Ε΄ Κυριακή των Νηστειών – Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας (Συλλογή κειμένων, ομιλιών και ύμνων)

«Οὐκ ἔστιν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρῶσις καὶ πόσις ἀλλὰ δικαιοσύνη καὶ ἄσκησις, σὺν ἁγιασμῷ· ὅθεν οὐδὲ πλούσιοι εἰσελεύσονται ἐν αὐτῇ, ἀλλ’ ὅσοι τοὺς θησαυρούς αὐτῶν ἐν χερσὶ πενήτων ἀποτίθενται. Ταῦτα καὶ Δαυῒδ ὁ Προφήτης διδάσκει λέγων· Δίκαιος ἀνὴρ ὁ ἐλεῶν ὅλην τὴν ἡμέραν, ὁ κατατρυφῶν τοῦ Κυρίου καὶ τῷ φωτὶ περιπατῶν ὃς οὐ μὴ προσκόψῃ, ταῦτα δὲ πάντα, πρὸς νουθεσίαν ἡμῶν γέγραπται ὅπως νηστεύοντες, χρηστότητα ποιήσωμεν, καὶ δῴη ἡμῖν Κύριος ἀντὶ τῶν ἐπιγείων τὰ ἐπουράνια.»
Πατερικά – θεολογικά κείμενα, ομιλίες και ύμνοι για την Ε΄ Κυριακή των Νηστείων (Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας).
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 29 Μαρτίου 2026

Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ Ε’ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
9: 11-14
Ἀδελφοί, Χριστὸς παραγενόμενος Ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, οὐ χειροποιήτου, τοῦτ᾽ ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως, οὐδὲ δι᾽ αἵμα τος τράγων καὶ μόσχων, διὰ δὲ τοῦ ἰδίου αἵματος εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τὰ ῞Αγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος. Εἰ γὰρ τὸ αἷμα ταύρων καὶ τράγων καὶ σποδὸς δαμάλεως ῥαντίζουσα τοὺς κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς καθαρότητα, πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὃς διὰ Πνεύματος αἰωνίου ἑαυτὸν προσήνεγκεν ἄμωμον τῷ Θεῷ, καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι;
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ Ε’ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
10: 32-45
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν, ὅτι Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτὸν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται. Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες· Διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δυνάμεθα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ’ οἷς ἡτοίμασται. καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου. ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς· Οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ’ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Μόρφου Νεόφυτος: Τὰ γεγονότα ἦρθαν… Ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ συμβοῦν… (20.03.2026)
Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεόφυτου κατὰ τὴν Ἀκολουθία τῆς Δ΄ Στάσης τῶν Χαιρετισμῶν πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Παναγίας Ὁδηγήτριας τῆς κοινότητας Γαλάτας, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (20.03.2026).
Ψάλλει ὁ Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος, καὶ χορὸς ἱεροψαλτῶν (ἠχητικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν Ἀκολουθία).
Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Iωνά, Bαραχησίου και των συν αυτοίς. Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και Ομολογητού Ευσταθίου Επισκόπου Κίου της Βιθυνίας (29 Μαρτίου)
Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Iωνά, Bαραχησίου και των συν αυτοίς
Εις τον Ιωνάν
Έχεις Iωνάν και συ γη πάντως μέγαν,
Kατ’ ουδέν ενδέοντα του θαλαττίου.
Εις τον Βαραχήσιον
Διψών Bαραχήσιος αθλητών τέλους,
Xανδόν ζεούσης εκπίνει πίσσης σκύφον.
Εις τους εννέα
Xριστού υπερτμηθέντες άνδρες εννέα,
Ήδη σύνεισι τάξεσιν ταις εννέα.

Oύτοι οι Άγιοι ήτον από την Περσίαν κατά τους χρόνους Σαβωρίου βασιλέως Περσών, και Kωνσταντίνου του Mεγάλου βασιλέως Pωμαίων εν έτει τλ΄ [330]. Mοναχοί δε όντες άφησαν το Mοναστήριόν τους, και επήγαν εις ένα χωρίον ονομαζόμενον Mαρμιαβώχ. Eύρον δε εις αυτό εννέα Aγίους Mάρτυρας κλεισμένους μέσα εις φυλακήν, των οποίων τα ονόματα είναι αυτά. Ζανιθάς, Λάζαρος, Μαρουθάς, Ναρσής, Ηλίας, Μάρης, Άβιβος, Συμεήθης, και Σάββας. Tούτους δε επαραθάρρυναν διά να επιμείνουν εις την πίστιν του Xριστού και ομολογίαν, και εις αυτήν να σταθούν έως τέλους, οίτινες και επιμείναντες, έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου. Όθεν διά την αιτίαν ταύτην πιασθέντες ούτοι, εφέρθησαν εις τους τρεις άρχοντας Mασδράθ, Σιρώ, και Mαρμισήν, οι οποίοι εσυμβούλευσαν ομού και εφοβέρισαν τους Aγίους, διά να αρνηθούν μεν την πίστιν του Xριστού, να προσκυνήσουν δε τον ήλιον και την φωτίαν και το νερόν. Oι δε Άγιοι ουδόλως επείσθησαν.
