Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: Να χαρείς μαζί με την Θεοτόκο την Ανάσταση του Χριστού!
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
Συλλογίσου αγαπητέ, ότι έχουμε χρέος να συγχαρούμε με την Παναγία Παρθένο, που όταν είδε τον Υιό και Θεό της ότι αναστήθηκε, γέμισε αμέσως από τόση μεγάλη χαρά όσο μεγάλη ήταν και η θλίψη που δοκίμασε στα Πάθη του.
Οι πόνοι και οι θλίψεις της μετριούνται με τη γνώση που είχε για την άπειρη αξιότητα του ενσαρκωμένου Λόγου, και από την αγάπη της σ’ αυτόν, όχι μόνο σαν Θεό, και σαν γέννημα των σπλάγχνων της, αλλά σαν μονογενή Υιό της και επειδή αυτή μόνη ήταν μητέρα του χωρίς πατέρα. Όλα αυτά δεν άφηναν την αγάπη της να μοιρασθεί σε άλλα πράγματα, αλλά την πολλαπλασίαζαν μόνο στο γλυκό της Υιό.
Επειδή λοιπόν τον γνώριζε περισσότερο, τον αγαπούσε και περισσότερο, απ’ όσο τον γνώριζαν και τον αγαπούσαν όλοι οι άγγελοι στον ουρανό. Επομένως μπορούμε να πούμε, ότι η Παναγία Παρθένος έπασχε στο Πάθος του Υιού της περισσότερο από όσο έπασχαν όλα μαζί τα κτίσματα· κι ότι η λύπη της δεν συγκρίνεται με καμιά άλλη, παρά μόνο τη λύπη, που δοκίμασε ο αγαπημένος της Ιησούς. «Και τη δική σου ψυχή θα διαπεράσει ρομφαία» (Λουκ. 2,35).
Αφού όμως αυτή πρώτη πήγε κατά το μεσονύκτιο για να δει τον τάφο του Υιού της και αφού γι’ αυτή και μόνη έγινε ο σεισμός και ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, ο συνήθης διακονητής και τροφεύς και ευαγγελιστής της, κατέβηκε από τους ουρανούς, κύλησε την πέτρα από τη πόρτα του τάφου και καθόταν πάνω σ’ αυτήν αστραπόμορφος και λευκός σαν το χιόνι. Αφού λέω, κατέβηκε ο θείος Γαβριήλ, ω , πως μετατράπηκε αμέσως σε υπερβολική χαρά η υπερβολική της λύπη! Ω πόσο αγαλλίασε το πνεύμα της, όταν είδε, ότι γι’ αυτήν μόνο ανοίχθηκε ο τάφος του Υιού της! Όπως για χάρη της Θεοτόκου ανοίχθηκαν στους ανθρώπους τα ουράνια και τα επίγεια, έτσι και για τη Θεοτόκο ανοίχθηκε ο ζωοποιός τάφος του Κυρίου, όπως λέει ο μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ο Παλαμάς.
Αυτή πρώτη είδε την Ανάσταση του Υιού της! Ω πόσο ευφράνθηκε, όταν πλησιάζοντας στόν αγαπητό της Ιησού έπιασε με μεγάλη ευλάβεια και αγάπη τα άγια πόδια του και τα προσκύνησε! Κι όταν είδε γεμάτα από το θείο φως της Αναστάσεως τα μέλη του γλυκύτατου Υιού της, τα οποία προ ολίγου ήσαν όλα καταξεσχισμένα, άτιμα και άμορφα! Πάνω απ’ όλα όμως πόσο χάρηκε, όταν άκουσε από το θείο στόμα του Υιού της τον χαροποιό εκείνο λόγο, που της είπε, το «χαίρε»· μολονότι και ο Ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρει, ότι ήταν μαζί της και η Μαγδαληνή Μαρία και έπιασε και αυτή τα πόδια του Κυρίου, και άκουσε και αυτή το χαίρε, με σκοπό να μην αμφισβητείται η Ανάσταση του Κυρίου, αν την μαρτυρούσε μόνο η Παναγία μητέρα του λόγω της φυσικής οικειότητας, καθώς το αποδεικνύει ο Θεσσαλονίκης Γρηγόριος (και ο Ξανθόπουλος στο συναξάρι του Πάσχα). Ποιος νους μπορεί να καταλάβει τι είδους τελειότητα αγάπης και χαράς υπήρξε ανάμεσα στη Θεοτόκο και στο Χριστό, αναμεσα σε μια τετοια Μητέρα και σ’ ένα τέτοιο Γιο;
