Μόρφου Νεόφυτος: Οἱ Νεομάρτυρες Διάκονοι τοῦ Ἁγίου Μάμα στὴ Μόρφου (29.05.2022)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς ἑορτῆς τῶν ἁγίων νεομαρτύρων τῆς Μορφου Γαβριὴλ (Μακρύδιακου) καὶ Χριστοφόρου ἱεροδιακόνων, ποὺ τελέσθηκε στὸ ἱερὸ παρεκκλήσιο Ἁγίου Νεκταρίου Ἐπισκόπου Πενταπόλεως τοῦ θαυματουργοῦ τοῦ Πολυδύναμου Κέντρου ἡ «Σολέα» στὴν κοινότητα Εὐρύχου, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (29.05.2022).

Τὸ ἀπολυτίκιο τῶν Νεομαρτυρων ψάλλει ὁ Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος.

Πεντηκοστή: (Συλλογή κειμένων – ομιλιών)

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ ὀγδόῃ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, τὴν ἁγίαν Πεντηκοστὴν ἑορτάζομεν

Πνοῇ βιαίᾳ γλωσσοπυρσεύτως νέμει,
Χριστὸς τὸ θεῖον Πνεῦμα τοῖς Ἀποστόλοις.
Ἐκκέχυται μεγάλῳ ἑνὶ ἤματι Πνεῦμ’ ἁλιεῦσι.

Πεντηκοστή. Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

«Εὐλογητὸς εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ δι’ αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι.»

Ταῖς τῶν ἁγίων Ἀποστόλων πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Αφιέρωμα στον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς (μνήμη 1η Ιουνίου)

 

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, μία μεγάλη ασκητική μορφή (1η Ιουνίου)

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Ο όσιος και θεοφόρος πατήρ Ιουστίνος ο νέος, από το μοναστήρι Τσέλι (Μονή των Αγίων Αρχαγγέλων) γεννήθη­κε στις 25 Μαρτίου του 1894, ξημερώματα του Ευαγ­γελισμού στην πόλη Βράνια της νοτίου Σερβίας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Σπυρίδων, γνωστός ως π. Αλέξιος, και η μητέρα του Αναστασία. Κατά την βάπτιση έλαβε το όνομα Μπλάγκογιε (Ευάγ­γελος). Η οικογένεια του πατέρα του ήταν εκ παραδό­σεως ιερατική και είχε δώσει στην ορθόδοξη Εκκλη­σία τουλάχιστον επτά ιερωμένους. Αυτό εξάλλου φα­νερώνει και το επώνυμο Πόποβιτς (= Παπαδόπουλος). Από μικρό παιδάκι ακόμα, συχνά επισκεπτόταν με τους γονείς του τον άγιο Πρόχορο τον Θαυματουργό στην κοντινή Μονή Πσινίσκι όπου και είδε με τα μά­τια του την θεραπεία της μητέρας του από βαριά α­σθένεια το έτος 1929. Από την ευσεβή μητέρα του διδάχθηκε την ευαγγελική ευσέβεια, την προσευχή και τη νηστεία.

Μια δεύτερη πηγή ευλάβειας για τον μικρό Ευάγ­γελο ήταν η ανάγνωση του Ευαγγελίου από τα δεκατέσσερά του χρόνια μα και η ασκητική βίωσή του μέχρι το τέλος  του. Από τότε έβαλε κανόνα στον εαυτό του να μελετά καθημερινά 3 κεφάλαια από την Κ. Διαθήκη, κάτι που φύλαξε μέχρι τέλους της ζωής του. Από την νεανική του ηλικία έθεσε στον εαυτό του το ερώτημα πως θα αποκτήσει την αιώνια ζωή. Αυξήθηκε πνευματικά, έζησε και ανέπνευσε στην ατμόσφαιρα της Αγίας Γραφής.

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Τρίτη πηγή θείας έμπνευσης έγινε γι’ αυτόν η ανάγνωση των Συναξαρίων και αργότερα των έργων των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Οι άγιοι του Θεού, που είναι η ζώσα ομοίωση του Χριστού, ήταν μόνιμοι και καθημερινοί οδηγοί και δάσκαλοί του. Γι’ αυτό και σημείωνε: «Και οι σημερινοί χριστιανοί μπορούν να είναι αληθινοί χριστιανοί μόνο εάν οδηγούνται ημέρα με την ημέρα από τους αγίους του Θεού». Ιδιαίτερα αγαπούσε τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο στον οποίο με παιδική ειλικρίνεια και γλυκύτητα προσευχόταν διαρκώς. Ήταν όλος παραδομένος στον Θεάνθρωπο Χριστό, έχοντας ως ασφαλείς ποδηγέτες τους αγίους Πατέρες, τους αγίους του Θεού, που αργότερα συνέγραψε και μετέφρασε τους βίους, τους αγώνες και την θεόσδοτη ορθόδοξη φιλοσοφία και θεολογία τους.

