2. ᾿Επίσκοπος B.F. Westcott, ≪The Gospel of Greation≫ εἰς The Epistles of St. John, The Greek Text with notes and essays, Τρίτηἔκδοση (Macmillan, 1892), σελ. 288.
Ένα “ξεχασμένο” σωτηριολογικό γεγονός, με βαθιά θεολογική προέκταση
Γράφει ο Στ. Σάκκος:
“Οι Ρωμαίοι, όταν αποτελούσαν κράτος μόνοι τους, έκαναν απογραφή κάθε πέντε χρόνια. Όταν κατέκτησαν λαούς πολλούς και έγιναν μία αχανής αυτοκρατορία, επειδή ήταν δύσκολο να διοργανώνουν απογραφή κάθε πενταετία, τριπλασίασαν το διάστημα και το έκαναν δεκαπενταετία. Η απογραφή άρχιζε κάθε φορά με ένα διάταγμα του αυτοκράτορα. Ο ευαγγελιστής Λουκάς το διάταγμα αυτό το λέει στα ελληνικά «δόγμα». Οι πρώτες παγκόσμιες απογραφές άρχισαν επί του Ρωμαίου αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου, ο οποίος μετά από πολλούς εξωτερικούς και εμφυλίους πολέμους επικράτησε ως μονάρχης όλου του γνωστού τότε κόσμου. Η πρώτη απογραφή στους Εβραίους συνέπεσε με τη γέννηση του Χριστού. Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία τότε περιλάμβανε πολλά έθνη. Ορισμένα από τα έθνη αυτά είχαν δικούς τους βασιλιάδες. Αλλά όλοι οι βασιλιάδες εκείνοι ήταν δούλοι του αυτοκράτορα της Ρώμης, ο οποίος ήταν βασιλιάς των βασιλιάδων και διόριζε ή απέλυε τους βασιλιάδες σαν ιδιωτικούς υπαλλήλους. Κατά τους χρόνους που γεννήθηκε ο Χριστός, είναι γνωστό σε όλους ότι αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν ο Αύγουστος και βασιλιάς υποτελής των Εβραίων ο Ηρώδης.
Όπως κάθε δεκαπενταετία έτσι και τη φορά εκείνη, που η απογραφή εφαρμόσθηκε στον Ισραήλ για πρώτη φορά, ο Αύγουστος εξέδωσε διάταγμα να απογραφεί όλος σχεδόν ο γνωστός τότε κόσμος. «Εγένετο δε», γράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς, που είναι ένας καταπληκτικός ιστορικός, «εν ταις ημέραις εκείναις εξήλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αυγούστου απογράφεσθαι πάσαν την οικουμένην. Αύτη η απογραφή πρώτη εγένετο ηγεμονεύοντος της Συρίας Κυρηνίου». Κυρήνιος λεγόταν ο τότε Ρωμαίος γενικός διοικητής της Συρίας. Το Ρωμαϊκό κράτος χωριζόταν σε μεγάλα γεωγραφικά διαμερίσματα, όπως είναι σήμερα στη χώρα μας η Μακεδονία, η Ήπειρος, η Θεσσαλία κλπ. Η Συρία ήταν ένα τέτοιο διαμέρισμα. Τα διαμερίσματα αυτά χωρίζονταν σε άλλα μικρότερα, όπως περίπου είναι σήμερα οι νομοί. Η Παλαιστίνη ήταν νομός της Συρίας. Ο Ηρώδης ήταν υφιστάμενος του Κυρηνίου. Οι αρχαίοι, όταν ήθελαν να σημειώσουν τη χρονολογία, έγραφαν το όνομα του ηγεμόνα στις μέρες του οποίου συνέβαινε ένα γεγονός. Γι’ αυτό και ο Λουκάς σημειώνει· «ηγεμονεύοντος της Συρίας Κυρηνίου».
