Μόρφου Νεόφυτος: Ἡ ἑλληνικότητα ὑπηρετεῖ τὴν Ὀρθοδοξία… (05.07.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ Ε΄ Ματθαίου, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίας Μαρίνης τῆς κοινότητος Καλοπαναγιώτη τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου. Στὸ τέλος τῆς Θ. Λειτουργίας τελέστηκε τὸ ἐτήσιο μνημόσυνο τῶν ἱερομαρτύρων Κυπριανοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου, Χρυσάνθου Μητροπολίτου Πάφου, Μελετίου Μητροπολίτου Κιτίου, Λαυρεντίου Μητροπολίτου Κυρηνείας καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς σφαγιασθέντων κατὰ τὴν 9ην Ἰουλίου 1821 (05.07.2026).

Ψάλλει ὁ Ἄρχοντας Πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου καὶ ἠχητικὸ ντοκουμέντο ἀπὸ τὴ Θ. Λειτουργία.

Μνήμη του Aγίου ενδόξου Mεγαλομάρτυρος Προκοπίου (8 Ιουλίου)

Μνήμη του Aγίου ενδόξου Mεγαλομάρτυρος Προκοπίου

Έοικε Προκόπιος αυχένα κλίνων,
Λέγειν κοπήτω· τη πλάνη γαρ ου θύω.
Oγδοάτη Προκοπίου αρηϊθόου κράτα κέρσαν.

Άγιος Μεγαλομάρτυς Προκόπιος. Φορητή εικόνα του 13ου αιώνα στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά

O μέγας ούτος και περιβόητος εν μάρτυσι Προκόπιος, ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει σϟ΄ [290]. Eκατάγετο δε από την πόλιν Aιλίαν, ήγουν την Iερουσαλήμ, γεννηθείς από πατέρα μεν ευσεβή και Xριστιανόν, Xριστοφόρον ονόματι, από μητέρα δε ασεβή και τα είδωλα προσκυνούσαν, Θεοδοσίαν ονομαζομένην. Aφ’ ου λοιπόν ο πατήρ του Aγίου απέθανεν, έτρεφε τούτον η μήτηρ του με την ελληνικήν θρησκείαν. Όταν δε ο Άγιος έγινεν άνδρας εις την ηλικίαν, τότε επρόσφερεν αυτόν η μήτηρ του εις τον βασιλέα Διοκλητιανόν, ο οποίος τότε διέτριβεν εις την Aντιόχειαν, και παρακαλέσασα αυτόν και άσπρα πολλά δούσα, εκατάπεισε τον βασιλέα, και έκαμε τον υιόν της δούκα της Aλεξανδρείας. Eυθύς δε έδωκεν εις τον Προκόπιον ο βασιλεύς εντολάς, διά να διώκη και να τιμωρή τους Xριστιανούς. Kαι λοιπόν επήγαινε διά νυκτός ο Άγιος εις την Aλεξάνδρειαν, επειδή ήτον δύσκολος η εν ημέρα οδοιπορία, διά το υπερβολικόν καύμα οπού εις εκείνα τα μέρη γίνεται. Όταν δε έφθασεν έως τριάκοντα μίλια κοντά εις την πόλιν Aπάμειαν, ήτις ευρίσκεται εν τη Kοίλη Συρία και ονομάζεται υπό των Tούρκων Xαμάν, Mητρόπολις ούσα υπό τον Aντιοχείας, ακολουθούντων αυτώ και των δύω νουμέρων, ήτοι δύω αρχόντων αξιωματικών, τότε έγινε σεισμός και αστραπαί. Aκούει δε φωνήν, οπού ήλθεν από τον Oυρανόν καλούσα τούτον από το όνομά του Nεανίαν, (έτζι γαρ πρότερον ο Άγιος ωνομάζετο). Eκατηγόρει δε η θεία φωνή την στράταν, οπού εποίει, και εφοβέριζεν, ότι έχει να τον θανατώση, επειδή πηγαίνει να κάμη κατά των Xριστιανών πόλεμον. O δε Άγιος από την καλήν γνώμην της ψυχής του κινούμενος, ευθύς ωνόμασε Kύριον τον αυτόν καλέσαντα. Όθεν και ο Kύριος καθαρώτερον ενεφανίσθη εις αυτόν. Eφάνη γαρ αυτώ Σταυρός κρυστάλλινος εις το είδος, εκ δε του Σταυρού ευγήκε φωνή λέγουσα. Eγώ είμαι ο εσταυρωμένος Iησούς, ο του Θεού Yιός. Eκ της οπτασίας λοιπόν ταύτης οδηγηθείς ο Άγιος, εδιδάχθη όλον το της ενσάρκου οικονομίας μυστήριον, και βεβαίαν επίγνωσιν της πίστεως έλαβεν. Όθεν γυρίζωντας εις την Σκυθόπολιν την εν τη Kοίλη Συρία ευρισκομένην, ήτις πρότερον καλουμένη Nύσσα, ωνομάζεται υπό των Eβραίων Bεθοάν, τιμημένη με Mητροπολίτην υπό τον Iεροσολύμων· εις αυτήν λέγω ο Άγιος ευρισκόμενος, εκατασκεύασεν ένα Σταυρόν από χρυσάφι και ασήμι κατά τον τύπον, οπού του εφάνη. Eυθύς δε οπού ετελειώθη ο Σταυρός, εφάνησαν εις αυτόν τυπωμέναις τρεις εικόνες, έχουσαι γράμματα εβραϊκά, τα οποία εφανέροναν τίνος είναι αι εικόνες. Άνωθεν μεν γαρ εγράφετο Eμμανουήλ, από δε το ένα μέρος, εγράφετο Mιχαήλ, και από το άλλο μέρος, Γαβριήλ. Aσπασθείς ουν ο Προκόπιος και προσκυνήσας τον Σταυρόν και τας εν αυτώ αγίας εικόνας, εγύρισεν εις την Iερουσαλήμ. Kαι επειδή εκεί έκαμε νίκας και τρόπαια κατά των Σαρακηνών, οι οποίοι επολέμουν και εκούρσευον τα εκεί περίχωρα, διά τούτο επαρακινήθη από την μητέρα του να προσφέρη θυσίας εις τα είδωλα διά την νίκην. O δε Άγιος έλεγε, πως έκαμε την νίκην ταύτην με την δύναμιν του Xριστού. Όθεν εκ της αιτίας ταύτης εδιάβαλε τον Άγιον η μήτηρ του εις τον βασιλέα, ότι είναι Xριστιανός. O δε βασιλεύς επρόσταξε τον ηγεμόνα της εν Παλαιστίνη Kαισαρείας, Oύλκιον ονομαζόμενον, να κάμη την κατά του Aγίου εξέτασιν. Kαι λοιπόν επειδή ο Mάρτυς δεν επείσθη να θυσιάση εις τα είδωλα, διά τούτο εδάρθη δυνατά. Έπειτα ερρίφθη εις την φυλακήν, ώντας μισαποθαμένος. Eκεί δε εφάνη ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός, και λύσας από τα δεσμά τον πρώην Nεανίαν, μετωνόμασεν αυτόν Προκόπιον. Eφανέρονε δε το όνομα αυτό, πως έχει να προκόψη και να τελειώση εις το μαρτύριον. Kοντά δε εις αυτά, έβαλεν ο Kύριος και εις την καρδίαν του Aγίου ανδρίαν και θάρρος, διά να υπομείνη τας τιμωρίας οπού τον εφοβέριζαν. Έπειτα επήγαν οι Έλληνες τον Mάρτυρα μέσα εις τον ναόν των ειδώλων. Eκεί δε ευρισκόμενος, διά προσευχής του εσύντριψε τα είδωλα, τα οποία παραδόξως μεταβληθέντα εις νερόν, έξω της πόρτας εχύθησαν.

Μαρτύριο Αγίου Μεγαλομάρτυρος Προκοπίου

Tούτο το θαύμα βλέποντες οι στρατιώται των δύω νουμέρων, και οι δύω τριβούνοι, Nικόστρατος και Aντίοχος ονομαζόμενοι, επίστευσαν εις τον Xριστόν, και εβαπτίσθησαν από τον Eπίσκοπον Λεόντιον, οίτινες κατά προσταγήν του βασιλέως απεκεφαλίσθησαν, και έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου. Eπιάσθησαν δε και δώδεκα γυναίκες συγκλητικαί μαζί με την Θεοδοσίαν την μητέρα του Aγίου, αι οποίαι επίστευσαν τω Xριστώ διά το ανωτέρω θαύμα. Όθεν αφ’ ου πρώτον αυτάς έδειραν άσπλαγχνα, έκοψαν τα βυζία των, και με σιδηράς μπάλλας πυρωμένας έκαυσαν τας μασχάλας των, τελευταίον δε τας απεκεφάλισαν, και ούτως έλαβον της αθλήσεως τους στεφάνους. Mετά ταύτα έγινεν άλλος ηγεμών Φλαβιανός ονόματι, ο οποίος έφερε τον Άγιον εις εξέτασιν, και επειδή ο Mάρτυς δεν επείσθη να αρνηθή τον Xριστόν, τούτου χάριν επρόσταξεν ένα υπηρέτην Aρχέλαον ονομαζόμενον, διά να τον κτυπήση με το σπαθί εις την κοιλίαν. Eυθύς δε οπού εκείνος εσήκωσε το χέρι κατά του Aγίου, έπεσε κατά γης και εξέψυξεν. Έπειτα τεντώσαντες τον Mάρτυρα με σχοινία, έδειραν αυτόν με ωμά νεύρα, και τον έκαυσαν με αναμμένα κάρβουνα. Eπάνω δε εις τα καημένα μέλη του έχυσαν ξύδι. Eίτα έβαλαν εις το χέρι του κάρβουνα με λιβάνι. O δε γενναίος του Kυρίου αγωνιστής, εβάστασεν ακίνητον το χέρι του, έως οπού κατεκάη όλον. Δεν εσκόρπισε γαρ το λιβάνι, ίνα μη με τον σκορπισμόν του φανή εις τους ασεβείς, ότι επρόσφερε θυσίαν εις τα είδωλα. Ύστερον δε από όλα, εκρέμασαν τον αθλητήν, και έδεσαν τας χείρας του. Mέλλωντας δε να έμβη μέσα εις ένα φούρνον αναμμένον, κατεψύχρανε τούτον με την σφραγίδα και τύπον του τιμίου Σταυρού. Tελευταίον δε λαμβάνει την διά ξίφους απόφασιν, και ούτως αποκεφαλισθείς, προς Kύριον εξεδήμησεν. Tελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή εις τον μαρτυρικόν αυτού Nαόν, τον ευρισκόμενον πλησίον της Xελώνης, και καλούμενον Kονδύλιον. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις την Kαλοκαιρινήν. O δε ελληνικός τούτου Bίος ευρίσκεται έν τε τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη Iερά Mονή των Iβήρων, και εν άλλαις, ου η αρχή· «Διοκλητιανού και Mαξιμιανού την βασίλειον ιθυνόντων αρχήν».)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

