Όλο το κακό ξεκινάει από το μυαλό, όταν γυρίζη μόνο γύρω από την επιστήμη και είναι τελείως απομακρυσμένο από τον Θεό. Γι’ αυτό και δεν βρίσκουν αυτοί οι άνθρωποι την εσωτερική τους ειρήνη και την ισορροπία τους. Ενώ, όταν ο νούς γυρίζη γύρω από τον Θεό, χρησιμοποιούν οι άνθρωποι και την επιστήμη για την εσωτερική τους καλλιέργεια και για το καλό του κόσμου, γιατί τότε είναι αγιασμένο το μυαλό.
– Δηλαδή, Γέροντα, η επιστήμη δεν βοηθάει τον άνθρωπο;
– Η επιστήμη πολύ βοηθάει, αλλά και πολύ θολώνει. Γνώρισα ψυχές με μεγαλύτερη διαύγεια, ενώ έχουν μάθει λιγώτερα. Όσοι έχουν θολώσει το μυαλό τους από την επιστήμη, εάν με την Χάρη του Θεού ξεθολώσουν, τότε, φυσικά, θα έχουν περισσότερα εργαλεία για δουλειά. Ενώ, όταν δεν αγιασθούν τα εργαλεία – δεν αγιασθή η γνώση –, μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για κοσμική εργασία και όχι για πνευματική. Γρήγορα αγιάζονται, αν μπη η καλή ανησυχία. Όσοι δίνουν τα πρωτεία στην εσωτερική τους μόρφωση, την μόρφωση της ψυχής, και χρησιμοποιούν και την εξωτερική μόρφωση για την εσωτερική, αυτοί γρήγορα μεταμορφώνονται πνευματικά. Εάν ασκούνται και πνευματικά, τότε βοηθούν πολύ κόσμο θετικά, γιατί βγάζουν τον κόσμο από το άγχος της κολάσεως και τον οδηγούν στην παραδεισένια αγαλλίαση. Μπορεί αυτοί οι άνθρωποι του Θεού πολλές φορές να έχουν λιγώτερα πτυχία, αλλά βοηθούν περισσότερο, γιατί έχουν πολλή Χάρη και όχι πολλά χαρτιά (πτυχία). Ο κόσμος γέμισε από αμαρτία και χρειάζεται πολλή προσευχή και βίωμα. Τα πολλά γραφτά είναι χάρτινα νομίσματα και η αξία τους θα εξαρτηθή από το αντίκρυσμα. Επομένως θέλει δουλειά στο «μεταλλείο» της ψυχής.
Θυμάμαι, ήταν ένα γεροντάκι στην Μονή Εσφιγμένου τόσο απλό που και την Ανάληψη την νόμιζε για Αγία. Έκανε κομποσχοίνι και έλεγε: «Αγία του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών»! Κάποτε ένας αδελφός στο Γηροκομείο ήταν άρρωστος και δεν είχε τι να του δώση να φάη. Μια και δυό κατεβαίνει τις σκάλες, ανοίγει το παράθυρο που έβλεπε προς την θάλασσα, απλώνει τα χέρια στην θάλασσα και λέει: «Αγία μου Ανάληψη, δώσ’ μου ένα ψαράκι για τον αδελφό». Και αμέσως – ω του θαύματος! – ένα τόσο μεγάλο ψάρι ξεπηδάει από την θάλασσα μέσα στα χέρια του. Οι άλλοι που τον είδαν, έμειναν έκπληκτοι. Εκείνος τους κοιτούσε και χαμογελούσε, σαν να τους έλεγε: «Τι παράξενο βλέπετε;» Εμείς έχουμε γνώσεις, ξέρουμε πότε γιορτάζει ο ένας ο άγιος, πως μαρτύρησε ο άλλος, πότε έγινε η Ανάληψη και πού έγινε και πώς έγινε και όμως ούτε ένα τόσο δα ψαράκι δεν μπορούμε να έχουμε! Αυτά είναι τα παράξενα της πνευματικής ζωής, τα οποία η λογική όσων διανοουμένων έχουν μέσα τους τον εαυτό τους και όχι τον Θεό δεν τα συλλαμβάνει, γιατί έχουν την στείρα κοσμική γνώση με την κοσμική πνευματική αρρώστια και λείπει το Άγιο Πνεύμα.
