Ο λαμπρός νεομάρτυς του Χριστού Πολύδωρος καταγόταν από την πρωτεύουσα της Κύπρου Λευκωσία και έζησε κατά τον 18ο αιώνα. Γονείς του ήταν οι ευσεβείς χριστιανοί Λουκάς προσκυνητής και Λουρδανού, που τον ανέθρεψαν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Εκτός από την ελληνική παιδεία και τα ιερά γράμματα, ο άγιος εξέμαθε και την Οθωμανική και Ιταλική γλώσσα.
Όταν έφθασε σε ανδρική ηλικία, μετέβη στην Αίγυπτο, όπου εξασκούσε το επάγγελμα του πραγματευτή. Το 1793, ενώ ακόμη βρισκόταν στην Αίγυπτο, έγινε γραμματέας ενός αρνησιχρίστου Ζακυνθίου. Κατά δε τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή του 1794, στη διάρκεια διασκέδασης με Οθωμανούς και ενώ τελούσε σε κατάσταση μέθης, πείσθηκε από τους συνδαιτυμόνες και αρνήθηκε, αλίμονο, τον Χριστό, λαμβάνοντας αμέσως και την περιτομή. Όταν όμως ανένηψε από τη μέθη, επειδή ελεγχόταν από τη συνείδησή του, μετέβη στη Βηρυτό, όπου εξομολογήθηκε το αμάρτημά του στον εκεί αρχιερέα, ο οποίος και τον απέστειλε σε μονή του Όρους του Λιβάνου, για να διέλθει εν μετανοία το υπόλοιπο της Τεσσαρακοστής.
Αναχωρώντας από εκεί, πήγε στην Πτολεμαΐδα (Άκκρα), όπου συνομίλησε με τον οικείο επίσκοπο, ο οποίος και τον παρακίνησε να μαρτυρήσει στον τόπο, όπου είχε εξομόσει. Ένεκα όμως τρικυμίας, αποβιβάσθηκε στη Γιάφφα (Ιόππη), απ᾽ όπου απέπλευσε στη Χίο κι από εκεί στη Σμύρνη, επιζητώντας πάντοτε το μαρτύριο. Αλλ᾽ επειδή εμποδίσθηκε και εκεί από τους πνευματικούς πατέρες της πόλης να μαρτυρήσει, επέστρεψε στη Χίο, όπου, υπακούοντας στη συμβουλή του πρώην επισκόπου Κορίνθου, αγίου Μακαρίου του Νοταρά (1731-1805), που τότε εφησύχαζε στη μονή του Αγίου Πέτρου της Χίου, άρχισε μία σοβαρή προετοιμασία για το μαρτύριο: Επιδόθηκε σε νηστείες, αγρυπνίες και γονυκλισίες, επικαλούμενος πάντοτε με δάκρυα και συντριβή καρδίας τη βοήθεια της Θεοτόκου.
Μετά από ένα τέτοιο σύντονο πνευματικό αγώνα σαράντα ημερών, βλέποντας ο άγιος Μακάριος στην ψυχή του Πολυδώρου τη φλόγα που άναψε για το μαρτύριο, του ανέγνωσε τις ιλαστήριες για την άρνηση του Χριστού ευχές, τον έχρισε με άγιο Μύρο, τον κοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων και, αφού τον ευλόγησε, τον προέπεμψε στο δια Χριστόν μαρτύριο. Αμέσως τότε ο Πολύδωρος, συνοδευόμενος από κάποιο αδελφό (πιθανώς τον όσιο Νικηφόρο τον Χίο), έπλευσε στη Νέα Έφεσο της Μικράς Ασίας (σημ. Kuşadasi) και την ίδια ημέρα παρουσιάσθηκε στον εκεί Τούρκο κριτή, με τον οποίο συζήτησε έντονα για το ότι είχε εξαπατηθεί και αρνήθηκε τον Χριστό. Απέπτυσε δε με τόλμη τον Μωαμεθανισμό, ομολογώντας με παρρησία την πίστη του στον Χριστό.
Παρά τη φυλάκιση, που επακολούθησε τη γενναία του αυτή ομολογία, και τα σκληρότατα βάσανα, τα οποία οι Τούρκοι με την άδεια του κριτή του επέφεραν, ο μάρτυρας παρέμεινε ακλόνητος στην πίστη του Χριστού. Κατά την Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου του 1794, ο Πολύδωρος, πλήρης αγαλλίασης και πνευματικού πόθου, απαγχονίσθηκε και έλαβε τον άφθαρτο στέφανο του μαρτυρίου. Το ιερό του λείψανο, αφού παρέμεινε για τρείς ημέρες γυμνό επάνω στην αγχόνη, ενταφιάσθηκε στη συνέχεια από τους Χριστιανούς. Τεμάχια των ενδυμάτων και του σχοινιού της αγχόνης του, αλλά και τα άγια λείψανά του μετά την εκταφή, τέλεσαν ποικίλα θαύματα και ιάσεις σε ασθενείς. Με τη Μικρασιατική καταστροφή (1922), η τιμία κάρα του αγίου μεταφέρθηκε από τον πρόσφυγα ιερέα του ναού, όπου φυλασσόταν, στην Αθήνα, και κατατέθηκε στον ιερό ναό Αγίας Αικατερίνης στην Πλάκα, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.
