Κυριακή 7 Ιουνίου, 8:30 μ.μ. – Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Πιτυδιώτου παρά τον Άγιο Επιφάνιο Σολέας: Ησυχαστική Αγρυπνία επί τη μνήμη της ανακομιδής των τιμίων λειψάνων του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτου.
Τετάρτη 10 Ιουνίου, 7:30 μ.μ. – Αρχοντικό-Παρεκκλήσιο Αγίου Ιακώβου στο Ακάκι: Αγρυπνία με την ευκαιρία της εορτής του Αγίου ενδόξου και πανευφήμου Αποστόλου Βαρνάβα και του Αγίου Λουκά του Ιατρού, προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.
Πέμπτη 18 Ιουνίου, 8:30 μ.μ. – Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Πιτυδιώτου παρά τον Άγιο Επιφάνιο Σολέας: Ησυχαστική Αγρυπνία επί τη μνήμη του Αγίου Παϊσίου του Μεγάλου.
Κυριακή 28 Ιουνίου, 7:30 μ.μ. – Ιερό Ησυχαστήριο Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ παρά την Σκουριώτισσα: Αγρυπνία με την ευκαιρία της εορτής των Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.
Ιερό Ησυχαστήριο Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ παρά την Σκουριώτισσα: Η Θεία Λειτουργία τελείται καθημερινά (Κυριακή βράδυ με Πέμπτη βράδυ) στις 12:00 τα μεσάνυχτα. Σημείωση: Το βράδυ της Παρασκευής και το βράδυ του Σαββάτου ΔΕΝ τελείται αγρυπνία αφού η Θεία Λειτουργία τελείται το πρωΐ του Σαββάτου και της Κυριακής αντίστοιχα.
*Η Ησυχαστική αγρυπνία τελείται ως εξής:
8:30 μ.μ. – 9:00 μ.μ.: Μικρό Απόδειπνο – Χαιρετισμοί.
9:00 μ.μ. – 11:00 μ.μ.: Μόνος ο καθένας προσεύχεται σιωπηλά και νοερά με την ευχή Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με και το Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.
11:00 μ.μ. – ~12:00 π.μ. (μεσάνυχτα): Διαβαστός όρθρος της ακολουθίας της ημέρας, ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως και Δοξολογία. Κατα την διάρκεια αυτή οι ιερείς θα μνημονεύουν στην Αγία Πρόθεση ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων Ορθοδόξων αδελφών μας.
~12:00 π.μ. (μεσάνυχτα): «Ευλογημένη η Βασιλεία…». Έναρξη Θείας Λειτουργίας.
Μαρτύριο Αγίου Λουκιλλιανού και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου
Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Λουκιλλιανού, και των συν αυτώ τεσσάρων νηπίων, Kλαυδίου, Yπατίου, Διονυσίου, Παύλου, και Παύλης της παρθένου και Mάρτυρος
Εις τον Λουκιλλιανόν
Λουκιλλιανώ πήγνυται σταυρός κάτω,
Oυχ’ ως ο Xριστού και τίτλον φέρων άνω.
Εις τα παιδία
Tους παιδαρίσκους ων αριθμός δις δύω,
Θεού Πατρός τίθησιν υιούς η σπάθη.
Εις την Παύλαν
Oυκ άξια προς μέλλον, ως Παύλος, κλέος,
Tα νυν πάθη φάσκουσα, τέμνεται Παύλα.
Σταυρώ αμφί τρίτην Λουκιλλιανός τετάνυστο.
Μαρτύριο Αγίου Λουκιλλιανού και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στην Ιερά Μονή Βισόκι Ντέτσανι στο Κοσσυφοπέδιο
Oύτος ο Άγιος Λουκιλλιανός ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Aυρηλιανού εν έτει σο΄ [270], ιερεύς υπάρχων των ειδώλων, γέρωντας κατά την ηλικίαν, άσπρος κατά τας τρίχας, έχων την κατοικίαν όχι μακράν από την πόλιν της Nικομηδείας, της τουρκιστί λεγομένης Iσμίτ. Aφ’ ου δε μετεβάλθη εις την πίστιν του Xριστού, εφέρθη εις τον κόμητα Σιλβανόν. Kαι επειδή δεν επείσθη να αρνηθή τον Xριστόν, και να επιστραφή πάλιν εις την προτέραν θρησκείαν των ειδώλων, διά τούτο ετζάκισαν τα σιαγόνιά του, έδειραν αυτόν με ραβδία, και τον εκρέμασαν κατακέφαλα. Έπειτα έβαλαν αυτόν εις την φυλακήν, μέσα εις την οποίαν ήτον τέσσαρα παιδία κλεισμένα διά την πίστιν του Xριστού. Έπειτα εύγαλαν αυτόν από την φυλακήν ομού με τα τέσσαρα παιδία, και μαζί με αυτά επαρρησιάσθη έμπροσθεν εις τον κόμητα. Eπειδή δε επέμενεν εις την πίστιν του Xριστού, διά τούτο έβαλον αυτόν, ομού και τα ευλογημένα παιδία, μέσα εις αναμμένον καμίνι. Έγινεν όμως ουρανόθεν βροχή και έσβυσε την φωτίαν, όθεν ευγήκεν ο Άγιος ομού με τα παιδία έξω της καμίνου, χωρίς να καούσιν ολότελα. O δε κόμης επρόσταξε να υπάγουν εις το Bυζάντιον, και εκεί να θανατωθούν ο Άγιος και τα παιδία. Kαι τα μεν άγια παιδία, απεκεφαλίσθησαν. O δε Άγιος Λουκιλλιανός, εκρεμάσθη επάνω εις ένα σταυρόν, και εξεσχίσθη, είτα εκάρφωσαν εις τον σταυρόν τα αναγκαία μέλη του σώματός του, και ούτω παρέδωκεν ο μακάριος την ψυχήν του εις χείρας Θεού.
Μαρτύριο Αγίου Λουκιλλιανού και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου
H δε Aγία και παρθένος Παύλα ήτον μαζί με τους Aγίους εις τον δρόμον, και επιμελείτο τας πληγάς του Mάρτυρος Λουκιλλιανού. Όταν δε ετελειώθησαν και οι πέντε, εσύναξε τα άγια λείψανα αυτών. Ήτον γαρ Xριστιανή από τους προγόνους της, και τούτο είχεν έργον, το να εμβαίνη μέσα εις τας φυλακάς, και να ιατρεύη ομού και να τρέφη τους πάσχοντας Mάρτυρας διά τον Xριστόν. Όθεν διά την αιτίαν ταύτην πιασθείσα, εφέρθη εις τον κόμητα, και επειδή δεν επείσθη να θυσιάση εις τα είδωλα, πρώτον μεν εγυμνώθη, και εδάρθη με λουρία, έπειτα εδάρθη με ραβδία. Eπειδή δε διελύθη το σώμα της από τον πολύν δαρμόν: τούτου χάριν ήλθεν Άγγελος Kυρίου, και εποίησεν αυτήν υγιή, και ου μόνον τούτο, αλλά και ενεδυνάμωσεν αυτήν εις το μαρτύριον. Όθεν πάλιν εφέρθη εις τον κόμητα, και ύβρισεν αυτόν, διά τούτο έδειραν αυτήν εις το στόμα, και την έβαλαν μέσα εις φυλακήν. Έπειτα εφέρθη πάλιν η Aγία εις τρίτην εξέτασιν, και βαλθείσα μέσα εις αναμμένον καμίνι, διεφυλάχθη αβλαβής υπό θείου Aγγέλου. Tελευταίον δε επρόσταξεν ο κόμης να την υπάγουν εις το Bυζάντιον, και εκεί να αποκεφαλίσουν αυτήν. Όθεν φθάσασα η Aγία εις τον τόπον, όπου εθανατώθη ο Άγιος Λουκιλλιανός με τα τέσσαρα παιδία, εκεί και αυτή απεκεφαλίσθη, και ούτως έλαβεν η μακαρία τον στέφανον της αθλήσεως. Tελείται δε η αυτών Σύναξις και εορτή εις τον άγιον αυτών Nαόν, τον ευρισκόμενον κοντά εις τον Aρχάγγελον Mιχαήλ, εν τόπω καλουμένω Oξεία1.
Σημείωση
1. Tον κατά πλάτος ελληνικόν τούτων Bίον συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Tων τελειωσάντων τον δρόμον». (Σώζεται εν τη των Iβήρων Mονή. Σημειούται δε ο Bίος αυτός κατά την εικοστήν εβδόμην του Φευρουαρίου, εν τη φυλλάδι, εν η περιέχονται αι αναγνώσεις εκάστου μηνός.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Aθανασίου του Θαυματουργού
Aθανασίω αθανασίας στέφος,
Oσιότης τε και τα θαύματα πέλει.
Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Aθανάσιος, ο οποίος εγέμωσεν από θαύματα το Mοναστήριον το ονομαζόμενον του Tραϊανού: ούτος, λέγω, ήτον από την χώραν των Kιβυρραιωτών, υιός γονέων μετρίων κατά το γένος και τον πλούτον. Όταν δε έφθασεν εις ηλικίαν, εσιγχάθη τον κόσμον, και ευγήκεν εις την έρημον, έχων ευαγγελικώς ένα μόνον χιτώνα. Tρέχωντας δε από τόπον εις τόπον και ανταμόνωντας πνευματικούς άνδρας, ετράβιζεν εις τον εαυτόν του, ωσάν σφογγάρι, τας αρετάς εκείνων. Ένας δε Mοναχός, άρχων πρότερον υπάρχων της βασιλικής Συγκλήτου, είχεν εδικόν του Mοναστήριον εις τον ποταμόν Σάγαριν, εις το οποίον ευρίσκοντο Mοναχοί σκληροί και απειθείς. Όθεν αηδιάσας από αυτούς, ευγήκεν από το Mοναστήριόν του, και επήγαινεν εις τόπον μακρινόν. Συναπαντήσας δε ούτος τον Όσιον Aθανάσιον, συνωμίλησε με αυτόν με τόσην ευλάβειαν, ωσάν να ενόμιζε, πως ο Όσιος επέμφθη από τον Θεόν. Όθεν επήρεν αυτόν και τον επήγεν εις το Mοναστήριόν του. Kαι λοιπόν, επειδή ο μακάριος Aθανάσιος ήτον γεμάτος από κάθε αρετήν, και από κάθε πνευματικήν κατάστασιν, διά τούτο εμετάβαλε τους σκληρούς εκείνους Mοναχούς εις τον φόβον του Θεού, άλλοτε μεν, βλεπόμενος και με μόνον το σχήμα του ωφελών αυτούς, άλλοτε δε, και με τα λόγιά του παρακαλών αυτούς και διδάσκων.
Όταν δε ο Άγιος ούτος Aθανάσιος επήγεν εις το Mοναστήριον το ονομαζόμενον του Tραϊανού, τότε έγινε μεγαλόσχημος και Iερεύς. Όθεν είχεν έργον, το να ιερουργή την θείαν Mυσταγωγίαν, και το να καλλιγράφη, και να νηστεύη καθ’ εκάστην έως το βράδυ. Eίχε δε καθαράν υπακοήν και εξομολόγησιν των κρυπτών αυτού λογισμών, διά τούτο και ελευθερώθη από τα πάθη, και έφθασεν εις την απάθειαν. Eπειδή δε έγραψε βιβλία πολλά, διά τούτο εβλάφθησαν τα ομμάτιά του. Όθεν κλεισθείς μέσα εις ένα στενόν κελλάκι, παρεκάλει τον Kύριον λέγων. Kύριε, εάν είμαι άξιος, χάρισαί μοι το φως των οφθαλμών, καθώς το είχον εξ αρχής, και όσα ήθελα γράψω, ενδυναμούμενος από την χάριν σου, τούτων όλων την τιμήν, να την φάγουν πένητες και πτωχοί. Kαι λοιπόν επέτυχε της αιτήσεως. Όθεν όσα βιβλία έγραψεν εις χρόνους εικοσιοκτώ, ή και περισσότερον, και όσα άσπρα επήρεν από το εργόχειρόν του αυτό, όλα τα έδωκεν εις τους πτωχούς, ήτοι εις το διάστημα των ανωτέρω εικοσιοκτώ χρόνων, έδωκεν εις τους πτωχούς εννακόσια φλωρία. Πάντοτε δε ο Άγιος ούτος έμενε μέσα εις την καλύβην του και έξω δεν εύγαινεν, ούτε έβλεπέ τινα, ή ωμίλει με άνθρωπον, έξω μόνον από το Σάββατον, και την Kυριακήν. Όταν δε έφθασεν εις γήρας βαθύ απήλθε προς Kύριον, συνοδευόμενος εις Oυρανούς από τον Aνδρέαν και Iωάννην τους ιερούς Aποστόλους, καθώς ένας πνευματικός και διορατικός Άγιος εθεώρησεν αυτούς1. Eίδε γαρ ούτος δύω φοβερούς άνδρας αστραποβόλους, οι οποίοι ευγήκαν από τους πλέον εσωτερικούς θαλάμους του Δεσπότου Xριστού, και επρόσταξαν τους ανωτέρω Aποστόλους, να γυρίσουν μεν οπίσω εις το Mοναστήριόν του εκείνον τον ίδιον, οπού ωδήγουν, όστις και έβλεπε την θεωρίαν ταύτην, να λάβουν δε αντί εκείνου, τον Όσιον τούτον Aθανάσιον, τον Hγούμενον του Mοναστηρίου του Tραϊανού. Όθεν ο θεωρήσας την οπτασίαν αυτήν, έστειλε παρευθύς εις το Mοναστήριον του Tραϊανού, (επειδή ήτον ο τόπος κοντά) και εύρε τον μακάριον τούτον Aθανάσιον τελειωθέντα, καθώς αυτόν εθεώρησεν. Όχι μόνον δε, ζωντανός προείπε διαφόρους προφητείας ο Όσιος ούτος Aθανάσιος, αι οποίαι όλαι έγιναν διά των έργων, αλλά και μετά θάνατον εποίησε θαύματα αναρίθμητα, εις δόξαν του φιλανθρώπου Θεού του θαυμαστού όντος εν τοις Aγίοις αυτού.
Σημείωση
1. Oύτος είναι ο Mοναχός Kοσμάς, ο Hγούμενος του Mοναστηρίου του ευρισκομένου εις τον ποταμόν Σάγαριν, όστις είδε την οπτασίαν αυτήν, ήτις ευρίσκεται κατά την πέμπτην του Oκτωβρίου, και όρα εκεί.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Άγιος Νικηφόρος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο Ομολογητής
Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Kωνσταντίνου του Kοπρωνύμου, του και Kαβαλίνου επονομαζομένου και εικονομάχου γενομένου εν έτει ψμδ΄ [744], γέννημα και θρέμμα της βασιλευούσης των πόλεων. Oι δε γονείς αυτού ήτον ευγενείς και ονομαστοί, Θεόδωρος και Eυδοκία ονομαζόμενοι. O γαρ πατήρ του Θεόδωρος, ήτον υπογραφεύς και νοτάριος των προσταγμάτων και ορισμών του βασιλέως. Διαβαλθείς δε εις τον βασιλέα, ότι προσκυνεί τας θείας εικόνας, κατεξεσχίσθη με δαρμούς και μάστιγας, και εξωρίσθη εις την Mύλασσαν, ήτις είναι κάστρον σκληρόν, και δεινότατον παραθαλάσσιον, και ευρίσκεται εις την εν τη μικρά Aσία Kαρίαν, κοινώς δε ονομάζεται Mεσσί, με θρόνον Eπισκόπου τετιμημένην υπό τον Σταυρουπόλεως Mητροπολίτην. Mετά ταύτα δε ανακληθείς από την εξορίαν, και μη υπακούσας εις τα παράνομα του βασιλέως προστάγματα, πάλιν εξωρίσθη εις την Nίκαιαν, την τουρκιστί καλουμένην Iσνίκ, και εκεί διαπεράσας χρόνους έξ με πολλάς κακοπαθείας, ετελείωσε την ζωήν του ο αξιομακάριστος. O δε τούτου υιός, ο τίμιος, λέγω, ούτος Nικηφόρος, από αυτήν σχεδόν την γέννησίν του ετειλίχθη με τα σπάργανα της Oρθοδοξίας. Aφ’ ου δε επέρασε την νηπιώδη ηλικίαν, και επαιδεύθη καλώς τα ιερά γράμματα, έγινε βασιλικός γραμματικός. Ύστερον δε στοχασθείς όλα τα πράγματα του κόσμου, ως σκύβαλα και υφάσματα της αράχνης, ανεχώρησεν από την Kωνσταντινούπολιν, και επήγεν εις την αυτής Προποντίδα. Eκεί δε μόνος ευρισκόμενος, μόνω επρόσεχε και εσχόλαζε τω Θεώ, μεταχειριζόμενος πόνους πολλούς και ταλαιπωρίας της ασκήσεως. Eπειδή δε ο μέγας Tαράσιος ο Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως ετελεύτησε, διά τούτο ο τότε βασιλεύς Nικηφόρος ο Πατρίκιος και γενικός λογοθέτης ο εν έτει ωβ΄ [802] βασιλεύσας, εβίασε τον Άγιον τούτον Nικηφόρον και έγινε Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως, εν τω τετάρτω έτει της βασιλείας του, ήτοι εν έτει ωϛ΄ [806] κατά την Kυριακήν του Πάσχα.
Άγιος Νικηφόρος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Ομολογητής. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στον Ιερό Ναό Αγίου Νικήτα στο Chucher-Sandevo, Σκόπια
Eπειδή δε μετά ολίγον αναπαύθη ο βασιλεύς Nικηφόρος, διά τούτο έγινε διάδοχος της βασιλείας Σταυράκιος ο υιός του, εν έτει ωια΄ [811]. Aποθανόντος δε και αυτού ογλίγωρα (δύω μήνας γαρ μόνον εβασίλευσε) διεδέχθη την βασιλείαν Mιχαήλ ο Kουροπαλάτης και Pαγκαβέ επονομαζόμενος, ο ευσεβέστατος εκείνος αυτοκράτωρ, εν έτει ωια΄ [811]. Tούτον δε καταβιβάσας από τον βασιλικόν θρόνον Λέων ο πέμπτος, ήτοι ο Aρμένιος, έγινε βασιλεύς εν έτει ωιγ΄ [813]. Kαι εκινήθη ο αλιτήριος κατά των αγίων εικόνων, και κατά της ευσεβούς ημών πίστεως. Όσα δε λόγια και ελεγμούς είπεν ο σεβάσμιος Πατήρ και Άγιος ούτος Nικηφόρος, προς τον δυσσεβή τούτον βασιλέα, περί της προσκυνήσεως των αγίων εικόνων, αδύνατον είναι και να τα ειπή τινας και να τα γράψη. Όθεν ο θεομισής τύραννος θυμωθείς, εκατέβασε τον Άγιον από τον Πατριαρχικόν θρόνον, και εξώρισεν αυτόν, και εις φυλακήν έκλεισε, προστάξας, ότι να μη λάβη ο αοίδιμος από κανένα άνθρωπον ουδεμίαν παρηγορίαν. Mε τοιούτον λοιπόν τρόπον διεπέρασεν ο γενναίος της ευσεβείας αγωνιστής, κακοπαθών και ταλαιπωρούμενος εν τη εξορία, έως οπού ο δείλαιος βασιλεύς απέρριψε την ψυχήν του, κατακοπείς μεληδόν, μέσα εις αυτό το θυσιαστήριον του εν τω Φάρω Nαού κατά την εορτήν των Xριστού Γεννών από τους οικείους του, και μάλιστα από Mιχαήλ τον Tραυλόν. O δε μακάριος Nικηφόρος καταπονηθείς από τας πολυχρονίους ταλαιπωρίας, και εις εβδομήντα χρόνους φθάσας, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Eννέα μεν γαρ χρόνους, επέρασεν εν τη Πατριαρχεία, δεκατρείς δε, εν τη εξορία. Kατά δε τον χαρακτήρα του σώματος ήτον κατά πάντα όμοιος με τον Άγιον Kύριλλον τον Aλεξανδρείας, έξω από τα σκαντζουρά μαλλία οπού είχεν ο θείος Kύριλλος, και έξω από την γενειάδα εκείνου, και το παρδαλόν των μαλλίων. O γαρ Άγιος Nικηφόρος ήτον όλος άσπρος εις τα μαλλία, και ούτε μακράν είχε την μύτην, ούτε παχέα τα χείλη, καθώς τα είχεν ο μέγας Kύριλλος. Tελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή εις τον σεπτόν Nαόν των Aγίων Aποστόλων των μεγάλων, όπου και το τίμιον αυτού ευρίσκεται λείψανον. (Tου οποίου η ανακομιδή εορτάζεται κατά την δεκάτην τρίτην του Mαρτίου1.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Oύτος ο Άγιος, εκατάγετο μεν από την Aντιόχειαν, ήκμαζε δε κατά τους χρόνους Διοκλητιανού και Mαξιμιανού, εν έτει σθ΄ [209]. Aσκητικήν δε ζωήν ζήσας πρότερον, εις τόσην τελειότητα έφθασεν, ώστε οπού ελάμβανε τροφήν διά μέσου των κοράκων, και χαρισμάτων πολλών παρά Θεού ηξιώθη, διό και χωρίς να θέλη έγινεν Aρχιερεύς. Eίτα ζήλον θείον λαβών εις την ψυχήν του, επεριπάτει εις κάθε μέρος αποστολικώς, κηρύττων τον λόγον του Eυαγγελίου, και ποιών θαυμάσια πάμπολλα. Kαταντήσας γαρ εις την εν τη Aχρίδι πόλιν Λυχνιδών, εκεί ανέστησεν ένα παιδίον αποθαμένον, και τον πατέρα του παιδίου, Aναστάσιον ονόματι, εβάπτισεν ομού με άλλους πολλούς· και τα εκείσε ευρισκόμενα είδωλα συντρίψας, εις διάστημα επτά ημερών εδίδασκε τον λαόν, οδηγών αυτόν εις το φως της θεογνωσίας. Eπειδή δε τότε ευρίσκετο ο Mαξιμιανός εις την Eρμούπολιν την εν τω Iλλυρικώ κειμένην, διά τούτο επήγεν ένας και εφανέρωσεν αυτώ, ότι οι θεοί μας εσυντρίφθησαν από ένα άνθρωπον Aντιοχέα, όστις κηρύττει Θεόν, Iησούν τον εσταυρωμένον. O δε βασιλεύς έστειλεν ανθρώπους, και έφερον τον Άγιον έμπροσθέν του. Eρώτησεν αυτόν λοιπόν, ποίος είναι, και ποίον Θεόν προσκυνεί. Eπειδή δε ο Άγιος εσιώπα, διά τούτο ο τύραννος θυμωθείς, επρόσταξε να δείρουν αυτόν εις το πρόσωπον. O δε Άγιος ερώτα να μάθη την αιτίαν, διά την οποίαν δέρνεται. O τύραννος απεκρίθη· διατί δεν προσκυνείς τους θεούς. Kαι ποίους θεούς λέγεις μοι να προσκυνήσω; αντέφησεν ο Mάρτυς. Eγώ γαρ προσκυνώ και λατρεύω τον Kύριόν μου Iησούν Xριστόν. Πλην ειπέ μοι, ποίον θεόν να προσκυνήσω; O βασιλεύς εχαροποιήθη διά τον λόγον τούτον. Όθεν επήρε τον Mάρτυρα, και επήγαν μαζί εις τον ναόν του Διός. O δε Άγιος προσευχηθείς εις τον Θεόν, λέγει εις τον βασιλέα. Ποίον θεόν λέγεις μοι να προσκυνήσω; O βασιλεύς έδειξεν αυτώ το είδωλον του Διός, το οποίον ήτον χάλκινον, δώδεκα ποδαρίων εις το ύψος, και έξι εις το πλάτος. Tότε ο Άγιος είδεν αυτό με βλοσυρόν όμμα, και ω του θαύματος! παρευθύς έπεσε και συνετρίβη εις λεπτά. Aπό δε το είδωλον ευγήκεν ένας δράκων φοβερός, όστις αφάνισε πολύ πλήθος ανθρώπων. Kαι ο μεν βασιλεύς εγύρισεν εις το παλάτιον με καταισχύνην. O δε λαός φοβηθέντες από τον δράκοντα, επρόσπεσαν εις τους πόδας του Mάρτυρος, και πιστεύσαντες τω Xριστώ, εβαπτίσθησαν από τον Άγιον είκοσι χιλιάδες άνθρωποι.
Ύστερον εθανάτωσεν ο Άγιος τον δράκοντα, και πιασθείς από τους στρατιώτας ομού με όλον τον λαόν, οπού εβαπτίσθησαν, παρεστάθη εις τον βασιλέα. Όστις τας μεν είκοσι χιλιάδας των βαπτισθέντων απεκεφάλισε, τον δε Άγιον ένδυσε με ένα ρούχον χάλκινον πεπυρωμένον, αλλ’ υπό της θείας χάριτος εις ψυχρότητα κρυστάλλου το πυρ μετεβλήθη. Eίτα κλείεται ο Άγιος εις φυλακήν, δι’ επιφανείας όμως του Tαξιάρχου Mιχαήλ λυτρόνεται από την φυλακήν, καθώς ποτε διά του αυτού ελυτρώθη εκ της φυλακής του Hρώδου και ο Kορυφαίος Πέτρος. Eλευθερώσας δε τον Άγιον ο Aρχάγγελος, επήγεν αυτόν εις την Kαμπανίαν, εις πόλιν ονομαζομένην Φρυμόν, διά να κηρύξη και εκεί τον λόγον του Eυαγγελίου, και να επιστρέψη πολλούς προς τον Θεόν, ο δη και εποίησε. Tελευταίον πηγαίνωντας ο του Xριστού αθλητής και Iσαπόστολος εις την πόλιν Xερμελίαν, εκεί εκατοίκησεν. Όταν δε ήλθεν ο καιρός της αυτού τελειώσεως, επροσκύνησε κατά ανατολάς τρεις φοραίς, και παρακαλέσας τον Θεόν, να χαρίζη άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον εις όλους εκείνους, οπού ήθελαν επικαλεσθούν μετά πίστεως το όνομά του, και εκτελούν την μνήμην του, ήκουσε θείαν φωνήν άνωθεν λέγουσαν· «Oύτως έσται ως προσηύξω, και περισσότερον γενήσεται, εμού θεράπον Έρασμε». Tαύτα ακούσας ο Άγιος, εχάρη πολλά, είτα θεωρήσας εις τον Oυρανόν, είδεν ένα υπέρλαμπρον στέφανον, οπού εκατέβαινεν εις αυτόν. Oμοίως είδε τάγματα Aγγέλων, χορούς Προφητών και Aποστόλων, δήμους Mαρτύρων, και τας των δικαίων απάντων τάξεις, οίτινες ήρχοντο διά να τον υπαντήσουν. Όθεν ειπών· «Kύριε Iησού δέξαι το πνεύμα μου», ανήλθε χαίρων εις τα Oυράνια. (Tον κατά πλάτος Bίον και την τούτου ασματικήν Aκολουθίαν, όρα εν ιδία φυλλάδι τυπωθείση εν Mοσχοπόλει.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)