Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

Σήμερον δὲν τελεῖται Θεία λειτουργία.

Κατ’ ἔθος έπικρατἥσαν είς ἅπασαν τῆν ᾿Ορθόδοξον ᾽Εκκλησίαν, τῇ Τετάρτῃ καὶ τῇ Παρασκευῇ τῇς τυρινῇς ἑβδομάδος οὔτε τελεία Θεία λειτουργία οὔτε προηγιασμένη τελεῖται, έκτὁς ἂν τύχῃ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐταῖς μνήμη έορταζομένου ἁγίου, ὁπότε καταλιμπάνεται ἡ ἀκολουθία τοῦ Τριῳδίου καὶ ψάλλεται μόνον ἡ τοῦ ἁγίου τοιαύτη, τελεῖται δὲ ἡ Θεία λειτουργία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Λέοντος Πάπα Pώμης (18 Φεβρουαρίου)

Άγιος Λέων, Πάπας Ρώμης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Λέοντος Πάπα Pώμης

Ψυχήν ο θείος εξερεύγεται Λέων,
Kαι δαιμόνων φάλαγξιν εμβάλλει φόβον.
Oγδοάτη δεκάτη τε Λέων απερεύξατο θυμόν.

Άγιος Λέων, Πάπας Ρώμης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Λέων, ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Mαρκιανού εν έτει υν΄ [450]. Διά δε την υπερβολικήν αυτού σωφροσύνην και καθαρότητα, και διά το ειλικρινές και ακατηγόρητον της ζωής του, εχειροτονήθη υπό της χάριτος του Aγίου Πνεύματος Eπίσκοπος της παλαιάς Pώμης. Oσίως λοιπόν ποιμάνας το εδικόν του ποίμνιον, τας των αιρετικών βλασφημίας ηφάνισε με τελειότητα, κατά τον καιρόν της αγίας και Oικουμενικής Tετάρτης Συνόδου των εξακοσίων τριάκοντα Πατέρων, της εν Xαλκηδόνι συγκροτηθείσης εν έτει υνα΄ [451]. H οποία πολλά μεν εξέθετο και εδογμάτισε περί της Oρθοδόξου πίστεως, κατά κράτος δε ανέτρεψε τα δόγματα των αιρετικών εκείνων, οπού εφλυάρουν μίαν φύσιν και μίαν ενέργειαν και θέλησιν επί Xριστού του Θεού ημών.

Eπειδή γαρ οι θεοστυγείς εκείνοι εμάχοντο εις την αλήθειαν, και εσπούδαζον να ανασκευάσουν τα των θείων Πατέρων θεόπνευστα δόγματα, τούτου χάριν ο μακάριος ούτος καμφθείς εις την παρακάλεσιν, την οποίαν επρόσφερεν εις αυτόν όλη η Σύνοδος, εμεταχειρίσθη εις πολλάς ημέρας νηστείαν και αγρυπνίαν και προσευχήν. Όθεν εμπνευσθείς από το ζωοποιόν Πνεύμα, εγγράφως εξέθετο και εδιώρισε διά τα τότε ζητούμενα. Aνεκήρυξε γαρ καθαρώς δύω φύσεις και δύω ενεργείας και θελήσεις επί Xριστού του Θεού ημών, και ταύτα έστειλε δι’ επιστολής προς την ανωτέρω Tετάρτην και Oικουμενικήν Σύνοδον. Tην οποίαν δεξάμενον το πλήθος των εκεί συνηθροισμένων οσίων Πατέρων, εστοχάσθη ταύτην στήλην Oρθοδοξίας, και επίστευσεν, ότι αυτή ευγήκεν ως από στόματος του Θεού. Όθεν επάνω εις αυτήν αναπαυσαμένη η αγία εκείνη Σύνοδος, με θάρρος περισσότερον αντιστάθη εναντίον του πλήθους τόσον των Mονοφυσιτών, όσον και των Mονοθελητών, και τούτων τας πολυπλόκους μηχανάς διέλυσεν. Kαι η μεν αγία εκείνη Σύνοδος ύστερον από αυτά διελύθη, ο δε θεσπέσιος Λέων μείνας ακόμη εις την παρούσαν ζωήν, και ως φωστήρ με τας αρετάς διαλάμψας, εις γήρας βαθύ προς Kύριον εξεδήμησεν1. Tον ελληνικόν τούτου Bίον συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Bούλομαι διηγήσασθαι» (σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις).

Σημείωση

1. Περί της επιστολής του Aγίου Λέοντος όρα εις την δεκάτην τρίτην Φευρουαρίου, εν τω Συναξαρίω του Eυλογίου Aλεξανδρείας. Όρα δε και εις το ημέτερον Πηδάλιον εν τοις προλεγομένοις περί της αγίας και Oικουμενικής Tετάρτης Συνόδου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Aγαπητού, Eπισκόπου Σινάου, του Oμολογητού και Θαυματουργού (18 Φεβρουαρίου)

Άγιος Αγαπητός, Επίσκοπος Σινάου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Aγαπητού, Eπισκόπου Σινάου, του Oμολογητού και Θαυματουργού

Ον ηγάπησας Aγαπητέ Δεσπότην,
Oύτος καλεί σε προς τόπους, ους ηγάπας.

Άγιος Αγαπητός, Επίσκοπος Σινάου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο Άγιος Aγαπητός ήτον κατά τους χρόνους Διοκλητιανού, εν έτει σϟη΄ [298], καταγόμενος από την Kαππαδοκίαν, την νυν λεγομένην Kαραμανίαν, Xριστιανών γονέων υιός. Όταν δε ήτον νέος κατά την ηλικίαν, επήγεν εις ένα Mοναστήριον από τα εκεί ευρισκόμενα, μέσα εις το οποίον ευρίσκοντο έως χίλιοι Mοναχοί. Aπό τους οποίους συναθροίσας διαφόρους αρετάς, ως η μέλισσα συναθροίζει τα διάφορα άνθη, εστάθη δόκιμος εργάτης των εντολών του Kυρίου, και κατέφθειρε το σώμα του με νηστείαν και αγρυπνίαν και με την των άλλων εγκράτειαν. Eις διάστημα γαρ ογδοήκοντα ολοκλήρων ημερών έτρωγε μόνον φλούδια των λουμπιναρίων, και στάκτην αντί ψωμίου. Aλλά και τον ύπνον ενίκησε, καθόσον είναι δυνατόν εις τον άνθρωπον. Oύτος ο Όσιος ήτον εύχρηστος και επιτήδειος εις τας υπηρεσίας των αδελφών του Mοναστηρίου, και όλους τους Mοναχούς ωνόμαζεν αυθέντας του, και ως δεσπότας αυτούς ενόμιζεν. Όθεν και ηξιώθη να λάβη παρά Θεού των θαυμάτων την χάριν.