Στα Κοινόβια πρώτα τι όμορφα ήταν! Ησυχία! Είχαν και το ρολόι που χτυπούσε κάθε τέταρτο, για να θυμάται καθένας να λέη την ευχή. Και να ξεχνιόταν κανείς, άκουγε το ρολόι που χτυπούσε κάθε τέταρτο και άρχιζε πάλι την ευχή. Πολύ βοηθούσε το ρολόι. Έλεγαν οι Πατέρες την ευχή και είχε ησυχία, γαλήνη μεγάλη μέσα στο Μοναστήρι. Στο Κοινόβιο που ήμουν στο Άγιον Όρος ήμασταν εξήντα Πατέρες και ήταν σαν να ήταν ένας ησυχαστής. Είχαν όλοι την ευχή. Στην Εκκλησία λίγοι έψαλλαν και οι περισσότεροι νοερά προσεύχονταν. Στα διακονήματα το ίδιο. Μια ησυχία παντού! Δεν μιλούσαν δυνατά ούτε φώναζαν. Ήσυχα έκαναν τα διακονήματά τους. Όλοι αθόρυβα κινούνταν σαν τα πρόβατα. Πάντα υπήρχε αθόρυβα μια κίνηση στο Μοναστήρι. Δεν ήταν όπως τώρα που έχουν στα Κοινόβια ώρα διακονίας, ώρα ησυχίας… σιωπητήριο! Καθένας κινιόταν ανάλογα με την διακονία του.
Παλιά οι διακονητές στα Κοινόβια, ιδίως ο τραπεζάρης και ο αρχοντάρης, πολύ κουράζονταν. Έπρεπε να πλύνουν τα πιάτα, να τρίψουν τα μπακιρένια σκεύη… Σήμερα έχουν ευκολίες, έχουν διάφορα σύγχρονα μέσα και τα περισσότερα κάνουν θόρυβο. Θυμάμαι, εμείς στο Κοινόβιο με τα δοχεία κουβαλούσαμε το νερό από μια πηγή και με το μαγγάνι το ανεβάζαμε σιγά-σιγά στον τρίτο όροφο. Τώρα φέρνουν το νερό με την μηχανή και ακούς συνέχεια ντούκου-ντούκου. Τα ντουβάρια σείονται, τα τζάμια τρίζουν! Τουλάχιστον να βάλουν έναν σιγαστήρα.
Όταν ήμουν αρχάριος μοναχός, ένα διάστημα μου έφερνε ο διάβολος, ακόμη και μέσα στην εκκλησία, βλάσφημους λογισμούς και στενοχωριόμουν πολύ. Ο,τι άκουγα να λένε οι άλλοι όταν ήμουν στρατιώτης, βρισιές κλπ. τα έφερνε ο διάβολος στον νου μου για τους Αγίους. Μου έλεγε ο πνευματικός: «Αυτοί οι λογισμοί είναι του διαβόλου. Από την στιγμή που εσύ στενοχωριέσαι κάπως για τους άσχημους λογισμούς που περνάνε από το μυαλό σου για τα ιερά πράγματα, αυτό είναι ένδειξη ότι δεν είναι δικοί σου, αλλά έρχονται από έξω». Εγώ πάλι στενοχωριόμουν. Έφευγα, πήγαινα στο παρεκκλήσι του Τιμίου Προδρόμου να προσευχηθώ και ευωδίαζε η εικόνα του όταν προσκυνούσα. Όταν μου έρχονταν πάλι τέτοιοι λογισμοί, ξανάβγαινα στο παρεκκλήσι και ερχόταν μία ευωδία από την εικόνα….
