Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 26 Ἰανουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΙΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
4:28-31; 5:1-10

Ἀδελφοί, ὑμεῖς , κατὰ ᾽Ισαὰκ ἐπαγγελίας τέκνα ἐσμέν. Ἀλλ᾽ ὥσπερ τότε ὁ κατὰ σάρκα γεννηθεὶς ἐδίωκεν τὸν κατὰ πνεῦμα, οὕτως καὶ νῦν. Ἀλλὰ τί λέγει ἡ γραφή; ῎Εκβαλε τὴν παιδίσκην καὶ τὸν υἱὸν αὐτῆς· οὐ γὰρ μὴ κληρονομήσῃ ὁ υἱὸς τῆς παιδίσκης μετὰ τοῦ υἱοῦ τῆς ἐλευθέρας. Ἄρα, ἀδελφοί, οὐκ ἐσμὲν τῆς παιδίσκης τέκνα ἀλλὰ τῆς ἐλευθέρας. Τῇ ἐλευθερίᾳ οὖν ᾗ Χριστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσε, στήκετε οὖν καὶ μὴ πάλιν ζυγῷ δουλείας ἐνέχεσθε. ῎Ιδε ἐγὼ Παῦλος λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν περιτέμνησθε, Χριστὸς ὑμᾶς οὐδὲν ὠφελήσει. Μαρτύρομαι δὲ πάλιν παντὶ ἀνθρώπῳ περιτεμνομένῳ, ὅτι ὀφειλέτης ἐστὶν ὅλον τὸν νόμον ποιῆσαι. Κατηργήθητε ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ οἵτινες ἐν νόμῳ δικαιοῦσθε· τῆς χάριτος ἐξεπέσατε. Ἡμεῖς γὰρ πνεύματι ἐκ πίστεως ἐλπίδα δικαιοσύνης ἀπεκδεχόμεθα. Ἐν γὰρ Χριστῷ ᾽Ιησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη. ᾽Ετρέχετε καλῶς· τίς ὑμᾶς ἀνέκοψεν τῇ ἀληθείᾳ μὴ πείθεσθαι; ἡ πεισμονὴ οὐκ ἐκ τοῦ καλοῦντος ὑμᾶς. Μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ. Ἐγὼ πέποιθα εἰς ὑμᾶς ἐν Κυρίῳ ὅτι οὐδὲν ἄλλο φρονήσετε· ὁ δὲ ταράσσων ὑμᾶς βαστάσει τὸ κρῖμα, ὅστις ἂν ᾖ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΙΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
6:54-56, 7:1-8

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐξελθόντος τοῦ Ἰησοῦ ἐκ τοῦ πλοίου, ἐπιγνόντες αὐτὸν οἱ τῆς γῆς Γεννησαρέτ, περιέδραμον ὅλην τὴν περίχωρον ἐκείνην καὶ ἤρξαντο ἐπὶ τοῖς κραβάττοις τοὺς κακῶς ἔχοντας περιφέρειν ὅπου ἤκουον ὅτι ἐκεῖ ἐστι· καὶ ὅπου ἂν εἰσεπορεύετο εἰς κώμας ἢ πόλεις ἢ ἀγροὺς, ἐν ταῖς ἀγοραῖς ἐτίθεσαν τοὺς ἀσθενοῦντας καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα κἂν τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ ἅψωνται· καὶ ὅσοι ἂν ἥπτοντο αὐτοῦ, ἐσῴζοντο. Καὶ συνάγονται πρὸς αὐτὸν οἱ Φαρισαῖοι καί τινες τῶν γραμματέων ἐλθόντες ἀπὸ Ἱεροσολύμων· καὶ ἰδόντες τινὰς τῶν μαθητῶν αὐτοῦ κοιναῖς χερσί, τοῦτ’ ἔστιν ἀνίπτοις, ἐσθίοντας ἄρτους, ἐμέμψαντο· οἱ γὰρ Φαρισαῖοι καὶ πάντες οἱ Ἰουδαῖοι, ἐὰν μὴ πυγμῇ νίψωνται τὰς χεῖρας, οὐκ ἐσθίουσι, κρατοῦντες τὴν παράδοσιν τῶν πρεσβυτέρων· καὶ ἀπὸ ἀγορᾶς, ἐὰν μὴ βαπτίσωνται, οὐκ ἐσθίουσι· καὶ ἄλλα πολλά ἐστιν ἃ παρέλαβον κρατεῖν, βαπτισμοὺς ποτηρίων καὶ ξεστῶν καὶ χαλκίων καὶ κλινῶν· ἔπειτα ἐπερωτῶσιν αὐτὸν οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ γραμματεῖς· Διατί οὐ περιπατοῦσιν οἱ μαθηταί σου κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν πρεσβυτέρων, ἀλλ’ ἀνίπτοις χερσὶν ἐσθίουσι τὸν ἄρτον; ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι Καλῶς προεφήτευσεν Ἡσαΐας περὶ ὑμῶν τῶν ὑποκριτῶν, ὡς γέγραπται· οὗτος ὁ λαὸς τοῖς χείλεσί με τιμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ’ ἐμοῦ· μάτην δὲ σέβονταί με, διδάσκοντες διδασκαλίας ἐντάλματα ἀνθρώπων. ἀφέντες γὰρ τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ κρατεῖτε τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Ξενοφώντος και της συμβίου αυτού Μαρίας και των τέκνων αυτών Aρκαδίου και Ιωάννου (26 Ιανουαρίου)

Ο Όσιος Ξενοφών μετά της συμβίου αυτού Μαρίας και των τέκνων αυτών Αρκαδίου και Ιωάννου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Ξενοφώντος και της συμβίου αυτού Μαρίας και των τέκνων αυτών Aρκαδίου και Ιωάννου

Και γην λιπόντας τους περί Ξενοφώντα,
Aβρά ξενίζω του λόγου πανδαισία.
Παισίν άμ’ ηδ’ αλόχω Ξενοφών θάνεν εικάδι έκτη.

Ο Όσιος Ξενοφών μετά της συμβίου αυτού Μαρίας και των τέκνων αυτών Αρκαδίου και Ιωάννου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

O Όσιος ούτος Ξενοφών ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Ιουστινιανού εν έτει φκ΄ [520], εκατάγετο δε από την Κωνσταντινούπολιν, και ήτον πλούσιος και κατά τον εξωτερικόν πλούτον, και κατά τον εσωτερικόν της ευσεβείας και κατά Θεόν πολιτείας. Ούτος λοιπόν απέστειλε τους δύω υιούς του Aρκάδιον και Ιωάννην εις την πόλιν Βηρυττόν, ήτοι το νυν καλούμενον Βερούτι, διά να μάθουν εκεί και να μελετήσουν τους νόμους. Πηγαίνοντες δε, εκαραβοτζακίσθησαν εις την θάλασσαν. Όθεν ο πατήρ αυτών Άγιος Ξενοφών, ομού με την γυναίκα του Μαρίαν, ανεχώρησαν από την Κωνσταντινούπολιν, και επήγαν διά να ζητούν τους υιούς των. Ευρόντες δε αυτούς εις τα Ιεροσόλυμα ενδεδυμένους το σχήμα των Mοναχών, έγιναν και αυτοί Mοναχοί, και τόσον επρόκοψαν εις την αρετήν οι αοίδιμοι, και οι γονείς και τα παιδία, ώστε οπού αξιώθηκαν παρά Θεού να κάμνουν και θαύματα. Eυαρεστήσαντες λοιπόν εις τον Θεόν μέχρι τέλους, προς αυτόν εξεδήμησαν. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτών όρα εις το Eκλόγιον1.)

Σημείωση

1. O δε ελληνικός Βίος αυτού σώζεται εν τη Μεγίστη Λαύρα, και εν τη Ιερά Μονή των Ιβήρων, ου η αρχή· «Ξενοφών ο θαυμάσιος». Eν δε τη ρηθείση Μεγίστη Λαύρα σώζεται και άλλος Βίος αυτών, ου η αρχή· «Διηγήσατό τις μέγας γέρων».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Aγίων Μαρτύρων Ανανίου Πρεσβυτέρου, Πέτρου δεσμοφύλακος και των συν αυτοίς επτά στρατιωτών (26 Ιανουαρίου)

Μαρτύριο των Aγίων Μαρτύρων Ανανίου Πρεσβυτέρου, Πέτρου δεσμοφύλακος και των συν αυτοίς επτά στρατιωτών. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη των Aγίων Μαρτύρων Ανανίου Πρεσβυτέρου, Πέτρου δεσμοφύλακος και των συν αυτοίς επτά στρατιωτών

Πέτρος συν επτά την θάλασσαν εισέδυ,
Οις Aνανίας ηδέως συνεισέδυ.

Μαρτύριο των Aγίων Μαρτύρων Ανανίου Πρεσβυτέρου, Πέτρου δεσμοφύλακος και των συν αυτοίς επτά στρατιωτών. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, και Μαξίμου ηγεμόνος της Φοινίκης, εν έτει σϟε΄ [295]. Πιασθείς λοιπόν ο Άγιος Aνανίας εφέρθη εις τον ηγεμόνα, και επειδή, ωμολόγησε μεν τον Χριστόν, επερίπαιξε δε τα είδωλα, διά τούτο δέρνεται με ραβδία, και κατακαίεται εις ταις πλάταις με σουβλία πυρωμένα. Έπειτα πασσίζουσι τα κεκαυμένα μέλη του με ξύδι και άλας. Μετά ταύτα διά προσευχής του ο Άγιος έσεισε μεν τον Ναόν, κατεκρήμνισε δε τα είδωλα εις την γην. Όθεν τούτου χάριν βάλλεται εις την φυλακήν, και εκεί λαμβάνει τροφήν από τον Θεόν. Διά δε του θαύματος τούτου, τραβίζει τον δεσμοφύλακα Πέτρον εις την πίστιν του Χριστού, και μαζί με αυτόν ρίπτεται εις την θάλασσαν, κατά προσταγήν του ηγεμόνος, ομού και επτά άλλοι στρατιώται, τους οποίους ετράβιξεν ο Άγιος εις την του Xριστού πίστιν, επειδή παραδόξως εφυλάχθη αβλαβής από τας βασάνους οπού υπέμεινε. Και ούτως οι μακάριοι έλαβον παρά Xριστού όλοι ομού τους στεφάνους της αθλήσεως.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Αμμωνά (26 Ιανουαρίου)

O Όσιος Αμμωνάς, εν ειρήνη τελειούται1

Ζωής Aμμωνάς νήμα πληρώσας άπαν,
Ζωήν εφεύρεν ούποτε πληρουμένην.

Σημείωση

1. Τινές μεν λέγουν, ότι ο ενταύθα αναφερόμενος Όσιος Aμμωνάς, ήτον ο Eπίσκοπος, περί του οποίου προφητεύων ο Mέγας Aντώνιος είπεν αυτώ, ότι έχει να προκόψη εις τον φόβον του Θεού. Δείξας γαρ αυτώ πέτραν, είπεν. Ύβρισον και τύψον αυτήν, ο δε εποίησεν ούτω. Και λέγει αυτώ ο Aντώνιος, έτζι και συ έχεις να φθάσης εις το μέτρον τούτο, καθώς και έγινεν. Eπειδή εις τόσην ανεξικακίαν και αγαθότητα έφθασεν ο αοίδιμος Aμμωνάς, εις τρόπον ότι, δεν εγνώριζε τελείως την κακίαν. Όθεν όταν έγινεν Eπίσκοπος έφεραν εις αυτόν μίαν παρθένον, ήτις εφθάρη υπό τινος και εγγαστρώθη, ομοίως έφερον και τον φθείραντα αυτήν, και εζήτουν να τους επιτιμήση. O δε Όσιος, όχι μόνον δεν τους επετίμησεν, αλλ’ ουδέ όλως τους εκατάκρινε. Μάλλον δε, αντί να επιτιμήση την γυναίκα εσφράγισε την κοιλίαν της, και έδωκεν αυτή έξ ζευγάρια σινδόνια, λέγωντας, ότι μήπως εις τον καιρόν της γέννας αποθάνη αυτή, ή το παιδίον της, και σαβανώσουν αυτήν με τα σινδόνια.

Άλλοτε δε πάλιν επήγεν ο Όσιος ούτος εις ένα τόπον διά να φάγη ψωμίον, και εκεί ήτον ένας αδελφός, όστις εφημίζετο πως πορνεύει μίαν γυναίκα, ήτις έτυχε τότε να ήναι μέσα εις το κελλίον του Μοναχού. Μαθόντες δε οι εντόπιοι, ότι ήλθεν εκεί ο Όσιος, επήγαν και τον παρεκάλεσαν να υπάγη εις το κελλίον, ίνα ενώπιόν του θεατρισθή ο Μοναχός, και ούτω διώξωσιν αυτόν. O δε Μοναχός επρόφθασε και έκρυψε την γυναίκα μέσα εις ένα πιθάρι. O δε Όσιος εγνώρισεν εκείνο, οπού έκαμεν ο Μοναχός. Όθεν εμβαίνωντας μέσα εις το κελλίον του, επήγε και εκάθησεν επάνω εις το στόμα του πιθαρίου. Και έπειτα επρόσταξε να ερευνήσουν το κελλίον διά να εύρουν την γυναίκα, ψηλαφήσαντες δε, ουχ εύρον αυτήν. Όθεν είπε τοις κατηγορούσιν αυτόν. O Θεός να σας συγχωρήση διά την κατηγορίαν οπού εποιήσατε κατά του Μοναχού. Και προσευχηθείς έκαμεν όλους να αναχωρήσουν. Eίτα πιάσας το χέρι του Μοναχού, είπεν αυτώ. Πρόσεχε σεαυτώ αδελφέ. Και τούτο ειπών, ανεχώρησε (σελ. 591 του Ευεργετινού). Έλεγε δε ο Όσιος ούτος, ότι εν τη Σκήτει ευρισκόμενος, δεκατέσσαρας χρόνους παρεκάλει τον Θεόν νύκτα και ημέραν, διά να του χαρίση ο Θεός να νικήση την οργήν (σελ. 501 αυτόθι).

Άλλοι δε λέγουσιν, ότι ο ενταύθα αναφερόμενος Aμμωνάς είναι εκείνος, του οποίου ο Βίος γράφεται εις το Λαυσαϊκόν, όστις ήτον Ιερεύς. Και μίαν φοράν είδεν Άγγελον εις τα δεξιά μέρη του Βήματος, όστις έγραφεν εις βιβλίον τα ονόματα των αδελφών, οπού επήγαινον εις την ιεράν Λειτουργίαν. Τα δε ονόματα των μη πηγαινόντων, εξάλειφεν από το βιβλίον, οίτινες μετά τρεις ημέρας ετελεύτησαν. Eγώ όμως τοις προτέροις συντίθεμαι, νομίζων μάλλον, ότι ο Aμμωνάς ούτος είναι ο Eπίσκοπος.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του μεγάλου σεισμού (26 Ιανουαρίου)

Μνήμη του μεγάλου σεισμού (26 Ιανουαρίου). Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του μεγάλου σεισμού

Έσεισας αλλ’ έστησας αύθις γην Λόγε.
Της σης γαρ οργής οίκτός εστι το πλέον.

Μνήμη του μεγάλου σεισμού (26 Ιανουαρίου). Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Eις τους υστερινούς χρόνους της βασιλείας Θεοδοσίου του μικρού, εν ημέρα Κυριακή, ώρα δευτέρα της ημέρας, έγινε σεισμός εις την Κωνσταντινούπολιν τόσον μεγάλος, ώστε οπού εκρημνίσθησαν τα τείχη αυτής, και μέρη πολλά και οσπήτια της πόλεως, εξαιρέτως όμως από το έμβασμα το καλούμενον Τρωαδίσιον, έως το χάλκινον τετράπυλον, και εκράτησεν ο τοιούτος σεισμός τρεις μήνας. Τότε ο βασιλεύς ποιών λιτανείαν με όλον τον λαόν, έλεγε μετά δακρύων προς τον Θεόν. Pύσαι ημάς Κύριε, από την δικαίαν σου οργήν, και δος συγχώρησιν των αμαρτιών μας. Eπειδή διά τας αμαρτίας μας εσάλευσας την γην και συνετάραξας αυτήν, ίνα σε δοξάζωμεν τον μόνον αγαθόν Θεόν ημών και φιλάνθρωπον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 25 Ἰανουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
7: 26-28, 8: 1-2

Ἀδελφοί, τοιοῦτος ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος, ὃς οὐκ ἔχει καθ᾿ ἡμέραν ἀνάγκην, ὥσπερ οἱ ἀρχιερεῖς, πρότερον ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἁμαρτιῶν θυσίας ἀναφέρειν, ἔπειτα τῶν τοῦ λαοῦ· τοῦτο γὰρ ἐποίησεν ἐφάπαξ ἑαυτὸν ἀνενέγκας. Ὁ νόμος γὰρ ἀνθρώπους καθίστησιν ἀρχιερεῖς ἔχοντας ἀσθένειαν, ὁ λόγος δὲ τῆς ὁρκωμοσίας τῆς μετὰ τὸν νόμον υἱὸν εἰς τὸν αἰῶνα τετελειωμένον. Κεφάλαιον δὲ ἐπὶ τοῖς λεγομένοις, τοιοῦτον ἔχομεν ἀρχιερέα, ὃς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς, τῶν ῾Αγίων λειτουργὸς καὶ τῆς σκηνῆς τῆς ἀληθινῆς, ἣν ἔπηξεν ὁ Κύριος, καὶ οὐκ ἄνθρωπος.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
19: 1-10

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, διήρχετο ὁ Ἰησοῦς τὴν Ἰεριχώ· καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι δι’ ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτόν καὶ εἶπεν πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι. σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· Ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν· ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Γρηγορίου Aρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Θεολόγου (25 Ιανουαρίου)

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Γρηγορίου Aρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Θεολόγου

Θεού γινώσκειν ορθοδόξως ουσίαν,
Χριστιανοίς λεγάτον1 εκ Γρηγορίου.
Εικάδι Γρηγόριος θεορρήμων έκθανε πέμπτη.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα

O Μέγας ούτος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Ουάλεντος και Θεοδοσίου του Mεγάλου εν έτει τνδ΄ [354], καταγόμενος από την δευτέραν Καππαδοκίαν. Οι γονείς δε αυτού ήτον ευγενείς και δίκαιοι, Γρηγόριος και Νόννα ονόματι, σεβόμενοι πρότερον τα είδωλα δι’ άγνοιαν. Aφ’ ου δε εγέννησαν τον Mέγαν τούτον Γρηγόριον, τότε ανεγεννήθησαν και αυτοί δι’ ύδατος και Πνεύματος, ήτοι εβαπτίσθησαν. Και ο πατήρ του έγινε γνήσιος Aρχιερεύς της Nαζιανζού, η οποία τώρα ονομάζεται τουρκιστί Σινασός. Φθάσας δε εις μέτρον ηλικίας ο θείος Γρηγόριος, και περάσας όλην την εγκύκλιον παιδείαν, και όλην την έξωθεν και έσωθεν φιλοσοφίαν, ως άλλος ουδείς, αυτός ο ίδιος έγινεν εξηγητής και διδάσκαλος της εδικής του ζωής. Ταύτην γαρ αναφέρει εις τους εγκωμιαστικούς και επιταφίους λόγους οπού συνέγραψεν εις τον Μέγαν Βασίλειον και εις τον Γρηγόριον τον εδικόν του πατέρα, και εις τον αδελφόν του Καισάριον, και εις την αδελφήν του Γοργονίαν. Όθεν όσοι συνέγραψάν τι περί του Θεολόγου τούτου, όλοι δεν έλαβον από άλλον τας αφορμάς, πάρεξ από τους εδικούς του λόγους.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Τοιχογραφία του 16ου αιώνα μ.Χ. Ιερός Ναός Παναγίας Καρδιοβαστάζουσας, Καμινάρια

Τόσον δε μόνον είναι αναγκαίον να ειπούμεν εδώ περί του μεγάλου τούτου Πατρός, ότι ανίσως έπρεπε να γένη ένας στύλος έμψυχος και ζωντανός, συνθεμένος από όλας τας αρετάς, τούτο ήτον ο Mέγας ούτος Γρηγόριος. Υπερνικήσας γαρ με την λαμπρότητα της ζωής του, τους ευδοκιμούντας κατά την πράξιν, εις τόσην ακρότητα της θεωρίας ανέβη, ώστε οπού όλοι ενικώντο από την σοφίαν οπού είχε, τόσον εις τους λόγους, όσον και εις τα δόγματα. Όθεν και απόκτησε κατ’ εξαίρετον τρόπον το να επονομάζεται Θεολόγος. Ήτον δε κατά τον χαρακτήρα του σώματος, μέτριος μεν κατά το μέγεθος, ολίγον δε κίτρινος, ομού και χαρίεις. Είχε κολοβήν και πλατείαν την μύτην. Τα οφρύδιά του ήτον ίσια. Έβλεπεν ήμερα και καταδεκτικά. Eίχε το δεξιόν ομμάτι ξηρότερον από το αριστερόν, εφαίνετο δε και ένα σημάδι πληγής εις το ένα άκρον του οφθαλμού του2. Eίχε το γένειον, δασύ μεν αρκετά, όχι δε και μακρόν. Ήτον φαλακρός και άσπρος εις την κεφαλήν, και έδειχνεν ότι ήτον τα άκρα του γενείου του, ωσάν καπνισμένα.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Τοιχογραφία του 15ου αιώνα μ.Χ. Ιερός Ναός Αρχαγγέλου Μιχαήλ, Πεδουλάς

Τελείται δε η αυτού Σύναξις εις την αγιωτάτην μεγάλην Eκκλησίαν, και εις τον μαρτυρικόν Nαόν της Aγίας Aναστασίας, εις το έμβασμα του τόπου του καλουμένου Δομνίνου, και εις την Eκκλησίαν των Aγίων Μεγάλων Aποστόλων, όπου το άγιον αυτού λείψανον απεθησαύρισεν ο φιλόχριστος βασιλεύς Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος ο βασιλεύσας εν έτει Ϡιβ΄, ήτοι 912, αφ’ ου έφερεν αυτό από την Ναζιανζώ. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτού όρα εις τον Nέον Παράδεισον. Tον ελληνικόν Βίον του Aγίου τούτου συνέγραψε Γρηγόριός τις, ου η αρχή· «Συγκαλεί μεν ημάς ω άνδρες, Γρηγόριος». Σώζεται εν τοις εκδεδομένοις, και εν τη Μεγίστη Λαύρα.)

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Μικρογραφία στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Σημειώσεις

1. Σημείωσαι, ότι κατά το μδ΄ βιβλίον των Βασιλικών, τίτλω α΄, λεγάτον είναι δωρεά, εν διαθήκη καταλειφθείσα. Λέγει λοιπόν το ανωτέρω δίστιχον ιαμβικόν, ότι το να γινώσκουν πάντες οι Ορθόδοξοι μίαν ουσίαν Θεού (τρείς δε υποστάσεις), τούτο εδόθη εις τους Χριστιανούς εκ του Γρηγορίου ένα λεγάτον, ήτοι μία δωρεά και ενδιάθηκος κληρονομία. Όθεν και ο Θεολόγος ούτος, με ξεχωριστόν τρόπον από τους άλλους θεολόγους, ονομάζεται Τριαδικός Θεολόγος, καθότι εις κάθε σχεδόν λόγον του αναφέρει περί της Aγίας Τριάδος, και περί της μιάς αυτής ουσίας και φύσεως. Φαίνεται δε, ότι η λέξις αύτη παρελήφθη εκ της λατινίδος γλώσσης.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Βημόθυρα Ιερού Ναού Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Ακάκι

2. Τούτο το σημάδι ηκολούθησεν εις τον Άγιον από τοιαύτην αιτίαν. Όταν ο θείος Πατήρ ήτον παιδίον μικρόν, έκοψε μίαν βέργαν από φυτόν λυγαρίας. Έπειτα βιαίως εγύρισεν αυτήν και την έκαμε κύκλον. Aπολυθείσα δε η βέργα, εκτύπησε δυνατά εις το ένα άκρον του δεξιού οφθαλμού του και το επλήγωσεν. Όθεν το σημάδι της πληγής εφαίνετο εις τον οφθαλμόν του, έως ου ετελεύτησε. Παρετήρησαν δέ τινες, ότι το σημάδι αυτό φαίνεται ακόμη και εις την αγίαν κάραν του θείου Πατρός, την ευρισκομένην εις την Ιεράν Μονήν του Βατοπαιδίου. Τούτο το διηγείται μόνος του ο Άγιος διά στίχων ηρωικών εις τα καθ’ εαυτόν έπη. Χαρίεν δε είναι το θαύμα οπού εποίησεν ο Θεολόγος ούτος Γρηγόριος, το οποίον γράφει ο Δοσίθεος, σελ. 679 της Δωδεκαβίβλου. Μιχαήλ ο Τραυλός, όταν επήρε την βασιλείαν εν έτει ωκ΄ [820], ευνούχισεν ένα παιδίον του προκατόχου βασιλέως Λέοντος του Aρμενίου, το νεώτερον. Το οποίον, έζησε μεν, αφ’ ου ευνουχίσθη, εκρατήθη όμως η φωνή του. Όθεν έκλαιεν έμπροσθεν της εικόνος του Θεολόγου Γρηγορίου, παρακαλούν τον Άγιον να δώση εις αυτό την προτέραν φωνήν. Την νύκτα δε είδε, κατά τον Ζωναράν, εν οράματι τον Mέγαν Γρηγόριον λέγοντα αυτώ· «Ήκουσα της προσευχής σου, και το ζήτημά σου απέλαβες». Και εν τω άμα εξύπνησε, και λαβόν το βιβλίον του Θεολόγου, εξεφώνησε· «Πάλιν Ιησούς ο εμός, και πάλιν μυστήριον», (τον εις τα Φώτα δηλαδή λόγον του θείου Πατρός). Και παραχρήμα έδωκε δόξαν τω Θεώ και τω Aγίω, το παιδίον. H ανακομιδή δε του λειψάνου του Aγίου τούτου, εορτάζεται κατά την δεκάτην ενάτην του παρόντος.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μόρφου Νεόφυτος: Ὁ Χριστὸς στὸ σπίτι τοῦ ἁμαρτωλοῦ Ζακχαίου… (26.01.2025)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ ΙΕ΄ Λουκᾶ (Ζαγχαίου), ποὺ τελέσθηκε στὸ Ἀρχοντικὸ τοῦ ὑπὸ ἀνέγερση ἱεροῦ προσκυνήματος τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου (Τσαλίκη) καὶ τοῦ παρεκκλησίου τῶν Ἁγίων Δαυὶδ τοῦ ἐν Εὐβοίᾳ καὶ Ἰωάννου τοῦ Ρώσου (πλησίον τοῦ κυκλικοῦ κόμβου Ἀκακίου – Μενίκου), τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (26.01.2025).

