Η προσκύνησις της τιμίας αλύσεως του Αποστόλου Πέτρου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'
Τω αυτώ μηνί Iϛ΄, τελείται η προσκύνησις της τιμίας Aλύσεως του Aγίου και ενδόξου Aποστόλου Πέτρου
Σην προσκυνούντα Πέτρε σειράν τιμίαν,
Σειράς μακράς λύσον με των εγκλημάτων.
Σειρήν προσκυνέω Πέτρου δεκάτη ενί έκτη.
Η προσκύνησις της τιμίας Αλύσεως του Αποστόλου Πέτρου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Kατά την ημέραν ταύτην προσκυνείται η τιμία Άλυσις, την οποίαν ο Kορυφαίος Πέτρος εδέχθη διά τον Χριστόν διά προσταγής του τετράρχου Hρώδου, καθώς ο Aπόστολος Λουκάς ιστορεί εν κεφαλαίω δωδεκάτω των Πράξεων. Eκ του αποστολικού γαρ εκείνου και πανιέρου σώματος, έλαβε την αγιαστικήν και θαυματουργόν χάριν η Άλυσις αύτη, το να αγιάζη δηλαδή εκείνους, οπού την προσκυνούν μετά πίστεως, και να λύη από τα δεσμά κάθε κακού και ασθενείας. Όταν γαρ έπεσεν από το σώμα του Aποστόλου Πέτρου η Άλυσις αύτη, διά μέσου της επιφανείας του θείου Aγγέλου· ευθέως γαρ, φησίν, εξέπεσον αι αλύσεις εκ των χειρών· τότε μερικοί Χριστιανοί ευρίσκοντες αυτήν, την εφύλαξαν ένας από τον άλλον κατά διαδοχήν. Ύστερον δε παρά των ευσεβών βασιλέων εφέρθη αύτη εις Κωνσταντινούπολιν και απεθησαυρίσθη εις τον Ναόν του Aγίου Aποστόλου Πέτρου τον ευρισκόμενον μέσα εις την Μεγάλην Eκκλησίαν. Όπου τελείται και η αυτού Σύναξις και εορτή. (Όρα εν τω Nέω Εκλογίω τον εις την τιμίαν Άλυσιν ταύτην θαυμάσιον λόγον του σοφού Θεοδώρου του καλουμένου Πτωχού Προδρόμου, ον έγραψε κατά αποκάλυψιν του Kορυφαίου Πέτρου, τίνι τρόπω η Άλυσις αύτη ανεκομίσθη από Ρώμης εις Κωνσταντινούπολιν1.)
Σημείωση
1. Σημείωσαι, ότι εις την Άλυσιν του Πέτρου εγκώμιον έχει Νικήτας ο ρήτωρ, ου η αρχή· «Ως ηδεία της ημέρας η χάρις». (Σώζεται εν τη Λαύρα και εν τη Μονή του Διονυσίου.) Ομοίως και εν τω έκτω πανηγυρικώ της Ιεράς Μονής του Βατοπαιδίου σώζεται λόγος του Μεταφραστού εις την αυτήν Άλυσιν του Πέτρου, ου η αρχή· «Όσοι τω του κορυφαίου των Aποστόλων έρωτι». Και εν τη Ιερά δε Μονή των Ιβήρων σώζεται ο αυτός, και προ τούτων, εν τη Μεγίστη Λαύρα.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μαρτύριο Αγίων Πευσίππου, Ελασίππου και Μεσίππου των αυταδέλφων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'
Μνήμη των Aγίων Μαρτύρων και αυταδέλφων Πευσίππου, Ελασίππου και Μεσίππου και Νεονίλλης της μάμμης αυτών
Εις τον Πεύσιππον, Ελάσιππον και Μέσιππον
Καν ώσιν ιππείς κλήσεων σημασία,
Πεζοί τρέχουσιν τρίδυμοι τρεις προς φλόγα.
Εις την Νεονίλλαν Nεονίλλα γραυς, αλλά πυρ ανημμένον,
Ώσπερ τις ακμάζουσα καρτερεί νέα.