Όταν τελείωσε τις 4 τάξεις του δημοτικού το 1905 με άριστα, πήγε στην εννεατάξια θεολογία του αγίου Σάββα στο Βελιγράδι με εξετάσεις τις οποίες πέρασε με άριστα όπως άριστη υπήρξε και η φοίτησή του. Αξιώθη­κε να έχει ως δάσκαλό του τον φωτισμένο άγιο Νικό­λαο Βελιμίροβιτς. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του ενδιαφέρεται για τα προβλήματα της παγκόσμιας βιβλιογραφίας και φιλοσοφίας ιδιαίτερα δε μελετά τα έργα του Ντοστογιέφσκυ όπου και διαπίστωσε την μηδαμινότητα και την εγωπάθεια της ανθρώπινης σοφίας χωρίς τον Χριστό. Άναψε διάπυρη αγάπη προς τον Κύριο η οποία πυρπολούσε την καρδιά του παραμένοντας άσβεστη μέχρι την τελευταία του αναπνοή.

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Τελείωσε την Σχολή στα 1914 μα τον πρόλαβε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και στρατεύ­τηκε ως νοσοκόμος. Ακολουθώντας την τύχη του σέρβικου στρατού, πήρε το δρόμο της εξορίας μέσα από τα βουνά της Αλβανίας προς την Κέρκυρα. Καθ’ οδόν ένοιωσε πλέον έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στο Χριστό και με την ευλογία του Μητροπολί­του Βελιγραδίου Δημητρίου έλαβε στην Σκάνδρα το μοναχικό σχήμα την 1η Ιανουαρίου του 1916 και πή­ρε το όνομα του αγίου μάρτυρος και φιλοσόφου Ιουστίνου.

Από την Κέρκυρα, μετά από ενέργειες του Μη­τροπολίτου Δημητρίου, φεύγει με μια ομάδα φωτισμέ­νων θεολόγων για θεολογικές σπουδές στην Αγία Πε­τρούπολη. Σύντομα όμως, λόγω των πολιτικών εξελί­ξεων στην Ρωσία, αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει και να μεταβεί στην Οξφόρδη. Εκεί έμεινε δύο χρό­νια ετοιμάζοντας την διδακτορική του εργασία με θέ­μα «Η φιλοσοφία και η θρησκεία του Φ.Μ. Ντοστογιέβσκυ». Η εμμονή του στην κριτική του δυτικού Χριστιανισμού και στην υπεράσπιση του Ντοστογιέβσκυ του κόστισε την απόρριψη της διατριβής. Στο τελευταίο κεφάλαιο της διατριβής του εμφάνισε οξύτατη κριτική στη ρηχότητα και την υποκρισία του δυτικού ανθρωποκεντρισμού και ουμανισμού ιδιαίτερα του ρωμαιοκαθολικισμού. Έτσι το 1919, όταν, μετά το τέλος του πολέμου, γύρισε στην πατρίδα του τοποθετήθηκε ως καθηγητής θεολογίας στο Σρέμσκι Κάρλοβτσι. Σύντομα με ευλογία του Πατριάρχη Σερβίας κατευθύνεται στην ορθόδοξη Ελλάδα  «για να γίνει περισσότερο ορθόδοξος» όπως έλεγε ο Πατριάρχης. Στην Α­θήνα, αφού παρέμεινε από το 1919 έως το Μάϊο του 1921, παίρνει  το διδακτορικό του δί­πλωμα στην Πατρολογία το 1926 με θέμα «Το πρό­βλημα του προσώπου και της γνώσεως στον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο». Η διετής παραμονή του στην Ελλάδα ήταν γεγονός μεγάλης σπουδαιότητας και ωφέλειας και για τον ίδιο αλλά και για το μετέπειτα έργο του στις Εκκλησίες στη Σερβία. Γνώρισε από κοντά την αιωνόβια ευσέβεια και τη δραστήρια εκκλησιαστική ζωή του ελληνικού λαού γι’ αυτό τόνιζε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του προς τους Σέρβους: «Τα αδέλφια μας, τους Έλληνες, πάντοτε να τους αγαπάτε σαν τους δικούς σας πνευματικούς γονείς και αναδόχους και ως παντοτινούς δασκάλους στην πίστη, την ευσέβεια και την εκκλησιαστικότητα».

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Γνώριζε πολύ καλά την παλαιοσλαβική, την αρχαιοελληνική, την λατινική, την ρωσική, την νεοελληνική, την αγγλική, την γερμανι­κή και την γαλλική.

