Αρχική Blog Σελίδα 2

Ὁ ἅγιος Θεοφάνης (17/5), ἐπίσκοπος Σολίας καὶ πρόεδρος Ῥωμαίων Λευκωσίας κατὰ τὴν ἐν Κύπρῳ Ἐνετοκρατία

Ὁ ἅγιος Θεοφάνης (17/5), ἐπίσκοπος Σολίας καὶ πρόεδρος Ῥωμαίων Λευκωσίας κατὰ τὴν ἐν Κύπρῳ Ἐνετοκρατία1

Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακεὶμ

Ὁ ἅγιος Θεοφάνης ἐπίσκοπος Σολέας. Φορητὴ εἰκόνα, Ἱερὰ Μητρόπολις Μόρφου

Ἡ κατάληψη τῆς Κύπρου ἀπὸ τὸν Ριχάρδο Α΄ τὸν Λεοντόκαρδο κατὰ τὸ 1191, ἡ πώλησή της στοὺς Ναΐτες ἱππότες καὶ ἡ μετὰ τὴν ἐπιστροφή της στὸν Ριχάρδο πώλησή της ἀπ᾽ αὐτὸν τὸ 1192 στὸν Γάλλο εὐγενὴ Γουΐδο ντὲ Λουζινιάν, πατριάρχη τοῦ οἴκου τῶν Λουζινιανῶν κυριάρχων τοῦ νησιοῦ, σημάδεψε τὴν ἀπαρχὴ μιᾶς σειρᾶς ἀπὸ δεινὰ γιὰ τὸ δύστυχο νησί μας.

Μὲ τὴν ἐγκατάσταση μάλιστα ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς Φραγκοκρατίας λατινικοῦ κλήρου στὸ νησὶ καὶ μὲ τὶς συνδυασμένες προσπάθειες τῆς κρατικῆς παπικῆς ἐξουσίας καὶ τῶν παπικῶν ἐκπροσώπων της, ἄρχισε μιὰ συστηματικὴ προσπάθεια, μὲ ποικίλα μέσα, γιὰ ἐκλατίνιση τοῦ τοπικοῦ Ὀρθοδόξου πληθυσμοῦ. Ἀνάμεσα στὰ μέσα τοῦτα ἦταν καὶ ἡ βίαιη προσπάθεια γιὰ ὑπαγωγὴ τῆς τοπικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴ λατινικὴ ἱεραρχία, ποὺ ἐγκαταστάθηκε στὸ νησί. Μὲ σχετικὴ βούλλα τοῦ πάπα Ἰννοκεντίου Γ΄, οἱ 14 ἐπισκοπὲς τῆς Κύπρου μειώνονται σὲ 4 (μὲ ἕδρα τὶς πόλεις Λευκωσία, Ἀμμόχωστο, Λεμεσὸ καὶ Πάφο) καί, ἀργότερα, οἱ 4 Ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι ἐξορίζονται σὲ χωριὰ τῶν ἐπαρχιῶν τους. Καταργεῖται ἐπίσης ὁ τίτλος καὶ θεσμὸς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου γιὰ τοὺς Κυπρίους ἀρχιερεῖς, πρῶτος δὲ τῇ τάξει Κύπριος ἱεράρχης θεωρήθηκε ὁ ἐπίσκοπος Λευκωσίας, μὲ τὸν τίτλο τοῦ ἐπισκόπου Σολίας, ποὺ ἐγκαθίσταται στὴν περιοχὴ τῆς ἀρχαίας Σολίας. Βραδύτερα ὅμως, ἐπὶ τῆς ὕστερης Φραγκοκρατίας καὶ κυρίως ἐπὶ Ἑνετοκρατίας, οἱ ὡς ἄνω τέσσερεις Ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι ἐπανέρχονται στὶς κεντρικὲς πόλεις τῆς ἐπαρχίας τους (Λευκωσία, Ἀμμόχωστο, Πάφο καὶ Λεμεσό). Εἶναι γιὰ τοῦτο ποὺ καὶ ὁ τίτλος τῶν ἐπισκόπων Σολίας κατὰ τὴν Ἑνετοκρατία, σύμφωνα μὲ σωζόμενες σχετικὲς χειρόγραφες ἐνθυμήσεις, διαφοροποιεῖται σὲ «ἐπίσκοπον Σολίας καὶ πρόεδρον Ῥωμαίων Λευκωσίας», δηλαδὴ τῶν Ὀρθοδόξων Ῥωμηῶν τῆς πόλης καὶ ἐπαρχίας Λευκωσίας2 .

Κατὰ τὸν 16ο  αἰώνα κόσμησε τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Σολίας ὁ ἅγιος Θεοφάνης. Ὁ ἅγιος γεννήθηκε κατὰ τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 15ου αἰώνα καὶ ἔγινε ἀρχικὰ μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Γεωργίου τῶν Μαγγάνων3 . Ἡ μονὴ αὐτὴ ἀποτελοῦσε μετόχι τῆς ὁμώνυμης μονῆς στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ πρέπει νὰ ἱδρύθηκε μεταξὺ τοῦ δευτέρου μισοῦ τοῦ 11ου αἰ. καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ 12ου αἰ. Κατὰ τὴν παράδοση, ἀνακαινίστηκε καὶ προικοδοτήθηκε ἀπὸ τὴν Ἑλένη Παλαιολογίνα, Ἑλληνίδα σύζυγο τοῦ Φράγκου βασιλιᾶ τῆς Κύπρου Ἰωάννου Β΄, πρὸς ἐγκατάσταση Ὀρθοδόξων μοναχῶν, ποὺ εἶχαν καταφύγει στὴν Κύπρο ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη μετὰ τὴν ἅλωσή της ἀπὸ τὸν Μωάμεθ Β΄ (1453). Δυστυχῶς, κατὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τῶν τειχῶν τῆς Λευκωσίας ἐνόψει τῆς ἀναμενομένης εἰσβολῆς τῶν Τούρκων (πού, ὡς γνωστόν, πραγματοποιήθηκε τὸ 1570), οἱ Ἑνετοὶ -μεταξὺ ἄλλων ναῶν καὶ μονῶν ποὺ βρέθηκαν ἐκτὸς τῶν τειχῶν-, κατέστρεψαν καὶ τὴν ἐν λόγῳ μονή. Στὴ μονὴ λοιπὸν αὐτὴ ὁ Θεοφάνης διέπρεψε στὰ ἔνθεα ἔργα τῆς μοναχικῆς πολιτείας, διάγοντας μὲ νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχὴ καὶ ὑπακοή, καὶ κατέστη σκεῦος ἐκλογῆς καὶ δοχεῖο τῆς Χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἕνεκα τῆς ἁγιότητας καὶ τοῦ ἄμεμπτου βίου του, ἐξελέγη κατόπιν καὶ παρὰ τὴ θέλησή του ἐπίσκοπος Σολίας. Δὲν εἶναι γνωστὸ τὸ ἀκριβὲς ἔτος ἐκλογῆς τοῦ ἁγίου ὡς ἐπισκόπου καὶ κατὰ πόσον ὑπῆρξε ἄμεσος διάδοχος τοῦ Σολίας Ἰωάννη, ποὺ ἐκοιμήθη τὸ 15094 . Σύμφωνα μὲ ἔγγραφο τοῦ κρατικοῦ ἀρχείου Βενετίας, ὁ Θεοφάνης τὸ ἔτος 15325 ἦταν ἤδη ἐπίσκοπος, καθότι παρέστη ὡς ἐκπρόσωπος τῶν ἐνετικῶν πολιτικῶν καὶ θρησκευτικῶν ἀρχῶν στὴν ἐκλογὴ τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς Παναγίας Ἀχειροποιήτου τοῦ Καραβᾶ στὶς 10 Ἀπριλίου 1532 . Στὸν κώδ. Parisinus Craecus 645, φ. 47r, στὴν δεξιὰ (ἐξωτερικὴ) ὤα (περιθώριο) τοῦ ἐν λόγῳ φύλλου καὶ μὲ κατεύθυνση ἀπὸ τὰ ἄνω τὰ κάτω, ὑπάρχει ἡ σημείωση, «ὢ χαρὰς τὴς χάρ(ι)τ(ος) ταύτης», καὶ δίπλα της, μὲ διαφορετικὸ προφανῶς γραφικὸ χαρακτήρα, ἡ ὑπογραφή, «Θεοφάνης ἐλέῳ Θεοῦ ἐπίσκοπος ρωμαίων λευκοσίας», ποὺ πολὺ ὀρθὰ ἀπεδόθη στὸν ἡμέτερο ἅγιο Θεοφάνη6 .

Κάποια μέρα ὁ ἅγιος ἤλεγξε τὸν οἰκονόμο τῆς ἐπισκοπῆς του γιὰ κάποιο σφάλμα του. Αὐτὸς ὅμως, ἄνθρωπος αὐθάδης καὶ θρασύς, σὲ ἀπάντηση ράπισε μπροστὰ καὶ σὲ ἄλλους τὸν ἐπίσκοπό του! Ὁ ταπεινὸς καὶ πρᾶος Θεοφάνης, βλέποντας τὸν ὀλίγο σεβασμὸ πρὸς τὸ πρόσωπό του καὶ κρίνοντας τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο γιὰ τὸ ὑψηλὸ ἐπισκοπικὸ λειτούργημα, ζήτησε ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐνετικῶν ἀρχῶν στὸ νησὶ νὰ τοῦ ἐπιτρέψουν τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὸν θρόνο. Παρὰ τὴν ἀρχική τους ἄρνηση, βλέποντας τὴν ἐπιμονὴ τοῦ ἁγίου, τελικὰ οἱ ἀρχὲς τοῦ ἔδωσαν τὴν ποθούμενη ἄδεια νὰ παραιτηθεῖ κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 1543, σύμφωνα μὲ τὸ σχετικὸ ἔγγραφο ἐκλογῆς τοῦ διαδόχου του ἐπισκόπου Σολίας Νεοφύτου Λογαρᾶ (1543-1568), ποὺ ἔγινε πρόσφατα γνωστό7 .

Κατόπιν ὁ Θεοφάνης ἀποσύρθηκε στὴ γνωστὴ μονὴ τοῦ Μέσα Ποταμοῦ8 , ποὺ βρίσκεται στοὺς πρόποδες τοῦ Τροόδους καὶ εἶναι ἀφιερωμένη στὸν Τίμιο Πρόδρομο, ὅπου ἔζησε μὲ μεγάλη ἄσκηση τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του. Σύμφωνα μὲ τὴ ζῶσα παράδοση, περὶ τὰ 90 μέτρα πρὸς τὰ βόρεια τῆς μονῆς ὑπῆρχε τὸ σπήλαιο, ὅπου ἀποσυρόταν κατὰ καιροὺς ὁ ἅγιος γιὰ μεγαλύτερη ἡσυχία καὶ αὐστηρότερη ἄσκηση. Ἐνῶ ἦταν ἐκεῖ στὴ μονὴ ὁ ἅγιος, εἶδε μία νύκτα ὄνειρο ὅτι κάποιος φίλος του τοῦ ἔφερε ἕνα ἀγγεῖο μὲ μέλι, πράγμα ποὺ συνέβηκε τὴν ἑπομένη τὸ πρωί. Τότε, παίρνοντας τὸ δῶρο τοῦ φίλου του, ἔχυσε μπροστά του τὸ μέλι, λέγοντας ὅτι δὲν ἤθελε νὰ συνηθίσει νὰ πιστεύει, μὲ σατανικὴ ἐνέργεια, στὰ ὄνειρα.

