Αρχική Blog Σελίδα 2

Ὁμιλία στὴν Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου

Ο Τελώνης και ο Φαρισαίος, ψηφιδωτό, Ραβένα

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

«καὶ ὁ τελώνης… ἔτυπτε τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων∙
ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῶ»

Ο Τελώνης και ο Φαρισαίος, ψηφιδωτό, Ραβένα

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, προσευχὴ καὶ μετάνοια: Οἱ δύο μεγάλες ἀρετές, ποὺ μᾶς παρουσιάζει τόσο ζωντανὰ ἡ παραβολὴ τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου. Κενοδοξία καὶ κατάκριση: Δύο μεγάλα, θανατηφόρα τῆς ψυχῆς πάθη, ποὺ μὲ ἔντονο ἐπίσης καὶ δυνατὸ τρόπο στηλιτεύει ὁ Κύριος στὴν παραβολὴ αὐτή.

Οἱ δύο πρῶτες, οἱ ἀρετὲς τῆς προσευχῆς καὶ μετάνοιας, σὰν δύο φτεροῦγες, μᾶς ἀνεβάζουν στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ καὶ μᾶς συγκρατοῦν ἐκεῖ, πάντα μὲ τὴ Χάρη Του. Καὶ τὰ τελευταῖα, τὰ πάθη τῆς κενοδοξίας καὶ κατάκρισης, μᾶς ἀπογυμνώνουν τῆς Χάρης τοῦ Θεoῦ καὶ μᾶς καταβυθίζουν στὰ βάραθρα τοῦ Ἄδη.

Θέλοντας κάποτε ὁ Χριστός μας νὰ τονίσει, ἀπὸ τὴ μιὰ τὴν ἀξία τῆς ἀρετῆς τῆς προσευχῆς, καθὼς καὶ τὸν τρόπο τὸν ἁρμόδιο, μὲ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ προσευχόμαστε, ἀλλὰ καὶ νὰ στιγματίσει αὐτοὺς ποὺ νομίζουν πὼς εἶναι δίκαιοι καὶ ἐξουθενώνουν καὶ κατακρίνουν τοὺς ἄλλους, ἐξεφώνησε τὴ σημερινὴ παραβολή.

Πρέπει ἐξαρχῆς νὰ τονίσουμε πὼς σήμερα, Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου, ποὺ ὀνομάστηκε ἔτσι ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς ἡμέρας, εἶναι, ὅπως λέμε στὴ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀρχὴ τοῦ Τριωδίου, δηλαδὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιόδου ἀπὸ σήμερα μέχρι καὶ τὸ Μεγάλο Σάββατο. Τῆς πιὸ κατανυκτικῆς περιόδου τοῦ ἔτους, ποὺ μὲ τὶς ὡραιότατες Ἀκολουθίες της, τὴ νηστεία τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ποὺ περιλαμβάνει, τὴν ὅλη πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα ποὺ δημιουργεῖ, μᾶς προετοιμάζει μὲ τὸν καλύτερο τρόπο, ἂν θέλουμε καὶ ἀγωνισθοῦμε, νὰ ἑορτάσουμε ἐξαγνισμένοι τὴν κοσμοσωτήρια Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας.  Καὶ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, θέλοντας νὰ μᾶς ἑτοιμάσει γι᾽ αὐτὸ τὸ Στάδιο τῶν ἀρετῶν (ὅπως θὰ ψάλλουμε τὴν Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς), ὅρισε νὰ διαβάζεται σήμερα, ἀρχὴ τοῦ Τριωδίου, ἡ παραβολὴ αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ μᾶς διδάσκει τὴν ἀξία τῶν ἀρετῶν τῆς ταπείνωσης καὶ τῆς προσευχῆς, ὥστε νὰ μᾶς παροτρύνει νὰ τὶς ἀσπαστοῦμε καὶ νὰ τὶς ἐφαρμόσουμε σὰν ὅπλα στὸ στάδιο τῆς ἁγίας αὐτῆς περιόδου. Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, νὰ φοβηθοῦμε τὴν καταδίκη ὅσων ὑπέκυψαν στὰ πάθη τῆς κενοδοξίας καὶ κατακρίσεως τῶν ἄλλων, ὥστε πάσῃ δυνάμει νὰ τὰ ἀποφύγουμε.

Ἡ προσευχή, ἀδελφοί μου, εἶναι μέγιστο δῶρο τοῦ Θεοῦ σ᾽ ἐμᾶς. Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε τὴ δυνατότητα, ὅποτε καὶ ὅσο θέλουμε, νὰ τοῦ ὁμιλοῦμε, σὰν παιδιὰ στὸν Πατέρα τους, νὰ τοῦ ἀναφέρουμε τὰ προβλήματα, τὶς δυσκολίες, τὶς ἀδυναμίες, τὰ πάθη μας, ὅ,τι αἰσθάνεται ἡ ψυχὴ τοῦ καθενός μας. Ἡ προσευχὴ εἶναι πνευματικὴ ἀνάγκη κάθε πιστοῦ. Ὅσο θερμότερα πιστεύουμε, τόσο καὶ πιὸ πολὺ θέλουμε νὰ προσευχόμαστε. Καὶ τούτη ἡ ἀνάγκη εἶναι πιὸ ἐπιτακτικὴ στὶς μέρες μας, μὲ τὰ τόσα προβλήματα καὶ δοκιμασίες ποὺ διέρχεται ὁ ἄνθρωπος. Ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ ὀξυγόνο τῆς ψυχῆς. Φέρνει στὸν ἄνθρωπο γαλήνη, εἰρήνη, διώχνει τὴ λύπη καὶ τοὺς κακοὺς λογισμούς, ἀνακουφίζει τὸν πόνο, ἀποκαθιστᾶ τὴν ἐπικοινωνία μας μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Στὴν προσευχή μας, σύμφωνα μὲ τοὺς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νὰ κάνουμε τέσσερα πράγματα: Πρῶτο, νὰ δοξολογοῦμε τὸν Θεό, τὸν Δημιουργὸ καὶ Παντοδύναμο Πλάστη μας, γιὰ τὴν ἀνέκφραστη μεγαλωσύνη Του. Δεύτερο, νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε γιὰ ὅλα ὅσα ἔκανε καὶ κάνει γιὰ τὸ καλό μας, τὴ σωτηρία μας. Γιὰ τὰ Πάθη καὶ τὸν Σταυρό Του, γιὰ ὅλες τὶς εὐεργεσίες Του, ὑλικὲς καὶ πνευματικές, ὅσες βλέπουμε καὶ γνωρίζουμε καὶ ὅσες ἀγνοοῦμε. Ὕστερα, τρίτο, νὰ ἐξομολογού-μαστε καὶ νὰ ζητοῦμε συγχώρεση γιὰ τὰ πάθη καὶ τὰ λάθη μας, τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ σφάλματά μας. Καὶ τέταρτο, νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του ὅ,τι ἔχουμε ἀνάγκη, γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ἐλεύθερα, ἁπλᾶ καὶ ταπεινά, νὰ Τοῦ ἀναφέρουμε ὅ,τι μᾶς ἀπασχολεῖ, ζητῶντας τὸ ἔλεός Του, τὴ Χάρη Του, στὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς.