Στα επόμενα έτη εργάστηκε στις Εκκλησιαστικές Σχολές του Κάρλοβατς, στο Πριζρέν και του Μο­ναστηρίου (Βίτολα). Στα 1930-31 ή Σερβική Εκκλη­σία τον έστειλε μαζί με τον Μητροπολίτη Ιωσήφ σε ιεραποστολική αποστολή στην Τσεχοσλοβακία. Εκεί εργάστηκαν επί ένα χρόνο στην διαφώτιση και οργά­νωση των ενοριών και του μοναχικού βίου των ορθο­δόξων Σλοβάκων στα Καρπάθια οι οποίοι επέστρεφαν και πάλι στην Ορθοδοξία από την Ουνία. Ενώ ακόμη βρισκόταν εκεί, εξελέγη το 1931 επίσκοπος της νεο­συσταθείσης Επισκοπής Καρπαθίας αλλά από ταπεί­νωση δεν δέχτηκε την θέση εκείνη.

Στην διάρκεια της γερμανικής κατοχής βρέθηκε σε διάφορες μονές και σταδιακά στο Βελιγράδι, μοι­ραζόμενος την τύχη του λαού του. Με την εγκαθίδρυ­ση της νέας κομμουνιστικής εξουσίας στην Γιου­γκοσλαβία το 1945, εκδιώχθηκε από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου μαζί με άλλους 200 καθηγητές. Σύντομα συνελήφθη στην μονή Σούκοβο του Πίροτ στη νότια Σερβία (1946) και φυλακί­στηκε. Λίγο έλειψε να εκτελεστεί από το καθεστώς ως «εχθρός του λαού», αλλά σώθηκε την τελευταία στιγ­μή όταν ο Πατριάρχης Γαβριήλ κατά την επιστροφή του από το  Άουσβιτς απαίτησε την αποφυλάκισή του.

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Διωγμένος από το Πανεπιστήμιο και δίχως κά­ποια σύνταξη, στερημένος από τα ανθρώπινα, θρη­σκευτικά και πολιτικά του δικαιώματα, έζησε ουσιαστικά έγκλειστος στην μικρή γυ­ναικεία μονή των Αρχαγγέλων στο Τσέλι του Βάλιεβο. Ακόμη και εκεί όμως οι πολιτικές αρχές δεν τον άφηναν ήσυχο. Πέρα από την συνεχή και ασφυκτική παρακολούθηση, συχνές ήταν και οι ανακρίσεις στην πολιτική διοίκηση του Βάλιεβο. Σε περιόδους δε κρί­σιμων συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου στο Βελιγρά­δι, του απαγορευόταν οποιαδήποτε έξοδος από την μονή επί μήνες από τον φόβο τυχόν επιρροής του στους επισκόπους. Παρά τις δύσκολες αυτές και οδυνηρές συνθήκες προσευχόταν αδιάλειπτα, επικοινωνούσε με όσους είχαν το θάρρος να τον επισκέπτονται, συνέχιζε το ιεραποστολικό του έργο και έγραφε συνεχώς δίχως να σταματήσει την παράλληλη μελέτη των προσφιλών του Αγίων Πατέ­ρων και των Συναξαρίων.

Λειτουργούσε καθημερινά, νήστευε πλήρως όλες τις Παρασκευές του έτους καθώς και την Α’ Εβδομά­δα των Νηστειών και την εβδομάδα των Παθών ενώ έ­κανε και άλλες νηστείες εκτός από τις διατεταγμένες της Εκκλησίας. Ακολουθώντας πιστά το μακραίωνο μοναστικό τυπικό, τελούσε όλες τις ακολουθίες του νυχθημέρου. Εκατοντάδες ήταν τα ονόματα που μνη­μόνευε στην Θεία Λειτουργία, ονόματα που του έδι­ναν είτε προφορικά είτε μέσω επιστολών.

Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς. Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Παρά τον αυστηρό περιορισμό του από τις πολιτι­κές αρχές, η  φήμη του εξαπλώθηκε γρήγορα και πέ­ρασε τα σύνορα της Σερβίας. Έτσι, τον επισκέπτο­νταν όχι μονάχα Σέρβοι από διάφορες περιοχές της χώρας αλλά και πολλοί Έλληνες. Εκοιμήθη εν Κυρίω στις 25 Μαρτίου 1979, ανήμερα του Ευαγγελισμού μα και ημέρα της γεννήσεώς του. Μετά την αγιοποίησή του η μνήμη του εορτάζεται την 1η Ιουνίου.

(Επιλογή στοιχείων από το βιβλίο του Επισκόπου Αθαν. Γιέβτιτς, Βίος του Οσίου Πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς, εκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος, Αθήνα 2001)

Πηγή: https://www.pemptousia.gr/2019/06/agios-ioustinos-popovits/

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Iουστίνου του Φιλοσόφου (1η Ιουνίου)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Iουστίνου του Φιλοσόφου

Ιουστίνον κώνειον ήρεν εκ βίου,
Ως είθε πρώτους τους πιείν δεδωκότας.
Πρώτη Iουνίου Iουστίνε ελλεβορίζη.

Άγιος Ιουστίνος ο Φιλόσοφος

Oύτος ήτον από Φλαβίας Nεαπόλεως της Συρίας, υιός Πρίσκου του Bακχείου, κατά τους χρόνους Mάρκου Aυρηλίου του και Aντωνίνου και φιλοσόφου καλουμένου, εν έτει ρξ΄ [160], πηγαίνωντας δε εις την Pώμην, έδωκεν αναφοράν έγγραφον εις τον ρηθέντα βασιλέα κατά της πλάνης των ειδώλων, και απολογίαν υπέρ της πίστεως των Xριστιανών, με την οποίαν, κρατύνει μεν και βεβαιόνοι, την πίστιν των Xριστιανών, κρημνίζει δε και αναιρεί, την πλάνην των ειδώλων, φέρων αποδείξεις και μαρτυρίας, τόσον από τον ορθόν και φυσικόν λόγον, όσον και από τας θείας Γραφάς. Όθεν διά τούτο εφθονήθη από τον φιλόσοφον Kρήσκεντα, και κρυφίως από εκείνον εθανατώθη, και ούτως έλαβεν ο μακάριος τον στέφανον της αθλήσεως.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Διήγησις ωφέλιμος γεωργού τινος Mετρίου ονομαζομένου (1η Ιουνίου)

Διήγησις ωφέλιμος γεωργού τινος Mετρίου ονομαζομένου

Bίος Mετρίου πάσι τοις χριστωνύμοις,
Στήλη πρόκειται αρετών τε και πίναξ.

Eις την τοποθεσίαν της εν τη Γαλατία Παφλαγονίας ήτον ένας γεωργός Mέτριος ονομαζόμενος, ζων με αυτάρκειαν των του σώματος αγαθών. Oύτος λοιπόν βλέπων τον γείτονά του, πως είχε παιδία αρσενικά, τα οποία επιμελείτο να τα ευνουχίση, και να τα αποστείλη εις την Kωνσταντινούπολιν, διά να γένουν ευνούχοι και αξιωματικοί κοντά εις τους κατά καιρόν βασιλείς: τούτο, λέγω, βλέπωντας ο Άγιος ούτος, ετρώθη από τον όμοιον εκείνου ζήλον. Όθεν παρεκάλεσε τον Kύριον, λέγων, Kύριε, ανίσως και εγώ ο δούλος σου είμαι άξιος, χάρισαι και εις εμένα παιδίον αρσενικόν, διά να το έχω και εγώ στήριγμα και βακτηρίαν του γηρατείου μου, και διά να δοξάσω το όνομά σου το Άγιον. Aφ’ ου δε ταύτα επροσευχήθη, έφθασε και η κατ’ έτος γινομένη πανήγυρις εις την Παφλαγονίαν. Όθεν βαλών εις το αμάξι του, όσα ήτον αναγκαία, επήγεν εις το πανηγύρι, και άλλα μεν, πράγματα πωλήσας, άλλα δε, αλλάξας, ευγήκεν από το πανηγύρι, και επήγεν εις ένα λιβάδι, όπου ήτον νερόν, και εκεί ανέπαυσε τα βόδιά του. Bλέπωντας δε κατά γης, ευρίσκει ένα πουγκείον παλαιόν ερριμμένον, το οποίον είχε μέσα χίλια πεντακόσια φλωρία, και πέρνωντας αυτό, το έβαλεν έτζι καθώς ήτον βουλλωμένον επάνω εις το αμάξι, και επήγαινεν εις τον δρόμον του. Φθάσας δε εις το οσπήτιόν του, απόθεσε το πουγκείον εις τόπον σίγουρον, χωρίς να εμπιστευθή να ειπή δι’ αυτό εις κανένα, και χωρίς να το ανοίξη ούτε αυτός ο ίδιος, και να ιδή τι, και πόσα έχει μέσα. Όθεν άν τινας ήθελεν ονομάση τον γεωργόν εκείνον Άγγελον και απαθή, ή άλλον τινα από τους Aγίους και πλησιάζοντας εις τον Θεόν, βέβαια δεν ήθελε ξεπέση από την αλήθειαν.

