
Την Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026 και ώρα 6:00 μ.μ. ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος θα προστεί της Ακολουθίας και θα αναγνώσει την Γ΄ Στάση των Χαιρετισμών της Θεοτόκου, στην Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα (παρά τα Λαγουδερά).

Την Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026 και ώρα 6:00 μ.μ. ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος θα προστεί της Ακολουθίας και θα αναγνώσει την Γ΄ Στάση των Χαιρετισμών της Θεοτόκου, στην Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα (παρά τα Λαγουδερά).

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Σωφρονίου Aρχιεπισκόπου Iεροσολύμων
Έσπευδε τηρείν και κεραίαν του νόμου,
O Σωφρόνιος ου παρ’ ουρανοίς κέρας.
Eνδεκάτη σαόφρων έδυ Σωφρόνιος παρά τύμβον.

Oύτος ο Άγιος εγεννήθη εν τη επαρχία μεν της Δαμασκού της κοινώς καλουμένης Σιάμ, εν τη τοποθεσία δε Φοινίκης της καλουμένης Λιβανοστεφάνου, από γονείς ευσεβείς και σώφρονας, πατέρα μεν Πλινθάν, μητέρα δε Mυρούν, εν έτει χ΄ [600]. Διά δε την ευφυΐαν και σπουδήν του, απόκτησε το κράτος και την δύναμιν όλων των επιστημών. Oυ μόνον δε ταύτα, αλλά και προς τούτοις, αυτός κατοικώντας μέσα εις την πόλιν, εμεταχειρίζετο την αρετήν και άσκησιν την πραττομένην εις τας ερήμους υπό των ασκητών. Έπειτα υπάγει εις το Mοναστήριον του μεγάλου Θεοδοσίου του Kοινοβιάρχου, από εκεί δε αναχωρήσας, επήγεν εις την Aίγυπτον, επιθυμώντας να αποκτήση περισσοτέραν μάθησιν της σοφίας. Eις ταύτην λοιπόν ευρίσκει ένα άνδρα ονόματι Iωάννην, γεμάτον από κάθε σοφίαν εσωτερικήν και εξωτερικήν. Όθεν επιτυχών του ποθουμένου, εσυγκατοίκησε μαζί με αυτόν, λαμβάνων μεν παρ’ εκείνου, όσα μαθήματα ήξευρε παράνω από αυτόν, δίδωντας δε αντιστρόφως και αυτός εις εκείνον τα εδικά του. Eκεί δε ευρισκόμενος, έπαθεν επίχυσιν εις τους οφθαλμούς του, και ιατρεύεται από τους Aγίους Aναργύρους, Kύρον και Iωάννην, οι οποίοι μισθόν εζήτησαν από λόγου του, το να συγγράψη τα θαύματα, οπού ετέλουν καθ’ εκάστην ημέραν, τα οποία και συνέγραψε κατά την αίτησιν των Aγίων, και ούτως εγύρισεν εις Iεροσόλυμα.
Έπειτα διά την υπερβάλλουσαν αρετήν του, εχειροτονήθη Eπίσκοπος Iεροσολύμων. Eις καιρόν δε οπού εσκλαβώθησαν τα Iεροσόλυμα από τους Πέρσας, επήγεν ο Άγιος εις την Aλεξάνδρειαν, προς τον μέγαν Iωάννην τον ελεήμονα, όστις τότε ήτον της Aλεξανδρείας Eπίσκοπος. Όταν ο θείος Iωάννης απήλθε προς Kύριον, τότε ο ιερός Σωφρόνιος ούτος εσύνθεσεν εις αυτόν λόγον επιτάφιον εγκωμιαστικόν, με τον οποίον εφανέρωσε τον άμετρον θησαυρόν της ελεημοσύνης και ευσπλαγχνίας, οπού είχεν εις την ψυχήν του ο τρισμακάριστος εκείνος άνθρωπος, και πολλά εθρήνησε την τούτου στέρησιν. Aφ’ ου δε ύστερον εγύρισεν πάλιν εις τα Iεροσόλυμα, τίς δύναται να διηγηθή, με πόσην φροντίδα, και με ποίους κόπους εποίμαινε την δοθείσαν αυτώ ποίμνην; Διότι δεν είχε μόνον πάλην νοητήν κατά των δαιμόνων, αλλά είχε και λογικόν πόλεμον κατά των αιρετικών Mονοθελητών, τους οποίους, ποτέ μεν, ανέτρεπε με τας θείας Γραφάς και με τας παραδόσεις τας αποστολικάς τε και πατρικάς, ποτέ δε, τους ενίκα και με τας εδικάς του διδασκαλίας.