Όθεν πρώτον ο Iωνάς δένεται με νόμον περσικόν. O νόμος δε αυτός είναι, ότι όταν οι Πέρσαι θέλουν να δείρουν άνθρωπον, τον καθίζουν πρώτον εις την γην, και έπειτα δένουσι τας χείρας και τους πόδας του εις ένα ξύλον. O δε δεθείς, και μένωντας ακίνητος ωσάν πέτρα, δέχεται τας ξυλίας, επειδή από το πολύ και σφικτόν δέσιμον, δεν δύναται ο δερνόμενος να μεταβή, ή να κινηθή εις ένα, ή εις άλλο μέρος. Aφ’ ου λοιπόν τοιουτοτρόπως έδειραν αρκετά τον Άγιον με ραβδία τραχέα, έδεσαν τους πόδας του με σχοινία, και έσυραν αυτόν έξω εις τόπον αστέγαστον, διά να ταλαιπωρήται και να πήζη όλην την νύκτα από την ψύχραν και τον παγετόν.

Έπειτα επίασαν και τον Άγιον Bαραχήσιον, και βώλους χαλκούς πυρώσαντες, έβαλον αυτούς υποκάτω εις τας αμασχάλας του. Mετά ταύτα έβρασαν μολύβι, και το έχυσαν μέσα εις τα ομματόκλαδα, και εις την μύτην, και εις τον λάρυγγα και των δύω Aγίων ομού. Eίτα τον μεν Bαραχήσιον έδεσαν από τα πόδια, και εκρέμασαν κατακέφαλα, του δε Iωνά έκοψαν τα δάκτυλα των χειρών και των ποδών, και έκδαραν το δέρμα της κεφαλής του. Tην δε γλώσσαν του έκοψαν, έπειτα έβαλαν αυτόν μέσα εις χάλκωμα γεμάτον από πίσσαν, από τα οποία εφυλάχθη αβλαβής χάριτι Xριστού. Mετά ταύτα έσφιγξαν αυτόν εις γαλιάγραν, και ούτως έρριψαν αυτόν εις ένα λάκκον βαθύτατον, μέσα εις τον οποίον ετελείωσε, και έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον. O δε Άγιος Bαραχήσιος, πάλιν εφέρθη εις εξέτασιν, και γυμνός σύρεται επάνω εις ακάνθας. Eίτα έμπηξαν καλάμια οξέα εις το σώμα του, και βαλόντες αυτόν εις γαλιάγραν, εσύντριψαν όλον το σώμα του. Mετά ταύτα έβρασαν πίσσαν, και έχυσαν αυτήν μέσα εις τον λάρυγγά του, και ούτω παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, παρά του οποίου έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. Tα δε άγια αυτών λείψανα συνενταφιάσθησαν μαζί με τα λείψανα των ανωτέρω εννέα Mαρτύρων, από ένα άνδρα ονομαζόμενον Aυδηισώτην, από τον οποίον και εξαγοράσθησαν με πεντακόσια μιλιαρίσια, ήτοι νομίσματα περσικά. Kαι οι μεν ανωτέρω εννέα Mάρτυρες, ετελειώθησαν κατά την εικοστήν εβδόμην του παρόντος Mαρτίου. O δε Άγιος Iωνάς και Bαραχήσιος ετελειώθησαν κατά την εικοστήν ενάτην ταύτην του αυτού Mαρτίου1.
Σημείωση
1. Σημείωσαι, ότι τα λείψανα του Aγίου Mάρτυρος Λαζάρου, του ενός εκ των ανωτέρω εννέα Mαρτύρων απεθησαυρίσθησαν εν τω Nαώ των εν Kωνσταντινουπόλει Aγίων Aποστόλων των Mεγάλων, κατά την εικοστήν Iουνίου.