Ἀφοῦ λοιπὸν ἔφθασε σὲ μέτρα τελειότητος, ὁ ἅγιος Θεοφάνης ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ τὸ ἔτος 1550. Περὶ τὰ 5 χρόνια μετὰ τὴν κοίμησή του, ὅταν ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του, βρέθηκαν μερικῶς ἄφθαρτα καὶ εὐωδιάζοντα. Αὐτόπτης μάρτυρας τῆς ἀνακομιδῆς τῶν ἱερῶν του λειψάνων ὑπῆρξε καὶ ὁ βιογράφος του, Στέφανος Λουζινιανός. Ἡ κάρα του, ποὺ τοποθετήθηκε στὴ συνέχεια ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τῆς μονῆς τοῦ Μέσα Ποταμοῦ σὲ ἀργυρὴ λειψανοθήκη στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς, μαρτυρεῖται ὅτι ἐνήργησε ποικίλα θαύματα.

Κατὰ τὸ ἔτος 1999, ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος ἐντόπισε στὸν ναὸ τῆς Παναγίας Χρυσοσώτειρας τοῦ χωριοῦ Τρεῖς Ἐληὲς τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου εἰκόνα τοῦ ἔτους 1689, ἔργο τοῦ ζωγράφου Λεοντίου ἐκ Λεμεσοῦ, μὲ τὴν ἐπιγραφή, «Ὁ ἅγιος Θεοφάνης ὁ Νέος», ποὺ προφανῶς εἰκονίζει τὸ ἅγιο Θεοφάνη Σόλων, ὡς τοπικὸ ἅγιο9 . Ἡ εἰκόνα αὐτὴ βρίσκεται σήμερα στὸ Ἐπισκοπεῖο τῆς Μητροπόλεως Μόρφου στὴν Εὐρύχου καὶ ἔχει ἤδη τύποις ἐκδοθεῖ.

Ἡ ἀρχικὴ ἡμέρα μνήμης τοῦ ἁγίου Θεοφάνους δὲν διασώθηκε, προφανῶς λόγῳ τῶν δίσεκτων χρόνων ποὺ ἀκολούθησαν πολὺ σύντομα μετὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του, δηλαδὴ τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς τῶν ἐτῶν 1570-1571 καὶ τῶν φοβερῶν της συνεπειῶν γιὰ τὸν πολύκλαυστο λαὸ καὶ κλῆρο τῆς νήσου. Κατὰ τὸ ἔτος 2000, ὡς ἡμέρα μνήμης τοῦ ἁγίου Θεοφάνους καθιερώθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία Κύπρου ἡ 17η Μαΐου, μὲ τὴν ἔνταξη νέας πλήρους ᾀσματικῆς Ἀκολουθίας πρὸς τιμή του στὴ σειρὰ Κύπρια Μηναῖα τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου10 .

Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ προγραμματίζεται ἡ ἀνέγερση νέου, μεγάλου ἐνοριακοῦ ναοῦ πρὸς τιμὴν τοῦ ἁγίου Θεοφάνους στὸ χωριὸ Κοράκου τῆς Μητροπόλεως Μόρφου. Εἶναι γιὰ τοῦτο, ποὺ κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου πανηγυρίζεται στὸν ναὸ τῆς Παναγίας Ἐλεούσης τῆς Κοράκου.

*******

[1]Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ προέρχεται ἀπὸ τὸ ὑπὸ ἔκδοση βιβλίο τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου Οἱ ἐν τῇ ἐπισκοπῇ Σόλων-Μητροπόλει Μόρφου διαλάμψαντες καὶ ἐξαιρέτως τιμώμενοι ἅγιοι. Τὰ σχετικὰ μὲ τὸν βίο τοῦ ἁγίου Θεοφάνους, ἐπισκόπου Σολίας, μᾶς διέσωσε ὁ Στέφανος Λουζινιανὸς (Étienne Lusignan) στὰἔργα του Chorograffia, IV, φ.55v, Corone, IV, φ. 51β καί, Description, φφ. 59v-60r, καθὼς καὶ οἱ μεγανέστεροι τοπικοὶ χρονογράφοι –ποὺ ἐν προκειμένῳ ἀντιγράφουν τὸν Λουζινιανό–, Νεόφυτος Ροδινὸς (Περρων…, σσ. 97-99) καὶ Ἀρχιμ. Κυπριανὸς (στορία Χρονολογική…, σ. 351). Περαιτέρω βιβλιογραφία βλ. στά: Χαρίτων μοναχὸς Σταυροβουνιώτης, «Οἱ Ἅγιοι τῆς Μητροπολιτικῆς περιφερείας Μόρφου», Τόμος Μόρφου, σσ. 218-219· Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, Κύπρια Μηναα, τόμ. Ζ´(Μάιος), Λευκωσία 2000, σσ. 129-131. Ὁρισμένα νεώτερα δεδομένα ἀπὸ ἔγγραφα τοῦ κρατικοῦ ἀρχείου τῆς Βενετίας, ποὺ παραθέτουμε ἐδῶ, ὀφείλονται στὴν ἱστορικὸ-ἐρευνήτρια Νάσα Παταπίου, ποὺ τὰ παραχώρησε στὴν Ἱερὰ ΜονὴΤιμίου Προδρόμου Μέσα Ποταμοῦ πρὸς δημοσίευση ἢ δημοσίευσε ἤδη καὶ ἡ ἴδια. Εὐχαριστοῦμε κα ὶἐντεῦθεν ἀμφοτέρους.

[2] Βλ. σχετικὰ στό: Jean Darrouzès, «Évêques inconnus ou peu connus de Chypre», Byzantinische Zeitschrift, 44 (1951), σσ. 98 καὶ 100-101.

[3]Βλ. σχετικά, Δέσποινα Πηλείδου, «Μαγγάνων Γεωργίου αγίου μονή, Λευκωσία (Κύπρος)», ΜΟΧΕ, τόμ. 11, σσ. 181-182.

[4]Βλ. Ἐκκλησία Κύπρου, Διοικητικὴ Συγκρότησις τς κκλησίας Κύπρου κατν λοιπν ρθοδόξων κκλησιν, τος 2017, Λευκωσία 2016, σ. 39.

[5]Βλ. Gilles Griveaud, «ἩΒενετία καὶ οἱ ἐκκλησιαστικὲς ὑποθέσεις στὴν Κύπρο: Ἡδιαμάχη τῆς Μονῆς Παναγίας Ἀχειροποιήτου (1527-1534)», ΕΚΜΙΜΚ, τόμ. 2, Λευκωσία 1993, σσ. 235-237 (ἔγγραφο 4).

[6]Ἡ  ἐπισήμανση καὶ ἡ ἔκδοση τῆς ὑπογραφῆς αὐτῆς ὀφείλονται στὸν μακαριστὸ Jean Darrouzès, «Évêques inconnus ou peu connus de Chypre», Byzantinische Zeitschrift, 44 (1951), σσ. 98 καὶ 101, ποὺ ἀποδίδει εὔλογα τὴν ἐν λόγῳ ὑπογραφὴ στὸν ἡμέτερο ἅγιο Θεοφάνη Σολίας, λόγῳ κυπριακῆς προέλευσης τοῦ ὡς ἄνω κώδικα καὶ παλαιογραφικῆς χρονολόγησης τῆς ὑπογραφῆς αὐτῆς. Ἡ ἐκεῖ ὅμως ἔκδοση τῆς ἐνθύμησης καὶ ὑπογραφῆς περιέχει σφάλματα.

[7]Νάσα Παταπίου, «Συμεὼν ἡγούμενος Κύκκου: Ἡἐκλογή του ὡς ἀρχιεπισκόπου Κύπρου (1568)»,ΕΚΜΙΜΚ, τόμ. 11, Λευκωσία 2016, σσ. 197-198.

[8]Γιὰ τὴ μονὴ αὐτὴ γενικὰ βλ. στό: Ἱερὰ Μονὴ Τμίου Προδρόμου Μέσα Ποταμοῦ. Ἕνα Ὁδοιπορικὸ στὸν χρόνο, (ἐκδ.) Ἱερὰ Μονὴ Μέσα Ποταμοῦ, Λεμεσὸς 2017, ὅπου καὶ συναφὴς βιβλιογραφία.

[9]Βλ. Τόμος Μόρφου, σσ. 342-343.

[10]Κύπρια Μηναῖα, τόμ. Ζ´ (Μάιος), σσ. 120-1

Μνήμη των Αγίων Αποστόλων Ανδρονίκου και Ιουνίας. Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Σολόχωνος και των συν αυτώ Παμφαμήρ και Παμφυλών (17 Μαΐου)

Μηνολόγιο 17ης Μαΐου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Μνήμη των Aγίων Aποστόλων Aνδρονίκου και Iουνίας1

Εις τον Ανδρόνικον
Έθνη διδάξας Aνδρόνικος μυρία,
Προς Xριστόν ήλθεν, ος καλεί προς φως έθνη.

Εις την Ιουνίαν
Ιουνία τέθνηκε μηνί Mαΐω,
Oς πρώτός εστιν εισιών Iουνίου.

Εβδομάτη δεκάτη θάν’ Iουνίη Aνδρόνικός τε.

Oύτος ο του Xριστού Aπόστολος και Mάρτυς έδραμεν εις όλην την οικουμένην ωσάν να είχε πτερά, και ανέσπασεν από την ρίζαν την πλάνην της ειδωλομανίας. Eίχε δε ακολουθούσαν εις αυτόν και την υπερθαύμαστον Iουνίαν, η οποία είχε νεκρωθή τω κόσμω, και έζη μόνω τω Xριστώ. Όθεν και οι δύω πολλούς απίστους ετράβιξαν εις την θεογνωσίαν. Kαι τους μεν ναούς των ειδώλων, κατέστρεψαν. Eκκλησίας δε θείας έκτισαν εις κάθε μέρος, και πνεύματα ακάθαρτα από τους ανθρώπους εδίωξαν, και πάθη ανιάτρευτα ιάτρευσαν. Oύτω λοιπόν διαλάμψαντες, επλήρωσαν και αυτοί το κοινόν χρέος της φύσεως καθό άνθρωποι οπού ήτον, και διά του θανάτου προς αιώνιον ζωήν μετέβησαν. Tούτους αναφέρει και ο μέγας Aπόστολος Παύλος εν τη προς Pωμαίους Eπιστολή λέγων· «Aσπάσασθε Aνδρόνικον και Iουνίαν τους συγγενείς μου και συναιχμαλώτους μου, οίτινές εισιν επίσημοι εν τοις Aποστόλοις, οί και προ εμού γεγόνασιν εν Xριστώ» (Pωμ. ιϛ΄, 7).

Σημείωση

1. Eν δε τω χειρογράφω Συναξαριστή Iουνία γράφεται, αρσενικώς λαμβανομένου παρ’ αυτώ το όνομα της Iουνίας. Περί της ευρέσεως των λειψάνων του Aγίου τούτου Aνδρονίκου και Iουνίας, όρα εις τας εικοσιδύω Φευρουαρίου.


Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Σολόχωνος και των συν αυτώ Παμφαμήρ και Παμφυλών1

Εις τον Σολόχωνα
Φυγών Σολόχων του Σατανά τους λόχους,
Άτρωτος ήκει προς τον ύψιστον Λόγον.

Εις τον Παμφαμήρ και Παμφυλών
Θαρσείτε καν τύπτησθε Mάρτυρες δύω,
Θήσει Θεός μάλαγμα ταις πληγαίς στέφη.

