Αρχική Blog Σελίδα 2

Μόρφου Νεόφυτος: Ὁ ἅγιος Δημήτριος (Γκαγκαστάθης) καταξίωσε τὸ Μέγα Μυστήριον τοῦ γάμου (29.01.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου (Γκαγκαστάθη), ποὺ τελέσθηκε στὴν ἱερὰ μονὴ Ἁγίου Νικολάου παρὰ τὴν Ὀροῦντα, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (29.01.2026).

Ψάλλουν ὁ Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος καὶ ὁ ἀρχιδιακ. Ἐλπίδιος Χατζημιχαήλ (ἠχητικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴ Θ. Λειτουργία).

Η Yπαπαντή του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, ότε εδέξατο αυτόν εις τας αγκάλας αυτού ο δίκαιος Συμεών (2 Φεβρουαρίου)

Η Υπαπαντή του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Η Yπαπαντή του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, ότε εδέξατο αυτόν εις τας αγκάλας αυτού ο δίκαιος Συμεών1

Kόλπους Πατρός τυπούσι του σου Xριστέ μου,
Tου Συμεών αι χείρες, αι φέρουσί σε.
Δέξατο δευτερίη Xριστόν Συμεών παρά νηώ.

Η Υπαπαντή του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Aφ’ ου επέρασαν σαράντα ημέραι από την σωτήριον ενανθρώπησιν του Kυρίου, και την εκ της Aγίας Παρθένου χωρίς ανδρός αυτού γέννησιν, επροσφέρθη ο Kύριος εις το ιερόν κατά την σημερινήν ημέραν, από την Παναγίαν Mητέρα του και τον δίκαιον Iωσήφ τον μνήστορα της Θεοτόκου, κατά την διάταξιν του σκιώδους και παλαιού Nόμου. Tότε δε και ο γέρωντας Συμεών, εις τον οποίον ήτον κεχρηματισμένον να μην ιδή θάνατον προ του να ιδή τον Xριστόν Kυρίου: τότε, λέγω, ούτος εδέχθη τον Kύριον εις τας αγκάλας του και ευχαριστήσας τον Θεόν, εβόησε· «Nυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα2 κατά το ρήμα σου3 εν ειρήνη»4. Kαι λοιπόν μετά χαράς ελύθη από την παρούσαν ζωήν, και αντί των προσκαίρων τούτων και επιγείων, έλαβε τα ουράνια και αιώνια. H δε της εορτής ταύτης Σύναξις τελείται εις τον σεβάσμιον οίκον της αχράντου δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Aειπαρθένου Mαρίας, τον ευρισκόμενον εις τας Bλαχέρνας. (Λόγον της Yπαπαντής όρα εις τον Θησαυρόν του Δαμασκηνού, και εις Mακάριον τον Kωφόν.)

Η Υπαπαντή του Κυρίου. Από επιστήλιο του 13ου αιώνα, Εικονοφυλάκιο Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή, Καλοπαναγιώτης

Σημειώσεις

1. Σημείωσαι, ότι η εορτή αύτη της Yπαπαντής, κατά μεν τον Kεδρηνόν, ετυπώθη να εορτάζεται εις τον καιρόν Iουστίνου του Θρακός, του εν έτει 518 βασιλεύσαντος, ήτις έως τότε δεν εωρτάζετο. Kατά δε τον Θεοφάνη εν τω Xρονικώ, άρχισεν αύτη να εορτάζεται κατά το δέκατον πέμπτον έτος της βασιλείας του μεγάλου Iουστινιανού, του ανεψιού του ρηθέντος Iουστίνου, του βασιλεύσαντος εν έτει 527, ήτοι η Yπαπαντή άρχισε να εορτάζεται εν έτει 545, κατά την β΄ του Φευρουαρίου, ήτις πρότερον εωρτάζετο κατά την ιδ΄ του Φευρουαρίου, ως λέγει Γεώργιος ο Aμαρτωλός. Ίσως δε, ο μεν Iουστίνος εδιώρισε να εορτάζεται αύτη τη δεκάτη τετάρτη του Φευρουαρίου. O δε Iουστινιανός ακριβέστερον εδιώρισε να εορτάζεται αύτη τη β΄ του Φευρουαρίου. (Όρα σελ. 66 και 88 του β΄ τόμου του Mελετίου.)

Η Υπαπαντή του Κυρίου. Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσοκουρδαλιωτίσσης, Κούρδαλι

2. Ήτοι, νυν απολύεις με του βίου πάντως, ως ο Ζυγαδηνός Eυθύμιος ερμηνεύει, εν τη ερμηνεία του κατά Λουκάν Eυαγγελίου τη νεοτυπώτω.

3. Ήτοι, καθώς είρηκάς μοι, πάλαι διαπορούντι περί του μυστηρίου της σης ενανθρωπήσεως, κατά τον αυτόν Eυθύμιον (αυτόθι). 

Ο Θεοδόχος Συμεών και ο Κύριος (1192 μ.Χ.). Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα, Λαγουδερά

4. Ήτοι, εν ειρήνη λογισμών. Nυν γαρ οι ταράττοντές με λογισμοί περί της θείας ενανθρωπήσεως, ειρήνευσαν. Ή εν ειρήνη αφοβίας, μηκέτι φοβούμενον τον θάνατον, διά το βαθύ μου γήρας. Ή εν ειρήνη χαράς, μηκέτι λυπούμενον υπέρ της ελευθερίας του Iσραήλ. Eίδον γαρ ήδη τον ελευθερωτήν. Ως ο αυτός Eυθύμιος ερμηνεύει αυτόθι. Σημείωσαι, ότι εις την Yπαπαντήν λόγους συνέγραψαν, ο Xρυσόστομος δύω, ων του ενός μεν η αρχή εστιν αύτη· «Oυ μόνον φορεί σάρκα», του δε ετέρου, αύτη· «Φαιδρόν ημίν σήμερον το θέατρον». Γρηγόριος ο Θαυματουργός ο και Nεοκαισαρείας, ου η αρχή· «Oι των Aγίων και θεοπνεύστων Γραφών». Aμφιλόχιος ο Iκονίου, ου η αρχή· «Πολλοί των μεγάλων». Kύριλλος ο Iεροσολύμων, ου η αρχή· «Xαίρε σφόδρα θύγατερ Σιών». Mεθόδιος ο Πατάρων, ου η αρχή· «Πάλαι ικανώς». Γεώργιος ο Nικομηδείας, ου η αρχή· «Tα της παρούσης ιεράς πανηγύρεως». (Σώζονται εν τη Λαύρα, και εν τη του Διονυσίου.) O Nύσσης Γρηγόριος, ου η αρχή· «Eίχε μεν η των Γενεθλίων». Kαι Λέων ο Σοφός, ου η αρχή· «Xριστού εορτήν τιμώμεν». (Σώζονται εν τη Mονή του Παντοκράτορος.) Eν δε τω δευτέρω πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου σώζονται μεν εκ των ανωτέρω λόγοι τινές, σώζεται δε και λόγος του σοφωτάτου Iωάννου του Ζωναρά εις την αυτήν εορτήν, ου η αρχή· «Πάλιν τοις ευσεβέσι πανήγυρις, και πάλιν μυστήριον έτερον». Aλλά και Γρηγόριος ο Παλαμάς λόγον έχει εις την αυτήν εορτήν, σωζόμενον εν τω Πρωτάτω, ου η αρχή· «Tην μεν προγονικήν εκείνην αράν τε και καταδίκην».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Τριώδιο

Τριώδιο ονομάζεται το Λειτουργικό Βιβλίο της Εκκλησίας μας το οποίο περιλαμβάνει τους Ύμνους των Κυριακών, από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου μέχρι και το Μεγάλο Σάββατο πριν την Τελετή της Αναστάσεως. Ονομάζεται έτσι διότι οι περισσότεροι Κανόνες του Όρθρου (πρωινή Ακολουθία) περιέχουν τρείς Ωδές ενώ συνήθως περιέχουν εννέα Ωδές – την 8η και την 9η πάντοτε, ύστερα δε διαδοχικά μία από τις πέντε πρώτες.

Το Τριώδιο τοποθετείται στα Αναλόγια των Ναών μας στον Εσπερινό του Σαββάτου της Κυριακής του Τελώνου και του Φαρισαίου αφού πρώτα ο Πρωτοψάλτης το παραλάβει από την Εικόνα του Χριστού και το ασπασθεί. Έτσι ανοίγει το Τριώδιο, περίοδος η οποία διαιρείται σε τρείς μικρότερες, δηλ. Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι Κυριακή της Τυροφάγου, Καθαρά Δευτέρα μέχρι το Σάββατο Του Λαζάρου και Κυριακή των Βαΐων το βράδυ μέχρι το Μεγάλο Σάββατο πριν την Ανάσταση.

Για την διαμόρφωση του Τριωδίου, όπως το έχει στη χρήση της σήμερα η εκκλησία μας, έπαιξαν ρόλο όλες οι χριστιανικές γενεές από τον 5ο μέχρι τον 15ο αι. μ.Χ. (Το πρώτο έντυπο του Τριωδίου εξεδόθη το 1522 στην Βενετία). Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από τις ασματικές ακολουθίες των εορτών του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (Β’ Κυριακή των Νηστειών), του Οσίου Ιωάννου της Κλίμακος (Δ’ Κυριακή των Νηστειών), κ.α. Αποδεικνύεται επίσης από την εισαγωγή του επιτάφιου θρήνου, εγκωμίων, δηλαδή που ψάλλονται στον Επιτάφιο, και από την εισαγωγή των συναξαρίων του Νικηφόρου Καλλίστου του Ξανθόπουλου. Στην διαμόρφωση των ασματικού κύκλου του τριωδίου συνέβαλαν επίσης και διάσημοι υμνογράφοι και μελωδοί της εκκλησίας μας, όπως ο άγιος Ρωμανός ο Μελωδός και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.

Το Τριώδιο περισσότερο από όλα τα εκκλησιαστικά βιβλία που περιέχουν ιερές ακολουθίες οδηγεί τις ψυχές των πιστών τέκνων της ορθοδόξου Εκκλησίας στην περισυλλογή και στην κατάνυξη. Για τον λόγο αυτό ονομάζεται και κατανυκτικό τριώδιο. Με τον κύκλο των εορτών του τριωδίου ανανεώνονται τα βιώματα της νηστείας, της εγκράτειας, της μετάνοιας, και της χαρμολύπης.

Οι Κυριακές του Τριωδίου είναι οι εξής:

1. Τελώνου και Φαρισαίου
2. Ασώτου
3. Απόκρεω
4. Τυροφάγου

Πηγή: http://www.saint.gr

Γρηγόριος ο Παλαμάς: Ομιλία Β΄ (Εις την κατά τον Τελώνην και τον Φαρισαίον του Κυρίου παραβολήν)

Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς
Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς

Εφευρετικός είναι για το κακό ο νοερός προστάτης της κακίας· ικανός ν’ αφαιρέσει ευθύς από την αρχή τα θεμέλια της αρετής που ήδη κατατίθενται στην ψυχή, δια της ανελπιστίας και της απιστίας, αλλ’ επίσης ικανός πάλι να επιτεθεί δια της αδιαφορίας και της ραθυμίας εναντίον των τοίχων της οικίας της αρετής, την ώρα που ανεγείρονται, ακόμη δε και να κρημνίσει δια της υπερηφάνειας και της παραφροσύνης τον όροφο των αγαθών έργων οικοδομημένο ήδη.

Αλλά κρατηθείτε, μη πτοηθείτε· διότι ο επιμελής είναι ευμηχανώτερος στα αγαθά και η αρετή έχει περισσότερη ισχύ γι’ αντιπαράταξη προς την κακία, αφού διαθέτει την άνωθεν χορηγία και συμμαχία από τον ίδιο τον δυνάμενο τα πάντα και ενδυναμώνοντα από αγαθότητα όλους τους εραστές της αρετής.

Έτσι η αρετή όχι μόνο παραμένει αδιάσειστος από ποικίλα πονηρά μηχανήματα που παρασκευάζει ο Αντικείμενος, αλλά μπορεί και να σηκώσει και επαναφέρει όσους έπεσαν στον βυθό των κακών και να τους προσαγάγει εύκολα στον Θεό με την μετάνοια και την ταπείνωση.

2. Δείγμα δε και διαρκής απόδειξης είναι τούτο. Πραγματικά ο Τελώνης, ενώ είναι τελώνης και, μπορούμε να πούμε, ενώ ζει στον πυθμένα της αμαρτίας, ελαφρώνεται απλώς, αφού κοινώνησε προς τους εναρέτως ζώντας με μόνο τον λόγο, κι αυτόν σύντομο, ανυψώνεται και υπερβαίνει κάθε κακία και, δικαιωμένος από τον αδέκαστο κριτή τον ίδιο, συγκαταλέγεται στο χορό των δικαίων.

Εάν δε και ο Φαρισαίος για λόγο καταδικάζεται, παθαίνει τούτο διότι είναι φαρισαίος και νομίζει ότι είναι κάποιος αφ’ εαυτού, και όχι διότι είναι πραγματικά δίκαιος· καταδικάζεται διότι εκφέρει αυθάδη λόγια, ανάμεσα στα οποία εκείνα που παροργίζουν τον Θεό δεν είναι λιγότερα από αυτά τα λόγια.

3. Γιατί δε η μεν ταπείνωσης ανεβάζει στο ύψος της δικαιοσύνης, η δε υπεροψία κατεβάζει προς τον βυθό της αμαρτίας; Διότι αυτός που νομίζει ότι είναι κάποιος σπουδαίος, και μάλιστα ενώπιον του Θεού, δικαίως εγκαταλείπεται από τον Θεό, αφού έχει την γνώμη ότι δεν χρειάζεται την βοήθειά του· αυτός δε που θεωρεί τον εαυτό του μηδαμινό και γι’ αυτό αποβλέπει στην άνωθεν ευσπλαχνία, δικαίως επιτυγχάνει την από τον Θεό συμπάθεια και βοήθεια και χάρη· διότι λέγει, “ο Κύριος αντιτάσσεται στους υπερηφάνους, ενώ στους ταπεινούς δίδει χάρη”.

4. Αποδεικνύοντας τούτο ο Κύριος με παραβολή λέγει· “δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ιερό· ο ένας φαρισαίος και ο άλλος τελώνης”.

Θέλοντας να παραστήσει εναργώς το από την ταπείνωση κέρδος και την από την υπερηφάνεια ζημία, διαίρεσε σε δύο όλους τους προσερχομένους στο ναό, μάλλον δε τους ανερχομένους σ’ αυτόν, που είναι οι προσερχόμενοι για προσευχή στον ναό του Θεού· διότι τέτοια είναι η φύσης της προσευχής· ανεβάζει τον άνθρωπο από την γη στον ουρανό και υπερβαίνοντας κάθε επουράνιο, όνομα και ύψωμα και αξίωμα, τον παρουσιάζει στον ίδιο το Θεό του παντός.

