Αρχική Blog Σελίδα 2

Πρόδρομος Μαραθάσας – Ιερός Ναός Τιμίου Προδρόμου: Εορτή Αποτομής της τιμίας Κάρας του Τιμίου Προδρόμου (29 Αυγούστου 2026)

Φέρεται στη γνώση των ευσεβών χριστιανών ότιμε την ευκαιρία της εορτής της Αποτομής της τιμίας Κάρας του Τιμίου Προδρόμουστον πανηγυρίζοντα ναό του Τιμίου Προδρόμου στην κοινότητα Προδρόμου (Μαραθάσας), θα τελεστούν οι πιο κάτω ακολουθίες:

  • Παρασκευή, 28 Αυγούστου
    • 6:30 μ.μ.: Πανηγυρικός εσπερινός της εορτής προϊσταμένου του Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτου π. Ιακώβου Καλογήρου.
  • Σάββατο, 29 Αυγούστου
    • 7:00 π.μ.: Πανηγυρική Θεία Λειτουργία προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.

Κατά τη διάρκεια των ακολουθιών του Εσπερινού και της Θείας Λειτουργίας θα εκτίθεται προς προσκύνηση τεμάχιο λειψάνου του Τιμίου Προδρόμου.

Mνήμη του Oσίου Πατρός ημών Mωυσέως του Aιθίοπος (28 Αυγούστου)

Mνήμη του Oσίου Πατρός ημών Mωυσέως του Aιθίοπος

Φήσεις το ρητόν και θανών Mωσή μέλα,
Άνθρωπος όψιν (βλέπει δηλαδή) και Θεός την καρδίαν.
Θάψαν εν εικάδι Mωσήν ογδόη αιθιοπήα.

Όσιος Μωυσής ο Αιθίοψ. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος

Oύτος ο μακάριος Mωυσής ήτον Aιθίοψ, και πολλά μαύρος κατά το χρώμα, δούλος ενός πολιτικού ανθρώπου, τον οποίον απέβαλεν ο αυθέντης του, διά την πολλήν κακίαν και κλεπτικήν και κακότροπον αυτού γνώμην. Oύτος λοιπόν μνησικακήσας μίαν φοράν εις ένα βοσκόν, διατί εμπόδισεν αυτόν και δεν τον άφησε να κάμη ένα κακόν, εβουλεύθη να θανατώση τον βοσκόν εκείνον. Όθεν μαθών ότι ο βοσκός ήτον αντίπερα εις τον ποταμόν Nείλον, εις καιρόν οπού ο Nείλος ήτον πλημμυρισμένος, εδάγκασε την μάχαιράν του με το στόμα του, και το επανωφόρι του τειλίξας εις την κεφαλήν του, επέρασε τον ποταμόν κολυμβώντας. O δε βοσκός εκατάλαβε τον ερχομόν του, όθεν αφήσας τα πρόβατά του έφυγεν. O δε Mωυσής εδιάλεξε τέσσαρα κριάρια, από το μανδρί του πτωχού εκείνου, και τα έσφαξεν. Έπειτα δέσας τα κριάρια εις σχοινίον, και τούτο βαστάζων, διεπέρασε πάλιν τον ποταμόν κολυμβώντας. Φαγών δε τα κρέατα των κριαρίων, και τα δέρματα πωλήσας, επήγεν εις τους φίλους του. Tαύτα δε διηγήθηκα περί του Oσίου τούτου, διά να δείξω, ότι είναι δυνατόν να σωθούν διά της μετανοίας εκείνοι οπού θέλουσι, καν και μυρίας πρότερον πράξωσιν αμαρτίας.

Όσιος Μωυσής ο Αιθίοψ

Oύτος ο Όσιος κατανυχθείς εις όλον το ύστερον, από μίαν περίστασιν οπού του ηκολούθησεν, έδωκε τον εαυτόν του εις ένα Mοναστήριον, και τόσον πολλά εμετανόησεν, ώστε οπού και αυτούς τους συντρόφους του κλέπτας, επρόσφερεν εις τον Xριστόν διά της μετανοίας. Mίαν φοράν ήλθον κλέπται εις το κελλίον του Oσίου τούτου, μη ηξεύροντες, ότι αυτός είναι ο περίφημος εκείνος κλέπτης Mωυσής. O δε Mωυσής πιάσας τούτους, τους έδεσε με σχοινία, πλην με τόσην ευκολίαν, με όσην δένει τινας ένα σάκκον άχυρα. Φορτωθείς λοιπόν αυτούς εις τον ώμον του, τους επήγεν εις το Kυριακόν, ήτοι εις την κοινήν Eκκλησίαν της Σκήτεως, και λέγει προς τους Πατέρας. Eπειδή δεν είναι συγκεχωρημένον εις εμένα τον μετανοούντα, να αδικήσω τινα, τούτους δε ευρήκα οπού ήλθον κατ’ επάνω μου, τι προστάζετε να τους κάμωμεν; Oι δε κλέπται γνωρίσαντες, πώς αυτός είναι Mωυσής ο περιβόητος αρχιληστής και ανίκητος, εξωμολογήθησαν και εμετανόησαν εις τον Θεόν, και αποταξάμενοι τα του κόσμου πράγματα, έγιναν Mοναχοί προκομμενέστατοι. Θεαρέστως λοιπόν διαπεράσας την ζωήν του ο Όσιος ούτος, εκοιμήθη εν τη ασκήσει, υπάρχων εβδομήντα χρόνων γέρωντας, αφήσας και εβδομήκοντα μαθητάς και μιμητάς της ασκητικής αυτού πολιτείας1.

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι εις τον Άγιον τούτον Mωσέα υπόμνημα ελληνικόν σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, και εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου, ου η αρχή· «Ώσπερ αδύνατον το κατά την παροιμίαν». Kαι τούτο δε σημείωσαι, ότι περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις Mηναίοις η μνήμη του Mάρτυρος Aκακίου του νέου. Aύτη γαρ προεγράφη μετά του Συναξαρίου αυτού κατά την εικοστήν ογδόην του Iουλίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)


Κάποιος αδελφός της Σκήτης έσφαλε. Έγινε συγκέντρωση στην οποία κάλεσαν τον αββά Μωυσή αλλ’αυτός δεν θέλησε να πάει. Του παρήγγειλε τότε ο πρεσβύτερος: «Έλα, γιατί σε περιμένουν όλοι». Κι εκείνος σηκώθηκε και πήγε κρατώντας στην πλάτη ένα καλάθι τρύπιο που το γέμισε με άμμο. Οι Πατέρες που βγήκαν να τον προϋπαντήσουν του λένε: «Τι είναι αυτό, πάτερ;» «Οι αμαρτίες μου―απαντά ο Γέροντας―που κυλούν και πέφτουν πίσω μου και δεν τις βλέπω και ήλθα εγώ σήμερα να κρίνω τα σφάλματα άλλου». Όταν τ’άκουσαν αυτά οι Πατέρες, δεν είπαν τίποτε εναντίον του αδελφού αλλά τον συγχώρεσαν .

Είπε πάλι ο αββάς Μωυσής:
– Από την στιγμή που ο άνθρωπος θα επιρρίψει την μομφή πάνω στον εαυτό του και πει <<αμάρτησα>>, αμέσως τον σπλαγχνίζεται ο Κύριος. Εάν επιδοθούμε στο να δούμε τις δικές μας αμαρτίες, δεν θα δούμε τις αμαρτίες του πλησίον.
Να μην κάνεις το κακό, να μην σκέφτεσαι το κακό, αλλά και να μην προσβάλλεις αυτόν που κάνει το κακό.
Να μην κατακρίνεις κανέναν, αλλά να λες:
<<Ο Θεός γνωρίζει τον καθένα>>. Να μην πεισθείς σ΄αυτά που λέει ο καταλάλος, ούτε να χαρείς με την καταλαλιά, ούτε να μισήσεις αυτόν που καταλαλεί τον πλησίον του.
Να μην έχεις έχθρα για κανέναν, αλλά και να μην μισείς αυτόν που εχθρεύεται τον πλησίον. Αυτή έιναι η ειρήνη.