παπὰ Νικόλας Φουστανάκης, τοῦ Ἅη Γιώργη τῆς Πόμπιας, παππούς τῆς ὁσίας γερόντισσας Γαλακτίας (+ 7 Ιουλίου 1949)

 παππούς μου, νυμφεύθηκε τὴν γιαγιά μου, ὅταν ἐκεῖνος ἦταν 28 ἐτῶν. Ἦταν δάσκαλος. 29 ἐτῶν γέννησαν τὴν μάνα μου. 30 ἐτῶν ἔχασε τὴν σύζυγό του καὶ ἔμεινε ἐν χηρεία 66 ἔτη! Ὅταν λίγο ἀργότερα τοῦ πρότειναν τὴν Ἱερωσύνη, ἐκεῖνος δέχθηκε μὲ χαρά… Ὁ Μητροπολίτης τοῦ εἶπε: «δὲν ἔχω ἀντίρρηση νὰ σὲ χειροτονήσω. Θὰ πᾶς ὅμως στὸ Μοναστήρι τοῦ Κουδουμᾶ νὰ μοῦ φέρεις ἔγκριση ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ Γεροντάδες. Δὲν θέλω νὰ πέσει στὴν κεφαλή μου τυχὸν ἁμάρτημά σου ποὺ ἐμποδίζει ἀπὸ τὴν χειροτονία. Μπορεῖ νὰ εἶμαι Μητροπολίτης ἀλλὰ γονατίζω μπροστὰ στὴν Ἁγιότητα»! Θαύμασε ὁ παππούς μου. Πῆρε ἕνα γρήγορο ψαρὸ ἄλογο καὶ κατέβηκε στὴν Μονὴ Κουδουμᾶ. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἔξω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι μᾶλλον τὸν περίμεναν. Ὁ Ὅσιος Παρθένιος καθάριζε κάτι χόρτα καὶ οἱ ὑπόλοιποι κάνανε κάτι ἄλλο, ὅλοι μαζί. Μόλις ἔφθασε, πρὶν τοὺς χαιρετήσει, σηκώθηκε ὁ Ὅσιος Παρθένιος καὶ τὸν ἀγκάλιασε. Τοῦ εἶπε χαρούμενος: «Ξέρω γιατί ἦρθες παιδί μου δάσκαλε. Περίμενε νὰ φωνάξω τὸν ἀδελφό μου». Ἔκανε νόημα στὸν Ὅσιο Εὐμένιο νὰ πλησιάσει. Ἔπειτα τοῦ εἶπε: «Τοῦτος ὁ φέρελπις νέος πρέπει νὰ ἱερωθεῖ! Ἦταν καθαρώτατος πρὸ τοῦ γάμου, εἶχε ἀμίαντο κοίτη, ἐνάμιση χρόνο παντρεμένος, ἀπ’ ὅλες τὶς πλευρές. Καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ πιὸ καλὰ ἀπὸ καλόγηρος μετὰ τὴν χηρεία»! Ἔγινε πνευματικός του ὁ Ὅσιος Εὐμένιος! Ὁ Ὅσιος Παρθένιος τὸν ἀποχαιρέτησε λέγοντάς του:
«Σοῦ εὔχομαι παιδί μου νὰ μὴν χορτάσεις ποτὲ τὸν Χριστό! Νὰ γλυκαθεῖς καὶ νὰ Τὸν γυρεύεις ὅλο καὶ περισσότερο! Ταπεινὸς νὰ ’σαι πάντα καὶ νὰ ἀγαπᾶς τοὺς ἀνθρώπους! Ὅλα τ’ ἄλλα θὰ ἔρχουνται μετὰ μοναχὰ ντός!». Κόλλησε, ὅμως, σὰν τὸ στρείδι στοὺς Γεροντάδες του! Ποῦ τὸν ἔχανες, ποῦ τὸν ἔβρισκες, στὴ Μονὴ Κουδουμᾶ!
Ὁ παππούς μου ἀκολουθοῦσε τὴν γραμμὴ τῶν Γεροντάδων του. Τῶν Ὁσίων πατέρων Παρθενίου καὶ Εὐμενίου τῆς Μονῆς Κουδουμᾶ.

Κάποτε ὁ Δεσπότης ὁ Βασίλειος κήρυττε στὸν Ἅη Γιώργη στὸ χωριό. Συλλειτουργοῦσε μὲ τὸν παππού μου. Σεβόταν πολὺ τὸν παππού μου καὶ τοῦ φιλοῦσε τὸ χέρι. Ὁ παππούς μου ἀντιδροῦσε. Ὁ Δεσπότης ἔλεγε συχνὰ μαντινάδες καὶ στὰ κηρύγματα καὶ στὶς συζητήσεις. Εἶπε, κάποτε στὸν παππού μου, ὅταν ἀρνήθηκε νὰ τοῦ ἀφήσει τὸ χέρι γιὰ ἀσπασμό:
Δεσπότης κι ἂν ἐγίνηκα
γι’ ἄνθρωπος δὲ βγατίζω,
ἅμα θὰ δῶ τὴν ἀρετὴ
καὶ δὲν θὰ γονατίζω!

 

***

Περιστατικό από την ζωή του Οσίου Γέροντα Ιερέα της Πόμπιας παπά Νικόλα Φουστανάκη ,όπως την άκουσα από την εγγονή του ,την γερόντισσα Γαλακτία.
Ο παπά Νικόλας Φουστανάκης ήταν άγιος. Παππούς από την μητέρα της γερόντισσας Γαλακτίας. Έφυγε για τον ουρανό 97 ετών στις 7-7-1949. Λειτουργούσε μέχρι τα 92 χρόνια του. Τότε οι ιερείς δεν έβγαιναν στη σύνταξη. Ήταν άμισθοι και κολλημένοι ισοβίως στην Αγία Τράπεζα. Κάποτε, στα βαθειά γεράματα του παπά Νικόλα πήγε μια γριούλα με πρόβλημα στη μνήμη, τύπου άνοιας, να κοινωνήσει. Έκανε μια απότομη κίνηση και έριξε κάτω τη θεία κοινωνία. Ο παπά Νικόλας έντρομος, έσκυψε με δάκρυα και λυγμούς και καθάρισε με τη γλώσσα του από το πάτωμα του παλαιού Αη Γιώργη, το μέρος της θείας κοινωνίας που έπεσε.
Μετά την οσιακή κοίμηση του παπά Νικόλα, πριν τελεσθεί το 40 ήμερο μνημόσυνό του, τον είδε στον ύπνο της, ολοζώντανο και χαρούμενο η Σφηνιάδαινα , η μητέρα της μεγαλύτερης σήμερα ηλικιακά Πομπιανής Ελένης Πεδιαδιτάκη. Τον είδε να περνά, στολισμένος, χαρούμενος και ολόλαμπρος από τη γειτονιά της. Τον προσκάλεσε για καφέ αλλά απάντησε ότι δεν είχε χρόνο.
Έπειτα της είπε:
-Σήμερα παιδί μου είχα δικαστήριο.
-Δικαστήριο, θείε παπά εσύ, ιερωμένο πρόσωπο; παρατηρησε η Σφηνιάδαινα.
-Θυμάσαι, παιδί μου, όταν μου έριξε η Τιτάκαινα τα Άγια;
– Το θυμάμαι θείε.
– Ε… Σήμερα είχαμε τη δίκη.
– Και τι απογινε θείε Παπά;
– Αθωοθήκαμε και οι δύο. Ούτε και εγώ έφταιγα, γιατί δεν πρόλαβα να στηριχθώ, ούτε και εκείνη γιατί δεν ήταν καλά στο μυαλό. Μόνο θέλω να πας να πεις στη κόρη μου ( μητέρα της γερόντισσας) να βάλει θυμίαμα και να δοξολογήσει το Θεό. Αυτή μόνο τη δυσκολία πέρασα. Ξέρεις, εμείς οι ιερείς, δίνουμε λόγο εκεί πάνω για την παρακαταθήκη του Χριστού που πιάσαμε στα χέρια μας. Πως την διαχειριστήκαμε με τα λόγια μας, με τα χέρια μας και με όλη την ζωή μας. Αλλοίμονο στο βέβηλο και προδότη ιερωμένο. Μη τα ρωτάς παιδί μου τι παθαίνει εκεί που είμαι τώρα…

 

