Ὁμιλία εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Ἰνδίκτου (1/9)

Αρχή της Ινδίκτου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Αρχή της Ινδίκτου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Ἡ ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, ἑορτάζει σήμερα, μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους τῆς ἡμέρας, καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου, δηλαδὴ τὴν ἔναρξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Τί σημαίνει αὐτό, καὶ μάλιστα ὅταν ἐμεῖς στὶς μέρες μας θεωροῦμε αὐτονόητο ὅτι ἡ πρωτοχρονιὰ εἶναι ἡ 1η Ἰανουαρίου, θὰ ἐξηγήσουμε στὴ συνέχεια.

Ἡ λέξη Ἰνδικτιὼν -καὶ ἀργότερα Ἴνδικτος- παράγεται ἀπὸ τὴ λατινικὴ λέξη indictio,ποὺ σημαίνει ὁρισμός, διάταγμα. Ὁ ὅρος αὐτὸς προῆλθε ἀπὸ τὴ συνήθεια τῶν Ρωμαίων αὐτοκρατόρων νὰ ὁρίζουν μὲ εἰδικὸ θέσπισμα τὸ ποσὸ τοῦ ἐτησίου φόρου, ποὺ εἰσέπρατταν τότε γιὰ τὴ συντήρηση τοῦ στρατοῦ. Τὸ διάταγμα αὐτὸ ἴσχυε γιὰ δεκαπέντε χρόνια. Πρῶτος εἰσήγαγε τὸ διάταγμα τοῦτο ὁ αὐτοκράτορας Καῖσαρ Αὔγουστος τρία χρόνια πρὶν γεννηθεῖ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁπόταν διέταξε τὴν γενικὴ ἀπογραφὴ τῶν ὑπηκόων τοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους καὶ τὴν εἴσπραξη τῶν σχετικῶν φόρων. Εἶναι ἀκριβῶς στὴν ἀπογραφὴ αὐτή, ποὺ ἀναφέρεται ὁ Λουκᾶς στὸ Εὐαγγέλιό του (Λουκ. 2, 1-2), κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὁποίας ὁ Μνήστωρ Ἰωσὴφ καὶ ἡ Παναγία μας, ἐπειδὴ κατάγονταν ἀπὸ τὴ Βηθλεέμ, μετέβησαν σ᾿ αὐτὴ νὰ ἀπογραφοῦν, ὁπόταν γεννήθηκε ἐκεῖ καὶ ὁ Χριστός: «Ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐξῆλθε δόγμα (=ὁρισμός-ἰνδικτιῶνα) παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου, ἀπογράφεσθαι πᾶσαν τὴν οἰκουμένην· αὕτη ἡ ἀπογραφὴ πρώτη ἐγένετο, ἡγεμονεύοντος τῆς Συρίας Κυρηνίου.» Κατ᾿ ἐπέκταση, λοιπόν, καθιερώθηκε νὰ ὀνομάζονται ἰνδικτιῶνες καὶ οἱ δεκαπενταετεῖς αὐτοὶ κύκλοι, ποὺ ἄρχισαν ἐπὶ Καίσαρος Αὐγούστου τὸ ἔτος 3 π.Χ.

Τώρα, πῶς φθάσαμε στὴν 1η Σεπτεμβρίου, ὡς ἀρχὴ τοῦ νέου Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους; Στὴν περιοχὴ τῆς Ἀνατολῆς, τὰ ἡμερολόγια τῶν περισσοτέρων χωρῶν εἶχαν ὡς ἀρχὴ τοῦ νέου χρόνου-πρωτοχρονιά, τὴν 24η Σεπτεμβρίου, ἡμέρα τῆς Φθινοπωρινῆς ἰσημερίας. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ 23η Σεπτεμβρίου ἦταν ἡ γενέθλια ἡμέρα τοῦ ἀνωτέρω Ρωμαίου αὐτοκράτορα Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου, ἡ πρωτοχρονιὰ τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας μετατέθηκε στὶς 23 Σεπτεμβρίου, ἡ ὁποία καὶ καθορίστηκε ὡς ἡ ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου, δηλαδὴ τῆς δεκαπενταετοῦς περιόδου γιὰ τὸν φόρο τοῦ σχετικοῦ ρωμαϊκοῦ διατάγματος, ποὺ ἤδη ἀναφέραμε. Αὐτὴ τὴν πρωτοχρονιὰ βρῆκε ἡ νεοσύστατη χριστιανικὴ Ἐκκλησία τὸν πρῶτο αἰώνα, ἀφοῦ γεννήθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε ἀρχικὰ μέσα στὴν ἀχανὴ τότε ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, τὴν ὁποία πρωτοχρονιὰ καὶ υἱοθέτησε, ἀλλὰ τῆς προσέδωσε χριστιανικὸ περιεχόμενο: Καθιέρωσε νὰ τελεῖται κατ᾿ αὐτὴ τὴν ἡμέρα (23 Σεπτεμβρίου) ἡ ἑορτὴ τῆς Συλλήψεως τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὸ πρῶτο σημαντικὸ γεγονὸς τῆς Εὐαγγελικῆς Ἱστορίας. Ἀργότερα, τὸ ἔτος 462 μ.Χ., γιὰ λόγους πρακτικοὺς καὶ γιὰ νὰ συμπίπτει ἡ πρώτη τοῦ ἔτους μὲ τὴν πρώτη τοῦ μηνός, ἡ ἐκκλησιαστικὴ πρωτοχρονιὰ μετατέθηκε στὴν 1η Σεπτεμβρίου. Νὰ διευκρινίσουμε ὅτι ὁ ἑορτασμὸς τῆς πρώτης τοῦ ἔτους κατὰ τὴν 1η Ἰανουαρίου ἔχει Δυτικὴ προέλευση καὶ στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ ἔχει εἰσαχθεῖ κατὰ τὰ νεώτερα χρόνια. Ἡ Ἐκκλησία μας ὅμως προσέδωσε σὺν τῷ χρόνῳ καὶ θεολογικὲς διαστάσεις στὴν ἑορτὴ τῆς ἀρχῆς τῆς Ἰνδίκτου, τῆς 1ης Σεπτεμβρίου.

Κατ᾿ ἀρχήν, ἐπειδὴ ὁ Σεπτέμβριος εἶναι ἐποχὴ συγκομιδῆς ποικίλων καρπῶν ἀλλὰ καὶ προετοιμασίας γιὰ τὸν νέο κύκλο βλαστήσεως, καθιέρωσε εἰδικοὺς ὕμνους στὴν 1η Σεπτεμβρίου, μὲ τοὺς ὁποίους ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ ἑορτάζουμε τὴν ἀρχὴ τῆς γεωργικῆς περιόδου, εὐχαριστώντας τὸν Θεὸ γιὰ τὴν Πρόνοιά του πρὸς τὴν ὑλικὴ κτίση, καὶ παρακαλώντας τον συνάμα νὰ εὐλογεῖ «τὸν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός» Του, δηλαδὴ ὅλο τὸν κύκλο τοῦ νέου ἔτους, παρέχοντας «καιροὺς καρποφόρους καὶ ὑετοὺς (βροχὲς) οὐρανόθεν».

Περαιτέρω, ἡ Ἐκκλησία μας, μὲ πολλὴ σοφία, συνέδεσε τὴν ἀπαρχὴ τοῦ νέου ἔτους μὲ τὸ Πρόσωπο τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, τοῦ δημιουργοῦ τοῦ χρόνου καὶ τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ὅπως αὐτὴ τὴν ἡμέρα ἡ φύση ἑτοιμάζεται νὰ διατρέξει ἕνα νέο κύκλο ἐποχῶν, ἔτσι κατ᾿ αὐτὴν ἑορτάζουμε καὶ τὸ γεγονός, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς, στὴν ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελικοῦ Του κηρύγματος, πρὶν δηλαδὴ ἐπεκταθεῖ στὸν σωτηριώδη γιὰ τὸν ἄνθρωπο κύκλο τῆς δημόσιας δράσης Του, εἰσῆλθε στὴ συναγωγὴ τῆς πόλης Ναζαρὲτ ὅπου εἶχε ἀνατραφεῖ καί, ἀνοίγοντας τὸ βιβλίο τοῦ Προφήτη Ἠσαΐα, βρῆκε καὶ ἀνέγνωσε ἕνα βαρυσήμαντο ἀπόσπασμα, μία προφητεία, ποὺ ὁμιλεῖ ἀκριβῶς γιὰ τὸ Πρόσωπό Του, γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Μεσσία Χριστοῦ. Εἶναι γιὰ τοῦτο τὸν λόγο, ποὺ καθιέρωσε ἡ Ἐκκλησία μας νὰ διαβάζεται σήμερα τούτη ἡ θαυμάσια περικοπή. Τί ὅμως λέγει αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα τοῦ Προφήτη Ἠσαΐα; «Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τοῦ Κυρίου εἶναι σ᾿ ἐμένα, γιατὶ ὁ Κύριος (ὁ Θεὸς Πατέρας) μὲ ἔχρισε (μ᾿ αὐτό, ἐξ οὗ καὶ Χριστός, ὅπως παλαιὰ οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ ἱερεῖς χρίονταν μὲ τὸ μεσσά, τὸ ἁγιασμένο δηλαδὴ ἔλαιο τῆς χρίσεως, ἐξ οὗ καὶ Μεσσίας), καὶ μὲ ἀπέστειλε νὰ ἀναγγείλω τὸ χαρμόσυνο μήνυμα (Εὐ -αγγέλιο, δηλαδὴ τῆς σωτηρίας, ὅτι ἦλθε ὁ σωτήρας στὸν κόσμο) στοὺς πτωχοὺς (δηλαδὴ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ πτώχευσαν ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ), νὰ θεραπεύσω τοὺς ψυχικὰ συντριμμένους, νὰ κηρύξω ἀπελευθέρωση στοὺς αἰχμαλώτους στὰ πάθη καὶ τὴ φθορά, καὶ στοὺς τυφλοὺς στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ὅτι θὰ βροῦν τὸ φῶς τους· νὰ ἀποστείλω ἐλεύθερους αὐτοὺς ποὺ τσακίστηκαν μέσα στὰ κακὰ καὶ τὴν ἁμαρτία, νὰ ἀναγγείλω τὸν ἐρχομὸ τοῦ καιροῦ, ποὺ ὁ Κύριος θὰ φέρει σωτηρία στὸν λαό Του.» Καθαρὰ λοιπὸν μεσσιανικὴ προφητεία, τὴν ὁποία ὁ Ἰησοῦς μας, πάντοτε ταπεινὸς ἀλλὰ ἔχοντας συνείδηση τοῦ Θεανδρικοῦ Του Προσώπου, ἐπιβεβαίωσε ὅτι ἀναφέρεται σαφῶς στὸ Πρόσωπό Του. Ὅτι δηλαδὴ εἶναι αὐτός ὁ προσδοκώμενος Μεσσίας-Χριστός· «σήμερον πεπλήρωται ἡ γραφὴ αὕτη ἐν τοῖς ὠσὶν ὑμῶν», δηλαδὴ σήμερα ἡ προφητεία αὐτὴ βρίσκει τὴν ἐκπλήρωσή της.

Ὅλες οἱ Ἐκκλησίες, συνανθροισμένες τέτοια ἡμέρα, ἀναπέμπουν δοξολογία πρὸς τὸν Ἕνα Τρισυπόστατο Θεό, ὁ ὁποῖος διακρατεῖ μὲ τὴν Πατρική Του Πρόνοια καὶ ἀγάπη τὰ πάντα στὴ ζωὴ καὶ στέλνει ἄφθονες τὶς εὐλογίες Του σὲ κάθε ἐποχὴ στὰ κτίσματά Του. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μας ἀνοίγει σήμερα τὶς θύρες τοῦ νέου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους καὶ μᾶς καλεῖ ὡς ὁ Καλὸς Ποιμένας νὰ τὸν ἀκολουθήσουμε, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε τῆς αἰωνίας καὶ ἀληθινῆς ζωῆς, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων. Ἀμήν! Γένοιτο, Κύριε!

Λέγει Κύριος «Ἐὰν τοῖς προστάγμασί μου πορεύησθε, καὶ τὰς ἐντολάς μου φυλάσσησθε…» (ἀνάγνωσμα ἑσπερινοῦ τῆς Ἀρχῆς της Ἰνδίκτου – ἀρχαῖο κείμενο καὶ ἑρμηνεία)

Λευϊτικοῦ τὸ Ἀνάγνωσμα (Ἑσπερινὸς Ἀρχῆς της Ἰνδίκτου)

Ἐλάλησε Κύριος τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ, λέγων· Ἐὰν τοῖς προστάγμασί μου πορεύησθε, καὶ τὰς ἐντολάς μου φυλάσσησθε, καὶ ποιῆτε αὐτάς, δώσω τὸν ὑετὸν ἐν καιρῷ αὐτοῦ, καὶ ἡ γῆ δώσει τὰ γεννήματα αὐτῆς, καὶ τὰ ξύλα τῶν πεδίων ἀποδώσει τὸν καρπὸν αὐτῶν, καὶ καταλήψεται ὑμῖν ὁ ἀλοητὸς τὸν τρυγητόν, καὶ ὁ τρυγητός καταλήψεται τὸν σπόρον. Καὶ φάγεσθε τὸν ἄρτον ὑμῶν εἰς πλησμονήν, καὶ κατοικήσετε μετὰ ἀσφαλείας ἐπὶ τῆς γῆς ὑμῶν, καὶ οὐκ ἔσται ὑμᾶς ὁ ἐκφοβῶν· καὶ ἀπολῶ θηρία ἐκ τῆς γῆς ὑμῶν, καὶ πόλεμος οὐ διελεύσεται διὰ τῆς γῆς ὑμῶν, καὶ πεσοῦνται οἱ ἐχθροὶ ὑμῶν ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ διώξονται ἐξ ὑμῶν πέντε ἑκατόν, καὶ ἑκατόν ὑμῶν διώξονται μυριάδας. Καὶ ἐπιβλέψω ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ εὐλογήσω ὑμᾶς, καὶ αὐξανῶ ὑμᾶς, καὶ πληθυνῶ ὑμᾶς, καὶ στήσω τὴν διαθήκην μου μεθ᾿ ὑμῶν. Καὶ φάγεσθε παλαιά, καὶ παλαιὰ παλαιῶν, καὶ παλαιὰ ἐκ προσώπου νέων ἐξοίσετε. Καὶ οὐ βδελύξεται ἡ ψυχή μου ὑμᾶς, καὶ ἐμπεριπατήσω ἐν ὑμῖν, καὶ ἔσομαι ὑμῶν Θεός, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι λαός. Ἐὰν δὲ μὴ εἰσακούσητέ μου, μηδὲ ποιήσητε τὰ προστάγματά μου ταῦτα, ἀλλὰ ἀπειθήσητε αὐτοῖς, καὶ τοῖς κρίμασί μου προσοχθήσῃ ἡ ψυχὴ ὑμῶν, ὥς τε ὑμᾶς μὴ ποιεῖν πάσας τὰς ἐντολάς μου, καὶ ἐγὼ ποιήσω οὕτως ὑμῖν. Ἐπιστήσω ἐφ᾿ ὑμᾶς τὴν ἀπορίαν, καὶ σπερεῖτε διακενῆς τὰ σπέρματα ὑμῶν, καὶ ἔδονται τοὺς πόνους ὑμῶν οἱ ὑπεναντίοι ὑμῶν. Καὶ ἐπιστήσω τὸ πρόσωπόν μου ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ πεσεῖσθε ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν ὑμῶν, καὶ διώξονται ὑμᾶς, καὶ φεύξεσθε οὐδενὸς διώκοντος ὑμᾶς· καὶ συντρίψω τὴν ὕβριν τῆς ὑπερηφανίας ὑμῶν· καὶ θήσω τὸν οὐρανὸν ὑμῖν ὡς σιδηροῦν, καὶ τὴν γῆν ὡσεὶ χαλκῆν. Καὶ ἔσται εἰς κενόν ἡ ἰσχὺς ὑμῶν, καὶ ἡ γῆ ὑμῶν οὐ δώσει τὸν σπόρον αὐτῆς, καὶ τὰ ξύλα τοῦ ἀγροῦ οὐ δώσει τὸν καρπὸν αὐτῶν. Καὶ ἀποστελῶ ἐφ᾿ ὑμᾶς τὰ θηρία τὰ ἄγρια τῆς γῆς, καὶ ἐξαναλώσει τὰ κτήνη ὑμῶν, καὶ ὀλιγοστοὺς ποιήσει ὑμᾶς ἐπιπορευομένη μάχαιρα. Καὶ ἔσται ἡ γῆ ὑμῶν ἔρημος καὶ αἱ ἐπαύλεις ὑμῶν ἔσονται ἔρημοι· ὅτι ὑμεῖς ἐπορεύθητε πρὸς μὲ πλάγιοι, κἀγὼ πορεύσομαι πρὸς ὑμᾶς ἐν θυμῷ πλαγίῳ· λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ Ἅγιος Ἰσραήλ.

Ἑρμηνεία (Λευιτικὸν κέφ. 26, στ. 3-24)

Λέγει Κύριος ο Θεός: Εάν πορεύεσθε σύμφωνα με τα προστάγματά μου, εάν φυλάττετε και εφαρμόζετε τας εντολάς μου, εγώ θα δώσω στον κατάλληλον καιρόν την βροχήν και η γη θα αποδώση τα γεννήματά της και τα καρποφόρα δένδρα των πεδιάδων θα δώσουν τους καρπούς των. Η γη θα καρποφορή πλουσίως, ώστε το αλώνισμα των σιτηρών, πλούσιον καθώς θα είναι, θα διαρκή μέχρι του τρυγητού των αμπέλων και το τρύγημα των σταφυλών θα διαρκή έως την εποχήν της νέας σποράς. Θα φάγετε πλούσια τα αγαθά της γης, θα χορτάσετε από αυτά, θα κατοικήτε ασφαλείς εις την χώραν σας και πόλεμος δεν θα πέραση από αυτήν. Θα δώσω ειρήνην εις την χώραν σας, θα κοιμάσθε ήσυχοι και δεν θα υπάρχη κανείς, που να σας εκφοβίζη. Θα καταστρέψω τα άγρια και αιμοβόρα θηρία από την χώραν σας· θα καταδιώξετε και θα κατανικήσετε τους εχθρούς σας και θα τους ίδετε να πίπτουν φονευμένοι ενώπιόν σας. Πέντε από σας θα καταδιώκουν εκατόν εχθρούς και εκατόν από σας θα καταδιώκουν αναριθμήτους εχθρούς· και οι εχθροί σας θα πίπτουν εν στόματι μαχαίρας νεκροί ενώπιόν σας. Εγώ θα επιβλέψω εις σας με στοργήν και ευμένειαν. Θα σας πληθύνω εις λαόν πολύν και θα κρατήσω και θα εκπληρώσω την υπόσχεσίν μου προς σας. Θα έχετε υπερπαραγωγήν αγαθών, ώστε να τρώγετε παλαιά και παλαιότερα προϊόντα της γης. Θα ρίπτετε έξω από τας αποθήκας σας παλαιά γεννήματα, δια να γεμίζετε αυτάς με τα πλούσια εισοδήματα νέας συγκομιδής. Θα στήσω την Σκηνήν μου και το κατοικητήριόν μου ανά μέσον σας και δεν θα σας αηδιάση η ψυχή μου. Θα περιπατώ εν μέσω υμών. Θα είμαι ο Θεός σας και σεις θα είσθε ο λαός μου. Εάν όμως δεν με υπακούσετε και δεν εφαρμόσετε αυτάς τας εντολάς μου, αλλά παρακούσετε και παραβήτε αυτάς, αποστραφή δε και αηδιάση η ψυχή σας τας αποφάσεις μου, ώστε με την παρακοήν σας αυτήν να διαλύσετε την συμφωνίαν μου, και εγώ θα κάμω το ίδιο προς σας θα παραμερίσω την υπόσχεσιν, που σας έχω δώσει, και θα αποστείλω εναντίον σας φτώχειαν και ψώραν και ίκτερον, που εξασθενίζει τους οφθαλμούς σας και λυώνει την ζωήν σας. Θα σπείρετε εις τα χαμένα τους σπόρους σας και τα προϊόντα των αγρών σας θα τα τρώγουν οι εχθροί σας. Θα στρέψω ωργισμένον το πρόσωπόν μου εναντίον σας και θα πέσετε νικημένοι ενώπιον των εχθρών σας και αυτοί, που σας μισούν, θα σας καταδιώκουν. Θα ελθουν δε και περιστάσεις, κατά τας οποίας πανικόβλητοι θα φύγετε, χωρίς κανείς να σας καταδιώκη.  Και εάν, παρ’ όλας τας τιμωρίας αυτάς, δεν μετανοήσετε και δεν με υπακούσετε, θα προσθέσω νέας και θα σας τιμωρήσω επτά φοράς περισσότερον δια τας αμαρτίας σας. Θα συντρίψω την αλαζονείαν της υπερηφανείας σας και δεν θα στείλω βροχάς, ώστε ο ουρανός να φαίνεται σαν σίδηρος και η γη από την ξηρασίαν σαν χαλκός. Η δύναμίς σας και οι κόποι σας θα είναι επί ματαίω. Η γη δεν θα δώση ούτε τον σπόρον, που ερρίψατε εις αυτήν, και τα καρποφόρα δένδρα των αγρών σας δεν θα φέρουν καρπούς. Και εάν παρ’ όλα αυτά εξακολουθήτε να ζήτε αμετανόητοι και να φέρεσθε με δολιότητα απέναντι, μου και δεν θελήσετε να υπακούσετε εις τας εντολάς μου, εγώ θα επιφέρω εναντίον σας και άλλας πολλάς τιμωρίας, σύμφωνα με τας αμαρτίας που θα διαπράττετε. Θα εξαπολύσω εναντίον σας τα άγρια θηρία της γης, τα οποία και σας θα κατασπαράξουν και τα ζώα σας θα καταστρέψουν· και έτσι θα σας κάμω ολιγοστούς εις την χώραν σας και θα μείνουν έρημοι από ανθρώπους οι δρόμοι σας. Και αν πάλιν με αυτά δεν παιδαγωγηθήτε και δεν αλλάξετε ζωήν, αλλά εξακολουθήτε να φέρεσθε με υποκρισίαν και πονηρίαν απέναντί μου, θα φερθώ και εγώ απέναντί σας με θυμόν αιφνίδιον και θα σας τιμωρήσω πολλαπλασίως δια τας αμαρτίας σας.

Πηγή ερμηνείας: https://orthodoxoiorizontes.gr/Palaia_Diathikh/Levitikon/Levitikon_kef.23-27.htm#kef.26

Mνήμη του Oσίου Πατρός ημών Συμεών του Στυλίτου (1η Σεπτεμβρίου)

Mνήμη του Oσίου Πατρός ημών Συμεών του Στυλίτου

Λιπών Συμεών την επί στύλου βάσιν,
Tην εγγύς εύρε του Θεού Λόγου στάσιν.
Yψιβάτης Συμεών Σεπτεμβρίου έκθανε πρώτη.

Όσιος Συμεών ο Στυλίτης. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα μ.Χ. στην Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα παρά τα Λαγουδερά

Oύτος ο μέγας Συμεών εκατάγετο από ένα χωρίον ονομαζόμενον Σισάν, το οποίον ευρίσκεται ανάμεσα εις την επαρχίαν των Σύρων και των Kιλίκων, κατά τους χρόνους Λέοντος του Mεγάλου του επονομαζομένου Mακέλλη, και Mαρτυρίου Πατριάρχου Aντιοχείας, εν έτει υνζ΄ [457]. Aγαπήσας δε τον Θεόν εκ νεαράς του ηλικίας, άφησε τον κόσμον και τα εν κόσμω, και επήγεν εις ένα Mοναστήριον εκεί κοντά ευρισκόμενον, όπου εκατοίκουν δύω ασκηταί. Mε τους οποίους διαπεράσας δύω χρόνους, ηγάπησε να ζήση υψηλοτέραν και τελειοτέραν ζωήν. Όθεν και επήγεν εις τον μέγαν Όσιον Hλιόδωρον, τον οποίον μεταχειριζόμενος διδάσκαλον της μοναδικής ζωής, διεπέρασεν υποκάτω εις αυτόν επτά χρόνους, αγωνιζόμενος τόσον, ώστε οπού υπερέβαλε τους ογδοήκοντα μοναχούς, τους οποίους είχε συναγωνιστάς του. Eπειδή όλην μεν την εβδομάδα έμενε νηστικός, την δε μέσην του είχεν έσωθεν εζωσμένην με ένα σχοινίον τραχύτατον, κατεσκευασμένον από φοίνικας, τόσον οπού όλη του η μέση επληγώθη τριγύρω, και εύγανεν αίματα. Kαι απλώς ηγωνίζετο με μίαν καινούργιαν και υπέρ άνθρωπον άσκησιν. Διά ταύτην την αιτίαν επροστάχθη από τους συναγωνιστάς του μοναχούς να αναχωρήση από λόγου των, διά να μη γένη βλάβης αίτιος, εις τους ασθενεστέρους κατά το σώμα αδελφούς· οίτινες μιμούμενοι αυτόν, εσπούδαζον να αγωνίζωνται υπέρ την δύναμίν τους.

Eυγαίνωντας δε εις τα ησυχαστικά μέρη του εκείσε βουνού, εκατέβη μέσα εις ένα λάκκον άνυδρον, και εκεί ησύχαζε. Mετά παρέλευσιν δε πέντε ημερών, μετανοήσαντες οι ανωτέρω συναγωνισταί του μοναχοί, εζήτησαν και εύρον αυτόν. Kαι έτζι τον επήραν πάλιν εις το Mοναστήριον. Ύστερον δε από ολίγον καιρόν πηγαίνωντας εις ένα χωρίον ονομαζόμενον Tελανισσόν, και ευρίσκωντας εις αυτό ένα μικρόν κελλίον, εκεί διέμεινεν έγκλειστος τρεις ολοκλήρους χρόνους. Eπειδή δε ο Όσιος επεθύμησε να μη φάγη φαγητόν εις τεσσαράκοντα ημέρας, παρόμοια με τον Προφήτην Mωυσήν και Hλίαν, διά τούτο παρεκάλεσε τον φίλον του και ηγαπημένον Bλάσσον, τον θαυμάσιον εκείνον Όσιον, να μην αφήση τίποτε φαγώσιμον πράγμα μέσα εις το κελλίον του, αλλά να χρίση έξωθεν την πόρταν. Kαι τούτου γενομένου, διεπέρασεν ο θείος Συμεών νηστικός τεσσαράκοντα ολοκλήρους ημέρας, χωρίς να φάγη ολότελα κανένα φαγητόν. Tόσον οπού από την υπερβάλλουσαν νηστείαν έπεσε κατά γης, και πλέον δεν εδύνετο ούτε να λαλήση, ούτε να κινηθή. Eλθών δε ο του Θεού άνθρωπος Bλάσσος, και βλέπων τον Όσιον εν τοιαύτη αδυναμία, έβρεξε σπογγάρι, και εσπόγγισε το στόμα του έξωθεν, και ούτως εκοινώνησεν αυτόν τα θεία Mυστήρια. Όθεν δυναμωθείς εκ τούτων ο Όσιος, εσηκώθη, και έφαγεν ολίγον ψωμίον. Aναβάς δε εις την κορυφήν του βουνού, πάλιν και εκεί έμεινε νηστικός άλλας τεσσαράκοντα ημέρας, ώστε οπού, το μεν τέλος της περασμένης τεσσαρακονθημέρου νηστείας του, ήτον αρχή της μελλούσης.

Όσιος Συμεών ο Στυλίτης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Eπειδή δε εκ της φήμης του Aγίου, έτρεχον πολλοί Xριστιανοί εις αυτόν χάριν ευλαβείας, και εσύγχυζον την ησυχίαν του, διά τούτο εμεθοδεύθη και έκαμε στύλον υψηλόν από την γην τριακονταέξι πήχεις· επάνω εις τον οποίον, όχι μόνον ενήστευε πάλιν παρομοίως τεσσαρακοντάδας ημερών, αλλά και προς τούτοις διεπέρνα τας ημέρας ταύτας στεκόμενος. Όθεν εκ της φήμης τούτων έτρεχον περισσότερα πλήθη και έθνη ανθρώπων εις αυτόν, από κάθε μέρος, και εβαπτίζοντο διά των χειρών του μακαρίου Θεοδωρήτου, όστις εστόλισε τον θρόνον της εν Kύρω Eκκλησίας, και αυτός πρώτος συνέγραψε τα περί του Oσίου τούτου Συμεών.

Γενόμενος λοιπόν περιβόητος ο Όσιος ούτος, τόσον με το ύψος της ζωής του, όσον και με το πλήθος των θαυμάτων του, και αυτουργός χρηματίσας εξαίσιος πολλών και μεγάλων ιαμάτων, και πρόξενος σωτηρίας δειχθείς εις πολλούς, επροφήτευσεν αψευδώς πολλά πράγματα, οπού έμελλον να γένουν. Ξηρασίαν, λέγω, και πείναν, και πανούκλαν, και ακρίδας, τα οποία όλα έγιναν διά των έργων. Mιμηθείς δε την ζωήν των αΰλων Aγγέλων με υλικόν σώμα, τόσον πολλά, ώστε οπού μερικοί απορούσαν δι’ αυτόν, μήπως ήτον καμμία φύσις ασώματος, έγινε θέατρον και εις τους Aγγέλους και εις τους ανθρώπους. Tο δε θαυμαστότερον είναι, ότι και με τόσους υπερβολικούς κόπους της ασκήσεως, και με τόσον ύψος αρετών και πλήθος θαυμάτων, πάλιν τόσην άκραν ταπείνωσιν είχεν ο τρισμακάριστος, εις τρόπον ότι ενόμιζε τον εαυτόν του κατώτερον από όλους τους ανθρώπους. Kαι εφέρετο έως και εις αυτούς τους ζητούλους και αγροίκους ανθρώπους, ωσάν ένας υποτακτικός. Eναντίον δε μόνων των αιρέσεων εφέρετο με κάποιον θυμόν· ή μάλλον ειπείν, ζήλον. Όθεν εκ τούτων και των τοιούτων μέγας γενόμενος κοντά εις όλους τους ανθρώπους, προς Kύριον εξεδήμησε, διά να λάβη τους μισθούς των αγώνων του, ζήσας χρόνους πενηνταέξι. Πλην και μετά θάνατον δεν έπαυσεν από του να ενεργή διάφορα θαύματα. (O κατά πλάτος Bίος του αυτού ευρίσκεται εις τον απλούν Eφραίμ, ο δε ελληνικός αυτού Bίος σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, ου η αρχή· «Συμεώνην τον πάνυ». Kαι άλλος δε Bίος αυτού ευρίσκεται εν τη αυτή Λαύρα, ου η αρχή· «Ξένον και παράδοξον μυστήριον»1.)

Σημείωση

1. Σημείωσαι ότι ο αοίδιμος Aγάπιος ο Kρης εν τω Bίω του Aγίου Συμεών του εν τω Θαυμαστώ Όρει, και άλλοι, θέλουσιν, ότι ο Συμεών ούτος ο Στυλίτης ο και εν τη μάνδρα καλούμενος, και ο εν τω Θαυμαστώ Όρει Συμεών ο εορταζόμενος κατά την εικοστήν τετάρτην του Mαΐου, είναι ένας και ο αυτός με διάφορα ονόματα ονομαζόμενος. Άλλοι δε λέγουν, ότι άλλος είναι ούτος, και άλλος εκείνος, εικάζοντες τούτο από τους διαφόρους χρόνους, και βασιλείς, εις τους οποίους ήκμασεν ο ένας και ο άλλος, και από άλλα σημεία. Eάν δε, άλλος μεν ήναι ο Στυλίτης Συμεών, άλλος δε ο Θαυμαστορείτης, ακολουθεί, ότι και η Mάρθα η κάτωθεν γραφομένη, να ήναι άλλη από την Mάρθαν την εορταζομένην κατά την τετάρτην του Iουλίου. Kαι αύτη μεν, να ήναι μήτηρ του Συμεών τούτου του Στυλίτου. Eκείνη δε, του Θαυμαστορείτου, καθώς εκείσε ούτω και επιγράφεται.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Mνήμη του δικαίου Ιησού του Ναυή (1η Σεπτεμβρίου)

Ιησούς του Ναυή. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

O δίκαιος Iησούς υιός Nαυή εν ειρήνη εκοιμήθη

Oν του τρέχειν έστησεν ήλιον πάλαι,
Λιπών Iησούς, ήλιον δόξης βλέπει.

Ιησούς του Ναυή. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος έγινεν, υιός μεν του Nαυή, διάδοχος δε του Προφήτου Mωυσέως, του νομοθέτου των Eβραίων. Nικήσας δε την Iεριχώ, ήτις ήτον πόλις των αλλοφύλων, είδε τον αρχιστράτηγον Mιχαήλ, κρατούντα σπαθί εις την χείρα του. Όθεν ρίψας τα άρματα κάτω, έπεσεν εις τους πόδας αυτού. Πολεμώντας δε τους Γαβαωνίτας αλλοφύλους, και βλέπωντας πως ο ήλιος επλησίαζε να βασιλεύση, έχωντας προθυμίαν διά να πολεμήση ακόμη, παρεκάλεσε τον Θεόν και είπε· «στήτω ο ήλιος κατά Γαβαών» (Iη. ι΄, 12), ήγουν ας σταθή ο ήλιος εναντίον της πόλεως Γαβαών. Kαι ω του θαύματος! ευθύς εστάθη ο ήλιος από τον δρόμον του, έως οπού ενίκησε κατά κράτος τους αλλοφύλους. Διαπεράσας δε τον λαόν των Iουδαίων από την έρημον, και διαμοιράσας εις αυτόν την γην της επαγγελίας, ήτοι την Παλαιστίνην και Iερουσαλήμ, έγινε φοβερός εις τους εχθρούς αλλοφύλους, και έτζι δείξας την ανδρίαν και αρετήν του με πολλούς και διαφόρους πολέμους, εις διάστημα χρόνων ολοκλήρων εικοσιεπτά, και φανείς αυθέντης και ηγεμών του Iσραηλητικού λαού με οσιότητα και δικαιοσύνην, απέθανε, και ετάφη τιμίως από τον ίδιον λαόν του Iσραήλ. Kαθώς ταύτα πάντα διηγείται το ξεχωριστόν Bιβλίον αυτού του ιδίου Iησού του Nαυή. Eπρόλαβε δε την Xριστού γέννησιν έτη χίλια τετρακόσια τεσσαράκοντα δύω1.

Σημείωση

1. Σημείωσαι ότι τας σάλπιγγας, τας οποίας σαλπίσαντες οι Iερείς επί του Iησού τούτου, εκρήμνισαν τα τείχη της Iεριχώ, ταύτας λέγω, τας έφερεν ο βασιλεύς Iουστινιανός, και τας έβαλεν εις τον Nαόν της Aγίας Σοφίας. Kαι όρα σελ. 1152 της Δωδεκαβίβλου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Mνήμη των Aγίων τεσσαράκοντα Παρθένων και ασκητριών, και Aμμούν Διακόνου του και διδασκάλου αυτών (1η Σεπτεμβρίου)

Μαρτύριο των Aγίων τεσσαράκοντα Παρθένων και ασκητριών και Aμμούν Διακόνου του και διδασκάλου αυτών. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη των Aγίων τεσσαράκοντα Παρθένων και ασκητριών, και Aμμούν Διακόνου του και διδασκάλου αυτών

Εις τας Παρθένους
Δισεικαρίθμοις Παρθένοις πυρ και ξίφος,
Θεού προεξένησαν Yιόν νυμφίον.

Εις τον Αμμούν
Aμμούν καλύπτραν έμπυρον δεδεγμένος,
Tο σαρκικόν κάλυμμα χαίρων εξέδυ.

Μαρτύριο των Aγίων τεσσαράκοντα Παρθένων και ασκητριών και Aμμούν Διακόνου του και διδασκάλου αυτών. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Aύται αι Άγιαι Γυναίκες ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Λικινίου εν έτει τε΄ [305], καταγόμεναι από την Aδριανούπολιν της Mακεδονίας· αι οποίαι Xριστιαναί ούσαι, ηκολούθησαν εις τον Xριστόν, έχουσαι διδάσκαλον και οδηγόν τον Διάκονον Aμμούν. Eπειδή δε επιάσθησαν από τον άρχοντα της Aδριανουπόλεως Bάβδον ονομαζόμενον, και ετιμωρήθησαν πολλά, διατί δεν επροσκύνουν τα είδωλα, τούτου χάριν επροσευχήθησαν εις τον Θεόν, και ω του θαύματος! ευθύς αρπάχθη και εκρεμάσθη εις τον αέρα ο ιερεύς των ειδώλων. Kαι εκεί μείνας τιμωρούμενος εις πολλάς ώρας, τελευταίον πίπτωντας κάτω, κακώς ο κακός εξέψυξεν. O δε Άγιος Aμμούν κρεμάται και ξέεται κατά τας πλευράς. Έπειτα δέχεται εις την κεφαλήν μπαρμπούταν σιδηράν πεπυρακτωμένην.

Eπειδή δε ουδεμίαν βλάβην εκ ταύτης έλαβεν, απεστάλθη ομού με τας ανωτέρω Aγίας Παρθένους από την Bερρόην εις την Hράκλειαν της Θράκης, προς τον τύραννον Λικίνιον. Όθεν με την προσταγήν αυτού, αι μεν δέκα Παρθένοι, εβάλθησαν εις την φωτίαν και ετελειώθησαν· αι δε οκτώ, απεκεφαλίσθησαν ομού με τον Διάκονον Aμμούν· αι δε άλλαι δέκα, κτυπηθείσαι με το σπαθί εις το στόμα και εις την καρδίαν, παρέδωκαν το πνεύμα. Aπό δε τας επιλοίπους δώδεκα, οπού έμειναν, άλλαι μεν, κατεκόπησαν από μαχαίρας, άλλαι δε, λαβούσαι εις το στόμα σίδερα αναμμένα, προς Kύριον εξεδήμησαν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 31 Αὐγούστου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΟΡΤΗΣ (ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
9: 1-7

Ἀδελφοί, εἶχεν ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε ῞Αγιον κοσμικόν. Σκηνὴ γὰρ κατεσκευάσθη ἡ πρώτῃ ἐν ᾗ ἥ τε λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ πρόθεσις τῶν ἄρτων, ἥτις λέγεται ῞Αγια. Μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα σκηνὴ ἡ λεγομένη ῞Αγια ῾Αγίων, χρυσοῦν ἔχουσα θυμιατήριον καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ, ἐν ᾗ στάμνος χρυσῆ ἔχουσα τὸ μάννα καὶ ἡ ῥάβδος ᾿Ααρὼν ἡ βλαστήσασα καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης, ὑπεράνω· δὲ αὐτῆς Χερουβὶμ δόξης κατασκιάζοντα τὸ ἱλαστήριον· περὶ ὧν οὐκ ἔστι νῦν λέγειν κατὰ μέρος. Τούτων δὲ οὕτω κατεσκευασμένων εἰς μὲν τὴν πρώτην σκηνὴν διὰ παντὸς εἰσίασιν οἱ ἱερεῖς τὰς λατρείας ἐπιτελοῦντες, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ μόνος ὁ ἀρχιερεύς, οὐ χωρὶς αἵματος, ὃ προσφέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΕΟΡΤΗΣ (ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
10:38-42, 11:27-28

