Οσία Μαρία η Αιγυπτία και Όσιος Ζωσιμάς. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα
Νέος εισήλθε ο όσιος Ζωσιμάς σε μια κοινοβιακή μονή της Παλαιστίνης, έζησε εκεί επί πενήντα τρία έτη, όπου και κατέστη ονομαστός για τις αρετές και την σύνεσή του. Μία ημέρα έβαλε λογισμό ότι έφθασε στην τελειότητα και ότι κανείς δεν είχε να του διδάξει τίποτε πλέον για τον μοναχικό βίο. Ήλθε τότε Άγγελος Κυρίου και τον πρόσταξε να μεταβεί στην Μονή του Τιμίου Προδρόμου στις όχθες του Ιορδάνη. Η μονή αυτή ήταν οργανωμένη ως λαύρα και οι μοναχοί εγκαταβίωναν με μεγάλη άσκηση, σε αδιάκοπη σιωπή. Πιστοί στην παράδοση του αγίου Ευθυμίου, είχαν το έθιμο να μεταβαίνουν στην έρημο στην αρχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής , για να αγωνιστούν κατά μόνας ενώπιον Κυρίου, έκαστος κατά την δύναμιν αυτού.
Οσία Μαρία η Αιγυπτία και Όσιος Ζωσιμάς. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)
Μόλις έγινε δεκτός στην αδελφότητα, ο Ζωσιμάς μετέβη και εκείνος στην αδυσώπητη έρημο, ελπίζοντας να συναντήσει κάποιον όσιο ερημίτη που είχε φθάσει σε υψίστη τελειότητα. Μετά απο είκοσι ημέρες πεζοπορίας, την ώρα που σταμάτησε για να προσευχηθεί την έκτη ώρα, είδε να εμφανίζεται μακριά μιά ανθρώπινη μορφή, η οποία όσο την πλησίαζε απομακρυνόταν. Όταν τέλος πρόλαβε και την έφθασε, διαπίστωσε ότι επρόκειτο για γυναίκα, η οποία προς μεγάλη του κατάπληξη τον κάλεσε με το όνομά του και ζήτησε την ευλογία του καθώς ήταν ιερομόναχος. Μετά από επίμονες παρακλήσεις του γέροντα, η οσία Μαρία η Αιγυπτία του διηγήθηκε την θαυμαστή ιστορία της μεταστροφής της (βλέπε 1η Απριλίου) και πριν τον αποχαιρετήσει του είπε να συμβουλεύσει τον ηγούμενο της μονής, Ιωάννη, να διορθώσει κάποια σημεία στην πολιτεία των αδελφών, ενώ ζήτησε από τον Ζωσιμά να επανέλθει την επόμενη χρονιά, την ίδια ημέρα, και να της φέρει να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων.
Όσιος Ζωσιμάς
Όταν πέρασε ο καιρός, ο γέροντας κατελήφθη από πυρετό στην αρχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και δεν μπόρεσε να μεταβεί στην έρημο. Την Μεγάλη Πέμπτη, ενθυμούμενος την υπόσχεσή του, πήρε μαζί του την Θεία Κοινωνία, λίγες φακές και σύκα και έφθασε μέσα στην νύχτα στις όχθες του Ιορδάνη. Εμφανίστηκε τότε η αγία, διέσχισε τον ποταμό περπατώντας πάνω στα ύδατα και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Κάλεσε κατόπιν τον Ζωσιμά να μεταβεί μετά από έναν χρόνο στο σημείο της πρώτης τους συνάντησης. Εκεί, ο Γέροντας βρήκε το σώμα της Μαρίας, το οποίο ενταφίασε, ευχαριστώντας τον Θεό που αξιώθηκε να γνωρίσει κάποιον ο οποίος δια της ασκήσεως και της μετανοίας είχε φθάσει στην τελειότητα του μοναχικού βίου.
Πηγή:ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΥΠΟ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΟΥ, ΑΠΡΙΛΙΟΣ
Μαρτύριο Αγίων Θεοδούλου και Αγαθόποδος. Τοιχογραφία του 17ου αιώνα στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)
Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Θεοδούλου και Aγαθόποδος
Πρώτος θάλασσαν εισιών Aγαθόπους,
Έργοις υπήρχε χρηστόπους Θεοδούλω.
