Ἀγρυπνία πάντων τῶν ἐν Μητροπόλει Μόρφου διαλαμψάντων καὶ ἐξαιρέτως τιμωμένων ἁγίων στὸν ἱερὸ ναὸ Ὁσίων Βαρνάβα καὶ Ἱλαρίωνος στὴν Περιστερώνα Μόρφου (Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026, 7:00 μ.μ.)

Φέρεται εἰς γνῶσιν τοῦ εὐσεβοῦς πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας ὅτι τὴν Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2026 καὶ ὥρα 7:00 μ.μ., θὰ τελεσθεῖ στὸν ἱερὸ ναὸ Ὁσίων Βαρνάβα καὶ Ἱλαρίωνος στὴν Περιστερώνα (Μόρφου), Ἀγρυπνία μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς πάντων τῶν ἐν Μητροπόλει Μόρφου διαλαμψάντων καὶ ἐξαιρέτως τιμωμένων ἁγίων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Ἀγρυπνίας θὰ ἐκτίθενται πρὸς προσκύνηση τὰ λείψανα ὅλων τῶν τιμωμένων Ἁγίων τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου. Τῆς ἀκολουθίας τῆς Ἀγρυπνίας θὰ προστεῖ ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος.

Ἅγ. Ἰάκωβος: Εἶδα τὴ μητέρα μου νὰ μοῦ λέει «γιατί Ἰάκωβέ δὲν μοῦ ἔδωσες τὴ μερίδα μου καὶ πεινάω;»

Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος (Τσαλίκης) συνομιλεῖ μὲ τὴν κεκοιμημένη μητέρα του Θεοδώρα, ἡ ὁποία τοῦ ἐμφανίστηκε μετὰ τὸ πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας νὰ κάθεται μέσα στὸ φέρετρό της , καὶ νὰ τοῦ λέει ὅτι ξέχασε νὰ τῆς δώσει τὴ μερίδα της κατὰ τὴν ἀκολουθία τῆς ἁγίας Προσκομιδῆς ποὺ γίνεται στὴν ἁγία Πρόθεση…

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών και Θαυματουργού Λέοντος Eπισκόπου Kατάνης (20 Φεβρουαρίου)

Άγιος Λέων, Επίσκοπος Κατάνης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών και Θαυματουργού Λέοντος Eπισκόπου Kατάνης

O μεν νεκρός, Λέοντος, ει δ’ οίου πύθη,
Πάντως ερούμεν, του προέδρου Kατάνης.
Eικάδι αμφί Λέοντα χυτήν επί γαίαν έχευσαν
(ήτοι ενταφίασαν).

Άγιος Λέων, Επίσκοπος Κατάνης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους Λέοντος του Σοφού εν έτει ωπϛ΄ [886], εκατάγετο δε από την Pάβεναν πόλιν της Iταλίας, υιός γονέων ευσεβών ομού και ευγενών. Διά δε την της ζωής του καθαρότητα, επέρασεν όλους τους βαθμούς της ιερωσύνης, γενόμενος Aναγνώστης, Yποδιάκονος, Διάκονος, και Πρεσβύτερος. Tελευταίον δε, με θεϊκήν ψήφον έγινε και Eπίσκοπος της μητροπόλεως Kατάνης, η οποία ευρίσκεται κατά την περίφημον νήσον της Σικελίας, όπου ευρίσκεται και το βουνόν της Aίτνης, το οποίον ξερνά φλόγας πυρός έως και την σήμερον. Oύτος λοιπόν ο μακάριος, ως λέων πεποιθώς κατά το όνομά του, και ζήλον έχων διά το καλόν και την αρετήν, έλαμψεν ωσάν ένας φωστήρ εις εκείνα τα μέρη. Διά τούτο των ψυχών επιμελείτο, των χηρών ήτον προστάτης, τους πτωχούς επαρηγόρει, το σκότος της πλάνης εδίωκε, και με την προσευχήν του εκρήμνισεν εις την γην ένα ειδωλικόν άγαλμα.

Oύτος έκτισε και Nαόν μεγαλώτατον εις το όνομα της καλλινίκου Mάρτυρος Λουκίας της εκ Σικελίας, με εδικά του φιλοτεχνήματα1, και κατέκαυσε τον μάγον και τερατοποιόν Hλιόδωρον. Eπειδή γαρ αυτός δεν έπαυεν από το να ενοχλή όλους τους εκεί ευρισκομένους Xριστιανούς, τέρατα ποιών ψευδή και κατά φαντασίαν, ύστερον δε επεχείρισε να φερθή και εναντίον της του Xριστού Eκκλησίας. Tούτου χάριν ο μακάριος ούτος Λέων, επίασε τον τερατοποιόν εκείνον με κάθε σπουδήν και μηχανήν, και δέσας αυτόν με το ιερόν επιτραχήλιόν του, επρόσταξε και έγινε μεγάλη πυρκαϊά εις το μέσον της πόλεως. Kαι αφ’ ου ο Άγιος εδημοσίευσε και εθεάτρισε κάθε μαγείαν, οπού έκαμνεν εκείνος ο παράφρων, ηθέλησε να παραστήση καθαρώς εις όλους την εδικήν του μεν ευσέβειαν και αλήθειαν, εκείνου δε του αλιτηρίου, την δαιμονιώδη κακοτεχνίαν. Tαύτα, λέγω, θέλωντας να παραστήση ο Άγιος, εμβήκε μαζί με τον Hλιόδωρον μέσα εις την πυρκαϊάν, και δεν ευγήκεν έξω από αυτήν, έως ου κατεκαύθη τελείως ο άθλιος εκείνος και δείλαιος.

Άγιος Λέων, Επίσκοπος Κατάνης

Tούτο το θαύμα έκαμε να εκπλαγούν άπαντες, διότι όχι μόνον ο Άγιος έμεινεν άφλεκτος από την φωτίαν, αλλ’ ουδέ εις τα ιερά του άμφια ήγγισεν όλως η φωτία. Όθεν επειδή η φήμη του τοιούτου θαύματος έφθασεν εις τα πέρατα του κόσμου, διά τούτο και οι αυτοκράτορες Λέων ο Σοφός, και Kωνσταντίνος ο υιός του, ακούσαντες, έστειλαν και έφερον τον Άγιον εις Kωνσταντινούπολιν. Oι οποίοι πιάνοντες τους ιερούς πόδας του, παρεκάλουν αυτόν να δέεται του Θεού διά λόγου των. Oύτος ο Άγιος όχι μόνον ζωντανός ήτον μέγιστος εις τα θαύματα, αλλά και αφ’ ου απέθανε και ενταφιάσθη, ενήργει περισσότερα θαυμάσια. (Tον κατά πλάτος Bίον τούτου όρα εις τον Nέον Παράδεισον.)

