Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν καὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Νικήτα, ποὺ τελέσθηκε στὸ ἱερὸ παρεκκλήσιο Ἁγίου Νικήτα τοῦ Συνοικισμοῦ Λατσιῶν Λευκωσίας (15.09.2024). Κατὰ τὴν ἡμέρα αὐτὴ πανηγυρίζει στὴν προσφυγιὰ ἡ κατεχόμενη ἀπὸ τοὺς Τούρκους κοινότητα Νικήτας, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου.
Πανήγυρις Μεταστάσεως Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (26 Σεπτεμβρίου 2026)

Φέρεται στη γνώση των ευσεβών χριστιανών ότι, με την ευκαιρία της εορτής της Μεταστάσεως Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, θα τελεστούν οι πιο κάτω ακολουθίες:
- Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου
- 6:00 μ.μ.: Πανηγυρικός Εσπερινός της εορτής στον ιερό ναό Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στα Κατύδατα, προϊσταμένου του Πανοσιολογιωτάτου Πρωτοσυγκέλλου Αρχιμανδρίτου Φωτίου Ιωακείμ.
- 6:00 μ.μ.: Πανηγυρικός Εσπερινός της εορτής στον ιερό ναό Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (κεντρικός ναός) στο Σινά Όρος, προϊσταμένου του Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτου π. Ιακώβου Κωτσογιάννη.
- 8:00 μ.μ.: Πανηγυρική Αγρυπνία της εορτής στον ιερό ναό των Αγίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνος στην Περιστερώνα.
- Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου
- 6:30 π.μ.: Πανηγυρική Θεία Λειτουργία της εορτής στον ιερό ναό Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στα Κατύδατα, προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.
- 6:30 π.μ.: Πανηγυρική Θεία Λειτουργία της εορτής στον ιερό ναό Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (κεντρικός ναός) στο Σινά Όρος, προϊσταμένου του Πανοσιολογιωτάτου Πρωτοσυγκέλλου Αρχιμανδρίτου Φωτίου Ιωακείμ.
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 18 Σεπτεμβρίου 2026

Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΙΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
1: 7-17
Ἀδελφοί, ἔχομεν τὴν ἀπολύτρωσιν διὰ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἄφεσιν τῶν παραπτωμάτων, κατὰ τὸν πλοῦτον τῆς χάριτος αὐτοῦ, ἧς ἐπερίσσευσεν εἰς ἡμᾶς ἐν πάσῃ σοφίᾳ καὶ φρονήσει, γνωρίσας ἡμῖν ὁ Θεὸς τὸ μυστήριον τοῦ θελήματος αὐτοῦ, κατὰ τὴν εὐδοκίαν αὐτοῦ ἣν προέθετο ἐν αὐτῷ· εἰς οἰκονομίαν τοῦ πληρώματος τῶν καιρῶν, ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, τά τε ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς· ἐν αὐτῷ, ἐν ᾧ καὶ ἐκληρώθημεν, προορισθέντες κατὰ πρόθεσιν τοῦ τὰ πάντα ἐνεργοῦντος, κατὰ τὴν βουλὴν τοῦ θελήματος αὐτοῦ, εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς εἰς ἔπαινον τῆς δόξης αὐτοῦ τοὺς προηλπικότας ἐν τῷ Χριστῷ· ἐν ᾧ καὶ ὑμεῖς ἀκούσαντες τὸν λόγον τῆς ἀληθείας, τὸ Εὐαγγέλιον τῆς σωτηρίας ὑμῶν· ἐν ᾧ καὶ πιστεύσαντες ἐσφραγίσθητε τῷ πνεύματι τῆς ἐπαγγελίας τῷ ἁγίῳ, ὅς ἐστιν ἀρραβὼν τῆς κληρονομίας ἡμῶν, εἰς ἀπολύτρωσιν τῆς περιποιήσεως, εἰς ἔπαινον τῆς δόξης αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο κἀγώ, ἀκούσας τὴν καθ᾽ ὑμᾶς πίστιν ἐν τῷ Κυρίῳ ᾽Ιησοῦ καὶ τὴν ἀγάπην τὴν εἰς πάντας τοὺς ἁγίους, οὐ παύομαι εὐχαριστῶν ὑπὲρ ὑμῶν μνείαν ποιούμενος ἐπὶ τῶν προσευχῶν μου, ἵνα ὁ Θεὸς τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ Πατὴρ τῆς δόξης, δώῃ ὑμῖν πνεῦμα σοφίας καὶ ἀποκαλύψεως ἐν ἐπιγνώσει αὐτοῦ.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΙΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
8: 1-10
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, πάλιν πολλοῦ ὄχλου ὄντος καὶ μὴ ἐχόντων τί φάγωσι, προσκαλεσάμενος ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγει αὐτοῖς· Σπλαγχνίζομαι ἐπὶ τὸν ὄχλον, ὅτι ἤδη ἡμέραι τρεῖς προσμένουσί μοι καὶ οὐκ ἔχουσι τί φάγωσι· καὶ ἐὰν ἀπολύσω αὐτοὺς νήστεις εἰς οἶκον αὐτῶν, ἐκλυθήσονται ἐν τῇ ὁδῷ· τινὲς γὰρ αὐτῶν ἀπὸ μακρόθεν ἥκασι. καὶ ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· Πόθεν τούτους δυνήσεταί τις ὧδε χορτάσαι ἄρτων ἐπ’ ἐρημίας; καὶ ἐπηρώτα αὐτούς· Πόσους ἔχετε ἄρτους; οἱ δὲ εἶπον· Ἑπτά. καὶ παρήγγειλε τῷ ὄχλῳ ἀναπεσεῖν ἐπὶ τῆς γῆς· καὶ λαβὼν τοὺς ἑπτὰ ἄρτους εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἵνα παρατιθῶσι· καὶ παρέθηκαν τῷ ὄχλῳ. καὶ εἶχον ἰχθύδια ὀλίγα· καὶ αὐτὰ εὐλογήσας εἶπε παρατιθέναι καὶ αὐτὰ. ἔφαγον δὲ καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν περισσεύματα κλασμάτων ἑπτὰ σπυρίδας. ἦσαν δὲ ὡς τετρακισχίλιοι· καὶ ἀπέλυσεν αὐτούς. Καὶ ἐμβὰς εὐθὺς εἰς τὸ πλοῖον μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ ἦλθεν εἰς τὰ μέρη Δαλμανουθά.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Eυμενίου Eπισκόπου Γορτύνης του Θαυματουργού (18 Σεπτεμβρίου)
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Eυμενίου Eπισκόπου Γορτύνης του Θαυματουργού
Tο λείον Eυμένιος όμμα Γορτύνης,
Πανευμενές κατείδεν όμμα Kυρίου.
Oγδοάτη δεκάτη θάνεν Eυμένιος μεγαλήτωρ.

Oύτος ο αοίδιμος Eυμένιος εκ νεαράς ηλικίας υπέβαλε τον εαυτόν του εις πολλάς σκληραγωγίας και ασκήσεις. Kαι πολλήν επιμέλειαν μεταχειρισθείς, απόκτησεν άκραν ταπείνωσιν. Διά τούτο και ηξιώθη να γένη Eπίσκοπος της κατά την νήσον Kρήτην Γορτύνης. Kαι εν ταυτώ ηξιώθη να λάβη θεόθεν και την των θαυμάτων χάριν και δύναμιν. Όθεν μίαν φοράν με αναμμένας λαμπάδας κατέκαυσεν ένα δράκοντα, όστις ώρμησε κατ’ επάνω του. Πορευθείς δε εις την Pώμην, κατεφώτισεν αυτήν με τας θείας διδασκαλίας του, ωσάν ένα λαμπρόν φανάρι. Kαι με σημεία και θαύματα τους εκεί πιστούς εστερέωσεν. Aπό την Pώμην δε αναχωρήσας, επήγεν εις Θηβαΐδα, και χωρίς να θέλη παρευθύς διέλυσε την ξηρασίαν, οπού επεκράτει εις εκείνα τα μέρη, διά της προσευχής του. Eκεί λοιπόν ευρισκόμενος, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Oι δε εν τη Θηβαΐδι κατοικούντες, απέστειλαν το άγιον αυτού λείψανον εις την εδικήν του πατρίδα και ποίμνην, ήτοι εις την Γορτύνην. Tο οποίον και ενταφιάσθη εις ένα τόπον ονομαζόμενον Pάξος, όπου ευρίσκεται και το σεπτόν λείψανον του θείου Kυρίλλου1.

Σημείωση
1. O Kύριλλος ούτος, ήτον Eπίσκοπος της αυτής Γορτύνης προ του Aγίου Eυμενίου, του οποίου η μνήμη τελείται κατά την δεκάτην τετάρτην του Iουνίου.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Aριάδνης, πέτρας ραγείσης και υποδεξαμένης αυτήν (18 Σεπτεμβρίου)
Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Aριάδνης, πέτρας ραγείσης και υποδεξαμένης αυτήν
Σώζει ραγείσα την Aριάδνην πέτρα.
Xριστός γαρ αυτήν έσκεπε ζωής Πέτρα.

Aύτη η Aγία ήτον κατά τους χρόνους Aδριανού και Aντωνίνου των βασιλέων από έτους ριζ΄ [117] έως έτους ρλθ΄ [139], δούλη ενός άρχοντος Tερτύλου ονομαζομένου, πρώτου όντος της Προμισέων πόλεως, της ευρισκομένης εις το θέμα της Φρυγίας Σαλουταρίας. Eπειδή δε αύτη αναγκάσθη από τον αυθέντην της να συνεορτάση με αυτόν εις τον ναόν των ειδώλων διά τα γενέθλια του παιδίου του, και δεν επείσθη, διά τούτο εξέσθη δυνατά εις το σώμα, και έπειτα αφέθη. Eπειδή δε πάλιν εδιώκετο από τον ηγεμόνα, διά τούτο πλησιάσασα κοντά εις μίαν πέτραν επροσευχήθη η αοίδιμος διά να φυλαχθή από τους διώκοντας δημίους. Kαι, ω του θαύματος! ευθύς ερράγισεν η πέτρα κατά θείον νεύμα, και εδέχθη αυτήν. Oι δε διώκοντες διεφθάρησαν και αφανίσθησαν από φοβερούς Aγγέλους, οίτινες εφάνησαν καθήμενοι επάνω εις άλογα. Kαι κρατώντες κοντάρια εις τας χείρας των, εκτύπουν τους διώκοντας την Aγίαν1.
Σημείωση
1. Περιττώς δε γράφεται εδώ παρά τοις Mηναίοις η μνήμη και το Συναξάριον του Aγίου Iερομάρτυρος Συμεών, συγγενούς του Kυρίου. Tαύτα γαρ εγράφησαν κατά την εικοστήν εβδόμην του Aπριλλίου.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΓΙΟΥ ΑΥΞΙΒΙΟΥ Α΄ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΟΛΩΝ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
13: 17-21
Ἀδελφοί, πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε· αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες· ἵνα μετὰ χαρᾶς τοῦτο ποιῶσι καὶ μὴ στενάζοντες· ἀλυσιτελὲς γὰρ τοῦτο. Προσεύχεσθε περὶ ἡμῶν· πεποίθαμεν γὰρ ὅτι καλὴν συνείδησιν ἔχομεν, ἐν πᾶσι καλῶς θέλοντες ἀναστρέφεσθαι. Περισσοτέρως δὲ παρακαλῶ τοῦτο ποιῆσαι, ἵνα τάχιον ἀποκατασταθῶ ὑμῖν. Ὁ δὲ Θεὸς τῆς εἰρήνης, ὁ ἀναγαγὼν ἐκ νεκρῶν «τὸν ποιμένα τῶν προβάτων» τὸν μέγαν «ἐν αἵματι διαθήκης αἰωνίου», τὸν κύριον ἡμῶν ᾿Ιησοῦν, καταρτίσαι ἡμᾶς ἐν παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ εἰς τὸ ποιῆσαι τὸ θέλημα αὐτοῦ, ποιῶν ἐν ὑμῖν τὸ εὐάρεστον ἐνώπιον αὐτοῦ διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΓΙΟΥ ΑΥΞΙΒΙΟΥ Α΄ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΟΛΩΝ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
10: 9-16
Εἶπεν ὁ Κύριος· Ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι᾽ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται καὶ νομὴν εὑρήσει. Ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ· ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσιν καὶ περισσὸν ἔχωσιν. ᾽Εγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός· ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων·ὁ μισθωτὸς καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ ἔστιν τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησιν τὰ πρόβατα καὶ φεύγει καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα. Ὁ δὲ μισθωτὸς φεύγει ὅτι μισθωτός ἐστιν καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων. ᾽Εγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαιὑπὸ τῶν ἐμῶν,καθὼς γινώσκει με ὁ πατὴρ κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα· καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. Καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνα δεῖ με ἀγαγεῖν, καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσιν, καὶ γενήσονται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ἁγίου καὶ ἐνδόξου πατρὸς ἡμῶν Αὐξιβίου Α’ Ἐπισκόπου Σόλων τοῦ θαυματουργοῦ (17/9 και 17/2)
Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ὁ ἅγιος Αὐξίβιος Α΄ Ἐπίσκοπος Σόλων, ἐκδ. Θεομόρφου, 2015

1. Ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς διηγηθῶ τὴ θαυμαστὴ καὶ λαμπρὴ πολιτεία τοῦ θαυμαστοῦ καὶ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν καὶ διατελέσαντος ἀρχιεπισκόπου τῆς πόλης τῶν Σολίων Αὐξιβίου. Γιατὶ πρῶτος αὐτός, σὰν λαμπρὸς ἥλιος, ἀνέτειλε στὴν πόλη αὐτή, φωτίζοντας μὲ τὶς ἀκτίνες τῆς θείας διδασκαλίας του ὅσους βρίσκονταν στὸ σκοτάδι τῆς πλάνης τῶν εἰδώλων. Αὐτὸς ἔλαμπε πάνω ἀπὸ τὴν πόλη αὐτή, ὅπως φέγγει στὸ σκοτάδι ἕνα λυχνάρι γεμᾶτο μὲ θεϊκὸ λάδι, μέχρι τὴ στιγμή, ποὺ ὁ Χριστὸς φώτισε τοὺς κατοίκους της καὶ σὰν Αὐγερινὸς ἀνέτειλε στὶς καρδιές τους.

2. Ἀλλὰ συγχωρέστε με, σᾶς παρακαλῶ. Γιατὶ ἐγώ, καθὼς εἶμαι καὶ στὸν λόγο καὶ στὴ γνώση ἀδύνατος, θεώρησα ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο, ἐνῶ ἔχει νὰ παρουσιάσει πολλὰ θαυμαστὰ ἔργα, νὰ σᾶς διηγηθῶ μόνο λίγες ἀπὸ τὶς ἀρετὲς τοῦ μακαρίου Αὐξιβίου, ὅπως τὶς ἄκουσα καὶ τὶς διδάχθηκα ἀπὸ ἄνδρες προχωρημένης ἡλικίας· ὅπως γράφει καὶ ἡ Θεία Γραφή: Ρώτησε τὸν πατέρα σου καὶ θὰ σοῦ τὸ μάθει καὶ τοὺς μεγαλύτερούς σου καὶ θὰ σοῦ τὸ ποῦν. Ἂς ἀρχίσουμε, λοιπόν, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀφήγηση.
3. Ὁ Αὐξίβιος καταγόταν ἀπὸ τὴ μεγαλούπολη τῶν Ρωμαίων. Οἱ γονεῖς του ἦταν πλούσιοι καὶ στὸ θρήσκευμα εἰδωλολάτρες, ἀπέκτησαν δὲ δύο υἱούς, τὸν μακάριο Αὐξίβιο καὶ τὸν ἀδελφό του, τὸν Θεμισταγόρα. Ὁ μακάριος Αὐξίβιος ἦταν πολὺ χαριτωμένος. Ἦταν πρᾶος ὅπως ὁ Μωυσῆς καὶ σώφρων στοὺς λογισμούς του ὅπως ὁ μακάριος Ἰωσὴφ καὶ γενικά, καθὼς μεγάλωνε, στολιζόταν μὲ κάθε εἴδους ἀρετή. Ὁ πατέρας του ἀκόμη τὸν μόρφωσε μὲ ὅλη τὴ θύραθεν παιδεία.
4. Ὅταν ἔφτασε στὴ νόμιμη ἡλικία, οἱ γονεῖς του θέλησαν νὰ τὸν νυμφεύσουν. Αὐτός, ὅμως, ἐπειδὴ εἶχε ἔνθεο νοῦ, ἀκέραιο λογισμὸ καὶ ἐνάρετη ζωή, ἔφερνε ἀντιρρήσεις. Γιατὶ ἄκουε ὅσα λέγονταν γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ εἶχε πόθο νὰ γίνει χριστιανός. Ὅταν τὸ ἄκουσαν αὐτὸ οἱ γονεῖς του, ἀγανάκτησαν μαζί του καί, ὁ μὲν πατέρας του τὸν ἐξανάγκαζε νὰ προχωρήσει σὲ γάμο μὲ ἀπειλές, ἐνῶ ἡ μητέρα του τὸν συμβούλευε νὰ τὸ κάνει μὲ τὶς κολακεῖες της.
5. Βλέποντας ὁ μακάριος Αὐξίβιος, ὅτι αὐτή τους ἡ ἐπιλογὴ ἦταν παγίδα καὶ ἐμπόδιο στὴ δική του ἀγαθὴ ἐπιλογή, θέλησε νὰ ἀναχωρήσει κρυφὰ ἀπὸ τὴ Ρώμη. Ἔτσι, λοιπόν, ἀφοῦ διατράνωσε τὴν ἀπόφασή του, χωρὶς νὰ πεῖ σὲ κανένα τίποτα, μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες, ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τοὺς γονεῖς του καί, κατεβαίνοντας στὸ λιμάνι, βρῆκε ἕνα πλοῖο, τὸ ὁποῖο ἐπρόκειτο νὰ ἀποπλεύσει πρὸς τὰ ἀνατολικά. Κι ἔτσι, ἐγκαταλείποντας τὰ πάντα, παίρνοντας μόνο λίγα χρήματα μαζί του γιὰ λόγους διατροφῆς, μπῆκε στὸ πλοῖο.
6. Ἀφοῦ ἀπέπλευσαν ἀπὸ τὴ Ρώμη, μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες ἔφτασαν στὴ Ρόδο. Ἀπὸ ἐκεῖ, διασχίζοντας τὸ πέλαγος τῆς Παμφυλίας, ἔφτασαν στὴν Κύπρο, καὶ κατέπλευσαν σὲ κάποια κώμη μὲ τὸ ὄνομα Λιμνήτης, ποὺ ἀπεῖχε περίπου τέσσερα ρωμαϊκὰ μίλια ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Σολίων. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ καθοδηγοῦσε τὸν μακάριο Αὐξίβιο πρὸς σωτηρία πολλῶν ψυχῶν. Ὅταν βγῆκε ἀπὸ τὸ πλοῖο, παρέμεινε γιὰ κάποιο χρόνο στὸν Λιμνήτη γιὰ νὰ συνέλθει, γιατὶ ἦταν πολὺ ζαλισμένος ἀπὸ τὸ ταξίδι καὶ ὀλιγοψύχησε.
