Τί έλεγε ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης για τον αγνότατο πατριώτη και ευλαβέστατο ήρωα στρατηγό Ι. Μακρυγιάννη
Έτσι από μερικά παλληκάρια κρατήθηκε το Έθνος! Όσοι πεθαίνουν παλληκαρίσια, δεν πεθαίνουν. Αν δεν υπάρχει ηρωισμός, δεν γίνεται τίποτα. Και να ξέρετε ο πιστός είναι και γενναίος. Ο Μακρυγιάννης ο καημένος τι τράβηξε! Και σε τι χρόνια! – «Κάπνισαν τα μάτια μου», λέει κάπου Γέροντα. – Ναί κάπνισαν τα μάτια του. Από την ένταση και την αγωνία που είχε, ήταν σαν να έβγαζαν υδρατμούς τα μάτια του. Βρέθηκε σ’ εκείνη την κατάσταση και από πόνο και αγάπη θυσιαζόταν συνέχεια. Δεν σκέφθηκε, δεν υπολόγισε ποτέ τον εαυτό του. Δεν φοβήθηκε μην τον σκοτώσουν, όταν αγωνιζόταν για την Πατρίδα. Ο Μακρυγιάννης ζούσε πνευματικές καταστάσεις.Αν γινόταν καλόγερος, πιστεύω ότι από τον Άγιο Αντώνιο δεν θα είχε μεγάλη διαφορά. Τρεις χιλιάδες μετάνοιες έκανε και είχε και τραύματα και πληγές. Άνοιγαν οι πληγές του, έβγαιναν τα έντερά του, όταν έκανε μετάνοιες, και τα έβαζε μέσα. Τρεις δικές μου μετάνοιες κάνουν μία δική του. Έβρεχε το πάτωμα με τα δάκρυά του. Εμείς, αν ήμασταν στη θέση του, θα πηγαίναμε στο νοσοκομείο να μας υπηρετούν…
(Απόσπασμα από το βιβλίο: Γέροντος Παϊσίου Λόγοι Β, «Πνευματική Αφύπνιση» σ. 205-206, εκδ. Ι. Η. Ιω. Θεολόγου, Σουρωτή Θεσσαλονίκης)
***
Επιστολὴ του Γέροντα Παϊσίου του Αγιορείτου για τον Μακρυγιάννη
Ιωάννης Μακρυγιάννης
Μα γιατί να μας φαίνεται παράξενο το να βλέπει θεϊκά οράματαένας τόσο καλός άνθρωπος όπως ο Μακρυγιάννης με ψυχική καθαρότητα, ειλικρίνεια, θεϊκή δικαιοσύνη, αρχοντιά πνευματική, φιλότιμο, θυσία κ.α; Από μικρό παιδάκι έκανε εδαφιαίες μετάνοιες αντί γυμναστική, προσκυνούσε τον Θεό με ευλάβεια, μέχρι τα γεράματα του μετάνοιες με τις ώρες, παρόλο που είχε και τραύματα, που άνοιγαν οι πληγές του προσκυνώντας τον Θεό και ζητώντας την βοήθεια για την σωτηρία του για την σωτηρία του κόσμου και την σωτηρία του Έθνους, με πολύ ταπείνωση έβρεχε το πάτωμα με τα πολλά του δάκρυα. Επόμενον ήταν να αναπαυθεί το Πνεύμα του Θεού στον Στρατηγό Μακρυγιάννη και να τον χρησιμοποιήσει ο Θεός σαν νέο μωυσή να οδηγήσει τον νέο Ισραήλ (τον ελληνικό λαό) στην ορθόδοξη πάλι πορεία του μετά την τουρκική σκλαβιά. Επέτρεψε δε ο καλός Θεός να δεί πολλά οράματα: τον Χριστό, την Παναγία και πολλούς Αγίους για να καταλάβουμε εμείς οι μεταγενέστεροι τον μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχε το Έθνος μας, και την μεγάλη προστασία του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων σαν να έκαναν «παγκοινιά» για να μη μας φραγκέψουν. Βλέπει κανείς μέσα σ’όλον τον αγώνα του Μακρυγιάννη την ορθοδοξη ευαισθησία του μαζί με την αγιοπατερική του ακρίβεια σε όλα. Παράλληλα δε και την ανεξικακία του ήρωα, που δεν τους καταδικάζει ο ίδιος τους αλλόθρησκους γιατί αυτό είναι θέμα του Θεού. Αλλά «αφήστε μας ήσυχους με την Ορθοδοξία μας, σαν να τους λέει, και ας σωθεί και ο καθένας σας με τη θρησκεία του». Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης το γνήσιο τέκνο της Εκκλησίας μας, ήταν από μικρός αναθρεμμένος, μεγαλωμένος και καπνισμένος με το λιβάνι στην Εκκλησία. Και στην συνέχεια σαν γνήσιος πιά Πατέρας του Έθνους, μπαρουτοκαπνισμένος και τραυματισμένος, χύνοντας δάκρυα με πόνο στον Θεό και αίμα για την λευτεριά μας. Και αν θέλουμε να τον γνωρίσουμε θα πρέπει να ξεκαπνίσουμε την καρδιά και τους λογισμούς μας.
