Αρχική Blog Σελίδα 16

Ὁμιλία εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Κυριακῆς πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως

Ὁμιλία, σὺν Θεῷ ἁγίῳ, εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Κυριακῆς πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

«Τέξεται δὲ υἱὸν (ἡ Μαριάμ), καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ»

Η ρίζα του Ιεσσαί, γύρω στο 1500, ιερά μονή Οσίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή, Καλοπαναγιώτης

Στὴ θαυμάσια σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, γίνεται ἀναφορὰ στοὺς κατὰ σάρκα προγόνους-προπάτορες τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ Ἀβραὰμ μέχρι Ἰωσὴφ τοῦ Μνήστορος, καὶ ἐξιστοροῦνται μὲ λιτότητα, πλὴν μὲ μεγάλη σαφήνεια, τὰ γεγονότα ἀπὸ τὴ σύλληψη τοῦ Χριστοῦ μας ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου, μέχρι καὶ τὴ γέννησή του.

Ἡ ἐπιλογὴ τῆς περικοπῆς αὐτῆς γιὰ τὴ σημερινὴ Κυριακή, ποὺ εἶναι καὶ λέγεται Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως, ἀσφαλῶς δὲν εἶναι τυχαία. Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ προετοιμαζόμαστε γιὰ τὶς Μεγάλες Δεσποτικὲς Ἑορτές, ἀλλά, καὶ μετὰ τὸν ἑορτασμό τους, νὰ μὴ τὶς λησμονοῦμε, νὰ μὴ λησμονοῦμε τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς δόθηκαν μὲ τὰ ἑορταζόμενα γεγονότα τῆς ἐπὶ γῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ μας, θέσπισαν νὰ ἔχουμε Κυριακὴ πρὸ καὶ μετὰ τὶς ἑορτὲς αὐτές, καθὼς καὶ προεόρτια καὶ μεθέορτα, μέχρι τὴ λεγόμενη ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς, ὁπόταν καὶ κλείνει ὁ σχετικὸς ἑορταστικὸς κύκλος. Καὶ κατ᾿ αὐτὲς τὶς περιόδους, τὶς Κυριακές, καθόρισε ἡ Ἐκκλησία νὰ διαβάζονται στὸν ναὸ οἱ κατάλληλες Ἀποστολικὲς καὶ Εὐαγγελικὲς περικοπές, ποὺ μᾶς βοηθοῦν νὰ μποῦμε στὸ πνεῦμα, νὰ κατανοήσουμε, ὅσο γίνεται, τὰ κοσμοσωτήρια γεγονότα ποὺ ἑορτάζουμε. Καὶ ἐπειδὴ μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες, πρῶτα ὁ Θεός, θὰ ἑορτάσουμε τὰ Χριστούγεννα, διαβάσαμε τὴν περικοπὴ αὐτή, ποὺ μᾶς εἰσάγει στὸ πνεῦμα τοῦ μεγίστου τούτου γεγονότος τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

Τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ποὺ μόλις τώρα ἀκούσαμε, ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴ τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου. Καί, ἂν ρωτοῦσε κάποιος, πῶς θὰ μπορούσαμε νὰ χαρακτηρίσουμε, νὰ συνοψίσουμε τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, ἡ ἀπάντηση εἶναι: «Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ». Σ᾿ αὐτὸ ἐξιστοροῦνται πράγματι ὅσα ἀφοροῦν στὴ γέννηση, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπὶ γῆς ζωὴ τοῦ Κυρίου, μέχρι τὰ ἅγια πάθη καὶ τὴν ἀνάστασή του. Ἡ σημερινὴ περικοπὴ μᾶς παραθέτει χρονολογικά, ὅπως εἴπαμε, τοὺς κατὰ σάρκα προγόνους τοῦ Χριστοῦ. Ἐνῶ ὅμως ὁ ἀπόστολος Λουκᾶς στὴν ἀντίστοιχη περικοπὴ στὸ Εὐαγγέλιό του τοὺς καταγράφει ἀπὸ τὸ τέλος πρὸς τὴν ἀρχή, πρὸς τὰ πίσω δηλ., ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ καταλήγοντας στὸν Ἀδάμ, ὁ Ματθαῖος τοὺς ἀναφέρει ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, ποὺ ἦταν ὁ σπουδαιότερος σταθμός, ὁ γενάρχης τῶν Ἑβραίων, καὶ καταλήγει στὸ τέλος, στὸν Μνήστορα Ἰωσήφ. Γιατί ὅμως γενεαλογεῖ τὸν Ἰωσήφ, ποὺ ἦταν μόνον ὁ Μνήστωρ τῆς Θεοτόκου κι ὄχι πατέρας τοῦ Κυρίου, καὶ δὲν γενεαλογεῖται ἡ Θεοτόκος; Γιὰ δύο λόγους. Πρῶτον, ἡ Ἁγία Γραφὴ πάντοτε γενεαλογεῖ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ γένος τοῦ πατέρα καί, δεύτερο, διότι καὶ ἡ Παρθένος Μαρία καταγόταν ἀπὸ τὸ ἴδιο ἀκριβῶς γένος, τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ προφητάνακτα Δαβίδ, ἀπ᾽ ὅπου καταγόταν καὶ ὁ Ἰωσήφ. Στὸ γενεαλογικὸ τοῦτο δένδρο τοῦ Χριστοῦ, ὅπως σήμερα θὰ λέγαμε, δὲν καταγράφονται ἀσφαλῶς ὅλοι οἱ πρόγονοι τοῦ Χριστοῦ μας, παρὰ μόνο οἱ σπουδαιότεροι καὶ γνωστότεροι ἀπ᾿ αὐτούς, σὲ τρόπο, ὥστε νὰ σχηματισθοῦν τρεῖς δεκατετράδες γενεῶν, μὲ στόχο νὰ προβληθεῖ ἡ ἱερότητα τῶν ἀριθμῶν 3 καὶ 7 (τὸ 14 εἶναι δύο φορὲς τὸ 7). Τὸ σημαντικότερο ἐν προκειμένῳ, ποὺ τονίζεται μὲ τὴν ἀπαρίθμηση ὅλων αὐτῶν τῶν ὀνομάτων τῶν προγόνων τοῦ Κυρίου, εἶναι ἡ ἱστορικότητα τοῦ προσώπου Του, τὸ ἀδιαμφισβήτητο ἱστορικὸ γεγονὸς τῆς ἐνανθρώπησής Του, κι ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ προσδοκώμενος Μεσσίας Χριστός.

Στὴ συνέχεια, ἐκτίθενται γεγονότα, ποὺ προηγήθηκαν τῆς γέννησης τοῦ Κυρίου. Ἄγγελος ἐμφανίζεται στὸν Ἰωσὴφ καὶ τοῦ διαλύει τὶς πειρασμικὲς ἀμφιβολίες, ποὺ τὸν βασάνιζαν. Διασαφηνίζει ὅτι τὸ ὑπερφυσικὸ γεγονὸς τῆς συλλήψεως τοῦ κυοφορουμένου ἀπὸ τὴ μνηστή του παιδιοῦ εἶναι ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματος ἐστὶν Ἁγίου». Καί, τέλος, ἀναγγέλλει τὸ ὄνομα, ποὺ ἔπρεπε νὰ δοθεῖ στὸ Θεῖο Βρέφος: «τέξεται δὲ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν».

Ἰησοῦς, λοιπόν, ὀνομάσθηκε ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐνανθρώπησε γιὰ μᾶς, γιὰ τὴ σωτηρία μας! Ἰησοῦς, τὸ γλυκύτερο, τὸ ὡραιότερο, τὸ πιὸ ἀγαπημένο ὄνομα! Στὸ διάβα τῶν αἰώνων, ἀναρίθμητες εἶναι οἱ ψυχές, ποὺ τοῦτο τὸ ὄνομα χαροποίησε, παρηγόρησε, ἐνίσχυσε, ἁγίασε! Ἰησοῦς: Τὸ ἁγιώτερο πρόσωπο τῆς ἱστορίας, ἡ μεγαλύτερη μορφὴ ὅλων τῶν αἰώνων. Ἡ γέννησή του ὁρόσημο, ἀφοῦ χώρησε στὰ δύο τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία. Τὸ Ἰησοῦς, λοιπόν, ὄνομα θεόσδοτο. Ὄνομα προσκυνητὸ καὶ λατρευτό: «ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψει ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων», ὅπως λέει ὁ ἀπ. Παῦλος. Στὸ ὄνομα τοῦτο, ποὺ εἶναι φῶς καὶ ἐλπίδα καὶ ζωή, ἀποθέτει ἡ πανανθρώπινη ἀγωνία τὶς ἐλπίδες της, ὅπως θεόπνευστα προφήτευσε ὁ Ἡσαΐας: «τῷ ὀνόματι αὐτοῦ, ἔθνη ἐλπιοῦσι».

Τὸ ὄνομα Ἰησοῦς εἶναι ἑβραϊκό, καὶ σημαίνει σωτήρ. Τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἐκφράζει τὸ ἔργο, τὴν ἀποστολή, ποὺ ἦλθε νὰ ἐπιτελέσει, τὸν σκοπὸ τῆς ἐνανθρώπησής Του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ἄγγελος, ἀναγγέλλοντας τὸ ὄνομα Ἰησοῦς, ποὺ ἔπρεπε νὰ δοθεῖ στὸ θεῖο Βρέφος, ἐπεξήγησε ταυτόχρονα καὶ τὸν λόγο: «αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν». Ὁ Ἰησοῦς λοιπὸν εἶναι ὁ Σωτήρας, ὁ μόνος Σωτήρας καὶ Λυτρωτὴς τοῦ κόσμου. Ἦταν τὸ ὅραμα τῶν πατριαρχῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν, ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας. Ἦλθε νὰ καταργήσει τὴν κυριαρχία τοῦ διαβόλου, νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας, νὰ θεραπεύσει τὴν πρώην ἄρρωστη ἀνθρώπινη φύση, νὰ τὴν ἁγιάσει καὶ θεώσει.

Ἑτοιμαζόμαστε κι ἐμεῖς, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, νὰ ἑορτάσουμε κι ἐφέτος τὰ Χριστούγεννα. Μὰ Χριστούγεννα, τί εἶναι πράγματι; Οἱ φωταψίες καὶ οἱ στολισμένες βιτρίνες; Ἤ, μήπως, τὰ ἀστροστόλιστα δένδρα, ὁ θόρυβος τῆς ἀγορᾶς, ἡ ἀνταλλαγὴ δώρων καὶ τὰ πλούσια τραπέζια; Ὄχι, ἀγαπητοί μου. Εἶναι κάτι πολὺ μεγάλο καὶ βαθύ! Εἶναι ὁ ἑορτασμὸς μὲ καθαρὴ καρδιά, μὲ τὴ νηστεία ποὺ προηγήθηκε, τὴν Ἐξομολόγηση, τὴν προσευχή, τὸν πνευματικὸ ἀγώνα, τοῦ συγκλονιστικοῦ καὶ μέγιστου γεγονότος τῆς ἔλευσης τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ, τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ ἀγάπη καὶ μόνο στὸ πλάσμα Του, γιὰ τὴ σωτηρία του. Καί, τί κρίμα! Οἱ πλεῖστοι ἄνθρωποι νὰ ἑορτάζουν Χριστούγεννα χωρὶς Χριστό! Νὰ πανηγυρίζουν -συχνότατα μέσ᾽ τὴν ἁμαρτία- τὰ Χριστούγεννα σὰν ἕνα κοινωνικὸ καὶ μόνο γεγονός, καὶ ὁ Ἰησοῦς νὰ εἶναι ὁ μεγάλος ἀπὼν ἀπὸ τὴν ἑορτή!

Ἀγαπητοί μου, εἶναι ἀνάγκη νὰ ξαναβροῦμε τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς ἑορτῆς. Καὶ γιὰ τοῦτο χρειάζεται νὰ ἀναζητήσουμε μὲ πόθο καὶ νὰ βροῦμε τὸν Ἰησοῦν. Τὸ γλυκύτατο ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ νὰ εἶναι τὸ ἐντρύφημα τῆς γλώσσας μας «ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ»· ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός Του νὰ εἶναι ἡ ἀναψυχή μας. Μὲ τὴ μετάνοια, τὴν Ἐξομολόγηση, τὴ διόρθωση τῆς ζωῆς μας, τὴν ἐνσυνείδητη μετοχὴ στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸ ἁγιώτατο πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ πρέπει νὰ κατοικήσει στὴν καρδιά μας, νὰ γίνει ὅ,τι πιὸ ἱερὸ καὶ μεγάλο γι᾿ αὐτήν. Κι ἔτσι ὁ Ἰησοῦς θὰ γίνει τὸ μέτρο τῶν πράξεών μας, ὁ καθοδηγητὴς σ᾿ ὅλη τὴ ζωή μας. Ὁ προσωπικός μας λυτρωτὴς καὶ σωτήρας. Τότε, θὰ γεννηθεῖ πραγματικὰ ὁ Ἰησοῦς μέσα μας καὶ θὰ μᾶς ἀναγεννήσει μὲ τὸ ἔλεός του. Ἔτσι μόνο θὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἑορτάσουμε ἀληθινὰ τὰ Χριστούγεννα, μὲ τὴ χάρη καὶ φιλανθρωπία τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν!

Μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Ιουλιανής (21 Δεκεμβρίου)

Μαρτύριο Αγίας Ιουλιανής. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Iουλιανής

Iουλιανής αγλάισμα το ξίφος,
Ως προξενήσαν αγλαόν ταύτη στέφος.
Έκταμον εικάδι πρώτη Iουλιανήν ερατεινήν.

Μαρτύριο Αγίας Ιουλιανής. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Αύτη ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Mαξιμιανού εν έτει σϟθ΄ [299], καταγομένη από την Nικομήδειαν, θυγάτηρ πλουσίων γονέων, από τους οποίους αρραβωνίσθη με ένα συγκλητικόν, Eλεύσιον ονομαζόμενον. Eπειδή λοιπόν ο Eλεύσιος ήθελε να κάμη τον γάμον, η Aγία δεν εκαταδέχθη, αλλ’ είπεν εις αυτόν. Όταν κατασταθής έπαρχος, τότε ας γένη ο γάμος. Όταν δε έγινεν έπαρχος, τότε πάλιν είπεν εις αυτόν η Aγία. Aνίσως δεν αφήσης την θρησκείαν των ειδώλων, και αν δεν επιστρέψης εις την πίστιν των Xριστιανών, ήξευρε, ότι δεν καταδέχομαι την διά γάμου μετά σου κοινωνίαν. O δε Eλεύσιος είπεν όλα αυτά τα λόγια της παρθένου εις τον πατέρα της. Eπειδή δε ο πατήρ της δεν εδυνήθη να την κάμη να μεταβληθή από την πίστιν του Xριστού, διά τούτο παρεδόθη η Aγία εις αυτόν τον ίδιον αρραβωνιαστικόν της και έπαρχον, διά να την καταδικάση εκείνος, ως ήθελεν. Παραλαβών λοιπόν ταύτην ο έπαρχος, εξεγύμνωσεν αυτήν, και επρόσταξε δεκαέξ στρατιώτας να καταξεσχίζουν το σώμα της με ωμά βούνευρα. Έπειτα εκρέμασεν αυτήν από τας τρίχας, ώστε οπού εξεκόλλησεν από τα κόκκαλα το δέρμα της κεφαλής της. Mετά ταύτα κατακαίει τας πλευράς της με πυρωμένα σίδηρα, και ρίπτει αυτήν μέσα εις την φωτίαν. Ύστερον διεπέρασεν ένα πυρωμένον σίδηρον διά μέσου των μηρίων της. Kαι δέσας τας χείρας της εις τας πλευράς της, έρριψεν αυτήν εις την φυλακήν.

Μαρτύριο Αγίας Ιουλιανής. Τοιχογραφία του έτους 1547 μ.Χ. Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος

Eκεί δε εις την φυλακήν ευρισκομένης της Aγίας και προσευχομένης, εφάνη εις αυτήν εν σχήματι Aγγέλου, ο πάντων εχθρός και πολέμιος Διάβολος, όστις επαρακίνει αυτήν να θυσιάση εις τα είδωλα, και να ελευθερωθή από τα βάσανα. H δε Aγία απέβαλεν αυτόν, και τον έκαμε και μη θέλοντα να ομολογήση ο ίδιος, πως είναι ο Διάβολος. Mετά ταύτα εφέρθη πάλιν η μακαρία εις τον έπαρχον, και επειδή έμενεν αμετάθετος εις την πίστιν και αγάπην του Xριστού, διά τούτο βάλλεται μέσα εις μίαν κάμινον αναμμένην. Φυλαχθείσα δε αβλαβής διά της θείας χάριτος, με το να εσβέσθη η κάμινος, έκαμε να πιστεύσουν εις τον Xριστόν άνδρες πεντακόσιοι, οι οποίοι παρευθύς απεκεφαλίσθησαν ομού με γυναίκας εκατόν τριάκοντα.