Σημείωση

1. Aύτη η Aγία Λουκία εορτάζεται κατά την δεκάτην τρίτην του Δεκεμβρίου, ότε και το Συναξάριον αυτής γράφεται.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Σαδώκ Eπισκόπου και των συν αυτώ τελειωθέντων Aγίων, τον αριθμόν όντων εκατόν εικοσιοκτώ (20 Φεβρουαρίου)

Μαρτύριο του Aγίου Iερομάρτυρος Σαδώκ Eπισκόπου και των συν αυτώ τελειωθέντων Aγίων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Σαδώκ Eπισκόπου και των συν αυτώ τελειωθέντων Aγίων, τον αριθμόν όντων εκατόν εικοσιοκτώ

Φέρει συν οκτώ και Σαδώκ Eπισκόπω,
H δωδεκαπλή Mαρτύρων δεκάς ξίφος.

Μαρτύριο του Aγίου Iερομάρτυρος Σαδώκ Eπισκόπου και των συν αυτώ τελειωθέντων Aγίων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτοι οι Άγιοι εμαρτύρησαν εις την Περσίαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Σαβωρίου εν έτει τλ΄ [330]. Oμολογήσαντες γαρ την εις Xριστόν πίστιν, απεκεφαλίσθησαν. Iστορείται δε, ότι ο Άγιος Σαδώκ προ του να πιασθή και προ του να μαρτυρήση, είδεν εις το όνειρόν του τον προ αυτού Iερομάρτυρα Άγιον Συμεών1, ο οποίος εστέκετο επάνω εις σκάλαν υψηλήν, και επαρακίνει αυτόν εις το να αναβή. Eφανέρονε δε με τούτο, ως φαίνεται, την διά του μαρτυρίου τούτου ανάβασιν.

Σημείωση

1. Oύτος φαίνεται ότι είναι ο Σελευκείας και Kτησιφώντος Eπίσκοπος, τον οποίον διέβαλον οι Iουδαίοι προς τον Σαβώριον. Όρα τον Mελέτιον, τόμ. α΄, σελ. 343. Eορτάζεται δε κατά την δεκάτην εβδόμην του Aπριλλίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Aγάθωνος Πάπα Pώμης (20 Φεβρουαρίου)

Άγιος Αγάθων, Πάπας Ρώμης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Aγάθωνος Πάπα Pώμης

Pώμης Aγάθων οίακας διευθύνας,
Πρύμναν έκρουσε (ήτοι εγύρισε) προς νοητούς λιμένας.

Άγιος Αγάθων, Πάπας Ρώμης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών και θαυματουργός Aγάθων, εκατάγετο από την Iταλίαν, υιός ων γονέων ευσεβών τε και ευλαβών, εν έτει χν΄ [650]. Oι δε γονείς του έκαμαν κόπον και εδίδαξαν αυτόν όλην την αγίαν και θεόπνευστον Γραφήν. Aπό την οποίαν τόσον ωφελήθη και κατενύχθη ο αοίδιμος, ώστε οπού, αφ’ ου οι γονείς του απέθανον, εσύναξεν όλον τον πλούτον τους, και τον διεμοίρασε τοις πτωχοίς εις μίαν ημέραν. Mετά ταύτα δε επήγεν εις ένα Mοναστήριον και έγινε Mοναχός. Όθεν εδούλευεν εις τον Θεόν νύκτα και ημέραν και υπέρ του κόσμου προσηύχετο. Eις τόσην δε αρετήν έφθασεν, ώστε οπού και χάριν των ιαμάτων παρά Kυρίου έλαβεν. Eπειδή δε η αρετή δεν δύναται να κρυφθή, διά τούτο έγινε και Πάπας της Pώμης. Kαλώς λοιπόν διαλάμψας εις το του Eπισκόπου αξίωμα, προς Kύριον εξεδήμησεν1.

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι εν τω καιρώ της επισκοπής του Πάπα Aγάθωνος, συνεκροτήθη η αγία και Oικουμενική Έκτη Σύνοδος κατά Mονοθελητών, εν έτει 680. Aντί δε του Aγάθωνος ήτον έξαρχοι εν τη Συνόδω εκείνη Θεόδωρος και Σέργιος οι Πρεσβύτεροι, συν Iωάννη Διακόνω.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της Αγίας Οσιομάρτυρος Φιλοθέης της Αθηναίας (19 Φεβρουαρίου)

Μνήμη της Αγίας Οσιομάρτυρος Φιλοθέης της Αθηναίας

Όρπηξ Αθηνών εστίν η Φιλοθέη,
Εχθρόν βαλούσα σταυρού τη πανοπλία.

Η Αγία Φιλοθέη γεννήθηκε το έτος 1522 μ.Χ. στην τουρκοκρατούμενη τότε Αθήνα. Οι ευσεβείς γονείς της ονομάζονταν Άγγελος και Συρίγα Μπενιζέλου. Η μητέρα της ήταν στείρα και απέκτησε την Αγία μετά από θερμή και συνεχή προσευχή.

Ο Κύριος που ικανοποιεί το θέλημα εκείνων που Τον σέβονται και Τον αγαπούν, άκουσε την δέησή της. Και πράγματι, μια ημέρα η Συρίγα μπήκε κατά την συνήθειά της στο ναό της Θεοτόκου για να προσευχηθεί και από τον κόπο της έντονης και επίμονης προσευχής την πήρε για λίγο ο ύπνος. Τότε ακριβώς είδε ένα θαυμαστό όραμα. Ένα φως ισχυρό και λαμπρό βγήκε από την εικόνα της Θεομήτορος και εισήλθε στην κοιλιά της. Έτσι ξύπνησε αμέσως και έκρινε ότι το όραμα αυτό σήμαινε στην ικανοποίηση του αιτήματός της. Έτσι κι έγινε. Ύστερα από λίγο καιρό η Συρίγα έμεινε έγκυος και έφερε στον κόσμο τη μονάκριβη θυγατέρα της.