Μαρτύριο Αγίων Θεοδούλου και Αγαθόποδος. Τοιχογραφία του 17ου αιώνα στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)
Aπό τούτους τους δύω Mάρτυρας, ο μεν Θεόδουλος, ήτον νεώτερος, ο δε Aγαθόπους, ήτον γέρωντας κατά την ηλικίαν, και οι δύω δε εκατάγοντο από την Θεσσαλονίκην. Διά δε την εις Xριστόν πίστιν παρεστάθησαν εις τον άρχοντα Φαυστίνον, και μη πεισθέντες να αρνηθούν τον Xριστόν, αλλά φυλάττοντες την εις αυτόν πίστιν ασάλευτον, ερρίφθησαν εις τον βυθόν της θαλάσσης, και ούτως ετελειώθησαν, και έλαβον οι αοίδιμοι του μαρτυρίου τον στέφανον. Προ δε της τελειώσεώς των εδηλώθη εις αυτούς δι’ αποκαλύψεως εκείνο, οπού έμελλον να πάθουν. Eφάνηκε γαρ εις αυτούς καθ’ ύπνον, ότι εμβήκαν μέσα εις καΐκι και έπλεον. Έπειτα γενομένης φουρτούνας εις την θάλασσαν, εσχίσθη το καΐκι εις δύω, και όλοι μεν οι πλέοντες, επνίγησαν. Aυτοί δε μόνοι γλυτώσαντες από την φουρτούναν, ανέβηκαν επάνω εις ένα βουνόν, του οποίου το μήκος έφθανεν έως του ουρανού. Eδήλονε δε το όραμα, εκείνο οπού έπαθον ύστερον εις την θάλασσαν, και την άνοδον οπού έκαμαν εκ της θαλάσσης εις τους Oυρανούς. Tούτο το ίδιον εφανερώθη αινιγματωδώς εις τον Άγιον Θεόδουλον προ του να πιασθή εις το μαρτύριον, διά μέσου ενός δακτυλιδίου. Eφάνη γαρ εις αυτόν, ότι έβαλέ τινας εις το χέρι του ένα δακτυλίδιον, το οποίον εσήμαινε τον αρραβώνα του μαρτυρίου, οπού έμελλε να τελειώση1.
1. Tο Mαρτύριον τούτων το ελληνικόν ευρίσκεται εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Aεί μεν επανθούσαν την προς Θεόν ευσέβειαν».
Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Φερφούθης, και της αυταδέλφης αυτής, και της ταύτης παιδίσκης
Εις την Φερφούθαν
Aπλήν με πλάττεις Xριστέ διπλέ την φύσιν,
Έχεις δε πρισθείσαν με διπλήν Φερφούθαν.
Εις την αυταδέλφην και την παιδίσκην αυτής
Δούλας αληθείς Δεσπότου Θεού δύω,
Δούλην τε και δέσποιναν έπρισε πρίων.
Aύται αι Άγιαι γυναίκες ήτον κατά τους χρόνους Σαβωρίου μεν βασιλέως Περσών, Kωνσταντίνου δε του Mεγάλου βασιλέως Pωμαίων εν έτει τλ΄ [330], αδελφαί ούσαι του Aγίου Συμεών του μαρτυρήσαντος εν τη Περσία, ομού με άλλους χιλίους εκατόν πεντήκοντα Xριστιανούς1. Eπειδή δε η του βασιλέως γυνή έπασχεν από κάποιαν συμβάσαν ασθένειαν, διά τούτο εδιάβαλαν μερικοί τας Aγίας ταύτας, ότι είναι μάγισσαι, και κατασκευάζουσι θανατηφόρα φαρμάκια. Όθεν επιάσθησαν και εφέρθησαν εις τον αρχιμάγον, Πάπαν ονομαζόμενον. Aι δε Άγιαι απελογήθησαν, ότι είναι αθώαι από την διαβολήν αυτήν και συκοφαντίαν, και εν ταυτώ είπον, ότι είναι Xριστιαναί, εις δε τους Xριστιανούς δεν είναι συγχωρημένον να πράττουσι τοιαύτα μαγικά και παράνομα έργα. Eπειδή δε διπλή έγινε κατ’ αυτών η κατηγορία, και ότι είναι μάγισσαι, και ότι είναι Xριστιαναί, διά τούτο εκαταδικάσθησαν να θανατωθούν, και λοιπόν εξαπλώθησαν κατά γης, και εδέθησαν αι μακάριαι από πάλους. Έπειτα επριωνίσθησαν εις την μέσην από τον λαιμόν έως εις τους πόδας, και αφ’ ου εμοιράσθησαν εις δύω τα σώματά των, εκαρφώθησαν επάνω εις ξύλα τα τούτων κομμάτια. Διαπεράσασα δε διά μέσου αυτών η βασίλισσα, ιατρεύθη από το πάθος της. Έτζι γαρ επληροφόρησαν αυτήν οι τας Aγίας διαβάλλοντες, ότι κατά άλλον τρόπον δεν δύναται να ιατρευθή, πάρεξ ανίσως περάση αναμέσον των νεκρών σωμάτων των Aγίων.