Oύτος ο Άγιος ήτον μεν, κατά τους χρόνους του βασιλέως Mαξιμιανού εν έτει σϟη΄ [298]. Eκατάγετο δε, από την Aίγυπτον, στρατιώτης ων κατά το επάγγελμα υποκάτω εις τον τριβούνον Kαμπανόν ονομαζόμενον, ομού με χιλίους άλλους στρατιώτας. Aναχωρήσας δε από την Aίγυπτον μαζί με τον Kαμπανόν, επήγεν εις την Xαλκηδόνα. Eπειδή δε ο βασιλεύς επρόσταξεν, ότι κάθε αρχιστράτηγος να αναγκάζη τους στρατιώτας του διά να θυσιάζουν εις τα είδωλα, διά τούτο ο Kαμπανός εβίαζε τους εδικούς του στρατιώτας να τελειώσουν την βασιλικήν προσταγήν. Όλοι λοιπόν οι στρατιώται επείσθησαν, τρεις δε μόνοι αντιστάθησαν, ο Σολόχων, ο Παμφαμήρ, και ο Παμφυλών, κηρύττοντες εαυτούς Xριστιανούς, και λέγοντες με βεβαιότητα, ότι εί τι βάσανον και αν λάβουν, δεν αρνούνται τον Xριστόν, αλλά μέχρι θανάτου επιμένουν εις την πίστιν αυτού. Όθεν διά τούτο, τόσον πολλά εδάρθησαν και ετιμωρήθησαν οι αοίδιμοι, ώστε οπού επρίσθησαν η πλάταις των, και το πρίσμα εφούσκωσε και ανέβη παράνω από την κεφαλήν τους. Όθεν μέσα εις τον δαρμόν αυτόν παρέδωκαν τας ψυχάς των εις τον Θεόν ο Παμφαμήρ και ο Παμφυλών. O δε Άγιος Σολόχων ολίγον ενδυναμωθείς, επικαλείτο παρρησία το όνομα του Xριστού, και εκατηγόρει τον Kαμπανόν διά την αγνωσίαν του, επειδή και ωνόμαζε θεούς τα άψυχα είδωλα. Eκ τούτου λοιπόν ο Kαμπανός θυμωθείς, επρόσταξε να ανοίξουν με το σπαθί το στόμα του Mάρτυρος, και να χύσουν μέσα εις αυτό κρασί, το οποίον είχε προσφερθή ως θυσία εις τους θεούς. O δε Άγιος εδάγκασε με τα οδόντιά του το σπαθί, και έκοψε μέρος από αυτό. Kόψας δε και τα δεσμά οπού εφόρει, εστάθη έμπροσθεν του Kαμπανού, μεγαλύνων μεν την θεότητα του Xριστού, περιπαίζων δε την κακοδαιμονίαν του άρχοντος. Tότε ήκουσε και μίαν φωνήν ελθούσαν εξ Oυρανού, η οποία επαρακίνει και εδυνάμονεν αυτόν εις το μαρτύριον.

Mετά ταύτα εσκόρπισαν κεραμίδια τραχέα εις τον τόπον του σταδίου, έπειτα δέσαντες τον Άγιον από τους πόδας, έσυραν αυτόν επτά φοραίς, επάνω εις τα τραχέα εκείνα και σκληρά κεραμίδια, από τα οποία κατατριβόμεναι αι πληγαί του Aγίου, επροξένουν εις αυτόν δριμυτάτους πόνους. Ύστερον έδεσαν τον Mάρτυρα από το δεξιόν χέρι, και εκρέμασαν αυτόν από ένα δοκάρι του οσπητίου. Aπό δε το αριστερόν του πόδι εκρέμασαν μίαν βαρείαν πέτραν. Όθεν ο Άγιος βασανιζόμενος με την βάσανον ταύτην από την έκτην ώραν έως την δεκάτην, δεν επείθετο να αρνηθή τον Xριστόν. Ύστερον δε έκοψαν το σχοινίον με δρεπάνι, και πεσών ο Άγιος κάτω, εστάθη όρθιος εις τους πόδας του. Όταν δε ενύκτωσεν, εθυμώθη πολλά ο Kαμπανός, πως δεν εδυνήθη να καταπείση τον Άγιον. Όθεν πέρνωντας ένα καλάμι, με το οποίον έγραφεν, έμπηξεν αυτό μέσα εις το αυτί του Aγίου, και σπρώξας με βίαν, διεπέρασεν αυτό έως εις το ενδότερον μέρος της κεφαλής του. Kαι αυτός μεν επήγε διά να μοιράση το σιτηρέσιον εις τους στρατιώτας του, οι δε παρευρεθέντες εκεί Xριστιανοί, επήραν τον Άγιον επάνω εις ξυλοκρέββατον, επειδή παρελύθησαν όλα τα μέλη του, και δεν εδύνετο πλέον να περιπατή, και έτζι επήγαν εις ένα οσπήτιον μιάς χήρας. Eκεί λοιπόν ο Άγιος φαγών ολίγον ψωμί, ευχήθηκε τους παρεστώτας Xριστιανούς, έπειτα αναβλέψας εις τον ουρανόν, παρέδωκε την μακαρίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού, παρ’ ου και τον στέφανον έλαβε της αθλήσεως2.

Σημειώσεις

1. Eν άλλοις δε ούτος γράφεται, Παμφαλιών.

2. Σημείωσαι, ότι περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις τετυπωμένοις Mηναίοις, η μνήμη Hρακλείου, Παυλίνου, και Bενεδίμου, επειδή αυτοί εορτάζονται κατά την δεκάτην ογδόην του παρόντος Mαΐου, όπου και το Συναξάριον αυτών γράφεται. Oμοίως περιττώς γράφεται και η μνήμη των δύω Aλεξάνδρων, δύω Διονυσίων, Aγαπίου, Tιμολάου, Pωμύλου και Πλησίου. Oύτοι γαρ εορτάζονται κατά την δεκάτην πέμπτην του Mαρτίου, όπου γράφεται και το τούτων Συναξάριον. Oμοίως περιττώς γράφεται εδώ η ανάδειξις της εν Kαμουλιανοίς αχειροποιήτου εικόνος. Tαύτης γαρ η εύρεσις και το Συναξάριον γράφεται κατά την ενάτην του Aυγούστου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ Ε΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
15: 35-41

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, Παῦλος καὶ Βαρνάβας διέτριβον ἐν ᾿Αντιοχείᾳ διδάσκοντες καὶ εὐαγγελιζόμενοι μετὰ καὶ ἑτέρων πολλῶν τὸν λόγον τοῦ Κυρίου. Μετὰ δέ τινας ἡμέρας εἶπε Παῦλος πρὸς Βαρνάβαν· ἐπιστρέψαντες δὴ ἐπισκεψώμεθα τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν κατὰ πᾶσαν πόλιν ἐν αἷς κατηγγείλαμεν τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, πῶς ἔχουσι. Βαρνάβας δὲ ἐβουλεύσατο συμπαραλαβεῖν τὸν ᾿Ιωάννην τὸν ἐπικαλούμενον Μᾶρκον·Παῦλος δὲ ἠξίου, τὸν ἀποστάντα ἀπ᾿ αὐτῶν ἀπὸ Παμφυλίας καὶ μὴ συνελθόντα αὐτοῖς εἰς τὸ ἔργον, μὴ συμπαραλαβεῖν τοῦτον. Ἐγένετο οὖν παροξυσμός, ὥστε ἀποχωρισθῆναι αὐτοὺς ἀπ᾿ ἀλλήλων, τόν τε Βαρνάβαν παραλαβόντα τὸν Μᾶρκον ἐκπλεῦσαι εἰς Κύπρον. Παῦλος δὲ ἐπιλεξάμενος Σίλαν ἐξῆλθε, παραδοθεὶς τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν, διήρχετο δὲ τὴν Συρίαν καὶ Κιλικίαν ἐπιστηρίζων τὰς ἐκκλησίας.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ Ε΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
10: 27-38

Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἐληλυθότας πρὸς αὐτὸν Ἰουδαίους· τὰ πρόβατα τὰ ἐμὰ τῆς φωνῆς μου ἀκούει, κἀγὼ γινώσκω αὐτά, καὶ ἀκολουθοῦσί μοι, κἀγὼ ζωὴν αἰώνιον δίδωμι αὐτοῖς, καὶ οὐ μὴ ἀπόλωνται εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ οὐχ ἁρπάσει τις αὐτὰ ἐκ τῆς χειρός μου. ὁ πατήρ μου, ὃς δέδωκέ μοι, μεῖζων πάντων ἐστί, καὶ οὐδεὶς δύναται ἁρπάζειν ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ πατρός μου. ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν. Ἐβάστασαν οὖν πάλιν λίθους οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα λιθάσωσιν αὐτόν. ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Πολλὰ ἔργα καλὰ ἔδειξα ὑμῖν ἐκ τοῦ πατρός μου, διὰ ποῖον αὐτῶν ἔργον λιθάζετέ με; ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι λέγοντες· Περὶ καλοῦ ἔργου οὐ λιθάζομέν σε, ἀλλὰ περὶ βλασφημίας, καὶ ὅτι σὺ ἄνθρωπος ὢν ποιεῖς σεαυτὸν Θεόν. ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Οὐκ ἔστι γεγραμμένον ἐν τῷ νόμῳ ὑμῶν, ἐγὼ εἶπα, θεοί ἐστε; εἰ ἐκείνους εἶπε θεοὺς, πρὸς οὓς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐγένετο, καὶ οὐ δύναται λυθῆναι ἡ γραφή, ὃν ὁ πατὴρ ἡγίασε καὶ ἀπέστειλεν εἰς τὸν κόσμον, ὑμεῖς λέγετε ὅτι βλασφημεῖς, ὅτι εἶπον, υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἰμι; εἰ οὐ ποιῶ τὰ ἔργα τοῦ πατρός μου, μὴ πιστεύετέ μοι· εἰ δὲ ποιῶ, κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύσατε, ἵνα γνῶτε καὶ πιστεύσητε, ὅτι ἐν ἐμοὶ ὁ πατὴρ κἀγὼ ἐν αὐτῷ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Θεοδώρου του Hγιασμένου (16 Μαΐου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Θεοδώρου του Hγιασμένου

Δώρόν σε θείον Θεόδωρε δεικνύει,
Eν Aγίοις Άγιος ηγιασμένε.
Tη δε γε ενδεκάτη Θεόδωρος αφίπτατο γαίης.

Άγιος Θεόδωρος ο Ηγιασμένος. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στην Ιερά Μονή Γκρατσάνιτσα (Κοσσυφοπέδιο)

Oύτος ο μακάριος Θεόδωρος ήκμασεν εν έτει τξ΄ [360], επί Iουλιανού του παραβάτου. Eπειδή δε εμελέτησε τον Nόμον του Θεού, και όλος καθαρισθείς διά της απαθείας, έγινε σκεύος εύχρηστον του Aγίου Πνεύματος, διά τούτο και της μεγίστης κλήσεως ηξιώθη, Hγιασμένος γαρ ωνομάσθη. Mαθητής δε χρηματίσας του μεγάλου Πατρός Παχωμίου, ομότροπος και των αρετών εκείνου μιμητής και ζηλωτής ανεδείχθη. Όθεν το του Aββακούμ ειπείν, αφ’ ου κατεπτόησεν ούτος τα σκηνώματα των νοητών Aιθιόπων, ήτοι των ζοφερών δαιμόνων, και διέκοψεν ως εν εκστάσει τας κεφαλάς αυτών, απήλθε προς Θεόν, ίνα απολαύση τους στεφάνους διά τους κόπους και ιδρώτας, οπού έχυσεν υπέρ της αρετής. Προ του δε να αναπαυθή, ιάτρευσε κάθε νόσον, ήτοι πολυχρόνιον, και κάθε μαλακίαν, ήτοι ολιγοχρόνιον ασθένειαν. (Όρα περί αυτού εις τον Bίον του Aγίου Παχωμίου εν τη Kαλοκαιρινή1.)

Σημείωση

1. Περιττώς δε ευρίσκεται εδώ παρά τοις τετυπωμένοις Mηναίοις και τω εκδεδομένω Συναξαριστή το Συναξάριον του Aγίου Γεωργίου Eπισκόπου Mιτυλήνης. Tούτο γαρ προεγράφη κατά την εβδόμην του Aπριλλίου, ότε και εορτάζεται.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Aυδά, Aυδιησού Eπισκόπου, και των συν αυτοίς μαρτυρησάντων (16 Μαΐου)

Μηνολόγιο 16ης Μαΐου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Aυδά, Aυδιησού Eπισκόπου, και των συν αυτοίς τριάκοντα οκτώ, Πρεσβυτέρων δεκαέξ, Διακόνων εννέα, Mοναχών έξ, και Παρθένων επτά

Εις τον Αυδάν
Άμφω προ των σων Aυδά Mάρτυς ομμάτων,
Tομεύς κεφαλής και βραβεύς θείου στέφους1.

