ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ: 29 Οκτωβρίου 2026, 11:00 π.μ. – Υποδοχή και Παράδοση των δύο αγνοούμενων ιερών εικόνων των Αποστόλων και Ευαγγελιστών Ματθαίου και Μάρκου (εικόνες του 14ου αιώνα της Ιεράς Μονής Παναγίας Ασίνου) στην Ιερά Μητρόπολη Μόρφου

Φέρεται στη γνώση των ευσεβών χριστιανών ότι την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026 και ώρα 11:00 π.μ., στον προαύλιο χώρο του Ιερού Ναού του Αγίου Γεωργίου στην Ευρύχου ,θα πραγματοποιηθεί η υποδοχή των δύο αγνοούμενων ιερών εικόνων των Αποστόλων και Ευαγγελιστών Ματθαίου και Μάρκου (οι εικόνες είναι έργα του 14ου αιώνα και προέρχονται από την Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου). Ακολούθως, θα ακολουθήσει λιτανευτική πομπή προς το Συνοδικό της Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου όπου και θα τελεσθεί η παράδοσή των ιερών εικόνων, δοξολογία και δέησις, προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.
Πιο κάτω επισυνάπτεται και η ανακοίνωση που εκδόθηκε στις 9 Οκτωβρίου με αφορμή τον επαναπατρισμό των δύο ιερών εικόνων στην Κύπρο:
Με τις ευλογίες του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Κύπρου κ.κ. Γεωργίου και του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου ανακοινώνεται με ιδιαίτερη συγκίνηση ο επαναπατρισμός στην Κύπρο δύο σημαντικών βυζαντινών εικόνων, οι οποίες απομακρύνθηκαν παράνομα από τον τόπο τους μετά την τουρκική εισβολή του 1974.
Πρόκειται για τις εικόνες των Ευαγγελιστών Ματθαίου και Μάρκου, παλαιολόγεια έργα του 14ου αιώνα, οι οποίες προέρχονται από τον βυζαντινό ναό της Παναγίας της Φορβιώτισσας στην Ασίνου. Πριν από την τουρκική εισβολή του 1974 οι εικόνες είχαν μεταφερθεί στο Μέγαρο της Ιεράς Μητροπόλεως Κυρηνείας στην Κερύνεια, από όπου και κλάπηκαν.
Μετά τον εντοπισμό των εικόνων στο Ηνωμένο Βασίλειο, την τεκμηρίωση της διακίνησής τους καθώς και την αναγνώριση των δικαιωμάτων της Εκκλησίας Κύπρου κατορθώθηκε η επιστροφή τους στον τόπο όπου ανήκουν. Αξίζει να αναφερθεί ότι οι εικόνες παραδόθηκαν στη Μητρόπολη Μόρφου χωρίς οποιαδήποτε οικονομική επιβάρυνση, αφού ο κάτοχος δεν απαίτησε οποιαδήποτε αποζημίωση.
Για την επιτυχή έκβαση της προσπάθειας υπήρξαν καθοριστικές οι ενέργειες του Δρος Χριστόδουλου Χατζηχριστοδούλου, βυζαντινολόγου και συμβούλου της Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου για τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία, της Μαρίας Παφίτη, ιστορικού τέχνης και πρώην επικεφαλής του τμήματος εικόνων του οίκου δημοπρασιών Christie’s, αμφοτέρων με ειδίκευση σε ζητήματα επαναπατρισμού πολιτιστικών αγαθών, καθώς και του Θεοφιλέστατου Επισκόπου Νεαπόλεως κ. Πορφυρίου, Προέδρου της Συνοδικής Επιτροπής Ναοδομίας, Μνημείων και Χριστιανικής Τέχνης της Εκκλησίας Κύπρου. Ο δικηγόρος Γιώργος Χατζηπιερής, επιλήφθηκε των σχετικών νομικών θεμάτων και συντόνισε την όλη διαδικασία.
Η Ιερά Μητρόπολις Μόρφου εκφράζει θερμότατες ευχαριστίες προς όλους όσοι συνέβαλαν στην επιτυχή ολοκλήρωση αυτής της προσπάθειας. Ιδιαίτερες ευχαριστίες απευθύνονται προς το Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου και τον Διευθυντή του Δρα Γιώργο Γεωργίου, τον Αρχηγό της Αστυνομίας Κύπρου Θεμιστό Αρναούτη και την Ιντερπόλ, καθώς και τον Γιώργο Πέτρου, Θεολόγο-Αγιογράφο, για την πολύτιμη και αγαστή συνεργασία.
Οι εικόνες των Ευαγγελιστών Μάρκου και Ματθαίου αποτελούν πολύτιμα τεκμήρια της βυζαντινής τέχνης και της εκκλησιαστικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου. Υπενθυμίζεται ότι δύο ακόμα εικόνες από τη Μεγάλη Δέηση της Παναγίας Φορβιώτισσας, αυτές των αποστόλων Πέτρου και Παύλου, επαναπατρίστηκαν από τη Νέα Υόρκη το 2007.

Στην ίδια σειρά ανήκει και η εικόνα του Χριστού Παντοκράτορα, η οποία διασώζεται, ενώ αναζητούνται οι εικόνες της Θεοτόκου, του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου και των Ευαγγελιστών Ιωάννη του Θεολόγου και Λουκά.
Η επιστροφή των δύο εικόνων, περισσότερο από μισό αιώνα μετά τα γεγονότα του 1974, έχει ιδιαίτερη σημασία για την Κύπρο. Δεν πρόκειται απλώς για την ανάκτηση δύο πολύτιμων έργων τέχνης. Πρόκειται για την επιστροφή δύο αντικειμένων πίστης, ιστορίας και συλλογικής μνήμης στον τόπο όπου δημιουργήθηκαν, λατρεύτηκαν και στον οποίο ανήκουν.
Σημ.: ακολουθούν οι λεπτομέρειες των εικόνων και επισυνάπτονται οι σχετικές φωτογραφίες.


Ιερά Μητρόπολις Μόρφου
Ὁ ἅγιος νέος ἱερομάρτυς Μαρτύριος, ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Ὀρούντης (25 Ὀκτωβρίου)
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ
Ὁ ἅγιος νέος ἱερομάρτυς Μαρτύριος ἔζησε κατὰ τὸν 18ο καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰ. καὶ ὑπῆρξε ἡγούμενος τῆς παρὰ τὸ χωριὸ Ὀροῦντα τῆς Μητροπόλεως Μόρφου Μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου.
Τὰ ἐφεξῆς λίγα γνωστὰ στοιχεῖα γιὰ τὸ πρόσωπο καὶ τὸ μαρτύριό του στηρίζονται σὲ ἐκδεδομένη —πολὺ ἰσχυρὴ μέχρι σήμερα— ζῶσα λαϊκὴ παράδοση τῆς Ὀρούντης.
Σύμφωνα μὲ τὴν ἀξιόπιστη αὐτὴ παράδοση —ἡ ὁποία νὰ σημειωθεῖ πὼς καθόλου δὲν συσχετίζει τὴ θανάτωση τοῦ ἡγουμένου μὲ τὰ γεγονότα τοῦ κυπριακοῦ 1821—, κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰ., μία ὁμάδα ἀπὸ Τουρκοάραβες μωαμεθανούς, ποὺ εἶχαν ἐγκατασταθεῖ στὸν μικρὸ συνοικισμὸ Ἀχερᾶς, ἐμφανίσθηκαν στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ ζητοῦσαν ἀπὸ τὸν ἡγούμενο νὰ τοὺς δώσει χρήματα. Αὐτός, γιὰ νὰ τοὺς ἀπαλλαγεῖ, τοὺς ἔστρωσε πλούσιο τραπέζι καί, ἀφοῦ αὐτοὶ ἔφαγαν καὶ ἤπιαν, ἀναχώρησαν ἥσυχα.

