Αρχική Blog Σελίδα 2

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Aυδά, Aυδιησού Eπισκόπου, και των συν αυτοίς μαρτυρησάντων (16 Μαΐου)

Μηνολόγιο 16ης Μαΐου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Aυδά, Aυδιησού Eπισκόπου, και των συν αυτοίς τριάκοντα οκτώ, Πρεσβυτέρων δεκαέξ, Διακόνων εννέα, Mοναχών έξ, και Παρθένων επτά

Εις τον Αυδάν
Άμφω προ των σων Aυδά Mάρτυς ομμάτων,
Tομεύς κεφαλής και βραβεύς θείου στέφους1.

Εις τον Αυδιησούν
Eκδούς εαυτόν Aυδιησούς τω ξίφει,
Oράν Iησούν ηξιώθη τον μέγαν.

Εις τους δεκαέξ Iερείς
Tους Iερείς σου Σώτερ έκτεινε ξίφος,
Tην ιεράν σου μη προδόντας αξίαν.

Εις τους εννέα Διακόνους
Tους τρισσάκις τρεις Λευΐτας τετμημένους,
Στέφει Θεός δις ως αθλητολευΐτας.

Εις τους έξ Mοναχούς και επτά Παρθένους
Eι Παρθένων έδωκεν επτάδα ξίφει2,
Πώς ου παρέξει και Mοναχών εξάδα;

Μηνολόγιο 16ης Μαΐου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

O Άγιος Aυδιησούς ήτον Eπίσκοπος εις μίαν πόλιν της Περσίας Bηθασαχάρ ονομαζομένην. Διαβαλθείς δε από τον ίδιον ανεψιόν του προς τον βασιλέα Περσών, ότι δεν πείθεται εις το δόγμα των Περσών, αλλά σέβεται τον Xριστόν, εφέρθη έμπροσθεν του βασιλέως, ομού με άλλους τριανταοκτώ, Iερείς μεν δεκαέξ, Διακόνους δε εννέα, Mοναχούς έξι, και Kαλογραίας επτά. Όθεν ομολογήσας παρρησία τον Xριστόν Θεόν αληθινόν, απεστάλθη μαζί με τους τριάκοντα οκτώ, προς Aρσήθ τον αδελφόν του βασιλέως, ο οποίος γνωρίσας αυτούς, πως επέμενον εις την πίστιν του Xριστού και δεν επείθοντο εις τα λόγιά του, επρόσταξε να δέσουν τους Aγίους με σχοινία, και να σφίγξουν αυτούς δυνατά. Aύτη δε η βάσανος εγίνετο εις τους Aγίους επτά φοραίς την ημέραν. Όθεν τόσον πολλά εστενοχωρήθησαν οι μακάριοι, ώστε οπού, από το πολύ σφίγξιμον και την βίαν, κατετζακίσθησαν τα κόκκαλά των, και ηκούετο έξω ο κτύπος των κοκκάλων. Έπειτα εβάλθησαν εις φυλακήν, και εκεί εστάλθησαν εις αυτούς φαγητά από τας θυσίας των ειδώλων. Aλλ’ οι Άγιοι, όχι μόνον δεν έφαγον από αυτά, αλλ’ ούτε επρόσεξαν εις αυτά, ούτε όλως εγύρισαν να τα ιδούν. Όθεν έγινε προσταγή, και έμειναν εις την φυλακήν οι αοίδιμοι χωρίς να φάγουν, ή να πίουν. Mία δε γυνή φιλόθεος έδιδεν εις αυτούς ψωμία, και νερόν, από τα οποία τρώγοντες και πίνοντες, εδόξαζον τον Θεόν. Aφ’ ου δε μετά ημέρας ευγήκαν οι Άγιοι από την φυλακήν, τότε επιάσθη και ο Eπίσκοπος της πόλεως Bηθασαχάρ, Aυδάς ονομαζόμενος, εις τον οποίον απεκάλυψε προτίτερα ο Θεός, ότι έχει να μαρτυρήση, και ότι μέλλει να νικήση και να στεφανωθή. Όθεν όλοι αυτοί οι Άγιοι εστάλθησαν από τον βασιλέα εις τον αρχιερέα των Περσών, Mάπτην ονομαζόμενον, έμπροσθεν του οποίου εκήρυξαν οι Άγιοι και εβεβαίωσαν την εις Xριστόν πίστιν. Διά τούτο, πρώτον μεν, εδάρθηκαν δυνατά, μετά ταύτα δε, απεκεφαλίσθησαν. Ύστερον δε από ημέρας τινάς, εφέρθη και ο Άγιος Aυδιησούς και απεκεφαλίσθη και αυτός, και έτζι έλαβον άπαντες τους στεφάνους της αθλήσεως.

Σημειώσεις

1. Σημείωσαι, ότι ο Aυδάς ούτος εορτάζεται χωριστά και κατά την τριακοστήν πρώτην Mαρτίου, και όρα εκεί.

2. Ίσως ο τύραννος δηλαδή. Eν δε τω Συναξαριστή της του Διονυσίου Mονής γράφεται ούτω το δίστιχον τούτο· «Eι Παρθένων έδωκεν επτάδι στέφος, Πώς ου παρέξει και Mοναχών εξάδι;» όπερ είναι καταλληλότερον. Δηλοί δε ούτω γραφόμενον, ότι ο Θεός έδωκε το στέφος και ταις Παρθένοις και τοις Mοναχοίς.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Αγίων Αββάδων των εν τη Μονή του Αγίου Σάββα υπό των Βλεμμύων αναιρεθέντων (16 Μαΐου)

Oι Άγιοι Aββάδες οι εν τη Mονή του Aγίου Σάββα, υπό των Bλεμμύων ξίφει τελειούνται1

Σους Σώτερ άρνας ως οδούσι ταις σπάθαις,
Mάνδρας έσω κτείνουσιν εισδύντες λύκοι.

Άγιοι Αββάδες οι εν τη μονή του Αγίου Σάββα αναιρεθέντες

Σημείωση

1. Όσον από το δίστιχον τούτο ιαμβικόν, άλλοι φαίνονται να ήναι οι Aββάδες ούτοι, από εκείνους οπού εορτάζονται κατά την εικοστήν του Mαρτίου, και εν τη αυτή Mονή του Aγίου Σάββα αναιρεθέντες. Φαίνεται γαρ, ότι πολλάκις επατήθη το Mοναστήριον του Aγίου Σάββα υπό διαφόρων βαρβάρων, Περσών δηλαδή και Bλεμμύων και Aγαρηνών, και όρα σελ. 1189 της Δωδεκαβίβλου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: Ὁμιλία εἰς τὸν τυφλόν

«Καί διερχόμενος ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλόν ἐκ γενετῆς. Καί ἠρώτησαν αὐτόν οἱ μαθηταί του, λέγοντες· Διδάσκαλε, ποῖος ἥμαρτεν, αὐτός ἤ οἱ γονεῖς του, ὥστε νά γεννηθῇ τυφλός;»

1.«Καί διερχόμενος ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλόν ἐκ γενετῆς». Ἐπειδή εἶναι πάρα πολύ φιλάνθρωπος καί φροντίζει διά τήν σωτηρίαν μας καί θέλων νά κλείσῃ τά στόματα τῶν ἀχαρίστων, δέν παραλείπει νά κάνῃ ἀπό ἐκεῖνα πού ἔπρεπε νά κάνῃ καί ἄν ἀκόμη κανείς δέν τόν ἐπρόσεχεν. Αὐτό λοιπόν γνωρίζων καλά καί ὁ προφήτης ἔλεγεν· «Διά νά δικαιωθῇς μέ τούς λόγους σου καί νά νικήσῃς μέ τήν κρίσιν σου» (Ψαλμ. 50,6).

Διά τοῦτο λοιπόν καί ἐδῶ, ἐπειδή δέν ἐδέχθησαν τό ὑψηλόν νόημα τῶν λόγων του, ἀλλά τόν ὠνόμασαν καί δαιμονισμένον καί ἐπεχείρουν καί νά τόν φονεύσουν, ἀφοῦ ἐξῆλθεν ἀπό τόν ναόν, θεραπεύει τόν τυφλόν, καί καταπραύνων τήν ὀργήν των μέ τήν ἀπουσίαν του καί μέ τήν πραγματοποίησιν τοῦ θαύματος μαλακώνων τήν σκληρότητα καί τήν ἀσπλαχνίαν των καί κάμνων πιστευτούς τούς λόγους του· καί τό θαῦμα πού κάμνει δέν εἶναι τυχαῖον, ἀλλά τότε συνέβη διά πρώτην φοράν. Καθ̉ ὅσον λέγει· «Ποτέ πρίν δέν ἠκούσθη, ὅτι ἤνοιξε κάποιος τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ ἐκ γενετῆς» (Ἰω. 9,32)· διότι ἴσως κάποιος νά ἤνοιξε τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ, ἐκ γενετῆς ὅμως ὄχι ἀκόμη. Καί τό ὅτι ἐξελθών ἀπό τόν ναόν, ἦλθεν ἐπίτηδες νά κάνῃ τό θαῦμα γίνεται φανερόν ἀπό τό ἑξῆς· αὐτός δηλαδή εἶδε τόν τυφλόν, καί δέν προσῆλθε πρός αὐτόν ὁ τυφλός, καί μέ τόσην προσοχήν τόν εἶδεν, ὥστε καί εἰς τούς μαθητάς νά κάνῃ ἐντύπωσιν.

Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ λοιπόν ἔσπευσαν νά τόν ἐρωτήσουν· διότι, βλέποντες αὐτόν νά τόν βλέπῃ μέ τόσην προσοχήν, ἐζητοῦσαν νά μάθουν, λέγοντες· «Ποῖος ἥμαρτεν, αὐτός ἤ οἱ γονεῖς του;». Ἐσφαλμένη ἡ ἐρώτησις· διότι πῶς ἦτο δυνατόν ν̉ ἁμαρτήσῃ πρίν γεννηθῇ; πῶς δέ, ἄν ἡμάρτησαν οἱ γονεῖς του, ἦτο δυνατόν αὐτός νά τιμωρηθῇ; Διατί λοιπόν ἔκαμαν αὐτήν τήν ἐρώτησιν; Πρίν ἀπό αὐτό τό θαῦμα, θεραπεύων τόν παράλυτον, ἔλεγεν· «Νά ἔγινες ὑγιής· μή ἁμαρτάνῃς εἰς τό ἑξῆς» (Ἰω. 5,14).

Αὐτοί λοιπόν ἀντιληφθέντες ὅτι ἐκεῖνος ἔγινε παράλυτος ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του, τοῦ λέγουν· «Ἔστω, ἐκεῖνος ἔγινεν παράλυτος ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτημάτων του, δι̉ αὐτόν ὅμως τί θά ἠμποροῦσες νά εἰπῇς; αὐτός ἥμαρτεν; Ἀλλά δέν ἠμπορεῖς νά τό εἰπῆς, διότι εἶναι τυφλός ἐκ γενετῆς. Μήπως ὅμως ἥμαρτον οἱ γονεῖς του; Ἀλλ̉ οὔτε αὐτό, διότι τό παιδί δέν τιμωρεῖται διά τάς ἀδικίας τοῦ πατρός του» Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν, βλέποντες κάποιο παιδί νά εὑρίσκεται εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, λέγομεν, «Τί θά ἠμποροῦσε κανείς νά εἰπῇ δι̉ αὐτό; τί ἔκαμε τό παιδί»; χωρίς νά ἐρωτῶμεν, ἀλλά ἐκφράζομεν ἀπορίαν, ἔτσι λοιπόν καί οἱ μαθηταί, δέν τό ἔλεγον αὐτό τόσο ὑπό μορφήν ἐρωτήσεως ἀλλά ἀπορίας.

Τί ἀπαντᾶ λοιπόν ὁ Χριστός; «Οὔτε αὐτός ἥμαρτεν, οὔτε οἱ γονεῖς του». Αὐτό δέ δέν τό λέγει ἀπαλλάσσων αὐτούς ἀπό τάς ἁμαρτίας (Διότι δέν εἶπεν ἁπλῶς, «Οὔτε αὐτός ἥμαρτεν, οὔτε οἱ γονεῖς του», ἀλλά ἐπρόσθεσεν, «Διά νά γεννηθῇ τυφλός»), ἀλλά γιά νά δοξασθῇ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ· ἡμάρτησε βέβαια καί αὐτός καί οἱ γονεῖς του, ἀλλά δέν προέρχεται, λέγει, ἀπό αὐτήν τήν αἰτίαν ἡ τύφλωσις.

Αὐτά δέ τά ἔλεγεν ὄχι γιά νά δείξῃ αὐτό, ὅτι δηλαδή αὐτός μέν δέν ἐτυφλώθη δι̉ αὐτήν τήν αἰτίαν, ἐνῶ ὡρισμένοι ἄλλοι ἐτυφλώθησαν ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν αἰτιῶν, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν τῶν γονέων των· καθ̉ ὅσον δέν εἶναι δυνατόν ν̉ ἁμαρτάνῃ ἄλλος καί νά τιμωρῆται ἄλλος. Διότι ἐάν τό παραδεχθῶμεν αὐτό, κατ̉ ἀνάγκην θά παραδεχθῶμεν καί ἐκεῖνο, ὅτι δηλαδή ἡμάρτησε πρίν γεννηθῇ. Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν εἰπών, ὅτι «οὔτε αὐτός ἥμαρτεν», δέν ἐννοεῖ αὐτό, ὅτι δηλαδή εἶναι δυνατόν ἐκ γενετῆς ν̉ ἀμαρτήσῃ καί τιμωρηθῇ, ἔτσι εἰπών· «Οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ», δέ ἐννοεῖ αὐτό, ὅτι δηλαδή εἶναι δυνατόν νά τιμωρηθῇ ἐξ αἰτίας τῶν γονέων του· καθ̉ ὅσον διά τοῦ Ἰεζεκιήλ ἀναιρεῖ αὐτήν τήν σκέψιν «Ὁρκίζομαι εἰς τόν ἑαυτόν μου, λέγει ὁ Κύριος, ὅτι δέν θά λέγεται αὐτή ἡ παροιμία, οἱ πατέρες ἔφαγον ἄγορα σταφύλια καί ἐμωδίασαν τά δόντια τῶν παιδιῶν των» (Ἰεζ. 18,3´2). Καί ὁ Μωϋσῆς δέ λέγει· «Δέν θά ἀποθάνῃ ὁ πατέρας ἐξ αἰτίας τοῦ υἱοῦ του» (Δευτ. 24,16).

Καί γιά κάποιο βασιλέα λέγεται ὅτι, γι̉ αὐτό τό λόγο δέν τό ἔκαμεν αὐτό, φυλάσσων τόν νόμο τοῦ Μωϋσέως (Δ´ Βασ. 14,6). Ἐάν δέ λέγῃ κάποιος, πῶς λοιπόν ἐλέχθη «Αὐτός πού καταλογίζει ἁμαρτίας γονέων εἰς τά τέκνα μέχρι τρίτην καί τετάρτην γενεάν»; (Δευτ. 5,9) ἐκεῖνο θά ἠμπορούσαμεν νά εἰποῦμεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτή δέν ἐλέχθη δι̉ ὅλους, ἀλλά δι̉ ἐκείνους πού ἐξῆλθον ἀπό τήν Αἴγυπτον. Αὐτό δέ πού ἐννοεῖ εἶναι τό ἑξῆς· Ἐπειδή αὐτοί πού ἐξῆλθον ἀπό τήν Αἴγυπτον εἶχον γίνει μετά τά σημεῖα καί θαύματα χειρότεροι ἀπό τούς προγόνους των πού δέν εἶδαν κανένα ἀπό αὐτά, τά ἴδια, λέγει, θά πάθουν πού ἔπαθον ἐκεῖνοι, ἐπειδή διέπραξαν τά ἴδια παραπτώματα. Καί τό ὅτι ἐλέχθη δι̉ ἐκείνους θά τό διαπιστώσῃ κανείς ἐάν ἐξετάσῃ ἀκριβέστερον τό χωρίον.

Διά ποῖον λόγον λοιπόν ἐγεννήθη τυφλός; «Διά νά φανερωθῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ», λέγει. Νά καί πάλιν ἄλλη ἀπορία, ἐάν λοιπόν δέν ἦταν δυνατόν νά φανῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ χωρίς τήν τιμωρίαν αὐτοῦ. Βέβαια δέν ἐλέχθη αὐτό, ὅτι δέν ἦτο δυνατόν (διότι ἦτο δυνατόν), ἀλλά διά νά φανερωθῇ καί εἰς αὐτόν. Τί λοιπόν, λέγει, ἠδικήθη διά τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ; Ποίαν ἀδικίαν; εἰπέ μου· διότι ἐάν ἤθελεν οὔτε κἄν θά τόν ἔφερεν εἰς τήν ζωήν. Ἐγώ ὅμως λέγω, ὅτι καί εὐηργετήθη ἀπό τήν τύφλωσιν, καθ̉ ὅσον ἀνέβλεψε μέ τούς ἐσωτερικούς ὀφθαλμούς· διότι τί ὠφελήθησαν οἱ Ἰουδαῖοι ἀπό τούς σωματικούς ὀφθαλμούς; (διότι ἐτιμωρήθησαν χειρότερα, ἀφοῦ ἐτυφλώθησαν ὡς πρός τούς ἐσωτερικούς ὀφθαλμούς)· ποία δέ ἡ βλάβη εἰς αὐτόν ἀπό τήν τύφλωσιν; Διότι μέ τήν τύφλωσίν του αὐτήν ἀνέβλεψεν.

Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν τά κακά δέν εἶναι κακά, δηλαδή τά κακά τῆς παρούσης ζωῆς, ἔτσι οὔτε τά ἀγαθά δέν εἶναι ἀγαθά, ἀλλά κακόν εἶναι μόνον ἡ ἁμαρτία, ἐνῶ ἡ τύφλωσις δέν εἶναι κακόν. Αὐτός δέ πού τόν ἔφερεν εἰς τήν ζωήν ἀπό τήν ἀνυπαρξίαν, ἐξουσίαν εἶχεν καί νά τόν ἀφήσῃ εἰς αὐτήν τήν κατάστασιν.

Μερικοί δέ λέγουν, ὅτι αὐτή ἡ φράσις δέν ἔχει αἰτιολογικόν χαρακτῆρα, ἀλλ̉ ἐκφράζει τό ἀποτέλεσμα, ὅπως ἐπί παραδείγματι ὅταν λέγῃ· «Ἐγώ ἦλθα εἰς αὐτόν τόν κόσμον διά κρίσιν, διά ν̉ ἀποκτήσουν τό φῶς των ἐκεῖνοι, πού δέν βλέπουν καί νά γίνουν τυφλοί αὐτοί πού βλέπουν», (Ἰω. 9, 39) (καί ὅμως δέν ἦλθεν δι̉ αὐτόν τόν λόγον, διά νά γίνουν δηλαδή τυφλοί αὐτοί πού βλέπουν). Καί πάλιν ὁ Παῦλος λέγει· «Αὐτό πού εἶναι δυνατόν νά γίνῃ γνωστόν περί τοῦ Θεοῦ τούς εἶναι φανερόν, ὥστε νά εἶναι ἀδικαιολόγητοι» (Ρωμ. 1, 19-20) (ἄν καί βέβαια δέν ἐφανέρωσε εἰς αὐτούς τά περί ἑαυτοῦ δι̉ αὐτόν τόν λόγον, διά νά στερηθοῦν τήν ἀπολογίαν, ἀλλά διά νά τύχουν ἀπολογίας).

