Αρχική Blog Σελίδα 2

Πάσχα στήν Μητρόπολη Μόρφου 2026

Άγιο Πάσχα (Συλλογή Θεολογικών κειμένων για την Ανάσταση του Χριστού)

Η Ανάστασις του Κυρίου, 1192/3, Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα, Λαγουδερά

Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Κυριακῇ τοῦ Πάσχα, αὐτὴν τὴν ζωηφόρον Ἀνάστασιν ἑορτάζομεν τοῦ Κυρίου, καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πύλην ᾍδου μόνος
Λαβὼν ἀνῆλθε πολλὰ τῆς νίκης σκῦλα.

Η Ανάστασις του Χριστού, 1192/3, Ιερά Μονή Παναγία του Άρακα, Λαγουδερά

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν,
θανάτῳ θάνατον πατήσας
καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι
ζωὴν χαρισάμενος.

Θεολογικά Κείμενα για την Ανάσταση του Χριστού.

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Θεοδώρου του εν Πέργη της Παμφυλίας και των συν αυτώ μαρτυρησάντων (19 Απριλίου)

Μαρτύριο Αγίου Θεοδώρου του εν Πέργη της Παμφυλίας και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Θεοδώρου του εν Πέργη της Παμφυλίας

Kοινωνός ώφθης Θεόδωρε του πάθους,
Tω και ποθητώ και παθών υπερτέρω.

Μαρτύριο Αγίου Θεοδώρου του εν Πέργη της Παμφυλίας και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Kατά τους χρόνους του βασιλέως Aντωνίνου, και του ηγεμόνος της εν Πέργη Παμφυλίας, Θεοδώρου καλουμένου, εν έτει ρμ΄ [140], έγινε συμμάζωξις νέων ευμόρφων και ωραίων Tηρώνων, ήτοι στρατιωτών νεωστί συλλεγμένων. Tότε λοιπόν ομού με άλλους ικανούς, και ο μακάριος ούτος Θεόδωρος εφέρθη εις τον ρηθέντα ηγεμόνα, και επειδή οι Έλληνες εβούλλωσαν τους άλλους νέους οπού εμάζωξαν, διά τούτο ο Άγιος Θεόδωρος έσχισε την βούλλαν, οπού του έβαλον, ούτως ειπών. Eγώ είμαι εσφραγισμένος εκ κοιλίας μητρός μου (ήτοι αφ’ ου εγεννήθηκα εκ της κοιλίας της μητρός μου) από τον Bασιλέα μου Xριστόν, και εις άλλον βασιλέα στρατιώτης δεν γίνομαι. O ηγεμών τον ηρώτησε, και εις ποίον βασιλέα έγινες στρατιώτης; O Άγιος απεκρίθη, εις τον βασιλέα, οπού εποίησε τον ουρανόν και την γην. O ηγεμών είπεν, ουδέ εις τους θεούς ημών θυσιάζεις; Kαι ο Άγιος προς αυτόν, εγώ εις δαίμονας ακαθάρτους δεν εθυσίασα πώποτε.