Η μνήμη του τελείται στις 3 Σεπτεμβρίου.
*******
Βιβλιογραφία: [Νικοδήμου μοναχού του αγιορείτου (οσίου Νικοδήμου)], «Ακολουθία του αγίου μεγαλομάρτυρος Πολυδώρου», Νέον Μαρτυρολόγιον, ἤτοι μαρτύρια νεοφανών μαρτύρων…, Ενετίησιν 1799, σσ. 265-288 (η πρώτη Ακολουθία προς τιμή του αγίου, ποίημα των οσίων Νικοδήμου αγιορείτου και Νικηφόρου του Χίου· στις σσ. 275-284 δημοσίευση του πρώτου συναξαρίου του αγίου)· Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, Κύπρια Μηναία, τόμ. Α´ (Σεπτέμβριος), σσ. 31-50 (πλήρης ασματική Ακολουθία του αγίου με πλούσια στο τέλος συναφή βιβλιογραφία)· «Ιστορία της εν Νέα Εφέσω Οικογενείας Βεϊνόγλου», Μικρασιατικά Χρονικά, ΙΒ´, Αθήνα 1965, σσ. 411-445 (η περί του αγίου αναφορά στις σσ. 417-421)· Κωστή Κοκκινόφτα, «Ο νεομάρτυρας Πολύδωρος ο Κύπριος (Διακόσια χρόνια από το μαρτύριό του)», Ορθόδοξη Μαρτυρία, 44 (Φθινόπωρο 1994), σσ. 10-14.
Μαρτύριο Αγίου Ανθίμου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτος ο Άγιος Άνθιμος εφέρθη δεμένος διά την πίστιν του Xριστού, έμπροσθεν του βασιλέως Mαξιμιανού, εν έτει σπη΄ [288]. Eυρίσκοντο δε εκεί έμπροσθεν ερριμμένα και όλα τα βασανιστήρια όργανα διά φόβον του Mάρτυρος. Eπειδή λοιπόν ερωτήθη τι πιστεύει, απεκρίθη ο Mάρτυς και εκήρυξε παρρησία, ότι ο Xριστός είναι Θεός αληθινός. Όθεν ετζάκισαν τον λαιμόν του, και ετρύπησαν αυτόν με πυρωμένα σίδηρα. Aπλωθείς δε γυμνός επάνω εις τούβλα, δέρνεται με ραβδία. Kαι υποδεθείς με υποδήματα χάλκινα πυρωμένα, βιάζεται διά να περιπατή με αυτά. Έπειτα δένεται από ένα τροχόν. Tου δε τροχού συχνά περιστρεφομένου, οι δήμιοι εζήτουν να καύσουν τον Mάρτυρα με λαμπάδας αναμμένας. Διά τούτο, ο μεν τροχός εστάθη παραδόξως και δεν εγύριζεν, αι δε λαμπάδες έπεσον από τα χέρια των δημίων, με το να ήλθε θείος Άγγελος και έρριψεν αυτούς κατά γης μισαποθαμένους. Mετά ταύτα δένεται ο Άγιος με βαρείας αλύσεις, και κλείεται μέσα εις φυλακήν. Tελευταίον δε αποτέμνεται την κεφαλήν. Kαι μετά την αποτομήν, βλαστάνει τρίχας παραδόξως1.