Λοιπόν, αδελφέ αν η Θεοτόκος είναι φυσική Μητέρα του Χριστού, θετή δε και πνευματική μητέρα όλων των Χριστιανών και μάλιστα τέτοια μητέρα ώστε, καθώς ο Χριστός μας παραγγέλλει να μη αποκαλέσουμε πατέρα στη γη, επειδή κυρίως ένας είναι ο πατέρας μας, ο επουράνιος. Έτσι ακριβώς έχουμε δίκιο να πούμε ότι κι άλλη μητέρα δεν έχουμε παρά μόνο τη Θεοτόκο. Αν, λέω, η Θεοτόκος είναι μητέρα των χριστιανών, χρωστάς και συ αδελφέ σαν χριστιανός και γιός της Παρθένου να συγχαρείς σ’ αυτή τη μεγάλη χαρά της. Αν στον καιρό της τόσης ευτυχίας της, δέν συγχαρείς με την Παναγία, ασφαλώς θα φανείς ανάξιος της αγάπης της. Και αν φανείς ανάξιος της αγάπης της, θα φανείς ανάξιος για να γίνεις δεκτός κάτω από τη σκέπη της· κι αν αυτή η μητέρα όλων μας, δεν σε δεχθεί κάτω από τη σκέπη της αλλοίμονον σε σένα! Ποια ελπίδα σου απομένει για τη σωτηρία σου; Αυτή είναι η μητέρα του ελέους και όλες οι χάριτες του Θεού περνούν μέσ’ από τα χέρια της τόσο στον ουρανό, όσο και στη γη, τόσο στους αγγέλους, όσο και στούς ανθρώπους. Αυτή μόνη όντας μεθόριο μεταξύ του Θεού και των κτισμάτων, παίρνει από την Τρισήλιο Θεαρχία όλες τις υπερφυσικές δωρεές και τα χαρίσματα και τα μεταδίδει σαν φιλανθρωπότατη βασίλισσα σ’ όλες τις τάξεις των αγγέλων και των ανθρώπων, ανάλογα με τήν αγάπη, που έχουν πρός αυτήν. Είναι λοιπόν αυτή μόνη η ταμιούχος ταυτόχρονα και χορηγός του πλούτου της θεότητος και χωρίς τη μεσιτεία της δέν μπορεί νά πλησιάσει κανείς το Θεό, ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, καθώς λέει γι’ αυτήν ο μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος στον πρώτο λόγο του στα Εισόδια.
Θέλησε λοιπόν ο Κύριος να είναι οι πρεσβείες της Θεοτόκου νόμοι απαράβατοι, για να δίνεται από αυτόν έλεος και ευσπλαγχνία σ’ εκείνους, για τους οποίους αυτή πρεσβεύει: «ανοίγει το στόμα και μιλάει με σοφία και σύνεση και η ελεημοσύνη της ανέστησε τα τέκνα της και πλούτισαν» (Παροιμ. 29, 28). Και ο άγιος Γερμανός λέει απευθυνόμενος στην Παρθένο «Δεν είναι ποτέ δυνατόν να σε παρακούσει ο Θεός, επειδή πειθαρχεί “κατά πάντα, και διά πάντα, και σε όλα” σε σένα που είσαι η αληθινή και άχραντη μητέρα του» (Λόγος στήν Κοίμηση).
Να χαίρεσαι λοιπόν με όλη σου την καρδιά μαζί μ’ αυτήν τη Δέσποινα, τ’ ουρανού και της γης, της χαράς το δοχείο, επειδή σ’ αυτήν πρώτη δόθηκε η χαρά και πριν από την Αναστάση, στον Ευαγγελισμό της, και μετά την Ανάσταση, σήμερα.
Να χαίρεσαι μαζί με τη Θεοτόκο, καθώς χαίρεται μαζί της και όλη η Εκκλησία του Χριστού σε πολλά σημεία των ασματικών τροπαρίων της ψάλλοντας της χαρμόσυνα και πανηγυρικά, τώρα μέν: «ο άγγελος εβόα τη Κεχαριτωμένη, αγνή Παρθένε χαίρε και πάλιν ερώ χαίρε. ο σος Υιός ανέστη τριήμερος εκ τάφου», τώρα δε: «Συ δε αγνή τέρπου Θεοτόκε, εν τη εγέρσει του τόκου σου». Καί αλλού: «Αναστάντα κατιδούσα σον Υιόν και Θεόν, χαίροις σύν Αποστόλοις, Θεοχαρίτωτε αγνή». Και σε άλλο σημείο: «την γαρ εν τω πάθει σου μητρικώς πάντων υπεραλγήσασαν, έδει και τη δόξη της σαρκός σου, υπερβαλλούσης απολαύσαι χαράς».( Αυτή που ως μητέρα υπερβολικά πόνεσε στο πάθος σου, έπρεπε να απολαύση υπερβολική χαρά για τη δόξα του σώματος σου).
