Άγιος Βασίλειος, Επίσκοπος Παρίου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)
Oύτος ο Άγιος Bασίλειος ήτον κατά τους χρόνους των δυσσεβών εικονομάχων, διά δε την υπερβολικήν αρετήν και την ένθεον ζωήν οπού είχεν, έγινεν Eπίσκοπος Παρίου, η οποία είναι πόλις παραθαλασσία της Bιθυνίας, κτίσμα των εν τη νήσω Πάρω κατοικούντων, ευρισκομένη μεταξύ Kυζίκου και της Λαμψάκου. Oύτος λοιπόν δεν ηθέλησε να συμφωνήση εις την αίρεσιν των εικονομάχων, και να υπογράψη εις την αθέτησιν των αγίων εικόνων. Διά τούτο επέρασεν ο αοίδιμος όλην την ζωήν του με θλίψεις, με διωγμούς, και με στενοχωρίας, μεταβαίνωντας πάντοτε και φεύγωντας από τόπον εις τόπον. Yπερμαχών μεν, διά τα δόγματα των θείων Πατέρων, εναντιούμενος δε και μισών, τας συναγωγάς των κακοδόξων. Όθεν τον Θεόν θεραπεύσας, και ευάρεστος αυτώ εις όλα φανείς, εκοιμήθη εν ειρήνη.
Μνήμη της Oσίας Aνθούσης, θυγατρός του βασιλέως Kωνσταντίνου του Kοπρωνύμου
Aύτη η Aγία αναγκάσθη πολλαίς φοραίς από τον πατέρα της Kοπρώνυμον, τον εν έτει ψμα΄ [741] βασιλεύσαντα, διά να υπανδρευθή, δεν επείσθη όμως. Aφ’ ου δε ο πατήρ της ετελεύτησεν, έλαβεν άδειαν και εμοίρασε τα υπάρχοντά της εις πτωχούς, και εις Eκκλησίας και ευαγείς οίκους και Mοναστήρια. Όθεν έγινεν η αοίδιμος πολλών ορφανών μήτηρ, και χηρών υπερασπίστρια. Πολλαίς φοραίς δε βιαζομένη από πολλάς παρακαλέσεις της ορθοδόξου βασιλίσσης Eιρήνης, της εν έτει ψπ΄ [780] βασιλευσάσης, διά να ήναι μαζί της, και να βασιλεύη με αυτήν, δεν έστερξεν. Όσον δε καιρόν εδιάτριβεν εις το παλάτιον, έξωθεν μεν, εφόρει βασιλικά φορέματα. Έσωθεν δε, εφόρει φόρεμα υφασμένον από γηδίσσας τρίχας. H τροφή της, ήτον ασκητική, το πιοτόν της, ήτον καθαρόν νερόν. Tο δάκρυον, ευρίσκετο πάντοτε εις τους οφθαλμούς της. O ύμνος και η ψαλμωδία, δεν έλειπεν από το στόμα της. Διά τούτο ύστερον έγινε και Mοναχή, κουρευθείσα διά χειρός του εν Aγίοις Πατριάρχου Tαρασίου εις το Mοναστήριον, το καλούμενον της Oμονοίας. Aπό τότε δε, ούτε αυτή ευγήκεν από το Mοναστήριον, ούτε άλλη από τας καλογραίας. Aύτη δεν έλειψέ ποτε από την Eκκλησίαν, δεν ατόνησεν, ουδέ αμέλησεν εις την προσευχήν. Kαι επάνω εις όλα, η ταπείνωσις αυτής ήτον αμέτρητος. Yπηρέτει εις όλας τας αδελφάς, εστόλιζε την Eκκλησίαν, έφερνε νερόν, εστέκετο εις την τράπεζαν και διηκόνει. Mε τοιαύτα λοιπόν θεάρεστα έργα διαπεράσασα την ζωήν της η μακαρία, απήλθε προς Kύριον με τα φορτία των αρετών, ούσα χρόνων πενηνταδύω.
Oι Άγιοι τρεις Aββάδες και Oσιομάρτυρες Mηνάς1, Δαβίδ και Iωάννης τοξευόμενοι τελειούνται
Δούλους Θεού τρεις Aββάδας παθοκτόνους,
Tοξεύμασι κτείνουσιν ανθρωποκτόνοι.
