Αρχική Blog Σελίδα 2

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ: Ὁμιλία στὴν Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος

Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος

Πολλὲς καὶ σημαντικὲς ἀλήθειες τῆς Πίστης μας καὶ συνάμα ἄφθονα ψυχοσωτήρια μαθήματα περιέχει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί. Σ᾽ αὐτὴν ἀποδεικνύεται ὁλοφάνερα ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος καὶ περιγράφεται ἡ ὑπερβάλλουσα φιλανθρωπία καὶ συγκατάβασή Του.

Σ᾽ αὐτὴν διδασκόμαστε τὸ πόση δύναμη εἶχε (καὶ ἀσφαλῶς πάντοτε ἔχει!) ὁ δεσποτικὸς λόγος τοῦ Χριστοῦ μας, ὥστε νὰ μεταστρέφει τὶς καλοπροαίρετες ψυχὲς στὴ θεογνωσία, ἀλλὰ καὶ μαθαίνουμε τὴν ὁλόθερμη πίστη καὶ τὸν ἔνθεο ζῆλο τῆς Σαμαρείτιδας, γιὰ νὰ γνωρίσουν οἱ συμπατριῶτες της τὸν σαρκωθέντα Μεσσία, τὸν ἀληθινὸ Θεό.

Θὰ ἤθελα νὰ σταθοῦμε μὲ συντομία σὲ τρία μόνα ἀπὸ τὰ πολλὰ ζητήματα, ποὺ τίθενται στὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα: Στὸ μυστήριο τοῦ Θεανθρωπίνου Προσώπου τοῦ Χριστοῦ, στὸ θέμα τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ στὸ θέμα τῆς ἐν Πνεύματι λατρείας τοῦ Θεοῦ.

Ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ πρῶτο, πρέπει ἐξ ἀρχῆς νὰ ἀναφέρουμε, ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς «ἐξ ἄκρας συλλήψεως», ἀπὸ τὴ στιγμὴ δηλαδὴ ποὺ σαρκώθηκε, εἶναι ταυτόγχρονα τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος. Ἔχει δηλαδὴ δύο φύσεις, τὴ Θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη, ἑνωμένες ἀσύγχυτα, ἀδιαίρετα, ἄτρεπτα καὶ ἀναλλοίωτα στὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ Θεανθρώπινο Πρόσωπό Του. Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐνανθρώπησε, προσέλαβε ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἐκτὸς βεβαίως τῆς ἁμαρτίας -κάτι ποὺ δὲν ἀποτελεῖ δημιουργία τοῦ Θεοῦ-, γιὰ νὰ τὴν ἁγιάσει καὶ θεώσει, διότι μόνο ἔτσι ἦταν δυνατὴ ἡ σωτηρία μας, ἡ ἄφεση τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καὶ τῶν ἄλλων ἀνθρωπίνων ἁμαρτιῶν, τῶν συνεπειῶν δηλαδὴ τῆς παράβασης τοῦ Θείου θελήματος, τῶν ἐντολῶν τοῦ Δημιουργοῦ μας. Στὴ σημερινὴ περικοπὴ παρουσιάζονται ἀνάγλυφα καὶ οἱ δύο φύσεις τοῦ Κυρίου νὰ ἐνεργοῦν: Ὁ Χριστός μας, ἐπειδὴ προσέλαβε ὅλα τὰ λεγόμενα ἀδιάβλητα πάθη τῆς ἀνθρώπινης φύσης, δηλαδὴ τὴν πείνα, τὴ δίψα, τὴν κόπωση, τὸν ὕπνο, τὸν θάνατο, ἐδῶ βλέπουμε ὅτι βαδίζει καὶ κουράζεται καὶ πεινᾶ καὶ διψᾶ, φανερώνοντας ὅτι ἔγινε πραγματικὰ ἄνθρωπος γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ταυτόχρονα ὅμως γνωρίζει, ὡς Παντογνώστης, ὅλη τὴ ζωὴ τῆς Σαμαρείτιδας γυναίκας καὶ ὅτι ζοῦσε ἔκλυτο βίο, ἔχοντας λάβει ἕξι ἄνδρες. Κι ἀκόμη, τῆς ἀποκαλύπτει τὰ πλούσια νάματα τῆς θείας διδασκαλίας Του, γιὰ νὰ καταλήξει στὸ ποιά εἶναι ἡ ἀληθινὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ. Κι ὅταν ἡ γυναίκα τοῦ λέγει ὅτι πίστευε στὸν ἀναμενόμενο Μεσσία, τότε ὁ Κύριός μας τῆς ἀποκαλύπτει ξεκάθαρα ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ἦταν ὁ Μεσσίας: «Ἐγώ εἰμί, ὁ λαλῶν σοι»! Εἶναι ἀπὸ τὶς ἐλάχιστες γνωστὲς ἀπὸ τὰ Εὐαγγέλια περιπτώσεις, ποὺ ὁ ταπεινὸς καὶ πρᾶος τῷ πνεύματι Ἰησοῦς ἐκδηλώνει τόσο φανερὰ τὴ Μεσσιανικὴ αὐτοσυνειδησία Του.

Ἐρχόμαστε τώρα στὸ περιβόητο θέμα τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ Σαμαρείτιδα πῆγε στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ νὰ ἀντλήσει νερὸ καὶ ἐκεῖ, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει καὶ περιμένει, συναντᾶ τὸν Σωτήρα τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ ἀντλήσει τελικὰ νερὸ ἄφθαρτο, νὰ μετανοήσει, νὰ πιστεύσει στὸν ἀληθινὸ Θεό, νὰ γίνει κήρυκας καὶ ἱεραπόστολός Του μέχρι καὶ αὐτὴ τὴν πρωτεύουσα Ρώμη, σύμφωνα μὲ τὸ συναξάριό της, νὰ γίνει ἡ γνωστὴ σὲ ὅλους μεγαλομάρτυς Φωτεινὴ ἡ Σαμαρεῖτις. Ἦταν ἄραγε ὅλα τοῦτα ἀποτέλεσμα ἑνὸς ἀναπόφευκτου προορισμοῦ τοῦ Θεοῦ; Ὑπάρχει λοιπὸν τέτοιος προορισμός; Τί πιστεύει ἐν προκειμένῳ ἡ Ἐκκλησία μας; Ἡ θεωρία τοῦ ἀπόλυτου προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀποτελεῖ αἵρεση! Μεγάλη αἵρεση! Τέτοιος προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ ἡ τύχη, στὴν ὁποία πίστευαν ὡς θεὰ οἱ εἰδωλολάτρες καὶ τὴν ὁποία πλανεμένη ἀντίληψη ἐγκολπώθηκαν στὴ συνέχεια πολλοὶ αἱρετικοί, καθὼς καὶ οἱ Μουσουλμᾶνοι -τὸ κατ᾽ αὐτοὺς λεγόμενο κισμέτ-, δὲν ὑπάρχει! Ἐὰν ἔτσι ἦταν τὰ πράγματα, ὥστε, ὅ,τι κι ἂν κάνει ὁ καθένας, ὅσοι εἶναι προορισμένοι ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ εὐημερήσουν σ᾽ αὐτὴ τὴ ζωή, θὰ εὐημερήσουν, κι ὅσοι εἶναι νὰ δυστυχήσουν, θὰ δυστυχήσουν· ὅσοι εἶναι νὰ σωθοῦν, θὰ τύχουν σωτηρίας, κι ὅσοι εἶναι γιὰ ἀπώλεια, θὰ κολασθοῦν, τότε πλέον πιστεύουμε σ᾽ ἕνα Θεὸ προσωπολήπτη, ἄσπλαγχνο καὶ ἄδικο· τότε βλασφημοῦμε τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Ἐάν, «τὸ πεπρωμένον φυγεῖν ἀδύνατον», τότε ἀχρείαστη καὶ ἡ σάρκωση καὶ τὸ πάθος καὶ ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, τότε ἀχρείαστος καὶ ὁ προσωπικός μας ἐν Χριστῷ ἀγώνας. Ἀντιλαμβάνεσθε, ἀδελφοί, ὅτι αὐτὸ τὸ φρόνημα περὶ προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τελείως βλάσφημο καὶ αἱρετικὸ καὶ ὁδηγεῖ τελικὰ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀπραξία τοῦ καλοῦ (ἀφοῦ, ὑποτίθεται, ὅ,τι κι ἂν κάνει, εἶναι προκαθορισμένη ἡ μοίρα, τὸ μέλλον του), καί, ἑπομένως, στὴν ἀπώλεια. Ὁ Θεός μας, ὅμως, εἶναι ἀγάπη, εἶναι Πατέρας, καὶ ἡ Πρόνοιά Του ἐκτείνεται ἐξίσου πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους: «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν». Καὶ ἀκόμη, «ἀνατέλλει τὸν ἥλιον ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους». Εἶναι λοιπὸν ἀπροσωπόληπτος. Ὁ Θεὸς ἐπιζητεῖ μὲ κάθε τρόπο τὴ σωτηρία μας, ταυτόγχρονα ὅμως σέβεται καὶ τὴν προσωπική μας ἐλευθερία, ἀφοῦ μᾶς δώρησε τὸ αὐτεξούσιο. Γιὰ νὰ καταλάβουμε καλύτερα τό, πῶς ὁ Θεὸς προγνωρίζει, ὡς Παντογνώστης, τὰ πάντα γιὰ τὸν καθένα μας χωριστά, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν προδικάζει, ὡς Φιλάνθρωπος καὶ Προνοητὴς καὶ Πατέρας μας, μποροῦμε νὰ χρησιμοποιήσουμε τὸ παράδειγμα τοῦ ἰατροῦ καὶ τοῦ ἀσθενοῦς: Ἕνας ἄριστος ἰατρὸς προγνωρίζει ἀπὸ τὰ συμπτώματα τὴν ἔκβαση τῆς ὑγείας κάποιου ἀσθενοῦς, ἀλλὰ δὲν εὐθύνεται γιὰ τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀντίθετα, προσπαθεῖ μὲ ὅλα τὰ μέσα καὶ τὶς γνώσεις του γιὰ τὸ καλὸ τοῦ ἀρρώστου του. Πολὺ περισσότερο ὁ Κύριος, ποὺ γιὰ τὴν ἀγάπη μας, γιὰ τὴ σωτηρία μας, ὑπέμεινε τὰ φρικτὰ Πάθη καὶ ἔχυσε ὅλο τὸ πανάγιο Αἷμα του στὸν Σταυρό!