Άλλωστε και ο παλαιός εκείνος ναός ευρισκόταν σε ύψωμα, σε λόφο της πόλεως. Επάνω σ’ αυτόν τον λόφο, όταν κάποτε το θανατικό αφάνιζε την Ιερουσαλήμ, ο Δαβίδ είδε τον θανατηφόρο άγγελο να κινεί την ρομφαία κατά της πόλεως, ανέβηκε εκεί και οικοδόμησε θυσιαστήριο στον Κύριο· προσέφερε  στον Θεό θυσία και σταμάτησε η φθορά.

Αυτά αποτελούσαν τύπο της σωτηριώδους και πνευματικής αναβάσεως κατά την ιερά προσευχή και του δι’ αυτής ιλασμού (διότι όλα εκείνα ήσαν προτυπωτικά για την σωτηρία μας), εάν δε θέλεις, και τύπο της ιεράς αυτής Εκκλησίας μας, η οποία πραγματικά ευρίσκεται επάνω σε ύψος, σαν άλλος αγγελικός και υπερκόσμιος χώρος, επάνω στον οποίο, προς εξιλασμό όλου του κόσμου, καταστροφή του θανάτου και αφθονία αθάνατης ζωής, προσφέρεται άνω στον Θεό η αναίμακτη, η μεγάλη και πραγματικά ευπρόσδεκτη θυσία.

5. Γι’ αυτό λοιπόν δεν είπε, ότι δύο άνθρωποι “προσήλθαν” στον ναό, αλλά “ανέβηκαν”  στον ναό. Υπάρχουν βέβαια και τώρα μερικοί που, ερχόμενοι στην Εκκλησία, δεν ανεβαίνουν αυτοί, αλλά μάλλον καταρρίπτουν την Εκκλησία που εικονίζει τον ουρανό· αυτοί είναι όσοι προσέρχονται για χάρη συναναστροφής και συνομιλίας μεταξύ των, καθώς και όσοι προσφέρουν και αγοράζουν ψώνια· πραγματικά μοιάζουν μεταξύ τους, αφού δίδοντας αυτοί μεν ψώνια, εκείνοι δε λόγους, παίρνουν αντί αυτών τα κατάλληλα.

Αυτούς ο Κύριος, όπως παλαιά τους εξέβαλε εντελώς από τον ναό εκείνον, λέγοντάς τους, “ο οίκος μου καλείται οίκος προσευχής, σεις όμως τον κατεστήσατε σπήλαιο ληστών”, έτσι τους εξέβαλε και από τα λόγια τους αυτά, διότι δεν ανεβαίνουν καθόλου στον ναό, έστω και αν έρχονται καθημερινώς.

6.  Ο Φαρισαίος πάντως και ο Τελώνης ανέβηκαν στον ναό· διότι ένα σκοπό είχαν και οι δύο, να προσευχηθούν, αν και ο Φαρισαίος μετά την άνοδο κατέρριψε τον εαυτό του, ανατρεπόμενος από τον τρόπο. Διότι ήταν μεν ο σκοπός της αναβάσεώς των ο ίδιος, αφού ανέβηκαν να προσευχηθούν, αλλ’ ο τρόπος της προσευχής ήταν αντίθετος.

Ο ένας δηλαδή ανέβαινε συντετριμμένος και ταπεινωμένος, διότι διδάχθηκε από τον ψαλμωδό προφήτη ότι ο Θεός δεν θα περιφρονήσει μια συντετριμμένη και ταπεινωμένη καρδιά, αφού και αυτός ο προφήτης λέγει για τον εαυτό του, γνωρίζοντάς το φυσικά από την πείρα του, “εταπεινώθηκα, και μ’ έσωσε ο Κύριος”.

Και τι περιορίζομαι στον προφήτη; Διότι ο Θεός των προφητών προς χάρη μας ταπείνωσε τον εαυτό του γενόμενος σας εμάς, καθώς λέγει ο απόστολος, “γι’ αυτό ο Θεός τον υπερύψωσε”. Ο δε Φαρισαίος ανεβαίνει υπερβολικά φουσκωμένος και αλαζονευόμενος, με την ιδέα ότι θα αυτοδικαιωθεί· και μάλιστα ενώπιον του Θεού, εμπρός στον οποίο όλη η δική μας δικαιοσύνη είναι σαν ράκος εμμηνορροούσης· διότι δεν άκουσε τον λέγοντα, “κάθε υπερόπτης είναι ακάθαρτος ενώπιον του Κυρίου”, και “ο Κύριος αντιτάσσεται στους υπερηφάνους”, και “αλλοίμονο σ’ αυτούς που αυτοδικαιώνονται και κατά τον εαυτό τους είναι επιστήμονες”.

7. Δεν τους διαχώρισε μόνο το ήθος αλλά και ο τρόπος, που ήταν διάφορος σ’ αυτούς, αλλά και το είδος της προσευχής, που ήταν επίσης διπλό. Πραγματικά η προσευχή δεν είναι θέμα δεήσεως μόνο, αλλά και ευχαριστίας.

Ο ένας από τους προσευχομένους ανεβαίνει στο ναό του Θεού για να δοξάσει κι ευχαριστήσει τον Θεό για όσα έλαβε από αυτόν, ο δε άλλος για να ζητήσει όσα δεν έλαβε ακόμη, μεταξύ των οποίων είναι και η άφεσης των αμαρτημάτων, και μάλιστα για τους αμαρτάνοντας κάθε ώρα στις ημέρες μας.

Από το άλλο μέρος η υπόσχεσης  των από εμάς ευσεβώς προσφερομένων στον Θεό δεν ονομάζεται  προσευχή αλλά ευχή· και τούτο το δήλωσε εκείνος που είπε, “κάμετε ευχή, και αποδώσετέ την στον Κύριο τον Θεό μας”, και αυτός που λέγει “καλύτερο είναι να μη κάμεις ευχή, παρά να κάμεις και να μην την εκτελέσεις”.

8. Αλλά το διπλό εκείνο είδος της προσευχής έχει διπλή και την αχρείωση για τους απρόσεκτους. Δηλαδή την μεν μία την καθιστά αποτελεσματική υπέρ αφέσεως των αμαρτημάτων προσευχή και δέηση η πίστη και η κατάνυξη μετά την αποχή από τα κακά, ανενεργό δε η απόγνωση και η πώρωση.

Την άλλη την κάμουν ευπρόσδεκτη ευχαριστία για όσα έχομε ευεργετηθεί από τον Θεό η ταπείνωση και η αποφυγή επάρσεως απέναντι στους στερούμενους, απαράδεκτη δε η έπαρσης γι’ αυτά, σαν να αποκτήθηκαν με ιδική μας προσπάθεια και γνώση, και η κατάκριση εναντίον αυτών που δεν έχουν πράγματα.

Ότι δε είναι άρρωστος και στα δύο αυτά ο Φαρισαίος, ελέγχεται από τον εαυτό του και τα λόγια του. Διότι, ενώ ανέβηκε στον ναό για να ευχαριστήσει, όχι να δεηθεί, με την ευχαριστία προς τον Θεό ανέμιξε αφρόνως και αθλίως έπαρση και κατάκριση. Διότι, λέγει, αφού στάθηκε καθ’ εαυτόν, προσευχήθηκε τα εξής· “Θεέ, σ’ ευχαριστώ, που δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί”.

9. Η στάση του Φαρισαίου δεν δηλώνει την δουλική παράσταση, αλλά την αδιάντροπη υπεροψία που είναι αντίθετη προς εκείνον που έχει ταπείνωση δεν έχει το θάρρος ούτε τους οφθαλμούς να υψώσει προς τον ουρανό.

Ευλόγως δε προσευχόταν καθ’ εαυτόν ο Φαρισαίος· διότι δεν ανέβηκε προς τον Θεό, αν και δεν αγνοούσε τον καθήμενο επάνω στα Χερουβείμ και επιβλέποντα τα τελευταία σημεία των αβύσσων.

Η προσευχή του ήταν ως εξής: Αφού είπε “σ’ ευχαριστώ”, δεν προσέθεσε, διότι από ευσπλαχνία, σαν σε ασθενή ν’ αντιπαραταχθεί, μου έδωσες δωρεάν την απαλλαγή από τις παγίδες του πονηρού.

Διότι, αδελφοί, είναι ανδρείο κατά την ψυχή, το να κατορθώσει κανείς, αφού πιάστηκε στις παγίδες του εχθρού και έπεσε στους βρόχους της αμαρτίας, να διαφύγει με την μετάνοια. Γι’ αυτό οι υποθέσεις μας διευθύνονται από ανωτέρα πρόνοια και πολλές φορές, ενώ καταβάλλαμε μικρή ή καθόλου προσπάθεια, εμμείναμε με την βοήθεια του Θεού ανώτεροι πολλών και μεγάλων παθημάτων, ανακουφισθέντες από συμπάθεια λόγω της ασθενείας μας.

Και πρέπει να αναγνωρίζουμε την δωρεά και να ταπεινωνόμαστε ενώπιον αυτού που την έκαμε, αλλά να μην κομπάζουμε.

10. Ο Φαρισαίος όμως λέγει, “σ’ ευχαριστώ, Θεέ”, όχι διότι έλαβα καμιά βοήθεια από σένα, αλλά “διότι δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι”· σαν να διέθετε αφ’ εαυτού και από προσωπική του ικανότητα το προσόν ότι δεν ήταν άρπαξ, μοιχός και άδικος, αν φυσικά τα διέθετε κιόλας.

Δεν πρόσεχε πραγματικά στον εαυτό του, αλλά έβλεπε περισσότερο όλους τους άλλους παρά τον εαυτό του, κι εξουδενώνοντας όλους -ποια παραφροσύνη -, έναν μόνο θεωρούσε δίκαιο και σώφρονα, τον εαυτό του· “δεν είμαι” λέγει, “όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή όπως αυτός ο τελώνης”.

Πόση μωρία, θα μπορούσε κανείς να του πει. Και αν όλοι εκτός από σένα είναι άδικοι και άρπαγες, τότε ποιος είναι αυτός που υφίσταται την αρπαγή και την κάκωση;

Τι συμβαίνει δε και με αυτόν τον τελώνη και την κατ’ εξοχήν αυτού προσθήκη στη διήγηση; Αφού είναι και αυτός ένας από όλους δεν έχει συμπεριληφθεί μαζί με τους άλλους στην από σένα κοινή  και θα λέγαμε οικουμενική κατάκριση; Ή έπρεπε αυτός να υποστεί διπλή καταδίκη, κρινόμενος από τους φαρισαϊκούς οφθαλμούς σου, αν και στεκόταν μακριά σου; Άλλωστε ότι ήταν άδικος, το γνώριζες, αφού ήταν φανερά τελώνης, ότι όμως ήταν μοιχός, από που το γνώριζες; Ή μήπως δικαιούσαι  να τον αδικείς και να τον προπηλακίζεις, επειδή αυτός αδικούσε άλλους; Δεν είναι έτσι, δεν είναι·  αλλ’ αυτός μεν βαστάζοντας με ταπεινό φρόνημα την υπερήφανη κατηγορία σου και προσφέροντας στον Θεό με αυτομεμψία την ικεσία, θ’ απαλλαγεί από αυτόν της καταδίκης, δικαίως δι’ όσα αδίκησε, εσύ δε θα καταδικασθείς δικαίως, διότι κατηγορείς υπεροπτικά εκείνο και όλους τους ανθρώπους, και από όλους μόνο τον εαυτό σου δικαιώνεις. “Δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί”.

11. Αυτά τα λόγια αποδεικνύουν την υπεροψία του Φαρισαίου και προς τον Θεό και προς όλους τους  ανθρώπους, αλλ’ επίσης και το ψευδολόγο της συνειδήσεώς του· διότι αφ’ ενός μεν εξουθενώνει σαφώς όλους μαζί τους ανθρώπους, αφ’ ετέρου δε αποδίδει την αποφυγή των κακών όχι στη δύναμη του Θεού, αλλά στην ιδική του.

Ο λόγος για τον οποίο ευχαριστεί είναι αυτός· ότι εκτός από τον εαυτό του νομίζει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ακόλαστοι και άδικοι και άρπαγες, ωσάν ο Θεός να μην αξίωσε κανένα άλλον πλην αυτοὐ να του παράσχει την αρετή.

Αλλ’ αν όλοι ήσαν τέτοιοι, έπρεπε σε όλους αυτούς να ευρίσκονται εμπρός των προς διαρπαγή τα αγαθά του Φαρισαίου τούτου. Δεν φαίνεται όμως κάτι τέτοιο· διότι προσθέτει αυτός, “νηστεύω δυο φορές το Σάββατο, δίνω το δέκατο από όλα όσα αποκτώ”. Δεν λέγει ότι δίνει το δέκατο από όσα κατέχει, αλλά από όσα αποκτά, δηλώνοντας με αυτό τις προσθήκες και επαυξήσεις της περιουσίας του.

Επομένως είχε μεν όσα κατείχε, προσελάμβανε δε ανεμπόδιστα όσα μπορούσε. Πώς λοιπόν όλοι οι άνθρωποι  πλην αυτού άρπαζαν και αδικούσαν; Τόσο αυτοέλεγκτο και αυτεπίβουλο πράγμα είναι η κακία! Τόσο πολύ ανάμικτο με την παραφροσύνη είναι πάντοτε το ψεύδος!

12. Την μεν αποδεκάτιση των εισοδημάτων του προέβαλλε για ν’ αποδείξει πλήρως την δικαιοσύνη του· διότι πώς μπορεί να είναι άρπαξ των ξένων αγαθών αυτός που αποδεκατίζει τα δικά του; Την δε νηστεία προέβαλλε για την επίδειξη της σωφροσύνης· διότι η νηστεία είναι πρόξενος της αγνείας.

Έστω λοιπόν, είναι σώφρων και δίκαιος, αν δε θέλεις και σοφός και νουνεχής και ανδρείος και ό,τι άλλο παρόμοιο· αν μεν το απέκτησες από τον εαυτό σου, και όχι από τον Θεό, γιατί προσφεύγεις ψευδώς στο σχήμα της προσευχής κι ανεβαίνεις στον ναό και λέγεις ματαίως ότι προσφέρεις ευχαριστία;

Αν δε το απέκτησες από τον Θεό, δεν το έλαβες για να κομπάζεις, αλλά για να ενεργείς προς οικοδομή των άλλων σε δόξα αυτού που το έδωσε. Έπρεπε λοιπόν πραγματικά να χαίρεσαι με ταπείνωση και να προσφέρεις ευχαριστίες, και σ’ αυτόν που το έδωσε και σ’ αυτούς χάριν των οποίων το έλαβες· διότι η λαμπάδα παίρνει το φως όχι για τον εαυτό της, αλλά για τους βλέποντας.

Σάββατο δε ονομάζει ο Φαρισαίος όχι την εβδόμη ημέρα, αλλά την εβδομάδα ημερών, στις δύο από τις οποίες νηστεύει, όπως μεγαλαυχεί, αγνοώντας ότι αυτές μεν είναι ανθρώπινες αρετές, η δε υπερηφάνεια είναι δαιμονική. Γι’ αυτό, όταν συζευχθεί με αυτές, τις αχρηστεύει και τις συγκαταρρίπτει, ακόμη και αν είναι αληθινές· πόσο μάλλον αν είναι κίβδηλες.

13.  Αυτά είπε ο Φαρισαίος. «Ο δε Τελώνης, στεκόμενος απόμακρα, δεν ήθελε ούτε τους οφθαλμούς να σηκώσει προς τον ουρανό, αλλ’ εκτυπούσε το στήθος του λέγοντας· Θεέ, ευσπλαγχνίσου με τον αμαρτωλό». Βλέπετε πόση είναι η ταπείνωση και η πίστη και η αυτομεμψία; Βλέπετε την άκρα συστολή της διανοίας και των αισθήσεων, συγχρόνως δε και την συντριβή της καρδίας αναμεμιγμένες με την προσευχή του τελώνη τούτου; Διότι όταν ανέβηκε στο ναό, για να προσευχηθεί υπέρ της αφέσεως των αμαρτημάτων του, έφερε μαζί του καλά εφόδια μεσιτευτικά προς τον Θεό, την άκαταίσχυντη πίστη, την ακατάκριτη αυτομεμψία, την ακαταφρόνητη συντριβή της καρδίας, την εξυψωτική ταπείνωση. Συνδύασε δε με την προσευχή και την προσοχή άριστα. Διότι, λέγει, «ο Τελώνης αυτός στεκόμενος απόμακρα». Δεν είπε ‘σταθείς’, όπως στην περίπτωση του Φαρισαίου, αλλά «εστώς», δηλώνοντας με αυτό την επί πολύ παράταση της στάσεως, μαζί δε και το επίμονο της δεήσεως και των ικετευτικών λόγων· διότι, χωρίς να προβάλει ούτε να διανοηθεί τίποτε άλλο, πρόσεχε μόνο στον εαυτό του και τον Θεό, περιστρέφοντας στον εαυτό της και πολλαπλασιάζοντας μόνην την μονολόγιστη δέηση, που είναι το αποτελεσματικότερο είδος προσευχής.

14. «Στεκόμενος λοιπόν ο Τελώνης απόμακρα, λέγει, δεν ήθελε ούτε τους οφθαλμούς να σηκώσει προς τον ουρανό». Αυτή η στάση ήταν συγχρόνως και στάση και υπόκυψη, και δείγμα όχι μόνο ευτελούς δούλου, αλλά και καταδίκου. Μαρτυρεί δε και την απαλλαγμένη από την αμαρτία ψυχή, που είναι μεν ακόμη μακριά από τον Θεό, διότι δεν έχει ακόμη την προς αυτόν παρρησία δια των έργων, αλλ’ ελπίζει να εγγίσει τον Θεό, λόγω της αποχής από τα κακά και της αγαθής ήδη προθέσεώς της.

Στεκόμενος λοιπόν έτσι απόμακρα ο Τελώνης δεν ήθελε ούτε τους οφθαλμούς να σηκώσει στον ουρανό, επιδεικνύοντας με τον τρόπο και το σχήμα την αυτοκατάκριση και αυτομεμψία του· διότι θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο και του ουρανού και του επιγείου ναού. Γι’ αυτό του μεν ναού στεκόταν στα πρόθυρα, προς τον ουρανό δε δεν τολμούσε ούτε ν’ ατενίσει, πόσο μάλλον προς τον Θεό του ουρανού- αλλά κτυπώντας το στήθος του από την σφοδρά κατάνυξη και παριστώντας έτσι τον εαυτό του άξιον τιμωρίας, αναπέμποντας από εκεί βαρυπενθής τους στεναγμούς και κλίνοντας σαν κατάδικος την κεφαλή, αποκαλούσε τον εαυτό του αμαρτωλό και ζητούσε με πίστη τον ιλασμό, λέγοντας· «Θεέ, ευσπλαγχνίσου με τον αμαρτωλό». Διότι πίστεψε στον λέγοντα, «επιστρέψετε προς εμένα και εγώ θα επιστρέψω προς σας», και στον προφήτη που διαβεβαίωσε, «είπα, θα εξομολογηθώ στον Κύριο την ανομία μου εναντίον μου, και συ άφησες την ασέβεια της καρδίας μου».

15. Τι συνέβηκε λοιπόν έπειτα από αυτά; «Κατέβηκε αυτός δικαιωμένος», λέγει ο Κύριος, «και όχι εκείνος· διότι όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, ενώ όποιος ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί». Πραγματικά, όπως ο Διάβολος είναι η ίδια η υπεροψία και η υπερηφάνεια είναι το ιδιαίτερο κακό του, γι’ αυτό και συναπτόμενη με οποιαδήποτε ανθρώπινη αρετή την νικά και την καταρρίπτει, έτσι η ταπείνωσης ενώπιον του Θεού είναι αρετή των αγαθών αγγέλων και νικά κάθε ανθρώπινη κακία που επέρχεται στον πταίστη. Διότι η ταπείνωσης είναι όχημα της αναβάσεως προς τον Θεό, όπως εκείνα τα σύννεφα, που πρόκειται ν’ ανυψώσουν προς τον Θεό αυτούς που θα μείνουν σε απείρους αιώνες μαζί με τον Θεό, καθώς προφήτεψε ο απόστολος, λέγοντας, «θ’ αρπαγούμε στα σύννεφα για συνάντηση του Κυρίου στον αέρα, κι έτσι θα είμαστε πάντοτε μαζί με τον Κύριο». Ό,τι δηλαδή είναι η νεφέλη, είναι και η ταπείνωσης, που συστήνεται δια μετανοίας και αφήνει από τους οφθαλμούς ρυάκια με δάκρυα, εξάγει τους άξιους από τα ανάξια, τους ανεβάζει και τους συνάπτει με τον Θεό, δικαιωμένους δωρεάν λόγω της ευγνώμονος προαιρέσεως.

16. Και ο μεν Τελώνης σφετεριζόμενος πρωτύτερα κακοτέχνως τα ξένα πράγματα, αλλ’ έπειτα, εγκαταλείποντας την διαστροφή και μη δικαιώνοντας τον εαυτό του, δικαιώθηκε, ο δε Φαρισαίος, μη οικειοποιούμενος τα ανήκοντα σε άλλους, αλλά δικαιώνοντας τον εαυτό του, καταδικάσθηκε. Τώρα, εκείνοι που και οικειοποιούνται τα ανήκοντα στους άλλους και επιχειρούν να δικαιώσουν τους εαυτούς των, τι θα πάθουν;

17.  Αλλ’ ας αφήσουμε τώρα αυτούς, αφού και ο Κύριος τους άφησε, ως μη πειθομένους με τα λόγια. Μερικές φορές όμως και εμείς όταν προσευχόμαστε, ταπεινωνόμαστε, και ίσως νομίζομε ότι θα κερδίσουμε την δικαίωση του Τελώνη. Δεν είναι όμως έτσι· διότι πρέπει να προσέχουμε τούτο, ότι ο Τελώνης, καταφρονούμενος από τον Φαρισαίο κατά πρόσωπο και μετά την απομάκρυνσή του από την αμαρτία, καταφρονούσε κι αυτός τον εαυτό του, όχι μόνο μη αντιλέγοντας αλλά και συνηγορώντας προς εκείνον εναντίον του εαυτού του.

18.  Όταν λοιπόν και συ αφήσεις την κακία, δεν αντιλέγεις δε σ’ αυτούς που την καταφρονούν και την λοιδορούν, αλλά καταδικάζοντας και συ τον εαυτό σου ως κακοήθη, καταφεύγεις με κατάνυξη δια της προσευχής προς την ευσπλαχνία του Θεού μόνο, γνώριζε ότι είσαι λυτρωμένος Τελώνης. Πολλοί βέβαια λέγουν τους εαυτούς των αμαρτωλούς, και το λέγομε και το νομίζομε επίσης κι εμείς· αλλά η καταφρόνησης είναι που δοκιμάζει την καρδιά. Όπως δηλαδή ο μεγάλος Παύλος είναι μακριά από την φαρισαϊκή μεγαλαυχία, αν και έγραφε προς τους ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν γλωσσολαλιά στην Κόρινθο, «ευχαριστώ τον Θεό μου που λαλώ γλώσσες περισσότερο από όλους σας» (γράφει αυτά τα πράγματα αυτός που αλλού δηλώνει ότι είναι περικάθαρμα όλων των ανθρώπων, για να συγκρατήσει το φρόνημα εκείνων που επαίρονται εναντίον αυτών που δεν έχουν το χάρισμα)· όπως λοιπόν ο Παύλος, γράφοντας εκείνα, είναι μακριά από την φαρισαϊκή μεγαλαυχία, έτσι είναι και το να λέγει κανείς τα λόγια του Τελώνη και να ταπεινολογεί σαν εκείνον, αλλά να μη δικαιωθεί καθώς εκείνος· διότι πρέπει με τα τελωνικά λόγια να συνυπάρχει και η μετάθεση από τα κακά και η ψυχική διάθεση, η κατάνυξη και η υπομονή εκείνου. Και ο Δαβίδ έδειξε εμπράκτως ότι πρέπει, αυτός που κρίνει τον εαυτό του ένοχο ενώπιον του Θεού και μετανοεί, να θεωρεί δικαία και υποφερτή την σε βάρος του ύβρη και ατιμία από άλλους. Διότι μετά την αμαρτία του, όταν ήκουε προσβλητικούς λόγους από τον Σεμεεί, έλεγε σ’ αυτούς που ήθελαν ν’ αντιδράσουν «αφήστε τον να με κακολογεί, διότι ο Κύριος του είπε να κακολογήσει τον Δαβίδ», λέγοντας ότι η συγχώρεσης από τον Θεό για την προς αυτόν αμαρτία είναι πρόσταγμα εκείνου, αν και ο Δαβίδ πάλαιε τότε με δεινή και μεγάλη συμφορά, αφού μόλις προσφάτως είχε επαναστατήσει εναντίον του ο Αβεσσαλώμ.

19. Τότε μάλιστα, εγκαταλείποντας με αφόρητη οδύνη την Ιερουσαλήμ, όταν φεύγοντας έφθασε στις υπώρειες του όρους των Ελαιών, συνάντησε ως προσθήκη της συμφοράς τον Σεμεεί. Ο Σεμεεί έρριπτε εναντίον του λίθους, τον κακολογούσε ασταμάτητα και τον ύβριζε αναιδώς· τον αποκαλούσε άνδρα αιμοβόρο και παράνομο, επαναφέροντας στη μνήμη το σχετικό με την Βηρσαβεέ και τον Ουρία έγκλημα προς ονειδισμό του βασιλέως. Και δεν τον άφησε αφού καταταράσθηκε μια και δυο φορές, και έρριπτε εναντίον του λίθους και με λόγια πληκτικότερα από τους λίθους· αλλά, λέγει, προχωρούσε ο βασιλεύς και όλοι οι άνδρες του μαζί του, ενώ ο Σεμεεί βάδιζε από την πλευρά του όρους πλησίον του βασιλέως, καταρώμενός τον και ρίπτοντας λίθους από τα πλάγια, και πασπαλίζοντάς τον με χώμα. Και δεν στερείτο ανθρώπων που θα τον εμπόδιζαν ο βασιλεύς. Ο Αβεσσά λοιπόν ο στρατηγός, μη αντέχοντας, είπε προς τον Δαβίδ· «γιατί καταράται αυτός ο ψόφιος σκύλος τον κύριό μου τον βασιλέα; Θα μεταβώ λοιπόν να του κάψω το κεφάλι». Ο βασιλεύς όμως συγκράτησε αυτόν και όλους τους άνδρες του, λέγοντας προς αυτούς· «αφήστε τον, για να ιδεί ο Κύριος την ταπείνωσή μου και μου ανταποδώσει αγαθά αντί της κατάρας αυτού».

20.    Αυτό το πράγμα και τότε μεν τελέσθηκε και πραγματοποιήθηκε, δεικνύεται δε και με την παραβολή γι’ αυτόν τον Τελώνη και τον Φαρισαίο τελούμενο πάντοτε από την δικαιοσύνη. Διότι αυτός που θεωρεί τον εαυτό του αληθινά υπεύθυνο της αιωνίου κολάσεως, πως δεν θα υπομείνει γενναίως, όχι μόνο ατιμία, αλλά και ζημία και νόσο, και κάθε δυσπραγία και κακοπάθεια γενικώς; Αυτός δε που δεικνύει τέτοια υπομονή, ως χρεώστης και ένοχος, με ελαφρότερη, πρόσκαιρη και διακοπτόμενη καταδίκη λυτρώνεται από την πραγματικά βαριά εκείνη και αφόρητη και ατελείωτη τιμωρία· μερικές φορές δε λυτρώνεται και από τα τώρα βασανίζοντα δεινά, καθώς η θεία χρηστότης λαμβάνει αρχή από εδώ σαν να χρεωστείται λόγω της υπομονής. Γι’ αυτό και κάποιος από τους παιδευμένους από τον Κύριο είπε· «θα υπομείνω την παίδευση από τον Κύριο, διότι ημάρτησα σ’ αυτόν»”.

21.    Είθε κι’ εμείς, παιδευόμενοι μ’ ευσπλαχνία, αλλ’ όχι με οργή και θυμό Κυρίου, να μη καταβληθούμε από την τιμωρία του Θεού, αλλά κατά τον ψαλμωδό στο τέλος ν’ ανορθωθούμε, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο αρμόζει δόξα, δύναμις, τιμή και προσκύνησις μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Πηγή: http://paterikakeimena.blogspot.com

Ανδρέου Κρήτης: “Λόγος περί της υποθέσεως του Τελώνου και του Φαρισαίου”

Άγιος Ανδρέας Κρήτης
Άγιος Ανδρέας Κρήτης

Το περιεχόμενο της παραβολής του Τελώνου και του Φαρισαίου αποτελεί προγύμνασμα και προετοιμασία, γι’ αυτούς που θέλουν να πλησιάσουν την ιερά ταπείνωση, που περιέχεται σε όλες τις αρετές, που πάνω σε αυτές στηρίζεται η Βασιλεία των ουρανών και, να απέχουν από την θεομίσητο αλαζονεία, η οποία αποτρέπει τον άνθρωπο από κάθε φιλόχριστο αρετή.

Ποίος λοιπόν δεν θα ποθήσει να μιμηθεί την επιστροφή και τη μετάνοια του Τελώνη και δεν θα αποστραφεί την έπαρση του Φαρισαίου, αφού η μεν ταπείνωση συνδέεται με τον Χριστό, η δε αλαζονεία με τον υπερήφανο δαίμονα;

Η αλαζονεία είναι χωρίς αμφιβολία αυτή που έκανε τον πρώτο από τους αγγέλους, που ονομαζόταν και εωσφόρος, διάβολο. Αυτή εξεδίωξε τον γενάρχη Αδάμ από τον Παράδεισο. «Καθείλε δυνάστας από θρόνων και ύψωσε ταπεινούς». «Κύριος υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν». Αυτή καταδικάζει τον Φαραώ: «Είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού, ουκ έστι Θεός». Αυτή κατέβαλε τον Ναβουχοδονόσορα, διότι «Κυρίω Θεώ σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνω λατρεύσεις», και «ου ποιήσεις ουδέν ομοίωμα». Αν και του ενός η αρρώστια θεραπεύθηκε, ενώ του άλλου το πάθος κατάντησε έξις. Αληθώς, πυρετός είναι η υπερηφάνεια που αδρανοποιεί την ευαισθησία του αρρώστου, ψυχασθένεια φοβερά που ερεθίζει τον άνθρωπο προς πτώση, υδρωπικία είναι, γεμάτη από υγρό και αέρα. «Τίς γαρ αναβήσεται εις το όρος Κυρίου; Αθώος χερσί και καθαρός τη καρδία, ος ουκ έλαβε επί ματαίω την ψυχήν αυτού». Αύτη ήταν η ματαιότητα και η αγερωχία του Τύρου, που αφαιρώντας του και την τελευταία ικμάδα χάριτος, τον άφησε σαν ξηραμένη γη. Οπωσδήποτε το γνωρίζετε αυτό και με τον λόγο και με την πείρα. Ο αλαζών δεν αισθάνεται την ανάγκη της τελειοποιητικής χάριτος του Θεού, και γι’ αυτό είναι άνυδρος και ξηρός, αφού του λείπει η ζωτική θερμότης και η ζωογόνος υγρασία. Σ’ αυτόν, όπως στο απογυμνωμένο δένδρο, φτιάχνει τη φωλιά του ο νυκτοκόρακας διάβολος.

Και με ένα λόγο, η ταπείνωση είναι τροφός των αρετών, αρχή και τέλος και κεφαλή του κάλλους της χριστιανικής ευσεβείας. Αφανισμός των παθών, διατήρησης της υγρασίας στην ρίζα της πίστεως. Η ταπείνωση συνυπάρχει με τον φόβο του Θεού, ο οποίος διώκει την ανομία, όπως είπαν και ο Ιερεμίας και ο Σολομών. Είναι αλήθεια ότι «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου». Αυτή κάνει τον Τελώνη κήρυκα του Πνεύματος, η δε αλαζονεία κατασκευάζει τον Φαρισαίο, τύμπανο κενό που ματαίως αλαλάζει. Αλήθινά σαν τα ρόδια των Σοδόμων είναι ο υποκριτής, πεπόνι όμορφο απ’ έξω, αλλά εσωτερικά σάπιος και άχαρος.

Ανέβηκε στον ναό ο Τελώνης, και μάλιστα ανέβηκε και σωματικά και ψυχικά. Ανέβηκε στον ναό ο Φαρισαίος σωματικά, όχι όμως και ψυχικά. Διότι ο μεν ένας ανέβηκε κατεβαίνοντας ψυχικά με την ταπείνωση, ενώ ο άλλος κατέβηκε ψυχικά ανεβαίνοντας με την υπερηφάνεια. Ο ένας ανέβηκε με «αναβάσεις εν τη καρδία αυτού», κατά τον Δαυίδ, επήρε δηλαδή τον δρόμο που οδηγεί στον Παράδεισο, ενώ ο άλλος κατέβηκε κατεβαίνοντας στον εωσφόρο, τον αρχηγό της υπερηφάνειας. Ο ένας ανέβηκε με την ανάβαση και την επίδοση στις αρετές, ενώ ο άλλος κατέβηκε από τις αρετές, και από αυτές πέρασε στις κακίες.

Πολλοί έρχονται μέσα στον ναό, αλλά λίγοι μετέχουν της ιερότητάς του, διότι δεν είναι άξιοι του οίκου του Θεού. Επειδή ο υπερήφανος «ου μένει εν τη αγάπη, ο δε μη μένων εν τη αγάπη, εν τω Θεώ ου μένει», κατά τον Ιωάννη. Ενώ αυτός που παραμένει στην αγάπη, μένει στον Θεό, και ο Θεός σ’ αυτόν, και είναι ναός Θεού, σύμφωνα με τον Παύλο. Αυτοί οι άνθρωποι κυρίως εισέρχονται στον ιερό ναό του Θεού, στους οποίους και ο Θεός ενεργεί με ιδιαίτερο τρόπο. Φωτίζει δε ο Θεός μόνο τους νηπίους και μικρούς, κατά τον μουσουργό Δαυίδ. Διότι «όπου ταπείνωσις, εκεί και σοφία» κατά τον Σολομώντα. Σοφία πίστεως και σοφία πράξεως.

Αυτή η σοφία έλειπε από τον Φαρισαίο, γι’ αυτό και σαν υποκριτής που είναι, ευχαριστεί μόνον για τα εξωτερικά τον Θεό, εσωτερικά δε γίνεται αχάριστος προς τον Θεό. Διότι δεν τηρεί την εντολή «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν». Ήταν καλός ο λόγος «ευχαριστώ σοι», επειδή ο Φαρισαίος δεν απέδιδε την αρετή στον εαυτόν του, όπως ο Ναβουχοδονόσορ και ο Σεμεΐας και ο Πέτρος. Σ’ αυτήν την υπερηφάνεια είχε πέσει ο εωσφόρος και ο Αδάμ. Νόμιζε όμως πως έχει αυτό που δεν είχε. Και αν το είχε, το έχασε με την υπερηφάνεια. Επειδή κι εκείνος που έχει, οφείλει να ομολογεί ότι δεν έχει, και να λέγει: «Αχρείος δούλος ειμί», επειδή «ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πας ζων».

Πράγματι αποβάλλει την αρετή αυτός που δεν ταπεινώνεται και αυτός που δεν αγαπά, καταφρονεί. Αληθηνά, είναι αρχή κάθε είδους αμαρτίας η υπερηφάνεια. Αυτήν ακολουθεί ο φθόνος, τον φθόνο ο φόνος. Εξ αιτίας αυτής ο Αβεσσαλώμ βλέπει σαν εχθρό τον πατέρα του, και σπεύδει να τον φονεύσει. Είναι όντως χειρότερος ο κρυφός κακός από τον φανερό, και δεν διαφέρει από τον διάβολο, ο οποίος εξαπάτησε τον πρωτόπλαστο με τον όφι.

Γι’ αυτό ο φανερά κακότροπος δικαιώνεται, και ο αφανής καταδικάζεται. Επειδή ο ένας έχει μόνον τους κακούς τρόπους, ενώ στον άλλον ακολουθούν το ψεύδος και η απάτη, και γι’ αυτό η άκρα αλήθεια τον αποδιώκει. Επειδή η αγάπη είναι που χαρακτηρίζει τους εκλεκτούς, σύμφωνα με την δευτέρα επιστολή του Πέτρου, το πρώτο κεφάλαιο της προς Εφεσίους του Παύλου και το τρίτο προς Κολασσαείς, η δε έχθρα αποδοκιμάζει.

Ο Τελώνης ανεγνώρισε την αμαρτία του, και εδικαιώθη, φεύγοντας μακριά της. Γι’ αυτό και ζει, σύμφωνα με τον Ιεζεκιήλ. Αυτή την ζωή ηύρε και ο Δαυίδ, όπως του απεκάλυψε ο Νάθαν. Ο Φαρισαίος δεν ανεγνώρισε την αμαρτία του και έφυγε μακριά από την ζωή. Και πρόσεξε πάλι καλά τι λέγει το Ευαγγέλιο: «Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το Ιερόν προσεύξασθαι, ο εις Φαρισαίος και ο έτερος Τελώνης». Για παραδειγματισμό των ανθρώπων οι οποίοι δικαιώνουν τους εαυτούς των και εξουθενώνουν αυτούς που αμαρτάνουν. Παρουσιάζει ο Κύριος τον Φαρισαίο ως παράδειγμα των υπερήφανων, τον δε Τελώνη ως παράδειγμα αυτών που αμαρτάνουν αλλά προσεύχονται και εξομολογούνται με συντετριμμένη καρδία, ώστε να μας διδάξει όλους να μισούμε την υπερηφάνεια, την δε ταπείνωση να την αγαπούμε.

Δείχνει καθαρά από αυτήν την παραβολή ο Χριστός, ότι η μεν δικαιοσύνη και η αρετή είναι μεγάλες και φέρουν τον άνθρωπο κοντά στον Θεό, όταν όμως συνδυασθούν με την υπερηφάνεια, ρίπτουν τον άνθρωπο στον κατώτερο βυθό. Αυτό έπαθε και ο Φαρισαίος και από αυτήν την αιτία κατεκρίθη και κατέληξε στην απώλεια. Διότι η αδικία και η αμαρτία είναι βδελυκτή και μισητή και βαρύτερη από κάθε κακία, και απομακρύνει τον άνθρωπο από τον Θεό. Ενώ η ταπείνωση με την μετάνοια και την εξομολόγηση, τον δικαιώνει και τον αξιώνει της σωτηρίας, τον φέρει δε και τον τοποθετεί κοντά στον Θεό. Αυτό ηύρε ο Τελώνης και από αυτήν την αιτία δικαιώθηκε και αξιώθηκε της σωτηρίας.

«Ὁ Φαρισαῖος σταθείς (αφού στάθηκε, για λίγο) πρός ἑαυτόν, εἷπε· Ὁ Θεός εὐχαριστῶ σοι, ὅτι οὐκ εἰμί ὥσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι». Αλίμονο, τι υπερηφάνεια! Ο Κύριος και ο Ησαΐας την κατακρίνουν, επειδή αυτή κατέβασε τον Ιωσήφ στην Αίγυπτο, και προξένησε στον Φαραώ το θράσος και ακολούθως όλα τα κακά τότε στην Αίγυπτο. Αλίμονο στο αναιδέστατο στόμα. Δεν είμαι, λέγει, όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί ή και όπως αυτός εδώ ο Τελώνης. Ως αρχή της υπερηφανείας εμφανίζεται η ύβρις.

Διότι όποιος περιφρονεί τους άλλους και τους θεωρεί σαν ένα τίποτε, και τους αποστρέφεται, άλλους ως πτωχούς, άλλους ως ταπεινής καταγωγής, άλλους ως αμαθείς και απλοϊκούς, άλλους δε ως αδίκους και αμαρτωλούς, από αυτήν την ύβρη παρασύρεται, και μόνον τον εαυτόν του θεωρεί σοφό, συνετό, ευγενή, πλούσιο, δυνατό, δίκαιο και ανώτερο από όλους τους ανθρώπους. Πράγματι, η ύβρις είναι αρχή της υπερηφανείας, και η υπερηφάνεια κακό γεννημένο από την ύβρη. Γι’ αυτό και η περιβόητος ημέρα του Κυρίου θα εκδικηθεί κάθε υβριστή και υπερήφανο, επειδή οι αμαρτίες αυτές ως συγγενείς τιμωρούνται με τον ίδιον τρόπο.

Ο Φαρισαίος έδειξε και με το σχήμα και με την στάση του την υψηλοφροσύνη και την αλαζονεία που είχε. Και τα λόγια του στην αρχή μεν ήσαν λόγια ευγνωμοσύνης, διότι έλεγε «ο Θεός ευχαριστώ σοι». Μετά απ’ αυτά όμως, όσα είπε ήσαν γεμάτα από αλαζονεία και υπερηφάνεια. Επειδή δεν είπε: Συ με δημιούργησες, Κύριέ μου, και με την βοήθεια την δική σου ελευθερώνομαι από κάθε αδικία και αρπαγή και από τα άλλα κακά· διότι λέγει: «Τί ἔχεις ὅ οὐκ ἔλαβες;».

Αλλά όλα τα κατορθώματα θεωρούσε ότι τα είχε κατορθώσει με την δική του δύναμη. Κάθε άνθρωπος πρέπει να γνωρίζει με βεβαιότητα ότι χωρίς την βοήθεια του Θεού, δεν μπορεί, ούτε έχει τη δύναμη να κατορθώσει κάτι καλό. «Χωρίς ἐμοῦ» λέγει ο Χριστός «οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Και ο Απόστολος «οὐ τοῦ θέλοντος οὐδέ τοῦ τρέχοντος, ἀλλά τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ» και «οὐκ ἐγώ δέ. ἀλλ’ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σύν ἐμοί» και «ὁ Θεός ἐστιν ὁ ἐνεργῶν ἐν ἡμῖν καί τό θέλειν καί τό ἐνεργεῖν”. Και ο Προφήτης, «Ἐάν μή Κύριος οἰκοδομήσῃ οἷκον εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες».

Γι’ αυτό ο μεν Τελώνης ήταν κήπος που έπλεε στα πνευματικά ύδατα, ο δε Φαρισαίος βαλανιδιά χωρίς φύλλα, σύμφωνα με τον Ησαΐα και τον Σολομώντα. Διότι αν και έχουμε τιμηθεί με το αυτεξούσιο της προαιρέσεως, αλλ’ όμως χωρίς την συμμαχία από ψηλά, κανένα ανδραγάθημα δεν θα κατορθώσουμε να επιτελέσουμε. «Οἷδα γάρ» λέγει «ὅτι οὐ τοῦ ἀνθρώπου ἡ ὁδός αὐτοῦ, οὐδέ πορεύεται ἀνήρ κατορθῶσαι πορείαν αὐτοῦ».

Μη λοιπόν θεωρούμε δικές μας τις νίκες στους αγώνες. Δική μας είναι μόνον η προαίρεσης για το καλύτερον, και η προσπάθεια, του Θεού δε η πραγματοποίησης της αγαθής επιθυμίας και διαθέσεως εκείνου ο οποίος δεν έχει εκ φύσεως την δυνατότητα, αλλά λαμβάνει από την χάρη την ικανότητα να λέγη «ἠμπορῶ…». Ο αντίθετος ισχυρισμός είναι περιαυτολογία και καύχησης. «Τί γάρ ἔχεις ὅ οὐκ ἔλαβες; εἰ δἐ καί ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μή λαβών;».

«Νηστεύω δίς τοῦ Σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι» (όσα αποκτά, όχι όσα έχει). Επειδή κατηγόρησε τους άλλους ανθρώπους και τον Τελώνη ο Φαρισαίος ότι είναι μοιχοί και άρπαγες, αυτός προβάλει αλαζονικά απέναντι από τη μοιχεία την νηστεία· επειδή η πορνεία προέρχεται από την απόλαυση. Διότι ο χορτασμός είναι πατέρας της ύβρεως, και η πορνεία γεννιέται από το γεμάτο στομάχι. Ο Φαρισαίος όμως καταξηραίνοντας το σώμα με την νηστεία, καυχιόταν ότι απέχει πολύ από αυτά τα πάθη. Επειδή οι Φαρισαίοι νηστεύουν δύο ημέρες της εβδομάδος, Δευτέρα και Πέμπτη. Απέναντι δε στο «άρπαγες και άδικοι», ο Φαρισαίος έβαλε το «αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι». Καυχήθηκε ότι τόσο εναντιώνεται στην αρπαγή και στην αδικία, ώστε να δίδει και τα δικά του σε άλλους. Διότι οι Εβραίοι έδιναν το ένα δέκατο από όσα είχαν, και αργότερα τα τρία δέκατα, το ένα τρίτο δηλαδή της περιουσίας τους.

Αλλά και τις απαρχές και τα πρωτοτόκια και άλλα πολλά έδιναν για τα αμαρτήματα, περί καθαρισμού, στις εορτές, όταν γίνονταν περικοπές στα χρέη τους, και όταν ελευθέρωναν τους δούλους και επίσης όταν έπαιρναν δάνεια χωρίς τόκο. Όλα αυτά εάν συμψηφισθούν και υπολογισθούν, δείχνουν ότι την μισή περιουσία τους την έδιναν στους άλλους ανθρώπους, χωρίς να υψηλοφρονούν και να αλαζονεύονται ότι κάνουν κάτι μεγάλο. Και μάλιστα ας αναλογισθούμε ότι το Ευαγγέλιο λέγει: «Ἐάν μή περισσεύση ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλεῖον τῶν Γραμματέων καί Φαρισαίων, οὐκ εἰσελεύσεσθε εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν».

«Ὁ δέ Τελώνης μακρόθεν ἑστώς (είχε σταθεί πολλή ώρα), οὐκ ἤθελε οὐδέ τούς ὀφθαλμούς εἰς τόν οὐρανόν ἐπᾶραι, ἀλλ’ ἔτυπτεν εἰς τό στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῶ ἀμαρτωλῷ. Λέγω ὑμῖν ὅτι κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τόν οἷκον αὐτοῦ· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται, ὁ δέ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται». Επειδή ο Τελώνης δεν είχε έργα αγαθά, ούτε να τα απαριθμήσει μπορούσε στην προσευχή του όπως ο Φαρισαίος· αλλά κτυπούσε το στήθος και μαστίγωνε την καρδία του, και με πολλή συντριβή και κατάνυξη έλεγε: «Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῶ ἀμαρτωλῷ». Γι’ αυτό και εξιλεώνεται από τον ελεήμονα και διαλλακτικό Κύριο.

Διότι όλα τα αμαρτήματα τα αφανίζει η ταπεινοφροσύνη, η δε υπερηφάνεια αφανίζει όλες τις αρετές, επειδή είναι μεγαλύτερα και βαρύτερα από κάθε αμαρτία και κακία. Είναι καλύτερα, όταν αμαρτάνουμε, να επιστρέφουμε και να ταπεινωνόμαστε, παρά να κατορθώνουμε κάτι και μετά να υψηλοφρονούμε. Ο Τελώνης απαλλάγηκε από τα αμαρτήματα, επειδή δέχθηκε την κατηγορία του Φαρισαίου με πραότητα και υπομονή, ενώ ο Φαρισαίος από την δόξα έπεσε στο βάραθρο της ατιμίας, επειδή δικαίωσε τον εαυτόν του και κατηγόρησε τον Τελώνη και τους άλλους ανθρώπους. Ο Τελώνης από την αξιοκατάκριτη ζωή και την αμαρτία επανήλθε στην μακάρια ζωή και κατάσταση, ενώ ο Φαρισαίος ταπεινώθηκε εξ αιτίας του μεγέθους της υψηλοφροσύνης του.

Δύο πράγματα απαιτούνται από όλους τους ανθρώπους, να κατακρίνουμε τα δικά μας αμαρτήματα και να συγχωρούμε τα αμαρτήματα των άλλων. Διότι εκείνος που βλέπει τα δικά του αμαρτήματα, συγχωρεί πιο εύκολα τους άλλους, ενώ εκείνος που κατακρίνει τους άλλους, τον ίδιον του εαυτόν κατακρίνει και καταδικάζει, έστω και αν έχει πολλές αρετές. Πραγματικά είναι μεγάλο πράγμα το να μη κατακρίνουμε τους άλλους, αλλά τους εαυτούς μας, αδελφοί.

Εμείς όμως, αφήνοντας τις δικές μας αμαρτίες, τους άλλους ιδίως κατακρίνουμε, τους άλλους εξετάζουμε, μη γνωρίζοντας ότι ακόμη και αν είμαστε δικαιότεροι από άλλους, εάν κατακρίνουμε τους άλλους, γινόμαστε ένοχοι και είμαστε άξιοι της ιδίας τιμωρίας και των ιδίων βασάνων, των οποίων είναι άξιος και αυτός τον οποίον κρίνουμε. «ᾮ γάρ κρίματι κρίνετε» λέγει, «τούτῳ καί κριθήσεσθε». Διότι αυτός που πορνεύει, παραβαίνει εντολή, όπως και εκείνος που τον κρίνει. Ώστε και οι δύο παραβαίνουν θεία εντολή, και αυτός που πορνεύει και εκείνος που κρίνει.

Αλλά ας μεταφέρουμε μάλλον την εξέταση των άλλων και την λεπτομερή ενασχόληση στους εαυτούς μας, αγαπητοί. Και εάν δούμε κάποιους να αμαρτάνουν, εμείς ας έχουμε τις δικές μας αμαρτίες ενώπιον των οφθαλμών μας, και ας θωρούμε τα δικά μας χειρότερα από των άλλων. Διότι εκείνος που αμάρτησε, ίσως και την ώρα της αμαρτίας να μετανόησε, ενώ εμείς μένουμε πάντοτε αδιόρθωτοι κατακρίνοντας και εξετάζοντας άλλους. Εκείνος ο Λωτ, αν και κατοικούσε στα Σόδομα, κανέναν δεν κατέκρινε, κανέναν δεν κατηγόρησε.

Γι’ αυτό δικαιώθηκε, και διασώθηκε από την φωτιά και την πανωλεθρία, στα οποία καταδικάστηκαν οι Σοδομίτες. Ας ταπεινωθούμε λοιπόν και εμείς κατακρίνοντας τους εαυτούς μας, τους εαυτούς μας να ονειδίζουμε για να υψωθούμε, να γίνουμε ακατάκριτοι. Ας αγαπήσουμε την ταπεινοφροσύνη. Με αυτήν δικαιώθηκε ο Τελώνης και απέβαλε το φορτίο των αμαρτημάτων του. Ας μισήσουμε την υψηλοφροσύνη, επειδή ο Φαρισαίος από αυτήν κατακρίθηκε και έχασε τις αρετές που είχε. Ο Φαρισαίος, επειδή διέπραξε τα καλά με όχι καλόν τρόπο, κατακρίθηκε. Ο Τελώνης απορρίπτοντας με καλόν τρόπο τα μη καλά έργα, δικαιώθηκε.

Διότι ο Θεός είδε με συμπάθεια τον στεναγμό του Τελώνου, και την συντριβή του και τα κτυπήματα του στήθους του, και αφού δέχθηκε το «ιλάσθητι» τον δικαίωσε μαζί με τον Άβελ. Τις δε θυσίες και τις αρετές και τα κατορθώματα του καυχησιολόγου και υπερήφανου Φαρισαίου τις σιχάθηκε και τις αποστράφηκε, και τον καταδίκασε, όπως τον αδελφοκτόνο Κάιν, για την ιδίαν αιτία. Να μάθουμε, αδελφοί, και να διδαχθούμε να κάνουμε μεγάλα κατορθώματα.

Να μην υψηλοφρονούμε όμως γι’ αυτά· και αν γίνουμε καλοί, δίκαιοι και επιεικείς και πονόψυχοι και ελεήμονες, εμείς να ταπεινωνόμαστε και να μην έχουμε υπεροψία και αλαζονεία, μήπως χάσουμε τους κόπους και τους πόνους μας. Διότι λέγει ο Κύριος «ὅταν ταῦτα πάντα ποιήσητε, λέγετε ὅτι ἀχρείοι δοῦλοι εσμέν, ὅτι ὅ ὠφείλομεν ποιῆσαι, πεποιήκαμεν».

Είναι αναγκαίο και απαραίτητο χρέος να προσφέρουμε στον Θεό των όλων την δουλική ταπείνωση, την υπομονή, την υποταγή, την υπακοή, την ευγνωμοσύνη, την ευχαριστία, και να μεγαλύνουμε και να προσκυνούμε το πανάγιο θέλημά του, και να μην αισθανόμαστε σαν δαγκώματα τους ελέγχους και τις ύβρεις των άλλων, ούτε να καταβαλλόμαστε στους πειρασμούς, ούτε να δυσανασχετούμε, όταν μας κατηγορούν, διότι και από αυτά καρπωνόμαστε πολλή ωφέλεια. Ας μάθουμε και ας γνωρίσουμε, αδελφοί μου, την δύναμη και την ενίσχυση και την βοήθεια της ταπεινώσεως. Ας μάθουμε την καταδίκη και την ζημία και την απώλεια που προξενεί η υψηλοφροσύνη: η σκιά του Βεεμώθ, κατά τον Ιώβ, στους υγρούς τόπους και στις καλαμιές και η εκτροπή από την οδό της αληθείας και του φωτός της δικαιοσύνης.

Και επειδή είναι μεγάλο αγαθό η μετάνοια και η εξομολόγησης και η συντριβή και τα δάκρυα και οι από το βάθος της καρδίας μας στεναγμοί και η κατάνυξης, γι’ αυτό παρακαλώ να εξομολογήστε στον Θεό συνεχώς και να του φανερώνετε τα αμαρτήματά σας. Διότι εάν του παρουσιάζουμε γυμνή την συνείδησή μας, και του δείχνουμε τα τραύματα των ψυχών μας, και δεν κρίνουμε τους άλλους, ούτε αποθηριωνόμαστε με τις ύβρεις των συνανθρώπων μας ούτε λυπούμασε για τις κατηγορίες και τις αδικίες τους, θα μας λυπηθεί ο φιλάνθρωπος Κύριος και θα μας κεράσει τα φάρμακα της συμπαθείας και της ευσπλαχνίας του. Θα τα βάλει στα τραύματα μας και θα μας θεραπεύσει. Ας δείξουμε τα αμαρτήματά μας στον Κύριο, ο οποίος δεν ντροπιάζει, αλλά θεραπεύει. Διότι και αν εμείς σιωπήσουμε, εκείνος τα γνωρίζει όλα.

Ας πούμε λοιπόν τα αμαρτήματά μας, αδελφοί, και ας εξομολογηθούμε καθαρά στον Κύριο, για να κερδίσουμε την συμπάθειά του. Ας αφήσουμε τις αμαρτίες μας εδώ για να πάμε εκεί καθαροί και έτοιμοι, και να εισαχθούμε από τον δίκαιο Κριτή στην Βασιλεία του την ατελεύτητο και αιωνία, και να κληρονομήσουμε τις μελλοντικές εκείνες και αγέραστες διαμονές και την απέραντη χαρά και απόλαυση, τα οποία είθε να επιτύχουμε εν αυτώ Χριστώ τω Θεώ ημών, ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

(6ος -7ος αιών. Migne P.G., τ. 97, στ. 1255. Από το βιβλίο “Πατερικόν Κυριακοδρόμιον”, σελίς 449 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)
 
Πηγή ηλ. κειμένου: orp.gr

Μόρφου Νεόφυτος: Ἡ αὐτογνωσία μᾶς φανερώνει τὸν φαρισαϊσμό μας… (25.02.2024)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ ΙΣΤ΄ Ματθαίου (Τελώνου καὶ Φαρισαίου), ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Παναγίας Ὁδηγήτριας τῆς κοινότητος Παλαιομετόχου, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Ταμασοῦ καὶ Ὀρεινῆς (25.02.2024).

Ψάλλει ὁ πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου.

Οι Τρεις Ιεράρχες (Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου)

Οι Τρείς Ιεράρχες. Βημόθυρα Ιερού Ναού Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Ακάκι

Ομιλία του  Μητροπολίτου  Μόρφου Νεοφύτου στο Ακάκι (28.01.2009)

Οι Τρείς Ιεράρχες. Βημόθυρα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Το να μιλά κανείς για τους Τρεις Ιεράρχες είναι εγχείρημα δύσκολο, καθότι οι τρεις αυτοί Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, παρόλο που μας κληροδότησαν ένα λόγο γεμάτο φως, ήσαν πρωτίστως άνθρωποι των έργων.

Δηλαδή πραγμάτωσαν εδώ στη γη την εν Χριστώ ζωή με τα έργα και τη βιοτή τους, αφιερώνοντας όλες τους τις δυνάμεις, ψυχικές και σωματικές, στη διακονία της Εκκλησίας και του λαού του Θεού. Τα μεγάλα και ποικίλα χαρίσματα, που έλαβαν δωρεάν από το Θεό, τα έδωσαν με τη σειρά τους στον κόσμο, δοξάζοντας έτσι εκείνον, που τους τα έδωσε και ανακουφίζοντας και στηρίζοντας τους ανθρώπους.
Σπάνια συναντάμε, ακόμα και σε αγιασμένους ανθρώπους, τέτοιο φρόνημα και τέτοιο πλούτο χαρισμάτων. Όπως πολύ ορθά σημειώνουν οι μελετητές του Μεγάλου Βασιλείου, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, η πολυσχιδής προσωπικότητα τους συγκέντρωνε και συνδύαζε θαυμαστές ικανότητες διαποτισμένες από αγιότητα, ασκητικότητα, θεολογία, ακαδημαϊκή γνώση, κοινωνική ευαισθησία, ποιμαντική μέριμνα, συγγραφικό ταλέντο και διοικητική μέριμνα. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο, που ο υμνωδός της Εκκλησίας τους ονομάζει «μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου Θεότητος» και αλλού του «Χριστού μας το στόμα». Επομένως, θα μιλήσουμε για τους τρεις αυτούς Μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας μας, έχοντας κατά νουν ότι έβαλαν τα θεμέλια για την ορθή λατρεία του Τριαδικού Θεού σε όλη την οικουμένη και μας κληροδότησαν τα αθάνατα συγγράμματα τους, που παραμένουν μέχρι σήμερα ένα βασικό εργαλείο για οιονδήποτε θέλει να μελετήσει την Ορθόδοξη πατερική και θεολογική παράδοση.
Προτού προχωρήσουμε, όμως, ας ρίξουμε μια σύντομη ματιά στη ζωή τους, κάνοντας αρχή με τον Μέγα Βασίλειο.
Μέγας Βασίλειος. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα

Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε στη Νεοκαισάρεια του Πόντου περί το 330 από γονείς ευσεβείς, τον Βασίλειο και την Εμμέλεια, που είχαν ακόμα πέντε κόρες και τρεις γιους. Τα πρώτα μαθήματα του ο άγιος τα παρακολούθησε κοντά στον πατέρα του, που ήταν ρήτορας και διδάσκαλος εγκυκλίων μαθημάτων. Ακολούθως, φοίτησε στις περίφημες σχολές της Καισάρειας, της Κωνσταντινούπολης και της Αθήνας, σπουδάζοντας ρητορική, φιλοσοφία, γραμματική, διαλεκτική, αστρονομία, γεωμετρία και ιατρική. Στην Αθήνα αναπτύσσει με τον συμφοιτητή του, άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, πνευματική και αδελφική φιλία, η οποία θα διατηρηθεί σ’ όλη τους τη ζωή. Παρόλο δε, που είχε μελετήσει σε βάθος όλους τους μέχρι την εποχή του Πατέρες και διδασκάλους της Εκκλησίας, δήλωνε υπερήφανα ότι τη θεολογική του σκέψη τη διαμόρφωσαν η μητέρα και η γιαγιά του. Η μητέρα του Εμμέλεια, που του εμφύσησε την αίσθηση περί του ενός και μόνου Θεού,  και η γιαγιά του Μακρίνα, που κατά την παιδική του ηλικία αύξησε αυτή την αίσθηση περί του Θεού.

Ήταν άνθρωπος πολυσχιδής,   ακαταπόνητος και υπερδραστήριος, ηγέτης σπάνιος. Με ότι ασχολείτο το έφερνε εις πέρας. Ήταν πρότυπο μοναχού ασκητή. Οργάνωσε τον μοναχικό βίο με αξιοθαύμαστο τρόπο, έτσι ώστε να διακονείται η Εκκλησία και το κοινωνικό σύνολο, χωρίς να παρεμποδίζεται το πνευματικό, ησυχαστικό και δοξολογικό έργο των μοναχών. Ήταν κοινωνικός μεταρρυθμιστής. Αγωνίστηκε όσο κανένας άλλος άνθρωπος στην ιστορία για την αναμόρφωση της κοινωνίας και την οργάνωση της κοινωνικής και νοσοκομειακής πρόνοιας με τα λίγα μέσα που διέθετε, ιδρύοντας στα προάστεια της Καισάρειας την περίφημη «πολιτεία του ελέους», που θα γίνει μεταγενέστερα γνωστή με το όνομα Βασιλειάδα. Ήταν μέγας θεολόγος. Προσέφερε την οριστική λύση στο τριαδολογικό πρόβλημα, που συντάρασσε την Εκκλησία κατά τον 4ον αιώνα. Το σχετικό θεολογικό του έργο υιοθετήθηκε επίσημα από την Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδο, την οποία οραματιζόταν και ανέμενε, αλλά δεν πρόλαβε, καθότι εκοιμήθη δύο χρόνια πριν. Κατέστη πρότυπο ποιμενάρχη, συγγραφέα και θεολόγου. Συνδύαζε πρακτική ιδιοφυία, φιλοσοφική σκέψη και θεολογική ακρίβεια. Για μια περίοδο 18 ετών, μέχρι το τέλος του βίου του, παράλληλα με την ποιμαντική του απασχόληση και παρά την ασθένεια του σώματος του, παρήγαγε συγγραφικό έργο σε έκταση και ποιότητα, που τον τοποθετεί στην πρώτη γραμμή των Πατέρων όλων των εποχών.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γεννήθηκε γύρω στο 328 στην Αριανζό της Καππαδοκίας, που βρίσκεται κοντά στη Ναζιανζό, γι’ αυτό και ονομάζεται Ναζιανζηνός. Καταγόταν από οικογένεια γαιοκτημόνων της Καππαδοκίας. Η μητέρα του, η Νόννα, αναγνωρίστηκε ως αγία της Εκκλησίας μας, ενώ ο πατέρας του, ο Γρηγόριος, διετέλεσε επίσκοπος Ναζιανζού. Μετά τις σπουδές του στην Καισάρεια και την Αλεξάνδρεια, μεταβαίνει στην Αθήνα και λαμβάνει και αυτός την ίδια ακαδημαϊκή γνώση, που έλαβε και ο Μέγας Βασίλειος. Ήταν άνθρωπος ασθενικός, ήσυχος και ήρεμος. Προτιμούσε να ζει μακριά από τον κόσμο και να ασχολείται με το γράψιμο. Όποτε αναγκάστηκε να ζήσει σε μεγάλες πόλεις, το έκανε για χάρη της Εκκλησίας. Εξαιτίας του χαρακτήρα του, προτιμούσε την αναχώρηση, τη φυγή. Γι’ αυτό όλη του η ζωή ήταν γεμάτη από συνεχείς μετατοπίσεις. Ενώ η μόρφωση του, το ενδιαφέρον του για τα εκκλησιαστικά πράγματα και η φωνή της θείας χάριτος που συχνά άκουε εντός του, τον έσπρωχναν προς τις διοικητικές ευθύνες, από την άλλη το φιλάσθενο σώμα του και η επιθυμία του για ησυχία, τον απομάκρυναν.

Ωστόσο, στα λίγα χρόνια που διακόνησε την Εκκλησία από τη θέση του ποιμένα, άλλαξε την πορεία των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Αν και θεωρείται ο ποιητικότερος των Τριών Ιεραρχών, ως συγγραφέας δεν εργαζόταν μεθοδικά και συστηματικά, αλλά ανάλογα με τις περιστάσεις. Το έργο του είναι πολύ μεγάλο σε όγκο και θεωρείται ο πιο μυστικός από την τριάδα των Ιεραρχών. Τα δε κείμενα του χρησιμοποιήθηκαν πάρα πολύ ως μαρτυρίες της ορθοδόξου πίστεως και ζωής καθ’ όλους τους αιώνες. Η Εκκλησία του απένειμε τον τίτλο Θεολόγος ως κυριώνυμο, για τον ιδιάζοντα, βαθύ και υψηλό χαρακτήρα της θεολογίας του.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ανήκει στους αγίους Πατέρες, που λόγω της τεράστιας συμβολής του στα διοικητικά της Εκκλησίας, του μεγάλου κοινωνικού και πνευματικού του έργου και της συμβολής του στην ανάπτυξη της θεολογίας, η μνήμη του διατηρήθηκε ζωντανή σε όλους τους αιώνες. Είναι ο μόνος από τους Τρεις Ιεράρχες, που δεν κατάγεται από την Καππαδοκία, αλλά από την Αντιόχεια της Συρίας. Ήταν παιδί επιφανούς οικογενείας, του Σεκούνδου και της αγίας Ανθούσης, της οποίας την αρετή και την πίστη εγκωμίασε ο δάσκαλος του αγίου, ο ονομαστός φιλόσοφος Λιβάνιος, λέγοντας ότι είναι η αξιότερη των χριστιανών. Ο άγιος γεννήθηκε μεταξύ των ετών 344 και 354 και, όπως προαναφέραμε, φοίτησε κοντά στον σοφό Λιβάνιο. Μετά την κοίμηση της μητέρας του, ασκήτεψε για τέσσερα χρόνια κοντά σε Σύριο Γέροντα και άλλα δύο μόνος σε σπήλαιο. Στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος και μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου δίδαξε και επιδόθηκε στη συγγραφή. Χειροτονείται ιερέας και επιστρέφει στην Αντιόχεια, όπου αναπτύσσει μεγάλο πνευματικό έργο. Κηρύττει κάθε Παρασκευή και Κυριακή και τη Μεγάλη Σαρακοστή περιέρχεται όλους τους ναούς της πόλης και κηρύττει καθημερινά, προφυλάσσοντας και με αυτόν τον τρόπο τον λαό από τις διάφορες αιρέσεις. Το 398 εκλέγεται αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και ασκεί συνεχή κριτική κατά των ατασθαλιών των βασιλέων, των αρχόντων και της πολιτικής βίας. Επιδίδεται σε τεράστιο κοινωνικό και ποιμαντικό έργο, κτίζοντας νοσοκομεία, γηροκομεία, πτωχοκομεία και οργανώνοντας υποδειγματικά το έργο της κοινωνικής πρόνοιας. Αναπτύσσει το αίσθημα της σοβαρότητας της ιερωσύνης και συμβάλλει και απαιτεί από τους ιερείς του να είναι ολιγαρκείς, λιτοί και με ήθος. Κατά τη διάρκεια της επισκοπικής του διακονίας δέχθηκε πολλές ταλαιπωρίες, εξορίες και διώξεις. Το συγγραφικό του έργο είναι ογκώδες και θεωρείται ο ρητορικώτερος των Τριών Ιεραρχών.

Η εποχή, που έζησαν οι Τρεις Ιεράρχες, ήταν περίοδος ταραχών και ριζικών αλλαγών, αν και ο αρχαίος κόσμος παρέμενε ακόμα πολύ ισχυρός και η Εκκλησία είχε να αντιμετωπίσει τα βέλη και τους πειρασμούς των ποικίλων αιρέσεων. Η δε αυτοκρατορική μοναρχία ήταν τόσο ισχυρή, που είχε τη δύναμη να αλλάζει μέσα σε μια μέρα αποφάσεις που αφορούσαν την Εκκλησία και την Παιδεία, με αποτέλεσμα να διώκονται άγιοι ιεράρχες και σημαντικές προσωπικότητες από τους θρόνους και τις θέσεις τους.

Οι Άγιοι Τρείς Ιεράρχες. Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Η αυτοκρατορική αυλή ήταν ευάλωτη στις επιρροές κακών συμβούλων, αλλά και ιεραρχών, που ήθελαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να υπηρετήσουν τα ιδιοτελή συμφέροντα τους. Το κλίμα αυτό δεν δίστασαν να στηλιτεύσουν οι Τρεις Ιεράρχες, και ιδιαιτέρως ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, που δέχθηκε περισσότερο από τους υπόλοιπους τον πόλεμο των αυλοκολάκων. Πέραν τούτου, οι Τρεις Ιεράρχες είχαν να αντιμετωπίσουν και τους φανατικούς χριστιανούς, που δημιουργούσαν προβλήματα και προχωρούσαν σε βανδαλισμούς εναντίον ειδωλολατρικών ναών ή στο κάψιμο βιβλίων αρχαίων συγγραφέων.

Ειδικά, ο Μέγας Βασίλειος κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να τιθασεύσει μερικούς μοναχούς, που επιδίδονταν σε τέτοιου είδους καταστροφές, διότι ως άριστος γνώστης της αρχαίας γραμματείας ήξερε ότι η παιδεία της εποχής του ήταν στηριγμένη στα κείμενα των αρχαίων συγγραφέων. Επομένως, εκείνο που χρειαζόταν δεν ήταν η σύγκρουση και η απόρριψη, ούτε και η πλήρης αποδοχή, αλλά η διάκριση, η ανάλυση και η αφομοίωση του αρχαίου κόσμου, όχι ως περιεχομένου, αλλά ως ενδύματος του ορθοδόξου χριστιανικού λόγου.

Οι Τρεις Ιεράρχες έβλεπαν ότι την εποχή, που έζησαν, η αρχαιοελληνική παράδοση ήταν ζώσα και πραγματική, όχι μόνο για τους ειδωλολάτρες, αλλά και για πολλούς χριστιανούς, που αισθάνονταν κληρονόμοι των δύο πολιτισμών, του ελληνικού και του χριστιανικού και ήθελαν να παραλάβουν από τον ελληνισμό ένα περίλαμπρο ένδυμα κι από τον χριστιανισμό μια υψηλή θρησκευτική και ηθική διδασκαλία. Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, οι Καππαδόκες Πατέρες, και ειδικά ο Μέγας Βασίλειος, προσέφεραν το μέτρο της διακρίσεως, που προέτρεπε μεν τους χριστιανούς να σπουδάζουν τη φιλοσοφία και τις συναφείς επιστήμες, αλλά να προφυλάγονται από την κενή απάτη των ειδώλων, έχοντας για οδηγό τους την αποκάλυψη της εν Χριστώ αλήθειας.

Τρείς Ιεράρχες, Μουσείο Ζακύνθου, Τοιχογραφία από το ναό της Παναγίας Πικριδιώτισσας. Αρχές 18ου αιώνα

Η φιλοσοφία μπορούσε να είναι ένα όργανο επεξεργασίας και διατύπωσης των θεολογικών και ηθικών αντιλήψεων, αλλά το ζητούμενο ήταν η διατήρηση της σχέσης με τον ένα και μόνο Θεό. Η χρησιμοποίηση των όρων και μεθοδολογίας της ελληνικής φιλοσοφίας θεωρήθηκε αναγκαία, για να διατυπωθεί και να κατανοηθεί σε όρους δογματικούς η χριστιανική πίστη. Αξίζει εδώ να προσέξουμε το εξής: Οι Τρεις Ιεράρχες δεν έπαιρναν, όπως πολλοί πιστεύουν, ό,τι τους άρεσε από την αρχαία γραμματεία για να το προσαρμόσουν στη χριστιανική πίστη. Ούτε και συνέχισαν το έργο μερικών απολογητών, που υποστήριζαν ότι κάποια αρχαία κείμενα προετοίμαζαν την έλευση του Χριστού. Αντιθέτως, έχοντας ξεκάθαρη άποψη, αντιμετώπισαν τον αρχαίο κόσμο στο σύνολο του. Και έχοντας ως αφετηρία τον βαθύ συγκλονισμό που ένοιωθαν οι Έλληνες απέναντι στο απρόβλεπτο της ζωής, το οποίο τους ενέπνεε την αίσθηση της τραγωδίας, αντιπρότειναν στην εποχή τους ως λύση το απέραντο έλεος του Θεού, ο οποίος σαρκώθηκε για να προσλάβει τη ζωή και να θεραπεύσει την ιστορία. 

