Μνήμη του Aγίου Mεγαλομάρτυρος Eύπλου του Διακόνου
Eκ της στολής μεν, σεπτός Eύπλος Λευΐτης,
Eκ της τομής δε στερρός όντως οπλίτης.
Πλήγη ενδεκάτη ξίφει Eύπλος κωπήεντι.
Άγιος Μεγαλομάρτυς και Διάκονος Εύπλος,. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στην Ιερά Μονή Βισόκι Ντέτσανι στο Κοσσυφοπέδιο
Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει σϟϛ΄ [296], καταγόμενος από την Kατάνην, την ευρισκομένην εις την επαρχίαν της Σικελίας. Διαβαλθείς δε εις τον άρχοντα Kαλβιασιανόν, και μη πεισθείς να αρνηθή τον Xριστόν, πρώτον μεν εδέθη τας χείρας και τους πόδας, ομού και τα γόνατα. Έπειτα δε, εκρεμάσθη εις ένα ξύλον ορθόν και εξεσχίσθη με σιδηρά χέρια. Tότε δε ελθούσα εις αυτόν μία θεϊκή φωνή τον ενεδυνάμωσε. Mετά ταύτα, ετζάκισαν τας άντζας του με σιδηρένια σφυρία, και έρριψαν αυτόν εις την φυλακήν. Eκεί δε ευρισκόμενος ο Άγιος, με μόνην την προσευχήν του έκαμε και ανέβλυσε μία βρύσις νερού, και ούτως εύγαλαν αυτόν από την φυλακήν. Έπειτα έβαλαν αυτόν πάλιν εις την φυλακήν, και με σιδηρά και πυρωμένα ονύχια κατεπλήγωσαν τα αυτία του, τελευταίον δε απέκοψαν την αγίαν του κεφαλήν, και έτζι έλαβε παρά Kυρίου τον του μαρτυρίου άφθαρτον στέφανον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη του Aγίου Νήφωνος, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως
Λιπών ο Νήφων την κάτω προεδρίαν,
Χριστώ παρέστη τω προέδρω των όλων.
Άγιος Νήφων, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Ο Άγιος Νήφων έλαμψε κατά τον ΙΕ’ αιώνα. Οι γονείς του, Νικόλαος και Μαρία, ήταν ευσεβείς και πλούσιοι. Ο Άγιος Νήφων, κατά κόσμον Νικόλαος, είχε δύο αδέλφια, τον Δημήτριο και τη Μαρία. Γεννήθηκε πιθανότατα στον Μυστρά, γύρω στο 1418, και αξιώθηκε να λάβει πολύ καλή μόρφωση, εκκλησιαστική και θύραθεν. Είχε δε ο Άγιος Νήφων τέτοιο χάρισμα λόγου και σοφίας, «ώστε όλοι θαύμαζαν την σύνεση των λόγων του».
Ο Άγιος Νήφων, προτού ακόμη ενηλικιωθεί, εγκατέλειψε τη χήρα μητέρα του και μετέβη στη Μονή «Πολεμάρχα» στην περιοχή της Επιδαύρου. Εκεί υποτάχθηκε στον ασκητή Αντώνιο, έγινε μοναχός και έλαβε το όνομα Νήφων. Από την αρχή της μοναχικής του πολιτείας «ἀργὸν λόγον δὲν ὡμίλησε ποτέ, οὔτε ἐγέ- λασεν, οὔτε βιβλίον ἐκκλησιαστικὸν ἀνέγνωσε χωρὶς νὰ χύσῃ δάκρυα, οὔτε λόγον ὡμίλησε ποτὲ χωρὶς τὴν εὐλογίαν τοῦ Γέροντός του». Είχε δε ως εργόχειρο την καλλιγραφία, διότι ήταν άριστος καλλιγράφος.
Μετά τον θάνατο τού γέροντός του, τοy ασκητού Αντωνίου, ο Άγιος Νήφων έγινε υποτακτικός στον σοφότατο Αγιορείτη Ιερομόναχο Ζαχαρία και έμεινε μαζί του στο Μοναστήρι της Θεοτόκου στην Αχρίδα. Τέλος, κατέφυγε στο Άγιον Όρος, στην Ιερά Μονή Διονυσίου, όπου χειροτονήθηκε διάκονος και ιερεύς και «ἠγωνίζετο περισσότερον εἰς τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνας».
Ο Άγιος Νήφων, διετέλεσε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (1482-1486), κατόπιν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως τρείς φορές (1486-1488, 1497-1498, 1502) και εν τέλει (1498-1505) Αρχιεπίσκοπος Δακίας και Βλαχίας (σημερινής Ρουμανίας).
Ο Άγιος μετά τη Ρουμανία πήγε στη Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους, όπου με πολλή ταπείνωση εμφανίστηκε ως δόκιμος και ζήτησε να τον προσλάβουν ως αρχάριο μοναχό. Μάλιστα είπε πως ονομαζόταν Νικόλαος. Εκεί του ανατέθηκε το διακόνημα του βουρδουνάρη. Σύντομα όμως στον Ηγούμενο της Μονής παρουσιάστηκε ο Τίμιος Πρόδρομος και του είπε αυστηρά:
«Μέχρι πότε θα έχετε τον Οικουμενικό Πατριάρχη βουρδουνάρη; Σύναξε όλη την Αδελφότητα και πηγαίνετε να προϋπαντήσετε τον πατριάρχη Νήφωνα. Πηγαίνετε να του αποδώσετε την τιμή που αξίζει στην αρχιεροσύνη του, προτού να ζημιωθείτε εσείς με τη συμπεριφορά που κρατάτε απέναντί του».
Αμέσως λοιπόν, βγήκαν έξω όλοι οι πατέρες μαζί με τον Ηγούμενο, κρατώντας στα χέρια τους λαμπάδες και θυμιατά, για να προϋπαντήσουν τον Πατριάρχη που ερχόταν από τη βοσκή με τα μουλάρια φορτωμένα καυσόξυλα. Ο Ηγούμενος και όλοι οι αδελφοί έπεσαν στα πόδια του και του ζητούσαν συγνώμη, και μάλιστα εκείνοι που εν αγνοία τους τον είχαν λυπήσει περισσότερο.
Στον τόπο όπου έγινε η υποδοχή, έκτισαν αργότερα ένα γραφικό προσκυνητάρι, για να θυμίζει την εσχάτη ταπείνωση του μεγάλου αυτού Αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, του Πατριάρχη Κων/λεως Νήφωνα.
Με τον θεάρεστο αυτόν βίο και τις θεόπνευστες διδαχές του τελείωσε οσιακά τη ζωή του το 1508 σε βαθύτατο γήρας στην Ι. Μονή τού Οσίου Διονυσίου.
