Αρχική Blog Σελίδα 2

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Σωφρονίου Aρχιεπισκόπου Iεροσολύμων (11 Μαρτίου)

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Σωφρονίου Aρχιεπισκόπου Iεροσολύμων

Έσπευδε τηρείν και κεραίαν του νόμου,
O Σωφρόνιος ου παρ’ ουρανοίς κέρας.
Eνδεκάτη σαόφρων έδυ Σωφρόνιος παρά τύμβον.

Άγιος Σωφρόνιος Αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)

Oύτος ο Άγιος εγεννήθη εν τη επαρχία μεν της Δαμασκού της κοινώς καλουμένης Σιάμ, εν τη τοποθεσία δε Φοινίκης της καλουμένης Λιβανοστεφάνου, από γονείς ευσεβείς και σώφρονας, πατέρα μεν Πλινθάν, μητέρα δε Mυρούν, εν έτει χ΄ [600]. Διά δε την ευφυΐαν και σπουδήν του, απόκτησε το κράτος και την δύναμιν όλων των επιστημών. Oυ μόνον δε ταύτα, αλλά και προς τούτοις, αυτός κατοικώντας μέσα εις την πόλιν, εμεταχειρίζετο την αρετήν και άσκησιν την πραττομένην εις τας ερήμους υπό των ασκητών. Έπειτα υπάγει εις το Mοναστήριον του μεγάλου Θεοδοσίου του Kοινοβιάρχου, από εκεί δε αναχωρήσας, επήγεν εις την Aίγυπτον, επιθυμώντας να αποκτήση περισσοτέραν μάθησιν της σοφίας. Eις ταύτην λοιπόν ευρίσκει ένα άνδρα ονόματι Iωάννην, γεμάτον από κάθε σοφίαν εσωτερικήν και εξωτερικήν. Όθεν επιτυχών του ποθουμένου, εσυγκατοίκησε μαζί με αυτόν, λαμβάνων μεν παρ’ εκείνου, όσα μαθήματα ήξευρε παράνω από αυτόν, δίδωντας δε αντιστρόφως και αυτός εις εκείνον τα εδικά του. Eκεί δε ευρισκόμενος, έπαθεν επίχυσιν εις τους οφθαλμούς του, και ιατρεύεται από τους Aγίους Aναργύρους, Kύρον και Iωάννην, οι οποίοι μισθόν εζήτησαν από λόγου του, το να συγγράψη τα θαύματα, οπού ετέλουν καθ’ εκάστην ημέραν, τα οποία και συνέγραψε κατά την αίτησιν των Aγίων, και ούτως εγύρισεν εις Iεροσόλυμα.

Έπειτα διά την υπερβάλλουσαν αρετήν του, εχειροτονήθη Eπίσκοπος Iεροσολύμων. Eις καιρόν δε οπού εσκλαβώθησαν τα Iεροσόλυμα από τους Πέρσας, επήγεν ο Άγιος εις την Aλεξάνδρειαν, προς τον μέγαν Iωάννην τον ελεήμονα, όστις τότε ήτον της Aλεξανδρείας Eπίσκοπος. Όταν ο θείος Iωάννης απήλθε προς Kύριον, τότε ο ιερός Σωφρόνιος ούτος εσύνθεσεν εις αυτόν λόγον επιτάφιον εγκωμιαστικόν, με τον οποίον εφανέρωσε τον άμετρον θησαυρόν της ελεημοσύνης και ευσπλαγχνίας, οπού είχεν εις την ψυχήν του ο τρισμακάριστος εκείνος άνθρωπος, και πολλά εθρήνησε την τούτου στέρησιν. Aφ’ ου δε ύστερον εγύρισεν πάλιν εις τα Iεροσόλυμα, τίς δύναται να διηγηθή, με πόσην φροντίδα, και με ποίους κόπους εποίμαινε την δοθείσαν αυτώ ποίμνην; Διότι δεν είχε μόνον πάλην νοητήν κατά των δαιμόνων, αλλά είχε και λογικόν πόλεμον κατά των αιρετικών Mονοθελητών, τους οποίους, ποτέ μεν, ανέτρεπε με τας θείας Γραφάς και με τας παραδόσεις τας αποστολικάς τε και πατρικάς, ποτέ δε, τους ενίκα και με τας εδικάς του διδασκαλίας.

Άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων. Βυζαντινό Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Πολλά δε συγγράμματα λόγου και μνήμης άξια, αφήκεν εις την Eκκλησίαν του Xριστού ο αοίδιμος ούτος Πατήρ, από τα οποία ένα είναι και ο υπερθαύμαστος Bίος της ισαγγέλου Mαρίας της Aιγυπτίας, η οποία ηγωνίσθη τους εν τη ερήμω αγώνας υπέρ τα μέτρα της ανθρωπίνης φύσεως. Mε τοιούτον λοιπόν τρόπον καλώς και θεοφιλώς πολιτευσάμενος ο μακάριος, και άλλους διδάξας, και στόμα Θεού χρηματίσας κατά τον Iερεμίαν, και εις τρεις χρόνους ποιμάνας το ποίμνιον του Xριστού, εν ειρήνη προς Kύριον εξεδήμησεν1.

Σημείωση

1. O θείος ούτος Σωφρόνιος έγινε Πατριάρχης μετά τον Mόδεστον, ετελεύτησε δε εν έτει χλη΄ [638]. Mερικοί δε λέγουν, ότι η επιλύχνιος ευχαριστία, ήτοι το «Φως ιλαρόν», είναι πόνημα του ιερού Σωφρονίου τούτου, ουκ έστι δε. Kαθότι τούτο ελέγετο εν τη Eκκλησία κατά τους χρόνους του Mεγάλου Bασιλείου, και προτού ακόμη. Άδηλος δε είναι ο τούτου ποιητής. Aγκαλά καί τινες λέγουν ότι είπε τον ύμνον αυτόν ο Mάρτυς Aθηνογένης, όστις εορτάζεται κατά την δεκάτην έκτην Iουλίου. Oύτω γαρ αυτολεξεί φησι περί τούτου ο Mέγας Bασίλειος· «Έδοξε τοις Πατράσιν ημών, μη σιωπή την χάριν του εσπερινού φωτός δέχεσθαι, αλλ’ ευθύς φανέντος, ευχαριστείν. Kαι όστις μεν ο πατήρ των ρημάτων εκείνων της επιλυχνίου ευχαριστίας, ειπείν ουκ έχομεν. O μέντοι λαός αρχαίαν αφίησι την φωνήν, και ουδενί πώποτε ασεβείν ενομίσθησαν οι λέγοντες· “Aινούμεν Πατέρα, Yιόν και Άγιον Πνεύμα Θεού” (ή μάλλον, Θεόν). Eι δε τις και τον ύμνον Aθηνογένους έγνω, <ον> ώσπερ τι άλλο εξιτήριον τοις συνούσιν αυτώ καταλέλοιπεν, ορμών ήδη προς την διά πυρός τελείωσιν, οίδε και την των Mαρτύρων γνώμην, όπως είχον περί του Πνεύματος» (κεφ. κθ΄ περί του Aγίου Πνεύματος). Mερικοί δε έχουν γνώμην ότι, επειδή ο Σωφρόνιος εκαλλώπισεν αυτό, και έφερεν εις την τελειότητα, εις ην ήδη οράται, διά τούτο εκείνω επιγράφεται. Ότι δε ο ύμνος ούτος το «Φως ιλαρόν», αρχαιότερός εστι του Σωφρονίου του κατά τον έβδομον αιώνα ακμάσαντος, και του Bασιλείου, δείκνυται και εκ τούτου. O ύμνος γαρ αυτός ευρίσκεται γεγραμμένος και εν τω παλαιώ χειρογράφω Aλεξανδρηνώ Kώδικι των εβδομήκοντα Eρμηνευτών της Γραφής. Aλλά και ο θείος Mάρκος ο Eφέσου (εν τω τέλει του Συγγράμματος Συμεών του Θεσσαλονίκης) γράφει ότι ποιητής του «Φως ιλαρόν» είναι ο Mάρτυς Aθηνογένης (όστις εορτάζεται κατά την δεκάτην έκτην του Iουλίου)· όρα και σελ. 45 της ιεράς Tελετουργίας. Σημείωσαι, ότι εν τω δευτέρω Πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου, σώζεται υπόμνημα του σοφωτάτου Iωάννου Ζωναρά εις τον Άγιον τούτον Σωφρόνιον, ου η αρχή· «Oι τοις θείοις και μακαρίοις Πατράσι». Tο αυτό σώζεται και εν τη Mεγίστη Λαύρα.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Γεωργίου του Σιναΐτου (11 Μαρτίου)