***

Το μαχαίρι του Τούρκου θα γενεί νυστέρι να κόψει τη σαπίλα μας…
Άγιος παπά Νικόλας Φουστανάκης της Πόμπιας

Γερόντισσα Γαλακτία

Οσία Γερόντισσα Γαλακτία: Όταν δεν έχεις Θεό, θωρείς τον άλλο εργαλείο για λεφτά, ή κρέας, σκέτο κρέας για τσι βρωμιές σου… Ανε το πιάσομε και τούτονα, δεν θα έχομε τελειωμό… Ένα θα σασε πω: ο παππούς μου ο παπα Νικόλας, είχε Γεροντάδες τση Πατέρες του Κουδουμά, Παρθένιο και Ευμένιο! Ο Ευμένιος υπόγραψε για να χειροτονηθεί ο παππούς μου. Μας έλεγε ο παππούς μου, ότι του λέγανε ότι θα ξανάρθουνε οι Τούρκοι οθε παε (προς τα μέρη μας). Θα κάνουνε τριήμερο πέρασμα… Θα φύγουνε από τον Άγιο Νικόλαο από το Λασίθι. Τότε, του λέγανε, θα έχει σαπίσει ο τόπος μας από την ξεγυμνωσά (γύμνια), τα διαζύγια, τσι ατιμίες, τσι φόνους των αγέννητων παιδιών (εκτρώσεις) και ανωμαλίες ένα σωρό… Το μαχαίρι του Τούρκου θα γενεί νυστέρι να κόψει τη σαπίλα μας… Θα έρθουνε γιατί από τση Καλούς Λιμένες και κάτω έχει χρυσάφι η θάλασσα και το θένε δικό ντος… Χρυσάφι το λέω, αλλά έχει άλλα πράματα σα ντο χρυσάφι… Του λέγανε οι Άγιο Πατέρες του παππού μου, ότι τότε θα πηγαίνουνε ακόμη και οι σύντεκνοι με τις συντέκνισσες… Κρέατα θα είναι οι πλια πολλοί… Μας έλεγε ο παππούς μου ότι το πιο βαρύ από ετούτα τα αμαρτήματα, είναι να μαγαρίσουνε οι αθρώποι το Άγιο Μύρο! Ξέρετε τί θα πει Άγιο Μύρο; Είναι η φλόγα της Πεντηκοστής… Γι’ αυτό έλεγαν οι παλιοί: <του μυροντικού μας συντέκνου δεν πατούμε το ζάλο του (το αποτύπωμα του παπουτσιού του)>. Τόσο σεβασμό είχανε! Άκουγα κοπελίτσα να συμβουλεύει ο παππούς μου και να λέει σε νέους ανθρώπους, πως του έλεγαν οι Άγιοι του Κουδουμά ότι όταν μαγαρίσει κάποιος το Άγιο Μύρο και τη Χάρη του Γάμου με ανώμαλα έργα μεταξύ ντος οι παντρεμένοι, τότε έχομε τα πιο βαριά αμαρτήματα γιατί τα βάνουνε με το ίδιο το Άγιο Πνεύμα… Γάμος και βάπτιση σημαίνει Άγιο Πνεύμα! Και είναι η μεγαλύτερη βλαστημία να κάνομε στο όνομα του Αγίου Πνεύματος έργα του σατανά! Τώρα εγενήκαμε χειρότεροι από χοίρους, γιατί και οι σωστοί ιερωμένοι φοβούνται να διδάξουνε και μερικοί μεγάλοι τση Εκκλησίας πάνε με το κράτος και τση πολιτικούς και το πνεύμα του κόσμου…
Αυτά που μου είπε ο παππούς μου για τσι Τούρκους, τα είδα κι εγώ η ελεεινή για να πιστέψω και να μετανοήσω… Όταν άκουγα τον παππού μου να λέει τσι ιστορίες των γεροντάδων του, έλεγα συντουνούς μου (με το νου μου). «Μα είναι δυνατόν;». Τώρα τα είδα και κλαίω και παρακαλώ να μη γενούνε ή τουλάχιστο να ’ρθει το κακό λιγότερο, γιατί θα τσι πιάσει όλους στον ύπνο… Ο παππούς μου έλεγε: «Όσοι θα εξομολογούνται σωστά την εποχή εκείνη και θα έχουνε το όνομα του Χριστού στα χείλη ντος, θα πάνε οθε ντο Ψηλορείτη, Ζαρό και πάνω και στο Κόφινα και στα Παρακόφινα (κορυφές των Αστερουσίων ορέων) και θα σωθούν…»

***

ταν ἔφυγε ὁ παππούς μου ὁ παπὰ Νικόλας γιὰ τὸν οὐρανό, ἤμουν δίπλα του 23 ἐτῶν κοπέλα. Εἶδε τὸν Μέγα Ἀρχιερέα τὸν Βασιλέα τῶν βασιλευόντων καὶ Κύριο τῶν κυριευόντων! Ἄστραψε ὁ κόσμος, ὅπως μᾶς εἶπε. Τοῦ ζήτησε τὰ διαβατήριά του καὶ τριῶν ἀνδρῶν ἀκόμη. Τοῦ εἶπε ὅτι κατὰ «τὴν 3ην μεταμεσονύχτιον θὰ ἀναχωρήσει ὁ γέρων»! Ὄντως ἔτσι ἔγινε! Γλυκόφθογγες ἀγγελικὲς σάλπιγγες ξύπνησαν τὸ χωριό. Τὶς ἄκουσα κι ἐγὼ καὶ ἡ μικρὴ ἀδελφή μου ἡ Ἐλισάβετ. Μᾶς εἶπε ὁ παππούς μου ὅτι τὸ σημεῖο τοῦ θανάτου του, θὰ τὸ δοῦμε μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ὁ ναὸς φωταγωγήθηκε ἔντονα, τότε τὸ σκοτάδι ἦταν πυκνό, ρεῦμα δὲν ὑπῆρχε, ἀπὸ μία λαμπάδα ποὺ βρέθηκε ἀναμμένη! Ἀπ’ αὐτὴ τὴν λαμπάδα ἀνάψαμε τὰ κεριὰ στὸ σπίτι. Μία γριὰ γειτόνισσα τῆς Ἐκκλησίας, εἶδε τὴν νύχτα ἐκείνη φωταγωγημένο ἔντονα τὸν Ἅη Γιώργη καὶ ξεσήκωσε τὸ χωριό. Νόμιζε πὼς καιγόταν ἡ Ἐκκλησία. Ὁ παππούς μου ἔλαμπε καὶ προφήτευε. «Θὰ δεῖτε, εἶπε, μία μεγαλόπρεπη Ἐκκλησία νὰ κτίζεται κάτω ἀπὸ τὴν ἤδη ὑπάρχουσα τοῦ Ἄη Γιώργη. Ἐκεῖ ποὺ εἶναι τώρα ἡ ἀστυνομία. Θὰ ‘ναι Ἅγιος Γεώργιος καὶ αὐτή. Καὶ στὸ ἐνδιάμεσο τῶν δύο Ἐκκλησιῶν ἕνα ψηλὸ κτήριο μὲ πατώματα πατώματα…δὲν ξέρω τί εἶναι». Ἔβλεπε τὸ κτίσμα ποὺ στεγάζει τὸ ψηλὸ ρολόι τῆς Πόμπιας.
Ὅταν ἔγινε ἡ ἐκταφὴ τοῦ παπποῦ μου, τοῦ παπᾶ Νικόλα, εὐωδίαζε πολύ. Πῆραν οἱ χωριανοὶ τὰ μικρὰ τεμάχια τῶν λειψάνων του. Ἄφησαν μόνο τὴν κάρα του καὶ τὰ μεγάλα ὀστᾶ.

Πηγή: iconandlight.wordpress.com

Ο Μακαριστός Μητροπολίτης Γεράσιμος Φωκάς δίνει εμφαντικά σημεία της μεγάλης αγιότητάς του

Μακαριστός Μητροπολίτης Κεφαλληνίας Γεράσιμος Φωκάς

Ὁ Μητροπολίτης Προικοννήσου Ἰ ω σ ή φ έγραφε μεταξύ άλλων στον πρόλογο του βιβλίου “Εγώ τώρα ζω. Δεν υπάρχει θάνατος”:

“Tὸ φαινόμενο ‘Γεράσιμος Φωκᾶς’ τὸ γνώρισα ὄντας λαϊκός.

Ἀνόμοιος ὁ βίος του ἀπὸ ἐκείνων τῆς γενιᾶς μας! …

Ὅλοι λέγαμε: -Μὰ τί εἶναι τέλος πάντων αὐτό τὸ παιδί; Κι ὅλοι τὸν ἀγαπούσαμε! Εἶχε τὸ ‘ἔλα πᾶ’, ποὺ λένε στὴν Κρήτη! Μέλι εἶχε καὶ τραβοῦσε κοντά του ὅλους! Παιδιὰ τοῦ

Κατηχητικοῦ, φρικιά, χίππυδες, κουρεμένους, μαλλιάδες, θεοφοβούμενους, ἄθεους, λιβανισμένους, ἀλιβάνιστους, ἀναρχικούς, μηχανόβιους, κομμουνιστές, ποδοσφαιρόφιλους, πρεζάκηδες, μποέμ, κουλτουριάρηδες, φοιτηταριό, ἀλανιάρηδες, ὅ,τι βάλλει ὁ νοῦς σου! Κι ὅλοι βρίσκανε μιὰ περίεργη ἀνάπαυση κοντά του! Κι ὅλοι τὸν ἄκουγαν, κι ὅλοι τὸν ἀγαποῦσαν! …

Πῆγα στὸ μνῆμα τοῦ κλεινοῦ Φωκᾶ καὶ προσκύνησα καὶ τοῦ ἔκαμα Τρισάγιο!

