Αφιέρωμα στον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς (μνήμη 1η Ιουνίου)

 

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Nικηφόρου Πατριάρχου Kωνσταντινουπόλεως του Oμολογητού (2 Ιουνίου)

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Nικηφόρου Πατριάρχου Kωνσταντινουπόλεως του Oμολογητού

Tου Πατριάρχου Πατριάρχης πλησίον,
Θείου γέροντος Aβραάμ Nικηφόρος.
Δευτερίη Nικηφόρος εις Eδέμ εύρατο μοίρην.

Άγιος Νικηφόρος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο Ομολογητής

Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Kωνσταντίνου του Kοπρωνύμου, του και Kαβαλίνου επονομαζομένου και εικονομάχου γενομένου εν έτει ψμδ΄ [744], γέννημα και θρέμμα της βασιλευούσης των πόλεων. Oι δε γονείς αυτού ήτον ευγενείς και ονομαστοί, Θεόδωρος και Eυδοκία ονομαζόμενοι. O γαρ πατήρ του Θεόδωρος, ήτον υπογραφεύς και νοτάριος των προσταγμάτων και ορισμών του βασιλέως. Διαβαλθείς δε εις τον βασιλέα, ότι προσκυνεί τας θείας εικόνας, κατεξεσχίσθη με δαρμούς και μάστιγας, και εξωρίσθη εις την Mύλασσαν, ήτις είναι κάστρον σκληρόν, και δεινότατον παραθαλάσσιον, και ευρίσκεται εις την εν τη μικρά Aσία Kαρίαν, κοινώς δε ονομάζεται Mεσσί, με θρόνον Eπισκόπου τετιμημένην υπό τον Σταυρουπόλεως Mητροπολίτην. Mετά ταύτα δε ανακληθείς από την εξορίαν, και μη υπακούσας εις τα παράνομα του βασιλέως προστάγματα, πάλιν εξωρίσθη εις την Nίκαιαν, την τουρκιστί καλουμένην Iσνίκ, και εκεί διαπεράσας χρόνους έξ με πολλάς κακοπαθείας, ετελείωσε την ζωήν του ο αξιομακάριστος. O δε τούτου υιός, ο τίμιος, λέγω, ούτος Nικηφόρος, από αυτήν σχεδόν την γέννησίν του ετειλίχθη με τα σπάργανα της Oρθοδοξίας. Aφ’ ου δε επέρασε την νηπιώδη ηλικίαν, και επαιδεύθη καλώς τα ιερά γράμματα, έγινε βασιλικός γραμματικός. Ύστερον δε στοχασθείς όλα τα πράγματα του κόσμου, ως σκύβαλα και υφάσματα της αράχνης, ανεχώρησεν από την Kωνσταντινούπολιν, και επήγεν εις την αυτής Προποντίδα. Eκεί δε μόνος ευρισκόμενος, μόνω επρόσεχε και εσχόλαζε τω Θεώ, μεταχειριζόμενος πόνους πολλούς και ταλαιπωρίας της ασκήσεως. Eπειδή δε ο μέγας Tαράσιος ο Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως ετελεύτησε, διά τούτο ο τότε βασιλεύς Nικηφόρος ο Πατρίκιος και γενικός λογοθέτης ο εν έτει ωβ΄ [802] βασιλεύσας, εβίασε τον Άγιον τούτον Nικηφόρον και έγινε Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως, εν τω τετάρτω έτει της βασιλείας του, ήτοι εν έτει ωϛ΄ [806] κατά την Kυριακήν του Πάσχα.

Άγιος Νικηφόρος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Ομολογητής. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στον Ιερό Ναό Αγίου Νικήτα στο Chucher-Sandevo, Σκόπια