7. Στὴν Κύπρο, τότε, ἦλθε καὶ ὁ Βαρνάβας, ὁ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴ δεύτερη περιοδεία του, ἀφοῦ ἀποχωρίστηκε ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο μὲ τὸ σῶμα, ἀλλὰ ὄχι μὲ τὴν καρδιά. Μαζί του, μάλιστα, εἶχε λάβει καὶ τὸν Μᾶρκο, καὶ κατέπλευσαν στὴ Λάπηθο. Ἔπειτα, περιερχόμενοι ὅλο τὸ νησί, ἔφτασαν στὴ Σαλαμίνα, τὴ σημερινὴ Κωνσταντία, ὅπως ἀναφέρει ὁ Μᾶρκος. Ἐκεῖ βρῆκαν τὸν Ἡρακλείδη, τὸν ἀρχιεπίσκοπο τοῦ νησιοῦ, τὸν ὁποῖο, ἀφοῦ ἀναγνώρισαν, δίδαξαν πῶς πρέπει νὰ κηρύττει τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, νὰ ἱδρύει ἐκκλησίες καὶ νὰ χειροτονεῖ τοὺς λειτουργούς τους. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸν ἀσπάστηκαν, τὸν ἀπέστειλαν στὸν προορισμό του μὲ εἰρήνη. Ὅταν δὲ ὁ Βαρνάβας ὁλοκλήρωσε τὸν δικό του δρόμο καὶ ἀγωνίστηκε τὸν καλὸ ἀγῶνα τῆς πίστης καὶ στέφθηκε μὲ τὸν στέφανο τοῦ μαρτυρίου στὴν Κωνσταντία, οἱ παράνομοι Ἰουδαῖοι ἀναζητοῦσαν καὶ τὸν Μᾶρκο, γιὰ νὰ τὸν θανατώσουν. Ὁ Μᾶρκος, ὅμως, διέφυγε καὶ τὸν καταδίωξαν μέχρι τοὺς Λέδρους (σημ. Λευκωσία). Βρίσκοντας ἐκεῖ μιὰ σπηλιά, μπῆκε μέσα καὶ ἔμεινε κρυμμένος γιὰ τρεῖς μέρες. Μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες ἔφυγε ἀπὸ τὸν τόπο ἐκεῖνο καί, περνώντας μέσα ἀπὸ τὰ βουνά, ἦρθε στὸν Λιμνήτη. Μαζί του ἦταν ὁ Τίμων καὶ ὁ Ρόδων.
8. Ὅταν ἔφτασαν στὴν κώμη τοῦ Λιμνήτη, συνάντησαν τὸν μακάριο Αὐξίβιο, ὁ ὁποῖος πρόσφατα εἶχε φτάσει ἐκεῖ ἀπὸ τὴ Ρώμη. Ὅταν, λοιπόν, συναντήθηκαν, ρώτησε ὁ Μᾶρκος τὸν Αὐξίβιο: «Ἀπὸ ποιά πόλη κατάγεσαι;» Αὐτὸς ἀπάντησε: «Ἀπὸ τὴ μεγάλη πόλη τῆς Ρώμης, καὶ ἔχω ἔλθει ἐδῶ, γιὰ νὰ γίνω χριστιανός.» Ὁ ἀπόστολος, βλέποντας ὅτι εἶχε πόθο γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ὅτι ἦταν ἄνδρας πιστὸς καὶ λόγιος, τὸν κατήχησε ἐπαρκῶς. Καί, ἀφοῦ τὸν δίδαξε τὸν λόγο τῆς ἀληθείας τοῦ Θεοῦ, κατέβηκε στὴν πηγὴ καὶ τὸν βάπτισε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅταν τὸν βάπτισε, ἐπέθεσε τὰ χέρια του ἐπάνω του καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο.
Ἔπειτα τὸν χειροτόνησε ἐπίσκοπο καί, ἀφοῦ τὸν δίδαξε πῶς πρέπει νὰ κηρύττει τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἔστειλε στὴν πόλη τῶν Σολίων, δίνοντάς του τὶς ἑξῆς ὁδηγίες: «Ἐπειδὴ ἡ πόλη εἶναι γεμάτη εἴδωλα καὶ οἱ κάτοικοι δὲν δέχτηκαν ἀκόμη τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ βρίσκονται στὸ σκοτάδι τῆς πλάνης τῶν εἰδώλων, νὰ κάνεις αὐτὸ ποὺ σοῦ λέω: Κανεὶς νὰ μὴ μάθει γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα ὅτι εἶσαι χριστιανός, ἀλλὰ νὰ ὑποκριθεῖς ὅτι ἀσπάζεσαι τὴ θρησκεία τους. Καί, καθὼς περνᾶ ὁ καιρός, νὰ ἀρχίσεις νὰ τοὺς μιλᾶς συγκεκαλυμμένα σὰν σὲ νήπια, προσφέροντάς τους γάλα, ὥσπου νὰ ὡριμάσουν πνευματικὰ καὶ νὰ μποροῦν νὰ πάρουν στέρεη τροφή.» Ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ καὶ περισσότερα ὁ ἀπόστολος στὸν Αὐξίβιο, τὸν χαιρέτησε καὶ ἀναχώρησε εἰρηνικά. Ὁ δὲ Μᾶρκος, βρίσκοντας κάποιο πλοῖο αἰγυπτιακό, ἀνέβηκε σ᾽αὐτὸ (μὲ τὴ συνοδεία του), ἀπέπλευσαν καὶ ἔφτασαν στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἐκεῖ κήρυττε τὸ εὐαγγέλιο καὶ δίδασκε γιὰ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
9. Ὁ μακάριος Αὐξίβιος ἔφυγε ἀπὸ τὸν Λιμνήτη καὶ κατὰ τὴν πορεία του ζητῶντας διαρκῶς ὁδηγίες ἔφτασε στοὺς Σόλους. Κοντὰ στὶς πύλες τῆς πόλης, πρὸς τὰ δυτικά, ὑπῆρχε ἕνας ναὸς τοῦ Δία, τοῦ ψεύτικου θεοῦ τους, στὸν ὁποῖο κατοικοῦσε καὶ ἕνας ἱερέας. Καθὼς λοιπὸν περνοῦσε ὁ μακάριος Αὐξίβιος ἀπὸ τὸν τόπο ἐκεῖνο, τὸν εἶδε ὁ ἱερέας τοῦ Δία ὅτι ἦταν ξένος, τὸν πῆρε στὸ σπίτι του, τὸν φιλοξένησε μὲ καλοσύνη καὶ τοῦ ἔκανε τὸ τραπέζι. Ὁ Αὐξίβιος, λοιπόν, τὴ μέρα ἐκείνη ἔμεινε κοντά του. Τὴν ἑπόμενη μέρα ὁ ἱερέας τὸν ρώτησε: «Ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι καὶ γιὰ ποιό λόγο ἦλθες στὰ μέρη μας;» Ὁ ἅγιος Αὐξίβιος τοῦ ἀπάντησε: «Εἶμαι ἀπὸ τὴ Ρώμη. Ἐπειδὴ ὅμως μοῦ παρουσιάστηκε ἡ ἀνάγκη νὰ μεταβῶ στὴν Παλαιστίνη, ἔφθασα καθοδὸν στὸν Λιμνήτη καί, μαθαίνοντας ὅτι ἡ διαμονὴ στοὺς Σόλους εἶναι καλὴ καὶ ἔτσι ζητώντας ὁδηγίες, ἔφθασα ἐδῶ καὶ σκοπεύω νὰ μείνω μετὰ χαρᾶς. Ἀλλά, ἂν θέλεις νὰ μὲ βοηθήσεις, ἄφησέ με νὰ μείνω κοντά σου, μέχρι νὰ βρῶ τόπο, γιὰ νὰ κατοικήσω.» Αὐτὸς τοῦ εἶπε: «Μεῖνε, νὰ εἶσαι καλά.»
10. Ἔμεινε, λοιπόν, σ᾽ἐκεῖνο τὸν τόπο, ποὺ ὀνομαζόταν τοῦ Διὸς γιὰ ἀρκετὸ καιρό, χωρὶς νὰ φανερώσει ὅτι εἶναι χριστιανός, ἀλλὰ ὑποκρινόταν ὅτι ἀσπαζόταν τὴ θρησκεία τους, σκεπτόμενος μέσα του: «Ἐὰν ὁ διάβολος μετασχηματίζεται σὲ ἄγγελο φωτός, γιὰ νὰ παρασύρει πρὸς τὸν ἑαυτό του ὅσους τὸν πιστέψουν καὶ νὰ τοὺς μεταφέρει ἀπὸ τὸ φῶς στὸ σκοτάδι λέγοντάς τους ὡραῖα καὶ πλαστὰ λόγια, ὅπως ἀκριβῶς κάνουν καὶ οἱ ὑπηρέτες του, πόσο μᾶλλον ἐμεῖς ἔχουμε ὑποχρέωση νὰ γινόμαστε ὅμοιοι μὲ τοὺς ὁμοιοπαθεῖς μ᾽ ἐμᾶς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ τοὺς ἀπομακρύνουμε ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ σκότους καὶ τοῦ διαβόλου καὶ νὰ τοὺς μεταθέσουμε στὸ θαυμαστὸ φῶς τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ;» Αὐτὰ σκεπτόμενος καὶ πράττοντας ὁ ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ Αὐξίβιος, ἔμενε στὸν προαναφερθέντα τόπο.
11. Ἀφοῦ πέρασαν λίγες μέρες, ὁ μακάριος Αὐξίβιος λέει στὸν ἱερέα: «Ἔχω νὰ σοῦ πῶ κάτι, ἀδελφέ.» Αὐτὸς τοῦ ἀπαντᾶ: «Πές μου». Καὶ τοῦ λέει: «Γιὰ ποιό λόγο λατρεύετε ὡς θεοὺς πράγματα, ποὺ εἶναι ξύλα καὶ πέτρες; Παρόλο ποὺ ἔχουν στόμα, ἐντούτοις δὲν μιλοῦν, ἂν καὶ ἔχουν μάτια δὲν βλέπουν, ἂν καὶ ἔχουν αὐτιὰ δὲν ἀκοῦνε καὶ οὔτε μποροῦν νὰ ὀσφρανθοῦν τὴ θυσία ποὺ τοὺς προσφέρετε. Αὐτὸς ὅμως, τὸν ὁποῖο οἱ χριστιανοὶ λατρεύουν, εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὅπως ἔχω ἀκούσει ἀπὸ κάποιους χριστιανούς. Διότι, ὅπως ἀκούω, κάνει πολλὰ θαύματα.» Ἀφοῦ τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ ἱερέας, ἔνιωσε κατάνυξη ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Αὐξιβίου καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ δὲν θυσίαζε στὰ εἴδωλα, ἀλλὰ στὸ ἑξῆς δεχόταν κατήχηση ἀπὸ τὸν μακάριο Αὐξίβιο. Γιὰ ἀρκετὸ χρόνο ὁ Αὐξίβιος ἐνεργοῦσε μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο: ἔμπαινε στὴν πόλη κρυφά, δίδασκε μυστικά, ἔβγαινε πάλι καὶ ἔμενε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, στὸν προαναφερθέντα τόπο τοῦ Δία.
12. Ἐνῶ λοιπὸν ὁ Αὐξίβιος ζοῦσε σ᾽ ἐκεῖνο τὸν τόπο, ὁ ἀπόστολος Μᾶρκος κήρυσσε στὴν Ἀλεξάνδρεια τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Ἀφοῦ πίστεψαν καὶ βαπτίστηκαν πολλοί, ὁ Μᾶρκος ἔφυγε ἀπὸ τὴν πόλη σὲ ἀναζήτηση τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Ὅταν τὸν βρῆκε, ὑποκλίθηκε μπροστά του καὶ ὁ Παῦλος τὸν δέχτηκε μὲ πολὺ μεγάλη χαρά. Τότε ὁ Μᾶρκος διηγήθηκε στὸν Παῦλο μὲ λεπτομέρειες τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Βαρνάβα καὶ μὲ ποιό τρόπο ὁλοκλήρωσε τὸν καλὸ δρόμο, μαρτυρώντας στὴ Σαλαμίνα. Τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Παῦλος δέχτηκε μὲ χαρὰ τὸν Μᾶρκο, τὸ μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος, γράφοντας τὰ ἑξῆς στὴν πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολή του: «Σᾶς στέλλει χαιρετισμοὺς ὁ Μᾶρκος, ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Βαρνάβα.» Ἀκόμα στὴν πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολή του ἀναφέρει: «Πᾶρε τὸν Μᾶρκο καὶ φέρε τον μαζί σου, γιατί μοῦ εἶναι χρήσιμος σὲ ὑπηρεσία.» Ὁ Μᾶρκος ἔμεινε, λοιπόν, μὲ τὸν Παῦλο ὡς τὸν θάνατο τοῦ τελευταίου.
13. Ὅταν ὁ Παῦλος πληροφορήθηκε, ὅτι ὁ Βαρνάβας κοιμήθηκε καὶ ὅταν συνειδητοποίησε ὅτι δὲν ὑπάρχει κανένας ἀπόστολος στὴν Κύπρο, γιὰ νὰ διδάσκει καὶ νὰ εὐαγγελίζεται τὸν Χριστό, ἔστειλε τὸν Ἐπαφρᾶ, τὸν Τυχικὸ καὶ κάποιους ἄλλους στὴν Κύπρο, στὸν ἀρχιεπίσκοπο τοῦ νησιοῦ, τὸν Ἡρακλείδη, στὸν ὁποῖο ἔγραψε νὰ τοποθετήσει τὸν Ἐπαφρᾶ ἐπίσκοπο στὴν Πάφο, τὸν Τυχικὸ στὴ Νεάπολη καὶ τὸν καθένα ἀπὸ τοὺς ἄλλους σὲ διάφορες πόλεις. «Πήγαινε καὶ στὴν πόλη τῶν Σολίων», τοῦ ἔγραφε ἐπίσης, «καὶ ἀναζήτησε ἐκεῖ ἕνα Ρωμαῖο ἄνδρα, ποὺ ὀνομάζεται Αὐξίβιος. Αὐτὸν νὰ καταστήσεις ἐπίσκοπο τῶν Σόλων, ἀλλά, πρόσεξε, νὰ μὴν ἐπιθέσεις πάνω του τὰ χέρια σου προκειμένου νὰ τὸν χειροτονήσεις, γιατὶ ἔχει ἤδη ἀξιωθεῖ τῆς ἱερωσύνης, καθὼς χειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν Μᾶρκο.»
14. Ὅταν ὁ μακάριος Ἡρακλείδης παρέλαβε τὴν ἐπιστολή, ποὺ τοῦ ἔστειλαν οἱ ἀπόστολοι καὶ τὴ διάβασε, ἀμέσως χωρὶς καμμία καθυστέρηση ἔκανε ὅσα τοῦ ὑποδεικνύονταν. Κατέβηκε, λοιπόν, στὴν πόλη τῶν Σόλων, ἀναζήτησε τὸν μακάριο Αὐξίβιο καὶ τοῦ εἶπαν σὲ ποιό τόπο μένει. Βγαίνοντας τότε ἀπὸ τὴν πόλη, πῆγε στὸν τόπο τὸν καλούμενο τοῦ Διὸς καὶ τὸν βρῆκε ἐκεῖ. Ἀφοῦ ἀσπάστηκε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ὁ μακάριος Ἡρακλείδης, παίρνοντας πρῶτος τὸν λόγο, τοῦ λέει: «Αὐξίβιε, παιδί μου, κοντά σου μὲ ἔχουν στείλει οἱ ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ. Μέχρι πότε θὰ κρύβεσαι σ᾽ αὐτὸ τὸν τόπο καὶ δὲν θὰ ἐμφανίζεσαι; Μέχρι πότε θὰ κρύβεις τὸ λυχνάρι κάτω ἀπὸ τὸν μόδιο καὶ δὲν τὸ τοποθετεῖς ἐπιτέλους πάνω στὸν λυχνοστάτη τοῦ σταυροῦ, γιὰ νὰ φωτίσει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους αὐτῆς τῆς πόλης; Ἔλα, λοιπόν, νὰ φωτίσεις ὅσους βρίσκονται στὸ σκοτάδι τῆς πλάνης τῶν εἰδώλων. Ἔλα, νὰ γίνεις κήρυκας τῆς ἀλήθειας. Μέχρι πότε θὰ κρύβεις τὸ τάλαντο, ποὺ ἔλαβες ἀπὸ τὸν Κύριό σου; Κέρδησε ἑπταπλάσια ἀπὸ αὐτό, ποὺ ἔλαβες. Ἀγωνίσου κι ἐσύ, γιὰ νὰ ἀξιωθεῖς νὰ ἀκούσεις (ἀπὸ τὸν Κύριο): Εὖγε, καλὲ καὶ ἔμπιστε δοῦλε! Ἀποδείχτηκες ἀξιόπιστος στὰ λίγα χαρίσματα ποὺ σοῦ ἔδωσα, γι᾽ αὐτὸ θὰ σοῦ δώσω πολλά. Δέν ἄκουσες αὐτό, ποὺ λέει ἡ Ἁγία Γραφή, ὅτι, ὅσοι σπέρνουν μὲ δάκρυα, θὰ χαίρονται στὸν θερισμό; Σπεῖρε, λοιπόν, στὴν τωρινὴ κακοχειμωνιά, γιὰ νὰ θερίσεις μὲ χαρὰ καὶ εἰρήνη. Μὴ φοβηθεῖς αὐτούς, ποὺ σκοτώνουν τὸ σῶμα, ἀλλά, ἀντίθετα, αὐτόν, ποὺ μπορεῖ νὰ τιμωρήσει καὶ ψυχὴ καὶ σῶμα στὴν κόλαση. Γιατὶ αὐτὸς εἶπε: ‘‘Σᾶς στέλλω σὰν πρόβατα ἀνάμεσα στοὺς λύκους’’. Ἀλλοῦ πάλιν λέει: ‘‘Ἀκόμα κι ὅταν σᾶς σύρουν στὰ δικαστήρια ἐνώπιον ἀρχόντων καὶ βασιλιάδων, μὴν ἀγωνιᾶτε γιὰ τὸ τί θὰ πεῖτε ἢ πῶς θὰ τὸ πεῖτε. Γιατὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ σᾶς φωτίσει τί θὰ πρέπει νὰ πεῖτε’’.» Ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ ὁ ἅγιος Ἡρακλείδης, πῆρε τὸν ὅσιο πατέρα Αὐξίβιο καὶ μπῆκαν στὴν πόλη. Καί, ἀφοῦ προσευχήθηκε, χάραξε στὴ γῆ ἕνα σχεδιάγραμμα ἐκκλησίας, μικρῆς μὲν στὸ μέγεθος, ἀλλὰ μεγάλης μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ. Ἀφοῦ λοιπὸν τοῦ δίδαξε ὅλο τὸν ἐκκλησιαστικὸ κανόνα, ὅπως τὸν εἶχε διδαχτεῖ κι αὐτὸς ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους, τὸν ἐμπιστεύτηκε στὸν Κύριο. Κι ἀφοῦ τὸν ἀσπάστηκε, πῆρε τὸν δρόμο γιὰ τὴν πόλη του.