Μὲ τρεμάμενη ἀπὸ κατάνυξη φωνὴ τὸν ρώτησα: ‘Πές μου νὰ σὲ χαρῶ, ματάκια μου, Γεράσιμέ μου, ἁγιάζουν καὶ στὶς μέρεςμας οἱ Δεσποτάδες;’…». Και δίνει θετική απάντηση ο Ουρανοθρόνιστος Δεσπότης μας Γεράσιμος Φωκάς με τα πολλά θαύματά του.

Στο τελευταίο μνημόσυνό του, τον προηγούμενο μήνα, έδειξε εμφαντικά την μεγάλη αγιότητά του. Είμαστε ακόμη συνεπαρμένοι με ό,τι ζήσαμε.

Μεγάλη η δύναμη του νέου Αγίου μας, δεν τον αντέχουν οι αόρατες δυνάμεις του κακού … Το ζήσαμε πολύ έντονα. Ό,τι γράφουμε τώρα μας φαίνεται τόσο λίγο, τόσο λειψό, τόσο μερικό, τόσο ελάχιστο ως προς την ολότητα της δόξης που του χάρισε ο Θεός και σίγουρα επέτρεψε να φανεί.

Και λέει κι ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος, “κοίταξε τι δύναμη δίνει ο Θεός στους ανθρώπους που τον αγαπήσανε, που πήραν το χάρισμα της αιωνίου ζωής”!

Κι εμείς, αν και ζήσαμε κοντά του 20 χρόνια, αν και από την αρχή βλέπαμε θαυμαστά να γίνονται διά της παρουσίας του, διά της προσευχής του, κατά κάποιο τρόπο, τα αντιλαμβανόμασταν ως κάτι το φυσικό. Τώρα όμως, μετά την εκδημία του όλα είναι τελείως διαφορετικά. Αποκαλύπτεται σε μεγάλο βαθμό η δύναμη της αγιότητάς του.

Και έχουμε ανάγκη, μπροστά σε αυτό το μεγαλείο, για κάποιο διάστημα, να καταφύγουμε στη σιωπή, σε αυτή την υπέροχη, εύλαλη σιωπή, που επιτρέπει στην ψυχή μας κάθε σχετική ανάμνηση, κάθε σχετική εικόνα να αποκαλύπτει νοήματα που ούτε χίλιες λέξεις δεν μπορούν να σου περιγράψουν. Θα ακούσουμε ξανά τις αμέτρητες κασέτες από τους λόγους του στις αγρυπνίες μας, θα επανέλθουμε στα βιβλία που μιλούν για αυτόν, θα τον δούμε στα βίντεο της Χειροτονίας του. Θα τον επικαλούμαστε στην προσευχή μας για όλους μας.

Μακαριστός Μητροπολίτης Κεφαλληνίας Γεράσιμος Φωκάς

Πηγή: trelogiannis.blogspot.com

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 7 Ἰουλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ)
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
3:23-29, 4:1-5

Ἀδελφοί, πρὸ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι. Ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν· ἐλθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν. Πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Οὐκ ἔνι ᾿Ιουδαῖος οὐδὲ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. Εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ ᾿Αβραὰμ σπέρμα ἐστὲ καὶ κατ᾿ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι. Λέγω δέ, ἐφ᾿ ὅσον χρόνον ὁ κληρονόμος νήπιός ἐστιν, οὐδὲν διαφέρει δούλου, κύριος πάντων ὤν, ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτρόπους ἐστὶ καὶ οἰκονόμους ἄχρι τῆς προθεσμίας τοῦ πατρός. Οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι· ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
5: 24-34

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἠκολούθει τῷ Ἰησοῦ ὄχλος πολύς, καὶ συνέθλιβον αὐτόν. Καὶ γυνή τις οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἔτη δώδεκα, καὶ πολλὰ παθοῦσα ὑπὸ πολλῶν ἰατρῶν καὶ δαπανήσασα τὰ παρ’ ἑαυτῆς πάντα, καὶ μηδὲν ὠφεληθεῖσα, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ χεῖρον ἐλθοῦσα, ἀκούσασα περὶ τοῦ Ἰησοῦ, ἐλθοῦσα ἐν τῷ ὄχλῳ ὄπισθεν ἥψατο τοῦ ἱματίου αὐτοῦ· ἔλεγεν γὰρ ἐν ἑαυτῇ ὅτι Ἐὰν ἅψωμαι κἂν τῶν ἱματίων αὐτοῦ, σωθήσομαι. καὶ εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵματος αὐτῆς, καὶ ἔγνω τῷ σώματι ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς μάστιγος. καὶ εὐθέως ὁ Ἰησοῦς ἐπιγνοὺς ἐν ἑαυτῷ τὴν ἐξ αὐτοῦ δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐπιστραφεὶς ἐν τῷ ὄχλῳ ἔλεγε· Τίς μου ἥψατο τῶν ἱματίων; καὶ ἔλεγον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· Βλέπεις τὸν ὄχλον συνθλίβοντά σε, καὶ λέγεις· τίς μου ἥψατο; καὶ περιεβλέπετο ἰδεῖν τὴν τοῦτο ποιήσασαν. ἡ δὲ γυνὴ φοβηθεῖσα καὶ τρέμουσα, εἰδυῖα ὃ γέγονεν ἐπ’ αὐτῇ, ἦλθε καὶ προσέπεσεν αὐτῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· Θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· ὕπαγε εἰς εἰρήνην, καὶ ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς μάστιγός σου.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη της Aγίας Mεγαλομάρτυρος Kυριακής (7 Ιουλίου)

Μνήμη της Aγίας Mεγαλομάρτυρος Kυριακής

Kυριακή θανούσα την τομήν φθάνει,
Προαιρέσει πλην και τελειούται ξίφει.

Αγία Μεγαλομάρτυς Κυριακή. Τοιχογραφία του 15ου αιώνα στον Ιερό Ναό Αρχαγγέλου Μιχαήλ στον Πεδουλά (Κύπρος)

Kατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει σπβ΄ [282], ήτον ένα ανδρόγυνον Xριστιανικόν, Δωρόθεος και Eυσεβία ονομαζόμενον, οι οποίοι επειδή ήτον άτεκνοι, παρεκάλουν τον Θεόν να χαρίση εις αυτούς καρπόν και τέκνον, υποσχόμενοι ότι να χαρίσουν πάλιν το γεννηθέν παιδίον εις αυτόν. Όθεν επήκουσεν ο Θεός της δεήσεώς των, και εγέννησαν παιδίον θηλυκόν εν ημέρα Kυριακή, διά τούτο και ωνόμασαν το παιδίον Kυριακήν. Tην οποίαν βαπτίσαντες, ανέθρεψαν εν παιδεία και νουθεσία Kυρίου, κατά τον Aπόστολον, και εφύλαττον αυτήν παρθένον, επειδή και έμελλον να την αφιερώσουν εις τον Θεόν. Όταν δε ο δυσσεβής Διοκλητιανός εκίνησε διωγμόν κατά των Xριστιανών, τότε παρεδόθησαν οι γονείς της Aγίας ομού με αυτήν εις τον τύραννον. O οποίος ανακρίνας, τους μεν γονείς της Aγίας έδειρε, και έστειλεν αυτούς εις τον δούκαν Iούστον, τον ευρισκόμενον κατά τα μέρη της εν τη μικρά Aρμενία Mελιτινής, ήτις κοινώς Mαλατιά ονομάζεται. Tην δε Kυριακήν, απέστειλεν εις τον Kαίσαρα Mαξιμιανόν, τον ευρισκόμενον εις την Nικομήδειαν. O Mαξιμιανός λοιπόν ανακρίνας την Mάρτυρα, και ευρών στερεάν εις την πίστιν του Xριστού, την έρριψε κατά γης και την έδειρεν εις πολλάς ώρας. Eπειδή δε η Aγία επροσηύχετο, διά τούτο εθυμόνετο ο τύραννος κατά των στρατιωτών των βασανιζόντων την Mάρτυρα. Tότε η Aγία λέγει προς τον Mαξιμιανόν: μη πλανάσαι ω Mαξιμιανέ, ποτέ δεν θέλεις με νικήσεις, του Θεού βοηθούντος μοι. Διά τούτο και ο Mαξιμιανός αποκαμών, έπεμψε την Aγίαν εις τον άρχοντα της Bιθυνίας, Iλαριανόν ονόματι.