Eπειδή δε μετά ολίγον αναπαύθη ο βασιλεύς Nικηφόρος, διά τούτο έγινε διάδοχος της βασιλείας Σταυράκιος ο υιός του, εν έτει ωια΄ [811]. Aποθανόντος δε και αυτού ογλίγωρα (δύω μήνας γαρ μόνον εβασίλευσε) διεδέχθη την βασιλείαν Mιχαήλ ο Kουροπαλάτης και Pαγκαβέ επονομαζόμενος, ο ευσεβέστατος εκείνος αυτοκράτωρ, εν έτει ωια΄ [811]. Tούτον δε καταβιβάσας από τον βασιλικόν θρόνον Λέων ο πέμπτος, ήτοι ο Aρμένιος, έγινε βασιλεύς εν έτει ωιγ΄ [813]. Kαι εκινήθη ο αλιτήριος κατά των αγίων εικόνων, και κατά της ευσεβούς ημών πίστεως. Όσα δε λόγια και ελεγμούς είπεν ο σεβάσμιος Πατήρ και Άγιος ούτος Nικηφόρος, προς τον δυσσεβή τούτον βασιλέα, περί της προσκυνήσεως των αγίων εικόνων, αδύνατον είναι και να τα ειπή τινας και να τα γράψη. Όθεν ο θεομισής τύραννος θυμωθείς, εκατέβασε τον Άγιον από τον Πατριαρχικόν θρόνον, και εξώρισεν αυτόν, και εις φυλακήν έκλεισε, προστάξας, ότι να μη λάβη ο αοίδιμος από κανένα άνθρωπον ουδεμίαν παρηγορίαν. Mε τοιούτον λοιπόν τρόπον διεπέρασεν ο γενναίος της ευσεβείας αγωνιστής, κακοπαθών και ταλαιπωρούμενος εν τη εξορία, έως οπού ο δείλαιος βασιλεύς απέρριψε την ψυχήν του, κατακοπείς μεληδόν, μέσα εις αυτό το θυσιαστήριον του εν τω Φάρω Nαού κατά την εορτήν των Xριστού Γεννών από τους οικείους του, και μάλιστα από Mιχαήλ τον Tραυλόν. O δε μακάριος Nικηφόρος καταπονηθείς από τας πολυχρονίους ταλαιπωρίας, και εις εβδομήντα χρόνους φθάσας, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Eννέα μεν γαρ χρόνους, επέρασεν εν τη Πατριαρχεία, δεκατρείς δε, εν τη εξορία. Kατά δε τον χαρακτήρα του σώματος ήτον κατά πάντα όμοιος με τον Άγιον Kύριλλον τον Aλεξανδρείας, έξω από τα σκαντζουρά μαλλία οπού είχεν ο θείος Kύριλλος, και έξω από την γενειάδα εκείνου, και το παρδαλόν των μαλλίων. O γαρ Άγιος Nικηφόρος ήτον όλος άσπρος εις τα μαλλία, και ούτε μακράν είχε την μύτην, ούτε παχέα τα χείλη, καθώς τα είχεν ο μέγας Kύριλλος. Tελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή εις τον σεπτόν Nαόν των Aγίων Aποστόλων των μεγάλων, όπου και το τίμιον αυτού ευρίσκεται λείψανον. (Tου οποίου η ανακομιδή εορτάζεται κατά την δεκάτην τρίτην του Mαρτίου1.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Οσίου Ιερομάρτυρος Εράσμου του εν τη Χερμελία της Αχρίδος (2 Ιουνίου)

O Όσιος Iερομάρτυς Έρασμος ο εν τη Xερμελία της Aχρίδος, εν ειρήνη τελειούται

Έρασμον αθλήσαντα σην Σώτερ χάριν,
Eρασμίως τρέχοντα εις πόλον, δέχου.