Τι λέω; Να χαίρεσαι μαζί με τη Θεοτόκο, καθώς χαίρεται μαζί της και όλη η άλογη κι αναίσθητη κτίση και πανηγυρίζει στήν Ανάσταση του Υιού της και της προσφέρει τα ωραιότερα και σπουδαιότερα δώρα και τις χάριτες της γλυκύτατης άνοιξης. Δέν βλέπεις και με τα μάτια σου, πως τώρα ο ουρανός είναι διαυγέστερος; Ότι ο δίσκος της σελήνης είναι λαμπρότερος καί πιο ασημένιος, και όλα τα αστέρια του ουρανού φαίνονται καθαρότερα; Δέν βλέπεις πως τώρα η γη είναι στεφανωμένη με τα πολυποίκιλά της χορτάρια, με τ’ ανοιγμένα διάφορα δένδρα της και με τα ποικιλόχρωμα και ευωδέστατα άνθη και τριαντάφυλλα της, που άλλα μεν βγήκαν τελείως από τους κάλυκές του και παρουσιάζουν σ’ όσους τα βλέπουν τη ροδόπνοη χάρη τους, ενώ άλλα βγήκαν λίγο και άλλα είναι κλεισμένα ακόμη μέσα σ’ αυτούς; Δεν ακούς με τ’ αυτιά σου τη συμφωνία και την παναρμόνια μουσική, που τώρα συνθέτουν με τις γλυκύτατες φωνές τους πάνω στα χρυσοπράσινα και πυκνόφυλλα δένδρα τ’ αηδόνια, τα χελιδόνια, τα τρυγόνια, τα κοτσύφια, οι κούκοι, οι πέρδικες, οι κίσσες, τ’ αγριοπερίστερα, οι σπίνοι και τα υπόλοιπα πουλιά; Πώς συναγωνίζονται να νικήσουν το ένα το άλλο με τα ποικιλόφθογγα και γοργογλυκόστροφα κελαδήματα τους; Και πώς κατασκευάζουν με τόση τέχνη τις φωλιές τους; Πώς τα θηλυκά κάθονται και ζεσταίνουν τ’ αυγά μέσα σ’ αυτές, ενώ τα αρσενικά πετούν τριγύρω και κελαηδούν γλυκύτατα; Δεν βλέπεις πώς τώρα οι βρύσες τρέχουν καθαρότερα; Πώς τα ποταμια τρέχουν πλουσιότερα και ποτίζουν όπου περνούν τη γη; Πώς τα περιβόλια ευωδιάζουν; Πώς το χορτάρι κυμματίζει; Πώς τα μικρά και τρυφερά αρνάκια πηδούν και χορεύουν μέσα στους χορτιαριασμένους κάμπους και τα χωράφια; Δεν βλέπεις πώς οι εργατικές μέλισσες βγαίνουν τώρα από τις κυψέλες τους, βουίζουν γλυκύτατα και πετούν τριγύρω στούς κάμπους και τα περιβόλια, ρουφάνε τα άνθη και πλάθουν τις κηρήθρες τους,τοποθετώντας τις ευθείες γραμμές απέναντι από τις γωνίες για περισσοτέρη ασφάλεια και ομορφιά του έργου τους και κατασκευάζουν το γλυκύτατο μέλι; Δεν βλέπεις πώς τώρα οι άνεμοι ησυχάζουν; Πώς φυσά η γλυκειά αύρα; Πώς η θάλασσα είναι γαλήνια και ήρεμη· πώς οι ναύτες ταξιδεύουν άφοβα και πώς τα δελφίνια συνταξιδεύουν με τα πλοία φυσώντας και κολυμπώντας χαριτωμένα και ξεπροβοδίζουν τους ναύτες χαρούμενα; … Δεν βλέπεις πώς τώρα όλα τα ορατά δημιουργήματα, όπου και αν γυρίσεις να δεις, είναι τερπνά, είναι ευώδιαστά, δροσερά, χαρούμενα καί ευχαριστούν τις πέντε αισθήσεις του σώματος; Και πώς φαίνονται σαν να συναναστήθηκαν με τον Χριστό και αυτά και ζωντάνεψαν που ήταν πρωτύτερα σαν νεκρωμένα και πεθαμένα από την παγωνιά και το ψύχος του χειμώνα;
Και για να πω με συντομία, να χαίρεσαι και συ αδελφέ με τη Θεοτόκο, καθώς χάρηκαν και οι θείες Μυροφόρες, η Μαγδαληνή Μαρία, η Σαλώμη και η Ιωάννα. Μπορείς, αν θέλεις, να γίνεις και συ στη ψυχή σαν αυτές, όπως σε προτρέπει ο Θεολόγος Γρηγόριος λέγοντας: «κι αν είσαι κάποια Μαρία, ή Σαλώμη, ή Ιωάννα, δάκρυσε τα χαράματα, δες πρώτη το λίθο κυλισμένο, ίσως και τους αγγέλους κι αυτόν τον Ιησού»· τα λόγια αυτά ερμηνεύοντας ο σχολιαστής Νικήτας λέει: «Μαρία Μαγδαληνή είναι κάθε ψυχή πρακτική, που καθαρίστηκε με το λόγο των ευαγγελικών εντολών, σαν από δαιμόνια, από την «προσπάθεια» (προσκόληση) της πρόσκαιρης αυτής ζωής. Σαλώμη, που ερμηνεύεται ειρήνη, είναι η ψυχή εκείνη που νίκησε τα πάθη και υπέταξε το σώμα στη ψυχή, απέκτησε με τη θεωρία τη γνώση των όντων των πνευματικών νοημάτων και γι αυτό κατέχει την τέλεια ειρήνη. Ιωάννα πάλι, ερμηνεύεται περιστερά, και είναι η ψυχή εκείνη η άκακη και γονιμότατη στις αρετές, που απέβαλε κάθε πάθος με την πραότητα και είναι θερμή στο να γεννά τα πνευματικά νοήματα με γνώση και διάκριση.