Τότε ὁ ἡγούμενος, προαισθανόμενος ὅτι θὰ ἐπανέρχονταν οἱ μωαμεθανοὶ νὰ τοῦ ξαναζητήσουν χρήματα, πῆρε μιὰ χάλκινη κατσαρόλα καὶ ἕνα πήλινο δοχεῖο καί, ἀφοῦ ἔβαλε μέσα τὰ χρήματα (χρυσὲς λίρες) καὶ τὰ κοσμήματα-ἀφιερώματα τῆς μονῆς, ἔσκαψε καὶ τὰ ἔκρυψε σὲ ἕνα χωράφι. Πράγματι, τὴν ἑπομένη ἦλθαν ξανὰ οἱ Ἀγαρηνοὶ καὶ ζητοῦσαν χρήματα ἀπὸ τὸν ἡγούμενο. Ὅταν αὐτὸς τοὺς ἀπάντησε πὼς δὲν εἶχε νὰ τοὺς δώσει, αὐτοὶ τὸν ἀνάγκασαν νὰ τοὺς ὑπογράψει ἕνα χαρτὶ ὅτι τοὺς χρεωστοῦσε κάποιο συγκεκριμένο ποσὸ χρημάτων. Μετὰ ἀπὸ αὐτό, σκότωσαν τὸν ἡγούμενο καὶ ἔριξαν τὸ πτῶμα του μέσα στὸν ἀλακατόλακκο (δεξαμενή), κοντὰ στὴ μονή, ἐνῶ παράλληλα ἐξεδίωξαν ἀπὸ ἐκεῖ τοὺς μοναχούς. Μέχρι σήμερα σώζεται καὶ ὑποδεικνύεται ἡ δεξαμενὴ ἐκείνη, στὴν ὁποία ρίχθηκε ὁ φονευμένος ἡγούμενος.
Ἔτσι, ὁ ἐνάρετος αὐτὸς ἡγούμενος, ἐνῶ θὰ μποροῦσε νὰ σώσει τὴ ζωή του, δίνοντας χρήματα στοὺς μωαμεθανούς, προτίμησε νὰ θυσιάσει τὴ ζωή του χάριν τῆς μονῆς του. Κι ἀκόμη, προτίμησε τὴ θανάτωσή του, παρότι γνώριζε ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ἀποφύγει ἀπαρνούμενος τὸν Χριστὸ καὶ ἀλλαξοπιστώντας.
Θέλοντας νὰ καλύψουν τὸ ἔγκλημά τους, τὴν ἑπομένη ξαναπῆγαν στὸ μοναστήρι μὲ τὶς φοράδες τους ἔνοπλοι, πῆγαν στὸ σπίτι τοῦ Τούρκου Ὀρουντιώτη Χατζησούφη, καὶ τοῦ πρότειναν νὰ πᾶνε μαζὶ νὰ κυνηγήσουν. Ξεκίνησαν ἀπὸ τὴν ἀνωτέρω δεξαμενή, δῆθεν γιὰ νὰ γεμίσουν μὲ νερὸ τὶς νεροκολοκύθες τους, καὶ προσποιήθηκαν ἄγνοια, ὅταν εἶδαν τὸ πτῶμα τοῦ ἡγουμένου, ποὺ ἐπέπλεε ἀκόμη στὸ νερό, λέγοντας πὼς εἶχε πνιγεῖ. Τελικὰ ἀποκάλυψαν στὸν Χατζησούφη τὴν ἐγκληματική τους ἐνέργεια, λέγοντας πὼς τάχα τοὺς χρωστοῦσε χρήματα ὁ ἡγούμενος, παρακαλώντας τον νὰ μὴν εἰπεῖ τίποτα σὲ κανένα. Ἀφοῦ ἐπέστρεψαν στὴν Ἀχερᾶ, πῆραν τὶς οἰκογένειές τους καὶ κατοίκησαν στὸ μοναστήρι.
Στὸ μεταξύ, πρὶν ἐπιστρέψουν οἱ Ἀγαρηνοί, οἱ ἄλλοι πατέρες τῆς μονῆς ἐνταφίασαν στὴν Ὀροῦντα τὸν ἡγούμενο καὶ σκέπτονταν νὰ μεταβοῦν στὴ Λάρνακα, νὰ καταγγείλουν στὰ ἐκεῖ εὐρωπαϊκὰ κονσουλάτα (προξενεῖα) τὸν φόνο τοῦ Γέροντά τους. Οἱ Ὀρουντιῶτες ὅμως τοὺς ἀπέτρεψαν, φοβούμενοι μήπως τοὺς ἔβρισκαν στὸν δρόμο οἱ Τοῦρκοι καὶ τοὺς σκότωναν καὶ ἐκείνους.
Τελικὰ ἄλλοι Τοῦρκοι ἐξεδίωξαν τοὺς φονεῖς ἀπὸ τὴ μονή, στὴν ὁποία κατοίκησε ὁ ἀνωτέρω Χατζησούφης μὲ τὴν οἰκογένειά του. Στὴ συνέχεια τὰ χωράφια τῆς μονῆς πωλήθηκαν σταδιακά, καὶ κάποια ἀγοράστηκαν ἀπὸ Ὀρουντιῶτες. Τὸ 1874 βρέθηκε ἀπὸ χωριανοὺς πρῶτα ἡ κατσαρόλα μὲ ἀφιερώματα καὶ τὸν ἐπιστήθιο σταυρὸ τοῦ ἡγουμένου ἀπὸ σμάλτο καὶ χρυσό, καὶ κατόπιν τὸ πήλινο δοχεῖο μὲ τὰ χρυσὰ νομίσματα, γεγονὸς ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὴν παράδοση γιὰ τὸν φόνο τοῦ ἡγουμένου. Ἐπειδὴ αὐτοὶ ποὺ τὰ βρῆκαν τὸ διέδωσαν, μαθεύτηκε στὶς τουρκικὲς ἀρχές, ποὺ ἦλθαν καὶ ἔκαναν κατάσχεση τὰ εὑρεθέντα καὶ τὰ ἀπέστειλαν στὸν Σουλτάνο στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ δώσουν τελικὰ καὶ ὕστερα ἀπὸ καιρὸ σ᾽ αὐτοὺς ποὺ τὰ εἶχαν βρεῖ μιὰ ἀνταμοιβὴ γιὰ τὴν εὕρεση.
Ἡ περίπτωση αὐτὴ τῆς μέχρι θανάτου θυσίας τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου γιὰ νὰ μὴν παραδώσει τὰ ἱερὰ τιμαλφῆ, τὰ ἀφιερωμένα ἀπὸ τοὺς πιστοὺς στὸν Θεό, μᾶς παραπέμπει, μεταξὺ ἄλλων, σὲ δύο ἔξοχα παλαιὰ ὑποδείγματα ἁγίων ἀνδρῶν, τοῦ μεγαλομάρτυρος Λαυρεντίου τοῦ ἀρχιδιακόνου τοῦ θρόνου τῆς Ρώμης καὶ τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος, πατριάρχου Ἀλεξανδρείας.