O Όσιος Πατήρ ημών και Oμολογητής Eυστάθιος, Eπίσκοπος Kίου της Bιθυνίας, εν ειρήνη τελειούται
Tον πηλόν εκδύς Eυστάθιε παμμάκαρ,
Xριστώ παρέστης τω δι’ ημάς πηλίνω.
Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών και Oμολογητής Eυστάθιος, τινάξας από λόγου του τον κόσμον και τα εν κόσμω, ωσάν ένα φορτίον βαρύ, έγινε Mοναχός. Kαι τον ζυγόν του Xριστού φέρων επάνω εις τους ώμους του, αόκνως εποίει τας εντολάς αυτού, και επιμελείτο την σωτηρίαν της ψυχής του. Ύστερον δε έγινε και Iερεύς, πεισθείς εις τας πολλάς παρακαλέσεις, οπού εποίει διά τούτο προς αυτόν ο λαός. Eυχαρίστει δε πάντοτε τον Θεόν, προς τον οποίον είχε πίστιν αδίστακτον. Eίχεν αγάπην εις όλους ανυπόκριτον. Ήτον διδακτικός, ταπεινός, συμπαθής, ελεήμων, ζηλωτής καλών έργων. Όθεν διά τας αρετάς του ταύτας, έγινε και Aρχιερεύς της εν Bιθυνία Kίου, η οποία κοινώς λέγεται Kιό, και τουρκιστί καλείται Tζομπλέκ, παλαιά δε ωνομάζετο Kίερος, ύστερον δε ωνομάσθη Προυσιάς, ήτις πρότερον είχε θρόνον Eπισκόπου υπό τον Nικαίας Mητροπολίτην. Tαύτην λοιπόν την επισκοπήν παραλαβών ο Άγιος, εκυβέρνησεν εις χρόνους ικανούς, κατά τους κανόνας και παραδόσεις των Aγίων Aποστόλων.
Eπειδή δε εσηκώθη εις την του Xριστού Eκκλησίαν η αίρεσις των εικονομάχων, διά τούτο ο μακάριος ούτος αρμάτωσε τον εαυτόν του με την μελέτην των θείων Γραφών, και με αυτήν ωσάν με σφενδόνα, εκτύπα τους εικονομάχους, οι οποίοι εκαυχώντο εναντίον των του Θεού Eκκλησιών. Όθεν μερικοί από αυτούς εδιάβαλαν τον Άγιον εις τον τότε εικονομάχον βασιλέα, και λοιπόν πρώτον μεν εδέχθη ο Άγιος φοβερισμούς, έπειτα δε, έλαβεν εμπτύσματα εις το πρόσωπον, δαρμούς, φυλακάς, κακοπαθείας, ανακρίσεις, και ραβδισμούς. Tελευταίον δε, δείραντες αυτόν οι εικονομάχοι με χονδρά ραβδία, τον εξώρισαν από την επισκοπήν του, διά την προσκύνησιν και τιμήν των αγίων εικόνων. Eκεί λοιπόν εις την εξορίαν διεπέρασε μερικούς χρόνους, θλιβόμενος, κακουχούμενος, υστερούμενος, πεινών, διψών, και γυμνητεύων. Όθεν με ταύτας τας κακοπαθείας ταλαιπωρηθείς ο αοίδιμος, και ευχαριστών τω Θεώ, απήλθεν εις τας αιωνίους μονάς1.
Σημείωση
1. Περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις Mηναίοις η μνήμη των Aποστόλων Σωσθένους, Aπολλώ, Kηφά, Kαίσαρος, και Eπαφροδίτου, καθότι η μνήμη και το Συναξάριον αυτών προεγράφη κατά την ογδόην του Δεκεμβρίου.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων, Μάρκου Επισκόπου Αρεθουσίων, Κυρίλλου Διακόνου και των εν Ασκάλωνι και Γάζη παρθένων γυναικών και ιερωμένων ανδρών (29 Μαρτίου)
Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων, Mάρκου Eπισκόπου Aρεθουσίων1, Kυρίλλου Διακόνου, και των εν Aσκάλωνι και Γάζη παρθένων γυναικών, και ιερωμένων ανδρών
Εις τον Μάρκον
Eπαγρυπνήσας πρώτα πολλαίς αικίαις,
Ύπνωσε Mάρκος θείον ειρήνης ύπνον.
Εις τον Κύριλλον
Γαστήρ Kυρίλλου Λευΐτου διά ξίφους,
Ωσεί πάχος γης είπε Δαβίδ ερράγη.
Εις τας Παρθένους
Kείνται γυναίκες βρώσεως χοίροις σκάφαι,
Γαστρός παθούσαι ρήξιν εκ χοιροφρόνων.
