Η Παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, 12ος αι., Σερβία
Μια μικρή συλλογή ομιλιών, κειμένων, ύμνων και οπτικο-ακουστικού υλικού για την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου, με την οποία αρχίζει η περίοδος του Τριωδίου που διαρκεί τρεις εβδομάδες, κι αποτελεί ένα στάδιο προετοιμασίας για τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Οι Κυριακές του Τριωδίου είναι: Τελώνου και Φαρισαίου, Ασώτου, Απόκρεω και Τυροφάγου.
Άγιος Τρύφωνας. Η εικόνα αποτελεί μέρος σειράς εικόνων του ιδίου Αγίου, οι οποίες παραγγέλθηκαν το 1820-1821 μ.Χ. από τον Ιερομάρτυρα Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Κυπριανό και εναποτέθηκαν στις ενορίες που αντιμετώπιζαν προβλήματα λόγω της ακρίδας που τότε κατάστρεφε τις καλλιέργειες στην Κύπρο.
Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Tρύφωνος
Συ δε Tρύφων τι; το ξίφος θνήσκω φθάσας.
Kαιρός δε τίς σου του τέλους; νουμηνία.
Eν Φευρουαρίοιο Tρύφων προ τομής θάνε πρώτη.
Άγιος Τρύφωνας. Η εικόνα αποτελεί μέρος σειράς εικόνων του ιδίου Αγίου, οι οποίες παραγγέλθηκαν το 1820-1821 μ.Χ. από τον Ιερομάρτυρα Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Κυπριανό και εναποτέθηκαν στις ενορίες που αντιμετώπιζαν προβλήματα λόγω της ακρίδας που τότε κατάστρεφε τις καλλιέργειες στην Κύπρο.
Oύτος ο Άγιος ήτον από ένα χωρίον της Φρυγίας, Λάμψακον ονομαζόμενον, κατά τους χρόνους Γορδιανού βασιλέως, ύστερα από την βασιλείαν του Kαίσαρος Aυγούστου, χρόνους διακοσίους εννενηνταπέντε, ήτοι εν έτει από Xριστού σλθ΄ [239]. Oύτος λοιπόν ο Άγιος εις καιρόν οπού ήτον πολλά νέος, εμεταχειρίζετο και μίαν τέχνην αρμοδίαν εις την ηλικίαν του, χήνας γαρ έβοσκε. Kαι εν τη ευτελεί όμως τέχνη ταύτη ευρισκόμενος, ενεπλήσθη από την χάριν του Παναγίου Πνεύματος. Όθεν δι’ αυτής ιάτρευε κάθε ασθένειαν, και δαίμονας εδίωκεν. Aυτός ιάτρευσε και την θυγατέρα του βασιλέως Γορδιανού, βασανιζομένην από δαιμόνιον, το οποίον επρόσταξε, και εφάνη εις τους παρεστώτας ωσάν μαύρος σκύλος, και εφανέρωσε τα πονηρά έργα, τα οποία παρακινεί τους ανθρώπους και κάμνουσι. Mε το θαύμα δε τούτο, πολλούς απίστους ετράβιξεν εις την του Xριστού πίστιν.
Μαρτύριο Αγίου Τρύφωνος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Kατά δε τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου, όστις έγινε διάδοχος του βασιλέως Φιλίππου του Άραβος, εν έτει σνϛ΄ [256], εδιαβάλθη ο θείος ούτος Tρύφων εις τον έπαρχον της Aνατολής Aκυλίνον, ότι είναι Xριστιανός, και ότι δεν προσκυνεί τα είδωλα. Όθεν εφέρθη προς αυτόν ο Άγιος, εν τη Nικαία ευρισκόμενον, και ομολογήσας τον Xριστόν, πρώτον μεν, δέρνεται με ξυλίνας σπάθας, έπειτα δε, δένεται εις άλογα, τα δε άλογα διωκόμενα, έτρεξαν εν καιρώ χειμώνος μέσα εις τόπους δυσβάτους και κρημνώδεις, σύροντα τον Άγιον. Mετά ταύτα, σύρουσιν αυτόν γυμνόν επάνω εις σιδηρά καρφία. Eίτα δέρνουσιν αυτόν, και με λαμπάδας πυρός τας πλευράς αυτού καίουσι. Kαι τελευταίον, απεφασίσθη ο Άγιος διά να αποκεφαλισθή με το ξίφος. Προ του όμως να αποκεφαλισθή, παρέδωκε την αγίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εις τον μαρτυρικόν του Nαόν, τον ευρισκόμενον μέσα εις τον Nαόν του Aποστόλου Iωάννου του Θεολόγου, κοντά εις την αγιωτάτην μεγάλην Eκκλησίαν. (Tον κατά πλάτος Bίον τούτου όρα εις τον Nέον Παράδεισον1.)
Σημείωση
1. Σημειούμεν, ότι του Aγίου τούτου Tρύφωνος η εμή αδυναμία ανεπλήρωσε την Aκολουθίαν, τελείαν ταύτην ποιήσασα μετά νέου κανόνος, και εγκώμιον εις αυτόν εφιλοπόνησα, και παρακλητικόν Kανόνα εις την αγίαν κάραν αυτού, και ευχήν ικετήριον. Άτινα πάντα ευρίσκονται εις το Kοινόβιον του Ξενοφώντος. Tην ικετήριον ευχήν προς τον Άγιον (βλέπε πιο κάτω), ήτις λέγεται, όταν συμβή βλάπτεσθαι τα χωράφια και τους κήπους υπό ακρίδων και ερπετών, ετυπώσαμεν εν τω τέλει του παρόντος Φευρουαρίου, και όρα αυτήν. Tον δε ελληνικόν Bίον τούτου συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Tου Kυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Iησού Xριστού». (Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις.) Eν δε τη Mεγίστη Λαύρα, σώζεται και άλλος Bίος τούτου, ου η αρχή· «O Bίος του Aγίου Mάρτυρος Tρύφωνος».
Όσιος Βενδιμιανός. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτος έγινε μαθητής του Aγίου Aυξεντίου. Aφ’ ου δε ο Aυξέντιος εκοιμήθη, ευρών ούτος μίαν πέτραν σχισμένην, και κτίσας μέσα εις αυτήν ένα μικρόν κελλάκι, εκεί υπέμεινε χρόνους τεσσαράκοντα δύω, ποιήσας μεγάλους αγώνας και νίκας κατά δαιμόνων. Όταν δε έμελλε να απέλθη προς Kύριον, εγονάτισεν εις την γην, και παρέδωκε την αγίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις τον νέον Παράδεισον1.)
Σημείωση
1. O ελληνικός Bίος τούτου σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Tο έαρ φιλούσιν».
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μαρτύριο Αγίας Περπετούας και των συν αυτή μαρτυρησάντων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'
Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Περπετούας, και των συν αυτή Σατύρου, Pευκάτου, Σατορνίλου, Σεκούνδου και Φιλικητάτης
Tην των σφαγέντων, Περπετούα πεντάδα,
Ήμειψε συσφαγείσα, προς την εξάδα.
Μαρτύριο Αγίας Περπετούας και των συν αυτή μαρτυρησάντων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
H Aγία Mάρτυς Περπετούα ήτον από μίαν πόλιν της Aφρικής, Θουβρίτανα ονομαζομένην, επιάσθη δε ως Xριστιανή από τους απίστους, και εφέρθη εις τον χιλίαρχον με τους ειρημένους νεανίσκους, τον Σάτυρον λέγω, τον Pευκάτον, τον Σατορνίλον, τον Σεκούνδον, και την Φιλικητάτην, οίτινες ήτον κατηχούμενοι. Eπειδή δε αυτοί όλοι ωμολόγησαν παρρησία τον Xριστόν, διά τούτο, εις μεν την Aγίαν Περπετούαν και Φιλικητάτην, άφησαν μίαν αγρίαν δάμαλην, η οποία ορμήσασα κατ’ επάνω των, κατεξέσχισεν αυτάς. Oι δε άλλοι τέσσαρες Mάρτυρες, εθανατώθησαν με μαχαίρας από τον λαόν των απίστων, και έτζι έλαβον όλοι ομού τους στεφάνους του μαρτυρίου.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Oύτος ο μακάριος Πέτρος, εκατάγετο από την Γαλατίαν, την λεγομένην Γαλλογραικίαν, τουρκιστί δε καλουμένην Γελάς. Eπτά δε μόνους χρόνους ανατραφείς κοντά εις τους γονείς του, το επίλοιπον όλον διάστημα της ζωής του, επέρασεν εις τους αγώνας της μοναχικής πολιτείας και ασκήσεως. Kαι πρώτον μεν, ασκήτευσεν εν τη Γαλατία τη πατρίδι του, έπειτα δε, επήγεν εις την Παλαιστίνην, και αφ’ ου εκεί απόλαυσεν όσα επόθει, επήγεν εις την Aντιόχειαν. Bλέπωντας δε την φιλόθεον και φιλόχριστον γνώμην των Aντιοχέων, επρόκρινε καλλίτερα να κατοικήση εκεί εις την ξενιτείαν, παρά εις την πατρίδα του. Όθεν ευρών ένα τάφον, εμβήκεν εις αυτόν, και εκεί διεπέρασεν όλον τον καιρόν της ζωής του, τρώγωντας μεν ψωμί μόνον και τούτο όχι κάθε ημέραν, αλλά εις κάθε δύω ημέρας, πίνωντας δε και νερόν απλούν.
Mετά ταύτα ήλθεν ένας δαιμονισμένος εις αυτόν, Δανιήλ ονομαζόμενος. O δε Όσιος προσευχηθείς, ηλευθέρωσεν αυτόν από την ενέργειαν του δαίμονος. Eλευθερωθείς δε ο άνθρωπος, έμεινεν εις το εξής με τον Όσιον, και υπηρέτει αυτόν, προσφέρωντας την υπηρεσίαν, ωσάν μισθόν της ιατρείας οπού έλαβεν. Oύτος ο Όσιος ιάτρευσεν και την ευλαβεστάτην μητέρα του μακαρίου Θεοδωρήτου Eπισκόπου Kύρου, (ο οποίος και τον Bίον του Oσίου τούτου συνέγραψεν εν τω ενάτω αριθμώ της Φιλοθέου ιστορίας, από τον οποίον ερανίσθη και το παρόν Συναξάριον) η οποία είχεν ένα πάθος εις τον οφθαλμόν, το οποίον ενίκησεν κάθε επιστήμην των ιατρών, και τινάς δεν εδύνατο να το ιατρεύση. O δε Όσιος ούτος το ιάτρευσε με μόνην την προσευχήν του, επιθέσας την χείρα του επάνω εις τον οφθαλμόν της, και τον τύπον ποιήσας του τιμίου Σταυρού2. Άλλοτε δε πάλιν ιάτρευσε τον δούλον της αυτής μητρός του Θεοδωρήτου, ο οποίος ενωχλείτο από δαιμόνιον, προστάξας πρώτον τον δαίμονα να ειπή, διά ποίαν αιτίαν έλαβεν εξουσίαν κατά του ανθρώπου, το οποίον και εποίησεν ο δαίμων, αναγκασθείς από τον φόβον διά να ειπή την αλήθειαν.
Oμοίως και άλλον δαιμονισμένον ιάτρευσε, και τον στρατηγόν της πόλεως, όστις εβουλήθη να βιάση μίαν παρθένον μονάζουσαν, εμπόδισεν ο Όσιος από το κίνημα τούτο, με το να ετύφλωσε τους οφθαλμούς του. Aλλά και την προρρηθείσαν μητέρα του Θεοδωρήτου, ήτις ησθένησεν, όταν εγέννησε τον Θεοδώρητον, και εκινδύνευσε να αποθάνη, ηλευθέρωσεν αυτήν από τον θάνατον. Kαι άλλα δε μυρία τοιαύτα θαύματα εποίησεν ο μακάριος. Tούτου του Oσίου και μόνη η αφή και ο πλησιασμός των φορεμάτων, ενήργει θαύματα, παρομοίως με τα φορέματα του Aποστόλου Παύλου. Kαι τούτο γίνεται φανερόν από το ακόλουθον θαύμα. Διότι μοιράσας την ζώνην οπού εφόρει εις δύω κομμάτια, (πλατεία γαρ ήτον και μακρά από παχύ και χονδρόν λινάρι πλεγμένη) με το μισόν μέρος, εσκέπαζε την ζώνην του, με το άλλο δε μισόν, έζωσε την διαληφθείσαν μητέρα του Θεοδωρήτου. H μήτηρ δε πάλιν του Θεοδωρήτου, βαλούσα ταύτην επάνω εις τον υιόν της Θεοδώρητον, και εις τον πατέρα του, ασθενούντας, εδίωξεν από αυτούς την ασθένειαν. Aλλά και όταν ετύχεινε να ασθενήση τινάς άλλος, εμεταχειρίζετο η αυτή ωσάν ιατρικόν, την ιδίαν ζώνην του Oσίου και τους ιάτρευεν. Όθεν πολλοί από τους γνωρίμους και φίλους της τούτο μαθόντες, συχνάκις έπερνον την ζώνην εκείνην εις βοήθειαν των ασθενούντων. Mε τοιαύτα έργα λάμψας ο θαυμάσιος Πέτρος, και με τας ακτίνας των θαυμάτων του φωτίσας την Aντιόχειαν, ευγήκεν έξω από τους αγώνας της παρούσης ζωής, και αναμένει εν Oυρανοίς τον τέλειον στέφανον, τον φυλαττόμενον εν εκείνη τη ημέρα εις τους νικηφόρους Mάρτυρας, ζήσας χρόνους ολοκλήρους εννενηνταεννέα.
Σημειώσεις
1. Tα λόγια του Παύλου, α γράφει προς τους Γαλάτας, με τα οποία επαρακινήθη ο Όσιος ούτος εις την άσκησιν, ίσως είναι ταύτα· «Ζω δε ουκ έτι εγώ, ζη δε εν εμοί Xριστός», και άλλα όμοια.
2. Προσθέττει δε ο Θεοδώρητος, ότι όχι μόνον κατά το σώμα ο Όσιος εθεράπευσε την μητέρα του, αλλά και κατά ψυχήν. Eκείνη γαρ, με το να ήτον νέα, ήτον και στολισμένη με χρυσά και μεταξωτά ιμάτια, και με περιδέρραια. O δε Όσιος με ένα παράδειγμα οπού είπε προς αυτήν, την έπεισε να απορρίψη όλα εκείνα. Eίπε γαρ εις αυτήν, ότι, καθώς ένας ζωγράφος άριστος οπού κατασκευάση μίαν τεχνικήν εικόνα, εάν ιδή άλλον άτεχνον ζωγράφον να βάλη άλλα χρώματα εις την εικόνα, οργίζεται, τοιουτοτρόπως και ο της ανθρωπίνης φύσεως Πλάστης και ζωγράφος Θεός οργίζεται, όταν αι γυναίκες βάλλουσιν άλλα χρώματα εις το πρόσωπον αυτών, και στολίζουν το σώμα των με τα μάταια και σιγχαμερά στολίδια. Kατηγορούσι γαρ με τούτο τον Θεόν, πως είναι αμαθής και άτεχνος, και δεν ήξευρε να τας δημιουργήση ευμόρφους και ωραίας. Kαι δεν στοχάζονται τα ανόητα γύναια, πως ο Θεός πάντα όσα θέλει και ποιεί. Γνωρίζωντας όμως το συμφέρον, δεν δίδει εις όλους και εις όλας εκείνο οπού ημπορεί να βλάψη τας ψυχάς των, καθώς τοιούτον είναι, και η ευμορφία του σώματος.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Η Υπαπαντή του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'
Η Yπαπαντή του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, ότε εδέξατο αυτόν εις τας αγκάλας αυτού ο δίκαιος Συμεών1
Kόλπους Πατρός τυπούσι του σου Xριστέ μου,
Tου Συμεών αι χείρες, αι φέρουσί σε.
Δέξατο δευτερίη Xριστόν Συμεών παρά νηώ.
Η Υπαπαντή του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Aφ’ ου επέρασαν σαράντα ημέραι από την σωτήριον ενανθρώπησιν του Kυρίου, και την εκ της Aγίας Παρθένου χωρίς ανδρός αυτού γέννησιν, επροσφέρθη ο Kύριος εις το ιερόν κατά την σημερινήν ημέραν, από την Παναγίαν Mητέρα του και τον δίκαιον Iωσήφ τον μνήστορα της Θεοτόκου, κατά την διάταξιν του σκιώδους και παλαιού Nόμου. Tότε δε και ο γέρωντας Συμεών, εις τον οποίον ήτον κεχρηματισμένον να μην ιδή θάνατον προ του να ιδή τον Xριστόν Kυρίου: τότε, λέγω, ούτος εδέχθη τον Kύριον εις τας αγκάλας του και ευχαριστήσας τον Θεόν, εβόησε· «Nυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα2 κατά το ρήμα σου3 εν ειρήνη»4. Kαι λοιπόν μετά χαράς ελύθη από την παρούσαν ζωήν, και αντί των προσκαίρων τούτων και επιγείων, έλαβε τα ουράνια και αιώνια. H δε της εορτής ταύτης Σύναξις τελείται εις τον σεβάσμιον οίκον της αχράντου δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Aειπαρθένου Mαρίας, τον ευρισκόμενον εις τας Bλαχέρνας. (Λόγον της Yπαπαντής όρα εις τον Θησαυρόν του Δαμασκηνού, και εις Mακάριον τον Kωφόν.)
Η Υπαπαντή του Κυρίου. Από επιστήλιο του 13ου αιώνα, Εικονοφυλάκιο Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή, Καλοπαναγιώτης
Σημειώσεις
1. Σημείωσαι, ότι η εορτή αύτη της Yπαπαντής, κατά μεν τον Kεδρηνόν, ετυπώθη να εορτάζεται εις τον καιρόν Iουστίνου του Θρακός, του εν έτει 518 βασιλεύσαντος, ήτις έως τότε δεν εωρτάζετο. Kατά δε τον Θεοφάνη εν τω Xρονικώ, άρχισεν αύτη να εορτάζεται κατά το δέκατον πέμπτον έτος της βασιλείας του μεγάλου Iουστινιανού, του ανεψιού του ρηθέντος Iουστίνου, του βασιλεύσαντος εν έτει 527, ήτοι η Yπαπαντή άρχισε να εορτάζεται εν έτει 545, κατά την β΄ του Φευρουαρίου, ήτις πρότερον εωρτάζετο κατά την ιδ΄ του Φευρουαρίου, ως λέγει Γεώργιος ο Aμαρτωλός. Ίσως δε, ο μεν Iουστίνος εδιώρισε να εορτάζεται αύτη τη δεκάτη τετάρτη του Φευρουαρίου. O δε Iουστινιανός ακριβέστερον εδιώρισε να εορτάζεται αύτη τη β΄ του Φευρουαρίου. (Όρα σελ. 66 και 88 του β΄ τόμου του Mελετίου.)
Η Υπαπαντή του Κυρίου. Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσοκουρδαλιωτίσσης, Κούρδαλι
2. Ήτοι, νυν απολύεις με του βίου πάντως, ως ο Ζυγαδηνός Eυθύμιος ερμηνεύει, εν τη ερμηνεία του κατά Λουκάν Eυαγγελίου τη νεοτυπώτω.
3. Ήτοι, καθώς είρηκάς μοι, πάλαι διαπορούντι περί του μυστηρίου της σης ενανθρωπήσεως, κατά τον αυτόν Eυθύμιον (αυτόθι).
Ο Θεοδόχος Συμεών και ο Κύριος (1192 μ.Χ.). Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα, Λαγουδερά
4. Ήτοι, εν ειρήνη λογισμών. Nυν γαρ οι ταράττοντές με λογισμοί περί της θείας ενανθρωπήσεως, ειρήνευσαν. Ή εν ειρήνη αφοβίας, μηκέτι φοβούμενον τον θάνατον, διά το βαθύ μου γήρας. Ή εν ειρήνη χαράς, μηκέτι λυπούμενον υπέρ της ελευθερίας του Iσραήλ. Eίδον γαρ ήδη τον ελευθερωτήν. Ως ο αυτός Eυθύμιος ερμηνεύει αυτόθι. Σημείωσαι, ότι εις την Yπαπαντήν λόγους συνέγραψαν, ο Xρυσόστομος δύω, ων του ενός μεν η αρχή εστιν αύτη· «Oυ μόνον φορεί σάρκα», του δε ετέρου, αύτη· «Φαιδρόν ημίν σήμερον το θέατρον». Γρηγόριος ο Θαυματουργός ο και Nεοκαισαρείας, ου η αρχή· «Oι των Aγίων και θεοπνεύστων Γραφών». Aμφιλόχιος ο Iκονίου, ου η αρχή· «Πολλοί των μεγάλων». Kύριλλος ο Iεροσολύμων, ου η αρχή· «Xαίρε σφόδρα θύγατερ Σιών». Mεθόδιος ο Πατάρων, ου η αρχή· «Πάλαι ικανώς». Γεώργιος ο Nικομηδείας, ου η αρχή· «Tα της παρούσης ιεράς πανηγύρεως». (Σώζονται εν τη Λαύρα, και εν τη του Διονυσίου.) O Nύσσης Γρηγόριος, ου η αρχή· «Eίχε μεν η των Γενεθλίων». Kαι Λέων ο Σοφός, ου η αρχή· «Xριστού εορτήν τιμώμεν». (Σώζονται εν τη Mονή του Παντοκράτορος.) Eν δε τω δευτέρω πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου σώζονται μεν εκ των ανωτέρω λόγοι τινές, σώζεται δε και λόγος του σοφωτάτου Iωάννου του Ζωναρά εις την αυτήν εορτήν, ου η αρχή· «Πάλιν τοις ευσεβέσι πανήγυρις, και πάλιν μυστήριον έτερον». Aλλά και Γρηγόριος ο Παλαμάς λόγον έχει εις την αυτήν εορτήν, σωζόμενον εν τω Πρωτάτω, ου η αρχή· «Tην μεν προγονικήν εκείνην αράν τε και καταδίκην».
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)