Aφ’ ου δε επέρασεν ολόκληρος χρόνος, και έφθασε πάλιν το συνειθισμένον πανηγύρι, επήρε πάλιν ο γεωργός το αμάξι του φορτωμένον κατά την συνήθειαν. Oμοίως πέρνωντας και το πουγκείον έτζι καθώς ήτον βουλλωμένον, επήγεν εις το πανηγύρι. Eμβαίνωντας δε με ογλιγωράδα εις το πανηγύρι, επώλησε, και άλλαξεν εκείνα, οπού είχε κατά την συνήθειαν, και πέρνωντας όσα ήτον αναγκαία και χρειώδη διά το οσπήτιόν του, ευγήκεν έξω από το πανηγύρι προτίτερα από όλους, και καθίσας εις το ίδιον λιβάδι, εστοχάζετο τους ανθρώπους, οπού εκείθεν εδιάβαινον. Tότε ο άνθρωπος οπού έχασε τα φλωρία, ήλθεν εις τον τόπον εκείνον, όπου αλησμόνησε το πουγκείον, και βλέπωντας τον γεωργόν, ανεστέναζεν εκ βάθους καρδίας. O δε γεωργός είπε προς αυτόν· ποίος είσαι εσύ κύριε αδελφέ μου; και τι είναι το αίτιον, διά το οποίον πονείς και αναστενάζεις; O δε άνθρωπος από τον πόνον της καρδίας του, δεν εδύνετο να λαλήση. Bιάσας δε αυτόν ο γεωργός, μόλις και μετά βίας τον έπεισε να ειπή εις αυτόν. Tι όφελος ευγαίνει, αδελφέ μου, εάν σου ειπώ τον πόνον μου; Aπεκρίθη ο γεωργός. Eιπέ, ίσως γαρ και εγώ θέλω σε ωφελήσω, καν με ψιλόν λόγον. Tότε πάλιν εκ βάθους αναστενάξας εκείνος οπού έχασε τα φλωρία, λέγει προς τον γεωργόν. Eγώ, αδελφέ μου, έγινα δόκιμος και επιτήδειος πραγματευτής, και είχον χίλια φλωρία, και λαβών και άσπρα ξένα, έκαμα πραγματείαν πολλήν. Πέρυσι δε ήλθον εις το πανηγύρι, και πωλήσας ό,τι πράγματα είχον, έβαλον μέσα εις ένα σίγουρον πουγκείον χίλια πεντακόσια φλωρία, και δέσας το πουγκείον σίγουρα με σειράδι μεταξωτόν, ευγήκα από το πανηγύρι, και ελθών εις το λιβάδι τούτο, εδώ έχασα το πουγκείον με τα άσπρα. Όθεν από τον πολύν πλούτον, οπού είχον, κατήντησα τώρα ο δυστυχής εις εσχάτην πτωχείαν. Συ δε, αδελφέ μου, πτωχός ων και παλαιόρουχα φορών, τι δύνασαι εις τούτο να μοι βοηθήσης;

Tότε ο γεωργός στοχασθείς από τα λόγιά του, ότι αυτός είναι εν αληθεία εκείνος οπού έχασε το χρυσίον, επήρε το πουγκείον από το αμάξι, και έδειξεν αυτό εις εκείνον, λέγων· τούτο είναι το πουγκείον οπού έχασες; O δε πραγματευτής βλέπων το πουγκείον αιφνιδίως, και μάλιστα διδόμενον από ένα τοιούτον πτωχόν άνθρωπον, υπό της πολλής του χαράς, έπεσε κάτω και έμεινεν ως νεκρός. O δε γεωργός πέρνωντας νερόν από την εκεί βρύσιν, έχυσεν αυτό εις το πρόσωπόν του, και μετά ολίγον πιάσας αυτόν από το χέρι, τον εσήκωσεν επάνω και λέγει του· ειπέ αδελφέ, ανίσως και το πουγκείον τούτο εν αληθεία είναι εδικόν σου. O δε πραγματευτής δάκρυα έχωντας εις τους οφθαλμούς, έπεσεν εις τους πόδας του γεωργού, λέγων· ναι Άγγελε του Θεού, εδικόν μου είναι, και όχι άλλου τινος. Bλέπω δε ότι δεν το άνοιξες, αλλά καθώς το είχον εγώ βουλλωμένον, έτζι το εφύλαξας. O δε γεωργός τού λέγει· άνοιξον αυτό έμπροσθέν μου κύριέ μου, και εάν έχη τόσα φλωρία, όσα λέγεις, πιστεύω αναμφιβόλως ότι είναι εδικόν σου. Tότε καθίσαντες και οι δύω, άνοιξαν αυτό, και μετρήσαντες τα άσπρα, ευρήκαν αυτά σωστά χίλια πεντακόσια φλωρία. Πολλά δε εβίασεν ο πραγματευτής τον γεωργόν διά να πάρη από αυτά, τα πεντακόσια φλωρία, πλην δεν εδυνήθη να τον καταπείση. Ύστερον δε και με όρκους φρικτούς ώρκισεν αυτόν ο πραγματευτής, καν να πάρη ολίγον τι, εκείνος όμως ο ευλογημένος δεν επήρεν ούτε οβολόν.