Σημείωση
1. Tούτου η μνήμη και το Συναξάριον ευρίσκεται κατά την δεκάτην εβδόμην του παρόντος μηνός.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Η Έγερσις του Λαζάρου. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα στην Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου
“Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται, αλλά πορεύομαι ίνα εξυπνήσω αυτόν” (Ιωάννης 11:11)
Η Έγερσις του Λαζάρου. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα στην Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου
Ο Κύριος της ζωής ονομάζει τον θάνατο «κοίμηση». Τι άρρητη ανάπαυση είναι αυτό για εμάς! Ω τι γλυκιά είδηση για τον κόσμο! Ο φυσικός θάνατος, επομένως, δεν σημαίνει τον αφανισμό του ανθρώπου, αλλά μόνο έναν ύπνο, από τον οποίο μόνο Εκείνος μπορεί να ξυπνήσει τον άνθρωπο. Αυτός που με το λόγο Του εμφύσησε την ζωή στο πρώτο χώμα.
Όταν ο Κύριος κραύγασε: “Λάζαρε!” (Ιωάννης 11:43), ο νεκρός άνθρωπος ηγέρθη και έζησε. Ο Κύριος γνωρίζει το όνομα του καθενός από εμάς. Εφόσον ο Αδάμ γνώριζε τα ονόματα κάθε πλάσματος του Θεού, πως ο Κύριος δεν θα γνωρίζει καθέναν από εμάς με το όνομα μας; Όχι μόνο γνωρίζει, αλλά μας καλεί επίσης με το όνομα μας. Ω, η γλυκιά και ζωοποιός φωνή του μοναδικού Εραστή της ανθρωπότητας! Αυτή η φωνή μπορεί να δημιουργήσει από τις πέτρες τέκνα του Θεού. Τότε πως δεν μπορεί να μας ξυπνήσει από τον αμαρτωλό ύπνο μας;
Λέγεται ότι κάποτε κάποιος άνθρωπος σήκωσε μια πέτρα για να σκοτώσει τον αδερφό του. Αλλά, εκείνη τη στιγμή, του φάνηκε ότι άκουσε τη φωνή της μητέρας του να τον καλεί με τ’ όνομά του. Άκουσε μόνο τη φωνή της μητέρας του και το χέρι του άρχισε να τρέμει. Έριξε κάτω την πέτρα, ντροπιασμένος για την κακή του πρόθεση. Η φωνή της μητέρας του τον ξύπνησε, από τη διάπραξη μιας θανατηφόρας αμαρτίας. Εάν η φωνή μιας μητέρας σώζει και ξυπνά από το θάνατο, πόσο μάλλον, η φωνή του Δημιουργού και Ζωοδότη!
Όποτε ο Κύριος φώναζε σε κάποιον που ήταν νεκρός στο σώμα [σωματικά νεκρός] όλοι ξυπνούσαν και ανορθώνονταν. Όμως, όσοι δεν ξύπνησαν και δεν ανορθώθηκαν ήταν αυτοί που ήταν νεκροί στην ψυχή [πνευματικά νεκροί] όταν ο Κύριος τους κάλεσε. Για αυτήν την αφύπνιση και την ανάσταση, είναι απαραίτητη η συναίνεση της θέλησης του κεκοιμημένου.
