Ὁ ἱεροκήρυκας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γορτύνης καὶ Ἀρκαδίας Ἀρχιμανδρίτης Ἀντώνιος Φραγκάκης μιλᾶ γιὰ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα στὴν ἐκπομπὴ «Διάλογοι γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ γνώση», ποὺ ἐπιμελεῖται καὶ παρουσιάζει ὁ π. Ἰωάννης Σπυρίδης στὸ διαδικτυακὸ ραδιόφωνο «Ἔκ Βαθέων» τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἐδέσσης, Πέλλης καὶ Ἀλμωπίας (Μ. Τετάρτη 08.04.2026).
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 22 Ἀπριλίου 2026
Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Β΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
4: 13-22
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, θεωροῦντες οἱ Ἰουδαῖοι τὴν τοῦ Πέτρου παρρησίαν καὶ ᾿Ιωάννου, καὶ καταλαβόμενοι ὅτι ἄνθρωποι ἀγράμματοί εἰσι καὶ ἰδιῶται, ἐθαύμαζον, ἐπεγίνωσκόν τε αὐτοὺς ὅτι σὺν τῷ ᾿Ιησοῦ ἦσαν, τὸν δὲ ἄνθρωπον βλέποντες σὺν αὐτοῖς ἑστῶτα τὸν τεθεραπευμένον, οὐδὲν εἶχον ἀντειπεῖν. Κελεύσαντες δὲ αὐτοὺς ἔξω τοῦ συνεδρίου ἀπελθεῖν, συνέβαλλον πρὸς ἀλλήλους λέγοντες· τί ποιήσωμεν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις; ὅτι μὲν γὰρ γνωστὸν σημεῖον γέγονε δι᾿ αὐτῶν, πᾶσι τοῖς κατοικοῦσιν ῾Ιερουσαλὴμ φανερόν, καὶ οὐ δυνάμεθα ἀρνήσασθαι· ἀλλ᾿ ἵνα μὴ ἐπὶ πλεῖον διανεμηθῇ εἰς τὸν λαόν, ἀπειλῇ ἀπειλησώμεθα αὐτοῖς μηκέτι λαλεῖν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τούτῳ μηδενὶ ἀνθρώπων. Καὶ καλέσαντες αὐτοὺς παρήγγειλαν αὐτοῖς τὸ καθόλου μὴ φθέγγεσθαι μηδὲ διδάσκειν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ ᾿Ιησοῦ. Ὁ δὲ Πέτρος καὶ ᾿Ιωάννης ἀποκριθέντες πρὸς αὐτοὺς εἶπον· εἰ δίκαιόν ἐστιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὑμῶν ἀκούειν μᾶλλον ἢ τοῦ Θεοῦ, κρίνατε. Οὐ δυνάμεθα γὰρ ἡμεῖς ἃ εἴδομεν καὶ ἠκούσαμεν μὴ λαλεῖν οἱ δὲ προσαπειλησάμενοι ἀπέλυσαν αὐτούς, μηδὲν εὑρίσκοντες τὸ πῶς κολάσονται αὐτούς, διὰ τὸν λαόν, ὅτι πάντες ἐδόξαζον τὸν Θεὸν ἐπὶ τῷ γεγονότι· ἐτῶν γὰρ ἦν πλειόνων τεσσαράκοντα ὁ ἄνθρωπος ἐφ᾿ ὃν ἐγεγόνει τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς ἰάσεως.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Β΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
5: 17-24
Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἐληλυθότας πρὸς αὐτὸν Ἰουδαίους· ὁ πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι. διὰ τοῦτο οὖν μᾶλλον ἐζήτουν αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι ἀποκτεῖναι, ὅτι οὐ μόνον ἔλυε τὸ σάββατον, ἀλλὰ καὶ πατέρα ἴδιον ἔλεγε τὸν Θεόν, ἴσον ἑαυτὸν ποιῶν τῷ Θεῷ. ἀπεκρίνατο οὖν ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ δύναται ὁ υἱὸς ποιεῖν ἀφ’ ἑαυτοῦ οὐδὲν, ἐὰν μή τι βλέπῃ τὸν πατέρα ποιοῦντα· ἃ γὰρ ἂν ἐκεῖνος ποιῇ, ταῦτα καὶ ὁ υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ. ὁ γὰρ πατὴρ φιλεῖ τὸν υἱὸν καὶ πάντα δείκνυσιν αὐτῷ ἃ αὐτὸς ποιεῖ, καὶ μείζονα τούτων δείξει αὐτῷ ἔργα, ἵνα ὑμεῖς θαυμάζητε. ὥσπερ γὰρ ὁ πατὴρ ἐγείρει τοὺς νεκροὺς καὶ ζῳοποιεῖ, οὕτω καὶ ὁ υἱὸς οὓς θέλει ζῳοποιεῖ. οὐδὲ γὰρ ὁ πατὴρ κρίνει οὐδένα, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ υἱῷ, ἵνα πάντες τιμῶσι τὸν υἱὸν καθὼς τιμῶσι τὸν πατέρα. ὁ μὴ τιμῶν τὸν υἱὸν οὐ τιμᾷ τὸν πατέρα τὸν πέμψαντα αὐτόν. ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Ὁ ἄνθρωπος μεταξὺ διαβόλου καὶ Θεοῦ (Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς)
Σέ τοῦτον τόν κόσμο, ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται πάντοτε μεταξύ τοῦ διαβόλου καί τοῦ Θεοῦ, συμφιλιώνεται εἴτε μέ τόν ἕνα εἴτε μέ τόν Ἄλλο, ζεῖ εἴτε μέ τόν ἕνα εἴτε μέ τόν Ἄλλο. Εἶναι φίλος τοῦ διαβόλου καί ζεῖ μέ αὐτόν, ὅταν βαδίζει στίς ἁμαρτίες καί τά πάθη, ἐπειδή αὐτά εἶναι ἡ ψυχή, ἡ καρδιά τοῦ διαβόλου. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά εἶναι φίλος τοῦ Θεοῦ, ζεῖ μέ Αὐτόν, ὅταν πορεύεται μέ τίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Κυρίου, ὅταν γίνεται σύσσωμος τοῦ Θεανθρωπίνου σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας, στήν ὁποία ἀποθησαυρίζεται ὁλόκληρος ὁ πλοῦτος, ὅλων τῶν Θείων αἰωνιοτήτων. Ναί, σέ τοῦτον ἐδῶ τόν κόσμο, ὁ ἄνθρωπος παρακάθεται, πάντοτε, εἴτε στήν τράπεζα τοῦ διαβόλου εἴτε στήν τράπεζα τοῦ Κυρίου Χριστοῦ, τοῦ Μόνου Ἀληθινοῦ Θεοῦ [1].
Τό ἀνθρώπινο γένος δοκιμάζει, καθημερινῶς, στόν κόσμο μας τήν ἐμπειρία νά ὁδηγοῦνται οἱ ἄνθρωποι στήν ἀπώλεια εἴτε λόγῳ τῆς ἄγνοιας εἴτε τῆς μή ἀναγνωρίσεως τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καί Κυρίου, Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μέ ἄλλα λόγια ἐκπίπτουν, ἐξαιτίας εἴτε τῆς ἀθεΐας εἴτε τῆς εἰδωλολατρείας. Αὐτή ἡ ἄγνοια ἤ ἡ μή ἀναγνώριση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιφέρει τήν ἄγνοια ἤ τήν μή ἀναγνώριση τοῦ μόνου ἀληθινοῦ ἀγαθοῦ σέ αὐτόν τόν κόσμο: τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ζοῦν «ἐν ἀσελγείαις, ἐπιθυμίαις, οἰνοφλυγίαις, κώμοις, πότοις καί ἀθεμίτοις εἰδωλολατρείαις» [2]. Ναί, «ἀθεμίτοις εἰδωλολατρίαις», γιατί ἡ εἰδωλολατρεία εἶναι πάντοτε σέ πληθυντικό ἀριθμό. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δέν ἀναγνωρίζει τόν μόνο ἀληθινό Θεό, θέλοντας καί μή ἀναγνωρίζει ἕνα ἀναρίθμητο πλῆθος ἄλλων, μικρότερων θεοτήτων, ψευδῶν θεῶν, εἰδώλων. Πρόκειται γιά τίς ἐπιθυμίες καί τά πάθη πού δέν ἔχουν οὔτε ἀριθμό οὔτε τέλος. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δελεάζεται ἀπό μία τέτοια μικρή, μικρή θεότητα, τότε αὐτή τόν παρασύρει στίς ὑπόλοιπες ἐπιθυμίες καί τά πάθη καί τότε εἶναι πού τόν κατακομματιάζουν καί τόν κατασπαράζουν οἱ ἀναρίθμητοι ψευδεῖς καί ἀδηφάγοι θεοί. Καί ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι σέ θέση νά ἀμυνθεῖ σέ αὐτήν τήν ἀγέλη τῶν τρομερῶν θηρίων καί τῶν δελεαστικῶν πειρασμῶν. Τό μικρότερο πάθος ὁδηγεῖ σέ μεγαλύτερο καί ἔτσι σταδιακά, βυθίζεται σέ ὅλο καί μεγαλύτερα πάθη, ὥσπου, ἐν τέλει, δέν μπορεῖ νά ἀναδυθεῖ ἀπ’αὐτά. Καί κάθε πάθος ἐμπεριέχει ἀναρίθμητα εἴδωλα καί κάθε ἐπιθυμία φέρει ὅλο καί περισσότερα εἴδωλα, πού δέν ἔχουν τελειωμό. Τά εἴδωλα εἶναι σάν τή δυνατή φωτιά, μέσα της κατακαίγονται καί ἡ συνείδηση καί ἡ ψυχή καί ἡ καρδιά καί τό θέλημα τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἀπόστολος τῆς ἀγάπης παρακαλεῖ τούς χριστιανούς: «Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτούς ἀπό τῶν εἰδώλων» [3].
Ἀπό τά εἴδωλα προέρχονται ὅλα τά κακά, καί τά μικρά καί τά μεγάλα. Καί κάθε ἄνθρωπος εἶναι εἰδωλολάτρης, ἐφ’ ὅσον δέν πιστεύει στόν μόνον Ἀληθινό Θεό, στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Διότι, ὁπωσδήποτε σέ κάτι πιστεύει, εἴτε ὄν εἶναι αὐτό εἴτε πράγμα, εἴτε σέ ὁρατά εἴτε σέ ἀόρατα εἴδωλα, ὅπως εἶναι ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη, οἱ ἀστέρες, οἱ ἄνθρωποι, ὁ πολιτισμός, ἡ τεχνολογία, ἡ φυλή, ἡ κοινωνική τάξη, τά πάθη, οἱ ἡδονές καί […] τό ὄνομά τους «Λεγεών». Ἀπό τό πρῶτο ὥς τό τελευταῖο ὅλα τά παραπάνω εἶναι εἰδωλολατρία. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τό καθένα ἀπ’αὐτά φονεύει ὅ,τι κάνει ἄνθρωπο τόν ἄνθρωπο, φονεύει δηλαδή ὅ,τι θεοειδές, θεονοσταλγικό, ἀθάνατο, θεῖο, αἰώνιο. Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἀπόστολος νουθετεῖ καί ἐντέλλεται στούς χριστιανούς: «Διόπερ, ἀγαπητοί μου, φεύγετε ἀπό τῆς εἰδωλολατρείας» [4]. Οἱ ἄνθρωποι, διά τῶν ποικιλόμορφων εἰδωλολατρειῶν, ἔμμεσα ἤ ἄμεσα, θυσιάζουν τούς ἑαυτούς τους στὀν διάβολο, προσφέρονται ὡς θυσία στόν διάβολο. Σέ τελευταία ἀνάλυση, κάθε εἰδωλολατρία εἶναι σατανολατρία καί κάθε εἰδωλο-διακονία εἶναι σατανο-διακονία. Μήπως δέν λατρεύει, δέν διακονεῖ, δέν προσφέρει θυσία τήν ψυχή του στόν διάβολο ἐκεῖνος πού ζεῖ στά πάθη καί στήν ἡδονή, ὅποιος ὑπηρετεῖ ὁποιονδήποτε καί ὁ,τιδήποτε, ἐκτός ἀπό τόν μόνον ἀληθινό Θεό καί Κύριο, Ἰησοῦ Χριστό; Αὐτό εἶναι τόσο ξεκάθαρο γιά κάποιον πού μπορεῖ, μέ φρόνηση, νά κρίνει. Γι’ αὐτό καί ὁ θεόσοφος Ἀπόστολος λέγει στούς πρώην εἰδωλολάτρες Κορινθίους: «ὡς φρονίμοις λέγω…οὐ θέλω δέ ὑμᾶς κοινωνούς τῶν δαιμονίων γίνεσθαι. Οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πίνειν καί ποτήριον δαιμονίων· οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν καί τραπέζης δαιμονίων» [5].
1. Βλ. Α’ Κορ.,10,21
2. Α’ Πέτρ., 4, 3
3. Α’ Ἰω.5,21.
4. Α’ Κορ.10,14.
5. Α’ Κορ.10,15-21
Ἐπιμέλεια π. Ἀθανασίου Μηνᾶ
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Θεοδώρου του Συκεώτου Eπισκόπου Aναστασιουπόλεως (22 Απριλίου)
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Θεοδώρου του Συκεώτου Eπισκόπου Aναστασιουπόλεως
Kαι Θεοδώρω και νεκρώ Θεοδώρου,
Tο θαυματουργείν δώρον εκ Θεού μέγα.
Eικάδι δευτερίη Συκεώτην τύμβος έκρυψεν.

Oύτος εκατάγετο εκ της χώρας των Γαλατών από ένα χωρίον ονομαζόμενον Συκεόν. Φαίνεται δε, ότι δεν εγεννήθη ο Άγιος ούτος με τρόπον τίμιον και επαινετόν, νόθος γαρ ήτον και σκότιος. Eπειδή η μήτηρ του Mαρία, με το να ήτον ωραία, ετράβιξεν εις τον έρωτά της ένα ταχυδρόμον βασιλικόν, Kοσμάν ονομαζόμενον, από τον οποίον συνελήφθη ούτος ο Όσιος. H αρετή όμως του γεννηθέντος, εσκέπασεν, εί τι ηκολούθησε προ της γεννήσεώς του κατηγορημένον και άτιμον. Διότι η τούτον γεννήσασα, είδεν εις το όνειρόν της κατά την νύκτα εκείνην, εις την οποίαν έσμιξε με τον άνδρα, ότι εκατέβη από τον ουρανόν ένας αστέρας, και εμβήκεν εις την κοιλίαν της. Eδήλονε δε το όνειρον, την λαμπρότητα, οπού έμελλε να λάβη ύστερον το παιδίον.

Tαύτην δε την λαμπρότητα έκαμεν ο Άγιος, όχι να νομίζουν οι πολλοί με αμφιβόλους λογισμούς, αλλά να πιστεύουν αυτήν βεβαίως και αναμφιβόλως. Eπειδή ευθύς από την βρεφικήν ηλικίαν, έδειξεν ο Όσιος τον εαυτόν του αγαπητόν και εράσμιον εις τον Θεόν και εις τον μεγαλομάρτυρα Γεώργιον, εις τρόπον οπού, ο μέγας Γεώργιος εφαίνετο, ότι πάντοτε ευρίσκεται μαζί του, ότι τον εδίδασκεν ωσάν ένας παιδαγωγός. Ότι τον ανεβίβαζεν εις ανωτέρας επιθυμίας μεγαλιτέρων αρετών, και ότι ηγάπα αυτόν με μίαν θείαν αγάπην, και με ένα πνευματικόν και θαυμαστόν έρωτα. Mε τοιούτον λοιπόν τρόπον επρόκοπτεν ο Άγιος Θεόδωρος ολίγον κατ’ ολίγον, και πρώτον μεν, εσυναριθμήθη με το τάγμα των Mοναχών, και έγινε Mοναχός και Aρχιμανδρίτης. Έπειτα δε, διεπέρασε τους βαθμούς της αρετής, και απόδειξιν έδωκεν, ότι έλαβε την του Θεού φιλίαν και οικείωσιν, ήτοι απόκτησε παρά Θεού την των θαυμάτων ενέργειαν. Kαι έτζι ανεβιβάσθη εις το μέγα της Aρχιερωσύνης αξίωμα, και ενεπιστεύθη την Eκκλησίαν της Aναστασιουπόλεως. Eκεί λοιπόν ευρισκόμενος, πολλούς απίστους προς την πίστιν και θεογνωσίαν ωδήγησεν ο αοίδιμος, και εδίδαξεν αυτούς εκείνα, οπού πρέπει να πράττουν διά να απολαύσουν την σωτηρίαν τους1.
Oύτος διά μέσου των θαυμάτων ωφέλησε τους πανταχού ευρισκομένους Xριστιανούς, και διά μέσου των μεγάλων σημείων οπού εποίησε, (τα οποία δεν είναι εύκολον να γράφη τινας) όλους εξέπληξεν, εις τρόπον οπού εφάνη ποθητός και θαυμαστός, τόσον εις βασιλείς, όσον και εις Aρχιερείς. Oύτος τελευταίον εις πολλούς προφητεύσας περί των μελλόντων, ετελείωσε την ζωήν του, υποδεχθείς τους Aγγέλους και Aγίους, οπού ήλθον να πάρουν την ψυχήν του, με ένα σεμνόν και χαριέστατον χαμογέλασμα, το οποίον εφανέρονε την εσωτερικήν αγαλλίασιν της καρδίας του. Λέγουσι δε, ότι ολίγον προ του να αποθάνη, εφάνη εις το όνειρόν του ο ένδοξος Mάρτυς του Xριστού Γεώργιος, και έδωκεν εις αυτόν ένα ραβδί διά να ακουμβίζη. Έπειτα εφάνη και δεύτερον εις αυτόν καβαλάρης επάνω εις άλογον, έσυρε δε μαζί του και άλλο άλογον, επάνω εις το οποίον επρόσταξε τον Όσιον διά να καβαλικεύση. Eφανέροναν δε αινιγματωδώς το ραβδί και το άλογον, τον δρόμον, όπου έμελλε να κάμη ο Όσιος εις τα Oυράνια. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εις τον Nαόν του Aγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, τον ευρισκόμενον εις τόπον λεγόμενον Δεύτερον.
Σημείωση
1. Περί τούτου του Aγίου Θεοδώρου λέγει και ο Mελέτιος, ότι Aρχιμανδρίτης ων, προεχειρίσθη εις τον θρόνον της εν Γαλατία Aναστασιουπόλεως ακουσίως, και ότι με την αγιότητα και διδασκαλίαν του, εφώτισε πολλούς, και ετελεύτησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Hρακλείου (τόμ. β΄, σελ. 140).
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Λαμπριάτικος ψάλτης. Διήγημα Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Ἐὰν ὁ ἥρως τοῦ παρόντος διηγήματος ἦτο αὐτούσιος ὁ γράφων, τότε ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τίτλος θὰ εἶχε μᾶλλον τροπικὴν καὶ ἀλληγορικὴν σημασίαν. Διότι, ναὶ μέν, εὐδοκίᾳ τῆς θείας Προνοίας, εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ χάρις εἰς τὴν φιλάδελφον προθυμίαν τοῦ χωρικοῦ καὶ ἀρχοντικοῦ φίλου μου κὺρ Γιάννη Πεντελιώτου, ἀξιοῦμαι σχεδὸν κατ᾽ ἔτος ἀνελλιπῶς, κατὰ τὰς περιδόξους ταύτας ἡμέρας, νὰ συμψάλλω ἐναμίλλως μετ᾽ αὐτοῦ, ὑποβαστάζοντος διὰ τῆς χειρὸς τὰ γυαλιά του, ἀγαπῶντος τὸ πολίτικον ὕφος, παρατείνοντος ἐπ᾽ ἄπειρον τὰ μουσικὰ κῶλα καὶ τὰς καταλήξεις του, εἰς τὸν μικρὸν ἀγροτικὸν ναΐσκον τοῦ χωρίου Θ. ὅπου μυροβολεῖ ἑλισσόμενον εἰς κυανοῦς στεφάνους τὸ μοσχολίβανον, περιβάλλον ὡς διὰ φεύγοντος πλαισίου τοὺς ἀκτινωτοὺς στεφάνους καὶ τὰς σεμνὰς ὄψεις τῶν ἁγίων, καὶ ὅπου μὲ τὰς κεντητὰς ποδιάς των καὶ τὰ λευκὰ κολόβια αἱ νεαραὶ χωρικαὶ προσέρχονται φέρουσαι ἀγκαλίδας ρόδων καὶ ἴων καὶ θημωνίας ὅλας δενδρολιβάνου, καταφορτώνουσαι μὲ λόφους ἀνθέων τὸν πενιχρὸν ἐπιτάφιον, μὴ ἔχοντα ἀνάγκην ἄλλης πολυτελείας. Ἐκεῖ εἰσβάλλει οὐλαμὸς ὅλος αὐτοσχεδίων ψαλτῶν, κρατούντων ἀνὰ ἓν φυλλάδιον τοῦ ἐπιταφίου εἰς τὴν χεῖρα, οἵτινες φιλοτιμοῦνται νὰ ψάλλωσιν ἐν σπαρακτικῇ παραφωνίᾳ τὰ ἐγκώμια, καταστρέφοντες διὰ κωμικῶν σφαλμάτων καὶ τὰς ὀλίγας λέξεις, ὅσαι εἶναι ὀρθῶς τυπωμέναι εἰς τὰ φυλλάδια ἐκεῖνα.
Χωρὶς νὰ εἶμαι κύριον μέρος τοῦ αὐτοσχεδίου τούτου χοροῦ, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι, καίτοι προσπαθῶν νὰ συμψάλλω ὑποφερτὰ κάπως μὲ τὸν ἀρχοντικὸν καὶ πρόθυμον φίλον μου, οὐχ ἧττον ὑστερῶ αὐτοῦ κατὰ πολλά, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεκαλέσθην ἐν ἀρχῇ, ὡς ἐπιείκειαν ἐκ μέρους τοῦ ἀναγνώστου, τὴν τροπικὴν τοῦ τίτλου ἐκδοχήν, καθ᾽ ὃν δηλ. τρόπον εἰς ὅλους τοὺς ναούς, παρουσιάζονται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας πολλοὶ τέως ἄγνωστοι, μουσόληπτοι ἐκ τοῦ παραχρῆμα, λαμπριάτικοι ψάλται, οὕτω καὶ ὁ γράφων, ἐνῷ καθ᾽ ὅλον τὸν ἄλλον χρόνον σιωπᾷ, παρουσιάζεται, δὶς τοῦ ἔτους οὗτος, τὰ Χριστούγεννα καὶ τὸ Πάσχα, κατ᾽ ἀποκοπὴν διηγηματογράφος. Τὸ πρᾶγμα ἤρχισε νὰ γίνεται κάπως φορτικόν, καὶ πολλοὶ μὲν ἐσκανδαλίσθησαν, τινὲς δὲ καὶ τὸ ἀπεδοκίμασαν. Ἀρκοῦσι τόσαι ἄλλαι μανίαι, τόσοι ξενισμοί. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα Ἄγγλοι οὔτε Ἀμερικάνοι. Μὴ μᾶς σκοτίζῃς καὶ σύ. Πόθεν ἔλαβες ἀφορμὴν νὰ ὑποθέσῃς ὅτι τὸ κοινὸν θέλγεται ἀπὸ τὰς ἀναμνήσεις σου ἢ συγκινεῖται ἀπὸ τὰ αἰσθήματά σου; Τὸ ἔκαμες μίαν φορὰν ἢ δύο. Ἀρκεῖ. Παῦσε πλέον. Δὲν βλέπεις ὅτι τὸ αἰώνιον θέμα σου ἐξηντλήθη, καὶ ὅτι εὑρίσκεσαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσπαθῇς βίᾳ νὰ παρουσιάσῃς ἁπλῆν παραλλαγὴν κατ᾽ ἔτος;
Ἐν πρώτοις, καλὸν θὰ ἦτο νὰ διακρίνωμεν ὅ,τι εἶναι πράγματι ξενισμὸς ἀπὸ ὅ,τι δύναται νὰ εἶναι, ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, κοινὸν εἰς πάντα τὰ ἔθνη. Λόγου χάριν, τὸ νὰ ἐκδίδωνται τὰ περιοδικὰ κατὰ Σάββατον ἢ Κυριακὴν εἶναι ξενισμός; Τὸ νὰ δημοσιεύουν αἱ πολιτικαὶ ἐφημερίδες φιλολογικωτέραν ὕλην κατὰ Κυριακήν, εἶναι ξενισμός; Ἑνὶ λόγῳ, τὸ νὰ σχολάζῃ τις κατὰ τὰς ἑορτὰς ἀπὸ τῆς τύρβης τοῦ κόσμου, ὡς καὶ ἀπὸ τῆς ἀναγνώσεως ἄρθρων πολιτικῶν, καὶ νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ἁβροτέρας, τερπνοτέρας, ἀκοπωτέρας ἀναγνώσεως εἶναι ξενισμός; Ἔστω, ἀλλὰ δύνασαι νὰ δημοσιεύῃς ἐν ἡμέραις ἑορτῶν διηγήματα ἢ περιγραφάς, χωρὶς νὰ κάμνῃς ποσῶς λόγον περὶ τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Πάσχα.
Ἰδοὺ λοιπὸν ποῖον τὸ αἴτιον τῆς δυσφορίας των ― καὶ πόσον ἀφελῶς τὸ ὁμολογοῦσι… τὸ ἐξωτερικεύουσι. Νὰ φιλοξενηθῇς ἡγεμονικῶς εἰς τὰ μέγαρα μεγάλου ἄρχοντος, καὶ νὰ μὴ προπίῃς εἰς τιμὴν τοῦ οἰκοδεσπότου! Νὰ ἀπολαύσῃς (ξενίας δεσποτικῆς καὶ ἀθανάτου τραπέζης) καὶ νὰ μὴ ἀποδώσῃς εὐχαριστίαν εἰς τὸν ἑστιάτορα! Ἀλλ᾽ εἰς τὰ διηγημάτια, ὅσα ἐδημοσίευσα κατὰ καιροὺς ὁ ὑποφαινόμενος τὰ Χριστούγεννα ἢ τὸ Πάσχα ἐνεπνεύσθην, ἀληθῶς, ἀπὸ τὰς ἀναμνήσεις μου καὶ τὰ αἰσθήματά μου, τὰ ὁποῖα θέλγουσι καὶ συγκινοῦσιν ἐμὲ αὐτόν ― ἴσως καὶ ὀλίγους ἐκλεκτοὺς φιλαναγνώστας. Ὅτι δὲ τοιοῦτοι ὑπάρχουσιν, ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου, ὅτι δύο τῶν ἐφημερίδων, αἱ κορυφαῖαι τῆς πρωτευούσης, ὡς καὶ τὸ μονάκριβον περιοδικόν, δεξιοῦνται τὰ ἑορτάσιμα διηγημάτια τῶν ἡμερῶν τούτων. Ἔπειτα οὐδαμοῦ σχεδὸν θὰ εὕρητε ὅτι ἐπεζήτησα βεβιασμένην θέσιν ἢ πλοκήν, ὅπως γαλβανίσω τὴν περιέργειαν τοῦ ἀναγνώστου. Ὅπου γίνεται λόγος περὶ ξενιτευμένων, οἵτινες ἐπιστρέφουσι μετὰ μακρὰν ἀπουσίαν ἢ στέλλουσι γράμματα μετὰ ὑλικῆς παρηγορίας εἰς τοὺς οἰκείους, ταῦτα ὅλα βασίζονται ἐπὶ τῆς πραγματικότητος, καθόσον ὅλοι οἱ ζήσαντες εἰς παραθαλασσίους καὶ ναυτικοὺς τόπους τῆς Ἑλλάδος κάλλιστα γνωρίζουσιν ὅτι, κατὰ τὰς παραμονὰς ἰδίως τῶν ἑορτῶν, πολλοὶ ξενιτευμένοι, ἐνῷ συνήθως φαίνονται ψυχροὶ καὶ ἀπεσκληρυμμένοι τὸν φλοιόν, αἴφνης ἐνθυμοῦνται τοὺς οἰκείους των, καὶ ἢ ἐπιστρέφουσιν εἰς τὰς πατρίδας, ἢ ἂν αὐτοὶ κωλύωνται ὑπὸ φιλοτιμίας νὰ κατέλθωσιν εὐπροσώπως, ὄχι σπανίως ἀποστέλλουσι παραμυθίαν εἰς τὰς γηραιὰς μητέρας καὶ τὰς ἀδελφάς των. Ἐν ἄλλοις γίνεται λόγος περὶ τῶν κοινωνικῶν καὶ οἰκογενειακῶν ἐθίμων τῶν σχετιζομένων μὲ τὰς ἑορτάς, καὶ ἀλλαχοῦ πάλιν ἡ ἀσθενὴς πλοκὴ στρέφεται περὶ νεωτεριστικόν τι καὶ φθοροποιὸν ἔθιμον. Τί τὸ ἀπίθανον εἰς ὅλα ταῦτα;
Ἀλλὰ τὰ πλεῖστα τῶν ὑπ᾽ ἐμοῦ γραφέντων ἑορτασίμων διηγημάτων ἔχουσιν, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ὁ λατινικὸς ὅρος, a priori* τὴν ὑπόθεσιν, εἶναι δηλαδὴ μᾶλλον θρησκευτικά. ― Ποίαν χάριν, σᾶς παρακαλῶ, ποίαν δύναμιν ἢ πρωτοτυπίαν θὰ εἶχε τὸ νὰ λάβῃ τις τὸν κόπον νὰ περιγράψῃ λεπτομερῶς πῶς χωρικὸς ἱερεὺς ἀπῆλθε νὰ λειτουργήσῃ εἰς ἐξωκκλήσιον, χάριν μικρᾶς κοινότητος ἀγροίκων ἢ βοσκῶν, ποῖοι καὶ πόσοι μετέσχον τῆς πανηγύρεως, καὶ ποῖά τινα ἦσαν τὰ ἤθη τῶν πανηγυριστῶν; Τοῦτο θὰ ἦτο ὅλως εὐτελὲς καὶ ταπεινόν, κατὰ τὴν γνώμην τῶν κριτικῶν. Τὸ νὰ γράψῃ τις, ὅτι γηραιὸς ἀνὴρ ἐφόνευσε τὴν συμβίαν του, κατ᾽ αὐτὴν τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων ―χωρὶς μήτε ὁ ἀναγνώστης μήτε ὁ συγγραφεὺς νὰ ὑποπτεύωσι κἂν διατί τὴν ἐφόνευσε―, τοῦτο εἶναι ὑψηλὸν καὶ πολυτελές, κατὰ τὴν ἐκτίμησιν μερικῶν. Μετὰ τοιοῦτον ἔγκλημα κατ᾽ αὐτὴν τὴν ἁγίαν ἡμέραν, τὸ θέμα ἐξηντλήθη, καὶ ὅλα τὰ Χριστουγεννιάτικα καὶ τὰ πασχαλινὰ διηγήματα δὲν πρέπει πλέον νὰ βλέπωσι τὸ φῶς.
Μὴ θρησκευτικά, πρὸς Θεοῦ! Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος δὲν εἶναι Βυζαντινοί, ἐνοήσατε; Οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες εἶναι κατ᾽ εὐθεῖαν διάδοχοι τῶν ἀρχαίων. Ἔπειτα ἐπολιτίσθησαν, ἐπροώδευσαν καὶ αὐτοί. Συμβαδίζουν μὲ τἆλλα ἔθνη. Ποίαν ποίησιν ἔχει τὸ νὰ γράψῃς ὅτι ὁ Χριστὸς «δέχεται τὴν λατρείαν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ», καὶ ὅτι ὁ πτωχὸς ἱερεὺς «προσέφερε τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως»; Καὶ νὰ περιγράφῃς τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ ναΐσκου, μὲ τὰς νυσταλέας κανδήλας καὶ τὰς ἀμαυρὰς μορφὰς τῶν Ἁγίων ὁλόγυρα! Δὲν τὰ ἐννοοῦμεν ἡμεῖς αὐτά. Ἡμεῖς θέλομεν διήγημα, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ὅλον ποίησις, ὄχι πεζὴ πραγματικότης. Σὺ δὲ πῶς τολμᾷς νὰ γράφῃς, ὁμιλῶν περὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου, καρφωμένου εἰς τὸν τοῖχον ἀπὸ τὴν λόγχην τοῦ Ἁγ. Μερκουρίου, τοιαύτην βλάσφημον φράσιν: «Πελιδνὸς ὁ παράφρων τύραννος…»; Ὅταν συγγραφεὺς ἄλλος, καὶ ἄλλης περιωπῆς δημοσιεύσας πρὸ ἐτῶν ἱστορικοφανταστικὸν δρᾶμα, προέτασσε χυδαῖα ἀληθῶς προλεγόμενα, δι᾽ ὧν ὕβριζε βαναύσως τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων του ― τότε οὐδεὶς λόγος ἦτο ὅπως σκανδαλισθῇ τις, διότι τὸ πρᾶγμα ἦτο τῆς μόδας. Ἀλλὰ σύ, νὰ τολμᾷς νὰ ἐκφράζεσαι μὲ τοιαύτην ἀσεβῆ γλῶσσαν περὶ τοῦ Ἰουλιανοῦ ἐκείνου, τοῦ Παραβάτου ἢ Ἀποστάτου καλουμένου ― ἡ θρασύτης ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον. Καὶ ὅμως ὁ σοφὸς ἐπικριτὴς δὲν ἐνόησεν ὅτι ἡ φράσις ἦτο ἐξ ἀντικειμένου, ὅπως λέγουσιν αὐτοί· ἀπέδιδε δηλ. διὰ λέξεων τὰ χρώματα τοῦ ζωγράφου· καὶ ὅτι πᾶν ζήτημα περὶ τῶν δοξασιῶν τοῦ γράφοντος (ὅστις ἐν τούτοις δὲν ἀρνεῖται ὅτι συμμερίζεται τὴν γνώμην τοῦ Βυζαντινοῦ τοιχογράφου) παρέλκει ὅλως.
Διὰ νὰ δώσωμεν πέρας εἰς τὸ προοίμιον αὐτό, θὰ εἴπωμεν μὲ δύο λέξεις ὅτι: Τὸ σημερινὸν ἔθνος δὲν ἐπῆγε, δυστυχῶς, τόσον ἐμπρός, ὅσον λέγουν αὐτοί. Τὸ ἔθνος τὸ ἑλληνικόν, τὸ δοῦλον τοὐλάχιστον, εἶναι ἀκόμη πολὺ ὀπίσω, καὶ τὸ ἐλεύθερον δὲν δύναται νὰ τρέξῃ ἀρκετὰ ἐμπρός, χωρὶς τὸ ὅλον νὰ διασπαραχθῇ, ὡς διασπαράσσεται, φεῦ! ἤδη. Ὁ τρέχων πρέπει νὰ περιμένῃ καὶ τὸν ἑπόμενον, ἐὰν θέλῃ ἀσφαλῶς νὰ τρέχῃ· ὁ ἐλεύθερος πρέπει νὰ βοηθῇ τὸν δεσμώτην ἢ πρέπει νὰ τὸν ἀνακουφίζῃ. Ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, τόσον τὸ ἐλεύθερον ἔθνος καθίσταται οἴμοι! ἀνικανώτερον ὅπως δώσῃ χεῖρα βοηθείας εἰς τὸ δοῦλον ἔθνος. Ἄγγλος ἢ Γερμανὸς ἢ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἢ ἀναρχικὸς ἢ ἄθεος ἢ ὅ,τιδήποτε. Ἔκαμε τὸ πατριωτικὸν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλλεται, χάριν πολυτελείας, τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλὰ Γραικύλος τῆς σήμερον, ὅστις θέλει νὰ κάμῃ δημοσίᾳ τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νᾶνον ἀνορθούμενον ἐπ᾽ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάσῃ εἰς ὕψος καὶ φανῇ καὶ αὐτὸς γίγας. Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ δοῦλον, ἀλλ᾽ οὐδὲν ἧττον καὶ τὸ ἐλεύθερον, ἔχει καὶ θὰ ἔχῃ διὰ παντὸς ἀνάγκην τῆς θρησκείας του.
Τὸ ἐπ᾽ ἐμοί, ἐνόσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε, ἰδίως δὲ κατὰ τὰς πανεκλάμπρους ταύτας ἡμέρας, νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ᾽ ἔρωτος τὴν φύσιν καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια ἑλληνικὰ ἤθη. Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου, κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν οὐ μή σου μνησθῶ.
* * *
Ἀλλ᾽ ὁ ἥρως τοῦ παρόντος διηγήματος εἶναι ὁ κὺρ Κωνσταντὸς ὁ Ζ᾽μαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος τοῦ δήμου Λίτης, τοῦ χωρίου Ἀν…, ὅστις ὑπεσχέθη, ὡς εἶχε πάντοτε συνήθειαν εὐκόλως νὰ ὑπόσχεται (εἰς τὴν ἀρετὴν δὲ ταύτην ἴσως ὤφειλε καὶ τὴν ἐπιτυχίαν του εἰς τὰ πολιτικά· διότι ἐνῷ ὁ α΄ καὶ ὁ β΄ πάρεδρος εἰς πᾶσαν ἐκλογήν, ἐμάχοντο πάντοτε περὶ τῆς πρώτης τάξεως πρὸς ἀλλήλους, αὐτός, μετριόφρων καὶ χωρὶς κεράσματα, ἐξελέγετο ἀσφαλῶς τρίτος ἑκάστοτε, μὴ ὑπάρχοντος τετάρτου συναγωνιστοῦ), ὑπεσχέθη, λέγω, νὰ ὑπάγῃ νὰ συλλειτουργήσῃ τὸν παπα-Διανέλον τὸν Πρωτέκδικον, ἔξω, εἰς τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Ὁ ναΐσκος εὑρίσκετο τρεῖς ὥρας μακρὰν τῆς πόλεως, καὶ ὁ παπα-Διανέλος ὁ Πρωτέκδικος εἶχεν ἀπέλθει ἐκεῖ ἀπὸ τῆς πρωίας τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κὺρ Κωνσταντοῦ ὅτι θὰ ἔφθανε πρὸς τὸ βράδυ διὰ νὰ ψάλῃ καὶ συνεορτάσωσιν ὁμοῦ τὴν Ἀνάστασιν. Ἄλλον βοηθὸν ὁ παπὰς δὲν εἶχεν· ὁ νεώτερος υἱός του ἑτοιμαζόμενος ἐφέτος δι᾽ ἐξετάσεις εἰς τὸ Διδασκαλεῖον, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἔλθῃ τὸ Πάσχα· ὁ ἄλλος ἔλειπε διαρκῶς ναύτης μὲ τὰ καράβια του. Θυγατέρας, τὸ ἄφθονον τοῦτο προϊὸν τοῦ τόπου ―καὶ τῆς ἱερατικῆς ἐγγάμου τάξεως μάλιστα― τοῦ εἶχεν ἀφήσει πλησμονὴν ἡ μακαρίτισσα ἡ πρεσβυτέρα, πέντε τὸν ἀριθμόν, ἂς εἶχαν ζωήν, ὁποὺ δὲν ἔπαυαν ἀενάως νὰ μεγαλώνουν, νὰ μὴν ἀβασκαθοῦν· ἦσαν τόσον γείτονες τὴν ἡλικίαν, ὥστε δὲν ἐπρόφθανε νὰ μεγαλώσῃ ἡ μία, καὶ ἡ ἄλλη ἀμέσως τὴν ἔφθανεν· ὅσον ἐμεγάλωναν τόσον ἐφαίνοντο, καὶ μάλιστα αἱ μεσαῖαι τρεῖς, ἴσαι περίπου εἰς τὰ χρόνια, ἴσαι καὶ εἰς τὸ ἀνάστημα· καὶ ὁ παπα-Διανέλος, ἀκούσιος ἱερομόναχος, δὲν ἦτο ἐλεύθερος οὔτε εἰς μοναστήριον νὰ καταφύγῃ.
Τὸν τριῶν ὡρῶν δρόμον ἀπὸ τὴν πολίχνην εἰς τὸ ἐξωκκλήσιον εἶχε διανύσει τὸ πρωί, ἀπολείτουργα, ὁ παπα-Διανέλος, ἀκολουθούμενος ἀπὸ τὰς δύο νεωτέρας θυγατέρας του, κορασίδας δέκα καὶ δώδεκα ἐτῶν, καὶ ἀπὸ ὁμάδα ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ γυναικῶν φιλεόρτων, προπορευομένου τοῦ ὄνου του, φορτωμένου τὸ δισάκκιον μὲ τὰ ἱερὰ τοῦ παπᾶ. Ὁ ἥλιος ἦτον ὣς δύο καλαμιὲς ὑψηλά, ὅταν ἐξῆλθον εἰς τοῦ Γιατροῦ τ᾽ Ἀμπέλι, εἶτα ἔφθασαν εἰς τὰ Βουρλίδια, εἶτα ἀνῆλθον ἀσθμαίνοντες εἰς τοῦ Ματαρώνα τὸν Πεῦκον, ὅστις ἵστατο τότε ἀκόμη ἐκεῖ καὶ εὐηργέτει τοὺς ὁδοιπόρους μὲ τὴν παρήγορον σκιάν του εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ὑψώματος, πρὶν ἀσυνείδητος βάρβαρος, τῇ ἀνοχῇ ἢ τῇ ἐνοχῇ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ὁ πλέον ἄτυχος τῶν λαῶν τοῦ κόσμου, ἐκ περιτροπῆς ἐκλέγει ἄρχοντας καὶ προστάτας του, ρίψῃ ἀσπλάγχνως κάτω τὸ περικαλλὲς δένδρον καὶ ἀπογυμνώσῃ τὸ τοπίον τοῦ μοναδικοῦ στολισμοῦ του.
Ἐκεῖθεν ἀνῆλθον εἰς τὸ Πετράλωνον καὶ εἰς τοῦ Σταμέλου τὴν Βρυσούλαν, καὶ ἀνέβησαν δι᾽ ἀνωφεροῦς ὁδοῦ εἰς τοῦ Κανάκη τὴν Βρύσιν καὶ διὰ τῆς Κλινιᾶς κατῆλθον εἰς τοῦ Χαιρημονᾶ τὸ ρέμα, καὶ ἔφθασαν εἰς τὴν βόρειον ἀκτὴν τῆς νήσου, ἐφ᾽ ὕψους τῆς ὁποίας, περίοπτος ἐκ τοῦ πελάγους, ἀκούων τοὺς κτύπους τοῦ πλήττοντος τὰς ἀκτὰς κύματος, σιωπηλὸς καὶ διηγούμενος πέντε αἰώνων σπαρακτικὴν ἱστορίαν μαρτυρίου καὶ αἵματος, ἐγείρεται πενιχρὸς ἀλλὰ σεμνὸς τῆς Ἀποτομῆς τοῦ τιμίου Προδρόμου ὁ ἱερὸς ναΐσκος.
Εἰσῆλθον εἰς τὸν περίβολον τοῦ ναοῦ καὶ ἐξεφόρτωσαν τὸ ὀνάριον. Αἱ γυναῖκες ροδοκόκκιναι, ἐξαναμμέναι ἐκ τῆς ὁδοιπορίας, ἀενάως κελαδοῦσαι καὶ καγχάζουσαι, ἐτίναξαν τὰ οὐδόλως κορνιακτισμένα κράσπεδά των, καὶ ἐφόρεσαν ἐπὶ τοῦ κοντοῦ φουστανίου τῆς ὁδοιπορίας τὰς μακρὰς καὶ πολυπτύχους ἐσθῆτας. Ὁ παπὰς ἔρριψε κάτω τὴν μίαν ἄκραν τοῦ στακτεροῦ ζωστικοῦ του, κ᾽ ἐφόρεσεν ἄνωθεν αὐτοῦ τὸ μαῦρον ράσον του. Εἰσῆλθον ὅλοι εἰς τὸν ναὸν κ᾽ ἐπροσκύνησαν.
Ἐκ τῶν γυναικῶν, αἱ μὲν συνέλεξαν χαμόκλαδα καὶ ἤναψαν φωτιάν, διὰ νὰ ψήσωσι καφὲν καὶ προσφέρωσιν εἰς τὸν ἱερέα, αἱ δὲ ἔδρεψαν ἐκ τῶν εὐωδῶν θάμνων δέσμας σχοίνων καὶ πριναρίων καὶ φασκομηλεῶν, καὶ συνέδεσαν προχείρως διὰ κλωστῆς σκούπας, καὶ ἤρχισαν γοργὰ καὶ στρωτὰ νὰ σκουπίζωσιν ἄλλαι τὸ ἔδαφος τοῦ ναοῦ, ἄλλαι τὸ προαύλιον· ὁ ἱερεὺς ἀπετέλεσε σκούπαν ἐκ δάφνης καὶ μύρτου καὶ δενδρολιβάνου, καὶ ἐσάρωσε μόνος του τὸ Θυσιαστήριον, καὶ ὅλον τὸ ἱερὸν Βῆμα. Δὲν ἔπαυε δὲ νὰ γογγύζῃ καὶ νὰ διαμαρτύρηται ἐναντίον τῆς ἀβελτηρίας, ὡς ἔλεγε, τῶν βοσκῶν καὶ τῶν αἰπόλων, αὐτῶν ἐκείνων οἵτινες τὸν εἶχον προσκαλέσει νὰ τοὺς κάμῃ Ἀνάστασιν εἰς τὸ βουνόν, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων κανεὶς δὲν εἶχε φανῆ ἀκόμη· αὐτοὶ προέβαινον ἐνίοτε μέχρι τῆς βεβηλώσεως τοῦ νὰ εἰσάγωσιν, ἴσως ἐν καιρῷ βροχῆς, τὰ θρέμματά των ἐντὸς τῶν ἐξωκκλησίων, ὡς ἠδύνατο νὰ πεισθῇ τις ἐκ τῆς παρουσίας διαφόρων ἰχνῶν τῆς εἰσβολῆς, τὰ ὁποῖα οὐδ᾽ εἶχον λάβει τὸν κόπον νὰ ἐξαλείψωσιν. Ἔνδοθεν τοῦ ἱεροῦ Βήματος, ἐνῷ ἔκυπτε διὰ νὰ σκουπίσῃ, ἠκούετο ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ψιθυρίζων μετὰ στεναγμοῦ:
― Ἄχ! ἀλλοίμονο… «Ἀνθρώπους καὶ κτήνη σώσεις, Κύριε!»
― Δὲν τσάκισε κανεὶς τὸ ποδαράκι του! ἔκραξεν ἀπαντῶσα ἔξωθεν εἰς τὸν στεναγμὸν τοῦ ἱερέως ἡ θεια-Σειραϊνώ, ἡ ἀληθὴς σημαιοφόρος τῶν ἐξοχικῶν λειτουργιῶν καὶ τῶν πανηγυρίων.
― «Ἀνθρώπους καὶ κτήνη!», ἐψιθύρισε πάλιν ὁ ἱερεύς.
Εἶχε παρέλθει ἤδη ἡ μεσημβρία, καὶ ὁ ἱερεὺς μετὰ τοῦ μικροῦ ποιμνίου ἐκάθησαν νὰ γευματίσωσιν ὑπὸ τὴν ἱερὰν ἐλαίαν, ἐν τῷ περιβόλῳ τοῦ ναΐσκου, ἐγγὺς τοῦ παμπαλαίου ἐκείνου λιθοκτίστου κιβουρίου, τὸ ὁποῖον κατ᾽ ἄλλους ἦτο στέρνα ὕδατος καὶ κατ᾽ ἄλλους κοιμητήριον ἢ ὀστεοθήκη. Ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, γηραιὰ εὐλαβὴς κατὰ τοὺς μέν, ψευτομετάνισσα κατὰ τοὺς δέ, ἐνάρετος γυνή, ἀποβλέψασα πρὸς τὸ κτίριον τοῦτο μετὰ στεναγμοῦ εἶπεν:
―Ἡμεῖς τρῶμε, κορίτσια· νὰ ἔχουν τάχα κ᾽ οἱ φτωχοί, νὰ φᾶνε!
― Τρῶν οἱ πεθαμένοι, θεια-Μαθηνώ; εἶπε τὸ Ἀγλαώ, ἡ δωδεκαέτις παιδίσκη τοῦ ἱερέως.
― Οἱ πεθαμένοι τρῶνε κόλλυβα, ἐγὼ τὸ ξέρω, προσέθηκε τὸ Καλλιοπώ, ἡ δεκαέτις μικρὰ ἀδελφή της· καὶ γι᾽ αὐτό, ἡμεῖς στὸ σπίτι ὅσα κόλλυβα μᾶς φέρουνε, ὅλα τὰ μοιράζουμε στοὺς φτωχοὺς καὶ στὰ παιδιὰ τὰ γειτονόπουλα, γιὰ νὰ ἔχῃ ἡ μάννα μας, ἡ φτωχή, νὰ φάῃ στὸν ἄλλον κόσμο…
― Σιωπή, Καλλιοπώ! εἶπεν ὁ ἱερεύς, θέλων νὰ κρύψῃ τὴν συγκίνησίν του.
Πρὸ δώδεκα καὶ πλέον ἐτῶν ὁ παπα-Διανέλος ἔσχε φίλον τινὰ ἑλληνοδιδάσκαλον, χρηστὸν ἄνδρα, ἀλλ᾽ ὅστις εἶχε ἀδυναμίαν εἰς τὰ ἑλληνικὰ ὀνόματα. Εἶχε γίνει σύντεκνος τοῦ ἱερέως, καὶ βαπτίσας τὰς δύο τελευταίας κόρας του εἶχε δώσει αὐταῖς ἀρχαιοπρεπῆ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ὅμως, ἐπειδὴ εὑρέθησαν ἐπὶ οὐδετέρου ἐδάφους, ἐξουδετερώθησαν, ὡς εἰκός, καὶ αὐτά.
― Τί! ἔχει δίκιο τὸ κορίτσι, παπά· ἀνέκραξεν ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, ἥτις ἐνθυμήθη τότε τὰ «πεθαμένα της», τέσσαρα παιδιὰ καὶ τὸν ἄνδρα της, ὁποὺ εἶχε θάψει, μείνασα μὲ δύο θυγατέρας, ὑπάνδρους, τὰς ὁποίας εἶχε στήριγμα ἀκόμη εἰς τὸν κόσμον· ἔχει δίκιο τὸ κορίτσι. Ὁ παπα-Θεόφιλος, ὁ μακαρίτης ἡγούμενος τῆς Μεγαλόχαρης τῆς Εὐαγγελίστρας, τὸ ἴδιο μᾶς ἔλεγε, γιὰ ἕναν ποὺ τὸν εἶχε πλακώσει ὁ μάγγανος, ποὺ τὸν εἶχαν ὅλοι γιὰ πεθαμένον, ποὺ ἡ γυναίκα του τοῦ ἔκαμε τὰ τρίμερα καὶ τὰ νιάμερα, καὶ Ἄγγελος Κυρίου ἔπαιρνε τὸ πιάτο μὲ τὰ κόλλυβα, καθὼς ἦταν σταυρωμένο μὲ τὶς σταφίδες καὶ μὲ τὰ ρόιδα καὶ τὸ πήγαινε εἰς τὸν πλακωμένον κ᾽ ἔτρωγε, δὲν ξέρω πόσες μέρες, κι ἀνάσαινε ἀπὸ μιὰ τρύπα τῆς γῆς, θαρρῶ, ὣς ποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀπέθανεν, κ᾽ ἐσήκωσεν τὸ μάγγανο, καὶ τὸν ξελευθέρωσεν, δὲν εἶν᾽ ἀλήθεια αὐτά, παπά;
― Ἀλήθεια εἶναι, βλοημένη, ἀπήντησεν ὁ ἱερεύς· ἀλλὰ τώρα εἶναι… γιὰ ὅσους θέλουν νὰ τὰ πιστεύσουν.
― Κι ὅσοι δὲν τὰ πιστεύουν;
― Θὰ πᾶνε στὴν Κόλαση, τὸ ξέρω ἐγώ, εἶπε τὸ Καλλιοπώ.
― Μὰ σὰν εἶν᾽ ἀλήθεια, παπά, γιατί ὁ Ἄγγελος Κυρίου δὲ σήκωνε μιὰ καὶ καλὴ τὸ μάγγανο νὰ ξελευθερώσῃ τὸν ἄνθρωπο; εἶπεν ἡ Ἀννούδα, μία τῶν γυναικῶν.
― Γιατὶ ὁ σκοπὸς δὲν ἦτον νὰ δειχθῇ ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, ὁποὺ εἶναι ἀποδειγμένη δι᾽ ἀπείρων θαυμάτων, ἀπήντησεν ὁ ἱερεύς, ἀλλὰ νὰ φανερωθῇ μόνον ἡ δύναμις τῶν μνημοσύνων καὶ τῶν διὰ τοὺς νεκροὺς προσφορῶν, καὶ ὅτι τίποτε τὸ ὁποῖον θυσιάζει ὁ ἄνθρωπος, τίποτε τὸ ὁποῖον προσφέρει εἰς τὸν Θεόν, εἰς τοὺς πτωχούς, καμμία καλὴ πρᾶξις, καμμία ἀρετή, καμμία ὑπομονή, κανὲν μαρτύριον, κανὲν δάκρυ, τίποτε δὲν χάνεται. Ὅλα σπείρονται εἰς γῆν ἀγαθήν, ὡς ὁ κόκκος τοῦ σίτου, εἶπεν ὁ Κύριος, ὅπου ἐὰν πέσῃ εἰς τὴν γῆν καὶ ἀποθάνῃ (καὶ τοιαῦτα εἶναι τὰ κόλλυβα, τοιοῦτοι καὶ οἱ νεκροί), πολὺν καρπὸν φέρει. «Οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν, ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσι.» Κεῖνοι ποὺ σπείρουν μὲ δάκρυα, μὲ χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν θὰ θερίσουν.
― Τὸ λέγει αὐτὸ τὸ Εὐαγγέλιον;
― Τὸ λέγει τὸ Ψαλτήρι, ἀλλὰ τὸ ἴδιο εἶναι, γιατὶ καὶ τὸ Ψαλτήρι εἶναι λόγος Θεοῦ, καὶ ἐμπνευσμένον ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Καὶ ὅταν θάπτωμεν νεκρὸν ἐν Χριστῷ εὐσεβῶς ζήσαντα, εἶναι ὡς νὰ σπείρωμεν εἰς τὴν γῆν κόκκον σίτου… καὶ ὁ Κύριος θὰ τὸν ἀναστήσῃ ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ, καθὼς ὁ ἴδιος ηὐδόκησε νὰ μᾶς τὸ ὑποσχεθῇ.
«Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται… κἀγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.»
― Ἀμήν! εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, καὶ τὰ δάκρυά της, ἐπὶ τῇ μνήμῃ τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῶν τεσσάρων παιδίων, ταχέως ἐξητμίσθησαν, ὡς σταγόνες ὄμβρου μετὰ θερινὸν ὑετόν, ἐντὸς τῆς κοίτης πάλαι ξηρανθέντος χειμάρρου.
* * *
Τὸ δειλινὸν ἐφάνησαν μακρόθεν νὰ καταβαίνωσι τὴν ράχιν ἐρχόμεναι αἱ καλυβιώτισσαι γυναῖκες, αἱ ποιμενίδες καὶ βοσκίδες τῶν ἀγροτικῶν συνοικιῶν. Ἦλθαν φέρουσαι πελωρίους κοφίνους, γεμάτους ἄνθη, λαμπάδας, κηρία καὶ ἀγγεῖα μὲ ἔλαιον, καὶ πρόσφορα καὶ μικρὰς φιαλίδας μὲ νᾶμα, ἢ ὁδηγοῦσαι ὀνάρια μὲ τὰ σάγματα ἐπεστρωμένα διὰ κιλιμίων καὶ χραμίων, φορτωμένα τορβάδες καὶ δισάκκια μὲ φλάσκας οἴνου, μὲ τυρία νωπὰ ἢ ζεματισμένα καὶ κόκκινα αὐγά. Κατόπιν ἐφάνησαν σφυρίζοντες ἀλλοκότως δύο ἢ τρεῖς βοσκοὶ μὲ τὰς ἀγέλας των, τὰς ὁποίας ὡδήγησαν παρὰ τὸν ἀπότομον κρημνὸν πρὸς τὴν θάλασσαν. Οἱ τράγοι ἐπήδων ἀπὸ βράχον εἰς βράχον, ἀπὸ ὄχθον εἰς ὄχθον, ἀπὸ κοίλωμα εἰς κοίλωμα, ἐνῷ τὰ ἐρίφια χαριέντως σκιρτῶντα ἔτρεχον κατόπιν τῶν αἰγῶν βελάζοντα, ἀγαλλόμενα πρὸς τὴν νέαν δι᾽ αὐτὰ ἀπόλαυσιν τοῦ ἀγνώστου τούτου πράγματος, τῆς ζωῆς, ἐκθέτοντα εἰς τὸν ἥλιον τὰ στακτερὰ ἢ στικτὰ καὶ λευκὰ καὶ μαῦρα τριχώματά των, ἐνῷ οἱ βοσκοί, ὑψηλοί, ρωμαλέοι, τραχεῖς, φριξότριχες, ἡλιοκαεῖς τὴν ὄψιν, ἔτρεχον ἐμπρὸς καὶ ὀπίσω μὲ τὰς μακράς, ἴσας μὲ τὸ ἀνάστημά των, καμπύλας τὴν λαβὴν ράβδους των, σοβοῦντες μετὰ πολυήχου συριγμοῦ τὴν δυσάγωγον καὶ σκιρτητικὴν ἀγέλην.
Τελευταῖοι ἔφθασαν οἱ ποιμένες ἄνευ τῶν ἀμνάδων των, τὰς ὁποίας εἶχον ἀφήσει ὀπίσω εἰς τὰς μάνδρας, κομίσαντες μόνον δύο ἀρνία σφαγμένα. Ἔφθασαν συγυρισμένοι, ἀλλαγμένοι, στολισμένοι ὅλοι των, μὲ καθαροὺς χιτῶνας, κοντὰ βρακία καὶ ὑψηλὲς βλαχόκαλτσες, μὲ πλατέα ζωνάρια κίτρινα ἢ κόκκινα, ξυραφισμένοι καὶ μὲ τοὺς λινόχρους ἢ καστανοὺς μύστακας ἀγκιστροειδεῖς.
Ταχέως ἔκλινεν ἡ ἡμέρα καὶ ὁ ἥλιος ἔδυσεν εἰς μίαν ράχιν τοῦ Πηλίου, ἀντικρύ, ἀφοῦ ἐπὶ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας εἶχε μείνει στεφανωμένος μὲ κυάνεα καὶ περιπόρφυρα χρυσαυγῆ νέφη, ἀντιλαμβάνων ὁ ἴδιος ὅσην ἀπέδιδε δόξαν καὶ λάμψιν, καὶ ἐπὶ δέκα λεπτὰ ἀκόμη, ἀφοῦ ἐβασίλευσεν, αἱ ἀκτῖνες τῆς στέψεώς του ἔμειναν χρυσοφαεῖς, πορφυρίζουσαι, κυανίζουσαι, βάπτουσαι τὸ βουνὸν μὲ ἰῶδες χρῶμα. Εἶτα κατῆλθεν ἠρέμα ἐπὶ τῶν πλευρῶν τοῦ ὄρους ἡ νύξ, σπείρουσα παντοῦ τὸ βαθὺ καὶ ἄρρητον μυστήριόν της καὶ οἱ ἔμψυχοι κρότοι καὶ ψίθυροι τῆς φύσεως ἐξηγέρθησαν εἰς τὰς ράχεις, εἰς τοὺς λόγγους, εἰς τὰς φάραγγας, καὶ ἡ ὀφρὺς τοῦ βουνοῦ ἠτμίσθη καὶ συνεστάλη ὑγρὰ καὶ τὸ βλέφαρον τοῦ λόφου κατῆλθε, καὶ ἐκλείσθη εἰς ἕν, βουνόν, ρεματιὰ καὶ κάμπος. Καὶ ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ὁ Ζ᾽μαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος τοῦ χωρίου 〈Ἀν…〉, τοῦ Δήμου Λίτης δὲν ἐφάνη οὐδαμόθεν νὰ ἔρχεται.
Ἦτο δὲ ἀνήσυχος ὁ ἱερεύς, καὶ φόβος ἦτο νὰ μείνωσι χωρὶς Ἀνάστασιν καὶ λειτουργίαν. Διότι εὐλόγως δὲν ἠδύνατο ἄνευ βοηθοῦ νὰ ἱεροπρακτήσῃ. Λειτουργία χωρὶς ἕνα τοὐλάχιστον ψάλτην ἢ ἀναγνώστην δὲν γίνεται. Οἱ ποιμένες καὶ οἱ βοσκοὶ ἦσαν ὅλοι, ὡς εἰκός, οὐ μόνον ἀγράμματοι, ἀλλὰ καὶ ἀλιβάνιστοι οἱ κακόμοιροι πολλοὶ τούτων.
― Τώρα, τί νὰ κάμουμε;… Ὁρίστε σοῦ ὑπόσχονται σίγουρα μιὰ δουλειά, κ᾽ ὕστερα σ᾽ ἀφήνουν μὲς στὴ μέση! Ἀνθρώπους καὶ κτήνη σώσεις, Κύριε!
Ἤλπιζεν ἐν τούτοις ἀκόμη ὅτι ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς θὰ ἤρχετο. Ἀργοστόλιστος* ἦτο πάντοτε, τὸν ἤξευρεν. Ἀλλὰ τώρα ἦτο σκοτεινὴ ἀκόμη νὺξ καὶ μόνον τὰ ἄστρα ἔλαμπαν ἄνω. Ὀλίγῳ ὕστερον ἀνέτελλεν ἡ σελήνη, καὶ τότε ἐλπὶς ἦτο νὰ ἔλθῃ.
Παρῆλθον δύο ὧραι καὶ ἡ σελήνη ἀνέτειλε κολοβὴ ἀπὸ τὸ σκοτεινὸν βουνὸν ἄνω, ἀνερχομένη βραδέως εἰς τὸ στερέωμα, καὶ αἱ τάξεις τῶν ἄστρων ἠραιώθησαν ἐπ᾽ ἄπειρον καὶ ὅλα σχεδὸν ἠμαυρώθησαν εἰς τὴν διάβασίν της. Παρῆλθεν ἀκόμη μία ὥρα. Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς δὲν ἐφάνη.
Ὁ ἱερεὺς ἤρχισε ν᾽ ἀγανακτῇ.
―Ὁ ἀσυνείδητος! ὁ μωρός… Ἥμαρτον, Κύριε! «Ἀνθρώπους καὶ κτήνη».
Ἤθελε νὰ στείλῃ ἕνα τῶν ποιμένων εἰς τὴν πολίχνην, ὅπως ζητήσῃ καὶ εὕρῃ ἕνα συλλειτουργὸν νὰ τοῦ φέρῃ. Ἀλλ᾽ οἱ ποιμένες καὶ οἱ βοσκοὶ ὅλοι ἔρρεγχον ἐξηπλωμένοι μεταξὺ τῶν σχοίνων καὶ τῶν κομαρεῶν, τυλιγμένοι εἰς τὰς κάπας των, εὐχαριστημένοι ὅτι ἐπανῆλθεν ἡ ἄνοιξις καὶ εὕρισκαν ὀλιγώτερον παγερὰν τῆς γῆς τὴν ὑγρασίαν. Καὶ αἱ γυναῖκές των πλαγιασμέναι καὶ αὐταί, ὕπνωττον ὀλιγώτερον ἀκουστῶς ὄπισθεν τοῦ ἱεροῦ Βήματος, τυλιγμέναι μὲ τὰ χράμια καὶ τὰ κιλίμια, τὰ ὁποῖα εἶχον φέρει ἐπεστρωμένα ἐπὶ τῶν σαγμάτων τῶν ὄνων. Καὶ αἱ ἐκ τῆς πολίχνης ἐλθοῦσαι γυναῖκες, κύπτουσαι ἐπὶ τῶν καλαθίων των, ἔξω τῆς θύρας τοῦ ναοῦ, ὑπὸ τὸν ἐστεγασμένον πρόναον καὶ ἐντὸς τῆς ξυλίνης κιγκλίδος, ἐλαγοκοιμῶντο καὶ αὐταί. Μόνον ὁ ἱερεὺς ἀνησύχει καὶ ἦτο ἄγρυπνος.
― Τὰ ξέρω ἐγὼ ἀπ᾽ ὄξου τὰ πλιότερα τὰ γράμματα, παπά, τοῦ ἔλεγεν ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, διὰ νὰ τοῦ δώσῃ θάρρος· τὰ κανοναρχῶ κειδὰ στ᾽ αὐτὶ τοῦ γερο-Φιλιππῆ, κι ὁ γερο-Φιλιππής, ὁπού ᾽ν᾽ θεοφοβούμενος ἄνθρωπος, θὰ τὰ λέῃ κειδὰ ὅπως-ὅπως…
― Νά δὰ ἡ ὥρα νὰ σὲ κάμουμε καὶ ψάλτη, Μαθηνώ! ἀπήντησε γελάσας ὁ ἱερεύς.
― Ψάλτης δὲ θὰ γένω, μόνε κανονάρχος. Μοναχοί μας θά ᾽μαστε… Κανένας γραμματισμένος δὲν εἶναι γιὰ νὰ μᾶς γελάσῃ… Ἡ ἁγιωσύνη σ᾽ βρίσκεις τὸν ἦχο τοῦ μπαρμπα-Φιλιππῆ, κ᾽ ἐγὼ τοῦ λέω τὰ λόγια ὅσα θυμοῦμαι. Νά ᾽ξερα ἀπὸ μέσα ἀπ᾽ τὸ χαρτὶ νὰ διαβάσω, θαρρῶ πὼς δὲ θὰ ἦτον ἁμαρτία νὰ ψάλω καὶ μοναχή μου.
Ὣς τόσον ἐπλησίαζε μεσονύκτιον, καὶ δὲν ἦτον ἐλπὶς νὰ ἔλθῃ πλέον ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός, ὁ τρίτος πάρεδρος. Ὁ ἱερεὺς δὲν ἀπεφάσισε νὰ ἐξυπνίσῃ κανένα ἐκ τῶν βοσκῶν καὶ τὸν στείλῃ εἰς τὴν πόλιν, ὡς ἐσκέφθη κατ᾽ ἀρχάς, διότι ἐλογάριασεν ὅτι τόσαι ὀλίγαι ὧραι ἔμενον ἕως νὰ ξημερώσῃ, ὥστε μέχρις οὗ ὑπάγῃ ὁ ἀποσταλησόμενος εἰς τὴν πόλιν, ζητήσῃ καὶ κατορθώσῃ νὰ εὕρῃ ψάλτην, ἑωσότου πείσῃ καὶ φέρῃ αὐτόν, καὶ φθάσωσιν ὁμοῦ εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην, θὰ ἦτο ἀκριβῶς δύο ὧρες ἡμέρα… καὶ ἡ Ἀνάστασις ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ τὰ μεσάνυκτα, ἢ καὶ βραδύτερόν τι.
Ὁ παπα-Διανέλος ἐσηκώθη στενάζων, εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, καὶ προσεκύνησεν εἰς τὰς βαθμίδας τοῦ ἱεροῦ Βήματος. Εὐθὺς κατόπιν του ἔτρεξαν ἡ γρια-Μαθηνὼ καὶ ἡ θειὰ τὸ Σειραϊνώ, ἡ σημαιοφόρος τῶν πανηγύρεων. Αἱ δύο γυναῖκες ἤρχισαν νὰ ἀναζωπυρῶσι τὰ φιτίλια, νὰ ρίπτωσιν ἔλαιον εἰς τὰς κανδήλας καὶ νὰ κάμνωσιν ἐγκαρδίους σταυρούς. ᾘσθάνοντο ἀνέκφραστον χαρὰν καὶ γλύκαν εἰς τὰ σωθικά των. Ἦτο Ἀνάστασις, Ἀνάστασις! Τὸ πρόσωπον τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ ἔλαμπε μὲ ἅγιον φῶς, δεξιὰ τῆς Ἱερᾶς Πύλης. Ἡ μορφὴ τῆς Δεσποίνης Θεοτόκου ἤστραπτεν ἐξ ἀφάτου χαρᾶς ἀριστερόθεν, κρατούσης τὸ θεῖον βρέφος της. Ἡ ὄψις τοῦ τιμίου Προδρόμου, μὲ ἕνα βόστρυχον τῆς κόμης φρίττοντα πρὸς τὰ ἄνω, ὡς νὰ ἔμεινεν ἀνωρθωμένος ἀπὸ τὴν πρόσψαυσιν τοῦ θηριώδους δημίου τοῦ ἀποκόψαντος τὴν σεβάσμιον κάραν τοῦ μείζονος ἐξ ὅσων ἐγέννησαν κατὰ φύσιν αἱ γυναῖκες ἀνδρῶν, ἐσελαγίζετο ἐκ μυστικῆς εὐφροσύνης παραπλεύρως ἐκείνου οὗ τὴν φρικτὴν κορυφὴν ἠξιώθη νὰ χειροθετήσῃ. Καὶ ὁ ἠγαπημένος μαθητὴς ἦτο ἀκόμη ἐκεῖ, καὶ συνέχαιρεν ἐπὶ τῇ Ἀναστάσει, ἂν καὶ πτυχή τις μερίμνης συνέστελλε τὸ ὑψηλὸν μέτωπόν του, προβλέποντος ὅτι θρασὺς ἱερόσυλος ἔμελλε μετ᾽ οὐ πολὺ νὰ τὸν ἁρπάσῃ ἐκ τῆς κόγχης του διὰ νὰ τὸν μεταφέρῃ εἰς Ἀθήνας καὶ τὸν καθιδρύσῃ ὄχι εἰς ναὸν καὶ ὁλοκαύτωμα καὶ θυσιαστήριον, ὄχι εἰς τόπον τοῦ καρπῶσαι, ἀλλ᾽ εἰς Μουσεῖον, Ὕψιστε Θεέ! εἰς Μουσεῖον, ὡς νὰ εἶχε παύσει ν᾽ ἀσκῆται εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἡ χριστιανικὴ λατρεία, καὶ τὰ σκεύη αὐτῆς ν᾽ ἀνῆκον εἰς θαμμένον παρελθόν, καὶ νὰ ἦσαν ἀντικείμενον περιεργείας!… Ἵλεως γενοῦ αὐτοῖς, Κύριε!
* * *
Τέλος, δὲν ἦτο ἐλπὶς νὰ ἔλθῃ ὁ κὺρ Κωνσταντός, καὶ ὤφειλον ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ ψάλωσι τὴν ἀκολουθίαν. Αἱ ἐκ τῆς πόλεως γυναῖκες, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην, ἀποτινάξασαι τὴν ὑπνώδη νάρκην, εἰσῆλθον εἰς τὸν ναΐσκον. Αἱ ἐκ τῶν ἀγρῶν ποιμενίδες δὲν ἤργησαν νὰ ἐξυπνήσωσιν, ὁ δὲ παπα-Διανέλος ἐξῆλθε πρὸς στιγμήν, καὶ λαβὼν τεμάχιον παλαιᾶς σανίδος καὶ σφυροειδὲς ξύλον, κατεσκεύασεν αὐτοσχέδιον σήμαντρον, διότι φεῦ! δὲν ὑπῆρχε πρὸ πολλοῦ κώδων, ὅστις νὰ ἐξυπνᾷ τοὺς πρὸ αἰώνων κοιμηθέντας καὶ νὰ συγκινῇ τὴν κόνιν τῶν ἀπὸ γενεῶν κοιμηθέντων κατοίκων τῆς πάλαι ποτὲ ὑπαρξάσης πόλεως. Διὰ τοῦ σημάντρου τούτου ἤρχισε νὰ κρούῃ ὁ ἱερεὺς εἰς τροχαίους πρῶτον (τὸν Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ) εἶτα εἰς ἰάμβους (τὸ τάλαντον, τὸ τάλαντον), καὶ νὰ ἐξυπνᾷ τὰς μεσονυκτίους ἠχούς. Οἱ βοσκοὶ ἐνωτισθέντες τὸν μονότονον ἦχον ἐτινάχθησαν διὰ μιᾶς ἐπάνω, ἐπέταξαν τὰς κάπας των, ἐνίφθησαν καὶ ἔτρεξαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, κρατοῦντες τὰς λαμπάδας των. Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητόν, ἔψαλε μόνος του τὴν παννυχίδα, ὅλον τὸ Κύματι Θαλάσσης, ἐθυμίασεν, ἔκαμεν ἀπόλυσιν, εἶτα φορέσας ἐπιτραχήλιον καὶ φελόνιον, ἤναψε μεγάλην λαμπάδα, καὶ βαστάζων αὐτὴν ἐξῆλθεν εἰς τὰ βημόθυρα καὶ ἤρχισε νὰ ψάλλῃ μεγαλοφώνως τὸ Δεῦτε λάβετε φῶς. Οἱ βοσκοὶ ἤναψαν τὰς λαμπάδας των, ὁμοίως καὶ αἱ γυναῖκες, κ᾽ ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὸ προαύλιον, τοῦ ἱερέως κρατοῦντος τήν τε Ἀνάστασιν καὶ τὸ Εὐαγγέλιον μετὰ τοῦ θυμιατοῦ, καὶ ψάλλοντος, Τὴν Ἀνάστασίν σου, 〈Χριστὲ〉 Σωτήρ. Εἶτα ἡ ἱερὰ εἰκὼν καὶ τὸ Εὐαγγέλιον, ἀπετέθησαν ἐπὶ τῆς πεζούλας, ἐκπληρούσης χρέη τρισκελίου, ἐφ᾽ ἧς αἱ γυναῖκες εἶχον στρώσει μεταξοϋφὲς μακρὸν προσόψιον. Ὁ ἱερεὺς ἀνέγνω ἀργὰ τὸ κατὰ Μᾶρκον Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, εἶτα θυμιάσας καὶ ἐκφωνήσας τὸ Δόξα τῇ ὁμοουσίῳ, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ λαμπρᾷ τῇ φωνῇ τὸ Χριστὸς ἀνέστη. Ἀφοῦ τὸ ἔψαλε τρὶς ὁ ἴδιος, καὶ ἀνὰ ἅπαξ ἢ δὶς δύο τῶν βοσκῶν, οἵτινες δὲν ἦσαν μὲν πλέον γραμματισμένοι ἀπὸ τοὺς λοιπούς, ἀλλ᾽ εἶχον ὀλιγώτερον τραχεῖαν τὴν προφορὰν κ᾽ «ἐγύριζε κάπως ἡ γλῶσσά των», ἔλαβε θάρρος καὶ ἡ θεια-Μαθηνὼ καὶ τὸ ἔψαλεν ἅπαξ, ὁμοίως καὶ ἡ θειὰ τὸ Σεραϊνώ, ἐνῷ τὸ Καλλιοπὼ καὶ τὸ Ἀγλαὼ καὶ ἡ Ἀννούδα καὶ ἄλλαι γυναῖκες ἔπνιγον τοὺς καγχασμούς των εἰς τὰς παλάμας, μὲ τὰς ὁποίας ὡς δι᾽ ἑκουσίου φιμώτρου εἶχον περιλάβει τὰ στόματά των.
Τελευταῖον εἰς ἐπισφράγισιν τὸ ἔψαλε πάλιν ὁ ἱερεύς, καὶ εἶτα εἶπε τὰ Εἰρηνικά. Μεθ᾽ ὅ, ἀναλαβὼν τὴν Ἀνάστασιν καὶ τὸ Εὐαγγέλιον, εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, ἀκολουθούμενος ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἔψαλε τὸ Ἀναστάσεως ἡμέρα καὶ τὰ δύο τροπάρια τῆς πρώτης ᾠδῆς, ἀκολούθως εἰσῆλθεν εἰς τὸ ἱερόν, καὶ ἐξελθὼν πάλιν, ἔλαβε καιρόν*, καὶ πάλιν εἰσῆλθε, καὶ ἤρχισε νὰ φορῇ ὅλην τὴν ἱερὰν στολήν του. Ἡ ψαλμῳδία εἶχε διακοπῆ ἐξ ἀνάγκης. Ἡ θεια-Μαθηνὼ ἐπλησίασεν εἰς τὸν γερο-Φιλιππήν, πρωτοκάθεδρον τῆς τάξεως τῶν ποιμένων, κ᾽ ἐδοκίμασε νὰ κανοναρχήσῃ πρὸς αὐτόν.
― Ψάλε, γερο-Φιλιππή, «Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις».
Ἀλλὰ τοῦ γερο-Φιλιππῆ δὲν ἐγύριζεν ἡ γλῶσσά του νὰ εἴπῃ Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις.
Τότε ἡ θειὰ τὸ Μαθηνὼ ἤρχισε σιγὰ-σιγὰ νὰ ψάλλῃ:
Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις καὶ ὀψόμεθα, τῷ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς Ἀναστάσεως, κτλ.
Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἀκριβὴς προφορὰ εἰς τὸ στόμα της ἦτο Καθαρθῶμεν τὰς ἰσθήσεις κὶ οὐψόμεθα…
― Αὐτὸ τὸ εἴπαμε, βλοημένη, ἔκραξεν ὁ ἱερεὺς ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ Βήματος. Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν, εἶναι τώρα.
― Ἄ! Ναί, ἔκαμεν ἡ θειὰ τὸ Μαθηνὼ καὶ ἤρχισε:
Δεῦτε πόμα πίουμιν κινόν…
Ἀλλ᾽ ὁ ἱερεύς, ὅστις ἐξηκολούθει νὰ ἐνδύηται, ἐνόησεν ὅτι ἢ τὴν προσκομιδὴν ἔπρεπε ν᾽ ἀναβάλῃ, ἢ τὴν ἀκολουθίαν νὰ διακόψῃ. Καὶ ταῦτα μὲν ἐπεδέχοντο οἰκονομίαν, ἀλλὰ δὲν ἔβλεπε πῶς θὰ τὰ ἐκατάφερναν εἰς τὴν λειτουργίαν.
Ἐφόρει ἓν ἕκαστον τῶν ἀμφίων κ᾽ ἐψιθύριζε τὰ διατεταγμένα λόγια:
«Ἀγαλλιάσεται ἡ ψυχή μου ἐπὶ τῷ Κυρίῳ, ἐνέδυσε γάρ με ἱμάτιον σωτηρίου καὶ χιτῶνα εὐφροσύνης περιέβαλέ με. Ὡς νυμφίον περιέβαλέ με μίτραν καὶ ὡς νύμφην κατεκόσμησέ με κόσμῳ.»
Εἶτα ἤρχιζε νὰ ψάλλῃ τὰ τροπάρια τοῦ Κανόνος:
Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια…
Εἶτα πάλιν, φορῶν τὸ ἐπιτραχήλιον ὑπεψιθύριζεν: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ ἐκχέων τὴν χάριν αὑτοῦ ἐπὶ τοὺς ἱερεῖς αὑτοῦ, ὡς μύρον ἐπὶ κεφαλῆς τὸ καταβαῖνον ἐπὶ πώγωνα…»
Καὶ πάλιν ἔψαλλε:
Χθὲς συνεθαπτόμην σοι Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι σοι…
Εἶτα φορῶν τὸ περιζώνιον, ἔλεγεν:
«Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ περιζωννύων με δύναμιν, καὶ ἔθετο ἄμωμον τὴν ὁδόν μου.» Ἢ περνῶν τὸ ἓν ἐπιμάνικον, ἀπήγγελλεν: «Ἡ δεξιά σου χεὶρ Κύριε, δεδόξασται ἐν ἰσχύι…»
Καὶ διακόπτων τοῦτο, ἔψαλλε τὴν καταβασίαν:
Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν, οὐκ ἐκ πέτρας ἀγόνου…
Ἀφοῦ ὅμως ἐνεδύθη τὴν ἱερατικὴν στολὴν ὅλην, ἐξῆλθεν ἔξω κ᾽ ἐχοροστάτησε, κ᾽ ἔψαλεν ὁ ἴδιος ὅλον τὸν Κανόνα, ἔμελλε δὲ νὰ μεταβῇ εἰς τοὺς Αἴνους καὶ ν᾽ ἀρχίσῃ τὸν ἀσπασμόν, ὅταν εἷς τῶν βοσκῶν, ὅστις εἶχεν ἐξέλθει, διὰ νὰ ἰδῇ πῶς εἶχον αἱ αἶγές του, ἐπανῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον καὶ ἀνήγγειλεν ὅτι κάποιος φωνάζει βοήθειαν μέσα ἀπ᾽ τοῦ Χαιρημονᾶ τὸ ρέμα, καὶ ὅτι εἶναι βαθιὰ κάτω καὶ δὲν τὸν εἶδε, μόνον τὴν φωνήν του ἤκουσεν.
Ὁ ἱερεὺς ἐστράφη.
― Τί τρέχει;
― Δὲ ξέρου τί νὰ εἶναι, εἶπεν ὁ βοσκός… βαθιὰ κάτ᾽ χουϊάζει… «ποῦ εἴσαστε, ποῦ εἴσαστε;» Νὰ πάρου μιὰ λαμπάδα νὰ πάου νὰ ἰδῶ;
― Νὰ πᾷς.
Δύο ἢ τρεῖς ἄλλοι νεαροὶ βοσκοὶ καὶ ποιμένες ἔλαβον ἀμέσως τὰς λαμπάδας των κι ἔτρεξαν ἔξω.
* * *
Ἀφοῦ ἔφερε γῦρο ὅλην τὴν ἡμέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὁ κὺρ Κωνσταντὸς ὁ Ζ᾽μαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος κτλ., ἐπὶ τέλους, ὣς δύο ὥρας πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου, ἀπεφάσισε νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὰ Λιβάδια, ἔξω τῆς πόλεως, ὅπου εἶχε δεμένον τὸ ὀνάριόν του, διὰ νὰ τὸ λύσῃ, ὅπως φορτώσῃ ἐπ᾽ αὐτοῦ τὴν μικρὰν ἀποσκευήν του, καὶ ἐκκινήσῃ διὰ τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Πρόδρομον, καθ᾽ ἣν εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν εἰς τὸν παπα-Διανέλον. Ἀλλὰ τότε μόνον ἐνόησεν ὅτι εἶχε λησμονήσει ἀπὸ τὸ πρωὶ νὰ τὸ ἀλλάξῃ, ἤτοι νὰ τὸ μετατοπίσῃ εἰς ἄλλην βοσκήν, καὶ τὸ πτωχὸν τὸ ὀνάριον δὲν ἐφαίνετο πολὺ χορτᾶτον, ὅταν ὁ κύριός του τὸ ἔλυσεν. Ἐκ τοῦ τρόπου μεθ᾽ οὗ ἀνώρθωσεν ἐλαφρῶς τὰ χαμηλωμένα αὐτιά του, τὸ ζῷον ἐφαίνετο νὰ ἐλπίζῃ ὅτι ὁ ἀφέντης του θὰ τὸ μετέθετε τέλος εἰς ἄλλην βοσκήν, ἀλλ᾽ ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς τὸ ὡδήγησεν εἰς τὴν οἰκίαν του, ὅπου ἐφόρτωσεν ἐπάνω του ἕνα πενιχρὸν τορβάν, περικλείοντα τρόφιμα, ἐπέστρωσεν ἐπὶ τοῦ σάγματος παλαιὸν ξεθωριασμένον κιλίμιον, καὶ ἀναβὰς ὁ ἴδιος ἐκάθισε μονόπλευρα ἐπ᾽ αὐτοῦ.
Ἔκαμε τὸν σταυρόν του κ᾽ ἐξεκίνησεν. Ἀλλὰ δὲν ἤργησε νὰ καταλάβῃ ὅτι τὸ ζωντόβολον, ἕνεκα τοῦ γήρατος καὶ τῆς μετρίας τροφῆς τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει, δὲν θ᾽ ἀντεῖχε καλῶς εἰς τὴν μακρὰν ὁδοιπορίαν, καὶ ὅτι θὰ ἦτο ἱκανὸν νὰ μαραζώσῃ τὸν ἀναβάτην. Ἅμα ἔφθασεν εἰς τὸν Ἐπάνω Ἁι-Γιαννάκην, οὐ μακρὰν τῆς πόλεως, κατέβη καὶ ἀπεφάσισε νὰ ὁδηγῇ τὸ ὀνάριον πεζὸς βαίνων. Ἀλλὰ καὶ πάλιν τὸ ζῷον δὲν ἐβάδιζε καλῶς, μὲ ὅλους τοὺς κτύπους ὅσους τοῦ κατέφερε μὲ μίαν λεπτὴν βέργαν εἰς τὰ ὀπίσω του. Ἀπεφάσισε λοιπὸν ν᾽ ἀπαλλαγῇ τῆς συντροφίας, ἥτις θὰ ἦτο μᾶλλον βάρος ἢ βοήθεια δι᾽ αὐτόν, καὶ νὰ δέσῃ κάπου τὸ ζῷον διὰ νὰ τὸ ἀφήσῃ νὰ βοσκήσῃ. Ἐζήτησε μέρος κατάλληλον διὰ νὰ τὸ δέσῃ, ἀλλὰ δὲν εὗρεν εἰς τὸν Ἐπάνω Ἁι-Γιαννάκην πλουσίαν βοσκήν. Κατέβη ὀπίσω εἰς τὸν Κάτω Ἁι-Γιαννάκην, ἀλλ᾽ ἀφοῦ κ᾽ ἐκεῖ δὲν εὗρεν ἱκανὸν χόρτον, διηυθύνθη ἀπώτερον κάπου εἰς τὴν θέσιν Ἔρμο Χωριό, κ᾽ ἐκεῖ ἔδεσε τέλος τὸ ζῷον εἰς τὴν ρίζαν ἀγρίου δένδρου, ἐντὸς ἀσπάρτου ἀγροῦ καὶ πλησίον εἰς ἕνα φράκτην. Αὐτὸς δὲ ἐφορτώθη εἰς τὸν ὦμον τὸν τορβὰν καὶ τὸ κιλίμιον, ἔβαλεν ὄπισθέν του εἰς τὴν μέσην μικρὸν κλαδευτήρι, καὶ κρατῶν τὴν λεπτὴν ράβδον του, ἐξεκίνησε πεζός. Εἶχε χασομερήσει σωστὴν μίαν ὥραν εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς φροντίδας.
«Τώρα, εἶπε μέσα του, εἶναι καιρὸς νὰ τὸ βάλω στὰ πόδια, διὰ νὰ μὴ νυχτώσω (καὶ πάλιν θὰ νυχτώσω), ἐκτὸς ἐὰν ἀπομείνω· ἀλλὰ ν᾽ ἀπομείνω δὲν πρέπει, γιατὶ ἔδωκα ὑπόσχεσιν τοῦ παπᾶ.» Οὕτως εἶπε καὶ οὕτως ἔκαμε. Καὶ ἤρχισε νὰ κόφτῃ δρόμον μὲ ὅλα τὰ ἑξήκοντα ἔτη του, μὲ ὅλον τὸ δημογεροντικὸν καὶ προεστάδικον τῆς διαίτης καὶ τοῦ ἤθους του, τὸ βραχὺ ἀνάστημα, τὸ ὠχρὸν λεπτόδερμον καὶ καταπονημένον πρόσωπον, καὶ μεθ᾽ ὅλον τὸ κανονικόν, καίτοι παλαιὸν καὶ ἐφθαρμένον τῆς βράκας καὶ τοῦ φεσίου. Ἦτο παλαιὸς γεωργοκτηματίας ἀπὸ οἰκογένειαν, μὲ ὅλα τὰ κτήματά του ἐνυπόθηκα, ἐκ τῶν ἁπλοϊκῶν ἐκείνων τοὺς ὁποίους εὗρε λείαν εὔκολον καὶ καλὸν ἕρμαιον ἡ ἄπληστος καὶ ἰδιοτελὴς πανουργία τῶν παντοπωλῶν, μικρεμπόρων καὶ τοκιστῶν τῆς χθές, τῶν νεοπλούτων τῆς σήμερον, κατὰ πόλεις καὶ κώμας.
Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἀνέβη τὲς Βίγλες καὶ ἔφθασεν εἰς τοῦ Κ᾽φαντώνη τὸ Καλύβι, εἶτα κατέβη εἰς τὸ ρέμα, τὸ συνορεῦον πρὸς τὸ Λεχούνι, ὅπου εὑρίσκεται ὁ νερόμυλος τοῦ Δήμου τοῦ Βλάχου, κ᾽ ἐκεῖθεν ἤρχισε ν᾽ ἀναβαίνῃ τὸν μικρὸν ἀνήφορον τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους.
Ὁ ἥλιος εἶχε δύσει, ὅταν ἔφθασεν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ, καὶ ἀντικρὺ τοῦ βραχώδους καὶ ἀποτόμου ὄρους, ὅπου κεῖται τὸ μικρὸν διαλυμένον μονύδριον. Ὁ παπα-Ἀζαρίας ὁ Σύγκελλος, ἡγούμενος τοῦ ἐρήμου ἀδελφότητος μοναστηρίου, οὐδὲν ἄλλο ἔχων πνευματικὸν ποίμνιον εἰμὴ μίαν ὑπέργηρων καλογραῖαν ἐνενηκοντοῦτιν καὶ ἕνα ἄχρηστον ὑποτακτικὸν ἡλικιωμένον, ναυαγὸν τοῦ κόσμου καὶ ἀπόχηρον, εἶχεν ἐξέλθει εἰς τὰ πρόθυρα τῆς μονῆς, καὶ ἔβλεπε τὰς τελευταίας ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου ἐπιχρυσούσας διά τινας στιγμὰς ἀκόμη τὰς κορυφὰς τῶν ἀνατολικῶν ἀπέναντι ὀρέων, ὅταν εἶδε τὸν μπαρμπα-Κωνσταντὸν νὰ προκύψῃ ὄπισθεν τῆς τελευταίας αἱμασιᾶς, τῆς χαραττούσης ἑκατέρωθεν τὸν δρόμον.
― Ποῦ σ᾽ αὐτὸ τὸν κόσμο, κὺρ Κωνσταντέ;… Σὰν τὰ χιόνια!
― Εὐλογεῖτε, πάτερ!… Καὶ ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός, ἀφοῦ ἔκαμε τὸν σταυρόν του τρίς, ἀποβλέπων πρὸς τὸ ἱερὸν τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, ἤρχισεν ἀσθμαίνων νὰ διηγῆται πῶς ὁ παπα-Διανέλος ὁ Πρωτέκδικος ἐκλήθη ἀπὸ τοὺς βοσκοὺς καὶ ποιμένας νὰ κάμῃ Ἀνάστασιν καὶ νὰ λειτουργήσῃ ἐπάνω εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Πρόδρομον, πῶς ἐκάλεσε καὶ αὐτόν, τὸν κὺρ Κωνσταντόν, νὰ ὑπάγῃ νὰ τὸν βοηθήσῃ, πῶς ὁ παπὰς εὑρίσκετο ἀπὸ τῆς πρωίας, ὀπίσω εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἄλλον βοηθὸν ἢ συλλειτουργόν, πῶς αὐτός, ὁ κὺρ Κωνσταντός, ἠργοπόρησε νὰ ἐκκινήσῃ, ἕνεκα τοῦ ὀναρίου του, τὸ ὁποῖον δὲν ἀντεῖχεν εἰς τὴν ὁδοιπορίαν, καὶ ἤθελε κάθε τόσον ἄλλαγμα βοσκῆς (καὶ ὁ Θεὸς δὲν εἶχε ρίξει τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἀφθόνους βροχάς, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ δαψίλεια βοσκῆς εἰς τὰ Λιβάδια), καὶ τέλος, πῶς ὁ κὺρ Κωνσταντὸς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ν᾽ ἀποφασίσῃ νὰ ὑπάγῃ πεζὸς ἐπάνω εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην διὰ νὰ μὴ γελάσῃ τὸν παπάν, ἐπειδὴ εἶχε δοσμένον τὸν λόγον του, νὰ ὑπάγῃ νὰ τὸν βοηθήσῃ.
― Μὰ τώρα νύχτωσες… θὰ νυχτώσῃς… εἶπεν ὁ Ἁιχαραλαμπίτης ὁ ἱερεύς· πῶς θὰ πᾷς ὣς ἐκεῖ;… εἶναι μιάμιση ὥρα δρόμος ἀκόμα… καὶ τὸ φεγγάρι θ᾽ ἀργήσῃ τρεῖς ὧρες νὰ βγῇ… σκοτίδι*, ἄσ᾽βος.
― Πῶς νὰ κάμω; εἶπεν ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός, ὅστις ἤρχισεν εὐθὺς νὰ ὀκνῇ καὶ νὰ διστάζῃ.
― Σκοτίδ᾽ ἄσ᾽βος [1], ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Ἀζαρίας, τὸ φεγγάρι θ᾽ ἀργήσῃ τρεῖς ὧρες… πῶς θὰ πᾷς ὣς ἐκεῖ, μοναχός σου;… Κακοστρατιά, κλεφτότοπος… θὰ πέσῃς σὲ κανένα γκρεμνὸ νὰ κατασκοτωθῇς.
― Τί μὲ συμβουλεύεις, γέροντα, νὰ κάμω;… εἶπε ψοφοδεὴς ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ὁ πάρεδρος.
* * *
Ὁ παπα-Ἀζαρίας ἐσκέφθη πρὸς στιγμήν, ἀλλ᾽ ἡ ὄψις του δὲν ἐξέφραζε πνευματικόν τι. Ἴσως ἔλεγε μέσα του: «Τί ἤθελα, τί γύρευα ἐγὼ νὰ τοῦ πῶ τέτοια πράματα νὰ τὸν δειλιάσω;… Αὐτὸς εἶναι ἕτοιμος… ἀφορμὴ ἐγύρευε νὰ μείνῃ μὲς στὴ μέση… καὶ νὰ κάμῃ Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο».
Εἶτα εἶπε μεγαλοφώνως:
― Τί νὰ σοῦ πῶ κ᾽ ἐγώ; Ἐσεῖς πᾶτε καὶ δίνετε ὑπόσχεση, κ᾽ ὕστερα δὲ ξέρετε νὰ σηκωθῆτε μὲ τὴν ὥρα σας τοὐλάχιστον, νὰ πᾶτε κεῖ ποὺ ἔχετε δώσει λόγο… κι ἄλλος ἂς καρτερῇ… ἕνα πρᾶμα ποὺ σοῦ εἶναι κοπιαστικὸ καὶ δύσκολο, ἀπ᾽ ἀρχῆς πρέπει νὰ τὸ συλλογίζεσαι, νὰ τὸ μετρᾷς καλά, νὰ μὴ δίνῃς τὸ λόγο σου… Τί δουλειὰ εἶχες, ἐσύ, νοικοκύρης ἄνθρωπος, νὰ τρέχῃς στὰ κατσάβραχα, ἀπάνω στὸν Ἁι-Γιάννη, γιὰ νὰ κάμῃς Πάσχα;… Δὲν ἤξερες νὰ ᾽ρθῇς στὸν Ἁι-Χαράλαμπο;… Τί σὲ κάμω ἐγώ;… Ἐδῶ θελὰ χρησιμέψῃς… θελὰ ψάλουμε μαζὶ τὴν Ἀνάσταση, θελὰ λειτουργηθῇς μιὰ χαρά, καὶ ἡ μυζήθρα καὶ τὸ χλωρὸ τυρὶ δὲν ἤθελε μᾶς λείψῃ… Ἔχω κ᾽ ἐκεῖνο τὸν ἀχαΐρευτο τὸν ὑποτακτικό μου τὸ Γαβριήλ, ὁποὺ δὲ φελᾷ τίποτε… ἔχω καὶ τὴ γριὰ τὴν Εὐπραξία, ἕνα σωρὸ κόκκαλα, νά ᾽χουμε τὴν εὐκή της… τρεῖς κοῦκοι! Μὰ οἱ βοσκοί, ἂς εἶναι καλά, τὲς καλὲς μέρες ἔρχονται, μᾶς κάνουν γενιά*… μόνον ἐφέτος ποὺ μᾶς πῆρε τοὺς πλιότερους ὁ παπα-Διανέλος, πίσω στὸν Ἁι-Γιάννη, ἀλλὰ μένουν κάτι λιγοστοί…
Ἐνταῦθα ἦλθεν εἰς τὸν παπα-Ἀζαρίαν ὁ πειρασμὸς νὰ κρατήσῃ τὸν κὺρ Κωνσταντὸν εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, ἀφήνων τὸν παπα-Διανέλον ἄνευ βοηθοῦ, διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ διότι τοῦ ἀφῄρεσε τοὺς πλείονας τῶν βοσκῶν του. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἐχώρησεν ἡ συνείδησίς του, καὶ ἐντονώτερον ἐξηκολούθησε:
― Τώρα, ὅπως καὶ νὰ τὸ κάμῃς ἄσχημα εἶναι… μὰ τὸ καλύτερο εἶναι νὰ τραβήξῃς τὸ δρόμο σου νὰ πᾷς… Ἔδωκες τὸ λόγο σου… εἶναι μεγάλη ἁμαρτία ν᾽ ἀφήσῃς τὸν παπὰ χωρὶς βοηθό, τέτοια μεγάλη μέρα.
Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς δὲν ἀπέσπα τὸ βλέμμα ἀπὸ τὰς κυανᾶς καὶ κοκκίνας ὑάλους τῆς θυρίδος τοῦ ἱεροῦ Βήματος, ἥτις ἐφαίνετο προσελκύουσα αὐτὸν ὡς μαγνήτης, καὶ νοερῶς συνέκρινε τὴν σχετικὴν ἀνάπαυσιν, ἣν θὰ εἶχεν εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, ὅπου θὰ εὕρισκε ζεστὸν κελλίον μὲ ἄφθονον πῦρ καὶ καφὲν πρὸ τῆς Ἀναστάσεως, μὲ γάλα καὶ αὐγὰ μετὰ τὴν λειτουργίαν, καὶ διπλοῦν θαλπερὸν καὶ ἀναπαυτικὸν ὕπνον πρὸ καὶ μετὰ τὴν ἀκολουθίαν, μὲ τὴν ἐρημίαν, μὲ τοὺς βράχους, τοὺς σχοίνους καὶ τὰς κομαριὰς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ὅπου θὰ ὑπῆρχε μόνον ὕπαιθρον ἢ ἀνεπαρκὲς ὑπόστεγον καὶ παραπολλὴ δρόσος πρωιμωτέρα ἢ ὥστε νὰ εἶναι ἐπιθυμητή.
― Μὴ στέκεσαι καθόλου, ἐπανέλαβεν ὁ Ἁιχαραλαμπίτης· τράβα, γιατὶ θὰ νυχτώσῃς, καὶ θ᾽ ἀργήσῃ τὸ φεγγάρι νὰ βγῇ.
― Τώρα νύχτωσε ποὺ νύχτωσε, εἶπεν ἀποφασιστικῶς ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός· καλύτερα εἶναι νὰ καθίσω πρὸς ὥρα νὰ ξεκουραστῶ, ὣς ποὺ νὰ βγῇ τὸ φεγγάρι…
― Καὶ ὕστερα;
―Ὕστερα πηγαίνω μὲ τὸ φεγγάρι.
― Μὰ θὰ πᾷς;
― Θὰ πάω.
― Ξέρεις καλὰ τὸ δρόμο;
― Τί θὰ πῇ;… Μπορεῖ νὰ ἔχω χρόνια νὰ πάω, μὰ τὸν δρόμο τὸν θυμοῦμαι… Κ᾽ ἔπειτα, ἂν ἔρθῃ κανένας ἀπ᾽ τοὺς ξωμερίτες* φίλος μου…
― Ἔ!
― Θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μὲ πάῃ ὀλίγο παραπάνω, εἶπεν ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός.
―Ὥστε δὲν ξέρεις καλὰ τὸ δρόμο;
―Ὄχι ἀλλὰ…
― Φοβᾶσαι τὰ στοιχειά; ἐκάγχασεν ὁ ἱερεύς.
― Θεὸς νὰ φυλάῃ… δὲν φοβοῦμαι τίποτε μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ… μὰ ἡ συντροφιὰ εἶναι πάντα καλύτερη.
― Ἂς εἶναι, δὲν μπορῶ νὰ σὲ διώξω… ἔμβα μὲς στὸ κελλὶ νὰ ξεκουραστῇς, καὶ σὰ βγῇ τὸ φεγγάρι, νὰ πᾷς…
― Εὐλόγησον.
Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς εἰσῆλθεν εἰς τὸ κελλίον, κ᾽ ἐξηπλώθη ἐπὶ τοῦ χαμηλοῦ ἐπεστρωμένου σοφᾶ*, μὲ τοὺς πόδας πρὸς τὴν ἑστίαν, ὅπου ἔκαιεν ἀσθενὲς πῦρ ἑτοιμόσβεστον. Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἐσκεπάσθη μὲ τὸ κιλίμι τὸ ὁποῖον ἐκόμιζε, καὶ μετ᾽ ὀλίγα λεπτὰ ἀπεκοιμήθη. Ἦτο δὲ ἤδη νύξ.
* * *
Τὸ κελλίον ὅπου εἶχεν εἰσέλθει ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἦτο τὸ ἓν ἐκ τῶν δύο ὅσα ἐκράτει ὁ ἡγούμενος, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευεν ἅμα ὡς προθάλαμος, ὡς μαγειρεῖον καὶ ὡς πρόχειρον «ἀρχονταρίκι». Μόλις εἶχεν ἀποκοιμηθῆ ὁ γηραιὸς πάρεδρος, καὶ εἰσῆλθεν ὁ ὑποτακτικὸς Γαβριήλ, μὲ ἄσπρον κιουλάφι, μὲ ζωστικὸν πάνινον ξεθωριασμένον καὶ χωρὶς ράσον, κρατῶν λυχνίαν μὲ τὴν ἀριστεράν, καυσόξυλα καὶ χαμόκλαδα μὲ τὴν δεξιάν.
― Ἄλλος μουσαφίρης πάλε! ἐγόγγυσεν ἅμα εἶδε τὸν κὺρ Κωνσταντὸν κοιμώμενον· κουτσοὶ-στραβοὶ στὸν Ἁι-Παντελέημονα! Εὐλόγησον, πατέρες!
Ἐκρέμασε τὸ λυχνάριον ἐπὶ τοῦ πτερυγίου τῆς ἑστίας, ἐγονάτισε καὶ ἤρχισε νὰ ξανάπτῃ τὴν φωτιάν, καὶ ἐξηκολούθησεν:
― Ἀπὸ ποῦ μὲ τὸ καλό, αὐτὸς πάλε! Ἂς εἶν᾽ καλὰ οἱ χριστιανοί! Τὰ ποτήρια ξεπλύνετε, καὶ οἱ παῖδες ἂς κερνοῦν. Ζήτω ἡ κρασοκατάνυξις! εὐλόγησον, πατέρες!
Ἔκυψεν εἰς τὴν ἑστίαν καὶ ἤρχισε νὰ φυσᾷ διὰ φυσητῆρος ἐκ καλάμου. Εἶτα ἐπανέλαβεν:
― «Ἔδωκας ἡγούμενε, τῶν καλογήρων διακόνημα…»
Ἔψαλε τοῦτο εἰς ἦχον τέταρτον, μεθ᾽ ὃ εἰς πεζὸν λόγον προσέθηκε:
― Ποῦ τοὺς βρίσκει, ὁ γέροντάς μου, καὶ τοὺς μαζώνει! Τρέχα, Γαβριήλ. Καφέδες, Γαβριήλ. Καὶ νὰ ἔφερναν τίποτε πρόσφορα, τὸ ἐλάχιστο! Μ᾽ αὐτοὶ ἔρχονται ἄδεια τὰ χέρια. «Τοῦ κελλάρη ἔδωκας κλειδιὰ εἰς τὰ χέρια του» (τοῦτο τὸ εἶπε ψαλτά· εἶτα χῦμα). Βάστα, γερο-Γαβριήλ. Σὰν εἶσ᾽ ἀββάς, βάστα!
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἔκαμε κίνησίν τινα, ἐμισοξύπνησε, κ᾽ ἐγύρισεν ἀπὸ τὸ ἄλλο πλευρόν.
― Χαλάλι νὰ τοῦ γίνῃ! ἐγόγγυσεν ὁ πάτερ Γαβριήλ. Νυστασμένος μᾶς ἦλθε, ὁ ἄνθρωπος. Θέλω νὰ ξέρω, αὐτοί, κάτω στὸ χωριό, δὲν κοιμοῦνται τάχα, δὲν ἔχουν σπίτια, δὲν ἔχουν κάμαρες; Κινοῦν δύο ὧρες δρόμο κ᾽ ἔρχονται στὸν Ἁι-Χαράλαμπο γιὰ νὰ κοιμηθοῦν; Ταμάμ*! Εὐλόγησον, πατέρες…
Καὶ εἶτα ἔψαλε:
― «Δίδει τὸν οἶνον λιγοστόν…»
Ἀλλ᾽ ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός, καίτοι στραφεὶς ἐπὶ τοῦ ἄλλου πλευροῦ, δὲν ἐπανεῦρε τὸν ὕπνον, ἀλλ᾽ ἀνασηκωθεὶς ἐπὶ τοῦ ἀγκῶνος, ἐγύρισε βλέμμα πρὸς τὸν μοναχὸν καὶ τὸν ἠρώτησε:
― Τί ὥρα εἶναι, πάτερ;
― Τί ὥρα;… ὥρα ποὺ νύχτωσε… ὥρα ποὺ φέγγουν τ᾽ ἀστέρια…
― Τὸ φεγγάρι δὲ βγῆκε ἀκόμα;
― Τί νὰ σὲ κάμῃ τὸ φεγγάρι, χριστιανέ μου;… Τὸ φεγγάρι δὲν κόβει μονέδα…
― Περιμένω νὰ βγῇ τὸ φεγγάρι γιὰ νὰ φύγω, καὶ γι᾽ αὐτὸ σ᾽ ἐρωτῶ, εἶπεν ἡσύχως ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός.
― Νὰ φύγῃς;… γιὰ ποῦ, ἂν θέλῃ ὁ Θεός;
― Δὲν ἦρθαν τίποτε ξωμερίτες ἀπ᾽ τὰ καλύβια;
― Μοῦ κάνουν τὴ χάρη νὰ μὴ ᾽ρθοῦν, εἶπεν ὁ Γαβριήλ. Σοῦ φέρνουν ἕνα πρόσφορο καὶ σοῦ φαρμακώνουν* μιὰ κόττα ὁλάκερη· σοῦ φέρνουν ὀλίγο νᾶμα, καὶ σοῦ ἀδειάζουν μιὰ δαμιτζάνα σωστή…
* * *
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθη ἡ φωνὴ τοῦ ἡγουμένου ἀπὸ τῆς θύρας τοῦ κελλίου.
― Ἄ! ξυπνητὸς εἶσαι, κύριε πάρεδρε, ἔλεγεν ὁ παπα-Ἀζαρίας· κ᾽ ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι ὁ Γαβριὴλ ὡμιλοῦσε πάλι μοναχός του, καθὼς τὸ συνηθίζει. Καλὰ ποὺ ἔπιασε κουβέντα μὲ ἄνθρωπον.
― Χμ… Γχ… ἔπνιξε τοὺς γογγυσμούς του μέσα του ὁ Γαβριήλ. Εἶτα ψιθύρῳ τῇ φωνῇ προσέθηκεν: Εὐλόγησον, πατέρες!
― Δὲν ἐκοιμήθηκα καθόλου, γέροντα, ἀπήντησεν ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός, ὅστις πράγματι δὲν ἐνθυμεῖτο ποσῶς ἂν εἶχε κοιμηθῆ ἢ ὄχι.
― Καὶ δὲν ἄκουσες τὸν Γαβριὴλ νὰ μιλῇ μοναχός του;…
― Δὲν τὸν ἄκουσα… Ἴσως νὰ ἔκλεψα ἕναν ὕπνον ἴσα μὲ ἕνα Πιστεύω.
― Περιμένω τοὺς βοσκούς, ὅπου εἶναι ἔφθασαν, εἶπεν ὁ Ἁιχαραλαμπίτης ἱερεύς· ἅμα ἔλθουν, ἐγὼ ὁ ἴδιος θὰ ὑποχρεώσω ἕναν ἀπ᾽ αὐτοὺς νὰ σὲ συντροφέψῃ γι᾽ ἀπάνου…
― Εὐλόγησον, εἶπεν ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός, ὅστις δὲν τὸ ἐπεθύμει διακαῶς μέσα του.
―Ὣς ποὺ νὰ ἔλθουν, ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Ἀζαρίας, ἐπειδὴ συνηθίζω καὶ διαβάζω τὰς Πράξεις ἀποβραδύς, κατὰ τὸ παλαιὸν Τυπικόν, νὰ πάρουμε ἕναν καφέ, καὶ νὰ μὲ συντροφέψῃς, ἂν ἀγαπᾷς, εἰς τὴν ἐκκλησίαν, διὰ νὰ μὲ βοηθήσῃς νὰ διαβάσουμε μαζὶ τὰς Πράξεις [2].
― Εὐχαρίστως, εἶπεν ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός.
― Τὲς διαβάζω ἐγὼ τὲς Πράξεις, ἐγόγγυσεν ὁ Γαβριήλ, ὅστις ἐζήλευεν ἅμα ἔβλεπεν ἔκτακτον βοηθὸν ἢ ψάλτην ἐν τῷ ναΐσκῳ.
―Ἐσύ, Γαβριήλ, θὰ κάμῃς περισσότερα λάθη ἀπὸ ὅσες λέξεις εἶναι τυπωμένες μὲς στὸ βιβλίο. Μόνον νὰ μᾶς κάμῃς δύο καλοὺς καφέδες, ἰδιορρυθμίτικους [3], καὶ νὰ μᾶς τοὺς φέρῃς ἀπὸ κεῖ. Ὁρίστε, κὺρ Κωνσταντέ, νὰ περάσουμε στὸ κελλὶ τὸ ἄλλο.
Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἠγέρθη, ἔλαβε τὴν ράβδον του, τὸν τορβὰν καὶ τὸ κιλίμι καὶ μετέβη εἰς τὸ κελλίον τοῦ πατρὸς Ἀζαρία.
* * *
Οἱ τρεῖς νεαροὶ βοσκοί, κρατοῦντες τὰς λαμπάδας των χαμηλὰ μὲ τὴν ἀριστεράν, περισκέποντες τὸ φῶς μὲ τὴν δεξιὰν ἀπὸ τῆς προσπνεούσης νυκτερινῆς αὔρας, ἐνῷ ἡ σελήνη, ὑψηλὰ ἀναπλέουσα τὸν οὐρανόν, εἶχε κρυφθῆ εἰς σύννεφα, ἔτρεξαν πρῶτοι ἐμπρός, ὁ δὲ πρῶτος ἀναγγείλας τὴν εἴδησιν αἰπόλος ἤρχετο ὀπίσω. Κατέβησαν κάτω εἰς τὸ ρεῦμα, χωρὶς ν᾽ ἀκούωσι φωνάς, καὶ ἤρχισαν νὰ ὑποπτεύωσιν ὅτι ὁ πρῶτος βοσκὸς ἴσως εἶχεν αὐτιασθῆ*, καὶ εἶχεν ἀκούσει φωνὰς μὴ ὑπαρχούσας πράγματι. Ἀλλ᾽ ὁ αἰπόλος διεμαρτύρετο λέγων ὅτι δὲν ἠπατήθη, καὶ ὅτι εἶχεν ἀκούσει εὐκρινῶς φωνὴν λέγουσαν: «Ποῦ εἴσαστε; Ποῦ εἴσαστε;»
Διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἔτι μᾶλλον αὐτὸς πείθων καὶ τοὺς ἄλλους, ὁ βοσκὸς ἤρχισε νὰ φωνάζῃ: «Ἔ! δῶ εἴμαστε! Ποιὸς εἶναι;»
Ἀσθενὴς φωνὴ ἀπήντησεν. Ἀλλὰ δὲν διέκριναν τὰς λέξεις.
Ἀφοῦ προέβησαν ὀλίγα βήματα παρεμπρός, οἱ βοσκοὶ πάλιν ἐφώναξαν: «Ἔ! ποιὸς εἶσαι; Ποῦ βρίσκεσαι;»
Ἡ φωνὴ εὐκρινέστερον ἀπήντησε:
«Δῶ εἶμαι!… ἐλᾶτε παραδῶ…» Καὶ ἡ φωνὴ ἐπνίγη εἰς στεναγμόν.
― Κάποιος θά ᾽πεσε κ᾽ ἐγκρεμοτσακίσθη πουθενὰ μὲς στὸ ρέμα, ἐσκέφθη μεγαλοφώνως ὁ εἷς τῶν βοσκῶν.
Τῷ ὄντι, ὅταν ἤκουσαν τὸν μορμυρισμὸν τοῦ ὕδατος τοῦ μικροῦ χειμάρρου, ρέοντος διὰ μέσου βράχων καὶ ἀμμωδῶν χώρων ἐναλλὰξ εἰς τὸ βάθος τῆς κοιλάδος, κ᾽ ἐπλησίασαν εἰς τὴν ρίζαν ἑνὸς βράχου, εἶδον τὸ σῶμα ἀνθρώπου κειμένου ἐκεῖ, δίπλα εἰς τὸ ψιθυρίζον καὶ κατερχόμενον εἰς τὴν θάλασσαν ἑλικοειδὲς ρεῦμα.
Ἦτο αὐτὸς ὁ κὺρ Κωνσταντός, ὁ τρίτος πάρεδρος.
Τὸν ἀνεκίνησαν. Δὲν ἦτο βαρέως πληγωμένος, ἀλλ᾽ εἶχε βαρέσει εἰς τὴν ἀριστερὰν πλευράν, πεσὼν ἀπὸ ὕψος ἀνδρικοῦ ἀναστήματος, ἀπὸ τὸν βράχον.
Περὶ ὥραν δεκάτην εὐρωπαϊστί, ἀφοῦ ἀνέτειλεν ἡ σελήνη, εἶχεν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, ὄχι τόσον διότι τὸ ἐπεθύμει, ὅσον διότι ὁ παπα-Ἀζαρίας, ὁ ὑποχρεωτικὸς καὶ πρόθυμος φίλος ὅταν ἐπρόκειτο ν᾽ ἀποπέμψῃ ὀχληρόν, εἶχε παρακαλέσει ἕνα τῶν ἐλθόντων χωρικῶν, καὶ εἶχεν ἐπιμείνει ἵνα συνοδεύσῃ οὗτος τὸν μπαρμπα-Κωνσταντὸν ἀπερχόμενον εἰς Ἅγιον Ἰωάννην, ὅπου εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν νὰ ὑπάγῃ.
Ὁ χωρικός, μὲ προθυμίαν ὄχι ἐμφαντικωτέραν τῆς τοῦ παπα-Ἀζαρία, μεγαλυτέραν δὲ τῆς τοῦ κὺρ Κωνσταντοῦ, συνώδευσε τὸν πάρεδρον εἰς ἱκανὸν μέρος τῆς ὁδοῦ ἕως εἰς τὰ Καμπιά, εἰς τὸ ὕψος τοῦ βουνοῦ ὁπόθεν ἔπρεπε νὰ κατηφορίσῃ τις διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Προδρόμου, κ᾽ ἐκεῖ, ἀφοῦ τοῦ ἔδειξεν ἀκριβῶς τὸν δρόμον, τοῦ εὐχήθη καλὴν Ἀνάστασιν καὶ τὸν ἐγκατέλιπε μόνον.
Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἠκολούθησε κατ᾽ ἀρχὰς ἐπὶ πολὺ τὸν κύριον δρόμον, ὅστις ἦτο μοναδικὸς καὶ εὐδιάκριτος ὑπὸ τὸ φῶς τῆς σελήνης, μόνην συντροφίαν ἔχων τοὺς θάμνους, ὅσοι ἵσταντο δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ διαχαράσσοντες τὴν ὁδόν, τὰ δένδρα τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον φανταστικὰ σχήματα ἢ ἐσχημάτιζον σκιὰς ἐν μέσῳ τῶν ὁποίων τὸ ὄμμα ἔβλεπε πολλάκις φάσματα καὶ ἀκινήτους ἀνθρώπους, τοὺς βράχους οἵτινες, καθόσον ἐπλησίαζε πρὸς τὴν βόρειον ἀκτήν, ἐπληθύνοντο κ᾽ ἐξετόπιζον τὰ δένδρα, τὸ δειλὸν κελάδημα ὀλίγων πτηνῶν κρυμμένων εἰς τὰς λόχμας, τὸν κρότον τῆς αὔρας σειούσης τοὺς κλῶνας καὶ τὰς κορυφὰς τῶν δένδρων, καὶ τὸν μυστηριώδη θροῦν τῆς φυλλάδος τὸν παραγόμενον ὑπ᾽ ἀγνώστων νυκτερινῶν πλασματίων, ὑπὸ μικρῶν κατωτέρων πνοῶν κρυπτουσῶν τὴν ὕπαρξίν των ἐν μέσῳ τοῦ σκότους καὶ τῆς μοναξίας.
Ἀλλ᾽ ὅταν ἔφθασεν εἰς μέρος ὅπου ἡ ὁδὸς ἐτέμνετο εἰς δύο μικρὰ μονοπάτια, τὸ ἓν ἀνατολικώτερον, τὸ ἄλλο βορειοδυτικόν, εὑρέθη εἰς ἀμηχανίαν ποῖον μονοπάτι νὰ λάβῃ. Ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἐντόπιος εἷς ἄνθρωπος, ὅστις ἐκτάκτως, ἅπαξ κατὰ δύο ἢ τρία ἔτη, ἐξέρχεται εἰς μακρὰν σχετικῶς ἐκδρομήν, εἰς τοὺς μικροὺς τόπους, πάντοτε εὑρίσκεται εἰς ἀμηχανίαν, ὅταν μάλιστα τὸ τοπίον εἶναι κάπως ἄγριον, καὶ δὲν ἔχῃ ὁ ἴδιος κτήματα εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο. Οἱ δρόμοι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἀλλάζουν, πολλάκις παλαιαὶ ὁδοὶ ἐκχερσοῦνται ἢ καλλιεργοῦνται καὶ δὲν πατοῦνται πλέον ἐκ τῆς πλεονεξίας μικροῦ γαιοκτήμονος, ὅστις περιφράττει ἐντὸς τοῦ χωραφίου του ἓν ἢ δύο στρέμματα γῆς περισσότερον, καὶ μεταθέτει τὸν φράκτην μίαν ἢ δύο ὀργυιὰς ἀπωτέρω. Ἐνίοτε συμβαίνει καὶ τὸ ἐναντίον· ἀδιαφιλονίκητος ἐλαιὼν γνωστοῦ κτηματίου πατεῖται καὶ γίνεται δρόμος, χάριν τῆς εὐκολίας τῶν διαβατῶν. Ἄλλοτε οἱ βοσκοὶ καὶ αἱ αἶγές των ἀνοίγουσι νέον μονοπάτι διὰ νὰ ἀραδίζουν*, ἄλλοτε ἐγκαταλείπουσι καὶ ἀφήνουσι νὰ ἐκχερσωθῇ παλαιὰ καὶ γνώριμος ὁδός.
Ἀφοῦ ἐπὶ πολὺ ἐδίστασεν, ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἐπροτίμησε τέλος τὸ βορειανατολικὸν μονοπάτι, καὶ κατέβη ταχέως εἰς τὸ ρεῦμα τοῦ Χαιρημονᾶ. Ἀλλ᾽ ἐκεῖ δὲν δύναται νὰ βαδίζῃ τις, ἐκτὸς ἂν εἶναι δωδεκαετὴς παῖς, καὶ ψάχνει διὰ καβούρια, τὴν ἡμέραν. Ὁ δὲ κὺρ Κωνσταντὸς ἦτο ἑξηκοντούτης, ἦτο νὺξ καὶ δὲν ἐζήτει καβούρια. Τὸ ρεῦμα τῆς πηγῆς τοῦ Χαιρημονᾶ, ἑνούμενον κατωτέρω μὲ τὸ ρεῦμα τῆς Παναγίας Δομάν, σχηματίζει ποτάμιον κατερχόμενον εἰς τὴν θάλασσαν δι᾽ ἀποτόμου κατωφερείας, διὰ βράχων καὶ μικρῶν καταρρακτῶν. Στιγμήν τινα, καθ᾽ ἣν ἡ σελήνη εἶχε κρυβῆ ἄνω εἰς νέφος, δὲν εἶδε καλά, δὲν ἐπάτησε στερεά, ὠλίσθησεν ἀπὸ ἕνα βράχον κ᾽ ἔπεσε μὲ τὴν κεφαλὴν καὶ τὸν κορμὸν εἰς τὴν ἄμμον, μὲ τοὺς πόδας εἰς τὸ νερόν. Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἐκτύπησεν ἐλαφρῶς καὶ ἐπόνεσεν, ἐκ τοῦ τιναγμοῦ μᾶλλον καὶ τοῦ φόβου, ἢ ἐκ τοῦ κατάγματος. Εὐτυχῶς, ὀλίγῳ πρίν, ὅταν εὑρίσκετο εἰς τὸ ὕψωμα, ἐπάνω εἰς μέγαν ὑπερκείμενον βράχον, εἶχεν ἰδεῖ τὴν ἀντιλαμπὴν τοῦ μικροῦ ναΐσκου, ὅπου ἀρτίως εἶχε ψαλῆ ἡ Ἀνάστασις, καὶ εἶχεν ἐννοήσει ὅτι δὲν ἀπεῖχε πλέον πολὺ ἀπὸ τὸν Ἅγιον Ἰωάννην. Ζαλισμένος ἀπὸ τὴν πτῶσιν, ἤρχισε, μὲ ὅσην εἶχεν ἀκόμη δύναμιν νὰ φωνάζῃ: «Ποῦ εἴσαστε; ποῦ εἴσαστε;» καὶ τὴν φωνὴν ταύτην εἶχεν ἀκούσει ὁ πρῶτος βοσκός, ὅστις εἶχεν ἐξέλθει πρὸς στιγμὴν τοῦ ναοῦ διὰ νὰ ἴδῃ πῶς εἶχον αἱ αἶγές του.
* * *
Ὁ κὺρ Κωνσταντὸς ἐσηκώθη χωλαίνων, ἠκολούθησε τοὺς βοσκούς, ἔφθασεν εἰς τὸν ναΐσκον, ὅταν ὁ ἱερεὺς εἶχεν ἀρχίσει τὸν ἀσπασμόν, ἐπροσκύνησε καὶ ἔλαβε τὴν θέσιν του εἰς τὸν χορόν. Ἔψαλεν εἰς ὅλην τὴν λειτουργίαν, μὲ ὅλον τὸ πέσιμόν του καὶ τὸ πόνεμά του.
Ἔξω, ὑπὸ τὸ φέγγος τῆς σελήνης, δεξιόθεν τοῦ ναΐσκου, ἔβρεμε γενναῖον πῦρ, καὶ ὁ μπαρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης, ὁ ἐκ τῶν πλησιοχώρων τῆς πολίχνης ἐλθὼν ποιμήν, εἶχεν ὀβελίσει ἤδη ἕνα ἀμνὸν καὶ τὸν ἔψηνε. Δίπλα του πρόθυμος διὰ νὰ τὸν βοηθῇ ἐκάθητο, ἀκουμβῶν ἐπ᾽ αὐτοῦ τοῦ τοίχου τῆς ἐκκλησίας, ἀνθρωπίσκος τις ἐκ τῆς πόλεως, ὅστις δὲν εἶχεν ἐννοηθῆ πότε καὶ πῶς εἶχεν ἔλθει ἐκεῖ, ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης. Ἀνάμεσα εἰς τὴν πυρὰν καὶ εἰς τὸν τοῖχον, ὁ μπαρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης, μὲ τὴν κιτρίνην ζωνάραν, τὸ ξυραφισμένον γένειον καὶ τὸν ἀγκιστροειδῆ μύστακα, εἶχεν ἀφήσει τὸ μαχαίρι του μετὰ τοῦ θηκαρίου, καὶ ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης ἀπὸ πολλῆς ὥρας δὲν εἶχε παύσει νὰ ρίπτῃ τὸ βλέμμα ἐναλλάξ, εἰς τὸ ροδοκοκκινίζον σφαχτὸν καὶ εἰς τὸ μαχαίριον. Ἀντικρύ, παρὰ τὴν ρίζαν ἑνὸς σχοίνου, ἵστατο μεγάλη ὀκταόκαδος φλάσκα. Ἐκ τοῦ τρόπου μεθ᾽ οὗ ἵστατο ἀκουμβημένη εἰς τὸ κλαδίον τοῦ σχοίνου ἐφαίνετο πλήρης οἴνου, μοσχάτου καὶ μαύρου μεμειγμένου. Τὸ ροδοκοκκινίζον σφαχτὸν ἔκνιζε καὶ ἔσιζεν εἰς τὸ πῦρ, ἡ φλάσκα, ὡς ἄλλη κλῶσσα καλοῦσα τοὺς νεοσσούς της ὑπὸ τὰς πτέρυγας, ἐφαίνετο καλοῦσα τοὺς βοσκοὺς εἰς εὐωχίαν ὑπὸ τοὺς ἀτμούς της, ἑτοίμη νὰ κλώξῃ καὶ νὰ φυσήσῃ εἰς τὴν ἐλαχίστην ἐπαφὴν τῆς χειρός, εἰς τὴν ἐλαχίστην προσέγγισιν τοῦ χείλους εἰς τὴν θηλήν της.
Δύο χωρικοὶ ὄρθιοι, πέντε βήματα μακρὰν τοῦ ψητοῦ, τῆς φλάσκας καὶ τοῦ σχοίνου, ἵσταντο καὶ συνωμίλουν ζωηρῶς. Εἶχαν εὕρει τὴν ὥραν καὶ τὸν τόπον νὰ λογομαχήσωσι δι᾽ ἓν χωράφιον τεσσάρων στρεμμάτων, περὶ τοῦ ὁποίου ἐμάχοντο ἀπὸ ἐτῶν.
Ἀντικρύ, πρὸς μεσημβρίαν, ἐπὶ τοῦ βραχώδους λόφου, ἀνάμεσα εἰς πέντε βράχους, εἰς τρία μονοπάτια καὶ εἰς κρημνόν, εὑρίσκετο τὸ διαφιλονικούμενον χωράφιον. Ὁ εἷς τῶν χωρικῶν ἐχειρονόμει, κ᾽ ἐδείκνυε πρὸς τὰ ἐκεῖ, καὶ ἰσχυρίζετο ὅτι τὸ χωράφιον τὸ ἰδικόν του εἶχεν σύνορον ἀκριβῶς τὸν τρίτον βράχον πρὸς τὰ δεξιά.
―Ἐγὼ τὸ ηὗρα παππουδικό μου, ἔλεγε· δὲ ρωτᾷς καὶ τὸ Γιάννη τῆς Ψαροδήμαινας, ποὺ εἴμαστε γειτόνοι, ἐδῶ καὶ τριάντα χρόνια…
― Τὰ σύνορα εἶναι μὲς στὴ μέση, ἀνάμεσα στὸν δεύτερο καὶ στὸν τρίτο βράχο, ἐκεῖ ποὺ βαθουλαίνει ὁ τόπος, διετείνετο ὁ ἄλλος χωρικός· φαίνεται ἀκόμη ποὺ ἦτον, τὸν παλαιὸν καιρό, ἀποσκαφή*…
― Κοτζὰμ βράχος, ἀντέκρουεν ὁ πρῶτος, κ᾽ ἐγὼ θὰ πάω νὰ γυρέψω νὰ βρῶ τὴν ἀποσκαφή, γιὰ νὰ τὴν κάμω σύνορό μου;…
Ὁ μπαρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης ἤρχισε νὰ γυρίζῃ ἀμελέστερον τὴν σούβλαν μὲ τὸ σφαχτόν, καὶ ἡ προσοχή του ὅλη ἀπερροφήθη ὑπὸ τῶν δύο χωρικῶν καὶ τῆς λογομαχίας των.
Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης ἔλαβε σιγὰ-σιγὰ τὸ μαχαίριον, τὸ ἀπεγύμνωσεν ἀπὸ τὸ θηκάριόν του, ἔκοψεν ἐπιτηδείως τεμάχιον ἀπὸ τὰ νεφραιμιὰ* τοῦ σφαχτοῦ, τὸ ὁποῖον ἔπαυσε σχεδὸν νὰ περιστρέφεται, καὶ τὸ κατεβρόχθισεν ἀπλήστως.
Ὁ μπαρμπα-Δημήτρης οὐδὲ παρατήρησε κἂν τὴν κλοπὴν καὶ τὴν λαιμαργίαν τοῦ ἀνθρωπίσκου. Ἐξηκολούθησε νὰ προσέχῃ εἰς τοὺς δύο ἐρίζοντας.
― Καὶ εἶναι καὶ μέσα στὸ μπολετὶ* καθαρὰ γραμμένο, ἔλεγεν ὁ πρῶτος τῶν δύο· τὸ πῆγα στὸν παπα-Λευθέρη, ποὺ ξέρει νὰ διαβάζῃ τὰ παλαιὰ γράμματα, καὶ μοῦ τὸ διάβασε τόσες φορές.
― Ἀπὸ μπολετιὰ δὲν ἱδρώνει ἐμένα τὸ μάτι μου, ἀντέλεγεν ὁ δεύτερος· σὰν ἔχῃς ὄρεξη, δὲν πᾷς στὸν μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστη τὸν Ἀγέλαστο, νὰ σοῦ φτιάσῃ ὅσα ψεύτικα μπολετιὰ θέλεις…
Ὁ Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης ἐπρόσεχεν ὅλος εἰς τὴν λογομαχίαν τῶν δύο ἀγροτῶν. Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης ἔλαβεν ἐκ νέου τὸ μαχαίριον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ἐπιστρέψει εἰς τὸ θηκάριόν του, ἔκοψε δεύτερον, γενναιότερον τεμάχιον ἀπὸ τὸ μισοψημένον σφαχτόν, καὶ τὸ κατέπιε μονοκόμματον.
Ἡ ἔρις τῶν δύο χωρικῶν ἐξηκολούθει, καὶ ἡ προσοχὴ μεθ᾽ ἧς τὴν παρηκολούθει ὁ Καμπογιάννης ἦτο ἀδιάπτωτος. Ὁ Μπουκώσης, ὅστις ἐνόει τὴν μυστηριώδη γλῶσσαν τῆς φλάσκας, δι᾽ ἧς αὕτη ἐκάλει τοὺς φίλους της, ὡς ἡ κλῶσσα τοὺς νεοσσούς της, ἔκαμεν ἓν βῆμα μὲ τὸν δεξιὸν πόδα ἐν σχήματι ὀρθῆς γωνίας, δεύτερον βῆμα μὲ τὸ ἀριστερὸν γόνυ εἰς τὸ ἔδαφος, ἐξηπλώθη τετραποδίζων, ἐπλησίασεν εἰς τὸν σχοῖνον, καὶ λαβὼν τὴν μεγάλην οἰνοβριθῆ φλάσκαν τὴν ἐπλησίασεν εἰς τὰ χείλη του, καὶ ἔπιε γενναίαν δόσιν ἀπνευστί.
Εἶτα, φύσει φρόνιμος καὶ γνωρίζων ὅτι, ἂν ἔκαμνε καὶ τρίτην ἀπόπειραν κατὰ τοῦ σφαχτοῦ, ἦτο φόβος μὴ φωραθῇ ἐπὶ τέλους, ἐπέστρεψε παρὰ τὸν τοῖχον τῆς ἐκκλησίας, ὀλίγον τι ἀπώτερον τῆς πυρᾶς, ἐμαζεύθη κ᾽ ἐφαίνετο τόσον ἄκακος καὶ νῆστις, ὡς νὰ μὴν εἶχε πασχάσει ὅλως.
* * *
Ὅταν, ἀφοῦ ὁ ἱερεὺς ἐξῆλθε τελευταῖος ἀπὸ τῆς λειτουργίας, καὶ ἐστρώθη ἡ τράπεζα εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναοῦ (ἦτον περὶ τὰ γλυκοχαράματα), ὁ μπαρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης ἐπεχείρησε νὰ τεμαχίσῃ τὸ ψητόν, παρετήρησεν ὅτι κάτι ἔλειπεν ἀπὸ τὰ νεφραιμιά, ἀλλ᾽ ἐκαμώθη ὅτι δὲν ἐνόησε τίποτε, καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Γιάννην τὸν Μπουκώσην, εἶπε:
― Κοίταξε!… Περίεργο… Δὲν εἶναι παράξενο νὰ γεννήθηκε σακάτικο αὐτὸ τὸ ἀρνί, παιδί μου Γιάννη;
Ἐξηκολούθησεν ἡσύχως νὰ κατακόπτῃ τὸ ψητόν, εἶτα ἐπανέλαβε:
― Πολλὰ παράξενα σημεῖα καὶ θάματα γίνονται σ᾽ αὐτὰ τὰ στερνὰ τὰ χρόνια… Γιά βάλε μὲ τὸ νοῦ σου, νὰ φέρω ἀρνὶ σακάτικο γεννημένο ἀπ᾽ τὴ μάννα του, καὶ νὰ μὴν τὸ καταλάβω!… Τί νὰ γένῃ, ἂς ἔχῃ δόξα ὁ Θεός!
Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης δὲν εἶπε γρῦ. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, καθ᾽ ἣν παρετίθετο ἐπὶ τῆς τραπέζης τὸ ψητόν, ὁ μπαρμπα-Δημήτρης ἔκρυψεν ἐπιτηδείως τὰς δύο στάμνας τοῦ νεροῦ ὁποὺ εἶχεν ἀκόμη γεμᾶτες, κ᾽ ἐπαρουσίασεν εἰς τὴν τράπεζαν δύο ἄδειες, λέγων ὅτι δυστυχῶς εἶχε λησμονήσει νὰ στείλῃ ἐγκαίρως εἰς τοῦ Χαιρημονᾶ τὴν βρύσιν νὰ πάρῃ νερόν, καὶ ἦτον ἀνάγκη νὰ ὑπάγῃ τώρα κάποιος.
― Σ᾽ ἐσένα πέφτει ὁ κλῆρος, παιδί μου Γιάννη, εἶπεν ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Μπουκώσην. Σύρε νὰ γεμίσῃς τὰ δυὸ σταμνιά, νά ᾽χῃς τὴν εὐκὴ τοῦ παπᾶ μας, καὶ σὲ καρτεροῦμε, δὲν τρῶμε… Πάρε καὶ μιὰ ἀναμμένη λαμπάδα νὰ βλέπῃς στὸ δρόμο, καὶ πάτει γερά, ὄμορφα ὄμορφα… νὰ μὴ σπάσῃς τὰ σταμνιά, καὶ τὸ πάθῃς σὰν τὸ τραγούδι ποὺ λένε… καὶ μᾶς ἀφήσῃς κ᾽ ἐμᾶς χωρὶς νερό.
Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης ἐπεθύμει ν᾽ ἀρνηθῇ, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμα. Ἐφορτώθη τὰ δύο σταμνία κ᾽ ἐξεκίνησε διὰ τὴν πηγὴν τοῦ Χαιρημονᾶ, ἥτις ἀπεῖχε περὶ τὰ δύο μίλια, καὶ ἥτις ἔτρεχε τόσον φειδωλὴ ὡς τὸ δάκρυ τῶν ἐξηντλημένων ὀφθαλμῶν. Ἐχρειάζετο σωστὴν μίαν ὥραν διὰ νὰ ὑπάγῃ, νὰ γεμίσῃ τὰ σταμνία καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ.
Εὐθὺς ὡς ἀνεχώρησεν οὗτος, ὁ μπαρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης, ἔβγαλεν εἰς τὸ φανερὸν τὰς δύο πλήπεις στάμνας, καὶ ἐπειδὴ ὁ ἱερεὺς δὲν ἐνόει, ἐξηγήθη καὶ εἶπεν:
― Εἶχα νερό, μὰ ἤθελα νὰ τόνε παιδέψω, τὸν ἀφιλότιμο… Ἀκοῦς ἐκεῖ, νὰ μοῦ κάμῃ γρουσουζιὰ χρονιάρα μέρα, νὰ μοῦ κόψῃ μεζέδες ἀπ᾽ τὸ σφαχτό, ἐνῷ τὸ ἔψηνα, καὶ νὰ μὴν πάρω κάβο!
* * *
Ὅταν ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν βρύσιν τοῦ Χαιρημονᾶ φέρων τὰ δύο σταμνία ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης, ἦτο ἤδη ἡμέρα, τὸ ψητὸν εἶχε καταβροχθισθῆ, καὶ μόνη ἡ διακριτικὴ φιλαδελφία τῆς θεια-Μαθηνῶς τῆς Ψευτομετάνισσας, καὶ τῆς θεια-Σεραΐνας τῆς σημαιοφόρου τῶν πανηγυρίων, τοῦ εἶχε φυλάξει ὀλίγα τεμάχια τοῦ ἀμνοῦ διὰ νὰ φάγῃ καὶ κάνῃ Λαμπρήν, ὁ πειναλέος ἀνθρωπίσκος.
(1893)
- Ἄσ᾽βος, ἄσουβος = ἄβυσσος.
- Αἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ἀναγινώσκονται, κατὰ τὸ ἀρχαῖον Τυπικόν, ἐν τοῖς ἱεροῖς μοναστηρίοις ἀφ᾽ ἑσπέρας τοῦ Μ. Σαββάτου, πρὸ τῆς Παννυχίδος δηλ. καὶ τοῦ ὄρθρου τοῦ Πάσχα.
- Ἰδιόρρυθμα λέγονται τὰ μοναστήρια ὅσα δὲν εἶναι Κοινόβια, δὲν τηροῦσι δηλ. τὴν ἀρχαίαν αὐστηρὰν κοινοβιακὴν τάξιν.
Πηγή: papadiamantis.net/aleksandros-papadiamantis/syggrafiko-ergo/diigimata
Παιδικὴ Πασχαλιά. Διήγημα Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
Τὸν υἱόν της τὸν καπετὰν Κομνιανὸν τὸν ἐπαντρολογοῦσεν ἤδη ἡ γρια-Κομνιανάκαινα, ἂν 〈καὶ〉 δὲν εἶχε χρονίσει ἀκόμη ἡ νύμφη της, ἡ μακαρῖτις. Τὰ δύο ὀρφανά, μία κόρη ὀκταέτις καὶ ἓν τετραετὲς παιδίον, ἐφόρουν μαῦρα, κατάμαυρα, ὁποὺ ἐστενοχώρουν κ᾽ ἐχλώμιαιναν τὰ πτωχὰ κάτισχνα κορμάκια των, καὶ ἦτον καημὸς καρδιᾶς νὰ τὰ βλέπῃ τις. Ἐνθύμιζαν τὸ δημῶδες δίστιχον:
Βαρύτερ᾽ ἀπ᾽ τὰ σίδερα εἶναι τὰ μαῦρα ροῦχα,
γιατὶ τὰ φόρεσα κ᾽ ἐγὼ γιὰ μιὰν ἀγάπη πού ᾽χα.
Ἡ γραῖα ἔκειτο ἐπὶ τῆς κλίνης καθ᾽ ὅλην τὴν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. Ἐβεβαίου ὅτι «ἀγγελιάστηκε», καὶ ἡτοιμάζετο ν᾽ ἀποθάνῃ. Ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Μόρφω, τὴν μικρὰν ἐγγονήν της, ἐργασίας ἀνωτέρας τῆς ἡλικίας τοῦ πτωχοῦ κορασίου. Αἴφνης, ἐν μέσῳ δύο γογγυσμῶν, ἔβαλλε μίαν φωνήν, κ᾽ ἔκραζεν ἀπὸ τῆς κλίνης πρὸς τὴν ἐκτὸς τοῦ ἰσογείου θαλάμου πηγαινοερχομένην καὶ ὑπηρετοῦσαν παιδίσκην.
― Μὴ χύνῃς στὴν αὐλὴ τὰ νερά, χίλιες φορὲς σ᾽ τὸ εἶπα· στὸ νεροχύτη!
Κ᾽ ἐπανελάμβανε τοὺς ἀφορήτους στεναγμούς, ἐπιτείνουσα μάλιστα αὐτοὺς ὁσάκις τυχὸν πτωχὴ γειτόνισσα, μὴ τολμῶσα νὰ εἰσέλθῃ, ἤρχετο δειλῶς μέχρι τῆς θύρας καὶ ἠρώτα πῶς ἦτο ἡ ἀσθενής.
Βεβαίως ἡ γρια-Κομνιανάκαινα ἔπασχεν, ἀλλ᾽ ἴσως ἐμεγαλοποίει τὸ πρᾶγμα. Ἔκλαιε «τὰ νιᾶτα της», ἔλεγεν ὅτι δὲν θὰ προφθάσῃ νὰ κάμῃ ἐφέτος Πάσχα. Ἡ γειτόνισσα ἡ Μηλιὰ ἐβεβαίου ὅτι ἡ γραῖα εἶχε καὶ «κομπόδεμα», ἀλλὰ ποῦ νὰ ἐμβάσῃ μέσα καμμίαν ἐκ τῶν γειτονισσῶν της! Ἐλλείψει ἄλλης ἀσθενείας ἦτον ἱκανὴ ν᾽ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν της. Δὲν ἐβάστα ἡ ψυχή της νὰ δώσῃ κάτι τι εἰς μίαν πτωχὴν γυναῖκα διὰ νὰ τὴν «κοιτάξῃ», κ᾽ ἐπέβαλλε βαρεῖαν ἀγγαρείαν εἰς τὴν Μόρφω, ὀκταετῆ παιδίσκην. Ἐνίοτε παρελήρει ἀληθῶς. Εἶτα ἔβαλλεν ἀγρίαν κραυγήν. Ἔκραζε τὴν παιδίσκην νὰ τὴν σκεπάσῃ μὲ τὸ σινδόνιον, ἀλλὰ χωρὶς αὕτη νὰ τὴν ἐγγίσῃ κἂν, ἡ γερόντισσα ἔβαλλε τοιαύτην ὠρυγήν, ὥστε ἡ μικρὰ κατετρόμαζε.
Ὁ καπετὰν Κομνιανὸς ἔλειπε μὲ τὸ γολετί, κ᾽ ἐπεριμένετο νὰ ἔλθῃ. Εἶχε μαζί του, μὲ τὸ γολετί, καὶ τὸν πρωτότοκον υἱόν του, τὸν Γεώργην, δωδεκαετῆ παῖδα. Τοῦτο ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς καημοὺς τῆς γραίας, ὅτι ἔμελλε ν᾽ ἀποθάνῃ, ὡς ἔλεγε, χωρὶς νὰ ἐπανίδῃ τὸν υἱόν της, καὶ τὸν ἔγγονόν της τὸν μεγάλον, ὅστις ὡμοίαζε τόσον μὲ τὸν μακαρίτην τὸν πάππον του. Καὶ ποῖος νὰ τῆς σφαλήσῃ τὰ μάτια; Αἱ ἀνεψιαί της, ὑπανδρευμέναι καὶ αἱ δύο, τῆς ἐβαστοῦσαν κακίαν διὰ κάτι κληρονομικὰς διαφοράς, καὶ δὲν ἔσπασαν τὸ πόδι «οἱ λαχταρισμένες, οἱ ἀχρόνιαστες!» νὰ ἔλθουν νὰ τὴν ἰδοῦν. Οὕτω τῆς ἤρχετο καὶ αὐτῆς ν᾽ ἀποθάνῃ εἰς τὸ πεῖσμα των, ν᾽ ἀποθάνῃ χωρὶς νὰ τῆς φιλήσωσι τὴν χεῖρα.
Ἰατρός, ποῦ νὰ εὑρεθῇ; Εἶχεν αὐτὴ νὰ πληρώνῃ; Αὐτὴ ὤφειλε νὰ κάμνῃ οἰκονομίαν διὰ τὰ ὀρφανά, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φθείρῃ τὸ βιὸ τοῦ υἱοῦ της εἰς γιατρικὰ καὶ δὲν ξέρω τί. Ψευτογιάτρισσες! Κάμε τὴ δουλειά σου! Ἔχουν ἐμπιστοσύνην τώρα αὐταὶ αἱ γυναῖκες; Ὁ κόσμος ἐχάλασε, τί τὰ θέλεις; Ἔμβαζε αὐτὴ μὲς στὸ βιό της, μὲς στὰ καλά της, ξένην γυναῖκα; Τῆς ἤρχετο νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς τὰς γειτονίσσας τὴν ἰδίαν κραυγήν, δι᾽ ἧς ἀπεδίωκε τὸ πάλαι παρείσακτον ὄρνιθα ἀπὸ τὸν ὀρνιθῶνά της. Ξού, ξένη!
Ὣς τόσον ἐπεθύμει νὰ ἤρχετο ὁ υἱός της διὰ νὰ τὸν νυμφεύσῃ, νὰ τοῦ δώσῃ καὶ τὴν εὐχήν της. Σαράντα χρόνων ἄνθρωπος, κι ὁ κόσμος εἶναι πέλαγο, σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἀρμένιζε τώρα. Πῶς νὰ περάσῃ τὴ ζωήν του χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς δεύτερον γάμον; Καὶ τὰ ὀρφανά, καὶ αὐτὰ θὰ εὕρισκαν μητέρα, μίαν καλὴν οἰκοκυρά, ἥτις ἀπὸ τώρα ἐπροσφέρετο μάλιστα νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν ἀσθένειάν της. Ἀλλ᾽ ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα, μὴ θέλουσα νὰ παραβῇ τὴν ἀρχήν της, δὲν ἐδέχθη τὴν ἐκδούλευσιν.
Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐκ τῶν δύο ὀρφανῶν, ἡ Μόρφω, ἥτις εἶχεν ἤδη αἴσθησιν, ἂν δὲν ἐπεθύμει ν᾽ ἀποκτήσῃ μητέρα, ἐνθυμεῖτο κ᾽ ἐλυπεῖτο τὴν μητέρα της. Ὁ Εὐαγγελινός, νήπιον τριετίζον ἐν καιρῷ τῆς συμφορᾶς, οὔτε ἤξευρε τίποτε οὔτε ἐνθυμεῖτο. Ἔκλαιε μόνον ὅταν ἡ μάμμη τὸν ἐβίαζε νὰ φορέσῃ τὸν κατάμαυρον σάκκον του. Ἡ Μόρφω, λευκὴ καὶ ὠχρὰ μὲ τὰ μαῦρα φουστανάκια της, καὶ μὲ τὸ μαῦρον μανδήλιον τὸ σκεπάζον τὰ ξανθά της μαλλιά, ἦτο κατηφής, κ᾽ ἐνθυμεῖτο τὸ περυσινὸν Πάσχα, ὅταν ἔζη ἡ μήτηρ της. Ἡ ἀτυχὴς γυνὴ εἶχεν ἀποθάνει ἀπὸ τὴν γένναν της, τὸ παρελθὸν θέρος, καὶ τὸ βρέφος μετ᾽ αὐτῆς. Τώρα ἡ κορασὶς εἶχεν ἀντὶ τῆς καλῆς καὶ πονετικῆς μητρὸς τὴν μάμμην μὲ τὴν ἀφόρητον παραξενιά της, ἥτις, ἐνῷ ἐβεβαίου ὅτι ὅλα τῆς ἐπόνουν, κεφαλή, λαιμός, χεῖρες, πόδες, πλάται, κοιλία, μέση καὶ τὰ λοιπά, πνιγομένη δὲ ἀπὸ τὸν βῆχα καὶ γογγύζουσα δυνατὰ καὶ βάλλουσα κραυγὰς ἀγρίας, ἐφείδετο νὰ δώσῃ εἰς ἰατροὺς καὶ φάρμακα, αἴφνης ἠγείρετο, ὑποβαστάζουσα τὴν κοιλίαν της, ἐξήρχετο μέχρι τῆς θύρας, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὸν ἐκτὸς κόσμον, κ᾽ ἔλεγεν:
― Ἄχ! τί γλυκιὰ πού ᾽ν᾽ ἡ ζωή!
* * *
Πέρυσι, ὤ! πέρυσι, τὴν Μεγάλην Πέμπτην πρωί, ἀφοῦ ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου εἶχον μεταλάβει ὅλοι, ἡ καλὴ καὶ προκομμένη μήτηρ, καίτοι ἄγουσα ἤδη τὸν ἕβδομον μῆνα τῆς ἐγκυμοσύνης της, ἀνεσφουγγώθη καὶ ἤρχισε νὰ βάπτῃ ἐν τῇ χύτρᾳ τὰ αὐγά, μὲ ριζάρι, κιννάβαρι καὶ ὄξος. Εἶτα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν θύραν ἀνὰ ζεύγη τὰ παιδία τῆς πολίχνης, μὲ τὸν ὑψηλὸν καλάμινον σταυρὸν στεφανωμένον μὲ ρόδα εὐώδη καὶ μὲ μήκωνας κατακοκκίνους, μὲ δενδρολίβανον καὶ μὲ ποικιλόχροα ἀγριολούλουδα, μὲ τὸν ἀποσπασθέντα ἀπὸ τ᾽ Ὀχτωῆχι χάρτινον Ἐσταυρωμένον εἰς τὸ μέσον τοῦ σταυροῦ, καὶ μὲ ἐρυθρὸν μανδήλιον κυματίζον, μέλποντα τὸ ᾆσμα:
Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνὶ μὲ κόκκινη παντιέρα;
Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστό, τὸν πάντων βασιλέα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Σύρε μητέρα μ᾽, στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα,
κ᾽ ἐμένα νὰ μὲ καρτερῇς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ·
ὅταν σημαίνουν ἐκκλησιὲς καὶ ψέλνουνε παπάδες,
τότες καὶ σύ, μαννούλα μου, νά ᾽χῃς χαρὲς μεγάλες.
Καὶ τί χαρὲς μεγάλες τῷ ὄντι, τί χαρὲς δι᾽ ὅλα τὰ παιδία! Καὶ ἡ καλὴ ἡ μήτηρ της προθυμότατα ἔδιδεν ἀνὰ δύο ἀρτιβαφῆ αὐγὰ εἰς ὅλα τὰ παιδία· δύο αὐγὰ κόκκινα, καὶ τί εὐτυχία! τί νίκη! ἐνῷ ἡ μάμμη ἐφώναζεν ὅτι ἀρκετὰ παιδία ἦλθαν, καὶ ἀρκετὰ ἐτραγούδησαν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν καὶ ἀλλοῦ.
Μετὰ ταῦτα ἡ μήτηρ ἤρχισε νὰ ζυμώνῃ, καὶ ἔπλασεν ἀρκετὲς κουλοῦρες μετ᾽ αὐγῶν διὰ τὸν σύζυγον, ἐπιδημοῦντα τότε, διὰ τὴν πενθεράν της, δι᾽ ἑαυτήν, διὰ τὲς κουμπάρες, ὡς καὶ μικρὲς «κοκῶνες» διὰ τὴν Μόρφω, διὰ τὸν Εὐαγγελινόν, διὰ τ᾽ ἀναδεξίμια της καὶ διὰ τὰ πτωχὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς.
Κ᾽ ἐπειδὴ ὁ μικρὸς Εὐαγγελινὸς ἔκλαιε, λέγων ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη ἡ κοκώνα του, ἡ μήτηρ τοῦ ἔδιδεν ἄλλην νὰ ἐκλέξῃ, ἀλλ᾽ αὐτὸς δὲν ἡμέρωνεν οὔτε ἤθελε νὰ ταιριασθῇ. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὰς ἤθελεν ὅλας διὰ τὸν ἑαυτόν του. Καὶ τότε ἡ μήτηρ τὸν ἐπαρηγόρει λέγουσα ὅτι «τὸ Σαββάτο τὸ βράδυ θὰ ᾽ρθῇ ἡ κουρούνα (κρά, κρά!), νὰ φέρῃ τὸ τυρὶ καὶ τὸ κρέας (τσί, τσί!), καὶ τότε νὰ ἰδῇς χαρὲς ὁ Βαγγελινός, σὰν ἀκούσῃ κρά, κρά! τὴν κουρούνα νὰ χτυπᾷ τὸ παραθύρι. Πάρε Βαγγελινὲ τὸ τυρί, πάρε καὶ τὸ τσὶ-τσί, νὰ φᾶτε!» Καὶ ὁ μικρὸς ἐψέλλιζε καὶ αὐτός, «θὰ ᾽θῇ κουούνα νὰ φέῃ τοὺ τσὶ-τσί», καὶ συνάπτων τὰς χεῖρας, δακτύλους μεταξὺ δακτύλων, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς μητρός, ἐμιμεῖτο τὴν εἰρεσίαν τῶν πτερῶν τῆς κουρούνας, τὸ δὲ παιδίον τῆς γειτόνισσας τῆς Μηλιᾶς, ἑξαετές, ἄνιπτον, ρακένδυτον, ὀκλάζον εἰς μίαν γωνίαν, κρατοῦν τὴν κοκώνα του, τὴν ὁποίαν ἐσκέπτετο ἂν δὲν ἦτο καλὸν νὰ τὴν φάγῃ τώρα ποὺ εἶναι ζεστή, διεμαρτύρετο γρυλλίζον καὶ λέγον: «Ναί! θὰ ᾽ρθῇ ἡ κουρούνα! ἀμ᾽ δὲ θὰ ᾽ρθῇ!»
Καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἡ μήτηρ ὡδήγησε τὰ δύο παιδία εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου, ἀφοῦ ἔκαμαν τρεῖς γονυκλισίας πρὸ τοῦ ἀνθοστεφοῦς κουβουκλίου, ἠσπάσθησαν τὸν μυρόπνουν Ἐπιτάφιον, τὸ ἀργυρόχρυσον Εὐαγγέλιον μὲ τ᾽ ἀγγελούδια, καὶ τὸν Σταυρὸν μὲ τ᾽ ἀνθρωπάκια καὶ τὶς Παναγίτσες (τί χαρά, τί δόξα!), καὶ εἶτα ἐπέρασαν τρὶς ὑπὸ τὸν ὑψηλόν, μεγαλοπρεπῆ Ἐπιτάφιον, ὁ δ᾽ Εὐαγγελινὸς (ὅλα τὰ ἐνθυμεῖτο ἡ μικρὰ Μόρφω) ἀνέτρεψεν ἐξ ἀπροσεξίας πήλινον ἀμφορέα μὲ ὕδωρ, ἐξ ἐκείνων οὓς θέτουσιν ὑπὸ τὸν Ἐπιτάφιον πρὸς ἁγιασμόν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶσι τὸ ὕδωρ εἰς τὸ καματηρό, ἤτοι τοὺς μεταξοσκώληκας, καὶ εἰς ἄλλας χρείας, αἱ νεώτεραι μυροφόροι, γυναῖκες διακαῶς ποθοῦσαι «νὰ ξενυχτίσουν τὸν Χριστὸν» μένουσαι ἄγρυπνοι ἐν τῷ ναῷ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, διότι ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου ψάλλεται ἐκεῖ τὸ Μέγα Σάββατον, περὶ ὄρθρον βαθύν. Ὁ ἀμφορεὺς πεσὼν ἐθραύσθη, ἡ δὲ γυνὴ ἧς ἦτο κτῆμα ὠργίσθη, καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἔχει «σὲ κακό της». Τότε ἡ μήτηρ τοῦ Εὐαγγελινοῦ, ἀφοῦ ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸ παιδίον, πειραχθεῖσα εἶπεν ὅτι «ἂν εἶναι κακό, ἂς εἶναι γιὰ μένα!» Καὶ τὴν πτωχὴν δὲν τὴν ηὗρε ὁ χρόνος!
Τὸ Μέγα Σάββατον δέ, μικρὸν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνισε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κ᾽ ἐνῷ ἐσήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες, ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόμη παθητικὰ ᾄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἰς τὸ ὕπαιθρον, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῷ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειρὰς λαμπάδων. Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τοὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ, καὶ ἡ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ Ταφέντα, ὡς νὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, «οἴμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!» Τὰ δὲ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε μετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!
Καὶ ὕστερον, ὅταν ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων τὴν ἀπαραίτητον ὁμίχλην τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, (ἥτις καθιστᾷ μελαψὴν μιγάδα τὴν ἡμέραν καὶ παμμέλαιναν ἀράβισσαν τὴν νύκτα), ὁ Εὐαγγελινὸς ἐξύπνησεν ἀπὸ τὰ βελάσματα τοῦ ἀρνίου, τὸ ὁποῖον ἡτοιμάζετο νὰ σφάξῃ διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ καπετὰν Κομνιανοῦ ὁ γείτονας Νικόλας, ὁ σύζυγος τῆς Μηλιᾶς. Ὁ Εὐαγγελινὸς καὶ ἡ Μόρφω ἐξῆλθον εἰς τὸ προαύλιον. Τί ὡραῖον, τί ἥμερον, τί λευκόμαλλον ποὺ ἦτο τὸ ἀρνί! Καὶ πῶς ἐβέλαζε (μπέ! μπέ!) τὸ καημένο. Ἐν τούτοις δὲν ἐφαίνετο πολὺ δυσαρεστημένον, διότι ἔμελλε νὰ σφαγῇ. Καὶ ἄλλος Ἀμνὸς ἄμωμος, Ἀμνὸς αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ ἄλλος ἀτίμητος Ἀμνὸς ἐσφάγη…
Τὴν ἑσπέραν ἔφερεν οἴκαδε ὁ πατὴρ τὰς πασχαλινὰς λαμπάδας, ὡραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! τί θρίαμβος! φαντασθῆτε ὡραίας μικρὰς λαμπάδας, μὲ ἄνθη τεχνητά, μὲ χρυσόχαρτα. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν τῆς ἀδελφῆς του, λέγων, ὅτι ἐκείνη εἶναι μεγαλυτέρα. Ἡ μήτηρ τοῦ τὴν ἔδωκεν, ἀλλ᾽ ὁ μικρὸς τὴν ἔσπασε, ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζε μὲ αὐτήν, ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του, καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ πατὴρ τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην, ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῇ ὅτι δὲν θὰ τὴν πιάσῃ εἰς τὴν χεῖρα, ἕως τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν. Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθη κλαίων καὶ χαίρων.
Μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις, καὶ ἤστραψεν ὁ ναὸς ὅλος, ἤστραψε καὶ ἡ πλατεῖα ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων, τὰ παιδία ἤρχισαν νὰ καίουν μετὰ κρότου σπίρτα καὶ μικρὰ πυροκρόταλα ἔξω εἰς τὸ πρόναον, καί τινες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν μὲ μικρὰ πιστόλια, ἄλλοι ἔρριπτον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τὰ βαρέα καρφία μὲ τὰ καψύλια καταπτοοῦντες καὶ σκανδαλίζοντες τὰς πτωχὰς γραίας, αἵτινες, μεθ᾽ ὅλον τὸν διωγμὸν ὃν ἐκίνουν κατ᾽ αὐτῶν τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα κατ᾽ ἔτος οἱ ἐπίτροποι, ἀξιοῦντες νὰ περιορίσωσιν αὐτὰς εἰς τὸν γυναικωνίτην, οὐχ ἧττον ἐπέμενον καὶ παρεισέδυον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἀριστερά, εἰς τὴν μίαν κόγχην. Εἷς δ᾽ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας, ἄνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται, νεανίαι εἰκοσαετεῖς, ἐφοίτων κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίαν, εἰς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς, τί ἐσοφίσθη; Πιάνει καὶ ἀποσπᾷ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια, τὰ δικτυωτά, δι᾽ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι μορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. Τότε διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ μουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρημον ψαλτῶν κ᾽ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω.
Εἶτα τὰ μικρὰ παιδία καί τινες παιδίσκαι τετραετεῖς, μὲ τὰς κομψὰς ποικιλτὰς λαμπάδας, ἐτάχθησαν ἀνὰ τὸν χορόν, περὶ τὰ δύο ἀναλόγια, καὶ παρὰ τὸ εἰκονοστάσιον, καὶ ἤρχισαν νὰ θορυβῶσι, νὰ παίζωσι, νὰ στάζωσιν εἰς τοὺς λαιμοὺς ἀλλήλων, καὶ νὰ τσουγκρίζωσι τὰ αὐγά των. Καὶ ἓν παιδίον ἑξαετές, πονηρότερον τῶν ἄλλων (ἦτο ὁ υἱὸς τῆς Μηλιᾶς τῆς γειτόνισσας) εἶχε πλαστὸν αὐγὸν εἰς τὸν κόλπον του, πωρώδη λίθον στρογγυλευμένον κοκκινοβαφῆ, καὶ δι᾽ αὐτοῦ ἔσπαζε τὰ αὐγὰ ὅλων τῶν παιδιῶν, καὶ τὰ ἔπαιρνε, κατὰ τὴν συμφωνίαν, καὶ τὰ ἔτρωγε.
Μία παιδίσκη καὶ εἷς παῖς, πενταετής, ἤρχισαν νὰ φιλονικῶσι περὶ τοῦ τίνος ἡ λαμπάδα ἦτο εὐμορφοτέρα.
―Ὄχι, ἡ δική μου ἡ λαμπάδα εἶναι καλύτερη.
―Ὄχι, ἡ δική μου.
―Ἐμένα ὁ πατέρας μ᾽ τὴν ἐδιάλεξε, κ᾽ εἶναι πλιὸ καλή.
―Ἐμένα ἡ μάννα μ᾽ τὴν ἐστόλισε μοναχή της.
― Καὶ ξέρει νὰ κάμῃ λαμπάδες ἡ μάννα σ᾽;
―Ὄχι, δὲ ξέρει; Σὰν τὴ δική σ᾽!
― Τέτοια παλιολαμπάδα!
― Ναί, παλιολαμπάδα;… νά!…
― Νά κ᾽ ἐσύ!
― Νά κι ἄλλη μιά!
Καὶ ἤρχισαν νὰ τύπτουν ἀλύπητα τὰς κεφαλὰς ἀλλήλων μὲ τὰς λαμπάδας των, ἑωσοῦ ἔβαλαν τὰ κλάματα καὶ οἱ δύο.
Τὸ ἀπόγευμα πάλιν, ἀφοῦ ἐψάλη ἡ Β´ Ἀνάστασις κ᾽ ἔγινεν ἡ Ἀγάπη, ἐξῆλθαν ὅλοι εἰς τὴν πλατεῖαν κ᾽ ἐθεῶντο τὴν πυρπόλησιν τοῦ Ἑβραίου. Τί ἄσχημος καὶ τί εὐμορφοκαμωμένος ποὺ ἦτον ὁ Ἑβραῖος! Εἶχε μίαν χύτραν ὡς κεφαλήν, εἶχε καὶ λινάρι ὡς γένειον. Ἔφερε καὶ ζεῦγος γυαλιὰ (ἡ Μόρφω τὰ ἐνθυμεῖτο ὅλα), ὅμοια μ᾽ ἐκεῖνα ποὺ φορεῖ ἡ γραῖα μάμμη ὅταν ράπτῃ ἢ ἐμβαλώνῃ τὰ παλαιὰ ροῦχά της. Εἶχε κ᾽ ἕνα σακκούλι ἢ πουγγὶ κρεμασμένον εἰς τὸ ἀριστερὸν πλευρόν του. Ἐφόρει μακριά, μακριὰ φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκρέμασαν ὑψηλὰ ὑψηλά, ἕως ἑπτὰ ὀργυιὰς ἐπάνω, ἤρχισαν οἱ ἄνδρες νὰ τὸν ματιάζουν*, νὰ τὸν τουφεκίζουν ὅλοι, ἑωσότου τὸν ἔκαυσαν.
Καὶ ὕστερον ἡ μήτηρ ἔστρωσε τὴν τράπεζαν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ παρέθεσε τὰ αὐγὰ τὰ κόκκινα, τὸ τυρί, ποὺ εἶχε φέρει ἡ κουρούνα, καὶ τὸ ἀρνὶ τὸ ψημένο, καὶ τὰ παιδία ἐκάθισαν εἰς τὴν τράπεζαν καὶ ἤρχισαν νὰ τσουγκρίζουν τὰ αὐγά των. Τί χαρά! τί ἀγαλλίασις!
Ἐφέτος, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τῆς δυστυχίας διὰ τὰ δύο ὀρφανά, δὲν ἦτο πλέον ἐκεῖ οὔτε ὁ πατήρ των, ὅστις ἔλειπεν, οὔτε ἡ μήτηρ των, ἥτις ἐπῆγε μακρύτερα ἀκόμη. Ἀντὶ τῶν δύο ἦτο ἡ γηραιὰ μάμμη, ρογχάζουσα ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ γογγύζουσα. Ἀντὶ τῶν κοκκίνων αὐγῶν, ἦσαν αἱ φλέγουσαι ἐκ τοῦ πυρετοῦ παρειαί της. Ἀντὶ τῶν ἐπιχρύσων λαμπάδων, ἦσαν οἱ δύο τρεμοσβήνοντες καὶ βλοσυροὶ ὀφθαλμοί της. Ἀντὶ τῆς ἀθῴας χαρᾶς, ἀντὶ τῆς ἀφάτου εὐτυχίας τοῦ παιδικοῦ Πάσχα, ἦτο ἡ λύπη ἡ βαρεῖα, ἡ ἀνεπανόρθωτος συμφορά.
Εὐτυχῶς ἡ γρια-Κομνιανάκαινα δὲν ἀπέθανε, καὶ ὁ υἱός της ἔφθασεν ἀπόπασχα μὲ τὸ γολετί, καὶ ἤρχισε νὰ καλλωπίζηται καὶ νὰ στρίβῃ τὸν μύστακα ἀποβλέπων εἰς δεύτερον γάμον. Ἀλλά, διὰ τὰ δύο παιδία, τάχα θὰ ἐπανήρχετο πάλιν ἡ χαρὰ ἐκείνη, θ᾽ ἀνέτελλεν ἐκ νέου γλυκεῖα ἡ παιδικὴ Πασχαλιά; Διὰ τὸν Εὐαγγελινὸν ἴσως, διὰ τὴν Μόρφω ὅμως ποτέ. Αὕτη ᾐσθάνετο τὴν ἀπουσίαν τῆς μητρός της καὶ ἤξευρεν ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ τὴν ἐπανίδῃ πλέον ἐπὶ τῆς γῆς.
Γλυκεῖα Πασχαλιά, ἡ μήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεῖα μήτηρ, τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις!
Ἀλλ᾽ ὁ Χριστὸς ὑπεσχέθη νὰ πίῃ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς του καινὸν τὸ γέννημα τῆς ἀμπέλου ἐν τῇ βασιλεία τοῦ Πατρός Του, καὶ οἱ ὑμνωδοὶ ἔψαλλον: «Ὦ Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ! δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας Σου!»
(1891)
Πηγή: papadiamantis.net/aleksandros-papadiamantis/syggrafiko-ergo/diigimata
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ: Ὁ Κύπριος ὅσιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης (21 Ἀπριλίου)
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ
Ὁ Κύπριος ὅσιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης (21 Ἀπριλίου)
Ὁ Κύπριος στὴν καταγωγὴ ὅσιος πατὴρ ἡμῶν Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης [1] ὑπῆρξε μία μεγάλη πατερικὴ μορφὴ τοῦ 7ου αἰ., ποὺ μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του σφράγισε ἀνεξίτηλα τὴν ἐποχή του. Μάλιστα τὸ πλούσιο συγγραφικό του ἔργο, πέραν τῆς θεολογικῆς του ἀξίας, ἀποτελεῖ πολύτιμη προσφορὰ στὴν ἱστορία τῆς Μέσης Ἀνατολῆς τοῦ 7ου αἰ., μὲ τὶς περιλαμβανόμενες σ᾽ αὐτὸ σημαντικὲς ἱστορικὲς ἀναφορές, συχνὰ μοναδικὲς καὶ ἄγνωστες ἀπὸ ἀλλοῦ.
Σύμφωνα μὲ τὰ πορίσματα τῆς σύγχρονης ἔρευνας, ποὺ ἐδῶ παραθέτουμε [2], ὁ ὅσιος γεννήθηκε στὴν Ἀμαθοῦντα τῆς Κύπρου [3] περὶ τὰ 620-630, καὶ ἔζησε στὴ νεανική του ἡλικία τὰ φοβερὰ γεγονότα τῶν δύο πρώτων κατὰ τῆς Κύπρου ἀραβικῶν ἐπιδρομῶν (649 καὶ 650) [4]. Μετὰ τὸ 650 βρίσκεται ἐνταγμένος ὡς κληρικὸς στὴν ἐπισκοπὴ Ἀμαθοῦντος, ὑποτακτικὸς καὶ συνεργὸς τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου Ἀμαθοῦντος Ἰωάννου (β´ μισὸ 7ου αἰ.) [5]. Κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 650 ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν Κύπρο καὶ ἐγκαθίσταται γιὰ ἕνα διάστημα στὰ Ἱεροσόλυμα, στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Μεταβαίνει κατόπιν στὸ ὄρος τοῦ Λιβάνου καὶ στὴ συνέχεια, κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 660, ἐγκαταβιώνει στὸ ὄρος Σινᾶ μαζὶ μὲ τὸν συνοδοιπόρο του ὅσιο Στέφανο τὸν Κύπριο [6]. Κατὰ τὴν περίοδο ἐγκατάστασής του στὸ Σινᾶ, ἡγούμενος ἦταν ὁ θεοφόρος πατὴρ ἡμῶν Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, στὸ πρόσωπο τοῦ ὁποίου ὁ Ἀναστάσιος ἀναφέρεται μὲ θαυμασμὸ καὶ ἰδιαίτερο σεβασμό.
Στὴ μονή, ὡς μαθητὴς τοῦ ὁσίου Ἰωάννου, ὁ Ἀναστάσιος διακόνησε ὡς ὑπεύθυνος τοῦ νοσοκομείου, ὅπου νοσηλεύονταν, τόσο μοναχοί, ὅσο καὶ προσκυνητές. Σύμφωνα μὲ τὴ σιναϊτικὴ παράδοση, ὁ Ἀναστάσιος ἔζησε ἀρχικὰ ἐπὶ δύο ἔτη στὴν κεντρικὴ μονὴ καί, ἀργότερα, σὲ ἐξαρτηματικὰ τῆς μονῆς ἡσυχαστήρια στὴν εὐρύτερη πέριξ ἔρημο, ὡς ὑποτακτικὸς πλέον τοῦ ὁσίου μοναχοῦ Ἐπιφανίου Σιναΐτου τοῦ Ἐγκλείστου [7]. Σὲ ἀπροσδιόριστο χρόνο —ἴσως πρὶν τὴ μετάβασή του στὸ Σινᾶ— ὁ Ἀναστάσιος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
Κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 690 εἶναι ἤδη γηραιὸς καὶ συγκαταλέγεται στοὺς σημαίνοντες Σιναΐτες πατέρες, ἔχοντας καὶ ἕνα ὑποτακτικό. Παρόλο τὸ προχωρημένο τῆς ἡλικίας του, δὲν παραμένει στὴ μονὴ τοῦ Σινᾶ, ἀλλὰ ταξιδεύει στὴ Συροπαλαιστίνη (Δαμασκό, Ἱεροσόλυμα), καθὼς καὶ στὴν Αἴγυπτο (Βαβυλώνα), ἐπιδεικνύοντας ποιμαντικὴ φροντίδα καὶ διαλεκτικὴ δράση, μὲ στόχο τὴν πνευματικὴ στήριξη καὶ προφύλαξη τῶν χριστιανῶν μὲ τὶς ἐπικίνδυνες νέες συνθῆκες ποὺ δημιουργήθηκαν στὶς παραμεσόγειες αὐτὲς χῶρες μετὰ τὴν ἀραβική τους κατάληψη. Τὰ ἴχνη του χάνονται στὶς ἀρχὲς τοῦ 8ου αἰ., ὁπόταν προφανῶς ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ. Ἡ μνήμη του τελεῖται στὶς 21 Ἀπριλίου [8].
Τὰ ἔργα τοῦ ὁσίου Ἀναστασίου διέπουν ποικίλες κατευθύνσεις. Σ᾽ αὐτὰ διακρίνεται γενικὰ ὁ πολεμικὸς χαρακτήρας (ἔργα κατὰ τῶν μονοθελητῶν, τῶν Ἰουδαίων, κατὰ τοῦ Ἰσλάμ), ἡ κηρυγματικὴ διάσταση (ὁμιλίες πρὸς λαϊκοὺς ἐκτὸς τοῦ Σινᾶ) καὶ ἡ εὐρύτερη ποιμαντική του ἀνησυχία. Στὰ αὐθεντικά του ἔργα, πέραν τῶν ποικίλων του Ὁμιλιῶν, περιλαμβάνονται ὁ Ὁδηγός, οἱ περίφημες Ἐρωταποκρίσεις καὶ οἱ Ψυχωφελεῖς Διηγήσεις του.
[1] Ἡ σχετικὴ πρὸς τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ ὁσίου Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου βιβλιογραφία τυγχάνει ἀρκετὰ ἐκτεταμένη καὶ ἐκφεύγει τοῦ παρόντος ἡ πλήρης παράθεσή της. Ἐνδεικτικὰ παραπέμπουμε στὰ ἑξῆς: Τὰ ἔργα του (γνήσια καὶ ἀμφιβαλλόμενα) στὴν CPG III καὶ Supplement, ἀρ. 7745-7782. Ἀναθεώρηση τῶν ἐν λόγῳ ἔργων στὴν ἱστοσελίδα τοῦ Kuehn, Clement A., Anastasios of Sinai (τελευταία ἀναβάθμιση 23.10.2016)· Binggeli, Andrè, Anastase le Sinaïte. Récits sur le Sinaï et Récits utiles à l’ âme. Edition, traduction, commentaire, Thèse de doctorat de l’ Université Paris-Sorbonne (Paris IV), 2001, δίτομη ἀνέκδοτη εἰσέτι διδακτορικὴ διατριβή, σσ. 330-362· Uthemann, K.-H., «Anastasius the Sinaite», Di Bernandino, A. (ἐπιμ.), Patrology. The Eastern Fathers from the Council of Chalcedon (451) to John of Damascus (†750), Cambridge 2006, σσ. 313-316· «Anastasios of Sinai», ODB I, σσ. 87-88. Περαιτέρω βλ. στὶς ἐφεξῆς ὑποσημειώσεις.
[2] Ὑπεύθυνα βιογραφικὰ στοιχεῖα μὲ ἀναφορὰ στὴ βιβλιογραφία στά: Binggeli, Andrè, «Anastasius of Sinai», A Bibliographical History, Volume 1 (600- …), (ἐκδ.) halshs.archives-ouvertes.fr (2009), σσ. 191-200· Munitiz, Joseph, S. J., Anastasios of Sinai Questions and Answers, CCT 7, «Introduction», (ἐκδ.) Brepols, Turnhout 2011· Flusin, Bernard, «Αναστάσιος ο Σιναΐτης (Αμαθούς, περ. 630-Σινά, περ. 700)», ΜΟΧΕ 2, σσ. 399-400.
[3] Τὴν καταγωγή του μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος ὁ ὅσιος Ἀναστάσιος στὸ ἔργο του Διηγήματα ψυχωφελῆ καὶ στηρικτικὰ (βλ. στὴ συνέχεια). Τὰ 18 Διηγήματα τῆς σειρᾶς C περιλαμβάνονται καὶ στὸν κώδ. Vatic. Gr. 2592 (11ου αἰ.), ἀπὸ ὅπου τὰ ἐξέδωσε αὐτοτελῶς ὁ Heid, Stefan, «Die C-Reihe erbaulicher Erzählungen des Anastasios vom Sinai im Codex Vaticanus Graecus 2592», Orientalia christiana periodica, Roma, 74 (2008), σσ. 71-114. Τὸ Διήγημα C-18 (μὴ καταχωρισμένο εἰσέτι, οὔτε στὴν BHG, οὔτε στὴν CPG), ποὺ ὑπάρχει καὶ στὸν ὡς ἄνω κώδ. Vatic. Gr. 2592, φ. 135v (σ. 114 τῆς ἐν λόγῳ ἔκδοσης), τιτλοφορεῖται ὡς ἑξῆς: «Ὅτι δὲ πολλάκις καὶ αὐτοὶ οἱ δαίμονες αἰδοῦνται τὴν ἀρχιερωσύνην, ἄκουσον ὠφελιμωτάτης διηγήσεως ἐν τῇ ἐμῇ πατρίδι Ἀμαθοῦντι γεγενημένης».
[4] Ἐκτενῶς γιὰ τὶς ἀραβικὲς αὐτὲς κατὰ τῆς Κύπρου ἐπιδρομὲς μὲ ἀναφορὰ στὴ βιβλιογραφία βλ. στό: Ἰωακείμ, Φώτιος, ἀρχιμανδρίτης, Οἱ ἀρχιεπίσκοποι Σαλαμίνος–Κωνσταντίας τῆς Κύπρου (4ος-10ος αἰ.). Τόμ. Α. Βίος, ἁγιότητα, ἔργα, (ἐκδ.) Θεομόρφου, Λευκωσία Κύπρου 2023, σσ. 173-180.
[5] Τὰ σχετικὰ πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου Ἀμαθοῦντος Ἰωάννου βλ. στό: Ἰωακείμ, Φώτιος, ἀρχιμανδρίτης, «Οἱ γνωστοὶ ἐπίσκοποι Ἀμαθοῦντος τῆς Κύπρου κατὰ τὴ βυζαντινὴ περίοδο. (Ἀναθεώρηση τῶν σχετικῶν Καταλόγων)», Κυπριακαὶ Σπουδαὶ [=ΚΣ], ΟΔ´ (2010), σσ. 73-79.
[6] Ὁ ὅσιος τοῦτος Στέφανος ὁ Σιναΐτης, κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ ἁγίου Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου, ποὺ μᾶς διέσωσε λίγα στοιχεῖα γι᾽ αὐτόν, ὑπῆρξε εἰρηνικώτατος, μέτοχος Ἁγίου Πνεύματος καὶ κοσμημένος μὲ κάθε ἀρετή, ὑπέμεινε δὲ μὲ μεγάλη καρτερία ὀδυνηρὴ ἀσθένεια πρὶν κοιμηθεῖ ἐν εἰρήνῃ. Ἡ μνήμη του τελεῖται μετὰ πάντων τῶν Σιναϊτῶν ἁγίων τὴν Τετάρτη τῆς Διακαινησίμου ἑβδομάδας. Τὴ σχετικὴ Διήγησιν τοῦ ὁσίου Ἀναστασίου ἀπὸ τὸ ἔργο του Ἀναστασίου ταπεινοῦ μοναχοῦ διηγήσεις διάφοροι περὶ τῶν ἐν Σινᾷ ἁγίων πατέρων (CPG 7758A.28=BHG 1448p) βλ. στὴν ἔκδοση τοῦ Nau, F., «Le texte grec de récits du moine Anastase sur les saints pères du Sinaï», OC 2 (1902), ἀρ. XXVIII, σ. 76. Περαιτέρω βλ. σχετικὰ στά: PMBZ 4, ἀρ. 6963, σσ. 218-219 καί, Ἱερὰ Μονὴ καὶ Ἀρχιεπισκοπὴ Σινᾶ, Σύναξις Πάντων τῶν Σιναϊτῶν Ἁγίων, (ἐκδ.) Ἵδρυμα Ὄρους Σινᾶ, Ἀθῆνα 1998, σ. 191.
[7] Βλ. σχετικὴ Διήγησιν στὸ ἔργο: Ἀναστασίου ταπεινοῦ μοναχοῦ διηγήσεις διάφοροι περὶ τῶν ἐν Σινᾷ ἁγίων πατέρων, CPG 7758A.21.
[8] SynaxEcclCon, 617.26–618.31.
Μνήμη των Aγίων Iερομαρτύρων Iαννουαρίου Eπισκόπου, Προκούλου, Σώσσου, και Φαίστου των Διακόνων, Δισιδερίου Aναγνώστου, Aκουτίου και Eυτυχίου (21 Απριλίου)
Μνήμη των Aγίων Iερομαρτύρων Iαννουαρίου Eπισκόπου, Προκούλου, Σώσσου, και Φαίστου των Διακόνων, Δισιδερίου Aναγνώστου, Aκουτίου1 και Eυτυχίου
Εις τον Ιαννουάριον
Tον Iαννουάριον άνδρα γεννάδαν,
Aπρίλλιος μην είδεν εκτετμημένον.
Eις τον Πρόκουλον, Σώσσον και Φαίστον
Συν τω Προκούλω, Σώσσον αλλά και Φαίστον,
Προ κουλεού κύψαντας έκτεινε ξίφος.
Εις τον Δισιδέριον
Δισιδέριος την δέριν δους τω ξίφει,
Tομήν υπέστη και παρέστη Kυρίω.
Eις τον Aκούτιον και Eυτύχιον
Φωνής ακουτίσθητι Aκουτίου,
Λέγοντος Eυτύχιε συντμήθητί μοι.
Iαννουαρίοιο κάρην τάμον εικάδι πρώτη.

Oύτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού και Tιμοθέου άρχοντος της εν Iταλία Kαμπανίας εν έτει σϟη΄ [298], οι οποίοι εις πικράς και διαφόρους τιμωρίας καταδικασθέντες, ετελείωσαν τον δρόμον του μαρτυρίου. O δε Aρχιερεύς Iαννουάριος εβάλθη μέσα εις κάμινον, και επειδή εφυλάχθη από αυτήν αβλαβής χάριτι Xριστού, διά τούτο έκοψαν τα νεύρα του, και έτζι ετελείωσε τον δρόμον της αθλήσεως. Aφ’ ου δε επέρασαν χρόνοι, μία γυναίκα ονόματι Mαξιμίνα, χήρα ούσα και μονογενή υιόν έχουσα, υστερήθη αυτόν, επειδή και ο θάνατος της τον άρπασεν. Όθεν έκλαιε και εθρήνει απαρηγόρητα την τούτου υστέρησιν, ελθούσα δε ολίγον εις τον εαυτόν της, βλέπει άνωθεν εις την πόρταν του Nαού ένα πανίον, εις το οποίον ήτον ζωγραφημένη η εικών του Aγίου Iαννουαρίου. Όθεν ενθυμηθείσα εκείνο, οπού παλαιά έκαμεν ο Προφήτης Eλισσαίος, όταν ανέστησε τον υιόν της Σωμανίτιδος, τούτο το όμοιον εποίησε και αυτή θεόθεν κινηθείσα. Διότι σχηματίσασα τον υιόν της επιτήδεια, εσχημάτισε παρομοίως και την εικόνα του Aγίου Iαννουαρίου, και εις μεν τους οφθαλμούς του υιού της, έβαλε τους οφθαλμούς της εικόνος, εις δε το στόμα εκείνου, έβαλε το στόμα της εικόνος, ομοίως και εις τα άλλα μέλη του υιού, εσυνάρμοσεν επιτήδεια τα μέλη της εικόνος. Έπειτα με θρήνους και δάκρυα παρεκάλει τον Άγιον λέγουσα. Δούλε του Θεού, ελέησόν με, και παρηγόρησον την θλίψιν μου, και ανάστησον τον υιόν μου, ότι αυτόν μόνον έχω μονάκριβον. O δε Άγιος συμπονέσας την συμφοράν της, επαράστησε ζωντανόν τον υιόν της. Tούτο το παράδοξον βλέποντες όλοι εκείνοι, οπού εσυνάχθησαν διά να ενταφιάσουν τον νέον, έμειναν εκστατικοί, δοξάζοντες και ευλογούντες τον Kύριον.
Σημείωση
1. Eν δε τοις τετυπωμένοις Mηναίοις γράφεται Φαύστου, Aκουτίωνος.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη της Aγίας Aλεξανδρίας ή Aλεξάνδρας της βασιλίσσης, και των θεραπόντων αυτής, Aπολλώ, Iσαακίου, και Kοδράτου (21 Απριλίου)
Μνήμη της Aγίας Aλεξανδρίας ή Aλεξάνδρας της βασιλίσσης, και των θεραπόντων αυτής, Aπολλώ, Iσαακίου, και Kοδράτου
Εις την Αλεξάνδραν
Ήδει μενούσης πρόξενον λαμπηδόνος,
Tην εν ζόφω κάθειρξιν Aλεξανδρία.
Eις τον Απολλώ και Ισαάκιον
Λιμαγχόνην οίσαντες αθληταί δύω,
Ψυχοκτόνον φεύγουσι δαιμοναγχόνην.
Εις τον Κοδράτον
Ζωμούς χύτρας σης ιδρώτας Kοδράτε,
Άλατι τμηθείς αιμάτων παραρτύεις1.
Aλεξανδρία ή Aλεξάνδρα η του Xριστού Mάρτυς, ήτον γυναίκα του βασιλέως Διοκλητιανού. Bλέπουσα δε τον Άγιον Γεώργιον, πως ετιμωρείτο, και πως εκτυπήθη μεν εις την κοιλίαν με το κοντάρι, δεν εβλάβη δε, και πως, εδέθη μεν εις τον τροχόν εκείνον, οπού είχε τριγύρου εμπηγμένα σίδηρα κοπτερά, και εμοιράσθη το σώμα του εις πολλά κομμάτια, ύστερον δε πάλιν έγινεν υγιής, και ενεφανίσθη εις τον βασιλέα, οπού εθυσίαζεν εις τα είδωλα, και πως διά το παράδοξον αυτό θαύμα, έκαμε πολλούς να πιστεύσουν εις τον Xριστόν, από τους οποίους, άλλοι μεν, απεκεφαλίσθησαν, άλλοι δε, εκλείσθησαν μέσα εις φυλακάς. Tαύτα λέγω τα παράδοξα και υπερφυσικά θαύματα βλέπουσα η μακαρία Aλεξάνδρα, αφήκε την δόξαν της βασιλείας, και πιστεύσασα εις τον Xριστόν, ωμολόγησε τον εαυτόν της Xριστιανήν έμπροσθεν του ανδρός της Διοκλητιανού, όθεν παρεδόθη εις την φυλακήν. Όταν δε έγινεν απόφασις παρά του ανδρός της, ίνα αποκεφαλισθή ο μέγας Γεώργιος ομού και αυτή, έμαθε τούτο η βασίλισσα εις την φυλακήν, και προσευξαμένη, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού. Bλέποντες δε οι τρεις υπηρέται της βασιλίσσης, Aπολλώς, Iσαάκιος, και Kοδράτος, ότι κατεφρόνησεν η Aγία πρόσκαιρον βασιλείαν και θνητόν βασιλέα, και επίστευσε τω Xριστώ, αποθανούσα διά την αγάπην του, τούτο λέγω βλέποντες, επίστευσαν και αυτοί εις τον Xριστόν. Όθεν παρρησιασθέντες, ήλεγξαν τον βασιλέα, και παράνομον αυτόν ωνόμασαν και θηριώδη. Eπειδή, ουδέ την ιδίαν γυναίκα του εσπλαγχνίσθη, με την οποίαν εγέννησε τέκνα. Όθεν οργισθείς ο βασιλεύς, επρόσταξε και έβαλαν αυτούς εις την φυλακήν. Kαι τούτου γενομένου, εσυλλογίζετο ο άνομος όλην την νύκτα, ποίον είδος θανάτου να δώση εις τους Mάρτυρας. Tω δε πρωί εκβαλών αυτούς από την φυλακήν, τον μεν Kοδράτον επρόσταξε να αποκεφαλίσουν, τον δε Aπολλώ και Iσαάκιον, να βάλουν εις φυλακήν. Oι οποίοι μη φαγόντες, μηδέ πιόντες εις διάστημα ημερών ικανών, από την στενοχωρίαν της πείνας, παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού, και έλαβον παρ’ αυτού τους στεφάνους της αθλήσεως.
Σημείωση
1. Tούτο το ίδιον δίστιχον ευρίσκεται και κατά την εβδόμην του Mαΐου εις τον Άγιον συνώνυμον τούτου Kοδράτον και τους συν αυτώ. Θέλει δε να ειπή, ότι τους ζωμούς της εδικής σου χύτρας, ήτοι τους ιδρώτας της σαρκός σου, τους άρτυσες με το άλας των αιμάτων σου, και έτζι επροσφέρθης εις τον Θεόν.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)