Μάρτυς Ιουλιανή. Μωσαϊκό του 11ου αι. μ.Χ. Ιερά Μονή Οσίου Λουκά, Βοιωτία – Ελλάδα

Ύστερον εβάλθη η μακαρία εις ένα πεπυρωμένον καζάνι, το οποίον έγινε, εις αυτήν μεν, λουτρόν, εις δε τους απίστους, φθοροποιόν. Διότι ελύθη το χάλκωμα του καζανίου ωσάν από κάποιαν μηχανήν, και έφθειρε τους εκεί τριγύρω παρεστώτας Έλληνας. Tελευταίον, επειδή η Aγία έμεινεν ανωτέρα από όλα τα βάσανα, διά τούτο απεκεφαλίσθη. Kαι έτζι έλαβεν η αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον. Ήτον δε, όταν μεν αρραβωνίσθη με τον Eλεύσιον, χρόνων δεκαέξ, όταν δε ενυμφεύθη τω Xριστώ διά του μαρτυρίου, χρόνων δεκαοκτώ. Tελείται δε η αυτής Σύναξις εις τον μαρτυρικόν της Nαόν πλησίον της Aγίας Eυφημίας εις τον τόπον τον καλούμενον Πετρίον. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτής όρα εις το Eκλόγιον1.)

Σημείωση

1. Tον ελληνικόν δε αυτής Bίον συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Kαι η καλλίστη των πόλεων». (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη Mονή των Iβήρων και εν άλλαις.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Θεμιστοκλέους (21 Δεκεμβρίου)

Μαρτύριο Αγίου Θεμιστοκλέους. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β '

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Θεμιστοκλέους

Tας εκ σιδηρών οξέων ήλων ξέσεις,
Ώς τις σιδηρούς καρτερείς Θεμιστόκλεις.

Μαρτύριο Αγίου Θεμιστοκλέους. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β ‘

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους Δεκίου εν έτει σν΄ [250], καταγόμενος μεν από τα Mύρα της Λυκίας, βοσκός δε υπάρχων προβάτων. Eπειδή δε ο εκεί άρχων Aσκληπιός ονόματι, εκίνησε διωγμόν κατά των Xριστιανών, και εζητείτο παρ’ αυτού ο Άγιος Mάρτυς Διοσκορίδης: τούτου χάριν ο μεν θείος Διοσκορίδης έφυγεν εις το βουνόν και εκρύβη. Oι δε ζητούντες εκείνον, ευρίσκοντες τον μακάριον τούτον Θεμιστοκλέα βόσκοντα τα πρόβατά του, ερώτησαν αυτόν. Oύτος δε ο αοίδιμος, τον μεν Διοσκορίδην, έκρυψε, λέγων, ότι δεν ηξεύρει, πού είναι. Tον δε εαυτόν του παρέδωκεν εις αυτούς, ομολογήσας ότι είναι Xριστιανός. Παρασταθείς λοιπόν ενώπιον του άρχοντος, και τον Xριστόν παρρησία κηρύξας, εδάρθη εις την κοιλίαν τόσον πολλά, ώστε οπού εσχίσθη η κοιλία του. Έπειτα εκρεμάσθη επάνω εις ξύλον. Kαι εσύρθη επάνω εις σιδηρά τριβόλια, από τα οποία κατακαρφωθείς εις όλα τα μέλη του σώματος, παρέδωκε την αγίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού, και έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης και τα θαύματα της Θείας Κοινωνίας

Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης
Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης

Πολλές από τις θαυματουργικές θεραπείες του αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης (1829­-1908), του σύγχρονου κοσμαγάπητου αγίου του ρωσικού βορρά, έγιναν με τη θεία μετάληψη.

Η ιαματική του δύναμη εκδηλωνόταν κυρίως την ώρα της μεταδόσεως των αχράντων Μυστηρίων.
Με τη βαθειά πίστη που ενέπνεε, οι ασθενείς κοινωνούσαν πραγματικά «εις ίασιν ψυχής τε και σώματος».

Ο ιερέας Βασίλειος Σούστιν διηγείται πως, όταν ήταν πολύ νέος ακόμα, ο πατέρας του αρρώστησε βαριά από φυματίωση του λάρυγγα. Ο καθηγητής Σιμανόφσκυ δήλωσε πως ο ασθενής έχει ζωή μόνο για δέκα μέρες.

Ο π. Ιωάννης βρισκόταν τότε στην Κρονστάνδη. Του έστειλαν τηλεγράφημα. Σε πέντε μέρες έφτασε.

-Γιατί δεν με πληροφορήσατε πως αρρώστησε τόσο βαριά; Θα έφερνα μαζί μου τη θεία Κοινωνία.

Και, γυρίζοντας στον άρρωστο, ρώτησε:

«Πιστεύεις πως με τη δύναμη του Χριστού μπορώ να σε βοηθήσω;».

Εκείνος έγνεψε καταφατικά. Τότε ο άνθρωπος του Θεού φύσηξε στο στόμα του τρεις φορές σε σχήμα σταυρού. Ύστερα χτύπησε με το χέρι το τραπεζάκι που είχε τα γιατρικά και είπε:

«Πετάξτε τα αυτά. Είναι άχρηστα. Έλα όμως στην Κρονστάνδη να σε κοινωνήσω τα άχραντα Μυστήρια. Θα σε περιμένω…».

Όταν το έμαθε ο γιατρός, είπε πως ο άρρωστος θα πέθαινε στο δρόμο. Εκείνος όμως πήγε τελικά στην Κρονστάνδη, όπου ο άγιος τον κοινώνησε. Παρέμεινε εκεί δυό μέρες. Όλες οι πληγές του έκλεισαν και μόνο η φωνή του ήταν ακόμη αδύνατη.

Όταν γύρισε στο σπίτι, ο γιατρός απόρησε.

-Αυτό, δήλωσε μπροστά σε όλους, είναι πρωτοφανές. Είναι ένα ολοφάνερο θαύμα!

Ο «ετοιμοθάνατος» πατέρας έζησε ακόμα 25 χρόνια!

Σε παλιές βιογραφίες του αγίου αναφέρεται και η ακόλουθη περίπτωση θεραπείας μιας ηλικιωμένης γυναίκας, μετά από τη θεία μετάληψη.

«Να κοινωνήσετε, συνιστούσε ο π. Ιωάννης, και ο Κύριος θα σας κάνει καλά.

-Είμαι πολύ ηλικιωμένη, έλεγε η άρρωστη, και γι’ αυτό δεν θα μπορέσω να γιατρευτώ.

-Δεν είναι δική μας δουλειά να γνωρίζουμε τους καιρούς και τις προθεσμίες του Θεού, απάντησε εκείνος.

-Κοινώνησε στο παρελθόν·, συμπλήρωσαν οι συγγενείς της.

-Οι πρώτοι χριστιανοί, δήλωσε τότε ο άγιος, κοινωνούσαν καθημερινά, κι εσείς δεν θέλετε να την κοινωνήσετε τώρα, που έχει τόση ανάγκη;

Τελικά η άρρωστη κοινώνησε και πολύ σύντομα γιατρεύτηκε».

Χαρακτηριστική είναι και η θαυμαστή θεραπεία της πριγκίπισσας Ζ.Ν. Γιουσούποβα, που έπαθε μόλυνση του αίματος ύστερα από ένα πρόωρο τοκετό.

Την επισκέφθηκε ο άγιος, όπως διηγείται η ίδια, κάθησε στο κρεβάτι της και της είπε:

«Αν θα ζήσετε ή όχι, είναι υπόθεση του Θεού. Εσείς όμως πρέπει να προετοιμασθείτε για μια νέα ζωή με τη μετάληψη των αχράντων Μυστηρίων.

-Εγώ, πάτερ, ετοιμάζομαι για να κοινωνήσω πριν το Πάσχα.

-Αν και το Πάσχα είναι κοντά, επέμεινε τότε εκείνος, δεν πρέπει να αναβάλετε. Είμαι έτοιμος να φέρω αμέσως τα τίμια Δώρα.

Στην επιμονή του δέχτηκε, κι αφού κοινώνησε με συναίσθηση και χαρά, κοιμήθηκε για έξι ώρες. Όταν ξύπνησε, ήταν εντελώς υγιής!».

Ο καθηγητής Μπότκιν, που την παρακολουθούσε, βλέποντας τέτοια αλλαγή, έμεινε για πολλή ώρα σιωπηλός. Δυο δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό του. Ύστερα ψιθύρισε σκεφτικός:

-Δεν κατορθώσαμε εμείς οι άνθρωποι τη θεραπεία αυτή.

Ο ίδιος ο άγιος διηγείται και τα ακόλουθα παρόμοιε γεγονότα:

«Ένας άρρωστος έπασχε από θανάσιμο έλκος στομάχου. Υπέφερε για εννιά μέρες, χωρίς την παραμικρή ανακούφιση από τους γιατρούς. Προσευχήθηκα θερμά γι’ αυτόν λέγοντας: Κύριε, είσαι η ζωή μας! Όσο εύκολα μπορώ εγώ να σκεφτώ τη θεραπεία, τόσο εύκολα μπορείς Εσύ να τη χαρίσεις. Γιάτρεψε λοιπόν το δούλο σου Βασίλειο από τη φοβερή του πάθηση. Ύστερα τον κοινώνησα, αλλά κι εκείνος δέχτηκε τη θεία Μετάληψη με σταθερή πίστη. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας έγινε καλά, και το βράδυ σηκώθηκε από το κρεβάτι. Ο Δεσπότης Χριστός τον είχε ελεήσει και του είχε χαρίσει την υγεία… Εκπλήσσομαι με τη ζωογόνο δύναμη των άχραντων Μυστηρίων!».

-Μια γριούλα πάλι είχε αιμοπτύσεις. Ήταν πολύ αδύνατη και δεν έτρωγε σχεδόν τίποτα. Μόλις όμως την κοινώνησα, άρχισε να συνέρχεται.

-Κάποια κοπέλα είχε φτάσει στα πρόθυρα του θανάτου. Τη θεράπευσε κι αύτη η θεία Μετάληψη. Δόξα στα ζωοποιά Σου Μυστήρια, Κύριε!

Δεν παραλείπει, τέλος, ο ζηλωτής των αχράντων Μυστηρίων να διακηρύσσει τη θαυματουργική τους δύναμη με την ακόλουθη προτροπή:

«Να προσκαλείτε στο σπίτι σας τον ιερέα με το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Να πιστεύετε, όπως πίστευε ο Ιάειρος, ότι θα εκπληρωθούν οι επιθυμίες σας. Στην ιερατική μου διακονία έχω πολλά παραδείγματα ασθενών, που σύντομα έγιναν καλά με τη βαθειά πίστη, τη μετάνοια και τη θεία Κοινωνία».

Πηγή: https://www.vimaorthodoxias.gr

Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης: Έτσι μπορείς να αποκτήσεις καρδιακή πίστη

Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης
Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης

Εάν επιθυμείς να σου δώσει ο Θεός γρήγορα καρδιακή πίστη στην προσευχή, αγωνίσου με όλη την καρδιά σου να μιλάς και να κάνεις το κάθε τι ειλικρινώς και ουδέποτε να είσαι ψεύτικος στις δοσοληψίες σου με τους άλλους ανθρώπους.

Εάν είσαι ευθύς και αληθινός με τους άλλους, τότε ο Θεός θα σου δώσει αμέσως αληθινή πίστη.

Αυτός που δεν είναι τίμιος στις δοσοληψίες με τους άλλους ανθρώπους, ο Θεός δεν τον δέχεται εύκολα, όταν προσεύχεται. Τον κάνει να αισθανθεί ότι είναι ανειλικρινής με τους άλλους και γι’ αυτό δεν μπορεί να είναι τελείως ειλικρινής με το Θεό.

H καρδιακή πίστη είναι απαραίτητη για τον άνθρωπο, διότι το φως της διάνοιας μας είναι πολύ περιορισμένο, αφού δεν μπορεί αυτή να περιέχει πολύ διανοητικό φως. O Kύριος ο Θεός μας είναι άπειρο Φως και ο κόσμος είναι μία άβυσσος της Παντοδυναμίας Tου και της Σοφίας Tου, διότι μόνο τόσο και όχι περισσότερο, μπορεί να περιέχεται από αυτά στη φθαρτή μας σάρκα.

O Xριστός εισέρχεται στην καρδιά με την πίστη και κατοικεί σ’ αυτή με ειρήνη και χαρά. Δεν ειπώθηκε χωρίς λόγο από το Θεό ότι “Aυτός είναι Άγιος και αναπαύεται εν τοις αγίοις”.

Πηγή: https://www.vimaorthodoxias.gr/theologikos-logos-diafora/etsi-mporeis-na-apoktiseis-kardiaki-pisti-2/

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου (Κύπρος).

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟΝ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ)
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ᾽Ανάγνωσμα
3: 8-12

Ἀδελφοί, προϊδοῦσα ἡ γραφὴ ὅτι ἐκ πίστεως δικαιοῖ τὰ ἔθνη ὁ Θεός, προευηγγελίσατο τῷ ᾿Αβραὰμ «ὅτι ἐνευλογηθήσονται ἐν σοὶ πάντα τὰ ἔθνη». Ὥστε οἱ ἐκ πίστεως εὐλογοῦνται σὺν τῷ πιστῷ ᾿Αβραάμ. ῞Οσοι γὰρ ἐξ ἔργων νόμου εἰσίν, ὑπὸ κατάραν εἰσί· γέγραπται γάρ· «Ἐπικατάρατος πᾶς ὃς οὐκ ἐμμένει ἐν πᾶσι τοῖς γεγραμμένοις ἐν τῷ βιβλίῳ τοῦ νόμου τοῦ ποιῆσαι αὐτά». Ὅτι δὲ ἐν νόμῳ οὐδεὶς δικαιοῦται παρὰ τῷ Θεῷ, δῆλον· ὅτι «ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται». Ὁ δὲ νόμος οὐκ ἔστιν ἐκ πίστεως, ἀλλ᾿ «ὁ ποιήσας αὐτὰ ἄνθρωπος ζήσεται ἐν αὐτοῖς».

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟΝ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
13: 19-29

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ὁμοίώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν κόκκῳ σινάπεως, ὃν λαβὼν ἄνθρωπος ἔβαλεν εἰς κῆπον ἑαυτοῦ· καὶ ηὔξησε καὶ ἐγένετο εἰς δένδρον μέγα, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατεσκήνωσεν ἐν τοῖς κλάδοις αὐτοῦ. Πάλιν εἶπε· Τίνι ὁμοιώσω τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ; ὁμοία ἐστὶ ζύμῃ, ἣν λαβοῦσα γυνὴ ἔκρυψεν εἰς ἀλεύρου σάτα τρία, ἕως οὗ ἐζυμώθη ὅλον. Καὶ διεπορεύετο κατὰ πόλεις καὶ κώμας διδάσκων καὶ πορείαν ποιούμενος εἰς Ἱερουσαλήμ. εἶπε δέ τις αὐτῷ· Κύριε, εἰ ὀλίγοι οἱ σῳζόμενοι; ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτούς· Ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς στενῆς πύλης· ὅτι πολλοί, λέγω ὑμῖν, ζητήσουσιν εἰσελθεῖν καὶ οὐκ ἰσχύσουσιν. ἀφ’ οὗ ἂν ἐγερθῇ ὁ οἰκοδεσπότης καὶ ἀποκλείσῃ τὴν θύραν, καὶ ἄρξησθε ἔξω ἑστάναι καὶ κρούειν τὴν θύραν λέγοντες· Κύριε Κύριε, ἄνοιξον ἡμῖν· καὶ ἀποκριθεὶς ἐρεῖ ὑμῖν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς πόθεν ἐστέ. τότε ἄρξεσθε λέγειν· ἐφάγομεν ἐνώπιόν σου καὶ ἐπίομεν, καὶ ἐν ταῖς πλατείαις ἡμῶν ἐδίδαξας· καὶ ἐρεῖ· λέγω ὑμῖν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς πόθεν ἐστέ· ἀπόστητε ἀπ’ ἐμοῦ πάντες οἱ ἐργάται τῆς ἀδικίας. ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων, ὅταν ὄψεσθε Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ καὶ πάντας τοὺς προφήτας ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ, ὑμᾶς δὲ ἐκβαλλομένους ἔξω, καὶ ἥξουσιν ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν καὶ ἀπὸ βορρᾶ καὶ νότου, καὶ ἀνακλιθήσονται ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Εἰς τήν τοῦ Χριστοῦ Γέννησιν (Ἁγίου Πρόκλου Πατριάρχου Κων/λεως)

Άγιος Πρόκλος, περίπου 1318, Ιερά Μονή Γκρατσάνιτσα, Σερβία
Άγιος Πρόκλος, περίπου 1318, Ιερά Μονή Γκρατσάνιτσα, Σερβία

Φάνηκε ὁ Χριστός στόν κόσμο καί τόν ἄχαρο κόσμο στόλισε μ᾿ ἀπέραντη εὐφροσύνη. Σήκωσε πάνω Του τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, καί καταπάτησε γιά πάντα τόν ἐχθρό τοῦ κόσμου. Ἅγιασε τίς πηγές τῶν ὑδάτων καί φώτισε τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Θαύματα μίχθηκαν μέ μεγαλύτερα θαύματα.