Παράδειγμα θεάρεστης προσευχῆς -καὶ συνάμα εἰλικρινοῦς μετάνοιας- μᾶς προβάλλει σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο τὸν Τελώνη. Ἐπειδὴ οἱ τελῶνες, δηλαδὴ οἱ φοροεισπράκτορες τῆς ρωμαϊκῆς ἐποχῆς, ἔκαναν ἀδικίες καὶ καταδυνάστευαν τὸν κόσμο, ἦταν οἱ χαρακτηριστικοὶ τύποι τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. Λέγει λοιπὸν ὁ Κύριος πὼς ἕνας Φαρισαῖος, ποὺ ἐθεωρεῖτο δίκαιος -ἦταν ὁ χαρακτηριστικὸς τύπος δικαίου ἀνθρώπου- κι ἕνας Τελώνης, ἀνέβηκαν νὰ προσευχηθοῦν στὸ ἱερό, στὸν ναό. Προσέξετε αὐτὸ τὸ «ἀνέβηκαν», ποὺ δηλώνει πὼς ἡ προσευχὴ ἀποτελεῖ ἀνάβαση, ἐξύψωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ γήινα στὰ οὐράνια. Καὶ ὁ μὲν Τελώνης, πῶς προσευχόταν; Ἂς προσέξουμε τὴ στάση του. Στάθηκε μακρυὰ ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο. Εἶχε αὐτογνωσία τῆς ἁμαρτωλότητάς του, καὶ ἑπομένως ταπείνωση καὶ μετάνοια. Τὸ βλέμμα του γυρισμένο κάτω. Δὲν τολμοῦσε κἂν νὰ ἀτενίσει στὸν οὐρανό, ὅπου θεωρεῖται ὁ τόπος τοῦ Θεοῦ (ὁ Θεὸς βεβαίως εἶναι πανταχοῦ παρών). Κι ἀκόμη, χτυποῦσε τὸ στῆθος του, γιατὶ μέσα στὸ στῆθος εἶναι ἡ καρδιά, τὸ κέντρο τῆς ψυχοσωματικῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου, ὁ χῶρος ποὺ ξεκινᾶ καὶ ἑδρεύει, τόσο τὸ καλό, ὅσο καὶ τὸ κακό. Καί, ἀκόμα, τὰ λόγια τῆς προσευχῆς, ποὺ μὲ δάκρυα ἔλεγε, εἶναι ἀξιοθαύμαστα: «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι, τῷ ἁμαρτωλῷ». Θεέ μου, ἐλέησέ με, τὸν ἁμαρτωλό. Δὲν χρειάζονταν παραπάνω. Δὲν χρειάζονται, συχνά, πολλὰ λόγια στὴν προσευχή, ἀδελφοί. Ὅπως κι ἀλλοῦ συμβουλεύει ὁ Χριστός μας: «Μὴ βαττολογήσετε ἐν τῇ προσευχῇ». Δηλαδὴ στὴν προσωπικὴ προσευχή σας μὴ λέτε πάρα πολλὰ λόγια. Γι᾽ αὐτὸ καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς παρέδωσαν μία σύντομη καὶ ἰσχυρὴ συνάμα προσευχή, ποὺ σὲ λίγες λέξεις συμπυκνώνει ὅλη τὴν πίστη μας καὶ ὅ,τι χρειάζεται νὰ ζητοῦμε καὶ ὅπως πρέπει νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεό. Πρόκειται γιὰ τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ, τὸ «Κύριε  Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν». Νὰ ἐπαναλαμβάνουμε ὅσο πιὸ συχνὰ μποροῦμε τὴν ἁγία τούτη προσευχή, ποὺ φέρει πολὺ πνευματικὸ καρπὸ στὶς ψυχές μας.

Ἂς δοῦμε τώρα καὶ τὸν Φαρισαῖο: Οὔτε ἴχνος ταπείνωσης, οὔτε μετάνοιας! Μόνο αὐτοδικαίωση καὶ καύχηση εἶχε, εὐχαριστῶντας τάχα τὸν Θεὸ πὼς δὲν ἦταν σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἁμαρτωλός, ἢ σὰν κι ἐκεῖνο ἐκεῖ τὸν Τελώνη. Ἡ κενοδοξία του ἐπισφραγίστηκε μὲ τὸ πάθος τῆς κατάκρισης τῶν ἄλλων. Γι᾽ αὐτὸ κι ἐπιλέγει ὁ Χριστός, ὅτι αὐτὸς μὲν ἐπέστρεψε σπίτι του καταδικασμένος καὶ ἁμαρτωλός, ἐνῶ ὁ Τελώνης συγχωρημένος καὶ δικαιωμένος. Διότι, κατὰ τὴν ἀδέκαστη τοῦ Κυρίου ἀπόφαση: «πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται». Καθένας δηλαδὴ ποὺ ἐξυψώνει τὸν ἑαυτό του, ποὺ κενοδοξεῖ, θὰ ταπεινωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, ἐνῶ ὅποιος ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του, θὰ ἐξυψωθεῖ, θὰ δοξασθεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Εἶναι νόμος πνευματικὸς τοῦτο. Τὸ εἴδαμε καὶ θὰ τὸ βλέπουμε ὅσο ὑπάρχει τοῦτος ὁ κόσμος καὶ στὸν ἑαυτό μας καὶ στοὺς ἄλλους.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πάντοτε, ἐξαιρέτως σήμερα, ἀρχὴ τοῦ Τριωδίου, καλούμαστε νὰ ἀγαπήσουμε, νὰ ἐξασκήσουμε τὶς θεάρεστες ἀρετὲς τῆς προσευχῆς, τῆς ταπείνωσης καὶ τῆς ἔμπρακτης μετάνοιας, ὅπως τὶς εἴδαμε στὸ πρόσωπο τοῦ Τελώνη. Ἂν ἀγωνιζόμαστε νὰ ζοῦμε ἔτσι, μὲ ταπείνωση καὶ προσευχὴ καὶ μετάνοια, διόρθωση τῆς ζωῆς μας, τοῦ φρονήματός μας, ἂν ἐφαρμόζουμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, καὶ πρώτιστα τὴν διπλὴ ἀγάπη, πρὸς τὸν Θεὸ δηλαδὴ καὶ τὸν πλησίον μας, ἂν ζοῦμε ἐνσυνείδητη μυστηριακὴ ζωή, τότε θὰ ἔλθει καὶ σ᾽ ἐμᾶς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ πλούσιο. Καὶ οἱ ὅποιες κρίσεις, προσωπικές, οἰκογενειακές, ἐθνικές, θὰ παρέλθουν. Καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τούτη τὴ ζωὴ εἰρηνικὰ νὰ διέλθουμε καὶ τῆς ἄλλης, τῆς αἰώνιας καὶ ἀληθινῆς, νὰ τύχουμε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Θεῷ ἡμῶν, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων. Ἀμήν!

Μνήμη των Aγίων και Θαυματουργών Αναργύρων Κύρου και Ιωάννου και των συν αυτοίς μαρτυρησάντων Αγίων γυναικών, Αθανασίας, Θεοδότης, Θεοκτίστης και Ευδοξίας (31 Ιανουαρίου)

Μαρτύριο των Aγίων και Θαυματουργών Aναργύρων Κύρου και Ιωάννου και των συν αυτοίς μαρτυρησάντων Αγίων γυναικών Αθανασίας, Θεοδότης, Θεοκτίστης και Ευδοξίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη των Aγίων και Θαυματουργών Aναργύρων Κύρου και Ιωάννου

Κύρω συναθλών Ιωάννης προς ξίφος,
Συνθαυματουργεί και μετά ξίφος Κύρω.
Κύρον Ιωάννην τε τάμον πρώτη τριακοστή.

Μαρτύριο των Aγίων και Θαυματουργών Aναργύρων Κύρου και Ιωάννου και των συν αυτοίς μαρτυρησάντων Αγίων γυναικών Αθανασίας, Θεοδότης, Θεοκτίστης και Ευδοξίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτοι οι Άγιοι Κύρος και Ιωάννης ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει σϟβ΄ [292]. Και ο μεν Άγιος Κύρος, εκατάγετο από την Aλεξάνδρειαν. O δε Ιωάννης, από Έδεσσαν την διάσημον πόλιν της Μεσοποταμίας, η οποία τώρα κοινώς ονομάζεται Οουρφά. Eπειδή δε τότε επεκράτει ο κατά των Χριστιανών διωγμός, διά τούτο ο θείος Κύρος επήγεν εις ένα Μοναστήριον, το οποίον ευρίσκετο εις τον Aραβικόν κόλπον, και γενόμενος Μοναχός εκατοίκησεν εις αυτό. Και εις τόσον ύψος αρετής έφθασεν, ώστε οπού εποίει και θαύματα, και ιάτρευε κάθε νόσον, ήτοι πολυχρόνιον ασθένειαν, και κάθε μαλακίαν, ήτοι ασθένειαν ολιγοχρόνιον. O δε Ιωάννης επήγεν εις τα Ιεροσόλυμα, και ακούσας τα θαύματα οπού εποίει ο Άγιος Κύρος, επήγεν εις την Aλεξάνδρειαν, και από εκεί αναχωρήσας επήγεν εις τον τόπον εκείνον, οπού ήτον ο Άγιος Κύρος, και ούτως ευρίσκετο μαζί με αυτόν.

Eπειδή δε εσυνέβη να πιασθή από τους Έλληνας μία γυναίκα, Aθανασία ονομαζομένη, ομού με τας τρεις θυγατέρας της Θεοδότην, Θεοκτίστην, και Eυδοξίαν, και έμελλον να παρασταθούν εις τον κριτήν και να βασανισθούν διά να αρνηθούν την πίστιν του Χριστού, διά τούτο ακούσαντες ταύτα ο Κύρος και Ιωάννης, εφοβήθησαν, μήπως ως γυναίκες οπού ήτον, ήθελον δειλιάσουν εις το μαρτύριον. Όθεν επήγαν και τας ενεδυνάμωσαν με τα λόγιά των, και επαρακίνησαν αυτάς εις τον αγώνα του μαρτυρίου. Eκ της αιτίας δε ταύτης επιάσθησαν και αυτοί από τους ειδωλολάτρας, και ομολογήσαντες τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν Θεόν αληθινόν, εβασανίσθησαν με πολλάς τιμωρίας, και τελευταίον απεκεφαλίσθησαν ομού με τας ρηθείσας Aγίας τέσσαρας γυναίκας. Τελείται δε η αυτών Σύναξις εις τον μαρτυρικόν αυτών Nαόν, τον ευρισκόμενον εις τόπον καλούμενον Φωρακίου. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτών όρα εις τον Νέον Παράδεισον1.)