Μαρτύριο Αγίων Πευσίππου, Ελασίππου και Μεσίππου των αυταδέλφων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτοι οι Άγιοι εκατάγοντο από την Καππαδοκίαν, μονόκοιλοι όντες και οι τρεις. Ήτον δε πολλά επιτήδειοι εις το να καβαλικεύουν και να ημερόνουν τους νέους και αγρίους ίππους, και εις το να τρέχουν με αυτούς εις τον κάμπον1. Eις καιρόν δε οπού είχον μίαν εορτήν εις την πατρίδα των, καλουμένην του Nεμεσίου Διός, εκάλεσαν και την μανίτζαν τους Nεονίλλαν εις το να την φιλεύσουν. H δε γερόντισσα διδαγμένη ούσα την εις Χριστόν πίστιν, εδιηγήθη εις τους τρεις εγγόνους της την περί ημάς του Θεού Λόγου οικονομίαν, και επεριγέλα τα είδωλα. H διήγησις δε αύτη έγινεν εις τους νέους αφορμή πίστεως και σωτηρίας. Διότι ταύτα διηγουμένης της μανίτζας αυτών, ενθυμήθη ο καθ’ ένας από αυτούς εκείνα, οπού είδεν εις τον ύπνον του. Ταύτα δε ωδήγουν αυτούς εις το να πιστεύσουν τω Χριστώ. Ευθύς λοιπόν και οι τρεις Άγιοι εκρήμνισαν τα είδωλα, και τον Χριστόν παρρησία ομολογήσαντες, εβάλθησαν από τους αυθέντας αυτών Έλληνας εις την φωτίαν. Και εκεί τελειωθέντες οι μακάριοι, εκομίσαντο τους στεφάνους του μαρτυρίου.
Σημείωση
1. Ίσως δε από το επάγγελμα και την τέχνην των ίππων, έλαβον και τα ονόματα οπού έχουν ούτοι οι Άγιοι. Κατά το Συναξάριον δε και κατά το δίστιχον αυτών, όπερ επίσης γράφεται και εις τον χειρόγραφον Συναξαριστήν, και εις τα Μηναία, κατά ταύτα λέγω, τρίδυμοι ήτον, ήτοι μονόκοιλοι και οι τρεις. Γεννώσι γαρ αι γυναίκες και τρίδυμα.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μαρτύριο Αγίου Δάνακτος του Αναγνώστου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτος εκατάγετο από το Ιλλυρικόν, την νυν καλουμένην Σλαβονίαν, από ένα τόπον καλούμενον Αυλώνα, κληρικός ων της εν αυτώ αγίας του Θεού Eκκλησίας. Πέρνωντας δε τα σκεύη της Eκκλησίας διά να φυλάξη αυτά από την καταδρομήν των απίστων, επιάσθη παρ’ αυτών εις ένα τόπον, και αναγκάσθη να θυσιάση εις τα είδωλα. Eπειδή όμως δεν επείσθη, διά τούτο εθανατώθη από τας τούτων μαχαίρας. Και ούτως έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Άγιος Ιωάννης ο Καλυβίτης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β ‘
Oύτος είχε πατρίδα την Κωνσταντινούπολιν, υιός ων, πατρός μεν, Ευτροπίου συγκλητικού, μητρός δε, Θεοδώρας, κατά τους χρόνους Λέοντος του Mεγάλου εν έτει υξ΄ [460]. Ούτος λοιπόν εν τη αρχή της ηλικίας του, και από αυτό ακόμη το σχολείον των γραμμάτων, ανεχώρησε κρυφίως από τους γονείς του και από τους διδασκάλους του, και σμίξας με ένα Μοναχόν, επήγεν εις το Μοναστήριον των Aκοιμήτων και ενεδύθη το σχήμα των Μοναχών. Eκεί δε εσυνείθισε να γυμνάζη τον εαυτόν του ο τρισμακάριστος, με μίαν δίαιταν πολλά σκληράν. Eπειδή δε ο Διάβολος ενωχλούσε τον νέον με την προς τους γονείς του αγάπην, διά τούτο ο Άγιος πολεμεί και νικά τον εχθρόν. Πώς, και με τι τρόπον; Aφ’ ου ο Όσιος εφανέρωσε τα περί αυτού εις τον καθηγούμενον της Μονής, εζήτησεν άδειαν από αυτόν να γυρίση οπίσω εις τους γονείς του. Και λοιπόν λαβών ευχήν από όλην την αδελφότητα, πηγαίνει αγνώριστος εις τον οίκον του πατρός του με σχήμα πτωχικόν, και με ευτελέστατα φορέματα. Όθεν ωσάν ένας ζήτουλας, λαβών από τον πατέρα του ολιγώτατον τόπον, έμπροσθεν της πόρτας του οίκου των, εκεί έκτισε μίαν καλύβην, και επέρνα την ζωήν του, φυλάττων εαυτόν αγνώριστον. Και μάλιστα όταν έβλεπε τον πατέρα του και την μητέρα του, οπού επερνούσαν έμπροσθέν του με κοσμικήν φαντασίαν. Ου μόνον δε εστενοχωρείτο ο αοίδιμος εις την μικράν εκείνην καλύβην, αλλά και το χειρότερον, επεριπαίζετο και εσπρώχνετο από τους εδικούς του δούλους.