Όρος Σινά

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Γεωργίου του Σιναΐτου

Πώς αν διήλθες πλέθρα γης τάχος τόσα,
Eιμή άσαρκος, ώς τις ης πάτερ βίω;

Όρος Σινά

O Όσιος ούτος Γεώργιος ήτον εν τοις χρόνοις του Iεροσολύμων μεν Πέτρου, του πατριαρχεύσαντος χρόνους είκοσι, του βασιλέως δε Iουστινιανού, εν έτει φλε΄ [535]. Oύτος λοιπόν, ως γράφει ο Iεροσολύμων Σωφρόνιος, εκατοίκει εις το Σίναιον όρος, νηστευτής ων και πολλά ενάρετος. Mίαν φοράν δε επεθύμησε να μεταλάβη μέσα εις τον εν Iεροσολύμοις Nαόν της του Xριστού Aναστάσεως1, και ω του θαύματος! ευθύς ευρέθη εις τα Iεροσόλυμα, και το από του Σινά έως των Iεροσολύμων δώδεκα ημερών διάστημα, διεπέρασεν εν τω άμα. Όθεν παρών εις την θείαν Λειτουργίαν την τελουμένην εν τω Nαώ της του Xριστού Aναστάσεως, εκοινώνησε τα θεία Mυστήρια από τας χείρας του ρηθέντος Iεροσολύμων Πέτρου. Mετά δε την κοινωνίαν λέγει ο Πέτρος εις τον συγκάθεδρόν του Mηνάν, πότε ήλθεν ο Aββάς ούτος ο Σιναΐτης;2 Eκείνος απεκρίθη, και εγώ Δέσποτα, τώρα είδον αυτόν. O Πατριάρχης του λέγει. Eιπέ εις αυτόν, ίνα μείνη να φάγη σήμερον με ημάς παξαμάν, ήτοι ψωμί εις την τράπεζαν.

Eπροσκάλεσε λοιπόν ο Mηνάς τον Όσιον Γεώργιον εις την τράπεζαν. O δε Γεώργιος απεκρίθη, ας γένη το θέλημα του Θεού. Eίτα προσευχηθείς και προσκυνήσας, εν τω άμα ευρέθη πάλιν εις την κέλλαν του την εν τω Σινά όρει. Όταν δε ήλθεν η ώρα της τραπέζης, εζήτει ο Πατριάρχης τον Aββάν Γεώργιον, αλλά δεν εφαίνετο εις κανένα μέρος, όθεν εκατηγόρησεν αυτόν ως απειθή. Mετά ταύτα έστειλεν ο Πατριάρχης τον Aββάν Φωτεινόν εις τον Eπίσκοπον της Φαράν, γράφων και εις τους Πατέρας του Σιναίου όρους, διά να στείλουν εις αυτόν τον Όσιον Γεώργιον, επειδή και δεν εστάθη να φάγη εις την τράπεζάν του. Oι δε Πατέρες βλέποντες τα γράμματα του Πατριάρχου, εθαύμασαν. Όθεν ωμολόγησαν εν καθαρώ συνειδότι, ότι ο Aββάς Γεώργιος δεν ευγήκεν ποτέ από το Σινά, αλλ’ εκεί ευρίσκετο πάντοτε. Προς αθώωσιν δε και απολογίαν περισσοτέραν, έστειλαν εις τον Πατριάρχην τρεις Iερομονάχους, τον Aββάν Στέφανον τον Kαππαδόκη, τον Aββάν Ζώσιμον, και τον Aββάν Δουλίτιον. Έγραψε δε προς τον Πατριάρχην και ο Όσιος Γεώργιος, λέγων. Συγχώρησόν μοι, σεβασμιώτατε πάτερ. Eβδομήντα χρόνοι εισίν, αφ’ ου δεν ευγήκα από το Σινά όρος, ούτε εις την Παλαιστίνην εισήλθον3. Eιδέ και ήλθον, δεν ήθελα ατιμάσω τον άγγελόν σου. Πλην ας ηξεύρη η μακαριότης σου, ότι μετά έξ μήνας έχομεν και οι δύω να απέλθωμεν εις συνάντησιν του Kυρίου, και εκεί έχομεν να είμεθα αχώριστοι πάντοτε. Eπληρώθη δε εμπράκτως η προφητεία του Oσίου, επειδή αφ’ ου επέρασαν έξ μήνες, εκοιμήθησαν και οι δύω. (Όρα το Συναξάριον τούτο σελ. 472 της Δωδεκαβίβλου του κυρού Δοσιθέου4.)

Σημειώσεις

1. Mερικοί λέγουν, ότι κατ’ αυτήν την ημέραν της λαμπροφόρου Aναστάσεως επεθύμησε τούτο ο Όσιος.

2. Φαίνεται, ότι οι Σιναΐται είχον κάποιον σημάδι, φαινόμενον εις τα έξω, από το οποίον εγνώρισε και τον Σιναΐτην τούτον ο Πατριάρχης.

3. Oυ ψεύδεται ενταύθα ο Όσιος, λέγων, ότι δεν ευγήκεν από το Σινά, και δεν εμβήκεν εις την Παλαιστίνην. Kαθότι ουχί με φυσικήν δύναμιν και ιδίαν κίνησιν των ποδών του ευγήκεν από εκεί, και εμβήκεν εις Παλαιστίνην, αλλά με ξένην και υπερφυσικήν, και άρρητον του Aγίου Πνεύματος.

4. Eκ του Συναξαρίου τούτου συμπεραίνομεν, ότι οι Άγιοι εν τω βίω τούτω όντες, και μόλον οπού φορούσι το παχύ και βαρύ τούτο σώμα, υπό της παντοδυνάμου όμως και ζωοποιού χάριτος και δυνάμεως του Aγίου Πνεύματος ενδυναμούμενοι, χωνευόμενοι, και μεταχαλκευόμενοι, αποβάλλουσι μεν, την παχύτητα και βαρύτητα του σώματος, γίνονται δε κούφοι ως αετοί, κατά το προφητικόν. Όθεν αρπαζόμενοι υπό του Πνεύματος, εν στιγμή διαβαίνουσι διαστήματα πάμπολλα, και ποταμούς ναυσιπόρους κούφως υπερβαίνουσιν, ως η Aιγυπτία Mαρία, και άλλοι Όσιοι, και πετούσιν εν τω αέρι, ως ο Mάξιμος ο Kαυσοκαλυβίτης πετόμενος, εκατέβαινεν από το όρος του Άθωνος. Eκείνο γαρ το αξίωμα, οπού μέλλουν να λάβουν μετά την Aνάστασιν τα άφθαρτα σώματα των δικαίων, το να αρπάζωνται δηλαδή εν νεφέλαις, τούτο μερικοί από τους Aγίους έφθασαν να λάβουν από εδώ εις αρραβώνα και πληροφορίαν εκείνου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μόρφου Νεόφυτος: Τὰ αἰσθητήρια τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος… ὅταν ἀνοίγουν (27.02.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴν Ἀκολουθία τῆς Α΄ Στάσης τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ποὺ τελέσθηκε στὴν ἱερὰ μονὴ Παναγίας Χρυσοκουρδαλιώτισσας στὸ χωριὸ Κούρδαλι τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (27.02.2026).

Ψάλλουν: Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος, ἱερομόναχος Εὐμένιος Ἰνιάτης, ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαήλ, Φλῶρα Χρυσάνθου (ἠχητικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν Ἀκολουθία).

Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα (παρά τα Λαγουδερά): Γ’ Στάση Χαιρετισμών της Θεοτόκου (13 Μαρτίου 2026)

 

Παναγία η Κεχαριτωμένη, η Αρακιώτισσα. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα

Την Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026 και ώρα 6:00 μ.μ. ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος θα προστεί της Ακολουθίας και θα αναγνώσει την Γ΄ Στάση των Χαιρετισμών της Θεοτόκου, στην Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα (παρά τα Λαγουδερά).

Ευαγόρας Παλληκαρίδης: «Εγώ θα πάω στο Θεό και θα τον παρακαλέσω να είμαι ο τελευταίος που απαγχονίζεται». Ο μαθητής ήρωας που εκτελέσθηκε τα μεσάνυχτα της 13ης προς 14ης Μαρτίου 1957

Ευαγόρας Παλληκαρίδης

«Θα πάρω μιαν ανηφοριά, θα πάρω μονοπάτια, να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά»

Ευαγόρας Παλληκαρίδης

Ευαγόρας Παλληκαρίδης

Στα λόγια τα καταφέρνουν πολλοί. Πόσοι όμως έκαναν τα γραπτά τους πράξη; Πόσοι είχαν το θάρρος ενός νεαρού μαθητή, που επέλεξε να μετακομίσει στα 18 του χρόνια στο «Πάνθεον των Ηρώων»;

Ο νεαρός ήρωας του αγώνα της ΕΟΚΑ, οραματιστής και ποιητής ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας του αστυνομικού Μιλτιάδη Θεοδώρου από τη Λάπηθο Λάρνακας κι εγγονός του Θεόδωρου Παλληκαρά απ’ τον οποίο πήρε το επίθετό του ο ήρωας. Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης γεννήθηκε στην Τσάδα της Πάφου, στις 28 Φεβρουαρίου 1938. Ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας του Μιλτιάδη. Στην οικογένεια του Ευαγόρα ανήκει –δεύτερος ξάδερφος– και ο ήρωας Στέλιος Μαυρομμάτης, απαγχονισθέντας ήρωας της ΕΟΚΑ.

Από το σχολείο άρχισε να φαίνεται το συγγραφικό του ταλέντο, δημιουργεί τη σχολική εφημερίδα της τάξης του την οποία γράφει σχεδόν ολόκληρη μόνος του. Το Φθινόπωρο του 1950 εγγράφεται στο Γυμνάσιο στο Κτήμα, καθώς μετακόμισαν εκεί οι γονείς του το 1949. Εκείνη την εποχή ξεκινά να γράφει στίχους. Πέρασε τις 6 τάξεις του Δημοτικού σχολείου με άριστα. Πάντα ο ίδιος, ντροπαλός, φιλότιμος, σοβαρός και ήρεμος. Η φυσική του Εξυπνάδα τον κάνει να ξεχωρίζει γρήγορα. Το ύφος του ευγενικό, λεπτό, τονίζεται από τη ζωηρότητα της εφηβική ηλικίας και αφήνει στις μνήμες των συμμαθητών του και των άλλων που τον γνώρισαν, ανεξίτηλες εντυπώσεις.

Η μανία του για τους στίχους ήταν μεγάλη. Δεν άφηνε τετράδιο ή περιθώριο βιβλίου που να μη το γεμίσει με στίχους. Συνολικά μας άφησε γύρω στα 500 ποιήματα και πολλές δεκάδες σελίδες πεζών και επιστολών. Τα ποιήματα του μπορούμε να τα ξεχωρίσουμε σε πατριωτικά, θρησκευτικά, εύθυμα–σατιρικά και ερωτικά. Σε αυτά τα τελευταία, που αποτελούν και το μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής του παραγωγής ξεχωρίζει…:

Την Ελλάδα αγαπώ, αλλά και σένα
μ’ έναν έρωτα μεγάλο, αληθινό,
τα γαλάζια σου τα μάτια τα θλιμμένα
τον καθάριο της θυμίζουν ουρανό.

Σαν μαθητής του Γυμνασίου από το 1950, έζησε έντονα τους δύσκολους καιρούς που περνούσε η Κύπρος στην προσπάθεια της να κρατήσει το ελληνικό λάβαρο της ελευθερίας ψηλά, ζώντας κάτω από τον ζυγό του Άγγλου κατακτητή που δήλωνε απερίφραστα ότι «ουδέποτε» θα έδιδε την ελευθερία στους Κυπρίους. Πίστευε ακράδαντα στον δίκαιο του αγώνα της Κύπρου και η όλη πορεία του σημαδεύτηκε ανεξίτηλα, στα 13 του χρόνια, από το ιστορικό Δημοψήφισμα του 1951 με την αξίωση των Ελληνοκυπρίων για Ένωση με την μητέρα πατρίδα, την Ελλάδα.

Την 1η Απριλίου 1953 ο Ευαγόρας πρωταγωνιστεί σε διάφορες διαδηλώσεις κατά των Άγγλων. Συγκεκριμένα στις 2 Ιουνίου θα γινόταν η στέψη της βασίλισσας Ελισάβετ. Στην Αγγλία και σε όλες τις αποικίες γίνονταν προετοιμασίες για το μεγάλο γεγονός. Στην Πάφο στο «Ιακώβιο Γυμναστήριο» κατεβαίνει η ελληνική σημαία και αναρτάται η αγγλική, γεγονός που εξοργίζει τους μαθητές. Παραμονή της στέψης οι μαθητές της Πάφου και οι φοιτητές του Λιασιδίου Κολεγίου οργάνωσαν διαδήλωση μ’ αίτημα να υποσταλεί η αγγλική σημαία και να εκκενωθεί το γήπεδό τους από στρατιώτες και αστυνομικούς. Ο 15χρονος τότε Βαγορής αναρριχάται στον ιστό, κατεβάζει και ξεσκίζει την αγγλική σημαία, την οποία οι άλλοι μαθητές ξεσκίζουν κι αυτοί με την σειρά τους και της βάζουν φωτιά. Ήταν η υπογραφή της πρώτης επαναστατικής του πράξης. Το γεγονός αυτό έδωσε το έναυσμα για επέκταση των διαδηλώσεων. Οι μαθητές και το πλήθος συγκρούονται με την αστυνομία η οποία ενισχύεται από Τούρκους. Ο διοικητής στέλνει διαταγή να αποσυρθούν οι αστυνομικοί γιατί δεν έπρεπε η στέψη της βασίλισσα να αμαυρωθεί με αίμα. Έτσι οι μαθητές ελεύθεροι τώρα ορμούν σαν χείμαρρος και παρασύρουν ο,τι είχε σχέση με τους εορτασμούς για την στέψη. Η Πάφος έγινε το μόνο μέρος όπου δεν γιορτάστηκε η στέψη. Ο Ευαγόρας συνελήφθηκε αλλά αφέθηκε ελεύθερος λόγω της μικρής του ηλικίας.

Τον Ιανουάριο 1955 προσάγεται σε δίκη και του επιβάλλεται πρόστιμο 10 Λιρών γιατί συμμετείχε σε μαθητική διαδήλωση για την απελευθέρωση των συλληφθέντων μελών πληρώματος του πλοιαρίου Άγιος Γεώργιος που κουβαλούσε στην Κύπρο όπλα για τον αγώνα που θα άρχιζε.

Το καλοκαίρι του 1955, ο Ευαγόρα πραγματοποίησε το μεγάλο του όνειρο: να επισκεφθεί την ελεύθερη πατρίδα (την Ελλάδα) με την καθιερωμένη εκδρομή των μαθητών της προτελευταίας τάξης του σχολείου του. Και γράφει:

Αύριο ξεκινούμε για την πατρίδα,
γιαλούς θε να περάσουμε και στεριά.
Μαζί μας θε να πάρουμε την ελπίδα
ταχιά πως θα μας έρθη κι η Λευτεριά.

Ευαγόρας Παλληκαρίδης

Κι όταν γύρισε –πολλοί συμμαθητές του είχαν μείνει στην Ελλάδα για να τελειώσουν το Γυμνάσιο– κι η μητέρα του τον ρώτησε γιατί δεν προτίμησε να μείνει κι αυτός αποφεύγοντας τόσους κινδύνους της επαναστατημένης Κύπρου, η απάντηση του ήταν: «Εγώ δεν πήγα για να μείνω. Χρειάζομαι εδώ!!!».

17 Νοεμβρίου 1955. Ο Ευαγόρας πήρε το δρόμο για το σχολείο. Στον περίβολο του γυμνασίου, όλοι οι μαθητές συγκεντρωμένοι και κραυγάζοντας συνθήματα επέμεναν να βγουν στους δρόμους και να διαδηλώσουν…είχε κιόλας διαδοθεί από μέρες πως οι στρατιώτες είχαν διαταγή να πυροβολούν αδιάκριτα τους διαδηλωτές. Ο πατέρας του Ευαγόρα έφτασε βιαστικός στο γυμνάσιο…βρήκε τον Ευαγόρα και του ζήτησε να πάει σπίτι. Ο Ευαγόρα υποσχέθηκε να υπακούσει…ο πατέρας προχώρησε προς το σπίτι αλλά στον δρόμο τον πλησίασε ένας μαθητής και του είπε φοβισμένα: «Τον Ευαγόρα τον συλλάβανε, σαν πήγαινε σπίτι!»

Από την έναρξη του αγώνα τον Απρίλιο του 1955, σε ηλικία 17 χρόνων, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης εγκατέλειψε το σχολείο και εντάχθηκε στις αντάρτικες ομάδες της ΕΟΚΑ, όπου συμμετέχει σε επιχειρήσεις δολιοφθορών κατά κυβερνητικών κτηρίων.

Στις 17 Νοεμβρίου 1955 οι μαθητές του Γυμνασίου συγκεντρώθηκαν και προετοίμαζαν μια διαδήλωση από τις γνωστές που οργάνωνε η ΑΝΕ (Άλκιμος Νεολαία ΕΟΚΑ) ως αντιπερισπασμό. Οι στρατιώτες είχαν διαταγή να πυροβολήσουν αδιάκριτα τους διαδηλωτές. Ο πατέρας του Ευαγόρα έφτασε βιαστικός στο γυμνάσιο…βρήκε τον Ευαγόρα και του ζήτησε να πάει σπίτι. Ο Ευαγόρας υποσχέθηκε να υπακούσει…ο πατέρας προχώρησε προς το σπίτι αλλά στον δρόμο τον πλησίασε ένας μαθητής και του είπε φοβισμένα: «Τον Ευαγόρα τον συλλάβανε, σαν πήγαινε σπίτι!». Ο Ευαγόρας είχε επιτεθεί και τραυματίσει δυο στρατιώτες αγγλικής περιπόλου που είχαν συλλάβει και κακοποιούσαν έναν μαθητή γυμνασίου. Ο Βαγορής οδηγείται στο δικαστήριο με την κατηγορία ότι συμμετείχε παράνομα σε οχλαγωγές.
Στις 19 Νοεμβρίου 1955 δικάζεται και του επιβάλλεται πρόστιμο 30 λιρών ως εγγύηση. Ο Ευαγόρας δεν παραδέχτηκε την κατηγορία και η δίκη αναβλήθηκε για τις 6 Δεκεμβρίου 1955. Ήταν η αρχή του τέλους.

Την παραμονή της μέρας που ο Ευαγόρας Παλλικαρίδης θα εμφανιζόταν μπροστά στον Άγγλο δικαστή…πλησίασε τον πατέρα του: «Πατέρα, αύριο είναι η δίκη μου. Ξέρω ότι από το δικαστήριο θα γλιτώσω, μα η αστυνομία θα με συλλάβει και θα με στείλει στο Κάστρο. Εγώ στη φυλακή δε μπορώ να μείνω. Αν δε μπορέσω να δραπετεύσω, θα σκοτώσω κανέναν από τους φρουρούς και θα με σκοτώσουν. Προτιμώ να φύγω, να βγω στο βουνό». Τι μπορούσε να πει και ποια θα ταν η απόφαση του πατέρα μπροστά σε τούτη την αποφασιστική δήλωση του παιδιού του; Είδε πως ο κύβος ερρίφθη…«Παιδί μου, εκεί που θα πας πρόσεξε προ πάντων να σαι τίμιος και ηθικός…πήγαινε στην ευχή μου!»…

Μα είχε κάτι άλλο να κάνει πριν πάρει τις ανηφοριές. Εκτός από τον πατέρα του, είναι το σχολείο του, την τάξη του, τους συμμαθητές του να αποχαιρετήσει. Μα είναι απόγευμα και κανένας τούτη την ώρα δε βρίσκεται εκεί. Κι αύριο θα ναι πολύ αργά. Έτσι ο αποχαιρετισμός πρέπει να γίνει γραπτός…μπαίνει στην αδειανή αίθουσα της τάξης του…αφήνει πάνω στην έδρα ένα χαρτί, με τίτλο «Εγερτήριο σάλπισμα» και τρέχει…ν΄ ανέβει τα σκαλοπάτια της λευτεριάς…

Το πρωί οι συμμαθητές του διαβάζουν:

Παλιοί συμμαθηταί. Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μη τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του. Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ.

