Αρχική Blog Σελίδα 16

Ἀργὲς Καταβασίες Ὑπαπαντῆς (χορὸς ἱεροψαλτῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου)

Ἀργὲς Καταβασίες Ὑπαπαντῆς, Τὴν Τιμιωτέραν… καὶ Θ΄ ᾨδὴ Ἁγίου Μαξίμου Ὁμολογητοῦ καὶ Νεοφύτου μάρτυρος.

Ἠχητικὸ ντοκουμέντο ἀπὸ τὴν Ἀγρυπνία ποὺ τελέσθηκε μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καὶ Νεοφύτου τοῦ μάρτυρος, στὸ ἱερὸ παρεκκλήσιο Ὁσίων Νικηφόρου τοῦ Λεπροῦ καὶ Εὐμενίου τοῦ νέου στὸ χωριὸ Περιστρώνα τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (20/21.01.2025).

Ψάλλει χορὸς ἱεροψαλτῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου ὑπὸ τὴ διεύθυνση τοῦ ἀρχοντος πρωτοψάλτη κ. Μαρίου Ἀντωνίου. Τὴν Τιμιωτέραν… ψάλλει ὁ Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος.

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 30 Ἰανουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΟΡΤΗΣ (ΤΡΙΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
13: 7-16

Ἀδελφοί, μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν. ᾽Ιησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτός, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε· καλὸν γὰρ χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν, οὐ βρώμασιν, ἐν οἷς οὐκ ὠφελήθησαν οἱ περιπατοῦντες. Ἔχομεν θυσιαστήριον ἐξ οὗ φαγεῖν οὐκ ἔχουσιν ἐξουσίαν οἱ τῇ σκηνῇ λατρεύοντες. Ὧν γὰρ εἰσφέρεται ζῴων τὸ αἷμα περὶ ἁμαρτίας εἰς τὰ ἅγια διὰ τοῦ ἀρχιερέως, τούτων τὰ σώματα κατακαίεται ἔξω τῆς παρεμβολῆς. Διὸ καὶ ᾽Ιησοῦς, ἵνα ἁγιάσῃ διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος τὸν λαόν, ἔξω τῆς πύλης ἔπαθεν. Τοίνυν ἐξερχώμεθα πρὸς αὐτὸν ἔξω τῆς παρεμβολῆς, τὸν ὀνειδισμὸν αὐτοῦ φέροντες· οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν. Δι᾽ αὐτοῦ οὖν ἀναφέρωμεν θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ᾽ ἔστιν καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. Τῆς δὲ εὐποιΐας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε, τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΕΟΡΤΗΣ (ΤΡΙΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
5: 14-19

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. οὕτως λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσιν τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτως τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ’ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη των εν Aγίοις Πατέρων ημών και οικουμενικών Διδασκάλων, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου (30 Ιανουαρίου)

Μνήμη των εν Aγίοις Πατέρων ημών και οικουμενικών Διδασκάλων, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Oμού δίκαιον τρεις σέβειν εωσφόρους,
Φως τρισσολαμπές πηγάσαντας εν βίω.
Κοινόν τον ύμνον προσφέρειν πάντας θέμις,
Τοις εκχέασι πάσι κοινήν την χάριν.
Έαρ χελιδών ου καθίστησι μία,
Aι τρεις αηδόνες δε, των ψυχών έαρ.
Την μεν νοητήν η Τριάς λάμπει κτίσιν,
Τριάς γε μην αύτη δε, την ορωμένην.
Aπώλεσαν μεν οι πάλαι Θεού σέβας,
Eξ ηλίου τε και σελήνης αφρόνως.
Κάλλος γαρ αυτών θαυμάσαντες και τάχος,
Ώσπερ θεοίς προσήγον ουκ ορθώς σέβας.
Eκ των τριών τούτων δε φωστήρων πάλιν,
Hμείς ανηνέχθημεν εις Θεού σέβας.
Κάλλει βίου γαρ τη τε πειθοί των λόγων,
Πείθουσι πάντας τον μόνον Κτίστην σέβειν.
Κτίσιν συνιστά την δε την ορωμένην,
Το πυρ, αήρ, ύδωρ τε και γης η φύσις.
Οι δ’ αυ συνιστώντές τε κόσμον τον μέγαν,
Την προς Θεόν τε πίστιν, ως άλλην κτίσιν,
Στοιχειακής φέρουσι Τριάδος τύπον.
Mέλει γαρ αυτοίς ουδενός των γηΐνων,
Και γήινον νουν έσχον ουδέν εν λόγοις.
O γρήγορος γαρ πυρ πνέει νους τον λόγον,
Προς ύψος αυ πείθοντα πάντας εκτρέχειν.
Τοις λειποθυμήσασι δ’ εκ παθών πάλιν,
Aναπνοή τις οι Βασιλείου λόγοι.
Μιμούμενος δε την ροήν των υδάτων,
O καρδίαν τε και στόμα χρυσούς μόνος,
Τους εκτακέντας εκ παθών αναψύχει.
Ούτω προς ύψος την βροτών πάσαν φύσιν,
Eκ της χθονός φέρουσι τοις τούτων λόγοις.
 
Λάμψεν ενί τριακοστή χρυσοτρισήλιος αίγλη.

Τρείς Ιεράρχες, Μουσείο Ζακύνθου, Τοιχογραφία από το ναό της Παναγίας Πικριδιώτισσας. Αρχές 18ου αιώνα

H αιτία διά την οποίαν έγινεν η εορτή αύτη των Τριών Ιεραρχών, εστάθη έτζι. Eις τον καιρόν της βασιλείας Aλεξίου του Κομνηνού, όστις έγινε βασιλεύς μετά τον Βοτανειάτην περί τους ‚αρ΄ [1100] χρόνους από Χριστού, εις τον καιρόν, λέγω, τούτου, έγινεν εν Κωνσταντινουπόλει διαφορά και φιλονεικία αναμεταξύ εις τους ελλογίμους και εναρέτους άνδρας. Άλλοι μεν γαρ από αυτούς, έλεγον ανώτερον τον Μέγαν Βασίλειον, επειδή με τους λόγους του μεν, ερεύνησε την φύσιν των όντων, με τας αρετάς του δε, ωμοίαζε και εσυνερίζετο με τους Aγγέλους. Καθότι δεν εσυγχωρούσε προχείρως τους αμαρτάνοντας, αλλά ήτον σοβαρός κατά το ήθος, και δεν είχεν εις τον εαυτόν του κανένα γήινον. Κατώτερον δε του Βασιλείου, έλεγον τον θείον Χρυσόστομον. Eπειδή εκείνος τρόπον τινα είχε τρόπον εναντίον εις τον του Βασιλείου, και ευκόλως εσυγχώρει τους αμαρτάνοντας, και το ήθος του ήτον ελκυστικόν εις μετάνοιαν.