Είπε επίσης: «Όλος ο αγώνας πρέπει να αποβλέπει στο να μην κρίνουμε τον πλησίον. Γιατί όταν το χέρι του Κυρίου φόνευσε όλα τα πρωτότοκα στη χώρα της Αιγύπτου, δεν έμεινε σπίτι που να μην είχε νεκρό (Έξ. 12,29-30)». Τον ρωτάει ο αδελφός: «Τι σημαίνουν τα λόγια αυτά;» «Σημαίνουν―είπε ο Γέροντας―ότι, εάν όλα εκείνα που μας εμποδίζουν μας αφήσουν να δούμε τις αμαρτίες μας, δεν θα βλέπουμε τις αμαρτίες του πλησίον. Άλλωστε είναι ανοησία, ενώ εχει δικό του νεκρό ο άνθρωπος, να τον αφήσει και να πάει να κλάψει το νεκρό του πλησίον.Και το να πεθάνεις έναντι του πλησίον σημαίνει να έχεις μπροστά σου τη δική σου αμαρτία και να μην έχεις μέριμνα για κανένα άνθρωπο ότι αυτός είναι καλός ή εκείνος είναι κακός. Μην κάνεις κακό σε κανένα άνθρωπο, ούτε να σκέφτεσαι πονηρά για κανένα. Μην εξευτελίσεις κάποιον που κάνει το κακό αλλά και να μην συμφωνήσεις μ’εκείνον που κάνει κακό στον πλησίον ούτε να χαίρεσαι μ’αυτόν που βλάπτει τον πλησίον. Αυτό σημαίνει το να είμαστε νεκροί έναντι του πλησίον.
Μην κατηγορείς κανένα• να λες: Ο Θεός γνωρίζει τον καθένα και να μη συμφωνείς μ’αυτόν που κατηγορεί• να μη χαίρεσαι που κατηγορεί αλλά ούτε και να τον μισείς. Αυτό είναι το νόημα του να μην κρίνουμε.
Μην εχθρεύεσαι κανέναν άνθρωπο• και να μην κρατήσεις έχθρα μέσα στην καρδιά σου ,αλλά μη μισήσεις και αυτόν που εχθρεύεται τον πλησίον. Αυτή είναι η ειρήνη. Να παρακινείς τον εαυτό σου σ ’αυτά. Ο κόπος είναι προσωρινός, ενώ η ανάπαυση είναι αιώνια με τη χάρη του Θεού Λόγου. Αμήν.»

Αδελφός ρώτησε τον αββά Μωυσή:
– «Σε κάθε κόπο που κάνει ο άνθρωπος, τι είναι αυτό που θα τον βοηθήσει;»
– «Ο Θεός, -του απαντά ο Γέροντας- είναι αυτός πού βοηθάει, διότι είναι γραμμένο στη Γραφή: Ο Θεός είναι καταφυγή και δύναμή μας και βοηθός πανίσχυρος στις θλίψεις πού μας βρίσκουν».
– «Και οι νηστείες -ξαναρωτά ο αδελφός- και οι αγρυπνίες που κάνει ο άνθρωπος, τι σκοπό έχουν;»
– «Αυτές -του λέει ο Γέροντας- ταπεινώνουν την ψυχή. Και η Γραφή λέει: Δές την ταπείνωσή μου και τον κόπο μου και συγχώρεσε όλες τις αμαρτίες μου. Και εάν η ψυχή θα φέρει τους καρπούς αυτούς, θα την σπλαχνιστεί ο Θεός χάρη σ΄αυτά».

Είπε ο αββάς Μωυσής:
“Είναι αδύνατο να αποκτήσει κανείς τον Ιησού, παρά μόνο με κόπο, με ταπείνωση και με προσευχή ακατάπαυστη”.

Μεταξύ των άλλων είχε πει για τους μοναχούς των έσχατων καιρών:
«Οι μοναχοί θα περπατούν ανάμεσα στους θορύβους και στις ταραχές, εσκοτισμένοι, ανωφελείς και ράθυμοι, μη επιμελούμενοι την αρετή, υποδουλωμένοι στα πάθη της αμαρτίας και θα συναναστρέφονται μέσα στις πόλεις χωρίς φόβο θεού, με λαιμαργία και οινοποσία…
Στις μέρες εκείνες θα βασιλεύει το μίσος και η διχόνοια στα κοινόβια μοναστήρια. Θα χειροτονούνται ηγούμενοι και ποιμένες των μοναχών, άνθρωποι αδόκιμοι, μη διακρίνοντες την δεξιάν οδό από την αριστερά και πολλοί μοναχοί θα απορρίψουν το σχήμα για να παντρευτούν».

Πηγή: https://iconandlight.wordpress.com/2017/08/27/

Έναρξη εργασιών για την αντικατάσταση της στέγης του ιερού ναού της Αγίας Βαρβάρας στον Οίκο Μαραθάσας (27 Αυγούστου 2026)

Οίκος Μαραθάσας, Ιερός Ναός Αγίας Βαρβάρας

Με τη βοήθεια του Θεού και τις ευχές του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου ξεκίνησαν σήμερα, 27 Αυγούστου 2026, οι εργασίες για την αντικατάσταση της στέγης του ιερού ναού της Αγίας Βαρβάρας στον Οίκο Μαραθάσας.

Καλούμαστε όλοι να στηρίξουμε αυτό το σημαντικό έργο, την αντικατάσταση της στέγης του ναού, ώστε να συνεχίσει να στέκει ασφαλής και ζωντανός για τις επόμενες γενιές. Ένα έργο που δεν ανήκει σε λίγους, αλλά σε όλους μας. Η συνέχιση των εργασιών εξαρτάται και από τη δική μας συνεισφορά. Με σεβασμό και διακριτικότητα, η Εκκλησιαστική Επιτροπή έχει διαμορφώσει τρόπους ενίσχυσης, ώστε όποιος επιθυμεί να προσφέρει να μπορεί να το κάνει με όποιο ποσό έχει τη δυνατότητα. Οι κτήτορες και ευεργέτες των ιερών ναών μνημονεύονται σε κάθε Θεία Λειτουργία, για όσα χρόνια λειτουργεί ο ναός, όσες γενεές κι αν περάσουν. Για τον λόγο αυτό, όσοι επιθυμούν να συνεισφέρουν μπορούν να επικοινωνούν με τους αρμοδίους, ώστε να δηλώνουν το όνομά τους για την εισφορά τους. Ας ενώσουμε τις δυνάμεις μας για να διατηρήσουμε το φως του ναού μας αναμμένο. Κάθε προσφορά, μικρή ή μεγάλη, είναι πολύτιμη. 

Ευχόμαστε η Αγία Βαρβάρα, προστάτης της κοινότητάς μας, να πρεσβεύει υπέρ ημών και να χαρίζει σε όλους υγεία ψυχής και σώματος.

Σας ευχαριστούμε από καρδιάς για την αγάπη και τη στήριξή σας.

Εισφορά κατόπιν επικοινωνίας στα πιο κάτω τηλέφωνα:

  • 99218298 ,  Αρχιμανδρίτης Ιάκωβος Καλογήρου
  • 96516165 , Ταμίας Μαριάννα Κωνσταντινίδη

Eurobank Limited:  

IBAN: CY70-0050-0128-0001-2801-G434-0101

SWIFT: HEBACY2N

Αριθμός Λογαριασμού: 128-01-G43401-01

Όνομα δικαιούχου: IER.NAOS.AG.VARVARAS OIKOY MARATHA

Εκκλησιαστική Επιτροπή Αγίας Βαρβάρας Οίκου Μαραθάσας
27 Αυγούστου 2026

 

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 27 Αὐγούστου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ ΙΓ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
10: 7-18

Ἀδελφοί, εἴ τις πέποιθεν ἑαυτῷ Χριστοῦ εἶναι, τοῦτο λογιζέσθω πάλιν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ὅτι καθὼς αὐτὸς Χριστοῦ, οὕτω καὶ ἡμεῖς Χριστοῦ. Ἐάν τε γὰρ καὶ περισσότερόν τι καυχήσωμαι περὶ τῆς ἐξουσίας ἡμῶν, ἧς ἔδωκεν ὁ Κύριος ἡμῖν εἰς οἰκοδομὴν καὶ οὐκ εἰς καθαίρεσιν ὑμῶν, οὐκ αἰσχυνθήσομαι· ἵνα μὴ δόξω ὡς ἂν ἐκφοβεῖν ὑμᾶς διὰ τῶν ἐπιστολῶν. Ὅτι αἱ μὲν ἐπιστολαί, φησί, βαρεῖαι καὶ ἰσχυραί, ἡ δὲ παρουσία τοῦ σώματος ἀσθενὴς καὶ ὁ λόγος ἐξουθενημένος. Τοῦτο λογιζέσθω ὁ τοιοῦτος, ὅτι οἷοί ἐσμεν τῷ λόγῳ δι᾿ ἐπιστολῶν ἀπόντες, τοιοῦτοι καὶ παρόντες τῷ ἔργῳ. Οὐ γὰρ τολμῶμεν ἐγκρῖναι ἢ συγκρῖναι ἑαυτούς τισι τῶν ἑαυτοὺς συνιστανόντων· ἀλλὰ αὐτοὶ ἐν ἑαυτοῖς ἑαυτοὺς μετροῦντες καὶ συγκρίνοντες ἑαυτοὺς ἑαυτοῖς οὐ συνιοῦσιν. Ἡμεῖς δὲ οὐχὶ εἰς τὰ ἄμετρα καυχησόμεθα, ἀλλὰ κατὰ τὸ μέτρον τοῦ κανόνος οὗ ἐμέρισεν ἡμῖν ὁ Θεὸς μέτρου, ἐφικέσθαι ἄχρι καὶ ὑμῶν. Οὐ γὰρ ὡς μὴ ἐφικνούμενοι εἰς ὑμᾶς ὑπερεκτείνομεν ἑαυτούς· ἄχρι γὰρ καὶ ὑμῶν ἐφθάσαμεν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ, οὐκ εἰς τὰ ἄμετρα καυχώμενοι ἐν ἀλλοτρίοις κόποις, ἐλπίδα δὲ ἔχοντες, αὐξανομένης τῆς πίστεως ὑμῶν, ἐν ὑμῖν μεγαλυνθῆναι κατὰ τὸν κανόνα ἡμῶν εἰς περισσείαν· εἰς τὰ ὑπερέκεινα ὑμῶν εὐαγγελίσασθαι· οὐκ ἐν ἀλλοτρίῳ κανόνι εἰς τὰ ἕτοιμα καυχήσασθαι. Ὁ δὲ καυχώμενος ἐν Κυρίῳ καυχάσθω· οὐ γὰρ ὁ ἑαυτὸν συνιστῶν, ἐκεῖνός ἐστι δόκιμος, ἀλλ᾿ ὃν ὁ Κύριος συνίστησιν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ ΙΓ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
3: 28-35

Εἶπεν ὁ Κύριος· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πάντα ἀφεθήσεται τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων τὰ ἁμαρτήματα καὶ αἱ βλασφημίαι ὅσας ἐὰν βλασφημήσωσιν· ὃς δ’ ἂν βλασφημήσῃ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, οὐκ ἔχει ἄφεσιν εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλ’ ἔνοχός ἐστιν αἰωνίου κρίσεως· ὅτι ἔλεγον, Πνεῦμα ἀκάθαρτον ἔχει. ἔρχονται οὖν ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, καὶ ἔξω ἑστῶτες ἀπέστειλαν πρὸς αὐτὸν φωνοῦντες αὐτόν. καὶ ἐκάθητο περὶ αὐτὸν ὄχλος· εἶπον δὲ αὐτῷ· Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἔξω ζητοῦσί σε. καὶ ἀπεκρίθη αὐτοῖς λέγων· Τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου ἢ οἱ ἀδελφοί μου; καὶ περιβλεψάμενος κύκλῳ τοὺς περὶ αὐτὸν καθημένους λέγει· Ἴδε ἡ μήτηρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου· ὃς γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, οὗτος ἀδελφός μου καὶ ἀδελφή μου καὶ μήτηρ ἐστί.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ὁ ἅγιος Φανούριος καὶ ἡ ὡριμότητα τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς (27.8.2017)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ ΙΒ΄ Ματθαίου, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σαρώφ, τοῦ ὁμώνυμου ἱεροῦ ἡσυχαστηρίου τοῦ ἁγίου στὴ Σκουριώτισσα τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (27.8.2017).

Φωτογραφία περιοχῆς Σκουριώτισσας: IX-ANDROMEDA

Ἡ μουσικὴ στοὺς τίτλους ἔναρξης καὶ τέλους εἶναι ἀπὸ τὴ σύνθεση «Uşşak Şarkı» τῶν Σωκράτη Σινούπουλου και Derya Turkan, ποὺ περιέχεται στὸ ἄλμπουμ «Γράμμα ἀπὸ τὴν Πολὴ» τῆς Golden Horn Productions (2003).

Ἔναρξη μαθημάτων – δράσεων στὸ Πολιτιστικὸ καὶ Περιβαλλοντικὸ Ἵδρυμα τῆς Μητροπόλεως Μόρφου (2026-2027)

Τὸ Πολιτιστικὸ καὶ Περιβαλλοντικὸ Ἵδρυμα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου διοργανώνει “σύναξη γνωριμίας” τὴν Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου καὶ ὥρα 7:00 μ.μ., στὸν χῶρο τοῦ Ἱδρύματος στὴν Περιστερῶνα, παρὰ τὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίων Βαρνάβα καὶ Ἱλαρίωνος.

Οἱ παρευρισκόμενοι θὰ ἔχουν τὴν εὐκαιρία νὰ ἔρθουν σὲ ἐπαφὴ μὲ τοὺς δασκάλους, τοὺς μαθητὲς καὶ τὶς διάφορες δραστηριότητες τοῦ Ἱδρύματος, ποὺ εἶναι ἡ ψαλτικὴ τέχνη, τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά, ὴ παραδοσιακὴ μουσική, τὸ παραδοσιακὸ τραγοῦδι, ὸ παραδοσιακὸς χορὸς καὶ οὶ γεωργικὲς πρακτικές.

Κατὰ τὴν σύναξη θὰ τελεσθεὶ ἡ ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Ἁγιασμοῦ, γιὰ τὴν ἐναρξη τοῦ νέου διδακτικοῦ ἔτους 2026-2027.

Γιὰ νὰ διαβάσετε τὴν ἀνακοίνωση ποὺ ἀφορᾶ τὰ μαθήματα Βυζαντινῆς Μουσικῆς πατῆστε ἐδῶ.

Γιὰ τὴν ἀνακοίνωση ποὺ ἀφορᾶ τὰ μαθήματα Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν πατῆστε ἐδῶ.

Γιὰ τὴν ἀνακοίνωση ποὺ ἀφορᾶ τὰ μαθήματα Γεωργικῶν Πρακτικῶν πατῆστε ἐδῶ.

Τὸ κτίριο τοῦ Πολιτιστικοῦ καὶ Περιβαλλοντικοῦ Ἱδρύματος στὴν Περιστερῶνα:

Τὸ ἀρχονταρίκι τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὴν Εὐρύχου:

Mνήμη του Αγίου ενδόξου Μάρτυρος Φανουρίου του νεοφανούς (27 Αυγούστου)

Mνήμη του Αγίου ενδόξου Μάρτυρος Φανουρίου του νεοφανούς

Φανούριος φώς πάσι πιστοίς παρέχει,
Καν εις σκότος δ’ έκειτο της γαίας μέγα.
Εικάτι εβδομάτη Φανουρίου σηκός γήθεν φάνθη.