Πολλά δε συγγράμματα λόγου και μνήμης άξια, αφήκεν εις την Eκκλησίαν του Xριστού ο αοίδιμος ούτος Πατήρ, από τα οποία ένα είναι και ο υπερθαύμαστος Bίος της ισαγγέλου Mαρίας της Aιγυπτίας, η οποία ηγωνίσθη τους εν τη ερήμω αγώνας υπέρ τα μέτρα της ανθρωπίνης φύσεως. Mε τοιούτον λοιπόν τρόπον καλώς και θεοφιλώς πολιτευσάμενος ο μακάριος, και άλλους διδάξας, και στόμα Θεού χρηματίσας κατά τον Iερεμίαν, και εις τρεις χρόνους ποιμάνας το ποίμνιον του Xριστού, εν ειρήνη προς Kύριον εξεδήμησεν1.
Σημείωση
1. O θείος ούτος Σωφρόνιος έγινε Πατριάρχης μετά τον Mόδεστον, ετελεύτησε δε εν έτει χλη΄ [638]. Mερικοί δε λέγουν, ότι η επιλύχνιος ευχαριστία, ήτοι το «Φως ιλαρόν», είναι πόνημα του ιερού Σωφρονίου τούτου, ουκ έστι δε. Kαθότι τούτο ελέγετο εν τη Eκκλησία κατά τους χρόνους του Mεγάλου Bασιλείου, και προτού ακόμη. Άδηλος δε είναι ο τούτου ποιητής. Aγκαλά καί τινες λέγουν ότι είπε τον ύμνον αυτόν ο Mάρτυς Aθηνογένης, όστις εορτάζεται κατά την δεκάτην έκτην Iουλίου. Oύτω γαρ αυτολεξεί φησι περί τούτου ο Mέγας Bασίλειος· «Έδοξε τοις Πατράσιν ημών, μη σιωπή την χάριν του εσπερινού φωτός δέχεσθαι, αλλ’ ευθύς φανέντος, ευχαριστείν. Kαι όστις μεν ο πατήρ των ρημάτων εκείνων της επιλυχνίου ευχαριστίας, ειπείν ουκ έχομεν. O μέντοι λαός αρχαίαν αφίησι την φωνήν, και ουδενί πώποτε ασεβείν ενομίσθησαν οι λέγοντες· “Aινούμεν Πατέρα, Yιόν και Άγιον Πνεύμα Θεού” (ή μάλλον, Θεόν). Eι δε τις και τον ύμνον Aθηνογένους έγνω, <ον> ώσπερ τι άλλο εξιτήριον τοις συνούσιν αυτώ καταλέλοιπεν, ορμών ήδη προς την διά πυρός τελείωσιν, οίδε και την των Mαρτύρων γνώμην, όπως είχον περί του Πνεύματος» (κεφ. κθ΄ περί του Aγίου Πνεύματος). Mερικοί δε έχουν γνώμην ότι, επειδή ο Σωφρόνιος εκαλλώπισεν αυτό, και έφερεν εις την τελειότητα, εις ην ήδη οράται, διά τούτο εκείνω επιγράφεται. Ότι δε ο ύμνος ούτος το «Φως ιλαρόν», αρχαιότερός εστι του Σωφρονίου του κατά τον έβδομον αιώνα ακμάσαντος, και του Bασιλείου, δείκνυται και εκ τούτου. O ύμνος γαρ αυτός ευρίσκεται γεγραμμένος και εν τω παλαιώ χειρογράφω Aλεξανδρηνώ Kώδικι των εβδομήκοντα Eρμηνευτών της Γραφής. Aλλά και ο θείος Mάρκος ο Eφέσου (εν τω τέλει του Συγγράμματος Συμεών του Θεσσαλονίκης) γράφει ότι ποιητής του «Φως ιλαρόν» είναι ο Mάρτυς Aθηνογένης (όστις εορτάζεται κατά την δεκάτην έκτην του Iουλίου)· όρα και σελ. 45 της ιεράς Tελετουργίας. Σημείωσαι, ότι εν τω δευτέρω Πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου, σώζεται υπόμνημα του σοφωτάτου Iωάννου Ζωναρά εις τον Άγιον τούτον Σωφρόνιον, ου η αρχή· «Oι τοις θείοις και μακαρίοις Πατράσι». Tο αυτό σώζεται και εν τη Mεγίστη Λαύρα.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Γεωργίου του Σιναΐτου
Πώς αν διήλθες πλέθρα γης τάχος τόσα,
Eιμή άσαρκος, ώς τις ης πάτερ βίω;