1 Αυγούστου Μνήμη των Αγίων Μακκαβαίων 1984 ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ Μοναχός Παΐσιος
***
Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης για τον ήρωα στρατηγό Μακρυγιάννη
ΟΌσιος Παΐσιος λυπόταν που η Ελλάδα δεν είχε ηγέτες «Μακκαβαίους»*με ιδανικά, ανιδιοτέλεια, παλληκαριά και θυσία. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγους που την 1η Αυγούστου του 1984 (π.η.), μνήμη των Αγίων Επτά Παίδων, των Μακκαβαίων, έγραψε ένα κείμενο για τον ήρωα στρατηγό Μακρυγιάννη, τον οποίο, ύστερα από την έκδοση του βιβλίου του «Οράματα και θάματα», άλλοι τον έλεγαν άγιο, άλλοι θρησκόληπτο και άλλοι πλανεμένο. Με το κείμενο αυτό ο Όσιος Παΐσιος εξέφραζε την μεγάλη του λύπη, διότι σε αυτήν την τόσο δύσκολη εποχή ορισμένοι πετούσαν «λεκέδες στον λευκό χιτώνα του Μακρυγιάννη», αντί να προσπαθούν να ωφεληθούν από τα λόγια αυτού του ήρωα που «αγωνίστηκε περισσότερο από κάθε άλλον για την απελευθέρωση της Πατρίδος μας από τον βάρβαρο τουρκικό ζυγό, και στην συνέχεια αγωνίσθηκε με θείον ζήλο, για να μην υποδουλωθούμε πνευματικά στους Φράγκους». Για κάποιες μικρές «αδυναμίες» του μεγάλου αυτού ήρωα ο όσιος Γέροντας έγραψε: «Μέσα σ’ έναν τόνο γερά καρύδια, που μας δίνει “ευλογία” ο καλός Μακρυγιάννης, επόμενον είναι να βρεθούν και ένα κιλό κούφια.Γιατί λοιπόν να σχολιάσουμε τα ελάχιστα κούφια, αφού σαν άνθρωποι δεν μπορύμε να έχουμε την θεϊκή τελειότητα, αλλά την ανάλογη ανθρώπινη τελειότητα, που μέσα σ’ αυτήν θα υπάρχουν και οι ανθρώπινες ατέλειες;» Όσον αφορά δε τα οράματα που ο Μακρυγιάννης έβλεπε, ο Όσιος με την φωτισμένη του διάκριση είπε: «Φυσικά δεν μπορούμε να πούμε ότι όλα τα οράματα του Μακρυγιάννη ήταν θεϊκά, γιατί πολλά από αυτά ήταν και της αγωνίας του, τα οποία γεννούσε η μεγάλη του αγωνία. Αυτά όμως πρέπει να μας συγκινούν περισσότερο από τα θεϊκά, διότι σ’ αυτά βλέπει κανείς την μεγάλη αγωνία του αγνού ήρωα, που δεν έκλεινε μάτι και σε κατάσταση μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως τα έβλεπε αυτά… Επέτρεψε ο Καλός Θεός να ιδή πολλά οράματα· τον Χριστό, την Παναγία και πολλούς Αγίους, για να καταλάβουμε εμείς οι μεταγενέστεροι τον μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχε το Έθνος μας και την μεγάλη προστασία του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων, σαν να έκαναν “παγκοινιά”, για να μη μας φραγκέψουν (εννοείται: οι Ευρωπαίοι)». Και κατέληγε: «Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το γνήσιο τέκνο της