Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Λογγίνου του Eκατοντάρχου
Yιόν Θεού λέγων σε Xριστέ και πάλιν,
Λογγίνος ως πριν, τέμνεται τον αυχένα.
Άμφ’ εκκαιδεκάτην Λογγίνον άορ κατέπεφνεν.
Η Σταύρωσις του Κυρίου, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου. Στα δεξιά εικονίζεται ο Άγιος Λογγίνος ο Εκατόνταρχος
Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους Tιβερίου Kαίσαρος, εν έτει ιε΄ [15], καταγόμενος μεν από την χώραν των Kαππαδοκών, εκατόνταρχος δε υπάρχων κατά το αξίωμα, υποκάτω εις τον Πιλάτον τον ηγεμόνα της Iουδαίας. Aπό τον οποίον επροστάχθη να υπηρετήση εις τα τίμια και σωτήρια Πάθη του Xριστού, μαζί με τους υποτασσομένους εις αυτόν στρατιώτας, και να φυλάξη τον σφραγισθέντα τάφον. Oύτος λοιπόν βλέπωντας τα εξαίσια θαύματα, οπού έγιναν τότε εις την Σταύρωσιν του Kυρίου, ήτοι τον σεισμόν, την επισκότισιν του ηλίου, το καταπέτασμα του Nαού, οπού εσχίσθη από άνωθεν έως κάτω, τας πέτρας, οπού εσχίσθησαν, τα μνήματα, οπού ανοίχθησαν και πολλούς των κεκοιμημένων Aγίων, οπού ανεστήθησαν και ενεφανίσθησαν εις τους πολλούς. Tαύτα λέγω πάντα βλέπωντας, εφώναξε με μεγάλην φωνήν και είπεν, αληθώς Θεού υιός ην ούτος. Kαθώς διηγούνται συμφώνως και οι τρεις θείοι Eυαγγελισταί, ο Mατθαίος, ο Mάρκος, και ο Λουκάς. Διά τούτο και τα αργύρια οπού έδιδαν εις αυτόν οι Iουδαίοι, διά να διαβάλη την Aνάστασιν του Kυρίου, και να ειπή, ότι οι μαθηταί τον έκλεψαν, τα αργύρια λέγω ταύτα δεν τα εδέχθη ο αοίδιμος. Aλλά τα απεστράφη αυτός και δύω άλλοι στρατιώται, οι οποίοι ύστερον μαζί με αυτόν εμαρτύρησαν.
Η Σταύρωσις. Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού του Αγιασμάτι (παρά την Πλατανιστάσα). Στα δεξιά, πίσω από τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, εικονίζεται ο Άγιος Λογγίνος ο Εκατόνταρχος
Αφήσας λοιπόν ο μακάριος Λογγίνος την στρατιωτικήν τάξιν και το αξίωμα του εκατοντάρχου, επήγεν εις την πατρίδα του, και εκήρυττεν αποστολικώς τον Xριστόν, ότι είναι Θεός αληθινός. Tούτο δε μαθών ο Πιλάτος από τους Iουδαίους, μάλλον δε και διαφθαρείς την γνώμην παρ’ αυτών με δώρα και αργύρια, γράφει προς τον Kαίσαρα Tιβέριον, και κατηγορεί τον Λογγίνον, πως αφήκε το στρατιωτικόν του επάγγελμα. Kαι πως κηρύττει εις την πατρίδα του Θεόν τον Xριστόν. Όθεν πέμπονται εκείνοι, οπού έμελλον να θανατώσουν τον Άγιον. Kαι φθάσαντες εις την πατρίδα του Kαππαδοκίαν, κατά τύχην απαντώσι τον ίδιον Λογγίνον, χωρίς να γνωρίσουν, ούτε εκείνοι αυτόν, ούτε αυτός εκείνους. Kαι αφ’ ου εφιλοξενήθησαν φιλοφρόνως από τον Άγιον, φανερόνουσιν εις αυτόν τον σκοπόν, διά τον οποίον επήγαν εκεί. O δε Άγιος, χωρίς να ταραχθή τελείως, εδέχθη με τόσην πολλήν χαράν την είδησιν αυτήν, ώστε οπού ακόμη περισσότερον επεριποιήθη αυτούς και εφιλοξένησεν. Έπειτα ετοιμάσας πρότερον τον τάφον και τα εις την θανήν του επιτήδεια, εκάλεσε και τους άλλους δύω στρατιώτας, οπού έφυγον μαζί με αυτόν, διά να συγκοινωνήσουν και αυτοί το διά Xριστόν μαρτύριον.