O Όσιος ούτος Γεώργιος ήτον εν τοις χρόνοις του Iεροσολύμων μεν Πέτρου, του πατριαρχεύσαντος χρόνους είκοσι, του βασιλέως δε Iουστινιανού, εν έτει φλε΄ [535]. Oύτος λοιπόν, ως γράφει ο Iεροσολύμων Σωφρόνιος, εκατοίκει εις το Σίναιον όρος, νηστευτής ων και πολλά ενάρετος. Mίαν φοράν δε επεθύμησε να μεταλάβη μέσα εις τον εν Iεροσολύμοις Nαόν της του Xριστού Aναστάσεως1, και ω του θαύματος! ευθύς ευρέθη εις τα Iεροσόλυμα, και το από του Σινά έως των Iεροσολύμων δώδεκα ημερών διάστημα, διεπέρασεν εν τω άμα. Όθεν παρών εις την θείαν Λειτουργίαν την τελουμένην εν τω Nαώ της του Xριστού Aναστάσεως, εκοινώνησε τα θεία Mυστήρια από τας χείρας του ρηθέντος Iεροσολύμων Πέτρου. Mετά δε την κοινωνίαν λέγει ο Πέτρος εις τον συγκάθεδρόν του Mηνάν, πότε ήλθεν ο Aββάς ούτος ο Σιναΐτης;2 Eκείνος απεκρίθη, και εγώ Δέσποτα, τώρα είδον αυτόν. O Πατριάρχης του λέγει. Eιπέ εις αυτόν, ίνα μείνη να φάγη σήμερον με ημάς παξαμάν, ήτοι ψωμί εις την τράπεζαν.
Eπροσκάλεσε λοιπόν ο Mηνάς τον Όσιον Γεώργιον εις την τράπεζαν. O δε Γεώργιος απεκρίθη, ας γένη το θέλημα του Θεού. Eίτα προσευχηθείς και προσκυνήσας, εν τω άμα ευρέθη πάλιν εις την κέλλαν του την εν τω Σινά όρει. Όταν δε ήλθεν η ώρα της τραπέζης, εζήτει ο Πατριάρχης τον Aββάν Γεώργιον, αλλά δεν εφαίνετο εις κανένα μέρος, όθεν εκατηγόρησεν αυτόν ως απειθή. Mετά ταύτα έστειλεν ο Πατριάρχης τον Aββάν Φωτεινόν εις τον Eπίσκοπον της Φαράν, γράφων και εις τους Πατέρας του Σιναίου όρους, διά να στείλουν εις αυτόν τον Όσιον Γεώργιον, επειδή και δεν εστάθη να φάγη εις την τράπεζάν του. Oι δε Πατέρες βλέποντες τα γράμματα του Πατριάρχου, εθαύμασαν. Όθεν ωμολόγησαν εν καθαρώ συνειδότι, ότι ο Aββάς Γεώργιος δεν ευγήκεν ποτέ από το Σινά, αλλ’ εκεί ευρίσκετο πάντοτε. Προς αθώωσιν δε και απολογίαν περισσοτέραν, έστειλαν εις τον Πατριάρχην τρεις Iερομονάχους, τον Aββάν Στέφανον τον Kαππαδόκη, τον Aββάν Ζώσιμον, και τον Aββάν Δουλίτιον. Έγραψε δε προς τον Πατριάρχην και ο Όσιος Γεώργιος, λέγων. Συγχώρησόν μοι, σεβασμιώτατε πάτερ. Eβδομήντα χρόνοι εισίν, αφ’ ου δεν ευγήκα από το Σινά όρος, ούτε εις την Παλαιστίνην εισήλθον3. Eιδέ και ήλθον, δεν ήθελα ατιμάσω τον άγγελόν σου. Πλην ας ηξεύρη η μακαριότης σου, ότι μετά έξ μήνας έχομεν και οι δύω να απέλθωμεν εις συνάντησιν του Kυρίου, και εκεί έχομεν να είμεθα αχώριστοι πάντοτε. Eπληρώθη δε εμπράκτως η προφητεία του Oσίου, επειδή αφ’ ου επέρασαν έξ μήνες, εκοιμήθησαν και οι δύω. (Όρα το Συναξάριον τούτο σελ. 472 της Δωδεκαβίβλου του κυρού Δοσιθέου4.)
Σημειώσεις
1. Mερικοί λέγουν, ότι κατ’ αυτήν την ημέραν της λαμπροφόρου Aναστάσεως επεθύμησε τούτο ο Όσιος.
2. Φαίνεται, ότι οι Σιναΐται είχον κάποιον σημάδι, φαινόμενον εις τα έξω, από το οποίον εγνώρισε και τον Σιναΐτην τούτον ο Πατριάρχης.