Αν γίνη τέτοια η ψυχή σου αγαπητέ, πήγαινε σαν τις Μυροφόρες με προθυμία και ταχύτητα – γιατί ο όρθρος αυτό φανερώνει – στον τάφο, δηλαδή στό βάθος της καρδιάς σου, που είναι κρυμμένος ο λόγος των επίγειων και των ουράνιων και ζήτησε με δάκρυα νοητά και αισθητά να μάθεις, αν αναστήθηκε ο λόγος της αρετης και της γνώσεως, που είναι μέσα σου. Αν ζητήσεις με τέτοιο τρόπο, πρώτα θα δεις να φεύγει από την καρδιά σου ο λίθος, δηλαδή η πώρωση της ασάφειας του λόγου, και αφού φύγει αυτή θα δεις τους αγγέλους, δηλαδή τις κινήσεις της συνειδήσεώς σου να σου κηρύττουν, ότι αναστήθηκε μέσα σου ο λόγος της αρετής και της γνώσεως, που είχε νεκρωθεί από την αμαρτία· επειδή στη ψυχή του φαυλοβίου ανθρώπου ο λόγος δεν ενεργεί, αλλά είναι σαν νεκρός. Έπειτα θα δεις κι αυτόν τον ίδιο το λόγο να σου εμφανίζεται στό νου γυμνός και χωρίς τύπους και σύμβολα και να γεμίζει τις νοερές δυνάμεις της ψυχής σου από χαρά πνευματική. Αφού λοιπόν πληροφορηθείς έτσι την Ανάσταση του λόγου με την πρακτική Μαρία, δηλαδή τη Μαγδαληνή, που είναι τύπος της πρακτικής ασκήσεως, να χαίρεσαι μαζί μέ την άλλη Μαρία, τή Μητέρα του Θεού, που είναι ο τύπος της θεωρητικής ζωής, η οποία αφού πήγε πρώτη και είδε μια φορά την Ανάσταση του Υιού της, πληροφορήθηκε και ησύχασε και δεν ξαναπήγε στον τάφο, σαν τις άλλες μυροφόρες, επειδή η θεωρία προηγείται και αντιλαμβάνεται απλά και άμεσα, ενώ η πράξη ακολουθεί και αποκτά τη γνώση με την πείρα.
Από το παράδειγμα του Ιωάννη, που είναι τύπος της θεωρίας, και του Πέτρου, που είναι τύπος της πράξεως, πίστεψε τα παραπάνω. Και οι δύο αυτοί έτρεχαν μαζί, όπως λέει το Ευαγγέλιο, αλλ’ όμως ο Ιωάννης έφθασε νωρίτερα από τον Πέτρο. Και ο μεν Ιωάννης βλέπει «τα οθόνια κείμενα μόνα» και πιστεύει, ο δε Πέτρος εισέρχεται στον τάφο και περιεργάζεται τα οθόνια και το σουδάριο και τα λοιπά και πιστεύει.
Η μεγαλύτερη όμως χαρά, που μπορείς να προξενήσεις στη Θεοτόκο, είναι να αποφασίσεις να νικάς τα πάθη σου κάθε στιγμή και να ζεις με αγνότητα για την αγάπην της Παρθένου.
Για να γίνεις άξιος να σε υπερασπίζεται και να σ’ έχει γιά παιδί της φρόντιζε να υποτάσσεσαι και να δουλεύεις όσο μπορείς περισσότερο σ’ αυτήν και στον μονογενή της Υιό και παρακάλεσέ την να σε συμπεριλάβει ανάμεσα στους ευλαβικούς δούλους της και να σε αξιώσει να χαίρεσαι μ’ αυτήν αιώνια στον ουρανό, ψάλλοντας της εκείνο που είπε ο Δαβίδ: «μνησθήσομαι του ονόματός σου εν πάση γενεά και γενεά· δια τούτο λαοί εξομολογήσονταί σοι εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος» (Ψαλμ. 44,17), δηλαδή, θα θυμηθώ τ’ όνομά σου σ’ όλες τις γενεές· γι’ αυτό οι λαοί θα σε δοξολογήσουν στον αιώνα και στον αιώνα του αιώνος.
