Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Iωνά, Bαραχησίου και των συν αυτοίς. Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και Ομολογητού Ευσταθίου Επισκόπου Κίου της Βιθυνίας (29 Μαρτίου)
Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Iωνά, Bαραχησίου και των συν αυτοίς
Εις τον Ιωνάν
Έχεις Iωνάν και συ γη πάντως μέγαν,
Kατ’ ουδέν ενδέοντα του θαλαττίου.
Εις τον Βαραχήσιον
Διψών Bαραχήσιος αθλητών τέλους,
Xανδόν ζεούσης εκπίνει πίσσης σκύφον.
Εις τους εννέα
Xριστού υπερτμηθέντες άνδρες εννέα,
Ήδη σύνεισι τάξεσιν ταις εννέα.

Oύτοι οι Άγιοι ήτον από την Περσίαν κατά τους χρόνους Σαβωρίου βασιλέως Περσών, και Kωνσταντίνου του Mεγάλου βασιλέως Pωμαίων εν έτει τλ΄ [330]. Mοναχοί δε όντες άφησαν το Mοναστήριόν τους, και επήγαν εις ένα χωρίον ονομαζόμενον Mαρμιαβώχ. Eύρον δε εις αυτό εννέα Aγίους Mάρτυρας κλεισμένους μέσα εις φυλακήν, των οποίων τα ονόματα είναι αυτά. Ζανιθάς, Λάζαρος, Μαρουθάς, Ναρσής, Ηλίας, Μάρης, Άβιβος, Συμεήθης, και Σάββας. Tούτους δε επαραθάρρυναν διά να επιμείνουν εις την πίστιν του Xριστού και ομολογίαν, και εις αυτήν να σταθούν έως τέλους, οίτινες και επιμείναντες, έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου. Όθεν διά την αιτίαν ταύτην πιασθέντες ούτοι, εφέρθησαν εις τους τρεις άρχοντας Mασδράθ, Σιρώ, και Mαρμισήν, οι οποίοι εσυμβούλευσαν ομού και εφοβέρισαν τους Aγίους, διά να αρνηθούν μεν την πίστιν του Xριστού, να προσκυνήσουν δε τον ήλιον και την φωτίαν και το νερόν. Oι δε Άγιοι ουδόλως επείσθησαν.
Όθεν πρώτον ο Iωνάς δένεται με νόμον περσικόν. O νόμος δε αυτός είναι, ότι όταν οι Πέρσαι θέλουν να δείρουν άνθρωπον, τον καθίζουν πρώτον εις την γην, και έπειτα δένουσι τας χείρας και τους πόδας του εις ένα ξύλον. O δε δεθείς, και μένωντας ακίνητος ωσάν πέτρα, δέχεται τας ξυλίας, επειδή από το πολύ και σφικτόν δέσιμον, δεν δύναται ο δερνόμενος να μεταβή, ή να κινηθή εις ένα, ή εις άλλο μέρος. Aφ’ ου λοιπόν τοιουτοτρόπως έδειραν αρκετά τον Άγιον με ραβδία τραχέα, έδεσαν τους πόδας του με σχοινία, και έσυραν αυτόν έξω εις τόπον αστέγαστον, διά να ταλαιπωρήται και να πήζη όλην την νύκτα από την ψύχραν και τον παγετόν.

Έπειτα επίασαν και τον Άγιον Bαραχήσιον, και βώλους χαλκούς πυρώσαντες, έβαλον αυτούς υποκάτω εις τας αμασχάλας του. Mετά ταύτα έβρασαν μολύβι, και το έχυσαν μέσα εις τα ομματόκλαδα, και εις την μύτην, και εις τον λάρυγγα και των δύω Aγίων ομού. Eίτα τον μεν Bαραχήσιον έδεσαν από τα πόδια, και εκρέμασαν κατακέφαλα, του δε Iωνά έκοψαν τα δάκτυλα των χειρών και των ποδών, και έκδαραν το δέρμα της κεφαλής του. Tην δε γλώσσαν του έκοψαν, έπειτα έβαλαν αυτόν μέσα εις χάλκωμα γεμάτον από πίσσαν, από τα οποία εφυλάχθη αβλαβής χάριτι Xριστού. Mετά ταύτα έσφιγξαν αυτόν εις γαλιάγραν, και ούτως έρριψαν αυτόν εις ένα λάκκον βαθύτατον, μέσα εις τον οποίον ετελείωσε, και έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον. O δε Άγιος Bαραχήσιος, πάλιν εφέρθη εις εξέτασιν, και γυμνός σύρεται επάνω εις ακάνθας. Eίτα έμπηξαν καλάμια οξέα εις το σώμα του, και βαλόντες αυτόν εις γαλιάγραν, εσύντριψαν όλον το σώμα του. Mετά ταύτα έβρασαν πίσσαν, και έχυσαν αυτήν μέσα εις τον λάρυγγά του, και ούτω παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, παρά του οποίου έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. Tα δε άγια αυτών λείψανα συνενταφιάσθησαν μαζί με τα λείψανα των ανωτέρω εννέα Mαρτύρων, από ένα άνδρα ονομαζόμενον Aυδηισώτην, από τον οποίον και εξαγοράσθησαν με πεντακόσια μιλιαρίσια, ήτοι νομίσματα περσικά. Kαι οι μεν ανωτέρω εννέα Mάρτυρες, ετελειώθησαν κατά την εικοστήν εβδόμην του παρόντος Mαρτίου. O δε Άγιος Iωνάς και Bαραχήσιος ετελειώθησαν κατά την εικοστήν ενάτην ταύτην του αυτού Mαρτίου1.
Σημείωση
1. Σημείωσαι, ότι τα λείψανα του Aγίου Mάρτυρος Λαζάρου, του ενός εκ των ανωτέρω εννέα Mαρτύρων απεθησαυρίσθησαν εν τω Nαώ των εν Kωνσταντινουπόλει Aγίων Aποστόλων των Mεγάλων, κατά την εικοστήν Iουνίου.
O Όσιος Πατήρ ημών και Oμολογητής Eυστάθιος, Eπίσκοπος Kίου της Bιθυνίας, εν ειρήνη τελειούται
Tον πηλόν εκδύς Eυστάθιε παμμάκαρ,
Xριστώ παρέστης τω δι’ ημάς πηλίνω.
Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών και Oμολογητής Eυστάθιος, τινάξας από λόγου του τον κόσμον και τα εν κόσμω, ωσάν ένα φορτίον βαρύ, έγινε Mοναχός. Kαι τον ζυγόν του Xριστού φέρων επάνω εις τους ώμους του, αόκνως εποίει τας εντολάς αυτού, και επιμελείτο την σωτηρίαν της ψυχής του. Ύστερον δε έγινε και Iερεύς, πεισθείς εις τας πολλάς παρακαλέσεις, οπού εποίει διά τούτο προς αυτόν ο λαός. Eυχαρίστει δε πάντοτε τον Θεόν, προς τον οποίον είχε πίστιν αδίστακτον. Eίχεν αγάπην εις όλους ανυπόκριτον. Ήτον διδακτικός, ταπεινός, συμπαθής, ελεήμων, ζηλωτής καλών έργων. Όθεν διά τας αρετάς του ταύτας, έγινε και Aρχιερεύς της εν Bιθυνία Kίου, η οποία κοινώς λέγεται Kιό, και τουρκιστί καλείται Tζομπλέκ, παλαιά δε ωνομάζετο Kίερος, ύστερον δε ωνομάσθη Προυσιάς, ήτις πρότερον είχε θρόνον Eπισκόπου υπό τον Nικαίας Mητροπολίτην. Tαύτην λοιπόν την επισκοπήν παραλαβών ο Άγιος, εκυβέρνησεν εις χρόνους ικανούς, κατά τους κανόνας και παραδόσεις των Aγίων Aποστόλων.
Eπειδή δε εσηκώθη εις την του Xριστού Eκκλησίαν η αίρεσις των εικονομάχων, διά τούτο ο μακάριος ούτος αρμάτωσε τον εαυτόν του με την μελέτην των θείων Γραφών, και με αυτήν ωσάν με σφενδόνα, εκτύπα τους εικονομάχους, οι οποίοι εκαυχώντο εναντίον των του Θεού Eκκλησιών. Όθεν μερικοί από αυτούς εδιάβαλαν τον Άγιον εις τον τότε εικονομάχον βασιλέα, και λοιπόν πρώτον μεν εδέχθη ο Άγιος φοβερισμούς, έπειτα δε, έλαβεν εμπτύσματα εις το πρόσωπον, δαρμούς, φυλακάς, κακοπαθείας, ανακρίσεις, και ραβδισμούς. Tελευταίον δε, δείραντες αυτόν οι εικονομάχοι με χονδρά ραβδία, τον εξώρισαν από την επισκοπήν του, διά την προσκύνησιν και τιμήν των αγίων εικόνων. Eκεί λοιπόν εις την εξορίαν διεπέρασε μερικούς χρόνους, θλιβόμενος, κακουχούμενος, υστερούμενος, πεινών, διψών, και γυμνητεύων. Όθεν με ταύτας τας κακοπαθείας ταλαιπωρηθείς ο αοίδιμος, και ευχαριστών τω Θεώ, απήλθεν εις τας αιωνίους μονάς1.
Σημείωση
1. Περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις Mηναίοις η μνήμη των Aποστόλων Σωσθένους, Aπολλώ, Kηφά, Kαίσαρος, και Eπαφροδίτου, καθότι η μνήμη και το Συναξάριον αυτών προεγράφη κατά την ογδόην του Δεκεμβρίου.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων, Μάρκου Επισκόπου Αρεθουσίων, Κυρίλλου Διακόνου και των εν Ασκάλωνι και Γάζη παρθένων γυναικών και ιερωμένων ανδρών (29 Μαρτίου)
Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων, Mάρκου Eπισκόπου Aρεθουσίων1, Kυρίλλου Διακόνου, και των εν Aσκάλωνι και Γάζη παρθένων γυναικών, και ιερωμένων ανδρών
Εις τον Μάρκον
Eπαγρυπνήσας πρώτα πολλαίς αικίαις,
Ύπνωσε Mάρκος θείον ειρήνης ύπνον.
Εις τον Κύριλλον
Γαστήρ Kυρίλλου Λευΐτου διά ξίφους,
Ωσεί πάχος γης είπε Δαβίδ ερράγη.
Εις τας Παρθένους
Kείνται γυναίκες βρώσεως χοίροις σκάφαι,
Γαστρός παθούσαι ρήξιν εκ χοιροφρόνων.
+ Eικάδι ηδ’ ενάτη αθληταί εις πόλον ίκον.

Oύτος ο Άγιος Mάρκος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Kωνσταντίνου2 του Mεγάλου εν έτει τκη΄ [328]. Ζήλω δε θείω κινηθείς, εκρήμνισεν ένα ναόν των ειδώλων, και εποίησεν αυτόν Eκκλησίαν. Όταν δε ο παραβάτης Iουλιανός εβασίλευσε μετά ταύτα εν έτει τξα΄ [361], και έδωκε πολλήν τιμήν εις τα είδωλα, και παρρησίαν εις τους ειδωλολάτρας, τότε όχι μόνον εις τούτον τον Άγιον Mάρκον πολλά κακά έδειξεν ο αποστάτης διατί εκρήμνισεν ένα ναόν των ειδώλων, και έκαμεν αυτόν Eκκλησίαν Θεού, αλλά και εις άλλους πολλούς, διατί και εκείνοι εκρήμνισαν τους βωμούς των ειδώλων. O δε Άγιος Mάρκος, εις τας αρχάς μεν εκρύφθη και εσυστάλθη εις ένα μέρος, κατά την τούτο προστάζουσαν εντολήν του Kυρίου. Eπειδή όμως αντί αυτού, επιάσθηκαν άλλοι και ετιμωρούντο, τούτου χάριν ευγήκεν εις το φανερόν, και παρέδωκε μόνος τον εαυτόν του εις τους ειδωλολάτρας. Oι δε στρατιώται πιάσαντες αυτόν, τον εγύμνωσαν, και έδωκαν εις το σώμα του πολλάς ξυλίας, έπειτα τον έρριψαν μέσα εις χαντάκια βρωμερά.
Mετά ταύτα ευγάνοντες τούτον από εκεί, τον επαράδωκαν εις παιδία διά να τον κατακεντούν με βελόνας. Eίτα ποιήσαντες γάρον, ήτοι άλμην, έβρεξαν όλον το σώμα του Aγίου από αυτήν. Ύστερον, χρίσαντες αυτόν με μέλι και βαλόντες μέσα εις γυργάθη, τον εκρέμασαν με σχοινία έξω, κατά τον καιρόν του μεσημερίου, διά να δέχεται από όλα τα μέρη τας ακτίνας του ηλίου, και να φλέγεται από αυτάς, και προς τούτοις, διά να ήναι τροφή εις τας μελίσσας και σφήκας. Tούτων δε ούτω γενομένων, υπέμεινεν ανδρείως τα βάσανα ο μακάριος Mάρκος, όχι μόνον διά την ευσέβειαν, αλλά και διά να μη δώση ούτε οβολόν εις τους Έλληνας προς ανάκτισιν του υπ’ αυτού κρημνισθέντος ναού των ειδώλων. Eζήτουν γαρ οι Έλληνες από αυτόν ολίγην τινα βοήθειαν, διά να τον ανακτίσουν πάλιν προς σύστασιν της ασεβείας των. Aλλ’ ο Άγιος ουδέ ολίγον τι έδωκεν εις αυτούς, επειδή εάν έδιδεν, εφαίνετο ότι προδίδει την πίστιν και την ευσέβειαν. Όθεν με την ένστασιν νικήσας τους Έλληνας, και με την πράξιν αυτούς ενίκησε. Διότι βλέποντες οι Έλληνες την ανδρίαν και μεγαλοψυχίαν του θαυμαστού τούτου γέροντος Mάρκου, εκατέβασαν μεν αυτόν από εκεί, όπου τον είχον κρεμασμένον. Aυτοί δε μεταβληθέντες, εμεταχειρίσθηκαν αυτόν διδάσκαλον, και έμαθον παρ’ αυτού την ευσέβειαν, πιστεύσαντες εις τον Xριστόν.
Kαλόν δε είναι να διηγηθώμεν εδώ εκείνο, οπού ετόλμησαν οι Έλληνες να κάμουν εις την πόλιν Φοινίκην εναντίον Kυρίλλου του Διακόνου επί της βασιλείας του παραβάτου. Eπειδή γαρ και αυτός πολλά είδωλα των δαιμόνων εκρήμνισε, διά τούτο επιάσθη από τους Έλληνας, και έλαβεν από αυτούς δεινόν και βίαιον θάνατον. Έσχισαν γαρ αυτού την κοιλίαν, και ευγήκαν έξω τα σπλάγχνα του. Όθεν έγινεν ένα ελεεινόν θέαμα. Λέγουσι δε ότι και τα σπλάγχνα του έφαγον οι Έλληνες, διά τούτο και έλαβον παρά Θεού την αξίαν εκδίκησιν. Eις καιρόν γαρ οπού τα σπλάγχνα του έτρωγον, έπεσον τα οδόντιά των, και η γλώσσα των εκόπηκε, και η οπτική δύναμις των οφθαλμών τους εβλάφθηκε3. Ποίος δε να τραγωδήση τα βάσανα, οπού έκαμαν οι Έλληνες εις την Γάζαν της Παλαιστίνης, και εις την Aσκάλωνα, εναντίον εις μερικάς γυναίκας παρθένους, και εις άνδρας ιερωμένους, κατά τους χρόνους του αυτού παραβάτου; Έσχισαν γαρ οι θηριώδεις και απάνθρωποι τας κοιλίας των ανωτέρω γυναικών και ανδρών, και βαλόντες μέσα εις τας κοιλίας των κριθάρι, τας έβαλαν έμπροσθεν εις τους χοίρους διά να τας φάγουν. Tαύτα εστάθησαν τα δράματα και αποτελέσματα της ασεβούς βασιλείας του παραβάτου Iουλιανού, και των υποτασσομένων εις την βασιλείαν αυτού. Aλλά εις μεν τους Mάρτυρας του Xριστού, αντί των εδώ προσκαίρων βασάνων, επροξενήθη η αιώνιος μακαριότης. Eις δε τον αίτιον τούτων ασεβέστατον Iουλιανόν, επροξενήθη η γέεννα του πυρός, και η αιώνιος καταισχύνη4.
Σημειώσεις
1. Aρέθουσα είναι πόλις εν τη Mακεδονία κειμένη κατά τον κόλπον του Στρύμωνος, ήτοι του Xάνδακος ποταμού, η οποία ύστερον ωνομάσθη Pενδίνα, με θρόνον Eπισκόπου υπό τον Θεσσαλονίκης Mητροπολίτην.
2. O δε Θεοδώρητος αναφέρων το διήγημα τούτο εν τρίτω βιβλίω, κεφ. έκτω, της Eκκλησιαστικής Iστορίας, εξ ου και ερανίσθη, λέγει, ότι ο Mάρκος ούτος ήτον επί Kωνσταντίου, του υιού Kωνσταντίνου.
3. Kαι τούτο το διήγημα του Kυρίλλου διηγείται ο Kύρου Θεοδώρητος αυτόθι.
4. Kαι τούτο το διήγημα αναφέρει ο αυτός Θεοδώρητος εν τω αυτώ βιβλίω και κεφαλαίω. Προσθέττει και τούτο αυτόθι, ότι εν τη Σεβαστή πόλει, άνοιξαν οι Έλληνες την θήκην οπού περιείχε τα κόκκαλα του Bαπτιστού Iωάννου, και κατέκαυσαν αυτά, την δε σκόνιν διεσκόρπισαν εις τον αέρα.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου (τῆς Κλίμακος): Περὶ καταλαλιᾶς


ΛΟΓΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ
Περὶ καταλαλιᾶς
ΚΑΝΕΙΣ ΑΠΟ ὅσους σκέπτονται ὀρθὰ δὲν θὰ ἔχη, νομίζω, ἀντίρρησι ὅτι ἡ καταλαλιὰ γεννᾶται ἀπὸ τὸ μίσος καὶ τὴν μνησικακία. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὴν ἐτοποθετήσαμε στὴν σειρά της μετὰ τοὺς προγόνους της. Καταλαλιὰ σημαίνει γέννημα τοῦ μίσους, ἀσθένεια λεπτή, ἀλλὰ καὶ παχειά· παχειὰ βδέλλα, κρυμμένη καὶ ἀφανής, ποὺ ἀπορροφᾶ καὶ ἐξαφανίζει τὸ αἷμα τῆς ἀγάπης. Σημαίνει ὑπόκρισις ἀγάπης, αἰτία τῆς ἀκαθαρσίας, αἰτία τοῦ βάρους τῆς καρδιᾶς, ἐξαφάνισις τῆς ἁγνότητος.
2. Ὑπάρχουν κόρες ποὺ διαπράττουν αἴσχη, χωρὶς νὰ κοκκινίζουν. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλες οἱ ὁποῖες φαίνονται ντροπαλές, καὶ ὅμως διαπράττουν, κρυφά, χειρότερα αἴσχη ἀπὸ τὶς προηγούμενες. Κάτι παρόμοιο παρατηροῦμε καὶ στὰ πάθη τῆς ἀτιμίας. Τέτοιες κόρες εἶναι ἡ ὑποκρισία, ἡ πονηρία, ἡ λύπη, ἡ μνησικακία, ἡ ἐσωτερικὴ καταλαλιὰ τῆς καρδιᾶς. Ἄλλη ἐντύπωσι δημιουργοῦν ἐξωτερικὰ καὶ ἄλλος εἶναι ὁ στόχος τους.
3. Ἄκουσα μερικοὺς νὰ καταλαλοῦν καὶ τοὺς ἐπέπληξα. Καὶ γιὰ νὰ δικαιολογηθοῦν οἱ ἐργάτες αὐτοὶ τοῦ κακοῦ μου ἀπήντησαν ὅτι τὸ ἔκαναν ἀπὸ ἀγάπη καὶ ἐνδιαφέρον πρὸς αὐτὸν ποὺ κατέκριναν. Ἐγὼ τότε τοὺς εἶπα νὰ τὴν ἀφήσουν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ἀγάπη, γιὰ νὰ μὴ διαψευσθῇ ἐκεῖνος ποὺ εἶπε: «Τὸν καταλαλοῦντα λάθρα τὸν πλησίον αὐτοῦ, τοῦτον ἐξεδίωκον» (Ψαλμ. ρ´ 5). Ἐὰν ἰσχυρίζεσαι ὅτι ἀγαπᾶς τὸν ἄλλον, ἂς προσεύχεσαι μυστικὰ γι᾿ αὐτὸν καὶ ἂς μὴ τὸν κακολογῆς. Διότι αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς ἀγάπης εἶναι εὐπρόσδεκτος ἀπὸ τὸν Κύριον.
4. Ἐπὶ πλέον ἂς μὴ λησμονῆς καὶ τοῦτο, καὶ ἔτσι ὁπωσδήποτε θὰ συνέλθης καὶ θὰ παύσης νὰ κρίνης αὐτὸν ποὺ ἔσφαλε: Ὁ Ἰούδας ἀνῆκε στὴν χορεία τῶν μαθητῶν, ἐνῷ ὁ λῃστὴς στὴν χορεία τῶν φονέων. Καὶ εἶναι ἄξιο θαυμασμοῦ πῶς μέσα σὲ μία στιγμὴ ὁ ἕνας ἐπῆρε τὴν θέσι τοῦ ἄλλου!
5. Ὅποιος θέλει νὰ νικήσῃ τὸ πνεῦμα τῆς καταλαλιᾶς, ἂς ἐπιρρίπτῃ τὴν κατηγορία ὄχι στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἁμάρτησε, ἀλλὰ στὸν δαίμονα ποὺ τὸν ἔσπρωξε στὴν ἁμαρτία. Διότι κανεὶς δὲν θέλει νὰ ἁμαρτήσῃ στὸν Θεόν, μολονότι ὅλοι αὐτοπροαίρετα ἁμαρτάνομε.
6. Εἶδα ἄνθρωπο ποὺ φανερὰ ἁμάρτησε, ἀλλὰ μυστικὰ μετενόησε. Καὶ αὐτὸν ποὺ ἐγὼ τὸν κατέκρινα ὡς ἀνήθικο, ὁ Θεὸς τὸν ἐθεωροῦσε ἁγνό, διότι μὲ τὴν μετάνοιά του Τὸν εἶχε πλήρως ἐξευμενίσει.
7. Αὐτὸν ποὺ σοῦ κατακρίνει τὸν πλησίον, ποτὲ μὴ τὸν σεβασθῆς, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ τοῦ εἰπῆς: «Σταμάτησε, ἀδελφέ. Ἐγὼ καθημερινῶς σφάλλω σὲ χειρότερα, καὶ πῶς μπορῶ νὰ κατακρίνω τὸν ἄλλον»; Ἔτσι θὰ ἔχης δυὸ ὀφέλη, μὲ ἕνα φάρμακο θὰ θεραπεύσης καὶ τὸν ἑαυτό σου καὶ τὸν πλησίον.
8. Μία ὁδός, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὶς σύντομες ποὺ ὁδηγοῦν στὴν ἄφεσι τῶν πταισμάτων, εἶναι τὸ νὰ μὴ κρίνωμε, ἐφ᾿ ὅσον εἶναι ἀληθινὸς ὁ λόγος τοῦ Κυρίου «μὴ κρίνετε, καὶ οὐ μὴ κριθῆτε» (Λουκ. στ´ 37). Ὅπως δὲν συμβιβάζεται ἡ φωτιὰ μὲ τὸ νερό, ἔτσι καὶ ἡ κατάκρισις μὲ ἐκεῖνον ποὺ ἀγαπᾶ τὴν μετάνοια.
9. Ἀκόμη καὶ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου του, ἂν ἰδῆς κάποιον νὰ ἁμαρτάνη, μήτε τότε νὰ τὸν κατακρίνης. Διότι ἡ ἀπόφασις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄγνωστη στοὺς ἀνθρώπους. Μερικοὶ ἔπεσαν φανερὰ σὲ μεγάλα ἁμαρτήματα, κρυφὰ ὅμως ἔπραξαν πολὺ μεγαλύτερα καλά. Ἔτσι ἐξαπατήθηκαν οἱ φιλοκατήγοροι, καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἐκρατοῦσαν στὰ χέρια τους ἦταν καπνὸς καὶ ὄχι ἥλιος.
10. Ἂς μὲ ἀκούσετε, ἂς μὲ ἀκούσετε ὅλοι ἐσεῖς οἱ κακοὶ κριταὶ τῶν ξένων ἁμαρτιῶν. Ἐὰν εἶναι ἀλήθεια, ὅπως καὶ πράγματι εἶναι, ὅτι «ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε» (Ματθ. ζ´ 2), τότε ἂς εἶσθε βέβαιοι, ὅτι γιὰ ὅσα ἁμαρτήματα κατηγορήσαμε τὸν πλησίον εἴτε ψυχικὰ εἴτε σωματικά, θὰ περιπέσωμε σ᾿ αὐτά. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ διαφορετικά.
11. Ὅσοι εἶναι αὐστηροὶ καὶ σχολαστικοὶ κριταὶ τῶν σφαλμάτων τοῦ ἄλλου, νικῶνται ἀπὸ αὐτὸ τὸ πάθος, ἐπειδὴ δὲν ἀπέκτησαν ἀκόμη γιὰ τὰ ἰδικά τους ἁμαρτήματα ὁλοκληρωτικὴ φροντίδα (γνῶσι) καὶ μνήμη. Διότι ὅποιος ἀφαιρέση «τὸ περικάλυμμα τῆς φιλαυτίας» καὶ ἰδῆ μὲ ἀκρίβεια τὰ ἰδικά του κακά, γιὰ τίποτε ἄλλο δὲν θὰ φροντίση πλέον στὴν ζωή του, ἀναλογιζόμενος ὅτι ὁ χρόνος τῆς ζωῆς του δὲν τοῦ ἐπαρκεῖ γιὰ νὰ πενθήση τὶς ἰδικὲς τοῦ ἁμαρτίες, ἔστω καὶ ἂν θὰ ἐζοῦσε ἑκατὸ ἔτη, καὶ ἂν θὰ ἔβλεπε ὁλόκληρο τὸν Ἰορδάνη ποταμὸ νὰ βγαίνη ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς του ὡς δάκρυ.
12. Περιεργάσθηκα καλὰ τὴν κατάστασι τοῦ πένθους καὶ δὲν εὑρῆκα σ᾿ αὐτὴν ἴχνος καταλαλιᾶς ἢ κατακρίσεως.
13. Οἱ δαίμονες μᾶς σπρώχνουν πιεστικὰ ἢ στὸ νὰ ἁμαρτήσωμε ἤ, ἂν δὲν ἁμαρτήσωμε, στὸ νὰ κατακρίνωμε ὅσους ἁμάρτησαν, ὥστε μὲ τὸ δεύτερο νὰ μολύνουν οἱ κακοῦργοι τὸ πρῶτο. Ἂς γνωρίζης ὅτι γνώρισμα τῶν μνησικάκων καὶ φθονερῶν ἀνθρώπων εἶναι καὶ τοῦτο: Τὶς διδασκαλίες, τὰ πράγματα ἢ τὰ κατορθώματα τοῦ ἄλλου τὰ κατηγοροῦν καὶ τὰ διαβάλλουν μὲ εὐχαρίστησι καὶ εὐκολία, (νικημένοι καὶ) καταποντισμένοι ἄθλια ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ μίσους.
14. Εἶδα μερικοὺς οἱ ὁποῖοι μυστικὰ καὶ κρυφὰ διαπράττουν σοβαρώτατα ἁμαρτήματα, καὶ στηριζόμενοι στὴν ὑποκριτικὴ καθαρότητά τους, ἐπιτιμοῦν μὲ αὐστηρότητα αὐτοὺς ποὺ ὑποπίπτουν σὲ μερικὰ μικρὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα καὶ φανερώνουν.
15. Ἡ κρίσις εἶναι ἀναιδὴς ἁρπαγὴ τοῦ δικαιώματος τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ ἡ κατάκρισις ὄλεθρος τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ὁ ὁποῖος κατακρίνει.
16. Ὅπως ἡ «οἴησις» καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχη ἄλλο πάθος, μπορεῖ νὰ καταστρέψῃ τὸν ἄνθρωπο, ἔτσι καὶ ἡ κατάκρισις, ἐὰν καὶ μόνη ὑπάρχη μέσα μας, μπορεῖ νὰ μᾶς καταστρέψῃ ὁλοσχερῶς, ἀφοῦ ἄλλωστε καὶ ὁ Φαρισαῖος ἐκεῖνος τῆς παραβολῆς ἐξ αἰτίας αὐτῆς κατεδικάσθη.
17. Ὁ καλὸς «ραγολόγος» τρώγει τὶς ὥριμες ρῶγες τῶν σταφυλιῶν καὶ δὲν πειράζει καθόλου τὶς ἄγουρες. Παρόμοια ὁ καλόγνωμος καὶ συνετὸς ἄνθρωπος, ὅσες ἀρετὲς βλέπει στοὺς ἄλλους τὶς σημειώνει μὲ ἐπιμέλεια, ἐνῷ ὁ ἀνόητος ἀναζητεῖ τὰ ἐλαττώματα καὶ τὶς κατηγορίες. Γι᾿ αὐτὸν μάλιστα ἔχει λεχθῆ: «Ἐξηρεύνησαν ἀνομίαν, ἐξέλιπον ἐξερευνῶντες ἐξερευνήσεις» (Ψαλμ. ξγ´ 7).
18. Μὴ κατακρίνης καὶ ὅταν ἀκόμη βλέπης κάτι μὲ τοὺς ἴδιους τοὺς ὀφθαλμούς σου, διότι καὶ αὐτοὶ πολλὲς φορὲς ἐξαπατῶνται.
Βαθμὶς δεκάτη! Ὅποιος τὴν κατέκτησε εἶναι ἐργάτης τῆς ἀγάπης ἢ τοῦ πένθους.
Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/climax/
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΟΡΤΗΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ Ε’ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
9: 1-7
Ἀδελφοί, εἶχεν ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε ῞Αγιον κοσμικόν. Σκηνὴ γὰρ κατεσκευάσθη ἡ πρώτῃ ἐν ᾗ ἥ τε λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ πρόθεσις τῶν ἄρτων, ἥτις λέγεται ῞Αγια. Μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα σκηνὴ ἡ λεγομένη ῞Αγια ῾Αγίων, χρυσοῦν ἔχουσα θυμιατήριον καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ, ἐν ᾗ στάμνος χρυσῆ ἔχουσα τὸ μάννα καὶ ἡ ῥάβδος ᾿Ααρὼν ἡ βλαστήσασα καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης, ὑπεράνω· δὲ αὐτῆς Χερουβὶμ δόξης κατασκιάζοντα τὸ ἱλαστήριον· περὶ ὧν οὐκ ἔστι νῦν λέγειν κατὰ μέρος. Τούτων δὲ οὕτω κατεσκευασμένων εἰς μὲν τὴν πρώτην σκηνὴν διὰ παντὸς εἰσίασιν οἱ ἱερεῖς τὰς λατρείας ἐπιτελοῦντες, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ μόνος ὁ ἀρχιερεύς, οὐ χωρὶς αἵματος, ὃ προσφέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΕΟΡΤΗΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ Ε’ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
1: 39 – 49. 56
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀναστᾶσα Μαριὰμ ἐπορεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς εἰς πόλιν Ἰούδα, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον Ζαχαρίου καὶ ἠσπάσατο τὴν Ἐλισάβετ. καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ἡ Ἐλισάβετ τὸν ἀσπασμὸν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησεν τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς· καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπεν· Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρὸς μέ; ἰδοὺ γὰρ ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησεν τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου. καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου. Καὶ εἶπε Μαριάμ· Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου, ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ. ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί. ὅτι ἐποίησέ μοι μεγάλα ὁ δυνατός καὶ ἅγιον τὸ ὄνομα αὐτοῦ, Ἔμεινε δὲ Μαριὰμ σὺν αὐτῇ ὡσεὶ μῆνας τρεῖς καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Σάββατον του Ακαθίστου Ύμνου
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Σαββάτῳ τῆς πέμπτης Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, ἑορτάζομεν τὸν Ἀκάθιστον Ὕμνον τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας
Ὕμνοις ἀΰπνοις εὐχαρίστως ἡ Πόλις,
Τὴν ἐν μάχαις ἄγρυπνον ὑμνεῖ Προστάτιν.
Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.
Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.
Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Κατά το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.
Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».
Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό, στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼνἐν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.
Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673 μ.Χ.), Λέοντος του Ισαύρου (717 – 718 μ.Χ.) και Μιχαήλ Γ΄ (860 μ.Χ.). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.

Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 μ.Χ. δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος». Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431 μ.Χ., αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε συντεθεί νωρίτερα. Από την άλλη, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527 – 565 μ.Χ.), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626 μ.Χ.

Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., Ρωμανό τον Μελωδό. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα του 13ου αιώνα μ.Χ. υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα μ.Χ., η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.

Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι πλησίασε τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι, δε, ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728 μ.Χ., που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626 μ.Χ., στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.
Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄ (715 – 730 μ.Χ.), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718 μ.Χ., επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 μ.Χ. από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.

Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό, ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718 μ.Χ., καθώς απεβίωσε το 752 ή 754 μ.Χ.
Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο, τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα.

Βέβαιο, είναι πάντως, ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676 – 749 μ.Χ.), ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου.
Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.
Οι πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ).
Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.

Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28).
Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου.
Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου. Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας. Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας. Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής.
Ταῖς τῆς σῆς ὑπερμάχου τε καὶ ἀπροσμάχου Μητρὸς πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεὸς τῶν περικειμένων καὶ ἡμᾶς ἀπάλλαξον συμφορῶν, καὶ ἐλέησον ἡμᾶς, ὡς μόνος φιλάνθρωπος.
Μνήμη του Aγίου Hρωδίωνος ενός των εβδομήκοντα Aποστόλων (28 Μαρτίου)

Μνήμη του Aγίου Hρωδίωνος ενός των εβδομήκοντα Aποστόλων
Pόδον νοητόν ων σαφώς Hρωδίων,
Ξίφει τρυγηθείς πάλιν ανθεί εν πόλω.

Oύτος ήτον ένας από τους εβδομήκοντα μαθητάς του Kυρίου, ακολουθών εις τους Aγίους Aποστόλους, και μάλιστα εις τον κορυφαίον Πέτρον, και γενόμενος συνεργός του κηρύγματος του Eυαγγελίου. Έπειτα χειροτονηθείς Eπίσκοπος των νέων Πατρών, εδίδασκε και επίστρεφε πολλούς προς τον Kύριον. Όθεν επιάσθη1 από τους Έλληνας ομού και Iουδαίους, και εδάρθη δυνατά. Διότι άλλοι μεν, έδερνον αυτόν, άλλοι δε, εσύντριβον το στόμα του με πέτρας, άλλοι δε, εκτύπουν αυτόν εις την κεφαλήν. Tελευταίον δε απέσφαξαν αυτόν οι θηριόγνωμοι, και έτζι ετελειώθη, παραδούς την ψυχήν του εις χείρας Θεού ο τρισόλβιος.
Σημείωση
1. Kατά δε την δεκάτην του Nοεμβρίου μηνός, όπου εορτάζεται ο Aπόστολος ούτος μετά Oλυμπά, Eράστου, Σωσιπάτρου, και Kουάρτου, γράφεται ότι ο Hρωδίων ούτος απεκεφαλίσθη από τον Nέρωνα μαζί με τον Oλυμπάν.
Περιττώς δε γράφεται και εδώ παρά τω τετυπωμένω Συναξαριστή, το Συναξάριον του Aγίου Mάρτυρος Φιλητού του Συγκλητικού και των συν αυτώ. Tούτου γαρ η μνήμη προεορτάζεται κατά την εικοστήν εβδόμην του παρόντος Mαρτίου, όπου και το Συναξάριον αυτού κατά τάξιν συνηρμόσθη.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ Ε΄ Νηστειῶν (Ἁγ. Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας)
Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ διάκονος Εὐμένιος Ἰνιάτης κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ Ε΄ Νηστειῶν (Ἁγ. Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας), ποὺ τελέσθηκε στὴν ἱερὰ μονὴ Ἁγίου Νικολάου παρὰ τὴν Ὀροῦντα, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (21.04.2024).
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 27 Μαρτίου 2026

Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
Σήμερα δὲν διαβάζεται Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγέλιον.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Πέμπτη του Μεγάλου Κανόνος (Ε’ Εβδομάδα Νηστειών)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Πέμπτῃ τῆς πέμπτης Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, κατὰ τὴν ἀρχαίαν παράδοσιν, ψάλλομεν τὴν Ἀκολουθίαν τοῦ Μεγάλου καὶ κατανυκτικοῦ Κανόνος.
Τρόπους, Ἰησοῦ, κατανύξεως δίδου,
ᾌδουσι νυνὶ Κανόνα σοι τὸν Μέγαν.

Τον κανόνα αυτόν, τον μεγαλύτερο απ’ όλους, τον συνέθεσε με άριστο και τεχνικότατο τρόπο ο άγιος πατέρας μας Ανδρέας ο Κρήτης, που ονομαζόταν και Ιεροσολυμίτης.
Αυτός έζησε οσιακή και θεοφιλή ζωή και άφησε στην Εκκλησία του Θεού πολλά ψυχωφελή συγγράμματα, δηλαδή λόγους και κανόνες πανηγυρικούς.
Κοντά σε πολλά άλλα έκανε και τον παρόντα Μέγα Κανόνα, που έχει άπειρη κατάνυξη, διότι μέσα σ’ αυτόν συγκέντρωσε και έβαλε όλες τις ιστορίες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, από τον Αδάμ μέχρι την ανάληψη του Χριστού και το κήρυγμα των Αποστόλων.
Με αυτόν λοιπόν τον κανόνα παρακινεί κάθε ψυχή να μιμείται όσο μπορεί τα καλά παραδείγματα που ιστορούνται και να αποφεύγει τα κακά, και πάντα να ανατρέχει προς τον Θεό με μετάνοια και δάκρυα και κάθε θεάρεστη πράξη.
Τόσο όμως όμορφα και μελωδικά ρέει αυτός ο κανόνας, ώστε είναι ικανός να μαλακώσει και την πιο σκληρή καρδιά και να την παρακινήσει στην αρετή, αρκεί να ψάλλεται με συντετριμμένη καρδιά και την πρέπουσα προσοχή.

Την ίδια εποχή και ο μέγας Σωφρόνιος, πατριάρχης Ιεροσολύμων, συνέγραψε τον βίο της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, που και αυτός έχει άπειρη κατάνυξη και πολλή παρηγοριά για τους αμαρτωλούς, αρκεί να θέλουν να αφήσουν τις αμαρτίες.
Η αιτία που σήμερα ψάλλεται ο Μέγας Κανόνας και διαβάζεται ο βίος της οσίας Μαρίας είναι, καθώς η αγία Τεσσαρακοστή πλησιάζει στο τέλος της, να μη γίνουν οι άνθρωποι ράθυμοι και αμελήσουν τους πνευματικούς αγώνες και αφήσουν τη σωφροσύνη.
Έτσι ο μέγιστος Ανδρέας, ως άριστος γυμναστής, με τις ιστορίες τού Μεγάλου Κανόνος από τη μια διηγείται την αρετή των μεγάλων ανδρών και από την άλλη την εκτροπή των φαύλων, και κάνει γενναιότερους αυτούς που κουράστηκαν και τους ωθεί να προχωρούν με ανδρεία μπροστά.
Ο δε ιερός Σωφρόνιος, με την διήγηση της υπέρ φύση ζωής της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, κάνει τους ανθρώπους περισσότερο σώφρονες και τους παρακινεί προς τον Θεό και δεν τους αφήνει να αποθαρρύνονται και να απελπίζονται, αν τυχόν έπεσαν σε κάποιες αμαρτίες. Διότι η διήγηση αυτή παρουσιάζει πόσο μεγάλη είναι η φιλανθρωπία και η ευσπλαχνία του Θεού προς όσους μετανοούν ολόψυχα.
Ονομάζεται δε Μέγας ο Κανόνας ίσως για τα νοήματά του, αλλά και επειδή ο αριθμός των τροπαρίων φτάνει τα διακόσια πενήντα, και το καθένα στάζει ανέκφραστη ευχαρίστηση.
Ταιριαστά επομένως και σωστά ο Μέγας αυτός Κανόνας που έχει μεγάλη κατάνυξη ορίστηκε να ψάλλεται κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Τον Μέγα Κανόνα και τον βίο της Οσίας Μαρίας τα πρωτοέφερε στην Κωνσταντινούπολη ο ίδιος ο άγιος Ανδρέας, όταν, μοναχός ακόμη, στάλθηκε από τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεόδωρο να μετάσχει στην έκτη Οικουμενική Σύνοδο κατά των Μονοθελητών. Στην Κωνσταντινούπολη κατατάχθηκε στον κλήρο της Εκκλησίας, χειροτονήθηκε διάκονος και ορφανοτρόφος και μετά από λίγο έγινε αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Έπειτα έφτασε στη Μυτιλήνη, στην πόλη που ονομαζόταν Ιερισός (Ερεσός), και εκεί εξεδήμησε προς τον Κύριο.
Ταῖς τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου πρεσβείαις, ὁ Θεὸς ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.
(Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Τριωδίου με τη βοήθεια και της μετάφρασης του αγίου Αθανασίου του Παρίου που περιέχεται στο βιβλίο “Νέον Λειμωνάριον”, Βενετία 1819, σελ. 289).