15. Ὁ Ἅγιος Αὐξίβιος ἀμέσως, χωρὶς καμμία καθυστέρηση, ἄρχισε νὰ οἰκοδομεῖ τὴν ἐκκλησία. Ὅταν τὴν τέλειωσε, μπαίνοντας μέσα καὶ πέφτοντας μπρούμυτα στὸ δάπεδο, ἄρχισε νὰ βοᾶ καὶ νὰ λέει μὲ δάκρυα: «Δέσποτα Θεὲ παντοκράτορα, ἐσύ, ποὺ δημιούργησες τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ, τὴ θάλασσα καὶ ὅλα ὅσα ὑπάρχουν σ᾽ αὐτά, ἐσύ, ποὺ ἔπλασες τὸν ἄνθρωπο παίρνοντας χῶμα τῆς γῆς καὶ ποὺ τὸν τίμησες, δίνοντάς του την εἰκόνα Σου καὶ πού, ὅταν ἀπατήθηκε καὶ νεκρώθηκε ἀπὸ τὸν φθόνο τοῦ διαβόλου, δὲν τὸν ἐγκατέλειψες ποτέ, ἀγαθέ, ἀλλὰ ἀπέστειλες σ᾽ ἐμᾶς τὸν Υἱό σου τὸν μονογενῆ, γιὰ νὰ σώσει τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ἐσύ, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, πού, διὰ τοῦ Τιμίου σου Σταυροῦ νίκησες τὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἐξουσίες τοῦ διαβόλου, ποὺ ἔδωσες δύναμη ἐξ ὕψους στοὺς ἁγίους σου ἀποστόλους, καὶ τοὺς ἔδωσες ἐξουσία νὰ πατοῦν πάνω σὲ φίδια καὶ σκορπιοὺς καὶ νὰ κυριαρχοῦν πάνω σὲ ὅλη τὴ δύναμη τοῦ ἐχθροῦ, δυνάμωσε καὶ ἐμένα τὸν δοῦλο σου, καὶ δῶσε μου πολὺ θάρρος, νὰ κηρύττω ἄφοβα τὸν λόγο σου. Ἐμφύτευσε, Δέσποτα, στὴν καρδιὰ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ σου τὸν θεῖο φόβο σου. Φώτισέ τους μὲ τὴ χάρη Σου, ὥστε, ἀφοῦ ἀποδεσμευτοῦν ἀπὸ τὴν πλάνη τοῦ διαβόλου, νὰ γνωρίσουν Ἐσένα τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό, καθὼς κι ἐκεῖνον, ποὺ ἔστειλες στὸν κόσμο, τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Στεῖλε, Δέσποτα, τὸ Ἅγιο σου Πνεῦμα, νὰ κατοικήσει στὸν ἅγιο τοῦτο οἶκο, ποὺ οἰκοδομήθηκε στὸ ὄνομά σου τὸ ἅγιο. Κράτησε αὐτὸ τὸν οἶκο στερεὸ στὴν πίστη σου μέχρι τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Διότι, ἐσὺ εἶπες Κύριε: Πάνω σ᾽αὐτὴ τὴν πέτρα θὰ οἰκοδομήσω τὴν ἐκκλησία μου καὶ δὲν θὰ τὴν κατανικήσουν οἱ δυνάμεις τοῦ ἅδη. Φέρε, Κύριε, τὴν ποίμνη σου, ποὺ πλανήθηκε, πίσω στὴν ἁγία σου αὐτὴ μάνδρα, ἐσὺ ὁ καλὸς ποιμένας, ὁ ὁποῖος θυσίασες τὴ ζωή σου γιὰ χάρη τῶν προβάτων σου. Ἅπλωσε τὴν παντοδύναμή σου δεξιά, τὸν βραχίονά σου τὸν δυνατό καὶ φοβερὸ καὶ ἀόρατο, καὶ μὲ τὴ ράβδο τοῦ τιμίου σου σταυροῦ δίωξε τὸν αἱμοβόρο λύκο ἀπὸ τὴν ἀγέλη σου, Δέσποτα. Ὅσους ἔχουν πλανηθεῖ συγκέντρωσέ τους, γιὰ νὰ γίνει μία ποίμνη, ἕνας ποιμένας. Ὁδοποίησε δὲ καὶ γιὰ μένα τὸν δρόμο τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος μὲ τὴν εὐσπλαχνία σου, μὲ τὸ νὰ ἁπλώνω τὸ χέρι μου καὶ νὰ ἐνεργοῦνται σημεῖα καὶ θαύματα, στὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν, μὲ τὸν ὁποῖο, μαζὶ μὲ τὸ Ἅγιο καὶ ἀθάνατό σου Πνεῦμα, σοῦ ἁρμόζει δόξα, τιμὴ καὶ κράτος, τώρα, καὶ πάντοτε, καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων· ἀμήν.»
16. Ὅταν τελείωσε τὴν προσευχή του καὶ ἀφοῦ σηκώθηκε ἀπὸ τὸ δάπεδο, πῆγε σὲ δημόσιο χῶρο τῆς πόλης καὶ ἄρχισε νὰ διδάσκει γιὰ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γύρω του τότε συγκεντρώθηκε πολὺς κόσμος, καί, παίρνοντας τὸν λόγο ὁ μακάριος Αὐξίβιος, τοὺς δίδασκε μὲ τὰ ἑξῆς: «Ἄνδρες, ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκοῦστε με καὶ πιστέψετε στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τὸν ὁποῖο σᾶς κηρύττω. Διότι αὐτὸς σώζει ὅλους ὅσοι πιστεύουν σ᾽ αὐτόν. Λάβετε φῶς γνώσεως Θεοῦ. Σηκῶστε ψηλὰ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς σας. Ἐγκαταλεῖψτε τὸν τρόπο ζωῆς, ποὺ κληρονομήσατε ἀπὸ τοὺς προγόνους σας, καὶ γνωρίστε τὸν ἀληθινὸ Θεό, τὸν δημιουργὸ τῶν πάντων, αὐτόν, ποὺ μπορεῖ νὰ σώσει τὶς ψυχές σας.» Αὐτὰ διδάσκοντας καὶ κηρύσσοντας δημόσια, ἔπεισε πολλοὺς μὲ τὴν καλή του διδασκαλία, νὰ ἐγκαταλείψουν τὴ μάταια πλάνη τῶν εἰδώλων καὶ νὰ πιστέψουν στὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό. Τοῦ δόθηκε μάλιστα ἡ χάρη ἀπὸ τὸν Θεό, νὰ θεραπεύει τοὺς ἀσθενεῖς καὶ νὰ διώχνει δαιμόνια. Ἡμέρα μὲ τὴν ἡμέρα λοιπὸν αὐξανόταν ὁ κόσμος, ποὺ πίστευε στὸν Κύριο, καὶ βαπτίζονταν στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐξομολογούμενοι τὶς ἁμαρτίες τους. Ὅσοι μάλιστα εἶχαν ἀρρώστους, τοὺς ἔφερναν στὸν μακάριο Αὐξίβιο κι ἐκεῖνος ἀκουμποῦσε τὰ χέρια του ἐπάνω τους καὶ τοὺς θεράπευε στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας. Ὅταν τὰ ἔμαθαν αὐτὰ οἱ ἄνθρωποι τῶν περιχώρων, πήγαιναν στὴν πόλη, παίρνοντας μαζὶ τοὺς ἀσθενεῖς τους, καὶ τοὺς θεράπευε ὅλους μὲ τὴν ἐπίκληση τῆς ἀχράντου καὶ ζωοποιοῦ Τριάδος. Αὐτοί, στὴ συνέχεια, πίστευαν καὶ βαπτίζονταν.
17. Ἦταν τότε κάποιος ἄνδρας ἀπὸ τὸ χωριό, ποὺ ἐκαλεῖτο Σολοποτάμιο, μὲ τὸ ὄνομα Αὐξίβιος. Αὐτός, ἐπειδὴ ἄκουσε γιὰ τὸν μακάριο Αὐξίβιο, γιὰ τὴ διδασκαλία καὶ τὴν ἀρετή του, πῆγε σ᾽ αὐτόν, πρόσπεσε στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε λέγοντας: «Πάτερ, δῶσε μου τὴ σφραγίδα τοῦ Χριστοῦ.» Ὁ δὲ τίμιος καὶ ὅσιος ἀρχιερέας τοῦ Χριστοῦ Αὐξίβιος, ἀντλώντας χωρία ἀπὸ τὶς θεῖες Γραφές, τὸν δίδαξε γιὰ τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὸν βάπτισε στὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου Τριάδος. Ἔκτοτε, ὁ Αὐξίβιος ἀπὸ τὴ Σολοποταμία ἔμεινε μαζὶ μὲ τὸν ὅσιο πατέρα Αὐξίβιο ὅλο τὸν χρόνο τῆς ζωῆς του καὶ διδασκόταν ἀπὸ αὐτόν. Ἔγινε δὲ κι αὐτὸς θαυμαστὸς ἄνδρας, προκόπτοντας στὴ σοφία καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀκολουθώντας τὰ ἴχνη τοῦ καλοῦ διδασκάλου, πορευόμενος μὲ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ μιμούμενος τὸν διδάσκαλό του σὲ ὅλα.
18. Μιὰ μέρα ὁ Αὐξίβιος, ὁ μαθητὴς τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου, βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη πρὸς τὰ ἀνατολικά, κατευθυνόμενος γιὰ τὸν τόπο, τὸν καλούμενο «τοῦ Ταρίχου», πρὸς ἀναψυχή. Καί, πηγαίνοντας κοντὰ σ᾽ ἕνα δέντρο, κάθισε στὴ σκιά του, καί, ξαπλώνοντας, κοιμήθηκε. Ξαφνικὰ πλῆθος μυρμήγκια σχημάτισαν κύκλο γύρω ἀπὸ τὴν κεφαλή του, σὰν νὰ τὸν στεφάνωναν. Ἐρχόμενος λοιπὸν ὁ μακάριος Αὐξίβιος καὶ βλέποντας τοῦτο, θαύμασε. Καὶ κράτησε μέσα στὴν καρδιά του ὅλα αὐτά, ποὺ εἶδε. Γιατὶ τὰ μυρμήγκια σημαίνουν τὴ διέγερση τοῦ ὀκνηροῦ νοῦ πρὸς τὴν ἐπιθυμία ἀγαθῶν ἔργων, ὅπως λέει ὁ Σολομών: «Πήγαινε, τεμπέλη, στὸ μυρμήγκι, καὶ μιμήσου τὶς πράξεις του.» Κι ἐκεῖνο τὸ στεφάνι προμήνυε τὴν ἀξία τῆς ἱερωσύνης. Γιατὶ ὁ μαθητὴς ἐπρόκειτο νὰ καθίσει στὸν θρόνο τοῦ καλοῦ διδασκάλου καὶ ποιμένα. Καί, ἀφοῦ ξύπνησε τὸν μαθητή, μπῆκε στὴν ἐκκλησία. Κι ὁ μαθητὴς ὑπάκουε σὲ ὅλα στὸν διδάσκαλό του καὶ τὸν ὑπηρετοῦσε ὅπως ὁ καλὸς δοῦλος τὸν κύριό του.
19. Ὁ μακάριος Αὐξίβιος δὲν σταματοῦσε νὰ προσεύχεται στὸν Θεὸ μέρα καὶ νύχτα γιὰ τὴ σωτηρία καὶ τὴ μετάνοια τοῦ λαοῦ καὶ δίδασκε ἀδιαλείπτως. Ἔτσι, ἡ ποίμνη τοῦ Χριστοῦ προόδευε καὶ αὐξανόταν μέρα μὲ τὴ μέρα, ἐνῶ ἡ ποίμνη τοῦ ἐχθροῦ μέρα μὲ τὴ μέρα ἐλαττωνόταν.
20. Ὅταν τὰ πληροφορήθηκε αὐτὰ ὁ Θεμισταγόρας, ὁ ἀδελφὸς τοῦ μακαρίου Αὐξιβίου, πῆγε στοὺς Σόλους μαζὶ μὲ τὴ γυναίκα του, τὴ μακαρία Τιμώ. Ἦταν δὲ καὶ αὐτὴ θαυμαστὴ καὶ ἐνάρετη. Ἀφοῦ ἀνέβηκαν στὴν ἐκκλησία, ἀσπάστηκαν τὸν Αὐξίβιο καὶ χάρηκαν πολύ, ποὺ τὸν συνάντησαν. Παρέμειναν λοιπὸν στὸ ἐπισκοπεῖο καὶ διδάσκονταν ἀπὸ τὸν μακάριο Αὐξίβιο, ὁ ὁποῖος καὶ τοὺς βάπτισε κατόπιν στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Χειροτόνησε δὲ διάκονο τῆς ἁγίας ἐκκλησίας τὸν μακάριο Θεμισταγόρα, καθὼς καὶ τὴ γυναίκα του διακόνισσα. Διότι, ἀπὸ τὴ στιγμή, ποὺ ἔλαβαν τὸ ἅγιο βάπτισμα, χώρισαν ἐκ συμφώνου μεταξύ τους ἀπὸ τὴ σαρκικὴ μείξη χάρη τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καὶ στὸ ἑξῆς ζοῦσαν σὰν ἀδέλφια, φτάνοντας καὶ οἱ δύο στὴν ἀπάθεια.
21. Ἀφοῦ πλέον ἐπιφοίτησε ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στὴν πόλη τῶν Σολίων καὶ σχεδὸν ὅλοι πίστεψαν στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, διὰ μέσoυ τῆς διδασκαλίας τοῦ ὁσίου πατέρα μας καὶ ἀρχιεπισκόπου Αὐξιβίου καὶ τὴ συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ ἅγιος Αὐξίβιος συνειδητοποίησε ὅτι ἡ ἐκκλησία ἦταν πιὰ μικρὴ γιὰ τοὺς πιστούς. Σκέφτηκε τότε νὰ οἰκοδομήσει μεγαλύτερη ἐκκλησία στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί, γονατίζοντας, προσευχήθηκε νὰ τὸν βοηθήσει ὁ Θεός. Κι ἀφοῦ σηκώθηκε, ἔκανε εὐχὴ καὶ χάραξε τὸ σχεδιάγραμμα τῆς ἁγίας ἐκκλησίας. Μὲ τὴν εὐλογία λοιπὸν καὶ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἀνήγειρε αὐτὸ τὸν μεγάλο καὶ θαυμαστὸ ναό, αὐτὴ τὴν ἁγία καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ ἐκκλησία, στολίζοντάς την μὲ κάθε στολίδι, σὰν νύμφη Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας.
22. Τὶ καλὸς ποιμένας καὶ διδάσκαλος, ποὺ ποίμανε καλὰ τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ! Τὶ φωτεινὸς φωστήρας, ποὺ φώτισε αὐτοὺς ποὺ κατοικοῦσαν στὸ σκοτάδι τῆς πλάνης τῶν εἰδώλων! Τὶ ἔμπειρος γιατρός, ποὺ γιάτρεψε μὲ τὴν ἐπίκληση τῆς Ἁγίας Τριάδος ὅσους πληγώθηκαν ἀπὸ τὸν διάβολο! Διότι δὲν γιάτρευε μόνο τὰ σωματικὰ πάθη, ἀλλὰ γιάτρευε μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὰ κρυφὰ τραύματα τῆς ψυχῆς, διορθώνοντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς λογισμοὺς καὶ καθετί, ποὺ ὀρθώνεται μὲ ἀλαζονεία ἐναντίον τῆς γνώσης του Θεοῦ, μιμούμενος τὸν Παῦλο, ὁ ὁποῖος γιὰ τοὺς πάντες ἔγινε τὰ πάντα, ἔτσι ὥστε νὰ τοὺς σώσει ὅλους, ἀντικρίζοντας τὸν θάνατο κάθε μέρα γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ πέθανε καὶ ἀναστήθηκε γι᾽ αὐτόν. Ὁ μακάριος αὐτὸς ἄνθρωπος ἄσκησε τὴν παρθενία, σταματώντας τὸν δρόμο τοῦ ἥλιου (ἀνακόπτοντας δηλ. τὴ συνηθισμένη πορεία τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς). Τὴν παρθενικὴ ζωή του ἐνίσχυσε μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία, ἐνδυναμωμένος ἀπὸ τὴν πίστη καὶ καθοδηγούμενος ἀπὸ τὴν ἐλπίδα, καὶ τὴν τελειοποίησε μὲ τὴν ἀγάπη. Αὐτὴ (τὴν παρθενία) ἀγάπησε ὁ Αὐξίβιος, τὴν τίμησε καὶ ἀπ᾽ αὐτὴ τιμήθηκε καὶ τρύγησε τοὺς καρποὺς τῶν κόπων του καὶ στὴν ἐπίγεια ζωή. Ἐπειδὴ τίμησε τὴν ἱερωσύνη, τοῦ δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁ ὑψηλὸς αὐτὸς θρόνος (τῆς ἐπισκοπῆς τῶν Σόλων). Φόρεσε χιτώνα, ποὺ ἔφτανε ὡς τὰ πόδια του, ὅπως ὁ δοῦλος. Ἡ κεφαλή του στολίσθηκε μὲ τὸ στεφάνι τῆς εὐπρεπείας. Ὁ Θεὸς τοῦ ἐμπιστεύτηκε τὴν ἐκκλησία, ὡς νύμφη παρθένο, καὶ ἔτσι γίνεται νυμφίος της κατὰ χάριν. Ἔσπειρε στὸν ἀγρὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ γι᾽ αὐτὸ θερίζει ὡς καρπὸ τοῦ Πνεύματος τὴν αἰώνια ζωή.
23. Ποιός λοιπὸν δὲν θὰ θαυμάσει, ἀγαπητοί, καὶ δὲν θὰ ἐπαινέσει τὸν γενναῖο ἀθλητὴ τοῦ Χριστοῦ, πῶς μόνος πυγμάχησε καὶ νίκησε τὸν ἐχθρὸ καὶ ἅρπαξε ἀπὸ τὰ χέρια του μεγάλο τρόπαιο; Γιατὶ ὁ ἐχθρὸς τοὺς εἶχε ὅλους ὑπόδουλους. Διότι, ὅταν ὁ Ἅγιος μπῆκε στὴν πόλη, δὲν ὑπῆρχε κανένας χριστιανὸς καὶ τοὺς ἔκανε ὅλους χριστιανοὺς μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἕνας στρατηγός, σταλμένος ἀπὸ τὸν βασιλιὰ ἐνάντια σὲ πόλη ποὺ ἔχει ἐξεγερθεῖ, πρῶτα στέλλει κατασκόπους, μετὰ ἐνεδρεύει ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, παρατηρώντας τὰ χαρακτηριστικά της, μέχρι νὰ τὴν κατακτήσει καὶ νὰ τὴν ὑποτάξει στὸν βασιλιά, ἔτσι ἔκανε καὶ ὁ μακάριος Αὐξίβιος. Γιατί, ὅταν στάλθηκε ἀπὸ τὸν ἐπουράνιο βασιλιὰ σ᾽ αὐτὴ τὴν πόλη, γιὰ νὰ πολεμήσει τὸν ἐχθρό, στὴν ἀρχὴ δὲν ἔμπαινε φανερὰ στὴν πόλη, ἀλλὰ ἔμπαινε ὡς κατάσκοπος, φορώντας τὸ ἴδιο ἔνδυμα μὲ τοὺς ἀλλόθρησκους, ἔχοντας ὅμως μέσα στὴ φαρέτρα τῆς καρδιᾶς κρυμμένο τὸ ὅπλο τοῦ σταυροῦ καί, περιερχόμενος τοὺς χώρους λατρείας τους, ἀμέσως ἔπειτα ἀναχωροῦσε ἀπὸ τὴν πόλη. Αὐτὸ τὸ ἔκανε γιὰ ἀρκετὸ χρόνο. Καὶ τὸ πιὸ θαυμαστὸ ἦταν ὅτι, ἐνῶ διέμενε στὸν ναὸ τοῦ ἐχθροῦ, δηλαδὴ τοῦ Δία, ἀπὸ ἐκεῖ ἀκριβῶς ἔκανε τὴν ἀρχὴ τῆς νίκης του. Γιατὶ πράγματι κατήχησε τὸν ἱερέα τοῦ Δία καὶ τὸν βάπτισε κρυφὰ καὶ κατέστρεψε τὸν ναὸ τῶν εἰδώλων. Ἔπειτα, μὲ παρρησία πλέον, μπαίνοντας στὴν πόλη σὰν γενναῖος στρατιώτης, σήκωσε τὰ χέρια στὸν οὐρανό, ἀναδεικνύοντας τὸν ἑαυτό του τύπο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὅπως ἔκανε ὁ μέγας Μωυσῆς, καί, κατατρόπωσε ἀπὸ τὴ μιὰ τὸν νοητὸ Ἀμαλήκ, δηλαδὴ τὸν διάβολο, ἐλευθέρωσε δὲ καὶ ἀπολύτρωσε αὐτούς, ποὺ ἦταν κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία του, ὁδηγώντας τους ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ θαυμαστὸ φῶς τῆς βαθειᾶς γνώσης τοῦ Υἱοῦ του Θεοῦ καὶ τοὺς ὑπέταξε στὸν ἐπουράνιο βασιλιά.