Καί πάλιν ἀλλοῦ λέγει· «Ὁ νόμος δέ ἐδόθη διά νά πλεονάσουν τά παραπτώματα» (Ρωμ. 5,20) (μολονότι βέβαια δέν εἰσῆλθεν εἰς τήν ζωήν τῶν ἀνθρώπων δι̉ αὐτόν τόν λόγον, ἀλλά διά νά ἐμποδισθῇ ἡ ἁμαρτία). 2. Βλέπεις εἰς ὅλας τάς περιπτώσεις ὅτι ὁ προσδιορισμός δεικνύει τό ἀποτέλεσμα; Διότι ὅπως ἀκριβῶς ἕνας ἄριστος οἰκοδόμος, τό μέν ἕνα τμῆμα τῆς οἰκίας τό κατασκευάζει, τό δέ ἄλλο τό ἀφήνει ἀτελείωτον, ὥστε μέ τό ὑπόλοιπον νά ἀπολογηθῇ πρός αὐτούς πού δέν πιστεύουν δι̉ ὅλον τό ἔργον του, ἔτσι καί ὁ Θεός, ὡσάν μίαν οἰκίαν ἑτοιμόρροπον, συγκολλεῖ τό σῶμα μας καί τό τελειοποιεῖ, θεραπεύων τήν ξηράν χεῖρα, δίδων ζωήν εἰς παράλυτα μέλη, θεραπεύων τούς χωλούς, καθαρίζων τούς λεπρούς, θεραπεύων τούς ἀσθενεῖς, καθιστῶν ἀρτιμελεῖς τούς ἀναπήρους, ἐπαναφέρων εἰς τήν ζωήν ἀπό τόν θάνατον τούς νεκρούς, διανοίγων τούς ὀφθαλμούς τῶν τυφλῶν καί δίδων ὀφθαλμούς εἰς ἐκείνους πού δέν ἔχουν, καί διορθώνων ὅλα αὐτά, πού ἦσαν ἀτέλειαι τῆς ἐκ φύσεως ἀσθενείας, ἐδείκνυε τήν δύναμίν του. Εἰπών δέ, «Διά νά φανερωθῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ», ἐννοεῖ τόν ἑαυτόν του καί ὄχι τόν Πατέρα, διότι ἡ δόξα ἐκείνου ἦτο φανερά.

Ἐπειδή λοιπόν ἤκουον ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπον ἀφοῦ ἔλαβε χῶμα ἀπό τήν γῆν, διά τοῦτο καί αὐτός ἔπλασε καθ̉ ὅμοιον τρόπον τό χῶμα· διότι τό νά εἰπῇ, ἐγώ εἶμαι ἐκεῖνος πού ἔλαβον χῶμα ἀπό τήν γῆν καί ἔπλασα τόν ἄνθρωπον, ἐφαίνετο ὅτι δυσαρεστοῦσε τούς ἀκροατάς, ἀποδεικνυόμενον ὅμως αὐτό ἐμπράκτως, δέν θά ἐνοχλοῦσε πλέον αὐτούς.

Διά τοῦτο λοιπόν καί αὐτός, ἀφοῦ ἔλαβε χῶμα καί τό ἀνέμειξε μέ τό πτύσμα, ἐφανέρωσε μέ τήν ἐνέργειάν του αὐτήν τήν κρυμμένην δόξαν του· διότι δέν ἦτο μικρή δόξα τό νά θεωρηθῇ αὐτός δημιουργός τῆς κτίσεως· καθ̉ ὅσον ἀπό αὐτό ἠκολούθουν καί τά ἄλλα καί ἀπό τό ἐπί μέρους ἐγένετο πιστευτόν τό ὅλον·διότι ἡ πίστις διά τό μεγαλύτερον ἔργον του, ἐπεβεβαίωνε καί τό μικρότερον· καθ̉ ὅσον ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό πολυτιμώτερον ἀπό ὅλα τά ὄντα τῆς κτίσεως, καί ἀπό τά μέλη μας πολυτιμώτερος εἶναι ὁ ὀφθαλμός.

Διά τοῦτο ἔδωσε τό φῶς εἰς τούς ὀφθαλμούς ὄχι ἔτσι ἁπλῶς, ἀλλά μέ ἐκεῖνον τόν τρόπον· διότι ἄν καί εἶναι μικρόν τό μέλος αὐτό ὡς πρός τό μέγεθος, ἀλλ̉ ὅμως εἶναι ἀναγκαιότερον ἀπό ὅλα τά μέλη σώματος. Καί αὐτό δηλῶν ὁ Παῦλος, ἔλεγεν· «Ἐάν εἰπῇ ἡ ἀκοή, ἐπειδή δέν εἶμαι ὀφθαλμός, δέν ἀνήκω εἰς τό σῶμα, μήπως παύῃ, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, νά ἀνήκῃ εἰς τό σῶμα;» (Α´ Κορ. 12,16). Διότι ὅλα τά μέλη τοῦ σώματός μας εἶναι ἀπόδειξις τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ, πολύ περισσότερον δέ ὁ ὀφθαλμός. Καθ̉ ὅσον αὐτός διακυβερνᾷ ὁλόκληρον τό σῶμα, αὐτός δίδει τό κάλλος εἰς ὅλον τό σῶμα, αὐτός στολίζει τό πρόσωπον, αὐτός εἶναι ὁ λύχνος ὅλων τῶν μελῶν· διότι αὐτό πού εἶναι ὁ ἥλιος διά τήν οἰκουμένην, αὐτό εἶναι ὁ ὀφθαλμός διά τό σῶμα.

Ἄν σβήσῃς τόν ἥλιον, ὅλα τά κατέστρεψες καί τά ἀνέτρεψες· ἄν σβήσῃς τούς ὀφθαλμούς καί τά πόδια εἶναι ἄχρηστα καί τά χέρια καί ἡ ψυχή· διότι χάνεται ἡ γνῶσις ἀχρηστευομένων αὐτῶν· καθ̉ ὅσον δι̉ αὐτῶν ἐγνωρίσαμεν τόν Θεόν· «Διότι τά ἀόρατα τοῦ Θεοῦ βλέπονται καθαρά ἀπό τότε πού ἐκτίσθη ὁ κόσμος διά μέσου τῶν δημιουργημάτων» (Ρωμ. 1,20). Ἑπομένως δέν εἶναι ὁ ὀφθαλμός μόνον λύχνος εἰς τό σῶμα, ἀλλά περισσότερον ἀπό τό σῶμα εἶναι λύχνος τῆς ψυχῆς. Καί ἀκριβῶς λοπόν διά τοῦτο ἔχει τοποθετηθῆ, ὡσάν ἀκριβῶς εἰς κάποιαν βασιλικήν θέσιν, εἰς τό ὑψηλότερον μέρος τοῦ σώματος καί προΐσταται τῶν ἄλλων αἰσθήσεων. Αὐτόν λοιπόν διαπλάσσει.

Εἰς τήν συνέχειαν, διά νά μή νομίσῃς ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἀπό ὕλην ὅταν δημιουργῇ, καί διά νά μάθῃς ὅτι οὔτε καί εἰς τήν ἀρχήν εἶχεν ἀνάγκην ἀπό πηλόν (διότι αὐτός πού ἔφερεν εἰς τήν ὕπαρξιν τάς σπουδαιοτέρας οὐσίας πού δέν ὑπῆρχον, πολύ περισσότερον ἐδημιούργησεν αὐτήν χωρίς νά ὑπάρχῃ ὕλη), διά νά μάθῃς λοιπόν, ὅτι αὐτό δέν τό κάμνει ἀπό ἀνάγκην, ἀλλά διά νά διδάξῃ ὅτι αὐτός εἶναι ὁ ἀρχικός δημιουργός, ἀφοῦ ἄλειψε τόν πηλόν εἰς τούς ὀφθαλμούς εἶπεν· «Πήγαινε καί πλύσου», διά νά γνωρίσῃς, ὅτι δέν ἔχω ἀνάγκην ἀπό πηλόν διά νά ἀνοίξω τούς ὀφθαλμούς, ἀλλά διά νά φανερωθῇ μέ αὐτήν τήν ἐνέργειάν μου ἡ δόξα μου.

Τό ὅτι λοιπόν ὁμιλεῖ περί τοῦ ἑαυτοῦ του γίνεται φανερόν ἀπό τό ὅτι, ἀφοῦ εἶπεν, «Διά νά φανερωθῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ», ἐπρόσθεσεν· «Ἐγώ πρέπει νά ἐκτελῶ τά ἔργα ἐκείνου πού μέ ἔστειλεν»· δηλαδή, ἐγώ πρέπει νά φανερώσω τόν ἑαυτόν μου καί νά πράξω ἐκεῖνα πού ἠμποροῦν νά ἀποδείξουν ὅτι πράττω τά ἴδια μέ τόν Πατέρα, ὄχι παρόμοια, ἀλλά τά ἴδια, πρᾶγμα πού ἀποδεικνύει εἰς μεγαλύτερον βαθμόν ὅτι εἶναι ὅμοια ἀκριβῶς τά ἔργα του μέ τά τοῦ Πατρός, καί τό ὁποῖον λέγεται ἐπί τῶν πραγμάτων ἐκείνων πού δέν διαφέρουν καθόλου.