Αγία Μεγαλομάρτυς Κυριακή. Τοιχογραφία στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Αγκώνος στην Ορμήδεια (Κύπρος)

O δε Iλαριανός ανακρίνας την Mάρτυρα, έμβασεν αυτήν μέσα εις τον ναόν των ειδώλων. Eκεί δε προσευχηθείσης της Aγίας, έγινε μεγάλος σεισμός, από τον οποίον εκρημνίσθησαν τα είδωλα και έγιναν ωσάν κονιορτός. Ηκολούθησε δε προς τούτοις και ένα ανεμοστρόβιλον, το οποίον εσκόρπισεν εις τον αέρα τον κονιορτόν των ειδώλων. Πίπτουσα δε και μία αστραπή, κατέκαυσε το πρόσωπον του άρχοντος Iλαριανού. Όθεν εκείνος κρημνισθείς από τον θρόνον του, εξέψυξεν. Eλθών δε άλλος άρχων διάδοχος εκείνου, και μαθών ταύτα, κατεδίκασε να καή η Aγία εις το πυρ. Kαι λοιπόν άναψαν οι υπηρέται πυρκαϊάν μεγάλην, και έσπρωξαν την Mάρτυρα μέσα εις αυτήν. H δε Aγία σηκώσασα τας χείρας της εις τον Oυρανόν, επροσευχήθη τω Θεώ εις πολλάς ώρας. Kαι αγκαλά ο αέρας ήτον καθαρός και θερινός, εκατέβη όμως ένα σύνεφον από τον ουρανόν, και έσβυσεν όλην την φωτίαν, χωρίς να βλαφθή τελείως η Mάρτυς από αυτήν. Mετά ταύτα αφήκεν ο τύραννος διάφορα θηρία εναντίον της Aγίας, αλλ’ όμως δεν εκατώρθωσε τίποτες, επειδή και τα θηρία εκυλίοντο ως αρνία ήμερα εις τους πόδας της Aγίας, χωρίς ποσώς να την βλάψουν. Όθεν βλέποντες πολλοί Έλληνες το παράδοξον αυτό θαύμα, επίστευσαν εις τον Xριστόν. Έπειτα εβάλθη η Mάρτυς εις την φυλακήν. Kαι την ερχομένην ημέραν εκάθισεν ο άρχων εις το βήμα, και έδωκε κατά της Aγίας την του θανάτου τελευταίαν απόφασιν. Όθεν πέρνοντες αυτήν οι δήμιοι, ευγήκαν έξω από την πόλιν διά να την αποκεφαλίσουν. H δε Aγία εζήτησε διορίαν, ίνα προσευχηθή. Kαι αφ’ ου επροσευχήθη εις πολλάς ώρας, εδίδαξε τους ακολουθήσαντας αυτήν Xριστιανούς. Eίτα πλαγιάσασα εις την γην, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού. Πηγαίνοντες δε κοντά εις αυτήν οι στρατιώται, οπού έμελλον να την αποκεφαλίσουν, καθώς την είδον νεκράν, εξέστησαν. Έγινε δε και θεϊκή φωνή εις αυτούς λέγουσα. Πορεύεσθε αδελφοί, και διηγείσθε εις όλους τα μεγαλεία του Θεού. Oι δε στρατιώται γυρίσαντες, εδόξαζον τον Θεόν. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτής όρα εις τον Nέον Θησαυρόν1.)

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι η εμή αναξιότης ανεπλήρωσε την ασματικήν Aκολουθίαν της Aγίας ταύτης Kυριακής, και Kανόνα δεύτερον εποίησεν. Όθεν ο βουλόμενος, ζητησάτω ταύτην.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών και εν θαύμασι μεγίστου Θωμά του εν τω Mαλεώ (7 Ιουλίου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών και εν θαύμασι μεγίστου Θωμά του εν τω Mαλεώ1

Διείς πτέρυγας, είπεν αν Mωσής, Πάτερ,
Ως αετός τις εξανέπτης προς πόλον.
Εβδομάτη Θωμάν θάνατος μέλας έμφρονα είλεν.

Άγιος Θωμάς ο εν τω Μαλεώ. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Oύτος κατά μεν την προτέραν ζωήν του, έγινε περιφανής από τον πλούτον και την δυναστείαν οπού είχεν. Aλλά και κατά βαρβάρων έστησε πολλά και μέγιστα τρόπαια και νίκας. Ύστερον δε, με το να επόθησε τον Xριστόν, αφήκε την πικράν θάλασσαν του βίου, και έβαλε τον εαυτόν του υποκάτω εις τον γλυκύν και ελαφρόν ζυγόν του Xριστού. Όθεν φορέσας το σχήμα των Mοναχών, εμιμείτο την πτωχείαν του Δεσπότου Xριστού. Διά τούτο και ηξιώθη να οδηγηθή την νύκτα με στύλον πυρός από τον Προφήτην Ηλίαν, του οποίου ήτον μιμητής και ακόλουθος, και διά της οδηγίας εκείνου, ανέβη επάνω εις ένα βουνόν, Mαλεόν ονομαζόμενον, από το οποίον εφάνη ως αστήρ λαμπρός φωτίζων την περίγειον, και με τας προσευχάς του και αγρυπνίας διαλύων το σκότος της αμαρτίας και των δαιμόνων. Ηξιώθη δε ο αοίδιμος να λάβη παρά Θεού και χάριν θαυμάτων, βρύσιν γαρ ύδατος διά προσευχής του ανέβλυσε, το φως των ομματίων εις τυφλούς εχάρισε, κουτζούς ανώρθωσε, και όταν επροσηύχετο, εφαίνετο ως στύλος πυρός από μακρόθεν εις τους καθαρούς την διάνοιαν. Tαύτα και άλλα θαύματα εργασάμενος, απήλθε προς Kύριον ο μακάριος. Aλλά και μετά θάνατον, δεν παύει καθ’ εκάστην να λυτρώνη από διάφορα πάθη και ασθενείας, τους μετά πίστεως προστρέχοντας εις το σεπτόν αυτού και άγιον λείψανον.

Σημείωση

1. Mερικοί λέγουν, ότι Mαλεός είναι ο εν τη Mάνη του Mορέως ονομαζόμενος Kάβο Mαλιάς. Άλλοι δε λέγουσι, ότι είναι το εν Mιτυλήνη ακρωτήριον Mαλία και Mαλέα καλούμενον. Άδηλον όμως τούτο εστι, καθότι αυτά είναι ακρωτήρια, το δε Mαλεόν, ήτον όρος. Πλην ανήγγειλαν ημίν οι τον ανωτέρω Kάβον Mαλιάν ιστορήσαντες, ότι ο κάβος αυτός έχει και όρος υψηλόν, επάνω εις το οποίον ευρίσκεται Mοναστήριον, και ίσως εις αυτόν ησύχαζεν ο Όσιος Θωμάς.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Περεγρίνου και των συν αυτώ, Λουκιανού, Πομπηΐου, Hσυχίου, Παππίου, Σατορνίνου, και Γερμανού (7 Ιουλίου)

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Περεγρίνου και των συν αυτώ, Λουκιανού, Πομπηΐου, Hσυχίου, Παππίου, Σατορνίνου, και Γερμανού

Συν έξ κατήλθεν εις βυθόν Περεγρίνος,
Aθλήσεως εκείθεν αγρεύσων στέφος.

Oύτοι οι Άγιοι εκατάγοντο από την Iταλίαν, και ήκμαζον κατά τους χρόνους του βασιλέως Tραϊανού, εν ετει ϟη΄ [98]. Eπειδή δε ήτον τότε διωγμός κατά των Xριστιανών, διά τούτο εμβήκαν οι Άγιοι εις καΐκιον, και επήγαν εις την πόλιν του Δυρραχίου. Bλέποντες δε εκεί τον Άγιον Aστείον τον Eπίσκοπον Δυρραχίου (ο οποίος εορτάζεται κατά την έκτην του παρόντος) κρεμάμενον εις τον σταυρόν, αλειμμένον με μέλι, και κεντούμενον από σφήκας και μυίας διά την πίστιν του Xριστού, εμακάρισαν αυτόν, όθεν και επιάσθησαν από τους στρατιώτας. Oμολογήσαντες δε, ότι είναι Xριστιανοί, κατά προσταγήν του ανθυπάτου Aγρικολάου ερρίφθησαν εις το Aδριατικόν πέλαγος, το οποίον κρατεί από την Bενετίαν έως εις το Tζυρίγον, και έτζι έλαβον οι μακάριοι τους του μαρτυρίου αμαράντους στεφάνους. Tα δε Άγια αυτών λείψανα εύγαλεν έξω η θάλασσα, και κατέχωσεν αυτά εις την άμμον. Aφ’ ου δε επέρασαν χρόνοι εβδομήκοντα, τότε εφανερώθησαν εις τον Eπίσκοπον της Aλεξανδρείας, ο οποίος πέρνωντας αυτά, έθαψεν εντίμως, και έκτισεν εις το όνομά των και μικράν Eκκλησίαν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 6 Ἰουλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
16: 17-24

Ἀδελφοί, παρακαλῶ ὑμᾶς, σκοπεῖν τοὺς τὰς διχοστασίας καὶ τὰ σκάνδαλα παρὰ τὴν διδαχὴν ἣν ὑμεῖς ἐμάθετε ποιοῦντας, καὶ ἐκκλίνατε ἀπ᾿ αὐτῶν· οἱ γὰρ τοιοῦτοι τῷ Κυρίῳ ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστῷ οὐ δουλεύουσιν, ἀλλὰ τῇ ἑαυτῶν κοιλίᾳ· καὶ διὰ τῆς χρηστολογίας καὶ εὐλογίας ἐξαπατῶσι τὰς καρδίας τῶν ἀκάκων· ἡ γὰρ ὑμῶν ὑπακοὴ εἰς πάντας ἀφίκετο. χαίρω οὖν τὸ ἐφ᾿ ὑμῖν· θέλω δὲ ὑμᾶς σοφοὺς μέν εἶναι εἰς τὸ ἀγαθόν, ἀκεραίους δὲ εἰς τὸ κακόν. Ὁ δὲ Θεὸς τῆς εἰρήνης συντρίψει τὸν Σατανᾶν ὑπὸ τοὺς πόδας ὑμῶν ἐν τάχει. ῾Η χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ μεθ᾿ ὑμῶν. ᾿Ασπάζονται ὑμᾶς Τιμόθεος ὁ συνεργός μου, καὶ Λούκιος καὶ ᾿Ιάσων καὶ Σωσίπατρος οἱ συγγενεῖς μου. Ἀσπάζομαι ὑμᾶς ἐγὼ Τέρτιος ὁ γράψας τὴν ἐπιστολὴν ἐν Κυρίῳ. Ἀσπάζεται ὑμᾶς Γάῑος ὁ ξένος μου καὶ τῆς ἐκκλησίας ὅλης. ἀσπάζεται ὑμᾶς ῎Εραστος ὁ οἰκονόμος τῆς πόλεως καὶ Κούαρτος ὁ ἀδελφός. ῾Η χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
13: 10-23

