Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 4 Ἰουλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ Ε΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
8: 14-21

Ἀδελφοί, ὅσοι Πνεύματι Θεοῦ ἄγονται, οὗτοί εἰσιν υἱοὶ Θεοῦ. Οὐ γὰρ ἐλάβετε Πνεῦμα δουλείας πάλιν εἰς φόβον, ἀλλ᾿ ἐλάβετε Πνεῦμα υἱοθεσίας, ἐν ᾧ κράζομεν· Ἀββᾶ ὁ πατήρ. Αὐτὸ τὸ Πνεῦμα συμμαρτυρεῖ τῷ πνεύματι ἡμῶν ὅτι ἐσμὲν τέκνα Θεοῦ. Εἰ δὲ τέκνα, καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ, εἴπερ συμπάσχομεν ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν. Λογίζομαι γὰρ ὅτι οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς. Ἡ γὰρ ἀποκαραδοκία τῆς κτίσεως τὴν ἀποκάλυψιν τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ ἀπεκδέχεται. Τῇ γὰρ ματαιότητι ἡ κτίσις ὑπετάγη, οὐχ ἑκοῦσα, ἀλλὰ διὰ τὸν ὑποτάξαντα· ἐπ᾿ ἐλπίδι ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ Ε΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
9: 9-13

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ παράγων ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον καθήμενον ἐπὶ τὸ τελώνιον, Ματθαῖον λεγόμενον, καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι. καὶ ἀναστὰς ἠκολούθησεν αὐτῷ. Καὶ ἐγένετο αὐτοῦ ἀνακειμένου ἐν τῇ οἰκίᾳ, καὶ ἰδοὺ πολλοὶ τελῶναι καὶ ἁμαρτωλοὶ ἐλθόντες συνανέκειντο τῷ Ἰησοῦ καὶ τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ. καὶ ἰδόντες οἱ Φαρισαῖοι εἶπον τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· Διατί μετὰ τῶν τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν ἐσθίει ὁ διδάσκαλος ὑμῶν; ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας εἶπεν αὐτοῖς· Οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἀλλ’ οἱ κακῶς ἔχοντες. πορευθέντες δὲ μάθετε τί ἐστιν, Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν· οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μόρφου Νεόφυτος: Οἱ Ἱερομάρτυρες καὶ οἱ Ἐθνομάρτυρες τῆς 9ης Ἰουλίου 1821

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ Ε΄ Ματθαίου, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίας Μαρίνης τῆς κοινότητος Καλοπαναγιώτη τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (9.7.2017).

Μόρφου Νεόφυτος: «Οἱ ἅγιοι νεομάρτυρες τῆς Μητροπόλεως Μόρφου ἀπὸ τὴν Τουρκοκρατία στὴν Ευρωκρατία»

Ἡ εἰσήγηση τοῦ Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου μὲ θέμα: «Οἱ ἅγιοι νεομάρτυρες τῆς Μητροπόλεως Μόρφου ἀπὸ τὴν Τουρκοκρατία στὴν Ευρωκρατία» πραγματοποιήθηκε στὸ Κέντρο Μελετῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου, στὸ πλαίσιο τοῦ Συνεδρίου «Ἡ Ἑκατὀμβη τῆς 9ης Ἰουλίου» ποὺ διοργανώθηκε ἀπὸ τὴν ἱερὰ Μονὴ Μαχαιρᾶ καὶ τὸ Τμῆμα Ἱστορίας καὶ Ἀρχαιολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Κύπρου στὶς 6  Ἰουνίου 2021.

ὅλη ἡ Β’ Συνεδρία βρίσκεται στὸν πιὸ κάτω σύνδεσμο:
 
Ἐπεξεργασία Rum Orthodox :

Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου: Ο Εθνομάρτυρας Μητροπολίτης Κυρηνείας Λαυρέντιος (1750-1821)

Η λησμοσύνη του επίγειου χρόνου πασκίζει συνέχεια να βαθύνει το χάσμα που χωρίζει το χτες από το σήμερα, σκεπάζοντας συνήθως τα ίχνη των προαπελθόντων κάτω από χοντρές επιστρώσεις αιώνων. Η μνήμη, αντίθετα, αγωνίζεται να γεφυρώσει το χάσμα, να φέρει καταλλαγή ανάμεσα στο παρελθόν και το τώρα, επιδιώκοντας την ενότητα που θα οδηγήσει την ιστορία στην του Χριστού δευτέραν και ένδοξον Παρουσίαν.

Λήθη και μνήμη ερίζουν, όπως συμβαίνει και για αμέτρητα πλήθη προγόνων μας, και γύρω από το πρόσωπο του Εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Κυρηνείας Λαυρεντίου, τέκνου του Καλοπαναγιώτη ο οποίος συγκαταριθμείται στους εθνομάρτυρες της 9ης Ιουλίου του 1821. Από τη μια, η ιστορία βάλθηκε να ροκανίσει σχεδόν όλα τα τεκμήρια με τα οποία ο μελετητής θα μπορούσε να ανασυστήσει τη ζωή του Λαυρεντίου. Τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, κατά τα οποία έζησε, ήσαν καιροί χαλεποί, εσωστρεφείς, καιροί χαμηλόφωνης προφορικότητας και ως επί το πλείστον σιωπής, που δεν μας κληροδότησαν παρά ελάχιστες γραπτές μαρτυρίες και καταγραφές. Επιπλέον, τα όσα γραπτά στοιχεία κατάφεραν να φτάσουν μέχρι τις μέρες μας, από τους κώδικες της Μητροπόλεώς του και εν γένει τις γραπτές πηγές που φυλάσσονταν σε μονές και ναούς της πόλεως και επαρχίας της Κηρυνείας, απωλέστηκαν κι εξανεμίστηκαν με την τουρκική εισβολή του 1974, σε μια καινούργια επέλαση των δυνάμεων της λήθης. Αδρομερώς λοιπόν και άνευ λεπτομερειών συνάγει ο ιστορικός τους βασικούς σταθμούς του βίου του Λαυρεντίου.

Από την άλλη όμως, η πενία των ιστορικών πληροφοριών αντισταθμίζεται από το ύστατο γεγονός της επιγείου ζωής του Λαυρεντίου, τον μαρτυρικό του θάνατο, που φωτίζει με νόημα τη ζωή του και υπερσκελίζει τα κενά της ιστορικής τεκμηριώσεως. Και τίποτ’ άλλο να μην γνωρίζαμε για τον συντοπίτη μας Αρχιερέα, ο θάνατός του και μόνο θα ήταν αρκετός για να τον καταστήσει παρόντα στη ζωή και τη μνήμη μας. Όταν λοιπόν αναλογιζόμαστε το πρόσωπο του Κυρηνείας Λαυρεντίου, εκείνο που μένει είναι ότι τη στιγμή που ξέσπασε η μπόρα, στάθηκε Επίσκοπος και κεφαλή του ποιμνίου του καθώς είχε ταχθεί. Κι αυτό, δεν μπορεί να το σβήσει η λήθη των αιώνων.

Ο Λαυρέντιος ανέλαβε την αρχιερατεία του στις αρχές ενός δύσκολου αιώνα ο οποίος έμελλε να φέρει πολλές αλλαγές στην ιστορική μοίρα του τόπου του. Ήταν καιρός ζυμώσεων και ανακατατάξεων, εποχή στην οποία «αρκέψαν οι κρυφοί ανέμοι τζιαι εφυσούσαν», όπως πολύ εύστοχα γράφει ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης. Πράγμα που δεν μπορούσε ν’ αφήσει ανεπηρέαστη και την Κύπρο, αφού «είσιεν σγιον είχαν ούλλοι τους τζι’ η Κύπρου τον κρυφόν της, μεσ’ τους ανέμους τους κρυφούς είσιεν το μερτικόν της», κατά τον ίδιο ποιητή. Στον κόσμο της Κύπρου λοιπόν, καθώς και στον ευρύτερο περίγυρο, είχε αρχίσει «να κρυφοσυννεφκιάζει». Ο παλιός κόσμος, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έφτανε στο τέλος του κι ένας νέος κόσμος φαινόταν ν’ ανατέλλει, από τα δυτικά αυτή τη φορά, γεμάτος ζωτικότητα και δυναμισμό, γεμάτος καινούργιες ιδέες, κι απαιτήσεις -ιδέες του Διαφωτισμού της Δύσης (ενός διαφωτισμού χωρίς φωτισμό του Αγίου Πνεύματος).