Μαζί με την Χριστιανική ανατροφή, έδωσαν στην μοναχοκόρη τους και κάθε δυνατή, για την εποχή εκείνη, μόρφωση. Έτσι η Ρηγούλα (ή Ρεβούλα, δηλαδή Παρασκευούλα), αυτό ήταν το όνομά της προτού γίνει μοναχή, όσο αύξανε κατά την σωματική ηλικία, τόσο προέκοπτε και κατά την ψυχή, όπως λέει το συναξάρι της.

Σε ηλικία 14 χρονών, οι γονείς της την πάντρεψαν, παρά την θέλησή της, με έναν από τους άρχοντες της Αθήνας. Αργότερα, αφού πέθαναν οι γονείς και ο σύζυγός της, ήρθε η ώρα να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο πόθο της. Αφιερώνεται εξ ολοκλήρου στον Χριστό, γίνεται μοναχή και παίρνει το όνομα Φιλοθέη.

Κατ’ αρχήν, ύστερα από εντολή του Αγίου Ανδρέα του Πρωτόκλητου, τον οποίο είδε σε όραμα, οικοδόμησε ένα γυναικείο μοναστήρι με αρκετά κελιά, στο οποίο και έδωσε το όνομα του Αγίου για να τον τιμήσει. Στο μοναστήρι πρόσθεσε και άλλα αναγκαία οικοδομήματα και εκτάσεις και το προικοδότησε με μετόχια και υποστατικά, που υπερεπαρκούσαν για τη διατροφή και συντήρηση των μοναζουσών.

Το μοναστήρι αυτό του Αγίου Ανδρέα σωζόταν στην Αθήνα, με τη Χάρη του Θεού, επί πολλά έτη μετά την κοίμηση της Αγίας και ήταν πλουτισμένο, όχι μόνο με υποστατικά και διάφορα μετόχια, αλλά και με πολυειδή χρυσοΰφαντα ιερατικά άμφια και σκεύη, απαραίτητα για τις ετήσιες ιερές τελετές και αγρυπνίες. Προπαντός όμως το μοναστήρι σεμνυνόταν και εγκαλλωπιζόταν με το θησαυρό του τιμίου και αγίου λειψάνου της Αγίας, το οποίο ήταν αποθησαυρισμένο και αποτεθειμένο στο δεξιό μέρος του Ιερού Βήματος, όπου και το ασπάζονταν με ευλάβεια όλοι οι Χριστιανοί. Το τίμιο λείψανο της Αγίας σκορπούσε ευωδία, γεγονός που αποτελούσε εμφανή μαρτυρία και απόδειξη της αγιότητας αυτής.

Το παράδειγμά της, λοιπόν, να αφιερωθεί στον Χριστό, το ακολουθούν και άλλες νέες. Σε λίγο διάστημα, η μονή έφθασε να έχει διακόσιες αδελφές. Η μονή της Οσίας Φιλοθέης γίνεται πραγματικό λιμάνι. Εκεί βρίσκουν προστασία όλοι οι ταλαιπωρημένοι από την σκλαβιά. Εκεί οι άρρωστοι βρίσκουν θεραπεία, οι πεινασμένοι τροφή, οι γέροντες στήριγμα και τα ορφανά στοργή.

Η Οσία, παρά τις αντιδράσεις των Τούρκων, οικοδομεί διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα, νοσηλευτήρια, ορφανοτροφεία, «σχολεῖα διὰ τοὺς παίδας τῶν Ἀθηναίων, διὰ ν’ ἀνοίξη τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν πρὸς τὴν παράδοσιν καὶ τὴν δόξαν τῶν προγόνων των». Πρωτοστατεί σε όλα αυτά τα έργα η ηγουμένη Φιλοθέη. Διδάσκει με τα λόγια και με τη ζωή της. Στηρίζει τους πονεμένους σκλάβους με την προσευχή της. Ιδιαίτερες είναι οι φροντίδες της για να σώσει από τον εξισλαμισμό ή την αρπαγή των Τούρκων τις νέες Ελληνίδες. Το έργο της, κατά βάση εθνικό και θρησκευτικό, ξεπέρασε τα όρια της Αθήνας και έγινε γνωστό σε όλη την Ελλάδα. Αδιαφιλονίκητη ιστορική επιβεβαίωση για το έργο αυτό παρέχει η αλληλογραφία της Φιλοθέης με τη Γερουσία της Βενετίας (1583 μ.Χ.), από την οποία ζητούσε οικονομική βοήθεια.

Η όλη όμως δράση της Αγίας Φιλοθέης εξαγρίωσε κάποτε τους Τούρκους. Κάποια στιγμή την συλλαμβάνουν και εκείνη με πνευματική ανδρεία ομολογεί: «Εγώ διψώ να υπομείνω διάφορα είδη βασανιστηρίων για το όνομα του Χριστού, τον οποίο λατρεύω και προσκυνώ με όλη μου την ψυχή και την καρδιά, ως Θεό αληθινό και άνθρωπο τέλειο και θα σας χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη αν μπορείτε μια ώρα πρωτύτερα να με στείλετε προς Αυτόν με το στεφάνι του μαρτυρίου». Ύστερα από την ηρωική αυτή απάντηση προς τους κατακτητές, όλοι πίστευαν ότι η πανευτυχής και φερώνυμη Φιλοθέη εντός ολίγου θα ετελειούτο διά του μαρτυρικού θανάτου. Όμως, κατά θεία βούληση, την τελευταία σχεδόν στιγμή πρόφθασαν κάποιοι Χριστιανοί και καταπράυναν τον ηγεμόνα με διάφορους τρόπους. Έτσι πέτυχαν να ελευθερώσουν την Αγία.

Αφεθείσα πλέον ελεύθερη, η Αγία Φιλοθέη, επέστρεψε αναίμακτη στο μοναστήρι της, όπως επί Μεγάλου Κωνσταντίνου ο μυροβλύτης Νικόλαος και πολλούς αιώνες αργότερα ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Φρόντιζε δε, όχι μόνο για τη σωτηρία της δικής της ψυχής αλλά και των άλλων, αφού τους μεν ενάρετους τους στερέωνε στην αρετή, τους δε αμαρτωλούς τους βελτίωνε ηθικά και τους οδηγούσε στη μετάνοια. Και αποκλειστικά για το σκοπό αυτό πέρασε στη νήσο Τζια (Κέα), όπου προ πολλού είχε οικοδομήσει μετόχι, για να αποστέλλει εκεί τις μοναχές εκείνες που φοβούνταν για διαφόρους λόγους να διαμένουν στην Αθήνα. Στην Τζια έμεινε αρκετό χρόνο και κατήχησε θεαρέστως τις ασκούμενες αδελφές στην ακριβή τήρηση των κανόνων της μοναστικής ζωής. Μόλις τελείωσε το έργο της εκεί, επέστρεψε και πάλι στην Αθήνα.

«Ἡ Ἁγία Φιλοθέη μετὰ τῆς συνοδίας αὐτῆς ἐν τῇ ἱερᾷ μονῇ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου» (Φώτη Κόντογλου)

Έτσι λοιπόν, η Αγία Φιλοθέη, αφού έφθασε στην τελειότητα και στην πράξη και στην θεωρία, αξιώθηκε από τον Θεό να επιτελεί θαύματα, από τα οποία, προς απόδειξη του θαυματουργικού της χαρίσματος, θα μνημονεύσουμε ένα μόνο, το ακόλουθο: Ζούσε στην εποχή της ένας νέος, ποιμένας προβάτων, ο οποίος από πολύ μικρός είχε συνηθίσει στις κλεψιές και στις ραδιουργίες. Ο νέος αυτός, κατά παραχώρηση του Θεού, κυριεύθηκε από τον Σατανά. Εξ αιτίας τούτου περιφερόταν στα βουνά και στις σπηλιές γυμνός και τετραχηλισμένος, θέαμα όντως ελεεινό. Πολλές φορές, όταν συνερχόταν από την τρέλα, στην οποία τον είχε οδηγήσει ο Σατανάς, σύχναζε στα γύρω μοναστήρια για να βρει θεραπεία στην ασθένειά του. Δεν μπορούσε όμως να πετύχει τίποτε. Κάποιοι, που τον ευσπλαγχνίστηκαν, τον οδήγησαν στην Αγία Φιλοθέη η οποία, ύστερα από πολύ και εκτενή προσευχή τον λύτρωσε από εκείνη τη διαβολική μάστιγα. Έπειτα, αφού το νουθέτησε αρκετά, τον εισήγαγε και στην τάξη των μοναχών. Και έτσι ο νέος εκείνος, αφού εκάρη μοναχός, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του με μετάνοια και άσκηση, θαυμαζόμενος απ’ όλους.

Μάταια οι Τούρκοι προσπαθούν να ανακόψουν την δράση της. Ώσπου μια νύχτα, στις 2 Οκτωβρίου του έτους 1588 μ.Χ., πήγαν στο μονύδριο που είχαν οικοδομήσει στα Πατήσια (έτυχε τότε να εορτάζεται η μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και η Αγία μαζί με τις άλλες αδελφές βρίσκονταν στον ιερό ναό επιτελώντας ολονύκτια αγρυπνία) και πέντε από αυτούς ανέβηκαν στον εξωτερικό τοίχο και πήδησαν μέσα στην αυλή. Στην συνέχεια εισέβαλαν στο ναό, όπου άρπαξαν την Αγία και την μαστίγωσαν με μανία και βαναυσότητα και την εγκαταλείπουν ημιθανή έξω από τη μονή της.

Έξω από το ναό, στα δεξιά της εισόδου του, σώζεται η κολώνα, όπου η Φιλοθέη δέθηκε και μαστιγώθηκε. Οι μοναχές της την μετέφεραν στην κρύπτη της στην Καλογρέζα. Εκεί η Φιλοθέη υποκύπτει στα τραύματά της στις 19 Φεβρουαρίου 1589 μ.Χ.

Είκοσι ημέρες μετά από την κοίμηση της Αγίας, ο τάφος της ευωδίαζε. Ακόμη, όταν μετά από ένα έτος έγινε η ανακομιδή, το τίμιο λείψανό της βρέθηκε σώο και ακέραιο. Επιπλέον ήταν γεμάτο με ευωδιαστό μύρο, τρανή και λαμπρή απόδειξη της θεάρεστης και ενάρετης πολιτείας της, προς δόξα και αίνο του Θεού και καύχημα της πίστεώς μας. Το ιερό λείψανό της βρίσκεται σήμερα στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών. Στο μνήμα της απάνω βρεθήκανε γραμμένα τούτα τα λόγια: «Φιλοθέης υπό σήμα τόδ’ αγνής κεύθει σώμα, ψυχήν δ’ εν μακάρων θήκετο Yψιμέδων».

Η λειψανοθήκη της Οσίας Φιλοθέης, στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών

H Φιλοθέη ανακηρύχθηκε αγία επί Oικουμενικού Πατριάρχου Mατθαίου B΄ (1595 – 1600 μ.Χ.). Ο Nεόφυτος ο μητροπολίτης Aθηνών, αφού εξήτασε και ερεύνησε τα κατά τον βίον και το μαρτύριον της οσίας, σύνταξε αναφορά στο Πατριαρχείο μαζί με τους επισκόπους Kορίνθου και Θηβών και με τους προκρίτους της Aθήνας για να τάξει την οσία Φιλοθέη στους χορούς των αγίων. Σ’ αυτό το συνοδικό έγγραφο είναι γραμμένα και τούτα: «Eπειδή εδηλώθη ασφαλώς ότι το θειότατον σώμα της οσιωτάτης Φιλοθέης ευωδίας πεπληρωμένον εστί και μύρον διηνεκώς εκχείται, αλλά και τοις προσιούσι τε ασθενέσι τε και θεραπείας δεομένοις την ίασιν δίδωσι… τούτου χάριν έδοξε ημίν τε και πάση τη ιερά Συνόδω των καθευρεθέντων ενταύθα αρχιερέων συγγραφήναι και ταύτην εν τω χορώ των οσίων και αγίων γυναικών, ώστε κατ’ έτος τιμάσθαι και πανηγυρίζεσθαι». Tην Aκολουθία της την έγραψε κάποιος σοφός και ευλαβής άνθρωπος που ονομαζόταν Iέραξ. Aνάμεσα στα ωραία εγκώμια είναι και τούτο: «Δαυΐδ γαρ το πράον έσχες και Σολομώντος, σεμνή, την σοφίαν, Σαμψών την ανδρείαν, και Aβραάμ το φιλόξενον, υπομονήν τε Iώβ, του Προδρόμου δε θείαν άσκησιν…».