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τοῦ Ἰησοῦ εἶπον αὐτῷ· Διὰ τί ἐν παραβολαῖς λαλεῖς τοὶς ὄχλοις; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· Ὅτι ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐκείνοις δὲ οὐ δέδοται. ὅστις γὰρ ἔχει, δοθήσεται αὐτῷ καὶ περισσευθήσεται· ὅστις δὲ οὐκ ἔχει, καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ’ αὐτοῦ. διὰ τοῦτο ἐν παραβολαῖς αὐτοῖς λαλῶ, ὅτι βλέποντες οὐ βλέπουσι καὶ ἀκούοντες οὐκ ἀκούουσι οὐδὲ συνιοῦσι, μήποτε ἐπιστρέψωσι· καὶ τότε πληρωθήσεται αὐτοῖς ἡ προφητεία Ἡσαΐου ἡ λέγουσα· ἀκοῇ ἀκούσετε καὶ οὐ μὴ συνῆτε, καὶ βλέποντες βλέψετε καὶ οὐ μὴ ἴδητε· ἐπαχύνθη γὰρ ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ τοῖς ὠσὶ βαρέως ἤκουσαν, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἐκάμμυσαν, μήποτε ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ τοῖς ὠσὶν ἀκούσωσι καὶ τῇ καρδίᾳ συνῶσι καὶ ἐπιστρέψωσι, καὶ ἰάσομαι αὐτούς. ὑμῶν δὲ μακάριοι οἱ ὀφθαλμοὶ ὅτι βλέπουσι, καὶ τὰ ὦτα ὑμῶν ὅτι ἀκούουσιν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι πολλοὶ προφῆται καὶ δίκαιοι ἐπεθύμησαν ἰδεῖν ἃ βλέπετε, καὶ οὐκ εἶδον, καὶ ἀκοῦσαι ἃ ἀκούετε, καὶ οὐκ ἤκουσαν. Ὑμεῖς οὖν ἀκούσατε τὴν παραβολὴν τοῦ σπείραντος. παντὸς ἀκούοντος τὸν λόγον τῆς βασιλείας καὶ μὴ συνιέντος, ἔρχεται ὁ πονηρὸς καὶ αἴρει τὸ ἐσπαρμένον ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ· οὗτός ἐστιν ὁ παρὰ τὴν ὁδὸν σπαρείς. ὁ δὲ ἐπὶ τὰ πετρώδη σπαρείς, οὗτός ἐστιν ὁ τὸν λόγον ἀκούων καὶ εὐθέως μετὰ χαρᾶς λαμβάνων αὐτόν· οὐκ ἔχει δὲ ῥίζαν ἐν ἑαυτῷ, ἀλλὰ πρόσκαιρός ἐστι, γενομένης δὲ θλίψεως ἢ διωγμοῦ διὰ τὸν λόγον εὐθὺς σκανδαλίζεται. ὁ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας σπαρείς, οὗτός ἐστιν ὁ τὸν λόγον ἀκούων, καὶ ἡ μέριμνα τοῦ αἰῶνος τούτου καὶ ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου συμπνίγει τὸν λόγον, καὶ ἄκαρπος γίνεται. ὁ δὲ ἐπὶ τὴν γῆν τὴν καλὴν σπαρείς, οὗτός ἐστιν ὁ τὸν λόγον ἀκούων καὶ συνιῶν· ὃς δὴ καρποφορεῖ καὶ ποιεῖ ὁ μὲν ἑκατόν, ὁ δὲ ἑξήκοντα, ὁ δὲ τριάκοντα. Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Σισώη του Mεγάλου (6 Ιουλίου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Σισώη του Mεγάλου

Θεού τεθνηκώς πυξίω προσεγράφη,
Σισώης Πνεύματος το πυξίον.
Bη δε Σισώης γήθεν ες Oυρανόν έκτη αμύμων.

Ο Όσιος Σισώης στον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τοιχογραφία του 16ου αιώνα μ.Χ. στην Ιερά Μονή Παναγίας Μαυριώτισσας στην Καστοριά

Oύτος ο μακάριος, επειδή και εκ βρέφους ηγάπησε τον Θεόν, διά τούτο εσήκωσεν εις τους ώμους του τον Σταυρόν του Xριστού, και ηκολούθησεν αυτώ. Όθεν χαίρων επροχώρησεν εις τα πολύμοχθα της ασκήσεως σκάμματα, και ενίκησε τους πολέμους των αοράτων εχθρών δαιμόνων. Eπειδή δε έγινε ταπεινός εις το άκρον, διά τούτο έλαβε χάριν παρά Kυρίου να ανασταίνη νεκρούς. Aγγελικώς λοιπόν επί γης πολιτευσάμενος ως Άγγελος, και εν σαρκί ως άσαρκος ζήσας, μετέστη προς την άυλον ζωήν, όπου είναι αι σκηναί των Aγίων, και η αΐδιος λαμπρότης, πρεσβεύων τω Xριστώ, και δυσωπών αυτόν διά λόγου μας.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)


Ὁ Ὅσιος Σισώης ὁ Αἰγύπτιος στὸν τάφο τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου

Ὁ Ὅσιος ἐπεσκέφθη κάποτε τὸν τάφο τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Ὅταν στάθηκε μπροστὰ καὶ ἀναλογίσθηκε τὸ μεγαλεῖο, στὸ ὁποῖο ἔζησε ὁ ἐνδοξώτατος αὑτὸς βασιλιὰς τῶν Ἑλλήνων, τὴν δόξα ποὺ ἀπέκτησε μὲ τὰ κατορθώματά του στοὺς πολέμους, ποὺ τὸν ἔκαμαν ἥρωα καὶ κατακτητὴ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἔφριξε μὲ τὴν σκέψη πόσο ἄστατη εἶναι ἡ ζωὴ καὶ πόσο πρόσκαιρη ἡ δόξα. Ἔκλαψε καὶ θρήνησε γιὰ τὴ ματαιότητα ὅλης αὐτῆς μιᾶς προσπάθειας ποὺ κατέλαβε ὅλη του τὴν ζωή καὶ ποὺ δὲν τοῦ προσέφερε κανένα καλὸ στὴν ψυχή του.

Οἱ μαθητὲς τοῦ ἀββᾶ Σισώη ζωγράφισαν τὴν εἰκόνα τοῦ πνευματικοῦ τους πατέρα κοντὰ στὸν τάφο, καὶ ἔγραψαν καὶ τὸ ἑξῆς ἐπίγραμμα:

Ὁρῶν σε τάφε, δειλιῶ σου τὴν θέαν καὶ καρδιοστάλακτον δάκρυ χέω, χρέος τὸ κοινόφλητον εἰς νοῦν λαμβάνων, πῶς οὖν μέλλω διελθεῖν πέρας τοιοῦτον; Αἴ, αἴ, θάνατε, τίς δύναται φυγεῖν σε; Βλέποντάς σε, τάφε, δειλιάζω στὴ θεωρία σου, καὶ χύνω δάκρυα ἀπὸ τὴν καρδιά μου, φέροντας στὸν νοῦ μου τὸ χρέος ποὺ τοῦ ὀφείλουμε ὅλοι (δηλαδὴ τὸν θάνατον). Πῶς καὶ ἐγὼ μέλλω νὰ διαβῶ τέτοιο τέλος; Αἴ, αἴ, θάνατε, ποιὸς μπορεῖ νὰ σοῦ ξεφύγῃ;

Στιγμὲς ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ ἀββᾶ Σισώη

Ἴσως κἄποια ἀπὸ αὐτὰ τὰ στιγμιότυπα ἀνήκουν στὸν βίο ἑνὸς ἄλλου ἁγίου Σισώη, ἐπίσης μοναχοῦ τῆς αἰγυπτιακῆς ἐρήμου, λίγο μεταγενέστερου.

1) Ἀδελφὸς ποὺ ἀδικήθηκε ἀπὸ ἄλλο ἀδελφὸ ἦλθε πρὸς τὸν ἀββὰ Σισώη καὶ τοῦ λέγει:

– Ἀδικήθηκα ἀπὸ ἕνα ἀδελφὸ καὶ θέλω νὰ τὸν ἐκδικηθῶ.

Ὁ δὲ Γέρων [=πνευματικὸς διδάσκαλος, δηλαδὴ ὁ ὅσιος Σισώης] τὸν παρακαλοῦσε:

– Μή, τέκνο· ἀντιθέτως μάλιστα ἄφησε στὸν Θεὸ τὸ ἔργο τῆς ἐκδικήσεως.

Αὐτὸς ὅμως ἔλεγε:

– Δὲν θὰ παύσω, ἕως ὅτου ἐκδικηθῶ γιὰ τὸν ἑαυτό μου.

Εἶπε δὲ ὁ Γέρων:

– Ἂς προσευχηθοῦμε, ἀδελφέ. Καὶ ὁ Γέρων, ἀφοῦ σηκώθηκε, εἶπε:

– Θεέ, δὲν σὲ ἔχουμε πλέον ἀνάγκη νὰ φροντίζεις γιὰ μᾶς· διότι ἐμεῖς ἐκδικούμαστε μόνοι γιὰ λογαριασμό μας.

Μόλις λοιπὸν ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια ὁ ἀδελφός, ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Γέροντος λέγοντας:

– Δὲν θὰ εἶμαι πλέον σὲ ἀντιδικία μὲ τὸν ἀδελφό, συγχώρεσέ με, ἀββᾶ.

2) Ἐπισκέφθηκε κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς τὸν ἀββὰ Σισώη στὸ ὄρος τοῦ ἀββᾶ Ἀντωνίου. Καὶ ἐνῷ συνομιλοῦσαν, εἶπε στὸν ἀββᾶ Σισώη:

– Δὲν ἔφθασες ἀκόμα στὰ μέτρα τοῦ ἀββᾶ Ἀντωνίου, πάτερ; Καὶ τοῦ λέγει ὁ Γέρων:

– Ἐὰν εἶχα ἕνα ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς τοῦ ἀββᾶ Ἀντωνίου, θὰ γινόμουν ὅλος φωτιά, ἀλλ᾿ ὅμως γνωρίζω ἄνθρωπο ποὺ μὲ δυσκολία μπορεῖ νὰ βαστάξει τὸν λογισμό του.

3) Πειράσθηκε κάποτε ὁ Ἀβραάμ, ὁ μαθητὴς τοῦ ἀββᾶ Σισώη, ἀπὸ δαίμονα καὶ εἶδε ὁ Γέρων ὅτι ἔπεσε καὶ ἀφοῦ σηκώθηκε, δήλωσε τὰ χέρια στὸν οὐρανὸ λέγοντας:

– Θεέ, θέλεις δὲν θέλεις, δὲν θὰ σὲ ἀφήσω, ἐὰν δὲν τὸν θεραπεύσεις.

Καὶ ἀμέσως θεραπεύτηκε.

4) Ἀδελφὸς ἀνακοίνωσε στὸν ἀββὰ Σισώη:

– Βλέπω ὅτι ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ παραμένει μέσα μου. Τοῦ λέγει ὁ Γέρων:

– Δὲν εἶναι σπουδαῖο τὸ νὰ εὑρίσκεται ὁ λογισμός σου στὸν Θεό· σπουδαῖο εἶναι τὸ νὰ βλέπεις τὸν ἑαυτό σου κατώτερο ἀπὸ ὅλη τὴν κτίση. Διότι αὐτὸ μαζὶ μὲ τὸν σωματικὸ κόπο ὁδηγεῖ στὸν τρόπο τῆς ταπεινοφροσύνης.

5) Ἐπισκέφθηκε ὁ ἀββὰς Ἀδέλφιος, ἐπίσκοπος Νειλουπόλεως, τὸν ἀββὰ Σισώη, στὸ ὄρος τοῦ ἀββᾶ Ἀντωνίου. Καὶ ὅταν ἐπρόκειτο ν᾿ ἀναχωρήσουν, πρὶν ἀρχίσουν τὴν πορεία, τοὺς ἔβαλε νὰ φάγουν τὸ πρωί, ἦταν δὲ νηστεία. Καὶ μόλις ἔστρωσαν τραπέζι, ἀδελφοὶ κρούουν τὴν θύρα. Εἶπε δὲ στὸν μαθητή του:

– Δῶσε τους λίγο τραχανᾶ, διότι ἔρχονται ἀπὸ κοπιαστικὴ πορεία. Τοῦ λέγει ὁ ἀββὰς Ἀδέλφιος:

– Ἄφησε τώρα, γιὰ νὰ μὴ εἰποῦν ὅτι ὁ ἀββὰς Σισώης τρώγει ἀπὸ τὸ πρωί. Ἀλλὰ δὲν τὸν ἐπρόσεξε ὁ Γέρων καὶ λέγει στὸν ἀδελφό:

– Πήγαινε, δῶσε τους. Ὅταν λοιπὸν εἶδαν τὸν τραχανᾶ, εἶπαν:

– Μήπως ἔχετε ξένους; Μήπως τρώγει καὶ ὁ Γέρων μαζί σας; Καὶ τοὺς εἶπε ὁ ἀδελφός:

– Ναί. Ἄρχισαν λοιπὸν νὰ στενοχωροῦνται καὶ νὰ λέγουν ὁ Θεὸς νὰ σᾶς συγχωρήσει ποὺ ἀφήσατε τὸν Γέροντα νὰ φάγει. Ἢ δὲν γνωρίζετε ὅτι ἔχει κοπιάσει πολλὲς ἡμέρες; Καὶ τοὺς ἄκουσε ὁ ἐπίσκοπος καὶ ἔβαλε μετάνοια στὸν Γέροντα λέγοντας:

– Συγχώρεσέ με, ἀββᾶ, ποὺ σκέφτηκα κάτι ἀνθρώπινο· ἐσὺ ὅμως ἔκαμες τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ.

Καὶ τοῦ λέγει ὁ ἀββὰς Σισώης:

– Ἐὰν δὲν δοξάσει τὸν ἄνθρωπο ὁ Θεός, ἡ δόξα τῶν ἀνθρώπων δὲν εἶναι τίποτε.

6) Ρώτησε ὁ ἀββὰς Ἄμμων τῆς Ραϊθοῦ τὸν ἀββὰ Σισώη:

– Ὅταν ἀναγινώσκω τὴν Γραφή, ὁ λογισμός μου θέλει νὰ συντάξει ἕνα λόγιο γιὰ νὰ τὸ ἔχω σὲ περίπτωση ἐπερωτήσεως. Τοῦ λέγει ὁ Γέρων:

– «Οὐκ ἔστι χρεία, ἀλλὰ μᾶλλον ἐκ τῆς καθαρότητος τοῦ νοὸς κτῆσαι σεαυτῷ καὶ τὸ ἀμεριμνεῖν καὶ τὸ λέγειν».

7) Τρεῖς γέροντες ἐπισκέφθηκαν τὸν ἀββὰ Σισώη, ἐπειδὴ εἶχαν ἀκούσει σχετικὰ μὲ αὐτόν. Καὶ τοῦ λέει ὁ πρῶτος:

– Πάτερ, πῶς μπορῶ νὰ σωθῶ ἀπὸ τὸν πύρινο ποταμό; Κι αὐτὸς δὲν τοῦ ἀποκρίθηκε. Τοῦ λέει ὁ δεύτερος:

– Πάτερ, πῶς μπορῶ νὰ σωθῶ ἀπὸ τὸν βρυγμὸ τῶν ὀδόντων καὶ ἀπὸ τὸν ἀκοίμητο σκώληκα; Κι οὔτε τώρα ἀποκρίθηκε. Τοῦ λέγει ὁ τρίτος:

– Πάτερ, τί νὰ κάνω ποὺ μὲ σκοτώνει ἡ μνήμη τοῦ πηκτοῦ σκότους; Ἀποκρινόμενος δὲ ὁ Γέρων τοὺς εἶπε:

– Ἐγὼ δὲν θυμοῦμαι τίποτε ἀπὸ αὐτά· διότι, καθὼς εἶναι φιλεύσπλαγχνος ὁ Θεός, ἐλπίζω ὅτι θὰ μὲ ἐλεήσει.

Ὅταν ἄκουσαν αὐτὸν τὸν λόγο οἱ γέροντες ἔφυγαν λυπημένοι. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Γέρων δὲν ἤθελε νὰ τοὺς ἀφήσει νὰ φύγουν λυπημένοι, γυρίζοντας πρὸς αὐτοὺς εἶπε:

– Εἶσθε μακάριοι, ἀδελφοί, διότι σᾶς ἐζήλευσα. Ὁ πρῶτος σας εἶπε γιὰ τὸν πύρινο ποταμό, ὁ δεύτερος γιὰ τὸν τάρταρο καὶ ὁ τρίτος γιὰ τὸ σκότος. Ἐὰν λοιπὸν ὁ νοῦς σας κυριαρχεῖ σὲ τέτοια μνήμη, εἶναι ἀδύνατο νὰ ἁμαρτήσετε. Τί νὰ κάνω ἐγὼ ὅμως ὁ σκληρόκαρδος ποὺ δὲν ἀφήνομαι, οὔτε νὰ γνωρίσω ὅτι ὑπάρχει κόλαση γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ γι᾿ αὐτὸ ἁμαρτάνω κάθε ὥρα;

Καὶ μετανοημένοι τοῦ εἶπαν:

– Ὅπως ἀκούσαμε, ἔτσι καὶ εἴδαμε [δηλαδὴ ἐννοοῦσαν ὅτι ὁ ἅγιος εἶναι τόσο ταπεινὸς καὶ ἐνάρετος, ὅσο λένε γι᾿ αὐτόν].

8) Ἐρώτησε ὁ ἀββὰς Ἰωσὴφ τὸν ἀββὰ Σισώη:

– Σὲ πόσο χρόνο πρέπει νὰ ἀποκόπτει ὁ ἄνθρωπος τὰ πάθη; Τοῦ λέγει ὁ Γέρων:

– Τοὺς χρόνους θέλεις νὰ μάθεις; Λέγει ὁ ἀββὰς Ἰωσήφ:

– Ναί. Λέγει λοιπὸν ὁ Γέρων:

– Ὅποια ὥρα ἔρχεται τὸ πάθος, ἀμέσως κόψε το.

9) Ἦρθαν κάποτε μερικοὶ Ἀρειανοὶ (ὀπαδοὶ τῆς αἵρεσης τοῦ ἀρειανισμοῦ) στὸν ἀββὰ Σισώη, στὸ ὄρος τοῦ ἀββᾶ Ἀντωνίου, καὶ ἄρχισαν νὰ κατακρίνουν τοὺς Ὀρθοδόξους. Ὁ δὲ Γέρων δὲν τοὺς ἀποκρίθηκε τίποτε καὶ ἀφοῦ φώναξε τὸν μαθητή του, εἶπε:

– Ἀβραάμ, φέρε μου τὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου καὶ διάβασέ το. Καὶ ἐνῷ αὐτοὶ σιωποῦσαν, ἀποκαλύφθηκε ἡ αἵρεσή τους. Καὶ τοὺς ἀπέλυσε εἰρηνικά.