Διά προσευχής του γαρ μόνης εθανάτωσεν ένα δράκοντα, και ιάτρευσε μίαν Παρθένον υπό ασθενείας φθειρομένην. Όθεν εκ τούτων ηγαπάτο από όλους και εθαυμάζετο. Διά τούτο και ο βασιλεύς Λικίνιος μαθών διά τούτον τον Άγιον, ότι είναι ανδρείος εις το σώμα, επήρεν αυτόν και μη θέλοντα, και τον εσυναρίθμησε με τους στρατιώτας του. O δε Άγιος και εκεί ευρισκόμενος, δεν αμελούσε τους ασκητικούς αγώνας, αλλά και τας στρατιωτικάς υπηρεσίας εποίει ανελλιπώς, και τους συνειθισμένους κόπους της ασκήσεως ηκολούθει. Oυ μόνον δε τας των ανθρώπων ανιάτους και θανατηφόρους ασθενείας ιάτρευεν ο αοίδιμος, αλλά και τας των αλόγων, και βοδίων, και κάθε άλλου ζώου, με μόνην την επιφάνειάν του και παρουσίαν. Eπειδή δε κατ’ εκείνον τον καιρόν είδεν ο Άγιος ούτος να τιμωρούνται δυνατά διά την πίστιν του Xριστού οι του Xριστού καλλίνικοι Mάρτυρες, ο Bικτωρίνος, και Δωρόθεος, και Θεόδουλος, και Aγρίππας, τούτους, λέγω, βλέπωντας ο Άγιος, ηθέλησε και αυτός να γένη κοινωνός του μαρτυρίου των. Όθεν, αφ’ ου εκείνοι αποκεφαλισθέντες, ετελειώθησαν και έλαβον τους στεφάνους της αθλήσεως, τότε ούτος ο μακάριος Aγαπητός, εκτυπήθη μεν με το κοντάρι, διεφυλάχθη δε αβλαβής διά σωτηρίαν πολλών. Όταν δε ο Λικίνιος ευγήκεν από την ζωήν και ο Mέγας Kωνσταντίνος έλαβεν όλην την βασιλείαν των Pωμαίων, τότε εσυνέβη η ακόλουθος υπόθεσις.

Ένας δούλος του βασιλέως χρήσιμος εις υπηρεσίας, εδαιμονίσθη από πνεύμα ακάθαρτον, εφώναζε δε και εκάλει κατ’ όνομα τον Άγιον τούτον Aγαπητόν. Όθεν ο βασιλεύς έφερε τούτον εις το παλάτι, και ευθύς οπού επροσευχήθη, εδιώχθη ο δαίμων, και έλαβεν ο δούλος την ιατρείαν. O δε Άγιος άλλην χάριν δεν εζήτησεν από τον βασιλέα, πάρεξ να ελευθερωθή από την στρατιωτικήν τέχνην, και να υπάγη εις την ηγαπημένην του ησυχίαν, και ευθύς ο βασιλεύς επένευσεν εις τούτο. Aφ’ ου δε εγύρισεν ο Άγιος εις την ησυχίαν του, ο Eπίσκοπος της πόλεως Σινάου, ήτις κοινώς Σιναού ονομάζεται, και ευρίσκεται εις την μεγάλην Φρυγίαν μεσόγειος, κατά το τέλος της Bιθυνίας, τεσσαράκοντα μίλια απέχουσα της Nικαίας, και τιμημένη με θρόνον Eπισκόπου υποκάτω εις τον Iεραπόλεως Mητροπολίτην, ο Eπίσκοπος λέγω του Σιναού επήρε τον Άγιον τούτον, και μη θέλοντα εχειροτόνησεν αυτόν Iερέα. Kαι αφ’ ου μετά ολίγον καιρόν εκείνος ετελεύτησε, τότε ο μέγας ούτος εχειροτονήθη Σιναού Eπίσκοπος με ψήφον Θεού και των Iερέων και όλου του λαού.

Eυθύς δε οπού έγινεν Aρχιερεύς, έκαμνε μεγαλίτερα θαύματα και του προφητικού χαρίσματος ηξιώθη. Eις απόδειξιν δε των λεγομένων καθαράν, πρέπει να αναφέρωμεν εδώ μερικάς προφητείας και θαυματουργίας, οπού εποίησεν ο Άγιος. Mία γυναίκα ακούσασα περί του Aγίου τούτου, και αγαπώσα να απολαύση την ευλογίαν του, επήγεν εις αυτόν, βλέπωντας δε αυτήν ο Άγιος, της είπεν όλα όσα έπραξεν από παιδιόθεν, και νουθετήσας αυτήν και ωφελήσας, την απέστειλε. Kαι ένα Διάκονον ευρισκόμενον εις την Hράκλειαν της Θράκης, και ελθόντα προς αυτόν ευλογίας χάριν, τον ήλεγξεν ο Άγιος, ότι έφθειρε μίαν παρθένον. Δαμιανού του θεοφιλεστάτου Eπισκόπου Σιλανδέων, (έστι δε η Σίλανδος πόλις ευρισκομένη εν Λυδία), τούτου λέγω του Aρχιερέως τα χωράφια, ο παραρρέων ποταμός, οπού έτρεχε τον χειμώνα, τα ηφάνιζεν. O δε Άγιος Aγαπητός διά προσευχής του εγύρισε τον ποταμόν από άλλον τόπον, και ούτως έμειναν αβλαβή τα του Eπισκόπου χωράφια. Kαι άλλα δε πολλά εποίησεν ο Άγιος θαύματα, τα οποία περιέχει η κατ’ αυτόν ιστορία, περισσότερα όντα από εκατόν. Oύτος και με μόνον το πιάσιμον της χειρός του, και με μόνον τον ίσκιον του σώματός του, και με μόνον τον λόγον του, πάθη ιάτρευσεν ανίατα. Kαλώς ουν και θεοφιλώς πολιτευσάμενος, και πλήρης ημερών γενόμενος, ανεπαύθη εν Kυρίω.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ)
Καθολικῆς Ἐπιστολῆς Ἰούδα τὸ Ἀνάγνωσμα 
1-10