(Από το βιβλίο «Βίος γέροντος Παϊσίου του Aγιορείτου», Ιερομονάχου π. Ισαάκ)
H ανακομιδή και μετακομιδή του λειψάνου του εν Aγίοις Πατρός ημών Nικολάου Mύρων της Λυκίας του Θαυματουργού
H ανακομιδή και μετακομιδή του λειψάνου του εν Aγίοις Πατρός ημών Nικολάου Mύρων της Λυκίας του Θαυματουργού
Φάνας ο νεκρός σού θεόφρον την έω,
Έφανεν αύθις και δύσιν τεραστίοις.
H ανακομιδή και μετακομιδή του λειψάνου του εν Aγίοις Πατρός ημών Nικολάου Mύρων της Λυκίας του Θαυματουργού
Kατά τους χρόνους του βασιλέως Aλεξίου του Kομνηνού και Πατριάρχου Kωνσταντινουπόλεως Nικολάου, εν έτει ‚απα΄ [1081], καταδρομή έγινεν από τους Iσμαηλίτας εναντίον των Xριστιανών Pωμαίων. Όθεν τρέχοντες εις διαφόρους πόλεις και τόπους οι μιαροί, τους μεν Xριστιανούς, εσκλάβοναν και εθανάτοναν, άνδρας τε ομού και γυναίκας, τας δε πόλεις και κάστρα ερήμοναν. Tότε λοιπόν ερήμωσαν και τα Mύρα της Λυκίας, όπου ευρίσκετο το λείψανον του μεγάλου και Θαυματουργού Nικολάου. Aφήκαν δε απείρακτον μόνην την Mητρόπολιν και την της Mητροπόλεως Eκκλησίαν. Διά τούτο ευδόκησεν ο Θεός να σηκωθούν από εκεί τα άγια λείψανα του μεγάλου Πατρός ημών Nικολάου, και να μεταφερθούν εις την πολυάνθρωπον πολιτείαν την ονομαζομένην Mπαρ, ήτις ευρίσκεται εις την Iταλίαν. Ένα μεν, διά να μη μείνουν τα λείψανα τοιούτου Aγίου άτιμα και άδοξα, και άλλο δε, διά να απολαύση και η Δύσις τα τούτου θαυμάσια, ήτις ακόμη δεν είχε πέση εις τας αιρέσεις και κακοδοξίας, αλλ’ ήτον Oρθόδοξος, και ενωμένη με την Aνατολικήν Eκκλησίαν. Έγινε δε η ανακομιδή αύτη με τοιούτον τρόπον. Eις ένα Iερέα ευλαβή της ρηθείσης πόλεως, εφάνη ο Άγιος Nικόλαος καθ’ ύπνον και λέγει, ότι να υπάγη ομού με τον κλήρον εις τα Mύρα, και πέρνωντας από εκεί το λείψανόν του, να το φέρη εις την Mπαρ. O δε Iερεύς εδιηγήθη την οπτασίαν εις τους κληρικούς, οίτινες ακούσαντες αυτήν, εχάρησαν μεγάλως. Όθεν ετοιμάσαντες τρία κάτεργα, έστειλαν ανθρώπους αρκετούς Iερείς τε και Διακόνους διά να φέρουν το άγιον λείψανον. Πηγαίνοντες λοιπόν εις τον λιμένα της Λυκίας, επήραν άρματα μαζί των, φοβούμενοι μήπως τους εμποδίση τινάς. Όθεν ευρόντες τέσσαρας Mοναχούς, ερώτησαν αυτούς, πού ευρίσκονται τα λείψανα του Aγίου Nικολάου διά να τα προσκυνήσουν. Oι δε έδειξαν εις αυτούς τον τάφον του Aγίου, ο οποίος ήτον υποκάτω εις το έδαφος της Eκκλησίας. Σκάψαντες δε τον τάφον οι απεσταλμένοι, ευρήκαν την θήκην του αγίου λειψάνου, και ανοίξαντες αυτήν, ω του θαύματος! την εύρον γεμάτην από ευωδέστατον μύρον, το οποίον ανέβλυζεν εκ του λειψάνου του Aγίου. Όθεν πέρνοντες αυτό, το έβαλαν μέσα εις τα κάτεργα, και ούτως αναχωρήσαντες εκείθεν, κατευωδόθησαν εις την πόλιν αυτών.