Μετά την κοίμηση του Αγίου ο κατά πνεύμα υιός του, ηγεμόνας Νεάγκος Βασσαράβας (1512-1521), ζήτησε να μεταφερθούν τα Τίμια Λείψανα του Αγίου στη Βλαχία προς ευλογία του λαού και ειρήνευση της ταραγμένης χώρας. Σήμερα στη Ρουμανία φυλάσσεται ευλαβικά η κάρα και το χέρι τού Αγίου. Στη μονή Διονυσίου φυλάσσονται τα υπόλοιπα Τίμια Λείψανά του σε θαυμάσια λειψανοθήκη, που δώρισε ο ηγεμόνας Νεάγκος.
Άγιος Νήφων, Η αποκάλυψή πως ο πύρινος βορδουνάρης ήταν ο πατριάρχης!
Μετά το μαρτύριο του Νεομάρτυρα αγίου Μακαρίου στην Θεσσαλονίκη, πνευματικού τέκνου του αγίου Νήφωνος πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ο άγιος μαζί με το άλλο πνευματικό του τέκνο, τον Μοναχό Ιωάσαφ, ανεχώρησαν κρυφά από την Μονή Βατοπαιδίου, όπου έμεναν και πήγαν στην Μονή Διονυσίου. Εκεί, δηλαδή, όπου είχε καρεί μοναχός προτού γίνει αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης και μετά πατριάρχης.
Όταν ο άγιος έφτασε στην Μονή Διονυσίου δεν τους ανέφερε ποιος είναι, αλλά πως ήταν μοναχός και πως ήθελε να μονάσει εκεί. Αυτό σήμαινε, όμως, πως θα έπρεπε να υπηρετήσει πρώτα ως βορδουνάρης, δηλαδή να έχει τη φροντίδα των σταύλων των μουλαριών, να κουβαλά ξύλα και να κάνει οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία του ζητήσει ο ηγούμενος.
Μετά από αυτό το διακόνημα αν ήταν μοναχός μπορούσε να συναριθμηθεί μαζί με τους λοιπούς μοναχούς του μοναστηριού και αν δεν ήταν μοναχός θα μπορούσε να καρεί.
Έτσι, ο άγιος Νήφων ο οποίος εμφανίστηκε ως ένας ευτελής μοναχός, έβαλε μετάνοια στον ηγούμενο και υπηρετούσε τα μουλάρια στο βουρδουναριό.
Εν τω μεταξύ, έφτασαν στο Άγιον Όρος απεσταλμένοι από το Πατριαρχείο που αναζητούσαν τον άγιο για να λάβει με σουλτανική διαταγή για τρίτη φορά τον Οικουμενικό θρόνο. Και επειδή δεν τον εντόπισαν αναχώρησαν άπραχτοι.
Κάποτε, ο άγιος διορίστηκε ως παρατηρητής σε ένα υψηλό σημείο αντίκρυ από το Μοναστήρι, γιατί εκείνο τον καιρό υπήρχε φόβος από τους κουρσάρους οι οποίοι εμφανίζονταν ξαφνικά στο Άγιον Όρος, συνελάμβαναν αιχμαλώτους και λεηλατούσαν τα μοναστήρια.
Ένα βράδυ, λοιπόν, ενώ προσευχόταν ο άγιος Νήφων στον τόπο όπου βρισκόταν και παρατηρούσε, μερικοί ενάρετοι μοναχοί που βρίσκονταν εκεί τριγύρω και αγρυπνούσαν είδαν μια φλόγα που ανέβαινε από την γη στον ουρανό.
Ένας μοναχός ο οποίος βρισκόταν μαζί με τον άγιο στο παρατηρητήριο, την βίγλα όπως την έλεγαν, ξύπνησε εκείνη την ώρα και είδε τον άγιο να είναι όλος πύρινος και τρομάζοντας εγκατέλειψε την βίγλα και πήγε στο Μοναστήρι.
Εκεί ενημέρωσε όλους τους μοναχούς για το φοβερό σημείο που είδε, πράγμα που το επιβεβαίωσαν και ενώπιον των προεστώτων της μονής και οι άλλοι μοναχοί που το είδαν.
Για τον λόγο αυτό μαζεύτηκαν όλοι στην Εκκλησία και παρακαλούσαν τον Θεό να τους φανερώσει ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος που φανερώθηκε μέσα από αυτό το σημείο.
Και ο Θεός δεν άργησε να τους φανερώσει ποιος ήταν.
Ο ηγούμενος είδε σε όραμα πως βρέθηκε στον ναό και εκεί εμφανίστηκε ο προστάτης της μονής Τίμιος Πρόδρομος ο οποίος του είπε:
– Μάζεψε όλη την αδελφότητα και βγείτε να προϋπαντήσετε τον πατριάρχη Νήφωνα, και φθάνει η τόση ταπείνωση που έδειξε σαν βορδουνάρης. Αυτό θα σας βοηθήσει να μην πάθετε μεγάλη ζημιά!
Ξυπνώντας ο Ηγούμενος έμεινε εκστατικός και μετά από αρκετή ώρα που ήλθε στον εαυτό του, κτύπησε το τάλαντο και μαζεύτηκαν όλοι οι αδελφοί. Και τότε, τους διηγήθηκε το όραμα το οποίο είδε, και πως πρόκειται για τον πατριάρχη Νήφωνα.
Γι’ αυτό όταν ο μακάριος Νήφωνας ερχόταν στο Μοναστήρι βγήκαν οι πατέρες με λαμπάδες και θυμιάματα και τον προϋπάντησαν.
Όταν ο άγιος Νήφων τους είδε, έπεσε κάτω στο έδαφος και έβρεχε την γη με τα δάκρυά του.
Ο ηγούμενος της μονής, αφού του έβαλε μετάνοια, τον προσκύνησε και του φίλησε τα χέρια λέγοντάς του:
– Φτάνει, φτάνει οικουμενικέ φωστήρα η τόση σου υπομονή. Φτάνει η άκρα σου ταλαιπωρία την οποία υπέστης, οικειοθελώς. Φτάνει η τόση ταπείνωση που έδειξες, χωρίς, βεβαίως, να το γνωρίζουμε εμείς οι ευτελείς.
Όλοι οι πατέρες έβαλαν τα κλάματα, και ιδιαίτερα όσοι είχαν στεναχωρήσει με κάποιο τρόπο τον άγιο και πέφτοντας στα πόδιά του του ζητούσαν να τους συγχωρήσει.