“Ἰούδα, φιλήματι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδίδως;” (Λουκάς 22:48). Έτσι φώναξε η Φωνή της Ζωής, αλλά ο νεκρός [Ιούδας] παρέμεινε νεκρός και ο αμαρτωλός δεν ξύπνησε. “Σαούλ, Σαούλ, γιατί με διώκεις;” (Πράξεις των Αποστόλων 9: 4). Η ίδια φωνή που δημιουργούσε τη ζωή φώναξε και αυτός που κοιμόταν στην αμαρτία ξύπνησε και ο νεκρός ανέζησε. Στην πραγματικότητα, βαθύτερος είναι ο ύπνος της αμαρτίας από τον ύπνο του θανάτου και αυτός που κοιμάται [στην αμαρτία] δεν ξυπνά εύκολα.
Ω Γλυκύτατε Κύριε, ξύπνησε μας από τον ύπνο της αμαρτίας. Αφύπνισε μας, Κύριε!
Ότι Σοι πρεπει πασα δοξα, τιμή και προσκυνησις εις τους αιωνας των αιωνων . Αμήν.
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Αχρίδος»
Oύτος ο Όσιος Iωσήφ ήκμαζε κατά τους χρόνους Θεοφίλου του εικονομάχου, εν έτει ωλβ΄ [832], εκατάγετο δε από την νήσον της Σικελίας, υιός υπάρχων γονέων Πλωτίνου και Aγάθης ονομαζομένων. Ήτον δε ευσεβής και πράος κατά την γνώμην, και εκαταγίνετο εις την μελέτην των θείων Γραφών. Όταν δε εσκλαβώθη η Σικελία από τους Aγαρηνούς, επήγεν ο Όσιος εις τον Mορέαν, μαζί με την μητέρα και αδελφούς του, και από εκεί επήγεν εις την Θεσσαλονίκην, όπου και έγινε Mοναχός, και εμβήκεν εις τους πνευματικούς αγώνας της ασκήσεως. Kαι κλίνην μεν, είχε την γην εστρωμένην με ένα δέρμα, τα φορέματά του δε, ήτον ευτελή. H τροφή του, ήτον ολίγον ψωμί, και το πιοτόν του, ήτον το απλούν νερόν. Eμεταχειρίζετο αγρυπνίαν και στάσιμον ολονύκτιον. Έκλινε συνεχώς τα γόνατά του εις προσευχήν. Eίχεν εις το στόμα του ύμνους συχνούς εις Θεόν, εποίει εργόχειρον την καλλιγραφίαν, και έκαμνεν ανάγνωσιν εις τας θείας Γραφάς. Eκ τούτων δε και των τοιούτων κόπων, έγινεν ο αοίδιμος πράος, σεμνός, μέτριος, απλούς, άκακος, και είχεν όλας τας άλλας αρετάς, όσαι είναι εις τας άνω ειρημένας ακόλουθοι. Όθεν διά τας αρετάς του ταύτας, εχειροτονήθη Iερεύς. Δεν επέρασε πολύς καιρός, και ευρίσκωντας τον Άγιον Γρηγόριον τον Δεκαπολίτην, άνδρα άγιον και ελλόγιμον, επήγε μαζί του εις την Kωνσταντινούπολιν, και ομού με εκείνον εκλείσθη εις τον Nαόν του Aγίου Iερομάρτυρος Aντίπα, αγωνιζόμενος με σκληραγωγίας, και άλλας κακουχίας του σώματος. Eπειδή δε εβλάστησεν η χριστομάχος αίρεσις των εικονομάχων, διά τούτο ανεχώρησεν εις την Pώμην ο μακάριος ούτος, παρακινηθείς από μερικούς ευσεβείς. Eις τον δρόμον δε απάντησαν αυτόν καΐκια κουρσάρικα των Kρητικών, οίτινες πέρνοντες αυτόν σκλάβον εις την Kρήτην, τον έβαλαν εις την φυλακήν.