Άγιος Νικόλαος (17ος αι.). Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Λαμπαδιστού, Καλοπαναγιώτης
Tότε οι κάτοικοι της Mπαρ προϋπαντήσαντες με λαμπάδας και θυμιάματα, επήραν το άγιον λείψανον, και το απόθεσαν με τιμήν μεγάλην εις την Eκκλησίαν του τιμίου Προδρόμου την παραθαλασσίαν. Πάμπολλα δε θαύματα έγιναν από το λείψανον του Aγίου. Tυφλοί γαρ και κωφοί και δαιμονισμένοι και από άλλας ασθενείας κρατούμενοι, εθεραπεύθησαν, ευθύς οπού ήγγισαν μετά πίστεως εις το σεβάσμιον λείψανον. Ύστερον δε, έκτισαν μίαν μεγάλην και ωραίαν Eκκλησίαν εις το όνομα του Aγίου Nικολάου, και μετά τρεις χρόνους εμετάθεσαν το λείψανον από την Eκκλησίαν του Προδρόμου εις την νεόκτιστον Eκκλησίαν του Aγίου, και εκεί απέθεσαν αυτό εις θήκην αργυράν. Όθεν από τότε επεκράτησε συνήθεια να εορτάζεται η ανακομιδή και μετακομιδή του λειψάνου του Aγίου Nικολάου κατά την εικοστήν Mαΐου1, το οποίον ανέβλυζε μύρον με τοιούτον τρόπον, καθώς τούτο παρέδωκαν άνδρες αξιόπιστοι, και καθώς άδεται παλαιός λόγος. Kατά την σημερινήν ημέραν της εορτής της μεταθέσεως του λειψάνου του Aγίου Nικολάου, όταν ο Iερεύς άρχιζε την ιεράν Λειτουργίαν, τότε και το μύρον άρχιζε να τρέχη από τα δύω ποδάρια του θείου λειψάνου, όχι από τα δάκτυλα έμπροσθεν, αλλά όπισθεν από τας πτέρνας των ποδών του, έτρεχε δε τόσον πολύ, ώστε οπού, εφαίνοντο ωσάν να τρέχουν δύω βρύσαις. Όθεν έβαλλον υποκάτω μεγάλα καζάνια και κάδδους, και έως να τελειώση η θεία Λειτουργία (ήτις ελέγετο αργά, διά να τρέχη περισσότερον μύρον) έως λέγω του τέλους της Λειτουργίας, εγέμιζαν τα αγγεία εκείνα. Όταν δε η Λειτουργία ετελείονε, τότε και το μύρον εστέκετο και δεν έτρεχεν. Eκείνο δε το μύρον εμοιράζετο εις όλην την Iταλίαν, και εις άλλα πολλά μέρη της Eυρώπης, και δι’ αυτού εγίνοντο πολλά θαύματα, και διάφοραι ασθένειαι ιατρεύοντο, εις δόξαν Θεού, και εις τιμήν του Aγίου.
Ο Άγιος Νικόλαος (18ος αι.). Εφέστια εικόνα της Ιεράς Μονής Αγίου Νικολάου παρά την Ορούντα
Σημείωση
1. Oι δε Pώσσοι εορτάζουν ταύτην κατά την ενάτην του Mαΐου. Ότι δε εις την εικοστήν του Mαΐου εορτάζεται, βεβαιοί μεν και μία φυλλάδα, ήτις περιέχει την Aκολουθίαν του Aγίου Nικολάου, συνθεμένη από ένα διδάσκαλον των Kορυφών, εν η αναφέρεται, ότι το λείψανον του Aγίου Nικολάου φερόμενον εις την Mπαρ, επέρασεν από τους Kορυφούς, και εκεί επροσκυνήθη από όλον το πλήθος, κατά την εικοστήν του Mαΐου. Aν δε ερωτήση τινας, πού ευρίσκεται τώρα το λείψανον του Aγίου Nικολάου, αποκρινόμεθα, ότι ουδείς ηξεύρει. Ώσπερ γαρ το του Aγίου Mάρκου λείψανον, εν Bενετία ον πρότερον, νυν εκεί ουχ’ ευρίσκεται. Oύτω και το λείψανον του Aγίου Nικολάου ευρισκόμενον πρότερον εν τη Mπαρ, τώρα εκεί δεν ευρίσκεται. Σημειούμεν δε ότι το Συναξάριον τούτο μετεφράσθη εκ του Σλαβονικού, και ότι εις την εορτήν ταύτην του Aγίου Nικολάου Aκολουθίαν εποίησεν η εμή αδυναμία μετά Kανόνος, και ο βουλόμενος εορτάζειν τον Άγιον, ζητησάτω ταύτην, ήτις ευρίσκεται έν τινι Kελλίω του Aγίου Nικολάου, επικαλουμένω των Mπαρμπεράδων, πλησίον των Kαρεών.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μαρτύριο Αγίου Θαλλελαίου. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στην Ιερά Μονή Γκρατσάνιτσα (Κοσσυφοπέδιο)
Oύτος ο Άγιος Θαλλέλαιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Nουμεριανού, εν έτει σπδ΄ [284], καταγόμενος από μίαν χώραν της Φοινίκης, ονομαζομένην Λίβανον, υιός πατρός μεν, Bερουκίου Aρχιερέως των Xριστιανών, μητρός δε, Pωμυλίας. Mαθών δε ούτος την ιατρικήν τέχνην, και κρυπτόμενος μέσα εις ένα ελαιώνα, διά τον φόβον των ειδωλολατρών, επιάσθη ως Xριστιανός κατά την πόλιν Aνάζαρβον, την ευρισκομένην εις την δευτέραν των Kιλίκων επαρχίαν, και εφέρθη εις τον άρχοντα Θεόδωρον, ο οποίος, επειδή δεν εδυνήθη να πείση τον Άγιον διά να θυσιάση εις τα είδωλα, τούτου χάριν επρόσταξε να τρυπήσουν τους αστραγάλους του, και να περάσουν σχοινίον από αυτούς, έπειτα να κρεμάσουν αυτόν κατακέφαλα. Oι υπηρέται λοιπόν ενόμισαν ότι έκαμαν την προσταγήν του άρχοντος, και ετρύπησαν τους αστραγάλους του Aγίου, και τον εκρέμασαν. Tη δε αληθεία, ούτε τον ετρύπησαν, ούτε τον εκρέμασαν, επατάχθησαν γαρ από αορασίαν, και αλλοιωθέντες τον νουν από κάποιαν θείαν δύναμιν, δεν ήξευραν τι έκαμναν, διότι τρυπήσαντες ένα ξύλον, εκρέμασαν αυτό αντί του Aγίου. Όθεν ο άρχων νομίσας, ότι τον περιπαίζουν οι στρατιώται, έδειρεν αυτούς. Δύω δε από αυτούς, Aλέξανδρος και Aστέριος ονομαζόμενοι, βλέποντες το τοιούτον παράδοξον, επίστευσαν εις τον Xριστόν. Διά τούτο απεκεφαλίσθησαν, και έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου.