Άλλοι δε πάλιν εκ του εναντίου, ύψοναν τον θείον Χρυσόστομον και έλεγον αυτόν του Βασιλείου και Γρηγορίου ανώτερον, καθότι μεταχειρίζεται διδασκαλίας συγκαταβατικωτέρας, και οδηγεί όλους με το σαφές και εύκολον της φράσεώς του, και τραβίζει τους αμαρτωλούς εις μετάνοιαν. Και καθότι υπερβαίνει τους ανωτέρω δύω Πατέρας με το πολύ πλήθος των μελιρρύτων του συγγραμμάτων, και με το ύψος και πλάτος των νοημάτων. Άλλοι δε προσπάθειαν έχοντες εις τα του Θεολόγου Γρηγορίου συγγράμματα, έλεγον αυτόν ανώτερον Βασιλείου και Χρυσοστόμου, καθότι αυτός με το κομψόν και πεποικιλμένον της φράσεώς του, και με το υψηλόν και δυσνόητον των λόγων του, και με το ανθηρόν των λέξεων, υπερέβηκεν όλους τους σοφούς, τόσον τους παλαιούς και περιβοήτους εις την εξωτερικήν και ελληνικήν σοφίαν, όσον και τους νεωτέρους και καθ’ ημάς εκκλησιαστικούς. Όθεν εκ της τοιαύτης διαφοράς και φιλονεικίας, εσχίσθησαν εις τρία μέρη τα πλήθη των Χριστιανών, και άλλοι μεν, ελέγοντο Ιωαννίται, άλλοι δε Βασιλείται, και άλλοι Γρηγορίται.

Τρείς Ιεράρχες. Ιερός Ναός Αγίων Ανδρόνικου και Αθανασίας, Ευρύχου

Eπειδή λοιπόν έτζι ήτον σχισμένοι οι Χριστιανοί, και έτζι εδιαφέροντο οι ελλόγιμοι άνδρες, διά τούτο εφάνηκαν κατά το όνειρον οι τρεις ούτοι Ιεράρχαι και Διδάσκαλοι, πρώτον μεν, ο καθ’ ένας χωριστά χωριστά, έπειτα δε, και οι τρεις ενωμένοι ομού, εις τον τότε Ιωάννην τον Eπίσκοπον της πόλεως Ευχαΐτων, (ήτις και Ευτικατία λέγεται και κοινώς Εφλεέμ, εν τη Γαλατία ευρισκομένη, και υποκειμένη υπό τον Μητροπολίτην Γαγγρών). Ήτον δε ο Ιωάννης ούτος άνδρας ελλόγιμος, και έμπειρος της ελληνικής παιδείας, καθώς μαρτυρούσι τα παρ’ αυτού πονηθέντα συγγράμματα, και προς τούτοις ήτον και άνδρας, οπού είχε φθάση εις το άκρον της αρετής. Eις τούτον, λέγω, φανέντες, με ένα στόμα του λέγουσι και οι τρεις. Hμείς ένα είμεθα κοντά εις τον Θεόν, καθώς βλέπεις, και καμμίαν εναντιότητα ουδέ μάχην έχομεν, αλλά κατά τους διαφόρους καιρούς οπού ετύχομεν, έτζι ο καθ’ ένας από ημάς υπό του θείου κινούμενος Πνεύματος, διαφόρους και τας διδασκαλίας συνέγραψε. Και εκείνα οπού εδιδάχθημεν υπό του Aγίου Πνεύματος, ταύτα και εξεδώκαμεν διά την σωτηρίαν των ανθρώπων. Και πρώτος ανάμεσα εις ημάς δεν είναι, ούτε δεύτερος, αλλά εάν τον ένα ειπής, ευθύς και οι άλλοι δύω ακολουθούν.

Διά τούτο πρόσταξον τους φιλονεικούντας, να μη χωρίζωνται εξ αιτίας εδικής μας. Eις ημάς γαρ ήτον και είναι σπουδή και προθυμία, τόσον όταν είμεθα ζωντανοί, όσον και τώρα οπού μετέστημεν, το να ειρηνεύωμεν και να φέρωμεν τον κόσμον εις γνώσιν και ομόνοιαν, και όχι να τον χωρίζωμεν. Aλλά και εις ημέραν μίαν ένωσον και τους τρεις ημάς, και σύνθεσον τα της εορτής μας τροπάρια και άσματα, καθώς είναι πρέπον εις την εδικήν σου σύνεσιν, και ακολούθως παράδοσαι εις τους Χριστιανούς, ότι ένα είμεθα κοντά εις τον Θεόν. Βέβαια δε και ημείς θέλομεν συμβοηθήσομεν εις την σωτηρίαν εκείνων, οπού εκτελούσι την κοινήν μνήμην μας. Eπειδή και ημείς φαινόμεθα, ότι έχομεν κάποιαν παρρησίαν και δύναμιν κοντά εις τον Θεόν. Ταύτα ειπόντες οι Άγιοι, εφάνηκαν ότι ανέβηκαν πάλιν εις τους ουρανούς, καταλαμπόμενοι από φως άπειρον, και ένας τον άλλον καλούντες κατ’ όνομα.

Τρεις Ιεράρχες, Βημόθυρα, Μητρόπολη Μόρφου

Αφ’ ου λοιπόν εσηκώθη από τον ύπνον ο ιερός Ιωάννης, έκαμε καθώς τον εδιώρισαν οι θείοι Ιεράρχαι. Και το μεν πλήθος του λαού κατεσίγασε, τους δε φιλονεικούντας ειρήνευσεν (ήτον γαρ περιβόητος κατά την αρετήν ο ανήρ, όθεν και ο λόγος του είχε δύναμιν και πειθώ). Και την εορτήν ταύτην παρέδωκε να εορτάζεται από την Eκκλησίαν του Θεού. Και βλέπε, ω αναγνώστα, την σύνεσιν και διάκρισιν του θείου τούτου ανδρός. Eπειδή γαρ ευρήκε τον Ιαννουάριον τούτον μήνα, οπού είχε και τους τρεις τούτους Ιεράρχας εορταζομένους, τον μεν Μέγαν Βασίλειον, κατά την πρώτην, τον δε Θεολόγον Γρηγόριον, κατά την εικοστήν πέμπτην, και τον θείον Χρυσόστομον, κατά την εικοστήν εβδόμην: τούτου χάριν πάλιν ήνωσεν αυτούς, κατά την τριακοστήν ταύτην του αυτού μηνός. Και τόσον εστόλισε την Aκολουθίαν τούτων, με κανόνας, και τροπάρια, και με λόγον εγκωμιαστικόν, καθώς έπρεπεν εις τοιούτους μεγάλους Πατέρας της Eκκλησίας, ο χαριτώνυμος ούτος Ιωάννης, ώστε οπού φαίνονται ότι κατά νεύσιν και φωτισμόν, ως νομίζω, των τριών Aγίων Ιεραρχών συνετέθησαν τα άσματα της Aκολουθίας ταύτης. Τελείως γαρ δεν έχουσι καμμίαν έλλειψιν από τα επιχειρήματα εκείνα οπού αποβλέπουν εις έπαινον των Aγίων. Όθεν τα τροπάρια αυτά είναι ανώτερα από όσα άλλα τροπάρια έγιναν έως του νυν, και από όσα εις το μέλλον έχουν να γένωσιν.

Ήτον δε κατά την θέσιν του σώματος και τον χαρακτήρα του προσώπου τοιούτοι, οι τρεις Ιεράρχαι, αγκαλά και είπομεν περί τούτου, και εις την ξεχωριστήν εορτήν του κάθε ενός. Ο μεν θείος Χρυσόστομος, ήτον μικρός κατά το ανάστημα του σώματος, είχε μεγάλην κεφαλήν, ήτον ξηρός και πολλά λεπτόσαρκος, ήτον μακρομύτης, και πλατέα έχων τα ρωθώνια, ήτον κίτρινος ομού και άσπρος, είχε βαθουλωτούς τους οφθαλμούς, και μεγάλους τους βολβούς. Όθεν εκ τούτων ηκολούθει να λάμπη με χαριέστερα όμματα, αγκαλά και κατά τα άλλα μέλη του σώματος, έδειχνε πως ήτον λυπηρός. Eίχε μεγάλον το μέτωπον και χωρίς τρίχας, χαραγμένον με πολλάς χαραγάς. Eίχεν αυτία μεγάλα, και το γένειον μικρόν και ωραιότατον, ανθισμένον με ολίγας άσπρας τρίχας. Aπό δε την νηστείαν είχε τα σιαγόνια εις το άκρον βαθουλωμένα.

Οι Τρείς Ιεράρχες. Βημόθυρα Ιερού Ναού Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Ακάκι

Τόσον δε είναι αναγκαίον να ειπούμεν διά τούτον τον Άγιον, ότι με τους λόγους, και την ρητορικήν του ευφράδειαν, υπερέβαλεν όλους τους σοφούς και ρήτορας των Ελλήνων. Μάλιστα δε και εξαιρέτως, με το πλάτος των νοημάτων, και με το σαφές και ανθηρόν της φράσεως. Τόσον δε πολλά εσαφήνισε και εξήγησε την θείαν Γραφήν, ως ουδείς άλλος, και με τας τοιαύτας διδασκαλίας του, τόσον πολλά εβοήθησε και αύξησε το κήρυγμα του Ευαγγελίου, ώστε οπού, αν ο Άγιος ούτος δεν εχρημάτιζεν, (αγκαλά και είναι τολμηρόν να το ειπή τινας) έπρεπε πάλιν να γένη μία δευτέρα παρουσία του Xριστού εις την γην. Τόσον δε μέγας έγινεν ο χρυσορρήμων ούτος κατά την πρακτικήν και θεωρητικήν φιλοσοφίαν, εις τρόπον ότι, όλους ομού υπερέβαλε τους εναρέτους, πηγή χρηματίσας της αγάπης και ελεημοσύνης. Και όλος ων αυτόχρημα φιλαδελφία τε και διδασκαλία. Ούτος λοιπόν ζήσας χρόνους εξηντατρείς, και ποιμάνας την Eκκλησίαν του Xριστού, προς αυτόν εξεδήμησεν.

O δε Μέγας Βασίλειος ήτον κατά την θέσιν και το ανάστημα του σώματος, πολλά μακρύς. Ήτον ξηρός και ολιγόσαρκος, μαύρος ομού και κίτρινος κατά το χρώμα, ήτον μακρομύτης, είχε τα οφρύδια στρογγυλά. Το δε δέρμα το επάνω των οφρυδίων, το είχε συμμαζωμένον, εφαίνετο όμοιος με ένα οπού συλλογίζεται και προσέχει εις τον εαυτόν του. Eίχε το πρόσωπον ζαρωμένον με ολίγας χαραγάς, είχε τα μάγουλα μακρά και τους μήνιγγας δασείς από τρίχας συνεστραμμένας και κυκλοειδείς. Eφαίνετο εις την επιφάνειαν, πως είχεν ολίγον κουρευμένας τας τρίχας. Το γένειον είχε μακρόν αρκετά, και τας τρίχας είχε μεμιγμένας, ήτοι μαύρας ομού με άσπρας. Ούτος ο Άγιος υπερέβαλε κατά την παιδείαν των λόγων, όχι μόνον τους σοφούς και ελλογίμους οπού ήτον εις τον καιρόν του, αλλά και αυτούς ακόμη τους παλαιούς. Φθάσας γαρ εις κάθε είδος παιδείας, εις κάθε μίαν από αυτάς το κράτος και την νίκην απόκτησεν. Ου μόνον δε ταύτα, αλλά και την διά πράξεως ήσκησε φιλοσοφίαν, και διά της πράξεως, ανέβη εις την θεωρίαν των όντων. Eκ τούτων δε, ανέβη και εις τον θρόνον της αρχιερωσύνης, γενόμενος δε χρόνων τεσσαράκοντα, και εις πέντε χρόνους ποιμάνας την Eκκλησίαν1, προς Κύριον εξεδήμησεν.

Δέηση. Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος, Γρηγόριος Θεολόγος. Τρίπτυχο του 18ου αιώνα στο Άγιο Όρος

O δε Θεολόγος Γρηγόριος ήτον, μέτριος μεν κατά την θέσιν, και το ανάστημα του σώματος, ολίγον δε κίτρινος, ομού και χαρίεις. Eίχε κολοβήν και πλατείαν την μύτην, είχε τα οφρύδια ίσα, έβλεπεν ήμερα και καταδεκτικά, είχε το δεξιόν ομμάτι ξηρότερον από το αριστερόν, και εφαίνετο ένα σημάδι πληγής εις το ένα άκρον του οφθαλμού του2. Είχε το γένειον, δασύ μεν αρκετά, όχι δε και μακρόν. Ήτον φαλακρός και άσπρος εις την κεφαλήν, έδειχνεν ότι τα άκρα του γενείου του ήτον ωσάν καπνισμένα. Είναι δε άξιον να ειπούμεν περί του Θεολόγου τούτου, ότι ανίσως έπρεπε να γένη ένας στύλος έμψυχος και ζωντανός, συνθεμένος από όλας τας αρετάς, τούτο ήτον ο Μέγας ούτος Γρηγόριος. Υπερνικήσας γαρ με την λαμπρότητα της ζωής του τους ευδοκιμούντας κατά την πράξιν, εις τόσην ακρότητα της θεωρίας ανέβη, ώστε οπού όλοι ενικώντο από την σοφίαν οπού είχε, τόσον εις τους λόγους, όσον και εις τα δόγματα. Όθεν απόκτησε κατ’ εξαίρετον τρόπον, και το να επονομάζεται Θεολόγος. Eποίμανε δε και την εν Κωνσταντινουπόλει Eκκλησίαν δώδεκα χρόνους, ζήσας επί γης χρόνους όλους ογδοήκοντα. (Όρα περί τούτων και εις τον Νέον Παράδεισον, και εις την Σάλπιγγα, και εις τον Χρύσανθον3.)

Τρείς Ιεράρχες. Εικόνα του 7ου αι. Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά

Σημειώσεις

1. Κατά δε τον Θεολόγον Γρηγόριον, οκτώ χρόνους, και ουχί πέντε, εποίμανε την Eκκλησίαν. «Οκταετή λαοίο θεόφρονος ηνία τείνας». Ώστε άπαντα τα έτη της ζωής του θείου Βασιλείου είναι 49 και ουχί 40 ή 45. Και αφίνω να λέγω, ότι κατά μεν τον νεώτερον Γαρνέρον, έζησεν έτη 60, κατά δε τον Οουδίνον, έτη 50.
 
2. Διά το σημάδι τούτο οπού είχεν ο Θεολόγος εις το ένα άκρον του οφθαλμού του, είπομεν εις το ξεχωριστόν Συναξάριον αυτού κατά την εικοστήν πέμπτην του παρόντος Ιαννουαρίου, και όρα εκεί, ίνα μη τα αυτά αναφέροντες και εδώ, περιττολογώμεν.
 
3. Σημείωσαι, ότι εις τους τρεις τούτους Ιεράρχας εγκώμια δύω γλαφυρά συνέταξεν ο θείος Ιωάννης ο Ευχαΐτων, ο και την Aκολουθίαν αυτών άριστα συγγράψας, ων του μεν ενός η αρχή έστιν αύτη· «Τρεις με προς τριώνυμον παροτρύνουσι κίνησιν», του δε ετέρου, αύτη· «Πάλιν Ιωάννης ο την γλώτταν χρυσούς». Ομοίως και Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ου η αρχή· «Έδει μεν έδει ω Ιωάννη». (Σώζονται και τα τρία εν τη Μεγίστη Λαύρα, <και> εν τω Κοινοβίω του Διονυσίου. Eν τη Ιερά Μονή δε του Βατοπαιδίου, τα δύω του Ευχαΐτων, ομοίως και εν τη των Ιβήρων.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Εὐχὴ εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Κριε Θες μου, μγας κα φοβερς κα νδοξος, πσης ρωμνης κα νοουμνης κτσεως δημιουργς, φυλσσων τν διαθκην σου κα τ λες σου τος γαπσ σε κα φυλσσουσι τ προστγματ σου· κα νν κα πντοτε εχαριστ σοι πασν νεκα τν ες μ γενομνων εεργεσιν σου φανερν κα φανν. Κα μχρι το νν αν κα δοξζω κα μεγαλνω σε, νθ’ ν θαυμστωσας π’ μο τ λη σου τ πλοσια κα τος οκτιρμος σου, ντιλαβμενς μου κ γαστρς μητρς μου, κα π πσι προνοησμενος, συντηρσας τε κα διακυβερνσας σως τ κατ’ μ δι μνην χρησττητα κα φιλανθρωπαν σου.

Ο γρ δι τ νξιν μου κα μπαθς περεδες τν μν ταπενωσιν, λλ δι τ φιλνθρωπν σου κα συμπαθς εεργετν κα προνοομενος ο διλειπες· Κα ως γρως κα πρεσβεου Θες μου μ γκαταλπς με, ησο Χριστ, τ καλν νομα, γλυκασμς μου, κα πιθυμα μου, κα λπς μου· νανθρωπσας δι’ μς, κα τν δι σταυρο θνατον πομενας, κα πντα ν σοφίᾳ οκονομσας κα διαθμενος τς μν νεκα σωτηρας.

ξομολογομαί σοι, Κύριε Θεός μου, ν λ καρδί μου, κλίνω γόνυ σώματος κα ψυχς, ξαγορεύων σο τ Θε μου πάσας τς μαρτίας μου. Κλνον κα ατς τ ος σου ες τν μν δέησιν, κα φες τν σέβειαν τς καρδίας μου. μαρτον, νόμησα, πλημμέλησα, παρώξυνα, παρεπίκρανα τν μν γαθν εσπότην κα τροφέα κα κηδεμόνα· οκ στιν εδος κακίας ητν ἄῤῥητον, οκ ποίησα κα ργ κα λόγ, κα γνώσει κα γνοί, κα νθυμήμασι κα νοήμασι, καθ’ περβολν ες περβολν μαρτήσας· κα πολλάκις μετανοεν ποσχόμενος, τοσαυτάκις τος ατος περιέπεσα. Εκοπτερον σταγνες ετο ριθμηθσονται, τν μν μαρτημτων πληθς· περραν γρ τν κεφαλν μου, κα σε φορτον βαρ βαρνθησαν. π γρ νετητς μου κα μχρι το νν τας τποις πιθυμαις θραν νοξας, χαλιντοις κα τκτοις χρησμην ρμας, μολνας τν χιτνα τν νωθεν φαντν το γου μου βαπτσματος, τν ναν μου το σματος κηλιδσας, τν ταλαπωρν μου ψυχν τος πθεσι τς τιμας καταμινας, κα πσαν λλην παρανομαν κα δικαν διαπραξμενος· ν ἐὰν κατ μρος πιμνησθναι θελσω, πιλεψει με διηγομενον χρνος.

πε δ πντα οδας ατς (οδ γρ στι κτσις φανς νπιν σου, πντα δ γυμν κα τετραχηλισμνα τος φθαλμος σου), τ δε πρς εδτα λγειν τ μ γνοομενα παρ σο; μο δ συντρβεται καρδα κα τ στ τς ψυχς, κα λος ες πορας καταδομαι βθος, νθυμομενος τι τηλικατα κα τοσατα μαρτηκς, οδ μικρν τι μεταμελεας ργον νεδειξμην· κα καιρς τς τομς γγς, κα προθεσμα το θαντου παρστηκεν, δ τς μετανοας καιρς οδαμο. ι τοτο τετρακται ψυχ μου, κα κατδυνς στι κα κατηφεας πλρης· ντοιμος γρ κα παρσκευος ν, διαλογιζμενς τε κα νακρνων τ κατ’ μαυτν, οδν κανν πρς πολογαν ερσκω, οδ τινα τρπον κα μηχανν, δι’ ν το αωνου πυρς υσθσομαι. Ε γρ δκαιος μλις σζεται, μαρτωλς γ πο φανομαι; Κα ε δι πολλν θλψεων βασιλεα τν ορανν τος ξοις κατακληροται, κα στεν κα τεθλιμμνη δς τς ζως, πς γ καθηδυπαθν κα κολαστανων διαπαντς τς σωτηρας ξιωθσομαι; Κα ε πσα δικαιοσνη νθρπου, ς ῥάκος ποκαθημνης, τοσοτος βρβορος κα δικα τ λογισθσεται; Ε κα πρ ργο λγου πολογσασθαι πρκειται, πρ τοσοτων γ μαρτημτων τνα επρσωπον ξω τν πολογαν;

Ομοι ψυχ! τι οτω τ καθ’ μς προεχρησε. Βραχς βος κα επερστατος, ξως παροδεων κα πρς τν θνατον παραπμπων· αωνα τν μαρτωλν τιμωρα, σπερ κα τν δικαων βασιλεα, κα ζω μφοτρων μ κοπτομνη θαντ. Τ ον ποισω; τ διαπρξωμαι; ες ποον χος μαυτν κοντσω; Φοβερς γρ κα θνατος, κα μλιστα τν μαρτωλν, πε κα πονηρς· Θνατος γρ μαρτωλν πονηρς· φοβερ δ κα τ μετ θνατον δεματα, φοβερτερον δ πολλ μλλον τ μπεσεν ες χερας Θεο ζντος, ξ ν οκ στιν ξελσθαι δυνμενος. ταν ον λθ νδοξασθναι ν τος γοις ατο, κα ποδοναι κστ κατ τ ργα ατο· ταν θρνοι τεθσι, κα δκαστος Κριτς φοβερς καθιεται, κα ποταμς το πυρς λκων μπροσθεν, κα λαμπρτης κα χαρ τν δικαων τοιμασμνη, κα πσαι α τν γγλων μυριδες, κα πντες ο π’ αἰῶνος νθρωποι, κα πσα μο κτσις, τε ρωμνη κα νοουμνη πτρομος παρσταται· τ γ ττε διαπρξωμαι ασχνης πεπληρωμνος, π το συνειδτος κατεγνωσμνος, παῤῥησας πσης κα πολογας στερημνος; Στεναγμο πντοθεν. Ομοι τν κακν! τ πρτον θρηνσω; τ δετερον στενξω; τ πολοφρωμαι; τν στρησιν τν γαθν, τν δνην τν λγεινν; τ πραντον τς τιμωρας, τν π Θεο χωρισμν; κλασον, θλα ψυχ, νθυμουμνη τατα, κα ποα μετ τν ξοδον παντσετα σοι, ς λαν παχθ κα πδυνα, κα βησον· Θες τν δυνμεων, Θες αἰώνιος, Θες το λους κα τν οκτιρμν, μ γκαταλπς με, μ περδς με, μ ποστσς π’ μο τ λες σου· Πρσχες ες τν βοθειν μου, Κριε τς σωτηρας μου.

Κα γρ οτως χων κα οτω διανοομενος οκ παγορεω τς γαθς λπδος, οδ πογινσκω τς σωτηρας μου. Οδα γρ το μο εσπτου τ εσυμπθητον, οδα το φιλανθρπου τ μνησκακον, κα τι θελητς λους στ, μ θλων τν θνατον το μαρτωλο, ς τ πιστρψαι κα ζν ατν, θλων δ πντας σωθναι, κα ες πγνωσιν ληθεας λθεν, κα μλιστα τος π μαρτας πιστρφοντας. Ο γρ λθες καλσαι δικαους, λλ μαρτωλος ες μετνοιαν. Ο γρ χρεαν χουσιν ο γιανοντες ατρο, λλ’ ο κακς χοντες. Νν ρξμην λαλσαι πρς τν Κριν μου· γ δ εμι γ κα σποδς, σκληξ κα οκ νθρωπος, νειδος νθρπων κα ξουθνημα λαο. ∆ός μοι λγον ν νοξει το στματς μου, διδος εχν τ εχομν, τι παρ σο πσα δσις γαθ, κα πν δρημα τλειον νωθν στι καταβανον κ σο το Πατρς τν φτων· να κα δεηθ ξως κα κετεσω συμφερντως.

Μ ποστραφ τεταπεινωμνος, κατσχυμμνος, λλ τυχν ν λπισα· κα οτως πελεσομαι χαρων ν πληροφορίᾳ καρδας μου. λησν με, Θες, κατ τ μγα λες σου, τι π σο πποιθεν ψυχ μου· λησν με, Κριε, τι σθενς εμι, ατρς τν ψυχν κα τν σωμτων. ς π το φοβερο σου παριστμενος βματος, ς τν χρντων σου ποδν φαπτμενος, οτω παρακαλ κα δομαι κα ντιβολ μετ συντετριμμνης καρδας κα τεταπεινωμνης· λσθητ μοι τ μαρτωλ, συγχρησν μοι τ χρείῳ κα ταπειν, πιδε ξ γου κατοικητηρου σου π τν μν θλιτητα, πβλεψον ξ γων σου ψωμτων π τν προσευχν το ταπεινο δολου σου, κα μ περδς τν δησν μου· νες μοι, να ναψξω, πρ το με πελθεν, θεν οκ τι λοιπν πιστρψω. ς νθρωπος μαρτον, ς Θες συγχρησον· σ γρ οδας, ∆έσποτα, τ εὐόλισθον τς νθρωπνης φσεως, κα τι γκειται δινοια το νθρπου πιμελς π τ πονηρ κ νετητος. Μνσθητι τι χος σμεν· μνσθητι τι σ μνος καθαρς κα χραντος κα μαντος, πντες δ μες ν πιτιμοις· μνσθητι τν π’ αἰῶνος οκτιρμν σου κα το λους σου, κα μ συγκαταδικσς με τας νομαις μου, μηδ κατ τς μαρτας μου νταποδς μοι. Οδας τ πλθος τν νομιν μου, τι πολ κα ριθμ μ ποκεμενον· λλ’ οδα κα τ πλαγος τς φιλανθρωπας σου, τι νεκαστον κα νκητον. Σ γρ ε αρων τν μαρταν το κσμου, π το ορανο καταβς π τς γς, το ζητσαι τ πλανηθν πρβατον κα πολωλς· ποιμν καλς, τιθες τν ψυχν πρ τν προβτων, κα λθν ες τν κσμον μαρτωλος σσαι, ν πρτς εμι γ. λησον, λησον τ ποημα τν χειρν σου· μ βδελξ με τν νξιον, λλ’ οκτερησον τ ποημ σου, δι’ μ σταυρν πομενας, κα τ τν μωλπων καταδεξμενος στγματα, λλ’ ασμενος, ξλειψον πντα φαρμκ συμπαθεας, κα σπγγ φιλανθρωπας σου· Πντα γρ δνασαι, δυνατε δ σοι οδν.

Κατνυξν μου τν πεπωρωμνην καρδαν, λφρυνον τ βρος το συνειδτος, δξαι μου τ δκρυα κα τν στεναγμν, ς τς πρνης, ς το κορυφαου τν ποστλων Πτρου· δξαι μου τν μικρν τατην ξομολγησιν κα μετνοιαν, προσδεξμενος το λστο τν εγνωμοσνην ν τ σταυρ· δξαι μου τν π τν χειλων καρπν, ς θυσαν ζσαν, εὐάρεστον, ες σμν εωδας. Παρακαλ, παρακλθητι· δυσωπ, δυσωπθητι. μαρτε κα Μανασσς κενος βασιλες, λλ’ οκ πλετο μετανοσας· μαρτε κα αυδ πρ κενου, λλ τν μαρταν ποκλαυσμενος λεθη. Πολλ χω τοιατα παραδεγματα παρηγοροντα κα παραμυθομεν μου τν θυμαν, ποδικοντα τν πγνωσιν π’ μο, κα τρφοντ μου τν λπδα τς σωτηρας. Παρακλεσν μου κα σ τν καρδαν, Πατρ τν οκτιρμν κα Θες πσης παρακλσεως· ψυχαγγησον κα γθυνον, πηγ το λους κα τν γαθν. Πολλ ποησας π το αἰῶνος μεγλα κα θαυμαστ, νδοξ τε κα ξασια, ν οκ στιν ριθμς· λλ’ ε μ τν σωτον σσεις, ε μ τν νξιον παραστσεις, πλεω κα μεζω θαυμαστωθσ· τι τοσατη σου τς λεημοσνης κα τς φιλανθρωπας δναμις, στε κα π βορβρου μαργαρτην ποιεν, κα π το εναι υἱὸν γεννης, υἱὸν βασιλεας ποτελεν.

Κα τι κεκρξομαι πρς τν Κριν μου, κα πρς τν Θεν μου δεηθσομαι· κυβρνησον τ πλοιπν μου τς ζως κατ τ θλημ σου· στριξν με ες τν φβον σου· στερωσν με ν τ γπ σου, κα ν τ πλθει τς χρησττητς σου· χρηστν μοι τλος κα ξιον τς φιλανθρωπας σου δρησαι, κα τ στ κα τς ρμονας μου κα πσαν τν σνθεσιν τς ποστσες μου ν λει κα φιλανθρωπίᾳ σου πιδε, κα ες νσεως κα ες ναπασεως τπον τν θλαν μου ψυχν δηγσας, ποκατστησον, τι πολλα μονα παρ σο κστ κατ’ ξαν διανεμμεναι. τι δομαι κα παρακαλ, δς δ, Κριε, κα χριν συνσεως τ μ ναξιτητι το διανοεσθαι τ σο εὐάρεστα, κμο συμφροντα, κα μ μνον διανοεσθαι, λλ κα διαπρττεσθαι, τ μ συναρπζεσθαι κα συναπγεσθαι τος ματαοις, τ μ διαπρττεσθαι τ μ δοντα, τ κενοδξως ταπεινοσθαι τος ταπεινος, κα τος πσχουσι συμπαθεν, κα τος μαρτνουσι συγχωρεν. Οδα γρ ς, ε μ φσω, οκ φεθσομαι.

ι τοτο, παρακαλ, συγχρησον πντα πσι τος μαρτνουσιν ες μ· ο γρ εσιν οτοι ατιοι, λλ’ γ θλιος, μ ποιν τ θλημ σου, κα μ φυλττων τ προστγματ σου. Τος δ γαπντας μς ντμειψαι τας πλουσαις σου δωρεας· τν δ πνευματικν μου πατρα, κα τος δελφος, ος σ δδωκας, εσπλαγχνε, κρμασιν ος πστασαι σν μο φιλανθρπως οκτειρσας, λησον. Τατ μου τς προσευχς τ ῥήματα στωσαν περεντυγχνοντ μου κα ζντος κα θανντος· ατη ξομολγησις κα τ δκρυα ς θυμαμα νπιν σου κατευθηνθτωσαν· γ δ καθ’ κστην ναμνω το θαντου τ παρατητον. Κα τ μν σμ μου τ θλιον ταφ παραδοθν διαφθαρσεται, κα ες τ ξ ν συνετθη ναλυθσεται, περ ναστσεις ζωοδτης φθαρτον ν τ τς παλιγγενεσας καιρ· τ δ πνεμ μου ες χερς σου παρατθημι. νπαυσον, γιε ∆έσποτα, ν φωτ ζντων, κα ν τ κατοικίᾳ τν εφραινομνων, κα τος μος γενντορας, προγνους, κα δελφος, σος δ οκτας εγνμονας· τι, ε κα μρτομεν, λλ’ οκ πστημεν π σο, οδ διεπετσαμεν χερας μν πρς Θεν λλτριον, λλ σ γνωμεν, κα σ γαπκαμεν, κα σο πεπιστεκαμεν, κα σ προσκυνομεν τν να ν Τριδι Θεν, ν σο τε προσευχμεθα, κα ν σο τς τς σωτηρας ναρτμεν λπδας.

λησον μς κατ τ μγα σου λεος, κα σσον ες τν πουρνιον κα αἰώνιν σου βασιλεαν. Να δ, Κρι μου, Κριε, οτω γενσθω τατα ν μν τος λπζουσιν π σ δι τν πολλν σου κα νυπρβλητον γαθτητα, κα δι τν φατν σου εσπλαγχναν κα φιλανθρωπαν, πρεσβεαις τς πανενδξου, πανυμντου, περευλογημνης, κα κεχαριτωμνης δεσπονης μν, περαγας θεοτκου κα ειπαρθνου Μαρας, τν πουρανων κα νοερν δυνμεων, κα πντων τν π’ αἰῶνς σοι εαρεστησντων. μν.

24 σύντομες προσευχές του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

1. Κύριε, μη στερήσης με των επουρανίων σου και αιωνίων αγαθών.

2. Κύριε, λύτρωσαί με των αιωνίων κολάσεων.

3. Κύριε, είτε λόγω είτε έργω είτε κατά νουν και διάνοιαν ήμαρτον, συγχώρησόν μοι.

4. Κύριε, λύτρωσαί με από πάσης ανάγκης και αγνοίας και λήθης και ραθυμίας και της λιθώδους αναισθησίας.

5. Κύριε, λύτρωσαί με από παντός πειρασμού και εγκαταλείψεως.

6. Κύριε, φώτισον την καρδίαν μου, ην εσκότισεν η πονηρά επιθυμία. 

7. Κύριε, εγώ μεν ως άνθρωπος αμαρτάνω, συ δε ως Θεός ελέησόν με.

8. Κύριε, ίδε την ασθένεια της ψυχής μου και πέμψον την χάριν σου εις βοήθειάν μου, ίνα εν εμοί δοξασθή το όνομά σου το άγιον.

9. Κύριε Ιησού Χριστέ, έγγραψον το όνομα του δούλου σου εν βίβλω ζωής, χαριζόμενός μοι και τέλος αγαθόν.

10. Κύριε ο Θεός μου, ουκ εποίησα ουδέν αγαθόν, αλλ’ αρξαίμην ποτέ τη ευσπλαγχία σου.

11. Κύριε, βρέξον εις την καρδίαν μου την δρόσον της χάριτός σου.

12. Κύριε ο Θεός του ουρανού και της γης, μνήσθητί μου του αμαρτωλού, του αισχρού, του πονηρού και βεβήλου κατά το μέγα έλεός σου, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου.

13. Κύριε, εν μετανοία με παράλαβε και μη εγκαταλίπης με.

14. Κύριε, μη εισενέγκης με εις πειρασμόν.

15. Κύριε, δος μοι έννοιαν αγαθήν.

16. Κυριε, δος μοι δάκρυον και μνήμην θανάτου και κατάνυξιν.

17. Κύριε, δος μοι των λογισμών μου εξαγόρευσιν.

18. Κύριε, δος μοι ταπείνωσιν, εκκοπήν θελήματος και υπακοήν.

19. Κύριε, δος μοι υπομονήν, μακροθυμίαν και πραότητα.

20. Κύριε, εμφύτευσον εν εμοί την ρίζαν των αγαθών, τον φόβον σου.

21. Κύριε, αξίωσόν με αγαπάν σε εξ όλης της ψυχής μου και της διανοίας μου και της καρδίας, και τηρείν εν πάσει το θέλημά σου.

22. Κύριε, σκέπασόν με από τε ανθρώπων πονηρών και δαιμόνων και παθών και από παντός μη προσήκοντος πράγματος.

23. Κύριε, ως κελεύεις, Κύριε, ως γινώσκεις, Κύριε, ως βούλει, γενηθήτω το θέλημά σου εν εμοί.

24. Κύριε, το σον θέλημα γενέσθω και μη το εμόν, πρεσβείαις και ικεσίαις της Παναγίας Θεοτόκου και πάντων των Αγίων σου, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας. Αμήν.

Πηγή: https://trelogiannis.blogspot.com/2023/01/24.html

Προσευχὴ γιὰ ἐχθροὺς καὶ φίλους. Μεγάλου Βασιλείου

Μέγας Βασίλειος. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα
Μέγας Βασίλειος. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα

νεξκακε βασιλε κα ἀίδιε, δι τν κ ξλου κατκρισιν π ξλου ρθες, κα τος κολουθεν σου τος χνεσιν αρουμνοις μακροθυμας σαυτν πδειγμα παρασχμενος, ς πρ τν σταυροντων σε θεομχων ντευξιν προσγαγες τ συνανρχ Γενντορι ατς· φιλνθρωπε Κριε, κα ος δι’ πεχθεας σμν πιβουλεουσιν, λοιδορουμνοις, πηρεζουσιν, βασκανουσιν, καθ’ οον δ τινα τρπον ξ πιβουλς κα πηρεας το φιλαπεχθμονος δαμονος μισοσι κα ποστρεφομνοις, συγχρησον τ τς ες μς παροινας πλημμλημα, μετβαλε τς γνμας ατν κ κακοηθεας ες πιεκειαν.

 μβαλε τας καρδαις ατν δολον γπην κα νυπκριτον· σνδησον μν ατος ν ἀῤῥήκτοις δεσμος ενοας πνευματικς· κα τς κηρτου σου ζως, ος οδας λγοις, κοινωνος ποτλεσον· τος δ γαπντας μς, κα ες τς σωματικς χρεας δι τ σν διακονοντας γιον νομα, τας πλουσαις σου δωρεας ντμειψαι, κα τς λξεως τν πιστν κα φρονμων οκονμων ξωσον. 

Κα τος τς σθενεας μν ν γαθ διαθσει μεμνημνοις, κα περευχομνοις, δαψιλ τν χριν σου πιβρβευσον· τος ντειλαμνοις τ μετρ ταλαιπρ ναξιτητι πρ ατν εχεσθαι τ φλιμα χρισαι, κα τ πρς σωτηραν ατματα παρσχες, κα πλοσια τ λη σου κα τος οκτιρμος ατος ξαπστειλον. Πντας, εσπλαγχνε, τος π σο πεποιθτας λησον, πντας ες τν θεαν σου γπην λκυσον. Πρστηθι πντων, κα ντιλβου, σν μν τος μαρτωλος κα χρεοις δολοις σου, κα τς σς βασιλεας κληρονμους πργασαι. Σν γρ στι τ λεεν κα σζειν μς, Θες μν, τι σο στι τ κρτος ες τος αἰῶνας. μν.

Μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Ιππολύτου Πάπα Ρώμης και των συν αυτώ μαρτυρησάντων (30 Ιανουαρίου)

Μαρτύριο του Αγίου Ιερομάρτυρος Ιππολύτου Πάπα Ρώμης και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Τη αυτή ημέρα, άθλησις του Αγίου Ιερομάρτυρος Ιππολύτου Πάπα Ρώμης, και των συν αυτώ, Κενσουρίνου, Σαβαΐνου, Χρυσής και των λοιπών

Εις τον Ιππόλυτον
Τόλμη θάλασσαν Ιππόλυτος εισδύνει,
Οία κροαίνων ίππος εν λείω πέδω.

Εις τον Κενσουρίνον
Τείνων τράχηλον τω ξίφει Κενσουρίνος,

Ην οίον ξυρώ τοις συνάθλοις ακόνη.

Εις τον Σαβαΐνον
Σπλάγχνα φλέγουσι Σαβαΐνου λαμπάσι,

Τα παμπόνηρα τέκνα της ασπλαγχνίας.

Εις την Χρυσήν
Χρυσή βυθώ βληθείσα παστώ του πόλου,

Νύμφη πρόσεισι προσφάτως λελουμένη.

Ιππόλυτον πόντους τριακοστή έκτανε ρεύμα.

Μαρτύριο του Αγίου Ιερομάρτυρος Ιππολύτου Πάπα Ρώμης και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Κλαυδίου, ηγεμόνος δε Βικαρίου του και Ουλπίου Ρωμύλου καλουμένου, εν έτει σξθ΄ [269]. Aπό τούτους δε, ο Άγιος Κενσουρίνος ήτον πρώτος της Συγκλήτου βουλής, μάγιστρος κατά το αξίωμα. Ούτος λοιπόν διαβαλθείς ως Χριστιανός και ερωτηθείς, ωμολόγησε παρρησία τον Χριστόν. Όθεν βάλλεται εις την φυλακήν. Επειδή δε έγιναν πολλά θαύματα από αυτόν, και νεκρός ανέστη, διά τούτο όλοι οι παρευρεθέντες στρατιώται επίστευσαν εις τον Χριστόν. Όθεν και όλοι απεκεφαλίσθησαν, τον αριθμόν όντες είκοσιν. H δε μακαρία Χρυσή, διέλαμπε και κατά το γένος, και κατά την ευσέβειαν. Χριστιανή γαρ ήτον. Όθεν κρεμάται από τόπον υψηλόν, και με τα βούνευρα ξεσχίζεται εις τας πλευράς. Έπειτα εξαπλωθείσα κατά γης ανάσκελα, δέρνεται με χονδρά ραβδία, και κατακαίεται εις τα πλευρά με λαμπάδας αναμμένας, και έτζι ρίπτεται εις την φυλακήν. Ύστερον ευγάνουσιν αυτήν από την φυλακήν, και τζακίζουν με πέτρας τα σιαγόνιά της, και με μπάλλας μολυβένας συντρίβουν την ράχιν της. Μετά ταύτα κρεμώσιν από τον τράχηλόν της μίαν πέτραν, και ρίπτουσιν αυτήν εις τον βυθόν της θαλάσσης, και ούτως απέλαβεν η μακαρία του μαρτυρίου τον στέφανον.

Ο δε Άγιος Σαβαΐνος, και αυτός ομολογήσας τον Χριστόν, δέρνεται εις τον λαιμόν με μπάλλας βαρείας, έπειτα κρεμάται από ξύλον και δέρνεται με βούνευρα, και με αναμμένας λαμπάδας καίεται εις τα σπλάγχνα. Μέσα δε εις αυτά τα βάσανα ευρισκόμενος, και ευχαριστών τω Κυρίω, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας αυτού. Ταύτα δε τα μαρτύρια μαθών ο Άγιος Ιππόλυτος ο Πάπας Ρώμης, εκινήθη από ζήλον θείον, και επήγε και ήλεγξε τον ηγεμόνα. O δε ηγεμών θυμωθείς, επρόσταξε και έδωκαν ραπίσματα εις το πρόσωπον του Aγίου. Και άλλα δε πολλά βάσανα εδοκίμασεν ο μακάριος, ομού με τους ακολουθούντας αυτώ Πρεσβυτέρους και Διακόνους. Τελευταίον, έδεσαν αυτών τας χείρας και τους πόδας, και έρριψαν αυτούς εις τον βυθόν της θαλάσσης, και ούτως έλαβον οι αοίδιμοι τους αμαραντίνους στεφάνους του μαρτυρίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 29 Ἰανουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ ΙΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
1: 1-9

Παῦλος, ἀπόστολος ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ διὰ θελήματος Θεοῦ τοῖς ἁγίοις τοῖς οὖσιν ἐν ᾽Εφέσῳ καὶ πιστοῖς ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ· χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ Πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ εὐλογήσας ἡμᾶς ἐν πάσῃ εὐλογίᾳ πνευματικῇ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ· καθὼς ἐξελέξατο ἡμᾶς ἐν αὐτῷ πρὸ καταβολῆς κόσμου, εἶναι ἡμᾶς ἁγίους καὶ ἀμώμους κατενώπιον αὐτοῦ ἐν ἀγάπῃ· προορίσας ἡμᾶς εἰς υἱοθεσίαν διὰ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ εἰς αὐτόν, κατὰ τὴν εὐδοκίαν τοῦ θελήματος αὐτοῦ, εἰς ἔπαινον δόξης τῆς χάριτος αὐτοῦ , ἐν ᾗ ἐχαρίτωσεν ἡμᾶς ἐν τῷ ἠγαπημένῳ· ἐν ᾧ ἔχομεν τὴν ἀπολύτρωσιν διὰ τοῦ αἵματος αὐτοῦ, τὴν ἄφεσιν τῶν παραπτωμάτων, κατὰ τὸν πλοῦτον τῆς χάριτος αὐτοῦ, ἧς ἐπερίσσευσεν εἰς ἡμᾶς ἐν πάσῃ σοφίᾳ καὶ φρονήσει γνωρίσας ἡμῖν τὸ μυστήριον τοῦ θελήματος αὐτοῦ, κατὰ τὴν εὐδοκίαν αὐτοῦ.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΦΟΡΟΥ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
10: 32-38

Ἀδελφοί, ἀναμιμνήσκεσθε τὰς πρότερον ἡμέρας, ἐν αἷς φωτισθέντες πολλὴν ἄθλησιν ὑπεμείνατε παθημάτων, τοῦτο μὲν ὀνειδισμοῖς τε καὶ θλίψεσι θεατριζόμενοι, τοῦτο δὲ κοινωνοὶ τῶν οὕτως ἀναστρεφομένων γενηθέντες. καὶ γὰρ τοῖς δεσμοῖς μου συνεπαθήσατε καὶ τὴν ἁρπαγὴν τῶν ὑπαρχόντων ὑμῶν μετὰ χαρᾶς προσεδέξασθε, γινώσκοντες ἔχειν ἐν ἑαυτοῖς κρείττονα ὕπαρξιν ἐν οὐρανοῖς καὶ μένουσαν. Μὴ ἀποβάλητε οὖν τὴν παρρησίαν ὑμῶν, ἥτις ἔχει μισθαποδοσίαν μεγάλην. Ὑπομονῆς γὰρ ἔχετε χρείαν, ἵνα τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ποιήσαντες κομίσησθε τὴν ἐπαγγελίαν. ἔτι γὰρ μικρὸν ὅσον ὅσον, ὁ ἐρχόμενος ἥξει καὶ οὐ χρονιεῖ. ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ ΙΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
7: 24-30

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μεθόρια Τύρου καὶ Σιδῶνος. Καὶ εἰσελθὼν εἰς οἰκίαν οὐδένα ἤθελε γνῶναι, καὶ οὐκ ἠδυνήθη λαθεῖν. ἀκούσασα γὰρ γυνὴ περὶ αὐτοῦ, ἧς εἶχε τὸ θυγάτριον αὐτῆς πνεῦμα ἀκάθαρτον, ἐλθοῦσα προσέπεσε πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ γυνὴ ἦν Ἑλληνίς, Συροφοινίκισσα τῷ γένει· καὶ ἠρώτα αὐτὸν ἵνα τὸ δαιμόνιον ἐκβάλῃ ἐκ τῆς θυγατρὸς αὐτῆς. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· Ἄφες πρῶτον χορτασθῆναι τὰ τέκνα· οὐ γάρ ἐστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ τοῖς κυναρίοις βαλεῖν. ἡ δὲ ἀπεκρίθη καὶ λέγει αὐτῷ· Ναί, Κύριε· καὶ τὰ κυνάρια ὑποκάτω τῆς τραπέζης ἐσθίουσιν ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν παιδίων. καὶ εἶπεν αὐτῇ· Διὰ τοῦτον τὸν λόγον ὕπαγε· ἐξελήλυθε τὸ δαιμόνιον ἐκ τῆς θυγατρός σου. καὶ ἀπελθοῦσα εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς εὗρε τὸ παιδίον βεβλημένον ἐπὶ τὴν κλίνην καὶ τὸ δαιμόνιον ἐξεληλυθός.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΦΟΡΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
9: 33-41

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἰς Καπερναούμ· καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ γενόμενος ἐπηρώτα αὐτούς· Τί ἐν τῇ ὁδῷ πρὸς ἑαυτοὺς διελογίζεσθε; οἱ δὲ ἐσιώπων· πρὸς ἀλλήλους γὰρ διελέχθησαν ἐν τῇ ὁδῷ τίς μείζων. καὶ καθίσας ἐφώνησε τοὺς δώδεκα καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἴ τις θέλει πρῶτος εἶναι, ἔσται πάντων ἔσχατος καὶ πάντων διάκονος. καὶ λαβὼν παιδίον ἔστησεν αὐτὸ ἐν μέσῳ αὐτῶν, καὶ ἐναγκαλισάμενος αὐτὸ εἶπεν αὐτοῖς· Ὃς ἐὰν ἓν τῶν τοιούτων παιδίων δέξηται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου, ἐμὲ δέχεται· καὶ ὃς ἐὰν ἐμὲ δέξηται, οὐκ ἐμὲ δέχεται, ἀλλὰ τὸν ἀποστείλαντά με. Ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰωάννης λέγων· Διδάσκαλε, εἴδομέν τινα ἐν τῷ ὀνόματί σου ἐκβάλλοντα δαιμόνια, ὃς οὐκ ἀκολουθεῖ ἡμῖν, καὶ ἐκωλύσαμεν αὐτόν, ὅτι οὐκ ἀκολουθεῖ ἡμῖν. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· Μὴ κωλύετε αὐτόν· οὐδεὶς γάρ ἐστιν ὃς ποιήσει δύναμιν ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου καὶ δυνήσεται ταχὺ κακολογῆσαί με· ὃς γὰρ οὐκ ἔστι καθ’ ἡμῶν, ὑπὲρ ἡμῶν ἐστιν. ὃς γὰρ ἂν ποτίσῃ ὑμᾶς ποτήριον ὕδατος ἐν τῷ ὀνόματί μου, ὅτι Χριστοῦ ἐστε, ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ ἀπολέσῃ τὸν μισθὸν αὐτοῦ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Σκουριώτισσα – Ιερός Ναός Παναγίας Σκουριώτισσας: Πανήγυρις της Υπαπαντής του Κυρίου (2 Φεβρουαρίου 2026)

Η Υπαπαντή του Κυρίου. 16ος αιώνας, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου
Η Υπαπαντή του Κυρίου. 16ος αιώνας, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Φέρεται στη γνώση των ευσεβών χριστιανών ότι, με την ευκαιρία της εορτής της Υπαπαντής του Κυρίου, στον Ιερό Ναό Παναγίας Σκουριώτισσας, θα τελεστούν οι πιο κάτω ακολουθίες:

  • Κυριακή 1η Φεβρουαρίου, 4:30 μ.μ.: Πανηγυρικός εσπερινός της εορτής.
  • Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου, 7:00 π.μ.: Πανηγυρική Θεία Λειτουργία προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.

Μνήμη της ανακομιδής των λειψάνων του Aγίου Ιερομάρτυρος Ιγνατίου του Θεοφόρου (29 Ιανουαρίου)

Η ανακομιδή των λειψάνων του Aγίου Ιερομάρτυρος Ιγνατίου του Θεοφόρου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Η ανακομιδή των λειψάνων του Aγίου Ιερομάρτυρος Ιγνατίου του Θεοφόρου

Χάρις λέουσιν Iγνάτιε παμβόροις,
Σου σώματος λιπούσι και πιστοίς μέρος.
Τη δ’ ενάτη επάνουδος Ιγνατίω εικάδι τύχθη.

Η ανακομιδή των λειψάνων του Aγίου Ιερομάρτυρος Ιγνατίου του Θεοφόρου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο Θεοφόρος Ιγνάτιος έγινε διάδοχος των Aποστόλων, δεύτερος Eπίσκοπος χρηματίσας Aντιοχείας, μετά τον Eύοδον. Eμαθήτευσε δε μαζί με τον Σμύρνης Πολύκαρπον, κοντά εις τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην τον Θεολόγον. Ούτος λοιπόν εν έτει ρι΄ [110], εφέρθη έμπροσθεν του βασιλέως Τραϊανού, και αφ’ ου υπέμεινε κάθε δοκιμήν των βασάνων, και έμεινεν αβλαβής από αυτά τη χάριτι του Χριστού, εστάλθη παρά του βασιλέως εις την Ρώμην, διά να πολεμήση με τα θηρία. Γενομένου δε τούτου, εδιασπαράχθη ο Όσιος από τους λέοντας, καθώς επεθύμει και ηύχετο. Τα δε τίμια αυτού λείψανα συνάξαντες μερικοί Χριστιανοί, τα επήγαν εις την Aντιόχειαν, και δώρον ποθούμενον εις τους εκεί αδελφούς ταύτα χαρίζονται. Οι οποίοι μετά πάσης τιμής και ευλαβείας απεθησαύρισαν αυτά, υποκάτω εις την γην. Όθεν τούτου χάριν εορτήν χαρμόσυνον εορτάζει σήμερον η του Xριστού Eκκλησία, την σεπτήν ταύτην ανακομιδήν των λειψάνων του. (Τον κατά πλάτος Βίον τούτου, όρα εις το Eκλόγιον1.)

Ιερομάρτυς Ιγνάτιος Αντιοχείας. Τοιχογραφία του 13ου μ.Χ. στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδος της Ιεράς Μονής Σοποτσάνι, Σερβία

Σημείωση

1. Όρα και εις την εικοστήν του Δεκεμβρίου, όσα είπομεν περί της καρδίας του Aγίου εν τη υποσημειώσει, ότι δεν έφαγον αυτήν τα λεοντάρια. Σημείωσαι ότι ο Χρυσόστομος λόγον ελληνικόν έχει εις την ανακομιδήν του Aγίου Ιγνατίου, ου η αρχή· «Οι πολυτελείς και φιλότιμοι». (Σώζεται εν τω ε΄ τόμω της εν Ετόνη εκδόσεως.)

Μαρτύριο Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β ‘

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)