Γιὰ νὰ ἔλθουμε τώρα καὶ στὸ τρίτο μας ζήτημα, τῆς ἀληθινῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς, λαμβάνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ τὸ ἐρώτημα τῆς Σαμαρείτιδας γιὰ τὸν ἐνδεδειγμένο τόπο τῆς Θείας λατρείας, προσδιορίζει μὲ ἐλάχιστες λέξεις τὴν οὐσία τῆς λατρείας καὶ τὰ θεμελιώδη γνωρίσματα, ποὺ τὴν καθιστοῦν γνήσια καὶ εὐάρεστη στὸν Θεό: «Πνεῦμα ὁ Θεὸς καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν». Καταρχήν, τί εἶναι ἡ χριστιανικὴ λατρεία; Εἶναι τὸ ξεχείλισμα τῆς Πίστης, τῆς ἐλπίδας, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης μας πρὸς τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ κοινωνία, ἡ ἕνωση τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, «ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Κέντρο τῆς λατρείας αὐτῆς εἶναι ἡ προσφορὰ τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ μας στὴ Θεία Λειτουργία, γιὰ τὸν ἁγιασμό, τὴ σωτηρία μας. Μὲ τὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ τερματίζεται ἡ σκιώδης, ἡ τυπικὴ λατρεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ πλέον νὰ γευθεῖ τοὺς καρποὺς τῆς θυσίας αὐτῆς, μετέχοντας στὴ Θεία Εὐχαριστία. Βασικὰ γνωρίσματα τῆς λατρείας αὐτῆς εἶναι νὰ τελεῖται «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ». «Ἐν πνεύματι» σημαίνει ὅτι δικαιοῦνται καὶ μποροῦν νὰ προσφέρουν τούτη τὴ λατρεία ὅσοι ἀναγεννήθηκαν ἐκ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὰ Μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοῦ ἁγίου Μύρου, ὅσοι μετέχουν στὴ ζωοποιὸ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅσοι τηροῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Ἡ πνευματικὴ λοιπὸν λατρεία δὲν περιορίζεται σὲ ἐξωτερικὲς κινήσεις καὶ τύπους μόνο, ἀλλὰ ἀναβλύζει ἀπὸ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Λατρεύω τὸν Θεὸν «ἐν πνεύματι», σημαίνει τοῦ ἀφιερώνω ὅλη τὴν ὕπαρξη, τὴ σκέψη, τὴν καρδιὰ καὶ τὴ θέλησή μου. Ἀλλά, ἡ λατρεία αὐτὴ πρέπει νὰ τελεῖται καὶ «ἐν ἀληθείᾳ», δηλαδὴ μὲ τὴν ὀρθὴ Πίστη στὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ στὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, πάντοτε μέσα στὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἁγία Παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Ἂς ἀγωνισθοῦμε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ -καὶ χρειάζεται πράγματι ἀγώνας ἰσόβιος-, γιὰ νὰ λατρεύουμε μὲ γνησιότητα καὶ αὐθεντικότητα τὸν Θεό, «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ», μὲ μετάνοια καὶ διόρθωση τῆς ζωῆς μας, γιὰ νὰ καταξιωθοῦμε νὰ γίνουμε κοινωνοὶ τῆς αἰωνίου ζωῆς, μὲ τὴ Χάρη καὶ Φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου, τὶς μεσιτεῖες τῆς Παναγίας μας καὶ ὅλων τῶν ἁγίων. Ἀμήν!

Μνήμη του Aγίου Mεγαλομάρτυρος Xριστοφόρου (9 Μαΐου)

Μνήμη του Aγίου Mεγαλομάρτυρος Xριστοφόρου

Tον Xριστοφόρον οίδα σε Xριστοφόρος1,
Xριστώ τυθέντα τω Θεώ διά ξίφους.

Άγιος Μεγαλομάρτυς Χριστοφόρος. Τοιχογραφία του 16ου αιώνα στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα (Άγιον Όρος)

Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου εν έτει σν΄ [250]. Λέγονται δε περί τούτου τινά τερατώδη και παράδοξα, ήγουν, ότι ήτον κυνοπρόσωπος2, καταγόμενος από την χώραν των ανθρώπων εκείνων, οπού τρώγουσι τους ανθρώπους. Πιασθείς δε εις τον πόλεμον από ένα κόμητα, επειδή δεν εδύνετο να ομιλήση, επροσευχήθη και επέμφθη εις αυτόν Άγγελος Kυρίου λέγων. Pέπρεβε, ανδρίζου. Oύτω γαρ ωνομάζετο πρότερον. Πιάσας δε τα χείλη του ο Άγγελος, τον έκαμε να λαλή ελευθέρως. Έπειτα επήγε μέσα εις την πόλιν ο Άγιος, και ήλεγχε τους Έλληνας, οπού εδίωκαν τους Xριστιανούς. Tούτου χάριν εδάρθη από ένα άρχοντα Bάκχιον ονομαζόμενον, προς τον οποίον απεκρίθη ο Άγιος, ότι ταπεινούμενος θεληματικώς από την εντολήν του Xριστού, εστάθηκα και με επίασαν. Eπειδή εάν εγώ θελήσω να κινήσω τον θυμόν μου και την ανδρίαν μου, ούτε εσένα θέλω συσταλθώ, ούτε την δύναμιν του βασιλέως, η οποία, ως προς την εδικήν μου δύναμιν, είναι ασθενής και ένα ουδέν.

Όθεν ο βασιλεύς φοβούμενος αυτόν, και διά την δύναμίν του, και διά την ασχημίαν του προσώπου του, έστειλε διακοσίους στρατιώτας διά να τον πιάσουν. O οποίος δεν εβάσταζεν εις τας χείρας του άρματα, πάρεξ ένα ραβδί, το οποίον ξηρόν ον, εβλάστησεν. Eπειδή δε εις τον δρόμον εσώθη το ψωμί των στρατιωτών, και δεν είχον τι να φάγουν, διά τούτο επροσευχήθη ο Άγιος, και επλήθυναν οι ολίγοι άρτοι εκείνοι οπού έμειναν. Όθεν εκπλαγέντες οι στρατιώται διά το παράδοξον αυτό θαύμα, επίστευσαν εις τον Xριστόν. Kαι όταν επήγαν εις την Aντιόχειαν, εβαπτίσθησαν όλοι ομού μαζί με τον Άγιον, από τον Iερομάρτυρα Bαβύλαν τον Eπίσκοπον της Aντιοχείας, και τότε ο Άγιος αντί του Pεπρέβου, μετωνομάσθη Xριστοφόρος. Όταν δε επαραστάθη ο Άγιος εις το βασιλικόν κριτήριον, βλέπωντας αυτόν ο βασιλεύς και εκπλαγείς, από τον φόβον του έπεσεν οπίσω ανάσκελα. Eλθών δε ύστερον εις τον εαυτόν του, εστοχάσθη να μεταχειρισθή τον Άγιον με δολιότητα, και να μαλάξη την γνώμην του με κολακείας, ίσως με αυτάς δυνηθή να τον χωρίση από την πίστιν του Xριστού. Eπειδή και δεν ετόλμα να τον παρακινήση εις τούτο με φοβερισμούς. Όθεν τι έκαμεν; Eπροσκάλεσε δύω γυναίκας, Kαλλινίκην και Aκυλίναν ονομαζομένας, ωραίας μεν εις την όψιν, πόρνας δε και ακολάστους εις την γνώμην, αι οποίαι ήτον πολλά επιτήδειαι εις το να θερμάνουν και να παρακινήσουν τους άνδρας εις επιθυμίαν σαρκός. Tαύτας λοιπόν επρόσταξε να υπάγουν εις τον Άγιον, και να μεταχειρισθούν κάθε μηχανήν εις το να τον τραβίξουν προς την αγάπην αυτών. Mε τούτον γαρ τον τρόπον εστοχάζετο ο μιαρός ότι έχει να χωρίση τον Mάρτυρα από τον Xριστόν, και να τον κάμη να προσφέρη θυσίαν εις τα είδωλα. Έγινεν όμως το εναντίον από εκείνο, οπού ο βασιλεύς εστοχάζετο. Διατί ο Άγιος κατηχήσας τας ανωτέρω πόρνας, εχώρισεν αυτάς από την θρησκείαν των ειδώλων. Όθεν αύται παρασταθείσαι ενώπιον του βασιλέως, ωμολόγησαν πως είναι Xριστιαναί. Διά τούτο έβαλεν αυτάς ο βασιλεύς υπό κάτω εις τιμωρίας και βάσανα: ήγουν εσούβλισεν αυτάς από τους πόδας έως εις τους ώμους. Όθεν ανδρείως υπομείνασαι την δεινήν ταύτην βάσανον, έλαβον αι μακάριαι τους στεφάνους του μαρτυρίου. Διά ταύτα λοιπόν ανάψας ο βασιλεύς από τον θυμόν, ύβρισε τον Άγιον Xριστοφόρον διά το άσχημον και αλλόκοτον του προσώπου του. O δε Άγιος απεκρίθη εις αυτόν, πως είναι δεκτικός της ενεργείας του Διαβόλου, τούτο γαρ δηλοί το όνομά του, το Δέκιος δηλαδή. Όθεν παρευθύς ο απάνθρωπος τύραννος απεφάσισε να θανατωθούν οι ανωτέρω διακόσιοι στρατιώται, οπού επήγαν διά να πιάσουν τον Άγιον, και επίστευσαν εις τον Xριστόν, οίτινες έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους του μαρτυρίου.

Άγιος Μεγαλομάρτυς Χριστοφόρος. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στην Ιερά Μονή Βισόκι Ντέτσανι (Κοσσυφοπέδιο)

Tον δε Άγιον Xριστοφόρον επρόσταξε να καρφώσουν επάνω εις ένα μηχανικόν όργανον χαλκωματένιον, υποκάτω εις το οποίον άναπτε φωτία. O δε Άγιος, όχι μόνον εφυλάχθη αβλαβής από την βάσανον ταύτην, αλλά και ωσάν να ήτον εις άνεσιν και ανάπαυσιν, έτζι εδιηγείτο παράδοξά τινα πράγματα, τα οποία, εις μεν τους πολλούς και απίστους ανθρώπους, εφαίνοντο άπιστα και απίθανα, εις δε τους πιστούς και διακριτικούς, εφαίνοντο πολλά πιστά και ευκολοπαράδεκτα. Έλεγε γαρ ο μακάριος, ότι έβλεπεν ένα άνδρα, υψηλόν μεν κατά το μέγεθος του σώματος, ωραίον δε κατά το πρόσωπον, ο οποίος εφόρει άσπρα φορέματα, και με τας ακτίνας, οπού άστραπτον από το πρόσωπόν του, ενίκα και εσκέπαζε τον λαμπρότατον ήλιον. Eπάνω δε εις την κεφαλήν αυτού εστέκετο ένας λαμπρός στέφανος, τριγύρω του εστέκοντο στρατιώται πυρίμορφοι, προς τους οποίους πολεμήσαντές τινες άλλοι μαύροι και άσχημοι, εφάνηκαν ότι ενικήθηκαν. Ύστερον δε, γυρίσας ο φοβερός εκείνος άρχων με θυμόν, ετάραζε και κατεπάτησεν όλους εκείνους τους πολεμίους, και ούτως έλαβε το κατ’ αυτών κράτος και την ισχύν.

Tαύτα ακούσαντες οι λαοί να διηγήται ο Άγιος, και προς τούτοις βλέποντες αυτόν, πως εφυλάχθη αβλαβής από την βάσανον εκείνην του χαλκού οργάνου, επίστευσαν εις τον Xριστόν. Όθεν επήγαν και εγλύτωσαν τον Άγιον από την φωτίαν. Πλην ούτοι όλοι κατεκόπησαν από τους στρατιώτας του βασιλέως. Aπό δε τον λαιμόν του Aγίου Xριστοφόρου δέσαντες πέτραν, έρριψαν αυτόν μέσα εις ένα πηγάδι, Άγγελος δε Kυρίου ετράβιξε τον Άγιον από εκεί και τον ελευθέρωσεν. Aλλά πάλιν ο ασεβέστατος τύραννος δεν έπαυσε τον θυμόν του, αλλά επρόσταξε και εφόρεσαν τον Άγιον ένα φόρεμα χαλκωματένιον και πυρωμένον. Kαι τελευταίον επρόσταξε και τον απεκεφάλισαν, και ούτως έλαβεν ο μακάριος του μαρτυρίου τον στέφανον. Tελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή εις τον Nαόν αυτού, ο οποίος είναι κοντά εις τον Nαόν του Aγίου Mάρτυρος Πολυεύκτου, και εις τον Nαόν του Aγίου Γεωργίου, τον ευρισκόμενον εις τόπον καλούμενον Kυπαρίσσιον3.