Άγιος Λογγίνος ο Εκατόνταρχος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Έπειτα φανερόνοι εις τους απεσταλμένους, ότι αυτός είναι ο ζητούμενος από αυτούς Λογγίνος. Oι δε απεσταλμένοι τούτο ακούσαντες, πολύ ελυπήθησαν. Παρακαλεσθέντες όμως από τον Άγιον, απεκεφάλισαν αυτόν και τους δύω συστρατιώτας του. H δε πάντιμος κεφαλή του Aγίου, ευθύς επέμφθη εις την Iερουσαλήμ, διά να λάβη πληροφορίαν, τόσον ο Πιλάτος, όσον και οι Iουδαίοι, ότι αληθώς απεκεφαλίσθη ο υπ’ αυτών μισούμενος Λογγίνος. Kαι προς τούτοις, ίνα εκ της τοιαύτης πληροφορίας, λάβη ο Πιλάτος παρά των Iουδαίων τα συμφωνηθέντα αργύρια. Eχώσθη δε η τιμία του Mάρτυρος κεφαλή έμπροσθεν της πόλεως Iερουσαλήμ μέσα εις μίαν κοπρίαν. Ύστερον δε από πολλούς χρόνους, μία γυναίκα ένδοξος και πλουσία καταγομένη από την Kαππαδοκίαν, έχασε το φως των οφθαλμών της και έμεινε τυφλή, από μίαν ασθένειαν, οπού της ηκολούθησε. Tούτου χάριν επήγεν εις τα Iεροσόλυμα, ομού με ένα μονογενή της υιόν. Mε σκοπόν, διά να δυνηθή να εύρη την ιατρείαν των οφθαλμών της. Eις καιρόν δε οπού ευρίσκετο εκεί, απέθανεν ο υιός της. Kαι διά τούτο επροστέθη επάνω εις την μίαν λύπην της, και άλλη λύπη. Όθεν διπλώς εθρήνει η δυστυχής. Eις ταύτην λοιπόν ούτως έχουσαν, φαίνεται εν ονείρω ο μακάριος Λογγίνος και λέγει προς αυτήν, ποίος είναι. Kαι εις ποίον μέρος είναι χωσμένη η κεφαλή του. Kαι ότι εάν σκάψη και πάρη αυτήν, θέλει λάβη από αυτήν την ιατρείαν των οφθαλμών της. Kαι προς τούτοις, ότι θέλει ιδή και τον υιόν της με δόξαν. Eξυπνήσασα λοιπόν η γυνή, και ευρούσα την κοπρίαν και σκάψασα, επήρε την αγίαν του Mάρτυρος κεφαλήν. Kαι διά της εν εκείνη κατοικούσης θείας χάριτος, έλαβε την οπτικήν ενέργειαν των ομματίων της. Kαι τον υιόν της ηξιώθη να ιδή, συνευρισκόμενον ομού με τον Άγιον, και απολαμβάνοντα την εκείνου δόξαν και τιμήν εις τα ουράνια. Έβαλε λοιπόν εις θήκην και το λείψανον του υιού της, και την του Mάρτυρος κεφαλήν. Eπειδή έτζι της είπε να κάμη ο Άγιος. Kαι πέρνουσα αυτήν, επήγεν εις την Kαππαδοκίαν, παθούσα το ίδιον εκείνο, οπού έπαθε και ο Σαούλ. Kαθώς γαρ εκείνος ζητών τας γαϊδούρας του πατρός του, εύρε παρ’ ελπίδα βασιλείαν, τοιουτοτρόπως και αυτή, ζητούσα να απολάβη το φως των οφθαλμών της, και τούτο έλαβε, και θερμόν προστάτην ευρήκε τον Άγιον. Όθεν κτίσασα Eκκλησίαν εις όνομα του Aγίου Λογγίνου, εκεί απεθησαύρισε την του Mάρτυρος ιεράν κεφαλήν. Kαι διά μέσου αυτής, επλούτησε μίαν βρύσιν των ιαμάτων, και διά τον εαυτόν της και διά όλους τους συμπατριώτας της Xριστιανούς, εις δόξαν του Kυρίου ημών Iησού Xριστού. (Tο πλατύτερον αυτού Συναξάριον όρα εις τον Nέον Παράδεισον1.)
Σημειώσεις
1. Tο ελληνικόν Συναξάριον του Aγίου συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Tου Θεού λόγου διά την εκ παρακοής επενεχθείσαν». (Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη των Iβήρων και εν άλλαις.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ο νεομάρτυρας και παιδομάρτυρας Άγιος Ιωάννης ο Τουρκολέκας γεννήθηκε το 1805 μ.Χ. στο χωριό Τουρκολέκα Αρκαδίας. Η οικογένεια του διακρινόταν για την ευλάβεια στον Θεό, για την αγάπη προς την πατρίδα και για τον ηρωισμό της. Πατέρας του ήταν ο Σταματέλος Σταματελόπουλος-Τουρκολέκας, ονομαστός αγωνιστής της περιοχής Λεονταρίου και μητέρα του, η αδελφή της συζύγου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Σοφία. Μεταξύ των τεσσάρων του αδελφών διακρινόταν ο γνωστός οπλαρχηγός Νικήτας, γνωστός ως Νικηταράς (ο Τουρκοφάγος) και ο διδάσκαλος της πολεμικής τακτικής ευπαίδευτος λοχαγός Νικόλαος.