Πηγή: https://saint.gr/3757/saint.aspx

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ)
Καθολικῆς Ἐπιστολῆς Ἰούδα τὸ Ἀνάγνωσμα
11-25

Ἀγαπητοί, οὐαὶ τοῖς ἀσεβἐσιν, ὅτι τῇ ὁδῷ τοῦ Κάϊν ἐπορεύθησαν, καὶ τῇ πλάνῃ τοῦ Βαλαὰμ μισθοῦ ἐξεχύθησαν, καὶ τῇ ἀντιλογίᾳ τοῦ Κορὲ ἀπώλοντο. Οὗτοί εἰσιν ἐν ταῖς ἀγάπαις ὑμῶν σπιλάδες, συνευωχούμενοι ἀφόβως, ἑαυτοὺς ποιμαίνοντες, νεφέλαι ἄνυδροι ὑπὸ ἀνέμων παραφερόμεναι· δένδρα φθινοπωρινά, ἄκαρπα, δὶς ἀποθανόντα, ἐκριζωθέντα· κύματα ἄγρια θαλάσσης ἐπαφρίζοντα τὰς ἑαυτῶν αἰσχύνας· ἀστέρες πλανῆται, οἷς ὁ ζόφος τοῦ σκότους εἰς τὸν αἰῶνα τετήρηται. Προεφήτευσε δὲ καὶ τούτοις ἕβδομος ἀπὸ ᾽Αδὰμ ᾽Ενὼχ λέγων· Ἰδοὺ, ἦλθε Κύριος ἐν ἁγίαις μυριάσιν αὐτοῦ, ποιῆσαι κρίσιν κατὰ πάντων καὶ ἐλέγξαι πάντας τοὺς ἀσεβεῖς αὐτῶν περὶ πάντων τῶν ἔργων ἀσεβείας αὐτῶν ὧν ἠσέβησαν καὶ περὶ πάντων τῶν σκληρῶν ὧν ἐλάλησαν κατ᾽ αὐτοῦ ἁμαρτωλοὶ ἀσεβεῖς. Οὗτοί εἰσι γογγυσταί, μεμψίμοιροι, κατὰ τὰς ἐπιθυμίας αὐτῶν πορευόμενοι, καὶ τὸ στόμα αὐτῶν λαλεῖ ὑπέρογκα, θαυμάζοντες πρόσωπα ὠφελείας χάριν. ῾Υμεῖς δέ, ἀγαπητοί, μνήσθητε τῶν ῥημάτων τῶν προειρημένων ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ὅτι ἔλεγον ὑμῖν ὅτι ἐν ἐσχάτῳ χρόνῳ ἔσονται ἐμπαῖκται κατὰ τὰς ἑαυτῶν ἐπιθυμίας πορευόμενοι τῶν ἀσεβειῶν. Οὗτοί εἰσιν οἱ ἀποδιορίζοντες, ψυχικοί, Πνεῦμα μὴ ἔχοντες. ῾Υμεῖς δέ, ἀγαπητοί, τῇ ἁγιωτάτῃ ὑμῶν πίστει ἐποικοδομοῦντες ἑαυτούς, ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ προσευχόμενοι, ἑαυτοὺς ἐν ἀγάπῃ Θεοῦ τηρήσατε, προσδεχόμενοι τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, εἰς ζωὴν αἰώνιον. Καὶ οὓς μὲν ἐλεεῖτε διακρινόμενοι, οὓς δὲ ἐν φόβῳ σῴζετε, ἐκ τοῦ πυρὸς ἁρπάζοντες, μισοῦντες καὶ τὸν ἀπὸ τῆς σαρκὸς ἐσπιλωμένον χιτῶνα. Τῷ δὲ δυναμένῳ φυλάξαι αὐτοὺς ἀπταίστους καὶ στῆσαι κατενώπιον τῆς δόξης αὐτοῦ ἀμώμους ἐν ἀγαλλιάσει, μόνῳ σοφῷ Θεῷ καὶ Σωτῆρι ἡμῶν, δόξα καὶ μεγαλωσύνη, κράτος καὶ ἐξουσία καὶ νῦν καὶ εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
23: 1-31, 33, 44-56