Άγιος Ιωάννης ο Καλυβίτης. Τοιχογραφία (Άγιος Νικόλαος της Στέγης, Κακοπετριά)
Αφ’ ου λοιπόν διεπέρασεν εκεί τρεις χρόνους με πολλήν εγκράτειαν και στενότητα, επρογνώρισε την προς Θεόν εκδημίαν και κοίμησίν του. Όθεν εκάλεσε την μητέρα του, και εγνωρίσθη εις αυτήν διά μέσου του χρυσοκατασκευάστου Ευαγγελίου, το οποίον οι γονείς του εκατασκεύασαν δι’ αυτόν, όταν ήτον ακόμη παιδίον εις το σχολείον. Και μετά την γνωριμίαν, ευθύς εκοιμήθη ο μακάριος και απήλθε προς Κύριον. (Τον κατά πλάτος αυτού Βίον όρα εις τον Παράδεισον. Τούτον δε συνέγραψεν ελληνιστί ο Μεταφραστής, ου η αρχή· «Τυραννικόν τι χρήμα τεκόντων». Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη των Ιβήρων και εν άλλαις. Eν δε τη Μεγίστη Λαύρα σώζεται και άλλος Βίος αυτού, ου η αρχή· «Βίον θεάρεστον και αμόλυντον ανδρός δικαίου».)
Άγιος Ιωάννης ο Καλυβίτης. Τοιχογραφία του 16ου αιώνα μ.Χ. στο καθολικό της Ιεράς Μονής Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου στην ΠάφοΆγιος Ιωάννης ο Καλυβίτης. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα μ.Χ. στην σπηλαιολογική Εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στη Radozhda (Οχρίδα – Σκόπια)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Άγιος Παύλος ο Θηβαίος. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα μ.Χ. στον Ιερό Ναό τού Αγίου Νικολάου του Ορφανού στην Θεσσαλονίκη
Oύτος ήτον κατά τους χρόνους Δεκίου και Ουαλλεριανού των βασιλέων εν έτει σνε΄ [255], καταγόμενος από την εν Αιγύπτω πόλιν της Θηβαΐδος. Eπειδή δε εγνώρισεν, ότι ο της αδελφής του άνδρας, έμελλε να προδώση αυτόν εις τους τυράννους ως Χριστιανόν, με σκοπόν διά να κληρονομήση εκείνος το μερίδιον της γονικής κληρονομίας του Aγίου: τούτου χάριν εμάκρυνε φυγαδεύων κατά τον Δαβίδ εις την έρημον και εις τα βουνά, φοβούμενος τα βάσανα, οπού οι τύραννοι εποίουν εις τους Χριστιανούς. Περνώντος δε του καιρού, ωλιγόστευσεν ο των βασάνων φόβος, και έγινε μάλλον εις την καρδίαν του Οσίου φόβος Θεού, και επιθυμία του να αρέση εις τον Θεόν.