Ο Λαυρέντιος έζησε και έδρασε σ’ αυτό το μεταίχμιο, σ’ αυτή τη δίνη της μετάβασης. Tέτοιες μεταβάσεις όμως -κι ιστορία το έδειξε πάρα πολλές φορές- στεριώνονται συνήθως με αίμα. Και το αίμα αυτό, που σάμπως να χρειαζόταν για ν’ αρχίσει η κραταιά οθωμανική αυτοκρατορία να παραχωρεί τη θέση της στις νέες δυνάμεις που έφερνε στο προσκήνιο ο δέκατος έννατος αιώνας, στην περίπτωση της Κύπρου έμελλε να είναι το αίμα των κεφαλών της Εκκλησίας και της κοινωνίας της: του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών, μεταξύ αυτών και του Κυρηνείας Λαυρεντίου, και άλλων ανωτέρων κληρικών αλλά και των λαϊκών τοπικών αρχόντων.

Από τα διαθέσιμα σπαράγματα πληροφοριών που διαθέτουμε για τον Λαυρέντιο, μπορούμε να παρακολουθήσουμε την πορεία που τον οδήγησε από το ορεινό χωριό του στη μαρτυρική τελευτή του στην πλατεία του σαραγιού στη Χώρα.  Ο Λαυρέντιος καταγόταν από το χωριό της Μαραθάσας Καλοπαναγιώτης. Ήταν γιος ιερέα, του παπά Γιάννη, ο οποίος είχε το διακόνημα του Σακελλαρίου στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή που βρίσκεται στη γενέτειρα του. Στο φερμάνι του σουλτάνου Μαχμουτ Β΄, με το οποίο εγκρίθηκε το αίτημα του κυβερνήτη της Κύπρου Κουτσούκ Μεχμέτ να προβεί στις εκτελέσεις της 9ης Ιουλίου, μεταξύ των προγραφέντων αναφέρετια και ο Λαυρέντιος «ο γιος του παπά Γιαννή, Επίσκοπος Μόρφου, Πεντάγειας, Λεύκας και Κυρηνείας…» Η τοπική παράδοση του Καλοπαναγιώτη πάντως, κράτησε στη μνήμη την οικία όπου γεννήθηκε ο ενθνομάρτυς Λαυρέντιος. Βρίσκεται κοντά στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, στη δυτική όχθη του ποταμού Σέτραχου της Μαραθάσας, ακριβώς απέναντι από τη Μονή του Λαμπαδιστή, και είναι γνωστή με το όνομα «τα σπίθκια της Χατζηφανούς.»

Παρόλο που δεν έχουμε άλλες πληροφορίες για την παιδική και νεανική του ηλικία, μπορούμε ωστόσο να δούμε τον Λαυρέντιο να προγεύεται ορθόδοξους καρπούς στη Μονή του Λαμπαδιστή όπου υπηρετούσε ο πατέρας του, να εισάγεται στο ασκητικό και λειτουργικό ήθος, αλλά, κατά το έθος της εποχής, και στα γράμματα. Η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή ήταν το πνευματικό και μορφωτικό διδασκαλείο των κατοίκων της Μαραθάσας, όπου, ελλείψει σχολείων και οποιασδήποτε εκπαιδευτικής μέριμνας, η Εκκλησία επιτελούσε και ρόλο εκπαιδευτικό εισάγοντας τους νέους στα γράμματα. Φαίνεται ότι κατά την προπαίδεια του στη μονή, ο Λαυρέντιος απέκτησε και διαχειριστικά προσόντα, τα οποία έμελλαν να του χρησιμεύσουν όταν έγινε Μητροπολίτης Κυρηνείας.

Από τις σωζόμενες γραπτές μαρτυρίες για διάφορα γεγονότα της ζωής του Λαυρεντίου, μπορούμε να συνάγουμε ότι γεννήθηκε στα 1750, χρονιά σημαδιακή κατά την οποία μαρτύρησε στη Μόρφου ο διάκονος του πολιούχου της Αγίου Μάμαντος, γιός του μορφίτη Νικολάου Διάκου, ο επιλεγόμενος Μακρύδιακος. Φθονώντας την καλλιφωνία και τη σωματική ρώμη του Μακρύδιακου, οι Τούρκοι τον συνέλαβαν με εντολή του Σαλίχ Πασά,  διοικητή της περιοχής, με σκοπό να τον κάνουν να αλλαξοπιστήσει και να γίνει χότζας. Τον έριξαν στη φυλακή και με φριχτά βασανιστήρια προσπαθούσαν να τον κάνουν να εξωμόσει. Όταν,  την τρίτη μέρα,  αναγκάστηκαν να βρεθούν πρόσωπο με πρόσωπο με την αδάμαστη του ψυχή, τον οδήγησαν στην πλατεία των αλωνιών, πίσω απ’ τη Μητρόπολη, όπου και την κεφαλήν απετμήθη, στα 1750. Ο Λαυρέντιος λοιπόν, έρχεται στον κόσμο μέσα σε μια ατμόσφαιρα μαρτυρίου. Την ίδια χρονιά που ο Μακρύδιακος καρατομείται στ’ αλώνια τ’ Άη Μάμα, γεννιέται ο Λαυρέντιος που έμελλε να καρατομηθεί στην πλατεία του Σαραγιού. Έτσι, την ώρα που στη Μόρφου θεριζόταν το καρπερό στάχυ, ο Μακρύδιακος, στη γη του Καλοπαναγιώτη φυτεύτηκε ο σπόρος της καινούργιας σοδειάς, ο Λαυρέντιος. Η σκυτάλη του μαρτυρίου παραδόθηκε από τον εικοσάχρονο Μακρύδιακο στον νεογέννητο Λαυρέντιο για να συνεχίσει το αίμα των μαρτύρων της πίστεως και της πατρίδος να φωτίζει τον κόσμο και να κοσμεί την Εκκλησία.

Σύμφωνα με άλλη παράδοση, ο Λαυρέντιος είχε την τύχη να διδαχτεί την τέχνη της ψαλτικής από έναν από τους διαπρεπέστερους θεράποντες της τέχνης αυτής, τον Χρύσανθο Μητροπολίτη Κυρηνείας μεταξύ 1763 και 1773. Επί Χρυσάνθου και πιο πριν, ο εκάστοτε Μητροπολίτης Κυρηνείας ήταν κατά κάποιο τρόπο μετακινούμενος από τόπου εις τόπον, εδρεύοντας σε παλαίφατες μονές όπως της Σκουριώτισσας, της Ασίνου και του Άη Μάμα της Μόρφου, πριν η έδρα της Μητρόπολης μεταφερθεί, το 1800, στη Μονή Αγίου Παντελεήμονος στη Μύρτου. Ο Χρύσανθος προσλαμβάνει τον Λαυρέντιο ως δόκιμο στην Σκουριώτισσα όπου τον μυεί στη μυστική αρμονία της βυζαντινής μουσικής. Ο διάδοχος του Χρυσάνθου, Σωφρόνιος, χειροτονεί τον νεαρό δόκιμο σε διάκονο, σε ηλικία 25 χρονών, και το 1785, σε ηλικία 35 χρονών, ιερομόναχο.

Η πρώτη γραπτή μαρτυρία που έχουμε για τον Λαυρέντιο είναι το υπόμνημα εκλογής του σε Χωρεπίσκοπο Λαμπούσης, τον Μάιο του 1811, σύμφωνα με το οποίο ανήλθε στον επισκοπικό θρόνο «διότι ο Κυρήνειας Ευγένιος», διάδοχος του Σωφρονίου, «εις γήρας ελήλυθε» και είχε ανάγκη βοηθού. Κατά τα άλλα στη γενέτειρα του, τον Καλοπαναγιώτη, διατηρήθηκε έντονη η ανάμνηση της περιόδου κατά την οποία υπηρέτησε ως Χωρεπίσκοπος Λαμπούσης. Οι μητέρες συνήθιζαν όταν κολάκευαν ή κανάκευαν τα παιδιά τους να αποκαλούν τα όμορφα παιδιά με το όνομα «τον Λαμπούση μου, τον Λαμπούση μου», γιατί τα ήθελαν να μοιάσουν με τον Λαυρέντιο, κληρικό με ωραίο παρουσιαστικό, ο οποίος είχε αξιωθεί να ανέλθει στην εκκλησιαστική ιεραρχία και να εκλεγεί σε επισκοπικό θρόνο τιμώντας τον γενέθλιο τόπο του. Η προσωνυμία δε αυτή εξέφραζε και τους μύχιους πόθους των τότε μητέρων για το μέλλον των παιδιών τους, πόθους που αποκρυσταλλώθηκαν στην κάθε τόσο επαναλαμβανόμενη μητρική ευχή που διατηρείται ακόμα και σήμερα στον τόπο μας «έχε την ευχή μου και να σε δω δεσπότη…»

Μερικές σκόρπιες επιγραφές από εικόνες ή ναούς της μητροπολιτικής περιφέρειας Κυρήνειας, προσθέτουν αδρές πινελιές στο πρόσωπο του Λαυρεντίου, πληροφορώντας  μας για το μουσικό του τάλαντο και τη μόρφωση του. Σε εικόνα της Θεοτόκου από τη Μονή της Αχειροποιήτου, η οποία επιχρυσώθηκε το 1811, αναφέρεται ως «μουσικώτατος», γεγονός που μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι ήταν πολύ καλός γνώστης της βυζαντινής μουσικής: «Εχρυσοκοσμήθη η παρούσα εικόνα επί των ημερών του Πανιερωτάτου αγίου Κυρήνειας Ευγενίου και Λαυρεντίου Μουσικατάτου επισκόπου Λαμπούσης, 1811. Και επιστατούντος της Μονής ταύτης καθηγουμένου Μελετίου και μνήσθητι Δέσποινα και πάντων των ευσεβών Χριστιανών των κατοικούντων εν τη νήσω ταύτη». Σε άλλη επιγραφή, που βρίσκεται στον άμβωνα της ίδιας Μονής, ο οποίος κατασκευάστηκε το 1819, ο Λαυρέντιος, ο οποίος υπηρετούσε τότε ως Μητροπολίτης Κυρηνείας, αποκαλείται «λογιώτατος», ενδεικτικό της μόρφωσης του: «Επί αρχιθύτου κυρίου Λαυρεντίου Λογιωτάτου Αγίου Κυρήνειας και επιστατούντος της Μονής ενθάδε καθηγουμένου κυρίου Μελετίου, διεξόδων γέγονε ο παρών άμβων γλυπτουργηθείς τε συν τη χρυσογραφία. 1819». Μέσα από τις λίγες αυτές πινελιές, διαφαίνεται λοιπόν ένας επίσκοπος μορφωμένος και μουσικός.

Άλλες ακόμα επιγραφές, αναφέρουν απλώς το όνομα του Λαυρεντίου, υπενθυμίζοντας, χωρίς άλλες πληροφορίες, το πέρασμά του από την συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Μια τέτοια επιγραφή βρίσκεται στην τοιχογραφία του Ακάθιστου Ύμνου στον ναό της Παναγίας της Θεοσκέπαστης στον Καλοπαναγιώτη, που αγιογραφήθηκε το 1816: «Γέγονε η παρούσα επί τω καιρώ του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Κυρηνείας Λαυρεντίου, 1816». Παρόμοια αναφορά στον Λαυρέντιο γίνεται και στην εικόνα του Σωτήρας, του έτους 1818, η οποία φυλασσόταν στην εκκλησία του Αγίου Αμβροσίου στο ομώνυμο χωριό της επαρχίας Κερύνειας: «Ο Σωτήρ του κόσμου επί Αρχιερέως κυρίου Λαυρεντίου, αωιη’».

Από το υπόμνημα της εκλογής του στο θρόνο της Κερύνειας, που υπογράφηκε από τους Μητροπολίτες Πάφου Χρύσανθο και Κιτίου Μελέτιο, καθώς και από τον Χωρεπίσκοπο Τριμυθούντος Σπυρίδωνα, γνωρίζουμε ότι έγινε Μητροπολίτης πέντε χρόνια μετά την εκλογή του σε Λαμπούσης, δηλαδή τον Αύγουστο του 1816, σε διαδοχή του  αποβιώσαντος Μητροπολίτη Ευγενίου. Η έδρα της Μητροπόλεως Κυρηνείας είχε ήδη μεταφερθεί από τη Σκουριώτισσα στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα, το 1800, κοντά στο χωριό Μύρτου, και είχε ανακαινιστεί από τον Μητροπολίτη Ευγένιο, ο οποίος δαπάνησε για τον σκοπό αυτό μεγάλο μέρος από την προσωπική του περιουσία.

Από την αρχή της αρχιερατείας του, ο Λαυρέντιος, δείχνει και πάλι τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά του. Η θητεία του στο θρόνο της Κυρήνειας αρχίζει δυναμικά, με ζήλο και σθένος. Ρίχνεται αμέσως σε διάφορα έργα, προσδοκώντας σε μια μακρόχρονη προσφορά. Είναι χαρακτηριστικό το ότι όχι απλώς συνεχίζει αλλά και επεκτείνει τα έργα του προκατόχου του Ευγενίου στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα. Μεριμνά για τη μεταφορά νερού και τη διοχέτευση του σε εξάγωνη θολωτή κρήνη, την οποία έχτισε στο μέσο της αυλής της Μονής, το 1818.

Χαρακτηριστικό είναι και το ότι στολίζει την κρήνη με εκλεπτυσμένο λόγο, συνδυάζοντας έτσι το πρακτικό πνεύμα με την υψηλή καλλιέπεια. Στις τρεις πλευρές της εντοιχίζει έμμετρες επιγραφές, η πρώτη από τις οποίες ιστορεί τα σχετικά με τη μεταφορά του νερού: «Εν χιλιοστώ έτει και οκτακοσιοστώ δεκάτω ογδόω, εν μηνί Ιουνίω, ήχθη ενθάδε το γλυκύρροον ύδωρ δαπάνη μόχθω πλείστη επιμέλεια του θρόνον διέποντος Άγιος ΑυξίβιοςΜητροπολίτου Κυρηνείας κυρίου Λαυρεντίου, εις χρείαν πολλών και χάριν του Αγίου». Η δεύτερη, η οποία βρίσκεται στο μέσο των άλλων δύο, παρουσιάζει το νερό να ομιλεί ποιητικότατα: «Ήμην εν μύχοις γης πρώην κεκρυμμένον, νυν δ’ ήχθης εις φως δαπάναισι πλουσίαις παρ’ Αρχιθύτου κυρίου Λαυρεντίου, δροσίζον πάντας τους κεκμηκότας δίψει. Όθεν οι μετέχοντες της πηγής ταύτης εύχεσθε τω ρηθέντι μακροζωίαν θεόθεν λαβείν και άνω βασιλείαν». Η τελευταία, από τα αριστερά προς τα δεξιά επιγραφή, αναφέρεται στον Λαυρέντιο, ο οποίος κοπίασε για την υλοποίηση του έργου: «Λαυρέντιος, Αρχιθύτης Κυρηνείας, εις δόξαν θεού και χάριν των διψώντων, εκ πλέθρων γης πολλών είσηξεν ενταύθα, αφείδεσι δαπάναις, δροσερόν ύδωρ, δροσίζον κεκμηκότα και διψαλέους, εξού πίνοντες μνείαν έχετε τούδε, και εύχεσθε αυτώ γήρας βαθύ, πάντας λαχείν δ’ έπειτα χώρων ουρανιώνων».

Εκτός από τις πληροφορίες που μας δίνουν, οι επιγραφές αυτές μεταφέρουν μέχρι σ’ εμάς και τον ποιητή που έκρυβε μέσα του ο Λαυρέντιος. Το γλυκύρροον ύδωρ, που ήταν εν μύχοις γης πρώην κεκρυμμένον, το οποίο ο μερακλής δεσπότης εκ πλέθρων γης πολλών είσηξεν ενταύθα, για να δροσίζει τους κεκμηκότας δίψει, συμβολίζει ταυτόχρονα και τον καλλιεπή του λόγο, μέσα στον οποίο ενέκλεισε τους πόθους και τις επιθυμίες του για μια μακρόχρονη προσφορά στη μητρόπολη και το ποίμνιό του. Μας μιλούν ακόμα για τη δίψα του για το ύδωρ το ζων, την ουράνια βασιλεία, αφού ζητά τις ευχές όσων ξεδιψούν στην κρήνη του Αγίου Παντελεήμονα ν’ αξιωθεί όχι μόνο τη μακροζωία, αλλά και την άνω Βασιλεία. Εύχεται σ’ όλους τους πίνοντες να φτάσουν σε γήρας βαθύ και ν’ αξιωθούν χώρων ουρανιώνων.

Ως αρχιερέας, ο Λαυρέντιος επωμίστηκε απολύτως συνειδητά το ρόλο που οι καιροί και το ποίμνιό του ανέμεναν να διαδραματίσει ένας επίσκοπος. Έζησε σε μια εποχή κατά την οποία ο ορθόδοξος λαός της Κύπρου δοκιμαζόταν σκληρά και, μη έχοντας άλλη καταφυγή, εναπόθετε όλες τις προσδοκίες του στην Εκκλησία του. Ανέμενε από αυτήν να συμπληρώσει τα κάθε είδους κενά που επεσώρευε η μακραίωνη σκλαβιά και να θεραπεύσει παντός είδους ανάγκες. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, η Εκκλησία της Κύπρου, δεν μπορούσε παρά να είναι εθναρχούσα. Έπρεπε να φροντίσει όχι μόνο για τη σωτηρία των ψυχών, αλλά και για τα οικονομικά προβλήματα του ποιμνίου της, την πολιτική του εκπροσώπηση, την εκπαίδευση του, την ύδρευση ψυχών και σωμάτων και γενικά κάθε είδους πρακτικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο λαός σε σχέση με την εγκόσμια επιβίωσή του.

Βλέπουμε λοιπόν τον Λαυρέντιο, τον μουσικότατο και καλλιεργημένο επίσκοπο, να ανταποκρίνεται πρόθυμα και χωρίς ενδοιασμούς στις ανάγκες των καιρών. Από την αρχή της αρχιερατείας του μεριμνά για έργα κοινής ωφελείας, όπως η ύδρευση της κοινότητας Μύρτου, όπου ήταν και η έδρα της Μητρόπολής του. Δαπανώντας μεγάλα ποσά, φροντίζει να γίνουν διατρήσεις καθώς κι ένα δίκτυο υπογείων φρεάτων, λαγουμιών, που φέρνουν το νερό στην επιφάνεια της γης. Με το νερό αυτό υδρευόταν η κώμη της Μύρτου, η έδρα της Μητρόπολης και η Μονή του Αγίου Παντελεήμονα. Η παράδοση της Εκκλησίας τον θυμάται ως ένα επίσκοπο που εργάστηκε άοκνα για την υλική ευημερία, την πνευματική και εθνική μόρφωση του ποιμνίου του.

Όταν λοιπόν οι ζυμώσεις που γίνονταν στον ευρύτερο χώρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας αγγίζουν και την Κύπρο και οι «κρυφοί ανέμοι» φέρνουν στο νησί, στα 1818, τους πρώτους Φιλικούς ο Λαυρέντιος δεν διστάζει. Επωμιζόμενος πλήρως τον εθναρχικό ρόλο που οι σκλαβωμένοι Κύπριοι ανέμεναν να διαδραματίσει η Εκκλησία τους, μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό, τον Πάφου Χρύσανθο και τον Κιτίου Μελέτιο, μυείται, στη Φιλική Εταιρεία από τους Δημήτριο Ύπατο και Αντώνιο Πελοπίδα. Έτσι, τα πρώτα μέλη της Φιλικής Εταιρείας στην Κύπρο είναι οι ίδιες οι κεφαλές της Εκκλησίας της. Στη συνέχεια, ο Λαυρέντιος μυεί σταδιακά στη Φιλική όλους του ανώτερους κληρικούς της περιφέρειάς του καθώς και τους προκρίτους της Σολιάς, της Ορεινής, Λεύκας, Μαραθάσας, Μόρφου, Καραβά και Λαπήθου.

Πρωτοστατεί στη συγκέντρωση χρημάτων και προμηθειών για τον αγώνα που είχε ήδη αρχίσει στην Ελλάδα. Μάλιστα στις 18 Ιουνίου 1821, λιγότερο από ένα μήνα πριν το μαρτύριο των αρχιερέων, η βοήθεια αυτή παραδίδεται στον πυρπολητή Κωνσταντίνο Κανάρη, ο οποίος προσάραξε γι’ αυτό τον σκοπό στον ορμίσκο της Ασπρόβρυσης μεταξύ Αχειροποιήτου και Λάμπουσας.

Η πολύπλευρη δράση του Λαυρέντιου, έμελλε όμως να κορυφωθεί με την ύψιστη προσφορά στο ποίμνιό του, την προσφορά της ίδιας της ζωής του. Τον Ιούλιο του 1821, όταν ο Κουτσούκ Μεχμέτ καλεί στη Χώρα τους επισκόπους και τους προύχοντες του νησιού, ο Λαυρέντιος διαισθάνθηκε ότι έφτανε η ώρα ν’ αναμετρηθεί με την ύψιστη πράξη της διακονίας του. Γι’ αυτό, πριν μεταβεί για τελευταία φορά στη Λευκωσία, επισκέφτηκε το χωριό του κι αποχαιρέτησε τους συγγενείς του. Εκεί, ψυχανεμιζόμενος το επικείμενο τέλος του, έκρυψε σε συγγενικό του σπίτι ένα σακούλι με τις οικονομίες του, το οποίο, όπως αναφέρει η παράδοση, βρέθηκε αργότερα. Άλλη παράδοση αναφέρει ότι ο Λαυρέντιος συνελήφθη από τους Τούρκους στο ναό της Παναγίας της Χρυσοπολίτισσας στην Κερύνεια. Η βόρεια θύρα του ναού, από την οποία εξήλθε ο Λαυρέντιος, κτίστηκε για να θυμίζει το μαρτύριο του.

Στις 9 Ιουλίου του 1821, ημέρα Σάββατο, ο Λαυρέντιος, μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και άλλους αρχιερείς και μεγάλο αριθμό προκρίτων του νησιού, θυσιάζεται στο βωμό της μετάβασης από τον μεσαίωνα προς τους νέους χρόνους. Ήταν ημέρα Σάββατο κι ο Κουτσούκ διάταξε να κλείσουν όλες τις πύλες των τειχών της Λευκωσίας. Στην πλατεία του πάλαι ποτέ ανακτόρου των Λουζινιανών βασιλέων, έλαβε χώραν η ανόσια πράξη. Πρώτος ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, τον οποίο προηγουμένως ο Κουτσούκ είχε διαβεβαιώσει με όρκο ότι δεν θα τον αποκεφαλίσει, και τον οποίο μερικοί παρακίνησαν, μάταια, να δραπετεύσει για να σωθεί, απάγεται και απαγχονίζεται. Τον κρεμάζουν στους κλώνους της συκαμινιάς που βρισκόταν απέναντι από την πύλη του Σεραγίου, ενώ ταυτόχρονα, στην ίδια περίπου θέση, αρχίζουν τους αποκεφαλισμούς, πρώτα ενός Λεμεσιανού ονόματι Γεωργίου Μασούρα και έπειτα των Μητροπολιτών, μεταξύ των οποίων και Κυρηνείας Λυρέντιος, και των υπολοίπων μαρτύρων.

Ύστερα αγγάρεψαν κάποιους χριστιανούς και πέταξαν  τα μαρτυρικά λείψανα των θυσιασθέντων ιερωμένων και λαϊκών έξω από τα τείχη. Από κει τα παρέλαβαν άλλοι χριστιανοί και τα έθαψαν, άλλα στο κοιμητήριο της Παλλουριώτισσας, άλλα στο κοιμητήριο των Αγίων Ομολογητών κι άλλα στον περίβολο του ναού της Παναγίας Φανερωμένης στη Λευκωσία.

Τον Μητροπολίτη Λαυρέντιο διαδέχθηκε ο Έξαρχος Κυρήνειας Δαμασκηνός, ο οποίος υπηρέτησε στη συνέχεια ως Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (1824-1827) και ακολούθως ως Πρόεδρος Κιτίου (1837-1846). Στο ενθρονιστήριο έγγραφο, που εξεδόθη από την Πύλη και το οποίο επεκύρωνε την εκλογή του Δαμασκηνού, αναφέρεται ότι ο Λαυρέντιος καρατομήθηκε «λόγω των καταχθόνιων πράξεων του εις βάρος του οθωμανικού κράτους». Η σορός του, μαζί με αυτές ορισμένων άλλων εθνομαρτύρων, ετάφη στον περίβολο του ναού της Φανερωμένης, ενώ οι σοροί των υπολοίπων εθνομαρτύρων ετάφησαν στους αυλόγυρους των ναών της Παλουριώτισσας και των Αγίων Ομολογητών.

Από τους 486 προγραφέντες που κλήθηκαν τον Ιούλιο του 1821 στο Σεράγι από τον Κουτσούκ Μεχμέτ, ελάχιστοι ήσαν εκείνοι που υποπτεύθηκαν την παγίδα και ζήτησαν τη βοήθεια των ξένων προξένων της Λάρνακας που τους φυγάδευσαν στο εξωτερικό. Άλλοι πάλι, λίγοι ευτυχώς, δείλιασαν όταν βρέθηκαν μπροστά στην προοπτική του θανάτου και προτίμησαν να εφαρμόσουν το «φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν», αλλάζοντας την πίστη τους και ασπαζόμενοι το ισλάμ. Όλοι οι υπόλοιποι που σφαγιάστηκαν από τις 9 ώς τις 14 Ιουλίου, επέλεξαν, όπως όλα δείχνουν, συνειδητά να  τραβήξουν το δρόμο της θυσίας. Από αυτούς, η ιστορία διέσωσε μόνο ογδόντα ονόματα. Επίσης άγνωστα είναι και τα ονόματα χιλιάδων Κυπρίων που σφαγιάστηκαν κατά τους μήνες που ακολούθησαν την 9η Ιουλίου σ’ όλα τα μέρη του νησιού. Όλων αυτών τα ονόματα, κατέγραψε η αιωνία μνήμη του Τρισαγίου Θεού, ο οποίος θα τους ανακαλέσει ενώπιόν Του εν τη δευτέρα και ενδόξω Αυτού Παρουσία, ως μάρτυρες της πίστεως και της Πατρίδος.

Οι σφαγές που άρχισαν την 9η Ιουλίου συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος του 1821 και επεκτάθηκαν σε όλες τις περιοχές της νήσου. Σ’ αυτό το διάστημα οι σφαγιασθέντες υπολογίζονται σε 2 χιλιάδες και οι εκπατρισθέντες σε 30 χιλιάδες. Στη συνέχεια, δε, η θέση των Ελλήνων της Κύπρου επιδεινώθηκε αποφασιστικά μέσα στα επόμενα χρόνια. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα αναφέρουν οι ιστορικές πηγές για τα παρεπόμενα της θυσίας των μαρτύρων της 9ης Ιουλίου. Γράφει η ιταλική εφημερίδα Notizie del Giorno για τα γεγονότα του 1821: «Ποίον δεν κινεί εις οίκτον η νήσος εκείνη βλέποντα αυτήν ερημωθείσαν των Ελλήνων κατοίκων της, εξ ών άλλοι εσφάγησαν, άλλοι έφυγον, άλλοι ηναγκάσθησαν να ασπασθώσι τον Μωαμεθανισμόν και άλλοι τέλος εκ του φόβου και των βασάνων και των φόρων βρίσκονται ημιθανείς;»

Ο Σουηδός περιηγητής Γιάκοπ Μπέρκγρεν γράφει: «Όταν το 1822 πέρασα για τελευταία φορά από τη Λάρνακα ο ελληνικός πληθυσμός του νησιού είχε περιοριστεί σε τέτοιο βαθμό, που πολλά μεγαλοχώρια ήταν εντελώς ακατοίκητα. Τα στρατεύματα του Μουχασίλη δεν άφησαν ψυχή ζωντανή, παντού απ’ όπου πέρασαν… Η Παναγία ντύθηκε παντού στα μαύρα, πολλά σπίτια ήταν έρημα και πιτσιλισμένα με αίμα.»

Κι αφού η Παναγία ντύθηκε παντού στα μαύρα, όπως γράφει ο Σουηδός Μπέρκγρεν, οι κάτοικοι του Καλοπαναγιώτη, συγχωριανοί του μάρτυρα Λαυρεντίου, έχτισαν το ναό της Παναγίας της Μαυροφόρας, που στέκει μέχρι σήμερα ως εικόνα του πένθους και μνημόσυνο του μαρτυρικού τέκνου της κοινότητος Επισκόπου Λαυρεντίου και της ατίμητης προσφοράς του.

Όσο για τον Λαυρέντιο, μερικά προσωπικά του είδη βρέθηκαν πολύ αργότερα για να ξαναφέρουν το πρόσωπό του στη μνήμη των συγχρόνων. Διασώθηκαν ένα χειρόγραφο Θεοτοκάριο του 18ου αιώνα και ένας δίσκος, στον οποίο τοποθετούσε την αρχιερατική του μίτρα και τα ιερά εγκόλπια του. Το πρώτο εντοπίστηκε στον ναό της Ζωοδόχου Πηγής στο χωριό Αμαργέτη της Πάφου και φέρει το ακόλουθο σημείωμα: «Το παρόν Θεοτοκάριον είναι του Πανιερολογιωτάτου Αγίου Κυρήνειας κυρίου κυρίου Λαυρεντίου, 1820». Είναι άγνωστο, όμως, πως βρέθηκε στην Αμαργέτη και ποια είναι η σχέση του Λαυρεντίου με το χωριό αυτό. Ο δίσκος, γνωστός ως «ο δίσκος της κορώνας», αφού σε αυτόν ετοποθετείτο η αρχιερατική μίτρα του Λαυρεντίου, φυλασσόταν στη μονή του Αγίου Παντελεήμονα. Έφερε την επιγραφή «Λαυρεντίου Αρχιερέως αωιη’» και εχρησιμοποιείτο, στα μεταγενέστερα χρόνια, για να τοποθετείται η αρχιερατική μίτρα κάθε φορά που κάποιος Αρχιερέας λειτουργούσε στη Μονή.

Μισόν αιώνα αργότερα, στα 1872-1873, κατά την ανακαίνιση του ναού της Φανερωμένης, τα οστά των εκτελεσθέντων του 1821, που ήσαν θαμμένα εκεί, τοποθετήθηκαν σε κοινό τάφο κάτω από την Αγία Τράπεζα. Εντέλει, το 1930, μεταφέρθηκαν και τοποθετήθηκαν στο Μαυσωλείο, που ανηγέρθη στον περίβολο του ναού, όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα.

Το πρόσωπό τους όμως μένει πάντα παρόν, και η θυσία τους φωτίζει διαχρονικά τη ζωή της Εκκλησίας της Κύπρου. Κι αν σήμερα ανακαλούμε τον Επίσκοπο Λαυρέντιο και τους άλλους μάρτυρες, δεν είναι μόνο γιατί τους οφείλουμε φόρο τιμής ή γιατί η θυσία τους είναι παιδευτική και πλήρης μηνυμάτων. Αλλά κι επειδή σήμερα ειδικά, στις μέρες που μας έδωσε ο Θεός να ζήσουμε, οι δυνάμεις της λήθης επιχειρούν μια καινούργια επέλαση ενάντια στη νήσο μας, επιδιώκοντας να σβήσουν κάθε σημάδι ορθοδόξου παρουσίας σ’ αυτή.  Ενάντια σ’ αυτήν  την επέλαση μνημονεύουμε τον συντοπίτη μας Επίσκοπο Λαυρέντιο και όλους τους μάρτυρες.

Σ’ αυτό τον αγώνα της επίμονης μνήμης, καταθέτουμε και το κείμενο αυτό. Έως ότου λάμψει θριαμβικά το πρόσωπο του Λαυρεντίου και όλων των μαρτύρων της πίστεως και της πατρίδος πέριξ του θρόνου του Τρισαγίου Θεού, εν τη Δευτέρα και ενδόξω Αυτού  Παρουσία.

Φώτης Κόντογλου: Οἱ Νεομάρτυρες, ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας μας

Τὸ νὰ μιλᾶ κανένας σήμερα καὶ νὰ γράφει γιὰ κάποια πράγματα τῆς θρησκείας, ὁ πολὺς κόσμος τὸ νομίζει γιὰ ἀνοησία. Καὶ ἀκόμα μεγαλύτερη ἀνοησία ἔχει τὴν ἰδέα πώς εἶναι τὸ νὰ γράφει γιὰ τοὺς ἅγιους μάρτυρες, καὶ μάλιστα γιὰ κείνους πού μαρτυρήσανε κατὰ τὰ νεότερα χρόνια πού βασιλεύανε οἱ Τοῦρκοι ἀπάνω στὴ χριστιανοσύνη, ἐπειδῆ ὁ λίγος καιρὸς πού μᾶς χωρίζει ἂπ’ αὐτοὺς κάνει ὥστε νὰ τοὺς νοιώθουμε πολὺ κοντά μας, ἀνθρώπους σὰν κι ἐμᾶς, ἐνῶ τοὺς ἀρχαίους μάρτυρες τοὺς βλέπουμε μέσα ἀπὸ τοὺς αἰῶνες πού περάσανε ἀπὸ τότε πού μαρτυρήσανε καὶ στὴ φαντασία μας παρουσιάζονται εὐκολότερα μὲ τὸν φωτοστέφανο τοῦ ἁγίου.

Κανένας λαὸς δὲν ἔχυσε τόσο αἷμα γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ὅσο ἔχυσε ὁ δικός μας, ἀπὸ καταβολὴς τοῦ Χριστιανισμοῦ ἴσαμε σήμερα. Κι αὐτὸς ὁ ματωμένος ποταμὸς εἶναι μία πορφύρα ποὺ φόρεσε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, καὶ ποὺ θα‘πρεπε νὰ τὴν ἔχουμε γιὰ τὸ μεγαλύτερο καύχημα, κι ὄχι νὰ τὴν καταφρονοῦμε καὶ νὰ μὴ μιλοῦμε ποτὲ γιὰ αὐτή, καὶ μάλιστα νὰ ντρεπόμαστε νὰ μιλήσουμε γι’ αὐτή, σὲ καιρὸ ποὺ δὲν ντρεπόμαστε γιὰ τὶς πιὸ ντροπιασμένες καὶ σιχαμερὲς παραλυσίες ποὺ κάνουν οἱ ἄνθρωποι στὸν ἀδιάντροπο καιρό μας.

Ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ πονηρεμένοι ἄνθρωποι φροντίζουμε μονάχα γιὰ τὴν καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ μας, καὶ γιὰ τοῦτο ἡ ψυχή μας ἔχασε τὴν εὐαισθησία της, μ’ ὅλα τὰ πνευματικὰ γιατρικὰ ποὺ λέμε πὼς ἔχουμε. Καὶ γι’ αὐτὸ περιφρονοῦμε καὶ τοὺς λέμε ἀνόητους ἐκείνους ποὺ δὲν κοιτάζουνε τὸ ὑλικὸ συμφέρον τους, ἀλλὰ κάνουνε κάποιες θυσίες. Κατὰ πολὺ ἀνόητους καὶ μικρόμυαλους θεωροῦμε ἐκείνους ποὺ θυσιάσανε τὴ ζωή τους γιὰ τὴν πίστη τοὺς ἀφοῦ, κατὰ τὴν ἁμαρτωλὴ κρίση μας, δὲν κοιτάξανε νὰ χαροῦνε τὰ νειάτα τους καὶ νὰ ἀπολαύσουνε τοῦτον τὸν κόσμο, ποὺ εἶναι χειροπιαστὸς καὶ σίγουρος, ἀλλὰ βασανιστήκανε, φυλακωθήκανε, δαρθήκανε καί, στὸ τέλος, σφαχτήκανε ἢ κρεμαστήκανε, οἱ ἄμυαλοι, γιὰ κάποιους ἴσκιους ποὺ λέγουνται ἀθάνατη ζωὴ καὶ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Ἀκόμα καὶ κάποιοι ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς θεολόγους, πού μας φέρνουνε ἀπόξω τὴν «ἐπιστημονική» ὀρθολογιστικὴ θεολογία, δὲν καταδέχουνται ποτὲ νὰ μιλήσουν γιὰ τοὺς νεομάρτυρες, καὶ στὶς ψυχρὲς καὶ ἄτονες ὁμιλίες τους, καθὼς καὶ στὰ βιβλία τους, ἀναφέρουνε μονάχα κανένα μάρτυρα τῆς ἀρχαίας ἐποχῆς, κατὰ τὸ προτεσταντικὸ σύστημα. Τὸ ἀτελείωτο μαρτυρολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ ἀρχίζει, ὅπως εἶπα παραπάνω, ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια του Χριστιανισμοῦ καὶ φτάνει ἕως σήμερα, εἶναι μία ἀπὸ τὶς πιὸ μεγάλες μαρτυρίες πὼς ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ἡ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, γιατί βασανίζεται ἀδιάκοπα καὶ χύνει τὸ αἷμα της γιὰ τὸ Χριστό, ποὺ εἶπε: «εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσι».

Γιὰ τοῦτο ὁ Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις, ποὺ εἶναι κι αὐτὸς ἕνας ἀπὸ τοὺς μάρτυρες, ἐπειδὴ τὸν θανατώσσανε οἱ ὀχτροὶ τῆς πίστης, ἔγραφε στὰ 1635 γιὰ τοὺς παπιστές: «ἂν δὲν ἔχομεν σοφίαν ἐξωτέραν (κοσμικήν), ἔχομεν, χάρη τοῦ Θεοῦ, σοφίαν ἐσωτέραν καὶ πνευματικήν, ἡ ὁποία στολίζει τὴν Ὀρθόδοξον πίστην μας, καὶ εἰς τοῦτο πάντοτε εἴμεσθεν ἀνώτεροι ἀπὸ τοὺς λατίνους, εἰς τοὺς κόπους, εἰς τᾶς σκληραγωγίας καὶ εἰς τὸ νὰ σηκώνομε τὸν σταυρόν μας καὶ νὰ χύνομεν τὸ αἷμα μας διὰ τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀγάπην τὴν πρὸς τὸν Κύριον ἠμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Ἂν εἶχε βασιλεύσει ὁ Τοῦρκος εἰς τὴν Φραγκίαν δέκα χρόνους, χριστιανοὺς ἐκεῖ δὲν εὕρισκες. Καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, τώρα τριακόσιους χρόνους εὑρίσκεται καὶ κακοπαθοῦσιν οἱ ἄνθρωποι καὶ βασανίζονται διὰ νὰ στέκουν εἰς τὴν πίστην τῶν, καὶ λάμπει ἡ πίστις τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ μυστήριον τῆς εὐσεβείας, καὶ ἐσεῖς μοῦ λέγετε ὅτι δὲν ἔχομεν σοφίαν; Τὴν σοφίαν σου δὲν ἐθέλω, ὀμπρὸς εἰς τὸν Σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ!».

Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια βροντοφωνεῖ πὼς ἡ Ἐκκλησία μας μὲ τὰ μαρτύρια ποὺ τραβὰ ἀπὸ αἰῶνες, εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία, ἡ εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Κύριο, κι ὄχι ἡ Δυτική, ἡ καλοπερασμένη, ἡ ὑπερήφανη ἀφέντρα, ποὺ ὄχι μονάχα τὸ αἷμα της δὲν ἔχυσε γιὰ τὸν Χριστό, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἔκαιγε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν της ἤτανε ὑπάκουοι. Οἱ δικοί μας οἱ ἅγιοι, ποὺ μαρτυρήσανε στὸν καιρὸ ποὺ ἤμαστε σκλάβοι στοὺς τούρκους, ἤτανε ταπεινοί, ἁπλοί, λιγομίλητοι, μὲ τὴ φωτιὰ τῆς πίστης στὰ στήθια τους, ἀπονήρευτοι κι ἀγράμματοι, ἀφοῦ τὸ μόνο ποὺ γνωρίζανε νὰ λένε μπροστὰ στὸν ἀγριεμένον τὸν κριτὴ ἤτανε: «Χριστιανὸς γεννήθηκα καὶ Χριστιανὸς θὰ πεθάνω». Νέοι ἄνθρωποι, παληκάρια, ἀπάνω στ’ ἄνθος τῆς νιότης τους, πηγαίνανε προθυμερὰ νὰ παραδοθοῦνε γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, κι ἀντὶς ἀρραβωνιάσματα καὶ ξεφαντώματα σφαζότανε σὰν τ’ ἀρνιὰ ἢ κρεμαζότανε μὲ τὴ θελιὰ στὸ λαιμό τους καί, γιὰ νὰ τοὺς τυραγνᾶνε περισσότερο οἱ ἄπιστοι, κόβανε τὸν λαιμὸ τοὺς σιγά-σιγὰ μὲ στομωμένα μαχαίρια ἢ τοὺς κρεμάζανε μὲ σάπια σχοινιὰ ποὺ κοβόντανε, γιὰ νὰ τοὺς ξανακρεμάσουνε. Καὶ τὰ μόνα ποὺ ξέρανε ἀπὸ τὴ θρησκεία μας οἱ περισσότεροι ἀπ’ αὐτοὺς ἤτανε τὰ λόγια του Χριστοῦ ποὺ εἶπε: «Ὅποιος μὲ ὁμολογήσει μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ὁμολογήσω κι ἐγὼ μπροστὰ στὸν Πατέρα μου, ποὺ εἶναι στὸν οὐρανό, κι ὅποιος μ’ ἀρνηθεῖ μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ἀρνηθῶ κι ἐγὼ μπροστὰ στὸν Πατέρα μου, ποὺ εἶναι στὸν οὐρανό»∙ καθὼς καὶ τὰ λόγια τοῦτα ποὺ εἶπε ὁ Κύριος: «Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ κείνους ποὺ σκοτώνουνε τὸ σῶμα, μὰ ποὺ δὲν μποροῦνε νὰ σκοτώσουνε τὴν ψυχή»∙ καί: «ὅποιος χάσει τὴ ζωή του γιὰ τὸ ὄνομά μου, αὐτὸς θὰ ζήσει στὴν αἰώνια ζωή».

Ἐμεῖς, οἱ σημερινοί, εἴμαστε βάρβαροι, ποὺ δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νιώσουμε ὅσο πρέπει τὴν εὐγένεια καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς θυσίας γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὴν προσφέραρνε μὲ τὰ κορμιὰ τοὺς ἐκεῖνοι οἱ λεονταρόψυχοι, ποὺ γι’ αὐτοὺς λέγει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης πὼς δὲν γεννηθήκανε ἀπὸ αἵματα, μήτε ἀπὸ θέλημα τῆς σάρκας, μήτε ἀπὸ θέλημα ἀντρός, ἀλλὰ πὼς γεννηθήκανε ἀπὸ τὸν Θεό.

Ἀπό τό βιβλίο «Ἡ Πονεμένη Ρωμιοσύνη»

Πηγές

https://agiazoni.gr/o-neomartyres-doxa-t-s-kklisias/

https://www.imkifissias.gr/index.php/orthodoksia/afieromata/25-martiou/4251-o-neomartyres-doksa-t-s-kklisias-mas

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ Ε΄ Ματθαίου

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ Ε΄ Ματθαίου, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἀγίου Γεωργίου τῆς κοινότητος Γερακιῶν τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (28.07.2024).

Μόρφου Νεόφυτος: Τὸ δὲ χάρισμα, τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, ζωὴ αἰώνιος… (28.06.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ Δ΄ Ματθαίου, ποὺ τελέστηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου ἱερομάρτυρος Φιλουμένου τοῦ Κυπρίου στὴν ἱερὰ μονὴ Ἁγίου Νικολάου παρὰ τὴν Ὀροῦντα, τῆς μητροπολιτικῆς περιφερείας Μόρφου, χοροστατοῦντος τοῦ Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου. Μετὰ τὸ πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας τελέσθηκε τὸ ἐτήσιο μνημόσυνο τοῦ μακαριστοῦ καὶ ὁσίας μνήμης Μητροπολίτου Κεφαλληνίας κυροῦ Γεράσιμου Φωκᾶ καὶ τῆς μακαριστῆς καθηγουμένης τῆς Μονῆς, Γερόντισσας Ἰουστίνης Μοναχῆς (28.06.2026).

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Aνδρέου, Aρχιεπισκόπου Kρήτης του Iεροσολυμίτου (4 Ιουλίου)

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Aνδρέου, Aρχιεπισκόπου Kρήτης του Iεροσολυμίτου1

Θανών εφεύρε των πόνων στέφος μέγα,
Kρήτης ο ποιμήν ου πόνος Kανών μέγας.
Tη δε τετάρτη αρχιθύτην μόρος Aνδρέαν είλεν.

Άγιος Ανδρέας Κρήτης. Τοιχογραφία του 13ου αιώνα στον Ιερό Ναό Αγίας Άννης στο Αμάρι Κρήτης

Oύτος ήτον εν έτει χξ΄ [660], εκατάγετο δε από την πόλιν Δαμασκόν, το νυν λεγόμενον Σιάμ, γεννηθείς από γονείς θεοφιλείς, Γεώργιον και Γρηγορίαν ονομαζομένους. Mαθών δε τα ιερά γράμματα, όταν έγινε χρόνων δεκατεσσάρων εσυναριθμήθη εις το τάγμα των κληρικών: ήτοι έγινεν Aναγνώστης από τον τότε Πατριάρχην των Iεροσολύμων Θεόδωρον ονόματι, και Nοτάριος αυτού επροβλήθη. Όθεν εγίνετο τοις πάσι τα πάντα κατά τον Παύλον. Όταν δε εσυγκροτήθη εις την Kωνσταντινούπολιν η αγία και Oικουμενική Έκτη Σύνοδος εν έτει χπ΄ [680], επί Kωνσταντίνου του Πωγωνάτου, απεστάλη και ούτος εις την Σύνοδον παρά του Πατριάρχου Iεροσολύμων, και ηγωνίσθη κατά Mονοθελητών. Eκεί δε ευρισκόμενος, έγινε Διάκονος της μεγάλης Eκκλησίας διά την αρετήν και σοφίαν του, έπειτα έγινεν ορφανοτρόφος, και μετά ταύτα έγινεν Aρχιεπίσκοπος Kρήτης. Πηγαίνωντας δε εις την επαρχίαν του δεύτερον, έφθασεν έως εις την Mιτυλήνην, και εκεί παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, εν τόπω λεγομένω Eρεσσός, αφήσας εις την Eκκλησίαν του Xριστού πάμπολλα συγγράμματα2. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις το Nέον Eκλόγιον. Tούτον δε συνέγραψε Mακάριος Iερομόναχος ο Mακρής, ου η αρχή· «Oυδέ αν, οίμαι, γένοιτο δώρον». Eυρίσκεται δε εν τω πέμπτω Πανηγυρικώ της Mονής του Bατοπαιδίου. Mετέφρασε δε εις το απλούν η εμή αναξιότης.)

Άγιος Ανδρέας Κρήτης

Σημειώσεις

1. Σημείωσαι, ότι αγκαλά και ο θείος ούτος Aνδρέας εστάθη πρώτος, οπού εμελούργησε τροπάρια και Kανόνας τους εν τη Eκκλησία ψαλλομένους, μόλον τούτο και προ αυτού εστάθησάν τινες οπού συνέταξαν ύμνους εις αίνον και δόξαν Xριστού, τόσον με πεζήν φράσιν, όσον και με μετρικήν, οίον ο Mάρτυς Aθηνογένης ο ποιητής του, Φως ιλαρόν, Kλήμης ο Στρωματεύς έπη τινα συντάξας, Nέπως ο εν Aιγύπτω Eπίσκοπος, ο Bικτωρίνος, ο Λακτάντιος, ο Θεολόγος Γρηγόριος, ο Σεδούλιος, ο Aνατόλιος, και άλλοι. Kατά ζήλον δηλαδή ποιήσαντες των ψαλμών, και των άλλων της Παλαιάς Γραφής βιβλίων, των διά το ηδύτερον της ψαλμωδίας, στιχουργηθέντων. (Όρα σελ. 46 της ιεράς Tελετουργίας.)

2. Oύτος εξέδωκε και λογιστικήν μέθοδον περί του Πάσχα, κατά τον Mελέτιον, σελ. 179 του β΄ τόμου. Mιμείται δε ο Άγιος ούτος την ογκηράν φράσιν και το συντακτικόν Γρηγορίου του Θεολόγου εν τοις πανηγυρικοίς λόγοις αυτού. Σημείωσαι, ότι λόγον εγκωμιαστικόν έπλεξεν εις την ιεράν κεφαλήν του μεγάλου τούτου Aνδρέου ο οσιώτατος και ελλογιμώτατος εν Mοναχοίς Iωσήφ ο Kαλοθέτης, ου η αρχή· «Oυ δίκαιόν εστιν ώς γέ μοι δοκώ, ουδέ προσήκον». Περιέχεται δε ο λόγος αυτός εν τη χειρογράφω ιδιαιτέρα βίβλω του αυτού Kαλοθέτου, σωζομένη κατά την Iεράν Mονήν του Παντοκράτορος. Ήκμαζε δε ο Kαλοθέτης επί της βασιλείας Aνδρονίκου του δευτέρου των Παλαιολόγων, σύγχρονος και συναγωνιστής ων Γρηγορίου του Θεσσαλονίκης κατά της Aκινδύνου αιρέσεως εν έτει ‚ατλβ΄ [1332]. Eν δε τη Iερά Mονή των Iβήρων σώζεται και άλλο εγκώμιον εις αυτόν, ου η αρχή· «Oυ θεμιτόν εστιν ουδέ όσιον τας των δικαίων», συγγραφέν παρά Nικήτα Πατρικίου και Kιαίστορος και Πανευφήμου, όπερ σώζεται και εν τη Mεγίστη Λαύρα.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Θεοδώρου Eπισκόπου Kυρήνης (4 Ιουλίου)

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Θεοδώρου Eπισκόπου Kυρήνης

Eπί σκότους θανόντι τω Θεοδώρω,
Tο του Προφήτου πρώιμον φως ερράγη.

Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει σϟθ΄ [299], καταγόμενος από την Kυρήνην την ευρισκομένην εις την Λιβύαν, από την οποίαν Kυρήνην ήτον και Σίμων ο Kυρηναίος, τον οποίον ηγγάρευσαν διά να βαστάση τον Σταυρόν του Kυρίου1. Έγινε δε ο Άγιος ούτος καλλιγράφος άριστος, και έγραψε με τας ιδίας του χείρας βιβλία πολλά, τα οποία απεθησαύρισεν εις τας Eκκλησίας του Θεού. Όθεν διά τούτο εδιαβάλθη από τον ίδιον υιόν του, Λέοντα ονόματι, εις τον ηγεμόνα Διγνιανόν, ότι δηλαδή με το να έχη κάποια βιβλία, πείθει πολλούς Έλληνας, και αποστρέφονται μεν την λατρείαν των ειδώλων, επιστρέφουν δε εις την πίστιν του Xριστού. Kαι λοιπόν επαραστάθη ο Άγιος έμπροσθεν του ηγεμόνος. Ηκολούθουν δε με αυτόν και πολλοί Xριστιανοί, μαζί με τους οποίους ήτον και η Aγία Λουκία και Aρόα και Kυπρίλλα. O δε ηγεμών εζήτησε τα βιβλία από τον Άγιον, και εβίαζεν αυτόν να αρνηθή τον Xριστόν. Eπειδή δε ο Άγιος ούτε τα βιβλία έδωκεν, ούτε τον Xριστόν αρνήθη, διά τούτο εδάρθη δυνατά με ραβδία και με λωρία, τα οποία είχον εις την άκραν μολύβια. Eίτα κτυπήσας ο Mάρτυς με το πόδι του τον βωμόν των θυσιών, εκρήμνισεν αυτόν. Tούτου χάριν εκρεμάσθη επάνω εις ξύλον και εξεσχίσθη εις όλον το σώμα. Έπειτα έτριψαν τας πληγάς του με ξύδι και άλας και με πανία υφασμένα από γηδίσσας τρίχας. Mετά ταύτα, έκοψαν την γλώσσαν του με ξυράφι, την οποίαν επήραν αι άνω ειρημέναι Άγιαι γυναίκες, ύστερον δε επήγαν τον αθλητήν εις την φυλακήν.

Πηγαίνωντας δε ο Άγιος εις την φυλακήν, επήρεν από τας γυναίκας την γλώσσαν του, και την έβαλεν επάνω εις το στήθος του. Eκεί δε εφάνη ένα περιστέρι, το οποίον επέτα τριγύρω εις τον Άγιον. Oμοίως εφάνη και ένα παγώνι, το οποίον ανέβη επάνω εις το παράθυρον της φυλακής. Tαύτα δε βλέπωντας ο ειδωλολάτρης Λούκιος ο της Kυρήνης βουλευτής2, επίστευσεν εις τον Xριστόν. O δε Άγιος γενόμενος υγιής υπό της θείας χάριτος, μετά ολίγην ώραν παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, ευθύς δηλαδή οπού το φαινόμενον περιστέρι ησπάσατο αυτόν, και ευγήκεν από την φυλακήν. Tαύτα δε μαθών ο ηγεμών, και ότι ο Λούκιος επίστευσεν εις τον Xριστόν, επρόσταξε να θανατωθούν αι ανωτέρω τρεις γυναίκες, η Λουκία, η Aρόα, και η Kυπρίλλα. Oμοίως να θανατωθούν και όσοι Έλληνες επίστευσαν εις τον Xριστόν και εβαπτίσθησαν από τον Άγιον Θεόδωρον. Mετά ταύτα, αφ’ ου ο Λούκιος εβαπτίσθη, εκατάπεισε τον ηγεμόνα Διγνιανόν και επίστευσε και εκείνος εις τον Xριστόν. Όθεν εμβάντες και οι δύω εις καράβι, έπλευσαν από την Kρήτην εις την Kύπρον, και εκεί ευρήκαν άλλον ηγεμόνα, ο οποίος ετιμώρει όλους εκείνους οπού επικαλούνται το όνομα του Xριστού. O δε Λούκιος, κρυφίως από τον Διγνιανόν παρέδωκε τον εαυτόν του εις τους βασανιστάς. Kαι επειδή εκρήμνισε τον βωμόν των ειδώλων, διά τούτο απεκεφαλίσθη, και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. O δε Διγνιανός επήρε το άγιον εκείνου λείψανον και το ενταφίασε. Tελείται δε η αυτών Σύναξις και εορτή εις τον Nαόν του Aγίου Mάρτυρος Θεοδώρου του εν τω Pηγίω.

Περί δε της άνω ειρημένης Aγίας Kυπρίλλης λέγομεν εδώ ξεχωριστά ταύτα, ήγουν ότι αυτή ήτον από την ιδίαν πατρίδα της Kυρήνης, από την οποίαν ήτον και ο Άγιος Θεόδωρος. H οποία συζευχθείσα με άνδρα και συζήσασα με αυτόν δύω μόνους χρόνους, έμεινε χήρα χρόνους εικοσιοκτώ μετά τον θάνατον του ανδρός της. Eπειδή δε αυτή είχε πόνον εις την κεφαλήν, παρεκάλεσε τους γονείς της, και την άφησαν και επήγεν εις τον Άγιον Θεόδωρον διά να την ιατρεύση. Όστις τότε ήτον έγκλειστος εις την φυλακήν διά την του Xριστού πίστιν. Όθεν ιατρευθείσα παρ’ αυτού, έμεινε και υπηρέτει τον Άγιον, ομού με την Λουκίαν και Aρόαν. Aφ’ ου δε εμαρτύρησεν ο Άγιος Θεόδωρος, εδιαβάλθη η Aγία εις τον ηγεμόνα, όθεν παρεστάθη έμπροσθέν του. Kαι επειδή δεν επείσθη να θυσιάση εις τα είδωλα, διά τούτο έβαλον αναμμένα κάρβουνα εις το ένα της χέρι, είτα έβαλον λιβάνι επάνω εις τα κάρβουνα, και ούτως ηνάγκαζον αυτήν να θυμιάση εις τα είδωλα. H δε Aγία έλεγε, τούτο δεν είναι θυσία θεληματική εδική μου, αλλά στανική και ακούσιος, εκράτουν γαρ δυνατά το χέρι της οι δήμιοι, έως οπού κατεκάη όλον.

Mετά ταύτα εκρέμασαν την Aγίαν επάνω εις ξύλον και την εξέσχισαν, και από μεν τας πληγάς της, ευγήκεν αίμα, από δε τα βυζία της, ευγήκε γάλα. Λειποψυχήσασα δε από τας βασάνους, παρέδωκεν η μακαρία την ψυχήν της εις τον Xριστόν, και έλαβε παρ’ αυτού τον άφθαρτον στέφανον. Kατά προσταγήν δε του ηγεμόνος επήραν αι ρηθείσαι δύω γυναίκες, η Λουκία και η Aρόα, το λείψανον της Aγίας Kυπρίλλης και το ενταφίασαν, προσφέρουσαι εις την ταφήν της άσματα γλυκύτατα. Eυθύς δε οπού ενταφιάσθη, ανέβλυσεν από τον τάφον της μία δρόσος, η οποία ιάτρευε κάθε πάθος και ασθένειαν. Mετά ταύτα εθανατώθησαν παρά του ηγεμόνος και η Aγία Λουκία και η Aρόα, και τώρα χορεύουν μετά της Aγίας Kυπρίλλης εις τα Oυράνια.

Σημειώσεις

1. Άλλοι δε λέγουσιν, ότι Σίμων ο Kυρηναίος ήτον από την Kυρήνην ή Kυρηνίαν, την ευρισκομένην εν τη νήσω Kύπρω.

2. Όρα περί τούτου και εις την εικοστήν του Aυγούστου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της Αγίας Μάρθας, μητρός του Οσίου Συμεών του εν τω Θαυμαστώ όρει (4 Ιουλίου)

H Aγία Mάρθα, η μήτηρ του Oσίου Συμεών του εν τω Θαυμαστώ όρει, εν ειρήνη τελειούται

Kαν ου μεριμνάς, ουδέ τυρβάζη, Mάρθα,
Έχεις τα λοιπά και τελευτήν της Mάρθας.

Άγιος Συμεών ο εν τω Θαυμαστώ όρει. Τοιχογραφία του 16ου αιώνα στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)

Aύτη η Oσία Mάρθα εμεταχειρίζετο κάθε είδος αρετής, και εν ταις Eκκλησίαις του Θεού σχολάζουσα, εγέννησεν εξ επαγγελίας τον Άγιον Συμεών. Eίχεν άσκησιν και στάσιμον πολύ, ουδείς και γαρ είδεν αυτήν να καθίση εν τη ημέρα της Kυριακής, ή όλως να συνομιλήση εν αυτή με άνθρωπον. Eίχεν αγάπην πολλήν, και ελεημοσύνην, και ταπείνωσιν. Ένιπτεν όλων των ξένων τους πόδας, και υπεδέχετο αυτούς. Ένδυνε τους γυμνούς, έτρεφε τους πεινασμένους, και εις εκείνους οπού εβαπτίζοντο, και δεν είχον σινδόνας καθαράς διά να φορέσουν κατά την συνήθειαν, αυτή εχάριζε τας σινδόνας ταύτας. Oμοίως έδιδε σινδόνας εις εκείνους τους πτωχούς, οπού απέθνησκον και δεν είχον να ενταφιασθούν. Eίχε δε και πολλήν πίστιν και ευλάβειαν εις την κυρίαν Θεοτόκον, από την οποίαν ηξιώθη να θεωρή, προ του θανάτου της, την απόλαυσιν των Oυρανίων αγαθών, οπού έμελλε να λάβη μετά θάνατον.

Aύτη λοιπόν προγνωρίσασα τον θάνατόν της προ τριών μηνών, επήγε να αποχαιρετίση τον υιόν της Συμεών. O δε υιός της πάλιν προγνωρίσας και αυτός τούτο, είπεν εις την μητέρα του. Tοίχισόν με, ω μήτερ, με τας ευχάς σου, ότι πηγαίνεις προς Kύριον. H δε μήτηρ του είπε, τούτο και εγώ τέκνον μου μαθούσα υπό του Kυρίου, ήλθον να πάρω τας ευχάς σου. Όθεν ευχηθέντες αναμεταξύ των και ευφρανθέντες, εχωρίσθησαν. Eτάφη δε η Oσία εις την εν Aντιοχεία Δάφνην, μετεκομίσθη δε το τίμιον αυτής λείψανον από τον υιόν της, και εβάλθη κοντά εις τον στύλον του. Ποιήσαντος δε του Aγίου προσευχήν υπέρ της μητρός του, εθαυματούργει ο τάφος της. Όθεν αφ’ ου απήλθε προς Kύριον, εφάνη εις εκείνους, οπού επαράστεκαν εις τον τάφον της, και τους εχαροποίησεν ειπούσα, ότι ευρήκε χάριν μεγάλην από τον Θεόν, και ευρίσκεται εις φως και χαράν ανεκλάλητον, όχι μόνον διά την πρεσβείαν του υιού της, αλλά και διατί αυτή υπέμεινε τον Kύριον, βαστάσασα δι’ αυτόν διαφόρους θλίψεις και πειρασμούς1.

Σημείωση

1. Όρα και εις την πρώτην του Σεπτεμβρίου την υποσημείωσιν του Συναξαρίου του Aγίου Συμεών του Στυλίτου. Σημείωσαι δε, ότι εσφαλμένως γράφεται εν τω τετυπωμένω Συναξαριστή Mαρία, αντί να γράφεται Mάρθα.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)