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι τα θαύματα των Aγίων τούτων Aναργύρων Κύρου και Ιωάννου, συνέγραψεν ο Ιεροσολύμων Σωφρόνιος, διατί ιάτρευσαν τους οφθαλμούς του. Και όρα εις την ενδεκάτην του Μαρτίου εν τω Συναξαρίω του Aγίου Σωφρονίου. Όθεν και εγκώμιον έπλεξεν εις αυτούς, ου η αρχή· «Άλλοι μεν άλλως τους Aγίους τιμάτωσαν». (Σώζεται εν τη Μεγίστη Λαύρα και εν τη Ιερά Μονή των Ιβήρων.) Aλλά και το Μαρτύριον αυτών εν αυταίς σώζεται, ου η αρχή· «Κύρος ο περιφανής των Μαρτύρων». Eν δε τη ρηθείση Λαύρα και άλλος λόγος ευρίσκεται, διαλαμβάνων περί αυτών των Aγίων Aναργύρων, και περί των Aγίων παρθένων Θεοδότης, Θεοκτίστης και Ευδοξίας, και της μητρός αυτών Aθανασίας, ου η αρχή· «O μεν σωτήριος λόγος του ευαγγελικού κηρύγματος».

Τη αυτή ημέρα μνήμη της ανωτέρω ρηθείσης Aγίας Μάρτυρος Aθανασίας, και των τριών θυγατέρων αυτής Θεοδότης, Θεοκτίστης, και Ευδοξίας

Μήτηρ αρίστη και τριάς θυγατέρων,
Πόθω Πατρός θνήσκουσι του πάντων ξίφει.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Τρυφαίνης (31 Ιανουαρίου)

Μαρτύριο Αγίας Τρυφαίνης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Τρυφαίνης

Ταύρος Τρύφαινα σου τρυφά το σαρκίον,
Και προς τρυφάς πέμπει σε τας ακηράτους.

Μαρτύριο Αγίας Τρυφαίνης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Aύτη η Aγία εκατάγετο από την Κύζικον την ευρισκομένην εις τον Ελλήσποντον, θυγάτηρ Aναστασίου τινος συγκλητικού, και μητρός Σωκρατίας Xριστιανής. Eμαρτύρησε δε, όχι φερθείσα από άλλους εις τους Έλληνας και ειδωλολάτρας, αλλά αυτή η ιδία από λόγου της επήγεν εις τους Έλληνας και επερίπαιζε τα είδωλά των, και εκατηγόρει τας αισχράς πράξεις, με τας οποίας ενόμιζον οι άφρονες, ότι τιμώσι τους ψευδωνύμους θεούς των. Ου μόνον δε τούτο, αλλά και προς τούτοις εδίδασκεν αυτούς, να αφήσουν μεν την θρησκείαν των ματαίων ειδώλων, να επιστραφούν δε εις την του Xριστού πίστιν. Όθεν κατά προσταγήν Καισαρίου του ηγεμόνος, έβαλαν αυτήν μέσα εις μίαν αναμμένην κάμινον. Eπειδή δε εφυλάχθη αβλαβής από αυτήν υπό της του Xριστού χάριτος, διά τούτο εκρεμάσθη υψηλά, και από εκεί αφεθείσα, έπεσεν επάνω εις τα καρφία, οπού είχον εμπηγμένα υπό κάτω.

Όθεν εκαρφώθη από εκείνα το σώμα της, έπειτα εδόθη εις τα θηρία διά να την φάγουν. Και τα μεν άλλα θηρία, δεν την ήγγισαν, ένας δε ταύρος άγριος ορμήσας κατεπάνω της, έσχισε την Aγίαν με τα κέρατά του, και ούτως απέλαβεν η μακαρία τον του μαρτυρίου αμάραντον στέφανον. Λέγουσι δε, ότι εις τον τόπον εκείνον, οπού εχύθη το άγιον αίμα της Μάρτυρος, ευγήκε μία βρύσις νερού καθαρού, από το οποίον όσαι γυναίκες πίνουν, οπού δεν έχουν γάλα αφ’ ου γεννήσουν, αύται ευθύς κάμνουσι γάλα, και προχέουσι τούτο εις τα νεογέννητα τέκνα των. Oυ μόνον δε αι γυναίκες, αλλά και τα θηλυκά άλογα ζώα, οπού δεν έχουν γάλα, και αυτά, λέγω, πίνοντα από το νερόν εκείνο, την ιδίαν χάριν λαμβάνουσι και κατεβάζουσι γάλα.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

“Ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον…”

“Ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον, και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαίαν, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί…” (Λουκ. β΄ 32-35)

Λέγει ο άγιος Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς :

Ο ένας ληστής αναγνώρισε ότι ο Άνθρωπος που ήταν κρεμασμένος με ατίμωση και εξευτελισμό ήταν ο λαμπρός βασιλιάς της δόξας• αναγνώρισε ότι Εκείνος, ο Οποίος τη συγκεκριμένη στιγμή φαινόταν τόσο αδύναμος και ανίσχυρος, ήταν ο παντοδύναμος Δημιουργός και Κυβερνήτης του σύμπαντος. Μέσω της μετάνοιας και της ταπεινοφροσύνης, ο ληστής που ήταν κρεμασμένος στα δεξιά έφτασε στη γνώση• τα μάτια του νου και της ψυχής άνοιξαν.

Ενώπιον των ανθρώπων υπάρχουν δύο δρόμοι. Ενώπιον μας κείται ο Ζωοδότης Σταυρός του Κυρίου. Ενώπιον μας εκτείνονται οι δρόμοι των δύο ληστών. Ποιό δρόμο θα ακολουθήσουμε; Η ανθρωπότητα πάντοτε ακολούθησε τον έναν ή τον άλλο δρόμο. Ο Σταυρός του Κυρίου ήταν για τους μεν Ιουδαίους ένα πρόσκομμα, για τους δε Έλληνες -δηλαδή τους παγανιστές- μια μωρία. Για τους Ιουδαίους επίσης, ο Σταυρός του Κυρίου ήταν ύβρις• Ο Σταυρός του Κυρίου χώρισε τους ανθρώπους σε δύο μέρη. Βλέπουμε ότι κάποιοι πίστεψαν στον Χριστό, ενώ άλλοι σκόνταψαν στον λίθο του προσκόμματος και καταδίωξαν την Εκκλησία του Χριστού, το Σώμα του Χριστού.

Ο Μ. Αθανάσιος λέγει ότι η φράση «όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» σημαίνει ότι ο Σταυρός και το Πάθος του Χριστού, θα αποκάλυψει όλες τις εσωτερικές διαθέσεις των ανθρώπων.
Όλοι θα δουν τον Χριστό, αλλά για άλλους θα είναι Παράδεισος και για άλλους Κόλαση. Κατά την καρδία τους άλλοι θα τον νοιώσουν Πατέρα κι οι άλλοι δυνάστη

Είναι αυτοί που θα ναι αλήθεια κι αυτοί που θα ζουν την υποκρισία και το ψέμα. Οι βαθειά ταπεινοί και συντετριμμένοι τη καρδία και οι υπερήφανοι, οι εγωιστές.

Όποιος έχει απλό μάτι, φωτεινό μάτι,όλα είναι φωτεινά. Όποιος έχει πονηρό οφθαλμό, γι’ αυτόν όλα είναι σκοτεινά.

Λέγει ο άγιος Λουκάς Κριμαίας για τους γραμματείς και φαρισαίους και όλους τους ακολούθους τους ανά τους αιώνες :

Αυτοί λοιπόν ήταν οι αρχιερείς, οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι. Αλλά και μεταξύ μας υπάρχουν πολλοί τέτοιοι άνθρωποι. Τέτοιοι υπήρχαν πάντα αρκετοί σ’ όλες τις εποχές και σ’ όλους τους λαούς. Πολλές φορές δεν θέλουμε να παραδεχτούμε την αλήθεια, η οποία είναι φανερή και το καταλαβαίνουμε στο βάθος της καρδιάς μας. Στασιάζουμε εναντίον της αλήθειας, αυτή μας εμποδίζει γιατί η οδός που ακολουθούμε δεν είναι η οδός της δικαιοσύνης. Μόνοι μας βάλαμε για μας τους σκοπούς που θέλουμε να πετύχουμε στη ζωή μας. Και οι σκοποί αυτοί απέχουν μακριά από τους πραγματικούς που είναι η αγιότητα και η δικαιοσύνη. Έτσι και ο δρόμος που ακολουθούμε είναι σύμφωνος με τους σκοπούς μας. Γι’ αυτό όταν βλέπουμε το φως της αλήθειας να λάμπει μπροστά μας, την πρώτη στιγμή χάνουμε τον εαυτό μας, μετά αρχίζουμε να μισούμε την αλήθεια, να την αποστρεφόμαστε και στο τέλος να την πολεμάμε.