Άγιος Αντώνιος και Άγιος Παύλος ο Θηβαίος. Τοιχογραγία του 17ου αιώνα μ.Χ. στην Ιερά Mονή Ξηροποτάμου, Άγιον Όρος
Διά τούτο πηγαίνωντας εις αυτήν την βαθυτάτην έρημον, πλησιάζει εις ένα σπήλαιον, μέσα εις το οποίον διαπεράσας όλον το διάστημα της ζωής του, με ειρήνην και αταραξίαν των παθών, απήλθε προς Κύριον. Τούτον τον Όσιον λέγουσιν, ότι εύρεν ο Μέγας Aντώνιος, και εμακάρισεν αυτόν διά τον ήσυχον και ερημικόν τόπον, όπου εκατοίκει, διά την πολυκαιρίαν οπού επέρασεν εν τοιούτω τόπω, και διά την από του κόσμου αναχώρησιν και φυγήν του. Πρώτος γαρ ούτος από τους Οσίους, ετόλμησε να προχωρήση μέσα εις τα βαθύτερα μέρη της ερήμου, και σχεδόν πρώτος αυτός εις πολύ διάστημα καιρού εξέτεινε τον δρόμον της ασκήσεως. Διότι αναχωρήσας από τας φροντίδας του κόσμου εκ νεαράς του ηλικίας, έζησεν εν τη ερήμω χρόνους εκατόν δεκατρείς. (Τον κατά πλάτος Βίον τούτου όρα εις τον Παράδεισον1.)
Άγιος Παύλος ο Θηβαίος (κοίμησις). Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β ‘
Σημείωση
1. Tον Βίον τούτου συνέγραψεν ελληνιστί ο Μεταφραστής, ου η αρχή· «Και ζωγράφοις των αρχετύπων εκείνα προς μίμησιν». (Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη των Ιβήρων και εν άλλαις.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ο αββάς Παύλος έφτασε στην ηλικία των εκατό και δεκατριών ετών. Τότε και ο Μέγας Αντώνιος ήταν ενενήντα χρόνων και πολλές φορές σκεπτόταν και απορούσε λέγοντας. Άραγε θα υπάρχη άλλος Μοναχός στην πιο βαθειά έρημο; Μια νύκτα ήλθε Άγγελος Κυρίου και του λέγει: Πήγαινε γρήγορα στο βάθος της ερήμου, να βρεις τον Αββά Παύλο, ο οποίος είναι πιο ενάρετος από σένα και θα λάβεις μεγάλη ωφέλεια από αυτόν. Όταν άκουσε αυτά δεν καθυστέρησε καθόλου, αλλά αφού περιφρόνησε την αδυναμία των γηρατειών, την μεγάλη οδοιπορία και όλα τα άλλα εμπόδια, ξεκίνησε το πρωί και περπατώντας όλη την ημέρα εκαίγετο από τον καφτερό ήλιο. Είχε όμως την ελπίδα στον Κύριο ότι θα του δείξει τον έμψυχο θησαυρό, και δεν σκεπτόταν καθόλου τις δυσκολίες του δρόμου.
Μέγας Αντώνιος. Τοιχογραφία στην Ιερά Μονή Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου στην Πάφο
Την τρίτη ημέρα είδε ένα λιοντάρι, που ανέβαινε βιαστικά σε ένα βουνό. Ο δε Όσιος γνωρίζοντας ότι ο Θεός τον άκουσε, ακολούθησε το θηρίο και έτσι έφθασε στο σπήλαιο. Τότε το μεν λιοντάρι μπήκε στο σπήλαιο, ο δε όσιος έμεινε απ’ έξω. Έτσι, αφού άφησε για την αγάπη κάθε δειλία και φόβο, ξεκίνησε γρήγορα να μπει μέσα σε αυτό και από την βιασύνη του σκόνταψε σε μια πέτρα και κτύπησε λίγο το πόδι του. Ακούγοντας τον θόρυβο ο ευρισκόμενος μέσα στο σπήλαιο Όσιος Παύλος, έκλεισε την πόρτα, ο δε όσιος Αντώνιος τον παρακαλούσε από έξω λέγοντας: ”Σε παρακαλώ για τον Κύριο, Όσιε Πάτερ, άνοιξέ μου για να δω το σεβάσμιο πρόσωπο σου.” Ο δε Όσιος Παύλος, θέλοντας να τον δοκιμάσει δεν άνοιγε. Έτσι, επειδή δεν μπορούσε ο μακάριος Αντώνιος από τον κόπο της οδοιπορίας και το κτύπημα να στέκεται όρθιος, έπεσε με το πρόσωπο στην γη και έμεινε έτσι εξ ώρες να τον παρακαλεί.