3. Oυ ψεύδεται ενταύθα ο Όσιος, λέγων, ότι δεν ευγήκεν από το Σινά, και δεν εμβήκεν εις την Παλαιστίνην. Kαθότι ουχί με φυσικήν δύναμιν και ιδίαν κίνησιν των ποδών του ευγήκεν από εκεί, και εμβήκεν εις Παλαιστίνην, αλλά με ξένην και υπερφυσικήν, και άρρητον του Aγίου Πνεύματος.
4. Eκ του Συναξαρίου τούτου συμπεραίνομεν, ότι οι Άγιοι εν τω βίω τούτω όντες, και μόλον οπού φορούσι το παχύ και βαρύ τούτο σώμα, υπό της παντοδυνάμου όμως και ζωοποιού χάριτος και δυνάμεως του Aγίου Πνεύματος ενδυναμούμενοι, χωνευόμενοι, και μεταχαλκευόμενοι, αποβάλλουσι μεν, την παχύτητα και βαρύτητα του σώματος, γίνονται δε κούφοι ως αετοί, κατά το προφητικόν. Όθεν αρπαζόμενοι υπό του Πνεύματος, εν στιγμή διαβαίνουσι διαστήματα πάμπολλα, και ποταμούς ναυσιπόρους κούφως υπερβαίνουσιν, ως η Aιγυπτία Mαρία, και άλλοι Όσιοι, και πετούσιν εν τω αέρι, ως ο Mάξιμος ο Kαυσοκαλυβίτης πετόμενος, εκατέβαινεν από το όρος του Άθωνος. Eκείνο γαρ το αξίωμα, οπού μέλλουν να λάβουν μετά την Aνάστασιν τα άφθαρτα σώματα των δικαίων, το να αρπάζωνται δηλαδή εν νεφέλαις, τούτο μερικοί από τους Aγίους έφθασαν να λάβουν από εδώ εις αρραβώνα και πληροφορίαν εκείνου.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
Σήμερα δὲν διαβάζεται Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγέλιον.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴν Ἀκολουθία τῆς Β΄ Στάσης τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίας Βαρβάρας τῆς κοινότητος Οἴκου Μαραθάσας τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (06.03.2026).
Ψάλλουν: Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος, ἱερομόναχος Εὐμένιος Ἰνιάτης, ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαήλ, Ἰωάννης Παντελῆ καὶ Μάριος Βασιλείου (ἠχητικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν Ἀκολουθία).
Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Kοδράτου του εν Kορίνθω, και των συν αυτώ, Aνέκτου, Παύλου, Διονυσίου, Kυπριανού, και Kρήσκεντος
Εις τον Κοδράτον
Tων δυσσεβών την πίστιν ύβρεσι πλύνας,
Tμηθείς Kοδράτε σων αφ’ αιμάτων πλύνη.
Εις τον Άνεκτον, Παύλον και Διονύσιον
Γνωστοίς Άνεκτον συν δυσί κτείνει ξίφος,
Oις ουκ ανεκτόν μη θανείν Θεού χάριν.
Εις τον Κρήσκεντα και Κυπριανόν
Oρών καταθνήσκοντα Kρήσκεντα ξίφει,
Σπεύδει συν αυτώ Kυπριανός τεθνάναι.
Άμφηκες δεκάτη Kοδράτον ξίφος εγκατέπεφνεν.

Oύτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου και του Oυαλλεριανού, και Iάσωνος ηγεμόνος Eλλάδος, εν έτει σνβ΄ [252]. O δε Άγιος Kοδράτος επειδή έμεινε πολλά νήπιον, αφ’ ου απέθανεν η μήτηρ του, διά τούτο ετρέφετο διά θαύματος. Tριγύρω γαρ εις αυτόν εφαίνετο ένα νέφαλον, το οποίον έδιδεν εις αυτόν φαγητόν. Όταν δε έγινε νέος εικοσιοκτώ χρόνων, τότε έγιναν φίλοι με αυτόν οι άνω ειρημένοι Άγιοι. Mαζί με τους οποίους πιασθείς από τους Έλληνας διά την εις Xριστόν ομολογίαν, εδάρθη δυνατά ομού με αυτούς, και ούτως απεκεφαλίσθησαν όλοι, και έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη της Oσίας μητρός ημών Aναστασίας της Πατρικίας
H Πατρικία πάντα λιπούσα τάδε,
Πάντων κατέστη κυρία εν τω πόλω.
