Αρχική Blog Σελίδα 15

Μνήμη της Οσίας Μητρός ημών Υπομονής (29 Μαΐου)

Οσία Υπομονή (σπήλαιο Αγίου Παταπίου, Λουτράκι – Ελλάδα)

Η Αγία Υπομονή, κατά κόσμον Ελένη Δραγάση, και αργότερα, ως σύζυγος του Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου, «Ελένη η εν Χριστώ τω Θεώ αυγούστα και αυτοκρατόρισσα των Ρωμαίων η Παλαιολογίνα», ήταν θυγατέρα του Κωνσταντίνου Δραγάση, ενός από τους πολλούς ηγεμόνες – κληρονόμους του μεγάλου Σέρβου κράλη (βασιλιά) Στεφάνου Δουσάν. Καταγόταν από βασιλική και ευλογημένη γενιά. Στους προγόνους της συγκαταλέγονται άνθρωποι που αγίασαν όπως ο Στέφανος Νεμάνια, σέρβος βασιλέας που μόνασε με το όνομα Συμεών και ήταν κτίτορας της Ιεράς Μονής Χιλανδαρίου του Αγίου Όρους. Ο Κωνσταντίνος Δραγάσης ανέλαβε την ηγεμονία του σημερινού βουλγαρικού τμήματος της βόρειο – ανατολικής Μακεδονίας, στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Αξιού και Στρυμώνος.

Η γέννησή της τοποθετείται στα αμέσως μετά τον θάνατο το Δουσάν χρόνια. Η ανατροφή, η μόρφωση, η αγωγή της, ήταν διαποτισμένα με ό,τι ανώτερο υπαγόρευε το βυζαντινό ιδεώδες, διότι οι Σέρβοι είχαν επηρεαστεί πολύ από τον βυζαντινό πολιτισμό. Ένοιωθε τον εαυτό της περισσότερο ταυτισμένο με τον πολιτισμό και κυρίως με την εθνική συνείδηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Συναισθηματικά και ουσιαστικά έρεπε μάλλον προς το Βυζάντιο, του οποίου επέπρωτο να γίνει Αυγούστα και Αυτοκρατόρισσα, περά προς την γενέθλιο σερβική πατρίδα.

Κοντά σ’ αυτά και πάνω απ’ αυτά, γαλουχήθηκε με την πατροπαράδοτη στην οικογένειά της, ακράδαντη ορθόδοξη πίστη στο Θεό. Αυτή η πίστη είναι που θα την οδηγεί, θα την φωτίζει, και θα την εμπνέει στην πολυτάραχη γεμάτη θλίψεις και δοκιμασίες ζωή της.

Υπολογίζεται να ήταν 19 περίπου χρονών όταν παντρεύτηκε τον Μανουήλ Β’ Παλαιολόγο (τέλη του 1390 μ.Χ.), λίγους μήνες πριν γίνει Αυτοκράτορας.

Μικρογραφία που αναπαριστά τον Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγο, την σύζυγό του, αυτοκράτειρα Ελένη, μετέπειτα Αγία Υπομονή και τρία από τα παιδιά τους: Ιωάννη, Θεόδωρο και Ανδρόνικο.

Η καινούργια ζωή της Ελένης – αγίας Υπομονής, από την αρχή της έδειξε ότι θα ήταν Γολγοθάς. Πολλές ήταν οι φορές που χρειάστηκε να πιει το ποτήρι της προσβολής και του εξευτελισμού στο πλευρό του συζύγου της όχι μόνο από τους αλλόθρησκους, αλλά και από τα κατ’ όνομα χριστιανικά κράτη της Δύσεως, στην απεγνωσμένη προσπάθειά του να βρει τρόπους σωτηρίας της ετοιμοθάνατης Αυτοκρατορίας.

Η Ελένη – αγία Υπομονή απεδείχθη εξαιρετικός άνθρωπος που συγκέντρωνε πολλές και μεγάλες αρετές, και ψυχική δύναμη. Έδειξε ότι είχε απόλυτη συναίσθηση τόσο της θέσης της και των περιστάσεων, όσο και του ρόλου που αυτές της υπαγόρευαν, σε όλα τα επίπεδα.

Αγαπούσε το λαό. Ήταν η μεγάλη μάνα που ο καθένας μπορούσε να προστρέξει. Συμμεριζόταν τις αγωνίες του και ανησυχίες του ενώπιον των φοβερών εθνικών κινδύνων και προσπαθούσε πάντοτε με την προσευχή, με την πραότητά της και με γλυκά και παρηγορητικά της λόγια να τον ενισχύσει. Είναι πολύ χαρακτηριστικά και εύγλωττα μέσα στην λακωνικότητά της τα όσα γράφει για την Αυτοκρατόρισσα, ο σύγχρονός της φημισμένος φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός – Πλήθων: «Η Βασιλίς αύτη με πολλήν ταπείνωσιν και καρτερικότητα εφαίνετο να αντιμετωπίζει και τας δύο μορφάς της ζωής. Ούτε κατά τους καιρούς των δοκιμασιών απεγοητεύετο, ούτε όταν ευτυχούσε επανεπαύετο, αλλά εις κάθε περίπτωσιν έκανε το πρέπον. Συνεδύαζε την σύνεσιν με την γενναιότητα, περισσότερον από κάθε άλλην γυναίκα. Διεκρίνετο δια την σωφροσύνην της. Την δε δικαιοσύνην την είχε εις τελειότατον βαθμόν. Δεν εμάθαμε να κάμνει κακόν εις ουδένα, ούτε μεταξύ των ανδρών, ούτε μεταξύ των γυναικών. Αντιθέτως εγνωρίσαμε να κάμνει πολλά καλά και εις πολλούς. Με ποίον άλλον τρόπον δύναται να φανεί εμπράκτως η δικαιοσύνη, εκτός από το γεγονός του να μη κάμνει κανείς ποτέ θεληματικά και σε κανέναν κακό, αλλά μόνον το αγαθόν σε πολλούς;»

Ο σταυρός της βυζαντινής αυτοκράτειρας Eλένης Δραγάση Παλαιολογίνας, μετέπειτα Οσίας Υπομονής. Αποθησαυρίζεται στην Ιερά Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους.

Στάθηκε αντάξια του φιλόσοφου και φιλόχριστου συζύγου της Μανουήλ. Στάθηκε άξια δίπλα του για 35 χρόνια, «συνευδοκόντας», σύμφωνα με σύγχρονή τους μαρτυρία, δηλ. όλα γινόντουσαν με συμφωνία, ομόνοια, συναπόφαση, εν πνεύματι Χριστού και αγωνιστική αγιότητα. Κατόρθωναν να τιμούν την αρετή με λόγια και έργα. «Λόγω μεν διδάσκοντας το πρακτέον, έργω δε γενόμενοι πρότυπα και εικόνες εφηρμοσμένης αγάπης».

Στο ευλογημένο ζευγάρι ο Θεός χάρισε οκτώ παιδιά. Έξι αγόρια από τα οποία τα δύο ανέβηκαν στον αυτοκρατορικό θρόνο, ο Ιωάννης Η’ (1425 – 1448 μ.Χ.) και ο Κωνσταντίνος ΙΑ’, ο τελευταίος θρυλικός αυτοκράτορας (1448 – 29 Μαΐου 1453 μ.Χ.- μαύρη ήμερα αλώσεως της Βασιλεύουσας). Ο Θεόδωρος, ο Δημήτριος και ο Θωμάς διετέλεσαν δεσπότες του Μυστρά, και ο Ανδρόνικος της Θεσσαλονίκης. Και δύο κορίτσια, τα οποία όμως πέθαναν σε μικρή ηλικία. Η πολύτεκνη και φιλότεκνη μητέρα γαλούχησε τα παιδιά της με τα νάματα της πίστεως και τη γλυκύτατη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, τα οδηγούσε σε ιερά προσκυνήματα και σεβάσμια Μοναστήρια της Βασιλεύουσας, και επιζητούσε υπέρ αυτών τις ευχές των αγίων ασκητών και Γερόντων. Τα ανέθρεψε «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», και ποτέ δεν «έπαυσε μετά δακρύων προσευχής και αγάπης να νουθετή ένα έκαστον».Με υπομονή και επιμονή, με προσοχή και προσευχή σμίλεψε τους χαρακτήρες τους, τους έδωσε μαζί με το «ζην»και το «εύ ζην». Έτσι, κατάφερε, μεταξύ άλλων, να θέσει τέρμα στις επί 90 περίπου χρόνια συγκρούσεις μεταξύ των μελών της αυτοκρατορικής οικογένειας για την εξουσία που είχαν εξαντλήσει την αυτοκρατορία. Οι όποιες διαφορές απόψεων η διενέξεις παρουσιάζονταν (μετά το θάνατο του Μανουήλ), ξεπερνιόνταν ήσυχα με το κύρος της μητρικής της παρέμβασης και της προσευχής της.

Ιδιαίτερη ήταν η αγάπη της για τα Μοναστήρια. Εκεί αναπαυόταν, ξεκουραζόταν η ψυχή της, αντλούσε δύναμη και κουράγιο για τη συνέχεια. Αυτό, το ενέπνευσε σε όλη την οικογένειά της. Ο σύζυγός της αφού παρέδωσε τον θρόνο στον πρωτότοκο Ιωάννη, δύο μήνες πριν τον θάνατό του (29 Μαρτίου 1425 μ.Χ.), απεσύρθη στη Μονή του Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη, όπου εκάρη μοναχός με το όνομα Ματθαίος. Η ίδια, μετά το θάνατο του συζύγου της έγινε μοναχή (1425 μ.Χ.) στη Μονή της κυράς Μάρθας, με το όνομα Υπομονή. Και τρία από τα παιδιά τους επίσης έγιναν μοναχοί, ο Θεόδωρος και ο Ανδρόνικος (μ. Ακάκιος) στη Μονή του Παντοκράτορος, και ο Δημήτριος (μ. Δαυίδ) στο Διδυμότειχο. Επίσης, η πενθερά της και η κουνιάδα της ετελείωσαν την ζωή τους ως Μοναχές. Το ίδιο και η εγγονή της, κόρη του γιου της Θωμά, Ελένη, που έγινε Μοναχή με το όνομα Υπομονή στη Λευκάδα.

Ακόμα, εν όσω βρισκόταν στην πατρίδα της, μαζί με τον πατέρα της έκτισαν την Ι.Μ. Παναγίας Παμμακαρίστου στο Πογάνοβο της πόλης Δημήτροβγκραντ της Ν.Α. Σερβίας. Στην Κωνσταντινούπολη είχε συνδεθεί με την Ι. Μ. του Τιμίου Προδρόμου της Πέτρας, όπου φυλαγόταν το ιερό λείψανο του οσίου Παταπίου του θαυματουργού, στον οποίο η αγία Υπομονή έτρεφε ιδιαίτερη ευλάβεια. Η Μονή είχε ιδρυθεί από τον συνασκητή του οσίου Παταπίου στην Αίγυπτο, όσιο Βάρα, έξω από την πύλη του Ρωμανού πριν από το 450 μ.Χ. Με την συμβολή της αγίας ιδρύθηκε στη Μονή γυναικείο γηροκομείο με την επωνυμία «Η ελπίς των απηλπισμένων». Η ευλάβειά της προς τον όσιο Πατάπιο φαίνεται από το γεγονός ότι ο αγιογράφος του σπηλαίου του οσίου Παταπίου στα Γεράνεια όρη της Κορινθίας θεώρησε απαραίτητο να ιστορήσει την αγία Υπομονή δίπλα από το σκήνωμα του οσίου.

Άνθρωπος φωτεινός και φωτισμένος η αγία Υπομονή, προικισμένη με πολλά τάλαντα, που τα «εμπορεύθηκε» με σύνεση και σωφροσύνη και τα πολλαπλασίασε, κατάφερε με την αρετή, την άσκηση και την καρτερία της να φθάσει σε δυσανάβατα μέτρα αρετής. Μια σημαντική φυσιογνωμία εκείνης της εποχής ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο πρώτος Οικουμενικός Πατριάρχης μετά την άλωση, στον Παραμυθητικό του Λόγο προς τον Βασιλέα Κωνσταντίνο ΙΑ’, «Επί τη κοιμήσει της μητρός Αυτού αγίας Υπομονής», αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής:

«Την μακαρίαν εκείνην Βασίλισσαν όταν την επεσκέπτετο κάποιος σοφός, έφευγεν κατάπληκτος από την ιδικήν της σοφίαν. Όταν την συναντούσε κάποιος ασκητής, αποχωρούσε, μετά την συνάντηση, ντροπιασμένος δια την πτωχείαν της ιδικής του αρετής, συγκρινομένης προς την αρετήν εκείνης. Όταν την συναντούσε κάποιος συνετός, προσέθετεν εις την ιδικήν του περισσοτέραν σύνεσιν. Όταν την συναντούσε κάποιος νομοθέτης, εγινόταν προσεκτικώτερος. Όταν συνομιλούσε μαζί της κάποιος δικαστής, διεπίστωνε ότι έχει ενώπιόν του έμπρακτον Κανόνα Δικαίου. Όταν κάποιος θαρραλέος (τη συναντούσε), ένοιωθε νικημένος, αισθανόμενος έκπληξιν από την υπομονήν, την σύνεσιν και την ισχυρότητα του χαρακτήρος της. Όταν την επλησίαζε κάποιος φιλάνθρωπος, αποκτούσε εντονώτερο το αίσθημα της φιλανθρωπίας. Όταν την συναντούσε κάποιος φίλος των διασκεδάσεων, αποκτούσε σύνεσιν, και, γνωρίζοντας την ταπείνωσιν εις το πρόσωπόν της, μετανοούσε. Όταν την εγνώριζε κάποιος ζηλωτής της ευσεβείας, αποκτούσε μεγαλύτερον ζήλον. Κάθε πονεμένος με τη συνάντηση μαζί της, καταλάγιαζε τον πόνο του. Κάθε αλαζόνας αυτοτιμωρούσε την υπερβολικήν του φιλαυτίαν. Και γενικά κανένας δεν υπήρξε, που να ήλθεν εις επικοινωνίαν μαζί της και να μην έγινε καλύτερος».

Ο Θεός ευδόκησε να μην ζήσει τις τελευταίες τραγικές στιγμές της Αυτοκρατορίας. Την κάλεσε κοντά Του στις 13 Μαρτίου 1450 μ.Χ., έχοντας διανύσει 35 χρόνια ως Αυτοκρατόρισσα και 25 ως ταπεινή μοναχή. Ο σύγχρονός της διάκονος Ιωάννης Ευγενικός, αδελφός του Μάρκου του Ευγενικού Αρχιεπισκόπου Εφέσου, στον Παραμυθητικό του Λόγο προς τον Κωνσταντίνον Παλαιολόγον επί τη κοιμήσει της Μητρός του αγίας Υπομονής συνοψίζει:

«Ως προς δε την αοίδιμον, εκείνην Δέσποινα Μητέρα σου, τα πάντα εν όσω ζούσε, ήσαν εξαίρετα, η πίστις, τα έργα, το γένος, ο τρόπος, ο βίος, ο λόγος και όλα μαζί ήσαν σεμνά και επάξια της θείας τιμής και, όπως έζησε μέτοχος της θείας Προνοίας, έτσι και ετελεύτησεν».

Η «Αγία Δέσποινα»,όπως την ονομάζει ο Γεώργιος Φραντζής, συνέδεσε την έννοια του μοναχικού της ονόματος (Υπομονή) με τον τρόπον αντιμετωπίσεως και των ευτυχών στιγμών και των απείρων δυσκολιών της όλης ζωής της. Υπομονή κατά βίον, πράξιν και μοναχικό όνομα. «Τη υπομονή αυτής εκτήσατο την ψυχήν αυτής».

Σύγχρονο θαύμα της Αγίας

Είναι αρκετές οι εμφανίσεις της αγίας Υπομονής τα τελευταία χρόνια σε ευσεβείς και μη χριστιανούς. Επιλεκτικά καταχωρούμε ένα συμβάν που περιγράφει την θαυμαστή εμφάνισί της και θεραπεία κάποιου ασθενή.

«Η αγία Υπομονή εμφανίσθηκε ως μοναχή σε κάτοικο των Αθηνών που εργαζόταν σε ταξί. Το σταμάτησε και ζήτησε να κατευθυνθεί προς το Λουτράκι. Ο ταξιτζής είχε καρκίνο του δέρματος στα χέρια του και βρισκόταν σε μεγάλη απελπισία.

Καθ’ οδόν η μοναχή που φορούσε ένα κουκούλι με κόκκινο σταυρό τον ρώτησε: «Γιατί είσαι μελαγχολικός;» και εκείνος δεν δίστασε να ομολογήσει όλη την αλήθεια. Μετά τον ρώτησε αν θέλει να τον σταυρώσει για να γίνει καλά και εκείνος δέχθηκε. Σε λίγο όμως τον έπιασε υπνηλία και παρεκάλεσε την μοναχή να σταθούνε λίγο για να μην σκοτωθούνε. Είχαν φθάσει κοντά στα διόδια και εύκολα θα έβρισκαν άλλο ταξί αν εκείνη βιαζόταν. Κάθισε στην άκρη του δρόμου και τον πήρε ο ύπνος. Όταν ξύπνησε διαπίστωσε ότι τα χέρια του είχαν γίνει καλά, αλλά η μοναχή είχε εξαφανιστεί. Ρώτησε τους ανθρώπους των διοδίων μήπως είδανε καμιά μοναχή εκεί κοντά, αλλά κανείς δεν την είχε δει. Τότε συγκλονισμένος γύρισε στο ταξί του και κατάλαβε ότι κάποια αγία ήταν κι’ έγινε άφαντη. Κατευθύνθηκε μετά στον γιατρό του και του διηγήθηκε το περιστατικό. Την στιγμή εκείνη έπεσε το μάτι του σε μια εικόνα που ήταν κρεμασμένη στον τοίχο του ιατρείου. Πετάχτηκε απ’ το κάθισμά του και φώναξε: «Αυτή ήταν».

Σημειωτέον ότι η εικόνα ήταν της αγίας Υπομονής. Έτσι έμαθε ποια ήταν εκείνη που τον θεράπευσε και τον γλύτωσε και απ’ την απελπισία. Το κουκούλι με τον κόκκινο σταυρό έδειχνε την καταγωγή πριν γίνει αυτοκρατόρισσα του Βυζαντίου και με αυτό το μοναχικό σχήμα τελείωσε και την επίγεια ζωή της. Εκ των υστέρων γίνηκε γνωστό ότι η ημέρα που γίνηκε το θαύμα ήταν 13 Μαρτίου, ημέρα που η αγία γιορτάζει».

Εικόνα της ευρίσκεται στην Ιερά Μονή οσίου Παταπίου στο Λουτράκι Κορινθίας και η Εκκλησία τιμά την μνήμη της Οσίας Υπομονής, επίσης, στις 13 Μαρτίου.

Πηγή: https://www.saint.gr/1661/saint.aspx

Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Θεοδοσίας της Παρθένου, του Οσίου Πατρός ημών Αλεξάνδρου Πάπα Αλεξανδρείας και του Aγίου Iερομάρτυρος Oλβιανού Eπισκόπου πόλεως Aνέου, και των αυτού μαθητών (29 Μαΐου)

Μηνολόγιο 29ης Μαΐου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Θεοδοσίας της Παρθένου

Πνίγει θαλάσσης Θεοδοσίαν ύδωρ,
Tρέφει δε Xριστός εις αναψυχής ύδωρ.
Eικάδι Θεοδοσίην ενάτη πέφνε ρεύμα θαλάσσης.

Aύτη η ιερά και παναγία κόρη εκατάγετο από την Tύρον την ευρισκομένην εις την Φοινίκην. Όταν δε έφθασεν εις τον δέκατον όγδοον χρόνον της ηλικίας της, επιάσθη από τους ειδωλολάτρας εις την Kαισάρειαν της Παλαιστίνης και εδέθη. Eις καιρόν δε οπού εκάθισαν οι κριταί και άρχοντες των Eλλήνων, διά να κρίνουν τινάς Xριστιανούς ομολογητάς της του Xριστού πίστεως, και να καταδικάσουν αυτούς, τότε και η Aγία αύτη Θεοδοσία εφέρθη δέσμιος έμπροσθεν εις τον άρχοντα Oυρβανόν, ο οποίος επρόσταξεν αυτήν να θυσιάση εις τα είδωλα. Eπειδή δε η Aγία δεν επείσθη, διά τούτο ο θηριώδης ηγεμών, τόσον φοβερά βάσανα επροξένησε εις τα πλευρά και εις τα βυζία της Mάρτυρος, ώστε οπού, ούτε αυτά τα κόκκαλα, ούτε αυτά τα εντόσθια και σπλάγχνα της αφήκεν ο απάνθρωπος αβασάνιστα. H δε Aγία με μεγάλην ανδρίαν και σιωπήν, υπέμεινεν όλας τας τιμωρίας ταύτας, χωρίς να λαλήση ολότελα. Eις καιρόν δε οπού ακόμη ήτον ζωντανή, ερώτησεν αυτήν πάλιν ο ηγεμών, παρακινώντάς την διά να θυσιάση εις τα είδωλα. H δε Mάρτυς βλέπουσα τον ηγεμόνα προσεκτικώς, άνοιξε το στόμα της, και χαμογελώσα, μη πλανάσαι, του είπεν, ω άνθρωπε μη πλανάσαι. Δεν ηξεύρεις, ότι εγώ αξιώθηκα να γένω συγκοινωνός των του Θεού Aγίων Mαρτύρων; O δε ηγεμών εκατάλαβεν, ότι με αυτά τα λόγια περιπαίζεται από την κόρην, διά τούτο εβασάνισεν αυτήν με περισσοτέρας τιμωρίας από το πρώτον. Έπειτα έρριψεν αυτήν μέσα εις τον βυθόν της θαλάσσης, και εκεί παρέδωκεν η μακαρία την ψυχήν της εις χείρας Θεού, και ούτως έλαβε παρ’ αυτού τον αμάραντον στέφανον της αθλήσεως.


Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Aλεξάνδρου Πάπα Aλεξανδρείας

Σεπτήν τελευτήν την Aλεξάνδρου σέβω,
Oν οίδα σεπτόν της Aλεξάνδρου Πάπαν.

Oύτος ο Άγιος Aλέξανδρος ήτον κατά τους χρόνους Kωνσταντίνου του Mεγάλου, εν έτει τκ΄ [320], προ της Oικουμενικής Πρώτης Συνόδου. Έγινε δε Πατριάρχης Aλεξανδρείας μετά τον Aχιλλάν. Oύτος και τον δυσσεβή και κακόφρονα Άρειον εδίωξε και απέβαλεν από την Eκκλησίαν του Θεού. Διαλάμψας δε εις τον θρόνον χρόνους εικοσιτρείς, αφήκε διάδοχόν του τον Mέγαν Aθανάσιον.


Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Oλβιανού Eπισκόπου πόλεως Aνέου, και των αυτού μαθητών

Tον Oλβιανόν μάλα όλβιον λέγω,
Yπέρ Θεού θανόντα του πανολβίου.

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Mαξιμιανού, και κατά την υπατείαν Aλεξάνδρου και Mαξίμου, ηγεμονευόντων της Aσίας Iουλίου Σέξτου και Aιλιανού, εν έτει τα΄ [301]. Διά δε την εις Xριστόν πίστιν εφέρθη έμπροσθεν των ρηθέντων ηγεμόνων. Eις καιρόν δε οπού ο Aγριππίνος και ο Kλημέντιος οι νεωκόροι των ειδώλων, επρόσφεραν θυσίας εις την ψευδοθεάν Pέαν, ηναγκάζετο από τους ηγεμόνας και ο Άγιος ούτος Oλβιανός, να θυσιάση εις εκείνην. Tότε ο του Xριστού Iεράρχης με πολλά επιχειρήματα λόγων, την μεν πίστιν του Xριστού, ύψωσε και εμεγάλυνε, την δε θρησκείαν των ειδώλων, εξευτέλισε και εκατηγόρησεν. Όθεν διά την αιτίαν ταύτην, πρώτον μεν έκαυσαν την ράχιν και τα σπλάγχνα του Aγίου με σουβλία πυρωμένα. Έπειτα δε, επειδή δεν επείσθη να θυσιάση εις τον ήλιον, τούτου χάριν ανέφεραν οι ηγεμόνες την απείθειάν του ταύτην εις τον ανθύπατον. O δε ανθύπατος επρόσταξε να δαρθή ο Άγιος άσπλαγχνα με ραβδία, αφ’ ου πρώτον ξεγυμνωθή. Ύστερον δε, άναψαν οι υπηρέται της πλάνης μίαν μεγάλην πυρκαϊάν, μέσα εις την οποίαν έρριψαν τον του Xριστού αθλητήν ομού με τους μαθητάς του, και ούτω διά πυρός τελειωθείς, έλαβε παρά Kυρίου τον στέφανον της αθλήσεως. Πολλά δε θαύματα ετέλεσεν ο Άγιος ούτος εν τη ζωή του, αλλά και μετά την οσίαν του κοίμησιν, πολλά τεράστια ενεργεί το τίμιον αυτού λείψανον, εις τους μετά πίστεως τούτω προστρέχοντας, καθώς διηγείται η κατά πλάτος αυτού ιστορία.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

π. Γεώργιος Μεταλληνός: Από την πρώτη άλωση στην τρίτη;

π. Γεώργιος Μεταλληνός

Ἐὰν ἀποφράδα ἡμέρα εἶναι ἡ 29η Μαΐου 1453, ἀφοῦ «ἡ πόλις τῶν πόλεων», ἔπεσε στὰ χέρια τῶν Τούρκων, ἐξίσου σημαντικὴ εἶναι καὶ ἡ 13η Ἀπριλίου 1204, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἡ Πόλη κατακτήθηκε ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους καὶ τοὺς Φράγκους.

Μετὰ τὸ 1204 ἀρχίζει ἡ μακρὰ περίοδος τῆς πτώσης τῆς Αὐτοκρατορίας. Ἡ Πόλη πλέον ἦταν καταδικασμένη νὰ πέσει, νὰ πεθάνει. Τὸ κύριο χτύπημα κατὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Ρωμιοσύνης, τῆς Ρωμανίας, γίνεται τὸ 1204 καὶ ὄχι τὸ 1453. Τὸ 1453 δόθηκε ἡ χαριστικὴ βολή. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ἡ ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων εἶναι σημαντική.

Ὁ ἀνομολόγητος στόχος τῶν Σταυροφοριῶν ἦταν ἡ κυριαρχία στὴ Ἀνατολή. Τὸ πνεῦμα, οἱ στόχοι καὶ ἡ κινητήριος δύναμή τους ἦταν ἡ ἑνοποίηση Δύσης καὶ Ἀνατολῆς, ἡ πραγμάτωση μία ὑπὲρ-ἑνωμένης Εὐρώπης ὑπὸ τὸ σκῆπτρο τῆς Φραγκοσύνης. Αὐτὸς ἦταν ὁ στόχος τόσο τῆς θρησκευτικῆς ὅσο καὶ τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας τους. Τὸ ἴδιο σχέδιο θὰ ἐπαναληφθεῖ ἀπὸ τὸ Μέγα Ναπολέοντα στὰ τέλη τοῦ 18ου καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνα. Κι αὐτὸ τὸ ὅραμα τῆς ἑνωμένης Εὐρώπης ἔγινε πραγματικότητα σήμερα μὲ τὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση.

Σήμερα εἶναι πλέον ξεκαθαρισμένο πὼς ἡ ἐκτροπὴ τῆς σταυροφορίας πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολη ἦταν σκόπιμη. Κι αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς πώς, ὅταν καταλαμβάνεται ἡ Πόλη, ἡ καταστροφὴ εἶναι πλήρης. Τὰ ἐγκλήματα τῶν χριστιανῶν τῆς Δύσεως ἦταν τρομακτικά, σὲ σημεῖο πού, ὅπως λένε οἱ ἱστορικοί, δὲν μποροῦν νὰ συγκριθοῦν μὲ ὅσα ἔκαναν ἀργότερα οἱ Μουσουλμάνοι.

Μία πρώτη, θετική, συνέπεια ἦταν ἡ γνώση τῆς Δύσεως. Τὸ σχίσμα ἐνεργοποιεῖται τὸ 1204. Οἱ Βυζαντινοὶ ἀντιλαμβάνονται τί σημαίνει Φραγκιά. Δημιουργοῦνται δύο παρατάξεις, ἡ ἀνατολικὴ παράταξη, αὐτοὶ ποὺ εἶχαν πλέον κατανοήσει ὅτι δυστυχῶς δυνατότητα φιλίας μὲ τὴ Δύση δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει, καὶ ἡ δυτικὴ παράταξη, ἐκεῖνοι ποὺ καὶ μετὰ τὸ Σχίσμα ἐπέμεναν στὴ συνεργασία μὲ τὴν ὁποιαδήποτε Δύση. Ἀρχίζει λοιπὸν ὁ διχασμός. Μετὰ τὸ 1204 γίνεται ἀντιληπτὸ ὅτι οὐσιαστικοὶ ἐχθροὶ τοῦ γένους τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι οἱ Φράγκοι.

Μετὰ τὸ 1204 συνεχίζεται ἡ πτωτικὴ πορεία τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ὅλης τῆς Ῥωμηοσύνης ὡς τὸ 1821, ὅπου τὸ ἔτος αὐτὸ ἔχουμε τὴν ἐπιβεβαίωση τῆς διατηρήσεως τῆς ψυχικῆς δυνάμεως, τοῦ ψυχικοῦ δυναμισμοῦ τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ γένους μας.

Ἐκεῖνο ποὺ ἔσωσε τὸ Βυζάντιο καὶ δὲν ἔπαψε νὰ ὑπάρχει ἱστορικά, εἶναι πρῶτον ἡ Ἐκκλησία καὶ δεύτερον εἶναι ἡ αὐτοκρατορικὴ ἰδέα, μὲ τὸν πνευματικό της πάντα χαρακτῆρα. Ποτὲ τὸ Βυζάντιο δὲν στηρίχθηκε σὲ σύνορα, στηρίχθηκε στὴν ἰδέα τῆς παγκόσμιας κοινωνίας ποὺ ἐντάσσει ὅλο τὸν κόσμο μέσα εἰς τὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἑνώνει «ἐν Χριστῷ» ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.

Σήμερα ἀναδύεται καὶ πάλι τὸ φάσμα τοῦ 1204 αὐτὸ τὸ πνεῦμα δὲν νικήθηκε ποτέ, δὲν πέθανε. Ἐπιβιώνει μὲ τοὺς δυτικόφρονες εὐρωπαϊστὲς ὁποιασδήποτε μορφῆς, ποὺ ἐμφανίζονται στὸ προσκήνιο. Ἡ διαδικασία τοῦ ἐκδυτικισμοῦ μας συνεχίζεται. Ὁ στόχος ἦταν τὸ σβήσιμο τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ῥώμης, διότι ἂν δὲν γινόταν αὐτό, ἡ αὐτοκρατορία τῆς Ἑνωμένης Εὐρώπης δὲ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει πραγματικότητα. Στόχος ἦταν καὶ εἶναι ὁ ἐξευρωπαϊσμός, ἡ αὐτοπαράδοσή μας δηλαδὴ στὰ δυτικὰ μοντέλα, στὰ δυτικὰ πρότυπα.

Ἡ Δύση ὅμως ἄλλαξε; Ἡ Εὐρώπη ἄλλαξε; Ὑπάρχει μία μόνιμα ἀρνητικὴ στάση, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ τὸν 18ο αἰῶνα. Ἡ εὐρωπαϊκὴ αἰχμαλωσία τῆς παιδείας μας καὶ τῆς πολιτικῆς μᾶς δείχνει ὅτι εἰσήλθαμε σὲ μία τρίτη ἅλωση, ποὺ εἶναι συνέχεια τῆς ἁλώσεως τοῦ 1204. Τὸ 1453 εἴχαμε τὶς ψυχικὲς δυνάμεις καὶ τὰ συνειδησιακὰ ἀποθέματα, τὸ φρόνημα -ὅπως λένε ἐκκλησιαστικὰ- νὰ ὑπερβοῦμε τὴν κατάσταση. Σήμερα φαίνεται πὼς οἱ περισσότεροι δὲν τὰ διαθέτουμε. Δόξα στὸ Θεό, ἡ μαγιὰ μένει· μένει ἡ πλατιὰ λαϊκὴ βάση καὶ συνεχῶς ἀποδεικνύεται αὐτὸ ποὺ τὸ λέμε πολλὲς φορές, ὅτι ὁ λαός μας προηγεῖται τῆς ἡγεσίας του. Ἐμεῖς ἔχουμε τὴν ἐσωτερικὴ ἐλευθερία καὶ γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ὑπάρχουν ὁριακὲς στιγμὲς μέσα στὴν πορεία μας, ὅπου δὲν ὑπακοῦμε στὰ κόμματα καὶ στὴν ἡγεσία μας. Δὲν ὑπακοῦμε ἀκόμη καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία, ὅταν δὲ μᾶς διδάσκει τὸ νόμο τοῦ Χριστοῦ μας καὶ δὲ συνεχίζει τὸ κήρυγμα τῶν Ἁγίων Πατέρων.