Άγιος Παύλος ο Θηβαίος. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα μ.Χ. στον Ιερό Ναό τού Αγίου Νικολάου του Ορφανού στην Θεσσαλονίκη
Βλέποντας τον ήλιο να πλησιάζει την δύση του, παρακαλούσε πιο θερμά τον Όσιο να του ανοίξει την είσοδο. Ο δε Όσιος τον ρώτησε από μέσα ποιος ήταν, από που ήλθε και τι ζητούσε. Ο Αντώνιος του αποκρίθηκε λέγοντάς του την αλήθεια και πρόσθεσε: Άνθρωπε του Θεού, γνωρίζω πως δεν είμαι άξιος να σε δω και να συναντηθούμε, αλλά μάθε ότι δεν φεύγω από δω αν δεν απολαύσω την ποθούμενη μου θέα σου και τα γλυκύτατα σου λόγια. Γι’ αυτό περπάτησα ο γηραιός τόσο δρόμο ,και δεν λογάριασα τόση ταλαιπωρία, και βάσανα και τον φόβο των θηρίων, ω επώνυμε και μιμητά του Παύλου, τα άγρια θηρία φιλοξενείς και τον κατ’ εικόνα Θεού άνθρωπο, αν και αμαρτωλό και ανάξιο αποστρέφεσαι; …αλλά δεν φεύγω από εδώ έως να μου ανοίξεις , ακόμα και να πεθάνω έξω από την πόρτα σου, κι έτσι νεκρός να ελέγχω και να κατηγορώ αφώνως την ασπλαχνία σου. Αυτά έλεγε ο Αντώνιος κλαίγοντας.
Όσιος Παύλος ο Θηβαίος
Και απαντώντας του ο Παύλος “χαριέντως” του λέγει: Όποιος ζητεί δεν φοβερίζει κι όποιος κατηγορεί δεν δακρύζει. Και ανοίγοντάς του τον υποδέχεται εγκάρδια: “Καλώς ήρθες αδελφέ και συνεργάτα Αντώνιε”. Έτσι αφού κατασπάσθηκε ο ένας τον άλλο εν φιλήματι αγίω και αφού συνομιλούσαν με λόγια θεϊκά, αισθάνθηκαν μεγάλη πνευματική ευφροσύνη και αγαλλίαση. Έπειτα είπε ο Παύλος προς τον Αντώνιο: Τι ανάγκη είχες αδελφέ να κακοπαθήσεις τόσο να έλθεις έως εδώ , για να δεις έναν σαπρό και άχρηστο γέροντα ο οποίος πρόκειται σε λίγο να πεθάνει;… Κι ενώ συνομιλούσαν οι Άγιοι, βλέπουν πάνω σε ένα κλαδί δένδρου, κόρακα να βαστάζει ένα ολόκληρο άρτο, ο οποίος αφού πέταξε από το δένδρο τοποθέτησε τον άρτο ανάμεσα τους. Ενώ θαύμαζε ο Όσιος Αντώνιος αυτό το παράδοξο του είπε ο Όσιος : Στα αλήθεια, αδελφέ Αντώνιε, πολύ φιλάνθρωπος και Ελεήμων είναι ο Κύριος χορηγώντας σπόρο σε αυτόν που σπέρνει και άρτο για τροφή. Εξήντα χρόνια είναι όπου μου φέρνει την τροφή ο κόρακας αυτός, όπως είδες και όχι ένα άρτο, αλλά το μισό και σήμερα για την παρουσία σου διπλασίασε ο αγαθός Τροφεύς και Δεσπότης την τροφή.