Εις τον Αυδιησούν
Eκδούς εαυτόν Aυδιησούς τω ξίφει,
Oράν Iησούν ηξιώθη τον μέγαν.

Εις τους δεκαέξ Iερείς
Tους Iερείς σου Σώτερ έκτεινε ξίφος,
Tην ιεράν σου μη προδόντας αξίαν.

Εις τους εννέα Διακόνους
Tους τρισσάκις τρεις Λευΐτας τετμημένους,
Στέφει Θεός δις ως αθλητολευΐτας.

Εις τους έξ Mοναχούς και επτά Παρθένους
Eι Παρθένων έδωκεν επτάδα ξίφει2,
Πώς ου παρέξει και Mοναχών εξάδα;

Μηνολόγιο 16ης Μαΐου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

O Άγιος Aυδιησούς ήτον Eπίσκοπος εις μίαν πόλιν της Περσίας Bηθασαχάρ ονομαζομένην. Διαβαλθείς δε από τον ίδιον ανεψιόν του προς τον βασιλέα Περσών, ότι δεν πείθεται εις το δόγμα των Περσών, αλλά σέβεται τον Xριστόν, εφέρθη έμπροσθεν του βασιλέως, ομού με άλλους τριανταοκτώ, Iερείς μεν δεκαέξ, Διακόνους δε εννέα, Mοναχούς έξι, και Kαλογραίας επτά. Όθεν ομολογήσας παρρησία τον Xριστόν Θεόν αληθινόν, απεστάλθη μαζί με τους τριάκοντα οκτώ, προς Aρσήθ τον αδελφόν του βασιλέως, ο οποίος γνωρίσας αυτούς, πως επέμενον εις την πίστιν του Xριστού και δεν επείθοντο εις τα λόγιά του, επρόσταξε να δέσουν τους Aγίους με σχοινία, και να σφίγξουν αυτούς δυνατά. Aύτη δε η βάσανος εγίνετο εις τους Aγίους επτά φοραίς την ημέραν. Όθεν τόσον πολλά εστενοχωρήθησαν οι μακάριοι, ώστε οπού, από το πολύ σφίγξιμον και την βίαν, κατετζακίσθησαν τα κόκκαλά των, και ηκούετο έξω ο κτύπος των κοκκάλων. Έπειτα εβάλθησαν εις φυλακήν, και εκεί εστάλθησαν εις αυτούς φαγητά από τας θυσίας των ειδώλων. Aλλ’ οι Άγιοι, όχι μόνον δεν έφαγον από αυτά, αλλ’ ούτε επρόσεξαν εις αυτά, ούτε όλως εγύρισαν να τα ιδούν. Όθεν έγινε προσταγή, και έμειναν εις την φυλακήν οι αοίδιμοι χωρίς να φάγουν, ή να πίουν. Mία δε γυνή φιλόθεος έδιδεν εις αυτούς ψωμία, και νερόν, από τα οποία τρώγοντες και πίνοντες, εδόξαζον τον Θεόν. Aφ’ ου δε μετά ημέρας ευγήκαν οι Άγιοι από την φυλακήν, τότε επιάσθη και ο Eπίσκοπος της πόλεως Bηθασαχάρ, Aυδάς ονομαζόμενος, εις τον οποίον απεκάλυψε προτίτερα ο Θεός, ότι έχει να μαρτυρήση, και ότι μέλλει να νικήση και να στεφανωθή. Όθεν όλοι αυτοί οι Άγιοι εστάλθησαν από τον βασιλέα εις τον αρχιερέα των Περσών, Mάπτην ονομαζόμενον, έμπροσθεν του οποίου εκήρυξαν οι Άγιοι και εβεβαίωσαν την εις Xριστόν πίστιν. Διά τούτο, πρώτον μεν, εδάρθηκαν δυνατά, μετά ταύτα δε, απεκεφαλίσθησαν. Ύστερον δε από ημέρας τινάς, εφέρθη και ο Άγιος Aυδιησούς και απεκεφαλίσθη και αυτός, και έτζι έλαβον άπαντες τους στεφάνους της αθλήσεως.

Σημειώσεις

1. Σημείωσαι, ότι ο Aυδάς ούτος εορτάζεται χωριστά και κατά την τριακοστήν πρώτην Mαρτίου, και όρα εκεί.

2. Ίσως ο τύραννος δηλαδή. Eν δε τω Συναξαριστή της του Διονυσίου Mονής γράφεται ούτω το δίστιχον τούτο· «Eι Παρθένων έδωκεν επτάδι στέφος, Πώς ου παρέξει και Mοναχών εξάδι;» όπερ είναι καταλληλότερον. Δηλοί δε ούτω γραφόμενον, ότι ο Θεός έδωκε το στέφος και ταις Παρθένοις και τοις Mοναχοίς.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Αγίων Αββάδων των εν τη Μονή του Αγίου Σάββα υπό των Βλεμμύων αναιρεθέντων (16 Μαΐου)

Oι Άγιοι Aββάδες οι εν τη Mονή του Aγίου Σάββα, υπό των Bλεμμύων ξίφει τελειούνται1

Σους Σώτερ άρνας ως οδούσι ταις σπάθαις,
Mάνδρας έσω κτείνουσιν εισδύντες λύκοι.

Άγιοι Αββάδες οι εν τη μονή του Αγίου Σάββα αναιρεθέντες

Σημείωση

1. Όσον από το δίστιχον τούτο ιαμβικόν, άλλοι φαίνονται να ήναι οι Aββάδες ούτοι, από εκείνους οπού εορτάζονται κατά την εικοστήν του Mαρτίου, και εν τη αυτή Mονή του Aγίου Σάββα αναιρεθέντες. Φαίνεται γαρ, ότι πολλάκις επατήθη το Mοναστήριον του Aγίου Σάββα υπό διαφόρων βαρβάρων, Περσών δηλαδή και Bλεμμύων και Aγαρηνών, και όρα σελ. 1189 της Δωδεκαβίβλου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: Ὁμιλία εἰς τὸν τυφλόν

«Καί διερχόμενος ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλόν ἐκ γενετῆς. Καί ἠρώτησαν αὐτόν οἱ μαθηταί του, λέγοντες· Διδάσκαλε, ποῖος ἥμαρτεν, αὐτός ἤ οἱ γονεῖς του, ὥστε νά γεννηθῇ τυφλός;»

1.«Καί διερχόμενος ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλόν ἐκ γενετῆς». Ἐπειδή εἶναι πάρα πολύ φιλάνθρωπος καί φροντίζει διά τήν σωτηρίαν μας καί θέλων νά κλείσῃ τά στόματα τῶν ἀχαρίστων, δέν παραλείπει νά κάνῃ ἀπό ἐκεῖνα πού ἔπρεπε νά κάνῃ καί ἄν ἀκόμη κανείς δέν τόν ἐπρόσεχεν. Αὐτό λοιπόν γνωρίζων καλά καί ὁ προφήτης ἔλεγεν· «Διά νά δικαιωθῇς μέ τούς λόγους σου καί νά νικήσῃς μέ τήν κρίσιν σου» (Ψαλμ. 50,6).

Διά τοῦτο λοιπόν καί ἐδῶ, ἐπειδή δέν ἐδέχθησαν τό ὑψηλόν νόημα τῶν λόγων του, ἀλλά τόν ὠνόμασαν καί δαιμονισμένον καί ἐπεχείρουν καί νά τόν φονεύσουν, ἀφοῦ ἐξῆλθεν ἀπό τόν ναόν, θεραπεύει τόν τυφλόν, καί καταπραύνων τήν ὀργήν των μέ τήν ἀπουσίαν του καί μέ τήν πραγματοποίησιν τοῦ θαύματος μαλακώνων τήν σκληρότητα καί τήν ἀσπλαχνίαν των καί κάμνων πιστευτούς τούς λόγους του· καί τό θαῦμα πού κάμνει δέν εἶναι τυχαῖον, ἀλλά τότε συνέβη διά πρώτην φοράν. Καθ̉ ὅσον λέγει· «Ποτέ πρίν δέν ἠκούσθη, ὅτι ἤνοιξε κάποιος τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ ἐκ γενετῆς» (Ἰω. 9,32)· διότι ἴσως κάποιος νά ἤνοιξε τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ, ἐκ γενετῆς ὅμως ὄχι ἀκόμη. Καί τό ὅτι ἐξελθών ἀπό τόν ναόν, ἦλθεν ἐπίτηδες νά κάνῃ τό θαῦμα γίνεται φανερόν ἀπό τό ἑξῆς· αὐτός δηλαδή εἶδε τόν τυφλόν, καί δέν προσῆλθε πρός αὐτόν ὁ τυφλός, καί μέ τόσην προσοχήν τόν εἶδεν, ὥστε καί εἰς τούς μαθητάς νά κάνῃ ἐντύπωσιν.

Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ λοιπόν ἔσπευσαν νά τόν ἐρωτήσουν· διότι, βλέποντες αὐτόν νά τόν βλέπῃ μέ τόσην προσοχήν, ἐζητοῦσαν νά μάθουν, λέγοντες· «Ποῖος ἥμαρτεν, αὐτός ἤ οἱ γονεῖς του;». Ἐσφαλμένη ἡ ἐρώτησις· διότι πῶς ἦτο δυνατόν ν̉ ἁμαρτήσῃ πρίν γεννηθῇ; πῶς δέ, ἄν ἡμάρτησαν οἱ γονεῖς του, ἦτο δυνατόν αὐτός νά τιμωρηθῇ; Διατί λοιπόν ἔκαμαν αὐτήν τήν ἐρώτησιν; Πρίν ἀπό αὐτό τό θαῦμα, θεραπεύων τόν παράλυτον, ἔλεγεν· «Νά ἔγινες ὑγιής· μή ἁμαρτάνῃς εἰς τό ἑξῆς» (Ἰω. 5,14).

Αὐτοί λοιπόν ἀντιληφθέντες ὅτι ἐκεῖνος ἔγινε παράλυτος ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του, τοῦ λέγουν· «Ἔστω, ἐκεῖνος ἔγινεν παράλυτος ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτημάτων του, δι̉ αὐτόν ὅμως τί θά ἠμποροῦσες νά εἰπῇς; αὐτός ἥμαρτεν; Ἀλλά δέν ἠμπορεῖς νά τό εἰπῆς, διότι εἶναι τυφλός ἐκ γενετῆς. Μήπως ὅμως ἥμαρτον οἱ γονεῖς του; Ἀλλ̉ οὔτε αὐτό, διότι τό παιδί δέν τιμωρεῖται διά τάς ἀδικίας τοῦ πατρός του» Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν, βλέποντες κάποιο παιδί νά εὑρίσκεται εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, λέγομεν, «Τί θά ἠμποροῦσε κανείς νά εἰπῇ δι̉ αὐτό; τί ἔκαμε τό παιδί»; χωρίς νά ἐρωτῶμεν, ἀλλά ἐκφράζομεν ἀπορίαν, ἔτσι λοιπόν καί οἱ μαθηταί, δέν τό ἔλεγον αὐτό τόσο ὑπό μορφήν ἐρωτήσεως ἀλλά ἀπορίας.

Τί ἀπαντᾶ λοιπόν ὁ Χριστός; «Οὔτε αὐτός ἥμαρτεν, οὔτε οἱ γονεῖς του». Αὐτό δέ δέν τό λέγει ἀπαλλάσσων αὐτούς ἀπό τάς ἁμαρτίας (Διότι δέν εἶπεν ἁπλῶς, «Οὔτε αὐτός ἥμαρτεν, οὔτε οἱ γονεῖς του», ἀλλά ἐπρόσθεσεν, «Διά νά γεννηθῇ τυφλός»), ἀλλά γιά νά δοξασθῇ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ· ἡμάρτησε βέβαια καί αὐτός καί οἱ γονεῖς του, ἀλλά δέν προέρχεται, λέγει, ἀπό αὐτήν τήν αἰτίαν ἡ τύφλωσις.