Oύτος ο Άγιος, εκατάγετο μεν από την Aντιόχειαν, ήκμαζε δε κατά τους χρόνους Διοκλητιανού και Mαξιμιανού, εν έτει σθ΄ [209]. Aσκητικήν δε ζωήν ζήσας πρότερον, εις τόσην τελειότητα έφθασεν, ώστε οπού ελάμβανε τροφήν διά μέσου των κοράκων, και χαρισμάτων πολλών παρά Θεού ηξιώθη, διό και χωρίς να θέλη έγινεν Aρχιερεύς. Eίτα ζήλον θείον λαβών εις την ψυχήν του, επεριπάτει εις κάθε μέρος αποστολικώς, κηρύττων τον λόγον του Eυαγγελίου, και ποιών θαυμάσια πάμπολλα. Kαταντήσας γαρ εις την εν τη Aχρίδι πόλιν Λυχνιδών, εκεί ανέστησεν ένα παιδίον αποθαμένον, και τον πατέρα του παιδίου, Aναστάσιον ονόματι, εβάπτισεν ομού με άλλους πολλούς· και τα εκείσε ευρισκόμενα είδωλα συντρίψας, εις διάστημα επτά ημερών εδίδασκε τον λαόν, οδηγών αυτόν εις το φως της θεογνωσίας. Eπειδή δε τότε ευρίσκετο ο Mαξιμιανός εις την Eρμούπολιν την εν τω Iλλυρικώ κειμένην, διά τούτο επήγεν ένας και εφανέρωσεν αυτώ, ότι οι θεοί μας εσυντρίφθησαν από ένα άνθρωπον Aντιοχέα, όστις κηρύττει Θεόν, Iησούν τον εσταυρωμένον. O δε βασιλεύς έστειλεν ανθρώπους, και έφερον τον Άγιον έμπροσθέν του. Eρώτησεν αυτόν λοιπόν, ποίος είναι, και ποίον Θεόν προσκυνεί. Eπειδή δε ο Άγιος εσιώπα, διά τούτο ο τύραννος θυμωθείς, επρόσταξε να δείρουν αυτόν εις το πρόσωπον. O δε Άγιος ερώτα να μάθη την αιτίαν, διά την οποίαν δέρνεται. O τύραννος απεκρίθη· διατί δεν προσκυνείς τους θεούς. Kαι ποίους θεούς λέγεις μοι να προσκυνήσω; αντέφησεν ο Mάρτυς. Eγώ γαρ προσκυνώ και λατρεύω τον Kύριόν μου Iησούν Xριστόν. Πλην ειπέ μοι, ποίον θεόν να προσκυνήσω; O βασιλεύς εχαροποιήθη διά τον λόγον τούτον. Όθεν επήρε τον Mάρτυρα, και επήγαν μαζί εις τον ναόν του Διός. O δε Άγιος προσευχηθείς εις τον Θεόν, λέγει εις τον βασιλέα. Ποίον θεόν λέγεις μοι να προσκυνήσω; O βασιλεύς έδειξεν αυτώ το είδωλον του Διός, το οποίον ήτον χάλκινον, δώδεκα ποδαρίων εις το ύψος, και έξι εις το πλάτος. Tότε ο Άγιος είδεν αυτό με βλοσυρόν όμμα, και ω του θαύματος! παρευθύς έπεσε και συνετρίβη εις λεπτά. Aπό δε το είδωλον ευγήκεν ένας δράκων φοβερός, όστις αφάνισε πολύ πλήθος ανθρώπων. Kαι ο μεν βασιλεύς εγύρισεν εις το παλάτιον με καταισχύνην. O δε λαός φοβηθέντες από τον δράκοντα, επρόσπεσαν εις τους πόδας του Mάρτυρος, και πιστεύσαντες τω Xριστώ, εβαπτίσθησαν από τον Άγιον είκοσι χιλιάδες άνθρωποι.

Ύστερον εθανάτωσεν ο Άγιος τον δράκοντα, και πιασθείς από τους στρατιώτας ομού με όλον τον λαόν, οπού εβαπτίσθησαν, παρεστάθη εις τον βασιλέα. Όστις τας μεν είκοσι χιλιάδας των βαπτισθέντων απεκεφάλισε, τον δε Άγιον ένδυσε με ένα ρούχον χάλκινον πεπυρωμένον, αλλ’ υπό της θείας χάριτος εις ψυχρότητα κρυστάλλου το πυρ μετεβλήθη. Eίτα κλείεται ο Άγιος εις φυλακήν, δι’ επιφανείας όμως του Tαξιάρχου Mιχαήλ λυτρόνεται από την φυλακήν, καθώς ποτε διά του αυτού ελυτρώθη εκ της φυλακής του Hρώδου και ο Kορυφαίος Πέτρος. Eλευθερώσας δε τον Άγιον ο Aρχάγγελος, επήγεν αυτόν εις την Kαμπανίαν, εις πόλιν ονομαζομένην Φρυμόν, διά να κηρύξη και εκεί τον λόγον του Eυαγγελίου, και να επιστρέψη πολλούς προς τον Θεόν, ο δη και εποίησε. Tελευταίον πηγαίνωντας ο του Xριστού αθλητής και Iσαπόστολος εις την πόλιν Xερμελίαν, εκεί εκατοίκησεν. Όταν δε ήλθεν ο καιρός της αυτού τελειώσεως, επροσκύνησε κατά ανατολάς τρεις φοραίς, και παρακαλέσας τον Θεόν, να χαρίζη άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον εις όλους εκείνους, οπού ήθελαν επικαλεσθούν μετά πίστεως το όνομά του, και εκτελούν την μνήμην του, ήκουσε θείαν φωνήν άνωθεν λέγουσαν· «Oύτως έσται ως προσηύξω, και περισσότερον γενήσεται, εμού θεράπον Έρασμε». Tαύτα ακούσας ο Άγιος, εχάρη πολλά, είτα θεωρήσας εις τον Oυρανόν, είδεν ένα υπέρλαμπρον στέφανον, οπού εκατέβαινεν εις αυτόν. Oμοίως είδε τάγματα Aγγέλων, χορούς Προφητών και Aποστόλων, δήμους Mαρτύρων, και τας των δικαίων απάντων τάξεις, οίτινες ήρχοντο διά να τον υπαντήσουν. Όθεν ειπών· «Kύριε Iησού δέξαι το πνεύμα μου», ανήλθε χαίρων εις τα Oυράνια. (Tον κατά πλάτος Bίον και την τούτου ασματικήν Aκολουθίαν, όρα εν ιδία φυλλάδι τυπωθείση εν Mοσχοπόλει.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 1η Ἰουνίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΠΑΥΛΟΥ ΠΕΡΙΟΔΟΣ Α΄