Σήμερα, ἀπό τή χαρά πού ἔφερε ὁ Σωτήρας μας Χριστός, χωρίστηκαν ἡ γῆ καί ἡ θάλασσα καί ἀπ᾿ ἄκρη ὡς ἄκρη γέμισε ὁ κόσμος εὐφροσύνη. Ἡ σημερινή γιορτή ἀποκαλύπτει μεγαλύτερα θαύματα ἀπό ἐκείνη τῆς Χριστουγεννιάτικης νυχτιᾶς. Γιατί κείνη τήν νύχτα πού μᾶς πέρασε χαιρότανε μονάχα ἡ γῆ, καθώς βάσταζε πάνω της στήν ἀγκαλιά τῆς φάτνης τόν Παντοκράτορα Θεό. Σήμερα ὅμως, πού γιορτάζουμε τά Θεοφάνεια, εὐφραίνεται μαζί της καί ἡ θάλασσα. Καί εὐφραίνεται γιατί διά μέσου τοῦ Ἰορδάνη λαβαίνει μέρος καί αὐτή στήν εὐλογία τοῦ ἁγιασμοῦ.

Στήν γιορτή τῆς θείας Γέννησης ὁ Θεός φάνηκε βρέφος μικρό, νιογέννητο, δείχνοντας ἔτσι τή δική μας νηπιότητα. Σήμερα ὅμως τόν βλέπουμε τέλειο ἄνθρωπο, τέλειο Υἱό, ἀπό τέλειο Πατέρα γεννημένον. Ἐκεῖ φανέρωσε τό θεῖο βρέφος τό ἀστέρι πού ἀνέτειλε ἀπό τήν ἀνατολή, καί ἐδῶ ὁμολογεῖ γι᾿ Αὐτόν ἀπό τόν οὐρανό ὁ Θεός Πατέρας, ἀπό τόν Ὁποῖον γεννήθηκε πρό τῶν αἰώνων. Ἐκεῖ Τοῦ πρόσφεραν -ὡσάν σέ βασιλιά- δῶρα οἱ Μάγοι, πού πεζοπόρησαν ἀπό τήν ἀνατολή. Ἐδῶ ἄγγελοι ἀπό τόν οὐρανό φερμένοι Τοῦ πρόσφεραν τή διακονία πού πρέπει μόνο σέ Θεό. Ἐκεῖ τυλίχτηκε μέσα στά σπάργανα καί ἐδῶ λύνει μέ τό βάπτισμα τίς σειρές τῶν παραπτωμάτων καί τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας μας. Ἐκεῖ ὁ βασιλιάς τῶν οὐρανῶν ντύθηκε σάν βασιλική ἀλουργίδα τόν κόσμο, ἐδῶ ἡ πηγή τῆς ζωῆς ντύνεται ὁλόγυρα τά ποταμίσια κύματα.

Ἐλᾶτε λοιπόν νά ἰδεῖτε παράδοξα θαύματα. Ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης λούζεται στοῦ Ἰορδάνη τά νερά. Ἡ φωτιά βουτάει καί σμίγει μέ τά νερά. Καί ὁ Θεός ἀπ̉ ἄνθρωπο ἁγιάζεται.

Σήμερα ὁλόκληρη ἡ κτίση βροντοφωνάζει καί ἀνυμνεῖ: «Εὐλογημένος νά ̉σαι Σύ πού ἔρχεσαι στ̉ ὄνομα τοῦ Κυρίου!!» Σύ πού ἔρχεσαι διά τῆς Προνοίας Σου μέσα ἀπ᾿ ὅλα τά κτίσματά Σου. Σύ πού συντηρεῖς τό ὕψος τοῦ στερεώματος καί ἔντεχνα ὁδηγεῖς σάν ἥμερο ἄλογο μέ χαλινάρι τήν τροχιά τοῦ Ἥλιου. Σύ πού βάζεις σέ τάξη χωρίς διόλου ν᾿ ἀνακατεύονται τά πλήθη τῶν ἀστέρων καί μᾶς κερνᾶς πλούσια ἀγέρα γιά νά ἀναπνέουμε ἀσταμάτητα ζωή. Σύ πού ζεσταίνεις καί ζωογονεῖς τή μάννα γῆ ὥστε νά μᾶς χαρίζει τούς καρπούς της ὁλοχρονίς. Σύ πού δαμάζεις καί σταματᾶς τή πολυκύμαντη θάλασσα ζώνοντάς την ὁλοτρόγυρα μ᾿ ἕνα μικρούτσικο χαλινάρι ἀπό ἀμμοχάλικο. Σύ πού σπρώχνεις τά νερά ἀπό τῆς γῆς τά σπλάχνα καί φτιάχνεις τίς πηγές. Σύ πού καθοδηγεῖς τίς ποταμίσιες ὄχθες νά πορεύονται χωρίς χαμό καί περιπλάνηση ὡς τή θάλασσα.

Τοῦτα ὅλα τά θαυμάσια ἀναλογιζόμαστε καί ἀπό τά κατάβαθά μας βγαίνει ἡ κραυγή: «Εὐλογημένος Σύ πού ἔρχεσαι στ̉ ὄνομα τοῦ Κυρίου».

-Πές μας λοιπόν, Ποιός εἶν᾿ Αὐτός, μακάριε Δαυΐδ;

-Ὁ Κύριος καί ὁ Θεός μας πού μᾶς φανερώθηκε μ᾿ ἀνθρώπινη μορφή.

Ἀλλά δέν τό λέει αὐτό μόνον ὁ προφήτης Δαυΐδ. Τό λέει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πού συμφωνεῖ μαζί του καί διδάσκει: «Μᾶς φανερώθηκε ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ πού σώζει κάθε ἄνθρωπο καί μᾶς διδάσκει ὅλους μας». Ὄχι μερικούς ἀλλά ὅλους μας. Σ᾿ ὅλους, Ἰουδαίους καί Ἕλληνες χαρίζει μέ τό βάπτισμα τή σωτηρία καί ὑποδείχνει τό σωτήριο αὐτό λουτρό σάν εὐεργέτημα δοσμένο δωρεάν σέ κάθε ἀνθρώπινη ψυχή πού τό ζητάει.

Ἐλᾶτε νά δεῖτε πρωτόγνωρο κατακλυσμό, πολύ μεγαλύτερον καί δυνατότερον ἀπ᾿ ἐκεῖνον πού γίνηκε τήν ἐποχή τοῦ Νῶε. Ἐκεῖ τό νερό ἔπνιξε τούς ἀνθρώπους καί ἐδῶ τό νερό τοῦ βαπτίσματος, κείνους πού εἶχαν πεθάνει πνευματικά ξαναζωντάνεψε, μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ πού σήμερα βαπτίστηκε. Ἐκεῖ ὁ Νῶε ἔφτιαξε κιβωτό στέρεα ἀπό ξύλα καί ἐδῶ ὁ Χριστός ὁ νοητός Νῶε, προσέλαβε ἀπό τήν ἄφθορο παρθένο Μαρία τήν κιβωτό τοῦ σώματος. Ἐκεῖ ὁ Νῶε ἄλοιψε τήν κιβωτό ἐξωτερικά μέ ἄσφαλτο πίσσα. Ἐδῶ ὁ Χριστός δυνάμωσε καί περιφρούρησε τήν κιβωτό τοῦ σώματος μέ τό χρῖσμα τῆς πίστεως. Ἐκεῖ περιστερά πού βάσταζε κλαδί ἐληᾶς προμήνυσε τήν εὐωδιά τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Ἐδῶ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μέ τή μορφή ὁλόασπρης περιστερᾶς παρουσιάστηκε καί σ᾿ ὅλους φανέρωσε τόν ἐλεήμονα Κύριο.

Ἀλλά μέ καταπλήττει ἡ ὑπερβολική ταπείνωση τοῦ Κυρίου. Γιατί δέν ἀρκέστηκε, Αὐτός ὁ γεννημένος τέλειος Υἱός ἀπό τέλειο Πατέρα, νά γεννηθῆ καί ἐπί γῆς τέλειο βρέφος ἀπό τά σπλάχνα μιᾶς γυναίκας. Δέν ἀρκέστηκε Ἐκεῖνος πού εἶναι σύνθρονος μέ τόν Θεό Πατέρα νά λάβει τή μορφή τοῦ δούλου ἀλλά καί σάν τόν τελευταῖο ἁμαρτωλό προσέρχεται νά βαπτισθεῖ.

Ἀλλά ἄς μή γίνει ἡ κοινή γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους εὐεργεσία σκάνδαλο γι᾿ αὐτούς πού τούτη τήν ὥρα μέ ἀκοῦνε. Γιατί βαπτίζεται ὁ Δεσπότης πάντων Χριστός ὄχι γιατί ἔχει ἀνάγκη ἀπό ψυχικό καθαρισμό, ἀλλά γιά νά οἰκονομήσει μέ δυό τρόπους τό συμφέρον τῶν ψυχῶν μας, ὥστε καί μέ τό νερό νά μᾶς δωρήσει τήν ἁγιαστική χάρη καί νά προτρέψει τόν καθένα μας νά βαπτιστεῖ.

Καθώς μᾶς λέει ὁ ἱερός Εὐαγγελιστής, ἦρθε ὁ Ἰησοῦς ἀπό τή Γαλιλαία στόν Ἰορδάνη ὅπου βρισκόταν ὁ Ἰωάννης γιά νά βαπτιστεῖ ἀπ̉ αὐτόν.

Τό τί συνέβηκε τότε ἀδερφοί μου δέν μπορεῖ νά τό χωρέσει νοῦς ἀνθρώπινος. Γιατί ξεπερνᾶνε κάθε θέαμα καί ἄκουσμα ὅσα συνέβηκαν ἐκεῖ. Τρέμει ὁ νοῦς. Χάνεται ἡ λαλιά μή τολμώντας νά ἐξιστορίσει τά ἀνέκφραστα. Γι‹ αὐτό λοιπόν καί ὅταν εἶδε ὁ Ἰωάννης τόν Δεσπότη μας Χριστό νά τόν πλησιάζει, μέ πολύ καρδιοχτύπι, πέφτοντας καί ἀγκαλιάζοντας τά πόδια Του τοῦ εἶπε παρακλητικά:

-Γιατί βιάζει ἐμένα τόν ἀδύνατο ἄνθρωπο ὁ Παντοδύναμος Θεός μου νά κάνω κάτι πού ξεπερνάει τίς δυνάμεις μου; Δέν εἶμαι ἐγώ σέ θέση νά ἐπιχειρήσω κάτι τέτοιο. Πῶς νά τολμήσω νά Σέ βαπτίσω; Πότε συνέβηκε νά καθαριστεῖ ἡ φωτιά ἀπό τό ξερό χορτάρι; Πότε ἔπλυνε ἡ λάσπη τήν πηγή; Πῶς νά βαπτίσω Ἐσένα τόν Κριτή τῆς οἰκουμένης ἐγώ ὁ ὑπεύθυνος γιά τόσες ἁμαρτίες; Πῶς νά Σέ βαπτίσω Δέσποτά μου; Δέν βλέπω ἁμαρτία πάνω Σου. Δέν ἔχεις πέσει θῦμα τῆς κατάρας τοῦ προπάτορα Ἀδάμ. Δέν ἔχεις καθόλου λερωθεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία. Γιατί ἄν καί ἔκλινες οὐρανούς καί κατέβηκες, τίποτα ἀπό τά θελήματα τοῦ Θεοῦ Πατέρα δέν παρέβηκες. Τί κάνεις Δέσποτά μου; Γιατί μ᾿ ἀναγκάζεις νά κάνω κάτι πού ξεπερνάει τίς δυνάμεις μου; Ποτέ καί τίποτα δέν τόλμησα νά κάνω ἀπ᾿ ὅλα ὅσα παροργίζουν τήν ἀγαθωσύνη Σου. Σάν δουλικό πιστό γεμάτο ἀγάπη καί σεβασμό γιά τόν ἀφέντη του πρότρεξα καί ἐμήνυσα στόν κόσμο τήν παρουσία Σου. Ἐνῶ βρισκόμουνα ἀκόμη μέσ᾿ τήν κοιλιά τῆς μάννας μου, δανείστηκα τήν γλώσσα της καί Θεό τοῦ κόσμου Σέ ἐκήρυξα. Ὅλους τούς προετοίμασα νά Σέ δεχθοῦν, νά Σ᾿ ἀπαντήσουν. Πές μου λοιπόν Κύριέ μου, πῶς θ᾿ ἀνεχθεῖ νά δεῖ ὁ ἥλιος τόν Παντοκράτορα Θεό ἔτσι νά ἐξευτελίζεται ἀπό τήν τόλμη ἑνός δούλου Του καί δέν θά ρίξει καυτερές φωτοβολίδες νά μέ κατακάψει, ὅπως ἔκανε ἐκείνους τούς καιρούς τούς ἄσωτους Σοδομίτες; Πῶς θά ἀντέξει ἡ γῆ νά δεῖ Ἐκεῖνον πού ἁγιάζει τούς ἀγγέλους, ἀπέριττα νά βαπτίζεται ἀπό χέρι ἀνθρώπου ἁμαρτωλοῦ καί δέν θ᾿ ἀνοίξει τά σπλάχνα της γιά νά μέ καταπιεῖ, ὅπως ἔκανε τόν Ἀβειρών καί τόν Δαθάν; Πῶς νά βαπτίσω Δέσποτά μου Ἐσένα πού δέν μολύνθηκες ἀπό τής φυσικῆς γέννησης τό λέρωμα; «Ἐξ ἀσπόρου γαστρός, ἄσπορος προῆλθε καρπός». Πῶς λοιπόν ἐγώ ὁ χιλιολερωμένος ἀπό τήν ἁμαρτία ἄνθρωπος νά ἁγνίσω τόν Θεό; Θεό ἀναμάρτητο; Ἐγώ ἔχω ἀνάγκη νά βαπτιστῶ ἀπό Σένα καί Σύ ἔρχεσαι σέ μένα; Μ᾿ ἔστειλες νά βαπτίζω, Κύριέ μου, καί δέν παράκουσα τήν ἐντολή Σου. Πρότρεπα ὅλους πρός τό βάπτισμα καί τούς ἔλεγα: «Ὁμολογῆστε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τίς ἁμαρτίες σας, γιατί Αὐτός εἶναι ὁ μόνος ἀγαθός. Αὐτός πού ἔρχεται πίσω μου δέν εἶναι βλοσυρός καί αὐστηρός. Εἶναι ἀγαθός καί Υἱός Πατέρα Ἀγαθοῦ. Δέν φέρεται γιά λίγο μονάχα μ᾿ ἀγαθωσύνη καί ὕστερα νά ἀλλάζει διάθεση γιά τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, ἀλλά τό ἔλεός Του μένει εἰς τόν αἰώνα. Καί ἐπειδή τό ἔλεός Του εἶναι ἀμέτρητο γι᾿ αὐτό καί οἱ οὐράνιες δυνάμεις ἀνυμνώντας Τοῦ ἔλεγαν:

«Εὐλογημένος Σύ πού ἔρχεσαι στ̉ ὄνομα τοῦ Κυρίου». Ὁ Κύριος καί ὁ Θεός μας μᾶς φανερώθηκε. Μᾶς φανερώθηκε ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καί διέλυσε τό σκοτάδι τῆς ἄγνοιας πού μᾶς περιέλουζε. Μᾶς φανερώθηκε ὁ οὐράνιος Τσοπάνης καί ἔδιωξε ἀπό τό κοπάδι τῶν παιδιῶν Του τούς λύκους τοῦ διαβόλου. Μᾶς φανερώθηκε ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Πατρός καί χάρισε μέ τό βάπτισμα τήν υἱοθεσία στούς πιστούς. Μᾶς φανερώθηκε ἡ ζωή ὁλόκληρου τοῦ κόσμου καί μέ τό θάνατό Του θανάτωσε τόν θάνατο ὡς ἀθάνατος καί ἀξίωσε νά ζήσουν ζωή ἀθάνατη, ἐκεῖνοι πού εἶχαν πέσει στή φθορά καί στό θάνατο.

Ἀλλά ἐνῶ ἐγίνονταν ὅλα αὐτά, ὁ Θεός Πατέρας ἀγαλώμενος μέ τήν ὑπερβολική ταπείνωση τοῦ Υἱοῦ, ἀνοίγει διάπλατα τίς πύλες τοῦ οὐρανοῦ καί μέ βροντερή φωνή ξεχειλισμένη ἀπό αἰσθήματα πού πλημμυρίζουνε μιά πατρική καρδιά, ἀνακράζει: «Αὐτός εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός».

Καί γιά νά μήν μπερδευτεῖ ὁ νοῦς ὅσων ἀκούγανε ὅλα τοῦτα -ἄν εἶναι δηλαδή Υἱός ὁ Βαπτιστής ἤ ὁ Χριστός- ἔρχεται τό Ἅγιον Πνεῦμα, σάν ἄσπρο περιστέρι καί δείχνει Ἐκεῖνον πού βαπτιζόταν καί πού ὁ Θεός Πατέρας τόν μαρτυροῦσε στούς ἀνθρώπους σάν μονογενή Υἱό Του.

Σ᾿ Αὐτόν πρέπει ἡ δόξα, τό κράτος, ἡ τιμή καί ἡ προσκύνηση σήμερα καί πάντοτε καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πηγή: www.imaik.gr

Γιά ποιό λόγο ἐνανθρώπησε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ὁ Πατήρ ἤ τό Πνεῦμα• καί ποιές οἱ συνέπειες τῆς ἐνανθρώπησης (Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ)

Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, 14ος αι.
Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, 14ος αι.

Ὁ Πατήρ δέν μεταπίπτει στόν Υἱό, παραμένει πάντα Πατήρ· ὁ Υἱός δέν μεταπίπτει στόν Πατέρα, παραμένει πάντα Υἱός· τό Πνεῦμα δέν μεταπίπτει στόν Πατέρα ἤ τόν Υἱό, παραμένει πάντα Πνεῦμα ἅγιο. Ἡ ἰδιότητα καθενός προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδας εἶναι σταθερή καί ἀμετάβλητη. Πῶς, ἄλλωστε, θά παρέμενε ἰδιότητα ἄν ἐναλασσόταν συνεχῶς περνώντας κάθε φορά σέ ἄλλο πρόσωπο; Γιαυτό ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶναι πού γίνεται Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά παραμείνει ἀκριβῶς ἡ ἰδιότητα ἀμετακίνητη. Γιατί, ὄντας Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἔγινε Υἱός τοῦ ἀνθρώπου παίρνοντας σάρκα ἀνθρώπου ἀπ’ τήν ἁγία Παρθένο, δέν ἀλλοτριώθηκε ἀπό τήν υἱική του ἰδιότητα.

Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἐνανθρώπησε γιά νά χαρίσει ξανά στόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο δημιουργώντας τον τόν προόρισε. Τόν δημιούργησε σύμφωνα μέ τή δική του εἰκόνα, διανοητή καί ἐλεύθερο, προορισμένο νά τοῦ μοιάζει, δηλαδή νά ᾿ναι, ὅπως καί ὁ δημιουργός του, τέλεια ἐνάρετος, πράγμα κατορθωτό γιά τήν ἀνθρώπινη φύση. Γιατί οἱ ἀρετές, δηλαδή ἡ νηφαλιότητα, ἡ ἠρεμία, ἡ ἀκεραιότητα, ἡ ἀγαθοσύνη, ἡ σοφία, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἀνεξικακία εἶναι πρωταρχικά, γνωρίσματα τῆς θείας φύσης.

Ὁ Θεός, λοιπόν, δημιούργησε τόν ἄνθρωπο σέ πλήρη κοινωνία μαζί του ( τόν δημιούργησε γιά νά μείνει ἄφθαρτος, τόν ἀνέβασε στήν ἀθανασία μέ τό νά τόν κρατᾶ κοντά του). Ἐμεῖς, ὅμως, αὐτά τά γνωρίσματα τῆς θείας φύσης τά ἀλλοιώσαμε καί τά μπερδέψαμε μέ τήν παράβαση τῆς ἐντολῆς, καί περάσαμε στήν παράταξη τῆς κακίας μέ ἀποτέλεσμα νά χάσουμε τήν κοινωνία μέ τό Θεό. Τίς γάρ μετουσία φωτί πρός σκότος; Καί ὅταν πιά στερηθήκαμε τή ζώη, πέσαμε στή φθόρα τοῦ θανάτου.

Ἐπειδή, τώρα, ὁ Θεός μᾶς πρόσφερε τό ὕψιστο καί δέν τό διαφυλάξαμε, χρειάστηκε νά κατέβει αὐτός στό χείριστο, δηλαδή στή δική μας ξεπεσμένη φύση, ὥστε νά μᾶς ξαναδώσει, προσφέροντας καί ἐνεργώντας ὁ ἴδιος, τήν ἐξομοιωμένη μ᾿ αὐτόν εἰκόνα καί τόν ἀρχαῖο προορισμό. Κι ἀκόμα νά μᾶς διδάξει τό ἐνάρετο ἦθος τῆς βιωτῆς, αὐτό τό ἦθος πού ὁ ἴδιος μέ τήν ἐπίγεια ζωή του κατέστησε συγκεκριμένο καί εὐκολοκατόρθωτο. Κι ἀκόμα νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τή φθορά φέρνοντάς μας πάλι σέ κοινωνία μέ τή ζωή, μέ τό νά ἀνοίξει ὁ ἴδιος τό δρόμο τῆς δικῆς μας ἀνάστασης. Καί ἀκόμα νά ξανακάνει καινούργιο τό θρυμματισμένο κι ἀγνώριστο κανάτι τῆς ὕπαρξής μας, νά λύσει τά δεσμά τῆς κυριαρχίας τοῦ διαβόλου ἐπάνω μας προκαλώντας μας νά ἀναγνωρίσουμε τήν κυριαρχία τοῦ Θεοῦ. Καί ἀκόμα νά μᾶς γεμίσει κουράγιο καί νά μᾶς ἐκπαιδεύσει νά πολεμοῦμε τόν τύραννο μέ τήν ὑπομονή καί τήν ταπείνωση.

Μέ τήν ἐνανθρώπηση, λοιπόν, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καταργήθηκε ἡ λατρεία τῶν δαιμόνων, ὅλη ἡ κτίση ἁγιάστηκε μέ τό θεῖο του αἷμα, οἱ βωμοί καί οἱ ναοί τῶν εἰδώλων κατεδαφίστηκαν, ρίζωσε ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, λατρεύεται πιά ἡ ὁμοούσια Τριάδα, ἡ ἄκτιστη θεότητα, ὁ ἕνας ἀληθινός Θεός ὁ δημιουργός καί κυβερνήτης τοῦ σύμπαντος. Τώρα πιά, πάλι, οἱ ἀρετές εἶναι κατορθωτός τρόπος ζωῆς, προσφέρθηκε ἡ ἐλπίδα μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ· τώρα πιά οἱ δαίμονες τρέμουν τούς ἀνθρώπους πού προηγουμένως ἦταν τοῦ χεριοῦ τους. Καί τό πράγματι ἀξιοθαύμαστο, εἶναι πώς ὅλα αὐτά κατορθώθηκαν μέ τό σταυρό καί τά πάθη καί τό θάνατο. Κηρύχθηκε σ’ ὅλη τή γῆ τό Εὐαγγέλιο τῆς ὑποταγῆς στό Θεό, ὄχι μέ πολέμους καί ὅπλα καί στρατούς πού σύντριβαν τούς ἐχθρούς. Κηρύχθηκε ἀπό λίγους γυμνούς, φτωχούς καί ἀγράμματους, πού διώχνονταν ἀπό παντοῦ, πού δέχονταν χτυπήματα, πού θανατώνονταν, πού κήρυτταν ἕνα σταυρωμένο καί νεκρό, πού ὅμως ἐπικράτησαν ἀπέναντι στούς σοφούς καί τούς ἰσχυρούς γιατί ἀκριβῶς τούς ἀκολουθοῦσε ἡ ἀκαταμάχητη δύναμη τοῦ σταυρωμένου. Ὁ θάνατος, ὁ πρίν τρομακτικός, νικιέται, καί καταδικάζεται τώρα ὁ ἀπόβλητος καί μισητός τῆς ζωῆς.

Αὐτά εἶναι τά ἀποτελέσματα τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ· αὐτές εἶναι οἱ συνέπειες τῆς ἐπιβολῆς τῆς δύναμής του. Δέν ἔσωσε ἕνα λαό, ὅπως ὁ Μωυσῆς πού φυγάδευσε ἀπό τήν Αἴγυπτο τούς Ἑβραίους περνώντας τους μέσ’ ἀπό τή θάλασσα γιά ν᾿ ἀπαλλαγοῦν ἀπό τή δουλεία τοῦ Φαραῶ. Ἔσωσε ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα ἀπό τή φθορά τοῦ θανάτου καί τόν γεμάτο ἀπό κακία τύραννο, τήν ἁμαρτία. Καί ἔσωσε τούς ἀνθρώπους ὅλους, ὄχι πειθαναγκάζοντάς τους νά ἀσκήσουν τήν ἀρετή, ὄχι παραχώνοντάς τους στό χῶμα, ὄχι καίοντάς τους καί διατάσσοντας νά λιθοβολοῦνται οἱ ἁμαρτωλοί, ἀλλά πείθοντάς τους μέ πραότητα, ὑπομονή καί συγχωρετικότητα νά διαλέξουν τήν ἀρετή καί νά συναγωνίζονται στούς κόπους γι᾿ αὐτήν κι ἔτσι νά ἱκανοποιοῦνται. Προηγουμένως ὅταν ἁμάρταναν ἐτιμωροῦντο μέ χτυπήματα κι ὅμως ἐπέμεναν στήν ἁμαρτία καί τήν εἶχαν θεοποιήσει· τώρα δέχονται νά ὑφίστανται χτυπήματα γιά χάρη τῆς ὑπακοῆς στό Θεό καί γιά χάρη τῆς ἀρετῆς, δέχονται νά κακοπαθοῦν καί νά θανατώνονται.

Δόξα σέ Σένα Χριστέ, Λόγε τοῦ Θεοῦ καί Σοφία καί Δύναμη καί Θεέ Παντοκράτορα. Τί νά Σοῦ ἀντιδωρίσουμε ἐμεῖς οἱ ἄπραγοι γιά ὅλα ὅσα μᾶς χάρισες; Ὅλα μᾶς τά ᾿χεις δοσμένα Ἐσύ καί τίποτ᾿ ἄλλο δέν ζητᾶς ἀπό μᾶς πάρα ν᾿ ἀποδεχτοῦμε τή σωτηρία πού μᾶς πρόσφερες, δίνοντάς μας ἀκόμα καί τή δύναμη γιά νά τό κάνουμε. Καί τήν προσπάθειά μας πάλι νιώθεις γιά χάρη γιατί εἶσαι ἀπερίγραπτα ἀγαθός. Σ᾿ εὐχαριστοῦμε, Ἐσένα πού μᾶς ἔδωσες τήν ὕπαρξη, μά καί μᾶς χάρισες τήν αἰώνια ζωή· Ἐσένα πού καί ὅταν τήν χάσαμε καί τήν ἀρνηθήκαμε, μᾶς ὁδήγησες πίσω σ’ αὐτήν μέ τήν ἐνανθρώπησή Σου πού καμιά γλώσσα δέν τολμᾶ νά ἑρμηνεύσει.

Πηγή: www.imaik.gr

Εἰς τὴν Γέννησιν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης)

Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, χαρακτικό 1818, Ιωάννη Αντώνιου Ζουλιάνη
Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, χαρακτικό 1818, Ιωάννη Αντώνιου Ζουλιάνη

Σκέψου, ἀγαπητέ μου, ὅτι ὅπως εἶναι συναρμολογημένος ἀπ’ ὅλα τὰ κτίσματα αὐτὸς ὁ αἰσθητὸς ἀπέραντος κόσμος, ἔτσι ἀκόμη εἶναι καμωμένος ἕνας ἄλλος κόσμος νοητὸς ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἁμαρτωλούς, τοῦ ὁποίου τὰ στοιχεῖα εἶναι οἱ τρεῖς διεστραμμένοι ἔρωτες, ποὺ ἀναφέρει ὁ Θεολόγος Ἰωάννης: δηλ. α) ὁ ἔρωτας τῶν ἡδονῶν, β) ὁ ἔρωτας τοῦ πλούτου καὶ γ) ὁ ἔρωτας τῆς δόξας. “Πᾶν ἐν τῷ κόσμῳ ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου” (Α’ Ἰω. 2, 16)1.

Αὐτὸς ὁ πονηρὸς κόσμος ποὺ ἀντίκειται στὸ σκοπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐξουσιάζεται ἀπὸ τὸν ἑωσφόρο (ὁ ὁποῖος γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται κοσμοκράτορας) εἶναι ἐκεῖνος ὁ μεγάλος ἐχθρός, τὸν ὁποῖο ὁ σαρκωθείς Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, ἀφοῦ γεννήθηκε στὴ γῆ, ἦρθε γιὰ νὰ πολεμήσει πρῶτα μὲ τὸ παράδειγμά του τὸ σιωπηλό, καὶ μετά, στὸν κατάλληλο καιρό, μὲ τὸν λόγο καὶ τὴ διδασκαλία του.

Μὲ τὴ φτώχεια γιατρεύει τὸν ἔρωτα τοῦ πλούτου.

Συλλογίσου λοιπὸν πῶς πρῶτα πολεμάει μὲ τὴν φτώχεια του τὸν ἄτακτο ἔρωτα τοῦ πλούτου. Ὁ κοσμικὸς ἄνθρωπος νομίζει πὼς κάθε καλὸ τὸ βρίσκει στὰ πρόσκαιρα ἀγαθά. γι’ αὐτὸ γιὰ νὰ τ’ ἀποτυπώσει ἢ γιὰ νὰ μὴ τὰ χάσει ξοδεύει σχεδὸν ὅλο τὸν καιρό, ποὺ τοῦ ἔδωσε ὅμως ὁ Θεὸς γιὰ νὰ κερδίσει τὰ αἰώνια ἀγαθά.

Καὶ ἰδοὺ ποὺ ὁ προαιώνιος Λόγος καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ μᾶς λυτρώσει ἀπ’ αὐτὴ τὴν πλάνη καὶ νὰ ξερριζώσει ἀπὸ τὶς καρδιές μας τὴν καταραμένη ρίζα ὅλων τῶν κακῶν, τὴν φιλαργυρία, ὅπως τὴν χαρακτηρίζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. “Ρίζα πάντων τῶν κακῶν ἐστὶν ἡ φιλαργυρία” (Α’ Τιμ. 6, 16). Πρόσεξε ὅμως σὲ τί εἴδους ταλαιπωρία κατάντησε ἀπὸ ἀγάπη γιὰ μᾶς Ἐκεῖνος ποὺ διαμοιράζει τὰ πλούτη καὶ τοὺς θησαυροὺς στὴν παροῦσα καὶ στὴ μέλλουσα ζωή. “ἐμὸν γάρ, τὸ ἀργύριον καὶ ἐμὸν τὸ χρυσίον, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ” (Ἀγγ. 2, 8). Στοχάσου ποῦ εἶναι τὸ παλάτι ποῦ γεννήθηκε; Ποῦ εἶναι οἱ προετοιμασίες; Ποῦ οἱ μαῖες; Ποῦ τὸ βασιλικὸ στρῶμα; Ποῦ τὰ βρεφικὰ λουσίματα; Ποῦ εἶναι ἡ ἀκολουθία τῶν δούλων; Ποῦ ἡ θαλπωρὴ καὶ ἡ ἀνάπαυση; Ποῦ εἶναι ἡ συμπαράσταση τῶν συγγενῶν καὶ φίλων; Ἔλα μέσα καὶ δὲς τὸ φτωχότατο σπήλαιο ὅπου γεννήθηκε καὶ τὴν εὐτελέστατη φάτνη ὅπου “ἀνεκλίθη”. Σίγουρα ὄχι μόνο δὲν θὰ βρεῖς κανένα περιττό, ἀλλὰ ἀντίθετα θὰ διαπιστώσεις μεγάλη ἔλλειψη ἀπ’ ὅλα τὰ ἀναγκαῖα. γιατί ὁ γλυκύτατός μου Ἰησοῦς γεννιέται σὲ τόπο σχεδὸν ξέσκεπο, τὰ μεσάνυχτα στὴν καρδιὰ τοῦ χειμώνα, μόνος μὲ μόνη τὴν μητέρα του καὶ τὸν θεωρούμενο πατέρα του, χωρὶς σκεπάσματα, χωρὶς ζεστὰ φαγητὰ ποὺ συνηθίζονται στὶς γεννήσεις καὶ τῶν πιὸ φτωχῶν παιδιῶν χωρὶς τὶς ἐλάχιστες ἐκεῖνες ἀνέσεις τοῦ φτωχικοῦ σπιτιοῦ ποὺ εἶχε στὴ Ναζαρέτ.

Καὶ τὸ πιὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὴ τὴ φτώχεια ποὺ προτίμησε ὁ Ἰησοῦς ἑκουσίως, θέλησε ἀκόμη καὶ ἄλλη περισσότερη πτωχεία σχεδὸν βίαιη καὶ ἀφύσικη: παραγγέλλει ἐκεῖ στὸ σπήλαιο νὰ μὴ τοῦ γίνει καμιὰ ὑποδοχὴ καὶ φιλοξενία ἀπὸ κανένα ἄνθρωπο. Ἤθελε νὰ διαφέρει ἀπὸ τοὺς συμπατριῶτες του ποὺ ἀνέβηκαν στὴν Βηθλεὲμ γιὰ ἀπογραφή. Ὅλοι αὐτοὶ εἶχαν πολλὲς προμήθειες μαζί τους καὶ ξεκουράζονταν φιλοξενούμενοι μέσα στὰ σπίτια καὶ στὰ πανδοχεῖα. “Οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι” (Λουκ. 2,7). Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ κόσμος, ὄχι μόνο βδελύσσεται τὴν φτώχεια καὶ τὴν θεωρεῖ μεγάλη ντροπή, παρακινώντας ἀκόμη τοὺς φτωχοὺς νὰ ὑποκρίνονται καὶ νὰ παριστάνουν τοὺς πλουσίους, γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν νοιώθει ντροπὴ γιὰ τὴν φτώχειά του, ἀντίθετα κάνει ἐπίδειξη τῆς φτώχειας του. Καὶ ἀπὸ μὲν τοὺς οὐρανοὺς φωνάζει τοὺς Ἀγγέλους, ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς δὲ καὶ τὰ χωράφια καλεῖ τοὺς ποιμένες γιὰ νὰ τὸν προσκυνήσουν, ὅταν γεννήθηκε σὲ κείνη τὴν κατάσταση τῆς ἔνδειας καὶ τῆς ἐγκατάλειψης, σὲ κεῖνο τὸ θρόνο μίας εὐτελέστατης φάτνης καὶ σὲ κείνη τὴν αὐλὴ ἑνὸς πενιχρότατου σπηλαίου! “Ὤ πτώχεια ὑπερπλοῦτος! Ὤ συγκατάβασις ὑπερύψιστος!”

Τώρα ἐσὺ πού μελετᾶς αὐτὲς τὶς ἀλήθειες, τί ἔχεις νὰ πεῖς; Ποιὸς ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δύο νομίζεις πὼς δικαιοῦται νὰ σὲ νικᾶ καὶ νὰ σὲ κυριεύει; Ὁ κόσμος ἢ ὁ Χριστὸς πού νίκησε τὸν κόσμο; Ὁ κόσμος σὲ προτρέπει νὰ ζητᾶς πρῶτα τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ καὶ νὰ τὰ θεωρεῖς μεγάλη εὐτυχία. Ὁ Χριστὸς πάλι σὲ συμβουλεύει μὲ τὸ παράδειγμά του καὶ τὴν διδασκαλία του νὰ ζητεῖς πρωτίστως τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ καταφρονεῖς ὅλα τὰ καλά τῆς γῆς σὰν ἕνα πηλό. “Ζητεῖτε πρῶτον τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ” (Ματθ. 6,33). Ἀκόμη σοῦ ζητᾶ νὰ στερεῖσαι τὰ γήινα ἀγαθὰ ἢ μερικὰ ἀπ’ αὐτὰ δίνοντάς τα ἐλεημοσύνη στοὺς φτωχοὺς ἢ ἀκόμη ἀποτασσόμενος τὰ πάντα γιὰ τὴν καλογερικὴ ζωὴ καὶ ἐξαγοράζοντας ἕνα θησαυρὸ στὸν παράδεισο. “Πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι” (Ματθ. 19, 21). Καὶ πάλι· “πᾶς ἐξ ὑμῶν, ὃς οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσι τοῖς ἑαυτοῦ ὑπάρχουσιν, οὐ δύναται εἶναι μου μαθητὴς” (Λουκ. 14, 33).

Λοιπὸν ἐσύ, καὶ σὰν μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ καὶ σὰν φρόνιμος καὶ στοχαστικὸς ἄνθρωπος, πρέπει ν’ ἀποφασίσεις νὰ ἀκούσεις καὶ νὰ κάνεις πράξη ἐκεῖνο πού σοῦ λέγει ὁ Χριστὸς καὶ ὄχι ὅ,τι σοῦ ἐπιβάλλει ὁ κόσμος. Γιατί δὲν θὰ σωθοῦν αὐτοὶ ποὺ ἀκούουν μόνο τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ αὐτοὶ ποὺ τὸν ἐφαρμόζουν στὴν πράξη. (Ρωμ. 2, 13).

Εἶναι ἀλήθεια πὼς δὲν εἶσαι ὑποχρεωμένος, ἂν εἶσαι λαϊκός, νὰ εἶσαι ἀκτήμων καὶ πάμπτωχος. εἶσαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ ἐκτιμᾶς τόσο λίγο τὰ πλούτη καὶ τὰ χρήματα, ὥστε γιὰ ὅλα αὐτὰ ποτὲ νὰ μὴν παρακινηθεῖς νὰ παραβεῖς οὔτε μία ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. τόσο δὲ νὰ εἶναι ἀποκολλημένη ἡ καρδιά σου ἀπ’ αὐτά, ὥστε νὰ τὰ ἀποκτᾶς καὶ νὰ τὰ ἔχεις μὲ τόση ἀπροσπάθεια σὰν νὰ μὴ τὰ ἔχεις καὶ νὰ μὴ τὰ ξοδεύεις στὰ μάταια καὶ περιττὰ καὶ πάνω ἀπὸ ὅσα χρειάζεσαι πράγματα καθὼς λέγει ὁ Παῦλος. “Ὁ καιρὸς συνεσταλμένος τὸ λοιπὸν ἐστιν … ἵνα ὦσιν οἱ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ ὡς μὴ καταχρώμενοι. παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου” (Α’ Κόρ. 7, 29, 31).

Ἀλλά γι’ αὐτὸ τὸ θέμα νὰ συζητήσεις μὲ τὸ Πανάγιο βρέφος, τὸν Ἰησοῦ, καὶ νὰ νοιώσεις ντροπὴ μπροστά του, ποὺ ὡς τώρα εἶχες σὲ τόση ὑπόληψη καὶ ἀγάπη ἐκεῖνα τὰ πλούτη ποὺ τὸ Θεῖον Βρέφος τόσο καταφρονεῖ κι’ ἀκόμη πὼς ἔνοιωθες τόσο μίσος καὶ καταφρόνηση γιὰ τὴν πτωχεία ἐκείνη καὶ τὴν εὐτέλεια ποὺ αὐτὸ τόσο ἀγαπᾶ. Ζήτησέ Του ἀμέσως συγχώρεση γιὰ ὅλα τὰ κακὰ ποὺ ἔκανες γιὰ ν’ ἀποκτήσεις πλοῦτο κι’ ἐπίγεια ἀγαθὰ ἢ γιὰ νὰ τὰ χρησιμοποιήσεις παρακάλεσέ Τον νὰ σοῦ δώσει χάρη. Γιατί, ὅπως ὁ Ἴδιος ἀπὸ πλούσιος ἔγινε φτωχὸς ἀπὸ ἀγάπη γιὰ σένα, ἔτσι καὶ σὺ νὰ γίνεις φτωχὸς γιὰ τὴν ἀγάπη Του, γιὰ νὰ πλουτήσεις ἀπὸ τὴ Θεότητά Του.”Γινώσκετε γὰρ τὴν χάριν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτι δι’ ὑμᾶς ἐπτώχευσε πλούσιος ὧν, ἵνα ὑμεῖς τὴ ἐκείνου πτωχεία πλουτήσητε” (Β’ Κορ. 2, 9). Ἀκόμη νὰ τὸν παρακαλέσεις νὰ μὴ σ’ ἀφήσει ξανὰ νὰ πλανηθεῖς ἀπὸ τὸν κόσμο. ἀλλὰ ὅταν ἔχεις τὰ ὑπάρχοντά σου ἢ ὅταν τὰ στερεῖσαι γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου, νὰ μὴ τὰ μεταχειρίζεσαι γιὰ ἄλλο σκοπό, παρὰ μόνον καὶ μόνο γιὰ νὰ ἐξαγοράσεις μὲ αὐτὰ τὴν αἰώνια εὐδαιμονία, καθὼς εἶναι γραμμένο: “Λύτρον ἀνδρὸς ψυχῆς ὁ ἴδιος πλοῦτος” (Παροιμ. 13, 8).

Γιάτρεψε τὸν ἔρωτα τῶν ἡδονῶν.

Συλλογίσου ἀδελφέ, ὅτι ὁ Χριστὸς μὲ τὴ γέννησή του ἦρθε νὰ πολεμήσει τὸν ἄτακτο ἔρωτα τῶν ἡδονῶν μὲ τὶς ὀδύνες καὶ τοὺς πόνους ποὺ δοκίμασε. Ὁ σαρκικὸς ἄνθρωπος πιστεύει πὼς ἡ μόνη ἀπόλαυση εἶναι ἐκείνη τῶν αἰσθήσεων γι’ αὐτὸ δὲν κυριαρχεῖ πάνω σ’ αὐτές, ὅπως ταιριάζει σὲ λογικὸ ὄν, ἀλλὰ ἀφήνει τὸν ἑαυτό του νὰ συμπεριφέρεται ὅπως ἕνα ἄλογο ζῶο καὶ νὰ παρασύρεται ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις του: τρέχει ἀχαλίνωτα γιὰ νὰ χαίρεται καὶ ν’ ἀπολαμβάνει ὅλες τὶς παρανομίες. Ἐπιζητεῖ τὴν ἡδονὴ σὰν σκοπὸ καὶ τὴν θεωρεῖ ἔντιμη, ἂν καὶ τὴ βρίσκει μέσα στὶς μεγαλύτερες ἀτιμίες καὶ βρωμιές. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἀπὸ συμπόνια γιὰ τὴν τύφλωση αὐτὴ τοῦ ἀνθρώπου ἦρθε γιὰ νὰ τὸν γιατρεύσει ἀπὸ ἕνα τέτοιο μεγάλο σφάλμα.

Γι’ αὐτό, ἐνῶ μποροῦσε νὰ γεννηθεῖ μ’ ἕνα σῶμα σκληραγωγημένο ὡρίμου ἀνδρός, θέλησε νὰ γεννηθεῖ μ’ ἕνα ἁπαλὸ σῶμα βρέφους γιὰ νὰ αἰσθανθεῖ τὴν ὀδύνη (τῆς τρυφερῆς σάρκας) καὶ ἀκολούθως γιὰ νὰ ὑποφέρει περισσότερο. Καὶ ὕστερα ἀπὸ τὴν βασανιστικὴ φυλακὴ ποὺ ὑπέφερε μέσα στὴν κοιλιὰ τῆς Παρθένου, θέλησε νὰ ὑποφέρει κι’ ὅλα τὰ βάσανα καὶ τὶς δοκιμασίες τῆς νηπιακῆς ἡλικίας, σάν νὰ ἐστερεῖτο τὴν χρήση τοῦ λογικοῦ.

Ἐξ ἀρχῆς ἔπρεπε ὁ Ἰησοῦς νὰ λάβει ἕνα σῶμα, ὄχι μόνο τελειότερο ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Ἀδάμ, ἀλλὰ ἕνα σῶμα ἀπαθές, ἀνώδυνο, μακάριο καὶ ἄξιο κατοικητήριο τῆς παρομοίας μακαρίας ψυχῆς Του2. Παρ’ ὅλα αὐτὰ στὴ θέση ἐκείνου παίρνει ἕνα σῶμα πολὺ ἁπαλό, πολὺ λεπτὸ καὶ τρυφερώτατο, κατάλληλο νὰ ἀντιλαμβάνεται διὰ τῶν αἰσθήσεων κάθε ταλαιπωρία καὶ καμωμένο ἔτσι ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ δέχεται ἀπ’ ὅλες τὶς αἰσθήσεις ὅλους τούς πόνους, ὅπως τὸ πέλαγος δέχεται ὅλους τούς ποταμούς. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ λόγο παρομοιάζει τὸν ἑαυτό του μὲ τὸ σκουλήκι, ὄχι μόνο γιατί γεννήθηκε χωρὶς σπέρμα (ὅπως γεννιοῦνται τὰ σκουλήκια), ἀλλὰ καὶ γιατί ἡ σάρκα του εἶχε τὴν αἴσθηση καὶ τὴν τρυφερότητα τῶν σκουληκιῶν “ἐγὼ δὲ εἰμὶ σκώληξ καὶ οὐκ ἄνθρωπος” (Ψαλμ. 21, 6).

Ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ἁπαλότητος μόλις γεννήθηκε δέχτηκε μὲ τὴν ἁφὴ τὴν προσβολὴ τοῦ ψυχροῦ ἀέρος καὶ τῆς ὑγρασίας τοῦ σπηλαίου. Μὲ τὴ φωνὴ κλαίει. Μὲ τὴν ὄσφρηση αἰσθάνεται τὴν ἔντονη κακοσμία τῆς φάτνης καὶ τῶν ζώων. Μὲ τὴν ὅραση βλέπει μία σκοτεινὴ καὶ ἄχαρη σπηλιά. Καὶ μὲ τὴν ἀκοὴ δὲν ἀκούει ἄλλο ἀπὸ τὶς τραχιὲς φωνὲς τῶν ἀγρίων ζώων. Καὶ γιὰ νὰ συνοψίσουμε μόλις γεννήθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἀφιερώνει τὴν ἀρχὴ τῆς ζωῆς του σὲ ἕνα χῶρο ὑπερβολικὰ στενὸ καὶ σὲ μία ἔλλειψη ὅλων τῶν ἀναπαύσεων καὶ σὲ κάθε εἶδος ὀδύνης καὶ βασάνων ποὺ μποροῦσε νὰ δεχθεῖ ἡ τρυφερὴ ἐκείνη ἡλικία του. Ὤ! ἀφῆστε μὲ νὰ πάω κοντὰ στὴ φάτνη καὶ νὰ πῶ στὸν Ἰησοῦ. “Τί εἶναι αὐτὴ ἡ ἄκρα συγκατάβασίς σου, γλυκύτατέ μου Ἰησοῦ; Ἐσὺ εἶσαι ἐκεῖνος ὁ ἐπιθυμητὸς Μεσσίας ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη καὶ εὐθὺς νὰ γεννηθῆς μὲ τοιαῦτα βάσανα;” Ναί, μοῦ ἀποκρίνεται. αὐτὸ ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸ θέλημα τοῦ Οὐρανίου Πατρός μου. Νὰ καταργηθεῖ ἡ ἡδονὴ μὲ τὴν ὀδύνη. Αὐτὸ τὸ πατρικὸ θέλημα ἦρθα νὰ ἐκπληρώσω εὐθὺς μόλις γεννήθηκα στὸν κόσμο, καθὼς ἐκ μέρους μου προεῖπε ὁ Δαβὶδ καὶ μὲ τὸν Δαβὶδ ὁ Ἀπόστολος. “Διὸ εἰσερχόμενος εἰς τὸν κόσμον ‘θυσίαν καὶ προσφορὰν οὐκ ἠθέλησας, σῶμα δὲ κατηρτίσω μοι’ τότε εἶπον. ἰδοὺ ἤκω τοῦ ποιῆσαι ὁ Θεὸς τὸ θέλημά σου” (Ἑβρ. 10, 5, 7), (Ψαλμ. 39, 7 . 8).

Ἐδῶ τώρα, ἐσὺ ἀγαπητέ, νὰ γίνεις κριτὴς ἀνάμεσα στὸν Χριστὸ καὶ στὸν κόσμο καὶ νὰ ἀποφασίσεις ποιὸς θὰ σ’ ἐξουσιάζει, ὁ Χριστὸς ἢ ὁ κόσμος; Ποιὸν πρέπει ν’ ἀκολουθεῖς, ἐκεῖνον πού θέλει τὴ σωτηρία σου μὲ τὴν ὀδύνη, ἢ ἐκεῖνον πού ζητεῖ τὴν ἀπώλειά σου μὲ τὴν ἡδονή; Εἶναι φανερὸν ὅτι τὸ πρῶτο. “εἰς τοῦτο γὰρ ἐκλήθητε, ὅτι καὶ Χριστὸς ἔπαθεν ὑπὲρ ἡμῶν, ὑμ{ιν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν, ἵνα ἐπακολουθήσητε τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ” (Α’ Πέτρ. 2, 21). Ὅμως ὁ κόσμος εἶναι τόσο τυφλός, ποὺ ὄχι μόνο δὲν γνωρίζει τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ οὔτε μπορεῖ νὰ τὴν γνωρίσει, καθὼς λέγει ἡ ἴδια ἡ αὐτοαλήθεια. “καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα καὶ ἄλλον παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένη μεθ’ ὑμῶν εἰς τὸν αἰώνα, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ ὁ κόσμος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτὸ οὐδὲ γιγνώσκει αὐτὸ” (Ἰω. 14, 16-17). Ἐὰν λοιπὸν ἐσὺ θέλεις νὰ θεραπευθεῖς μέσα σ’ αὐτὸν τὸν τυφλὸ κόσμο καὶ εἶσαι ἱκανοποιημένος νὰ κυβερνᾶς τὴ ζωή σου μὲ τὰ ψεύτικα διατάγματά του, ὢ ταλαίπωρος ποὺ εἶσαι! Μόνος σου παραδόθηκες στὰ χέρια τοῦ θανατηφόρου ἐχθροῦ σου, ὅπως ἔκανε ὁ Σαμψών ποὺ παραδόθηκε στὰ χέρια τῶν ἀλλοφύλων κι ἀκόμη ἔγινες μόνος σου φανερὸς ἀποστάτης τοῦ Κυρίου, τοῦ μόνου εὐεργέτου σου. Γιατί θέλησες νὰ ὑπηρετεῖς τὶς αἰσθήσεις σου μὲ τὶς ἡδονὲς καὶ προτίμησες μία ζωὴ τρυφηλή, μαλθακὴ καὶ ἡδονική, τὴν ὁποία τόσο πολὺ μίσησε ὁ Ἰησοῦς μόλις γεννήθηκε, ἂν καὶ αὐτὴ ἡ ζωὴ θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς ἄφρονες ἀλάνθαστη καὶ ἀθώα!

Ἂχ ἀδελφέ μου! Καὶ πιστεύεις ἐσὺ ποτὲ πὼς ἡ ἄπειρη σοφία τοῦ Θεοῦ θέλησε νὰ βασανίσει τόσο πολὺ τὸ πανάγιόν της σῶμα, ὄχι μόνο κατὰ τὴν γέννησή του ἀλλὰ καὶ σ’ ὁλόκληρη τὴ ζωή του καὶ στὸ θάνατό του, ἐὰν δὲν ἦταν ἀναγκαῖο σὲ σένα νὰ ἀποφεύγεις τὶς ἡδονὲς καὶ νὰ σκληραγωγεῖς τὸ σῶμα σου; Καὶ σὲ τί θὰ ὠφελήσει ἡ ἀσεβής σου πρόφαση ποὺ λὲς πὼς ὁ Χριστὸς δὲν σὲ προστάζει μὲ ἐντολὴ νὰ ἀπέχεις ἀπὸ τὶς ἡδονὲς καὶ τὶς ἀναπαύσεις τῶν αἰσθήσεων καὶ τοῦ σώματος, ἀλλὰ ὅτι σὲ συμβουλεύει μόνο λέγοντας: “ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι”; (Μάρκ. 8,36). Καλά, καὶ ἔτσι ὑπολογίζεις ἐσὺ τὶς συμβουλὲς τῆς ἀκτίστου σοφίας, προφασιζόμενος προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις θέλοντας νὰ ἐξουσιάζεις (καὶ νὰ ὑπερασπίζεσαι) τὴν τρυφηλὴ ζωή σου; Νὰ ξέρεις λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ μιμεῖσαι τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἂν θέλεις νὰ εἶσαι προορισμένος γιὰ τὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἄκουσε τώρα ἐκεῖνες τὶς φοβερὲς ἀποφάσεις ποὺ φωνάζει μὲ δυνατὴ φωνὴ μέσα ἀπὸ τὴ φάτνη τὸ Βρέφος ὁ Ἰησοῦς. “Οὐαὶ ὑμῖν τοῖς πλουσίοις, ὅτι ἀπέχετε τὴν παράκλησιν ὑμῶν. οὐαὶ ὑμῖν οἱ ἐμπεπλησμένοι, ὅτι πεινάσετε. οὐαὶ ὑμῖν οἱ γελῶντες νῦν, ὅτι πενθήσετε καὶ κλαύσετε. οὐαί, ὅταν καλῶς ὑμᾶς εἴπωσι πάντες οἱ ἄνθρωποι” (Λουκ. 6,24-26). Τί ἀπαντᾶς σ’ αὐτὰ ἐσύ, ποὺ θέλεις νὰ περνᾶς τὴ ζωή σου μὲ ἀνέσεις κι’ ἔπειτα ἐπιδιώκεις γι’ αὐτὸ νὰ βρίσκεις ἀκόμη καὶ δικαιολογίες; Θεωρεῖς πὼς αὐτὰ ποὺ λέγει ὁ Κύριος εἶναι λόγια κενὰ καὶ πώς ὁ Θεὸς μίλησε χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ ἐκπληρωθοῦν τὰ λόγια του; Αὐτὸ βγάλτο ἀπὸ τὸ μυαλό σου. “Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι” (Ματθ. 24, 35). Νὰ αἰσχύνεσαι λοιπόν, νὰ αἰσχύνεσαι γιὰ ὅλες τὶς ἡδονὲς καὶ ἀπολαύσεις καὶ νὰ θεωρεῖς τὸν ἑαυτό σου ἀνάξιο τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστιανοῦ, ἐπειδὴ μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὰ ἔργα σου πρόσβαλες πολὺ τὴν χριστιανική σου ἰδιότητα καὶ τόσες φορὲς προτίμησες νὰ ὑπηρετήσεις τὴ σάρκα σου παρὰ τὸν Θεό. Μὲ τὴν συμπεριφορά σου αὐτὴ ἔγινες αἰτία νὰ βλασφημεῖται ἀπὸ τὰ ἔθνη ὁ χριστιανισμὸς καὶ τὸ ὑπερύμνητον ὄνομα τοῦ Θεοῦ, καθὼς αὐτὸς ὁ ἴδιος παραπονεῖται καὶ λέγει. “δι’ ὑμᾶς διὰ παντὸς τὸ ὄνομά μου βλασφημεῖται ἐν τοῖς ἔθνεσιν” (Ἤσ. 52, 5).

Γι’ αὐτὸ ἀποφάσισε ἐπιτέλους νὰ ἀπαρνηθεῖς ὅλες τὶς ἡδονὲς ποὺ ἀποδεδειγμένα δὲν εἶναι ἀπαραίτητες στὴ ζωή σου καὶ νὰ δεχτεῖς στὸ ἑξῆς εὐχαρίστως ὅλους τους σταυροὺς καὶ τὶς θλίψεις ποὺ θὰ σοῦ στείλει ὁ Θεός. Νὰ ἀγκαλιάσεις τὴν σκληραγωγία ποὺ περιλαμβάνει ἡ ἀληθινὴ μετάνοια καὶ νὰ μὴ λογαριάζεις τίποτε ἄλλο γιὰ νὰ τὴν ἀγαπᾶς, παρὰ νὰ λογαριάζεις μόνο τὴν ἀγάπη ποὺ ἔδειξε ὁ Χριστὸς γι’ αὐτὴν ἤδη ἀπὸ τὴν γέννησή του. Εὐχαρίστησε τὸν Κύριο, ποὺ γιὰ τὴν ἀγάπη σου θέλησε νὰ γεννηθεῖ μὲ τέτοια βάσανα. Καὶ προπάντων παρακάλεσέ Τον νὰ σοῦ δώσει χάρη νὰ καταλάβεις καλὰ ἀπὸ τὸ παράδειγμά του αὐτὴ τὴν ἀλήθεια: ὅτι δηλ. ἡ παροῦσα ζωὴ εἶναι καιρὸς γιὰ νὰ κλαῖς καὶ νὰ θλίβεσαι κι ὄχι γιὰ νὰ γελᾶς καὶ νὰ ξεφαντώνεις καθὼς τονίζει ὁ Ἐκκλησιαστῆς “καιρὸς τοῦ κλαίειν” (3, 4) καὶ μὲ τὸν Ἐκκλησιαστή καὶ ὁ Ἀπόστολος. “ὁ καιρὸς συνεσταλμένος τὸ λοιπὸν ἐστιν, ἵνα καὶ οἱ ἔχοντες γυναίκα, ὡς μὴ ἔχοντες ὦσι, καὶ οἱ κλαίοντες ὡς μὴ κλαίοντες, καὶ οἱ χαίροντες ὡς μὴ χαίροντες… παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου” (Α’ Κόρ. 7, 29).

Γιάτρεψε τὸν ἔρωτα τῆς δόξας.

Σκέψου ἀκόμη ὅτι ὁ Χριστὸς μὲ τὴν γέννησή του ἦρθε νὰ πολεμήσει μὲ τὴν ταπείνωσή του τὸν ἄτακτο ἔρωτα τῆς δόξας. Ὁ κοσμικὸς ἄνθρωπος ἐπιδιώκει νὰ ὑπερέχει ἀπὸ τοὺς ἄλλους, νὰ τιμᾶται καὶ νὰ δοξάζεται καὶ γενικὰ νὰ φαίνεται ὅτι εἶναι ὁ ἐκλεκτότερος τῶν ὑπολοίπων. Νὰ δίνει διαταγὲς μὲ δεσποτικὴ ἀλαζονεία, νὰ μιλάει ἀφ’ ὑψηλοῦ καὶ νὰ παρουσιάζεται ὡς αὐθεντία. Ἂν καμιὰ φορά τύχει κι ἔρθουν σὲ ἀντιπαράθεση ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δόξα ἡ δική του, τότε αὐτὸς καταφρονεῖ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ ἐκ τῶν προτέρων προτιμᾶ τὴ δική του δόξα.

Αὐτὰ ὅλα εἶναι ἀνόητες θέσεις καὶ διδασκαλίες ποὺ διδάσκει ὁ κόσμος στοὺς μαθητές του καὶ αὐτὰ τὰ σφάλματα ἦρθε νὰ θεραπεύσει ὁ λυτρωτής μας, ἀφότου ἄρχισε νὰ ζεῖ στὸν κόσμο. Μποροῦσε ὁ ἴδιος ἀσφαλῶς καὶ βρέφος ἀκόμη νὰ κάνει ἔργα ὡρίμου ἀνδρός. Μποροῦσε δηλ. μόλις γεννήθηκε νὰ μιλάει μὲ καθαρὴ ἄρθρωση. Μποροῦσε νὰ καταλαβαίνει καὶ νὰ μιλάει τὶς γλῶσσες ὅλων τῶν λαῶν. Μποροῦσε νὰ ἔχει γύρω του χιλιάδες καὶ μυριάδες ἡλιομόρφων Ἀγγέλων γιὰ νὰ τὸν παραστέκονται ὁλοφάνερα καὶ νὰ τὸν ὑπηρετοῦν ὄχι μόνον ὡς Θεό, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄνθρωπο. Ἀκόμη μποροῦσε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ζωῆς του νὰ χρησιμοποιεῖ τὸν χρόνο μὲ τὸ νὰ τρέχει στὸν κόσμο νὰ τὸν γεμίζει ἀπὸ τὰ μεγαλεῖα τῶν θαυμάτων του, νὰ τὸν φωτίζει μὲ τὶς λάμψεις τῆς διδασκαλίας του, νὰ τὸν διδάσκει μὲ τὴν ἁγιότητα τῶν παραδειγμάτων του καὶ νὰ τὸν μεταστρέφει μὲ τὴ δύναμη τοῦ κηρύγματός του. Μ’ αὐτὰ ὅλα μποροῦσε νὰ δοξάσει τὸ ὄνομά του περισσότερο ἀπ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους ποὺ ὑπῆρχαν φιλόδοξοι στὸν κόσμο. Καὶ οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ μεγιστάνες τοῦ κόσμου καὶ ὅλοι οἱ λαοὶ νὰ ξεκινοῦν ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης καὶ νὰ ἔρχονται στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ ν’ ἀκούσουν τὴν οὐράνια σοφία ποὺ διδάσκει ἕνα βρέφος, ὅπως ἡ βασίλισσα τοῦ Νότου ποὺ ξεκίνησε μέσα ἀπὸ τὴν Εὐδαίμονα Ἀραβία καὶ ἦρθε ν’ ἀκούσει τὴ σοφία τοῦ δωδεκαετοῦς παιδιοῦ, τοῦ Σολομῶντος. Νὰ ἔρχονται νὰ δοῦν ἕνα νήπιο νὰ φωτίζει τυφλούς, νὰ καθαρίζει λεπρούς, νὰ ἀνορθώνει χωλούς, νὰ γιατρεύει ἀρρώστους, νὰ ἀνασταίνει νεκροὺς καὶ γενικὰ νὰ κάνει παράδοξα καὶ φρικτὰ θαύματα, ὥστε ὅλοι νὰ τὸ ἐπαινοῦν, ὅλοι νὰ τὸ δοξάζουν, ὅλοι νὰ τὸ εὐφημοῦν. Ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς δὲν ἤθελε τέτοια ἀνθρώπινη καὶ μάταιη δόξα. Ὄχι! Ἀλλὰ “σχήματι εὑρεθείς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτόν”, καθὼς λέγει ὁ θεῖος Παῦλος (Φιλιπ. 2, 8) καὶ κρύβεται μὲ τὸν ἐρχομὸ του σ’ ἕνα τόπο ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀφανεῖς της Ἰουδαίας καὶ σ’ ἕνα ἐνδιαίτημα τῶν ἀλόγων ζώων σκεπάζει δὲ ὅλους τούς θησαυροὺς τῆς σοφίας του μέσα σ’ ἕνα κομμάτι σάρκας καὶ κάτω ἀπὸ τὴν διανοητικὴ ἀδυναμία ἑνὸς ἀγνώστου ἀφώνου νηπίου. “ἐν ᾧ εἰσι πάντες οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως ἀπόκρυφοι”! (Κολ. 2,3) Δι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἠσαΐας γιὰ τὴν νηπιώδη ἀγνωσία τοῦ παιδιοῦ αὐτοῦ λέγει. “…πρὶν ἢ γνῶναι τὸ παιδίον καλεῖν πατέρα ἢ μητέρα…” (Ἤσ. 8, 4). Καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς -ἐννοῶ ὁ Αὔγουστος Καίσαρ- κυβερνοῦν τὸ κράτος τους μὲ ἀπογραφὲς καὶ ἐκδίδουν στοὺς λαοὺς νόμους καὶ φαίνονται παντοῦ ἔνδοξοι, αὐτός, ποὺ εἶναι ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων, γεννιέται καὶ ζεῖ ἐντελῶς ἄγνωστος καὶ θεωρεῖται σὰν ἕνα μηδενικό. Ὢ τῆς ἀνυπέρβλητης ταπεινώσεώς σου, ὢ γλυκύτατο ὄνομα, ὢ γλυκύτατε ὑπεράνθρωπε Ἰησοῦ! Αὐτὴ ἡ ταπείνωσή σου ἔκανε τὸν προφήτη Ἀββακοὺμ νὰ χάσει σχεδὸν τὸ μυαλό του καὶ νὰ λέει· “Κύριε, κατενόησα τὰ ἔργα σου καὶ ἐξέστην. Ἐν μέσῳ δύο ζώων γνωσθήση” (Ἀββακ. 3, 2). Αὐτὴ ἡ ταπείνωση παρακίνησε τὸν ὅσιόν σου Ἰσαὰκ νὰ πεῖ τὰ ὑψηλὰ αὐτὰ λόγια. “ἡ ταπεινοφροσύνη στολὴ θεότητος ἐστιν. ὁ γὰρ Λόγος ὁ ἐνανθρωπήσας αὐτὴν ἐνεδύσατο καὶ ὠμίλησεν ἡμῖν δι’ αὐτῆς ἐν τῷ σώματι ἡμῶν… ἵνα μὴ ἡ κτίσις τῇ αὐτοῦ θεωρία καταφλεχθῆ” (Λογ. κ’).

Ἐπειδὴ καὶ ἡ αἰτία τῆς πτώσεως τῶν ἀγγέλων στὸν οὐρανὸ καὶ τῶν ἀνθρώπων στὴ γῆ ὑπῆρξε ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸ μεγαλύτερο καὶ στὸ μικρότερο, γι’ αὐτὸ ἐσύ, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴ γέννησή σου σηκώνεις ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ τὸ μεγάλο σκάνδαλο τῆς ἀπωλείας τοῦ κόσμου. Καὶ Σύ, ὁ ἀνώτερος καὶ “ὑπὲρ τὰ ὄντα ὦν”, ἀφοῦ ἔγινες κατώτερος καὶ ἔσχατος ὅλων, κάνεις μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ὅμοια ὅλα σου τὰ κτίσματα, τόσο τὰ μεγαλύτερα καὶ ἀνώτερα, ὅσο καὶ τὰ μικρότερα καὶ κατώτερα καὶ καταδεικνύεις ὡς ἄριστη ὁδὸ ὑψώσεως, τὴν ταπείνωση, καθὼς θεολογεῖ ὁ δικός σου τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγοντας: “Ἐλευθερώνει μὲ παράδοξο τρόπο ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴν αἰτία τῆς ἀρχικῆς πτώσεως (τὸν ἄνθρωπο). καὶ αὐτὴ (ἡ αἰτία) ἦταν ἡ ὑπεροχὴ καὶ ἡ κατωτερότητα ποὺ ἐνυπάρχει στὰ ὄντα. Καὶ ἀπὸ ἐδῶ ξεκινάει ὁ φθόνος καὶ ὁ δόλος καὶ οἱ φανερὲς καὶ κρυφὲς ἀντιπαλότητες. Ὁ Θεὸς λοιπὸν εὐδόκησε πρόσφατα (μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ) νὰ διαλύσει τὴν αἰτία τῆς ὑπερηφάνειας ποὺ καταστρέφει τὰ λογικά του κτίσματα. Ἐξομοιώνει δηλ. τὰ πάντα μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ ἐπειδὴ βέβαια ὁ ἴδιος μὲ τὸν ἑαυτὸ τοη εἶναι ἴσος καὶ ὅμοιος κατὰ φύσιν, κάνει καὶ τὴν φύση ἴση κατὰ χάριν μὲ τὸν ἑαυτό της. Καὶ αὐτὸ πῶς ἔγινε; Ὁ ἴδιος ὁ ἐκ Θεοῦ Θεὸς Λόγος, ἀφοῦ ἄδειασε τὸν ἑαυτὸ του ἀπόρρητα καὶ μυστικά, κατέβηκε ἀπὸ ψηλὰ στὴν ἔσχατη ἀνθρώπινη ὕπαρξη καὶ αὐτὴ ἀφοῦ τὴν ἔδεσε μαζί του κατὰ τρόπο ἄλυτο καὶ ἀφοῦ ταπεινώθηκε καὶ πτώχευσε σὰν ἄνθρωπος (ὅμοιός μας) ἔκανε τὰ κάτω πάνω, μᾶλλον δὲ συνένωσε καὶ τὰ δύο σὲ ἕνα. Μὲ τὴ Θεότητα δηλ. συνένωσε τὴν ἀνθρωπότητα καὶ ἔτσι ὑπέδειξε σὲ ὅλους τὴν ταπείνωση ὡς δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὰ ἄνω, ἀφοῦ πρόσφερε τὸν ἑαυτὸ του σήμερα ὑπόδειγμα μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους καὶ στοὺς ἁγίους Ἀγγέλους” (Λόγος στὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ).

Τώρα, ἐσὺ ἀγαπητέ, μπορεῖς νὰ βρεῖς μεγαλύτερη ἀπ’ αὐτὴ τὴ διαφορὰ μεταξύ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ κόσμου; Λοιπόν, ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δύο ποιὸς εἶναι δίκαιο νὰ σ’ ἐξουσιάζει; Ὁ Χριστὸς ἢ ὁ κόσμος; Βέβαια ὁ Χριστός. Γιατί ὁ Χριστὸς οὔτε πλανᾶ οὔτε πλανᾶται, ἐνῶ ὁ κόσμος καὶ πλανᾶ καὶ πλανᾶται. Ἔπειτα, σκέψου, πὼς γιὰ τὸν Χριστὸ δὲν ἦταν ἀρκετὸ ποὺ γεννήθηκε ὑπήκοος τοῦ Καίσαρος Αὐγούστου, ἀλλὰ θέλησε ἀκόμη νὰ γεννηθεῖ καὶ στὴν ἐποχὴ ποὺ γινόταν ἐπίσημη δήλωση ἔμπρακτης ὑποταγῆς. “ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐξῆλθε δόγμα παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου ἀπογράφεσθαι πᾶσαν τὴν οἰκουμένην” (Λουκ. 2,1) καὶ θέλησε νὰ φέρει ἄνω – κάτω ὅλα τὰ πράγματα, κυρίως ὅμως νὰ βάλει τὸν ἑαυτὸ του κάτω ἀπ’ αὐτὴν τὴν ὑποταγή. “Ἀνέβη δὲ καὶ Ἰωσὴφ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐκ πόλεως Βηθλεέμ… ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τὴ μεμνηστευμένη αὐτῷ γυναικὶ οὔση ἐγκύῳ” (Λουκ. 2, 4).

Ἐσένα ὅμως ἀδελφὲ φαίνεται πὼς σ’ εὐχαριστεῖ νὰ τὰ κάνεις ὅλα ἄνω κάτω, νὰ συγχύζεις ὅλο τὸν κόσμο, μόνο γιὰ νὰ ἐκπληρώσεις τὴν ἐπιθυμία σου, μόνο γιὰ νὰ ὑποτάξεις ὅλους στὴ γνώμη σου, μόνο γιὰ νὰ γίνεις μεγάλος καὶ γιὰ νὰ ἀποκτήσεις δόξα στὸν κόσμο. Μ’ αὐτὸ ποὺ κάνεις φαίνεσαι νὰ λές: Ἐγὼ προτιμῶ ν’ ἀκολουθήσω τὸ παράδειγμα τοῦ κόσμου ἀπὸ τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐγὼ ἐπιλέγω τὴν δόξα τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ.

Ὢ πόσο θὰ σοῦ φανεῖ βαριὰ αὐτὴ ἡ παράλογη ἐκλογή σου, ὅταν στὸ φῶς τῆς κρίσεως τοῦ Θεοῦ θὰ δεῖς τὰ πράγματα ὅπως ἀκριβῶς εἶναι κι ὄχι καθὼς τώρα σοῦ φαίνονται καὶ ὅταν αὐτὸ τὸ βρέφος, ποὺ τώρα βλέπεις μέσα στὴ φάτνη ἄδοξο καὶ ταπεινό, ἔρθει ὡς μέγας βασιλεὺς μὲ δύναμη καὶ δόξα πολλὴ γιὰ νὰ κρίνει ὅλο τὸν κόσμο.

Ἀλλὰ τί ἀπαντᾶς; Ναὶ ἐγὼ πρέπει νὰ παραβλέπω τὴν τιμή μου καὶ νὰ ταπεινώνομαι γιὰ τὸν Χριστό, ἀλλὰ ὁ κόσμος εἶναι χωρὶς διάκριση καὶ μὲ περιφρονεῖ καὶ δὲν μὲ ὑπολογίζει γιὰ τίποτε. Εὖγε, σωστὰ ἀπάντησες. Ἄφησε λοιπὸν νὰ εἶναι κρυμμένη καὶ καταφρονημένη ἀπ’ αὐτὸν τὸν κόσμο ἡ δική σου τιμὴ καὶ ἡ ζωή, γιὰ νὰ φανερωθεῖς καὶ σὺ μὲ τιμὴ καὶ δόξα, ὅταν φανερωθεῖ ὁ Χριστός. “Ἀπεθάνετε γάρ, καὶ ἡ ζωὴ ὑμῶν κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῶ. ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῆ, ἡ ζωὴ ἡμῶν, τότε ὑμεῖς σὺν αὐτῶ φανερωθήσεσθε ἐν δόξη” (Κολ. 3, 3-4).

Ἂς λέει ὁ κόσμος τὰ δικά του. τί σὲ νοιάζει; Ἐσὺ ν’ ἀκολουθεῖς τὴν ὁδηγία τῆς σοφίας τοῦ Χριστοῦ κι ὄχι τῆς μωρίας τοῦ κόσμου, ποὺ εἶναι καὶ δικός σου ἐχθρὸς καὶ ἐχθρός του λυτρωτοῦ σου. Εἶναι τόσο μεγάλος ἐχθρός του ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς στὸ καιρὸ τοῦ πάθους του, ἐνῶ παρακάλεσε τὸν οὐράνιο πατέρα ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς σταυρωτές του, ὅμως γιὰ τὸν κόσμο δὲν θέλησε νὰ παρακαλέσει. “οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ” (Ἰω. 17, 9). Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ διαλέξεις ἕνα ἀπὸ τὰ δύο, ἂν εἶσαι φίλος τοῦ Ἰησοῦ, πρέπει νὰ εἶσαι ἐχθρός τοῦ κόσμου. καὶ ἂν ἀντίθετα θελήσεις νὰ εἶσαι φίλος τοῦ κόσμου, ἐξάπαντος θὰ εἶσαι ἐχθρός τοῦ Ἰησοῦ. “μοιχοὶ καὶ μοιχαλίδες! οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ φιλία τοῦ κόσμου ἔχθρα τοῦ Θεοῦ ἐστιν; ὃς ἂν οὖν βουληθῆ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου ἐχθρός του Θεοῦ καθίσταται” (Ἰακωβ. 4,4). Μά σοῦ κακοφαίνεται ἐπειδὴ σὲ καταφρονεῖ καὶ σὲ μισεῖ ὁ κόσμος; Ἀνόητος ποὺ εἶσαι! Αὐτὸ τὸ μίσος καὶ αὐτὴ ἡ καταφρόνηση (τοῦ κόσμου) εἶναι καλὸ σημάδι. Πώς δηλ. δὲν εἶσαι μαθητὴς τοῦ κόσμου, ἀλλὰ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ. “Εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει. ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ’ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος” (Ἰω. 15, 19).

Ἀδελφέ μου, ἄνοιξε μία φορὰ τὰ μάτια σου γιὰ τὸ καλό τῆς ψυχῆς σου καὶ ἀποφάσισε νὰ μὴν ἐμπιστεύεσαι πιὰ τὸν ψεύτη καὶ ἐπίβουλο κόσμο, καθὼς σὲ συμβουλεύει καὶ ὁ σοφὸς Σειράχ. “Μὴ πιστεύσης τῷ ἐχθρῷ σου εἰς τὸν αἰώνα” (Σοφ. Σειρ. 12, 10). Πάρε σταθερὴ ἀπόφαση νὰ μελετᾶς πάντοτε καὶ νὰ ἀκολουθεῖς τὴν ὁδηγία τοῦ φωτὸς τῶν παραδειγμάτων, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μέσα ἀπὸ τὰ βρεφικὰ σπάργανα σοῦ φωνάζει μὲ γλώσσα ψελλίζουσα ἐκεῖνο τὸ φοβερὸ ἔλεγχο. “Πῶς δύνασθε ὑμεῖς πιστεῦσαι, δόξαν παρὰ ἀλλήλων λαμβάνοντες καὶ τὴν δόξαν τὴν παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ οὐ ζητεῖτε;” (Ἰω. 6, 44) Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸς (ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς) ἔπαθε τόσα γιὰ νὰ σὲ διδάξει τὴν ἀλήθεια, παρακάλεσε τὸν νὰ σοῦ δώσει χάρη νὰ καταλάβεις σ’ ὅλο τὸ βάθος τὸ παράδειγμά του καὶ τὴν διδασκαλία του, γιὰ νὰ ἀγαπᾶς τὴν ταπείνωσή του, ἡ ὁποία εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἀληθινὸ ὕψος καὶ δόξα. Νὰ μισεῖς ὅμως καὶ νὰ ἀποστρέφεσαι τὴν δόξα καὶ τὴν τιμὴ τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία εἶναι ἀληθινὴ ἀτιμία καὶ ἀδοξία. Γιατί ὄχι μόνο σοῦ στερεῖ τὴν οὐράνια δόξα, ἀλλὰ καὶ γιατί στὸ τέλος τῆς ζωῆς, καταλήγει (ἡ δόξα τοῦ κόσμου) στὸ χῶμα καὶ στὴν κοπριὰ σύμφωνα μὲ τὴ Δαβιτικὴ ἐκείνη κατάρα. “Καταδιῶξαι ἄρα ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου… καὶ τὴν δόξαν μου εἰς χοῦν κατασκηνῶσαι” (Ψαλμ. 7, 5).

Σημειώσεις:

1. Αὐτὰ τὰ τρία πολέμησε ὁ Κύριος καὶ ὅταν ἀνέβηκε στὸ ὅρος καὶ πειράστηκε ἀπὸ τὸν διάβολο:

1) τὴν φιληδονία τὴν πολέμησε, ἐπειδὴ δὲ θέλησε νὰ κάνει τοὺς λίθους ἄρτους γιὰ νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει τὴν πείνα του καὶ εἶπε: “οὐκ ἐπ’ ἄρτω μόνω ζήσεται ἄνθρωπος ἀλλ’ ἐν παντὶ ρήματι ἐκπορευομένω διὰ στόματος Θεοῦ. (Δεύτ. 6, 3),

2) τὴν φιλοδοξία, γιατί δὲν θέλησε νὰ πέσει κάτω ἀπὸ τὸ πτερύγιον τοῦ Ἱεροῦ, γιὰ νὰ δοξαστεῖ μὴ παθαίνοντας τίποτε, τότε εἶπε. “οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου” (Δεύτ. 6, 61),

3) τὴν δὲ φιλαργυρία τὴν πολέμησε μὴ θέλοντας νὰ προσκυνήσει τὸν διάβολον, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδειξε ὅλα τὰ βασίλεια τοῦ κόσμου, καὶ τοῦ εἶπε. “Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις καὶ αὐτῶ μόνω λατρεύσεις” (Δεύτ. 6, 13). 2. Οἱ θεολόγοι ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ Κύριος κατὰ τὸ σῶμα δὲν ἦταν τέλειος ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ἀπέκτησε κατὰ τὴν πορεία τῆς ζωῆς του, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι ἅγιοι. γιατί εἶχε καὶ αὐτὸ τὸ σῶμα παθητὸ καὶ θνητό, ὥστε νὰ μπορέσει διὰ μέσου αὐτοῦ νὰ πάθει καὶ νὰ ἐκπληρώσει τὴν οἰκονομία: κατὰ τὴν ψυχὴ ὅμως ἦταν τέλειος διότι δὲν εἶχε μόνο τὴ φυσικὴ λεγόμενη γνώση καὶ φιλοσοφία καὶ τὴν θεόπνευστη, ἀλλὰ εἶχε καὶ τὴν μακαρία ὅραση τοῦ θείου προσώπου, μὲ τὴν ὁποία ἀκόμη καὶ ὅταν ἦταν σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴν ζωὴ χαιρόταν τὴν ἀπόλαυση τῆς θεωρίας, τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ἀξιώνονται οἱ ἅγιοι μετὰ θάνατον. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος στὸ τελευταῖο κεφάλαιο τοῦ δ’ βιβλίου “περὶ συμφωνίας τῶν Εὐαγγελιστῶν” λέγει ὅτι ὁ Χριστὸς διέφερε ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, διότι σὲ κανένα σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ δὲν ἔχει ἐπιτραπεῖ νὰ δεῖ τὸ Θεό, ὅπως σ’ ἐκεῖνον. Σ’ αὐτὸ συμβάλλουν καὶ τὰ ἑξῆς ρητά: “Θεὸν οὐδεὶς ἐώρακε πώποτε. ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὧν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο (Ἰω. 1, 18) καὶ πάλι “οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανόν, εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὧν ἐν τῷ οὐρανῶ” (Ἰω. 3, 13). Εἶναι δηλαδὴ φανερὸ ὅτι ἦταν στὸν οὐρανὸ διὰ μέσου της μακαρίας ὁράσεως (Βλέπε Ἀθανασίου Ἀλεξανδρείας, Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν).

Πηγή: www.imaik.gr

Περί Ἐνανθρωπήσεως (Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου)

Άγιος Αθανάσιος
Άγιος Αθανάσιος

Ὁ παντοκράτωρ Θεός, ὅταν ἐδημιούργει διά τοῦ Λόγου του τό γένος τῶν ἀνθρώπων, ἐγνώρισε καί τήν ἀδυναμίαν τῆς φύσεώς των καί ὅτι αὐτή δέν θά ἦτο ἱκανή μόνη της νά γνωρίσῃ τόν δημιουργόν, οὔτε κἄν νά λάβῃ ἔννοιαν Θεοῦ. Διότι αὐτός μέν ἦτο ἄκτιστος, αὐτοί δέ πλάσματα ἐκ τοῦ μηδενός, αὐτός μέν ἦτο ἀσώματος, οἱ δέ ἄνθρωποι ἐπλάσθησαν μέ σῶμα κάπου ἐδῶ κάτω, καί γενικῶς μεγάλαι εἶναι αἱ ἐλλείψεις τῶν πλασμάτων, διά νά γνωρίσουν καί νά κατανοήσουν τόν πλάστην των. Καί πάλιν ὡς ἀγαθός Θεός εὐσπλαγχνίσθη τό ἀνθρώπινον γένος καί δέν τό ἀφῆκε μακριά ἀπό τήν γνῶσιν του, διά νά μή ἔχῃ ἄχρηστον ζωήν.

Ἀλλά ποία ἡ ὠφέλεια τῶν δημιουργημάτων, ὅταν δέν γνωρίζουν τόν δημιουργόν των; Ἤ πῶς θά ἦσαν λογικά, ὅταν δέν θά ἐγνώριζον τόν Λόγον τοῦ Πατρός, διά τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθησαν; Καθόλου μά καθόλου δέν ἐπρόκειτο νά διαφέρουν ἀπό τά ἄλογα, ἐάν δέν ἀνεγνώριζαν τίποτε περισσότερον ἀπό τά ἐπίγεια.

Διατί καί ὁ Θεός ἔκανεν αὐτούς, ἀπό τούς ὁποίους δέν ἤθελε νά γνωρίζεται; Διά νά μή συμβῇ λοιπόν αὐτό, ὁ ἀγαθός μετέδωκεν εἰς αὐτούς ἐκ τῆς ἰδίας εἰκόνος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ποιεῖ αὐτούς κατ᾿ εἰκόνα του καί καθ᾿ ὁμοίωσιν, ὥστε διά τοῦ χαρίσματος αὐτοῦ, ἀφοῦ ἀντιληφθοῦν τήν εἰκόνα, ἐννοῶ ἀσφαλῶς τόν Λόγον τοῦ Πατρός, νά δυνηθοῦν δι᾿ αὐτοῦ νά λάβουν ἔννοιαν τοῦ Πατρός, καί γνωρίζοντας τόν δημιουργόν των νά ζοῦν τήν ὄντως εὐτυχισμένην καί μακαρίαν ζωήν.

Ἀλλ᾿ οἱ ἄνθρωποι πάλιν παρεφρόνησαν καί παρημέλησαν τήν χάριν πού τούς ἐδόθη μ᾿ αὐτόν τόν τρόπον, καί τόσον πολύ ἀπεστράφησαν τόν Θεόν καί τόσον πολύ ἐθόλωσαν τήν ψυχήν των, ὥστε ὄχι μόνον ἐλησμόνησαν τήν ὀρθήν ἀντίληψιν περί Θεοῦ, ἀλλά καί ἄλλα ἀντ᾿ ἄλλων ἐπενόησαν εἰς τούς ἑαυτούς των. Διότι καί τά εἴδωλα κατεσκεύασαν διά τούς ἑαυτούς των ἀντί τῆς ἀληθείας, καί προετίμησαν τά ἀνύπαρκα ἀπό τόν πραγματικόν Θεόν, καί ἐλάτρευσαν «τῇ κτίσει παρά τόν κτίσαντα» (Ρωμ. 1, 25), καί τό χειρότερον ἀπ᾿ ὅλα εἶναι, ὅτι τήν τιμήν πού ἀνήκει εἰς τόν Θεόν τήν ἀπέδωκαν καί εἰς ξύλα καί εἰς λίθους καί εἰς κάθε ὕλην, καί εἰς ἀνθρώπους, καί ἀκόμη περισσότερα ἀπό αὐτά ἔκαναν, ὅπως ἐλέχθη εἰς τά προηγούμενα. Καί τόσον πολύ ἠσέβησαν, ὥστε εἰς τό ἑξῆς καί τούς δαίμονας ἐλάτρευον καί τούς ἀνεκήρυττον θεούς, ἱκανοποιοῦντες τάς ἐπιθυμίας των. Καί ἐθυσίαζαν ἄλογα ζῷα καί ἔσφαζον ἀκόμη καί ἀνθρώπους, ὅπως ἐλέχθη προηγουμένως, κατά τήν λατρείαν τῶν θεῶν ἐκείνων, καί ἔτσι ὑπεδουλώνοντο ἀκόμη περισσότερον εἰς τήν ἀκόλαστον μανίαν ἐκείνων.

Διά τοῦτο λοιπόν ἐδιδάσκοντο ἀπό αὐτούς τάς μαγείας καί τά κατά τόπους μαντεῖα ἐπλάνευον τούς ἀνθρώπους καί ὅλοι ἀπέδιδον τά αἴτια τῆς γεννήσεως καί ὑπάρξεώς των εἰς τά ἄστρα καί εἰς ὅλα τά οὐράνια σώματα καί δέν ἐσκέπτοντο τίποτε περισσότερον ἀπό ὅσα ἔβλεπον. Καί γενικῶς ὅλα ἦσαν γεμάτα ἀπό ἀσέβειαν καί παρανομίαν καί μόνον ὁ Θεός καί ὁ Λόγος αὐτοῦ δέν ἀνεγνωρίζοντο, ἄν καί δέν ἀπέκρυψεν εἰς τήν ἀφάνειαν τόν ἑαυτόν του ἀπό τούς ἀνθρώπους, οὔτε ἔδωκεν εἰς αὐτούς ἀμυδράν γνῶσιν περί τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀλλά μέ πολλούς καί διαφόρους τρόπους τήν ἐξήπλωσεν εἰς αὐτούς.

Τό χάρισμα τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» ἦτο μόνον του ἀρκετόν, διά νά γνωρίζῃ ὁ ἄνθρωπος τόν Θεόν Λόγον καί δι᾿ αὐτοῦ τόν Πατέρα. Ἐπειδή ὅμως ὁ Θεός ἐγνώριζε τήν ἀδυναμίαν τῶν ἀνθρώπων, ἐπρονόησε καί περί τῆς ἀμελείας αὐτῶν, ὥστε, ἐάν ἀμελοῦσαν νά γνωρίσουν μόνοι των τόν Θεόν, νά δύνανται διά τῶν ἔργων τῆς κτίσεως νά μή ἀγνοοῦν τόν δημιουργόν. Ἐπειδή ὅμως ἡ ἀμέλεια τῶν ἀνθρώπων ἐπεκτείνεται ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον εἰς τά χειρότερα, καί πάλιν ὁ Θεός ἐπρονόησε δι᾿ αὐτήν τήν ἀδυναμίαν των, καί ἔστειλε τόν νόμον καί τούς προφήτας, οἱ ὁποῖοι ἦσαν γνώριμοι εἰς αὐτούς, ὥστε καί ἐάν διστάσουν νά σηκώσουν τό βλέμμα των εἰς τόν οὐρανόν, διά νά ἀναγνωρίσουν τόν ποιητήν, νά ἔχουν τήν διδασκαλίαν ἐκ τῶν πλησίον. Διότι οἱ ἄνθρωποι δύνανται ἀπό τούς συνανθρώπους των νά μάθουν διά τά ἀνώτερα πράγματα.

Ἦτο δυνατόν νά σηκώσουν αὐτοί τό βλέμμα εἰς τό μεγαλεῖον τοῦ οὐρανοῦ καί, ἀφοῦ κατανοήσουν τήν ἁρμονίαν τῆς κτίσεως, νά γνωρίσουν τόν ἡγεμόνα αὐτῆς τόν Λόγον τοῦ Πατρός, ὁ ὁποῖος διά τῆς προνοίας του περί ὅλων γνωρίζει εἰς ὅλους τόν Πατέρα. Καί διά τοῦτο κινεῖ τά πάντα, διά νά γνωρίζουν, ὅλοι τόν Θεόν δι᾿ αὐτοῦ. Ἤ ἐάν καί τοῦτο τούς ἦτο κουραστικόν, ἠδύναντο νά συναναστρέφωνται τούς ἁγίους καί μέ τήν βοήθειαν αὐτῶν νά γνωρίσουν τόν δημιουργόν τῶν πάντων Θεόν, τόν Πατέρα τοῦ Χριστοῦ, καί ἀκόμη ὅτι ἡ θρησκεία τῶν εἰδώλων εἶναι ἀθεΐα καί γεμάτη ἀσέβειαν. Ἦτο ἐπίσης δυνατόν εἰς αὐτούς νά εἶχον γνωρίσει τόν νόμον καί νά παύσουν νά κάνουν κάθε παρανομίαν, καί νά ζήσουν βίον ἐνάρετον. Διότι δέν ἦτο μόνον διά τούς Ἰουδαίους ὁ νόμος, οὔτε δι᾿ αὐτούς μόνον ἐστέλλοντο οἱ προφῆται (ἀλλ᾿ ἐστέλλοντο πρός τούς Ἰουδαίους καί ἐδιώκοντο ἀπό τούς Ἰουδαίους)· ἦσαν ὅμως ἱερόν διδασκαλεῖον, διά νά γνωρίσῃ ὅλη ἡ οἰκουμένη τόν Θεόν.

Ἐνῷ λοιπόν τόσον μεγάλη ἦτο ἡ ἀγαθότης καί ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ἐν τούτοις οἱ ἄνθρωποι, ἐπειδή ἐνικήθησαν ἀπό τάς προσκαίρους ἀπολαύσεις καί τάς σατανικάς φαντασίας καί ἀπάτας, δέν παρεδέχθησαν τήν ἀλήθειαν, ἀλλ᾿ ἐγέμισαν τούς ἑαυτούς των μέ περισσότερα κακά καί ἁμαρτήματα, ὥστε νά μή φαίνωνται πλέον λογικοί, ἀλλ᾿ ἐκ τῆς συμπεριφορᾶς των νά θεωροῦνται ἀνόητοι.

Ἔτσι λοιπόν οἱ ἄνθρωποι ἔχασαν τό λογικόν των καί ἔτσι ἡ δαιμονική πλάνη ἐπεσκίαζε τά πάντα, καί ἀπέκρυπτε τήν γνῶσιν περί τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Τί ἔπρεπε νά κάνῃ ὁ Θεός; Νά σιωπᾷ διά μίαν τόσον μεγάλην πλάνην καί νά ἀφήνῃ τούς ἀνθρώπους νά πλανῶνται ὑπό τῶν δαιμόνων καί νά μή γνωρίζουν τόν Θεόν; Καί διά ποῖον λόγον ἐδημιουργήθη ἐξ ἀρχῆς ὁ ἄνθρωπος κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ; Ἦτο προτιμότερον νά δημιουργηθῇ ἁπλῶς ὡς ἄλογον ὄν, παρά ἀφοῦ ἐδημιουργήθη ὡς λογικόν, νά ζῇ τήν ζωήν τῶν ἀλόγων.

Καί ποία τέλος πάντων ἀνάγκη ὑπῆρχεν ἐξ ἀρχῆς νά λάβῃ ἔννοιαν περί Θεοῦ, ἐφ᾿ ὅσον μάλιστα οὔτε τώρα εἶναι ἄξιος νά λάβῃ; Δέν ἔπρεπε νά τοῦ δοθῇ οὔτε ἀξ ἀρχῆς. Καί ποῖον θά ἦτο τό ὄφελος ἤ ἡ δόξα διά τόν ποιητήν Θεόν, ἐφ᾿ ὅσον δέν τόν προσκυνοῦν οἱ ἄνθρωποι πού αὐτός ἐδημιούργησεν, ἀλλά νομίζουν ὅτι ἄλλοι εἶναι οἱ δημιουργοί των; Διότι ἐμφανίζεται ὁ Θεός νά τούς ἔχῃ δημιουργήσει δι᾿ ἄλλους καί ὄχι διά τόν ἑαυτόν του. Ἐξ ἄλλου, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος εἶναι βασιλεύς, δέν ἀφήνει τάς χώρας πού κατέκτησεν ἐλευθέρας νά δουλεύουν εἰς ἄλλους, οὔτε νά καταφεύγουν εἰς ἄλλους, ἀλλά δι᾿ ἐγγράφων τούς ὑπενθυμίζει, πολλάκις δέ καί διά φίλων στέλλει ἐπιστολάς εἰς αὐτάς, καί ἀκόμη, ἐάν παραστῇ ἀνάγκη, ὁ ἴδιος πηγαίνει καί τούς κάνει νά συσταλοῦν ἀπό τήν παρουσίαν του, ὥστε νά μή ὑπηρετοῦν ἄλλους καί μένῃ ἀνεκτέλεστον τό ἰδικόν του ἔργον. Δέν θά λυπηθῇ ὁ Θεός πολύ περισσότερον τά πλάσματα του, ὥστε νά μή ἀποπλανηθοῦν μακράν αὐτοῦ καί νά μή ὑπηρετοῦν εἰς τά ἀνύπαρκτα, ἀφοῦ μάλιστα αὐτή ἡ πλάνη γίνεται ἡ αἰτία ἀπωλείας καί ἀφανισμοῦ των; Ἅπαξ καί ἔγιναν μέτοχα τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ, δέν ἔπρεπε νά χαθοῦν.

Τί ἔπρεπε λοιπόν νά κάνῃ ὁ Θεός; Ἤ τί ἄλλο ἔπρεπε νά γίνῃ παρά νά ἀνανεωθῇ τό «κατ᾿ εἰκόνα», ὥστε δι᾿ αὐτοῦ νά δυνηθοῦν οἱ ἄνθρωποι πάλιν νά τόν γνωρίσουν; Καί πῶς ἄλλως θά ἠδύνατο νά γίνῃ αὐτό παρά διά τῆς προσελεύσεως αὐτῆς τῆς ἰδίας τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ; Δι᾿ ἀνθρώπων μέν δέν ἦτο δυνατόν, ἐπειδή αὐτοί εἶχον δημιουργηθῆ «κατ᾿ εἰκόνα»· ἀλλ᾿ οὔτε δι᾿ ἀγγέλων, διότι αὐτοί δέν εἶναι εἰκόνες. Διά τοῦτο ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνηνθρώπησε, διά νά ἐπιτύχῃ νά ἀναδημιουργήσῃ τόν «κατ᾿ εἰκόνα» ἄνθρωπον, αὐτός ὁ ὁποῖος ἦτο εἰκών τοῦ Πατρός. Καί δέν ἦτο δυνατόν νά γίνῃ ἀλλιῶς, ἄν δέν ἐξηφανίζετο ὁ θάνατος καί ἡ φθορά. Διά τοῦτο εὐλόγως ἔλαβε θνητόν σῶμα, διά νά εἶναι δυνατόν καί ὁ θάνατος νά ἐξαφανισθῇ εἰς αὐτόν καί οἱ «κατ᾿ εἰκόνα» ἄνθρωποι νά ἀνακαινισθοῦν πάλιν. Δι αὐτήν λοιπόν τήν ἀνάγκην δέν ἐχρειάζετο τίποτε ἄλλο, παρά ἡ εἰκών τοῦ Πατρός…

Ὅπως λοιπόν ὁ καλός διδάσκαλος πού φροντίζει διά τούς μαθητάς του, ἐκείνους πού δέν δύνανται νά καταλάβουν τά πολύ μεγάλα, τούς ἐκπαιδεύει μέ συγκατάβασιν ἔστω καί διά τῶν ἁπλουστέρων, τοιουτοτρόπως καί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὅπως καί ὁ Παῦλος λέγει, «ἐπειδή ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διά τῆς σοφίας τόν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεός διά τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τούς πιστεύοντας» (Α´ Κορ 1, 21). Ἐπειδή οἱ ἄνθρωποι, ἀφοῦ ἀπεμακρύνθησαν ἀπό τήν ὀρθήν ἀντίληψιν περί Θεοῦ καί εἶχον ἐστραμμένα πρός τά κάτω τά μάτια, σάν νά εἶχον βυθισθῆ εἰς βυθόν, ἀνεζήτουν τόν Θεόν εἰς τήν δημιουργίαν καί τά αἰσθητά, κατεσκεύασαν ὡς θεούς των ἀνθρώπους θνητούς καί δαίμονας· διά τοῦτο ὁ φιλάνθρωπος καί κοινός Σωτήρ ὅλων, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, λαμβάνει διά τόν ἑαυτόν σῶμα, καί μέ τούς ἀνθρώπους ὡς ἄνθρωπος συναναστρέφεται καί βοηθεῖ τάς αἰσθήσεις ὅλων.

Ἔτσι καί ἐκεῖνοι πού σκέπτονται ὅτι ὁ Θεός εἶναι σωματικός, διά τῶν ἔργων τά ὁποῖα ὁ Κύριος κάνει μέ τό σῶμα, δι᾿ αὐτῶν νά ἐννοήσουν τήν ἀλήθειαν καί δι᾿ αὐτοῦ νά σκεφθοῦν τόν Πατέρα. Ἐπειδή δέ ἦσαν ἄνθρωποι καί ἔβλεπον τά πάντα ὡς ἄνθρωποι, ὅσα καί ἄν ὑπέπιπτον εἰς τάς αἰσθήσεις των, ἔβλεπον νά βοηθοῦνται διά τῶν αἰσθήσεων, ὥστε μέ ὅλα νά διδάσκωνται τήν ἀλήθειαν. Εἴτε ἐλάτρευον μέ φόβον τήν κτίσιν, ὅμως τήν ἔβλεπαν νά ὁμολογῇ Κύριον τόν Χριστόν. Εἴτε ἦτο ἡ διάνοιά των προκατειλημμένη ἀπό ἀνθρώπους, ὥστε νά τούς θεωρῇ θεούς, ἀπό τά ἔργα ὅμως τοῦ Σωτῆρος, πού ἦσαν μοναδικά συγκρινόμενα πρός πάντα, ἀποδεικνύεται μεταξύ τῶν ἀνθρώπων ὁ Σωτήρ μόνον Υἱός Θεοῦ, διότι οἱ ἄνθρωποι δέν ἔκαναν τόσον σπουδαῖα ἔργα, σάν αὐτά τά ὁποῖα ἔκανεν ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ.

Ἄν καί ἦσαν προκατειλημμένοι καί μέ τούς δαίμονας, βλέποντες ὅμως νά διώκωνται αὐτοί ὑπό τοῦ Κυρίου, ἀντελαμβάνοντο ὅτι μόνον αὐτός εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καί ὅτι οἱ δαίμονες δέν εἶναι θεοί. Ἄν καί εἶχε κυριευθῆ ὁ νοῦς των ἀπό νεκρούς, ὥστε νά λατρεύουν τούς ἥρωας καί τούς θεούς πού ἀναφέρουν οἱ ποιηταί, βλέποντες τήν ἀνάστασιν τοῦ Σωτῆρος, ὡμολόγουν ὅτι ἐκεῖνοι εἶναι ψευδεῖς καί μόνον ὁ Κύριος εἶναι ἀληθινός, ὁ Λόγος τοῦ Πατρός ὁ ὁποῖος κυριαρχεῖ καί ἐπί τοῦ θανάτου.

Διά τοῦτο καί ἐγεννήθη καί ὡς ἄνθρωπος ἔζησε καί ἀπέθανε καί ἀνέστη. Μέ τά ἰδικά του ἔργα ἐξησθένισε καί ἐπεσκίασε τά ἀπ᾿ αἰῶνος ἔργα ὅλων τῶν ἀνθρώπων πού ἔζησαν, ὥστε ὅπου ἔχουν περιπέσει οἱ ἄνθρωποι νά τούς σηκώσῃ ἀπό ἐκεῖ, καί νά διδάξῃ τόν ἀληθινόν Πατέρα αὐτοῦ, ὅπως καί ὁ ἴδιος λέγει· «Ἦλθον σῶσαι καί εὑρεῖν τό ἀπολωλός» (Λουκ. 19, 10).

Πηγή: www.imaik.gr