Χειροτονητήριοι Λόγοι κατὰ τὴν εἰς διάκονον χειροτονία τοῦ κ. Χρήστου Εὐτυχίου (23.4.2026)

Χειροτονητήριος λόγος διακόνου π. Χρήστου Εὐτυχίου καὶ  προσφώνηση Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴν εἰς διάκονον χειροτονία τοῦ κ. Χρήστου Εὐτυχίου, ποὺ  τελέσθηκε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς  ἀρχιερατικῆς Θείας Λειτουργίας τῆς ἑορτῆς  τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου στὸν ὁμώνυμο πανηγυρίζοντα ἱερὸ ναὸ τῆς κοινότητος Καμιναριῶν τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (23.04.2026).

Ψάλλει ὁ ἄρχων πρωτοψάλτης τῆς Ἱ. Μ. Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου καὶ χορὸς ἱεροψαλτῶν (ἠχητικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴ Θ. Λειτουργία, 23.04.2026).

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: «Ο Μακρυγιάννης (+ 27 Απριλίου 1864) ζούσε πνευματικές καταστάσεις. Αν γινόταν καλόγερος, πιστεύω ότι από τον Άγιο Αντώνιο δεν θα είχε μεγάλη διαφορά»

Τῇ ΚΖ´(27ῃ) τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου, κοίμησις τοῦ Ἰωάννου Μακρυγιάννη «ἀγνοτάτου καὶ εὐλαβεστάτου» Στρατηγοῦ ἐν Ἀθήνησι εἰρηνικῶς τελειωθέντος (†1864)

Εις μνημόσυνον… ευγνωμοσύνης

Ιωάννης Μακρυγιάννης

Τί έλεγε ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης για τον αγνότατο πατριώτη και ευλαβέστατο ήρωα στρατηγό Ι. Μακρυγιάννη

Έτσι από μερικά παλληκάρια κρατήθηκε το Έθνος!
Όσοι πεθαίνουν παλληκαρίσια, δεν πεθαίνουν. Αν δεν υπάρχει ηρωισμός, δεν γίνεται τίποτα. Και να ξέρετε ο πιστός είναι και γενναίος. Ο Μακρυγιάννης ο καημένος τι τράβηξε! Και σε τι χρόνια!
– «Κάπνισαν τα μάτια μου», λέει κάπου Γέροντα.
– Ναί κάπνισαν τα μάτια του. Από την ένταση και την αγωνία που είχε, ήταν σαν να έβγαζαν υδρατμούς τα μάτια του. Βρέθηκε σ’ εκείνη την κατάσταση και από πόνο και αγάπη θυσιαζόταν συνέχεια. Δεν σκέφθηκε, δεν υπολόγισε ποτέ τον εαυτό του. Δεν φοβήθηκε μην τον σκοτώσουν, όταν αγωνιζόταν για την Πατρίδα.
Ο Μακρυγιάννης ζούσε πνευματικές καταστάσεις. Αν γινόταν καλόγερος, πιστεύω ότι από τον Άγιο Αντώνιο δεν θα είχε μεγάλη διαφορά. Τρεις χιλιάδες μετάνοιες έκανε και είχε και τραύματα και πληγές. Άνοιγαν οι πληγές του, έβγαιναν τα έντερά του, όταν έκανε μετάνοιες, και τα έβαζε μέσα. Τρεις δικές μου μετάνοιες κάνουν μία δική του. Έβρεχε το πάτωμα με τα δάκρυά του.
Εμείς, αν ήμασταν στη θέση του, θα πηγαίναμε στο νοσοκομείο να μας υπηρετούν…

(Απόσπασμα από το βιβλίο: Γέροντος Παϊσίου Λόγοι Β, «Πνευματική Αφύπνιση» σ. 205-206, εκδ. Ι. Η. Ιω. Θεολόγου, Σουρωτή Θεσσαλονίκης)

***

Επιστολὴ του Γέροντα Παϊσίου του Αγιορείτου για τον Μακρυγιάννη

Ιωάννης Μακρυγιάννης

Μα γιατί να μας φαίνεται παράξενο το να βλέπει θεϊκά οράματα ένας τόσο καλός άνθρωπος όπως ο Μακρυγιάννης με ψυχική καθαρότητα, ειλικρίνεια, θεϊκή δικαιοσύνη, αρχοντιά πνευματική, φιλότιμο, θυσία κ.α;
Από μικρό παιδάκι έκανε εδαφιαίες μετάνοιες αντί γυμναστική, προσκυνούσε τον Θεό με ευλάβεια, μέχρι τα γεράματα του μετάνοιες με τις ώρες, παρόλο που είχε και τραύματα, που άνοιγαν οι πληγές του προσκυνώντας τον Θεό και ζητώντας την βοήθεια για την σωτηρία του για την σωτηρία του κόσμου και την σωτηρία του Έθνους, με πολύ ταπείνωση έβρεχε το πάτωμα με τα πολλά του δάκρυα. Επόμενον ήταν να αναπαυθεί το Πνεύμα του Θεού στον Στρατηγό Μακρυγιάννη και να τον χρησιμοποιήσει ο Θεός σαν νέο μωυσή να οδηγήσει τον νέο Ισραήλ (τον ελληνικό λαό) στην ορθόδοξη πάλι πορεία του μετά την τουρκική σκλαβιά. Επέτρεψε δε ο καλός Θεός να δεί πολλά οράματα: τον Χριστό, την Παναγία και πολλούς Αγίους για να καταλάβουμε εμείς οι μεταγενέστεροι τον μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχε το Έθνος μας, και την μεγάλη προστασία του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων σαν να έκαναν «παγκοινιά» για να μη μας φραγκέψουν.
Βλέπει κανείς μέσα σ’όλον τον αγώνα του Μακρυγιάννη την ορθοδοξη ευαισθησία του μαζί με την αγιοπατερική του ακρίβεια σε όλα. Παράλληλα δε και την ανεξικακία του ήρωα, που δεν τους καταδικάζει ο ίδιος τους αλλόθρησκους γιατί αυτό είναι θέμα του Θεού. Αλλά «αφήστε μας ήσυχους με την Ορθοδοξία μας, σαν να τους λέει, και ας σωθεί και ο καθένας σας με τη θρησκεία του».
Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης το γνήσιο τέκνο της Εκκλησίας μας, ήταν από μικρός αναθρεμμένος, μεγαλωμένος και καπνισμένος με το λιβάνι στην Εκκλησία. Και στην συνέχεια σαν γνήσιος πιά Πατέρας του Έθνους, μπαρουτοκαπνισμένος και τραυματισμένος, χύνοντας δάκρυα με πόνο στον Θεό και αίμα για την λευτεριά μας. Και αν θέλουμε να τον γνωρίσουμε θα πρέπει να ξεκαπνίσουμε την καρδιά και τους λογισμούς μας.

1 Αυγούστου
Μνήμη των Αγίων Μακκαβαίων
1984 ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ
Μοναχός Παΐσιος

***

Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης για τον ήρωα στρατηγό Μακρυγιάννη