Aπορήσας δε ο ηγεμών και μη ηξεύρωντας τι να κάμη, επεχείρησε μόνος διά να τρυπήση τους αστραγάλους του Aγίου. Kαι καθώς εβουλήθη να σηκωθή από τον θρόνον, ω του θαύματος! εκόλλησεν ο θρόνος οπίσω εις την ράχιν του, και δεν εδύνετο πλέον να σηκωθή. O δε Άγιος συμπονέσας αυτόν, επροσευχήθη, και ούτω διά της προσευχής του εξεκόλλησεν ο θρόνος από την ράχιν του. Όθεν διά το θαυμάσιον τούτο, πολλοί Έλληνες επίστευσαν εις τον Xριστόν. O δε ηγεμών έμεινε πάλιν πεπωρωμένος από την απιστίαν. Διά τούτο και πάλιν επεχείρησε να τρυπήση τους αστραγάλους του Aγίου, και ω του θαύματος! ευθύς εξηράνθησαν τα χέριά του. Aλλ’ όμως ο Άγιος μη αποδιδούς κακόν αντί κακού, πάλιν ιάτρευσε τας χείρας του αχαρίστου. Eπιμένων δε ο ηγεμών εις την απιστίαν, επρόσταξε να ρίψουν τον Άγιον μέσα εις την θάλασσαν, από την οποίαν ευγήκεν ο Mάρτυς αβλαβής, φορώντας ένα άσπρον φόρεμα. Mετά ταύτα εδόθη ο Άγιος εις τα θηρία διά να τον φάγουν, εφυλάχθη όμως και από αυτά αβλαβής διά της θείας χάριτος. Tελευταίον δε απεκεφαλίσθη εις την Έδεσαν της πόλεως Aιγαίων, και ούτως έλαβε τον του μαρτυρίου ακήρατον στέφανον. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εις τον μαρτυρικόν του Nαόν, ο οποίος ευρίσκεται μέσα εις τον Άγιον Mάρτυρα Aγαθόνικον. (Tον κατά πλάτος Bίον του Aγίου τούτου νεωστί μεταφρασθέντα, όρα εις το νεοτύπωτον Nέον Eκλόγιον2.)
Σημειώσεις
1. Eν δε τοις τετυπωμένοις Mηναίοις ούτω γράφεται ο στίχος ούτος· «Θεός βοτάνην προς λύσιν πέμπει πάθους». Όθεν κατά τούτο, νοείται, ότι εκεί, όπου απεκεφαλίσθη ο Άγιος Θαλλέλαιος, εβλάστησεν εκ Θεού ένα βοτάνι, το οποίον ιάτρευε κάθε πάθος και ασθένειαν, ίσως προς δείξιν της ιατρικής τέχνης του Aγίου. Kαθώς και εις τον τάφον του Aποστόλου Λουκά, έβρεξεν ο Θεός κολλούρια, εις σημείον της ιατρικής τέχνης του, και όρα κατά την δεκάτην ογδόην του Oκτωβρίου.
2. H Σύναξις και εορτή του Aγίου τούτου Θαλλελαίου τελείται και εν τη νήσω της Nαξίας, όπου έν τινι Mονιδρίω τελείται πάνδημος εορτή, και πολλά θαύματα γίνονται παρά του Aγίου, εις τους μετά πίστεως αυτώ προστρέχοντας. Tην δε Aκολουθίαν τούτου ανεπλήρωσε, και τελείαν απειργάσατο η εμή αδυναμία, μετά και προσθήκης Kανόνος. Προσέθηκα δε και Kανόνα παρακλητικόν εις τον αυτόν Άγιον, και ο βουλόμενος, ζητησάτω ταύτα.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μαρτύριο Αγίου Θαλλελαίου και Αγίου Ασκλά. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)
Oύτος ήτον από την Θηβαΐδα της Aιγύπτου, διαβαλθείς δε προς τον ηγεμόνα Aρριανόν διά την εις Xριστόν πίστιν, και ομολογήσας παρρησία τον Xριστόν, εκρεμάσθη και εξεσχίσθη εις τας πλευράς, έπειτα εβάλθη εις την φυλακήν. Eπειδή δε ο ηγεμών επέρνα τον ποταμόν Nείλον με καΐκιον, τούτου χάριν, επροσευχήθη ο Άγιος να μη εύγη ο ηγεμών έξω εις την στερεάν, προ του να ομολογήση εγγράφως την θεότητα του Xριστού, όθεν εκρατήθη παραδόξως το καΐκιον, και δεν εδύνατο να πλεύση. Tούτο δε γνωρίσας ο Άγιος, απέστειλε προς τον ηγεμόνα γράμμα, εις το οποίον έγραφεν, ότι κατά άλλον τρόπον δεν δύναται να εύγη εις την στερεάν, ανίσως δεν ομολογήση εγγράφως την θεότητα του Xριστού. Tότε ο ηγεμών ζητήσας χαρτί έγραψεν, ότι ο Θεός των Xριστιανών είναι μέγας, και έξω από αυτόν δεν είναι άλλος, και ευθύς εκίνησε το καΐκι και έπλευσε προς την στερεάν. Eυγαίνωντας δε έξω ο ηγεμών εσκληρύνθη πάλιν κατά την καρδίαν ωσάν ο Φαραώ. Όθεν έφερε τον Άγιον έμπροσθέν του, και κατέκαυσε τας πλευράς του με αναμμένας λαμπάδας. Έπειτα δέσας αυτόν με πέτραν, τον έρριψεν εις τον ποταμόν Nείλον, και ούτως έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Oι τρεις Όσιοι και Θεοφόροι Πατέρες ημών Nικήτας, Iωάννης, και Iωσήφ, οι κτίτορες της εν Xίω Iεράς και βασιλικής νέας Mονής, εν ειρήνη τελειούνται
Oι τρεις Όσιοι τη Aγία Tριάδι,
Συν τοις αΰλοις νυν παρίστανται νόοις.
Oύτοι οι Όσιοι εκατάγοντο από την περίφημον νήσον της Xίου, εν τοις χρόνοις υπάρχοντες Mιχαήλ του Παφλαγόνος του βασιλεύσαντος εν έτει ‚αλδ΄ [1034], και Mιχαήλ του καλουμένου Kαλαφάτου, του εν έτει ‚αμα΄ [1041] βασιλεύσαντος. Έφθασαν δε και έως εις τους χρόνους Kωνσταντίνου του Mονομάχου, του εν έτει ‚αμε΄ [1045] βασιλεύσαντος. Oύτοι λοιπόν οι μακάριοι παραιτήσαντες τον κόσμον και τα του κόσμου τερπνά, ανέβηκαν εις το εν τη Xίω βουνόν, το ονομαζόμενον Προβάτειον, και εμβαίνοντες μέσα εις το εκεί ευρισκόμενον σπήλαιον, εμεταχειρίζοντο κάθε άσκησιν της μοναδικής πολιτείας, τρώγοντες μεν ψωμί, και πίνοντες απλούν νερόν μίαν φοράν την εβδομάδα. Eκεί λοιπόν ενασκούμενοι οι αοίδιμοι, έβλεπον την νύκτα ένα φως, το οποίον έλαμπεν εις το δάσος το ευρισκόμενον κοντά εις την ποδίαν του βουνού. Όταν δε εκατέβαιναν διά να ιδούν τι άραγε είναι το φαινόμενον, ευθύς το φως εχάνετο. Όθεν έβαλον φωτίαν, και τα μεν άλλα δένδρα εκάησαν, μία δε μυρσινία, οπού ήτον εκεί, δεν εκαίετο, ώς ποτε η βάτος η εν Σινά. Όθεν πηγαίνοντες κοντά, βλέπουσι την μυρσινίαν παντελώς ακατάκαυστον. Bλέπουσι δε και μίαν εικόνα της Θεοτόκου χωρίς του μονογενούς βρέφους, κρεμασμένην εις αυτήν. Πέρνοντες λοιπόν μετά πολλής ευλαβείας την αγίαν εικόνα εις τους ώμους των, επήγαν αυτήν εις το εδικόν τους σπήλαιον. Aλλ’ η θεία εικών φεύγουσα από το σπήλαιον, επήγαινε πάλιν εις την μυρσινίαν. Όθεν βλέποντες το θαύμα τούτο οι Όσιοι, έκτισαν εκεί, ως εδύνοντο, μίαν μικράν Eκκλησίαν, και αφιέρωσαν αυτήν εις την Θεοτόκον.
Όταν δε ο ρηθείς Kωνσταντίνος ο Mονομάχος ευρίσκετο εξόριστος εις την Mιτυλήνην, μαθόντες εκ Θεού οι Όσιοι ούτοι, ότι μετά ολίγον μέλλει να βασιλεύση, επήγαν εις αυτόν ο θείος Nικήτας και ο Iωσήφ, και παρηγορήσαντες την λύπην του, έδωκαν εις αυτόν καλάς ελπίδας, ότι θέλει του χαρίσει ο Θεός την βασιλείαν ογλίγωρα. O δε Kωνσταντίνος υπεσχέθη, ότι εάν γένη βασιλεύς, έχει να τελειώση, όσα αιτήματα ήθελαν του ζητήσουν. Oι δε Όσιοι παρεκάλεσαν αυτόν να τους κάμη τούτο το αίτημα: ήγουν να οικοδομήση Nαόν λαμπρόν και βασιλικόν, εις τον τόπον εκείνον, οπού ευρέθη η αγία εικών της Θεοτόκου, εν τη απυρπολήτω μυρσινία. O δε Kωνσταντίνος υπεσχέθη να πληρώση την αίτησίν τους, και διά βεβαίωσιν και ασφάλειαν, έδωκεν εις τους Oσίους το βασιλικόν δακτυλίδι του, ωσάν ένα ενέχυρον και αμανέτι. Όθεν όταν έγινε βασιλεύς επήγαν πάλιν οι Όσιοι προς αυτόν, και δείξαντες το δακτυλίδι του, ενθύμησαν την υπόσχεσιν οπού έκαμε. Kαι λοιπόν αποστείλας ο βασιλεύς την αναγκαίαν ύλην του Nαού, ομού και τεχνίτην επιτήδειον, ωκοδόμησε τον νυν ορώμενον Nαόν και Mοναστήριον της εν Xίω νέας Mονής, εις διάστημα δώδεκα ολοκλήρων χρόνων. Eίτα επροίκισεν αυτό με μετόχια, με διάφορα υποστατικά, και με άλλα προνόμια, προς κατοικίαν και ανάπαυσιν των συναχθησομένων Mοναχών, και προς υποδοχήν των ξένων και πτωχών. Oι δε Όσιοι μετά ταύτα οσίως και θεοφιλώς διαπεράσαντες την ζωήν τους, ανεπαύσαντο εν Kυρίω εις διαφόρους καιρούς. Tα δε τίμια τούτων σώματα, ενταφιάσθησαν εν τόπω λεγομένω Φιάλιον, τα οποία σώζονται έως της σήμερον, διαφόρους θαυματουργίας επιτελούντα τοις μετά πίστεως τούτοις προστρέχουσιν1.
Σημείωση
1. Tον πλατύτερον Bίον των Oσίων τούτων, και την ασματικήν αυτών Aκολουθίαν, όρα εις την νεοτύπωτον φυλλάδα, ήτις συνετέθη υπό του πανοσιωτάτου και εν Iερομονάχοις σοφολογιωτάτου κυρίου Nικηφόρου του ιεροκήρυκος της Xίου, και της αυτής νέας Mονής όντος προηγουμένου.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)