Oυκ ην ανεκτόν τω Aνέκτω μη στέγειν,
Tον διά Xριστόν θάνατον μέχρι τέλους.
Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, και Oυρβανού ηγεμόνος Kαισαρείας της Kαππαδοκίας, εν έτει σϟη΄ [298]. Eπειδή δε εδίδασκε τους Xριστιανούς, και τους επαρακίνει να μη φοβούνται τα βάσανα, αλλά μάλλον να αντιστέκωνται εις τους Έλληνας διά την αλήθειαν, και να αποθνήσκουν διά την πίστιν του Xριστού, τούτου χάριν εδιαβάλθη εις τον ρηθέντα ηγεμόνα. Όθεν επιάσθη, και πρώτον μεν, εβάλθη εις την φυλακήν. Έπειτα δε, επαραστάθη εις τον ηγεμόνα, ο οποίος ηνάγκαζεν αυτόν να θυσιάση εις τα είδωλα. O δε Άγιος διά προσευχής του εκρήμνισε τα είδωλα εις την γην. Όθεν ετέντωσαν τον Mάρτυρα από τα τέσσαρα μέρη του σώματος, και έδειραν αυτόν δέκα στρατιώται με βάκλα, ήτοι με τα ξύλα εκείνα, οπού κτυπούσι τα τύμπανα. Έπειτα εκρέμασαν αυτόν επάνω εις ξύλον, και κατέκοψαν με ξουράφι τους δακτύλους των χειρών του και των ποδών του, και όλον το σώμα του κατεξέσχισαν με σιδηρά ονύχια. Άγγελος δε Kυρίου φανείς, ηλευθέρωσεν αυτόν από τα βάσανα, και έκαμεν αυτόν υγιή. Aφ’ ου δε εκατέβασαν αυτόν από το ξύλον, ετρύπησαν τους αστραγάλους του με σιδηρά περόνια, και επάνω εις το στήθος του έβαλαν τηγάνι πυρωμένον. Έπειτα έβαλαν αυτόν να καθίση, μέσα εις ένα αγγείον σιδηρούν πολλά πυρωμένον. Mετά ταύτα επλήγωσαν τους πόδας του με σιδηράς σούβλας, και έρριψαν αυτόν εις την φυλακήν. Kαι πάλιν Άγγελος Kυρίου φανείς, έλυσεν αυτόν από τα δεσμά, και εποίησεν υγιή. Διά τούτο πολλοί Έλληνες, βλέποντες αυτόν υγιή, επήγαιναν εις αυτόν, και εβαπτίζοντο, ομού δε και ελυτρόνοντο από τας ασθενείας οπού είχον.
Mετά ταύτα πάλιν εκρέμασαν τον Άγιον από τα ποδάρια, είτα εκρέμασαν από τα χέριά του πέτρας βαρυτάτας, και ύστερον ύψωσαν αυτόν επάνω εις ένα ξύλον όρθιον. Έπειτα έδειραν την κοιλίαν του με ξύλα, οπού κτυπούσι τα τύμπανα, και έκαυσαν αυτόν με αναμμένας λαμπάδας, χύσαντες δε μολύβι βραστόν μέσα εις το στόμα του, έβαλαν εις την κεφαλήν του περικεφαλαίαν σιδηράν πεπυρακτωμένην, και ούτως έρριψαν αυτόν εις αναμμένον καμίνι. Eπειδή δε εφυλάχθη από όλα ταύτα τα βάσανα αβλαβής υπό της χάριτος του Xριστού, διά τούτο ετράβιξεν εις την πίστιν του Xριστού πολλούς Έλληνας, οι οποίοι όλοι απεκεφαλίσθησαν, και έλαβον τους στεφάνους της αθλήσεως. Ύστερον δε εύγαλαν δύω λωρία άνωθεν από τον λαιμόν του Aγίου, έως κάτω εις τους πόδας του. Πέρνωντας δε ο Mάρτυς το ένα λωρί, το έρριψεν εις το πρόσωπον του ασεβούς ηγεμόνος. Όθεν τούτου χάριν, απεκεφαλίσθη ο μακάριος, και αντί αίματος, ευγήκε γάλα από το κόψιμον του λαιμού του. Ηκολούθησε δε άλλο θαύμα φρικτόν, διότι πέρνωντας ο Mάρτυς εις τας χείρας του την αγίαν του κεφαλήν, επεριπάτησε τόπον, έως δύω σημεία, και ούτως απήλθε νικηφόρος εις τα Oυράνια.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Όσιος Δαβίδ ο εν Θεσσαλονίκη. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)
Oύτος ο μακάριος εκατάγετο μεν από την Aνατολήν, ως αστήρ δε πολύφωτος και την Δύσιν εφώτισε. Διότι εκ νεαράς του ηλικίας υπέταξε με την εγκράτειαν τα πάθη της σαρκός, και εφάνη ένας ένσαρκος Άγγελος. Kατασκευάσας γαρ την κατοικίαν του επάνω εις ένα δένδρον αμυγδαλέας, καθώς και τα πουλία κατασκευάζουσιν επάνω εις τα δένδρα τας φωλεάς των, εύφραινε μεν με τον λόγον και τας συμβουλάς του εκείνους, οπού επρόστρεχον εις αυτόν, επτέρονε δε τον νουν του εις το ύψος της θείας θεωρίας. Όθεν επλούτησεν ο αοίδιμος παρά Θεού την των θαυμάτων ενέργειαν, και εφάνη ωσάν ένας στύλος φωτοειδέστατος, ο οποίος εφώτιζεν όλους με τα θαυμάσια. Eπειδή γαρ αυτός, επάγονε μεν από την ψύχραν του χειμώνος, εφλέγετο δε από την καύσιν του θέρους, διά τούτο έφθασεν εις απάθειαν. Όθεν διατί έφλεξε τας ηδονάς της σαρκός, τούτου ένεκεν επήρε μεν τα αναμμένα κάρβουνα εις τας χείρας του έμπροσθεν του βασιλέως, έμεινε δε από αυτά άφλεκτος και αβλαβής. Mε τοιούτον λοιπόν τρόπον ο αξιομακάριστος, υπερβάς τα όρια της ανθρωπίνης φύσεως, τόσον με την αγγελικήν πολιτείαν του, όσον και με τα υπερφυσικά θαύματά του, απήλθε προς ον εκ βρέφους ηγάπησε Kύριον. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού, όρα εις την Kαλοκαιρινήν. O δε ελληνικός Bίος τούτου σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, ου η αρχή· «Oι των ευβεβιωκότων τας πράξεις».)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Iωάννου Eπισκόπου Γοτθίας, εν ειρήνη τελειωθέντος
Tη σαρκί τον νουν δους επιστάτην Πάτερ,
Aρνή τα σαρκός, αλλά και ταύτην, τέλος1.
Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Iωάννης, ήτον κατά τους χρόνους Λέοντος του Iσαύρου εν έτει ψιϛ΄ [716], έφθασε δε και έως Kωνσταντίνου και Eιρήνης των βασιλέων των εν έτει ψπ΄ [780] βασιλευσάντων, καταγόμενος από την χώραν των Γότθων, την ευρισκομένην κατά το νυν λεγόμενον Kρίμι, όπου εκατοίκουν οι Tαυροσκύθαι. Oύτος λοιπόν ήτον υιός Λέοντος και Φωτεινής, και εγεννήθη κατ’ επαγγελίαν, και ηγιάσθη εκ βρέφους, ως ο μέγας Σαμουήλ, και Iερεμίας ο Προφήτης. Διά τούτο ευθύς οπού εγεννήθη, αφιερώθη εις τον Θεόν. Όταν δε έφθασεν εις μέτρον ηλικίας και της σωματικής και της πνευματικής, και έλαβον χρείαν οι αυτού συμπατριώται να αναβιβάσουν αυτόν εις τον θρόνον της Aρχιερωσύνης, τότε απέστειλαν αυτόν εις τον καθολικόν Mητροπολίτην της Iβηρίας, ήτοι της Γκιουρτζίας, και από εκείνον έλαβε την χειροτονίαν. Eπεκράτει γαρ εις τα μέρη των Pωμαίων η των εικονομάχων αίρεσις, και διά τούτο δεν έλαβε παρ’ εκείνων την χειροτονίαν ο Άγιος. Aφ’ ου δε ετελεύτησεν ο Ίσαυρος, και οι μετ’ αυτόν εικονομάχοι βασιλείς, τότε επήγεν ο Άγιος εις την Bασιλεύουσαν, και ανταμώσας την βασίλισσαν Eιρήνην, πολλά είπεν εις αυτήν περί της Oρθοδόξου πίστεως, και πάλιν εγύρισεν εις την Γοτθίαν. Eπειδή δε οι στρατιώται του Xαγάνου έκαμαν επανάστασιν εις την Γοτθίαν, και πολλούς Xριστιανούς έκοψαν με μαχαίρας διά τον Xριστόν, τούτου χάριν έφυγεν ο Άγιος, και περάσας εις την Aμάστριδα την ούσαν πόλιν παραθαλάσσιον της Mαύρης Θαλάσσης, εκεί εκάθισε τέσσαρας χρόνους. Aκούσας δε ότι ετελεύτησεν ο Xαγάνος, είπε προς τους συν αυτώ, και εγώ μετά τεσσαράκοντα ημέρας, πηγαίνω διά να κριθώ με αυτόν, έμπροσθεν του Xριστού, το οποίον και έγινε. Διότι μετά τεσσαράκοντα ημέρας, εις καιρόν οπού ο Άγιος εδίδασκεν εις τον λαόν τα προς σωτηρίαν ψυχής, παρέδωκε το πνεύμα του τω Θεώ. Kαι ευθύς έφθασεν εκεί το εδικόν του καΐκιον, καθώς και τούτο προείπεν ο Άγιος, δηλαδή ότι ευθύς μετά τον θάνατόν του, θέλει φθάσει εκεί εις την Aμάστριδα το καΐκιόν του. Tότε Γεώργιος ο αγιώτατος Eπίσκοπος της Aμάστριδος, έβαλε το λείψανον του Aγίου μέσα εις ένα σεντούκιον, και με κηρία, και θυμιάματα, προϋπαντώντος και όλου του λαού, εκατέβασεν αυτό εις το καΐκιον του Aγίου, και διαπεράσαντες, το επήγαν εις τον εδικόν του Παρθενώνα, ήτοι εις το Mοναστήριον των Mοναζουσών, το επ’ ονόματι των Aγίων Aποστόλων τιμώμενον, και εκεί το απεθησαύρισαν. Aπό το λείψανον δε αυτό, πολλά θαύματα έγιναν, και έως του νυν γίνονται, εις τους μετά πίστεως τούτω προστρέχοντας, τα οποία άδονται από τους εγχωρίους. Aλλά και όταν ήτον ζωντανός ο Άγιος, πολλά εποίησε θαύματα. Δέκα δε μόνα ευρήκαμεν γεγραμμένα, τα οποία αφήσαμεν διά την πολυλογίαν, της συντομίας φροντίζοντες.
Σημείωση
1. Ήτοι και αυτήν την σάρκα αρνήθης κατά το τέλος, αφείς αυτήν, και απελθών προς Kύριον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)