24. Ἀφοῦ λοιπὸν κατόρθωσε τὰ πάντα μὲ καλὸ τρόπο κι ἔγινε κήρυκας τῆς ἀλήθειας καὶ τίμησε τὴν ἱερωσύνη γιὰ πενήντα περίπου χρόνια, κι ἀφοῦ φώτισε πολλοὺς μὲ τὴν πίστη στὸν Χριστό, ἔφθασε κοντὰ στὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Ἀφοῦ τότε προσκάλεσε ὅλο τὸν τίμιο του κλῆρο, τοὺς εἶπε: «Πατέρες καὶ ἀδελφοὶ καὶ παιδιά μου ἀγαπημένα, προσέξτε αὐτά, ποὺ τώρα θὰ σᾶς πῶ. Ἐγὼ τώρα πιὰ παίρνω τὸν δρόμο τῶν πατέρων μου (πρόκειται νὰ ἀποθάνω), ὅπως ὅλοι ποὺ ἔζησαν πάνω στὴ γῆ. Προσέχετε τὸν ἑαυτό σας, παιδιά μου. Μείνετε στέρεοι στὴν πίστη. Μὴν ἀφήσετε κανένα νὰ σᾶς ἐξαπατήσει μὲ κούφια λόγια. Ἐσεῖς οἱ ἴδιοι γνωρίζετε, πόσες θλίψεις ὑπέμεινα στὴν πόλη αὐτή, προσευχόμενος στὸν Θεὸ νύχτα καὶ ἡμέρα νὰ μοῦ δώσει χάρη στὸν λόγο, ὥστε ἄφοβα καὶ μὲ σαφήνεια νὰ διακηρύττω τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας, ποὺ προσφέρει ὁ Χριστός. Καὶ ὁ ἀψευδὴς Θεὸς δὲν μὲ ἁγνόησε, ἀλλὰ μὲ βοήθησε. Τώρα, ἀδελφοί, σᾶς ἐμπιστεύομαι στὸν Κύριο καὶ στὸ κήρυγμα ποὺ σᾶς ἀποκάλυψε ἡ χάρη Του. Αὐτὸς μπορεῖ νὰ σᾶς κάνει ὥριμους στὴν πίστη καὶ νὰ σᾶς δώσει τὴν ἐπουράνια ζωὴ μαζὶ μὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἔχουν γίνει δικοί Του. Νὰ εἶστε σταθεροὶ καὶ νὰ μείνετε πιστοὶ στὶς διδασκαλίες, τὶς ὁποῖες παραλάβατε ἀπὸ μένα. Κι αὐτόν, ποὺ διάλεξε ὁ Θεὸς γιὰ ἱερέα, ἀπὸ ἐσᾶς προῆλθε καὶ μαζί σας μένει, γιὰ νὰ σᾶς ὑπηρετεῖ.» Ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ καὶ περισσότερα ἀπὸ αὐτά, πῆρε κοντά του τὸν θεοτίμητο μαθητή του Αὐξίβιο, τὸν ἀσπάστηκε καὶ εἶπε: «Ἐσένα διάλεξε ὁ Θεὸς γιὰ ἱερέα (ἐπίσκοπο)· ἐσὺ θὰ εἶσαι ὁ ποιμένας τῆς ποίμνης του Χριστοῦ, ποὺ τὴν ἔκανε δική Του μὲ τὸ αἷμα Του.» Ἔπειτα τοὺς ἀσπάστηκε ἕνα πρὸς ἕνα. Τὴν τρίτη μέρα ἀκούστηκε σὲ ὅλη τὴν πόλη, ὅτι «ὁ πατὴρ ἡμῶν Αὐξίβιος πρόκειται νὰ ἐγκαταλείψει τὸν ἀνθρώπινο βίο», καὶ συγκεντρώθηκαν ὅλοι μὲ κλάματα καὶ ὀδυρμοὺς στὴν ἐκκλησία. Ἀφοῦ λοιπὸν τοὺς ἀσπάστηκε ὅλους, παρέδωσε τὸ πνεῦμα ἐν εἰρήνῃ στὸν Κύριο.
25. Ἀφοῦ λοιπὸν τέλεσαν τὴν κηδεία του μὲ κάθε ἐπιμέλεια, ἔλαβαν τὸ λείψανο τοῦ ὁσίου καὶ παμμακάριστου πατρὸς ἡμῶν καὶ ἀρχιερέως Αὐξιβίου ἄντρες εὐλαβεῖς καὶ τὸ τοποθέτησαν στὴ λάρνακα, τὴν ὁποία εἶχε ἑτοιμάσει ὁ ἴδιος ὁ μακάριος γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχε γράψει τὰ ἑξῆς: «Σᾶς ἐξορκίζω στὸ ἅγιο σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ: κανεὶς νὰ μὴν ξεσκεπάσει τὴ λάρνακα αὐτή, μέχρις ὅτου κοιμηθεῖ ὁ ἀδελφός μου Θεμισταγόρας.» Μετὰ τὴν κατάθεση λοιπὸν τοῦ λειψάνου τοῦ ὁσίου πατρὸς στὴ λάρνακα, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐπιφοίτησε ἀμέσως στὰ ἅγια λείψανά του καὶ ἀνέβλυσαν πηγὲς ἰάσεων. Πολλοὶ πράγματι θεραπεύτηκαν ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἀπὸ ποικίλες ἀρρώστειες καὶ ἀπὸ ἀκάθαρτα πνεύματα.
26. Ὅταν ἄκουσαν καὶ οἱ κάτοικοι τῶν περιχώρων, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, γιὰ τὴ δωρεὰ τῶν θεραπειῶν, ποὺ γίνονταν ἀπὸ τὰ λείψανα τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν, ἔρχονταν στὴν πόλη χωρὶς καθυστέρηση, ἐκεῖ ὅπου βρισκόταν τὸ ἅγιο λείψανο τοῦ ὁσίου πατρός, καὶ ὅλοι θεραπεύονταν μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἁγίου. Ἄκουσαν καὶ οἱ ἄνδρες κάτοικοι τῆς Πάφου, ὅτι γίνονται πολλὲς θεραπεῖες διὰ τοῦ ἁγίου παμμάκαρος πατρὸς ἡμῶν καὶ ἀρχιεπισκόπου Αὐξιβίου. Μαζεύτηκαν λοιπὸν σαράντα ἄνδρες, ποὺ τοὺς βασάνιζαν πονηρὰ πνεύματα καί, ξεκινῶντας ἀπὸ τὴν Πάφο, ἄρχισαν νὰ βαδίζουν πρὸς τὴν πόλη τῶν Σολίων. Κι ὅταν εἶχαν φθάσει σὲ κάποιο τόπο, ποὺ ἀπεῖχε περὶ τὰ δεκαπέντε ρωμαϊκὰ μίλια ἀπὸ τὴν πόλη, τοὺς ἐμφανίστηκε ὁ ἅγιος Αὐξίβιος καί, ἐκδιώκοντας ἀπ᾽ αὐτοὺς τὰ πονηρὰ πνεύματα, τοὺς γιάτρεψε ὅλους μὲ τὴ χάρη, ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός. Οἱ ἄνδρες αὐτοί, ὅταν αἰσθάνθηκαν τὴ θεραπεία τους, ὅτι δηλαδὴ εἶχαν καθαρισθεῖ ἀπὸ τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα μὲ τὴν ἐπισκίαση τοῦ Αὐξιβίου, πῆγαν τρέχοντας στοὺς Σόλους καὶ διηγήθηκαν ὅλα ὅσα τοὺς συνέβησαν στὸν δρόμο. Ὅλοι, ὅσοι τὰ ἄκουσαν αὐτά, δόξασαν τὸν Θεό, ποὺ ἔδωσε τέτοια χάρη στὸν δοῦλο του. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔφθασαν οἱ ἄνδρες ποὺ γιατρεύτηκαν στὸν τόπο, ὅπου βρίσκεται τὸ λείψανο τοῦ ὁσίου πατρὸς καί, ἀφοῦ γονάτισαν μπροστὰ στὴ σορὸ καὶ προσκύνησαν, ἀνέπεμψαν εὐχαριστήριους ὕμνους στὸν Θεό, ποὺ δόξασε τὸν ὑπηρέτη του. Στὴ συνέχεια ἀναχώρησαν μὲ εἰρήνη γιὰ τὴν πόλη τους. Ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, οἱ Πάφιοι τιμοῦν τὴν ἁγία μνήμη τοῦ ὁσίου πατρὸς μέχρι σήμερα.
27. Βλέποντας ὁ μακάριος Θεμισταγόρας τὰ θαύματα, ποὺ γίνονταν στὸν τόπο ὅπου βρίσκεται τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου πατρὸς ἡμῶν καὶ ἀρχιεπισκόπου Αὐξιβίου καὶ ὅτι ἀνάβλυζε ἀσταμάτητα (ἰάσεις) ἡ ἁγία του λάρνακα σὰν ἀστείρευτη πηγή, θεώρησε τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο νὰ τοποθετηθεῖ μαζὶ μὲ τὸν μακάριο Αὐξίβιο στὴ λάρνακα καὶ γι᾽ αὐτὸ ἐξόρκισε τοὺς κληρικοὺς τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας, λέγοντας: «Μετὰ τὸν θάνατό μου, κανεὶς νὰ μὴν τολμήσει νὰ ἀνοίξει τὴ λάρνακα τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Αὐξιβίου γιὰ χάρη μου.» Ἐξαιτίας αὐτοῦ μέχρι σήμερα ἔμεινε ὡς εἶχε ἡ ἁγία λάρνακα, χωρὶς νὰ τὴν ἀνοίξουν, ἀλλὰ σφραγισμένη μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ δόξασε τὸν Αὐξίβιο.
28. Τὶ μακαρία λάρνακα, στὴν ὁποία βρίσκεται θησαυρὸς ἀσύλητος καὶ ἀπὸ τὴν ὁποία ἀναβλύζουν συνεχῶς θεραπεῖες! Ὤ ἁγία λάρνακα, ποὺ ἑλκύεις πιστὸ λαὸ πρὸς τιμὴ καὶ δόξα Θεοῦ καὶ εἰς μνήμην τοῦ τιμίου λειψάνου, ποὺ βρίσκεται ἐντός σου καὶ εἰς δόξαν Θεοῦ, ποὺ τὸν τίμησε! Τὶ πατέρας καὶ ποιμένας, διδάσκαλος καὶ ἰατρὸς τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μνημονεύεται μὲ ἐγκώμια εἰς τὸν αἰῶνα! Ὤ πόλη τῶν Σολίων, ποιό προστάτη καὶ θησαυρὸ ἀδαπάνητο ἔχεις, ἄσβεστο φωστῆρα, πιὸ λαμπρὸ ἀπὸ τὸν ἥλιο! Γιατὶ ὁ ἥλιος συχνὰ καλύπτεται ἀπὸ νέφη καὶ σκοτάδι, ἐνῶ ὁ ἀστέρας τοῦ μακαρίου Αὐξιβίου ἔχει λάμψη συνεχὴ καὶ νύχτα καὶ ἡμέρα, ποὺ φωτίζει αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται στὸ σκοτάδι, λαμπρύνει κάθε πόλη καὶ θεραπεύει τοὺς ἀσθενεῖς διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ δοξάζει τοὺς ὁσίους του. Ἀλλ᾽ ἐγὼ μέχρι ποιοῦ σημείου καὶ μὲ ποιὸ τρόπο νὰ ἐγκωμιάσω τὸν ἅγιο; Γιατί, ὅσα κι ἂν πῶ, δὲν θὰ μπορέσω νὰ ἀνυμνήσω ἐπάξια τὸν ὅσιο πατέρα. Σ᾽ αὐτὸ τὸ σημεῖο, λοιπόν, ἂς σταματήσουμε τὸν λόγο, δοξάζοντας τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸν Θεό, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου: Ο Άγιος Αυξίβιος Α΄ Επίσκοπος Σόλων (17/9 και 17/2)

Αυξίβιος ο πρώτος Επίσκοπος Σόλων και φωτιστής της θεοσώστου επαρχίας Μόρφου, πατρίδα του είχε τη μεγαλούπολη της Ρώμης. Οι γονείς αυτού ήσαν πλούσιοι στα υλικά αγαθά ειδωλολάτρες όμως στη θρησκεία. Ο άγιος είχε αδελφό και τ’ όνομα αυτού Θεμισταγόρας.
Ο μακάριος Αυξίβιος ήταν ωραίος στην όψη, πράος στο πνεύμα και σώφρονας στον λογισμό. Όταν, λοιπόν, έφτασε σ’ έννομο ηλικία, ηθέλησαν οι γονείς του να τον συζεύξουν με γυναίκα. Ο νέος στην ηλικία και γέροντας στο φρόνημα Αυξίβιος έχοντας νουν ένθεο και τέλειο λογισμό, στον έρωτα της σαρκός απαντούσε με έρωτα θείο. ΄Ηκουεν περί του Χριστού και πόθον είχε μεγάλο να γενεί χριστιανός.
Βλέποντας, λοιπόν, την προαίρεση των γονέων του, να τον δεσμεύσουν με τα δεσμά του γάμου, τον έκαναν ν’ αναχωρήσει από τη Ρώμη για τα μέρη της Ανατολής. Διέπλευσε τη Ρόδο, το πέλαγος της Παμφυλίας και έφθασε στην Κύπρο, στην κώμη του Λιμνίτη. Το χωρίον αυτό ευρίσκεται παρά την θάλασσα, απέχει δε από την πόλη των Σόλων τέσσερα σημεία (στάδια).
Εκείνον τον καιρό ήταν η εποχή που ο Απόστολος του Χριστού Βαρνάβας ήλθε στην πατρίδα του την Κύπρο μαζί με τον ανιψιό του Μάρκο κατά τη δεύτερη του περιοδεία, αφού χωρίστηκε από τον Παύλο. Περιερχόμενοι όλη την Κύπρο, ήλθαν στη Σαλαμίνα όπου βρήκαν τον Ηρακλείδιο, τον Αρχιεπίσκοπο της νήσου. Ο Βαρνάβας τέλεσε τον καλό δρόμο της πίστεως και εδέχθη τον στέφανο του μαρτυρίου στην Κωνσταντία. Οι Ιουδαίοι όμως αναζητούσαν και τον Ευαγγελιστή Μάρκο. Αφού κατεδίωξαν αυτόν μέχρι τη Λήδρα – τη σημερινή Λευκωσία – εκρύβη ο Ευαγγελιστής του Χριστού για τρεις μέρες σ’ ένα σπήλαιο. Ήταν μαζί του οι Απόστολοι Τίμων και Ρόδων. Διέβησαν τα βουνά του Χιονώδους όρους – του Τροόδους – και έφτασαν στην παραθαλάσσια κώμη του Λιμνίτη, όπου συνάντησαν εκεί τον μακάριο Αυξίβιο. Τους αποκάλυψε ο άγιος μας ότι πόθον έχει να γίνει χριστιανός.
Ο Μάρκος βλέποντας ότι ο Αυξίβιος είναι άντρας πλήρης πίστεως και λόγιος, αφού τον κατήχησε, τον βάφτισε στην πηγή του τόπου εκείνου και τον χειροτόνησε Επίσκοπο Σόλων. Τον δίδαξε δε πώς να κηρύξει το Ευαγγέλιο στην πόλη των Σόλων: «Επειδή η πόλις είναι γεμάτη από το σκότος των ειδώλων, δεν θα δεχθεί αμέσως το φως του Χριστού. Μην φανερώσεις στην αρχή ότι είσαι χριστιανός, αλλά να υποκριθείς τη θρησκεία των ειδώλων, διαλεγόμενος μαζί τους σαν να είναι νήπια γαλακτοτροφούμενα. Όταν γίνουν τέλειοι, τότε να μετάσχουν και της στερεάς τροφής της πίστεως». Και ο μεν Ευαγγελιστής Μάρκος απέπλευσε για την Αλεξάνδρεια, ο δε Αυξίβιος ανεχώρησε για την πόλη των Σόλων.Ο σοφός Αυξίβιος όταν έφτασε στους Σόλους, επέλεξε ως τόπο κατοικίας του την έξω της πόλεως περιοχή του Διός. Εφιλοξενείτο στον οίκου τού ιερέως των ειδώλων, υποκρινόμενος τη θρησκεία εκείνου. Πέρασε ικανός χρόνος και με την προσευχή του και τη διάκρισή του, εκατανύχθη ο ιερέας των ειδώλων και εφωτίσθη πρώτος την αλήθεια του Χριστού. Με τούτον τον τρόπο συνέχισε αρκετό χρόνο και σε άλλους κατοίκους της πόλεως, έως έφτασε ο αρχιεπίσκοπος της νήσου Ηρακλείδιος.Εκείνες τις μέρες περιήρχετο ολόκληρη τη νήσο ο αγιότατος Αρχιεπίσκοπος αυτής Ηρακλείδιος και εγκαθιστούσε επισκόπους στις πόλεις κατόπιν γραπτής εντολής του Αποστόλου των εθνών Παύλου. Το μεν Επαφρά στην Πάφο, τον δε Τυχικόν στη Νεάπολη – Λεμεσό. Εις τους Σόλους δεν έπρεπε να χειροτονήσει τον Αυξίβιο, γιατί αυτός κατηξιώθη της αρχιεροσύνης από τον Απόστολο και Ευαγγελιστή Μάρκο. Ο άγιος Ηρακλείδιος παρώτρυνε τον ιεράρχη Αυξίβιο και Ευαγγελιστή ΜάρκοΟ άγιος Ηρακλείδιος παρώτρυνε τον ιεράρχη Αυξίβιο να εισέλθει στην πόλη και να φανερώσει την αλήθεια σε όλους τους κατοίκους. Εκεί ο Ηρακλείδιος «διεχάραξεν τύπον εκκλησίας επί της γης». Μικρά στο μέγεθος, μεγάλη όμως σε χάριν του Χριστού. Αφού τον δίδαξε κάθε εκκλησιαστικό κανόνα, όπως αυτός διδάχθηκε από τους αποστόλους, τον ασπάσθηκε «εν φιλήματι αγίω» και επορεύθη στη δική του πόλη.