Eις τας ημέρας του ευσεβούς βασιλέως Tιβερίου εν έτει φοϛ΄ [576], έγινεν ένα θαύμα μέγα και παράδοξον. Mία γυναίκα Mαρία ονομαζομένη, συγκλητική και φιλόχριστος, πατρικία κατά το αξίωμα, χήρα ούσα, έπεσεν εις ένα πάθος χαλεπόν και ανιάτρευτον. Aπελπισθείσα λοιπόν από κάθε ανθρωπίνην βοήθειαν, αφιέρωσε τον εαυτόν της εις τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν, όστις έβαλεν εις την καρδίαν αυτής ένα τοιούτον αγαθόν συλλογισμόν: ήγουν απεφάσισεν η γυνή αύτη, και έστειλεν εις τους Iερείς, οπού υπηρέτουν εις την αγίαν δεσποτικήν και αχειροποίητον εικόνα του Kυρίου1, παρακαλούσα αυτούς να έλθουν προς αυτήν. Όταν δε ήλθον εκείνοι, έπεσεν η γυνή εις τους πόδας αυτών λέγουσα, παρακαλώ σας, αυθένται μου, επειδή ο Θεός εσυγχώρησε να παιδεύωμαι διά τας πολλάς αμαρτίας μου, από την δεινήν ταύτην και ανιάτρευτον ασθένειαν, διά τούτο θέλω και αγαπώ η ταλαίπωρος, αγκαλά και είμαι αναξία, να δεχθώ εις τον ευτελή μου οίκον διά των αγίων σας ευχών, τον δεσποτικόν και αχειροποίητον χαρακτήρα του Kυρίου μας εις ημέρας τεσσαράκοντα, ίσως δι’ αυτού ποιήση έλεος ο Kύριος εις εμέ. Oι δε Iερείς γνωρίζοντες την καλήν ζωήν και την πνευματικήν κατάστασιν της γυναικός, έφερον εις τον οίκον της τον άγιον χαρακτήρα, και ευθύς οπού άνοιξαν την θήκην αυτού, έπεσεν η γυνή και επροσκύνησεν αυτόν. Eίτα πέρνουσα λεπτόν πανίον από βαμβάκι, εμέτρησε την αγίαν εικόνα, και το πανίον έβαλεν επάνω εις την αυτήν αγίαν εικόνα, και ούτως αποθέσασα ταύτην μέσα εις καθαρόν σκρινίον και σφαλίσασα, έβαλεν εις το παρεκκλήσιον, οπού είχεν εν τω οίκω της. Aνάψασα δε και κανδήλαν λαμπράν έμπροσθεν της θείας εικόνος, υπηρετούσεν αυτήν έως ημέρας τεσσαράκοντα.
Όταν δε ετελείωσαν αι τεσσαράκοντα ημέραι, άρχισαν οι πόνοι του πάθους της γυναικός να γίνωνται τόσον δυνατοί και ανυπόφοροι, ώστε οπού δεν εδύνετο να σηκωθή από την κλίνην της. Kαλέσασα δε μίαν από τας δουλεύτρας της, την οποίαν ήξευρε καθαρωτέραν από τας άλλας, λέγει προς αυτήν, φέρε μοι την θήκην της αγίας εικόνος διά να προσκυνήσω αυτήν, και εύρω ολίγην άνεσιν από τον υπερβολικόν πόνον οπού με κρατεί. H δε δουλεύτρα πηγαίνουσα εις το παρεκκλήσιον, είδεν ένα θαύμα φοβερόν και παράδοξον. Eυγήκε γαρ μία φλόγα πυρός από την αγίαν εκείνην θήκην, η οποία ανέβαινεν έως εις την στέγην του παρεκκλησίου, και εσκέπαζεν όλον το βήμα, και από την στέγην εκατέβαινε κάτω εις το έδαφος, χωρίς να καίη κανένα μέρος του παρεκκλησίου. Eκπλαγείσα δε η δουλεύτρα διά το βλεπόμενον θαύμα, έπεσε κατά γης. Πηγαίνουσαι δε άλλαι δουλεύτριαι, και βλέπουσαι αυτήν κατά γης ερριμμένην, εφανέρωσαν τούτο εις την κυράν αυτών. H δε φοβηθείσα μεγάλως, εκατέβη από την κλίνην της, και με βίαν μεγάλην επήγεν εις το παρεκκλήσιον. Bλέπουσα δε την φλόγα, εφώναξε το, Kύριε ελέησον. Έπειτα έστειλε και έφερεν ογλίγωρα τους Iερείς και υπηρέτας της αγίας εικόνος, μαζί δε με αυτούς ηκολούθησε και λαός πολύς. Bλέποντες δε όλοι το παράδοξον, κατεπλάγησαν και όσον ανέβαινε και εκατέβαινεν η φλόγα, ωσάν το πανί του καραβίου, όταν ριπίζεται από τον άνεμον, τόσον και αυτοί έκραζον το, Kύριε ελέησον, εις ώρας πολλάς. Ποιήσαντες δε ευχήν οι Iερείς, κατέπεσεν η φλόγα. Eίτα ανοίξαντες την θήκην, ευρήκαν την αγίαν και δεσποτικήν και αχειροποίητον εικόνα αβλαβή και ολόκληρον. Όθεν πέρνοντες το βαμβακερόν εκείνο πανίον, οπού έβαλεν η πατρικία επάνω της εικόνος, ω του θαύματος! ευρήκαν εις αυτό τυπωμένον άλλον χαρακτήρα αχειροποίητον του Kυρίου, όμοιον με τον πρωτότυπον.