Στον τομέα της παιδείας, οι Τρεις Ιεράρχες αναδεικνύονται πρωτοπόροι αφού, σε μια εποχή συγκρούσεων και ταραχών, είχαν το σθένος και την τόλμη να υποστηρίζουν και να επιμένουν ότι θα πρέπει να μορφώνονται όλοι, ανεξαρτήτως τάξεως και όχι μόνο οι ανώτερες τάξεις του λαού. Κατάφεραν, λόγω της προσωπικότητας τους, της μεγάλης ακαδημαϊκής μόρφωσης και της ευρύτητας του πνεύματός τους, να καθορίσουν την παιδεία της εποχής τους. Έτσι στα σχολεία διδάσκονταν και αρχαιοελληνικά κείμενα και συγγραφείς, όπως ο Όμηρος, οι αρχαίοι τραγικοί Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης, ιστορικοί και ρήτορες, ακόμα και μερικές κωμωδίες του Αριστοφάνη. Πολλοί ερευνητές συμφωνούν ότι τα κείμενα αυτά δεν θα σώζονταν, εάν οι Τρείς Ιεράρχες δεν τα ενέτασσαν στην εκπαίδευση. Και αν σήμερα θεωρούνται προστάτες της παιδείας και των γραμμάτων, είναι γιατί, όχι μόνο διέσωσαν τα αρχαία γράμματα σε μια εποχή φανατισμού και μισαλλοδοξίας, αλλά και γιατί η βαθιά τους πίστη τους επέτρεψε να είναι επιλεκτικοί, διακριτικοί, ανοικτοί και κριτικοί προς κάθε κατεύθυνση. 

Γνώριζαν δηλαδή, ότι η γνώση δεν αρκεί από μόνη της για να κατευθύνει τους νέους προς την οδό της αλήθειας. Επιθυμούσαν να διαμορφώσουν τους νέους με τρόπο ώστε να αναπτύξουν το δώρο της ελευθερίας που είχαν από τον Θεό δημιουργικά κι όχι φοβισμένα και καχύποπτα, γιατί μόνο έτσι θα μπορούσαν να αγαπήσουν πραγματικά τον Δημιουργό και το δημιούργημα Του, τον άνθρωπο. Ήθελαν τα παιδιά να είναι μέτοχοι της αγάπης του Θεού, που εκβάλει έξω κάθε φόβο, ώστε ο άνθρωπος να αισθάνεται την ανάγκη να διακονεί τον αδελφό του και όχι να τον υποτάσσει. Έτσι, οι Τρεις Ιεράρχες είδαν την παιδεία ως καλλιέργεια της ψυχής και κοινωνία με τον Θεό, ως διαμόρφωση καλών και ενάρετων χαρακτήρων και ομαλή ένταξη τους στην κοινωνία. Γιατί, όπως λέει αφοπλιστικά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «οι άνθρωποι πρέπει να ζουν ο ένας για τον άλλο και όλοι για όλους».
Τρείς Ιεράρχες. Εικόνα του 7ου αι. Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά

Η κοινωνική ευαισθησία των Τριών Ιεραρχών είναι υποδειγματική και αξεπέραστη σε εύρος και δημιουργικότητα. Πρώτοι οι Τρεις Ιεράρχες τόνισαν ότι, παράλληλα με την ασκητική και ησυχαστική ζωή, θα έπρεπε να λειτουργεί και η διακονία προς τον συνάνθρωπο μας, δηλαδή η συμπαράσταση και η βοήθεια προς κάθε πάσχοντα, ανεξαρτήτως φυλής, χρώματος και θρησκείας. Είναι γνωστά τα οργανωμένα συσσίτια του Μεγάλου Βασιλείου, στα οποία προσέρχονταν και Εβραίοι και Αρειανοί, καθώς είναι γνωστή και η κριτική, που ασκούσε στους τοκογλύφους και όσους εκμεταλλεύονταν τους ανθρώπους στη δουλειά. Ο άγιος Γρηγόριος σημειώνει ότι κανένας δεν είναι εκ φύσεως δούλος, ανατρέποντας τη σχετική άποψη, τόσο του αρχαίου, όσο και του ιουδαϊκού κόσμου. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος με τη σειρά του παραχωρεί εκκλησία στους Γότθους, για να τελούν τη λατρεία στη δική τους βαρβαρική γλώσσα. Όλα αυτά δείχνουν αγίους, που εφάρμοζαν στην πράξη και στην κυριολεξία τις εντολές του Χριστού. Δεν ήσαν χριστιανοί κατ’ όνομα, αλλά κατ’ ουσίαν.

Η οικουμενικότητα των Τριών Ιεραρχών είναι υποδειγματική αφού συνδιαλέγονταν με όλα και με όλους, χωρίς να αποκλίνουν από την Αλήθεια του Τριαδικού Θεού. Η ζωή τους ήταν διαποτισμένη από μια οικουμενική αντίληψη, η οποία αποτυπώθηκε και στο απολυτίκιο τους, το οποίο λέει: «τους την οικουμένην ακτίσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας». Δηλαδοί, οι Τρεις Ιεράρχες είναι αυτοί, που έδωσαν φως σ’ ολόκληρη την οικουμένη, με τις ακτίνες των θείων δογμάτων.
Η εποχή τους ήταν εποχή πολυπολιτισμικότητας, όπως θα λέγαμε σήμερα. Οι ίδιοι μαθήτευσαν σε εθνικούς και ιουδαίους δασκάλους και έτσι από νωρίς αντιλήφθηκαν ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι οικουμενική και ότι ο αληθινός Θεός έπρεπε να γίνει κατανοητός σε όλον τον κόσμο, όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως καταγωγής, θρησκείας, φύλου, χρώματος ή κοινωνικής θέσης. Το μήνυμα της Αναστάσεως, της νίκης κατά του θανάτου, έπρεπε να φτάσει σε κάθε γωνιά της γης. Η οικουμενικότητα των Τριών Ιεραρχών δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή παγκοσμιότητα, που ισοπεδώνει τα πάντα, γιατί εκείνη ήταν θεμελιωμένη στην ελευθερία και τον σεβασμό της διαφορετικότητας. Για τους Τρεις Ιεράρχες η οικουμενικότητα δεν ήταν σχήμα λόγου αλλά πράξη καινοδιαθηκική. Ο πλησίον είναι ο αδελφός μου, το άλλο μου μισό. Έτσι, μπορούμε χωρίς υπερβολή να πούμε ότι οι Τρεις Ιεράρχες είναι αυτοί, που ένωσαν την Ανατολή με τη Δύση και τον αρχαίο κόσμο με τον νέο κόσμο της χριστιανικής πίστης.
Τρεις Ιεράρχες, Βημόθυρα, Μητρόπολη Μόρφου

Η σκέψη των Τριών Ιεραρχών αποτελεί σήμερα το κλειδί για την ελληνική παιδεία. Διότι προσφέρει το οικουμενικό μήνυμα της αγάπης και της συνδιαλλαγής, αλλά και προβάλλει τον άνθρωπο ως κέντρο της δημιουργίας, που έχει την ευθύνη της διαχειρίσεως του κτιστού κόσμου αλλά και τη δυνατότητα να συνομιλεί και να κοινωνεί με τον Θεό, ως πρόσωπο ανεπανάληπτο και μοναδικό.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ και στη τεράστια συμβολή του Μεγάλου Βασιλείου και του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στη θεία λατρεία, με τη διαμόρφωση του τυπικού της θείας Λειτουργίας, που είναι το κορυφαίο λατρευτικό γεγονός των χριστιανών, το οποίο κορυφώνεται με την τέλεση της θείας Ευχαριστίας. Η θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, που είναι προγενέστερη εκείνης του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, είναι μεγαλοπρεπής και μακροσκελής και τελείται δέκα φορές τον χρόνο. Ενώ η θεία Λειτουργία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου είναι στηριγμένη στην αποστολική θεία Λειτουργία, που αποδίδεται στον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο, αλλά αποτελεί και μια συνοπτικότερη απόδοση της θείας Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου.
Εύχομαι, η χάρη και η βοήθεια των αγίων αυτών Πατέρων, να είναι πάντα μαζί με όσους αγωνίζονται τον καλό αγώνα της παιδείας, δασκάλους και μαθητές. Η εποχή μας, με τον έντονο συγκρητισμό, την παγκοσμιοποίηση, τη συνύπαρξη των πιο αντιφατικών πολιτιστικών στοιχείων, θυμίζει σε πολλά τη δική τους εποχή. Γι’ αυτό, η παρουσία τους είναι και σήμερα επίκαιρη, όπως ήταν στη δική τους εποχή. Είθε το παράδειγμα, η διδασκαλία τους, αλλά κυρίως η μεσιτεία τους προς τον Χριστό, να βοηθούν όλους μας να δούμε κι εμείς «το φως το της γνώσεως».

Μόρφου Νεόφυτος: Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν ἐξουσία καὶ τὸ δίκιό του (25.01.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς ΙΕ΄ Λουκᾶ καὶ τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Φιλουμένου τοῦ Κυπρίου, τῆς ἱερᾶς μονῆς Ἁγίου Νικολάου παρὰ τὴν Ὀροῦντα (25.01.2026) Τὸ Ἀπολυτίκιο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ψάλλει χορὸς μοναζουσῶν τῆς ἱερᾶς μονῆς Ἁγίου Νικολάου παρὰ τὴν Ὀροῦντα.

Τὴν Θ’ ὠδὴ τοῦ Ἀναστάσιμου Κανόνος σὲ ἦχο πλ. δ΄ καὶ τὴν Θ΄ ὠδὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ψάλλει ὁ Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος και χορὸς ἱεροψαλτῶν (Ἠχητικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴ Θ. Λειτουργία).

Ὁμιλία στὴν Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου

Ο Τελώνης και ο Φαρισαίος, ψηφιδωτό, Ραβένα

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

«καὶ ὁ τελώνης… ἔτυπτε τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων∙
ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῶ»

Ο Τελώνης και ο Φαρισαίος, ψηφιδωτό, Ραβένα

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, προσευχὴ καὶ μετάνοια: Οἱ δύο μεγάλες ἀρετές, ποὺ μᾶς παρουσιάζει τόσο ζωντανὰ ἡ παραβολὴ τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου. Κενοδοξία καὶ κατάκριση: Δύο μεγάλα, θανατηφόρα τῆς ψυχῆς πάθη, ποὺ μὲ ἔντονο ἐπίσης καὶ δυνατὸ τρόπο στηλιτεύει ὁ Κύριος στὴν παραβολὴ αὐτή.

Οἱ δύο πρῶτες, οἱ ἀρετὲς τῆς προσευχῆς καὶ μετάνοιας, σὰν δύο φτεροῦγες, μᾶς ἀνεβάζουν στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ καὶ μᾶς συγκρατοῦν ἐκεῖ, πάντα μὲ τὴ Χάρη Του. Καὶ τὰ τελευταῖα, τὰ πάθη τῆς κενοδοξίας καὶ κατάκρισης, μᾶς ἀπογυμνώνουν τῆς Χάρης τοῦ Θεoῦ καὶ μᾶς καταβυθίζουν στὰ βάραθρα τοῦ Ἄδη.

Θέλοντας κάποτε ὁ Χριστός μας νὰ τονίσει, ἀπὸ τὴ μιὰ τὴν ἀξία τῆς ἀρετῆς τῆς προσευχῆς, καθὼς καὶ τὸν τρόπο τὸν ἁρμόδιο, μὲ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ προσευχόμαστε, ἀλλὰ καὶ νὰ στιγματίσει αὐτοὺς ποὺ νομίζουν πὼς εἶναι δίκαιοι καὶ ἐξουθενώνουν καὶ κατακρίνουν τοὺς ἄλλους, ἐξεφώνησε τὴ σημερινὴ παραβολή.

Πρέπει ἐξαρχῆς νὰ τονίσουμε πὼς σήμερα, Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου, ποὺ ὀνομάστηκε ἔτσι ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς ἡμέρας, εἶναι, ὅπως λέμε στὴ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀρχὴ τοῦ Τριωδίου, δηλαδὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιόδου ἀπὸ σήμερα μέχρι καὶ τὸ Μεγάλο Σάββατο. Τῆς πιὸ κατανυκτικῆς περιόδου τοῦ ἔτους, ποὺ μὲ τὶς ὡραιότατες Ἀκολουθίες της, τὴ νηστεία τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ποὺ περιλαμβάνει, τὴν ὅλη πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα ποὺ δημιουργεῖ, μᾶς προετοιμάζει μὲ τὸν καλύτερο τρόπο, ἂν θέλουμε καὶ ἀγωνισθοῦμε, νὰ ἑορτάσουμε ἐξαγνισμένοι τὴν κοσμοσωτήρια Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας.  Καὶ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, θέλοντας νὰ μᾶς ἑτοιμάσει γι᾽ αὐτὸ τὸ Στάδιο τῶν ἀρετῶν (ὅπως θὰ ψάλλουμε τὴν Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς), ὅρισε νὰ διαβάζεται σήμερα, ἀρχὴ τοῦ Τριωδίου, ἡ παραβολὴ αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ μᾶς διδάσκει τὴν ἀξία τῶν ἀρετῶν τῆς ταπείνωσης καὶ τῆς προσευχῆς, ὥστε νὰ μᾶς παροτρύνει νὰ τὶς ἀσπαστοῦμε καὶ νὰ τὶς ἐφαρμόσουμε σὰν ὅπλα στὸ στάδιο τῆς ἁγίας αὐτῆς περιόδου. Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, νὰ φοβηθοῦμε τὴν καταδίκη ὅσων ὑπέκυψαν στὰ πάθη τῆς κενοδοξίας καὶ κατακρίσεως τῶν ἄλλων, ὥστε πάσῃ δυνάμει νὰ τὰ ἀποφύγουμε.

Ἡ προσευχή, ἀδελφοί μου, εἶναι μέγιστο δῶρο τοῦ Θεοῦ σ᾽ ἐμᾶς. Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε τὴ δυνατότητα, ὅποτε καὶ ὅσο θέλουμε, νὰ τοῦ ὁμιλοῦμε, σὰν παιδιὰ στὸν Πατέρα τους, νὰ τοῦ ἀναφέρουμε τὰ προβλήματα, τὶς δυσκολίες, τὶς ἀδυναμίες, τὰ πάθη μας, ὅ,τι αἰσθάνεται ἡ ψυχὴ τοῦ καθενός μας. Ἡ προσευχὴ εἶναι πνευματικὴ ἀνάγκη κάθε πιστοῦ. Ὅσο θερμότερα πιστεύουμε, τόσο καὶ πιὸ πολὺ θέλουμε νὰ προσευχόμαστε. Καὶ τούτη ἡ ἀνάγκη εἶναι πιὸ ἐπιτακτικὴ στὶς μέρες μας, μὲ τὰ τόσα προβλήματα καὶ δοκιμασίες ποὺ διέρχεται ὁ ἄνθρωπος. Ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ ὀξυγόνο τῆς ψυχῆς. Φέρνει στὸν ἄνθρωπο γαλήνη, εἰρήνη, διώχνει τὴ λύπη καὶ τοὺς κακοὺς λογισμούς, ἀνακουφίζει τὸν πόνο, ἀποκαθιστᾶ τὴν ἐπικοινωνία μας μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Στὴν προσευχή μας, σύμφωνα μὲ τοὺς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νὰ κάνουμε τέσσερα πράγματα: Πρῶτο, νὰ δοξολογοῦμε τὸν Θεό, τὸν Δημιουργὸ καὶ Παντοδύναμο Πλάστη μας, γιὰ τὴν ἀνέκφραστη μεγαλωσύνη Του. Δεύτερο, νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε γιὰ ὅλα ὅσα ἔκανε καὶ κάνει γιὰ τὸ καλό μας, τὴ σωτηρία μας. Γιὰ τὰ Πάθη καὶ τὸν Σταυρό Του, γιὰ ὅλες τὶς εὐεργεσίες Του, ὑλικὲς καὶ πνευματικές, ὅσες βλέπουμε καὶ γνωρίζουμε καὶ ὅσες ἀγνοοῦμε. Ὕστερα, τρίτο, νὰ ἐξομολογού-μαστε καὶ νὰ ζητοῦμε συγχώρεση γιὰ τὰ πάθη καὶ τὰ λάθη μας, τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ σφάλματά μας. Καὶ τέταρτο, νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του ὅ,τι ἔχουμε ἀνάγκη, γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ἐλεύθερα, ἁπλᾶ καὶ ταπεινά, νὰ Τοῦ ἀναφέρουμε ὅ,τι μᾶς ἀπασχολεῖ, ζητῶντας τὸ ἔλεός Του, τὴ Χάρη Του, στὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς.

Παράδειγμα θεάρεστης προσευχῆς -καὶ συνάμα εἰλικρινοῦς μετάνοιας- μᾶς προβάλλει σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο τὸν Τελώνη. Ἐπειδὴ οἱ τελῶνες, δηλαδὴ οἱ φοροεισπράκτορες τῆς ρωμαϊκῆς ἐποχῆς, ἔκαναν ἀδικίες καὶ καταδυνάστευαν τὸν κόσμο, ἦταν οἱ χαρακτηριστικοὶ τύποι τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. Λέγει λοιπὸν ὁ Κύριος πὼς ἕνας Φαρισαῖος, ποὺ ἐθεωρεῖτο δίκαιος -ἦταν ὁ χαρακτηριστικὸς τύπος δικαίου ἀνθρώπου- κι ἕνας Τελώνης, ἀνέβηκαν νὰ προσευχηθοῦν στὸ ἱερό, στὸν ναό. Προσέξετε αὐτὸ τὸ «ἀνέβηκαν», ποὺ δηλώνει πὼς ἡ προσευχὴ ἀποτελεῖ ἀνάβαση, ἐξύψωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ γήινα στὰ οὐράνια. Καὶ ὁ μὲν Τελώνης, πῶς προσευχόταν; Ἂς προσέξουμε τὴ στάση του. Στάθηκε μακρυὰ ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο. Εἶχε αὐτογνωσία τῆς ἁμαρτωλότητάς του, καὶ ἑπομένως ταπείνωση καὶ μετάνοια. Τὸ βλέμμα του γυρισμένο κάτω. Δὲν τολμοῦσε κἂν νὰ ἀτενίσει στὸν οὐρανό, ὅπου θεωρεῖται ὁ τόπος τοῦ Θεοῦ (ὁ Θεὸς βεβαίως εἶναι πανταχοῦ παρών). Κι ἀκόμη, χτυποῦσε τὸ στῆθος του, γιατὶ μέσα στὸ στῆθος εἶναι ἡ καρδιά, τὸ κέντρο τῆς ψυχοσωματικῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου, ὁ χῶρος ποὺ ξεκινᾶ καὶ ἑδρεύει, τόσο τὸ καλό, ὅσο καὶ τὸ κακό. Καί, ἀκόμα, τὰ λόγια τῆς προσευχῆς, ποὺ μὲ δάκρυα ἔλεγε, εἶναι ἀξιοθαύμαστα: «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι, τῷ ἁμαρτωλῷ». Θεέ μου, ἐλέησέ με, τὸν ἁμαρτωλό. Δὲν χρειάζονταν παραπάνω. Δὲν χρειάζονται, συχνά, πολλὰ λόγια στὴν προσευχή, ἀδελφοί. Ὅπως κι ἀλλοῦ συμβουλεύει ὁ Χριστός μας: «Μὴ βαττολογήσετε ἐν τῇ προσευχῇ». Δηλαδὴ στὴν προσωπικὴ προσευχή σας μὴ λέτε πάρα πολλὰ λόγια. Γι᾽ αὐτὸ καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς παρέδωσαν μία σύντομη καὶ ἰσχυρὴ συνάμα προσευχή, ποὺ σὲ λίγες λέξεις συμπυκνώνει ὅλη τὴν πίστη μας καὶ ὅ,τι χρειάζεται νὰ ζητοῦμε καὶ ὅπως πρέπει νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεό. Πρόκειται γιὰ τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ, τὸ «Κύριε  Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν». Νὰ ἐπαναλαμβάνουμε ὅσο πιὸ συχνὰ μποροῦμε τὴν ἁγία τούτη προσευχή, ποὺ φέρει πολὺ πνευματικὸ καρπὸ στὶς ψυχές μας.

Ἂς δοῦμε τώρα καὶ τὸν Φαρισαῖο: Οὔτε ἴχνος ταπείνωσης, οὔτε μετάνοιας! Μόνο αὐτοδικαίωση καὶ καύχηση εἶχε, εὐχαριστῶντας τάχα τὸν Θεὸ πὼς δὲν ἦταν σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἁμαρτωλός, ἢ σὰν κι ἐκεῖνο ἐκεῖ τὸν Τελώνη. Ἡ κενοδοξία του ἐπισφραγίστηκε μὲ τὸ πάθος τῆς κατάκρισης τῶν ἄλλων. Γι᾽ αὐτὸ κι ἐπιλέγει ὁ Χριστός, ὅτι αὐτὸς μὲν ἐπέστρεψε σπίτι του καταδικασμένος καὶ ἁμαρτωλός, ἐνῶ ὁ Τελώνης συγχωρημένος καὶ δικαιωμένος. Διότι, κατὰ τὴν ἀδέκαστη τοῦ Κυρίου ἀπόφαση: «πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται». Καθένας δηλαδὴ ποὺ ἐξυψώνει τὸν ἑαυτό του, ποὺ κενοδοξεῖ, θὰ ταπεινωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, ἐνῶ ὅποιος ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του, θὰ ἐξυψωθεῖ, θὰ δοξασθεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Εἶναι νόμος πνευματικὸς τοῦτο. Τὸ εἴδαμε καὶ θὰ τὸ βλέπουμε ὅσο ὑπάρχει τοῦτος ὁ κόσμος καὶ στὸν ἑαυτό μας καὶ στοὺς ἄλλους.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πάντοτε, ἐξαιρέτως σήμερα, ἀρχὴ τοῦ Τριωδίου, καλούμαστε νὰ ἀγαπήσουμε, νὰ ἐξασκήσουμε τὶς θεάρεστες ἀρετὲς τῆς προσευχῆς, τῆς ταπείνωσης καὶ τῆς ἔμπρακτης μετάνοιας, ὅπως τὶς εἴδαμε στὸ πρόσωπο τοῦ Τελώνη. Ἂν ἀγωνιζόμαστε νὰ ζοῦμε ἔτσι, μὲ ταπείνωση καὶ προσευχὴ καὶ μετάνοια, διόρθωση τῆς ζωῆς μας, τοῦ φρονήματός μας, ἂν ἐφαρμόζουμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, καὶ πρώτιστα τὴν διπλὴ ἀγάπη, πρὸς τὸν Θεὸ δηλαδὴ καὶ τὸν πλησίον μας, ἂν ζοῦμε ἐνσυνείδητη μυστηριακὴ ζωή, τότε θὰ ἔλθει καὶ σ᾽ ἐμᾶς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ πλούσιο. Καὶ οἱ ὅποιες κρίσεις, προσωπικές, οἰκογενειακές, ἐθνικές, θὰ παρέλθουν. Καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τούτη τὴ ζωὴ εἰρηνικὰ νὰ διέλθουμε καὶ τῆς ἄλλης, τῆς αἰώνιας καὶ ἀληθινῆς, νὰ τύχουμε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Θεῷ ἡμῶν, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων. Ἀμήν!

Μνήμη των Aγίων και Θαυματουργών Αναργύρων Κύρου και Ιωάννου και των συν αυτοίς μαρτυρησάντων Αγίων γυναικών, Αθανασίας, Θεοδότης, Θεοκτίστης και Ευδοξίας (31 Ιανουαρίου)

Μαρτύριο των Aγίων και Θαυματουργών Aναργύρων Κύρου και Ιωάννου και των συν αυτοίς μαρτυρησάντων Αγίων γυναικών Αθανασίας, Θεοδότης, Θεοκτίστης και Ευδοξίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη των Aγίων και Θαυματουργών Aναργύρων Κύρου και Ιωάννου

Κύρω συναθλών Ιωάννης προς ξίφος,
Συνθαυματουργεί και μετά ξίφος Κύρω.
Κύρον Ιωάννην τε τάμον πρώτη τριακοστή.

Μαρτύριο των Aγίων και Θαυματουργών Aναργύρων Κύρου και Ιωάννου και των συν αυτοίς μαρτυρησάντων Αγίων γυναικών Αθανασίας, Θεοδότης, Θεοκτίστης και Ευδοξίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτοι οι Άγιοι Κύρος και Ιωάννης ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει σϟβ΄ [292]. Και ο μεν Άγιος Κύρος, εκατάγετο από την Aλεξάνδρειαν. O δε Ιωάννης, από Έδεσσαν την διάσημον πόλιν της Μεσοποταμίας, η οποία τώρα κοινώς ονομάζεται Οουρφά. Eπειδή δε τότε επεκράτει ο κατά των Χριστιανών διωγμός, διά τούτο ο θείος Κύρος επήγεν εις ένα Μοναστήριον, το οποίον ευρίσκετο εις τον Aραβικόν κόλπον, και γενόμενος Μοναχός εκατοίκησεν εις αυτό. Και εις τόσον ύψος αρετής έφθασεν, ώστε οπού εποίει και θαύματα, και ιάτρευε κάθε νόσον, ήτοι πολυχρόνιον ασθένειαν, και κάθε μαλακίαν, ήτοι ασθένειαν ολιγοχρόνιον. O δε Ιωάννης επήγεν εις τα Ιεροσόλυμα, και ακούσας τα θαύματα οπού εποίει ο Άγιος Κύρος, επήγεν εις την Aλεξάνδρειαν, και από εκεί αναχωρήσας επήγεν εις τον τόπον εκείνον, οπού ήτον ο Άγιος Κύρος, και ούτως ευρίσκετο μαζί με αυτόν.

Eπειδή δε εσυνέβη να πιασθή από τους Έλληνας μία γυναίκα, Aθανασία ονομαζομένη, ομού με τας τρεις θυγατέρας της Θεοδότην, Θεοκτίστην, και Eυδοξίαν, και έμελλον να παρασταθούν εις τον κριτήν και να βασανισθούν διά να αρνηθούν την πίστιν του Χριστού, διά τούτο ακούσαντες ταύτα ο Κύρος και Ιωάννης, εφοβήθησαν, μήπως ως γυναίκες οπού ήτον, ήθελον δειλιάσουν εις το μαρτύριον. Όθεν επήγαν και τας ενεδυνάμωσαν με τα λόγιά των, και επαρακίνησαν αυτάς εις τον αγώνα του μαρτυρίου. Eκ της αιτίας δε ταύτης επιάσθησαν και αυτοί από τους ειδωλολάτρας, και ομολογήσαντες τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν Θεόν αληθινόν, εβασανίσθησαν με πολλάς τιμωρίας, και τελευταίον απεκεφαλίσθησαν ομού με τας ρηθείσας Aγίας τέσσαρας γυναίκας. Τελείται δε η αυτών Σύναξις εις τον μαρτυρικόν αυτών Nαόν, τον ευρισκόμενον εις τόπον καλούμενον Φωρακίου. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτών όρα εις τον Νέον Παράδεισον1.)

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι τα θαύματα των Aγίων τούτων Aναργύρων Κύρου και Ιωάννου, συνέγραψεν ο Ιεροσολύμων Σωφρόνιος, διατί ιάτρευσαν τους οφθαλμούς του. Και όρα εις την ενδεκάτην του Μαρτίου εν τω Συναξαρίω του Aγίου Σωφρονίου. Όθεν και εγκώμιον έπλεξεν εις αυτούς, ου η αρχή· «Άλλοι μεν άλλως τους Aγίους τιμάτωσαν». (Σώζεται εν τη Μεγίστη Λαύρα και εν τη Ιερά Μονή των Ιβήρων.) Aλλά και το Μαρτύριον αυτών εν αυταίς σώζεται, ου η αρχή· «Κύρος ο περιφανής των Μαρτύρων». Eν δε τη ρηθείση Λαύρα και άλλος λόγος ευρίσκεται, διαλαμβάνων περί αυτών των Aγίων Aναργύρων, και περί των Aγίων παρθένων Θεοδότης, Θεοκτίστης και Ευδοξίας, και της μητρός αυτών Aθανασίας, ου η αρχή· «O μεν σωτήριος λόγος του ευαγγελικού κηρύγματος».

Τη αυτή ημέρα μνήμη της ανωτέρω ρηθείσης Aγίας Μάρτυρος Aθανασίας, και των τριών θυγατέρων αυτής Θεοδότης, Θεοκτίστης, και Ευδοξίας

Μήτηρ αρίστη και τριάς θυγατέρων,
Πόθω Πατρός θνήσκουσι του πάντων ξίφει.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)