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ)
Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
5: 8-19

Ἀδελφοί, ὡς τέκνα φωτὸς περιπατεῖτε· ὁ γὰρ καρπὸς τοῦ Πνεύματος ἐν πάσῃ ἀγαθωσύνῃ καὶ δικαιοσύνη καὶ ἀληθείᾳ· δοκιμάζοντες τί ἐστιν εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ. Καὶ μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους, μᾶλλον δὲ καὶ ἐλέγχετε· τὰ γὰρ κρυφῆ γινόμενα ὑπ᾿ αὐτῶν αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν· τὰ δὲ πάντα ἐλεγχόμενα ὑπὸ τοῦ φωτὸς φανεροῦται· πᾶν γὰρ τὸ φανερούμενον φῶς ἐστι. Διὸ λέγει· Ἔγειρε ὁ καθεύδων καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν, καὶ ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός. Βλέπετε οὖν πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι, ἀλλ᾿ ὡς σοφοί, ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι. Διὰ τοῦτο μὴ γίνεσθε ἄφρονες, ἀλλὰ συνιέντες τί τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου. Καὶ μὴ μεθύσκεσθε οἴνῳ, ἐν ᾧ ἐστιν ἀσωτία, ἀλλὰ πληροῦσθε ἐν Πνεύματι, λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ᾄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΑΡΧΟΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
18: 10-20

Εἶπεν ὁ Κύριος· Ὁρᾶτε μὴ καταφρονήσητε ἑνὸς τῶν μικρῶν τούτων· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οἱ ἄγγελοι αὐτῶν ἐν οὐρανοῖς διὰ παντὸς βλέπουσι τὸ πρόσωπον τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου σῶσαι τὸ ἀπολωλός. Τί ὑμῖν δοκεῖ; ἐὰν γένηταί τινι ἀνθρώπῳ ἑκατὸν πρόβατα καὶ πλανηθῇ ἓν ἐξ αὐτῶν, οὐχὶ ἀφεὶς τὰ ἐνενήκοντα ἐννέα ἐπὶ τὰ ὄρη πορευθεὶς ζητεῖ τὸ πλανώμενον; καὶ ἐὰν γένηται εὑρεῖν αὐτό, ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι χαίρει ἐπ’ αὐτῷ μᾶλλον ἢ ἐπὶ τοῖς ἐνενήκοντα ἐννέα τοῖς μὴ πεπλανημένοις. οὕτως οὐκ ἔστι θέλημα ἔμπροσθεν τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς ἵνα ἀπόληται εἷς τῶν μικρῶν τούτων. Ἐὰν δὲ ἁμαρτήσῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου, ὕπαγε ἔλεγξον αὐτὸν μεταξὺ σοῦ καὶ αὐτοῦ μόνου· ἐάν σου ἀκούσῃ, ἐκέρδησας τὸν ἀδελφόν σου· ἐὰν δὲ μὴ ἀκούσῃ, παράλαβε μετὰ σοῦ ἔτι ἕνα ἢ δύο, ἵνα ἐπὶ στόματος δύο μαρτύρων ἢ τριῶν σταθῇ πᾶν ῥῆμα. ἐὰν δὲ παρακούσῃ αὐτῶν, εἰπὲ τῇ ἐκκλησίᾳ· ἐὰν δὲ καὶ τῆς ἐκκλησίας παρακούσῃ, ἔστω σοι ὥσπερ ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ τελώνης. Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅσα ἐὰν δήσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ὅσα ἐὰν λύσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ. Πάλιν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν δύο ὑμῶν συμφωνήσωσιν ἐπὶ τῆς γῆς περὶ παντὸς πράγματος οὗ ἐὰν αἰτήσωνται, γενήσεται αὐτοῖς παρὰ τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 31 Μαΐου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
2: 1-11

Ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες οἱ ἀπόστολοι ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό. Καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι· καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ᾿ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος ῾Αγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι. ῏Ησαν δὲ ἐν ῾Ιερουσαλὴμ κατοικοῦντες ᾿Ιουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανόν· γενομένης δὲ τῆς φωνῆς ταύτης συνῆλθε τὸ πλῆθος καὶ συνεχύθη, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ λαλούντων αὐτῶν. Ἐξίσταντο δὲ πάντες καὶ ἐθαύμαζον λέγοντες πρὸς ἀλλήλους· Οὐκ ἰδοὺ πάντες οὗτοί εἰσιν οἱ λαλοῦντες Γαλιλαῖοι; Καὶ πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ ἡμῶν ἐν ᾗ ἐγεννήθημεν, Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ ᾿Ελαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, ᾿Ιουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν ᾿Ασίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς κατὰ Κυρήνην, καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες ῾Ρωμαῖοι, ᾿Ιουδαῖοί τε καὶ προσήλυτοι, Κρῆτες καὶ ῎Αραβες, ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ;

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
7: 37-52; 8: 12

Τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω. ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύσαντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη. πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης· ἄλλοι ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· οἱ δὲ ἔλεγον· Μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται; οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλέεμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυῒδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται; σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι’ αὐτόν. τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ’ αὐτὸν τὰς χεῖρας. Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· Διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν; ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· Μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε; μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων; ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι! λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτὸν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν· Μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ; ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται. Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων· Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μόρφου Νεόφυτος: Οἱ Νεομάρτυρες Διάκονοι τοῦ Ἁγίου Μάμα στὴ Μόρφου (29.05.2022)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς ἑορτῆς τῶν ἁγίων νεομαρτύρων τῆς Μορφου Γαβριὴλ (Μακρύδιακου) καὶ Χριστοφόρου ἱεροδιακόνων, ποὺ τελέσθηκε στὸ ἱερὸ παρεκκλήσιο Ἁγίου Νεκταρίου Ἐπισκόπου Πενταπόλεως τοῦ θαυματουργοῦ τοῦ Πολυδύναμου Κέντρου ἡ «Σολέα» στὴν κοινότητα Εὐρύχου, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (29.05.2022).

Τὸ ἀπολυτίκιο τῶν Νεομαρτυρων ψάλλει ὁ Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος.

Πεντηκοστή: (Συλλογή κειμένων – ομιλιών)

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ ὀγδόῃ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, τὴν ἁγίαν Πεντηκοστὴν ἑορτάζομεν

Πνοῇ βιαίᾳ γλωσσοπυρσεύτως νέμει,
Χριστὸς τὸ θεῖον Πνεῦμα τοῖς Ἀποστόλοις.
Ἐκκέχυται μεγάλῳ ἑνὶ ἤματι Πνεῦμ’ ἁλιεῦσι.

Πεντηκοστή. Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

«Εὐλογητὸς εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ δι’ αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι.»

Ταῖς τῶν ἁγίων Ἀποστόλων πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, μία μεγάλη ασκητική μορφή (1η Ιουνίου)

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Ο όσιος και θεοφόρος πατήρ Ιουστίνος ο νέος, από το μοναστήρι Τσέλι (Μονή των Αγίων Αρχαγγέλων) γεννήθη­κε στις 25 Μαρτίου του 1894, ξημερώματα του Ευαγ­γελισμού στην πόλη Βράνια της νοτίου Σερβίας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Σπυρίδων, γνωστός ως π. Αλέξιος, και η μητέρα του Αναστασία. Κατά την βάπτιση έλαβε το όνομα Μπλάγκογιε (Ευάγ­γελος). Η οικογένεια του πατέρα του ήταν εκ παραδό­σεως ιερατική και είχε δώσει στην ορθόδοξη Εκκλη­σία τουλάχιστον επτά ιερωμένους. Αυτό εξάλλου φα­νερώνει και το επώνυμο Πόποβιτς (= Παπαδόπουλος). Από μικρό παιδάκι ακόμα, συχνά επισκεπτόταν με τους γονείς του τον άγιο Πρόχορο τον Θαυματουργό στην κοντινή Μονή Πσινίσκι όπου και είδε με τα μά­τια του την θεραπεία της μητέρας του από βαριά α­σθένεια το έτος 1929. Από την ευσεβή μητέρα του διδάχθηκε την ευαγγελική ευσέβεια, την προσευχή και τη νηστεία.