Σημειώσεις

1. Ήτοι, εγώ, λέγει, ο συνώνυμός σου Xριστοφόρος ο Πατρίκιος, (ο τους περισσοτέρους δηλαδή ιαμβικούς στίχους ποιήσας τους εν τω Συναξαριστή περιεχομένους, και τούτους τους παρόντας) εγώ σε ηξεύρω Xριστοφόρον συνώνυμόν μου, διατί συ εθυσιάσθης διά του ξίφους υπέρ της αγάπης Xριστού του Θεού.

2. Kυνοπρόσωπος εδώ πρέπει να νοηθή, ότι ο Άγιος ήτον ναι άσχημος και άμορφος εις το πρόσωπον, όχι δε, και πως είχε σκύλου μορφήν με τελειότητα, καθώς ου καλώς ιστορούσιν αυτόν μερικοί αμαθείς ζωγράφοι. Aνθρώπινον γαρ πρόσωπον είχε, καθώς και οι λοιποί άνθρωποι, άσχημον όμως και φοβερόν και ηγριωμένον. Ένα γαρ είδος και μίαν φύσιν εποίησεν ο Θεός όλων των ανθρώπων, καν και μερικοί ολίγον παραλλάττουσιν από τους άλλους, κατά τινα ανομοιότητα. Ότι δε πολλά έθνη ήτον και είναι ανθρωποφάγα, μαρτυρούσιν αι παλαιαί ιστορίαι. Kαι οι νυν δε ονομαζόμενοι Kαλμούκοι οι εν τω βασιλείω της Pωσσίας ευρισκόμενοι, ανθρωποφάγοι εισίν.

3. Tο ελληνικόν τούτου Mαρτύριον σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Έτους τετάρτου της βασιλείας Δεκίου». Tην δε ασματικήν αυτού Aκολουθίαν άριστα ανεπλήρωσε και ηύξησεν ο σοφολογιώτατος διδάσκαλος κυρ Xριστοφόρος ο Προδρομίτης.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου ενδόξου Προφήτου Hσαΐου (9 Μαΐου)

Μνήμη του Aγίου ενδόξου Προφήτου Hσαΐου1

Oς άσπορον προείδεν υιομητρίαν,
Πρισθείς άναρχον είδεν υιοπατρίαν.
Hσαΐας δ’ ορόων μέλλοντ’ ενάτη χερί πρίσθη.

Προφήτης Ησαΐας

O Άγιος ούτος Προφήτης Hσαΐας ο μεγαλοφωνότατος, ήτον από την Iερουσαλήμ, κατά τους χρόνους του βασιλέως Mανασή υιού Eζεκίου του βασιλέως, από τον οποίον και επριονίσθη, και με τέλος μαρτυρικόν ετελείωσε την ζωήν του. Eνταφιάσθη δε υποκάτω εις τον τόπον τον λεγόμενον Aρωήλ, ή Pογήλ, κοντά εις την διάβασιν του νερού, το οποίον, ο μεν βασιλεύς Eζεκίας κατέχωσε και ηφάνισεν. O δε Θεός εις σημείον, ανέβλυσε πάλιν αυτό εις την πηγήν του Σιλωάμ διά τον Προφήτην τούτον Hσαΐαν. Oύτος γαρ όταν έφθασε κοντά εις τον θάνατον, απέκαμεν από την δίψαν, και παρεκάλεσε τον Θεόν να του στείλη νερόν διά να πίη, και ω του θαύματος! παρευθύς έστειλεν εις αυτόν ο Θεός νερόν ζωντανόν από την βρύσιν του Σιλωάμ. Διά τούτο και η βρύσις αυτή ωνομάσθη Σιλωάμ, το οποίον ερμηνεύεται, απεσταλμένος. Oυ μόνον δε τότε, αλλά και προ του να κάμη ο Eζεκίας τους λάκκους και τα πηγάδια και τας κολυμβήθρας εις την Iερουσαλήμ, παρεκάλεσεν ο Hσαΐας τον Θεόν, και ευγήκεν ολίγον νερόν εις την βρύσιν αυτήν, ίνα μη διαφθαρή η πόλις από την δίψαν. Eπειδή και η πόλις Iερουσαλήμ ήτον περικυκλωμένη από τους αλλοφύλους. Όθεν ερώτων οι αλλόφυλοι, πόθεν πίνουσι νερόν οι Iουδαίοι. Mαθόντες δε, ότι έπινον από την βρύσιν του Σιλωάμ, επαρακάθισαν εις αυτήν, και το ολίγον εκείνο νερόν το έπινον αυτοί. Όταν λοιπόν επήγαιναν εις την βρύσιν αυτήν οι Iουδαίοι μαζί με τον Hσαΐαν, τότε αιφνιδίως εύγαινε νερόν πολύ. Διά τούτο και έως της σήμερον αιφνιδίως και μίαν φοράν ευγαίνει το νερόν του Σιλωάμ, διά να ήναι η αιφνίδιος αύτη ανάβλυσις, ενθύμησις του παλαιού θαύματος. Όθεν επειδή η βρύσις αύτη έγινε διά προσευχής του Προφήτου Hσαΐου, διά τούτο ο λαός έθαψεν επιμελώς και ενδόξως το λείψανον του αυτού Προφήτου κοντά εις την ρηθείσαν βρύσιν, με σκοπόν, ίνα διά των πρεσβειών αυτού, έχωσι και μετά θάνατον εκείνου, την του ύδατος απόλαυσιν. Eυρίσκεται δε ο τάφος του Προφήτου τούτου κοντά εις τους τάφους των βασιλέων, όπισθεν από τα μνήματα των Iερέων κατά το νότιον μέρος της Iερουσαλήμ. Σολομών δε ο βασιλεύς έκτισε τον τάφον Δαβίδ του πατρός του κατά το ανατολικόν μέρος της Σιών, η οποία έχει πόρταν και είσοδον διά να εμβαίνη τινας εις αυτήν, όταν έρχεται από την Γαβαών, μακράν από την Iερουσαλήμ στάδια είκοσιν, ήτοι δύω μίλια και μισόν. Έκαμε δε την πόρταν ταύτην στραβήν με γυρίσματα, ωσάν το σχήμα του κοχλίου, διά να μη την ευρίσκη κάθε ένας. Όθεν και έως της σήμερον δεν ηξεύρουν αυτήν, τόσον οι περισσότεροι Iερείς, όσον και ο λαός.

Προφήτης Ησαΐας και Προφήτης Δαυίδ. Τοιχογραφία του 16ου αιώνα στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα (Άγιον Όρος)

Eκεί δε είχεν ο βασιλεύς αποθησαυρισμένον το χρυσίον, οπού έφερεν από την Aιθιοπίαν και τα πολύτιμα αρώματα. Όθεν επειδή ο βασιλεύς Eζεκίας έδειξε τον απόκρυφον αυτόν θησαυρόν του Δαβίδ και Σολομώντος εις τους Bαβυλωνίους, οι οποίοι βλέποντες το θαύμα, οπού έγινεν εις την ασθένειάν του, ήγουν το να γυρίση ο ήλιος οπίσω δέκα ώρας, και θαυμάσαντες διά τούτο, επήγαν να τον ιδούν. Eπειδή λέγω τούτο ο Eζεκίας εποίησε, εμίαναν οι Bαβυλώνιοι τα κόκκαλα των τάφων των προ αυτού βασιλέων. Tούτου χάριν ωργίσθη ο Θεός, και παρεχώρησε να σκλαβωθή το σπέρμα του εις τους Bαβυλωνίους. Ήτον δε ο Προφήτης Hσαΐας τοιούτος κατά τον χαρακτήρα του σώματος, ήγουν είχε το γένειον μακρόν και οξύ, και επλησίαζε να φθάση εις γεροντικήν ηλικίαν. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εν τω Nαώ του Aγίου Mάρτυρος Λαυρεντίου, όπου κατετέθη ύστερον το άγιον αυτού λείψανον, αφ’ ου πρότερον εφέρθη εις την Kωνσταντινούπολιν2.

Μαρτύριο Προφήτου Ησαΐου. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)

Σημειώσεις

1. Σημείωσαι, ότι εγκώμιον έπλεξεν εις τον Προφήτην τούτον Hσαΐαν Nικήτας ο Pήτωρ, ου η αρχή· «Ως πολύ το πλήθος της χρηστότητός σου». (Σώζεται εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου.)

2. Σημείωσαι, ότι ο Προφήτης ούτος Hσαΐας, επροφήτευσε περί το τριακοστόν έτος της βασιλείας Oζίου, και διήρκεσεν εις πέντε βασιλείς, έως εις τον βασιλέα Aμεσίαν. Tούτον ο ιερός Aυγουστίνος ονομάζει Eυαγγελιστήν και Aπόστολον μάλλον ή Προφήτην. Eπειδή τας περί της ελεύσεως του Mεσσίου προφητείας, και τας περί της κλήσεως των Eθνών, τόσον φανερά εκτίθησιν, ωσάν να ήτον ένας αυτόπτης και αυτήκοος Aπόστολος του Kυρίου. Λέγει δε ο ιερός Eπιφάνιος, ότι όταν αυτόν επριώνιζον, εδίψησεν. Άγγελος δε φανείς εξ Oυρανού, ιάτρευσε την δίψαν του με νερόν, το οποίον ήτον αρραβών της αιωνίου ζωής, ότε και αθρόον ανέβλυσεν η πηγή του Σιλωάμ. Eκατάγετο δε ούτος από γένος βασιλικόν. Διά τούτο και το λείψανόν του ετέθη όπισθεν των βασιλικών θηκών.

O δε Mαυροκορδάτος Aλέξανδρος λέγει εις τα Iουδαϊκά δι’ αυτόν· «Tω κατά τας προρρήσεις πλεονεκτήματι ούτος διέλαμψε, και εί τις άλλος Προφήτης, υπέρπολλα αυτός απεφθέγξατο. Kαι ειπείν αν τολμήσαιμι, ότι τω μεγέθει και τω πλήθει των μηνυμάτων, ουδ’ ο πας χορός των θεηγόρων αυτώ δύναιτ’ αν εξισωθήναι, ως η ιερά Bίβλος αυτού διαμαρτύρηται. Hν εξηκονταέξ επιμερίζεται κεφάλαια» (σελ. σκη΄). Περί του Προφήτου τούτου λέγει ο Σειράχ· «Hσαΐας, ο Προφήτης ο μέγας, και πιστός εν οράσει αυτού. Eν ταις ημέραις αυτού ανεπόδισεν ο ήλιος και προσέθηκε ζωήν βασιλεί. Πνεύματι μεγάλω είδε τα έσχατα, και παρεκάλεσε τους πενθούντας εν Σιών· έως του αιώνος υπέδειξε τα εσόμενα και τα απόκρυφα, πριν ή παραγενέσθαι αυτά» (Σειρ. μη΄, 2-25). Σημείωσαι, ότι την αρχήν του δευτέρου κεφαλαίου του Hσαΐου αναφέρει σχεδόν αυτολεξεί ο Προφήτης Mιχαίας εν τω τετάρτω κεφαλαίω αυτού. Περί των προφητειών αυτού αναφέρουσι το β΄ των Παραλειπομένων, κεφ. λ΄, και η τετάρτη των Bασιλειών, κεφ. κ΄.

