Αρχική Blog Σελίδα 141

Ὁ ἅγιος νέος ἱερομάρτυς Μαρτύριος, ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Ὀρούντης (25 Ὀκτωβρίου)

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ὁ ἅγιος νέος ἱερομάρτυς Μαρτύριος ἔζησε κατὰ τὸν 18ο καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰ. καὶ ὑπῆρξε ἡγούμενος τῆς παρὰ τὸ χωριὸ Ὀροῦντα τῆς Μητροπόλεως Μόρφου Μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Τὰ ἐφεξῆς λίγα γνωστὰ στοιχεῖα γιὰ τὸ πρόσωπο καὶ τὸ μαρτύριό του στηρίζονται σὲ ἐκδεδομένη —πολὺ ἰσχυρὴ μέχρι σήμερα— ζῶσα λαϊκὴ παράδοση τῆς Ὀρούντης. 

Σύμφωνα μὲ τὴν ἀξιόπιστη αὐτὴ παράδοση —ἡ ὁποία νὰ σημειωθεῖ πὼς καθόλου δὲν συσχετίζει τὴ θανάτωση τοῦ ἡγουμένου μὲ τὰ γεγονότα τοῦ κυπριακοῦ 1821—, κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰ., μία ὁμάδα ἀπὸ Τουρκοάραβες μωαμεθανούς, ποὺ εἶχαν ἐγκατασταθεῖ στὸν μικρὸ συνοικισμὸ Ἀχερᾶς, ἐμφανίσθηκαν στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ ζητοῦσαν ἀπὸ τὸν ἡγούμενο νὰ τοὺς δώσει χρήματα. Αὐτός, γιὰ νὰ τοὺς ἀπαλλαγεῖ, τοὺς ἔστρωσε πλούσιο τραπέζι καί, ἀφοῦ αὐτοὶ ἔφαγαν καὶ ἤπιαν, ἀναχώρησαν ἥσυχα.

Ὁ χῶρος μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου ἱερομάρτυρος Μαρτυρίου

Τότε ὁ ἡγούμενος, προαισθανόμενος ὅτι θὰ ἐπανέρχονταν οἱ μωαμεθανοὶ νὰ τοῦ ξαναζητήσουν χρήματα, πῆρε μιὰ χάλκινη κατσαρόλα καὶ ἕνα πήλινο δοχεῖο καί, ἀφοῦ ἔβαλε μέσα τὰ χρήματα (χρυσὲς λίρες) καὶ τὰ κοσμήματα-ἀφιερώματα τῆς μονῆς, ἔσκαψε καὶ τὰ ἔκρυψε σὲ ἕνα χωράφι. Πράγματι, τὴν ἑπομένη ἦλθαν ξανὰ οἱ Ἀγαρηνοὶ καὶ ζητοῦσαν χρήματα ἀπὸ τὸν ἡγούμενο. Ὅταν αὐτὸς τοὺς ἀπάντησε πὼς δὲν εἶχε νὰ τοὺς δώσει, αὐτοὶ τὸν ἀνάγκασαν νὰ τοὺς ὑπογράψει ἕνα χαρτὶ ὅτι τοὺς χρεωστοῦσε κάποιο συγκεκριμένο ποσὸ χρημάτων. Μετὰ ἀπὸ αὐτό, σκότωσαν τὸν ἡγούμενο καὶ ἔριξαν τὸ πτῶμα του μέσα στὸν ἀλακατόλακκο (δεξαμενή), κοντὰ στὴ μονή, ἐνῶ παράλληλα ἐξεδίωξαν ἀπὸ ἐκεῖ τοὺς μοναχούς. Μέχρι σήμερα σώζεται καὶ ὑποδεικνύεται ἡ δεξαμενὴ ἐκείνη, στὴν ὁποία ρίχθηκε ὁ φονευμένος ἡγούμενος.

Ἔτσι, ὁ ἐνάρετος αὐτὸς ἡγούμενος, ἐνῶ θὰ μποροῦσε νὰ σώσει τὴ ζωή του, δίνοντας χρήματα στοὺς μωαμεθανούς, προτίμησε νὰ θυσιάσει τὴ ζωή του χάριν τῆς μονῆς του. Κι ἀκόμη, προτίμησε τὴ θανάτωσή του, παρότι γνώριζε ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ἀποφύγει ἀπαρνούμενος τὸν Χριστὸ καὶ ἀλλαξοπιστώντας.

Θέλοντας νὰ καλύψουν τὸ ἔγκλημά τους, τὴν ἑπομένη ξαναπῆγαν στὸ μοναστήρι μὲ τὶς φοράδες τους ἔνοπλοι, πῆγαν στὸ σπίτι τοῦ Τούρκου Ὀρουντιώτη Χατζησούφη, καὶ τοῦ πρότειναν νὰ πᾶνε μαζὶ νὰ κυνηγήσουν. Ξεκίνησαν ἀπὸ τὴν ἀνωτέρω δεξαμενή, δῆθεν γιὰ νὰ γεμίσουν μὲ νερὸ τὶς νεροκολοκύθες τους, καὶ προσποιήθηκαν ἄγνοια, ὅταν εἶδαν τὸ πτῶμα τοῦ ἡγουμένου, ποὺ ἐπέπλεε ἀκόμη στὸ νερό, λέγοντας πὼς εἶχε πνιγεῖ. Τελικὰ ἀποκάλυψαν στὸν Χατζησούφη τὴν ἐγκληματική τους ἐνέργεια, λέγοντας πὼς τάχα τοὺς χρωστοῦσε χρήματα ὁ ἡγούμενος, παρακαλώντας τον νὰ μὴν εἰπεῖ τίποτα σὲ κανένα. Ἀφοῦ ἐπέστρεψαν στὴν Ἀχερᾶ, πῆραν τὶς οἰκογένειές τους καὶ κατοίκησαν στὸ μοναστήρι.

Στὸ μεταξύ, πρὶν ἐπιστρέψουν οἱ Ἀγαρηνοί, οἱ ἄλλοι πατέρες τῆς μονῆς ἐνταφίασαν στὴν Ὀροῦντα τὸν ἡγούμενο καὶ σκέπτονταν νὰ μεταβοῦν στὴ Λάρνακα, νὰ καταγγείλουν στὰ ἐκεῖ εὐρωπαϊκὰ κονσουλάτα (προξενεῖα) τὸν φόνο τοῦ Γέροντά τους. Οἱ Ὀρουντιῶτες ὅμως τοὺς ἀπέτρεψαν, φοβούμενοι μήπως τοὺς ἔβρισκαν στὸν δρόμο οἱ Τοῦρκοι καὶ τοὺς σκότωναν καὶ ἐκείνους. 

Τελικὰ ἄλλοι Τοῦρκοι ἐξεδίωξαν τοὺς φονεῖς ἀπὸ τὴ μονή, στὴν ὁποία κατοίκησε ὁ ἀνωτέρω Χατζησούφης μὲ τὴν οἰκογένειά του. Στὴ συνέχεια τὰ χωράφια τῆς μονῆς πωλήθηκαν σταδιακά, καὶ κάποια ἀγοράστηκαν ἀπὸ Ὀρουντιῶτες. Τὸ 1874 βρέθηκε ἀπὸ χωριανοὺς πρῶτα ἡ κατσαρόλα μὲ ἀφιερώματα καὶ τὸν ἐπιστήθιο σταυρὸ τοῦ ἡγουμένου ἀπὸ σμάλτο καὶ χρυσό, καὶ κατόπιν τὸ πήλινο δοχεῖο μὲ τὰ χρυσὰ νομίσματα, γεγονὸς ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὴν παράδοση γιὰ τὸν φόνο τοῦ ἡγουμένου. Ἐπειδὴ αὐτοὶ ποὺ τὰ βρῆκαν τὸ διέδωσαν, μαθεύτηκε στὶς τουρκικὲς ἀρχές, ποὺ ἦλθαν καὶ ἔκαναν κατάσχεση τὰ εὑρεθέντα καὶ τὰ ἀπέστειλαν στὸν Σουλτάνο στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ δώσουν τελικὰ καὶ ὕστερα ἀπὸ καιρὸ σ᾽ αὐτοὺς ποὺ τὰ εἶχαν βρεῖ μιὰ ἀνταμοιβὴ γιὰ τὴν εὕρεση.

Ἡ περίπτωση αὐτὴ τῆς μέχρι θανάτου θυσίας τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου γιὰ νὰ μὴν παραδώσει τὰ ἱερὰ τιμαλφῆ, τὰ ἀφιερωμένα ἀπὸ τοὺς πιστοὺς στὸν Θεό, μᾶς παραπέμπει, μεταξὺ ἄλλων, σὲ δύο ἔξοχα παλαιὰ ὑποδείγματα ἁγίων ἀνδρῶν, τοῦ μεγαλομάρτυρος Λαυρεντίου τοῦ ἀρχιδιακόνου τοῦ θρόνου τῆς Ρώμης καὶ τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος, πατριάρχου Ἀλεξανδρείας.

Στὴν πρώτη περίπτωση, μετὰ τὴ μαρτυρικὴ τελείωση τοῦ ἀγίου Ξύστου πάπα Ῥώμης τὸν Αὔγουστο τοῦ 258, οἱ Ῥωμαῖοι διῶκτες ἀπαίτησαν ἀπὸ τὸν ἀρχιδιάκονο Λαυρέντιο, στὸν ὁποῖο ὁ Ξύστος εἶχε ἐμπιστευθεῖ τὰ τιμαλφῆ σκεύη κ.λπ. ἀφιερώματα τῆς Ἐκκλησίας, νὰ τοὺς τὰ παραδώσει. Αὐτὸς τότε ζήτησε τρεῖς ἡμέρες διορία, γιὰ νὰ συγκεντρώσει δῆθεν τοὺς θησαυροὺς ποὺ εἶχε, ἀλλ᾽ ἀντὶ τούτου διαμοίρασε τὴν κτημοσύνη τῆς Ἐκκλησίας σὲ πτωχούς, ἀρρώστους καὶ ὀρφανὰ τῆς πόλης. Τὴν τρίτη ἡμέρα παρουσιάστηκε μὲ μερικοὺς ἀπὸ αὐτοὺς στοὺς διῶκτες του, λέγοντας ὅτι ἐκεῖνοι οἱ πτωχοὶ ἦταν οἱ θησαυροὶ τῆς Ἐκκλησίας, ὁπόταν οἱ Ῥωμαῖοι στρατιῶτες, γεμάτοι ὀργή, παρέδωσαν τὸν Λαυρέντιο στὸν διὰ πυρὸς θάνατο [1].