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀπήγαγον τὸν Ἰησοῦν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ ἐπὶ τὸν Πιλᾶτον. ἤρξαντο δὲ κατηγορεῖν αὐτοῦ λέγοντες· Τοῦτον εὕρομεν διαστρέφοντα τὸ ἔθνος καὶ κωλύοντα Καίσαρι φόρους διδόναι, λέγοντα ἑαυτὸν Χριστὸν βασιλέα εἶναι. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἠρώτησεν αὐτὸν λέγων· Σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ ἔφη· Σὺ λέγεις. ὁ δὲ Πιλᾶτος εἶπε πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ὄχλους ὅτι οὐδὲν εὑρίσκω αἴτιον ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ. οἱ δὲ ἐπίσχυον λέγοντες ὅτι ἀνασείει τὸν λαὸν διδάσκων καθ’ ὅλης τῆς Ἰουδαίας, ἀρξάμενος ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἕως ὧδε. Πιλᾶτος δὲ ἀκούσας Γαλιλαίαν ἐπηρώτησεν εἰ ὁ ἄνθρωπος Γαλιλαῖός ἐστι· καὶ ἐπιγνοὺς ὅτι ἐκ τῆς ἐξουσίας Ἡρῴδου ἐστὶν, ἀνέπεμψεν αὐτὸν πρὸς Ἡρῴδην, ὄντα καὶ αὐτὸν ἐν Ἱεροσολύμοις ἐν ταύταις ταῖς ἡμέραις. ὁ δὲ Ἡρῴδης ἰδὼν τὸν Ἰησοῦν ἐχάρη λίαν· ἦν γὰρ ἐξ ἱκανοῦ θέλων ἰδεῖν αὐτὸν διὰ τὸ ἀκούειν αὐτὸν πολλὰ περὶ αὐτοῦ, καὶ ἤλπιζέ τι σημεῖον ἰδεῖν ὑπ’ αὐτοῦ γινόμενον. ἐπηρώτα δὲ αὐτὸν ἐν λόγοις ἱκανοῖς· αὐτὸς δὲ οὐδὲν ἀπεκρίνατο αὐτῷ. εἱστήκεισαν δὲ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐντόνως κατηγοροῦντες αὐτοῦ. ἐξουθενήσας δὲ αὐτὸν ὁ Ἡρῴδης σὺν τοῖς στρατεύμασιν αὐτοῦ καὶ ἐμπαίξας, περιβαλὼν αὐτὸν ἐσθῆτα λαμπρὰν ἀνέπεμψεν αὐτὸν τῷ Πιλάτῳ. ἐγένοντο δὲ φίλοι ὅ τε Ἡρῴδης καὶ ὁ Πιλᾶτος ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ μετ’ ἀλλήλων· προϋπῆρχον γὰρ ἐν ἔχθρᾳ ὄντες πρὸς ἑαυτούς. Πιλᾶτος δὲ συγκαλεσάμενος τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντας καὶ τὸν λαὸν εἶπε πρὸς αὐτούς· Προσηνέγκατέ μοι τὸν ἄνθρωπον τοῦτον ὡς ἀποστρέφοντα τὸν λαόν, καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἐνώπιον ὑμῶν ἀνακρίνας οὐδὲν εὗρον ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ αἴτιον ὧν κατηγορεῖτε κατ’ αὐτοῦ. ἀλλ’ οὐδὲ Ἡρῴδης· ἀνέπεμψα γὰρ ὑμᾶς πρὸς αὐτὸν· καὶ ἰδοὺ οὐδὲν ἄξιον θανάτου ἐστὶ πεπραγμένον αὐτῷ. παιδεύσας οὖν αὐτὸν ἀπολύσω. ἀνάγκην δὲ εἶχεν ἀπολύειν αὐτοῖς κατὰ ἑορτὴν ἕνα. ἀνέκραξαν δὲ παμπληθεὶ λέγοντες· Αἶρε τοῦτον, ἀπόλυσον δὲ ἡμῖν Βαραββᾶν· ὅστις ἦν διὰ στάσιν τινὰ γενομένην ἐν τῇ πόλει καὶ φόνον βεβλημένος εἰς τὴν φυλακὴν. πάλιν οὖν ὁ Πιλᾶτος προσεφώνησε, θέλων ἀπολῦσαι τὸν Ἰησοῦν. οἱ δὲ ἐπεφώνουν λέγοντες· Σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν. ὁ δὲ τρίτον εἶπε πρὸς αὐτούς· Τί γὰρ κακὸν ἐποίησεν οὗτος; οὐδὲν ἄξιον θανάτου εὗρον ἐν αὐτῷ· παιδεύσας οὖν αὐτὸν ἀπολύσω. οἱ δὲ ἐπέκειντο φωναῖς μεγάλαις αἰτούμενοι αὐτὸν σταυρωθῆναι, καὶ κατίσχυον αἱ φωναὶ αὐτῶν καὶ τῶν ἀρχιερέων. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐπέκρινε γενέσθαι τὸ αἴτημα αὐτῶν, ἀπέλυσε δὲ αὐτοῖς τὸν Βαραββᾶν τὸν διὰ στάσιν καὶ φόνον βεβλημένον εἰς τὴν φυλακὴν, ὃν ᾐτοῦντο, τὸν δὲ Ἰησοῦν παρέδωκε τῷ θελήματι αὐτῶν. Καὶ ὡς ἀπήγαγον αὐτόν, ἐπιλαβόμενοι Σίμωνός τινος Κυρηναίου, ἐρχομένου ἀπ’ ἀγροῦ, ἐπέθηκαν αὐτῷ τὸν σταυρὸν φέρειν ὀπίσω τοῦ Ἰησοῦ. Ἠκολούθει δὲ αὐτῷ πολὺ πλῆθος τοῦ λαοῦ καὶ γυναικῶν, αἳ καὶ ἐκόπτοντο καὶ ἐθρήνουν αὐτόν. στραφεὶς δὲ πρὸς αὐτὰς ὁ Ἰησοῦς εἶπε· Θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, μὴ κλαίετε ἐπ’ ἐμέ, πλὴν ἐφ’ ἑαυτὰς κλαίετε καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ὑμῶν. ὅτι ἰδοὺ ἔρχονται ἡμέραι ἐν αἷς ἐροῦσι· μακάριαι αἱ στεῖραι καὶ κοιλίαι αἳ οὐκ ἐγέννησαν, καὶ μαστοὶ οἳ οὐκ ἐθήλασαν. τότε ἄρξονται λέγειν τοῖς ὄρεσι, πέσετε ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ τοῖς βουνοῖς, καλύψατε ἡμᾶς· ὅτι εἰ ἐν τῷ ὑγρῷ ξύλῳ ταῦτα ποιοῦσιν, ἐν τῷ ξηρῷ τί γένηται; Καὶ ὅτε ἀπῆλθον ἐπὶ τὸν τόπον τὸν καλούμενον Κρανίον, ἐκεῖ ἐσταύρωσαν αὐτὸν ἦν δὲ ὡσεὶ ὥρα ἕκτη καὶ σκότος ἐγένετο ἐφ’ ὅλην τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης, καὶ ἐσκοτίσθη ὁ ἥλιος· καὶ ἐσχίσθη τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ μέσον· καὶ φωνήσας φωνῇ μεγάλῃ ὁ Ἰησοῦς εἶπε· Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παραθήσομαι τὸ πνεῦμά μου· καὶ ταῦτα εἰπὼν ἐξέπνευσεν. ἰδὼν δὲ ὁ ἑκατόνταρχος τὸ γενόμενον ἐδόξασε τὸν Θεὸν λέγων· Ὄντως ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος ἦν. καὶ πάντες οἱ συμπαραγενόμενοι ὄχλοι ἐπὶ τὴν θεωρίαν ταύτην, θεωροῦντες τὰ γενόμενα, τύπτοντες ἑαυτῶν τὰ στήθη ὑπέστρεφον. εἱστήκεισαν δὲ πάντες οἱ γνωστοὶ αὐτοῦ ἀπὸ μακρόθεν, καὶ γυναῖκες αἱ συνακολουθήσασαι αὐτῷ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας, ὁρῶσαι ταῦτα. Καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι Ἰωσὴφ, βουλευτὴς ὑπάρχων καὶ ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ δίκαιος – οὗτος οὐκ ἦν συγκατατεθειμένος τῇ βουλῇ καὶ τῇ πράξει αὐτῶν – ἀπὸ Ἁριμαθαίας πόλεως τῶν Ἰουδαίων, ὃς προσεδέχετο καὶ αὐτὸς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, οὗτος προσελθὼν τῷ Πιλάτῳ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ καθελὼν αὐτὸ ἐνετύλιξε σινδόνι καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ἐν μνήματι λαξευτῷ, οὗ οὐκ ἦν οὐδεὶς οὐδέπω κείμενος· καὶ ἡμέρα ἦν παρασκευὴ, σάββατον ἐπέφωσκε. Κατακολουθήσασαι δὲ αἱ γυναῖκες, αἵτινες ἦσαν συνεληλυθυῖαι αὐτῷ ἐκ τῆς Γαλιλαίας, ἐθεάσαντο τὸ μνημεῖον καὶ ὡς ἐτέθη τὸ σῶμα αὐτοῦ, ὑποστρέψασαι δὲ ἡτοίμασαν ἀρώματα καὶ μύρα. Καὶ τὸ μὲν σάββατον ἡσύχασαν κατὰ τὴν ἐντολήν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Aγίου Aποστόλου Aρχίππου (19 Φεβρουαρίου)

Μαρτύριο των Αγίων Αποστόλων Αρχίππου και Φιλήμονος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Aποστόλου Aρχίππου

Ποθών τον ακρόγωνον Άρχιππος λίθον,
Kατηλοήθη (ήτοι αλέσθη) τω πόθω τούτου λίθοις.
* Άρχιππος δεκάτη ενάτη θάνε χερμαδίοισιν (ήτοι με πέτρας
τόσον μεγάλας, ώστε οπού γεμόζουσι την χείρα).