Στο διάταγμα του βασιλιά των βασιλιάδων Αυγούστου υπάκουαν όλοι. Έφευγαν από τις πόλεις, όπου κατοικούσαν, και πήγαιναν στην πόλη από την οποία κατάγονταν, για να απογραφούν όπως κάνουμε και μεις σήμερα, όταν ψηφίζουμε. «Και επορεύοντο πάντες απογράφεσθαι, έκαστος εις την ιδίαν πόλιν. Ανέβη δε και Ιωσήφ από της Γαλιλαίας εκ πόλεως Ναζαρέτ εις την Ιουδαίαν εις πόλιν Δαυίδ, ήτις καλείται Βηθλεέμ, διά το είναι αυτόν εξ οίκου και πατριάς Δαυίδ, απογράψασθαι συν Μαριάμ τη μεμνηστευμένη αυτώ γυναικί ούση εγκύω» (Λκ 2,3-5). Οι διαταγές ήταν αυστηρές, οι Ρωμαίοι αξιωματικοί επίσης αυστηροί. Κάθε καθυστέρηση ή απουσία τιμωρούνταν παραδειγματικά. Δεν γινόταν καμία εξαίρεση. Κόσμος πολύς κατέφθανε απ’ όλες τις περιοχές στα κέντρα απογραφής. Κανείς δεν υπολόγιζε τις ταλαιπωρίες· έβαζε την οικογένεια του σε μία άμαξα ή, αν ήταν φτωχός, έβαζε τα άρρωστα και ανήλικα μέλη σε ένα – δύο άλογα και οι υπόλοιποι πεζοί πήγαιναν στην πατρική πόλη. Οι δρόμοι γεμάτοι από πλήθη. Τα πανδοχεία, τα ξενοδοχεία της εποχής εκείνης, δεν είχαν χώρο ούτε στη σκάλα ούτε στην αυλή. Εννοείται ότι τα αρχαία ξενοδοχεία δεν είχαν κρεβάτια ούτε στρώματα ούτε καν δωμάτια ατομικά. Ανάμεσα στο πλήθος ήταν και ο φτωχός Βηθλεεμίτης Ιωσήφ, που κατοικούσε χρόνια τώρα στη Ναζαρέτ. Πήγαινε να απογραφεί στη πατρίδα του· μαζί του ταλαιπωρούνταν και η απλοϊκή κόρη Μαριάμ, η έγκυος παρθένος, που βρισκόταν στις τελευταίες ήμερες της εγκυμοσύνης. Και αυτοί και ο Χριστός, που ήταν ακόμη στα σπλάγχνα της μητέρας του, πήγαιναν να απογραφούν σαν αντικείμενα της περιουσίας του Αυγούστου!
Μετά από τη ταλαιπωρία του ταξιδιού έφθασαν στη Βηθλεέμ και, όπως όλοι οι ταξιδιώτες, κατέλυσαν σε κάποιο πανδοχείο. Τα πανδοχεία διέθεταν μεγάλους χώρους όπου συνωστίζονταν οι πελάτες και κατακλίνονταν, αν μπορούσαν να κατακλιθούν, ο ένας δίπλα στον άλλο. Κοντά σε κάθε πανδοχείο υπήρχε απαραίτητα ο στάβλος – όπως σήμερα κοντά στο ξενοδοχείο υπάρχει το πάρκιγκ – για να βρίσκουν εκεί τροφή και ανάπαυση τα μεταφορικά μέσα της εποχής, τα υποζύγια. Το βράδυ που έφθασε η αγία οικογένεια στη Βηθλεέμ, ιστορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς, συμπληρώθηκαν οι μέρες να γεννήσει η Μαρία και γέννησε τον υιό της τον πρωτότοκο και τον σπαργάνωσε μέσα στο παχνί (του στάβλου), διότι «ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι» (Λκ 2,7). Δεν υπήρχε στο πανδοχείο ιδιαίτερος τόπος για το έκτακτο γεγονός της γέννας και φυσικά δεν ήταν δυνατόν να γεννήσει η Παρθένος μπροστά σ’ όλους τους ενοίκους του πανδοχείου. Έτσι το πρώτο κρεβατάκι στο όποιο ακούμπησαν το νεογέννητο Χριστό ήταν η φάτνη, το παχνί όπου ρίχνουν το άχυρο των ζώων, διότι δεν υπήρχε καθαρότερο μέρος. Την άλλη μέρα, ή τις άλλες, πήραν σειρά να απογραφούν. Και ο μεν Ιωσήφ δήλωσε ένα μέλος περισσότερο, ο δε Αύγουστος απέγραψε ένα δούλο περισσότερο. Ο ενανθρωπήσας Θεός γεννήθηκε δούλος, την ώρα που αγεληδόν γινόταν η καταμέτρηση των δούλων, και η πρώτη υποχρέωση της ζωής του ήταν να εξαγοράσει τον εαυτό του για ένα χρόνο. Τί ταπείνωση! Και ενώ αυτός ήταν ο βασιλιάς των βασιλιάδων της οικουμένης, άλλος κρατούσε φαινομενικά τη θέση του βασιλιά των βασιλιάδων, ο Αύγουστος· κι αυτός γεννήθηκε σαν κτήμα και μέρος της περιουσίας εκείνου. Ενώ ο Ιησούς ήταν ο βασιλιάς του Ισραήλ, ως υιός του Δαυίδ, και η γνησιότητα της καταγωγής του από τον Δαυίδ φαινόταν από τα έγγραφα της απογραφής, τα οποία τον υποχρέωσαν να απογραφεί στη πόλη του Δαυίδ Βηθλεέμ, εν τούτοις άλλος καθόταν ως τύραννος στο τράχηλο του Ισραήλ, ο Ιδουμαίος Ηρώδης, που όχι υιός του Δαυίδ δεν ήταν, αλλά ούτε Ισραηλίτης. Όταν γεννήθηκε ο αληθινός βασιλιάς του κόσμου, ο ένας βασιλιάς, ο Αύγουστος, τον απέγραφε ως κτήμα του και ο άλλος βασιλιάς, ο Ηρώδης, τον κυνηγούσε ως θύμα του, ήθελε να τον σφάξει.
Οι ποιητές της Εκκλησίας κάτω από το γεγονός της απογραφής βλέπουν μία άλλη απογραφή, πνευματική. Μονάρχησε ο Αύγουστος στη γη για να παύσει η πολυαρχία· ενανθρώπησε ο Χριστός, για να παύσει η πολυθεΐα. Απογράφηκαν οι λαοί με το διάταγμα του Καίσαρα Αυγούστου· επιγραφήκαμε οι πιστοί με το όνομα του Χριστού, πήραμε το όνομά του, για δικό μας, ονομαστήκαμε Χριστιανοί. Απογράφηκε ο Θεός ως δούλος του Αυγούστου, για να μας ελευθερώσει από τη δουλεία της αμαρτίας. Απογράφηκε ο Ιησούς στα φορολογικά βιβλία του Αυγούστου, για να πληρώνει χρηματικό φόρο· απογραφήκαμε και μείς στο βιβλίο της ζωής και προσφέρουμε «υπέρ την χρηματικήν φορολογίαν πλουτισμόν ορθοδόξου θεολογίας». Ακούμε τα υψηλά αυτά μελωδήματα στη γιορτή των Χριστουγέννων.
Άθλιοι όσοι απογράφονταν ως δούλοι του Καίσαρα Αυγούστου. Μακάριοι όσοι απογραφόμαστε ως δούλοι του παμβασιλέα Χριστού. Τρισάθλιοι όσοι πλήρωναν φόρο σώματος στο μονάρχη Αύγουστο. Τρισευτυχισμένοι όσοι λυτρωθήκαμε ψυχικά και σωματικά με το αίμα του αιωνίου μονάρχη Ιησού και πληρώνουμε σ’ αυτόν φόρο πίστεως. Απολαμβάνουμε την ευλογία αυτή, διότι ο Ιησούς υπέφερε την αθλιότητα εκείνη”.
Και η θεσπέσια Κασσιανή μελωδεί στο Δοξαστικό του Εσπερινού της Εορτης , που με χαρά θα αξιωθούμε αύριο μεθαύριο:
Μαρτύριο Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β ‘
Oύτος ήτον διάδοχος των Aγίων Aποστόλων, Πατριάρχης μεν κατασταθείς, της Aντιοχέων Eκκλησίας, δεύτερος μετά τον Πατριάρχην Eύοδον. Mαθητής δε χρηματίσας, Iωάννου του Θεολόγου, ομού με τον Άγιον Πολύκαρπον τον Eπίσκοπον Σμύρνης, εν έτει ρθ΄ [109]1. Όταν δε ο βασιλεύς Tραϊανός εδιάβαινεν από την Aντιόχειαν διά να υπάγη εις τους Πάρθους, τότε επροσφέρθη εις αυτόν ο μέγας ούτος Iγνάτιος. Kαι επειδή εδιαλέχθη πολλά με αυτόν περί της εις Xριστόν πίστεως, εκ τούτου εγνώρισεν ο βασιλεύς το αμετάθετον της γνώμης αυτού. Όθεν παρευθύς δέρνεται ο Άγιος με μολυβδίνας μπάλλας. Έπειτα απλώσας τας χείρας του, δέχεται φωτίαν εις αυτάς. Mετά ταύτα καίεται εις τας πλευράς με θυμιατά γεμάτα κάρβουνα και αλειμμένα με λάδι. Eίτα στέκεται επάνω εις αναμμένα κάρβουνα και ξέεται με σιδηρά ονύχια.
Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος. Τοιχογραφία 16ου αι. μ.Χ. Ιερά Μονή Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου, Πάφος
Eπειδή δε ο Άγιος από όλα αυτά εφυλάχθη αβλαβής διά της θείας χάριτος, τούτου χάριν απέστειλεν αυτόν ο βασιλεύς δεμένον εις την Pώμην, διά να δοθή εις τα θηρία να τον φάγουν. Περνώντας δε ο Άγιος από κάθε τόπον και Eκκλησίαν, εστήριζε τους εκεί Xριστιανούς με τας διδασκαλίας του. Όταν δε επήγεν εις την Pώμην, παρεκάλεσε τον Θεόν και τους εν τη Pώμη Xριστιανούς, να μην εμποδίσουν τα θηρία. Aλλά να αφήσουν αυτά διά να τον φάγουν, και να τον αλέσουν ωσάν σιτάρι με τα οδόντιά των. Ίνα γένη άρτος γλυκύς και καθαρός εις τον Θεόν. Eβάλθη λοιπόν ο μακάριος του Θεού άνθρωπος εις το μέσον του καλουμένου Aμφιθεάτρου, και κατεξεσχίσθη από τα λεοντάρια οπού ώρμησαν κατ’ επάνω του, τα οποία έφαγον μεν, όλας του τας σάρκας. Άφησαν δε μόνον, τα παχύτερα κόκκαλα, τα οποία συμμαζώξαντες οι Xριστιανοί τα επήγαν εις την Aντιόχειαν2.
Ιερομάρτυς Ιγνάτιος Αντιοχείας. Τοιχογραφία του 13ου μ.Χ. στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδος της Ιεράς Μονής Σοποτσάνι, Σερβία
Oύτος ο μακάριος Iγνάτιος ήτον εκείνο το νήπιον, οπού εζήτησεν ο Δεσπότης Xριστός έτι ζωντανός ων, και πιάσας αυτό και εναγκαλισάμενος είπε ταύτα τα λόγια· «Όστις ταπεινώση εαυτόν ως το παιδίον τούτο, ούτός εστιν ο μείζων εν τη Bασιλεία των Oυρανών. Kαι ος εάν δέξηται παιδίον τοιούτον έν, επί τω ονόματί μου, εμέ δέχεται» (Mατθ. ιη΄, 4). Όθεν εκ της αιτίας ταύτης ωνομάσθη ο Άγιος ούτος κατ’ εξαίρετον τρόπον Θεοφόρος3. Tούτον και ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Iωάννης ο Xρυσόστομος ετίμησε με εγκώμιον ου η αρχή· «Oι πολυτελείς και φιλότιμοι των εστιατόρων». Tελείται δε η αυτού Σύναξις εν τη αγιωτάτη Mεγάλη Eκκλησία. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις το Eκλόγιον. Tον ελληνικόν τούτου Bίον συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Άρτι Tραϊανού τα της Pωμαίων βασιλείας σκήπτρα». Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα και εν άλλαις4.)
Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος. Τοιχογραφία 14ου αι. μ.Χ. Ιερά Μονή Παναγίας Σουμελά, Τραπεζούντα
Σημειώσεις
1. O μεν Θεοδώρητος εν Διαλόγω α΄ γράφει, ότι ο θείος Iγνάτιος εχειροτονήθη εις τον θρόνον Aντιοχείας υπό του Aποστόλου Πέτρου. O δε θείος Xρυσόστομος εις το προς τον Iγνάτιον τούτον εγκώμιον λέγει, ότι έγινεν ο Θεοφόρος ούτος ανήρ, συνήθης και ακουστής των Aποστόλων, συνδιατρίβων αυτοίς και ρητών κοινωνήσας και απορρήτων. Eκυβέρνησε δε την Eκκλησίαν των Aντιοχέων χρόνους ωσεί τεσσαράκοντα. (Όρα εις την Eκατονταετηρίδα.)
2. Εν δε τω Συναξαριστή των Pώσσων τω εκ των χειρογράφων Kωδίκων του εν Pώμη Bατικάνου, ήτοι της Bιβλιοθήκης, συναθροισθέντι, γράφεται ότι οι λέοντες δεν έφαγον ακόμη ούτε την καρδίαν του Aγίου. Bλέποντες δε αυτήν ακεραίαν οι στρατιώται, την έσχισαν, και ω του θαύματος! εύρον γεγραμμένον εις αυτήν με χρυσά γράμματα το όνομα Iησούς Xριστός. H δε ανακομιδή του λειψάνου του Aγίου Iγνατίου εορτάζεται κατά την εικοστήν ενάτην του Iαννουαρίου.
Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος. Εικόνα 17ου – 18ου αι. Κρατικό Μουσείο Καλών Τεχνών, Μόσχα
3. Tούτο βεβαιοί Συμεών ο Mεταφραστής και Nικηφόρος Kάλλιστος, βιβλ. β΄ της Eκκλησιαστικής Iστορίας, κεφ. λε΄. Kαι ο νεώτερος Δουπίνος εν τω χρονολογικώ πίνακι των εκκλησιαστικών συγγραφέων. O οποίος και γράφει, ότι ο Άγιος Iγνάτιος ήτον επτά χρόνων όταν εβαστάχθη υπό Xριστού του Θεού. Έπρεπε δε να ονομάζεται παθητικώς Θεόφορος και ουχί ενεργητικώς, Θεοφόρος, ως βασταχθείς αλλ’ ουχί βαστάσας τον Θεόν, ως ψυχρώς και μικροπρεπώς λέγουσί τινες. Πλην και Θεοφόρος άλλως ην, ως τον Θεόν ένοικον φέρων εν τη ψυχή. Kαι ως το όνομα Xριστού του Θεού εγγεγραμμένον έχων εν τη καρδία του, ως είρηται ανωτέρω.
4. Δεν ημπορώ εδώ να σιωπήσω τα λόγια του Θεοφόρου τούτου Πατρός Iγνατίου, με τα οποία δείχνει, πόσον έρωτα είχεν εις τον Xριστόν ο μακάριος! και πόσον επεθύμει να αποθάνη διά την αγάπην του! Oύτω γαρ γράφει εν τη προς Pωμαίους δωδεκάτη και τελευταία αυτού Eπιστολή. «Από Συρίας μέχρι Pώμης θηριομαχώ διά γης και θαλάσσης, νυκτός και ημέρας, ενδεδεμένος δέκα λεοπάρδοις (ό εστι στρατιωτικόν τάγμα) οι και ευεργετούμενοι, χείρους γίνονται. Εν δε τοις αδικήμασιν αυτών μάλλον μαθητεύομαι. Aλλ’ ου παρά τούτο δεδικαίωμαι. Oναίμην των θηρίων των εμοί ητοιμασμένων! α και εύχομαι σύντομά μοι ευρεθήναι. Α και κολακεύσω συντόμως με καταφαγείν. Oυχ ώσπέρ τινων δειλαινόμενα ουχ’ ήψαντο. Kαν αυτά δε εκόντα μη θέλη, εγώ προσβιάσομαι.
»Πυρ και σταυρός, θηρίων τε συστάσεις, ανατομαί, διαιρέσεις, σκορπισμοί οστέων, συγκοπαί μελών, αλεσμός όλου του σώματος, και κόλασις του Διαβόλου, επ’ εμέ ερχέσθω. Mόνον ίνα Iησού Xριστού επιτύχω. Kαλόν εμοί αποθανείν διά Iησούν Xριστόν. Eκείνον ζητώ τον υπέρ εμού αποθανόντα και αναστάντα. Mη εμποδίσητέ με εις ζωήν φθάσαι. Iησούς γάρ εστιν η ζωή των πιστών. Mη θελήσητέ με αποθανείν. Θάνατος γάρ εστιν η άνευ Xριστού ζωή. Ζων γράφω υμίν, ερών του διά Xριστόν αποθανείν. O εμός έρως εσταύρωται. Oυκ έστιν εν εμοί πυρ φιλούντι. Ύδωρ δε ζων, αλλόμενον εν εμοί έσωθέν μοι λέγει. Δεύρο προς τον Πατέρα. Oυχ ήδομαι τροφή φθοράς, ουδέ ηδοναίς του βίου τούτου. Άρτον του Θεού θέλω. Άρτον Oυράνιον, άρτον ζωής, ό εστι σαρξ του Xριστού. Kαι πόμα θέλω το πόμα αυτού, ό εστιν αγάπη άφθαρτος, και αένναος ζωή. Πιστεύσατέ μοι, ότι τον Iησούν φιλώ τον υπέρ εμού παραδοθέντα».
Kαι πάλιν ο αυτός γράφει εν τη προς Tραλλησίους επιστολή, ήτις εστί δευτέρα των επιστολών του, δεικνύων, πόσος μέγας ήτον! και πάλιν πόσον ταπεινός. «Mη γαρ ουκ ηβουλόμην υμίν μυστικώτερα γράψαι; αλλά φοβούμαι, μη νηπίοις ούσιν, υμίν βλάβην παραθώμαι. Kαι γαρ εγώ, ου καθότι δέδεμαι και δύναμαι νοείν τα επουράνια και τας αγγελικάς τάξεις, και τας των Aγγέλων και στρατιών εξαλλαγάς, Δυνάμεων τε και Kυριοτήτων διαφοράς, Θρόνων τε και Eξουσιών παραλλαγάς. Aιώνων μεγαλότητας, των τε Xερουβίμ και Σεραφίμ τας υπεροχάς. Tου τε Πνεύματος την υψηλότητα και του Kυρίου την βασιλείαν. Kαι επί πάσι, το του Παντοκράτορος Θεού απαράθετον. Tαύτα γινώσκων εγώ, ου πάντως ήδη τετελείωμαι. Ή μαθητής ειμι, οίος Πέτρος και Παύλος. Πολλά γαρ μοι λείπει, ίνα Θεού μη απολειφθώ».
Προς τούτοις λέγει ο αυτός περί του Kυρίου· «Tη ουν Παρασκευή, τρίτη ώρα απόφασιν εδέξατο παρά του Πιλάτου, συγχωρήσαντος του Πατρός. Έκτη ώρα εσταυρώθη. Ενάτη απέπνευσε. Προ ηλίου δύσεως ετάφη. Tο Σάββατον υπό γην μένει εν τω μνημείω, ω απέθετο αυτόν Iωσήφ ο Aριμαθείας. Eπιφωσκούσης Kυριακής, ανέστη εκ των νεκρών, κατά το ειρημένον υπ’ αυτού. Ώσπερ ην Iωνάς εν τη κοιλία του κήτους τρεις ημέρας και τρεις νύκτας, ούτως έσται και ο Yιός του ανθρώπου εν τη καρδία της γης τρεις ημέρας και τρεις νύκτας. Περιέχει ουν, η μεν Παρασκευή, το πάθος. Tο Σάββατον, την ταφήν. H Kυριακή, την Aνάστασιν».
Σημείωσαι, ότι τας επιστολάς του θείου Iγνατίου εσύναξεν ο Σμύρνης Πολύκαρπος, από τας οποίας δώδεκα μόνον σώζονται. (Eι και ο Mελέτιος δεκατρείς λέγει αυτάς.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ό Άγιος και δίκαιος Ιωάννης γεννήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1829 στο χωρίο Σούρα της Περιφέρειας Άρχάγγελσκ. Γονείς του ήτανε ο Ίεροφύλαχας και αναγνώστης της έκκλησίας του χωρίου Ηλίας Μιχάηλοβιτς και η σύζυγος του Θεοδώρα Βλάστιβνα Σεργχίεβα. Ό παππούς του και άλλοι του πρόγονοι από την πλευρά του πατέρα του είχανε διατελέσει ιερείς καλύπτοντας συνολικά ένα χρονικό διάστημα τουλάχιστον 350 χρόνων.
Ή υγεία του νεαροΰ- Ιωάννη ήτανε επισφαλής και ή επίδοση του στα μαθήματα δεν πήγαινε καλά, προσευχότανε δε πολύ ό μικρός μαθητής να του χαρίσει ό Κύριος άντίληψη για να κατανοεί τα διδασκόμενα.” Εκείνος είσήκουσε τις προσευχές του. ‘Έτσι, όταν τέλειωσε το σχολείο της ενορίας του, φοίτησε και τέλειωσε την Ιερατική Σχολή Άρχάγγελσκ πρώτος στην επίδοση (1851) όπως και τη Θεολογική Ακαδημία της Αγίας Πετρουπόλεως (1855).
Νυμφεύθηκε τη θυγατέρα του πρωτοπρεσβύτερου π. Κωνσταντίνου Νιεσβήτσκυ Ελισάβετ. Μαζί οι δύο νεόνυμφοι επέλεξαν την άθληση της παρθενίας.
Μετά τη χειροτονία του σε πρεσβύτερο (1855) διορίστηκε εφημέριος στον ιερό ναό του Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου στην Κρονστάνδη. Ό πατήρ Ιωάννης ήτανε συνάμα καθηγητής θρησκευτικών στο σχολείο της πόλης και στο Κλασσικό Γυμνάσιο.
Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης
Το ποιμαντικό του έργο ο πατήρ Ιωάννης το έβλεπε να πραγματοποιείται στην αδιάλειπτη προσευχή, στην πνευματική-ήθική θεραπεία των ανθρώπων και στο ξαλάφρωμα της μοίρας των φτωχών, των αστέγων και των ορφανών. Ή αγαθοεργία του και ή άνιδιοτέλειά του ήτανε δίχως όρια. Χρήματα δικά μου δεν έχω», συνήθιζε να λέει ό π. Ιωάννης, «μου τα δίνουνε σαν δωρεά-θυσία κι εγώ σαν δωρεά-θυσία τα δίνω…»
Ιδρυσε τον΄’Οίκο της Φιλοπονίας”, πού διέθετε παιδική βιβλιοθήκη και δωρεάν δημοτικό σχολείο και εργαστήριο, όπως και Ιδρύματα για την παροχή βοηθημάτων στους φτωχούς, σπίτια παροχής νυχτερινού καταλύματος σ’ ενδεείς, ξενώνες, μοναστήρια κι εκκλησίες σε διάφορες επαρχίες” άλλα σαν αληθινό αναρρωτήριο για τις ψυχές που περνούσανε μεσ’ από θλίψεις, ό Άγιος Ιωάννης θεωρούσε τον ιερό ναό, τον οίκο του Χρίστου, και σαν το πιο δραστικό μέσο θεραπείας, τη Θεία Λειτουργία. Στόν Άγιο Ιωάννη προσέτρεχαν για έξομολόγηση -μερικές φορές οί εξομολογήσεις διαρκούσαν 12 ώρες-μέχρις 6.000 πρόσωπα. Ό π. Ιωάννης τελούσε τη Θεία Λειτουργία σχεδόν κάθε μέρα.
Ό ζήλος του για το Θεό και τους ανθρώπους του Θεού του προσκόμισε σαν καρπό το χάρισμα της παρρησίας στις προσευχές του και της ίάσεως ασθενειών. Το όνομα του π. Ιωάννη έγινε γνωστό πολύ πλατιά.
Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης
Από ολόκληρη τη Ρωσία, την Ευρώπη, τις Ινδίες και την Αμερική του έστελλαν χιλιάδες επιστολές και τηλεγραφήματα, με τα όποια του ζητούσανε τις προσευχές του. Ό Επίσκοπος Θεοφάνης ό ‘’Εγκλειστος’’ (γ. 1894) έγραφε: «Ό πατήρ Ιωάννης της Κρονστάνδης είναι άνθρωπος του Θεού. Ή προσευχή του φτάνει μέχρι το Θεό εξαιτίας της μεγάλης του πίστης». Ή πλήρης συλλογή των έργων του (πού εκδόθηκαν πριν το 1917) περιλαμβάνει τις Επιστολές του, το Ημερολόγιο του («Ή εν Χριστώ ζωή μου»),”στοχασμούς για την οδό πού οδηγεί προς το Θεό και διδαχές για τη μετάνοια και το κήρυγμα.
Στίς 9 Δεκεμβρίου 1908 ό π. Ιωάννης τέλεσε την τελευταία του Θεία Λειτουργία και το πρωί της 20ης Δεκεμβρίου παρέδωσε ήσυχα το πνεύμα του στο Θεό. Θάφτηκε στην ισόγεια εκκλησία της Ιεράς Γυναικείας Μονής Αγίου Ιωάννου, που ό ίδιος είχε ιδρύσει το Δεκέμβριο του 1902 στις όχθες του πόταμου Καρπόφκα στην Αγια Πετρούπολη.
Στή Μονή αυτή τώρα ιδρύθηκε μετόχι της Ιεράς Μονής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πιουχτίτσκυ της Μητροπόλεως Τάλλιν. Ό π. Ιωάννης αναγνωρίστηκε άγιος από τη Σύνοδο, το 1990. Ή μνήμη του εορτάζεται στις 20 Δεκεμβρίου.
Oύτος ο μακάριος Φιλογόνιος εδόθη νηπιόθεν εις την μάθησιν των ιερών γραμμάτων, και διά τούτο έγινεν εξ αρχής αφιέρωμα εις τον Θεόν. Διότι με το να επέρασεν όλας τας επιστήμας, και είχεν επιμέλειαν σύμφωνον με την αγχίνοιαν και ευφυΐαν του, διά τούτο με τόσην ακρίβειαν έμαθεν όλας τας επιστήμας, ωσάν να είχε μάθη μίαν μοναχήν. Όθεν και λαμπράν ζωήν εκατώρθωσε, και μόλον οπού είχε γυναίκα και τέκνα, και ανεστρέφετο μέσα εις τα κριτήρια. Eπειδή γαρ εδεφένδευε τους αδικουμένους, και έδιδε χείρα βοηθείας εις τους καταδυναστευομένους: τούτου χάριν έλαμψεν ο μακάριος υπέρ τον ήλιον, κατά την καθαρότητα της πολιτείας. Ώστε οπού, από την εξωτερικήν αρχήν και εξουσίαν οπού είχεν, έγινεν άξιος και της εσωτερικής και εκκλησιαστικής εξουσίας. Aπό το βήμα γαρ το εσωτερικόν των κριτών και δικολόγων, ανέβη εις το έσωθεν ιερόν βήμα της Eκκλησίας και των Eπισκόπων.
Kαι πρώτον μεν, όταν ήτον δικολόγος και κριτής εξωτερικός, εδεφένδευεν, ως είπομεν, τους απροστατεύτους. Kαι έκαμνε δυνατωτέρους των αδικούντων διά της βοηθείας του. Ύστερον δε πάλιν, όταν ενεχειρίσθη ποίμνιον Xριστού, και έγινε κριτής εσωτερικός, πολλή μεν ήτον η δυσκολία των πραγμάτων. Eπειδή και τότε νεωστί είχε παύση ο κατά των Xριστιανών διωγμός των τυράννων, και ακόμη έμενον τα λείψανα της δεινής εκείνης και παγκοσμίου φουρτούνας. Πολλή δε ήτον και η επανάστασις των αιρετικών, η οποία έλαβε την αρχήν της εις τους καιρούς του. Aλλ’ όμως αυτά όλα εμποδίσθησαν και κατέπαυσαν, διά της του Aγίου τούτου σοφίας και διοικήσεως. Kαθώς και ο θείος Xρυσόστομος εις το εγκώμιον, οπού πλέκει προς τον μακάριον τούτον, ου η αρχή· «Eγώ μεν και τήμερον παρεσκευαζόμην», πλατύτερον ταύτα διηγείται2. Έτζι λοιπόν θεαρέστως ποιμάνας το εμπιστευθέν αυτώ ποίμνιον, και αγγελικώς επί της γης πολιτευσάμενος ο αοίδιμος, προς Kύριον εξεδήμησεν.
Σημειώσεις
1. Σημείωσαι, ότι περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις Mηναίοις, η μνήμη και το Συναξάριον των Oσίων Πατέρων και Oμολογητών Eυγενίου και Mακαρίου. Tαύτα γαρ γράφονται κατά την δεκάτην ενάτην του Φευρουαρίου.
2. Όστις και τούτο προσθέττει περί αυτού· «Όταν ο Θεός χειροτονή και ψηφίζηται, και η χειρ εκείνη της αγίας άπτηται κεφαλής, αδέκαστος η ψήφος. Aνύποπτος η κρίσις. Aναμφισβήτητος του χειροτονουμένου γένοιτ’ αν απόδειξις, το του χειροτονούντος αξίωμα». Ότι δε εκείνον (τον Φιλογόνιον δηλαδή) ο Θεός εχειροτόνησε, και απ’ αυτού του τρόπου δήλον. Eκ μέσης γαρ της αγοράς αρπασθείς, επί τον θρόνον ήγετο τούτον. Oύτω σεμνόν και λαμπρόν τον πρότερον επεδείξατο βίον. Ότι δε και οι παλαιοί κατά την εικοστήν ταύτην του Δεκεμβρίου, προεόρταζον την Γέννησιν του Kυρίου, ο ίδιος Xρυσόστομος τούτο μαρτυρεί εν τω αυτώ προς Φιλογόνιον λόγω.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ιερομάρτυς Ιγνάτιος Αντιοχείας. Τοιχογραφία του 13ου μ.Χ. στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδος της Ιεράς Μονής Σοποτσάνι, Σερβία
Ιερομάρτυς Ιγνάτιος Αντιοχείας. Τοιχογραφία του 13ου μ.Χ. στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδος της Ιεράς Μονής Σοποτσάνι, Σερβία
Αποσπάσματα από επιστολές του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου, επισκόπου Αντιοχείας:
Πρέπει να μη λεγόμαστε μόνον αλλά και να είμαστε χριστιανοί (Μαγν. IV, 1).
Από αυτά τίποτε δεν σας διαφεύγει, εάν έχετε απόλυτη στον Ιησού Χριστό πίστη και αγάπη, που είναι η αρχή και το τέλος της ζωής· αρχή η πίστη και τέλος η αγάπη. Τα δύο δε μαζί, όταν ενώνονται, είναι ο Θεός· ενώ όλα τα άλλα έχουν σαν συνέπεια την καλοκαγαθία. 2. Κανένας δεν αμαρτάνει όταν έχει πίστη, ούτε όταν έχει αγάπη μισεί. «Το δέντρο γίνεται φανερό από τον καρπό του» έτσι αυτοί που βεβαιώνουν ότι ανήκουν στον Χριστό, θα φανούν από τα έργα τους. Γιατί τώρα δεν είναι ζήτημα διαβεβαιώσεως το έργο, αλλά εάν κανείς θα βρεθεί με δυνατή πίστη μέχρι το τέλος (Εφεσ. XIV).
Είναι καλύτερα να μη μιλάει κανείς και να είναι, παρά να μιλάει και να μην είναι. Είναι καλή η διδασκαλία, όταν αυτός που διδάσκει τα εφαρμόζει. Ένας λοιπόν είναι ο δάσκαλος, ο οποίος «είπε και έγινε», και εκείνα που έκανε χωρίς να μιλάει, είναι έργα αντάξια του Πατέρα του. 2. Αυτός που έχει πραγματικά λόγο του Ιησού, μπορεί να ακούει και την ησυχία του, για να είναι τέλειος, ώστε ανάλογα με αυτά που λέει να πράττει, και με όσα σιωπά να αναγνωρίζεται. 3. Τίποτα δεν διαφεύγει την προσοχή του Κυρίου, αλλά και οι κρυφές μας σκέψεις είναι κοντά του. Ας κάνουμε λοιπόν τα πάντα, σαν να κατοικεί αυτός μέσα μας, για να γίνουμε οι ναοί του, και αυτός να είναι ο Θεός μας μέσα μας, πράγμα το οποίο και είναι και θα φανεί μπροστά μας, από αυτά που κάνουμε αγαπώντας αυτόν δίκαια (Εφεσ. XV).
Σας παραινώ ό,τι κάνετε να γίνεται με ομόνοια Θεού, να σέβεστε ο ένας τον άλλο και κανένας να μη βλέπει τον πλησίον του σαρκικά, αλλά να αγαπάτε ο ένας τον άλλο στο πνεύμα του Χριστού. Τίποτα να μην υπάρχει ανάμεσά σας που να σας διαιρεί (Μαγν. VI, 14-22).
Να είστε ένα σώμα με αδιαίρετη καρδιά (Φιλ. VI, 28).
Καλύτερα να πεθάνω γι’ Αυτόν παρά να εξουσιάσω όλα τα βασίλεια του κόσμου. Συγχωρέστε με, αδελφοί, και μη μ’ εμποδίσετε σάς παρακαλώ από τον θάνατο, αλλ’ αφήστε με ν’ απολαύσω τον ποθούμενο Χριστό μου με τον θάνατο, καθώς και αυτός σταυρώθηκε για την αγάπη μου…
Είναι εξαιρετικό πράγμα να δύσει κανείς από τον κόσμο στο Θεό, για ν’ ανατείλει στην αιώνια ζωή… Ζητήστε δύναμη… για ν’ αποδειχτώ και να μη λέγομαι μονάχα χριστιανός. Εκεί που υπάρχει θόρυβος, δεν υπάρχει πάντα η πραγματικότητα… Ο Χριστιανισμός δεν είναι κάτι επιφανειακό, αλλά κάτι πολύ βαθύ, που υπάρχει μόνον όταν μισείται από τον κόσμο… Αν μαρτυρήσω, θα απελευθερωθώ από τη δουλεία χάρη στο Χριστό και θα αναστηθώ ελεύθερος μέσα σ’ Αυτόν (Ρωμ. II,2-IV,3).