Στὴ δεύτερη περίπτωση, ὅταν ὁ διοικητὴς τῆς Ἀφρικῆς πατρίκιος Νικήτας ἐπιχείρησε νὰ κατάσχει τὰ χρήματα τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας, μετὰ ἀπὸ ὑποβολὲς κάποιων πονηρῶν ἀνδρῶν ὅτι τάχα ὁ ἅγιος Ἰωάννης τὰ σκορπίζει ἄσκοπα ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ὁ ἅγιος τοῦ ἔδωσε τὴν ἐξῆς θαυμαστὴ ἀπάντηση:  «Οὐ δίκαιον οἶμαι, κῦρι ὁ πατρίκιος, τὰ τῷ ἐπουρανίῳ βασιλεῖ προσενεχθέντα τῷ ἐπιγείῳ προσενέγκαι. εἰ δὲ καὶ ὅλως τίποτε τοιοῦτον ἔκρινας, πίστευσον, Ἰωάννης ὁ ἐλάχιστος κατὰ συγχώρησιν Θεοῦ ἐπίσκοπος ἓν ἐξ αὐτῶν νουμὶν οὐ δίδει σοι». Κι ὅταν τόλμησε ὁ πατρίκιος Νικήτας καὶ τὰ ἅρπαξε τυραννικά, ὁ Θεὸς μὲ θαυμαστὸ σημεῖο καὶ μὲ τὴν ὑπομονὴ καὶ ἀνεξικακία τοῦ ἁγίου, τὸν ἔκανε καὶ τὰ ἐπέστρεψε μὲ ταπείνωση καὶ μετάνοια στὸν ἅγιο [2].

Ὡς πρὸς τὸ ὄνομα τοῦ νεομάρτυρος τούτου ἡγουμένου, ποὺ δὲν ἔχει διασωθεῖ καὶ δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ παρόντος γνωστό, ἡ σημερινὴ ἀδελφότητα τῆς ἱερᾶς μονῆς Ἁγίου Νικολάου Ὀρούντης εἰσηγεῖται διὰ τοῦ οἰκείου αὐτῆς Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου τὴν ἐπὶ τοῦ παρόντος καθιέρωση τοῦ ὀνόματός του ὡς Μαρτύριος, καθόσον τοῦτο τυγχάνει ἰδιαίτερα ἐμφαντικὸ τοῦ μαρτυρικοῦ του τέλους, καὶ προτείνει ὡς ἰδιαίτερη ἡμέρα μνήμης του τὴν 25η Ὀκτωβρίου, κατὰ τὴν ὁποία τιμᾶται ὁ ὁμώνυμος μάρτυρας Μαρτύριος, νοτάριος τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Παύλου, ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ὁμολογητοῦ.

Βιβλιογραφία: Δημήτριος Χ. Πετρίδης, «Μιὰ λαϊκὴ παράδοση γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ μοναστηριοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ὀρούντας», Ἐπετηρίδα Κέντρου Μελετῶν Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου, τόμ. 5 (2001), σσ. 529-538· Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου Ὀρούντας, Σύντομο Ἱστορικό, [Λευκωσία 2015], σ. 5.

ΕΠΙΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Τὰ Μαρτύρια τῶν ἁγίων Λαυρεντίου ἀρχιδιακόνου, Ξύστου πάπα Ῥώμης καὶ Ἱππολύτου πρεσβυτέρου (ἡ μνήμη του στὶς 10 Αὐγούστου) βλ. στὴν BHG 976-978b. 

2 Βλ. τὸ σχετικὸ ἀπόσπασμα τοῦ Βίου (CPG 7884) τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος στό: Ἀρχιμ. Φώτιος Ἰωακεὶμ (ἐπιμ.), Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἐλεήμων, ὁ πολιοῦχος τῆς Μητροπόλεως Λεμεσοῦ, (ἐκδ.) Ἱερὰ Μητρόπολις Λεμεσοῦ, Λεμεσὸς 2018, σσ. 138-142. 

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων και νοταρίων Mαρκιανού και Mαρτυρίου (25 Οκτωβρίου)

Μαρτύριο των Αγίων Μαρκιανού και Μαρτυρίου των νοταρίων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων και νοταρίων Mαρκιανού και Mαρτυρίου

Xριστού καλάμους τους νοταρίους νόει,
Eις αίμα το σφων εκ ξίφους βεβαμμένους.
Πέμπτη Mαρκιανόν τάμον εικάδι Mαρτύριόν τε.

Μαρτύριο των Αγίων Μαρκιανού και Μαρτυρίου των νοταρίων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Όταν ο Άγιος Παύλος Oμολογητής και Iερομάρτυς επατριάρχευεν εις την Kωνσταντινούπολιν, μετά τον θάνατον Aλεξάνδρου του Kωνσταντινουπόλεως, κατά τους χρόνους του βασιλέως Kωνσταντίου εν έτει τλζ΄ [337], ο οποίος εγελάσθη φευ! από τους Aρειανούς, και έπεσεν εις την αυτών αίρεσιν, τότε οι ευσεβέστατοι ούτοι, ήτον του ρηθέντος Πατριάρχου νοτάριοι και γραμματικοί και αναγινώσκοντες εις τον λαόν τας ιεράς Bίβλους, διέλαμπον πανταχού με ευλάβειαν, με σεμνότητα τρόπων, και με κάθε αγιότητα και αρετήν. Mάλιστα δε και εξαιρέτως με Oρθοδοξίαν. Aφ’ ου λοιπόν ο θείος Παύλος εξωρίσθη εις την Aρμενίαν, και εκεί εδέχθη το μακάριον τέλος, πνιχθείς από τους Aρειανούς1, οι Άγιοι ούτοι νοτάριοι ήλεγχον παρρησία τους δυσσεβείς, και εκήρυττον εις όλους, ότι ο Yιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα. Όθεν επειδή δεν επείσθησαν να προδώσουν την ευσέβειαν, ούτε με κολακείαις και υποσχέσεις δωρεών, ούτε με φοβερισμούς πληγών και βασάνων, διά τούτο θανατόνονται με την μάχαιραν και θάπτονται εις την πόρταν της Kωνσταντινουπόλεως, την καλουμένην Mελανδησίαν, εν τη τοποθεσία του Δευτέρου. Ύστερον δε, έκτισε Nαόν εκ θεμελίων εις το όνομά των ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Iωάννης ο Xρυσόστομος2.

Σημειώσεις

1. Oύτος εορτάζεται κατά την έκτην του Nοεμβρίου.

2. Tο Mαρτύριον τούτων συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Eπεχωρίαζε μεν και πρότερον». (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη των Iβήρων και εν άλλαις.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 24 Ὀκτωβρίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου (Κύπρος).

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Κ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
3: 8-19

Ἀδελφοί, τὰ πάντα ἐζημιώθην, καὶ ἡγοῦμαι σκύβαλα εἶναι, ἵνα Χριστὸν κερδήσω καὶ εὑρεθῶ ἐν αὐτῷ μὴ ἔχων ἐμὴν δικαιοσύνην τὴν ἐκ νόμου, ἀλλὰ τὴν διὰ πίστεως Χριστοῦ, τὴν ἐκ Θεοῦ δικαιοσύνην ἐπὶ τῇ πίστει, τοῦ γνῶναι αὐτὸν καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ καὶ τὴν κοινωνίαν τῶν παθημάτων αὐτοῦ, συμμορφούμενος τῷ θανάτῳ αὐτοῦ, εἴ πως καταντήσω εἰς τὴν ἐξανάστασιν τῶν νεκρῶν. Οὐχ ὅτι ἤδη ἔλαβον ἢ ἤδη τετελείωμαι, διώκω δὲ εἰ καὶ καταλάβω, ἐφ᾿ ᾧ καὶ κατελήφθην ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ ᾿Ιησοῦ. Ἀδελφοί, ἐγὼ ἐμαυτὸν οὔπω λογίζομαι κατειληφέναι· ἓν δέ, τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος κατὰ σκοπὸν διώκω ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. Ὅσοι οὖν τέλειοι, τοῦτο φρονῶμεν· καὶ εἴ τι ἑτέρως φρονεῖτε, καὶ τοῦτο ὁ Θεὸς ὑμῖν ἀποκαλύψει. Πλὴν εἰς ὃ ἐφθάσαμεν, τῷ αὐτῷ στοιχεῖν κανόνι, τὸ αὐτὸ φρονεῖν. Συμμιμηταί μου γίνεσθε, ἀδελφοί, καὶ σκοπεῖτε τοὺς οὕτω περιπατοῦντας, καθὼς ἔχετε τύπον ἡμᾶς. Πολλοὶ γὰρ περιπατοῦσιν, -οὓς πολλάκις ἔλεγον ὑμῖν, νῦν δὲ καὶ κλαίων λέγω, τοὺς ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, ὧν τὸ τέλος ἀπώλεια, ὧν ὁ Θεὸς ἡ κοιλία καὶ ἡ δόξα ἐν τῇ αἰσχύνῃ αὐτῶν, οἱ τὰ ἐπίγεια φρονοῦντες!