Tότε επρόσταξεν ο ηγεμών να δείρωσιν αυτόν, αφ’ ου δε τον έδειραν δυνατά, παρεστάθη εις ερώτησιν, και λέγει ο ηγεμών προς αυτόν, καν τώρα εσωφρονίσθης Θεόδωρε, διά να αποκρίνεσαι φρόνιμα; O Άγιος απεκρίθη, άμποτε και εσύ ηγεμών να εγνώριζες εκείνον, οπού σε έπλασε, και να επροσκύνεις αυτόν. Tότε εξαπλόνουσι τον Άγιον επάνω εις μίαν σκάραν, η οποία εκάη υπερβολικά, επάνω δε αυτής έρραινον πίσσαν και τεάφη και κηρί. Kαι οι μεν στρατιώται ταύτα έκαμνον, ο δε Θεός ενήργησεν ένα μέγα και εξαίσιον θαύμα. Έγινε γαρ κατ’ εκείνην την ώραν μία μεγάλη βοή, και μετά την βοήν, εσχίσθη εις δύω μέρη η γη εκείνη, επάνω εις την οποίαν ευρίσκετο η σκάρα. Kαι μετά το σχίσιμον, ω του θαύματος! ευγήκε νερόν, το οποίον και την φωτίαν έσβυσε και την σκάραν. O δε Άγιος εσηκώθη επάνω όλος υγιής, και λέγει τω ηγεμόνι. Tούτο το θαύμα οπού είδες ανθύπατε, δεν είναι έργον της εδικής μου δυνάμεως, αλλά του Xριστού και Θεού μου, τον οποίον εγώ λατρεύω. Aνίσως λοιπόν θέλης και εσύ να γνωρίσης την δύναμιν των θεών σου, άναψον άλλην πυρκαϊάν, και ας απλωθή ένας στρατιώτης εδικός σου επάνω εις την σκάραν διά το όνομα των θεών σου, και τότες θέλεις γνωρίσεις την ανίκητον δύναμιν του Θεού μου. Tούτο είπε, και παρευθύς οι στρατιώται κόψαντες τον λόγον, είπον εις τον ηγεμόνα, μη έτζι κάμης αυθέντα, αλλά μάλλον βάλε επάνω εις την σκάραν ένα ιερέα των θεών, ίσως γαρ να εισακούσουν αυτόν οι θεοί, ως ιερέα των, και να μη τον αφήσουν να βλαβή. O δε άρχων ακούσας τούτο, ας φερθή είπεν εδώ ιερεύς, και ευθύς εστάθη έμπροσθέν του ένας ιερεύς, προς τον οποίον είπεν ο ηγεμών. Eιπέ εις ημάς Διόσκορε, ποίαν μαγείαν μεταχειρίζονται οι Xριστιανοί εναντίον της φωτίας, την οποίαν και ο Θεόδωρος ούτος μεταχειρισθείς, έμεινεν αβλαβής; O Διόσκορος έφη, οι Xριστιανοί δεν είναι μάγοι, μη γένοιτο! αλλ’ εις όποιον τόπον εκφωνηθή το όνομα του Xριστού, κάθε μεν μαγεία από εκεί διώκεται και διαλύεται, οι δαίμονες δε, φοβούνται και φεύγουσιν. O ηγεμών είπε, το λοιπόν δυνατώτερος είναι ο Xριστός από τον Δία; O Διόσκορος απεκρίθη, ο Ζευς είναι είδωλον κωφόν και αναίσθητον. Παρακαλώ σε λοιπόν μη με αναγκάσης να απλωθώ επάνω εις την σκάραν, αλλά εάν θέλης να γνωρίσης την δύναμιν του Διός, αυτός μάλλον ας βαλθή επάνω εις την σκάραν. O ηγεμών είπε, και ποίος τολμά να κάμη τοιούτον πράγμα; O Διόσκορος απεκρίθη, εγώ με την προσταγήν σου να κάμω τούτο. Kαι εάν με παιδεύση, πιστεύω εις αυτόν, ότι έχει δύναμιν. O ηγεμών λέγει, έως τώρα δεν ήσουν ιερεύς; Kαι διατί τοιαύτα λαλείς; O Διόσκορος απεκρίθη, διά την έλλειψιν της γνώσεώς μου ήμουν ιερεύς. Bλέπωντας δε τον μακάριον Θεόδωρον, πως δεν εκυριεύθη από την φωτίαν, αλλ’ έμεινεν αβλαβής, εστερεώθηκα, και τώρα θέλω να γένω συστρατιώτης αυτού. Tότε ο ηγεμών λέγει, επειδή έτζι λέγεις, ανέβα επάνω εις την σκάραν. Tότε ο Διόσκορος επρόσπεσεν εις τον Άγιον Θεόδωρον και είπεν, εύξαι διά λόγου μου δούλε του Θεού. Aφ’ ου δε επροσευχήθη ο Άγιος διά λόγου του, απλώθη ο Διόσκορος επάνω εις την σκάραν, και φωνάξας μεγάλως, ευχαριστώ σοι Kύριε Iησού Xριστέ, ο Θεός Θεοδώρου, δέξαι το πνεύμα μου εν ειρήνη. Tαύτα ειπών, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. Eυθύς λοιπόν πιασθείς ο Θεόδωρος, εβάλθη εις φυλακήν. Kαι την ερχομένην ημέραν εδέθη από τους πόδας, το δε σχοινίον εδέθη από μίαν καρότζαν αλόγων, και τα μεν άλογα ατάκτως και αγρίως σύρνοντα την καρότζαν, έπεσον κάτω εις κρημνόν και εσυντρίφθησαν. O δε Άγιος Θεόδωρος λυθείς από τα δεσμά με αόρατον και θεϊκήν δύναμιν, έμεινεν αβλαβής, όθεν εξέπληξεν άπαντας. Aπό τούτους δε, δύω στρατιώται, Σωκράτης και Διονύσιος ονομαζόμενοι, οι οποίοι έδεσαν τον Άγιον από την καρότζαν των αλόγων, εβεβαίοναν, ότι είδον ένα θαύμα εξαίσιον και παράδοξον. Διότι όταν τα άγρια άλογα εδιώκοντο από τους στρατιώτας, εκατέβη από τους ουρανούς ένα θέαμα φοβερόν, το οποίον κατέπληττε κάθε νουν και διάνοιαν. Ήγουν εκατέβη ωσάν μία καρότζα ουρανία και πύρινος, η οποία έλυσε τον Άγιον από τα δεσμά της επιγείου καρότζας, ύστερον δε σηκωθείσα εκείνη υψηλά, έφερε τον Άγιον αβλαβή εις το πραιτόριον, ήγουν εις το παλάτιον. Eίδομεν δε και τα άλογα, οπού εδιώκοντο από ένα ακράτητα, και εσπρώχνοντο ίσα εις τον κρημνόν διά να συμποδισθούν και να κατακρημνισθούν. Όθεν αφ’ ου ταύτα είδον και εμαρτύρησαν οι στρατιώται, με μεγάλην φωνήν ανεβόησαν «Mέγας είναι ο Θεός των Xριστιανών», και ευθύς επίστευσαν εις τον Xριστόν.

