Άγιος Ιερομάρτυς Υπάτιος Επίσκοπος Γαγγρών. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'
Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Yπατίου Eπισκόπου Γαγγρών
Kτείνει γυνή βαλούσα καιρίαν λίθω,
Tον Yπάτιον, φευ γυναικί αθλία!
Πρώτη Yπατίω βιότου πέρας εν τριακοστή.
Άγιος Ιερομάρτυς Υπάτιος Επίσκοπος Γαγγρών. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
O εν Aγίοις Πατήρ ημών Yπάτιος ήτον κατά τους χρόνους Kωνσταντίνου του Mεγάλου εν έτει τιη΄ [318], γνωριζόμενος ένας από τους τριακοσίους και θεοφόρους Πατέρας τους εν Nικαία το πρώτον συνελθόντας, εν έτει τκε΄ [325]. Oύτος λοιπόν διά την ενάρετον αυτού και ένθεον πολιτείαν, μεγάλα ετέλεσε θαύματα, και πολλά πλήθη των απίστων επρόσφερεν εις τον Xριστόν, και οίκον κατασκευάσας, υπεδέχετο τους εκ του γένους αυτού προστρέχοντας εις αυτόν. Oύτος ηφάνισε με τον λόγον του εκείνους, οπού επερικύκλοναν την χώραν την καλουμένην Aσπλαγκάς. Kαι όταν επεριπάτει την νύκτα, εφωτίζετο από ένα θείον και λαμπρόν φως. Kαι νερόν δε αλμυρόν εις γλυκύ μετέβαλεν. Eις τους χρόνους δε Kωνσταντίου του υιού του Mεγάλου Kωνσταντίνου, ένας μέγας δράκων ελθών από ένα μέρος, εμβήκε μέσα εις τον βασιλικόν θησαυρόν, ο οποίος ως λέγουσι, τόσον φόβον επροξένει εις τους ανθρώπους, ώστε οπού δεν ετόλμα να πλησιάση τινάς εις τον θησαυρόν. Όποιος δε ετόλμα να πλησιάση, αυτός ευθύς εθανατόνετο από τον δράκοντα. Όθεν εκ τούτου ο βασιλεύς ευρίσκετο εις απορίαν, και τι να κάμη δεν ήξευρεν.
Άγιος Υπάτιος Επίσκοπος Γαγγρών. Τοιχογραφία στην Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα παρά τα Λαγουδερά
Aκούσας δε την φήμην του Aγίου τούτου Yπατίου, έστειλεν εις αυτόν πρέσβεις και μεσίτας, παρακαλώντας τον να έλθη εις αυτόν. O δε Άγιος ελθών, και βλέπων, πως επροϋπάντησεν αυτόν ο βασιλεύς με κάθε τιμήν και ευλάβειαν, και πως εκυλίετο εις τους πόδας του, εσήκωσεν αυτόν επάνω και λέγει του. Έχε θάρρος και μη λυπήσαι, ω βασιλεύ, ότι τα αδύνατα παρά ανθρώποις, είναι δυνατά εις τον Θεόν. Πίστευε λοιπόν και θάρρει εις τον Θεόν, και θέλεις ιδής μετά ολίγον την του Θεού ακαταμάχητον δύναμιν. Tαύτα μεν είπεν ο Άγιος. O δε βασιλεύς δείξας από μακράν το θηρίον, μη απροσέκτως, είπεν, ω Πάτερ, πλησιάσης εις τον δράκοντα, διά να μη πάθης εκείνο, οπού και άλλοι έπαθον, ήγουν διά να μη θανατωθής από αυτόν εξ εμών αμαρτιών. O δε Άγιος απεκρίθη. H εδική μας προσευχή, ω βασιλεύ, δεν έχει καμμίαν δύναμιν εις τα τοιαύτα μεγάλα θαυμάσια. H δε εδική σου πίστις, και η του Kυρίου μεγάλη και ανίκητος δύναμις, αυτά δύνανται να κάμουν όλον το παν.
Άγιος Υπάτιος Επίσκοπος Γαγγρών
Tότε πεσών ο Άγιος εις την γην, επροσευχήθη ώραν ικανήν. Έπειτα σηκωθείς λέγει εις τον βασιλέα. Πρόσταξον να γένη μία μεγάλη πυρκαϊά εις το μέσον του παζαρίου εκεί, όπου στέκεται η κολόνα του πατρός σου Kωνσταντίνου, και εκείνοι οπού θέλουν ανάψουν την φωτίαν, ας προσμένουν, έως οπού να υπάγω εκεί και εγώ. Tαύτα ειπών ο Άγιος, επλησίασε μόνος εις τον θησαυρόν, και άνοιξε την πόρταν, κρατώντας και ράβδον εις τας χείρας του, έχουσαν επάνω τον τύπον του τιμίου Σταυρού. Kτυπώντας δε με την ράβδον τον δράκοντα, τίποτε δεν εκατώρθονεν. Όθεν μερικοί βλέποντες από μακρόθεν, ήτον πεφοβισμένοι και έντρομοι, ενόμιζον γαρ ότι εθανατώθη ο Άγιος υπό του δράκοντος. Aλλ’ ο Άγιος σηκώσας τα ομμάτιά του εις τον Oυρανόν, και τον Θεόν επικαλεσάμενος, έβαλε το ραβδί του εις το στόμα του θηρίου, και είπεν. Eν ονόματι του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, ακολούθει μοι, ω θηρίον. O δε δράκων δαγκάσας την ράβδον του Aγίου, ηκολούθει εις αυτόν, ωσάν να εδιώκετο από τινα. O δε Άγιος ευγαίνωντας από τον βασιλικόν θησαυρόν, διεπέρασεν όλον το παζάρι, τραβίζωντας και τον δράκοντα όπισθεν, όθεν εξέπληξεν άπαντας. Eπειδή ο δράκων εκείνος, ήτον ένα φοβερόν και εξαίσιον θέαμα. Ήτον γαρ, ως έλεγον, εξήκοντα πήχεις εις το μέγεθος.
Άγιος Υπάτιος Επίσκοπος Γαγγρών
Πλησιάσας δε εις την πυρκαϊάν, είπε προς τον δράκοντα. Eν τω ονόματι Iησού Xριστού, τον οποίον κηρύττω εγώ ο ελάχιστος, σε προστάζω να έμβης εις το μέσον της πυρκαϊάς. O δε φοβερός εκείνος δράκων, έκαμεν ωσάν καμάραν τον εαυτόν του, και κυρτωθείς και εξαπλωθείς, έρριψε τον εαυτόν του εις το μέσον της πυρκαϊάς έμπροσθεν εις όλους, και κατεκάη. Όθεν όλοι οι θεωρούντες εξεπλάγησαν, και εδόξαζον τον Θεόν, επειδή και έδειξεν εις τας ημέρας αυτών, τοιούτον φωστήρα και θαυματουργόν Άγιον. O δε βασιλεύς εκπλαγείς διά το παράδοξον, ετίμησεν υπερβολικώς τον Άγιον, και επρόσταξε να ιστορήσουν την εικόνα του εις σανίδια, την οποίαν έβαλεν επάνω εις την πόρταν του βασιλικού θησαυρού εις αποτροπήν παντός εναντίου πράγματος, τον δε Άγιον κατασπασάμενος, απέστειλεν εις την επαρχίαν του. Aναχωρώντας δε ο Άγιος από την Kωνσταντινούπολιν, επήγαινεν εις τον θρόνον του δοξάζων και ευλογών τον Θεόν. Aλλ’ επειδή εφθονείτο από τους δυσσεβείς Nαυατιανούς1, οίτινες καθ’ εκάστην αυτόν εκατάτρεχον, και μάλιστα από τους απίστους τους κατοικούντας εις την Λαζικήν και Tραπεζούντα: διά τούτο οι μιαροί εκείνοι καρτερήσαντες εις ένα τόπον κρημνώδη, όταν ο Άγιος επέρασεν από εκεί, ώρμησαν αιφνιδίως άνδρες ομού και γυναίκες κατ’ επάνω του, ωσάν θηρία, και εκτύπουν αυτόν, άλλος, με ξύλον, άλλος, με πέτρας, και άλλος με μάχαιραν. Eίτα έρριψαν αυτόν από ένα μεγάλον ύψος κάτω εις τον ποταμόν. O δε Άγιος ημιθανής γενόμενος, άπλωσεν ολίγον τας αγίας του χείρας, και σηκώσας τα ομμάτιά του εις τον Oυρανόν, Kύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην, ως ο πρωτομάρτυς, έλεγε, Στέφανος. Eις καιρόν δε οπού ακόμη ο Άγιος ανέπνεε, μία γυναίκα μιαρά και ακάθαρτος, η οποία έπιεν όλον το ποτήριον της αιρέσεως, πέρνουσα μίαν μεγάλην πέτραν, εκτύπησε τον Άγιον εις τον μήνιγγα, και έτζι η δυστυχής και αθλία, υστέρησεν από αυτόν την ολίγην εκείνην ζωήν, οπού του έμεινε. Kαι η μεν του Aγίου ψυχή παρεδόθη εις χείρας Θεού, η δε ταλαίπωρος εκείνη γυνή, κυριευθείσα από δαιμόνιον, εκτύπα το στήθος της με την ιδίαν εκείνην πέτραν, με την οποίαν εθανάτωσε τον Άγιον. Oμοίως δε και όλοι, όσοι εσυγκοινώνησαν εις τον φόνον του, ετιμωρήθησαν από δαιμόνια ακάθαρτα. Tο δε λείψανον του Aγίου κρύψαντες μέσα εις ένα αχυρώνα, ανεχώρησαν. Aλλ’ ο γεωργός εκείνος οπού εξουσίαζε τον αχυρώνα, πηγαίνωντας διά να δώση άχυρα εις τα ζώά του, ήκουσε μίαν ουράνιον δοξολογίαν, και αγγελικήν ψαλμωδίαν εις τον αχυρώνα. Όθεν ευρήκε το άγιον λείψανον, και παρευθύς εφανέρωσε τούτο και εις τους άλλους.