Σὲ μᾶς δὲν περνᾶνε τὰ πάντα μέσα ἀπὸ τὴ λογική, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἑνοποιημένη καὶ ἑνωμένη ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Σὲ μᾶς πορεύεται ἡ λογικὴ μαζὶ μὲ τὴν καρδιὰ ὄχι ὡς συναίσθημα. Ἡ καρδιὰ εἶναι ὁ χῶρος ὅπου λειτουργεῖ ἡ Xάρη τοῦ Θεοῦ. Γιὰ μᾶς ἡ καρδιὰ εἶναι τὸ κέντρο τῆς ὑπάρξεως, ἐκεῖ μέσα σῴζεται, ἢ ἐκεῖ μέσα χάνεται ὁ ἄνθρωπος. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ ὁλοκληρωμένη παρουσία καὶ ἔκφραση τοῦ Ἕλληνα, τοῦ ἀνθρώπου, δὲ μπορεῖ νὰ γίνει κατανοητὴ στὴ Δύση.

Στόχος τῶν Δυτικῶν -καὶ τῶν Παπικῶν συμπεριλαμβανομένων- συνεχίζεται νὰ εἶναι ἡ ἀποσύνδεση τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὸν Ἑλληνισμό· αὐτὸ σημαίνει χωρισμὸς Ἐκκλησιας – Πολιτείας. Ὁ χωρισμὸς γιὰ τὸν ὁποῖον γίνεται κατὰ καιροὺς λόγος, δὲν σημαίνει διοικητικὸ χωρισμό, διότι αὐτὸς ὑπάρχει καὶ καθορίζεται νομικά. Θέλουν τὴν ἀποσύνδεση τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ ὅλες τὶς δομές, ἀπὸ ὅλους τοὺς θεσμούς, ἀπὸ ὅλες τὶς περιπτώσεις τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου. Σήμερα λοιπὸν ὑπάρχει ἀπειλὴ ἁλώσεως τῆς ψυχῆς, διότι τὰ σύνορά μας πλέον δὲν εἶναι γεωγραφικά. Αὐτοπαραδοθήκαμε στὴν εὐρύτερη αὐτὴ ἕνωση ποὺ λέγεται Ἑνωμένη Εὐρώπη καὶ στὴ Νέα Ἐποχὴ καὶ στὴ Nέα Τάξη Πραγμάτων. Τὰ σύνορά μας ὅμως συνεχίζουν νὰ εἶναι μέσα στὴν ψυχή μας. Ἐκεῖ ζεῖ καὶ ἐπιβιώνει ὁ Ἑλληνισμός, ὁ Ἑλληνορθόδοξος ἄνθρωπος κι ἐκεῖ χάνεται. Ἡ νεολαία μας, ἡ νεολαία τῆς Κύπρου καὶ οἱ συνειδητοποιημένοι Xριστιανοὶ ἀποδεικνύουν ὅτι δὲν χάθηκαν ὅλα, καὶ δὲν χάθηκαν ὅλα γιατὶ δὲν χάθηκε ἡ οἰκογένεια. Ἐμεῖς, ὡς Ἕλληνες καὶ ὡς Ὀρθόδοξοι, σῴζουμε ἀκόμα τὴν οἰκογένεια. Συνεχίζουμε νὰ ζοῦμε «ἐν Χριστῷ». Ὁ Θεὸς εἴθε νὰ μᾶς δίνει δύναμη, νὰ κραταιώνει τοὺς ποιμενάρχες μας, νὰ κραταιώνει τὸν κλῆρο, τοὺς ἐκπαιδευτικούς, τοὺς γονεῖς, ὥστε νὰ κρατήσουμε ὀρθὸ αὐτὸν τὸν τόπο, τὴν Ἑλλάδα τῶν ἁγίων καὶ τῶν ἡρῴων.


* Ἀπομαγνητοφωνημένα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν ὁμιλία του στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίου Θεράποντα Μυτιλήνης στὶς 23 Ἀπριλίου 2004, μὲ τὴ συμπλήρωση 800 χρόνων ἀπὸ τὴν πρώτη ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης τὸ 1204 καὶ 950 χρόνων ἀπὸ τὸ Σχίσμα τοῦ 1054.

Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/gewrgios_metallhnos/from_first_to_third_fall.htm

Μπορούσε να αποφευχθεί η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως;

Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής ΑΠΘ
Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενώσεως Θεολόγων

Μπορούσε να αποφευχθεί η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως;

Είναι βέβαιο ότι παρά τις αξιόλογες προσπάθειες ορισμένων Αυτοκρατόρων, που διακυβέρνησαν τη Ρωμιοσύνη τα τελευταία χρόνια πριν την Πτώση της, οι συνέπειες της κατάκτησής της από τους Φράγκους (1204) και των μεγάλων καταστροφών που ακολούθησαν, αποδυνάμωσαν την Αυτοκρατορία.

Τα γεγονότα ήταν ισχυρότερα από τη θέληση των Αυτοκρατόρων. Το κράτος της Ρωμιοσύνης, προχωρούσε σταθερά προς τη δύση του και, αν και φαινόταν παράδοξο, σε όσους πίστευαν το αντίθετο, δεν είχε τις απαιτούμενες στρατιωτικές και οικονομικές δυνάμεις πλέον για να σωθεί.

Ο Γεννάδιος Σχολάριος, παρά τον βαθύτατο πατριωτισμό του, αναφέρει ότι όλοι συνειδητοποιούσαν πως η δύναμη των εχθρών αυξανόταν ταχύτατα και πως η πατρίδα, εξασθενημένη καθώς ήταν από τις δυνάμεις της, είχε φτάσει στο έσχατο γήρας και δεν θα άντεχε ακόμη πολύ.

Το μόνο που έμενε άγνωστο ήταν το ακριβές έτος της Πτώσεώς της. Η Αυτοκρατορία περιοριζόταν πλέον στην πρωτεύουσά της και στις παραλιακές πόλεις της Προποντίδας και της Δυτικής Μαύρης θάλασσας. Η Καλλίπολη είχε πέσει στα χέρια των Οθωμανών, από το 1354 και η Αδριανούπολη, από το 1368. Στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο, μόνο μερικές πόλεις και λίγα νησιά ανήκαν πλέον στον Αυτοκράτορα.

Τα έσοδα του κράτους, ήταν τόσο ελάχιστα, ώστε ήταν αδύνατο να διατηρεί παντού στρατό, ικανό να αντιμετωπίσει τους Τούρκους, που όλο και περισσότερο δυνάμωναν τις απειλές τους σε όλο το μήκος των συνόρων του.

Όμως, εκτός από αυτές τις αντικειμενικές αδυναμίες της Αυτοκρατορίας, είχαν αρχίσει να διαφαίνονται στην κοινωνία της και ιδιαίτερα στους ανώτερους εκκλησιαστικούς και πολιτικούς κύκλους κάποιες αντιμαχόμενες μερίδες.

Οι διαφορές τους εντοπίζονταν στον τρόπο αντιμετωπίσεως του τουρκικού κινδύνου και σχετίζονταν, αφενός, με καιροσκοπικούς υπολογισμούς και ατομικά συμφέροντα, αφετέρου, με τον τρόπο βίωσης της εθνικής συνείδησης και της θρησκευτικής πίστεως.

Σύμφωνα με τις θέσεις της πρώτης τάσεως, της φιλενωτικής, η αποτροπή της τουρκικής απειλής θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνον με τη συμμαχία της Παπικής Δύσεως, η οποία, όμως, για να βοηθήσει την Ορθόδοξη Ανατολή, ζητούσε, ως αντάλλαγμα, την ένωση, δηλαδή την υποταγή των Ορθοδόξων στους δογματικούς νεωτερισμούς του Πάπα. Προς τούτο, η ομάδα αυτή, θεωρούσε μικρότερο κακό την υποταγή της Ορθοδοξίας στον Πάπα, από την υποδούλωση στους αλλόθρησκους Τούρκους.

Η δεύτερη ομάδα, η Ορθόδοξη, πίστευε ότι η Δύση ούτε μπορούσε ούτε ήθελε να βοηθήσει την Αυτοκρατορία και υποστήριζε ότι η θρησκευτική υποταγή της Ανατολικής Εκκλησίας στον Πάπα, θα είχε, ως αποτέλεσμα, αφενός, τον κλονισμό της πίστεως των Ορθοδόξων, αφετέρου, την υποχώρηση και μείωση της εθνικής συνειδήσεως.

Θεωρούσαν ότι η Πτώση της Πόλεως ήταν αναπόφευκτη και πλησίαζε και ότι ήταν λάθος να εμπιστεύονται τους Παπικούς, καθώς η ιστορική εμπειρία της Φραγκοκρατίας έδειξε πως ο Λατινισμός, ως απώλεια της ελευθερίας της πίστεως, ήταν χειρότερη υποδούλωση από εκείνη στους Τούρκους. Ήλπιζαν, μάλιστα, ότι η επικράτηση των Τούρκων θα ήταν πρόσκαιρη, γιατί θα διαφύλαττε αλώβητη την πίστη του λαού, ο οποίος, με την καθοδήγηση και την προστασία της Εκκλησίας του, θα μπορούσε να ανασυγκροτηθεί, να εκμεταλλευθεί την αναμενόμενη φθορά των Τούρκων και να αποκτήσει πάλι την ενότητα και την πολιτική του ανεξαρτησία.

Από την άλλη πλευρά, υπήρχε η εμπειρία του παρελθόντος, καθώς όσες φορές έγιναν διαπραγματεύσεις με την Δύση για βοήθεια κατά των Τούρκων, η Δύση έβαζε ως προϋπόθεση την ένωση Ανατολής – Δύσεως, πάντοτε βέβαια με τη μορφή της δογματικής υποχώρησης της Ανατολής.

Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια έρχονταν από τη Δύση για διαπραγματεύσεις δύο αντιπροσωπείες, καθώς η Παποσύνη είχε χωριστεί στα δύο: Η μία εκπροσωπούσε τον Πάπα Ευγένιο Δ’ και η άλλη εκπροσωπούσε τη Σύνοδο της Βασιλείας (1431 – 1439), που τον είχε ήδη καθαιρέσει.