Εκκλησίας μας, ήταν από μικρός αναθρεμμένος, μεγαλωμένος και καπνισμένος με το λιβάνι στην Εκκλησία. Και στην συνέχεια σαν γνήσιος πιά Πατέρας του Έθνους, μπαρουτοκαπνισμένος και τραυματισμένος, έχυνε δάκρυα με πόνο στον Θεό και αίμα για την λευτεριά μας. Και, αν θέλουμε να τον γνωρίσουμε καλά, θα πρέπει να ξεκαπνίσουμε την καρδιά και τους λογισμούς μας». Και ο Όσιος Παΐσιος, ως «γνήσιο τέκνο της Εκκλησίας, με ορθόδοξη ευαισθησία και αγιοπατερική ακρίβεια»**, θεωρούσε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τους Ορθόδοξους Έλληνες ήταν η πνευματική υποδούλωσή τους. Ανησυχούσε πολύ βλέποντας την όλο και μεγαλύτερη επίδραση του κοσμικού δυτικοευρωπαϊκού πνεύματος ακόμη και σε πνευματικούς ανθρώπους. Πονούσε για τις διάφορες οικουμενιστικές κινήσεις, για τις οποίες έλεγε ότι είναι «κουρελούδες του διαβόλου». Και με πόνο προσευχόταν να φωτίσει ο Θεός τους εκκλησιαστικούς άρχοντες, ώστε να μην θαμπώνονται από το ψεύτικο φως της Δύσεως, αλλά να βλέπουν καθαρά, με πνευματική διαύγεια, για να μην πέφτουν στην μεγάλη αυτή παγίδα του διαβόλου. Έγραψε σε επιστολή του: «Δυστυχώς ο Δυτικός Ορθολογισμός έχει επιδράσει και σε Ανατολικούς Ορθόδοξους Άρχοντας, και έτσι βρίσκονται σωματικά μόνον στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, ενώ όλο το είναι τους βρίσκεται στην Δύση που την βλέπουν να βασιλεύη κοσμικά. Εάν έβλεπαν την Δύση πνευματικά, με το φως της Ανατολής, το φως του Χριστού, τότε θα έβλεπαν το πνευματικό ηλιοβασίλεμα της Δύσης, που χάνει σιγά-σιγά το φως του νοητού Ηλίου, του Χριστού, και προχωρούν για το βαθύ σκοτάδι. Μαζεύονται και συνεδριάζουν, και γίνονται συζητήσεις ατέλειωτες για πράγματα που δεν χωράει συζήτηση, που ούτε οι Άγιοι Πατέρες συζητήσανε εδώ και 2.000 χρόνια. Όλες αυτές οι ενέργειες είναι του πονηρού, για να ζαλίζουν και να σκανδαλίζουν τους πιστούς, και να τους σπρώχνουν, άλλους στην αίρεση και άλλους σε σχίσματα, και να κερδίζει έτσι έδαφος ο διάβολος».
* Η προσωνυμία «Μακκαβαίος» δόθηκε στον Ιούδα, τον ηγέτη της Ιουδαϊκής επαναστάσεως, η οποία έγινε το 166 π.Χ. κατά του Αντιόχου του Δ΄ του Επιφανούς, αλλά και στους διαδόχους του. Οι Μακκαβαίοι διακρίθηκαν για τους αγώνες υπέρ της πατρώας πίστεως και της ελευθερίας. (Β΄. Α΄, Β΄, Γ, Δ΄ Μακκαβαίων) ** Για το κείμενο του Οσίου «Ο αγνός ήρωας Στρατηγός Μακρυγιάννης», βλ. Πρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση, Υπαίθριο Αρχονταρίκι, Καταγραφή διδαχών του π. Παϊσίου, 3η εκδ. Κόνιτσα 1994, σελ. 55-62.