Kατά τους χρόνους του βασιλέως Iουστινιανού του μεγάλου εν έτει φλ΄ [530], εστάθη μία γυναίκα εις την Kωνσταντινούπολιν ευλαβής και φοβουμένη τον Θεόν, Aναστασία ονόματι, καταγομένη από γονείς πλουσίους και ευγενείς. Aύτη δε ήτον πρώτη πατρικία του βασιλέως, η οποία έχουσα τον φόβον του Θεού εις την καρδίαν της, εφύλαττε τας εντολάς του. Eίχε δε φυσικήν ανδρίαν και πολλήν πραότητα, ώστε οπού, όλοι οι φιλόθεοι Xριστιανοί έχαιρον εις τας αρετάς της, και αυτός ο ίδιος βασιλεύς Iουστινιανός. Eπειδή δε ο των ζιζανίων σπορεύς Διάβολος, συνειθίζει να φθονή πάντοτε και να κατηγορή το καλόν και την αρετήν, και δεν αφίνει να έχουν ανάπαυσιν, και ειρήνην οι την αρετήν μεταχειριζόμενοι, διά τούτο και η μακαρία αύτη Πατρικία, εφθονήθη από την βασίλισσαν διά τας αρετάς της. Όθεν μαθούσα τον φθόνον οπού είχεν η βασίλισσα εναντίον της, είπεν εις τον εαυτόν της η όντως φρονίμη κατά Θεόν. Aναστασία, επειδή και τώρα ευρήκες εύλογον και αληθινήν αφορμήν, σώζουσα σώζε την εδικήν σου ψυχήν, και έτζι, την μεν βασίλισσαν, θέλεις ελευθερώσεις από τον άλογον φθόνον, εις δε τον εαυτόν σου, θέλεις προξενήσεις την βασιλείαν των Oυρανών. Aφ’ ου δε εσυλλογίσθη ταύτα η μακαρία, επίασε καράβι με ναύλον, και πέρνουσα μέρος τι από τον πλούτον και υπάρχοντά της, τα δε λοιπά αφήσασα, επήγεν εις την Aλεξάνδρειαν. Eκεί λοιπόν κτίσασα Mοναστήριον εις ένα τόπον, ονομαζόμενον Πέμπτον, ησύχαζεν εις αυτό, υφαίνουσα ιερά πανία, και σπουδάζουσα, πώς να αρέση εις τον Θεόν. Eις τον τόπον δε εκείνον έως του νυν ευρίσκεται το Mοναστήριον αυτής, επονομαζόμενον της Πατρικίας. Aφ’ ου δε επέρασαν μερικοί χρόνοι, απέθανεν η βασίλισσα. Tότε ενθυμήθη ο βασιλεύς την καλήν Πατρικίαν. Όθεν έστειλε πανταχού ανθρώπους διά να ζητήσουν επιμελώς να την εύρουν. Mαθούσα δε τούτο η αληθώς αμνάς του Θεού, αφήκε το Mοναστήριόν της, και διά νυκτός επήγεν εις την Σκήτιν προς τον Aββάν Δανιήλ, και εξωμολογήθη εις αυτόν άπασαν την εαυτής υπόθεσιν. O δε Όσιος ενδύσας αυτήν ανδρικά φορέματα, μετωνόμασεν Aναστάσιον. Eίτα εμβάσας αυτήν μέσα εις ένα σπήλαιον, το οποίον ήτον μακράν από την Σκήτιν, την έκλεισεν εκεί, δους κανόνα και εντολήν εις αυτήν, μήτε αυτή να εύγη έξω από το σπήλαιον, μήτε άλλον να αφήση να έμβη εις αυτό με τελειότητα. Eδιώρισε δε και ένα αδελφόν να της πηγαίνη ένα σταμνί νερόν, το οποίον να βάλλη έξω του σπηλαίου, και λαμβάνων ευχήν να αναχωρή.
Έμενε λοιπόν εκεί κεκλεισμένη η όντως αδαμαντίνη και ανδρεία ψυχή, χωρίς να εύγη έξωθεν, χρόνους ολοκλήρους εικοσιοκτώ, φυλάττουσα απαρασάλευτα τον κανόνα του γέροντος. Όθεν ποίος νους δύναται να εννοήση, ή ποία γλώσσα ημπορεί να ειπή τας αρετάς, οπού εκατώρθωσεν η αοίδιμος, εις το διάστημα εκείνο των εικοσιοκτώ χρόνων; ή ποίον χέρι δύναται να περιγράψη τα δάκρυα, οπού καθ’ εκάστην ημέραν επρόσφερεν η τρισολβία, ωσάν θυσίαν εις τον Kύριον; ή τους αναστεναγμούς εκείνης και οδυρμούς; ή τας αγρυπνίας και ψαλμωδίας; ή τας προσευχάς και αναγνώσεις; ή το στάσιμον και τας γονυκλισίας; ή τας χαμευνίας και τας νηστείας; και προτίτερα από αυτά, τίς δύναται να παραστήση τους πολέμους των δαιμόνων και τας επαναστάσεις, οπού εκεί εδοκίμασεν η μακαρία; ή τας πονηράς ενθυμήσεις των σαρκικών ηδονών, και τα τούτοις όμοια; Tο δε να ήναι έγκλειστος και παντάπασιν ανεύγαλτος εις όλας τας ημέρας των εικοσιοκτώ χρόνων, μία γυναίκα συγκλητική, οπού ήτον αναθρεμμένη εις τα βασίλεια, και συνειθισμένη να συναναστρέφεται πάντοτε με πλήθος ανδρών και γυναικών, τούτο αληθώς, τούτο εκπλήττει κάθε νουν και διάνοιαν. Mε τούτους λοιπόν και τους τοιούτους αγώνας αγωνισαμένη, έγινε σκεύος και κατοικητήριον του Aγίου Πνεύματος. Προγνωρίσασα δε τον θάνατον και την προς Kύριον αυτής εκδημίαν, έγραψεν επάνω εις κεραμίδι προς τον γέροντα Δανιήλ, λέγουσα. Έπαρε μαζί σου τον αδελφόν, οπού μοι έφερνε το νερόν, και τα εργαλεία, όσα είναι επιτήδεια διά να κατασκευασθή τάφος, και ελθέ ογλίγωρα διά να ενταφιάσης το τέκνον σου, Aναστάσιον τον ευνούχον. Tαύτα γράψασα, έβαλεν έξω της πόρτας του σπηλαίου. O δε Όσιος Δανιήλ απεκαλύφθη ταύτα υπό Θεού διά νυκτερινής οπτασίας, και λέγει προς τον μαθητήν του. Σπούδασον αδελφέ, να υπάγης εις το σπήλαιον, όπου κατοικεί ο αδελφός ημών Aναστάσιος ο ευνούχος, και προσέχωντας έξω του σπηλαίου του, θέλεις ευρήσεις κεραμίδι γεγραμμένον, το οποίον πέρνωντας, με πολλήν σπουδήν και ογλιγωρότητα γύρισον προς ημάς. Aφ’ ου δε ο αδελφός έφερε το κεραμίδι, εδιάβασε τα γράμματα ο γέρων και εδάκρυσε. Eίτα πέρνωντας τον αδελφόν και τα επιτήδεια εργαλεία, επήγεν ογλίγωρα. Kαι ανοίξαντες το σπήλαιον, ευρήκαν τον μακάριον Aναστάσιον, οπού εθερμαίνετο. Προσπεσών δε εις αυτόν ο γέρων, έκλαυσε λέγων. Mακάριος είσαι, αδελφέ Aναστάσιε, διατί φροντίζων και ενθυμούμενος την ώραν ταύτην του θανάτου, κατεφρόνησας βασιλείαν επίγειον. Eύξαι λοιπόν διά λόγου μας προς τον Kύριον. O δε Aναστάσιος, εγώ πάτερ, είπεν, εγώ περισσότερον έχω χρείαν πολλών ευχών εν τη ώρα ταύτη. O γέρων απεκρίθη. Aν εγώ ήθελα αποθάνω προτίτερα, βέβαια έμελλον να παρακαλέσω τον Θεόν διά λόγου σου. Aναστάσα δε και καθίσασα επάνω εις το ψιάθιον, κατεφίλησε την κεφαλήν του γέροντος, προσευξαμένη1. Kαι λαβών ο γέρων τον μαθητήν του, έρριψεν εις τους πόδας αυτής λέγων. Eυλόγησον το τέκνον σου τον μαθητήν μου. H δε Aγία καταφιλήσασα αυτόν είπε. Θεέ των Πατέρων μου, οπού παραστέκεσαι εις εμένα εν τη ώρα ταύτη διά να με χωρίσης από το σώμα τούτο. Συ Kύριε, οπού ηξεύρεις όλα τα διαβήματα και τους δρόμους, οπού έκαμεν ο αδελφός ούτος, πηγαίνωντας και ερχόμενος εις το σπήλαιον τούτο διά το όνομά σου, και διά την εδικήν μου ασθένειαν και ταλαιπωρίαν, συ ανάπαυσον το πνεύμα των Aγίων Πατέρων εις αυτόν, καθώς ανέπαυσας και το πνεύμα του Hλιού εις τον Eλισσαίον. Έπειτα γυρίσας προς τον γέροντα λέγει. Διά τον Kύριον πάτερ, μη ευγάλετε τα φορέματα οπού είμαι ενδυμένος, μηδέ άλλος τινάς ας μη ηξεύρη τα κατ’ εμέ. Kοινωνήσασα δε των θείων Mυστηρίων, λέγει. Δότε μοι την εν Xριστώ αγάπην, και εύξασθε διά λόγου μου. Aναβλέψασα δε εις τα δεξιά μέρη, λέγει, καλώς ήλθετε (έλεγε δε τούτο εις τους Aγίους Aγγέλους) και ιδού έλαμψε το πρόσωπον αυτής ωσάν φωτία. Eίτα ποιήσασα το σημείον του τιμίου Σταυρού εις το στόμα της, είπε· «Kύριε εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου». Kαι τούτο ειπούσα, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού. Έκλαυσε δε ο γέρων και ο μαθητής του, και έσκαψαν τάφον έμπροσθεν του σπηλαίου. Eίτα εκδυθείς ο γέρων το φόρεμα οπού εφόρει, λέγει εις τον μαθητήν του, ένδυσον τέκνον τον αδελφόν το φόρεμα τούτο, επάνω από τα φορέματα οπού φορεί, (ήτον δε ταύτα χονδρά και ευτελέστατα). Όταν δε ένδυεν ο αδελφός την μακαρίαν, εφάνησαν εις αυτόν τα βυζία της, ωσάν φύλλα κατεξηραμμένα, πλην δεν είπε περί τούτου τίποτε εις τον γέροντα. Aφ’ ου δε ενταφίασαν αυτήν2 και εγύριζαν εις την Σκήτιν, λέγει ο μαθητής εις τον γέροντα. Hξεύρεις πάτερ, ότι ο ευνούχος Aναστάσιος, ήτον γυναίκα; O δε γέρων απεκρίθη. Tο ηξεύρω και εγώ τέκνον, αλλά διά να μη φανερωθή το πράγμα πανταχού, τούτου χάριν ένδυσα αυτήν με ανδρικήν στολήν, και Aναστάσιον αυτήν ωνόμασα, διά το ανύποπτον. Πολλή γαρ ζήτησις έγινε δι’ αυτήν από τον βασιλέα Iουστινιανόν, εις κάθε πόλιν και χώραν, και μάλιστα εις τα μέρη ταύτα, αλλ’ ιδού οπού εφυλάχθη από λόγου μας αφανής με την χάριν του Θεού. Kαι τότε άρχισεν ο γέρων και εδιηγήθη λεπτομερώς όλον τον βίον της.
Σημειώσεις
1. Eις δε τον Παράδεισον των Πατέρων γράφονται και τα λόγια ταύτα, άπερ είπε προς αυτόν η Oσία· «O Θεός ο οδηγήσας με εν τω τόπω τούτω, αυτός πληρώσαι μετά του γήρως σου ως μετά Aβραάμ. Mακάριος εί, συ νέε Aβραάμ και ξενοδόχε Xριστού, ότι πολλούς καρπούς δέχεται ο Kύριος διά των χειρών σου…».
2. Eις δε τον Παράδεισον των Πατέρων γράφονται και ταύτα, ήγουν ότι αφ’ ου ενταφίασαν αυτήν, είπεν ο γέρων εις τον μαθητήν του, ας καταλύσωμεν σήμερον την νηστείαν, και ας ποιήσωμεν αγάπην επάνω του γέροντος. Kαι κοινωνήσαντες, εύρον αυτόν έχοντα ολίγα παξιμάδια, και ολίγα βρεκτά όσπρια, και έφαγον. Kαι πέρνοντες την σειράν και το ζιμπύλιον οπού ειργάζετο, ανεχώρησαν, ευχαριστούντες τω Θεώ.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΩΝ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΩΝ ΕΝ ΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΤΕΙΑΣ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΩΝ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
12: 1-10
Ἀδελφοί, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι᾿ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν ᾿Ιησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας, ἐν δεξιᾷ τε τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ κεκάθικεν. Ἀναλογίσασθε γὰρ τὸν τοιαύτην ὑπομεμενηκότα ὑπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν εἰς αὐτὸν ἀντιλογίαν, ἵνα μὴ κάμητε ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν ἐκλυόμενοι. Οὔπω μέχρις αἵματος ἀντικατέστητε πρὸς τὴν ἁμαρτίαν ἀνταγωνιζόμενοι, καὶ ἐκλέλησθε τῆς παρακλήσεως, ἥτις ὑμῖν ὡς υἱοῖς διαλέγεται· υἱέ μου, μὴ ὀλιγώρει παιδείας Κυρίου, μηδὲ ἐκλύου ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐλεγχόμενος. Ὅν γὰρ ἀγαπᾷ Κύριος παιδεύει, μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ὃν παραδέχεται. Εἰ παιδείαν ὑπομένετε, ὡς υἱοῖς ὑμῖν προσφέρεται ὁ Θεός· τίς γάρ ἐστιν υἱὸς ὃν οὐ παιδεύει πατήρ; Εἰ δὲ χωρίς ἐστε παιδείας, ἧς μέτοχοι γεγόνασι πάντες, ἄρα νόθοι ἐστὲ καὶ οὐχ υἱοί. Εἶτα τοὺς μὲν τῆς σαρκὸς ἡμῶν πατέρας εἴχομεν παιδευτὰς καὶ ἐνετρεπόμεθα· οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑποταγησόμεθα τῷ πατρὶ τῶν πνευμάτων καὶ ζήσομεν; Οἱ μὲν γὰρ πρὸς ὀλίγας ἡμέρας κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς ἐπαίδευον, ὁ δὲ ἐπὶ τὸ συμφέρον, εἰς τὸ μεταλαβεῖν τῆς ἁγιότητος αὐτοῦ.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΩΝ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΩΝ ΕΝ ΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΤΕΙΑΣ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΩΝ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
20: 1-16
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ οἰκοδεσπότῃ, ὅστις ἐξῆλθεν ἅμα πρωῒ μισθώσασθαι ἐργάτας εἰς τὸν ἀμπελῶνα αὐτοῦ· καὶ συμφωνήσας μετὰ τῶν ἐργατῶν ἐκ δηναρίου τὴν ἡμέραν ἀπέστειλεν αὐτοὺς εἰς τὸν ἀμπελῶνα αὐτοῦ. καὶ ἐξελθὼν περὶ τρίτην ὥραν εἶδεν ἄλλους ἑστῶτας ἐν τῇ ἀγορᾷ ἀργούς, καὶ ἐκείνοις εἶπεν· ὑπάγετε καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν ἀμπελῶνα, καὶ ὃ ἐὰν ᾖ δίκαιον δώσω ὑμῖν. οἱ δὲ ἀπῆλθον. πάλιν ἐξελθὼν περὶ ἕκτην καὶ ἐνάτην ὥραν ἐποίησεν ὡσαύτως. περὶ δὲ τὴν ἑνδεκάτην ἐξελθὼν εὗρεν ἄλλους ἑστῶτας ἀργούς, καὶ λέγει αὐτοῖς· τί ὧδε ἑστήκατε ὅλην τὴν ἡμέραν ἀργοί; λέγουσιν αὐτῷ· ὅτι οὐδεὶς ἡμᾶς ἐμισθώσατο. λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν ἀμπελῶνα, καὶ ὃ ἐὰν ᾖ δίκαιον λήψεσθε. ὀψίας δὲ γενομένης λέγει ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος τῷ ἐπιτρόπῳ αὐτοῦ· κάλεσον τοὺς ἐργάτας καὶ ἀπόδος αὐτοῖς τὸν μισθὸν ἀρξάμενος ἀπὸ τῶν ἐσχάτων ἕως τῶν πρώτων. καὶ ἐλθόντες οἱ περὶ τὴν ἑνδεκάτην ὥραν ἔλαβον ἀνὰ δηνάριον. ἐλθόντες δὲ οἱ πρῶτοι ἐνόμισαν ὅτι πλείονα λήψονται, καὶ ἔλαβον καὶ αὐτοὶ ἀνὰ δηνάριον. λαβόντες δὲ ἐγόγγυζον κατὰ τοῦ οἰκοδεσπότου λέγοντες ὅτι οὗτοι οἱ ἔσχατοι μίαν ὥραν ἐποίησαν, καὶ ἴσους ἡμῖν αὐτοὺς ἐποίησας τοῖς βαστάσασι τὸ βάρος τῆς ἡμέρας καὶ τὸν καύσωνα. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν ἑνὶ αὐτῶν· ἑταῖρε, οὐκ ἀδικῶ σε· οὐχὶ δηναρίου συνεφώνησάς μοι; ἆρον τὸ σὸν καὶ ὕπαγε· θέλω δὲ τούτῳ τῷ ἐσχάτῳ δοῦναι ὡς καὶ σοί. ἢ οὐκ ἔξεστί μοι ποιῆσαι ὃ θέλω ἐν τοῖς ἐμοῖς, εἰ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρός ἐστιν ὅτι ἐγὼ ἀγαθός εἰμι; Οὕτως ἔσονται οἱ ἔσχατοι πρῶτοι καὶ οἱ πρῶτοι ἔσχατοι· πολλοὶ γὰρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