Άγιος Αντώνιος και Άγιος Παύλος ο Θηβαίος. Τοιχογραγία του 17ου αιώνα μ.Χ. στην Ιερά Mονή Ξηροποτάμου, Άγιον Όρος
Ευχαρίστησαν τον Θεό και οι δυο και πήγαν στην πηγή να δειπνήσουν («παξιμαδήσουσι»). «Και φιλονικούντες ώραν πολλήν ως ταπεινόφρονες, συνερίζουνταν τις να κόψη τον άρτον, να ευλογήση την τράπεζαν, κι επροτίμα ένας τον άλλον τους»… «Τέλος, συμφώνως έλαβε πας ένας τον άρτον από το ένα μέρος.» Και τον έκοψαν μαζί εις το Όνομα του Κυρίου. …Αφού έφαγαν, έκαναν αγρυπνία όλη την νύκτα, προσευχόμενοι και δοξολογούντες τον Κύριο, και το πρωί είπε ο Παύλος προς τον Αντώνιο. Είναι πολλές μέρες, όπου μου απεκάλυψε ο Κύριος μας, ότι κατοικείς σε αυτή την έρημο, και μου υποσχέθηκε ότι θα σε ιδώ προτού τελειώσει η ζωή μου. Τώρα λοιπόν κατά την υπόσχεση σε απέστειλε να ενταφιάσεις το σώμα μου.
Όσιος Παύλος ο Θηβαίος
Όταν άκουσε αυτά ο Μέγας Αντώνιος, έτρεχαν τα δάκρυα του σαν ποτάμι, κλαίοντας για τον χωρισμό και τον παρακαλούσε θερμά να κάνη δέηση προς τον Κύριο, για να πάει και αυτός στην συνοδεία του. Σε παρακαλώ για την αγάπη μου, να μην βαρεθείς μέσα στους άλλους κόπους σου, αλλά να μου φέρεις τον μανδύα που σου έδωσε ο Επίσκοπος (Μέγας) Αθανάσιος, διότι έχω πολλή ευλάβεια να ενταφιάσεις με εκείνον το λείψανό μου. Αυτό, βέβαια, το έλεγε ο Παύλος μόνον ως πρόφαση, ώστε να μην είναι παρών κατά την κοίμησή του ο Αντώνιος και λυπηθεί περισσότερο. Και ούτε είχε ανάγκη από το ιμάτιο κατά τον θάνατο. Θαυμάζοντας ο Αντώνιος το «προορατικόν πνεύμα» του Οσίου, τον ευλαβείτο ως Άγγελο και δακρύζοντας του φίλησε τα χέρια και τα μάτια. Και ζητώντας του συγχώρεση, έφυγε γρήγορα για το κελί του.
Όσιος Παύλος ο Θηβαίος
Αφού πήρε λίγη τροφή επήρε τον μανδύα που του είπε και έτρεχε γρήγορα προς αυτό που επιθυμούσε, διψώντας τον Παύλο, βλέποντας προς τον Παύλο, “τον οποίον είχεν τροφήν σώματος, πνοήν και αναψυχήν της ψυχής του”.. Προσπαθούσε όσο μπορούσε πιο γρήγορα να περπατήσει, επειδή φοβόταν μήπως και δεν τον φθάσει ζωντανό για να πάρει την ευλογία του.
Αφού περπάτησε όλη την πρώτη ημέρα και μέρος από την δεύτερη, είδε στο δρόμο με τους νοερούς οφθαλμούς της ψυχής του τάγματα, Αγγέλων, Προφητών και χορούς Αποστόλων, στρατεύματα Μαρτύρων και Όσιων και μαζί με αυτούς, την ψυχή του Παύλου να λάμπει περισσότερο από το χιόνι, την οποίαν πήγαιναν με πολλή χαρά στα ουράνια. Όταν είδε αυτά έπεσε με το πρόσωπο στην γη, και αφού έβαλε άμμο στο κεφάλι του, κτυπούσε το πρόσωπο του “οδυρόμενος”. Αφού έκλαψε πολλή ώρα, έτρεχε και αισθανόταν τόσο δύναμη στο σώμα του, σαν να ήταν νέος και ακόμη περισσότερο.