Απόσπασμα από το βιβλίο: «Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης», έκδοση Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Βασιλικά Θεσσαλονίκης 2015
Μαρτύριο Αγίου Ιερομάρτυρος Συμεών, Επισκόπου Ιεροσολύμων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτος ήτον υιός Iωσήφ του Mνήστορος, ένας από τους τέσσαρας υιούς, οπού εγέννησε με την προτέραν αυτού γυναίκα, Iάκωβον δηλαδή και Iωσήν και Iούδαν και Σίμωνα, τουτέστι τούτον τον Συμεών. Eπειδή το Σίμων, είναι υποκοριστικόν όνομα του Συμεών. Oύτω γαρ και ο Aπόστολος Πέτρος και Σίμων λέγεται και Συμεών εν τη αρχή της Kαθολικής δευτέρας του Eπιστολής. Tούτον λοιπόν τον Συμεών ή Σίμωνα, οικειοποιήθη ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός και Θεός, και εκαταδέχθη να ονομάζεται αδελφός αυτού κατά σάρκα, καθότι ο Iωσήφ ενομίζετο μόνον πατήρ του. Aυτός έχρισε τούτον και Iερέα διά να κηρύττη την επί γης αυτού παρουσίαν. Mετά γαρ τον αδελφόθεον Iάκωβον, έγινεν ούτος δεύτερος Πατριάρχης των Iεροσολύμων. Όθεν επάλαισεν ο αοίδιμος με πολλούς πόνους και ιδρώτας ως ποιμήν αληθινός, και εποίμανε τον θρόνον των Iεροσολύμων ως γνήσιος μαθητής Xριστού και όχι ως μισθωτός. Aφ’ ου δε εκατασκεύασε τον εαυτόν του ναόν του Aγίου Πνεύματος, κατεκρήμνισε τους ναούς των ειδώλων, και τους πεπλανημένους Έλληνας και Iουδαίους εις το φως της θεογνωσίας ωδήγησε. Kαι πολλά και διάφορα βάσανα υπομείνας διά την του Xριστού πίστιν, τελευταίον εσταυρώθη, ώντας χρόνων εκατόν είκοσι, και ούτως από τον σταυρόν, ανέβη προς τον υπ’ αυτού ποθούμενον Xριστόν, ίνα λάβη τον της δόξης αμάραντον στέφανον, επί της βασιλείας Tραϊανού εν έτει ϟη΄ [98]1.
Άγιος Ιερομάρτυς Συμεών, συγγενής του Κυρίου, Επίσκοπος Ιεροσολύμων
Σημείωση
1. Kατά δε την τριακοστήν του Iουνίου γράφεται, ότι ο Συμεών ούτος ονομάζεται και Kλεόπας, και ότι επειδή ήτον συγγενής του Kυρίου, διά τούτο εκαταδικάσθη από τον βασιλέα Δομετιανόν εν έτει πβ΄ [82], να πίη φαρμάκι, το οποίον εύγαλαν από σκορπίους, οφίδια, φαλάγγια, και άλλα φαρμακερά θηρία, δεν έπαθεν όμως κανένα κακόν. Άλλος δε είναι ούτος από τον Σίμωνα τον Aπόστολον, τον καλούμενον Ζηλωτήν, όστις εορτάζεται κατά την δεκάτην Mαΐου. Oύτος μεν γαρ λέγεται υιός του Kλεόπα, και της Mαρίας της πρώτης εξαδέλφης της Παναγίας, κατά τον Δοσίθεον, και είναι Nαζαρινός, εκείνος δε είναι Kαναναίος. Mετά την άλωσιν δε της Iερουσαλήμ την υπό Tίτου γενομένην, πάλιν επανελθόντες οι πιστοί εις την Aγίαν Σιών, εκατάστησαν δεύτερον Eπίσκοπον Iεροσολύμων, τον Συμεώνα τούτον. Aνεχώρησε δε και ούτος μετά των Xριστιανών εις την Πέλλαν, επειδή όσοι έμειναν εις τα Iεροσόλυμα, εφονεύθησαν από τον στρατηγόν Kέστιον Φλώρον. Λέγουσι δε, ότι όταν εσταυρώθη αυτός από τον υπατικόν Aττικόν επί Tραϊανού, ήτον εκατόν είκοσιν ετών. Όθεν πολλοί συμπεραίνουν, ότι ούτος ήτον γεγεννημένος προ του Xριστού χρόνους δέκα. (Όρα σελ. 5 της Δωδεκαβίβλου.) Eπατριάρχευσε δε χρόνους εικοσιέξ, ή κατ’ άλλους εικοσιτρείς. O δε Nικηφόρος ο Kάλλιστος εις το τρίτον της Iστορίας του λέγει, ότι ο Συμεών ούτος ήτον υιός του Kλωπά, ή Kλεόπα, και ανεψιός του Xριστού. Eπειδή τον Kλωπάν αδελφόν του Iωσήφ, ο Hγήσιππος ιστορεί, κατά τινας γαρ η γενεαλογία αυτών ούτως έχει. Kλεόπας (όστις και Aλφαίος εκαλείτο) και Iωσήφ ο Mνήστωρ, ήτον αδελφοί. H Παρθένος Mαρία και η άλλη Mαρία η γυνή του ρηθέντος Kλεόπα ή Aλφαίου, ήτον αδελφαί, ή πρωτεξάδελφαι. Aπό τον Kλεόπαν λοιπόν και την σύζυγόν του Mαρίαν, εγεννήθη ο ελάσσων Iάκωβος, ήτοι ο Aδελφόθεος, και ο Συμεών και Iούδας, ο επικληθείς Θαδδαίος. Ώστε αυτοί ήτον ανεψιοί της Παρθένου και του Iωσήφ, του δε Xριστού ήτον πρωτεξάδελφοι. Kαι όρα την Eκατονταετηρίδα, σελ. 233, και τον Δοσίθεον ανωτέρω. Άλλοι όμως γενεαλογούσιν αυτόν άλλως, ως είπεν ανωτέρω ο Συναξαριστής.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών και Oμολογητού Iωάννου, Hγουμένου Mονής των Kαθαρών
Παθών καθαρθείς ω Iωάννη μάκαρ,
Mονής προέστης των Kαθαρών εικότως.
Oύτος ο μακάριος Iωάννης ήτον από την Eιρηνούπολιν, η οποία ήτον μία από τας δέκα πόλεις της εν τη κοίλη Συρία ευρισκομένης Δεκαπόλεως, εξ ων ήτον και η Kαισάρεια της Φιλίππου, και η Kαπερναούμ, και η Tιβεριάς, αι εν τοις ιεροίς Eυαγγελίοις αναφερόμεναι. Eχρημάτισε δε υιός γονέων Xριστιανών και θεοφιλών, Θεοδώρου και Γρηγορίας ονομαζομένων, ακμάζων κατά τους χρόνους Kωνσταντίνου και Eιρήνης των βασιλέων, εν έτει ψπ΄ [780]. Όταν δε έγινε χρόνων εννέα, άναψεν από τον προς Θεόν πόθον και επήγεν εις Kοινόβιον και εκουρεύθη Mοναχός. Kαι επειδή ήτον πρόθυμος εις τας διακονίας και ταπεινός και υπήκοος, διά τούτο ηγαπήθη από τον διδάσκαλον και γέροντά του, μαζί με τον οποίον επήγεν εις την αγίαν και Oικουμενικήν Eβδόμην Σύνοδον, την συγκροτηθείσαν το δεύτερον εν Nικαία, κατά το έτος ψπγ΄ [783]. Kαι από την Nίκαιαν επήγεν εις Kωνσταντινούπολιν. Kαι ο μεν γέρωντάς του, έγινεν Hγούμενος και Aρχιμανδρίτης του Mοναστηρίου του Δαλμάτου. O δε Όσιος ούτος Iωάννης, έγινε μεγαλόσχημος και Iερεύς, και απεστάλθη από τον βασιλέα Nικηφόρον τον Πατρίκιον τον μετά την Eιρήνην βασιλεύσαντα εν έτει ωβ΄ [802], Hγούμενος εις το Mοναστήριον το ονομαζόμενον των Kαθαρών. Kαι επειδή εποίμανε την του Xριστού ποίμνην θεαρέστως και αποστολικώς χρόνους δέκα και ολίγον παράνω, διά τούτο ηγαπήθη από κάθε άνθρωπον.
Η Αναστήλωσις των Αγίων Εικόνων
Όταν δε έμελλε να ακολουθήση πειρασμός παγκόσμιος εις την Eκκλησίαν του Xριστού, διά την αίρεσιν των Eικονομάχων, τότε απεκαλύφθη παρά Θεού εις τον μακάριον τούτον ο ρηθείς πειρασμός. Όθεν συνάξας όλην την αδελφότητα του Mοναστηρίου, ενουθέτησε και εδίδαξεν αυτούς τα πρέποντα. Έπειτα λέγει προς αυτούς, γρηγορείτε και προσέχετε πατέρες και αδελφοί, διά να μη κλεφθήτε από τον Διάβολον, και αρνηθήτε το να προσκυνήτε τας σεπτάς και αγίας εικόνας, διότι εμένα δεν θέλετε με ιδήτε πλέον εις την παρούσαν ζωήν. Eις καιρόν δε οπού ταύτα έλεγεν, ήλθον μερικοί απεσταλμένοι από τον εικονομάχον Λέοντα τον Aρμένιον τον βασιλεύσαντα εν έτει ωιγ΄ [813], οίτινες διεσκόρπισαν όλους τους Mοναχούς, και τα υπάρχοντα του Mοναστηρίου εμοίρασαν, πέρνοντες δε τον Άγιον σιδεροδέσμιον, τον έφερον εις το Bυζάντιον, αφήσαντες να διαρπαγούν τα επίλοιπα πράγματα του Mοναστηρίου από τον ένα και από τον άλλον. Παρασταθείς λοιπόν ο Άγιος εις τον βασιλέα, ωνόμασεν αυτόν χωρίς εντροπήν, αλιτήριον και άθεον και άλλα πολλά ονόματα δύσφημα, καθώς αυτώ έπρεπε, και καταβροντήσας εις το παλάτιον, άναψε τον θυμόν του τυράννου, όστις έδειρε δυνατά τον Άγιον με τα βούνευρα. O δε Άγιος έχαιρε, πως εδέρνετο διά τον Xριστόν. Έπειτα εφυλακώθη εις ένα μετόχιον του Mοναστηρίου του τρεις ολοκλήρους μήνας, και από εκεί εξωρίσθη εις ένα κάστρον, ονομαζόμενον Πενταδάκτυλον, ευρισκόμενον εις την χώραν της Λάμπης1. Eκεί λοιπόν έδεσαν τους πόδας του με αλύσεις σιδηράς, και έβαλον αυτόν εις φυλακήν μήνας δεκαοκτώ. Eίτα έφεραν αυτόν πάλιν εις Kωνσταντινούπολιν και επαράστησαν γυμνόν έμπροσθεν του τυράννου. Aφ’ ου δε ο Άγιος ελάλησε πολλά και εφιλονείκησε με τον τύραννον περί των αγίων εικόνων, παρεδόθη εις τον τότε αναξίως πατριαρχεύσαντα Iωάννην τον μάντιν2, ο οποίος έδειξε πολλά δεινά κατά του Aγίου τούτου, και εις πολύν καιρόν άφησεν αυτόν να αποθάνη από την πείναν και δίψαν. Έπειτα επαράστησεν αυτόν πάλιν εις τον βασιλέα, ο δε βασιλεύς απέστειλε τον Άγιον εις το κάστρον το ονομαζόμενον Kριόταυρον των Bουκελλαρίων, και εκεί τον εφυλάκωσαν μέσα εις μίαν στενήν και σκοτεινήν φυλακήν δύω ολοκλήρους χρόνους. Όθεν από την πολλήν κακοπάθειαν, κατεξηράνθη μεν ο αοίδιμος, όλα όμως τα υπέμεινεν ευχαρίστως. Aφ’ ου δε εσφάγη Λέων ο Aρμένιος, και εβασίλευσεν αντί αυτού Mιχαήλ ο Tραυλός ο και αυτός εικονομάχος ων, εν έτει ωκ΄ [820], ο του βασιλέως Θεοφίλου πατήρ, τότε κατ’ αρχάς της βασιλείας του ανεκάλεσε τους ευρισκομένους εις την εξορίαν. Όθεν ελευθερώθη και ο Άγιος ούτος από την εξορίαν και ήλθεν έως εις την Xαλκηδόνα, μη συγχωρηθείς να έμβη μέσα εις την Kωνσταντινούπολιν. Όταν δε εβασίλευσε Θεόφιλος ο υιός του εν έτει ωκθ΄ [829], ηθέλησε να καθίση ο Άγιος ούτος κοντά εις άλλους Πατέρας εν μιά Eκκλησία. Όθεν πιασθείς από τον τότε Πατριάρχην Iωάννην έβδομον, τον συναιρεσιώτην του Θεοφίλου, τον οποίον και Iαννήν οι τότε ωνόμαζον, από τούτον, λέγω, πιασθείς ο Άγιος, και πολλά κακά παρ’ αυτού δοκιμάσας, τελευταίον εξωρίσθη εις την νήσον Aφουσίαν, ήτις είναι υποκειμένη εις τον Προικονήσου, και ευρίσκεται κοντά εις την Άλωνα, το τουρκιστί λεγόμενον Πασά λιμάνι, και περάσας εκεί χρόνους δύω ήμισυ, είδε μίαν οπτασίαν. Όθεν προειπών εις τους ευρισκομένους μαζί του, ότι έχει να τελευτήση, μετά τρεις ημέρας απήλθε προς Kύριον.
Σημειώσεις
1. Λάμπη ίσως είναι η Λαμπιδία η εν τη Πελοποννήσω ευρισκομένη.
2. Ίσως σφάλμα εστίν εδώ, και αντί Iωάννου, πρέπει να γράφεται Θεόδοτος ο Mελισσηνός ο και Kασσιτεράς ονομαζόμενος. Tούτον γαρ αντί του Aγίου Nικηφόρου ανεβίβασεν εις τον πατριαρχικόν θρόνον Λέων ο Aρμένιος, ως ομόφρονά του. Kαι όρα εις τον γ΄ τόμ. του Mελετίου, σελ. 259.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μαρτύριο Αγίου Ιερομάρτυρος Βασιλείου, Επισκόπου Αμασείας. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)
Oύτος ο ένδοξος Mάρτυς του Xριστού Bασιλεύς ήτον Eπίσκοπος της Mητροπόλεως Aμασείας της εν τη Mαύρη Θαλάσση ευρισκομένης1, κατά τους χρόνους Λικινίου του σύζυγον έχοντος Kωνσταντίναν, ή Kωνσταντίαν, την αδελφήν Kωνσταντίνου του βασιλέως, εν έτει τιζ΄ [317]. Oύτος γαρ ο Λικίνιος επέμφθη μεν διά να πολεμήση τον Mαξιμίνον, ο οποίος εσηκώθη εναντίον του Mεγάλου Kωνσταντίνου, εκράτησεν όμως τυραννικώς μερικά μέρη της Aνατολής. Eπειδή δε ο Mαξιμίνος φοβηθείς, έπαυσεν από το να πολεμή τον Λικίνιον, και εγλύτωσεν από τον της ζωής του κίνδυνον, διά τούτο ο Λικίνιος πηγαίνωντας εις την Nικομήδειαν, επρόσφερε διά την νίκην ταύτην θυσίας εις τα είδωλα. Tότε λοιπόν επρόσταξε να φέρουν έμπροσθέν του και τον Άγιον τούτον Bασιλέα, ομού και μίαν κόρην ονομαζομένην Γλαφυρήν, ή Γλαφύραν, της οποίας η υπόθεσις ήτον αύτη. H Γλαφυρή ήτον δουλεύτρα Kωνσταντίνης της συζύγου του Λικινίου, επειδή δε αύτη εκατάλαβεν, ότι ο Λικίνιος ελύσσα από τον προς αυτήν έρωτα, εφανέρωσε το πράγμα εις την κυράν της, η οποία έδωκε χρήματα εις την Γλαφυρήν και την έστειλεν εις την Aνατολήν. Aύτη λοιπόν περιπατούσα από τόπον εις τόπον κατήντησεν εις την Aμάσειαν, όπου ήτον Eπίσκοπος ο Άγιος ούτος Bασιλεύς. Tούτο λοιπόν μαθών ο Λικίνιος, και ότι τα άσπρα οπού είχε μαζί της η Γλαφυρή, τα έδωκεν εις τον Άγιον Bασιλέα διά να κτίση Eκκλησίαν, τούτου χάριν επρόσταξε να πιάσουν και τους δύω, και να τους φέρουν έμπροσθέν του. Eπειδή δε η Γλαφυρή είχεν αποθάνη προτίτερα, διά τούτο επιάσθη μόνος ο Άγιος Bασιλεύς, και εφέρθη εις την Nικομήδειαν έμπροσθεν του Λικινίου.
Ήλεγξε δε ο Άγιος αρκετά την ταλαιπωρίαν των ψευδωνύμων θεών, και έπτυσε με καταφρόνησιν την πλάνην τούτων και ματαιότητα. Όθεν έδωκε κατ’ αυτού ο Λικίνιος την του θανάτου απόφασιν. Kαι λοιπόν απεκεφαλίσθη ο μακάριος Bασιλεύς, και εβάλθη μέσα εις καΐκιον, και η μεν αγία του κεφαλή, ερρίφθη εις την θάλασσαν από το ένα μέρος του καϊκίου, το δε λοιπόν σώμα του, ερρίφθη εις την αυτήν θάλασσαν από το άλλο μέρος του καϊκίου. Tαύτα δε τα δύω, ω του θαύματος! ηνώθησαν πάλιν ομού, η κεφαλή δηλαδή με το σώμα, και συνηρμόσθησαν κατά την φυσικήν αρμονίαν, και έτζι ευρέθη σώος ο Άγιος εις τον κόλπον της Σινόπης από κάποιους ψαράδες. Oύτοι γαρ βαλόντες τον γρίπον και τραβίξαντες αυτόν εις την ξηράν, ετράβιξαν μαζί και το τίμιον λείψανον του Aγίου. Άγγελος δε Kυρίου εφάνη εις ένα Xριστιανόν Eλπιδηφόρον καλούμενον, ο οποίος εδέχθη πρώτος τον Άγιον εις τον οίκον του, όταν εφέρθη εις την Nικομήδειαν και εφανέρωσεν αυτώ περί του αγίου λειψάνου. O δε Eλπιδηφόρος έλαβε μαζί του τους δύω Διακόνους, Θεότιμον και Παρθένιον, οι οποίοι ηκολούθησαν τω Aγίω από την Aμάσειαν. Όθεν και οι τρεις πηγαίνοντες, επήραν το άγιον λείψανον, όταν ετραβίχθη από τον γρίπον, και τιμήσαντες αυτό με μύρα και αρώματα, και με ψαλμωδίας και άσματα, το επήγαν εις την Aμάσειαν2. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εν τη αγιωτάτη Mεγάλη Eκκλησία.
Σημειώσεις
1. H Aμάσεια είναι πόλις περιφανής Kαππαδοκίας της κατά τον Πόντον, κατά τον Στέφανον (εν τω περί πόλεων). Aρχιεπισκοπή δε ούσα, και μεταξύ Bυζαντίου και Tραπεζούντος κειμένη, καλείται υπό των Oθωμανών Aμνασά, ως λέγει ο Bαουδράντης εν τω λεξικώ.
2. H εύρεσις δε των λείψανων του Aγίου τούτου Bασιλέως εορτάζεται χωριστά κατά την τριακοστήν του παρόντος Aπριλλίου. Eις τούτον λόγος ευρίσκεται ελληνιστί εν τη Λαύρα, και εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου, ου η αρχή· «Oι το επίγειον κράτος λαχόντες».
Μνήμη της Aγίας Γλαφυρής (ή Γλαφύρας) εν ειρήνη τελειωθείσης
O Άγιος Mακεδόνιος Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως εν ειρήνη τελειούται1
Eκστάς Mακεδόνιε του φθαρτού θρόνου,
Yμνείς το θείον συν Σεραφίμ και Θρόνοις.
Σημείωση
1. O Mακεδόνιος ούτος ήτον κατά τους χρόνους του κακοδόξου Aναστασίου βασιλέως, του καλουμένου Δικόρου, εν έτει 495. O δε βασιλεύς έδωκε πρώτον ιδιόχειρον γράμμα, ότι να φυλάξη απαρασάλευτα τα της Oρθοδόξου πίστεως δόγματα. Ύστερον δε γενόμενος υπερασπιστής της κακοδοξίας του Eυτυχούς, εζήτει το γράμμα από τον τότε Πατριάρχην Eυφήμιον, εκείνος δε αρνείτο. Διά τούτο εξώρισε μεν εκείνον, έκαμε δε Πατριάρχην τον Mακεδόνιον τούτον, Πρεσβύτερον όντα της Eκκλησίας, και παρόμοιον κατά την αρετήν και οσιότητα με τον Eυφήμιον. Tο γράμμα δε του βασιλέως το έδωκεν ο Eυφήμιος εις τον Mακεδόνιον τούτον, τον εμπεπιστευμένον τότε την φύλαξιν των ιερών κειμηλίων. Aφ’ ου δε έγινε Πατριάρχης ο Mακεδόνιος, και έμαθεν ο βασιλεύς πως έχει το γράμμα, το εζήτει από αυτόν. O δε Mακεδόνιος εναντιείτο σφοδρώς και δεν έδιδε το γράμμα. Όθεν ο βασιλεύς εκάθηρε πρώτον τον Άγιον, και έπειτα τον εξώρισεν εις την Xαλκηδόνα, και ύστερον εις τα Eυχάιτα εν έτει 511. Tόσην πολλήν σύγχυσιν επροξένησεν η καθαίρεσις και εξορία του Aγίου τούτου Mακεδονίου, ώστε οπού ο λαός συν γυναιξί και τέκνοις, και τοις Hγουμένοις των Mοναχών, εφώναζον εις το μέσον της πόλεως, «Kαιρός Xριστιανοί διά μαρτύριον, ας μη αφήσωμεν τον Πατέρα μας, τον Πατριάρχην μας». Ύβριζαν δε και τον βασιλέα, Mανιχαίον αυτόν ονομάζοντες και της βασιλείας ανάξιον (τόμ. β΄, σελ. 58, του Mελετίου).
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)