Ο Άγιος Αυξίβιος ευθέως, χωρίς ν’ αμελήσει, άρχισε την οικοδομή της εκκλησίας. Μετά την τελείωση αυτής εισήλθε και έρριψε τον εαυτό του εις το έδαφος και άρχισε να βοά στον Χριστό μετά δακρύων: «Δέσποτα Θεέ Παντοκράτωρ, δυνάμωσον και εμέ τον σον οικέτην και δος μοι μετά παρρησίας αφόβως κηρύξαι τον σον λόγον. Έμβαλε, Δέσποτα, εις την καρδίαν του λαού τούτου τον φόβον σου, φώτισον αυτούς τη ση χάριτι, όπως επιστρέψαντες εκ της πλάνης του διαβόλου επιγνώσουσιν δε τον μόνον αληθινόν Θεόν. Και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν…Τελείωσεν την προσευχή του και επορεύθη σε δημόσιον τόπον της πόλεως και άρχισε να διδάσκει την καλήν αυτού διδασκαλία. Εδόθη δε σ’ αυτόν η χάρις της ιάσεως των ασθενών και εξεδίωκεν τ’ ακάθαρτα πνεύματα. Όσοι δε είχον αρρώστους, τους έφερον προς αυτόν και τους εθεράπευε με τη δύναμη του ονόματος του Χριστού. Εξήλθε η αγία φήμη του εις τα περίχωρα των Σόλων και μετέφερον τους ασθενείς των χωρίων εις την πόλη και, αφού τους εθεράπευε τας νόσους, επίστευαν και τους εβάπτιζε εις τ’ όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Ένας τέτοιος αγαθός άνθρωπος από το χωριόν Σολοποτάμιον, που ονομάζετο και αυτός Αυξίβιος, ήλθε και έρριψε τον εαυτό του στα πόδια του Αγίου Ιεράρχου, ζητώντας του τη σφραγίδα του Χριστού. Εβαπτίσθη, εφωτίσθη και έμεινε για πάντα στον Επίσκοπο του, προκόπτοντας σε σοφία και χάρη, μιμούμενος κατά πάντα τον διδάσκαλό του. Αργότερα, η κατά Θεόν προκοπή του νεότερου Αυξιβίου, φανερώθηκε στον μεγάλο ιεράρχη με τούτο το σημείο. Ενώ ύπνωσε στο ύπαιθρο ο νεότερος να ξεκουρασθεί στη σκιά ενός δέντρου, πέρασε ο Επίσκοπος Αυξίβιος και είδε πλήθος μυρμήγκων να έχουν σχηματίσει ένα φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι του νεότερου Αυξιβίου. Εθαύμασε ο ιεράρχης το γεγονός και αντελήφθη ότι ο στέφανος των μυργήκων προεμήνυε την αξία της ιεροσύνης, ότι έμελλε ο μαθητής να καθίσει εις τον θρόνο του καλού διδασκάλου. Μετά από αυτά έφτασαν από τη μεγάλη πόλη της Ρώμης ο Θεμισταγόρας – αδελφός του αγίου Αυξιβίου – μαζί με τη γυναίκα του τη μακαρία Τιμώ.
Αφού τους βάπτισε και αυτούς, τους χειροτόνησε και τους δύο διακόνους της Εκκλησίας. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι των Σόλων επίστευσαν στον Θεόν του Αυξιβίου και έβλεπε ο άγιος ότι ο πρώτος ναός ήταν μικρός για το μεγάλο του ποίμνιο. Συνεργούντος του Θεού, ανήγειρε ναό μέγα και θαυμαστό, που έγινε ονομαστός σ’ ολόκληρη την Κύπρο.Αφού όλα καλώς τα έκανε και την αρχιεροσύνη ετίμησε για πενήντα ολόκληρα χρόνια, έφτασε ο Μέγας Αυξίβιος στο τέλος του βίου του. Ο μεγάλος φωτιστής της επαρχίας των Σόλων και κατοπινής Θεομόρφου – Μόρφου, εκάλεσε κοντά του τον θεοτίμητο Αυξίβιο, τον πιστό μαθητή του, στον οποίο ανέθεσε την επισκοπή των λογικών προβάτων λέγοντας: «Σε εξελέξατο ο θεός ιερέα. Συ έση ποιμαίνων την ποίμνην του Χριστού».Την Τρίτη ημέρα «ακοή εγένετο εις πάσαν την πόλιν ότι Αυξίβιος ο πατήρ ημών μέλλει καταλύειν τον ανθρώπινον βίον».Συναθροίσθησαν όλοι στην Επισκοπή μετά κλαυθμού και οδυρμού μεγάλου και, αφού ασπάσθηκε έναν έκαστο, εν ειρήνη παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριον και Θεό του Ιησού Χριστό.
Ὁ ἐν ἁγίοις πατὴρ ἡμῶν Αὐξίβιος Α´, ἐπίσκοπος Σόλων καὶ ἡ θεμελίωση τῆς πρωτοχριστιανικῆς ἐπισκοπῆς τῶν Σόλων
Εἰσήγηση στὴν θ΄ συνάντηση (27.05.2015) τοῦ Ἐπιμορφωτικοῦ Σεμιναρίου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου Γ’ Ἀκαδημαϊκοῦ Ἔτους (2014-2015)
Εἰσηγητής: Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακεὶμ
Σύντομη Εἰσαγωγὴ

Ἡ περικλεὴς πόλη τῶν Σόλων , κτισμένη σὲ μία ἐξαίρετη γεωφυσικὴ τοποθεσία στὸν μυχὸ τοῦ κόλπου τῆς Μόρφου, σύμφωνα μὲ τὶς ποικίλες σωζόμενες γραπτὲς ἱστορικο-φιλολογικὲς ἀλλὰ καὶ ἀνασκαφικὲς καὶ ἀρχαιολογικὲς μαρτυρίες, ὑπῆρξε τὸ διοικητικό, ἐμπορικὸ καὶ πολιτιστικὸ κέντρο καὶ ἡ πρωτεύουσα ἑνὸς τῶν σημαντικοτέρων ἀρχαίων Κυπριακῶν βασιλείων, τοῦ ὁμωνύμου βασιλείου τῶν Σόλων, τὸ ὁποῖο διαδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο στὴ συνεχὴ ἀνάπτυξη καὶ ἀνοδικὴ πορεία τοῦ πολιτισμικοῦ γίγνεσθαι τῆς εὐκλεοῦς μεγαλονήσου, μέχρι τὴ σοβαρὴ καταστροφή της στὰ μέσα τοῦ 7ου μ.Χ. αἰώνα. Σ᾽ ὁλόκληρη τὴν ἔκταση τοῦ βασιλείου τούτου, ἀπὸ τὰ δυτικὰ ἄκρα του στὴν Πέτρα τοῦ Λιμνίτη μέχρι τὰ νότια καὶ ἀνατολικά του ὅρια, ἐντοπίσθηκαν καὶ ἀνασκάφηκαν πολυσήμαντες κινητὲς καὶ ἀκίνητες ἀρχαιότητες, χρονολογούμενες ἀπὸ τὴν Ἀκεραμεικὴ Νεολιθικὴ Περίοδο (7000 π.Χ.) μέχρι τὰ τέλη τῆς ἐν Κύπρῳ τουρκοκρατίας (1878). Ἡ πολυδιάστατη σημαίνουσα τούτη ἀρχαιότατη κληρονομιὰ ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ ἐκπληκτικοὺς ἀρχαιολογικοὺς χώρους, ἀρχιτεκτονικὰ κατάλοιπα δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν κτηρίων καὶ ἐκλεκτὰ δείγματα κεραμεικῆς, γλυπτικῆς, μεταλλοτεχνίας καὶ μικροτεχνίας. Πρέπει ἐδῶ νὰ τονισθεῖ, πὼς ἡ σταθερὴ οἰκονομικὴ πρόοδος καὶ ἡ λαμπρὴ αὐτὴ πολιτισμικὴ ἀνάπτυξη τῶν Σόλων εἶχε ὡς βασικοὺς συντελεστὲς καὶ ὑπόβαθρα τὰ ἀνεξάντλητα μεταλλεῖα χαλκοῦ στὴν πλησιόχωρη Φουκάσα (τὴ γνωστὴ καὶ στὸν Ὅμηρο Βουκάσα), τὶς δασώδεις ὀρεινὲς περιοχὲς στοὺς βόρειους πρόποδες τοῦ Τροόδους, τὸ φυσικὸ κυκλικό της λιμάνι, μοναδικὸ στὶς βορειοδυτικὲς ἀκτὲς τοῦ νησιοῦ, τὴν εὐφορώτατη γῆ τῆς παραλιακῆς κοιλάδας καὶ τὸ ἥπιο μεσογειακὸ κλίμα τῆς περιοχῆς.
Ὅπως εἶναι γνωστό, οἱ περισσότερες ἕδρες τῶν ἀρχαίων κυπριακῶν βασιλείων μετατρέπονται σὲ ἕδρες τῶν ὁμωνύμων ἐπισκοπῶν κατὰ τὴν πρωτοχριστιανικὴ περίοδο καί, μαζὶ μὲ τὶς ἐπισκοπὲς ἄλλων κεντρικῶν πόλεων τῆς νήσου, συνολικὰ ὅλες δεκατέσσερεις, ἐμφανίζονται νὰ λειτουργοῦν ὀργανωμένες ἤδη ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ τετάρτου αἰώνα. Μία ἀπὸ αὐτές, ἀσφαλῶς ἀπὸ τὶς πλέον σημαίνουσες, δεδομένης τῆς λαμπρῆς προϊστορίας καὶ βαρύ-νουσας θέσης της, ἦταν καὶ ἡ πόλη τῶν Σόλων. Σὲ ἀκμὴ βρισκόταν μέχρι καὶ τὸν ἕβδομο αἰῶνα, ὁπόταν ὑφίσταται σοβαρὴ καταστροφὴ κατὰ τὶς πρῶτες ἀραβικὲς ἐπιδρομές, ὅπως καὶ ὅλες οἱ κεντρικὲς πόλεις τοῦ νησιοῦ, καὶ προφανῶς τότε χάνει καὶ πλείστους ὅσους κατοίκους της. Ὡστόσο ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται ἡ ἐπισκοπικὴ ἕδρα τῶν Σόλων μέχρι καὶ τὸ τέλος τῆς βυζαντινῆς κυριαρχίας στὴν Κύπρο (12ος αἰ.), ἂν καὶ ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ 7ου αἰώνα φαίνεται πὼς ἡ πόλη ἐγκαταλείπεται σταδιακά. Προφανῶς ἡ ἕδρα τοῦ ἐπισκόπου τῶν Σόλων κατὰ τοὺς δίσεκτους χρόνους τῶν ἀραβικῶν ἐπιδρομῶν μεταφέρεται κατὰ καιροὺς γιὰ ἀσφάλεια στὴν ἐνδοχώρα, σὲ πλησιόχωρη κατάλληλη τοποθεσία, ἡ ὁποία σήμερα ἀναζητεῖται.
Τὰ ὅρια τῆς διοικητικῆς καὶ συνάμα ἐπισκοπικῆς βυζαντινῆς περιφέρειας τῶν Σόλων δὲν μᾶς εἶναι σήμερα ἐπακριβῶς γνωστά. Ἀσφαλῶς, πρὸς τὰ δυτικὰ ὁριοθετεῖτο ἀπὸ τὶς γειτνιάζουσες ἐπισκοπὲς Ἀρσινόης καὶ Πάφου, στὰ νότια ἀπ᾽ αὐτὲς τοῦ Κουρίου καὶ τῆς Ἀμαθοῦντος, στὰ δυτικὰ ἀπ᾽ αὐτὲς τῆς Ταμασσοῦ καὶ τῶν Λήδρων, ἐνῶ στὰ βορειοδυτικὰ ἀπ᾽ αὐτὴ τῆς Λαπήθου. Ἡ ἀναπαράσταση τοῦ πρώτου ἐπισκόπου τῶν Σόλων, ἁγίου Αὐξιβίου, στὸ κέντρο ἀκριβῶς τῆς ταινίας μὲ τοὺς Κυπρίους ἁγίους ἱεράρχες στὴν ἁψίδα τοῦ Βήματος τοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας τοῦ Ἄρακος (12ος αἰ.), καθὼς καὶ σὲ ἐξέχουσα θέση μεταξὺ τῶν λειτουργούντων μεγάλων ἱεραρχῶν τῆς Παναγίας τοῦ Μουτουλλᾶ (ἔτος 1280), προφανέστατα παραπέμπει στὴν ὑπαγωγὴ τῶν σπουδαίων τούτων βυζαντινῶν μνημείων στὴν ἐπισκοπὴ τῶν Σόλων, παρέχοντάς μας μία πιὸ συγκεκριμένη ὁριοθέτηση τῆς ἐπισκοπῆς αὐτῆς .
Γιὰ τὴν ἐπισκοπὴ τῶν Σόλων ἔγραψαν ἢ συνέταξαν Κατάλογο ἐπισκόπων της, διάφοροι μελετητές. Αὐτοί, κατὰ χρονολογικὴ σειρά, εἶναι οἱ Michael Le Quien , John Hackett καὶ Χαρίλαος Παπαϊωάννου , Ἀνδρέας Δικηγορόπουλος , Ἀνώνυμος (Ἄντρος Παυλίδης) , Jean des Gagniers-Tran Tam Tinh , Georgio Fedalto καὶ Ἀθανάσιος Παπαγεωργίου . Στοὺς Καταλόγους αὐτοὺς ἔχουν δυστυχῶς παρεισφρύσει σφάλματα ποικίλα, ἀνακρίβειες ἢ καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουν στοὺς Σόλους. Ποικίλα σημεῖα τῶν ἔργων αὐτῶν ἀναθεωροῦνται καὶ συμπληρώνονται στὸ παρόν, βάσει νεωτέρων δεδομένων. Περαιτέρω, παρατίθενται σημαίνοντα ἐκκλησιαστικὰ μνημεῖα τῆς πρωτοβυζαντινῆς περιόδου, τὰ ὁποῖα ἀνῆκαν στὴν ἐπισκοπὴ Σόλων καὶ τὰ ὁποῖα ἐπισφραγίζουν τὴν ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν περιφέρεια αὐτή, καθὼς καὶ σχετικὲς πρὸς τὸν χῶρο μαρτυρίες ἁγιολογικῶν πηγῶν .
Εἰσαγωγὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ στοὺς Σόλους. Ἵδρυση τῆς ἐπισκοπῆς τῶν Σόλων. Οἱ πρῶτοι αἰῶνες (1ος-3ος αἰ.)
Ἡ ἵδρυση τῆς ἐπισκοπῆς τῶν Σόλων ἀνάγεται στοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους. Τὰ γεγονότα τῆς θεμελίωσής της ἀπὸ τοὺς χριστοκήρυκες ἀποστόλους Βαρνάβα, Μᾶρκο καὶ Παῦλο, καὶ μάλιστα τοὺς δύο τελευταίους, δὲν ἀποτελοῦν ἁπλῶς εὐσεβὴ τοπικὴ παράδοση, ἀλλὰ ἀποθησαυρίζονται σὲ ἁγιολογικὰ κείμενα μὲ πολὺ σεβαστὴ ἡλικία, τὰ ὁποῖα γράφηκαν κατὰ τοὺς πρωτοβυζαντινοὺς χρόνους (5ος-7ος αἰ.). Τὰ γεγονότα αὐτὰ ἐπιβεβαιώνει καὶ ἡ ζῶσα παράδοση τῆς περιοχῆς, ὅπως διασώθηκε διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Τὰ σπουδαῖα αὐτὰ ἀρχαῖα ἁγιολογικὰ κείμενα εἶναι τὰ ἑξῆς τρία:
α. Τὸ ἀποδιδόμενο στὸν ἀπόστολο καὶ Εὐαγγελιστὴ Μᾶρκο ἔργο τοῦ 5ου μ.Χ. αἰώνα, «Περίοδοι καὶ Μαρτύριον τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Βαρνάβα» (BHG 225) .
β. Τὸ ἀποδιδόμενο στὸν ἀποστολικὸ ἄνδρα, ἅγιο Ρόδωνα, ἐπίσης ἔργο τοῦ 5ου μ.Χ. αἰώνα, «Βίος καὶ πολιτεία του ὁσίου πατρὸς Ἡρακλείδους» (BHG 743) (δηλ. τοῦ ἁγίου Ἡρακλειδίου, ἐπισκόπου Ταμασσοῦ).
γ. Τὸ ἔργο, «Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ἁγίου καὶ ἐνδόξου πατρὸς ἡμῶν ἀρχιεπισκόπου καὶ θαυματουργοῦ Αὐξιβίου» (BHG 204) , δηλ. τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου, πρώτου ἐπισκόπου τῶν Σόλων.
Ἀσφαλῶς, τὸ πλέον ἐνδιαφέρον καὶ ἄμεσα σχετιζόμενο πρὸς τὸ θέμα μας εἶναι τὸ τελευταῖο κατὰ σειράν, ὁ Βίος δηλαδὴ τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου Α´, ὁ ὁποῖος πράγματι ἐνσωματώνει ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ ἀνώτερα δύο πρῶτα ἔργα, ἀλλὰ καὶ χρησιμοποιεῖ, ὅπως φαίνεται, κοινὲς μὲ αὐτὰ πηγὲς καὶ τοπικὲς παραδόσεις, ἐξικνούμενες στοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους. Τὸ σημαῖνον τοῦτο γιὰ τὴν κυπριακὴ ἁγιολογία ἔργο, σύμφωνα μὲ τὸν πρόσφατο ἐκδότη του, κ. Jacques Noret, καταγράφεται στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 7ου αἰώνα καὶ πρὶν τὶς πρῶτες κατὰ τῆς Κύπρου ἀραβικὲς ἐπιδρομὲς ἀπὸ ἐκκλησιαστικὸ πρόσωπο τῆς ἐπισκοπῆς τῶν Σόλων, γιὰ νὰ ἐκφωνηθεῖ στὴ συνέχεια γιὰ πρώτη φορὰ στὸν ἐκεῖ καθεδρικὸ παλαιοχριστιανικὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Αὐξιβίου, τὴ χαρακτηριζομένη ὡς «Βασιλικὴ Α´», ποὺ ἔφερε στὸ φῶς ἡ καναδικὴ ἀποστολὴ (γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ θὰ ἀσχοληθοῦμε πιὸ κάτω). Δὲν ἀποκλείεται ὁ συγγραφέας τοῦ ἐγκωμιαστικοῦ αὐτοῦ λόγου νὰ σχετίζεται πρὸς τὸ περιβάλλον τοῦ δραστηρίου ἐπισκόπου Σόλων τοῦ 7ου αἰώνα Ἰωάννου Γ´, ἂν δὲν πρόκειται γιὰ τοῦτο τὸν ἴδιο τὸν Ἰωάννη.
Ἂς ἔλθουμε τώρα στὰ γεγονότα τῆς θεμελίωσης τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῶν Σόλων. Κατ᾽ ἀρχήν, εἶναι πολὺ πιθανὸν οἱ ἀπόστολοι Παῦλος καὶ Βαρνάβας, συνοδευόμενοι ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Μᾶρκο, κατὰ τὴ διέλευσή τους μέσα ἀπὸ τὴν Κύπρο, ἀπὸ τὴ Σαλαμῖνα μέχρι τὴν Πάφο, κατὰ τὴν πρώτη τους (περὶ τὰ ἔτη 45/46 μ.Χ.) ἀποστολικὴ περιοδεία (βλ. Πράξ. 13,6: «Διελθόντες δὲ τὴν νῆσον ἄχρι Πάφου»), νὰ πέρασαν, σύμφωνα καὶ μὲ τὸ τότε ρωμαϊκὸ ὁδικὸ δίκτυο τῆς νήσου, καὶ ἀπὸ τοὺς Σόλους . Νὰ μὴ λησμονοῦμε ἐν προκειμένῳ καὶ τὴν πάγια τακτικὴ τῶν ἁγίων τούτων ἀποστόλων, νὰ ἐπισκέπτονται δηλαδὴ ἱεραποστολικὰ τὶς σημαίνουσες κατὰ τόπους μεγαλουπόλεις, ὅπου δημιουργοῦσαν πυρῆνες χριστιανικῶν κοινοτήτων, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἦταν εὐκολώτερο νὰ ἐξαπλωθεῖ τὸ χριστιανικὸ κήρυγμα.
