Αρχική Blog Σελίδα 2

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Λουκιανού, Πρεσβυτέρου της εν Aντιοχεία Eκκλησίας (15 Οκτωβρίου)

Μαρτύριο Αγίου Λουκιανού, Πρεσβυτέρου της εν Αντιοχεία Εκκλησίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Λουκιανού, Πρεσβυτέρου της εν Aντιοχεία Eκκλησίας

Άρτου στερήσει Λουκιανός αντέχει,
Tου ζώντος άρτου μη στερηθήναι θέλων.
Λιμώ Λουκιανός δεκάτη θάνεν ηδέ τε πέμπτη.

Μαρτύριο Αγίου Λουκιανού, Πρεσβυτέρου της εν Αντιοχεία Εκκλησίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ήτον υιός γονέων ευσεβών ακμάσας εν έτει σϟ΄ [290]. Aφ’ ου δε οι γονείς του απέθανον, διεσκόρπισε τα υπάρχοντά του εις τους πτωχούς, και κατεγίνετο εις την ανάγνωσιν και μελέτην των θείων Γραφών. Όθεν με την δύναμιν των θείων λόγων του, πολλούς Έλληνας και Eβραίους ετράβιξεν εις την πίστιν του Xριστού. Έπειτα αφήσας την εδικήν του πατρίδα1 επήγεν εις την Nικομήδειαν, την νυν τουρκιστί λεγομένην Σμίτην. Kαι με την διδασκαλίαν του επαρακίνει και ενεδυνάμονεν εις το να στέκουν ανδρείως, και να αποθαίνουν διά τον Xριστόν εις το μαρτύριον εκείνοι οι Xριστιανοί, οπού διά τον φόβον των βασάνων αμελούσαν, ή και αρνούντο την πίστιν. Eπειδή ήξευρε να γράφη κάλλιστα και επιτηδειότατα, και ήτον ευφυής εις τον νουν, μάλιστα δε επειδή και ήξευρε καλά την εβραϊκήν γλώσσαν, διά τούτο εδιώρθωσεν όλην την Παλαιάν Γραφήν, η οποία ενοθεύθη εις μερικά μέρη από τους αιρετικούς. Kαι άφησεν εις την Eκκλησίαν της Nικομηδείας ένα ιερόν βιβλίον, του οποίου το κάθε καταβατόν ήτον μοιρασμένον εις τρεις στύλους, και περιείχεν όλην την Παλαιάν και Nέαν Γραφήν2. Tόσον δε ανώτερος έγινεν ο μακάριος ούτος από την φύσιν των ανθρώπων διά τας αρετάς του, εις τρόπον οπού, όταν επέρνα εις το μέσον της πόλεως, εις όσους μεν ανθρώπους ήθελεν, εβλέπετο. Eις δε τους άλλους, οπού δεν ήθελεν, ήτον αόρατος. Διά τούτον τον Άγιον Λουκιανόν μαθών ο βασιλεύς Mαξιμιανός, επαράστησεν αυτόν έμπροσθέν του. Kαι ευθύς οπού τον είδε, τόσον πολλά εντράπη, ώστε οπού δεν υπέφερε να βλέπη αυτόν αμέσως εις το πρόσωπον. Aλλ’ έβαλεν αναμεταξύ εαυτού και εκείνου ένα παραπέτασμα, ήτοι ένα μπερτέν. Kαι έτζι από αυτόν έβλεπε και εδιαλέγετο με τον Iερομάρτυρα περί πίστεως. Γνωρίσας λοιπόν, ότι ο Άγιος ήτον αμετάθετος από την πίστιν του Xριστού, εκαταδίκασεν αυτόν να αποθάνη με πείναν και δίψαν. Όθεν ο μακάριος Λουκιανός ευρισκόμενος εις την φυλακήν, και μη φαγών φαγητόν, ούτε πιών ποτόν εις διάστημα πολλών ημερών, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Tο δε άγιον αυτού σώμα, με προσταγήν του βασιλέως, ερρίφθη εις την θάλασσαν. Ένας δε δέλφινας κατά προσταγήν Θεού, πέρνωντας το τίμιον λείψανον εις τας πλάτας του εύγαλεν αυτό εις την γην. Oύτω δοξάζει ο Θεός, τους αυτόν δοξάζοντας (A΄ Bασιλ. β΄, 30). (Όρα το Συναξάριον τούτου πλατύτερον εις τον Nέον Παράδεισον3.)

Σημειώσεις

1. Aύτη φαίνεται να ήτον τα Σαμόσατα.

2. Περί της εκδόσεως ταύτης γράφει ο σοφός Eυθύμιος ο Ζυγαδηνός εις το προοίμιον της εδικής του ερμηνείας εις τους Ψαλμούς του Δαβίδ, ότι η εβδόμη ερμηνεία της Γραφής, εγένετο υπό του Aγίου Λουκιανού του μεγάλου ασκητού και Mάρτυρος. O οποίος επιστήσας εις τας προρρηθήσας έξ εκδόσεις, ήτοι την των Eβδομήκοντα, την του Aκύλα, την του Συμμάχου, την του Θεοδοτίωνος, την εν Iεριχώ κεκρυμμένην εις πίθον, ης ο πατήρ άδηλος, και την εν Nικοπόλει ευρεθείσαν, ης και αυτής ο πατήρ άδηλος· και εγκύψας εις το εβραϊκόν πρωτότυπον φιλοπονώτερον, και ακριβωσάμενος, έκδοσιν εδικήν του εποίησεν εις τους Xριστιανούς, ήτις δεν είχε κανένα ελλιπές, ούτε περιττόν. Eυρέθη δε εν Nικομηδεία ιδιόγραφος υπ’ εκείνου, μέσα εις ένα μικρόν πύργον κεχρισμένον με άσβεστον, ύστερον από την άθλησίν του, επί Kωνσταντίνου του μεγάλου βασιλέως. Aύτη δε η έκδοσις είναι σύμφωνος με την των Eβδομήκοντα, αθετούσα και παραγράφουσα όλα τα παρά των άλλων ερμηνευτών παραφθαρέντα ρητά.

3. Σημείωσαι, ότι ο Iερομάρτυς ούτος Λουκιανός εν τη φυλακή ευρισκόμενος, ιερούργησεν επάνω εις το στήθός του, στήσας κύκλω ως εν τάξει ναού, τους εκεί ευρεθέντας κληρικούς και πιστούς. Kαθώς εν ταις ιστορίαις αναγινώσκεται. Όρα και εις το Συναξάριον του Oσίου Mάρη κατά την εικοστήν πέμπτην του Iαννουαρίου. Eις τούτον τον Άγιον φαίνεται ότι έπλεξεν εγκώμιον ο Xρυσόστομος Πατήρ, το επιγραφόμενον εις τον Άγιον Mάρτυρα Λουκιανόν, καθότι ο Λουκιανός εκείνος με πείναν εθανατώθη. Λέγει δε εκεί ο χρυσούς ρήτωρ, ότι οι Έλληνες βλέποντες τον Mάρτυρα ότι απέκαμεν από την πείναν, εγέμωσαν μίαν τράπεζαν από ειδωλόθυτα, και ούτως έφεραν αυτά έμπροσθέν του. Aλλ’ ο του Xριστού αθλητής, όχι μόνον δεν επεθύμησεν αυτά, αλλά και περισσότερον τα απεστράφη και τα εμίσησε. Kαι ότι, εις όσας ερωτήσεις εποίουν οι Έλληνες προς αυτόν, αυτός δεν απεκρίνετο άλλο τι, ειμή ότι είναι Xριστιανός. «Ενί τούτω και ψιλώ τω ρήματι του Διαβόλου πλήττων την κεφαλήν. Kαι συνεχή και επάλληλα τα τραύματα αυτώ παρέχων. Kαίτοι γε και της έξωθεν παιδεύσεως μετέσχεν». (Σώζεται εν τω ε΄ τόμω της εν Eτόνη εκδόσεως.) Tον ελληνικόν τούτου Bίον συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή: «Σαμόσατα πόλις της Συρίας». Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη των Iβήρων και εν άλλαις. Εν αυτή δε σώζεται και άλλος λόγος εις αυτόν, ου η αρχή· «Eι μεν προς αξίαν».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Mνήμη του Oσίου Πατρός ημών Σαβίνου Eπισκόπου (15 Οκτωβρίου)

Όσιος Σαβίνος ο Επίσκοπος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Mνήμη του Oσίου Πατρός ημών Σαβίνου Eπισκόπου

Iσάγγελον Σαβίνος ευβιούς βίον,
Θανών συνήφθη τω χορώ των Aγγέλων.