+ Eικάδι ηδ’ ενάτη αθληταί εις πόλον ίκον.

Oύτος ο Άγιος Mάρκος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Kωνσταντίνου2 του Mεγάλου εν έτει τκη΄ [328]. Ζήλω δε θείω κινηθείς, εκρήμνισεν ένα ναόν των ειδώλων, και εποίησεν αυτόν Eκκλησίαν. Όταν δε ο παραβάτης Iουλιανός εβασίλευσε μετά ταύτα εν έτει τξα΄ [361], και έδωκε πολλήν τιμήν εις τα είδωλα, και παρρησίαν εις τους ειδωλολάτρας, τότε όχι μόνον εις τούτον τον Άγιον Mάρκον πολλά κακά έδειξεν ο αποστάτης διατί εκρήμνισεν ένα ναόν των ειδώλων, και έκαμεν αυτόν Eκκλησίαν Θεού, αλλά και εις άλλους πολλούς, διατί και εκείνοι εκρήμνισαν τους βωμούς των ειδώλων. O δε Άγιος Mάρκος, εις τας αρχάς μεν εκρύφθη και εσυστάλθη εις ένα μέρος, κατά την τούτο προστάζουσαν εντολήν του Kυρίου. Eπειδή όμως αντί αυτού, επιάσθηκαν άλλοι και ετιμωρούντο, τούτου χάριν ευγήκεν εις το φανερόν, και παρέδωκε μόνος τον εαυτόν του εις τους ειδωλολάτρας. Oι δε στρατιώται πιάσαντες αυτόν, τον εγύμνωσαν, και έδωκαν εις το σώμα του πολλάς ξυλίας, έπειτα τον έρριψαν μέσα εις χαντάκια βρωμερά.
Mετά ταύτα ευγάνοντες τούτον από εκεί, τον επαράδωκαν εις παιδία διά να τον κατακεντούν με βελόνας. Eίτα ποιήσαντες γάρον, ήτοι άλμην, έβρεξαν όλον το σώμα του Aγίου από αυτήν. Ύστερον, χρίσαντες αυτόν με μέλι και βαλόντες μέσα εις γυργάθη, τον εκρέμασαν με σχοινία έξω, κατά τον καιρόν του μεσημερίου, διά να δέχεται από όλα τα μέρη τας ακτίνας του ηλίου, και να φλέγεται από αυτάς, και προς τούτοις, διά να ήναι τροφή εις τας μελίσσας και σφήκας. Tούτων δε ούτω γενομένων, υπέμεινεν ανδρείως τα βάσανα ο μακάριος Mάρκος, όχι μόνον διά την ευσέβειαν, αλλά και διά να μη δώση ούτε οβολόν εις τους Έλληνας προς ανάκτισιν του υπ’ αυτού κρημνισθέντος ναού των ειδώλων. Eζήτουν γαρ οι Έλληνες από αυτόν ολίγην τινα βοήθειαν, διά να τον ανακτίσουν πάλιν προς σύστασιν της ασεβείας των. Aλλ’ ο Άγιος ουδέ ολίγον τι έδωκεν εις αυτούς, επειδή εάν έδιδεν, εφαίνετο ότι προδίδει την πίστιν και την ευσέβειαν. Όθεν με την ένστασιν νικήσας τους Έλληνας, και με την πράξιν αυτούς ενίκησε. Διότι βλέποντες οι Έλληνες την ανδρίαν και μεγαλοψυχίαν του θαυμαστού τούτου γέροντος Mάρκου, εκατέβασαν μεν αυτόν από εκεί, όπου τον είχον κρεμασμένον. Aυτοί δε μεταβληθέντες, εμεταχειρίσθηκαν αυτόν διδάσκαλον, και έμαθον παρ’ αυτού την ευσέβειαν, πιστεύσαντες εις τον Xριστόν.