Ἀρχιμ. Ἀντώνιος Φραγκάκης: «Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα» (Β΄ μέρος, 08.04.2026)
Ὁ ἱεροκήρυκας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γορτύνης καὶ Ἀρκαδίας Ἀρχιμανδρίτης Ἀντώνιος Φραγκάκης μιλᾶ γιὰ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα στὴν ἐκπομπὴ «Διάλογοι γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ γνώση», ποὺ ἐπιμελεῖται καὶ παρουσιάζει ὁ π. Ἰωάννης Σπυρίδης στὸ διαδικτυακὸ ραδιόφωνο «Ἔκ Βαθέων» τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἐδέσσης, Πέλλης καὶ Ἀλμωπίας (Μ. Τετάρτη 08.04.2026).
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 22 Ἀπριλίου 2026
Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Β΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
4: 13-22
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, θεωροῦντες οἱ Ἰουδαῖοι τὴν τοῦ Πέτρου παρρησίαν καὶ ᾿Ιωάννου, καὶ καταλαβόμενοι ὅτι ἄνθρωποι ἀγράμματοί εἰσι καὶ ἰδιῶται, ἐθαύμαζον, ἐπεγίνωσκόν τε αὐτοὺς ὅτι σὺν τῷ ᾿Ιησοῦ ἦσαν, τὸν δὲ ἄνθρωπον βλέποντες σὺν αὐτοῖς ἑστῶτα τὸν τεθεραπευμένον, οὐδὲν εἶχον ἀντειπεῖν. Κελεύσαντες δὲ αὐτοὺς ἔξω τοῦ συνεδρίου ἀπελθεῖν, συνέβαλλον πρὸς ἀλλήλους λέγοντες· τί ποιήσωμεν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις; ὅτι μὲν γὰρ γνωστὸν σημεῖον γέγονε δι᾿ αὐτῶν, πᾶσι τοῖς κατοικοῦσιν ῾Ιερουσαλὴμ φανερόν, καὶ οὐ δυνάμεθα ἀρνήσασθαι· ἀλλ᾿ ἵνα μὴ ἐπὶ πλεῖον διανεμηθῇ εἰς τὸν λαόν, ἀπειλῇ ἀπειλησώμεθα αὐτοῖς μηκέτι λαλεῖν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τούτῳ μηδενὶ ἀνθρώπων. Καὶ καλέσαντες αὐτοὺς παρήγγειλαν αὐτοῖς τὸ καθόλου μὴ φθέγγεσθαι μηδὲ διδάσκειν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ ᾿Ιησοῦ. Ὁ δὲ Πέτρος καὶ ᾿Ιωάννης ἀποκριθέντες πρὸς αὐτοὺς εἶπον· εἰ δίκαιόν ἐστιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὑμῶν ἀκούειν μᾶλλον ἢ τοῦ Θεοῦ, κρίνατε. Οὐ δυνάμεθα γὰρ ἡμεῖς ἃ εἴδομεν καὶ ἠκούσαμεν μὴ λαλεῖν οἱ δὲ προσαπειλησάμενοι ἀπέλυσαν αὐτούς, μηδὲν εὑρίσκοντες τὸ πῶς κολάσονται αὐτούς, διὰ τὸν λαόν, ὅτι πάντες ἐδόξαζον τὸν Θεὸν ἐπὶ τῷ γεγονότι· ἐτῶν γὰρ ἦν πλειόνων τεσσαράκοντα ὁ ἄνθρωπος ἐφ᾿ ὃν ἐγεγόνει τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς ἰάσεως.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Β΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
5: 17-24
Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἐληλυθότας πρὸς αὐτὸν Ἰουδαίους· ὁ πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι. διὰ τοῦτο οὖν μᾶλλον ἐζήτουν αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι ἀποκτεῖναι, ὅτι οὐ μόνον ἔλυε τὸ σάββατον, ἀλλὰ καὶ πατέρα ἴδιον ἔλεγε τὸν Θεόν, ἴσον ἑαυτὸν ποιῶν τῷ Θεῷ. ἀπεκρίνατο οὖν ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ δύναται ὁ υἱὸς ποιεῖν ἀφ’ ἑαυτοῦ οὐδὲν, ἐὰν μή τι βλέπῃ τὸν πατέρα ποιοῦντα· ἃ γὰρ ἂν ἐκεῖνος ποιῇ, ταῦτα καὶ ὁ υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ. ὁ γὰρ πατὴρ φιλεῖ τὸν υἱὸν καὶ πάντα δείκνυσιν αὐτῷ ἃ αὐτὸς ποιεῖ, καὶ μείζονα τούτων δείξει αὐτῷ ἔργα, ἵνα ὑμεῖς θαυμάζητε. ὥσπερ γὰρ ὁ πατὴρ ἐγείρει τοὺς νεκροὺς καὶ ζῳοποιεῖ, οὕτω καὶ ὁ υἱὸς οὓς θέλει ζῳοποιεῖ. οὐδὲ γὰρ ὁ πατὴρ κρίνει οὐδένα, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ υἱῷ, ἵνα πάντες τιμῶσι τὸν υἱὸν καθὼς τιμῶσι τὸν πατέρα. ὁ μὴ τιμῶν τὸν υἱὸν οὐ τιμᾷ τὸν πατέρα τὸν πέμψαντα αὐτόν. ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Ὁ ἄνθρωπος μεταξὺ διαβόλου καὶ Θεοῦ (Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς)
