Αρχική Blog Σελίδα 2

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 19 Ἰανουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΛΓ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Καθολικῆς Α΄Ἐπιστολῆς Πέτρου τὸ Ἀνάγνωσμα
2:21-25, 3:1-9

Ἀγαπητοί, Χριστὸς ἔπαθεν ὑπὲρ ἡμῶν, ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμὸν ἵνα ἐπακολουθήσητε τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ· ὃς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ· ὃς λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὐκ ἠπείλει, παρεδίδου δὲ τῷ κρίνοντι δικαίως· ὃς τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν αὐτὸς ἀνήνεγκεν ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ ἐπὶ τὸ ξύλον, ἵνα ταῖς ἁμαρτίαις ἀπογενόμενοι τῇ δικαιοσύνῃ ζήσωμεν· οὗ τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἰάθητε. Ἦτε γὰρ ὡς πρόβατα πλανώμενα, ἀλλ᾽ ἐπεστράφητε νῦν ἐπὶ τὸν Ποιμένα καὶ Ἐπίσκοπον τῶν ψυχῶν ὑμῶν. Ὁμοίως αἱ γυναῖκες ὑποτασσόμεναι τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν, ἵνα καὶ εἴ τινες ἀπειθοῦσι τῷ λόγῳ, διὰ τῆς τῶν γυναικῶν ἀναστροφῆς ἄνευ λόγου κερδηθήσονται, ἐποπτεύσαντες τὴν ἐν φόβῳ ἁγνὴν ἀναστροφὴν ὑμῶν, ὧν ἔστω οὐχ ὁ ἔξωθεν ἐμπλοκῆς τριχῶν καὶ περιθέσεως χρυσίων ἢ ἐνδύσεως ἱματίων κόσμος, ἀλλ᾽ ὁ κρυπτὸς τῆς καρδίας ἄνθρωπος ἐν τῷ ἀφθάρτῳ τοῦ πραέος καὶ ἡσυχίου πνεύματος, ὅ ἐστιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πολυτελές. Οὕτω γάρ ποτε καὶ αἱ ἅγιαι γυναῖκες αἱ ἐλπίζουσαι ἐπὶ τὸν Θεὸν ἐκόσμουν ἑαυτάς, ὑποτασσόμεναι τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν, ὡς Σάρρα ὑπήκουσε τῷ ᾽Αβραάμ, Κύριον αὐτὸν καλοῦσα· ἧς ἐγενήθητε τέκνα· ἀγαθοποιοῦσαι καὶ μὴ φοβούμεναι μηδεμίαν πτόησιν. Οἱ ἄνδρες ὁμοίως συνοικοῦντες κατὰ γνῶσιν, ὡς ἀσθενεστέρῳ σκεύει τῷ γυναικείῳ ἀπονέμοντες τιμήν, ὡς καὶ συγκληρονόμοις χάριτος ζωῆς, εἰς τὸ μὴ ἐκκόπτεσθαι τὰς προσευχὰς ὑμῶν. Τὸ δὲ τέλος πάντες ὁμόφρονες, συμπαθεῖς, φιλάδελφοι, εὔσπλαγχνοι, φιλόφρονες, μὴ ἀποδιδόντες κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἢ λοιδορίαν ἀντὶ λοιδορίας· τοὐναντίον δὲ εὐλογοῦντες, εἰδότες ὅτι εἰς τοῦτο ἐκλήθητε, ἵνα εὐλογίαν κληρονομήσητε.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΟΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ)
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
5: 22-26, 6: 1-2

Ἀδελφοί, ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος. Οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις. Εἰ ζῶμεν πνεύματι, πνεύματι καὶ στοιχῶμεν. Μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες. ᾽Αδελφοί, ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πραότητος· σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς. ᾽Αλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΙΕ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
5: 24-34

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἠκολούθει τῷ Ἰησοῦ ὄχλος πολύς, καὶ συνέθλιβον αὐτόν. Καὶ γυνή τις οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἔτη δώδεκα, καὶ πολλὰ παθοῦσα ὑπὸ πολλῶν ἰατρῶν καὶ δαπανήσασα τὰ παρ’ ἑαυτῆς πάντα, καὶ μηδὲν ὠφεληθεῖσα, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ χεῖρον ἐλθοῦσα, ἀκούσασα περὶ τοῦ Ἰησοῦ, ἐλθοῦσα ἐν τῷ ὄχλῳ ὄπισθεν ἥψατο τοῦ ἱματίου αὐτοῦ· ἔλεγεν γὰρ ἐν ἑαυτῇ ὅτι Ἐὰν ἅψωμαι κἂν τῶν ἱματίων αὐτοῦ, σωθήσομαι. καὶ εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵματος αὐτῆς, καὶ ἔγνω τῷ σώματι ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς μάστιγος. καὶ εὐθέως ὁ Ἰησοῦς ἐπιγνοὺς ἐν ἑαυτῷ τὴν ἐξ αὐτοῦ δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐπιστραφεὶς ἐν τῷ ὄχλῳ ἔλεγε· Τίς μου ἥψατο τῶν ἱματίων; καὶ ἔλεγον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· Βλέπεις τὸν ὄχλον συνθλίβοντά σε, καὶ λέγεις· τίς μου ἥψατο; καὶ περιεβλέπετο ἰδεῖν τὴν τοῦτο ποιήσασαν. ἡ δὲ γυνὴ φοβηθεῖσα καὶ τρέμουσα, εἰδυῖα ὃ γέγονεν ἐπ’ αὐτῇ, ἦλθε καὶ προσέπεσεν αὐτῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· Θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· ὕπαγε εἰς εἰρήνην, καὶ ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς μάστιγός σου.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη των Οσίων Πατέρων ημών και συνωνύμων Μακαρίων, του τε αναχωρητού και Αιγυπτίου, και του πολιτικού και Aλεξανδρέως (19 Ιανουαρίου)

Μακάριος ο Αιγύπτιος, Μακάριος ο Ρωμαίος. Μέρος αμφίγραπτης εικόνς του 17ου αιώνα μ.Χ.

Μνήμη των Οσίων Πατέρων ημών και συνωνύμων Μακαρίων, του τε αναχωρητού και Αιγυπτίου, και του πολιτικού και Aλεξανδρέως

Θανούσα θείων η δυάς Μακαρίων,
Ζωής μετέσχε της μακαριωτάτης.
Γην μακάρων λάχον εννεακαιδεκάτη Μακάριοι.

Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος. Τοιχογραφία του ἐτους 1183 μ.Χ. Ιερά Μονή Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου, Πάφος (Κύπρος)

Aπό τους δύω τούτους Οσίους Μακαρίους, ο μεν ένας, ήτον από την Αίγυπτον, ήτοι από το Μισήρι, όθεν και Αιγύπτιος επονομάζεται. O δε άλλος, ήτον από την Aλεξάνδρειαν, όθεν και Aλεξανδρεύς επικαλείται. Και ο μεν Aιγύπτιος Μακάριος, όστις έζη κατά τους χρόνους Θεοδοσίου του Mεγάλου εν έτει τογ΄ [373], Mέγας επωνομάζετο. Καθό ήτον πρώτος και μεγαλίτερος κατά την ηλικίαν και τους χρόνους. Αυτός λοιπόν, επειδή και ηγάπησε την αρετήν εκ νεαράς του ηλικίας, διά τούτο και εφάνη άμεμπτος και ακατηγόρητος εις την ζωήν, έως εις τους τριάκοντα χρόνους της ηλικίας του. Μετά δε τους τριάκοντα χρόνους, ανεχώρησεν εις την έρημον. Τόσην δε υπομονήν έδειξεν εις τους κόπους της ασκήσεως ο αοίδιμος, ώστε οπού, εις ολίγους χρόνους, ηξιώθη να λάβη το χάρισμα της διακρίσεως, και την κατά δαιμόνων εξουσίαν και δύναμιν, και το να προλέγη τα μέλλοντα, και το να ποιή θαύματα. Με πολλήν δε παρακάλεσιν του Aρχιερέως έλαβε και το της ιερωσύνης αξίωμα. Eπειδή δεν υπέφερε να κρύπτεται ο λύχνος υποκάτω εις τον μόδιον. Ούτος προείπεν εις ένα μαθητήν του, οπού έκλεπτε τα εις τους πένητας διδόμενα αργύρια, ότι θέλει λάβη παρά Κυρίου οργήν και παιδείαν, ανίσως δεν παύση και δεν διορθωθή. Εξέβη δε εις έργον η πρόρρησίς του. Διατί ο αδελφός εκείνος, επειδή δεν εδιωρθώθη, ελεπρίασεν. Eκ των χαρισμάτων δε τούτων του Aγίου πολλοί παρακινούμενοι, έτρεχον εις αυτόν, και ενώχλουν την ησυχίαν του. O δε Όσιος εκατασκεύασεν ένα λάκκον υποκάτω εις την γην με γυρίσματα, ωσάν κοχλίαν εις το είδος, μακράν από το κελλίον του έως μισόν στάδιον. Και εις το άκρον του λάκκου, έσκαψε με τα χέριά του ένα σπήλαιον. Και όταν ήρχοντο πολλοί άνθρωποι και τον ενώχλουν, τότε επερνούσε κρυφίως από τον λάκκον και εκρύπτετο μέσα εις το σπήλαιον, όθεν τινάς δεν τον εύρισκε. Περιττόν δε είναι να ειπούμεν διά το ολίγον φαγητόν και πιοτόν, οπού έτρωγε και έπινεν ο αοίδιμος, διατί και αυτή μόνη η θεωρία του σώματός του, εμαρτύρει την άκραν εγκράτειαν, οπού εμεταχειρίζετο.

Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος. Τοιχογραφία του 13ου αιώνα μ.Χ. Ιερά Μονή Μιλέσεβα, Σερβία

Ήλθε μίαν φοράν ένας αιρετικός εις τον Άγιον, ο οποίος εφιλονείκει, ότι δεν είναι ανάστασις νεκρών. Όθεν ο Mέγας Μακάριος ανέστησεν ένα νεκρόν1, διά να πείση και να πληροφορήση αυτόν. Έλεγε δε ο Όσιος, ότι είναι δύω τάγματα των δαιμόνων. Και το μεν ένα τάγμα, πολεμεί τους ανθρώπους εις διάφορα πάθη, θυμού, και επιθυμίας. Το δε άλλο τάγμα, το οποίον ονομάζεται αρχικόν, πολεμεί τους ανθρώπους και τους ρίπτει εις διαφόρους αιρέσεις και βλασφημίας και πλάνας. Τούτο δε το αρχικόν τάγμα των δαιμόνων, αποστέλλει ο αρχηγός αυτών Σατανάς, εις τους μάγους, και εις τους αιρεσιάρχας. Ούτος ο Όσιος έκαμε τον άνθρωπον εκείνον, οπού έτρωγε τριών μοδίων ψωμία, κατά ενέργειαν του Διαβόλου, και οπού έπινεν ένα μέτρον κρασί: τούτον, λέγω, τον έκαμε να τρώγη τρεις λίτρας μόνον ψωμί, ήτοι διακόσια ογδοηνταοκτώ δράμια2. Μίαν φοράν είδεν ο Άγιος ούτος τον Διάβολον, οπού είχε τας μηχανάς και εργαλεία του μέσα εις μίαν λήκυθον, ήτοι εις ένα αγγείον του ελαίου. Όθεν και ερωτήσας αυτόν, έμαθε και εδιώρθωσε τον μοναχόν Θεόπεμπτον, τον απατώμενον από τας μηχανάς του Διαβόλου. Ούτος περιπατών εις την έρημον, ευρήκεν ένα κρανίον, το οποίον ήτον ενός ιερέως των ειδώλων. Eρωτήσας δε αυτό, ήκουσε να του ειπή ότι, όταν προσφέρη εις τον Θεόν τας προσευχάς του, τότε ελαφρόνονται ολίγον από την βάσανον, οι εν τη κολάσει ευρισκόμενοι3. Ούτος ανέστησε και άλλον νεκρόν, διά να ειπή πού έκρυψε την παρακαταθήκην εκείνων οπού την εζήτουν, και πάλιν επρόσταξεν αυτόν και εκοιμήθη. Προείπε δε, και ότι έχει να ερημωθή η Σκήτη. Διηγείται ο Όσιος Παλλάδιος διά τον Αιγύπτιον τούτον Μακάριον, ότι ένας ακόλαστος, ζητώντας να ελκύση εις σατανικόν έρωτα μίαν σώφρονα γυναίκα, και μη δυνηθείς, έκαμεν αυτήν με διαβολικάς μαγείας να φαίνεται εις τους ανθρώπους ωσάν φοράδα. Όθεν ο Όσιος ούτος επικαλούμενος τον Θεόν, απεκατέστησεν αυτήν να φαίνεται πάλιν εις τους ανθρώπους γυνή, καθώς ήτον εκ φύσεως4.

Λέγεται δε περί του ουρανίου τούτου ανδρός, ότι τον περισσότερον χρόνον της ζωής του, εσχόλαζε μάλλον εις την μετά Θεού νοεράν ένωσιν, πάρεξ εις όλα τα υπό τον ουρανόν πράγματα του κόσμου. Με τοιαύτα λοιπόν θεάρεστα έργα και θαύματα υπερφυσικά διαλάμψας ο φερωνύμως Μακάριος ο Mέγας, και χρόνων εννενήντα γενόμενος, απήλθε προς Κύριον. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτού όρα εις το Eκλόγιον.)

Μακάριος ο Αιγύπτιος, Μακάριος ο Ρωμαίος. Μέρος αμφίγραπτης εικόνος του 17ου αιώνα μ.Χ.

O δε Άγιος Μακάριος ο Aλεξανδρεύς, ο και πολιτικός ονομαζόμενος (διατί περισσότερον από τον Αιγύπτιον εδιάτριβεν εις τας πόλεις, και με τους ανθρώπους συνανεστρέφετο, διά την των πολλών διόρθωσιν), αυτός λέγω, εχρημάτισεν Iερεύς των λεγομένων Κελλίων, μεταχειριζόμενος άκραν εγκράτειαν και υπομονήν. Όθεν και έλαβε την χάριν των θαυμάτων παρά Θεού. Τούτου τας αρετάς θαυμάσας ο Μέγας Aντώνιος, είπε προς αυτόν· «ιδού επανεπαύθη το Πνεύμα το Άγιον εις εσένα, και θέλεις γένης κληρονόμος των αρετών μου». Ούτος ο Όσιος, όταν ήκουε κανένα Μοναχόν, πως έκαμνεν έργον και κατόρθωμα ασκητικόν, ελάμβανε ζήλον αγαθόν εις την ψυχήν του, και κατά μίμησιν εκείνου, έκαμνε και αυτός το ίδιον κατόρθωμα. Όθεν ακούσας, ότι οι Μοναχοί, οπού ευρίσκοντο εις τα Τάβεννα, και διά τούτο Ταβεννησιώται ονομαζόμενοι, όλην την μεγάλην Τεσσαρακοστήν δεν έτρωγαν φαγητόν, οπού να περάση από φωτίαν, τούτο λέγω ακούσας, τους εμιμήθη και αυτός. Και επτά χρόνους δεν έφαγε φαγητόν, οπού εμαγειρεύθη εις την φωτίαν, έξω από λάχανα ωμά, και όσπρια βρεκτά. Άλλην φοράν ήκουσεν, ότι ένας άλλος Όσιος έτρωγε μόνον μίαν λίτραν ψωμί: ήτοι εννενηνταέξι δράμια. Όθεν εβίασε και αυτός τον εαυτόν του και έτρωγεν εις τρεις χρόνους τέσσαρας, ή πέντε ουγγίας ψωμί, ήτοι τριανταδύω, ή τεσσαράκοντα δράμια. Ομοίως έπινε και τόσον ολίγον νερόν, όσον ήτον ανάλογον και αρκετόν εις τόσον ολίγον ψωμί, οπού έτρωγε.

Ο Άγιος Μακάριος μετά ενός Χερουβείμ. Φορητή εικόνα του 12ου-13ου αιώνα στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά

Πηγαίνωντας δε μίαν φοράν εις το Μοναστήριον των Ταβεννησιωτών διά να μάθη του κάθε ενός την πολιτείαν, και ελθούσης της μεγάλης Τεσσαρακοστής, είδεν οπού, άλλοι μεν από αυτούς, έτρωγαν το βράδυ της κάθε ημέρας, άλλοι δε, εις δύω ημέρας, άλλοι, εις τρεις, και άλλοι, εις πέντε, άλλοι δε, όλην την νύκτα στέκοντες εις την προσευχήν, εδούλευον την ημέραν. Ταύτα, λέγω, βλέπωντας ο Όσιος, εστάθη όρθιος ο μεγαλόψυχος εις μίαν γωνίαν μιάς κέλλας, και βρέξας φοινίκια, εδούλευεν, έως ου ετελειώθη όλη η Τεσσαρακοστή και έφθασε το Πάσχα. Εις τας ημέρας δε ταύτας δεν έκλινε γόνυ, δεν εκάθισε, δεν επλαγίασεν εις κλίνην, δεν έφαγε τελείως ψωμί, ούτε έπιε νερόν. Έξω μόνον από φύλλα κραμβολαχάνου οπού έτρωγεν. Aλλά και αυτά τα έτρωγεν, εις μόνην την Κυριακήν, όσον μόνον διά να φανή εις τους άλλους, ότι τρώγει.

Άλλην φοράν δεν εμβήκεν ο Όσιος υποκάτω εις στέγην κελλίου είκοσιν ολόκληρα ημερονύκτια, μόνον διά να νικήση τον ύπνον. Όθεν εις αυτά δεν εκοιμήθη τελείως. Aλλά, την ημέραν μεν, εκαίετο από το καύμα του ηλίου, την νύκτα δε, έπηζεν από την ψυχρότητα. Ούτος εφιλονείκησε και ηγωνίσθη μίαν φοράν να μη χωρίση τον νουν του από τον Θεόν εις πέντε ημέρας. Και τοσούτον εθύμωσε τον Διάβολον, ώστε οπού εκείνος έβαλε φωτίαν και έκαυσε το ψαθί, επάνω εις το οποίον εστέκετο ο Όσιος. Ομοίως έκαυσε και όσα άλλα είχεν εις το κελλίον του. Μίαν φοράν ενώχλησεν ο λογισμός τον Όσιον διά να υπάγη εις την Pώμην, ίνα ωφεληθή εκ των εκεί ευρισκομένων Οσίων. Aυτός δε πεσών κατά γης, εξάπλωσε τα πόδιά του, και έλεγε. Τραβάτε με εσείς δαίμονες, διατί εγώ θεληματικώς με τα ποδάριά μου εις άλλο μέρος δεν πηγαίνω. Eπειδή δε πάλιν ενωχλείτο από τον λογισμόν, εφορτόνετο εις την πλάτην του ένα ζιμπίλι γεμάτον από άμμον, και επήγαινεν εις ένα και άλλο μέρος. Και έτζι με τοιούτους τρόπους, ενίκησε τον ενοχλούντα λογισμόν, χάριτι του Xριστού.

Άγιοι Ζωσιμάς, Μαρία η Αιγυπτία, Μάξιμος ο Ομολογητής, Μακάριος ο Αιγύπτιος, Μακάριος ο Ρωμαίος. Αμφίγραπτη εικόνα του 17ου αιώνα μ.Χ.

Μίαν φοράν ενωχλήθη ο Όσιος από τον δαίμονα της πορνείας. Όθεν επήγεν εις την πανέρημον, και εμβήκε μέσα εις ένα βαλτώδη τόπον, και εκεί έμεινε μήνας έξι. Και τόσον πολλά κατεπλήγωσαν το σώμα του οι εκεί ευρισκόμενοι μεγαλώτατοι κώνωπες, ωσάν σφήκες, ώστε οπού εγέμωσαν από πρίσματα και ζιμπούνους όλα τα μέλη του σώματός του. Όθεν μετά έξ μήνας εγύρισεν εις το κελλίον του, και από άλλο τι δεν εγνωρίζετο πως είναι ο Μακάριος, πάρεξ από μοναχήν την φωνήν. Hλλοιώθη γαρ όλον του το πρόσωπον και το σώμα, και επαρωμοίαζε με τους λεπρωμένους. Ούτος έσκαπτε μίαν φοράν ένα πηγάδι, και εκεί έτυχε να ευρεθή μία ασπίδα, η οποία εδάγκασε τον Όσιον εις τας χείρας. Θανατηφόρον δε είναι το δάγκαμα της ασπίδος. O δε Όσιος πιάσας αυτήν με τα δύω του χέρια από τα χείλη και σιαγόνια, έσχισεν αυτήν, λέγων. Eπειδή ο Θεός δεν σε έστειλε, πώς εσύ ετόλμησες να με δαγκάσης; Μία φοράν εκάθητο ο Όσιος εις την αυλήν, και ελάλει εις τους παρεστώτας αδελφούς τα προς ωφέλειαν. Τότε έρχεται εκεί μία αγριογουρούνα, η οποία πέρνουσα μαζί το γουρουνόπουλόν της, οπού ήτον τυφλόν, το έρριψεν έμπροσθεν εις τους πόδας αυτού. Ο δε Όσιος πτύσας εις τους τυφλούς οφθαλμούς του ζώου, έκαμεν αυτό να αναβλέψη. H δε γουρούνα πέρνουσα το γέννημά της, ανεχώρησε, και το πρωί εσπούδασε και έφερεν εις τον Όσιον ένα δέρμα μεγάλον ενός προβάτου. O δε Άγιος είπε προς αυτήν. Eγώ τα εξ αδικίας πράγματα δεν δέχομαι. H δε γουρούνα κλίνασα την κεφαλήν, ευγήκεν έξω από την αυλήν.

Κοντά δε εις τα άλλα θαύματα, εποίησε και ταύτα ο Όσιος. Ιάτρευσεν ένα ανάξιον Ιερέα, του οποίου η κεφαλή εφαγώθη όλη έως εις το κόκκαλον, αφ’ ου πρότερον υπεσχέθη, να μην ιερουργή εις το εξής αναξίως. Το οποίον ήτον αίτιον του τοιούτου πάθους και ασθενείας του, καθώς και ο Άγιος τούτο προείπεν εις αυτόν. Aλλά και μίαν ευγενή παρθένον και παράλυτον, ήτις ήλθεν εις αυτόν από Θεσσαλονίκην, υγιή εποίησεν ο Άγιος. Και ένα παιδίον, το οποίον ήτον πρισμένον, και εύγανε νερόν από όλας του τας αισθήσεις, εθεράπευσεν ο Όσιος, και έδωκεν αυτό εις τον πατέρα του υγιές. Τόσον δε πλήθος δαιμονισμένων ιάτρευσεν ο Όσιος ούτος, ώστε οπού σχεδόν δεν έχει αριθμόν. Και ούτος δε ο Aλεξανδρεύς Μακάριος, είδε τον Διάβολον (καθώς τον είδε δηλαδή και ο προρρηθείς Αιγύπτιος) και εβάσταζε τα είδη και εργαλεία, με τα οποία επλανούσε τους Mοναχούς. Eφανέρονε δε ταύτα ο μιαρός αινιγματωδώς με ένα τρυπημένον φόρεμα οπού εφόρει, και με κάποια κολοκύνθια, οπού εσήκονεν. Ούτος ο Όσιος περιπατήσας ένα καιρόν μίαν μακρινήν στράταν, εμβήκεν εις το κηποταφείον του Ιαννή και Ιαμβρή, των επί του Φαραώ μάγων. Και πάλιν εγύρισε, χωρίς να πάθη κανένα κακόν από τους δαίμονας. Eίχε δε ο Άγιος ούτος σώμα μικρόν και κολοβόν. Eίχεν ολίγας τρίχας εις τα χείλη και εις το άκρον του πώγωνος. Eπειδή διά την υπερβολήν των ασκητικών κόπων, ουδέ τρίχας εύγαλε. Με τοιαύτην λοιπόν πολιτείαν και θαύματα διαλάμψας και ούτος ο θείος Μακάριος, ανεπαύθη εν ειρήνη.

Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα μ.Χ. Ιερά Μονή Ζρζε – Σκόπια

Με τούτους τους δύω Μακαρίους συνταξειδεύοντες μαζί μερικοί τριβούνοι του βασιλέως ενδοξότατοι, εθαύμαζον την ευτέλειαν και πτωχείαν οπού είχον. Όθεν ένας από αυτούς είπε. Μακάριοι είσθε εσείς, οπού περιπαίζετε τον κόσμον. O δε Aλεξανδρεύς Μακάριος, απεκρίθη προς αυτόν. Hμείς μεν, επεριπαίξαμεν τον κόσμον, ο δε κόσμος, περιπαίζει εσάς. Πλην ήξευρε καλά, ότι και ημείς Μακάριοι ονομαζόμεθα καθώς εσύ και χωρίς να θέλης μας ωνόμασες. Ταύτα δε ειπόντος του Aγίου, εκατανύχθη ο τριβούνος, και καταφρονήσας τα λαμπρά του βίου πράγματα, απετάξατο τοις εαυτού υπάρχουσι, και έγινε Mοναχός. (Περί του Aλεξανδρέως Μακαρίου όρα και εις το Λαυσαϊκόν.)

Σημειώσεις

1. Ούτος ο νεκρός ήτον Έλλην. Aναστηθείς δε, επίστευσεν εις τον Χριστόν και εβαπτίσθη. Eίτα εγένετο και Μοναχός, Μίλης ονομασθείς. Περί τούτου αναφέρει ο εις το Σάββατον της Τυρινής ασματικός Κανών, ο τα ονόματα των Oσίων Πατέρων δηλών κατά αλφάβητον, Μίλην νεκρέγερτον αυτόν ονομάζων.

2. H γαρ λίτρα περιέχει ουγγίας δώδεκα. H δε ουγγία περιέχει δράμια οκτώ.

3. Βάσανος και κόλασις εννοείται εδώ, όχι η καθολική. Aύτη γαρ ακόμη δεν εδόθη εις τους αμαρτωλούς. Aλλά η μερική, ήτις είναι λύπη και θλίψις και σκότος. Τα οποία λαμβάνουν οι εν τη φυλακή του Άδου ευρισκόμενοι αμαρτωλοί, έως της δευτέρας του Χριστού παρουσίας.

4. Προσθέττει δε και τούτο ο Παλλάδιος, ότι αφ’ ου ο Άγιος ιάτρευσε την ανωτέρω γυναίκα, έδωκεν εις αυτήν τοιαύτην συμβουλήν λέγων· «Γύναι, μη λίπης από την κοινωνίαν των Mυστηρίων του Χριστού. Aλλά να μεταλαμβάνης συχνά. Διότι αύτη η διαβολική ενέργεια σοι ηκολούθησεν, επειδή δεν εμετάλαβες πέντε εβδομάδας. Και από τούτο ευρήκε χώραν ο Διάβολος και σε επείραξε». Μέγας δε τη αληθεία λόγος γράφεται περί του Mεγάλου τούτου Μακαρίου παρά τω Ευεργετινώ, σελ. 592, δηλαδή, ότι αυτός έγινε Θεός επίγειος, καθώς εστι γεγραμμένον. Ώσπερ γάρ εστιν ο Θεός, σκέπων τον κόσμον, ούτω και ο Aββάς Μακάριος σκέπων ην τα ελαττώματα α έβλεπεν, ως μη βλέπων, και α ήκουεν, ως μη ακούων.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Ευφρασίας (19 Ιανουαρίου)

Μαρτύριο Αγίας Ευφρασίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη της Aγίας Μάρτυρος Ευφρασίας

Ψεύδει σοφώ φυγούσα σαρκός την ύβριν,
Aθλείς αληθώς εκ ξίφους Ευφρασία.

Μαρτύριο Αγίας Ευφρασίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

H Aγία αύτη ήτον από την πόλιν της Nικομηδείας κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού, εν έτει σϟ΄ [290], καταγομένη από γένος ονομαστόν, και έχουσα γνώμην σώφρονα και ευσεβή. Aύτη λοιπόν διαβαλθείσα ως Χριστιανή, και μη πεισθείσα να προσφέρη θυσίαν εις τους δαίμονας, δέρνεται δυνατά. Και επειδή επέμενεν εις την ομολογίαν της του Xριστού πίστεως, τούτου χάριν παρεδόθη εις ένα βάρβαρον άνθρωπον διά να την ατιμάση. Eγελάσθη όμως αυτός από την Aγίαν, με τοιούτον σοφόν τρόπον. Yπεσχέθη η Aγία εις τον βάρβαρον εκείνον, ότι ανίσως αυτός δεν την πειράξη, έχει να του δώση ένα ιατρικόν, διά μέσου του οποίου θέλει διαφυλάττεται ανώτερος από κάθε σπαθί, και από κάθε κοντάρι των εχθρών του. Ταύτα δε λέγουσα, επρόσθεσε και τούτο. Ότι, εάν θέλης να πληροφορηθής, πως τούτο οπού σοι λέγω είναι αληθινόν, δοκίμασον εις τον εδικόν μου λαιμόν, και ευθύς εξάπλωσε τον λαιμόν της. O δε βάρβαρος νομίσας ότι του λέγει λόγια αληθινά, εκτύπησε δυνατώτερα εις τον λαιμόν της με το σπαθί, και απέκοψε την αγίαν αυτής κεφαλήν. Και ούτω μείνασα αμόλυντος, έλαβεν η μακαρία τον του μαρτυρίου άφθαρτον στέφανον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μελετήματα Ὁσίου Μακαρίου του Αἰγυπτίου

Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος. Τοιχογραφία του 13ου αιώνα μ.Χ. Ιερά Μονή Μιλέσεβα, Σερβία

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Μάρκου Eφέσου του Ευγενικού, του της Oρθοδοξίας των Ανατολικών Γραικών μονομάχου και υπερμάχου και φύλακος (19 Ιανουαρίου)

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Μάρκου Eφέσου του Ευγενικού, του της Oρθοδοξίας των Ανατολικών Γραικών μονομάχου και υπερμάχου και φύλακος

Κρατεί μεν Άτλας μυθικώς ώμοις πόλον, Κρατεί δ’ αληθώς Μάρκος Oρθοδοξίαν.

Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΠΟΥΔΕΣ ΤΟΥ

Εφέτος κλείνουν 560 έτη από την κοίμηση του εν αγίοις πατρός ημών και ομολογητού Μάρκου αρχιεπισκόπου Εφέσου του Ευγενικού . Ο άγιος Μάρκος (κατά κόσμο Εμμανουήλ), εγεννήθη από ευσεβείς γονείς το 1392 εις την βασιλίδα των πόλεων, Κωνσταντινούπολιν. Ο πατέρας του ωνομάζετο Γεώργιος και ήτο αρχιδικαστής, σακελλίων και διάκονος της Μεγάλης Εκκλησίας, η μητέρα του ωνομάζετο Μαρία και ήτο θυγατέρα του ευσεβούς ιατρού Λουκά. Αμφότεροι οι γονείς προσπάθησαν και επέτυχαν να αναθρέψουν τον μικρό Εμμανουήλ εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Αλλά ο θάνατος του πατρός του άφησε αυτόν και τον μικρότερό του αδελφό Ιωάννη ορφανούς εις νεαρά ηλικία. Τα πρώτα γράμματα ο άγιός μας τα εδιδάχθη από τον πατέρα του Γεώργιο, ο οποίος είχε μία ονομαστή ιδιωτική σχολή. Μετά τον θάνατον του πατρός του η μητέρα του τον έστειλε να μαθητεύεση εις τους πλέον φημισμένους διδασκάλους της εποχής του, τον Ιωάννη Χορτασμένο (κατόπιν Ιγνάτιο Μητροπολίτη Σηλυμβρίας) και τον μαθηματικόν και φιλόσοφον Γεώργιον Γεμιστόν Πλήθωνα. Μεταξύ των συμμαθητών του ήτο και ο μετ έπειτα άσπονδος εχθρός του Βησσαρίων ο καρδινάλιος.

ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΟΣ

Όταν ο νεαρός Εμμανουήλ τελείωσε τας σπουδάς του, ανέλαβε την διεύθυνση της πατρικής σχολής και εις σύντομο χρονικό διάστημα ανεγνωρίσθει ως ένας από τους πλέον λαμπρούς διδασκάλους της ψυχορραγούσης πόλεως. Μεταξύ των μαθητών του, που διέπρεψαν αργότερον, ήσαν ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος,-ο πρώτος μετά την πτώσιν της Πόλεως Πατριάρχης-, ο Θεόδωρος Αγαλλιανός, ο Θεοφάνης Μητροπολίτης Μηδείας και ο αδελφός του Ιωάννης ο Ευγενικός. Αλλά ο θείος έρως δεν άφησε τον Εμμανουήλ να παρασυρθεί από την γεμάτη υποσχέσεις λαμπρά καριέρα του διδασκάλου, ούτε οι λίαν φιλικές σχέσεις του με τον αυτοκράτορα τον εμπόδισαν να απαρνηθεί τον κόσμο και να καταφύγει εις την νήσον των Πριγκιποννήσων Αντιγόνη, πλησίον του φημισμένου ασκητού Συμεώνος. Εκεί έμεινε αγωνιζόμενος πνευματικώς επί δύο έτη και μετά, κατόπιν των τουρκικών επιδρομών εις τας νήσους, ήλθε με τον γέροντά του εις την περίφημο τότε Μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων, εις την Κωνσταντινούπολιν. Ο μοναχός Μάρκος συνέχισε και εις την νέαν μετάνοιά του την σκληράν ασκητικήν ζωήν. Εις την μονήν των Μαγγάνων, ο άγιος Μάρκος συνέθεσε σχεδόν τα περισσότερα από τα 100 έργα του που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερον. Ιδιαιτέρως σημαντικά είναι τα έργα που έγραψε εναντίων των λατινοφίλων αντιπάλων του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, τον οποίον εσέβετο πολύ και τον είχε ως πρότυπο του. Εις την Μονήν αυτήν ο Μάρκος έλαβε και το χρίσμα της ιεροσύνης, κατόπιν πιέσεως, διότι ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο δια τέτοιον υψηλόν λειτούργημα. Σύντομα δε απέκτησε και φήμη καλού πνευματικού, δι,αυτό πολλοί κληρικοί και λαϊκοί έγραφον εις τον άγιον ζητώντες την γνώμη του επί διαφόρων ζητημάτων.

ΕΙΣ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟΝ ΤΗΣ ΦΕΡΡΑΡΑΣ

Το 1436 και ενώ ακόμη ήτο ιερομόναχος ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας τον διορίζει ως αντιπρόσωπο του εις την συγκληθείσαν σύνοδον δια ένωσιν των εκκλησιών. Το ίδιον έτος ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης ο Παλαιολόγος τον αναγκάζει να δεχθεί τον Μητροπολιτικόν θρόνον της Εφέσου που είχε χηρεύσει εκείνον τον καιρόν. Ο αυτοκράτωρ δείχνει την μεγάλη εκτίμηση που έτρεφε εις τον άγιον Μάρκον διορίζοντάς τον γενικόν έξαρχον της συνόδου. Ούτως ο άγιος ηναγκάσθη να ακολουθήσει τον Πατριάρχη και την λοιπήν αντιπροσωπία εις την Ιταλία. Ο άγιος Μάρκος πήγε στην σύνοδον με τας καλυτέρας προθέσεις και έδειξε την διαλλακτικότητά του με τον λόγο που συνέθεσε δια τον πάπαν, προτού ακόμη αρχίσουν αι εργασίαι της συνόδου εις την Φερράραν. Μερικοί μάλιστα Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι παρεξήγησαν τον Μάρκον δια την διαλλακτικότητα του ύφους του εις τον διάλογο με τον καρδινάλιο Κεσσαρίνι, και απήτησαν όπως εις το εξής ομιλεί ο Βησσαρίων, Μητροπολίτης Νικαίας. Το πρώτο θέμα των συζητήσεων ήτο το καθαρτήριο πυρ. Του Βησσαρίωνος αδυνατούντος – λόγω ανεπαρκούς θεολογικής καταρτίσεως – να ομιλήσει, ομίλησε δια τους Ορθοδόξους ο άγιος Μάρκος, εκφωνήσας επί του θέματος τέσσαρες αντιρρητικούς λόγους. Αι κρυστάλλιναι ορθόδοξοι απόψεις, ως επαρουσιάσθησαν από τον άγιο μας, ενθουσίασαν τον αυτοκράτορα, ο οποίος προσέβλεπε εις τον Μάρκον ως τον μόνον Ορθόδοξο θεολόγο που ηδύνατο να απαντά ευχερώς εις τους λόγους των παπικών. Αλλά ο περί τα θεία άσχετος βυζαντινός αυτοκράτωρ ήλπιζε ότι αι ορθόδοξοι απόψεις θα επεκράτουν, μη γνωρίζων ότι οι παπικοί θα επέμεναν αμετακίνητοι εις τας πλάνας των. Δι΄αύτόν τον λόγο, όταν είδε ότι η παράλογος επιμονή των λατίνων θα ναυαγούσε τον πολιτικό του σκοπό – ήτοι την ένωση των δύο εκκλησιών και την εξ αυτής αναμενόμενη παπική βοήθεια δι αντιμετώπισιν των Τούρκων – άρχισε να πιέζει τους Ορθοδόξους να ακολουθήσουν μία ηπιότερη η καλύτερα ενδοτική γραμμή.

Η ΨΕΥΔΟΕΝΩΣΙΣ

Οι λατίνοι άρχισαν να εφαρμόζουν την γνωστή τακτική των ψιθύρων, ψευδών και εκβιασμών, και ούτω κατ εκείνη την εποχή διένειμαν εις την Φερράραν εκατοντάδας φυλλαδίων, τα οποία περιείχαν 54 αιρετικές δοξασίας των Ορθοδόξων!!! Βλέποντας την κατάσταση να χειροτερεύει εις βάρος των Ορθοδόξων, δύο εκ των εγκρίτων μελών της Βυζαντινής αντιπροσωπείας, ο Μητροπολίτης Ηρακλείας Αντώνιος, πρώτος τη τάξει Μητροπολίτης του Οικουμενικού θρόνου και ο αδελφός του Μάρκου Ιωάννης, προσπάθησαν να αποδράσουν από την Φερράραν, αλλά ημποδίσθησαν από τον αυτοκράτορα. Και επειδή ο Ιωάννης συνοδευόταν μέχρι τον λιμένα από τον αδελφό του, ο αυτοκράτωρ και ο Πατριάρχης φοβούμενοι τυχόν άλλας απόπειρας αποδράσεως – εν συνεννοήσει μετά των παπικών – μετακίνησαν τις εργασίες της συνόδου από την Φερράραν, που ήτο πλησίον της θαλάσσης, εις την Φλωρεντία. Όταν δε επανήρχισαν αι εργασίαι της συνόδου ο Εφέσου ήτο ο κύριος ομιλητής των Ορθοδόξων. Αι σαφείς όμως απαντήσεις του και αι ανατροπαί των λατινικών κακοδοξιών προκάλεσαν το μένος των λατινοφρόνων Ορθοδόξων, οι οποίοι με την σιωπηρά συγκατάθεση και ανοχή του αυτοκράτορος προσπάθησαν να διαβάλουν τον άγιο Μάρκο, κυκλοφορούντες μάλιστα και την είδηση ότι ο Εφέσου είχε τρελαθεί. Εις μίαν δε συνεδρίαση της Ορθοδόξου αντιπροσωπείας, όταν ο Μητροπολίτης Εφέσου απεκάλεσε τους παπικούς «αιρετικούς» οι Μητροπολίτες Λακεδαίμονος και Μυτιλήνης ύβρισαν τον άγιο και προσπάθησαν να τον κτυπήσουν.

Ο ΕΦΕΣΟΥ ΜΑΡΚΟΣ ΔΕΝ ΥΠΟΓΡΑΦΕΙ

Διαπιστώνων ο άγιος ότι όλες οι προσπάθειές του να πείσει τους Ορθόδοξους να μην προχωρήσουν εις την ένωση – γενόμενοι θύματα των παπικών – ήσαν μάταιοι, απεσύρθη από του να συμμετέχει ενεργώς εις τας εργασίας της συνόδου. Τελικώς την 5 Ιουλίου 1439 υπεγράφη η ένωση και ως αναφέρει ο Συρόπουλος οι περισσότεροι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι υπέγραψαν χωρίς την θέληση των και φοβούμενοι τον αυτοκράτορα. Όταν δε ο πάπας ηρώτησεν εάν υπέγραψε ο Μάρκος και έλαβε απάντηση αρνητική είπε προφορικώς «λοιπόν, εποιήσαμεν ουδέν». Ο υπερόπτης και δεσποτικός πάπας ζήτησε ανερυθριάστως από τον άβουλο βυζαντινό αυτοκράτορα, όπως στείλει τον Μάρκον εις αυτόν δια να τον δικάσει ενώπιον συνοδικού δικαστηρίου, αλλ’ ευτυχώς ο αυτοκράτωρ ηρνήθη. Αργότερα όμως παρεκάλεσε τον Μάρκον, αφού είχε πάρει προφορικές διαβεβαιώσεις δια την ασφάλειάν του από τον πάπα, να εμφανισθεί ενώπιον του ποντίφικα και να εξηγήσει την στάση του. Ο Μάρκος υπακούοντας εις το αυτοκρατορικό πρόσταγμα επήγε εις τον πάπαν. Μάταια όμως προσπάθησε ο αρχιαιρεσιάρχης της δύσεως να τον πείσει να δεχθεί την εκτρωματική ένωση. Όταν δε είδε ότι ο Μάρκος έμεινε αμετακίνητος εις τας απόψεις του, κατέφυγε εις εκβιασμούς και απείλησε ότι θα καταδίκαζε τον άγιό μας ως αιρετικό. Αλλ΄ ο άγιος Μάρκος μη πτοηθείς απήντησε μετά παρρησίας λέγων. «Αι σύνοδοι κατεδίκαζον τους μη πειθωμένους τη Εκκλησία, αλλ’ εις δόξαν τινά εναντίον αυτής ενισταμένους και ταύτη κηρύττοντας και υπέρ αυτής αγωνιζόμενους, διό και αιρετικούς εκάλουν αυτούς…Εγώ δε ου κηρύττω ιδίαν μου δόξαν ουδέ τι εκαινοτόμησα, ουδέ υπέρ αλλοτρίου τινός δόγματος και νόμου ενίσταμαι, αλλ’ εις την ακραιφνή δόξαν, τηρώ εμαυτόν».

Ο ΛΑΟΣ ΕΠΙΔΟΚΙΜΑΖΕΙ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟΝ

Μετά την προδοτική ένωση της Φερράρας – Φλωρεντίας οι Βυζαντινοί εγκατέλειψαν την Ιταλίαν δια την επιστροφήν των εις την πολιορκουμένην Πόλιν. Ο αυτοκράτωρ παρέλαβε τον άγιον Μάρκον εις το αυτοκρατορικόν πλοίον. Ύστερα από ταξίδι τριών και ήμισυ μηνών έφθασαν τελικώς εις την Κωνσταντινούπολιν. Εκεί οι κάτοικοι εδέχθησαν με αισθήματα εχθρικά και απεδοκίμασαν τους υπογράψαντας την ένωση, αλλ’ επεδοκίμασαν και ετίμησαν τον άγιόν μας και ως αναφέρει ο υβριστής του γραικολατίνος επίσκοπος Μεθώνης Ιωσήφ «ο Εφέσου είδε το πλήθος δοξάζων αυτόν ως μη υπογράψαντα και προσεκύνουν αυτώ οι όχλοι καθάπερ Μωϋσεί και Ααρών και ευφήμουν αυτόν και άγιον απεκάλουν»( PG 159, 992). Ο απλός λαός του Θεού προσέβλεπε εις τον άγιον Μάρκον ως τον μόνον ιεράρχη που είχε το θάρρος και την ικανότητα να υπερασπίσει την Ορθόδοξον πίστη του. Εγνώριζεν ήδη ότι αρκετοί που υπέγραψαν την ένωση είχαν δωροδοκηθεί από τον πάπα, ενώ τα χέρια του Μάρκου ήταν καθαρά. Όταν ο αυτοκράτωρ απεφάσισε να πληρώσει τον πατριαρχικό θρόνο, έστειλε αντιπροσώπους του εις τον άγιον Μάρκον παρακαλών αυτόν να δεχθεί το υψηλόν αξίωμα του Πατριάρχου, αλλ’ ο άγιός μας ηρνήθη.

Η ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΗΜΝΟΝ

Την 4ην Μαΐου 1440 ο άγιος Μάρκος ηναγκάσθη να δραπετεύσει από την Βασιλεύουσαν, διότι εκινδύνευε η ζωή του, και να πάει εις την μητροπολιτική του περιφέρεια, την Έφεσον που ήτο κάτω από τους Τούρκους. Εκεί αφού εποίμανεν έπ’ ολίγον το λογικόν του ποίμνιον ηναγκάσθη πάλιν, τώρα υπό των Τούρκων και των ενωτικών, να εγκαταλείψει την Έφεσον και εμπήκεν εις πλοίον που επήγαινεν εις το Άγιον Όρος, όπου απεφάσισε να διέλθει τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του. Όταν όμως το πλοίον έκαμε σταθμό εις την Λήμνο ο άγιος ανεγνωρίσθει και αμέσως συνελήφθη, κατόπιν αυτοκρατορικής εντολής και εφυλακίσθη εκεί επί διετία. Κατά την διάρκεια της φυλακίσεώς του υπέφερε πολύ, αλλά ως έγραψε εις τον ιερομόναχο Θεοφάνη τον εν Ευβοία «ο λόγος του Θεού και η της αληθείας δύναμις ου δέδεται, τρέχει δε μάλλον και ευοδούται, και οι πλείονες των αδελφών τη εμή εξορία θαρρούντες βάλλουσι τοις ελέγχοις τους αλιτηρίους και παραβάτας της ορθής πίστεως…». Από την Λήμνο ο άγιος εξαπέλυσε την περίφημο εγκύκλιο επιστολή του προς τους απανταχού της γης και των νήσων ευρισκομένους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Με αυτήν ελέγχει αυστηρώς τους Ορθοδόξους εκείνους που απεδέχθησαν την ένωσιν και με αδιάσειστα στοιχεία αποδεικνύει ότι οι λατίνοι είναι καινοτόμοι και δι’ αυτό λέγει : «ως αιρετικούς αυτούς απεστράφημεν, και δια τούτο αυτών εχωρίσθημεν». Καλεί δε ο άγιος τους πιστούς να αποφεύγουν τους ενωτικούς, διότι αυτοί είναι «ψευδαπόστολοι και εργάται δόλιοι».

ΣΥΝΕΧΙΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΝΗ ΜΑΓΓΑΝΩΝ

Μετά την αποφυλάκισίν του άγιος Μάρκος πιεζόμενος υπό της ασθενείας του δεν ηδυνήθη να αποσυρθεί εις το Άγιον Όρος, αλλ’ επέστρεψεν εις την εν Κωνσταντινουπόλει μονήν του, όπου εγένετο δεκτός μετά τιμών ως άγιος και ομολογητής υπό του πιστού λαού. Από το μοναστήριον του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων ο νέος ομολογητής διηύθυνε τον αγώνα κατά των ενωτικών, γράφων επιστολάς εις μοναχούς και κληρικούς ενθαρρύνων αυτούς να κρατούν την ορθή πίστη και να μη συνεργάζονται μετά των ενωτικών. Οι διωγμοί, αι εξουδενώσεις και αι πιέσεις επεδείνωσαν την κατάσταση της υγείας του οσίου πατρός, και ούτω την 23ην Ιουνίου τω 1444, αφού είχε καλέσει πλησίον του τα πνευματικά του τέκνα και ανέθεσε εις τον Γεώργιον Σχολάριον την αρχηγίαν του ανθενωτικού αγώνος, απεδήμησεν εις Κύριον. Ήτο δε τότε 52 ετών.

ΤΙΜΑΙ ΑΓΙΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΟΥ

Ο πιστός λαός του Κυρίου απορφανισθείς, εθρήνησε πολύ δια την απώλειαν του πνευματικού του πατέρα. Ο δε Γεώργιος Σχολάριος, εξεφώνησεν επικήδειον λόγον εις τον οποίον ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο όσιος «εν ιερεύσει διέπρεψεν, εν αρχιερεύσιν διέλαμψεν, ήθλησεν υπέρ της Εκκλησίας πάνυ καλώς αδάμαντος στερεώτερος ώφθη προς την μετάθεσιν…νυν γυμνή τη ψυχή της μακαριότητος εμφορείται ήν επέγνω καλώς και λαβείν εντεύθεν εσπούδασε την εν Χριστώ κεκρυμμένην ζήσας ζωήν και σύνεστι τοις ιεροίς διδασκάλοις της πίστεως, πάντων είνεκα δίκαιος ών εκείνοις συντάττεσθαι». Πνευματικός καρπός του αγίου είναι οι δύο άγιοι μαθηταί του Πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος και Διονύσιος. Αμέσως μετά την οσίαν κοίμησίν του ο Μάρκος ετιμήθη ως άγιος και ομολογητής. Αυτό μαρτυρεί με πόνο και ο σύγχρονος και άσπονδος εχθρός του Ιωσήφ, ουνίτης επίσκοπος Μεθώνης, λέγων, «ώσπερ πολλούς μεν και άλλους, και τον καλούμενον Παλαμάν, και τον Εφέσου Μάρκον, ανθρώπους ούτ’ άλλως φρενήρεις, αλλά και δοξοσοφίας εμπεπλησμένους, μηδεμίαν αρετήν ή αγιωσύνην εν εαυτοίς έχοντας, μόνον δια το λέγειν και συγγράφειν κατά Λατίνων, δοξάζετε και υμνείτε, και εικόνας εγκοσμείτε αυτοίς και πανηγυρίζοντες, στέργετε αυτούς ως αγίους και προσκυνείτε» ( PG 159, 1357) Την πρώτη ακολουθία προς τιμήν του αγίου συνέθεσε ο αδελφός αυτού Ιωάννης ο φιλόσοφος. Κατ’ αρχάς η μνήμη του εορτάζετο την 23ην Ιουνίου, αλλά βραδύτερον ωρίσθη η 19η Ιανουαρίου – ημέρα προφανώς της ανακομιδής του λειψάνου του αγίου και ταφής αυτού εις την μονήν του Λαζάρου εις τον Γαλατά. Οι αγώνες του Μάρκου όσον και του μαθητού αυτού Γενναδίου ανεγνωρίσθησαν και εδικαιώθησαν από την μεγάλη σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως που τελείωσε το 1484 και κατέγραψε τα ονόματα αυτώ, ως πατέρων αγίων, εις το Συνοδικό της Ορθοδοξίας. ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΜΕΛΕΤΩΝ «Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ», ΜΕΘΩΝΗ – ΠΙΕΡΙΑΣ Πηγή: https://www.impantokratoros.gr/4BB28735.el.aspx

Μνήμη των οσίων Μαξίμου και Δομετίου των αυταδέλφων (19 Ιανουαρίου). Διήγησις από το Γεροντικό

Άγιος Μακάριος ο Μέγας

Άγιος Μακάριος ο Μέγας

Διηγήθηκε ο Αββάς Βιτίμιος, ότι έλεγε ο Αββας Μακάριος:

«Ενώ έμενα κάποτε στην Σκήτη, κατέβηκαν εκεί δυο νέοι από ξένο τόπο. Και ο μεν ένας είχε γενειάδα, ενώ ο άλλος μόλις όπου του φύτρωνε γενειάδα. Και ήλθαν σ’ εμένα, λέγοντας:

Που είναι το κελλί του Αββά Μακαρίου;
Και εγώ είπα: Τι τον θέλετε;
Και απαντούν: Ακούοντας τα σχετικά μ’ αυτόν και τη Σκήτη, ήλθαμε να τον δούμε.
Τους λέγω: Εγώ είμαι.
Και έβαλαν μετάνοια, λέγοντας: Εδώ θέλουμε να μείνουμε.
Αλλά εγώ, βλέποντας τους μαλθακούς και σαν καλομαθημένους σε πλούτη, τους λέγω: Δεν μπορείτε να μείνετε εδώ.
Και λέγει ο μεγαλύτερος: Αν δεν γίνεται να μείνουμε εδώ, πηγαίνουμε αλλού.
Λέγω εγώ στον λογισμό μου: Γιατί τους αποδιώχνω και σκανδαλίζομαι; Ο κόπος θα τους κάμη να φύγουν μόνοι τους.
Και τους λέγω τότε: Ελάτε, φτιάχτε για τον εαυτό σας κελλί, αν μπορήτε.
Μου λέγουν: Δείξε μας τόπο και το φτιάχνουμε.

Τους έδωσα δε πελέκι και σακκούλι γεμάτο ψωμιά, καθώς και αλάτι. Τους έδειξα και βράχο σκληρό, λέγοντας: Κόψτε εδώ πέτρα και φέρετε ξύλα από το έλος και αφού φτιάξετε στέγη , μείνετε. Και μέσα μου, πίστευα ότι εξ αιτίας του κόπου θα έφευγαν. Με ρώτησαν δε, τι εργασία κάνουν εδώ οι μοναχοί.

Και τους λέγω: Πλεξούδες. Και παίρνω βάγια από το έλος και τους δείχνω την αρχή της πλεξούδας και πως πρέπει να ράβουν.

Και τους είπα: Κάνετε ζεμπίλια, δίνετε τα στους φύλακες και θα σας φέρνουν ψωμιά. Ύστερα λοιπόν εγώ έφυγα. Αυτοί δε, με υπομονή, όλα τα έκαμαν όσα τους είπα. Και δεν ήλθαν σ’ εμένα, επί τρία χρόνια. Και έμεινα πολεμώντας τους λογισμούς και λέγοντας: Ποια να είναι τάχα η εργασία τους και δεν ήλθαν να με ρωτήσουν για λογισμούς; Οι από μακριά έρχονται σ’ εμένα και αυτοί οπού είναι κοντά μου δεν ήλθαν, αλλά ούτε και σε άλλους πήγαν. Μόνο στην εκκλησία πηγαίνουν, σιωπώντας, για να μεταλάβουν. Και προσευχήθηκα στον Θεό, νηστεύοντας μια εβδομάδα, να μου φανερώση τι εργασία έκαναν. Και αφού πέρασε η εβδομάδα, σηκώθηκα και πήγα σ’ αυτούς , για να δω πως ζουν. Χτύπησα την πόρτα, μου άνοιξαν και με ασπάσθηκαν σιωπώντας. Και αφού έκαμα ευχή, κάθισα. Νεύοντας δε ο μεγαλύτερος στον μικρότερο να βγη έξω, κάθισε φτιάχνοντας πλεξούδα και δεν έλεγε τίποτε. Και την ώρα την ενάτη, χτύπησε και ήλθε ο μικρότερος και ετοίμασε λίγο φαγητό και παρέθεσε τράπεζα, αφού του ένευσε ο μεγαλύτερος. Και έβαλε τρία παξιμάδια και έμεινε σιωπώντας, εγώ δε είπα:

Σηκωθήτε , να φάμε.
Και σηκωθήκαμε και φάγαμε. Και έφερε το κανάτι και ήπιαμε.
Μόλις δε έγινε βράδι, μου λέγουν:
Πηγαίνεις;
Εγώ τους αποκρίθηκα:
Όχι, αλλά εδώ θα κοιμηθώ.

Και μου έστρωσαν ένα ψαθί παράμερα και για τον εαυτό τους άλλο, στην άλλη γωνιά, παράμερα. Και ξεζώσθηκαν και έβγαλαν τους ανάλαβους τους. Και έπεσαν μαζί στο ψαθί, απέναντι μου. Μόλις δε πλάγιασαν, προσευχήθηκα στον Θεό να μου φανερώση την εργασία τους. Και άνοιξε η στέγη και έγινε φως σαν να ήταν μέρα. Αυτοί όμως δεν έβλεπαν το φως. Και πιστεύοντας ότι κοιμόμουν, σκουντά ο μεγαλύτερος τον μικρότερο στο πλευρό, σηκώνονται, ζώνονται και απλώνουν τα χέρια στον ουρανό. Εγώ τους έβλεπα , αυτοί όμως δεν με έβλεπαν. Και είδα τους δαίμονες να έρχωνται σαν μυιγες στον μικρότερο. Και άλλοι μεν έρχονταν να καθίσουν στο στόμα του, άλλοι δε στα μάτια του. Και είδα Άγγελο Κυρίου, κρατώντας πύρινη ρομφαία, να τον περιτειχίζη και να διώχνη τους δαίμονες απ’ αυτόν. Στον δε μεγαλύτερο δεν μπορούσαν να πλησιάσουν. Και κατά το πρωί, ξανάπεσαν στο στρωσίδι τους. Και εγώ έκαμα πως ξύπνησα και αυτοί το ίδιο. Μου λέγει τότε ο μεγαλύτερος μονάχα αυτά τα λόγια :

Θέλεις να πούμε τους δώδεκα ψαλμούς; Λέγω:

Ναι.

Και ψάλλει ο μικρότερος πέντε ψαλμούς από έξη στίχους και ένα Αλληλούια. Και σε κάθε στίχο, έβγαινε λαμπάδα φωτιάς από το στόμα του και ανέβαινε στον ουρανό. Το ίδιο και με τον μεγαλύτερο, όταν άνοιγε το στόμα του ψάλλοντας, σαν σχοινί φωτιάς έβγαινε και έφθανε έως τον ουρανό. Και εγώ είπα λίγα, οπού τα θυμόμουν. Και βγαίνοντας, λέγω:

Ευχηθήτε για μένα.

Και αυτοί έβαλαν μετάνοια, σιωπώντας. Έμαθα λοιπόν ότι ο μεγαλύτερος ήταν τέλειος. Ενώ τον μικρότερο τον πολεμούσε ακόμα ο εχθρός. Ύστερα δε από λίγες μέρες, κοιμήθηκε ο μεγαλύτερος αδελφός και την τρίτη μέρα ο μικρότερος».

Και όταν πήγαιναν μερικοί στον Αββά Μακάριο, τους έπαιρνε στο κελλί τους, λέγοντας: «Ελάτε να δείτε τον τόπο μαρτυρίου των μικρών ξένων».

Πηγή: https://iconandlight.wordpress.com/2020/01/19/38517/

Αφιέρωμα στον Αββά Αθανάσιο Σταυροβουνιώτη (+ 18 Ιανουαρίου 2021)

Ὁ Γέρων Ἀθανάσιος Σταυροβουνιώτης (περ. 1976) στὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς Σταυροβουνίου, μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ, εὐχόμενος καὶ ἀναμένων τὴν ἐπάνδρωση τῆς Μονῆς
Ο Γέρων Αθανάσιος Σταυροβουνιώτης (περ. 1976) στην είσοδο της Μονής Σταυροβουνίου, μόνος μόνω τω Θεώ, ευχόμενος και αναμένων την επάνδρωση της Μονής

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 18 Ἰανουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
13: 7-16

Ἀδελφοί, μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν. ᾽Ιησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτός, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε· καλὸν γὰρ χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν, οὐ βρώμασιν, ἐν οἷς οὐκ ὠφελήθησαν οἱ περιπατοῦντες. Ἔχομεν θυσιαστήριον ἐξ οὗ φαγεῖν οὐκ ἔχουσιν ἐξουσίαν οἱ τῇ σκηνῇ λατρεύοντες΄ ὧν γὰρ εἰσφέρεται ζῴων τὸ αἷμα περὶ ἁμαρτίας εἰς τὰ ἅγια διὰ τοῦ ἀρχιερέως, τούτων τὰ σώματα κατακαίεται ἔξω τῆς παρεμβολῆς. Διὸ καὶ ᾽Ιησοῦς, ἵνα ἁγιάσῃ διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος τὸν λαόν, ἔξω τῆς πύλης ἔπαθεν. Τοίνυν ἐξερχώμεθα πρὸς αὐτὸν ἔξω τῆς παρεμβολῆς, τὸν ὀνειδισμὸν αὐτοῦ φέροντες· οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν. Δι᾽ αὐτοῦ οὖν ἀναφέρωμεν θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ᾽ ἔστιν καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. Τῆς δὲ εὐποιΐας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε, τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
17: 12-19

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσερχομένου τοῦ Ἰησοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν. εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη των εν Aγίοις Πατέρων ημών Aθανασίου και Κυρίλλου, Aρχιεπισκόπων Aλεξανδρείας (18 Ιανουαρίου)

Μνήμη των εν Aγίοις Πατέρων ημών Aθανασίου και Κυρίλλου, Aρχιεπισκόπων Aλεξανδρείας

Εις τον Αθανάσιον
Aθανάσιον και θανόντα ζην λέγω.
Oι γαρ δίκαιοι ζώσι και τεθνηκότες.

Εις την φυγήν Κυρίλλου
Φυγής Κυρίλλου σήμερον μνήμην άγει,

Aλλ’ ου τελευτής της αειμνήστου κτίσις1.

Τάρχυσαν (ήτοι ενταφίασαν μετά ταραχής και κλαυθμού)
ογδοάτη νέκυν Aθανασίου δεκάτη.

Άγιοι Αθανάσιος και Κύριλλος, Αρχιεπισκόποι Αλεξανδρείας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β ‘

Aπό τους δύω τούτους Πατέρας ημών, ο μεν Άγιος Aθανάσιος, ήτον κατά τους χρόνους του Μεγάλου Κωνσταντίνου εν έτει τιη΄ [318], και ευρέθη παρών εις την εν Νικαία γενομένην Πρώτην και Οικουμενικήν Σύνοδον εν έτει τκε΄ [325], Διάκονος ων και τον τόπον επέχων του τότε Aλεξανδρείας Αλεξάνδρου. Όπου και κατεντροπίασε τον δυσσεβή Άρειον με λόγους σοφίας και με αποδείξεις των θείων Γραφών. Αφ’ ου δε εκοιμήθη ο μακάριος Aλέξανδρος, έγινε της Aλεξανδρείας Aρχιεπίσκοπος. Και επειδή ο Κωνστάντιος ο υιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου ήτον Aρειανός, διά τούτο εις διαφόρους τόπους εξώρισε τον Mέγαν τούτον Aθανάσιον. Καρτερήσας δε ο μακάριος τους διωγμούς τεσσαράκοντα χρόνους, προς Κύριον εξεδήμησεν2. Ο δε Άγιος Κύριλλος ήτον επί της βασιλείας Θεοδοσίου του μικρού εν έτει υιε΄ [415], ανεψιός ων Θεοφίλου Aρχιεπισκόπου Aλεξανδρείας, και του θρόνου αυτού γενόμενος διάδοχος. Ούτος εστάθη έξαρχος και προστάτης της εν Eφέσω αγίας και Οικουμενικής Τρίτης Συνόδου, της εν έτει υλα΄ [431] συγκροτηθείσης, και τον δυσσεβή καθείλε Nεστόριον, ο οποίος βλάσφημα πολλά κατά της Aγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, ο κακόδοξος εδογμάτισε. Με πολλά δε κατορθώματα και αρετάς ο Άγιος ούτος Κύριλλος διαλάμψας, προς Κύριον εξεδήμησε.

Άγιος Αθανάσιος Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας. Τοιχογραφία στην Ιερά Μονή Παναγίας Ποδίθου, Γαλάτα

Ήτον δε κατά τον χαρακτήρα του σώματος, ο μεν Άγιος Aθανάσιος, μέτριος κατά το μέγεθος και την ηλικίαν, ολίγον πλατύς, σκυπτός, χαρίεις εις το πρόσωπον, εύμορφον χρώμα έχων, φαλακρός εις την κεφαλήν, την μύτην έχων γρυπήν, ήτοι κυρτήν ωσάν του γερακίου. Δεν είχε το πρόσωπον μακρουλόν, είχε πλατέα τα σιαγόνια, το γένειον μέτριον, και το στόμα μικρόν. Δεν ήτον πολλά άσπρος, αλλά ελαμπρύνετο με ένα χρώμα υπόξανθον. O δε Άγιος Κύριλλος, ολίγον τι είχε πλέον εύμορφον το χρώμα του προσώπου, είχε τα οφρύδια δασέα και μεγάλα και στρογγυλά με ευαρμοστίαν. Ήτον μακρομύτης, είχε τα μάγουλα μακρά, και τα χείλη παχέα, ήτον φαλακρός, είχε το μέτωπον μικρόν, και το γένειον δασύ και μακρόν, είχε τα μαλλία συνεστραμμένα και σκαντζουρά, ήτον ολίγον ξανθός, είχε τας τρίχας μεμιγμένας, ήτοι άσπρας με μαύρας. Τελείται δε η Σύναξις αυτών εν τη αγιωτάτη Μεγάλη Eκκλησία. (Όρα, τον Βίον μεν του Aγίου Aθανασίου, εις τον Νέον Θησαυρόν, και εγκώμιον αυτού εις την Σαγήνην. Tον Βίον δε του Aγίου Κυρίλλου εις το Νέον Eκλόγιον3.)

Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Τοιχογραφία τού 16ου αιώνα μ.Χ. Ιερά Μονή Αγίου Νεοφύτου τού Εγκλείστου, Πάφος

Σημειώσεις

1. Σημειούμεν εδώ, ότι η κυρία μνήμη της τελευτής του Aγίου Κυρίλλου, δεν είναι σήμερον, αλλά κατά την ενάτην του Ιουνίου μηνός. Σήμερον δε είναι μόνον η μνήμη της φυγής του Aγίου, ως δηλοί το δίστιχον τούτο, δηλαδή της από Aλεξανδρείας εις Έφεσον ίσως αναβάσεως αυτού. Aξία γαρ εορτής εκρίθη η τοιαύτη του Aγίου φυγή, διατί εστάθη αιτία πολλών αγαθών εις την Eκκλησίαν του Χριστού. Καθότι δι’ αυτής, η μεν αγία και Οικουμενική Τρίτη Σύνοδος συνεκροτήθη, η του Νεστορίου βλάσφημος αίρεσις εξωστρακίσθη, και η Ορθοδοξία της πίστεως εις την οικουμένην εκηρύχθη. Το δε σιγής οπού ευρίσκεται εν τοις τετυπωμένοις Μηναίοις αντί του φυγής, τυπογραφικόν σφάλμα εστίν.

Άγιος Αθανάσιος Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας. Τοιχογραφία του 16ου αιώνα στην Ιερά Μονή Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου (Πάφος)

2. Σημείωσαι, ότι Γρηγόριος ο Θεολόγος εγκώμιον γλαφυρόν πλέκει εις τον Mέγαν τούτον Aθανάσιον, ου η αρχή· «Aθανάσιον επαινών, αρετήν επαινέσομαι». (Σώζεται εν τοις εκδεδομένοις.) Eν δε τη Μεγίστη Λαύρα δύω Βίοι σώζονται του Mεγάλου τούτου Aθανασίου. Ων ο είς μεν, άρχεται ούτως· «Άλλοι μεν άλλα». O δε έτερος, ούτω· «Πολλοί μεν των Aγίων».

3. Περιττώς δε γράφεται εν τω τετυπωμένω Συναξαριστή το Συναξάριον του Oσίου Μαρκιανού. Τούτο γαρ προεγράφη εις την δευτέραν του Νοεμβρίου, καθ’ ην και εορτάζεται.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του οσίου πατρός ημών Χριστοφόρου του “Παπουλάκου” (18 Ιανουαρίου)

O ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ

(Tο άρθρο είναι του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου. Εδημοσιεύθη στο περιοδικό ”Χριστιανική Σπίθα” τον Δεκέμβριο του 1952, φυλ. 137).

Άγιος Χριστοφόρος (Παπουλάκος). Φορητή εικόνα στην Ιερά Μητρόπολη Μόρφου, έργο του Αρχιμανδρίτου Αμβροσίου Γκορελώβ (2025)

Επίσκοποι, ιερείς, μοναχοί, θεολόγοι, κήρυκες του θείου λόγου, πάντες φρουροί της ιεράς ποίμνης του Ιησού. Ινα τί κοιμάσθε; Λύκοι εις τα πρόβατα. Ποιοι είναι οι λύκοι; Αιρετικοί όλων των χρωμάτων και αποχρώσεων, μπήκαν εις τας Μητροπόλεις, τας ενορίας και τα σχολεία. Ποιοι είναι οι λύκοι; Άνδρες άρπαγες και πλεονέκται τον Μαμμωνά λατρεύοντες και τον λαό κατά ποικίλους τρόπους ληστεύοντες. Λύκοι κοινωνικοί. Λύκοι εκκλησιαστικοί. Λύκοι αραβικοί. Λύκων επιδρομή. Οι χιλιασταί, π.χ. οι οποίοι το 1922 εμετρώντο στα δάκτυλα της μιάς χειρός, σήμερον έφτασαν στις 12.000 άτομα, είναι διασκορπισμένοι εις όλην την χώραν και αρπάζουν καθημερινώς τα πρόβατα, τας ψυχάς. Ποιμένες του νέου Ισραήλ. Δεν τρέμετε τας ευθύνας σας; Το ποίμνιόν σας διαλύεται και σεις;… Ακούεται η Σάλπιγξ των εσχάτων ημερών!

Ποιμένες! Εκτινάξατε εκ των βλεφάρων σας τον νυσταγμόν, αφήσατε τας φλογέρας, αρπάσατε τας σφενδόνας, καταδιώξατε τους λύκους, σώσατε το ποίμνιο, το υπολειφθέν ελάχιστον ποίμνιον… Aλλ’ ακούω αντίρρησιν, που προέρχεται από τους λεγομένους «αγραμμάτους».

Πολύ καλά, σου λέγει ο ιερεύς της υπαίθρου, να εξέλθωμε εις πόλεμο κατά της πλάνης και της αμαρτίας. Βλέπω και εγώ το κακό που εξαπλώνεται και έφθασε εως την τελευταία καλύβη. Αλλ’ εγώ δεν είμαι πτυχιούχος ιερατικών και θεολογικών σχολών. Δεν εσπούδασα επιστήμη. Δεν γνωρίζω γράμματα πολλά. Είς αυτόν τον αγώνα υπέρ της Ορθοδοξίας τι μπορώ εγώ να προσφέρω; Τι μπορώ να κάνω;

Αδελφέ! Ερωτάς τι να κάνεις; Φαίνεται ότι δεν διάβασες το Ευαγγέλιο ή, εάν το εδιάβασες, δεν το επίστευσες. Συ ο ένας δύνασαι να σώσεις το χωρίο σου, την επαρχίαν σου, τον νομόν σου, την Ελλάδα όλην. Αρκεί να έχεις πίστη θερμή, ενεργητική, ως κόκκον σινάπεως, και τότε θα είπεις εις το όρος, εις το μεγαλύτερο εμπόδιο που προβάλλει ενώπιόν σου, Όρος, «μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. 17,20). Όχι πτυχία και διπλώματα και μετεκπαιδεύσεις και μισθοί και τυχερά και διπλαί και τριπλαί θέσεις, και τίτλοι κενοί περιεχομένου, αιωρούμενοι ως αερόστατα, αλλά πίστις. Πίστις το παν. Πίστις! Μυστικός μοχλός που μετακινεί όρη. Ω πίστις, μεγάλα τα κατορθώματά σου! Και απόδειξις, μία εκ των μυρίων αποδείξεων της θαυματουργούσης πίστεως, είναι ο Παπουλάκος.

Τί ήτο ο Παπουλάκος; Αρχιεπίσκοπος; Μητροπολίτης; Διευθυντής Αποστολικής Διακονίας; Καθηγητής θεολογικής σχολής; Ιεροκήρυξ; Εφημέριος πλουσίας ενορίας πόλεως; Είχε πτυχία και διπλώματα και σπουδάς του εξωτερικού; Τίποτε από όλα αυτά. Ο Παπουλάκος ήτο ένας απλούς μοναχός, ελαχίστων γραμματικών γνώσεων, αλλ’ ό,τι έπραξεν υπέρ του λαού, υπέρ της ορθοδόξου πίστεως, δεν ηδυνήθησαν να πράξουν όλοι οι επίσκοποι και θεολόγοι της εποχής του. Φαινόμενο, φωτεινόν μετέωρον, αστήρ που εσελάγισεν εις τον ουρανό της Ελλάδος! Νεώτερος απόστολος του Χριστού ανεδείχθη ο Παπουλάκος. «Πίστει» (Εβρ. 11,3 κ.ἑ.) και μόνον πίστει ανεδείχθη.

Εκ του βίου του ήρωος τούτου της Ορθοδοξίας ορισμένα σημεία έκρινα καλόν να σταχυολογήσω και εξάρω εδώ, με την ελπίδα ότι μία υπόμνησις των αγώνων του Παπουλάκου θα ωφελήσει κλήρον και λαόν. Διότι θα είναι μία πρόσκλησις εις αυτοέλεγχον, εις αυτοκριτικήν, που πάντοτε πρέπει να ενεργούμε επί του εαυτού μας, διά να βλέπομε πόσον μακράν είμεθα από το χριστιανικόν ιδεώδες που υποτυπώνει η Ορθοδοξία. Εις τον καθρέπτη της αυστηράς, της αγίας ζωής του Παπουλάκου δια της συγκρίσεως θα ίδωμε και ημείς τα ιδικά μας ράκη και θα κλαύσωμεν και θα πενθήσωμεν δια την αθλιότητα της σημερινής κοινωνικής και εκκλησιαστικής μας καταστάσεως.

H ΠΑΤΡΙΔΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ

Άρμπουνα! Μικρόν και άσημον χωρίον της επαρχίας Καλαβρύτων. Εκεί περί τα τέλη του 17ου ή περί τας αρχάς του 18ου αιώνος εγεννήθη ο αγωνιστής. Βλέπων τις μακρόθεν το μικρόν χωρίον θα ηδύνατο να επαναλάβει «Εκ Ναζαρέτ δύναταί τι αγαθόν είναι;» (πρβλ. Ιωάν. 1,47). Και όμως εκ του μικρού εκείνου χωρίου προήλθεν ο Παπουλάκος. Ω μικρά, άσημα, περιφρονημένα και εγκαταλελειμμένα χωρία της πατρίδος, δια τα οποία δεν γράφουν οι εφημερίδες, δεν ομιλούν οι επίσημοι, οι άρχοντες της Εκκλησίας και της πολιτείας, πόσας μυστικάς δυνάμεις κρύπτετε μέσα εις τα στήθη των κατοίκων σας! Είσθε αι ανεξάντλητοι δεξαμεναί του εθνικού και θρησκευτικού μεγαλείου της φυλής μας. Άρμπουνα!

Ιδιαιτέρα πατρίς του ήρωός μας. Νέος ο Παπουλάκος (κατά κόσμον ονομάζετο Χρήστος Παναγιωτόπουλος), είδε την επανάστασιν του 1821, είδε τους μαχητάς εκείνους, οι οποίοι δια της πίστεώς των «εγενήθησαν ισχυροί εν πολέμω, παρεμβολάς έκλιναν αλλοτρίων» (Εβρ. 11,34), ηλευθέρωσαν την πατρίδα εκ ζυγού δουλείας τεσσάρων αιώνων. Της θαυμαστής εκείνης γενεάς θρέμα και ανάστημα ήτο ο Παπουλάκος.

Μετά την απελευθέρωσιν της Ελλάδος ο Παπουλάκος, βαθύτατα συγκεκινημένος από την αιματηράν περιπέτειαν της φυλής μας και πικραμένος από διάφορα ατομικά και οικογενειακά του επεισόδια, εζήτησε την γαλήνη, την ανάπαυσι του πνεύματός του. Απεχαιρέτισε συγγενείς και φίλους, ασπάσθη τον μοναχικό βίο, μετωνομάσθη Χριστοφόρος, και εκεί εις τας κλιτύας των Αροανίων ορέων εξελαξε τόπον ασκήσεώς του. Γύρω απ’ αυτόν συνεκεντρώθησαν 2-3 μοναχοί νοσταλγούντες όπως αυτός την αιωνιότητα. Με την βοήθεια των αδελφών εκαθάρισε την περιοχή, εδημιούργησε κήπο, εφύτευσε δένδρα. Το όνειρό του ήτο να κτίση εκκλησία και κελλιά, να συγκεντρώσηκαι άλλους αδελφούς, να ιδρύση και να διοργανώση και άλλους αδελφούς, να ιδρύση και να διοργανώση μοναχική αδελφότητα, και εν μέσω αυτής να ζήση και ν’ αποθάνη ψάλλων «Τοις ερημικοίς ζωή μακαρία εστί, θεϊκώ έρωτι πτερουμένοις». Ταύτα εσκέπτετο, ταύτα επόθει η καρδία του Χριστοφόρου. Αλλ’ αι βουλαί του Κυρίου ήσαν άλλαι. Εις μάχας, εις αγώνας υπέρ της πίστεως τον εκάλει μετ’ ολίγον η φωνή του καθήκοντος.

Μία ημέρα τον επισκέφθηκε στο ασκητήριό του ο φλογερός των ημερών εκείνων κήρυξ, ο ιδρυτής της οργανώσεως Αδελφότητος των Φιλορθοδόξων και συντάκτης του μικρού φυλλαδίου «Η φωνή της Ορθοδοξίας», ο εκ Κεφαλληνίας Κοσμάς Φλαμιάτος. Ήτο η εποχή, κατά την οποία η Ορθόδοξος Εκκλησία υπενομεύετο από το Ελληνικό κράτος, δια την ανάστασιν του οποίου αυτή είχε πρωτοστατήσει! Χωρίς ράσο θα υπήρχε κράτος ελληνικό; Και όμως το κράτος αυτό, ελευθερωθέν, υπεδούλωνε την Εκκλησία. Άνθρωποι αλλόγλωσσοι και αλλόδοξοι, ξένοι προς το πνεύμα της Ορθοδοξίας, περιστοιχίσαντες τον πρώτο βασιλέα των Ελλήνων Όθωνα και δρώντες εκ των παρασκηνίων, εκυβέρνουν την Ελλάδα. Οι τότε ελληνικαί κυβερνήσεις ήσαν ανδρείκελα εις τας χείρας των Βαυαρών συμβούλων των ανακτόρων. Δια νόμων και διαταγμάτων εζήτουν ν’ αλλοθώσουν τα ήθη, τα έθιμα και τας παραδόσεις του Ελληνικού λαού. Η ορθόδοξος πίστη εμυκτηρίζετο. Οι υιοί του Λούθηρου και του Καλβίνου είχαν στόχο την Εκκλησίαν μας. Τα μοναστήρια διελύοντο. Οι μοναχοί εξεδιώκοντο. Αι μοναχαί εξηναγκάζοντο εις γάμον. Τα ιερά σκεύη εξετίθεντο εις μειοδοτικήν δημοπρασίαν. Οι ιερές κανδύλες και εικόνες κατεβιβάζοντο και ερρίπτοντο ανευλαβώς. Όσα ουδέ αυτά τα όργανα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ετόλμων να πράξουν, έπραττον οι υπάλληλοι του Ελληνικού κράτους, εκτελούντες διαταγές των ξένων. Βαυαροκρατία! Δια πάντα ταύτα θλίψις απλώνετο εις το πανελλήνιον.

Ζωηρά έκφρασις του πόνου, σπαρκτική φωνή οδύνης του λαού δια τον διωγμό της Ορθοδοξίας, ήτο το προφορικό και γραπτό κήρυγμα του Φλαμιάτου. Βλέπων ο ιερός ανήρ, ότι οι επίσκοποι της εποχής εκείνης, πλήν ελαχίστων, είχον τρομοκρατηθή από τα βίαια μέτρα της κυβερνήσεως και ως δούλοι εξετέλουν ό,τι διέτασσαν οι μυστικοσύμβουλοι του βασιλέως, εστράφη προς τον λαό και υπέδειξε εις αυτόν το καθήκον· Σεις, άνδρες και γυναίκες βεβαπτισμένοι, είσθε οι φρουροί της μυστικής αμπέλου, της Ορθοδόξου Εκκλησίας· σεις αναλαμβάνετε από σήμερα την φύλαξίν της. Ο αγών αρχίζει! Αλλ’ ο αγών αυτός εχρειάζετο στελέχη. Και ο Φλαμιάτος ως κατάλληλον δια τούτον στέλεχος έκρινε και τον μοναχό Χριστοφόρο. Ο Χριστοφόρος έπρεπε ν’ αφήση το ασκητήριο και να κατέλθη εις τον αγώνα. Δι’ αυτό και τον επεσκέφθη. Κατά το διάστημα των ολίγων ημερών, που παρέμεινε εις την σκήτην ο Φλαμιάτος, με τα ζωηρότερα χρώματα περιέγραψε την οικτρά κατάσταση της Εκκλησίας. Βεβαίως πρακτικά της συζητήσεως των δύο ανδρών δεν εκρατήθησαν… αλλά νομίζω ότι ακούω την φωνήν του Φλαμιάτου· «Αδελφέ Χριστοφόρε! Από την Αγίαν Γραφήν εδιδάχθημεν, ότι κεφαλή της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο οποίος ζεί, νικά και βασιλεύει εις τους αιώνας. Αλλά εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος σήμερον κεφαλή δεν είναι ο Χριστός. Κεφαλή της Εκκλησίας αυτής έγινε το κράτος, οι δε επίσκοποι και οι ιερείς έγιναν υπάλληλος και εκτελούν τα θελήματά του κράτους, πού πολλάκις είναι αντίθετα προς εκείνα που διέταξεν ο Κύριος. Νόμον της Εκκλησίας έκαναν την αμαρτίαν, την παράβαση των νόμων του Ευαγγελίου. Οι επίσκοποι, οι οποίοι δεν αντεστάθησαν κατά της κρατικοποιήσεως της Εκκλησίας, είναι νεκροί, απέθανον πνευματικώς. Όσοι όμως είναι πιστοί και πονούν την μητέρα Εκκλησίαν, ας μη σιωπήσουν· ας διαμαρτυρηθούν και ας πέσουν αγωνιζόμενοι υπερ της ελευθερίας της Εκκλησίας εκ των δεσμών του κράτους. Είναι και ο αγών αυτός ιερός, ιερώτατος…».

ΠΕΙΘΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΕΤΑΙ

Η φωνή του Φλαμιάτου συνεκλόνισε τον ασκητήν. Οι λόγοι του άναψαν πυρ εις την καρδίαν του Χριστοφόρου. Ο Χριστοφόρος δεν μπορούσε πλέον να παραμείνει ούτε μιαν ημέραν εις την σκήτην του. Τον εκάλει η φωνή του καθήκοντος. Εγκαταλείπει το ασκητήριον και ρίπτεται εις τον αγώνα.

Αρχίζει να περιοδεύει την ύπαιθρο. Κηρύττει εις τον λαό. Το κήρυγμά του είχε κάτι από το κήρυγμα των αλιέων της Γαλιλαίας. Ήτο παρόμοιο με το κήρυγμα Κοσμά του Αιτωλού. Είχε Πνεύμα άγιον. Ό,τι αισθάνετο η καρδιά του, το εξέφραζε κατά τον απλούστερο τρόπο. Το θέλημά του Θεού εκήρυττε. Πρόσωπον ανθρώπου δεν ελάμβανε υπ’ όψιν. Οι τρανοί της γης δεν μπορούσαν να τον πτοήσουν. Είχε λάβει την μεγάλη απόφαση· να μαρτυρήση υπέρ της αληθείας μιμούμενος τον Θεάνθρωπον, ο οποίος ενώπιον του Πιλάτου διεκήρυξεν· «Εγώ εις τούτο γεγέννημαι και εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον, ίνα μαρτυρήσω τη αληθεία» (Ιωάν. 18, 37).

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Ο λόγος του Παπουλάκου ήτο πυρακτωμένος σίδηρος. Η αδικία τον συνετάρασσε. Ο άγιος ασκητής επείνα και εδίψα την δικαιοσύνη. Όταν κατά την περιοδείαν του έβλεπε τους φιλαργύρους και πλεονέκτας πλουσίους να τυραννούν και να βασανίζουν τον πτωχό λαό έστιν ότι χειρότερον απ’ ό,τι τον ετυράννουν και τον αβασάνιζον οι μπέηδες και οι πασάδες των Τούρκων, η φωνή τουν Παπουλάκου υψώνετο και εστηλίτευε τους αδικούντας. Η ηχώ των λόγων του φθάνει μέχρις ημών. «Είσθε», έλεγε προς αυτούς, «είσθε φονιάδες! Αφού τους αφαιρείτε τα μέσα που ζουν, δεν τους σκοτώνετε; Κάνετε κάτι χειρότερο. Δίνετε μαχαιριές εις το σώμα του Χριστού μας. Σώμα του Χριστού είναι οι πτωχοί. Κάθε αδικία κατ’ αυτών είναι και ένα καρφί εις τα πόδια Του… Σταυρωταί!».

Άλλοτε, όταν έβλεπε τους γραμματισμένους, που έρχοταν από τα πανεπιστήμια της Δύσεως, να περιφρονούν την ορθόδοξο πίστη και με την σφαλερή διδασκαλία των και τον ανήθικον βίον να γίνωνται σκάνδαλο, κάκκιστον παράδειγμα εις τον λαό, ο ασκητής ήλεγχε δριμύτατα και συχνά έλεγε· «Τα άθεα γράμματα θα καταστρέψουν τον τόπον μας».

Πραγματικά φωνή προφητική. Τα άθεα γράμματα ο μεγαλύτερος κίνδυνος του έθνους! Προτιμώ βοσκόν αγράμματον παρά άθεον επιστήμονα. Ο πρώτος φονεύει σώματα· ο δεύτερος ψυχραίνει την πίστη, φονεύει ψυχάς, αποχωρίζει αυτάς από τον Θεό, δημιουργεί άπιστον νεότητα, της οποίας υπάρχει άλλο μεγαλύτερον κακόν; Ο ασκητής ακόμα δεν υπέφερε να βλέπει τους χριστιανούς να τρέχουν εις τα δικαστήρια και για τα πλέον μηδαμινά και ασήματα πράγματα να ορκίζωνται. Εθεώρει τον όρκον, όπως και είναι, αντίθετον προς τον λόγον του Χριστού (Ματθ. 5, 34).

«Τέσσεροι βαγγελιστάδες», έλεγε εις ένα λόγον του που εξεφώνησε το 1851, «έγραψαν τον Νόμον του Θεού και είπαν· Ου μη ομώσει το όνομα Κυρίου, ούτε εις τον ουρανόν, ούτε επί της γης, ούτε στ’ αστέρια, ούτε στο κεφάλι σου, γιατί το Θεό δεν τον είδες… ούτε στο κεφάλι σου, γιατί ούτε μια τρίχα ούτε μαύρη ούτε άσπρη μπορείς να κάμης και δεν ορίζεις. Και τούτον τον Νόμον τον ακούμε, όταν λέμε στην εκκλησία το Βαγγέλιο εκ του κατά Λουκά, εκ του Μάρκου. Αμ τον όρκον που σας λένε οι κριτές να κάνετε, εκ του κατά ποίου Νόμου είναι;…». Ο κήρυκας του Θεού ήτο ακόμη κατά της πολυτελείας, κατά της κλοπής, κατά της μαγείας. Όσο, έλεγε, πηγαίνετε εις τους μάγους, έχετε «λειψή την πίστη». Υπέρ πάντα δε τα θέματα τον συνεκίνει βαθύτατα η Ορθοδοξία. Δι’ αυτήν έζη και ανέπνεεν ο Παπουλάκος. Οι αιρετικοί, οι οποίοι με την απελευθέρωση ήλθαν και εγκαταστάθηκαν εις την Ελλάδα και κατέλαβαν υψίστας θέσεις, ήσαν επικίνδυνοι δια τον ορθόδοξο λαό. Ολίγοι ήσαν, αλλά μπορούσαν να κάνουν μεγάλο κακό. Και έλεγε χαρακτηριστικώς· «Ένα ψωριασμένο γίδι φθάνει να κολλήσει όλο το κοπάδι». Το κήρυγμα του ασκητού ιεροκήρυκος έφερε θαυμάσια αποτελέσματα. Το πέρασμά του ήτο ευλογία Θεού. Τα κλοπιμαία επεστρέφοντο. Οι όρκοι έπαυον. Οι μαγείαι καταργούντο. Οικογένειαι θανασίμως μισούμεναι συνεφιλιώνοντο ενώπιον πάντων. Ανδρόγυνα χωρισμένα ηνώνοντο υπό τας ευλογίας της Εκκλησίας. Πλούσιοι άνοιγον τας αποθήκας των και έδιδον εις τον πεινασμένον λαόν. Η αγάπη του Χριστού εκυριάρχει. Πνοή του Παναγίου Πνεύματος ανεζωογόνει τας ψυχάς των κατοίκων της Πελοποννήσου.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ, ΦΥΛΑΚΙΣΕΙΣ, ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

Αλλά το κήρυγμα, που με ορμή εκρήμνιζε τα αραχνιασμένα κάστρα του σατανά και ύψωνε παντού την σημαία του παμβασιλέως Χριστού, το κήρυγμα αυτό δεν άρεσε εις τους άρχοντας της Εκκλησίας και της πολιτείας. Και δια εγκυκλίου της Ιεράς Συνόδου του απηγορεύθη να κηρύττει. Ο ασκητής επιστρέφει εις το ασκητήριό του. Αλλ’ η φωνή του καθήκοντος δεν τον αφήνει ήσυχο. Μία νύκτα εγκαταλείπει και πάλι το ερημητήριο και με νέα φλόγα, με στερεά και ακλόνητο απόφαση να θυσιασθεί υπέρ των αδελφών προς δόξαν του Εσταυρωμένου, ήρχισε την τελευταία του, «παράνομον» μεν από πλευράς καίσαρος, έννομον όμως και ευλογημένην παρά Θεού περιοδεία του. Μόλις ακούετο ότι έρχεται, ο λαός των χωριών πήγαινε για να τον προϋπαντήσει. Ταπεινός, μειλίχιος, αλλ’ άκαμπτος και ασυμβίβαστος προς την πλάνη και την αμαρτία ανέβαινε εις τα πρόχειρα βήματα και εδίδασκε τον λαό. Ο λόγος του ήτο νόμος δια τα πλήθη. Απολάμβανε άκρας εμπιστοσύνης. Είχε γίνει ο ήρωας του λαού, θρησκευτικός και κοινωνικός ηγέτης, ικανός να πλάσει κόσμους κατά τον τύπο του Ευαγγελίου του Χριστού. Περιοδεύων έφθασε μέχρι Καλαμών. Χιλιάδες λαού τον ακολουθούσε. Εσχηματίσθη ιερά λιτανεία. Προηγείτο κάποιος πιστός κρατών τον σταυρό και ακολουθούσε κλήρος και λαός ψάλλοντες «Τη υπερμάχω Στρατηγώ…».

Η τελευταία όμως αυτή κίνηση η οποία απέβλεπε εις την δια της Ορθοδοξίας ηθική και θρησκευτική αναγέννηση της Ελλάδος, έφερε ταραχή μεγάλη εις τους επί κεφαλής της επισήμου Εκκλησίας και το κράτος. Η Ιερά Σύνοδος και τα ανάκτορα εταράχθηκαν. Ο Παπουλάκος κατηγορήθη ότι συνωμοτεί κατά του καθεστώτος, όπως ο Χριστός κατηγορήθη ότι συνωμοτεί κατά του Καίσαρος. Ο άοπλος αρχηγός κινήματος! Ώ κόσμε… Προς καταστολήν του κινήματος (!) απεστάλη στρατός και στόλος. Εκστρατεία ολόκληρος διωργανώθη δια την σύλληψιν του επαναστάτου. Ο Παπουλάκος βρήκε καταφύγιο εις τα σπήλαια της Μάνης. Εκεί ήτο αδύνατο να συλληφθεί. Όλη η Μάνη τον εφρούρει. Αλλ’ ο ιεραπόστολος της Ορθοδοξίας επροδόθη. Τα τριάκοντα αργύρια ετέθησαν σε ενέργεια. Ιούδας ο ιερεύς παπα – Βασίλαρος, εις τον οποίον το κράτος έδωσε 6.000 χρυσές δραχμές ως ανταμοιβή της προδοσίας. Έτσι ο Παπουλάκος συνελήφθη και την 27ην Ιουλίου 1852 ερρίφθη εις τας φυλακάς του Ρίου των Πατρών. Μετά ένα έτος περίπου μεταφέρθηκε σιδηροδέσμιος εις τας Αθήνας για να δικασθεί. Όλος ο λαός, ο πιστός λαός, εις το πέρασμά του υπεκλίνετο και προσηύχετο. Εις το δικαστήριο ο πρόεδρος τον ρώτησε: «Ποιόν διορίζεις συνήγορόν σου;». «Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ο συνήγορός μου», απαντά ο πιστός του δούλος Χριστοφόρος. Το ακροατήριο εσείσθη από συγκίνηση. Η δίκη ήτο αδύνατο να συνεχισθεί. Εθεωρήθη σκόπιμο να αναβληθεί.

ΕΞΟΡΙΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Εν τω μεταξύ όμως η Ιερά Σύνοδος, σύνοδος γραμματέων και φαρισαίων, ευτελέστατον όργανο του κράτους, συνεδρίασε και εξώρισε τον Παπουλάκο εις την νήσον Άνδρο, εις την Μονήν Παναχράντου. Εκεί επεριωρίσθη εντός κελίου, φρουρός δε χωροφύλαξ εφύλαττεν αυτόν ημέραν και νύκτα. Αλλ’ οι χριστιανοί δεν τον ελησμόνησαν. Από τα νησιά, από τα παράλια της Ευβοίας, από τα βουνά της Μάνης, από πόλεις και χωρία ήρχοντο δια να επισκεφθούν και ν’ ακούσουν τον γνήσιον κήρυκα του Ευαγγελίου. Και επειδή δεν επιτρέπετο να επικοινωνεί με κανέναν, ο Παπουλάκος μέσα από τα κάγκελα της φυλακής του, του κελίου του, όπως δεικνύει η δημοσιευομένη εικόνα, εδίδασκε τον λαό. Αλλά και αυτό απηγορεύθη. Ο Παπουλάκος, ο ευεργετικώτατος αυτός Έλλην, καταδικάσθη εις τελείαν απομόνωσιν. Κατα το διάστημα της εις Άνδρον εξορίας του συνέβη και το εξής γεγονός. Το 1854 επισκέφθη την Ιερά Μονή ο νεοχειροτόνητος επίσκοπος Άνδρου Μητροφάνης Οικονομίδης, τον οποίον ως λαϊκόν ακόμα εγνώριζε καλώς ο Παπουλάκος. Δι’ αυτό τον εκύτταξε με πόνον βαθύν και με την απεριόριστον εκείνην ειλικρίνεια που εχαρακτήριζεν όλην του την ζωήν του είπε· ΚΑΙ ΣΥ ΜΗΤΡΟ ΕΓΙΝΕΣ ΔΕΣΠΟΤΗΣ; ΘΑ ΠΡΟΚΟΨΗ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ… Ο Δεσπότης έγινε έξαλλος από την οργήν, εσήκωσε την δεσποτικήν του ράβδον και κατέφερε αλλεπάλληλα γενναία κτυπήματα κατά του σεβάσμιου γέροντος. Έτσι άπέδειξε ότι είναι δεσπότης!

Επτά χρόνια έμεινε εξόριστος φυλακισμένος εις την Ιερά Μονή. Τα τελευταία Χριστούγεννα που εόρτασε εδώ στη γη ο άγιος ασκητής ήσαν τα Χριστούγεννα του 1860. Χριστούγεννα. Να είσαι φυλακισμένος δια τον Χριστόν είναι γλυκύς παράδεισος. Χριστούγεννα. Να είσαι εις μέγαρον πολυτελέστατον με υπηρέτας και υπηρέτριας, αλλά να εορτάζεις χωρίς Χριστόν, τούτο είναι πικρία και θάνατος. Μετά από ολίγας ημέρας εβάρυνε πλέον. Έπεσε κλινήρης. Ήτο όλος προσευχή, κατάνυξις, δάκρυα. Τις παραμονές του θανάτου του ο χωροφύλαξ που τον εφύλαττε ήλθε, εγονάτισε ενώπιον του και είπε· Πάτερ! Η ζωή σου με συνεκίνησε. Δεν θέλω να επιστρέψω πλέον στον κόσμο. Θέλω να γίνω μοναχός και να λάβω το όνομά σου. Εις τις 18 Ιανουαρίου του 1861, εορτή του μεγάλου προμάχου της Ορθοδοξίας Αγίου Αθανασίου ο νεώτερος πρόμαχος της Ορθοδοξίας εν Ελλάδι Χριστόφορος Παπουλάκος παρέδωκε το πνεύμα εις Κύριον.

ΤΥΠΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΙΕΡΟΚΗΡΥΚΟΣ

Αγαπητοί αναγνώσται! Αιών και πλέον έχει παρέλθει αφ’ ότου (1852) ο Παπουλάκος συνελήφθει και ερρίφθει ως κοινός κακούργος εις τας φυλακάς του Ρίου, δια να μη αποκτήσει πλέον ελευθερίαν κινήσεως. Ο αετός εκλείσθει εις τον κλωβόν… Αλλ’ ο τόσος χρόνος δεν εστάθει ικανός να εξαλείψει την μνήμην του ονόματός του. Ονόματα υπουργών, αρχιεπισκόπων και επισκόπων της εποχής του Παπουλάκου, τα οποία τότε έκαναν κρότον μέγαν, έχουν λησμονηθεί τελείως. Τις ενθυμείται λ.χ. ποίος ήτο επίσκοπος Καλαμών προ 100 ετών; Ουδείς. Αλλ’ ουδείς εις την Πελοπόννησον υπάρχει που να μη έχει ακούσει από στόματα γεροντοτέρων το όνομα του μάρτυρος τούτου μοναχού· «Αυτό το έλεγεν ο Παπουλάκος…». Σωρεία ανεκδότων γύρω από την ζωήν και την δράσιν του φλογερού κήρυκος υπάρχει παρά το λαό. Αληθώς, «εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος» (Ψαλμ. 111,6). Ο Παπουλάκος, και μόνος, ήτο η ελευθέρα και ζώσα Εκκλησία, εάν δε αφήνετο ελεύθερος να δράσει, θα επεξέτεινε το βασίλειον της ελευθέρας και ζώσης Εκκλησίας, θα συνεκέντρωνε πλήθη λαού και θα εγίνετο ο αναμορφωτής της ελληνικής κοινωνίας επί τη βάσει των διδαγμάτων της Ορθοδοξίας.

Επί τη προσεγγίσει εις το εν και ήμισυ περίπου αιώνος από της ημέρας της συλλήψεώς του, από τα βάθη του μοναστηρίου της Άνδρου νοερώς προβάλει και πάλιν η ηρωική του φυσιογνωμία. Παπουλάκος!

Τύπος Αποστολικού Ιεροκήρυκος. Παπουλάκος! θρύλος. Παπουλάκος! σύνθημα αγώνων. Παπουλάκος! Άγιος!

Ας τιμηθεί, λοιπόν, το όνομά του πρεπόντως. Και εάν η επίσημος Εκκλησία θελήσει να επιμείνει εις την άδικον κατ’ αυτού απόφασιν της Ι. Συνόδου του 1852, η ορθόδοξος ελληνική κοινωνία ας κινηθεί διά να αποδώσει την τιμήν. Εις τα Άρμπουνα των Καλαβρύτων ας στηθεί μνημείον. Εις τας Ι. Μονάς ας αναρτηθεί η εικών του. Εις την πόλιν των Καλαμών ας καταρτισθεί επιτροπή προς κατασκευήν προτομής του Παπουλάκου, η οποία να υπενθυμίζει τον ηρωικόν αγωνιστήν της Ορθοδοξίας, όστις ευκαίρως ακαίρως εκήρυξεν, επετίμησεν, ήλεγξεν, εστηλίτευσε το κοινωνικόν κακόν και εζήτησεν επιμόνως την ελευθερίαν της Εκκλησίας εκ των δεσμών του κράτους. Αλλά δυστυχώς και μετά τόσα έτη ελευθέρου βίου κεφαλή της Εκκλησίας της Ελλάδος εξακολουθεί να είναι ο Καίσαρ, το μασονικόν κράτος, το οποίον εκδίδει νόμους καταργούντας τους νόμους της Κ. Διαθήκης, και οι επίσκοποι παρίστανται ως απλοί υπηρέται και ευτελείς διεκπεραιωταί των θελήσεων του κράτους.

Η προτομή του Παπουλάκου θα φωνάζει: Ορθόδοξοι χριστιανοί! Δεν λυπείσθε να βλέπετε επί ένα αιώνα και πλέον την μητέρα σας, την Εκκλησίαν, αισχράν του κράτους υπηρέτριαν εις τα άνομα και αντικανονικά θελήματά του; Εμπρός. Αγωνισθείτε, μικροί και μεγάλοι. Ελευθερώσατε την Μητέρα, δια να είσθε άξιοι υιοί αυτής. «Στήκετε, και κρατείτε τας παραδόσεις» της Ορθοδοξίας (Β Θεσ. 2,15).

Πηγή: https://proskynitis.blogspot.com/2024/08/blog-post_231.html?m=1

Σημείωση: Στις 30 Αυγούστου 2024, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποφάσισε την Αγιοκατάταξη του ιερομονάχου Χριστοφόρου Παναγιωτόπουλου γνωστού ως Παπουλάκου, με τη μνήμη του να εορτάζεται στις 18 Ιανουαρίου του κάθε έτους.