Σύμφωνα πάντως πρὸς τὰ ἀνωτέρω κείμενα, καὶ μάλιστα τὸν Βίο τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου (BHG 204), ἡ ἐπισκοπὴ τῶν Σόλων ἱδρύεται μετὰ τὴ μαρτυρικὴ τελείωση τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα στὴ Σαλαμῖνα, δηλ. περὶ τὸ 53 μ.Χ. . Ὁ ἀπόστολος Μᾶρκος, διωκόμενος τότε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους καὶ ἀκολουθούμενος ἀπὸ τοὺς ἁγίους Τίμωνα καὶ Ρόδωνα, ἦλθε στὴν ἀρχαία παράλια κώμη τοῦ Λιμνήτη, ἐπίνειο τῶν Σόλων. Ἐκεῖ συνάντησαν τὸν ἅγιο Αὐξίβιο, ποὺ μόλις εἶχε ἀφιχθεῖ ἀπὸ τὴ Ρώμη, ἀπ᾽ ὅπου καταγόταν. Ὁ Αὐξίβιος Α´ ἦταν υἱὸς πλουσίων εἰδωλολατρῶν γονέων, ποὺ εἶχαν μεριμνήσει νὰ λάβει δαψιλὴ κατὰ κόσμον σοφία. Ἐπειδὴ ὅμως τὸν πίεζαν νὰ νυμφευθεῖ, ἐνῶ αὐτὸς ποθοῦσε νὰ ζήσει μὲ παρθενία, ἀναχώρησε κρυφὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα του καί, ταξιδεύοντας μὲ πλοῖο, ἀποβιβάστηκε στὸν Λιμνήτη. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Μᾶρκος ἀντιλήφθηκε τὴν ἀρετὴ τοῦ Αὐξιβίου, τὸν κατήχησε στὴ χριστιανικὴ πίστη, τὸν βάπτισε σὲ παρακείμενη πηγή, τὸν χειροτόνησε ἐπίσκοπο Σόλων καὶ στὴ συνέχεια τὸν καθοδήγησε, πῶς νὰ κηρύσσει τὴν εὐαγγελικὴ διδαχή. Κα-τόπιν ὁ Μᾶρκος μὲ τὴ συνοδία του ἀναχώρησαν μὲ πλοῖο ἀπὸ τὸν Λιμνήτη γιὰ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀργότερα συναντήθηκε μὲ τὸν Μᾶρκο στὴν Ἔφεσο καὶ πληροφορήθηκε τὸ μαρτυρικὸ τέλος τοῦ φίλου του Βαρνάβα καὶ ὅτι στὸ νησὶ δὲν βρισκόταν ἄλλος ἀπόστολος νὰ κηρύσσει τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἔστειλε κάποιους μαθητές του στὴν Κύπρο μαζὶ μὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν ἐπίσκοπο Ταμασσοῦ, ἅγιο Ἡρακλείδιο, ποὺ ἐκτελοῦσε τότε χρέη ἀρχιεπισκόπου τῆς νήσου, ἐντελλόμενος ποιό ἀπὸ τοὺς μαθητές του καὶ ποῦ νὰ καταστήσει τὸν καθένα ἐπίσκοπο. Τέλος, τοῦ ἔγραφε νὰ μεταβεῖ στοὺς Σόλους, πρὸς συνάντηση τοῦ Αὐξιβίου, τονίζοντάς του ὅτι ἦταν ἤδη χειροτονημένος ἀπὸ τὸν Μᾶρκο ἐπίσκοπος, γιὰ νὰ τὸν παροτρύνει στὸ ἔργο εὐαγγελισμοῦ τοῦ ποιμνίου του καὶ νὰ τοῦ ἑρμηνεύσει πρακτικὰ τελετουργικὰ θέματα. Κατὰ τὸν Βίο τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου πάντοτε, μετέβη στοὺς Σόλους ὁ Ἡρακλείδιος, ὅπου ἐξετέλεσε τὶς ἐντολὲς τοῦ Παύλου, καθοδηγῶντας περαιτέρω τὸν Αὐξίβιο, πῶς νὰ ἀνεγείρει ἕνα πρῶτο ἐκεῖ ναό, γιὰ τὶς λειτουργικὲς ἀνάγκες ὅσων θὰ πίστευαν στὸν Κύριο. Πράγματι ὁ Αὐξίβιος, ἀκολουθῶντας τὶς ὁδηγίες τοῦ ἁγίου Ἡρακλειδίου, ἀνήγειρε μία πρώτη χριστιανικὴ ἐκκλησία στοὺς Σόλους, «μικρὰν μὲν τῇ ὁλκῇ, μεγάλην δὲ τῇ χάριτι τοῦ Χριστοῦ», κατὰ τὸν Βίο, καὶ στὴ συνέχεια τὴν καθιέρωσε στὸν Κύριο μὲ μία ὡραιότατη καθαγιαστικὴ εὐχή, ποὺ ἀνέπεμψε μέσα σ᾽ αὐτή.
Ὁ Αὐξίβιος, μὲ τὴ θαυμαστὴ πολιτεία καὶ τοὺς θεόσοφους λόγους του, ἐπέστρεψε πολλοὺς εἰδωλολάτρες στὴν πίστη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί, μετὰ ἀπὸ θεοφιλὴ διαποίμανση τῆς ἀρτιγέννητης τοπικῆς Ἐκκλησίας γιὰ πενῆντα χρόνια, κοιμήθηκε εἰρηνικὰ καὶ τάφηκε στοὺς Σόλους περὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 2ου αἰώνα. Τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου τέλεσε ἔκτοτε πολλὰ θαύματα. Διάδοχό του στὴν ἐπισκοπὴ Σόλων ὁ ἅγιος ἄφησε τὸν ἐκλεκτὸ μαθητή του Αὐξίβιο Β´, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Σολοποτάμιο τῆς Κύπρου. Ἐνόσῳ δὲ ζοῦσε ἀκόμη ὁ Αὐξίβιος Α´, ἦλθαν ἀπὸ τὴ Ρώμη στοὺς Σόλους ὁ ἀδελφός του Θεμισταγόρας καὶ ἡ γυναίκα του Τιμώ, τοὺς ὁποίους ὁ ἅγιος κατήχησε, βάπτισε καὶ χειροτόνησε διακόνους τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Κατὰ μία ἐκδοχή, ποὺ δὲν ἀναφέρεται ὅμως στὰ ἀνωτέρω ἀρχαῖα ἁγιολογικὰ ἔργα, ὁ Θεμισταγόρας διαδέχθηκε στὴν ἐπισκοπὴ Σόλων τὸν Αὐξίβιο Β´. Καὶ οἱ τρεῖς αὐτοὶ ἅγιοι (Αὐξίβιος Β´, Θεμισταγόρας καὶ Τιμώ) κοιμήθηκαν εἰρηνικὰ καὶ τάφηκαν ἐπίσης στοὺς Σόλους, πλησίον τοῦ τάφου τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου Α´. Περισσότερες λεπτομέρειες τῶν γεγονότων σύστασης τῆς ἐπισκοπῆς τῶν Σόλων θὰ βρεῖ ὁ ἀγαπητὸς ἀναγνώστης στὸ καθαυτὸ κείμενο τοῦ Βίου τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου (BHG 204). Ὁ Βίος αὐτὸς δὲν ἀναφέρει περαιτέρω διαδόχους στὴν ἐπισκοπὴ Σόλων.
Ἀναφορικὰ πρὸς τὴν ἀξιοπιστία τοῦ ἐν λόγῳ Βίου, καὶ πρὶν ἀναφερθοῦμε σὲ ἄλλα γεγονότα, ποὺ ἀφοροῦν στὴν πρωτοχριστιανικὴ Ἐκκλησία τῶν Σόλων, θὰ ἐπιχειρήσουμε μία σύντομη ἀναθεώρηση τῆς κριτικῆς, ποὺ ἐξασκήθηκε στὸν Βίο τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου (BHG 204) ἀπὸ τοὺς τελευταίους ἐκδότες του, Ἀθανάσιο Παπαγεωργίου καὶ Jacques Noret .
Καταρχήν, οἱ δύο ἐρευνητές, μάλιστα ὁ δεύτερος, ὀρθὰ ἐπεσήμαναν τὶς προγενέστερες γραπτὲς πηγές, τὶς ὁποῖες, ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, ἐνέταξε στὸν Βίο ὁ συντάκτης του, ἀλλὰ καὶ σχετικὲς τοπικὲς προφορικὲς παραδόσεις, καθὼς καὶ ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ στὸν πρόλογό του: «ἀναγκαῖον ᾠήθην… ὀλίγα διηγήσασθαι τῶν τοῦ μακαρίου Αὐξιβίου ἀρετῶν, καθὼς ἤκουσα καὶ ἐδιδάχθην παρὰ ἀνδρῶν προβεβηκότων τῷ χρόνῳ…». Μὲ τὴν τελευταία φράση, νομίζω πὼς ὑπονοοῦνται, ὄχι μόνο οἱ ἡλικιωμένοι πληροφοριοδότες τοῦ βιογράφου, ἀλλὰ καὶ οἱ προβεβηκότες τῷ χρόνῳ συγγραφεῖς τῶν γραπτῶν πηγῶν του, ἀπὸ τοὺς ὁποίους μὲ σαφήνεια σημειώνει τὸν θεωρούμενο ὡς συγγραφέα τῶν Περιόδων τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα (BHG 225) (ψευδο-) Μᾶρκο.
Περαιτέρω, ὀρθὰ καὶ πάλιν, ἐντοπίζονται ἀπὸ αὐτοὺς κάποιοι ἀναχρονισμοὶ στὸ ἔργο (λ.χ. ἡ μὴ ἀναφορὰ ἀντίδρασης στὸ κήρυγμα τοῦ ἁγίου ἀπὸ εἰδωλολάτρες καὶ Ἰουδαίους, ὁ πλήρης ἐκχριστιανισμὸς τῶν Σόλων ἤδη ἀπὸ τὸν 1ο αἰῶνα, ἡ ἀπόδοση ἀνέγερσης τοῦ τότε [7ου αἰ.] μεγάλου ναοῦ [τῆς περίλαμπρης Βασιλικῆς Α´] στὸν ἅγιο Αὐξίβιο, καθὼς καὶ ἡ χρήση τοῦ ὅρου ἀρχιεπίσκοπος γιὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἁγίου [1ος/2ος αἰ.], ὅρου, ποὺ ἐπεκράτησε γιὰ τὸν Μητροπολίτη τῆς Κύπρου ἐπίσημα κατὰ τὸν 6ο/7ο αἰῶνα). Αὐτὰ ὅμως, ποὺ δὲν μᾶς βρίσκουν καθόλου σύμφωνους μὲ τοὺς ἀγαπητοὺς ἐρευνητές, εἶναι ἡ ἕνεκα τῶν ὡς ἄνω, ἀφενὸς μὲν ἀπόρριψη ὁποιασδήποτε ἱστορικῆς ἀξιοπιστίας τοῦ Βίου, καὶ ἀφετέρου ἡ ταύτιση τοῦ ἡμετέρου ἁγίου Αὐξιβίου Α´ μὲ ὁμώνυμο ἐν Κύπρῳ ἐπίσκοπο τοῦ 4ου αἰώνα.
Πρῶτα πρῶτα, πρέπει νὰ ἀντιληφθοῦμε, ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ Βίου κατὰ τὸν ἕβδομο αἰῶνα ὁμιλεῖ εὔλογα μὲ ὅρους καὶ παραστάσεις τῆς ἐποχῆς του (λ.χ. γιὰ τοποθεσίες τῶν Σόλων). Τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν ἀπὸ μέρους του ἀπόδοση τοῦ τίτλου ἀρχιεπίσκοπος, τόσο στὸν ἅγιο Αὐξίβιο Α´, ὅσο καὶ στὸν ἅγιο Ἡρακλείδιο, τίτλου, ποὺ εἶχε πλέον ἐπίσημα ἐπικρατήσει γιὰ τὸν πρῶτο τῇ τάξει ἐπίσκοπο τῆς νήσου κατὰ τὴν ἐποχὴ συγγραφῆς τοῦ Βίου, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε. Δὲν ἀποκλείεται πάντως ὁ βιογράφος μὲ τὸν ὅρο ἀρχιεπίσκοπος, νὰ ἐννοοῦσε ἐν προκειμένῳ καὶ τὸν πρῶτο χρονολογικὰ ἐπίσκοπο Ταμασσοῦ καὶ Σόλων, ὅπως πράγματι ὑπῆρξαν οἱ ἅγιοι Ἡρακλείδιος καὶ Αὐξίβιος, ἀντίστοιχα. Περαιτέρω, πρέπει νὰ σημειώσουμε πὼς τυγχάνει φωτὸς φαεινότερον ὅτι, λόγῳ ποικίλων ἱστορικῶν περιπετειῶν τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, δὲν διασώθηκε γραπτὸ ἀρχεῖο της, γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ συντάκτης τοῦ Βίου ἀρύεται ἀπὸ τὶς ἔντονες καὶ ζῶσες παραδόσεις τῆς ἐποχῆς του, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὰ ἁγιολογικὰ κείμενα, ποὺ ἀνωτέρω ἀναφέραμε. Καὶ ἀγνοεῖ μὲν ἱστορικὰ γεγονότα τῶν πρώτων αἰώνων, ἀκόμη καὶ τὸ πότε εἶχε κτισθεῖ ἡ Βασιλικὴ Α´ (περὶ τὰ 200 ἔτη πρὸ τοῦ χρόνου σύνταξης τοῦ Βίου), δὲν μποροῦμε ὅμως γι᾽ αὐτὰ νὰ ἀρνηθοῦμε καὶ ἀπορρίψουμε τὸν ἱστορικὸ πυρῆνα τοῦ Βίου. Ἰσχυρὴ ἀπόδειξη, εἶναι ὅτι ὁ Βίος δὲν περιλαμβάνει μόνο πρόσωπα καὶ γεγονότα τῆς πρωτοχριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῶν Σόλων, ἀλλὰ καὶ ἄλλα διαχρονικά, καὶ περιέχει, περαιτέρω, στοιχεῖα χωρὶς παράλληλο (βιογραφικὰ ἁγίου Αὐξιβίου Α´, τῶν συγγενῶν καὶ διαδόχων του, θαῦμα θεραπείας 40 δαιμονιζομένων Παφηνῶν), τὰ ὁποῖα διέσωσε ἡ ζῶσα παράδοση τῶν Σόλων, μὲ ἁπτοὺς μάρτυρες τοὺς τάφους τῶν ἁγίων προσώπων τῆς πρώτης ἐκεῖ Ἐκκλησίας.
Γενικὰ τώρα ὁμιλοῦντες, ὁ Χριστιανισμὸς στὸ νησὶ ἀσφαλέστατα προϋπῆρχε τοῦ 4ου αἰώνα (μαρτυρία Πράξεων Ἀποστόλων, Μαρτύρια χριστιανῶν, ἐκδεδομένοι καὶ ἀνέκδοτοι ἐπιτύμβιοι κιονίσκοι [cippi] τῆς Κύπρου μὲ κρυπτοχριστιανικὲς ἐπιγραφές, χρονολογούμενοι στοὺς 2ο/3ο αἰ. ), ὅπως προϋπῆρχαν καὶ οἱ πλεῖστες ἐπισκοπὲς τῆς νήσου (ἀναφορὲς στὸν Βίο τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου Σαλαμῖνος, περὶ τῶν ἁγίων ὁμολογητῶν ἐπισκόπων Γελασίου Σαλαμῖνος καὶ Χύτρων Πάππου , συναξάριον ἱερομάρτυρος Φιλωνίδου, ἐπισκόπου Κουρίου , Μαρτύρια [passiones] ἁγίου Θεοδότου Κυρηνείας , κ.λπ.). Δὲν ἐμφανίζονται ἐκ τοῦ μὴ ὄντος οἱ κυπριακὲς ἐπισκοπὲς στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰ. Γιὰ νὰ ἐπικεντρωθοῦμε ὅμως στοὺς Σόλους, ἀναφερθήκαμε ἤδη στὸ ρωμαϊκὸ ὁδικὸ δίκτυο τῆς νήσου, ποὺ διερχόταν καὶ ἀπὸ τὴν τόσο σημαίνουσα πόλη τῶν Σόλων. Νὰ προσθέσουμε καὶ τὴ γνωστὴ πάγια τακτικὴ τῶν ἀποστόλων, ὅπως ἤδη προαναφέραμε, νὰ κηρύττουν δηλαδὴ σὲ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα (ὅπως λ.χ. ἔπραξαν μαρτυρουμένως στὴ Σαλαμῖνα καὶ στὴν Πάφο τῆς Κύπρου, γιὰ τὶς ὁποῖες σώζονται συγκεκριμένες ἀναφορὲς στὶς Πράξεις), ὥστε νὰ δημιουργοῦνται ἐκεῖ χριστιανικοὶ πυρῆνες, ἀπ᾽ ὅπου νὰ ἐξακτινώνεται τὸ εὐαγγελικὸ κήρυγμα. Ἀδύνατον, ἐν προκειμένῳ, νὰ ἀγνοήθηκαν οἱ Σόλοι. Ἐξάλλου, στοὺς Σόλους ἔχουμε μάρτυρες κατὰ τοὺς διωγμοὺς τῶν πρώτων αἰώνων (χωρὶς νὰ γνωρίζουμε ἐπακριβῶς ποιῶν διωγμῶν, τὸ ἀργότερο πάντως τῶν ἀρχῶν τοῦ 4ου αἰ.), ὅπως στὴ συνέχεια θὰ ἰδοῦμε, τοὺς ἁγίους Ἀλέξανδρο, Ἄμμωνα καὶ τοὺς εἴκοσι σὺν αὐτοῖς, στοιχεῖο, ποὺ συνηγορεῖ στὴν τότε ὕπαρξη ἤδη ὀργανωμένης ἐκεῖ χριστιανικῆς κοινότητας-τοπικῆς Ἐκκλησίας. Καί, ναὶ μέν, ἡ ἀναφορὰ στὸν Βίο, ὅτι ὁ ἅγιος οἰκοδόμησε μεγάλο ναό, τὸν ὁποῖο ὁ συντάκτης ταυτίζει μὲ τὴ Βασιλικὴ Α´, δὲν φαίνεται νὰ εὐσταθεῖ. Τὸ ὅτι ὅμως οἰκοδόμησε ἕνα ἀρχικὸ μικρὸ ναὸ κρίνεται εὔλογο καὶ δυνατό . Ἡ μὴ ἀνεύρεση ἢ ἀνασκαφὴ εἰσέτι ναῶν προγενεστέρων τοῦ 4ου αἰ. δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπῆρχαν εὐκτήρια μικρὰ ἢ καὶ ὑπόσκαφα-χῶροι λατρείας τῶν πρώτων τῆς νήσου χριστιανῶν. Πολλὰ ἀσφαλῶς καταστράφηκαν ἀπὸ τὸν χρόνο, τοὺς εἰδωλολάτρες, τοὺς μεγάλους σεισμοὺς (ὅπως τοῦ 4ου αἰ.) κ.λπ., ἢ στὴ θέση τους ἀνεγέρθηκαν τὸν 4ο/5ο αἰῶνα βασιλικές. Τοῦτο τὸ τελευταῖο πιθανὸ νὰ συνέβη στοὺς Σόλους. Πρῶτο, γιατὶ στὸν χῶρο τῶν Βασιλικῶν βρέθηκαν νομίσματα (2ου/3ου καὶ ἀρχῶν 4ου αἰ. μ.Χ. ) καὶ κεραμεικὴ ἑλληνιστικῆς/ρωμαϊκῆς περιόδου, ποὺ παραπέμπουν στὸ γεγονὸς λειτουργίας τοῦ χώρου ἔκτοτε. Τὸ πλέον σημαντικὸ ὅμως, εἶναι ὁ ἐκ μέρους τῶν τελευταίων ἐπιστημόνων συντηρητῶν τῶν Βασιλικῶν τῶν Σόλων καὶ τῶν δαπέδων τους ἐντοπισμὸς παραπλεύρως (στὰ βόρεια) τῆς Βασιλικῆς Α´ ἄλλου κτηρίου, ἀναμφιβόλως ναοῦ, ἀρχαιότερου τῆς Βασιλικῆς Α´, συνδεδεμένου μὲ τὸ ὑπόσκαφο Μαρτύριο-ταφικὸ θάλαμο τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου Α´. Τὸ κτήριο/ναὸ τοῦτο οἱ αὐτοὶ συντηρητὲς χαρακτηρίζουν στὴ σχετική τους ἔκδοση ὡς Structure 1. Αὐτὸ τὸ ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον ἀρχαιολογικὰ καὶ ἱστορικὰ σημεῖο ὁμολογουμένως ἦταν προηγουμένως ἄγνωστο.