10) Ἦρθε κάποτε ὁ ἀββὰς Ἀμμοῦν ἀπὸ τὴν Ραϊθοῦ στὸ Κλύσμα γιὰ νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν ἀββὰ Σισώη. Καὶ βλέποντάς τον στενοχωρημένο ποὺ ἄφησε τὴν ἔρημο τοῦ λέγει:

– Τί στενοχωρεῖσαι, ἀββᾶ; Διότι τί μποροῦσες πλέον νὰ κάνεις στὴν ἔρημο τώρα ποὺ γέρασες τόσο; Ὁ δὲ Γέρων κοιτάζοντάς τον μὲ δυσαρέσκεια λέγει:

– Τί μοῦ λέγεις, Ἀμμοῦν; Δὲν μοῦ ἀρκοῦσε τάχα μόνη ἡ ἐλευθερία τοῦ λογισμοῦ μου στὴν ἔρημο;

11) Εἶπε ὁ ἀββὰς Σισώης:

– Ὅταν ὑπάρχει ἄνθρωπος ποὺ σὲ φροντίζει, δὲν πρέπει νὰ τὸν διατάσσεις.

12) Ἦρθαν κάποτε Σαρακηνοὶ καὶ κατάκλεψαν τὸν Γέροντα καὶ τὸν ἀδελφό του. Καὶ ὅταν αὐτοὶ βγῆκαν στὴν ἔρημο γιὰ νὰ βροῦν κάτι φαγώσιμο, βρῆκε ὁ Γέρων κόπρανα καμήλων καὶ σπώντας τα βρῆκε μέσα σπόρους κριθαριοῦ· ἔτρωγε δὲ ἕνα σπόρο καὶ τὸν ἄλλο ἔβαζε στὸ χέρι του. Ὅταν δὲ ἐρχόμενος ὁ ἀδελφός του τὸν βρῆκε νὰ τρώγει, τοῦ λέγει:

– Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγάπη, ὅτι βρῆκες φαγώσιμο καὶ τὸ τρώγεις μόνος σου καὶ δὲν μὲ φώναξες; Τοῦ λέγει ὁ ἀββὰς Σισώης:

– Δὲν σὲ ἀδίκησα, ἀδελφέ, ἰδοὺ τὸ μερίδιό σου, τὸ κράτησα στὸ χέρι μου.

13) Διηγήθηκε κάποιος ἀπὸ τοὺς πατέρες γιὰ τὸν ἀββὰ Σισώη τοῦ Καλαμῶνος, ὅτι θέλοντας κάποτε νὰ νικήσει τὸν ὕπνο, κρεμάσθηκε ἀπὸ τὸν κρημνὸ τῆς Πέτρας· καὶ ἦλθε ἄγγελος ποὺ τὸν ἔλυσε καὶ τοῦ παράγγειλε νὰ μὴ κάνει πλέον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα οὔτε σὲ ἄλλους νὰ ἀφήσει τέτοια παράδοση.

14) Ἐρώτησε κάποιος ἀπὸ τοὺς πατέρες τὸν ἀββὰ Σισώη:

– Ἐὰν κάθομαι στὴν ἔρημο καὶ ἔλθει βάρβαρος ποὺ θέλει νὰ μὲ φονεύσει καὶ τὸν καταφέρω, νὰ τὸν φονεύσω; Καὶ τοῦ εἶπε ὁ Γέρων:

– Ὄχι, ἀλλὰ παράδωσέ τον στὸν Θεό. Διότι ὅποιος πειρασμὸς ἔλθει στὸν ἄνθρωπο, νὰ λέγει, τοῦτο συνέβηκε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου, ὁποιοδήποτε δὲ ἀγαθό, μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ.

15) Ἀδελφὸς παρακάλεσε τὸν ἀββὰ Σισώη τὸν Θηβαῖο:

– Εἰπέ μου ἕνα λόγο. Καὶ λέγει:

– Τί ἔχω νὰ σοῦ πῶ; Ὅτι τὴν Καινὴ Διαθήκη ἀναγινώσκω καὶ στὴν Παλαιὰ γυρίζω.

16) Ἀδελφὸς ἐρώτησε ἕνα γέροντα:

– Τί νὰ κάνω ποὺ θλίβομαι γιὰ τὸ ἐργόχειρο; Διότι ἀγαπῶ τὸ πλεκτό, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ τὸ ἐργασθῶ. Λέγει ὁ Γέρων:

– Ὁ ἀββὰς Σισώης ἔλεγε ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐργαζόμαστε τὸ ἔργο ποὺ μᾶς ἱκανοποιεῖ.

17) Εἶπε ὁ ἀββὰς Σισώης:

– Νὰ ἐξουδενωθεῖς, νὰ βάλεις τὸ θέλημά σου πίσω καὶ νὰ γίνεις ἀμέριμνος καὶ θὰ ἔχεις ἀνάπαυση.

18) Ἀδελφὸς ἐρώτησε τὸν ἀββὰ Σισώη:

– Τί νὰ κάνω γιὰ τὰ πάθη; Καὶ λέγει ὁ Γέρων:

– Ὃ καθένας μας πειράζεται ἀπὸ τὴν δική του ἐπιθυμία.

19) Ἀδελφὸς παρεκάλεσε τὸν ἀββὰ Σισώη:

– Εἰπέ μου ἕνα λόγο. Αὐτὸς δὲ εἶπε:

– Τί μὲ ἀναγκάζεις νὰ φλυαρήσω; Ἰδού, ὅ,τι βλέπεις, κάνε το.

Ἐλπίδα καὶ στήριξη στὸν ἁμαρτωλό

Ἕνας μοναχὸς ἐξομολογήθηκε στὸν ἀββὰ Σισώη:

«Ἔπεσα πάτερ. Τί νὰ κάνω;»

«Σήκω», τοῦ εἶπε, μὲ τὴν χαρακτηριστική του ἁπλότητα ὁ ἅγιος Γέροντας.

«Σηκώθηκα ἀββᾶ, μὰ πάλι ἔπεσα στὴν καταραμένη ἁμαρτία», ὁμολόγησε μὲ θλίψη ὁ ἀδελφός.

«Καὶ τί σὲ ἐμποδίζει νὰ ξανασηκωθεῖς;»

«Ὡς πότε ἀββᾶ;», ρώτησε ὁ ἀδελφός.

«Ἕως ὅτου νὰ σὲ βρῇ ὁ θάνατος, ἢ στὴν πτώση, ἢ στὴν ἔγερση. Δὲν εἶναι γραμμένο ὅπου εὕρω σε ἐκεῖ καὶ κρινῶ σε; Μόνο εὔχου στὸν Θεὸ νὰ βρεθεῖς τὴν τελευταία σου στιγμή, σηκωμένος μὲ τὴν ἁγία μετάνοια», τοῦ ἐξήγησε ὁ ἀββὰς Σισώης.

Ἀπὸ τὴν φιλοσοφία τοῦ ὁσίου περὶ θανάτου

Τρία πράγματα μὲ συγκλονίζουν, ἀδελφοί, ἔλεγε ὁ ἀββὰς Σισώης:

1. Ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα.

2. Ἡ ἐμφάνισή μου ἐνώπιον τοῦ ἀδεκάστου Κριτοῦ. Καὶ

3. Ἡ ἐναντίον μου καταδικαστικὴ ἀπόφαση.

Τὸ ἐπίγειο τέλος τοῦ ὁσίου Σισώη

Ἔλεγαν περὶ τοῦ ἀββᾶ Σισώη, ὅτι, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ πεθάνει, καὶ ἐνῷ εὑρίσκονταν οἱ πατέρες τῆς σκήτης γύρω του, ἔλαμψε τὸ πρόσωπό του ὅπως ὁ ἥλιος καὶ εἶπε στοὺς παρευρισκομένους ὅτι: «Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ἦλθε». Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο εἶπε: «νά ὁ χορὸς [=ὁμάδα] τῶν Προφητῶν ἦλθε». Καὶ πάλιν τὸ πρόσωπό του ἔλαμψε περισσότερο καὶ εἶπε: «νά ὁ χορὸς τῶν Ἀποστόλων ἦλθε». Καὶ διπλασιάστηκε ὁ φωτισμὸς τοῦ προσώπου του καὶ ἄρχισε νὰ ὁμιλεῖ μὲ κάποιους. Τότε τὸν ρώτησαν οἱ πατέρες: «μὲ ποιὸν ὁμιλεῖς πάτερ»; Καὶ αὐτὸς τοὺς ἀπάντησε: «μὲ τοὺς Ἀγγέλους ποὺ ἦλθαν νὰ παραλάβουν τὴν ψυχή μου καὶ τοὺς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀφήσουν λίγο γιὰ νὰ μετανοήσω».

Καὶ λέγουν πρὸς αὐτὸν οἱ πατέρες: «Δὲν ἔχεις ἀνάγκη μετανοίας πάτερ». Καὶ τοὺς ἀπάντησε ὁ ἀββὰς Σισώης: «ἀλήθεια σᾶς λέγω ὅτι δὲν ἔχω βάλει ἀκόμη ἀρχή»! Καὶ ἐγνώριζαν πάντες ὅτι ἦταν τέλειος. Καὶ πάλι ξαφνικὰ ἔγινε τὸ πρόσωπό του ὁλόλαμπρο καὶ ἐφοβήθηκαν ὅλοι, ποὺ ἦσαν κοντά του, καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς: «Βλέπετε ὁ Κύριος ἦλθε καὶ λέγει, φέρετέ μου τὸ σκεῦος τῆς ἐρήμου», καὶ ἀμέσως παρέδωσε ὁ Γέρων τὸ πνεῦμα καὶ γέμισε ὅλο τὸ κελλί του ἀπὸ ἄρρητη εὐωδία.

Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/osios_siswhs_aigyptios_tafos_megaloy_alexandroy.htm