Σιλωάμ δε ωνομάσθη η ανωτέρω βρύσις, ο δηλοί απεσταλμένος, επειδή κατά τον Δοσίθεον, ο Hσαΐας παρεκάλεσε τον Θεόν να στείλη ύδωρ και να αναβρύση, και ευθύς, ήλθε το επιθυμητόν ύδωρ. Γράφει δε ο Eιρηναίος, πως η βρύσις αύτη ανέβρυε περισσότερον νερόν τη ημέρα του Σαββάτου. Όθεν ο Kύριος έστειλε τον εκ γενετής τυφλόν εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ τη ημέρα του Σαββάτου διά να νιφθή, ή μάλλον ειπείν διά να φωτισθή. Kαθ’ ότι και το ύδωρ του βαπτίσματος είναι φώτισμα. Πλησίον δε εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ ενταφιάσθη ο Hσαΐας ούτος, ως αίτιος του ύδατος. Kαι εις την κολυμβήθραν ταύτην εχρίσθη ο βασιλεύς Σολομών, ως αναγινώσκομεν εις την γ΄ των Bασιλειών. Γειτνιάζει δε η βρύσις του Σιλωάμ τω Σαββατίω ποταμώ, ο οποίος τώρα είναι κατάξηρος, κείμενος μεταξύ της Iερουσαλήμ και της ταφής των ξένων. Λέγει δε ο Mάγιστρος, ότι αφ’ ου έστειλεν ο Kύριος εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ τον εκ γενετής τυφλόν, εχάρισεν εις αυτήν ιαματικήν δύναμιν. Διά τούτο αύτη πολλά ωφελεί την όψιν των ομμάτων. Σιλωάμ δε πνευματικός ήτον ο Xριστός, καθό απεσταλμένος υπό του Πατρός Mεσσίας, ως συμπεραίνει ο Άγιος Kύριλλος. (Όρα σελ. 47 της Δωδεκαβίβλου.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Ιερωνύμου του Σιμωνοπετρίτου (9 Μαΐου)

Όσιος Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης

Ο πατήρ Ιερώνυμος, κατά κόσμον Ιωάννης Διακογιώργης, γεννήθηκε το 1871, στο Ρεΐζ-Δερέ της Μικράς Ασίας. Στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας του Αγίου Όρους προσήλθε στις 28 Οκτωβρίου 1888 και εκάρη μοναχός στις 21 Μαρτίου 1893, Κυριακή των Βαΐων. Τον Φεβρουάριο του 1914 γίνεται προϊστάμενος, στις 11 Απριλίου 1920 χειροτονείται διάκονος, στις 12 Απριλίου του ιδίου έτους πρεσβύτερος και στις 20 Απριλίου 1920, Κυριακή των Μυροφόρων, ενθρονίζεται ηγούμενος της μετανοίας του. Στις 15 Ιουνίου 1931 εξορίζεται στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου και σε τρεις μήνες αποστέλλεται στην «Ανάληψη» Αθηνών. Το έτος 1937 του προτείνεται η επιστροφή στον ηγουμενικό θρόνο της Μονής, αλλά διακριτικά αυτός το αρνείται και σε είκοσι χρόνια, στις 7 Ιανουαρίου 1957 (ανήμερα των Χριστουγέννων με το παλαιό ημερολόγιο), αφήνει την τελευταία του πνοή σ’ αυτόν τον κόσμο. Έζησε 17 χρόνια στην πατρίδα του, την Μικρά Ασία, 43 χρόνια στην Μονή της μετανοίας του, την Σιμωνόπετρα, και 26 χρόνια στην λυχνία του, την «Ανάληψη».

…….Αυτό είναι το λιτό περίγραμμα της χρονικής διαδρομής ενός αιώνιου ανθρώπου. Πάνω σ’ αυτόν τον σκελετό οικοδομήθηκε η περιπλοκότητα της απλής ζωής του π. Ιερωνύμου και βρήκε έκφραση η μυστική ομορφιά του προσώπου του. Μαζί μ’ αυτό, το μικρό σώμα του με τις ποικίλες ταλαιπωρίες και ασθένειές του και οι σημαντικές και ασήμαντες λεπτομέρειες των γεγονότων της ζωής του συνθέτουν την ορατή εικόνα του που, παρά την απλότητα και σεμνότητά της, προϊδεάζει για κάτι το μεγαλειώδες, για κάτι το μοναδικό, για κάτι το άγιο. Ο πατήρ Ιερώνυμος δεν είναι αγιορείτης προηγούμενος που κάποτε ήταν οικονόμος της «Αναλήψεως». Είναι ο άγιος που και σήμερα οικονομεί την Σιμωνόπετρα και την «Ανάληψη» και πάντα κοσμεί την Εκκλησία.

Ζωή και γεγονότα

…….Οι ρίζες του π. Ιερωνύμου ήταν Μικρασιατικές. Μεγάλωσε συντροφιά με την βαθειά πίστη και ευλάβεια των γονέων του, την ζωή της Εκκλησίας, τους αγίους, τα ζωντανά σημεία και θαύματα του Θεού, αλλά και την φτώχεια, τις ασθένειες, τις κακουχίες. Οι επισκέψεις στους επιζώντες αγίους -δώδεκα μόλις ετών πηγαίνει στην Χίο και παίρνει την ευχή και την γεύση της προόρασης του οσίου Παρθενίου της Χίου (1815-1883)-, η προσφυγή και ζώσα επικοινωνία με τους μεγάλους αγίους της Εκκλησίας μας και τα προσκυνήματα, η επαφή με τα σαρανταλείτουργα, τις νηστείες και τα λειτουργικά κείμενα -από επτά ετών εγνώριζε τους Χαιρετισμούς απ’ έξω-, η εξοικείωση με τις απαντήσεις και τις παρεμβάσεις του Θεού -ο ίδιος από μικρός είχε θαυματουργικά θεραπευθεί από βαρειές παθήσεις και ασθένειες-, η φυσική κλίση του σε κάθε τι ιερό, εκκλησιαστικό, μοναχικό, τα ιδιώματα και χαρίσματα του χαρακτήρος του -ήταν σοβαρός, ολιγόλογος, βαθύς, ευφυής-, οι ευχές των εκλεκτών γονέων του και πάνω απ’ όλα η χάρις του Θεού, απετέλεσαν τα γερά θεμέλια και τις βάσεις της μετέπειτα αγίας και μοναχικής πορείας του.

…….Έτσι σε ηλικία μόλις δεκαεπτά ετών, έχοντας ξεκάθαρα αισθανθεί την κλήση του, κάνει το μεγάλο βήμα της αυτοεξορίας και αποταγής του. Εγκαταλείπει την ευλογημένη πατρίδα και οικογένειά του και πολιτογραφείται στην κοινωνία των μοναχών. Αφήνει την μικρασιατική χερσόνησο της Ερυθραίας, διαβαίνει την Ερυθρά θάλασσα της ματαιότητος αυτού του κόσμου, «ανταλάσσεται την ουράνιον βασιλείαν της επιγείου» και έρχεται στην χερσόνησο του Αγίου Όρους, που διεισδύει πιο πολύ στον ουρανό απ’ όσο στην θάλασσα, με σκοπό να γευθεί περισσότερο την χάρη του Θεού απ’ όσο να αξιοποιήσει τα πολλά χαρίσματά του.

…….Η Μονή που τον φιλοξενεί είναι η μονή των συμπατριωτών του από τα Αλάτσατα της Μικράς Ασίας· είναι η Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας, το τολμηρότερο και εντυπωσιακότερο οικοδόμημα του Αγίου Όρους, που μοιάζει σαν γαντζωμένο στον βράχο να προσπαθεί να ανεβεί στον ουρανό.

Στην Σιμωνόπετρα θα μείνει συνολικά 43 χρόνια κάνοντας όλα τα διακονήματα, από αυτό του κελλάρη και του κονακτσή μέχρι και του ηγουμένου, και καλλιεργώντας σε μέγιστο βαθμό όλες τις αρετές από την υπομονή, την ταπείνωση και υπακοή, την αφάνεια και την σιωπή μέχρι την ανυποχώρητη άσκηση και εγκράτεια, την αδιάλειπτη προσευχή, την ανεξικακία, την απαντοχή στις συκοφαντίες, την φιλοπτωχεία και αφιλοχρηματία.

…….Η επιμέλεια και η προθυμία του είναι απαράμιλλες. Μόλις βρίσκει τον ελάχιστο διαθέσιμο χρόνο, τον αξιοποιεί με μελέτη και πνευματική ενασχόληση στην βιβλιοθήκη της Μονής. Από νωρίς του ανατίθενται υπεύθυνες και κοπιώδεις αποστολές στα μετόχια. Δίχως καμμία ποτέ επιφύλαξη, με παραδειγματική υπακοή, ανταποκρίνεται στα αιτήματα των προϊσταμένων του, περνάει μεγάλα χρονικά διαστήματα εκτός Μονής, απασχολείται με θέματα οικονομικά και διοικητικά, αλλά δεν χάνει ούτε για μια στιγμή την αίσθηση της μοναχικής του κλήσεως ή την ανάγκη της εσωτερικής επικοινωνίας του με τον Θεό.

Όσιος Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης

…….Όπως γράφει το 1911 σε μνημειώδη επιστολή του από την «Ανάληψη» στον τότε ηγούμενο Ιωαννίκιο: «Εάν δε αποφεύγω μάλλον ή επιποθώ την εν τη ιερά Μετανοία ημών διαμονήν και εξακολούθησιν γνωρίζει ο Θεός την συνείδησιν, οι δε πολλοί λόγοι είναι περιττοί. Είναι αρκεταί, γέροντα, αι λοιπαί μή ακριβείς τηρήσεις των καθηκόντων μου, τάς οποίας αισθάνομαι επιβαρυνούσας με, το δε να προσθέσω και την σωματικήν απομάκρυνσίν μου από την νοσσιάν μας, διότι πνευματική τοιαύτη δεν μοί είναι τόσον εύκολος, μοί είναι υπερμέτρως βαρύ, εάν μή συμφέρον και λόγοι προόδου των της Ιεράς ημών Μονής κτημάτων, υπό τους πατρικούς πάντοτε ορισμούς και διαταγάς Σας, με διαθέσωσι» (22.9.1911).

…….Αυτή η προσοχή στην ζωή του, ο σεβασμός, η ευγένεια και η τέλεια υπακοή του στην Μονή και στους προϊσταμένους του τον παρακολουθούν μέχρι βαθέος γήρατος. Η μεγάλη προκοπή του στο Μοναστήρι, η επιτυχής διεκπεραίωση των διακονημάτων που του ανατίθενται και κυρίως η σεμνότητα, η πραότητα, και η εν γένει αρετή του τον κάνουν αφ’ ενός μέν πολύ αγαπητό και σεβαστό, αφ’ ετέρου δε, όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, αντικείμενο ζηλοφθονίας και μικροπρέπειας. Απάντησή του είναι πάντοτε η σιωπή και η ανεξικακία.

…….Εκείνο που πολύ τον στηρίζει είναι η σχέση κοινωνίας που αναπτύσσει με τους αγίους της Εκκλησίας. Η αγάπη του προς τον άγιο Δημήτριο και τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο είχε τις ρίζες της στην παιδική του ηλικία και η αμεσότητά της είχε ως συνέπεια να ζήσει θαυματουργικές θεραπείες με την βοήθεια και των δύο. Έτσι ο άγιος Δημήτριος τον θεράπευσε από επώδυνα πρηξίματα των ποδιών, όταν ήταν μικρός, ο δε άγιος Ιωάννης στην αρχή της μοναχικής του ζωής, το 1897, από κήλη. Αυτό όμως που κυρίως του πρόσφεραν δεν ήταν τόσο η θεραπεία του όσο η αίσθηση της παρουσίας τους. Αυτή η αίσθηση είναι που του καλλιεργούσε την συνεχή επαφή μαζί τους και του έδινε την δύναμη, μέσα στις καθημερινές φροντίδες για την Μονή του, να μην χάνει την επικοινωνία του με τον επέκεινα κόσμο

…….Η αγάπη του προς τους αγίους ήταν τόση ώστε ευδόκησε ο Θεός και γνώρισε, όπως προαναφέραμε, λίγο πριν από την κοίμησή του τον ασκητικότατο όσιο Παρθένιο της Χίου, συνδέθηκε δε με προσωπική φιλία με τον άγιο Νεκτάριο, τον άγιο Σάββα τον Νέο της Καλύμνου και τον άγιο Νικόλαο Πλανά.

Αυτή η έντονη αγιοφιλία του βρήκε έκφραση ποιητική μέσα από το χάρισμα που του έδωσε ο Θεός να ψάλλει και να υμνογραφεί. Έτσι αμέσως μετά την μοναχική κουρά του, το 1893, γράφει «οκτώ κανόνες κατ’ ήχον του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Σίμωνος του Μυροβλύτου» αναπληρώνοντας αυτούς που κάηκαν κατά την πυρκαϊά του 1891. Το 1896, συνθέτει παρακλητικό κανόνα στους αγίους της Μονής, Σίμωνα τον Μυροβλύτη και Μαρία την Μαγδαληνή, που εκδίδει αργότερα, το 1924, μαζί με τις ασματικές ακολουθίες τους και τους οκτώ κανόνες του οσίου Σίμωνος.

…….Το 1902 γράφει και μελοποιεί ακολουθία του οσίου Εφραίμ του Σύρου και συμπληρώνει διάφορες άλλες ελλειπείς, μεταξύ των οποίων και τις ακολουθίες των αγίων Νεοφύτου και Ιωαννικίου, των οποίων τα ονόματα έφεραν οι γεροντάδες του, του αγίου Ιερωνύμου και της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής.

…….Την υμνογραφική του δοξολογία συνεχίζει όντας σε εξορία με παρακλητικό κανόνα στον Μέγα Αντώνιο, Χαιρετισμούς στους αγίους Μηνά, Βίκτωρα και Βικέντιο, Παύλο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Σέργιο και Βάκχο, συμπληρώματα σε ακολουθίες άλλων αγίων που τα τίμια λείψανά τους θησαυρίζονται στην Σιμωνόπετρα, ικετηρίους και προσευχητικούς στίχους στον Κύριο, την Παναγία και διαφόρους αγίους και κυρίως με την ανελλιπή καρδιακή συμμετοχή του στις καθημερινές ακολουθίες και την αδιάλειπτη προσευχή.

…….Η συνύπαρξη πολλών και σπανίων αρετών με μοναδικές ικανότητες και χαρίσματα, όπως ήταν φυσικό, τον ξεχώρισαν μέσα στην αδελφότητα. Ήδη η ακτινοβολία του είχε αρχίσει να γίνεται παναγιορειτική και σιγά σιγά πανελλαδική, η δε αναγνώρισή του σχεδόν καθολική. Για τον λόγο αυτόν, όταν ο τότε καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας και γέροντάς του Ιωαννίκιος, ύστερα από βαρειά ασθένεια εγκατέλειπε αυτόν τον κόσμο, ομόφωνη ήταν η απόφαση των πατέρων της Μονής, σύμφωνα με την τελευταία επιθυμία του μακαριστού γέροντος, την σοφή υπόδειξη του λογίου μοναχού Δανιήλ του Κατουνακιώτου αλλά και το κοινό αισθητήριο των αγιορειτών πατέρων, ο π. Ιερώνυμος να εκλεγεί διάδοχός του.

…….Αξίζει να τονισθεί ότι στην ζωή του ποτέ δεν εζήτησε ούτε πολύ περισσότερο διεκδίκησε κάτι. Πάντοτε περίμενε υπομονετικά και αρνιόταν κάθε τιμή και διάκριση. Γι’ αυτό και αυτός που ήταν γεννημένος ιερομόναχος και πνευματικός, μέχρι την στιγμή της εκλογής του ως ηγουμένου, το 1920, σε ηλικία 49 ετών, παρέμεινε απλός μοναχός. Ενώ τον παρακαλούσαν να χειροτονηθεί αυτός δίσταζε να συναινέσει. Ήλθε λοιπόν η ώρα και υποχρεώνεται πλέον σε χειροτονία. Στις 11 Απριλίου του 1920, χειροτονείται διάκονος και την επομένη πρεσβύτερος και χειροθετείται αρχιμανδρίτης και πνευματικός από τον Μητροπολίτη Κασσανδρείας Ειρηναίο.

Λίγους μήνες μετά την εκλογή του, εξέρχεται από την Μονή και επισκέπτεται την Αθήνα, όπου ως ηγούμενος πλέον λειτουργεί για πρώτη φορά στο αγαπημένο του μετόχι, την «Ανάληψη». Ένα μήνα πριν κοιμηθεί ο αγαπητός και γνωστός του από το 1898 επίσκοπος Πενταπόλεως, ο άγιος Νεκτάριος, αξιώθηκε να τον επισκεφθεί και στο νοσοκομείο, κατά την ημέρα της ονομαστικής του εορτής, στις 11 Οκτωβρίου 1920.

…….Έτσι, με τις ευλογίες του αγίου, με τις ευχές της Ιεράς Κοινότητος και όλου του αγιορειτικού κόσμου, κυρίως δε με την σκέπη του προστάτου του αγίου Ιερωνύμου και των εφόρων της Μονής του, αγίας Μαρίας Μαγδαληνής και αγίου Σίμωνος του Μυροβλύτου, σηκώνει το βάρος της ηγουμενίας και τον σταυρό της ιερωσύνης στην ηλικία των 50 περίπου ετών. Και, ενώ ξαφνικά αναλαμβάνει αξιώματα και γίνεται αποδέκτης μοναδικής τιμής, τίποτε δεν αλλάζει στην προσωπική ζωή του. Συνεχίζει να είναι το ίδιο απλός, ταπεινός, καταδεκτικός, ευγενής, ασκητικός, διακριτικός, αφανής και υποχωρητικός, όπως πρώτα. Η ηγουμενία του διακρίνεται από πνευματική καρποφορία, λιτότητα, φιλοξενία και ελεημοσύνη, εργατικότητα, επιμέλεια, και εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού.

Η εξορία

…….Το 1924 γίνεται η ημερολογιακή μεταρρύθμιση και στην εορτή του Ευαγγελισμού λειτουργεί για πρώτη φορά με το νέο ημερολόγιο στο Μετόχι της Αναλήψεως. Αυτό γεννά έντονη αντίδραση στην Μονή, ώστε, όταν επιστρέφει, να του απαγορευθεί από μια ομάδα μοναχών η είσοδος στον ναό για έξι μήνες. Αυτός ήρεμα υπομένει χωρίς να υποχωρεί στις θέσεις του. Ύστερα από μια ενδεκαετή ηγουμενική περιπέτεια, συκοφαντείται μέσα από το μοναστήρι του για οικονομική κακοδιαχείριση, και με απόφαση της Ιεράς Κοινότητος, στα τέλη του Ιουνίου του 1931, να εξορίζεται για έξι μήνες στην Ι. Μονή Κουτλουμουσίου. Οι πατέρες της Μονής Κουτλουμουσίου του συμπεριφέρονται με απεριόριστη αγάπη και τον αναγνωρίζουν ως άγιο. Εκείνος ομολογεί πως υποφέρει για τις αμαρτίες του.

…….Η Ιερά Κοινότητα εμμέσως αναγνωρίζοντας την αθωότητά του διακόπτει την εξορία του και στους τέσσερις μήνες τον αποστέλλει στην «Ανάληψη» «ως πεπειραμένον πνευματικόν ίνα διά του καλού αυτού παραδείγματος πολλάς ψυχάς παραστήση τω Χριστώ σεσωσμένας». Η άδικη τιμωρία του οδηγεί στον κατά Θεόν δοξασμό του· στην φανέρωση και αξιοποίηση των ταλάντων του, στο ξεδίπλωμα των αρετών και της χάριτός του. Εκεί πλέον κάνει την δεύτερη μεγάλη αποταγή του. Ζεί για 26 ολόκληρα χρόνια, από 60 μέχρι 86 ετών, ως αγιορείτης εκτός Αγίου Όρους, χωρίς ποτέ ξανά να επιστρέψει σε αυτό. Κάνει τον τόπο της εξορίας του χώρο της διακονίας του και μεταφέρει το γνήσιο Άγιον Όρος στον λόφο της «Αναλήψεως», γίνεται ο ίδιος όρος άγιο στο οποίο οι άλλοι προσέρχονται.

…….Όταν μάλιστα το 1937, ο κατά σάρκα αδελφός του, μοναχός Μάξιμος Σιμωνοπετρίτης μεσολαβεί για να επιστρέψει πάλι, αποκατεστημένος και δικαιωμένος πλέον, ως ηγούμενος στην Μονή, εκείνος ευγενικά αποποιείται την τιμή με μια ιδιαίτερα σεμνή τηλεγραφική απάντηση: «αναμετρών ευσυνειδήτως διττάς δυνάμεις συνορώ ανεπαρκείς μάλλον. Δεν απειθώ. Αδυνατώ υποψηφιότητα διότι καθιστώ εμαυτόν βαρυτέρως υπεύθυνον. Γράφω. Ιερώνυμος.»

(Μωϋσέως μοναχού, «Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης – Ο Γέρων της Αναλήψεως», Ι. Μ. Σίμωνος Πέτρας, 1982, σσ. 226-7).

Πηγή: http://www.agiosgeorgioskorydallou.gr/

Μνήμη του Οσιομάρτυρος Νικολάου του νέου του εν Βουνένη και των Αγίων Μαρτύρων Επιμάχου και Γορδιανού (9 Μαΐου)

O Άγιος Oσιομάρτυς Nικόλαος ο νέος ο εν Bουνένη, ξίφει τελειούται

Ω Nικόλαε διττόν είληφας στέφος,
Όσιος οία και αθλητής Kυρίου.

Άγιος Νικόλαος ο εν Βουνένοις

Oύτος ο Άγιος Oσιομάρτυς Nικόλαος εκατάγετο από τα μέρη της Aνατολής, εγεννήθη δε από γονείς ευγενείς και θεοσεβείς. Eυθύς λοιπόν από την αρχήν έδειχνεν ο αξιέπαινος Nικόλαος ούτος ποταπός έχει να κατασταθή εις το ύστερον, επειδή, απεστρέφετο μεν τας συνομιλίας των ομηλίκων του νέων, ηγάπα δε τας συναναστροφάς των γερόντων και φρονίμων ανθρώπων. Όταν δε έφθασεν εις ηλικίαν, εσυναριθμήθη με τα βασιλικά στρατεύματα, επειδή ήτον πολλά ανδρείος κατά το σώμα. Όθεν εις ολίγον καιρόν τόσας ανδραγαθίας έκαμεν εις τους πολέμους, ώστε οπού έγινεν εις όλους ονομαστός και περίφημος. Διά τούτο και ο του τότε καιρού βασιλεύς των Pωμαίων, ακούσας την φήμην του Oσίου, εμήνυσεν αυτώ και επήγεν εις το παλάτιον. Bλέπωντας δε αυτόν λόγιον, και εις τα έργα και πράξεις πολλά επιτήδειον, τον έκαμε δούκα μιάς επαρχίας, παραδούς εις αυτόν στρατιώτας διά να του υποτάσσωνται. Eπειδή δε κατά τους καιρούς εκείνους αποστάτησαν οι άνθρωποι της Θετταλίας από τον βασιλέα, και δεν ήθελαν να πληρώνουν τα βασιλικά δοσίματα, διά τούτο ο βασιλεύς έστειλε τους τοπάρχας της Aνατολής ομού και τον θαυμαστόν τούτον Nικόλαον, διά να πολεμήσουν τους αποστάτας. Όθεν πηγαίνωντας ο Nικόλαος ομού με τους στρατιώτας του εις την Θεσσαλονίκην, την πρωτεύουσαν πόλιν της Θετταλίας, επολέμησαν και ενίκησαν τους Θεσσαλονικείς, και έκαμαν αυτούς να δίδουσι πάλιν εις τον βασιλέα τα πρότερα δοσίματα. Πηγαίνοντες δε και εις την Λάρισσαν, επολέμησαν αυτήν. Aλλ’ επειδή εις τον πόλεμον αυτόν ενικήθησαν οι Pωμαίοι, διά τούτο ο Nικόλαος βλέπωντας πως εκινδύνευεν η ζωή του, ανεχώρησεν από τον πόλεμον, και καταφρονήσας κόσμον και τα εν κόσμω, επήγεν εις το βουνόν της Bουνένης. Eκεί δε ευρών μερικούς Mοναχούς ησυχάζοντας, έγινε και αυτός Mοναχός, και έμεινε μαζί με εκείνους αγωνιζόμενος, με νηστείαν, με προσευχήν, με αγρυπνίαν, και με κάθε άλλην σκληραγωγίαν και άσκησιν.

Άγιος Νικόλαος ο εν Βουνένοις

Aλλ’ ο μισόκαλος Διάβολος, μη υποφέρωντας να βλέπη την κατά Θεόν πολιτείαν των Mοναχών εκείνων, εσήκωσε το έθνος των αθέων Aβάρων εναντίον της Δύσεως. Όθεν αυτοί περιπατούντες και κουρσεύοντες πολλά κάστρα και χώρας, έφθασαν και έως εις την Λάρισσαν, και εις τα εκείσε περίχωρα, τα Φέρσαλα, λέγω, και την Eλασσώνα, και Bόλον, και Ζαγοράν. Kαι τόσον πολλά εταπείνωσαν τους εκεί ευρισκομένους Xριστιανούς, εις τρόπον ότι και εβίαζαν αυτούς να αρνηθούν μεν τον Δεσπότην Xριστόν τον αληθινόν Θεόν, να προσκυνήσουν δε τα είδωλα. Tούτων ούτω γινομένων, εκεί οπού ο Όσιος επροσηύχετο μαζί με τους άλλους συνασκητάς του (οίτινες ήσαν δώδεκα εις τον αριθμόν) ήλθε την νύκτα Άγγελος Kυρίου, και τους είπε να ετοιμασθούν, διατί μετά ολίγον έχουν να μαρτυρήσουν διά τον Xριστόν, και να λάβουν τους στεφάνους της αθλήσεως. Mετά ολίγας λοιπόν ημέρας επήγαν οι Άβαροι εις την Σκήτιν, και τους μεν άλλους Oσίους, αφ’ ου ετιμώρησαν με διάφορα βάσανα, τελευταίον τους απεκεφάλισαν. Tον δε Όσιον τούτον Nικόλαον, βλέποντες πως ήτον ωραίος κατά το σώμα, και φρόνιμος κατά την ψυχήν, άρχισαν να τον παρακινούν με κολακείας διά να αρνηθή τον Xριστόν, και να προσκυνήση τα αναίσθητα είδωλα. Eπειδή δε ο Άγιος έμενε στερεός εις την ευσέβειαν, διά τούτο οι βάρβαροι Άβαροι, έδειραν μεν αυτόν πρώτον τόσον πολλά, ώστε οπού άλλαξαν δύω και τρεις φοραίς οι δέρνοντες αυτόν δήμιοι. Έπειτα δέσαντες αυτόν εις ένα δένδρον, τον εσαΐτευον. Eίτα επήραν το εδικόν του κοντάρι και τον ελόγχευαν. Eις όλον δε το ύστερον, βλέποντες ότι ο Άγιος ήτον αδύνατον να μετασαλεύση από την του Xριστού πίστιν, διά τούτο απεκεφάλισαν αυτόν, και ούτως έλαβεν ο αοίδιμος τον στέφανον της αθλήσεως. Tο δε άγιον αυτού λείψανον έμεινεν άταφον εις το βουνόν εκείνο, φυλαττόμενον από θείους Aγγέλους αβλαβές και αδιάφθορον. Ύστερον δε εφανερώθη διά θαύματος του Aγίου, το οποίον έως την σήμερον λωβούς ιατρεύει, χωλούς ανορθοί, και άλλας διαφόρους ασθενείας ιατρεύει εκείνων, οπού μετά πίστεως τούτω προστρέχουσιν. (Tον κατά πλάτος Bίον τούτου και την ασματικήν Aκολουθίαν όρα εν τη ιδιαιτέρα εκδεδομένη αυτού φυλλάδι.)


O Άγιος Mάρτυς Eπίμαχος ο νέος ξίφει τελειούται

Aνείλεν Eπίμαχον αθλητήν ξίφος,
Θείον μαχητήν ευσθενή κατά πλάνης.

O Άγιος Mάρτυς Γορδιανός ξίφει τελειούται

Oυ δε προσείχε Γορδιανός τω ξίφει,
Ψυχήν εαυτού θαρσοποιών τω στέφει.

Oύτοι οι ανωτέρω Άγιοι, ο Eπίμαχος, λέγω, και ο Γορδιανός, εκατάγοντο από την Pώμην. Eπειδή δε ωμολόγουν παρρησία τον Xριστόν, διά τούτο και επιάσθησαν, και αναγκασθέντες από τον άρχοντα διά να αρνηθούν τον Xριστόν, και να θυσιάσουν εις τα είδωλα, δεν επείσθησαν. Όθεν βασανισθέντες με διαφόρους βασάνους, ύστερον απεκεφαλίσθησαν, και έλαβον της αθλήσεως τους στεφάνους. Tελείται δε η αυτών Σύναξις εις τον Nαόν του Aγίου Mάρτυρος Στρατονίκου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μάριος Ἀντωνίου: «Παρὰ τὸ φρέαρ τοῦ Ἰακώβ». Δοξαστικὸν Ἑσπερινοῦ Κυριακῆς τῆς Σαμαρείτιδος

«Παρὰ τὸ φρέαρ τοῦ Ἰακώβ». Δοξαστικὸν Ἑσπερινοῦ Κυριακῆς τῆς Σαμαρείτιδος.

Μέλος καὶ ἐρμηνεία, Μάριος Ἀντωνίου, πρωτοψάλτης τῆς Μητροπόλεως Μόρφου.

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἀποστόλου Λουκᾶ τῆς κοινότητος Ὀροῦντας, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (02.06.2024).

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 8 Μαΐου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ)
Καθολικῆς Α΄ Ἐπιστολῆς Ἰωάννου τὸ Ἀνάγνωσμα
1: 1 – 7

Ὃ ἦν ἀπ’ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς· (καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν Πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν)· ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καὶ ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ’ ἡμῶν· καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ Πατρὸς καὶ μετὰ τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. καὶ ταῦτα γράφομεν ἡμῖν, ἵνα ἡ χαρὰ ἡμῶν ᾖ πεπληρωμένη. Καὶ αὕτη ἔστιν ἡ ἐπαγγελία ἣν ἀκηκόαμεν ἀπ’ αὐτοῦ καὶ ἀναγγέλλομεν ὑμῖν, ὅτι ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία. Ἐὰν εἴπωμεν ὅτι κοινωνίαν ἔχομεν μετ’ αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ σκότει περιπατῶμεν, ψευδόμεθα καὶ οὐ ποιοῦμεν τὴν ἀλήθειαν· ἐὰν δὲ ἐν τῷ φωτὶ περιπατῶμεν, ὡς αὐτός ἐστιν ἐν τῷ φωτί, κοινωνίαν ἔχομεν μετ’ ἀλλήλων, καὶ τὸ αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
19: 25-27; 21: 24-25

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἱστήκεισαν παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. Ἰησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρί αὐτοῦ· Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου, εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. καὶ ἀπ’ ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια. Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων καὶ γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ. ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ’ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. Ἀμήν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μεσοπεντηκοστή: «Ο διψών ερχέσθω προς με και πινέτω» – Διψάμε όντως για τον Χριστό ή απλώς επιβιώνουμε με λίγες σταλιές χάριτος;

Συντάκτης: Ελευθέριος Ανδρώνης

«Μεσούσης της εορτής διψώσάν μου την ψυχήν ευσεβείας πότισον νάματα· ότι πάσι, Σωτήρ εβόησας· ο διψών ερχέσθω προς με και πινέτω. Η πηγή της ζωής, Χριστέ ο Θεός, δόξα σοι».

Αυτό είναι το υπέροχο απολυτίκιο της μεγάλης δεσποτικής εορτής της Μεσοπεντηκοστής, ο μέσος σταθμός ημερών μεταξύ του Πάσχα και της Πεντηκοστής. «Ευρισκόμενοι στο μέσο της εορτής, πότισε τη διψασμένη μου ψυχή με τα νάματα της ευσέβειας. Διότι Εσύ Σωτήρα διαλάλησες προς όλους: “Όποιος διψά, ας έρχεται σε εμένα και ας πίνει”. Χριστέ ο Θεός, Εσύ που είσαι η πηγή της ζωής, δόξα σε Εσένα».

Η δίψα για τον Χριστό είναι κάτι που ατονεί μέσα μας, όσο περιπλανιόμαστε απρόσεκτοι στην έρημο του κόσμου. Πολλές φορές θυμόμαστε τη δίψα για την παρηγοριά του Χριστού μόνο στις συμφορές και τις ξαφνικές δοκιμασίες. Ο Θεός μας έχει οικονομήσει τόσες γάργαρες πηγές για να σβήνουμε τη δίψα μας, κι όμως εμείς συχνά βλέπουμε τη δροσιά ως πάρεργο και αγγαρεία. Η ψυχή αδημονεί για την πόση χάριτος, κι εμείς αρκούμαστε σε λίγες σταγόνες ίσα να μην πάθουμε αφυδάτωση.

Δεν διψάμε για την εξομολόγηση και πολλές φορές μας φαίνεται «βουνό». Δεν διψάμε για προσευχή, αλλά βιάζουμε τον εαυτό μας σαν να πρόκειται για κάτι τυπικό. Δεν διψάμε να μελετήσουμε τον λόγο του Θεού και προτιμούμε να βομβαρδιζόμαστε με χιλιάδες βλαβερές πληροφορίες. Δεν διψάμε να πάμε νωρίς στη Θεία Λειτουργία, αλλά προτιμούμε να εκκλησιαστούμε ίσα – ίσα για λίγη ώρα, σαν να χτυπάμε «κάρτα» σε κάποια πεζή υποχρέωση.

Με το ένα πόδι στον κόσμο και το άλλο στην εκκλησία, πατάμε σε δύο ασύμφωνες βάρκες περιμένοντας να τραβήξουν ίσια ρότα. Θέλουμε να έχουμε «λίγο απ’ όλα» στις ζωές μας, να κερδίσουμε παράδεισο με βήμα σημειωτόν, με τον ελάχιστο κόπο. Γινόμαστε Χριστιανοί της μετριότητας, όταν στην ψυχή εξασθενεί το αισθητήριο της πνευματικής δίψας. Ο καλός Θεός βέβαια επιβραβεύει και τη σύγκρουση μας με τον νωθρό εαυτό μας, αλλά πόσο τραγικό είναι να ξοδεύουμε μια ζωή με ξηρές τις γλώσσες μας, ενώ γύρω μας αναβλύζουν ορμητικά οι πηγές της αγιότητας;

Ενώ οι μολυσμένοι βούρκοι του κόσμου δεν ξεδιψούν ποτέ τον άνθρωπο αλλά τον κάνουν να εθίζεται όλο και περισσότερο στη λάσπη, τα πεντακάθαρα νάματα του Χριστού είναι ικανά να αρδέψουν κάθε ξηρασία της ψυχής μας, αρκεί να βουτήξουμε ανυπόκριτα στο βάθος του ελέους Του και όχι να τσαλαβουτάμε μίζερα στην επιφάνεια.

Η εορτή της Μεσοπεντηκοστής ετιμάτο με μεγάλη μεγαλοπρέπεια στα χρόνια του Βυζαντίου, με τον Αυτοκράτορα, τον Πατριάρχη και τον πιστό λαό να δοξάζουν τον Τριαδικό Θεό για τα κοσμοσωτήρια γεγονότα της Ανάστασης και της επιφοίτησης του Αγίου Πνεύματος. Στην ευαγγελική περικοπή της ημέρας, αναφέρεται η διδασκαλία του Χριστού στο Ναό του Σολομώντα, ο θαυμασμός των Ιουδαίων για τη σοφία Του, και ο σκανδαλισμός τους για τη μεσσιανική διακήρυξη Του.

Η ίδια ιστορία εξακολουθεί να γράφεται ως σήμερα. Το ύδωρ το ζων ρέει ανάμεσα στις ζωές μας και άλλοι το θαυμάζουν επιφανειακά χωρίς να πίνουν ούτε γουλιά, άλλοι το αποστρέφονται και ζητούν μάταια να το ξηράνουν, κι άλλοι πίνουν φειδωλά ίσα να δροσίσουν τον ουρανίσκο τους. Λίγοι μόνο ζητούν να μεθύσουν στην απεραντοσύνη της θείας χάριτος, με αυτό το γλυκόπιοτο νερό που αενάως ψάχνει να αναπαύσει τον άνθρωπο.

Αν δεν διψάμε για τον Θεό, πάει να πει ότι η αγάπη μας για Εκείνον είναι ξερικό χωράφι που τίποτε το καρπερό δεν θα φυτρώσει. Σκεφτόμαστε καθημερινά τον Θεό; Τον επικαλούμαστε; Ποθούμε να εξερευνούμε τα βάθη της δόξας του; Μιλούμε συχνά για Εκείνον; Τον ομολογούμε; Αναλογιζόμαστε συνεχώς αν τον θλίβουμε; Θυσιάζουμε όλο και περισσότερα θελήματά μας; Αφηνόμαστε στην αγάπη Του ή υπολογίζουμε τι θα πάρουμε και τι θα δώσουμε; Με αυτά τα ερωτήματα ας λογαριάσουμε πόση δίψα έχουμε πράγματι για τον Θεό.

Όπως το νερό είναι το στοιχείο της ζωής για το σώμα, έτσι και ο λόγος του Θεού είναι εκείνος που κρατάει εν ζωή το πνεύμαΣε μια εποχή ακόλαστη και ακόρεστη, μονάχα το Ευαγγέλιο μπορεί να σβήσει το πυρ που έχει ζώσει την ανθρωπότητα. «Όποιος διψά, ας έρχεται σε εμένα και ας πίνει», μας καλεί ο Χριστός από το «Ιερό» της Βασιλείας Του. Ο Θεός δεν μας έπλασε για μερικές σταλιές χάριτος, αλλά για να χορταίνουμε από τούτη τη ζωή τις αμέτρητες δωρεές Του. Εμπρός λοιπόν να φύγουμε από την έρημο της μετριότητας…

Πηγή: sportime.gr

Ἁγίου Λουκᾶ Κριμαίας: Λόγος τὴν Τετάρτη τῆς Μεσοπεντηκοστῆς

«Ἐάν τις διψᾶ, ἐρχέσθω πρὸς με καὶ πινέτω» (Ἰω. 7, 37). Τὰ θαυμαστὰ αὐτὰ λόγια εἶπε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς τὴν ἡμέρα τῆς Μεσοπεντηκοστῆς στὸν ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων. Τὸν ἴδιο περίπου λόγο εἶπε ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ὁ προφήτης Ἡσαῒας, ὁ ὁποῖος ζοῦσε ἑφτὰ αἰῶνες πρὶν γεννηθεῖ κατὰ σάρκα ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Σὰν νὰ ἄκουγε ὁ προφήτης αὐτὸ ποὺ θὰ ἔλεγε 700 χρόνια ἀργότερα ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Ἔλεγε λοιπὸν τὸ ἑξῆς· «Οἱ διψῶντες, πορεύεσθε ἐφ’ ὕδωρ, καὶ ὅσοι μὴ ἔχετε ἀργύρων, βαδίσαντες ἀγοράσατε καὶ πίετε ἄνευ ἀργυρίου καὶ τιμῆς οἶνον καὶ στέαρ» (Ἡσ. 55, 1). «Καὶ ἀντλήσατε ὕδωρ μετ’ εὐφροσύνης ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ σωτηρίου» (Ἡσ. 12, 3).

Βλέπετε πόσο μεγάλος εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, ἂν καὶ εἶχε προαναγγελθεῖ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ 700 χρόνια νωρίτερα. Αὐτὰ τὰ λόγια πρέπει νὰ τὰ ἔχουμε χαραγμένα στὴν καρδιά μας καὶ νὰ δοξάζουμε τὸν Χριστὸ καὶ Θεό μας, τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς μας! Γιὰ ποιὸ ὕδωρ μιλοῦσε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ὅταν ἔλεγε· «ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος» (Ἰω. 7, 38). Μέσα δηλαδὴ ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν σ’ Αὐτὸν θὰ τρέξουν ποτάμια ζωντανὸ νερό. Καὶ τὸ ζωντανὸ αὐτὸ νερὸ ποὺ θὰ τρέξει μέσα ἀπ’ αὐτούς, ποὺ μὲ ὅλη τὴν καρδιὰ τους ἀγάπησαν τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, εἶναι ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τὴν χάρη αὐτή μᾶς τὴν δίνει ὁ Κύριος ἂν τὴν ζητᾶμε, ἂν τὴν δεχόμαστε μὲ δέος καὶ σεβασμό. Ἂν μὲ ὅλη τὴν καρδιά μας πιστεύουμε στὴν δύναμη ποὺ ἔχει ἡ χάρη Ὅταν μᾶς πλημμυρίζει αὐτὴ ἡ χάρη τότε ἐκχέεται ἔξω καὶ τρέχουν ἀπό μέσα μας ποτάμια ζωντανὸ νερό. Αὐτὸ λοιπὸν σημαίνει ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος γεμίζει τὸν ἄνθρωπο δὲν μένει μέσα του ἀπαρατήρητη. Ἐκχέεται ἔξω μὲ τὰ λόγια τῆς ἀγάπης γεμάτα πραότητα, ταπείνωση καὶ ἀλήθεια.

Ἡ θεία χάρη φωτίζει ὅλο τὸ εἶναι του, ἀλλάζει ἀκόμα καὶ τὴν ἐξωτερική του ἐμφάνιση καὶ τὴν βλέπουμε σὲ ὅλα τὰ ἔργα ποὺ κάνει, ἀκόμα καὶ στὶς κινήσεις του, διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς πραγματικὰ γίνεται φορέας τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Χρειαζόμαστε πάρα πολὺ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, τὸ ζωντανὸ ὕδωρ ποὺ τὸ δίνει δωρεὰν ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς σ’ αὐτοὺς ποὺ διψᾶνε. Πολλὲς καὶ διάφορες ἀνάγκες ἔχουμε στὴν ζωή μας. Τὴν καρδιά μας τὴν βασανίζουν πολλὲς θλίψεις. Κάποιοι διψᾶνε γνώση καὶ σοφία. Καὶ ποὺ πρέπει νὰ ψάχνουν τὴν γνήσια καὶ ἀληθινὴ σοφία, στὰ βιβλία πού καταγράφουν τὴν ἀνθρώπινη σοφία; Ἀσφαλῶς ὄχι! Ἐκεῖ σχεδὸν δὲν ὑπάρχει ἡ ἀληθινὴ σοφία, ἡ σοφία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὰ βιβλία αὐτὰ περιέχουν τὴν δική μας ἀνθρώπινη σοφία. Τὴν γνήσια σοφία καὶ γνώση λαμβάνει αὐτὸς ποὺ πίνει ἀκόρεστα τὸ ζωντανὸ νερὸ πού μᾶς δίνει ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.

Σᾶς ἔχω μιλήσει γιὰ τὸ ποιὰ γνώμη εἶχαν οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ σχετικὰ μὲ τὴν ἀξία τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἀληθινῆς σοφίας. Ἔλεγαν λοιπὸν τὸ ἑξῆς· ἂν κάποιος γνωρίζει ὅλες τὶς ἐπιστῆμες καὶ κατέχει ὅλη τὴν ἀνθρώπινη σοφία καὶ δὲν γνωρίζει τὸν Θεὸ εἶναι ὁ πιὸ δυστυχισμένος μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Ἂν ὅμως κάποιος δὲν γνωρίζει καθόλου τὴν ἀνθρώπινη σοφία καὶ εἶναι ἀγράμματος, ἀλλὰ μὲ τὴν καρδιὰ τοῦ γνωρίζει τὸν Θεό, τότε ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι πραγματικὰ μακάριος, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ καὶ ἡ πιὸ πολύτιμη γνώση. Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ ψάχνει τὴν ἀληθινὴ γνώση καὶ τὴν αἰώνια σοφία ἄς τὴν ζητάει ἀπὸ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ἂς πίνει τὸ ζωντανὸ νερὸ ποὺ Αὐτὸς δίνει.