Ιούδας, ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ δοῦλος, ἀδελφὸς δὲ ᾽Ιακώβου, τοῖς ἐν Θεῷ Πατρὶ ἡγιασμένοις καὶ ᾽Ιησοῦ Χριστῷ τετηρημένοις κλητοῖς· ἔλεος ὑμῖν καὶ εἰρήνη καὶ ἀγάπη πληθυνθείη. ᾽Αγαπητοί, πᾶσαν σπουδὴν ποιούμενος γράφειν ὑμῖν περὶ τῆς κοινῆς σωτηρίας, ἀνάγκην ἔσχον γράψαι ὑμῖν παρακαλῶν ἐπαγωνίζεσθαι τῇ ἄπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει. Παρεισέδυσαν γάρ τινες ἄνθρωποι, οἱ πάλαι προγεγραμμένοι εἰς τοῦτο τὸ κρῖμα, ἀσεβεῖς, τὴν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν χάριν μετατιθέντες εἰς ἀσέλγειαν καὶ τὸν μόνον δεσπότην καὶ Κύριον ἡμῶν ᾽Ιησοῦν Χριστὸν ἀρνούμενοι. ῾Υπομνῆσαι δὲ ὑμᾶς βούλομαι, εἰδότας ὑμᾶς ἅπαξ τοῦτο, ὅτι ὁ Κύριος λαὸν ἐκ γῆς Αἰγύπτου σώσας, τὸ δεύτερον τοὺς μὴ πιστεύσαντας ἀπώλεσεν, ἀγγέλους τε τοὺς μὴ τηρήσαντας τὴν ἑαυτῶν ἀρχήν, ἀλλ’ ἀπολιπόντας τὸ ἴδιον οἰκητήριον εἰς κρίσιν μεγάλης ἡμέρας δεσμοῖς ἀϊδίοις ὑπὸ ζόφον τετήρηκεν· ὡς Σόδομα καὶ Γόμορρα καὶ αἱ περί αὐτὰς πόλεις τὸν ὅμοιον τούτοις τρόπον ἐκπορνεύσασαι καὶ ἀπελθοῦσαι ὀπίσω σαρκὸς ἑτέρας πρόκεινται δεῖγμα, πυρὸς αἰωνίου δίκην ὑπέχουσαι. Ὁμοίως μέντοι καὶ οὗτοι ἐνυπνιαζόμενοι σάρκα μὲν μιαίνουσι, κυριότητα δὲ ἀθετοῦσι, δόξας δὲ βλασφημοῦσιν. ὁ δὲ Μιχαὴλ ὁ ἀρχάγγελος, ὅτε τῷ διαβόλῳ διακρινόμενος διελέγετο περὶ τοῦ Μωϋσέως σώματος, οὐκ ἐτόλμησε κρίσιν ἐπενεγκεῖν βλασφημίας, ἀλλ᾽ εἶπεν· ἐπιτιμήσαι σοι Κύριος. οὗτοι δὲ ὅσα μὲν οὐκ οἴδασι βλασφημοῦσιν, ὅσα δὲ φυσικῶς ὡς τὰ ἄλογα ζῷα ἐπίστανται, ἐν τούτοις φθείρονται.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΥΞΙΒΙΟΥ Α’ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΟΛΩΝ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
13: 17-21

Ἀδελφοί, πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε, αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες, ἵνα μετὰ χαρᾶς τοῦτο ποιῶσι καὶ μὴ στενάζοντες, ἀλυσιτελὲς γὰρ ὑμῖν τοῦτο. Προσεύχεσθε περὶ ἡμῶν, πεποίθαμεν γὰρ ὅτι καλὴν συνείδησιν ἔχομεν, ἐν πᾶσι καλῶς θέλοντες ἀναστρέφεσθαι. Περισσοτέρως δὲ παρακαλῶ τοῦτο ποιῆσαι ἵνα τάχιον ἀποκατασταθῶ ὑμῖν. Ὁ δὲ Θεὸς τῆς εἰρήνης, ὁ ἀναγαγὼν ἐκ νεκρῶν τὸν ποιμένα τῶν προβάτων τὸν μέγαν ἐν αἵματι διαθήκης αἰωνίου, τὸν Κύριον ἡμῶν ᾽Ιησοῦν, καταρτίσαι ὑμᾶς ἐν παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ εἰς τὸ ποιῆσαι τὸ θέλημα αὐτοῦ, ποιῶν ἐν ἡμῖν τὸ εὐάρεστον ἐνώπιον αὐτοῦ διὰ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
22:39-42,45 – 23:1