Το 1816 μ.Χ. ο Ιωάννης, 11 χρονών τότε, μαζί με τον πατέρα του και τον Αναγνώστη, γιό του αγωνιστή του Πάρνωνα Ζαχαριά, ενώ ταξίδευαν για τα Κύθηρα, λόγω θαλασσοταραχής βρέθηκαν στη Νεάπολη της Λακωνίας. Ο Αγάς της περιοχής Χουσεΐν, με δόλο τους συνέλαβε και τους έστειλε στην ανωτέρα Τουρκική αρχή της Μονεμβασίας. Εκεί οι συλληφθέντες φυλακίστηκαν στο κάστρο της.
Στη συνέχεια ο άρχοντας της Μονεμβασίας ζήτησε οδηγίες από τον Βοεβόδα του Μυστρά, ο οποίος διέταξε να αποκεφαλιστούν και οι τρεις φυλακισμένοι. Πρώτα αποκεφαλίστηκαν ο Αναγνώστης και ο πατέρας του Αγίου.
Για την ομολογία, το μαρτυρικό τέλος και το θαυμαστό σημείο, που έδωσε ο Θεός, μετά τον αποκεφαλισμό του παιδομάρτυρα, γράφει, σχετικά ο αδελφός του Αγίου, ο Νικηταράς: «Στον αδελφό μου πρότειναν ν’ αλλάξει την πίστη του. Του δείχνουν τον σκοτωμένο πατέρα του και του λέγουν κάθησε να σε κάνουμε Τούρκο. Τότε το παιδί κάνει το σταυρό του και τους απαντά: θα πάω κι εγώ εκεί που πάει ο πατέρας μου. Του ξαναλέγουν· γίνε Τούρκος. Το παιδί όμως ξανακάνει το σταυρό του. Έγινε από το αίμα του σταυρός. Πήραν τα κεφάλια τους στην Τριπολιτσά».
Η σφαγή και των τριών έγινε στις 16 Όκτωβρίου 1816 μ.Χ., έξω από τον Ιερό Ναό του «Ελκομένου Χριστού» στην πάλαια Μονεμβασία. Εκεί, στο δάπεδο της αυλής του Ναού, το αίμα του παιδομάρτυρα και νεομάρτυρα Ιωάννη, σχημάτισε Σταυρό και έτσι αποκαλύφθηκε η ένδοξη είσοδος του Αγίου στη Βασιλεία του Θεού και η ένταξή του στη χορεία των Μαρτύρων.
Οι κεφαλές, του νεομάρτυρα Ιωάννη, του πατέρα του και του Αναγνώστου εστάλησαν στον Πασά της Τριπόλεως, τα δε σώματα τους ετάφησαν στην Μονεμβασία, και μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστος ο τόπος της ταφής και των κεφαλών και των σωμάτων τους.
Το σημείο του Σταυρού, το οποίο στο δάπεδο της αυλής του Ναού σχημάτισε το μαρτυρικό και αγνό αίμα του Αγίου Ιωάννη, έγινε πηγή συριγμού των υποδούλων χριστιανών Ελλήνων και τόπος ιερού προσκυνήματος των πιστών.
Ναός του Αγίου υπάρχει στο χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε.
Το απόγευμα της Τρίτης 13 Οκτωβρίου, στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Δήμου Αγίου Δημητρίου, έπειτα από την τέλεση του εσπερινού και της Ιεράς Παρακλήσεως στον Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και στον Άγιο Δημήτριο τον Μυροβλύτη, με τη συμμετοχή πλήθους πιστών, ακολούθησε ώρα 7.30μμ, σύμφωνα με το πρόγραμμα των εορταστικών εκδηλώσεων «ΔΗΜΗΤΡΙΑ 2026», η Εκδήλωση-Συζήτηση με τον κ. Νίκο Γκουράρο, Διευθυντή Ανάπτυξης Ινστιτούτου «Άγιος Μάξιμος ο Γραικός» και με τον ηθοποιό Άρη Σερβετάλη, στον ισόγειο χώρο του Ιερού Ναού, με θέμα: «Πνευματικό ήθος και η τέχνη του ηθοποιού».
Ο Προϊστάμενος του Ιερού Ναού, π. Ματθαίος Χάλαρης, άνοιξε την εκδήλωση καλωσορίζοντας τους εκλεκτούς προσκεκλημένους και συγχαίροντας τον καθένα προσωπικά για το πνευματικό έργο που επιτελεί από τη δική του θέση στη σύγχρονη κοινωνία. Ιδιαίτερη μνεία έκανε στη σημαντική διαφορά που έχουν επιφέρει η κινηματογραφική ταινία «Ο Άνθρωπος του Θεού» και η τηλεοπτική σειρά «Άγιος Παΐσιος – Από τα Φάρασα στον Ουρανό» στον χώρο του σύγχρονου θεάματος. Κλείνοντας, ευχαρίστησε το πλήθος των πιστών που κατέκλυσαν τον ισόγειο χώρο του Ιερού Ναού, αψηφώντας τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, προκειμένου να παρακολουθήσουν την εκδήλωση.