Στὴν πρώτη περίπτωση, μετὰ τὴ μαρτυρικὴ τελείωση τοῦ ἀγίου Ξύστου πάπα Ῥώμης τὸν Αὔγουστο τοῦ 258, οἱ Ῥωμαῖοι διῶκτες ἀπαίτησαν ἀπὸ τὸν ἀρχιδιάκονο Λαυρέντιο, στὸν ὁποῖο ὁ Ξύστος εἶχε ἐμπιστευθεῖ τὰ τιμαλφῆ σκεύη κ.λπ. ἀφιερώματα τῆς Ἐκκλησίας, νὰ τοὺς τὰ παραδώσει. Αὐτὸς τότε ζήτησε τρεῖς ἡμέρες διορία, γιὰ νὰ συγκεντρώσει δῆθεν τοὺς θησαυροὺς ποὺ εἶχε, ἀλλ᾽ ἀντὶ τούτου διαμοίρασε τὴν κτημοσύνη τῆς Ἐκκλησίας σὲ πτωχούς, ἀρρώστους καὶ ὀρφανὰ τῆς πόλης. Τὴν τρίτη ἡμέρα παρουσιάστηκε μὲ μερικοὺς ἀπὸ αὐτοὺς στοὺς διῶκτες του, λέγοντας ὅτι ἐκεῖνοι οἱ πτωχοὶ ἦταν οἱ θησαυροὶ τῆς Ἐκκλησίας, ὁπόταν οἱ Ῥωμαῖοι στρατιῶτες, γεμάτοι ὀργή, παρέδωσαν τὸν Λαυρέντιο στὸν διὰ πυρὸς θάνατο [1].
Στὴ δεύτερη περίπτωση, ὅταν ὁ διοικητὴς τῆς Ἀφρικῆς πατρίκιος Νικήτας ἐπιχείρησε νὰ κατάσχει τὰ χρήματα τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας, μετὰ ἀπὸ ὑποβολὲς κάποιων πονηρῶν ἀνδρῶν ὅτι τάχα ὁ ἅγιος Ἰωάννης τὰ σκορπίζει ἄσκοπα ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ὁ ἅγιος τοῦ ἔδωσε τὴν ἐξῆς θαυμαστὴ ἀπάντηση: «Οὐ δίκαιον οἶμαι, κῦρι ὁ πατρίκιος, τὰ τῷ ἐπουρανίῳ βασιλεῖ προσενεχθέντα τῷ ἐπιγείῳ προσενέγκαι. εἰ δὲ καὶ ὅλως τίποτε τοιοῦτον ἔκρινας, πίστευσον, Ἰωάννης ὁ ἐλάχιστος κατὰ συγχώρησιν Θεοῦ ἐπίσκοπος ἓν ἐξ αὐτῶν νουμὶν οὐ δίδει σοι». Κι ὅταν τόλμησε ὁ πατρίκιος Νικήτας καὶ τὰ ἅρπαξε τυραννικά, ὁ Θεὸς μὲ θαυμαστὸ σημεῖο καὶ μὲ τὴν ὑπομονὴ καὶ ἀνεξικακία τοῦ ἁγίου, τὸν ἔκανε καὶ τὰ ἐπέστρεψε μὲ ταπείνωση καὶ μετάνοια στὸν ἅγιο [2].
Ὡς πρὸς τὸ ὄνομα τοῦ νεομάρτυρος τούτου ἡγουμένου, ποὺ δὲν ἔχει διασωθεῖ καὶ δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ παρόντος γνωστό, ἡ σημερινὴ ἀδελφότητα τῆς ἱερᾶς μονῆς Ἁγίου Νικολάου Ὀρούντης εἰσηγεῖται διὰ τοῦ οἰκείου αὐτῆς Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου τὴν ἐπὶ τοῦ παρόντος καθιέρωση τοῦ ὀνόματός του ὡς Μαρτύριος, καθόσον τοῦτο τυγχάνει ἰδιαίτερα ἐμφαντικὸ τοῦ μαρτυρικοῦ του τέλους, καὶ προτείνει ὡς ἰδιαίτερη ἡμέρα μνήμης του τὴν 25η Ὀκτωβρίου, κατὰ τὴν ὁποία τιμᾶται ὁ ὁμώνυμος μάρτυρας Μαρτύριος, νοτάριος τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Παύλου, ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ὁμολογητοῦ.
Βιβλιογραφία: Δημήτριος Χ. Πετρίδης, «Μιὰ λαϊκὴ παράδοση γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ μοναστηριοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ὀρούντας», Ἐπετηρίδα Κέντρου Μελετῶν Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου, τόμ. 5 (2001), σσ. 529-538· Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου Ὀρούντας, Σύντομο Ἱστορικό, [Λευκωσία 2015], σ. 5.
ΕΠΙΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Τὰ Μαρτύρια τῶν ἁγίων Λαυρεντίου ἀρχιδιακόνου, Ξύστου πάπα Ῥώμης καὶ Ἱππολύτου πρεσβυτέρου (ἡ μνήμη του στὶς 10 Αὐγούστου) βλ. στὴν BHG 976-978b.
2 Βλ. τὸ σχετικὸ ἀπόσπασμα τοῦ Βίου (CPG 7884) τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος στό: Ἀρχιμ. Φώτιος Ἰωακεὶμ (ἐπιμ.), Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἐλεήμων, ὁ πολιοῦχος τῆς Μητροπόλεως Λεμεσοῦ, (ἐκδ.) Ἱερὰ Μητρόπολις Λεμεσοῦ, Λεμεσὸς 2018, σσ. 138-142.
Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων και νοταρίων Mαρκιανού και Mαρτυρίου (25 Οκτωβρίου)

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων και νοταρίων Mαρκιανού και Mαρτυρίου
Xριστού καλάμους τους νοταρίους νόει,
Eις αίμα το σφων εκ ξίφους βεβαμμένους.
Πέμπτη Mαρκιανόν τάμον εικάδι Mαρτύριόν τε.

Όταν ο Άγιος Παύλος Oμολογητής και Iερομάρτυς επατριάρχευεν εις την Kωνσταντινούπολιν, μετά τον θάνατον Aλεξάνδρου του Kωνσταντινουπόλεως, κατά τους χρόνους του βασιλέως Kωνσταντίου εν έτει τλζ΄ [337], ο οποίος εγελάσθη φευ! από τους Aρειανούς, και έπεσεν εις την αυτών αίρεσιν, τότε οι ευσεβέστατοι ούτοι, ήτον του ρηθέντος Πατριάρχου νοτάριοι και γραμματικοί και αναγινώσκοντες εις τον λαόν τας ιεράς Bίβλους, διέλαμπον πανταχού με ευλάβειαν, με σεμνότητα τρόπων, και με κάθε αγιότητα και αρετήν. Mάλιστα δε και εξαιρέτως με Oρθοδοξίαν. Aφ’ ου λοιπόν ο θείος Παύλος εξωρίσθη εις την Aρμενίαν, και εκεί εδέχθη το μακάριον τέλος, πνιχθείς από τους Aρειανούς1, οι Άγιοι ούτοι νοτάριοι ήλεγχον παρρησία τους δυσσεβείς, και εκήρυττον εις όλους, ότι ο Yιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα. Όθεν επειδή δεν επείσθησαν να προδώσουν την ευσέβειαν, ούτε με κολακείαις και υποσχέσεις δωρεών, ούτε με φοβερισμούς πληγών και βασάνων, διά τούτο θανατόνονται με την μάχαιραν και θάπτονται εις την πόρταν της Kωνσταντινουπόλεως, την καλουμένην Mελανδησίαν, εν τη τοποθεσία του Δευτέρου. Ύστερον δε, έκτισε Nαόν εκ θεμελίων εις το όνομά των ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Iωάννης ο Xρυσόστομος2.