Σέ τοῦτον τόν κόσμο, ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται πάντοτε μεταξύ τοῦ διαβόλου καί τοῦ Θεοῦ, συμφιλιώνεται εἴτε μέ τόν ἕνα εἴτε μέ τόν Ἄλλο, ζεῖ εἴτε μέ τόν ἕνα εἴτε μέ τόν Ἄλλο. Εἶναι φίλος τοῦ διαβόλου καί ζεῖ μέ αὐτόν, ὅταν βαδίζει στίς ἁμαρτίες καί τά πάθη, ἐπειδή αὐτά εἶναι ἡ ψυχή, ἡ καρδιά τοῦ διαβόλου. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά εἶναι φίλος τοῦ Θεοῦ, ζεῖ μέ Αὐτόν, ὅταν πορεύεται μέ τίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Κυρίου, ὅταν γίνεται σύσσωμος τοῦ Θεανθρωπίνου σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας, στήν ὁποία ἀποθησαυρίζεται ὁλόκληρος ὁ πλοῦτος, ὅλων τῶν Θείων αἰωνιοτήτων. Ναί, σέ τοῦτον ἐδῶ τόν κόσμο, ὁ ἄνθρωπος παρακάθεται, πάντοτε, εἴτε στήν τράπεζα τοῦ διαβόλου εἴτε στήν τράπεζα τοῦ Κυρίου Χριστοῦ, τοῦ Μόνου Ἀληθινοῦ Θεοῦ [1].
Τό ἀνθρώπινο γένος δοκιμάζει, καθημερινῶς, στόν κόσμο μας τήν ἐμπειρία νά ὁδηγοῦνται οἱ ἄνθρωποι στήν ἀπώλεια εἴτε λόγῳ τῆς ἄγνοιας εἴτε τῆς μή ἀναγνωρίσεως τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καί Κυρίου, Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μέ ἄλλα λόγια ἐκπίπτουν, ἐξαιτίας εἴτε τῆς ἀθεΐας εἴτε τῆς εἰδωλολατρείας. Αὐτή ἡ ἄγνοια ἤ ἡ μή ἀναγνώριση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιφέρει τήν ἄγνοια ἤ τήν μή ἀναγνώριση τοῦ μόνου ἀληθινοῦ ἀγαθοῦ σέ αὐτόν τόν κόσμο: τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ζοῦν «ἐν ἀσελγείαις, ἐπιθυμίαις, οἰνοφλυγίαις, κώμοις, πότοις καί ἀθεμίτοις εἰδωλολατρείαις» [2]. Ναί, «ἀθεμίτοις εἰδωλολατρίαις», γιατί ἡ εἰδωλολατρεία εἶναι πάντοτε σέ πληθυντικό ἀριθμό. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δέν ἀναγνωρίζει τόν μόνο ἀληθινό Θεό, θέλοντας καί μή ἀναγνωρίζει ἕνα ἀναρίθμητο πλῆθος ἄλλων, μικρότερων θεοτήτων, ψευδῶν θεῶν, εἰδώλων. Πρόκειται γιά τίς ἐπιθυμίες καί τά πάθη πού δέν ἔχουν οὔτε ἀριθμό οὔτε τέλος. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δελεάζεται ἀπό μία τέτοια μικρή, μικρή θεότητα, τότε αὐτή τόν παρασύρει στίς ὑπόλοιπες ἐπιθυμίες καί τά πάθη καί τότε εἶναι πού τόν κατακομματιάζουν καί τόν κατασπαράζουν οἱ ἀναρίθμητοι ψευδεῖς καί ἀδηφάγοι θεοί. Καί ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι σέ θέση νά ἀμυνθεῖ σέ αὐτήν τήν ἀγέλη τῶν τρομερῶν θηρίων καί τῶν δελεαστικῶν πειρασμῶν. Τό μικρότερο πάθος ὁδηγεῖ σέ μεγαλύτερο καί ἔτσι σταδιακά, βυθίζεται σέ ὅλο καί μεγαλύτερα πάθη, ὥσπου, ἐν τέλει, δέν μπορεῖ νά ἀναδυθεῖ ἀπ’αὐτά. Καί κάθε πάθος ἐμπεριέχει ἀναρίθμητα εἴδωλα καί κάθε ἐπιθυμία φέρει ὅλο καί περισσότερα εἴδωλα, πού δέν ἔχουν τελειωμό. Τά εἴδωλα εἶναι σάν τή δυνατή φωτιά, μέσα της κατακαίγονται καί ἡ συνείδηση καί ἡ ψυχή καί ἡ καρδιά καί τό θέλημα τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἀπόστολος τῆς ἀγάπης παρακαλεῖ τούς χριστιανούς: «Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτούς ἀπό τῶν εἰδώλων» [3].
Ἀπό τά εἴδωλα προέρχονται ὅλα τά κακά, καί τά μικρά καί τά μεγάλα. Καί κάθε ἄνθρωπος εἶναι εἰδωλολάτρης, ἐφ’ ὅσον δέν πιστεύει στόν μόνον Ἀληθινό Θεό, στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Διότι, ὁπωσδήποτε σέ κάτι πιστεύει, εἴτε ὄν εἶναι αὐτό εἴτε πράγμα, εἴτε σέ ὁρατά εἴτε σέ ἀόρατα εἴδωλα, ὅπως εἶναι ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη, οἱ ἀστέρες, οἱ ἄνθρωποι, ὁ πολιτισμός, ἡ τεχνολογία, ἡ φυλή, ἡ κοινωνική τάξη, τά πάθη, οἱ ἡδονές καί […] τό ὄνομά τους «Λεγεών». Ἀπό τό πρῶτο ὥς τό τελευταῖο ὅλα τά παραπάνω εἶναι εἰδωλολατρία. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τό καθένα ἀπ’αὐτά φονεύει ὅ,τι κάνει ἄνθρωπο τόν ἄνθρωπο, φονεύει δηλαδή ὅ,τι θεοειδές, θεονοσταλγικό, ἀθάνατο, θεῖο, αἰώνιο. Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἀπόστολος νουθετεῖ καί ἐντέλλεται στούς χριστιανούς: «Διόπερ, ἀγαπητοί μου, φεύγετε ἀπό τῆς εἰδωλολατρείας» [4]. Οἱ ἄνθρωποι, διά τῶν ποικιλόμορφων εἰδωλολατρειῶν, ἔμμεσα ἤ ἄμεσα, θυσιάζουν τούς ἑαυτούς τους στὀν διάβολο, προσφέρονται ὡς θυσία στόν διάβολο. Σέ τελευταία ἀνάλυση, κάθε εἰδωλολατρία εἶναι σατανολατρία καί κάθε εἰδωλο-διακονία εἶναι σατανο-διακονία. Μήπως δέν λατρεύει, δέν διακονεῖ, δέν προσφέρει θυσία τήν ψυχή του στόν διάβολο ἐκεῖνος πού ζεῖ στά πάθη καί στήν ἡδονή, ὅποιος ὑπηρετεῖ ὁποιονδήποτε καί ὁ,τιδήποτε, ἐκτός ἀπό τόν μόνον ἀληθινό Θεό καί Κύριο, Ἰησοῦ Χριστό; Αὐτό εἶναι τόσο ξεκάθαρο γιά κάποιον πού μπορεῖ, μέ φρόνηση, νά κρίνει. Γι’ αὐτό καί ὁ θεόσοφος Ἀπόστολος λέγει στούς πρώην εἰδωλολάτρες Κορινθίους: «ὡς φρονίμοις λέγω…οὐ θέλω δέ ὑμᾶς κοινωνούς τῶν δαιμονίων γίνεσθαι. Οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πίνειν καί ποτήριον δαιμονίων· οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν καί τραπέζης δαιμονίων» [5].
1. Βλ. Α’ Κορ.,10,21
2. Α’ Πέτρ., 4, 3
3. Α’ Ἰω.5,21.
4. Α’ Κορ.10,14.
5. Α’ Κορ.10,15-21
Ἐπιμέλεια π. Ἀθανασίου Μηνᾶ
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Θεοδώρου του Συκεώτου Eπισκόπου Aναστασιουπόλεως (22 Απριλίου)
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Θεοδώρου του Συκεώτου Eπισκόπου Aναστασιουπόλεως
Kαι Θεοδώρω και νεκρώ Θεοδώρου,
Tο θαυματουργείν δώρον εκ Θεού μέγα.
Eικάδι δευτερίη Συκεώτην τύμβος έκρυψεν.

Oύτος εκατάγετο εκ της χώρας των Γαλατών από ένα χωρίον ονομαζόμενον Συκεόν. Φαίνεται δε, ότι δεν εγεννήθη ο Άγιος ούτος με τρόπον τίμιον και επαινετόν, νόθος γαρ ήτον και σκότιος. Eπειδή η μήτηρ του Mαρία, με το να ήτον ωραία, ετράβιξεν εις τον έρωτά της ένα ταχυδρόμον βασιλικόν, Kοσμάν ονομαζόμενον, από τον οποίον συνελήφθη ούτος ο Όσιος. H αρετή όμως του γεννηθέντος, εσκέπασεν, εί τι ηκολούθησε προ της γεννήσεώς του κατηγορημένον και άτιμον. Διότι η τούτον γεννήσασα, είδεν εις το όνειρόν της κατά την νύκτα εκείνην, εις την οποίαν έσμιξε με τον άνδρα, ότι εκατέβη από τον ουρανόν ένας αστέρας, και εμβήκεν εις την κοιλίαν της. Eδήλονε δε το όνειρον, την λαμπρότητα, οπού έμελλε να λάβη ύστερον το παιδίον.

Tαύτην δε την λαμπρότητα έκαμεν ο Άγιος, όχι να νομίζουν οι πολλοί με αμφιβόλους λογισμούς, αλλά να πιστεύουν αυτήν βεβαίως και αναμφιβόλως. Eπειδή ευθύς από την βρεφικήν ηλικίαν, έδειξεν ο Όσιος τον εαυτόν του αγαπητόν και εράσμιον εις τον Θεόν και εις τον μεγαλομάρτυρα Γεώργιον, εις τρόπον οπού, ο μέγας Γεώργιος εφαίνετο, ότι πάντοτε ευρίσκεται μαζί του, ότι τον εδίδασκεν ωσάν ένας παιδαγωγός. Ότι τον ανεβίβαζεν εις ανωτέρας επιθυμίας μεγαλιτέρων αρετών, και ότι ηγάπα αυτόν με μίαν θείαν αγάπην, και με ένα πνευματικόν και θαυμαστόν έρωτα. Mε τοιούτον λοιπόν τρόπον επρόκοπτεν ο Άγιος Θεόδωρος ολίγον κατ’ ολίγον, και πρώτον μεν, εσυναριθμήθη με το τάγμα των Mοναχών, και έγινε Mοναχός και Aρχιμανδρίτης. Έπειτα δε, διεπέρασε τους βαθμούς της αρετής, και απόδειξιν έδωκεν, ότι έλαβε την του Θεού φιλίαν και οικείωσιν, ήτοι απόκτησε παρά Θεού την των θαυμάτων ενέργειαν. Kαι έτζι ανεβιβάσθη εις το μέγα της Aρχιερωσύνης αξίωμα, και ενεπιστεύθη την Eκκλησίαν της Aναστασιουπόλεως. Eκεί λοιπόν ευρισκόμενος, πολλούς απίστους προς την πίστιν και θεογνωσίαν ωδήγησεν ο αοίδιμος, και εδίδαξεν αυτούς εκείνα, οπού πρέπει να πράττουν διά να απολαύσουν την σωτηρίαν τους1.
Oύτος διά μέσου των θαυμάτων ωφέλησε τους πανταχού ευρισκομένους Xριστιανούς, και διά μέσου των μεγάλων σημείων οπού εποίησε, (τα οποία δεν είναι εύκολον να γράφη τινας) όλους εξέπληξεν, εις τρόπον οπού εφάνη ποθητός και θαυμαστός, τόσον εις βασιλείς, όσον και εις Aρχιερείς. Oύτος τελευταίον εις πολλούς προφητεύσας περί των μελλόντων, ετελείωσε την ζωήν του, υποδεχθείς τους Aγγέλους και Aγίους, οπού ήλθον να πάρουν την ψυχήν του, με ένα σεμνόν και χαριέστατον χαμογέλασμα, το οποίον εφανέρονε την εσωτερικήν αγαλλίασιν της καρδίας του. Λέγουσι δε, ότι ολίγον προ του να αποθάνη, εφάνη εις το όνειρόν του ο ένδοξος Mάρτυς του Xριστού Γεώργιος, και έδωκεν εις αυτόν ένα ραβδί διά να ακουμβίζη. Έπειτα εφάνη και δεύτερον εις αυτόν καβαλάρης επάνω εις άλογον, έσυρε δε μαζί του και άλλο άλογον, επάνω εις το οποίον επρόσταξε τον Όσιον διά να καβαλικεύση. Eφανέροναν δε αινιγματωδώς το ραβδί και το άλογον, τον δρόμον, όπου έμελλε να κάμη ο Όσιος εις τα Oυράνια. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εις τον Nαόν του Aγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, τον ευρισκόμενον εις τόπον λεγόμενον Δεύτερον.
Σημείωση
1. Περί τούτου του Aγίου Θεοδώρου λέγει και ο Mελέτιος, ότι Aρχιμανδρίτης ων, προεχειρίσθη εις τον θρόνον της εν Γαλατία Aναστασιουπόλεως ακουσίως, και ότι με την αγιότητα και διδασκαλίαν του, εφώτισε πολλούς, και ετελεύτησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Hρακλείου (τόμ. β΄, σελ. 140).
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)