…είθε ο καλός Θεός να ενοικήσει εν ημίν! στον κόσμο μας, στην καρδιά μας, στο νου μας σε όλον μας τον εαυτό! ”ελθέ και σκήνωσον εν ημίν…” για να βιώσουμε την θεοδοχία στον παληό μας κόσμο και να αναφωνήσουμε μαζί του το νυν απολύεις τον δούλον Σου Δέσποτα!


Ύμνος στον Άγιο Συμεών τον Θεοδόχο
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Όταν ο χειμώνας συνάντησε την άνοιξη
ο πρεσβύτης Συμεών ευτύχησε:
Συνάντησε τον Έναν, τον πολυαναμενόμενο,
Αυτόν για τον οποίον οι προφήτες προφήτευσαν,
την Κιβωτό όλων των ουράνιων θησαυρών,
τον είδαν τα μάτια του Συμεών, ως Βρέφος αρτιγέννητο.

Ο Συμεών τότε προφήτευσε και είπε:
«Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα-
Ιδού Αυτός κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών».
’Έτσι μίλησε το πνεύμα –
η προφητεία του δίκαιου πρεσβύτη εκπληρώθηκε:

Ο Ιησούς έγινε το μέτρο και ο κανόνας, η πηγή της ευτυχίας, της
ειρήνης και της χαράς,
αλλά και σημείον αντιλεγόμενον: ο στόχος
αντιπαλοτήτων και φιλονικιών.

Άλλον άνθρωπο ανιστά και άλλον ανατρέπει Εκείνος.
Τον Παράδεισο και τον Άδη Εκείνος ανοίγει στους ανθρώπους. Άς
επιλέξει ο καθένας ότι λέει η καρδιά του.
Στον Παράδεισο με τον Χριστό!

Αυτή είναι η επιθυμία της καρδιάς μας.

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ο Πρόλογος της Αχρίδας, Μήνας Φεβρουάριος εκδ. Άθως

Πηγή: https://iconandlight.wordpress.com/2021/02/01/

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ ΙΣΤ΄ Λουκᾶ (Τελώνου καὶ Φαρισαίου)

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ ΙΣΤ΄ Λουκᾶ (Τελώνου καὶ Φαρισαίου), ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Παναγίας Ὁδηγήτριας τῆς κοινότητος Παλαιομετόχου, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Ταμασοῦ καὶ Ὀρεινῆς (25.02.2024).

Ἀργὲς Καταβασίες Ὑπαπαντῆς (χορὸς ἱεροψαλτῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου)

Ἀργὲς Καταβασίες Ὑπαπαντῆς, Τὴν Τιμιωτέραν… καὶ Θ΄ ᾨδὴ Ἁγίου Μαξίμου Ὁμολογητοῦ καὶ Νεοφύτου μάρτυρος.

Ἠχητικὸ ντοκουμέντο ἀπὸ τὴν Ἀγρυπνία ποὺ τελέσθηκε μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καὶ Νεοφύτου τοῦ μάρτυρος, στὸ ἱερὸ παρεκκλήσιο Ὁσίων Νικηφόρου τοῦ Λεπροῦ καὶ Εὐμενίου τοῦ νέου στὸ χωριὸ Περιστρώνα τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (20/21.01.2025).

Ψάλλει χορὸς ἱεροψαλτῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου ὑπὸ τὴ διεύθυνση τοῦ ἀρχοντος πρωτοψάλτη κ. Μαρίου Ἀντωνίου. Τὴν Τιμιωτέραν… ψάλλει ὁ Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος.

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 30 Ἰανουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΟΡΤΗΣ (ΤΡΙΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
13: 7-16

Ἀδελφοί, μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν. ᾽Ιησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτός, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε· καλὸν γὰρ χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν, οὐ βρώμασιν, ἐν οἷς οὐκ ὠφελήθησαν οἱ περιπατοῦντες. Ἔχομεν θυσιαστήριον ἐξ οὗ φαγεῖν οὐκ ἔχουσιν ἐξουσίαν οἱ τῇ σκηνῇ λατρεύοντες. Ὧν γὰρ εἰσφέρεται ζῴων τὸ αἷμα περὶ ἁμαρτίας εἰς τὰ ἅγια διὰ τοῦ ἀρχιερέως, τούτων τὰ σώματα κατακαίεται ἔξω τῆς παρεμβολῆς. Διὸ καὶ ᾽Ιησοῦς, ἵνα ἁγιάσῃ διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος τὸν λαόν, ἔξω τῆς πύλης ἔπαθεν. Τοίνυν ἐξερχώμεθα πρὸς αὐτὸν ἔξω τῆς παρεμβολῆς, τὸν ὀνειδισμὸν αὐτοῦ φέροντες· οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν. Δι᾽ αὐτοῦ οὖν ἀναφέρωμεν θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ᾽ ἔστιν καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. Τῆς δὲ εὐποιΐας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε, τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΕΟΡΤΗΣ (ΤΡΙΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
5: 14-19

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. οὕτως λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσιν τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτως τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ’ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη των εν Aγίοις Πατέρων ημών και οικουμενικών Διδασκάλων, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου (30 Ιανουαρίου)

Μνήμη των εν Aγίοις Πατέρων ημών και οικουμενικών Διδασκάλων, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Oμού δίκαιον τρεις σέβειν εωσφόρους,
Φως τρισσολαμπές πηγάσαντας εν βίω.
Κοινόν τον ύμνον προσφέρειν πάντας θέμις,
Τοις εκχέασι πάσι κοινήν την χάριν.
Έαρ χελιδών ου καθίστησι μία,
Aι τρεις αηδόνες δε, των ψυχών έαρ.
Την μεν νοητήν η Τριάς λάμπει κτίσιν,
Τριάς γε μην αύτη δε, την ορωμένην.
Aπώλεσαν μεν οι πάλαι Θεού σέβας,
Eξ ηλίου τε και σελήνης αφρόνως.
Κάλλος γαρ αυτών θαυμάσαντες και τάχος,
Ώσπερ θεοίς προσήγον ουκ ορθώς σέβας.
Eκ των τριών τούτων δε φωστήρων πάλιν,
Hμείς ανηνέχθημεν εις Θεού σέβας.
Κάλλει βίου γαρ τη τε πειθοί των λόγων,
Πείθουσι πάντας τον μόνον Κτίστην σέβειν.
Κτίσιν συνιστά την δε την ορωμένην,
Το πυρ, αήρ, ύδωρ τε και γης η φύσις.
Οι δ’ αυ συνιστώντές τε κόσμον τον μέγαν,
Την προς Θεόν τε πίστιν, ως άλλην κτίσιν,
Στοιχειακής φέρουσι Τριάδος τύπον.
Mέλει γαρ αυτοίς ουδενός των γηΐνων,
Και γήινον νουν έσχον ουδέν εν λόγοις.
O γρήγορος γαρ πυρ πνέει νους τον λόγον,
Προς ύψος αυ πείθοντα πάντας εκτρέχειν.
Τοις λειποθυμήσασι δ’ εκ παθών πάλιν,
Aναπνοή τις οι Βασιλείου λόγοι.
Μιμούμενος δε την ροήν των υδάτων,
O καρδίαν τε και στόμα χρυσούς μόνος,
Τους εκτακέντας εκ παθών αναψύχει.
Ούτω προς ύψος την βροτών πάσαν φύσιν,
Eκ της χθονός φέρουσι τοις τούτων λόγοις.
 
Λάμψεν ενί τριακοστή χρυσοτρισήλιος αίγλη.

Τρείς Ιεράρχες, Μουσείο Ζακύνθου, Τοιχογραφία από το ναό της Παναγίας Πικριδιώτισσας. Αρχές 18ου αιώνα

H αιτία διά την οποίαν έγινεν η εορτή αύτη των Τριών Ιεραρχών, εστάθη έτζι. Eις τον καιρόν της βασιλείας Aλεξίου του Κομνηνού, όστις έγινε βασιλεύς μετά τον Βοτανειάτην περί τους ‚αρ΄ [1100] χρόνους από Χριστού, εις τον καιρόν, λέγω, τούτου, έγινεν εν Κωνσταντινουπόλει διαφορά και φιλονεικία αναμεταξύ εις τους ελλογίμους και εναρέτους άνδρας. Άλλοι μεν γαρ από αυτούς, έλεγον ανώτερον τον Μέγαν Βασίλειον, επειδή με τους λόγους του μεν, ερεύνησε την φύσιν των όντων, με τας αρετάς του δε, ωμοίαζε και εσυνερίζετο με τους Aγγέλους. Καθότι δεν εσυγχωρούσε προχείρως τους αμαρτάνοντας, αλλά ήτον σοβαρός κατά το ήθος, και δεν είχεν εις τον εαυτόν του κανένα γήινον. Κατώτερον δε του Βασιλείου, έλεγον τον θείον Χρυσόστομον. Eπειδή εκείνος τρόπον τινα είχε τρόπον εναντίον εις τον του Βασιλείου, και ευκόλως εσυγχώρει τους αμαρτάνοντας, και το ήθος του ήτον ελκυστικόν εις μετάνοιαν.