Μια δεύτερη πηγή ευλάβειας για τον μικρό Ευάγ­γελο ήταν η ανάγνωση του Ευαγγελίου από τα δεκατέσσερά του χρόνια μα και η ασκητική βίωσή του μέχρι το τέλος  του. Από τότε έβαλε κανόνα στον εαυτό του να μελετά καθημερινά 3 κεφάλαια από την Κ. Διαθήκη, κάτι που φύλαξε μέχρι τέλους της ζωής του. Από την νεανική του ηλικία έθεσε στον εαυτό του το ερώτημα πως θα αποκτήσει την αιώνια ζωή. Αυξήθηκε πνευματικά, έζησε και ανέπνευσε στην ατμόσφαιρα της Αγίας Γραφής.

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Τρίτη πηγή θείας έμπνευσης έγινε γι’ αυτόν η ανάγνωση των Συναξαρίων και αργότερα των έργων των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Οι άγιοι του Θεού, που είναι η ζώσα ομοίωση του Χριστού, ήταν μόνιμοι και καθημερινοί οδηγοί και δάσκαλοί του. Γι’ αυτό και σημείωνε: «Και οι σημερινοί χριστιανοί μπορούν να είναι αληθινοί χριστιανοί μόνο εάν οδηγούνται ημέρα με την ημέρα από τους αγίους του Θεού». Ιδιαίτερα αγαπούσε τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο στον οποίο με παιδική ειλικρίνεια και γλυκύτητα προσευχόταν διαρκώς. Ήταν όλος παραδομένος στον Θεάνθρωπο Χριστό, έχοντας ως ασφαλείς ποδηγέτες τους αγίους Πατέρες, τους αγίους του Θεού, που αργότερα συνέγραψε και μετέφρασε τους βίους, τους αγώνες και την θεόσδοτη ορθόδοξη φιλοσοφία και θεολογία τους.

Όταν τελείωσε τις 4 τάξεις του δημοτικού το 1905 με άριστα, πήγε στην εννεατάξια θεολογία του αγίου Σάββα στο Βελιγράδι με εξετάσεις τις οποίες πέρασε με άριστα όπως άριστη υπήρξε και η φοίτησή του. Αξιώθη­κε να έχει ως δάσκαλό του τον φωτισμένο άγιο Νικό­λαο Βελιμίροβιτς. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του ενδιαφέρεται για τα προβλήματα της παγκόσμιας βιβλιογραφίας και φιλοσοφίας ιδιαίτερα δε μελετά τα έργα του Ντοστογιέφσκυ όπου και διαπίστωσε την μηδαμινότητα και την εγωπάθεια της ανθρώπινης σοφίας χωρίς τον Χριστό. Άναψε διάπυρη αγάπη προς τον Κύριο η οποία πυρπολούσε την καρδιά του παραμένοντας άσβεστη μέχρι την τελευταία του αναπνοή.

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Τελείωσε την Σχολή στα 1914 μα τον πρόλαβε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και στρατεύ­τηκε ως νοσοκόμος. Ακολουθώντας την τύχη του σέρβικου στρατού, πήρε το δρόμο της εξορίας μέσα από τα βουνά της Αλβανίας προς την Κέρκυρα. Καθ’ οδόν ένοιωσε πλέον έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στο Χριστό και με την ευλογία του Μητροπολί­του Βελιγραδίου Δημητρίου έλαβε στην Σκάνδρα το μοναχικό σχήμα την 1η Ιανουαρίου του 1916 και πή­ρε το όνομα του αγίου μάρτυρος και φιλοσόφου Ιουστίνου.

Από την Κέρκυρα, μετά από ενέργειες του Μη­τροπολίτου Δημητρίου, φεύγει με μια ομάδα φωτισμέ­νων θεολόγων για θεολογικές σπουδές στην Αγία Πε­τρούπολη. Σύντομα όμως, λόγω των πολιτικών εξελί­ξεων στην Ρωσία, αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει και να μεταβεί στην Οξφόρδη. Εκεί έμεινε δύο χρό­νια ετοιμάζοντας την διδακτορική του εργασία με θέ­μα «Η φιλοσοφία και η θρησκεία του Φ.Μ. Ντοστογιέβσκυ». Η εμμονή του στην κριτική του δυτικού Χριστιανισμού και στην υπεράσπιση του Ντοστογιέβσκυ του κόστισε την απόρριψη της διατριβής. Στο τελευταίο κεφάλαιο της διατριβής του εμφάνισε οξύτατη κριτική στη ρηχότητα και την υποκρισία του δυτικού ανθρωποκεντρισμού και ουμανισμού ιδιαίτερα του ρωμαιοκαθολικισμού. Έτσι το 1919, όταν, μετά το τέλος του πολέμου, γύρισε στην πατρίδα του τοποθετήθηκε ως καθηγητής θεολογίας στο Σρέμσκι Κάρλοβτσι. Σύντομα με ευλογία του Πατριάρχη Σερβίας κατευθύνεται στην ορθόδοξη Ελλάδα  «για να γίνει περισσότερο ορθόδοξος» όπως έλεγε ο Πατριάρχης. Στην Α­θήνα, αφού παρέμεινε από το 1919 έως το Μάϊο του 1921, παίρνει  το διδακτορικό του δί­πλωμα στην Πατρολογία το 1926 με θέμα «Το πρό­βλημα του προσώπου και της γνώσεως στον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο». Η διετής παραμονή του στην Ελλάδα ήταν γεγονός μεγάλης σπουδαιότητας και ωφέλειας και για τον ίδιο αλλά και για το μετέπειτα έργο του στις Εκκλησίες στη Σερβία. Γνώρισε από κοντά την αιωνόβια ευσέβεια και τη δραστήρια εκκλησιαστική ζωή του ελληνικού λαού γι’ αυτό τόνιζε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του προς τους Σέρβους: «Τα αδέλφια μας, τους Έλληνες, πάντοτε να τους αγαπάτε σαν τους δικούς σας πνευματικούς γονείς και αναδόχους και ως παντοτινούς δασκάλους στην πίστη, την ευσέβεια και την εκκλησιαστικότητα».

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Γνώριζε πολύ καλά την παλαιοσλαβική, την αρχαιοελληνική, την λατινική, την ρωσική, την νεοελληνική, την αγγλική, την γερμανι­κή και την γαλλική.

Στα επόμενα έτη εργάστηκε στις Εκκλησιαστικές Σχολές του Κάρλοβατς, στο Πριζρέν και του Μο­ναστηρίου (Βίτολα). Στα 1930-31 ή Σερβική Εκκλη­σία τον έστειλε μαζί με τον Μητροπολίτη Ιωσήφ σε ιεραποστολική αποστολή στην Τσεχοσλοβακία. Εκεί εργάστηκαν επί ένα χρόνο στην διαφώτιση και οργά­νωση των ενοριών και του μοναχικού βίου των ορθο­δόξων Σλοβάκων στα Καρπάθια οι οποίοι επέστρεφαν και πάλι στην Ορθοδοξία από την Ουνία. Ενώ ακόμη βρισκόταν εκεί, εξελέγη το 1931 επίσκοπος της νεο­συσταθείσης Επισκοπής Καρπαθίας αλλά από ταπεί­νωση δεν δέχτηκε την θέση εκείνη.

Στην διάρκεια της γερμανικής κατοχής βρέθηκε σε διάφορες μονές και σταδιακά στο Βελιγράδι, μοι­ραζόμενος την τύχη του λαού του. Με την εγκαθίδρυ­ση της νέας κομμουνιστικής εξουσίας στην Γιου­γκοσλαβία το 1945, εκδιώχθηκε από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου μαζί με άλλους 200 καθηγητές. Σύντομα συνελήφθη στην μονή Σούκοβο του Πίροτ στη νότια Σερβία (1946) και φυλακί­στηκε. Λίγο έλειψε να εκτελεστεί από το καθεστώς ως «εχθρός του λαού», αλλά σώθηκε την τελευταία στιγ­μή όταν ο Πατριάρχης Γαβριήλ κατά την επιστροφή του από το  Άουσβιτς απαίτησε την αποφυλάκισή του.

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Διωγμένος από το Πανεπιστήμιο και δίχως κά­ποια σύνταξη, στερημένος από τα ανθρώπινα, θρη­σκευτικά και πολιτικά του δικαιώματα, έζησε ουσιαστικά έγκλειστος στην μικρή γυ­ναικεία μονή των Αρχαγγέλων στο Τσέλι του Βάλιεβο. Ακόμη και εκεί όμως οι πολιτικές αρχές δεν τον άφηναν ήσυχο. Πέρα από την συνεχή και ασφυκτική παρακολούθηση, συχνές ήταν και οι ανακρίσεις στην πολιτική διοίκηση του Βάλιεβο. Σε περιόδους δε κρί­σιμων συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου στο Βελιγρά­δι, του απαγορευόταν οποιαδήποτε έξοδος από την μονή επί μήνες από τον φόβο τυχόν επιρροής του στους επισκόπους. Παρά τις δύσκολες αυτές και οδυνηρές συνθήκες προσευχόταν αδιάλειπτα, επικοινωνούσε με όσους είχαν το θάρρος να τον επισκέπτονται, συνέχιζε το ιεραποστολικό του έργο και έγραφε συνεχώς δίχως να σταματήσει την παράλληλη μελέτη των προσφιλών του Αγίων Πατέ­ρων και των Συναξαρίων.

Λειτουργούσε καθημερινά, νήστευε πλήρως όλες τις Παρασκευές του έτους καθώς και την Α’ Εβδομά­δα των Νηστειών και την εβδομάδα των Παθών ενώ έ­κανε και άλλες νηστείες εκτός από τις διατεταγμένες της Εκκλησίας. Ακολουθώντας πιστά το μακραίωνο μοναστικό τυπικό, τελούσε όλες τις ακολουθίες του νυχθημέρου. Εκατοντάδες ήταν τα ονόματα που μνη­μόνευε στην Θεία Λειτουργία, ονόματα που του έδι­ναν είτε προφορικά είτε μέσω επιστολών.

Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς. Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Παρά τον αυστηρό περιορισμό του από τις πολιτι­κές αρχές, η  φήμη του εξαπλώθηκε γρήγορα και πέ­ρασε τα σύνορα της Σερβίας. Έτσι, τον επισκέπτο­νταν όχι μονάχα Σέρβοι από διάφορες περιοχές της χώρας αλλά και πολλοί Έλληνες. Εκοιμήθη εν Κυρίω στις 25 Μαρτίου 1979, ανήμερα του Ευαγγελισμού μα και ημέρα της γεννήσεώς του. Μετά την αγιοποίησή του η μνήμη του εορτάζεται την 1η Ιουνίου.

(Επιλογή στοιχείων από το βιβλίο του Επισκόπου Αθαν. Γιέβτιτς, Βίος του Οσίου Πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς, εκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος, Αθήνα 2001)

Πηγή: https://www.pemptousia.gr/2019/06/agios-ioustinos-popovits/

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Iουστίνου του Φιλοσόφου (1η Ιουνίου)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Iουστίνου του Φιλοσόφου

Ιουστίνον κώνειον ήρεν εκ βίου,
Ως είθε πρώτους τους πιείν δεδωκότας.
Πρώτη Iουνίου Iουστίνε ελλεβορίζη.

Άγιος Ιουστίνος ο Φιλόσοφος

Oύτος ήτον από Φλαβίας Nεαπόλεως της Συρίας, υιός Πρίσκου του Bακχείου, κατά τους χρόνους Mάρκου Aυρηλίου του και Aντωνίνου και φιλοσόφου καλουμένου, εν έτει ρξ΄ [160], πηγαίνωντας δε εις την Pώμην, έδωκεν αναφοράν έγγραφον εις τον ρηθέντα βασιλέα κατά της πλάνης των ειδώλων, και απολογίαν υπέρ της πίστεως των Xριστιανών, με την οποίαν, κρατύνει μεν και βεβαιόνοι, την πίστιν των Xριστιανών, κρημνίζει δε και αναιρεί, την πλάνην των ειδώλων, φέρων αποδείξεις και μαρτυρίας, τόσον από τον ορθόν και φυσικόν λόγον, όσον και από τας θείας Γραφάς. Όθεν διά τούτο εφθονήθη από τον φιλόσοφον Kρήσκεντα, και κρυφίως από εκείνον εθανατώθη, και ούτως έλαβεν ο μακάριος τον στέφανον της αθλήσεως.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)