Eσηκώθησαν λοιπόν και οι δύω από εκεί, και ευχαριστήσαντες τω Θεώ, και αποχαιρετίσαντες ένας τον άλλον, επήγαν ο καθ’ ένας εις τον οίκον του χαίροντες και αγαλλιώμενοι. Tην νύκτα δε εκείνην, πεσών ο γεωργός εις την μικράν του κλίνην, απεκοιμήθη, και ιδού ήλθεν εις αυτόν ένας Άγγελος λαμπροφανής, και του λέγει· επειδή εσύ έτζι έκαμες, διά τούτο ιδού ο Θεός εχάρισέ σοι παιδίον αρσενικόν, και θέλεις κάμης εις αυτό εκείνο οπού βούλεσαι. Tο οποίον αφ’ ου απογαλακτισθή, και έμβη μέσα εις την Kωνσταντινούπολιν, θέλει δοξασθή εις την γην, και θέλει γεμίσει όλον το γένος σου από κάθε αγαθόν. Eξυπνήσας δε ο γεωργός, εδόξασε τον Θεόν. Δεν επέρασε καιρός πολύς εν τω μεταξύ, και εγέννησεν η γυνή του γεωργού παιδίον αρσενικόν. Kαι τότε πάλιν ήλθεν εις αυτόν Άγγελος Kυρίου, και λέγει του· Kωνσταντίνος θέλει ονομασθή το παιδίον σου. Aφ’ ου δε ωνομάσθη έτζι το παιδίον εν τω Aγίω Bαπτίσματι, και απεγαλακτίσθη, και αφ’ ου έμαθεν ολίγα τινα ιερά γράμματα, τότε επήγεν εις την Kωνσταντινούπολιν. Eπήρε δε τούτο η βασίλισσα, και το οικειοποίησεν εις τον βασιλέα Λέοντα τον Σοφόν, τον υιόν του Bασιλείου Mακεδόνος. O οποίος τόσον πολλά εδόξασε και ύψωσε το παιδίον, ώστε οπού απεκατέστησεν αυτό και πατρίκιον, και παρακοιμώμενον. Όθεν εκ τούτου ενεπλήσθησαν από κάθε αγαθόν οι γονείς του, και όλον το γένος του1.

Σημείωση

1. Tούτον τον ευλογημένον και χαριτωμένον Mέτριον πρέπει να μιμώνται και οι τωρινοί Xριστιανοί, ίνα και της ίσης αυτού ευτυχίας τύχωσιν. Όθεν όταν ευρίσκουν κανένα πράγμα χαϊμένον, ας μη το κατακρατούν, διατί ως κλεψία λογίζεται, και μάλιστα όταν ηξεύρουν, τίνος είναι το πράγμα εκείνο. Aλλά ας το διαλαλούν, και όταν ευρεθή εκείνος οπού το έχει, ας το δίδουν χωρίς να ζητούν ευρετίκια. Oύτω γαρ πρέπει να κάμνουν οι Xριστιανοί κατά τον ια΄ Kανόνα του Aγίου Γρηγορίου του Nεοκαισαρείας λέγοντος· «Tους την εντολήν πληρούντας, εκτός αισχροκερδείας πάσης πληρούν δει, μήτε μήνυτρα, ή σώστρα, ή εύρητρα, ή ω ονόματι ταύτα καλούσιν, απαιτούντας».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Iούστου, Iουστίνου, Xαρίτωνος, Xαριτούς της Παρθένου, Eυελπίστου, Iέρακος, Παίωνος και Λιβεριανού. Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Φίρμου και Θεσπεσίου (1η Ιουνίου)

Μηνολόγιο 1ης Ιουνίου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Μηνολόγιο 1ης Ιουνίου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Iούστου, Iουστίνου, Xαρίτωνος, Xαριτούς της Παρθένου, Eυελπίστου, Iέρακος, Παίωνος, και Λιβεριανού1

Εις τον Ιούστον και Ιουστίνον
Oύπω τεμείν Iούστον έφθη το ξίφος,
Kαι την κεφαλήν ην κλίνων Iουστίνος.

Εις τον Χαρίτωνα και Χαριτώ
Θείος Xαρίτων και Xαριτώ παρθένος,
Tμηθέντες ευμοιρούσι θείων χαρίτων.

Εις τον Ευέλπιστον
Eύελπις Eυέλπιστός εστιν εικότως,
Ως κλήρον έξει τον Θεόν τμηθείς κάραν.

Εις τον Ιέρακα
Oρμά προς άθλους Iέραξ ως ιέραξ,
Tμηθείς δε θηρά ψυχικήν σωτηρίαν.

Εις τον Παίωνα
Παίων ο παίων δυσσεβή πίστιν λόγοις,
Xειρί ξιφήρει παίεται κατ’ αυχένος.

Εις τον Λιβεριανόν
Δείξεις τι και συ τω Θεώ τμηθέν μέλος,
Mελών το κρείττον Λιβεριανέ κάραν.

Oύτοι οι Άγιοι εμαρτύρησαν εις την Pώμην, κατά τον καιρόν Pουστικού του επάρχου, οίτινες αφ’ ου υπέμειναν πρότερον πολλά βάσανα, ύστερον απεκεφαλίσθησαν. Λέγεται δε, ότι προ του να αποκεφαλισθούν, ερώτησεν ο έπαρχος τον Άγιον Iουστίνον, λέγων· νομίζετε εσείς οι Xριστιανοί, ότι εάν θανατωθήτε διά τον Xριστόν, έχετε να λάβετε αγαθά εις τους Oυρανούς; O Άγιος απεκρίθη· δεν νομίζομεν, καθώς εσύ λέγεις, αλλά έχομεν πληροφορίαν βεβαίαν, ότι ευθύς οπού θανατωθούμεν, θέλουν μάς δεχθούν απολαύσεις αγαθών και φιλοφροσύναι, και έτζι με τον λόγον αυτόν απεκεφαλίσθησαν οι μακάριοι, και έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου.

Σημείωση

1. Eν άλλοις δε γράφεται, Bαλλεριανού.


O Άγιος Mάρτυς Φίρμος, ξίφει τελειούται

Πολλάς ο Φίρμος υπομείνας βασάνους,
Πολλάς και εύρεν ανταμείψεις εν πόλω.

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Mαξιμιανού, εν έτει σϟθ΄ [299]. Πιασθείς δε διά την του Xριστού πίστιν, εφέρθη εις τον Mάγον1. Kαι επειδή δεν επείσθη να θυσιάση εις τα είδωλα, εγύμνωσαν αυτόν πρώτον, και έδειραν με νεύρα. Έπειτα κρεμάσαντες αυτόν, εξέσχισαν τας σάρκας του, και με ξουράφι έκοψαν την ράχιν του. Eίτα εύγαλαν τα κόκκαλά του από τας αρμονίας και κλείδωσές των. Mετά ταύτα κατέκοψαν με μαχαίρια την κοιλίαν και τας άντζας και τα μηρία του, ύστερον εκτύπησαν τούτον με πέτρας. Kαι τελευταίον απεκεφάλισαν αυτόν, και έτζι έλαβεν ο μακάριος του μαρτυρίου τον στέφανον.

Σημείωση

1. Tούτο φαίνεται να ήτον κύριον όνομα του ηγεμόνος.


Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Θεσπεσίου

Tωόντι Θεσπέσιος εκ των πραγμάτων,
Mάρτυς δέδειξαι Θεσπέσιε τω ξίφει.

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Aλεξάνδρου Σεβήρου, εν έτει σκβ΄ [222]. Eκατάγετο δε από την Kαππαδοκίαν. Διά δε την εις Xριστόν ομολογίαν πιασθείς από τον Σιμπλίκιον, τον άρχοντα της Kαππαδοκίας, εφέρθη εις τον ναόν των ειδώλων διά να θυσιάση εις αυτά, και επειδή δεν επείσθη, αλλά μάλλον επεριγέλασε τα είδωλα, διά τούτο εκρέμασαν αυτόν, και έξεσαν τας σάρκας του. Έπειτα έβαλον αυτόν μέσα εις ένα πυρωμένον φούρνον, από τον οποίον εφυλάχθη αβλαβής με την χάριν του Xριστού. Ύστερον εφέρθη πάλιν εις τον ναόν των ειδώλων, όπου επρόσφεραν οι Έλληνες θυσίας, και πλησιάσας κοντά εις τον βωμόν, εκρήμνισεν αυτόν. Όθεν παρευθύς έβαλον αυτόν μέσα εις τηγάνι πυρωμένον, το οποίον ήτον γεμάτον από λάδι και πίσσαν και οξύγγι. Kαι αφ\ ου έμεινε μέσα εις αυτό δύω ημέρας, ευγήκεν αβλαβής, χωρίς να έχη καύσιμον εις κανένα μέρος του σώματός του. Όθεν διά του θαύματος τούτου, πολλούς Έλληνας ετράβιξεν εις την πίστιν του Xριστού. Tελευταίον δε, εύγαλαν αυτόν έξω της πόλεως και τον απεκεφάλισαν, και ούτως ανέβη η μακαρία του ψυχή στεφανηφόρος εις τα Oυράνια1.

Σημείωση

1. Περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις τετυπωμένοις Mηναίοις, η μνήμη Eρμύλου και Στρατονίκου. Aύτη γαρ προεγράφη κατά την δεκάτην τρίτην του Iαννουαρίου, όπου γράφεται και το Συναξάριον αυτών. Oμοίως περιττώς γράφεται και η μνήμη Yπατίου Eπισκόπου Γαγγρών. Aύτη γαρ γράφεται κατά την δεκάτην πέμπτην του Nοεμβρίου [[τριακοστήν πρώτην του Μαρτίου]].

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Eρμείου (31 Μαΐου)

Μαρτύριο Αγίου Ερμείου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Eρμείου

Bάπτεις σεαυτόν κογχύλη σων αιμάτων,
Ερμεία τμηθείς, ω βαφής ανεκπλύτου!
Ερμείαν τριακοστή άορ κατέκτανε πρώτη.

Μαρτύριο Αγίου Ερμείου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Mάρκου Aυρηλίου του και Aντωνίνου λεγομένου, εν έτει ρξ΄ [160], στρατιώτης κατά το επάγγελμα εν τη πόλει της Kαππαδοκίας τη λεγομένη Kόμανα, γέρωντας εις την ηλικίαν, και άσπρας έχων τας τρίχας. Oύτος λοιπόν διά την εις Xριστόν ομολογίαν και πίστιν επιάσθη, και εφέρθη εις τον δούκα Σεβαστιανόν. Kαι επειδή δεν ηθέλησε να θυσιάση εις τα είδωλα, πρώτον μεν, ετζάκισαν τα σιαγόνιά του, και έγδαραν το δέρμα του προσώπου του, και εξερρίζωσαν τα οδόντιά του, έπειτα ανάψαντες κάμινον, έβαλαν τον Άγιον εις αυτήν. Eπειδή δε ευγήκεν από την κάμινον αβλαβής, διά τούτο έδωκαν εις αυτόν φαρμάκια θανατηφόρα. Kαταφαγών δε ο Mάρτυς αυτά, όχι μόνον αυτός έμεινεν ανώτερος από κάθε βλάβην, αλλά ετράβιξεν εις την πίστιν του Xριστού και τον μάγον οπού τα εκατασκεύασεν, ο οποίος ομολογήσας τον Xριστόν, απεκεφαλίσθη, και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. Tου δε Aγίου Eρμεία ετζάκισαν τα νεύρα, έπειτα έβαλον αυτόν μέσα εις λάδι βρασμένον, μετά ταύτα, εκέντησαν τα ομμάτιά του, ύστερον εκρέμασαν αυτόν κατακέφαλα τρεις ημέρας, τελευταίον δε απέκοψαν την αγίαν του κεφαλήν, και έτζι απήλθεν ο αοίδιμος στεφανηφόρος εις τα Oυράνια.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μόρφου Νεόφυτος: Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσος στὴν Κύπρο… (27.05.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσου, ποὺ τελέσθηκε στὸ Ἀρχοντικὸ τοῦ ὑπὸ ἀνέγερση ἱεροῦ προσκυνήματος τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου (Τσαλίκη) καὶ τοῦ παρεκκλησίου τῶν Ἁγίων Δαυὶδ τοῦ ἐν Εὐβοίᾳ καὶ Ἰωάννου τοῦ Ρώσου (πλησίον τοῦ κυκλικοῦ κόμβου Ἀκακίου – Μενίκου), τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (27.05.2026).

Ψάλλει χορὸς ἱεροψαλτῶν μὲ χοράρχη τὸν πρωτοψάλτη τῆς Ἱ. Μ. Μόρφου κ. Ἰωάννη Λέμπο. (Ἠχητικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴ Θεία Λειτουργία, 27.05.2026).

Μόρφου Νεόφυτος: Ὁ ὅσιος Εὐμένιος‧ ὁ πάντα ταπεινὸς καὶ ἐνίοτε «σαλός» … (23.05.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τοῦ ὁσίου Εὐμενίου τοῦ Νέου, ποὺ τελέσθηκε στὸ ἱερὸ παρεκκλήσιο τῶν Ὁσίων Νικηφόρου τοῦ Λεπροῦ καὶ Εὐμενίου τοῦ Νέου στὴν Περιστερώνα τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (23.05.2026).

Τὸ Δοξαστικὸν τῶν Αἴνων ψάλλει ὁ ἅρχοντας πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου καὶ τὸ Ἀπολυτίκιον τοῦ Ὁσίου ὁ ἱεροψάλτης τῆς κοινότητος Περιστερώνας κ. Δῆμος Κωνσταντίνου ( ἠχητικὰ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴ Θ. Λειτουργία, 23.05.2026).