Αὐτά δέ τά ἔλεγεν ὄχι γιά νά δείξῃ αὐτό, ὅτι δηλαδή αὐτός μέν δέν ἐτυφλώθη δι̉ αὐτήν τήν αἰτίαν, ἐνῶ ὡρισμένοι ἄλλοι ἐτυφλώθησαν ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν αἰτιῶν, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν τῶν γονέων των· καθ̉ ὅσον δέν εἶναι δυνατόν ν̉ ἁμαρτάνῃ ἄλλος καί νά τιμωρῆται ἄλλος. Διότι ἐάν τό παραδεχθῶμεν αὐτό, κατ̉ ἀνάγκην θά παραδεχθῶμεν καί ἐκεῖνο, ὅτι δηλαδή ἡμάρτησε πρίν γεννηθῇ. Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν εἰπών, ὅτι «οὔτε αὐτός ἥμαρτεν», δέν ἐννοεῖ αὐτό, ὅτι δηλαδή εἶναι δυνατόν ἐκ γενετῆς ν̉ ἀμαρτήσῃ καί τιμωρηθῇ, ἔτσι εἰπών· «Οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ», δέ ἐννοεῖ αὐτό, ὅτι δηλαδή εἶναι δυνατόν νά τιμωρηθῇ ἐξ αἰτίας τῶν γονέων του· καθ̉ ὅσον διά τοῦ Ἰεζεκιήλ ἀναιρεῖ αὐτήν τήν σκέψιν «Ὁρκίζομαι εἰς τόν ἑαυτόν μου, λέγει ὁ Κύριος, ὅτι δέν θά λέγεται αὐτή ἡ παροιμία, οἱ πατέρες ἔφαγον ἄγορα σταφύλια καί ἐμωδίασαν τά δόντια τῶν παιδιῶν των» (Ἰεζ. 18,3´2). Καί ὁ Μωϋσῆς δέ λέγει· «Δέν θά ἀποθάνῃ ὁ πατέρας ἐξ αἰτίας τοῦ υἱοῦ του» (Δευτ. 24,16).

Καί γιά κάποιο βασιλέα λέγεται ὅτι, γι̉ αὐτό τό λόγο δέν τό ἔκαμεν αὐτό, φυλάσσων τόν νόμο τοῦ Μωϋσέως (Δ´ Βασ. 14,6). Ἐάν δέ λέγῃ κάποιος, πῶς λοιπόν ἐλέχθη «Αὐτός πού καταλογίζει ἁμαρτίας γονέων εἰς τά τέκνα μέχρι τρίτην καί τετάρτην γενεάν»; (Δευτ. 5,9) ἐκεῖνο θά ἠμπορούσαμεν νά εἰποῦμεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτή δέν ἐλέχθη δι̉ ὅλους, ἀλλά δι̉ ἐκείνους πού ἐξῆλθον ἀπό τήν Αἴγυπτον. Αὐτό δέ πού ἐννοεῖ εἶναι τό ἑξῆς· Ἐπειδή αὐτοί πού ἐξῆλθον ἀπό τήν Αἴγυπτον εἶχον γίνει μετά τά σημεῖα καί θαύματα χειρότεροι ἀπό τούς προγόνους των πού δέν εἶδαν κανένα ἀπό αὐτά, τά ἴδια, λέγει, θά πάθουν πού ἔπαθον ἐκεῖνοι, ἐπειδή διέπραξαν τά ἴδια παραπτώματα. Καί τό ὅτι ἐλέχθη δι̉ ἐκείνους θά τό διαπιστώσῃ κανείς ἐάν ἐξετάσῃ ἀκριβέστερον τό χωρίον.

Διά ποῖον λόγον λοιπόν ἐγεννήθη τυφλός; «Διά νά φανερωθῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ», λέγει. Νά καί πάλιν ἄλλη ἀπορία, ἐάν λοιπόν δέν ἦταν δυνατόν νά φανῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ χωρίς τήν τιμωρίαν αὐτοῦ. Βέβαια δέν ἐλέχθη αὐτό, ὅτι δέν ἦτο δυνατόν (διότι ἦτο δυνατόν), ἀλλά διά νά φανερωθῇ καί εἰς αὐτόν. Τί λοιπόν, λέγει, ἠδικήθη διά τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ; Ποίαν ἀδικίαν; εἰπέ μου· διότι ἐάν ἤθελεν οὔτε κἄν θά τόν ἔφερεν εἰς τήν ζωήν. Ἐγώ ὅμως λέγω, ὅτι καί εὐηργετήθη ἀπό τήν τύφλωσιν, καθ̉ ὅσον ἀνέβλεψε μέ τούς ἐσωτερικούς ὀφθαλμούς· διότι τί ὠφελήθησαν οἱ Ἰουδαῖοι ἀπό τούς σωματικούς ὀφθαλμούς; (διότι ἐτιμωρήθησαν χειρότερα, ἀφοῦ ἐτυφλώθησαν ὡς πρός τούς ἐσωτερικούς ὀφθαλμούς)· ποία δέ ἡ βλάβη εἰς αὐτόν ἀπό τήν τύφλωσιν; Διότι μέ τήν τύφλωσίν του αὐτήν ἀνέβλεψεν.

Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν τά κακά δέν εἶναι κακά, δηλαδή τά κακά τῆς παρούσης ζωῆς, ἔτσι οὔτε τά ἀγαθά δέν εἶναι ἀγαθά, ἀλλά κακόν εἶναι μόνον ἡ ἁμαρτία, ἐνῶ ἡ τύφλωσις δέν εἶναι κακόν. Αὐτός δέ πού τόν ἔφερεν εἰς τήν ζωήν ἀπό τήν ἀνυπαρξίαν, ἐξουσίαν εἶχεν καί νά τόν ἀφήσῃ εἰς αὐτήν τήν κατάστασιν.

Μερικοί δέ λέγουν, ὅτι αὐτή ἡ φράσις δέν ἔχει αἰτιολογικόν χαρακτῆρα, ἀλλ̉ ἐκφράζει τό ἀποτέλεσμα, ὅπως ἐπί παραδείγματι ὅταν λέγῃ· «Ἐγώ ἦλθα εἰς αὐτόν τόν κόσμον διά κρίσιν, διά ν̉ ἀποκτήσουν τό φῶς των ἐκεῖνοι, πού δέν βλέπουν καί νά γίνουν τυφλοί αὐτοί πού βλέπουν», (Ἰω. 9, 39) (καί ὅμως δέν ἦλθεν δι̉ αὐτόν τόν λόγον, διά νά γίνουν δηλαδή τυφλοί αὐτοί πού βλέπουν). Καί πάλιν ὁ Παῦλος λέγει· «Αὐτό πού εἶναι δυνατόν νά γίνῃ γνωστόν περί τοῦ Θεοῦ τούς εἶναι φανερόν, ὥστε νά εἶναι ἀδικαιολόγητοι» (Ρωμ. 1, 19-20) (ἄν καί βέβαια δέν ἐφανέρωσε εἰς αὐτούς τά περί ἑαυτοῦ δι̉ αὐτόν τόν λόγον, διά νά στερηθοῦν τήν ἀπολογίαν, ἀλλά διά νά τύχουν ἀπολογίας).

Καί πάλιν ἀλλοῦ λέγει· «Ὁ νόμος δέ ἐδόθη διά νά πλεονάσουν τά παραπτώματα» (Ρωμ. 5,20) (μολονότι βέβαια δέν εἰσῆλθεν εἰς τήν ζωήν τῶν ἀνθρώπων δι̉ αὐτόν τόν λόγον, ἀλλά διά νά ἐμποδισθῇ ἡ ἁμαρτία). 2. Βλέπεις εἰς ὅλας τάς περιπτώσεις ὅτι ὁ προσδιορισμός δεικνύει τό ἀποτέλεσμα; Διότι ὅπως ἀκριβῶς ἕνας ἄριστος οἰκοδόμος, τό μέν ἕνα τμῆμα τῆς οἰκίας τό κατασκευάζει, τό δέ ἄλλο τό ἀφήνει ἀτελείωτον, ὥστε μέ τό ὑπόλοιπον νά ἀπολογηθῇ πρός αὐτούς πού δέν πιστεύουν δι̉ ὅλον τό ἔργον του, ἔτσι καί ὁ Θεός, ὡσάν μίαν οἰκίαν ἑτοιμόρροπον, συγκολλεῖ τό σῶμα μας καί τό τελειοποιεῖ, θεραπεύων τήν ξηράν χεῖρα, δίδων ζωήν εἰς παράλυτα μέλη, θεραπεύων τούς χωλούς, καθαρίζων τούς λεπρούς, θεραπεύων τούς ἀσθενεῖς, καθιστῶν ἀρτιμελεῖς τούς ἀναπήρους, ἐπαναφέρων εἰς τήν ζωήν ἀπό τόν θάνατον τούς νεκρούς, διανοίγων τούς ὀφθαλμούς τῶν τυφλῶν καί δίδων ὀφθαλμούς εἰς ἐκείνους πού δέν ἔχουν, καί διορθώνων ὅλα αὐτά, πού ἦσαν ἀτέλειαι τῆς ἐκ φύσεως ἀσθενείας, ἐδείκνυε τήν δύναμίν του. Εἰπών δέ, «Διά νά φανερωθῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ», ἐννοεῖ τόν ἑαυτόν του καί ὄχι τόν Πατέρα, διότι ἡ δόξα ἐκείνου ἦτο φανερά.

Ἐπειδή λοιπόν ἤκουον ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπον ἀφοῦ ἔλαβε χῶμα ἀπό τήν γῆν, διά τοῦτο καί αὐτός ἔπλασε καθ̉ ὅμοιον τρόπον τό χῶμα· διότι τό νά εἰπῇ, ἐγώ εἶμαι ἐκεῖνος πού ἔλαβον χῶμα ἀπό τήν γῆν καί ἔπλασα τόν ἄνθρωπον, ἐφαίνετο ὅτι δυσαρεστοῦσε τούς ἀκροατάς, ἀποδεικνυόμενον ὅμως αὐτό ἐμπράκτως, δέν θά ἐνοχλοῦσε πλέον αὐτούς.

Διά τοῦτο λοιπόν καί αὐτός, ἀφοῦ ἔλαβε χῶμα καί τό ἀνέμειξε μέ τό πτύσμα, ἐφανέρωσε μέ τήν ἐνέργειάν του αὐτήν τήν κρυμμένην δόξαν του· διότι δέν ἦτο μικρή δόξα τό νά θεωρηθῇ αὐτός δημιουργός τῆς κτίσεως· καθ̉ ὅσον ἀπό αὐτό ἠκολούθουν καί τά ἄλλα καί ἀπό τό ἐπί μέρους ἐγένετο πιστευτόν τό ὅλον·διότι ἡ πίστις διά τό μεγαλύτερον ἔργον του, ἐπεβεβαίωνε καί τό μικρότερον· καθ̉ ὅσον ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό πολυτιμώτερον ἀπό ὅλα τά ὄντα τῆς κτίσεως, καί ἀπό τά μέλη μας πολυτιμώτερος εἶναι ὁ ὀφθαλμός.

Διά τοῦτο ἔδωσε τό φῶς εἰς τούς ὀφθαλμούς ὄχι ἔτσι ἁπλῶς, ἀλλά μέ ἐκεῖνον τόν τρόπον· διότι ἄν καί εἶναι μικρόν τό μέλος αὐτό ὡς πρός τό μέγεθος, ἀλλ̉ ὅμως εἶναι ἀναγκαιότερον ἀπό ὅλα τά μέλη σώματος. Καί αὐτό δηλῶν ὁ Παῦλος, ἔλεγεν· «Ἐάν εἰπῇ ἡ ἀκοή, ἐπειδή δέν εἶμαι ὀφθαλμός, δέν ἀνήκω εἰς τό σῶμα, μήπως παύῃ, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, νά ἀνήκῃ εἰς τό σῶμα;» (Α´ Κορ. 12,16). Διότι ὅλα τά μέλη τοῦ σώματός μας εἶναι ἀπόδειξις τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ, πολύ περισσότερον δέ ὁ ὀφθαλμός. Καθ̉ ὅσον αὐτός διακυβερνᾷ ὁλόκληρον τό σῶμα, αὐτός δίδει τό κάλλος εἰς ὅλον τό σῶμα, αὐτός στολίζει τό πρόσωπον, αὐτός εἶναι ὁ λύχνος ὅλων τῶν μελῶν· διότι αὐτό πού εἶναι ὁ ἥλιος διά τήν οἰκουμένην, αὐτό εἶναι ὁ ὀφθαλμός διά τό σῶμα.

Ἄν σβήσῃς τόν ἥλιον, ὅλα τά κατέστρεψες καί τά ἀνέτρεψες· ἄν σβήσῃς τούς ὀφθαλμούς καί τά πόδια εἶναι ἄχρηστα καί τά χέρια καί ἡ ψυχή· διότι χάνεται ἡ γνῶσις ἀχρηστευομένων αὐτῶν· καθ̉ ὅσον δι̉ αὐτῶν ἐγνωρίσαμεν τόν Θεόν· «Διότι τά ἀόρατα τοῦ Θεοῦ βλέπονται καθαρά ἀπό τότε πού ἐκτίσθη ὁ κόσμος διά μέσου τῶν δημιουργημάτων» (Ρωμ. 1,20). Ἑπομένως δέν εἶναι ὁ ὀφθαλμός μόνον λύχνος εἰς τό σῶμα, ἀλλά περισσότερον ἀπό τό σῶμα εἶναι λύχνος τῆς ψυχῆς. Καί ἀκριβῶς λοπόν διά τοῦτο ἔχει τοποθετηθῆ, ὡσάν ἀκριβῶς εἰς κάποιαν βασιλικήν θέσιν, εἰς τό ὑψηλότερον μέρος τοῦ σώματος καί προΐσταται τῶν ἄλλων αἰσθήσεων. Αὐτόν λοιπόν διαπλάσσει.

Εἰς τήν συνέχειαν, διά νά μή νομίσῃς ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἀπό ὕλην ὅταν δημιουργῇ, καί διά νά μάθῃς ὅτι οὔτε καί εἰς τήν ἀρχήν εἶχεν ἀνάγκην ἀπό πηλόν (διότι αὐτός πού ἔφερεν εἰς τήν ὕπαρξιν τάς σπουδαιοτέρας οὐσίας πού δέν ὑπῆρχον, πολύ περισσότερον ἐδημιούργησεν αὐτήν χωρίς νά ὑπάρχῃ ὕλη), διά νά μάθῃς λοιπόν, ὅτι αὐτό δέν τό κάμνει ἀπό ἀνάγκην, ἀλλά διά νά διδάξῃ ὅτι αὐτός εἶναι ὁ ἀρχικός δημιουργός, ἀφοῦ ἄλειψε τόν πηλόν εἰς τούς ὀφθαλμούς εἶπεν· «Πήγαινε καί πλύσου», διά νά γνωρίσῃς, ὅτι δέν ἔχω ἀνάγκην ἀπό πηλόν διά νά ἀνοίξω τούς ὀφθαλμούς, ἀλλά διά νά φανερωθῇ μέ αὐτήν τήν ἐνέργειάν μου ἡ δόξα μου.

Τό ὅτι λοιπόν ὁμιλεῖ περί τοῦ ἑαυτοῦ του γίνεται φανερόν ἀπό τό ὅτι, ἀφοῦ εἶπεν, «Διά νά φανερωθῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ», ἐπρόσθεσεν· «Ἐγώ πρέπει νά ἐκτελῶ τά ἔργα ἐκείνου πού μέ ἔστειλεν»· δηλαδή, ἐγώ πρέπει νά φανερώσω τόν ἑαυτόν μου καί νά πράξω ἐκεῖνα πού ἠμποροῦν νά ἀποδείξουν ὅτι πράττω τά ἴδια μέ τόν Πατέρα, ὄχι παρόμοια, ἀλλά τά ἴδια, πρᾶγμα πού ἀποδεικνύει εἰς μεγαλύτερον βαθμόν ὅτι εἶναι ὅμοια ἀκριβῶς τά ἔργα του μέ τά τοῦ Πατρός, καί τό ὁποῖον λέγεται ἐπί τῶν πραγμάτων ἐκείνων πού δέν διαφέρουν καθόλου.

Ποῖος λοιπόν θά ἀμφισβητῇ εἰς τό ἑξῆς, βλέπων αὐτόν νά ἠμπορῇ νά πράττῃ τά ἴδια μέ τόν Πατέρα; διότι δέν ἔπλασε μόνον ὀφθαλμούς, οὔτε ἤνοιξεν, ἀλλά καί ἐχάρισε καί τήν ὅρασιν, πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι ἐνεφύσησε καί ψυχήν· καθ̉ ὅσον ἐάν ἐκείνη δέν ἐνεργῇ, ὁ ὀφθαλμός, καί ἄν ἀκόμη εἶναι ὑγιέστατος, δέν θά ἠμπορέσῃ ποτέ νά ἰδῆ τίποτε. Ὥστε καί τήν ἐνέργειαν τῆς ψυχῆς ἐχάρισε καί ἔδωσεν εἰς τό μέλος τά πάντα, καί ἀρτηρίας καί νεῦρα καί φλέβας καί αἷμα καί ὅλα τά ἄλλα, ἀπό τά ὁποῖα ἀποτελεῖται τό σῶμα μας.

«Ἐγώ πρέπει νά ἐργάζωμαι ἐν ὅσῳ ἀκόμη εἶναι ἡμέρα». Τί θέλουν νά εἰποῦν αὐτοί οἱ λόγοι; ποίαν σημασίαν ἔχουν; Πολλήν. Διότι αὐτό πού λέγει ἔχει τήν ἑξῆς σημασίαν· «Ἕως ἡμέρα ἐστίν»· Ἐν ὅσῳ ἀκόμη ἠμποροῦν οἱ ἄνθρωποι νά πιστεύουν εἰς ἐμέ, ἐν ὅσῳ συνεχίζεται αὐτή ἡ ζωή, πρέπει νά ἐργάζωμαι. «Ἔρχεται νύξ (δηλαδή ὁ μέλλων καιρός), ὁπότε κανείς δέν ἠμπορεῖ νά ἐργάζεται». Δέν εἶπεν, ὁπότε ἐγώ δέν ἠμπορῶ νά ἐργάζωμαι, ἀλλά «ὁπότε κανείς δέν ἠμπορεῖ νά ἐργάζεται», δηλαδή, τότε πού δέν θά ἰσχύῃ πλέον ἡ πίστις, οὔτε οἱ κόποι, οὔτε ἡ μετάνοια. Τό ὅτι βέβαια ἔργον ὀνομάζει τήν πίστιν, γίνεται φανερόν ἀπό τήν ἐρώτησιν πρός αὐτόν· «Τί θά κάνωμεν, διά νά ἐκτελέσωμεν τά ἔργα τοῦ Θεοῦ;» (Ἰω. 6,28). Ἀπαντᾶ· «Αὐτό εἶναι τό ἔργον τοῦ Θεοῦ, διά νά πιστεύσετε εἰς αὐτόν πού ἀπέστειλε ἐκεῖνος» (Ἰω. 6,29).

Πῶς λοιπόν αὐτό τό ἔργον «δέν ἠμπορεῖ κανείς νά τό πράξῃ τότε»; Διότι τότε οὔτε ἡ πίστις ἰσχύει, ἀλλ̉ ὅλοι θά ὑπακούσουν εἴτε τό θέλουν εἴτε ὄχι. Διά νά μή εἰπῇ λοιπόν κάποιος ὅτι αὐτό τό κάνει ἀπό φιλοδοξίαν, δεικνύει ὅτι ὅλα τά κάνει ἀπό ἐνδιαφέρον δι̉ αὐτούς πού ἔχουν τήν δυνατότητα μόνον ἐδῶ νά πιστεύσουν, καί δέν ἠμποροῦν πλέον ἐκεῖ νά ἔχουν καμμίαν ὠφέλειαν. Διά τοῦτο δέν ἔκαμεν αὐτό πού ἔκαμεν ἀφοῦ ἦλθε πρός αὐτόν ὁ τυφλός.

Τό ὅτι βέβαια ἦτο ἄξιος μέν νά θεραπευθῇ καί, ἐάν ἔβλεπεν, θά ἐπίστευε καί θά προσήρχετο, καί, δέν θά ἔδειχνεν ἀδιαφορίαν καί πάλιν ἐάν ἤκουεν ἀπό κάποιον πού ἦτο ἐκεῖ, γίνεται φανερόν ἀπό τά ἑξῆς, ἀπό τήν ἀνδρείαν καί τήν ἰδίαν τήν πίστιν του· καθ̉ ὅσον φυσικόν ἦτο νά σκεφθῇ καί νά εἰπῇ· Μά τί τέλος πάντων σημαίνει αὐτό; ἔκαμε πηλόν καί ἤλειψε τούς ὀφθαλμούς μου καί μοῦ εἶπε· «Πήγαινε καί πλύσου». Δέν ἠμποροῦσε νά μέ θεραπεύσῃ καί μετά νά μέ στείλῃ εἰς τήν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ; Πολλές φορές ἐπλύθην ἐκεῖ μαζί μέ ἄλλους πολλούς καί δέν εἶδα καμμίαν ὠφέλειαν· ἐάν εἶχε κάποιαν δύναμιν θά ἠμποροῦσε νά μέ θεραπεύσῃ παρόντα, πρᾶγμα πού καί ὁ Νεεμάν ἔλεγε πρός τόν Ἐλισσαῖον· καθ̉ ὅσον καί ἐκεῖνος, λαβών ἐντολήν νά ὑπάγῃ καί νά λουσθῇ εἰς τόν Ἰορδάνην δυσπιστοῦσε, καί ὅλα αὐτά τήν στιγμήν πού τόση φήμη ὑπῆρχε περί τοῦ Ἐλισσαίου(Δ´ Βασ. 5, 10-11). Ἀλλ̉ ὅμως ὁ τυφλός δέν ἠπίστησεν οὔτε ἔφερεν ἀντίρρησιν οὔτε ἐσκέφθη μέσα του· Τί τέλος πάντων σημαίνει αὐτό; ἔπρεπε νά ἀλείψῃ τούς ὀφθαλμούς μου μέ πηλόν; αὐτό περισσότερον τυφλώνει· ποῖος ποτέ ἀνέβλεψε μέ αὐτόν τόν τρόπον; Ἀλλά τίποτε ἀπό αὐτά δέν ἐσκέφθη. Εἶδες πίστιν σταθεράν καί προθυμίαν; «Ἔρχεται ἡ νύκτα». Δείχνει μέ αὐτό ὅτι καί μετά τήν σταύρωσίν του πρόκειται νά συνεχίσῃ τήν πρόνοιάν του διά τούς ἀσεβεῖς καί νά ἐπιστρέψῃ πολλούς εἰς τήν πίστιν· διότι ἀκόμη εἶναι ἡμέρα. Μετά δέ ἀπό αὐτό τούς ἀπομακρύνει τελείως. Καί θέλων νά δηλώσῃ αὐτό, ἔλεγεν· «Ὅσον καιρόν εἶμαι εἰς τόν κόσμον, εἶμαι τό φῶς τοῦ κόσμου»· πρᾶγμα πού ἔλεγε καί πρός ἄλλους· «Πιστεύετε ἐν ὅσῳ τό φῶς εἶναι μαζί σας» (Ἰω. 12,36).