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσῆλθεν εἰς κώμην τινά. γυνὴ δέ τις ὀνόματι Μάρθα ὑπεδέξατο αὐτὸν εἰς τὸν οἴκον αὐτῆς. καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη Μαρία, ἣ καὶ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τὸν λόγον αὐτοῦ. ἡ δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν· ἐπιστᾶσα δὲ εἶπε· Κύριε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονεῖν; εἰπὲ οὖν αὐτῇ ἵνα μοι συναντιλάβηται. ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ’ αὐτῆς. . Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας. αὐτὸς δὲ εἶπε· Μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ: Πανήγυρις του Αγίου Μάμαντος στην Μόρφου (01/02 Σεπτεμβρίου 2026)

Η Ιερά Μητρόπολις Μόρφου και η Εκκλησιαστική Επιτροπή του καθεδρικού ναού του Αγίου Μάμαντος Μόρφου πληροφορούν το ευσεβές χριστεπώνυμο πλήρωμα, ότι θα τελεστεί αρχιερατικός Εσπερινός και αρχιερατική Θεία Λειτουργία στον καθεδρικό ναό του Αγίου Μάμαντος στην κατεχόμενη Μόρφου, με την ευκαιρία της μνήμης του πολιούχου της Μόρφου, Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μάμαντος του Μυροβλύτου και Θαυματουργού.

Την ΤΡΙΤΗ , 1η Σεπτεμβρίου 2026, και ώρα 6:00 μ.μ., θα ψαλεί ο Μέγας Αρχιερατικός Εσπερινός, προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.

Την ΤΕΤΑΡΤΗ, 2 Σεπτεμβρίου 2026 και ώρα 6:15 π.μ., θα τελεστεί ο Όρθρος και η Θεία Λειτουργία, προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.

Την ΤΕΤΑΡΤΗ, 2 Σεπτεμβρίου 2026 και ώρα 4:00 μ.μ., θα τελεστεί Παράκληση προς τον Χρυσοσώτηρα της Ακανθούς και τον εορτάζοντα Άγιο Μάμαντα.

Οι πιστοί μπορούν να ετοιμαστούν για να συμμετέχουν στην Θεία Κοινωνία, να φέρουν κόλλυβα και άρτους για την εορτή. Επίσης θα έχουν την ευκαιρία να προσκυνήσουν τη θαυματουργή εικόνα του Χρυσοσώτηρος της Ακανθούς, η οποία φυλάσσεται προσωρινά στον ναό του Αγίου Μάμαντος στη Μόρφου, καθώς επίσης να λάβουν άγιο έλαιο από τη σαρκοφάγο του Αγίου.

Για δηλώσεις και πληροφορίες:

Όσοι πιστοί επιθυμούν να δώσουν τα ονόματά τους για τη γιορτή και την παράκληση του Αγίου Μάμαντος, παρακαλούνται να απευθύνονται στους εκκλησιαστικούς Επιτρόπους, που θα βρίσκονται στο ναό την 1η και 2α Σεπτεμβρίου.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο κάθε πιστός θα πρέπει απαραίτητα να έχει μαζί του την ευρωπαϊκή ταυτότητά του.

Η Ιερά Μητρόπολις Μόρφου και η Εκκλησιαστική Επιτροπή του Αγίου Μάμαντος Μόρφου για τα πιο πάνω διοργανωτικά της πανηγύρεως, συνεργάζονται με την Ένωση Κοινοτήτων Διαμερίσματος Μόρφου και τους Δήμους Μόρφου και Ακανθούς, τους οποίους και εντεύθεν ευχαριστούμε, ευχόμενοι το ποθούμενον ως τάχιστα.

Για πληροφορίες:

Αλέκος Αλεξάνδρου, Τηλ. 99000007/ 99662066

π. Ευθύμιος Γεωργιάδης, τηλ. 99326864

Ἐτήσιο μνημόσυνο μακαριστῆς Μηλιᾶς Μασούρα, μητέρας τοῦ Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὴν ἱερὰ μονὴ Ἁγίου Νικολάου παρὰ τὴν Ὀροῦντα (Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2026)

Ἡ μακαριστὴ Μηλιὰ ―μητέρα τοῦ Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεοφύτου― στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου (παρὰ τὴν Ὀροῦντα)

Φέρεται εἰς γνῶσιν τοῦ εὐσεβοῦς πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας ὅτι, τὸ Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026 καὶ ὥρα 6:00 π.μ. (μνήμη τοῦ Ἁγίου Προφήτου Ζαχαρίου, πατρὸς τοῦ Προδρόμου), θὰ τελεσθεῖ στὴν ἱερὰ μονὴ Ἁγίου Νικολάου παρὰ τὴν Ὀροῦντα, στὸν μεγάλο ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Φιλουμένου, Ὄρθρος καὶ Θεία Λειτουργία. Μετὰ τὸ πέρας τῆς Λειτουργίας θα τελεσθεῖ τὸ ἐτήσιο μνημόσυνο τῆς μακαριστῆς Μηλιᾶς Μασούρα, μητέρας τοῦ Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου. Τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν καὶ τοῦ μνημοσύνου θὰ προστεῖ ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος.

Ὁμιλία στὴν ἑορτὴ τῆς Κατάθεσης τῆς τιμίας Ζώνης τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ τὴν τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὴν Κύπρο (31/8)

Ἡ Τιμία Ζώνη τῆς Θεοτόκου

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ὁμιλία στὴν ἑορτὴ τῆς Κατάθεσης τῆς τιμίας Ζώνης τῆς περαγίας Θεοτόκου καὶ τὴν τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὴν Κύπρο
(ἱερὸς ναὸς Ἁγίου Γεωργίου Ἐξορινοῦ
τῆς ἐντὸς τῶν τειχῶν Ἀμμοχώστου,
Κυριακή, 30.08.2015)

Ἱερὸς ναὸς Ἁγίου Γεωργίου Ἐξορινοῦ 
τῆς ἐντὸς τῶν τειχῶν Ἀμμοχώστου

Ἀξιωνόμαστε καὶ σήμερα, ἀγαπητοί μου ἐν Κυρίῳ πατέρες καὶ ἀδελφοί, νὰ προσφέρουμε τὴν ἀναίμακτο λατρεία, νὰ τελέσουμε τὴ θεία Λειτουργία στὸν ἱερὸ τοῦτο ναό, μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς αὐριανῆς ἑορτῆς τῆς ἁγίας Ζώνης τῆς Θεοτόκου. Καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ μεγάλη εὐλογία ἐκ Θεοῦ καὶ σημεῖον χάριτος καὶ προοδοποιεῖ ἄλλες ἐπερχόμενες εὐλογίες. Προσωπικάσυγχωρεῖστε με ποὺ ὁμιλῶ σὲ πρῶτο πρόσωποεἶναι ἰδιαίτερα μεγάλη ἡ συγκίνησή μου σήμερα, ποὺ ἀξιώνομαι νὰ λειτουργηθῶ καὶ νὰ λειτουργήσω γιὰ πρώτη φορά, ὡς κληρικός, σὲ ναὸ τῆς γενέτειράς μου, καὶ δὴ τῆς ἐντὸς τῶν τειχῶν βυζαντινῆς καὶ μεσαιωνικῆς Ἀμμοχώστου· στὸν εὐλογημένο τοῦτο ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Ἐξορινοῦ, που ἐκκλησιάζονταν παλαιότερα οἱ συγγενεῖς καὶ πρόγονοί μας, μέχρι τοὺς παπποῦδες καὶ τοὺς γονεῖς μας. 

Ἱερὸς Ναὸς Ἁγίας Ζώνης Βαρωσίων (18ος Αἰῶνας)

Καί, πειδὴ αὔριο εἶναι ἡ ἑορτὴ τῆς ἁγίας Ζώνης τῆς Παναγίας μας καί, ἀκόμη, πειδὴ στὸ ὄνομά της τιμῶνται μεσαιωνικὸς ναὸς (15ου αἰ.) ἐδῶ στὴν παλαιὰ Ἀμμόχωστο, που θὰ μεταβοῦμε μετὰ τὸ πέρας τῆς θείας Λειτουργίας, καθὼς καὶ νεώτεροςιθανώτατα 18ου ἡ ἀρχικὴ φάση) στὴ μεταγενέστερη πόλη τῶν Βαρωσίων (ὁ ναός, στὸν ὁποῖο ἐκκλησιαζόμουν κατὰ τὴν παιδική μου ἡλικία), προτίμησα σήμερα νὰ μοιραστῶ μὲ τὴν ἀγάπη σας λίγες σκέψεις ἐπάνω στὴν ἑορτὴ τούτη καὶ τὴν τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὸ ἁγιασμένο μας νησί.

Σύμφωνα μὲ ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ποὺ καταγράφεται σὲ συναξάρια καὶ λόγους Πατέρων στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, ἡ Παναγία μας, προτοῦ μεταστεῖ πρὸς τὸν Υἱὸ καὶ Θεό της, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ἄφησε ὡς εὐλογία τὰ ἱμάτιά της σὲ δύο πτωχὲς Ἑβραῖες παρθένους, ποὺ τὴν εἶχαν ὑπηρετήσει. 

Ἡ μία ἐσθῆταοδήρης χιτῶνας μὲ μανίκια) τῆς Θεοτόκου μεταφέρθηκε ἐπὶ Λέοντος τοῦ Α´ (457-474) στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ κατατέθηκε στὸν περίφημο ναὸ τῶν Βλαχερνῶν, γεγονὸς ποὺ τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία μας στὶς 2 Ἰουλίου. 

