Αρχική Blog Σελίδα 192

Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Ομιλία εις την Κυριακή του Ασώτου

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς
Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Iδού εὐαγγέλιο πού ἀφορᾶ στό νοῦ καί τό σῶμα τοῦ καθενός μας. Εἶναι τό εὐαγγέλιο τῆς εὐσπλαχνίας. Εἶναι ἡ θαυμαστή παραβολή τοῦ Σωτῆρος, στήν ὁποία ἀπεικονίζεται ὁλόκληρη ἡ ζωή μας. Ἡ δική μου, ἡ δική σου, τοῦ καθενός ἀνθρωπίνου ὄντος ἐπάνω στήν γῆ. Ὅλους τούς ἀφορᾶ τό σημερινό ἅγιο Εὐαγγέλιο. Ὅλους.

Ὁ ἄνθρωπος! Αὐτός ὁ θεϊκός πλοῦτος ἐπάνω στήν γῆ! Κύτταξε τό σῶμα του, τό μάτι, τό αὐτί, τήν γλώσσα. Τί θαυμαστός πλοῦτος. Τό μάτι! Ὑπάρχει τίποτε πιό τέλειο πού νά ἠμπορῇ ὁ ἄνθρωπος νά ἐπινοήσῃ σ’ αὐτόν τόν κόσμο; Κι ὅμως, τό μάτι αὐτό τό ἐδημιούργησε ὁ Κύριος, ὅπως καί τήν ψυχή καί τό σῶμα. Ἡ ψυχή μάλιστα εἶναι ὁλόκληρη ἐξ οὐρανοῦ. Ὁποῖος πλοῦτος! Τό σῶμα! Θαυμαστός θεῖος πλοῦτος πού σοῦ δόθηκε γιά τήν αἰωνιότητα καί ὄχι μόνο γιά τήν πρόσκαιρη αὐτή γήινη ζωή. Καί ψυχή δοσμένη γιά τήν αἰωνιότητα.

Ἀκούσατε τί εὐαγγελίζεται ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος σήμερα. «Τό δέ σῶμα τῷ Κυρίῳ» (Α΄ Κορ. 6, 13). Ὁ Κύριος ἔπλασε τό ἀνθρώπινο σῶμα γιά τήν αἰώνια ζωή, γιά τήν ἀθανασία, γιά τήν καθαρότητα. Τό ἔπλασε γιά τήν αἰώνια ἀλήθεια, γιά τήν αἰώνια δικαιοσύνη καί γιά τήν αἰώνια ἀγάπη: ὅπως τό σῶμα, ἔτσι καί τήν ψυχή. Ὅλα αὐτά εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ, ἀνεκδιήγητα καί μεγάλα καί πλούσια, καί –τό πιό σπουδαῖο– ἀθάνατα καί αἰώνια δῶρα τοῦ Θεοῦ.

Ἐμεῖς ὅμως οἱ ἄνθρωποι τί κάνομε μ’ ὅλα αὐτά τά δῶρα; Τί οἰκοδομοῦμε μέ αὐτά; Παραδίδουμε τό σῶμα στίς ἡδονές καί στά πάθη αὐτοῦ τοῦ κόσμου, καί τήν ψυχή στούς ἀκαθάρτους λογισμούς, τίς ἀκάθαρτες ἐπιθυμίες, τίς ἀκάθαρτες ἡδονές. Διά τῶν ἁμαρτιῶν καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα ἀπομακρύνονται ἀπό τόν Θεό, φεύγουν ἀπό τό Θεό, φεύγουν «εἰς χώραν μακράν». Τίνος εἶναι αὐτή ἡ «μακρυνή χώρα;»

Ἀκούσατε ποῦ ὁ ἄσωτος υἱός βόσκει χοίρους. Στήν χώρα τοῦ διαβόλου. Στήν χώρα, ὅπου ὁ διάβολος ἔχει ἐξουσία πάνω στόν ἄνθρωπο διά τῶν παθῶν, διά τῶν ἁμαρτιῶν, καί τόν κρατάει σέ φρικτή τρέλλα, στόν παραλογισμό καί τήν παραφροσύνη.

Λοιπόν, ἡ ἁμαρτία; Κάθε ἁμαρτία εἶναι τρέλλα. Καί ὁ ἄνθρωπος θά εἶναι πάντα μέσα σ’ αὐτή τήν τρέλλα, μέχρις ὅτου συναντηθῆ μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Καί θά συναντηθῇ μέ τήν μετάνοια.

Ἀκούσατε πῶς ὁ ἄσωτος υἱός, αἰσθανόμενος τί σημαίνει ζωή μέσα στήν ἁμαρτία, ζωή μέσα στίς ἡδονές καί τά πάθη αὐτοῦ τοῦ κόσμου, λέγει: «Πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγώ δέ λιμῷ ἀπόλλυμαι» σέ ξένη καί μακρυνή χώρα. «Ἀναστάς πορεύσομαι πρός τόν πατέρα μου». Σηκώθηκε καί πῆγε πρός τόν πατέρα. Καί ὁ οὐράνιος Πατήρ, ὁ Θεός καί Ἐλεήμων Κύριος, «ἔτι αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν καὶ ἐσπλαγχνίσθη καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν», ἐνῶ συγχρόνως ὁ υἱός μέ λυγμούς ἔλεγε: «πάτερ ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου, οὐκέτι εἰμί ἄξιος κληθῆναι υἱός σου». Ἁμάρτησα στόν οὐρανό καί σ’ ὅλα τά ἀστέρια. Ὅλα τά ἐμόλυνα μέ τό πύον τῶν παθῶν μου, καί μέ τό σκοτάδι τῶν παθῶν μου τά ἠμαύρωσα ὅλα. «Ἥμαρτον ἐνώπιόν σου»! Φεύγοντας ἀπό σένα, σέ ποιόν προσκολλήθηκα; Δίπλα σέ ποιόν ἤμουν; Τίνος χοίρους ἐγώ ἔβοσκα; Τοῦ διαβόλου! Ἐγώ διαβολοποίησα τήν ψυχή μου, τήν ὁποία ἐσύ μοῦ ἔδωσες νά γίνῃ ἁγία καί ἀθάνατη. Ἐγώ ἐβρώμισα τό σῶμα, ἐθανάτωσα τό σῶμα, ἐξαθλίωσα τό σῶμα!

Ὅταν ὁ ἄσωτος υἱός «ἦλθεν εἰς ἑαυτόν» –ἀφοῦ ἦταν ἐκτός ἐαυτοῦ, στήν τρέλλα, στίς ἡδονές καί στά πάθη αὐτοῦ τοῦ κόσμου– διά τῆς μετανοίας ἔτρεξε πρός τόν πατέρα. Καί ὁ πατέρας τόν ἀγκαλιάζει καί τόν φιλεῖ. Δέν εἶχε τελειώσει ἀκόμη ὁ υἱός τήν ἐξομολόγησί του, δέν εἶχε ἐκφράσει ἀκόμη τήν ἐπιθυμία του νά τόν δεχθῇ ὁ πατέρας του σάν δοῦλο, καί ὁ πατέρας λέγει στούς ὑπηρέτες του: «Φέρετε τήν στολή τήν πρώτη καί ἐνδύσατέ τον καί δῶστε δακτυλίδι στό χέρι του καί ὑποδήματα στά πόδια του καί ἀφοῦ φέρετε τόν μόσχο τόν σιτευτό, σφάξτε τον γιά νά φάγωμεν καί εὐφρανθῶμεν».

Γιά πιό λόγο εὐφραίνεται ὁ οὐρανός; Γιά ποιό λόγο ὁ Θεός εὐφραίνεται στόν οὐρανό; Γιά ποιό λόγο εὐφραίνονται οἱ ἄγγελοι; Σέ ποιόν ὁ Κύριος λέγει νά εὐφρανθῶμεν; Στούς ἀγγέλους!

Ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος χάθηκε μέσα στίς ἁμαρτίες, θυμήθηκε ὅτι ἦταν ἀδελφός τῶν ἀγγέλων καί ἔσπευσε πρός τόν οὐρανό. «Ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν Σου». Ἁμάρτησα στούς ἀγγέλους, στούς ἀρχαγγέλους. Ἐγώ ἐδιαβολοποίησα τόν ἑαυτό μου. Ἔρριξα τόν ἑαυτό μου στήν ἀγέλη τῶν χοίρων, στήν ἀγέλη τῶν παθῶν. Καί νά, τώρα εἶμαι ὅλος ξεσχισμένος, ὅλος κουρελιασμένος. Καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα κουρελιασμένα. Ὅλα ἐξαθλιωμένα.

Λοιπόν, τί εἶναι μετάνοια; Ὁ Κύριος τρέχει νά συναντήσῃ τόν μετανοήσαντα υἱό. Τόν ἀγκαλιάζει καί τόν ἀσπάζεται καί ὅλος ὁ οὐρανός συγκινεῖται. Ὅλοι οἱ ἄγγελοι εὐφραίνονται. «Καί ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι» ἀναφέρεται στήν θαυμαστή περικοπή τοῦ Σωτῆρος. Γιά ποιό λόγο χαίρεσθε ἐσεῖς ἅγιοι ἄγγελοι, ἅγιοι ἀρχάγγελοι; Ἐσεῖς, οἱ ὁποῖοι παντοτινά πενθῆτε γιά τόν γήινο αὐτό κόσμο βλέποντας τά δικά σας πεσμένα ἀδέλφια, τούς ἀνθρώπους, πῶς πνίγονται μέσα στίς ἁμαρτίες καί τίς ἡδονές καί τά πάθη καί τούς διαφόρους θανάτους αὐτοῦ τοῦ κόσμου, γιατί εὐφραίνεσθε; «Εὐφραινόμαστε γιά τήν ἀνάστασι, τήν ζωοποίησι τοῦ νεκροῦ ἀδελφοῦ μας ἀνθρώπου, ὅτι νεκρός ἦν καί ἀνέζησε». Νεκρός ἦταν ὁ ἄσωτος υἱός, ὅταν ἦταν μακράν τοῦ Θεοῦ, τῆς πηγῆς τῆς Ζωῆς, μακρυά ἀπό τόν οὐρανό. Ἰδού, ἀνάστασις ἐκ νεκρῶν φαίνεται [ἡ ἐπιστροφή τοῦ ἀσώτου] στά μάτια ὅλων τῶν οὐρανίων δυνάμεων. Ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις γι’ αὐτό χαίρονται, «ὅτι ἀπολωλώς ἦν καί εὑρέθη». Πράγματι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι μέσα στίς ἁμαρτίες καί τά πάθη, χάνει τόν ἑαυτό του, δηλαδή δέν ἔχει αὐτογνωσία, εἶναι ἐκτός ἑαυτοῦ.

«Εἰς ἑαυτόν δέ ἐλθών», λέγει ὁ Σωτήρ. Ὁ ἄνθρωπος συνέρχεται, ὅταν σκεφθῇ τίνος εἶναι, δηλ. τοῦ Θεοῦ. Τό σῶμα σου τίνος εἶναι; Τοῦ Θεοῦ. Ἡ ψυχή καί αὐτή τοῦ Θεοῦ. Ὅλα δῶρα, δῶρα τοῦ Θεοῦ. Ἐγώ, ποιός εἶμαι σάν ἄνθρωπος; Τοῦ Θεοῦ, ὅλος τοῦ Θεοῦ! Τό σῶμα μου εἶναι δοξασμένο ἀπό τόν Θεό. Γι’ αὐτό τό ἐδημιούργησε ὁ Θεός, λέγει ὁ ἅγιος Ἀπόστολος στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα. Καί τό σῶμα γιά τόν Κύριο, καί ἡ ψυχή γιά τόν Κύριο. Δοξάζομε τόν Κύριο καί μέ τό σῶμα καί μέ τήν ψυχή. Τοῦ Θεοῦ εἶναι καί τό ἕνα καί τό ἄλλο. Μή νομίζεις ὅτι εἶναι τίποτε δικό σου, ὄχι. Ὅλα εἶναι αἰωνίως τοῦ Θεοῦ. Καί σύ εἶσαι αἰωνίως τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά τότε μόνο, ὅταν ἐσύ τό συνειδητοποιῇς.

Λοιπόν ἡ ἁμαρτία; Δέν ἐπιτρέπει ὁ διάβολος στόν ἄνθρωπο νά συναισθανθῇ ὅτι εἶναι υἱός τοῦ Θεοῦ. Ὁ διάβολος ἐξουσιάζει μέ τήν καρδιά καί δέν ἀφήνει στόν ἄνθρωπο νά σκεφθῆ τόν Θεό, νά θυμηθῆ, ὅτι εἶναι υἱός τοῦ Θεοῦ, ὅτι εἶναι πλούσιος, ἀνεκδιήγητα πλούσιος. Ὅτι αὐτός εἶναι ἀδελφός τῶν ἁγίων ἀγγέλων. Ὁ διάβολος ὅλα τά σκοτίζει, ὅλα τά ἀπομακρύνει ἀπό τόν ἄνθρωπο, τά διαστρεβλώνει, καί τοῦ δίνει ψεύτικες ἡδονές μέσω τῶν ἁμαρτιῶν. Πράγματι ἔχει δίκαιο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅταν λέει στόν Ἅγιο Ἐπίσκοπο καί μαθητή του, Ἀπόστολο Τίτο: «ἦμεν γάρ ποτέ καί ἠμεῖς ἀνόητοι» (Τίτ γ΄, 3) Κοιτάξτε τί λέει ὁ Ἀπόστολος. Πότε Ἅγιε Ἀπόστολε; Ὑποδουλωμένοι στίς διάφορες ἐπιθυμίες καί στά διάφορα πάθη, τότε εἴμασταν τρελλοί καί ἀνόητοι.

Δέν θέλει ὁ Κύριος διά τῆς βίας νά σέ ἀναστήση ἐκ τῶν θανάτων σου, νά σέ ἁρπάξη ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἐσύ πρέπει πρῶτος νά τό πῆς στόν ἴδιο: «Κύριε, αὐτή ἡ ἁμαρτία μέ βασανίζει. Δέν τήν θέλω, ἔχει ὅμως ἐξουσία ἐπάνω μου. Ἐλευθέρωσε μέ!» Τότε γίνεται θαῦμα. Πάντα. Ποτέ ὁ Κύριος δέν ἀφήνει χωρίς ἀπάντησι τήν προσευχή, ἔστω καί τοῦ μεγαλυτέρου ἁμαρτωλοῦ. Δέν ὑπάρχει φρικτή ἁμαρτία γιά τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἀγρυπνεῖ ἐπάνω στή δική του συνείδηση, ἐπάνω στή ζωή του. Ξέρει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι μετά τήν προσέλευση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, ὅτι δέν ὑπάρχη ἁμαρτία, ἀπό τήν ὁποία ὁ Κύριος δέν μπορεῖ νά μᾶς ἐλευθερώση. Δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά νικήση, δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά διώξη. Ὁ Κύριος δίνει τήν δύναμη. Μόνο κάνε τήν ἀρχή. Μόνο ἀναβόησε, ὅπως ὁ ἄσωτος υἱός: «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν Σου». Ὅταν ἁμαρτάνης, ἁμαρτάνης ὄχι μόνο στόν Θεό, ἀλλά σ’ ὅλα τά οὐράνια κτίσματα, σ’ ὅλα τά ἐπίγεια κτίσματα. Ἁμαρτάνεις στά πουλιά, ἁμαρτάνης στά λουλούδια, τά δένδρα. Ἁμαρτάνεις σ’ ὅλα τά ζωντανά ὄντα. Ἡ ἁμαρτία εἶναι πραγματικά φοβερή, ἄνευ τῆς μετανοίας. Τόσο φοβερή, ὥστε νά σκοτώνη καί νά ρίχνη σ’ ἑκατό θανάτους. Νά ρίχνη στήν ἀγκαλιά τοῦ διαβόλου καί στήν αἰώνια φρικωδεστάτη κόλαση. Χωρίς ἀμφιβολία. Γι’ αὐτό ὁ Θεός ἦλθε σ’ αὐτόν τόν κόσμο. Νά ἐξολοθρεύση τόν φοβερό δράκοντα, ὁ ὁποῖος λέγεται ἁμαρτία. Ἦλθε ὁ Θεάνθρωπος Κύριος Ἰησοῦς Χριστός καί μᾶς ἔδωσε ὅλα τά μέσα νά ἐξολοθρεύσομε τήν ἁμαρτία, τήν κάθε ἁμαρτία. Ἐδημιούργησε τήν Ἐκκλησία Του ἐπάνω στή γῆ καί τῆς ἔδωσε ὅλες τίς οὐράνιες δυνάμεις, γιά νά νικᾶμε καί ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ὅλες τίς ἁμαρτίες, ὅλους τους θανάτους μέσα μας καί γύρω μας.

Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε τά θαυμαστά Ἅγια Μυστήρια. Τό ἅγιο Βάπτισμα, τή Θεία Κοινωνία, τά ὁποία ἐξολοθρεύουν τήν ἁμαρτία. Μᾶς ἔδωσε καί τίς θαυμάσιες ἀρετές, πίστη, ἐλπίδα, ἀγάπη, προσευχή, νηστεία, ἀγρυπνία, πραότητα καί ὅλες τίς ὑπόλοιπες εὐαγγελικές ἀρετές. Γι’ αὐτό δέν ὑπάρχει ἀπόγνωση στόν Χριστιανό ἄνθρωπο σ’ αὐτόν τόν κόσμο.

Ἅς ξυπνήση ὁ Ἀγαθός Θεός ὅλους τους ἀθέους, ὅλους τους ἀπίστους. Ἅς κτυπήση τόν καθένα μέ τόν κεραυνό τοῦ Οὐρανίου Ἐλέους. Μέ τόν κεραυνό τοῦ Οὐρανίου Ἐλέους μέσα στή συνείδηση, μέσα στή ψυχή. Ἅς ξυπνήση ὁ καθένας καί πορευθῆ στήν οὐράνια πατρίδα του, στήν οὐράνια τράπεζα ἀνάμεσα στούς ἁγίους ἀδελφούς του, τούς ἀγγέλους. Ἅς ζήση ἐκεῖ μαζί τους διά τῆς αἰωνίας Θείας Ἀληθείας, αἰωνίας Θείας Διακαιοσύνης καί ὅλων τῶν αἰωνίων οὐρανίων χαρῶν.

Κύριε, Σ’ εὐχαριστοῦμε γιά τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο αὐτό. Σ’ εὐχαριστοῦμε γιά τήν ἀγαθή εἴδηση αὐτή. Γιατί δημιούργησες τόν ἄνθρωπο, νά μπορῆ νά νικήση κάθε ἁμαρτία καί κάθε διάβολο. Σέ Σένα δόξα καί εὐχαριστία, πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ομιλία του Αγίου Γενναδίου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Σχολαρίου, εις την παραβολήν του Ασώτου, και περί μετανοίας

Άγιος Γεννάδιος ο Σχολάριος
Άγιος Γεννάδιος ο Σχολάριος

Ο γογγυσμός των Φαρισαίων και των Γραμματέων για την επιείκεια προς τους τελώνες, οι οποίοι πρώτοι άρχισαν να πλησιάζουν τον Κύριόν μας με ευλάβεια και να απολαμβάνουν την διδασκαλία του, τους ιδίους τους αμαρτωλούς και τους τελώνες δεν τους ημπόδισε να προχωρήσουν στο συμφέρον τους, ούτε τους απεμάκρυνε από την τόσο καλή και ευτυχή εκείνην προσέγγιση. 

Τους ωφέλησε μάλιστα, δίδοντάς τους αρκετές εγγυήσεις για την φιλανθρωπία με την οποίαν αντιμετωπίζει ο Θεός αυτούς που μετανοούν και επιστρέφουν σ’ αυτόν από τις πονηρίες τους. Παρεκίνησε δε και τον Κύριόν μας να παρηγορήση με μεγαλύτερον και πιο έντονον ζήλον εμάς, χάριν των οποίων εδιηγήθη και αυτές τις παραβολές. Διότι όχι μόνον τους τότε παρόντες αμαρτωλούς και τελώνες, αλλά βεβαίως και εμάς και όλους αυτούς που από τότε μέχρι τώρα προσέχουν με πίστη στους θείους του λόγους και θα προσέχουν μέχρι την συντέλεια, μας ψυχαγωγεί θαυμάσια με τις ελπίδες της φιλανθρωπίας του, αρκεί να προτιμήσωμε την δια της μετανοίας επιστροφή με κάθε δυνατόν τρόπο.

Και οι μεν «άγγελοι χαίρουσι επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι», όπως μας λέγει ο Δεσπότης, ο ιδικός μας και των αγγέλων. Οι δε Φαρισαίοι περιγελούσαν τον θείον λόγον, είχαν υποδουλωθή στην οίηση και την φιλαργυρία, και ήσαν συνηθισμένοι να οδηγούν μαζί τους στην απώλεια και στην διαφθοράν όσους εξηπατούντο από αυτούς, και τους έδιδαν προσοχή νομίζοντας ότι έχουν την δυνατότητα να ωφελήσουν και να σώσουν. Και αφού ούτε επείθοντο στον Δεσπότη μας, αλλά με κάθε τρόπο τον επηρέαζαν φανερά και του έστηναν ενέδρες, ούτε ήθελαν να προσέξουν στα γεγονότα από τα οποία κάθε ημέρα κηρύττεται φανερά η φιλανθρωπία του Θεού, έπρεπε τουλάχιστον να πιστεύουν στα βιβλία των οποίων εθεωρούντο ερμηνευταί προς τους άλλους. Μέσα σε αυτά όλες σχεδόν οι υποθέσεις δεικνύουν την συμπάθεια και τον οίκτο του Θεού προς εκείνους που μετανοούν, και την σφοδροτάτην ποινήν εναντίον αυτών που αμαρτάνουν αμετανόητα. Και από μύρια παραδείγματα αυτής της ουρανίου φιλανθρωπίας ήταν γεμάτος ο πριν από την θείαν οικονομία χρόνος, σαν από προδρόμους και προοίμια της μετά ταύτα σαφεστέρας και μεγαλυτέρας συμπαθείας που έδειξε.

Αλλά τώρα εμείς αφήνοντας την άλλη διδασκαλία του Σωτήρος, θα μιλήσωμε μόνο για την παραβολήν των δύο υιών, την οποία θα ακούσωμε σήμερα να διαβάζεται. Ήδη ο παραβολικός λόγος που χρησιμοποιούσε η θεία εύνοια προς χάριν των αμαρτωλών, και αφορούσε τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, είχεν εξαπλωθεί αρκετά, ανεφέρετο δε στο ότι απιστούσαν ακόμη και στα αυτονόητα, κλείνοντας επιμόνως τους οφθαλμούς των, ή και βλέποντας προσποιούντο ότι δεν βλέπουν. Εδικαίωναν τους εαυτούς των ενώπιον των ανθρώπων χωρίς να εντρέπωνται Εκείνον που γνωρίζει τα πάντα, και εγίνοντο φορτικοί στα πταίσματα των ομοδούλων ή και των αδελφών τους. Επίσης, όσους μεταξύ των ανθρώπων ήσαν πατέρες και έδειχναν φιλανθρωπία για τα παιδιά τους, συγχωρώντας την προηγουμένην αναίδειάν τους, έστω και αν ήταν πολυχρόνιος, και αρκούμενοι στο ότι επέστρεφαν και ομολογούσαν την αφροσύνη τους, τους επαινούσαν, μερικές φορές μάλιστα εμεσίτευαν υπέρ αυτών. Την φιλανθρωπίαν όμως του κοινού Δημιουργού και Πατρός των όλων την ηρνούντο. Σ’ εκείνους λοιπόν εδίδοντο γι’ αυτούς τους λόγους οι παραβολές, οι οποίες έπαιρναν αφορμές από τα καθημερινά και ανθρώπινα γεγονότα, και ήλεγχαν την απανθρωπίαν. Εμείς όμως δεν χρειαζόμεθα πλέον τις παραβολές, αφού έχουμε πιστεύσει κατ’ εξοχήν στους λόγους και στα έργα του Κυρίου, και μόνον από αυτά αντλούμε την ελπίδα της σωτηρίας. Διότι αυτό το καλό δεν το αποκτήσαμε μόνον από τα μαθήματα των θείων μυστηρίων που αυτός μας έδωσε, αλλά τον παρακολουθήσαμε να μας βεβαιώνη και με πολύ φανερά παραδείγματα, ότι αφού πρώτα έδιδε την άφεση των αμαρτιών, αμέσως μετά την επεβεβαίωνε σ’ αυτούς που την εδέχθησαν, και την εφανέρωνε προσθέτοντας την απαλλαγήν από τα σωματικά κακά, όπως έγινε στον παραλυτικόν και σε πολλούς άλλους. Αυτά λοιπόν, τιμώντας τον Δεσπότη, τον Πατέρα και Κηδεμόνα μας, θα τα εκθέσωμε απλώς, όχι για να επιβεβαιώσωμε την προς εμάς φιλανθρωπία του με παραβολές ή διηγήσεις, αφού αυτή είναι ανεκδιήγητος και νικά κάθε όγον, αλλά μόνον για να τον ευχαριστήσωμε, επειδή όχι μόνο την πραγματοποιεί αλλά και την φανερώνει σιωπηρώς, αυτήν που φανερώνεται κάθε ώρα με έργα απερίγραπτα.

Πατέρας λοιπόν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού κατά φύσιν είναι ο Θεός που αιωνίως τον γεννά. Από αυτόν προήλθε κατά φύσιν και όχι απλώς με την βούλησιν όπως συνέβη με τα κτίσματα. Πατέρα δε εμείς οι άνθρωποι έχουμε έναν, δηλαδή μαζί και τον Θεόν Πατέρα και τον Θεάνθρωπον Υιόν. Επειδή είναι ένας Θεός και μία φύσις, είναι ένας και σχετικώς με εμάς, έστω και αν διακρίνωνται οι υποστάσεις τους. Επομένως ο καθένας τους είναι πατέρας μας, από την άποψη της διακρίσεως των προσώπων, και συγχρόνως ένας πατέρας μας είναι και οι τρείς, όπως είναι και ένας Θεός κατά την φύση. Ο δε Θεός είναι πατέρας μας κατά χάριν, όχι κατά φύσιν, επειδή είμεθα έργα της βουλήσεως, όχι της φύσεώς του. Και για όλα μεν τα έργα του είναι πατέρας ο Θεός, ιδιαιτέρως όμως για εμάς τους ανθρώπους, επειδή σ’ εμάς δίδει λογική, μας κάνει αυτεξουσίους, μας ορίζει άρχοντες όλης της κτίσεως. Μας συνδέει με το σώμα σαν με εργαλείο, μας δίδει δε την δυνατότητα να ανεβούμε με το πνεύμα μέχρι τον ουρανό. Προνοεί για μας χωρίς χρονικόν περιορισμόν, όχι μόνον για την πρόσκαιρον ύπαρξη και ζωή μας, αλλά και για να ζούμε αιωνίως, συναναστρεφόμενοι άμεσα μαζί του και απολαμβάνοντας τα εκεί αγαθά. Να είμεθα μακάριοι όπως αυτός, όχι με γηίνην ευτυχίαν αλλά με την μακαριότητα που δίδεται υπερφυώς. Ω, τι ανέκφραστος αγαθότης, που νικά κάθε νουν και κάθε λόγο! Ηνέχθη να είναι και πατέρας των έργων και των δούλων του, χρησιμοποιώντας για μας όλες τις πατρικές μεθόδους, χωρίς να παραλείπη τίποτε.

Η προαίρεσις των τοιούτων τέκνων από την αρχήν ακόμη έχει διαιρεθεί σε δύο, αν και η φύσις τους είναι μία. Ας εξαιρέσωμε όμως τώρα την πρώτην δυάδα των ανθρώπων, τότε που έγινε η σπορά της φύσεώς μας, επειδή εκείνοι δεν ήσαν αδελφοί, η δε δική τους υπόθεσις είναι διαφορετική, και αρμόζει σε άλλην ευκαιρία. Σ’ αυτόν τον λόγο θα ασχοληθούμε με εκείνους που εγεννήθησαν από αυτούς. Από τότε λοιπόν διηρέθη το ανθρώπινον γένος. Και ο Θεός προεγνώριζε μεν και προτιμούσε να μείνη αδιαίρετον, αλλά ήθελε να αφήση την χρήση των καλών που τους έδωσε περισσότερο στην προαίρεσή τους. Διότι δεν θα έπαιρνε πίσω την ελευθερία της γνώμης, το καλλίτερον από τα δώρα που τους είχε δώσει. Και εγνώριζε μεν ότι μία μερίδα των τέκνων του δεν θα χρησιμοποιήση καλώς αυτά που έλαβε” αλλά δεν ήθελε, επειδή είναι πανάγαθος, να δώση πρόφαση της φυγής από τον πατέρα, στερώντας τους από τα μέσα με τα οποία θα ημπορούσαν να ζήσουν καλά, όπως αρμόζει σε τέκνα. Γι’ αυτό εμοίρασε την περιουσία των αγαθών εξ ίσου στην καλλιτέρα και στην χειροτέρα μερίδα, πριν αποκαλυφθεί εμπράκτως η προαίρεσις του καθενός.

Η μία λοιπόν μερίδα των ανθρώπων δεν απεμακρύνετο από τον Θεόν και Πατέρα, συναναστρέφετο συνεχώς μαζί του, τον υπηρετούσε και υπετάσσετο στους πατρικούς νόμους, όπως είναι το φυσικόν, και αρκείτο για όλα στην κρίση του Πατρός, χωρίς να απαιτή τίποτε. Εγνώριζε ότι και χωρίς να του ζητήση, εκείνος θα δώση και θα προσθέση περισσότερες και μεγαλύτερες δωρεές. Όλο το υπόλοιπο μέρος των ανθρώπων επέλεξε την εντελώς αντίθετη τακτική. Γι’ αυτό, το μέρος της ανθρωπότητος που παρέμεινε με τον Πατέρα και υπήκουε σε όλα, εύλογα δεν ήταν μόνον στην τάξη προγενέστερο και δικαίως ονομάζεται πρεσβύτερον, αλλά προπορεύεται του άλλου και σύμφωνα με τον Πατρικόν και Θείον σκοπό. Ενώ εκείνο που προετίμησε να ζη με ιδικόν του ρυθμό, και έμελλε γι’ αυτό να εκτοπισθή στην εσχάτην αθλιότητα, είναι και ονομάζεται και από τις δύο απόψεις νεώτερον. Διότι καινοτομούσε, ακυρώνοντας τον σκοπό που είχε γι’ αυτό ο Πατέρας, και εκινείτο από παιδαριώδη θελήματα.

Έτσι λοιπόν είχαν χωρισθή, και ο Πατέρας τους εδημιούργησε ολους ομοίως για να μείνουν μαζί του, να υπακούσουν σε όλα και να μην απομακρυνθούν, να προξενήσουν δε πολλήν δόξαν από αυτήν την συνετήν διαγωγήν, όχι μόνον στον εαυτόν τους άλλα και στον ίδιο τον Πατέρα.

Δύο δηλαδή είναι οι δρόμοι που σύμφωνα με το θέλημα του Πατρός και τις μεγάλες ελπίδες που προέρχονται από αυτό, οδηγούν στον ένα σκοπόν, στην άκρα μακαριότητα, οι οποίοι κατευθύνονται από αληθινήν πίστη και ήθη σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής. Και αυτοί μεν που ηκολούθησαν τον δρόμο της πίστεως, οι οποίοι είναι και οι παλαιότεροι και ανήκουν στην μερίδα των πρεσβυτέρων, πρόσεχαν στον Θεόν και Πατέρα, και εδέχοντο την παιδαγωγία του, ενώ οι άλλοι που μετά τους παλαιούς εκείνους χρόνους επανεστάτησαν και απεστράφησαν τον Θεόν, ανήκαν στην μερίδα των νεωτέρων, και συνανεστρέφοντο με τους χοίρους. Διότι έχοντας εκπέσει εντελώς από τα θεία χαρίσματα με την καθημερινήν αύξηση αυτής της αποστροφής, και κατοικώντας τόπους εντελώς ερήμους από θείες επισκέψεις, αφού ζούσαν μακρυά από την Ιουδαία, η οποία διετρέφετο με την ποικίλη πρόνοιαν του Θεού, προσεκολλήθησαν πλέον στον πονηρόν, στον εχθρόν της ανθρωπίνης σωτηρίας, αυτόν που εξέβαλε πρώτον η πονηρία από την πατρικήν χώρα. Αυτός παρέδωσε το ευγενές εκείνο πλάσμα στην ζωήν και την τροφήν των χοίρων. Ή μάλλον αυτό λιμοκτονούσε περισσότερο και από τους χοίρους. Διότι οι μεν δαίμονες από τότε που απεστάτησαν, ετρέφοντο με την απώλεια του θείου πλάσματος. Το δε μέρος των ανθρώπων που συνανεστρέφετο μαζί τους είχε στερηθεί και από αυτήν την τροφή, και έτσι μάλλον έτρεφε τους δαίμονες παρά αυτό ετρέφετο από εκείνους. Και αυτοί μεν, υποκρινόμενοι ότι τρώγουν, ήσαν στην πραγματικότητα πεινασμένοι, ενώ ο άνθρωπος από κάθε άποψη λιμοκτονούσε.

Έτσι λοιπόν διπλή ήταν και η πίστις της δυάδος των τέκνων του Θεού. Ως προς δε τα ήθη, οι περισσότεροι ζούσαν πολύ άσχημα. Διότι και εκείνοι που επίστευαν σωστά, ήσαν με τα έργα απομακρυσμένοι από τον ουράνιον Πατέρα. Γι’ αυτό και εδέχοντο πολλές μαστιγώσεις, μάλλον δε μόνοι τους εταλαιπωρούντο με τις πληγές που τους έπρεπαν, αφού η πατρική κηδεμονία είχε αναχωρήσει πλέον από αυτούς. Εφ’ όσον με τα λόγια μεν επίστευαν σωστά, αλλά με τα έργα απιστούσαν παραβαίνοντας τους πατρικούς νόμους. Έτσι και οι υποτιθέμενοι ευσεβείς είχαν παραδοθεί σε διαφόρούς πειρασμούς, ενώ λίγοι ήσαν εκείνοι που μαζί με την πίστιν είχαν και την έμπρακτον ευλάβειαν. Ώστε τα τέκνα του Θεού είχαν χωρισθεί τότε σε δύο μέρη. Και εκείνοι μεν που ζούσαν με φρόνημα πρεσβυτέρου ήσαν ολίγοι, οι περισσότεροι δε ενεωτέριζαν.

Αυτά λοιπόν συνέβαιναν στους παλαιούς χρόνους. Ας ασχοληθούμε όμως τώρα για μεγαλυτέραν ωφέλεια, με τον μετά την Θείαν Οικονομίαν χρόνον, προς τον οποίον αρμόζει περισσότερο και η παραβολή. Διότι τα γεγονότα της Θείας Οικονομίας ήσαν ανάπλασις, μετά την πρώτην εκείνη πλάση, και αναγέννησις μετά την γέννηση, και αρχή δευτέρας και τελειοτέρας ζωής. Γι’ αυτό και το φάρμακο της μετανοίας προηγουμένως ήταν πολύ ασταθές και υπέσχετο την σωτηρία, χωρίς όμως να σώζη. Έσπερνε, χωρίς όμως να καρποφορή. Και πολύ ολίγοι από τους τότε ευσεβείς το είχαν δοκιμάσει, δεν ημπορούσε δε ακόμη να απαλλάξη από την φυσικήν φθοράν η οποία προεκλήθη από την φυγή, και την απόκρυψη των πρωτοπλάστων από τον Πατέρα. Και γιατί πρέπει να απορουμε για τους κατά τα άλλα πιστούς, οι οποίοι ημάρταναν και μετανοούσαν, αφού και για εκείνους που εκτός από την πίστιν είχαν κατορθώσει και όλη την αρετή, είχε κλεισθή μετά από αυτά ο πατρικός οίκος και τους περίμενε ο ίδιος Αδης, όπως και τους διεφθαρμένους στην πίστη και την ζωή; Διότι η στέρησις αυτή της δυνατότητας ήταν ισχυροτέρα, όχι μόνον από την μετάνοια που ακολουθούσε τα πταίσματα, αλλά και από κάθε προσωπικήν αρετή.

Άνοιξε λοιπόν στα τέκνα Του την Βασιλεία των Ουρανών, και με την Θείαν Οικονομίαν ετοίμασε την αιωνίαν κληρονομίαν, αφού γι’ αυτό ήλθε και εταπεινώθη με πολλούς τρόπους, ακόμη και με τον θάνατο. Έτσι τους έκαμε πλέον, αδελφούς και συμμόρφους, όχι μόνον τέκνα του όπως πριν. Από εδώ και πέρα δεν είναι ούτε λέγονται πλέον ολοι οι άνθρωποι τέκνα του Θεού, αλλά μόνον όσοι εσφραγίσθησαν με την πίστη και το βάπτισμά του, και έγιναν μέτοχοι των άλλων χαρισμάτων που προήλθαν από την Θείαν Οίκονομία, και αυτούς αφορά. η διαιρεσις και το νόημα της παραβολής.

Ας εξετάσωμε λοιπόν το δώρο της μετανοίας, έχοντας ενώπιόν μας τους δύο αυτούς υιούς του ωραίου και φιλανθρωποτάτου Πατρός, και χρησιμοποιώντας ως διδάσκαλον εκείνον που τους έδωσε. Από αυτούς λοιπόν τους δύο υιούς, εκείνος μεν που έχει πρεσβυτικόν φρόνημα, παραμένει μαζί με τον Πατέρα, οικονομεί καλώς τα αγαθά που έλαβε και προεκτείνει την επιθυμία και την προσπάθειά του προς τα μεγαλύτερα. Μοιράζει όλη την ζωήν του μεταξύ δύο καλών. Αφ’ ενός καρποφορεί για τον εαυτόν του και για τον Πατέρα με την επίπονον εξάσκηση των αγαθών έργων, αφ’ ετέρου στρέφεται προς το πρόσωπο του Πατρός με την θεωρία. Ο άλλος, υποδουλώνεται στη σάρκα και στις αισθήσεις, και με μίαν εντελώς παιδικήν ορμήν, απομακρύνεται από τον Πατέρα, διαβιώνει δε σε περιοχές τις οποίες ο Πατέρας δεν επιβλέπει, και οι οποίες χαρακτηρίζονται από τρόπον ζωής που δεν εναρμονίζεται με την θέλησή του. Εκεί σκορπίζει τον πλούτο των αγαθών που του εδόθη, σπαταλώντας τον για την εκπλήρωση των αλόγων του επιθυμιών. Ο Πατέρας του έδωσε τον ηγεμόνα νου, και αυτός τον υπεδούλωσε στα πάθη του. Του όρισε νόμο για να οικονομήση καλώς την ζωή του προς ευφροσύνην του ευεργέτου, και επίτευξη των μεγαλυτέρων αγαθών, αυτός όμως τον παρέβαινε και έτσι προκαλούσε συνεχώς τον Πατέρα. Του άνοιξε την ιδία την πύλη της αιωνίου ζωής με την πίστη και το βάπτισμα, και εκείνος με τις προσωπικές του αμαρτίες την έκλεισε πάλιν αθλίως. Σωρεία αμαρτιών εσύναξε στην ψυχή του, αντί του πλήθους των ασυγκρίτων εκείνων δωρεών. Αντί στον Πατέρα υποδουλώνεται στον εχθρό, και εκείνος τον κάνει χοιροβοσκό και ομοτράπεζο με τους χοίρους. Εζητούσε από την τροφή τους και δεν ημπορούσε ούτε αυτήν να έχη, ώστε και από τους ιδίους τους χοίρους έγινε χειρότερος και αθλιώτερος. Έτσι τιμούν οι δαίμονες εκείνους που υποδουλώνονται στα θελήματά τους. Αλλά όταν μετά πολύν χρόνον ήλθε στον εαυτόν του και συνησθάνθη την υπερβολήν των κακών, ομολόγησε μέσα στην ψυχή του αφ’ ενός την ευσπλαγχνία του Πατρός, και την μετάνοια την οποίαν η πατρική φιλανθρωπία αναγνωρίζει στα τέκνα ως πρώτον δικαίωμα, αφ’ ετέρου ότι το να απελπισθή για την συγχωρητικότητα του Πατρός, από απιστία στην αγαθότητά του και γι’ αυτό να απομακρυνθή οριστικώς από αυτόν, είναι αθεράπευτο κακό, και κορυφή των άλλων πταισμάτων. Επιστρέφει λοιπόν προς τον Πατέρα με μεγάλο θάρρος. Εξομολογείται την αμαρτία με πολλήν συντριβή, την οποία πρώτα ησθάνθη στην καρδία του, πριν προσέλθη στον Πατέρα, και έπειτα την εφανέρωσε με σχήμα και με γλώσσα. Δεν ζητεί πλέον την τάξη του υιού, αλλά θεωρεί μεγάλο δώρο να καταταγή με τους υπηρέτας, εάν βέβαια εκρίνετο άξιος και γι’ αυτό. Προτιμά με θέρμη, σε αντικατάσταση της ελευθερίας την οποίαν ανοήτως έχασε, να υπηρετή και να αντισταθμίζη την ασεβή εκείνην ραθυμία με τους κόπους της δουλείας. Εχρησιμοποίησε κακώς τα καλά που του εδόθησαν. Διότι τα κατηνάλωσε όταν δεν έπρεπε, και προς εκείνους τους οποίους δεν έπρεπε, και με τρόπο που δεν αρμόζει . Τώρα δε υποτάσσει πάλιν όλη την θέλησή του στις πατρικές εντολές, πράγμα το οποίον είναι έργον των μισθωτών.

Ο δε φιλανθρωπότατος Πατέρας, βλέποντάς τον από μακρυά να έρχεται, δεν αγανακτεί, δεν αποστρέφει το πρόσωπόν του, δεν στέλλει να τον διώξουν, δεν κλείνει τις πύλες, δεν τον αφήνει μεν να παρουσιασθή εμπρός του και μετά, πολύ δικαίως, να τον επιπλήξη, δεν τον επικρίνει για την αδοξία που φανερά προξένησε το παιδί του όχι μόνον στον εαυτόν του αλλά και στον Πατέρα, για τίποτε εντελώς δεν τον κατηγορεί, αλλά αμέσως επιβεβαιώνει και ενισχύει την ελπίδα που είχε εμφυτευθή στην ψυχή του παιδιού για την πατρικήν ευσπλαγχνία, και την επαληθεύει τρέχοντας να τον προϋπαντήση και να τον αγκαλιάση, και να ταπεινωθή κι αυτος μαζί με την ταπείνωση του παιδιού, και να δείξη με ασπασμό την πατρική του στοργή. Και ο μεν υιός, ενώ είδε τόσην επιείκεια, δεν αξιώνει ακόμη τον εαυτόν του να ονομασθή υιός του, ο δε Πατέρας του δίδει και τα γνωρίσματα της υιότητος. Του φορά δηλαδή πάλι την πρώτην στολή του βαπτίσματος, από την οποίαν απεγυμνώθη με τις προσωπικές αμαρτίες, επειδή η μετάνοια έγινε γι’ αυτήν δεύτερον βάπτισμα. Σφραγίζει το χέρι με το δακτυλίδι, για να είναι του λοιπού απρόσιτος στους δαίμονες, αναγνωριζόμενος από μακρυά. Του ετοιμάζει υποδήματα για τον δρόμο της υπακοής, κάνοντάς τον πάλιν οδοιπόρο προς την σωτηρία. Τον αξιώνει της μυστηριώδους και πνευματικής τροφής, και τον κάνει σ’ αυτό το γεύμα ομοτράπεζόν του. Ω, τι μεγίστη συμπάθεια! τι φιλανθρωπία ανέκφραστος που νικά κάθε νουν και λόγο! Χαίρεται μ’ αυτήν και ο ουρανός, και οι δούλοι που παραστέκουν στον Πατέρα. Επειδή δούλοι του Θεού είναι και των αγγέλων οι τάξεις, αφού υπηρετούν στην διοίκησιν αυτού του σύμπαντος, και ιδιαιτέρως στην σωτηρία των ανθρώπων, που πραγματοποιούνται και τα δύο με την πρόνοια του Θεού. Και από το ένα μέρος χαίρονται μαζί του για την μετάνοια του αμαρτωλού, από δε το άλλο εκθειάζουν την ευμένεια του Δεσπότου και Πατρός, φανερώνοντας αυτήν την ηδονή με ψαλμούς και χορούς νοερούς.

Ο δε πρεσβύτερος αδελφός, αν μεν παρευρίσκετο εκεί από την αρχή, θα έχαιρε μαζί τους, θα συνέτρωγε και δεν θα δυσανασχετούσε, βλέποντας τόσην πίστη σ’ αυτόν που μετενόησε, καθώς και την γεμάτην αγαθές ελπίδες επιστροφή του, και ακούοντας την ομολογίαν του, στα οποία ηκολούθησε η ευσπλαγχνία του Πατρός. Αλλά επειδή τότε ήταν απησχολημένος με τα ιδικά του, ή μάλλον με τις πατρικές εντολές, ήλθε έξαφνα και αντίκρυσε το παράδοξον αυτό θέαμα. Και ήταν συγκρατημένος, όχι από φθόνο και οργήν, αλλά από έκπληξη για την τόσο μεγάλην εύνοια προς τον φυγάδα και άσωτο, και περισσότερον από όλα για το ότι το θαύμα ήταν τώρα μαζί τους. Αυτό ήταν και το τελευταίο δώρο προς εκείνον που μετενόησε, και έτσι έπρεπε να είναι. Τοποθετώντας λοιπόν την δικαιοσύνην του Πατρός απέναντι στην υπερβολήν της επιεικείας του, εθαύμαζε πολύ βλέποντας την πρώτη να ηττάται παραδόξως από την δευτέρα. Διότι αυτός ποτέ δεν έφθασε να έχη εμπειρία τοιαύτης φιλανθρωπίας, αν και πρόσεχε πάντοτε στα πατρικά θελήματα, και δεν είχε παραβή καμμίαν εντολή του, γεγονός για το οποίο και πολύ τον αγαπούσε ο Πατέρας, και αποσκοπούσε μόνον στην δικαιοσύνη του με την οποίαν αντιμετωπίζει αυτούς που τον υπηρετούν.

Τον πλησιάζει δε και αυτόν ο Πατέρας και τον πείθει, και αποκαλύπτοντας την φιλανθρωπίαν του λέγει: Εάν, παιδί μου, αυτός που έχασε ένα από τα εκατό πρόβατα που είχε, αφού ασφαλίσει καλά τα άλλα, τρέχει με αγωνία σε αναζήτηση του ενός, και όταν το εύρη το επαναφέρει και το συναριθμεί με τα άλλα πλημμυρισμένος από χαρά. Και αν κάποια γυναίκα που έχασε μία από τις δέκα δραχμές την αναζητεί με κάθε τρόπο, και χαίρεται όταν την εύρη. Και μάλιστα δεν αρκούνται να χαίρωνται μόνοι τους, αλλά καλούν και φίλους και γείτονες για να ευχαριστηθούν κι αυτοί μαζί τους για την εύρεσιν αυτών που είχαν απωλεσθή. Πώς εγώ, που είμαι Πατέρας, δεν θα ευφρανθώ πολύ δεχόμενος τον αδελφό σου που ξαναέζησε από την φοβεράν εκείνη νέκρωση, και ευρέθη μετά από την πολυχρόνιον απώλειάν του; Πόσο καλλίτεροι είστε εσείς τα παιδιά μου από τις δραχμές και τα πρόβατα;

Τόσον μεγάλο θαυμασμόν προξενεί ακόμη και στους πλέον οικείους η υπερβολή της πατρικής επιεικείας. Και θαυμάζουν όχι επειδή φθονούν αυτόν που παραδόξως έτυχε τόσον καλής αντιμετωπίσεως, αλλά επειδή καίονται από ζήλον και πόθο για τον Πατέρα, τον οποίον θεωρούν ότι προσεβλήθη και είναι αδικημένος. Ίσως δε ούτε με σχήματα και λόγους έδειξε αυτήν την απορία του ο πρεσβύτερος υιός, αλλά απορούσε μόνον με τον λογισμό του, και ο Πατέρας τον εθεράπευσε εμπνέοντας το φάρμακο στον νου του παιδιού του, και εκείνα που θα του ελεγε ο Πατέρας είπε και ο ίδιος στον εαυτόν του, εμπνευσμένος από τον Πατέρα. Από την στιγμήν εκείνην έχαιρε και απελάμβανε το τραπέζι ανυμνώντας την πατρικήν φιλανθρωπία. Διότι αν δεν γινόταν έτσι, σημαίνει ότι δεν θα ήταν πρεσβύτερος ούτε τηρητής των πατρικών εντολών, αλλά θα ήταν υποδουλωμένος στην οίηση και τον φθόνο και θα ημάρτανε πολύ χειρότερα από τον νεώτερο.

Πράγματι, το να βρούμε κάτι από αυτά που είχαμε χάσει, προξενεί πολλήν ευφροσύνην, έστω και αν τα περισσότερα είχαν διαφυλαχθεί. Επειδή για τα καλά που υπάρχουν χαιρόμεθα με την παρουσία τους, για δε τα χαμένα, όπως είναι φυσικό, πονούμε, και όταν τελικά ευρεθούν χαιρόμεθα γι’ αυτά διπλά, προσθέτοντας για την εύρεση στην προηγουμένην χαρά και δευτέραν, αυτήν που αντικατέστησε την λύπη. Αυτό αποτελεί απαράβατον νόμο και σοφήν υποκίνηση του Θεού προς την φύση.

Γι’ αυτό ούτε θα ήταν ανάγκη να ειπή ο Κύριός μας παρομοία παραβολήν, αφού είναι πολύ φανερά η θεία προς τα τέκνα φιλανθρωπία του, την οποίαν εσυνήθιζε θεοπρεπώς να χαρίζη αφειδώς στους αμαρτωλούς και στους τελώνες που προσήρχοντο τότε. Αλλά ήταν η αναίδεια των Φαρισαίων και των Γραμματέων ασφαλώς που οδήγησε σ’ αυτό, οι οποίοι, όπως είπα και πριν, εβλασφημούσαν ωμότατα τον Θεόν περισσότερο και από ό,τι τους επιγείους πατέρες, και ενώ οι ίδιοι έδειχναν φιλανθρωπία για τα τέκνα τους, ήθελαν μόνον ο Θεός να μνησικακή για τα ιδικά του, η άβυσσος της φιλανθρωπίας, το πέλαγος της αγαθότητος. Και χρησιμοποιούσαν αυτό το ψεύδος ως πρόφασιν, όχι μόνο για την απιστία τους προς τον Κύριόν μας, αλλά και για να κατασπαράζουν τους αδελφούς των, περιεργαζόμενοι και κρίνοντας πολύ αυστηρά τα άχυρα που είχαν στους οφθαλμούς των, ενώ δεν ησθάνοντο τις δοκούς που είχαν στους ιδικούς των, ή και τις εκάλυπταν με τα χρώματα της υποκρισίας.

Γιά να συμπληρώσωμε λοιπόν εδώ κλείνοντας τον λόγο για το προκείμενο θέμα, τα τέκνα του Θεού διακρίνονται σε δύο μέρη, όπως είπαμε, από τα οποία οι μεν είναι και λέγονται μακάριοι, ο ίδιος τους έδωσε αυτό το όνομα, δηλαδή με πρεσβυτικόν φρόνημα χρησιμοποιούν καλώς τις πατρικές ευεργεσίες, και για την φιλοπονία τους προκόπτουν και εδώ, αλλά και εκεί κληρονομούν την αιώνιον ζωή, συναναστρεφόμενοι άμεσα με τον Πατέρα και απολαμβάνοντας μαζί του με τρόπον υπερφυσικό την ευδαιμονία. Οι άλλοι είναι εκείνοι που απομακρύνονται προσωρινώς νεωτερίζοντας, και πολύ κακώς σκεπτόμενοι, κάνουν κατάχρησιν των πατρικών εντολών και των δώρων του Δεσπότου, παρεκλίνοντας προς την ζωήν των χοίρων. Αφού δε μετανοήσουν, επειδή έχει παραμείνει μέσα τους η σπίθα της αγάπης προς τον Πατέρα και δεν έχει σβήσει εντελώς, απολαμβάνουν πάλι την τάξη των υιών, όχι σύμφωνα με κάποιαν δικαιοσύνην, αλλά από οίκτο και φιλανθρωπία. Διότι η θερμή μετάνοιά τους έχει ως παρακίνηση και αφορμήν την πολλήν αγαθότητα, την σφοδροτάτην αγάπη και συγχωρητικότητα του Πατρός, ώστε να αποτελή καρπόν όχι μόνον φόβου αλλά και αγάπης. Γι’ αυτό και ονομάζονται ηλεημένοι. Και έτσι σώζεται η δυάδα των αδελφών, έτσι συνενώνεται όλο το πλήθος των αληθινών τέκνων του Θεού, σε μίαν ευτυχή και λαμπράν δυάδα.

Διότι εκείνοι που απιστούν και αρνούνται την δευτέρα και υπέρμετρο χάριν του Πατρός, η οποία έγινε με πρωτοφανή οικονομίαν, αχρηστεύουν την πίστη με άλλες κακοδοξίες, ή πιστεύουν μεν ορθά, αλλά παραμένουν χωρισμένοι οριστικώς από τους πατρικούς νόμους, διακινδυνεύοντας ματαίως την σωτηρία τους με την νεκρά και χωρίς έργα πίστη. Όλοι αυτοί απεδοκιμάσθησαν από την περιοχή και την ονομασία των υιών, αφού με την θέλησή τους απεστράφησαν τον Θεό και την κατάταξη μαζί με τους αδελφούς των. Γι’ αυτό άθλιοι και γυμνοί από κάθε αγαθόν, πορεύονται στην παρούσα ζωή, και πολύ περισσότερο στην μέλλουσα και αιώνιο, κατοικούν στον Άδη και υποφέρουν εκεί πικρά κατά τα έργα τους.

Ας ευχαριστήσωμε λοιπόν τον Πατέρα και Κύριόν μας, ο οποίος, για να αφήσωμε τώρα τα άλλα που ακούμε καθημερινώς, και εδώ μετρίως αναπτύξαμε, «ουχ ήλθε καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν». Και πολύ καλά έδειξε την πρόθεσή του αυτήν με τα έργα, όχι μόνον συγχωρώντας πόρνες και ληστάς και τελώνες που μετενόησαν, αλλά συγκαταλέγοντάς τους μαζί με τους καθαρούς. Αλλά και τον τρόπο της γνησίας μετανοίας μας περιέγραψεν ο ίδιος. Βάλε στον νου σου, λέγει, ποίων αγαθών εστερήθης, και για ποία κακά έγινες ένοχος. Μίσησε την αποστασίαν, η οποία σε οδήγησε στον φοβερό λιμό των αγαθών και στην συναναστροφή με τους χοίρους. Και ενώ άλλοι που είναι προικισμένοι με ολιγώτερα χαρίσματα, απολαμβάνουνν αυτά τα αγαθά και χορταίνουν από θείον πόθο, συ λιμοκτονείς αθλίως. Επίστρεψε με όλη την διάθεση της ψυχής σου στον αρχικόν τρόπο ζωής σου, τότε που συμβίωνες με τα αληθινά τέκνα του Θεού, και πρόσεχες στους θείους νόμους. Μη φοβηθείς την υπερβολήν των πταισμάτων, αλλά να σε ενθαρρύνη το μέγεθος της θείας ευσπλαγχνίας. Επίστρεψε γρήγορα πονώντας για τα εκούσια κακά, αλλά και ψυχαγωγούμενος από τις καλές ελπίδες. Γονάτιζε συνεχώς ενώπιον του Θεού με την καρδία και το σώμα. Ανακάλεσε με δάκρυα τον θείον οίκτον. Να παρακαλής ακατάπαυστα, ώστε να μην επιτρέψη ο Θεός να ξαναπέσης πλέον. Να είσαι έτοιμος να υπομείνης κάθε πληγήν από τον Θεόν με την οποία θα θεραπευθούν τα πταίσματά σου, και θα φύγης καθαρός από αυτήν την ζωή. Πλήγωνε και συ τον εαυτόν σου με όσην δύναμιν έχεις. Πίεζε το σώμα σου με την εγκράτειαν, ώστε να πλουτισθή το πνεύμα σου.

Θέλεις να προσθέσω και τα μεγαλύτερα; Αν μετά την αλλαγή σου εκπληρώσεις όλον τον θείο νόμο, να ονομάζης και να θεωρής τον εαυτόν σου αχρείον δούλον. Διότι έτσι ταπεινώνονται όσοι σκέπτονται σωστά, έστω και αν ευρίσκωνται σε συνεχή κοινωνία με τον Θεόν, έστω και αν δεν τους ελέγχει η συνείδησις ότι με κάποια πράξη τους έφυγαν φανερά από τον ορθόν δρόμο. Συ δε πώς θα καυχηθής μετά από όλα αυτά για κάποιο καλόν; Πρέπει να αποκρούης αμέσως με την ανάμνηση των προηγουμένων παρεκτροπών τον λογισμό της οιήσεως, και να εντρέπεσαι μάλλον για τα προηγούμενα κακά, παρά να υψηλοφρονής για τα πρόσφατα καλά. Μη προσέχης δε στις αμαρτίες των αδελφών παρά τόσον όσο να μήν αμαρτάνης με την επικοινωνία μαζί τους. Μη κρίνεις μέσα σου. Μη κατηγορής τους άλλους, μάλλον δε να προσεύχεσαι να δώση ο Θεός και σ’ εκείνους μετάνοια, διότι και σε σένα από αυτόν ήλθε αφανώς το καλόν της μετανοίας. Μη σκανδαλίζης κανέναν, ούτε από τους μικρότερους, και να προσπαθής ούτε καν αφορμή σκανδάλων να μη δίδης, διότι θα αναγκάσης τον Θεόν να αποστρέψη το πρόσωπό Του από σε, και πάλι θα ευρεθής κενός από χάρι. Να είσαι έτοιμος να πληγωθής από τους ανθρώπους και να υπομένης, όταν με κάθε τρόπο σε πληγώνουν. Διότι εκείνος που δικαιώνει τον εαυτόν του και αντιδρά σ’ αυτούς που τον λυπούν και τον πληγώνουν, χάνει το κέρδος που είχε από την μετάνοια. Να ανταποδίδης στους αδελφούς αγαθόν αντί κακού, ενθυμούμενος τον Θεόν, ο οποίος αντί των κακών που έκαμες, άνοιξε για σε την πύλη της μετανοίας. Ο δημιουργός για το χτίσμα, ο Κύριος για τον δούλον.

Με αυτούς και παρομοίους λόγους και λογισμούς ασχολούμενος όλην την ώρα, και εκπληρώνοντας τους άλλους νόμους των Ευαγγελίων, θα ελκύσης με αυτόν τον αγαθόν τρόπο τον Θείον οίκτο, για την αληθινήν μετάνοιά σου. Διότι χωρίς τοιαύτην μετάνοιαν είναι αδύνατον να έλθουν στην Βασιλείαν των Ουρανών ακόμη και εκείνοι που ζούν πολύ προσεκτικά, όχι μόνον εκείνοι που επιστρέφουν από πολύ αμαρτωλήν ζωήν. Επειδή όλοι οι άνθρωποι οφείλουν να μετανοήσουν, αφού κανείς δεν ημπορεί να είναι εντελώς απηλλαγμένος από ακαθαρσίαν. Εκείνοι δε που με τις αρετές έχουν πλησιάσει περισσότερο τον Θεόν, αυτοί και τις μικρότερες παρεκτροπές τις θεωρούν πολύ μεγάλες, και καλά κάνουν. Έτσι αποκτούν μεγάλην ταπείνωση, προκόπτουν ασφαλώς και προσεγγίζουν περισσότερο τον Θεόν. Όπως εκείνοι που αμελούν για τις μικρότερες και ούτε πονούν γι’ αυτές ούτε διορθώνουν τον εαυτόν τους, παραχωρεί ο Θεός και πίπτουν σε μεγαλύτερες.

Εμφύτευσε και σε μας, Χριστέ Βασιλεύ, διάπυρον πόθον αληθινής μετανοίας, και χρησιμοποιώντας αυτήν ως αφορμήν, δείξε τον πατρικόν σου οίκτο για μας, και εκείνους που επιστρέφουν καλώς από πολλήν ασωτία, κατάταξέ τους μεταξύ των τέκνων σου, ότι σοί πρέπει δόξα και προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν».


Από το βιβλίο Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 459 και εξής.
Επιμέλεια κειμένου, Δημήτρης Δημουλάς.
 

Ἅγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς: Ὁ Ἄσωτος υἰός

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Ὁ Ἄσωτος υἱὸς ἔζησε ἄσκοπα καὶ σπατάλησε ὅλη τὴν περιουσία ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ πατέρας του. Κι ἀφοῦ τὰ ξόδεψε ὅλα, στὴ μακρινὴ αὐτὴ χώρα ἔπεσε πείνα μεγάλη κι ἄρχισε κι ὁ ἴδιος νὰ πεινᾶ. Στὴ μακρινὴ αὐτὴ χώρα, μακριὰ πολὺ ἀπὸ τὸν Θεό, ὑπάρχει πάντα πείνα, γιατί ἡ γῆ δὲν μπορεῖ νὰ χορτάσει τὸν πεινασμένο ἄνθρωπο.

Ἡ τροφὴ της τὸ μόνο ποὺ κάνει, εἶναι νὰ αὐξάνει τὴν πείνα του. Ἡ γῆ μόνο τὰ ἄλογα ζῶα μπορεῖ νὰ χορτάσει. Σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ χορτάσει τὸν ἄνθρωπο. Στὴ μακρινὴ χώρα πάντα ὑπάρχει πείνα. Ὁ ἁμαρτωλὸς ποὺ ξεχνᾶ τελείως τὸν Θεὸ καὶ δαπανᾶ ὅλες τὶς ζωτικὲς δυνάμεις του, ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε μὲ τὸ μερίδιό του, πέφτει σὲ μεγάλη πείνα. Μία πείνα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν κορέσει οὔτε γιὰ μία στιγμὴ ἡ γῆ ὁλόκληρη, μὲ ὅλα τὰ ἀγαθά της.

Τὸ ἴδιο γίνεται μέχρι σήμερα μὲ κάθε ἁμαρτωλὸ ποὺ παραδίδεται ὁλοκληρωτικὰ στὴ γῆ, στὸ σῶμα καὶ τὶς σωματικὲς ἀπολαύσεις. Ἡ τραγωδία γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ ἀρχίζει ὅταν ὅλα αὐτὰ γίνονται ἀποκρουστικά, μοιάζουν μὲ βρῶμα καὶ δυσωδία. Τότε ἀρχίζει νὰ παραπονιέται γιὰ τὸν κόσμο ὁλόκληρο, νὰ καταριέται τὴν ἴδια του τὴ ζωή. Μὲ στεγνὸ τὸ σῶμα ἀλλά καὶ τὴν ψυχή του, νιώθει σάν νὰ ʼχει μέσα του ἕνα κενό, σὰν νὰ ʼναι ἕνα καλάμι ξερό, ἀπ’ ὅπου περνάει παγερὸς ἀέρας. Ὅλα τοῦ φαίνονται μαῦρα. Ὅλα εἶναι ἄσχημα, ἀηδιαστικά. Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ποὺ βρίσκεται τὰ ʼχει χαμένα, δὲν ξέρει τί νὰ κάνει. Δὲν πιστεύει στὴ ζωή του. Πῶς τότε μπορεῖ νὰ πιστέψει στὴν ἄλλη; Ἐκείνη τὴν ἔχει ξεχάσει, ἐντελῶς, τούτην ἐδῶ ἄρχισε νὰ τὴν μισεῖ. Τί κάνουμε τώρα; Ποῦ πᾶμε; Τὸ σύμπαν ὁλόκληρο τὸν πιέζει καὶ πουθενὰ δὲν βλέπει πόρτα μὲ τὴν ἔνδειξη «ἔξοδος».

Ὁ τάφος δὲν εἶναι διέξοδος, εἶναι εἴσοδος. Κι ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σὲ τέτοια ἀπελπισμένη κατάσταση, τοῦ παρουσιάζεται ὁ σατανᾶς, ποὺ ὅλον αὐτὸν τὸν καιρὸ ἦταν κοντά του καὶ τὸν ὁδηγοῦσε ἀπὸ ἁμαρτία σὲ ἁμαρτία, ἂν καὶ κρυφά, ἀόρατα. Τώρα ὅμως τοῦ παρουσιάζεται, τὸν παίρνει στὴν ὑπηρεσία του καὶ τὸν στέλνει στὸν ἀγρό του γιὰ νὰ ποιμάνει τοὺς χοίρους. Ὅπως λέει κι ἡ παραβολή, «πορευθεῖς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους» (Λουκ. ιε΄15).

Αὐτὸ παθαίνει κάθε ἀνυπάκουος γιὸς ποὺ ἔφυγε μακριὰ ἀπὸ τὸν πατέρα του. Τὸν ἀποχαιρέτησε γεμάτος ὑπερηφάνεια καὶ μεγάλα σχέδια γιὰ τὴ ζωή του, γιὰ τὴν εὐτυχία του, ἀλλὰ κατάντησε δοῦλος κάποιου ποὺ ἦταν χειρότερος ἀπὸ τὸν ἴδιο, ἔγινε ποιμένας σὲ ξένους χοίρους.

Εἶναι φανερὸ ὅτι μὲ τὸν ἕνα τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, ἐννοεῖ τὸν πονηρό. Ἐδῶ βέβαια ἀναφέρεται ἄνθρωπος, ὅπως κι ὁ πατέρας ὀνομάζεται ἄνθρωπος, ἱστορεῖται ὅμως μ’ ἕναν τρόπο ἐντελῶς ἀντίθετο ἀπὸ τὸν «πατέρα-ἄνθρωπο» ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔφυγε ὁ ἀνόητος γιός. Αὐτὸς ἐδῶ δὲν εἶναι ἄνθρωπος τῆς οὐράνιας βασιλείας, οὔτε κἄν τῆς ἐπίγειας, ἀλλὰ κάποιας τρίτης, τῆς βασιλείας τοῦ σκότους καὶ τῆς φρίκης, τῆς παρακμῆς καὶ τῆς γέεννας, τῆς βασιλείας τῶν δαιμόνων. Μὲ τὸν πρῶτο, τὸν «πατέρα-ἄνθρωπο», ὁ ἁμαρτωλὸς ὀνομάζεται γιός, μὲ τὸν ἄλλον, τὸν «πονηρὸ-ἄνθρωπο», ὀνομάζεται δοῦλος. Ὅταν ἦταν κοντὰ στὸν «πατέρα-ἄνθρωπο» ἦταν εὐλογημένος, εἶχε ὅλα τὰ ἀγαθὰ καὶ μάλιστα μὲ ἀφθονία. Μὲ τὸν ἄλλον, τὸν «πονηρὸ-ἄνθρωπο», πεινάει. Πεινοῦσε τόσο πολύ, ὥστε ἤθελε νὰ φάει τὰ ξυλοκέρατα ποὺ ἔτρωγαν οἱ χοῖροι, μὰ κανένας δὲν τοῦ ἔδινε οὔτε κἄν ἀπ’ αὐτά.

Οἱ χοῖροι ἐδῶ ἔχουν μία βαθύτερη σημασία. Μ’ αὐτοὺς πρέπει νὰ ὑπονοήσουμε τὰ πονηρὰ πνεύματα, τοὺς κατοίκους τῆς βασιλείας τῶν δαιμόνων. Τὰ πονηρὰ πνεύματα εἶναι φορεῖς κάθε ἀκαθαρσίας. Καὶ οἱ χοῖροι εἶναι τὰ ὁρατὰ σύμβολα τῆς βρωμιᾶς. Ὅταν ὁ Κύριος «ἐξέβαλε» τὰ πονηρὰ πνεύματα ἀπὸ τὸν δαιμονισμένο στὰ Γάδαρα, τὰ ἔστειλε στοὺς χοίρους. Ὅπως οἱ χοῖροι εἶναι κολλημένοι στὴ γῆ, ἔτσι καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα ριζώνουν μέσα στὸν ἄνθρωπο, ὡσότου βροῦν μέσα του κάποια ἀκαθαρσία γιὰ νὰ τραφοῦν. Μὲ τὰ ξυλοκέρατα πρέπει νὰ ὑπονοήσουμε κάθε ἀκαθαρσία τοῦ μέσα ἀνθρώπου, δηλαδὴ πονηρὲς σκέψεις, ἰδιοτελεῖς, ἁμαρτίες, ἀκάθαρτες καὶ λάγνες ἐπιθυμίες κι ἄλλα πάθη. Τὰ πονηρὰ πνεύματα τρέφονται καὶ ἱκανοποιοῦνται μὲ ὅλα ὅσα ἀπομυζοῦν τὴ ψυχὴ καὶ τὴ μαραίνουν. Ὅλα ὅσα γίνονται στὸ σκότος τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἐκεῖ ποὺ δὲ φτάνει ὁ θεῖος φωτισμός, ὅπως οἱ καρποὶ ποὺ ἀναπτύσσονται, μέσα στὸ ἔδαφος, εἶναι ἡ ἀκάθαρτη τροφὴ γιὰ τὰ πονηρὰ πνεύματα.

Τὰ πονηρὰ πνεύματα ὅμως δὲν δίνουν τὴν τροφὴ αὐτὴ στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ μπῆκε στὴν ὑπηρεσία τους. Τὸν τρέφουν ὡς τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ γίνει ὁλότελα δικός τους, ποὺ θὰ ὑποταχτεῖ στὴ δύναμή τους. Μετά, ὅταν τὸν ἔχουν στὸ χέρι τους, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὸν ταΐσουν ἄλλο. Ἡ τροφὴ τους εἶναι δηλητήριο· κι αὐτὸς τώρα ἔχει δηλητηριαστεῖ ὁλόκληρος. Αὐτὸ ποὺ ὡς τότε ἦταν δηλητήριο, τώρα τὸν τρέφει. Ροκανίζουν τὴ ψυχή του καὶ περιμένουν τὴν ὥρα ποὺ θ’ ἀποχωριστεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα, τότε ποὺ θὰ μποροῦν νὰ τὴν ταΐσουν μὲ ἀκόμα μεγαλύτερα βάσανα στὸ σκοτάδι τῆς γέεννας. Ὅπως εἶπε ὁ προφητάνακτας Δαβίδ, «κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου, ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος» (Ψαλμ. ρμβ΄, 3). Ὁ Ἄσωτος υἱὸς ἔμοιαζε μὲ νεκρὸ προτοῦ πεθάνει σωματικά.


Ἀπό τό βιβλίο: «Καιρὸς μετανοίας»

Επιστροφή από την εξορία (π. Alexander Schmemann)

π. Αλέξανδρος Σμέμαν
π. Αλέξανδρος Σμέμαν

Την τρίτη Κυριακή της προετοιμασίας μας για τη Μεγάλη Σαρακοστή διαβάζουμε την παραβολή του Ασώτου Υιού (Λουκ. 1 5, 11 ‐32). Η παραβολή τούτη μαζί με τους ύμνους της ημέρας αυτής μας παρουσιάζουν τη μετάνοια σαν επιστροφή του ανθρώπου από την εξορία. Ο άσωτος γιος, λέει το Ευαγγέλιο, πήγε σε μια μακρινή χώρα και κει σπατάλησε ότι είχε και δεν είχε.

Μια μακρινή χώρα! Είναι ο μοναδικός ορισμός της ανθρώπινης κατάστασης που θα πρέπει να αποδεχτούμε και να τον οικειοποιηθούμε καθώς αρχίζουμε την προσέγγιση μας στο Θεό. Ένας άνθρωπος που ποτέ δεν είχε αυτή την εμπειρία, έστω και για λίγο, που ποτέ δεν αισθάνθηκε ότι είναι εξόριστος από το Θεό και από την αληθινή ζωή, αυτός ποτέ δε θα καταλάβει τι ακριβώς είναι ο Χριστιανισμός. Και αυτός που νιώθει «σαν στο σπίτι του» σʹ αυτόν τον κόσμο και στη ζωή του κόσμου τούτου, που έμεινε άτρωτος από τη νοσταλγία για μια άλλη πραγματικότητα, αυτός δε θα καταλάβει τι είναι μετάνοια.

Η μετάνοια συχνά ταυτίζεται με μια «ψυχρή και αντικειμενική» απαρίθμηση αμαρτιών και παραβάσεων, όπως μια πράξη «ομολογίας ενοχής» ύστερα από μια νόμιμη μήνυση. Η εξομολόγηση και η άφεση αμαρτιών θεωρούνται σαν να ήταν δικαστικής φύσεως. Αλλά παραβλέπεται κάτι πολύ ουσιαστικό χωρίς το οποίο ούτε η εξομολόγηση ούτε η άφεση έχει κάποιο πραγματικό νόημα ή κάποια δύναμη. Αυτό το «κάτι» είναι ακριβώς το αίσθημα της αποξένωσης από το Θεό, από τη μακαριότητα της κοινωνίας μαζί Του, από την αληθινή ζωή όπως τη δημιούργησε και μας την έδωσε Εκείνος. Αλήθεια, είναι πολύ εύκολο να εξομολογηθώ ότι δεν νήστεψα τις καθορισμένες για νηστεία μέρες, ή ότι παράλειψα την προσευχή μου ή ότι θύμωσα. Αλλά είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα να παραδεχτώ ξαφνικά ότι έχω αμαυρώσει και έχω χάσει την πνευματική μου ομορφιά, ότι είμαι πολύ μακριά από το πραγματικό μου σπίτι, την αληθινή ζωή και ότι κάτι πολύτιμο και αγνό και όμορφο έχει ανέλπιστα καταστραφεί στη δομή της ύπαρξής μου. Παρʹ όλα αυτά όμως, αυτό και μόνο αυτό, είναι μετάνοια και, επί πλέον, είναι μια βαθιά επιθυμία επιστροφής, επιθυμία να γυρίσω πίσω, να αποκτήσω ξανά τα χαμένο σπίτι.

Έλαβα από το Θεό θαυμαστά πλούτη: πρώτα απ’ όλα τη ζωή και τη δυνατότητα να τη χαίρομαι, να την ομορφαίνω με νόημα, αγάπη και γνώση: ύστερα — με το Βάπτισμα — έλαβα τη νέα ζωή από τον ίδιο το Χριστό, τα δώρα του Αγίου Πνεύματος, την ειρήνη και τη χαρά της ουράνιας Βασιλείας. Έλαβα τη γνώση του Θεού και μέσα απ’ αυτή, τη δυνατότητα να γνωρίσω καθετί και τη δύναμη να είμαι «τέκνον Θεού». Και όλα αυτά τα έχασα, τα χάνω καθημερινά, όχι μόνο με τις «συγκεκριμένες αμαρτίες» και τις «παραβάσεις» αλλά με την αμαρτία όλων των αμαρτιών: την απομάκρυνση της αγάπης μου από το Θεό, προτιμώντας την «μακρινή χώρα» από το όμορφο σπίτι του Πατέρα.

Η Εκκλησία όμως είναι εδώ παρούσα για να μου θυμίζει τι έχω εγκαταλείψει, τι έχω χάσει. Και καθώς μου τα υπενθυμίζει με το Κοντάκιο της ημέρας αυτής, αναλογίζομαι ότι: «Της πατρώας δόξης σου, αποσκιρτήσας αφρόνως εν κακοίς εσκόρπισα, όν μοι παρέδωκας πλούτον όθεν σοι την του Ασώτου φωνήν κραυγάζω. Ήμαρτον ενώπιον σου Πάτερ οικτίρμον δέξαι με μετανοούντα και ποίησαν με, ως ένα των μισθίων σου».

Και, καθώς αναλογίζομαι, βρίσκω μέσα μου την επιθυμία της επιστροφής και τη δύναμη να την πραγματοποιήσω: «αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου και ερώ αυτώ, πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου, ποίησαν με ως ένα των μισθίων σου».

Θα πρέπει εδώ να αναφέρουμε ειδικά μια λειτουργική λεπτομέρεια της Κυριακής του Ασώτου. Στον Όρθρο, μετά τον γιορταστικό και χαρούμενο ψαλμό του Πολυελαίου, ψέλνουμε τον λυπηρό και νοσταλγικό 136ο ψαλμό:

Επί των ποταμών Βαβυλώνας εκεί εκαθήσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς της Σιών… πώς ασομαι την ωδήν Κυρίου επί γης αλλότριας; εάν επιλάθωμαί σου Ιερουσαλήμ, επιλησθείη η δεξιά μου˙ κολληθείη η γλώσσα μου τω λαρύγγί μου, εάν μη σου μνησθώ, εάν μη προανατάξωμαι τήν Ιερουσαλήμ ως εν αρχή της ευφροσύνης μου.

Είναι ο ψαλμός της εξορίας. Τον έψαλλαν οι Εβραίοι κατά τη βαβυλώνια αιχμαλωσία τους καθώς σκέφτονταν την ιερή πόλη τους, την Ιερουσαλήμ. Από τότε ο ψαλμός αυτός έγινε ο ψαλμός του ανθρώπου που συνειδητοποιεί την αποξένωση του από το Θεό και συναισθανόμενος αυτή την εξορία γίνεται πάλι άνθρωπος. Γίνεται εκείνος που ποτέ πια δε θα νιώσει βαθιά ικανοποίηση με τίποτε στον «πεπτωκότα» αυτόν κόσμο, γιατί από τη φύση και από την κλήση του είναι ένας αναζητητής του Τέλειου. Ο ψαλμός αυτός θα ψαλεί δύο ακόμα φορές: τις δύο τελευταίες Κυριακές πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή∙ και την παρουσιάζει σαν ένα μακρινό ταξίδι, σαν μετάνοια, σαν επιστροφή.


Μεγάλη Σαρακοστή, εκδ. Ακρίτας

Ὁμιλία εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀσώτου (Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ)

Επιστροφή του Ασώτου, φορ. εικόνα,16ος αι. Άγιο Όρος

Ὁμιλία, σὺν Θεῷ ἁγίῳ, εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀσώτου

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

«Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου»

Επιστροφή του Ασώτου, φορ. εικόνα,16ος αι. Άγιο Όρος

Ἡ ἄχραντη μορφὴ καὶ ἡ ἀνέκφραστη ἀγάπη τοῦ ἁγίου Διδασκάλου, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, εἵλκυε πλησίον Του, κατὰ τὴν ἐπὶ γῆς ζωή Του, καὶ δικαίους καὶ ἁμαρτωλούς, ὅπως καὶ πάντοτε θὰ ἑλκύει.

Κι ὅταν κάποτε οἱ Γραμματεῖς καὶ oἱ Φαρισαῖοι ἄρχισαν νὰ γογγύζουν, γιὰ τὸ ὅτι ὁ Κύριος δέχεται κοντά Του τελῶνες καὶ ἁμαρτωλοὺς καὶ τρώγει καὶ πίνει μαζί τους, τότε ὁ Θεάνθρωπος, ἀνοίγοντας τὸν θησαυρὸ τῶν παραβολικῶν Του λόγων, ἀπάντησε καίρια στὸν ἄδικο γογγυσμό τους καὶ ἔφραξε τὰ ἀπύλωτα στόματά τους, θέλοντας νὰ τοὺς βοηθήσει νὰ ἀντιληφθοῦν ὅτι ἔπραττε τοῦτο γιὰ νὰ τοὺς δώσει θάρρος καὶ νὰ τοὺς σώσει. Ἀνέφερε πρῶτα τὴν ἀγαλλίαση τοῦ ποιμένα ποὺ εἶχε, ὅταν βρῆκε τὸ ἀπολωλὸς-χαμένο πρόβατό του, καὶ τὴ χαρὰ τῆς γυναίκας, ποὺ βρῆκε τὴν ἀπολεσθεῖσα δραχμή. Ὕστερα ἐξεφώνησε τὴν ἐξαίσια παραβολή, ποὺ μόλις ἀκούσαμε. Τὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, ἢ τοῦ φιλευσπλάγχνου πατέρα ἢ τοῦ ἀσπλάγχνου ἀδελφοῦ, ὅπως θὰ μπορούσαμε διαφορετικὰ νὰ τὴν ὀνομάσουμε. Μὲ αὐτή, τρία πράγματα μᾶς φανέρωσε κατεξοχὴν ὁ Κύριος: Τὴν ἐλεεινὴ κατάσταση τοῦ ἁμαρτωλοῦ, τὰ γνωρίσματα τῆς γνήσιας μετάνοιας καὶ ἐξομολόγησης καὶ τὴν ἄμετρη τοῦ Θεοῦ εὐσπλαγχνία πρὸς τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ μετανοοῦντα ἄνθρωπο.

Πρέπει ἐξαρχῆς νὰ ἀναφέρουμε, πὼς σήμερα, ὅπως γνωρίζετε, εἶναι ἡ δεύτερη Κυριακὴ τοῦ Τριῳδίου, τῆς κατανυκτικῆς καὶ ψυχοσωτήριας περιόδου, ποὺ ὀνομάστηκε ἔτσι ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο λειτουργικὸ βιβλίο, ποὺ περιέχει τοὺς ὕμνους τοὺς ὁποίους ψάλλουμε κατὰ τὴν περίοδο αὐτή, καὶ ποὺ ἀρχίζει τὴν Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου καὶ λήγει τὸ Μέγα Σάββατο. Προετοιμάζοντάς μας πάνσοφα καὶ παιδαγωγικὰ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία γιὰ τὸ Στάδιο τῶν ἀρετῶν τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, περιόδου κατεξοχὴν μετανοίας καὶ διορθώσεως, ἀφοῦ μᾶς μύησε μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ Τελώνου στὶς θεάρεστες ἀρετὲς τῆς ταπείνωσης καὶ προσευχῆς, σήμερα μᾶς προβάλλει ἐποπτικά, μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, τὰ γνωρίσματα τῆς θεμελιώδους ἀρετῆς τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας, γιὰ νὰ τὴ χρησιμοποιοῦμε, ὡς ὅπλο θεϊκό, στὸν ἀγώνα κατὰ τῶν παθῶν καὶ τῆς ἁμαρτίας.

Ὁ ἄσωτος υἱός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶναι τύπος τοῦ κάθε ἁμαρτωλοῦ, δηλαδὴ ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὅλων ἐμᾶς, ἐφόσον «τίς καθαρὸς ἀπὸ ρύπου; ἀλλ᾽ οὐθείς, ἐὰν καὶ μία ἡμέρα ὁ βίος αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς», κατὰ τὸν δίκαιο Ἰὼβ (Ἰὼβ 14, 4-5). Τί κάνει λοιπὸν ὁ νεώτερος υἱός, ὁ ἄσωτος; Αὐτὸ ποὺ κάνει -ἀλίμονο!- ὁ κάθε ἁμαρτωλός: Ἀφοῦ λάβει τὰ χαρίσματα ἀπὸ τὸν Πατέρα-Θεό, ἀποδημεῖ εἰς χώραν μακράν, δηλαδὴ ἀπομακρύνεται οἰκειοθελῶς ἀπὸ τὸν Θεό, τὴν ἐν Θεῷ ζωή, τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐκεῖ, διασκορπίζει τὴν οὐσίαν αὐτοῦ, ζῶν ἀσώτως. Στὴν μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ ζωή του, ὁ ἄνθρωπος σκορπίζει τὴ θεϊκὴ περιουσία, τὰ θεῖα δηλαδὴ χαρίσματα, τὴ Χάρη ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὸ Βάπτισμα, τὸ ἅγιο Χρῖσμα, τὴ Θεία Κοινωνία. Τὰ χαρίσματα ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Δημιουργό, ποὺ τὸν ἔπλασε κατ᾿ εἰκόνα Του. Διότι τὰ ποικίλα θεϊκὰ χαρίσματα εἶναι ἡ ἀληθινή, ἡ μόνιμη, ἡ ἀναφαίρετη περιουσία τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ χριστιανοῦ. Κι ἀφοῦ μὲ τὸν ἁμαρτωλὸ τρόπο ζωῆς σκορπίσει, χάσει τὶς θεϊκὲς δωρεές, τότε νοιώθει γυμνὸς καὶ πεινασμένος. Γυμνὸς καὶ πεινασμένος τῆς Θείας Χάρης. Βιώνει στὰ βάθη τῆς ὕπαρξής του ὁ κάθε ἁμαρτωλὸς ἕνα κενό, ἕνα ὑπαρξιακὸ κενό. Γιατί; Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος νὰ εἶναι πλήρης, γεμάτος, μόνο στὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Μόνο ἡ Χάρη Του γεμίζει, τρέφει τὸν ἔσω ἄνθρωπο: «Χορτασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναί μοι τὴν δόξαν Σου», θεολογεῖ ὁ προφητάνακτας Δαβίδ. Καί, τί κάνει τότε ὁ ἄσωτος; Προσκολλᾶται σ᾿ ἕνα ἀπὸ τοὺς πολίτες τῆς καταραμένης ἐκείνης χώρας τῆς ἀπωλείας, γιὰ νὰ μπορεῖ τουλάχιστον νὰ κορέσει τὴν πείνα του, κι αὐτὸς τὸν στέλνει στοὺς ἀγρούς, νὰ βόσκει χοίρους. Καὶ προσπαθοῦσε νὰ χορτάσει, τρώγοντας τὴν τροφὴ τῶν χοίρων, τὰ ξυλοκέρατα (τὰ γνωστά μας χαρούπια). Οἱ πολίτες τῆς χώρας ἐκείνης, ἀδελφοί μου, εἶναι οἱ δαίμονες. Κι αὐτοί, γυμνοὶ τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ καὶ ἀποξενωμένοι ἀπ᾿ Αὐτόν, δὲν μποροῦν νὰ χορτάσουν τὴν ἐσωτερικὴ πείνα τοῦ ἀνθρώπου, γιατὶ εἴπαμε ὅτι μόνος ὁ Θεὸς γεμίζει τὴν ψυχὴ τοῦ πλάσματός Του. Καὶ καθίσταται ὁ ἁμαρτωλὸς ἀπὸ τοὺς δαίμονες χοιροβοσκός, δηλαδὴ αἰχμάλωτος στὰ ψυχοφθόρα πάθη. Οἱ χοῖροι εἶναι προσωποποίηση τοῦ βυθισμένου στὴ λάσπη καὶ δυσωδία τῆς ἁμαρτίας ἀνθρώπου, πάντα σκυμμένοι πρὸς τὰ κάτω, τὰ γήινα. Ἔτσι καταντᾶ -ἀλίμονο!- καὶ ὁ ἁμαρτωλός.

Ἂς ἔρθουμε τώρα στὸ σπουδαῖο μήνυμα τῆς μετάνοιας. Ὁ ἄσωτος, γυμνός, πεινασμένος, ἀποξενωμένος τῆς Θείας Χάρης καὶ συντετριμμένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἔρχεται «εἰς ἑαυτόν». Συμμαζεύει τὸν νοῦ του. Θεωρεῖ καὶ ἐρευνᾶ τὴν κατάστασή του καὶ γνωρίζει τὴν πτώση του. Ποιόν παρόργισε, ἀπὸ ποιόν χωρίσθηκε, σὲ ποιό ὕψος δόξας βρισκόταν καὶ σὲ ποιά ἀθλιότητα  ξέπεσε καὶ καταβυθίσθηκε. Προσέξετε, ὅτι βρίσκει καὶ τὰ λόγια, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἀπολογηθεῖ στὸν καλό του πατέρα. Νὰ τονίσουμε καὶ ἐκεῖνο τό, ἀναστάς, ποὺ δείχνει πὼς ἦταν πεσμένος στὴν ἀπώλεια τῆς ἁμαρτίας, ἀλλ᾿ ἀποφάσισε νὰ σηκωθεῖ, νὰ τρέξει μὲ μετάνοια καὶ νὰ ζητήσει συγχώρεση.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί. Αὐτὸ εἶναι τὸ λαμπρὸ παράδειγμα τῆς γνήσιας μετάνοιας. Τί θὰ πεῖ μετά-νοια; Ἀλλαγὴ νοός, δηλαδὴ φρονήματος, τοῦ τρόπου ποὺ σκεφτόμαστε καὶ ἄρα ζοῦμε. Μά, γι᾿ αὐτὴ τὴν ἀλλαγή, τὴ διόρθωση, χρειάζεται πρῶτα νὰ ἔλθουμε «εἰς ἑαυτούς». Νὰ συμμαζέψουμε τοὺς σκορπισμένους ἐδῶ κι ἐκεῖ -στὰ πάθη καὶ στὶς ἁμαρτίες- λογισμούς μας, μὲ προσευχὴ καὶ ταπείνωση. Νὰ ἀνακρίνουμε ὕστερα τοὺς ἑαυτούς μας. Ἔτσι θὰ συνειδητοποιήσει ὁ καθένας μας τὰ πάθη του, τὰ λάθη του, μὲ ἔργα καὶ μὲ λόγους καὶ μὲ λογισμούς. Καὶ ὕστερα νὰ παραδεχθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τὴν ἐνοχή μας, ὅτι ἐμεῖς καὶ κανένας ἄλλος δὲν φταίει. Καί, γεμάτοι πίστη καὶ ἐλπίδα, νὰ προστρέξουμε στὸν φιλάνθρωπο καὶ εὔσπλαγχνο Θεό, μέσῳ τῆς προσευχῆς, ἀλλὰ καὶ μέσῳ τοῦ ἱεροῦ Μυστηρίου τῆς Ἐξομολογήσεως. Κι ἐκεῖ, μὲ εἰλικρίνεια καὶ ταπείνωση, νὰ ὁμολογήσουμε ὅ,τι βαραίνει τὴν ψυχή μας. Καὶ τότε; Τότε ὁ οὐράνιος Πατέρας θὰ μᾶς εὐσπλαγχνισθεῖ, θὰ μᾶς ἀγκαλιάσει καὶ θὰ μᾶς εὐλογήσει. Θὰ μᾶς δώσει τὰ γνωρίσματα τῆς υἱότητας καὶ θὰ μᾶς ἀποκαταστήσει στὴν πρώτη χάρη καὶ τάξη. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου τὸ αἰσθάνεται αὐτό, ἀδελφοί, μετὰ τὴ γνήσια μετάνοια καὶ Ἐξομολόγηση. Δὲν νοιώθει πιὰ γυμνὸς ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ σκεπασμένος μὲ τὴ θεϊκὴ παρουσία. Δὲν πεινᾶ καὶ δὲν διψᾶ, ἀλλὰ νοιώθει γεμάτη τὴν ψυχή του μὲ τὴν ἄφθαρτη τροφὴ τῆς Θείας Χάρης.

Βλέπετε πόση ἡ ἀγάπη καὶ ἡ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου; Εἶπε καὶ κάποιος ἑρμηνευτής ὅτι, κι ἂν χάνονταν ὅλα τὰ ἄλλα κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ σωζότανε μόνο τούτη ἡ Παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, ἦταν ἀρκετή, γιὰ νὰ μᾶς δείξει καὶ ἀποδείξει τὸ μεγάλο δῶρο τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο, τὴ μετάνοια, καὶ τὴν ἄπειρη τοῦ Κυρίου εὐσπλαγχνία.

Ἂς ἀγωνισθοῦμε, ἀδελφοί μου, νὰ ζήσουμε, νὰ ἐφαρμόσουμε τὴ μετάνοια τοῦ ἀσώτου. Κι ἂν ἔτσι προσπαθοῦμε νὰ ζοῦμε, μὲ εἰλικρινὴ μετάνοια καὶ ταπείνωση, μὲ προσευχὴ καὶ τὴ διπλὴ ἀγάπη, στὸν Θεὸ καὶ τὸν κάθε συνάνθρωπό μας, μὲ ἐνσυνείδητη μυστηριακὴ ζωή, θὰ ἑλκύσουμε πλούσιο τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν προσωπική μας ζωή, καὶ στὸν τόπο καὶ τὸ ἔθνος μας. Καὶ οἱ ὅποιες κρίσεις, ποὺ ἐπέτρεψε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ νὰ διερχόμαστε γιὰ τὸ καλό μας, τὴ σωτηρία μας, θὰ παρέλθουν. Καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε καὶ τούτη τὴν πρόσκαιρη ζωὴ νὰ διέλθουμε εἰρηνικὰ καὶ εὐλογημένα, καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε καὶ ἐκείνης τῆς ἀτελεύτητης καὶ οὐράνιας ζωῆς καὶ μακαριότητας, ὅπου οἱ χοροὶ τῶν δικαίων, αὐτῶν ποὺ ἔζησαν καὶ τελειώθηκαν μὲ ἀληθινὴ μετάνοια, μὲ τὴ Χάρη καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μὲ τὶς εὐχὲς τῆς Παναγίας μας καὶ ὅλων τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος ἁγίων. Ἀμήν!

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΛΔ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Τιμόθεον Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
6: 11-16

Τέκνον Τιμόθεε, δίωκε δικαιοσύνην, εὐσέβειαν, πίστιν, ἀγάπην, ὑπομονήν, πρᾳότητα. Ἀγωνίζου τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως, ἐπιλαβοῦ τῆς αἰωνίου ζωῆς, εἰς ἣν καὶ ἐκλήθης καὶ ὡμολόγησας τὴν καλὴν ὁμολογίαν ἐνώπιον πολλῶν μαρτύρων. Παραγγέλλω σοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τοῦ ζωοποιοῦντος τὰ πάντα καὶ Χριστοῦ ᾽Ιησοῦ τοῦ μαρτυρήσαντος ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου τὴν καλὴν ὁμολογίαν, τηρῆσαί σε τὴν ἐντολὴν ἄσπιλον, ἀνεπίληπτον μέχρι τῆς ἐπιφανείας τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ἣν καιροῖς ἰδίοις δείξει ὁ μακάριος καὶ μόνος δυνάστης, ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ Κύριος τῶν κυριευόντων, ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν, φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον· ὃν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων οὐδὲ ἰδεῖν δύναται· ᾧ τιμὴ καὶ κράτος αἰώνιον· ἀμήν.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΝΘΙΜΟΥ ΟΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΧΙΩ)
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ᾽Ανάγνωσμα 
5:22 – 6:2

Ἀδελφοί, ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος. Οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις. Εἰ ζῶμεν Πνεύματι, Πνεύματι καὶ στοιχῶμεν. Μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες. Ἀδελφοί, ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πρᾳότητος, σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς. Ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΙΖ΄ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
20:46-47, 21:1-4

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαὐτοῦ Μαθηταῖς· Προσέχετε ἀπὸ τῶν γραμματέων τῶν θελόντων περιπατεῖν ἐν στολαῖς καὶ φιλούντων ἀσπασμοὺς ἐν ταῖς ἀγοραῖς καὶ πρωτοκαθεδρίας ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ πρωτοκλισίας ἐν τοῖς δείπνοις, οἳ κατεσθίουσιν τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν καὶ προφάσει μακρὰ προσεύχονται· οὗτοι λήψονται περισσότερον κρίμα. Ἀναβλέψας δὲ εἶδε τοὺς βάλλοντας τὰ δῶρα αὐτῶν εἰς τὸ γαζοφυλάκιον πλουσίους. εἶδε δέ τινα χήραν πενιχρὰν βάλλουσαν ἐκεῖ λεπτὰ δύο, καὶ εἶπεν· Ἀληθῶς λέγω ὑμῖν ὅτι ἡ χήρα ἡ πτωχὴ αὕτη πλεῖον πάντων ἔβαλεν· ἅπαντες γὰρ οὗτοι ἐκ τοῦ περισσεύοντος αὐτοῖς ἔβαλον εἰς τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ, αὕτη δὲ ἐκ τοῦ ὑστερήματος αὐτῆς ἅπαντα τὸν βίον ὃν εἶχεν ἔβαλε. Ταῦτα λέγων ἐφώνει·. Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΝΘΙΜΟΥ ΟΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΧΙΩ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν

6: 17-23

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔστη ὁ Ἰησοῦς ἐπὶ τόπου πεδινοῦ, καὶ ὄχλος μαθητῶν αὐτοῦ, καὶ πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς Ἰουδαίας καὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ τῆς παραλίου Τύρου καὶ Σιδῶνος, οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι αὐτοῦ καὶ ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν νόσων αὐτῶν, καὶ οἱ ὀχλούμενοι ἀπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, καὶ ἐθεραπεύοντο· καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτει ἅπτεσθαι αὐτοῦ, ὅτι δύναμις παρ’ αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰᾶτο πάντας. Καὶ αὐτὸς ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἔλεγε· Μακάριοι οἱ πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. μακάριοι οἱ πεινῶντες νῦν, ὅτι χορτασθήσεσθε. μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε. μακάριοί ἐστε ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς καὶ ὀνειδίσωσι καὶ ἐκβάλωσι τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρὸν ἕνεκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Χαίρετε ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ καὶ σκιρτήσατε· ἰδοὺ γὰρ ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τῷ οὐρανῷ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ ΙΖ΄ Λουκᾶ (τοῦ Ἀσώτου)

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ ΙΖ΄ Λουκᾶ (τοῦ Ἀσώτου), ποὺ τελέσθηκε στὸ ἱερὸ ἡσυχαστήριο Ὁσίου Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὼφ στὴ Σκουριώτισσα, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (03.03.2024).

Λόγοι και διδαχές του Αγίου Ανθίμου της Χίου († 15 Φεβρουαρίου 1960)

Άγιος Άνθιμος ο εν Χίω
Άγιος Άνθιμος ο εν Χίω

Η εξομολόγησις είναι το δεύτερον βάπτισμα. Και καθώς γίνεται καθαρός ο άνθρωπος, όταν βαπτισθεί, έτσι και η καθαρά εξομολόγησις ξαναβαπτίζει την ψυχήν, η δε χείρ του πνευματικού, την οποία θέτει εις την κεφαλήν του, του μεταδίδει την θείαν χάριν, για να τον φωτίζη, να τον αγιάζη και να τον στηρίζη και να τον ενδυναμώνη.

***

Το θέλημά σας ποτέ να μην το κάμνετε, αδελφές, διότι δεν θα προοδεύσετε ποτέ σας.

***

Η προσευχή είναι ο καθρέπτης της ψυχής. Όπως μέσα στον καθρέπτην βλέπει ο άνθρωπος τι λογής είναι η μορφή του, έτοι και με την προσευχή, όταν είναι θερμή και ειλικρινής, αποκαλύπτεται ο εσωτερικός άνθρωπος. Ποιος είσαι, η προσευχή θα σου το δείξη.

***

Το καλόν ούκ έστι καλόν, εάν μη καλώς γένηται. Αν πηγαίνης εις την εργασίαν από φόβον η αν κάμνης υπομονήν από εντροπήν η αν σιωπάς από θυμόν και υπερηφάνειαν, αν πηγαίνης εις την υπηρεσίαν με γογγυσμόν και όχι με ευχαρίστησιν, αν πηγαίνης εις την ακολουθίαν με αμέλειαν και ανορεξία, αυτές τις αρετές που γίνονται χωρίς ευχαρίστησι και καλή διάθεσι τις πετάς μέσα σ’ ένα παλιοκάλαθο.

***

Δεν υπάρχει άλλο κακό χειρότερο από το κακό του θυμού, της παρακοής, της υπερηφάνειας, της ζήλειας, της κατακρίσεως και του μίσους. Αυτά τα πάθη μαραίνουν την ψυχήν, σκοτίζουν τον νουν, αφανίζουν την ευφυΐαν και κάθε είδος αρετής από τον άνθρωπον και φυγαδεύουν την θείαν χάριν.

***

Ενδομύχως, μέσα στο βάθος της καρδιάς σας, να θέσετε το: «οίμοι του αθλίου». Όταν ακούη αυτό ο διάβολος, φεύγει μακριά. Αυτός κάμνει την κατοικία του, όπου είναι η υπερηφάνεια, η κενοδοξία, η ανθρωπαρέσκεια, το μίσος, ο φθόνος, η κακία, η πονηρία.

***

Της μετανοίας τα δάκρυα θα μας σώσουν. Τα δάκρυα αυτά που θα χύσης, θα σου λογισθούν μαρτυρικό αίμα.

***

Εκείνο το «γιατί» και εκείνο το «εγώ» που έχομεν, αυτά είναι η καταστροφή μας.

***

Διά να λάβη κανείς την χάριν τον Αγίου Πνεύματος, πρέπει να υποφέρη πολύ, να κοπιάση, να αγωνισθή. Μη νομίσωμεν ότι με τα αναπαυτικά, με τα χαρμόσυνα, με τα καλά φαγητά και με τα καλά φορέματα θα λάβωμεν την χάριν του Θεού.

***

Εγώ 65 χρόνια πολεμώ ο δυστυχής και γυρεύω να εύρω τον Χριστόν, να τον παραλάβω και δεν ημπορώ. 40-41 χρόνια είναι που είμαι ιερεύς και ποτέ, μα ποτέ. ούτε μια φορά δεν ελειτούργησα αξίως. Λεν έλαμψε ποτέ μια θεϊκή χαρά μέσα στην καρδιά μου και λέγω ίσως εσείς αξιωθήτε να κυματίοη το φως της χάριτος του Χριστού μέσα σας.

***

Η στοργή του πνευματικού πατρός είναι πολύ ανωτέρα από την του σαρκικού. Διότι πολλάκις ο σαρκικός πατήρ μπορεί να σε παραδώση στην Κόλασι, ενώ ο πνευματικός πατήρ έχει να σε πάη εις ζωήν αιώνιον.

***

Διά να έλθη το Πνεύμα το Άγιον να κατοικήση μέσα μας, πρέπει πρώτα να καθαρίσωμεν το εσωτερικόν μας με την ταπείνωσιν.

***

Εάν η ταπείνωσις και η υπακοή δεν είναι ενωμένες, ποτέ δεν διορθώνεται ο άνθρωπος.

***

Με όσα έπαθε – εκουσίως – ο Κύριος έδωσε εις ημάς παραδείγματα σιωπής, υπομονής, καρτερίας, αγάπης…

Η σιωπή είναι η καλύτερη αρετή.

***

Η σιωπή είναι η μητέρα όλων των αρετών. Σιωπάτε, γέρνετε το κεφάλι σας και λέτε την ευχήν μέσα στην καρδίαν σας.

***

Φύλαξε τη γλώσσα σου, φύλαξε τους οφθαλμούς σου, φύλαξε την ακοή σου· δεν μπορεί να σε πειράξη ο σατανάς.

***

Εμείς οι μοναχοί τρία τινά είναι εκείνα, τα οποία οφείλομεν να φυλάξωμεν: να κάμνωμεν τον κουφό, τον τυφλό και τον βουβό. Αυτά τα τρία είναι το έργον του μοναχού. Η σωματική εργασία είναι πάρεργον. Το έργον μας είναι να κλείσωμε τα μάτια μας, τα αφτιά μας και το στόμα μας, για να μπορέσωμε να περάσωμε τας διαφόρους περιστάσεις της ζωής μας.

Σιώπησε, για να αποφύγης και τις ταραχές και τα σκάνδαλα και πάντα τα κακά. Σιώπησε, για να σου αποκαλύψη ο Θεός τα μυστήρια.

***

Δεν υπάρχει μεγαλύτερον σημείον ασεβείας και ανευλαβείας από το να ομιλή κανείς μέσα στην εκκλησίαν. Όλα αυτά τα προκαλεί, τα ενεργεί ο σατανάς, διά να μην αφήση τον άνθρωπον να ωφεληθή και να καρπωθεί τους λόγους της εκκλησίας.

***

Η προσευχή θα φέρη την διόρθωσιν, την ειρήνην, τον αγιασμόν. Διά της προσευχής θα έλθη η θεία χάρις να βοηθήση την ψυχήν, η οποία κινδυνεύει από τας αιτίας των παθών.

***

Όταν έχης τον θάνατον στον νου σου, ο,τι και να σου κάνουν το υπομένεις και πάντα κερδισμένη είσαι. Εάν έχωμεν τον θάνατον στον νουν μας είναι σαν να είμεθα μέσα σε πύργο κατασφραγισμένον, με πολλά προφυλακτικά μέσα, και δεν μπορεί κανείς να κλέψη τα σκεύη μας.

***

Δεν μας χρειάζονται νηστείες πολλές, δεν μας χρειάζονται αγρυπνίες πολλές και εξαντλητικές. Μας χρειάζεται κυρίως η ταπεινοφροσύνη. Όλα τα άλλα θα έλθουν, και οι προσευχές και οι γονυκλισίες.

***

Γι’ αυτό και εμείς να μη παύσωμεν να τρέχωμεν και να παρακαλούμεν την Παναγία μας. Εκείνη είναι η σωτηρία όλου του κόσμου. Εκείνη είναι η ολόφωτη λαμπάδα που λάμπει και φωτίζει με την λάμψιν της όλην την οικουμένην. Όταν τρέξωμεν κοντά της με πίστι, με ευλάβεια, με αγάπη, δεν θα μας απορρίψη ποτέ.

***

Καθώς δεν μπορεί να ζήση ο άνθρωπος χωρίς ψωμί και νερό, ούτω πως και δίχως προσευχή δεν μπορεί να ζήση η ψυχή.

Η προσευχή είναι η στερεά τροφή της ψυχής

***

Εάν ο Χριστός σε ιδή ότι θέλεις να σωθής, θα σε βοηθήση να το επιτύχης.

***

Αν δεν φροντίσωμε να βγάλωμε τον σατανά από την καρδιά μας, θα μας βγάλη αυτός από τον Παράδεισον.

***

Η παρακοή, η υπερηφάνεια, η κατάκρισις, η κατηγορία, ο φθόνος, το μίσος, η ζήλεια, αυτά να μην υπάρχουν, διότι είναι ο αφανισμός της ψυχής.

***

Χαρά μεγάλη γίνεται εις τους ουρανούς, όταν σωθή μία και μόνη ψυχή∙ φαντασθήτε για πολλές∙ διότι γι’ αυτήν την ψυχήν, γι’ αυτές τις ψυχές, εθυσιάσθηκεν ο Υιός του Θεού, ο Χριστός μας.

Τα ευλογημένα λίγα είναι απέραντα και πολλά∙ τα ανευλόγητα είναι κατηγορημένα.

Η υπακοή και η ταπεινοφροσύνη μαζί θα γίνουν μία ωραία και ευωδιαστική ανθοδέσμη, την οποία θα κρύψετε μέσα στην καρδιά σας και θα την φρουρήτε, για να την παρουσιάσετε εκείνην την ημέραν εις τον Βασιλέα των βασιλευόντων, τον Χριστόν.

***

Όταν υπακούσης, όταν υπομένης, όταν ταπεινώνεσαι, θα ελκύης περισσότερον την αγάπην του νυμφίου σου Χριστού.

Πηγή: Αγίου Ανθίμου της Χίου, Διδαχές Πνευματικές – Άρτος Ζωής, Επιμέλεια: Αντωνίου Ν. Χαροκόπου, τόμος Τρίτος, Ιερά Μονή Παναγίας Βοηθείας Χίου, Αθήναι 2007

Ο άγιος Άνθιμος της Χίου (1869-1960) Ο ησυχαστής, ο φιλάνθρωπος, ο ομολογητής (15 Φεβρουαρίου)

Άγιος Άνθιμος της Χίου

Χρήστος Κλάβας, Θεολόγος – Κοινωνιολόγος, Ιεροψάλτης

Άγιος Άνθιμος της Χίου

Γεγονός αδιαμφισβήτητο είναι ότι και στους νεότερους χρόνους, τους πλησιέστερους προς εμάς, η ορθόδοξος εκκλησία συνεχίζει να αναδεικνύει αγίους. Παραδοχή με βαρύνουσα σημασία αυτή για το σύγχρονο άνθρωπο που, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, έχει ανάγκη από ελπίδα αλλά και υψηλά ιδανικά.

Μια σύγχρονη αγιασμένη μορφή είναι, μεταξύ άλλων πολλών, και ο άγιος Άνθιμος της Χίου η πολιτεία του οποίου συνιστά υπόδειγμα πνευματικότητας και φιλανθρωπίας.

Γεννημένος στη Χίο την 1η Ιουλίου του 1869, ο κατά κόσμον Αργύριος Βαγιάνος, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον βαθιάς πίστης και ευσέβειας. Πολλά γράμματα δεν διδάχθηκε, αν και ήταν προικισμένος με ξεχωριστά φυσικά χαρίσματα. Στις 23 Αυγούστου του 1889 και στην ηλικία των 20 ετών επισκέφθηκε την Ιερά Σκήτη των Αγίων Πατέρων προκειμένου να δώσει προς επιδιόρθωση στο αγιογραφείο της μονής την εικόνα της Παναγίας Βοηθείας, την οποία και είχε λάβει ως κειμήλιο από τους προγόνους του. Η επίσκεψη αυτή έγινε αφορμή να πάρει τη μεγάλη απόφαση εισόδου στις τάξεις των μοναχών και να υποταχθεί στον «…περιβόητον για την αρετή του Γέροντα Παχώμιον» [1]. Πρόκειται για τον γέροντα που δίδαξε στον άγιο Νεκτάριο, επίσκοπο Πενταπόλεως, την ασκητική, νηπτική παράδοση.[2] Συνεπώς, ο άγιος Άνθιμος και ο άγιος Νεκτάριος μαθήτευσαν στον ίδιο πνευματικό διδάσκαλο, υπήρξαν ομογάλακτοι, άνθη που βλάστησαν από την ίδια ρίζα. Η υπακοή, η νηστεία, η παρθενία, η προσευχή και πάνω απ’ όλα η ταπείνωση έγιναν για το νεαρό μοναχό τα όπλα εναντίον του διαβόλου, οι επιθέσεις του οποίου υπήρξαν, πράγματι, ανελέητες. Στήριγμα για εκείνον είναι Εκείνη στα χέρια της οποίας εναπόθεσε όλη του τη ζωή, η Παναγία η Βοήθεια! Από την εικόνα της, στη διάρκεια κάποιας από τις λυσσώδεις επιθέσεις του μισοκάλου, θα ακουστεί η φωνή: «Φύγετε, θηρία, από το καλογεράκι μου».[3]

Οι αγώνες του δεν αφήνουν ασυγκίνητο το λαό της Χίου που στο πρόσωπο του Ανθίμου οραματίζεται το πνευματικό του στήριγμα. Ζητούν την εις ιερέα χειροτονία του, αίτημα, όμως, που απορρίπτει ο τότε μητροπολίτης Χίου λόγω της ελλιπούς κοσμικής του μορφώσεως. Τελικά, η πρόνοια του Θεού τον φέρνει στο Αδραμύτιο της Μ. Ασίας και από κει στη Μαγνησία όπου και χειροτονείται σε διάκονο και πρεσβύτερο. Η σωζόμενη, από αυτόπτη μάρτυρα γραπτή περιγραφή προκαλεί θαυμασμό και συγκίνηση: «Την ίδια όμως στιγμή που το εκκλησίασμα απαντούσε άξιος, ένας δυνατός σεισμός τράνταξε συθέμελα την εκκλησία. Τα καντήλια έπαιζαν μαζί σαν τρελά…Μαύρισε ο ουρανός-το Σύμπαν αναστατώθηκε! Βροντές, αστραπές, κατακλυσμός…Αλλά με μιας όλα σταμάτησαν! Η κοσμοχαλασιά έγινε απέραντη γαλήνη και ο παπά-Άνθιμος κλαίει…κλαίει…» [4] Αυτές οι θεοσημείες, έκφραση της ευαρέσκειας του Θεού για τον άξιο ιερέα του, δείχνουν την απόσταση της ανθρώπινης αξιολόγησης από αυτήν του Θεού. Η ανθρώπινη επιφανειακή κρίση επικεντρώνεται σε κοσμικά κριτήρια ενώ η Θεία κρίση εστιάζει σε πνευματικές, εσωτερικές και ανώτερες αξίες. Οι επιβουλές του διαβόλου τον διώκουν και εκεί υποκινώντας τον φθόνο των συμπρεσβυτέρων του. Σύντομα αναγκάζεται, μετά από ένα προσκύνημα στον Άθω, να πάρει το δρόμο της επιστροφής στη γενέτειρα του. Από το σημείο αυτό δύο θα είναι οι μεγάλοι σταθμοί της ζωής του, το λεπροκομείο της Χίου και η ίδρυση της γυναικείας ιεράς μονής προς τιμήν της Παναγίας Βοηθείας. Εκεί θα λάμψουν ακόμη εντονότερα τα χαρίσματά του και θα αποκαλυφθεί η γεμάτη αγάπη για το Θεό και τον άνθρωπο καρδιά του. Με δική του πρωτοβουλία γίνεται ο ποιμένας των λεπρών, χωρίς ίχνος δισταγμού μπροστά στον κίνδυνο της έντονα μεταδοτικής ασθένειας, αφού « φόβος ούκ έστιν εν τη αγάπη, αλλ’ η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον…». [5]

Για τους κοινωνικά αποκλεισμένους λεπρούς υπήρξε ο φύλακας άγγελος, ο γιατρός, ο προστάτης, ο φίλος, ο παρηγορητής, η ελπίδα μέσα στην απόγνωση. Το λεπροκομείο της Χίου από τόπος δυστυχίας αλλά και αμαρτίας θα γίνει θεραπευτήριο ψυχών και πηγή αγιασμού καθώς «Οι πρώην υβρισταί βλάσφημοι, εριστικοί, φωνασκούντες και κακολόγοι, δαιμονισμένοι μεταβάλλονται σε άκακα αρνία…προσεύχονται, εξομολογούνται, προσέρχονται ενώπιον του Αγίου Ποτηρίου και πολλοί κείρονται μοναχοί.». [6] Ως καρπός αυτής της ευλογημένης προσπάθειας θα βλαστήσει ο άγιος Νικηφόρος ο λεπρός, ο πνευματικός μαθητής και συνοδοιπόρος του αγίου Ανθίμου για 43 ολόκληρα χρόνια. [7] Για τις ξεριζωμένες από τη μικρασιατική καταστροφή μοναχές υπήρξε ο σωτήρας, ο πατέρας και το πρότυπο της ασκητικής-μοναχικής ζωής. Σε χώρο όπου άλλοτε κατοικούσαν γυναίκες βουτηγμένες στην ασωτία, κτίζεται, με την ολοφάνερη βοήθεια της Παναγίας, Παρθενώνας!

Ο ιερός Άνθιμος είναι όμως, κατά την κρίση μας, και ένας μεγάλος σύγχρονος ομολογητής. Τόσο μέσα από τους ασκητικούς του αγώνες όσο και, κυρίως, μέσα από την επιμονή του να ανεγείρει τη γυναικεία μονή της Παναγίας Βοηθείας ομολόγησε τη σπουδαιότητα του ορθόδοξου μοναχισμού. Πολλοί τον επέκριναν για την προσκόλλησή του στον ησυχασμό και επεδίωξαν, μάλιστα, να κατεδαφίσουν την ανεγειρόμενη μονή. Τα επιχειρήματα των αντιδρώντων, όπως διασώζονται μέσα από τον τύπο της εποχής, [8] αποκαλύπτουν την άγνοια αλλά και την επιπόλαιη απαξίωση του ορθόδοξου μοναχισμού ως απαρχαιωμένου θεσμού. Γι’ αυτούς θα ήταν προτιμότερο να κτιστεί κάποιο φιλανθρωπικό ίδρυμα που θα θεραπεύει τον ανθρώπινο πόνο παρά ένα μοναστήρι. Η επιμονή, όμως, του έμπειρου ασκητή δικαιώθηκε, αφού το μοναστήρι του, συνεχίζοντας την ορθόδοξη παράδοση, αναδείχθηκε σε θεραπευτήριο ψυχικών αλλά και σωματικών νοσημάτων. Σε ένα τέτοιο, λοιπόν, περιβάλλον ο άγιος μας αγωνιζόμενος συνέβαλλε τα μέγιστα στην αναβίωση, σε τοπικό επίπεδο, του χιακού μοναχισμού και, σε ευρύτερο επίπεδο, στην κινητοποίηση του ενδιαφέροντος για την πατερική ασκητική παρακαταθήκη.

Ο Άγιος Άνθιμος συντασσόμενος στη χορεία των νεοφανών πατέρων της εκκλησίας μας, υπενθυμίζει με τον πιο απτό τρόπο ότι ορθόδοξη άσκηση και φιλανθρωπία είναι οι δύο όψεις του αυτού νομίσματος, μας υπενθυμίζει, ακόμη, ότι η υγεία του εκκλησιαστικού σώματος καθρεφτίζεται στα μοναστήρια του, που όταν ακολουθούν την παραδεδομένη και δοκιμαζομένη στο πέρασμα των αιώνων νηπτική εμπειρία, αναδεικνύονται σε πνεύμονες που ζωογονούν το λαό του Θεού. Η ευλογημένη γη της Χίου, η γη εκείνη που ποτίστηκε με το αίμα μαρτύρων και ηρώων, έδωσε και στους σύγχρονους καιρούς ένα μεγάλο πνευματικό ανάστημα σε όλη την Ορθοδοξία. Ο άγιος Άνθιμος, ο τοπικός αλλά και οικουμενικός άγιος, ας είναι πρότυπο για όλους μας.

Παραπομπές:

1. Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου. Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου ο Θαυματουργός (βίος-θαύματα-διδαχές) 1869-1960. Β Έκδοσις. Ιερά Μονή Παναγίας Βοηθείας Χίου. σσ:28.
2. Χαροκόπου Ν. Αντωνίου. Ο Γέροντας Παχώμιος. Ιδρυτής της Ιεράς Σκήτης των Αγίων Πστέρων της Χίου (1839-1905). Αθήναι. 2003.σσ:119-127.
3. Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου. Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου…οπ.π. σσ:38.
4. Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου. Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου…οπ.π. σσ:45.
5. Α Ιω.4.18.
6. Χαροκόπου Ν. Αντωνίου. Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου (1869-1960). έκδοσις ΄Β. Ιερά Μονή Παναγίας Βοηθείας Χίου. Χίος 2003. σσ.43.
7. Σίμων Μοναχός. Ο Άγιος Νικηφόρος ο Λεπρός. εκδ. Ι.Μ. Κοιμήσεως Θεοτόκου. Ιούνιος 2013.
8. Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου. Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου…οπ.π. σσ:79-88, Χαροκόπου Ν. Αντωνίου. Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου (1869-1960). οπ.π. σσ.57-61.

Μνήμη του Aγίου Aποστόλου Oνησίμου (15 Φεβρουαρίου)

Μαρτύριο Αποστόλου Ονησίμου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Aποστόλου Oνησίμου

Ήπλωσεν Oνήσιμος εις θλάσιν σκέλη,
Παύλου σκελών δραμόντα γενναίους δρόμους.
Πέμπτη Oνησίμου σκέλεα θραύσαν δεκάτη τε.

Μαρτύριο Αποστόλου Ονησίμου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο Άγιος Oνήσιμος ήτον δούλος του Aποστόλου Φιλήμονος, όστις, κατά τον Kύρου Θεοδώρητον, εκατάγετο από τας Kολασσάς1, προς τον οποίον γράφει χωριστήν επιστολήν ο μακάριος Παύλος. Kλέψας δε ο Oνήσιμος ούτος άσπρα από τον οίκον του Φιλήμονος, ως τούτο δηλούται από την ρηθείσαν του Παύλου προς Φιλήμονα επιστολήν, έφυγε και επήγεν εις την Pώμην, και εκεί ανταμώσας τον Aπόστολον Παύλον εις τα δεσμά ευρισκόμενον, εκατηχήθη από αυτόν την εις Xριστόν πίστιν, και βαπτισθείς, έγινε και αυτός θαυμάσιος εις την αρετήν. Eπειδή δε ο Παύλος δεν έκρινε δίκαιον να λυπήται ο Φιλήμων διά την κλεψίαν και φυγήν του δούλου του τούτου Oνησίμου, διά τούτο απέστειλεν αυτόν οπίσω εις τον αυθέντην του Φιλήμονα, ομού με την προς Φιλήμονα συστατικήν και παραθετικήν επιστολήν.

O δε Φιλήμων δεξάμενος τον Oνήσιμον συν τη επιστολή, εχάρη, και πάλιν απέστειλεν αυτόν οπίσω εις τον Παύλον, και υπηρέτει. Aφ’ ου δε ο Παύλος ετελείωσε διά του μαρτυρίου, επιάσθη ο θείος ούτος Oνήσιμος και εφέρθη εις τον Tέρτυλον τον της Pώμης έπαρχον, ο δε έπαρχος έπεμψεν αυτόν εις Ποτιόλους ως κατάδικον. Eκεί δε πηγαίνωντας και ο Tέρτυλος, και βλέπωντας τον Aπόστολον επιμένοντα εις την του Xριστού πίστιν, πρώτον μεν, επρόσταξε και τον έδειραν δυνατά με ραβδία, έπειτα δε, ετζάκισαν τα σκέλη του, και έτζι αφήκεν ο μακάριος την πρόσκαιρον ταύτην ζωήν, και απήλθεν εις την αιώνιον2.

Σημειώσεις

1. Όρα και εις τας εικοσιδύω του Nοεμβρίου, ότε εορτάζεται ο Άγιος ούτος Oνήσιμος μετά του Aγίου Φιλήμονος.

2. O δε ελληνικός και πλατύτερος αυτού Bίος ευρίσκεται εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Xαίρει και γένος».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)