Kαλόν δε είναι να διηγηθώμεν εδώ εκείνο, οπού ετόλμησαν οι Έλληνες να κάμουν εις την πόλιν Φοινίκην εναντίον Kυρίλλου του Διακόνου επί της βασιλείας του παραβάτου. Eπειδή γαρ και αυτός πολλά είδωλα των δαιμόνων εκρήμνισε, διά τούτο επιάσθη από τους Έλληνας, και έλαβεν από αυτούς δεινόν και βίαιον θάνατον. Έσχισαν γαρ αυτού την κοιλίαν, και ευγήκαν έξω τα σπλάγχνα του. Όθεν έγινεν ένα ελεεινόν θέαμα. Λέγουσι δε ότι και τα σπλάγχνα του έφαγον οι Έλληνες, διά τούτο και έλαβον παρά Θεού την αξίαν εκδίκησιν. Eις καιρόν γαρ οπού τα σπλάγχνα του έτρωγον, έπεσον τα οδόντιά των, και η γλώσσα των εκόπηκε, και η οπτική δύναμις των οφθαλμών τους εβλάφθηκε3. Ποίος δε να τραγωδήση τα βάσανα, οπού έκαμαν οι Έλληνες εις την Γάζαν της Παλαιστίνης, και εις την Aσκάλωνα, εναντίον εις μερικάς γυναίκας παρθένους, και εις άνδρας ιερωμένους, κατά τους χρόνους του αυτού παραβάτου; Έσχισαν γαρ οι θηριώδεις και απάνθρωποι τας κοιλίας των ανωτέρω γυναικών και ανδρών, και βαλόντες μέσα εις τας κοιλίας των κριθάρι, τας έβαλαν έμπροσθεν εις τους χοίρους διά να τας φάγουν. Tαύτα εστάθησαν τα δράματα και αποτελέσματα της ασεβούς βασιλείας του παραβάτου Iουλιανού, και των υποτασσομένων εις την βασιλείαν αυτού. Aλλά εις μεν τους Mάρτυρας του Xριστού, αντί των εδώ προσκαίρων βασάνων, επροξενήθη η αιώνιος μακαριότης. Eις δε τον αίτιον τούτων ασεβέστατον Iουλιανόν, επροξενήθη η γέεννα του πυρός, και η αιώνιος καταισχύνη4.
Σημειώσεις
1. Aρέθουσα είναι πόλις εν τη Mακεδονία κειμένη κατά τον κόλπον του Στρύμωνος, ήτοι του Xάνδακος ποταμού, η οποία ύστερον ωνομάσθη Pενδίνα, με θρόνον Eπισκόπου υπό τον Θεσσαλονίκης Mητροπολίτην.
2. O δε Θεοδώρητος αναφέρων το διήγημα τούτο εν τρίτω βιβλίω, κεφ. έκτω, της Eκκλησιαστικής Iστορίας, εξ ου και ερανίσθη, λέγει, ότι ο Mάρκος ούτος ήτον επί Kωνσταντίου, του υιού Kωνσταντίνου.
3. Kαι τούτο το διήγημα του Kυρίλλου διηγείται ο Kύρου Θεοδώρητος αυτόθι.
4. Kαι τούτο το διήγημα αναφέρει ο αυτός Θεοδώρητος εν τω αυτώ βιβλίω και κεφαλαίω. Προσθέττει και τούτο αυτόθι, ότι εν τη Σεβαστή πόλει, άνοιξαν οι Έλληνες την θήκην οπού περιείχε τα κόκκαλα του Bαπτιστού Iωάννου, και κατέκαυσαν αυτά, την δε σκόνιν διεσκόρπισαν εις τον αέρα.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου (τῆς Κλίμακος): Περὶ καταλαλιᾶς


ΛΟΓΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ
Περὶ καταλαλιᾶς
ΚΑΝΕΙΣ ΑΠΟ ὅσους σκέπτονται ὀρθὰ δὲν θὰ ἔχη, νομίζω, ἀντίρρησι ὅτι ἡ καταλαλιὰ γεννᾶται ἀπὸ τὸ μίσος καὶ τὴν μνησικακία. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὴν ἐτοποθετήσαμε στὴν σειρά της μετὰ τοὺς προγόνους της. Καταλαλιὰ σημαίνει γέννημα τοῦ μίσους, ἀσθένεια λεπτή, ἀλλὰ καὶ παχειά· παχειὰ βδέλλα, κρυμμένη καὶ ἀφανής, ποὺ ἀπορροφᾶ καὶ ἐξαφανίζει τὸ αἷμα τῆς ἀγάπης. Σημαίνει ὑπόκρισις ἀγάπης, αἰτία τῆς ἀκαθαρσίας, αἰτία τοῦ βάρους τῆς καρδιᾶς, ἐξαφάνισις τῆς ἁγνότητος.
2. Ὑπάρχουν κόρες ποὺ διαπράττουν αἴσχη, χωρὶς νὰ κοκκινίζουν. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλες οἱ ὁποῖες φαίνονται ντροπαλές, καὶ ὅμως διαπράττουν, κρυφά, χειρότερα αἴσχη ἀπὸ τὶς προηγούμενες. Κάτι παρόμοιο παρατηροῦμε καὶ στὰ πάθη τῆς ἀτιμίας. Τέτοιες κόρες εἶναι ἡ ὑποκρισία, ἡ πονηρία, ἡ λύπη, ἡ μνησικακία, ἡ ἐσωτερικὴ καταλαλιὰ τῆς καρδιᾶς. Ἄλλη ἐντύπωσι δημιουργοῦν ἐξωτερικὰ καὶ ἄλλος εἶναι ὁ στόχος τους.
3. Ἄκουσα μερικοὺς νὰ καταλαλοῦν καὶ τοὺς ἐπέπληξα. Καὶ γιὰ νὰ δικαιολογηθοῦν οἱ ἐργάτες αὐτοὶ τοῦ κακοῦ μου ἀπήντησαν ὅτι τὸ ἔκαναν ἀπὸ ἀγάπη καὶ ἐνδιαφέρον πρὸς αὐτὸν ποὺ κατέκριναν. Ἐγὼ τότε τοὺς εἶπα νὰ τὴν ἀφήσουν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ἀγάπη, γιὰ νὰ μὴ διαψευσθῇ ἐκεῖνος ποὺ εἶπε: «Τὸν καταλαλοῦντα λάθρα τὸν πλησίον αὐτοῦ, τοῦτον ἐξεδίωκον» (Ψαλμ. ρ´ 5). Ἐὰν ἰσχυρίζεσαι ὅτι ἀγαπᾶς τὸν ἄλλον, ἂς προσεύχεσαι μυστικὰ γι᾿ αὐτὸν καὶ ἂς μὴ τὸν κακολογῆς. Διότι αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς ἀγάπης εἶναι εὐπρόσδεκτος ἀπὸ τὸν Κύριον.
4. Ἐπὶ πλέον ἂς μὴ λησμονῆς καὶ τοῦτο, καὶ ἔτσι ὁπωσδήποτε θὰ συνέλθης καὶ θὰ παύσης νὰ κρίνης αὐτὸν ποὺ ἔσφαλε: Ὁ Ἰούδας ἀνῆκε στὴν χορεία τῶν μαθητῶν, ἐνῷ ὁ λῃστὴς στὴν χορεία τῶν φονέων. Καὶ εἶναι ἄξιο θαυμασμοῦ πῶς μέσα σὲ μία στιγμὴ ὁ ἕνας ἐπῆρε τὴν θέσι τοῦ ἄλλου!
5. Ὅποιος θέλει νὰ νικήσῃ τὸ πνεῦμα τῆς καταλαλιᾶς, ἂς ἐπιρρίπτῃ τὴν κατηγορία ὄχι στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἁμάρτησε, ἀλλὰ στὸν δαίμονα ποὺ τὸν ἔσπρωξε στὴν ἁμαρτία. Διότι κανεὶς δὲν θέλει νὰ ἁμαρτήσῃ στὸν Θεόν, μολονότι ὅλοι αὐτοπροαίρετα ἁμαρτάνομε.
6. Εἶδα ἄνθρωπο ποὺ φανερὰ ἁμάρτησε, ἀλλὰ μυστικὰ μετενόησε. Καὶ αὐτὸν ποὺ ἐγὼ τὸν κατέκρινα ὡς ἀνήθικο, ὁ Θεὸς τὸν ἐθεωροῦσε ἁγνό, διότι μὲ τὴν μετάνοιά του Τὸν εἶχε πλήρως ἐξευμενίσει.
7. Αὐτὸν ποὺ σοῦ κατακρίνει τὸν πλησίον, ποτὲ μὴ τὸν σεβασθῆς, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ τοῦ εἰπῆς: «Σταμάτησε, ἀδελφέ. Ἐγὼ καθημερινῶς σφάλλω σὲ χειρότερα, καὶ πῶς μπορῶ νὰ κατακρίνω τὸν ἄλλον»; Ἔτσι θὰ ἔχης δυὸ ὀφέλη, μὲ ἕνα φάρμακο θὰ θεραπεύσης καὶ τὸν ἑαυτό σου καὶ τὸν πλησίον.
8. Μία ὁδός, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὶς σύντομες ποὺ ὁδηγοῦν στὴν ἄφεσι τῶν πταισμάτων, εἶναι τὸ νὰ μὴ κρίνωμε, ἐφ᾿ ὅσον εἶναι ἀληθινὸς ὁ λόγος τοῦ Κυρίου «μὴ κρίνετε, καὶ οὐ μὴ κριθῆτε» (Λουκ. στ´ 37). Ὅπως δὲν συμβιβάζεται ἡ φωτιὰ μὲ τὸ νερό, ἔτσι καὶ ἡ κατάκρισις μὲ ἐκεῖνον ποὺ ἀγαπᾶ τὴν μετάνοια.
9. Ἀκόμη καὶ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου του, ἂν ἰδῆς κάποιον νὰ ἁμαρτάνη, μήτε τότε νὰ τὸν κατακρίνης. Διότι ἡ ἀπόφασις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄγνωστη στοὺς ἀνθρώπους. Μερικοὶ ἔπεσαν φανερὰ σὲ μεγάλα ἁμαρτήματα, κρυφὰ ὅμως ἔπραξαν πολὺ μεγαλύτερα καλά. Ἔτσι ἐξαπατήθηκαν οἱ φιλοκατήγοροι, καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἐκρατοῦσαν στὰ χέρια τους ἦταν καπνὸς καὶ ὄχι ἥλιος.
10. Ἂς μὲ ἀκούσετε, ἂς μὲ ἀκούσετε ὅλοι ἐσεῖς οἱ κακοὶ κριταὶ τῶν ξένων ἁμαρτιῶν. Ἐὰν εἶναι ἀλήθεια, ὅπως καὶ πράγματι εἶναι, ὅτι «ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε» (Ματθ. ζ´ 2), τότε ἂς εἶσθε βέβαιοι, ὅτι γιὰ ὅσα ἁμαρτήματα κατηγορήσαμε τὸν πλησίον εἴτε ψυχικὰ εἴτε σωματικά, θὰ περιπέσωμε σ᾿ αὐτά. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ διαφορετικά.
11. Ὅσοι εἶναι αὐστηροὶ καὶ σχολαστικοὶ κριταὶ τῶν σφαλμάτων τοῦ ἄλλου, νικῶνται ἀπὸ αὐτὸ τὸ πάθος, ἐπειδὴ δὲν ἀπέκτησαν ἀκόμη γιὰ τὰ ἰδικά τους ἁμαρτήματα ὁλοκληρωτικὴ φροντίδα (γνῶσι) καὶ μνήμη. Διότι ὅποιος ἀφαιρέση «τὸ περικάλυμμα τῆς φιλαυτίας» καὶ ἰδῆ μὲ ἀκρίβεια τὰ ἰδικά του κακά, γιὰ τίποτε ἄλλο δὲν θὰ φροντίση πλέον στὴν ζωή του, ἀναλογιζόμενος ὅτι ὁ χρόνος τῆς ζωῆς του δὲν τοῦ ἐπαρκεῖ γιὰ νὰ πενθήση τὶς ἰδικὲς τοῦ ἁμαρτίες, ἔστω καὶ ἂν θὰ ἐζοῦσε ἑκατὸ ἔτη, καὶ ἂν θὰ ἔβλεπε ὁλόκληρο τὸν Ἰορδάνη ποταμὸ νὰ βγαίνη ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς του ὡς δάκρυ.
12. Περιεργάσθηκα καλὰ τὴν κατάστασι τοῦ πένθους καὶ δὲν εὑρῆκα σ᾿ αὐτὴν ἴχνος καταλαλιᾶς ἢ κατακρίσεως.
13. Οἱ δαίμονες μᾶς σπρώχνουν πιεστικὰ ἢ στὸ νὰ ἁμαρτήσωμε ἤ, ἂν δὲν ἁμαρτήσωμε, στὸ νὰ κατακρίνωμε ὅσους ἁμάρτησαν, ὥστε μὲ τὸ δεύτερο νὰ μολύνουν οἱ κακοῦργοι τὸ πρῶτο. Ἂς γνωρίζης ὅτι γνώρισμα τῶν μνησικάκων καὶ φθονερῶν ἀνθρώπων εἶναι καὶ τοῦτο: Τὶς διδασκαλίες, τὰ πράγματα ἢ τὰ κατορθώματα τοῦ ἄλλου τὰ κατηγοροῦν καὶ τὰ διαβάλλουν μὲ εὐχαρίστησι καὶ εὐκολία, (νικημένοι καὶ) καταποντισμένοι ἄθλια ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ μίσους.
14. Εἶδα μερικοὺς οἱ ὁποῖοι μυστικὰ καὶ κρυφὰ διαπράττουν σοβαρώτατα ἁμαρτήματα, καὶ στηριζόμενοι στὴν ὑποκριτικὴ καθαρότητά τους, ἐπιτιμοῦν μὲ αὐστηρότητα αὐτοὺς ποὺ ὑποπίπτουν σὲ μερικὰ μικρὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα καὶ φανερώνουν.
15. Ἡ κρίσις εἶναι ἀναιδὴς ἁρπαγὴ τοῦ δικαιώματος τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ ἡ κατάκρισις ὄλεθρος τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ὁ ὁποῖος κατακρίνει.
16. Ὅπως ἡ «οἴησις» καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχη ἄλλο πάθος, μπορεῖ νὰ καταστρέψῃ τὸν ἄνθρωπο, ἔτσι καὶ ἡ κατάκρισις, ἐὰν καὶ μόνη ὑπάρχη μέσα μας, μπορεῖ νὰ μᾶς καταστρέψῃ ὁλοσχερῶς, ἀφοῦ ἄλλωστε καὶ ὁ Φαρισαῖος ἐκεῖνος τῆς παραβολῆς ἐξ αἰτίας αὐτῆς κατεδικάσθη.
17. Ὁ καλὸς «ραγολόγος» τρώγει τὶς ὥριμες ρῶγες τῶν σταφυλιῶν καὶ δὲν πειράζει καθόλου τὶς ἄγουρες. Παρόμοια ὁ καλόγνωμος καὶ συνετὸς ἄνθρωπος, ὅσες ἀρετὲς βλέπει στοὺς ἄλλους τὶς σημειώνει μὲ ἐπιμέλεια, ἐνῷ ὁ ἀνόητος ἀναζητεῖ τὰ ἐλαττώματα καὶ τὶς κατηγορίες. Γι᾿ αὐτὸν μάλιστα ἔχει λεχθῆ: «Ἐξηρεύνησαν ἀνομίαν, ἐξέλιπον ἐξερευνῶντες ἐξερευνήσεις» (Ψαλμ. ξγ´ 7).
18. Μὴ κατακρίνης καὶ ὅταν ἀκόμη βλέπης κάτι μὲ τοὺς ἴδιους τοὺς ὀφθαλμούς σου, διότι καὶ αὐτοὶ πολλὲς φορὲς ἐξαπατῶνται.
Βαθμὶς δεκάτη! Ὅποιος τὴν κατέκτησε εἶναι ἐργάτης τῆς ἀγάπης ἢ τοῦ πένθους.
Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/climax/
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΟΡΤΗΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ Ε’ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
9: 1-7
Ἀδελφοί, εἶχεν ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε ῞Αγιον κοσμικόν. Σκηνὴ γὰρ κατεσκευάσθη ἡ πρώτῃ ἐν ᾗ ἥ τε λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ πρόθεσις τῶν ἄρτων, ἥτις λέγεται ῞Αγια. Μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα σκηνὴ ἡ λεγομένη ῞Αγια ῾Αγίων, χρυσοῦν ἔχουσα θυμιατήριον καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ, ἐν ᾗ στάμνος χρυσῆ ἔχουσα τὸ μάννα καὶ ἡ ῥάβδος ᾿Ααρὼν ἡ βλαστήσασα καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης, ὑπεράνω· δὲ αὐτῆς Χερουβὶμ δόξης κατασκιάζοντα τὸ ἱλαστήριον· περὶ ὧν οὐκ ἔστι νῦν λέγειν κατὰ μέρος. Τούτων δὲ οὕτω κατεσκευασμένων εἰς μὲν τὴν πρώτην σκηνὴν διὰ παντὸς εἰσίασιν οἱ ἱερεῖς τὰς λατρείας ἐπιτελοῦντες, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ μόνος ὁ ἀρχιερεύς, οὐ χωρὶς αἵματος, ὃ προσφέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΕΟΡΤΗΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ Ε’ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
1: 39 – 49. 56
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀναστᾶσα Μαριὰμ ἐπορεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς εἰς πόλιν Ἰούδα, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον Ζαχαρίου καὶ ἠσπάσατο τὴν Ἐλισάβετ. καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ἡ Ἐλισάβετ τὸν ἀσπασμὸν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησεν τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς· καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπεν· Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρὸς μέ; ἰδοὺ γὰρ ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησεν τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου. καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου. Καὶ εἶπε Μαριάμ· Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου, ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ. ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί. ὅτι ἐποίησέ μοι μεγάλα ὁ δυνατός καὶ ἅγιον τὸ ὄνομα αὐτοῦ, Ἔμεινε δὲ Μαριὰμ σὺν αὐτῇ ὡσεὶ μῆνας τρεῖς καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ





