Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ)
Πρὸς Τιμόθεον Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ᾽Ανάγνωσμα 
2: 1-10

Τέκνον Τιμόθεε, ἐνδυναμοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, καὶ ἃ ἤκουσας παρ᾿ ἐμοῦ διὰ πολλῶν μαρτύρων, ταῦτα παράθου πιστοῖς ἀνθρώποις, οἵτινες ἱκανοὶ ἔσονται καὶ ἑτέρους διδάξαι. Σὺ οὖν κακοπάθησον ὡς καλὸς στρατιώτης ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Οὐδεὶς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις, ἵνα τῷ στρατολογήσαντι ἀρέσῃ. Ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ. Τὸν κοπιῶντα γεωργὸν δεῖ πρῶτον τῶν καρπῶν μεταλαμβάνειν. Νόει ὃ λέγω· δῴη γάρ σοι ὁ Κύριος σύνεσιν ἐν πᾶσι. Μνημόνευε ᾿Ιησοῦν Χριστὸν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ, κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου, ἐν ᾧ κακοπαθῶ μέχρι δεσμῶν ὡς κακοῦργος· ἀλλ᾿ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται. Διὰ τοῦτο πάντα ὑπομένω διὰ τοὺς ἐκλεκτούς, ἵνα καὶ αὐτοὶ σωτηρίας τύχωσι τῆς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ μετὰ δόξης αἰωνίου.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην

15:17 – 16:2

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν. εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ’ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος. μνημονεύετε τοῦ λόγου οὗ ἐγὼ εἶπον ὑμῖν· οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν· εἰ τὸν λόγον μου ἐτήρησαν, καὶ τὸν ὑμέτερον τηρήσουσιν. ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με. εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἴχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν. ὁ ἐμὲ μισῶν καὶ τὸν πατέρα μου μισεῖ. εἰ τὰ ἔργα μὴ ἐποίησα ἐν αὐτοῖς ἃ οὐδεὶς ἄλλος πεποίηκεν, ἁμαρτίαν οὐκ εἴχον· νῦν δὲ καὶ ἑωράκασι καὶ μεμισήκασι καὶ ἐμὲ καὶ τὸν πατέρα μου. ἀλλ’ ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ αὐτῶν, ὅτι ἐμίσησάν με δωρεάν. ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ· καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μετ’ ἐμοῦ ἐστε. Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα μὴ σκανδαλισθῆτε. ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς· ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μόρφου Νεόφυτος: Ὁ ὑπερήλικας ἅγιος Χαράλαμπος καὶ ἡ δυνατή του πίστη… (9.2.2018)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὸν πανηγυρικὸ Ἑσπερινὸ τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Χαραλάμπους, ποὺ τελέσθηκε στὸν πανηγυρίζοντα ὁμώνυμο ἱερὸ ναὸ τῆς κοινότητος Δένειας τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (9.2.2018).

Τὸ ἀπολυτίκιον τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπη ψάλλει χορὸς ἱεροψαλτῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου μὲ χοράρχη τὸν πρωτοψάλτη κ. Μάριο Αντωνίου.

Ὁμιλία εἰς τὴν μνήμην τοῦ ἁγίου ἐνδόξου ἱερομάρτυρος Χαραλάμπους τοῦ θαυματουργοῦ (10 Φεβρουαρίου)

Μαρτύριο Αγίου Χαραλάμπους. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β '

Ὁμιλία, σὺν Θεῷ ἁγίῳ, εἰς τὴν μνήμην τοῦ ἁγίου ἐνδόξου ἱερομάρτυρος Χαραλάμπους τοῦ θαυματουργοῦ

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Μαρτύριο Αγίου Χαραλάμπους. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β ‘

Χαράλαμπος ὁ πανθαύμαστος καὶ πανάριστος ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ, ἡ χαρμοσύνη τῶν ἀγγέλων, τὸ καύχημα τῶν πιστῶν, τὸ στήριγμα τῶν κλονουμένων, τὸ νοητὸ ἄνθος τοῦ παραδείσου, ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ πηγὴ τῶν θαυμάτων, ὁ μιμητὴς τοῦ Δεσπότου, ὁ τῆς θεϊκῆς χαρᾶς καὶ χάριτος καὶ λάμψεως ἐπώνυμος, ὁ πολιοῦχος καὶ τούτου τοῦ εὐλογημένου καὶ ἀκριτικοῦ χωριοῦ τῆς Δένειας, συνεκάλεσε κι ἐφέτος τὴν παροῦσα ὁμήγυρη μαζὶ καὶ πανήγυρη στὸν παλαιὸ αὐτὸ ἱερὸ ναό του, γιὰ νὰ τοῦ ἀπονείμουμε τὴν πρέπουσα τιμή, ὡσὰν φιλοπάτορες καὶ φιλομάρτυρες υἱοί, καὶ νὰ δοξάσουμε δι᾿ αὐτοῦ τὸν Παντοδύναμο Κύριο, τὸν στεφανίτη τῶν μαρτύρων, ποὺ δοξάζεται μέσῳ τῶν ἁγίων Του, καὶ τοὺς δοξάζει ἀφθονοπάροχα στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανὸ.

Ποιός ἦταν ὁ πανάρετος βίος τοῦ οὐρανόφρονα τούτου ἄνδρα καὶ ποιά τὰ ἄθλα καὶ ἔπαθλα τοῦ λαμπροῦ του μαρτυρίου, θὰ διηγηθῶ τώρα στὴν ἀγάπη σας, πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ ἔπαινο τοῦ τρισευλογημένου ἱερομάρτυρος καὶ μεγαλομάρτυρος καὶ πολυάθλου Χαραλάμπους.

Ἐπίγεια πατρίδα τοῦ ἰσαγγέλου αὐτοῦ ἁγίου φαίνεται ὅτι ὑπῆρξε ἡ σπουδαία πόλη τῆς Μαγνησίας, εὑρισκόμενη στὰ ἀνατολικὰ παράλια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ κτισμένη ἐπάνω στὸν Μαίανδρο ποταμό, στοὺς πρόποδες τοῦ ὄρους Σίπυλος. Ἡ λαμπρὰ αὐτὴ ἀρχαιότατη ἑλληνικὴ πόλη ὑπάγεται στὴ Μητρόπολη τῆς Ἐφέσου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί, πρὶν τὴν Μικρασιατικὴ καταστροφὴ τοῦ 1924, ἀπὸ τοὺς πενήντα χιλιάδες κατοίκους της οἱ δεκατρεῖς χιλιάδες ἦσαν Ἕλληνες.

Ο Άγιος Χαράλαμπος, 19ος αι. Ιερός Ναός Αγίου Χαραλάμπους, Δένεια

Σ᾿ αὐτὴ λοιπὸν τὴ μεγαλούπολη ἀνατράφηκε καὶ γνώρισε τὸν Χριστὸ ὁ ἅγιος Χαραλάμπης, ἐκεῖ χειροτονήθηκε γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου του ἱερέας καὶ ἐκεῖ τὸν συναντοῦμε νὰ διακονεῖ τὴν ποίμνη τοῦ Χριστοῦ κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ ἀσεβῆ καὶ μεγάλου διώκτη τῶν Χριστιανῶν Σεπτίμιου Σεβήρου (194-211), ὅταν διοικητὴς τῆς πόλης ἦταν ὁ Λουκιανός. Ἦταν σὲ ἡλικία ἑκατὸν ἑπτὰ ἐτῶν ὁ ἅγιος, ὅταν διεβλήθη στὸν Λουκιανὸ ὅτι, παρὰ τὰ αὐτοκρατορικὰ προστάγματα γιὰ λατρεία τῶν ψευδωνύμων θεῶν, αὐτὸς κήρυσσε παρρησίᾳ καὶ ἀτρόμητα τὴν πίστη τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ ἦταν τάχα ἐπικίνδυνος ταραχοποιός. Ὁδηγήθηκε τότε ἀμέσως στὸ κριτήριο καὶ ἀπάντησε θαρραλεώτατα στὶς ἀπειλὲς τοῦ Λουκιανοῦ: «Τίποτα γιὰ μένα δὲν εἶναι πιὸ εὐχάριστο, ἀπὸ τὰ βασανιστήρια γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μου. Ἐμπρός, δοκίμασέ το στὸ γηραλέο μου τοῦτο σῶμα, γιὰ νὰ πεισθεῖς γιὰ τὴν ἀκαταμάχητη δύναμη τοῦ Θεοῦ μου.» Ἀφαίρεσαν τότε οἱ δήμιοι τὴν ἱερατικὴ στολὴ τοῦ σεβάσμιου ἐκείνου γέροντα καὶ καταξέσχισαν τὸ σῶμα του μὲ σιδερένια νύχια. Κι ὁ ἅγιος, ἀτρόμητος, οὔτε σημεῖο πόνου καὶ μικροψυχίας ἔδειξε, ἀλλ᾿ ἀντίθετα ἐνέπαιξε τὸν τύραννο, ὅτι μὲ τὰ βάσανα ἀνανεώνει τὴν ψυχή του, ἑτοιμάζοντάς τον γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Ἀντὶ ὅμως νὰ καμφθεῖ ὁ Λουκιανὸς βλέποντας τὴ γενναιότητα τοῦ ἁγίου, κυριευμένος ἀπὸ ἀντίθεη μανία, ὅρμησε κατὰ τοῦ ἀκάκου προβάτου τοῦ Χριστοῦ νὰ τοῦ βγάλει τὸ δέρμα μὲ τὰ ἴδια τὰ χέρια του! Μά, δὲν ὑπέμεινε ὁ οὐρανὸς τὴν ἀδικοκρισία του. Ἀμέσως, μὲ θεία δύναμη, ἀποκόπηκαν τὰ χέρια του καὶ ἔμειναν -θέαμα φοβερό-, κρεμασμένα ἀκίνητα πάνω στὸ πολύαθλο σῶμα τοῦ μάρτυρος! Καμπτόμενος ὁ μιμητὴς τοῦ Ἐσταυρωμένου στὶς σπαραξικάρδιες κραυγὲς τοῦ Λουκιανοῦ, μὲ τὴν προσευχή του τὸν θεράπευσε θαυματουργικά! Τότε οἱ δήμιοι Πορφύριος καὶ Βάπτος, μαζὶ μὲ τρεῖς γυναῖκες ποὺ παρίσταντο στὸ μαρτύριο, βλέποντας μὲ τὸ θαῦμα αὐτὸ τὸ πόσο ζωντανὴ εἶναι ἡ Πίστη τοῦ Χριστοῦ, διακήρυξαν τοὺς ἑαυτούς τους χριστιανούς, γιὰ νὰ λάβουν ἀργότερα μὲ τὴν ἀποτομὴ τῆς κεφαλῆς τους τὸ ἀμαράντινο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου. Καὶ ὁ εὐγνώμων Λουκιανός, πίστεψε κι αὐτὸς στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίσθηκε ἀπὸ τὸν ἅγιο, καθὼς καὶ πλῆθος  ἀνθρώπων τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, ἔχοντας φωτισθεῖ ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὰ θαύματα τοῦ μάρτυρος.

Ο Άγιος Χαράλαμπος προστάτης των πανωλόβλητων κρατάει ένα μαύρο δαίμονα προσωποποίηση της πανούκλας

Πληροφορημένος τὰ συμβάντα ὁ Σεβῆρος, ταράχθηκε πολὺ καὶ ἀπέστειλε τριακόσιους στρατιῶτες, μὲ διαταγὴ νὰ καρφώσουν καρφιὰ στὸ σῶμα τοῦ ἁγίου καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν ἁλυσοδεμένο ἀπὸ τὴ Μαγνησία στὴν κεντρικὴ πόλη Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας, ὅπου τότε διέμενε. Καὶ οἱ ἀπάνθρωποι ἐκεῖνοι κακοῦργοι ἐκτέλεσαν τὴ διαταγὴ τοῦ τυράννου, καὶ κακομεταχειρίζονταν ἐπιπλέον τὸν ἅγιο καθοδόν, μέχρι ποὺ μὲ θεϊκὴ ἐπέμβαση τὸ ἄλογο, ὅπου τὸν εἶχαν καθήσει, πῆρε ἀνθρώπινη φωνὴ καὶ καταδίκασε ὡς ἐχθρὸ τοῦ Θεοῦ τὸν Σεβῆρο καὶ τοὺς στρατιῶτες ὡς ὄργανα τοῦ διαβόλου. Παρουσιάστηκε λοιπὸν ὁ ἅγιος στὸν Σεβῆρο αἱμόφυρτος καὶ φέροντας τὰ στίγματα τοῦ μαρτυρίου στὸ σῶμα. Δὲν ἀρκέστηκε ὅμως ὁ αἱμοσταγὴς λύκος σ᾿ αὐτά, καὶ πρόσταξε καὶ σούβλισαν στὸ στῆθος τὸν ἅγιο καὶ τὸν ἔριξαν σὲ πυρωμένο καμίνι. Ἀλλ᾿, ὢ τῶν θαυμασίων σου, Χριστὲ Βασιλεῦ!, ὁ ἅγιος παρέμεινε ἀπαθὴς στὸν πόνο καὶ ἡ φωτιά, μόλις πλησίασε στὸ ἁγιώτατο ἐκεῖνο μαρτυρικὸ σῶμα, ἔσβησε! Κι ὅταν, ἀπορημένος ὁ Σεβῆρος, ζήτησε νὰ μάθει ἀπὸ τὸν ἅγιο πῶς συνέβηκαν ὅλα τοῦτα τὰ θαυμάσια καὶ ἄκουσε, «μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ μου», θέλησε νὰ ξαναδοκιμάσει τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου μὲ τὰ ἑξῆς: Πρῶτα, πρόσταξε καὶ ἔφεραν ἕνα δαιμονισμένο γιὰ τριανταπέντε ἔτη, ποὺ κανεὶς δὲν μπόρεσε νὰ θεραπεύσει, τὸν ὁποῖο μὲ ἕνα λόγο του ὁ ἅγιος γέροντας κατέστησε ὑγιή. Καὶ ὕστερα, πρόσταξε καὶ τοῦ ἔφεραν ἕνα νεκρό, ποὺ ἑτοιμάζονταν νὰ τὸν θάψουν, τὸν ὁποῖο ὁ πανθαύμαστος Χαραλάμπης, μὲ θερμή του προσευχὴ πρὸς τὸν Κύριο τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, ἀνέστησε σὰν ἀπὸ ὕπνο. Ἀλλά, τόσο τυφλωμένοι ἦταν καὶ παρέμειναν ὁ Σεβῆρος καὶ ὁ ἔπαρχος Κρίσπος, ποὺ ὑπέβαλαν τὸν ἅγιο σὲ νέα βάσανα. Ἀλλὰ καὶ πάλιν, ἀπὸ ὀργὴ Θεοῦ, ἔγινε φοβερὸς σεισμὸς στὸν τόπο ἐκεῖνο, καὶ ὁ Σεβῆρος ἀνυψώθηκε στὸν ἀέρα, ὅπου παρέμεινε μετέωρος γιὰ πολλὴ ὥρα, μαστιζόμενος ἀόρατα ἀπὸ ἀγγέλους.

Μαρτύριο Αγίου Χαραλάμπους. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)

Ἔφθασε τότε στὴ σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου ἡ Γαληνή, θυγατέρα τοῦ Σεβήρου, ποὺ μὲ δάκρυα ἱκέτευσε τὸν ἅγιο νὰ συγχωρήσει τὸν πατέρα της καὶ νὰ τὸν λυτρώσει ἀπ᾿ ἐκείνη τὴν τιμωρία. Καί, παρόλο ποὺ ὁ ἅγιος ἀμνησίκακα τὸν κατέβασε στὴ γῆ μὲ τὴν εὐχή του, ἐκεῖνος, ἀμετανόητος καὶ ἀγνώμων, τὸν ὑπέβαλε σὲ νέα πανώδυνα βάσανα καί, τέλος, διέταξε τὸν ἀποκεφαλισμό του. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ ἅγιος προσευχήθηκε στὸν Κύριο νὰ εὐλογεῖ καὶ παρέχει τὴν ὑγεία ψυχῆς καὶ σώματος σ᾿ ὅσους θὰ ἐπιτελοῦν τὴ μνήμη του καὶ ἄκουσε φωνὴ θεϊκὴ νὰ τὸν προσκαλεῖ στὴν αἰώνια ἀγαλλίαση τῶν δικαίων, ἔκλινε τὴν κεφαλὴ καὶ ἔλαβε διὰ ξίφους τὸν ἀκήρατο στέφανο τοῦ μαρτυρίου στὶς 10 Φεβρουαρίου, περὶ τὸ ἔτος 200 μ.Χ. Τὸ ἅγιο σῶμα του ἐνεταφίασε εὐλαβῶς ἡ μακαρία Γαληνὴ καὶ ὁ τάφος τοῦ ἁγίου ἀνεδείχθη πηγὴ θαυμάτων. Ἀργότερα, ἀνακομίσθηκαν τὰ χαριτόβλυτά του λείψανα καὶ διασπάρηκαν γιὰ εὐλογία καὶ ἁγιασμὸ σὲ διάφορα μέρη. Ἡ ἁγία του κάρα μεταφέρθηκε καὶ φυλάσσεται στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου στὰ Μετέωρα, εὐωδιάζουσα καὶ θαυματουργοῦσα, καὶ φέρει μάλιστα τὶς ὀπὲς τῶν καρφιῶν τοῦ μαρτυρικοῦ του ἀγώνα.

Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μᾶς παρουσιάζει ἀνάγλυφα τὸν βίο καὶ τοὺς ἄθλους τῶν ἁγίων στὶς μνῆμες τους, μὲ τοὺς ὕμνους, τὰ συναξάρια, τὶς εἰκόνες τους, ὄχι μόνο γιὰ νὰ μᾶς παρακινήσει στὴν ὀφειλομένη τιμή τους, ἀλλὰ καὶ στὴν κατὰ δύναμη μίμησή τους. Καὶ ὅπως ὡραῖα θεολογεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης στὸν λόγο του πρὸς τὸν Πρωτομάρτυρα Στέφανο, «μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀξιωνόμαστε νὰ μετέχουμε ἀληθινὰ στὶς μνῆμες τῶν ἁγίων, ὅταν μιμούμαστε καὶ ζηλώνουμε τὶς ἔνθεες ἀρετές τους. Διότι θὰ μᾶς ἀποδείξει γνήσιους μαθητές τους ἡ εὐσέβεια μαζὶ καὶ εὐλάβεια, καὶ ὁ ὁμόδοξος βίος καὶ ὁ ὁμόζηλος τρόπος. Τιμᾶς μαρτύρων τὴν μνήμη; Τίμησε καὶ τὸν τρόπο ζωῆς τους!»

Ἡ ἐποχή μας, ἀδελφοί μου, ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποία τὸ κακό, ἡ ἁμαρτία, ἡ ἀσέβεια, μὲ ἕνα λόγο ἡ ἀποστασία, κατὰ τὸν Θεολόγο Ἰωάννη, πληθύνονται καὶ κορυφώνονται, ἑτοιμάζοντας τὸ ἔδαφος γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Ἀντιχρίστου -ὅταν καὶ ὅπως ἀσφαλῶς ὁ Θεὸς ἐπιτρέψει-, εἶναι κατεξοχὴν ἐποχὴ μαρτυρίου καὶ μαρτυρίας Χριστοῦ. Φθάνει νὰ ἔχουμε μάτια νὰ βλέπουμε καὶ αὐτιὰ νὰ ἀκοῦμε καὶ νοῦν νὰ ἀντιλαμβανόμαστε. Κι ἂς μὴν πᾶμε μακρυά. Ἐδῶ στὴ γειτονική μας πολύπαθη Συρία, τὸ ἀντίχριστο μένος τῶν φανατικῶν μουσουλμάνων, ποὺ ὑποδαυλίζουν ξένες δυνάμεις καὶ συμφέροντα, ἀναδεικνύει καθημερινὰ μάρτυρες τῆς πίστης μας: Μικρούς, νέους, μεγάλους, λαϊκούς, μοναχὲς καὶ κληρικούς. Δὲν ξέρουμε ἀσφαλῶς τί θὰ ἐπιτρέψει σ’ ἐμᾶς ὁ Κύριος καὶ ἐλπίζουμε πάντα στὸ ἔλεός Του. Αὐτὸ ὅμως, ποὺ μᾶς ζητεῖται, ποὺ ἀναμένει ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Κύριος, εἶναι τὸ μαρτυρικὸ ἦθος, τὸ μαρτυρικὸ φρόνημα. Δηλαδὴ ἡ ζωή μας σύνολη, στὰ ἔργα, στὰ λόγια, στὶς σκέψεις, νὰ εἶναι μιὰ ξεκάθαρη μαρτυρία Χριστοῦ, δηλαδὴ μίμηση Χριστοῦ. Νὰ διαπνέεται ἡ ζωή μας ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου, τῆς ἀγάπης στὸν Κύριο καὶ στὸν πλησίον, τῆς μετάνοιας, τῆς ὑπομονῆς, τῆς ζέουσας πίστης. Ἔτσι ἑλκύουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ἀξιωνόμαστε καὶ τὴν παροῦσα ζωὴ νὰ διέλθουμε εἰρηνικὰ καὶ εὐλογημένα καὶ νὰ τύχουμε κι ἐκείνης τῆς ἀληθινῆς καὶ μόνιμης πατρίδας μας, τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ, μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ ἱερομάρτυρος καὶ πανηγυριζομένου ἁγίου Χαραλάμπους, τῆς Παναγίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων. Ἀμήν!

Φώτης Κόντογλου: Το μεγάλο στοίχημα ανάμεσα σε πιστούς και σε απίστους

Φώτης Κόντογλου
Φώτης Κόντογλου

Φώτης Κόντογλου: Τή Λαμπροδευτέρα τό βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, πρίν νά πλαγιάσω γιά νά κοιμηθώ, βγήκα στό μικρό περιβολάκι πού έχουμε πίσω από τό σπίτι μας, καί στάθηκα γιά λίγο, κοιτάζοντας τό σκοτεινό ουρανό μέ τ άστρα.

Σάν νά τόν έβλεπα πρώτη φορά. Μού φάνηκε πολύ βαθύς, καί σάν νά ερχότανε από πάνω μία μακρινή ψαλμωδία. Τό στόμα μου είπε σιγανά: «Υψούτε Κύριον τόν Θεόν ημών, καί προσκυνείτε τώ υποποδίω τών ποδών αυτού». Ένας αγιασμένος γέροντας μού είχε πεί μία φορά πώς κατά τούτες τίς ώρες ανοίγουνε τά ουράνια. Ο αγέρας μοσκοβολούσε από τά λουλούδια κι από τά αγιοχόρταρα, πού έχουμε φυτέψει. «Πλήρης ο ουρανός καί η γή τής δόξης τού Κυρίου».

Θά στεκόμουνα έχει πέρα μοναχός ως τό ξημέρωμα. Σάν νά μήν είχα σώμα, μήτε κανένα δεσμό μέ τή γή. Αλλά συλλογίστηκα μήπως ξυπνήσει κανένας μέσα στό σπίτι καί ανησυχήσουνε πού έλειπα, καί γι αυτό μπήκα μέσα καί ξάπλωσα.

Δέ μέ είχε θολώσει καλά-καλά ο ύπνος, δέν ξέρω άν ήμουνα ξυπνητός ή κοιμισμένος, καί βλέπω μπροστά μου έναν άνθρωπο μέ αλλόκοτη όψη. Ήτανε κατακίτρινος, σάν πεθαμένος, μά τά μάτια του ήτανε σάν ανοιχτά καί μ έβλεπε τρομαγμένος. Τό πρόσωπό του ήτανε σάν μάσκα, σάν μούμια, μέ τό πετσί του γυαλιστερά, μαυροκίτρινο, καί κολλημένο στό νεκροκέφαλο μέ όλα τά βαθουλώματα. Κοντανάσαινε σάν λαχανιασμένος στό να χέρι του βαστούσε κάποιο παράξενο πράγμα, πού δέν κατάλαβα τί ήτανε, καί μέ τ άλλο έσφιγγε τό στήθος του, λές καί πονούσε.

Εκείνο τό πλάσμα μ έκανε ν ανατριχιάσω. τό κοίταζα, καί μέ κοίταζε, δίχως νά μιλήσει, σάν νά περίμενε νά τό γνωρίσω. Καί στ αλήθεια, μ όλο πού ήτανε τόσο αλλόκοτο, σάν νά μού είπε μία φωνή: «Είναι ο τάδε!». Μόλις άκουσα τή φωνή, τόν γνώρισα ποιός ήτανε. Τότε κι εκείνος άνοιξε τό στόμα του κι αναστέναξε. Μά η φωνή του σάν νά ερχότανε από πολύ μακριά, σά νά βγαινε από κανένα βαθύ πηγάδι.

Έβλεπα πώς βρισκότανε σέ μία μεγάλη αγωνία, κι υπόφερα κι εγώ μαζί του. Τά χέρια του, τά πόδια του, τά μάτια του, όλα φανερώνανε πώς βασανιζότανε. Απάνω στήν απελπισία μου, πήγα κοντά του νά τόν βοηθήσω, μά εκείνος μού κανε νόημα μέ τό χέρι του νά σταματήσω.

Άρχισε νά βογκά, μέ τέτοιον τρόπο, πού πάγωσα. Έπειτα μού λέγει: «δέν ήρθα, μέ στείλανε. Εγώ ολοένα τρέμω! Βρίσκομαι σέ ζάλη μεγάλη. Παρακάλεσε τόν Θεό νά μέ λυπηθεί. Θέλω νά πεθάνω, μά δέ μπορώ. Άχ! Όσα έλεγες βγήκανε αληθινά. Θυμάσαι, λίγες μέρες πρίν πεθάνω, πού ήρθες στό σπίτι μου καί μιλούσες γιά θρησκευτικά; Ήτανε καί δυό άλλοι φίλοι μου, άπιστοι κι αυτοί σάν κι εμένα. Εκεί πού μιλούσες, εκείνοι χαμογελούσανε. Σάν έφυγες, μού είπανε: Κρίμα, νά χει τέτοιο μυαλό, καί νά πιστεύει στίς ανοησίες πού πιστεύουνε οι γριές! Μία άλλη μέρα, σού είχα πεί όπως καί πολλές άλλες φορές: «Βρέ Φ., μάζευε λεφτά, θά πεθάνεις στήν ψάθα. Βλέπεις εγώ πόσα έχω, καί πάλι θέλω κι άλλα».

Τότε μού είπες: «Έχεις κάνει συμβόλαιο μέ τόν χάρο πώς θά ζήσεις τόσα χρόνια πού θέλεις, γιά νά καλοπεράσεις στά γερατειά σου;». Σού λέγω εγώ: «Θά δείς πόσο χρόνο θά πάγω! Τώρα είμαι εβδομήντα πέντε. Θά περάσω τά εκατό. Έχω εξασφαλίσει τά παιδιά μου, ο γιός μου βγάζει λεφτά πολλά, τήν κόρη μου τήν πάντρεψα μ έναν πλούσιο από τήν Αβησσυνία, εγώ κι η γυναίκα μου έχουμε καί παραέχουμε.

Όχι σάν κι εσένα, πού ακούς αυτά πού λέν οι παπάδες Χριστιανικά τά τέλη τής ζωής ημών. Τί θά βγάλεις από τά Χριστιανικά τά τέλη; Παρά νά χεις στήν τσέπη σου, καί μή σέ μέλει. Εγώ νά δώσω ελεημοσύνη; καί γιατί έκανε φτωχούς ο πολυεύσπλαχνος Θεός σας; γιά νά τούς θρέφω εγώ; Άμ βάζουνε εσάς καί ταΐζετε τούς τεμπέληδες, γιά νά πάτε στό Παράδεισο! Ακούς εκεί Παράδεισο; Εγώ ξέρεις πώς είμαι γιός παπά, καί τά γνωρίζω καλά αυτά τά κόλπα. Μά νά τά πιστεύουνε αυτά οι μικρόμυαλοι. Όχι όμως κι εσύ, πού έχεις τέτοια σπουδή, καί νά πάς χαμένος. Εσύ, όπως πάς, θά πεθάνεις πρίν από μένα, θά πάρεις καί στό λαιμό σου τήν οικογένειά σου. μά εγώ, σού λέγω καί σού υπογράφω, σάν γιατρός, πού είμαι, πώς θά ζήσω εκατό δέκα χρόνια».

Λέγοντας αυτά, στριφογύριζε από δώ κι από κεί, σάν νά ψηνότανε απάνω σέ καμιά σκάρα, βγάζοντας κάτι μουγκρίσματα από τό στόμα του: «Άχ! Ούχ! Ού! Ού! Ού! Χού!»

Ησύχασε γιά λίγο καί ξαναείπε: «Αυτά έλεγα, μά σέ λίγες μέρες πέθανα! Πέθανα κι έχασα τό στοίχημα! Τί ταραχή! Τί τρομάρα τράβηξα!

Σαστισμένος, μία βουλίαζα καί μία ανέβαινα απάνω, καί φώναζα: Έλεος! μά κανένας δέν μ άκουγε. Ένα ρεύμα μέ κλωθογύριζε σάν νά μουνα κανένα ψόφιο ποντίκι. Τί τράβηξα ως τά τώρα, καί τί τραβώ. Τί αγωνία είναι αυτή!

Όλα όσα έλεγες βγήκανε αληθινά. τό κέρδισες τό στοίχημα. Εγώ, τότε πού βρισκόμουνα στό κόσμο πού ζείς, ήμουνα ο έξυπνος. Ήμουνα γιατρός, κι είχα μάθει νά μιλώ καί νά μ ακούνε, νά κοροϊδεύω τή θρησκεία, νά συζητώ γιά χειροπιαστά πράγματα. Τώρα όμως βλέπω πώς χειροπιαστά είναι εκείνα πού τά έλεγα παραμύθια καί χαρτοφάναρα. Χειροπιαστή είναι η αγωνία πού βρίσκουμε. Άχ! Τούτος θά είναι ο σκώληξ ο ακοίμητος, τούτος θά είναι ο βρυγμός τών οδόντων!».

Απάνω σ αυτά, χάθηκε από τά μάτια μου, κι άκουγα μονάχα τά βογκητά του, πού καί κείνα σβήσανε σιγά-σιγά. Μέ πήρε λίγο ο ύπνος, μά σέ μία στιγμή, κατάλαβα νά μέ σπρώχνει ένα παγωμένο χέρι. Άνοιξα τά μάτια μου, καί τόν βλέπω πάλι μπροστά μου. Τούτη τή φορά ήτανε ακόμα πιό φριχτός καί πιό μικρόσωμος. Είχε γίνει ίσαμε ένα βυζανιάρικο παιδάκι, μ ένα μεγάλο γέρικο κεφάλι, πού τό κουνούσε από δώ κι από κεί.

Άνοιξε τό στόμα του καί μού είπε: «σέ λίγη ώρα θά ξημερώσει καί θά έρθουνε νά μέ πάρουνε εκείνοι πού μέ στείλανε!» τού λέω:

«Ποιοί σέ στείλανε;». Είπε κάτι μπερδεμένα λόγια, δίχως νά καταλάβω τίποτα. Ύστερα μού λέγει: «Εκεί πού βρίσκομαι είναι κι άλλοι πολλοί από κείνους πού σέ περιπαίζανε γιά τήν πίστη σου, καί τώρα καταλάβανε πώς οι εξυπνάδες δέν περνούνε παραπέρα από τό νεκροταφείο. Είναι καί κάποιοι άλλοι πού τούς έκανες καλό, κι αυτοί σέ κακολογούσανε. Κι όσο τούς συχωρούσες, τόσο αυτοί γινότανε χειρότεροι. Γιατί ο πονηρός άνθρωπος αντί νά τόν κάνει η καλοσύνη νά χαίρεται, αυτός πικραίνεται, επειδή τόν κάνει νά νοιώθει τόν εαυτό του νικημένο.

Τούτοι βρίσκονται σέ χειρότερη κατάσταση από μένα, καί δέ μπορούνε νά βγούνε από τή σκοτεινή φυλακή τους γιά νά ρθουνε νά σέ βρούνε, όπως έκανα εγώ. Βασανίζονται πολύ σκληρά, γιατί δέρνονται μέ τή μάστιγα τής αγάπης, όπως είπε ένας άγιος.

Πόσο αλλιώτικος είναι ο κόσμος απ ό,τι τόν βλέπαμε!

Ανάποδος από τήν έξυπνη αντίληψή μας. Τώρα καταλάβαμε πώς η εξυπνάδα μας ήτανε βλακεία, οι κουβέντες μας πονηρές μικρολογίες, κι οι χαρές μας Ψευτιά καί απάτη.

Εσείς πού έχετε στήν καρδιά σας τό Χριστό, καί πού γιά σάς ο λόγος του είναι αλήθεια, η μονάχη αλήθεια, εσείς κερδίσατε τό Μεγάλο Στοίχημα, πού μπαίνει ανάμεσα στούς πιστούς καί στούς απίστους, αυτό τό στοίχημα πού τό έχασα εγώ ο ελεεινός, καί χάθηκα, καί τρέμω κι αναστενάζω, καί δέ βρίσκω ησυχία: Αληθινά, στόν Άδη δέν υπάρχει πιά μετάνοια. Αλίμονο σ όσους πορεύονται όπως πορευθήκαμε εμείς, τόν καιρό πού είμαστε απάνω στή γή. Η σάρκα μας είχε μεθύσει, καί εμπαίξαμε εκείνους πού πιστεύανε στό Θεό καί στή μέλλουσα ζωή, κι ο πολύς κόσμος μας χειροκροτούσε. Σάς λέγαμε ανόητους, σάς κάναμε περίπαιγμα, κι όσο εσείς δεχόσαστε μέ καλοσύνη τά πειράγματά μας, τόσο μεγάλωνε η δική μας η κακία.

Βλέπω καί τώρα πόσο θλιβόσαστε από τό φέρσιμο τών κακών ανθρώπων, αλλά πώς δεχόσαστε μέ υπομονή τίς φαρμακερές σαΐτες πού βγάζουνε από τό στόμα τους, λέγοντάς σας υποκριτές, θεομπαίχτες καί λαοπλάνους. Άν βρισκότανε, οι δυστυχείς στή θέση πού βρίσκομαι τώρα, καί βλέπανε από δώ πού βλέπω, θά τρομάζανε γιά ό,τι κάνουνε. Θέλω νά φανερωθώ σ αυτούς καί νά τούς πώ ν αλλάξουνε δρόμο, μά δέν έχω τήν άδεια, όπως δέν τήν είχε κι εκείνος ο πλούσιος καί γιά τούτο παρακαλούσε τόν Πατριάρχη Αβραάμ νά στείλει τό φτωχό τό Λάζαρο. Μά καί εκείνον δέν τόν έστειλε, καί τούτο, γιά νά γίνουνε ίδια άξιοι τής καταδίκης όσοι αμαρτάνουνε, κι άξιοί της σωτηρίας όσοι πορεύονται τή στράτα τού Θεού.

«Ο αδικών αδικησάτω έτι, καί ο ρυπαρός ρυπαρευθέτω έτι, καί ο δίκαιος δικαιοσύνη ποιησάτω έτι, καί ο άγιος αγιασθήτω έτι».

Μ αυτά τά λόγια, τόν έχασα από μπροστά μου.

Του Φώτη Κόντογλου – Τα Μυστικά Άνθη, εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1973

Πηγή: https://www.vimaorthodoxias.gr/peri-zois/mia-sygklonistiki-diigisi-toy-foti-kontogloy/

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΛΕ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Καθολικῆς Α΄Ἐπιστολῆς Ἰωάννου τὸ Ἀνάγνωσμα
2:18-29, 3:1-8

Ἀδελφοί, ἐσχάτη ὥρα ἐστί· καὶ καθὼς ἠκούσατε ὅτι ὁ ἀντίχριστος ἔρχεται, καὶ νῦν ἀντίχριστοι πολλοὶ γεγόνασιν· ὅθεν γινώσκομεν ὅτι ἐσχάτη ὥρα ἐστίν. ἐξ ἡμῶν ἐξῆλθον, ἀλλ᾽ οὐκ ἦσαν ἐξ ἡμῶν· εἰ γὰρ ἦσαν ἐξ ἡμῶν, μεμενήκεισαν ἂν μεθ᾽ ἡμῶν· ἀλλ᾽ ἵνα φανερωθῶσιν ὅτι οὐκ εἰσὶ πάντες ἐξ ἡμῶν. Καὶ ὑμεῖς χρῖσμα ἔχετε ἀπὸ τοῦ ἁγίου, καὶ οἴδατε πάντα. Οὐκ ἔγραψα ὑμῖν ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ᾽ ὅτι οἴδατε αὐτήν, καὶ ὅτι πᾶν ψεῦδος ἐκ τῆς ἀληθείας οὐκ ἔστι. Τίς ἐστιν ὁ ψεύστης εἰ μὴ ὁ ἀρνούμενος ὅτι ᾽Ιησοῦς οὐκ ἔστιν ὁ Χριστός; Οὗτός ἐστιν ὁ ἀντίχριστος, ὁ ἀρνούμενος τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱόν. Πᾶς ὁ ἀρνούμενος τὸν Υἱὸν οὐδὲ τὸν Πατέρα ἔχει. ῾Υμεῖς οὖν ὃ ἠκούσατε ἀπ᾽ ἀρχῆς, ἐν ὑμῖν μενέτω. ἐὰν ἐν ὑμῖν μείνῃ ὃ ἀπ᾽ ἀρχῆς ἠκούσατε, καὶ ὑμεῖς ἐν τῷ Υἱῷ καὶ ἐν τῷ Πατρὶ μενεῖτε. Καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ ἐπαγγελία ἣν αὐτὸς ἐπηγγείλατο ἡμῖν, τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον. Ταῦτα ἔγραψα ὑμῖν περὶ τῶν πλανώντων ὑμᾶς. Καὶ ὑμεῖς, τὸ χρῖσμα ὃ ἐλάβετε ἀπ᾽ αὐτοῦ, ἐν ὑμῖν μένει, καὶ οὐ χρείαν ἔχετε ἵνα τις διδάσκῃ ὑμᾶς, ἀλλ᾽ ὡς τὸ αὐτὸ χρῖσμα διδάσκει ὑμᾶς περὶ πάντων, καὶ ἀληθές ἐστι καὶ οὐκ ἔστι ψεῦδος· καὶ καθὼς ἐδίδαξεν ὑμᾶς μενεῖτε ἐν αὐτῷ. Καὶ νῦν, τεκνία, μένετε ἐν αὐτῷ, ἵνα ὅταν φανερωθῇ, ἔχωμεν παρρησίαν καὶ μὴ αἰσχυνθῶμεν ἀπ᾽ αὐτοῦ ἐν τῇ παρουσίᾳ αὐτοῦ. Ἐὰν εἰδῆτε ὅτι δίκαιός ἐστι, γινώσκετε ὅτι πᾶς ὁ ποιῶν τὴν δικαιοσύνην ἐξ αὐτοῦ γεγέννηται. ῎Ιδετε ποταπὴν ἀγάπην δέδωκεν ἡμῖν ὁ Πατὴρ ἵνα τέκνα Θεοῦ κληθῶμεν. Διὰ τοῦτο ὁ κόσμος οὐ γινώσκει ὑμᾶς, ὅτι οὐκ ἔγνω αὐτόν. ᾽Αγαπητοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμεν, καὶ οὔπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν δὲ ὅτι ἐὰν φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθώς ἐστι. Καὶ πᾶς ὁ ἔχων τὴν ἐλπίδα ταύτην ἐπ᾽ αὐτῷ, ἁγνίζει ἑαυτόν, καθὼς ἐκεῖνος ἁγνός ἐστι. Πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν ἀνομίαν ποιεῖ, καὶ ἡ ἁμαρτία ἐστὶν ἡ ἀνομία. Καὶ οἴδατε ὅτι ἐκεῖνος ἐφανερώθη ἵνα τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἄρῃ, καὶ ἁμαρτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστι. Πᾶς ὁ ἐν αὐτῷ μένων οὐχ ἁμαρτάνει· πᾶς ὁ ἁμαρτάνων οὐχ ἑώρακεν αὐτὸν οὐδὲ ἔγνωκεν αὐτόν. Τεκνία, μηδεὶς πλανάτω ὑμᾶς· ὁ ποιῶν τὴν δικαιο σύνην δίκαιός ἐστι, καθὼς ἐκεῖνος δίκαιός ἐστιν· ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστίν, ὅτι ἀπ᾽ ἀρ χῆς ὁ διάβολος ἁμαρτάνει. Εἰς τοῦτο ἐφανερώθη ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΜΜΩΝΟΣ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΟΙΣ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΩΝ ΕΝ ΣΟΛΟΙΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα 
12: 1-11

Κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ἐπέβαλεν ῾Ηρῴδης ὁ βασιλεὺς τὰς χεῖρας κακῶσαί τινας τῶν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας. Ἀνεῖλε δὲ ᾿Ιάκωβον τὸν ἀδελφὸν ᾿Ιωάννου μαχαίρᾳ. Καὶ ἰδὼν ὅτι ἀρεστόν ἐστι τοῖς ᾿Ιουδαίοις, προσέθετο συλλαβεῖν καὶ Πέτρον· ἦσαν δὲ αἱ ἡμέραι τῶν ἀζύμων· ὃν καὶ πιάσας ἔθετο εἰς φυλακήν, παραδοὺς τέσσαρσι τετραδίοις στρατιωτῶν φυλάσσειν αὐτόν, βουλόμενος μετὰ τὸ Πάσχα ἀναγαγεῖν αὐτὸν τῷ λαῷ. Ὁ μὲν οὖν Πέτρος ἐτηρεῖτο ἐν τῇ φυλακῇ· προσευχὴ δὲ ἦν ἐκτενὴς γινομένη ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ αὐτοῦ. ῞Οτε δὲ ἔμελλεν αὐτὸν προάγειν ὁ ῾Ηρῴδης, τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ ἦν ὁ Πέτρος κοιμώμενος μεταξὺ δύο στρατιωτῶν δεδεμένος ἁλύσεσι δυσί, φύλακές τε πρὸ τῆς θύρας ἐτήρουν τὴν φυλακήν. Καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη καὶ φῶς ἔλαμψεν ἐν τῷ οἰκήματι· πατάξας δὲ τὴν πλευρὰν τοῦ Πέτρου ἤγειρεν αὐτὸν λέγων· Ἀνάστα ἐν τάχει. Καὶ ἐξέπεσον αὐτοῦ αἱ ἁλύσεις ἐκ τῶν χειρῶν. Εἶπέ τε ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτόν· Περίζωσαι καὶ ὑπόδησαι τὰ σανδάλιά σου. Ἐποίησε δὲ οὕτω. Καὶ λέγει αὐτῷ· Περιβαλοῦ τὸ ἱμάτιόν σου καὶ ἀκολούθει μοι. Καὶ ἐξελθὼν ἠκολούθει αὐτῷ, καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι ἀληθές ἐστι τὸ γινόμενον διὰ τοῦ ἀγγέλου, ἐδόκει δὲ ὅραμα βλέπειν. Διελθόντες δὲ πρώτην φυλακὴν καὶ δευτέραν ἦλθον ἐπὶ τὴν πύλην τὴν σιδηρᾶν τὴν φέρουσαν εἰς τὴν πόλιν, ἥτις αὐτομάτη ἠνοίχθη αὐτοῖς, καὶ ἐξελθόντες προῆλθον ῥύμην μίαν, καὶ εὐθέως ἀπέστη ὁ ἄγγελος ἀπ᾿ αὐτοῦ. Καὶ ὁ Πέτρος γενόμενος ἐν ἑαυτῷ εἶπε· Νῦν οἶδα ἀληθῶς ὅτι ἐξαπέστειλε Κύριος τὸν ἄγγελον αὐτοῦ καὶ ἐξείλετό με ἐκ χειρὸς ῾Ηρῴδου καὶ πάσης τῆς προσδοκίας τοῦ λαοῦ τῶν ᾿Ιουδαίων.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
11: 1-11

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἤγγιζεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα εἰς Βηθσφαγὴ καὶ Βηθανίαν πρὸς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν, ἀποστέλλει δύο τῶν μαθητῶν αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτοῖς· Ὑπάγετε εἰς τὴν κώμην τὴν κατέναντι ὑμῶν, καὶ εὐθέως εἰσπορευόμενοι εἰς αὐτὴν εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον, ἐφ’ ὃν οὐδεὶς ἀνθρώπων κεκάθικε· λύσαντες αὐτὸν ἀγάγετε. καὶ ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ· τί ποιεῖτε τοῦτο; εἴπετε ὅτι ὁ Κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει, καὶ εὐθέως αὐτὸν ἀποστέλλει πάλιν ὧδε. ἀπῆλθον δὲ καὶ εὗρον τὸν πῶλον δεδεμένον πρὸς τὴν θύραν ἔξω ἐπὶ τοῦ ἀμφόδου, καὶ λύουσιν αὐτόν. καί τινες τῶν ἐκεῖ ἑστηκότων ἔλεγον αὐτοῖς· Τί ποιεῖτε λύοντες τὸν πῶλον; οἱ δὲ εἶπον αὐτοῖς καθὼς ἐνετείλατο ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἀφῆκαν αὐτούς. καὶ ἤγαγον τὸν πῶλον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ ἐπιβάλον αὐτῷ τὰ ἱμάτια αὐτῶν, καὶ ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτῷ. πολλοὶ δὲ τὰ ἱμάτια αὐτῶν ἔστρωσαν εἰς τὴν ὁδόν, ἄλλοι δὲ στιβάδας ἔκοπτον ἐκ τῶν δένδρων καὶ ἐστρώννυον εἰς τὴν ὁδόν. καὶ οἱ προάγοντες καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες ἔκραζον λέγοντες· Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. εὐλογημένη ἡ ἐρχομένη βασιλεία ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ πατρὸς ἡμῶν Δαυῒδ· ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις. Καὶ εἰσῆλθεν εἰς Ἱεροσόλυμα ὁ Ἰησοῦς καὶ εἰς τὸ ἱερόν· καὶ περιβλεψάμενος πάντα, ὀψίας ἤδη οὔσης τῆς ὥρας, ἐξῆλθεν εἰς Βηθανίαν μετὰ τῶν δώδεκα μαθητῶν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΜΜΩΝΟΣ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΟΙΣ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΩΝ ΕΝ ΣΟΛΟΙΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
15:17 – 16:2

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν. εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ’ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος. μνημονεύετε τοῦ λόγου οὗ ἐγὼ εἶπον ὑμῖν· οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν· εἰ τὸν λόγον μου ἐτήρησαν, καὶ τὸν ὑμέτερον τηρήσουσιν. ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με. εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἴχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν. ὁ ἐμὲ μισῶν καὶ τὸν πατέρα μου μισεῖ. εἰ τὰ ἔργα μὴ ἐποίησα ἐν αὐτοῖς ἃ οὐδεὶς ἄλλος πεποίηκεν, ἁμαρτίαν οὐκ εἴχον· νῦν δὲ καὶ ἑωράκασι καὶ μεμισήκασι καὶ ἐμὲ καὶ τὸν πατέρα μου. ἀλλ’ ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ αὐτῶν, ὅτι ἐμίσησάν με δωρεάν. ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ· καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μετ’ ἐμοῦ ἐστε. Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα μὴ σκανδαλισθῆτε. ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς· ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Οι ένδοξοι Μάρτυρες του Χριστού Αλέξανδρος, Άμμων και άλλοι είκοσι (9/2)

Οι Άγιοι Αλέξανδρος και Άμμων, Φορητή εικόνα σε ξύλο, δια χειρός Μαρίου Σταυρινού

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Η Χριστιανική Εκκλησία, καθόλη τη μακραίωνα ιστορία της, όπως είναι γνωστό, αρδεύθηκε πλούσια και ανδρώθηκε με το τίμιο αίμα των νεφών των αγίων Μαρτύρων της, οι οποίοι ομολόγησαν θαρσαλέως ενώπιον «τυράννων και βασιλέων» την Πίστη τους στον Δεσπότη Χριστό και υπέμειναν γιά την αγάπη Του πολυποίκιλα βασανιστήρια και επώδυνο θάνατο.

Η  τοπική Εκκλησία των Σόλων ευμοίρησε να προσφέρει, «ως αγίες απαρχές» στο «εσφαγμένον αρνίον» και Πρωτομάρτυρα Ιησούν, «θύματα λογικά και άμωμα», πλειάδα ιερών Μαρτύρων. Γνωστοί σήμερα σ᾽ εμάς, σύμφωνα με αρχαία Ρωμαϊκά (Δυτικά) Μαρτυρολόγια, είναι οι Μάρτυρες Αλέξανδρος και ο μαθητής του Άμμωνας, μαζί με άλλους Είκοσι Μάρτυρες, που μαρτύρησαν στην πόλη των Σόλων της Κύπρου (έδρα αρχαίου βασιλείου και κατόπιν βυζαντινής επισκοπής) κατά τους διωγμούς των πρώτων χριστιανικών αιώνων. Τους μάρτυρες Αλέξανδρο και Άμμωνα εντάσσουν στη χορεία των Αγίων της Κύπρου και τοπικοί λόγιοι ιστοριογράφοι. Η μνήμη τους τιμάται την 9η του Φεβρουαρίου.

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Nικηφόρου (9 Φεβρουαρίου)

Μαρτύριο Αγίου Νικηφόρου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Nικηφόρου

Tον εκ παλαιού, κλητικόν Nικηφόρον,
Tμηθέντα γνώθι, πρακτικόν Nικηφόρον.
Φασγάνω αμφ’ ενάτη Nικηφόρε δειροτομήθης.

Μαρτύριο Αγίου Νικηφόρου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο Άγιος Mάρτυς Nικηφόρος ήτον κατά τους χρόνους Oυαλλεριανού και Γαληΐνου των βασιλέων, εν έτει σξ΄ [260], ιδιώτης κατά την τύχην. Oύτος λοιπόν είχε φιλίαν υπερβολικήν με κάποιον Σαπρίκιον Iερέα της εν Aντιοχεία Eκκλησίας. O οποίος ύστερον εξ αιτίας τινός, μάλλον δε εκ διαβολικής ενεργείας, εμίσησε τον Άγιον, και εχθρός αυτού έγινεν αφιλίωτος. Όθεν ο Άγιος Nικηφόρος πολλαίς φοραίς εμεταχειρίσθη μεσίτας, και έβαλε διαλλακτάς εις αυτόν, ζητών συγχώρησιν, και την παλαιάν φιλίαν ανακαλούμενος. O δε Σαπρίκιος τελείως δεν ήθελε να συγχωρήση τον φίλον του, αλλ’ εφύλαττε την έχθραν και την μνησικακίαν εις την καρδίαν του. Mίαν φοράν δε επιάσθη ο Σαπρίκιος από τους ειδωλολάτρας, ως Xριστιανός και ως Iερεύς των Xριστιανών, και εφέρετο εις το να βασανισθή. Tότε ο θείος Nικηφόρος στοχασθείς, ότι ήτον καιρός αρμόδιος διά να ελευθερώση τον Σαπρίκιον από την έχθραν, έτρεξε και έπεσεν εις τους πόδας του, παρακαλώντας διά να τον συγχωρήση, και μόλον οπού αυτός ο ευλογημένος δεν ήτον αίτιος της τοιαύτης έχθρας. Eπειδή όμως δεν εισηκούετο, διά τούτο πολλαίς φοραίς επρόφθαινεν ο αοίδιμος εις τον δρόμον, και έπιπτεν εις τους πόδας του, ζητώντας συγχώρησιν. O δε σαπρός Σαπρίκιος, αδυσώπητος εστέκετο, και να καμφθή δεν εβούλετο.

Άγιος Μάρτυς Νικηφόρος. Τοιχογραφία του 13ου μ.Χ. αιώνα στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Ιεράς Μονής Στουντένιτσα (Σερβία)

Aφ’ ου δε εδοκίμασε πολλά βάσανα διά την αγάπην του Xριστού, και δεν επείσθη να θυσιάση εις τα είδωλα, τέλος πάντων εκαταδικάσθη να αποκεφαλισθή. Eφέρνετο λοιπόν ο δυστυχής Σαπρίκιος εις τον τόπον της καταδίκης, και επλησίαζεν εις το να λάβη τον στέφανον του μαρτυρίου. Tότε ο καλός Nικηφόρος, φοβηθείς, μήπως το μαρτύριον του Σαπρικίου γένη απρόσδεκτον εις τον Θεόν, διά το πάθος της οργής και της μνησικακίας οπού είχε, διά τούτο κάθε τρόπον έκαμνε διά να τον καταπείση να διαλύση την έχθραν, ίνα γένη το μαρτύριόν του ακατηγόρητον. O δε Σαπρίκιος, ουδέ τότε άφησε την οργήν και την μνησικακίαν. Όθεν γυμνωθείς ο άθλιος από την βοήθειαν του Θεού, και σκοτισθείς κατά τον νουν, αρνήθη φευ! τον Xριστόν. Kαι μαζί με την αγάπην του πλησίον, έχασε και την αγάπην του Θεού1. Tούτο δε θεωρήσας ο μακάριος Nικηφόρος, αμέτρως ελυπήθη. Όθεν πολλά δάκρυα έχυσε, και πολλά παρεκάλεσε τον Σαπρίκιον, να μην εκπέση τελείως από τον Xριστόν, και να γένη παίγνιον εις τους ορατούς και αοράτους εχθρούς, τυράννους ομού και δαίμονας.

Eπειδή δε έλεγε τα λόγιά του εις κωφόν, κατά την κοινήν παροιμίαν, διά τούτο αντί του αρνηθέντος Σαπρικίου, εμβήκεν ο τρισόλβιος Nικηφόρος εις τον αγώνα του μαρτυρίου, και ωμολόγησε παρρησία τον Xριστόν. Όθεν κατά προσταγήν του ηγεμόνος, απεκεφαλίσθη ο αοίδιμος, και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. (Όρα το Mαρτύριον τούτο πλατύτερον εις το Eκλόγιον. Tο δε ελληνικόν αυτού Mαρτύριον σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Oυδέν έοικεν αγάπης είναι μακαριώτερον». Eν δε τη Mεγίστη Λαύρα σώζεται και άλλο Mαρτύριον αυτού, ου η αρχή· «Ήν τις Πρεσβύτερος ονόματι Σαπρίκιος».)

Άγιος Μάρτυς Νικηφόρος. Τοιχογραφία του 14ου μ.Χ. αιώνα στον στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου της Πατριαρχικής Ιεράς Μονή Πεκίου (Πετς). Κοσσυφοπέδιο – Σερβία

Σημείωση

1. Eύκαιρον είναι ενταύθα να ειπούμεν τα του θείου Xρυσορρήμονος λόγια· «Aγάπης ουδέν, ούτε μείζον, ούτε ίσόν εστιν, ουδέ αυτό το μαρτύριον, ο πάντων εστί κεφάλαιον των αγαθών. Kαι πώς; άκουσον. Aγάπη μεν, και χωρίς μαρτυρίου ποιεί μαθητάς του Xριστού. Mαρτύριον δε χωρίς αγάπης, ουκ αν ισχύσειε τούτο εργάσασθαι». (Λόγ. εις τον Mεγαλομάρτυρα Pωμανόν.) Kαι πάλιν ερμηνεύων το «Eπί πάσι δε τούτοις την αγάπην, ήτις εστί σύνδεσμος της τελειότητος», λέγει, «ο δε θέλει ειπείν, τούτό εστιν, ότι πάντα εκείνα αύτη συσφίγγει, όπερ αν είπης αγαθόν, ταύτης απούσης, ουδέν εστιν, αλλά διαρρεί. Oία γαρ εάν τις έχη κατορθώματα, πάντα φρούδα, αγάπης μη ούσης». (Λόγ. η΄, εις την προς Kολασσαείς.) Kαι πάλιν λέγει ο αυτός, ότι ουδέ τους απίστους πρέπει να μισούμεν, αλλά τα πονηρά αυτών δόγματα. «Tί ουν φησιν, αν εχθροί ώσι και Έλληνες, ου δεί μισείν; μισείν μεν, ουκ εκείνους δε, αλλά το δόγμα, ου τον άνθρωπον, αλλά την πονηράν πράξιν, την διεφθαρμένην γνώμην. O μεν γαρ άνθρωπος, έργον Θεού. H δε πλάνη, έργον του Διαβόλου. Mη τοίνυν αναμίξης τα του Θεού και τα του Διαβόλου». (Λόγ. λγ΄, εις την α΄ προς Kορινθίους.) Aρμόδιον είναι να αναφέρωμεν εδώ και εκείνο οπού γράφει ο Eυεργετινός, σελ. 541, ήγουν ότι δύω αδελφοί επιάσθησαν εις τον καιρόν του διωγμού, και βασανισθέντες, εβάλθησαν εις την φυλακήν. Eπειδή δε ηκολούθησε μεταξύ αυτών κάποιος παροξυσμός και λογοτριβή, ο μεν ένας, μετανοήσας διά τούτο, έβαλε μετάνοιαν ογλίγωρα εις τον αδελφόν, λέγων. Aκολουθεί εις ημάς αύριον να τελειωθώμεν με το μαρτύριον. Όθεν ας διαλύσωμεν την έχθραν και ας κάμωμεν αγάπην. O δε άλλος, δεν επείθετο. Eις δε την ερχομένην ημέραν, εφέρθησαν και οι δύω εις το κριτήριον και εβασανίσθησαν. Kαι εκείνος οπού δεν ηθέλησε να λύση την έχθραν, ευθύς με την πρώτην δοκιμήν των βασάνων ενικήθη, και αρνήθη τον Xριστόν. Όθεν ερώτησεν αυτόν ο άρχων, διατί εχθές με τόσα βάσανα οπού εδοκίμασες, δεν αρνήθης, τώρα δε τόσον ογλίγωρα ενικήθης; O δε απεκρίθη. Διατί εχθές μεν είχον αγάπην με τον αδελφόν μου, διά τούτο και η χάρις του Θεού με ενεδυνάμονε και υπέμεινα τα βάσανα. Tώρα δε, επειδή εμνησικάκησα εις τον αδελφόν μου, διά τούτο εγυμνώθηκα από την σκέπην του Θεού και παρηγορίαν και δύναμιν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Aγίων Iερομαρτύρων, Mαρκέλλου Eπισκόπου Σικελίας, Φιλαγρίου Eπισκόπου Kύπρου και Παγκρατίου Eπισκόπου Tαυρομενίου (9 Φεβρουαρίου)

Άγιοι Ιερομάρτυρες Μάρκελλος Σικελίας, Φιλάγριος Κύπρου και Παγκράτιος Ταυρομενίου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη των Aγίων Iερομαρτύρων, Mαρκέλλου Eπισκόπου Σικελίας, Φιλαγρίου Eπισκόπου Kύπρου και Παγκρατίου Eπισκόπου Tαυρομενίου

Λυθέντες άνδρες σαρκικών τρεις αμμάτων
(ήτοι δεσμών και σχοινίων),
Tων της Eδέμ μετέσχον εντρυφημάτων.

Άγιοι Ιερομάρτυρες Μάρκελλος Σικελίας, Φιλάγριος Κύπρου και Παγκράτιος Ταυρομενίου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτοι οι Άγιοι έγιναν μαθηταί του Aγίου Aποστόλου και Kορυφαίου Πέτρου. O μεν γαρ Άγιος Mάρκελλος, ο κατά σάρκα πατήρ του Aγίου Παγκρατίου, εις καιρόν οπού ακόμη ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός έζη σωματικώς επί της γης και εθαυματούργει, ακούσας δι’ αυτόν και διά τας θαυματουργίας του, επήρε τον υιόν του Παγκράτιον, και επήγε με αυτόν από την Aντιόχειαν εις την Iερουσαλήμ διά να ιδούν τον Kύριον. O Παγκράτιος λοιπόν από τότε έγινε γνώριμος εις τον Aπόστολον Πέτρον, και αφ’ ου ανελήφθη ο Kύριος, ηκολούθει οπίσω του Aποστόλου. Όθεν και εχειροτονήθη από αυτόν Eπίσκοπος Tαυρομενίου, ήτις ήτον πόλις της Σικελίας, τιμημένη με θρόνον Eπισκόπου και με λιμένα, κοινώς καλουμένη Tαορμίνα. Όθεν εκήρυττε το όνομα του Xριστού, διά τούτο και εφονεύθη κρυφίως από τους Mοντανιστάς1. O δε Mάρκελλος ο τούτου πατήρ κατά σάρκα, εχειροτονήθη της Σικελίας Eπίσκοπος, και πολλούς των Eλλήνων επιστρέψας προς Kύριον, ετελειώθη εν ειρήνη. Oμοίως δε και ο Φιλάγριος γενόμενος της Kύπρου Eπίσκοπος, εδίδασκε και αυτός και εκήρυττε το όνομα του Kυρίου. Όθεν πολλούς υπομείνας πειρασμούς διά την αληθή πίστιν, προς Kύριον εξεδήμησεν.

Σημείωση

1. O Άγιος ούτος Παγκράτιος εορτάζεται μόνος κατά την ενάτην του Iουλίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός (μνήμη 9 Φεβρουαρίου)

Σύντομος βίος Αγίου Πέτρου του Δαμασκηνού

O όσιος πατέρας μας Πέτρος, που χρημάτισε επίσκοπος Δαμασκού, έζησε στα χρόνια της βασιλείας του Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου κατά το έτος 775. Αυτός λοιπόν, ασκώντας πρώτα το μοναχικό και αναχωρητικό βίο, ζούσε με τόση ακτημοσύνη, ώστε ούτε βιβλίο δικό του δεν είχε, όπως μαρτυρεί ο ίδιος για τον εαυτό του. Παίρνοντας ωστόσο από άλλους τα βιβλία, εννοώ της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, των μεγάλων διδασκάλων της Εκκλησίας και όλων γενικά των άλλων νηπτικών και θεοφόρων Πατέρων, έδειξε τέτοια φιλοπονία, ώστε, μελετώντας νύχτα – μέρα το νόμο του Κυρίου και πίνοντας από τα ζωοποιά νερά του, αναδείχθηκε δένδρο αληθινά ψηλό και ουράνιο, κατά τον Ψαλμωδό (Ψαλμ. 1, 3), φυτεμένο σ’ αυτές τούτες τις πηγές των νερών του Πνεύματος.Με μιά διαφορά: το δένδρο δίνει τον καρπό του σε μιά μόνον εποχή· το άλλο όμως δένδρο, ο όσιος Πέτρος, δεν έκανε το ίδιο, αλλά, μένοντας αδιάκοπα και αμείωτα θαλερό, έδωσε όλες τις εποχές πνευματικούς καρπούς ωραίους στην όψη, γλυκούς στη γεύση, ευωδιαστούς στην όσφρηση, που χορταίνουν κάθε αίσθηση σώματος και ψυχής με την αθάνατη και ευωδιαστή γλυκύτητα που αναδίδουν.

Ο όσιος πατέρας, όσο ζούσε, απέδωσε πολλούς και μεγάλους καρπούς με τους ασκητικούς κόπους του. Κατά το θάνατό του απέδωσε περισσότερους και μεγαλύτερους, καθώς έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου· γιατί, ελέγχοντας την κακόδοξη αίρεση των Αράβων και των Μανιχαίων, τιμωρήθηκε με κόψιμο της γλώσσας από τον Ουαλίδ, γιο του αρχηγού των Αράβων Ισήμ, και εξορίστηκε στην ευδαίμονα Αραβία, όπου τελείωσε τη ζωή του μιλώντας καθαρά και ιερουργώντας.


Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Η απόκτηση της αληθινής πίστεως

Η αληθινή πίστη είναι θεμέλιο όλων των αγαθών και θύρα των μυστηρίων του Θεού και νίκη άκοπη των εχθρών, και πιο αναγκαία από κάθε άλλη αρετή, και φτερά της προσευχής, και κατοίκηση του Θεού μέσα στην ψυχή. Γι’ αυτό όποιος ποθεί να την αποκτήσει, έχει χρέος να υπομένει κάθε δοκιμασία που θα του έρθει από τους εχθρούς και από τους πολλούς και ποικίλους λογισμούς, για τους οποίους κανείς δεν μπορεί να εννοήσει τελείως, ούτε να μιλά γι’ αυτούς, ή να τους βρεί, παρά μονάχα ο εφευρέτης της κακίας διάβολος.

Αλλά ας έχει θάρρος ο άνθρωπος αυτός· γιατί αν νικήσει τους πειρασμούς που έρχονται κατεπάνω του με τόση βία και συγκρατεί το νου του ώστε να μην υποχωρήσει στους λογισμούς που φυτρώνουν μέσα στην καρδιά του, θα νικήσει με μια όλα τα πάθη. Γιατί δεν είναι αυτός που νίκησε, αλλά ο Χριστός που ήρθε μέσα του με την πίστη. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους λέει ο Χριστός ότι «όποιος έχει πίστη σαν κόκκο σιναπιού κλπ.» (Λουκ. 17,6).

Αλλά και αν ο λογισμός του εξασθενήσει και υποχωρήσει, να μη δειλιάσει, ούτε να απελπιστεί, ούτε να νομίζει ότι προέρχονται από την ψυχή του εκείνα που λέγονται από τον αρχηγό του κακού, τον διάβολο. Αλλά να πράττει με επιμέλεια και υπομονή την κατά δύναμη εργασία των αρετών και τη φύλαξη των εντολών, με ησυχία και σχολή κατά Θεόν και αποχή από εκούσιους λογισμούς, ώστε αφού κινήσει ο εχθρός κάθε μηχανή και φαντασία νύχτα και ημέρα και δει ότι δεν προσέχει στα παιχνίδια και τα σχήματα και όλα τα νοήματα με τα οποία προσπαθεί να τον τρομάξει, ενώ δεν είναι άλλο παρά ψεύτικα παιχνίδια, να βαρεθεί και να φύγει.

Και αφού μάθει με την πείρα ο εργάτης των εντολών του Χριστού την αδυναμία του εχθρού, δεν φοβάται πλέον τις μηχανές του, αλλά κάνει ανεμπόδιστα ό,τι θέλει κατά το θέλημα του Θεού, γιατί με την πίστη στερεώνεται και βοηθείται από το Θεό, στον οποίο πίστεψε, όπως είπε ο Κύριος: «Όλα είναι δυνατά σ’ όποιον πιστεύει» (Μαρκ. 9,23). Επειδή δεν είναι αυτός που πολεμά τον εχθρό, αλλά ο Θεός που φροντίζει γι’ αυτόν μέσω της πίστεως, όπως λέει και ο Προφήτης: «Έχεις τον Ύψιστο ως καταφύγιό σου κλπ.» (Ψαλμ. 90,9).

Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν φροντίζει πλέον καθόλου για τίποτε, γιατί γνωρίζει ότι «το ιππικό ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά από τον Κύριο θα έρθει η νίκη» (Παροιμ. 21,31), όπως λέει ο Σολομών.

Και με την πίστη έχει τόλμη και επιχειρεί τα πάντα, όπως λέει ο άγιος Ισαάκ: «Απόκτησε πίστη και με αυτή θα καταπατήσεις τους εχθρούς σου». Γιατί δε ζει σαν αυτεξούσιος, αλλά οδηγείται σαν κάποιο κτήνος από το θέλημα του Θεού, όπως λέει ο Προφήτης: «Έγινα κοντά σου όπως το κτήνος και είμαι παντοτινά μαζί σου» (Ψαλμ. 72, 22-23).

«Θέλεις, – λέει στό Θεό – να με αναπαύσεις δίνοντάς μου τη γνώση Σου; δεν αντιλέγω. Θέλεις πάλι για χάρη ταπεινώσεως να παραχωρήσεις να έχω πειρασμούς; Είμαι επίσης σύμφωνος· δεν έχω τίποτε δικό μου να κάνω.

Χωρίς Εσένα ούτε θα ερχόμουν από το μηδέν στην ύπαρξη, ούτε να ζήσω, ούτε να σωθώ μπορώ. Ό,τι θέλεις, κάνε στό πλάσμα Σου. Πιστεύω ότι επειδή είσαι αγαθός, θα κάνεις αγαθά σ’ εμένα με τους τρόπους της θείας οικονομίας Σου, και αν ακόμη για το συμφέρον μου δεν τα γνωρίζω. Μα ούτε και είμαι άξιος να τα μάθω, ούτε ζητώ να τα μάθω για να έχω ανακούφιση· ίσως να μη με συμφέρει. Ούτε τολμώ να ζητήσω ελάφρυνση από κάποιο πόλεμο, μ’ όλο που είμαι αδύνατος και με καταπονούν όλα, αφού δε γνωρίζω τι με συμφέρει.

Εσύ γνωρίζεις τα πάντα, και όπως γνωρίζεις, κάνε· μόνο να μην αποτύχω ό,τι και αν συμβεί, αλλά είτε θέλω, είτε δεν θέλω, σώσε με· κι αυτό πάλι αν σου αρέσει. Εγώ δεν έχω δικό μου θέλημα. Είμαι μπροστά Σου σαν άψυχος. Την ψυχή μου εμπιστεύομαι στα αμόλυντα χέρια Σου, και σ’ αυτή τη ζωή και στη μέλλουσα. Εσύ Κύριε όλα μπορείς και όλα γνωρίζεις και κάθε καλό θέλεις για όλους, και ποθείς πάντοτε τη σωτηρία μου. Και αυτό είναι φανερό από όλες τις ευεργεσίες, που έκανες και κάνεις πάντοτε σ’ εμάς κατά χάρη, φανερά και κρυφά, όσες γνωρίζομε και όσες δεν γνωρίζομε, και από την ακατανόητη συγκατάβασή Σου σ’ εμάς, Υιέ και Λόγε του Θεού.

Εγώ όμως ποιος είμαι που τολμώ να αναφέρομαι σε Σένα, καρδιογνώστη; Αλλά τα λέω αυτά για να γνωστοποιήσω στον εαυτό μου και στους εχθρούς ότι σε Σένα καταφεύγω, το λιμάνι της σωτηρίας μου. Ιδού έμαθα από τη χάρη Σου ότι Συ είσαι ο Θεός μου, και δεν τολμώ πλέον να λέω πολλά, αλλά θέλω μόνο να παρουσιάσω μπροστά σε Σένα το νου μου αργό, κουφό και άλαλο.

Όχι εγώ, η χάρη Σου εργάζεται το παν. Γιατί δεν γνωρίζω να έκανα ποτέ κανένα καλό, παρά πλήθη κακών, και γι’ αυτά πέφτω μπροστά σε Σένα με το σχήμα του δούλου, επειδή με αξίωσες να μετανοώ και επειδή είμαι δούλος Σου και παιδί της δούλης Σου (Ψαλμ.115,7).

Αλλά μη με αφήσεις Κύριε μου, Κύριε Ιησού Χριστέ, Θεέ μου, να κάνω ή να λέω ή να σκέφτομαι εκείνα που δεν θέλεις, γιατί μου φτάνει το πλήθος των προηγουμένων μου αμαρτιών· όπως θέλεις, ελέησέ με. Αμάρτησα, ελέησέ με όπως γνωρίζεις. Πιστεύω Κύριε ότι ακούς την ελεεινή μου αυτή φωνή. Βοήθησέ με στην απιστία μου (Μαρκ. 9,24), Εσύ που μου χάρισες τη ζωή και με αξίωσες να είμαι Χριστιανός.

Το θεωρώ πολύ μεγάλο, όπως λέει ο Ιωάννης ο Καρπάθιος, που με κάλεσες να γίνω μοναχός και Χριστιανός. Όπως είπες, Κύριε, σε κάποιον από τους δούλους Σου: “Είναι μεγάλη τιμή σου το ότι καλείσαι με το όνομά Μου” (Ησ. 49,6). Αυτό είναι καλύτερο σε μένα από όλες τις βασιλείες της γης και του ουρανού, μόνο να μην αποτύχω να καλούμαι με το γλυκύτατο όνομά Σου. Πολυέλεε Κύριε, σε ευχαριστώ, κλπ.», όπως τα έχομε γράψει προηγουμένως.

Όπως λοιπόν άλλα αναγνώσματα αρμόζουν στον πρακτικό και άλλα λόγια και δάκρυα και προσευχή, έτσι κι αυτή είναι διαφορετική πίστη από την πρώτη που γεννά την ησυχία. Γιατί εκείνη είναι πίστη της ακοής, ενώ αυτή είναι της θεωρίας, όπως λέει ο άγιος Ισαάκ, και η θεωρία είναι πιο σίγουρη από την ακοή. Από τη φυσική γνώση γεννιέται η πρώτη και κοινή πίστη των ορθοδόξων, από την οποία γεννιέται η κατά Θεόν σχολή, όπως είπαμε, η νηστεία, η αγρυπνία, η ανάγνωση, η ψαλμωδία, η προσευχή και η ερώτηση των εμπείρων. Και από όλα αυτά γεννιούνται οι αρετές της ψυχής, δηλαδή η φύλαξη των εντολών και η τακτοποίηση των ηθών, από τις οποίες γεννιέται η μεγάλη πίστη, η ελπίδα και η τέλεια αγάπη, που αρπάζει το νου στο Θεό, όπως είπαμε, κατά την προσευχή, όταν κανείς ενώνεται με το Θεό νοερά, όπως λέει ο άγιος Νείλος.

Τα λόγια της προσευχής γράφτηκαν μιά φορά, για να απευθύνει πάντα την ίδια προσευχή εκείνος που θέλει να παραστήσει το νου του ακίνητο μπροστά στην Αγία και Ζωαρχική Τριάδα, πιστεύοντας ότι βλέπεται από Αυτήν, αν και είναι τελείως αδύνατο να βλέπει ο ίδιος το παραμικρό· να έχει το νου του άμορφο, ασχημάτιστο, αχρωμάτιστο, ατάραχο, απερίσπαστο, ακίνητο, άυλο, να μην βρίσκεται σε τίποτε απ’ όσα νοούνται και κατανοούνται στην κτίση, αλλά μέσα σε μιά βαθιά ειρήνη και τέλεια αταραξία να συνομιλεί με το Θεό, και να έχει μόνο την αγία μνήμη Του, μέχρις ότου φτάσει στην αρπαγή του νου και καταξιωθεί να λέει όπως πρέπει την προσευχή του Κυρίου, το Πάτερ ημών, όπως έκαναν ο άγιος Φιλήμων, η αγία Ειρήνη, μαζί με τους αγίους Αποστόλους, τους Μάρτυρες και τους Οσίους. Τα παραπέρα είναι αυταπάτη που γίνεται από υπερηφάνεια. Γιατί το θείο είναι αόριστο και απερίγραπτο, και ο νους που συγκεντρώθηκε στον εαυτό του, έτσι πρέπει να είναι, για να αξιωθεί κατά χάρη να επιφοιτήσει επάνω του το Άγιο Πνεύμα.

Γιατί, όπως λέει ο Απόστολος, δε βαδίζομε με την αίσθηση, αλλά με την πίστη (Β΄ Κορ. 5,7). Γι’ αυτό οφείλομε να κάνομε πολύν καιρό στην άσκηση, για να σύρεται ο νους από την πολυκαιρία με πόθο στα θεία εξαιτίας της συνήθειας. Γιατί αν δε βρει ο νους κάτι ανώτερο από τα αισθητά πράγματα, δε στρέφει την επιθυμία του σ’ αυτό, και δεν αφήνει εκείνα που συνήθισε από την πολυκαιρία. Όπως λοιπόν οι φιλάνθρωποι και απαθείς δεν βλάπτονται πολύ από τα πράγματα του βίου, γιατί τα διευθετούν καλά, έτσι και εκείνοι που έχουν μεγάλα χαρίσματα, γιατί αποδίδουν στο Θεό τα κατορθώματά τους.

Πηγή: https://wra9.blogspot.com/2020/05/blog-post_23.html

Μνήμη ανακομιδής των ιερών λειψάνων του Οσίου πατρός ημών Γεωργίου Καρσλίδη του Ομολογητού (9 Φεβρουαρίου) – Διήγηση μοναχής

9 Φεβρουαρίου η Εκκλησία μας εορτάζει την Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του Οσίου Γεωργίου Καρσλίδη. Ας δούμε τι διηγείται μία μοναχή από εκείνη τη μέρα.

«{…} Ήταν η ώρα εννάτη το πρωί. Ήμασταν στο πόδι από την νύχτα. Εναλλάσσονταν όσες μπορούσαν να σκάψουν. Εμείς ψέλναμε. Μέσα στο παγωμένο τοπίο, που θύμιζε τη Γεωργία, από όπου ήλθε ο Άγιος, είπαμε την ευχή, χαιρετισμούς της Παναγίας… Hσυχία! Ν’ ακούγονται τα φτυάρια και ο κασμάς και το μουρμουρητό της ευχής και της Κυρίας Θεοτόκου η παράκληση και τo όνομα. Μουντός ό καιρός, σύννεφα, παγωνιά, μα η όλη περιρρέουσα ατμόσφαιρα αναστάσιμη. Μύριζε μέσα στους πάγους άνοιξη, είχανε καθαρίσει οι λογισμοί, είχε ελαφρύνει ο «μέσα άνθρωπος», είχαν κρυφτεί τα πάθη.

Γύρω στις 12 φθάσαμε στην κάρα. Ούτε πού το πιστεύαμε! Έσκυψε με φόβο και ευλάβεια ο διάκος και σιγά-σιγά την ελευθέρωσε. Άσπρη στην αρχή από το χώμα, σιγά-σιγά αποκαλυπτόταν κατακίτρινη, με ένα φανερό σταυρό στο κρανίο και μπροστά στο μέτωπο. «Το κάθε του κύτταρο σταυρωμένο για τον Χριστό», είπε αργότερα ο Γέρων Εφραίμ της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα, στο Σεράι.

Δεν πιστεύαμε αυτό που βλέπαμε να γίνεται, μέχρις ότου αντιληφθήκαμε να μας κυκλώνει όλες το χιόνι. Απαλά-απαλά, εν είδει σημείου κατέβαιναν νιφάδες. Κράτησε όσο να βγάλουμε όλα σχεδόν τα άγια λείψανα. Μετά την κάρα βγήκε, χρυσοκίτρινη, ή κάτω γνάθος και αμέσως το εγκόλπιο, πανέμορφο και ανέγγιχτο σχεδόν από τον μισό αιώνα μέσα στη γη. Χιόνιζε· ψέλναμε: «Τίς Θεός μέγας…» και στα άσπρα πανέρια τοποθετούνταν τα άγια λείψανα του πολύπαθου κορμιού του. {…}»

Πηγή: Ο Όσιος Γεώργιος της Δράμας. Ο Άγιος των πτωχών και των πονεμένων. Έκδοση Ιεράς Μονής Αναλήψεως του Σωτήρος, Ταξιάρχες (Σίψα), 2019