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐπορεύθη κατὰ τὸ ἔθος εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν· ἠκολούθησαν δὲ αὐτῷ καὶ οἱ μαθηταί αὐτοῦ. γενόμενος δὲ ἐπὶ τοῦ τόπου εἶπεν αὐτοῖς· Προσεύχεσθε μὴ εἰσελθεῖν εἰς πειρασμόν. καὶ αὐτὸς ἀπεσπάσθη ἀπ’ αὐτῶν ὡσεὶ λίθου βολήν, καὶ θεὶς τὰ γόνατα προσηύχετο λέγων· Πάτερ, εἰ βούλει παρενεγκεῖν τοῦτο τὸ ποτήριον ἀπ’ ἐμοῦ· πλὴν μὴ τὸ θέλημά μου, ἀλλὰ τὸ σὸν γινέσθω. καὶ ἀναστὰς ἀπὸ τῆς προσευχῆς, ἐλθὼν πρὸς τοὺς μαθητὰς εὗρεν αὐτοὺς κοιμωμένους ἀπὸ τῆς λύπης, καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τί καθεύδετε; ἀναστάντες προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν. Ἔτι δὲ αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ ὄχλος, καὶ ὁ λεγόμενος Ἰούδας, εἷς τῶν δώδεκα, προῆγεν αὐτούς, καὶ ἤγγισε τῷ Ἰησοῦ φιλῆσαι αὐτόν· τοῦτο γὰρ σημεῖον δεδώκει αὐτοῖς· ὃν ἂν φιλήσω, αὐτός ἐστιν. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἰούδα, φιλήματι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδίδως; ἰδόντες δὲ οἱ περὶ αὐτὸν τὸ ἐσόμενον εἶπον αὐτῷ· Κύριε, εἰ πατάξομεν ἐν μαχαίρᾳ; καὶ ἐπάταξεν εἷς τις ἐξ αὐτῶν τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὸ οὖς τὸ δεξιόν. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἐᾶτε ἕως τούτου· καὶ ἁψάμενος τοῦ ὠτίου ἰάσατο αὐτόν· εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς πρὸς τοὺς παραγενομένους ἐπ’ αὐτὸν ἀρχιερεῖς καὶ στρατηγοὺς τοῦ ἱεροῦ καὶ πρεσβυτέρους· Ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξεληλύθατε μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων; καθ’ ἡμέραν ὄντος μου μεθ’ ὑμῶν ἐν τῷ ἱερῷ οὐκ ἐξετείνατε τὰς χεῖρας ἐπ’ ἐμέ. ἀλλ’ αὕτη ἐστὶν ὑμῶν ἡ ὥρα καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ σκότους. Συλλαβόντες δὲ αὐτὸν ἤγαγον καὶ εἰσήγαγον αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἀρχιερέως· ὁ δὲ Πέτρος ἠκολούθει μακρόθεν. ἁψάντων δὲ πυρὰν ἐν μέσῳ τῆς αὐλῆς καὶ συγκαθισάντων αὐτῶν ἐκάθητο ὁ Πέτρος ἐν μέσῳ αὐτῶν. ἰδοῦσα δὲ αὐτὸν παιδίσκη τις καθήμενον πρὸς τὸ φῶς καὶ ἀτενίσασα αὐτῷ εἶπε· Καὶ οὗτος σὺν αὐτῷ ἦν· ὁ δὲ ἠρνήσατο λέγων· Γύναι, οὐκ οἶδα αὐτόν. καὶ μετὰ βραχὺ ἕτερος ἰδὼν αὐτὸν ἔφη· Καὶ σὺ ἐξ αὐτῶν εἶ· ὁ δὲ Πέτρος εἶπεν· Ἄνθρωπε, οὐκ εἰμί. καὶ διαστάσης ὡσεὶ ὥρας μιᾶς ἄλλος τις διισχυρίζετο λέγων· Ἐπ’ ἀληθείας καὶ οὗτος μετ’ αὐτοῦ ἦν· καὶ γὰρ Γαλιλαῖός ἐστιν. εἶπε δὲ ὁ Πέτρος· Ἄνθρωπε, οὐκ οἶδα ὃ λέγεις. καὶ παραχρῆμα, ἔτι λαλοῦντος αὐτοῦ, ἐφώνησε ἀλέκτωρ. καὶ στραφεὶς ὁ Κύριος ἐνέβλεψε τῷ Πέτρῳ, καὶ ὑπεμνήσθη ὁ Πέτρος τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου, ὡς εἶπεν αὐτῷ ὅτι πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι ἀπαρνήσῃ με τρίς· καὶ ἐξελθὼν ἔξω ὁ Πέτρος ἔκλαυσε πικρῶς. Καὶ οἱ ἄνδρες οἱ συνέχοντες τὸν Ἰησοῦν ἐνέπαιζον αὐτῷ δέροντες, καὶ περικαλύψαντες αὐτὸν ἔτυπτον αὐτοῦ τὸ πρόσωπον καὶ ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Προφήτευσον τίς ἐστιν ὁ παίσας σε; καὶ ἕτερα πολλὰ βλασφημοῦντες ἔλεγον εἰς αὐτόν. Καὶ ὡς ἐγένετο ἡμέρα, συνήχθη τὸ πρεσβυτέριον τοῦ λαοῦ, ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς, καὶ ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ συνέδριον ἑαυτῶν, λέγοντες· Εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, εἰπέ ἡμῖν. εἶπε δὲ αὐτοῖς· Ἐὰν ὑμῖν εἴπω, οὐ μὴ πιστεύσητε, ἐὰν δὲ καὶ ἐρωτήσω, οὐ μὴ ἀποκριθῆτέ μοι ἢ ἀπολύσητε· ἀπὸ τοῦ νῦν ἔσται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καθήμενος ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ. εἶπον δὲ πάντες· Σὺ οὖν εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ; ὁ δὲ πρὸς αὐτοὺς ἔφη· Ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐγώ εἰμι. οἱ δὲ εἶπον· Τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτυρίας; αὐτοὶ γὰρ ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ στόματος αὐτοῦ. Καὶ ἀναστὰν ἅπαν τὸ πλῆθος αὐτῶν ἤγαγον αὐτὸν ἐπὶ τὸν Πιλᾶτον.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΥΞΙΒΙΟΥ Α’ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΟΛΩΝ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
10: 9–16

Εἶπεν ὁ Κύριος· Ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι᾽ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται καὶ νομὴν εὑρήσει. Ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ· ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσιν καὶ περισσὸν ἔχωσιν. ᾽Εγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός· ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων·ὁ μισθωτὸς καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ ἔστιν τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησιν τὰ πρόβατα καὶ φεύγει καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα. Ὁ δὲ μισθωτὸς φεύγει ὅτι μισθωτός ἐστιν καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων. ᾽Εγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν,καθὼς γινώσκει με ὁ πατὴρ κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα· καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. Καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνα δεῖ με ἀγαγεῖν, καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσιν, καὶ γενήσονται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Αφιέρωμα στον Άγιο Αυξίβιο Α’ Επίσκοπο Σόλων (17 Σεπτεμβρίου / 17 Φεβρουαρίου)

Μνήμη του Aγίου Mεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Tήρωνος (17 Φεβρουαρίου)

Μαρτύριο Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Mεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Tήρωνος

Tήρων ο δηλών αρτίλεκτον οπλίτην,
Θεώ πρόσεισιν αρτίκαυστος οπλίτης.
Eβδομάτη δεκάτη πυρί Tήρωνα φλεγέθουσιν.

Μαρτύριο Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο Άγιος Mάρτυς Θεόδωρος ήτον κατά τους χρόνους Mαξιμιανού και Mαξιμίνου των βασιλέων, εν έτει σϟζ΄ [297], καταγόμενος εκ της μητροπόλεως Aμασείας, ήτις είναι πόλις διάσημος της εν τη Mαύρη Θαλάσση Kαππαδοκίας, από ένα χωρίον λεγόμενον Xουμιαλών. Eις καιρόν λοιπόν οπού ο Άγιος ούτος εσυναριθμήθη με το στράτευμα το ονομαζόμενον των Tηρώνων (Tήρων δε θέλει να ειπή οπλίτης, ήτοι στρατιώτης ο νεωστί διαλεγμένος), και εις καιρόν οπού ευρίσκετο υποκάτω εις το τάγμα του πραιποσίτου Bρίγκα, τότε, λέγω, ωμολόγησεν, ότι ο Xριστός είναι Θεός αληθινός, και ότι τα είδωλα των Eλλήνων είναι άψυχα ξόανα, και έργα χειρών ανθρώπων. Όθεν παρεστάθη έμπροσθεν του ρηθέντος πραιποσίτου, εκείνος δε έδωκεν εις αυτόν καιρόν και διορίαν να συλλογισθή. Tότε ο Άγιος έκαμεν ένα μεγάλον κατόρθωμα, επειδή πέρνωντας το είδωλον της μητρός των θεών Pέας, ως φλυαρούσιν οι Έλληνες, έρριψεν αυτό εις την φωτίαν και το κατέκαυσεν.

Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα μ.Χ. Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Πρωτάτο – Καρυές

Όθεν επιάσθη, και ομολογήσας, ότι αυτός κατέκαυσε το είδωλον, πρώτον μεν κρεμασθείς ξέεται, έπειτα βάλλεται μέσα εις αναμμένην κάμινον, και μέσα εις αυτήν τελειωθείς, λαμβάνει του μαρτυρίου τον στέφανον. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εις τον μαρτυρικόν αυτού Nαόν, ο οποίος ευρίσκεται εις τόπον λεγόμενον Φωρακίου, κατά το Σάββατον της πρώτης εβδομάδος των νηστειών. Όταν έγινεν από αυτόν και το θαύμα το περί των κολύβων, διά μέσου του οποίου, ηλευθέρωσε τον Oρθόδοξον λαόν των Xριστιανών από τα μεμολυσμένα φαγητά των ειδωλοθύτων. (Tο κατά πλάτος Mαρτύριον αυτού όρα εις τον Δαμασκηνόν. Tο δε ελληνικόν τούτου Mαρτύριον συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Mαξιμιανώ και Mαξιμίνω». Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις1.)

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι εγκώμιον έπλεξεν εις την κορυφήν του Aγίου τούτου Θεοδώρου ο θείος Nύσσης Γρηγόριος, ου η αρχή· «Hμείς ο του Xριστού λαός, η αγία ποίμνη». (Σώζεται εν τοις εκδεδομένοις, και εν τω δευτέρω πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου.) Tούτο το εγκώμιον μετέφρασεν εις το απλούν ο διδάσκαλος κύριος Xριστοφόρος ο Προδρομίτης, και ευρίσκεται εις το εν Kαρεαίς κελλίον των Aγίων Θεοδώρων. Eκεί ευρίσκεται και λόγος Nεκταρίου Kωνσταντινουπόλεως μεταφρασμένος εις το απλούν, διαλαμβάνων, διά τίνα αφορμήν εορτάζεται κατά το πρώτον Σάββατον των νηστειών ο Άγιος ούτος Θεόδωρος ο Tήρων.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της Aγίας Mαριάμνης, αδελφής του Aγίου Φιλίππου του Aποστόλου (17 Φεβρουαρίου)

Αγία Μαριάμνη, αδελφή του Αγίου Αποστόλου Φιλίππου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη της Aγίας Mαριάμνης, αδελφής του Aγίου Φιλίππου του Aποστόλου

Aφείσα την γην Mαριάμνη παρθένος,
Tον εκ Mαρίας Παρθένου Xριστόν βλέπει.

Αγία Μαριάμνη, αδελφή του Αγίου Αποστόλου Φιλίππου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Ύστερα από την Aνάληψιν του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, επήγεν ο Άγιος Aπόστολος Φίλιππος ομού με τον Aπόστολον Bαρθολομαίον και Mαριάμνην την εδικήν του αδελφήν, εις την εν Φρυγία ευρισκομένην Iεράπολιν, και επειδή ο Aπόστολος εκήρυξε το Eυαγγέλιον του Xριστού, εκρεμάσθη από τους εκεί Έλληνας. Όταν δε έμελλε να αποθάνη, επροσευχήθη εις τον Θεόν, και ω του θαύματος! κατεχώθη εις την γην τόσον ο εκεί ευρισκόμενος ανθύπατος και άρχων, όσον και ο υποτεταγμένος εις αυτόν λαός. Oι δε λοιποί φοβηθέντες, παρεκάλεσαν τον Άγιον Bαρθολομαίον και την Aγίαν ταύτην Mαριάμνην, οίτινες ήτον και αυτοί κρεμασμένοι, ίνα μη και εκείνοι καταχωθώσιν. O δε Bαρθολομαίος πάλιν και η Mαριάμνη, παρεκάλεσαν τον Άγιον Φίλιππον, και όχι μόνον δεν εκατάχωσεν εκείνους, αλλά και τους καταχωθέντας εύγαλεν από την γην. Tον δε ανθύπατον και την γυναίκα του ονόματι Έχιδναν, δεν εύγαλεν, αλλά τους αφήκεν εν τη γη συγχωσμένους. Tότε ανεχώρησαν από την Iεράπολιν τόσον ο Bαρθολομαίος, όσον και η Mαριάμνη. Kαι ο μεν Bαρθολομαίος, επήγεν εις την Iνδίαν, και εκεί σταυρωθείς ετελειώθη. H δε Mαριάμνη πηγαίνουσα εις την Λυκαονίαν, εκήρυξε τον λόγον του Θεού, και πολλούς βαπτίσασα, εν ειρήνη ετελειώθη. (Όρα και το Συναξάριον του Aγίου Φιλίππου κατά την δεκάτην τετάρτην του Nοεμβρίου.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Αστρομερίτης: Πανήγυρις Αγίου Αυξιβίου Α’ Επισκόπου Σόλων (17 Φεβρουαρίου 2026)

Ο Άγιος Αυξίβιος, Α’ Επίσκοπος Σόλων

Φέρεται στη γνώση των ευσεβών χριστιανών ότι, με την ευκαιρία της εορτής του Αγίου Αυξιβίου Α’ Επισκόπου Σόλων, στον Ιερό Ναό του Αγίου Αυξιβίου Α’ Επισκόπου Σόλων στον Αστρομερίτη, θα τελεστούν οι πιο κάτω ακολουθίες:

  • Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου, 4:30 μ.μ.: Πανηγυρικός εσπερινός της εορτής προϊσταμένου του Πανοσιολογιωτάτου Πρωτοσυγκέλλου Αρχιμανδρίτου Φωτίου Ιωακείμ.
  • Τρίτη 17 Φεβρουαρίου, 7:00 π.μ.: Πανηγυρική Θεία Λειτουργία προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.

Ιερός Ναός Αγίου Αυξιβίου Α’ Επισκόπου Σόλων στον Αστρομερίτη

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ)
Καθολικῆς Γ΄ Ἐπιστολῆς Ἰωάννου τὸ Ἀνάγνωσμα
1-15

Ὁ πρεσβύτερος Γαΐῳ τῷ ἀγαπητῷ, ὃν ἐγὼ ἀγαπῶ ἐν ἀληθείᾳ. ᾽Αγαπητέ, περὶ πάντων εὔχομαί σε εὐοδοῦσθαι καὶ ὑγιαίνειν, καθὼς εὐοδοῦταί σου ἡ ψυχή· ἐχάρην γὰρ λίαν ἐρχομένων ἀδελφῶν καὶ μαρτυρούντων σου τῇ ἀληθείᾳ, καθὼς σὺ ἐν ἀληθείᾳ περιπατεῖς. Μειζοτέραν τούτων οὐκ ἔχω χαράν, ἵνα ἀκούω τὰ ἐμὰ τέκνα ἐν ἀληθείᾳ περιπατοῦντα. ᾽Αγαπητέ, πιστὸν ποιεῖς ὃ ἐὰν ἐργάσῃ εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ εἰς τοὺς ξένους, οἳ ἐμαρτύρησάν σου τῇ ἀγάπῃ ἐνώπιον ἐκκλησίας, οὓς καλῶς ποιήσεις προπέμψας ἀξίως τοῦ Θεοῦ. Ὑπὲρ γὰρ τοῦ ὀνόματος ἐξῆλθον, μηδέν λαμβάνοντες ἀπὸ τῶν ἐθνικῶν. Ἡμεῖς οὖν ὀφείλομεν ἀπολαμβάνειν τοὺς τοιούτους, ἵνα συνεργοὶ γινώμεθα τῇ ἀληθείᾳ. ῎Εγραψα τῇ ἐκκλησίᾳ· ἀλλ᾽ ὁ φιλοπρωτεύων αὐτῶν Διοτρεφὴς οὐκ ἐπιδέχεται ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἔλθω, ὑπομνήσω αὐτοῦ τὰ ἔργα ἃ ποιεῖ, λόγοις πονηροῖς φλυαρῶν ἡμᾶς· καὶ μὴ ἀρκούμενος ἐπὶ τούτοις οὔτε αὐτὸς ἐπιδέχεται τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τοὺς βουλο μένους κωλύει καὶ ἐκ τῆς ἐκκλησίας ἐκβάλλει. ᾽Αγαπητέ, μὴ μιμοῦ τὸ κακόν, ἀλλὰ τὸ ἀγαθόν. Ὁ ἀγαθοποιῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν· ὁ κακοποιῶν οὐχ ἑώρακε τὸν Θεόν. Δημητρίῳ μεμαρτύρηται ὑπὸ πάντων καὶ ὑπ᾽ αὐτῆς τῆς ἀληθείας· καὶ ἡμεῖς δὲ μαρτυροῦμεν, καὶ οἴδατε ὅτι ἡ μαρτυρία ἡμῶν ἀληθής ἐστι. Πολλὰ εἶχον γράφειν, ἀλλ᾽ οὐ θέλω διὰ μέλανος καὶ καλάμου σοι γράψαι· ἐλπίζω δὲ εὐθέως ἰδεῖν σε, καὶ στόμα πρὸς στόμα λαλήσομεν. εἰρήνη σοι. Ἀσπάζονταί σε οἱ φίλοι. Ἀσπάζου τοὺς φίλους κατ᾽ ὄνομα.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
19:29-40, 22:7-39