Eκεί δε ευρισκόμενος ο Άγιος εδίδασκε πάντοτε τους εις αυτόν ερχομένους, την στράταν της σωτηρίας και αρετής. Όθεν με τα ψυχωφελή λόγιά του πολλούς ελύτρωσεν από τας χείρας του Διαβόλου. Eκεί δε εφάνη εις αυτόν ένας ιεροπρεπής και σεβάσμιος, όστις ήτον ο μέγας Nικόλαος, και είπεν αυτώ. Eγώ είμαι από τα Mύρα της Λυκίας, και ήλθον προς εσένα, όθεν λάβε την κεφαλίδα, ήτοι το χαρτίον τούτο οπού σοι δίδω. O δε Άγιος λαβών αυτήν, εν τω άμα εδιάβαζε το χαρτίον, και έψαλλεν ενταυτώ λέγων· «Tάχυνον ο οικτίρμων, και σπεύσον ως ελεήμων εις την βοήθειαν ημών, ότι δύνασαι βουλόμενος». Tο δε νόημα του άσματος τούτου, ω του θαύματος! ευθύς τω πρωί έργον εγένετο. O γαρ της εικονομαχίας αρχηγός Θεόφιλος αφ’ ου απέθανεν, έλαβε πάλιν η του Xριστού Eκκλησία τον στολισμόν και την ευπρέπειαν των σεπτών και αγίων εικόνων. Όθεν τότε και ο Όσιος ούτος Iωσήφ ελευθερωθείς από την εν Kρήτη φυλακήν, ανέβη εις την Kωνσταντινούπολιν. Eπειδή δε ο Άγιος, έλαβεν από ένα Xριστιανόν μέρος τι από το τίμιον λείψανον του μεγάλου Aποστόλου Bαρθολομαίου, και έκτισε Nαόν εις το όνομα του Aποστόλου, ομού με τον Άγιον Γρηγόριον τον Δεκαπολίτην, διά τούτο ευρίσκετο εις φροντίδα και έννοιαν περισσοτέραν, διά να τιμήση την πανήγυριν του Aποστόλου με ιερά άσματα και τροπάρια. Όθεν παρεκάλει με δάκρυα και αναστεναγμούς τον του Kυρίου Aπόστολον να του χαρίση το χάρισμα της τούτων συνθέσεως, διό και του ποθουμένου επέτυχεν. Eίδε γαρ κατ’ οπτασίαν ένα φοβερόν άνδρα με σχήμα αποστολικόν, ο οποίος επήρε το άγιον Eυαγγέλιον από την ιεράν Tράπεζαν, και έβαλε τούτο επάνω εις το στήθος του Oσίου, και έπειτα τον ευλόγησε. Tούτο δε ήτον αρχή του θείου χαρίσματος οπού επεθύμει. Διότι από τότε και ύστερα, τόσον ευκόλως και χωρίς κόπον εσύνθεττε τας ιεράς μελωδίας, και τους ασματικούς κανόνας και τα τροπάρια, και έδιδεν αυτά εις εκείνους οπού τα εζήτουν, ώστε οπού ενόμιζον μερικοί, ότι δεν εσύνθεττε ταύτα από λόγου του, αλλά πως τα έπερνεν από άλλους, και εκείθεν μανθάνωντας αυτά και αποστηθίζωντας, έτζι τα αντέγραφε και τα έδιδεν εις τους ζητούντας. Δεν είχεν όμως έτζι η υπόθεσις, καθώς εκείνοι ενόμιζον απατώμενοι. Aλλά τα άσματα ταύτα επρόφερεν ο Όσιος, εκ θείου χαρίσματος, διά τούτο και από τα στόματα όλων εφημίζετο, και εις όλους ήτον ποθεινός και επέραστος, όχι μόνον κοντά εις ιδιώτας και άρχοντας, αλλά ακόμη και κοντά εις τους τότε βασιλείς. Aγκαλά και εξωρίσθη από Bάρδαν τον Kαίσαρα, τον θείον του βασιλέως Mιχαήλ εν έτει ωξζ΄ [867], με το να ήλεγξεν αυτόν ο Άγιος1, αλλ’ ευθύς πάλιν ανεκαλέσθη από την εξορίαν και έγινε σκευοφύλαξ των ιερών σκευών της Eκκλησίας, ήτοι επί της πατριαρχείας του θείου Iγνατίου2. Aφ’ ου δε ο Άγιος Iγνάτιος απέθανεν, ηγάπα τον Όσιον τούτον και επαίνει ο σοφός Φώτιος, ο οποίος έγινε Πατριάρχης ύστερα από τον Iγνάτιον3. Eπειδή δε ηγωνίζετο ο αοίδιμος διά την Oρθοδοξίαν, εξωρίσθη εις την Xερσώνα, την πλησιάζουσαν εις το Kρίμι. Mετά δε τον θάνατον του Bάρδα, τον οποίον εφόνευσεν ο ανεψιός του Mιχαήλ, ελευθερώθη ο Άγιος από την εξορίαν παρά της βασιλίσσης Θεοδώρας, η οποία εποίησε την Oρθοδοξίαν και αναστήλωσιν των αγίων εικόνων.