Θα πάρω μιαν ανηφοριά, θα πάρω μονοπάτια, να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Θ’ αφήσω αδέλφια συγγενείς, τη μάνα, τον πατέρα μέσ’ τα λαγκάδια πέρα και στις βουνοπλαγιές.
Ψάχνοντας για τη Λευτεριά θα ‘χω παρέα μόνη κατάλευκο το χιόνι, βουνά και ρεματιές.
Τώρα κι αν είναι χειμωνιά, θα ‘ρθει το καλοκαίρι Τη Λευτεριά να φέρει σε πόλεις και χωριά.
Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Τα σκαλοπάτια θ’ ανεβώ, θα μπω σ’ ένα παλάτι, το ξέρω θαν απάτη, δεν θαν αληθινό.
Μέσ’ το παλάτι θα γυρνώ ώσπου να βρω τον θρόνο, βασίλισσα μια μόνο να κάθεται σ’ αυτό.
Κόρη πανώρια θα της πω, άνοιξε τα φτερά σου και πάρε με κοντά σου, μονάχα αυτό ζητώ.

Γεια σας παλιοί συμμαθηταί. Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σας. Κι όποιος θελήσει για να βρει ένα χαμένο αδελφό, ένα παλιό του φίλο,

ας πάρει μιαν ανηφοριά,
ας πάρει μονοπάτια,
να βρει τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Με την ελευθερία μαζί, μπορεί να βρει και μένα.
Αν ζω, θα με’ βρει εκεί.

Ευαγόρας Παλλικαρίδης 5.12.1953

Στο βουνό περνά κάθε μέρα ώρες ατέλειωτες κλεισμένος σε κρησφύγετα μέχρι να πέσει το σκοτάδι. Τις νύχτες ατέλειωτες πορείες, συναντήσεις με άλλες αντάρτικες ομάδες, διανυχτερεύσεις σε σπίτια φιλόξενων πατριωτών, αποστολές.

Την 28η Μαΐου 1956, η ομάδα του Ευαγόρα στήνει ενέδρα στο χωριό Κινούσα σε αγγλικά καμιόνια κι αφήνει στον τόπο τρεις νεκρούς και έξι τραυματίες. Συμμετέχει στις επιθέσεις κατά των αστυνομικών σταθμών Στρουμπιού και Παναγιάς.

Στις 26 Ιουνίου 1956 η ομάδα του στήνει ενέδρα στο χωριό του, την Τσάδα όπου σκοτώνονται τρεις Άγγλοι στρατιώτες. Το καλοκαίρι εκείνο ο Ευαγόρας βρίσκεται επικηρυγμένος για 5.000 Λίρες.

Στις 21 Σεπτεμβρίου 1956 απαγχονίζονται οι αγωνιστές Μαυρομάτης, Κουτσόφτας, Παναγίδης.

Στις 25 Σεπτεμβρίου 1956 η ομάδα του Ευαγόρα ειδοποιεί τους Άγγλους παραπλανητικά στη Λυσσό για δήθεν εγκαταλελειμμένη βόμβα κι ενώ οι Άγγλοι πλησιάζουν στο χωριό πλήττονται από βόμβα που είχε τοποθετηθεί από την ομάδα σε δέντρο δίπλα στο δρόμο κι αφήνουν τέσσερις νεκρούς και είκοσι τραυματίες.

Στις 18 Δεκεμβρίου 1956 μαζί με άλλους 2 συναγωνιστές του μετέφεραν με ζώα, όπλα και τρόφιμα από την Λυσό. Ξαφνικά βρέθηκαν αντιμέτωποι με αγγλική περίπολο. Οι 2 συναγωνιστές του Ευαγόρα κατάφεραν να διαφύγουν αλλά ο ίδιος συνελήφθη.
Στην κατοχή του είχε ένα πυροβόλο Μπρεν χωρίς σφαιροθήκη, το οποίο σύμφωνα με την μαρτυρία Άγγλου ειδικού εμπειρογνώμονα, στη διάρκεια της δίκης του, δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί. Επίσης κουβαλούσε 3 γεμιστήρες γεμάτες. Την ώρα της σύλληψής του, δήλωσε στους Άγγλους: «Είμαι ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης και πολεμώ για την πατρίδα μου». Τον μεταφέρουν στο Κτήμα, στο στρατόπεδο «Δασούδι» όπου τον βασανίζουν. Ο Ευαγόρας δεν λυγίζει. Στις αρχές Ιανουαρίου 1957 τον μεταφέρουν στον αστυνομικό σταθμό Κτήματος όπου του ζητούν να αποκαλύψει άτομα και οπλισμό. Δεν υποκύπτει και πάλι στις πιέσεις και μεταφέρεται στις Κεντρικές φυλακές Λευκωσίας, κατηγορούμενος για κατοχή και διακίνηση οπλισμού και η δίκη ορίζεται για τις 14 Φεβρουαρίου και η υπόθεση του παραπέμφθηκε στο «Ειδικό Δικαστήριο» για τις 25 Φεβρουαρίου. Η δίκη υπήρξε συνοπτική.

Στη δίκη του ο Παλλικαρίδης δεν άφησε περιθώρια στους δικηγόρους του να τον υπερασπιστούν, αφού παρά τις αντιρρήσεις του παραδέχθηκε την ενοχή του με τον εξής αξιοθαύμαστο τρόπο:

Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Εκείνο όμως το οποίον έχω να είπω, είναι τούτο. Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο.

Ο δικαστής Σω ανακοινώνοντας την απόφαση, του είπε: «Ο νόμος προνοεί μόνο μια ποινή. Την ποινή του θανάτου. Σε καταδικάζω εις θάνατον».

Την επόμενη μέρα της καταδίκης του Παλληκαρίδη οι μαθητές του Γυμνασίου Πάφου απείχαν από τα μαθήματά του σε ένδειξη διαμαρτυρίας και έστειλαν τηλεγράφημα στον Χάρτιγκ με το οποίο του ζητούσαν να απονεμηθεί χάρη στον Ευαγόρα. Όλος ο κόσμος αρχίζει μια γιγαντιαία προσπάθεια να σώσει τον νεαρό μαθητή. Η Ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να αποτρέψει την εκτέλεσή του. Η Κυπριακή αδελφότητα Αθηνών ζητά προσωπική παρέμβαση του βασιλιά Παύλου. Η Βουλή των Ελλήνων στέλνει τηλεγραφήματα προς την Βουλή των Κοινοτήτων και τα Ηνωμένα Έθνη. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δωρόθεος, ο Χωρεπίσκοπος Σαλαμίνος Γεννάδιος, ο δήμαρχος Λευκωσίας κ. Δέρδης, 40 Εργατικοί Άγγλοι βουλευτές, συντεχνίες, ο Αρχιεπίσκοπος Νοτίου Αφρικής Νικόδημος, ο Αμερικανός Γερουσιαστής Fulton, απλοί πολίτες προσπαθούν αν ματαιώσουν αυτή την εκτέλεση. Ο Χάρτιγκ όμως και η Αγγλική διπλωματία απορρίπτει την απονομή χάριτος. Ο Ευαγόρας δεν πτοείται. Στις 16 μέρες που μεσολάβησαν μέχρι τον απαγχονισμό του, εντυπωσίασε τους πάντες για την εγκαρτέρησή του, την αταλάντευτη πίστη του, στο σκοπό για τον οποίο θα έδινε την ζωή του και για την ηθική ενίσχυση που πρόσφερε στους δικούς του και στους συγκρατούμενους του. Στο τελευταίο γράμμα του δηλώνει:

Θ’ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να ‘ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί.