Κατά συνέπεια, οι υποσχέσεις, που δίνονταν από τον Πάπα στους Ανατολικούς για βοήθεια, δεν ίσχυαν, διότι ήταν φανερό ότι ο Πάπας δεν μπορούσε, στη χρονική αυτή συγκυρία, να διεγείρει ούτε τον ελάχιστο ενθουσιασμό στους Δυτικούς του συμμάχους για να τους πείσει να σπεύσουν να βοηθήσουν την Κων/πολη.

Επομένως, φαινόταν πιο πιθανή η υστεροβουλία του να εκμεταλλευτεί την επιτυχία του για την Ένωση με την Ορθόδοξη Ανατολή, ως μέσον συσπείρωσης και ενότητας των Λατίνων υπηκόων του και επανόδου του στον Παπικό Θρόνο.

Μάλιστα, ο Γερμανός Norden, αποδεικνύει, από έγγραφα Παπών και Δυτικών Ηγεμόνων, ότι σταθερή επιδίωξή τους δεν ήταν η παροχή βοήθειας προς την Ανατολή, αλλά η υποταγή, η κατάκτηση και ο εκλατινισμός της, όπως ακριβώς είχε συμβεί και με τις προηγούμενες Σταυροφορίες.

Από την πλευρά τους, οι Ανατολικοί πολιτικοί παράγοντες, αγωνιούσαν για τη σωτηρία τους από τον Τουρκικό κίνδυνο, υποσχόμενοι την Ένωση, που, όμως, δεν μπορούσαν να επιβάλουν, μπροστά στο άκαμπτο αίσθημα του ορθόδοξου λαού.

Ωστόσο, ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Η’, ο Παλαιολόγος, προσπαθώντας να κάνει τα αδύνατα δυνατά, θεώρησε καθήκον του να επιχειρήσει μια ακόμη απέλπιδα απόπειρα Ενώσεως, αποδεχόμενος, εκ των προτέρων, τους επώδυνους όρους της Ρώμης, χάριν του εθνικού κινδύνου.

Ο ιστορικός της Αλώσεως Φραντζής αναφέρει ότι ο πατέρας του Ιωάννη, Μανουήλ ο Παλαιολόγος είπε κάποτε στον γιό του πως οι Τούρκοι φοβούνται την Ένωση με τους Δυτικούς, γιατί πιστεύουν πως αυτό θα είναι μεγάλο κακό γι’ αυτούς, συστήνοντάς του να μελετά και να επιδιώκει τη Σύνοδο για την Ένωση με τον Πάπα, προκειμένου να εκφοβίζει τους Τούρκους, ποτέ, όμως, να μην την πραγματοποιήσει, γιατί διέβλεπε ότι κάτω από τις υπάρχουσες συνθήκες δεν υπήρχε περίπτωση να βρεθεί βιώσιμη ενωτική λύση.

Τελικά, το 1438, οι πολιτικοί και εκκλησιαστικοί παράγοντες της Ανατολής προσήλθαν στη Σύνοδο της Φεράρας – Φλωρεντίας (1438 -1439), παρά τις αντιρρήσεις της Ορθόδοξης Μερίδας, η οποία είχε ηγέτη τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, που είχε οριστεί και ως εκπρόσωπος της ανατολικής αντιπροσωπείας στη Σύνοδο.

Μετά από δογματικές συζητήσεις ενός χρόνου περίπου, η μεν μερίδα του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού αρνήθηκε να υπογράψει την Ένωση, αλλά ο Πατριάρχης Ιωσήφ με την πλειονότητα των Επισκόπων που ήταν φιλενωτικοί και με την προτροπή και ίσως την πίεση του Αυτοκράτορα υπέγραψαν τις δογματικές αιρέσεις της Παπικής Εκκλησίας, που υπήρξαν η αιτία του Σχίσματος Ανατολής – Δύσεως, από το 1054, και έτσι επετεύχθη η Ένωση.

Όμως, εφόσον η μικρή μερίδα του Αγίου Μάρκου επηρέαζε βαθύτατα τον λαό, με αποτέλεσμα η ενωτική απόφαση της Συνόδου να απορριφθεί από τον λαό της Ρωμιοσύνης, παρά τις πολιτικές πιέσεις.

Από την άλλη πλευρά, ο Πάπας Ευγένιος Δ’, αν και οι Πατέρες της Βασιλείας δεν προσήλθαν τελικά στη Σύνοδο της Φεράρας – Φλωρεντίας, με τη νίκη που πέτυχε, να υποτάξει την Ορθόδοξη Ανατολή, κατάφερε να ανακαταλάβει τον θρόνο του, που του είχε αφαιρέσει η Σύνοδος της Βασιλείας. Επιπλέον, όμως, πάνω στην απόφαση της Ενώσεως στηρίχτηκαν οι μετέπειτα καθοριστικές Σύνοδοι, Τριδέντου (1545-1563) και Α’ Βατικανού (1870), που δογμάτισαν το Πρωτείο και το Αλάθητο.

Ως προς τη βοήθεια που είχε υποσχεθεί ο Πάπας, όταν κήρυξε Σταυροφορία εναντίον των Τούρκων, οι μόνοι που συμμετείχαν ήταν οι Ρουμάνοι, οι Πολωνοί, οι Ούγγροι και οι Σέρβοι, οι οποίοι, όμως, στη μάχη της Βάρνας (1444), ηττήθηκαν κατά κράτος από τους Τούρκους και έτσι χάθηκε και η τελευταία ελπίδα για τη σωτηρία της Πόλης και της Αυτοκρατορίας.

Με αυτή την ήττα σταμάτησε οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια παρεμπόδισης της διείσδυσης της οθωμανικής αυτοκρατορίας στην ανατολική Ευρώπη, για αρκετές δεκαετίες.

Σε τίποτα, τελικά, δεν βοήθησε η διπλωματική δραστηριότητα και η απέλπιδα υποχώρηση στις παπικές κακοδοξίες της φιλενωτικής μερίδας του Αυτοκράτορα, που για ένα χρόνο, στη Φεράρα και στη Φλωρεντία, πίεζε υπερβολικά τους Ορθοδόξους αντιπροσώπους της Εκκλησίας να υποχωρήσουν και να αποδεχτούν τα δόγματα του Παπισμού.

Όλες οι λαμπρές υποσχέσεις για αποστολή δυτικής στρατιωτικής βοήθειας, για νίκες και τρόπαια, αποδείχτηκαν φρούδες ελπίδες.

Ο Γεννάδιος Σχολάριος, μάλιστα, σε επιστολή του, που τοιχοκόλλησε το 1452, λίγο πριν την Άλωση, στην πόρτα του κελιού του, έγραφε:

«Άθλιοι Ρωμαίοι, πώς πλανηθήκατε και απομακρυνθήκατε από την ελπίδα στον Θεό, ελπίζοντας στη δύναμη των Φράγκων και, μαζί με την πόλη, που πρόκειται να χαθεί, θα χάσετε και την ευσέβειά σας».

Πηγή: enromiosini.gr/

Θρηνητικὸν Συναξάρι Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου, Φωτίου Κόντογλου Κυδωνιέως

Τὸ “Θρηνητικόν Συναξάρι” τοῦ Φωτίου Κόντογλου, ὅπως αὐτὸ πρωτοδημοσιεύθηκε στὸ περιοδικό ΚΙΒΩΤΟΣ τὸ 1953, στὴν εἰδικὴ ἔκδοσή του γιὰ τὰ 500 χρόνια μετά τὴν Ἅλωσιν. Ὁ Φώτης Κόντογλου ἱστόρησε τὴν ἔκδοση αὐτή μὲ δικές του βυζαντινές ἁγιογραφίες καὶ καλλιγράφησε ὸο κείμενο που ὁ ἴδιος συνέγραψε. Ἡ ὀπτικοποίηση ἔγινε από την ομάδα Rumorthodox, μὲ τὸν Κώστα Χαραλαμπίδη νά ἀναγινώσκει τὸ κείμενο καὶ τὸν Χριστόδωρο Μνάσωνος νὰ ἔχει τὴν μουσικὴν ἐκτέλεση και ἐπιμέλεια.

Πηγή: RumOrthodox

Book: Homilies of Metropolitan Neophytos of Morphou, Vol. I (NEW EDITION) – Ομιλίες Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου τόμος Α΄ – ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ

Screenshot

From the day of Pentecost, the Gospel has spread not by “the sharing of the word” of Scripture, but through “the eyewitnesses of the Word.” The Word has “become flesh.” And thus, what is to be shared with the world is not a book, but His Incarnation. The Incarnation continuing, Christ Himself is encountered in and through the Church, in those who declare with the Apostle, “it is not I, but Christ Who lives in me.” Through them, the world sees Christ and becomes His disciples.

In The Homilies of Metropolitan Neophytos of Morphou, the reader will find there is true hope for the wandering, weary Western man, including the numerous inquirers, catechumens and newly-illumined converts which, before arriving at the Royal Path of Orthodoxy, have been spun dizzy by the incessant pendulum swing of religious extremes which in turn spawn an endless array of ideologies. Through the enduring witness of the saints, this deeply reflective work provides an antidote to the zeitgeist, the spirit of the age, in the witness and teaching of these saints which is so hopeful for the nihilist, so freeing for the enslaved and addicted, so therapeutic for the spiritually sick and diseased.

Like the first disciples of the Disciples, Metropolitan Neophytos has become an apostle to subsequent generations, sharing the latest fruits of the Incarnation, links to the Holy Fathers of old.

This “golden chain” of eyewitnesses of the Word and of the Resurrection—this succession of apostolic experience—has, like a river of divine fire, always burned bright, and has in every generation written a new Acts of the Apostles. The lives and witness of three such recent apostles are presented herein, based on the author’s own personal experience: Saints Paisios, Porphyrios and Iakovos. Three towering spiritual pillars, eye-witnesses of the Word, speak to us through their spiritual son who has become a living link to their holiness.

NOTES:

Copyright © 2026 by the Holy Bishopric of Morphou, Cyprus. Distributed by Uncut Mountain Press.

Full color interior

46 full-page color images

DETAILS

First published: May 27, 2026

Length: 304 pages

Size: 6.75 in. x 9.50 in.