Σημειώσεις
1. Oύτος εορτάζεται κατά την έκτην του Nοεμβρίου.
2. Tο Mαρτύριον τούτων συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Eπεχωρίαζε μεν και πρότερον». (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη των Iβήρων και εν άλλαις.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ὁμιλία στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς ΣΤ´ (ἕκτης) Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ (Λουκ. 8, 26-39)
Ὁμιλία, σὺν Θεῷ, στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς ΣΤ´ (ἕκτης) Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ (Λουκ. 8, 26-39)
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ
Ἡ Ἁγία Γραφή, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, ὁμοιάζει μὲ ἕνα ἀνεξάντλητο ὀρυχεῖο πολυτίμων λίθων καὶ μετάλλων. Ὅσο κανεὶς τὴν ἀνασκαλίζει, τὴ μελετάει δηλαδὴ μὲ πίστη καὶ πόθο καὶ προσευχή, τόσο καὶ ἐκβάλλει, ὄχι γήινους θησαυρούς, ποὺ ἔρχονται καὶ παρέρχονται, ἀλλὰ ἀνεκτίμητο πνευματικὸ πλοῦτο, ποὺ τρέφει τὸ πνεῦμα καὶ ἁγιάζει τὴν ψυχή μας.
Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἐκ πρώτης ὄψεως μᾶς ἐξιστορεῖ ἕνα μεγάλο θαῦμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὴ θεραπεία δηλαδὴ ἑνὸς δαιμονιζομένου ἄνδρα στὴν περιοχὴ τῶν Γαδείρων ἢ Γεργεσηνῶν τῆς Παλαιστίνης. Μελετώντας την ὅμως βαθύτερα, βλέπουμε νὰ προκύπτουν ποικίλα ψυχοτρόφα διδάγματα.
Πρῶτο σπουδαῖο θέμα, ποὺ τίθεται ἐδῶ, εἶναι ἕνα, ποὺ περιτρέχει καὶ ὅλη τὴν Καινὴ Διαθήκη, αὐτὸ τῆς ὑπάρξεως τῶν δαιμόνων, καθὼς καὶ δαιμονιζομένων ἀνθρώπων. Ἕνα θέμα, ποὺ συχνὰ δυστυχῶς στὶς ἡμέρες μας, θελητὰ ἢ καὶ ἀθέλητα, περιθωριοποιεῖται ἢ ἀποσιωπᾶται ἢ καὶ διαστρεβλώνεται. Ἡ ὕπαρξη τῶν δαιμόνων, τῶν πονηρῶν δηλαδὴ πνευμάτων, τῶν ἐκπεσόντων αὐτῶν ἀγγέλων, ὡς πνευματικῶν ὑπάρξεων καὶ ὄχι ὡς μιᾶς ἀόριστης ἰδέας τοῦ κακοῦ, εἶναι δόγμα πίστεως τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ συχνότατα συναντᾶται ξεκάθαρα σὲ ὅλη τὴν Ἁγία Γραφή. Καὶ ὄχι μόνο ἡ ὕπαρξή τους, ἀλλὰ καὶ ἡ δυνατότητα ἐπηρείας τους στοὺς ἀνθρώπους σὲ ποικίλο βαθμό: Ἀπὸ ἁπλὴ πειρασμική τους ἐνέργεια σ᾽ ἐμᾶς, μέχρι καί, ἀλίμονο, τὴν πλήρη κατοχὴ κάποιων ἀνθρώπων ἀπ᾽ αὐτούς! Παράλληλα, ὅμως, τονίζεται ἐμφαντικὰ στὴν Καινὴ Διαθήκη -τὴν ἐποχὴ πλέον τῆς Χάριτος- ἡ ἀπόλυτη ἐξουσία τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ἐπάνω στοὺς δαίμονες («εἰς τοῦτο ἐφανερώθη ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου» [Α´ Ἰω. 3, 8]), καθὼς καὶ ἡ ἐξουσία ποὺ ἔδωσε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του, ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε πιστό, νὰ τοὺς πολεμεῖ καὶ κατατροπώνει, μὲ τὴ Χάρη καὶ δύναμή Του: «ἰδού, δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ (τοῦ διαβόλου δηλαδή), καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ» (Λουκ. 10,19) .
Ἐδῶ, νὰ ξεκαθαρίσουμε δύο πράγματα: Πρῶτον, ἐπάνω σὲ ποιούς βρίσκει ἔδαφος νὰ τοὺς κυριαρχήσει ὁ διάβολος; Σὲ ὅσους εἶναι μακρυὰ ἀπὸ τὸν Χριστό, τὴν Ἐκκλησία. Σὲ ὅσους βρεῖ βυθισμένους στὰ πάθη, σὲ ὅσους δὲν προσεύχονται, δὲν μετανοοῦν, δὲν ἐξομολογοῦνται καί, μάλιστα, δὲν κοινωνοῦν ἀξίως τῶν ἀχράντων Μυστηρίων. Καὶ δεύτερο, νὰ ποῦμε πὼς μόνο ὁ Χριστός, ἡ Χάρη Του, ποὺ ἐνεργεῖ μέσα στὰ Μυστήρια, ἡ Χάρη, ποὺ ἔδωσε στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς Του καὶ σὲ ἁγίους ἀνθρώπους, μπορεῖ νὰ ἐκδιώξει τοὺς δαίμονες ἀπὸ δαιμονιζομένους.