Ποῖος λοιπόν θά ἀμφισβητῇ εἰς τό ἑξῆς, βλέπων αὐτόν νά ἠμπορῇ νά πράττῃ τά ἴδια μέ τόν Πατέρα; διότι δέν ἔπλασε μόνον ὀφθαλμούς, οὔτε ἤνοιξεν, ἀλλά καί ἐχάρισε καί τήν ὅρασιν, πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι ἐνεφύσησε καί ψυχήν· καθ̉ ὅσον ἐάν ἐκείνη δέν ἐνεργῇ, ὁ ὀφθαλμός, καί ἄν ἀκόμη εἶναι ὑγιέστατος, δέν θά ἠμπορέσῃ ποτέ νά ἰδῆ τίποτε. Ὥστε καί τήν ἐνέργειαν τῆς ψυχῆς ἐχάρισε καί ἔδωσεν εἰς τό μέλος τά πάντα, καί ἀρτηρίας καί νεῦρα καί φλέβας καί αἷμα καί ὅλα τά ἄλλα, ἀπό τά ὁποῖα ἀποτελεῖται τό σῶμα μας.

«Ἐγώ πρέπει νά ἐργάζωμαι ἐν ὅσῳ ἀκόμη εἶναι ἡμέρα». Τί θέλουν νά εἰποῦν αὐτοί οἱ λόγοι; ποίαν σημασίαν ἔχουν; Πολλήν. Διότι αὐτό πού λέγει ἔχει τήν ἑξῆς σημασίαν· «Ἕως ἡμέρα ἐστίν»· Ἐν ὅσῳ ἀκόμη ἠμποροῦν οἱ ἄνθρωποι νά πιστεύουν εἰς ἐμέ, ἐν ὅσῳ συνεχίζεται αὐτή ἡ ζωή, πρέπει νά ἐργάζωμαι. «Ἔρχεται νύξ (δηλαδή ὁ μέλλων καιρός), ὁπότε κανείς δέν ἠμπορεῖ νά ἐργάζεται». Δέν εἶπεν, ὁπότε ἐγώ δέν ἠμπορῶ νά ἐργάζωμαι, ἀλλά «ὁπότε κανείς δέν ἠμπορεῖ νά ἐργάζεται», δηλαδή, τότε πού δέν θά ἰσχύῃ πλέον ἡ πίστις, οὔτε οἱ κόποι, οὔτε ἡ μετάνοια. Τό ὅτι βέβαια ἔργον ὀνομάζει τήν πίστιν, γίνεται φανερόν ἀπό τήν ἐρώτησιν πρός αὐτόν· «Τί θά κάνωμεν, διά νά ἐκτελέσωμεν τά ἔργα τοῦ Θεοῦ;» (Ἰω. 6,28). Ἀπαντᾶ· «Αὐτό εἶναι τό ἔργον τοῦ Θεοῦ, διά νά πιστεύσετε εἰς αὐτόν πού ἀπέστειλε ἐκεῖνος» (Ἰω. 6,29).

Πῶς λοιπόν αὐτό τό ἔργον «δέν ἠμπορεῖ κανείς νά τό πράξῃ τότε»; Διότι τότε οὔτε ἡ πίστις ἰσχύει, ἀλλ̉ ὅλοι θά ὑπακούσουν εἴτε τό θέλουν εἴτε ὄχι. Διά νά μή εἰπῇ λοιπόν κάποιος ὅτι αὐτό τό κάνει ἀπό φιλοδοξίαν, δεικνύει ὅτι ὅλα τά κάνει ἀπό ἐνδιαφέρον δι̉ αὐτούς πού ἔχουν τήν δυνατότητα μόνον ἐδῶ νά πιστεύσουν, καί δέν ἠμποροῦν πλέον ἐκεῖ νά ἔχουν καμμίαν ὠφέλειαν. Διά τοῦτο δέν ἔκαμεν αὐτό πού ἔκαμεν ἀφοῦ ἦλθε πρός αὐτόν ὁ τυφλός.

Τό ὅτι βέβαια ἦτο ἄξιος μέν νά θεραπευθῇ καί, ἐάν ἔβλεπεν, θά ἐπίστευε καί θά προσήρχετο, καί, δέν θά ἔδειχνεν ἀδιαφορίαν καί πάλιν ἐάν ἤκουεν ἀπό κάποιον πού ἦτο ἐκεῖ, γίνεται φανερόν ἀπό τά ἑξῆς, ἀπό τήν ἀνδρείαν καί τήν ἰδίαν τήν πίστιν του· καθ̉ ὅσον φυσικόν ἦτο νά σκεφθῇ καί νά εἰπῇ· Μά τί τέλος πάντων σημαίνει αὐτό; ἔκαμε πηλόν καί ἤλειψε τούς ὀφθαλμούς μου καί μοῦ εἶπε· «Πήγαινε καί πλύσου». Δέν ἠμποροῦσε νά μέ θεραπεύσῃ καί μετά νά μέ στείλῃ εἰς τήν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ; Πολλές φορές ἐπλύθην ἐκεῖ μαζί μέ ἄλλους πολλούς καί δέν εἶδα καμμίαν ὠφέλειαν· ἐάν εἶχε κάποιαν δύναμιν θά ἠμποροῦσε νά μέ θεραπεύσῃ παρόντα, πρᾶγμα πού καί ὁ Νεεμάν ἔλεγε πρός τόν Ἐλισσαῖον· καθ̉ ὅσον καί ἐκεῖνος, λαβών ἐντολήν νά ὑπάγῃ καί νά λουσθῇ εἰς τόν Ἰορδάνην δυσπιστοῦσε, καί ὅλα αὐτά τήν στιγμήν πού τόση φήμη ὑπῆρχε περί τοῦ Ἐλισσαίου(Δ´ Βασ. 5, 10-11). Ἀλλ̉ ὅμως ὁ τυφλός δέν ἠπίστησεν οὔτε ἔφερεν ἀντίρρησιν οὔτε ἐσκέφθη μέσα του· Τί τέλος πάντων σημαίνει αὐτό; ἔπρεπε νά ἀλείψῃ τούς ὀφθαλμούς μου μέ πηλόν; αὐτό περισσότερον τυφλώνει· ποῖος ποτέ ἀνέβλεψε μέ αὐτόν τόν τρόπον; Ἀλλά τίποτε ἀπό αὐτά δέν ἐσκέφθη. Εἶδες πίστιν σταθεράν καί προθυμίαν; «Ἔρχεται ἡ νύκτα». Δείχνει μέ αὐτό ὅτι καί μετά τήν σταύρωσίν του πρόκειται νά συνεχίσῃ τήν πρόνοιάν του διά τούς ἀσεβεῖς καί νά ἐπιστρέψῃ πολλούς εἰς τήν πίστιν· διότι ἀκόμη εἶναι ἡμέρα. Μετά δέ ἀπό αὐτό τούς ἀπομακρύνει τελείως. Καί θέλων νά δηλώσῃ αὐτό, ἔλεγεν· «Ὅσον καιρόν εἶμαι εἰς τόν κόσμον, εἶμαι τό φῶς τοῦ κόσμου»· πρᾶγμα πού ἔλεγε καί πρός ἄλλους· «Πιστεύετε ἐν ὅσῳ τό φῶς εἶναι μαζί σας» (Ἰω. 12,36).