3. Καί διατί λοιπόν ὁ Παῦλος τήν μέν παροῦσαν ζωήν ὠνόμασε νύκτα, τήν δέ μέλλουσαν ἡμέραν; Δέν ἀντιτίθεται πρός τόν Χριστόν, ἀλλά λέγει τά ἴδια, ἄν καί ὄχι μέ τά ἴδια λόγια, ἀλλά μέ τό ἴδιο νόημα· καθ̉ ὅσον λέγει· «Ἡ νύκτα ἐπροχώρησε, ἡ δέ ἡμέρα ἐπλησίασεν» (Ρωμ. 13,12). Διότι νύκτα ὀνομάζει τήν παροῦσαν ζωήν δι̉ ἐκείνους πού κάθονται εἰς τό σκότος, ἤ συγκρίνων αὐτήν μέ ἐκείνην τήν ἡμέραν, ἐνῷ ὁ Χριστός νύκτα ὀνομάζει τήν μέλλουσαν ζωήν λόγῳ τοῦ ὅτι δέν συγχωροῦνται τότε τά ἁμαρτήματα, ὁ Παῦλος ὅμως ὀνομάζει τήν παροῦσαν ζωήν νύκτα ἐπειδή εὑρίσκονται μέσα εἰς τό σκότος αὐτοί πού ζοῦν μέσα εἰς τήν κακίαν καί τήν ἀπιστίαν. Ἀπευθυνόμενος πρός πιστούς, ἔλεγεν· «Ἡ νύκτα ἐπροχώρησεν, ἡ δέ ἡμέρα ἐπλησίασεν», καθ̉ ὅσον πρόκειται νά ἀπολαύσουν ἐκεῖνο τό φῶς, καί νύκτα ὀνομάζει τόν παλαιόν βίον· διότι λέγει· «Ἄς ἀποβάλωμεν τά ἔργα τοῦ σκότους» (Ρωμ. 13,12). Βλέπεις πού λέγει δι̉ ἐκείνους ὅτι εἶναι νύκτα; Διά τοῦτο λέγει· «Ἄς συμπεριφερώμεθα σεμνά, ὅπως ὅταν εἶναι ἡμέρα» (Ρωμ.13,13) διά νά ἀπολαύσωμεν ἐκεῖνο τό φῶς. Διότι, ἐάν αὐτό τό φῶς εἶναι τόσον ὡραῖον, σκέψου πόσον ὡραῖον θά εἶναι ἐκεῖνο· ὅσον δηλαδή ἀνώτερον εἶναι τό φῶς τοῦ ἡλίου ἀπό τό τοῦ λύχνου, τόσον καί πολύ περισσότερον ἐκεῖνο εἶναι ἀνώτερον ἀπό αὐτό. Καί διά νά δηλώσῃ αὐτό, ἔλεγεν ὅτι «ὁ ἥλιος θά σκοτισθῇ» (Ματθ. 24,29), δηλαδή ἐξ αἰτίας ἐκείνης τῆς ἀφθόνου λαμπρότητός του οὔτε ὁ ἥλιος θά φανῇ. Ἐάν δέ τώρα δαπανῶμεν ἀμέτρητα χρήματα διά νά ἔχωμεν φωτεινάς καί εὐαέρους οἰκίας κτίζοντες αὐτάς καί ταλαιπωρούμενοι, σκέψου πῶς πρέπει νά μεταχειριζώμεθα τά σώματα διά νά οἰκοδομήσωμεν λαμπράς οἰκίας εἰς τούς οὐρανούς, ὅπου ὑπάρχει τό ἀπερίγραπτον ἐκεῖνο φῶς· διότι ἐδῶ μέν γίνονται καί μάχαι καί φιλονικίαι διά τά σύνορα καί τούς τοίχους, ἐνῷ ἐκεῖ δέν ὑπάρχει τίποτε τό παρόμοιον, οὔτε φθόνος οὔτε κακολογία, καί κανείς δέν θά φιλονικήσῃ μαζί μας διά σύνορα κτημάτων. Καί αὐτήν μέν τήν οἰκίαν εἴμεθα ἀναγκασμένοι νά τήν ἐγκαταλείψωμεν ὁπωσδήποτε ἐνῷ ἐκείνη θά παραμείνῃ διαρκῶς· καί αὐτή μέν κατ̉ ἀνάγκην καταστρέφεται ἀπό τόν χρόνον καί ὑφίσταται μυρίας ζημίας, ἐνῷ ἐκείνη μένει αἰωνίως ἄφθαρτος· καί αὐτήν μέν δέν ἠμπορεῖ πτωχός νά τήν οἰκοδομήσῃ, ἐνῷ ἐκείνην μπορεῖ νά τήν οἰκοδομήσῃ καί μέ δύο ὀβολούς, ὅπως ἀκριβῶς ἡ χήρα. Διά τοῦτο λυποῦμε ὑπερβολικά, διότι ἄν καί εὑρίσκονται ἔμπροσθέν μας τόσα ἀγαθά, ραθυμοῦμεν καί ἀδιαφοροῦμεν, καί πράττομεν μέν τά πάντα διά νά ἔχωμεν ἐδῶ λαμπράς οἰκίας, ἀδιαφορῶμεν ὅμως καί δέν φροντίζομεν νά ἀποκτήσωμεν εἰς τούς οὐρανούς ἔστω καί μικρόν κατάλυμα.

Εἰπέ μου λοιπόν, πού θά ἤθελες νά ἔχῃς οἰκίαν ἐδῶ; ἆρά γε εἰς τήν ἐρημίαν ἤ εἰς μίαν ἀπό τάς μικράς πόλεις; Ἐγώ τουλάχιστον δέν τό νομίζω, ἀλλά θά ἤθελες νά ἔχῃς εἰς τάς βασιλικωτάτας καί μεγάλας πόλεις, ὅπου ὑπάρχει περισσότερον ἐμπόριον καί μεγαλυτέρα πολυτέλεια. Ἀλλ̉ ἐγώ σέ ὁδηγῶ εἰς μίαν τέτοιαν πόλιν, τῆς ὁποίας τεχνίτης καί δημιουργός εἶναι ὁ Θεός. Ἐκεῖ σέ παρακαλῶ νά κτίζῃς καί νά οἰκοδομῇς μέ ὀλιγώτερα χρήματα καί ὀλιγώτερον κόπον. Ἐκείνην τήν οἰκίαν τήν οἰκοδομοῦν τά χέρια τῶν πτωχῶν καί αὐτό πρό πάντων εἶναι οἰκοδομή· διότι αὐτά πού γίνονται τώρα εἶναι δείγματα τῆς πιό φοβερᾶς παραφροσύνης. Καθ̉ ὅσον ἐάν κάποιος σέ ὡδήγει εἰς τήν περσικήν γῆν διά νά ἰδῇς τά ἐκεῖ καί νά ἐπανέλθῃς καί εἰς τήν συνέχειαν σέ διέτασσε νά κτίσῃς οἰκίαν, ἆρά γε δέν θά ἀπέδιδες εἰς αὐτόν τήν πιό χειροτέραν ἀνοησίαν, μέ τό νά σέ διατάσσῃ νά κάμνῃς ἀσκόπους δαπάνας; Πῶς λοιπόν κάμνῃς τό ἴδιο πρᾶγμα εἰς τήν γῆν, τήν ὀποίαν μετά ἀπό ὀλίγον θά ἐγκαταλείψῃς;

Ἀλλά, λέγει, θά τήν ἀφήσω εἰς τά παιδιά μου. Ὅμως καί ἐκεῖνα μετά ἀπό ὀλίγον ἀπό σένα θά τήν ἐγκαταλείψουν, πολλές φορές δέ καί πρίν ἀπό σένα, καί ὁμοίως καί οἱ μετά ἀπό ἐκείνους. Καί αὐτό τό πρᾶγμα γίνεται εἰς σέ αἰτία ἀπογοητεύσεως, ὅταν δέν ἰδῇς τούς κληρονόμους σου νά κατέχουν αὐτά. Ἐκεῖ ὅμως τίποτε παρόμοιον δέν εἶναι δυνατόν νά φοβηθῇς, ἀλλά μένει σταθερά αὐτό πού ἀπέκτησες καί εἰς ἐσένα καί εἰς τά παιδιά σου καί εἰς τά ἐγγόνια σου, ἄν ἐπιδείξουν τήν ἰδίαν ἀρετήν. Τήν οἰκοδόμησιν ἐκείνης τῆς οἰκίας τήν κάμνει ὁ Χριστός· ἐάν οἰκοδομῇς ἐκείνην δέν εἶναι ἀνάγκη νά ὁρίζῃς ἐπιστάτας, οὔτε νά φροντίζῃς, οὔτε νά μεριμνᾷς· διότι ὅταν ὁ Θεός ἀναλάβῃ τό ἔργον τί χρειάζεται ἡ φροντίς; Ἐκεῖνος τά συγκεντρώνει ὅλα καί κτίζει τήν οἰκίαν. Καί δέν εἶναι αὐτό μόνον τό ἀξιοθαύμαστον, ἀλλ̉ ὅτι αὐτός ἔτσι οἰκοδομεῖ αὐτήν, ὅπως ἀρέσει εἰς ἐσένα, ἀλλά καί περισσότερον ἀπό αὐτό πού σοῦ ἀρέσει καί ἀπό αὐτό πού θέλεις· διότι εἶναι τεχνίτης ἄριστος καί φροντίζει πάρα πολύ διά τά συμφέροντά σου. Καί ἄν εἶσαι πτωχός καί θελήσῃς νά οἰκοδομήσῃς αὐτήν τήν οἰκίαν κανείς δέν θά σέ φθονήσῃ οὔτε καί θά σέ κακολογήσῃ· διότι κανείς δέν τήν βλέπει αὐτήν ἀπό ἐκείνους πού φθονοῦν, ἀλλ̉ οἱ ἄγγελοι πού γνωρίζουν νά χαίρωνται μέ τά ἰδικά σου ἀγαθά. Κανείς δέν θά ἠμπορέσῃ νά ἐξουσιάσῃ αὐτήν, διότι κανείς δέν κατοικεῖ πλησίον της ἀπό αὐτούς πού πάσχουν ἀπό παρόμοια νοσήματα. Γείτονας ἐκεῖ ἔχεις τούς ἁγίους, τούς περί τόν Παῦλον καί Πέτρον, ὅλους τούς προφήτας, τούς μάρτυρας, τό πλῆθος τῶν ἄγγελων καί τῶν ἀρχαγγέλων.

Διά τοῦτο λοιπόν ὅλα αὐτά τά ὑπάρχοντά μας ἄς τά προσφέρωμεν εἰς τούς πτωχούς , διά νά ἐπιτύχωμεν ἐκείνας τάς σκηνάς, τά ὁποίας μακάρι νά ἐπιτύχωμεν ὅλοι ἡμεῖς μέ τήν χάριν καί φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, διά τοῦ ὁποίου καί μετά τοῦ ὁποίου ἀνήκει εἰς τόν Πατέρα δόξα συγχρόνως καί εἰς τό ἅγιον Πνεῦμα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πηγή: https://www.imaik.gr/?p=2915

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ: Ὁμιλία στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Κυριακῆς τοῦ Τυφλοῦ

Κυριακή του Τυφλού

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Κυριακή του Τυφλού

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἡ ὁποία μᾶς ἐξιστορεῖ μὲ πολλὴ λεπτομέρεια ἕνα μέγιστο θαῦμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, αὐτὸ τῆς θεραπείας ἑνὸς ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, θέτει ἐνώπιόν μας, μεταξὺ ἄλλων, καὶ τὸ σπουδαῖο θέμα τῆς ἀσθένειας τῶν ἀνθρώπων καί, γενικώτερα, τῶν δοκιμασιῶν σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο.

Πρέπει ἐξαρχῆς νὰ ποῦμε πὼς ἡ ἀσθένεια καὶ φθορὰ τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος δὲν ἦταν στὸ κατ’ εὐδοκίαν ἢ ἀρχικὸ θέλημα τοῦ Θεoῦ, ὅπως λέμε. Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ εἶναι ὑγιὴς καὶ ἀθάνατος καὶ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα· καὶ αὐτὸ θὰ ἴσχυε, ἐὰν οἱ Πρωτόπλαστοι καὶ γενάρχες Ἀδὰμ καὶ Εὔα δὲν παρέβαιναν τὸ θέλημα, τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεoῦ. Μὲ τὴν παρακοὴ καὶ τὴν πτώση τους ὅμως καὶ τὴν ἔξωσή τους, κατὰ τὴ δίκαιη κρίση τοῦ Θεoῦ, ἀπὸ τὸν Παράδεισο, εἰσῆλθε στοὺς ἀνθρώπους, κατὰ παραχώρηση Θεoῦ, καὶ ἡ ἀσθένεια καὶ ἡ φθορὰ τοῦ σώματος καί, τέλος, ὁ θάνατος.

Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη καὶ «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν», χρησιμοποιεῖ καὶ τὴν ἀσθένεια, καθὼς καὶ ὅποιες δοκιμασίες θὰ ἐπιστρέψει στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ὄργανο, ἐργαλεῖο, γιὰ τὴ σωτηρία, τὸν ἁγιασμό του. Διότι, πρέπει νὰ τονίσουμε, ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνο Δημιουργός μας, ἀλλὰ καὶ Προνοητὴς κατὰ πάντα γιὰ τὸ καλό μας, τὴ σωτηρία μας. Τίποτα δὲν εἶναι τυχαῖο, οὔτε τύχη ὑπάρχει, τὴν ὁποία μάλιστα οἱ ἀρχαῖοι πίστευαν καὶ προσκυνοῦσαν μέσα στὴν πλάνη τους ὡς θεά. Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ πιστεύουμε ἀκράδαντα στὴν Πατρικὴ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχει τὴν πρώτη καὶ τελευταία λέξη στὴ ζωὴ κάθε ἀνθρώπου. Τί λέει, ἐν προκειμένῳ, ὁ Χριστὸς στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο; «καὶ οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς σας εἶναι ἀριθμημένες ἀπὸ τὸν Θεὸ» (πρβλ. Ματθ. 10, 30), καὶ δὲν θὰ πέσει οὔτε τρίχα στὴ γῆ, χωρὶς νὰ ἐπιτρέψει ὁ Κύριος. Οὔτε τρίχα! Πολλῷ μᾶλλον ἐντάσσονται στὰ σχέδια τῆς πανσωστικῆς Θείας Πρόνοιας θέματα σοβαρότατα τῆς ζωῆς, ὅπως εἶναι ἡ ἀσθένεια, ἢ καὶ ὅποια δοκιμασία μᾶς βρεῖ.

Οἱ αἰτίες, ποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ παραχωρεῖ νὰ ἔλθει κάποτε ἀσθένεια στὸν ἄνθρωπο, εἶναι ποικίλες. Πολλὲς φορὲς αἰτία ἀποτελοῦν οἰ προσωπικές μας ἁμαρτίες. Ἠ περίπτωση τούτη διαφάνηκε στὸ Εὐαγγέλιο τῆς προπερασμένης Κυριακῆς, στὴν περικοπὴ τῆς θεραπείας τοῦ Παραλύτου ἐκείνου ἄνδρα, ποὺ ἦταν ἀσθενὴς γιὰ τριάντα ὀκτὼ χρόνια. Ἀπὸ τὴν πατρικὴ ὑπόδειξη τοῦ Κυρίου μας πρὸς αὐτὸν μετὰ τὴ θεραπεία του, «μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν τι σοι γένηται», συμπεραίνουμε ὅτι ἡ πολυχρόνια ἐκείνη καὶ ὀδυνηρὴ ἀσθένειά του ὀφειλόταν στὶς ἁμαρτίες του.

Βέβαια, οἱ ἀρρώστειες πολλὲς φορές, μπορεῖ νὰ ἔχουν αἴτια καθαρὰ φυσικὰ ἢ ἀκόμη νὰ ὀφείλονται στὴν ἀπερισκεψία καὶ ἀμέλεια τοῦ ἀνθρώπου, νὰ διαφυλάξει τὸ πολύτιμο ἀγαθὸ τῆς ὑγείας του. Πόσες φορὲς δὲν ἐκθέτομε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τὴν ὑγεία μας σὲ πλῆθος κινδύνων, καὶ πόσες φορὲς ἕνας ἀνθυγιεινὸς καὶ ἐπιβλαβὴς τρόπος ζωῆς μᾶς ἐπιφέρει ποικίλες ἀσθένειες;

Ἐκτὸς ὅμως ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, μερικὲς φορὲς ἡ ἀρρώστεια ὀφείλεται καὶ στὴν παιδαγωγοῦσα ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἐπιτρέπει δηλαδὴ ὁ Κύριος νὰ δοκιμαστοῦμε στὸ κρεββάτι τοῦ πόνου, γιὰ νὰ δοκιμαστεῖ ἡ ὑπομονή, ἡ πίστη, ἡ ἀρετή μας, καὶ γιὰ νὰ λάβουμε ἀσφαλῶς πολύτιμο στεφάνι ἀπὸ τὸν Κύριο, ἐὰν δείξουμε ἕως τέλους ὑπομονή. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα εἶναι ὁ πολύαθλος καὶ δίκαιος Ἰώβ. Ἀλλὰ πόσοι καὶ πόσοι διὰ μέσου τῶν αἰώνων, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, δὲν σώθηκαν, δὲν ἁγίασαν ἀκόμη, στὸ καμίνι τῆς ἀσθένειας καὶ τοῦ πόνου; Ἂς θυμηθοῦμε, γιὰ παράδειγμα, τοὺς τελευταίους μεγάλους γνωστοὺς ἁγίους Γέροντες τῆς ἐποχῆς μας, τὸν ὅσιο Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη, τὸν ὅσιο Πορφύριο τὸν Καυσοκαλυβίτη, τὸν Γέροντα Ἰάκωβο Τσαλίκη, τὸν Γέροντα Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ στὴν Ἀγγλία. Ὅλοι τους τελειώθηκαν μὲ καρκίνο καὶ ἐπώδυνες ἀσθένειες. Ἀκόμη καὶ ὁ πρόσφατα ἀνακηρυχθεὶς ἅγιος ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, π. Νικηφόρος, ἀνεδείχθη διορατικὸς καὶ θαυματουργὸς μέσα ἀπὸ τὴν πολυχρόνια ἀσθένεια τῆς λέπρας, τῆς παράλυσης, τῆς τύφλωσης. Νὰ ἔχουμε τὶς ἅγιες εὐχές τους!

Τέλος, στὴ σημερινὴ περικοπή, γνωρίζουμε καὶ ἕνα ἐπιπλέον λόγο, γιὰ τὸν ὁποῖο ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς τὴν ἀσθένεια. Ὅταν ὁ Κύριος εἶχε συναντήσει τὸν ταλαίπωρο ἐκεῖνο ἐκ γενετῆς τυφλό, οἱ μαθητές Του τὸν ρώτησαν γιὰ τὴν αἰτία τῆς ἀσθένειάς του: «Διδάσκαλε», εἶπαν, «ποιός ἁμάρτησε, αὐτὸς ἢ οἱ γονεῖς του, ὥστε νὰ γεννηθεῖ τυφλός;» Καὶ ὁ Παντογνώστης καὶ Φιλάνθρωπος ἀποκρίθηκε, πώς, οὔτε ὁ ἴδιος, οὔτε οἱ γονεῖς εἶχαν ἁμαρτήσει ἢ ἦσαν αἴτιοι γιὰ τὴ δοκιμασία ἐκείνη τοῦ τυφλοῦ, «ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ», δηλαδὴ γιὰ νὰ δοξασθεῖ μέσῳ του ὁ Θεός! Ἦταν δηλαδὴ μία περίπτωση -καὶ ἀσφαλῶς ὄχι ἡ μόνη-, μέσῳ τῆς ὁποίας, μὲ τὴ θαυμαστὴ δηλαδὴ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ, διαφάνηκε ἡ Παντοδυναμία τοῦ Δημιουργοῦ καὶ Πλάστη τῆς φύσης τῶν ἀνθρώπων, καὶ οἱ ἄνθρωποι ὁδηγήθηκαν ἔτσι στὴν πίστη καὶ δοξολογία τοῦ Θεοῦ.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, στὶς μεγάλες δοκιμασίες ποὺ διερχόμαστε στὶς ἡμέρες μας, ὡς πρόσωπα, ὡς κοινωνία, ὡς ἔθνος, μία εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ θεραπεία καὶ μία ἡ ἀπάντηση: Ἡ πίστη, ἡ βαθιὰ προσωπική μας πίστη. «Αὕτη ἐστὶν ἡ νίκη, ἡ νικήσασα, τὸν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν». Εἶναι ἀπαραίτητο μὲ τὸν πνευματικὸ κατὰ δύναμη ἀγῶνα μας, μὲ τὴν προσευχή, τὴ Μυστηριακὴ ζωή, τὴ μετάνοια, νὰ δυναμώσουμε, νὰ πλατύνουμε, νὰ στερεώσουμε τὴν πίστη μας. Ὅπως μᾶς παραγγέλλει καὶ ὁ Κύριος στὸ Εὐαγγέλιο, «γίνεσθε φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις». Αὐτὸ σημαίνει, ὅπως τὰ φίδια σὲ κάθε κίνδυνο προσπαθοῦν νὰ κρύψουν καὶ προφυλάξουν τὸ κεφάλι τους, διότι, κι ἂν πληγωθεῖ τὸ ὑπόλοιπο σῶμα τους, μπορεῖ νὰ ἐπιζήσουν, ἔτσι κι ἐμεῖς. Πρὶν καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα νὰ φυλάξουμε ἄτρωτη καὶ ἀκέραια τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη μας, ὡς τὸν μεγαλύτερο θησαυρό μας. Διότι ἡ Πίστη μας εἶναι τὸ φῶς στὴν πορεία μας στὸν κόσμο τοῦτο. Καὶ τίποτε, ἐὰν θελήσουμε, δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς τὴν ἀφαιρέσει. Νὰ ἀγωνισθοῦμε περισσότερο νὰ ἐξασκήσουμε τὴν ἐντολὴ τῆς διπλῆς ἀγάπης, στὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον μας, καθὼς καὶ ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε στὴ φοβερὴ ἐκείνη ἡμέρα τῆς Κρίσεως νὰ ἀκούσουμε ἀπὸ τὸν Δικαιοκρίτη Χριστό μας· «Εὖ δοῦλε, ἀγαθὲ καὶ πιστέ. Ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω. Εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου»!

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Μάμαντος τῆς κοινότητος Ἀληθινοῦ, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (09.06.2024).

Κύριε, παράγων ἐν τῇ ὁδῷ. Δοξαστικὸν Ἑσπερινοῦ Κυριακῆς τοῦ Τυφλοῦ. Μέλος-ἐρμηνεία: Μάριος Ἀντωνίου, πρωτοψάλτης τῆς Μητροπόλεως Μόρφου

Κύριε, παράγων ἐν τῇ ὁδῷ, εὗρες ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς, καὶ ἔκθαμβοι γεγονότες οἱ Μαθηταί, ἐπηρώτων σε, λέγοντες· Διδάσκαλε, τίς ἥμαρτεν, οὗτος, ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; Σὺ δὲ Σωτήρ μου ἐβόας αὐτοῖς· Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν, οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ, ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με, ἃ οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. Καὶ ταῦτα εἰπών, πτύσας χαμαί, καὶ πηλὸν ποιήσας, ἐπέχρισας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, λέξας πρὸς αὐτόν· Ὕπαγε, νίψαι εἰς τοῦ Σιλωὰμ τὴν κολυμβήθραν· ὁ δέ, νιψάμενος, ὑγιὴς ἐγένετο, καὶ ἐβόα πρὸς σέ· Πιστεύω, Κύριε, καὶ προσεκύνησέ σοι. Διὸ βοῶμεν καὶ ἡμεῖς· Ἐλέησον ἡμᾶς.

«Κύριε, παράγων ἐν τῇ ὁδῷ». Δοξαστικὸν Ἑσπερινοῦ Κυριακῆς τοῦ Τυφλοῦ.

Μέλος καὶ ἐρμηνεία, Μάριος Ἀντωνίου, πρωτοψάλτης τῆς Μητροπόλεως Μόρφου.