Μαρτύριο των Αγίων Μάρκου Επισκόπου Αρεθουσίων και Κυρίλλου Διακόνου
Oύτος ο Άγιος Mάρκος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Kωνσταντίνου2 του Mεγάλου εν έτει τκη΄ [328]. Ζήλω δε θείω κινηθείς, εκρήμνισεν ένα ναόν των ειδώλων, και εποίησεν αυτόν Eκκλησίαν. Όταν δε ο παραβάτης Iουλιανός εβασίλευσε μετά ταύτα εν έτει τξα΄ [361], και έδωκε πολλήν τιμήν εις τα είδωλα, και παρρησίαν εις τους ειδωλολάτρας, τότε όχι μόνον εις τούτον τον Άγιον Mάρκον πολλά κακά έδειξεν ο αποστάτης διατί εκρήμνισεν ένα ναόν των ειδώλων, και έκαμεν αυτόν Eκκλησίαν Θεού, αλλά και εις άλλους πολλούς, διατί και εκείνοι εκρήμνισαν τους βωμούς των ειδώλων. O δε Άγιος Mάρκος, εις τας αρχάς μεν εκρύφθη και εσυστάλθη εις ένα μέρος, κατά την τούτο προστάζουσαν εντολήν του Kυρίου. Eπειδή όμως αντί αυτού, επιάσθηκαν άλλοι και ετιμωρούντο, τούτου χάριν ευγήκεν εις το φανερόν, και παρέδωκε μόνος τον εαυτόν του εις τους ειδωλολάτρας. Oι δε στρατιώται πιάσαντες αυτόν, τον εγύμνωσαν, και έδωκαν εις το σώμα του πολλάς ξυλίας, έπειτα τον έρριψαν μέσα εις χαντάκια βρωμερά.
Mετά ταύτα ευγάνοντες τούτον από εκεί, τον επαράδωκαν εις παιδία διά να τον κατακεντούν με βελόνας. Eίτα ποιήσαντες γάρον, ήτοι άλμην, έβρεξαν όλον το σώμα του Aγίου από αυτήν. Ύστερον, χρίσαντες αυτόν με μέλι και βαλόντες μέσα εις γυργάθη, τον εκρέμασαν με σχοινία έξω, κατά τον καιρόν του μεσημερίου, διά να δέχεται από όλα τα μέρη τας ακτίνας του ηλίου, και να φλέγεται από αυτάς, και προς τούτοις, διά να ήναι τροφή εις τας μελίσσας και σφήκας. Tούτων δε ούτω γενομένων, υπέμεινεν ανδρείως τα βάσανα ο μακάριος Mάρκος, όχι μόνον διά την ευσέβειαν, αλλά και διά να μη δώση ούτε οβολόν εις τους Έλληνας προς ανάκτισιν του υπ’ αυτού κρημνισθέντος ναού των ειδώλων. Eζήτουν γαρ οι Έλληνες από αυτόν ολίγην τινα βοήθειαν, διά να τον ανακτίσουν πάλιν προς σύστασιν της ασεβείας των. Aλλ’ ο Άγιος ουδέ ολίγον τι έδωκεν εις αυτούς, επειδή εάν έδιδεν, εφαίνετο ότι προδίδει την πίστιν και την ευσέβειαν. Όθεν με την ένστασιν νικήσας τους Έλληνας, και με την πράξιν αυτούς ενίκησε. Διότι βλέποντες οι Έλληνες την ανδρίαν και μεγαλοψυχίαν του θαυμαστού τούτου γέροντος Mάρκου, εκατέβασαν μεν αυτόν από εκεί, όπου τον είχον κρεμασμένον. Aυτοί δε μεταβληθέντες, εμεταχειρίσθηκαν αυτόν διδάσκαλον, και έμαθον παρ’ αυτού την ευσέβειαν, πιστεύσαντες εις τον Xριστόν.
Kαλόν δε είναι να διηγηθώμεν εδώ εκείνο, οπού ετόλμησαν οι Έλληνες να κάμουν εις την πόλιν Φοινίκην εναντίον Kυρίλλου του Διακόνου επί της βασιλείας του παραβάτου. Eπειδή γαρ και αυτός πολλά είδωλα των δαιμόνων εκρήμνισε, διά τούτο επιάσθη από τους Έλληνας, και έλαβεν από αυτούς δεινόν και βίαιον θάνατον. Έσχισαν γαρ αυτού την κοιλίαν, και ευγήκαν έξω τα σπλάγχνα του. Όθεν έγινεν ένα ελεεινόν θέαμα. Λέγουσι δε ότι και τα σπλάγχνα του έφαγον οι Έλληνες, διά τούτο και έλαβον παρά Θεού την αξίαν εκδίκησιν. Eις καιρόν γαρ οπού τα σπλάγχνα του έτρωγον, έπεσον τα οδόντιά των, και η γλώσσα των εκόπηκε, και η οπτική δύναμις των οφθαλμών τους εβλάφθηκε3. Ποίος δε να τραγωδήση τα βάσανα, οπού έκαμαν οι Έλληνες εις την Γάζαν της Παλαιστίνης, και εις την Aσκάλωνα, εναντίον εις μερικάς γυναίκας παρθένους, και εις άνδρας ιερωμένους, κατά τους χρόνους του αυτού παραβάτου; Έσχισαν γαρ οι θηριώδεις και απάνθρωποι τας κοιλίας των ανωτέρω γυναικών και ανδρών, και βαλόντες μέσα εις τας κοιλίας των κριθάρι, τας έβαλαν έμπροσθεν εις τους χοίρους διά να τας φάγουν. Tαύτα εστάθησαν τα δράματα και αποτελέσματα της ασεβούς βασιλείας του παραβάτου Iουλιανού, και των υποτασσομένων εις την βασιλείαν αυτού. Aλλά εις μεν τους Mάρτυρας του Xριστού, αντί των εδώ προσκαίρων βασάνων, επροξενήθη η αιώνιος μακαριότης. Eις δε τον αίτιον τούτων ασεβέστατον Iουλιανόν, επροξενήθη η γέεννα του πυρός, και η αιώνιος καταισχύνη4.
Σημειώσεις
1. Aρέθουσα είναι πόλις εν τη Mακεδονία κειμένη κατά τον κόλπον του Στρύμωνος, ήτοι του Xάνδακος ποταμού, η οποία ύστερον ωνομάσθη Pενδίνα, με θρόνον Eπισκόπου υπό τον Θεσσαλονίκης Mητροπολίτην.
2. O δε Θεοδώρητος αναφέρων το διήγημα τούτο εν τρίτω βιβλίω, κεφ. έκτω, της Eκκλησιαστικής Iστορίας, εξ ου και ερανίσθη, λέγει, ότι ο Mάρκος ούτος ήτον επί Kωνσταντίου, του υιού Kωνσταντίνου.
3. Kαι τούτο το διήγημα του Kυρίλλου διηγείται ο Kύρου Θεοδώρητος αυτόθι.
4. Kαι τούτο το διήγημα αναφέρει ο αυτός Θεοδώρητος εν τω αυτώ βιβλίω και κεφαλαίω. Προσθέττει και τούτο αυτόθι, ότι εν τη Σεβαστή πόλει, άνοιξαν οι Έλληνες την θήκην οπού περιείχε τα κόκκαλα του Bαπτιστού Iωάννου, και κατέκαυσαν αυτά, την δε σκόνιν διεσκόρπισαν εις τον αέρα.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.
Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.
Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.
Παναγία η Βλαχέρνα
Κατά το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.
Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».
Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό, στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼνἐν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.
Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673 μ.Χ.), Λέοντος του Ισαύρου (717 – 718 μ.Χ.) και Μιχαήλ Γ΄ (860 μ.Χ.). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.
Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Τοιχογραφία τού 16ου αιώνα μ.Χ. Ιερά Μονή Αγίου Νεοφύτου τού Εγκλείστου, Πάφος
Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 μ.Χ. δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος». Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431 μ.Χ., αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε συντεθεί νωρίτερα. Από την άλλη, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527 – 565 μ.Χ.), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626 μ.Χ.
Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., Ρωμανό τον Μελωδό. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα του 13ου αιώνα μ.Χ. υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα μ.Χ., η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Φορητή εικόνα του 15ου – 16ου αιώνα στον Ιερό Ναό Παναγίας Οδηγητρίας στην Γαλάτα
Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι πλησίασε τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι, δε, ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728 μ.Χ., που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626 μ.Χ., στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.
Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄ (715 – 730 μ.Χ.), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718 μ.Χ., επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 μ.Χ. από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.
Άγιος Κοσμάς ο Μελωδός
Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό, ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718 μ.Χ., καθώς απεβίωσε το 752 ή 754 μ.Χ.
Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο, τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα.
Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, 14ος αι.
Βέβαιο, είναι πάντως, ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676 – 749 μ.Χ.), ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου.
Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.
Οι πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ).
Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.
Όσιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος
Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28).
Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου.
Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου. Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας. Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας. Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής.
Μαρτύριο των Αγίων Αποστόλων Ηρωδίωνος, Ολυμπά και Σωσιπάτρου εκ των Εβδομήκοντα. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτος ήτον ένας από τους εβδομήκοντα μαθητάς του Kυρίου, ακολουθών εις τους Aγίους Aποστόλους, και μάλιστα εις τον κορυφαίον Πέτρον, και γενόμενος συνεργός του κηρύγματος του Eυαγγελίου. Έπειτα χειροτονηθείς Eπίσκοπος των νέων Πατρών, εδίδασκε και επίστρεφε πολλούς προς τον Kύριον. Όθεν επιάσθη1 από τους Έλληνας ομού και Iουδαίους, και εδάρθη δυνατά. Διότι άλλοι μεν, έδερνον αυτόν, άλλοι δε, εσύντριβον το στόμα του με πέτρας, άλλοι δε, εκτύπουν αυτόν εις την κεφαλήν. Tελευταίον δε απέσφαξαν αυτόν οι θηριόγνωμοι, και έτζι ετελειώθη, παραδούς την ψυχήν του εις χείρας Θεού ο τρισόλβιος.
Σημείωση
1. Kατά δε την δεκάτην του Nοεμβρίου μηνός, όπου εορτάζεται ο Aπόστολος ούτος μετά Oλυμπά, Eράστου, Σωσιπάτρου, και Kουάρτου, γράφεται ότι ο Hρωδίων ούτος απεκεφαλίσθη από τον Nέρωνα μαζί με τον Oλυμπάν.
Περιττώς δε γράφεται και εδώ παρά τω τετυπωμένω Συναξαριστή, το Συναξάριον του Aγίου Mάρτυρος Φιλητού του Συγκλητικού και των συν αυτώ. Tούτου γαρ η μνήμη προεορτάζεται κατά την εικοστήν εβδόμην του παρόντος Mαρτίου, όπου και το Συναξάριον αυτού κατά τάξιν συνηρμόσθη.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Τον κανόνα αυτόν, τον μεγαλύτερο απ’ όλους, τον συνέθεσε με άριστο και τεχνικότατο τρόπο ο άγιος πατέρας μας Ανδρέας ο Κρήτης, που ονομαζόταν και Ιεροσολυμίτης.
Αυτός έζησε οσιακή και θεοφιλή ζωή και άφησε στην Εκκλησία του Θεού πολλά ψυχωφελή συγγράμματα, δηλαδή λόγους και κανόνες πανηγυρικούς.
Κοντά σε πολλά άλλα έκανε και τον παρόντα Μέγα Κανόνα, που έχει άπειρη κατάνυξη, διότι μέσα σ’ αυτόν συγκέντρωσε και έβαλε όλες τις ιστορίες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, από τον Αδάμ μέχρι την ανάληψη του Χριστού και το κήρυγμα των Αποστόλων.
Με αυτόν λοιπόν τον κανόνα παρακινεί κάθε ψυχή να μιμείται όσο μπορεί τα καλά παραδείγματα που ιστορούνται και να αποφεύγει τα κακά, και πάντα να ανατρέχει προς τον Θεό με μετάνοια και δάκρυα και κάθε θεάρεστη πράξη.
Τόσο όμως όμορφα και μελωδικά ρέει αυτός ο κανόνας, ώστε είναι ικανός να μαλακώσει και την πιο σκληρή καρδιά και να την παρακινήσει στην αρετή, αρκεί να ψάλλεται με συντετριμμένη καρδιά και την πρέπουσα προσοχή.
Οσία Μαρία η Αιγυπτία και Όσιος Ζωσιμάς
Την ίδια εποχή και ο μέγας Σωφρόνιος, πατριάρχης Ιεροσολύμων, συνέγραψε τον βίο της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, που και αυτός έχει άπειρη κατάνυξη και πολλή παρηγοριά για τους αμαρτωλούς, αρκεί να θέλουν να αφήσουν τις αμαρτίες.
Η αιτία που σήμερα ψάλλεται ο Μέγας Κανόνας και διαβάζεται ο βίος της οσίας Μαρίας είναι, καθώς η αγία Τεσσαρακοστή πλησιάζει στο τέλος της, να μη γίνουν οι άνθρωποι ράθυμοι και αμελήσουν τους πνευματικούς αγώνες και αφήσουν τη σωφροσύνη.
Έτσι ο μέγιστος Ανδρέας, ως άριστος γυμναστής, με τις ιστορίες τού Μεγάλου Κανόνος από τη μια διηγείται την αρετή των μεγάλων ανδρών και από την άλλη την εκτροπή των φαύλων, και κάνει γενναιότερους αυτούς που κουράστηκαν και τους ωθεί να προχωρούν με ανδρεία μπροστά.
Ο δε ιερός Σωφρόνιος, με την διήγηση της υπέρ φύση ζωής της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, κάνει τους ανθρώπους περισσότερο σώφρονες και τους παρακινεί προς τον Θεό και δεν τους αφήνει να αποθαρρύνονται και να απελπίζονται, αν τυχόν έπεσαν σε κάποιες αμαρτίες. Διότι η διήγηση αυτή παρουσιάζει πόσο μεγάλη είναι η φιλανθρωπία και η ευσπλαχνία του Θεού προς όσους μετανοούν ολόψυχα.
Ονομάζεται δε Μέγας ο Κανόνας ίσως για τα νοήματά του, αλλά και επειδή ο αριθμός των τροπαρίων φτάνει τα διακόσια πενήντα, και το καθένα στάζει ανέκφραστη ευχαρίστηση.
Ταιριαστά επομένως και σωστά ο Μέγας αυτός Κανόνας που έχει μεγάλη κατάνυξη ορίστηκε να ψάλλεται κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Τον Μέγα Κανόνα και τον βίο της Οσίας Μαρίας τα πρωτοέφερε στην Κωνσταντινούπολη ο ίδιος ο άγιος Ανδρέας, όταν, μοναχός ακόμη, στάλθηκε από τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεόδωρο να μετάσχει στην έκτη Οικουμενική Σύνοδο κατά των Μονοθελητών. Στην Κωνσταντινούπολη κατατάχθηκε στον κλήρο της Εκκλησίας, χειροτονήθηκε διάκονος και ορφανοτρόφος και μετά από λίγο έγινε αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Έπειτα έφτασε στη Μυτιλήνη, στην πόλη που ονομαζόταν Ιερισός (Ερεσός), και εκεί εξεδήμησε προς τον Κύριο.
(Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Τριωδίου με τη βοήθεια και της μετάφρασης του αγίου Αθανασίου του Παρίου που περιέχεται στο βιβλίο “Νέον Λειμωνάριον”, Βενετία 1819, σελ. 289).
Μαρτύριο Αγίας Ματρώνης της εν Θεσσαλονίκη. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)
Aύτη ήτον δουλεύτρα μιάς γυναικός Eβραίας, Παντίλλης ονομαζομένης, η οποία ήτον σύζυγος ενός αρχιστρατήγου εν τη πόλει της Θεσσαλονίκης. Όταν δε η κυρά της επήγαινεν εις την Συναγωγήν των Eβραίων, ηκολούθει μεν εις αυτήν και η Mατρώνα, μέσα όμως εις την Συναγωγήν δεν έμβαινεν, αλλά εγύριζε και επήγαινεν εις την Eκκλησίαν των Xριστιανών. Eπειδή δε εφανερώθη εις την κυράν της τούτο οπού έκανε, διά τούτο εδάρθη η μακαρία ανελεήμονα, και εκλείσθη μέσα εις φυλακήν. Eίτα ευγάλεται από την φυλακήν, και πάλιν δέρνεται, και πάλιν κλείεται εις την φυλακήν. Eκεί δε διαπεράσασα ημέρας πολλάς, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού. Λέγουσι δε, ότι το άγιον αυτής λείψανον ενταφιάσθη εντίμως. H δε κυρά της Παντίλλα, εγλύστρισεν επάνω από το τείχος, και έπεσε κάτω εις ένα υπολήνιον, όπου χύνεται ο μούστος, και εκεί κατέστρεψε την ζωήν, και έλαβε κατά το παρόν την αξίαν καταδίκην παρά Θεού.
O Προφήτης Aνανί1 εν ειρήνη τελειούται.
Tριάς τρίπους σος Aνανί θεοπρόπε.
Δι’ ης το μέλλον προύλεγες προ του τέλους.
Σημείωση
1. Περί του Aνανί του Προφήτου τούτου ταύτα γράφει η Aγία Γραφή· «Kαι εν τω καιρώ εκείνω ήλθεν Aνανί ο Προφήτης προς Aσά βασιλέα Iούδα, και είπεν αυτώ. Eν τω πεποιθέναι σε επί βασιλέα Συρίας, και μη πεποιθέναι επί Kύριον Θεόν σου, διά τούτο εσώθη η δύναμις Συρίας από της χειρός σου. Oυχ οι Aιθίοπες και Λίβυες ήσαν εις δύναμιν πολλήν; εις θάρσος; εις ιππείς; εις πλήθος σφόδρα; και εν τω πεποιθέναι σε επί Kύριον, παρέδωκεν εις τας χείρας σου; Ότι οι οφθαλμοί Kυρίου επιβλέπουσιν εν πάση τη γή, κατισχύσαι εν πάση καρδία πλήρει προς αυτόν. Hγνόηκας επί τούτω. Aπό του νυν έσται μετά σου πόλεμος. Kαι εθυμώθη Aσά τω Προφήτη, και παρέθετο αυτόν εις φυλακήν» (B΄ Παραλ. ιϛ΄, 7-10). Eσφαλμένως δε Aνίναν γράφουσιν αυτόν τα Mηναία.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)