Στη συνέχεια, έλαβε τον λόγο ο κ. Νίκος Γκουράρος, ο οποίος άνοιξε τον διάλογο με τον κ. Άρη Σερβετάλη. Μεταξύ των πολλών ερωτήσεων που τέθηκαν, ξεχώρισε η ακόλουθη: «Πώς μπορεί ένας ηθοποιός να υποδυθεί έναν Άγιο, όταν η αγιότητα υπερβαίνει την ανθρώπινη υποκριτική;», με τον κ. Σερβετάλη να απαντά: «Η μόνη διαδικασία που με αναπαύει είναι να προσπαθώ να μην παίξω τίποτα απολύτως! Το μόνο που αγωνίζομαι είναι να ακολουθώ ό,τι λέει η Εκκλησία: προσευχή, νηστεία, άσκηση». Σε άλλο σημείο, ο κ. Γκουράρος ρώτησε: «Υπήρξε κάποια στιγμή στα γυρίσματα που ένιωσες ότι δεν “έπαιζες” πια, ότι σε άγγιξε κάτι πέρα από την ερμηνεία;», και ο αγαπητός ηθοποιός αποκρίθηκε: «Πάρα πολλές απόπειρες ερμηνείας ήταν αποκαλυπτικές, και αυτές με άγγιξαν ιδιαίτερα, διότι έρχεσαι αντιμέτωπος με τον εαυτό σου και αποκαλύπτεσαι, αρκεί να είσαι έτοιμος να δεχθείς την αποκάλυψη, που πολλές φορές είναι δυσάρεστη λόγω των πολλών παθών».
Η συζήτηση συνεχίστηκε με τον κ. Γκουράρο να ρωτά: «Έπαιξες τον Άνθρωπο του Θεού, που ήταν ένας Άγιος. Εμείς οι απλοί άνθρωποι καλούμαστε να είμαστε τουλάχιστον “Άνθρωποι της Αλήθειας”. Πόσο εύκολο είναι αυτό;», και τον συνομιλητή του να επισημαίνει: «Αφού ο Θεός είναι η Αλήθεια, επομένως αν γίνουμε σκεύος αγιοπνευματικό και καθαριστούμε, τότε θα ακολουθήσουμε την πορεία των Αγίων». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε και η ερώτηση: «Υπάρχουν στιγμές που αισθάνεσαι πνευματικά κουρασμένος ή απομακρυσμένος από τον Θεό;», στην οποία ο ηθοποιός απάντησε: «Ναι, φυσικά υπάρχουν αυτές οι δοκιμασίες, και λες “αμάν, τώρα τι κάνουμε;”. Και εκεί κάνεις τηλέφωνο στον πνευματικό. Εκεί που νομίζεις ότι έχεις πίστη, συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις τίποτα. Και ξεκινάς από την αρχή. Χρειάζεται περισσότερος αγώνας και περισσότερη άσκηση. Συνεχής μετάνοια, εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία».
Ακολούθως, η συζήτηση επικεντρώθηκε στην καλλιτεχνική πορεία του ηθοποιού και στους ρόλους που έχει ενσαρκώσει, με τον κ. Γκουράρο να ρωτά: «Πώς επιλέγεις τον ρόλο που θα κάνεις; Υπάρχει σε όλα αυτά ένα κρυφό προσκύνημα με τον Θεό;». Στην απάντησή του, ο κ. Σερβετάλης σημείωσε: «Μετά από ανάγνωση διαφόρων κειμένων, και ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε και τους προβληματισμούς που έχουμε, το συζητάμε με τη σύζυγό μου και μπαίνουμε σε αυτό. Σε όλα υπάρχει προσκύνημα, ειδικά μετά τη μεταστροφή, ο παρονομαστής είναι κοινός, ο Χριστός».
Ολοκληρώνοντας τον διάλογο, ο κ. Γκουράρος κάλεσε τον κ. Σερβετάλη να αναγνώσει, αποδίδοντας ερμηνευτικά τον Άγιο Ιωσήφ τον Ησυχαστή, μία επιστολή του Οσίου με τίτλο «Προς νέον ερωτήσαντα περί της ευχής», στην οποία η προσευχή παρομοιάζεται με την τέχνη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ζωή του Αγίου Ιωσήφ του Ησυχαστή πρόκειται να μεταφερθεί στην τηλεόραση μέσα από νέα σειρά.
Την εκδήλωση έκλεισε ο Πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ιερού Ναού, Αιδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Ματθαίος Χάλαρης, ο οποίος εξέφρασε τις θερμές του ευχαριστίες προς τον κ. Νίκο Γκουράρο και τον κ. Άρη Σερβετάλη, καθώς και προς τους εκατοντάδες πιστούς που τίμησαν με την παρουσία τους την εκδήλωση.
(Το Γκέλβερι, η αρχαία Καρβάλη, πατρίδα του αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου, του αββά Μισαήλ και του γέροντος Ιερωνύμου της Αιγίνης. Από γειτονικά χωριά κατάγονταν ο Άγιος Αρσένιος ο Χατζεφεντής και ο Άγιος γέρων Παϊσιος. Αγιοτόκος Καππαδοκία που ακόμα μάς ποτίζεις με τα νάματα της αγάπης του Θεού!)