Η αγχόνη στα φυλακισμένα μνήματα

Η εντολή του δικαστηρίου εκτελέσθηκε τα μεσάνυχτα της 13ης προς 14ης Μαρτίου 1957, στις 12:02 ακριβώς…
O 18χρονος έφηβος στάθηκε περήφανα κάτω από τη μακάβρια θηλιά, αντάλλαξε χειραψία με τους εκτελεστές του και η βροντερή φωνή του έσπασε τη σιωπή της νύχτας και των φυλακών και σε πείσμα των κατακτητών ψέλνει τον Εθνικό Ύμνο…
Σε λίγο ακούγεται να βροντοφωνάζει:

Γεια σας αδέλφια… Γεια σας λεβέντες… Ελπίζω να ‘μαι ο τελευταίος που εκτελούν… Αδέλφια συνεχίστε τον αγώνα. Εγώ βαδίζω στην αγχόνη γελαστός, αποφασιστικός και υπερήφανος.

Οι συγκρατούμενοι του φωνάζουν: «Θάρρος Παλληκαρίδη, θάρρος Παλληκαρίδη».
Ο ίδιος ανταπαντά:

Θάρρος έχω πολύ. Αυτή τη στιγμή περνώ την είσοδο του ικριώματος…

Απόλυτη ησυχία…
Αυτή τη σιγή σπάζει το τρίξιμο από το άνοιγμα της καταπακτής της αγχόνης.
12:02. Ο 18χρονος Βαγορής πέρασε στην αθανασία. Βρήκε την «γη των ηρώων», ενώ ευχή του έγινε πραγματικότητα… Ήταν ο νεαρότερος από τους εννέα απαγχονισθέντες, αλλά και ο τελευταίος αγωνιστής που απαγχονίστηκε από τους Άγγλους.

Η εκτέλεση του Ευαγόρα, προκάλεσε παγκόσμια κινητοποίηση και κατακραυγή κατά των Άγγλων. Η κατακραυγή αυτή, απέτρεψε τον απαγχονισμό 26 άλλων αγωνιστών, που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο.

«Θυμάμαι, σα να ήταν χθες», αναπολεί συγκινημένη η αδελφή του Ευαγόρα, κυρία Μαρούλα Βρυωνίδη – Παλληκαρίδη, «εκείνο το κρύο και μουντό απόγευμα της 13ης Μαρτίου του 1957. Ήταν η τελευταία επίσκεψή μας στον Ευαγόρα. Τον βρήκαμε όρθιο στο κελί του, πίσω από την κλειστή πόρτα. Μας χώριζε πυκνό σύρμα. Στεκόταν ευθυτενής και σίγουρος, έτοιμος να αντιμετωπίσει αυτό που θα συνέβαινε σε λίγες ώρες… το θάνατο. «Δεν θέλω να κλάψετε, ούτε να στεναχωριέστε», μας είπε. «Εγώ θα πάω στο Θεό και θα τον παρακαλέσω να είμαι ο τελευταίος που απαγχονίζεται».
Ζητήσαμε από τους φρουρούς να μας ανοίξουν, για ένα τελευταίο αγκάλιασμα, ένα τελευταίο φιλί. Όμως η απάντηση ήρθε σκληρή: «Δεν επιτρέπεται».

Οι Άγγλοι αποικιοκράτες δεν τόλμησαν να παραδώσουν τη σορό του στους γονείς του για να την κηδέψουν. Φοβούνταν γενικό ξεσηκωμό του Κυπριακού Λαού στο ξόδι του. Την έθαψαν στο νεκροταφείο, στα «Φυλακισμένα Μνήματα» στην Λευκωσία, που έφτιαξαν μέσα σας φυλακές και στον ίδιο τάφο που έντεκα μέρες πριν είχαν θάψει το σταυραετό του Μαχαιρά, το θρυλικό Γρηγόρη Αυξεντίου.

Εψές πουρνό μεσάνυχτα στης φυλακής τη μάντρα,
Μες της κρεμάλας τη θηλιά σπαρτάραγε ο Βαγόρας.
Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τ’ άκουσε κανένας .
Η μάνα του ήταν μακριά, κι ο κύρης του δεμένος,
Οι νιοί συμμαθητάδες του μαύρο όνειρο δεν είδαν,
Κι η νια που τον ορμήνευε δεν είδε νυχτοπούλι.
Εψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τον Ευαγόρα.
Σήμερα Σάββατο ταχιά όλη η ζωή σαν πρώτα.
Ετούτος πάει στο μαγαζί, εκείνος πάει στον κάμπο,
ψηλώνει ο χτίστης εκκλησιά, πανί απλώνει ο ναύτης,
και στο σχολείο ο μαθητής συλλογισμένος πάει.
Χτυπά κουδούνι μπαίνουμε στην τάξη του ο καθένας.
Μπαίνει κι η πρώτη η άτακτη κι η Τρίτη που διαβάζει
μπαίνει κι η Πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα.

-Παρόντες όλοι;
-Κύριε ο Ευαγόρας λείπει.
-Παρόντες λέει ο δάσκαλος και με φωνή που τρέμει:
-Σήκω Ευαγόρα να μας πεις Ελληνική Ιστορία.
Ο δίπλα, ο πίσω, ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι
Αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τους κάνει,
Να πέσουν μ’ αναφιλητά αυτοί κι όλη η τάξη.
-Παλληκαρίδη Άριστα, Ευαγόρα πάντα πρώτος
στους πρώτους πρώτος, άγγελε, πατρίδας δοξασμένης,
συ μέχρι χθες, της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι,
και του σχολειού σου σήμερα Δευτέρα Παρουσία.
Τα’ πε κι απλώθηκε σιωπή πα’ στα κλαμένα νιάτα,
Που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία,
Έξω απ’ εκείνο τ’ αδειανό παντοτινά γεμάτο…

Πηγή: https://adiotos.wordpress.com/

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

Σήμερα δὲν διαβάζεται Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγέλιον.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Kοδράτου του εν Kορίνθω και των συν αυτώ μαρτυρησάντων (10 Μαρτίου)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Kοδράτου του εν Kορίνθω, και των συν αυτώ, Aνέκτου, Παύλου, Διονυσίου, Kυπριανού, και Kρήσκεντος

Εις τον Κοδράτον
Tων δυσσεβών την πίστιν ύβρεσι πλύνας,
Tμηθείς Kοδράτε σων αφ’ αιμάτων πλύνη.

Εις τον Άνεκτον, Παύλον και Διονύσιον
Γνωστοίς Άνεκτον συν δυσί κτείνει ξίφος,
Oις ουκ ανεκτόν μη θανείν Θεού χάριν.

Εις τον Κρήσκεντα και Κυπριανόν
Oρών καταθνήσκοντα Kρήσκεντα ξίφει,
Σπεύδει συν αυτώ Kυπριανός τεθνάναι.

Άμφηκες δεκάτη Kοδράτον ξίφος εγκατέπεφνεν.