3. Καί διατί λοιπόν ὁ Παῦλος τήν μέν παροῦσαν ζωήν ὠνόμασε νύκτα, τήν δέ μέλλουσαν ἡμέραν; Δέν ἀντιτίθεται πρός τόν Χριστόν, ἀλλά λέγει τά ἴδια, ἄν καί ὄχι μέ τά ἴδια λόγια, ἀλλά μέ τό ἴδιο νόημα· καθ̉ ὅσον λέγει· «Ἡ νύκτα ἐπροχώρησε, ἡ δέ ἡμέρα ἐπλησίασεν» (Ρωμ. 13,12). Διότι νύκτα ὀνομάζει τήν παροῦσαν ζωήν δι̉ ἐκείνους πού κάθονται εἰς τό σκότος, ἤ συγκρίνων αὐτήν μέ ἐκείνην τήν ἡμέραν, ἐνῷ ὁ Χριστός νύκτα ὀνομάζει τήν μέλλουσαν ζωήν λόγῳ τοῦ ὅτι δέν συγχωροῦνται τότε τά ἁμαρτήματα, ὁ Παῦλος ὅμως ὀνομάζει τήν παροῦσαν ζωήν νύκτα ἐπειδή εὑρίσκονται μέσα εἰς τό σκότος αὐτοί πού ζοῦν μέσα εἰς τήν κακίαν καί τήν ἀπιστίαν. Ἀπευθυνόμενος πρός πιστούς, ἔλεγεν· «Ἡ νύκτα ἐπροχώρησεν, ἡ δέ ἡμέρα ἐπλησίασεν», καθ̉ ὅσον πρόκειται νά ἀπολαύσουν ἐκεῖνο τό φῶς, καί νύκτα ὀνομάζει τόν παλαιόν βίον· διότι λέγει· «Ἄς ἀποβάλωμεν τά ἔργα τοῦ σκότους» (Ρωμ. 13,12). Βλέπεις πού λέγει δι̉ ἐκείνους ὅτι εἶναι νύκτα; Διά τοῦτο λέγει· «Ἄς συμπεριφερώμεθα σεμνά, ὅπως ὅταν εἶναι ἡμέρα» (Ρωμ.13,13) διά νά ἀπολαύσωμεν ἐκεῖνο τό φῶς. Διότι, ἐάν αὐτό τό φῶς εἶναι τόσον ὡραῖον, σκέψου πόσον ὡραῖον θά εἶναι ἐκεῖνο· ὅσον δηλαδή ἀνώτερον εἶναι τό φῶς τοῦ ἡλίου ἀπό τό τοῦ λύχνου, τόσον καί πολύ περισσότερον ἐκεῖνο εἶναι ἀνώτερον ἀπό αὐτό. Καί διά νά δηλώσῃ αὐτό, ἔλεγεν ὅτι «ὁ ἥλιος θά σκοτισθῇ» (Ματθ. 24,29), δηλαδή ἐξ αἰτίας ἐκείνης τῆς ἀφθόνου λαμπρότητός του οὔτε ὁ ἥλιος θά φανῇ. Ἐάν δέ τώρα δαπανῶμεν ἀμέτρητα χρήματα διά νά ἔχωμεν φωτεινάς καί εὐαέρους οἰκίας κτίζοντες αὐτάς καί ταλαιπωρούμενοι, σκέψου πῶς πρέπει νά μεταχειριζώμεθα τά σώματα διά νά οἰκοδομήσωμεν λαμπράς οἰκίας εἰς τούς οὐρανούς, ὅπου ὑπάρχει τό ἀπερίγραπτον ἐκεῖνο φῶς· διότι ἐδῶ μέν γίνονται καί μάχαι καί φιλονικίαι διά τά σύνορα καί τούς τοίχους, ἐνῷ ἐκεῖ δέν ὑπάρχει τίποτε τό παρόμοιον, οὔτε φθόνος οὔτε κακολογία, καί κανείς δέν θά φιλονικήσῃ μαζί μας διά σύνορα κτημάτων. Καί αὐτήν μέν τήν οἰκίαν εἴμεθα ἀναγκασμένοι νά τήν ἐγκαταλείψωμεν ὁπωσδήποτε ἐνῷ ἐκείνη θά παραμείνῃ διαρκῶς· καί αὐτή μέν κατ̉ ἀνάγκην καταστρέφεται ἀπό τόν χρόνον καί ὑφίσταται μυρίας ζημίας, ἐνῷ ἐκείνη μένει αἰωνίως ἄφθαρτος· καί αὐτήν μέν δέν ἠμπορεῖ πτωχός νά τήν οἰκοδομήσῃ, ἐνῷ ἐκείνην μπορεῖ νά τήν οἰκοδομήσῃ καί μέ δύο ὀβολούς, ὅπως ἀκριβῶς ἡ χήρα. Διά τοῦτο λυποῦμε ὑπερβολικά, διότι ἄν καί εὑρίσκονται ἔμπροσθέν μας τόσα ἀγαθά, ραθυμοῦμεν καί ἀδιαφοροῦμεν, καί πράττομεν μέν τά πάντα διά νά ἔχωμεν ἐδῶ λαμπράς οἰκίας, ἀδιαφορῶμεν ὅμως καί δέν φροντίζομεν νά ἀποκτήσωμεν εἰς τούς οὐρανούς ἔστω καί μικρόν κατάλυμα.

Εἰπέ μου λοιπόν, πού θά ἤθελες νά ἔχῃς οἰκίαν ἐδῶ; ἆρά γε εἰς τήν ἐρημίαν ἤ εἰς μίαν ἀπό τάς μικράς πόλεις; Ἐγώ τουλάχιστον δέν τό νομίζω, ἀλλά θά ἤθελες νά ἔχῃς εἰς τάς βασιλικωτάτας καί μεγάλας πόλεις, ὅπου ὑπάρχει περισσότερον ἐμπόριον καί μεγαλυτέρα πολυτέλεια. Ἀλλ̉ ἐγώ σέ ὁδηγῶ εἰς μίαν τέτοιαν πόλιν, τῆς ὁποίας τεχνίτης καί δημιουργός εἶναι ὁ Θεός. Ἐκεῖ σέ παρακαλῶ νά κτίζῃς καί νά οἰκοδομῇς μέ ὀλιγώτερα χρήματα καί ὀλιγώτερον κόπον. Ἐκείνην τήν οἰκίαν τήν οἰκοδομοῦν τά χέρια τῶν πτωχῶν καί αὐτό πρό πάντων εἶναι οἰκοδομή· διότι αὐτά πού γίνονται τώρα εἶναι δείγματα τῆς πιό φοβερᾶς παραφροσύνης. Καθ̉ ὅσον ἐάν κάποιος σέ ὡδήγει εἰς τήν περσικήν γῆν διά νά ἰδῇς τά ἐκεῖ καί νά ἐπανέλθῃς καί εἰς τήν συνέχειαν σέ διέτασσε νά κτίσῃς οἰκίαν, ἆρά γε δέν θά ἀπέδιδες εἰς αὐτόν τήν πιό χειροτέραν ἀνοησίαν, μέ τό νά σέ διατάσσῃ νά κάμνῃς ἀσκόπους δαπάνας; Πῶς λοιπόν κάμνῃς τό ἴδιο πρᾶγμα εἰς τήν γῆν, τήν ὀποίαν μετά ἀπό ὀλίγον θά ἐγκαταλείψῃς;

Ἀλλά, λέγει, θά τήν ἀφήσω εἰς τά παιδιά μου. Ὅμως καί ἐκεῖνα μετά ἀπό ὀλίγον ἀπό σένα θά τήν ἐγκαταλείψουν, πολλές φορές δέ καί πρίν ἀπό σένα, καί ὁμοίως καί οἱ μετά ἀπό ἐκείνους. Καί αὐτό τό πρᾶγμα γίνεται εἰς σέ αἰτία ἀπογοητεύσεως, ὅταν δέν ἰδῇς τούς κληρονόμους σου νά κατέχουν αὐτά. Ἐκεῖ ὅμως τίποτε παρόμοιον δέν εἶναι δυνατόν νά φοβηθῇς, ἀλλά μένει σταθερά αὐτό πού ἀπέκτησες καί εἰς ἐσένα καί εἰς τά παιδιά σου καί εἰς τά ἐγγόνια σου, ἄν ἐπιδείξουν τήν ἰδίαν ἀρετήν. Τήν οἰκοδόμησιν ἐκείνης τῆς οἰκίας τήν κάμνει ὁ Χριστός· ἐάν οἰκοδομῇς ἐκείνην δέν εἶναι ἀνάγκη νά ὁρίζῃς ἐπιστάτας, οὔτε νά φροντίζῃς, οὔτε νά μεριμνᾷς· διότι ὅταν ὁ Θεός ἀναλάβῃ τό ἔργον τί χρειάζεται ἡ φροντίς; Ἐκεῖνος τά συγκεντρώνει ὅλα καί κτίζει τήν οἰκίαν. Καί δέν εἶναι αὐτό μόνον τό ἀξιοθαύμαστον, ἀλλ̉ ὅτι αὐτός ἔτσι οἰκοδομεῖ αὐτήν, ὅπως ἀρέσει εἰς ἐσένα, ἀλλά καί περισσότερον ἀπό αὐτό πού σοῦ ἀρέσει καί ἀπό αὐτό πού θέλεις· διότι εἶναι τεχνίτης ἄριστος καί φροντίζει πάρα πολύ διά τά συμφέροντά σου. Καί ἄν εἶσαι πτωχός καί θελήσῃς νά οἰκοδομήσῃς αὐτήν τήν οἰκίαν κανείς δέν θά σέ φθονήσῃ οὔτε καί θά σέ κακολογήσῃ· διότι κανείς δέν τήν βλέπει αὐτήν ἀπό ἐκείνους πού φθονοῦν, ἀλλ̉ οἱ ἄγγελοι πού γνωρίζουν νά χαίρωνται μέ τά ἰδικά σου ἀγαθά. Κανείς δέν θά ἠμπορέσῃ νά ἐξουσιάσῃ αὐτήν, διότι κανείς δέν κατοικεῖ πλησίον της ἀπό αὐτούς πού πάσχουν ἀπό παρόμοια νοσήματα. Γείτονας ἐκεῖ ἔχεις τούς ἁγίους, τούς περί τόν Παῦλον καί Πέτρον, ὅλους τούς προφήτας, τούς μάρτυρας, τό πλῆθος τῶν ἄγγελων καί τῶν ἀρχαγγέλων.

Διά τοῦτο λοιπόν ὅλα αὐτά τά ὑπάρχοντά μας ἄς τά προσφέρωμεν εἰς τούς πτωχούς , διά νά ἐπιτύχωμεν ἐκείνας τάς σκηνάς, τά ὁποίας μακάρι νά ἐπιτύχωμεν ὅλοι ἡμεῖς μέ τήν χάριν καί φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, διά τοῦ ὁποίου καί μετά τοῦ ὁποίου ἀνήκει εἰς τόν Πατέρα δόξα συγχρόνως καί εἰς τό ἅγιον Πνεῦμα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πηγή: https://www.imaik.gr/?p=2915

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ: Ὁμιλία στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Κυριακῆς τοῦ Τυφλοῦ

Κυριακή του Τυφλού

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Κυριακή του Τυφλού

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἡ ὁποία μᾶς ἐξιστορεῖ μὲ πολλὴ λεπτομέρεια ἕνα μέγιστο θαῦμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, αὐτὸ τῆς θεραπείας ἑνὸς ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, θέτει ἐνώπιόν μας, μεταξὺ ἄλλων, καὶ τὸ σπουδαῖο θέμα τῆς ἀσθένειας τῶν ἀνθρώπων καί, γενικώτερα, τῶν δοκιμασιῶν σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο.