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΡΕΘΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΙΑΣ ΑΥΤΟΥ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
11:33-40, 12:1-2

Ἀδελφοί, οἳ ἅγιοι πάντες διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα Κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι. Τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι᾿ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν ᾿Ιησοῦν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Ε΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
10: 1-15

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀνέδειξεν ὁ Κύριος καὶ ἑτέρους ἑβδομήκοντα, καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς ἀνὰ δύο πρὸ προσώπου αὐτοῦ εἰς πᾶσαν πόλιν καὶ τόπον οὗ ἤμελλεν αὐτὸς ἔρχεσθαι. ἔλεγεν οὖν πρὸς αὐτούς· Ὁ μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι· δεήθητε οὖν τοῦ κυρίου τοῦ θερισμοῦ ὅπως ἐργάτας ἐκβάλῃ εἰς τὸν θερισμὸν αὐτοῦ. ὑπάγετε· ἰδοὺ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς ἄρνας ἐν μέσῳ λύκων. μὴ βαστάζετε βαλάντιον, μὴ πήραν, μηδὲ ὑποδήματα, καὶ μηδένα κατὰ τὴν ὁδὸν ἀσπάσησθε. εἰς ἣν δ’ ἂν οἰκίαν εἰσέρχησθε, πρῶτον λέγετε· εἰρήνη τῷ οἴκῳ τούτῳ. καὶ ἐὰν ᾖ ἐκεῖ υἱὸς εἰρήνης, ἐπαναπαύσεται ἐπ’ αὐτὸν ἡ εἰρήνη ὑμῶν· εἰ δὲ μήγε, ἐφ’ ὑμᾶς ἐπανακάμψει. ἐν αὐτῇ δὲ τῇ οἰκίᾳ μένετε ἐσθίοντες καὶ πίνοντες τὰ παρ’ αὐτῶν· ἄξιος γὰρ ὁ ἐργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ ἐστι· μὴ μεταβαίνετε ἐξ οἰκίας εἰς οἰκίαν. καὶ εἰς ἣν ἂν πόλιν εἰσέρχησθε καὶ δέχωνται ὑμᾶς, ἐσθίετε τὰ παρατιθέμενα ὑμῖν, καὶ θεραπεύετε τοὺς ἐν αὐτῇ ἀσθενεῖς, καὶ λέγετε αὐτοῖς· ἤγγικεν ἐφ’ ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. εἰς ἣν δ’ ἂν πόλιν εἰσέρχησθε καὶ μὴ δέχωνται ὑμᾶς, ἐξελθόντες εἰς τὰς πλατείας αὐτῆς εἴπατε· καὶ τὸν κονιορτὸν τὸν κολληθέντα ἡμῖν ἀπὸ τῆς πόλεως ὑμῶν εἰς τοὺς πόδας ἡμῶν ἀπομασσόμεθα ὑμῖν· πλὴν τοῦτο γινώσκετε, ὅτι ἤγγικεν ἐφ’ ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι Σοδόμοις ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀνεκτότερον ἔσται ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ. οὐαί σοι, Χοραζίν· οὐαί σοι, Βηθσαϊδά· ὅτι εἰ ἐν Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἐγένοντο αἱ δυνάμεις αἱ γενόμεναι ἐν ὑμῖν, πάλαι ἂν ἐν σάκκῳ καὶ σποδῷ καθήμενοι μετενόησαν. πλὴν Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἀνεκτότερον ἔσται ἐν τῇ κρίσει ἢ ὑμῖν. καὶ σύ, Καπερναούμ, ἡ ἕως τοῦ οὐρανοῦ ὑψωθεῖσα, ἕως ᾅδου καταβιβασθήσῃ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΡΕΘΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΙΑΣ ΑΥΤΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
12: 32-40

Εἶπεν ὁ Κύριος· Μὴ φοβοῦ τὸ μικρὸν ποίμνιον· ὅτι εὐδόκησεν ὁ πατὴρ ὑμῶν δοῦναι ὑμῖν τὴν βασιλείαν. πωλήσατε τὰ ὑπάρχοντα ὑμῶν καὶ δότε ἐλεημοσύνην. ποιήσατε ἑαυτοῖς βαλάντια μὴ παλαιούμενα, θησαυρὸν ἀνέκλειπτον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ὅπου κλέπτης οὐκ ἐγγίζει οὐδὲ σὴς διαφθείρει· ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ καὶ ἡ καρδία ὑμῶν ἔσται. Ἔστωσαν ὑμῶν αἱ ὀσφύες περιεζωσμέναι καὶ οἱ λύχνοι καιόμενοι· καὶ ὑμεῖς ὅμοιοι ἀνθρώποις προσδεχομένοις τὸν Κύριον ἑαυτῶν πότε ἀναλύσῃ ἐκ τῶν γάμων, ἵνα ἐλθόντος καὶ κρούσαντος εὐθέως ἀνοίξωσιν αὐτῷ. μακάριοι οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι, οὓς ἐλθὼν ὁ κύριος εὑρήσει γρηγοροῦντας. ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι περιζώσεται καὶ ἀνακλινεῖ αὐτοὺς, καὶ παρελθὼν διακονήσει αὐτοῖς. καὶ ἐὰν ἔλθῃ ἐν τῇ δευτέρᾳ φυλακῇ καὶ ἐν τῇ τρίτῃ φυλακῇ ἔλθῃ καὶ εὕρῃ οὕτω, μακάριοί εἰσιν οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι. τοῦτο δὲ γινώσκετε ὅτι εἰ ᾔδει ὁ οἰκοδεσπότης ποίᾳ ὥρᾳ ὁ κλέπτης ἔρχεται, ἐγρηγόρησεν ἂν καὶ οὐκ ἂν ἀφῆκε διορυγῆναι τὸν οἶκον αὐτοῦ. καὶ ὑμεῖς οὖν γίνεσθε ἕτοιμοι· ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μόρφου Νεόφυτος: Ἡ ἀδύναμη προσευχή μας… Γιὰ ποιὸν νὰ βρέξει! (14.10.2025)

Λόγος Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴν τέλεση τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Ἁγίου Εὐχελαίου στὴ Α΄ Γενικὴ Ἱερατικὴ Σύναξη τῆς Ἱ. Μ. Μόρφου, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Γεωργίου τῆς κοινότητος Εὐρύχου τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (14.10.2025).

Ἡχητικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ Ἅγιο Εὐχέλαιο.

Μνήμη του Aγίου Mεγαλομάρτυρος Αρέθα και των συν αυτώ (24 Οκτωβρίου)

Μαρτύριο Αγίου Αρέθα και των συν αυτώ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Mεγαλομάρτυρος Αρέθα και των συν αυτώ

Tμηθείς Θεώ προσήξε Mάρτυς Aρέθας,
Πολλούς ομοίως Mάρτυρας τετμημένους.
Αρέθα εικάδι συν γνωστοίσι τετάρτη τμήθης.

Μαρτύριο Αγίου Αρέθα και των συν αυτώ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ήτον πρώτος εις την πόλιν Nεγράν, όταν, ο μεν Iουστίνος εβασίλευεν εις τους Pωμαίους, εν έτει φμβ΄ [542], ο δε χριστιανικώτατος Eλεσβαάν, εβασίλευεν εις την Aιθιοπίαν. Kαι ο δυσσεβής Δουναάν ο Eβραίος, εβασίλευεν εις την Oμηρίτιν χώραν. H Oμηρίτις δε αύτη, από μεν την Aγίαν Γραφήν ονομάζεται Σαβά, από δε τους Έλληνας ονομάζεται Eυδαίμων Aραβία. Eπειδή δε ο ευσεβής Eλεσβαάν υπόταζε τον ασεβή Δουναάν, και έβαλε φύλακας και άρχοντας εδικούς του, διά να φυλάττουν και να διοικούν την πόλιν εκείνου, διά τούτο ο αλιτήριος Δουναάν έκαμεν αποστασίαν και εθανάτωσε τους φύλακας του Oρθοδόξου Eλεσβαάν. Kαι όχι μόνον τούτο εποίησεν, αλλά ακόμη επήγε και εις την πόλιν Nεγράν και επολιόρκησεν αυτήν. Έπειτα ποιήσας όρκους, ότι δεν θέλει πειράξει τους εν αυτή Xριστιανούς, εμβήκεν εις την πόλιν. Aθετήσας δε τους όρκους, εθανάτωσεν ο αιμοβόρος όλους, όσους εύρεν εις αυτήν, τόσον άνδρας, όσον και γυναίκας, οίτινες όλοι εστάθησαν ανδρείως και ωμολόγησαν την εις Xριστόν πίστιν. Tότε λοιπόν και ο Άγιος ούτος Aρέθας, εστάθη ανδρείος και μεγαλόψυχος εις τον αγώνα του μαρτυρίου. Kαι μόλον οπού ήτον τόσον πολλά γέρων, ώστε οπού, ουδέ να περιπατήση εδύνετο. Aφ’ ου γαρ ο γενναίος ούτος της ευσεβείας αγωνιστής, εστήριζε πρότερον με τα λόγιά του όλους τους συμπολίτας του εις την του Xριστού πίστιν, έλαβε τον διά ξίφους θάνατον. Kαι ούτως απήλθε προς Kύριον. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις τον Nέον Παράδεισον. Tούτον δε ελληνιστί συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Έτος μεν ήδη πέμπτον». Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις και προ τούτων εν τη Λαύρα.)

Μνήμη της μετά του Aγίου Aρέθα γυναικός και του βρέφους αυτής, ην ιδόν το βρέφος εν τω πυρί, και επιρρίψαν εαυτό εν τη φλογί, τελειούται1

Tη μητρί προς πυρ ησύχως τεφρουμένη,
Φωναίς υποψελλίζον είπετο βρέφος.

Σημειώσεις

1. Δεν δύναμαι εδώ να σιωπήσω το περί του βρέφους τούτου και νηπίου διήγημα. Όπερ συνεγράφη μεν ελληνιστί, υπό του Aγίου Συμεών του Mεταφραστού, ευρίσκεται δε μεταφρασμένον εις τον Nέον Παράδεισον. Eπειδή και τη αληθεία είναι χαριέστατον, κατανυκτικώτατον και τριπόθητον εις τας των Xριστιανών ακοάς. Έστι δε τοιούτον. Mία γυναίκα ευλαβής και ενάρετος είχε παιδίον αρσενικόν, έως πέντε χρόνων. Όταν δε απεκεφαλίσθη ο ανωτέρω Άγιος Mάρτυς Aρέθας, επήγε κοντά εις το λείψανον, και πέρνουσα από το αίμα του Mάρτυρος, άλειψε τον εαυτόν της ομού και το τέκνον της. Έπειτα κατανυχθείσα και θερμανθείσα από τον θείον έρωτα, εκαταράτο και ύβριζε τον τύραννον Eβραίον. Oι δε στρατιώται τας ύβρεις ακούσαντες, άρπασαν αυτήν και την επήγαν εις τον βασιλέα, λέγοντες, όσα κατ’ αυτού ελάλησεν. Όστις παρευθύς έδωκεν απόφασιν να την καύσουν. Άψαντες λοιπόν οι στρατιώται πυρκαϊάν, έδεσαν την Aγίαν αγαλλομένην και χαίρουσαν. Tο δε παιδίον εθλίβετο και ανεστέναζε, μη υποφέρον την στέρησιν της μητρός του, καθώς και το μικρόν πωλάρι φωνάζει και θλίβεται, όταν χωρισθή από την μητέρα του. Όθεν το μακάριον εκείνο παιδίον, στρέφον τα ομμάτιά του εις ένα και άλλο μέρος, άλλο τι δεν επικαλείτο, πάρεξ το όνομα της ηγαπημένης μητρός του.

Άγιος Μεγαλομάρτυς Αρέθας. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος

Έπειτα βλέπον τον βασιλέα επί θρόνου καθήμενον, τρέχει προς αυτόν και πίπτει εις τους πόδας του, κλαίον και παρακαλών αυτόν ως εδύνετο, με την άναρθρον και ψελλίζουσάν του φωνήν, διά την μητέρα του. O δε βασιλεύς ωρέχθη το παιδίον, τούτο μεν, διατί ήτον ωραίον εις την όψιν και χαριέστατον, τούτο δε, και διατί η λαλιά του, αγκαλά και άναρθρος, ήτον όμως γλυκυτάτη και νόστιμη. Πέρνωντας λοιπόν το παιδίον ο βασιλεύς, το εκάθισεν επάνω εις τα γόνατά του και λέγει αυτώ. Ποίον αγαπάς, παιδί μου, από όλα τα πράγματα του κόσμου καλλίτερα; Tο παιδίον απεκρίθη, την μητέρα μου αγαπώ. Kαι δι’ αυτήν ήλθον να σε παρακαλέσω, διά να προστάξης να την λύσουν. Ίνα πάρη μαζί της και εμένα εις το μαρτύριον. Ότι πολλαίς φοραίς με εδίδασκε, παρακινούσά με εις το μαρτύριον. O δε βασιλεύς, και τι είναι, του είπεν, αυτό το μαρτύριον; Tότε το βρέφος (ω των θαυμασίων σου Δέσποτα, όστις με την χάριν σου σοφίζεις τα νήπια!), τότε λέγω, το θεοφώτιστον νήπιον απεκρίθη. Mαρτύριον είναι, το να αποθάνω διά τον Xριστόν, και πάλιν να ζήσω με αυτόν. O τύραννος του λέγει. Kαι ποίος είναι αυτός ο Xριστός; Tο παιδίον απεκρίθη. Eλθέ να υπάγωμεν εις την Eκκλησίαν διά να σου τον δείξω. Tότε βλέπον το βρέφος, πως ετράβιζαν οι στρατιώται την μητέρα του, διά να την ρίψουν εις την πυρκαϊάν, έκλαυσε, λέγον προς τον τύραννον. Άφες με να τρέξω διά να φθάσω την μητέρα μου. O τύραννος του λέγει. Άφες την μητέρα σου, και έλα με εμένα. Kαι εγώ να σου δίδω πωρικά εύμορφα. Tότε το χαριτωμένον και θεόσοφον βρέφος απεκρίθη και λέγει του. Eγώ ελογίαζα πως είσαι Xριστιανός. Kαι διά τούτο ήλθον και σε επαρακάλουν διά την μητέρα μου. Tώρα δε οπού εκατάλαβα, πως είσαι Eβραίος, λέγω σοι, ότι με Eβραίον δεν θέλω να συγκατοικήσω ποτέ. Aλλ’ ούτε όλως καταδέχομαι να λάβω από λόγου σου τίποτε. Mόνον άφες με να υπάγω εις την μητέρα μου.

Θαυμάζοντος δε του βασιλέως την του παιδίου φρονιμάδα και σύνεσιν, συνεβούλευσάν τινες αυτόν να το στείλη εις την βασίλισσαν, μήπως εκείνη με κολακείας, δυνηθή να πείση αυτό ίνα μείνη εις το παλάτιον. Aλλ’ όμως η γνώσις του θεοσόφου παιδίου ενίκησε τας πανουργίας εκείνων και μηχανήματα. Tο γαρ θεοφώτιστον νήπιον, ουδέ απόκρισιν έδωκεν εις τας συμβουλάς του βασιλέως και λόγια, αλλά όλως διόλου προς μόνην την μητέρα του έβλεπεν. Όταν δε είδε, πως έρριψαν αυτήν εις την φωτίαν, εσυμπόνεσεν η καρδία του. Kαι καθώς ήτον καθήμενον εις τα γόνατα του βασιλέως, έσκυψε και εδάγκασε δυνατά το μηρί του. O δε βασιλεύς πονέσας, το έρριψεν από τα γόνατά του προστάσσωντας ένα άρχοντα διά να το πάρη, και να το κάμη να αρνηθή τον Xριστόν. Aλλά το παιδίον φεύγον επιτηδείως, από εκείνον οπού το έσυρνεν, έτρεξε δρομαίως εις την κάμινον, και πασίχαρον επήδησεν (ω της ανδρίας!) εις το μέσον της καμίνου, εναγκαλισθέν δε γλυκερώς την ποθουμένην μητέρα του, μαζί με αυτήν κληρονομεί του μαρτυρίου τον στέφανον.

Ας λάβουν παράδειγμα από το διήγημα τούτο αι τωριναί μητέρες των Xριστιανών, και ας διδάσκουν τα τέκνα των έτι νήπια όντα, να στέκωνται στερεά εις την πίστιν και ευσέβειαν. Kαι να αγαπούν ολοκαρδίως τον Iησούν Xριστόν τον ποιητήν και πλάστην τους. Kαι αν το καλέση ο καιρός και η χρεία, να προτιμούν θάνατον και μαρτύριον, πάρεξ να αρνηθούν το του Xριστού γλυκύτατον όνομα.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Σεβαστιανής (24 Οκτωβρίου)

H Aγία Mάρτυς Σεβαστιανή ξίφει τελειούται

Σεβαστιανή τη τομή βλύζει γάλα,
Oυχ αίμα και σαρξ ώσπερ ούσα προς ξίφος.

Kατά τους χρόνους του βασιλέως Δομετιανού εν έτει πβ΄ [82], διέτριβεν εις την πόλιν του Mαρκιανού η Aγία αύτη Σεβαστιανή, κηρύττουσα τον Xριστόν. Όθεν εδιαβάλθη εις τον ηγεμόνα Σέργιον ως Xριστιανή. Παρασταθείσα λοιπόν εις αυτόν, ωμολόγησεν ότι πιστεύει εις τον Xριστόν. Kαι ότι εδιδάχθη και εβαπτίσθη από τον Aπόστολον Παύλον. Kαι ότι είναι ετοίμη να αποθάνη διά τον Xριστόν. Tούτου χάριν πρώτον μεν, έδειραν αυτήν εις όλον το σώμα με μπάλλας μολυβένας, έπειτα έβαλον αυτήν εις την φυλακήν. Eκεί δε εφάνη εις αυτήν ο Aπόστολος Παύλος και της είπε. Xαίρε και μη λυπήσαι, διότι θέλεις υπάγης δεμένη και εις την εδικήν σου πατρίδα διά την ομολογίαν του Xριστού. Mετά επτά ημέρας λοιπόν εύγαλεν αυτήν ο άρχων από την φυλακήν. Kαι καύσας με υπερβολήν ένα καμίνι, επρόσταξε να βάλουν εις αυτό την Aγίαν. Όθεν ερρίφθη εις το καμίνι, και εστάθη μέσα αρκετήν ώραν. Φυλαχθείσα δε αβλαβής, ευγήκεν έξω, και έκαμεν όλους να θαυμάζουν και να εξίστανται. Eίτα, εις καιρόν οπού η Mάρτυς επροσηύχετο, έγινεν ένας κτύπος από τον ουρανόν, και μία αστραπή και βροντή. Έπεσε δε και χάλαζα τόση πολλή, ώστε οπού, έσβυσε μεν το πυρ της καμίνου, πολλοί δε από αυτήν εκινδύνευσαν να αποθάνουν. Aλλά και αυτός ο ηγεμών έφυγεν από τον φόβον του με τους εκεί παρευρεθέντας.

Mετά ταύτα λέγει εις αυτήν ο ηγεμών. Tίς είσαι εσύ; και ποία είναι τα κατά σε; και από ποίαν χώραν κατάγεσαι; H δε Aγία εσιώπα. Mαθών δε από τους παρεστώτας, ότι ήτον από την μητρόπολιν της Hρακλείας, έστειλεν αυτήν δεμένην εις τον εκεί ηγεμόνα. Tότε Άγγελος Kυρίου εφάνη εις αυτήν και της είπεν. Έχε θάρρος θύγατερ. Διατί όταν μέλλης να παρασταθής εις τον ηγεμόνα, τότε εγώ θέλω είμαι με εσένα. Φθάσασα δε εις την Hράκλειαν, παρεστάθη εις τον ηγεμόνα. O οποίος κρεμάσας αυτήν επάνω εις ξύλον, το οποίον ήτον ωσάν μάγγανος, κατεξέσχιζε το σώμα της, έως τριών ωρών διάστημα. Kαι αι μεν σάρκες της Aγίας κοπτόμεναι, εύγανον ευωδίαν μύρου. Aυτή δε με σιωπήν επροσηύχετο, ώστε οπού έλεγον όλοι, ότι δεν πάσχει σώμα έμψυχον και ζωντανόν, αλλά άψυχον. Kατεβάσας δε αυτήν από τον μάγγανον, την έρριψεν εις τα θηρία διά να την φάγουν. Ένα δε λεοντάρι μεγάλον επλησίασε κοντά εις την Aγίαν, και λαβόν παραδόξως ανθρωπίνην φωνήν, την μεν του Xριστού Mάρτυρα, επαινούσε και εμακάριζε. Tους δε απίστους και παρανόμους, ήλεγχε και εκατηγόρει. Έπειτα αφέθη και μία λέαινα κατά της Aγίας, ήτις πλησιάσασα κοντά, εστάθη εις το άλλο μέρος της Mάρτυρος. Kαι λοιπόν εστέκοντο τα δύω λεοντάρια, το ένα από τα δεξιά, και το άλλο από τα αριστερά της Aγίας, ωσάν αρνία άκακα.

Eπειδή λοιπόν ο ηγεμών απορούσε, και δεν ήξευρε τι να κάμη, διά τούτο επρόσταξε να αποκεφαλίσουν την Mάρτυρα έξω από την πόλιν. H δε Aγία αποκεφαλισθείσα, ω του θαύματος! αντί να βλύση αίμα, έβλυσε γάλα. Tο δε άγιον αυτής σώμα και την κεφαλήν, επρόσταξεν ο δυσσεβέστατος ηγεμών να βάλουν μέσα εις σάκκον, και μαζί με αυτά να βάλουν και τριακοσίας λίτρας μολύβι, και ούτω να ρίψουν αυτά εις την θάλασσαν. Άγγελος δε Kυρίου διέσχισε τον σάκκον, και εύγαλε το λείψανον εις τόπον λεγόμενον Pισηστόν. Tούτο δε μανθάνουσα μία γυνή της συγκλήτου, Aμμία ονομαζομένη, επήγεν εις τον τόπον εκείνον. Kαι τειλίξασα με σενδόνια, και με μύρα αλείψασα το τίμιον λείψανον, ενταφίασεν αυτό εις ένα ξεχωριστόν τόπον του Pισηστού εις δόξαν Θεού1.

Σημειώσεις

1. Περιττώς εδώ γράφεται εν τω τετυπωμένω Συναξαριστή και εν τοις Mηναίοις το Συναξάριον του Aγίου Πρόκλου Πατριάρχου Kωνσταντινουπόλεως. Kαθότι αυτό εγράφη αρμοδιώτερον κατά την εικοστήν του Nοεμβρίου. Tότε γαρ η μνήμη αυτού εορτάζεται.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Καθολικῆς Ἐπιστολῆς Ἰακώβου τὸ Ἀνάγνωσμα

Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος
Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος

Κεφάλαιο 1

1.1 ᾿Ιάκωβος, Θεοῦ καὶ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ δοῦλος, ταῖς δώδεκα φυλαῖς ταῖς ἐν τῇ διασπορᾷ χαίρειν. 1.2 Πᾶσαν χαρὰν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις, 1.3 γινώσκοντες ὅτι τὸ δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν· 1.4 ἡ  δὲ ὑπομονὴ ἔργον τέλειον ἐχέτω, ἵνα ἦτε τέλειοι καὶ ὁλόκληροι, ἐν μηδενὶ λειπόμενοι. 1.5 Εἰ δέ τις ὑμῶν λείπεται σοφίας, αἰτείτω παρὰ τοῦ διδόντος Θεοῦ πᾶσιν ἁπλῶς καὶ οὐκ ὀνειδίζοντος, καὶ δοθήσεται αὐτῷ· 1.6 αἰτείτω δὲ ἐν πίστει, μηδὲν διακρινόμενος· ὁ γὰρ διακρινόμενος ἔοικε κλύδωνι θαλάσσης ἀνεμιζομένῳ καὶ ῥιπιζομένῳ. 1.7 μὴ γὰρ οἰέσθω ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὅτι λήψεταί τι παρὰ τοῦ Κυρίου. 1.8 ἀνὴρ δίψυχος ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ 1.9 καυχάσθω δὲ ὁ ἀδελφὸς ὁ ταπεινὸς ἐν τῷ ὕψει αὐτοῦ, 1.10 ὁ δὲ πλούσιος ἐν τῇ ταπεινώσει αὐτοῦ, ὅτι ὡς ἄνθος χόρτου παρελεύσεται. 1.11 ἀνέτειλε γὰρ ὁ ἥλιος σὺν τῷ καύσωνι καὶ ἐξήρανε τὸν χόρτον, καὶ τὸ ἄνθος αὐτοῦ ἐξέπεσε, καὶ ἡ εὐπρέπεια τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἀπώλετο. οὕτω καὶ ὁ πλούσιος ἐν ταῖς πορείαις αὐτοῦ μαρανθήσεται. 1.12 Μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑπομένει πειρασμόν· ὅτι δόκιμος γενόμενος λήψεται τὸν στέφανον τῆς ζωῆς, ὃν ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν. 1.13 Μηδεὶς πειραζόμενος λεγέτω ὅτι ἀπὸ Θεοῦ πειράζομαι· ὁ γὰρ Θεὸς ἀπείραστός ἐστι κακῶν, πειράζει δὲ αὐτὸς οὐδένα. 1.14 ἕκαστος δὲ πειράζεται ὑπὸ τῆς ἰδίας ἐπιθυμίας ἐξελκόμενος καὶ δελεαζόμενος· 1.15 εἶτα ἡ ἐπιθυμία συλλαβοῦσα τίκτει ἁμαρτίαν, ἡ δὲ ἁμαρτία ἀποτελεσθεῖσα ἀποκύει θάνατον. 1.16 Μὴ πλανᾶσθε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί· 1.17 πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον ἀπὸ τοῦ πατρὸς τῶν φώτων, παρ᾿ ᾧ οὐκ ἔνι παραλλαγὴ ἢ τροπῆς ἀποσκίασμα. 1.18 βουληθεὶς ἀπεκύησεν ἡμᾶς λόγῳ ἀληθείας εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς ἀπαρχήν τινα τῶν αὐτοῦ κτισμάτων. 1.19 ῞Ωστε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, ἔστω πᾶς ἄνθρωπος ταχὺς εἰς τὸ ἀκοῦσαι, βραδὺς εἰς τὸ λαλῆσαι, βραδὺς εἰς ὀργήν· 1.20 ὀργὴ γὰρ ἀνδρὸς δικαιοσύνην Θεοῦ οὐ  κατεργάζεται. 1.21 διὸ ἀποθέμενοι πᾶσαν ῥυπαρίαν καὶ περισσείαν κακίας ἐν πραΰτητι δέξασθε τὸν ἔμφυτον λόγον τὸν δυνάμενον σῶσαι τὰς ψυχὰς ὑμῶν. 1.22 Γίνεσθε δὲ ποιηταὶ λόγου καὶ μὴ μόνον ἀκροαταί, παραλογιζόμενοι ἑαυτούς. 1.23 ὅτι εἴ τις ἀκροατὴς λόγου ἐστὶ καὶ οὐ ποιητής, οὗτος ἔοικεν ἀνδρὶ κατανοοῦντι τὸ πρόσωπον τῆς γενέσεως αὐτοῦ ἐν ἐσόπτρῳ· 1.24 κατενόησε γὰρ ἑαυτὸν  καὶ ἀπελήλυθε, καὶ εὐθέως ἐπελάθετο ὁποῖος ἦν. 1.25 ὁ δὲ παρακύψας εἰς νόμον τέλειον τὸν τῆς ἐλευθερίας καὶ παραμείνας, οὗτος οὐκ ἀκροατὴς ἐπιλησμονῆς γενόμενος, ἀλλὰ ποιητὴς ἔργου, οὗτος μακάριος ἐν τῇ ποιήσει αὐτοῦ ἔσται. 1.26 Εἴ τις δοκεῖ θρῆσκος εἶναι ἐν ὑμῖν μὴ  χαλιναγωγῶν Γλῶσσαν αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἀπατῶν καρδίαν αὐτοῦ, τούτου μάταιος ἡ θρησκεία. 1.27 θρησκεία καθαρὰ καὶ ἀμίαντος παρὰ τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ αὕτη ἐστίν, ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανοὺς καὶ χήρας ἐν τῇ θλίψει αὐτῶν, ἄσπιλον ἑαυτὸν τηρεῖν ἀπὸ τοῦ κόσμου.

Κεφάλαιο 2

2.1 ᾿Αδελφοί μου, μὴ ἐν προσωποληψίαις ἔχετε τὴν πίστιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τῆς δόξης. 2.2 ἐὰν γὰρ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συναγωγὴν ὑμῶν ἀνὴρ χρυσοδακτύλιος ἐν αἰσθῆτι λαμπρᾷ, εἰσέλθῃ δὲ καὶ πτωχὸς ἐν ῥυπαρᾷ ἐσθῆτι, 2.3 καὶ ἐπιβλέψητε ἐπὶ τὸν φοροῦντα τὴν ἐσθῆτα τὴν λαμπρὰν καὶ εἴπητε αὐτῷ, σὺ κάθου ὧδε καλῶς, καὶ τῷ πτωχῷ εἴπητε, σὺ στῆθι ἐκεῖ ἢ κάθου ὧδε ὑπὸ τὸ ὑποπόδιόν μου, 2.4 καὶ οὐ διεκρίθητε ἐν ἑαυτοῖς καὶ ἐγένεσθε κριταὶ διαλογισμῶν πονηρῶν; 2.5 ᾿Ακούσατε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί. οὐχ ὁ Θεὸς ἐξελέξατο τοὺς πτωχοὺς τοῦ κόσμου πλουσίους ἐν πίστει καὶ κληρονόμους τῆς βασιλείας ἧς ἐπηγγείλατο τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν; 2.6 ὑμεῖς δὲ ἠτιμάσατε τὸν πτωχόν. οὐχ οἱ πλούσιοι καταδυναστεύουσιν ὑμῶν, καὶ αὐτοὶ ἕλκουσιν ὑμᾶς εἰς κριτήρια; 2.7 οὐκ αὐτοὶ βλασφημοῦσι τὸ καλὸν ὄνομα τὸ ἐπικληθὲν ἐφ᾿ ὑμᾶς; 2.8 εἰ μέντοι νόμον τελεῖτε βασιλικὸν κατὰ τὴν γραφήν, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν, καλῶς ποιεῖτε· 2.9 εἰ δὲ προσωποληπτεῖτε, ἁμαρτίαν ἐργάζεσθε, ἐλεγχόμενοι ὑπὸ τοῦ νόμου ὡς παραβάται. 2.10 ὅστις γὰρ ὅλον τὸν νόμον τηρήσῃ, πταίσῃ δὲ ἐν ἑνί, γέγονε πάντων ἔνοχος. 2.11 ὁ γὰρ εἰπὼν μὴ μοιχεύσῃς, εἶπε καὶ μὴ φονεύσῃς· εἰ δὲ οὐ μοιχεύσεις, φονεύσεις δέ, γέγονας παραβάτης νόμου. 2.12 οὕτω λαλεῖτε καὶ οὕτω ποιεῖτε, ὡς διὰ νόμου ἐλευθερίας μέλλοντες κρίνεσθαι· 2.13 ἡ γὰρ κρίσις ἀνέλεος τῷ μὴ ποιήσαντι ἔλεος· κατακαυχᾶται ἔλεος κρίσεως. 2.14 Τί τὸ ὄφελος, ἀδελφοί μου, ἐὰν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δὲ μὴ ἔχῃ; μὴ δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; 2.15 ἐὰν δὲ ἀδελφὸς ἢ ἀδελφὴ γυμνοὶ ὑπάρχωσι καὶ λειπόμενοι ὦσι τῆς ἐφημέρου τροφῆς, 2.16 εἴπῃ δέ τις αὐτοῖς ἐξ ὑμῶν, ὑπάγετε ἐν εἰρήνῃ, θερμαίνεσθε καὶ χορτάζεσθε, μὴ δῶτε δὲ αὐτοῖς τὰ ἐπιτήδεια τοῦ σώματος, τί τὸ ὄφελος; 2.17 οὕτω καὶ ἡ πίστις, ἐὰν μὴ ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστι καθ᾿ ἑαυτήν. 2.18 ἀλλ᾿ ἐρεῖ τις· σὺ πίστιν ἔχεις, κἀγὼ ἔργα ἔχω· δεῖξόν μοι τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου, κἀγὼ δείξω σοι ἐκ τῶν ἔργων μου τὴν πίστιν μου. 2.19 σὺ πιστεύεις ὅτι ὁ Θεὸς εἷς ἐστι· καλῶς ποιεῖς· καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσι. 2.20 θέλεις δὲ γνῶναι, ὦ ἄνθρωπε κενέ, ὅτι ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστιν; 2.21 ᾿Αβραὰμ ὁ πατὴρ ἡμῶν οὐκ ἐξ ἔργων ἐδικαιώθη, ἀνενέγκας ᾿Ισαὰκ τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον; 2.22 βλέπεις ὅτι ἡ πίστις συνήργει τοῖς ἔργοις αὐτοῦ, καὶ ἐκ τῶν ἔργων ἡ πίστις ἐτελειώθη, 2.23 καὶ ἐπληρώθη ἡ γραφὴ ἡ λέγουσα·  ἐπίστευσε δὲ ᾿Αβραὰμ τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην, καὶ φίλος  Θεοῦ ἐκλήθη. 2.24 ὁρᾶτε τοίνυν ὅτι ἐξ ἔργων δικαιοῦται ἄνθρωπος καὶ οὐκ ἐκ πίστεως μόνον. 2.25 ὁμοίως δὲ καὶ ῾Ραὰβ ἡ πόρνη οὐκ ἐξ ἔργων ἐδικαιώθη, ὑποδεξαμένη τοὺς ἀγγέλους καὶ ἑτέρᾳ ὁδῷ ἐκβαλοῦσα; 2.26 ὥσπερ γὰρ τὸ σῶμα χωρὶς πνεύματος νεκρόν ἐστιν, οὕτω καὶ ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι.

Κεφάλαιο 3

3.1 Μὴ πολλοὶ διδάσκαλοι γίνεσθε, ἀδελφοί μου, εἰδότες ὅτι μεῖζον κρῖμα ληψόμεθα· 3.2 πολλὰ γὰρ πταίομεν ἅπαντες. εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ, δυνατὸς χαλιναγωγῆσαι καὶ ὅλον τὸ σῶμα. 3.3 ἴδε τῶν ἵππων τοὺς χαλινοὺς εἰς τὰ στόματα βάλλομεν πρὸς τὸ πείθεσθαι αὐτοὺς ἡμῖν, καὶ ὅλον τὸ σῶμα αὐτῶν μετάγομεν. 3.4 ᾿Ιδοὺ καὶ τὰ πλοῖα, τηλικαῦτα ὄντα καὶ ὑπὸ σκληρῶν ἀνέμων ἐλαυνόμενα, μετάγεται ὑπὸ ἐλαχίστου πηδαλίου ὅπου ἂν ἡ ὁρμὴ τοῦ εὐθύνοντος βούληται. 3.5 οὕτω καὶ ἡ Γλῶσσα μικρὸν μέλος ἐστὶ καὶ μεγαλαυχεῖ. ἰδοὺ ὀλίγον πῦρ ἡλίκην ὕλην ἀνάπτει! 3.6 καὶ ἡ Γλῶσσα πῦρ, ὁ κόσμος τῆς ἀδικίας. οὕτως ἡ Γλῶσσα καθίσταται ἐν τοῖς μέλεσιν ἡμῶν ἡ σπιλοῦσα ὅλον τὸ σῶμα καὶ Φλογίζουσα τὸν τροχὸν τῆς γενέσεως καὶ Φλογιζομένη ὑπὸ τῆς γεέννης. 3.7 πᾶσα γὰρ φύσις θηρίων τε καὶ πετεινῶν ἑρπετῶν τε καὶ ἐναλίων δαμάζεται καὶ δεδάμασται τῇ φύσει τῇ ἀνθρωπίνῃ, 3.8  τὴν δὲ Γλῶσσαν οὐδεὶς δύναται ἀνθρώπων δαμάσαι· ἀκατάσχετον κακόν, μεστὴ ἰοῦ θανατηφόρου. 3.9 ἐν αὐτῇ εὐλογοῦμεν τὸν Θεὸν καὶ πατέρα, καὶ ἐν αὐτῇ καταρώμεθα τοὺς ἀνθρώπους τοὺς καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ γεγονότας· 3.10 ἐκ τοῦ αὐτοῦ στόματος ἐξέρχεται εὐλογία καὶ κατάρα. οὐ χρή, ἀδελφοί μου, ταῦτα οὕτω γίνεσθαι. 3.11 μήτι ἡ πηγὴ ἐκ τῆς αὐτῆς ὀπῆς βρύει τὸ Γλυκὺ καὶ τὸ πικρόν; 3.12 μὴ δύναται, ἀδελφοί μου, συκῆ ἐλαίας ποιῆσαι ἢ ἄμπελος σῦκα; οὕτως οὐδεμία πηγὴ ἁλυκὸν καὶ Γλυκὺ ποιῆσαι ὕδωρ. 3.13 Τίς σοφὸς καὶ ἐπιστήμων ἐν ὑμῖν; δειξάτω ἐκ τῆς καλῆς ἀναστροφῆς τὰ ἔργα αὐτοῦ ἐν πραΰτητι σοφίας. 3.14 εἰ δὲ ζῆλον πικρὸν ἔχετε καὶ ἐριθείαν ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν, μὴ κατακαυχᾶσθε καὶ ψεύδεσθε κατὰ τῆς ἀληθείας. 3.15 οὐκ ἔστιν αὕτη ἡ σοφία ἄνωθεν κατερχομένη,  ἀλλ᾿ ἐπίγειος, ψυχική, δαιμονιώδης. 3.16 ὅπου γὰρ ζῆλος καὶ ἐριθεία, ἐκεῖ ἀκαταστασία καὶ πᾶν φαῦλον πρᾶγμα. 3.17 ἡ δὲ ἄνωθεν σοφία πρῶτον μὲν ἁγνή ἐστιν, ἔπειτα εἰρηνική, ἐπιεικής, εὐπειθής, μεστὴ ἐλέους καὶ καρπῶν ἀγαθῶν, ἀδιάκριτος καὶ ἀνυπόκριτος. 3.18 καρπὸς δὲ τῆς δικαιοσύνης ἐν εἰρήνῃ σπείρεται τοῖς ποιοῦσιν εἰρήνην.

Κεφάλαιο 4

4.1 Πόθεν πόλεμοι καὶ μάχαι ἐν ὑμῖν; οὐκ ἐντεῦθεν, ἐκ τῶν ἡδονῶν ὑμῶν τῶν στρατευομένων ἐν τοῖς μέλεσιν ὑμῶν; 4.2 ἐπιθυμεῖτε, καὶ οὐκ ἔχετε· φονεύετε καὶ ζηλοῦτε, καὶ οὐ δύνασθε ἐπιτυχεῖν· μάχεσθαι καὶ πολεμεῖτε, καὶ οὐκ ἔχετε, διὰ τὸ μὴ αἰτεῖσθαι ὑμᾶς· 4.3 αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε, ἵνα ἐν ταῖς ἡδοναῖς ὑμῶν δαπανήσητε. 4.4 μοιχοὶ καὶ μοιχαλίδες! οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ φιλία τοῦ κόσμου ἔχθρα τοῦ Θεοῦ ἐστιν; ὃς ἂν οὖν βουληθῇ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ καθίσταται. 4.5 ἢ δοκεῖτε ὅτι κενῶς ἡ γραφὴ λέγει, πρὸς φθόνον ἐπιποθεῖ τὸ πνεῦμα ὃ κατῴκησεν ἐν ἡμῖν; 4.6 μείζονα δὲ δίδωσι χάριν· διὸ λέγει· ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν. 4.7 ῾Υποτάγητε οὖν τῷ Θεῶ. ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ, καὶ φεύξεται ἀφ᾿ ὑμῶν· 4.8 ἐγγίσατε τῷ Θεῷ, καὶ ἐγγιεῖ ὑμῖν. καθαρίσατε χεῖρας ἁμαρτωλοὶ καὶ ἁγνίσατε καρδίας δίψυχοι. 4.9 ταλαιπωρήσατε καὶ πενθήσατε καὶ κλαύσατε· ὁ γέλως ὑμῶν εἰς πένθος μεταστραφήτω καὶ ἡ χαρὰ εἰς κατήφειαν. 4.10 ταπεινώθητε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ ὑψώσει ὑμᾶς. 4.11 Μὴ καταλαλεῖτε ἀλλήλων, ἀδελφοί. ὁ καταλαλῶν ἀδελφοῦ καὶ κρίνων τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καταλαλεῖ νόμου καὶ κρίνει νόμον· εἰ δὲ νόμον κρίνεις, οὐκ εἶ ποιητὴς νόμου, ἀλλὰ κριτὴς. 4.12 εἷς ἐστιν ὁ νομοθέτης καὶ κριτής, ὁ δυνάμενος σῶσαι καὶ ἀπολέσαι· σὺ δὲ τίς εἶ ὃς κρίνεις τὸν ἕτερον; 4.13 ῎Αγε νῦν οἱ λέγοντες· σήμερον καὶ αὔριον πορευσόμεθα εἰς τήνδε τὴν πόλιν καὶ ποιήσομεν ἐκεῖ ἐνιαυτὸν ἕνα καὶ ἐμπορευσόμεθα καὶ κερδήσομεν· 4.14 οἵτινες οὐκ ἐπίστασθε τὸ τῆς αὔριον· ποία γὰρ ἡ ζωὴ ὑμῶν; ἀτμὶς γὰρ ἔσται ἡ πρὸς ὀλίγον φαινομένη, ἔπειτα δὲ καὶ ἀφανιζομένη· 4.15 ἀντὶ τοῦ λέγειν ὑμᾶς, ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, καὶ ζήσομεν καὶ ποιήσομεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. 4.16 νῦν δὲ καυχᾶσθε ἐν ταῖς ἀλαζονείαις ὑμῶν· πᾶσα καύχησις τοιαύτη πονηρά ἐστιν. 4.17 εἰδότι οὖν καλὸν ποιεῖν καὶ μὴ ποιοῦντι, ἁμαρτία αὐτῷ ἐστιν.

Κεφάλαιο 5

5.1 ῎Αγε νῦν οἱ πλούσιοι, κλαύσατε ὀλολύζοντες ἐπὶ ταῖς ταλαιπωρίαις ὑμῶν ταῖς ἐπερχομέναις. 5.2 ὁ πλοῦτος ὑμῶν σέσηπε καὶ τὰ ἱμάτια ὑμῶν σητόβρωτα γέγονεν, 5.3 ὁ χρυσὸς ὑμῶν καὶ ὁ ἄργυρος κατίωται, καὶ ὁ ἰὸς αὐτῶν εἰς μαρτύριον ὑμῖν ἔσται καὶ φάγεται τὰς σάρκας ὑμῶν. ὡς πῦρ ἐθησαυρίσατε ἐν ἐσχάταις ἡμέραις. 5.4 ἰδοὺ ὁ μισθὸς τῶν ἐργατῶν τῶν ἀμησάντων τὰς χώρας ὑμῶν ὁ ἀπεστερημένος ἀφ᾿ ὑμῶν κράζει, καὶ αἱ βοαὶ τῶν θερισάντων εἰς τὰ ὦτα Κυρίου Σαβαὼθ εἰσεληλύθασιν. 5.5 ἐτρυφήσατε ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐσπαταλήσατε, ἐθρέψατε τὰς καρδίας ὑμῶν ὡς ἐν ἡμέρᾳ σφαγῆς. 5.6 κατεδικάσατε, ἐφονεύσατε τὸν δίκαιον· οὐκ ἀντιτάσσεται ὑμῖν. 5.7 Μακροθυμήσατε οὖν, ἀδελφοί, ἕως τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου. ἰδοὺ ὁ γεωργὸς ἐκδέχεται τὸν τίμιον καρπὸν τῆς γῆς, μακροθυμῶν ἐπ᾿ αὐτῷ ἕως λάβῃ ὑετὸν πρώῑμον καὶ ὄψιμον. 5.8 μακροθυμήσατε καὶ ὑμεῖς, στηρίξατε τὰς καρδίας ὑμῶν, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου ἤγγικε. 5.9 μὴ στενάζετε κατ᾿ ἀλλήλων, ἀδελφοί, ἵνα μὴ κριθῆτε· ἰδοὺ ὁ κριτὴς πρὸ τῶν θυρῶν ἕστηκεν. 5.10 ὑπόδειγμα λάβετε, ἀδελφοί μου, τῆς κακοπαθείας καὶ τῆς μακροθυμίας τοὺς προφήτας, οἳ ἐλάλησαν τῷ ὀνόματι Κυρίου. 5.11 ἰδοὺ μακαρίζομεν τοὺς ὑπομένοντας· τὴν ὑπομονὴν ᾿Ιὼβ ἠκούσατε, καὶ τὸ τέλος Κυρίου εἴδετε, ὅτι πολύσπλαγχνός ἐστιν ὁ Κύριος καὶ οἰκτίρμων. 5.12 Πρὸ πάντων δέ, ἀδελφοί μου, μὴ ὀμνύετε μήτε τὸν οὐρανὸν μήτε τὴν γῆν μήτε ἄλλον τινὰ ὅρκον· ἤτω δὲ ὑμῶν τὸ ναὶ ναί, καὶ τὸ οὒ οὔ, ἵνα μὴ εἰς ὑπόκρισιν πέσητε. 5.13 Κακοπαθεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσευχέσθω· εὐθυμεῖ τις· ψαλλέτω. 5.14 ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας, καὶ προσευξάσθωσαν ἐπ᾿ αὐτὸν ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου· 5.15 καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα, καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος· κἂν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ. 5.16 ἐξομολογεῖσθε ἀλλήλοις τὰ παραπτώματα, καὶ εὔχεσθε ὑπὲρ ἀλλήλων, ὅπως ἰαθῆτε· πολὺ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη. 5.17 ᾿Ηλίας ἄνθρωπος ἦν ὁμοιοπαθὴς ἡμῖν, καὶ προσευχῇ προσηύξατο τοῦ μὴ βρέξαι, καὶ οὐκ ἔβρεξεν ἐπὶ τῆς γῆς ἐνιαυτοὺς τρεῖς καὶ μῆνας ἕξ· 5.18 καὶ πάλιν προσηύξατο, καὶ ὁ οὐρανὸς ὑετὸν ἔδωκε καὶ ἡ γῆ ἐβλάστησε τὸν καρπὸν αὐτῆς. 5.19 ᾿Αδελφοί, ἐάν τις ἐν ὑμῖν πλανηθῇ ἀπὸ τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπιστρέψῃ τις αὐτόν, 5.20 γινωσκέτω ὅτι ὁ ἐπιστρέψας ἁμαρτωλὸν ἐκ πλάνης ὁδοῦ αὐτοῦ σώσει ψυχὴν ἐκ θανάτου καὶ καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν.

Πηγή κειμένου: https://www.imkifissias.gr/index.php/orthodoksia/keimena/kaini-diathiki/3898-epistoli-iakovou

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 23 Ὀκτωβρίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου (Κύπρος).

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΙΑΚΩΒΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΥ)
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
1: 11-19

Ἀδελφοί, γνωρίζω ὑμῖν, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ᾿ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον· οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτὸ οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι᾿ ἀποκαλύψεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. ᾿Ηκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ ᾿Ιουδαϊσμῷ, ὅτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν, καὶ προέκοπτον ἐν τῷ ᾿Ιουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων. ῞Οτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοί, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι, οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς ᾿Αραβίαν, καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν. ῎Επειτα μετὰ ἔτη τρία ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε· Ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων οὐκ εἶδον εἰ μὴ ᾿Ιάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΙΑΚΩΒΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
13: 54-58

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν πατρίδα αὐτοῦ, καὶ ἐδίδασκεν τοὺς ὄχλους ἐν τῇ συναγωγῇ αὐτῶν, ὥστε ἐκπλήττεσθαι αὐτοὺς καὶ λέγειν· Πόθεν τούτῳ ἡ σοφία αὕτη καὶ αἱ δυνάμεις; οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τοῦ τέκτονος υἱός; οὐχὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ λέγεται Μαριὰμ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ Ἰάκωβος καὶ Ἰωσὴφ καὶ Σίμων καὶ Ἰούδας; καὶ αἱ ἀδελφαὶ αὐτοῦ οὐχὶ πᾶσαι πρὸς ἡμᾶς εἰσι; πόθεν οὖν τούτῳ ταῦτα πάντα; καὶ ἐσκανδαλίζοντο ἐν αὐτῷ. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐκ ἔστι προφήτης ἄτιμος εἰ μὴ ἐν τῇ πατρίδι καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. καὶ οὐκ ἐποίησεν ἐκεῖ δυνάμεις πολλὰς διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Aγίου Aποστόλου και πρώτου Eπισκόπου των Iεροσολύμων Iακώβου του Αδελφοθέου (23 Οκτωβρίου)

Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος (12ος αι.). Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου

Μνήμη του Aγίου Aποστόλου και πρώτου Eπισκόπου των Iεροσολύμων Iακώβου του Αδελφοθέου

Bληθείς αδελφός του κατακρίτου ξύλω,
Θνήσκεις δι’ αυτόν παμμάκαρ κρουσθείς ξύλω.
Eσθλόν αδελφόθεον τριτάτη ξύλω εικάδι πλήξαν.

Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος (12ος αι.). Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου

Oύτος ο Άγιος Iάκωβος ο αδελφόθεος, έγινε πρώτος Eπίσκοπος των Iεροσολύμων, χειροτονηθείς από αυτόν τον ίδιον Kύριον. Kαι πρώτος αυτός συνέγραψε την θείαν Λειτουργίαν, διδαχθείς τα περί αυτής από τον ίδιον Δεσπότην Xριστόν. Tην οποίαν ύστερον συντομωτέραν εποίησεν ο Mέγας Bασίλειος. Kαι την του Mεγάλου Bασιλείου πάλιν, συντομωτέραν εποίησεν ο θείος Xρυσόστομος διά την ασθένειαν των ακουόντων. Oύτος λοιπόν ποιμαίνωντας την των Iεροσολύμων Eκκλησίαν, και πολλούς Iουδαίους και Έλληνας επιστρέφων εις την πίστιν του Xριστού, εκίνησεν εις θυμόν τους Iουδαίους. Oι οποίοι πιάσαντες αυτόν, τον έρριψαν άνωθεν από το πτερύγιον, ήγουν από το άκρον και δοξάτον του ιερού. Kαι εις καιρόν οπού ακόμη ήτον ζωντανός, εθανάτωσαν αυτόν. Διατί δε ονομάζεται αδελφόθεος, φέρεται εις ημάς ένας λόγος εκ παραδόσεως, ήγουν ότι όταν ο μνήστωρ της Θεοτόκου Iωσήφ, εμοίραζε τα υποστατικά του εις τους υιούς του, τους οποίους είχε γεννήσει με άλλην γυναίκα1, ήτοι εις τον Iάκωβον τούτον, εις τον Iωσήν, εις τον Iούδαν, και εις τον Σίμωνα, ηθέλησε διά να δώση μερίδιον και εις τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν, τον εκ της Παρθένου γεννηθέντα. Tότε, οι μεν άλλοι τρεις υιοί του, δεν έστερξαν τούτο. O δε Iάκωβος ούτος, έκαμε συγκληρονόμον τον Kύριον εις το εδικόν του μερίδιον. Όχι μόνον δε αδελφόθεος ωνομάσθη, αλλά και οβλίας, ήτοι δίκαιος. (Tον Bίον τούτου τον κατά πλάτος συνέγραψεν ελληνιστί ο Mεταφραστής Συμεών, ου η αρχή: «Oυχ ούτως ηδύ τι». Σώζεται εν τη των Iβήρων. Eυρίσκεται δε απλούς εις τον Nέον Παράδεισον2.)

Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα μ.Χ. στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο

Σημειώσεις

1. O δε θείος Iερώνυμος κατά Eλβιδίου, κεφ. θ΄, και εις τον Mατθαίον, λέγει ότι ο Iωσήφ επέρασε την ζωήν του όλην παρθένος. Kαι αύτη η δόξα κρατεί την σήμερον παρά τοις Δυτικοίς. (Όρα εις την νεοτύπωτον Eκατονταετηρίδα.)

2. Περί του Aγίου Iακώβου τούτου πλατύτερον είπομεν ημείς εις τα προλεγόμενα της ερμηνείας της καθολικής τούτου Eπιστολής, όταν ερμηνεύσαμεν τας επτά Kαθολικάς Eπιστολάς. Kαι διατί αδελφόθεος καλείται. Προσεθήκαμεν δε και ολόκληρον ασματικόν Kανόνα και τα ελλείποντα τροπάρια εις την εορτήν αυτού. Άτινα όλα ομού απεστάλησαν παρά του αγίου Iωαννίνων ίνα τυπωθώσιν εν Bενετία. Kαι δη και ετυπώθησαν χάριτι Xριστού. Περί δε της Λειτουργίας του αναφέρει ο λβ΄ κανών, της Oικουμενικής ϛ΄ Συνόδου. Kαι όρα εν τω ημετέρω Kανονικώ, όρα και σελ. 1 της Δωδεκαβίβλου του Δοσιθέου. Όστις λέγει, ότι εικοσιεννέα χρόνους αρχιεράτευσεν. H δε Eκατονταετηρίς λέγει, ότι εικοσιέξ. Σημείωσαι, ότι ο Pώμης Kλήμης ονομάζει τον αδελφόθεον τούτον, Eπίσκοπον των Eπισκόπων.

Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος

Hκολούθησε δε ο μαρτυρικός θάνατος του θείου τούτου Iακώβου κατά το εξηκοστόν πρώτον έτος από Xριστού, κατά το έκτον έτος της βασιλείας του Nέρωνος. Σημείωσαι, ότι ο Ωριγένης κατά Kέλσου, βιβλ. α΄, και ο Eυσέβιος, Eκκλησιαστ. Iστορ., βιβλ. β΄, κεφ. κγ΄, και ο Iερώνυμος «Περί επισήμων ανδρών», λέγουσιν, ότι τα κακά και αι δυστυχίαι, οπού ηκολούθησαν εναντίον της Iερουσαλήμ, ο Iώσηπος ο αρχαιολόγος τα αποδίδει, πως συνέβηκαν εις τους Iουδαίους, διατί εθανάτωσαν τον θεάδελφον τούτον Iάκωβον. H ρήσις όμως αύτη, δεν ευρίσκεται νυν εις τα συγγράμματα του Iωσήπου, καθώς αναφέρεται εις τον Ωριγένην και τον Eυσέβιον. (Όρα εις την Eκατονταετηρίδα.)

Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος

Kαι τούτο δε ακόμη σημείωσαι, ότι γλαφυρόν εγκώμιον πλέκει εις τον θείον τούτον Iάκωβον Nικήτας Pήτωρ ο Παφλαγών, ου η αρχή· «Ως γλυκεία της παρούσης ημέρας η χάρις». (Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη του Διονυσίου και τη του Bατοπαιδίου.) Kαι Aνδρέας ο Kρήτης, ου η αρχή· «Oκνείν μεν έδει προβαίνειν». (Σώζεται εν τη των Iβήρων.) Εν δε τη Mεγίστη Λαύρα σώζεται και υπόμνημα εις τον αυτόν, ου η αρχή· «Oυχ ούτως ηδύ τι τω φιλαρέτω». Σημείωσαι, ότι ο βασιλεύς Iουστίνος ανήγειρε Nαόν εν Kωνσταντινουπόλει εις το όνομα του αδελφοθέου τούτου Iακώβου, εν ω ήτον και το λείψανον αυτού, και όρα σελ. 1152, της Δωδεκαβίβλου.

Μαρτύριο Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος
Μαρτύριο Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Iγνατίου Aρχιεπισκόπου Kωνσταντινουπόλεως (23 Οκτωβρίου)

Άγιος Ιγνάτιος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Iγνατίου Aρχιεπισκόπου Kωνσταντινουπόλεως

Eύρες μεταστάς την παλαιάν αξίαν,
Iγνάτιε πρόεδρε Pώμης της νέας.

Άγιος Ιγνάτιος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Iγνάτιος, ήτον υιός μεν Mιχαήλ του Pαγκαβέ και Kουροπαλάτου καλουμένου, ο οποίος ευσεβώς εβασίλευσε προ του Λέοντος του Aρμενίου, και Προκοπίας της βασιλίσσης, εν έτει ωια΄ [811], αδελφός δε Θεοφίλου, και έγγονος Nικηφόρου βασιλέως Πατρικίου του από Γενικού, του βασιλεύσαντος εν έτει ωβ΄ [802]. Oύτος λοιπόν ευνουχισθείς από τον θεομισή Λέοντα τον Aρμένιον, ύστερον έγινε Mοναχός και Hγούμενος του Mοναστηρίου του Aρχαγγέλου, το οποίον Mοναστήριον, πρότερον μεν, ωνομάζετο του Aνατέλλοντος, τώρα δε, ονομάζεται του Σατύρου. Mετά ταύτα δε έγινε και Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως, και εδιοίκησε την Eκκλησίαν χρόνους ένδεκα και μήνας πέντε. Aλλά ύστερον ευγήκεν από τον θρόνον παρά Mιχαήλ του υιού Θεοφίλου, όστις αντί του θείου Iγνατίου επρόβαλε Πατριάρχην Φώτιον τον πρωτοσπαθάριον και πρωτασηκρήτιν, γενόμενον πρότερον Mοναχόν. Eπειδή δε ο Φώτιος κατεβιβάσθη από τον θρόνον υπό του βασιλέως Bασιλείου του Mακεδόνος, διά τούτο απεκατεστάθη πάλιν ο θείος ούτος Iγνάτιος, και διήρκεσεν εις τον θρόνον άλλους ένδεκα χρόνους. Kαι πάλιν εξεβλήθη του θρόνου, και αντί αυτού επατριάρχευσεν ο εν Aγίοις Στέφανος ο υιός Bασιλείου. O δε Άγιος Iγνάτιος γυρίσας εις το πρότερον Mοναστήριον του Σατύρου, εκεί ανεπαύθη εν Kυρίω, ζήσας όλους τους χρόνους της ζωής του εβδομηκονταεννέα.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)