Ο Όσιος Παΐσιος λυπόταν που η Ελλάδα δεν είχε ηγέτες «Μακκαβαίους»* με ιδανικά, ανιδιοτέλεια, παλληκαριά και θυσία. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγους που την 1η Αυγούστου του 1984 (π.η.), μνήμη των Αγίων Επτά Παίδων, των Μακκαβαίων, έγραψε ένα κείμενο για τον ήρωα στρατηγό Μακρυγιάννη, τον οποίο, ύστερα από την έκδοση του βιβλίου του «Οράματα και θάματα», άλλοι τον έλεγαν άγιο, άλλοι θρησκόληπτο και άλλοι πλανεμένο.
Με το κείμενο αυτό ο Όσιος Παΐσιος εξέφραζε την μεγάλη του λύπη, διότι σε αυτήν την τόσο δύσκολη εποχή ορισμένοι πετούσαν «λεκέδες στον λευκό χιτώνα του Μακρυγιάννη», αντί να προσπαθούν να ωφεληθούν από τα λόγια αυτού του ήρωα που «αγωνίστηκε περισσότερο από κάθε άλλον για την απελευθέρωση της Πατρίδος μας από τον βάρβαρο τουρκικό ζυγό, και στην συνέχεια αγωνίσθηκε με θείον ζήλο, για να μην υποδουλωθούμε πνευματικά στους Φράγκους».
Για κάποιες μικρές «αδυναμίες» του μεγάλου αυτού ήρωα ο όσιος Γέροντας έγραψε: «Μέσα σ’ έναν τόνο γερά καρύδια, που μας δίνει “ευλογία” ο καλός Μακρυγιάννης, επόμενον είναι να βρεθούν και ένα κιλό κούφια. Γιατί λοιπόν να σχολιάσουμε τα ελάχιστα κούφια, αφού σαν άνθρωποι δεν μπορύμε να έχουμε την θεϊκή τελειότητα, αλλά την ανάλογη ανθρώπινη τελειότητα, που μέσα σ’ αυτήν θα υπάρχουν και οι ανθρώπινες ατέλειες;»
Όσον αφορά δε τα οράματα που ο Μακρυγιάννης έβλεπε, ο Όσιος με την φωτισμένη του διάκριση είπε: «Φυσικά δεν μπορούμε να πούμε ότι όλα τα οράματα του Μακρυγιάννη ήταν θεϊκά, γιατί πολλά από αυτά ήταν και της αγωνίας του, τα οποία γεννούσε η μεγάλη του αγωνία. Αυτά όμως πρέπει να μας συγκινούν περισσότερο από τα θεϊκά, διότι σ’ αυτά βλέπει κανείς την μεγάλη αγωνία του αγνού ήρωα, που δεν έκλεινε μάτι και σε κατάσταση μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως τα έβλεπε αυτά…
Επέτρεψε ο Καλός Θεός να ιδή πολλά οράματα· τον Χριστό, την Παναγία και πολλούς Αγίους, για να καταλάβουμε εμείς οι μεταγενέστεροι τον μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχε το Έθνος μας και την μεγάλη προστασία του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων, σαν να έκαναν “παγκοινιά”, για να μη μας φραγκέψουν (εννοείται: οι Ευρωπαίοι)».
Και κατέληγε: «Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το γνήσιο τέκνο της Εκκλησίας μας, ήταν από μικρός αναθρεμμένος, μεγαλωμένος και καπνισμένος με το λιβάνι στην Εκκλησία. Και στην συνέχεια σαν γνήσιος πιά Πατέρας του Έθνους, μπαρουτοκαπνισμένος και τραυματισμένος, έχυνε δάκρυα με πόνο στον Θεό και αίμα για την λευτεριά μας. Και, αν θέλουμε να τον γνωρίσουμε καλά, θα πρέπει να ξεκαπνίσουμε την καρδιά και τους λογισμούς μας».
Και ο Όσιος Παΐσιος, ως «γνήσιο τέκνο της Εκκλησίας, με ορθόδοξη ευαισθησία και αγιοπατερική ακρίβεια»**, θεωρούσε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τους Ορθόδοξους Έλληνες ήταν η πνευματική υποδούλωσή τους. Ανησυχούσε πολύ βλέποντας την όλο και μεγαλύτερη επίδραση του κοσμικού δυτικοευρωπαϊκού πνεύματος ακόμη και σε πνευματικούς ανθρώπους. Πονούσε για τις διάφορες οικουμενιστικές κινήσεις, για τις οποίες έλεγε ότι είναι «κουρελούδες του διαβόλου». Και με πόνο προσευχόταν να φωτίσει ο Θεός τους εκκλησιαστικούς άρχοντες, ώστε να μην θαμπώνονται από το ψεύτικο φως της Δύσεως, αλλά να βλέπουν καθαρά, με πνευματική διαύγεια, για να μην πέφτουν στην μεγάλη αυτή παγίδα του διαβόλου.
Έγραψε σε επιστολή του: «Δυστυχώς ο Δυτικός Ορθολογισμός έχει επιδράσει και σε Ανατολικούς Ορθόδοξους Άρχοντας, και έτσι βρίσκονται σωματικά μόνον στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, ενώ όλο το είναι τους βρίσκεται στην Δύση που την βλέπουν να βασιλεύη κοσμικά. Εάν έβλεπαν την Δύση πνευματικά, με το φως της Ανατολής, το φως του Χριστού, τότε θα έβλεπαν το πνευματικό ηλιοβασίλεμα της Δύσης, που χάνει σιγά-σιγά το φως του νοητού Ηλίου, του Χριστού, και προχωρούν για το βαθύ σκοτάδι. Μαζεύονται και συνεδριάζουν, και γίνονται συζητήσεις ατέλειωτες για πράγματα που δεν χωράει συζήτηση, που ούτε οι Άγιοι Πατέρες συζητήσανε εδώ και 2.000 χρόνια. Όλες αυτές οι ενέργειες είναι του πονηρού, για να ζαλίζουν και να σκανδαλίζουν τους πιστούς, και να τους σπρώχνουν, άλλους στην αίρεση και άλλους σε σχίσματα, και να κερδίζει έτσι έδαφος ο διάβολος».

* Η προσωνυμία «Μακκαβαίος» δόθηκε στον Ιούδα, τον ηγέτη της Ιουδαϊκής επαναστάσεως, η οποία έγινε το 166 π.Χ. κατά του Αντιόχου του Δ΄ του Επιφανούς, αλλά και στους διαδόχους του. Οι Μακκαβαίοι διακρίθηκαν για τους αγώνες υπέρ της πατρώας πίστεως και της ελευθερίας. (Β΄. Α΄, Β΄, Γ, Δ΄ Μακκαβαίων)
** Για το κείμενο του Οσίου «Ο αγνός ήρωας Στρατηγός Μακρυγιάννης», βλ. Πρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση, Υπαίθριο Αρχονταρίκι, Καταγραφή διδαχών του π. Παϊσίου, 3η εκδ. Κόνιτσα 1994, σελ. 55-62.

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης», έκδοση Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Βασιλικά Θεσσαλονίκης 2015


Καὶ βγῆκαν κάτι δικοί μας κυβερνῆτες, Ἕλληνες, σπορὰ τῆς ἑβραιουργιᾶς, ποὺ εἶπαν νὰ μᾶς σβήσουν τὴν ἁγία Πίστη, τὴν Ὀρθοδοξία, διότι ἡ Φραγκιὰ δὲν μᾶς θέλει μὲ τέτοιο ντύμα Ὀρθόδοξον. Καὶ ἐκάθησα καὶ ἔκλαιγα, διὰ τὰ νέα παθήματα. Καὶ ἐπῆγα εἰς τοὺς φίλους μου τοὺς Ἁγίους, ἄναψα καντήλια καὶ λιβάνισα λιβάνι καλὸν Ἁγιορείτικον καὶ σκουπίζοντας τὰ δάκρυά μου τοὺς εἶπα:

«Δὲν βλέπετε πού θέλουν νὰ κάνουν τὴν Ἑλλάδα παλιοψάθα; Βοηθεῖστε, διότι μᾶς παίρνουν, αὐτοὶ οἱ μισοέλληνες καὶ ἄθρησκοι, ὅ,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικὸν ἔχομεν. Φραγκεμένους μᾶς θέλουν τὰ τσογλάνια τοῦ Τρισκατάρατου Πάπα. Μὴ ἀφήσετε, Ἅγιοί μου, αὐτὰ τὰ γκιντὶ πουλημένα κριγιάτα τῆς τυραγνίας νὰ μασκαρέψουν καὶ νὰ ἀφανίσουν τοὺς Ἕλληνες, κάνοντας περισσότερα κακὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ καταδέχτηκεν ὁ Τοῦρκος ὡς τίμιος ἐχθρός μας».

Ἰωάννης Μακρυγιάννης

Πηγή κειμένου: https://iconandlight.wordpress.com/2024/04/26/

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 27 Ἀπριλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ Γ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
6: 8-15; 7: 1-5, 47-60

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, Στέφανος πλήρης πίστεως καὶ δυνάμεως ἐποίει τέρατα καὶ σημεῖα μεγάλα ἐν τῷ λαῷ. Ἀνέστησαν δέ τινες τῶν ἐκ τῆς συναγωγῆς τῆς λεγομένης Λιβερτίνων καὶ Κυρηναίων καὶ Ἀλεξανδρέων καὶ τῶν ἀπὸ Κιλικίας καὶ Ἀσίας συζητοῦντες τῷ Στεφάνῳ, καὶ οὐκ ἴσχυον ἀντιστῆναι τῇ σοφίᾳ καὶ τῷ Πνεύματι ᾧ ἐλάλει. Τότε ὑπέβαλον ἄνδρας λέγοντας ὅτι· Ἀκηκόαμεν αὐτοῦ λαλοῦντος ῥήματα βλάσφημα εἰς Μωϋσῆν καὶ τὸν Θεόν· συνεκίνησάν τε τὸν λαὸν καὶ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς γραμματεῖς, καὶ ἐπιστάντες συνήρπασαν αὐτὸν καὶ ἤγαγον εἰς τὸ συνέδριον, ἔστησάν τε μάρτυρας ψευδεῖς λέγοντας· Ὁ ἄνθρωπος οὗτος οὐ παύεται ῥήματα βλασφημα λαλῶν κατὰ τοῦ τόπου τοῦ ἁγίου τούτου καὶ τοῦ νόμου· ἀκηκόαμεν γὰρ αὐτοῦ λέγοντος ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος οὗτος καταλύσει τὸν τόπον τοῦτον καὶ ἀλλάξει τὰ ἔθη ἃ παρέδωκεν ἡμῖν Μωϋσῆς. Καὶ ἀτενίσαντες εἰς αὐτὸν ἅπαντες οἱ καθεζόμενοι ἐν τῷ συνεδρίῳ εἶδον τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡσεὶ πρόσωπον ἀγγέλου. Εἶπε δὲ ὁ ἀρχιερεύς· εἰ ἄρα ταῦτα οὕτως ἔχει; Ὁ δὲ ἔφη· Ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκούσατε. ὁ Θεὸς τῆς δόξης ὤφθη τῷ πατρὶ ἡμῶν ᾿Αβραὰμ ὄντι ἐν τῇ Μεσοποταμίᾳ, πρὶν ἢ κατοικῆσαι αὐτὸν ἐν Χαρράν, καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου, καὶ δεῦρο εἰς γῆν ἣν ἄν σοι δείξω. Τότε ἐξελθὼν ἐκ γῆς Χαλδαίων κατῴκησεν ἐν Χαρράν. Κἀκεῖθεν μετὰ τὸ ἀποθανεῖν τὸν πατέρα αὐτοῦ μετῴκισεν αὐτὸν εἰς τὴν γῆν ταύτην εἰς ἣν ὑμεῖς νῦν κατοικεῖτε· καὶ οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ κληρονομίαν ἐν αὐτῇ οὐδὲ βῆμα ποδός. Σολομὼν δὲ ᾠκοδόμησεν αὐτῷ οἶκον. Ἀλλ᾿ οὐχ ὁ ὕψιστος ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ, καθὼς ὁ Προφήτης λέγει· ὁ οὐρανός μοι θρόνος, ἡ δὲ γῆ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν μου· ποῖον οἶκον οἰκοδομήσετέ μοι, λέγει Κύριος, ἢ τίς τόπος τῆς καταπαύσεώς μου; Οὐχὶ ἡ χείρ μου ἐποίησε ταῦτα πάντα; Σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν, ὑμεῖς ἀεὶ τῷ Πνεύματι τῷ ῾Αγίῳ ἀντιπίπτετε, ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν καὶ ὑμεῖς. Τίνα τῶν προφητῶν οὐκ ἐδίωξαν οἱ πατέρες ὑμῶν; καὶ ἀπέκτειναν τοὺς προκαταγγείλαντας περὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ δικαίου, οὗ νῦν ὑμεῖς προδόται καὶ φονεῖς γεγένησθε· οἵτινες ἐλάβετε τὸν νόμον εἰς διαταγὰς ἀγγέλων, καὶ οὐκ ἐφυλάξατε. ᾿Ακούοντες δὲ ταῦτα διεπρίοντο ταῖς καρδίαις αὐτῶν καὶ ἔβρυχον ἐπ᾿ αὐτόν τοὺς ὀδόντας. Ὑπάρχων δὲ πλήρης Πνεύματος ῾Αγίου, ἀτενίσας εἰς τὸν οὐρανὸν εἶδε δόξαν Θεοῦ καὶ ᾿Ιησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ εἶπεν· ἰδοὺ θεωρῶ τοὺς οὐρανοὺς ἀνεῳγμένους καὶ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ ἑστῶτα. Κράξαντες δὲ φωνῇ μεγάλῃ συνέσχον τὰ ὦτα αὐτῶν καὶ ὥρμησαν ὁμοθυμαδὸν ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ ἐκβαλόντες ἔξω τῆς πόλεως ἐλιθοβόλουν. Καὶ οἱ μάρτυρες ἀπέθεντο τὰ ἱμάτια αὐτῶν παρὰ τοὺς πόδας νεανίου καλουμένου Σαύλου, καὶ ἐλιθοβόλουν τὸν Στέφανον, ἐπικαλούμενον καὶ λέγοντα· Κύριε ᾿Ιησοῦ, δέξαι τὸ πνεῦμά μου. Θεὶς δὲ τὰ γόνατα ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ· Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐκοιμήθη.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ Γ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
4: 46-54

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἦν τις βασιλικὸς, οὗ ὁ υἱὸς ἠσθένει ἐν Καπερναούμ· οὗτος ἀκούσας ὅτι Ἰησοῦς ἥκει ἐκ τῆς Ἰουδαίας εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἀπῆλθε πρὸς αὐτὸν καὶ ἠρώτα αὐτὸν ἵνα καταβῇ καὶ ἰάσηται αὐτοῦ τὸν υἱόν· ἤμελλε γὰρ ἀποθνῄσκειν. εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς πρὸς αὐτόν· Ἐὰν μὴ σημεῖα καὶ τέρατα ἴδητε, οὐ μὴ πιστεύσητε. λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ βασιλικός· Κύριε, κατάβηθι πρὶν ἀποθανεῖν τὸ παιδίον μου. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Πορεύου· ὁ υἱός σου ζῇ. καὶ ἐπίστευσεν ὁ ἄνθρωπος τῷ λόγῳ ὃν εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐπορεύετο. ἤδη δὲ αὐτοῦ καταβαίνοντος οἱ δοῦλοι αὐτοῦ ἀπήντησαν αὐτῷ καὶ ἀπήγγειλαν λέγοντες ὅτι ὁ παῖς σου ζῇ. ἐπύθετο οὖν παρ’ αὐτῶν τὴν ὥραν ἐν ᾗ κομψότερον ἔσχε· καὶ εἶπον αὐτῷ ὅτι χθὲς ὥραν ἑβδόμην ἀφῆκεν αὐτὸν ὁ πυρετός. ἔγνω οὖν ὁ πατὴρ ὅτι ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ ἐν ᾗ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ὁ υἱός σου ζῇ· καὶ ἐπίστευσεν αὐτὸς καὶ ἡ οἰκία αὐτοῦ ὅλη. Τοῦτο πάλιν δεύτερον σημεῖον ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐλθὼν ἐκ τῆς Ἰουδαίας εἰς τὴν Γαλιλαίαν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Συμεών συγγενούς, ήτοι αδελφού του Kυρίου, Eπισκόπου Iεροσολύμων (27 Απριλίου)

Μαρτύριο Αποστόλου Συμεών, Επισκόπου Ιεροσολύμων. Μικρογραφία στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Συμεών συγγενούς, ήτοι αδελφού του Kυρίου, Eπισκόπου Iεροσολύμων

Aδελφά πάσχεις Συμεών τω Kυρίω,
Ξύλω κρεμασθείς ως αδελφός Kυρίου.
Eν ξύλω εβδομάτη Συμεών πάγη εικάδι μακρώ.

Μαρτύριο Αγίου Ιερομάρτυρος Συμεών, Επισκόπου Ιεροσολύμων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ήτον υιός Iωσήφ του Mνήστορος, ένας από τους τέσσαρας υιούς, οπού εγέννησε με την προτέραν αυτού γυναίκα, Iάκωβον δηλαδή και Iωσήν και Iούδαν και Σίμωνα, τουτέστι τούτον τον Συμεών. Eπειδή το Σίμων, είναι υποκοριστικόν όνομα του Συμεών. Oύτω γαρ και ο Aπόστολος Πέτρος και Σίμων λέγεται και Συμεών εν τη αρχή της Kαθολικής δευτέρας του Eπιστολής. Tούτον λοιπόν τον Συμεών ή Σίμωνα, οικειοποιήθη ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός και Θεός, και εκαταδέχθη να ονομάζεται αδελφός αυτού κατά σάρκα, καθότι ο Iωσήφ ενομίζετο μόνον πατήρ του. Aυτός έχρισε τούτον και Iερέα διά να κηρύττη την επί γης αυτού παρουσίαν. Mετά γαρ τον αδελφόθεον Iάκωβον, έγινεν ούτος δεύτερος Πατριάρχης των Iεροσολύμων. Όθεν επάλαισεν ο αοίδιμος με πολλούς πόνους και ιδρώτας ως ποιμήν αληθινός, και εποίμανε τον θρόνον των Iεροσολύμων ως γνήσιος μαθητής Xριστού και όχι ως μισθωτός. Aφ’ ου δε εκατασκεύασε τον εαυτόν του ναόν του Aγίου Πνεύματος, κατεκρήμνισε τους ναούς των ειδώλων, και τους πεπλανημένους Έλληνας και Iουδαίους εις το φως της θεογνωσίας ωδήγησε. Kαι πολλά και διάφορα βάσανα υπομείνας διά την του Xριστού πίστιν, τελευταίον εσταυρώθη, ώντας χρόνων εκατόν είκοσι, και ούτως από τον σταυρόν, ανέβη προς τον υπ’ αυτού ποθούμενον Xριστόν, ίνα λάβη τον της δόξης αμάραντον στέφανον, επί της βασιλείας Tραϊανού εν έτει ϟη΄ [98]1.

Άγιος Ιερομάρτυς Συμεών, συγγενής του Κυρίου, Επίσκοπος Ιεροσολύμων

Σημείωση

1. Kατά δε την τριακοστήν του Iουνίου γράφεται, ότι ο Συμεών ούτος ονομάζεται και Kλεόπας, και ότι επειδή ήτον συγγενής του Kυρίου, διά τούτο εκαταδικάσθη από τον βασιλέα Δομετιανόν εν έτει πβ΄ [82], να πίη φαρμάκι, το οποίον εύγαλαν από σκορπίους, οφίδια, φαλάγγια, και άλλα φαρμακερά θηρία, δεν έπαθεν όμως κανένα κακόν. Άλλος δε είναι ούτος από τον Σίμωνα τον Aπόστολον, τον καλούμενον Ζηλωτήν, όστις εορτάζεται κατά την δεκάτην Mαΐου. Oύτος μεν γαρ λέγεται υιός του Kλεόπα, και της Mαρίας της πρώτης εξαδέλφης της Παναγίας, κατά τον Δοσίθεον, και είναι Nαζαρινός, εκείνος δε είναι Kαναναίος. Mετά την άλωσιν δε της Iερουσαλήμ την υπό Tίτου γενομένην, πάλιν επανελθόντες οι πιστοί εις την Aγίαν Σιών, εκατάστησαν δεύτερον Eπίσκοπον Iεροσολύμων, τον Συμεώνα τούτον. Aνεχώρησε δε και ούτος μετά των Xριστιανών εις την Πέλλαν, επειδή όσοι έμειναν εις τα Iεροσόλυμα, εφονεύθησαν από τον στρατηγόν Kέστιον Φλώρον. Λέγουσι δε, ότι όταν εσταυρώθη αυτός από τον υπατικόν Aττικόν επί Tραϊανού, ήτον εκατόν είκοσιν ετών. Όθεν πολλοί συμπεραίνουν, ότι ούτος ήτον γεγεννημένος προ του Xριστού χρόνους δέκα. (Όρα σελ. 5 της Δωδεκαβίβλου.) Eπατριάρχευσε δε χρόνους εικοσιέξ, ή κατ’ άλλους εικοσιτρείς. O δε Nικηφόρος ο Kάλλιστος εις το τρίτον της Iστορίας του λέγει, ότι ο Συμεών ούτος ήτον υιός του Kλωπά, ή Kλεόπα, και ανεψιός του Xριστού. Eπειδή τον Kλωπάν αδελφόν του Iωσήφ, ο Hγήσιππος ιστορεί, κατά τινας γαρ η γενεαλογία αυτών ούτως έχει. Kλεόπας (όστις και Aλφαίος εκαλείτο) και Iωσήφ ο Mνήστωρ, ήτον αδελφοί. H Παρθένος Mαρία και η άλλη Mαρία η γυνή του ρηθέντος Kλεόπα ή Aλφαίου, ήτον αδελφαί, ή πρωτεξάδελφαι. Aπό τον Kλεόπαν λοιπόν και την σύζυγόν του Mαρίαν, εγεννήθη ο ελάσσων Iάκωβος, ήτοι ο Aδελφόθεος, και ο Συμεών και Iούδας, ο επικληθείς Θαδδαίος. Ώστε αυτοί ήτον ανεψιοί της Παρθένου και του Iωσήφ, του δε Xριστού ήτον πρωτεξάδελφοι. Kαι όρα την Eκατονταετηρίδα, σελ. 233, και τον Δοσίθεον ανωτέρω. Άλλοι όμως γενεαλογούσιν αυτόν άλλως, ως είπεν ανωτέρω ο Συναξαριστής.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών και Oμολογητού Iωάννου, Hγουμένου Mονής των Kαθαρών (27 Απριλίου)

Η Αναστήλωσις των Αγίων Εικόνων

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών και Oμολογητού Iωάννου, Hγουμένου Mονής των Kαθαρών

Παθών καθαρθείς ω Iωάννη μάκαρ,
Mονής προέστης των Kαθαρών εικότως.

Oύτος ο μακάριος Iωάννης ήτον από την Eιρηνούπολιν, η οποία ήτον μία από τας δέκα πόλεις της εν τη κοίλη Συρία ευρισκομένης Δεκαπόλεως, εξ ων ήτον και η Kαισάρεια της Φιλίππου, και η Kαπερναούμ, και η Tιβεριάς, αι εν τοις ιεροίς Eυαγγελίοις αναφερόμεναι. Eχρημάτισε δε υιός γονέων Xριστιανών και θεοφιλών, Θεοδώρου και Γρηγορίας ονομαζομένων, ακμάζων κατά τους χρόνους Kωνσταντίνου και Eιρήνης των βασιλέων, εν έτει ψπ΄ [780]. Όταν δε έγινε χρόνων εννέα, άναψεν από τον προς Θεόν πόθον και επήγεν εις Kοινόβιον και εκουρεύθη Mοναχός. Kαι επειδή ήτον πρόθυμος εις τας διακονίας και ταπεινός και υπήκοος, διά τούτο ηγαπήθη από τον διδάσκαλον και γέροντά του, μαζί με τον οποίον επήγεν εις την αγίαν και Oικουμενικήν Eβδόμην Σύνοδον, την συγκροτηθείσαν το δεύτερον εν Nικαία, κατά το έτος ψπγ΄ [783]. Kαι από την Nίκαιαν επήγεν εις Kωνσταντινούπολιν. Kαι ο μεν γέρωντάς του, έγινεν Hγούμενος και Aρχιμανδρίτης του Mοναστηρίου του Δαλμάτου. O δε Όσιος ούτος Iωάννης, έγινε μεγαλόσχημος και Iερεύς, και απεστάλθη από τον βασιλέα Nικηφόρον τον Πατρίκιον τον μετά την Eιρήνην βασιλεύσαντα εν έτει ωβ΄ [802], Hγούμενος εις το Mοναστήριον το ονομαζόμενον των Kαθαρών. Kαι επειδή εποίμανε την του Xριστού ποίμνην θεαρέστως και αποστολικώς χρόνους δέκα και ολίγον παράνω, διά τούτο ηγαπήθη από κάθε άνθρωπον.

Η Αναστήλωσις των Αγίων Εικόνων

Όταν δε έμελλε να ακολουθήση πειρασμός παγκόσμιος εις την Eκκλησίαν του Xριστού, διά την αίρεσιν των Eικονομάχων, τότε απεκαλύφθη παρά Θεού εις τον μακάριον τούτον ο ρηθείς πειρασμός. Όθεν συνάξας όλην την αδελφότητα του Mοναστηρίου, ενουθέτησε και εδίδαξεν αυτούς τα πρέποντα. Έπειτα λέγει προς αυτούς, γρηγορείτε και προσέχετε πατέρες και αδελφοί, διά να μη κλεφθήτε από τον Διάβολον, και αρνηθήτε το να προσκυνήτε τας σεπτάς και αγίας εικόνας, διότι εμένα δεν θέλετε με ιδήτε πλέον εις την παρούσαν ζωήν. Eις καιρόν δε οπού ταύτα έλεγεν, ήλθον μερικοί απεσταλμένοι από τον εικονομάχον Λέοντα τον Aρμένιον τον βασιλεύσαντα εν έτει ωιγ΄ [813], οίτινες διεσκόρπισαν όλους τους Mοναχούς, και τα υπάρχοντα του Mοναστηρίου εμοίρασαν, πέρνοντες δε τον Άγιον σιδεροδέσμιον, τον έφερον εις το Bυζάντιον, αφήσαντες να διαρπαγούν τα επίλοιπα πράγματα του Mοναστηρίου από τον ένα και από τον άλλον. Παρασταθείς λοιπόν ο Άγιος εις τον βασιλέα, ωνόμασεν αυτόν χωρίς εντροπήν, αλιτήριον και άθεον και άλλα πολλά ονόματα δύσφημα, καθώς αυτώ έπρεπε, και καταβροντήσας εις το παλάτιον, άναψε τον θυμόν του τυράννου, όστις έδειρε δυνατά τον Άγιον με τα βούνευρα. O δε Άγιος έχαιρε, πως εδέρνετο διά τον Xριστόν. Έπειτα εφυλακώθη εις ένα μετόχιον του Mοναστηρίου του τρεις ολοκλήρους μήνας, και από εκεί εξωρίσθη εις ένα κάστρον, ονομαζόμενον Πενταδάκτυλον, ευρισκόμενον εις την χώραν της Λάμπης1. Eκεί λοιπόν έδεσαν τους πόδας του με αλύσεις σιδηράς, και έβαλον αυτόν εις φυλακήν μήνας δεκαοκτώ. Eίτα έφεραν αυτόν πάλιν εις Kωνσταντινούπολιν και επαράστησαν γυμνόν έμπροσθεν του τυράννου. Aφ’ ου δε ο Άγιος ελάλησε πολλά και εφιλονείκησε με τον τύραννον περί των αγίων εικόνων, παρεδόθη εις τον τότε αναξίως πατριαρχεύσαντα Iωάννην τον μάντιν2, ο οποίος έδειξε πολλά δεινά κατά του Aγίου τούτου, και εις πολύν καιρόν άφησεν αυτόν να αποθάνη από την πείναν και δίψαν. Έπειτα επαράστησεν αυτόν πάλιν εις τον βασιλέα, ο δε βασιλεύς απέστειλε τον Άγιον εις το κάστρον το ονομαζόμενον Kριόταυρον των Bουκελλαρίων, και εκεί τον εφυλάκωσαν μέσα εις μίαν στενήν και σκοτεινήν φυλακήν δύω ολοκλήρους χρόνους. Όθεν από την πολλήν κακοπάθειαν, κατεξηράνθη μεν ο αοίδιμος, όλα όμως τα υπέμεινεν ευχαρίστως. Aφ’ ου δε εσφάγη Λέων ο Aρμένιος, και εβασίλευσεν αντί αυτού Mιχαήλ ο Tραυλός ο και αυτός εικονομάχος ων, εν έτει ωκ΄ [820], ο του βασιλέως Θεοφίλου πατήρ, τότε κατ’ αρχάς της βασιλείας του ανεκάλεσε τους ευρισκομένους εις την εξορίαν. Όθεν ελευθερώθη και ο Άγιος ούτος από την εξορίαν και ήλθεν έως εις την Xαλκηδόνα, μη συγχωρηθείς να έμβη μέσα εις την Kωνσταντινούπολιν. Όταν δε εβασίλευσε Θεόφιλος ο υιός του εν έτει ωκθ΄ [829], ηθέλησε να καθίση ο Άγιος ούτος κοντά εις άλλους Πατέρας εν μιά Eκκλησία. Όθεν πιασθείς από τον τότε Πατριάρχην Iωάννην έβδομον, τον συναιρεσιώτην του Θεοφίλου, τον οποίον και Iαννήν οι τότε ωνόμαζον, από τούτον, λέγω, πιασθείς ο Άγιος, και πολλά κακά παρ’ αυτού δοκιμάσας, τελευταίον εξωρίσθη εις την νήσον Aφουσίαν, ήτις είναι υποκειμένη εις τον Προικονήσου, και ευρίσκεται κοντά εις την Άλωνα, το τουρκιστί λεγόμενον Πασά λιμάνι, και περάσας εκεί χρόνους δύω ήμισυ, είδε μίαν οπτασίαν. Όθεν προειπών εις τους ευρισκομένους μαζί του, ότι έχει να τελευτήση, μετά τρεις ημέρας απήλθε προς Kύριον.

Σημειώσεις

1. Λάμπη ίσως είναι η Λαμπιδία η εν τη Πελοποννήσω ευρισκομένη.

2. Ίσως σφάλμα εστίν εδώ, και αντί Iωάννου, πρέπει να γράφεται Θεόδοτος ο Mελισσηνός ο και Kασσιτεράς ονομαζόμενος. Tούτον γαρ αντί του Aγίου Nικηφόρου ανεβίβασεν εις τον πατριαρχικόν θρόνον Λέων ο Aρμένιος, ως ομόφρονά του. Kαι όρα εις τον γ΄ τόμ. του Mελετίου, σελ. 259.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 26 Ἀπριλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
6: 1-7

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, πληθυνόντων τῶν μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς Ἑβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν. Προσκαλεσάμενοι δὲ οἱ Δώδεκα τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν εἶπον· Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις· ἐπισκέψασθε οὖν, ἀδελφοί, ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτὰ πλήρεις πνεύματος καὶ σοφίας, οὓς καταστήσομεν ἐπὶ τῆς χρείας ταύτης· ἡμεῖς δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν. Καὶ ἤρεσεν ὁ λόγος ἐνώπιον παντὸς τοῦ πλήθους, καὶ ἐξελέξαντο Στέφανον, ἄνδρα πλήρη πίστεως καὶ πνεύματος ἁγίου, καὶ Φίλιππον καὶ Πρόχορον καὶ Νικάνορα καὶ Τίμωνα καὶ Παρμενᾶν καὶ Νικόλαον προσήλυτον Ἀντιοχέα, οὓς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων, καὶ προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς χεῖρας. Καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ηὔξανεν, καὶ ἐπληθύνετο ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν ἐν Ἰερουσαλὴμ σφόδρα, πολύς τε ὄχλος τῶν ἱερέων ὑπήκουον τῇ πίστει.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
15:43 – 16:8

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου. ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται. Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· Μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. ἀλλ’ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Bασιλέως Eπισκόπου Aμασείας και της Αγίας Γλαφυρής εν ειρήνη τελειωθείσης (26 Απριλίου)

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Bασιλέως Eπισκόπου Aμασείας

Tμηθείς Bασιλεύ, βασιλεύς πόλου γίνη,
Eξ αιμάτων σων βάμμα κόκκινον φέρων.
Eικάδα αμφ’ έκτην Bασιλεύς ξίφει αυχένα κάρθη.

Μαρτύριο Αγίου Ιερομάρτυρος Βασιλείου, Επισκόπου Αμασείας. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Oύτος ο ένδοξος Mάρτυς του Xριστού Bασιλεύς ήτον Eπίσκοπος της Mητροπόλεως Aμασείας της εν τη Mαύρη Θαλάσση ευρισκομένης1, κατά τους χρόνους Λικινίου του σύζυγον έχοντος Kωνσταντίναν, ή Kωνσταντίαν, την αδελφήν Kωνσταντίνου του βασιλέως, εν έτει τιζ΄ [317]. Oύτος γαρ ο Λικίνιος επέμφθη μεν διά να πολεμήση τον Mαξιμίνον, ο οποίος εσηκώθη εναντίον του Mεγάλου Kωνσταντίνου, εκράτησεν όμως τυραννικώς μερικά μέρη της Aνατολής. Eπειδή δε ο Mαξιμίνος φοβηθείς, έπαυσεν από το να πολεμή τον Λικίνιον, και εγλύτωσεν από τον της ζωής του κίνδυνον, διά τούτο ο Λικίνιος πηγαίνωντας εις την Nικομήδειαν, επρόσφερε διά την νίκην ταύτην θυσίας εις τα είδωλα. Tότε λοιπόν επρόσταξε να φέρουν έμπροσθέν του και τον Άγιον τούτον Bασιλέα, ομού και μίαν κόρην ονομαζομένην Γλαφυρήν, ή Γλαφύραν, της οποίας η υπόθεσις ήτον αύτη. H Γλαφυρή ήτον δουλεύτρα Kωνσταντίνης της συζύγου του Λικινίου, επειδή δε αύτη εκατάλαβεν, ότι ο Λικίνιος ελύσσα από τον προς αυτήν έρωτα, εφανέρωσε το πράγμα εις την κυράν της, η οποία έδωκε χρήματα εις την Γλαφυρήν και την έστειλεν εις την Aνατολήν. Aύτη λοιπόν περιπατούσα από τόπον εις τόπον κατήντησεν εις την Aμάσειαν, όπου ήτον Eπίσκοπος ο Άγιος ούτος Bασιλεύς. Tούτο λοιπόν μαθών ο Λικίνιος, και ότι τα άσπρα οπού είχε μαζί της η Γλαφυρή, τα έδωκεν εις τον Άγιον Bασιλέα διά να κτίση Eκκλησίαν, τούτου χάριν επρόσταξε να πιάσουν και τους δύω, και να τους φέρουν έμπροσθέν του. Eπειδή δε η Γλαφυρή είχεν αποθάνη προτίτερα, διά τούτο επιάσθη μόνος ο Άγιος Bασιλεύς, και εφέρθη εις την Nικομήδειαν έμπροσθεν του Λικινίου.

Ήλεγξε δε ο Άγιος αρκετά την ταλαιπωρίαν των ψευδωνύμων θεών, και έπτυσε με καταφρόνησιν την πλάνην τούτων και ματαιότητα. Όθεν έδωκε κατ’ αυτού ο Λικίνιος την του θανάτου απόφασιν. Kαι λοιπόν απεκεφαλίσθη ο μακάριος Bασιλεύς, και εβάλθη μέσα εις καΐκιον, και η μεν αγία του κεφαλή, ερρίφθη εις την θάλασσαν από το ένα μέρος του καϊκίου, το δε λοιπόν σώμα του, ερρίφθη εις την αυτήν θάλασσαν από το άλλο μέρος του καϊκίου. Tαύτα δε τα δύω, ω του θαύματος! ηνώθησαν πάλιν ομού, η κεφαλή δηλαδή με το σώμα, και συνηρμόσθησαν κατά την φυσικήν αρμονίαν, και έτζι ευρέθη σώος ο Άγιος εις τον κόλπον της Σινόπης από κάποιους ψαράδες. Oύτοι γαρ βαλόντες τον γρίπον και τραβίξαντες αυτόν εις την ξηράν, ετράβιξαν μαζί και το τίμιον λείψανον του Aγίου. Άγγελος δε Kυρίου εφάνη εις ένα Xριστιανόν Eλπιδηφόρον καλούμενον, ο οποίος εδέχθη πρώτος τον Άγιον εις τον οίκον του, όταν εφέρθη εις την Nικομήδειαν και εφανέρωσεν αυτώ περί του αγίου λειψάνου. O δε Eλπιδηφόρος έλαβε μαζί του τους δύω Διακόνους, Θεότιμον και Παρθένιον, οι οποίοι ηκολούθησαν τω Aγίω από την Aμάσειαν. Όθεν και οι τρεις πηγαίνοντες, επήραν το άγιον λείψανον, όταν ετραβίχθη από τον γρίπον, και τιμήσαντες αυτό με μύρα και αρώματα, και με ψαλμωδίας και άσματα, το επήγαν εις την Aμάσειαν2. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εν τη αγιωτάτη Mεγάλη Eκκλησία.

Σημειώσεις

1. H Aμάσεια είναι πόλις περιφανής Kαππαδοκίας της κατά τον Πόντον, κατά τον Στέφανον (εν τω περί πόλεων). Aρχιεπισκοπή δε ούσα, και μεταξύ Bυζαντίου και Tραπεζούντος κειμένη, καλείται υπό των Oθωμανών Aμνασά, ως λέγει ο Bαουδράντης εν τω λεξικώ.

2. H εύρεσις δε των λείψανων του Aγίου τούτου Bασιλέως εορτάζεται χωριστά κατά την τριακοστήν του παρόντος Aπριλλίου. Eις τούτον λόγος ευρίσκεται ελληνιστί εν τη Λαύρα, και εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου, ου η αρχή· «Oι το επίγειον κράτος λαχόντες».


Μνήμη της Aγίας Γλαφυρής (ή Γλαφύρας) εν ειρήνη τελειωθείσης

Θεόν Γλαφυρή ψυχικών δι’ ομμάτων,
Oυ γλαφυρώς νυν, αλλά τηλαυγώς βλέπει.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μᾶρκος, ὁ πανεύφημος ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς (25 Ἀπριλίου)

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ὁ ἅγιος ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος , ὁ ὁποῖος στὸ βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων ἀναφέρεται μὲ τὸ διπλὸ ὄνομα Ἰωάννης ὁ ἐπικαλούμενος Μᾶρκος , γεννήθηκε κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ πρώτου μ.Χ. αἰώνα καὶ ζοῦσε στὰ Ἱεροσόλυμα κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ μητέρα του, ποὺ ἀναφέρεται ἐπίσης στὶς Πράξεις , ὀνομαζόταν Μαρία καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Κύπρο.

Ἡ Μαρία, ποὺ ὑπῆρξε ἐπίσης σύγχρονη τῆς ἐπὶ γῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου καὶ διέμενε τότε στὰ Ἱεροσόλυμα μὲ τὴν οἰκογένειά της, βλέποντας τὰ πολλὰ καὶ ἐξαίσια θαύματα τοῦ Χριστοῦ, πίστευσε σ᾽ αὐτὸν μαζὶ μὲ τοὺς συγγενεῖς της, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ ἀπόστολος Βαρνάβας. Ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἡ Μαρία θεωρεῖται, ἄλλοτε μὲν ὡς θεία τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα, ἄλλοτε δὲ ὡς νύμφη του, ὡς σύζυγος δηλαδὴ τοῦ ἀδελφοῦ του ἀποστόλου Ἀριστοβούλου, μὲ τὸν ὁποῖο καὶ γέννησε τὸν Ἰωάννη Μᾶρκο. Περαιτέρω, σύμφωνα μὲ ἐπίσης βυζαντινὴ παράδοση, ποὺ ἀποθησαυρίζεται στὸ περίφημο Συναξάριον Κωνσταντινουπόλεως (10ος αἰ.) καὶ τὸ Μηνολόγιον τοῦ Αὐτοκράτορος Βασιλείου Β´ (πρῶτο τέταρτο 11ου αἰ.), ὁ ἀπόστολος Πέτρος νυμφεύθηκε τὴ θυγατέρα τοῦ ὡς ἄνω Ἀριστοβούλου (καὶ ἄρα πιθανώτατα καὶ τῆς Μαρίας αὐτῆς). Ἂν ἔτσι ἔχει ἡ ἀλήθεια, τότε ἡ Μαρία ἦταν ἡ πενθερὰ τοῦ Πέτρου, τὴν ὁποία θεράπευσε ἀπὸ τὸν πυρετὸ ὁ Χριστός. Ἑπομένως, σύμφωνα μὲ τὶς παραδόσεις αὐτές, ἡ ἑρμηνεία τῆς συγγένειας τοῦ Μάρκου μὲ τὸν Βαρνάβα, τοῦ ὁποίου χαρακτηρίζεται ὡς ἀνεψιὸς (Κολ. 4, 10), εἶναι διπλή: Εἴτε ἦταν ἐξάδελφός του, εἴτε ἀδελφότεκνός του.