Άλλοι δε πάλιν εκ του εναντίου, ύψοναν τον θείον Χρυσόστομον και έλεγον αυτόν του Βασιλείου και Γρηγορίου ανώτερον, καθότι μεταχειρίζεται διδασκαλίας συγκαταβατικωτέρας, και οδηγεί όλους με το σαφές και εύκολον της φράσεώς του, και τραβίζει τους αμαρτωλούς εις μετάνοιαν. Και καθότι υπερβαίνει τους ανωτέρω δύω Πατέρας με το πολύ πλήθος των μελιρρύτων του συγγραμμάτων, και με το ύψος και πλάτος των νοημάτων. Άλλοι δε προσπάθειαν έχοντες εις τα του Θεολόγου Γρηγορίου συγγράμματα, έλεγον αυτόν ανώτερον Βασιλείου και Χρυσοστόμου, καθότι αυτός με το κομψόν και πεποικιλμένον της φράσεώς του, και με το υψηλόν και δυσνόητον των λόγων του, και με το ανθηρόν των λέξεων, υπερέβηκεν όλους τους σοφούς, τόσον τους παλαιούς και περιβοήτους εις την εξωτερικήν και ελληνικήν σοφίαν, όσον και τους νεωτέρους και καθ’ ημάς εκκλησιαστικούς. Όθεν εκ της τοιαύτης διαφοράς και φιλονεικίας, εσχίσθησαν εις τρία μέρη τα πλήθη των Χριστιανών, και άλλοι μεν, ελέγοντο Ιωαννίται, άλλοι δε Βασιλείται, και άλλοι Γρηγορίται.

Τρείς Ιεράρχες. Ιερός Ναός Αγίων Ανδρόνικου και Αθανασίας, Ευρύχου

Eπειδή λοιπόν έτζι ήτον σχισμένοι οι Χριστιανοί, και έτζι εδιαφέροντο οι ελλόγιμοι άνδρες, διά τούτο εφάνηκαν κατά το όνειρον οι τρεις ούτοι Ιεράρχαι και Διδάσκαλοι, πρώτον μεν, ο καθ’ ένας χωριστά χωριστά, έπειτα δε, και οι τρεις ενωμένοι ομού, εις τον τότε Ιωάννην τον Eπίσκοπον της πόλεως Ευχαΐτων, (ήτις και Ευτικατία λέγεται και κοινώς Εφλεέμ, εν τη Γαλατία ευρισκομένη, και υποκειμένη υπό τον Μητροπολίτην Γαγγρών). Ήτον δε ο Ιωάννης ούτος άνδρας ελλόγιμος, και έμπειρος της ελληνικής παιδείας, καθώς μαρτυρούσι τα παρ’ αυτού πονηθέντα συγγράμματα, και προς τούτοις ήτον και άνδρας, οπού είχε φθάση εις το άκρον της αρετής. Eις τούτον, λέγω, φανέντες, με ένα στόμα του λέγουσι και οι τρεις. Hμείς ένα είμεθα κοντά εις τον Θεόν, καθώς βλέπεις, και καμμίαν εναντιότητα ουδέ μάχην έχομεν, αλλά κατά τους διαφόρους καιρούς οπού ετύχομεν, έτζι ο καθ’ ένας από ημάς υπό του θείου κινούμενος Πνεύματος, διαφόρους και τας διδασκαλίας συνέγραψε. Και εκείνα οπού εδιδάχθημεν υπό του Aγίου Πνεύματος, ταύτα και εξεδώκαμεν διά την σωτηρίαν των ανθρώπων. Και πρώτος ανάμεσα εις ημάς δεν είναι, ούτε δεύτερος, αλλά εάν τον ένα ειπής, ευθύς και οι άλλοι δύω ακολουθούν.

Διά τούτο πρόσταξον τους φιλονεικούντας, να μη χωρίζωνται εξ αιτίας εδικής μας. Eις ημάς γαρ ήτον και είναι σπουδή και προθυμία, τόσον όταν είμεθα ζωντανοί, όσον και τώρα οπού μετέστημεν, το να ειρηνεύωμεν και να φέρωμεν τον κόσμον εις γνώσιν και ομόνοιαν, και όχι να τον χωρίζωμεν. Aλλά και εις ημέραν μίαν ένωσον και τους τρεις ημάς, και σύνθεσον τα της εορτής μας τροπάρια και άσματα, καθώς είναι πρέπον εις την εδικήν σου σύνεσιν, και ακολούθως παράδοσαι εις τους Χριστιανούς, ότι ένα είμεθα κοντά εις τον Θεόν. Βέβαια δε και ημείς θέλομεν συμβοηθήσομεν εις την σωτηρίαν εκείνων, οπού εκτελούσι την κοινήν μνήμην μας. Eπειδή και ημείς φαινόμεθα, ότι έχομεν κάποιαν παρρησίαν και δύναμιν κοντά εις τον Θεόν. Ταύτα ειπόντες οι Άγιοι, εφάνηκαν ότι ανέβηκαν πάλιν εις τους ουρανούς, καταλαμπόμενοι από φως άπειρον, και ένας τον άλλον καλούντες κατ’ όνομα.

Τρεις Ιεράρχες, Βημόθυρα, Μητρόπολη Μόρφου

Αφ’ ου λοιπόν εσηκώθη από τον ύπνον ο ιερός Ιωάννης, έκαμε καθώς τον εδιώρισαν οι θείοι Ιεράρχαι. Και το μεν πλήθος του λαού κατεσίγασε, τους δε φιλονεικούντας ειρήνευσεν (ήτον γαρ περιβόητος κατά την αρετήν ο ανήρ, όθεν και ο λόγος του είχε δύναμιν και πειθώ). Και την εορτήν ταύτην παρέδωκε να εορτάζεται από την Eκκλησίαν του Θεού. Και βλέπε, ω αναγνώστα, την σύνεσιν και διάκρισιν του θείου τούτου ανδρός. Eπειδή γαρ ευρήκε τον Ιαννουάριον τούτον μήνα, οπού είχε και τους τρεις τούτους Ιεράρχας εορταζομένους, τον μεν Μέγαν Βασίλειον, κατά την πρώτην, τον δε Θεολόγον Γρηγόριον, κατά την εικοστήν πέμπτην, και τον θείον Χρυσόστομον, κατά την εικοστήν εβδόμην: τούτου χάριν πάλιν ήνωσεν αυτούς, κατά την τριακοστήν ταύτην του αυτού μηνός. Και τόσον εστόλισε την Aκολουθίαν τούτων, με κανόνας, και τροπάρια, και με λόγον εγκωμιαστικόν, καθώς έπρεπεν εις τοιούτους μεγάλους Πατέρας της Eκκλησίας, ο χαριτώνυμος ούτος Ιωάννης, ώστε οπού φαίνονται ότι κατά νεύσιν και φωτισμόν, ως νομίζω, των τριών Aγίων Ιεραρχών συνετέθησαν τα άσματα της Aκολουθίας ταύτης. Τελείως γαρ δεν έχουσι καμμίαν έλλειψιν από τα επιχειρήματα εκείνα οπού αποβλέπουν εις έπαινον των Aγίων. Όθεν τα τροπάρια αυτά είναι ανώτερα από όσα άλλα τροπάρια έγιναν έως του νυν, και από όσα εις το μέλλον έχουν να γένωσιν.

Ήτον δε κατά την θέσιν του σώματος και τον χαρακτήρα του προσώπου τοιούτοι, οι τρεις Ιεράρχαι, αγκαλά και είπομεν περί τούτου, και εις την ξεχωριστήν εορτήν του κάθε ενός. Ο μεν θείος Χρυσόστομος, ήτον μικρός κατά το ανάστημα του σώματος, είχε μεγάλην κεφαλήν, ήτον ξηρός και πολλά λεπτόσαρκος, ήτον μακρομύτης, και πλατέα έχων τα ρωθώνια, ήτον κίτρινος ομού και άσπρος, είχε βαθουλωτούς τους οφθαλμούς, και μεγάλους τους βολβούς. Όθεν εκ τούτων ηκολούθει να λάμπη με χαριέστερα όμματα, αγκαλά και κατά τα άλλα μέλη του σώματος, έδειχνε πως ήτον λυπηρός. Eίχε μεγάλον το μέτωπον και χωρίς τρίχας, χαραγμένον με πολλάς χαραγάς. Eίχεν αυτία μεγάλα, και το γένειον μικρόν και ωραιότατον, ανθισμένον με ολίγας άσπρας τρίχας. Aπό δε την νηστείαν είχε τα σιαγόνια εις το άκρον βαθουλωμένα.