Όπως έλεγε ο Άγιος γέροντας Ιερώνυμος, «ο Μισαήλ ήταν ένας νέος αββάς Ισαάκ. Τόσο πολύ είχε προχωρήσει στην προσευχή».
Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας
Ο Μισαήλ ήταν έγγαμος αλλά δε ζούσε μαζί με τη γυναίκα του, ήταν σαν αδέλφια. Εργαζόταν για την οικογένειά του και την συντηρούσε, αλλά δεν έμενε μαζί της. Την ημέρα δούλευε μόνος του στα κτήματα. Δεν ήθελε να δουλεύει μ’ άλλους μαζί, για να μην τον βλέπουν να προσεύχεται. Και την νύκτα την περνούσε προσευχόμενος σε κάποιο εξωκκλήσι ή αν γύριζε σπίτι έμενε μόνος του. Είχε μεγάλη αγάπη για την ησυχία και φλογερό πόθο για την προσευχή. Όταν προσευχόταν η καρδιά του θερμαινόταν τόσο πολύ, που ξεχνούσε τον εαυτό του. Είχε τη δύναμη να παραμένει γονατιστός και με τα χέρια υψωμένα για δύο μέρες.
Ιδιαίτερα είχε επιδοθεί στη λεγόμενη «κατανυχτική» προσευχή. Η κατανυχτική αυτή προσευχή, όπως την ονόμαζαν στο Γκέλβερι, δεν ήταν τίποτ’ άλλο από την προσευχή των νηπτικών. Γονάτιζε μπροστά σε μια εικόνα ή στο ύπαιθρο και άφηνε την ψυχή του να ξεχειλίζει μπροστά στο Θεό. Σκεφτόταν τις αμαρτίες του και έχυνε άφθονα δάκρυα, από τα οποία προσδοκούσε τη λύτρωση. Συχνά ανέβαινε στο βουνό κι έμενε εκεί προσευχόμενος ως το βράδυ. Κι όταν τελείωνε, ο ιδρώτας της αγωνίας του ήταν τόσος πολύς, ώστε όπως έλεγε ο γέροντας Ιερώνυμος, «αν έστυβες τη φανέλα του θα έβγαζε μια οκά νερό».
Στην εκκλησία που πήγαινε, κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας, δεν έμπαινε στο ιερό αλλά έστεκε πάντα στον πρόναο ή πίσω από κάποια κολώνα. Είχε το κεφάλι του ακουμπισμένο στο στήθος και προσευχόταν νοερά. Και πολλές φορές όταν ο ιερέας εκφωνούσε το «εξαιρέτως», απερχόταν αθόρυβα και εξαφανιζόταν. Όπως αποδείχτηκε αργότερα, πήγαινε σε κάποιο ξωκκλήσι για να συνεχίσει την προσευχή του ως το βράδυ.
Πολλοί που τον έβλεπαν να φεύγει πριν καλά καλά να τελειώσει η θεία λειτουργία παραξενεύονταν και αναρωτιούνταν που να πηγαίνει και τι να κάνει. Μια Κυριακή λοιπόν, μόλις έφυγε ο Μισαήλ από την εκκλησία, τον ακολούθησαν διακριτικά και από μακριά μερικές γυναίκες για να δούν που θα πάει. Εκείνος πήρε ένα μονοπάτι και σε λίγη ώρα έφθασε σ’ ένα ξωκκλήσι. Λίγο αργότερα έφθασαν εκεί και οι γυναίκες που τον ακολουθούσαν και στάθηκαν αθόρυβα απ’ έξω. Ο Μισαήλ που δεν τις είχε αντιληφθεί, άρχισε να προσεύχεται δυνατά με λυγμούς, δάκρυα και στεναγμούς αλαλήτους. Έλεγε διάφορες προσευχές, γνωστές και αυτοσχέδιες, οτιδήποτε που θα βοηθούσε να κατανυγεί η καρδιά του. Έτσι, με το Μισαήλ μέσα να προσεύχεται δυνατά και με δάκρυα και τις γυναίκες απ’ έξω να ακροώνται τη θεία του ενασχόληση, πέρασαν μερικές ώρες με θεία ανάταση και καρδιακή συντριβή.
Μόλις τέλειωσε ο Μισαήλ, βγήκε έξω. Κι όταν είδε τις γυναίκες, στενοχωρήθηκε πολύ, σχεδόν θύμωσε. Έφυγε χωρίς να τους μιλήσει. Εκείνες πάλι, μεταρσιωμένες απ’ τη θεία αυτή μυσταγωγία που έζησαν τόσες ώρες κοντά του, ζήλεψαν και είπαν μεταξύ τους :
– Μόνο το Μισαήλ ακούει ο Θεός ; Γιατί να μη δοκιμάσουμε κι εμείς να προσευχηθούμε όπως κι εκείνος ;
Και δόθηκαν στην προσπάθεια της προσευχής. Δεν είναι τόσο εύκολο όμως να ασχοληθείς με τη νηπτική προσευχή χωρίς να βρεθεί κάποιος να σε διδάξει. Το συνειδητοποίησαν γρήγορα αυτό κι άρχισαν να πλησιάζουν το Μισαήλ και να τον παρακαλούν να τις διδάξει την τέχνη της προσευχής. Εκείνος τις δίδασκε μεν, τους έλεγε τι πρέπει να κάνουν, αλλά δεν τους έδειχνε, δεν προσευχόταν μαζί τους. Και κείνες άρχισαν να προσεύχονται στο Θεό για να φωτίσει το Μισαήλ και να τους δείξει πρακτικά τα μυστικά της προσευχής.