Ἀκριβῶς ἐδῶ θέλουμε νὰ καταλήξουμε. Τὸ προσκυνηματικὸ καὶ ἀρχιτεκτονικὸ ἐπίκεντρο τῶν ναῶν στοὺς Σόλους, ἀπὸ τὸν πρῶτο μέχρι τὴ Βασιλικὴ Β´, ἦταν ἀναμφίβολα τὸ Μαρτύριο τοῦτο τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου. Καὶ εἶναι ἐξίσου ἀναμφίβολο, ὅτι ὁ εὐλογημένος συντάκτης τοῦ Βίου ἔχει ἐνώπιόν του τὸ Μαρτύριο τοῦτο, τὸ ταφικὸ παρεκκλήσιό του («ἐν τῷ τόπῳ, ἔνθα κεῖται τὸ λείψανον τοῦ ἁγίου πατρὸς ἡμῶν καὶ ἀρχιεπισκόπου Αὐξιβίου», μία φράση ποὺ συχνὰ ἐπαναλαμβάνει στὸν Βίο), ὅπου ἀσφαλῶς καὶ οἱ τάφοι τῶν ἁγίων προσώπων τῆς πρώτης τῶν Σόλων Ἐκκλησίας. Ὅταν αὐτὰ ἔλθουν στὸ φῶς, μὲ τὴν ἀπὸ πολλοῦ προδοκώμενη ὁλοκλήρωση τῆς ἀνασκαφῆς τοῦ ὅλου χώρου τῶν Βασιλικῶν τῶν Σόλων, θὰ ξεκαθαρίσουν ἀσφαλῶς ἱστορικὰ τὰ πράγματα. Μάλιστα, ἀπὸ ἀναφορὲς στὸν Βίο, ὑπονοεῖται ὅτι, τουλάχιστον στὴ λάρνακα τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου Α´, θὰ ὑπάρχει κάποια ἐπιγραφή. Κάτι ποὺ θὰ προ-σθέσουμε στὴν παροῦσα συνάφεια, εἶναι ὅτι τὸ ἐν λόγῳ ἀρχικὸ Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Αὐξιβίου, σύμφωνα μὲ ἀρχαιολογικὰ δεδομένα , ἦταν ἄμεσα συνδεδεμένο μὲ ναόσχημη κατασκευή, χρονολογούμενη στὸν 4ο αἰ., ὅπου σὲ εἰδικὲς κρῆνες ἀνέβλυζε ἁγίασμα, ποὺ ἀρύονταν οἱ προσερχόμενοι πρὸς ἴασιν ψυχῆς καὶ σώματος.
Ἐρχόμενοι τώρα στὸ θέμα τῆς ταύτισης τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου Α´ πρὸς τὸν ἐν Κύπρῳ ὁμώνυμο ἐπίσκοπο τοῦ 4ου αἰώνα, ποὺ εἰσηγοῦνται οἱ πιὸ πάνω ἐρευνητές, αὐτοὶ ὁδηγήθηκαν ἐδῶ, τόσο ἀπὸ τοὺς λόγους, ποὺ προαναφέραμε, ἀπὸ τάχα δηλ. ἔλλειψη ὁποιασδήποτε ἀξιοπιστίας τοῦ Βίου, ὅσο καὶ τὴ συγκυρία τῆς ἀνέγερσης ἑνὸς ναοῦ στοὺς Σόλους κατὰ τὸν 4ο αἰῶνα, καθὼς καὶ τὴν ὕπαρξη κατὰ τὸ 343 ἔτος Κυπρίου ὁμωνύμου ἐπισκόπου. Ἡ μαρτυρία γιὰ τὸν ἐν λόγῳ ἐπίσκοπο Αὐξίβιο δίδεται ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Μεγάλο, ἀρχιεπίσκοπο Ἀλεξανδρείας, στὸν Δεύτερο Ἀπολογητικό του λόγο, ὅπου, ἀπαριθμῶντας τοὺς ἀνὰ τὸ πανορθόδοξον ἐπισκόπους, ποὺ συμμετεῖχαν στὴ Σύνοδο τῆς Σαρδικῆς (σημ. Σόφιας τῆς Βουλγαρίας) τὸ ἔτος 343, παραθέτει καὶ τὰ ὀνόματα δώδεκα Κυπρίων ἐπισκόπων, χωρὶς ὅμως νὰ κατονομάζει καὶ τὶς ἕδρες τους . Καί, ναὶ μέν, τὸ ὄνομα Αὐξίβιος εἶναι ἀσύνηθες, ἀλλὰ χωρὶς τεκμήρια ἄλλα, δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ μὲ βεβαιότητα ἀπόδοση τοῦ ἐπισκόπου τούτου στὴν ἐπισκοπὴ Σόλων. Ἀκόμη, καὶ ἂν ὑπῆρξε ὄντως ἐπίσκοπος Σόλων, ἦταν μία συγκυρία, ἢ ἔλαβε τιμητικὰ τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου προκατόχου του. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπῆρξε ἱστορικὰ ὁ ἐκ Ρώμης ἱδρυτὴς τῆς ἐπισκοπῆς κατὰ τὸν 1ο αἰῶνα. Ἐξάλλου, ἀναφέραμε ὅτι ἔχουμε πλέον στοιχεῖα ὅτι στὸν χῶρο τῶν Βασιλικῶν στοὺς Σόλους λειτούργησε ναὸς πρὶν τὴ Βασιλικὴ Α´ τοῦ 4ου αἰώνα. Εἴπαμε καὶ ἀνωτέρω, ὅτι ἡ ὁλοκλήρωση τῶν ἀνασκαφῶν θὰ ἀποκαλύψει πολλὰ νέα στοιχεῖα καὶ θὰ ἀποκαταστήσει ἱστορικὰ τὰ πράγματα, κι ὄχι καθ᾽ ὑποθέσεις.
Τὸ ἱερὸ δένδρο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ φύτευσε μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ στοὺς Σόλους ὁ ἅγιος Αὐξίβιος καὶ πότισε μὲ τοὺς ποιμαντικούς του ἱδρῶτες, ἀπέδωσε μὲ τὸν χρόνο πλούσιους καρποὺς καὶ ἀρδεύθηκε καὶ μὲ τὸ αἷμα μαρτύρων τῆς Πίστης μας. Οἱ μάρτυρες τοῦτοι ἐντάσσονται στὴν κατηγορία τῶν ἁγίων, ποὺ ἡ μνήμη τους διασώθηκε μόνο σὲ Δυτικὰ Μαρτυρολόγια , χρονολογούμενα ἀπὸ τὸν 8ο αἰῶνα κ. ἑξ., χωρὶς νὰ ὑπάρχει (τουλάχιστον γνωστὴ σήμερα) ἀντίστοιχη μνεία τους σὲ ἑλληνικὲς ἁγιολογικὲς πηγές. Βεβαίως, οὔτε στὶς Δυτικὲς αὐτὲς πηγὲς διασώθηκε ὁποιοδήποτε συναξάριό τους, ἀλλὰ ἁπλῶς σημειώνεται ἐκεῖ ἡ ἡμέρα μνήμη τους καὶ ὁ τόπος μαρτυρίου τους. Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὶς πολὺ λιτὲς μὰ σημαντικὲς πληροφορίες γιὰ τοὺς μάρτυρες αὐτούς, ποὺ μᾶς διέσωσαν τὰ ἀρχαῖα αὐτὰ ρωμαϊκὰ Μαρτυρολόγια, κατὰ τοὺς διωγμοὺς τῶν πρώτων αἰώνων ἀλλὰ σὲ ἀπροδιόριστο χρόνο, μαρτύρησαν στὴν πόλη τῶν Σόλων τῆς Κύπρου οἱ ἅγιοι μάρτυρες Ἀλέξανδρος καὶ Ἄμμων, μαζὶ μὲ ἄλλους εἴκοσι ἀνώνυμους. Ἡ μνήμη τους τελεῖται στὶς 9 Φεβρουαρίου.
Στὴ συνάφεια αὐτὴ ἐκφράζουμε τὴν ἑξῆς ὑπόθεση. Σύμφωνα μὲ ἀναφορὰ στὸ ἔργο τοῦ ἐπισκόπου Καισαρείας τῆς Παλαιστίνης Εὐσεβίου τοῦ Παμφίλου «Περὶ τῶν ἐν Παλαιστίνῃ μαρτυρησάντων» (ὅπου περιέλαβε παλαιστινὰ μαρτύρια, χρονολογούμενα μεταξὺ 303 καὶ 312, τῶν ὁποίων ὑπῆρξε αὐτόπτης ἢ πληροφορήθηκε γι᾽ αὐτὰ ἀπὸ ἄλλους αὐτόπτες), ἀρκετοὶ ἀνώνυμοι ὁμολογητὲς κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Μεγάλου Διωγμοῦ, ποὺ ξεκίνησε ἐπὶ Διοκλητιανοῦ καὶ Γαλερίου στὴν Ἀνατολικὴ αὐτοκρατορία τὸ 303, ἐξορίσθηκαν ἀπὸ μεταλλεῖα χαλκοῦ τῆς Παλαιστίνης στὴν Κύπρο, πιθανώτατα σὲ ἀντίστοιχα μεταλλεῖα. Εἶναι δὲ γνωστό, ὅτι στὴν Κύπρο ὑπῆρχαν ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὀνομαστὰ μεταλλεῖα χαλκοῦ, ὅπως αὐτὰ τῆς περιοχῆς τῶν Σόλων, τῆς Ταμασσοῦ καὶ τῆς Καλαβασοῦ, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν περίοδο τῆς ρωμαϊκῆς κυριαρχίας στὴ νῆσο (30 π.Χ. – 324 μ.Χ.), περνοῦν στὴν ἰδιοκτησία τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους. Εἶναι λοιπὸν πιθανώτατο οἱ ὡς ἄνω ἀνώνυμοι ὁμολογητές, ποὺ ἐξορίστηκαν στὴν Κύπρο κατὰ τὸ ἔτος 310, νὰ ὁδηγήθηκαν στὰ μεταλλεῖα αὐτά, γιὰ νὰ ἐκτίσουν τὴν ποινή τους, δεδομένου καὶ τοῦ νόμου «damnatio ad metalla» (καταδίκη στὰ μεταλλεῖα). Ἔτσι, οἱ ὁμολογητὲς αὐτοί, μὲ τοὺς ἀθλητικοὺς κόπους τῆς ἐν Χριστῷ ὁμολογίας τους, ὁρισμένοι δὲ πιθανῶς καὶ μὲ τὸ μαρτυρικό τους ἐδῶ τέλος, ἁγίασαν τὴ νῆσο τῆς Κύπρου. Δὲν μᾶς εἶναι γνωστό, κατὰ πόσο αὐτοὶ ἐπέζησαν μέχρι τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ὁπόταν, μὲ τὸ Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων (Edictum Mediolani), θὰ ἀφέθηκαν ἐλεύθεροι. Δὲν γνωρίζουμε ἀκόμη, ἂν θὰ μπορούσαμε νὰ ταυτίσουμε κάποιους ἀπὸ τοὺς ἐν λόγῳ ὁμολογητὲς μὲ ἐπώνυμους μάρτυρες στὴν Κύπρο, ὅπως τοὺς ἐν λόγῳ Ἀλέξανδρο, Ἄμμωνα καὶ τοὺς εἴκοσι σὺν αὐτοῖς, ποὺ φέρονται νὰ μαρτύρησαν στοὺς Σόλους, πλησίον τῶν ὁποίων εὑρίσκονται τὰ σπουδαιότατα μεταλλεῖα χαλκοῦ τῆς Βουκάσας .
Ἄλλη σημαίνουσα περίπτωση μάρτυρος, τιμωμένου στὴν εὐρύτερη ἐπισκοπικὴ περιφέρεια τῶν Σόλων, εἶναι αὐτὴ τοῦ ἱερομάρτυρος Ἀρτέμονος, πρεσβυτέρου τῆς Ἐκκλησίας Λαοδίκειας, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε ἐπὶ Διοκλητιανοῦ. Ἐπειδὴ τὸ πρόσωπο τοῦ ἐν λόγῳ ἱερομάρτυρος Ἀρτέμονος συσχετίσθηκε ἄμεσα μὲ τὴ μητροπολιτικὴ περιφέρεια τῆς ἐπισκοπῆς Σόλων καὶ μαρτυρεῖται στὶς πηγὲς ἡ παρουσία τοῦ ἱεροῦ του λειψάνου στὸν Αὐλῶνα τῆς Κύπρου ἤδη ἀπὸ τοὺς πρωτοβυζαντινοὺς χρόνους, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῆς μὴ δημοσίευσης εἰσέτι τῶν ποικίλων δεδομένων , κρίνεται χρήσιμο νὰ κάνουμε στὴ συνέχεια μία συνοπτικὴ ἀναφορὰ στὸν Βίο του καὶ στὶς σχετικὲς μαρτυρίες, ἱστορικοφιλολογικὲς καὶ ἀρχαιολογικές.
Ὁ ἔνδοξος ἱερομάρτυρας Ἀρτέμων ἄκμασε κατὰ τὴν περίοδο βασιλείας τοῦ Διοκλητιανοῦ (285-305), ἦταν πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Λαοδικείας στὴ Συρία καὶ βρισκόταν σὲ προχωρημένη ἤδη ἡλικία, ὅταν ἐπίσκοπος τῆς πόλης ἦταν ὁ ὡσαύτως γηραιὸς ἅγιος Σισσίνιος. Πρὶν τὸ μαρτύριό του ὁ Ἀρτέμων εἶχε εἰσέλθει μὲ τὸν Σισσίνιο στὸν εἰδωλολατρικὸ ναὸ τῆς Λαοδικείας καὶ κατέστρεψαν τὰ ἐκεῖ εὑρισκόμενα εἴδωλα. Μετὰ ἀπὸ κάποιο χρονικὸ διάστημα ἦλθε στὴ Λαοδίκεια κάποιος Κόμης, ποὺ λεγόταν Πατρίκιος, καί, ὅταν πληροφορήθηκε τὸ τόλμημα τῶν ἁγίων, ὅρμησε στὸν ναό, ποὺ λειτουργοῦσαν, γιὰ νὰ τοὺς τιμωρήσει. Πατάχθηκε ὅμως ἀμέσως ἀπὸ θεϊκὴ ὀργὴ καὶ ἀσθένησε. Παρόλο δέ, ποὺ ζήτησε καὶ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Σισσίνιο τὴ θεραπεία του, παρέμεινε ἀμετανόητος καί, ἀφοῦ συνέλαβε τὸν Ἀρτέμονα, τὸν ὑπέβαλε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια, γιὰ νὰ τὸν ἀναγκάσει νὰ θυσιάσει στοὺς ψευδοθεούς. Τέλος, ἀφοῦ ἀπέτυχε ὁ Πατρίκιος τὸν σκοπό του, διέταξε καὶ ἐξέκαυσαν λέβητα, ποὺ περιεῖχε πίσσα καὶ ρητίνη, γιὰ νὰ καύσει μέσα τὸν ἅγιο. Ἀλλά τότε, θεία δύναμη ἅρπαξε τὸν Κόμη καὶ τὸν ἔριξε ἐκεῖνο μέσα στὸν λέβητα, ὅπου βρῆκε οἰκτρότατο θάνατο. Στὴ συνέχεια, συμφώνως πρὸς τὰ πλεῖστα γνωστὰ Συναξάριά του (Συναξάριο Κωνσταντινουπόλεως, Μηνολόγιο αὐτοκράτορος Βασιλείου Β´, κ.ἄ.), ὁ ἅγιος Ἀρτέμων ἔκανε μὲ τὴν προσευχή του νὰ ἀναβλύσει πηγὴ ὕδατος στὸν τόπο ποὺ στεκόταν, ὅπου καὶ βάπτισε αὐτούς, ποὺ πίστευσαν στὸν Χριστὸ μὲ ἀφορμὴ τὴ θαυμαστή του διάσωση. Ἀφοῦ δὲ ἐνήργησε πολλὰ θαύματα καὶ μετέβη στὴ Μικρὰ Ἀσία, σὲ τόπο ποὺ λεγόταν Βαλβίνη, ἐκοιμήθη ἐκεῖ ἐν Κυρίῳ.
Συμφώνως ὅμως πρὸς παλαιὸ κατὰ πλάτος Βίο του (ΒΗG 175), ὁ ὁποῖος σώζεται σὲ χειρόγραφο ποὺ γράφηκε στὴν Κύπρο τὸν 11ο αἰῶνα καὶ διασώζει ἀρχαιότατες (πρωτοβυζαντινὲς) γιὰ τὸν ἅγιο Ἀρτέμονα παραδόσεις, ἀφοῦ αὐτὸς μετέβη, ὅπως προαναφέρθηκε, στὴ Μικρὰ Ἀσία, χειροτονήθηκε ἐκεῖ ἐπίσκοπος. Γιὰ νὰ ἀποφύγει ὅμως τὴν ἀπὸ τὶς θαυματουργίες του ἀνθρώπινη δόξα, πῆγε στὸ Ἀνεμούριο τῆς Κιλικίας, περίφημη πόλη μὲ λιμάνι καὶ κομβικὸ σημεῖο τῆς ἀνὰ τοὺς αἰῶνες διακίνησης ἀπὸ τὴ Μικρασία πρὸς τὴν Κύπρο καὶ τἀνάπαλιν. Ἐκεῖ, δὲν βρῆκε πλοῖο, ἀλλὰ φωτεινὴ νεφέλη καὶ θεία δύναμη τὸν ἀνήρπασε καὶ τὸν μετέφερε παραδόξως στὸ ἀπέναντι τοῦ Ἀνεμουρίου κείμενο ἀκρωτήριο Κορμυακίτης (σήμ. Κορμακίτης) τῆς Κύπρου. Ὑπῆρχε τότε στὸ νησὶ τοποθεσία μὲ τὸ ὄνομα Αὐλὼν (κοντὰ στὸ σημερινὸ χωριὸ Αὐλῶνα τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου), γεμᾶτος πνεύματα ἀκάθαρτα, ὅπου μετέβη ἐπὶ σκοποῦ ὁ Ἀρτέμων. Ἐκεῖ, ἀποδίωξε μὲ τὴν προσευχή του τοὺς δαίμονες καὶ ἔκανε νὰ ἀναβλύσει πηγὴ ὕδατος, πρὸς ἁγιασμὸ ψυχῶν καὶ σωμάτων. Πολλοὶ δὲ εἰδωλολάτρες, βλέποντας τὰ θαυμάσια ποὺ ἐνεργοῦνταν ἀπὸ τὸ ἁγίασμα, προσέρχονταν στὸν ἅγιο καὶ τοὺς βάπτιζε σ᾽ αὐτὸ στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἔτσι, ὁ ἅγιος ἀναδείχθηκε συνεχιστὴς τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου καὶ τῶν διαδόχων του στὴν ἐπισκοπικὴ περιφέρεια τῶν Σόλων καὶ συνέβαλε μὲ τὴ σειρά του καίρια στὸν ἐκχριστιανισμό της. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, ὁ ἅγιος ἀναπαύθηκε ἐν εἰρήνῃ στὸν Αὐλῶνα, ὅπου καὶ τάφηκε τὸ σῶμα του ἀπὸ τοὺς μαθητές του, ποὺ εἶχαν στὸ μεταξὺ ἔλθει ἀπὸ τὴ Λαοδίκεια καὶ κατέγραψαν «τὰς περιόδους αὐτοῦ», κατὰ τὸν ἐν λόγῳ Βίο. Τὸ πιὸ πάνω ἁγίασμά του ἔγινε κατόπιν Βαπτιστήριο, τοῦ ὁποίου τὸ νερὸ ἦταν ὁρατὸ μόνο μία φορὰ τὸν χρόνο, μετὰ τὴ Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὁπόταν τελοῦνταν οἱ βαπτίσεις τῶν βρεφῶν καὶ γίνονταν μεγάλα θαύματα. Ὁ ναὸς τοῦτος τοῦ ἁγίου, συμφώνως πάντοτε πρὸς τὸν ἀνωτέρω Βίο, κατέστη πανορθόδοξο προσκύνημα, ξακουστὸ μέχρι καὶ τὴν Κωνσταντινούπολη.
Οἱ παραδόσεις, ποὺ διασώζει ὁ θαυμαστὸς τοῦτος Βίος, ἐλάχιστα γνωστὲς μέχρι καὶ πρὶν λίγα χρόνια, ἕνεκα τῆς καταστροφῆς τοῦ ναοῦ καὶ προσκυνήματος τοῦ ἁγίου, ἀλλὰ καὶ τῶν ποικίλων ἐν γένει ἱστορικῶν τῆς νήσου περιπετειῶν, ἐπαληθεύθηκαν προσφάτως , σὲ μεγάλο τουλάχιστον βαθμό, μὲ τὸν συνδυασμὸ δύο σημαντικῶν τεκμηρίων, συμφώνως καὶ πρὸς τὴν ἀνωτέρω ἐπιστημονικὴ ἀνακοίνωση: α) Τὸν ἐντοπισμὸ στὸν χῶρο τοῦ ἀρχαίου Αὐλῶνος (σὲ σημεῖο μεταξὺ τῶν σημερινῶν χωριῶν Αὐλώνας καὶ Ἀκακίου τῆς περιφέρειας Μόρφου) καταλοίπων βασιλικῆς , μὲ μωσαϊκὸ δάπεδο καὶ βάση Βαπτιστηρίου μικρῶν διαστάσεων, ποὺ χρονολογοῦνται στὰ τέλη τοῦ 4ου/ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰώνα καί, β) τὴ μοναδικὴ γνωστὴ σήμερα ἀναφορὰ στὸ χειρόγραφο Σταυροβουνίου 10 τῆς ἐν Κύπρῳ ὁμώνυμης Μονῆς (σπάραγμα κυπριακοῦ Λειτουργικοῦ Τυπικοῦ τῶν ἀρχῶν τοῦ 14ου αἰ.), γιὰ τὴ μέχρι καὶ τότε ὕπαρξη καὶ τιμὴ τοῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου Ἀρτέμονος «ἐν τῷ Αὐλῶνι τῆς Σολίας, ἤγουν τῆς Κύπρου», καὶ τὸν ἑορτασμό του στὴ νῆσο στὶς 13 Ἀπριλίου, μαρτυρία, ποὺ ἐπιτρέπει τὴν πιθανώτατη ταύτιση τῶν σωζομένων ὡς ἄνω καταλοίπων παλαιοχριστιανικῆς βασιλικῆς πρὸς τὸν ἀναφερόμενο στὸν Βίο τοῦ ἁγίου Ἀρτέμονος (BHG 175) ναό του στὸν Αὐλῶνα τῆς Κύπρου. Ἔχει ἤδη ἀρχίσει, σὺν Θεῷ, μὲ τὴν προσωπικὴ μέριμνα τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου μας Νεοφύτου, ἡ συστηματικὴ ἀρχαιολογικὴ ἀνασκαφὴ τῆς βασιλικῆς, ἀλλὰ καὶ τοῦ εὐρύτερου χώρου, τὰ πορίσματα τῆς ὁποίας θὰ διαλευκάνουν πολὺ περισσότερο τὰ πράγματα .
2. Βυζαντινὴ περίοδος (4ος αἰ.-1191)
Μὲ τὴν παύση τῶν διωγμῶν καὶ τὸ διάταγμα τῶν Μεδιολάνων (313), καὶ μάλιστα μὲ τὴν ἀνάδειξη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ὡς μονοκράτορα τῆς τεράστιας τότε ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ὁ Χριστιανισμός, ἐξερχόμενος τῶν κατακομβῶν, ἀρχίζει νὰ ἐξαπλώνεται ραγδαία καὶ νὰ στερεώνεται. Μὲ ἐξαίρεση τὴν ὀλιγόχρονη ἀνάζεση τοῦ παγανισμοῦ ἐπὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (360-363), τὸ ἔργο τῆς ἑδραίωσης τοῦ Χριστιανισμοῦ, σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς, ὑπῆρξε ἔντονο κατὰ τὸν 4ο αἰῶνα. Στὰ πλαίσια τοῦτα, τὰ τυχὸν προϋπάρχοντα μικρότερα εὐκτήρια ἀντικαθιστῶνται ἀπὸ τὶς ἀνεγειρόμενες τότε μεγάλες Βασιλικές, ἀπαραίτητες γιὰ νὰ καλύπτουν τὶς νέες λειτουργικὲς ἀνάγκες τῶν ὁλονὲν αὐξανομένων πιστῶν. Βεβαίως, ἡ εἰδωλολατρία στὴν Κύπρο, σύμφωνα μὲ ἱστορικοφιλολογικές, ἀλλὰ καὶ ἀρχαιολογικὲς μαρτυρίες, δὲν ἐξαλείφεται διὰ μιᾶς, ἀλλὰ συνυπάρχει μέχρι καὶ τὸν 5ο αἰ., ὑποχωρῶντας σταδιακά .
Ἔχουμε ἀναφέρει, ὅτι ὑπῆρχε ἤδη παρεκκλήσιο στὸν χῶρο τῶν Βασιλικῶν Α´ καὶ Β´ τῶν Σόλων, πρὶν αὐτὲς οἰκοδομηθοῦν, δηλ. πρὶν τὸν 5ο αἰ., τὸ ὁποῖο στέγαζε τὸ Μαρτύριον τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ ἐπικοινωνοῦσε. Πότε ἀκριβῶς οἰκοδομήθηκε, δὲν μᾶς εἶναι ἀκριβῶς γνωστό, ἕνεκα τῆς μὴ ὁλοκλήρωσης τῶν ἀνασκαφῶν. Ἴσως νὰ οἰκοδομήθηκε κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰώνα, πάνω σὲ προγενέστερο ἀνάλογο κτίσμα, ἀφοῦ ἀρχιτεκτονικὸ καὶ λατρευτικὸ ἐπίκεντρο τοῦ χώρου ἦταν πάντοτε, ὅπως πιὸ πάνω σημειώσαμε, ὁ ταφικὸς θάλαμος τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου. Εἶναι ἐπίσης πολὺ πιθανόν, τὸ προϋπάρχον τοῦτο παρεκκλήσιο νὰ καταστράφηκε μὲ τοὺς μεγάλους καὶ ἰδιαίτερα καταστρεπτικοὺς γιὰ τὴν Κύπρο σεισμοὺς τῶν ἐτῶν 332 καὶ 342. Κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ. ἀνεγείρεται στὸν ἴδιο χῶρο ἡ πεντάκλιτη Βασιλικὴ Α´ τῶν Σόλων, τμήματα τῆς ὁποίας ἀποκαλύφθηκαν κάτω ἀπὸ τὴ μεγάλη τρίκλιτη Βασιλικὴ Β´, μὲ τὶς ἀνασκαφὲς τῆς Καναδικῆς ἀποστολῆς (1965-1974). Σύνολη εἰκόνα τῆς Βασιλικῆς Α´ δὲν ἔχουμε, λόγῳ διακοπῆς τῶν ἀνασκαφῶν.
Νὰ σημειώσουμε ἐδῶ συνοπτικά, ὅτι, σύμφωνα μὲ ἱστορικὰ καὶ ἀρχαιολογικὰ τεκμήρια, ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου μεταφέρεται κατὰ τοὺς ὑστεροβυζαντινοὺς χρόνους ἀπὸ τοὺς Σόλους στὴν περιοχὴ τῆς Ἀσίνου (ναοὶ στὸν οἰκισμὸ Ἄσπροι καὶ πλησίον τῆς μονῆς Παναγίας Φορβιώτισσας), καὶ κατὰ τὴ φραγκοκρατία στὸν Ἀστρομερίτη, ὅταν οἱ κάτοικοι τοῦ οἰκισμοῦ μετακινήθηκαν ἐκεῖ .
Στὴν ἐπισκοπικὴ περιφέρεια τῶν Σόλων βρίσκονται ἀκόμη δύο γνωστὲς πρώιμες Βασιλικές, ποὺ χρονολογοῦνται στὰ τέλη 4ου/ἀρχὲς 5ου αἰ. Πρόκειται γιὰ τὴ μικρὴ πρώτη Βασιλικὴ στὸν χῶρο τοῦ σημερινοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Μάμαντος στὴ Μόρφου τοῦ 4ου/5ου αἰ. (μετὰ τὴν καταστροφὴ τῆς ὁποίας κτίσθηκε μία τρίκλιτη Βασιλική, ποὺ κι αὐτὴ καταστράφηκε, πιθανώτατα τὸν 7ο αἰ., πάνω στὰ ἐρείπια τῆς ὁποίας κτίσθηκε ἄλλος μικρότερος ναός, τὸν ὁποῖο στὶς ἀρχὲς τοῦ 16ου αἰ. διαδέχθηκε ὁ σημερινὸς ναός) καὶ γιὰ τὴν ὡς ἄνω Βασιλικὴ στὴν περιοχὴ τῆς Αὐλώνας, κοντὰ στὸ χωριὸ Ἀκάκι, ποὺ ἀνασκάφηκε ἀρχικὰ κατὰ τὰ ἔτη 1937-1938 καὶ ποὺ ἀπὸ τὸ 2013 ἔχει ἐπαναρχίσει ἡ ἀνασκαφή της.
Σημαντικὸ πρόσφατο σχετικὸ εὕρημα ἀποτελεῖ καὶ ὁ ὑστερορωμαϊκῆς/πρωτοβυζαντινῆς περιόδου ταφικὸς θάλαμος (cubiculum), ποὺ ἀνασκάφηκε σὲ πρώτη φάση πέρυσι στὴ νεκρὴ ζώνη τῆς Δένειας καὶ ποὺ πρόκειται προφανῶς γιὰ τὸ ἀσκητήριο-τάφο τοῦ ἁγίου, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα διασώθηκε ὡς Περνιακός. Παραπλεύρως ἐντοπίστηκαν τὰ θεμέλια μεσαιωνικοῦ ναοῦ. Βεβαίως, χρειάζεται νὰ ὁλοκληρωθοῦν οἱ ἀνασκαφικὲς ἐργασίες, γιὰ νὰ ἐξαχθοῦν βεβαιώτερα πορίσματα. Αὐτό, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ λεχθεῖ καταρχήν, εἶναι ἡ ὕπαρξη πρώιμου ἀσκητικοῦ βίου στὴν περιοχή.
Στὴν ἐπισκοπικὴ περιφέρεια τῶν Σόλων ἀνοικοδομήθηκαν ἀργότερα καὶ καθόλη τὴ βυζαντινὴ περίοδο ἀρκετοὶ ἄλλοι σημαντικοὶ ναοί· ἐκφεύγει ὅμως ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ θέματός μας νὰ ἀναφερθοῦμε σ᾽ αὐτούς. Ἀσφαλῶς, θὰ πρέπει νὰ θυμηθοῦμε ἐδῶ τὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἡρακλειδίου στὴ Μονὴ τοῦ Λαμπαδιστοῦ στὸν Καλοπαναγιώτη (11ος αἰ.). Ἡ ἐκεῖ ἀνέγερση τοῦ ναοῦ τούτου δὲν εἶναι τυχαία: Ἐπιβεβαιώνει τὴν ἀρχαία παράδοση (ἀναφερόμενη καὶ στὸ ἀποδιδόμενο στὸν ἀπόστολο καὶ Εὐαγγελιστὴ Μᾶρκο ἔργο τοῦ 5ου μ.Χ. αἰώνα, «Περίοδοι καὶ Μαρτύριον τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Βαρ-νάβα» [BHG 225]), ὅτι ὁ ἅγιος Ἡρακλείδιος βαπτίσθηκε ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους Παῦλο καὶ Βαρνάβα στὸν παραρρέοντα ποταμὸ Σέτραχο, σὲ σημεῖο πλησίον τῆς μονῆς. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 12ου αἰ. ἀνεγείρεται ὁ συνημμένος στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἡρακλειδίου ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Λαμπαδιστοῦ.
Ἐπίσκοποι Σόλων κατὰ τὴ βυζαντινὴ περίοδο (4ος αἰ.- 1191)
Μετὰ τὸν ἅγιο Αὐξίβιο Β´ καὶ τὸν κατὰ τὴν παράδοση διάδοχό του Θεμισταγόρα (α´ μισὸ 2ου αἰ.), δὲν μᾶς εἶναι γνωστοὶ οἱ ἐπίσκοποι Σόλων μέχρι καὶ τὸν 4ο αἰ. Ἐπίσκοπος Σόλων περιλαμβά-νεται πιθανώτατα στὸν κατάλογο, τὸν ὁποῖο παραδίδει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας, ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας, στὸν Δεύτερο Ἀπολογητικό του λόγο, ὅπου, ἀπαριθμῶντας τοὺς ἀνὰ τὸ πανορθόδοξον ἐπισκόπους, ποὺ συμμετεῖχαν στὴ Σύνοδο τῆς Σαρδικῆς (σημ. Σόφιας τῆς Βουλγαρίας) τὸ ἔτος 343, παραθέτει καὶ τὰ ὀνόματα δώδεκα Κυπρίων ἐπισκόπων, χωρὶς ὅμως νὰ κατονομάζει καὶ τὶς ἕδρες τους. Ἐκεῖ, μεταξὺ ἄλλων, καταγράφεται καὶ ἕνας ἐπίσκοπος Αὐξίβιος, τὸν ὁποῖο, ὅπως πιὸ πάνω εἴδαμε, τελείως ἐσφαλμένα καὶ ἀνέρειστα, προγενέστεροι ἐρευνητὲς ἐπιχείρησαν νὰ ταυτίσουν μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου Α´.
Μὲ βεβαιότητα ἐπίσκοπος Σόλων ἀναφέρεται στὴ γνωστὴ συνοδικὴ ἐπιστολὴ τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας Θεοφίλου τοῦ ἔτους 400, στὴν ὁποία καταγράφονται καὶ οἱ τότε ἐν ἐνεργείᾳ δεκαπέντε Κύπριοι ἐπίσκοποι, χωρὶς ὅμως νὰ κατονομάζονται δυστυχῶς καὶ οἱ ἕδρες τους .
Εἶναι γνωστὴ ἡ συμβολὴ τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου στὴ διαμόρφωση καὶ ἐπικύρωση τῆς δογματικῆς διδασκαλίας καὶ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, μέσῳ τῶν ἐκλεκτῶν ἱεραρχῶν της, ποὺ τὴν ἐκπροσώπησαν σ᾽ αὐτές. Ἀναφορικὰ μὲ τὰ Πρακτικὰ τῶν Συνόδων Α´ καὶ Β´, τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀκόμη σύγχρονη κριτικὴ ἔκδοση, εἶναι ἐπίσης γνωστὸ πόσο ἐλλειπῆ τυγχάνουν. Κατὰ τὶς Α´ καὶ Β´ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, σύμφωνα μὲ τὶς γνωστὲς ἐκδόσεις τῶν Πρακτικῶν τους, καθὼς καὶ τῶν ὀνομάτων τῶν παραστάντων σ᾽ αὐτὲς ἐπισκόπων , δὲν παρέστησαν ἐπίσκοποι Σόλων, χωρὶς τοῦτο νὰ ἀποκλείεται. Μὲ ἐξαίρεση δὲ τὴν Ε´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, κατὰ τὴν ὁποία δὲν παραστάθηκαν Κύπριοι ἀρχιερεῖς, στὶς ὑπόλοιπες Οἰκουμενικὲς Συνόδους παρακάθησαν καὶ ἐπίσκοποι Σόλων, ὡς ἑξῆς: Στὴν Γ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴν Ἔφεσο (431), συμμετέσχε ὁ ἅγιος Εὐάγριος, στὴ Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Χαλκηδόνα (451) ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος, ποὺ σὲ ὁρισμένες Πράξεις ἀντιπροσώπευσε τὸν ἅγιο ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου Ὀλύμπιο, στὴν Ϛ´ Σύνοδο (680-681) στὴν Κωνσταντινούπολη ὁ ἅγιος Στρατόνικος καὶ στὴν Ζ´ Σύνοδο (787) στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας ὁ ἅγιος Εὐστάθιος.
* * *
Ἡ παλαίφατη λοιπὸν ἐπισκοπὴ τῶν Σόλων, γιὰ νὰ καταλήξουμε τὴ συνοπτικὴ αὐτὴ ἱστορική μας περιδιάβαση, θεμελιωμένη ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους Παῦλο καὶ Μᾶρκο, ποὺ ἐγκαθίδρυσαν ὡς πρῶτο της ἐπίσκοπο τὸν θεοφόρο πατέρα μας Αὐξίβιο τὸν θαυματουργό, ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της μέχρι καὶ τοὺς ὑστεροβυζαντινοὺς χρόνους, ἔχει νὰ παρουσιάσει μία θαυμαστὴ ἀκμή, ὄχι μόνο σὲ μνημειακοὺς ναοὺς καὶ μοναδικὰ κειμήλια, ἀλλά, κυρίως, σὲ πολύπλευρη ἁγιότητα, ἐπισκόπων, κληρικῶν, μαρτύρων, ὁσίων καὶ δικαίων, οἱ ὁποῖοι, ἀπ᾽ ἄκρη σ᾽ ἄκρη της, τὴν καθαγίασαν καὶ ἐπιβεβαίωσαν τὴν ἀποκαλυφθεῖσα ἀποστολοπαράδοτη ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ἔργῳ καὶ λόγῳ, πράξει καὶ θεωρίᾳ.