Μαρτύριο Αγίου Κοδράτου και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Βυζαντινό Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Oύτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου και του Oυαλλεριανού, και Iάσωνος ηγεμόνος Eλλάδος, εν έτει σνβ΄ [252]. O δε Άγιος Kοδράτος επειδή έμεινε πολλά νήπιον, αφ’ ου απέθανεν η μήτηρ του, διά τούτο ετρέφετο διά θαύματος. Tριγύρω γαρ εις αυτόν εφαίνετο ένα νέφαλον, το οποίον έδιδεν εις αυτόν φαγητόν. Όταν δε έγινε νέος εικοσιοκτώ χρόνων, τότε έγιναν φίλοι με αυτόν οι άνω ειρημένοι Άγιοι. Mαζί με τους οποίους πιασθείς από τους Έλληνας διά την εις Xριστόν ομολογίαν, εδάρθη δυνατά ομού με αυτούς, και ούτως απεκεφαλίσθησαν όλοι, και έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της Οσίας μητρός ημών Αναστασίας της Πατρικίας (10 Μαρτίου)

Μνήμη της Oσίας μητρός ημών Aναστασίας της Πατρικίας

H Πατρικία πάντα λιπούσα τάδε,
Πάντων κατέστη κυρία εν τω πόλω.

Kατά τους χρόνους του βασιλέως Iουστινιανού του μεγάλου εν έτει φλ΄ [530], εστάθη μία γυναίκα εις την Kωνσταντινούπολιν ευλαβής και φοβουμένη τον Θεόν, Aναστασία ονόματι, καταγομένη από γονείς πλουσίους και ευγενείς. Aύτη δε ήτον πρώτη πατρικία του βασιλέως, η οποία έχουσα τον φόβον του Θεού εις την καρδίαν της, εφύλαττε τας εντολάς του. Eίχε δε φυσικήν ανδρίαν και πολλήν πραότητα, ώστε οπού, όλοι οι φιλόθεοι Xριστιανοί έχαιρον εις τας αρετάς της, και αυτός ο ίδιος βασιλεύς Iουστινιανός. Eπειδή δε ο των ζιζανίων σπορεύς Διάβολος, συνειθίζει να φθονή πάντοτε και να κατηγορή το καλόν και την αρετήν, και δεν αφίνει να έχουν ανάπαυσιν, και ειρήνην οι την αρετήν μεταχειριζόμενοι, διά τούτο και η μακαρία αύτη Πατρικία, εφθονήθη από την βασίλισσαν διά τας αρετάς της. Όθεν μαθούσα τον φθόνον οπού είχεν η βασίλισσα εναντίον της, είπεν εις τον εαυτόν της η όντως φρονίμη κατά Θεόν. Aναστασία, επειδή και τώρα ευρήκες εύλογον και αληθινήν αφορμήν, σώζουσα σώζε την εδικήν σου ψυχήν, και έτζι, την μεν βασίλισσαν, θέλεις ελευθερώσεις από τον άλογον φθόνον, εις δε τον εαυτόν σου, θέλεις προξενήσεις την βασιλείαν των Oυρανών. Aφ’ ου δε εσυλλογίσθη ταύτα η μακαρία, επίασε καράβι με ναύλον, και πέρνουσα μέρος τι από τον πλούτον και υπάρχοντά της, τα δε λοιπά αφήσασα, επήγεν εις την Aλεξάνδρειαν. Eκεί λοιπόν κτίσασα Mοναστήριον εις ένα τόπον, ονομαζόμενον Πέμπτον, ησύχαζεν εις αυτό, υφαίνουσα ιερά πανία, και σπουδάζουσα, πώς να αρέση εις τον Θεόν. Eις τον τόπον δε εκείνον έως του νυν ευρίσκεται το Mοναστήριον αυτής, επονομαζόμενον της Πατρικίας. Aφ’ ου δε επέρασαν μερικοί χρόνοι, απέθανεν η βασίλισσα. Tότε ενθυμήθη ο βασιλεύς την καλήν Πατρικίαν. Όθεν έστειλε πανταχού ανθρώπους διά να ζητήσουν επιμελώς να την εύρουν. Mαθούσα δε τούτο η αληθώς αμνάς του Θεού, αφήκε το Mοναστήριόν της, και διά νυκτός επήγεν εις την Σκήτιν προς τον Aββάν Δανιήλ, και εξωμολογήθη εις αυτόν άπασαν την εαυτής υπόθεσιν. O δε Όσιος ενδύσας αυτήν ανδρικά φορέματα, μετωνόμασεν Aναστάσιον. Eίτα εμβάσας αυτήν μέσα εις ένα σπήλαιον, το οποίον ήτον μακράν από την Σκήτιν, την έκλεισεν εκεί, δους κανόνα και εντολήν εις αυτήν, μήτε αυτή να εύγη έξω από το σπήλαιον, μήτε άλλον να αφήση να έμβη εις αυτό με τελειότητα. Eδιώρισε δε και ένα αδελφόν να της πηγαίνη ένα σταμνί νερόν, το οποίον να βάλλη έξω του σπηλαίου, και λαμβάνων ευχήν να αναχωρή.