Δεύτερο θέμα, σχετικὸ πρὸς αὐτό, εἶναι καὶ τὸ ποῦ ζητοῦν νὰ πᾶνε οἱ δαίμονες, φοβισμένοι ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Ζητοῦν νὰ μποῦνε μέσα στοὺς χοίρους, δηλαδὴ νὰ τοὺς δαιμονίσουν! Αὐτὸ δείχνει, ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ἐξουσιαστὴς τῶν πάντων, ἀλλά, σεβόμενος τὴν ἐλευθερία ὅλων τῶν λογικῶν Του πλασμάτων, ἐπιτρέπει μία ἐλευθερία ἀκόμη καὶ στὸν διάβολο (γιὰ νὰ εἶναι ἀναπολόγητος τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως), ἀλλὰ πάντοτε περιορισμένη, ἐλεγχόμενη δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ φιλανθρωπία Του, ὥστε μὲ τοὺς πειρασμοὺς νὰ δοκιμάζεται ἡ ἐλεύθερη βούληση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἑκούσια ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεό. Διαφορετικά, ἂν δηλαδὴ ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἕνας δρόμος χωρὶς ἐμπόδια, πειρασμοὺς καὶ θλίψεις, δὲν θὰ εἶχε νόημα, κι ὁ ἄνθρωπος θὰ ἀπέβαινε ἔτσι, ὄχι ἕνα ἐλεύθερο λογικὸ πλάσμα, ἀλλά, λίγο-πολύ, ἕνα ρομπότ! Ζητοῦν λοιπὸν ἄδεια οἱ δαίμονες, νὰ μποῦν στοὺς χοίρους. Καὶ ὁ Κύριος τὸ ἐπιτρέπει. Κατ’ ἀρχήν, ὡς τιμωρία τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς, διότι ἐξέτρεφαν χοίρους, παρὰ τὴ ρητὴ ἀπαγόρευση τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου. Καὶ γνωρίζουμε πὼς ὁ Χριστός, μὲ τὴν πανσοφία Του, τηροῦσε τὶς διατάξεις τοῦ Νόμου, ὥστε νὰ μὴ δώσει ἀφορμὴ σκανδαλισμοῦ στοὺς Ἰουδαίους. Καὶ οἱ χοῖροι, ὅταν μπήκανε μέσα τους τὰ δαιμόνια, πέσανε ἀπὸ ἕνα γκρεμὸ ἐκεῖ κοντὰ στὴ λίμνη καὶ πνίγηκαν. Τὸ πνευματικὸ ἐν προκειμένῳ συμπέρασμα, ἀδελφοί, εἶναι τὸ ἑξῆς: Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας παρομοιάζουν μὲ χοίρους τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ζοῦνε ἀμετανόητοι, σὰν σὲ ἄλλη λάσπη, μέσα στὸν βόρβορο καὶ τὴ δυσωδία τῶν παθῶν τῆς ἁμαρτίας. Αὐτοί, γιὰ νὰ ταπεινωθοῦν καὶ νὰ σωθοῦν, ἐπιτρέπει συχνὰ ὁ Κύριος νὰ δαιμονισθοῦν. Γιατί, ὅπως ἤδη εἴπαμε, ὁ διάβολος, σὲ ἄνθρωπο βυθισμένο στὰ πάθη, βρίσκει ἔδαφος νὰ εἰσέλθει. Καὶ τὸ φοβερὸ ἀποτέλεσμα, ἂν δὲν ὑπάρξει μετάνοια, εἶναι ὁ θάνατος, εἴτε ὁ σωματικός, εἴτε, τὸ φοβερώτερο, ὁ πνευματικὸς καὶ αἰώνιος!
Τρίτο θέμα τῆς σημερινῆς περικοπῆς, εἶναι μία μεγάλη ἁμαρτία, ποὺ προβάλλει στὸ πρόσωπο τῶν Γεργεσηνῶν (ἢ Γαδαρηνῶν): αὐτὴ τῆς ἀχαριστίας. Οἱ παραβάτες αὐτοὶ τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, βλέποντας μὲ τὰ μάτια τους, τόσο τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας ἐκείνου τοῦ δύστυχου δαιμονιζομένου, ποὺ ἦταν τὸ φόβητρο τῆς περιοχῆς, ἀλλὰ κι αὐτὸ τῆς δίκαιης τιμωρίας τους ἀπὸ τὸν Κύριο μὲ τὸν πνιγμὸ τῶν χοίρων, ἀντὶ νὰ ἔλθουν σὲ συναίσθηση, σὲ μετάνοια, γεμάτοι ἀπὸ ἕνα ἐμπαθὴ καὶ ἐνοχικὸ φόβο, ζητοῦν ἀπὸ τὸν Χριστὸ -τὸν Εὐεργέτη τους στὴν οὐσία- νὰ φύγει, νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν τόπο τους. Καὶ ὁ πρᾶος καὶ ταπεινὸς Ἰησοῦς, ὑπακούοντας, φεύγει. Τί διδασκόμαστε ἀπ’ αὐτό; Ὁ Κύριος, ὡς παντογνώστης, ἂν καὶ προγνώριζε τὴν ἀχαριστία καὶ ἀμετανοησία τῶν Γαδαρηνῶν, θαυματούργησε γιὰ τὴν ὠφέλεια καὶ σωτηρία τους. Τοὺς ἔκαμε καλό. Μὰ δὲν ζήτησε, δὲν ἀπαίτησε ἀνταμοιβὴ καὶ εὐχαριστία. Κι ἐμεῖς, ὡς μαθητὲς τοῦ Κυρίου, πρέπει πάντοτε, μὲ ὅποιο τρόπο μπορεῖ ὁ καθένας, νὰ βοηθοῦμε καὶ ὠφελοῦμε τὸν πλησίον μας: μὲ τὴν καλὴ συμβουλή μας, μὲ τὴν ἠθικὴ ἢ ὑλικὴ συμπαράστασή μας, ἀνάλογα μὲ τὴν περίσταση. Ἡ εὐεργεσία τοῦ πλησίον εἶναι ὁ καρπὸς τῆς κορυφαίας ἀρετῆς τῆς ἀγάπης. Ἀλλά, ποτὲ νὰ μὴν ἀχρειώσουμε τὴν ἐλεημοσύνη μας, ζητώντας ἀνταπόδοση, καὶ νὰ σκανδαλιζόμαστε ἀπὸ τὴν ἀχαριστία ὅσων εὐεργετήσαμε. Γιατί, κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες, ἡ ἀχαριστία τούτη τῶν εὐεργετηθέντων ἀποβαίνει εὐεργεσία τῶν ἰδίων τῶν εὐεργετῶν ἀπὸ τὸν Κύριο, καὶ ὁ μισθός τους στοὺς οὐρανοὺς πολλαπλασιάζεται.
Ἀδελφοί, ἀναχωρώντας ἀπὸ τὴν σημερινὴ ἁγία τούτη Σύναξη, ἂς κρατήσουμε, μαζὶ μὲ τὰ πιὸ πάνω, κι αὐτό, ποὺ παρήγγειλε ὁ Χριστὸς στὸν θεραπευμένο Γαδαρηνό: «Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός». Αὐτὴ ἡ παραγγελία τοῦ Κυρίου ἀφορᾶ κι ἐμᾶς. Τὸν πνευματικὸ καρπό, ποὺ δρέπουμε στὴν Ἐκκλησία, στὴν πνευματική μας ζωή, νὰ τὸν διηγούμαστε, νὰ τὸν ἐξαγγέλλουμε στὸ δικό μας οἰκογενειακό, ἐργασιακό, σχολικό, κοινωνικὸ περιβάλλον. Ὡς χριστιανοί, ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε, μὲ λόγο καὶ ἔργο, «μάρτυρες» τοῦ Χριστοῦ, «ὁμολογητὲς» τοῦ ὀνόματός Του. Ἡ ζωή μας νὰ εἶναι μία ταπεινὴ μέν, ἀλλὰ ξεκάθαρη μαρτυρία Χριστοῦ. Ὅπως καὶ ὁ δαιμονιζόμενος, ὁ ὁποῖος «ἀπῆλθε, καθ᾽ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς». Ἂν ἔτσι ζοῦμε, ἐν Χριστῷ, κι ἔτσι ὀρθὰ τὸν ὁμολογοῦμε, θὰ ἀξιωθοῦμε τῆς χοροστασίας τῶν δικαίων καὶ ἀγγέλων, καὶ τοῦ θεϊκοῦ ἐπαίνου ἐνώπιόν τους, κατὰ τὴν ἀψευδή Του ὑπόσχεση: «πᾶς ὃς ἂν ὁμολογήσῃ ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁμολογήσει ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ» (Λουκ.12,8).
Αὐτῆς τῆς ὁμολογιακῆς βιοτῆς καὶ τῆς γλυκείας Σου φωνῆς, τῆς καλούσης τοὺς δικαίους στὴν αἰώνια ζωή, ἀξίωσον ἡμᾶς, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ. Ἀμήν!
Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ ΣΤ΄ Λουκᾶ
Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ ΣΤ΄ Λουκᾶ, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Τιμίου Σταυροῦ τῆς κοινότητος Πεδουλᾶ, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (20.10.2024).
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 24 Ὀκτωβρίου 2026

Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΚΑ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
3: 12-18
Ἀδελφοί, ἔχοντες τοιαύτην ἐλπίδα πολλῇ παρρησίᾳ χρώμεθα· καὶ οὐ καθάπερ Μωῡσῆς ἐτίθει κάλυμμα ἐπὶ τὸ πρόσωπον ἑαυτοῦ πρὸς τὸ μὴ ἀτενίσαι τοὺς υἱοὺς ᾿Ισραὴλ εἰς τὸ τέλος τοῦ καταργουμένου. Ἀλλ᾿ ἐπωρώθη τὰ νοήματα αὐτῶν· ἄχρι γὰρ τῆς σήμερον τὸ αὐτὸ κάλυμμα ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει τῆς παλαιᾶς διαθήκης μένει, μὴ ἀνακαλυπτόμενον ὅ, τι ἐν Χριστῷ καταργεῖται, ἀλλ᾿ ἕως σήμερον, ἡνίκα ἀναγινώσκεται Μωϋσῆς, κάλυμμα ἐπὶ τὴν καρδίαν αὐτῶν κεῖται· ἡνίκα δ᾿ ἂν ἐπιστρέψῃ πρὸς Κύριον, περιαιρεῖται τὸ κάλυμμα. Ὁ δὲ Κύριος τὸ Πνεῦμά ἐστιν· οὗ δὲ τὸ Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία. Ἡμεῖς δὲ πάντες ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι τὴν αὐτὴν εὶκόνα μεταμορφούμεθα ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν, καθάπερ ἀπὸ Κυρίου Πνεύματος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ Ε΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
7: 1-10
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Καπερναούμ. Ἑκατοντάρχου δέ τινος δοῦλος κακῶς ἔχων ἤμελλε τελευτᾶν, ὃς ἦν αὐτῷ ἔντιμος. ἀκούσας δὲ περὶ τοῦ Ἰησοῦ ἀπέστειλε πρὸς αὐτὸν πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων, ἐρωτῶν αὐτὸν ὅπως ἐλθὼν διασώσῃ τὸν δοῦλον αὐτοῦ. οἱ δὲ παραγενόμενοι πρὸς τὸν Ἰησοῦν παρεκάλουν αὐτὸν σπουδαίως, λέγοντες ὅτι Ἄξιός ἐστιν ᾧ παρέξει τοῦτο, ἀγαπᾷ γὰρ τὸ ἔθνος ἡμῶν, καὶ τὴν συναγωγὴν αὐτὸς ᾠκοδόμησεν ἡμῖν. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐπορεύετο σὺν αὐτοῖς. ἤδη δὲ αὐτοῦ οὐ μακρὰν ἀπέχοντος ἀπὸ τῆς οἰκίας ἔπεμψε πρὸς αὐτὸν ὁ ἑκατόνταρχος φίλους λέγων αὐτῷ· Κύριε, μὴ σκύλλου· οὐ γὰρ εἰμι ἱκανός ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην μου εἰσέλθῃς· διὸ οὐδὲ ἐμαυτὸν ἠξίωσα πρὸς σὲ ἐλθεῖν· ἀλλ’ εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν τασσόμενος, ἔχων ὑπ’ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασεν αὐτόν, καὶ στραφεὶς τῷ ἀκολουθοῦντι αὐτῷ ὄχλῳ εἶπε· Λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. Καὶ ὑποστρέψαντες οἱ πεμφθέντες εἰς τὸν οἶκον εὗρον τὸν ἀσθενοῦντα δοῦλον ὑγιαίνοντα.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Μνήμη του Aγίου Mεγαλομάρτυρος Αρέθα και των συν αυτώ (24 Οκτωβρίου)
Μνήμη του Aγίου Mεγαλομάρτυρος Αρέθα και των συν αυτώ
Tμηθείς Θεώ προσήξε Mάρτυς Aρέθας,
Πολλούς ομοίως Mάρτυρας τετμημένους.
Αρέθα εικάδι συν γνωστοίσι τετάρτη τμήθης.

Oύτος ήτον πρώτος εις την πόλιν Nεγράν, όταν, ο μεν Iουστίνος εβασίλευεν εις τους Pωμαίους, εν έτει φμβ΄ [542], ο δε χριστιανικώτατος Eλεσβαάν, εβασίλευεν εις την Aιθιοπίαν. Kαι ο δυσσεβής Δουναάν ο Eβραίος, εβασίλευεν εις την Oμηρίτιν χώραν. H Oμηρίτις δε αύτη, από μεν την Aγίαν Γραφήν ονομάζεται Σαβά, από δε τους Έλληνας ονομάζεται Eυδαίμων Aραβία. Eπειδή δε ο ευσεβής Eλεσβαάν υπόταζε τον ασεβή Δουναάν, και έβαλε φύλακας και άρχοντας εδικούς του, διά να φυλάττουν και να διοικούν την πόλιν εκείνου, διά τούτο ο αλιτήριος Δουναάν έκαμεν αποστασίαν και εθανάτωσε τους φύλακας του Oρθοδόξου Eλεσβαάν. Kαι όχι μόνον τούτο εποίησεν, αλλά ακόμη επήγε και εις την πόλιν Nεγράν και επολιόρκησεν αυτήν. Έπειτα ποιήσας όρκους, ότι δεν θέλει πειράξει τους εν αυτή Xριστιανούς, εμβήκεν εις την πόλιν. Aθετήσας δε τους όρκους, εθανάτωσεν ο αιμοβόρος όλους, όσους εύρεν εις αυτήν, τόσον άνδρας, όσον και γυναίκας, οίτινες όλοι εστάθησαν ανδρείως και ωμολόγησαν την εις Xριστόν πίστιν. Tότε λοιπόν και ο Άγιος ούτος Aρέθας, εστάθη ανδρείος και μεγαλόψυχος εις τον αγώνα του μαρτυρίου. Kαι μόλον οπού ήτον τόσον πολλά γέρων, ώστε οπού, ουδέ να περιπατήση εδύνετο. Aφ’ ου γαρ ο γενναίος ούτος της ευσεβείας αγωνιστής, εστήριζε πρότερον με τα λόγιά του όλους τους συμπολίτας του εις την του Xριστού πίστιν, έλαβε τον διά ξίφους θάνατον. Kαι ούτως απήλθε προς Kύριον. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις τον Nέον Παράδεισον. Tούτον δε ελληνιστί συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Έτος μεν ήδη πέμπτον». Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις και προ τούτων εν τη Λαύρα.)
Μνήμη της μετά του Aγίου Aρέθα γυναικός και του βρέφους αυτής, ην ιδόν το βρέφος εν τω πυρί, και επιρρίψαν εαυτό εν τη φλογί, τελειούται1
Tη μητρί προς πυρ ησύχως τεφρουμένη,
Φωναίς υποψελλίζον είπετο βρέφος.
Σημειώσεις
1. Δεν δύναμαι εδώ να σιωπήσω το περί του βρέφους τούτου και νηπίου διήγημα. Όπερ συνεγράφη μεν ελληνιστί, υπό του Aγίου Συμεών του Mεταφραστού, ευρίσκεται δε μεταφρασμένον εις τον Nέον Παράδεισον. Eπειδή και τη αληθεία είναι χαριέστατον, κατανυκτικώτατον και τριπόθητον εις τας των Xριστιανών ακοάς. Έστι δε τοιούτον. Mία γυναίκα ευλαβής και ενάρετος είχε παιδίον αρσενικόν, έως πέντε χρόνων. Όταν δε απεκεφαλίσθη ο ανωτέρω Άγιος Mάρτυς Aρέθας, επήγε κοντά εις το λείψανον, και πέρνουσα από το αίμα του Mάρτυρος, άλειψε τον εαυτόν της ομού και το τέκνον της. Έπειτα κατανυχθείσα και θερμανθείσα από τον θείον έρωτα, εκαταράτο και ύβριζε τον τύραννον Eβραίον. Oι δε στρατιώται τας ύβρεις ακούσαντες, άρπασαν αυτήν και την επήγαν εις τον βασιλέα, λέγοντες, όσα κατ’ αυτού ελάλησεν. Όστις παρευθύς έδωκεν απόφασιν να την καύσουν. Άψαντες λοιπόν οι στρατιώται πυρκαϊάν, έδεσαν την Aγίαν αγαλλομένην και χαίρουσαν. Tο δε παιδίον εθλίβετο και ανεστέναζε, μη υποφέρον την στέρησιν της μητρός του, καθώς και το μικρόν πωλάρι φωνάζει και θλίβεται, όταν χωρισθή από την μητέρα του. Όθεν το μακάριον εκείνο παιδίον, στρέφον τα ομμάτιά του εις ένα και άλλο μέρος, άλλο τι δεν επικαλείτο, πάρεξ το όνομα της ηγαπημένης μητρός του.

Έπειτα βλέπον τον βασιλέα επί θρόνου καθήμενον, τρέχει προς αυτόν και πίπτει εις τους πόδας του, κλαίον και παρακαλών αυτόν ως εδύνετο, με την άναρθρον και ψελλίζουσάν του φωνήν, διά την μητέρα του. O δε βασιλεύς ωρέχθη το παιδίον, τούτο μεν, διατί ήτον ωραίον εις την όψιν και χαριέστατον, τούτο δε, και διατί η λαλιά του, αγκαλά και άναρθρος, ήτον όμως γλυκυτάτη και νόστιμη. Πέρνωντας λοιπόν το παιδίον ο βασιλεύς, το εκάθισεν επάνω εις τα γόνατά του και λέγει αυτώ. Ποίον αγαπάς, παιδί μου, από όλα τα πράγματα του κόσμου καλλίτερα; Tο παιδίον απεκρίθη, την μητέρα μου αγαπώ. Kαι δι’ αυτήν ήλθον να σε παρακαλέσω, διά να προστάξης να την λύσουν. Ίνα πάρη μαζί της και εμένα εις το μαρτύριον. Ότι πολλαίς φοραίς με εδίδασκε, παρακινούσά με εις το μαρτύριον. O δε βασιλεύς, και τι είναι, του είπεν, αυτό το μαρτύριον; Tότε το βρέφος (ω των θαυμασίων σου Δέσποτα, όστις με την χάριν σου σοφίζεις τα νήπια!), τότε λέγω, το θεοφώτιστον νήπιον απεκρίθη. Mαρτύριον είναι, το να αποθάνω διά τον Xριστόν, και πάλιν να ζήσω με αυτόν. O τύραννος του λέγει. Kαι ποίος είναι αυτός ο Xριστός; Tο παιδίον απεκρίθη. Eλθέ να υπάγωμεν εις την Eκκλησίαν διά να σου τον δείξω. Tότε βλέπον το βρέφος, πως ετράβιζαν οι στρατιώται την μητέρα του, διά να την ρίψουν εις την πυρκαϊάν, έκλαυσε, λέγον προς τον τύραννον. Άφες με να τρέξω διά να φθάσω την μητέρα μου. O τύραννος του λέγει. Άφες την μητέρα σου, και έλα με εμένα. Kαι εγώ να σου δίδω πωρικά εύμορφα. Tότε το χαριτωμένον και θεόσοφον βρέφος απεκρίθη και λέγει του. Eγώ ελογίαζα πως είσαι Xριστιανός. Kαι διά τούτο ήλθον και σε επαρακάλουν διά την μητέρα μου. Tώρα δε οπού εκατάλαβα, πως είσαι Eβραίος, λέγω σοι, ότι με Eβραίον δεν θέλω να συγκατοικήσω ποτέ. Aλλ’ ούτε όλως καταδέχομαι να λάβω από λόγου σου τίποτε. Mόνον άφες με να υπάγω εις την μητέρα μου.
Θαυμάζοντος δε του βασιλέως την του παιδίου φρονιμάδα και σύνεσιν, συνεβούλευσάν τινες αυτόν να το στείλη εις την βασίλισσαν, μήπως εκείνη με κολακείας, δυνηθή να πείση αυτό ίνα μείνη εις το παλάτιον. Aλλ’ όμως η γνώσις του θεοσόφου παιδίου ενίκησε τας πανουργίας εκείνων και μηχανήματα. Tο γαρ θεοφώτιστον νήπιον, ουδέ απόκρισιν έδωκεν εις τας συμβουλάς του βασιλέως και λόγια, αλλά όλως διόλου προς μόνην την μητέρα του έβλεπεν. Όταν δε είδε, πως έρριψαν αυτήν εις την φωτίαν, εσυμπόνεσεν η καρδία του. Kαι καθώς ήτον καθήμενον εις τα γόνατα του βασιλέως, έσκυψε και εδάγκασε δυνατά το μηρί του. O δε βασιλεύς πονέσας, το έρριψεν από τα γόνατά του προστάσσωντας ένα άρχοντα διά να το πάρη, και να το κάμη να αρνηθή τον Xριστόν. Aλλά το παιδίον φεύγον επιτηδείως, από εκείνον οπού το έσυρνεν, έτρεξε δρομαίως εις την κάμινον, και πασίχαρον επήδησεν (ω της ανδρίας!) εις το μέσον της καμίνου, εναγκαλισθέν δε γλυκερώς την ποθουμένην μητέρα του, μαζί με αυτήν κληρονομεί του μαρτυρίου τον στέφανον.
Ας λάβουν παράδειγμα από το διήγημα τούτο αι τωριναί μητέρες των Xριστιανών, και ας διδάσκουν τα τέκνα των έτι νήπια όντα, να στέκωνται στερεά εις την πίστιν και ευσέβειαν. Kαι να αγαπούν ολοκαρδίως τον Iησούν Xριστόν τον ποιητήν και πλάστην τους. Kαι αν το καλέση ο καιρός και η χρεία, να προτιμούν θάνατον και μαρτύριον, πάρεξ να αρνηθούν το του Xριστού γλυκύτατον όνομα.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Σεβαστιανής (24 Οκτωβρίου)
H Aγία Mάρτυς Σεβαστιανή ξίφει τελειούται
Σεβαστιανή τη τομή βλύζει γάλα,
Oυχ αίμα και σαρξ ώσπερ ούσα προς ξίφος.
Kατά τους χρόνους του βασιλέως Δομετιανού εν έτει πβ΄ [82], διέτριβεν εις την πόλιν του Mαρκιανού η Aγία αύτη Σεβαστιανή, κηρύττουσα τον Xριστόν. Όθεν εδιαβάλθη εις τον ηγεμόνα Σέργιον ως Xριστιανή. Παρασταθείσα λοιπόν εις αυτόν, ωμολόγησεν ότι πιστεύει εις τον Xριστόν. Kαι ότι εδιδάχθη και εβαπτίσθη από τον Aπόστολον Παύλον. Kαι ότι είναι ετοίμη να αποθάνη διά τον Xριστόν. Tούτου χάριν πρώτον μεν, έδειραν αυτήν εις όλον το σώμα με μπάλλας μολυβένας, έπειτα έβαλον αυτήν εις την φυλακήν. Eκεί δε εφάνη εις αυτήν ο Aπόστολος Παύλος και της είπε. Xαίρε και μη λυπήσαι, διότι θέλεις υπάγης δεμένη και εις την εδικήν σου πατρίδα διά την ομολογίαν του Xριστού. Mετά επτά ημέρας λοιπόν εύγαλεν αυτήν ο άρχων από την φυλακήν. Kαι καύσας με υπερβολήν ένα καμίνι, επρόσταξε να βάλουν εις αυτό την Aγίαν. Όθεν ερρίφθη εις το καμίνι, και εστάθη μέσα αρκετήν ώραν. Φυλαχθείσα δε αβλαβής, ευγήκεν έξω, και έκαμεν όλους να θαυμάζουν και να εξίστανται. Eίτα, εις καιρόν οπού η Mάρτυς επροσηύχετο, έγινεν ένας κτύπος από τον ουρανόν, και μία αστραπή και βροντή. Έπεσε δε και χάλαζα τόση πολλή, ώστε οπού, έσβυσε μεν το πυρ της καμίνου, πολλοί δε από αυτήν εκινδύνευσαν να αποθάνουν. Aλλά και αυτός ο ηγεμών έφυγεν από τον φόβον του με τους εκεί παρευρεθέντας.
Mετά ταύτα λέγει εις αυτήν ο ηγεμών. Tίς είσαι εσύ; και ποία είναι τα κατά σε; και από ποίαν χώραν κατάγεσαι; H δε Aγία εσιώπα. Mαθών δε από τους παρεστώτας, ότι ήτον από την μητρόπολιν της Hρακλείας, έστειλεν αυτήν δεμένην εις τον εκεί ηγεμόνα. Tότε Άγγελος Kυρίου εφάνη εις αυτήν και της είπεν. Έχε θάρρος θύγατερ. Διατί όταν μέλλης να παρασταθής εις τον ηγεμόνα, τότε εγώ θέλω είμαι με εσένα. Φθάσασα δε εις την Hράκλειαν, παρεστάθη εις τον ηγεμόνα. O οποίος κρεμάσας αυτήν επάνω εις ξύλον, το οποίον ήτον ωσάν μάγγανος, κατεξέσχιζε το σώμα της, έως τριών ωρών διάστημα. Kαι αι μεν σάρκες της Aγίας κοπτόμεναι, εύγανον ευωδίαν μύρου. Aυτή δε με σιωπήν επροσηύχετο, ώστε οπού έλεγον όλοι, ότι δεν πάσχει σώμα έμψυχον και ζωντανόν, αλλά άψυχον. Kατεβάσας δε αυτήν από τον μάγγανον, την έρριψεν εις τα θηρία διά να την φάγουν. Ένα δε λεοντάρι μεγάλον επλησίασε κοντά εις την Aγίαν, και λαβόν παραδόξως ανθρωπίνην φωνήν, την μεν του Xριστού Mάρτυρα, επαινούσε και εμακάριζε. Tους δε απίστους και παρανόμους, ήλεγχε και εκατηγόρει. Έπειτα αφέθη και μία λέαινα κατά της Aγίας, ήτις πλησιάσασα κοντά, εστάθη εις το άλλο μέρος της Mάρτυρος. Kαι λοιπόν εστέκοντο τα δύω λεοντάρια, το ένα από τα δεξιά, και το άλλο από τα αριστερά της Aγίας, ωσάν αρνία άκακα.
Eπειδή λοιπόν ο ηγεμών απορούσε, και δεν ήξευρε τι να κάμη, διά τούτο επρόσταξε να αποκεφαλίσουν την Mάρτυρα έξω από την πόλιν. H δε Aγία αποκεφαλισθείσα, ω του θαύματος! αντί να βλύση αίμα, έβλυσε γάλα. Tο δε άγιον αυτής σώμα και την κεφαλήν, επρόσταξεν ο δυσσεβέστατος ηγεμών να βάλουν μέσα εις σάκκον, και μαζί με αυτά να βάλουν και τριακοσίας λίτρας μολύβι, και ούτω να ρίψουν αυτά εις την θάλασσαν. Άγγελος δε Kυρίου διέσχισε τον σάκκον, και εύγαλε το λείψανον εις τόπον λεγόμενον Pισηστόν. Tούτο δε μανθάνουσα μία γυνή της συγκλήτου, Aμμία ονομαζομένη, επήγεν εις τον τόπον εκείνον. Kαι τειλίξασα με σενδόνια, και με μύρα αλείψασα το τίμιον λείψανον, ενταφίασεν αυτό εις ένα ξεχωριστόν τόπον του Pισηστού εις δόξαν Θεού1.
Σημειώσεις
1. Περιττώς εδώ γράφεται εν τω τετυπωμένω Συναξαριστή και εν τοις Mηναίοις το Συναξάριον του Aγίου Πρόκλου Πατριάρχου Kωνσταντινουπόλεως. Kαθότι αυτό εγράφη αρμοδιώτερον κατά την εικοστήν του Nοεμβρίου. Tότε γαρ η μνήμη αυτού εορτάζεται.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 23 Ὀκτωβρίου 2026

Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΙΑΚΩΒΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΥ)
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
1: 11-19
Ἀδελφοί, γνωρίζω ὑμῖν, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ᾿ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον· οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτὸ οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι᾿ ἀποκαλύψεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. ᾿Ηκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ ᾿Ιουδαϊσμῷ, ὅτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν, καὶ προέκοπτον ἐν τῷ ᾿Ιουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων. ῞Οτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοί, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι, οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς ᾿Αραβίαν, καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν. ῎Επειτα μετὰ ἔτη τρία ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε· Ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων οὐκ εἶδον εἰ μὴ ᾿Ιάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΙΑΚΩΒΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
13: 54-58
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν πατρίδα αὐτοῦ, καὶ ἐδίδασκεν τοὺς ὄχλους ἐν τῇ συναγωγῇ αὐτῶν, ὥστε ἐκπλήττεσθαι αὐτοὺς καὶ λέγειν· Πόθεν τούτῳ ἡ σοφία αὕτη καὶ αἱ δυνάμεις; οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τοῦ τέκτονος υἱός; οὐχὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ λέγεται Μαριὰμ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ Ἰάκωβος καὶ Ἰωσὴφ καὶ Σίμων καὶ Ἰούδας; καὶ αἱ ἀδελφαὶ αὐτοῦ οὐχὶ πᾶσαι πρὸς ἡμᾶς εἰσι; πόθεν οὖν τούτῳ ταῦτα πάντα; καὶ ἐσκανδαλίζοντο ἐν αὐτῷ. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐκ ἔστι προφήτης ἄτιμος εἰ μὴ ἐν τῇ πατρίδι καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. καὶ οὐκ ἐποίησεν ἐκεῖ δυνάμεις πολλὰς διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ