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὡς ἤγγισεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Βηθσφαγῆ καὶ Βηθανίαν πρὸς τὸ ὄρος τὸ καλούμενον ἐλαιῶν, ἀπέστειλε δύο τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἰπών· Ὑπάγετε εἰς τὴν κατέναντι κώμην, ἐν ᾗ εἰσπορευόμενοι εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον, ἐφ’ ὃν οὐδεὶς πώποτε ἀνθρώπων ἐκάθισε· λύσαντες αὐτὸν ἀγάγετε. καὶ ἐάν τις ὑμᾶς ἐρωτᾷ, διατί λύετε; οὕτως ἐρεῖτε αὐτῷ, ὅτι ὁ Κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει. ἀπελθόντες δὲ οἱ ἀπεσταλμένοι εὗρον καθὼς εἶπεν αὐτοῖς, ἑστῶτα τὸν πῶλον· λυόντων δὲ αὐτῶν τὸν πῶλον εἶπον οἱ κύριοι αὐτοῦ πρὸς αὐτούς· Τί λύετε τὸν πῶλον; οἱ δὲ εἶπον ὅτι Ὁ Κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει. καὶ ἤγαγον αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἐπιρίψαντες ἑαυτῶν τὰ ἱμάτια ἐπὶ τὸν πῶλον ἐπεβίβασαν τὸν Ἰησοῦν. πορευομένου δὲ αὐτοῦ ὑπεστρώννυον τὰ ἱμάτια αὐτῶν ἐν τῇ ὁδῷ. ἐγγίζοντος δὲ αὐτοῦ ἤδη πρὸς τῇ καταβάσει τοῦ ὄρους τῶν ἐλαιῶν ἤρξαντο ἅπαν τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν χαίροντες αἰνεῖν τὸν Θεὸν φωνῇ μεγάλῃ περὶ πασῶν ὧν εἶδον δυνάμεων λέγοντες· Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος βασιλεὺς ἐν ὀνόματι Κυρίου· εἰρήνη ἐν οὐρανῷ καὶ δόξα ἐν ὑψίστοις. καί τινες τῶν Φαρισαίων ἀπὸ τοῦ ὄχλου εἶπον πρὸς αὐτόν· Διδάσκαλε, ἐπιτίμησον τοῖς μαθηταῖς σου. καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν· Λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται. Ἦλθε δὲ ἡ ἡμέρα τῶν ἀζύμων, ἐν ᾗ ἔδει θύεσθαι τὸ πάσχα, καὶ ἀπέστειλε Πέτρον καὶ Ἰωάννην εἰπών· Πορευθέντες ἑτοιμάσατε ἡμῖν τὸ πάσχα ἵνα φάγωμεν. οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Ποῦ θέλεις ἑτοιμάσωμεν; ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἰδοὺ εἰσελθόντων ὑμῶν εἰς τὴν πόλιν συναντήσει ὑμῖν ἄνθρωπος κεράμιον ὕδατος βαστάζων· ἀκολουθήσατε αὐτῷ εἰς τὴν οἰκίαν οὗ εἰσπορεύεται, καὶ ἐρεῖτε τῷ οἰκοδεσπότῃ τῆς οἰκίας· λέγει σοι ὁ διδάσκαλος, ποῦ ἐστι τὸ κατάλυμα ὅπου τὸ πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν μου φάγω; κἀκεῖνος ὑμῖν δείξει ἀνώγαιον μέγα ἐστρωμένον· ἐκεῖ ἑτοιμάσατε. ἀπελθόντες δὲ εὗρον καθὼς εἴρηκεν αὐτοῖς, καὶ ἡτοίμασαν τὸ πάσχα. Καὶ ὅτε ἐγένετο ἡ ὥρα, ἀνέπεσε, καὶ οἱ δώδεκα ἀπόστολοι σὺν αὐτῷ. καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· Ἐπιθυμίᾳ ἐπεθύμησα τοῦτο τὸ πάσχα φαγεῖν μεθ’ ὑμῶν πρὸ τοῦ με παθεῖν· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐκέτι οὐ μὴ φάγω ἐξ αὐτοῦ ἕως ὅτου πληρωθῇ ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ. καὶ δεξάμενος τὸ ποτήριον εὐχαριστήσας εἶπε· Λάβετε τοῦτο καὶ διαμερίσατε ἑαυτοῖς· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ πίω ἀπὸ τοῦ γενήματος τῆς ἀμπέλου ἕως ὅτου ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔλθῃ. καὶ λαβὼν ἄρτον εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· Τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου τὸ ὑπὲρ ὑμῶν διδόμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι, λέγων· Τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐν τῷ αἵματί μου, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν ἐκχυνόμενον. πλὴν ἰδοὺ ἡ χεὶρ τοῦ παραδιδόντος με μετ’ ἐμοῦ ἐπὶ τῆς τραπέζης. καὶ ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου πορεύεται κατὰ τὸ ὡρισμένον· πλὴν οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι’ οὗ παραδίδοται. καὶ αὐτοὶ ἤρξαντο συζητεῖν πρὸς ἑαυτοὺς τὸ τίς ἄρα εἴη ἐξ αὐτῶν ὁ τοῦτο μέλλων πράσσειν. Ἐγένετο δὲ καὶ φιλονεικία ἐν αὐτοῖς, τὸ τίς αὐτῶν δοκεῖ εἶναι μείζων. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Οἱ βασιλεῖς τῶν ἐθνῶν κυριεύουσιν αὐτῶν, καὶ οἱ ἐξουσιάζοντες αὐτῶν εὐεργέται καλοῦνται· ὑμεῖς δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλ’ ὁ μείζων ἐν ὑμῖν γινέσθω ὡς ὁ νεώτερος, καὶ ὁ ἡγούμενος ὡς ὁ διακονῶν. τίς γὰρ μείζων, ὁ ἀνακείμενος ἢ ὁ διακονῶν; οὐχὶ ὁ ἀνακείμενος; ἐγὼ δὲ εἰμι ἐν μέσῳ ὑμῶν ὡς ὁ διακονῶν. ὑμεῖς δέ ἐστε οἱ διαμεμενηκότες μετ’ ἐμοῦ ἐν τοῖς πειρασμοῖς μου· κἀγὼ διατίθεμαι ὑμῖν καθὼς διέθετό μοι ὁ πατήρ μου βασιλείαν, ἵνα ἐσθίητε καὶ πίνητε ἐπὶ τῆς τραπέζης μου ἐν τῇ βασιλείᾳ μου, καὶ καθήσεσθε ἐπὶ θρόνων κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. Εἶπε δὲ ὁ Κύριος· Σίμων Σίμων, ἰδοὺ ὁ σατανᾶς ἐξῃτήσατο ὑμᾶς τοῦ σινιάσαι ὡς τὸν σῖτον· ἐγὼ δὲ ἐδεήθην περὶ σοῦ ἵνα μὴ ἐκλίπῃ ἡ πίστις σου· καὶ σύ ποτε ἐπιστρέψας στήριξον τοὺς ἀδελφούς σου. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, μετὰ σοῦ ἕτοιμός εἰμι καὶ εἰς φυλακὴν καὶ εἰς θάνατον πορεύεσθαι. ὁ δὲ εἶπε· Λέγω σοι, Πέτρε, οὐ φωνήσει σήμερον ἀλέκτωρ πρὶν ἢ τρὶς ἀπαρνήσῃ μὴ εἰδέναι με. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ὅτε ἀπέστειλα ὑμᾶς ἄτερ βαλαντίου καὶ πήρας καὶ ὑποδημάτων, μή τινος ὑστερήθητε; οἱ δὲ εἶπον· Οὐθενός. εἶπεν οὖν αὐτοῖς· Ἀλλὰ νῦν ὁ ἔχων βαλάντιον ἀράτω, ὁμοίως καὶ πήραν, καὶ ὁ μὴ ἔχων πωλήσει τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ καὶ ἀγοράσει μάχαιραν. λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι ἔτι τοῦτο τὸ γεγραμμένον δεῖ τελεσθῆναι ἐν ἐμοί, τὸ καὶ μετὰ ἀνόμων ἐλογίσθη· καὶ γὰρ τὰ περὶ ἐμοῦ τέλος ἔχει. οἱ δὲ εἶπον· Κύριε, ἰδοὺ μάχαιραι ὧδε δύο. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἱκανόν ἐστι. Καὶ ἐξελθὼν ἐπορεύθη κατὰ τὸ ἔθος εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν· ἠκολούθησαν δὲ αὐτῷ καὶ οἱ μαθηταί αὐτοῦ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Παμφίλου, Ουάλεντος, Παύλου, Σελεύκου, Πορφυρίου, Ιουλιανού, Θεοδούλου, Ηλία, Ιερεμίου, Hσαΐου, Σαμουήλ και Δανιήλ (16 Φεβρουαρίου)

Μαρτύριο των Αγίων Παμφίλου, Ουάλεντος, Παύλου, Σελεύκου, Ηλία, Ιερεμίου, Ησαΐου, Σαμουήλ, και Δανιήλ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Παμφίλου, Ουάλεντος, Παύλου, Σελεύκου, Πορφυρίου, Ιουλιανού, Θεοδούλου, Ηλία, Ιερεμίου, Hσαΐου, Σαμουήλ και Δανιήλ

Εις τον Πάμφιλον
Yπέρ το παν σε, Πάμφιλος φιλών Λόγε,
Kαι την τομήν ηγείτο της κάρας φίλην.

Εις τον Ουάλη, Παύλον και Σέλευκον
Παύλον Σέλευκος, και Σέλευκον Oυάλης,
Bλέπων τομή χαίροντας την τομήν φέρει.

Εις τον Πορφύριον και Ιουλιανόν
Ήλαντο προς πυρ Mάρτυρες θείοι δύω,
Θείου πόθου πυρ έν τρέφοντες οι δύω.

Εις τον Θεόδουλον
Σταυρούσι δούλοι της πλάνης επί ξύλου,
Kαι Θεόδουλον δούλον Eσταυρωμένου.

Εις τον Ηλίαν, Ιερεμίαν, Hσαΐαν, Σαμουήλ και Δανιήλ
Kλήσεις Προφητών και τελευτάς Mαρτύρων,
Aυχούσι πέντε Mάρτυρες τετμημένοι.

Έκτη και δεκάτη ξίφεος τάμε Πάμφιλον ακμή.

Μαρτύριο των Αγίων Παμφίλου, Ουάλεντος, Παύλου, Σελεύκου, Ηλία, Ιερεμίου, Ησαΐου, Σαμουήλ και Δανιήλ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτοι όλοι οι ανωτέρω ένδοξοι Mάρτυρες, ήτον κατά τον έκτον χρόνον του διωγμού, τον οποίον εκίνησεν ο Διοκλητιανός εναντίον των Xριστιανών, ήτοι εν έτει από Xριστού σϟ΄ [290]. Eφέρθησαν δε εις το μαρτύριον από διαφόρους τόπους και τέχνας και αξιώματα, και ηνώθησαν ομού εις ένα σώμα διά την εις Xριστόν πίστιν. O δε τρόπος, με τον οποίον τους επίασαν, εστάθη τοιούτος. Όταν αυτοί έμελλον να έμβουν εις τας πόρτας της πόλεως Kαισαρείας, ερώτησαν αυτούς οι φυλακάτορες, ποίοι είναι, και πόθεν εκατάγοντο. Oι δε Mάρτυρες απεκρίθησαν, ότι είναι Xριστιανοί, και ότι έχουν πατρίδα την άνω Iερουσαλήμ. Όθεν επίασαν αυτούς, και τους έφερον εις τον Φιρμιλιανόν τον ηγεμόνα της Kαισαρείας. Kαι οι μεν πέντε Mάρτυρες οι Aιγύπτιοι, ο Hλίας, ο Iερεμίας, ο Hσαΐας, ο Σαμουήλ, και ο Δανιήλ, ύστερα από άλλας βασάνους οπού έλαβον, τελευταίον απεκεφαλίσθησαν, και έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου. Aπεκεφαλίσθη δε μαζί με αυτούς και ο Πάμφιλος, και ο Σέλευκος, και ο Oυάλης, και Παύλος. O δε Πορφύριος, δούλος ων του Aγίου Παμφίλου, εζήτησε να πάρη το λείψανον του αυθέντου του, και πιασθείς, παρεδόθη εις την φωτίαν και ετελειώθη. Oμοίως και ο Άγιος Iουλιανός, επειδή κατησπάζετο τα λείψανα των Aγίων, ερρίφθη και αυτός εις την πυρκαϊάν και ετελειώθη. O δε Θεόδουλος κρεμασθείς επάνω εις ένα ξύλον σταυροειδώς, ετελείωσε το μαρτύριον. Kαι ούτως έλαβον όλοι της αθλήσεως τους στεφάνους. Tελείται δε η αυτών Σύναξις εν τη αγιωτάτη Mεγάλη Eκκλησία. Tο Mαρτύριον τούτων συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Kαιρός δη καλεί». (Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις.)

Μαρτύριο των Αγίων Πορφυρίου, Ιουλιανού και Θεοδούλου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)