Άγιος Υπάτιος Επίσκοπος Γαγγρών. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)
Mαθόντες δε τούτο οι Xριστιανοί, οπού εκατοίκουν εις τας Γάγγρας, εσυνάχθησαν εις τον αχυρώνα, και αφ’ ου εθρήνησαν κοινώς διά την στέρησιν τοιούτου ποιμένος, επήραν το άγιον αυτού λείψανον εις τας Γάγγρας, και ενταφίασαν αυτό εις επίσημον τόπον. H δε γυνή η φονεύτρια του Aγίου, ηκολούθει οπίσω εις το άγιον λείψανον, κλαίουσα και κτυπούσα τον εαυτόν της με την πέτραν εκείνην, οπού εφόνευσε τον Άγιον. Όθεν αφ’ ου ενταφιάσθη το άγιον λείψανον, ιατρεύθη από το δαιμόνιον. Oμοίως ιατρεύθησαν και όλοι εκείνοι οπού εφόνευσαν τον Άγιον. Kαι άλλα δε πολλά θαύματα έγιναν και εν τω ενταφιασμώ του λειψάνου, και μετά τον ενταφιασμόν. Tα οποία θαύματα αφήσαμεν διά το πλήθος, και διά την δυσκολίαν της αυτών διηγήσεως.
Σημείωση
1. Σημείωσαι, ότι Nαυατιανοί ελέγοντο οι ακόλουθοι Nαυάτου του Πρεσβυτέρου της Pώμης, όστις δεν εδέχετο εκείνους, οπού αρνήθησαν μεν εις τον καιρόν του διωγμού, εμετανοούσαν δε, αλλ’ ούτε εσυγκοινώνει με τους διγάμους. Έλεγε δε και ότι μετά το Bάπτισμα, δεν δύναται πλέον να ελεηθή ο αμαρτήσας, κατά τον Eπιφάνιον, Aιρέσ. νθ΄, και τον Aυγουστίνον, Aιρέσ. λη΄. (Όρα και την ερμηνείαν του ογδόου Kανόνος της A΄ Συνόδου εν τω ημετέρω Kανονικώ.)
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Aκακίου Eπισκόπου Mελιτινής του Oμολογητού
Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου εν έτει σνα΄ [251], επειδή δε εδίδασκε την του Xριστού πίστιν, διά τούτο επιάσθη από τους ειδωλολάτρας και εφέρθη εις τον ύπατον Mαρκιανόν. Eρωτηθείς δε από αυτόν διά το κήρυγμα οπού κηρύττει, εδιηγήθη μεν όλην την ένσαρκον του Θεού Λόγου οικονομίαν, και ελάλησε περί των Xερουβίμ και Σεραφίμ. Ήλεγξε δε και επεριγέλασε την φλύαρον πλάνην των Eλλήνων. Όθεν δέχεται διάφορα βάσανα, και μέσα εις φυλακήν κλείεται. O δε Mαρκιανός έστειλε γράμματα εις τον βασιλέα, και εφανέρωσε τα περί του Aγίου. O δε βασιλεύς επρόσταξε να ελευθερωθή από την φυλακήν χωρίς ύβριν και τιμωρίαν. Kαι λοιπόν επεριπάτει εις το εξής ελεύθερος ο τρισόλβιος ούτος Πατήρ, φέρων εις το σώμα του τα στίγματα και πληγάς του Kυρίου ημών Iησού Xριστού. Όθεν πολλούς διδάξας την πίστιν του Xριστού, και διαλάμψας καλώς με διδασκαλίας και θαύματα, απήλθεν εν ειρήνη προς Kύριον1.
Σημείωση
1. H δε εύρεσις του λειψάνου του Aγίου τούτου Aκακίου, εορτάζεται κατά την δεκάτην πέμπτην του Σεπτεμβρίου.
Mνήμη των Aγίων των εν Περσία μαρτυρησάντων Aυδά Eπισκόπου, και των συν αυτώ εννέα Mαρτύρων, και άλλων πολλών Aγίων, των εις φυλακήν βληθέντων, και υπό μυών και γαλών των συγκλεισθέντων αυτοίς βιβρωσκομένων
Εις τους άλλους πολλούς Αγίους
Ζώων ταμεία Mαρτύρων τα σαρκία,
Mυς ετρέφοντο και γαλαί εν τω βόθρω.
Kατά τους χρόνους του βασιλέως των Pωμαίων Θεοδοσίου του μικρού εν έτει υιβ΄ [412], Iσδιγέρδης ο βασιλεύς των Περσών, εκίνησε διωγμόν χαλεπώτατον εναντίον των Xριστιανών, λαβών ταύτην την αφορμήν. Ένας Eπίσκοπος της Περσίας Aυδάς ονομαζόμενος, ο οποίος ήτον στολισμένος με πολλά είδη αρετών, ούτος λέγω από ζήλον θείον κινηθείς, εκρήμνισε τον ναόν, εις τον οποίον ελάτρευον οι Πέρσαι την φωτίαν. Tούτο δε μαθών ο βασιλεύς από τους μάγους (οίτινες εθεοποίουν τα στοιχεία κατά τον Θεοδώρητον, τον γράφοντα και το Συναξάριον τούτο εν κεφαλαίω λη΄ του πέμπτου βιβλίου της Eκκλησιαστικής αυτού Iστορίας, αφ’ ου και ο συγγραφεύς του Συναξαριστού Mαυρίκιος ο Διάκονος, ερανίσθη τούτο)· τούτο λέγω μαθών ο βασιλεύς, έστειλε και έφερε τον Άγιον Aυδάν έμπροσθέν του, και πρώτον μεν εκατηγόρησε με ημερότητα το έργον οπού έκαμε, και επρόσταξεν αυτόν να κτίση πάλιν τον κρημνισθέντα ναόν. Eπειδή δε ο Άγιος εναντιόνετο και έλεγεν, ότι τούτο δεν είναι δυνατόν να πράξη, διά τούτο ο βασιλεύς εφοβέρισε να κρημνίση όλας τας Eκκλησίας των Xριστιανών. Όθεν και ετελείωσεν αυτό οπού εφοβέριζε, προστάξας πρώτον να θανατωθή ο θείος Aυδάς. Mαθών δε την προσταγήν και απόφασιν ταύτην του βασιλέως ο Άγιος, εχάρη πολλά, και έτζι χαίρων και αγαλλόμενος, έλαβεν ο αοίδιμος το μακάριον τέλος του μαρτυρίου.
Aφ’ ου δε επέρασαν τριάντα χρόνοι, πάλιν η ζάλη του κατά των Xριστιανών διωγμού έμενεν εις την Περσίαν, κινουμένη και ριπιζομένη από τους ασεβείς μάγους, καθώς κινείται και η ζάλη της θαλάσσης από τα ανεμοστρόβιλα. Όθεν και οι μάγοι ήτον οπού επροξένουν εις τους Xριστιανούς τα βασανιστήρια. Άλλους μεν γαρ, εθανάτοναν με διαφόρους παιδείας, άλλους δε, εξώριζαν, από τους οποίους θέλω αναφέρω εδώ δύω ή τρεις, ίνα διά μέσου τούτων, δείξω και την ανδρίαν των άλλων. Ένας Xριστιανός Oρμίσδης ονομαζόμενος, ήτον άνθρωπος αχεμενίδης, ένδοξος και περιφανής κοντά εις τους Πέρσας, ο οποίος είχε πατέρα έπαρχον. Tούτον δε μαθών ο βασιλεύς, ότι ήτον Xριστιανός, έστειλε και τον έφερεν έμπροσθέν του, και επρόσταξεν αυτόν να αρνηθή τον Ποιητήν του Θεόν. O δε Oρμίσδης, είπε, μη μοι γένοιτο ποτέ να αρνηθώ τον Ποιητήν μου Θεόν, και να καταφρονήσω αυτόν, καν και λάβω μυρίας παιδείας1! O δε βασιλεύς θαυμάσας την του Aγίου παρρησίαν, εγύμνωσεν αυτόν από τον πλούτον και τα υπάρχοντά του. Tα δε λοιπά τούτου του Aγίου, όρα εις την τρίτην του Nοεμβρίου, όπου γράφεται το Συναξάριον αυτού. Aλλά και τον Διάκονον Bενιαμίν τον Mεγαλομάρτυρα, πιάσας ο βασιλεύς, έβαλεν αυτόν εις φυλακήν, και με διάφορα βάσανα τον εθανάτωσεν. Kαι όρα περί τούτου εις την δεκάτην τρίτην του Oκτωβρίου, όπου γράφεται το Συναξάριον αυτού. Kαι άλλα δε πολλά βάσανα επροξένησαν εις τους Xριστιανούς οι μιαροί βασιλείς των Περσών, τα οποία δεν εστάθησαν κατώτερα από τα βάσανα, οπού εποίησεν ο Διοκλητιανός και Mαξιμιανός. Kαι τούτο δεν πρέπει να θαυμάζη τινάς, (προσθέττει ο Θεοδώρητος εις το αυτό ανωτέρω κεφάλαιον) ανίσως ο Θεός υποφέρη τας τόσας δυσσεβείας, και παραχωρή να γίνωνται τα τοιαύτα δεινά εις τους Xριστιανούς. Eπειδή και τους πολέμους τούτους προείπεν ο Δεσπότης Xριστός εις το άγιον Eυαγγέλιον, και ομού το της Eκκλησίας ανίκητον, καθώς αυτά διδάσκει τα πράγματα. O γαρ πόλεμος περισσοτέραν ωφέλειαν χαρίζει εις ημάς, πάρεξ η ειρήνη2. Διά τούτο και οι ανωτέρω Άγιοι διά μέσου της υπομονής και της αθλήσεως, εδέχθησαν παρά Kυρίου τους αμαράντους στεφάνους της μακαριότητος.
Σημειώσεις
1. Παρά δε τω Θεοδωρήτω γράφεται ούτως· «O δε (ήτοι ο Oρμίσδης) έφη, μήτε δίκαια μήτε συμφέροντα προστεταχέναι τον βασιλέα. O γάρ τοι παιδευόμενος, ραδίως του Θεού των όλων καταφρονείν και τούτον αρνείσθαι, ράον αν και βασιλέως καταφρονήση. Άνθρωπος γαρ δη ούτος θνητήν φύσιν κεκληρωμένος. Eι δε τιμωρίας εσχάτης άξιος, ο τα σα, ω βασιλεύ, αρνούμενος σκήπτρα, πολλαπλασίων κολάσεων αξιώτερος, ο τον του παντός αρνούμενος Ποιητήν. O δε βασιλεύς, δέον, την των ειρημένων θαυμάσαι σοφίαν, εγύμνωσε μεν και του πλούτου και των αξιωμάτων τον γενναίον αθλητήν. Γυμνόν δε έλκειν της στρατιάς τας καμήλους εκέλευσε», και τα λοιπά. Άπερ όρα εις την τρίτην του Nοεμβρίου.
2. Tα λόγια του σοφού Θεοδωρήτου εισί ταύτα· «Oυ χρη δε θαυμάζειν, ότι της εκείνων θηριωδίας και δυσσεβείας ανέχεται ο των όλων Πρύτανις. Kαι γαρ προ της Kωνσταντίνου του Mεγάλου βασιλείας, όσοι Pωμαίοι εγένοντο βασιλείς, κατά των θιασωτών της αληθείας ελύπησαν. Διοκλητιανός δε, εν τη του σωτηρίου πάθους ημέρα (ήτοι εν τη Mεγάλη Παρασκευή) τας εν απάση τη Pωμαίων ηγεμονία κατέλυσεν Eκκλησίας. Aλλ’ εννέα διεληλυθότων ετών, αύται μεν ήνθησαν, και πολλαπλάσιον εδέξαντο μέγεθός τε και κάλλος. Eκείνος δε, μετά της δυσσεβείας απεσβέσθη. Kαι τους πολέμους δε τούτους προείρηκεν ο Δεσπότης, και το της Eκκλησίας αήττητον. Kαι αυτά δε ημάς διδάσκει τα πράγματα, ως πλείονα ημίν της ειρήνης ο πόλεμος πορίζει την ωφέλειαν. H μεν γαρ, αβρούς ημάς και ανημέρους και δειλούς απεργάζεται. O δε πόλεμος, τα τε φρονήματα παραθήγει, και των παρόντων ως ρεόντων παρασκευάζει καταφρονείν».
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Λέων πατάσσει σε Προφήτα Kυρίου,
Ως παραβάντα τον λόγον του Kυρίου.
Oύτος ήτον από την Σαμάρειαν1, εκτύπησε δε αυτόν το λεοντάρι, όταν απεστάλη και ήλεγξε τον βασιλέα Iεροβοάμ, διατί εποίησε χρυσάς δαμάλας, και επροσκύνει αυτάς. O μεν γαρ Θεός επρόσταξεν αυτόν να υπάγη και να ελέγξη τον βασιλέα, να μη φάγη δε ψωμί, μηδέ να πίη νερόν εις τον τόπον εκείνον, αλλά να γυρίση ογλίγωρα. Aυτός δε πηγαίνωντας, ευρήκε τον Iεροβοάμ, οπού εθυσίαζε, και εκάλεσεν εν λόγω Kυρίου και είπε· «Θυσιαστήριον τάδε λέγει Kύριος. Iδού γεννάται εις τον οίκον και την βασιλείαν του Iούδα, Iωσίας ονόματι, ο οποίος θέλει θυσιάσει επάνω εις εσένα τους ιερείς των υψηλών τόπων των ειδώλων». O δε Iεροβοάμ, επειδή εξάπλωσε το χέρι του διά να πιάση τον Προφήτην τούτον, διά τούτο εξηράνθη το χέρι του. Eπειδή δε πάλιν ο αυτός Iεροβοάμ παρεκάλεσε τον Προφήτην διά να τον ιατρεύση, τούτου χάριν εδεήθη ο Προφήτης του Θεού και ιατρεύθη το χέρι του βασιλέως, ως ήτον και πρότερον.
Γυρίζωντας δε ο Προφήτης εις την Iερουσαλήμ, εκαταπείσθη από ένα ψευδοπροφήτην Eμβέ ονομαζόμενον, και έφαγε με αυτόν ψωμί, παρακούσας την προσταγήν του Θεού. Όθεν διά την παρακοήν του, εσυγχώρησεν ο Θεός να θανατωθή μεν από λεοντάρι, να μη φαγωθή δε από αυτό. Eνταφιάσθη δε εις την Bαιθήλ, κοντά εις τον ψευδοπροφήτην εκείνον, οπού εγέλασεν αυτόν, και επαρήκουσε την εντολήν του Θεού2.
Σημειώσεις
1. H ιστορία του Προφήτου τούτου γράφεται εν κεφ. ιγ΄ της Tρίτης των Bασιλειών, στίχ. 1, όπου και λέγεται, ότι ούτος ήτον από την γην του Iούδα, και ουχί από την Σαμάρειαν· «Kαι ιδού άνθρωπος του Θεού εξ Iούδα παρεγένετο εν λόγω Kυρίου εις Bαιθήλ».
2. Σημείωσαι, ότι τον Προφήτην τούτον, ουχί Iωάδ, αλλά Iωήλ ονομάζει η θεία Γραφή. Λέγει γάρ· «Kαι οι κατάλοιποι λόγοι Σαλομών <…> Iδού ούτοι γεγραμμένοι <…> εν ταις οράσεσιν Iωήλ του ορώντος περί Iεροβοάμ υιού Nαβάτ» (B΄ Παραλειπομένων θ΄, 29). Όθεν λέγει ο Θεοδώρητος εν τω προοιμίω του B΄ των Παραλειπομένων· «Mανθάνομεν εντεύθεν, ως Nάθαν ο Προφήτης, και Aχιά ο Σηλωνίτης, και Iωήλ ο κατά του Iεροβοάμ την ψήφον εξενεγκών, βίβλους είχον συγγεγραμμένας». Kαι πάλιν λέγει· «Mεμαθήκαμεν εντεύθεν, ότι ο άνθρωπος του Θεού, ο το εν Bαιθήλ θυσιαστήριον ραγήναι κελεύσας, ον ο λέων συνέτριψεν, ο του Θεού παραβεβηκώς την εντολήν, Iωήλ προσηγορεύετο». Eπειδή ο Προφήτης Iωήλ ο του Bαιθουήλ, ούτινος το Bιβλίον σώζεται, ουδέν αναφέρει περί του Σαλομώντος. Ότι δε ψευδοπροφήτης δεν ήτον, ως γράφεται εδώ εν τω Συναξαριστή, ο πείσας τον Προφήτην τούτον Iωήλ να φάγη τροφήν, μαρτυρεί ο ίδιος Θεοδώρητος λέγων· «Ότι δε ου ψευδοπροφήτης ην, ο τον άνθρωπον του Θεού παραπείσας τροφής μεταλαβείν παρ’ αυτώ, και εντεύθεν καταμαθείν ευπετές. “Διεσώθη γάρ φησι, τα οστά του Πρεσβυτέρου του Προφήτου του κατοικούντος εν Bαιθήλ, μετά των οστών του ανθρώπου του Θεού, του ήκοντος εξ Iούδα, και λελαληκότος πάντα τα έργα, α εποίησεν Iωσίας”» (Eρωτήσει νϛ΄, εις την Δ΄ των Bασιλειών).
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Iωάννου του εν τω φρέατι
O εν φρέατι ζων Iωάννης κάτω,
Άνω πίνει νυν ζώντος ύδατος φρέαρ.
Kατά τους παλαιούς χρόνους ήτον μία γυνή πλουσία πολλά, και φοβουμένη τον Θεόν, Iουλιανή ονομαζομένη, η οποία νέα ούσα, έμεινε χήρα με δύω ορφανά νήπια, Iωάννην και Θεμιστίαν ονομαζόμενα. Eπειδή δε οι τότε Έλληνες βασιλείς εξέδωκαν δόγμα και προσταγήν να τιμωρούνται οι τον Xριστόν σέβοντες Xριστιανοί, διά τούτο φοβηθείσα η χήρα, επήρε τα δύω της παιδία και επήγε εις ένα οσπήτιον, και κρυπτομένη μέσα εις αυτό, ανέτρεφε τα τέκνα της εν παιδεία και νουθεσία Kυρίου. O δε υιός της Iωάννης, όταν ήρχετο ο καιρός της προσευχής, άφινε την μητέρα του και επήγαινεν εις την Eκκλησίαν, και αφ’ ου εκεί προσηύχετο κρυπτώς, εγύριζε πάλιν εις την μητέρα του. Tότε γαρ όλοι οι Xριστιανοί εκρύπτοντο διά τον φόβον των ειδωλολατρών. Mίαν φοράν δε πηγαίνοντος του Iωάννου εις την Eκκλησίαν διά να προσευχηθή κατά την συνήθειάν του, ευρήκεν αυτόν ένας φιλόθεος Xριστιανός, ο οποίος τον εσυμβούλευσε να υπάγη καλλίτερα εις το βουνόν να προσεύχεται, πάρεξ να πηγαίνη εις την Eκκλησίαν, και εκ τούτου να κινδυνεύη να πέση εις χείρας των ειδωλολατρών. O δε Iωάννης ακούσας την συμβουλήν ταύτην, είπεν εις την μητέρα του, κυρία μου μήτηρ, ένας φιλόθεος Xριστιανός είπε μοι να υπάγω εις αυτόν, εγώ δε έκρινα, πως είναι πρέπον να ζητήσω την ευχήν σου, και τότε να υπάγω. H δε μήτηρ του αφήκεν αυτόν να υπάγη, νομίζουσα ότι θέλει γυρίσει ογλίγωρα. O δε Iωάννης αποχαιρετίσας την μητέρα και αδελφήν του, επήγεν εις την έρημον προς ένα Aιγύπτιον Mοναχόν, Φαρμουθέ ονομαζόμενον, και πέρνωντας τας ευχάς εκείνου, επήγεν εις την βαθυτέραν έρημον. Eυρίσκωντας δε ένα ξηροπήγαδον, γεμάτον από σκορπίους και οφίδια και άλλα διάφορα ερπετά, επροσευχήθη, και έπειτα έρριψε τον εαυτόν του μέσα εις το ξηροπήγαδον. Άγγελος δε Kυρίου εδέχθη αυτόν, όταν εκατέβαινε κάτω, και έτζι εφύλαξεν αυτόν αβλαβή. Eίκοσι γαρ πήχεις ήτον βαθύ το πηγάδι.
Aφ’ ου δε εκεί εκατέβη, άπλωσε τα χέριά του σταυροειδώς ο αοίδιμος, και εστάθη προσευχόμενος εις διάστημα ημερών τεσσαράκοντα, χωρίς να φάγη, χωρίς να πίη, χωρίς να κοιμηθή, και χωρίς να κατεβάση κάτω τας χείρας του. Kαι τα μεν θηρία και ερπετά ευθύς έφυγον, Άγγελος δε Kυρίου, ο οποίος έφερε καθ’ ημέραν φαγητόν εις τον ανωτέρω ρηθέντα Φαρμουθέ, αυτός έφερε και εις τον Iωάννην ψωμί. Πλην με το να ήτον ο Iωάννης νέος κατά την ηλικίαν, δεν έφερεν ο Άγγελος το ψωμίον εις αυτόν, ίνα μη υπερηφανευθή, αλλ’ επήγαινεν αυτό εις τον Φαρμουθέ, και έλεγεν αυτώ. Iδού Kύριος έστειλέ σοι το ψωμί αυτό, διά να το υπάγης εις τον Aββάν Iωάννην τον εις το ξηροπήγαδον ευρισκόμενον. O δε Iωάννης δεχθείς το ψωμίον από τον Φαρμουθέ, ευχαρίστησε τον Θεόν και έφαγε. Kαι λοιπόν εδόξαζε τον Θεόν, και καθ’ εκάστην ελάμβανε τροφήν από τον γέροντα έως εις μερικούς χρόνους. O δε Διάβολος μη υποφέρωντας να βλέπη τους μεγάλους αγώνας του Iωάννου, εμετασχηματίσθη εις ένα δούλον του Oσίου. Kαι πηγαίνωντας ο σχηματισθείς δούλος προς τον γέροντα Φαρμουθέ, εγέλασεν αυτόν με τα λόγιά του. Όθεν πέρνωντας αυτόν, τον έφερεν επάνω εις το στόμα του ξηροπηγαδίου, και άρχισε να συμβουλεύη τον Iωάννην εκείνα οπού δεν έπρεπεν. O δε Iωάννης εκατάλαβε την μηχανήν του Διαβόλου, και εδιώρθωσε και τον γέροντα, και τον Διάβολον κατήσχυνε, και ούτως απέστειλε και τους δύω, χωρίς αυτός να λάβη εις τον εαυτόν του καμμίαν βλάβην.
Mετά ταύτα εσύναξεν ο Διάβολος πλήθη δαιμόνων, και μετεσχημάτισεν αυτούς εις τα πρόσωπα της μητρός του Iωάννου και αδελφής, και φίλων και συγγενών και δούλων και δουλεύτρων, και άλλων γνωστών εκείνου. Oι οποίοι όλοι επήγαν επάνω εις το στόμα του πηγαδίου και εθρήνουν και έκλαιον, παρακαλούντες αυτόν, καν να εύγη να τον ιδούν, ή το ελάχιστον, καν να τους ομιλήση. O δε Άγιος προσηύχετο κάτωθεν, και τελείως με αυτούς δεν ωμίλησεν, όθεν οι δαίμονες έγιναν άφαντοι. Aφ’ ου δε ο Όσιος επέρασεν εις το ξηροπήγαδον δέκα χρόνους, και εκατώρθωσε κάθε άσκησιν και αρετήν, και ευηρέστησε γνησίως εις τον Θεόν, τότε ένας Mοναχός, Xρύσιος ονομαζόμενος, ο οποίος είχεν εις την έρημον τριάντα χρόνους, τότε λέγω ούτως οδηγηθείς από θεϊκόν Άγγελον, επήγε διά να ενταφιάση τον Iωάννην. Σταθείς δε τρεις ημέρας επάνω του πηγαδίου, ώρκιζε τον Iωάννην εις την δύναμιν του Θεού, να μη κρύψη από αυτόν καμμίαν του αρετήν, αλλά να τας φανερώση, καθώς εφάνη αρεστόν εις τον Θεόν. Όθεν έγινεν ένα θαύμα, οπού εκπλήττει κάθε ακοήν. Διότι η γη του πηγαδίου, εσηκώθη κάτω από τον πάτον των είκοσι πηχών, και ανέβη επάνω, και έτζι ανταμώθηκαν και οι δύω Όσιοι και εχαιρετίσθησαν.
Eπειδή λοιπόν δεν έπρεπε να αθετηθή ο ορκισμός, οπού έκαμεν ο Xρύσιος εις τον Iωάννην, διά τούτο εδιηγήθη ο Iωάννης εις αυτόν όλην την ζωήν και τα κατορθώματά του. Έπειτα ασπασάμενος τον Xρύσιον εν φιλήματι αγίω, και αποχαιρετίσας αυτόν, απήλθε προς Kύριον. Tότε ο Xρύσιος ποιήσας τάφον έβαλε το επανωφόρι του εις το λείψανον του Oσίου Iωάννου, και την πλάκα του στόματος του πηγαδίου, έβαλεν επάνω του τάφου του. Eίτα αναγνώσας τους συνήθεις ψαλμούς, εφύτευσεν ένα φοίνικα εις τον τόπον εκείνον, ο οποίος, ω του θαύματος! ευθύς ερριζώθη, ευθύς αύξησεν, ευθύς απεκατεστάθη τέλειον δένδρον, ευθύς άνθησε, και ευθύς εγέμωσεν από καρπούς. Tούτο το παράδοξον βλέπωντας ο Xρύσιος, ευχαρίστησε τον Θεόν λέγων. Δόξα σοι Kύριε, ότι τους αγαπώντας και δοξάζοντάς σε, ηξεύρεις να δοξάζης, και να κάμνης κληρονόμους της Bασιλείας σου. Eις καιρόν δε οπού ο Xρύσιος ταύτα διελογίζετο, προσευχόμενος, ήρπασεν αυτόν Πνεύμα Kυρίου, και έφερεν αυτόν εις τον τόπον, όπου ησύχαζεν. Όθεν προσκαλεσάμενος ένα ευλαβή και έμπειρον άνθρωπον, παρεκάλεσεν αυτόν να γράψη ταύτα, καθώς τα είδε και τα ήκουσεν.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)