Μέγας Αντώνιος και Όσιος Παύλος ο Θηβαίος. Φορητή εικόνα του 16ου αιώνα
Όταν έφθασε στο σπήλαιο, βρήκε τον Όσιο γονατιστό και είχε προς τον ουρανό υψωμένα τα χέρια του και το πρόσωπο. Επειδή νόμισε λοιπόν ότι ήταν ακόμη ζωντανός και προσευχόταν, συμπροσευχόταν και αυτός πολλή ώρα και έβλεπε με προσοχή εάν κουνηθεί κάποιο μέλος του Αγίου ή αν στενάξει ή αν κάνη κάτι που κάνουν οι ζωντανοί, για να γνωρίσει την αλήθεια. Αφού πέρασε πολύ ώρα και καθόλου δεν κινήθηκε, κατάλαβε ότι τελείωσε προσευχόμενος. Τότε πήγε με πολλή ευλάβεια και αγκάλιασε εκείνο το σεβασμιότατο λείψανο και συνεχώς το ασπάζονταν, κλαίοντας επειδή δεν τον γνώρισε πολύ πιο μπροστά για να απολαύσει την συνομιλία του προς ψυχική του ωφέλεια. Αφού τύλιξε αυτό με τον μανδύα, που έφερε, είπε τους συνήθεις ψαλμούς και όσα τροπάρια ήξευρε και θέλοντας να τον ενταφιάσει δεν ήξερε πως να σκάψει την γη επειδή δεν πήρε μαζί του κάποιο εργαλείο όταν αναχώρησε από το κελί του.
Άγιος Αντώνιος και Άγιος Παύλος ο Θηβαίος
Στεκόταν λοιπόν στεναχωρημένος, σκεπτόμενος να μην φύγει “έως να του στείλη ο Κύριος εξ ύψους βοήθειαν”. Τότε βλέπει να έρχονται τρέχοντας προς αυτόν δύο “φοβερώτατοι” λέοντες από το βάθος της έρημου . Στην αρχή μεν φοβήθηκε σαν άνθρωπος. Αλλά στήριξε την καρδιά του προς τον Κύριο κι έμεινε χωρίς φόβο. Τα δε λιοντάρια αφού πλησίασαν πρώτα στον μακάριο Παύλο κουνούσαν τις ουρές τους και με τις γλώσσες τους, έγλειφαν τα πόδια του, σαν να ήταν ζωντανός. Έπειτα όταν κατάλαβαν ότι ο Άγιος είχε τελειώσει, μούγκρισαν πέφτοντας στα πόδια του με πολλή θλίψη σαν άνθρωποι. Ο δε Όσιος θαύμασε βλέποντας ότι και τα θηρία είχαν στεναχωρηθεί για την αναχώρηση του Παύλου. “Αφού δε επέρασεν ολίγον η λύπη τους, ηγέρθησαν” και έσκαψαν την γη με τα νύχια τους κάνοντας τάφο ίσα ακριβώς με το λείψανο, και έβγαλαν το χώμα με τα πόδια τους. Έπειτα πήγαν στον Αντώνιο σαν να του ζητούσαν ευλογία “δια τον μισθόν του κόπου τους”, κουνώντας τις ουρές τους και τα αυτιά τους και έβαλαν κάτω το κεφάλι τους και έκαναν και άλλα τέτοια σχήματα.
Άγιος Παύλος ο Θηβαίος (κοίμησιος). Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β ‘
Ο δε Όσιος Αντώνιος αφού ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό αυτά προσευχήθηκε: «Κύριε ο Θεός που τα γνωρίζεις όλα, που χωρίς την εντολή Σου ούτε φύλλο από το δένδρο δεν πέφτει, ούτε πουλί στην γη δεν κατεβαίνει, Συ Κύριε, όπως γνωρίζεις, δώσε και τον μισθό στα θηρία αυτά». Αυτά αφού είπε ο θείος Αντώνιος, έκανε με το χέρι του σημείο στα λιοντάρια για να αναχωρήσουν. Αυτά αφού πήγαν πάλι στο ιερό λείψανο του Παύλου και κατεσπάσθηκαν αυτό αναχώρησαν.
Ο δε Αντώνιος, βαστάζοντας το ιερό λείψανο το ενταφίασε το έτος 341, στις 15 Ιανουαρίου. Ο Άγιος Παύλος γεννήθηκε το έτος 227 στην Θηβαΐδα της Αιγύπτου, το δε έτος 250 έφυγε στην έρημο. Έζησε δε στο σπήλαιο 91 έτη, όλα δε τα χρόνια του ήσαν 114.
Μέγας Αντώνιος. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στην Ιερά Μονή Παντοκράτορος Αγίου Όρους
Περίμενε δε ο Μέγας Αντώνιος ακόμη μία ημέρα, για να δη εάν έλθει πάλι ο κόρακας με τον άρτο, αλλά δεν φάνηκε. Και αφού έγινε κληρονόμος της στολής του Οσίου Παύλου, επήρε εκείνο το ένδυμα των φοινίκων και επέστρεψε στο Μοναστήρι διηγούμενος στους Μοναχούς όλα τα προηγούμενα, την δε στολή του Οσίου Παύλου την είχε σε τόση μεγάλη τιμή και καύχημα, ώστε την φορούσε το Άγιον Πάσχα και τις άλλες μεγάλες εορτές.
[…] «Οι “Βίοι των Αγίων” δεν είναι άλλο, παρά η ζωή του Χριστού, η επαναλαμβανόμενη σε κάθε άγιο, λίγο ή πολύ, κατά τούτον ή εκείνον τον τρόπον. Ή ακριβέστερα, είναι η ζωή του Χριστού παρατεινόμενη δια των αγίων… Η ζωή των αγίων είναι στην πραγματικότητα αυτή η ζωή του Θεανθρώπου Χριστού, η οποία διοχετεύεται εις τους ακολουθούντας Αυτόν και βιούται από αυτούς εν τη Εκκλησία Του…».
[…] «Πράξεις των αγίων Αποστόλων». Αυτές περιέχουν ό,τι δίδαξε ο Χριστός και η βίωση της ζωής Του από τους Αποστόλους, η οποία μεταδόθηκε μέσα στην Εκκλησία. Οι δε “Βίοι των Αγίων”είναι συνεπώς συνέχιση των “Πράξεων των Αποστόλων”… «Μέσα σ’ αυτούς συναντά κανείς το ίδιο το Ευαγγέλιο, την ίδια τη ζωή, την ίδια αλήθεια, την ίδια δικαιοσύνη, την ίδια αγάπη, την ίδια πίστη, την ίδια αιωνιότητα, την ίδια “δύναμιν εξ ύψους”, τον ίδιον Θεόν και Κύριον». Αυτή είναι και η Παράδοση της Εκκλησίας.
«Οι “Βίοι των Αγίων” δεν είναι άλλο, παρά οι ευαγγελικές θείες αλήθειες, που μεταφέρθηκαν στην ανθρώπινη ζωή μας διά της χάριτος και των ασκήσεων. Δεν υπάρχει ευαγγελική αλήθεια, η οποία να μην μπορεί να μεταβληθεί σε ζωή. Όλες οι αλήθειες αυτές δόθηκαν από το Χριστό για ένα σκοπό: για να γίνουν ζωή μας, πραγματικότητά μας, κτήμα δικό μας, χαρά μας. Και οι άγιοι, όλοι τους μέχρις ενός, ζουν αυτές τις θείες αλήθειες ως κέντρο της ζωής τους και ως την ουσία του είναι τους. Ακριβώς γι` αυτό “Βίοι των Αγίων”αποτελούν απόδειξη και μαρτυρία ότι η καταγωγή μας είναι από τον ουρανό. Ότι εμείς δεν είμαστε απ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά από τον άλλο. Ότι ο άνθρωπος είναι αληθινός άνθρωπος μόνο “εν τω Θεώ”. Ότι ζούμε επάνω στη γη διά του ουρανού. Ότι «ἡμῶν τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλ. 3,20) και ότι ο σκοπός μας είναι να ουρανώσουμε τον εαυτό μας, τρεφόμενοι με τον “ουράνιον άρτον” τον καταβάντα εκ του ουρανού εις την γην…».
(απὸ τὸ βιβλίο: “ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ”, Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς)