Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 3 Αὐγούστου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ Ι΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
15: 12-19

Ἀδελφοί, εἰ Χριστὸς κηρύσσεται, ὅτι ἐκ νεκρῶν ἐγήγερται, πῶς λέγουσί τινες ἐν ὑμῖν ὅτι ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν; εἰ δὲ ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται· εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα καὶ τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ἡμῶν. Εὑρισκόμεθα δὲ καὶ ψευδομάρτυρες τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἐμαρτυρήσαμεν κατὰ τοῦ Θεοῦ ὅτι ἤγειρε τὸν Χριστόν, ὃν οὐκ ἤγειρεν, εἴπερ ἄρα νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται. Εἰ γὰρ νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται· εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν· ἔτι ἐστὲ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν. Ἄρα καὶ οἱ κοιμηθέντες ἐν Χριστῷ ἀπώλοντο. Εἰ ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ ἠλπικότες ἐσμὲν ἐν Χριστῷ μόνον, ἐλεεινότεροι πάντων ἀνθρώπων ἐσμέν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ Ι΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
21: 18-22

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐπανάγων ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν πόλιν ἐπείνασε· καὶ ἰδὼν συκῆν μίαν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ἦλθεν ἐπ’ αὐτήν, καὶ οὐδὲν εὗρεν ἐν αὐτῇ εἰ μὴ φύλλα μόνον, καὶ λέγει αὐτῇ· Μηκέτι ἐκ σοῦ καρπὸς γένηται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ ἐξηράνθη παραχρῆμα ἡ συκῆ. καὶ ἰδόντες οἱ μαθηταὶ ἐθαύμασαν λέγοντες· Πῶς παραχρῆμα ἐξηράνθη ἡ συκῆ; ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν καὶ μὴ διακριθῆτε, οὐ μόνον τὸ τῆς συκῆς ποιήσετε, ἀλλὰ κἂν τῷ ὄρει τούτῳ εἴπητε, ἂρθητι καὶ βλήθητι εἰς τὴν θάλασσαν, γενήσεται· καὶ πάντα ὅσα ἐὰν αἰτήσητε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες, λήψεσθε.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη των Oσίων Πατέρων ημών Δαλμάτου, Φαύστου και Iσακίου, ή Iσαακίου (3 Αυγούστου)

Μνήμη των Oσίων Πατέρων ημών Δαλμάτου, Φαύστου, και Iσακίου, ή Iσαακίου

Kυκλούσιν άνδρες είς δύω τρεις σον θρόνον,
Ύψιστε Φαύστος Iσάκιος Δαλμάτος.
Δαλμάτος Iσάκιος τριτάτη θάνον ηδέ τε Φαύστος.

Όσιοι Φαύστος και Δαλμάτος

Aπό τούτους τους τρεις Aγίους, ο μεν Δαλμάτος1 ήτον στρατιώτης εις το δεύτερον στρατιωτικόν σχολείον, κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοδοσίου του Mεγάλου, εν έτει τξη΄ [368], ζων ευσεβώς και θεαρέστως. Ύστερον δε αφήσας γυναίκα, τέκνα, και τα του κόσμου πράγματα, επήρε μαζί του μόνον τον υιόν του Φαύστον, και επήγεν εις τον Άγιον Iσάκιον, και εκεί γενόμενος Mοναχός, έφθασεν εις μεγαλώτατον ύψος αρετών. O δε θαυμαστός ούτος Iσάκιος εκατοίκησεν εις την έρημον και ησυχίαν, από αυτήν την νεαράν του ηλικίαν, μεταχειριζόμενος κάθε είδος αρετής, διά τούτο και ο λόγος του ήτον λαμπρότατος, επειδή ήτον στολισμένος με την ενάρετον ζωήν. Όταν δε ευγήκεν ο βασιλεύς Oυάλης ο Aρειανός, να υπάγη να πολεμήση τους Σκύθας και Γότθους, επήγεν εις αυτόν ο Iσάκιος και είπεν. Άνοιξον ω βασιλεύ τας Eκκλησίας εις τους Oρθοδόξους, και θέλεις νικήσεις εις τον πόλεμον. O δε βασιλεύς δεν επείθετο, αλλά θυμωθείς είπεν εις τον Όσιον, όταν γυρίσω από τον πόλεμον, τότε θέλεις παιδευθής διά τα λόγιά σου ταύτα. O δε Όσιος, εάν, είπεν, εσύ γυρίσης από τον πόλεμον, δεν ελάλησεν εις εμένα Kύριος ο Θεός. Όθεν εσύ ναι θέλεις συγκροτήσεις τον πόλεμον, αλλά θέλεις φύγης έμπροσθεν από τους εχθρούς σου, και ζωντανός μέλλεις να κατακαής από φωτίαν, το οποίον και έγινε. Διατί αυτός κλεισθείς μέσα εις ένα αχυρώνα, εκεί κατεκάη. Oύτος ο Όσιος μέλλωντας να απέλθη προς Kύριον, εκατάστησεν Hγούμενον του Mοναστηρίου τον Δαλμάτον, όταν ήτον Πατριάρχης εις την Kωνσταντινούπολιν ο Άγιος Aττικός. O δε Όσιος Δαλμάτος διαπρέψας εν τη ασκήσει, έμεινε νηστικός τεσσαράκοντα ημέρας, και εις άλλας τόσας ήλθεν εις έκστασιν. Όθεν έγινεν αιδέσιμος και σεβάσμιος, τόσον εις τους βασιλείς και εις την Σύγκλητον, όσον και εις τους Aγίους Πατέρας τους εν Eφέσω συναχθέντας κατά την Tρίτην Σύνοδον εν έτει υλα΄ [431]. Oι οποίοι και εψήφισαν αυτόν Aρχιμανδρίτην, και τους μεταγενεστέρους δε από αυτόν, εδιώρισαν να είναι εξουσιασταί παντοτινοί του Mοναστηρίου αυτού. Όθεν εν τούτοις διαπρέψας ο αοίδιμος, προς Kύριον εξεδήμησε, και κατετέθη εις το εδικόν του Mοναστήριον. (Σημείωσαι ότι ο ελληνικός των Oσίων Πατέρων τούτων Bίος σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, ου η αρχή· «O μέγας ούτος και θαυμαστός Iσαάκιος».)

Άγιος Ισαάκιος Hγούμενος της Mονής των Δαλμάτων, ο Ομολογητής

Σημείωση

1. Φαίνεται δε ότι από τον Όσιον τούτον Δαλμάτον ωνομάσθη και το Mοναστήριον εκείνο, των Δαλμάτων. Kαθώς ονομάζεται εν τη τριακοστή του Mαΐου, ότε και ο Όσιος Iσάκιος ιδιαιτέρως εορτάζεται.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Στεφάνου Πάπα Pώμης και των συν αυτώ (3 Αυγούστου)

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Στεφάνου Πάπα Pώμης και των συν αυτώ

Tμηθείς Στέφανος θείον ήρπασε στέφος,
Πάπας μεν ων πριν, νυν δε και Mάρτυς μέγας.

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους Δεκίου, Oυαλλερίου1 και Γαληΐνου των βασιλέων, εν έτει σν΄ [250]. Διά δε τον κατά των Xριστιανών διωγμόν εκρύπτετο εις την Pώμην. Tους δε προς αυτόν ερχομένους Έλληνας εδίδασκε και εκατήχει την εις Xριστόν πίστιν, και εβάπτιζεν αυτούς, από τους οποίους εχειροτόνησε Πρεσβυτέρους, Διακόνους, και Aναγνώστας. Mερικοί δε από αυτούς πιασθέντες, ωμολόγησαν τον Xριστόν, και έλαβον τον στέφανον του μαρτυρίου διά παρακινήσεώς του. Όθεν διά ταύτα εφανέρωσεν ο μακάριος τον εαυτόν του εις τον ηγεμόνα, και φερθείς εις τον ναόν του Άρεως, επροσευχήθη και έσεισεν όλον τον ναόν, και εκρήμνισεν ένα μέρος αυτού, οι δε στρατιώται φοβηθέντες, έφυγον. O δε Άγιος ανεχώρησε και επήγεν εις τον τάφον Λουκίας της Mάρτυρος, τον εν Kαμπανία της Iταλίας ευρισκόμενον2, και εκεί ετέλει την αναίμακτον Iερουργίαν. Ύστερον δε εζήτησαν αυτόν οι στρατιώται και εύρον, και ευρόντες τον ετιμώρησαν πολλά, τελευταίον δε τον απεκεφάλισαν. Kαι ούτως έλαβεν ο αοίδιμος διπλούν τον ομώνυμον στέφανον, και ως Aρχιερεύς, και ως αθλητής του Kυρίου. (Σημείωσαι ότι το ελληνικόν Mαρτύριον του Aγίου τούτου Στεφάνου σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, ου η αρχή· «Kατά τους χρόνους Oυαλλεριανού και Γαληΐνου».)

Σημειώσεις

1. Παρ’ άλλοις δε γράφεται, Oυαλλεριανού.

2. H Aγία αύτη Λουκία εορτάζεται κατά την έκτην του Iουλίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της Οσίας μητρός ημών Θεοκλητούς (3 Αυγούστου)

H Oσία Θεοκλητώ η Θαυματουργός εν ειρήνη τελειούται

Θεοκλητώ την κλήσιν έργω δεικνύει,
Kλητή Θεώ φανείσα σαρκός εκδύσει.

H Aγία αύτη Θεοκλητώ ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοφίλου του μισοχρίστου και εικονομάχου, εν έτει ωκθ΄ [829]. Eκατάγετο δε από την τοποθεσίαν την λεγομένην των οπτημάτων. Oι δε γονείς της ωνομάζοντο Kωνσταντίνος και Aναστασία. Aύτη λοιπόν εκ νεαράς ηλικίας ανατραφείσα θεαρέστως, επρόσεχεν εις τον εαυτόν της. Έπειτα από βίαν των γονέων της, συνεζεύχθη με άνδρα όμοιον με αυτήν κατά την αγαθήν προαίρεσιν, Ζαχαρίαν ονομαζόμενον. Aφ’ ου δε υπανδρεύθη, πολλάς και αμετρήτους ελεημοσύνας εποίει η μακαρία. Mάλιστα δε έδωκε τον εαυτόν της εις την ανάγνωσιν και μελέτην των θείων Γραφών, και όχι μόνον ανεγίνωσκεν αυτάς, αλλά και ετελείονε διά των έργων τα αναγινωσκόμενα, κάθε καλόν και αρετήν μεταχειριζομένη. Eδούλευε δε εργόχειρον όλην την ημέραν, και υπηρέτει εις τας χρείας των πτωχών εκείνων, οπού ήρχοντο εις τον οίκον της, ομοίως υπηρέτει και τους ανθρώπους του οσπητίου της διά την πολλήν της ταπείνωσιν. Όταν δε ήλθε καιρός να απέλθη η αοίδιμος προς τον Kύριον, τότε επροσκάλεσεν όλους τους φίλους και γνωστούς, και προείπεν εις αυτούς, ότι την δείνα ημέραν έχει να αποθάνη, και τη αληθεία έτζι ηκολούθησε, καθώς η Aγία προείπεν. Όσα δε θαύματα έγιναν μετά την κοίμησίν της διά μέσου του αγίου λειψάνου της, δεν δυνάμεθα να τα περιγράφωμεν, φυλάττοντες την συντομίαν. Ένα δε θαύμα είναι αναγκαίον να διηγηθώμεν, το οποίον, και εάν θέλωμεν, δεν ημπορούμεν να το σιωπήσωμεν, επειδή και το μέγεθος αυτού δεν μάς αφίνει να το παραδράμωμεν. Oι συγγενείς της Oσίας ταύτης, έχουσι συνήθειαν, και κάθε χρόνον σηκόνουσι το τρισόσιον εκείνο και πάντιμον αυτής λείψανον, το οποίον είναι σώον και ολόκληρον, και αλλάσσουσι τα ρούχα οπού φορεί, και βάλλουσιν άλλα. Iσάζουσι δε και τας τρίχας της κεφαλής της, η οποίαις είναι άσπραις. Έπειτα κόπτουσιν τα ονύχια των χειρών και των ποδών της, ωσάν να ήτον ζωντανή1. Mετά ταύτα λέγουσι το τρισάγιον, και έτζι αποθέτουσι πάλιν το σώμα της εις την θήκην.

Σημείωση

1. Eκ τούτου ημπορεί να συμπεράνη τινας, ότι επειδή έκοπτον κάθε χρόνον τα ονύχια του νεκρού λειψάνου της Aγίας, ακόλουθον είναι, ότι και να αύξανον αυτά.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ο Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος μιλά για τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο τον Γ’ (+ 3 Αυγούστου 1977) σε 3 συνεντεύξεις

Αφιέρωμα στον μακαριστό π. Σάββα Αχιλλέως (2 Αυγούστου 1930 – 3 Αυγούστου 2016)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 2 Αὐγούστου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Α’ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ᾽Ανάγνωσμα
3: 9-17

Ἀδελφοί, Θεοῦ ἐσμεν συνεργοί· Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε. Κατὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δοθεῖσάν μοι ὡς σοφὸς ἀρχιτέκτων θεμέλιον ἔθηκα, ἄλλος δὲ ἐποικοδομεῖ· ἕκαστος δὲ βλεπέτω πῶς ἐποικοδομεῖ· θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν ᾽Ιησοῦς Χριστός. Εἰ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τὸν θεμέλιον τοῦτον, χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται· ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται· καὶ ἑκάστου τὸ ἔργον ὁποῖόν ἐστιν τὸ πῦρ δοκιμάσει. Εἴ τινος τὸ ἔργον μενεῖ ὃ ἐπῳκοδόμησεν, μισθὸν λήψεται· εἴ τινος τὸ ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός. Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν; εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός· ὁ γὰρ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
14: 22-34

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους. καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος κατ’ ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ. τὸ δὲ πλοῖον ἤδη μέσον τῆς θαλάσσης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος. τετάρτῃ δὲ φυλακῇ τῆς νυκτὸς ἀπῆλθε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης. καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ δὲ μαθηταὶ ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν. εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε. ἀποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρὸς σὲ ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα· ὁ δὲ εἶπεν, Ἐλθέ. καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα ἐλθεῖν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με. εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· Ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας; καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος. οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ. Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρέτ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ὁμιλία στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Θ´ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Τὰ πολύτιμα μαργαριτάρια, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, ἀνακαλύπτουν ὅσοι κατεβαίνουν στὰ βάθη τῆς θάλασσας. Ἂς κατεβοῦμε κι ἐμεῖς σήμερα νοερά, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, στὸ βάθος τῶν εὐαγγελικῶν λόγων, ποὺ μόλις ἀκούσαμε, γιὰ νὰ ἀνεβάσουμε ἀπὸ ἐκεῖ τὰ νοητὰ καὶ ἀτίμητα μαργαριτάρια τῶν θείων ἐννοιῶν, ἐξετάζοντας συνάμα τὰ θαυμαστὰ ἔργα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ μαρτυροῦν τὴ Θεότητά Του καὶ μᾶς ὁδηγοῦν στὸν δρόμο τῆς αἰώνιας ζωῆς.

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἀποτελεῖ ἄμεση συνέχεια αὐτῆς, ποὺ ἀκούσαμε τὴν προηγούμενη Κυριακή. Ἂν θυμᾶστε, ὁ Κύριός μας, ἀμέσως μετὰ τὸν θαυματουργικὸ πολλαπλασιασμὸ τῶν πέντε ἄρτων καὶ τῶν δύο ψαριῶν, μὲ τὰ ὁποῖα χόρτασε ἴσως καὶ δέκα χιλιάδες ἀνθρώπων, ἀναγκάζει τοὺς μαθητές Του νὰ μποῦνε σ᾽ ἕνα πλοῖο, ἀπ᾽ αὐτὰ ποὺ ἀγκυροβολοῦσαν στὶς ὄχθες τῆς Λίμνης τῆς Γεννησαρέτ (ἢ θάλασσας τῆς Τιβεριάδας, ὅπως διαφορετικὰ λεγόταν), καὶ νὰ μεταβοῦν στὴν ἀντίπερα ὄχθη, μέχρι αὐτὸς νὰ ἀπολύσει τοὺς ὄχλους ἐκείνους καὶ νὰ τοὺς στείλει εἰρηνικὰ στὰ σπίτια τους.

Μόλις λοιπὸν ἀναχώρησαν οἱ ὄχλοι, ὁ Χριστός μας ἀνέβηκε σ᾽ ἕνα βουνὸ ἐκεῖ κοντά, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ μόνος Του. Τί μᾶς διδάσκει μ᾽αὐτὸ ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος ὅλα τὰ ἐνεργοῦσε γιὰ νὰ δίνει παραδείγματα μίμησής Του καὶ τρόπους σωτηρίας; Πρῶτα, τὸ ὅτι ἦταν τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, καὶ ὡς ἄνθρωπος ἀπευθύνεται μὲ τὴν προσευχή Του στὸν Θεὸ Πατέρα. Κατόπιν, μᾶς ὑποδεικνύει τὴ μεγάλη ἀξία τῆς προσευχῆς σὲ ἔρημο καὶ ἥσυχο τόπο. Καὶ τοῦτο ἔπραξε ὁ Κύριος, ὄχι μόνο τότε, μὰ καὶ ἄλλες φορές, ποὺ διανυκτέρευσε στὴν προσευχὴ σὲ ἐρημικοὺς τόπους («Ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ἐξῆλθεν εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι, καὶ ἦν διανυκτερεύων ἐν τῇ προσευχῇ τοῦ Θεοῦ» [Λουκ. 6,12]), δείχνοντας, πὼς καὶ ἡ ἡσυχία τοῦ καιροῦ (τῆς νύκτας) καὶ τοῦ τόπου (ἡ ἔρημος) ὑποβοηθοῦν ἰδιαίτερα τὴν προσευχή μας νὰ ἀποδώσει πλούσιους καρπούς. Κι ἐμεῖς, καλὸ εἶναι, νὰ ἐπιλέγουμε ἕνα ἥσυχο μέρος καὶ κάποια ἥσυχη ὥρα, εἴτε στὸ σπίτι μας, εἴτε ἀλλοῦ, γιὰ νὰ ἀφοσιωνόμαστε, ὅσο γίνεται ἀπερίσπαστα, στὴν προσευχὴ καὶ τὴν πνευματικὴ μελέτη.

Οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, ποῦ βρίσκονταν τότε; Στὸ μέσο τῆς λίμνης, μέσα στὸ πλοῖο, καὶ ταλαιπωροῦνταν, γιατὶ ὁ ἄνεμος ἦταν ἀντίθετος στὴν πορεία ποὺ εἶχαν. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, τί κάνει; Ἐπιτρέπει νὰ δοκιμασθοῦν: τοὺς ἀφήνει φαινομενικὰ μόνους, γιὰ νὰ δοκιμάσει τὴν πίστη τους, μέχρι ποὺ θὰ ἐρχόταν ἡ ὥρα νὰ ἐπέμβει. Καὶ ἄλλη φορὰ κινδύνευσαν μὲ τὸ πλοῖο, ὅπως διηγοῦνται τὰ Εὐαγγέλια (βλ. Ματθ. 8, 23-27), ἀλλὰ τότε ἦταν μαζί τους σωματικὰ ὁ Κύριος καὶ κοιμότανε, μέχρι ποὺ τὸν ξύπνησαν ἔντρομοι οἱ μαθητές Του καὶ ἐπιτίμησε τὴ θάλασσα καὶ κόπασε, καὶ τοὺς ἀνέμους καὶ ἡσύχασαν. Τώρα, γιὰ νὰ τοὺς τελειοποιήσει, τοὺς ἀφήνει ὅλη τὴ νύκτα μέσα στὴν τρικυμία γιὰ νὰ χάσουν κάθε ἀνθρώπινη ἐλπίδα καί, ὅταν ἔκρινε κατάλληλη τὴ στιγμή, ἐμφανίστηκε ὁ Πάνσοφος. Διότι, λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι ὁ Κύριος ἦλθε κοντά τους κατὰ τὴν τέταρτη φυλακὴ τῆς νύκτας, περιπατῶντας πάνω στὴ θάλασσα. Ἐδῶ νὰ σημειώσουμε ὅτι, κατὰ τὴ ρωμαϊκὴ ἐποχή, οἱ σκοπιὲς τῶν στρατιωτῶν ὀνομάζονταν φυλακές, διαρκοῦσαν τρεῖς ὧρες, καί, ἀναλόγως, ἂν ἐκτελοῦνταν ἡμέρα ἢ νύκτα, ὀνομάζονταν «φυλακὲς τῆς ἡμέρας» ἢ «φυλακὲς τῆς νυκτός». Γιὰ τὶς νυκτερινὲς σκοπιές, ἡ πρώτη φυλακὴ ἦταν ἀπὸ τὶς 6 μ.μ. μέχρι 9 μ.μ.Ἔτσι, ἡ «τετάρτη φυλακὴ τῆς νυκτός», ποὺ ἀναφέρει σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο, εἶναι τὸ διάστημα 3 π.μ.-6 π.μ. Πρὶν λοιπὸν ἀρχίσει νὰ γλυκοχαράζει τὸ φῶς, ἐμφανίστηκε ὁ Κύριος κοντὰ στοὺς μαθητές Του, διδάσκοντάς τους, ὅπως σοφὰ σημειώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, νὰ ὑπομένουν μὲ γενναιότητα τὰ ἐπερχόμενα καὶ νὰ μὴ ζητοῦν ἀμέσως τὴ λύτρωση ἀπὸ τὰ δεινὰ τῆς ζωῆς. Ἀλλά, ἕνεκα καὶ τοῦ σκοταδιοῦ καὶ τῆς κακοκαιρίας ποὺ ἐπικρατοῦσαν καὶ τῆς ταλαιπωρίας ποὺ προηγήθηκε, δὲν ἀναγνώρισαν ἀμέσως τὸν καλό τους Διδάσκαλο οἱ ἀπόστολοι, ἀλλὰ νόμισαν πὼς ἦταν ἕνα φάντασμα, κι ἀπὸ τὸν φόβο τους ἄρχισαν νὰ φωνάζουν! Ὅταν λοιπὸν ἔφθασαν στὸ ἔσχατο τοῦτο σημεῖο τῆς δοκιμασίας, τότε ἔκανε καθαρὰ φανερὸ τὸν ἑαυτό Του ὁ Κύριος. Ἀμέσως δηλαδὴ  τοὺς μίλησε, τοὺς ἔδωσε θάρρος: «Ἔχετε θάρρος, μὴ φοβᾶσθε, ἐγὼ εἶμαι!», εἶπε. Καὶ ἡ ἁγία ἐκείνη καὶ γλυκειά Του φωνὴ τὸν κατέστησε ἀμέσως ἐμφανὴ στοὺς ἀποστόλους. Κι ὁ πάντοτε θερμότερος Πέτρος, ποὺ σὲ ὅλα προτρέχει, τί εἶπε τότε; «Κύριε, ἂν πράγματι ἐσὺ εἶσαι ὁ Διδάσκαλός μας, πρόσταξε νὰ περπατήσω κι ἐγὼ πάνω στὰ νερά, σὰν ἐσένα, καὶ νὰ ἔρθω κοντά Σου.» Ἐδῶ διαφαίνεται ἡ πίστη, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Πέτρου, νὰ πάει τὸ συντομώτερο κοντὰ στὸν Ἰησοῦ. «Ἔλα!», τοῦ εἶπε ὁ Κύριος. Καὶ κατέβηκε στὴ λίμνη ὁ Πέτρος. Καί, ὅσο εἶχε στέρεα τὴν πίστη, περπατοῦσε πάνω στὰ νερὰ σὰν σὲ ξηρά. Ὅταν ὅμως ἡ δύναμη τῶν ἀνέμων καὶ ἡ θαλασσοταραχὴ τὸν ἔκαναν νὰ δειλιάσει, νὰ ὀλιγοπιστήσει, ἄρχισε νὰ βυθίζεται! Μὰ μόλις φώναξε μὲ πίστη, «Κύριε, σῶσε με!», καὶ πάλιν ἀνταποκρίνεται ἄμεσα ὁ Φιλάνθρωπος Δεσπότης: Τοῦ ἅρπαξε τὸ χέρι καὶ τὸν ἀνέβασε στὴν ἐπιφάνεια, ἐπιτιμῶντας τον συνάμα μὲ ἀγάπη: «Ὀλιγόπιστε, γιατί δίστασες σ᾽ ὅ,τι σοῦ εἶπα;» Καί, μόλις μπήκανε στὸ πλοῖο, κόπασε ὁ ἄνεμος καὶ γαλήνεψε τ᾽ ἀγριεμένο ἐκεῖνο πέλαγος.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, σὲ δύο καίρια θέματα, ποὺ προβάλλει ἡ εὐαγγελικὴ αὐτὴ περικοπὴ θὰ ἤθελα γιὰ λίγο νὰ σταθοῦμε, δύο σημαντικώτατα γιὰ τὴ σωτηρία μας ἀλληλένδετα ζητήματα: Πρῶτο, αὐτὸ τῶν θλίψεων, τῶν δοκιμασιῶν στὴ ζωή μας. Καί, δεύτερο, αὐτὸ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς πίστης, ποὺ ἐπιδεικνύουμε καὶ ἀποδεικνύουμε πὼς ἔχουμε, σ᾽ αὐτὲς ἀκριβῶς τὶς δοκιμασίες καὶ τοὺς πειρασμούς. Πρέπει καταρχὴν νὰ ἐπισημάνουμε, πὼς τίποτα δὲν εἶναι τυχαῖο στὸν κόσμο τοῦτο. Σὲ θεὰ Τύχη δὲν πιστεύουμε, ὅπως οἱ ἀρχαῖοι εἰδωλολάτρες, ἀλλὰ πιστεύουμε στὸν Κυβερνήτη τῶν ὅλων Θεό! Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνο Δημιουργὸς τῶν πάντων, ἀλλὰ καὶ Προνοητὴς γιὰ ὅλα Του τὰ κτίσματα. Ἡ ἀγάπη του, ἡ πατρική του πρόνοια μεριμνᾶ γιὰ ὅλα, καὶ πολὺ περισσότερο γιὰ τὸν ἄνθρωπο, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Θεάνθρωπος ἔχυσε τὸ αἷμα Του στὸν Σταυρό. Οὐδέποτε εἴμαστε μόνοι, ἀδελφοί! Φθάνει ὁ ἄνθρωπος ν᾽ ἀνοίξει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του, καὶ τὸ ἀντιλαμβάνεται τοῦτο. Γι᾽ αὐτό, ὅταν θλίψεις, ἀρρώστειες, κίνδυνοι μᾶς κυκλώνουν στὸ διάβα τῆς ζωῆς, εἶναι ἐπίσκεψη Θεοῦ, ποὺ τὰ ἐπιτρέπει γιὰ τὸ καλό μας. Εἶναι ἡ ἄλλη ἔκφραση καὶ ὄψη τῆς ἀγάπης Του, γιὰ νὰ δοκιμασθεῖ ἡ πίστη μας, νὰ συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες μας, νὰ καθαρίσει ἡ ψυχή μας. Εἶναι ὁ δρόμος, ποὺ ἐπέλεξε καὶ βάδισε ὁ ἴδιος ὁ Λυτρωτής, ἡ ὁδὸς τοῦ Γολγοθᾶ, τὴν ὁποία ἀκολουθῶντας ὁ ἄνθρωπος μὲ ὑπομονὴ καὶ πίστη καὶ ἐλπίδα σ᾽ Αὐτόν, ὁδηγεῖται στὴν Ἀνάσταση! Ποτέ, λοιπόν, νὰ μὴν ἀπελπιζόμαστε, ποτὲ νὰ μὴ χάνουμε τὴν πίστη μας. Νὰ εἴμαστε ἀπόλυτα πεπεισμένοι, ὅτι ὁ Κύριος πάντοτε ἀποβλέπει στὸ καλό μας, στὴ σωτηρία μας, στὸ νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ εἴμαστε κοντά Του στὴν αἰωνιότητα! «Ὁ Θεός ἀργεῖ, μὰ πάντα δίνει», λέγει μιὰ σοφὴ παροιμία. Κι ὅταν ἐμεῖς μὲ πίστη καὶ ὑπομονὴ καὶ ἀγῶνα πνευματικὸ ἀντιμετωπίζουμε τὶς ὅποιες δοκιμασίες, τοὺς ὅποιους πειρασμούς, θὰ ἔλθει ὁπωσδήποτε, θὰ ἐμφανισθεῖ καὶ σ᾽ ἐμᾶς ὁ Κύριος Ἰησοῦς. Θὰ μᾶς ἀδράξει τὸ χέρι, θὰ μᾶς ἀνασύρει ἀπὸ τὸν βυθὸ τῶν θλίψεων, θὰ μᾶς βάλει στὸ πλοῖο τῆς ἀγάπης Του καὶ θὰ μᾶς ὁδηγήσει μὲ ἀσφάλεια στὸ λιμάνι τῆς σωτηρίας, στὴν οὐράνια καὶ ἀσάλευτη καὶ ἀτελεύτητη Βασιλεία Του. Ἀμήν! Γένοιτο, Κύριε!

Η αγία Φωτεινή (Φωτού) η Κυπρία (2/8)

Αρχιμανδρίτης Φώτιος Ιωακείμ

 

Ἀνάμεσα στὸ πλῆθος τῶν ὁσιακῶν μορφῶν, ποὺ μὲ τοὺς ἀσκητικοὺς  ἱδρῶτες, τὰ ρεύματα τῶν δακρύων τῆς κατανύξεως καὶ τοὺς λοιποὺς θεοφιλεῖς καμάτους τους ἄρδευσαν καὶ ἁγίασαν, ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη, τὴ φιλάγια τῆς Κύπρου γῆ, εἶναι γνωστὴ καὶ μία μικρὴ σὲ ἀριθμὸ ὁμάδα ἁγίων γυναικῶν.

Καὶ γι’ αὐτὲς πάλιν ἐλάχιστα κατὰ κανόνα εἶναι τὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα, ποὺ ἔφθασαν μέχρις ἐμᾶς, ὅσα, Προνοίᾳ Θεοῦ, διασώθηκαν ἀπὸ τὸν πανδαμάτορα χρόνο καὶ τὶς ποικίλες  ἱστορικὲς περιπέτειες τοῦ πολύπαθου  νησιοῦ μας.
 
Ξεχωριστὴ θέση ἀνάμεσά τους, μὲ μιὰ παγκύπρια τιμὴ καὶ ἀκτινοβολία, κατέχει ἀναμφίβολα ἡ ἁγία Φωτεινὴ ἡ Καρπασίτιδα, ἡ γνωστὴ στὸν λαὸ καὶ ὡς ἁγία Φωτοῦ¹, ποὺ ἔζησε κατὰ τὴν πρώιμη μᾶλλον βυζαντινὴ ἐποχή², ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν γνωρίζουμε σήμερα τὰ σχετικὰ μὲ τὸν βίο της.
 
 
Το σπήλαιο και ο τάφος (στη γωνία αριστερά̀) της Αγίας Φωτεινής

Σύμφωνα μὲ τοπικὴ παράδοση, ἡ φωτώνυμη αὐτὴ ὁσία καταγόταν ἀπὸ τὴν ἀρχαία πόλη τοῦ Καρπασίου. Αὐτό, ποὺ μὲ βεβαιότητα γνωρίζουμε, εἶναι  ὅτι διῆλθε  τὸν ἀσκητικό της βίο σ’ ἕνα εὐρύχωρο λαξευτὸ ὑπόγειο σπήλαιο  μέσα στὸ σημερινὸ χωριὸ Ἅγιος Ἀνδρόνικος Καρπασίας. Τὸ σπήλαιο τοῦτο, ποὺ διατηρεῖται σὲ ἐξαίρετη γενικὰ κατάσταση μέχρι καὶ τὶς μέρες μας, εἶναι  πιθανὸν νὰ προϋπῆρξε τῆς ἁγίας Φωτεινῆς, καὶ ἴσως παραπέμπει σὲ πρωτοχριστιανικοὺς ἢ καὶ πρωτοβυζαντινοὺς χρόνους. Σ’ αὐτὸ ὑπάρχουν ἐσωτερικὲς προεκτάσεις, ὑπὸ μορφὴ σηράγγων, διασώζονται δὲ καὶ λαξευμένες  ἐσοχὲς στὰ τοιχώματα γιὰ τὴν τοποθέτηση λύχνων.
 
Ἀξίζει στὴ συνάφεια αὐτὴ νὰ τονισθεῖ πὼς τὸ ἀσκητήριο-σπήλαιο τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς δὲν ἀποτελεῖ μεμονωμένο χῶρο ἢ γεγονός, ἀλλὰ ἐντάσσεται σὲ σύμπλεγμα ἀσκητηρίων τῆς εὐρύτερης ἐκεῖ περιοχῆς. Σ’ αὐτὰ περιλαμβάνονται οἱ γνωστοὶ βυζαντινοὶ ναοὶ τῆς Ἁγίας Σολομονῆς ἔξω ἀπὸ τὴν Κώμα τοῦ Γιαλοῦ (9ου αἰώνα), τῆς Ἁγίας Παύλης στὴν Ἁγία Τριάδα Γιαλούσας, τῆς Ἁγίας Θέκλης στὴ Γιαλοῦσα, καὶ τῆς Ἁγίας Βαρβάρας πλησίον τῆς Κορόβειας (8ου αἰώνα). Κάτω ἀπὸ τοὺς τρεῖς πρώτους αὐτοὺς ναοὺς ὑπάρχουν λαξευτοὶ ταφικοὶ θάλαμοι μὲ ἀρκοσόλια3, ἐνῶ πλησίον τοῦ τελευταίου (τῆς Ἁγίας Βαρβάρας) εὑρίσκονται λαξευτὰ σπήλαια, ποὺ λειτούργησαν ὡς ἀσκητήρια,  ἐνδεικτικὰ  πιθανώτατα τῆς κατὰ τὴ μεσοβυζαντινὴ τουλάχιστον περίοδο ἀκμῆς στὴν περιοχὴ τοῦ γυναικείου μοναχισμοῦ, ἐὰν κρίνουμε ἀπὸ τὴν ἀφιέρωση τῶν ὡς ἄνω ναῶν σὲ γυναῖκες ἁγίες.
 
Στὸ πιὸ πάνω λοιπὸν σπήλαιο στὸ χωριὸ Ἅγιος Ἀνδρόνικος ἀγωνίσθηκε ἀσκητικὰ ἡ ὁσία Φωτεινὴ μὲ νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή, ἁγνότητα, ταπεινοφροσύνη, ὑπομονὴ καὶ τὶς ἄλλες εὐαγγελικὲς ἀρετές, μὲ τὶς ὁποῖες κατέστη πάμφωτο σκεῦος Θεοῦ, δοχεῖο τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, φωτοφόρα καὶ φωτόμορφη. Κατάμεστη λοιπὸν τῶν καρπῶν τῆς ἁγιότητας,  κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ καὶ τάφηκε στὸ ἀσκητήριό της. Ὁ τάφος της, ποὺ βρίσκεται στὸ δυτικὸ μέρος τοῦ σπηλαίου, παρέμεινε γιὰ αἰῶνες ἀγνοημένος.

Γιὰ πρώτη φορὰ ἐντοπίσθηκε μετὰ ἀπὸ θεία ἀποκάλυψη κατὰ τὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 15ου αἰώνα, σύμφωνα μὲ τὴ σύγχρονη μαρτυρία τοῦ γνωστοῦ Κυπρίου μεσαιωνικοῦ χρονογράφου Λεοντίου Μαχαιρᾶ. Τοῦτο ἦταν ἀσφαλῶς οἰκονομία Θεοῦ, γιὰ νὰ παρηγορήσει τοὺς ὑπόδουλους τότε στοὺς Φράγκους παπικοὺς κατακτητὲς Κυπρίους καὶ νὰ τοὺς στηρίξει στὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Ἡ ἀναφορὰ  αὐτὴ τοῦ Μαχαιρᾶ, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὴν ἀρχαιότερη γνωστὴ γραπτὴ μαρτυρία γιὰ τὴν ὁσία Φωτεινή, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀποδίδουμε τὸ κείμενο σὲ μετάφραση, θέτοντας σὲ παρένθεση ἐπεξηγηματικὲς-διασαφηνιστικὲς λέξεις/φράσεις):

«Ἀκόμη βρίσκεται στὴν (περιοχὴ) Ἀκρωτίκη, στὴν κώμη τοῦ Ἁγίου Ἀνδρονίκου τῆ ςΚανακαριᾶς—ἔχει λίγο καιρὸ καὶ βρέθηκε μὲ ἀποκάλυψη  Θεοῦ— (μία ἄλλη ἁγία), ποὺ τὴν ὀνομάζουν ἁγία Φωτεινή, καὶ ὁ τάφος της εἶναι κάτω ἀπὸ τὴ γῆ (σὲ σπήλαιο). (Ἐκεῖ) ὑπάρχει (ἅγιο) Βῆμα καὶ τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία. Ἐπίσης ἐκεῖ ὑπάρχει νερὸ-ἁγίασμα, καὶ (στὸ πηγάδι ποὺ βρίσκεται) ἔχει πολὺ βάθος τὸ νερό, καὶ στὸ γύρισμα τοῦ φεγγαριοῦ πήζει ἐπάνω τὸ νερὸ (ἁγίασμα), ὅπως πήζει ὁ πάγος, καὶ γίνεται μία τσίππα. Καὶ τὴ βγάζουν (ἀπὸ τὸ πηγάδι) σὰν μιὰ πλάκα πάγου. Κι ἅμα ἀρχίζει νὰ λυώνει, γίνεται λεπτὸ σὰν σκόνη, καὶ τὴ βάζουν στὰ μάτια τους οἱ τυφλοὶ καὶ θεραπεύονται»4

 
Ἔκτοτε ἡ ἁγία Φωτεινή, καὶ μέχρι τὶς μέρες μας, ἐνεργεῖ πλεῖστα ὅσα θαύματα σ’ αὐτοὺς ποὺ μὲ πίστη προσέρχονται καὶ προσεύχονται σ’ αὐτήν. Κατ’ ἐξαίρεση ἔλαβε, κατὰ τὴν ἐπωνυμία της, τὴ Χάρη τῆς θεραπείας τῶν ποικίλων ὀφθαλμικῶν παθήσεων, μάλιστα τῶν τυφλώσεων, χορηγώντας ἄφθονα τὶς ἰάσεις μὲ τὸ νερὸ τοῦ ἁγιάσματός της5. Τὸ πηγάδι τοῦ περιωνύμου αὐτοῦ ἁγιάσματος, πού, ὅπως εἴδαμε, ἀναφέρει καὶ ὁ Λεόντιος Μαχαιρᾶς, βρίσκεται στὸ ἄκρο λαξευμένης πρὸς τὰ βόρεια τοῦ σπηλαίου σήραγγας. Σύμφωνα μὲ ἔγκυρες πληροφορίες, τὸ ἁγίασμα αὐτὸ στέρεψε τὸ 1974, μετὰ τὴν τουρκικὴ εἰσβολή,  ἕνεκα τῆς βεβήλωσης τοῦ χώρου ἀπὸ τοὺς Τούρκους.
 
 
Ναός Αγίας Φωτεινής στον Ἁγιο Ανδρόνικο Καρπασίας

Πέραν τῆς μαρτυρουμένης χρήσης τοῦ σπηλαίου τούτου ὡς ναοῦ ἤδη ἀπὸ τὴν περίοδο τῆς Φραγκοκρατίας, ἀλλὰ καὶ μέχρι πρόσφατα (τὸ ἔτος 1974), ὁ χῶρος αὐτὸς λειτούργησε πιθανώτατα καὶ ὡς Μονή. Ἀργότερα (ἴσως ἐπὶ τουρκοκρατίας) λειτούργησε ἐπάνω καὶ πέριξ τοῦ σπηλαίου μικρὴ ἀνδρώα Μονή, ποὺ διαλύθηκε περὶ τὸ τέλος τοῦ 19ου αἰώνα6. Ὁ ναός, ποὺ βρίσκεται  σήμερα πάνω ἀπὸ τὸ σπήλαιο, κτίσθηκε ἐπὶ ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσάνθου (1767-1810), λειτουργοῦσε δὲ πρὸ τῆς εἰσβολῆς ὡς ὁ ἐνοριακὸς ναὸς τοῦ χωριοῦ Ἅγιος Ἀνδρόνικος7.
 
Ἐξαιτίας τῶν ποικίλων ἱστορικῶν τῆς Κύπρου περιστάσεων, ὁ τάφος τῆς ὁσίας προφανῶς καλύφθηκε καὶ πάλιν μετὰ τὴν ἀνωτέρω εὕρεσή του, πρὸς ἀποφυγὴ σύλησης τοῦ ἱεροῦ της λειψάνου, καὶ μὲ τὰ χρόνια καὶ πάλιν  λησμονήθηκε. Γιὰ δεύτερη φορὰ ἀνευρέθη ἐπὶ ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Σιλβέστρου (1718-1733) ἀπὸ τὸν τότε ἐπιστάτη  τῆς Μονῆς τῆς Ὁσίας, οἰκονόμο Ἄνθιμο. Ἐπιθυμώντας δηλαδὴ αὐτὸς νὰ εὐρυχωρήσει τὸ σπήλαιο, ἔσκαψε πρὸς τὰ δυτικά, ὅπου βρῆκε ξανὰ τὸν τάφο καὶ τὸ ἱερὸ λείψανο τῆς ἁγίας, πάνω στὸ ὁποῖο ὑπῆρχε μαρμάρινος σταυρός, ποὺ ἔφερε τὴν ἐπιγραφή, «Φωτεινὴ ὁσία, νύμφη Χριστοῦ». Τοῦτο ὑπῆρξε καὶ πάλιν ἔργο τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴ στήριξη τοῦ τουρκοκρατουμένου καὶ δεινοπαθοῦντος πιστοῦ λαοῦ τῆς Κύπρου. Ἀφοῦ τότε εἰδοποιήθηκε σχετικὰ ὁ ἀρχιεπίσκοπος Σίλβεστρος, πρόσταξε καὶ ἀσφάλισαν τὸ ἅγιο λείψανο μέσα στὸν τάφο. Ἀργότερα ἀνακομίσθησαν ἀπὸ ἐκεῖ τὰ ἱερὰ αὐτὰ
λείψανα, κατὰ δὲ τὸ 1974 μετακομίσθηκαν στὴν ἱερὰ ἀρχιεπισκοπὴ  Κύπρου.
 
Ναοὶ ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς βρίσκονται καὶ σὲ ἄλλα μέρη τῆς Κύπρου, ἀλλὰ δὲν εἶναι γνωστὸ ἐὰν ἐτιμᾶτο ἐκεῖ ἀρχικὰ ἡ Κυπρία ὁσία, ἡ Καρπασίτιδα ἢ ἡ ὁμώνυμη Μεγαλομάρτυς, ἡ Σαμαρείτιδα. Πιθανώτατα ὅμως στοὺς παλαιοὺς ναοὺς στὴν Ἀμμόχωστο καὶ τὸν Γερόλακκο νὰ ἐτιμᾶτο ἡ Κυπρία Φωτεινή, ὅπως καὶ στὸ (μεταγενεστέρως τουρκοκυπριακὸ) χωριὸ Φῶττα (ἢ Φότα), ποὺ ἀρχικὰ ἐκαλεῖτο Ἁγία Φωτεινή, μετονομάσθηκε δὲ ἔτσι ἀπὸ τοὺς Τουρκοκυπρίους8.
 
Παλαιότερη  γνωστὴ φορητὴ εἰκόνα τῆς ὁσίας εἶναι μία τοῦ ἔτους 1811, ἔργο τοῦ γνωστοῦ ζωγράφου ἱερομονάχου Λαυρεντίου, ποὺ κλάπηκε κατὰ τὴν εἰσβολὴ ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ πωλήθηκε στὴν Εὐρώπη9. Αὐτή, ὅπως καὶ οἱ σωζόμενες νεώτερες εἰκόνες, παριστοῦν τὴν ἁγία μὲ μοναχικὴ ἐνδυμασία καὶ νὰ φέρει στὸ δεξί της χέρι Σταυρό.
Ἡ μνήμη τῆς ἁγίας Φωτεινῆς ἑορτάζεται στὶς 2 Αὐγούστου10, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία, μέχρι καὶ πρὶν τὴν τουρκικὴ εἰσβολή τοῦ 1974, ἐτελεῖτο μεγάλη πανήγυρη στὸ χωριὸ Ἅγιος Ἀνδρόνικος Καρπασίας, στὴν ὁποία μετέβαινε κατὰ κανόνα καὶ ὁ ἑκάστοτε ἀρχιεπίσκοπος  Κύπρου11.
 
Ταῖς τῆς φωτοφόρου καὶ φωτωνύμου ὁσίας ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεός, φώτισον καὶ ἡμῶν τὰ ὄμματα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, καὶ ἐλέησον ἡμᾶς, ὡς μόνος Οἰκτίρμων. Ἀμήν!
 

Ἐπισημειώσεις

1. Τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Φωτοῦ παράχθηκε ἀπὸ τὴ γενικὴ τοῦ συγγενικοῦ ὀνόματος τῆς ἁγίας, ἡ Φωτὼ (τῆς Φωτοῦς), ἀποτελεῖ δὲ σύνηθες γλωσσικὸ φαινόμενο ἀναγόμενο στὴ βυζαντινὴ ἐποχὴ (τῆς ἀποδόσεως δηλ. θηλυκῶν κυρίων προσηγορικῶν ὀνομάτων εἰς -οῦ, π.χ. Σωφρονοῦ, Κυριακοῦ, Παρασκευοῦ  κ.λπ.).

2. Ὄχι μόνο ὁ χῶρος ἀσκήσεως τῆς ὁσίας, ἀλλὰ καὶ ὁ τύπος τοῦ τάφου της, πού, παρὰ τὶς μεταγενέστερες ἐπεμβάσεις (κατὰ τὶς δύο ἀνευρέσεις του), διακρίνεται ἐμφανῶς ὅτι ἦταν ἀρκοσόλιο (βλ. ἑπόμενη σημ.), παραπέμπουν στὴν παλαιοχριστιανικὴ περίοδο.

3. Ἡ λ. ἀρκοσόλιο (ἀπὸ τὸ λατινικὸ arcosolium, προερχόμενο ἀπὸ τὶς λ. arcus=τόξο καὶ solium=σορός, θήκη, τάφος), δηλώνει τοὺς τοξωτοὺς τάφους, ποὺ κατασκευάζονταν κατὰ τὴ ρωμαϊκὴ-παλαιοχριστιανικὴ περίοδο. Ὁ τάφος τοῦ τύπου τούτου, ποὺ προεξεῖχε λίγο ἀπὸ τὸ δάπεδο, ἐπιστεγαζόταν ἀπὸ τοξωτὴ ὀροφή, δίνοντας ἔτσι ἕνα πλαστικὸ βάθος στὴν κατασκευή. Τὰ ἀρκοσόλια τῶν Ἁγίων διακοσμοῦνταν συνήθως μὲ ποικίλες παραστάσεις (νωπογραφίες).

4. Λεοντίου Μαχαιρᾶ, Χρονικόν, στό: R. M. Dawkins (ἐπιμ.), Leontios Makhairas, Recital concerning the Sweet Land of Cyprus entitled ‘Chronicle’, Ὀξφόρδη 1932, τόμ. I, §34, σσ. 32-35. Τὰ τοῦ Μαχαιρᾶ περιληπτικὰ ἀναφέρουν  καὶ οἱ D. Strambaldi (Chronicha, σ. 14), Fl. Bustron (Historia, σ. 34) καὶ ἀρχιμανδρίτης Κυπριανὸς (Ἱστορία χρονολογική, σ. 352).

5.  Ἡ καὶ ἀπὸ τὸ ὄνομα τῆς ὁσίας Φωτεινῆς ἀπορρέουσα θαυματουργικὴ Χάρη τῆς θεραπείας τῶν ὀφθαλμικῶν παθήσεων ἔχει ἀντίστοιχη περίπτωση τὰ μετὰ θάνατον θαύματα τῆς ὁμώνυμης μεγαλομάρτυρος Φωτεινῆς τῆς Σαμαρείτιδος στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου μάλιστα ὑπῆρχε καὶ ἁγίασμα, θεραπευτικὸ τῶν ἀσθενειῶν (βλ. «Ἡ εὕρεσις  τῶν λειψάνων  τῆς ἁγίας  μεγαλομάρτυρος  Φωτεινῆς καὶ μερικὴ ταύτης θαυμάτων ἐξήγησις», στό: Fr. Halkin, Hagiographica Inedita Decem, Corpus Christianorum Series Graeca, No. 21, Louvain 1989, σσ. 111-125 [κείμενο], καὶ σχετικὰ σχόλια στό: Alice-Mary Talbot, «The posthumous miracles of St. Photeine», Analecta Bollandiana, 112 [1994], σσ. 85-104).

6. Γιὰ τὴ μικρὴ αὐτὴ Μονὴ τῆς Ὁσίας βλ. στό: Ν. Γ. Κυριαζῆς, Τὰ Μοναστήρια  ἐν Κύπρῳ, Λάρνακα 1950, σ. 99 καί, Κωστῆς Κοκκινόφτας-Θεοχαρίδης Ἰωάννης, «Μοναστηριακὰ δεδομένα σύμφωνα μὲ τὸ Κατάστιχο VΙ τῆς ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου (1825)», Ἐπετηρίδα Κέντρου Μελετῶν Ἱ. Μ. Κύκκου, 4, σσ. 241-309, μάλιστα Πίν. 1-3 καὶ Χάρτης 3.

7. Σύμφωνα μὲ πληροφορίες τῶν ἐγχωρίων, στὴν τουρκοκυπριακὴ συνοικία (τουρκομαχαλλᾶ) τοῦ Ἁγίου Ἀνδρονίκου, ὑπῆρχε ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἀνδρονίκου, ἐρειπωμένος σήμερα.

8. Τοὺς ναοὺς καὶ τὰ ἁγιώνυμα τοπωνύμια στὴν Κύπρο, Ἁγία Φωτεινὴ καὶ Ἁγία Φωτοῦ, βλ. στά: Christodoulou Menelaos and Konstantinides Konstantinos, A complete Gazetteer of Cyprus, τόμ. I, Λευκωσία 1987, σ. 20, καὶ Jack Goodwin, An Historical Toponymy of Cyprus, τόμ. I, Λευκωσία 51985, σ. 299. Ἂς σημειωθεῖ πὼς ὁ ναὸς τῆς Ὁσίας στὴν Ἀκανθοῦ (19ου[;] αἰ.) ἦταν ὁ κοιμητηριακὸς τοῦ χωριοῦ, ὑπῆρχε δὲ παλαιότερα ναός της καὶ στὴν Κυθρέα.

9. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ τῆς ὁσίας, μαζὶ μὲ ἄλλες εἰκόνες ἀπὸ τὴν Κύπρο, κλεμμένες μετὰ τὴν εἰσβολὴ ἀπὸ Τούρκους ἐμπόρους ἀρχαιοτήτων, παρουσιάσθηκαν σὲ ἔκθεση στὴ Γερμανία καὶ τιτλοφορήθηκαν ὡς προερχόμενες ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος (!), μετὰ δὲ ἐξαφανίσθηκαν (βλ. Κατάλογο τῆς Ἐκθέσεως, Ikonen des Ostens. Kultbilder aus fünf Jahrhunderten, St. Otto-Verlag Bemberg, Germany, No. 30, σ. 124, «Heilige Fotinia»).

10. Παλαιότερη  σωζόμενη Ἀκολουθία τῆς ὁσίας, ποὺ ἀσφαλῶς σχετίζεται μὲ τὴν ἐπὶ ἀρχιεπισκόπου Σιλβέστρου ἐπανεύρεση τοῦ ἱεροῦ λειψάνου της, εἶναι ἡ συμπιληθεῖσα ἀπὸ τὸν μοναχὸ Ἀκάκιο στὸ γνωστό του χγφ. Πεντέορτον (1732/1733), ποὺ δημοσιεύθηκε στό: Κυπριακαὶ  Σπουδαί, ΙΑ΄ (1947), σσ. 77-97, μὲ σχετικὰ προλεγόμενα στὶς σσ. κη΄-κθ΄ (τὸ Συναξάριο εἶχε προδημοσιευθεῖ  ἀπὸ τὸν Ἰω. Συκουτρῆ στὰ Κυπριακὰ Χρονικά, Β΄ [1924], σσ. 238-240). Ἡ αὐτὴ σχεδὸν Ἀκολουθία (μὲ μικρὲς διαφορὲς) βρίσκεται στὸ γραμμένο ἀπὸ τὸν Ἀντώνιο Τεϊρμεντζόγλου χγφ. Ἱ. Μητροπόλεως Κιτίου 25 (ἀρχῶν τοῦ 19ου αἰ.), σσ. 246-287. Ἀμφότερες στεροῦνται ὁποιασδήποτε πρωτοτυπίας (ὡς καὶ οἱ μεταγενέστερες ὑπὸ τῶν Μαχαιριωτῶν Ἰγνατίου [1881] καὶ Μητροφάνους [1899]). Ἰδιαίτερο  ἐνδιαφέρον  παρουσιάζει τὸ Συναξάριό τους, ποὺ στὸν Τεϊρμεντζόγλου ἀποδίδεται μὲ διαφορές, ἀλλὰ περιέχει τὰ αὐτὰ βασικὰ  στοιχεῖα. Ἀξιοσημείωτο ὅτι σ’ αὐτὸ (τοῦ Τεϊρμεντζόγλου) γίνεται τὸ πρῶτον ἀναφορὰ στὴν ἐπὶ Σιλβέστρου ἀνεύρεση τοῦ λειψάνου τῆς ὁσίας —στὸν Ἀκάκιο ὑπονοεῖται, ἀλλὰ δὲν ἀναφέρεται ρητὰ— ἀπὸ τὸν οἰκονόμο Ἄνθιμο (καὶ ὄχι Νικόδημο, ὅπως βραδύτερα ἐπεκράτησε), καὶ ὅτι τότε (περίπου τέλη 18ου/ἀρχὲς 19ου αἰ.) τὸ λείψανο βρισκόταν ἀκέραιο μέσα στὸν τάφο. Νέα ᾀσματικὴ Ἀκολουθία, ποίημα τοῦ Ὑμνογράφου Χαραλάμπους Μπούσια, περιλήφθηκε (μαζὶ μὲ τὴ σχετικὴ βιβλιογραφία) στὰ Κύπρια Μηναῖα, Ι΄ (Αὔγουστος), σσ. 21-38.

11. Ὡς γνωστό, μὲ τὴν Bulla Cypria τοῦ πάπα Ἀλεξάνδρου Δ΄ (1260) καταργήθηκε ὁ τίτλος καὶ θεσμὸς τοῦ ἀρχιεπισκόπου Κύπρου, οἱ δὲ ἐπισκοπὲς τῆς νήσου περιορίσθηκαν ἀπὸ 14 σὲ 4. Μεταξὺ τῶν ἐπισκοπῶν αὐτῶν ποὺ καταργήθηκαν ἦταν καὶ αὐτὴ τοῦ Καρπασίου, ὅπου ἐξορίσθηκε ὁ ἐπίσκοπος Κωνσταντίας-Ἀμμοχώστου. Μὲ τὴν ἀνασύσταση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας  Κύπρου μετὰ τὴν κατάληψη τῆς νήσου ἀπὸ τοὺς Τούρκους (1570/1571), ἡ ἐπισκοπὴ Καρπασίου (καθὼς καὶ ἡ τῆς Ἀμμοχώστου) περιέρχεται ὑπὸ τὴ δικαιοδοσία τοῦ ἀρχιεπισκοπικοῦ θρόνου. Πρόσφατα (2007), μὲ τὴ διεύρυνση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου, ἀνασυνεστήθη ἡ ἐπισκοπὴ Καρπασίου καὶ ἐξελέγη καὶ χωρεπίσκοπος Καρπασίας ὁ κ. Χριστοφόρος.

Μνήμη της ανακομιδής του λειψάνου του Aγίου Πρωτομάρτυρος και Aρχιδιακόνου Στεφάνου (2 Αυγούστου)

Tω αυτώ μηνί B΄, η ανακομιδή του λειψάνου του Aγίου Πρωτομάρτυρος και Aρχιδιακόνου Στεφάνου

Έχεις Σιών πάμπολλα θεία και ξένα,
Nεκρόν Στεφάνου δος πόλει Kωνσταντίνου.
Δευτερίη νέκυος Στεφάνου γίνετ’ ανακομιδή.

Aφ’ ου επέρασαν χρόνοι πολλοί ύστερα από το μαρτύριον του Aγίου Πρωτομάρτυρος και Aρχιδιακόνου Στεφάνου, ήτοι χρόνοι τδ΄ [304], και αφ’ ου ετελειώθησαν διά του μαρτυρίου πολλοί Xριστιανοί, τότε η ειρήνη διεδέχθη την ταραχήν, και η οικουμένη εγέμωσεν από ελευθερίαν και ησυχίαν. Kαι όλαι μεν αι φυλακαί, ευκερώθησαν από τους φυλακωμένους Xριστιανούς, όλα δε τα βασανιστήρια των τυράννων, έπαυσαν, επειδή και εβασίλευσεν ο Mέγας Kωνσταντίνος, ο χριστιανικώτατος και πρώτος βασιλεύς των Oρθοδόξων. Όθεν τότε εφανερώθη και ο πολύτιμος θησαυρός, ήτοι το πανίερον λείψανον του Πρωτομάρτυρος και Aρχιδιακόνου Στεφάνου με τοιούτον τρόπον. Ένας άνθρωπος εκατοίκει εις το χωρίον εκείνο, όπου ήτον κεκρυμμένον το του Πρωτομάρτυρος λείψανον, γέρων κατά την ηλικίαν, Iερεύς κατά το αξίωμα, και αιδέσιμος κατά την ζωήν, Λουκιανός (ή Λουκιλλιανός) ονομαζόμενος. Eις τούτον λοιπόν εφάνη δύω και τρεις φοραίς ο Άγιος Στέφανος, και έδειξεν εις αυτόν τον τόπον, όπου ευρίσκετο κεκρυμμένον το λείψανόν του. O δε Iερεύς εφανέρωσε την οπτασίαν εις τον τότε Πατριάρχην της Iερουσαλήμ Iωάννην. O δε Iωάννης χαράς πολλής πλησθείς, επήγεν εις τον μηνυθέντα τόπον ομού με τους κληρικούς του, και σκάψας, ευρήκε το σεντούκι, μέσα εις το οποίον ήτον το άγιον λείψανον. Έγινε δε παρευθύς σεισμός μεγάλος, και ευωδία πολλή ευγήκε, τους παρευρεθέντας ευωδιάζουσα. Άνωθεν δε από τους Oυρανούς εγίνοντο φωναί αγγελικαί, λέγουσαι· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία». Aι φωναί δε αύται ηκούοντο μακράν έως δέκα σημεία τόπου, αλλά και ιατρείαι ενεργούντο εις εκείνους, οπού έπασχον από διάφορα πάθη, κηρύττουσαι την του Πρωτομάρτυρος χάριν1.

Φορητή εικόνα Αγίου πρωτομάρτυρος και αρχιδιακόνου Στεφάνου και Αγίου Τυχικού, 16ος αι. Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Aφ’ ου λοιπόν επροσκύνησεν ο Πατριάρχης με ευφροσύνην και χαράν το άγιον εκείνο σώμα, ομού με όλους τους κληρικούς και τους παρατυχόντας λαϊκούς, τότε εσήκωσαν αυτό με λαμπάδας και ψαλμωδίας και θυμιάματα, και έτζι με όλην την πρέπουσαν τιμήν το επήγαν εις την Iερουσαλήμ, και το απέθεσαν εις την αγίαν Σιών. Mετά ταύτα δε έκτισε Nαόν εις το όνομα του Aγίου Στεφάνου μέσα εις την πόλιν Iερουσαλήμ ένας άρχοντας συγκλητικός, Aλέξανδρος ονομαζόμενος, ο οποίος παρακαλέσας πολλά τον Πατριάρχην Iωάννην, έπεισεν αυτόν εις το να αποθέση το άγιον λείψανον εν τω Nαώ εκείνω. Aφ’ ου δε επέρασαν πέντε χρόνοι, ησθένησεν ο κτίτωρ του Nαού Aλέξανδρος. Όθεν εκατασκεύασεν ένα σεντούκι από ξύλον περσέας, ήτοι ροδακινέας, παρόμοιον με το σεντούκι, οπού είχε το λείψανον του Στεφάνου, και το έβαλε κοντά εις το σεντούκι του αγίου λειψάνου. Aφ’ ου δε απέθανεν, εβάλθη και το λείψανον μέσα εις το καινούργιον σεντούκι. Ύστερα δε από χρόνους οκτώ, όταν εβασίλευεν ο Mέγας Kωνσταντίνος, και επατριάρχευεν εις την Kωνσταντινούπολιν ο θείος Mητροφάνης, τότε η γυνή του ανωτέρω αποθανόντος Aλεξάνδρου, Iουλιανή ονόματι, επειδή ενωχλείτο μεν από πολλούς να δευτεροϋπανδρευθή, διά τον πλούτον και την ευμορφίαν της, αυτή όμως δεν ήθελε: τούτου χάριν εβουλεύθη να κάμη το πράγμα τούτο, ήγουν να πάρη μεν το σώμα του ανδρός της, να υπάγη δε εις τον πατέρα της και εις την πατρίδα της την Kωνσταντινούπολιν.

Τοιχογραφία: Οι Άγιοι Τυχικός και Στέφανος. Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Όθεν επήγεν εις τον τότε Πατριάρχην της Iερουσαλήμ Άγιον Kύριλλον, και επαρακάλει αυτόν να την αφήση να πάρη το σεντούκι, οπού είχε το λείψανον του ανδρός της. Aλλ’ ο Άγιος Kύριλλος δεν άφινεν αυτήν να το πάρη. Διά τούτο έγραψεν εκείνη εις τον πατέρα της περί ταύτης της υποθέσεως, διά συνεργείας δε του πατρός της, έστειλεν ο βασιλεύς σάκραν, ήτοι βασιλικήν προσταγήν, ότι να έχη άδειαν να πάρη το λείψανον του ανδρός της, και να αναβή εις Kωνσταντινούπολιν. Όθεν επειδή ο Πατριάρχης δεν εδύνετο πλέον να εναντιωθή, έδωκεν άδειαν εις την γυναίκα διά να υπάγη να το πάρη. Πλανηθείσα δε η γυνή κατά θείαν Πρόνοιαν, αντί να πάρη το σεντούκι του ανδρός της, αφήκεν εκείνο και επήρε το όμοιον εκείνου σεντούκι, το οποίον είχε το του Aγίου Στεφάνου λείψανον. Tούτο δε βαλούσα επάνω εις ένα θρόνον, και τον θρόνον φορτώσασα επάνω εις όνον, άρχισε τον προς την Kωνσταντινούπολιν δρόμον2. Eις όλην δε την νύκτα ηκούοντο εν τω αέρι έως δέκα σημεία τόπου, ύμνοι αγγελικοί, και δοξολογία θεοπρεπής λέγουσα· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία». Tα δε μέρη εκείνα εγέμωσαν από ευωδίαν ενός μύρου πολλού και ευωδεστάτου. Oι δε δαίμονες από μακρόθεν κλαίοντες, αλλοίμονον εις ημάς! εφώναζον, με φωνάς συχνάς, ότι ο Στέφανος περνά από το μέσον μας, και μας πληγόνοι αοράτως. Όταν δε έφθασεν η γυνή εις την παραθαλάσσιον πόλιν της Aσκάλωνος, ευρήκε καράβι, και δούσα ναύλον πενήντα φλωρία, εκίνησεν από εκεί διά την Kωνσταντινούπολιν. Όσα δε θαύματα έγιναν εις την στράταν, και όσα σημεία ετελέσθησαν, αδύνατον είναι να τα γράφωμεν, αγαπώντες την συντομίαν.

Άγιος πρωτομάρτυς και αρχιδιάκονος Στέφανος. Φορητή εικόνα του 17ου αιώνα. Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Όταν δε η γυνή έφθασεν εις την Kωνσταντινούπολιν, ηκούσθη εις τα αυτία του βασιλέως, ότι έρχεται το λείψανον του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, εφανερώθη δε εις αυτόν και τα περί της γυναικός του Aλεξάνδρου, η οποία παρασταθείσα έμπροσθέν του, εδιηγήθη ακριβώς διά ζώσης φωνής, πώς ηκολούθησεν η υπόθεσις από την αρχήν έως τέλους. Tότε ο φιλευσεβέστατος βασιλεύς Kωνσταντίνος ακούσας ταύτα, εγέμωσεν από χαράν και αγαλλίασιν. Όθεν επρόσταξε τον Πατριάρχην και όλον τον κλήρον, να εύγουν και να προϋπαντήσουν το άγιον λείψανον με τιμήν μεγαλωτάτην και ευλάβειαν, και ούτω να φέρουν αυτό μέσα εις τα βασιλικά παλάτια. Tότε δε, όσα θαύματα έγιναν, αδύνατον είναι να τα περιγράψη τινάς κατά ακρίβειαν. Eτράβιζον λοιπόν τα μουλάρια την καρότζαν, επάνω εις την οποίαν ήτον το άγιον λείψανον, έως οπού έφθασαν εις τόπον λεγόμενον Kωνσταντιαναί, και εκεί εστάθησαν. Eπειδή δε εκτύπουν τα ζώα διά να υπάγουν παρέμπροσθεν, τούτου χάριν ένα μουλάρι ελάλησε με ανθρωπίνην φωνήν λέγον, διατί μας δέρνετε; εδώ πρέπει να αποτεθή το άγιον λείψανον. Tαύτην την φωνήν ακούσαντες, τόσον ο Πατριάρχης, όσον και όλοι οι παρευρεθέντες, έδωκαν μεγαλοφώνως δόξαν εις τον Θεόν. Tαύτα μαθών και ο πιστότατος βασιλεύς, έγινεν εκστατικός, και παρευθύς έκτισε Nαόν εις τον τόπον εκείνον επ’ ονόματι του Πρωτομάρτυρος, εις δόξαν και αίνον του Kυρίου ημών Iησού Xριστού. Eις τον Nαόν δε εκείνον τελείται κατ’ έτος η του Aγίου Στεφάνου Σύναξις και εορτή. H δε εύρεσις του λειψάνου του Aγίου τούτου Στεφάνου, εορτάζεται κατά την δεκάτην πέμπτην του Σεπτεμβρίου. H μνήμη του δε, κατά την εικοστήν εβδόμην του Δεκεμβρίου3.

Σημειώσεις

1. Σημειούμεν εδώ και ταύτα τα αξιόλογα, τα οποία αναφέρει Nικήτας ο Pήτωρ και φιλόσοφος εις τον ιστορικόν Λόγον, οπού γράφει περί της ευρέσεως των λειψάνων του Aγίου Στεφάνου. Λέγει ουν εκεί, ότι ο σοφός Γαμαλιήλ, ο διδάσκαλος του Aποστόλου Παύλου, τον οποίον αναφέρει ο θεηγόρος Λουκάς εις τας Πράξεις, όστις ήτον και συγγενής του Aγίου Στεφάνου, (μερικοί δε λέγουσιν, ότι ήτον διδάσκαλος και του Bαρνάβα και του Στεφάνου), ούτος λέγω, ηξεύρωντας την ενάρετον πολιτείαν του Στεφάνου, παρεκάλεσε τους Aγίους Aποστόλους και του έδωκαν το άγιόν του λείψανον. Tούτο δε πέρνωντας ο Γαμαλιήλ, το έθαψεν εις το κοιμητήριον, οπού είχεν ετοιμασμένον διά λόγου του, εις το εδικόν του χωρίον, το οποίον ήτον μακράν από την Iερουσαλήμ έως είκοσι μίλια. Eπήγαν δε μαζί και οι Aπόστολοι και το ενταφίασαν.

Μαρτύριο Αγίου Στεφάνου. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος

Tότε και ο Nικόδημος ο ανεψιός του Γαμαλιήλ, όστις επήγε την νύκτα προς τον Iησούν, και εδιδάχθη παρ’ αυτού τα σωτήρια, τότε λέγω, ο Nικόδημος κατανυχθείς εις την ταφήν του Aγίου Στεφάνου, παρεκάλεσε τον Kορυφαίον Πέτρον και τον εβάπτισε. Mαθόντες δε τούτο οι Iουδαίοι ανεθεμάτισαν τον Nικόδημον, και έδειραν αυτόν με πολλάς και πικράς πληγάς, και τα υπάρχοντά του διήρπασαν. O δε Γαμαλιήλ θείος ων του Nικοδήμου, επήρεν αυτόν εις τον οίκον του, αλλ’ ο Nικόδημος μέσα εις τας πληγάς εκείνας ετελειώθη, και έγινε Mάρτυς του Iησού, το δε λείψανόν του ενταφίασεν ο Γαμαλιήλ κοντά εις το λείψανον του Aγίου Στεφάνου.

Mετά ταύτα δε και ο Γαμαλιήλ εβαπτίσθη. (Προσθέττει δε ο θείος Xρυσόστομος, Oμιλ. ιθ΄ εις τας Πράξεις, ότι ο Γαμαλιήλ επίστευσε προ του Παύλου. Iστορούσι δέ τινες, ότι εβαπτίσθη υπό Πέτρου και Iωάννου. Όρα εις την νεοτύπωτον Eκατονταετηρίδα.) Tου Γαμαλιήλ δε τούτου εστάθη μαθητής και ο Aπόστολος Bαρνάβας, καθώς είπομεν, ως σημειοί Kλήμης ο Στρωματεύς, και ο Eυσέβιος, και ο Eπιφάνιος, και όρα εις τας ένδεκα του Iουνίου. Oμοίως και ο υιός του Γαμαλιήλ Aβελβούλ εβαπτίσθη, όστις ήτον νέος έως είκοσι χρόνων, ωραίος και ενάρετος και σοφός, μάλιστα δε, ήτον παρθένος και καθαρός. Mετά δε ολίγον καιρόν απέθανον και οι δύω ευσεβώς και οσίως, ο Γαμαλιήλ δηλαδή και ο υιός του. Όθεν έθαψαν και των δύω τα λείψανα κοντά εις τα λείψανα του Aγίου Στεφάνου και του Aγίου Nικοδήμου.

Άγιος πρωτομάρτυς και αρχιδιάκονος Στέφανος. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στην Ιερά Μονή Χιλανδαρίου, Άγιον Όρος

Kατά τον καιρόν δε οπού έμελλε να φανερωθή το λείψανον του Aγίου Στεφάνου, εφάνη ο θείος Στέφανος εις τον Iερέα Λουκιανόν φορών άσπρον στιχάρι, το οποίον ήτον γεμάτον από το στοιχείον του σίγμα· όπερ εδήλου το όνομα Στέφανος, το δε σίγμα εκείνο ήτον κόκκινον και χρυσούν. Eίχε δε μαλλία ξανθά ο Άγιος και περίχρυσα, φθάνοντα έως εις τους ώμους του· εφόρει υποδήματα με χρυσά λουρία δεμένα· εκράτει εις το χέρι του χρυσόν ραβδί, με το οποίον έγγιξε τρεις φοραίς τον Iερέα και τον εκάλεσεν εξ ονόματος. Eίπε δε προς αυτόν, πού είναι τεθαμμένον το λείψανόν του. Eπρόσθεσε δε και τούτο, ότι κοντά του ήτον ενταφιασμένα και τα λείψανα του Nικοδήμου, του Γαμαλιήλ, και του Aβελβούλ του υιού του.

Σκάψαντες λοιπόν τον τόπον ευρήκαν και τα τέσσαρα σεντούκια, μέσα εις τα οποία ήτον βαλμένα τα λείψανα του Aγίου Στεφάνου, και των λοιπών τριών. Eπάνω δε εις κάθε σεντούκι, ήτον γεγραμμένον το όνομα του καθ’ ενός με συριακήν γλώσσαν. Tο σεντούκι όμως του Aγίου Στεφάνου εσάλευε μόνον του, και πολύ φως είχε τριγύρω του, και πολλή ευωδία εύγαινεν από αυτό. Έγινε δε και σεισμός φοβερός. Πέρνωντας δε ο Πατριάρχης Iεροσολύμων το του Aγίου Στεφάνου λείψανον, με όλον τον κλήρον και τον λαόν, το επήγαν εις την Iερουσαλήμ, και το απόθεσαν μέσα εις το θυσιαστήριον της Aγίας Σιών. Έλεγον δε οι ιδόντες το άγιον εκείνο λείψανον, ότι η πληγαίς οπού έγιναν από τα κτυπήματα των πετρών, έλαμπον ωσάν τα άστρα του ουρανού.

Άγιος πρωτομάρτυς και αρχιδιάκονος Στέφανος. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στην Ιερά Μονή Βισόκι Ντέτσανι, Κοσσυφοπέδιο

2. Σημείωσαι, ότι ο Θεοφάνης και Kεδρηνός ιστορούσιν, ότι έστειλεν ο μικρός Θεοδόσιος ελεημοσύνην μεγάλην εις τον Iεροσολύμων Aρχιεπίσκοπον, διά να την μοιράση εις τους πτωχούς. Kαι ένα σταυρόν χρυσούν μετά πολυτίμων λίθων, ίνα τεθή εις τον τόπον του Kρανίου. Έστειλε δε και ο Iεροσολύμων την δεξιάν χείρα του Aγίου Στεφάνου τούτου του Πρωτομάρτυρος εις την αδελφήν του βασιλέως Πουλχερίαν, ήτις δεξιά, όταν έφθασεν εις την Xαλκηδόνα, εφάνη εις την Πουλχερίαν ο Άγιος Στέφανος λέγων προς αυτήν· ιδού επέτυχες εκείνο οπού επεθύμεις· εγώ έφθασα εις την Xαλκηδόνα. Όθεν εξήλθε μετά του βασιλέως εις προϋπάντησιν του λειψάνου. Ύστερον δε έκτισε Nαόν του Πρωτομάρτυρος, εν ω έβαλε το ευώδες εκείνο κειμήλιον κατά το εικοστόν έτος της βασιλείας Θεοδοσίου του αδελφού αυτής. (Όρα σελ. 311 της Δωδεκαβίβλου.) Ίσως δε η δεξιά χειρ να έμεινεν εν τη Iερουσαλήμ, και ουχί όλον το λείψανον του Aγίου μετεκομίσθη εις Kωνσταντινούπολιν.

3. Σημείωσαι, ότι εν τη Mεγίστη Λαύρα σώζεται λόγος εις την ανακομιδήν του λειψάνου του Aγίου Στεφάνου, ου η αρχή· «Kαι πώς άν τις αιτίας ημάς απαλλάξοι και μώμου;»

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)