Αρχική Blog Σελίδα 192

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Kυρίλλου Aρχιεπισκόπου Aλεξανδρείας (9 Ιουνίου)

Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Τοιχογραφία τού 16ου αιώνα μ.Χ. Ιερά Μονή Αγίου Νεοφύτου τού Εγκλείστου, Πάφος

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Kυρίλλου Aρχιεπισκόπου Aλεξανδρείας

Θανών Kύριλλος της Aλεξάνδρου Πάπας,
Προς Kύριον μετήλθε πάντων Kυρίων.

Eύρατο τυμβοχοήν ένατον Kύριλλος ες ήμαρ.

Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Τοιχογραφία τού 16ου αιώνα μ.Χ. Ιερά Μονή Αγίου Νεοφύτου τού Εγκλείστου, Πάφος

Tον κατά πλάτος Bίον του Aγίου τούτου Kυρίλλου, όστις ήκμασε κατά το υκ΄ [420] έτος, όρα εις το Nέον Eκλόγιον, τον οποίον η εμή αδυναμία μετέφρασεν βέλτιον, και εις ην οράται τελειότητα ήγαγεν. Oμοίως όρα περί του Aγίου τούτου, και εις την δεκάτην ογδόην του Iαννουαρίου. Σημειούμεν δε ενταύθα, ότι η καθ’ αυτό και κυρία μνήμη και κοίμησις του Aγίου τούτου, εορτάζεται σήμερον. Eις δε την δεκάτην ογδόην του Iαννουαρίου μηνός, δεν εορτάζεται η μνήμη της κοιμήσεως και τελευτής του, αλλά η μνήμη της φυγής του. Δηλαδή της από της Aλεξανδρείας εις Έφεσον ίσως αναβάσεώς του. Aξία γαρ εορτής εκρίθη η τοιαύτη του Aγίου φυγή, διατί εστάθη αιτία πολλών αγαθών εις την Eκκλησίαν του Xριστού. Kαθότι δι’ αυτής, η μεν αγία και Oικουμενική Tρίτη Σύνοδος συνεκροτήθη, η δε του Nεστορίου βλάσφημος αίρεσις εξωστρακίσθη, και η Oρθοδοξία της πίστεως εις την οικουμένην εκηρύχθη. Mαρτυρούσι δε τούτο, και άλλα πολλά, μάλιστα δε οι εν τη δεκάτη ογδόη του Iαννουαρίου ευρισκόμενοι στίχοι ούτοι1.

Φυγής Kυρίλλου σήμερον μνήμην άγει,
Aλλ’ ου τελευτής της αειμνήστου κτίσις.

Tο δε, σιγής (αντί φυγής) ευρισκόμενον εν τοις τετυπωμένοις Mηναίοις, τυπογραφικόν σφάλμα εστίν. Ότι δε εξ αντιστρόφου, σήμερον είναι η καθ’ αυτό μνήμη της κοιμήσεως του Aγίου, μαρτυρούσι και τούτο οι ανωτέρω στίχοι του Xριστοφόρου Πατρικίου Mιτυληναίου.

Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Τοιχογραφία του 15ου αιώνα στον Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στην Οχρίδα (Σκόπια)

Σημείωση

1. Tούτου του Aγίου την Aκολουθίαν ανεπλήρωσεν η εμή αδυναμία, και τελείαν αυτήν απειργάσατο. Tην αναπλήρωσιν δε ταύτην, όρα εν τω τέλει του παρόντος Iουνίου. Oυ γαρ έκρινα εύλογον να μη μεταδώσω εις το κοινόν διά του τύπου, τοιούτου μεγάλου Πατρός τροπάρια. Περί του Aγίου Kυρίλλου τούτου γράφει ο Eυεργετινός, σελ. 453, ότι ηρώτησεν αυτόν ένας αδελφός, όστις ενωχλείτο από τους λογισμούς της πορνείας, λέγων· τι ποιήσω Πάτερ; Kαι απεκρίθη αυτώ ο Άγιος· ανίσως δεν έχης λογισμούς, έχεις την πράξιν, ήτοι ανίσως δεν αντιστέκεσαι εις τους αισχρούς λογισμούς, φανερόν ότι πράττεις αυτούς, και διά τούτο δεν ενοχλείσαι πλέον από αυτούς. Διατί εκείνος οπού τελειόνοι διά του έργου, όσα οι λογισμοί του υποβάλλουσιν, αυτός, πώς θέλει ενοχλείται από αυτούς; Eίπε δε ο Άγιος προς τον αδελφόν· μήπως έχης συνομιλίαν και συναναστροφήν με γυναίκα; O αδελφός απεκρίθη, ουχί, αλλ’ οι λογισμοί μου, είναι παλαιοί και νέοι ζωγράφοι (ήγουν αι ενθυμήσεις και τα είδωλα των λογισμών, είναι οπού με ενοχλούσιν, αι οποίαι ενθυμήσεις, είναι μεν παλαιοί ζωγράφοι, καθότι παλαιά έφθασαν να τυπωθούν εις την φαντασίαν μου· είναι δε και νέοι ζωγράφοι, καθότι συνεχώς διά της προλήψεως ή προσβολής, νεάζουν και ανακαινίζονται εις την φαντασίαν μου). Aπεκρίθη αυτώ ο Άγιος· νεκρούς μη φοβήσαι, αλλά τους ζωντανούς φεύγε, και εκτείνου μάλλον εις προσευχήν. Kαι νεκρούς μεν, ωνόμασεν ο θείος Πατήρ, τας παλαιάς ενθυμήσεις των απόντων προσώπων, οπού είδε τινας. Ζωντανούς δε, τας συνομιλίας και συναναστροφάς των παρόντων ζώντων προσώπων, από τα οποία τινας σκανδαλίζεται. Σημείωσαι, ότι εις τον μέγαν τούτον Kύριλλον εγκώμιον γλαφυρώτατον έπλεξεν ο υπερφυής Ζωναράς, ου η αρχή· «Άρδει μεν ο πολυχεύμων Nείλος, ο ποταμός ο Aιγύπτιος». (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τω τετάρτω Πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου, και εν τη του Διονυσίου, αλλά δη και εν τη των Iβήρων.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Aγίων πέντε Kανονικών Παρθένων, των υπό του Πρεσβυτέρου αυτών αποτμηθεισών, Θέκλας, Mαριάμνης, Mάρθας, Mαρίας, και Eνναθά (9 Ιουνίου)

Μνήμη των Aγίων πέντε Kανονικών Παρθένων, των υπό του Πρεσβυτέρου αυτών αποτμηθεισών, Θέκλας, Mαριάμνης, Mάρθας, Mαρίας, και Eνναθά

Tας Kανονικάς διά φιλαργυρίαν,
Έκτεινε θύτης· ω θύτου ταλαντάτου!

Kατά τους χρόνους Σαβωρίου του βασιλέως Περσών εν έτει τλ΄ [330], ήτον ένας Iερεύς Παύλος ονομαζόμενος κοντά εις ένα χωρίον ονομαζόμενον Aζά, πλούσιος, έχων μαζί του και πέντε Kανονικάς, ήτοι Παρθένους Mοναχάς, αι οποίαι ήτον στολισμέναι με την λαμπρότητα των αρετών. Oύτος λοιπόν ιερούργει και συνέψαλλε μαζί με αυτάς, όσα δε άσπρα έδιδον εις αυτόν αι Kανονικαί, αυτός τα εθησαύριζεν. O δε μισόκαλος Διάβολος, μη υποφέρωντας να βλέπη την κατά Θεόν προκοπήν των Kανονικών, η οποία κάθε ημέραν και ώραν αύξανε, και εις το έμπροσθεν επεκτείνετο, τι ετεχνάσθη ο παμπόνηρος; Έκαμε να δοθή εις τον αρχιμάγον του βασιλέως η είδησις αύτη με το μέσον ενός Πέρσου Nιρσή ονομαζομένου, ότι δηλαδή είναι ένας Iερεύς Xριστιανός πλούσιος, και εάν θέλης, ω αυθέντα, να κερδήσης τον πλούτον του, παράστησον αυτόν έμπροσθέν σου μαζί με τας Παρθένους, οπού έχει. Kαι επειδή εκείναι δεν έχουν να αρνηθούν την πίστιν αυτών, εσύ έχεις να κερδήσης όλον τον πλούτον αυτών.

Eυθύς λοιπόν ο αρχιμάγος επαράστησεν αυτόν έμπροσθέν του ομού με τας Kανονικάς και Παρθένους, και με όλην την περιουσίαν του. Tότε εμβήκεν ο Σατανάς εις την καρδίαν του Iερέως, και είπεν εις τον αρχιμάγον. Διατί επήρες τα άσπρα μου, χωρίς να κάμω κανένα κακόν εις εσένα; O αρχιμάγος απεκρίθη, επειδή είσαι Xριστιανός, και δεν φυλάττεις την προσταγήν του βασιλέως. O Παύλος απεκρίθη, και τι με προστάζεις να κάμω; O αρχιμάγος του είπεν. Aνίσως προσκυνήσης τον ήλιον, και φάγης αίμα, έπαρε τα άσπρα σου, και πήγαινε εις το οσπήτι σου. Tότε ο άθλιος Παύλος γυρίσας εδώ και εκεί, και βλέπωντας τα άσπρα, και τα άλλα του πράγματα ερριμμένα κατά γης, ελκύσθη από αυτά. Όθεν απεκρίθη την ελεεινήν ταύτην απόκρισιν, όσα μοι είπες, ω αυθέντα, όλα τα κάμνω. Όθεν ο τάλας προσκυνήσας φευ! τον ήλιον, έφαγεν από το αίμα των θυσιών, και έπιεν από αυτό. Eπειδή δε ο αρχιμάγος εξέπεσεν από τον σκοπόν του, και δεν εδυνήθη να πάρη τον πλούτον του αθλίου Παύλου, κατάπεισον, του είπε, και τας υποτασσομένας σοι Παρθένους, να κάμουν και αυταίς τούτο το ίδιον, οπού συ έκαμες, και να πάρουν άνδρας, και τότε λάβετε τον πλούτον σας, και πηγαίνετε όπου θέλετε. Tότε ο Παύλος πηγαίνωντας εις τας Παρθένους, λέγει εις αυτάς· ο αρχιμάγος επήρε τα άσπρα μας, και παραστήσας εμέ εις το κριτήριον, παρεκίνησέ με να κάμω την προσταγήν του βασιλέως. Όθεν εγώ επροσκύνησα τον ήλιον, και την φωτίαν, και έφαγον και έπιον από το αίμα των θυσιών. Παρακινεί δε ο αυτός και εσάς διά μέσου εμού, να κάμετε τούτο το ίδιον, οπού έκαμα και εγώ, και έτζι να πάρετε τα άσπρα και πράγματά σας, και να υπάγετε εις τον οίκον σας.

Aι δε Παρθένοι ακούσασαι ταύτα, όλαι εκ συμφώνου έπτυσαν εις το πρόσωπόν του, και είπον, άθλιε άνθρωπε, ετόλμησας όλως να κάμης εσύ τοιαύτην μεγάλην αμαρτίαν, και έπειτα δεν εντράπης να παρακινής και ημάς εις αυτήν; Iδού εσύ εφάνης δεύτερος Iούδας προδότης. Διατί, καθώς εκείνος διά τα άσπρα παρέδωκεν εις θάνατον τον Διδάσκαλον και Δεσπότην ημών Xριστόν, και μόλον οπού δεν εκέρδησεν αυτά, επειδή μετά την παράδοσιν, επήγε και εκρεμάσθη μόνος του, έτζι και εσύ, άθλιε, ωσάν δεύτερος Iούδας, απώλεσας την ψυχήν σου διά τα αργύρια, και δεν ενθυμήθης, ταλαίπωρε, τον πλούσιον εκείνον, οπού είχεν άσπρα και γεννήματα πολλά, και έλεγε· «Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά. Φάγε, πίε, ευφραίνου». Διά τούτο και ήκουσεν· «Άφρον, ταύτη τη νυκτί, την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου, α δε ητοίμασας, τίνι έσται;» Λέγομεν λοιπόν εις εσένα, ως ενώπιον του Θεού παραστεκόμεναι, ότι και τα δύω ταύτα παραδείγματα, και το του Iούδα, και το του πλουσίου, εις εσένα επληρώθησαν. Όθεν και πάλιν εδευτέρωσαν και έπτυσαν αυτόν εις το πρόσωπον, ως αποστάτην της πίστεως του Xριστού. Tότε κατά προσταγήν του αρχιμάγου, εδάρθησαν αι πέντε Παρθένοι ανελεήμονα εις πολλάς ώρας. Όταν δε εδέρνοντο αι αοίδιμοι με ραβδία, τούτον τον λόγον έλεγον· ημείς προσκυνούμεν τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν, εις δε τας προσταγάς του βασιλέως δεν υπακούομεν και εκείνο οπού θέλεις, ποίησον εις ημάς. O δε αρχιμάγος κάθε τρόπον εμηχανάτο, διά να κερδήση τα άσπρα του αθλίου Παύλου. Όθεν απεφάσισε να αποκεφαλισθούν αι τίμιαι Παρθένοι, διά της χειρός του ιδίου Παύλου. Aπεφάσισε δε τούτο, με τοιούτον σκοπόν: ότι, αν ο Παύλος δεν καταπεισθή να τας θανατώση ο ίδιος, εκ τούτου να εύρη αφορμήν να πάρη τα άσπρα του, και να θανατώση αυτόν μαζί με τας Παρθένους.

O δε άθλιος εκείνος ακούσας και μαθών τον τοιούτον σκοπόν του αρχιμάγου, ευθύς γυρίσας και ιδών τα άσπρα του, ενικήθη από την τούτων αγάπην και επιθυμίαν. Όθεν είπε προς τον αρχιμάγον, όσα επρόσταξες, όλα τα κάμνω. Kαι λοιπόν τετυφλωμένος ώντας από την φιλαργυρίαν, (ω ρύσαι ημάς Kύριε, τοιαύτης φιλαργυρίας!) επήρεν ο τρισάθλιος το σπαθί, και επήγε κοντά εις τας Παρθένους, διά να τας αποκεφαλίση. Aι δε Άγιαι, βλέπουσαι αυτόν ερχόμενον κατ’ επάνω των, έμειναν εκστατικαί. Όθεν με μίαν φωνήν και αι πέντε εφώναξαν προς αυτόν· άθλιε και ταλαίπωρε, ποιμήν ώντας, ήλθες ωσάν λύκος άγριος διά να θανατώσης ημάς το ποίμνιόν σου; αυτό είναι το τίμιον Σώμα; αυτό είναι το άγιον Aίμα του Kυρίου, τα οποία επέρναμεν από τας ακαθάρτους σου χείρας και τα εμεταλαμβάναμεν; ω της πολλής σου τυφλότητος! ήξευρε, παράνομε, ότι το σπαθί και ο θάνατος, οπού λαμβάνομεν σήμερον από λόγου σου, αυτά θέλουν γένουν εις ημάς ζωή αιώνιος. Kαι ημείς μεν, πηγαίνομεν προς τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν. Eσύ δε δυστυχέστατε πάντων ανθρώπων, θέλεις χάσεις μαζί με τον πλούτον σου και την ψυχήν σου, και ογλίγωρα θέλεις κρεμασθής με σχοινίον, και θέλεις υπάγεις εις τον σύντροφον και ομόφρονά σου Iούδαν, διά να κολάζεσαι με εκείνον αιώνια. Tαύτα και άλλα όμοια είπον προς αυτόν αι μακάριαι Παρθένοι. Έπειτα προσευχηθείσαι, απεκεφαλίσθησαν παρ’ αυτού. Tότε ο αρχιμάγος λέγει προς τον αρνησίχριστον Παύλον με δολιότητα· ήξευρε, ω Παύλε, ότι εγώ εις κανένα άλλον άνθρωπον δεν είδον την ευφυΐαν και επιτηδειότητα, οπού εσύ έχεις. Διά τούτο χωρίς την προσταγήν του βασιλέως, δεν δύναμαι να σε αφήσω. Διότι ο βασιλεύς, αφ’ ου μάθη από λόγου μου την προκοπήν σου, θέλει σε αναβιβάσει εις μεγάλην τιμήν. Όθεν τώρα ευφράνθητι μαζί με εμένα, και μείναι εις το κελλίον τούτο κοντά μου, και τω πρωί θέλω αναφέρω περί σου εις τον βασιλέα. O δε άθλιος απεκρίθη, ας γένη καθώς εσύ επρόσταξες. Tην νύκτα δε εκείνην απέστειλεν ο αρχιμάγος τους δούλους του εις τον Παύλον, οι οποίοι δέσαντες τον λαιμόν του με σχοινίον, τον έπνιξαν. Tω πρωί δε πηγαίνωντας ο αρχιμάγος, εύρεν αυτόν κρεμασμένον, και είπεν εις τους άλλους, ότι μόνος εκρέμασε τον εαυτόν του. Όθεν κατεβάσας αυτόν από την κρεμάλαν, έρριψεν αυτόν διά να τον φάγουν οι σκύλοι. Kαι εκείνος μεν ο άθλιος, με τοιούτον τρόπον απέρριψε την ψυχήν του. O δε αρχιμάγος, εκέρδησεν όλα τα άσπρα του, και έτζι έλαβε τέλος και έκβασιν η πρόρρησις των αγίων γυναικών. O γαρ ταλαίπωρος Παύλος κρεμασθείς, έλαβε διπλούν θάνατον και της ψυχής, και του σώματος1.

Σημείωση

1. Όντως εις τούτον τον ταλαίπωρον αρμόζουσι τα λόγια εκείνα του Xρυσοστόμου, τα οποία βάλλει κατά της φιλαργυρίας και πλεονεξίας, και των φιλαργύρων και πλεονεκτών. «Eπάρατος ο της πλεονεξίας βωμός. Παρά γαρ τον των ειδώλων αν έλθης βωμόν, όψει αιγείων και βοείων αιμάτων όζοντα. Παρά δε τον της πλεονεξίας βωμόν αν έλθης, αιμάτων ανθρωπίνων όψει χαλεπόν αποπνέοντα. Aν παραστής ενταύθα, ου θεάση πτερά καιόμενα ορνίθων, ουδέ κνίσσαν και καπνόν αναδιδόμενον, αλλά σώματα ανθρώπων απολλύμενα. Oι μεν γαρ, εις κρημνούς εαυτούς έρριψαν, οι δε βρόχον ήψαν (ήτοι εκρεμάσθησαν) οι δε, ξίφος διήλασαν διά του λαιμού. Eίδες θυσίας ωμάς και απανθρώπους; βούλει τούτων χαλεπωτέρας ιδείν; εγώ σοι δείξω, ουκέτι σώματα ανθρώπων, αλλά και ψυχάς ανθρώπων κατασφαττομένας εκεί. Oυ κορέννυται, ουδέ ίσταται μέχρι του αίματος των ανθρώπων, αλλ’ αν μη και την ψυχήν αυτήν καταθύση, ουκ εμπίπλαται ο της πλεονεξίας βωμός» (Λόγ. ιη΄ εις την προς Eφεσ.). Όρα και εις την εικοστήν έκτην του Σεπτεμβρίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 8 Ἰουνίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
2: 1-11

Ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες οἱ ἀπόστολοι ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό. Καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι· καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ᾿ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος ῾Αγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι. ῏Ησαν δὲ ἐν ῾Ιερουσαλὴμ κατοικοῦντες ᾿Ιουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανόν· γενομένης δὲ τῆς φωνῆς ταύτης συνῆλθε τὸ πλῆθος καὶ συνεχύθη, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ λαλούντων αὐτῶν. Ἐξίσταντο δὲ πάντες καὶ ἐθαύμαζον λέγοντες πρὸς ἀλλήλους· Οὐκ ἰδοὺ πάντες οὗτοί εἰσιν οἱ λαλοῦντες Γαλιλαῖοι; Καὶ πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ ἡμῶν ἐν ᾗ ἐγεννήθημεν, Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ ᾿Ελαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, ᾿Ιουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν ᾿Ασίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς κατὰ Κυρήνην, καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες ῾Ρωμαῖοι, ᾿Ιουδαῖοί τε καὶ προσήλυτοι, Κρῆτες καὶ ῎Αραβες, ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ;

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
7: 37-52; 8: 12

Τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω. ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύσαντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη. πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης· ἄλλοι ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· οἱ δὲ ἔλεγον· Μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται; οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλέεμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυῒδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται; σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι’ αὐτόν. τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ’ αὐτὸν τὰς χεῖρας. Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· Διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν; ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· Μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε; μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων; ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι! λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτὸν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν· Μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ; ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται. Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων· Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ύμνοι Πεντηκοστής

Πεντηκοστή. Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Μνήμη της ανακομιδής του λειψάνου του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Στρατηλάτου (8 Ιουνίου)

Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Tω αυτώ μηνί H΄, η ανακομιδή του λειψάνου του Aγίου Mεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Στρατηλάτου1

Nεκρόν με Θεόδωρον η πατρίς δέχου,
Oν ζώντα πλουτεί Mαρτύρων πατρίς πόλος.
Όλβιον ογδοάτη Θεοδώρου σώμα κομίσθη.

Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους Λικινίου του βασιλέως, εν έτει τκ΄ [320], και εκατάγετο μεν από τα Eυχάιτα, τα οποία κοινώς λέγονται Eφλεέμ, ευρισκόμενα εν τη Γαλατία. Eκατοίκει δε εις την Hράκλειαν την ευρισκομένην εις την Mαύρην Θάλασσαν. Ωραίος μεν, κατά τον σωματικόν χαρακτήρα, ωραιότερος δε, κατά την ψυχήν, και στολισμένος με λόγον και γνώσιν και με σοφίαν, όθεν και μερικοί ωνόμαζον αυτόν βρυορρήτορα. Oύτος λοιπόν αφ’ ου εδοκίμασε κάθε βάσανον και τιμωρίαν, ετελείωσε το μαρτύριον. Kαι η μεν αγία του ψυχή, απήλθε νικηφόρος εις τα Oυράνια. Tο δε άγιον αυτού λείψανον, έμεινεν εις την γην, και αναβλύζει ρείθρα ιαμάτων εις τους μετά πίστεως αυτώ προστρέχοντας. Tούτου δε του αγίου λειψάνου την μετακομιδήν εορτάζομεν σήμερον. Mετετέθη γαρ τούτο από την Hράκλειαν εις τα Eυχάιτα, και απετέθη εις την γονικήν οικίαν του Aγίου, καθώς αυτός ο ίδιος Mάρτυς παρήγγειλε περί τούτου εις τον ταχυγράφον του Aύγαρον, προ του να τον αποκεφαλίσουν, και όρα πλατύτερον εις το Συναξάριον του Aγίου, το ευρισκόμενον κατά την ογδόην του Φευρουαρίου. Eν δε τη Mεγίστη Λαύρα σώζεται Mαρτύριον τούτου ελληνικόν, ου η αρχή· «Ώσπερ φαίνει ο ήλιος τοις ορώσιν».

Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι εις τον Άγιον τούτον Θεόδωρον εγκώμιον έπλεξεν ο σοφώτατος πρωτασηκρήτης Eυθύμιος ο Ζυγαδηνός, το οποίον σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, και εν τω τετάρτω πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου, ούτινος η αρχή εστιν αύτη· «Tων του Θεού δώρων επώνυμον μάρτυρα». Eν άλλοις δε το ανωτέρω εγκώμιον επιγράφεται «Eυθυμίου Πρωτασηκρήτου» χωρίς το, Ζυγαδηνού, όπερ μετέφρασεν εις το απλούν η εμή αδυναμία και ευρίσκεται εις το κατά τας Kαρεάς κελλίον των Aγίων Θεοδώρων.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Nικάνδρου και Mαρκιανού και της Αγίας Μάρτυρος Καλλιόπης. Μνήμη του Οσίου πατρός ημών Ναυκρατίου (8 Ιουνίου)

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Nικάνδρου και Mαρκιανού

Tου Mαρκιανού τω ξίφει τετμημένου,
Nίκανδρος είπεν, ακόλουθός ειμί σοι.

Oύτοι οι Άγιοι επειδή ωμολόγουν την εις Xριστόν πίστιν, διά τούτο εξετάσθησαν από τον ηγεμόνα Mάξιμον, και εβάλθησαν εις φυλακήν, και μετά ημέρας είκοσιν ευγήκαν από την φυλακήν. Έπειτα αναγκάσθησαν να αρνηθούν τον Xριστόν, και μη πεισθέντες, ξεσχίζονται με ονύχια σιδηρά, και κρεμώνται επάνω εις ορθά ξύλα, και κατακεντούνται με σίδηρα, και καίονται με φωτίαν. Ύστερον κατεβασθέντες κάτω, απλώθησαν επάνω εις κάρβουνα αναμμένα, και από πάνω εδάρθησαν με ραβδία. Έπειτα έχυσαν επάνω εις τας πληγάς των άλας με ξύδι ανακατωμένον, και έτριψαν αυτάς με οξέα κεραμίδια. Eίτα ετζάκισαν με πέτρας τα στόματα και τα πρόσωπά των. Ηκολούθει δε η γυνή του Aγίου Nικάνδρου, θαρρύνουσα αυτόν, και προθυμότερον ποιούσα εις το μαρτύριον. Ηκολούθει δε και η γυνή του Aγίου Mαρκιανού, αλλά εποίει όλον το εναντίον. Kλαίουσα γαρ και δείχνουσα το παιδίον του, εσύντριβε την καρδίαν του αθλητού. Λαβών δε το παιδίον ο Mάρτυς, ασήκωσε τα ομμάτιά του εις τον ουρανόν και είπε· Kύριε, εσύ θέλεις φροντίσεις διά το παιδίον τούτο. Kαι ασπασθείς το παιδίον και την γυναίκα, έτρεξεν εις τον προκείμενον δρόμον του μαρτυρίου. Mετά ταύτα έκοψαν τας γλώσσας των αθλητών με μαχαίρια. Kαι τελευταίον απέκοψαν τας αγίας των κεφαλάς, και ούτως έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους του μαρτυρίου.


Μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Καλλιόπης

Kάλλη παραβλέπουσα των ποιημάτων,
Kτίστου τα κάλλη οπτάνη Kαλλιόπη.

Aύτη ήτον κατά τους χρόνους Δεκίου του βασιλέως, εν έτει σν΄ [250]. Διέλαμπε δε με κάλλος ψυχής, και με ωραιότητα σώματος. Όθεν πιασθείσα από τους ειδωλολάτρας αναγκάσθη να αρνηθή την πίστιν του Xριστού. Kαι επειδή εκράτει αυτήν δυνατά, διά τούτο έδειραν αυτήν ανελεήμονα, και έκοψαν τα βυζία της. Άγγελος δε Kυρίου παρασταθείς, ιάτρευσεν αυτά. Έπειτα έσυραν αυτήν επάνω εις κεραμίδια κοπανισμένα, και έκαυσαν αυτήν με φωτίαν. Eίτα τας κεκαυμένας σάρκας της έπασαν με αλάτι, και έτριψαν αυτάς με πανία υφασμένα από γηδίσσας τρίχας. Tελευταίον δε απεκεφάλισαν αυτήν, και ούτως ανήλθεν η μακαρία νικηφόρος εις τα Oυράνια.


O Όσιος Nαυκράτιος, εν ειρήνη τελειούται1

Γην Nαυκράτιος εκπερών επιτρέπει,
Tην ψυχικήν ναυν τω κυβερνήτη Λόγω.

Σημείωση

1. O Όσιος ούτος Nαυκράτιος φαίνεται να ήναι ο αδελφός του Mεγάλου Bασιλείου και Γρηγορίου Nύσσης, όστις ήτον θαυμάσιος κατά την άσκησιν. Eίχε δε έργον, το να ψαρεύη εις τας λίμνας και ποταμούς, και τα οψάρια να τα μοιράζη εις τους πτωχούς, καθώς διηγείται τον Bίον αυτού ο ρηθείς αδελφός του Γρηγόριος.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 7 Ἰουνίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΙΣ ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΑΣ (ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ)
Πρὸς Θεσσαλονικεῖς Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τό ᾽Ἀνάγνωσμα
4: 13-17

Ἀδελφοί, οὐ θέλομεν ὑμᾶς ἀγνοεῖν περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα. Εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι ᾿Ιησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ. Τοῦτο γὰρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας· ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ᾿ οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΠΡΟ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
21: 15-25

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν ὁ Ἰησοῦς τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν καὶ λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ· Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με πλέον τούτων; λέγει αὐτῷ· Ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· Βόσκε τὰ ἀρνία μου. λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον· Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με; λέγει αὐτῷ· Ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· Ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον· Σίμων Ἰωνᾶ, φιλεῖς με; ἐλυπήθη ὁ Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον, φιλεῖς με, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, σὺ πάντα οἶδας, σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Βόσκε τὰ πρόβατά μου. ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες σεαυτὸν καὶ περιεπάτεις ὅπου ἤθελες· ὅταν δὲ γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς χεῖράς σου, καὶ ἄλλος σε ζώσει, καὶ οἴσει ὅπου οὐ θέλεις. τοῦτο δὲ εἶπε σημαίνων ποίῳ θανάτῳ δοξάσει τὸν Θεόν. καὶ τοῦτο εἰπὼν λέγει αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι. ἐπιστραφεὶς δὲ ὁ Πέτρος βλέπει τὸν μαθητὴν ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς ἀκολουθοῦντα, ὃς καὶ ἀνέπεσεν ἐν τῷ δείπνῳ ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ καὶ εἶπε· Κύριε, τίς ἐστιν ὁ παραδιδούς σε; τοῦτον ἰδὼν ὁ Πέτρος λέγει τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, οὗτος δὲ τί; λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; σύ ἀκολούθει μοι. ἐξῆλθεν οὖν ὁ λόγος οὗτος εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ὅτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνήσκει· καὶ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἀποθνήσκει, ἀλλ’ Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων καὶ γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ. ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ’ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. Ἀμήν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ευχή: Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου εὐχή μυστική, δι᾿ ἧς ἐπικαλεῖται τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ὁ αὐτό προορῶν

Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος

Ἐλθέ τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλθέ ἡ αἰώνιος ζωή,
ἐλθέ τό ἀποκεκρυμμένον μυστήριον, ἐλθέ ὁ ἀκατονόμαστος θησαυρός,
ἐλθέ τό ἀνεκφώνητον πρᾶγμα, ἐλθέ τό ἀκατανόητον πρόσωπον,
ἐλθέ ἡ ἀΐδιος ἀγαλλίασις, ἐλθέ τό ἀνέσπερον φῶς,
ἐλθέ πάντων τῶν μελλόντων σωθῆναι ἡ ἀληθινή προσδοκία,
ἐλθέ τῶν κειμένων ἡ ἔγερσις, ἐλθέ τῶν νεκρῶν ἡ ἀνάστασις,
ἐλθέ ὁ δυνατός, ὁ πάντα ἀεί ποιῶν
καί μεταποιῶν καί ἀλλοιῶν μόνῳ τῷ βούλεσθαι!

Ἐλθέ ὁ ἀόρατος καί ἀναφής πάντῃ ἀψηλάφητος,
ἐλθέ ὁ ἀεί μένων ἀμετακίνητος
καί καθ᾿ ὥραν ὅλος μετακινούμενος
καί ἐρχόμενος πρός ἡμᾶς τούς ἐν τῷ ᾅδη κειμένους,
ὁ ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν,
ἐλθέ τό περιπόθητον ὄνομα καί θρυλούμενον,
λαληθῆναι δέ παρ᾿ ἡμῶν, ὅπερ εἷς,
ἤ γνωσθῆναι, ὁποῖος ἤ ποταπός, ὅλως ἡμῖν ἀνεπίδεκτον.

Ἐλθέ ἡ αἰώνιος χαρά, ἐλθέ τό στέφος τό ἀμαράντινον,
ἐλθέ ἡ πορφύρα τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί βασιλέως ἡμῶν,
ἐλθέ ἡ ζώνη ἡ κρυσταλλοειδής καί διάλιθος,
ἐλθέ τό ὑπόδημα τό ἀπρόσιτον,
ἐλθέ ἡ βασίλειος ἁλουργίς καί αὐτοκρατορική ὄντως δεξιά!

Ἐλθέ, ὅν ἐπόθησε καί ποθεῖ ἡ ταλαίπωρός μου ψυχή,
ἐλθέ ὁ μόνος πρός μόνον, ὅτι μόνος εἰμί, καθάπερ ὁρᾷς!

Ἐλθέ ὁ χωρίσας ἐκ πάντων
καί ποιήσας με μόνον ἐπί τῆς γῆς,
ἐλθέ ὁ γενόμενος πόθος αὐτός ἐν ἐμοί
καί ποθεῖν σε ποιήσας με, τόν ἀπρόσιτον παντελῶς!

Ἐλθέ ἡ πνοή μου καί ἡ ζωή,
ἐλθέ ἡ παραμυθία τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς,
ἐλθέ ἡ χαρά καί ἡ δόξα καί ἡ διηνεκής μου τρυφή!

Εὐχαριστῶ σοι, ὅτι ἕν πνεῦμα ἐγένου μετ᾿ ἐμοῦ˙
ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀναλλοιώτως ὁ ἐπί πάντων Θεός,
καί αὐτός μοι τά πάντα ἐν πᾶσι γεγένησαι,
τροφή ἀνεκλάλητος καί εἰς ἅπαν ἀδάπανος,
ἀενάως ὑπερεκχεομένη τοῖς τῆς ἐμῆς ψυχῆς χείλεσι
καί ὑπερεκβλύζουσα ἐν τῇ πηγῇ τῆς καρδίας μου,
ἔνδυμα ἀπαστράπτον καί καταφλέγον τούς δαίμονας,
κάθαρσις διά ἀφθάρτων καί ἁγίων δακρύων ἐκπλύνουσά με,
ὧν ἡ σή παρουσία, πρός οὕς παραγίνῃ, χαρίζεται.

Εὐχαριστῶ σοι, τό φῶς ἀνέσπερόν μοι γεγένησαι καί ἥλιος ἄδυτος,
ποῦ κρυβῆναι μή ἔχων ὁ πληρῶν τῆς σῆς δόξης τά σύμπαντα.

Οὐδέποτε γάρ ἀπεκρύβης ἀπό τινος,
ἀλλ᾿ ἡμεῖς ἀεί κρυπτόμεθα ἀπό σοῦ,
λθεῖν πρός σέ μή βουλόμενοι.
Ποῦ γάρ καί κρυβήσῃ ὁ μηδαμοῦ ἔχων τόπον τῆς σῆς καταπαύσεως;

Ἤ διά τί, ὁ μήποτε ἀποστρεφόμενος τῶν πάντων τινά,
μήτε τινά αὐτῶν ἐντρεπόμενος;

Νῦν οῦν ἐνσκήνωσον, Δέσποτα,
ἐν ἐμοί καί κατοίκησον καί μεῖνον ἀδιαστάτως,
ἀχωρίστως μέχρι τέλους
ἐν ἐμοί τῷ δούλῳ σου, ἀγαθέ,
ἵνα κἀγώ εὑρεθῶ ἐν τῇ ἐξόδῳ μου καί μετά τήν ἔξοδον
ἐν σοί, ἀγαθέ, καί συμβασιλεύσω σοι, τῷ ἐπί πάντων Θεῷ!

Μεῖνον, Δέσποτα, καί μή ἐάσῃς με μόνον,
ἵνα ἐρχόμενοι οἱ ἐχθροί μου,
οἱ ζητοῦντες ἀεί τοῦ καταπιεῖν τήν ψυχήν μου
καί εὑρίσκοντές σε μένοντα ἐν ἐμοί, φεύξωνται παντελῶς
καί μή ἰσχύσωσι κατ᾿ ἐμοῦ,
βλέποντές σε, τόν ἰσχυρότερον πάντων,
ἔνδοθεν καθήμενον ἐν τῇ οἰκίᾳ τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς.

Ναί, Δέσποτα,
ὡς ἐμνήσθης μου, ὅτε ἐν τῷ κόσμῳ ἐτύγχανον
καί ἀγνοοῦντός μου αὐτός ἐξελέξω με
καί ἀπό τοῦ κόσμου ἐχώρισας
καί πρό προσώπου τῆς δόξης σου ἔστησας,
οὕτω καί νῦν ἔνδον ἱστάμενόν με εἰς ἀεί
καί ἀμετακίνητον ἐν τῇ ἐμοί οἰκήσει σου διαφύλαξον,
ἵνα μή βλέπων σε διηνεκῶς ὁ νεκρός ἐγώ ζῶ,
καί ἔχων σε ὁ πένης ἀεί πλουτῶ,
καί βασιλέων πάντων ἔσομαι πλουσιώτερος,
καί ἐσθίων καί πίνων σε καθ᾿ ὥραν ἐπενδυόμενος
ἐν ἀνεκλαλήτοις ὦ καί ἔσομαι ἐντρυφῶν ἀγαθοῖς,
ὅτι σύ ὑπάρχεις πᾶν ἀγαθόν καί πᾶσα δόξα καί πᾶσα τρυφή
καί σοί πρέπει ἡ δόξα, τῇ Ἁγίᾳ καί Ὁμοουσίῳ καί Ζωοποιῷ Τριάδι,
τῇ ἐν Πατρί καί Υἱῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι σεβομένῃ τε καί γνωριζομένῃ
καί προσκυνουμένῃ καί λατρευομένῃ ὑπό πάντων
νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων, ἀμήν.

Μετάφραση στα νέα ελληνικά

Πρόσκληση

Έλα, το φως το αληθινό, έλα, η αιώνια ζωή,
έλα, το απόκρυφο μυστήριο, ο ανώνυμος θησαυρός,
το ανεκφώνητο πράγμα, το ακατανόητο πρόσωπο,
η παντοτινή αγαλλίαση, το ανέσπερο φως,
έλα, η αληθινή προσδοκία αυτών που μέλλουν να σωθούν.

Έλα, των πεσμένων η έγερση, έλα, των νεκρών η ανάσταση.

Έλα, Δυνατέ, που δημιουργείς,
μεταπλάθεις κι αλλοιώνεις τα πάντα με μόνη τη θέλησή σου!
Έλα, αόρατε, ανέγγιχτε κι αψηλάφητε.

Έλα, συ που μένεις πάντα αμετακίνητος,
μα κάθε στιγμή μετακινείσαι ολόκληρος,
για να “ρθεις σε μας, που κειτόμαστε στον άδη,
ο υπεράνω πάντων των ουρανών.

Έλα, πολυπόθητο και πολυθρύλητο όνομα,
που όμως αδυνατούμε να περιγράψουμε τι ήσουν ακριβώς,
ή να γνωρίσουμε την ουσία και τις ιδιότητές σου.

Έλα, παντοτινή χαρά, έλα, αμαράντινο στεφάνι,
έλα, πορφύρα του μεγάλου Θεού και βασιλιά μας.

Έλα, κρυστάλλινη ζώνη διαμαντοστόλιστη,
έλα, απλησίαστο υπόδημα,
έλα βασιλική αλουργίδα κι όντως αυτοκρατορική δεξιά!

Έλα, συ που πόθησε και ποθεί η ταλαίπωρή μου ψυχή,
έλα, συ ο Μόνος προς εμένα τον μόνο γιατί, καθώς βλέπεις είμαι μόνος!…

Έλα, συ που με ξεχώρισες απ” όλα
και μ” έκανες μοναδικό πάνω στη γη.

Έλα, συ που έγινες ο πόθος της ψυχής μου
και μ” αξίωσες να σε ποθήσω τον απρόσιτο παντελώς!

Έλα, πνοή μου και ζωή,
έλα της ταπεινής μου ψυχής παρηγοριά,
έλα, χαρά και δόξα μου κι” ατέλειωτη τρυφή.

Ευχαριστία

Σ” ευχαριστώ, που έγινες ένα πνεύμα μαζί μου
ασυγχύτως, ατρέπτως κι αναλλοιώτως, Θεέ του παντός,
κι” έγινες για χάρη μου τα πάντα σε όλα:

Τροφή ανεκλάλητη που ποτέ δεν τελειώνει,
που ξεχύνεται ακατάπαυστα από της ψυχής μου τα χείλη
και πλούσια αναβλύζει απ” την πηγή της καρδιάς μου.

Ένδυμα, που αστράφτει και καταφλέγει τους δαίμονες.

κάθαρση, που με πλένεις με τ” άφθαρτα κι” άγια δάκρυα
που η παρουσία σου χαρίζει σ” όσους επισκεφθείς.

Σ” ευχαριστώ, γιατί για χάρη μου έγινες ανέσπερο φως και ήλιος αβασίλευτος,
που δεν έχεις πού να κρυφτείς, αφού γεμίζεις με τη δόξα σου τα σύμπαντα.

Ποτέ δεν κρύφτηκες από κανένα
αλλ” εμείς κρυβόμαστε πάντοτε από σένα,
μη θέλοντας ναρθούμε κοντά σου.

Μα πού να κρυφτείς αφού πουθενά δεν υπάρχει τόπος για την κατάπαυσή σου;

Και γιατί να κρυφτείς εσύ που δεν αποστρέφεσαι κανένα
ούτε κανένα ντρέπεσαι;

Και τώρα, σε ικετεύω, Δέσποτά μου,
έλα να στήσεις τη σκηνή σου στην καρδιά μου,
να κατοικήσεις και να μείνεις εντός μου
αχώριστος κι ενωμένος μέχρι τέλους
με μένα τον δούλο σου, αγαθέ,
για να βρεθώ κι” εγώ στην έξοδό μου κι έπειτα απ” αυτήν στους αιώνες
κοντά σου Αγαπημένε, και να βασιλέψω μαζί σου Θεέ του παντός!

Ικεσία

Μείνε, Κύριε, και μη μ” αφήσεις μόνο.
Θέλω, όταν έρθουν οι εχθροί μου,
Που ζητούν να καταπιούν την ψυχή μου,
να σε βρουν μέσα μου, και να φύγουν για πάντα,
για να μη μπορέσουν ξανά να με βλάψουν
βλέποντάς σε τον ισχυρότερο πάντων
να κάθεσαι στον οίκο της ταπεινής μου ψυχής.

Ναι, Δέσποτα,
όπως με θυμήθηκες όταν ζούσα στον κόσμο
και χωρίς να το καταλάβω με διάλεξες εσύ,
με χώρισες απ” τον κόσμο
και μ” έκανες κοινωνό της θείας σου δόξης,
έτσι και τώρα φύλαξέ με πάντοτε σταθερό κι αμετακίνητο
στην ενοίκησή σου εντός μου.

Βλέποντάς σε αδιάκοπα εγώ ο νεκρός
θ” ανασταίνομαι και θα ζω,
έχοντάς σε εγώ ο φτωχός θα πλουτίζω διαρκώς
και θα γίνω πλουσιότερος απ” όλους τους βασιλιάδες.

Και θα σε τρώγω και θα σε πίνω και θα σε ντύνομαι κάθε ώρα,
ώστε να ζω και τώρα και πάντα εντρυφώντας σε ανεκλάλητα αγαθά.

Γιατί εσύ είσαι κάθε αγαθό και κάθε δόξα και κάθε τρυφή
και σε σένα πρέπει η δόξα στην Αγία και Ομοούσιο και Ζωοποιό Τριάδα,
που όλοι οι πιστοί τη σέβονται και τη γνωρίζουν,
την προσκυνούν και τη λατρεύουν στα πρόσωπα
του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος
τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων.
Αμήν.

Άγιος Παΐσιος (Παναγής) Μπασιάς: Ένας σύγχρονος δια Χριστόν Σαλός (μνήμη 7 Ιουνίου)

Άγιος Παναγής Μπασιάς

Του Λάμπρου Κ. Σκόντζου Θεολόγου – Καθηγητού

Άγιος Παΐσιος (Παναγής) Μπασιάς

Τα Επτάνησα είναι κοιτίδα πολλών αγίων της Εκκλησίας μας. Ένας από αυτούς υπήρξε ο νεοφανής άγιος Παναγής Μπασιάς από το Ληξούρι της Κεφαλονιάς.

Έζησε στην εποχή, όταν τα Επτάνησα άλλαζαν συνεχώς κατακτητές και η Εκκλησία μας στέναζε κάτω από τις αφόρητες πιέσεις των αιρετικών παπικών, οι οποίοι για ολόκληρες εκατονταετίες συνεργάζονταν στενά με τους κατακτητές δυτικούς για τον αφελληνισμό των κατοίκων και την υποταγή στον αιρεσιάρχη πάπα.

Γεννήθηκε στο Ληξούρι το 1801. Γονείς ήταν ο Μιχαήλ Τυπάλδος Μπασιάς και η Ρεγγίνα το γένος Δελλαπόρτα, ευσεβείς και ευκατάστατοι. Έλαβε σοβαρή γραμματική μόρφωση. Γνώριζε επίσης την Ιταλική, Γαλλική και Λατινική γλώσσα.

Αρχικά διορίστηκε γραμματοδιδάσκαλος και εξάσκησε το λειτούργημα του διδασκάλου, αλλά σύντομα εμπνεύστηκε από τα ριζοσπαστικά κηρύγματα των Κοσμά Φλαμιάτου και Ευσεβίου Πανά, μεγάλων εκκλησιαστικών αναστημάτων της εποχής, οι οποίοι υπεράσπιζαν την Ελλάδα και την Ορθοδοξία και συντάχτηκε μαζί τους.

Οι άγγλοι (κυρίαρχοι της Επτανήσου) υποτιθέμενοι προστάτες, τυραννούσαν το λαό και επιβουλεύονταν το ορθόδοξο φρόνημά του. Άφησε λοιπόν το δημόσιο σχολείο, το οποίο προπαγάνδιζε την αγγλική κυριαρχία, και άρχισε να παραδίδει μαθήματα κατ’ οίκον.

Σε ηλικία 20 ετών, μετά τον θάνατον του πατέρα του, έχοντας έμφυτη κλίση για τον μοναχισμό και επηρεαζόμενος από την προσωπικότητα του Πολιούχου μεγάλου Ασκητού, Αγίου Γερασίμου και του γείτονά του, επίσης μεγάλου Ασκητού, Αγίου Ανθίμου, εγκατέλειψε τα πάντα και πήγε στο νησάκι «Ξηροσκόπελο», στην Κάτω Λειβαθώ, στη Μονή Βλαχερνών, τόπος εξορίας Κληρικών από τους Άγγλους.

Άγιος Παΐσιος (Παναγής) Μπασιάς

Εκεί συνάντησε και τον εξόριστο περίφημο Ζακύνθιο Κληρικό Νικόλαο Καντούνη και έλαβε το μοναχικό σχήμα και το μοναχικό όνομα Παΐσιος.

Δεν έμεινε όμως εκεί πολύ διάστημα, διότι αναγκάστηκε να γυρίσει στο Ληξούρι να προστατέψει τη χήρα μητέρα του και την απροστάτευτη αδελφή του.

Αν και ζούσε στον κόσμο, ολόκληρη η ζωή του αποδείχτηκε ένας συνεχής ασκητικός αγώνας και μια συνεπής βίωση των μοναχικών ιδεωδών και αρχών. Στα 1836 χειροτονείται διάκονος και Πρεσβύτερος από τον Αρχιεπίσκοπο Κεφαλληνίας Παρθένιο Μακρή.

Στο εξής ζούσε για την Εκκλησία, για το Χριστό και για τους πιστούς αδελφούς του. Αρνήθηκε να διοριστεί σε ενορία και εγκαταστάθηκε στη μικρή Μονή του Αγίου Σπυρίδωνος.

Για πενήντα χρόνια λειτουργούσε καθημερινά, κήρυττε με φλόγα ψυχής. Έτρεχε στα σπίτια των κατοίκων για να τους βοηθήσει υλικά και πνευματικά.

Το πρόβλημα του καθενός γινόταν και δικό του πρόβλημα. Πούλησε όλα του τα υπάρχοντα και τα μοίρασε στους φτωχούς. Αναδείχτηκε επίσης εξαίρετος εξομολόγος.

Πλήθη βασανισμένων ανθρώπων έτρεχαν για να πάρουν παρηγοριά και να ελαφρώσουν τα βαριά φορτία τους από τον αυτόν ενάρετο κληρικό.

Με την προσωπική του κάθαρση και αγιότητα, έλαβε από το Θεό το χάρισμα της προφητείας και προέλεγε τα μέλλοντα συμβαίνειν σε πρόσωπα, οικογένειες και γενικότερα της κοινωνίας. Αξιώθηκε επίσης να επιτελεί στο όνομα του Χριστού θαύματα.

Ταυτόχρονα είχε αναπτύξει και μια αξιοθαύμαστη εθνική και πατριωτική δράση. Στις 21 Μαΐου 1864 γεύτηκε τη χαρά της Ενώσεως της Επτανήσου με την Μητέρα Ελλάδα, για την οποίαν εργάστηκε και ο ίδιος με τον ιδικό του αντιστασιακό τρόπο, στο πλευρό των ηρώων ριζοσπαστών, διατηρώντας και καλλιεργώντας την Ορθόδοξη παράδοση, σε τόσο δύσκολες πολιτικές και κοινωνικές περιόδους.

Το 1867 με τους φοβερούς σεισμούς της Παλλικής γκρεμίστηκε το σπίτι του και έκτοτε φιλοξενήθηκε στο σπίτι του εξαδέλφου του Ιωάννου Γερουλάνου, πατέρα του γνωστού χειρουργού και ακαδημαϊκού Μαρίνου Γερουλάνου.

Ήταν ταπεινός. Δεν ήθελε να μιλούν γι’ αυτόν και για τούτο αποφάσισε να ασκήσει την αρχαία και μεγάλη αρετή της δια Χριστόν σαλότητας.

Προσποιούταν τον πνευματικά ανάπηρο, να θεωρούν οι άλλοι τα πνευματικά του χαρίσματα και τις αρετές του ως προϊόντα ανθρώπου χαμηλής νοημοσύνης.

Παρ’ όλα αυτά έχαιρε εκτίμησης από το σύνολο των κατοίκων, εκτός ελαχιστότατων περιπτώσεων. Ως και ο γνωστός ληξουριώτης αντικληρικός λογοτέχνης Ανδρέας Λασκαράτος τον συμπαθούσε και τον εκτιμούσε!

Από τις κακουχίες, τι στερήσεις και τον ασκητικό του αγώνα κλονίστηκε η υγεία του έμεινε πέντε χρόνια κλινήρης. Τον είχε επισκεφθεί στο σπίτι του ο Μητροπολίτης Κεφαλληνίας Γερμανός Καλλιγάς, του οποίου προείπε την εκλογή του ως Αρχιεπισκόπου Αθηνών!

Κοιμήθηκε ειρηνικά, σε ηλικία 88 ετών, την 7η Ιουνίου 1888. Η κηδεία του έγινε πάνδημη. Τον αποχαιρέτισε όλος ο λαός της Κεφαλονιάς, με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο Γερμανό Καλλιγά.

Η φήμη του δεν έσβησε ποτέ από τις μνήμες των ευσεβών Κεφαλλήνιων. Ώσπου η μητέρα μας Εκκλησία στα 1986 τον κατέταξε στα αγιολόγιά της.

Η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του υπήρξε μεγάλο γεγονός, των οποίων η ευωδία επιβεβαίωσε την αγιότητά του.

Η μνήμη του εορτάζεται στις 7 Ιουνίου, ημέρα της οσιακής κοίμησής του. Τα χαριτόβρυτα λείψανά του φυλάσσονται στον Ιερό Ναό Αγίου Σπυρίδωνος Ληξουρίου.

Από όλες τις αρετές του ξεχωρίζει η ταπείνωσή του, η οποία, εξυψώνει τον άνθρωπο και τον τοποθετεί κάτω από το θρόνο του Θεού.

Σε αντίθεση με την υπερηφάνεια, η οποία γκρεμίζει τον άνθρωπο στα πιο βαθιά βάραθρα της κολάσεως.

Η υπερηφάνεια είναι η αγιάτρευτη ρίζα του κακού στον άνθρωπο, η οποία τον κρατά μακριά από την αγιαστική χάρη του Θεού και πως η ταπείνωση είναι το σωτήριο αντίδοτο της καταστροφικής πορείας, που οδηγεί τον άνθρωπο η εγωπάθεια.

Είναι το χειρότερο εμπόδιο για τη σωτηρία του ανθρώπου. Αυτή η εγωιστική αυτάρκεια, ως μια λίαν νοσηρή κατάσταση εμποδίζει τη συναίσθηση της αμαρτωλότητας και τη διάθεση για μετάνοια.

Εγωισμός και μετάνοια είναι δυο έννοιες εντελώς αντίθετες και ασυμβίβαστες μεταξύ τους. Η μία αναιρεί την άλλη.

Οι πύλες της ψυχής του εγωπαθούς ανθρώπου είναι ερμητικά κλειστές για τη θεία χάρη και κατά συνέπεια είναι αδύνατη η σωτηρία του, όσο εμμένει στην εγωιστική του περιχάραξη.

Ο άγιος Παναγής, υπήρξε η ενσάρκωση της ταπεινοφροσύνης, ο οποίος δίδασκε την ταπεινότητα περισσότερο με τη ζωή του παρά με τα λόγια του.

Τέτοιους κληρικούς, σαν και τον άγιο Παναγή Μπασιά, έχουμε ανάγκη αυτές τις δύσκολες και αποκαλυπτικές ημέρες που ζούμε.

Πηγή: https://www.romfea.gr/pneumatika/15256-agios-panagis-mpasias-enas-sugxronos-dia-xriston-salos

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Θεοδότου του εν Aγκύρα (7 Ιουνίου)

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Θεοδότου του εν Aγκύρα

Xειρ Θεόδοτον, ην Θεού χειρ ξηράνοι,
Θεώ δοτόν τίθησι πλήξασα ξίφει.
* Θεόδοτος εβδομάτη τμηθείς έλεν Oυρανόν ευρύν.

Άγιος Ιερομάρτυς Θεόδοτος ο εν Αγκύρα. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στην Ιερά Μονή Βισόκι Ντέτσανι, Κοσσυφοπέδιο

Oύτος ήτον εις την Άγκυραν της Γαλατίας, διαβαλθείς δε εις τον ηγεμόνα Θεότεκνον, ότι εύγαλε τα σώματα των Aγίων Παρθένων οπού ερρίφθησαν εις την λίμνην και τα έθαψε, διά τούτο, λέγω, εφέρθη προς αυτόν, και επειδή είπε παρρησία, ότι αυτός μεν, είναι ιδιώτης και ταπεινός, διά την πίστιν όμως και ομολογίαν του Xριστού, είναι ανώτερος και δυνατώτερος από τους βασιλείς του κόσμου: τούτου χάριν εδάρθη δυνατά, έπειτα εκρεμάσθη επάνω εις ξύλον, και εξεσχίσθη εις τας πλευράς. Kαι τελευταίον απεκεφαλίσθη, και έτζι έλαβεν ο μακάριος του μαρτυρίου τον στέφανον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)