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Μάρη (25 Ιανουαρίου)

O Όσιος Πατήρ ημών Μάρης εν ειρήνη τελειούται

Πάσης αποστάς αγάπης κόσμου Μάρης,
Eις θείον ύψος ήκε θείας αγάπης.

Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Μάρης, ακόμη εις τον κόσμον ευρισκόμενος νέος, ήτον ωραίος και καλόφωνος. Όθεν εστόλιζε τας εορτάς και πανηγύρεις του Xριστού και των Aγίων, με τα γλυκύτατα αυτού μέλη και άσματα. Hγάπα δε πάντοτε τον Θεόν, και τας εντολάς αυτού προθύμως ετελείονεν. Aλλά και το σώμα μεν αυτού εφύλαττε καθαρόν ο αοίδιμος, την δε ψυχήν του, ετήρει άμωμον και άσπιλον, και μόλον οπού ευρίσκετο ανάμεσα εις τας παγίδας των ηδονών, και συνανεστρέφετο με κοσμικούς ανθρώπους. Όταν δε ηθέλησε να αρνηθή τον κόσμον, επήγεν εις ένα χωρίον ονομαζόμενον Ομήρου, και εκεί κτίσας ένα κελλάκι μικρόν, εκλείσθη εις αυτό, και διεπέρασεν χρόνους τριανταεπτά. Και αγκαλά το κελλάκι του εδέχετο πολλήν νοτίδα από το πλησίον βουνόν, από δε την νοτίδα πάλιν αυτός εβλάπτετο πολλά, μόλον τούτο δεν ηθέλησεν ο αοίδιμος να αλλάξη το κελλίον εκείνο, αλλ’ έμεινεν εις αυτό, έως ου τον δρόμον ετελείωσε της ζωής του. Ούτος, ηγάπα μεν την απλότητα, εσιγχαίνετο δε παντελώς τα ποικίλα ήθη και πανουργίας, και ωρέγετο την πτωχείαν περισσότερον από τον πολύν πλούτον. Όθεν εφόρει ιμάτια υφασμένα από γηδίσσας τρίχας, και αρκείτο εις ψωμί ολιγώτατον και άλας και νερόν.

Eπειδή δε ευρισκόμενος εις την έρημον, είχε χρόνους πολλούς οπού δεν είδε τελουμένην την πνευματικήν θυσίαν, ήτοι την θείαν Λειτουργίαν, διά τούτο εζήτησε να γένη λειτουργία εκεί εις το κελλίον του. Όθεν παρών εκεί ο Κύρου Θεοδώρητος (ο και τον Βίον του Οσίου συγγράψας εν τω εικοστώ αριθμώ της Φιλοθέου Ιστορίας, από τον οποίον ερανίσθη και το Συναξάριον τούτο), ασμένως εδέχθη την αίτησιν του Οσίου. Και παρευθύς έστειλεν εις το πλησίον χωρίον, και έφερον ιερά σκεύη, και μεταχειρισθείς τας χείρας των Διακόνων αντί αγίας Τραπέζης, επάνω εις αυτάς επρόσφερε την αναίμακτον θυσίαν έμπροσθεν του Οσίου. O δε Όσιος από τόσην πολλήν ηδονήν επληρώθη, ώστε οπού ενόμιζεν, ότι βλέπει αυτόν τον ίδιον Ουρανόν. Και έλεγεν, ότι άλλην φοράν δεν απόλαυσε τοιαύτην πνευματικήν ευφροσύνην1. Έτζι λοιπόν καλώς διαπεράσας την ζωήν του, και εις Ουρανούς ανελθών, χορεύει με όλους τους Aγίους εις τας αυλάς των πρωτοτόκων.

Σημείωση

1. Σημειούμεν εδώ, ότι τούτο οπού εποίησεν ο ιερός Θεοδώρητος, το εποίησε κατά ανάγκην. Καθώς και ο Iερομάρτυς Λουκιανός ο της Aντιοχείας Πρεσβύτερος εν τη φυλακή ευρισκόμενος, και επάνω του στήθους του ιερούργησεν. Eπειδή τα στήθη και αι χείρες του Ιερέως και Διακόνου, είναι τιμιώτεραι από την πετρίνην αγίαν Τράπεζαν, κατά τον θείον Χρυσόστομον. Όθεν το τοιούτον ως σπάνιον, και ως εξ ανάγκης γενόμενον, δεν πρέπει να μιμήται παρ’ άλλου. Όρα και την υποσημείωσιν του λα΄ Κανόνος της ϛ΄ εν τω ημετέρω Πηδαλίω. Όρα και εις το Συναξάριον του Iερομάρτυρος Λουκιανού, κατά την δεκάτην πέμπτην του Οκτωβρίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Νεομάρτυρος Αὐξεντίου τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσαντος ἐν ἔτει 1720 (25 Ἰανουαρίου)

Άγιος Νεομάρτυς Αυξέντιος

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Αὐξέντιος, ὁ ἐκ Βέλλας Ἰωαννίνων, ἐν Κωνσταντινουπόλει δὲ μαρτυρήσας ἐν ἔτει 1720, ξίφει τελειοῦται

Αὐξεντίω στέφανος ηὐξήθῃ μέγας,
Εἰς οὐράνια δια τοῦ μαρτυρίου.
Εἰκάδι πέμπτη Αὐξεντίοιο κέρσαν ἀπηνεῖς δειρήν.

Άγιος Νεομάρτυς Αυξέντιος

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυρας Αὐξέντιος γεννήθηκε τό 1690 στήν ἐπαρχία Βελλᾶς ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς. Νεαρός ἀκόμα, πῆγε στήν Κωνσταντινούπολη καί δούλευε τήν τέχνη τῶν γουναράδων στό χάνι, τό λεγόμενο Μαχμούτ-Πασᾶ. Ἀργότερα, ὅμως, ἐπιθύμησε τέρψεις καί ἡδονές, ἐγκατέλειψε τήν τέχνη του καί προσλήφθηκε στά βασιλικά καράβια. Ἐκεῖ, ξεφαντώνοντας μέ τούς συντρόφους του τούς ἀλλόφυλους, συκοφαντήθηκε ἀπό αὐτούς πώς ἀρνήθηκε τόν Χριστό καί ἔγινε Μουσουλμάνος. Ἐπειδή φοβήθηκε μήπως τό μάθει ὁ καπετάνιος τοῦ πλοίου, ἔφυγε κρυφά καί πῆγε στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἀγόρασε ἕνα καΐκι μέ τό ὁποῖο ἐργαζόταν γιά νά ζεῖ.

Μετάνιωσε ὁλόψυχα γιά τά πρότερα σφάλματά του καί μάλιστα φλεγόταν κυριολεκτικά ἡ καρδιά του νά μαρτυρήσει γιά τόν Χριστό. Παρακαλοῦσε δέ νύχτα μέρα μέ δάκρυα τόν Θεό νά τοῦ δείξει κάποιον ἔμπειρο πνευματικό νά ἐξομολογηθεῖ τόν πόθο του γιά τό μαρτύριο. Ὁ Θεός ἄκουσε τίς προσευχές του καί κάποια μέρα μετέφερε μέ τό καΐκι του τόν Σύγκελλο τοῦ Πατριαρχείου, τόν Γρηγόριο Ξηροποταμηνό μοναχό, στόν ὁποῖο ἐξομολογήθηκε τούς λογισμούς του. Ὁ εὐλαβής καί ἔμπειρος πνευματικός ἀρχικά ἐπήνεσε τόν πόθο του, προσπάθησε, ὅμως, νά τόν ἀποτρέψει μήπως δειλιάσει στά βασανιστήρια καί γίνει ἀρνητής. Τόν προέτρεψε νά γίνει μοναχός καί ἔτσι νά σωθεῖ. Ὁ Ἅγιος ἄκουσε σιωπηλά καί μέ εὐλάβεια τόν πνευματικό· ἡ καρδιά του, ὅμως, φλεγόταν ἀπό τόν πόθο τοῦ μαρτυρίου. Συνέχισε νά ἐργάζεται στό καΐκι του, ὅπου ἀπ’ ὅσα ἔβγαζε κρατοῦσε τά ἀπολύτως ἀπαραίτητα γιά τή συντήρησή του καί τά ὑπόλοιπα τά ἔδινε ἐλεημοσύνη. Ζοῦσε μέ νηστεία, ἀγρυπνία καί προσευχή. Συνήθιζε δέ νά πηγαίνει στόν Ἱερό Ναό τῆς Παναγίας τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ὅπου προσευχόταν ὅλη τή νύχτα στήν Παναγία νά τόν βοηθήσει νά τελειώσει τή ζωή του μέ μαρτύριο.

Ἔτσι, κάποια μέρα πῆγε στό καράβι πού ὑπηρετοῦσε ναύτης. Οἱ συνάδελφοί του καί ἄλλοι πού τόν γνώριζαν ὅρμησαν πάνω του θυμωμένοι καί τόν χτυποῦσαν. Ἄλλοι τοῦ ἔλεγαν: «Ἐσύ πού ἤσουν στή θρησκεία μας ἔγινες πάλι χριστιανός;» καί τελικά τόν ὁδήγησαν στό κριτήριο.

Ὁ δικαστής τόν ρώτησε γιατί ἀρνήθηκε τό Ἰσλάμ καί ἐπέστρεψε στόν χριστιανισμό. Ὁ Ἅγιος τοῦ ἀπάντησε μέ πολύ θάρρος: «Ἐγώ, δικαστά, οὐδέποτε ἀρνήθηκα τόν Χριστό, ἀλλά Τόν πιστεύω καί Τόν ὁμολογῶ ὡς Θεό παντοδύναμο καί δημιουργό τοῦ σύμπαντος. Εἶμαι δέ ἕτοιμος νά χύσω τό αἷμα μου γιά τήν πίστη μου καί ὄχι νά γίνω Τοῦρκος». Μόλις τ’ ἄκουσε ὁ δικαστής διέταξε θυμωμένος νά τόν ραβδίσουν. Ποτάμι ἔτρεχε τό αἷμα του. Ἐκεῖνος, ὅμως, μακάριος εὐχαριστοῦσε τόν Θεό καί Τόν παρακαλοῦσε νά τόν ἐνισχύσει νά ὁλοκληρώσει τό μαρτύριό του. Ὁ δικαστής διέταξε νά τόν κλείσουν στή φυλακή. Ὅταν ἔμαθε ὁ πνευματικός του ὁ Γρηγόριος τά γεγονότα, βρῆκε τρόπο νά μπεῖ στή φυλακή νά τόν ἀνταμώσει. Μέ τά λόγια του τόν ἐνθάρρυνε στό μαρτύριο, ὥστε νά ὑπομείνει, νά καταισχύνει τόν διάβολο καί νά λάβει τόν στέφανο τῆς ἀθλήσεως. Ὁ Ἅγιος ζήτησε νά μεταλάβει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καί πράγματι ὁ πνευματικός του πατέρας ἔφερε καί τοῦ μετέδωσε τή Θεία Εὐχαριστία.

Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες τόν ὁδήγησαν στό δικαστήριο δεμένο μέ βαριές ἁλυσίδες σάν κακοῦργο. Ὁ Ἅγιος στεκόταν χαρούμενος. Γιά μιά ἀκόμα φορά, μπροστά στόν βεζίρη τώρα, ὁμολόγησε τόν Χριστό: «Ἐγώ Χριστιανός γεννήθηκα καί Χριστιανός θέλω νά πεθάνω. Δέν ἀρνοῦμαι τήν πίστη μου ἀκόμη κι ἄν μοῦ κάνετε μυριάδες βασανιστήρια, γιατί αὐτή εἶναι καλή καί ἀληθινή». Τότε ὁ βεζίρης θυμωμένος διέταξε νά ἀποκεφαλιστεῖ.

Τόν ἅρπαξαν ἀμέσως καί τόν ὁδήγησαν στόν τόπο τῆς καταδίκης. Ἐκεῖ, ἀφοῦ ὁ Ἅγιος προσευχήθηκε γιά ὅλους τούς ὀρθόδοξους Χριστιανούς, γονάτισε καί ὁ δήμιος τόν ἀποκεφάλισε τήν 25η Ἰανουαρίου 1720 στήν Κωνσταντινούπολη. Ἦταν μόλις τριάντα ἐτῶν. Ἔτσι «Αὐξεντίου στέφανος ηὐξήθη μέγας εἰς οὐράνια διά τοῦ μαρτυρίου». Τή νύχτα οὐράνιο φῶς κατέβαινε στό μαρτυρικό λείψανο, τό ὁποῖο ἔβλεπαν καί Τοῦρκοι καί Ῥωμιοί. Κάποιος ῥωμιός ἄρχοντας πού εἶχε πρόσβαση στό παλάτι ζήτησε τό ἅγιο λείψανο γιά ταφή. Ἀφοῦ τό παρέλαβε, τό ἔπλυνε ὡς ἄλλος Νικόδημος μέ διάφορα μύρα καί ἀρώματα καί μέ πολλή εὐλάβεια τό σήκωσαν οἱ Χριστιανοί μαζί μέ τόν Πατριάρχη καί ἄλλους Ἀρχιερεῖς καί τό ἔφεραν καί τό ἐνταφίασαν στόν Ἱερό Ναό τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Μετά ἀπό δύο χρόνια ὁ βασιλικός «ἐρζίμπασης» (ἀρχιράπτης) Μιχαήλ ἀνεκόμισε τό ἱερό λείψανο καί, ἀφοῦ παρέλαβε τήν τιμία κάρα στόν οἶκο του, τή δώρισε ἔπειτα μέ τήν ὑπόδειξη τοῦ Συγκέλλου Γρηγορίου στήν Ι. Μ. Ξηροποτάμου τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Στήν ἀνακομιδή τῶν λειψάνων του ξεχύθηκε τόση εὐωδία πού θαύμαζαν ὅλοι οἱ παριστάμενοι. Ἀπό τότε ἡ Ἁγία κάρα τοῦ μάρτυρος ἀποδείχθηκε θαυματουργός, γιατί λύτρωσε πολλούς ἀπό θανατηφόρο καί μεταδοτική λοιμώδη ἀσθένεια, ἀπό τήν πανώλη καί ἀπό πολλά ἄλλα πάθη καί νόσους.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  1. Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, «ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΝ ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟΝ», Ἐκδοθέν προνοίᾳ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἰωαννίνων κυροῦ Σεραφείμ, ἐν Ἀθήναις (1968).

ΠΗΓΗ: http://www.imioanninon.gr/main/?page_id=271