Αρχική Blog Σελίδα 2

Κοίμησις τοῦ δικαίου Ἀλεξάνδρου τοῦ ἐκ τῆς νήσου Σκιάθου ὁρμωμένου, Παπαδιαμάντη δ’ ἐπικαλουμένου (3 Ἰανουαρίου 1911)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

3 Ιανουαρίου 1911 φεύγει από τη ζωή ο  «άγιος των Ελληνικών γραμμάτων», ο κοσμοκαλόγερος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Η κάρα του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη φυλάσσεται στον Ι. Ναό Γεννήσεως της Θεοτόκου Παναγίας της Λιμνιάς Σκιάθου.

***

Τα χριστιανικά «τέλη»του Παπαδιαμάντη..

…Την τρίτην ημέραν της ασθενείας του ελιποθύμισε. Όταν δε συνήλθε,
-«Τι μου συνέβη;» είπε.
-«Δεν είναι τίποτε, μια λιποθυμία μικρά», του είπον αι περιστοιχίζουσαι αυτόν τρεις αδελφαί του.
-«Τόσα έτη», λέγει ο Αλέξανδρος, «εγώ δεν ελιποθύμισα, δεν εννοείτε ότι αυτά είναι προοίμια του θανάτου μου;
-Φέρετε αμέσως τον παπά και μην αναβάλλετε».

Μετ’ ολίγον κληθέντες ήλθον συγχρόνως και ο ιερεύς και ο ιατρός. Ο Παπαδιαμάντης προ πάντων ήτο χριστιανός και χριστιανός ευσεβής. Μόλις λοιπόν είδε τον ιατρόν, είπε εις αυτόν:

-«Τι θέλεις εσύ εδώ;».
-«Ήρθα να σε ιδώ», του λέγει ο ιατρός.
-«Να ησυχάσης», του λέγει ο ασθενής.
-«Εγώ θα κάμω πρώτα τα εκκλησιαστικά (δηλ. θα επικαλεσθώ την βοήθειαν του Θεού) και ύστερα ναρθής εσύ»

…Ο νους του μέχρι της τελευταίας του αναπνοής ήτο αφιερωμένος εις τον Θεόν. Μόνος του ολίγας ώρας πριν αποθάνη έστειλε να κληθή ο ιερεύς δια να κοινωνήση. «Ξεύρεις! μήπως αργότερα δεν καταπίνω!», έλεγε.

…Την εσπέραν της 2ας Ιανουαρίου, παραμονήν του θανάτου του, παρακάλεσε:
-«Ανάψτε ένα κηρί», είπε. «Φέρτε μου ένα βιβλίο» (εννοούσε Εκκλησιαστικό).

Το κηρίον ηνάφθη. Επρόκειτο δε να έλθη και το βιβλίον. Αλλά πάλιν αποκαμών ο Παπαδιαμάντης είπε: «Αφήστε το βιβλίο, απόψε θα ειπώ, όσα ενθυμούμαι απ’ όξω». Και ήρχισε ψάλλων τρεμουλιαστά!
«Την χείρα σου την αψαμένην» (σημ. Είναι τούτον τροπάριον της ενάτης Ώρας της παραμονής των Φώτων). Αυτό ήτο και το τελευταίον ψάλσιμον του Παπαδιαμάντη, διότι την ιδίαν νύκτα κατά την 2αν μετά το μεσονύκτιον ώραν εξημέρωνε η 3η Ιανουαρίου παρέδωκεν την ψυχήν εις χείρας του Πλάστου.

***

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἡ κοίμησις τοῦ δικαίου Ἀλεξάνδρου τοῦ ἐκ τῆς νήσου Σκιάθου ὁρμωμένου, Παπαδιαμάντη δ’ ἐπικαλουμένου (1911).

“Είχα γνωριμία και φιλία με
τον αείμνηστο Παπαδιαμάντη.
Τον γνώρισα στο εκκλησάκι
του Προφήτου Ελισαίου.

Από αυτόν έμαθα να ψάλλω συνετά , με κατάνυξη, φόβο Θεού ,ταπεινά…

Όταν έψελνε ήταν σαν να βρισκόταν μπροστά στο φοβερό βήμα της δευτέρας παρουσίας του Χριστού.
Ο Παπαδιαμάντης αγαπούσε
το Θεό, αγρυπνούσε πρόθυμα, έψελνε, υμνούσε, ευλογούσε
το Θεό χαρμόσυνα.

Ήταν ακτήμων όπως οι
Άγιοι Απόστολοι.
Μισούσε τον πλούτο, ως επιβλαβή και μάταιο.
Θα μπορούσε να γίνει βαθύπλουτος, αλλά προτίμησε να μένει πάμπτωχος.

Ό,τι του έδιναν για τον κόπο
του το μοίραζε στους φτωχούς αδελφούς.
Πολλές φορές έμενε χωρίς χρήματα.

Δεύτερη ενδυμασία δεν είχε!

Εγύρισα όλα τα μοναστήρια
της Ελλάδας, του Αγίου Όρους, της Παλαιστίνης, του Σινά. Ακτήμονες σαν τον Παπαδιαμάντη, βρήκα λίγους”..

Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος

***

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

† 3 Ιανουαρίου 1911 τό ξημέρωμα, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίω ὁ κύρ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ἀφού ἐκοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἔχοντας στά χείλη τό δοξαστικόν τῆς Ένάτης Ώρας τῶν Θεοφανείων: «Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην, τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου…».

Κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κηδείας του Άλέξανδρου Παπαδιαμάντη χιόνιζε, καὶ τὸ φέρετρο, ποὺ μεταφερόταν ξεσκέπαστο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στὰ Μνημούρια, στρώθηκε μὲ χιόνι, σὰν σάβανο. Τὴ συνθήκη αὐτὴ εἶχε περιγράψει ὁ ἴδιος στὸ διήγημα «Ὁ Ἔρωτας στὰ χιόνια», ὅπου ὁ μπαρμπα–Γιαννιός, ὁ ἥρωας τοῦ διηγήματος, πεθαίνει σαβανομένος ἀπὸ τὸ χιόνι!

“Ἄσπρο σινδόνι… νὰ μᾶς ἀσπρίσῃ ὅλους στὸ μάτι τοῦ Θεοῦ… ν᾽ ἀσπρίσουν τὰ σωθικά μας… νὰ μὴν ἔχουμε κακὴ καρδιὰ μέσα μας…

{…} Καὶ ὁ μπαρμπα-Γιαννιὸς ἄσπρισεν ὅλος, κ᾽ ἐκοιμήθη ὑπὸ τὴν χιόνα, διὰ νὰ μὴ παρασταθῇ γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος, αὐτὸς καὶ ἡ ζωή του καὶ αἱ πράξεις του, ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου.”

***

Ἀναμνήσεις Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νικόλαο Πλανά, τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη

«Κατὰ τὸ ἔτος 1905 ‐ 1907 ὑπηρετῶν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐφοίτων εἰς τὴν Βυζαντινὴν Μουσικὴν Σχολὴν «Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνος»… Ὁ συμπατριώτης μου Ἰωάννης Ἀλεξάκης… ἡμέραν τινα λέγει μοι: «Νὰ ἔλθῃς εἰς τὸν μικρὸν ναὸν τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου, εἰς τὸν ὁποῖον γίνονται κατανυκτικαὶ ἀγρυπνίαι καὶ ψάλλουν βυζαντινὰ οἱ Παπαδιαμάντης, Μωραϊτίδης, Τσώκλης καὶ ἄλλοι. Θὰ ὠφεληθῆς καὶ θὰ μάθης πολλὰ ἀναγκαῖα, χρήσιμα καὶ ὠφέλιμα διὰ τὴν ἱερὰν ὑμνωδίαν».

Μετέβην εἰς μίαν ἀγρυπνίαν καὶ τόσον πολὺ ηὐχαριστήθην καὶ κατενύγην, ὥστε συχνάκις καθ ̓ ὅλην τὴν ἑβδομάδα εἶχον εἰς τὸν νοῦν μου, πότε θὰ ἔλθη ἡ εὐλογημένη ὥρα νὰ ὑπάγω εἰς τὴν ἀγρυπνίαν∙ καὶ ὅτε ἤρχετο ἡ ὥρα, ἔτρεχον μὲ χαράν, ὥσπερ τρέχει ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγάς, διὰ νὰ πίω ἐκ τοῦ ὕδατος τοῦ ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον καὶ ποτίσω, δροσίσω καὶ εὐφράνω τὴν διψῶσαν μου ψυχήν. Καὶ πράγματι ᾐσθανόμην δρόσον, εὐφροσύνην καὶ ἀγαλλίασιν πνευματικὴν καὶ μοῖ ἐφαινοντο εἰς τὸν λάρυγγά μου γλυκύτερα ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, οἱ ὕμνοι, αἱ δοξολογίαι, τὰ στιχηρά, τὰ ἰδιόμελα, οἱ κανόνες, τὰ κατανυκτικὰ τροπάρια, τὰ ὁποῖα ἔψαλλον οἱ ἀείμνηστοι καθηγηταὶ ἐξάδελφοι Ἀλέξανδροι Παπαδιαμάντης καὶ Μωραϊτίδης, ὄχι μὲ φωνὰς θυμελικὰς καὶ βοὰς ἀτάκτους καὶ ἀναρμόστους, ἀλλά, ὡς λέγει ὁ Δαβίδ, μὲ σύνεσιν, μὲ συναίσθησιν, μὲ φόβον καὶ τρόμον: «ψάλατε συνετῶς, ψάλατε τῷ Κυρίῳ ἐν φὸβῳ καὶ τρόμῳ».

Ὅταν ἔψαλλον οἱ δύο Ἀλέξανδροι Παπαδιαμάντης καὶ Μωραϊτίδης, ὁ εἷς δεξιὰ καὶ ὁ ἄλλος ἀριστερά, ἔψαλλον μὲ τόσην προσοχήν, ταπείνωσιν, κατάνυξιν καὶ συντριβὴν καρδίας, ποὺ ἐνόμιζες ὅτι προσηύχοντο, ὅτι ἵσταντο ἐνώπιον τοῦ ἀοράτως παρισταμένου καὶ πανταχοῦ παρόντος Παντοδυνάμου καὶ Παντοκράτορος Θεοῦ καὶ χωρὶς νὰ θέλῃ τις ἠλαύνετο ὁ νοῦς τοῦ ὥσπερ ὑπὸ μαγνήτου, ἐπρόσεχε, ᾐσθάνετο τὰ δρώμενα καὶ ἐνόμιζεν ὅτί εὐρίσκετο εἰς τὸν Ὁὐρανόν, ὡς ψάλλει ὁ ἱερὸς ὑμνωδός…

Εἰς τὰς ἀγρυπνίας ἐγνώρισα καὶ δύο ἱἐρεῖς τὸν παπα Ἀντώνιον, ἐφημέριον τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Νικολάου Πευκακίων, καὶ τὸν παπα ‐ Νικόλαον Πλάνᾶ, ἐφημέριον τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Κυνηγοῦ∙ καὶ οἱ δύο ἀκούραστοι, πρόθυμοι εἰς τὰς ἀγρυπνίας, καλόκαρδοι. Ἐξαιρέτως δὲ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος παπα‐ Νικόλας Πλανᾶς ἦτο ἁπλοῦς, ἄκακος, πρᾶος, ἀκέραιος, ἀπόνηρος, ἀόργητος, ἀμνησίκακος, πάντοτε ἱλαρός, χαροποιός, γελαστός.

Ἔἰς τὸν παπα‐ Νικόλαον, ἐπειδὴ ἦτο ταπεινός, ἐπέβλεψεν ἐπ ̓ αὐτὸν ὁ Κύριος, ὡς λέγει ὁ σοφὸς παροιμιαστής: «ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, λέγει Κύριος, εἰμὴ ἐπὶ τὸν πρᾶον καὶ ταπεινὸν τῇ καρδὶᾳ καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους∙» καὶ πάλιν: « ἐν καρδίαις πραέων ἀναπαύσεται πνεῦμα Κυρίου»∙ καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰ. Χριστὸς ἐν Εὐαγγελίοις μακαρίζει αὐτούς: «Μακάριοι οἱ πραεῖς ὅτί αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν».

«Μέχρι σήμερον ποὺ ἔχουν παρέλθη 45 ἔτη, ὁσάκις ἀναπολήσω εἰς τὴν μνήμην μου τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Μωραϊτίδην καὶ τὰς κατανυκτικὰς ἐκείνας ἀγρὺπνίας καὶ ἱερὰς μυσταγωγίας, τὰς ὁποίας ἐτέλουν ὁἱ ἀείμνηστοι π. Ἀντώνιος καὶ ὁ ἁπλοῦς καὶ ἀκέραιος καὶ ταπεινὸς τῇ κὰρδίᾳ παπα- Νικόλαος ὁ Πλανᾶς, μοῖ φαίνεται ὡσὰν νὰ ἀκούω τὴν ἱἐρὰν ἐκείνην ὑμνωδίαν, ἡ ὁποία ὡμοίαζε ὡσὰν ὑμνωδία ἀγγελικὴ καὶ προσευχὴ κατανυκτική. Δὲν θὰ λησμονήσω τὴν εὐλάβειαν καὶ προσοχὴν μὲ τὴν ὁποίαν ἔψαλλον οἱ ἀείμνηστοι διδάσκαλοι Μωραϊτίδης καὶ Παπαδιαμάντης, μὲ τὴν σιγανὴν καὶ ταπεινὴν φωνήν των. Ἐφαίνοντο ὄχι ὅτι ἔψαλλον, ἀλλ’ ὅτι προσηύχοντο καὶ συνωμίλουν μὲ τὸν Θέόν.

Ὁ δὲ Παπαδιαμάντης, ὅταν ἔψαλλε τὰ τροπάρια τῆς Δευτέρας Παρουσίας: «Ὅταν μέλλεις ἔρχεσθαι κρίσιν δικαίαν ποιῆσαι, Κριτὰ δικαιότατε… Ὅταν τίθωνται θρόνοι καὶ ἀνοίγωνται βίβλοι, καὶ Θεὸς εἰς κρίσιν καθέζηται… Ἐννοῶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ τὴν ὧραν, ὅταν μέλλομεν πάντες, γυμνοὶ καὶ ὡς κατάκριτοι τῷ ἀδεκάστῳ Κριτῇ παρίστασθαι…» τὰ ἔψαλλε μὲ τοιαύτην συναίσθησιν καὶ φόβον, ὥστε ἐφαίνετο ὡσὰν νὰ ἵστατο ἔμπροσθεν τοῦ φοβεροῦ Κριτηρίου. Ὅταν δὲ ἔψαλλε τὰ τοῦ Παραδείσου τροπάρια, ἐφαίνετο ὡσὰν νὰ ἐξίστατο καὶ ἡρπάζετο ὡς εἰς Παράδεισον. Ὡσαύτως, ὅταν ἔψαλλε τὰ Ἀναστάσιμα τροπάρια καὶ κανόνας, ἐφαίνετο ὡς χαίρων καὶ ἀλλόμενος, καθὼς ὁ Θεοπάτωρ Δαυΐδ «πρὸ τῆς σκιώδου Κιβωτοῦ ἥλατο σκιρτῶν».

«Ἐπειδὴ δὲ ἔψαλλον (ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Μωραϊτίδης) μετὰ συνέσεως καὶ εὐλαβείας, δὲν ἐπέτρεπον εἰς ψάλτας ποὺ ἤρχοντο διὰ νὰ ψάλωσι εἰς τὰς ἀγρυπνίας, ἐὰν καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἔψαλλον συνετῶς καὶ μετεχειρίζοντο ὄχι τὰς φυσικάς των φωνάς, ἀλλὰ θυμελικάς, προσποιητὰς καὶ ἀτάκτους φωνάς. Ὁ δὲ Παπαδιαμάντης, ὅστις ἦτο καὶ εὐέξαπτος, τοὺς ἐδίωκε. Φύγετε, τοὺς ἔλεγε, ἐδῶ εἶναι τόπος προσευχῆς. Πηγαίνετε νὰ τραγουδήσετε εἰς τὰ θέατρα. Πολλάκις καὶ ἐμὲ ὅστις ἤμην βοηθός του καὶ μαθητής, ὅταν ἔκανα καμμίαν παραφωνίαν ἢ παρατονίαν, μὲ ἐδίωκεν. Φύγε, μοῖ ἔλεγε, παῦσε, κλεῖσε τὸ στόμα σου, ἀπρόσεκτε. Ἐγὼ παρεμέριζα, ἀλλὰ γρήγορα τοῦ περνοῦσε ὁ θυμὸς καὶ πάλιν μὲ ἐκάλει. Κώστα, ἔλα νὰ ψάλης. Ἐγὼ ἐπειδὴ εἶχον ζῆλον νὰ μάθω, ἀμέσως ἔτρεχον καὶ ἔψαλλον.

Ἦτο δὲ τόσο ταπεινός, ὥστε πολλάκις μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀγρύπνίας ἔμπροσθεν πολλῶν μοῖ ἐζήτει σύγχώρησιν. Κώστα, μοῖ ἔλεγεν (τοῦτο ἦτο τὸ κοσμικὸν μου ὄνομα), νὰ μὲ συγχωρέσης, διότι σὲ ἐλύπησα. Καὶ ἐγὼ τῷ ἔλεγον: – Ἐγὼ πταίω, διδάσκαλε, διότι εἶμαι ἀπρόσεκτος. Σὲ εὐχαριστῶ δέ, διότι μὲ τὰς παρατηρήσεις ποὺ μὸῦ κάμνεις γίνομαι προσεκτικώτερος καὶ μὲ τὰς ἐπιπλήξεις μὲ διδάσκεις τὴν ὑπομονὴν τῆς ὁποίας ἔχω ἀνάγκην.

Ὀμολογῶ, ὅτι ἀπὸ τὴν τάξιν ἐκείνην ἡ ὁποία παρετηρεῖτο εἰς τὸ ἐκκλησάκι ἐκεῖνο τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου ἔλαβον μεγάλην ὠφέλειαν».

Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος

***

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Η δίψα του Δαυΐδ
[Σχόλιον εἰς τὴν Π. Δ.] – 1905

Ἐκεῖνος ὅστις ὡμίλει οἰκείως πρὸς τὸν Θεὸν κ᾿ ἔλεγεν: «Ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου…», ἐκεῖνος ὅστις εἶπεν: «Ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς τὸν Θεόν, τὸν ἰσχυρόν, τὸν ζῶντα…», πολλὰ καὶ διάφορα εἴδη δίψης ἐδοκίμασεν, ὡς εἰκός, εἰς τὴν ζωήν του τὴν πολυκύμαντον· καὶ ὄχι ὀλιγώτερον διαφέρουσα εἶναι ἐκείνη ἡ δίψα, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθη ποτὲ ἐν καιρῷ πολέμου, ἐνῷ ὁ ἐχθρὸς κατεῖχεν ὅλην τὴν περίχωρον τῆς Βηθλεέμ, καὶ ἠπείλει τὰ Ἱεροσόλυμα.

Ὁ πλήρης ἀντιθέσεων χαρακτήρ, ὁ Βασιλεὺς ὁ θεόπνευστος, τοῦ ὁποίου ἡ «ἰδιοτροπία» ἡ τόσον συμπαθὴς ἐφάνη εἰς τὴν τραγικὴν ἐκείνην περιπέτειαν τοῦ βίου του, καθ᾿ ὃν χρόνον ἐν ἄκρᾳ ἀσιτίᾳ προσηύχετο νυχθημερόν, παρακαλῶν νὰ τοῦ χαρίσῃ ὁ Θεὸς τὴν ζωὴν τοῦ βρέφους, τοῦ ἐκ τῆς Βηρσαβεέ, ἐζήτησε δὲ παραδόξως νὰ τοῦ δώσωσι νὰ φάγῃ, εὐθὺς ὡς ἐνόησεν ἀπὸ τοὺς ψιθυρισμοὺς τῶν ὑπηρετῶν, ὅτι τὸ παιδίον εἶχεν ἀποθάνει, εἶχε δείξει καὶ ἄλλας «ἰδιοτροπίας» εἰς τὴν ζωήν του.

Μιᾷ τῶν ἡμερῶν, εἰς τὴν λιτανείαν τῆς Κιβωτοῦ τοῦ Κυρίου, ἐν μέσῳ ἀπείρου πλήθους ὑπηκόων του, ὁ ἔνθεος ψάλτης εὐηρεστήθη νὰ δείξῃ πῶς λησμονεῖ ὅτι εἶναι βασιλεύς, καὶ ἤρχισεν αἴφνης νὰ χορεύῃ καθ᾿ ὁδόν, κρούων τὴν κινύραν· εἰς δὲ τοὺς ὀνειδισμοὺς καὶ τὰς ἐπιπλήξεις τῆς πρώτης γυναικός του, τῆς θυγατρὸς τοῦ Σαούλ, μὲ ἄκραν ἁπλότητα ἀπήντησε: «Καὶ παίξομαι καὶ ὀρχήσομαι ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ μου…». Εἰς ὅλην τὴν νεότητά του εἶχε καταδιωχθῆ ἀμειλίκτως ἀπὸ τὸ Σαούλ, τὸν πενθερόν του. Αὐτὸς τοῦ εἶχε χαρίσει δὶς τὴν ζωήν, ὅταν ἔπεσεν εἰς χεῖράς του, ἐκεῖνος, κατόπιν λυκοφιλίας καὶ συνδιαλλαγῆς, παρεσπόνδει κ᾿ ἐζήτει ἐπιμόνως τὸν θάνατόν του.

Εἰς ἕνα τῶν διωγμῶν τούτων, ὁ Δαυῒδ εἶχε ζητήσει σωτηρίαν εἰς πόλιν ἀλλοφύλων. Ὁ βασιλεὺς ὁ ἐθνικός, μαθὼν ὅτι ὁ νικητὴς τοῦ Γολιάθ, ὁ κεχρισμένος Βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, εὑρίσκετο εἰς τὴν πόλιν του, διέταξε τοὺς ἰδίους αὐλικούς του νὰ τὸν θανατώσωσιν ἄνευ ἀναβολῆς. Τότε ὁ Δαυΐδ, ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ, προσεποιήθη τὸν τρελόν, διὰ νὰ σωθῇ ἐκ τῆς καταδίκης.

Τὸ τέχνασμα ἐπέτυχε λαμπρῶς, κατὰ θείαν νεῦσιν, καὶ ὁ λυσσωδῶς καταδιωκόμενος γαμβρὸς τοῦ Σαοὺλ ἐπέζησε διὰ νὰ τὸν διαδεχθῇ εἰς τὴν βραχεῖαν ἐκείνου βασιλείαν, νὰ βασιλεύσῃ ἐνδόξως ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη, νὰ γίνῃ θεοπάτωρ, καὶ νὰ ψάλῃ θεσπέσια προφητικὰ ᾄσματα εἰς τὴν θυγατέρα τοῦ Βασιλέως, τῆς ὁποίας εἶναι «πᾶσα ἡ δόξα ἔσωθεν, ἐν κροσσωτοῖς χρυσοῖς περιβεβλημένη καὶ πεποικιλμένη».

Τίς οἶδεν ἂν ὁ μέγιστος Ἄγγλος ποιητὴς δὲν ὠφελήθη ἀπὸ τὸ ὑπόδειγμα τοῦτο τῆς προσποιητῆς τρέλας ἑνὸς ἐπιδόξου βασιλέως, διὰ νὰ πλάσῃ τὸν τύπον τοῦ ἰδικοῦ του Δανοῦ βασιλόπαιδος; – Πλὴν ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὴν δίψαν τοῦ Δαυΐδ.
Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, μετὰ τὸν οἰκτρὸν θάνατον τοῦ Σαούλ, καὶ ἀφοῦ ὁ Δαυῒδ παρέλαβε τὴν βασιλείαν – ὅστις διεξήγαγε τροπαιοῦχος πλείστους κατὰ τῶν γειτόνων ἐθνῶν πολέμους – ἡ γενέτειρα τοῦ Προφητάνακτος πόλις Βηθλεὲμ καὶ τὰ πέριξ εἶχον καταληφθῆ ἀπὸ τοὺς ἀλλοφύλους ἐχθρούς. Μίαν ἡμέραν, ὁ Δαυΐδ, εἰς τὸ στρατόπεδόν του, ἀντικρὺ τῶν βράχων τῆς Σιών, καθήμενος εἰς τὰ πρόθυρα τῆς σκηνῆς του, προσέβλεπε σιωπηλὸς τὴν ὀρεινὴν χώραν τοῦ Ἰούδα.

Τὸ ὄμμα του προσηλώθη θολόν, καὶ σχεδὸν βλοσυρὸν πρὸς τὰ βουνὰ ἐκεῖνα. Οἱ στρατηγοὶ καὶ οἱ δορυφόροι του ἀνήσυχοι τὸν ἐκοίταζον, προσπαθοῦντες νὰ μαντεύσωσι τί ἆρα ἐσυλλογίζετο ὁ Βασιλεύς.

Αἴφνης ὁ Δαυῒδ ἔστρεψε βραδέως τὴν κεφαλήν, καὶ χωρὶς νὰ τείνῃ ἀπ᾿ εὐθείας πρὸς αὐτοὺς τὸ βλέμμα ἐστέναξε καὶ εἶπε μὲ φωνὴν μόλις ἀκουομένην:

– «Τίς δώῃ μοι πιεῖν ἀπὸ τῶν λάκκων τῆς Βηθλεέμ;»

Ὁ περιπαθὴς ψάλτης ἐνθυμεῖτο τὸν καιρόν, καθ᾿ ὃν ἦτο ἁπλοῦς βοσκός, ὄγδοος υἱὸς τοῦ πατρός του, βόσκων τὰ πρόβατα εἰς τὰ περίχωρα τῆς Βηθλεέμ. Οἱ ἀδελφοί του «καλοὶ καὶ μεγάλοι σφόδρα καὶ οὐκ εὐδόκησεν ἐν αὐτοῖς ὁ Κύριος». Αὐτὸν τὸν νεαρὸν καὶ μικρόσωμον, ἐξέλεξε μεταξὺ ὅλων ὁ Σαμουήλ, ὁ Βλέπων, διὰ νὰ τὸν χρίσῃ εἰς βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ οἱ ἀδελφοί του τὸν παρέβλεπον, καὶ ὁ πατήρ του τὸν ἔκρυπτε, λέγων ἀφελῶς, ὅτι δὲν εἶχεν ἄλλον υἱόν, ἀφοῦ καὶ τοὺς ἑπτὰ τοὺς εἶχεν ἀπορρίψει ὁ ἀπεσταλμένος Κυρίου!

Ὁ τραγικὸς βασιλεὺς ἴσως νὰ ἐπόθει ὡς νοσταλγὸς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ᾿ ἣν ἔβοσκε τὸ ποίμνιόν του εἰς τὰ περίχωρα τῆς Βηθλεέμ. Ἢ ἐπεθύμει ἆρα νὰ ἐμπνεύσῃ φρόνημα εἰς τοὺς στρατιώτας του, ὅπως ριφθῶσιν ἀποφασιστικοὶ εἰς τὸν κίνδυνον, καὶ ἐξώσωσι τὸ ταχύτερον τοὺς βεβήλους ἐχθροὺς ἀπὸ τὰ ἱερὰ ἐδάφη τῆς Βηθλεέμ;

Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τοῦτο, δύο ἀνδρεῖοι νεανίαι, ἀκούσαντες τὸν πόθον τοῦ Βασιλέως, ἐξήγησαν κατὰ γράμμα τοὺς λόγους του καὶ λαβόντες δύο ἀσκούς, ἐρριψοκινδύνευσαν ἐν καιρῷ νυκτός, διέσχισαν τὰς προφυλακὰς τοῦ ἐχθροῦ, ἔφθασαν εἰς τὴν κοιλάδα τῆς Βηθλεέμ, ἐκεῖ ὅπου ἔβοσκε τὸ πάλαι ὁ θεόπνευστος βοσκὸς τὰ ποίμνια τοῦ πατρός του, κ᾿ ἐγέμισαν τοὺς ἀσκοὺς ἀπὸ τοὺς λάκκους τοῦ νεροῦ, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐπόθει νὰ πίῃ ὁ Βασιλεύς των. Ἔφθασαν ἀσφαλῶς εἰς τὸ στρατόπεδον, κ᾿ ἐπαρουσίασαν τοὺς δύο ἀσκοὺς πλήρεις εἰς τὴν σκηνήν, ὅπου διενυκτέρευεν ἐν προσευχῇ ὁ Προφητάναξ, αὐτοσχεδιάζων ἕνα ἐκ τῶν θεσπεσίων ψαλμῶν του. «Ὁ Θεός, ὁ Θεός μου, πρὸς σὲ ὀρθρίζω, ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου…»

Ἐδῶ πάλιν ἀπεδείχθη ἡ «ἰδιοτροπία» τοῦ Δαυΐδ. Ὁποία ὑψηλὴ καὶ εὐγενεστάτη, ἀλλ᾿ ἀκατάληπτος εἰς τὸ κοινὸν τῶν ἀνθρώπων, ἰδιοτροπία! Ὡς εἶδε τοὺς ἀσκοὺς πλήρεις ὕδατος, κ᾿ ἔμαθε τὸ τόλμημα τῶν δύο ἀνδρείων νεανίσκων δὲν ἠθέλησε νὰ πίῃ· ἀλλ᾿ ἐξέχεεν ὅλον τὸ ὕδωρ κατα- γῆς, εἰς σπονδὴν Κυρίῳ τῷ Θεῷ.

– «Οὐ μὴ πίω ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου, ὅτι ἐν αἵματι ψυχῆς ἀνδρῶν ἐστιν· ἀλλὰ σπείσομαι αὐτὸ Κυρίῳ τῷ Θεῷ μου».

Μεγάλη τόλμη θὰ ἦτο ἂν ἀπεπειρώμεθα ἡμεῖς νὰ γράψωμεν ἐκ μέρους μας καὶ μίαν λέξιν ὡς σχόλιον ἢ ἑρμηνείαν εἰς τὸ ὡραῖον τοῦτο καὶ τόσον ποιητικὸν ἐπεισόδιον. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ σήμερον ἔχομεν Φῶτα καὶ εἶναι ἡμέρα καθ᾿ ἣν ἁγιάζεται ἡ φύσις τῶν ὑδάτων, καθ᾿ ἣν ἡ Ἐκκλησία ἀνακαλεῖ τόσα θεσπέσια ρήματα ἐκ τῶν ψαλμῶν τοῦ Προφητάνακτος· «Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων, ὁ Θεὸς τῆς δόξης ἐβρόντησε· Κύριος ἐπὶ ὑδάτων πολλῶν»· ἡμέρα καθ᾿ ἣν ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος ἐπικαλεῖται τὴν παρουσίαν του· «Δαυῒδ πάρεσο πνεύματι τοῖς φωτιζομένοις· νῦν προσέλθετε ὧδε πρὸς Θεόν…», ἂς μᾶς ἐπιτραπῇ μόνον νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς δίψης τοῦ Δαυῒδ εὐλόγως δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μία συμβολικὴ πρόρρησις· ὅτι, ὅπως ὁ Δαυῒδ ἐδίψησε τὸ ὕδωρ ἐκεῖνο, ταχέως θὰ ἤρχετο χρόνος, ὁπότε ὅλη ἡ ἀνθρωπότης ἔμελλε νὰ διψήσῃ καὶ νὰ ποθήσῃ νὰ δροσισθῇ ἀπὸ τὰ νάματα τοῦ Ἰορδάνου, καὶ «ἀπὸ τῶν λάκκων τῆς Βηθλεέμ».

***

Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην, τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου,
Μεθ’ ἧς καὶ δακτύλῳ αὐτόν, ἡμῖν καθυπέδειξας,
Ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν, Βαπτιστά, ὡς παρρησίαν ἔχων πολλήν·
Καὶ γὰρ μείζων τῶν Προφητῶν ἁπάντων, ὑπ’ αὐτοῦ μεμαρτύρησαι.
Τοὺς ὀφθαλμούς σου πάλιν δέ, τοὺς τὸ Πανάγιον Πνεῦμα κατιδόντας,
ὡς ἐν εἴδει περιστερᾶς κατελθόν,
Ἀναπέτασον πρὸς αὐτὸν Βαπτιστά, ἵλεων ἡμῖν ἀπεργασάμενος.
Καὶ δεῦρο στῆθι μεθ’ ἡμῶν, Ἐπισφραγίζων τὸν ὕμνον, καὶ προεξάρχων τῆς πανηγύρεως.

Ο Παπαδιαμάντης, ο πνευματικός οδηγός μας (Φώτη Κόντογλου)

3 Ιανουαρίου είναι η επέτειος του θανάτου του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Πολλά είχε γράψει γι αυτόν ο Φώτης Κόντογλου όπως επίσης τον είχε ζωγραφίσει αρκετές φορές. Ας δούμε τι είχε γράψει σε άρθρο για την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, μαζί με ένα έργο που ζωγράφισε.

Ο Παπαδιαμάντης, ο πνευματικός οδηγός μας

«Ου πας ο λέγων μοι «Κύριε, Κύριε» εισελεύσεται είς την βασιλείαν των ουρανών αλλά ο ποιών το θέλημα του πατρός μου του εν τοις ουρανοίς».

Έτσι κι εμείς δεν θα γίνουμε αληθινοί Έλληνες και χριστιανοί με το να παινεύουμε μοναχά με κούφια λόγια τους ανθρώπους που λέμε πως τους έχουμε για πνευματικούς οδηγούς, αλλά σαν πορευόμαστε σύμφωνα με όσα είπανε και πράξανε.

Γιατί ο άνθρωπος έχει κλίση στο να φτιάχνει κάποια είδωλα και να τα προσκυνά, νομίζοντας πως τιμά την αλήθεια ενώ τιμά το ψεύτικο ομοίωμά της. Αυτό το πράγμα γίνεται και με τον Παπαδιαμάντη: Τον δοξάζουμε και τον ανεβάζουμε ίσαμε τον ουρανό, πλην κανένας μας δεν θέλει να ζήσει όπως έζησε ο Παπαδιαμάντης. Δεν θέλω να πω να ζήσει στη φτώχεια και κουρελιασμένος, αλλά να ζήσει με τον τρόπο που ένοιωθε την Ελλάδα εκείνος.

Μας αρέσει η απλότητα, αγαπούμε την ταπείνωση, ενθουσιαζόμαστε με την ειλικρίνεια, τιμούμε την καλοσύνη, θαυμάζουμε την πίστη του, αλλά εμείς ζούμε με έναν τρόπο ολότελα διαφορετικόν. Τα γυρίσαμε όλα σε λόγια. Με τα λόγια ζούμε και με τα λόγια πεθαίνουμε. Δεν καταλάβαμε πως δεν υπάρχει τέχνη, παρά πως υπάρχει ζωή. Αυτό που λέμε τέχνη, είναι ένα ψεύτικο ομοίωμα της ζωής, ένα είδωλο νεκρό, αν δεν το ζωοποιεί η αληθινή ουσία της ζωής και τότε τέχνη και ζωή είναι ένα πράγμα.

Στην εποχή μας ο άνθρωπος συμβίβασε όλα τα ασυμβίβαστα, κι αυτό είναι η αιτία της συγχισμένης ζωής του, που κατάντησε ένας ακατανόητος τραγέλαφος. Ο σημερινός άνθρωπος θυσίασε «το τιμιότατον» και ζει με την ψευτιά. Αλλά τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο αν κερδίσει όλον τον κόσμο και ζημιωθεί η ψυχή του; Εμείς θαρρούμε πως κερδίσαμε όλον τον ψεύτικο κόσμο και χάσαμε την ψυχή μας, χάσαμε τον ίδιο τον εαυτό μας.

Όσοι καταγίνουνται με τον Παπαδιαμάντη, καταπιάνονται ν’ αναλύσουνε το έργο του, να κάνουνε ψυχανάλυση και αισθητική, πού ναι οι δυο κατάρες του καιρού μας.

Όλα τα ψάχνουμε, όλα τα σκαλίζουμε και μοναχά αυτό «το τιμιότατον» πού ‘χει ο Παπαδιαμάντης, δηλαδή την αληθινή ζωή του, μοναχά αυτό δεν το νοιώθουμε αληθινά και δεν αφήνουμε να μας συνεπάρει. Ζητάμε από τον Παπαδιαμάντη αυτό που ζητάμε και από τον εαυτό μας, τα λόγια.

Αλλά ο Παπαδιαμάντης δεν είναι μήτε λογογράφος μήτε λογοτέχνης. Ο Παπαδιαμάντης είναι ένας άνθρωπος αληθινός που έτυχε να γράψει  όπως ο Απόστολος Παύλος που έγραψε μοναχά τις επιστολές του κι αυτό τον έκανε να στηρίζει τους πιστούς, αλλιώς δεν θα έγραφε. Η ουσία της ζωής βρίσκεται μέσα σε αυτά τα απλά γραψίματα, τα ανεπιτήδευτά. Ό,τι έγραψε ο Παπαδιαμάντης είναι το απαύγασμα της ζωής του και είναι αληθινό, επειδή η ζωή του ήτανε αληθινή και απλή.

Σε κανένα άλλο έθνος δεν εβγήκε ένας τέτοιος συγγραφέας που να ευωδιάζει ολόκληρος από την ευωδία του Χριστού, από την πνευματική ευωδία της Ορθοδοξίας. Ο Παπαδιαμάντης είναι και ο «ποιήσας και ο διδάξας» κι εμείς καθόμαστε και λέμε πως είναι λογοτέχνης. Γιατί πιστεύουμε στην ψευτιά που λέγει «η τέχνη για την τέχνην».

Αυτή την καρδιά την συντετριμμένη, αυτό τον ταπεινόν και ήσυχον και τρέμοντα τους λόγους του Θεού, τον κάναμε μέγαν άνδρα, και τον δοξάζουμε με φανταχτερές γιορτές. Εκείνος έζησε «ως στρουθίον μονάζον επί δώματος», εκείνος έλεγε με σιγανή φωνή «ψάλλατε συνετώς» κι εμείς ίσως να βάλουμε τενόρους και μπάσους να τραγουδάνε απάνω στο μνήμα του.

Ας μην ταράζουμε τον «κεκοιμημένον» αλλά ας μπούμε μέσα στον εαυτό μας για να βρούμε τον «καλόν μαργαρίτην» που βρήκε και κείνος. Αυτός είναι ο φτωχός που πλούτισε τη ζωή μας κι έκανε πάλι την Ελλάδα «χρυσοπλοκώτατον πύργον». Και κλειδοκράτορας αυτού του πύργου είναι αυτός ο ταπεινός που έχει όμως μεγάλη εξουσία και μας ανοίγει και μπαίνουμε μέσα και χαιρόμαστε γιατί είμαστε Έλληνες και χριστιανοί. Κι αξιώθηκε αυτή τη χάρη γιατί δεν άφησε τη μάγισσα Κίρκη να τον μεταμορφώσει σε ζώο αλλά έζησε σαν άνθρωπος πλασμένος κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού. «Εν τιμή ων, ού παρεσυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανόητοις, ουδέ ωμοιώθη αυτοίς». Είχε πίστη αληθινή στην Ελλάδα και στην ορθόδοξη θρησκεία της που είναι η δική μας πίστη που είναι ο δικός μας ο πόνος, που απάνω σ’ αυτόν ανθίζει το αμάραντο λουλούδι της χαράς, η λεγόμενη «χαρμολύπη».

Ό,τι λέγαμε τον καιρό που ζούσε και δεν τον λογαριάζαμε, τα ίδια και χειρότερα λέμε στο βάθος της καρδιάς μας και τώρα που είναι πεθαμένος και που τον βάλαμε στο Πάνθεον των μεγάλων ανδρών και ησυχάσαμε…

Εμείς οι Έλληνες είμαστε ζόρικοι άνθρωποι. Ένα αληθινό πράγμα συχνά το καταφρονούμε κι από την άλλη μεριά ανεβάζουμε στα ουράνια κάποιες μεγαλόστομες αισθητικές και τα τέτοια…

Μεγάλο μυστήριο! Όσο περνά ο καιρός ολοένα ξεθωριάζουνε οι μεγάλοι άνδρες και οι λογής – λογής αποθεωμένοι. Πλην ο Παπαδιαμάντης γίνεται ολοένα πιο ζωντανός, πιο αληθινός, πιο αγαπημένος πιο ζωογόνος μέσα στις ψυχές, ντυμένος στολήν αφθαρσίας. Γιατί είναι ένα κλαδί αμάραντο από το πολύκλωνο δέντρο της ορθοδοξίας, που το φύτεψε ο Χριστός για να είναι χλωρό κι ανθισμένο στον αιώνα και που το πότισε ο Απόστολος Παύλος…

Ο Παπαδιαμάντης είναι η Ελλάδα κι η Ορθοδοξία, που η δύναμή της πληθαίνει με τη φτώχεια, με την αγωνία, με τα μαρτύρια.

Πηγή: https://proskynitis.blogspot.com/2025/01/blog-post_72.html?m=1

Μόρφου Νεόφυτος: Χρόνια πολλὰ εὐλογημένα καὶ φωτισμένα… (28.12.2025)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ μετὰ τὰ Χριστούγεννα, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ ἁγίων Κυπριανοῦ καὶ Ἰουστίνης τῆς κοινότητος Μενίκου, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (28.12.2025).

Μόρφου Νεόφυτος: Ἡ δοκιμασία τῆς προσφυγιᾶς καὶ ἡ ἐλευθερία ποὺ ἔρχεται… (27.12.2025)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου πρωτομάρτυρος καὶ ἀρχιδιακόνου Στεφάνου, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Χαραλάμπους τῆς κοινότητας Δένειας τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (27.12.2025). Κατὰ τὴν ἡμέρα αὐτὴν πανηγυρίζει στὴν προσφυγιὰ ἡ κατεχόμενη ἀπὸ τοὺς Τούρκους κοινότητα Κυρά, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου.

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Τὰ Ἅγια Θεοφάνεια (06.01)

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίας Μαρίνης, τῆς κοινότητος Εὐρύχου τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (06.01.2024).

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος: Γιὰ μιά καλή χρονιά

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου

Θά σοῦ πάει καλά ὅλη ἡ χρονιά, ὄχι ἄν μεθᾶς τήν πρώτη τοῦ μηνός, ἀλλά ἄν καί τήν πρώτη τοῦ μηνός καί κάθε μέρα κάνεις αὐτά πού ἀρέσουν στόν Θεό. Διότι ἡ ἡμέρα γίνεται κακή ἤ καλή ὄχι ἀπό τή δική της φύση, ἀφοῦ δέν διαφέρει ἡ μιά μέρα ἀπό τήν ἄλλη, ἀλλά ἀπό τή δική μας ἐπιμέλεια ἤ ραθυμία.

Ἄν κάνεις τήν ἀρετή, σοῦ ἔγινε καλή ἡ μέρα. Ἄν κάνεις τήν ἁμαρτία, ἔγινε κακή καί γεμάτη κόλαση. Ἄν ἐμβαθύνεις σ’ αὐτά κι ἔχεις αὐτές τίς διαθέσεις, θά ’χεις καλή ὅλη τή χρονιά κάνοντας κάθε μέρα προσευχές, ἐλεημοσύνες. Ἄν ὅμως ἀμελεῖς τήν προσωπική σου ἀρετή κι ἐμπιστεύεσαι τήν εὐφροσύνη τῆς ψυχῆς σου στίς ἀρχές τῶν μηνῶν καί στούς ἀριθμούς τῶν ἡμερῶν, θά ἐρημωθεῖς ἀπ’ ὅλα τά ἀγαθά σου.

Αὐτό, λοιπόν, ἐπειδή τό ἀντιλήφθηκε ὁ διάβολος κι ἐπειδή φροντίζει νά καταλύσει τούς κόπους μας γιά τήν ἀρετή καί νά σβήσει τήν προθυμία τῆς ψυχῆς, μᾶς ἔμαθε νά βάζουμε στίς μέρες τήν ἐτικέτα τῆς εὐτυχίας ἤ τῆς δυστυχίας. Ἕνας πού ἔπεισε τόν ἑαυτό του ὅτι ἡ ἡμέρα εἶναι κακή ἤ καλή, οὔτε στήν κακή θά φροντίσει γιά καλά ἔργα, διότι τάχα ἄδικα τά κάνει ὅλα καί χωρίς σέ τίποτα νά ὠφελήσει, ἐξαιτίας τῆς κακορρίζικης ἡμέρας· οὔτε στήν καλή πάλι θά τό κάνει αὐτό, διότι τάχα σέ τίποτα δέν τόν ἐμποδίζει ἡ προσωπική του ραθυμία, ἐξαιτίας τῆς καλορρίζικης ἡμέρας, κι ἔτσι καί ἀπό τίς δύο πλευρές θά προδώσει τή σωτηρία του. Κι ἄλλοτε μέν διότι δῆθεν ἀνώφελα κοπιάζει, ἄλλοτε διότι δῆθεν περιττά, θά ζήσει μέσα στήν ἀργία καί τήν πονηριά. Γνωρίζοντας, λοιπόν, αὐτό πρέπει νά ἀποφεύγουμε τίς μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου καί νά βγάλουμε ἀπό τό νοῦ μας αὐτήν τήν ἰδέα καί νά μή προσέχουμε τίς μέρες οὔτε νά μισοῦμε τή μιά καί ν’ ἀγαποῦμε τήν ἄλλη…

Ὁ χριστιανός δέν πρέπει νά γιορτάζει μόνο μῆνες οὔτε πρωτομηνιές οὔτε Κυριακές, ἀλλά σ’ ὅλη του τή ζωή νά ἔχει τή γιορτή πού τοῦ πρέπει. Καί ποιά γιορτή τοῦ πρέπει; Ἄς ἀκούσουμε τόν Παῦλο πού λέει· «Ὥστε ἑορτάζωμεν μή ἐν ζύμῃ παλαιᾷ, μηδέ ἐν ζύμῃ κακίας καί πονηρίας, ἀλλ’ ἐν ἀζύμοις εἰλικρινείας καί ἀληθείας» (Α΄ Κο 5,8).

Ὅταν λοιπόν ἔχεις καθαρή τή συνείδηση, ἔχεις πάντα γιορτή· τρέφεσαι μέ καλές ἐλπίδες καί ἐντρυφᾶς στήν προσδοκία τῶν μελλόντων ἀγαθῶν· ὅπως, ὅταν δέν ἔχεις παρρησία κι ἔχεις πέσει σέ πολλά ἁμαρτήματα, ἀκόμη κι ἄν εἶναι μύριες γιορτές καί πανηγύρια δέν θά ’σαι σέ καθόλου καλύτερη θέση ἀπό ἐκείνους πού πενθοῦν. Διότι, τί ὄφελος ἔχω ἐγώ ἀπό τή λαμπρή μέρα, ὅταν τήν ψυχή μου τή σκοτίζει ἡ συνείδηση;

Ἄν λοιπόν θέλεις νά ’χεις καί κάποιο κέρδος ἀπό τήν πρωτομηνιά, κάνε τό ἑξῆς. Ὅταν βλέπεις ὅτι συμπληρώθηκε ὁ χρόνος, εὐχαρίστησε τόν Κύριο, διότι σέ ἔβαλε σ’ αὐτήν τήν περίοδο τῶν ἐτῶν. Δημιούργησε κατάνυξη στήν καρδιά σου, ξαναλογάριασε τόν χρόνο τῆς ζωῆς σου, πές στόν ἑαυτό σου: Οἱ μέρες τρέχουν καί περνοῦν, τά χρόνια συμπληρώνονται, πολύ μέρος τοῦ δρόμου προχωρήσαμε. Ἄραγε τί καλό κάναμε; Μήπως ἄραγε φύγουμε ἀπό δῶ ἄδειοι κι ἀπογυμνωμένοι ἀπό κάθε ἀρετή; Τό δικαστήριο εἶναι κοντά, ἡ ζωή μας τρέχει πρός τό γῆρας.

Πηγή: https://agiazoni.gr/slug-1198/

Ὁμιλία, σὺν Θεῷ, στὴν Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ἡ σημερινὴ Κυριακή, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, εἶναι ἡ Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων. Γι᾿ αὐτὸ καὶ διαβάσαμε τὴν περικοπή, ποὺ μόλις ἀκούσαμε, γιατὶ ἀναφέρεται στὴ Βάπτιση τοῦ Κυρίου, τὴν ὁποία, πρῶτα ὁ Θεός, ἑτοιμαζόμαστε νὰ ἑορτάσουμε σὲ λίγες μέρες.

Ἡ σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴ τοῦ κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγελίου. Τὸ Εὐαγγέλιο αὐτό, ποὺ θεωρεῖται ὡς τὸ πρῶτο ποὺ γράφτηκε, παραλείποντας τὰ σχετικὰ μὲ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ μας, ἀρχίζει τὴ διήγηση ἀπὸ τὸ κήρυγμα καὶ τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, καθὼς καὶ τὴ βάπτιση τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί, πῶς ἀρχίζει; «Ἀρχὴ τοῦ Εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.» Αὐτὴ ἡ μικρὴ φράση συνοψίζει τὸ ὅλο σωτήριο ἔργο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Εὐαγγέλιο θὰ πεῖ καλή, χαρμόσυνη ἀγγελία, τὸ εὐφρόσυνο μήνυμα, τὸ μόνο χαροποιὸ μήνυμα ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ ἄκρα ἀγάπη στὸ πλάσμα Του ποὺ ἔπεσε στὴν ἁμαρτία τῆς παρακοῆς τοῦ θείου θελήματος καὶ ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸν παράδεισο σὲ τούτη τὴ γῆ τοῦ κλαυθμῶνος, ὑπέπεσε δὲ στὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο, ἦλθε στὴ γῆ, ἔλαβε σάρκα καὶ ψυχὴ ἀνθρώπινη, προσέλαβε ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση, γιὰ νὰ τὴν ἁγιάσει, νὰ τὴ θεώσει.

Καί, ὅπως κατὰ καιροὺς εἶχε ἀποστείλει στὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δίκαιους καὶ προφῆτες, ποὺ μὲ σύμβολα καὶ ὁράματα καὶ προφητεῖες προανάγγελλαν στὸν ἐκλεκτό Του λαὸ τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία, τοῦ Λυτρωτῆ, ἔτσι καὶ λίγο πρὶν τὴν ἔναρξη τῆς δημόσιας δράσης καὶ τοῦ κηρύγματός Του ἀπέστειλε «πρὸ προσώπου αὐτοῦ» τὸν ἔνσαρκο ἄγγελό Του, δηλ. ἀγγελιαφόρο, τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο, ποὺ μὲ τὸ κήρυγμα καὶ τὸ βάπτισμά του προετοίμασε τὸν δρόμο γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς τελειότητος, τὴ ζωὴ τῆς χάριτος, ποὺ ἐπρόκειτο σύντομα νὰ κηρύξει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ μία ἰσάγγελη ζωὴ τριάντα τόσων χρόνων στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη, ὑπακούοντας σὲ θεϊκὴ προσταγὴ ὁ Ἰωάννης, ὁ υἱὸς τοῦ ἀρχιερέα Ζαχαρία καὶ τῆς Ἐλισάβετ, ἔρχεται στὰ περίχωρα τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, γιὰ νὰ κηρύξει βάπτισμα μετάνοιας. Καὶ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο τονίζει μὲ λεπτομέρειες τὴν ὑψηλὴ ἀσκητικὴ πολιτεία τοῦ Ἰωάννη, γιὰ τὴν ὁποία ἔλαβε ἀπὸ Θεοῦ τόση χάρη καὶ ἀξιώθηκε νὰ ὑπηρετήσει καὶ αὐτὸς στὸ λυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ: τὸ ἔνδυμά του —ὁ λιτός του χιτώνας— ἦταν καμωμένος ἀπὸ τρίχες τῆς καμήλας, γιὰ νὰ σκληραγωγεῖται τὸ σῶμα του, ἐνῶ στὴ μέση ἦταν ζωσμένος μὲ δερμάτινη ζώνη. Καί, ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τοῦτο ἦταν σύμβολο τῆς νέκρωσης τῶν παθῶν, τῆς λεγόμενης ἀπάθειας, στὴν ὁποία εἶχε φθάσει ὁ Ἰωάννης. Γιατὶ στὴ μέση, στὰ νεφρά, σύμφωνα μὲ τὴ βιβλικὴ ἀντίληψη, ἑδράζεται τὸ ἐπιθυμητικὸ τῆς ψυχῆς. Καὶ ὁ Πρόδρομος εἶχε ζωσμένη τὴ μέση του μὲ δερμάτινη ζώνη: Τὸ δέρμα προέρχεται ἀπὸ νεκρὸ ζῶο καὶ περισφίγγει, δηλ. συστέλλει καὶ ὑποτάσσει τὰ πάθη, ποὺ ἔχουν στὴ μέση τὴν ἕδρα τους. Κι ἀκόμη, λέει τὸ Εὐαγγέλιο πὼς ὁ Ἰωάννης, ὡς λιτή του τροφή, εἶχε ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριο. Ἀκρίδες ἐδῶ δὲν ἐννοοῦνται τὰ γνωστὰ ἔντομα, ἀλλὰ τὰ ἀκρόδρυα, οἱ ἄκρες τῶν βλαστῶν κάποιων δέντρων, οἱ ἄκρες τῶν χόρτων. Ὁ Ἰωάννης ὑπῆρξε ὁ πρῶτος παρθένος καὶ ἀσκητὴς τῆς ἐποχῆς τῆς Χάριτος, τῆς Καινῆς Διαθήκης, καὶ ἔγινε ὁ μέγιστος τῶν προφητῶν καὶ εὔλογα κατέστη ὁ προστάτης καὶ ἀρχηγὸς τοῦ τάγματος τῶν μοναχῶν. Καί, τί κήρυσσε ὁ Τίμιος Πρόδρομος; Δύο μεγάλα πράγματα: Τὴ μετάνοια καὶ τὴν πίστη στὴν ἐπικείμενη τότε ἔλευση τοῦ Λυτρωτῆ Ἰησοῦ. Βλέποντας οἱ ἄνθρωποι τῆς περιοχῆς ὅλης τῆς Ἰουδαίας καὶ τῶν Ἱεροσολύμων τὴν ἰσάγγελη βιοτή του, ἔτρεχαν διψασμένοι γιὰ λόγο Θεοῦ σ᾿ αὐτόν. Καί, ἀκούοντας τὸ πύρινο ἐκεῖνο καὶ οὐράνιο κήρυγμα τῆς μετάνοιας, ἐξομολογοῦνταν δημόσια ὁ καθένας τὶς ἁμαρτίες του καὶ βαπτίζονταν ἀπ᾿ αὐτὸν στὸν Ἰορδάνη, ὡς σύμβολο τῆς ἄφεσης, τῆς συγχώρησής τους.

Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ὁρισμένοι θεωροῦσαν πὼς αὐτὸς ἦταν ὁ ἀναμενό-μενος Μεσσίας, ὁ ἱερὸς Βαπτιστὴς κήρυσσε ξεκάθαρα καὶ μὲ κάθε ταπείνωση: «Ἐγὼ κάνω τὸ ἔργο, ποὺ μὲ πρόσταξε ὁ Θεός, μὰ δὲν εἶμαι τίποτα. Ἔρχεται σύντομα ὁ ἰσχυρότερός μου -ὁ σαρκωμένος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ-, τοῦ ὁποίου δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σκύψω καὶ νὰ λύσω τὰ ράμματα τῶν ὑποδημάτων. Κι ἐγὼ σᾶς βαπτίζω στὸ νερὸ συμβολικά. Αὐτὸς ὅμως θὰ σᾶς βαπτίσει στὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μὲ τὸ Μυστήριο τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ποὺ θὰ δωρήσει.»

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ μορφή, ἡ βιοτὴ καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ Προδρόμου Ἰωάννου ἔχουν πολλὰ νὰ μᾶς εἰποῦν καὶ ἐμᾶς σήμερα, ὄχι μόνον ἐνόψει τῆς ἑορτῆς τῆς Βάπτισης τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ γιὰ τὴν ὅλη μας ζωή. Καλούμαστε νὰ μιμηθοῦμε, ἔστω λίγο, τὸ κατὰ δύναμη ὁ καθένας, τὴν ἐνάρετη πολιτεία του, τὴν ἄσκησή του, τὴν ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ τὴν ὑπακοὴ στὸ θέλημά Του. Τὸ κήρυγμα τῆς μετάνοιας καὶ ἡ ὀφειλετικὴ ὑπακοή μας σ᾽ αὐτὸ ἔχουν διαχρονικὴ ἰσχὺ καὶ παραμένουν ζωντανὰ στοὺς αἰῶνες: «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.» Αὐτό, ποὺ ζητεῖ ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Θεός, ἀδελφοί, εἶναι τὴ μετάνοιά μας, τὴν ἀλλαγὴ δηλαδὴ καὶ διόρθωση τοῦ νοῦ, τοῦ φρονήματος, τῆς ζωῆς μας.

Μόνο μὲ τὸν τρόπο τοῦτο, τὴν ὁλόψυχη δηλαδὴ μετάνοιά μας ὡς προσώπων, ὡς κοινωνίας, ὡς ἔθνους, θὰ ἑλκύσουμε τὴ Χάρη τοῦ Φιλάνθρωπου Θεοῦ, ποὺ εἶναι εὔσπλαγχνος καὶ ἐλεήμων. Νὰ μὴ λησμονοῦμε, πὼς οἱ ὅποιες σημερινὲς κρίσεις εἶναι ἀπότοκα τῆς πνευματικῆς μας κρίσης. Ἀλλά, νὰ ἔχουμε πίστη, ἐλπίδα καὶ θάρρος. Ὁ Θεός, ποὺ ἐπέτρεψε γιὰ τὸ καλὸ καὶ συμφέρον μας τὶς δοκιμασίες ποὺ διερχόμαστε, δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει. Κι ὅπως μᾶς ὑποσχέθηκε, θὰ τηρήσει τὸν λόγο Του: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.» Ἅμα ἀγωνιζόμαστε νὰ ἐφαρμόζουμε τὸ θέλημά Του καὶ νὰ ἔχουμε μετάνοια, καὶ οἱ προσωπικὲς καὶ οἱ οἰκονομικὲς καὶ οἱ ἐθνικὲς καὶ οἱ ὅποιες ἄλλες κρίσεις θὰ παρέλθουν. Καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε νὰ διέλθουμε καὶ τούτη τὴν πρόσκαιρη ζωὴ μὲ εὐλογία καὶ εἰρήνη, καὶ θὰ εἰσέλθουμε στὴν ἀληθινὴ καὶ μόνιμη καὶ αἰώνια ζωή, χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ μεγαλωσύνη στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν!

Σύναξις των Εβδομήκοντα Αποστόλων (4 Ιανουαρίου)

Η Σύναξις των Εβδομήκοντα Αποστόλων

Τω αυτώ μηνί Δ΄, η Σύναξις των Eβδομήκοντα Aποστόλων

Τους Eβδομήκοντα σοφούς Aποστόλους,
Και συνάμα τους πάντας τιμάσθαι θέμις1.
Aμφί τετάρτην άνδρας αγακλεέας κυδαίνω.

Η Σύναξις των Εβδομήκοντα Αποστόλων

Σημείωση

1. Σημειούμεν ενταύθα, ότι διά του διστίχου τούτου, όπερ ευρίσκεται εις τους χειρογράφους Συναξαριστάς (εν γαρ τοις τετυπωμένοις, ούτε δίστιχον ευρίσκεται ιαμβικόν, ούτε στίχος ηρωικός), δηλούται ότι σήμερον εορτάζονται όλοι ομού οι Eβδομήκοντα Απόστολοι. O καθείς από τους οποίους χωριστά εορτάζεται εις διαφόρους ημέρας των μηνών. Διά τούτο ουδέ Συναξάριον τούτων κοινόν εδυνήθημεν να εύρωμεν. Καθότι τα ίδια Συναξάρια του καθενός, εγράφησαν εις την ξεχωριστήν ημέραν αυτού. Και ο βουλόμενος, ας ζητήση ταύτα.

Ήθελε δε απορήση τινας, διατί, εξαιρουμένων μόνον των Δώδεκα Αποστόλων, όλοι οι μετ’ αυτούς Απόστολοι ονομάζονται Eβδομήκοντα, και ουχί περισσότεροι; Ότι γαρ είναι περισσότεροι από τους εβδομήκοντα, φανερόν εστι καθότι μόνοι εκείνοι, οπού αριθμούνται εν όλαις ταις επιστολαίς του μακαρίου Παύλου, και μετά των Eβδομήκοντα καταλεγόμενοι, υπερβαίνουν τους πεντήκοντα. Οίτινες δεν είναι από τους Eβδομήκοντα Αποστόλους εκείνους, τους οποίους ο Κύριος εδιάλεξεν, ως γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Αλλά άλλοι τινές, μαθηταί χρηματίσαντες του Αποστόλου Παύλου, ή και των λοιπών Αποστόλων των εκ των Δώδεκα. Και όρα εις την εικοστήν ογδόην του Ιουλίου εν τω Συναξαρίω Προχόρου, Νικάνορος, Τίμωνος, και Παρμενά.

Εις λύσιν ουν της απορίας λέγομεν, ότι πάντες οι μετά τους Δώδεκα Απόστολοι, με ένα κοινόν όνομα Eβδομήκοντα ονομάζονται, ίσως διατί το εβδομήκοντα αόριστός εστιν αριθμός, και δηλοί πλήθος. Κατ’ εκείνο οπού είπεν εις τον Πέτρον ο Κύριος· «Ου λέγω σοι έως επτάκις αφιέναι τω αδελφώ σου τα αμαρτήματα, αλλ’ έως εβδομηκοντάκις επτά». Αντί του πολλάκις και μυριάκις, ως ερμηνεύει ο ιερός Θεοφύλακτος. Ή λέγονται Eβδομήκοντα οι μετά τους Δώδεκα Απόστολοι, και ουχί περισσότεροι, ίσως διά να φυλαχθή το σέβας και η τιμή του αριθμού εκείνου, τον οποίον ο Κύριος επέθηκεν εις τους παρ’ αυτού εκλεγέντας Eβδομήκοντα Αποστόλους. Ούτω γαρ και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, και μόλον οπού ο Ιούδας είχεν εύγη από τον αριθμόν των Δώδεκα Αποστόλων, αυτός όμως μετά την ανάστασιν είπε περί του Θωμά: Θωμάς δε είς, ουχί εκ των ένδεκα, αλλά εκ των Δώδεκα. Ίνα φυλάξη το σέβας και την τιμήν του δωδεκάτου αριθμού, τον οποίον ο Κύριος επέθηκεν εις τους Δώδεκα Αποστόλους. Ει δε τις διαβατικώτερος, άλλον λόγον υψηλότερον τούτου οίδε, παρελθέτω εις το μέσον και ειπάτω. Και ημείς χάριτας αυτώ της ειδήσεως ταύτης εισόμεθα.

Σημείωσαι, ότι ο θεσπέσιος Κύριλλος ο Αλεξανδρείας γλαφυρώς αλληγορεί εις τους Eβδομήκοντα τούτους Αποστόλους τα εβδομήκοντα εκείνα στελέχη των φοινίκων, οπού ήτον εις την Αιλείμ. Όπερ δηλοί ανάβασις, ή αύξησις. Ούτω γάρ φησιν· «Αναβαίνοντες εις τελειοτέραν σύνεσιν, και εις αύξησιν ανατρέχοντες την πνευματικήν… τα εβδομήκοντα των φοινίκων στελέχη ευρήσομεν, τους αναδειχθέντας δηλονότι παρά Χριστού μαθητάς και εύγε δη σφόδρα. Φοίνιξι γαρ παρεικάζονται οι μετά τους δώδεκα όντες τον αριθμόν εβδομήκοντα. Θαυμάζομεν δε τους Eβδομήκοντα και οιονεί φοίνικας αυτούς είναί φαμεν. Ευκάρδιον γαρ το φυτόν, εύριζόν τε και εύκαρπον, και αεί τοις ύδασιν εντεθηλός. Τοιούτους δε και τους Aγίους είναί φαμεν. Καθαρός μεν γαρ ο νους αυτοίς, βεβηκώς τε και εύκαρπος, και τοις νοητοίς ύδασιν εντρυφάν ειωθώς».

Και τούτο δε σημείωσαι, ότι ατάκτως γράφεται εδώ παρά τοις Μηναίοις το Συναξάριον της Oσίας Συγκλητικής. Τούτο γαρ γράφεται ευτάκτως κατά την πέμπτην του παρόντος, ότε η μνήμη αυτής γράφεται, και ο Κανών αυτής ψάλλεται.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Aγίων Μαρτύρων Ζωσίμου Μοναχού και Aθανασίου κομενταρησίου (4 Ιανουαρίου)

Άγιοι Μάρτυρες Ζώσιμος Μοναχός και Αθανάσιος κομενταρήσιος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β '

Μνήμη των Aγίων Μαρτύρων Ζωσίμου Μοναχού, και Aθανασίου κομενταρησίου

Aθανάσιος συνθανών τω Ζωσίμω,
Ένδον πέτρας ήδιστα και συζείν έχει.

Άγιοι Μάρτυρες Ζώσιμος Μοναχός και Αθανάσιος κομενταρήσιος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β ‘

Oύτος ο Άγιος Ζώσιμος ήτον από την Κιλικίαν, εκατοίκει δε εις την έρημον ομού με τα θηρία. Πιασθείς λοιπόν από τον άρχοντα Δομετιανόν, και ομολογήσας, ότι ο Χριστός είναι Θεός αληθινός, κατακαίεται εις τα αυτία με πυρωμένα σίδηρα. Και βάλλεται μέσα εις ένα καζάνι γεμάτον από βόρβορον βράζοντα. Έπειτα κρεμάται κατακέφαλα, και με παράδοξον τρόπον από όλα φυλάττεται αβλαβής. Καθότι εφάνη ένα λεοντάρι μέσα εις το θέατρον, το οποίον με ανθρωπίνην φωνήν ελάλησε περί της Θεότητος του Χριστού. Όθεν εκ τούτου ετράβιξεν εις την πίστιν του Χριστού τον κομενταρήσιον Aθανάσιον. Λαβών δε ο Άγιος ελευθερίαν από τον τύραννον, επήγε πάλιν εις την έρημον και εις τα βουνά, όπου πρότερον εδιέτριβε. Και κατηχεί και βαπτίζει τον ρηθέντα Aθανάσιον. Eκεί λοιπόν ευρισκομένων αυτών, εσχίσθη μία πέτρα παραδόξως, μέσα εις την οποίαν εμβαίνοντες και οι δύω, παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 3 Ἰανουαρίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ)
Πρὸς Τιμόθεον Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
3:13-16, 4:1-5

Τέκνον Τιμόθεε, οἱ γὰρ καλῶς διακονήσαντες βαθμὸν ἑαυτοῖς καλὸν περιποιοῦνται καὶ πολλὴν παρρησίαν ἐν πίστει τῇ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. Ταῦτά σοι γράφω ἐλπίζων ἐλθεῖν πρός σε τάχιον· ἐὰν δὲ βραδύνω, ἵνα εἰδῇς πῶς δεῖ ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἀναστρέφεσθαι, ἥτις ἐστὶν ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας. Καὶ ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶ τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον· Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ. Τὸ δὲ Πνεῦμα ῥητῶς λέγει ὅτι ἐν ὑστέροις καιροῖς ἀποστήσονταί τινες τῆς πίστεως, προσέχοντες πνεύμασι πλάνοις καὶ διδασκαλίαις δαιμονίων, ἐν ὑποκρίσει ψευδολόγων, κεκαυστηριασμένων τὴν ἰδίαν συνείδησιν, κωλυόντων γαμεῖν, ἀπέχεσθαι βρωμάτων ἃ ὁ Θεὸς ἔκτισεν εἰς μετάληψιν μετὰ εὐχαριστίας τοῖς πιστοῖς καὶ ἐπεγνωκόσι τὴν ἀλήθειαν. Ὅτι πᾶν κτίσμα Θεοῦ καλόν, καὶ οὐδὲν ἀπόβλητον μετὰ εὐχαριστίας λαμβανόμενον· ἁγιάζεται γὰρ διὰ λόγου Θεοῦ καὶ ἐντεύξεως.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
3: 1-6

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παραγίνεται ᾽Ιωάννης ὁ βαπτιστὴς κηρύσσων ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς ᾽Ιουδαίας καὶ λέγων· Μετανοεῖτε, ἤγγικεν γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Οὗτος γάρ ἐστιν ὁ ῥηθεὶς διὰ ᾽Ησαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος, Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ. Αὐτὸς δὲ ὁ ᾽Ιωάννης εἶχεν τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ ἀπὸ τριχῶν καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, ἡ δὲ τροφὴ ἦν αὐτοῦ ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριον. Τότε ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν ῾Ιεροσόλυμα καὶ πᾶσα ἡ ᾽Ιουδαία καὶ πᾶσα ἡ περίχωρος τοῦ ᾽Ιορδάνου,καὶ ἐβαπτίζοντο ἐν τῷ ᾽Ιορδάνῃ ποταμῷ ὑπ᾽ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