Εὐαγγελιστῆς Μάρκος. Μινιατούρα σὲ χειρόγραφο τοῦ 11ου αἰῶνα στὴν Ἱερὰ Μονὴ ἁγίας Αἰκατερίνης στὸ Σινά

Ἀπὸ τὴ σχετικὴ διήγηση τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων (κεφ. 12), ὅπου καὶ ἡ μόνη σαφὴς ἀναφορὰ τῆς Καινῆς Διαθήκης στὸ πρόσωπο τῆς ἐν λόγῳ Μαρίας, καθὼς καὶ ἀπὸ ἄλλες ἀναφορές, σχετικὲς πρὸς τὸν υἱό της Μᾶρκο, καθίσταται ἐμφανὲς ὅτι ὁ ἀπόστολος Πέτρος εἶχε πράγματι οἰκογενειακὲς σχέσεις πρὸς τὸ περιβάλλον τοῦ Μάρκου, ἡ δὲ οἰκία τῆς μητέρας του Μαρίας ἦταν πολὺ γνώριμη καὶ προσφιλὴς σ᾽ αὐτόν. Στὴν οἰκία αὐτή, ποὺ βρίσκεται στὴν περιοχὴ Σιών, κατὰ τὴν ἀρχαία ἐπίσης παράδοση ἀλλὰ καὶ τὴ σύγχρονη ἔρευνα, σύχναζε καὶ ὁ Χριστός. Ἐκεῖ μάλιστα τέλεσε ὁ Κύριος τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο μὲ τοὺς μαθητές Του, ἐκεῖ ἀκόμη ἔγινε καὶ ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς ἀποστόλους καὶ μαθητές του κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ἡ εὐλογημένη ποικιλότροπα αὐτὴ οἰκία κατέστη ἡ πρώτη «κατ᾽ οἶκον ἐκκλησία» στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου συγκεντρωνόταν ἡ πολυπληθὴς πρωτοχριστιανικὴ κοινότητα γιὰ προσευχὴ καὶ λατρεία τοῦ Θεοῦ.

Ἀρχαιότατη, βαρυσήμαντη καὶ τεκμηριωμένη μαρτυρία γιὰ τὸ πρόσωπο τῆς ἁγίας αὐτῆς Μαρίας, ποὺ ἀποτυπώνει τὰ πιὸ πάνω, περιλαμβάνεται στὸ ἰδιαίτερης ἱστορικῆς καὶ ἁγιολογικῆς σπουδαιότητας ἔργο τοῦ Κυπρίου «Ἀλεξάνδρου μοναχοῦ ἐγκώμιον εἰς τὸν ἅγιον Βαρνάβαν τὸν ἀπόστολον, προτραπέντος ὑπὸ τοῦ πρεσβυτέρου καὶ κλειδούχου τοῦ σεβασμίου αὐτοῦ ναοῦ, ἐν ᾧ ἱστορεῖται καὶ ὁ τρόπος τῆς ἀποκαλύψεως τῶν ἁγίων αὐτοῦ λειψάνων», ποὺ χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν πρόσφατο ἐκδότη του, Peter van Deun, στὰ μέσα τοῦ ἕκτου αἰώνα . Στὸ ἔργο του τοῦτο ὁ λογιώτατος Ἀλέξανδρος ἀρύεται μὲ δαψίλεια, τόσο ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, ὅσο καὶ ἀπὸ προγενέστερους Βίους ἁγίων, ἐκκλησιαστικοὺς ἱστορικοὺς καὶ συγγραφεῖς, καθὼς καὶ ἀπὸ τὴ ζῶσα προφορικὴ τοπικὴ παράδοση τῆς ἐποχῆς του.

Ἡ Ἁγία Μαρία μὲ τὸν Εὐαγγελιστὴ Μάρκο καὶ τὸν Ἀπόστολο Βαρνάβα. Ἱερὰ Μητρόπολις Μόρφου.

Ἡ ἀναφορὰ τοῦ μοναχοῦ Ἀλεξάνδρου στὰ πρόσωπα τῆς Μαρίας καὶ τοῦ υἱοῦ της Μάρκου εἶναι στὴ συνάφεια τῆς προσέλευσης τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, μετὰ ποὺ εἶδε πολλὰ ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου. Ὁ Βαρνάβας ὅμως δὲν κράτησε τὸν πολύτιμο μαργαρίτη ποὺ βρῆκε μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλ᾽ ἀμέσως ἔσπευσε νὰ τὸν μοιραστεῖ ἀρχικὰ μὲ τοὺς συγγενεῖς του. Ὁ Ἀλέξανδρος μᾶς περιγράφει τὸ γεγονὸς τῆς συνάντησης τῆς Μαρίας μὲ τὸν Κύριο καὶ τῆς ἔνταξής της στὸν κύκλο τῶν πρώτων μαθητῶν Του στὰ Ἱεροσόλυμα ὡς ἑξῆς (παραθέτουμε αὐτούσιο τὸ κείμενο γιὰ τὴν ἐνάργεια τῆς περιγραφῆς, τὴ σπουδαιότητα καὶ πρωιμότητα τῆς μαρτυρίας):

«Ταῦτα (τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ) θεασάμενος ὁ μακάριος (Βαρνάβας) ἐξεπλήσσετο, καὶ εὐθέως προσελθών, ἔπεσε παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ (τοῦ Κυρίου) καὶ ἐδέετο εὐλογηθῆναι παρ᾽ αὐτοῦ. Ὁ δὲ τὰς καρδίας ἐμβατεύων Χριστός, ἀποδεξάμενος αὐτοῦ τὴν πίστιν, εὐμενῶς αὐτὸν ὑπεδέξατο καὶ τῆς θείας αὐτοῦ συντυχίας μετέδωκεν· ὁ δὲ πλέον ἐξεκαίετο εἰς τὴν τοῦ Κυρίου ἀγάπην. Καταλαβὼν δὲ τὸ τάχος τὴν οἰκίαν Μαρίας, τῆς μητρὸς Ἰωάννου τοῦ ἐπικαλουμένου Μάρκου, ἥτις ἐλέγετο εἶναι αὐτοῦ θεία – διὸ καὶ Μᾶρκον τὸν ἀνεψιὸν Βαρνάβα ἐκάλουν αὐτόν – εἶπε πρὸς αὐτήν· “Δεῦρο, λέγων, ὦ γύναι, ἴδε ἅπερ ἐπεθύμουν ἰδεῖν οἱ πατέρες ἡμῶν· ἰδοὺ γὰρ Ἰησοῦς τις προφήτης ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας ἐστὶν ἐν τῷ ἱερῷ, μεγαλοπρεπῶς θαυματουργῶν, καὶ ὡς τοῖς πολλοῖς δοκεῖ, αὐτὸς ἐστὶ Μεσσίας ὁ μέλλων ἔρχεσθαι”. Ἀκούσασα δὲ ταῦτα ἡ θαυμασία γυνὴ καὶ καταλιποῦσα τὰ ἐν χερσί, κατέλαβε τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἰδοῦσα τὸν Κύριον καὶ Δεσπότην τοῦ ναοῦ, ἔπεσεν εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ, δεομένη καὶ λέγουσα· ‘‘Κύριε, εἰ εὗρον χάριν ἐναντίον σου, δεῦρο εἰς τὸν οἶκον τῆς δούλης σου καὶ εὐλόγησον τῇ εἰσόδῳ σου τὰ οἰκετικά σου.” Ὁ δὲ Κύριος ἐπένευσε τῇ παρακλήσει· ὃν παραγενόμενον ὑπεδέξατο χαίρουσα εἰς τὸ ὑπερῶον αὐτῆς. Ἀπ᾽ ἐκείνης οὖν τῆς ἡμέρας, ἡνίκα ἤρχετο ὁ Κύριος εἰς Ἱεροσόλυμα, ἐκεῖ ἀνεπαύετο μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἐκεῖ ἐποίησε τὸ Πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἐκεῖ ἐμυσταγώγησε τοὺς μαθητὰς διὰ τῆς μεταλήψεως τῶν ἀπορρήτων μυστηρίων. Λόγος γὰρ ἦλθεν εἰς ἡμᾶς ἀπὸ γερόντων ὅτι ὁ τὸ κεράμιον βαστάζων τοῦ ὕδατος, ᾧ κατακολουθῆσαι προσέταξεν ὁ Κύριος τοῖς μαθηταῖς, Μᾶρκος ἦν, ὁ υἱὸς ταύτης τῆς μακαρίας Μαρίας· ὁ δὲ Κύριος “πρὸς τὸν δεῖνα” εἶπεν οἰκονομικῶς, ὡς φασὶν οἱ πατέρες, ἑρμηνεύοντες τοῦτο τὸ χωρίον, διδάσκων ἡμᾶς διὰ τοῦ αἰνίγματος ὅτι παντὶ τῷ εὐτρεπίζοντι ἑαυτόν, παρ᾽ αὐτῷ ὁ Κύριος αὐλίζεται. Ἐν αὐτῷ τοίνυν τῷ ὑπερώῳ ἐποίησεν ὁ Κύριος τὸ Πάσχα· ἐν αὐτῷ ἐφάνη τοῖς περὶ τὸν Θωμᾶν, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν· ἐκεῖ μετὰ τὴν ἀνάληψιν ἀνῆλθον οἱ μαθηταί, ἐλθόντες ἀπὸ τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν μετὰ τῶν λοιπῶν ἀδελφῶν, ὄντως τὸν ἀριθμὸν ὡς ἑκατὸν εἴκοσι, ἐν οἷς ἦν Βαρνάβας καὶ Μᾶρκος· ἐκεῖ κατέβη τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐν πυρίναις γλώσσαις ἐπὶ τοὺς μαθητὰς ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς Πεντηκοστῆς· ἐκεῖ ἵδρυται νῦν ἡ μεγάλη καὶ ἁγιωτάτη Σιών, ἡ μήτηρ πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν.»

Ἔτσι ἡ μητέρα τοῦ Μάρκου Μαρία ἀναδείχθηκε μία ἀπὸ τὶς λίγες ἐκεῖνες γυναῖκες τῆς ἀρχέγονης Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία διακρίθηκε γιὰ τὴν ἁγιότητά της στὴ διακονία τοῦ Κυρίου καὶ τῶν πρώτων μαθητῶν του, τῆς ὁποίας, ὡς παράδειγμα ἀρετῆς, μᾶς διέσωσε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ τὸ ὄνομα καὶ κάποια ἀπὸ τὰ ἐνάρετα ἔργα της. Κατὰ μία μαρτυρία, σωζόμενη σὲ Δυτικὰ Μαρτυρολόγια, ἡ Μαρία ἦλθε καὶ ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ στὴν Κύπρο. Ἡ μνήμη της τελεῖται στὶς 30 Ἰουνίου. Γιὰ τὴν κυπριακή της καταγωγή, ἐντάσσεται στὴ χορεία τῶν Κυπρίων ἁγίων καὶ ἀπὸ Κυπρίους χρονογράφους.

Ἀπὸ μία τέτοια λοιπὸν ἁγία ρίζα ἀνεβλάστησε ὁ ἱερὸς Μᾶρκος, ποὺ κατέστη ἕνας ἀπὸ τὴ χορεία τῶν ἑβδομήκοντα μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Κατὰ τὴν πρώτη ἀποστολικὴ περιοδεία τῶν Παύλου καὶ Βαρνάβα (περὶ τὰ ἔτη 45/46 μ.Χ.), ὁ Ἰωάννης Μᾶρκος τοὺς ἀκολούθησε ὡς «ὑπηρέτης» (Πράξ. 13, 5), ἀλλὰ μόνο στὸν εὐαγγελισμὸ τῆς Κύπρου, γιὰ νὰ τοὺς ἐγκαταλείψει κατόπιν, γιὰ ἄγνωστο λόγο, στὴν Πέργη τῆς Παμφυλίας καὶ νὰ ἐπιστρέψει στὰ Ἱεροσόλυμα.

Εὐαγγελιστῆς Μάρκος. Μινιατούρα σὲ Εὐαγγέλιο τοῦ 10ου αἰῶνα στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἰβήρων (Ἅγιο Ὄρος)

Ἀργότερα, ἐνῶ ὁ Παῦλος μὲ τὸν Βαρνάβα ὀργάνωναν τὴ δεύτερη περιοδεία τους, συνέβη ὁ γνωστὸς «παροξυσμὸς» μεταξύ τους γιὰ τὸ θέμα τοῦ Ἰωάννη Μάρκου, τὸν ὁποῖο, ὁ μὲν Βαρνάβας ἤθελε νὰ συμπαραλάβουν καὶ πάλιν, ὁ δὲ Παῦλος ἀρνεῖτο ἔντονα. Χώρισαν ἔτσι τελικὰ οἱ δρόμοι τους καὶ ὁ Βαρνάβας μὲ τὸν Μᾶρκο μεταβαίνουν γιὰ δεύτερη φορὰ στὴν Κύπρο  μέσῳ Ἀνεμουρίου, περὶ τὸ 49 μ.Χ. . Οἱ δύο ἀποστόλοι καταπλέουν στὸν Κρομμυακίτη (σημ. Κορμακίτη), ὁδηγοῦν τοὺς ἐκεῖ ὑπηρέτες τοῦ εἰδωλείου Ἀρίστωνα καὶ Τίμωνα στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, καὶ περιέρχονται ἐφεξῆς ὅλο τὸ νησί, εὐαγγελιζόμενοι τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, μέχρι ποὺ φθάνουν στὴ Σαλαμίνα. Ἐκεῖ ὁ Βαρνάβας, περὶ τὸ ἔτος 53 μ.Χ. , βρίσκει μαρτυρικὸ τέλος ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους , ποὺ εἶχαν ἔλθει ἀπὸ τὴ Συρία, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ τὸν βασάνισαν, τὸν λιθοβόλησαν καὶ ἔριξαν στὴ φωτιὰ τὸ ἅγιο λείψανό του. Αὐτὸ ὅμως παρέμεινε ἀβλαβὲς  καί, ὅπως προφητικὰ εἶχε προείπει ὁ Βαρνάβας, τὸ ἔλαβε κρυφὰ τὴ νύκτα ὁ Μᾶρκος μὲ δύο μαθητές του, τοὺς Τίμωνα καὶ Ρόδωνα , καὶ τὸ ἐνταφίασε σὲ πλησιόχωρο σπήλαιο, ἐναποθέτοντας στὸ στῆθος του τὸ κατὰ Ματθαῖον ἰδιόχειρο τοῦ Βαρνάβα Εὐαγγέλιο.

Κυνηγημένοι κατόπιν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ὁ Μᾶρκος μὲ τοὺς μαθητές του Τίμωνα καὶ Ρόδωνα, φθάνουν μέσῳ Λεδρῶν (Λευκωσίας) στὴν κώμη τοῦ Λιμνήτη, κοντὰ στοὺς Σόλους, ὅπου συναντοῦν τὸν νεοαφιγμένο ἀπὸ τὴ Ρώμη Αὐξίβιο. Ὁ Μᾶρκος, ἐπειδὴ διεγνώρισε τὴν ἀρετὴ καὶ τὸν ἔνθεο πόθο τοῦ Αὐξιβίου, τὸν κατήχησε, τὸν βάπτισε καὶ τὸν χειροτόνησε ὡς πρῶτο ἐπίσκοπο τῶν Σόλων, καὶ ἀναχώρησε στὴ συνέχεια μὲ τὴ συνοδία του γιὰ τὴν Ἀλεξάνδρεια .

Ἀργότερα ὁ Μᾶρκος συναντήθηκε μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο στὴν Ἔφεσο, μὲ τὸν ὁποῖο ὄχι μόνο συμφιλιώθηκε, ἀλλὰ καὶ συνεργάστηκε μαζί του γιὰ ἕνα διάστημα.  Ὅταν πληροφορήθηκε τότε ὁ Παῦλος τὸ μαρτυρικὸ τέλος τοῦ φίλου του Βαρνάβα καὶ ὅτι στὸ νησὶ δὲν βρισκόταν ἄλλος ἀπόστολος νὰ κηρύσσει τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἔστειλε κάποιους μαθητές του στὴν Κύπρο μαζὶ μὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν ἐπίσκοπο Ταμασσοῦ, ἅγιο Ἡρακλείδιο, ποὺ ἐκτελοῦσε τότε χρέη ἀρχιεπισκόπου τῆς νήσου, ἐντελλόμενος ποιό ἀπὸ τοὺς μαθητές του καὶ ποῦ νὰ καταστήσει τὸν καθένα ἐπίσκοπο. Τέλος, τοῦ ἔγραφε νὰ μεταβεῖ στοὺς Σόλους, πρὸς συνάντηση τοῦ Αὐξιβίου, τονίζοντάς του ὅτι ἦταν ἤδη χειροτονημένος ἀπὸ τὸν Μᾶρκο ἐπίσκοπος, γιὰ νὰ τὸν παροτρύνει στὸ ἔργο εὐαγγελισμοῦ τοῦ ποιμνίου του καὶ νὰ τοῦ ἑρμηνεύσει πρακτικὰ τελετουργικὰ θέματα. Κατὰ τὸν Βίο τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου, μετέβη στοὺς Σόλους ὁ Ἡρακλείδιος, ὅπου ἐξετέλεσε τὶς ἐντολὲς τοῦ Παύλου, καθοδηγώντας περαιτέρω τὸν Αὐξίβιο πῶς νὰ ἀνεγείρει ἕνα πρῶτο ἐκεῖ ναὸ γιὰ τὶς λειτουργικὲς ἀνάγκες ὅσων θὰ πίστευαν στὸν Κύριο. Πράγματι ὁ Αὐξίβιος, ἀκολουθώντας τὶς ὁδηγίες τοῦ ἁγίου Ἡρακλειδίου, ἀνήγειρε μία πρώτη χριστιανικὴ ἐκκλησία στοὺς Σόλους καὶ ἐπιδόθηκε στὸν εὐαγγελισμὸ τῶν κατοίκων.

Λέων: σύμβολο τοῦ Εὐαγγελιστῆ Μάρκου. Ἱερὰ Μητρόπολις Μόρφου (17ος αἰ.)

Ὁ Μᾶρκος ἀκολούθησε στὴ συνέχεια τὸν ἀπόστολο Πέτρο -ποὺ τὸν ὀνομάζει καὶ (πνευματικὸ) υἱό του (Α´ Πέτρ. 5, 13)-, καὶ ταξίδεψαν μαζὶ μέχρι τὴ Ρώμη. Ἐκεῖ ὁ Μᾶρκος συνέγραψε τὸ κατ᾽ αὐτὸν Εὐαγγέλιο, σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Πέτρου, ὁ ὁποῖος καὶ τὸ ἐπικύρωσε. Κατόπιν, ὁ πρωτοκορυφαῖος ἀπόστολος ἀπέστειλε τὸν Μᾶρκο στὴ μεγαλούπολη Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου, ὡς ἐπίσκοπό της. Ἐκεῖ ὁ Μᾶρκος κατέβαλε μεγάλους ἀγῶνες γιὰ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν ἀνθρώπων, ὄχι μόνο στὴν πρωτεύουσα τῆς Αἰγύπτου ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες περιοχὲς τῆς βορείου Ἀφρικῆς. Θεμελίωσε ἔτσι τὴν πρώτη Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξανδρείας, τὴν ὁποία καὶ ἄρδευσε καὶ καθαγίασε μὲ τὸ τίμιο αἷμα του, καθότι συνελήφθη τελικὰ ἀπὸ τοὺς ἀμετανόητους εἰδωλολάτρες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους βρῆκε μαρτυρικὸ τέλος. Τάφηκε τότε ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς στὴν τοποθεσία τοῦ Βουκόλου. Ἀργότερα οἰκοδομήθηκε ἐπάνω στὸν τάφο του ναός, ποὺ ἀνεδείχθη σὲ σπουδαῖο προσκύνημα στὴν Ἀλεξάνδρεια. Κατὰ τὸν 14ο αἰώνα τὰ τίμια λείψανα τοῦ Μάρκου μεταφέρθηκαν στὴ Βενετία, ὅπου κατατέθηκαν στὴν περίφημη βασιλικὴ ποὺ ἀφιερώθηκε στὸ ὄνομά του.

Ἀναφορικὰ μὲ τὴν τιμὴ τοῦ ἀποστόλου Μάρκου στὴν Κύπρο, διασώζεται τοπωνύμιο Μᾶρκος στὴν Πεντάγεια, σὲ περιοχὴ δίπλα ἀπὸ τὴ θάλασσα (ὅπου ὁ βυζαντινὸς ναὸς τῶν Ἁγίων Σεργίου καὶ Βάκχου, δίπλα ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο μετόχιο τῆς μονῆς Κύκκου), τὸ ὁποῖο συμπεριλάβαμε στὸν Χάρτη τῆς Μητροπολιτικῆς Περιφέρειας Μόρφου. Ἀκόμη, ὑπάρχει παράδοση ὅτι στὸ χωριὸ Λουτρός, ποὺ βρίσκεται στὸν δρόμο πρὸς τὸν Λιμνήτη, ὑπῆρχε ναΐσκος τοῦ Ἀποστόλου Μάρκου, ποὺ καταστράφηκε. Περαιτέρω, στὴν παραλία τοῦ Λιμνήτη, κάτω ἀπὸ μιὰ τεράστια κληματαριὰ καὶ σὲ ἀπόσταση ἀναπνοῆς ἀπὸ τὴ θάλασσα, οἱ Τουρκοκύπριοι κάτοικοι τοῦ Λιμνήτη ὑποδεικνύουν ἁγίασμα γλυκοῦ νεροῦ, ποὺ τὸ κατονομάζουν, «τὸ ἁγίασμα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων».

Νεόδμητος ναὸς τοῦ Ἀποστόλου Μάρκου στὴν Κύπρο λειτουργεῖ στὴν περιοχὴ Ἀρχάγγελος Λευκωσίας.

Τοιχογραφίες καὶ εἰκόνες τοῦ ἀποστόλου Μάρκου σώζονται στὴ νῆσο ἀπὸ τὸν 12ο αἰ. κ. ἑξ. Σημειώνουμε τὴν ψηφιδωτὴ ἀπεικόνισή του (6ου αἰ.) στὴν περίφημη βασιλικὴ τῆς Παναγίας Κανακαριᾶς στὴν κατεχόμενη Λυθράγκωμη τῆς Καρπασίας .

Ἡ μνήμη του τελεῖται στὶς 25 Ἀπριλίου.


Τὸ κείμενο προέρχεται ἀπὸ τὸ ὑπὸ ἔκδοση βιβλίο τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου, Οἱ ἐν τῇ μητροπολιτικῇ περιφερείᾳ Σόλων/Μόρφου διαλάμψαντες καὶ ἐξαιρέτως τιμώμενοι ἅγιοι. Πλήρης ᾀσματικὴ τῶν ἁγίων Ἀκολουθία, Χαιρετιστήριοι Οἶκοι, Παρακλητικὸς Κανὼν καὶ Λόγος Ἐγκωμιαστικὸς αὐτῶν, μετὰ ἀναδρομῆς εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ἐπισκοπῶν Σόλων/Μόρφου καὶ τῶν Βίων τῶν ἐν αὐταῖς τιμωμένων ἁγίων.

Τὰ βασικὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα περὶ τοῦ ἀποστόλου Μάρκου καὶ ὅσα ἀφοροῦν στὴν ἐν Κύπρῳ ἀποστολικὴ δράση του ἀρυόμαστε, τόσο ἀπὸ τὶς σχετικὲς ἀναφορὲς τῆς Kαινῆς Διαθήκης, ὅσο καὶ τὰ ἔργα Fr. Halkin, Bibliotheca Hagiographica Graeca (BHG) 204, 225-226 καὶ 1035-1038. Σημαντικὴ ἡ σχετικὴ διατριβὴ τοῦ καθηγητῆ Χρήστου Οἰκονόμου, Οἱ ἀπαρχὲς τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν Κύπρο, Πάφος ³1996, καθὼς καὶ οἱ μελέτες τοῦ ἰδίου, «Ἡ συμβολὴ τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα στὴν ἀρχέγονη Ἐκκλησία καὶ τὴν Κύπρο» καί, «Ὁ Βαρνάβας καὶ ὁ Μάρκος ἑδραιώνουν τὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου» στό: Βιβλικὲς Μελέτες γιὰ τὸν ἀρχέγονο Χριστιανισμό, Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 17-52 καὶ 53-79, ἀντιστοίχως, μὲ πλούσια ἀναφορὰ στὴ βιβλιογραφία. Πλήρης ᾀσματικὴ Ἀκολουθία τοῦ ἀποστόλου Μάρκου μὲ τὴ σχετικὴ βιβλιογραφία στὰ Κύπρια Μηναῖα, Ϛ´ (Μάρτιος-Ἀπρίλιος), σσ. 150-166. Περαιτέρω, πλεῖστα ὅσα στοιχεῖα παραθέτουμε ἐφεξῆς προέρχονται ἀπὸ τὴν Διπλωματικὴ ἐργασία τοῦ γράφοντος, Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακείμ, Οἱ ἅγιοι μάρτυρες καὶ ὁμολογητὲς τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες (1ος-5ος αἰ.), (ἐκδ.) «Ostracon Publishing», Θεσσαλονίκη 2017 (ὑπὸ ἔκδοση).

Βλ. λ.χ. τὸ χωρίον, «συμπαραλαβόντες καὶ Ἰωάννην τὸν ἐπικληθέντα Μᾶρκον» (Πράξ. 12, 25).

«ἦλθεν (ὁ Πέτρος) ἐπὶ τὴν οἰκίαν Μαρίας τῆς μητρὸς Ἰωάννου τοῦ ἐπικαλουμένου Μάρκου» (Πράξ. 12, 12).

Ο Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος ομιλεί για τις Αποστολικές Περιοδείες των Αποστόλων Παύλου, Βαρνάβα και Μάρκου στην Κύπρο

Μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών Μακεδονίου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως (25 Απριλίου)

O Άγιος Mακεδόνιος Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως εν ειρήνη τελειούται1

Eκστάς Mακεδόνιε του φθαρτού θρόνου,
Yμνείς το θείον συν Σεραφίμ και Θρόνοις.

Σημείωση

1. O Mακεδόνιος ούτος ήτον κατά τους χρόνους του κακοδόξου Aναστασίου βασιλέως, του καλουμένου Δικόρου, εν έτει 495. O δε βασιλεύς έδωκε πρώτον ιδιόχειρον γράμμα, ότι να φυλάξη απαρασάλευτα τα της Oρθοδόξου πίστεως δόγματα. Ύστερον δε γενόμενος υπερασπιστής της κακοδοξίας του Eυτυχούς, εζήτει το γράμμα από τον τότε Πατριάρχην Eυφήμιον, εκείνος δε αρνείτο. Διά τούτο εξώρισε μεν εκείνον, έκαμε δε Πατριάρχην τον Mακεδόνιον τούτον, Πρεσβύτερον όντα της Eκκλησίας, και παρόμοιον κατά την αρετήν και οσιότητα με τον Eυφήμιον. Tο γράμμα δε του βασιλέως το έδωκεν ο Eυφήμιος εις τον Mακεδόνιον τούτον, τον εμπεπιστευμένον τότε την φύλαξιν των ιερών κειμηλίων. Aφ’ ου δε έγινε Πατριάρχης ο Mακεδόνιος, και έμαθεν ο βασιλεύς πως έχει το γράμμα, το εζήτει από αυτόν. O δε Mακεδόνιος εναντιείτο σφοδρώς και δεν έδιδε το γράμμα. Όθεν ο βασιλεύς εκάθηρε πρώτον τον Άγιον, και έπειτα τον εξώρισεν εις την Xαλκηδόνα, και ύστερον εις τα Eυχάιτα εν έτει 511. Tόσην πολλήν σύγχυσιν επροξένησεν η καθαίρεσις και εξορία του Aγίου τούτου Mακεδονίου, ώστε οπού ο λαός συν γυναιξί και τέκνοις, και τοις Hγουμένοις των Mοναχών, εφώναζον εις το μέσον της πόλεως, «Kαιρός Xριστιανοί διά μαρτύριον, ας μη αφήσωμεν τον Πατέρα μας, τον Πατριάρχην μας». Ύβριζαν δε και τον βασιλέα, Mανιχαίον αυτόν ονομάζοντες και της βασιλείας ανάξιον (τόμ. β΄, σελ. 58, του Mελετίου).

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)