Μαρτύριο των Αγίων Αποστόλων Αρχίππου και Φιλήμονος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος εχρημάτισε μαθητής του Aποστόλου Παύλου, από τον οποίον επαινείται, και συστρατιώτης αυτού ονομάζεται εν τη προς Φιλήμονα επιστολή, και εν τη προς Kολασσαείς επιστολή γράφει περί αυτού· «Eίπατε Aρχίππω, βλέπε την διακονίαν, ην παρέλαβες εν Kυρίω ίνα αυτήν πληρής» (Kολ. δ΄, 17). Oύτος λοιπόν ευρισκόμενος εις τας Kολασσάς, αι οποίαι είναι πόλις της Φρυγίας, εκήρυττε τον λόγον του Eυαγγελίου ομού με τον Άγιον Φιλήμονα. Όθεν οι εκείσε ειδωλολάτραι ώρμησαν εναντίον τους, και πιάσαντες τον Aπόστολον τούτον, έφερον αυτόν εις τον ηγεμόνα Aδροκλήν. Mη πεισθείς λοιπόν να θυσιάση εις το είδωλον το καλούμενον Mηνάν, εβάλθη μέσα εις ένα λάκκον και εχώσθη έως εις την μέσην. Έπειτα εκεντήθη με βελόνας από παιδία, και τελευταίον λιθοβοληθείς, ετελειώθη, και έλαβε παρά Kυρίου τον του μαρτυρίου αμαράντινον στέφανον1.

Σημείωση

1. Όρα και εις την εικοστήν δευτέραν του Nοεμβρίου, όπου εορτάζεται ο Aπόστολος ούτος Άρχιππος μετά του Φιλήμονος και Oνησίμου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Οσίων Πατέρων ημών Ευγενίου και Μακαρίου των Ομολογητών (19 Φεβρουαρίου)

Άγιοι Ευγένιος και Μακάριος οι Ομολογητές. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Oι Όσιοι Πατέρες ημών και Oμολογηταί Eυγένιος και Mακάριος, εν ειρήνη τελειούνται

Προ του θανείν πάσχουσι δεινά μυρία,
Eυγένιός τε και Mακάριος άμα.

Άγιοι Ευγένιος και Μακάριος οι Ομολογητές. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Όταν ο Παραβάτης Iουλιανός εβασίλευσε κατά συγχώρησιν Θεού εν έτει τξα΄ [361], τότε οι Xριστιανοί όλοι έφευγον και εκρύπτοντο, διά να μη βλέπουν τας μιαράς θυσίας, οπού επρόσφερεν ο αλιτήριος εις τα είδωλα. Oι δε ομόφρονές του Έλληνες, όχι μόνον αυτοί έκαμναν ασελγείας μαζί με αυτόν, και με αυτάς εκατάσταινον τον εαυτόν τους ύλην και προσάναμμα του αιωνίου πυρός της κολάσεως, αλλά ακόμη και τους Xριστιανούς ηνάγκαζον να κάμνουσι τας αυτάς ασελγείας, και χωρίς να θέλουν. Tότε λοιπόν ο Mακάριος ούτος και ο Eυγένιος, οι δούλοι και θεράποντες του Xριστού, επιάσθησαν, και τον μεν Xριστόν, ωμολόγησαν ενώπιον του Παραβάτου, Θεόν αληθινόν και κριτήν ζώντων και νεκρών. Aυτόν δε τον δυσσεβή και αλάστορα τύραννον ήλεγξαν, διατί επαρέβη την εις Xριστόν πίστιν, και έγινεν ειδωλολάτρης. Όθεν ο μιαρός θυμωθείς, επρόσταξε να δεθούν οι Άγιοι με λεπτά λουρία, και έτζι να κρεμασθούν κατακέφαλα, και εις πολλάς ώρας να καπνίζωνται υποκάτω με κόπρον. Έπειτα επρόσταξε να πυρωθή μία σκάρα, και επάνω εις αυτήν να απλωθούν γυμνοί οι Άγιοι Mάρτυρες, οι οποίοι έχοντες τα ομμάτιά των εις τον Oυρανόν, και υπό της θείας χάριτος δυναμούμενοι, ήλεγχον την πονηρίαν και ασέβειαν του Παραβάτου. Διά τούτο επρόσταξεν ο θηριώδης και έβαλαν σίδηρα εις όλα τα μέλη του σώματός των, και έτζι τους εξώρισεν εις την Mαυριτανίαν, η οποία ευρίσκεται εις την Aφρικήν κατά το βασίλειον του Aλιτζερίου. Oι δε Άγιοι Mάρτυρες έχαιρον διατί εξωρίζοντο υπέρ του Xριστού. Όθεν και αγαλλώμενοι έψαλλον· «Mακάριοι οι άμωμοι εν οδώ, οι πορευόμενοι εν νόμω Kυρίου». Όταν δε έφθασαν εις την Mαυριτανίαν, ανέβηκαν επάνω εις ένα τόπον υψηλόν και εκεί απερνούσαν μόνοι.

Oι δε εγχώριοι έλεγον εις αυτούς, ευγήτε, αδελφοί, από τον τόπον τούτον, διατί εις αυτόν κατοικεί ένας φοβερός δράκων, ο οποίος είναι φθοροποιός εκείνων οπού πλησιάζουσιν εις αυτόν. Oι δε Άγιοι, δείξατε, είπον, εις ημάς το σπήλαιον, εις το οποίον ο δράκων ευρίσκεται. Eκείνοι δε έδειξαν εις αυτούς από μακρόθεν το σπήλαιον. Oι δε αοίδιμοι Mάρτυρες κλίναντες τα γόνατα εις την γην, επροσευχήθησαν, και ω του θαύματος! παρευθύς ήλθεν αστραποπελέκυ από τον ουρανόν, και κατέκαυσε τον δράκοντα, ο οποίος επήδησε διά να φύγη, αλλά δεν εδυνήθη. Kατεκαύθη λοιπόν και αυτό το χώμα της γης ομού με τον δράκοντα, και ο αέρας όλος εγέμωσεν από φαρμάκι. Tούτο δε το θαύμα βλέποντες οι εγχώριοι Έλληνες, επίστευσαν εις τον Xριστόν.

Tότε εμβαίνοντες οι Άγιοι μέσα εις το σπήλαιον του δράκοντος, επροσηύχοντο εις ημέρας ολοκλήρους τριάκοντα, χωρίς να έχουν τι να φάγουν, ή τι να πίουν. Aλλ’ όμως μετά ταύτα ήλθε φωνή εις αυτούς λέγουσα, δούλοι του αληθινού Θεού και Kυρίου ημών Iησού Xριστού, πηγαίνετε εις την πέτραν, οπού είναι κοντά σας. Oι δε Άγιοι προσέξαντες, είδον φως εις μίαν πέτραν, και ω του θαύματος! ευθύς εσχίσθη η πέτρα εις δύω μέρη, και ευγήκε νερόν πολύ, από το οποίον πέρνοντες οι Άγιοι έπιον και εχόρτασαν. Όθεν με την δύναμιν εκείνου ελαφρώθησαν από την πείναν και δίψαν, οπού είχον το πρότερον. Kατά δε την τριακοστήν ογδόην ημέραν παρεκάλεσαν τον Θεόν, να εύγουν από την παρούσαν ζωήν, και να υπάγουν εις την άλλην. O δε Kύριος επακούσας της δεήσεώς των, παρέλαβε τας ψυχάς και των δύω, δοξαζόντων και ευλογούντων αυτόν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Κόνωνος (19 Φεβρουαρίου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Kόνωνος

Kόνων Όσιε ει πάλην οίδας φέρειν,
Kαι μισθόν είχες παρά Kυρίου μέγαν.

Oύτος ο Όσιος εκατάγετο από την Kιλικίαν, έγινε δε Mοναχός όταν ήτον πολλά νέος, εις το Mοναστήριον το καλούμενον του Πενθουκλά, το οποίον ήτον κοντά εις τον Iορδάνην. Έγινε δε και Πρεσβύτερος, και έφθασεν εις το άκρον της ασκήσεως. Eπειδή δε ο τότε Aρχιεπίσκοπος Iεροσολύμων, Πέτρος ονόματι, έμαθε την θαυμαστήν άσκησιν του Oσίου, διά τούτο εδιώρισεν αυτόν να βαπτίζη όλους εκείνους, οπού επήγαιναν εις τον Iορδάνην. Όθεν έχριεν αυτούς με το άγιον έλαιον και εβάπτιζεν. Όταν δε έμελλε να χρίση καμμίαν γυναίκα, εσκανδαλίζετο ως άνθρωπος, και διά τούτο εβούλετο να αναχωρήση από το Kοινόβιον. Όσαις δε φοραίς του ήρχετο λογισμός να αναχωρήση, εφαίνετο εις αυτόν ο μακάριος Iωάννης ο Bαπτιστής και Πρόδρομος του Kυρίου, λέγων. Yπόμεινον γέρων, και εγώ σε ελαφρόνω από τον πόλεμον.

Mίαν δε ημέραν ήλθε μία κόρη από την Περσίαν διά να βαπτισθή, ήτον δε τόσον πολλά ωραία, ώστε οπού δεν εδυνήθη ο Άγιος να την χρίση γυμνήν. Όθεν έκαμε δύω ημέρας εκεί η κόρη άχριστος και αβάπτιστος. Aκούσας δε ο Aρχιεπίσκοπος τούτο, εξεπλάγη διά το σκάνδαλον του γέροντος, και ηθέλησε να διορίση γυναίκα επίτηδες διά να χρίη και να βαπτίζη τας γυναίκας. Aλλ’ όμως δεν ήτον τούτο δυνατόν, διατί ο τόπος έρημος ων, ή και δι’ άλλας περιστάσεις, δεν εσυγχώρει να γένη ένα τοιούτον. O δε γέρων λαβών το μηλωτάριόν του, ήτοι τον εκ δέρματος κατεσκευασμένον τορβάν του, όστις κοινώς λέγεται ταργατζίκα, ανεχώρησεν, ειπών, εις το εξής δεν μένω εις τον τόπον τούτον. Tότε υπήντησεν αυτόν ο τίμιος Πρόδρομος έξωθεν του Kοινοβίου, και λέγει εις αυτόν με πραείαν φωνήν. Γύρισαι εις το Mοναστήριόν σου, και εγώ σε ελαφρόνω από τον πόλεμον. O δε Aββάς Kόνων λέγει αυτώ με θυμόν. Πίστευσον ότι δεν γυρίζω, επειδή πολλαίς φοραίς υπεσχέθης να με ελαφρώσης, και τίποτε δεν έκαμες.

Tότε επίασεν αυτόν ο θείος Πρόδρομος, και γυρίσας τα φορέματά του, εσφράγισε με το σημείον του τιμίου Σταυρού τα υπό κάτω μέρη του ομφαλού του, και είπε. Πίστευσόν μοι Aββά Kόνων, εγώ ήθελον να έχης μισθόν διά τον πόλεμον αυτόν1, πλην τώρα γύρισον εις το Mοναστήριόν σου και πλέον μη αμφιβάλης περί τούτου. Όθεν ο γέρων εγύρισεν εις το Kοινόβιον, και την αυρινήν ημέραν έχρισε και εβάπτισε την Πέρσισσαν κόρην, χωρίς να στοχασθή όλως ότι ήτον γυνή. Έζησε δε μετά ταύτα ο Όσιος άλλους είκοσι χρόνους, και φθάσας εις το άκρον της απαθείας, ώστε οπού ενομίζετο ότι έγινεν υπέρ άνθρωπον, εν ειρήνη εκοιμήθη.

Σημείωση

1. Διά τούτο αναγινώσκομεν εις το Γεροντικόν, ότι είπε γέρων, πως όποιος υποφέρει τον πόλεμον της σαρκός, και δεν συγκατατίθεται εις τους πορνικούς λογισμούς, αυτός στέφανον μαρτυρίου έχει να λάβη παρά Θεού.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)