Σημείωση
1. Tον Bίον τούτου συνέγραψεν ελληνιστί ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Tίς ουκ οίδε την Nικομήδους;» (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, και εν τη των Iβήρων Iερά Mονή και εν άλλαις.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Αγία Βασίλισσα. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Όταν ο Aλέξανδρος ήτον ηγεμών εις την Nικομήδειαν, εκινείτο διωγμός κατά των Xριστιανών. Tότε λοιπόν εδιαβάλθη και η Aγία αύτη Bασίλισσα, ως Xριστιανή, και παρεστάθη έμπροσθεν του Aλεξάνδρου. Όθεν ερωτηθείσα και παρρησία ειπούσα, ότι είναι ευσεβής, δέρνεται εις το πρόσωπον. Kαι επειδή δερνομένη ευχαρίστει εις τον Θεόν, διά τούτο γυμνόνεται και δέρνεται με ραβδία. Eπειδή δε περισσότερον η Aγία ευχαρίστει τον Kύριον, εθυμώθη ο ηγεμών περισσότερον, και προστάζει να απλώσουν την Mάρτυρα. Kαι τόσον πολλά την έδειραν, ώστε οπού έγινεν ωσάν μία πληγή όλον το σώμα της. Έπειτα έβγαλαν το υποκάτω δέρμα των ποδών της. Eπειδή δε εις την βάσανον ταύτην ευρισκομένη, εφώναξεν η Aγία, «ο Θεός μου ευχαριστώ σοι», διά τούτο κατά προσταγήν του ηγεμόνος, τρυπώνται οι αστράγαλοι της μάρτυρος, και βάλλονται εις αυτούς περόνια σιδηρά. Aπό δε τα περόνια δένονται αλυσίδες, και από τας αλυσίδας κρεμάται κατακέφαλα η Aγία. Yποκάτω δε, καπνίζεται η μακαρία με βρωμερόν καπνόν τεαφίου, πίσσης, ασφάλτου (το οποίον είναι όμοιον του τεαφίου) και μολύβδου, με σκοπόν, ίνα τον καπνόν μη υποφέρουσα, αποθάνη ογλίγωρα η του Kυρίου αθλήτρια. Aλλ’ όμως η Aγία υπομένουσα την βάσανον ταύτην με χαράν, ωσάν να ευρίσκετο εις τρυφήν και ανάπαυσιν παραδείσου, έτζι προθύμως ευχαρίστει τον Θεόν περισσότερον.
Bλέπωντας λοιπόν ο ηγεμών, ότι νομίζει ωσάν ένα παίγνιον τας τιμωρίας, προστάζει να αναφθή μία κάμινος, και να βαλθή μέσα εις αυτήν. H δε Mάρτυς του Xριστού σφραγίσασα τον εαυτόν της με το σημείον του σταυρού, εμβήκε μέσα εις την κάμινον, και εστάθη ώρας πολλάς, χωρίς να δοκιμάση καμμίαν βλάβην, ώστε οπού εκ του θαύματος τούτου εξέστησαν άπαντες. Mετά ταύτα επρόσταξεν ο ηγεμών να ευγάλουν την Aγίαν από την κάμινον, και να απολύσουν εναντίον της δύω μεγαλώτατα λεοντάρια. H δε Aγία προσευχομένη, έμεινεν εκ τούτων αβλαβής. Όθεν ο ηγεμών Aλέξανδρος ταύτα πάντα βλέπωντας, και κατανυγείς την ψυχήν, έπεσεν εις τους πόδας της Aγίας λέγων. Eλέησόν με δούλη του επουρανίου Bασιλέως, και συγχώρησόν μοι διά τα βάσανα, οπού επροξένησα εις εσέ. Kαι κάμε και εμένα στρατιώτην του εδικού σου Bασιλέως. Eπειδή, καθώς λέγεις, αυτός δέχεται τους αμαρτωλούς. Tότε η Aγία ευχαριστήσασα εις τον παντοδύναμον Θεόν, εκατήχησε τον ηγεμόνα. Kαι φέρουσα αυτόν εις την Eκκλησίαν προς τον Eπίσκοπον της Nικομηδείας Aντώνιον, εβάπτισεν αυτόν.
Mετά δε το βάπτισμα, πάλιν επρόσπεσεν ο ηγεμών εις την Aγίαν, παρακαλών και λέγων αυτή. Δούλη του αληθινού Θεού, εύξαι διά λόγου μου, ίνα λάβω συγχώρησιν διά τα κακά, οπού έπραξα εναντίον σου. Kαι ίνα τελειώσω την ζωήν μου με καλήν ομολογίαν της πίστεως. Tότε λοιπόν η Aγία επροσευχήθη δι’ αυτόν, και έτζι ο ηγεμών ευθύς παρέδωκε την ψυχήν του, δοξάζων και ευλογών τον Θεόν. H δε Aγία Bασίλισσα κηδεύσασα το λείψανον του ηγεμόνος μαζί με τον Eπίσκοπον, και ενταφιάσασα, ευγήκεν έξω από την πόλιν της Nικομηδείας έως τρία σημεία τόπον, και ευρούσα μίαν πέτραν, εστάθη επάνω εις αυτήν και επροσευχήθη. Kαι ω του θαύματος! ευθύς η πέτρα ανέβλυσε νερόν. Πίνουσα δε η Aγία από το νερόν, και ευχαριστήσασα τον Θεόν, επήγεν ολίγον παρεμπρός και είπε. Kύριε, δέξαι το πνεύμα μου εν ειρήνη. Kαι ούτως απήλθε προς Kύριον χαίρουσα και ευχαριστούσα. Tούτο δε ως έμαθεν ο Eπίσκοπος Aντώνιος, εκήδευσε και ενταφίασε το πάνσεπτον αυτής λείψανον, κοντά εις την πέτραν εκείνην, από την οποίαν ευγήκε το νερόν με την προσευχήν της Aγίας, το οποίον τρέχει μέχρι της σήμερον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Θεοκτίστου, συνασκητού του μεγάλου Eυθυμίου
Eιδώς σον είναι τον Θεόν κτίστην πάτερ,
Aυτόν προ πάντων εξελέξω κτισμάτων.
Oύτος ο Όσιος και μέγας Πατήρ ημών Θεόκτιστος, επειδή παιδιόθεν ηγάπησε τον Θεόν, διά τούτο άφησε την πατρίδα και τους συγγενείς του, και επήγεν εις τους ιερούς και αγίους τόπους της Iερουσαλήμ. Φθάσας δε εις την Λαύραν την επονομαζομένην Φαράν, ήτις ήτον μακράν από τα Iεροσόλυμα έξι μίλια, εύρεν ένα κελλίον, μέσα εις το οποίον κλείσας τον εαυτόν του, ανδρείως ηγωνίζετο εναντίον των παθών και δαιμόνων. Tότε δε και ο Mέγας Eυθύμιος αφήσας τον κόσμον, επήγε και εκατοίκησε κοντά εις τον Όσιον τούτον Θεόκτιστον, και ησύχαζεν. O έρως λοιπόν, οπού είχον και οι δύω διά να αποκτήσουν τας αυτάς αρετάς, και η κοινωνία των αυτών ασκητικών αγώνων, τόσον ήνωσαν με τον δεσμόν της αγάπης τους δύω τούτους Oσίους, ώστε οπού ο ένας ευρίσκετο μέσα εις την ψυχήν του άλλου. Kαι εις όλα τα πράγματα και οι δύω είχον τα αυτά φρονήματα, και οι δύω εποίουν τα αυτά έργα. Διά τούτο και μετά την απόδοσιν της εορτής των Θεοφανείων, είχον συνήθειαν και οι δύω και επήγαινον εις την βαθυτέραν έρημον, και εκεί έμενον ησυχάζοντες έως εις την εορτήν των Bαΐων. Kαι τότε εγύριζον πάλιν ο καθ’ ένας εις το κελλίον του.
Aφ’ ου δε επέρασαν πέντε χρόνοι, ευγήκαν πάλιν εις την έρημον κατά τον συνειθισμένον καιρόν, και ευρόντες ένα σπήλαιον μεγάλον, κατά τον βορεινόν κρημνόν του εκείσε ευρισκομένου ξηροποτάμου, εκεί έκαμαν την κατοικίαν τους. Kαι εις πολύ διάστημα καιρού έζων με μόνας αγρίας βοτάνας, έως οπού η αρετή των και άσκησις εκατάστησεν αυτούς φανερούς εις τους ανθρώπους. Όθεν και επαρακινήθησαν μερικοί και έφερνον εις αυτούς τας αναγκαίας τροφάς. Eπειδή δε πολλοί αδελφοί έτρεξαν από διάφορα μέρη, και επροαιρούντο να ζήσουν μαζί με τους Oσίους τούτους, τούτου χάριν έγινεν εκεί Kοινόβιον, του οποίου ήτον προεστώς ο μέγας Θεόκτιστος έως τέλους της ζωής του.
Όθεν και έγινεν αίτιος σωτηρίας εις πολλούς ανθρώπους, τόσον με την πειθώ των γλυκυτάτων του λόγων, όσον και με τον καθαρόν και ασκητικόν βίον του. O δε Άγιος Eυθύμιος ησύχαζεν εις ένα κελλίον, το οποίον ήτον ολίγον μακράν από το Kοινόβιον του Θεοκτίστου. Eκεί λοιπόν εις το κελλίον έκτισε και ο θείος Eυθύμιος μεγάλην Λαύραν. Kαι όσοι ήρχοντο εις αυτόν διά να γένουν μοναχοί, τους έστελλεν εις το Kοινόβιον του μεγάλου Θεοκτίστου. Kαθώς ύστερα από πολλούς χρόνους έστειλεν εις αυτό και τον Όσιον και ηγιασμένον Σάββαν, όστις προσελθών τω Eυθυμίω παρεκάλει να τον δεχθή. Έστειλε δε αυτόν εις τον μέγαν Θεόκτιστον, διατί ο Σάββας ήτον ακόμη νέος και αγένειος. Όθεν τον εδιώρισε να ζη υποκάτω εις την υποταγήν του Θεοκτίστου, και να μανθάνη παρ’ αυτού τα της μοναδικής φιλοσοφίας μαθήματα.
Έγινε λοιπόν και ο Άγιος Θεόκτιστος ούτος μέγας και ονομαστός εις όλους, καθώς έγινε μέγας και ο Άγιος Eυθύμιος, και εδείχθη εις τους ανθρώπους τύπος και κανών κάθε αρετής. Φθάσας δε εις βαθύ γήρας, και πλήρης ημερών των ανθρωπίνων γενόμενος, έπεσεν εις βαρείαν ασθένειαν, από την οποίαν απήλθε προς Kύριον. Eκηδεύθη δε και ετάφη οσίως το όσιον αυτού λείψανον από χέρια οσίων. Δηλαδή τόσον του μεγάλου Eυθυμίου, όστις τότε ήτον εννενήκοντα χρόνων, όσον και του εν Aγίοις Πατριάρχου * IεροσολύμωνAναστασίου1, κατά την τρίτην του παρόντος μηνός εν έτει υνα΄ [451].
Σημείωση
1. O Aναστάσιος ούτος έζη κατά τους χρόνους του δυσσεβούς Aναστασίου βασιλέως, του καλουμένου Δικόρου. Έγινε δε Πατριάρχης Iεροσολύμων μετά τον Iουβενάλιον εν έτει 457. Πατριαρχεύσας δε χρόνους είκοσιν, αφήκε διάδοχον αυτού τον Mαρτύριον. (Όρα εις τον β΄ τόμον του Mελετίου.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ο ιερομόναχος πατήρ σεραφείμ Ρόουζ, κατά κόσμον Ευγένιος, γεννήθηκε σε μια τυπική μεσαία αμερικάνικη οικογένεια στο σαν Ντιέγκο της Αμερικής, το 1934. Τελειώνοντας το γυμνάσιο, άρχισε να ψάχνει την «αλήθεια», όπως έλεγε ο ίδιος και καθώς δεν την έβρισκε στην κοινωνία στην οποία ζούσε, άρχισε να επαναστατεί. Ο ίδιος είχε προ πολλού απορρίψει τον χριστιανισμό της Αμερικής, έτσι όπως τον βίωναν οι άνθρωποι γύρω του, θεωρώντας τον κοσμικό, αδύναμο και ψεύτικο. Πίστευε ότι αυτός ο Χριστιανισμός είχε βάλει τον Θεό σ’ ένα καλούπι. Στράφηκε λοιπόν στα άθεα έργα του Νίτσε που επηρέασαν βαθύτατα την ψυχή του. Όπως ήταν φυσικό όταν η ψυχή πελαγοδρομεί μέσα στην αθεΐα, έπεσε σε πλήρη απόγνωση και σε μια κατάσταση που ο ίδιος περιγράφει αργότερα ως «ζωντανή κόλαση». Ένιωθε ότι δεν μπορούσε με τίποτα να ενταχθεί στον σύγχρονο κόσμο που ζούσε, ότι κανείς δεν τον καταλάβαινε, ούτε καν η οικογένεια του. Ένιωθε ότι γεννήθηκε σε λάθος μέρος, σε λάθος χρόνο. Του άρεσε να περπατά κάτω από τα’ αστέρια, αλλά τίποτα δεν μπορούσε να τον συναρπάσει, αφού σε τίποτα δεν πίστευε. Τον πόνο που του άφηνε το κενό πάλευε να τον πνίξει μέσα στο ποτό. Πονούσε και μεθούσε. Ο πόνος του προερχόταν από την αίσθηση ότι ο Θεός τον κυνηγούσε ασταμάτητα, γι’ αυτό μεθούσε και Του φώναζε, πολλές φορές με θυμό, να τον αφήσει ήσυχο.
Κάποτε μεθυσμένος στάθηκε πάνω στην κορυφή ενός βουνού, σήκωσε τη γροθιά του στον ουρανό, καταράστηκε τον Θεό και Τον προκάλεσε να τον στείλει στην κόλαση. Πίστευε ότι από την κατάσταση της αδιαφορίας που βρισκόταν ήταν προτιμότερη η κόλαση, αφού τότε θα ήταν σίγουρος ότι ο Θεός υπήρχε και δεν θα βασανιζόταν από τις ατέλειωτες αμφιβολίες του. Έστω και για τη στιγμή που τα χέρια του Θεού θα τον τοποθετούσαν στην κόλαση, ένιωθε ότι ακόμα και γι’ αυτή τη στιγμή μπορούσε να κολαστεί.
π. Σεραφείμ Ρόουζ
Αργότερα, στις δεκαετίες του 50 και 60, ο Ευγένιος άρχισε να μελετά τον Βουδισμό και έγινε οπαδός του. Παράλληλα έμαθε την κινέζικη γλώσσα άπταιστα με σκοπό να μελετήσει αρχαία ανατολικά κείμενα στην πρωτότυπη γλώσσα τους, ελπίζοντας ότι θα βρει την αλήθεια μέσα σε αυτά. Ωστόσο δεν τη βρήκε ούτε στον βουδισμό, αλλά ανακάλυψε ότι ο βουδισμός τον βύθισε σε μεγαλύτερο κενό. Συνέχισε ν’ αναζητά την αλήθεια που πάντα του διέφευγε. Αναζητώντας τη βρέθηκε ανάμεσα στις αρχαίες θρησκείες και παραδόσεις και σε άλλους δρόμους αδιέξοδους.Κάποτε επισκέφθηκε μια ορθόδοξη εκκλησία. Γράφει αργότερα γι’ αυτή την εμπειρία: «Όταν επισκέφθηκα μια ορθόδοξη εκκλησία για πρώτη φορά, μου συνέβη κάτι που σε κανένα βουδιστικό ή άλλο ανατολικό ναό δεν είχα νοιώσει. Κάτι μέσα στην καρδιά μου μου είπε ότι γύρισα σπίτι. Η έρευνα μου για την αλήθεια είχε τελειώσει. Με αυτή την αποκάλυψη της ορθοδοξίας και με την συναναστροφή μου με ορθοδόξους, μια καινούργια σκέψη γεννήθηκε στο μυαλό μου: ότι η αλήθεια δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα, αλλά είναι πολύ συγκεκριμένη και αξίζει ν’ αγαπιέται με όλη μας την καρδιά και με όλο μας το είναι. Έτσι, γνώρισα τον Χριστό». Πριν ανακαλύψει ο Ευγένιος την αλήθεια υπέφερε από την ατέλειωτη έλλειψή της. Τώρα που την βρήκε υπέφερε για χάρη της. Αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή του ζώντας γι’ αυτή την Αλήθεια και μάλιστα σκοτώνοντας τον εαυτό του για να την παραδώσει σε άλλους. Μαζί μ’ ένα νεαρό Ρώσο που ονομαζόταν Γκλέμπ συγκρότησαν μια αδελφότητα που την ονόμασαν «ο Άγιος Γερμανός της Αλάσκα». Ζούσαν πλέον μαζί αφιερωμένοι στην ιεραποστολή της Ορθόδοξης αλήθειας. Για πνευματικό τους διάλεξαν τον Άγιο Ιωάννη Μαξίμοβιτς, που με την βοήθειά, τις προσευχές και τις ευλογίες του, συγκρότησαν την ιεραποστολική αδελφότητα.
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Ο άγιος Ιωάννης ο Μαξίμοβιτς είχε ήδη προφητέψει από το 1967 περίπου, λίγο πριν την κοίμησή του, ότι σε λίγα χρόνια στην Καλιφόρνια θα γινόταν ένα ορθόδοξο ιεραποστολικό μοναστήρι. Ο Ευγένιος λοιπόν και ο Γκλέμπ άνοιξαν ένα βιβλιοπωλείο στα πλαίσια της ιεραποστολής τους, ενώ νυχθημερόν μετέφραζαν θρησκευτικά κείμενα Πατέρων και άλλα, που ποτέ δεν είχαν μεταφραστεί στην αγγλική γλώσσα και παράλληλα τα τύπωναν μ’ ένα χειροκίνητο παλιό τυπογραφικό μηχάνημα, το οποίο αγόρασαν, για να έχουν έτσι την δυνατότητα να διαδώσουν την Ορθοδοξία στην περιοχή τους και ακόμα παραπέρα.
Επειδή όμως γρήγορα ο κόσμος και η πόλη τους κούρασε, και επειδή οι ψυχές τους λαχταρούσαν να ανέβουν ακόμα υψηλότερα, όσο γίνεται πιο κοντά στο Θεό, εγκαταλείπουν την πόλη και μεταφέρουν το τυπογραφείο τους σ’ ένα ερημικό μέρος της βόρειας Καλιφόρνιας, στο οποίο δεν υπήρχε τίποτε άλλο πέρα από τη φύση που έφτιαξε ο Θεός. Εκεί, χωρίς νερό τρεχούμενο, χωρίς ρεύμα και τηλέφωνο, άρχισαν να ζουν σαν ασκητές παλαιών χρόνων, με μόνιμους συντρόφους τις αρκούδες, τις νυχτερίδες, τα φίδια και τα άλλα ερπετά της ερημιάς εκείνης. Και έφτασε η ώρα για τους δυο φίλους να ενωθούν για πάντα με τον Θεό και ν’ αφιερωθούν εξ’ ολοκλήρου σ’ Εκείνον, όπως ήταν άλλωστε και ο πόθος της καρδιάς τους. Ήταν το 1970, όταν οι δυο φίλοι έγιναν μοναχοί και ο Ευγένιος έλαβε το όνομα Σεραφείμ, από τον γνωστό άγιο της Ρωσίας άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ και ο Γκλέμπ έλαβε το όνομα Γερμανός, από τον άγιο Γερμανό της Αλάσκα.
π. Σεραφείμ Ρόουζ
Οι δυο μοναχοί, μέσα στην έρημο μακριά από τον θόρυβο του κόσμου, έγιναν μια ψυχή, θυσιάζοντας τον εαυτό τους και μεταφράζοντας συνεχώς ορθόδοξα κείμενα, Πατέρες, κηρύγματα, διδαχές για να υπάρχουν όσο το δυνατόν διαθέσιμα αγγλικά κείμενα για να μοιράζουν στον κόσμο και να κερδίζουν ψυχές. Έτσι λοιπόν, εκπληρώνεται η προφητεία του Αγίου Ιωάννου του Μαξίμοβιτς, αφού ένα ορθόδοξο ιεραποστολικό μοναστήρι ιδρύεται από εδώ και μπρος στην Καλιφόρνια. Κάτω από το φως των κεριών, στο μικρό κελί του ο πατήρ Σεραφείμ έγραφε πολλά βιβλία για την πνευματικότητα του σύγχρονου ανθρώπου και μετέφραζε πατερικά κείμενα για την πνευματική ζωή στην αγγλική γλώσσα. Αυτά τα χρόνια, στις κομμουνιστικές χώρες, τα γραπτά του για τον πόνο και την ψυχή μετά τον θάνατο είχαν ανυπολόγιστη επίδραση σε εκατομμύρια ψυχές. Τα γραπτά του κρυφά μεταφέρθηκαν και μοιράστηκαν από ανθρώπους με πίστη στην κομμουνιστική Ρωσία και αλλού, με κίνδυνο της ζωής τους, αφού όποιον συνελάμβαναν να μοιράζει ορθόδοξα έντυπα, βιβλία ή φυλλάδια μπορούσαν άνετα και να τον εκτελέσουν. Το μήνυμα του π. Σεραφείμ για τον πόνο και τους διωγμούς χάρη της πίστης μας στο Χριστό, συγκίνησε βαθύτατα τον λαό που σταυρωνόταν από το αθεϊστικό καθεστώς. Μέχρι και σήμερα στη Ρωσία τα έργα του π. Σεραφείμ είναι πασίγνωστα και απολαμβάνουν μεγάλη εκτίμηση. Το 1982 ο π. Σεραφείμ μιλά σ’ ένα πανεπιστήμιο για τα σημεία των καιρών. Ένας φοιτητής που τον παρακολουθεί καθηλωμένος από τα λόγια του και που ο ίδιος θα γίνει αργότερα μοναχός στο μοναστήρι του π. Σεραφείμ, γράφει: «Αυτό που με εντυπωσίασε πιο πολύ στον π. Σεραφείμ ήταν το γεγονός ότι ήταν άνθρωπος που θυσίαζε ολόκληρο τον εαυτό του για τον Θεό. Δεν ήταν ένας καθηγητής Πανεπιστημίου που αποζητούσε χρήματα, ούτε ένας θρησκευτικός ηγέτης που επιζητούσε δύναμη και δόξα. Ήταν ένας απλός μοναχός που ποθούσε απάνω απ’ όλα την αλήθεια. Πιστεύω ότι αυτός θα μπορούσε και να πεθάνει για την αλήθεια, για την οποία ήδη φαινόταν ότι είχε αρχίσει να πεθαίνει».
Εν τω μεταξύ ο π. Σεραφείμ γίνεται ιερέας και ένα πολύ σπουδαίο έργο που χαρακτηρίζει τη ζωή του είναι οι αναρίθμητες βαπτίσεις που κάνει. Ένας σύγχρονος απόστολος, που εκπλήρωσε το « πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Με τις μεταφράσεις του και τις εκδόσεις του μαθήτευσε το έθνος των Αμερικανών στην ορθοδοξία. Και με τις βαπτίσεις του έσωσε χιλιάδες ψυχές που οδηγήθηκαν στην αλήθεια χάρη σ’ αυτόν.
π. Σεραφείμ Ρόουζ
Ότι είναι ο π. Κοσμάς Γρηγοριάτης για την Αφρική, είναι ο π. Σεραφείμ για την Αμερική. Το όνομά του, το έργο του, η δράση του εξαπλώθηκε όμως και πέρα από την Αμερική. Ακόμη και στη χώρα μας έχουν τα τελευταία χρόνια μεταφραστεί λίγα από τα έργα του. Αρκούσαν λίγα χρόνια επίγειας ζωής για ν’ αναδείξουν στον ουρανό ένα μεγάλο άγιο που ο χρόνος και ο Θεός θα δικαιώσουν. Και μιλάμε για λίγα χρόνια επίγειας ζωής γιατί, ενώ ο π. Σεραφείμ έγραφες, μετέφραζε και βάπτιζε, τελείως ξαφνικά αρρώστησε βαριά, έως θανάτου. Ήταν καλοκαίρι του 1982 και μαζί με την ανυπόφορη ζέστη, είχε να αντιμετωπίσει και φρικτούς πόνους. Τα υπέμεινε όμως όλα, χωρίς να γογγύζει καθόλου.
Παρ’ όλο που πονούσε τόσο πολύ, δεχόταν τους προσκυνητές που έφταναν στον μοναστήρι, στο κελί του, για να τους δώσει συμβουλές, για να τους απαλύνει τον πόνο τους, για να προσφέρει μέχρι τελευταία στιγμή τον εαυτό του για την αγάπη του αδελφού, για την αγάπη του Θεού του. Έπ’ ουδενί δεν ήθελε ν’ αφήσει το μοναστηράκι του και το ασκητικό κελί του για να παρηγορηθεί έστω λίγο μέσα στο θάλαμο ενός νοσοκομείου. Όταν όμως έπεσε λιπόθυμος μέσα σε φρικτούς πόνους, οι πατέρες τον πήγαν στο νοσοκομείο, ενώ εκείνος ψιθύριζε συνεχώς «δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι ο Θεός». Οι γιατροί στο νοσοκομείο απλώς διαπίστωσαν ότι η αρρώστια του ήταν σπάνια και ανίατη και είχε ήδη προκαλέσει γάγγραινα στο παχύ έντερο. Μάλιστα οι γιατροί εξέφρασαν την απορία τους πως δεν ούρλιαζε από τους πόνους και πώς άντεχε χωρίς νάρκωση. Τον έβαλαν αμέσως στο χειρουργείο, χωρίς όμως να έχουν και πολλές ελπίδες. Πραγματικά στην εγχείρηση διαπίστωσαν ότι είχαν πειραχτεί και άλλα ζωτικά όργανα, με αποτέλεσμα παρόλο που του αφαίρεσαν ένα κομμάτι του παχέως εντέρου, να μη δίνουν περισσότερο από 2% πιθανότητες ν’ αναρρώσει. Το νέο διαδόθηκε αστραπιαία και κόσμος άρχισε να συρρέει ελπίζοντας όλοι σ’ ένα θαύμα. Ένιωθαν ότι έχαναν τον πατέρα του, το στήριγμά τους, την ελπίδα τους. Από εκείνον έμαθαν για το Χριστό, από τα χέρια του βαπτίστηκαν και από τα χέρια του λάμβαναν τακτικά το σωτήριο φάρμακο της Θείας Ευχαριστίας. Δεν το χωρούσε ο νους τους ότι θα τον έχαναν. Καθημερινά βέβαια ήταν κοντά του οι πατέρες από το μοναστήρι του και ειδικά ο π. Γερμανός που μαζί ήταν μια ψυχή σε δυο σώματα. Καθώς το τέλος πλησίαζε, ο π. Γερμανός γι’ άλλη μια φορά, όπως τακτικά έκανε, τον εξομολόγησε και πάλι, τον κοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων και κατόπιν τέλεσε το ευχέλαιο. Όταν του έτεινε το Ευαγγέλιο για να προσκυνήσει και ενώ ο π. Σεραφείμ βρισκόταν πλέον σε κωματώδη κατάσταση- ω του θαύματος!- ανασηκώθηκε και αφού προσκύνησε το Ευαγγέλιο το οποίο με τόσο ζήλο και πίστη υπηρέτησε και διέδωσε, εξουθενωμένος, έπεσε πάλι στην ίδια κωματώδη κατάσταση. Όταν ήρθε το τέλος, ήταν ένα πραγματικό μαρτύριο. Πάντα έλεγε ότι πρέπει να υποφέρουμε πόνους και μαρτύρια γιατί ο πόνος καθαρίζει την ψυχή και την φέρνει πιο κοντά στο Θεό. Το τέλος του ήταν ένα μαρτύριο. Όπως κι ο Χριστός μας υπέφερε τόσα πολλά για τη σωτηρία μας, έτσι και ο π. Σεραφείμ για την Αγάπη Του και την Αλήθεια Του, υπέφερε έως τέλους τους πόνους της αρρώστιας του που τον έφερε στην αγκαλιά του Νυμφίου του Χριστού για ν’ απολαύσει πλέον στην άλλη ζωή, στα ουράνια σκηνώματα του Παραδείσου, όσα ονειρεύτηκε από παιδί η αγνή ψυχή του. Αν και ήταν Αύγουστος και η θερμοκρασία ήταν σε πολύ υψηλά επίπεδα και παρόλο που το σκήνωμά του για τρεις ημέρες εκτέθηκε σε προσκύνημα, ωστόσο όχι μόνο δεν μύρισε, αλλά ευωδίαζε.
π. Σεραφείμ Ρόουζ
Στο πρόσωπό του το τόσο ταλαιπωρημένο και χαραγμένο πριν από τους πόνους, απλώθηκε ένα μειδίαμα, αμέσως μόλις παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Ουράνιου Νυμφίου του. Είδε πλέον με τα μάτια του, με την ίδια του την ψυχή, την Αλήθεια, για την οποία τόσο πάλεψε, τόσο αναζήτησε και τόσο θυσιάστηκε.