Softcover

ISBN: 978-9925-630-05-9

CENTRAL DISPOSITION 

Price: €20 (for Cyprus and Greece, and for Amerika $28.00 https://uncutmountainpress.com/products/the-homilies-of-metropolitan-neophytos-of-morphou-vol-i  

tel.: (+357) 22824811 , (+357) 22932414 , 01-02-03

e-mail: costas@immorfou.org.cy

Responsible: Konstantinos Papapolyviou, tel: 99620057

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ Ζ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
25: 13-19

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ᾿Αγρίππας ὁ βασιλεὺς καὶ Βερνίκη κατήντησαν εἰς Καισάρειαν ἀσπασόμενοι τὸν Φῆστον. Ὡς δὲ πλείους ἡμέρας διέτριβον ἐκεῖ, ὁ Φῆστος τῷ βασιλεῖ ἀνέθετο τὰ κατὰ τὸν Παῦλον λέγων· Ἀνήρ τίς ἐστι καταλελειμμένος ὑπὸ Φήλικος δέσμιος, περὶ οὗ γενομένου μου εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἐνεφάνισαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τῶν ᾿Ιουδαίων αἰτούμενοι κατ᾿ αὐτοῦ δίκην· πρὸς οὓς ἀπεκρίθην ὅτι οὐκ ἔστιν ἔθος ῾Ρωμαίοις χαρίζεσθαί τινα ἄνθρωπον εἰς ἀπώλειαν πρὶν ἢ ὁ κατηγορούμενος κατὰ πρόσωπον ἔχοι τοὺς κατηγόρους τόπον τε ἀπολογίας λάβοι περὶ τοῦ ἐγκλήματος. Συνελθόντων οὖν αὐτῶν ἐνθάδε ἀναβολὴν μηδεμίαν ποιησάμενος τῇ ἑξῆς καθίσας ἐπὶ τοῦ βήματος ἐκέλευσα ἀχθῆναι τὸν ἄνδρα· περὶ οὗ σταθέντες οἱ κατήγοροι οὐδεμίαν αἰτίαν ἐπέφερον ὧν ὑπενόουν ἐγώ, ζητήματα δὲ τινα περὶ τῆς ἰδίας δεισιδαιμονίας εἶχον πρὸς αὐτὸν καὶ περί τινος ᾿Ιησοῦ τεθνηκότος, ὃν ἔφασκεν ὁ Παῦλος ζῆν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ Ζ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
16: 23-33

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὅσα ἄν αἰτήσητε τὸν πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί μου, δώσει ὑμῖν. ἕως ἄρτι οὐκ ᾐτήσατε οὐδὲν ἐν τῷ ὀνόματί μου· αἰτεῖτε καὶ λήψεσθε, ἵνα ἡ χαρὰ ὑμῶν ᾖ πεπληρωμένη. Ταῦτα ἐν παροιμίαις λελάληκα ὑμῖν· ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα ὅτε οὐκέτι ἐν παροιμίαις λαλήσω ὑμῖν, ἀλλὰ παρρησίᾳ περὶ τοῦ πατρὸς ἀπαγγελῶ ὑμῖν. ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἐν τῷ ὀνόματί μου αἰτήσεσθε· καὶ οὐ λέγω ὑμῖν ὅτι ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα περὶ ὑμῶν· αὐτὸς γὰρ ὁ πατὴρ φιλεῖ ὑμᾶς, ὅτι ὑμεῖς ἐμὲ πεφιλήκατε, καὶ πεπιστεύκατε ὅτι ἐγὼ παρὰ τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθον. ἐξῆλθον παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον· πάλιν ἀφίημι τὸν κόσμον καὶ πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα. Λέγουσιν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· Ἴδε νῦν παρρησίᾳ λαλεῖς, καὶ παροιμίαν οὐδεμίαν λέγεις. νῦν οἴδαμεν ὅτι οἶδας πάντα καὶ οὐ χρείαν ἔχεις ἵνα τίς σε ἐρωτᾷ· ἐν τούτῳ πιστεύομεν ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐξῆλθες. ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἄρτι πιστεύετε· ἰδοὺ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐλήλυθεν, ἵνα σκορπισθῆτε ἕκαστος εἰς τὰ ἴδια καὶ ἐμὲ μόνον ἀφῆτε· καὶ οὐκ εἰμὶ μόνος, ὅτι ὁ πατὴρ μετ’ ἐμοῦ ἐστι. ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἐν ἐμοὶ εἰρήνην ἔχητε.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Aγίου Ανδρέου του διά Χριστόν Σαλού (28 Μαΐου)

O Άγιος Aνδρέας ο διά Xριστόν σαλός εν ειρήνη τελειούται

Παύλου το ρήμα και μεταστάς Aνδρέας,
Hμείς γε μωροί διά Xριστόν κεκράγει1.

Άγιος Ανδρέας ο διά Χριστόν Σαλός

Ο βίος του Οσίου Ανδρέου συντάχθηκε από τον πρεσβύτερο Νικηφόρο της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, περί τα μέσα του 10ου αιώνος μ.Χ. (956 – 959 μ.Χ.), επί βασιλείας του Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου. Ο Όσιος Ανδρέας, ο διά Χριστόν σαλός, καταγόταν από την Σκυθία και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Λέοντος ΣΤ’ του Σοφού (886 – 912 μ.Χ.).

Ο Όσιος Ανδρέας από παιδική ηλικία είχε πουληθεί ως δούλος σε κάποιον πρωτοσπαθάριο και στρατηλάτη της Ανατολής, ονομαζόμενο Θεόγνωστο, άνδρα ενάρετο και ευσεβή, ο οποίος τόσο αγάπησε τον μικρό Ανδρέα, ώστε τον μεταχειρίστηκε ως υιό του, φροντίζοντας για την επιμελή και θεοσεβή μόρφωση αυτού.

Τον Ανδρέα είλκυαν περισσότερο από κάθε άλλο τα ιερά γράμματα και ιδιαίτερα οι Βίοι και τα Μαρτύρια των αγωνιστών της Χριστιανικής πίστεως. Τέτοιος υπήρξε ο ζήλος του προς αυτά, ώστε αποκλήθηκε «σαλός» (μωρός), διότι ο ζήλος του αυτός τον ωθούσε πολλές φορές στο να υπομένει εμπαιγμούς, ταπεινώσεις και βαριές ύβρεις και να προβαίνει σε διαβήματα που κρίνονται ως ανισόρροπα και εκκεντρικά. Αλλά εκείνος υπέμενε τους εξευτελισμούς, παρηγορούμενος από το ότι πολλές φορές πετύχαινε να επαναφέρει στην ευθεία οδό παραστρατημένες υπάρξεις.

Άγιος Ανδρέας ο διά Χριστόν Σαλός

Αλλά ο Όσιος Ανδρέας διακρινόταν και για την φιλανθρωπία και την αγαθοποιία του. Όχι μόνο μοιραζόταν τα υπάρχοντά του με τους φτωχούς, αλλά προσέφερε ότι είχε και ο ίδιος έμενε νηστικός και γυμνός. σε εκείνους που τον παρατηρούσαν για τις υπερβολικές αγαθοεργίες του, υπενθύμιζε τους λόγους του Κυρίου “ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε”, και τους έλεγε ότι στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου, και μάλιστα του πάσχοντος αδελφού, έβλεπε τον Χριστό.

Κάποια νύκτα σηκώθηκε για να προσευχηθεί. Ο φθονερός διάβολος δεν ήταν δυνατόν να τον αφήσει απείρακτο. Μόλις άρχισε την προσευχή του έρχεται με πολύ θόρυβο και του κτυπά την πόρτα. Ο μακάριος ως νέος και μη γνωρίζοντας από τις πονηρίες του διαβόλου, φοβήθηκε, σταμάτησε την προσευχή του και ξάπλωσε στο κρεβάτι του και σκεπάστηκε. Όταν είδε ο σατανάς ότι φοβήθηκε και άφησε την προσευχή χάρηκε και λέγει στον άλλο δαίμονα: “Να! ακόμα αυτός είναι βρέφος, τρέχουν τα σάλια του, και προετοιμάζεται για να κάνει πόλεμο εναντίον μας”. Αφού τα είπε αυτά εξαφανίστηκε.

Ο μακάριος Ανδρέας αποκοιμήθηκε. Βλέπει τότε στον ύπνο του ότι βρέθηκε στο θέατρο της πόλεως. Από το ένα μέρος υπήρχαν πολλοί άνδρες λευκοφόροι (ασπροντυμένοι) και φωτεινοί και από το άλλο ήταν ένα πολύ μεγάλο πλήθος κατάμαυροι αράπηδες. Ζητούσαν και τα δύο μέρη να παλέψουν. Οι κατάμαυροι είχαν ανάμεσα τους ένα μεγαλύτερο, που ήταν χιλίαρχος, και έλεγαν προς τους λευκοφόρους: “Όποιος θέλει από σας, ας βγει να πολεμήσει με αυτόν”.

Ενώ ο Άγιος έστεκε και άκουε τα λεγόμενα, βλέπει να κατεβαίνει από τον ουρανό κάποιος νέος πάρα πολύ ωραίος, λαμπρότερος του ήλιου στη όψη, κρατώντας στα χέρια του τρία υπέροχα στεφάνια. Το ένα ήταν στολισμένο με μαργαριτάρια, το δεύτερο με πολύτιμες πέτρες και το τρίτο με κρίνα και άνθη του Παραδείσου. Ήταν δε αυτά και αμάραντα και είχαν τόση ευωδία ώστε θαύμαζε ο μακάριος Ανδρέας και επιθυμούσε, αν ήταν δυνατόν, να πάρει κάποιο από εκείνα τα στεφάνια.

Πλησιάζει λοιπόν τον νέο και του λέει: “Στον Χριστό που πιστεύεις, πόσο πουλάς αυτά τα στεφάνια; Θέλω να μάθω. Αν και εγώ δεν μπορώ να τα αγοράσω όμως θα τρέξω γρήγορα να το πω στο αφεντικό μου για να έλθει να πάρει αυτό κάποιο από αυτά και να σου δώσει όσα χρήματα θέλεις”. Αυτά αφού τα άκουσε ο νέος, ο οποίος ήταν ο ίδιος ο Χριστός, χαμογέλασε και λέει στον Ανδρέα: “Πίστεψε με στ’ αλήθεια, αγαπητέ, ότι αν μου φέρεις όλο το χρυσάφι του κόσμου, δεν δίνω ούτε ένα άνθος από αυτά τα στεφάνια ούτε σε σένα, αλλά ούτε και στο αφεντικό σου. Γιατί αυτά δεν ανήκουν στο μάταιο αυτό κόσμο, όπως νομίζεις, αλλά στους ουράνιους θησαυρούς, με τους οποίους στεφανώνονται όσοι νικήσουν εκείνους τους μαύρους. Εάν, λοιπόν, θέλεις και συ κανένα απ’ αυτά τα στεφάνια πάλεψε με εκείνον τον ακάθαρτο αράπη και αν τον νικήσεις όχι μόνο αυτά θα σου δώσω αλλά όσα θέλεις”.

Όταν τα άκουσε αυτά ο μακάριος Ανδρέας πήρε θάρρος και λέει σ’ αυτόν: “Κύριε μου, δέχομαι να παλέψω, μόνο δίδαξε με με ποιόν τρόπο θα τον νικήσω”. Είπε τότε ο Κύριος προς τον Ανδρέα: “Γνώριζε, αγαπητέ, ότι αυτοί οι αράπηδες είναι μόνο θρασείς, αλλά δεν έχουν καμιά δύναμη. Μη φοβηθείς λοιπόν που τον βλέπεις τόσον μεγάλο, διότι είναι σαν το χόρτο σάπιος και αδύνατος”. Αφού τον ενθάρρυνε, τον έπιασε από τη μέση και του έδειξε πως να παλέψει με τον αράπη. Του παράγγειλε δε τα εξής: “Όταν σε πιάσει ο αράπης, μη φοβηθείς, αλλά αγκάλιασε τον σε σχήμα σταυρού και θα δεις τη δύναμη του Θεού”.

Άγιος Ανδρέας ο διά Χριστόν Σαλός

Τότε μπήκε στη μέση του θεάτρου ο Ανδρέας και είπε με δυνατή φωνή: “Μαυρισμένε, έλα να παλέψουμε”. Όταν είδε ο αράπης εκείνος, ο χιλίαρχος των δαιμόνων, ότι τον ζητούσε ο Ανδρέας σηκώθηκε και ερχόταν με μεγάλη υπερηφάνεια να τον αρπάξει και τον φοβέριζε με το βλέμμα του. Ο Ανδρέας τον έπιασε σταυροειδώς και τον έριξε κάτω στη γη ώστε για πολλή ώρα έμεινε άφωνος. Τότε χάρηκαν πάρα πολύ οι λευκοφόροι και αμέσως έτρεξαν, τον αγκάλιασαν και τον καταφιλούσαν και τον άλειφαν με θεϊκό μύρο. Οι δε κατάμαυροι αράπηδες έφυγαν καταντροπιασμένοι.

Αμέσως τότε ο γεμάτος δόξα εκείνος νέος έδωσε τα στεφάνια στον μακάριο Ανδρέα και καταφιλώντας τον του είπε: “Από σήμερα είσαι δικός μου φίλος. Να αγωνίζεσαι τον καλόν αγώνα γυμνός και περιφρονημένος. Γίνε σαλός για μένα, για να σε αξιώσω πολλών αγαθών στη Βασιλεία μου”.

Ο Άγιος, σε μία ολονύκτια Ακολουθία στο ναό των Βλαχερνών είδε τη Θεοτόκο στον ουρανό προσευχόμενη και να σκεπάζει το λαό με το τίμιο ωμοφόριό της (Εορτή της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου στις 1 και 28 Οκτωβρίου).

Κάποια ημέρα συνέβη κάτι παράδοξο στο θεράποντα του Κυρίου. Κατά την συνήθειά του, για να μην γνωρίζει κανείς την εργασία του στους προθάλαμους των εκκλησιών, όπου προσευχόταν, πορευόταν κρυφά προς το ναό της Πανυμνήτου Θεοτόκου, στην αριστερά στοά της αγοράς του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Έτυχε, τότε, κάποιο παιδί να διέρχεται τη λεωφόρο, εκτελώντας διαταγή του κυρίου του. Ο Όσιος πήγαινε προς το ναό για να προσευχηθεί· το παιδί τάχυνε το βήμα του και τον πρόφθασε, χωρίς ο Όσιος να το αντιληφθεί. Όταν έφθασε προ των πυλών του ναού ο Ανδρέας, Θεού θέλοντος, εξέτεινε τη δεξιά του χείρα και αφού σφράγισε με το σημείο του τιμίου Σταυρού τις πύλες, αυτές ευθύς υποχώρησαν. Εισήλθε στο ναό και άρχισε τις προσευχές, μη γνωρίζοντας ότι κάποιος τον παρακολουθούσε. Το παιδί, το οποίο ακολουθούσε τον Όσιο, γνώριζε ότι ο άνθρωπος ήταν σαλός. Όταν τον είδε να ανοίγει αυτομάτως τις πύλες του ναού, έφριξε και κυριεύθηκε από τρόμο, έλεγε, λοιπόν, στον εαυτό του: «Ποιόν δούλο του Θεού οι κατά αλήθειαν μωροί σαλό ονομάζουν! Πόσο μεγάλος άγιος είναι, και εμείς οι ανόητοι αγνοούμε! Πόσους κρυφούς δούλους έχει ο Θεός και ουδείς γνωρίζει τα περί αυτών!».

Αυτά λογιζόταν το παιδί και πλησίασε, για να μάθει τί κάνει ο Άγιος εντός του ναού. Βλέπει, λοιπόν, αυτόν προ του άμβωνος να κρέμεται στον αέρα και να προσεύχεται. Κατεπλάγη από το παράδοξο τούτο θέαμα και αναχώρησε, για να εκτελέσει την διαταγή του κυρίου του. Ο Όσιος τελείωσε την προσευχή του και έφυγε. Εξερχόμενος από το ναό, ασφάλισε πάλι τις θύρες με το σημείο του Σταυρού. Τότε αντιλήφθηκε την παρουσία του παιδιού και λυπήθηκε, επειδή κάποιος οικέτης έγινε θεατής των συμβάντων. Ανέμενε την επιστροφή του παιδιού, για να του παραγγείλει να μην αποκαλύψει τα περί του Οσίου. Συνάντησε το παιδί και είπε: “Φύλαξε, τέκνον, όλα όσα είδες στον τόπο τούτο και θα έχεις το έλεος του Κυρίου του Θεού”.

Μία ημέρα, προς το τέλος της αγίας Τεσσαρακοστής, ο λαός της βασιλευούσης των πόλεων, της Κωνσταντινουπόλεως, επευφημούσε τον Δεσπότη Χριστό μετά βαΐων και ύμνων. Βλέπει, τότε, ο μακάριος Ανδρέας, κάποιον γέροντα, ωραίο κατά την εξωτερική εμφάνιση, να εισέρχεται στο ναό της του Θεού Σοφίας. Πλήθος λαού τον ακολουθούσε, με βάϊα και σταυρούς, οι οποίοι έλαμπαν ως αστραπή· μελωδούσαν μέλος τερπνό, ηδύ και σωτήριο. Ο ένας στον άλλο παραχωρούσε το προβάδισμα και όλοι κατευθύνονταν προς τον άμβωνα. Ο γέροντας εκείνος κατείχε κινύρα και έκρουε τις χορδές συνοδεύοντας τους ψάλτες. Ο μακάριος ετέρπετο από το θέαμα και την ψαλμωδία, σκίρτησε και είπε: «Μνήσθητι Κύριε τοῦ Δαβὶδ καὶ πάσης τῆς πραότητος αὐτοῦ. Ἰδού, ἀκούσαμε τὴν Κυρία τὴν Κυριοπρεσβεύτρια καὶ τὴν εὑρήκαμε ὅμοια πρὸς τὴ Σοφίαν τὴν τερπνή». Αυτά έλεγε ο Άγιος. Κάποιοι από τους παρευρισκόμενους σοφούς έλεγαν: «Πώς, σαλέ; Αναφέρεται στο στίχο αυτό του ψαλμού η Παναγία; Τί είναι αυτά τα οποία λέγεις;», και εξ αιτίας της άγνοιάς τους γέλασαν και αναχώρησαν. Ο μακάριος τα έλεγε αυτά επειδή είδε τον Δαβίδ με άλλους Προφήτες να έχουν έλθει εκεί.
Έτσι θεοφιλώς έζησε ο διά Χριστόν σαλός Όσιος Ανδρέας και κοιμήθηκε με ειρήνη σε ηλικία 66 ετών. Ευθύς ευωδίασαν μύρα και θυμιάματα στον τόπο εκείνο, όπου άφησε το πνεύμα του ο Άγιος. Μία γυναίκα φτωχή, η οποία διέμενε πλησίον οσφράνθηκε την ηδύπνοο και ασύγκριτη ευωδία, την ακολούθησε, λοιπόν, αυτή και έφθασε στον τόπο εκείνο όπου βρισκόταν ο Άγιος. Βρήκε τον μακάριο νεκρό και ανέβλυζε μύρο από το τίμιο λείψανό του. Έτρεξε, λοιπόν, και ανήγγειλε το θαύμα, επικαλούμενη με όρκο ως μάρτυρα τον Θεό. Πολλοί συγκεντρώθηκαν τότε, αλλά δεν βρήκαν το τίμιο λείψανο του Οσίου. Τους προκαλούσε κατάπληξη, όμως, η ευοσμία του μύρου και των θυμιαμάτων. Ο Κύριος, ο Οποίος γνωρίζει τα κρίματα εκάστου και τα απόκρυφα κατορθώματα του Οσίου Ανδρέα, μετέθεσε το λείψανο του Αγίου. Η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη του στις 28 Μαΐου.

Προσευχή του Αγίου Ανδρέου προ της μακαρίας κοιμήσεώς του

«Ὁ Πατέρας, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, Τριὰς ἡ ζωοποιὸς καὶ ὁμοούσιος, σύνθρονος καὶ ἀμέριστος, παρακαλοῦμέν Σε οἱ πένητες, οἱ ξένοι, οἱ πτωχοὶ καὶ γυμνοί· οἱ μὴ ἔχοντες ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι· ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου κλίνομεν τὸ γόνυ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, τῆς καρδίας καὶ τοῦ πνεύματος καὶ δεόμεθά Σου καὶ ἱκετεύομέν Σε, τὸν Θεόν, τὸ φοβερὸν ὄνομα Σαβαώθ· ἀγαθὲ καὶ ἅγιε Δέσποτα, πλαστουργέ, ποιητά, παντοκράτωρ κλῖνον τὸ οὖς σου καὶ πρόσδεξε εὐμενῶς τὴν ἱκετήριον δέησιν ἡμῶν τῶν ταπεινῶν καὶ ἀξίωσόν μας νὰ ἁγιασθῶμεν, ἐν τῇ δυνάμει καὶ τῷ ὀνόματί Σου, Κύριε, οἰκτίρμον, ἐλεῆμον, μακρόθυμε καὶ πολυέλεε. Ἐλθέ, Πατέρα, Υἱὲ καὶ Πνεῦμα Ἅγιο· ἐλθέ, τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μετὰ συμπαθείας διὰ τὰ παραπτώματά μας, τὰ ἐν λόγῳ ἢ ἔργῳ ἢ ἐν ἐνθυμήσει ἢ διανοίᾳ. Πάριδε καὶ ἄφες ταῦτα ἀγαθέ, εὔσπλαχνε, ἐλεῆμον, πολυέλεε. Καὶ μὴ μᾶς καταισχύνῃς· μὴ μᾶς ἀπορρίψῃς ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου· Σύ, ὁ Ὁποῖος ἀπὸ ἀγάπην ὑπερβολικὴν καὶ γλυκυτάτην φιλανθρωπίαν, κάμπτεσαι ἀπὸ τὰς προσευχὰς τῶν φίλων Σου».

Πηγή: https://www.orthodoxoiorizontes.gr/Agiologia/Osioi/Osios_Andreas_o_dia_Xriston_salos.htm

Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Eλικωνίδος (28 Μαΐου)

Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Eλικωνίδος

Ελικωνίς τμηθείσα την κάραν ξίφει,
Oυχ’ Eλικώνα, αλλ’ Eδέμ τρυφήν έχει1.

Aύτη η Aγία ήτον κατά τους χρόνους Γορδιανού και Φιλίππου των βασιλέων, εν έτει σλη΄ [238], καταγομένη από την Θεσσαλονίκην. Πιασθείσα δε ως Xριστιανή, εφέρθη προς τον δούκα της Kορίνθου Περίνιον ονόματι, και επειδή δεν επείσθη να θυσιάση εις τα είδωλα, αλλ’ εκήρυξε τον Xριστόν Θεόν αληθινόν, τούτου χάριν, πρώτον μεν έδεσαν τους πόδας της με το λουρί του ζυγού των βοών, και έρριψαν αυτήν κατά γης, έπειτα αναλύσαντες μολύβι και άσφαλτον (το οποίον ομοιάζει ωσάν το τιάφι) και πίσσαν, έβαλον μέσα εις αυτά την Aγίαν, ευγήκεν όμως έξω χωρίς να βλαβή. Mετά ταύτα εξύρισαν την κεφαλήν της διά καταισχύνην, και έβαλον φωτίαν εις όλον το σώμα της. Ύστερον εμβήκεν η Aγία μέσα εις τον ναόν των ειδώλων, και διά προσευχής της εκρήμνισεν εις την γην το είδωλον της Aθηνάς, και του Διός, και του Aσκληπιού. Όθεν διά την αιτίαν ταύτην έκοψαν τα βυζία της. Aφ’ ου δε έγινε διάδοχος του Περινίου Iουστίνος ο ανθύπατος, τότε εφέρθη η Aγία και προς αυτόν, μη πεισθείσα δε να προσφέρη σπονδάς και θυσίαν εις τα είδωλα, εβάλθη μέσα εις αναμμένον καμίνι. Eπειδή δε η φλόγα δεν έγγισε την Aγίαν τελείως, διά τούτο μετά ταύτα άπλωσαν αυτήν επάνω εις ένα χαλκούν και πυρωμένον κρεββάτι. Eπιφανέντες δε εις την Aγίαν οι Aρχάγγελοι Mιχαήλ και Γαβριήλ, υγίαναν τας σάρκας αυτής, αι οποίαι αναλύσασαι, έτρεχον κατά γης. Όθεν αβλαβής φυλαχθείσα από την βάσανον αυτήν, ερρίφθη εις τα θηρία διά να την φάγουν. Tα θηρία όμως, εις μεν την Aγίαν ούτε έγγισαν τελείως, από δε τους υπηρέτας του ανθυπάτου εθανάτωσαν εκατόν είκοσι. Διά τούτο έλαβεν η Aγία την του θανάτου απόφασιν, και λοιπόν αποκεφαλισθείσα η μακαρία, ανέβη στεφανηφόρος εις τα Oυράνια2.

Σημειώσεις

1. Eν δε τω χειρογράφω Συναξαριστή ούτω γράφεται ο δεύτερος ούτος ίαμβος· «Πλάνης έλικας και πλοκάς πάσας λύει».

2. Σημείωσαι, ότι περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις Mηναίοις η μνήμη και το Συναξάριον του Oσίου Iωάννου του Ψυχαΐτου. Tαύτα γαρ προεγράφησαν κατά την εβδόμην του παρόντος Mαΐου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Ζ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
23: 1-11

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἀτενίσας ὁ Παῦλος τῷ συνεδρίῳ εἶπεν· Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ πάσῃ συνειδήσει ἀγαθῇ πεπολίτευμαι τῷ Θεῷ ἄχρι ταύτης τῆς ἡμέρας. Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς ᾿Ανανίας ἐπέταξε τοῖς παρεστῶσιν αὐτῷ τύπτειν αὐτοῦ τὸ στόμα. Τότε ὁ Παῦλος πρὸς αὐτὸν εἶπε· Τύπτειν σε μέλλει ὁ Θεός, τοῖχε κεκονιαμένε· καὶ σὺ κάθῃ κρίνων με κατὰ τὸν νόμον, καὶ παρανομῶν κελεύεις με τύπτεσθαι! Οἱ δὲ παρεστῶτες εἶπον· Τὸν ἀρχιερέα τοῦ Θεοῦ λοιδορεῖς; Ἔφη τε ὁ Παῦλος· Οὐκ ᾔδειν, ἀδελφοί, ὅτι ἐστὶν ἀρχιερεύς· γέγραπται γάρ· «Ἄρχοντα τοῦ λαοῦ σου οὐκ ἐρεῖς κακῶς». Γνοὺς δὲ ὁ Παῦλος ὅτι τὸ ἓν μέρος ἐστὶ Σαδδουκαίων, τὸ δὲ ἕτερον Φαρισαίων, ἔκραξεν ἐν τῷ συνεδρίῳ· Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ Φαρισαῖός εἰμι, υἱὸς Φαρισαίου· περὶ ἐλπίδος καὶ ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι. Τούτου δὲ αὐτοῦ λαλήσαντος ἐγένετο στάσις τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν Σαδδουκαίων, καὶ ἐσχίσθη τὸ πλῆθος. Σαδδουκαῖοι μὲν γὰρ λέγουσι μὴ εἶναι ἀνάστασιν μήτε ἄγγελον μήτε πνεῦμα, Φαρισαῖοι δὲ ὁμολογοῦσι τὰ ἀμφότερα. Ἐγένετο δὲ κραυγὴ μεγάλη, καὶ ἀναστάντες οἱ γραμματεῖς τοῦ μέρους τῶν Φαρισαίων διεμάχοντο λέγοντες· Οὐδὲν κακὸν εὑρίσκομεν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ· εἰ δὲ πνεῦμα ἐλάλησεν αὐτῷ ἢ ἄγγελος, μὴ θεομαχῶμεν. Πολλῆς δὲ γενομένης στάσεως εὐλαβηθεὶς ὁ χιλίαρχος μὴ διασπασθῇ, ὁ Παῦλος ὑπ᾿ αὐτῶν, ἐκέλευσε τὸ στράτευμα καταβῆναι καὶ ἁρπάσαι αὐτὸν ἐκ μέσου αὐτῶν ἄγειν τε εἰς τὴν παρεμβολήν. Τῇ δὲ ἐπιούσῃ νυκτὶ ἐπιστὰς αὐτῷ ὁ Κύριος εἶπε· Θάρσει, Παῦλε· ὡς γὰρ διεμαρτύρω τὰ περὶ ἐμοῦ εἰς ῾Ιερουσαλήμ, οὕτω σε δεῖ καὶ εἰς ῾Ρώμην μαρτυρῆσαι.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΙΩΑΝΝΟΥ ΟΣΙΟΥ ΤΟΥ ΡΩΣΟΥ)
Πρὸς Τιμόθεον Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
2: 1-10

Τέκνον Τιμόθεε, ἐνδυναμοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, καὶ ἃ ἤκουσας παρ᾿ ἐμοῦ διὰ πολλῶν μαρτύρων, ταῦτα παράθου πιστοῖς ἀνθρώποις, οἵτινες ἱκανοὶ ἔσονται καὶ ἑτέρους διδάξαι. Σὺ οὖν κακοπάθησον ὡς καλὸς στρατιώτης ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Οὐδεὶς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις, ἵνα τῷ στρατολογήσαντι ἀρέσῃ. Ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ. Τὸν κοπιῶντα γεωργὸν δεῖ πρῶτον τῶν καρπῶν μεταλαμβάνειν. Νόει ὃ λέγω· δῴη γάρ σοι ὁ Κύριος σύνεσιν ἐν πᾶσι. Μνημόνευε ᾿Ιησοῦν Χριστὸν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ, κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου, ἐν ᾧ κακοπαθῶ μέχρι δεσμῶν ὡς κακοῦργος· ἀλλ᾿ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται. Διὰ τοῦτο πάντα ὑπομένω διὰ τοὺς ἐκλεκτούς, ἵνα καὶ αὐτοὶ σωτηρίας τύχωσι τῆς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ μετὰ δόξης αἰωνίου.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Ζ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
16: 15-23

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· πάντα ὅσα ἔχει ὁ Πατὴρ ἐμά ἐστι· διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν. μικρὸν καὶ οὐκέτι θεωρεῖτέ με, καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με, ὅτι ἐγὼ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα. Εἶπον οὖν ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ πρὸς ἀλλήλους· Τί ἐστι τοῦτο ὃ λέγει ἡμῖν, μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέ με, καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με, καί ὅτι ἐγὼ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα; ἔλεγον οὖν· Τοῦτο τί ἐστιν ὃ λέγει τὸ μικρόν; οὐκ οἴδαμε τί λαλεῖ. ἔγνω οὖν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἤθελον αὐτὸν ἐρωτᾶν, καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Περὶ τούτου ζητεῖτε μετ’ ἀλλήλων ὅτι εἶπον, μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέ με καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με; ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι κλαύσετε καὶ θρηνήσετε ὑμεῖς, ὁ δὲ κόσμος χαρήσεται· ὑμεῖς δὲ λυπηθήσεσθε, ἀλλ’ ἡ λύπη ὑμῶν εἰς χαρὰν γενήσεται. ἡ γυνὴ ὅταν τίκτῃ, λύπην ἔχει, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα αὐτῆς· ὅταν δὲ γεννήσῃ τὸ παιδίον, οὐκέτι μνημονεύει τῆς θλίψεως διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον. καὶ ὑμεῖς οὖν λύπην μὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία, καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν. καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἐμὲ οὐκ ἐρωτήσετε οὐδέν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὅσα ἄν αἰτήσητε τὸν πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί μου, δώσει ὑμῖν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΙΩΑΝΝΟΥ ΟΣΙΟΥ ΤΟΥ ΡΩΣΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
6: 17-23

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔστη ὁ Ἰησοῦς ἐπὶ τόπου πεδινοῦ, καὶ ὄχλος μαθητῶν αὐτοῦ, καὶ πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς Ἰουδαίας καὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ τῆς παραλίου Τύρου καὶ Σιδῶνος, οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι αὐτοῦ καὶ ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν νόσων αὐτῶν, καὶ οἱ ὀχλούμενοι ἀπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, καὶ ἐθεραπεύοντο· καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτει ἅπτεσθαι αὐτοῦ, ὅτι δύναμις παρ’ αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰᾶτο πάντας. Καὶ αὐτὸς ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἔλεγε· Μακάριοι οἱ πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. μακάριοι οἱ πεινῶντες νῦν, ὅτι χορτασθήσεσθε. μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε. μακάριοί ἐστε ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς καὶ ὀνειδίσωσι καὶ ἐκβάλωσι τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρὸν ἕνεκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Χαίρετε ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ καὶ σκιρτήσατε· ἰδοὺ γὰρ ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τῷ οὐρανῷ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