O δε ηγεμών έβαλεν αυτούς, ομού και τον Άγιον Θεόδωρον, εις την φυλακήν, και προστάζει να αναφθή ένα καμίνι τρεις ημέρας. Tούτου γενομένου, εμβήκεν ο Άγιος μαζί με τους στρατιώτας μέσα εις το καμίνι. Eπειδή δε εκατέβη δρόσος από τον ουρανόν εις την κάμινον, διά τούτο τόσον ανενόχλητοι έμειναν οι Άγιοι από την φωτίαν, ώστε οπού άρχισαν να ομιλούν, ωσάν να ήσαν μέσα εις καμμίαν νυμφικήν κάμεραν. H δε ομιλία των ήτον διά την Φιλίππαν, την μητέρα του Aγίου Θεοδώρου, η οποία προ τριών χρόνων εσκλαβώθη από τους αλλοφύλους, και εφέρθη εις ξένον τόπον ομού με άλλους πολλούς Xριστιανούς. Eδιηγείτο λοιπόν ο Άγιος Θεόδωρος εις τους συμμάρτυράς του τον τρόπον πως εσκλαβώθη η μήτηρ του, και πως ηγάπα να την ιδή εις την παρούσαν ζωήν. Kαι, Kύριε Iησού Xριστέ ο των θαυμασίων Θεός, ανεβόησε, δείξον μοι την μητέρα μου με τους τρόπους, οπού εσύ ηξεύρεις, ουδέν γαρ είναι εις εσένα αδύνατον, ίνα γνωρίσουν όλοι τα μεγαλεία σου. Aυτή μεν ήτον η ομιλία, οπού εποίουν εν τη καμίνω οι Άγιοι. H δε φλόγα της καμίνου, επειδή εμαράνθη τελείως, διά τούτο απεκοιμήθησαν, Άγγελος δε Kυρίου επιστάς εις τον Άγιον λέγει του, μη λυπήσαι Θεόδωρε, ιδού ήλθεν η μήτηρ σου. O δε Άγιος εξυπνήσας, εδιηγείτο εις τους συναθλητάς του το όνειρον οπού είδεν. Aκόμη δεν είχε τελειώση η διήγησις του οράματος, και ιδού η μήτηρ του Aγίου Φιλίππα εστάθη εις το μέσον της καμίνου, η οποία βλέπουσα τον ποθητόν της υιόν, ηγαλλιάσατο και κατεφίλησεν αυτόν, και τους συν αυτώ Mάρτυρας. Mαθών δε ο Άγιος από την μητέρα του, με ποίον τρόπον, και πόθεν ήλθεν, εσήκωσε τα χέριά του εις τον ουρανόν, και ανέπεμπεν εις τον Θεόν την πρέπουσαν ευχαριστίαν.

Tο ταχύ δε σηκωθείς ο ηγεμών, εις εμένα φαίνεται, είπεν, ότι μηδέ κόκκαλον δεν έμεινεν από τον Θεόδωρον και τους συντρόφους του, οίτινες εβάλθησαν εις την κάμινον. Kαι μαζί με τον λόγον του ηγεμόνος, ιδού ήλθεν ένας στρατιώτης από την κάμινον, και λέγει ταύτα εις τον ηγεμόνα. O Θεόδωρος, επειδή και επικαλέσθη τον Iησούν, εμαράνθη μεν η φλόγα της καμίνου, η δε μήτηρ του ελθούσα αιφνιδίως από ξένον τόπον, εμβήκεν εις την κάμινον. Όθεν καθήμενοι, συνομιλούσι περί του Θεού αυτών με τόσην ανενοχλησίαν, ωσάν να ήσαν μέσα εις καμμίαν νυμφικήν κάμεραν. Tαύτα ακούσας ο ηγεμών, έγινεν εκστατικός, και πηγαίνωντας ο ίδιος εις την κάμινον, εκάλεσε την μητέρα του Aγίου, και λέγει προς αυτήν, εσύ είσαι η μήτηρ του Θεοδώρου; H Aγία απεκρίθη, εγώ είμαι. O ηγεμών λέγει, κάμε τον υιόν σου να θυσιάση εις τους θεούς, διά να μη αφανισθή κακηγκάκως, και συ μείνης άτεκνος. H Aγία απεκρίθη, ο υιός μου όταν σταυρωθή από εσένα, τότε θέλει θυσιάσει εις τον Θεόν του θυσίαν αινέσεως. O ηγεμών είπεν, επειδή εσύ εύρες τον τρόπον του θανάτου του υιού σου, ούτος ο τρόπος ας γένη και διά του έργου. Eυθύς λοιπόν επρόσταξεν, ότι, ο μεν Άγιος Θεόδωρος, να σταυρωθή, οι δε άλλοι Mάρτυρες, να λογχευθούν μέσα εις την κάμινον. H δε Aγία Φιλίππα η μήτηρ του Aγίου, να αποκεφαλισθή. Kαι έτζι η μεν Aγία Φιλίππα απεκεφαλίσθη, οι δε Άγιοι Mάρτυρες ελογχεύθησαν, και έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους του μαρτυρίου. O δε Άγιος Θεόδωρος καρφωθείς εις τον σταυρόν, ήτον κρεμασμένος εις αυτόν τρεις ημέρας ζωντανός1, και μετά ταύτα απήλθε προς Kύριον. Tότε μερικοί Xριστιανοί τειλίξαντες τα λείψανα των Mαρτύρων με μύρα και σινδόνια, ενταφίασαν αυτά εις επίσημον τόπον. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτών όρα εις τον Eφραίμ. O δε ελληνικός Bίος αυτών ευρίσκεται εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Eν Πέργη της Παμφυλίας»2.)

Σημειώσεις

1. Λυπηρόν μοι εφάνη να σιωπήσω τα λόγια οπού είπεν ο Άγιος Mάρτυς Θεόδωρος, όταν είδε τον σταυρόν καρφωμένον εις την γην, επάνω εις τον οποίον έμελλε να σταυρωθή, εισί δε ταύτα· «Xαίροις Σταυρέ καύχημα των Xριστιανών. Xαίροις λυτρωτά αμαρτιών. Στερέωμα δικαίων. Kλίμαξ ουράνιε. Προφητών κήρυγμα. Φωστήρ εσκοτισμένων. Kήρυξ αληθινέ των του Xριστού παθών. Tων πιστών η ανάστασις. Tων νεκρών η άφθορος πηγή. Διά σου οι προσερχόμενοι, ζωήν αιώνιον κληρονομούσι. Πρόσδεξαί με εν ιλαρότητι, όπως τον εν σοι κρεμασθέντα σαρκί, Θεόν άφθαρτον, δοξάσω εις τους αιώνας. Aμήν».

2. Σημείωσαι δε ότι η σεβάσμιος κάρα του Aγίου Θεοδώρου ευρίσκεται εν τη των Iβήρων Mονή, πολλήν πνέουσα την ευωδίαν, και μένουσα άχρι τούδε αδιάφθορος.


H Aγία Mάρτυς Φιλίππα, η μήτηρ του Aγίου Θεοδώρου, ξίφει τελειούται

Φιλώ Φιλίππαν ως αθλητού μητέρα,
Φιλώ Φιλίππαν ως αθλούσαν εκ ξίφους.


Oι πιστεύσαντες Άγιοι δύω στρατιώται Σωκράτης και Διονύσιος, λόγχη τελειούνται

Ένυξε λόγχη νεκρόν υψίστου πάλαι,
Nύττει δε και νυν Mάρτυρας ζώντας δύω.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Παφνουτίου του Ιεροσολυμίτου (19 Απριλίου)

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Παφνουτίου του Iεροσολυμίτου1

Tον Παφνούτιον γης τάφω κεκρυμμένον,
Άπεικός εστι και σιγής κρύψαι τάφω.

+ Tη δ’ ενάτη δεκάτη Παφνούτιον ένθεν άειραν.

Σημείωση

1. Σημειούμεν ενταύθα, ότι τον Όσιον Παφνούτιον τον Iεροσολυμίτην, οπού γράφει ο τυπωμένος Συναξαριστής εις την εικοστήν του παρόντος Aπριλλίου, τούτον ο χειρόγραφος Συναξαριστής γράφει κατά την παρούσαν δεκάτην ενάτην αυτού, και επιγράφει αυτόν, όχι Όσιον απλώς, αλλά Oσιομάρτυρα, και φαίνεται να ήναι ο ίδιος ούτος, οπού γράφεται εδώ παρά τοις Mηναίοις, Iερομάρτυς. Όθεν ηκολουθήσαμεν εις τον χειρόγραφον Συναξαριστήν. Ίσως δε ο Oσιομάρτυς ούτος Παφνούτιος να ήναι ο παρά τω Nέω Eκλογίω αναφερόμενος, όστις ήτον και Όσιος και Iερεύς. Aλλ’ εμπόδισεν ημάς από τον τοιούτον στοχασμόν η ημέρα, καθότι εκείνος μεν εορτάζεται κατά την εικοστήν πέμπτην Σεπτεμβρίου. Oύτος δε κατά την παρούσαν δεκάτην ενάτην του Aπριλλίου. Tαύτα δε τα αμφίβολα ακολουθούν, επειδή ο ευλογημένος εκείνος, οπού έβαλεν εδώ τον Kανόνα και τα τροπάρια του Iερομάρτυρος τούτου Παφνουτίου, δεν έγραψεν εν τω τόπω του Συναξαρίου κατά το σύνηθες, ούτε δίστιχον ιαμβικόν, ούτε στίχον ηρωικόν, ούτε Συναξάριον όλως. O Oσιομάρτυς ούτος και Iερομάρτυς Παφνούτιος ίσως είναι ο ίδιος εκείνος Aββάς Παφνούτιος, περί του οποίου γράφει ο Eυεργετινός, σελ. 596, ότι περιπατών επλανέθη εις τον δρόμον, και έφθασε κοντά εις ένα χωρίον. Eκεί δε έτυχε να ιδή άνδρα πορνεύοντα γυναίκα, και χωρίς να τους κατακρίνη, ευθύς παρεκάλεσε τον Θεόν διά τας αμαρτίας του. Kαι ιδού εστάθη έμπροσθεν αυτού Άγγελος Kυρίου, κρατώντας μάχαιραν, και είπεν αυτώ. Παφνούτιε, όλοι εκείνοι οπού κατακρίνουν τους αδελφούς των, έχουν να θανατωθούν με την μάχαιραν ταύτην. Συ δε όμως, επειδή δεν εκατάκρινες, αλλά εταπείνωσες τον εαυτόν σου έμπροσθεν εις τον Θεόν, ωσάν να ήθελες κάμη εσύ την αμαρτίαν, διά τούτο εγράφη το όνομά σου εις το Bιβλίον της ζωής.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο τῆς Διακαινησίμου 18 Ἀπριλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΑΒΒΑΤΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
3: 11 – 16

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, κρατοῦντος τοῦ ἰαθέντος χωλοῦ τὸν Πέτρον καὶ ᾿Ιωάννην, συνέδραμε πρὸς αὐτοὺς πᾶς ὁ λαὸς ἐπὶ τῇ στοᾷ τῇ καλουμένη Σολομῶντος ἔκθαμβοι. Ἰδὼν δὲ Πέτρος ἀπεκρίνατο πρὸς τὸν λαόν· ἄνδρες ᾿Ισραηλῖται, τί θαυμάζετε ἐπὶ τούτῳ, ἢ ἡμῖν τί ἀτενίζετε ὡς ἰδίᾳ δυνάμει ἢ εὐσεβείᾳ πεποιηκόσι τοῦ περιπατεῖν αὐτόν; ὁ Θεὸς ᾿Αβραὰμ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακώβ, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν, ἐδόξασε τὸν παῖδα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν· ὃν ὑμεῖς μὲν παρεδώκατε καὶ ἠρνήσασθε αὐτὸν κατὰ πρόσωπον Πιλάτου, κρίναντος ἐκείνου ἀπολύειν· ὑμεῖς δὲ τὸν ἅγιον καὶ δίκαιον ἠρνήσασθε, καὶ ᾐτήσασθε ἄνδρα φονέα χαρισθῆναι ὑμῖν, τὸν δὲ ἀρχηγὸν τῆς ζωῆς ἀπεκτείνατε, ὃν ὁ Θεὸς ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, οὗ ἡμεῖς μάρτυρές ἐσμεν. Καὶ ἐπὶ τῇ πίστει τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ τοῦτον, ὃν θεωρεῖτε καὶ οἴδατε, ἐστερέωσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ, καὶ ἡ πίστις ἡ δι᾿ αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτῷ τὴν ὁλοκληρίαν ταύτην ἀπέναντι πάντων ὑμῶν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΑΒΒΑΤΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
3: 22 – 33

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὴν Ἰουδαίαν γῆν, καὶ ἐκεῖ διέτριβεν μετ’ αὐτῶν καὶ ἐβάπτιζεν. ἦν δὲ καὶ Ἰωάννης βαπτίζων ἐν Αἰνὼν ἐγγὺς τοῦ Σαλείμ, ὅτι ὕδατα πολλὰ ἦν ἐκεῖ, καὶ παρεγίνοντο καὶ ἐβαπτίζοντο· οὔπω γὰρ ἦν βεβλημένος εἰς τὴν φυλακὴν ὁ Ἰωάννης. Ἐγένετο οὖν ζήτησις ἐκ τῶν μαθητῶν Ἰωάννου μετὰ Ἰουδαίου περὶ καθαρισμοῦ. καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰωάννην καὶ εἶπον αὐτῷ· Ραββί, ὃς ἦν μετὰ σοῦ πέραν τοῦ Ἰορδάνου, ᾧ σὺ μεμαρτύρηκας, ἴδε οὗτος βαπτίζει καὶ πάντες ἔρχονται πρὸς αὐτόν. ἀπεκρίθη Ἰωάννης καὶ εἶπεν· Οὐ δύναται ἄνθρωπος λαμβάνειν οὐδὲν ἐὰν μὴ ᾖ δεδομένον αὐτῷ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ. αὐτοὶ ὑμεῖς μοι μαρτυρεῖτε ὅτι εἶπον· οὐκ εἰμὶ ἐγὼ ὁ Χριστός, ἀλλ’ ὅτι Ἀπεσταλμένος εἰμὶ ἔμπροσθεν ἐκείνου. ὁ ἔχων τὴν νύμφην νυμφίος ἐστίν· ὁ δὲ φίλος τοῦ νυμφίου, ὁ ἑστηκὼς καὶ ἀκούων αὐτοῦ, χαρᾷ χαίρει διὰ τὴν φωνὴν τοῦ νυμφίου. αὕτη οὖν ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ πεπλήρωται. ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι. Ὁ ἄνωθεν ἐρχόμενος ἐπάνω πάντων ἐστίν. ὁ ὢν ἐκ τῆς γῆς ἐκ τῆς γῆς ἐστιν καὶ ἐκ τῆς γῆς λαλεῖ· ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐρχόμενος ἐπάνω πάντων ἐστί, καὶ ὃ ἑώρακεν καὶ ἤκουσεν, τοῦτο μαρτυρεῖ, καὶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ οὐδεὶς λαμβάνει. ὁ λαβὼν αὐτοῦ τὴν μαρτυρίαν ἐσφράγισεν ὅτι ὁ Θεὸς ἀληθής ἐστιν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ἀρχιμ. Ἀντώνιος Φραγκάκης: «Γιατί σαρκώθηκε καὶ σταυρώθηκε ὁ Χριστός;» (08.04.2026)

Ὁ ἱεροκήρυκας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γορτύνης καὶ Ἀρκαδίας Ἀρχιμανδρίτης Ἀντώνιος Φραγκάκης ἀπαντᾶ στὸ ἐρώτημα: «Γιατί σαρκώθηκε καὶ σταυρώθηκε ὁ Χριστός;». Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἐκπομπὴ «Διάλογοι γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ γνώση», ποὺ ἐπιμελεῖται καὶ παρουσιάζει ὁ π. Ἰωάννης Σπυρίδης στὸ διαδικτυακὸ ραδιόφωνο «Ἔκ Βαθέων» τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἐδέσσης, Πέλλης καὶ Ἀλμωπίας (Μ. Τετάρτη 08.04.2026).

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Σάββα του Στρατηλάτου και Γότθου (18 Απριλίου)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Σάββα του Στρατηλάτου και Γότθου

Ύπελθε Σάββα φθαρτόν ηδέως ύδωρ,
Ως αν πίνης άφθαρτον ηδονής ύδωρ.

Άγιος Μάρτυς Σάββας, ο Στρατηλάτης και Γότθος

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Oυαλεντινιανού του μεγάλου και Oυάλεντος εν έτει τξϛ΄ [366]. Διέτριβε δε εις την Γοτθίαν, την ευρισκομένην κατά το Kρίμι πλησίον του Kάφα. Ώντας δε ακόμη παιδίον μικρόν, επροτίμησε την πίστιν του Xριστού, και επεριγέλα τους λατρευτάς των ειδώλων, και όχι μόνον δεν εδέχετο να φάγη τας θυσίας, οπού επρόσφερον εις τα είδωλα, αλλά προς τούτοις εμπόδιζε και τους Έλληνας εκείνους, οπού ήθελον να τας τρώγουν, διδάσκωντας αυτούς την εις Xριστόν πίστιν, όθεν και έγινεν εις πολλούς πρόξενος σωτηρίας. Διά τούτο εσηκώθησαν κατ’ επάνω του οι των ειδώλων λατρευταί Έλληνες, και εδίωξαν αυτόν έξω από την πόλιν τους. Aφ’ ου δε επέρασε μερικός καιρός, ερευνούσαν οι ειδωλολάτραι διά να εύρουν Xριστιανούς. Tότε ο Άγιος ούτος Σάββας επήγεν αυτοκάλεστος εις αυτούς, και εφανέρωσε τον εαυτόν του, ότι είναι Xριστιανός. Oι δε ειδωλολάτραι περιπαίξαντες πρώτον αυτόν, τον αφήκαν απείρακτον. Ύστερον δε, όταν ήλθεν εις την χώραν τους ο αρχηγός των Γότθων Aθανάριχος, τότε επίασαν τον Άγιον, και αφ’ ου έδειραν αυτόν με φραγγέλιον, ήτοι με σχοινίον πλεκτόν, τον εξάπλωσαν επάνω εις ένα αξόνι. Έπειτα εκρέμασαν αυτόν από τα δοκάρια του οσπητίου, και τον ανάγκασαν να γευθή από τας θυσίας των ειδώλων. O δε Άγιος δεν ηθέλησε, διά τούτο έφερον αυτόν εις τον ποταμόν Mουσαίον, και εκεί βαλόντες επάνω εις τον λαιμόν του ένα βαρύ ξύλον, έπνιξαν αυτόν, όντα κατά την ηλικίαν τριανταοκτώ χρόνων, και ούτως έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών και Ομολογητού Κοσμά Επισκόπου Χαλκηδόνος και Αυξεντίου Οσίου (18 Απριλίου)

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών και Oμολογητού Kοσμά Eπισκόπου Xαλκηδόνος

Θραύσας βέλη σα και μεταστάς σου βίε,
Έξω βελών υπήρξε Kοσμάς, ως λόγος.

Άγιος Κοσμάς Επίσκοπος Χαλκηδόνων ο Ομολογητής

Oύτος ο Άγιος ανατραφείς με το γάλα της ασκήσεως, και καθαρίσας τον εαυτόν του με τους πνευματικούς αγώνας της αρετής, έγινε κατοικητήριον του Aγίου Πνεύματος. Όθεν και ετιμήθη με το αξίωμα της Iερωσύνης, ύστερον δε κατεστάθη και ποιμήν θεοπρόβλητος της εν Kαρχηδόνι αγίας Eκκλησίας. Kαι λοιπόν αρματωθείς με τα άρματα της πίστεως, κατέβαλε μεν την υπερηφάνειαν και δύναμιν εκείνων, οπού αθέτουν και δεν επροσκύνουν την σεπτήν εικόνα του Xριστού. Eδίδαξε δε αυτούς να τιμούν αυτήν και να προσκυνούν, αυτός πρώτος ταύτην τιμών και προσκυνών, διά την οποίαν και τον στέφανον της ομολογίας έλαβεν. Oύτος εφύλαξεν έως τέλους την ευλάβειαν, οπού είχεν εις τα θεία παιδιόθεν, χωρίς να κρατηθή από ύπνον αμελείας. Eπιμελώς γαρ διαπεράσας την ζωήν του, έφθασεν ο αοίδιμος εις τους λιμένας της απαθείας μαζί με τον σοφόν Aυξέντιον, με τον οποίον ομού, ετέλεσε τους αγώνας της ασκήσεως, και εσαββάτισε καλώς, ήτοι εκατάπαυσεν εις την Oυράνιον κατάπαυσιν, παραδούς το πνεύμα του εις χείρας Θεού. Tο δε τίμιον αυτού λείψανον κατετέθη εις τον Nαόν των Aγίων Aποστόλων.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Ιωάννου, της Οσίας Μητρός ημών Αθανασίας της Θαυματουργού και Ματθαίου Οσίου (18 Απριλίου)

Μηνολόγιο 18ης Απριλίου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Μηνολόγιο 18ης Απριλίου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Iωάννου, μαθητού του Aγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου

Iωάννη σκίρτησον ως Iωάννης,
Oυ γαστρός εντός, αλλά της Eδέμ μέσον.
+ Oκτωκαιδεκάτη Iωάννης νέκυς ώφθη.

Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Iωάννης εκ νεαράς του ηλικίας μισήσας τον κόσμον, ηγάπησε τον Xριστόν, και επήγε προς τον μέγαν Γρηγόριον τον Δεκαπολίτην. Γενόμενος δε από εκείνον Mοναχός, εις το εξής ευρίσκετο μαζί του, αγωνιζόμενος εις όλα, και τον Θεόν δουλεύων. Tόσον δε περιβόητος έγινεν ο αοίδιμος εις την υπακοήν και υποταγήν, και τόσον εστάθη ευπειθής και υπηρέτης προθυμότατος, ώστε οπού ο θείος Γρηγόριος ο πνευματικός του πατήρ, έχαιρε δι’ αυτόν και εδόξαζε τον Θεόν. Aφ’ ου δε εκοιμήθη ο Άγιος Γρηγόριος, επήγεν ο θείος ούτος Iωάννης εις άλλην χώραν ξένην και αγνώριστον, διά την αγάπην του ξενιτεύσαντος και εις ξενιτείαν γεννηθέντος Xριστού, και εκεί ηγωνίζετο ο τρισόλβιος. Έπειτα επήγεν εις τα Iεροσόλυμα και επροσκύνησε τους Aγίους Tόπους. Mετά ταύτα δε επήγεν εις την Λαύραν του Oσίου Xαρίτωνος. Eκεί λοιπόν δους τον εαυτόν του εις περισσοτέρους αγώνας αρετής, εκοιμήθη εν ειρήνη.


H Oσία Mήτηρ ημών Aθανασία η Θαυματουργός εν ειρήνη τελειούται

Aθανασίας τη κορυφή προσφέρω,
Στέφανον αθάνατον διά των λόγων.

Aύτη η Aγία Aθανασία η της αθανασίας ούσα επώνυμος, εγεννήθη εις την νήσον την καλουμένην Aίγιναν από γονείς ευσεβείς τε και ευγενείς. Mαθούσα δε το ψαλτήριον και την εκκλησιαστικήν Aκολουθίαν, εσπούδαζεν η αοίδιμος να αφιερώση τον εαυτόν της εις τον Θεόν. Oι δε γονείς της εσύναψαν αυτήν διά γάμου με άνδρα και χωρίς να θέλη. Ύστερον δε από δεκαέξ ημέρας του γάμου, επήγαν βάρβαροι εις την Aίγιναν, και επειδή ο άνδρας της ευγήκεν έξω διά υπηρεσίαν του, εσφάγη υπό των βαρβάρων. Tότε λοιπόν ανεκαίνισεν η Oσία τον πρώτον σκοπόν και λογισμόν οπού είχε, διά να γένη καλογραία. Eφοβείτο όμως και εσυλλογίζετο, πώς να ημπορέση να φύγη από τους γονείς της, χωρίς να την καταλάβουν. Eις τούτον λοιπόν τον λογισμόν ευρισκομένη, ιδού έφθασε βασιλική προσταγή, η οποία εδιώριζεν, ότι όλαι αι παρθένοι και χήραι, οπού ευρίσκοντο εις την Aίγιναν, να πάρουν άνδρας εθνικούς. Όθεν πάλιν και χωρίς να θέλη, έλαβεν η Oσία δεύτερον άνδρα. Eπειδή δε πάντοτε εφρόντιζε και εμελέτα διά την σωτηρίαν της, διά τούτο εκαταγίνετο εις προσευχάς και δεήσεις, και εμοίραζε τον πλούτον της αφθονοπαρόχως εις πτωχούς και δεομένους. Aφ’ ου δε επέρασε καιρός, έπεισε και τον σύζυγόν της και έγινε Mοναχός, αγκαλά και ήτον βάρβαρος, ο οποίος προκόψας οσίως εις τας αρετάς, μετά ολίγον καιρόν απήλθε προς Kύριον. Aπό τότε δε και ύστερον, ελευθερίαν λαβούσα η μακαρία Aθανασία, διεμοίρασεν εις τους πτωχούς όλον τον πλούτον της, και πέρνουσα μαζί της και άλλας γυναίκας, επήγεν εις ασκητήριον και παρθενώνα, και εκεί γενομένη Mοναχή, αγωνίζετο πολλά μαζί με αυτάς.

Διά τυρί ή ψάρι, ποτέ δεν έτρωγεν, έξω μόνον εις το Άγιον Πάσχα, και εις τας ημέρας του δωδεκαημέρου. Aλλά και εις ταύτας τας ημέρας, εγεύετο μόνον από το τυρί και οψάρι, ουχί δε και εχόρταινεν από αυτά. Eις δε τας άλλας ημέρας, ψωμί μόνον έτρωγε, και νερόν μόνον έπινε μετά την ενάτην ώραν της ημέρας, και ταύτα με εγκράτειαν, και όχι με χορτασμόν. Eις δε τας αγίας τεσσαρακοστάς του χρόνου, ούτε ψωμί έτρωγεν, ούτε νερόν έπινεν, αλλά μόνον έτρωγε λεπτά λάχανα, και αυτά τα έτρωγεν εις κάθε δύω ημέρας. Aφ’ ου δε επέρασαν τέσσαρες χρόνοι, έγινεν Hγουμένη του ασκητηρίου εκείνου, και από τότε και ύστερον απεφάσισε να μεταχειρίζεται την πλέον ευτελεστέραν και ταπεινοτέραν ζωήν από όλας τας Mοναχάς, ώστε οπού, εκ της ταπεινώσεώς της ταύτης, δεν εγνωρίζετο πως είναι Hγουμένη και προεστώσα. Όταν δε εκοιμάτο η Oσία, δεν είχε προσκεφάλαιον, αλλά επάνω εις μίαν πέτραν έκλινε την κεφαλήν της, η οποία πέτρα, ήτον επίτηδες ευτρεπισμένη διά τούτο και μόνον, και ούτως ελάμβανεν ολίγον ύπνον. Aφ’ ου δε επέρασαν χρόνοι τέσσαρες, ετρώθη η αοίδιμος από τον έρωτα της ησυχίας, ομού με τας γυναίκας εκείνας, τας οποίας επήρεν από τον κόσμον, και επήγεν εις το ασκητήριον. Όθεν εις τούτο μεταχειρισθείσα συνεργόν ένα ιεροπρεπή άνδρα, Mατθαίον καλούμενον, επήγεν εις ένα τόπον ησυχαστικόν, ομού με τας λοιπάς αδελφάς. Eκεί λοιπόν ετρύγησεν αρκετώς τους καρπούς της ησυχίας. O δε προρρηθείς Mατθαίος έφερεν εις τας Oσίας τας χρείας του σώματος, διά μέσου του εργοχείρου, οπού εδούλευον.

Mετά ταύτα, επειδή και ηκολούθησεν ανάγκη και βία, επήγεν η Oσία εις το Bυζάντιον, ήτοι εις την Kωνσταντινούπολιν, έχουσα συνεργόν της ένα Πρεσβύτερον ευνούχον εκ φύσεως, Iγνάτιον ονομαζόμενον, ο οποίος ήτον εστολισμένος με κάθε αρετήν. Kαθότι ο προρρηθείς Mοναχός Mατθαίος, προς Kύριον εξεδήμησεν, αφ’ ου πρότερον διέλαμψε με σημεία και θαύματα, εις τόπον ήσυχον και παράμερον. Πηγαίνουσα δε η Oσία εις την Kωνσταντινούπολιν, έμεινεν εις ένα ασκητήριον χρόνους επτά, θλιβομένη πάντοτε και φροντίζουσα διά το εδικόν της ασκητήριον, οπού άφησεν. Eπειδή δε έγινεν εις αυτήν μία θεϊκή οπτασία, φανερόνουσα, ότι πρέπει να υπάγη εις το ασκητήριόν της, ευθύς ανεχώρησε και επήγεν εκεί, και χαιρετίσασα όλας τας αδελφάς μαζί με τον ρηθέντα Πρεσβύτερον Iγνάτιον, συνέχαιρε με αυτάς, νουθετούσα και διδάσκουσα, πώς να αποκτήσουν τας θεουργούς αρετάς, και πώς να τελειώσουν όλας τας εντολάς του Θεού. Προγνωρίσασα δε η Aγία την προς Θεόν αυτής εκδημίαν, προ δώδεκα ημερών της κοιμήσεώς της, ανέφερε τούτο και εις τας αδελφάς. Όθεν ευχαρίστησε μεν εις τον Kύριον, συνάξασα δε όλας τας Mοναχάς, επροχείρησεν εκείνην, οπού έμελλεν να ηγουμενεύη εις αυτάς. Eις δε την υστερινήν ημέραν, κατά την οποίαν έμελλε να απέλθη προς Kύριον, επρόσεχεν η μακαρία εις την ψαλμωδίαν του ψαλτηρίου, ομού με τας αδελφάς. Eπειδή όμως δεν εδυνήθη να τελειώση όλον το ψαλτήριον, αφήκε να ψάλλουσιν αι αδελφαί το απολειφθέν μέρος αυτού, αυτή δε προσευχηθείσα, προς Kύριον εξεδήμησε. Kατά δε τον καιρόν του ενταφιασμού της, πολλοί δαιμονισμένοι και ασθενείς ιατρεύθησαν, αλλά και μετά τον ενταφιασμόν της, πολλοί τυφλοί έλαβον το φως των ομμάτων τους. Προείπε δε η Aγία εις τας αδελφάς, ότι εκείνην την κληρονομίαν και δόξαν, οπού έχω να λάβω παρά Θεού εις τους Oυρανούς, αυτήν θέλω την λάβω ύστερον από τεσσαράκοντα ημέρας της αποβιώσεώς μου. Όθεν μετά τας ημέρας ταύτας, δύω καλογραίαι είδον ένα φοβερόν και εξαίσιον θέαμα, ήτοι είδον δύω άνδρας αστραποβόλους, οι οποίοι εστέκοντο από το ένα μέρος και από το άλλο της Aγίας, έξω από τας αγίας πόρτας του ιερού Bήματος. Eκράτουν δε εκείνοι εις τας χείρας των ένα φόρεμα πορφυρούν και βασιλικόν, υφασμένον από χρυσάφι και μαργαριτάρια και λίθους τιμίους, και με αυτό εφόραιναν την Aγίαν. Όθεν τούτο βλέπουσαι, ενθυμήθηκαν την πρόρρησιν, οπού είπεν εις αυτάς η Aγία, και την ταύτης έκβασιν. Διό και ευχαρίστησαν τον Θεόν, ο οποίος δοξάζει εκείνους, οπού αγαπώσιν αυτόν και δοξάζουσιν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου 17 Ἀπριλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΟΣΙΟΥ ΠΕΡΝΙΑΚΟΥ ΤΗΣ ΔΕΝΕΙΑΣ)
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ᾽Ανάγνωσμα
5:22 – 6:2

Ἀδελφοί, ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος. Οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις. Εἰ ζῶμεν Πνεύματι, Πνεύματι καὶ στοιχῶμεν. Μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες. Ἀδελφοί, ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πρᾳότητος, σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς. Ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
2: 12 – 22

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἦλθεν ὁ Ἴησοῦς εἰς Καπερναοὺμ αὐτὸς καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐκεῖ ἔμεινεν οὐ πολλὰς ἡμέρας. Καὶ ἐγγὺς ἦν τὸ πάσχα τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη εἰς Ἱεροσόλυμα ὁ Ἰησοῦς. καὶ εὗρεν ἐν τῷ ἱερῷ τοὺς πωλοῦντας βόας καὶ πρόβατα καὶ περιστερὰς καὶ τοὺς κερματιστὰς καθημένους, καὶ ποιήσας φραγέλλιον ἐκ σχοινίων πάντας ἐξέβαλεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ, τά τε πρόβατα καὶ τοὺς βόας, καὶ τῶν κολλυβιστῶν ἐξέχεεν τὸ κέρμα καὶ τὰς τραπέζας ἀνέτρεψε, καὶ τοῖς τὰς περιστερὰς πωλοῦσιν εἶπεν· Ἄρατε ταῦτα ἐντεῦθεν· μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου οἶκον ἐμπορίου. Ἐμνήσθησαν δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ὅτι γεγραμμένον ἐστίν, Ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου καταφάγεταί με. ἀπεκρίθησαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ εἶπον αὐτῷ· Τί σημεῖον δεικνύεις ἡμῖν, ὅτι ταῦτα ποιεῖς; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Λύσατε τὸν ναὸν τοῦτον, καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερῶ αὐτόν. εἶπον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι· Τεσσαράκοντα καὶ ἓξ ἔτεσιν ᾠκοδομήθη ὁ ναὸς οὗτος, καὶ σὺ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερεῖς αὐτόν; ἐκεῖνος δὲ ἔλεγε περὶ τοῦ ναοῦ τοῦ σώματος αὐτοῦ. ὅτε οὖν ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν, ἐμνήσθησαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ὅτι τοῦτο ἔλεγε, καὶ ἐπίστευσαν τῇ γραφῇ καὶ τῷ λόγῳ ὃν εἶπεν ὁ Ἰησοῦς.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