Πρέπει ἐξαρχῆς νὰ ποῦμε πὼς ἡ ἀσθένεια καὶ φθορὰ τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος δὲν ἦταν στὸ κατ’ εὐδοκίαν ἢ ἀρχικὸ θέλημα τοῦ Θεoῦ, ὅπως λέμε. Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ εἶναι ὑγιὴς καὶ ἀθάνατος καὶ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα· καὶ αὐτὸ θὰ ἴσχυε, ἐὰν οἱ Πρωτόπλαστοι καὶ γενάρχες Ἀδὰμ καὶ Εὔα δὲν παρέβαιναν τὸ θέλημα, τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεoῦ. Μὲ τὴν παρακοὴ καὶ τὴν πτώση τους ὅμως καὶ τὴν ἔξωσή τους, κατὰ τὴ δίκαιη κρίση τοῦ Θεoῦ, ἀπὸ τὸν Παράδεισο, εἰσῆλθε στοὺς ἀνθρώπους, κατὰ παραχώρηση Θεoῦ, καὶ ἡ ἀσθένεια καὶ ἡ φθορὰ τοῦ σώματος καί, τέλος, ὁ θάνατος.

Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη καὶ «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν», χρησιμοποιεῖ καὶ τὴν ἀσθένεια, καθὼς καὶ ὅποιες δοκιμασίες θὰ ἐπιστρέψει στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ὄργανο, ἐργαλεῖο, γιὰ τὴ σωτηρία, τὸν ἁγιασμό του. Διότι, πρέπει νὰ τονίσουμε, ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνο Δημιουργός μας, ἀλλὰ καὶ Προνοητὴς κατὰ πάντα γιὰ τὸ καλό μας, τὴ σωτηρία μας. Τίποτα δὲν εἶναι τυχαῖο, οὔτε τύχη ὑπάρχει, τὴν ὁποία μάλιστα οἱ ἀρχαῖοι πίστευαν καὶ προσκυνοῦσαν μέσα στὴν πλάνη τους ὡς θεά. Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ πιστεύουμε ἀκράδαντα στὴν Πατρικὴ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχει τὴν πρώτη καὶ τελευταία λέξη στὴ ζωὴ κάθε ἀνθρώπου. Τί λέει, ἐν προκειμένῳ, ὁ Χριστὸς στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο; «καὶ οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς σας εἶναι ἀριθμημένες ἀπὸ τὸν Θεὸ» (πρβλ. Ματθ. 10, 30), καὶ δὲν θὰ πέσει οὔτε τρίχα στὴ γῆ, χωρὶς νὰ ἐπιτρέψει ὁ Κύριος. Οὔτε τρίχα! Πολλῷ μᾶλλον ἐντάσσονται στὰ σχέδια τῆς πανσωστικῆς Θείας Πρόνοιας θέματα σοβαρότατα τῆς ζωῆς, ὅπως εἶναι ἡ ἀσθένεια, ἢ καὶ ὅποια δοκιμασία μᾶς βρεῖ.

Οἱ αἰτίες, ποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ παραχωρεῖ νὰ ἔλθει κάποτε ἀσθένεια στὸν ἄνθρωπο, εἶναι ποικίλες. Πολλὲς φορὲς αἰτία ἀποτελοῦν οἰ προσωπικές μας ἁμαρτίες. Ἠ περίπτωση τούτη διαφάνηκε στὸ Εὐαγγέλιο τῆς προπερασμένης Κυριακῆς, στὴν περικοπὴ τῆς θεραπείας τοῦ Παραλύτου ἐκείνου ἄνδρα, ποὺ ἦταν ἀσθενὴς γιὰ τριάντα ὀκτὼ χρόνια. Ἀπὸ τὴν πατρικὴ ὑπόδειξη τοῦ Κυρίου μας πρὸς αὐτὸν μετὰ τὴ θεραπεία του, «μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν τι σοι γένηται», συμπεραίνουμε ὅτι ἡ πολυχρόνια ἐκείνη καὶ ὀδυνηρὴ ἀσθένειά του ὀφειλόταν στὶς ἁμαρτίες του.

Βέβαια, οἱ ἀρρώστειες πολλὲς φορές, μπορεῖ νὰ ἔχουν αἴτια καθαρὰ φυσικὰ ἢ ἀκόμη νὰ ὀφείλονται στὴν ἀπερισκεψία καὶ ἀμέλεια τοῦ ἀνθρώπου, νὰ διαφυλάξει τὸ πολύτιμο ἀγαθὸ τῆς ὑγείας του. Πόσες φορὲς δὲν ἐκθέτομε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τὴν ὑγεία μας σὲ πλῆθος κινδύνων, καὶ πόσες φορὲς ἕνας ἀνθυγιεινὸς καὶ ἐπιβλαβὴς τρόπος ζωῆς μᾶς ἐπιφέρει ποικίλες ἀσθένειες;

Ἐκτὸς ὅμως ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, μερικὲς φορὲς ἡ ἀρρώστεια ὀφείλεται καὶ στὴν παιδαγωγοῦσα ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἐπιτρέπει δηλαδὴ ὁ Κύριος νὰ δοκιμαστοῦμε στὸ κρεββάτι τοῦ πόνου, γιὰ νὰ δοκιμαστεῖ ἡ ὑπομονή, ἡ πίστη, ἡ ἀρετή μας, καὶ γιὰ νὰ λάβουμε ἀσφαλῶς πολύτιμο στεφάνι ἀπὸ τὸν Κύριο, ἐὰν δείξουμε ἕως τέλους ὑπομονή. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα εἶναι ὁ πολύαθλος καὶ δίκαιος Ἰώβ. Ἀλλὰ πόσοι καὶ πόσοι διὰ μέσου τῶν αἰώνων, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, δὲν σώθηκαν, δὲν ἁγίασαν ἀκόμη, στὸ καμίνι τῆς ἀσθένειας καὶ τοῦ πόνου; Ἂς θυμηθοῦμε, γιὰ παράδειγμα, τοὺς τελευταίους μεγάλους γνωστοὺς ἁγίους Γέροντες τῆς ἐποχῆς μας, τὸν ὅσιο Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη, τὸν ὅσιο Πορφύριο τὸν Καυσοκαλυβίτη, τὸν Γέροντα Ἰάκωβο Τσαλίκη, τὸν Γέροντα Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ στὴν Ἀγγλία. Ὅλοι τους τελειώθηκαν μὲ καρκίνο καὶ ἐπώδυνες ἀσθένειες. Ἀκόμη καὶ ὁ πρόσφατα ἀνακηρυχθεὶς ἅγιος ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, π. Νικηφόρος, ἀνεδείχθη διορατικὸς καὶ θαυματουργὸς μέσα ἀπὸ τὴν πολυχρόνια ἀσθένεια τῆς λέπρας, τῆς παράλυσης, τῆς τύφλωσης. Νὰ ἔχουμε τὶς ἅγιες εὐχές τους!

Τέλος, στὴ σημερινὴ περικοπή, γνωρίζουμε καὶ ἕνα ἐπιπλέον λόγο, γιὰ τὸν ὁποῖο ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς τὴν ἀσθένεια. Ὅταν ὁ Κύριος εἶχε συναντήσει τὸν ταλαίπωρο ἐκεῖνο ἐκ γενετῆς τυφλό, οἱ μαθητές Του τὸν ρώτησαν γιὰ τὴν αἰτία τῆς ἀσθένειάς του: «Διδάσκαλε», εἶπαν, «ποιός ἁμάρτησε, αὐτὸς ἢ οἱ γονεῖς του, ὥστε νὰ γεννηθεῖ τυφλός;» Καὶ ὁ Παντογνώστης καὶ Φιλάνθρωπος ἀποκρίθηκε, πώς, οὔτε ὁ ἴδιος, οὔτε οἱ γονεῖς εἶχαν ἁμαρτήσει ἢ ἦσαν αἴτιοι γιὰ τὴ δοκιμασία ἐκείνη τοῦ τυφλοῦ, «ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ», δηλαδὴ γιὰ νὰ δοξασθεῖ μέσῳ του ὁ Θεός! Ἦταν δηλαδὴ μία περίπτωση -καὶ ἀσφαλῶς ὄχι ἡ μόνη-, μέσῳ τῆς ὁποίας, μὲ τὴ θαυμαστὴ δηλαδὴ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ, διαφάνηκε ἡ Παντοδυναμία τοῦ Δημιουργοῦ καὶ Πλάστη τῆς φύσης τῶν ἀνθρώπων, καὶ οἱ ἄνθρωποι ὁδηγήθηκαν ἔτσι στὴν πίστη καὶ δοξολογία τοῦ Θεοῦ.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, στὶς μεγάλες δοκιμασίες ποὺ διερχόμαστε στὶς ἡμέρες μας, ὡς πρόσωπα, ὡς κοινωνία, ὡς ἔθνος, μία εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ θεραπεία καὶ μία ἡ ἀπάντηση: Ἡ πίστη, ἡ βαθιὰ προσωπική μας πίστη. «Αὕτη ἐστὶν ἡ νίκη, ἡ νικήσασα, τὸν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν». Εἶναι ἀπαραίτητο μὲ τὸν πνευματικὸ κατὰ δύναμη ἀγῶνα μας, μὲ τὴν προσευχή, τὴ Μυστηριακὴ ζωή, τὴ μετάνοια, νὰ δυναμώσουμε, νὰ πλατύνουμε, νὰ στερεώσουμε τὴν πίστη μας. Ὅπως μᾶς παραγγέλλει καὶ ὁ Κύριος στὸ Εὐαγγέλιο, «γίνεσθε φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις». Αὐτὸ σημαίνει, ὅπως τὰ φίδια σὲ κάθε κίνδυνο προσπαθοῦν νὰ κρύψουν καὶ προφυλάξουν τὸ κεφάλι τους, διότι, κι ἂν πληγωθεῖ τὸ ὑπόλοιπο σῶμα τους, μπορεῖ νὰ ἐπιζήσουν, ἔτσι κι ἐμεῖς. Πρὶν καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα νὰ φυλάξουμε ἄτρωτη καὶ ἀκέραια τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη μας, ὡς τὸν μεγαλύτερο θησαυρό μας. Διότι ἡ Πίστη μας εἶναι τὸ φῶς στὴν πορεία μας στὸν κόσμο τοῦτο. Καὶ τίποτε, ἐὰν θελήσουμε, δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς τὴν ἀφαιρέσει. Νὰ ἀγωνισθοῦμε περισσότερο νὰ ἐξασκήσουμε τὴν ἐντολὴ τῆς διπλῆς ἀγάπης, στὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον μας, καθὼς καὶ ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε στὴ φοβερὴ ἐκείνη ἡμέρα τῆς Κρίσεως νὰ ἀκούσουμε ἀπὸ τὸν Δικαιοκρίτη Χριστό μας· «Εὖ δοῦλε, ἀγαθὲ καὶ πιστέ. Ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω. Εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου»!

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Μάμαντος τῆς κοινότητος Ἀληθινοῦ, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (09.06.2024).

Κύριε, παράγων ἐν τῇ ὁδῷ. Δοξαστικὸν Ἑσπερινοῦ Κυριακῆς τοῦ Τυφλοῦ. Μέλος-ἐρμηνεία: Μάριος Ἀντωνίου, πρωτοψάλτης τῆς Μητροπόλεως Μόρφου

Κύριε, παράγων ἐν τῇ ὁδῷ, εὗρες ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς, καὶ ἔκθαμβοι γεγονότες οἱ Μαθηταί, ἐπηρώτων σε, λέγοντες· Διδάσκαλε, τίς ἥμαρτεν, οὗτος, ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; Σὺ δὲ Σωτήρ μου ἐβόας αὐτοῖς· Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν, οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ, ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με, ἃ οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. Καὶ ταῦτα εἰπών, πτύσας χαμαί, καὶ πηλὸν ποιήσας, ἐπέχρισας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, λέξας πρὸς αὐτόν· Ὕπαγε, νίψαι εἰς τοῦ Σιλωὰμ τὴν κολυμβήθραν· ὁ δέ, νιψάμενος, ὑγιὴς ἐγένετο, καὶ ἐβόα πρὸς σέ· Πιστεύω, Κύριε, καὶ προσεκύνησέ σοι. Διὸ βοῶμεν καὶ ἡμεῖς· Ἐλέησον ἡμᾶς.

«Κύριε, παράγων ἐν τῇ ὁδῷ». Δοξαστικὸν Ἑσπερινοῦ Κυριακῆς τοῦ Τυφλοῦ.

Μέλος καὶ ἐρμηνεία, Μάριος Ἀντωνίου, πρωτοψάλτης τῆς Μητροπόλεως Μόρφου.

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 15 Μαΐου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Ε΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
15: 5-12

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐξανέστησάν τινες τῶν ἀπὸ τῆς αἱρέσεως τῶν Φαρισαίων πεπιστευκότες, λέγοντες ὅτι δεῖ περιτέμνειν αὐτοὺς παραγγέλλειν τε τηρεῖν τὸν νόμον Μωῡσέως. Συνήχθησαν δὲ οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ πρεσβύτεροι ἰδεῖν περὶ τοῦ λόγου τούτου. Πολλῆς δὲ συζητήσεως γενομένης ἀναστὰς Πέτρος εἶπε πρὸς αὐτούς· ἄνδρες, ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐπίστασθε ὅτι ἀφ᾿ ἡμερῶν ἀρχαίων ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν ἐξελέξατο διὰ τοῦ στόματός μου ἀκοῦσαι τὰ ἔθνη τὸν λόγον τοῦ εὐαγγελίου καὶ πιστεῦσαι. Καὶ ὁ καρδιογνώστης Θεὸς ἐμαρτύρησεν αὐτοῖς δοὺς αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον καθὼς καὶ ἡμῖν, καὶ οὐδὲν διέκρινε μεταξὺ ἡμῶν τε καὶ αὐτῶν τῇ πίστει καθαρίσας τὰς καρδίας αὐτῶν. Νῦν οὖν τί πειράζετε τὸν Θεόν, ἐπιθεῖναι ζυγὸν ἐπὶ τὸν τράχηλον τῶν μαθητῶν, ὃν οὔτε οἱ πατέρες ἡμῶν οὔτε ἡμεῖς ἰσχύσαμεν βαστάσαι; ἀλλὰ διὰ τῆς χάριτος τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ πιστεύομεν σωθῆναι καθ᾿ ὃν τρόπον κἀκεῖνοι. ᾿Εσίγησε δὲ πᾶν τὸ πλῆθος καὶ ἤκουον Βαρνάβα καὶ Παύλου ἐξηγουμένων ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεὸς σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τοῖς ἔθνεσι δι᾿ αὐτῶν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Ε΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
10: 17-28

Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἐληλυθότας πρὸς αὐτὸν Ἰουδαίους·διὰ τοῦτό ὁ πατὴρ με ἀγαπᾷ, ὅτι ἐγὼ τίθημι τὴν ψυχήν μου, ἵνα πάλιν λάβω αὐτήν. οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ’ ἐμαυτοῦ· ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν· ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔλαβον παρὰ τοῦ πατρός μου. Σχίσμα οὖν πάλιν ἐγένετο ἐν τοῖς Ἰουδαίοις διὰ τοὺς λόγους τούτους. ἔλεγον δὲ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν· Δαιμόνιον ἔχει καὶ μαίνεται· τί αὐτοῦ ἀκούετε; ἄλλοι ἔλεγον· Ταῦτα τὰ ῥήματα οὐκ ἔστι δαιμονιζομένου· μὴ δαιμόνιον δύναται τυφλῶν ὀφθαλμοὺς ἀνοῖγειν; Ἐγένετο δὲ τὰ ἐγκαίνια ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις, καὶ χειμὼν ἦν· καὶ περιεπάτει ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ ἐν τῇ στοᾷ τοῦ Σολομῶντος. ἐκύκλωσαν οὖν αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ ἔλεγον αὐτῷ· Ἕως πότε τὴν ψυχὴν ἡμῶν αἴρεις; εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, εἰπὲ ἡμῖν παρρησίᾳ. ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Εἶπον ὑμῖν, καὶ οὐ πιστεύετε· τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ πατρός μου, ταῦτα μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ· ἀλλ’ ὑμεῖς οὐ πιστεύετε· οὐ γάρ ἐστε ἐκ τῶν προβάτων τῶν ἐμῶν, καθὼς εἶπον ὑμῖν. τὰ πρόβατα τὰ ἐμὰ τῆς φωνῆς μου ἀκούει, κἀγὼ γινώσκω αὐτά, καὶ ἀκολουθοῦσί μοι, κἀγὼ ζωὴν αἰώνιον δίδωμι αὐτοῖς.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Παχωμίου (15 Μαΐου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Παχωμίου

O Παχώμιος λεπτύνων σαρκός πάχος,
Ψυχή συνήγε πριν μεταστήναι στέαρ1.
Πέμπτη και δεκάτη Παχώμιον ένθεν άειραν.

Ο όσιος Παχώμιος διδάσκεται από Άγγελο Κυρίου περί της μοναχικής ζωής

Oύτος ο Όσιος Πατήρ ημών Παχώμιος εκατάγετο από την Aίγυπτον της κάτω Θηβαΐδος, ζων κατά τους χρόνους του Mεγάλου Kωνσταντίνου εν έτει τκγ΄ [323], ήτον δε υιός γονέων ασεβών και προσκυνούντων τα είδωλα. Mε τους οποίους πηγαίνωντας ο Άγιος μίαν φοράν εις τον ναόν των ειδώλων, ήκουσε του υπηρέτου του ναού να λέγη εις τους γονείς του, οπού επρόσφεραν θυσίαν εις τα είδωλα. Σηκώσατε από εδώ τον εχθρόν των θεών και διώξατε, έλεγε δε τούτο διά τον Παχώμιον. Eφοβείτο γαρ ως φαίνεται το δαιμόνιον, οπού εκατοίκει εις τον ναόν, την μέλλουσαν του Aγίου αρετήν. Πιών δε ο Άγιος από το κρασί, οπού επροσφέρθη εις τον δαίμονα, ευθύς το εξέρασεν. Όταν δε ο Άγιος έφθασεν εις ηλικίαν, συνηριθμήθη με τα βασιλικά στρατεύματα, και μετά ολίγον καιρόν αφήσας την στρατιωτικήν τάξιν, επήγεν εις την ανωτέραν Θηβαΐδα, και εν τω άμα έλαβε το Άγιον Bάπτισμα. Eίτα ενδυθείς το μοναχικόν σχήμα, έτρεξεν εις την έρημον. Όταν λοιπόν επήγαινε κατά τον τόπον της Tαβεννησίας, ήλθεν εις αυτόν φωνή από τον Oυρανόν, η οποία εφανέρωνεν, ότι ο τόπος εκείνος ήτον επιτήδειος διά να κτισθή Mοναστήριον, και ότι έμελλε να συναχθή εις αυτό πλήθος Mοναχών. Όθεν εκεί έκτισε το Mοναστήριόν του ο Όσιος. Περνώντος δε του καιρού, έτρεξαν εις το Mοναστήριον πολλοί αδελφοί και έγιναν Mοναχοί, μαζί με τους οποίους ήτον και ο ηγιασμένος Θεόδωρος ο μαθητής αυτού, ο οποίος ήτον ζηλωτής του βίου και της αρετής του Oσίου Παχωμίου. Kαι τόσον πολλά εκαθαρίσθη διά της απαθείας και εις τόσον ύψος ανέβη θεωρίας, ώστε οπού, έβλεπε τας καθαράς ψυχάς των Aγίων, όταν ανέβαινον εις τον Oυρανόν, και έβλεπεν ως παρόντα εκείνα, οπού εγίνοντο εις μακρινά μέρη, και επρόλεγεν ως ενεστώτα εκείνα, οπού έμελλον να γένουν.

Ο όσιος Παχώμιος διδάσκεται από Άγγελο Κυρίου περί της μοναχικής ζωής. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Στάρο Ναγκορίτσινο (Σκόπια)

Προ του δε να αποθάνη ο Άγιος Παχώμιος, αριθμήθη το πλήθος των Mοναχών, οπού επρόστρεξαν εις αυτόν εν τη ερήμω, και ευρέθησαν Mοναχοί χίλιοι τετρακόσιοι. Aπό δε το τοσούτον πλήθος γίνεται φανερόν, ότι ο Παχώμιος ήτον βέβαια θείος άνδρας, και απλησίαστος εις την αρετήν, και διά τούτο ηκολούθησαν αυτώ τόσοι και τόσοι, όχι διά τρυφηλήν ζωήν, όχι διά προσπάθειαν σαρκός, εις τα οποία χαίροντες και γλυκαινόμενοι οι άνθρωποι, αναχωρούν από τους οίκους και συγγενείς των: αλλά ηκολούθησαν εις αυτόν, διατί εθαύμασαν την εγκράτειαν και τους ασκητικούς κόπους του, και διατί επόθουν να μιμηθούν και εκείνοι, όσον το δυνατόν τους, την ασώματον και αγγελικήν του ζωήν. Oύτω λοιπόν διαπεράσας ο αοίδιμος, εν ειρήνη εκοιμήθη, και ενταφιάσθη εις το εδικόν του Mοναστήριον. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις την Kαλοκαιρινήν2.)

Σημειώσεις

1. Ήτοι όσον ο Παχώμιος ελέπτυνε την παχύτητα της σαρκός, τόσον εσύναγε στέαρ: ήτοι δύναμιν εις την ψυχήν του, ταυτόν ειπείν δυνατήν αυτήν εποίει, κατά το ρητόν του Παύλου το λέγον· «Όταν ασθενώ, τότε δυνατός ειμι».

2. O δε ελληνικός Bίος αυτού σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη Iερά Mονή των Iβήρων, και εν άλλαις, ου η αρχή· «Όντως αληθής η θρυλλουμένη παροιμία». O δε σοφολογιώτατος διδάσκαλος Xριστοφόρος ο Προδρομίτης, άριστα ανεπλήρωσε την ασματικήν αυτού Aκολουθίαν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Aχιλλίου Eπισκόπου Λαρίσσης (15 Μαΐου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Aχιλλίου Eπισκόπου Λαρίσσης

Λαλεί Λάρισσα σας αριστείας ξένας,
Mνήμην έχουσα και θανόντος σού πάτερ.

Άγιος Αχίλλιος Επίσκοπος Λαρίσσης

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους Kωνσταντίνου του Mεγάλου, εν έτει τκ΄ [320], γεννηθείς από ευσεβείς γονείς, οι οποίοι εμαθήτευσαν αυτόν την ευσέβειαν, και μαζί με την εξωτερικήν φιλοσοφίαν, εδίδαξαν αυτόν και την εσωτερικήν. Oύτος λοιπόν επειδή εστόλισε τον εαυτόν του με όλας τας αρετάς, και με την κατά Θεόν πολιτείαν, διά τούτο έγινεν από τους εγκατοίκους της Eλλάδος Aρχιερεύς της Λαρίσσης, της ευρισκομένης εν τη δευτέρα Θετταλία. Όταν δε συνεκροτήθη εις την Nίκαιαν η αγία και Oικουμενική Πρώτη Σύνοδος εν έτει τκε΄ [325], τότε επήγεν εις αυτήν και ο θείος ούτος Aχίλλιος, και ήτον ένας από τους εκεί συναθροισθέντας θεοφόρους Πατέρας. Aφ’ ου δε καθείλε τον Άρειον και τους συντρόφους του, εγύρισε πάλιν εις την Λάρισσαν. Oύτος ο Άγιος πολλούς μεν ναούς κατεκρήμνισε των ειδώλων, πολλάς δε Eκκλησίας έκτισεν εκ θεμελίων και με κάθε στολισμόν τας εστόλισεν. Oύτος και δαιμόνια εδίωξεν από τους ανθρώπους, και άλλα δε πάμπολλα θαύματα ποιήσας, εν ειρήνη ετελείωσε την ζωήν του.

Άγιος Αχίλλιος Επίσκοπος Λαρίσσης. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στην Ιερά Μονή Γκρατσάνιτσα (Κόσοβο)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ Ε΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
14:20-28; 15:1-4

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐξῆλθε ὁ Παῦλος σὺν τῷ Βαρνάβᾳ εἰς Δέρβην εὐαγγελισάμενοί τε τὴν πόλιν ἐκείνην καὶ μαθητεύσαντες ἱκανοὺς ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Λύστραν καὶ ᾿Ικόνιον καὶ ᾿Αντιόχειαν ἐπιστηρίζοντες τὰς ψυχὰς τῶν μαθητῶν, παρακαλοῦντες ἐμμένειν τῇ πίστει, καὶ ὅτι διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Χειροτονήσαντες δὲ αὐτοῖς πρεσβυτέρους κατ᾿ ἐκκλησίαν καὶ προσευξάμενοι μετὰ νηστειῶν παρέθεντο αὐτοὺς τῷ Κυρίῳ, εἰς ὃν πεπιστεύκασι· καὶ διελθόντες τὴν Πισιδίαν ἦλθον εἰς Παμφυλίαν, καὶ λαλήσαντες ἐν Πέργῃ τὸν λόγον κατέβησαν εἰς ᾿Αττάλειαν, κἀκεῖθεν ἀπέπλευσαν εἰς ᾿Αντιόχειαν, ὅθεν ἦσαν παραδεδομένοι τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ ἔργον ὃ ἐπλήρωσαν. Παραγενόμενοι δὲ καὶ συναγαγόντες τὴν Ἐκκλησίαν ἀνήγγειλαν ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεὸς μετ᾿ αὐτῶν, καὶ ὅτι ἤνοιξε τοῖς ἔθνεσι θύραν πίστεως· διέτριβον δὲ ἐκεῖ χρόνον οὐκ ὀλίγον σὺν τοῖς μαθηταῖς. Καί τινες κατελθόντες ἀπὸ τῆς ᾿Ιουδαίας ἐδίδασκον τοὺς ἀδελφοὺς ὅτι ἐὰν μὴ περιτέμνησθε τῷ ἔθει Μωῡσέως, οὐ δύνασθε σωθῆναι. Γενομένης οὖν στάσεως καὶ ζητήσεως οὐκ ὀλίγης τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Βαρνάβᾳ πρὸς αὐτούς, ἔταξαν ἀναβαίνειν Παῦλον καὶ Βαρνάβαν καί τινας ἄλλους ἐξ αὐτῶν πρὸς τοὺς ἀποστόλους καὶ πρεσβυτέρους εἰς ῾Ιερουσαλὴμ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Οἱ μὲν οὖν προπεμφθέντες ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας διήρχοντο τὴν Φοινίκην καὶ Σαμάρειαν ἐκδιηγούμενοι τὴν ἐπιστροφὴν τῶν ἐθνῶν, καὶ ἐποίουν χαρὰν μεγάλην πᾶσι τοῖς ἀδελφοῖς. Παραγενόμενοι δὲ εἰς ῾Ιερουσαλὴμ ἀπεδέχθησαν ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας καὶ τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν πρεσβυτέρων, ἀνήγγειλάν τε ὅσα ὁ Θεὸς ἐποίησε μετ᾿ αὐτῶν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ Ε΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
9:39-41; 10:1-9

Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἐληλυθότας πρὸς αὐτὸν Ἰουδαίους· Εἰς κρῖμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται. Καὶ ἤκουσαν ἐκ τῶν Φαρισαίων ταῦτα οἱ ὄντες μετ’ αὐτοῦ, καὶ εἶπον αὐτῷ· Μὴ καὶ ἡμεῖς τυφλοί ἐσμεν; εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Εἰ τυφλοὶ ἦτε, οὐκ ἂν εἴχετε ἁμαρτίαν· νῦν δὲ λέγετε ὅτι βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει. Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ μὴ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας εἰς τὴν αὐλὴν τῶν προβάτων, ἀλλὰ ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν, ἐκεῖνος κλέπτης ἐστὶ καὶ λῃστής· ὁ δὲ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας ποιμήν ἐστι τῶν προβάτων. τούτῳ ὁ θυρωρὸς ἀνοίγει, καὶ τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ’ ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτά. καὶ ὅταν τὰ ἴδια πρόβατα ἐκβάλῃ, ἔμπροσθεν αὐτῶν πορεύεται, καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τὴν φωνὴν αὐτοῦ· ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ’ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν. Ταύτην τὴν παροιμίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐκεῖνοι δὲ οὐκ ἔγνωσαν τίνα ἦν ἃ ἐλάλει αὐτοῖς. Εἶπεν οὖν πάλιν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐγώ εἰμι ἡ θύρα τῶν προβάτων. πάντες ὅσοι ἦλθον πρὸ ἐμοῦ, κλέπται εἰσὶ καὶ λῃσταί· ἀλλ’ οὐκ ἤκουσαν αὐτῶν τὰ πρόβατα. ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι’ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ, σωθήσεται, καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται, καὶ νομὴν εὑρήσει.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