Οι Τρείς Ιεράρχες. Βημόθυρα Ιερού Ναού Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Ακάκι

Τόσον δε είναι αναγκαίον να ειπούμεν διά τούτον τον Άγιον, ότι με τους λόγους, και την ρητορικήν του ευφράδειαν, υπερέβαλεν όλους τους σοφούς και ρήτορας των Ελλήνων. Μάλιστα δε και εξαιρέτως, με το πλάτος των νοημάτων, και με το σαφές και ανθηρόν της φράσεως. Τόσον δε πολλά εσαφήνισε και εξήγησε την θείαν Γραφήν, ως ουδείς άλλος, και με τας τοιαύτας διδασκαλίας του, τόσον πολλά εβοήθησε και αύξησε το κήρυγμα του Ευαγγελίου, ώστε οπού, αν ο Άγιος ούτος δεν εχρημάτιζεν, (αγκαλά και είναι τολμηρόν να το ειπή τινας) έπρεπε πάλιν να γένη μία δευτέρα παρουσία του Xριστού εις την γην. Τόσον δε μέγας έγινεν ο χρυσορρήμων ούτος κατά την πρακτικήν και θεωρητικήν φιλοσοφίαν, εις τρόπον ότι, όλους ομού υπερέβαλε τους εναρέτους, πηγή χρηματίσας της αγάπης και ελεημοσύνης. Και όλος ων αυτόχρημα φιλαδελφία τε και διδασκαλία. Ούτος λοιπόν ζήσας χρόνους εξηντατρείς, και ποιμάνας την Eκκλησίαν του Xριστού, προς αυτόν εξεδήμησεν.

O δε Μέγας Βασίλειος ήτον κατά την θέσιν και το ανάστημα του σώματος, πολλά μακρύς. Ήτον ξηρός και ολιγόσαρκος, μαύρος ομού και κίτρινος κατά το χρώμα, ήτον μακρομύτης, είχε τα οφρύδια στρογγυλά. Το δε δέρμα το επάνω των οφρυδίων, το είχε συμμαζωμένον, εφαίνετο όμοιος με ένα οπού συλλογίζεται και προσέχει εις τον εαυτόν του. Eίχε το πρόσωπον ζαρωμένον με ολίγας χαραγάς, είχε τα μάγουλα μακρά και τους μήνιγγας δασείς από τρίχας συνεστραμμένας και κυκλοειδείς. Eφαίνετο εις την επιφάνειαν, πως είχεν ολίγον κουρευμένας τας τρίχας. Το γένειον είχε μακρόν αρκετά, και τας τρίχας είχε μεμιγμένας, ήτοι μαύρας ομού με άσπρας. Ούτος ο Άγιος υπερέβαλε κατά την παιδείαν των λόγων, όχι μόνον τους σοφούς και ελλογίμους οπού ήτον εις τον καιρόν του, αλλά και αυτούς ακόμη τους παλαιούς. Φθάσας γαρ εις κάθε είδος παιδείας, εις κάθε μίαν από αυτάς το κράτος και την νίκην απόκτησεν. Ου μόνον δε ταύτα, αλλά και την διά πράξεως ήσκησε φιλοσοφίαν, και διά της πράξεως, ανέβη εις την θεωρίαν των όντων. Eκ τούτων δε, ανέβη και εις τον θρόνον της αρχιερωσύνης, γενόμενος δε χρόνων τεσσαράκοντα, και εις πέντε χρόνους ποιμάνας την Eκκλησίαν1, προς Κύριον εξεδήμησεν.

Δέηση. Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος, Γρηγόριος Θεολόγος. Τρίπτυχο του 18ου αιώνα στο Άγιο Όρος

O δε Θεολόγος Γρηγόριος ήτον, μέτριος μεν κατά την θέσιν, και το ανάστημα του σώματος, ολίγον δε κίτρινος, ομού και χαρίεις. Eίχε κολοβήν και πλατείαν την μύτην, είχε τα οφρύδια ίσα, έβλεπεν ήμερα και καταδεκτικά, είχε το δεξιόν ομμάτι ξηρότερον από το αριστερόν, και εφαίνετο ένα σημάδι πληγής εις το ένα άκρον του οφθαλμού του2. Είχε το γένειον, δασύ μεν αρκετά, όχι δε και μακρόν. Ήτον φαλακρός και άσπρος εις την κεφαλήν, έδειχνεν ότι τα άκρα του γενείου του ήτον ωσάν καπνισμένα. Είναι δε άξιον να ειπούμεν περί του Θεολόγου τούτου, ότι ανίσως έπρεπε να γένη ένας στύλος έμψυχος και ζωντανός, συνθεμένος από όλας τας αρετάς, τούτο ήτον ο Μέγας ούτος Γρηγόριος. Υπερνικήσας γαρ με την λαμπρότητα της ζωής του τους ευδοκιμούντας κατά την πράξιν, εις τόσην ακρότητα της θεωρίας ανέβη, ώστε οπού όλοι ενικώντο από την σοφίαν οπού είχε, τόσον εις τους λόγους, όσον και εις τα δόγματα. Όθεν απόκτησε κατ’ εξαίρετον τρόπον, και το να επονομάζεται Θεολόγος. Eποίμανε δε και την εν Κωνσταντινουπόλει Eκκλησίαν δώδεκα χρόνους, ζήσας επί γης χρόνους όλους ογδοήκοντα. (Όρα περί τούτων και εις τον Νέον Παράδεισον, και εις την Σάλπιγγα, και εις τον Χρύσανθον3.)

Τρείς Ιεράρχες. Εικόνα του 7ου αι. Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά

Σημειώσεις

1. Κατά δε τον Θεολόγον Γρηγόριον, οκτώ χρόνους, και ουχί πέντε, εποίμανε την Eκκλησίαν. «Οκταετή λαοίο θεόφρονος ηνία τείνας». Ώστε άπαντα τα έτη της ζωής του θείου Βασιλείου είναι 49 και ουχί 40 ή 45. Και αφίνω να λέγω, ότι κατά μεν τον νεώτερον Γαρνέρον, έζησεν έτη 60, κατά δε τον Οουδίνον, έτη 50.
 
2. Διά το σημάδι τούτο οπού είχεν ο Θεολόγος εις το ένα άκρον του οφθαλμού του, είπομεν εις το ξεχωριστόν Συναξάριον αυτού κατά την εικοστήν πέμπτην του παρόντος Ιαννουαρίου, και όρα εκεί, ίνα μη τα αυτά αναφέροντες και εδώ, περιττολογώμεν.
 
3. Σημείωσαι, ότι εις τους τρεις τούτους Ιεράρχας εγκώμια δύω γλαφυρά συνέταξεν ο θείος Ιωάννης ο Ευχαΐτων, ο και την Aκολουθίαν αυτών άριστα συγγράψας, ων του μεν ενός η αρχή έστιν αύτη· «Τρεις με προς τριώνυμον παροτρύνουσι κίνησιν», του δε ετέρου, αύτη· «Πάλιν Ιωάννης ο την γλώτταν χρυσούς». Ομοίως και Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ου η αρχή· «Έδει μεν έδει ω Ιωάννη». (Σώζονται και τα τρία εν τη Μεγίστη Λαύρα, <και> εν τω Κοινοβίω του Διονυσίου. Eν τη Ιερά Μονή δε του Βατοπαιδίου, τα δύω του Ευχαΐτων, ομοίως και εν τη των Ιβήρων.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Εὐχὴ εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Κριε Θες μου, μγας κα φοβερς κα νδοξος, πσης ρωμνης κα νοουμνης κτσεως δημιουργς, φυλσσων τν διαθκην σου κα τ λες σου τος γαπσ σε κα φυλσσουσι τ προστγματ σου· κα νν κα πντοτε εχαριστ σοι πασν νεκα τν ες μ γενομνων εεργεσιν σου φανερν κα φανν. Κα μχρι το νν αν κα δοξζω κα μεγαλνω σε, νθ’ ν θαυμστωσας π’ μο τ λη σου τ πλοσια κα τος οκτιρμος σου, ντιλαβμενς μου κ γαστρς μητρς μου, κα π πσι προνοησμενος, συντηρσας τε κα διακυβερνσας σως τ κατ’ μ δι μνην χρησττητα κα φιλανθρωπαν σου.

Ο γρ δι τ νξιν μου κα μπαθς περεδες τν μν ταπενωσιν, λλ δι τ φιλνθρωπν σου κα συμπαθς εεργετν κα προνοομενος ο διλειπες· Κα ως γρως κα πρεσβεου Θες μου μ γκαταλπς με, ησο Χριστ, τ καλν νομα, γλυκασμς μου, κα πιθυμα μου, κα λπς μου· νανθρωπσας δι’ μς, κα τν δι σταυρο θνατον πομενας, κα πντα ν σοφίᾳ οκονομσας κα διαθμενος τς μν νεκα σωτηρας.

ξομολογομαί σοι, Κύριε Θεός μου, ν λ καρδί μου, κλίνω γόνυ σώματος κα ψυχς, ξαγορεύων σο τ Θε μου πάσας τς μαρτίας μου. Κλνον κα ατς τ ος σου ες τν μν δέησιν, κα φες τν σέβειαν τς καρδίας μου. μαρτον, νόμησα, πλημμέλησα, παρώξυνα, παρεπίκρανα τν μν γαθν εσπότην κα τροφέα κα κηδεμόνα· οκ στιν εδος κακίας ητν ἄῤῥητον, οκ ποίησα κα ργ κα λόγ, κα γνώσει κα γνοί, κα νθυμήμασι κα νοήμασι, καθ’ περβολν ες περβολν μαρτήσας· κα πολλάκις μετανοεν ποσχόμενος, τοσαυτάκις τος ατος περιέπεσα. Εκοπτερον σταγνες ετο ριθμηθσονται, τν μν μαρτημτων πληθς· περραν γρ τν κεφαλν μου, κα σε φορτον βαρ βαρνθησαν. π γρ νετητς μου κα μχρι το νν τας τποις πιθυμαις θραν νοξας, χαλιντοις κα τκτοις χρησμην ρμας, μολνας τν χιτνα τν νωθεν φαντν το γου μου βαπτσματος, τν ναν μου το σματος κηλιδσας, τν ταλαπωρν μου ψυχν τος πθεσι τς τιμας καταμινας, κα πσαν λλην παρανομαν κα δικαν διαπραξμενος· ν ἐὰν κατ μρος πιμνησθναι θελσω, πιλεψει με διηγομενον χρνος.

πε δ πντα οδας ατς (οδ γρ στι κτσις φανς νπιν σου, πντα δ γυμν κα τετραχηλισμνα τος φθαλμος σου), τ δε πρς εδτα λγειν τ μ γνοομενα παρ σο; μο δ συντρβεται καρδα κα τ στ τς ψυχς, κα λος ες πορας καταδομαι βθος, νθυμομενος τι τηλικατα κα τοσατα μαρτηκς, οδ μικρν τι μεταμελεας ργον νεδειξμην· κα καιρς τς τομς γγς, κα προθεσμα το θαντου παρστηκεν, δ τς μετανοας καιρς οδαμο. ι τοτο τετρακται ψυχ μου, κα κατδυνς στι κα κατηφεας πλρης· ντοιμος γρ κα παρσκευος ν, διαλογιζμενς τε κα νακρνων τ κατ’ μαυτν, οδν κανν πρς πολογαν ερσκω, οδ τινα τρπον κα μηχανν, δι’ ν το αωνου πυρς υσθσομαι. Ε γρ δκαιος μλις σζεται, μαρτωλς γ πο φανομαι; Κα ε δι πολλν θλψεων βασιλεα τν ορανν τος ξοις κατακληροται, κα στεν κα τεθλιμμνη δς τς ζως, πς γ καθηδυπαθν κα κολαστανων διαπαντς τς σωτηρας ξιωθσομαι; Κα ε πσα δικαιοσνη νθρπου, ς ῥάκος ποκαθημνης, τοσοτος βρβορος κα δικα τ λογισθσεται; Ε κα πρ ργο λγου πολογσασθαι πρκειται, πρ τοσοτων γ μαρτημτων τνα επρσωπον ξω τν πολογαν;

Ομοι ψυχ! τι οτω τ καθ’ μς προεχρησε. Βραχς βος κα επερστατος, ξως παροδεων κα πρς τν θνατον παραπμπων· αωνα τν μαρτωλν τιμωρα, σπερ κα τν δικαων βασιλεα, κα ζω μφοτρων μ κοπτομνη θαντ. Τ ον ποισω; τ διαπρξωμαι; ες ποον χος μαυτν κοντσω; Φοβερς γρ κα θνατος, κα μλιστα τν μαρτωλν, πε κα πονηρς· Θνατος γρ μαρτωλν πονηρς· φοβερ δ κα τ μετ θνατον δεματα, φοβερτερον δ πολλ μλλον τ μπεσεν ες χερας Θεο ζντος, ξ ν οκ στιν ξελσθαι δυνμενος. ταν ον λθ νδοξασθναι ν τος γοις ατο, κα ποδοναι κστ κατ τ ργα ατο· ταν θρνοι τεθσι, κα δκαστος Κριτς φοβερς καθιεται, κα ποταμς το πυρς λκων μπροσθεν, κα λαμπρτης κα χαρ τν δικαων τοιμασμνη, κα πσαι α τν γγλων μυριδες, κα πντες ο π’ αἰῶνος νθρωποι, κα πσα μο κτσις, τε ρωμνη κα νοουμνη πτρομος παρσταται· τ γ ττε διαπρξωμαι ασχνης πεπληρωμνος, π το συνειδτος κατεγνωσμνος, παῤῥησας πσης κα πολογας στερημνος; Στεναγμο πντοθεν. Ομοι τν κακν! τ πρτον θρηνσω; τ δετερον στενξω; τ πολοφρωμαι; τν στρησιν τν γαθν, τν δνην τν λγεινν; τ πραντον τς τιμωρας, τν π Θεο χωρισμν; κλασον, θλα ψυχ, νθυμουμνη τατα, κα ποα μετ τν ξοδον παντσετα σοι, ς λαν παχθ κα πδυνα, κα βησον· Θες τν δυνμεων, Θες αἰώνιος, Θες το λους κα τν οκτιρμν, μ γκαταλπς με, μ περδς με, μ ποστσς π’ μο τ λες σου· Πρσχες ες τν βοθειν μου, Κριε τς σωτηρας μου.

Κα γρ οτως χων κα οτω διανοομενος οκ παγορεω τς γαθς λπδος, οδ πογινσκω τς σωτηρας μου. Οδα γρ το μο εσπτου τ εσυμπθητον, οδα το φιλανθρπου τ μνησκακον, κα τι θελητς λους στ, μ θλων τν θνατον το μαρτωλο, ς τ πιστρψαι κα ζν ατν, θλων δ πντας σωθναι, κα ες πγνωσιν ληθεας λθεν, κα μλιστα τος π μαρτας πιστρφοντας. Ο γρ λθες καλσαι δικαους, λλ μαρτωλος ες μετνοιαν. Ο γρ χρεαν χουσιν ο γιανοντες ατρο, λλ’ ο κακς χοντες. Νν ρξμην λαλσαι πρς τν Κριν μου· γ δ εμι γ κα σποδς, σκληξ κα οκ νθρωπος, νειδος νθρπων κα ξουθνημα λαο. ∆ός μοι λγον ν νοξει το στματς μου, διδος εχν τ εχομν, τι παρ σο πσα δσις γαθ, κα πν δρημα τλειον νωθν στι καταβανον κ σο το Πατρς τν φτων· να κα δεηθ ξως κα κετεσω συμφερντως.

Μ ποστραφ τεταπεινωμνος, κατσχυμμνος, λλ τυχν ν λπισα· κα οτως πελεσομαι χαρων ν πληροφορίᾳ καρδας μου. λησν με, Θες, κατ τ μγα λες σου, τι π σο πποιθεν ψυχ μου· λησν με, Κριε, τι σθενς εμι, ατρς τν ψυχν κα τν σωμτων. ς π το φοβερο σου παριστμενος βματος, ς τν χρντων σου ποδν φαπτμενος, οτω παρακαλ κα δομαι κα ντιβολ μετ συντετριμμνης καρδας κα τεταπεινωμνης· λσθητ μοι τ μαρτωλ, συγχρησν μοι τ χρείῳ κα ταπειν, πιδε ξ γου κατοικητηρου σου π τν μν θλιτητα, πβλεψον ξ γων σου ψωμτων π τν προσευχν το ταπεινο δολου σου, κα μ περδς τν δησν μου· νες μοι, να ναψξω, πρ το με πελθεν, θεν οκ τι λοιπν πιστρψω. ς νθρωπος μαρτον, ς Θες συγχρησον· σ γρ οδας, ∆έσποτα, τ εὐόλισθον τς νθρωπνης φσεως, κα τι γκειται δινοια το νθρπου πιμελς π τ πονηρ κ νετητος. Μνσθητι τι χος σμεν· μνσθητι τι σ μνος καθαρς κα χραντος κα μαντος, πντες δ μες ν πιτιμοις· μνσθητι τν π’ αἰῶνος οκτιρμν σου κα το λους σου, κα μ συγκαταδικσς με τας νομαις μου, μηδ κατ τς μαρτας μου νταποδς μοι. Οδας τ πλθος τν νομιν μου, τι πολ κα ριθμ μ ποκεμενον· λλ’ οδα κα τ πλαγος τς φιλανθρωπας σου, τι νεκαστον κα νκητον. Σ γρ ε αρων τν μαρταν το κσμου, π το ορανο καταβς π τς γς, το ζητσαι τ πλανηθν πρβατον κα πολωλς· ποιμν καλς, τιθες τν ψυχν πρ τν προβτων, κα λθν ες τν κσμον μαρτωλος σσαι, ν πρτς εμι γ. λησον, λησον τ ποημα τν χειρν σου· μ βδελξ με τν νξιον, λλ’ οκτερησον τ ποημ σου, δι’ μ σταυρν πομενας, κα τ τν μωλπων καταδεξμενος στγματα, λλ’ ασμενος, ξλειψον πντα φαρμκ συμπαθεας, κα σπγγ φιλανθρωπας σου· Πντα γρ δνασαι, δυνατε δ σοι οδν.

Κατνυξν μου τν πεπωρωμνην καρδαν, λφρυνον τ βρος το συνειδτος, δξαι μου τ δκρυα κα τν στεναγμν, ς τς πρνης, ς το κορυφαου τν ποστλων Πτρου· δξαι μου τν μικρν τατην ξομολγησιν κα μετνοιαν, προσδεξμενος το λστο τν εγνωμοσνην ν τ σταυρ· δξαι μου τν π τν χειλων καρπν, ς θυσαν ζσαν, εὐάρεστον, ες σμν εωδας. Παρακαλ, παρακλθητι· δυσωπ, δυσωπθητι. μαρτε κα Μανασσς κενος βασιλες, λλ’ οκ πλετο μετανοσας· μαρτε κα αυδ πρ κενου, λλ τν μαρταν ποκλαυσμενος λεθη. Πολλ χω τοιατα παραδεγματα παρηγοροντα κα παραμυθομεν μου τν θυμαν, ποδικοντα τν πγνωσιν π’ μο, κα τρφοντ μου τν λπδα τς σωτηρας. Παρακλεσν μου κα σ τν καρδαν, Πατρ τν οκτιρμν κα Θες πσης παρακλσεως· ψυχαγγησον κα γθυνον, πηγ το λους κα τν γαθν. Πολλ ποησας π το αἰῶνος μεγλα κα θαυμαστ, νδοξ τε κα ξασια, ν οκ στιν ριθμς· λλ’ ε μ τν σωτον σσεις, ε μ τν νξιον παραστσεις, πλεω κα μεζω θαυμαστωθσ· τι τοσατη σου τς λεημοσνης κα τς φιλανθρωπας δναμις, στε κα π βορβρου μαργαρτην ποιεν, κα π το εναι υἱὸν γεννης, υἱὸν βασιλεας ποτελεν.

Κα τι κεκρξομαι πρς τν Κριν μου, κα πρς τν Θεν μου δεηθσομαι· κυβρνησον τ πλοιπν μου τς ζως κατ τ θλημ σου· στριξν με ες τν φβον σου· στερωσν με ν τ γπ σου, κα ν τ πλθει τς χρησττητς σου· χρηστν μοι τλος κα ξιον τς φιλανθρωπας σου δρησαι, κα τ στ κα τς ρμονας μου κα πσαν τν σνθεσιν τς ποστσες μου ν λει κα φιλανθρωπίᾳ σου πιδε, κα ες νσεως κα ες ναπασεως τπον τν θλαν μου ψυχν δηγσας, ποκατστησον, τι πολλα μονα παρ σο κστ κατ’ ξαν διανεμμεναι. τι δομαι κα παρακαλ, δς δ, Κριε, κα χριν συνσεως τ μ ναξιτητι το διανοεσθαι τ σο εὐάρεστα, κμο συμφροντα, κα μ μνον διανοεσθαι, λλ κα διαπρττεσθαι, τ μ συναρπζεσθαι κα συναπγεσθαι τος ματαοις, τ μ διαπρττεσθαι τ μ δοντα, τ κενοδξως ταπεινοσθαι τος ταπεινος, κα τος πσχουσι συμπαθεν, κα τος μαρτνουσι συγχωρεν. Οδα γρ ς, ε μ φσω, οκ φεθσομαι.

ι τοτο, παρακαλ, συγχρησον πντα πσι τος μαρτνουσιν ες μ· ο γρ εσιν οτοι ατιοι, λλ’ γ θλιος, μ ποιν τ θλημ σου, κα μ φυλττων τ προστγματ σου. Τος δ γαπντας μς ντμειψαι τας πλουσαις σου δωρεας· τν δ πνευματικν μου πατρα, κα τος δελφος, ος σ δδωκας, εσπλαγχνε, κρμασιν ος πστασαι σν μο φιλανθρπως οκτειρσας, λησον. Τατ μου τς προσευχς τ ῥήματα στωσαν περεντυγχνοντ μου κα ζντος κα θανντος· ατη ξομολγησις κα τ δκρυα ς θυμαμα νπιν σου κατευθηνθτωσαν· γ δ καθ’ κστην ναμνω το θαντου τ παρατητον. Κα τ μν σμ μου τ θλιον ταφ παραδοθν διαφθαρσεται, κα ες τ ξ ν συνετθη ναλυθσεται, περ ναστσεις ζωοδτης φθαρτον ν τ τς παλιγγενεσας καιρ· τ δ πνεμ μου ες χερς σου παρατθημι. νπαυσον, γιε ∆έσποτα, ν φωτ ζντων, κα ν τ κατοικίᾳ τν εφραινομνων, κα τος μος γενντορας, προγνους, κα δελφος, σος δ οκτας εγνμονας· τι, ε κα μρτομεν, λλ’ οκ πστημεν π σο, οδ διεπετσαμεν χερας μν πρς Θεν λλτριον, λλ σ γνωμεν, κα σ γαπκαμεν, κα σο πεπιστεκαμεν, κα σ προσκυνομεν τν να ν Τριδι Θεν, ν σο τε προσευχμεθα, κα ν σο τς τς σωτηρας ναρτμεν λπδας.

λησον μς κατ τ μγα σου λεος, κα σσον ες τν πουρνιον κα αἰώνιν σου βασιλεαν. Να δ, Κρι μου, Κριε, οτω γενσθω τατα ν μν τος λπζουσιν π σ δι τν πολλν σου κα νυπρβλητον γαθτητα, κα δι τν φατν σου εσπλαγχναν κα φιλανθρωπαν, πρεσβεαις τς πανενδξου, πανυμντου, περευλογημνης, κα κεχαριτωμνης δεσπονης μν, περαγας θεοτκου κα ειπαρθνου Μαρας, τν πουρανων κα νοερν δυνμεων, κα πντων τν π’ αἰῶνς σοι εαρεστησντων. μν.

24 σύντομες προσευχές του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

1. Κύριε, μη στερήσης με των επουρανίων σου και αιωνίων αγαθών.

2. Κύριε, λύτρωσαί με των αιωνίων κολάσεων.

3. Κύριε, είτε λόγω είτε έργω είτε κατά νουν και διάνοιαν ήμαρτον, συγχώρησόν μοι.

4. Κύριε, λύτρωσαί με από πάσης ανάγκης και αγνοίας και λήθης και ραθυμίας και της λιθώδους αναισθησίας.

5. Κύριε, λύτρωσαί με από παντός πειρασμού και εγκαταλείψεως.

6. Κύριε, φώτισον την καρδίαν μου, ην εσκότισεν η πονηρά επιθυμία. 

7. Κύριε, εγώ μεν ως άνθρωπος αμαρτάνω, συ δε ως Θεός ελέησόν με.

8. Κύριε, ίδε την ασθένεια της ψυχής μου και πέμψον την χάριν σου εις βοήθειάν μου, ίνα εν εμοί δοξασθή το όνομά σου το άγιον.

9. Κύριε Ιησού Χριστέ, έγγραψον το όνομα του δούλου σου εν βίβλω ζωής, χαριζόμενός μοι και τέλος αγαθόν.

10. Κύριε ο Θεός μου, ουκ εποίησα ουδέν αγαθόν, αλλ’ αρξαίμην ποτέ τη ευσπλαγχία σου.

11. Κύριε, βρέξον εις την καρδίαν μου την δρόσον της χάριτός σου.

12. Κύριε ο Θεός του ουρανού και της γης, μνήσθητί μου του αμαρτωλού, του αισχρού, του πονηρού και βεβήλου κατά το μέγα έλεός σου, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου.

13. Κύριε, εν μετανοία με παράλαβε και μη εγκαταλίπης με.

14. Κύριε, μη εισενέγκης με εις πειρασμόν.

15. Κύριε, δος μοι έννοιαν αγαθήν.

16. Κυριε, δος μοι δάκρυον και μνήμην θανάτου και κατάνυξιν.

17. Κύριε, δος μοι των λογισμών μου εξαγόρευσιν.

18. Κύριε, δος μοι ταπείνωσιν, εκκοπήν θελήματος και υπακοήν.

19. Κύριε, δος μοι υπομονήν, μακροθυμίαν και πραότητα.

20. Κύριε, εμφύτευσον εν εμοί την ρίζαν των αγαθών, τον φόβον σου.

21. Κύριε, αξίωσόν με αγαπάν σε εξ όλης της ψυχής μου και της διανοίας μου και της καρδίας, και τηρείν εν πάσει το θέλημά σου.

22. Κύριε, σκέπασόν με από τε ανθρώπων πονηρών και δαιμόνων και παθών και από παντός μη προσήκοντος πράγματος.

23. Κύριε, ως κελεύεις, Κύριε, ως γινώσκεις, Κύριε, ως βούλει, γενηθήτω το θέλημά σου εν εμοί.

24. Κύριε, το σον θέλημα γενέσθω και μη το εμόν, πρεσβείαις και ικεσίαις της Παναγίας Θεοτόκου και πάντων των Αγίων σου, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας. Αμήν.

Πηγή: https://trelogiannis.blogspot.com/2023/01/24.html