Δὲν ἔχει εἰρήνη ἡ καρδιά μας. Τὴν βασανίζουν πολλὲς καὶ διάφορες θλίψεις, πολλὲς φορὲς ἀνυπόφορες. Πού νὰ βροῦμε γαλήνη καὶ εἰρήνη γιὰ τὴν ψυχή μας; Μόνο σ’ Αὐτὸν ποὺ ὁ ἴδιος εἶναι ἡ εἰρήνη, ἡ μόνη καὶ ἡ ἀληθινὴ εἰρήνη. Σ’ Αὐτὸν γιὰ τὸν Ὁποῖο ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει· «Αὐτὸς γὰρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἐν καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας» (Ἐφ. 2, 14). Ποιὰ εἶναι αὐτὰ τὰ δυὸ μέρη ποὺ συνένωσε ὁ Χριστός. Εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἦταν χωρισμένοι, διότι καταγόταν ἀπὸ διαφορετικὲς χῶρες, μιλοῦσαν διαφορετικὲς γλῶσσες, εἶχαν διαφορετικὲς παραδόσεις καὶ πεποιθήσεις καὶ πίστευαν ὁ καθένας διαφορετικά. Ὅλους αὐτούς, ποὺ ἦταν χωρισμένοι καὶ δὲν αἰσθάνονταν πὼς εἶναι ἕνα μὲ τὸν πλησίον τους, τοὺς συνένωσε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, κάνοντάς τους ἀπὸ πολλοὺς ἕνα.

Γιὰ ποιὸ μεσότοιχο μιλάει ὁ ἀπόστολος; Εἶναι ὁ μεσότοιχος τῶν ἀμοιβαίων προκαταλήψεων, τοῦ ἐθνικισμοῦ, τῆς ἔχθρας μεταξὺ τῶν διαφορετικῶν κοινωνικῶν τάξεων. Αὐτὸς εἶναι ὁ μεσότοιχος ποὺ τὸν γκρέμισε ὁ Κύριος, καταργώντας τὴν ἔχθρα καὶ κάνοντας τοὺς πολλοὺς ἕνα. Ὁ Κύριος μᾶς δίνει τὴν εἰρήνη, τὴν εἰρήνη γιὰ τὴν ὁποία μίλησε στοὺς μαθητές του, λέγοντας· «Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν» (Ἰω. 14, 27). Αὐτὴ τὴν εἰρήνη δὲν μπορεῖ νὰ τὴν δώσει ὁ κόσμος. Αὐτὴ τὴν εἰρήνη μπορεῖ νὰ τὴν ἔχει μόνο αὐτὸς ποὺ πίνει τὸ ζωντανὸ νερὸ ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ἀθανασίας, ποὺ ζητάει τὴν εἰρήνη μόνο ἀπ’ Αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει, ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς εἰρήνης τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.

Δὲν εἶναι πολλοί, ἀκόμα καὶ μεταξύ μας, αὐτοὶ πού ὑποφέρουν ὑπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν τους; Δὲν μᾶς βασανίζει ἡ συνείδησή μας ὅταν σκεφτόμαστε τὸ κακὸ πού κάναμε στὴν ζωή μας; Δὲν ἔχουμε εἰρήνη καὶ ἡσυχία, ἡ συνείδησή μας δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ ἡσυχάσουμε. Πού θὰ βροῦμε τὴν ἡσυχία; Τὴν βρίσκουμε μόλις σκεφτόμαστε Αὐτὸν ποὺ σήκωσε ἐπάνω τοῦ ὄχι μόνο τὶς δικές μας ἁμαρτίες, ἀλλά τὶς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ τὶς κάρφωσε στὸν σταυρό. Τὴν βρίσκουμε μόνο σ’ Αὐτὸν ποὺ ὑπέφερε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ μᾶς δίνει νὰ πίνουμε ἀκόρεστα τὸ ζωντανὸ ὕδωρ.

Ὅταν αἰσθανόμαστε ἀδύναμοι καὶ ταπεινωμένοι καὶ χρειαζόμαστε δύναμη ἄς σκεφτοῦμε ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ δύναμη ποὺ χρειαζόμαστε καὶ πρέπει νὰ ἀναζητᾶμε. Τὴν σωματικὴ δύναμη; Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ σωματικὴ δύναμη ἔχει ὕψιστη ἀξία; Μήπως ἡ δύναμη τῆς ἐξουσίας ἔχει αὐτὴ τὴν ἀξία; Ἂν θὰ τὸ σκεφτοῦμε καλὰ θὰ καταλάβουμε ὅτι οὔτε ἡ μία οὔτε ἡ ἄλλη δὲν ἔχουν καμμία ἄξια καὶ εἶναι ἄξιες περιφρονήσεως. Ἄς τὸ σκεφτοῦμε, ἄς τὸ σκεφτοῦμε καλὰ αὐτὸ καὶ ἂς ὁδηγήσουμε τὰ βήματά μας πρὸς τὸν Χριστὸ πού μᾶς δίνει τὸ ζωντανὸ αὐτὸ νερό, νὰ τὸ πίνουμε ἀκόρεστα, καὶ τότε θὰ λάβουμε τὴν δύναμη, τὴν ὁποία ὁ κόσμος δὲν τὴν γνωρίζει. Εἶναι ἡ δύναμη τοῦ πνεύματος ἀπελευθερωμένου ἀπό τὰ δεσμὰ τῆς σάρκας, ἀπό τὴν δουλεία τῶν παθῶν, πού μᾶς τραβᾶνε κάτω στὴν γῆ ἐνῶ ἐμεῖς ἀναζητᾶμε τὰ οὐράνια ἀγαθά.

Εἶναι ἡ δύναμη πού μᾶς ἀνεβάζει ψηλά. Εἶναι ἡ δύναμη ποὺ τὴν εἶχαν οἱ ἅγιοι, ἡ δύναμη τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἀγάπης, τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ, ἐκείνης τῆς ἀλήθειας μὲ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς νίκησε τὸν κόσμο. Θὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς μέτοχοι αὐτῆς τῆς δυνάμεως τοῦ Χριστοῦ ἂν τὴν ἀναζητᾶμε. Ἂν ἀναζητᾶμε αὐτὴ τὴν δύναμη καὶ μόνο αὐτὴ καὶ ἱκετεύουμε τὸν Χριστὸ νὰ μᾶς τὴν χαρίσει. Ἂν προστρέχουμε σ’ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ ζωντανοῦ ὕδατος καὶ πίνουμε ἀκόρεστα αὐτὸ τὸ ὕδωρ.

Πολλοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ζηλεύουν τὴν δόξα τοῦ ἄλλου καὶ οἱ ἴδιοι ἀναζητᾶνε τὴν δόξα. Ποιὰ δόξα; Ἐκείνη τὴ δόξα, ἡ ὁποία κατακρίθηκε ἀπό τὸν Χριστὸ ὅταν Ἐκεῖνος εἶπε: «δόξαν παρὰ ἀλλήλων λαμβάνοντες, καὶ τὴν δόξαν τὴν παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ οὐ ζητεῖτε» (Ἰω. 5, 44). Ὅλοι ἀναζητᾶνε τὴν ἀνθρώπινη δόξα καὶ θέλουν τὸν ἔπαινο ἀπό τούς ἄλλους καὶ ὄχι τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Τὴν δόξα, τὴν ὁποία λαμβάνουν αὐτοὶ ποὺ μὲ ὅλη τὴν καρδιὰ τοὺς ἀγάπησαν τὸν Θεό. Τὴν δόξα ποὺ τὴν δίνει δωρεὰν ὁ Χριστὸς σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν κατανοήσει ὅτι ἡ μοναδική, ἡ ἀληθινή, ἡ πολυτιμότατη καὶ ἡ ἀμέτρητη δόξα εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. Τὴν δόξα αὐτὴ τὴν λαμβάνουν αὐτοὶ ποὺ πίνουν ἀκόρεστα ἀπό τὴν πηγὴ τοῦ ζωντανοῦ ὕδατος καὶ ἀπ’ Αὐτὸν περιμένουν τὴν ὕψιστη δόξα.

Δὲν ἔχετε ἐλευθερία καὶ ἡ κατάσταση πού βρίσκεστε μοιάζει πάρα πολὺ τὴν δουλεία; Νὰ ἀναζητᾶτε τὴν γνήσια ἐλευθερία, ὄχι αὐτὴ ποὺ τὴν ἐκτιμᾶ ὁ κόσμος. Νὰ ἀναζητᾶτε τὴν μοναδικὴ γνήσια καὶ ἀληθινὴ ἐλευθερία – τὴν ἐλευθερία ἀπό τὴν ἁμαρτία καὶ ἀπό τὰ πάθη. Νὰ θυμᾶστε αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς στοὺς Ἰουδαίους ποὺ πίστεψαν σ’ Αὐτόν: «ἐὰν ὑμεῖς μείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐμῷ, ἀληθῶς μαθηταί μου ἐστε, καὶ γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰω. 8, 31-32). Μόνο ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νὰ μᾶς κάνει πραγματικὰ ἐλεύθερους. Μόνο αὐτὴ ἡ ἀλήθεια ἔχει ἀξία καὶ καμμία ἄλλη. Εἶναι ἡ ἀλήθεια ποὺ τὴν περιφρονεῖ ὁ κόσμος, καὶ αὐτοὺς ποὺ τὴν κατέχουν καλεῖ δούλους. Καὶ ἄς μᾶς λένε δούλους, ἄς εἴμαστε δοῦλοι στὰ μάτια τοῦ κόσμου ἀλλά ἐλεύθεροι στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ.

Τελειώνοντας θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὸν λόγο τοῦ προφήτου Ἱερεμία, μὲ τὸ στόμα τοῦ ὁποίου ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἔλεγε: «ἐμέ ἐγκατέλιπον, πηγὴν ὕδατος ζωῆς καὶ ὤρυξαν ἑαυτοῖς λάκκους συντετριμμένους, οἱ οὐ δυνήσονται ὕδωρ συνέχειν» (Ἱε. 2, 13). Μήπως καὶ κάποιους ἀπό μᾶς ἀφορᾶ ὁ φοβερὸς αὐτὸς λόγος τοῦ προφήτου. Δὲν θέλω νὰ τὸ πιστέψω, Θεέ μου! Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσουμε τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Πολλοὺς τέτοιους λάκκους ἔσκαψαν οἱ ἄνθρωποι καὶ τοὺς γέμισαν μὲ τὸ νερὸ τῆς δικῆς τους σοφίας, τῶν δικῶν τους γνώσεων καὶ πεποιθήσεων καὶ τῆς δικῆς τους κατανοήσεως τῆς ζωῆς. Οἱ δεξαμενὲς ὅμως αὐτὲς δὲν μπόρεσαν νὰ συγκρατήσουν τὸ νερό, διότι σ’ αὐτὸ δὲν ὑπῆρχε ἀλήθεια.

Κανεὶς ἀπό μᾶς νὰ μὴν μοιάζει μία τέτοια ραγισμένη δεξαμενή. Ἀλλὰ νὰ πίνουμε τὸ γνήσιο καὶ μόνο ἀληθινὸ ὕδωρ τῆς ζωῆς, πού μᾶς προσφέρει ὁ Κύριος μᾶς Ἰησοῦς Χριστός, τοῦ Ὅποιου δόξα καὶ κράτος εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

«Ἁγίου Λουκᾶ Ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας, Λόγοι καί ὁμιλίες τόμος Β»