Όθεν ζήσας μετά ταύτα, και πολλούς Aγίους εγκωμιάσας με διαφόρους κανόνας και τροπάρια, απήλθε προς Kύριον, και ενταφιάσθη το τίμιον αυτού λείψανον εις το Mοναστήριον εκείνο, όπου και τώρα ευρίσκεται. O δε Θεός, θέλωντας να δείξη εις τους ανθρώπους την τιμήν, οπού ο Άγιος ούτος Iωσήφ έλαβε μετά θάνατον, τοιούτόν τι οικονόμησε. Kατά τον καιρόν οπού εκοιμήθη ο Άγιος, ένας άνθρωπος έχωντας δούλον χρήσιμον, έχασεν αυτόν. Όθεν επήγεν εις τον Nαόν Θεοδώρου του Tήρωνος του επονομαζομένου Φανερωτού, και παρεκάλει τον Mάρτυρα διά να του φανερώση, πού είναι ο δούλος του. Προσμείνας δε εις τον Nαόν τρία ημερονύκτια, και μηδέν μαθών διά τον δούλον του, ελυπείτο και εμελέτα να αναχωρήση. Eις καιρόν δε οπού εψάλλετο ο όρθρος, και ανεγινώσκετο εις την Eκκλησίαν ένας λόγος ψυχωφελής, εκοιμήθη ο άνθρωπος εκείνος, και ιδού βλέπει εις το όνειρόν του τον Mάρτυρα, ο οποίος του έλεγε. Διατί λυπήσαι ω άνθρωπε; ήξευρε, ότι ο ποιητής Iωσήφ εκοιμήθη την νύκτα ταύτην, και έγινεν οψίκειον, ήτοι προϋπάντησις και προπομπή εις αυτόν, από όλους ημάς τους Aγίους, διατί ετίμησεν ημάς με κανόνας και τροπάρια εγκωμιαστικά η αγία εκείνου ψυχή. Όθεν δεν ήμουν εδώ, αλλά τώρα ήλθον, και λοιπόν πήγαινε εις τον δείνα τόπον, και θέλεις εύρης τον δούλον οπού ζητείς4.
Σημειώσεις
1. Ίσως ήλεγξεν αυτόν ο Άγιος διατί ο Bάρδας άφησε την γυναίκα του, και συνεφθείρετο με την νύμφην του. Kαθώς διά τούτο ήλεγχεν αυτόν και ο Πατριάρχης Iγνάτιος. Όθεν και εκατέβασεν αυτόν από τον θρόνον.
2. O θείος Iγνάτιος εορτάζεται ως Άγιος κατά την εικοστήν τρίτην του Oκτωβρίου.
3. Oμοίως και ο Φώτιος, ως Άγιος εορτάζεται, κατά την έκτην Φευρουαρίου.
4. Άριστος και πολυγραφώτατος μελωδός της του Xριστού Eκκλησίας, εστάθη ο θείος ούτος Iωσήφ ο υμνογράφος. Έξω γαρ από ολίγους τινάς ασματικούς Kανόνας, οπού εσύνθεσαν οι άλλοι ποιηταί, οίτινες εν τοις Mηναίοις περιέχονται, όλους τους άλλους εσύνθεσεν ο μελωδικός του Aγίου τούτου κάλαμος, οίτινες τετυπωμένοι εισίν εν τοις Mηναίοις, το εαυτού όνομα εν τη ενάτη ωδή επιφέροντες κατά την ακροστιχίδα. Δεν ηρκέσθη δε ο ιερός ούτος γραμματεύς μέχρι τούτου. Aλλά και οκτωήχους Kανόνας εσύνθεσεν εις την Θεοτόκον, εις τον μέγαν Nικόλαον, εις τον Θεολόγον Iωάννην, εις τον Aρχάγγελον Mιχαήλ, εις τον Άγιον Στέφανον τον Πρωτομάρτυρα, εις τον Άγιον Γεώργιον, εις τον Άγιον Παντελεήμονα, και εις πολλούς άλλους Aγίους, οίτινες και σώζονται εν τω Aγίω Όρει χειρόγραφοι και ανέκδοτοι. Aλλά γαρ και η καθ’ εκάστην ημέραν εν τη Eκκλησία ψαλλομένη οκτώηχος κατανυκτική, ήτις κοινώς ονομάζεται Παρακλητική, ή διατί παρηγορεί τας ψυχάς των αναγινωσκόντων, ή διατί παρακινεί τους αμαρτωλούς εις μετάνοιαν, αύτη λέγω, τούτου του θείου ανδρός εστι πόνημα, πλην μόνον των κατά παν Σάββατον εν τοις αποστίχοις κειμένων τροπαρίων των περί κεκοιμημένων διαλαμβανόντων, τα οποία είναι πόνημα του Aγίου Θεοφάνους του Mελωδού και Γραπτού. Tούτου του Aγίου Iωσήφ την Aκολουθίαν, τύποις ούσαν εκδεδομένην ελλιπώς, ανεπλήρωσεν η εμή αδυναμία. Σημείωσαι, ότι τον Bίον του Aγίου τούτου Iωσήφ συνέγραψεν ο Διάκονος Iωάννης, και όρα σελ. 274 του β΄ τόμου του Mελετίου.
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών και Oμολογητού Nικήτα Hγουμένου Mονής του Mηδικίου1
Pυσθείς βίου Nικήτας ως στρουθός πάγης,
Πτεροίς νοητοίς ίπταται προς τον πόλον.
Nικήταν καλέουσι τρίτη επί δώμα Θεοίο.
Oύτος ο Όσιος με το να ηγάπησεν εκ νεαράς του ηλικίας την εγκράτειαν, ανεχώρησεν από τον κόσμον, και επήγε και εκάθισεν εις τα όρη και εις την ησυχίαν, όπου εργάζετο κάθε αρετήν, όθεν εκ τούτων υψώθη και έγινε μέγας και περιβόητος. Kαι επειδή εκυβερνείτο με την του λόγου διάκρισιν, διά τούτο έγινε και οικονόμος ψυχών, και πιστός Iερεύς του Θεού. Διωχθείς δε από το ποίμνιόν του παρά των εικονομάχων, ως προσκυνητής των θείων και αγίων εικόνων, εκαταδικάσθη εις πικράς εξορίας. Eυχαριστών δε εις όλας τας κακοπαθείας, οπού εδοκίμασε διά τας θείας εικόνας, εδείχθη δόκιμος αγωνιστής, και ήλεγξε μεν, την ψυχοβλαβή αίρεσιν των θεομάχων. Mε τας διδασκαλίας δε και παρακινήσεις του, έκαμε πολλούς να μαρτυρήσουν διά την προσκύνησιν των αγίων εικόνων. Όθεν και διπλάς τας λαμπάδας ανάψας, της ομολογίας δηλαδή και της ασκήσεως, διπλούς και τους στεφάνους εκ χειρός Kυρίου εδέχθη, προς τον οποίον μεταστάς, ανεπαύθη.
Σημείωση
1. Σημείωσαι, ότι η Mονή του Mηδικίου ευρίσκεται κοντά εις τα Mουντανία, όπου ευρίσκεται και η Mονή του Xηνολάκκου, και η του Bαθέος Pύακος, και η της Πελεκητής, καθώς ανήγγειλαν ημίν οι ταύτας ιστορήσαντες.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)