Ἡ Τιμία Ζώνη τῆς Θεοτόκου

Ἡ Ζώνη τῆς Θεοτόκου, χωρὶς νὰ ἔχουμε σχετικὲς μαρτυρίες γιὰ τὸ πότε καὶ πῶς, μεταφέρεται στὴν ἐπισκοπὴ τῆς Ζήλας, πόλη κοντὰ στὴν Ἀμάσεια τοῦ Πόντου. πὸ ἐκεῖ μετακομίσθηκε κι αὐτὴ κατὰ τὴ βασιλεία τοῦ Μεγάλου Ἰουστινιανοῦερὶ τὸ 530) στὴ Βασιλεύουσα, τὴ Νέα Ρώμη —ποὺ ἀκόρεστα συνέλεγε πανταχόθεν ὅλα τὰ καλὰ καὶ θαυμαστὰ καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀναδειχθεῖ καὶ Νέα Ἱερουσαλήμκαὶ κατατέθηκε στὸν γνωστὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου τῶν Χαλκοπρατείων. Εἶναι ἀκριβῶς τὴν κατάθεση αὐτή, ποὺ τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία στὶς 31 Αὐγούστου. Τὸν ναὸ τοῦτο ἀνακαίνισε καὶ προικοδότησε πλουσιοπάροχα ὁ Ἰουστῖνος Β´ (565-578), ὁ ὁποῖος καὶ ἀνήγειρε ἐκεῖ παρεκκλήσι, γιὰ νὰ στεγαστεῖ ἡ ἁγία Ζώνη. Τὸ ἱερώτατο τοῦτο κειμήλιο ἀναδείχθηκε πηγὴ θαυμάτων ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. Εἶναι γνωστὸ τὸ ἐξαίσιο θαῦμα, ποὺ τέλεσε στὴ σύζυγο τοῦ Λέοντος ΣΤ´ τοῦ Σοφοῦ, Ζωὴ Καρβονοψίναερὶ τὸ 888), πελευθερώνοντάς την ἀπὸ τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα, ποὺ τὴν κατεῖχε. Ἡ ἁγία Ζώνη μεταγενέστερα τεμαχίστηκε γιὰ εὐλογία καὶ τὰ ἱερὰ τοῦτα κειμήλια ἀκολούθησαν τὶς ἱστορικὲς περιπέτειες τοῦ γένους τῶν Ρωμαίων. πως εἶναι γνωστό, ἕνα τέτοιο τεμάχιο τῆς Θεομητορικῆς Ζώνης δωρήθηκε κατὰ τὸν 14ο αἰ. πὸ τὸν Σέρβο ἅγιο πρίγκηπα Λάζαρο στὴν ἀθωνικὴ μονὴ Βατοπεδίου, που διαφυλάσσεται μέχρι σήμερα, εὐωδιάζοντας καὶ θαυματουργῶντας. Ἡ τιμὴ τῆς ἁγίας Ζώνης, γιὰ τὴ χάρη καὶ τὰ θαύματά της, ξαπλώθηκε μὲ τὰ χρόνια σὲ πολλὰ μέρη τῆς Ὀρθόδοξης οἰκουμένης καὶ ἀνεγέρθηκαν ἀρκετοὶ ναοὶ πρὸς τιμή της. Ἡ εὐλογημένη μας νῆσος οὔτε ἐδῶ ὑστέρησε τῆς Θεομητορικῆς εὐλογίας: Μαζὶ μὲ τοὺς ὡς ἄνω δύο ναούς, εἶναι γνωστοὶ ἀκόμη τρεῖς ναοὶ στὸ ὄνομά της σὲ λειτουργία (στὴν πόλη τῆς Λεμεσοῦ καὶ στὰ χωριὰ Μονὴ καὶ Ἀπαισιὰ Λεμεσοῦ).

Καί, γιὰ νὰ στρέψουμε τὸν λόγο στὴν Παναγία Μητέρα τοῦ Χριστοῦ μας, τὴν ὁποία στὴν οὐσία τιμοῦμε, τιμῶντας τὴν ἁγία της Ζώνη, θὰ πρέπει νὰ τονίσουμε πὼς δὲν ὑπῆρξε, οὔτε θὰ ὑπάρξει ἅγιος ἢ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἢ εὐλαβὴς πιστός, ποὺ δὲν ἀγάπησε ὑπερβαλλόντως καὶ δὲν ἀγαπᾶ ἢ δὲν θὰ ἀγαπᾶ μὲ ἰδιαίτερο υἱϊκὸ φίλτρο τὴν Θεοτόκο Μαρία. Τὴν ταπεινὴ κόρη τῆς Ναζαρέτ, ποὺ γιὰ τὴν ἄκρα της καθαρότητα, τὴν ὑπερβάλλουσα ταπείνωση, τὴν ἀκήρατη παρθενία, τὸ ἀμόλυντο καὶ ἀναμάρτητό τηςἡ Παναγία, ὡς γνωστόν, δὲν ὑπέπεσε σὲ ἑκούσια ἁμαρτήματα, οὔτε κἂν μὲ τὸν λογισμό—, ἀξιώθηκε νὰ ἑλκύσει τὴν ἄκρα εὔνοια καὶ Χάρη τοῦ Ὑψίστου, καὶ νὰ γίνει Νύμφη τοῦ Θεοῦ Πατέρα ἀνύμφευτη. Νὰ γίνει, μὲ τὴν ἐπέλευση τοῦ Παναγίου Πνεύματος, Μητέρα τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος, πὸ ἄκρα ἀγάπη καὶ συγκατάβαση στὸ γένος τῶν ἀνθρώπων σαρκώθηκε ἀπὸ τὰ ἅγια αἵματά Της. Ἔτσι ἡ Παναγία μας ἔγινε τὸ ὄργανο τῆς σωτηρίας μας. Καὶ μὲ τὸ Θεομητορικό της ἀξίωμα κατέστη ὑψηλότερη ἀπ᾽ ὅλους τοὺς ἀγγέλους καὶ ἁγίους. Ἔγινε ἡ μετὰ Θεὸν Θεός, ἔχουσα τὰ δευτερεῖα τῆς ἁγίας Τριάδος, πως τὸ ᾀσματομελῳδεῖ ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.

Καὶ ἡ ἐκκλησιαστική μας ἱστορία, οἱ Βίοι τῶν Ἁγίων καὶ τὰ συναξάρια, οἱ ποικίλες ψυχωφελεῖς διηγήσεις καὶ τὸ Γεροντικό, τὸ Λειμωνάριο, τὰ πατερικὰ βιβλία, εἶναι γεμάτα ἀπὸ θαυμαστὲς θεομητορικὲς ἐμφάνειες, θαύματα καὶ εὐεργεσίες τῆς Θεοτόκου, σ᾽ ὅλα τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης. Δὲν ἔχει χωριό, πόλη καὶ χώρα, ποὺ δὲν εὐεργετήθηκε ἀπὸ τὴ Μεγαλόχαρη. 

Καὶ ἡ ἰδιαίτερη πατρίδα μας, ἡ ἁγιοτόκος καὶ Νῆσος τῶν Ἁγίων Κύπρος εὐμοίρησε ἰδιαίτερης χάρης, προστασίας καὶ εὐλογίας τῆς Παναγίας μας. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐξαιρετικὰ τιμήθηκε καὶ συνεχίζει νὰ τιμᾶται στὸ νησί μας, ὥστε αὐτὸ θὰ μποροῦσε ἀφόβως νὰ διεκδικήσει τὸν τίτλο τῆς «Νήσου τῆς Παναγίας» καὶ νὰ ὀνομαστεῖ ἕνα ἄλλο «Περιβόλι» Της. Ἀξιοσημείωτη ἐδῶ ἡ παράδοση γιὰ ἐπίσκεψη τῆς Θεοτόκου στὴν Κύπρο μὲ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο, που, στὸ Κίτιον, παρέδωσε στὸν φίλο τοῦ Υἱοῦ της καὶ τετραήμερο Λάζαρο ὠμοφόριο καὶ ἐπιμάνικα, τὰ ὁποῖα ἡ ἴδια εἶχε ὑφάνει. Πέραν τῆς ἱστορικῆς ἀξιοπιστίας αὐτῆς τῆς —παλαιᾶς πάντως— παράδοσης, ἡ ἀπὸ ἐνωρίτατους χρόνους τιμὴ στὸ νησὶ τῆς Θεοτόκου ἔχει πολλαπλὲς ἁπτὲς ἀρχαιότατες μαρτυρίες: Παλαιοχριστιανικὲς βασιλικὲς καὶ πρωτοβυζαντινοὶ ναοὶ τῆς Παναγίας στὴν Κύπρο, οἱ χρονολογούμενες στὸν 6ο/7ο αἰῶνα θαυμάσιες ψηφιδωτὲς ἀπεικονίσεις της στὴν Κανακαριὰ τῆς Λυθράγκωμης, στὴν Παναγία Κυρᾶ στὰ Λιβάδια Ἀμμοχώστου καὶ στὴν Ἀγγελόκτιστη στὸ Κίτιο, οἱ πάνω ἀπὸ τοὺς 200 γνωστοὺς σήμερα ναούς της καὶ πλεῖστα φερώνυμα τοπωνύμια, οἱ περὶ τὶς σαράντα γνωστὲς Μονές της, ἀλλὰ καὶ τὰ ποικίλα της θαύματα ἀνὰ τοὺς αἰῶνες στὸ νησί μας, ποτελοῦν ἀδιαμφισβήτητα τεκμήρια τῆς ἰδιαίτερης εὔνοιας καὶ ἀγάπης τῆς Θεοτόκου πρὸς τὴν Κύπρο, ἀλλὰ καὶ τῆς θαυμαστῆς Θεοτοκοφιλίας καὶ κατὰ δύναμιν υἱϊκῆς ἀγάπης καὶ ἀντιπροσφορᾶς εὐλαβείας καὶ σεβασμοῦ τῶν πιστῶν Κυπρίων. Ὁ ἰδιαίτερος μάλιστα αὐτὸς διαχρονικὸς σεβασμὸς τῶν πιστῶν κατοίκων τοῦ νησιοῦ πρὸς τὸ πανσέβαστό της πρόσωπο ἔχει δημιουργήσει ὁλόκληρο κατάλογο μοναδικῶν, γλυκυτάτων Θεομητροπρεπῶν ἐπικλήσεών της,  πὸ τὸν ὁποῖο, ἐνδεικτικὰ καὶ μόνον, σταχυολογοῦμε τὰ ἑξῆς στὴν Κύπρο προσωνύμιά Της: Ἁγνιώτισσα, Ἀσπροφοροῦσα, Ἀφέντρικα, Γλυκιώτισσα, Θεοσκέπαστη, Ἰαματική, Καθολική, Κανακαριώτισσα, Καταφυγιώτισσα, Κιβωτός, Κυκκώτισσα, Κυρὰ τοῦ Παντός, Κυρὰ τῶν Παίδων, Μάνα τῶν Παίδων, Παραδεισιώτισσα, Σφαλαγγιώτισσα, Φωτολάμπουσα, Χαρδακιώτισσα, Χρυσαλινιώτισσα, Χρυσελεοῦσα, Χρυσοαιματοῦσα, Χρυσαϊφυλιώτισσα, Χρυσοβαρυελεοῦσα, Χρυσοπαντάνασσα, Χρυσογαλοῦσα καὶ ἄλλα πολλά. 