Κι η απάντηση δεν άργησε να ‘ρθει και μάλιστα θαυματουργικά. Σύντομα παρουσιάστηκε στο Μισαήλ ένας καλόγηρος και του είπε :
– Μισαήλ, πάρε τις γυναίκες που σε ακολούθησαν στο ξωκκλήσι κι όσους θέλεις και το βράδυ νάρθετε στο τάδε σπίτι που ‘ναι κατάλληλο κι ευρύχωρο. Μόνο αδιάφορους και άσχετους ανθρώπους μην καλέσεις. Εκεί θα ‘μαι κι εγώ και θα σας δείξω την κατανυκτική προσευχή.
Ο Μισαήλ αν και απόφευγε τους ανθρώπους και δεν ήθελε να προσεύχεται μαζί με άλλους, υπάκουσε. Κάλεσε τις γυναίκες και μερικούς άλλους, ανάμεσά τους και το γέροντα Ιερώνυμο, που τότε ήταν μικρό παιδί και το βράδυ βρέθηκαν όλοι μαζί στον προορισμένο τόπο. Ο καλόγερος άρχισε τότε να προσεύχεται με λυγμούς και δάκρυα πολλά, που έκαναν και όλους τους άλλους να κλαίνε. Έλεγε διάφορες προσευχές και λόγια κατανυκτικά, που έβγαιναν από την καρδιά του με πόθο και πίστη και φανέρωναν τη μεγάλη του αγάπη για το Θεό. Αυτό κράτησε όλη νύχτα κι επαναλήφθηκε για δεύτερη και τρίτη φορά. Προς το τέλος της τρίτης νύχτας, μόλις είχε τελειώσει την προσευχή του κι αφού συμβούλεψε το Μισαήλ να συνεχίσει εκείνος να διδάσκει τους χριστιανούς, χάθηκε μπροστά στα μάτια τους. Φαίνεται πως ήταν άγγελος του Θεού ή άγιος. Από τότε ο Μισαήλ άρχισε να διδάσκει την κατανυκτική προσευχή και τα βράδια μαζεύονταν όλοι σε διάφορα σπίτια και προσεύχονταν.
Ο Μισαήλ είχε μια θυγατέρα, που είχε μεγάλη κλίση στην πνευματική ζωή. Γνήσιο παιδί του πατέρα της, κληρονόμησε από κείνον όλες τις αρετές του και είχε ιδιαίτερη επίδοση στην κατανυκτική προσευχή. Αν και ήταν πολύ νέα στην ηλικία, άρχισαν σιγά σιγά να μαζεύονται κοντ’α τις διάφορες γυναίκες και κείνη τις δίδασκε, τις καθοδηγούσε κι έκαναν μαζί κατανυκτική προσευχή. Με τον καιρό, όταν η ομήγθρη μαζεύονταν σε κάποιο σπίτι να προσευχηθεί, χώριζε σε δύο ομάδες. Ο Μισαήλ με τους άνδρες προσεύχονταν σ’ ένα δωμάτιο κι η κόρη του με τις γυναίκες σ’ ένα άλλο. Ήταν η παρηγοριά όλων των γυναικών στο Γκέλβερι η κόρη του Μισαήλ, όπως εκείνος ήταν για τους άνδρες.
Όταν η κόρη του Μισαήλ έφθασε στην ηλικία των 18-20 ετών, αρρώστησε βαριά. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού και κυρίως οι γυναίκες άρχισαν να ανησυχούν. Αν πάθαινε κάτι, έχαναν τη μοναδική τους παρηγοριά. Τι να κάνουν ; Ρίχτηκαν στην προσευχή. Παρακαλούσαν μέρα – νύχτα το Θεό να την κάνει καλά, γιατί στις δύσκολες μέρες που περνούσαν, ήταν η μοναδική τους παρηγοριά, ο άνθρωπος που τις καθοδηγούσε, ο σύνδεσμός τους με το Θεό. Η κατάστασή της όμως όλο και χειροτέρευε.
Στην απόγνωσή τους όμως σκέφτηκαν να καταφύγουν στον πατέρα της, το Μισαήλ. Γνώριζαν τη δύναμη της προσευχής του και την παρρησία που είχε στο Θεό και τον παρακάλεσαν να προσευχηθεί για την κόρη του.
– Σε παρακαλούμε, του έλεγαν, προσευχήσου στο Θεό να την κάνει καλά. Δε σου λέμε να κάνεις ιδιαίτερη προσευχή επειδή είναι κόρη σου αλλά για μας, που αν τη στερηθούμε θα μείνουμε απαρηγόρητες. Έχουμε τόσα βάσανα και τόσες στεναχώριες, που αν χάσουμε τη μοναδική μας βοήθεια και το στήριγμά μας θα μας κυριεύσει η απελπισία.
Ο Μισαήλ στην αρχή δεν ήθελε να υποκύψει, για να μην θεωρηθεί ότι της είχε ιδιαίτερη αδυναμία επειδή ήταν κόρη του. Ο νους του ήταν δεμένος αποκλειστικά με το Θεό, όλους τους άλλους ανθρώπους τους είχε ίσους στην καρδιά του. Στις επίμονες παρακλήσεις των γυναικών όμως η καρδιά του κάμφθηκε. Έτσι, κατά τη συνήθειά του, ανέβηκε μια Πέμπτη πρωί, πριν ξημερώσει, στο βουνό.
Γονάτισε, σήκωσε τα χέρια του ψηλά και άρχισε την προσευχή. Πυρπολημένος από θείο έρωτα παρέμεινε «τη προσευχή και δεήσει», από «φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός». Ανάμεσα στ’ άλλα κι ενώ ο ιδρώτας έτρεχε απ’ το πρόσωπό του, μίλησε στο Θεό για την κόρη του, όχι επειδή την πονούσε σαν πατέρας της, αλλ’ επειδή του είπαν ότι είναι στήριγμα και παρηγοριά στους χριστιανούς.
Ξαφνικά, εκεί που βρισκόταν αφοσιωμένος στην προσευχή, αποξενωμένος από τα εγκόσμια, κι η ψυχή του είχε αρπαγεί στα ουράνια, ακούει μέσα του μια λεπτή, θεία φωνή να του λέει :
– Δίνεις εγγύηση για την κόρη σου ;
– Όχι, Κύριε, δεν μπορώ να δώσω εγγύηση. Είμαι αμαρτωλός και γνωρίζω το τρεπτόν του ανθρώπου. Σήμερα η κόρη μου αγωνίζεται και εργάζεται στο θέλημά Σου. Αύριο όμως ; Πως μπορώ να εγγυηθώ ; Γενηθήτω το θέλημά Σου !
Η επίσκεψη αυτή που τον αξίωσε ο Θεός να δεχτεί, τον ηρέμησε. Πλημμύρισε ολόκληρος από μια ουράνια γαλήνη και συνέχισε τη θεία του ενασχόληση με ακόμα μεγαλύτερο ζήλο. Και προς το τέλος της ημέρας κατέφθασε ένας αγγελιαφόρος να τον ειδοποιήσει πως η κόρη του αναπαύτηκε και ότι πρέπει να σπεύσει για τον ενταφιασμό της.
Προειδοποιημένος ο Μισαήλ, δέχτηκε το μήνυμα με ηρεμία και κάποια ανακούφιση. Είχε βαθιά πίστη στο Θεό και στην ανάσταση των νεκρών και δεν επέτρψε στον εαυτό του να κλάψει για τον πρόσκαιρο χωρισμό της κόρης του. Η χαρά του για τη σωτηρία της, που με θαυμαστό τρόπο του απεκάλυψε ο Θεός, ξεπέρασε και αυτήν ακόμα την λύπη του για τον θάνατό της. Και αφού έκανε μια προσευχή ευχαριστίας στο Θεό, ξεκίνησε μαζί με τον αγγελιαφόρο για το χωριό.
Αυτός ήταν ο Μισαήλ με λίγα λόγια, όσα κατά καιρούς μας διηγόταν γι’ αυτόν ο γέροντας Ιερώνυμος, που έτρεφε πολύ μεγάλη ευλάβεια για το πρόσωπό του. «Τέτοιους ανθρώπους δεν βρίσκεις σήμερα», έλεγε, «ήταν ένας άλλος αββάς Ισαάκ. Ήταν λιγομίλητος, ταπεινός, αγαπούσε την ησυχία και είχε βαθιά συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του,. Ποτέ δεν άφηνε άνθρωπον να τον επαινέσει. Κι αν τολμούσε κανείς να του πει κάποια καλή κουβέντα, ήταν ικανός ο Μισαήλ να μην του ξαναμιλήσει ποτέ».
Από τον βίο του αγίου γέροντος Ιερωνύμου του Καππαδόκου.
Αν την συνηθίσετε, μετά δεν θα θέλετε να ομιλήτε. Τόσο είναι όμορφη η σιωπή.
Μη κοιτάς να ικανοποίησης όλους τους ανθρώπους. Ότι και να κάνης δεν ικανοποιούνται. Να κάνης μόνον ότι θεωρείς αναγκαίο η καθήκον σου. Από τους ανθρώπους να μη απογοητεύεσαι. Μη περιμένεις να είναι τέλειοι. Κανένας δεν είναι τέλειος. Όλοι παλεύουμε με τα πάθη μας. Δεν πρέπει να έχει κανείς εμπιστοσύνη ούτε εις τον εαυτόν του. Πόσον μάλλον εις τους άλλους. Άς φαίνονται καλοί, ας φαίνονται δυνατοί, ας φαίνονται σοφοί! Ποιος περίμενε, ο σοφός Σολομών να πέσει! Στα λέγω αυτά, όχι διά να περιφρονάς τους ανθρώπους. Είμεθα όλοι αδελφοί και οφείλομαι σεβασμό και αγάπη, αλλά διά να σε προφυλάξω, διά να προλάβω. Ή μπορεί και αργότερα, αυτά που τώρα σε λέγω, να σε βοηθήσουν. Εγώ δεν θα ‘μαι πάντα έδώ, διά να στα λέγω.
Σε λέγω: Δι’ ότι θέλεις και εις όποιον πειρασμό ή θλίψιν ευρέθης, παρακάλεσε τον Θεό, εις ανθρώπους μη εμπιστεύεσαι, μη ελπίζεις. Θα με ενθυμηθείς αργότερα και το επιθυμώ, δηλ. να με ενθυμάσαι, διά να βοηθείσαι, να γλυτώνεις. Θα δοκιμαστής και θα καταλάβεις αυτά πού τώρα σε λέγω. Πάντως μη φοβάσαι!
Είναι ωραίο να λησμονείς τον εαυτό σου και να προσεύχεσαι διά την σωτηρία των άλλων. Τούτο είναι μεγάλο πράγμα. Τούτο είναι για τον κάθε έναν, αλλά περισσότερο διά τον παπά.
Πτωχός να ζήσης και πτωχός να πεθάνεις. Αγάπησε την πτωχεία.
Μέσα εις το ιερό κατά την ώρα της Θείας λειτουργίας, ποτέ μη ομιλήσης με τους άλλους ιερείς. Μπορεί να σε παρεξηγήσουν όσοι δεν καταλαβαίνουν. Κατσίκι θα σε πουν και άλλα. Για τον Κύριον να τα δεχτείς.
Να έχεις ζήλο πολύ, ταπείνωση, καθαρό βίο. Ένας παπάς έβλεπε μέσα εις το άγιο Ποτήριο τον Κύριον και γύρω του αγγέλους. Ένας Γέρων, έβλεπε τρεις ημέρες να βρίσκεται εις το όρος Θαβώρ και ν’ ακούει τον Κύριον συνομιλούντα με τους προφήτας και τους μαθητάς του.
Ένας άλλος είχε επί τρεις ημέρας τα χέρια του εις στάσιν εκτάσεως και προσηύχετο. Πώς άντεχε τον ρώτησα. Ένα πουλί δεμένο, μου απήντησε, ποτέ δεν φεύγει. Νους δεμένος εις τα ουράνια, λησμονεί τα επίγεια, ακόμα και τον κόπον του σώματος.
Να είσθε συνετοί και διακριτικοί. Πολλούς ενάρετους είδα, ολίγους διακριτικούς. Η διάκριση είναι ανωτέρα πάντων των αρετών.
Και να μη λησμονείτε, ότι έρχεται καιρός, όπου πρέπει να ζείτε, όπως λέγει και ο Παύλος «και οι έχοντες, ως μη έχοντες».
Ηαληθινή ευτυχία, ευρίσκεται εις την υπακοή και την εξάρτηση από τον Θεόν.
Να ζητάτε πρώτα την σωτηρία σας και μετά να ζητάτε τέκνα..
Μια να είναι η προσευχή σας: Θεέ μου, θέλουμε να ζήσουμε μόνο για την αγάπη Σου!
Ο Θεός δίδει τα πάντα, αλλά να θέλωμεν, να Του ζητούμε. Να απευθύνεστε εις τον Θεόν όχι σαν ξένοι, σαν υπηρέτες, αλλά σαν παιδιά προς στοργικό πατέρα.
Πρώτα να πράτης και μετά να διδάσκεις. Επίσης, αγαπήσατε την ταπείνωση, ενδυθείτε την ταπείνωση.
Είναι τόσον λίγη η ζωή μας εις αυτόν τον κόσμο…
Τις δοκιμασίες και τους πειρασμούς, μη τα φοβάσθε. Χωρίς δοκιμασίες, δεν μπορείς ν απόκτησης την σοφία του Αγίου Πνεύματος. Χωρίς πειρασμούς και αγώνα, δεν μπορείς να πλησίασης τον Θεό.
Δια να γνωρίσει κάποιος τον Θεόν, δεν χρειάζεται να είναι πλούσιος ή επιστήμων, άλλα ταπεινός.
Όσο περισσότερο γεύεται κανείς τον Θεόν, λέγει κάποιος Γέρων, τόσον και περισσότερων πεινά δι’ Αυτόν… Ναι, να πεινάσετε, να διψάσετε και να χορτάσετε τον Θεόν, αυτό σας εύχομαι.
Νούση Σωτηρία, Ο Γέρων Ιερώνυμος της Αίγινας (1883-1966) , Ζ’ Έκδοση (Φεβρουάριος 2010) , Εκδόσεις Επτάλοφος