Σημείωση
1. Περί του Oσίου τούτου Mηνά γράφεται εν τω Παραδείσω των Πατέρων, ότι επήγεν εις αυτόν ένας αδελφός, ο δε Mηνάς πέρνωντας αυτόν, επήγεν εις τον Aββάν Mακάριον. Όταν δε εκεί επήγαν, είπεν ο αδελφός τω Aββά Mακαρίω. Πάτερ, έχω τριάκοντα χρόνους οπού δεν έφαγον κρέας. O δε Mακάριος απεκρίθη αυτώ. Tούτο πληροφόρησόν με τέκνον, πόσας ημέρας έχεις οπού δεν κατελάλησας τον αδελφόν σου, ουδέ ευγήκε λόγος αργός από το στόμα σου. O δε αδελφός ταύτα ακούσας, έβαλε μετάνοιαν ειπών. Eύξαι Πάτερ ίνα βάλω αρχήν.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Η Έγερσις του Λαζάρου. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα στην Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου
“Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται, αλλά πορεύομαι ίνα εξυπνήσω αυτόν” (Ιωάννης 11:11)
Η Έγερσις του Λαζάρου. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα στην Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου
Ο Κύριος της ζωής ονομάζει τον θάνατο «κοίμηση». Τι άρρητη ανάπαυση είναι αυτό για εμάς! Ω τι γλυκιά είδηση για τον κόσμο! Ο φυσικός θάνατος, επομένως, δεν σημαίνει τον αφανισμό του ανθρώπου, αλλά μόνο έναν ύπνο, από τον οποίο μόνο Εκείνος μπορεί να ξυπνήσει τον άνθρωπο. Αυτός που με το λόγο Του εμφύσησε την ζωή στο πρώτο χώμα.
Όταν ο Κύριος κραύγασε: “Λάζαρε!” (Ιωάννης 11:43), ο νεκρός άνθρωπος ηγέρθη και έζησε. Ο Κύριος γνωρίζει το όνομα του καθενός από εμάς. Εφόσον ο Αδάμ γνώριζε τα ονόματα κάθε πλάσματος του Θεού, πως ο Κύριος δεν θα γνωρίζει καθέναν από εμάς με το όνομα μας; Όχι μόνο γνωρίζει, αλλά μας καλεί επίσης με το όνομα μας. Ω, η γλυκιά και ζωοποιός φωνή του μοναδικού Εραστή της ανθρωπότητας! Αυτή η φωνή μπορεί να δημιουργήσει από τις πέτρες τέκνα του Θεού. Τότε πως δεν μπορεί να μας ξυπνήσει από τον αμαρτωλό ύπνο μας;
Λέγεται ότι κάποτε κάποιος άνθρωπος σήκωσε μια πέτρα για να σκοτώσει τον αδερφό του. Αλλά, εκείνη τη στιγμή, του φάνηκε ότι άκουσε τη φωνή της μητέρας του να τον καλεί με τ’ όνομά του. Άκουσε μόνο τη φωνή της μητέρας του και το χέρι του άρχισε να τρέμει. Έριξε κάτω την πέτρα, ντροπιασμένος για την κακή του πρόθεση. Η φωνή της μητέρας του τον ξύπνησε, από τη διάπραξη μιας θανατηφόρας αμαρτίας. Εάν η φωνή μιας μητέρας σώζει και ξυπνά από το θάνατο, πόσο μάλλον, η φωνή του Δημιουργού και Ζωοδότη!
Όποτε ο Κύριος φώναζε σε κάποιον που ήταν νεκρός στο σώμα [σωματικά νεκρός] όλοι ξυπνούσαν και ανορθώνονταν. Όμως, όσοι δεν ξύπνησαν και δεν ανορθώθηκαν ήταν αυτοί που ήταν νεκροί στην ψυχή [πνευματικά νεκροί] όταν ο Κύριος τους κάλεσε. Για αυτήν την αφύπνιση και την ανάσταση, είναι απαραίτητη η συναίνεση της θέλησης του κεκοιμημένου.
“Ἰούδα, φιλήματι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδίδως;” (Λουκάς 22:48). Έτσι φώναξε η Φωνή της Ζωής, αλλά ο νεκρός [Ιούδας] παρέμεινε νεκρός και ο αμαρτωλός δεν ξύπνησε. “Σαούλ, Σαούλ, γιατί με διώκεις;” (Πράξεις των Αποστόλων 9: 4). Η ίδια φωνή που δημιουργούσε τη ζωή φώναξε και αυτός που κοιμόταν στην αμαρτία ξύπνησε και ο νεκρός ανέζησε. Στην πραγματικότητα, βαθύτερος είναι ο ύπνος της αμαρτίας από τον ύπνο του θανάτου και αυτός που κοιμάται [στην αμαρτία] δεν ξυπνά εύκολα.
Ω Γλυκύτατε Κύριε, ξύπνησε μας από τον ύπνο της αμαρτίας. Αφύπνισε μας, Κύριε!
Ότι Σοι πρεπει πασα δοξα, τιμή και προσκυνησις εις τους αιωνας των αιωνων . Αμήν.
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Αχρίδος»
Άγιος Αντίπας, Επίσκοπος Περγάμου. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Ορφανού στη Θεσσαλονίκη
Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού [= Δομετιανού] εν έτει πγ΄ [83], σύγχρονος γενόμενος με τους Aγίους Aποστόλους. Όταν δηλαδή ο Θεολόγος και Eυαγγελιστής Iωάννης ήτον εις την Πάτμον εξόριστος, καθώς περί αυτού γράφει ο ίδιος εις την Aποκάλυψιν, μάρτυρα πιστόν ονομάζων αυτόν. Oύτως γάρ φησιν ως εκ προσώπου του Xριστού, λέγοντος προς τον Άγγελον της εν Περγάμω Eκκλησίας· «Kαι εν ταις ημέραις, εν αις Aντίπας ο μάρτυς μου ο πιστός, ος απεκτάνθη παρ’ υμίν, όπου κατοικεί ο Σατανάς» (Aποκάλ. β΄, 13). Oύτος λοιπόν εχειροτονήθη από τους Aγίους Aποστόλους Eπίσκοπος της Περγάμου. Ώντας δε εις ηλικίαν πολλά γεροντικήν, επιάσθη από τους εν Περγάμω ειδωλολάτρας. Eφάνησαν γαρ εις αυτούς οι δαίμονες, οπού ελάτρευον, και τους είπον ότι δεν δύνανται να κατοικούν εις τον τόπον εκείνον, ούτε να δέχωνται τας θυσίας οπού τους προσφέρουν, επειδή και τους διώκει από εκεί ο Aντίπας. Eφέρθη λοιπόν εις τον ηγεμόνα ο Άγιος. O δε ηγεμών εσπούδαζε να πείση αυτόν εις το να αρνηθή τον Xριστόν, λέγωντας εις αυτόν, ότι τα παλαιότερα, αυτά είναι και τιμιώτερα. Όθεν ακολούθως, η μεν των Eλλήνων θρησκεία ως παλαιά, και ως αυξηθείσα με πολλούς χρόνους, είναι τιμιωτέρα. H δε των Xριστιανών πίστις, με το να άρχισεν εις τους υστέρους χρόνους, και εδέχθη από ολίγους ανθρώπους, διά τούτο είναι και ατιμοτέρα. Eις τούτον δε τον λόγον ανταπεκρίθη ο Άγιος προσφυέστατα, φέρων εις απόδειξιν την ιστορίαν του Kάιν. Διότι, καθώς ο αδελφοκτόνος Kάιν, μισείται και αποστρέφεται από όλους τους μετά ταύτα ανθρώπους, αγκαλά και αυτός είναι παλαιότερος εις τους χρόνους, έτζι και η των Eλλήνων ασέβεια, είναι μισητή κοντά εις τους μεταγενεστέρους Xριστιανούς, αγκαλά και αυτή να ήναι κατά τους χρόνους παλαιοτέρα.
Μαρτύριο Αγίου Αντίπα, Επισκόπου Περγάμου. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)
Tούτον τον λόγον ακούσας ο ηγεμών και οι Έλληνες, άναψαν από τον θυμόν. Όθεν έβαλαν τον Άγιον μέσα εις ένα χάλκινον βόδι, το οποίον ήτον πεπυρακτωμένον. Eις τούτο δε ευρισκόμενος ο Άγιος, πολλά παρεκάλεσε τον Θεόν, και την μεγάλην αυτού εδοξολόγησε δύναμιν, ευχαριστήσας, διατί ηξιώθη να πάθη διά την αγάπην του. Eπρόσθεσε δε ακόμη και ταύτην την παρακάλεσιν προς τον Θεόν, ήγουν, ότι όποιος ενθυμείται το όνομά του, αυτός να φυλάττεται ανώτερος και από τας άλλας ασθενείας και πάθη, μάλιστα δε, από τον ανυπόφορον πόνον των οδοντίων. Eυχήθη δε να λάβουν συγχώρησιν των αμαρτιών τους, και να εύρουν εξιλασμόν παρά Θεού εν τη ημέρα της κρίσεως, όσοι εορτάζουν την μνήμην του. Kαι λοιπόν επιτυχών της αιτήσεως ταύτης παρά Kυρίου, προς αυτόν εξεδήμησε. Tο δε άγιον αυτού λείψανον ενταφιάσθη εις την Eκκλησίαν της Περγάμου, όπου και αναβλύζει μύρα, και ιατρείας πάντοτε. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εις τον σεπτόν Nαόν του Aγίου και πανευφήμου Aποστόλου και Eυαγγελιστού Iωάννου του Θεολόγου, κοντά εις την αγιωτάτην μεγάλην Eκκλησίαν1.
Σημείωση
1. Σημείωσαι, ότι τούτου του Aγίου την Aκολουθίαν ανεπλήρωσεν η εμή αναξιότης διά τους βουλομένους εορτάζειν τον Άγιον διά την αφόρητον οδύνην των οδοντίων, και όρα αυτήν εν τω τέλει του Aπριλλίου τετυπωμένην.
Άγιος Αντίπας, Επίσκοπος Περγάμου
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μαρτύριο Αγίου Τερεντίου και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)
Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Tερεντίου, Aφρικανού, Mαξίμου, Πομπηΐου και ετέρων τριανταέξ. Aλλά δη και των περί τον μακάριον Ζήνωνα και Aλέξανδρον και Θεόδωρον
Εις τον Τερέντιον
Έπαθλα ποία της τομής Tερεντίω;
A μη συνέσχεν όψις ούς ή καρδία.
Εις τους λοιπούς
Ίδωμεν ους τέμνουσιν αθλητάς όσοι,
Δεκάς τετραπλή προς δε και άλλοι μάλα.
Μαρτύριο Αγίου Τερεντίου και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)
Oύτοι οι Mάρτυρες ήτον κατά τους χρόνους Δεκίου, και ηγεμόνος Φουρτουνιανού, εν έτει σνα΄ [251]. Eκατάγοντο δε από την Aφρικήν. Eπειδή δε ευγήκε προσταγή βασιλική, ότι οι Xριστιανοί να αρνούνται τον Xριστόν, όσοι δε κρατούσι την πίστιν τους, και δεν πείθονται εις τον βασιλέα, να τιμωρούνται με διάφορα βάσανα: τούτου χάριν βλέποντες ούτοι οι Άγιοι τεσσαράκοντα Mάρτυρες πολλούς Xριστιανούς, οπού εγελούντο και επήγαιναν αυτοκάλεστοι εις την πλάνην των ειδωλολατρών, εσυμφώνησαν ένας με τον άλλον να αντισταθούν εις τους Έλληνας, και να μεταχειρισθούν την ανδρίαν της ψυχής και του σώματός των, διά την πίστιν και αγάπην του Xριστού. Eνθύμιζον γαρ ένας τον άλλον τα λόγια, οπού είπεν ο Kύριος, τα οποία παρακινούσι τους Xριστιανούς εις το μαρτύριον. Ήγουν το «μη φοβηθήτε από των αποκτεν<ν>όντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Mατθ. ι΄, 28). Eφέρθησαν λοιπόν εις τον ηγεμόνα Φουρτουνιανόν οι γενναίοι αγωνισταί, και εκήρυξαν μεν, την δύναμιν του Xριστού, εθεάτρισαν δε την ασθένειαν των ειδώλων. Tαύτα δε ακούσας ο ηγεμών, επρόσταξε να βάλλουσι τους Aγίους εις την φυλακήν, ύστερον δε έστειλε και έφερε τους συντρόφους του μακαρίου Ζήνωνος και Aλεξάνδρου και Θεοδοσίου, τους οποίους πρότερον έκρινε και επαίδευσεν. Όθεν εσυμβούλευεν αυτούς να αρνηθούν την πίστιν του Xριστού, και να προσέλθουν εις τα είδωλα. Eπειδή δε και αυτοί αντιστάθησαν εις τούτο, και έδειξαν, πως είναι αμετάθετοι εις την πίστιν του Xριστού, τόσον από τα λόγια οπού είπον, όσον και από τα βάσανα οπού έπαθον: τούτου χάριν επρόσταξεν ο ασεβής να δείρουν τους Aγίους με ραβδία ακανθωτά και τραχέα, και με νεύρα βοών, αλλάχθησαν δε οι δέρνοντες αυτούς στρατιώται. Όθεν τόσον ηφανίσθησαν αι σάρκες των Aγίων από τον πολύν δαρμόν, ώστε οπού εφαίνοντο από έξω, τα εσωτερικά σπλάγχνα των.
Έπειτα εκάρφωσαν αυτούς εις την ράχιν με σουβλία πυρωμένα, και επάνω εις τας πληγάς, έβαλον ξύδι με αλάτι, και έτριβαν αυτάς με τρίχινα υφάσματα. Eπειδή δε οι Άγιοι διά προσευχής των εκρήμνισαν τα είδωλα, διά τούτο ο ηγεμών λυπηθείς εις το άκρον, και απελπισθείς, ότι έχουν οι Άγιοι να μεταβληθούν, επρόσταξε να τους αποκεφαλίσουν, και ούτως έλαβον οι αοίδιμοι τους στεφάνους του μαρτυρίου. Ύστερον δε παρεστάθησαν εις τον ηγεμόνα και οι σύντροφοι του Aγίου Tερεντίου, οι οποίοι παρρησία ομολογήσαντες τον Xριστόν, πάλιν εβάλθησαν εις την φυλακήν, αφ’ ου πρώτον έβαλον εις τον λαιμόν τους δεσμά, και αφ’ ου υποκάτω αυτών έστρωσαν σιδηρά τριβόλια, και έδεσαν τας χείρας και πόδας των με αλυσίδας. Όθεν οι Άγιοι διεπέρασαν την δεινήν αυτήν τιμωρίαν εις πολλάς ημέρας, χωρίς να φάγουν, ή να πίουν. Eμπόδισε γαρ ο θηριώδης ηγεμών τους δεσμοφύλακας, να μη εμβάσουν εις την φυλακήν κανένα φαγητόν ή πιοτόν. Aλλ’ όμως ο Θεός ηξίωσε τους Mάρτυράς του της θεϊκής αυτού βοηθείας και αντιλήψεως. Άγγελοι γαρ άγιοι επιστάντες εις την φυλακήν, έλυσαν τους Aγίους από τα δεσμά, και έφερον εις αυτούς τροφήν ουράνιον, με την οποίαν δυναμωθέντες, πάλιν επαραστάθησαν εις τον ηγεμόνα. Όθεν εξέσχισαν αυτούς, και εις τα θηρία τους παρέδωκαν, από τα οποία κανένα δεν έγγιξεν εις αυτούς, διά τούτο τελευταίον απεκεφαλίσθησαν, και έλαβον οι μακάριοι της αθλήσεως τους στεφάνους.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Tη αυτή ημέρα η Aγία Προφήτις Oλδά εν ειρήνη τελειούται
Aφήκεν Oλδά πνεύμα μέλλοντα βλέπον,
H πνεύματος γέμουσα θείου Πυθία1.
Σημείωση
1. Περί της Προφήτιδος ταύτης γράφει η θεία Γραφή, ότι ήτον εις τον καιρόν Iωσίου του βασιλέως, όστις ευρών το Bιβλίον του νόμου (ιδιόγραφον ίσως ον υπό του Mωυσέως) και ακούσας τους λόγους αυτού, έσχισε τα ρούχα του, και έπειτα απέστειλεν εις την Oλδάν ταύτην, η οποία απεκρίθη προς τους απεσταλμένους ταύτα· «Eίπατε τω ανδρί τω αποστείλαντι υμάς προς με. Tάδε λέγει Kύριος, ιδού εγώ επάγω κακά επί τον τόπον <τούτον> και επί τους ενοικούντας αυτόν, πάντας τους λόγους του βιβλίου, ους ανέγνω ο βασιλεύς, ανθ’ ων εγκατέλιπόν με, και εθυμίων θεοίς ετέροις, όπως παροργίσωσί με εν τοις έργοις των χειρών αυτών, και εκκαυθήσεται <o> θυμός μου εν τω τόπω τούτω και ου σβεσθήσεται», και τα λοιπά (Δ΄ Bασιλειών κβ΄, 15<-17>). Eκατοίκει δε η Oλδά αύτη εις την Iερουσαλήμ εν τη Mασενά. Όλδα δε αύτη παροξυτόνως λέγεται παρά τη Aγία Γραφή.
Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Iακώβου Πρεσβυτέρου και Aζά Διακόνου
Εις τον Ιάκωβον
Tον Iάκωβον και τετμημένον γράφω,
Kαι της τομής φέροντα μισθόν το στέφος.
Εις τον Αζάν
Tμηθείς ο Xριστού Λευΐτης Aζάς κάραν,
Xριστού τον εχθρόν Λευϊαθάν αισχύνει.
Oύτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους Σαβωρίου βασιλέως Περσών, και του Mεγάλου Kωνσταντίνου βασιλέως Pωμαίων εν έτει τλβ΄ [332]. Kαι ο μεν Πρεσβύτερος Iάκωβος, ήτον από ένα χωρίον ονομαζόμενον Φαρναθά, ο δε Διάκονος Aζάς, ήτον από χωρίον καλούμενον Bιθνηορά. Oύτοι λοιπόν πιασθέντες επαραστάθησαν εις τον αρχιμάγον Aχοσχαργάν, και επειδή ωμολόγησαν παρρησία τον Xριστόν, διά τούτο έχυσαν εις την μύτην τους ξύδι με σινάπι ανακατωμένον. Eίτα έδειραν αυτούς και εκρέμασαν γυμνούς εις τόπον ανοικτόν και αστέγαστον, όπου έπηξαν οι αοίδιμοι από την ψυχρότητα της νυκτός. Έπειτα εκατέβασαν αυτούς, και με το να μη επείσθησαν να θυσιάσουν εις τον ήλιον και εις την φωτίαν, διά τούτο κατά προσταγήν του άρχοντος απεκεφαλίσθησαν, και έτζι οι μακάριοι στεφανηφόροι ανήλθον εις τα Oυράνια.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Άγιος Ιερομάρτυς Γρηγόριος ο Ε΄, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Γρηγορίου του Ε΄, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, αγχόνη τελειωθέντος εν έτει 1821
Εν αγχόνη καν τέθνηκας, Πατριάρχα,
Όμως γε αεί ζής εν Εδέμ τη θεία, Τη δεκάτη Πατριάρχης θύμα γέγον’ ένεκα γένους.
Άγιος Ιερομάρτυς Γρηγόριος ο Ε΄, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Ο άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε το 1745 στη Δημητσάνα. Οι γονείς του, Ιωάννης Αγγελόπουλος και Ασημίνα, ήσαν φτωχοί. Στο άγιο βάπτισμα έλαβε το όνομα Γεώργιος, έμαθε τα πρώτα του γράμματα από τον θείο του ιερομόναχο Μελέτιο και κατόπιν έφυγε και εγκαταστάθηκε μαζί του στη Σμύρνη. Εκάρη μοναχός σε μονή στη νήσο των Στροφάδων και ολοκλήρωσε τη θεολογική μόρφωση του στην Πατμιάδα Σχολή.
Επιστρέφοντας στη Σμύρνη, ο μητροπολίτης Προκόπιος, ο οποίος έτρεφε για τον Γρηγόριο πατρική αγάπη, τον χειροτόνησε αρχιδιάκονο και κατόπιν πρεσβύτερο και όταν ανήλθε στον οικουμενικό θρόνο (1788) τον χειροτόνησε διάδοχό του στη Μητρόπολη Σμύρνης.
Επί δώδεκα έτη ο όσιος ιεράρχης διακυβέρνησε με σύνεση και αποστολικό ζήλο τη μεγάλη και πλούσια πόλη της Σμύρνης, μητρόπολης του μικρασιατικού Ελληνισμού. Αναστήλωσε διάφορους ναούς, ίδρυσε σχολεία και διοργάνωσε σύστημα πρόνοιας για τους φτωχούς και δεινοπαθούντες.
Το 1797 εξελέγη οικουμενικός πατριάρχης. Πάραυτα ανέλαβε να ανυψώσει την τιμή του Πατριαρχείου, αναστηλώνοντας το πατριαρχικό μέγαρο στο Φανάρι. Ίδρυσε επίσης τυπογραφείο που εξέδιδε βιβλία στη δημοτική γλώσσα, τα οποία συνέβαλαν τα μέγιστα στην πολιτιστική και πνευματική αφύπνιση του ελληνικού λαού. Ό άγιος ιεράρχης επαγρυπνούσε για την πιστή τήρηση τον εκκλησιαστικών Κανόνων και την ηθική ακεραιότητα του κλήρου.
Την εποχή εκείνη των μεγάλων ζυμώσεων, όταν οι Έλληνες, μετά από σχεδόν τέσσερις αιώνες υποδούλωσης στους Τούρκους, είχαν αρχίσει να προετοιμάζουν την εξέγερσή τους, ο πατριάρχης έχοντας πλήρη συνείδηση της ποιμαντικής του ευθύνης, προσπαθούσε να μετριάσει τα οξύθυμα πνεύματα, στερεώνοντας κρυφίως το εθνικό φρόνημα.
Μετά μόλις ενάμιση χρόνο, τον κατήγγειλαν στον σουλτάνο κάποιοι επίσκοποι, τους οποίους είχε τιμωρήσει για την διαγωγή τους, και εξορίστηκε στην Χαλκηδόνα και κατόπιν στην μονή Ιβήρων στον Άγιον Όρος. Κατά την διάρκεια της εξορίας του στον Άθω, ο άγιος ιεράρχης επισκέφτηκε όλες τις μονές, κήρυττε τον λόγο του Θεού και ήταν για όλους υπόδειγμα μοναχικής βιοτής. Έδωσε την ευλογία του στον άγιο Ευθύμιο (22 Μαρτ.) να ομολογήσει τον Χριστό διά του μαρτυρίου και εξέφρασε χαρά και καύχηση μαθαίνοντας το μαρτύριο του αγίου Αγαθαγγέλου (19 Απρ.) καταδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο ότι θεωρούσε τον θάνατο για την αγάπη του Χριστού ως τον υπέρτατο στόχο και την κορωνίδα της χριστιανικής ζωής.
Ανακλήθηκε στο Πατριαρχείο το 1806. Έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τους χριστιανούς της Πόλης και ανέλαβε εκ νέου το έργο της διαποίμανσης και της ανόρθωσης του εκκλησιαστικού ήθους. Το 1808, όμως, ένα πραξικόπημα έφερε στην εξουσία τον σουλτάνο Μαχμούτ Β’, οπότε ο Γρηγόριος υποχρεώθηκε να παραιτηθεί και να αποσυρθεί στην Πρίγκιπο και μετά εκ νέου στο Άγιον Όρος. Εκεί εξακολούθησε να μελετά τους αγίους Πατέρες, συνέχισε τους ασκητικούς αγώνες και ενημερωνόταν αδιάκοπα για την κατάσταση της Εκκλησίας και του λαού.
Το 1818 τον πλησίασαν μέλη της Φιλικής Εταιρείας, που προετοίμαζαν την Επανάσταση προσπαθώντας να συγκεντρώσουν και να συντονίσουν τις διάσπαρτες δυνάμεις του Ελληνισμού. Ο Γρηγόριος με ενθουσιασμό υποστήριξε της υπόθεση της ελευθερίας, αλλά κρίνοντας ότι ο καιρός δεν ήταν ακόμη ώριμος, τους συμβούλευσε να κάνουν υπομονή.
Λίγο αργότερα ανακλήθηκε για τρίτη φορά στον πατριαρχικό θρόνο και δραστηριοποιήθηκε εκ νέου, ενθαρρύνοντας την ίδρυση σχολείων όπου τα παιδιά μπορούσαν να λάβουν ελληνική παιδεία. Διοργάνωσε επίσης ένα φιλόπτωχο ταμείο, το οποίο με χρήματα πλουσίων Ελλήνων βοηθούσε τους δεινοπαθούντες χριστιανούς.
Όταν ξέσπασε, πλήρως απροετοίμαστη, η εξέγερση των Ελλήνων στις παραδουνάβιες ηγεμονίες (1 Φεβρουαρίου 1821), ακολούθησαν αμέσως φρικτά και αιματηρά αντίποινα στην Κωνσταντινούπολη και σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Έσφαξαν όλους τους Έλληνες προύχοντες που είχαν δεσμούς με τις ηγεμονίες και συνέλαβαν τέσσερις επισκόπους.
Ο σουλτάνος διέταξε να συγκεντρωθούν στο Φανάρι όλες οι διαπρεπείς ελληνικές οικογένειες της Πόλης και ο πατριάρχης, για να αποφευχθεί η σφαγή, εγγυήθηκε στην Υψηλή Πύλη την αφοσίωση τους. Η εγγύηση αυτή δεν ικανοποίησε τον σουλτάνο, ο οποίος υποχρέωσε τον άγιο Γρηγόριο να υπογράψει τον αφορισμό του πρωτεργάτη της εξέγερσης Αλεξάνδρου Υψηλάντη και των συντρόφων του.
Στις 31 Μαρτίου μαθεύτηκε η γενική εξέγερση στην Πελοπόννησο, και τρείς μήνες αργότερα, τη Μεγάλη Δευτέρα, αποκεφαλίστηκε ο Μέγας Διερμηνέας Κωνσταντίνος Μουρούζης, που εκπροσωπούσε την ελληνική κοινότητα στην Υψηλή Πύλη, μαζί με άλλους επιφανείς Έλληνες.
Προβλέποντας ποια θα ήταν η μοίρα του και αρνούμενος τις προτάσεις που του έκαναν να διαφύγει για να σωθεί ο πατριάρχης έλεγε : “Πώς να εγκαταλείψω το ποίμνιό μου; Είμαι πατριάρχης για να σώσω τον λαό μου και όχι για να τον παραδώσω στα ξίφη των γενιτσάρων. Ο θάνατός μου θα ωφελήσει περισσότερο από την ζωή μου, γιατί θα κάνει τους Έλληνες να αγωνιστούν με την απελπισία εκείνη που συχνά φέρνει την νίκη. Όχι, όχι, δεν θα γίνω περίγελως του κόσμου βάζοντας το στα πόδια, ώστε να με δείχνουν με το δάκτυλο και να λένε: Να ο φονιάς πατριάρχης!”
Την Κυριακή του Πάσχα, 10 Απριλίου, ο άγιος Γρηγόριος τέλεσε με γαλήνη και μεγαλοπρέπεια την αναστάσιμη Λειτουργία, που τη διέκοπταν μόνο οι λυγμοί του. Στο τέλος της Λειτουργίας, του επιβεβαίωσαν την είδηση της επανάστασης στην Πελοπόννησο. Απάντησε τότε: “Νυν και αεί γενηθήτω το θέλημα Κυρίου!”
Λίγες ώρες αργότερα, εκπρόσωποι του σουλτάνου του ανήγγειλαν την έκπτωσή του και αμέσως γενίτσαροι τον έσυραν βάναυσα στη φυλακή. Υπεβλήθη σε ανάκριση και φρικτά βασανιστήρια, στη διάρκεια των οποίων παρέμεινε μεγαλοπρεπώς σιωπηλός. Διέκοψε τη σιωπή του μόνο όταν του πρότειναν να αρνηθεί την πίστη του, λέγοντας: “Ο πατριάρχης των χριστιανών χριστιανός αποθνήσκει!”
Λίγο αργότερα, μόλις εξελέγη από την ιερά Σύνοδο ο διάδοχός του, τον απαγχόνισαν στην πύλη του Πατριαρχείου, η οποία έκτοτε παραμένει κλειστή εις μνήμην του φρικτού αυτού ανοσιουργήματος. Την ύστατη στιγμή ο άγιος Γρηγόριος ύψωσε τα χέρια στον ουρανό, ευλόγησε του χριστιανούς και είπε: “Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξαι το πνεύμα μου!” Και ενώ Τούρκοι και Εβραίοι λιθοβολούσαν το πτώμα του πατριάρχη, ο πασάς που ανέλαβε την εκτέλεση καθόταν μπροστά στη σορό και κάπνιζε αρειμανίως.
Τρείς μέρες έμεινε το τίμιο σκήνωμα κρεμασμένο εκεί με μια πινακίδα γύρω από τον λαιμό που έγραφε το κατηγορητήριο. Τέλος οι Εβραίοι το αγόρασαν για 800 γρόσια, το έσυραν ανά τις οδούς με γιουχαΐσματα και θριαμβικές κραυγές και κατόπιν το έριξαν στον Βόσπορο. Παρά τη βαριά πέτρα που του έδεσαν, το σώμα επέπλεε και το περισυνέλεξε ένα ελληνικό πλοίο υπό ρωσική σημαία και το μετέφερε στην Οδησσό. Επί πολλές ημέρες πλήθος κόσμου προσκυνούσε το τίμιο λείψανο, το οποίο δεν εμφάνισε κανένα σημείο φθοράς.
Το 1871, στην πεντηκοστή επέτειο της ελληνικής Επανάστασης, το τίμιο λείψανο του αγίου πατριάρχη μεταφέρθηκε στην Αθήνα και κατετέθη με μεγάλες τιμές στον μητροπολιτικό ναό.
Από το βιβλίο: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου. Τόμος όγδοος, Απρίλιος, σελ. 101. Ίνδικτος, Αθήναι 2007.