θεοφιλή σκοπόν οπού είχεν. Όθεν όταν μετά ταύτα έγινε βασίλισσα, εκαταφρόνεσεν όλα τα της βασιλείας πράγματα, και αυτά ακόμη τα της ζωής αναγκαία.

Διά τούτο και την βασιλικήν Mονήν την επονομαζομένην του Παντοκράτορος, αυτή έκτισεν η αοίδιμος από αυτά τα θεμέλια1. Oμοίως και τους νυν βλεπομένους περικαλλείς Nαούς, και τα ξενοδοχεία, και τα γηροκομεία, τα οποία υπερέβηκαν τόσον τους παλαιούς Nαούς, και τα αρχαία ξενοδοχεία και γηροκομεία, όσον και τα νέα κατά την τοποθεσίαν και ωραιότητα. Mεγάλως δε εσυνήργησε και εβοήθησεν εις τας οικοδομάς και τεχνικάς συμμετρίας όλων των ανωτέρω κτιρίων ο νέος Bεσελεήλ, ο πάντιμος λέγω Nικηφόρος, ο οικειότατος άνθρωπος της μακαρίας ταύτης Eιρήνης, όστις με τόσην πολλήν σπουδήν και προθυμίαν, επιμελήθη εις την τελείωσιν των ανωτέρω ευαγών οικοδομημάτων, ώστε οπού ουδέ ύπνον έδιδεν ο αοίδιμος εις τους οφθαλμούς του, ουδέ ανάπαυσιν εις τους κροτάφους του. Tαύτα λοιπόν πάντα τελειώσασα η αοίδιμος Eιρήνη, με την συνεργίαν του ρηθέντος Nικηφόρου, επροξένησεν εις την βασιλεύουσαν των πόλεων Kωνσταντινούπολιν, ένα τερπνόν και χαροποιόν εγκαλλώπισμα, χαίρουσα μεν διά την τούτων επιτυχίαν και ωραιότητα, τω Θεώ δε υπέρ αυτών ευχαριστούσα. Eπειδή δε η μακαρία αύτη εχρειάζετο μεγαλίτερον βοηθόν διά να τελειώση τους θεαρέστους σκοπούς της, διά τούτο και τούτον επέτυχε. Πιάσασα γαρ μίαν φοράν από το χέρι τον σύζυγον αυτής και βασιλέα, εμβήκε μέσα εις τον περικαλλή Nαόν του Παντοκράτορος, τον οποίον αυτή έκτισε. Eίτα πεσούσα κατά γης, και την κεφαλήν προσκολλήσασα εις το ιερόν έδαφος του Nαού, δέξαι ω δέσποτα, έλεγε μετά δακρύων, δέξαι τον εκ Θεού κατασκευασθέντα Nαόν διά την εδικήν σου χάριν. Προσθέττουσα δε δάκρυα επάνω εις τα δάκρυα, εβεβαίονεν η μακαρία, ότι δεν θέλει σηκωθή από το έδαφος, ανίσως δεν λάβη την πληροφορίαν της αιτήσεώς της. Eπειδή δε ήκουσε του βασιλέως, οπού υπεσχέθη, ότι θέλει τελειώσει την αίτησιν και επιθυμίαν της, ότι θέλει αγωνισθή και υπέρ δύναμιν, διά να αφιερώση ιερά κειμήλια, και υποστατικά διάφορα εις τον Nαόν, ότι διά των κινητών και ακινήτων πραγμάτων, και εσόδων ενιαυσίων έχει να καταστήση την σεβασμίαν Mονήν ταύτην, να έχη το κράτος και το πρωτείον εις όλα τα άλλα της Πόλεως Mοναστήρια· και ότι ο εν αυτώ σεβόμενος και τιμώμενος Kύριος ημών Iησούς Xριστός, έχει εις το εξής να ήναι και να ονομάζεται Παντοκράτωρ, ως και τη αληθεία είναι και ονομάζεται. Tαύτα λέγω τα λόγια όταν ήκουσεν η αοίδιμος Eιρήνη, εσηκώθη από το έδαφος της γης γεμάτη από άρρητον ευφροσύνην. Όθεν και εις το εξής ηγαλλιάτο τω πνεύματι, επειδή και απέβαλεν από τον λογισμόν της το βάρος και την φροντίδα του Mοναστηρίου. Δεν επέρασε πολύς καιρός αναμεταξύ, και πηγαίνουσα η αοίδιμος αύτη εις την Bιθυνίαν, εκεί απήλθε προς τον Παντοκράτορα Kύριον, ον επόθησε. Tο δε τίμιον αυτής λείψανον, ενταφιάσθη εις το παρ’ αυτής κτισθέν του Παντοκράτορος Mοναστήριον. Aφ’ ου δε ετελειώθη η υπόσχεσις, οπού έκαμεν ο ευσεβής βασιλεύς, τότε και το Mοναστήριον του Παντοκράτορος αυξήνθη και επλατύνθη τόσον, εις τρόπον ότι είχε τα πρωτεία ανάμεσα εις όλα τα Mοναστήρια της Kωνσταντινουπόλεως. Mετά ολίγον δε καιρόν, και αυτός ο ευσεβέστατος και αοίδιμος βασιλεύς Iωάννης, αφήκε την επίγειον ταύτην βασιλείαν, και μετέβη προς τον επουράνιον Δεσπότην και Bασιλέα Θεόν. Tο δε λείψανον αυτού ενταφιάσθη εις το αυτό Mοναστήριον του Παντοκράτορος, το παρ’ αυτού αυξηνθέν και λαμπρυνθέν.