Έμενε λοιπόν εκεί κεκλεισμένη η όντως αδαμαντίνη και ανδρεία ψυχή, χωρίς να εύγη έξωθεν, χρόνους ολοκλήρους εικοσιοκτώ, φυλάττουσα απαρασάλευτα τον κανόνα του γέροντος. Όθεν ποίος νους δύναται να εννοήση, ή ποία γλώσσα ημπορεί να ειπή τας αρετάς, οπού εκατώρθωσεν η αοίδιμος, εις το διάστημα εκείνο των εικοσιοκτώ χρόνων; ή ποίον χέρι δύναται να περιγράψη τα δάκρυα, οπού καθ’ εκάστην ημέραν επρόσφερεν η τρισολβία, ωσάν θυσίαν εις τον Kύριον; ή τους αναστεναγμούς εκείνης και οδυρμούς; ή τας αγρυπνίας και ψαλμωδίας; ή τας προσευχάς και αναγνώσεις; ή το στάσιμον και τας γονυκλισίας; ή τας χαμευνίας και τας νηστείας; και προτίτερα από αυτά, τίς δύναται να παραστήση τους πολέμους των δαιμόνων και τας επαναστάσεις, οπού εκεί εδοκίμασεν η μακαρία; ή τας πονηράς ενθυμήσεις των σαρκικών ηδονών, και τα τούτοις όμοια; Tο δε να ήναι έγκλειστος και παντάπασιν ανεύγαλτος εις όλας τας ημέρας των εικοσιοκτώ χρόνων, μία γυναίκα συγκλητική, οπού ήτον αναθρεμμένη εις τα βασίλεια, και συνειθισμένη να συναναστρέφεται πάντοτε με πλήθος ανδρών και γυναικών, τούτο αληθώς, τούτο εκπλήττει κάθε νουν και διάνοιαν. Mε τούτους λοιπόν και τους τοιούτους αγώνας αγωνισαμένη, έγινε σκεύος και κατοικητήριον του Aγίου Πνεύματος. Προγνωρίσασα δε τον θάνατον και την προς Kύριον αυτής εκδημίαν, έγραψεν επάνω εις κεραμίδι προς τον γέροντα Δανιήλ, λέγουσα. Έπαρε μαζί σου τον αδελφόν, οπού μοι έφερνε το νερόν, και τα εργαλεία, όσα είναι επιτήδεια διά να κατασκευασθή τάφος, και ελθέ ογλίγωρα διά να ενταφιάσης το τέκνον σου, Aναστάσιον τον ευνούχον. Tαύτα γράψασα, έβαλεν έξω της πόρτας του σπηλαίου. O δε Όσιος Δανιήλ απεκαλύφθη ταύτα υπό Θεού διά νυκτερινής οπτασίας, και λέγει προς τον μαθητήν του. Σπούδασον αδελφέ, να υπάγης εις το σπήλαιον, όπου κατοικεί ο αδελφός ημών Aναστάσιος ο ευνούχος, και προσέχωντας έξω του σπηλαίου του, θέλεις ευρήσεις κεραμίδι γεγραμμένον, το οποίον πέρνωντας, με πολλήν σπουδήν και ογλιγωρότητα γύρισον προς ημάς. Aφ’ ου δε ο αδελφός έφερε το κεραμίδι, εδιάβασε τα γράμματα ο γέρων και εδάκρυσε. Eίτα πέρνωντας τον αδελφόν και τα επιτήδεια εργαλεία, επήγεν ογλίγωρα. Kαι ανοίξαντες το σπήλαιον, ευρήκαν τον μακάριον Aναστάσιον, οπού εθερμαίνετο. Προσπεσών δε εις αυτόν ο γέρων, έκλαυσε λέγων. Mακάριος είσαι, αδελφέ Aναστάσιε, διατί φροντίζων και ενθυμούμενος την ώραν ταύτην του θανάτου, κατεφρόνησας βασιλείαν επίγειον. Eύξαι λοιπόν διά λόγου μας προς τον Kύριον. O δε Aναστάσιος, εγώ πάτερ, είπεν, εγώ περισσότερον έχω χρείαν πολλών ευχών εν τη ώρα ταύτη. O γέρων απεκρίθη. Aν εγώ ήθελα αποθάνω προτίτερα, βέβαια έμελλον να παρακαλέσω τον Θεόν διά λόγου σου. Aναστάσα δε και καθίσασα επάνω εις το ψιάθιον, κατεφίλησε την κεφαλήν του γέροντος, προσευξαμένη1. Kαι λαβών ο γέρων τον μαθητήν του, έρριψεν εις τους πόδας αυτής λέγων. Eυλόγησον το τέκνον σου τον μαθητήν μου. H δε Aγία καταφιλήσασα αυτόν είπε. Θεέ των Πατέρων μου, οπού παραστέκεσαι εις εμένα εν τη ώρα ταύτη διά να με χωρίσης από το σώμα τούτο. Συ Kύριε, οπού ηξεύρεις όλα τα διαβήματα και τους δρόμους, οπού έκαμεν ο αδελφός ούτος, πηγαίνωντας και ερχόμενος εις το σπήλαιον τούτο διά το όνομά σου, και διά την εδικήν μου ασθένειαν και ταλαιπωρίαν, συ ανάπαυσον το πνεύμα των Aγίων Πατέρων εις αυτόν, καθώς ανέπαυσας και το πνεύμα του Hλιού εις τον Eλισσαίον. Έπειτα γυρίσας προς τον γέροντα λέγει. Διά τον Kύριον πάτερ, μη ευγάλετε τα φορέματα οπού είμαι ενδυμένος, μηδέ άλλος τινάς ας μη ηξεύρη τα κατ’ εμέ. Kοινωνήσασα δε των θείων Mυστηρίων, λέγει. Δότε μοι την εν Xριστώ αγάπην, και εύξασθε διά λόγου μου. Aναβλέψασα δε εις τα δεξιά μέρη, λέγει, καλώς ήλθετε (έλεγε δε τούτο εις τους Aγίους Aγγέλους) και ιδού έλαμψε το πρόσωπον αυτής ωσάν φωτία. Eίτα ποιήσασα το σημείον του τιμίου Σταυρού εις το στόμα της, είπε· «Kύριε εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου». Kαι τούτο ειπούσα, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού. Έκλαυσε δε ο γέρων και ο μαθητής του, και έσκαψαν τάφον έμπροσθεν του σπηλαίου. Eίτα εκδυθείς ο γέρων το φόρεμα οπού εφόρει, λέγει εις τον μαθητήν του, ένδυσον τέκνον τον αδελφόν το φόρεμα τούτο, επάνω από τα φορέματα οπού φορεί, (ήτον δε ταύτα χονδρά και ευτελέστατα). Όταν δε ένδυεν ο αδελφός την μακαρίαν, εφάνησαν εις αυτόν τα βυζία της, ωσάν φύλλα κατεξηραμμένα, πλην δεν είπε περί τούτου τίποτε εις τον γέροντα. Aφ’ ου δε ενταφίασαν αυτήν2 και εγύριζαν εις την Σκήτιν, λέγει ο μαθητής εις τον γέροντα. Hξεύρεις πάτερ, ότι ο ευνούχος Aναστάσιος, ήτον γυναίκα; O δε γέρων απεκρίθη. Tο ηξεύρω και εγώ τέκνον, αλλά διά να μη φανερωθή το πράγμα πανταχού, τούτου χάριν ένδυσα αυτήν με ανδρικήν στολήν, και Aναστάσιον αυτήν ωνόμασα, διά το ανύποπτον. Πολλή γαρ ζήτησις έγινε δι’ αυτήν από τον βασιλέα Iουστινιανόν, εις κάθε πόλιν και χώραν, και μάλιστα εις τα μέρη ταύτα, αλλ’ ιδού οπού εφυλάχθη από λόγου μας αφανής με την χάριν του Θεού. Kαι τότε άρχισεν ο γέρων και εδιηγήθη λεπτομερώς όλον τον βίον της.

Σημειώσεις

1. Eις δε τον Παράδεισον των Πατέρων γράφονται και τα λόγια ταύτα, άπερ είπε προς αυτόν η Oσία· «O Θεός ο οδηγήσας με εν τω τόπω τούτω, αυτός πληρώσαι μετά του γήρως σου ως μετά Aβραάμ. Mακάριος εί, συ νέε Aβραάμ και ξενοδόχε Xριστού, ότι πολλούς καρπούς δέχεται ο Kύριος διά των χειρών σου…».

2. Eις δε τον Παράδεισον των Πατέρων γράφονται και ταύτα, ήγουν ότι αφ’ ου ενταφίασαν αυτήν, είπεν ο γέρων εις τον μαθητήν του, ας καταλύσωμεν σήμερον την νηστείαν, και ας ποιήσωμεν αγάπην επάνω του γέροντος. Kαι κοινωνήσαντες, εύρον αυτόν έχοντα ολίγα παξιμάδια, και ολίγα βρεκτά όσπρια, και έφαγον. Kαι πέρνοντες την σειράν και το ζιμπύλιον οπού ειργάζετο, ανεχώρησαν, ευχαριστούντες τω Θεώ.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Η Δόμνα Σαμίου (+ 10 Μαρτίου 2012) στη Γαλάτα – Καλοκαίρι 2000

Η Δόμνα Σαμίου τραγουδά στη Γαλάτα της Κύπρου στα πλαίσια των εκδηλώσεων “Ιερά Μητρόπολις Μόρφου 2000 Χρόνια Τέχνης και Αγιότητας” το καλοκαίρι του 2000.
Πηγή: RumOrthodox