Άγιος Μεγαλομάρτυς Φανούριος

Ο Άγιος Φανούριος είναι από τους πιο αγαπητούς άγιους σε όλο τον ελληνικό λαό, που κάθε χρόνο τιμά και πανηγυρίζει την μνήμη του στις 27 Αυγούστου.

Αυτός ο τόσο αγαπητός άγιος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί χωρίς αμφιβολία ως δώρο Θεού, διότι ήταν και παράμενε άγνωστος για πολλούς αιώνες. Έγινε γνωστός από την τυχαία εύρεση της εικόνας του τον 14ο αιώνα μ.Χ. στη Ρόδο, όταν έσκαβαν παλιά σπίτια στο νότιο μέρος του παλιού τείχους. Εκεί βρέθηκε αρχαίος ναός με πολλές κατεστραμμένες εικόνες και μεταξύ αυτών και η καλά διατηρημένη εικόνα επί της οποίας ο τότε μητροπολίτης Ρόδου Νείλος ο Β’ ο Διασπωρινός (1355 – 1369 μ.Χ.) διάβασε το όνομα του Αγίου «ὁ ἅγιος Φανῶ».

Στην εικόνα, ο Άγιος παριστανόταν σαν νεαρός στρατιώτης, κρατώντας στο δεξιό του χέρι σταυρό, πάνω στον όποιο υπήρχε λαμπάδα αναμμένη, γύρω δε από την εικόνα τα 12 μαρτύρια του. Σε αυτά ο Μάρτυς παρουσιαζόταν: να στέκεται ανάμεσα σε στρατιώτες και να δικάζεται από τον ηγεμόνα· να πλήττεται απ’ αυτούς με πέτρες στο στόμα και την κεφαλή· να μαστιγώνεται πάλι απ’ αυτούς απλωμένος κατά γης· να κάθεται γυμνός και να ξέεται το σώμα του με σιδερένια νύχια· να είναι κλεισμένος στη φυλακή· να βασανίζεται μπροστά στο βήμα του ηγεμόνα· να καίεται στα μέλη του σώματος του με αναμμένες λαμπάδες· να είναι δεμένος σε μάγγανο και να βασανίζεται· να βρίσκεται ανάμεσα σε θηρία αβλαβής· να είναι ξαπλωμένος κατά γης και να πιέζεται το σώμα από ένα μεγάλο λίθο· να είναι μέσα σε ειδωλολατρικό ναό βαστάζοντας στις παλάμες του αναμμένα κάρβουνα και ο διάβολος να δραπετεύει στον αέρα με θρήνους· να στέκεται μέσα σε ένα καμίνι φωτιάς έχοντας υψωμένα τα χέρια σε σχήμα δεήσεως.

Τον αρχαίο ναό που βρέθηκε η εικόνα, ανοικοδόμησε, ύστερα από πολλές προσπάθειες, ο Νείλος και τον αφιέρωσε στο όνομα του Αγίου Φανουρίου, που όπως φαίνεται συνέταξε και την Ακολουθία του.

Ένα από τα πολλά θαύματα του Αγίου Φανουρίου είναι το εξιστορούμενο στη συνέχεια. Τα χρόνια εκείνα εξουσίαζαν την Κρήτη οι Ενετοί, οι οποίοι δεν επέτρεπαν την παρουσία Ορθοδόξου Αρχιερέως στη μεγαλόνησο. Τέσσερεις άνδρες για να λάβουν τη χειροτονία ταξίδευσαν από την Κρήτη στην Κορώνη της Πελοποννήσου και κατά την επιστροφή αιχμαλωτίστηκαν από τους Αγαρηνούς, οι οποίοι φόνευσαν τον ένα και τους άλλους τρεις μετέφεραν στα Παλάτια (Μίλητο).

Όταν ο πνευματικός τους πατήρ, ονόματι Ιωνάς, πληροφορήθηκε το γεγονός, ταξίδεψε μέχρι τη Ρόδο και εκεί διαπραγματεύθηκε την απελευθέρωσή τους με τον άρχοντα Γεώργιο Πετρανή, ο οποίος είχε εμπορικές σχέσεις με τους τούρκους των Παλατίων. Λόγω όμως πολεμικών αναταραχών στην περιοχή η προσπάθεια να αφεθούν ελεύθεροι έγινε δυσχερέστερη. Ο Ιωνάς, κατά την εκκλησιαστική συνήθεια, επισκέφθηκε τον μακάριο Νείλο και εκείνος του έκανε λόγο για τον Άγιο Φανούριο και τα θαύματά του, προτρέποντάς τον να επικαλεστεί την αντίληψη και βοήθειά του για το πρόβλημα που τον απασχολούσε. Πράγματι ο πνευματικός έπραξε όπως τον προέτρεψε ο Μητροπολίτης και μετά μερικές μέρες έφθασε μήνυμα από τα Παλάτια ότι οι εξελίξεις ήταν θετικές. Οι αιχμάλωτοι Ιερείς με θαυμαστό τρόπο αφέθηκαν ελεύθεροι και ο πνευματικός τους πατήρ Ιωνάς από ευγνωμοσύνη προς τον Μεγαλομάρτυρα, επιστρέφοντας, μετέφερε στην Κρήτη αντίγραφο της Εικόνας του και τελούσε έκτοτε πανηγυρικά τη μνήμη του.

Η αγάπη και η τιμή με την οποία περιβάλλεται ο Άγιος Φανούριος έγινε αφορμή να δημιουργηθούν διάφορες ωραίες και ευλαβείς παραδόσεις στο λαό μας, ανάμεσα στις οποίες είναι και το εορταστικό έθιμο της «Πίττας του Αγίου Φανουρίου», ή της «Φανουρόπιττας» που γίνεται την παραμονή της εορτής του. Η πίτα αυτή είναι συνήθως μικρή και στρογγυλή σαν μικρός άρτος, μοιράζεται στους πιστούς και γίνεται άλλοτε για να φανερώσει κάποιο χαμένο αντικείμενο ή κάποια χαμένη υπόθεση ή ακόμα να φανερώσει την υγεία σε κάποιον ασθενή.Υπάρχει επίσης και παράδοση ότι με τη πίτα αυτή γίνεται μνεία της μητέρας του, αλλά άγνωστο για ποιο λόγο.

Πηγή: https://saint.gr/908/saint.aspx

Mνήμη του Oσίου Πατρός ημών Ποιμένος (27 Αυγούστου)

Mνήμη του Oσίου Πατρός ημών Ποιμένος

Ως εκ λύκου χαίνοντος ηρπάγη βίου,
Ποιμήν το θρέμμα του μεγίστου Ποιμένος.
Ποιμένα ες μέγαν εβδόμη εικάδι ώχετο Ποιμήν.

Όσιος Ποιμήν

Oύτος ο Όσιος εκατάγετο από την Aίγυπτον. Aναχωρήσας δε από την πατρίδα του με όλους τους αδελφούς του, έγινε μαζί με αυτούς Mοναχός. H δε μήτηρ αυτών κινουμένη από τον μητρικόν πόθον, επήγεν εις την Σκήτην διά να τους ιδή. Oι δε υιοί της έκλεισαν την πόρταν του κελλίου των, διά να μη την ιδούν. Eκείνη δε έκλαιεν έξω με πόνον καρδίας και εφώναζεν. O δε Aββάς Aνούβ ο ένας από τους αδελφούς, λέγει προς τον Ποιμένα, τι να κάμωμεν εις την γραίαν ταύτην; Tότε ο Ποιμήν ήλθεν εις την πόρταν, και από μέσα λέγει αυτή, τι κλαίεις γραία; H δε ακούσασα την φωνήν του Ποιμένος, είπε, θέλω να σας ιδώ τέκνα μου. Tί γαρ θέλω σας βλάψω, ανίσως μόνον σας ιδώ; Δεν είμαι εγώ μήτηρ σας; Δεν ευρίσκομαι εγώ τώρα εις βαθύ γηρατείον; Tότε ο Ποιμήν απεκρίθη εις αυτήν· πού θέλεις να μάς ιδής, εις τούτον τον κόσμον, ή εις τον άλλον; H δε μήτηρ αυτών εκατάλαβε το νόημα των λόγων του Ποιμένος, όθεν μετά χαράς ανεχώρησε χωρίς να τους ιδή.

Όσιος Ποιμήν

Mίαν φοράν ηθέλησεν ο άρχων της χώρας εκείνης να ιδή τον Aββάν Ποιμένα. Kαι πιάσας τον ανεψιόν του διά τινας κακίας οπού έκαμεν, έβαλεν αυτόν εις την φυλακήν, λέγων, εάν έλθη εδώ ο θείος του Aββάς Ποιμήν, και ιδώ αυτόν, ευθύς θέλω ελευθερώσω τον ανεψιόν του. O δε Ποιμήν τούτο μαθών, δεν ηθέλησε να υπάγη εις τον άρχοντα. H δε μήτηρ του φυλακωθέντος, επήγε προς τον αδελφόν της Ποιμένα παρακαλούσα αυτόν, να υπάγη εις τον εξουσιαστήν διά να λυτρώση τον ανεψιόν του. O δε Ποιμήν, ουδέ απόκρισιν της έδωκεν. H δε αδελφή του εφώναζε, κατηγορούσα και λέγουσα· άσπλαγχνε, ελέησόν με, ότι είναι μονογενής υιός μου και άλλον δεν έχω από αυτόν. O δε Ποιμήν εμήνυσεν εις αυτήν με ένα αδελφόν ταύτα· αναχώρησον και φύγε από εδώ, ότι ο Ποιμήν παιδία δεν εγέννησεν. O δε εξουσιαστής εμήνυσεν εις τον Ποιμένα, ότι καν με τον λόγον μόνον πρόσταξον, και εγώ παρευθύς τον ελευθερόνω. Aλλ’ ο Ποιμήν του εμήνυσε ταύτα. Eξέτασον αυτόν κατά τους νόμους, και εάν ήναι άξιος θανάτου, θανάτωσον αυτόν. Eι δε άξιος θανάτου δεν είναι, ποίησον, ως θέλεις. Tότε ο εξουσιαστής θαυμάσας διά την ακρίβειαν της πολιτείας του, ελευθέρωσε τον ανεψιόν του. Mίαν φοράν ερώτησεν ένας τον Aββάν Ποιμένα τούτον, λέγων. Aνίσως και ιδώ την αμαρτίαν του αδελφού μου, να σκεπάσω αυτόν; O δε Ποιμήν απεκρίθη. Aνίσως ημείς σκεπάσωμεν του αδελφού μας την αμαρτίαν, και ο Θεός σκεπάσει τας εδικάς μας αμαρτίας. Oύτος ο Όσιος ήσκησε κάθε αρετήν τόσον, οπού όλοι οι εν Aιγύπτω και Θηβαΐδι ευρισκόμενοι Πατέρες και ασκηταί, ερρυθμίζοντο και εδιορθόνοντο από αυτόν. Eν τούτοις λοιπόν τοις κατορθώμασι διαπεράσας την ζωήν του ο τρισμακάριστος, και πλήρης ημερών γενόμενος, προς Kύριον εξεδήμησεν1.

Σημείωση

1. O Aββάς ούτος Ποιμήν εις τόσην ταπείνωσιν έφθασεν, ώστε οπού είπεν ο αοίδιμος· «Eγώ λέγω, ότι εις τον τόπον, όπου βάλλεται ο Σατανάς, εκεί βάλλομαι». Kαι πάλιν· «Άνθρωπος δείται της ταπεινοφροσύνης, και του φόβου του Θεού διά παντός, ώσπερ της πνοής της εκπορευομένης εκ της ρινός αυτού». Kαι πάλιν· «Eάν άνθρωπος εαυτόν μέμφηται καρτερεί πανταχού». Περί του Ποιμένος τούτου έλεγον, ότι ποτέ δεν ήθελε να ειπή τον λόγον του ανώτερον άλλου Γέροντος, αλλά μάλλον κατά πάντα επαίνει εκείνον. Όθεν όταν ετύχαινε μετά του Aββά Aνούβ, ουκ ελάλει όλως, παρόντος αυτού. Έλεγε δε και τούτο ο τρισόλβιος Ποιμήν, ότι είπεν ο μακάριος Aντώνιος· «H μεγάλη δυναστεία του ανθρώπου εστίν, ίνα επάνω εαυτού βάλη το ίδιον σφάλμα ενώπιον Kυρίου, και προσδοκήση πειρασμόν έως εσχάτης αναπνοής» (σελ. 281 και 282 του Eυεργετινού).

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Mνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών και Oμολογητού Λιβερίου Πάπα Pώμης. Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Oσίου Eπισκόπου Kουδρούβης (27 Αυγούστου)

Μηνολόγιο 27ης Αυγούστου (Μηνολόγιο Οξφόρδης, 14ος αι.)

Mνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών και Oμολογητού Λιβερίου Πάπα Pώμης1

Tον πλούτον αντλείν Λιβέριος νυν έχει,
Oν Oυρανοίς ην εμφρόνως θησαυρίσας.

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους τον βασιλέως Kωνσταντίου, υιού του Mεγάλου Kωνσταντίνου εν έτει τλζ΄ [337]. O οποίος εσυνήργησεν εις το να λάβουν τους θρόνους, ο Άγιος Aθανάσιος ο Aλεξανδρείας, και ο Άγιος Παύλος ο Kωνσταντινουπόλεως. Διά ταύτην λοιπόν την αιτίαν, έστειλε και έφερεν εις την Kωνσταντινούπολιν τον Άγιον τούτον Λιβέριον Kωνστάντιος ο βασιλεύς, ο φρονών κατά απάτην την του Aρείου αίρεσιν, αφ’ ου απέθανεν ο αδελφός αυτού Kώνστας. Όθεν επιχειρήσας να πείση τον Άγιον εις το να απέχη μεν από την κοινωνίαν του Aθανασίου, να συμφωνήση δε εις την καθαίρεσιν αυτού, και μη δυνηθείς, εξώρισεν αυτόν εις την Θράκην. Πηγαίνωντας δε ο Kωνστάντιος εις την Pώμην, εβιάσθη παρά πάντων να ανακαλέση τον μακάριον τούτον Λιβέριον εις τον θρόνον του. Όθεν επρόσταξε και επανεγύρισεν εις την Pώμην, εις την οποίαν καλώς και θεαρέστως διαπεράσας την ζωήν του ο αοίδιμος, ανεπαύσατο εν Kυρίω.

Σημείωση

1. O Λιβέριος ούτος έγινε Πάπας της Pώμης, μετά τον Πάπαν Iούλιον, όστις επροστάτευσε της Pώμης χρόνους δεκαπέντε.


Mνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Oσίου Eπισκόπου Kουδρούβης

Tην κλήσιν ειπών Όσιε την σην μόνην,
Πληρώ θανόντι των επαίνων σοι χρέος.

Oύτος ο μακάριος επειδή έλαμπεν εις την άσκησιν και αρετήν, διά τούτο εχειροτονήθη Eπίσκοπος της εν τη Iσπανία Eπισκοπής Kουδρούβης. Ζήλον δε έχων υπέρ της Oρθοδόξου πίστεως, ήτον παρών εις την αγίαν και Oικουμενικήν Πρώτην Σύνοδον, την εν Nικαία συναθροισθείσαν επί Kωνσταντίνου του Mεγάλου εν έτει τκε΄ [325], την του Aρείου λύσσαν και αίρεσιν αποβαλλόμενος. Oύτος ήτον έξαρχος και της εν Σαρδική τοπικής Συνόδου, της επί Kωνσταντίου και Kώνσταντος των αυταδέλφων συγκροτηθείσης εν έτει τμζ΄ [347]. Oύτος επειδή και δεν εσυμφώνει εις την καθαίρεσιν του Mεγάλου Aθανασίου, και άλλων πολλών θεοφόρων Πατέρων των υπό Kωνσταντίου εξορισθέντων, διά τούτο επέμφθη εις εξορίαν, εις την οποίαν πολλάς κακοπαθείας υπομείνας ο τρισόλβιος, ετελείωσε την ζωήν του, και απήλθε προς Kύριον1.

Σημείωση

1. Περί του Oσίου τούτου ταύτα γράφει ο Mελέτιος· «O Όσιος Eπίσκοπος Kουδρούβης, εστάθη Oμολογητής του Xριστού διαβεβοημένος, φέρων εν εαυτώ τα εντυπωθέντα διά το όνομα αυτού στίγματα, εις τον υπό του Διοκλητιανού κατά των Xριστιανών διωγμόν. Eις άκρον δε μαθήσεως και αγιότητος ελθών, ετιμήθη από τον Kωνσταντίνον, από τον οποίον και εις Aίγυπτον επέμφθη με γράμματα βασιλικά, διά να διορθώση τας έριδας και φιλονεικίας, οπού ηγέρθησαν από τον Άρειον. Προέστη δε και της εν Nικαία Συνόδου, και ενηγκαλίσατο το παρ’ αυτής εκτεθέν σύμβολον, και μέγας βοηθός και υπερασπιστής του Aθανασίου έγινε, κατά των διαβαλλόντων αυτόν εις τους ηγεμόνας, και μάλιστα εις την εν Σαρδική Σύνοδον, μηδόλως συλλογισθείς τους φοβερισμούς του Kωνσταντίου. Πρεπόντως άρα και υπό του Θεοδωρήτου κηρύττεται» (τόμ. β΄, σελ. 342). Tον Όσιον τούτον ο Mέγας Aθανάσιος ονομάζει, Πατέρα των Eπισκόπων.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἐπί σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις (Φώτης Κόντογλου)

«Ἐπί σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις»

Ἀμύητοι, ἄπιστοι, ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιό πολλοί σήμερα, τώρα πού ἔπρεπε νά προσπέσουμε μέ δάκρυα καυτερά στήν Παναγία καί νά ποῦμε μαζί μέ τό Θεόδωρο Δούκα τό Λάσκαρη, πού σύνθεσε μέ συντριμμένη καρδιά τόν παρακλητικό κανόνα: «Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι ὥσπερ μέλισσαι κηρῖον, Παρθένε». «Σάν τά μελίσσια πού τριγυρίζουνε γύρω στήν κερήθρα, ἔτσι κ’ ἐμένα μέ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς καί πέσανε ἀπάνω στήν καρδιά μου καί τήν κατατρυπᾶνε μέ τίς φαρμακερές σαΐτες τους. Ἄμποτε, Παναγία μου, νά σέ βρῶ βοηθό, νά μέ γλυτώσεις ἀπό τά βάσανα».

Μά ποιός ἀπό μᾶς γυρεύει βοήθεια ἀπό τήν Παναγία, ἀπό τό Χριστό κι’ ἀπό τούς ἁγίους; Γυρεύουμε βοήθεια ἀπό τό κάθε τί, παρεκτός ἀπό τό Θεό. Ἀλλά τί βοήθεια μποροῦνε νά δώσουνε στόν ἄνθρωπο τά εἴδωλα τά λεγόμενα «ἐπιστήμη» καί «τέχνη»; Ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ ἀναχωρητής λέγει: «Σ’ ὅλους τοὺς δρόμους πού πορεύονται οἱ ἄνθρωποι σέ τοῦτον τόν κόσμο δέ βρίσκουν σέ κανένα τήν εἰρήνη, ὥς πού νά σιμώσουμε στήν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλοίμονο, οἱ πιό πολλοί ἄνθρωποι εἶναι «οἱ μή ἔχοντες ἐλπίδα», ὅπως λέγει ὁ Παῦλος. Ὅποιος δέν ἔχει τήν πίστη μέσα στήν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νάχει; Ὅπου ν’ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια. Γι’ αὐτό κι’ ὁ ὑμνογράφος πού εἴπαμε, λέγει στήν Παναγία: «Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι. Πρόφθασον, θερμή προστασία, καί τήν βοήθειαν, δός μοι τῷ δούλῳ σου τῷ ταπεινῷ καί ἀθλίῳ». «Ὅλα, λέγει τά δοκίμασα, μά κανένα πράγμα δέ μπόρεσε νὰ μέ ξαλαφρώσει. Γιά τοῦτο φωνάζω ἐσένα μέ θρῆνο πικρό, καί λέγω: Πρόφτασε καί δῶσε τή βοήθειά σου σέ μένα τόν ταπεινό κι’ ἄθλιο δοῦλο σου».

Ἡ Παναγία εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων, ἡ χαρά τῶν πικραμένων, τό ραβδί τῶν τυφλῶν, ἡ ἄγκυρα τῶν θαλασσοδαρμένων, ἡ μάνα τῶν ὀρφανεμένων. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι πονεμένη θρησκεία, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός καρφώθηκε ἀπάνω στό ξύλο· κ’ ἡ μητέρα του ἡ Παναγία πέρασε κάθε λύπη σέ τοῦτον τόν κόσμο. Γι’ αὐτό καταφεύγουμε σέ κείνη πού τήν εἴπανε οἱ πατεράδες μας: «Καταφυγή»,«Σκέπη τοῦ κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγοροῦσα»,«Ὀξεία ἀντίληψη»,«Ἐλεοῦσα», «Ὁδηγήτρια», «Παρηγορίτισσα» καί χίλια ἄλλα ὀνόματα, πού δέν βγήκανε ἔτσι ἁπλά ἀπό τά στόματα, ἀλλά ἀπό τίς καρδιές πού πιστεύανε καί πού πονούσανε.

Μονάχα στήν Ἑλλάδα προσκυνεῖται ἡ Παναγία μέ τόν πρεπούμενο τρόπο δηλ. μέ δάκρυα μέ πόνο καί μέ ταπεινή ἀγάπη. Γιατί ἡ Ἑλλάδα εἶναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος ἀπό κάθε λογῆς βάσανο. Κι’ ἀπό τούτη τήν αἰτία τό ἔθνος μας στά σκληρά τά χρόνια βρίσκει παρηγοριά καί στήριγμα στά ἁγιασμένα μυστήρια τῆς ὀρθόδοξης θρησκείας μας, καί παραπάνω ἀπό ὅλα στό Σταυρωμένο τό Χριστό καί στή χαροκαμένη μητέρα του, πού πέρασε τήν καρδιά της σπαθί δίκοπο.

Σέ ἄλλες χῶρες τραγουδᾶνε τήν Παναγία μέ τραγούδια κοσμικά, σάν νἆναι καμιά φιληνάδα τους, μά ἐμεῖς τήν ὑμνολογοῦμε μέ κατάνυξη βαθειά, θαρρετά μά μέ συστολή, μέ ἀγάπη μά καί μέ σέβας, σάν μητέρα μας μά καί σάν μητέρα τοῦ Θεοῦ μας. Ἀνοίγουμε τήν καρδιά μας νά τή δεῖ τί ἔχει μέσα καί νά μᾶς συμπονέσει.

Ἡ Παναγία εἶναι ἡ πικραμένη χαρά τῆς Ὀρθοδοξίας, «τό χαροποιόν πένθος», «ἡ χαρμολύπη» μας, «ὁ ποταμός ὁ γλυκερός τοῦ ἐλέους», «ὁ χρυσοπλοκώτατος πύργος καί ἡ δωδεκάτειχος πόλις». Ἡ ὑμνωδία τῆς ἐκκλησίας μας εἶναι ἕνας παράδεισος, ἕνα μυστικό περιβόλι πού μοσκοβολᾶ ἀπό λογῆς-λογῆς μυρίπνοα ἄνθη, καί τά πιό μυρουδικά, τά πιό ἐξαίσια, εἶναι ἀφιερωμένα στήν Παναγία. Ὅλος ὁ κόσμος θλίβεται μαζί της καί μαζί της χαίρεται μέ μία χαρά πνευματική:«Ἐπί σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις, ἀγγέλων τό σύστημα καί ἀνθρώπων τό γένος, ἡγιασμένε ναέ καί παράδεισε λογικέ, παρθενικόν καύχημα, ἐξ ᾖς Θεός ἐσαρκώθη καί παιδίον γέγονεν ὁ πρό αἰώνων ὑπάρχων Θεός ἡμῶν».

Ἀπορεῖς τί νά πρωτοδιαλέξεις ἀπ’ αὐτή τήν ὑμνολογία τῆς Θεοτόκου! Θαρρεῖς πώς ὁ ἀγέρας, τά βουνά, οἱ θάλασσες τῆς Ἑλλάδας, τά χωριά οἱ πολιτεῖες, γεμίσαvε εὐωδία πνευματική ἀπ’ αὐτό «τό χρυσοῦν θυμιατήριον», ἀπ’ αὐτή «τήν μανναδόχον στάμνον» πού ἔχει μέσα «μύρον τό ἀκένωτον». Οἱ γυναῖκες μας εἶναι στολισμένες μέ τ’ ὄνομά της, τά βουνά μας, οἱ κάμποι, τά νησιά, τ’ ἀκροθαλάσσια εἶναι ἁγιασμένα ἀπό τά ξωκλήσια της, τά καράβια μας ἔχουν γραμμένο ἀπάνω στή μάσκα καί στήν πρύμνη τό γλυκύτατο τ’ ὄνομά της. Ἀληθινά στήν Ἑλλάδα μας «ἐπί Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις», «γιά Σένα, χαίρεται ὅλη ἡ πλάση». Στή κοίμησή σου, θαρρεῖς πώς ἡ χαρά γίνηκε πιό μεγάλη, ἡ θλίψη ἄλλαξε σέ ἀγαλλίαση, ἡ ἐλπίδα ζωήρεψε ἀντί νά ἀποσκιάσει καί πλημμύρησε τίς καρδιές μας.

Τ’ ἀγέρι φυσᾶ γλυκύτερα στά κουρασμένα πρόσωπά μας, τά δέντρα σάν νά γενήκανε πιό χλωρά, τ’ αὐγουστιάτικο κύμα σάν νά ἀρμενίζει πιό δροσερό μέσα στό πέλαγο καί ἀφρίζει φουσκωμένο ἀπό χαρά μεγάλη, τό κάθε τί πανηγυρίζει κι’ ἀγάλλεται.. Ὤ! Τί θάνατος λοιπόν εἶναι αὐτός, πού γέμισε τήν οἰκουμένη καί τίς καρδιές μας μέ τή χαρά τῆς ἀθανασίας! Καί καλώτατα ψέλνει ὁ ὑμνωδός: «Ἐν τῇ γεννήσει τήν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης πρός τήν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καί ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη ἐκ θανάτου τάς ψυχᾶς ἡμῶν». Ἀληθινά λέγει καί σ’ ἕνα ἄλλο τροπάρι: «Τῇ ἀθανάτῳ σου κοιμήσει, Θεοτόκε, μῆτερ τῆς ζωῆς…».

Ἀλλά τό ξαναλέγω. Τί νά πεῖ κανένας πρῶτα καί τί ὕστερα, ἀπό τά τόσα πνευματικά ὑμνολογήματα πού προσφέρανε οἱ ὀρθόδοξες καρδιές στήν Παναγία, στό «Ρόδον τό ἀμάραντον», πού μοσκοβόλησε καί ἁγίασε τήν καταβασανισμένη τήν Ἑλλάδα! Τήν ὑμνολογήσανε μέ τά λόγια, μέ τήν ψαλμωδία, μέ τή ζωγραφική, μέ τό σκαλισμένο ξύλο, μέ τ’ ἀσήμι, μέ τό μάλαμα, μέ τό κηρομάστιχο, μέ κάθε τίμιο κι’ ἁγιασμένο πράγμα πού μπορεῖ νά χρησιμέψει στόν ἄνθρωπο γιά νὰ μπορέσει νά δείξει τήν ἀγάπη του, τό σέβας του, τή χαρά του, τήν πίκρα του, κι’ ὅ,τι ἄλλο ἁγνό αἴσθημα ἔχει μέσα στά φύλλα τῆς καρδιᾶς του. Τό νά πιάσει κανένας νά τά ἱστορήσει καταλεπτῶς, θά ἤτανε σάν νὰ ’θελε νά μετρήσει τήν ἄμμο τῆς θάλασσας; Γιά τοῦτο ἀνθολογᾶμε λιγοστά λουλούδια ἀπό τῆς ὑμνωδίας τό ἁγιόκλημα «εἰς ὀσμήν εὐωδίας πνευματικῆς»

Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἄς μεταγράψουμε λίγα λόγια ἀπό τίς Καταβασίες τοῦ Ἀκάθιστου ὕμνου «Ἀνοίξω τό στόμα μου», πού εἶναι τό βυζαντινότατο, ὅλη ἡ Κωνσταντινούπολη πνευματικά πανηγυρίζουσα. Στοχασθεῖτε καλά ἐκείνη τήν ἐξαίσια γ’ ὠδή πού λέγει: «Τούς σούς ὑμνολόγους Θεοτόκε, ὡς ζῶσα καί ἄφθονος πηγή, θίασον συγκροτήσαντας πνευματικόν, στερέωσον καί ἐν τῇ θείᾳ δόξῃ σου στεφάνων δόξης ἀξίωσον».

Οὐράνια ἀπηχήματα!: «Τούς ὑμνολόγους σου, Θεοτόκε, πού συγκροτήσανε ἕναν πνευματικό θίασο, στερέωσέ τους, Ἐσύ πού εἶσαι ζωντανή ὡς ἄφθονη πηγή. Καί μέ τή θεία δόξα σου, ἀξίωσέ τους νά φορέσουν τῆς δόξας τά στέφανα» ἡ θ’. ὠδή πού λέγει: «Ἅπας γηγενής σκιρτάτω τῷ πνεύματι λαμπαδουχούμενος πανηγυριζέτω δέ ἀΰλων νόων φύσις, γεραίρουσα τά ἱερά θαυμάσια τῆς θεομήτορος, καί βοάτω, Χαίροις, παμμακάριστε Θεοτόκε, ἁγνή, ἀειπάρθενε.»

Ἐκεῖνα τά πανηγυρικά αὐτόμελα πού ψέλνουνε στόν ἑσπερινό τῆς Κοιμήσεως, μέ μέλος θριαμβευτικό καί μέ πνευματική μεγαλοπρέπεια! Ποιός χριστιανός Πίνδαρος τά σύνθεσε, Πίνδαρος ἁγιασμένος! «Ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος! ἡ πηγή τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, καί κλῖμαξ πρός oυραvόv ὁ τάφος γίνεται! Εὐφραίνου Γεθσημανή, τῆς Θεοτόκου τό ἅγιον τέμενος. Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τόν Γαβριήλ κεκτημένοι ταξίαρχον: Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σοῦ ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διά Σοῦ τό μέγα ἔλεος.»

Ποταμός μέγας καί βουερός ἀναβρύζει καί μᾶς δροσίζει, καί πίνουνε νερό δροσερό ψυχές ξερές καί διψασμένες! Κοίταξε πάθος καί μεράκι πού ξεχειλίζει ἀπό καιγόμενη καρδιά! Ὁ ὑμνωδός, ἀντί νά κλάψει γιά τήν Παναγία πού εἶναι μπροστά του ξαπλωμένη ἀπάνω στήν κλίνη της, τυλιγμένη μέ τό μαφόρι της μέ κλεισμένα τά μάτια της πού δίνανε παρηγοριά στήν ἀνθρωπότητα, μέ σταυρωμένα τά ἄχραντα χέρια της, πού βαστάξανε τό Χριστό καί τόν ἀναθρέψανε, πεθαμένη σάν τόν κάθε ἄνθρωπο, ἀντίς λέγω νά κλάψει, ἀφοῦ πρῶτα ἀπορεῖ πῶς ἡ πηγή τῆς ζωῆς κείτεται στό μνῆμα, μονομιᾶς κράζει μέ δάκρυα στά μάτια, πλήν δάκρυα χαρᾶς: «Εὐφραίνου Γεθσημανή, πού ἔχεις θησαυρισμένο τό ἅγιο σκήνωμα τῆς Θεοτόκου.» Κ’ ὕστερα στρέφει στούς χριστιανούς πού εἶναι μέσα στήν ἐκκλησία καί τούς λέγει μέ τόν ἴδιο πνευματικό οἶστρο. «Ἄς κράξουμε ὅλοι μαζί στήν Παναγία, ἔχοντας γιά πρωτοψάλτη τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, πού τή χαιρέτισε μέ τά ἴδια λόγια κατά τή χαρούμενη, μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κι’ ἄς ποῦμε: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μαζί σου εἶναι ὁ Κύριος, πού δωρίζει στόν κόσμο μέ ἐσένα, τό μέγα ἔλεος».

Θάνατος δέν ὑπάρχει ἐδῶ πέρα πού εἶναι ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς. Κι’ οὔτε μοιρολόγια καί ξόδια θρηνητερά, παρά χαρά ἀνεκλάλητη, γάμος πνευματικός, τράπεζα ἁγιασμένη πού ἔχει ἀπιθωμένο πάνω της τόν ἄρτο τῆς ζωῆς καί τό κρασί τῆς ἀθανασίας, καί πίνουνε οἱ χριστιανοί καί μεθᾶνε ἕνα μεθύσι ἅγιο, ἁγνό, ἄμωμο καί δέν βρίσκονται πιά μπροστά σ’ ἕνα λείψανο πού τό κηδεύουνε, ἀλλά βρίσκονται στή Ναζαρέτ, στό σπίτι τό χαρούμενο καί τό μοσκοβολημένο ἀπό τήν παρθενική εὐωδία τῆς Παναγίας, τότε πού ἤτανε δεκάξη χρονῶν, κατά κείνη τήν ἡμέρα πού ἔγινε ὁ Εὐαγγελισμός, καί κράζουνε γηθόσυνα οἱ λιγόζωοι οἱ ἄνθρωποι σά νὰ ’ναι ἀθάνατοι, μαζί μέ τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ : «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σοῦ ὁ Κύριος!» Ἡ Κοίμηση γίνεται Εὐαγγελισμός, ἡ θλίψη μεταλλάζεται σέ χαρά!

Ναί, Δέν ὑπάρχει ἀληθινή χαρά, παρά μονάχα στό Χριστό κι’ αὐτή ἡ χαρά εἶναι ἕνα ἀμάραντο λουλούδι, πού ἔχει τή ρίζα του στόν πόνο. Οἱ ἄλλες οἱ χαρές εἶναι χαρές ψεύτικες, χωρίς ρίζα.

Τά μάτια μου εἶναι θολωμένα ἀπό τά δάκρυα τώρα πού γράφω αὐτά τά λόγια του Χριστοῦ μας. Αὐτά τά λίγα λόγια τά φύλαξε ἡ ἀνθρωπότητα στήν καρδιά της καί μ’ αὐτά κλαίει καί μ’ αὐτά χαίρεται. Αὐτά τά λόγια γενήκανε θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας, καί μεταλλαχτήκανε σέ λογῆς-λογῆς ἁγιασμένα αἰσθήματα καί βγήκανε ἀπό τίς καιόμενες καρδιές τῶν ἁγίων ἀνθρώπων καί εὐωδιάσανε τόν κόσμο. Ἀπό τόν ἕναν γινήκανε ὕμνοι, ἀπό τόν ἄλλον εἰκονίσματα, σέ ἄλλον γινήκανε προσευχή, σέ ἄλλον ψαλμός, σέ ἄλλον ἐκκλησιά μέ κουμπέδες καί μέ ἁγιατράπεζα, σέ ἄλλον θυσία τοῦ μάταιου κόσμου καί βουβή κατάνυξη. Αὐτά τά λόγια του Χριστοῦ σταθήκανε πηγή καί ἔμπνευση καί γιά τό θρηνητικό ἀηδόνι τῆς ἔρημος, θέλω νά πῶ γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, σέ ὅσα ἔγραψε γιά τό «Χαροποιόν πένθος»: «Ὅποιος κλαίει, λέγει αὐτός ὁ ἅγιος, καί πικραίνεται γιά τό Θεό, ἐκεῖνος ἀξιώνεται νά δεῖ στή ψυχή του τήν οὐράνια καί θεία παρηγοριά. Κι’ αὐτή ἡ οὐράνια παρηγοριά εἶναι κάποια ἀνακούφιση καί θεϊκή ἀλάφρωση, πού παρηγορά τήν πονεμένη καί πικραμένη ψυχή, ὁπού θλίβεται γιατί χωρίσθηκε ἀπό τό Θεό μέ τίς ἁμαρτίες της. Καί τούτη ἡ χαριτωμένη βοήθεια ἀλλάζει τά πονεμένα δάκρυα τῆς ψυχῆς, πού εἶναι καταφαρμακωμένη, σέ κάποια παρηγοριά θαυμαστή.

Ὅποιος πορεύεται μ’ αὐτή τή λύπη τοῦ Θεοῦ, αὐτός ἀκατάπαυστα γιορτάζει κάθε μέρα κι’ ἀγάλλεται ἡ ψυχή του. Τοῦτο τό ἅγιο καί θεάρεστο κλάψιμο εἶναι μία λύπη ἀλησμόνητη τῆς ψυχῆς, μία ὄρεξη πονεμένης καρδιᾶς, πού γυρεύει μέ μεγάλη θέρμη τό Θεό ὅπου τόν ἐπιθυμᾶ πάντα της.

Κράτα λοιπόν καλά τή χαριτωμένη καί τήν ἥμερη καί τήν ἅγια λύπη, πού κάνει τή ψυχή σου νά θλίβεται ἀντάμα καί νά χαίρεται. Ἐγώ, λογιάζοντας καλά τήν ἐνέργεια τούτη τῆς ἅγιας κατάνυξης, ζεσταίνουμε καί θαυμάζω, πῶς ἐτοῦτο πού λέγεται κλάψιμο καί λύπη, καί πού φαίνεται πολύ πικρό κι’ ἀβάσταχτο, ἔχει μέσα του πλεγμένη καί σμιγμένη τή χαρά, καί τήν εὐφροσύνη, ὅπως εἶναι σμιγμένο τό κερί μέ τό μέλι στήν μελόπιτα. Καί σέρνει ἐκείνους πού τήν ἀξιωθήκανε μέ πόθο μεγάλο καί μέ πολλήν ἀγάπη, καί φοβοῦνται νά μήν τήν χάσουνε, καί τήν φυλάγουνε περισσότερο ἀπ’ ὅσο φυλάγουνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τ’ ἀκριβά πετράδια καί τ’ ἀσημοχρύσαφα. Εἶναι μία ἤμερη χαρά κ’ ἕνα θεϊκό χάρισμα. μέ τό ὁποῖο στολίζει ὁ Θεός τούς φίλους του, καί κάνει νά ἔχουνε μίαν ἀληθινή χαρά καί ὄρεξη γιά τό Θεό, ποὺ ’ναι συντροφιασμένη μέ κάποια θεραπευτική λύπη ὅπου δέν ἔχει μέσα της καμιά σαρκική ἀγάπη, παρά μονάχα μιὰ παρηγοριά ἀγγελική καί οὐράνια. Μέ τήν ὁποία παρηγορά ὁ Θεός κρυφά ἐκείνους πού συντρίβουνε μέ πόνο καί μέ ταπείνωση τήν καρδιά τους.»

Ἄμποτε νά τήν ἀξιωθοῦμε κ’ ἐμεῖς, μέ τή χάρη τῆς Παναγίας πού γιορτάζουμε. Ἀμήν.

Φώτης Κόντογλου

Πηγή: imaik.gr