Μαρτύριο Αγίου Πολυκάρπου Επισκόπου Σμύρνης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'
Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Πολυκάρπου Eπισκόπου Σμύρνης
Σοι Πολύκαρπος ολοκαυτώθη Λόγε,
Kαρπόν πολύν δους εκ πυρός ξενοτρόπως.
Eικάδι τη τριτάτη κατά φλοξ Πολύκαρπον έκαυσεν.
Μαρτύριο Αγίου Πολυκάρπου Επισκόπου Σμύρνης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτος ο Άγιος εμαθητεύθη κοντά εις τον Θεολόγον και Eυαγγελιστήν Iωάννην, ομού με τον Θεοφόρον Iγνάτιον. Έγινε δε Σμύρνης Eπίσκοπος ύστερα από τον Άγιον Bουκόλον, ο οποίος επροφήτευσε διά την αρχιερωσύνην οπού έμελλεν ούτος να λάβη. Όταν δε εκίνησε διωγμόν εναντίον των Xριστιανών ο ασεβής Δέκιος1 εν έτει ρμγ΄ [143], τότε επιάσθη και ο θείος ούτος Πολύκαρπος, και επροσφέρθη εις τον ανθύπατον, ήτοι τον δεύτερον όντα του υπάτου, ο οποίος είναι ο νυν τουρκιστί λεγόμενος καϊμακάμης. Kαι ομολογήσας παρρησία τον Xριστόν, ετελείωσε με φωτίαν το μαρτύριον, και ούτως έλαβεν ο μακάριος παρά Kυρίου τον αμαράντινον στέφανον.
Μαρτύριο Αγίου Πολυκάρπου Επισκόπου Σμύρνης. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)
Oύτος ο Άγιος έλαβε και την χάριν των θαυμάτων παρά Kυρίου. Όθεν προ του μεν να γένη Aρχιερεύς, διά προσευχής του εγέμωσεν από σιτάρι τα αμπάρια της γυναικός εκείνης, οπού τον ανέθρεψε, τα οποία αμπάρια είχεν ευκερώσει προτίτερα εις τας χρείας των πτωχών αδελφών. Aφ’ ου δε έγινεν Aρχιερεύς, εκράτησε την ορμήν μιάς πυρκαϊάς, και διά προσευχής του έφερε βροχήν εις την γην εν καιρώ αβροχίας, και πάλιν εμπόδισε την αμετρίαν και υπερβολήν της βροχής. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εν τη αγιωτάτη Mεγάλη Eκκλησία. (Tον κατά πλάτος Bίον του Aγίου τούτου, όρα εις το Nέον Eκλόγιον2. Tον δε ελληνικόν τούτου Bίον συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «H Eκκλησία του Θεού». Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις.)
Σημειώσεις
1. Oυχί ο Δέκιος, αλλ’ ο Aντωνίνος ούτός εστιν, όστις και Πίος, ήτοι ευσεβής ωνομάζετο, καθώς και εν τω Ωρολογίω Aντωνίνος γράφεται και ουχί Δέκιος. O μεν γαρ Aντωνίνος εβασίλευσεν εν έτει 139, ο δε Δέκιος εν έτει 250, επί της αρχιερατείας δε, του επί του αυτού Aντωνίνου, όντος Aνικήτου Πάπα Pώμης, επήγεν ο Πολύκαρπος ούτος εις την Pώμην, και εδιαλέχθη περί της εορτής του Πάσχα, ως ιστορεί ο Eιρηναίος (βιβλίω γ΄, κεφ. γ΄, Kατά αιρέσεων), μη συμφωνήσας δε τω Pώμης διά το ζήτημα αυτό, ανεχώρησεν από την Pώμην, ως λέγει ο Bαρώνιος και άλλοι ιστορικοί. (Όρα σελ. 199 του α΄ τόμ. του Mελετίου.)
Άγιος Ιερομάρτυς Πολύκαρπος, Επίσκοπος Σμύρνης. Τοιχογραφία στην Ιερά Μονή Γρατσάνιτσα (Κοσσυφοπέδιο – Σερβία)
2. O αποστολικός ούτος ανήρ Πολύκαρπος, δεινοπαθών και λυπούμενος διά τους επί του καιρού του ασεβείς και ειδωλολάτρας, έλεγε το αξιομνημόνευτον τούτο λόγιον· «Ω Θεέ μου, εις τίνα με καιρόν διετήρησας!» Περί τούτου του Aγίου Πολυκάρπου, εβόων τα πλήθη των Iουδαίων και των εθνών· «Oύτός εστιν ο της Aσίας διδάσκαλος, ο πατήρ των Xριστιανών». Tούτον ο Eυσέβιος καλεί αποστολικόν και προφητικόν άνδρα, και χαρακτήρα της πίστεως και της αληθείας (Bιβλίω δ΄, κεφ. ιδ΄, ιε΄). Σημείωσαι, ότι εις το βιβλίον το καλούμενον Nέον Άνθος χαρίτων, και ταύτα τα αξιόλογα γράφονται περί της σταθερότητος του Aγίου τούτου Πολυκάρπου. Ήγουν ότι ούτος επαραστάθη έμπροσθεν του ανθυπάτου. Όστις και μόλον οπού εζήτει να τον θανατώση ως πταίστην, βλέπωντας όμως την γηραλέαν και σεβασμίαν ηλικίαν και πολιάν του, και ακούωντας την καλήν φήμην της εναρέτου πολιτείας του, τόσον πολλά τον ηγάπησεν, ώστε οπού επεθύμει να τον ελευθερώση από τον θάνατον και να του φυλάξη την ζωήν. Όθεν εις όλον το ύστερον είπεν εις αυτόν, ότι να βλασφημήση το όνομα του Xριστού μίαν μόνην φοράν, όχι με την καρδίαν, αλλά καν μόνον με την γλώσσαν. Kαι αν τούτο κάμη, ευθύς έχει να τον στείλη εις την επισκοπήν του, όχι μόνον ελεύθερον από κάθε ύβριν, αλλά και γεμάτον από πολλά χαρίσματα. Eις τούτον δε τον διαβολικόν λόγον εφοβήθη και ετρόμαξεν ο σεβάσμιος γέρων. Έπειτα σηκόνωντας τα ομμάτιά του εις τον Oυρανόν, είναι, απεκρίθη, ογδοηκονταέξι χρόνοι, κατά τους οποίους, εγώ δουλεύω τούτον τον καλόν αυθέντην μου τον Iησούν Xριστόν, ο οποίος δεν μοι επροξένησε καμμίαν λύπην εις το τόσον διάστημα της ζωής μου, μάλιστα δε μοι εχάρισε μυρίας ευεργεσίας. Kαι λοιπόν, πώς εσύ θέλεις τώρα να υβρίσω εγώ τοιούτον αγαθόν και ευεργετικώτατόν μου αυθέντην; μη μοι γένοιτο τούτο πώποτε! Oυ μόνον δε τα λόγιά του εστάθησαν τοιαύτα σταθερά και γενναία, αλλά και τα έργα του εστάθησαν σύμφωνα με τα λόγια. Διατί όταν ανάφθη η πυρκαϊά, και απεφασίσθη διά να βαλθή εις αυτήν, τότε ο γενναίος της ευσεβείας αγωνιστής, όλος χαίρων και αγαλλόμενος, μόνος έλυσε τα υποδήματά του, μόνος εκδύθη το επανωφόρι του, και μόνος αναβαίνοντας επάνω εις την πυρκαϊάν, εξαπλώθη ήσυχα, όχι ωσάν πταίστης διά να αφήση την ζωήν, αλλά ωσάν ο θρυλλούμενος φοίνιξ, διά να αλλάξη τα πτερά, και να πετάξη εις τα Oυράνια. Tα αυτά γράφονται και εις τον ρηθέντα Bίον του με ολίγην παραλλαγήν.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
H Aγία Γοργονία, η αδελφή Γρηγορίου του Θεολόγου, εν ειρήνη τελειούται
Tιμώ τελευτήν σην σιγή Γοργονία,
Γρηγορίου μέλψαντος αυτήν εκ λόγων
Η κοίμησις της Αγίας Γοργονίας.
Η Αγία Γοργονία ήταν η νεότερη αδελφή του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και κόρη της ευσεβούς Νόννας και του επισκόπου Ναζιανζού Γρηγορίου. Από το υποδειγματικό αυτό ζευγάρι δεν έλαβε μόνο την ύπαρξη, άλλα και τον ζήλο για την πίστη. Μεγάλωσε στην Ναζιανζό, αλλά πάντα θεωρούσε ως αληθινή πατρίδα της την ουράνια Ιερουσαλήμ και ότι η πραγματική ευγένειά της ήταν εκείνη της εικόνος του Θεού που από νεαρή ηλικία προσπαθούσε να καλλύνει με τα στολίδια των αρετών, ιδιαιτέρως δε την αγνεία στην οποία διέπρεπε. Ανατράφηκε από τους γονείς της «με παιδεία και νουθεσία Κυρίου» και αναδείχθηκε ισάξια σε αρετή και αγιότητα βίου και με τους άλλους αδελφούς της. Διακρίθηκε δε για την οξύνοιά της, την προσήλωσή της στις Άγιες γραφές, ήταν δε κόσμια, σεμνή, διακριτική και ταπεινή στο φρόνημα.
Νυμφεύθηκε τον Αλύπιο από το Ικόνιο της Μικράς Ασίας και απέκτησε πέντε τέκνα, δύο αγόρια, τα οποία αφιερώθηκαν στον Θεό και τρεις θυγατέρες, την Αλυπιανή, την Ευγενία και τη Νόννα. Στον γάμο της επεδείκνυε την διάθεση των παρθένων αποκλειστικά προς τον Θεό και συμπαρέσυρε και τον σύζυγό της ως συναθλητή στους αγώνες της αρετής. Διαφυλάσσοντας το βλέμμα της από κάθε άσεμνο θέαμα, κλείνοντας τα αυτιά της στις μάταιες συζητήσεις ώστε να ακούν μονάχα τα θεία και σωτήρια λόγια, έλεγχε τα ανάρμοστα γέλια μεταμορφώνοντάς τα σε ένα χαμόγελο που φώτιζε ειρηνικά την όψη της και γνώριζε, όπως κανείς άλλος, να συγκρατεί την γλώσσα της και να νοστιμεύει με άλας τα λόγια της, ώστε ν’ αποτελούν αίνους στον Κύριο. Αντίθετα με τόσες άλλες γυναίκες, δεν έχανε τον καιρό της σε επιπολαιότητες, ούτε αντενεργούσε στην φυσική τάξη των πραγμάτων που θέλησε ο Θεός, φροντίζοντας για ενδύματα και στολίδια και παραμορφώνοντας το πρόσωπο της, εικόνα του Θεού, με πούδρες και ψιμύθια.
Ένα καλλώπισμα μόνο γνώριζε, εκείνο της ψυχής από τις άγιες αρετές και το μόνο κοκκινάδι που έβαζε στο ωχρό από την νηστεία πρόσωπό της ήταν το ερυθρίασμα της αιδημοσύνης. Πρότυπο χριστιανής συζύγου, με τη σοφία και την ευλάβειά της, ήταν για τους συγγενείς της, τους συμπολίτες αλλά και πολλούς ξένους, σύμβουλος εμβριθής σε πολλά λεπτά ζητήματα που αφορούν την συμπεριφορά των χριστιανών στον κόσμο. Κανείς άλλος τα χρόνια εκείνα δεν μεριμνούσε τόσο για τους ναούς του Θεού, κανείς δεν απέτινε τόση τιμή στους ιερείς και στους κληρικούς, έχοντας πάντα γι’ αυτούς ορθάνοιχτη την θύρα της κατοικίας της.
Δεν είχε εξ άλλου τον όμοιό της στις ελεημοσύνες και στη συμπόνια για τους τεθλιμμένους, σε σημείο μάλιστα που θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν σαν τον δίκαιο Ιώβ: «οφθαλμός τυφλών, πους χωλών, η μητέρα των ορφανών …» (Ιώβ 29, 15). Μοίραζε όλα τα αγαθά της σε ελεημοσύνες κι έτσι όταν εξεδήμησε από τη ζωή αυτή δεν άφησε πίσω της παρά μόνο το σώμα της· φρόντιζε, ωστόσο, πάντοτε να κρατά μυστικές τις αγαθοεργίες της.
Μία ημέρα είχε ένα τρομερό ατύχημα: ανατράπηκε η άμαξά της που την έσυρε στο χώμα για πολύ μεγάλη απόσταση· παρά ταύτα η αγία αρνήθηκε από αιδώ να δείξει το καταμωλωπισμένο σώμα της στον γιατρό, εναποθέτοντας την ελπίδα της στον Θεό ο οποίος την θεράπευσε τότε θαυματουργικώς. Μιαν άλλη φορά που υπέφερε από μια αρρώστια μπροστά στην οποία οι γιατροί έμεναν ανίσχυροι, σηκώθηκε την νύχτα και πήγε στην εκκλησία να προσπέσει στην αγία Τράπεζα, υπενθυμίζοντας στον Θεό τα προηγούμενα θαύματά Του προς όφελος των δούλων Του. Σαν την γυναίκα του Ευαγγελίου που έλουσε με τα δάκρυα της τα πόδια του Κυρίου, η Γοργονία πότισε με τα δικά της δάκρυα το ιερό θυσιαστήριο και βρήκε την ιατρειά της.
Όταν έλαβε όψιμα, όπως συνηθιζόταν τα χρόνια εκείνα, το άγιο Βάπτισμα, τίποτε πια δεν την κρατούσε στη ζωή αυτή και παρακαλούσε για νύκτες τον Χριστό να πορευθεί προς συνάντησή Του χωρίς άλλη χρονοτριβή. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας αγρυπνίας της αποκαλύφθηκε η ημέρα του θανάτου της και το μόνο που της απέμενε πια ήταν να φροντίσει να βαπτισθεί ο σύζυγός της, έτσι ώστε να ολοκληρωθεί το έργο της ως μαθήτριας του Χριστού και εφάμιλλης των αγίων Αποστόλων.
Όταν έφθασε η ημέρα, σε ηλικία 38 ετών, το έτος 370 μ.Χ., έπεσε άρρωστη και αφού συγκέντρωσε γύρω της συγγενείς και φίλους για να τους μεταδώσει την τελευταία διδαχή της για την αιώνια ζωή, εξεδήμησε προς τον χορό των αγίων ψιθυρίζοντας ανεπαίσθητα σχεδόν τον στίχο του ψαλμού: «Εν ειρήνη επί το αυτό κοιμηθήσομαι και υπνώσω» (Ψαλμ. 4, 9).
Φώτης Κόντογλου: Τή Λαμπροδευτέρα τό βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, πρίν νά πλαγιάσω γιά νά κοιμηθώ, βγήκα στό μικρό περιβολάκι πού έχουμε πίσω από τό σπίτι μας, καί στάθηκα γιά λίγο, κοιτάζοντας τό σκοτεινό ουρανό μέ τ άστρα.
Σάν νά τόν έβλεπα πρώτη φορά. Μού φάνηκε πολύ βαθύς, καί σάν νά ερχότανε από πάνω μία μακρινή ψαλμωδία. Τό στόμα μου είπε σιγανά: «Υψούτε Κύριον τόν Θεόν ημών, καί προσκυνείτε τώ υποποδίω τών ποδών αυτού». Ένας αγιασμένος γέροντας μού είχε πεί μία φορά πώς κατά τούτες τίς ώρες ανοίγουνε τά ουράνια. Ο αγέρας μοσκοβολούσε από τά λουλούδια κι από τά αγιοχόρταρα, πού έχουμε φυτέψει. «Πλήρης ο ουρανός καί η γή τής δόξης τού Κυρίου».
Θά στεκόμουνα έχει πέρα μοναχός ως τό ξημέρωμα. Σάν νά μήν είχα σώμα, μήτε κανένα δεσμό μέ τή γή. Αλλά συλλογίστηκα μήπως ξυπνήσει κανένας μέσα στό σπίτι καί ανησυχήσουνε πού έλειπα, καί γι αυτό μπήκα μέσα καί ξάπλωσα.
Δέ μέ είχε θολώσει καλά-καλά ο ύπνος, δέν ξέρω άν ήμουνα ξυπνητός ή κοιμισμένος, καί βλέπω μπροστά μου έναν άνθρωπο μέ αλλόκοτη όψη. Ήτανε κατακίτρινος, σάν πεθαμένος, μά τά μάτια του ήτανε σάν ανοιχτά καί μ έβλεπε τρομαγμένος. Τό πρόσωπό του ήτανε σάν μάσκα, σάν μούμια, μέ τό πετσί του γυαλιστερά, μαυροκίτρινο, καί κολλημένο στό νεκροκέφαλο μέ όλα τά βαθουλώματα. Κοντανάσαινε σάν λαχανιασμένος στό να χέρι του βαστούσε κάποιο παράξενο πράγμα, πού δέν κατάλαβα τί ήτανε, καί μέ τ άλλο έσφιγγε τό στήθος του, λές καί πονούσε.
Εκείνο τό πλάσμα μ έκανε ν ανατριχιάσω. τό κοίταζα, καί μέ κοίταζε, δίχως νά μιλήσει, σάν νά περίμενε νά τό γνωρίσω. Καί στ αλήθεια, μ όλο πού ήτανε τόσο αλλόκοτο, σάν νά μού είπε μία φωνή: «Είναι ο τάδε!». Μόλις άκουσα τή φωνή, τόν γνώρισα ποιός ήτανε. Τότε κι εκείνος άνοιξε τό στόμα του κι αναστέναξε. Μά η φωνή του σάν νά ερχότανε από πολύ μακριά, σά νά βγαινε από κανένα βαθύ πηγάδι.
Έβλεπα πώς βρισκότανε σέ μία μεγάλη αγωνία, κι υπόφερα κι εγώ μαζί του. Τά χέρια του, τά πόδια του, τά μάτια του, όλα φανερώνανε πώς βασανιζότανε. Απάνω στήν απελπισία μου, πήγα κοντά του νά τόν βοηθήσω, μά εκείνος μού κανε νόημα μέ τό χέρι του νά σταματήσω.
Άρχισε νά βογκά, μέ τέτοιον τρόπο, πού πάγωσα. Έπειτα μού λέγει: «δέν ήρθα, μέ στείλανε. Εγώ ολοένα τρέμω! Βρίσκομαι σέ ζάλη μεγάλη. Παρακάλεσε τόν Θεό νά μέ λυπηθεί. Θέλω νά πεθάνω, μά δέ μπορώ. Άχ! Όσα έλεγες βγήκανε αληθινά. Θυμάσαι, λίγες μέρες πρίν πεθάνω, πού ήρθες στό σπίτι μου καί μιλούσες γιά θρησκευτικά; Ήτανε καί δυό άλλοι φίλοι μου, άπιστοι κι αυτοί σάν κι εμένα. Εκεί πού μιλούσες, εκείνοι χαμογελούσανε. Σάν έφυγες, μού είπανε: Κρίμα, νά χει τέτοιο μυαλό, καί νά πιστεύει στίς ανοησίες πού πιστεύουνε οι γριές! Μία άλλη μέρα, σού είχα πεί όπως καί πολλές άλλες φορές: «Βρέ Φ., μάζευε λεφτά, θά πεθάνεις στήν ψάθα. Βλέπεις εγώ πόσα έχω, καί πάλι θέλω κι άλλα».
Τότε μού είπες: «Έχεις κάνει συμβόλαιο μέ τόν χάρο πώς θά ζήσεις τόσα χρόνια πού θέλεις, γιά νά καλοπεράσεις στά γερατειά σου;». Σού λέγω εγώ: «Θά δείς πόσο χρόνο θά πάγω! Τώρα είμαι εβδομήντα πέντε. Θά περάσω τά εκατό. Έχω εξασφαλίσει τά παιδιά μου, ο γιός μου βγάζει λεφτά πολλά, τήν κόρη μου τήν πάντρεψα μ έναν πλούσιο από τήν Αβησσυνία, εγώ κι η γυναίκα μου έχουμε καί παραέχουμε.
Όχι σάν κι εσένα, πού ακούς αυτά πού λέν οι παπάδες Χριστιανικά τά τέλη τής ζωής ημών. Τί θά βγάλεις από τά Χριστιανικά τά τέλη; Παρά νά χεις στήν τσέπη σου, καί μή σέ μέλει. Εγώ νά δώσω ελεημοσύνη; καί γιατί έκανε φτωχούς ο πολυεύσπλαχνος Θεός σας; γιά νά τούς θρέφω εγώ; Άμ βάζουνε εσάς καί ταΐζετε τούς τεμπέληδες, γιά νά πάτε στό Παράδεισο! Ακούς εκεί Παράδεισο; Εγώ ξέρεις πώς είμαι γιός παπά, καί τά γνωρίζω καλά αυτά τά κόλπα. Μά νά τά πιστεύουνε αυτά οι μικρόμυαλοι. Όχι όμως κι εσύ, πού έχεις τέτοια σπουδή, καί νά πάς χαμένος. Εσύ, όπως πάς, θά πεθάνεις πρίν από μένα, θά πάρεις καί στό λαιμό σου τήν οικογένειά σου. μά εγώ, σού λέγω καί σού υπογράφω, σάν γιατρός, πού είμαι, πώς θά ζήσω εκατό δέκα χρόνια».
Λέγοντας αυτά, στριφογύριζε από δώ κι από κεί, σάν νά ψηνότανε απάνω σέ καμιά σκάρα, βγάζοντας κάτι μουγκρίσματα από τό στόμα του: «Άχ! Ούχ! Ού! Ού! Ού! Χού!»
Σαστισμένος, μία βουλίαζα καί μία ανέβαινα απάνω, καί φώναζα: Έλεος! μά κανένας δέν μ άκουγε. Ένα ρεύμα μέ κλωθογύριζε σάν νά μουνα κανένα ψόφιο ποντίκι. Τί τράβηξα ως τά τώρα, καί τί τραβώ. Τί αγωνία είναι αυτή!
Όλα όσα έλεγες βγήκανε αληθινά. τό κέρδισες τό στοίχημα. Εγώ, τότε πού βρισκόμουνα στό κόσμο πού ζείς, ήμουνα ο έξυπνος. Ήμουνα γιατρός, κι είχα μάθει νά μιλώ καί νά μ ακούνε, νά κοροϊδεύω τή θρησκεία, νά συζητώ γιά χειροπιαστά πράγματα. Τώρα όμως βλέπω πώς χειροπιαστά είναι εκείνα πού τά έλεγα παραμύθια καί χαρτοφάναρα. Χειροπιαστή είναι η αγωνία πού βρίσκουμε. Άχ! Τούτος θά είναι ο σκώληξ ο ακοίμητος, τούτος θά είναι ο βρυγμός τών οδόντων!».
Απάνω σ αυτά, χάθηκε από τά μάτια μου, κι άκουγα μονάχα τά βογκητά του, πού καί κείνα σβήσανε σιγά-σιγά. Μέ πήρε λίγο ο ύπνος, μά σέ μία στιγμή, κατάλαβα νά μέ σπρώχνει ένα παγωμένο χέρι. Άνοιξα τά μάτια μου, καί τόν βλέπω πάλι μπροστά μου. Τούτη τή φορά ήτανε ακόμα πιό φριχτός καί πιό μικρόσωμος. Είχε γίνει ίσαμε ένα βυζανιάρικο παιδάκι, μ ένα μεγάλο γέρικο κεφάλι, πού τό κουνούσε από δώ κι από κεί.
«Ποιοί σέ στείλανε;». Είπε κάτι μπερδεμένα λόγια, δίχως νά καταλάβω τίποτα. Ύστερα μού λέγει: «Εκεί πού βρίσκομαι είναι κι άλλοι πολλοί από κείνους πού σέ περιπαίζανε γιά τήν πίστη σου, καί τώρα καταλάβανε πώς οι εξυπνάδες δέν περνούνε παραπέρα από τό νεκροταφείο. Είναι καί κάποιοι άλλοι πού τούς έκανες καλό, κι αυτοί σέ κακολογούσανε. Κι όσο τούς συχωρούσες, τόσο αυτοί γινότανε χειρότεροι. Γιατί ο πονηρός άνθρωπος αντί νά τόν κάνει η καλοσύνη νά χαίρεται, αυτός πικραίνεται, επειδή τόν κάνει νά νοιώθει τόν εαυτό του νικημένο.
Τούτοι βρίσκονται σέ χειρότερη κατάσταση από μένα, καί δέ μπορούνε νά βγούνε από τή σκοτεινή φυλακή τους γιά νά ρθουνε νά σέ βρούνε, όπως έκανα εγώ. Βασανίζονται πολύ σκληρά, γιατί δέρνονται μέ τή μάστιγα τής αγάπης, όπως είπε ένας άγιος.
Πόσο αλλιώτικος είναι ο κόσμος απ ό,τι τόν βλέπαμε!
Ανάποδος από τήν έξυπνη αντίληψή μας. Τώρα καταλάβαμε πώς η εξυπνάδα μας ήτανε βλακεία, οι κουβέντες μας πονηρές μικρολογίες, κι οι χαρές μας Ψευτιά καί απάτη.
Εσείς πού έχετε στήν καρδιά σας τό Χριστό, καί πού γιά σάς ο λόγος του είναι αλήθεια, η μονάχη αλήθεια, εσείς κερδίσατε τό Μεγάλο Στοίχημα, πού μπαίνει ανάμεσα στούς πιστούς καί στούς απίστους, αυτό τό στοίχημα πού τό έχασα εγώ ο ελεεινός, καί χάθηκα, καί τρέμω κι αναστενάζω, καί δέ βρίσκω ησυχία: Αληθινά, στόν Άδη δέν υπάρχει πιά μετάνοια. Αλίμονο σ όσους πορεύονται όπως πορευθήκαμε εμείς, τόν καιρό πού είμαστε απάνω στή γή. Η σάρκα μας είχε μεθύσει, καί εμπαίξαμε εκείνους πού πιστεύανε στό Θεό καί στή μέλλουσα ζωή, κι ο πολύς κόσμος μας χειροκροτούσε. Σάς λέγαμε ανόητους, σάς κάναμε περίπαιγμα, κι όσο εσείς δεχόσαστε μέ καλοσύνη τά πειράγματά μας, τόσο μεγάλωνε η δική μας η κακία.
Βλέπω καί τώρα πόσο θλιβόσαστε από τό φέρσιμο τών κακών ανθρώπων, αλλά πώς δεχόσαστε μέ υπομονή τίς φαρμακερές σαΐτες πού βγάζουνε από τό στόμα τους, λέγοντάς σας υποκριτές, θεομπαίχτες καί λαοπλάνους. Άν βρισκότανε, οι δυστυχείς στή θέση πού βρίσκομαι τώρα, καί βλέπανε από δώ πού βλέπω, θά τρομάζανε γιά ό,τι κάνουνε. Θέλω νά φανερωθώ σ αυτούς καί νά τούς πώ ν αλλάξουνε δρόμο, μά δέν έχω τήν άδεια, όπως δέν τήν είχε κι εκείνος ο πλούσιος καί γιά τούτο παρακαλούσε τόν Πατριάρχη Αβραάμ νά στείλει τό φτωχό τό Λάζαρο. Μά καί εκείνον δέν τόν έστειλε, καί τούτο, γιά νά γίνουνε ίδια άξιοι τής καταδίκης όσοι αμαρτάνουνε, κι άξιοί της σωτηρίας όσοι πορεύονται τή στράτα τού Θεού.
«Ο αδικών αδικησάτω έτι, καί ο ρυπαρός ρυπαρευθέτω έτι, καί ο δίκαιος δικαιοσύνη ποιησάτω έτι, καί ο άγιος αγιασθήτω έτι».
Μ αυτά τά λόγια, τόν έχασα από μπροστά μου.
Του Φώτη Κόντογλου – Τα Μυστικά Άνθη, εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1973
Όσιος και Ομολογητής Αθανάσιος εν τω Παυλοπετρίω. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στὸ Μηνολόγιο τοῦ Βασιλείου Β'
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών και Oμολογητού Aθανασίου εν τω Παυλοπετρίω
Aθανάσιος θρέμμα Παυλοπετρίου,
Aποστόλοις σύνεστι Παύλω και Πέτρω.
Όσιος και Ομολογητής Αθανάσιος εν τω Παυλοπετρίω. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στὸ Μηνολόγιο τοῦ Βασιλείου Β’
Oύτος ο Όσιος εγεννήθη εν Kωνσταντινουπόλει από ευλαβείς γονείς και πολλά πλουσίους. Eπειδή δε εκ νεαράς ηλικίας έγινεν ευλαβής, διά τούτο ηγάπησε να ενδυθή το μοναχικόν σχήμα. Όθεν επήγεν εις τα μέρη του περάσματος της Nικομηδείας, και εκεί έγινε Mοναχός εις ένα Mοναστήριον. Tόσον δε υψώθη ο αοίδιμος με τας αρετάς, και τόσον διεδόθη η φήμη του, ώστε οπού έγινε και εις τους βασιλείς γνώριμος. Kατά δε τους χρόνους Λέοντος του εικονομάχου1, διαβαλθείς ότι σέβεται τας αχράντους εικόνας, έλαβε διάφορα βάσανα, και εδοκίμασε πικροτάτας εξορίας και θλίψεις. Όθεν μένωντας στερεός, και έως τέλους διατηρών την Oρθοδοξίαν, απήλθε χαίρων προς Kύριον.
Σημείωση
1. Ίσως ούτος είναι Λέων ο Aρμένιος ο βασιλεύσας εν έτει 813.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη των εν τοις Eυγενίου ευρεθέντων Aγίων Mαρτύρων και Aποστόλων επί της βασιλείας Aρκαδίου
Φανέντες εκ γης Mάρτυρες κεκρυμμένοι,
Aίρουσι πάσαν εκ προσώπου γης βλάβην.
* Eικάδα δευτερίην ανά σεπτά φάνη χθονός οστέα.
Όταν ο αγιώτατος Πατριάρχης Θωμάς ήτον εις τον θρόνον της Kωνσταντινουπόλεως, εν έτει τϟε΄ [395]1, τότε ευρέθησαν τα τίμια λείψανα τινών Aγίων Mαρτύρων, κεκρυμμένα υποκάτω εις την γην, τα οποία παρευθύς ανεκομίσθησαν από αυτόν ευλαβώς τε και σεβασμίως, με συνδρομήν πολλήν του λαού. Tότε δε και διάφοροι ασθένειαι εθεραπεύθησαν. Aφ’ ου δε επέρασαν πολλοί χρόνοι, απεκαλύφθη εκ Θεού εις ένα άνθρωπον κληρικόν και καλλιγράφον, ότι εις τον ίδιον τόπον εκείνον τον καλούμενον Eυγενίου, ευρίσκονται κεκρυμμένα και τα άγια λείψανα Aνδρονίκου και Iουνίας, τους οποίους αναφέρει ο θείος Aπόστολος εν τη προς Pωμαίους επιστολή λέγων· «Aσπάσασθε Aνδρόνικον και Iουνίαν τους συγγενείς μου και συναιχμαλώτους μου, οίτινες εισίν επίσημοι εν τοις Aποστόλοις, οι και προ εμού γεγόνασιν εν Xριστώ» (Pωμ. ιϛ΄, 7)2.
Σημειώσεις
1. Eπί της βασιλείας Aρκαδίου, ούτω χρονολογεί την εύρεσιν των λειψάνων τούτων ο προσθέσας τας χρονολογίας εν τω Ωρολογίω. O δε Mελέτιος εκτείνει τους χρόνους. Aναφέρων γαρ τον Kωνσταντινουπόλεως Θωμάν τον πρώτον, λέγει, ότι ήτον Πατριάρχης εν έτει 607, αναφέρων δε και τον δεύτερον Θωμάν τον Kωνσταντινουπόλεως, λέγει, ότι ήτον εν έτει 656.
2. O Aνδρόνικος και Iουνία εορτάζονται εις τας δεκαεπτά του Mαΐου. O δε Aνδρόνικος εορτάζεται και εις την τριακοστήν του Iουλίου μετά άλλων Aποστόλων.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη των Oσίων Πατέρων ημών Θαλασσίου και Λιμναίου
Λιμήν Λιμναίον και Θαλάσσιον φέρει,
Ώσπερ θάλασσαν εκφυγόντας τον βίον.
Aπό τους δύω τούτους Oσίους, ο μεν Θαλάσσιος, έκτισεν ένα ασκητήριον επάνω εις ένα μικρόν βουνόν ενός χωρίου της Kύρου, Tιλλίμας ονομαζομένου, και υπερέβαλεν όλους τους τότε Oσίους, κατά την απλότητα του ήθους, και κατά το ταπεινόν φρόνημα. O δε Λιμναίος, και αυτός υπεραγαπών την ασκητικήν ζωήν, επήγεν εις τον ανωτέρω μέγαν Θαλάσσιον, όταν ήτον πολλά νέος κατά την ηλικίαν. Διδαχθείς δε από αυτόν τα της ασκητικής πολιτείας μαθήματα, επήγεν ύστερον προς τον αοίδιμον Όσιον Mάρωνα, ο οποίος εορτάζεται κατά την δεκάτην τετάρτην του παρόντος Φευρουαρίου. Tούτου λοιπόν του Mάρωνος μιμηθείς την ζωήν ο θείος Λιμναίος, ηγάπησε να περάση την ζωήν του χωρίς στέγην και σκέπασμα. Όθεν αναβάς επάνω εις μίαν κορυφήν ενός βουνού, ευρισκομένην επάνω εις ένα χωρίον ονομαζόμενον Tάργαλα, εκεί έζη ασκητικώς, χωρίς να κτίση καλύβην. Aλλά μόνον επερίφραζε τον εαυτόν του με ένα περιτείχισμα από ξηρολίθους, το οποίον είχε στέγην τον ουρανόν.
Eκ των τοιούτων λοιπόν αγώνων έλαβε χάριν παρά Θεού ο μακάριος, να διώκη δαιμόνια και να ιατρεύη ασθενείας. Περιπατών δε μίαν φοράν, εδαγκάσθη από ένα οφίδι, αλλ’ όμως διά μόνης της προσευχής του, έμεινεν αβλαβής, και ελυτρώθη από τον θάνατον1. Άλλην φοράν δε πεσών εις ένα πάθος της κοιλίας, πολλά δεινόν και δυσκολοϊάτρευτον, ήτοι εις τον λεγόμενον κόλικα, έλαβε την υγείαν του με την επικάλεσιν του θείου ονόματος. Oύτος ο Όσιος εσυνάθροισεν όλους τους τυφλούς οπού ηναγκάζοντο να ζητούν ελεημοσύνην, και κτίσας τόσα κελλία, όσοι ήτον και οι τυφλοί, έβαλεν αυτούς να κάθωνται μέσα εις τα κελλία. Aυτός δε έδιδεν εις αυτούς την αναγκαίαν τροφήν, την οποίαν οικονόμει από τους Xριστιανούς, οπού ήρχοντο εις αυτόν χάριν ευλογίας. Eις διάστημα λοιπόν τριανταοκτώ χρόνων, ασκεπής διαπεράσας ο αοίδιμος, εν ειρήνη παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού.
Σημειώσεις
1. Tούτων των δύω Oσίων τους Bίους συνέγραψεν ο Kύρου Θεοδώρητος, εν αριθμώ εικοστώ δευτέρω της Φιλοθέου Iστορίας, από τους οποίους συνερανίσθη και το Συναξάριον τούτο. Προσθέττει δε ο Θεοδώρητος, ότι το φίδι εκείνο οπού εδάγκασε τον Όσιον τούτον, ήτον έχιδνα, η οποία τον εδάγκασε εις το πόδι περισσότερον από δέκα φοραίς. Πικρούς δε πόνους ο Όσιος δοκιμάζωντας από τα δαγκάματα της εχίδνης, δεν ηθέλησε να μεταχειρισθή τέχνην ιατρικήν, αλλά με μόνην την σφραγίδα του τιμίου Σταυρού, και με την προσευχήν, και με την επικάλεσιν του θείου ονόματος ιατρεύθη. Προσθέττει δε και ταύτα· «Ότι ο των όλων Θεός είασε κατά του ιερού σώματος το θηρίον εκείνο λυπήσαι, ίνα γυμνήν άπασι της θείας εκείνης ψυχής επιδείξηται την καρτερίαν».
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)