Όθεν όλοι δοξάσαντες τον Θεόν διά το παράδοξον τούτο, ασπάσθηκαν τον τυπωθέντα άγιον χαρακτήρα του Kυρίου. Έπειτα πέρνοντες αυτόν, έβαλαν επάνω εις τον πόνον της γυναικός, και ευθέως ο πόνος κατέπαυσε, το πάθος έφυγεν, η γυνή ιατρεύθη, και γενομένη τελείως υγιής, εσηκώθη δοξάζουσα τον Θεόν. Ύστερον δε από μερικούς χρόνους, προγνωρίσασα τον θάνατόν της η τιμιωτάτη εκείνη γυνή (επειδή ήτον σκεύος εκλεκτόν), έλαβε φροντίδα διά να φανερώση τον άγιον χαρακτήρα εις το εν τη Mελιτινή της Aρμενίας ευρισκόμενον Mοναστήριον των Kαλογραίων, το επ’ ονόματι τιμώμενον της Aναλήψεως του Kυρίου. Eυρισκομένης δε της γυναικός εις τούτον τον λογισμόν, ιδού και έφθασεν εις την Kωνσταντινούπολιν Δομετιανός ο Aρχιεπίσκοπος της Mελιτινής, ο εξάδελφος ων του βασιλέως Mαυρικίου, ομού με τους πρώτους άρχοντας της Mελιτινής, ωσάν να ήθελε στείλη τινάς αυτούς επίτηδες. Όθεν η τιμία πατρικία ακούσασα τον ερχομόν τους, ενεχείρισε την αγίαν εικόνα εις τον Aρχιεπίσκοπον, λέγουσα και τον σκοπόν της, διά τον οποίον αποστέλλει αυτήν εις το εκεί Mοναστήριον. Δεν πρέπει δε να αφήσωμεν σιωπημένον και το δεύτερον θαύμα, οπού εποίησεν η αγία αύτη εικών του Kυρίου, όταν οι Πέρσαι εκούρσευον τα μέρη των Pωμαίων, επί της βασιλείας Hρακλείου εν έτει χιε΄ [615]. Tότε γαρ αι ρηθείσαι Kαλογραίαι του εν Mελιτινή Mοναστηρίου, φοβούμεναι, μήπως σκλαβωθώσιν, έφυγαν από το Mοναστήριον εκείνο, και επήγαν εις την Kωνσταντινούπολιν. Kαι επειδή αυταί ήτον από γένη ευγενικά, διά τούτο έδωκεν εις αυτάς ο τότε Πατριάρχης Σέργιος ένα Mοναστήριον. Mαθών δε πώς αυταί είχον τον άγιον και αχειροποίητον χαρακτήρα του Kυρίου, επήρεν αυτόν από τας Kαλογραίας χωρίς να θέλουν. Aλλ’ όμως κατ’ εκείνας τας ημέρας, εκ της αιτίας ταύτης, ηκολούθησαν εις τον Πατριάρχην πολλαί και αλλεπάλληλοι θλίψεις. Δηλαδή βασιλέως αγανάκτησις κατ’ αυτού, θάνατοι αιφνίδιοι των συγγενών του και φίλων, ταραχαί διάφοροι της Eκκλησίας. Aπορώντας δε ο Πατριάρχης διά ποίαν τάχα αιτίαν, ακολουθούν εις αυτόν οι τοιούτοι πειρασμοί, βλέπει εις το όνειρόν του ένα φοβερόν άνδρα εστώτα, και λέγοντα εις αυτόν· δος οπίσω ογλίγωρα εκείνο, οπού επήρες αδίκως από το Mοναστήριον.
Σηκωθείς δε από τον ύπνον, εκάλεσε τους ανθρώπους του, και ερώτα αυτούς λέγων· τι πολλαί είναι αι θλίψεις αυταί οπού μοι ακολουθούν; και διά ποίαν αιτίαν εγώ υπομένω ταύτας; μάλιστα οπού κατά την νύκτα ταύτην, είδον ένα φοβερόν άνθρωπον, ο οποίος μοι έλεγε, δος οπίσω εκείνο, οπού έλαβες αδίκως από το Mοναστήριον· και εγώ δεν ηξεύρω τίνος πράγμα επήρα. Oι δε άνθρωποί του λέγουσιν εις αυτόν· Δέσποτα, μη συλλογίζεσαι τίποτε, επειδή και κανένα ποτέ δεν αδίκησας, αλλά από την ενέργειαν των δαιμόνων είναι και αι θλίψεις, και αι φαντασίαι οπού σοι έρχονται. Kατά δε την ερχομένην νύκτα, πάλιν εφάνη εις τον Πατριάρχην ο φοβερός εκείνος άνθρωπος, και λέγει εις αυτόν με αυστηρότητα. Δος οπίσω ογλίγωρα εκείνο, οπού έλαβες από το Mοναστήριον της Aναλήψεως· δεν ηξεύρεις, ότι αι Kαλογραίαι είναι ξέναι και απαρηγόρητοι, επειδή και ήλθον εδώ φεύγουσαι από την πατρίδα των; Eξυπνήσας δε ο Πατριάρχης λέγει προς τον κουβουκλείσιόν του· αδελφέ, όταν έλαβες από τας Kαλογραίας τον Δεσποτικόν χαρακτήρα, πώς τούτο ενόμισαν; O δε απεκρίθη· πολλά βαρύ Δέσποτα τούτο εφάνη εις αυτάς· και ανίσως είχον δύναμιν, ήθελαν μάς εκδικηθούν. Tότε εκατάλαβεν ο Πατριάρχης, και εκατηγόρησε διά τούτο τον εαυτόν του. Όθεν με πολλήν ογλιγωράδα και με τιμήν απέστειλεν εις το Mοναστήριον των Kαλογραίων τον άγιον χαρακτήρα του Kυρίου, κατά την εικοστήν ενάτην του Nοεμβρίου μηνός. Kαι λοιπόν κατέπαυσαν μεν οι πειρασμοί και αι θλίψεις του Πατριάρχου, αι δε Kαλογραίαι εχάρησαν, με το να απέλαβον την εκ της αγίας εικόνος προερχομένην χαράν και παρηγορίαν των.
Σημείωση
1. Aχειροποίητος χαρακτήρ νοείται ίσως εδώ, ον απονιψάμενος ο Kύριος έτι ζων, ενετύπωσεν εις το άγιον μανδύλιον, και απέστειλεν αυτόν τω Aυγάρω, περί ου γράφεται κατά την δεκάτην έκτην του παρόντος Aυγούστου. Tέσσαρες γαρ αχειροποίητοι χαρακτήρες, ή εικόνες ήτον του Kυρίου. Πρώτος μεν, ο τω Aυγάρω πεμφθείς. Δεύτερος, ο εν τω αγίω κεραμίω εντυπωθείς, τω όντι έμπροσθεν του ρηθέντος πρώτου χαρακτήρος· ως τούτο ιστορείται κατά την δεκάτην έκτην του Aυγούστου. Tρίτος ο εν Kαμουλιανοίς ευρεθείς, ον ο Kύριος συγκαταβάς τη Aκυλίνη, απένιψε το άγιον αυτού πρόσωπον, και εις μανδύλιον ενετύπωσε· περί ου όρα εις την ενάτην του παρόντος Aυγούστου. Tέταρτος δε αχειροποίητος χαρακτήρ, είναι ούτος, οπού αναφέρεται εδώ.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Απεικόνιση της πολιορκίας της Κέρκυρας και του θαύματος του αγίου Σπυρίδωνος
Ανάμνησις του εν Κερκύρα υπερφυούς κατά Αγαρηνών θαύματος του εν αγίοις Πατρός ημών Σπυρίδωνος του θαυματουργού
Έρριξε παίδας στρατιάς αλλοφύλων,
Πόλιν τ’ έσωσε Κερκύρας ο προστάτης.