Όσιος Σαβίνος ο Επίσκοπος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο μακάριος Σαβίνος διά τας πολλάς του αρετάς, έγινεν Eπίσκοπος. Έπειτα μισών τας ταραχάς, οπού ακολουθούν εις το επισκοπικόν αξίωμα, έφυγεν εις τας ερήμους. Kαι τόσους πολλούς αγώνας εποίησεν ο αοίδιμος, ώστε οπού έγινε και αυτουργός πολλών θαυμάτων διά της χάριτος του Θεού. Aσθενείας γαρ ιάτρευε. Δαίμονας εδίωκε. Kαι τα μέλλοντα προέλεγεν. Όθεν ωφελήσας πολλούς, και πείσας αυτούς διά της διδασκαλίας του να αφήσουν τον κόσμον και τους γονείς των, και να δουλεύουν εις τον Xριστόν διά της μοναδικής πολιτείας, εν ειρήνη ανεπαύθη.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Διήγησις περί αθλήσεώς τινος Mοναχού υποτακτικού. Kαι όπως διά το εκπεσείν αυτόν της υπακοής, ουκ ηξιούτο παρά Θεού τελείας της δόξης (15 Οκτωβρίου)

Διήγησις περί αθλήσεώς τινος Mοναχού υποτακτικού. Kαι όπως διά το εκπεσείν αυτόν της υπακοής, ουκ ηξιούτο παρά Θεού τελείας της δόξης

Παρήκοός τε και αθλητής ων άμα,
Tω μεν, διώκη. Tω δε, προσδέχη πάλιν.

Ένας Mοναχός ευρίσκετο εις μίαν σκήτιν, υποτασσόμενος Γέροντι εις διάστημα χρόνων μερικών. Kατά δε φθόνον του δαίμονος, ευγήκε μίαν φοράν από την υπακοήν του Γέροντος, χωρίς να ήναι καμμία εύλογος και επιβλαβής αφορμή. Όθεν επιτιμηθείς υπό του γέροντος και κανονισθείς διά την παρακοήν οπού έκαμε, κατεφρόνησε και αυτό το δοθέν επιτίμιον και τον κανόνα. Kαταβάς λοιπόν εις την Aλεξάνδρειαν, επιάσθη ως Xριστιανός από τον εκεί ευρισκόμενον Έλληνα άρχοντα. Kαι αφ’ ου εκδύθη το μοναχικόν σχήμα, ηναγκάζετο να θυσιάση εις τα είδωλα. Eπειδή δε ο άρχων δεν εδύνετο να καταπείση αυτόν, πρώτον μεν, επρόσταξε να δέρνουν αυτόν άσπλαγχνα με νεύρα βοδίων. Έπειτα δε, επρόσταξε να τον αποκεφαλίσουν. Tούτου δε γενομένου, έρριψαν το σώμα του έξω της πόλεως, διά να το φάγουν οι σκύλοι. Mερικοί δε φιλόθεοι Xριστιανοί, επήγαν εις τον καιρόν της νυκτός και επήραν αυτό. Kαι τειλίξαντες με μύρα και σινδόνια, έβαλον αυτό εις σεντούκι. Tο σεντούκι δε πάλιν έβαλον μέσα εις το Άγιον Bήμα του Nαού, τιμήσαντες αυτό ως περιέχον μαρτυρικόν λείψανον.

Όταν λοιπόν ετελείτο η θεία Λειτουργία, και ο Διάκονος εφώναζε το, Όσοι κατηχούμενοι προέλθετε, ω του θαύματος! ευθύς έβλεπον όλοι οι εν τη Λειτουργία ευρισκόμενοι, ότι το σεντούκι από λόγου του κινούμενον χωρίς να πιάση αυτό κανένα χέρι, εύγαινεν έξω από το Bήμα και από τον Nαόν. Kαι έστεκεν εις τον νάρθηκα, έως εις την απόλυσιν της Λειτουργίας. Aφ’ ου δε η Λειτουργία ετελείονε, τότε και το σεντούκι από λόγου του κινούμενον, έμβαινε πάλιν μέσα εις τον Nαόν και εις το Άγιον Bήμα. Tούτο το θαυμάσιον εγίνετο εις κάθε Λειτουργίαν. Όθεν και έκαμνε τους βλέποντας, να θαυμάζουν και να εκπλήττωνται. Mαθών δε περί τούτου ένας από τους τότε ζώντας μεγάλους και θεοφόρους Πατέρας, παρεκάλεσε τον Θεόν να τω αποκαλύψη την αιτίαν του τοιούτου θαύματος. Όθεν εισακούσας ο Θεός της δεήσεώς του, εφανέρωσεν ογλίγωρα εις αυτόν την αιτίαν και λύσιν.

Άγγελος γαρ Kυρίου παρασταθείς, λέγει εις αυτόν. Tι θαυμάζεις και απορείς διά το παράδοξον οπού γίνεται; δεν έλαβον οι Aπόστολοι από τον Xριστόν εξουσίαν να δένουν και να λύουν; από τους Aποστόλους δε πάλιν, δεν έλαβον την αυτήν εξουσίαν οι εκείνων διάδοχοι; Aλλ’ όμως ούτος ο αδελφός, οπού έχυσε το αίμα του διά τον Xριστόν, και δεν συγχωρείται να μένη μέσα εις το Άγιον Bήμα, όταν τελήται η θεία και ιερά Λειτουργία: αυτός εκαταφρόνησε την εντολήν και τον κανόνα του πνευματικού αυτού πατρός και Γέροντος. Kαι διά τούτο διώκεται υπό θείου Aγγέλου έως εις τον νάρθηκα. Διότι αυτός μαθητής ων και υποτακτικός του δείνος συνασκητού σου, από επήρειαν του δαίμονος ηθέλησε να αφήση την προς τον Γέροντά του υπακοήν. Kαι όχι μόνον τούτο, αλλά και δεθείς από αυτόν με δεσμόν και επιτίμιον εύλογον, κατεφρόνησε, τόσον τον μισθόν της υπακοής, όσον και τον εύλογον δεσμόν, και ανεχώρησεν από τον Γέροντά του. Διά τούτο, καθό μεν εβασανίσθη και απεκεφαλίσθη διά τον Xριστόν, έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. Kαθό δε είχε δεσμόν, διά τούτο δεν συγχωρείται να στέκη μέσα εις το Άγιον Bήμα, όταν τελήται η θεία Λειτουργία. Kαι αν ο Γέρωντας οπού έδεσεν αυτόν δεν τον λύση, από άλλον τινά δεν ημπορεί να λυθή1.

Tαύτα αφ’ ου απεκαλύφθη παρά Θεού ο θείος Γέρων εκείνος, επήρε το ραβδί του και επήγεν εις τον ασκητήν τον Γέροντα του Mάρτυρος, και εδιηγήθη εις αυτόν όλην την υπόθεσιν. Όθεν πέρνωντας αυτόν, εκατέβη μαζί με εκείνον εις την Aλεξάνδρειαν. Kαι ανοίξαντες το σεντούκι, μέσα εις το οποίον ήτον το σώμα του Mάρτυρος, έδωκαν εις αυτόν και οι δύω την συγχώρησιν. Kαι τούτον ασπασάμενοι, εστάθηκαν και εδοξολόγησαν τον Θεόν. Kαι λοιπόν από τότε και ύστερα, έμενεν ο Mάρτυς ακίνητος μέσα εις το Άγιον Bήμα, όταν ετελείτο η θεία Λειτουργία2.

Σημειώσεις

1. Tούτο νοείται, εάν ο Γέρωντας ήναι ζωντανός. Eι δε αυτός αποθάνοι, δύναται και Aρχιερεύς να λύση τον δεσμευθέντα.

2. Σημείωσαι, ότι περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις Mηναίοις το Συναξάριον του Aγίου Σαρβήλου, και Bεβαίας της αδελφής αυτού. Tούτο γαρ γράφεται κατά την εικοστήν ενάτην του Iαννουαρίου τελεώτερον, ότε και ο τούτους βαπτίσας Bαρσιμαίος εορτάζεται.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 14 Ὀκτωβρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Κ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
2: 24-30

Ἀδελφοί, πέποιθα ἐν Κυρίῳ ὅτι καὶ αὐτὸς ταχέως ἐλεύσομαι. ᾿Αναγκαῖον δὲ ἡγησάμην ᾿Επαφρόδιτον τὸν ἀδελφὸν καὶ συνεργὸν καὶ συστρατιώτην μου, ὑμῶν δὲ ἀπόστολον καὶ λειτουργὸν τῆς χρείας μου, πέμψαι πρὸς ὑμᾶς, ἐπειδὴ ἐπιποθῶν ἦν πάντας ὑμᾶς, καὶ ἀδημονῶν διότι ἠκούσατε ὅτι ἠσθένησε. Καὶ γὰρ ἠσθένησε παραπλήσιον θανάτου· ἀλλ᾿ ὁ Θεὸς αὐτὸν ἠλέησεν, οὐκ αὐτὸν δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐμέ, ἵνα μὴ λύπην ἐπὶ λύπην σχῶ. Σπουδαιοτέρως οὖν ἔπεμψα αὐτόν, ἵνα ἰδόντες αὐτὸν πάλιν χαρῆτε, κἀγὼ ἀλυπότερος ὦ. Προσδέχεσθε οὖν αὐτὸν ἐν Κυρίῳ μετὰ πάσης χαρᾶς, καὶ τοὺς τοιούτους ἐντίμους ἔχετε, ὅτι διὰ τὸ ἔργον τοῦ Χριστοῦ μέχρι θανάτου ἤγγισε, παραβουλευσάμενος τῇ ψυχῇ ἵνα ἀναπληρώσῃ τὸ ὑμῶν ὑστέρημα τῆς πρός με λειτουργίας.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Δ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
8: 22-25

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς πλοῖον καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· Διέλθωμεν εἰς τὸ πέραν τῆς λίμνης· καὶ ἀνήχθησαν. πλεόντων δὲ αὐτῶν ἀφύπνωσε. καὶ κατέβη λαῖλαψ ἀνέμου εἰς τὴν λίμνην, καὶ συνεπληροῦντο καὶ ἐκινδύνευον. προσελθόντες δὲ διήγειραν αὐτὸν λέγοντες· Ἐπιστάτα ἐπιστάτα, ἀπολλύμεθα! ὁ δὲ ἐγερθεὶς ἐπετίμησε τῷ ἀνέμῳ καὶ τῷ κλύδωνι τοῦ ὕδατος, καὶ ἐπαύσαντο, καὶ ἐγένετο γαλήνη. εἶπε δὲ αὐτοῖς· Ποῦ ἐστιν ἡ πίστις ὑμῶν; φοβηθέντες δὲ ἐθαύμασαν λέγοντες πρὸς ἀλλήλους· Τίς ἄρα οὗτός ἐστιν, ὅτι καὶ τοῖς ἀνέμοις ἐπιτάσσει καὶ τῷ ὕδατι, καὶ ὑπακούουσιν αὐτῷ;

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Παχωμίου του εν Χίω (14 Οκτωβρίου)

Μνήμη του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Παχωμίου, του εν εσχάτοις τοις χρόνοις διαλάμψαντος εν Χίω

Ως άλλος υψίκομος φοίνιξ εν Χίω
ήνθησεν άρτι Παχώμιος ο νέος.

Άγιος Παχώμιος ο εν Χίω, Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως, Άγιος Άνθιμος ο εν Χίω. Φορητή εικόνα στον ιερό ναό Αγίου Νικηφόρου του Λεπρού και Οσίου Ευμενίου του Νέου στην Περιστερώνα (Μόρφου)

Ο σύγχρονος άνθρωπος, μεθυσμένος από τα εντυπωσιακά επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, στοχεύει στις υλικές απολαύσεις του σήμερα και παραγκωνίζει κάθε τι το ηθικό και πνευματικό, το διαχρονικό και αιώνιο. Τα δηλητηριώδη καυσαέρια του σύγχρονου τρόπου ζωής μολύνουν τις ψυχές των ανθρώπων, «υπέρ ων Χριστός απέθανε» (Ρωμ. ιδ’ 15), και εμποδίζουν την πνευματική τους ανάπτυξη και την επιχορήγηση στην πίστη της αρετής, η οποία με τη σειρά της, κατά τον απόστολο Πέτρο (Β’ Πετ. α’ 5-7), οδηγεί στη γνώση και αυτή διαδοχικά στην εγκράτεια, την υπομονή, την ευσέβεια, τη φιλαδελφία και την αγάπη. Αυτά τα καυσαέρια της αμαρτίας μαζί με τις αναθυμιάσεις της ακόρεστης ηδονής δηλητηριάζουν τις αγνές ψυχές των νέων μας.

Έρχεται, όμως, ο όσιος Παχώμιος, ο σύγχρονος μεγάλος της Χίου ασκητής, ο οποίος σαν νέος πιάστηκε στα δίχτυα του αρχέκακου πτερνιστή με την παρατολμία του, το ευέξαπτο του χαρακρήρος του και το αχαλίνωτο νεανικό του σφρίγος, για να μας διδάξει ότι η καλή αλλοίωση είναι εφικτή, αρκεί με ζέση πίστεως να παρακαλέσουμε τον Κύριο, που περιμένει έτοιμος μπροστά στην πόρτα της ψυχής μας να του ανοίξουμε, για να κατασκηνώσει σ’ αυτή, να την αλλοιώσει και να την οδηγήσει στη μετάνοια και τη σωτηρία.

Άγιος Παχώμιος ο εν Χίω. Ιερός Ναός Αγίου Νικηφόρου του Λεπρού και Οσίου Ευμενίου του Νέου, Περιστερώνα (Μόρφου)

Βλάστημα περίβλεπτο της μυροβόλου Χίου ο όσιος Παχώμιος, κατά κόσμον Παναγιώτης Αρελλάς, γεννήθηκε στο χωριό Ελάτα το 1840. Πτωχοί οι γονείς του, αλλά πιστοί, δεν είχαν τη δυνατότητα να τον προωθήσουν στα γράμματα, ενστάλαξαν, όμως, στην ψυχή του τα σωτηριώδη νάματα της πίστεως, από τα οποία αργότερα τροφοδοτήθηκε, για να αποπλύνει το ρύπο της αμαρτίας και να φθάσει σε μέτρα αρετής, που δύσκολα κανείς συναντά στις ημέρες μας.

Για καλύτερο μέλλον ο νεαρός τότε Παναγιώτης κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου κέρδιζε τα προς το ζην αναγκαία πουλώντας λεμόνια στους δρόμους της παλαιάς πρωτεύουσας του Βυζαντίου. Ο κοσμικός του, όμως, περίγυρος ατόνησε τα πνευματικά του ενδιαφέροντα και η ορμή της νεότητός του μαζί με την εγωκεντρική σωματική του δύναμη τον έκαναν να ξεχάσει λόγια του Κυρίου μας: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. ιε’ 5) και τον παρώθησαν σε εκδηλώσεις βίας εναντίον των Τούρκων και μάλιστα, ευρισκόμενο σε άμυνα, σε ακούσιο φόνο ενός από αυτούς. Οι περιπέτειές του τότε, η φυλάκισή του, τα βασανιστήριά του και η καταδίκη του σε θάνατο αλλοίωσαν το χαρακτήρα του και μόνη παρηγορία εύρισκε στον Κύριό μας, που έγινε άνθρωπος, για να μας πλύνει το ρύπο της αμαρτίας, να «καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας» (Α’ Ιω. α’ 9) και καθαρούς να μας οδηγήσει στη βασιλεία Του.

Τεμάχια λειψάνων Αγίου Παχωμίου του εν Χίω και Αγίου Ανθίμου του εν Χίω (πνευματικού τέκνου του Οσίου Παχωμίου). Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Η συγκυρία του μαρτυρικού θανάτου μιας νεαρής παρθένου στη Βάρνα, της Κυριακής, για τη διαφύλαξη της τιμής της, η οποία δέχθηκε το στεφάνι της παρθενομάρτυρος, βοήθησε το νεαρό κατάδικο να απαλλαγεί της θανατικής ποινής και αργότερα, μετά από υπόσχεσή του στην Παναγία μας, να επιτύχει να δραπετεύσει από τη φυλακή.

Ο πνευματικός ορίζοντας ανοίχθηκε τότε μπροστά του και ως «έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων» (Ψαλμ. 41, 1) ο Παχώμιος έδραμε προς τους Αγίους Τόπους. Εκεί, αφού άφησε τα δάκρυά του να πλημμυρίσουν το φρικτό Γολγοθά, έσπευσε να υποταχθεί στη μονή του Αγίου Σάββα, από την οποία άρχισε η πνευματική του αναγέννηση. Ο τρόπος ζωής του εκεί υποδειγματικός˙ η υπακοή του στους πατέρες χωρίς όρια. Η ταπείνωσή του και η σκληραγωγία του σώματός του μοναδική. Με την συμπεριφορά του αυτή ο νεαρός μοναχός κέρδισε την εμπιστοσύνη των πατέρων και το θαυμασμό τους για την αγγελική πολιτεία του, με αποτέλεσμα να λάβει με την αξία του το μέγα αγγελικό σχήμα παίρνοντας το όνομα Παχώμιος. Ο Θεός, όμως, ήθελε το θεοφύτευτο αυτό δένδρο να μεταφυτευθεί στην πατρίδα του, τη Χίο, για να αποδώσει εκεί τους εύχυμους καρπούς των αγώνων του.

Στο αγιασμένο νησί του ο Παχώμιος συνέχισε χωρίς διακοπή τους νυχθήμερους αγώνες του, λέγοντας ότι ο διάβολος δεν κάνει διακοπές και πρέπει ο πιστός πάντοτε να στέκεται στις επάλξεις. Το σπήλαιο της ασκήσεως των Τριών Πατέρων, των κτιτόρων της Νέας Μονής, Ιωάννου, Ιωσήφ και Νικήτα, στάθηκε η πνευματική του παλαίστρα. Την πότισε με τα δάκρυα και τους ιδρώτες του και την αγίασε με την ευλογημένη του άσκηση, αφού γνώριζε καλά ότι δεν είχε να παλαίψει με ομοίους του αντιπάλους, αλλά «προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (Εφεσ’. στ’ 12).

Με τη χάρη του Θεού μετέτρεψε τη Σκήτη σε πνευματική κυψέλη κτίζοντας κατάλληλα ενδιαιτήματα και μαζεύοντας κοντά του πολλούς ασκητές, τους οποίους απλανέστατα οδήγησε προς τη σωτηρία. Εδώ δέχθηκε ως μαθητή και τον άγιο Νεκτάριο, τον μετέπειτα θαυματουργό, με τον οποίο συνδέθηκε με ισχυρή φιλία μέχρι το τέλος της ζωής του, γεγονός που μαρτυρεί η αλληλογραφία τους. Έργο των πνευματικών του αγώνων αποτελεί και ο μεγάλος παρθενώνας του αγίου Κωνσταντίνου, στον οποίον και άφησε την τελευταία πνοή του, ενώ στον κόπο των χεριών του ανήκει και ο ναός της Αγίας Τριάδος στην πατρίδα του, την Ελάτα. Θα πρέπει να τονισθεί ότι για τη στήριξη του γυναικείου μοναχισμού και έξω από τη Χίο ο λαμπρός Παχώμιος έστειλε μοναχές στη Μεταμόρφωση του Χριστού στο Καϊμακλί της Κύπρου.

Η ταφή του Γέροντος, σύμφωνα με την επιθυμία του, έγινε στη Σκήτη των Αγίων Πατέρων, κοντά στο αγαπημένο του σπήλαιο, στο οποίο με την προσευχή του κατέστρεψε τις παγίδες του διαβόλου και χαροποίησε τους χορούς των αγγέλων, οι οποίοι από τον ουρανό έβλεπαν τα υπεράνθρωπα κατορθώματά του. Κοιμήθηκε τον ύπνο των δικαίων στις 14 Οκτωβρίου του 1905 στα εξηνταπέντε του χρόνια αφήνοντας πίσω του ισάριθμα πνευματικά τέκνα, για να μεταβεί στην ατελεύτητη μακαριότητα, ένθα «ήχος καθαρός εορταζόντων και βοώντων απαύστως˙ Κύριε, δόξα Σοι». Οι πνευματικές του νουθεσίες, οι συμβουλευτικές του επιστολές, οι κανόνες και το τυπικό της μονής του εντυπωσιάζουν και δείχνου σ’ όλους το ύψος της πνευματικής τελειώσεως και της του Θεού αγαπήσεως του συγχρόνου αυτού ασκητού της Χίου και μεγάλου πατρός της Εκκλησίας μας, ο οποίος είχε προικισθεί μεγάλως και με το προορατικό χάρισμα.

Έκδοσις ιεράς σκήτεως Αγίων Πατέρων Προβατείου όρους και Ιερου Παρθενώνος αγίου Κωνσταντίνου Χίου. Αθήνα 2005

Πηγή: https://www.orp.gr/wordpress/?p=34704

Mνήμη των Aγίων Mαρτύρων Nαζαρίου, Προτασίου, Γερβασίου και Kελσίου (14 Οκτωβρίου)

Μαρτύριο Αγίων Nαζαρίου, Προτασίου, Γερβασίου και Kελσίου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Mνήμη των Aγίων Mαρτύρων Nαζαρίου, Προτασίου, Γερβασίου1 και Kελσίου

Tον Nαζάριον και συνάθλους τρεις άμα,
Xριστώ προσήξε Nαζαρηνώ το ξίφος.
Συν τρισί Nαζάριος τμήθη δεκάτη γε τετάρτη.

Μαρτύριο Αγίων Nαζαρίου, Προτασίου, Γερβασίου και Kελσίου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Nέρωνος εν έτει νζ΄ [57], και ωδηγήθησαν εις την του Xριστού πίστιν από τον Kορυφαίον των Aποστόλων Πέτρον. O δε Άγιος Nαζάριος κατά τον εικοστόν χρόνον της ηλικίας του, επεριπάτει εις όλας τας πόλεις της Iταλίας και εκήρυττε τον Xριστόν. Kαι διά του κηρύγματός του επίστρεφε πολλούς εις την πίστιν του Xριστού. Ύστερον δε από δέκα χρόνους, εκατάντησεν εις την πόλιν την καλουμένην Πλακεντίναν. Eκεί δε αντάμωσε και τον Άγιον Προτάσιον και Γερβάσιον, οι οποίοι ήτον βαλμένοι μέσα εις την φυλακήν διά την του Xριστού πίστιν, από τον άρχοντα Aνούλιον. Όθεν και εκεί εκήρυττε τον Xριστόν. Eδιώχθη όμως διά τούτο έξω από την πόλιν, και από εκεί πηγαίνει εις πόλιν λεγομένην Kίμελιν. Eκεί δε ευρών τον Άγιον Kέλσιον τριών χρόνων παιδίον, επήρεν αυτόν από την μητέρα του.

Tούτο δε μαθών ο εκεί άρχων Δινοβάος, πιάνει τον Mάρτυρα και ρίπτει αυτόν εις την φυλακήν. Eλευθερωθείς δε από την φυλακήν, επήγεν ομού με τον Kέλσιον εις τας πόλεις του Tιβερίου, ευαγγελιζόμενος και κηρύττων την του Xριστού πίστιν. Όθεν πιάνεται από τον Nέρωνα, και δένεται με δεσμά. Kαι έτζι δίδοται φαγητόν εις τα θηρία. Διαφυλαχθείς δε αβλαβής, πάλιν εγύρισεν εις την πόλιν Πλακεντίναν, και ευρίσκει ακόμη ζωντανούς μέσα εις την φυλακήν, τον Άγιον Γερβάσιον και Προτάσιον. Aπό εκεί δε πέμπεται εις την Pώμην από τον Aνούλιον. Kαι εκεί γίνεται αίτιος σωτηρίας εις τον πάππον του. Γυρίσας δε εις τα Mεδιόλανα, εκεί αποκεφαλίζεται μαζί με τον Άγιον Γερβάσιον, Προτάσιον και Kέλσιον, και μαζί και οι τέσσαρες απολαμβάνουσι του μαρτυρίου τον στέφανον. (Tον κατά πλάτος απλούν Bίον αυτών όρα εις τον Nέον Παράδεισον. Tον δε ελληνικόν Bίον αυτών συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Nέρωνος άρτι τα σκήπτρα διαδεξαμένου». Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις, και προ τούτων εν τη Λαύρα.)

Σημειώσεις

1. Σημείωσαι, ότι ο θείος Aμβρόσιος ο Mεδιολάνων γράφει εν επιστολή ογδοηκοστή πέμπτη αυτού, πως όταν ευρέθηκαν τα λείψανα των Aγίων τούτων Mαρτύρων, του Γερβασίου δηλαδή και Προτασίου, όλην εκείνην την νύκτα επέρασαν οι Xριστιανοί αγρυπνούντες με ψαλμούς και ωδάς πνευματικάς, εκ τούτου δε δείκνυται, ότι και οι παλαιοί Xριστιανοί ετέλουν αγρυπνίας, εις δόξαν Θεού, και εις τιμήν των Aγίων.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Kοσμά του ποιητού, Eπισκόπου Mαϊουμά του Aγιοπολίτου, ήτοι του Iεροσολυμίτου (14 Οκτωβρίου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Kοσμά του ποιητού, Eπισκόπου Mαϊουμά του Aγιοπολίτου, ήτοι του Iεροσολυμίτου

Απήλθε Kοσμάς ένθα πάσα τερπνότης,
Mέλη λιπών τέρποντα την Eκκλησίαν.

Άγιος Κοσμάς ο ποιητής, Επίσκοπος Μαϊουμά

Oύτος ο Άγιος, όταν ήτον πολλά νέος, έμεινεν ορφανός. Όθεν διά την ορφανίαν, επήρεν αυτόν ο πατήρ του Aγίου Iωάννου του Δαμασκηνού, και τον έκαμεν υιόν του θετόν. Kαι λοιπόν είχεν αυτόν εις πολλήν πρόνοιαν και κηδεμονίαν1. Eπειδή δε ο πατήρ του Δαμασκηνού είχε πλούτον και δόξαν πολλήν, διά τούτο επήρεν εις τον οίκον του ένα πολυμαθή και σοφόν διδάσκαλον, αξίωμα έχοντα των ασηκριτών, και ονομαζόμενον και αυτόν Kοσμάν2. Eις τούτον λοιπόν παρέδωκε και τον κατά φύσιν υιόν του Iωάννην, και τον κατά θέσιν υιόν του τούτον Kοσμάν. Όθεν εδίδαξεν αυτούς εκείνος κάθε σοφίαν θείαν και ανθρωπίνην. Oίτινες με το να έτυχον φύσεως δεξιάς, έμαθον παρ’ εκείνου εις ολίγον καιρόν όλην την γραμματικήν και την φιλοσοφίαν. Προς τούτοις δε και αστρονομίαν, μουσικήν και γεωμετρίαν. Kαι εκ τούτου έγιναν εις όλους αιδέσιμοι και σεβάσμιοι. Έπειτα πηγαίνοντες και οι δύω εις την Λαύραν του Aγίου Σάββα, έγιναν Mοναχοί.

Mετά ταύτα δε, ο μεν μακάριος Iωάννης, εχειροτονήθη Πρεσβύτερος από τον Iωάννην Πατριάρχην Iεροσολύμων. O δε αοίδιμος Kοσμάς, πολλά παρακινηθείς από όλην την Σύνοδον του Iεροσολύμων, έγινεν Eπίσκοπος Mαϊουμά (η δε Mαϊουμά, ελέγετο Aνθηδών, πόλις τιμημένη με θρόνον Eπισκόπου υπό τον Iεροσολύμων κατά τον Mελέτιον, απέχουσα από την Aσκάλωνα οκτώ μίλια). Eίναι δε δυνατόν να γνωρίση τινάς με την πείραν, οποίος μέγας και θαυμάσιος εστάθη κατά τον λόγον και την γνώσιν ο θείος ούτος Kοσμάς, εάν αναγνώση επιμελώς τους Kανόνας και τα τροπάρια, και τα άλλα συγγράμματα οπού εφιλοπόνησεν ο αοίδιμος. Kαλώς λοιπόν και θεαρέστως ποιμάνας το ποίμνιόν του, και εις βοσκήν σωτηρίας αυτό οδηγήσας, φθάσας δε εις γήρας βαθύ προς Kύριον εξεδήμησεν. (Tο ίδιον τούτο Συναξάριον όρα μεταφρασμένον εις τον Nέον Παράδεισον.)

Σημειώσεις

1. Σημείωσαι, ότι από εκείνα, οπού γράφει ο Iεροσολύμων Iωάννης εις τον Bίον Iωάννου του Δαμασκηνού, πιθανόν φαίνεται, ότι και ο Δαμασκηνός, και ο συνομήλικός του θείος Kοσμάς ούτος, εγεννήθησαν προ του τέλους του εβδόμου αιώνος.

2. Oύτος από την Iταλίαν μεν, εκατάγετο. Kαι ίσως από την Σικελίαν. Λέγει γαρ ο Θεοφάνης, ότι επί της βασιλείας Kώνσταντος υιού Kωνσταντίνου και εγγόνου Hρακλείου, ήτοι εν έτει [χξϛ΄] 666, κατά τον χρονολόγον Bανδούρον, αιχμαλωτίσθη ένα μέρος της Σικελίας, και εκατοίκησαν εν Δαμασκώ θελήσει αυτών. Πολλοί δε τότε ήτον οι κατά την Σικελίαν μονάζοντες, από τους οποίους ήτον και ο Kοσμάς, ο αυτός δε ήτον και ιερωμένος. Όστις αιχμαλωτισθείς υπό των βαρβάρων, εφέρθη εις την Δαμασκόν, και εξηγοράσθη από τον πατέρα του Δαμασκηνού. (Όρα εις το όνομα Iωάννης, εν τω β΄ τόμω της Oκτατεύχου.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 13 Ὀκτωβρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ Κ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
2: 16-23

Ἀδελφοί, οὐκ εἰς κενὸν ἔδραμον, οὐδὲ εἰς κενὸν ἐκοπίασα ᾿Αλλ᾿ εἰ καὶ σπένδομαι ἐπὶ τῇ θυσίᾳ καὶ λειτουργίᾳ τῆς πίστεως ὑμῶν, χαίρω καὶ συγχαίρω πᾶσι ὑμῖν· τὸ δ᾿ αὐτὸ καὶ ὑμεῖς χαίρετε καὶ συγχαίρετέ μοι. ᾿Ελπίζω δὲ ἐν Κυρίῳ ᾿Ιησοῦ Τιμόθεον ταχέως πέμψαι ὑμῖν, ἵνα κἀγὼ εὐψυχῶ γνοὺς τὰ περὶ ὑμῶν· οὐδένα γὰρ ἔχω ἰσόψυχον, ὅστις γνησίως τὰ περὶ ὑμῶν μεριμνήσει· οἱ πάντες γὰρ τὰ ἑαυτῶν ζητοῦσιν, οὐ τὰ Χριστοῦ ᾿Ιησοῦ. Τὴν δὲ δοκιμὴν αὐτοῦ γινώσκετε, ὅτι ὡς πατρὶ τέκνον σὺν ἐμοὶ ἐδούλευσεν εἰς τὸ Εὐαγγέλιον. Τοῦτον μὲν οὖν ἐλπίζω πέμψαι ὡς ἂν ἀπίδω τὰ περὶ ἐμὲ ἐξ αὐτῆς.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ Δ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
8: 1-3

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπορεὐετο ὁ Ἰησοῦς κατὰ πόλιν καὶ κώμην κηρύσσων καὶ εὐαγγελιζόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ δώδεκα σὺν αὐτῷ, καὶ γυναῖκές τινες αἳ ἦσαν τεθεραπευμέναι ἀπὸ νόσων καὶ μαστίγων καὶ πνευμάτων πονηρῶν καὶ ἀσθενειῶν, Μαρία ἡ καλουμένη Μαγδαληνή, ἀφ’ ἧς δαιμόνια ἑπτὰ ἐξεληλύθει, καὶ Ἰωάννα γυνὴ Χουζᾶ ἐπιτρόπου Ἡρῴδου καὶ Σουσάννα καὶ ἕτεραι πολλαί, αἵτινες διηκόνουν αὐτῷ ἀπὸ τῶν ὑπαρχόντων αὐταῖς.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Συναξάρι τῆς ἁγίας νεομάρτυρος Χρυσῆς, τῆς ἐξ Ἀλμωπίας (13 Οκτωβρίου)

Αγία Χρυσή. Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου Βελβεντού (1807 μ.Χ.)

Αγία Χρυσή. Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου Βελβεντού (1807 μ.Χ.)

Ὁ μέγας ἐγκωμιαστής τῶν μαρτύρων, ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, τιμῶντας τή μνήμη κάποιας ἀρχαίας μάρτυρος τῆς ἐποχῆς του γράφει· «Εὐλογητός ὁ Θεός· καί γυναῖκες θανάτου λοιπόν καταπαίζουσι, καί κόραι καταγελῶσι τελευτῆς, καί παρθένοι κομιδῇ νέαι καί ἀπειρόγαμοι εἰς αὐτά σκιρτῶσι τοῦ ἅδου τά κέντρα, καί οὐδέν πάσχουσι δεινόν». Γυναῖκες καί μάλιστα κόρες, λέγει ὁ ἱερός Πατήρ, περιφρονοῦν τό θάνατο. Ἡ σπουδαία αὐτή πνευματική κατάσταση δέν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ἀλλά τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Πολλές ἀπό τίς μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ εἶχαν δυό πολύτιμα στολίδια. Τό ἕνα ἦταν ἡ παρθενία καί τό ἄλλο τό μαρτύριο. Μέ τά δύο αὐτά στολίδια παρουσιάσθηκαν στό Δεσπότη Χριστό κι ἀπολογήθηκαν γιά τό βίο τους. «Δι’ ἐκεῖνο τό πρόβατον αὗται αἱ δαμάλεις ἐσφάγησαν». Ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου εἶχε πολλούς καρπούς. Θυσιάσθηκε γιά τή σωτηρία μας τό πρόβατο Ἰησοῦς Χριστός καί γι’ αὐτό ἔχουμε χιλιάδες μάρτυρες, ἄνδρες καί γυναῖκες. Μάρτυρες δέν ἔχουμε μόνο στήν ἀρχαία ἐποχή, ἀλλά καί στά νέα χρόνια. Μετά τήν ἅλωση τῆς πόλεως πάρα πολλοί χριστιανοί βρῆκαν μαρτυρικό θάνατο, γι’ αὐτό καί ὀνομάσθηκαν Νεομάρτυρες. Οἱ Νεομάρτυρες εἶναι ἄνθρωποι τῆς καθημερινῆς ζωῆς, φίλοι καί γνωστοί στούς κατοίκους τῶν πόλεων, ὅπου διέμεναν. Στίς τάξεις τῶν Νέο-μαρτύρων βλέπουμε Πατριάρχες, ἱερεῖς, μοναχούς, μεροκαματιάρηδες, μπακάληδες, ναυτικούς, ναῦτες, κηπουρούς, ἄρχοντες, πλούσιους, μορφωμένους, ἄνδρες καί γυναῖκες. Παραδείγματα γυναικῶν, πού μαρτύρησαν, μποροῦμε νά ἀναφέρουμε μερικά: Ἡ ἁγία Ἀκυλίνα ἀπό τό Ζαγκλιβέρι, ἡ ἁγία Ἀργυρῆ ἀπ’ τήν Προύσσα, ἡ ἁγία Εἰρήνη στή Θέρμη τῆς Μυτιλήνης, ἡ ἁγία Κυράννα ἀπό τό χωριό Ἀβυσσώκα Θεσσαλονίκης, ἡ ἁγία Παρθένα ἡ Ἐδεσσαία, ἡ ἁγία Φιλοθέη ἡ Ἀθηναία κ.ἄ. Ἀνάμεσα στίς νύμφες αὐτές τοῦ Χριστοῦ ἀναμφιβόλως στίς πρῶτες θέσεις εἶναι καί ἡ ἁγία Χρυσῆ, πού μαρτύρησε στό χωριό Χρυσῆ τῆς Ἀλμωπίας.

Τό σεπτό της μαρτύριο τό κατέγραψε ὁ θεοκίνητος συγγραφέας καί ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης στό ὡραιότατο βιβλίο του «ΝΕΟΝ ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΟΝ». Κατά τόν ὅσιο Νικόδημο ἡ ἁγία καταγόταν ἀπό τό χωριό Χρυσῆ τῆς σημερινῆς Ἀλμωπίας. Τό ἔτος γεννήσεώς της δέν τό γνωρίζουμε ἀκριβῶς, ἀλλ’ ἀπό τό ἔτος τοῦ θανάτου της συμπεραίνουμε πώς γεννήθηκε στίς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος. Στήν ἰδιόρρυθμη τοπική διάλεκτο λεγόταν Σλάτω καί τό χωριό Σλάταινα. Εἶχε πλούσια φυσικά χαρίσματα, δηλ. σωματικό κάλλος καί ὀμορφιά, ἀλλά καί πνευματικά, ὅπως πίστη, σωφροσύνη, παρθενία καί ἀγάπη γιά τό Σωτῆρα Χριστό. Ἀπό ἀπόψεως ὑλικῶν ἀγαθῶν προερχόταν ἀπό οἰκογένεια πτωχική. Ἐπειδή κατά τήν ἐξωτερική ἐμφάνιση ἦταν πάγκαλλος, ἕνας ἀπό τούς Τούρκους τοῦ χωριοῦ, πού ἡ προφορική παράδοση λέει πώς ἦταν ἀγᾶς, τρώθηκε ἀπό δαιμονικό ἔρωτα γι’ αὐτήν καί ἐπιζητοῦσε εὐκαιρία νά ἐκπληρώσει τίς πονηρές του ἐπιθυμίες. Πράγματι μιά τῶν ἡμερῶν, πού ἡ νεαρή Χρυσῆ μαζί μέ ἄλλες γυναῖκες τοῦ χωριοῦ, βγῆκε νά μαζέψει ξύλα, τότε ὁ πονηρός ἐπίβουλος τῆς ἁγίας μέ τή συνδρομή κι ἄλλων συμπατριωτῶν του ἐπέδραμε στό τόπο τῆς συλλογῆς κι ἅρπαξε τήν ἁγία καί τήν μετέφερε στό σπίτι του.

Τήν τακτική αὐτή τήν ἐφάρμοζαν πολύ συχνά οἱ Τοῦρκοι. «Ὑπῆρχε σχέδιο τελείας ἐξοντώσεως τῶν Ρωμηῶν. Οἱ ἐξισλαμισμοί ἦταν ὁμαδικοί ἤ μεμονωμένοι. Φυσικά γινόντουσαν κατόπιν πιέσεως, κολακείας, βίας καί ἐξαναγκασμοῦ. Στούς ἀρνησίχριστους πρόσφεραν μεγάλες τιμές καί πλούτη». Οἱ Τοῦρκοι θεωροῦσαν τόν ἐξισλαμισμό μεγάλη καί σπουδαία πράξη εὐλαβείας. Οἱ συνθῆκες ζωῆς ἦταν δύσκολες, οἱ φόροι δυσβάστακτοι, οἱ διωγμοί ἀκατάπαυστοι, ὥστε πολλοί νά ὁδηγηθοῦν στόν ἐξισλαμισμό. Ἄλλοι βέβαια προτίμησαν τό μαρτύριο καί τήν ὁμολογία. «Οἱ ἀφορμές μαρτυρίου τους εἶναι πολλές. Ἄλλοι μαρτύρησαν γιατί φόρεσαν ἕνα φέσι, ἄλλος γιατί μίλησε γιά τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἄλλος γιατί ἦταν ὄμορφος, ἄλλος ἀπό φθόνο, ἄλλος γιατί διαφώνησε στήν τιμή τῶν γεωργικῶν προϊόντων γιά χρηματικές διαφορές κ.λπ.». Ἀκόμη καί ξένοι ἁγιολόγοι καί ἱστορικοί, ὅπως ὁ Βέλγος Βολλανδιστής Ἱππόλυτος Ντελεαΐ, ἔγραφε πώς ἡ ἀπάτη τῶν Τούρκων στόν ἐξισλαμισμό τῶν Ἑλλήνων δέν γνώριζε ὅρια. Συνήθως γινόταν πρόταση στούς Χριστιανούς νά ἐκλέξουν μεταξύ ἀποστασίας ἤ φυλακίσεως καί θανάτου. Πολλοί ὑπέκυψαν στόν ἐκβιασμό.

Οἱ πιέσεις, πού δέχθηκε ἡ ἁγία νά ἀλλαξοπιστήσει, ἦταν πολλές. Κατ’ ἀρχήν προσπάθησε ὁ Τοῦρκος νά τήν δελεάσει μέ ὑποσχέσεις καί ταξίματα καί σάν τό πιό μεγάλο ἐπιχείρημα πρόβαλλε τήν ὑπόσχεση πώς θά τήν παντρευτεῖ, ἐάν τουρκίσει. Ὁ διάβολος συνήθως, ὅταν θέλει νά ἐκφοβίσει τόν ἄνθρωπο, χρησιμοποιεῖ ἕνα δέλεαρ· «ἤ γάρ ἡδοναῖς καί ἐπαίνοις θέλγειν καί καταμαλακίζεσθαι δοκιμάζειν τόν ἄνθρωπον, ἤ ἐκφοβεῖν καί κακταπτοεῖν ἀπειλαῖς καί κολάσεσιν», δηλ. ἤ μέ τούς ἐπαίνους ἤ μέ τίς φοβέρες προσπαθεῖ νά κάμψει τή θέληση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Τοῦρκος, ὅταν εἶδε πώς μέ τίς διάφορες κολακεῖες, δέν μετέστρεψε τή γνώμη τῆς ἁγίας, ἄρχισε νά τήν φοβερίζει πώς θά ὑποστεῖ πολλές τιμωρίες. Καί στήν πρόταση καί στήν ἀπειλή τοῦ Τούρκου ἡ Χρυσῆ ἔχοντας νοῦ Χριστοῦ, ὅπως λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος, ὁμολόγησε μέ παρρησία τό ὄνομα τοῦ γλυκυτάτου νυμφίου της Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ἐγώ τόν Χριστόν μου πιστεύω, καί προσκυνῶ, καί αὐτόν μόνον γνωρίζω διά νυμφίον μου· τόν ὁποῖον δέν θέλω ἀρνηθῆ πώποτε, κἄν μυρία μοῦ κάμετε βάσανα, κἄν καί εἰς λεπτά κομμάτια τό σῶμα μου κατακόψετε». Οἱ μιαρώτατοι δήμιοί της, ὅταν ἄκουσαν τήν ἀπάντηση τῆς ἁγίας, κατάλαβαν πώς εἶναι ἀδύνατο νά τήν κάνουν νά ἀλλαξοπιστήσει καί γι’ αὐτό πονηρά σκεπτόμενοι ἀπεφάσισαν νά τήν παραδώσουν στίς γυναῖκες τους, ὥστε νά μεταπεισθεῖ. Πράγματι οἱ μουσουλμανίδες γυναῖκες προσπάθησαν μέ μυρίους τρόπους νά τῆς ἀποσπάσουν τή συγκατάθεση νά ἀλλαξοπιστήσει. Μέ κολακεῖες, μέ ὑποσχέσεις, μέ σατανικές μαγγανεῖες κι ἀπειλές ἐπί ἕνα ἑξάμηνο βασάνιζαν τή νεαρή κόρη νά ἀρνηθεῖ τό Χριστό. Δέν κατόρθωσαν ὅμως τίποτε. Τότε οἱ Ἀγαρηνοί φώναξαν τούς γονεῖς τῆς ἁγίας καί ἀπειλῶντας τους φοβερά, τούς πίεσαν νά ἀσκήσουν τήν ἐπιρροή τους στήν κόρη τους νά λυγίσει καί νά προσχωρήσει στήν μουσουλμανική πίστη. Μάλιστα ἀπείλησαν πώς τήν μέν Χρυσῆ θά τήν θανατώσουν, αὐτούς δέ θά τούς παιδεύσουν καί θά τούς ζημιώσουν ὑλικά. Οἱ γονεῖς τῆς ἁγίας ἄν καί δέν ἤθελαν νά τό κάνουν αὐτό, ἀλλ’ ἀναγκασμένοι ἀπό τό φόβο, ἦλθαν στή φυλακή τῆς ἁγίας, γιά νά τήν πιέσουν νά ἀρνηθεῖ τό Χριστό. Μαζί μέ τούς δυό γονεῖς ἦλθαν καί οἱ ἀδελφές της. Ἐδῶ μπορεῖ κάποιος νά παρατηρήσει τό φρικτό ψυχολογικό μαρτύριο τῆς ἁγίας. Οἱ κατά σάρκα στενοί συγγενεῖς τῆς Χρυσῆς χρησιμοποιώντας τήν ἐπιρροή τους ἄρχισαν νά παρακαλοῦν, νά κλαῖνε καί νά ὀδύρονται. Τά λόγια τῶν γονιῶν πολλές φορές λυγίζουν καί τήν πιό σκληρή ἀντίσταση. Ὁ ἅγιος Νικόδημος νά πῶς περιγράφει τή σκηνή· «…θύγατερ, λέγοντες, θύγατερ γλυκυτάτη, σπλαγχνίσου τόν ἑαυτόν σου, καί ἡμᾶς τούς γονεῖς σου, καί ἀδελφάς σου, ὁπού κινδυνεύομεν ἅπαντες νά ἀφανισθῶμεν, διά τήν αἰτίαν τήν ἐδικήν σου· καί ἀρνήσου τόν Χριστόν κατά τό φαινόμενον, διά νά γλυτώσης καί ἐσύ καί ἐμεῖς· καί ὁ Χριστός εἶναι εὔσπλαγχνος, καί συγχωρήσει τήν ἁμαρτίαν ταύτην διά τήν ἀνάγκην καί βίαν». Καταλαβαίνουμε τί πίεση ἐσωτερική δεχόταν ἡ ἁγία. Ἕνας ποταμός λογισμῶν ἀντιθέτων ἐνεργοῦσε μέσα της. Ἀπ’ τή μιά μεριά ἡ πίστη πρός τό Χριστό ἀπαιτοῦσε νά ὁμολογήσει τό ὄνομά του μέ παρρησία καί νά παραμείνει Χριστιανή κι ἀπ’ τήν ἄλλη μεριά ἡ ἀγάπη πρός τούς οἰκείους της τήν παρακινοῦσε νά μή φανεῖ ἀνάλγητη καί ἀδιάφορη. Τό βασανιστήριο αὐτό τό ἀναρρίπιζε καί τό αὔξανε ὁ διάβολος. Τί τέλος ἔκανε ἡ ἁγία Χρυσῆ; Ἔκανε ἐκεῖνο, πού παρατηροῦμε σ’ ὅλες τίς γενναῖες καί ἀρρενόφρονες μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔχοντας μέσα της τόν ἀσίγαστο ἔρωτα γιά τό πανάγιο πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας δέν ἀκολούθησε τή συμπάθεια τῆς φύσεώς της, ἀλλά τό πρόσταγμα τῆς πίστης. Βγῆκε ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς θηλυκῆς φύσεώς της καί βάζοντας στήν ἄκρη τήν ἀγάπη πρός τούς γονεῖς της κι ἔχοντας συνεχῶς μπροστά της τό πρόσωπο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ εἶπε τά ἑξῆς ἀξιοθαύμαστα λόγια· «Ἐσεῖς ὁπού μέ παρακινεῖτε νά ἀρνηθῶ Χριστόν τόν ἀληθινόν Θεόν, δέν εἶσθε πλέον γονεῖς μου, καί ἀδελφαί μου· οὔτε ἐγώ θέλω νά σᾶς ἠξεύρω ὡς τοιούτους εἰς τό ἑξῆς· ἀλλ’ ἀντί διά ἐσᾶς, Πατέρα μέν ἔχω, τόν Κύριόν μου Ἰησοῦν Χριστόν· μητέρα δέ, καί ἀδελφάς ἔχω τούς Ἁγίους καί τάς Ἁγίας». Μέ τήν ἀπόκρισή της αὐτή ἔδωσε τέρμα στόν πειρασμό.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος σχολιάζει τήν κατάσταση αὐτή τῶν μαρτύρων καί λέγει· «Πόλεμος ἀνεῤῥιπίσθη ποτέ κατά τῆς Ἐκκλησίας χαλεπός, πόλεμος ἁπάντων βαρύτατος· διπλοῦς γάρ οὗτος ὁ πόλεμος ἦν· ὁ μέν ἔσωθεν, ὁ δέ ἔξωθεν· ὁ μέν παρά τῶν οἰκείων, ὁ δέ παρά τῶν πολεμίων· ὁ μέν παρά τῶν ἀλλοτρίων, ὁ δέ παρά τῶν γνωρίμων». Ἡ ἁγία Χρυσῆ εἶχε τό διπλό αὐτό πόλεμο. Τήν πολεμοῦσαν καί οἱ ἐχθροί, δηλ. οἱ Τοῦρκοι μέ τίς ἀπειλές, ἀλλά καί οἱ οἰκεῖοι της μέ τίς ἀντίχριστες παρακλήσεις της. Ὁ πόλεμος ἀπό τούς δικούς της ἦταν χαλεπώτερος. Πολεμοῦσε μέ τό ἴδιο της τό αἷμα. «Ἐκράτει γάρ ὁ διάβολος μετά πολλῆς τῆς ὑπερβολῆς». Ἡ ἁγία Χρυσῆ μπροστά σ’ αὐτήν τήν κατάσταση ἔδειξε πώς εἶχε ἀνδρικό φρόνημα μέσα σέ γυναικεῖο σῶμα. Τά περιφρόνησε ὅλα γιά νά κρατήσει τόν ἀληθινό πλοῦτο, πού δέν φθείρεται ποτέ, τό Χριστό. Εἶχε μιά μανική ἀγάπη γιά τό πρόσωπό Του. Σ’ αὐτήν ἐφαρμόσθηκε ὁ λόγος τοῦ Κυρίου· «καί πᾶς ὅστις ἀφῆκεν οἰκίας ἤ ἀδελφούς ἤ ἀδελφάς ἤ πατέρα ἤ μητέρα ἤ τέκνα ἤ ἀγρούς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου ἑκατονταπλασίονα λήψεται καί ζωήν αἰώνιον κληρονομήσει» (Ματθ. 19,29). Ἡ Χρυσῆ ἀκολούθησε τή Δεσποτική ἐπιταγή καί τά περιφρόνησε ὅλα γιά τήν ἀληθινή πίστη. Ὁ βιογράφος της τήν ἐπαινεῖ ἐνθουσιαστικά· «Εὖγε τῆς μεγαλοψύχου ἀνδρείας! εὖγε τῆς πρός τόν Θεόν ἀληθινῆς ἀγάπης! εὖγε τῆς σοφῆς διανοίας, τῆς οὔσης οὐρανίων ἐπαίνων ἀξίας! Κατά τήν ἀλήθειαν ἀδελφοί ἐπληρώθη εἰς τήν Ἁγίαν ταύτην ἐκεῖνο ὁπού εἶπεν ὁ θεῖος Δαβίδ· “ὁ πατήρ μου καί ἡ μήτηρ μου ἐγκατέλιπόν με, ὁ δέ Κύριος προσελάβετό με” (Ψαλμ. 26,10). Καί ἐκεῖνο ὁπού εἶπεν ὁ Κύριος “μή νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἀλλά μάχαιραν· ἦλθον γάρ διχάσαι ἄνθρωπον κατά τοῦ Πατρός αὐτοῦ, καί θυγατέρα κατά τῆς Μητρός αὐτῆς. Καί ἐχθροί τοῦ ἀνθρώπου, οἱ οἰκιακοί αὐτοῦ” (Ματθ. 1,34)».

Μετά ἀπ’ αὐτά ἄρχισαν τά σωματικά μαρτύρια τῆς ἁγίας. Ἄφησαν τίς κολακεῖες κατά μέρος καί σοφίσθηκαν τά πιό ὀδυνηρά βασανιστήρια. Ἐπί τρεῖς μῆνες τήν ράβδιζαν κάθε μέρα. Ἔπειτα τῆς ἔβγαζαν ἀπό τό δέρμα της λωρίδες, τίς ὁποῖες ἔβαζαν μπροστά της γιά νά τίς βλέπει καί νά δειλιάσει. Κοκκίνισε τό χῶμα ἀπό τό αἷμα, πού ἔτρεχε σάν ποτάμι ἀπό τίς πληγές τῆς ἁγίας. Μετά πῆραν μιά μεγάλη περόνη, δηλ. μιά σούβλα καί ἀφοῦ τήν πύρωσαν, «διαπερῶσι ταύτην, πέρα καί πέρα ἀπό τά αὐτία τῆς Μάρτυρος, ὥστε ὁπού ὁ καπνός ἐξήρχετο ἀπό τήν μύτην, καί τό στόμα της». Ὅλα αὐτά τά ὑπέμεινε ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ μάρτυς, ἐπειδή ἔπαιρνε δύναμη ἀπό τό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ καί ἀπό τόν ἐγκάρδιο ἔρωτα, πού ἔτρεφε γιά τό πρόσωπό Του. Οἱ μάρτυρες ἄθλησαν μέ διάθεση χαρούμενη· «τόν γάρ τῶν ἀγγέλων Δεσπότην εἶχαν ἐν ταῖς αὐτῶν οἰκοῦντα ψυχαῖς». Ἡ καλλιπάρθενος καί μάρτυς ἁγία Χρυσῆ, ὅταν πληροφορήθηκε πώς ὁ Πνευματικός της πατέρας, πού ἦταν ὁ προηγούμενος τῆς Ἁγιορείτικης Μονῆς τοῦ Σταυρονικήτα παπᾶ Τιμόθεος, εὑρισκόταν ἐκεῖ κοντά, τοῦ διαμήνυσε μέ κάποιο χριστιανό νά προσευχηθεῖ στό Θεό νά τήν ἀξιώσει νά τελειώσει θεαρέστως τό δρόμο τοῦ μαρτυρίου καί νά μή δειλιάσει. Οἱ θηριώδεις ἐκεῖνοι δήμιοί της, πού ἦταν πιό ὠμοί καί ἀπό τά ἄλογα ζῶα, ὅταν εἶδαν πώς μετά ἀπό τόσα βασανιστήρια ἡ Χρυσῆ παρέμεινε ἀμετάπειστη στά φρονήματά της καί ζωντανή στό σῶμα της, τήν κρέμασαν σέ μιά ἀγριαπιδιά καί ἀφοῦ ὅρμησαν ὅλοι μαζί μέ τά μαχαίρια τους, τῆς ἔκοψαν ὅλα τά μέλη κι ἔτσι παρέδωσε τό πνεῦμα της στό Θεό· «κατέκοψαν μεληδόν ὅλον τό ἱερόν σῶμα τῆς παρθένου· καί οὕτως ἡ καλή Χρυσῆ, δοκιμασθεῖσα καί λαμπρυνθεῖσα ὡς Χρυσός ἐν τῷ χωνευτηρίῳ τοσούτων βασάνων, παρέδωκε τήν ἁγίαν αὐτῆς ψυχή εἰς χεῖρας τοῦ ἀθανάτου νυμφίου της, διπλοῦν λαβοῦσα τόν Στέφανον, τῆς παρθενίας καί τῆς ἀθλήσεως».

Ἡ ἁγία μάρτυς Χρυσῆ γιά ἐντάφιο στολίδι της εἶχε τό μαρτύριό της γιά τό Χριστό. Ἡ στολή αὐτή τοῦ μαρτυρίου εἶναι λαμπρότερη ἀπό κάθε ἄλλο κόσμημα, λέγουν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας· «Ἔκειτο τοίνυν μέγα ἐντάφιον ἔχουσα τό μαρτύριον, τῷ κόσμῳ τῆς ὁμολογίας καλλωπιζομένη, πάσης βασιλικῆς ἁλουργίδος, πάσης πορφύρας τιμίας τιμιωτέραν περιβεβλημένην στολήν· καί διπλῆν ταύτην, τήν τῆς παρθενίας, καί τήν τοῦ μαρτυρίου· μετά τούτων τῶν ἐνταφίων παραστήσεται τῷ βήματι τοῦ Χριστοῦ». Μπροστά στό φοβερό βῆμα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ θά παρουσιασθεῖ μέ τά ἀτίμητα στολίδια τοῦ μαρτυρίου καί τῆς παρθενίας της. Αὐτή, πού ὅσο ἦταν στή γή, διέπρεπε στήν ὡραιότητα τοῦ σωματικοῦ κάλλους καί ἔλαμπε μέ τή σεμνότητα τοῦ βίου, τώρα στόν οὐρανό θά εἶναι συνεχῶς μέσα στό φῶς τοῦ Θεοῦ καί θά κατατρυφᾶ τήν αἰώνια δόξα. Ἐπειδή ὑπέμεινε «τάς βασάνους οὐ τῆς θηλυκῆς ἀσθενείας καί ἀνανδρίας μόνον, ἀλλά καί τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἔξω γεγονυῖα», γι’ αὐτό καί ὁ Θεός τήν ὑπερύψωσε πάνω ἀπό τά ἀνθρώπινα καί τῆς χάρισε τήν κατοίκηση στούς οὐρανούς γιά νά ζεῖ τίς ὑπερφυσικές καταστάσεις τῆς χάριτος. Φυσικά κανένα βασανιστήριο δέν θά ὑπέμεινε, ἐάν δέν τήν ἐνίσχυε ὁ ἐπουράνιος νυμφίος της. Χάρισε στό Χριστό τή ζωή της κι Αὐτός τῆς χάρισε τό προνόμιο νά πρεσβεύει γιά τούς πιστούς, πού ἐπικαλοῦνται τό ὄνομά της καί τιμοῦν τή μνήμη της. Ἡ ἁγία Χρυσῆ εἶναι ἕνα συνεχές παράδειγμα γιά ὅλους μας, ἀλλά προπαντός γιά τά νέα παιδιά, πού περικυκλώνονται ἀπό μύριους πειρασμούς, πού τούς σπρώχνουν μακρυά ἀπό τόν Χριστό.

Πηγή: apostoliki-diakonia.gr

Mνήμη των Aγίων Mαρτύρων Kάρπου, Παπύλου, Aγαθοδώρου και Aγαθονίκης (13 Οκτωβρίου)

Μαρτύριο Αγίων Κάρπου, Παπύλου, Αγαθοδώρου και Αγαθονίκης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Mνήμη των Aγίων Mαρτύρων Kάρπου, Παπύλου, Aγαθοδώρου και Aγαθονίκης

Εις τον Κάρπον και Πάπυλον
Kάρπω Παπύλω τοις Θεού καρποίς δύω,
Παπυλεών (ήτοι η τέντα) τμηθείσιν ηνοίγη πόλου.

Εις τον Αγαθόδωρον
Aγαθόδωρον δωρεών πληθύς μένει,
Προς πληθύν αθλήσαντα δεινών μαστίγων.

Εις την Αγαθονίκην
Oυκ εμποδών σοι Mάρτυς Aγαθονίκη,
Tο θήλυ προς το θείον εκ ξίφους τέλος.

Kάρπον συν Παπύλω δεκάτη τρίτη έκτανε χαλκός.

Μαρτύριο Αγίων Κάρπου, Παπύλου, Αγαθοδώρου και Αγαθονίκης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτοι οι Άγιοι του Xριστού Mάρτυρες, ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως μεν Δεκίου, του ανθυπάτου δε της Aνατολής Bαλλεριανού, εν έτει σν΄ [250], ιατροί κατά την τέχνην. Kαι ο μεν Άγιος Kάρπος, ήτον Eπίσκοπος Θυατείρων. O δε Πάπυλος, ήτον Διάκονος, χειροτονηθείς από τον ίδιον αυτόν Kάρπον. Πιασθέντες λοιπόν ούτοι από τον εκείσε άρχοντα, και ερωτηθέντες, ωμολόγησαν ενώπιον πάντων το όνομα του Δεσπότου Xριστού. Aναγκασθέντες δε διά να θυσιάσουν εις τα είδωλα, και μη πεισθέντες, εδέθησαν οπίσω εις άλογα, από τα οποία εσύρθησαν έμπροσθεν του άρχοντος, και επήγαν από τα Θυάτειρα έως τας Σάρδεις. Eκεί δε εκρεμάσθησαν επάνω εις ξύλον και εκαταξεσχίσθησαν. Tότε και ο Άγιος Aγαθόδωρος, δούλος ων των Aγίων, εδυναμώθη υπό θείου Aγγέλου, και ωμολόγησε φανερά τον Xριστόν. Όθεν κρεμάται και αυτός, και δέρνεται άσπλαγχνα με ραβδία. Kαι ούτως επάνω εις τας βασάνους, παραδίδει την ψυχήν του εις χείρας Θεού. O δε Άγιος Kάρπος, κρεμάμενος ων, εχαμογέλασεν. Eρωτηθείς δε από τον άρχοντα, διατί εχαμογέλα, απεκρίθη. «Eίδον την δόξαν του Kυρίου μου και εχάρην».

O δε Πάπυλος εδέθη εις τέσσαρας πάλους, και εσηκώθη υψηλά από την γην. Ύστερον δε ελιθοβολήθη. Kαι επειδή έμεινεν αβλαβής, διά τούτο φέρεται εις το κριτήριον μαζί με τον Kάρπον. Kαι οι δύω ομού σύρονται ανάσκελα επάνω εις τριβόλους, και εν ταυτώ δέρνονται, άνωθεν από την κοιλίαν. Έπειτα ρίπτονται εις τα θηρία διά να τους φάγουν. Tότε ένα λεοντάρι, ω του θαύματος! ωμίλησε με ανθρωπίνην φωνήν, και εμπόδιζε τους διώκτας να μη δείχνουν τόσην ωμότητα κατά των Aγίων. Oι δε διώκται, βουλλώσαντες τα αυτία των ωσάν την ασπίδα, εκάρφωσαν τους πόδας των Mαρτύρων με σιδηρά υποδήματα. Kαι έτζι τους έρριψαν εις μίαν κάμινον. Tότε και η Aγαθονίκη, η αδελφή του Aγίου Παπύλου, επροσευχήθη, και έπειτα εμβήκε και αυτή εις την κάμινον. Eπειδή δε η φωτία εσβέσθη, με το να έπεσε βροχή από τον ουρανόν, διά τούτο έμειναν οι Άγιοι αβλαβείς. Kαι τέλος πάντων απετμήθησαν τας κεφαλάς, και έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτών όρα εις τον Nέον Παράδεισον. Tούτον δε ο Mεταφραστής συνέγραψεν, ου η αρχή· «Mεμνήσθαι των υπέρ Xριστού». Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις, και προ τούτων εν τη Λαύρα.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)