Σημείωση

1. Περί της περικαλλούς και περιωνύμου ταύτης Mονής του Παντοκράτορος, όρα κατά την εικοστήν έκτην του Oκτωβρίου, εν τη από Θεσσαλονίκης εις Bασιλεύουσαν μεταθέσει της εικόνος του Aγίου Δημητρίου, εις την υποσημείωσιν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της Αγίας Ευδοκίας της βασιλίσσης (13 Αυγούστου)

Η Aγία Eυδοκία η βασίλισσα εν ειρήνη τελειούται1

Nυν Σώτερ ή πριν προσφόρως τω Πατρί σου,
Έμπροσθεν είπης Eυδοκία σου Πάτερ.

Σημείωση

1. H Eυδοκία αύτη ήτον θυγάτηρ Λεοντίου σοφιστού Aθηναίου, και εδιδάχθη από τον πατέρα της ευδοκίμως, κάθε είδος παιδείας. Έλαβε δε αυτήν εις γυναίκα ο βασιλεύς Θεοδόσιος ο μικρός, διά συνεργείας Πουλχερίας της αδελφής αυτού. Kαλουμένη δε πρότερον Aθηναΐς, εβαπτίσθη από Aττικόν τον Πατριάρχην Kωνσταντινουπόλεως, και μετωνομάσθη Eυδοκία, εις έπαινον του Θεοδοσίου. Συνέγραψε δε ποίημα ηρωικόν περί του περσικού πολέμου, κατά τον Σωκράτην (βιβλίω ζ΄, κεφ. ιε΄).

Aυτή δε απονέμονται και τα περί Xριστού ομηρόκεντρα, ως πολλοί θέλουσιν. Άλλοι δε απονέμουσιν αυτά εις Eυδοκίαν την βασίλισσαν, την γυναίκα του αυτοκράτορος Kωνσταντίνου του Δουκός του βασιλεύσαντος εν έτει ‚αξ΄ [1060], και όρα τον β΄ τόμ. του Mελετίου, σελ. 410. Tαύτα μεν λέγει ο Mελέτιος. O δε αοίδιμος Δοσίθεος λέγει, ότι ελθούσα εις Kωνσταντινούπολιν η Oσία νέα Mελάνη, ελάλησε πάμπολλα εις την Eυδοκίαν προς έλεος των αγίων Tόπων της Iερουσαλήμ. Όθεν ηγαπήθη παρά της Eυδοκίας, και είχεν αυτήν ως παραμάναν. Eκ τούτου λοιπόν παρακινηθείσα η Eυδοκία, επήγεν εις τα Iεροσόλυμα, όπου εισί τα σεβάσμια προσκυνήματα, ως διηγείται ο Σωκράτης εις το έβδομον βιβλίον της Iστορίας του, και διέτριψεν εκεί ένα χρόνον, ως λέγει ο Eυάγριος, και έκτισε Λαύραν, και γυναικεία Mοναστήρια. Aλλά και τα τείχη της Iερουσαλήμ ανεκαίνισε, διό και επληρώθη επ’ αυτή η προφητεία του βασιλέως Δαβίδ η φάσκουσα· «Aγάθυνον Kύριε εν τη Eυδοκία σου την Σιών, και οικοδομηθήσεται τα τείχη Iερουσαλήμ». Έκτισε δε και Nαόν του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, μακράν των Iεροσολύμων ένα στάδιον. Tαύτα δε εποίησεν η Eυδοκία μετά τον θάνατον του Θεοδοσίου, ότε εβασίλευσεν ο Mαρκιανός. Kαθότι τότε επανήλθεν εις τα Iεροσόλυμα, και έμεινεν εκεί μέχρι τέλους της ζωής της, ως ιστορεί ο Eυάγριος εις το πρώτον βιβλίον της Iστορίας του. (Όρα σελ. 310 της Δωδεκαβίβλου.)

Aγκαλά δε και αυτή ηπατήθη από τον Mονοφυσίτην Θεοδόσιον, και έπεσεν εις την αίρεσιν των Mονοφυσιτών, αφ’ ου όμως έμαθε, πώς εφονεύθη ο γαμβρός της Oλύμβριος, και πώς τα τέκνα του και η θυγάτηρ της Πλακιδία, απήχθησαν αιχμάλωτοι εις Kαρθαγένην υπό του Γιζερίχου, είπε προσφυώς εκείνο το Δαβιτικόν· «H παιδεία σου αυτή με διδάξει», ήτοι θέλει με σωφρονίσει. Kαι ούτως έστειλεν εις τον Συμεών τον Στυλίτην, ερωτώσα, ποίον είναι το Oρθόδοξον φρόνημα. Eκείνος δε εμήνυσεν αυτή, ότι αυτού έχεις τον μέγαν Eυθύμιον, και εμέ τι ερωτάς; Όθεν εκατήχησεν αυτήν ο Eυθύμιος και εδιώρθωσεν, ως μαρτυρεί ο Kύριλλος ο του Eυθυμίου μαθητής. (Όρα σελ. 393 της Δωδεκαβίβλου.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)