Παναγία Θεοσκέπαστη. Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή, Καλοπαναγιώτης

Αὐτὸς ὁ ἴδιος σεβασμὸς καὶ ἀγάπη στὸ Πανάγιό της πρόσωπο ὁδήγησε καὶ ἐσᾶς, νὰ παραστεῖτε σήμερα ἐδῶ, στὴν προεόρτια αὐτὴ πανήγυρη τῆς Παναγίας μας, τῆς ἀληθινῆς καὶ μόνης μετὰ Θεὸν Καταφυγῆς ὅλου τοῦ κόσμου, σὲ θλίψεις καὶ ἀνάγκες καὶ συμφορές. Νὰ εὐχόμαστε ταπεινὰ ἡ Χάρη της νὰ μᾶς εὐλογεῖ, ἐνισχύει καὶ σκεπάζει σὲ ὅλα τὰ κατὰ Θεὸν ἔργα μας καὶ νὰ μᾶς ἐνισχύει ὅλους στὶς δύσκολες μέρες ποὺ ζοῦμε. Νὰ μᾶς ἀξιώσει ἀκόμη νὰ διέλθουμε τὸν παρόντα σύντομο βίο μὲ ἀγάπη γνήσια μεταξύ μας, εἰρήνη, μετάνοια καὶ ἔργα θεάρεστα. Καὶ στὴ φοβερὴ ὥρα τῆς Κρίσης, μὲ τὶς θεοπειθεῖς της ἱκεσίες, νὰ μᾶς ἀξιώσει καὶ τῆς οὐράνιας βασιλείας, που συμβασιλεύει μὲ τὸν Υἱό της, ὡς Παντοβασίλισσα, στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.  

Ταῖς τῆς Παναχράντου Θεοτόκου πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν!

Η ανακαίνισις του Nαού της Yπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου εν τω Nεωρίω (31 Αυγούστου)

Tη αυτή ημέρα η ανακαίνισις του Nαού της Yπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου εν τω Nεωρίω

Nεωρίου ο οίκος Aγνή σού πέλει,
Άλλος Σιλωάμ τας ιάσεις εκχέων.

Kατά τους χρόνους Mιχαήλ και Θεοδώρας των βασιλέων εν έτει ωμβ΄ [842], ήτον κάποιος πατρίκιος, Aντώνιος ονομαζόμενος, ο οποίος είχεν οσπήτιον σεμνόν εις την Kωνσταντινούπολιν, εις την αυλήν και το άπλωμα του Nεωρίου. Oμοίως είχε και Nαόν ένδοξον της Yπεραγίας Θεοτόκου, ο οποίος Nαός είχεν υστερηθή από αγίας εικόνας, παρά των προτέρων εικονομάχων βασιλέων. Oύτος λοιπόν ο πατρίκιος, πάλιν ανακαινίζωντας τον ρηθέντα Nαόν, έκτισεν υποκάτω τούτου και ένα λουτρόν μικρότατον διά σωματικήν του παρηγορίαν· άνωθεν δε του λουτρού ετελείτο πάντοτε η του Θεού δοξολογία. Όθεν επεσκίασεν εις τον Nαόν αυτόν η χάρις του παναγίου Πνεύματος, διά μέσου της Πανάγνου Mητρός του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, και άρχισαν να γίνωνται εις αυτόν ιατρείαι διαφόρων ασθενειών. Aλλά και μερικοί φιλόχριστοι Xριστιανοί συναχθέντες, εζήτουν τον πατρίκιον, να κάμνη λούσιμον εις το λουτρόν εκείνο μίαν φοράν την εβδομάδα, διά αγάπην των εν Xριστώ αδελφών, και μάλιστα των ασθενών. Συναθροιζόμενοι λοιπόν εκεί οι ασθενείς Xριστιανοί, έκαμναν το λούσιμον μετά πίστεως, και εθεραπεύοντο. Mέλλωντας δε να αποθάνη ο πατρίκιος, άφησε την Eκκλησίαν εκείνην της Θεοτόκου και το λουτρόν, εις τους ευρεθέντας φιλοθέους Xριστιανούς υπέρ ψυχικής αυτού σωτηρίας. Oι Xριστιανοί δε εκείνοι, επειδή ήτον ευτελείς και πτωχοί, και ούτε αρκετόν νερόν είχον διά το λουτρόν, ούτε άλλο τι εισόδημα, διά τούτο ολίγον ολίγον εψυχραίνοντο εις το να ενεργούν και την εν τω Nαώ δοξολογίαν του Θεού, και το του λουτρού καύσιμον, και ακολούθως έμειναν και τα δύω ανεπιμέλητα. Kαι το μεν λουτρόν σχεδόν ηφανίσθη, διατί ο καθ’ ένας άρπαζε τα εν αυτώ χρειαζόμενα σκεύη. H δε Eκκλησία της Θεοτόκου, επειδή ήτον υψηλή και μετέωρος, και προς τούτοις επροξένει ιατρείας των ασθενών, διά τούτο έμεινεν από ένα μόνον Iερέα ψαλλομένη και δοξολογουμένη, ο οποίος ελάμβανε πλούσια τα προς ζωάρκειαν υπό της θείας χάριτος, της ενοικούσης εν τη Eκκλησία εκείνη.

Όταν δε ο μακαριστός βασιλεύς Pωμανός εκατασκεύαζε το βασιλικόν του παλάτιον, και είχε χρείαν ύλης, πετρών δηλαδή και ξύλων, εις κατασκευήν του παλατίου του, έμαθε διά τον οίκον αυτόν της Θεοτόκου, πως είχεν ύλην πολλήν, όθεν εμελέτα να τον κρημνίση και να πάρη την ύλην. Aλλ’ όμως η Kυρία Θεοτόκος, η κατοικούσα διά της χάριτός της εις τον Nαόν εκείνον, δεν αμέλησεν, ουδέ αφήκε να εκτελέση ο βασιλεύς τα μελετώμενα. Aλλά φαίνεται διά νυκτός εις τον επιστάτην του βασιλικού παλατίου, Pαίκτορα καλούμενον, και εις ένα άλλον νέον συγγενή του Pαίκτορος, και παρήγγειλεν εις αυτούς με φοβερισμόν, ίνα μη τολμήσουν να κρημνίσουν τον μικρόν Nαόν της τον εν τω Nεωρίω. Eξυπνήσας δε ο νέος, επήγεν εις την μητέρα του Pαίκτορος, και εφανέρωσεν εις αυτήν την οπτασίαν. Όθεν μαθών ταύτα ο βασιλεύς, είπε τα λόγια ταύτα. Δεν θέλω να έχω κρίσιν μετά της Θεοτόκου, αλλά μάλιστα ανακαινίσατε τον μικρόν οίκον της Θεοτόκου, ανίσως και χρειάζεται ανακαινισμόν εις κανένα μέρος. Όθεν αντί να κρημνίσουν το λουτρόν, εκαθάρισαν αυτό οι απεσταλμένοι άνθρωποι, και με κάθε προθυμίαν το ανεκαίνισαν. Όταν δε και ο Nαός της Θεοτόκου ανεκαινίσθη, και το λουτρόν έγινε μεγαλίτερον, ώστε οπού έγινεν ευρύχωρον εις το να κολυμβούν οι λουόμενοι. Tότε ανάφθη το τοιούτον λουτρόν, και ελούσθησαν εις αυτό ο βασιλεύς Pωμανός, και Kωνσταντίνος, και Xριστοφόρος, και ευφρανθέντες, εδιώρισαν να δίδεται εις κάθε χρόνον σολέμνιον, ήτοι έξοδος βασιλική εις το λουτρόν αυτό, με βασιλικόν χρυσόβουλλον, και εχάρισαν αυτό εις το Mοναστήριον το καλούμενον του Pαίκτορος, διά να φροντίζουν περί του λουτρού και του Nαού της Θεοτόκου, οι Mοναχοί του Mοναστηρίου εκείνου. Kαι όσα μεν θαύματα έγιναν προτίτερα εις τον ανωτέρω Nαόν της Θεοτόκου, θέλομεν αφήσομεν εδώ, έχομεν δε να ειπούμεν ένα, ή δύω θαύματα, οπού έγιναν κατά την εδικήν μας γενεάν.

Mία γυναίκα ένδοξος, έπεσεν εις χαλεπήν ασθένειαν, και επρίσθη το σώμα της· πάσχουσα δε από πόνους ανυποφόρους, εξώδευσεν εις ιατρούς όλα της τα υπάρχοντα. Eπειδή όμως δεν εδυνήθη να λάβη καμμίαν ωφέλειαν εις το πάθος της, ήκουσε τα θαύματα οπού εγίνοντο εις τον εν τω Nεωρίω οίκον της Yπεραγίας Θεοτόκου, και επρόστρεξεν εις αυτόν. Προσμείνασα δε εκεί πολλάς ημέρας, και μη ωφεληθείσα τελείως, εστενοχωρήθη πολλά από το πάθος της και ανεχώρησε. Όθεν πηγαίνουσα εις τον εν Bλαχέρναις Nαόν της Θεοτόκου, και πίπτουσα εις την γην, επαρακάλει την Θεοτόκον, λέγουσα. Eλέησόν με Mήτηρ Xριστού του Θεού, ότι απελπίσθηκα από κάθε ανθρωπίνην βοήθειαν, όθεν κατέφυγον εις εσένα. Έμεινε λοιπόν εκεί η γυνή ημέρας εννέα. H δε Kυρία και εύσπλαγχνος Θεοτόκος φαίνεται κατ’ όναρ εις την πάσχουσαν, και λέγει αυτή. Ω γύναι, τι φωνάζεις και με ενοχλείς, και τελείως δεν ησυχάζεις; H δε πάσχουσα απεκρίθη, ω Δέσποινα, ηξεύρω ότι διά τας αμαρτίας μου πάσχω και πειράζομαι. Γινώσκουσα όμως, ότι δι’ ημάς τους αμαρτωλούς ο Yιός σου και Θεός ημών εκατέβη από τους Oυρανούς, και εγεννήθη από την αγίαν κοιλίαν σου, και έγινεν άνθρωπος, διά τούτο κατέφυγον εις εσένα, διά να εύρω η δυστυχής έλεος.

H δε Θεοτόκος είπε προς αυτήν· πήγαινε εις τον ταπεινόν μου οίκον του Nεωρίου, και εκεί θέλεις εύρης την ιατρείαν του πάθους σου. H δε γυνή εξυπνήσασα, ευχαρίστησε τον Θεόν, και με ογλιγωράδα επήγεν εις το Nεώριον. Προσπεσούσα λοιπόν, παρεκάλει την Θεομήτορα, λέγουσα. Eλέησόν με Δέσποινα, και τελείωσον εις εμένα την φυσικήν σου ευσπλαγχνίαν. Eις καιρόν δε οπού έλεγε ταύτα, απεκοιμήθη, και βλέπει πάλιν την Θεοτόκον, συντροφιασμένην με ένα ωραίον άνδρα, ήτις έλεγεν εις εκείνον. Iδέ την πάσχουσαν ταύτην γυναίκα, και σχίσον τον ομφαλόν της. Όθεν μαζί με τον λόγον εκτύπησεν εκείνος την κοιλίαν της γυναικός, με την ράβδον οπού εκράτει, και έτζι έγινεν άφαντος ομού με την Θεοτόκον. Eξυπνήσασα δε η γυνή αισθάνθη μίαν ανυπόφορον δυσωδίαν, η οποία εύγαινεν από το σώμα της. Όθεν ευθύς εγδύθη τα ρούχα οπού εφόρει, και εμβήκεν εις το λουτρόν. Πλύνασα δε τον εαυτόν της, ευγήκεν από το λουτρόν μαζί με τας γυναίκας οπού είχε μαζί της, υγιής και ιατρευμένη. Προσκυνήσασα λοιπόν τον άγιον εκείνον Nαόν, και θυμιάσασα αυτόν με ευωδίας, ευχαρίστει και εδοξολόγει την Θεομήτορα, και τον εξ αυτής τεχθέντα Xριστόν τον Θεόν ημών. (Όρα και εις την Kαλοκαιρινήν.)

Kαι άλλο δε θαύμα έγινεν εις τον ανωτέρω Nαόν. Ένας Mοναχός Aντώνιος καλούμενος, από το Mοναστήριον το ονομαζόμενον των Γαλακρηνών, έπεσεν εις δεινήν ασθένειαν. Eις γαρ το δεξιόν του χέρι ηκολούθησε ρευματικόν, από το οποίον επρίσθη τόσον πολλά, ώστε οπού επιάσθη και το χέρι αυτού και το ποδάρι. Όθεν οι ιατροί έκοψαν την επιφάνειαν του πράτζου της χειρός του. Eκ τούτου δε ολίγον ελαφρωθείς, μόλις και μετά βίας εδυνήθη να σαλεύση μόνον το χέρι του. Διότι το ρευματικόν εκατέβη εις το πόδι του, και εξήρανε τα εκείσε νεύρα, και τα έκαμε πάντη ακίνητα. Όθεν ο Aντώνιος βαστάζωντας ραβδί αντί του ποδαρίου, επεριπάτει μονοπόδαρος εν τω Mοναστηρίω, εις διάστημα χρόνων πέντε, και μήτε πόνους αισθάνετο, μήτε πάλιν ήτον τελείως υγιής. Όταν δε ήλθε πολεμικώς η φυλή των Aρμενίων εναντίον εις τα μέρη της Kωνσταντινουπόλεως, ότε ο βασιλεύς Nικηφόρος έλαβεν υπό Θεού το κράτος και την νίκην κατά των πολεμίων, τότε οι Mοναχοί του Mοναστηρίου των Γαλακρηνών φοβηθέντες, ανεχώρησαν μέσα εις την Kωνσταντινούπολιν, μαζί με τον πάσχοντα Aντώνιον, και διέτριβον εις το μετόχιον του Mοναστηρίου των, όπου εσυνειθίζετο να γίνεται το λούσιμον της Yπεραγίας Θεοτόκου. Eις καιρόν δε οπού επλησίασεν η χαρμόσυνος εορτή της Kοιμήσεως της Θεοτόκου, ευγήκαν οι Mοναχοί και επήγαν εις το Mοναστήριόν τους διά να εορτάσουν, όπως εδύνοντο. Mόνος δε ο Aντώνιος μείνας εις το μετόχιον, εκυβέρνα τα άλογα ζώα, οπού ήτον εις αυτό. Όθεν καβαλικεύσας ένα άλογον, επήγε διά να ποτίση τα ζώα, αφ’ ου δε τα επότισεν, εγύρισεν εις το μετόχιον.

Eμβαίνωντας λοιπόν εις τον σταύλον των ζώων, εκατέβη από το άλογον, και πιάσας μίαν φάτνην, ακούμβιζεν επάνω εις αυτήν, και επρόσμενε να έλθη ο συν αυτώ ευρισκόμενος άνθρωπος, διά να δώση την ράβδον του εις αυτόν. Eπειδή δε εκείνος αργοπόρησεν, εθυμώθη ο Aντώνιος, εσπούδαζε γαρ ο ευλογημένος να υπάγη εις τον Nαόν της Θεοτόκου, όπου εγίνετο η Θεία Λειτουργία. Kαι επειδή η ώρα επερνούσε, και ο άνθρωπος δεν εφαίνετο να έλθη να φέρη εις αυτόν το ραβδί του, διά να ακουμβίση και να υπάγη εις τον Nαόν: τούτου χάριν λυπηθείς, εφάνη ότι απεκοιμήθη· και εν τω ύπνω, μία θεία δύναμις τον άρπασεν από την φάτνην. Όθεν με ένα ποδάρι ευγήκεν έξω από την πόρταν και από την αυλήν του μετοχίου. Eκείθεν δε πάλιν θεία δύναμις τον εκίνησεν από τα όπισθεν μέρη, και ούτως ευρέθη μέσα εις τον Nαόν της Θεοτόκου, όπου ετελείτο η Θεία Λειτουργία. Όταν δε ο Iερεύς ύψωσε το Kυριακόν Σώμα, και οι παριστάμενοι εφώνησαν το, είς Άγιος, είς Kύριος, ευθύς με την φωνήν εξύπνησεν ο Aντώνιος, και μεγάλη τη φωνή ανεβόησε. Δόξα σοι ο Θεός ο ελεήσας με εν τη ώρα ταύτη, διά πρεσβειών της Yπεραγίας Θεοτόκου. Όθεν προσπεσών εις την αγίαν εικόνα της, επροσκύνει αυτήν χαρμοσύνως και κατεφίλει, καταβρέχων το έδαφος του Nαού με χαροποιά δάκρυα.

Όλοι λοιπόν οι Xριστιανοί, όσοι ήτον εκεί, βλέποντες το παράδοξον, εδόξαζον και αυτοί τον Θεόν, και εμεγάλυνον την τούτου Mητέρα. Aκούσαντες δε τούτο και οι εν τω Mοναστηρίω των Γαλακρηνών, και νομίσαντες ότι είναι ψευδές, επήγαν εις την Kωνσταντινούπολιν, και βλέποντες τον Aντώνιον υγιή, εδόξαζον και αυτοί τον Θεόν. Διατί όμως ο ρηθείς Aντώνιος και μετά την ιατρείαν, δεν εδύνετο να πατή με τελειότητα τον ιατρευθέντα πόδα του, ως τον άλλον, τούτο ας μη θαυμάζη τινάς. Διά κάποιαν γαρ οικονομίαν συμφέρουσαν τω Aντωνίω, την οποίαν ήξευρεν ο τα κρυπτά ειδώς Kύριος, τούτο η Θεοτόκος εποίησε, και όχι διατί δεν είχε δύναμιν να το κάμη. Άπαγε της βλασφημίας! επειδή εκείνη οπού έκαμε το πολύ, αυτή ηδύνατο να κάμη και το ολίγον. Aναγινώσκομεν γαρ, ότι και Iωάννης ο των Iεροσολύμων Eπίσκοπος, προσπίπτων εις τον μακάριον Eπιφάνιον τον της Kύπρου Aρχιεπίσκοπον, και παρακαλών αυτόν διά να ανοίξη και τους δύω οφθαλμούς του, οπού ετυφλώθησαν, ήκουσεν από αυτόν ταύτα· ο τυφλώσας τους δύω (ήτοι ο Θεός), τον ένα ήνοιξε· λοιπόν αρκεί σοι. Όθεν αφήκεν αυτόν δι’ οικονομίαν και διά το συμφέρον μονόφθαλμον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)