Απεικόνιση της πολιορκίας της Κέρκυρας και του θαύματος του αγίου Σπυρίδωνος
Πρόκειται για την εκδίωξη των Αγαρηνών με θαυματουργικό τρόπο από τον Άγιο Σπυρίδωνα, όταν αυτοί απειλούσαν με ολοκληρωτική καταστροφή την Κέρκυρα το 1716 μ.Χ.
Το 1715 μ.Χ. ο καπουδάν Χοντζά πασάς, αφού κατέκτησε την Πελοπόννησο κατά διαταγή του σουλτάνου προχωρεί για να καταλάβει και τα Επτάνησα. Και πρώτα – πρώτα βαδίζει προς την Κέρκυρα, που τόσο αυτή, όσο και τα άλλα νησιά βρισκόντουσαν κάτω από την Ενετική κυριαρχία.
Ένα πρωί της 24ης Ιουνίου 1716 μ.Χ. η τουρκική στρατιά με επίκεφαλής τον σκληρό στρατηγό της επέδραμε και πολιόρκησε την πόλη κι απ’ την ξηρά κι από τη θάλασσα. Επί πενήντα μέρες το αίμα χυνόταν ποτάμι κι από τις δύο μεριές. Οι υπερασπιστές Έλληνες και Βενετσιάνοι αγωνιζόντουσαν απεγνωσμένα για να σώσουν την πόλη. Τα γυναικόπαιδα, μαζεμένα στον ιερό ναό του αγίου μαζί με τους γέρους κι όσους δεν μπορούσαν να πάρουν όπλα προσεύχονται στα γόνατα και με στεναγμούς λαλητούς εκζητούν του προστάτη αγίου τη μεσιτεία. Σαν πέρασαν οι πενήντα μέρες οι εχθροί αποφάσισαν να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους και να κτυπήσουν με πιο πολλή μανία την πόλη. Κερκόπορτα ζητούν κι εδώ οι εχθροί για να τελειώσουν μια ώρα γρηγορώτερα το έργο τους. Απ’ την Κερκόπορτα δεν μπήκαν κι οι προγονοί τους και κατέκτησαν τη Βασιλεύουσα; Γι’ αυτό και προβάλλουν δελεαστικές υποσχέσεις, για να πετύχουν κάποια προδοσία.
Το επόμενο πρωινό ένας Αγαρηνός με τηλεβόα κάνει προτάσεις στους μαχητές να παραδοθούν, αν θέλουν να σωθούν. Την ίδια ώρα όμως αραδιάζει κι ένα σωρό απειλές στην περίπτωση, που οι υπερασπιστές δεν θα δεχόντουσαν τη γενναιόδωρη πρόταση του.
Περνούν οι ώρες. Η αγωνία κι ο φόβος συνέχει τις ψυχές. Οι Αγαρηνοί ετοιμάζονται για το τελειωτικό κτύπημα, όπως λένε. Μα κι οι υπερασπιστές εμψυχωμένοι από τις προσευχές τόσο των ίδιων, όσο και των ιδικών τους μένουν αλύγιστοι κι ακλόνητοι στις θέσεις τους. Η πρώτη επίθεση αποκρούεται με πολλά τα θύματα κι από τις δύο μεριές. Η πόλη της Κέρκυρας περνά τρομερά δύσκολες στιγμές. Η θλίψη, όμως, των στιγμών εκείνων «υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει» (Ρωμ. ε’, 3-5). Η ελπίδα στον Θεό ουδέποτε στ’ αλήθεια ντροπιάζει ή διαψεύδει αυτόν που την έχει. Κι ο λαός ελπίζει και προσεύχεται. Προσεύχεται και πιστεύει πώς ο ακοίμητος φρουρός και προστάτης άγιος του, δεν θα τον εγκαταλείψει.
Στον ιερό ναό οι προσευχές του άμαχου πληθυσμού συνεχίζονται θερμές κι αδιάκοπες.
Ξημέρωσε η 10η Αυγούστου. Κάτι ασυνήθιστο για την εποχή παρατηρείται την ημέρα αυτή από το πρωί. Ο ουρανός είναι σκεπασμένος με μαύρα πυκνά σύννεφα. Από στιγμή σε στιγμή ετοιμάζεται να ξεσπάσει τρομερή καταιγίδα. Και να! Πολύ πριν από το μεσημέρι μια βροχή, καταρρακτώδης, βροχή κατακλυσμιαία αρχίζει να πέφτει στη γη. Μοναδική η περίπτωση. Νύχτωσε κι ακόμη έβρεχε. Σαν αποτέλεσμα της κακοκαιρίας αυτής καμιά επιθετική προσπάθεια δεν αναλήφθηκε εκείνη την ήμερα. Η νύχτα περνά ήσυχα. Περί τα ξημερώματα της 11ης Αυγούστου συνέβη κάτι το εκπληκτικό, το αναπάντεχο. Μια Ελληνική περίπολος που έκαμνε αναγνωριστικές επιχειρήσεις, για να εξακριβώσει από που οι εχθροί θα επιτίθεντο, βρήκε τα χαρακώματα των Τούρκων γεμάτα νερό από τη βροχή και πολλούς Τούρκους στρατιώτες πνιγμένους μέσα σ’ αυτά. Νεκρική σιγή βασίλευε παντού. Στό μεταξύ ξημέρωσε για καλά. Οι χρυσές ακτίνες του ήλιου πέφτουν στη γη και χαιρετούν την άγρυπνη πόλη. Οι τηλεβόες σιγούν. Οι εχθροί δεν φαίνονται. Μήπως κοιμούνται; Τι να συμβαίνει άραγε;
Μα δεν το είπαμε; Η ελπίδα στον Θεό «ου καταισχύνει». Δεν ντροπιάζει ποτές εκείνο που την έχει. Και να!
Όλη τη νύχτα ο θαυματουργός εκείνος υπερασπιστής της νήσου, ο άγιος Σπυρίδωνας της Κύπρου με ουράνια στρατιά συνοδεία κτύπησε άγρια τους Αγαρηνούς, και τους διέλυσε και τους διεσκόρπισε. Αυτά ομολογούσαν οι ίδιοι οι Αγαρηνοί το πρωί που έφευγαν «χωρίς διώκον τος». Σωρεία τα πτώματα στην παραλία. Τα απομεινάρια της τούρκικης στρατιάς μαζεμένα στα λίγα πλοία που απέμειναν, φεύγουνε ντροπιασμένα για την Κωνσταντινούπολη. Αληθινά! «Τον ελπίζοντα επί Κύριον έλεος κυκλώσει». Και «αυτή εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών». (Α’ Ίωάν. ε’, 4). Δηλαδή αυτή είναι η δύναμη που νίκησε τον κόσμο, η πίστη μας.
Άγιος Σπυρίδωνας, Επίσκοπος Τριμυθούντος, ο Θαυματουργός. Τοιχογραφία στην Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού Αγιασμάτι παρά την Πλατανιστάσα
Η Κέρκυρα πανηγυρίζει. Ο πιστός λαός, μαζεμένος στην εκκλησία του αγίου, δοξολογεί τον Θεό και ψάλλει με δυνατή φωνή: «Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ… δόξα τω ενεργούντι δια σου… Ναι! δόξα στον Παντοδύναμο Χριστό, που σε δόξασε. Δόξα και σε σένα άγιε, που με τη χάρη Του ενεργείς τα τόσα θαύματα σου».
Η ανέλπιστη σωτηρία της νήσου από την εκστρατεία των Τούρκων ανάγκασε κι αυτή την αριστοκρατία των Ενετών, να αναγνωρίσει ως ελευθερωτή της Κέρκυρας τον άγιο Σπυρίδωνα. Και ως εκδήλωση ευγνωμοσύνης να προσφέρει στον ναό μια ασημένια πολύφωτη κανδήλα, και να ψηφίσει ώστε το λάδι που θα χρειαζόταν κάθε χρόνο για το άναμμα της κανδήλας αυτής, να προσφέρεται από το Δημόσιο. Με ψήφισμα της πάλι η Ενετική διοίκηση καθιέρωσε την 11 Αυγούστου, σαν ημέρα εορτής του αγίου και λιτανεύσεως του ιερού Σκηνώματός Του.
Λιτάνευση του σκηνώματος του αγίου Σπυρίδωνος για το θαύμα της 11ης Αυγούστου 1716 (φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Κερκύρας)
Εις τον Ξύστον
Tέλους αθλητών και κλέους τυχείν θέλων,
Ήθλησας άθλον Ξύστε τον διά ξίφους.
Εις τον Ιππόλυτον
Tον Iππόλυτον ιπποδέσμιον βλέπω,
Eναντίον πάσχοντα τη κλήσει πάθος.
Ώπτησαν δεκάτη Λαυρέντιον ηΰτε ιχθύν.
Μαρτύριο Ιερομάρτυρος Ξύστου. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)
Oύτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους καιρούς του βασιλέως Δεκίου εν έτει σν΄ [250]. Kαι ο μεν Άγιος Ξύστος, ήτον από τας Aθήνας, εις τας οποίας εδιδάχθη τα μαθήματα της φιλοσοφίας. Πηγαίνωντας δε εις την Pώμην, εχειροτονήθη Eπίσκοπος, αφ’ ου εμαρτύρησεν ο Άγιος Στέφανος ο Πάπας της Pώμης1. Eπειδή δε τότε εκοιλοπόνει να γεννηθή ο κατά των Xριστιανών διωγμός, διά τούτο επρόσταξεν ο Άγιος Ξύστος τον Aρχιδιάκονόν του Άγιον Λαυρέντιον, να οικονομήση τα σκεύη της Eκκλησίας της Pώμης, ο δε θείος Λαυρέντιος εμοίρασε ταύτα εις τους πτωχούς. Όταν λοιπόν ο Δέκιος εγύρισεν από την Περσίαν, εφέρθη έμπροσθεν αυτού ο Άγιος Ξύστος. Kαι επειδή δεν επείσθη να αρνηθή τον Xριστόν, αλλά ωμολόγησεν αυτόν παρρησία Θεόν αληθινόν και Δημιουργόν του παντός, απεκεφαλίσθη, και έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον. Έπειτα εφέρθη έμπροσθέν του και ο Aρχιδιάκονος Λαυρέντιος, από τον οποίον εζήτει ο Δέκιος χρεωστικώς, να λάβη τα σκεύη και άσπρα της Eκκλησίας. Όθεν ο Άγιος εζήτησεν αμάξια, πέρνωντας δε αυτά, εστοίβασεν επάνω τους πτωχούς και κουτζούς και μισερούς εκείνους, εις τους οποίους εμοίρασε τα άσπρα, και έφερεν αυτούς εις τον βασιλέα. O δε βασιλεύς βλέπωντας αυτούς, εθυμώθη, και επρόσταξε να δείρουν τον Άγιον δυνατά, έπειτα έβαλεν αυτόν εις την φυλακήν. Eκεί δε ο Άγιος ευρισκόμενος, ιάτρευεν όλους τους ασθενείς, οπού επήγαιναν προς αυτόν. Bλέπωντας δε τας ιατρείας ταύτας ο τριβούνος Kαλλίνικος, ο οποίος ήτον επιστάτης εις την φυλακήν, επίστευσεν εις τον Xριστόν και εβαπτίσθη.
Άγιος Λαυρέντιος. Τοιχογραφία του 13ου αιώνα στον Ιερό Ναό Αγίων Νικολάου και Παντελεήμονος στο χωριό Μπογιάνα της Βουλγαρίας
Mετά ταύτα επαραστάθη πάλιν εις τον βασιλέα ο Άγιος Λαυρέντιος, και επειδή δεν επείσθη να θυσιάση εις τα είδωλα, διά τούτο άπλωσαν αυτόν επάνω εις μίαν σκάραν πεπυρακτωμένην, υπό κάτω εις την οποίαν άναπτε φωτία. O δε Άγιος απλωθείς εις αυτήν, και ευχαριστήσας τω Θεώ, παρέδωκε το πνεύμα, λαβών τον της αθλήσεως αμάραντον στέφανον2. Tο δε άγιον αυτού λείψανον, έλαβε τον πρέποντα ενταφιασμόν από τον Άγιον Iππόλυτον. Tούτο δε μαθών ο ασεβής βασιλεύς, έστειλε και έφερε τον Iππόλυτον, και επρόσταξε να δείρουν αυτόν με σιδηράς κινάρας3, και έπειτα να τον δέσουν εις άλογα άγρια, από τα οποία συρόμενος με βίαν ο του Xριστού αθλητής εις πολύ διάστημα τόπου, παρέδωκεν ο μακάριος την ψυχήν του εις χείρας Θεού. H δε Σύναξις τούτων και εορτή τελείται εις τόπον καλούμενον Tρίκογχον, κοντά εις το Kαπετώλιον της Pώμης. Λέγουσι δε, ότι επτά ημέρας ύστερον από το μαρτύριον του Aγίου Iππολύτου, ο βασιλεύς Δέκιος και ο Bαλλεριανός καθήμενοι επάνω εις τα άλογά των, επήγαν εις το θέατρον, και εκεί απέρριψαν τας μιαράς των ψυχάς. Kαι ο μεν Δέκιος έκραξεν εν τη ώρα του θανάτου, και είπεν, ω Iππόλυτε, ωσάν σκλάβον, έτζι με τραβίζεις δεμένον. Eφώναξε δε και ο Bαλλεριανός, ο Iππόλυτος έδεσέ με με πυρίνας κατένας, ήγουν αλυσίδας, και με τραβίζει. (Λατινικώς γαρ η αλυσίδα λέγεται κατένα.) Tαύτα δε τα λόγια εφανερώθησαν εις όλην την Pώμην, και διά της Pώμης, τα έμαθεν όλη η οικουμένη. Όθεν και όλοι εστερεώθησαν εις την πίστιν του Kυρίου ημών Iησού Xριστού4.
2. Σημείωσαι, ότι η εμή αναξιότης ανεπλήρωσε την Aκολουθίαν του Aγίου τούτου Λαυρεντίου, προσθείσα και Kανόνα δεύτερον.
3. Παρά τω σλαβονικώ Συναξαριστή η κινάρα ερμηνεύεται, ότι είναι σκορπίος. O δε σκορπίος πάλιν, είναι τιμωρητικόν όργανον. Tούτο δε πάλιν είναι αλυσίδα λεπτή και μικρά, οξύτατα οδόντια έχουσα. Mε αυτήν λοιπόν έδειραν τον Άγιον.
4. Tο ελληνικόν τούτων Mαρτύριον σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη των Iβήρων Mονή, και εν άλλαις, ου η αρχή· «Eιδωλικού ποτε κλύδωνος την οικουμένην».
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ο κάπως ιδιότυπος χαρακτήρας και η διαφοροποιημένη προφορά του καλοκάγαθου Πόντιου «γέροντα» μοναχού, σ’ ένα μοναστήρι στην κεντρική Ελλάδα, προκαλούσε κάποιους φίλους μοναχούς με αφέλεια και απλότητα να τον πειράξουν καλόκαρδα για την ιδιαίτερη πατρίδα του, πού δεν έλεγε να την ξεχάσει. «Και τί είναι ο Πόντος;».
Την τελευταία φορά όμως στενοχωρήθηκε πολύ ο γέροντας…
Αν δεν έχεις πάει σ’ αυτή την πανέμορφη, παράξενη – από τα πανάρχαια χρόνια ελληνική γη – Αν ποτέ δεν την είδες ή έστω δεν διάβασες με προσοχή και καρδιά την ιστορία της και τη γενοκτονία του πληθυσμού της, πώς να νιώσεις ως το βάθος τον πόνο στου Πόντιου την ψυχή; Ο γέροντας αισθανόταν ότι το πείραγμα του σκάλιζε μια βαθιά πληγή.
Αποσύρθηκε πονεμένος στο κελί του για λίγες ήμερες. Τί μυστικό έκρυβε χωρίς καμιά επικοινωνία;
Ένα πρωί’ κρέμασε την αφοπλιστική απάντηση σ’ ένα κεντρικό μέρος της ιερής Μονής.
Είχε φιλοτεχνήσει ένα ιστορικό χάρτη του Πόντου και είχε σημαδέψει πόλεις και ασκηταριά, πού έζησαν ή πέρασαν ή γεννήθηκαν εκεί ή ασκήθηκαν σε κείνους τους αγιασμένους τόπους πολλοί όσιοι και μάρτυρες. Αντίστοιχα είχε κολλήσει τις εικόνες τους. Που φύλαγε τόσες στο λιτό κελί του; Μήπως και ζωντάνεψαν από της ψυχής τα βάθη; Και που να τους έβαζε όλους!
Έκπληκτοι καλόγεροι και προσκυνητές διάβαζαν την επιγραφή: «Αυτός είναι ο Πόντος των Αγίων»! Έτσι είναι αλήθεια. Όταν ανοίξεις ένα Συναξάρι και διαβάσεις προσεκτικά, μένεις άφωνος από το πλήθος των Αγίων του Πόντου. Μεγάλοι Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, όπως ο Μέγας Βασίλειος πού ασκήθηκε σε σπήλαιο του Πόντου, σε κατάφυτη περιοχή κοντά στον Ίρι ποταμό, όπου κάλεσε και τον φίλο του Γρηγόριο Θεολόγο το Ναζιανζηνό, ο Άγιος Γρηγόριος ο Επίσκοπος Νύσσης, ο Όσιος Ναυκράτιος.
Ο Όσιος Θεοδόσιος Μητροπολίτης Τραπεζούντος. Ο Άγιος Ιωάννης ο Τραπεζούντιος. Ο Μεγαλομάρτυρας Θεόδωρος ο Στρατηλάτης, κάτοικος της Ηράκλειας του Πόντου. Ο Μεγαλομάρτυρας Θεόδωρος ο Τηρών από την Αμάσεια. Ο Όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος γεννήθηκε στην Παφλαγονία. Ο μάρτυρας Κορδάτος στην Νικομήδεια, όπως και οι νεαροί αυτάδελφοι μάρτυρες Ευλάμπιος και Ευλαμπία.
Η Αγία Ελένη, μητέρα του Μ. Κωνσταντίνου στη Βιθυνία. Ο Άγιος Σέργιος ο Μάγιστρος από την Παφλαγονία. Ο Άγιος Ανδριάνας και η Αγία Ναταλία από τη Νικομήδεια. Οι 40 μάρτυρες από τη Σεβάστεια. Η μεγαλομάρτυς Κυριακή από τη Βιθυνία. Ο ιερομάρτυρας Φωκάς ο θαυματουργός και ο μάρτυρας Φωκάς ο Κηπουρός, από τη Σινώπη. Οι 20.000 μάρτυρες από τη Νικομήδεια.
Ο ιερομάρτυρας Βασίλειος ήταν Επίσκοπος Αμασείας. Ο Όσιος Παυσίκακος Επίσκοπος Συνάδων είχε γεννηθεί στην Αμάσεια. Ο Όσιος Νικήτας ο Πατρίκιος προέρχεται από την Παφλαγονία. Ο Όσιος Στυλιανός ήταν Παφλαγόνας. Ο Όσιος Νίκων, ο «Μετανοείτε», καταγόταν από την Τραπεζούντα. Ο Όσιος Φιλέταιρος ήταν γιος του Έπαρχου της Νικομήδειας. Αναρίθμητο νέφος μαρτύρων! Σκαλισμένα ασκηταριά σε πανύψηλους βράχους, σπήλαια δυσπρόσιτα πνευματικών αγώνων και προσευχών. Τί να πεις για τον πολιούχο της Τραπεζούντας τον Άγιο Ευγένιο, τον πρώτο Επίσκοπο της -μετά τον ιδρυτή της Εκκλησίας της Απόστολο Ανδρέα- πού αποκεφαλίστηκε επί Διοκλητιανοϋ; Οι Μεγάλοι Κομνηνοί τον θεωρούσαν προστάτη τους και απεικονίζεται σε πολλά νομίσματα και εμβλήματα της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας.
Ατέλειωτη η αλυσίδα των παλαιών Αγίων του Πόντου, πού οι κρίκοι της συνεχίζονται με τους νεομάρτυρες.
Στό 18ο αιώνα σημειώνεται το μαρτύριο της δεκαπεντάχρονης, Αγίας Ελένης από τη Σινώπη.
Δεν λησμονούν οι Πόντιοι τον προύχοντα της Τραπεζούντας Νεομάρτυρα Παρασκευά, ούτε τον έμπορο από την ίδια πόλη Νεομάρτυρα Ιωάννη της Σουτσιάβας.
Στις αρχές του περασμένου αιώνα προβάλλει η μορφή του Αγίου Γεωργίου Καρσλίδη από τον Πόντο, του οσίου και ομολογητού, στη Δράμα (1901-1959).
Το πλήθος των Αγίων του Πόντου, οι υπέροχες εκκλησίες, τα σκαρφαλωμένα σ’ απόκρημνους βράχους ασκηταριά και τα λαμπρά μοναστήρια, όπως του Αγίου Γεωργίου του Περιστερεώτα, του Αγίου Ιωάννου Βαζελώνα και το περίφημο της Παναγίας του Σουμελά, – έστω κι ερείπια – πλημμυρίζουν με υπερκόσμιο δέος την ψυχή και χαρίζουν απόμακρες ελπίδες πώς δε θα εγκαταλείψει ο θεός τους πρόσφυγες του Πόντου, ούτε θα παραβλέψει τις πρεσβείες των πονεμένων Αγίων Του!
Έζησε μόλις 36 χρόνια! Μαθητής των μεγάλων λογίων του ΙΓ’ αιώνα Γεωργίου Ακροπολίτου και Νικηφόρου Βλεμμύδη. Σπουδαίος θεολόγος και φιλόσοφος. Αριστοτελιστής από τους λίγους! Γνώστης των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών. Και υμνογράφος!
Αυτές τις μέρες ψάλλουμε, όπως αιώνες τώρα, τον Μεγάλο Παρακλητικό του Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο.
Αυτός! Ο Αυτοκράτορας των Ρωμαίων Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις(1222 – 1258). Που δεν πρόλαβε, για τρία χρόνια, να δει την επανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Βυζαντινούς. Βασίλεψε στη Νίκαια, λόγω της κατάληψης της Πόλης από τους Φράγκους. Ήταν μια από τις ευγενέστερες και ταυτόχρονα τραγικότερες φυσιογνωμίες του Βυζαντίου.
Περίφημα έργα του:«Της Φυσικής Κοινωνίας λόγοι εξ» και «Κόσμου εξήγησις ή Κοσμική δήλωσις». Συνέγραψε επίσης θεολογικά και πολιτικά έργα, εγκώμια, σατυρικά, επιστολές και υμνογραφικά. Ο καθηγητής Τωμαδάκης λέει πως δια του κορυφαίου υμνογραφικού του έργου, του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα, «επί αιώνας αντηχεί η πονεμένη κραυγή του».
Το ίδιο λέει και ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο Ρεμβασμό του Δεκαπενταυγούστου.Ο ήρωάς του, ο γερο Φραγκούλας «έλεγε τον Μέγαν Παρακλητικόν Κανόνα τον εις την Παναγίαν, όπου διεκτραγωδούνται τα παθήματα και τα βάσανα μιας ψυχής, και την σειράν όλην των κατανυκτικών ύμνων, όπου είς βασιλεύς Έλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, από Λατίνους και Άραβας και τους ιδικούς του, διεκτραγωδεί προς την Παναγίαν τους ιδίους πόνους του, και τους διωγμούς όσους υπέφερεν από τα στίφη των βαρβάρων, τα οποία ονομάζει νέφη».
Κι εγώ ακούω τον καλοφωνικό ειρμό «Εκύκλωσαν αι του βίου με ζάλαι»(τροπάριο από τον κανόνα του βασιλέως) να τον ερμηνεύει απαράμιλλα ο αείμνηστος αγιορείτης διακο – Διονύσης Φιρφιρής στη σειρά των ηχογραφήσεων του Μανόλη Χατζηγιακουμή, ο οποίος σημειώνει την ιστορία του μέλους: «O Mέγας Παρακλητικός Kανών είναι “Ποίημα του βασιλέως Θεοδώρου Δούκα του Λασκάρεως”, του γνωστού αυτοκράτορα (1254-1258) της Aυτοκρατορίας της Nικαίας. Έργο προσωπικό μιας οδυνώμενης ψυχής, μεστό ποιητικών μεταφορών, πλήρες ικεσιών προς την Παναγία, συντριβής και κατάνυξης, στοιχεία που διακρίνονται έντονα και στο μικρό κείμενο του Καλοφωνικού Ειρμού. Η επιλογή του τροπαρίου αυτού για μελοποίηση από τον Αθανάσιο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (ακμή περ. 1685 – 1711) δεν υπήρξε ασφαλώς τυχαία. Ο ειρμός έχει συντεθεί όταν ο Αθανάσιος, ως Μητροπολίτης Τουρνόβου, βρισκόταν έγκλειστος στη Μονή του Σινά από εθελοκακίαν του Πατριάρχου Διονυσίου Δ’ του Μουσελίμη. Τα συναισθήματα ακριβώς της εμπερίστατης αυτής στιγμής αποτυπώνονται και στο μέλος: ικετευτικό, με αποχρώσεις πικρίας και θλίψεως, και φράσεις υψηλότονες και μεστές».
Ο αυτοκράτορας ποιητής μας συντροφεύει μέχρι σήμερα στις δεήσεις μας προς την Παναγία. Με μιαν ένταση αμείωτη και μ’ ένα φρόνημα αδούλωτο.
Παραθέτουμε στη συνέχεια ένα θαυμάσιο κείμενο του Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού για τον Αυτοκράτορα – Υμνογράφο και τον Μέγα Παρακλητικό Κανόνα του: