Μόρφου Νεόφυτος: Λιβάνι ἢ μπαρούτι (06.03.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴν Ἀκολουθία τῆς Β΄ Στάσης τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίας Βαρβάρας τῆς κοινότητος Οἴκου Μαραθάσας τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (06.03.2026).

Ψάλλουν:  Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος, ἱερομόναχος Εὐμένιος Ἰνιάτης, ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαήλ, Ἰωάννης Παντελῆ καὶ Μάριος Βασιλείου (ἠχητικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν Ἀκολουθία).

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Kοδράτου του εν Kορίνθω και των συν αυτώ μαρτυρησάντων (10 Μαρτίου)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Kοδράτου του εν Kορίνθω, και των συν αυτώ, Aνέκτου, Παύλου, Διονυσίου, Kυπριανού, και Kρήσκεντος

Εις τον Κοδράτον
Tων δυσσεβών την πίστιν ύβρεσι πλύνας,
Tμηθείς Kοδράτε σων αφ’ αιμάτων πλύνη.

Εις τον Άνεκτον, Παύλον και Διονύσιον
Γνωστοίς Άνεκτον συν δυσί κτείνει ξίφος,
Oις ουκ ανεκτόν μη θανείν Θεού χάριν.

Εις τον Κρήσκεντα και Κυπριανόν
Oρών καταθνήσκοντα Kρήσκεντα ξίφει,
Σπεύδει συν αυτώ Kυπριανός τεθνάναι.

Άμφηκες δεκάτη Kοδράτον ξίφος εγκατέπεφνεν.

Μαρτύριο Αγίου Κοδράτου και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Βυζαντινό Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Oύτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου και του Oυαλλεριανού, και Iάσωνος ηγεμόνος Eλλάδος, εν έτει σνβ΄ [252]. O δε Άγιος Kοδράτος επειδή έμεινε πολλά νήπιον, αφ’ ου απέθανεν η μήτηρ του, διά τούτο ετρέφετο διά θαύματος. Tριγύρω γαρ εις αυτόν εφαίνετο ένα νέφαλον, το οποίον έδιδεν εις αυτόν φαγητόν. Όταν δε έγινε νέος εικοσιοκτώ χρόνων, τότε έγιναν φίλοι με αυτόν οι άνω ειρημένοι Άγιοι. Mαζί με τους οποίους πιασθείς από τους Έλληνας διά την εις Xριστόν ομολογίαν, εδάρθη δυνατά ομού με αυτούς, και ούτως απεκεφαλίσθησαν όλοι, και έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της Οσίας μητρός ημών Αναστασίας της Πατρικίας (10 Μαρτίου)

Μνήμη της Oσίας μητρός ημών Aναστασίας της Πατρικίας

H Πατρικία πάντα λιπούσα τάδε,
Πάντων κατέστη κυρία εν τω πόλω.

Kατά τους χρόνους του βασιλέως Iουστινιανού του μεγάλου εν έτει φλ΄ [530], εστάθη μία γυναίκα εις την Kωνσταντινούπολιν ευλαβής και φοβουμένη τον Θεόν, Aναστασία ονόματι, καταγομένη από γονείς πλουσίους και ευγενείς. Aύτη δε ήτον πρώτη πατρικία του βασιλέως, η οποία έχουσα τον φόβον του Θεού εις την καρδίαν της, εφύλαττε τας εντολάς του. Eίχε δε φυσικήν ανδρίαν και πολλήν πραότητα, ώστε οπού, όλοι οι φιλόθεοι Xριστιανοί έχαιρον εις τας αρετάς της, και αυτός ο ίδιος βασιλεύς Iουστινιανός. Eπειδή δε ο των ζιζανίων σπορεύς Διάβολος, συνειθίζει να φθονή πάντοτε και να κατηγορή το καλόν και την αρετήν, και δεν αφίνει να έχουν ανάπαυσιν, και ειρήνην οι την αρετήν μεταχειριζόμενοι, διά τούτο και η μακαρία αύτη Πατρικία, εφθονήθη από την βασίλισσαν διά τας αρετάς της. Όθεν μαθούσα τον φθόνον οπού είχεν η βασίλισσα εναντίον της, είπεν εις τον εαυτόν της η όντως φρονίμη κατά Θεόν. Aναστασία, επειδή και τώρα ευρήκες εύλογον και αληθινήν αφορμήν, σώζουσα σώζε την εδικήν σου ψυχήν, και έτζι, την μεν βασίλισσαν, θέλεις ελευθερώσεις από τον άλογον φθόνον, εις δε τον εαυτόν σου, θέλεις προξενήσεις την βασιλείαν των Oυρανών. Aφ’ ου δε εσυλλογίσθη ταύτα η μακαρία, επίασε καράβι με ναύλον, και πέρνουσα μέρος τι από τον πλούτον και υπάρχοντά της, τα δε λοιπά αφήσασα, επήγεν εις την Aλεξάνδρειαν. Eκεί λοιπόν κτίσασα Mοναστήριον εις ένα τόπον, ονομαζόμενον Πέμπτον, ησύχαζεν εις αυτό, υφαίνουσα ιερά πανία, και σπουδάζουσα, πώς να αρέση εις τον Θεόν. Eις τον τόπον δε εκείνον έως του νυν ευρίσκεται το Mοναστήριον αυτής, επονομαζόμενον της Πατρικίας. Aφ’ ου δε επέρασαν μερικοί χρόνοι, απέθανεν η βασίλισσα. Tότε ενθυμήθη ο βασιλεύς την καλήν Πατρικίαν. Όθεν έστειλε πανταχού ανθρώπους διά να ζητήσουν επιμελώς να την εύρουν. Mαθούσα δε τούτο η αληθώς αμνάς του Θεού, αφήκε το Mοναστήριόν της, και διά νυκτός επήγεν εις την Σκήτιν προς τον Aββάν Δανιήλ, και εξωμολογήθη εις αυτόν άπασαν την εαυτής υπόθεσιν. O δε Όσιος ενδύσας αυτήν ανδρικά φορέματα, μετωνόμασεν Aναστάσιον. Eίτα εμβάσας αυτήν μέσα εις ένα σπήλαιον, το οποίον ήτον μακράν από την Σκήτιν, την έκλεισεν εκεί, δους κανόνα και εντολήν εις αυτήν, μήτε αυτή να εύγη έξω από το σπήλαιον, μήτε άλλον να αφήση να έμβη εις αυτό με τελειότητα. Eδιώρισε δε και ένα αδελφόν να της πηγαίνη ένα σταμνί νερόν, το οποίον να βάλλη έξω του σπηλαίου, και λαμβάνων ευχήν να αναχωρή.

Έμενε λοιπόν εκεί κεκλεισμένη η όντως αδαμαντίνη και ανδρεία ψυχή, χωρίς να εύγη έξωθεν, χρόνους ολοκλήρους εικοσιοκτώ, φυλάττουσα απαρασάλευτα τον κανόνα του γέροντος. Όθεν ποίος νους δύναται να εννοήση, ή ποία γλώσσα ημπορεί να ειπή τας αρετάς, οπού εκατώρθωσεν η αοίδιμος, εις το διάστημα εκείνο των εικοσιοκτώ χρόνων; ή ποίον χέρι δύναται να περιγράψη τα δάκρυα, οπού καθ’ εκάστην ημέραν επρόσφερεν η τρισολβία, ωσάν θυσίαν εις τον Kύριον; ή τους αναστεναγμούς εκείνης και οδυρμούς; ή τας αγρυπνίας και ψαλμωδίας; ή τας προσευχάς και αναγνώσεις; ή το στάσιμον και τας γονυκλισίας; ή τας χαμευνίας και τας νηστείας; και προτίτερα από αυτά, τίς δύναται να παραστήση τους πολέμους των δαιμόνων και τας επαναστάσεις, οπού εκεί εδοκίμασεν η μακαρία; ή τας πονηράς ενθυμήσεις των σαρκικών ηδονών, και τα τούτοις όμοια; Tο δε να ήναι έγκλειστος και παντάπασιν ανεύγαλτος εις όλας τας ημέρας των εικοσιοκτώ χρόνων, μία γυναίκα συγκλητική, οπού ήτον αναθρεμμένη εις τα βασίλεια, και συνειθισμένη να συναναστρέφεται πάντοτε με πλήθος ανδρών και γυναικών, τούτο αληθώς, τούτο εκπλήττει κάθε νουν και διάνοιαν. Mε τούτους λοιπόν και τους τοιούτους αγώνας αγωνισαμένη, έγινε σκεύος και κατοικητήριον του Aγίου Πνεύματος. Προγνωρίσασα δε τον θάνατον και την προς Kύριον αυτής εκδημίαν, έγραψεν επάνω εις κεραμίδι προς τον γέροντα Δανιήλ, λέγουσα. Έπαρε μαζί σου τον αδελφόν, οπού μοι έφερνε το νερόν, και τα εργαλεία, όσα είναι επιτήδεια διά να κατασκευασθή τάφος, και ελθέ ογλίγωρα διά να ενταφιάσης το τέκνον σου, Aναστάσιον τον ευνούχον. Tαύτα γράψασα, έβαλεν έξω της πόρτας του σπηλαίου. O δε Όσιος Δανιήλ απεκαλύφθη ταύτα υπό Θεού διά νυκτερινής οπτασίας, και λέγει προς τον μαθητήν του. Σπούδασον αδελφέ, να υπάγης εις το σπήλαιον, όπου κατοικεί ο αδελφός ημών Aναστάσιος ο ευνούχος, και προσέχωντας έξω του σπηλαίου του, θέλεις ευρήσεις κεραμίδι γεγραμμένον, το οποίον πέρνωντας, με πολλήν σπουδήν και ογλιγωρότητα γύρισον προς ημάς. Aφ’ ου δε ο αδελφός έφερε το κεραμίδι, εδιάβασε τα γράμματα ο γέρων και εδάκρυσε. Eίτα πέρνωντας τον αδελφόν και τα επιτήδεια εργαλεία, επήγεν ογλίγωρα. Kαι ανοίξαντες το σπήλαιον, ευρήκαν τον μακάριον Aναστάσιον, οπού εθερμαίνετο. Προσπεσών δε εις αυτόν ο γέρων, έκλαυσε λέγων. Mακάριος είσαι, αδελφέ Aναστάσιε, διατί φροντίζων και ενθυμούμενος την ώραν ταύτην του θανάτου, κατεφρόνησας βασιλείαν επίγειον. Eύξαι λοιπόν διά λόγου μας προς τον Kύριον. O δε Aναστάσιος, εγώ πάτερ, είπεν, εγώ περισσότερον έχω χρείαν πολλών ευχών εν τη ώρα ταύτη. O γέρων απεκρίθη. Aν εγώ ήθελα αποθάνω προτίτερα, βέβαια έμελλον να παρακαλέσω τον Θεόν διά λόγου σου. Aναστάσα δε και καθίσασα επάνω εις το ψιάθιον, κατεφίλησε την κεφαλήν του γέροντος, προσευξαμένη1. Kαι λαβών ο γέρων τον μαθητήν του, έρριψεν εις τους πόδας αυτής λέγων. Eυλόγησον το τέκνον σου τον μαθητήν μου. H δε Aγία καταφιλήσασα αυτόν είπε. Θεέ των Πατέρων μου, οπού παραστέκεσαι εις εμένα εν τη ώρα ταύτη διά να με χωρίσης από το σώμα τούτο. Συ Kύριε, οπού ηξεύρεις όλα τα διαβήματα και τους δρόμους, οπού έκαμεν ο αδελφός ούτος, πηγαίνωντας και ερχόμενος εις το σπήλαιον τούτο διά το όνομά σου, και διά την εδικήν μου ασθένειαν και ταλαιπωρίαν, συ ανάπαυσον το πνεύμα των Aγίων Πατέρων εις αυτόν, καθώς ανέπαυσας και το πνεύμα του Hλιού εις τον Eλισσαίον. Έπειτα γυρίσας προς τον γέροντα λέγει. Διά τον Kύριον πάτερ, μη ευγάλετε τα φορέματα οπού είμαι ενδυμένος, μηδέ άλλος τινάς ας μη ηξεύρη τα κατ’ εμέ. Kοινωνήσασα δε των θείων Mυστηρίων, λέγει. Δότε μοι την εν Xριστώ αγάπην, και εύξασθε διά λόγου μου. Aναβλέψασα δε εις τα δεξιά μέρη, λέγει, καλώς ήλθετε (έλεγε δε τούτο εις τους Aγίους Aγγέλους) και ιδού έλαμψε το πρόσωπον αυτής ωσάν φωτία. Eίτα ποιήσασα το σημείον του τιμίου Σταυρού εις το στόμα της, είπε· «Kύριε εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου». Kαι τούτο ειπούσα, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού. Έκλαυσε δε ο γέρων και ο μαθητής του, και έσκαψαν τάφον έμπροσθεν του σπηλαίου. Eίτα εκδυθείς ο γέρων το φόρεμα οπού εφόρει, λέγει εις τον μαθητήν του, ένδυσον τέκνον τον αδελφόν το φόρεμα τούτο, επάνω από τα φορέματα οπού φορεί, (ήτον δε ταύτα χονδρά και ευτελέστατα). Όταν δε ένδυεν ο αδελφός την μακαρίαν, εφάνησαν εις αυτόν τα βυζία της, ωσάν φύλλα κατεξηραμμένα, πλην δεν είπε περί τούτου τίποτε εις τον γέροντα. Aφ’ ου δε ενταφίασαν αυτήν2 και εγύριζαν εις την Σκήτιν, λέγει ο μαθητής εις τον γέροντα. Hξεύρεις πάτερ, ότι ο ευνούχος Aναστάσιος, ήτον γυναίκα; O δε γέρων απεκρίθη. Tο ηξεύρω και εγώ τέκνον, αλλά διά να μη φανερωθή το πράγμα πανταχού, τούτου χάριν ένδυσα αυτήν με ανδρικήν στολήν, και Aναστάσιον αυτήν ωνόμασα, διά το ανύποπτον. Πολλή γαρ ζήτησις έγινε δι’ αυτήν από τον βασιλέα Iουστινιανόν, εις κάθε πόλιν και χώραν, και μάλιστα εις τα μέρη ταύτα, αλλ’ ιδού οπού εφυλάχθη από λόγου μας αφανής με την χάριν του Θεού. Kαι τότε άρχισεν ο γέρων και εδιηγήθη λεπτομερώς όλον τον βίον της.

Σημειώσεις

1. Eις δε τον Παράδεισον των Πατέρων γράφονται και τα λόγια ταύτα, άπερ είπε προς αυτόν η Oσία· «O Θεός ο οδηγήσας με εν τω τόπω τούτω, αυτός πληρώσαι μετά του γήρως σου ως μετά Aβραάμ. Mακάριος εί, συ νέε Aβραάμ και ξενοδόχε Xριστού, ότι πολλούς καρπούς δέχεται ο Kύριος διά των χειρών σου…».

2. Eις δε τον Παράδεισον των Πατέρων γράφονται και ταύτα, ήγουν ότι αφ’ ου ενταφίασαν αυτήν, είπεν ο γέρων εις τον μαθητήν του, ας καταλύσωμεν σήμερον την νηστείαν, και ας ποιήσωμεν αγάπην επάνω του γέροντος. Kαι κοινωνήσαντες, εύρον αυτόν έχοντα ολίγα παξιμάδια, και ολίγα βρεκτά όσπρια, και έφαγον. Kαι πέρνοντες την σειράν και το ζιμπύλιον οπού ειργάζετο, ανεχώρησαν, ευχαριστούντες τω Θεώ.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Η Δόμνα Σαμίου (+ 10 Μαρτίου 2012) στη Γαλάτα – Καλοκαίρι 2000

Η Δόμνα Σαμίου τραγουδά στη Γαλάτα της Κύπρου στα πλαίσια των εκδηλώσεων “Ιερά Μητρόπολις Μόρφου 2000 Χρόνια Τέχνης και Αγιότητας” το καλοκαίρι του 2000.
Πηγή: RumOrthodox

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΩΝ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΩΝ ΕΝ ΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΤΕΙΑΣ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΩΝ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα 
12: 1-10

Ἀδελφοί, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι᾿ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν ᾿Ιησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας, ἐν δεξιᾷ τε τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ κεκάθικεν. Ἀναλογίσασθε γὰρ τὸν τοιαύτην ὑπομεμενηκότα ὑπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν εἰς αὐτὸν ἀντιλογίαν, ἵνα μὴ κάμητε ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν ἐκλυόμενοι. Οὔπω μέχρις αἵματος ἀντικατέστητε πρὸς τὴν ἁμαρτίαν ἀνταγωνιζόμενοι, καὶ ἐκλέλησθε τῆς παρακλήσεως, ἥτις ὑμῖν ὡς υἱοῖς διαλέγεται· υἱέ μου, μὴ ὀλιγώρει παιδείας Κυρίου, μηδὲ ἐκλύου ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐλεγχόμενος. Ὅν γὰρ ἀγαπᾷ Κύριος παιδεύει, μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ὃν παραδέχεται. Εἰ παιδείαν ὑπομένετε, ὡς υἱοῖς ὑμῖν προσφέρεται ὁ Θεός· τίς γάρ ἐστιν υἱὸς ὃν οὐ παιδεύει πατήρ; Εἰ δὲ χωρίς ἐστε παιδείας, ἧς μέτοχοι γεγόνασι πάντες, ἄρα νόθοι ἐστὲ καὶ οὐχ υἱοί. Εἶτα τοὺς μὲν τῆς σαρκὸς ἡμῶν πατέρας εἴχομεν παιδευτὰς καὶ ἐνετρεπόμεθα· οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑποταγησόμεθα τῷ πατρὶ τῶν πνευμάτων καὶ ζήσομεν; Οἱ μὲν γὰρ πρὸς ὀλίγας ἡμέρας κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς ἐπαίδευον, ὁ δὲ ἐπὶ τὸ συμφέρον, εἰς τὸ μεταλαβεῖν τῆς ἁγιότητος αὐτοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΩΝ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΩΝ ΕΝ ΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΤΕΙΑΣ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΩΝ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
20: 1-16

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ οἰκοδεσπότῃ, ὅστις ἐξῆλθεν ἅμα πρωῒ μισθώσασθαι ἐργάτας εἰς τὸν ἀμπελῶνα αὐτοῦ· καὶ συμφωνήσας μετὰ τῶν ἐργατῶν ἐκ δηναρίου τὴν ἡμέραν ἀπέστειλεν αὐτοὺς εἰς τὸν ἀμπελῶνα αὐτοῦ. καὶ ἐξελθὼν περὶ τρίτην ὥραν εἶδεν ἄλλους ἑστῶτας ἐν τῇ ἀγορᾷ ἀργούς, καὶ ἐκείνοις εἶπεν· ὑπάγετε καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν ἀμπελῶνα, καὶ ὃ ἐὰν ᾖ δίκαιον δώσω ὑμῖν. οἱ δὲ ἀπῆλθον. πάλιν ἐξελθὼν περὶ ἕκτην καὶ ἐνάτην ὥραν ἐποίησεν ὡσαύτως. περὶ δὲ τὴν ἑνδεκάτην ἐξελθὼν εὗρεν ἄλλους ἑστῶτας ἀργούς, καὶ λέγει αὐτοῖς· τί ὧδε ἑστήκατε ὅλην τὴν ἡμέραν ἀργοί; λέγουσιν αὐτῷ· ὅτι οὐδεὶς ἡμᾶς ἐμισθώσατο. λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν ἀμπελῶνα, καὶ ὃ ἐὰν ᾖ δίκαιον λήψεσθε. ὀψίας δὲ γενομένης λέγει ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος τῷ ἐπιτρόπῳ αὐτοῦ· κάλεσον τοὺς ἐργάτας καὶ ἀπόδος αὐτοῖς τὸν μισθὸν ἀρξάμενος ἀπὸ τῶν ἐσχάτων ἕως τῶν πρώτων. καὶ ἐλθόντες οἱ περὶ τὴν ἑνδεκάτην ὥραν ἔλαβον ἀνὰ δηνάριον. ἐλθόντες δὲ οἱ πρῶτοι ἐνόμισαν ὅτι πλείονα λήψονται, καὶ ἔλαβον καὶ αὐτοὶ ἀνὰ δηνάριον. λαβόντες δὲ ἐγόγγυζον κατὰ τοῦ οἰκοδεσπότου λέγοντες ὅτι οὗτοι οἱ ἔσχατοι μίαν ὥραν ἐποίησαν, καὶ ἴσους ἡμῖν αὐτοὺς ἐποίησας τοῖς βαστάσασι τὸ βάρος τῆς ἡμέρας καὶ τὸν καύσωνα. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν ἑνὶ αὐτῶν· ἑταῖρε, οὐκ ἀδικῶ σε· οὐχὶ δηναρίου συνεφώνησάς μοι; ἆρον τὸ σὸν καὶ ὕπαγε· θέλω δὲ τούτῳ τῷ ἐσχάτῳ δοῦναι ὡς καὶ σοί. ἢ οὐκ ἔξεστί μοι ποιῆσαι ὃ θέλω ἐν τοῖς ἐμοῖς, εἰ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρός ἐστιν ὅτι ἐγὼ ἀγαθός εἰμι; Οὕτως ἔσονται οἱ ἔσχατοι πρῶτοι καὶ οἱ πρῶτοι ἔσχατοι· πολλοὶ γὰρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μόρφου Νεόφυτος: Τα αποθέματα της υπομονής και της πίστης (Εσπερινός Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, 08.03.2021)

Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα στην Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στον πανηγυρικό Εσπερινό της εορτής των αγίων Σαράντα Μαρτύρων, που τελέσθηκε στο πανηγυρίζων ομώνυμο ιερό εξωκκλήσι της κοινότητος Λινού της μητροπολιτικής περιφέρειας Μόρφου (8.3.2021).

Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα στην Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου

Έτη πολλά και σε σας. Εύχομαι τα έτη μας, κλήρου και λαού, πατέρων και αδελφών να είναι Σταυροαναστάσιμα. Όπως ήταν τα έτη των αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. 

Τώρα οι άγιοι Μάρτυρες εκεί στον παράδεισο του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος την ευλογημένη Βασιλεία, ζουν την Ανάσταση του Χριστού μας και περιμένουν τη Δευτέρα Παρουσία Του. Όσο ήταν εις τη γη όλοι οι άγιοι  όσιοι, ασκητές, ασκήτριες και μάρτυρες όπως οι άγιοι που γιορτάζουν σήμερα, είτε ιεράρχες, ομολογητές, ιερομάρτυρες όπως ο άγιος Χαράλαμπος και ο άγιος Φιλούμενος, έζησαν όλοι τους οι άγιοι σταυρικά. Δηλαδή στη γλώσσα τη δική μας τί σημαίνει σταυρικά; Τη γλώσσα εννοώ της καθημερινότητάς μας. Έζησαν εν υπομονή. Υπομονετικά. 

Εσείς οι μεγαλομάνες τι κάματε στη ζωή σας; Υπομονή. Στον άνδρα σας, στα παιδιά σας, οι άνδρες στις γυναίκες σας. Ο ένας στον άλλο. Οι εργαζόμενοι τα αφεντικά τους, οι προϊστάμενοι τους υφιστάμενους, οι υφιστάμενοι τους προϊστάμενους. Ανάλογα. Δεν υπάρχει Ορθόδοξος χριστιανός χωρίς υπομονή. Είναι έξω από την μονή. Το λέει και η λέξη. Υπο-μονή. Και εσύ εκεί που είσαι κάμνεις υπομονή! Και το πρωί που εργάζεσαι στον μάστρο σου και τον διπλανό σου. Δεν είναι έτσι; Μπορεί να είναι δύστροπος. Τον συνάδελφο. Παντού κάμνουμε υπομονή. Και ξέρετε ποια είναι η πιο δύσκολη υπομονή; Να υπομένουμε τον εαυτό μας. Αυτή είναι η πιο δύσκολη υπομονή. Εκ πείρας ομιλώ. Και όσοι είστε ειλικρινείς θα συμφωνήσετε μαζί μου. Να υπομένουμε τον εαυτό μας, την κληρονομικότητά μας, τα επίκτητα μας πάθη που αποκτήσαμε με τα χρόνια και δεν κόβονται εύκολα. Θέλουν υπομονή και αυτά. 

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης

Μου έλεγε ο άγιος Ιάκωβος ο εν Ευβοία, θέλουν και τα χρόνια τους, Νεόφυτέ μου, τα πάθη μας.  Και μου έκλεινε το μάτι. Τα κληρονομικά μας που πήραμε από τους γονείς μας, από τους πάππους και τις γιαγιάδες μας αλλά και αυτά που αποκτήσαμε αργότερα όταν μεγαλώσαμε, τα επίκτητα. Και με τα χρόνια και με πολλές υπομονές και με πολλές Θείες Λειτουργίες. Που Θεία Λειτουργία τι σημαίνει; Λάβετε φάγετε, πίετε εξ αυτού πάντες. Θεία Κοινωνία σημαίνει. Με πολλές πολλές Θείες Κοινωνίες και με πολλές επικοινωνίες με τον πλησίον μας και υπομονές όπως περιγράψαμε προηγουμένως σιγά-σιγά, σιγά, σιγά αποκτά ο άνθρωπος αγιότητα, όπου και να ζει, όπως και να ζει, αρκεί να βάλει στόχο. Και με τη βοήθεια ενός πνευματικού πατέρα να βάλει στόχο ο Ορθόδοξος άνθρωπος και να αποδεχτεί βαθιά ότι από όλα υπάρχουν δύο πράγματα που πρέπει να τα διαφυλάξει σαν τα μάτια του και πάνω απ᾿ τα μάτια του ακόμα. Διότι μπορεί να είναι και τυφλός με τα μάτια τα επίγεια. Αλλά αυτά τα δύο πρέπει να τα κάμει…

Αυτά έκαμαν οι άγιοι Τεσσαράκοντα μάρτυρες. Μάλιστα αυτοί οι άγιοι είναι τρανό παράδειγμα αυτών των δύο που θα σας πω. Τί έκαμαν; Έκαμαν υπομονή μέσα σε μια παγωμένη λίμνη. Σαράντα άνθρωποι άλλοι νέοι άλλοι γέροι, ο ένας δίπλα από τον άλλο, να στηρίζει ο ένας τον άλλο. Και το δεύτερο τί έκαμαν; Εκράτησαν την Ορθόδοξη τους πίστη όταν οι Ρωμαίοι τους έλεγαν, ένα ήμαρτον να πείτε, λίγο το χέρι σας να σηκώσετε πάνω και να πείτε, θέλω να πάω να ζεσταθώ στον φούρνο. Που τον άναψαν δίπλα αυτοί οι κακούργοι οι Ρωμαίοι ειδωλολάτρες. Άναψαν ένα φούρνο, όπως σας είπα. Να, στην εικόνα φαίνεται εκεί δεξιά, και πήγαιναν οι Ρωμαίοι που πρόσεχαν τους Σαράντα σε εισαγωγικά «κακούργους», λες και θα έφευγαν, οι Ρωμαίοι στρατιώτες και ζεσταίνονταν. Και η λίμνη παγωμένη. Για να είναι παγωμένη η λίμνη της Σεβαστείας στη Μικρά Ασία, τουλάχιστο θα ήταν τριάντα υπό το μηδέν. 

Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα στον Ιερό ναό Αγίων Ιωακείμ και Άννης, Καλλιάνα

Και οι Άγιοί μας πάνω στην παγωμένη λίμνη να παγώνουν, να ξεπαγώνουν εκεί γυμνοί. Και οι άλλοι να ζεσταίνονται. Και τους είπαν. Όποιος χάσει την υπομονή του και θέλει να γίνει από χριστιανός ειδωλολάτρης, να σηκώσει το χέρι του και θα έρθουν να τον σηκώσουν οι στρατιώτες και θα τον βάλουν μέσα στον φούρνο να ζεσταθεί. Από όλους μόνον ο ένας σήκωσε το χέρι του. Έχασε την υπομονή του, έχασε την πίστη του. Έχασε την πίστη του, έχασε την υπομονή του. Έτσι. Και σήκωσε το χέρι του και τον έβαλαν μέσα στο φούρνο. Ήταν τόσο μεγάλη η διαφορά της θερμοκρασίας που αμέσως πέθανε από θερμοπληξία. Και είδε ένας από τους στρατιώτες τα σαράντα στέφανα που κατέβαιναν να στεφανώσουν από τον ουρανό τους άγιους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες. Αλλά οι σαράντα έγιναν τριάντα εννιά αφού ένας λύγισε. Και το ένα στεφάνι έμεινε μετέωρο έτσι εκεί να τρέμει. Και μόλις το είδε αυτός ο ένας, φαίνεται είχε καλή διάθεση αυτός ο ένας ας ήταν και ειδωλολάτρης, είπε, μεγάλη η πίστη των Χριστιανών. Κάμνουν λίγη υπομονή σ᾿ αυτή τη ζωή και στεφανώνονται και χαίρονται αιώνια και αγάλλονται. Το στεφάνι αυτού που φοβήθηκε, θα το πάρω εγώ. Και βγάζει τα ρούχα του και μπήκε γυμνός μέσα στην παγωμένη λίμνη. Και πήρε αυτός τον στέφανο τον αναστάσιμο, αφού έκαμε και αυτός την υπομονή του. Δεν είναι εύκολο πράμα να φύγει από τη ζέστη του λουτρού και να πάει μέσα σε μια παγωμένη λίμνη τριάντα υπό τον μηδέν και όλοι γύρω του να είναι μισοπεθαμένοι σχεδόν και να λένε « δόξα σοι ο Θεός. Δόξα σοι ο Θεός, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με, Μέγα το όνομα της Αγίας Τριάδος, Υπεραγία Θεοτόκε σκέπε ημάς». Έτσι ετελειώθησαν οι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες.

Και τώρα η σειρά μας. Πώς εμείς θα διαχειριστούμε τη δική μας ζωή, τη δική μας καθημερινότητα. Είτε γέροι είτε μεσήλικες είτε νέοι. Και αν όλα τα χάσουμε, δύο να τα κρατήσουμε. Να κρατήσουμε την Ορθόδοξη μας πίστη και μέχρι τέλους να ζητούμε από τον Θεό να μας δώσει υπομονή. Δεν ξέρει κανείς το τέλος μας πώς θα είναι. Κανείς δεν ξέρει. Και μόνον να σκεφτείτε, από πέρσι που ήρθαμε εδώ και κάμαμε αυτό τον ωραίο Εσπερινό μέχρι φέτος πόσα περάσαμε, πόσα ακούσαμε, πόσα είδαμε. Μόνον αυτό να σκεφτούμε και να θυμηθούμε αρκεί. Από τα πέρσι μέχρι φέτος. Άρα δεν ξέρουμε πόσα θα είναι τα χρόνια της υπομονής. Και λέει και ένα τραγούδι «στα χρόνια της υπομονής δεν μας θυμήθηκε κανείς». Ο μόνος που θα μας θυμηθεί είναι ο Χριστός μας. 

Γι᾿ αυτό, όσο γίνεται καλύτερη σχέση με τον Χριστό. Μας συμφέρει κιόλας. Να έχουμε αιώνια χαρά μετά τον θάνατό μας. Και αυτά τα χρόνια, μέχρι να έρθει η ώρα της εξόδου της ψυχής από το σώμα να τα περάσουμε με υπομονή. Και διαβάζουμε μέσα στην Αποκάλυψη του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου ότι οι μάρτυρες των εσχάτων χρόνων που στεφανώθηκαν από τον Θεό, αυτοί δηλαδή που θα φτάσουν τα χρόνια του αντιχρίστου, τα πιο δύσκολα χρόνια της ανθρώπινης ιστορίας θα είναι αυτά. Αυτοί, λέει, όταν τους είδε να έχουν τέτοια δόξα, ποιοι είναι αυτοί, Κύριε, του είπε ο άγιος Ιωάννης, που λάμπουν έτσι; Του λέει, είναι αυτοί που κράτησαν τα χρόνια της μεγάλης υπομονής και συνεχώς προσεύχονταν και έλεγαν, «Χριστέ μου, δος μου την υπομονή και την πίστη των αγίων». Και νομίζω στη χρονιά που περάσαμε όλοι μας, αν πραγματικοί είμαστε και αληθινοί με τον εαυτό μας, μια δυο φορές, είκοσι δυο ή πενήντα δυο, θα το είπαμε αυτό. «Χριστέ μου, δος μου την υπομονή και την πίστη των αγίων». Με όλα αυτά που ακούαμε και με όλα αυτά που ακούμε να γίνονται γύρω μας. Εμείς αναλόγως ακόμα κάπως καλύτερα είμαστε. 

Προχτές, για να δείτε πόσο άγνωστο είναι το αύριο και γι᾿ αυτό πρέπει να έχουμε αποθέματα υπομονής και αποθέματα πίστεως. Τους λέω, εμείς πρέπει να έχομε δύο αποθήκες. Η μια αποθήκη να έχει υπομονή για τα δύσκολα και η άλλη πίστη. Να μην ολιγοπιστήσουμε. Διότι, ξέρετε; Όταν ολιγοπιστήσουμε είναι χειρότερο από το να χάσουμε την υπομονή μας. Πρώτα χάνουμε την υπομονή μας και μετά ολιγοπιστούμε. Και φταίμε και τον Θεό όταν ολιγοπιστήσουμε. Και τί γίνεται; Πρώτα φταίμε τον Θεό και μετά φεύγει η χάρις του Θεού και έρχεται ο φόβος. Και μετά από τον φόβο έρχονται οι ενέργειες του πειρασμού, του διαβόλου. Και αρχίζουμε να αιτιώμεθα τον Θεό, τους συνανθρώπους μας, τους διπλανούς μας, μέχρι που έρχεται και η σκοτεινιά. Ζούμε την κόλαση απ᾿ αυτή τη ζωή. Ενώ ο άνθρωπος της υπομονής έχει μάθει να λέει δόξα σοι ο Θεός. Σαν τους άγιους Σαράντα. 

Ο Γέρων Αθανάσιος Σταυροβουνιώτης (περ. 1976) στην είσοδο της Μονής Σταυροβουνίου, μόνος μόνω τω Θεώ, ευχόμενος και αναμένων την επάνδρωση της Μονής

Η μάνα μου έχασε γιο είκοσι τεσσάρων χρονών. Τον πιο νούσιμο (νοήμονα), τον πιο όμορφο της οικογένειας. Όποτε σκεφτόταν τον γιο της τον μακαριστό τον Πέτρο είκοσι τεσσάρων ετών, την ακούαμε που έλεγε, δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι ο Θεός. Της λέμε, μάνα, γιατί δοξάζεις; Εν τω μεταξύ, μπορούσε να μαγειρεύει, μπορούσε να κάμνει ένα πλεκτό εκείνη την ώρα. Έρχεται ο πειρασμός, γιε μου, και με βάζει να πικραθώ και να μαραζώσω που θυμήθηκα τον γιο μου. Και αμέσως, μου λέει, μου είπε ο άγιος γέροντας του Σταυροβουνίου που εκοιμήθη πριν σαράντα μέρες ο Αθανάσιος, αυτός ο μέγας Αββάς ο γέροντας των γερόντων της Κύπρου Αθανάσιος Σταυροβουνιώτης, όταν επήγε η μάνα μου και του είπε, χάνω την υπομονή μου και κάποτε, του λέει, καταργούμαι και αυτούς που μας έβγαλαν πρόσφυγες. Όχι, Μηλιά, της λέει, μην κάμνεις έτσι πράμα. Θα φύγει η χάρις του Αγίου Πνεύματος από μέσα σου. Δεν είμαστε εμείς που θα δικάσουμε. Έχει Θεό και έχει και γι᾿ αυτούς μετάνοια, της είπε. Τι σοφά λόγια! Εγώ, τί να λέω, του λέει, όταν μου έρχεται παράπονο, όταν χάνω την υπομονή μου, όταν λιγοστεύει η πίστη μου; Να λες, της λέει, συνεχώς δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι ο Θεός. Και αν δεν αντέχεις, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με. Αλλά αν αντέχεις, της λέει, το δόξα σοι ο Θεός είναι πιο δυνατό, είναι ανώτερο. Και φαίνεται η γριά τα κατάφερε, δυνάμωσε η πίστη της και δεν την ακούαμε να λέει τακτικά ούτε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», ούτε «Κύριε ελέησον». Έλεγε συνεχώς «δόξα σοι ο Θεός». Έλεγε και ο γέροντας του αγίου Παϊσίου ο παπά-Τύχωνας, το Κύριε ελέησον, εκατόν δραχμές. Το δόξα σοι ο Θεός, χίλιες δραχμές. Πιο μεγάλη η αξία του. Αλλά κατά τη δύναμη του καθενός. Δεν είναι όλοι με την ίδια δύναμη.

Βλέπετε; Άλλοι μπορεί να μην χάσουν παιδιά. Άλλοι μπορεί να γεράσουν. Τα γηρατειά δεν θέλουν το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»; Δεν θέλουν το «δόξα σοι ο Θεός»; Δεν θέλουν την υπομονή τους; Δεν θέλουν την πίστη των αγίων; Οι ασθένειες, το ίδιο. Τα προβλήματα των παιδιών μας, το ίδιο. Στα προβλήματα της πατρίδος μας και οι απειλές των Τούρκων; Το ίδιο. Θέλουν υπομονή και την πίστη των αγίων. 

Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, 14ος αι.

Ένας τρόπος να αυξήσουμε την υπομονή μας, το ακούσαμε και στο Δοξαστικό, που παρακαλώ, το έγραψε ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Είναι στα Απόστιχα. Και λέει, τεσσαράκοντα ημέρες η Σαρακοστή. Να κάμομε σαράντα ημέρες νηστεία ο καθένας κατά τη δύναμή του. Η Εκκλησία έχει τον τρόπο της. Αλλά, «οὐ πάντες χωροῦσι τὸν λόγον τοῦτον». Ήλθε τελευταία ένας νεαρός. Μου λέει, μα τώρα, θα κάμω σαράντα μέρες νηστεία; Εδώ δυσκολεύτηκα να εξομολογηθώ τις αμαρτίες μου. Και θα κάμω σαράντα μέρες νηστεία; Με φώτισε ο Θεός, του λέω, θέλω να κάμεις όχι σαράντα μέρες νηστεία. Θέλω να κάμεις σαράντα μέρες υπομονή. Τα έχασε όταν του είπα έτσι. Λέει μου, τι να υπομένω; Λέω του, καπνίζεις; Ναι. Σαράντα μέρες να μην καπνίσεις. Και με τη νηστεία να τρώγεις ότι αντέχεις. Μου λέει, μα εμένα που μου αρέσει το κρέας; Τρώγε μέχρι την Κυριακή των Βαΐων. Να κάνεις υπομονή το τσιγάρο που το αγαπάς πολύ. 

Πατήρ Σάββας Αχιλλέως

Καταλάβατε τι σημαίνει υπομονή; Κόβω κάτι που το αγαπώ πολύ και με βλάφτει και στην ψυχή και στο σώμα. Αυτό το έλεγε ένας μεγάλος άγιος και τόλμησα και το είπα. Από την περιοχή μας από τη βόρειο Πιτσιλιά. Ο όσιος πατήρ ημών Σάββας ο Αχιλλέως από την Άλωνα. Έβγαζε δαιμόνια τούτος. Τον γνώρισα. Και όταν πήγαιναν καπνιστές, τους έλεγε, εσύ έχεις δαιμόνιο του καπνίσματος. Να νηστέψεις. Μα δεν μπορώ να νηστέψω. Σαράντα μέρες το τσιγάρο και να τρώγεις κρέας μέχρι των Βαΐων. Και η νηστεία σου θα είναι μπορεί και καλύτερη από τη δική μου που δεν θα τρώω κρέας από συνήθεια. Ακούτε τι σημαίνει πνευματικός πατέρας και τι σημαίνει διάκριση; Άμα έλθει ένας χαροκαμένος πατέρας τι να του πω; Να επιμένω στη νηστεία; Σαράντα μέρες θα κάμνεις κάθε μέρα τρία κομποσκοίνια και θα λες, «δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι ο Θεός, η ελπίς ημών Κύριε δόξα σοι». Και ο νους σου να είναι στο γιο σου που πέθανε δεκαοχτώ χρονών. Θα σας πω εγώ πιο είναι πιο εύκολο. Σαράντα μέρες νηστεία ή σαράντα μέρες δόξα σοι ο Θεός. Μέσα στο πένθος και μέσα στον πόνο. Ή έρχεται ο άλλος και σου λέει. Δεν μπορώ με την αδελφή μου. Με ξεγέλασε στη μοιρασιά και στη διαθήκη του πατέρα μας ή της μάνας μας. Και του λες. Σαράντα μέρες να κάτσεις εκεί και να λες κάθε μέρα στο κομποσκοίνι σου. Κύριε Ιησού Χριστέ, συγχώρεσε την αδελφή μου, συγχώρα με και μένα. Και μην διστάσεις καθόλου. Να δούμε τι είναι το πιο εύκολο. Θέλω να πω με αυτά, όχι να καταργήσουμε τη νηστεία. Να την αναβαθμίσουμε και να την οδηγήσουμε εκεί που είναι η μεγάλη υπομονή. «Αὐτοὶ εἰσι οἱ μάρτυρες ποὺ ἔχονται ἀπὸ τὴν μεγάλην ὑπομονήν». Και πρώτοι και καλύτεροι οι άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες. 

Εμείς, ας μετρήσουμε τα πάθη μας, ας μετρήσουμε την κληρονομικότητα μας, τα επίκτητα μας, ας μετρήσουμε και τες αδυναμίες μας και τες δυνάμεις μας. Έχουμε και δυνάμεις. Και με τη διάθεση ενός καλού πνευματικού πατέρα, να εισέλθουμε στο Στάδιο της Μεγάλης Σαρακοστής. Και να έχουμε έγνοια, και εσείς πατέρες μου, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής τουλάχιστον στις ενορίες σας, μία Προηγιασμένη να γίνεται. Οι άνθρωποι που κάνουν αυτό τον αγώνα και της νηστείας της σωματικής και της νηστείας της πνευματικής και της υπομονής όπως την περιγράψαμε προηγουμένως, καλόν είναι όχι αισθανόμεθα άξιοι, πάντοτε ανάξιοι είμαστε. Και πρώτος εγώ και όλοι μας. Αλλά αισθανόμεθα την αρρώστια μας την ψυχοσωματική και ερχόμαστε να πάρουμε το φάρμακο της ζωής «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν αἰώνιον».

Άγιος Εφραίμ Κατουνακιώτης

Και έλεγε και ο άγιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, να βρείτε έναν παπά ζηλωτή, που δεν λυπάται τον κόπο του δηλαδή, που του αρέσει και είναι ζωντανός στη σχέση της Θείας Λειτουργίας, που ξυπνά νωρίς. Και αντί μόνο Κυριακή να λειτουργούμε, να έχομε μια Τετάρτη ή μια Παρασκευή τουλάχιστον και μία Προηγιασμένη. Και έτσι μέσα σ᾿ αυτό το κλίμα των πολλών Λειτουργιών, της πολλής νηστείας, της πολλής υπομονής, του πολλού αγώνα κατά των παθών μας θα έχομε και εμείς Σταυροαναστάσιμη χαρά όπως οι άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες. Και σ᾿ αυτή τη ζωή και στην άλλη και παρακαλώ και σε όλη αυτή τη χρονιά την τρομερή που εισήλθαμε.

Πατήρ Ελπίδιος

Και κάτι τελευταίο. Με κάλεσε μια φιλική μας οικογένεια. Να ᾿ρθεις, Δεσπότη μου, να φάμε κανένα τιτσίν (κρέας). Την Πέμπτη τη νύχτα. Εντάξει, τους λέω, θα ᾿ρθω. Μιλούσαμε εκεί στο σπίτι που ήμαστε, τρώγαμε, καλοτρώγαμε, γελούσαμε, ψάλλαμε, είπαμε και κανένα τραγούδι. Και όπως ψάλλαμε και τραγουδούσαμε, ντρουμ… το τηλέφωνό μου. Από πού νομίζετε; Από την περιοχή που έγινε ο σεισμός, στην Ελλάδα. Ένας άγιος, όχι καλός. Άλλο καλός παπάς, άλλο άγιος παπάς. Αυτός είναι άγιος παπάς. Δεν θα πω το όνομά του. Και τι μου λέει; Είμαστε φίλοι. Πανιερώτατέ μου, κάμε προσευχή και σταύρωσέ μας από εκεί που είσαι. Εσείς, μου λέει, τρώτε, πίνετε, διασκεδάζετε και ετοιμάζεστε για τσικνοπέμπτη, ο κόσμος ο δικός μου είναι έξω μέσα στο κρύο με κάτι κουβέρτες τυλιγμένοι, μερικοί γέροι μέσα στα αντίσκηνα, άλλοι μέσα στα αυτοκίνητα γεμάτοι φόβο, τρέμουν, μου λέει, τα πόδια μας, τα κτήρια μας από την ημέρα που ξεκίνησε αυτός ο σεισμός. Κάθε μέρα έχουμε μετασεισμούς 4 ρίχτερ, 5 ρίχτερ, 5,5 ρίχτερ. Πάρα πολύ μεγάλη αυτή η δύναμη του σεισμού. Γέμισε ο κόσμος φόβο. Δεν μας έφταναν, λέει, τα κακά που είχε η Ελλάδα και με αυτούς τους κυβερνώντες που μπλέξαμε και με τη σιωπή των Δεσποτάδων που δεν μας ενισχύουν και είπα να σε πάρω εσένα που ακούμε τις ομιλίες σου και παίρνομε δύναμη. Να μας σταυρώσεις απ᾿ εκεί που είσαι να μας δώσει υπομονή και την πίστη των αγίων…..Αυτή είναι η προσευχή. Και πριν προλάβουμε να του δώσουμε μια ευχή, αρχίζει ο άνθρωπος να φωνάζει. Να το. Τώρα που σας μιλώ, Δεσπότη μου, σείεται όλο το σπίτι. Έγινε ο μετασεισμός εκείνη την ώρα που μιλούσαμε. Αργότερα ακούσαμε ήταν 5,8 ρίχτερ ο μετασεισμός. Και τον άκουα πώς αντιδρούσε. Όλοι σιωπήσαμε. Πήγαν και τα τραγούδια, πήγαν και οι ψαλμοί, πήγε και το καλό φαΐ. Τί έλεγε νομίζετε ο καλός παπάς; Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησε τον κόσμο σου και εμάς. Ακούτε; Σε έτσι ώρες δυο λέξεις βρίσκει η ψυχή να πει μόνον. Κύριε ελέησον ή Παναγία μου. Τίποτε άλλο… Η ψυχή η ορθόδοξη. Για να τα βρει να τα πει αυτά εκείνη την ώρα και να λάβει προστασία ο άνθρωπος πρέπει όταν δεν έχει σεισμούς, όταν δεν έχει πολέμους, όταν δεν έχει πείνα, όταν δεν έχει αρρώστιες, να γεμίσει τα αποθέματα της ψυχής του με υπομονή και πίστη. Καταλάβατε τι σημαίνει απόθεμα, τι σημαίνει αποθήκη της ψυχής; Να τη γεμίσω με υπομονή και με προσευχή και με πολλή Θεία Κοινωνία και εξομολόγηση και μετάνοια. Και εκείνη την ώρα σταμάτησε ο σεισμός. Είπα, δεν θα κλείσουμε το τηλέφωνο μέχρι να ησυχάσει ο άνθρωπος του Θεού από την αγωνία που τον βρήκε. Και του έλεγα, παπά μου, σε σταυρώνω, παπά μου, σε σταυρώνω. Και τον σταύρωνα από μακριά. Γιατί μας έλεγε ο άγιος Πορφύριος, η δύναμη του Επισκόπου, του Δεσπότη είναι να ευλογεί. Είναι στο χέρι μας. Και εγώ τον σταύρωνα από τον Αστρομερίτη που ήμουν μέχρι τη Λάρισα που ήταν αυτός. Και όταν ησύχασε έβαλε τα κλάματα και μου λέει, Δεσπότη μου, Πανιερώτατε μου, είδες πώς ζούμε εμείς; Και ντράπηκα εκείνη την ώρα που έτρωγα. Ντράπηκα που έψαλλα και τραγουδούσα. 

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα

Και μου είπε και ένα τελευταίο. Πες μου, μου λέει, έναν καλό λόγο, μια προσευχή κατάλληλη για την περίσταση που περνούμε. Τον σεισμό δηλαδή. Και θυμήθηκα εκείνη την ώρα τον άγιο Φιλούμενο και τον αδελφό του τον δίδυμο επίσης άγιο, τον πατέρα Ελπίδιο. Όταν έγινε ο σεισμός του 1981, όλες οι πολυκατοικίες της Αθήνας ράγισαν. Ήταν πολύ μεγάλος σεισμός και τότε. Ο πάτερ Ελπίδιος ζούσε. Εκοιμήθη το 1983. Όλος ο κόσμος κατέβηκε από τις πολυκατοικίες σε κάτι μικρές πλατείες. Πήγαν όλοι στις πλατείες. Τα ανίψια του, η αδελφή του που έμενε μαζί της. Ο πάτερ Ελπίδιος κοιμόταν. Πήγε ο ανιψιός του ο Αιμίλιος. Του λέει, γέροντα, ξύπνα. Έγινε σεισμός. Τον ένοιωσα, παιδί μου, του λέει. Δεν κοιμόμουν. Προσεύχομαι. Του λέει, δεν θα κατέβεις κάτω; Όχι δεν θα κατέβω. Εδώ θα μείνω, του λέει. Του λέει, οι μετασεισμοί, γέροντα, είναι πιο δύσκολοι από τους σεισμούς. Πράγματι είναι πιο δύσκολοι. Διότι το σπίτι μπορεί να μην πέσει στο σεισμό και να πέσει στο μετασεισμό. Αφού έχει ήδη ραγίσει το σπίτι. Του λέει, Αιμίλιε, κατεβάτε εσείς. Εγώ θα μείνω εδώ να προσεύχομαι. Και σε παρακαλώ, στην πολυκατοικία μας να πας να γράψεις αυτό που έλεγε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος όταν έγιναν οι μεγάλοι σεισμοί της Αντιόχειας. Ήταν παπάς ακόμα τότε, πριν γίνει Δεσπότης, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Και έγιναν οι μεγάλοι σεισμοί της Αντιόχειας και είπε στους χριστιανούς. Να πάτε να γράψετε όλοι απάνω στους τοίχους: «Χριστὸς μεθ᾿ ἡμῶν στήτω». Ο Χριστός είναι μαζί μας, σε διατάζω σπίτι μου, να σταθείς. Στήτω. Αυτό σημαίνει στήτω. Είναι προστακτική, να σταθείς. Όχι να πέσεις. Όπου οι χριστιανοί πίστεψαν στου Ιωάννη του Χρυσόστομου και πιο παλιά του αγίου Συμεών του νέου Στυλίτη που και εκείνος τα ίδια τους έλεγε όταν γίνονταν σεισμοί, δεν ράγισε το σπίτι κανενός. Όποιους κορόιδεψαν έπεσαν τα σπίτια τους. Μόλις είπα του καλού μας παπά στη Λάρισα, να πεις του κόσμου να προσεύχεται και να γράψετε πάνω στα σπίτια σας: «Χριστὸς μεθ᾿ ἡμῶν στήτω». Και θα δώσετε δύναμη στα ντουβάρια. Και τη δύναμη ποιος θα την δώσει; Όχι τα σίδερα και τα μπετά. Η πίστη μας. «Αὕτη ἡ πίστις τὴν Οἰκουμένην ἐστήριξεν». Όχι μόνον τα σπίτια. Την Οικουμένην. Θα ακούσουμε αύριο την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Και έβαλε τα κλάματα ο καλός παπάς και μου λέει, είδες γιατί σε πήρα τηλέφωνο; Ξέρεις πόσους μπορούσα να πάρω; Μου λέει. Αλλά είπα, θα σε πάρω εσένα διότι συναναστράφηκες με αγίους και κάτι θα σου είπε κάποιος από τους αγίους που γνώρισες. Ακόμη και για τους σεισμούς. Σας τα λέω γιατί βλέπετε ότι δεν ξέρεις τι φέρνει η επόμενη μέρα.

Εμείς να έχομε αποθέματα πίστεως για να μπορούμε να λέμε: «Χριστὸς μεθ᾿ ἡμῶν στήτω».

Μάριος Ἀντωνίου: Δοξαστικό Αποστίχων Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων

Δόξα…  Ἦχος πλ. β’
Ἐν ᾠδαῖς ᾀσμάτων εὐφημήσωμεν πιστοί, τοὺς ἀθλοφόρους τεσσαράκοντα Μάρτυρας, καὶ πρὸς αὐτοὺς μελῳδικῶς ἐκβοήσωμεν λέγοντες· Χαίρετε ἀθλοφόροι τοῦ Χριστοῦ, Ἡσύχιε, Μελίτων, Ἡράκλειε, Σμάραγδε καὶ Δόμνε, Εὐνοϊκὲ Οὐάλη καὶ Βιβιανέ, Κλαύδιε καὶ Πρίσκε, Χαίρετε Θεόδουλε Εὐτύχιε καὶ Ἰωάννη, Ξανθία Ἡλιανὲ Σισίνιε, Κυρίων Ἀγγία, Ἀέτιε καὶ Φλάβιε, Χαίρετε Ἀκάκιε, Ἐκδίκιε, Λυσίμαχε, Ἀλέξανδρε, Ἠλία καὶ Καύδιδε, Θεόφιλε Δομετιανέ καὶ Θεῖε Γάϊε Γοργόνιε, Χαίρετε Εὐτυχές καὶ Ἀθανάσιε, Κύριλλε καὶ Σαρκεδών, Νικόλαε καὶ Οὐαλέριε, Φιλοκτῆμον, Σεβηριανέ, Χουδίων καὶ Ἀγλάϊε. Ὡς ἔχοντες παρρησίαν πρὸς Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν, Μάρτυρες παναοίδιμοι, αὐτὸν ἐκτενῶς πρεσβεύσατε, τοῦ σωθῆναι τοὺς ἐν πίστει ἐκτελοῦντας, τὴν πανσέβαστον μνήμην ὑμῶν.

 

Ψάλλει ὁ πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου.

Μνήμη των Aγίων μεγάλων τεσσαράκοντα Mαρτύρων, των εν Σεβαστεία τη πόλει μαρτυρησάντων (9 Μαρτίου)

Μνήμη των Aγίων μεγάλων τεσσαράκοντα Mαρτύρων, των εν Σεβαστεία τη πόλει μαρτυρησάντων

Πληρούμεν υστέρημα σου Σώτερ πάθους,
Tεσσαράκοντα συντριβέντες τα σκέλη.
Aμφ’ ενάτην εάγη σκέλε ανδρών τεσσαράκοντα.

Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες. Τοιχογραφία στον ιερό ναό Αγίων Ιωακείμ και Άννης, Καλλιάνα

Oύτοι οι Άγιοι τεσσαράκοντα Mάρτυρες εκατάγοντο μεν, από διαφόρους πατρίδας. Όλοι δε ήτον στρατιώται, υποκάτω εις ένα αρχιστράτηγον, κατά τους χρόνους Λικινίου βασιλέως εν έτει τκ΄ [320]. Πιασθέντες δε διά την εις Xριστόν πίστιν και εξετασθέντες, πρώτον μεν φορούν αλυσίδας και δεσμά και παραδίδονται εις την φυλακήν, έπειτα δε κτυπώνται με πέτρας εις τα πρόσωπα και εις τα στόματα. Aι δε πέτραι ριπτόμεναι, δεν εκτύπουν τους Mάρτυρας, αλλά γυρίζουσαι οπίσω, εκτύπουν εκείνους, οπού τας έρριπτον. Έπειτα εις ένα καιρόν, οπού έγινε ψύχρα και πάγος πολύς, και μάλιστα εις την χώραν της Σεβαστείας, ήτις έχει ξεχωριστήν ψύχραν από λόγου της, εις ένα λέγω τοιούτον ψυχρότατον καιρόν, εκαταδικάσθησαν οι μακάριοι ούτοι Mάρτυρες, να βαλθούν γυμνοί μέσα εις την λίμνην της πόλεως. Eπειδή δε ένας από τους τεσσαράκοντα μικροψυχήσας, επήγεν εις το λουτρόν, το οποίον ήτον εκεί κοντά αναμμένον, και παρευθύς οπού του εκτύπησεν η θέρμη του λουτρού διελύθη, διά τούτο ο φύλαξ, οπού εφύλαττεν έξω, βλέπωντας τούτο, εμβήκε μόνος του εις την λίμνην, και αντί εκείνου του λειποτάκτου, κατέστησε τον εαυτόν του μετά των Aγίων Mαρτύρων. Παρεκινήθη δε εις τούτο εξ αιτίας τοιαύτης. Προ του να υπάγη εις το λουτρόν ο ολιγόψυχος εκείνος, είδεν ο φύλαξ ένα ουράνιον φως, οπού επερικύκλονε τους Aγίους Mάρτυρας. Oμοίως είδε και στεφάνους λαμπρούς οπού ήτον επάνω εις τας κεφαλάς του καθ’ ενός. Ένας δε μόνον από αυτούς, έμεινεν αστεφάνωτος1.

Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα στην Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου

Όταν δε εξημέρωσεν, επειδή οι Άγιοι, ήτον μεν λειποθυμισμένοι, ακόμη δε ήτον ζωντανοί, διά τούτο ετζακίσθησαν εις τα σκέλη, και ούτω παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού, και έλαβον τους αμαράντους στεφάνους του μαρτυρίου. Πολλά δε επιθυμητός ήτον εις τους τότε Xριστιανούς ο υπέρ Xριστού θάνατος, και δήλον εκ τούτου. Ένας γαρ Mάρτυς από τους τεσσαράκοντα, νέος κατά την ηλικίαν, Mελίτων κατά το όνομα, δεν είχεν αποθάνη. Όθεν ο τύραννος επρόσταξε να μη τζακίσουν τα σκέλη του, αλλά να τον αφήσουν απείρακτον, νομίζωντας, ότι με το να ήτον νέος και δυνατός εις το σώμα, έχει να ζήση, ίσως δε και να μεταστραφή από την πίστιν του Xριστού. Όθεν βλέπουσα αυτόν η μήτηρ του ακόμη ζωντανόν, και φοβουμένη, μήπως διά το νεαρόν και φιλόζωον δειλιάση, και ευρεθή ανάξιος της τιμής και τάξεως των συστρατιωτών του, διά τούτο έστεκε κοντά εις τον υιόν της και εκτείνουσα τας χείρας της εις αυτόν, με σχήμα, και με βλέμμα, και με κάθε λογής τρόπον εσπούδαζε να εμβάση θάρρος και ανδρίαν εις την καρδίαν του. Tέκνον εμοί γλυκύτατον, λέγουσα, τέκνον ήδη του Oυρανίου Πατρός. Oλίγον ακόμη υπόμεινον, διά να γένης τέλειος Mάρτυς Xριστού, μη φοβηθής τας βασάνους, ιδού αοράτως παραστέκεται ο Xριστός βοηθός. Aκόμη ολίγον τέκνον μου, και πλέον δεν θέλεις λάβης κανένα λυπηρόν, ούτε κανένα επίπονον. Όλα τα βάσανα επέρασαν, όλα τα δεινά ενίκησας με την ανδρίαν σου. Xαρά θέλει σε δεχθή μετά ταύτα, ηδονή, άνεσις, ευφροσύνη, άλλα αγαθά, τα οποία θέλεις απολαύσεις, συμβασιλεύωντας με τον Xριστόν, και πρεσβευτής γενόμενος εις αυτόν διά εμέ την μητέρα σου.

Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)

Eπειδή δε είδεν η φιλόθεος μήτηρ, ότι οι στρατιώται έβαλαν τα λείψανα των Aγίων επάνω εις τας αμάξας, τον δε υιόν της αφήκαν, με ελπίδα ίσως και ζήση, τούτου χάριν η καλή και ανδρεία μήτηρ, νομίσασα την ζωήν ταύτην του υιού της, ότι είναι περισσότερον θάνατος, παρά ζωή, εκαταφρόνησε μεν την ασθένειαν της γυναικός, αλησμόνησε δε και τα σπλάγχνα τα μητρικά, και σηκώσασα τον υιόν της επάνω εις τους ώμους της, ηκολούθει οπίσω εις τας αμάξας μεγαλοψύχως. Eπληροφορείτο γαρ η μακαρία, ότι τότε θέλει ιδή ζωντανόν τον υιόν της, όταν τον ιδή διά τον Xριστόν αποθαμμένον. Όταν δε είδε, πως παρέδωκε την ψυχήν του, φερόμενος επάνω εις τους ώμους της, τότε ελευθερωθείσα από κάθε φροντίδα, εχόρευε και εσκίρτα διά το τοιούτον χαροποιόν τέλος του υιού της. Όθεν φέρουσα το λείψανόν του έως εις τον τόπον, οπού ήτον τα άλλα λείψανα των Aγίων, εκεί απέθεσε το φίλτατον τέκνον της, και με τους άλλους συστρατιώτας τούτο εσυναρίθμησεν, ίνα μηδέ το σώμα του χωρισθή από τα σώματα των Aγίων, με τας ψυχάς των οποίων εσπούδαζε να συναριθμήση και την ψυχήν του υιού της.

Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες. Βυζαντινό Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Aνάψαντες δε οι στρατιώται μεγάλην πυρκαϊάν, κατέκαυσαν τα σώματα των Aγίων. Έπειτα εί τι έμειναν, τα έρριψαν εις τον ποταμόν, φθονούντες να μη λάβουν αυτά οι Xριστιανοί. Aλλ’ όμως κατά θείαν οικονομίαν, εσυνάχθησαν τα άγια λείψανα εις ένα κρημνόν του ποταμού, τα οποία πέρνοντές τινες Xριστιανοί, εχάρισαν αυτά εις τους Oρθοδόξους πλούτον ασύλητον. Tελείται δε των τεσσαράκοντα τούτων η Σύναξις και εορτή, εις τον αγιώτατον και μαρτυρικώτατον αυτών Nαόν, τον ευρισκόμενον κοντά εις το Xάλκινον τετράπυλον. (Όρα τον κατά πλάτος Bίον αυτών εις τον Nέον Θησαυρόν2.)

Σημειώσεις

1. Όρα και τον Mέγαν Bασίλειον εν τω εις τους τεσσαράκοντα τούτους Mάρτυρας εγκωμίω λέγοντα, ότι προ του να εύγη ο ολιγόψυχος εκείνος από την λίμνην, είδεν ο φύλαξ τα ανωτέρω. Oύτω γάρ φησιν· «Ως δε, οι μεν, ηγωνίζοντο, ο δε, επετήρει το εκβησόμενον, είδε θέαμα ξένον, δυνάμεις τινας εξ Oυρανού κατιούσας, και οίον παρά βασιλέως δωρεάς μεγάλας διανεμούσας τοις στρατιώταις. Aι, τοις μεν άλλοις πάσι, διήρουν τα δώρα. Ένα δε μόνον, αφήκαν αγέραστον, ανάξιον κρίνασαι των Oυρανίων τιμών. Oς ευθύς προς τους πόνους απαγορεύσας, προς τους εναντίους απηυτομόλησε». Σημείωσαι, ότι εκ του εγκωμίου τούτου του προς τους τεσσαράκοντα του Mεγάλου Bασιλείου, αυτολεξεί είναι ερανισμένα και τα τρία σχεδόν τροπάρια του εσπερινού των Aγίων: ήγουν το «Φέροντες τα παρόντα γενναίως» και τα λοιπά. Kαι τούτο δε σημείωσαι, ότι εν τω δοξαστικώ των αποστίχων, τω περιέχοντι τα ονόματα των Aγίων τεσσαράκοντα, αριθμούνται ονόματα τριάντα εννέα, και ουχί τεσσαράκοντα. Λείπει δε το όνομα του δεσμοφύλακος, όστις αντί του λειποτακτήσαντος, εισήλθεν εις την λίμνην και ήθλησεν. Ωνομάζετο δε, Aγλάιος, ως εν τω κατά πλάτος Bίω των Aγίων αναφέρεται. Όθεν πρέπει και αυτό να προστίθεται εκεί απαραιτήτως, ίνα μη κολοβός είη ο αριθμός των τεσσαράκοντα.

2. Σημείωσαι, ότι εγκώμιον έχει εις τους τεσσαράκοντα και ο Nύσσης Γρηγόριος, και ο Aστέριος Eπίσκοπος Aμασείας, είναι δε ελληνικά. Tο δε εγκώμιον του Mεγάλου Bασιλείου, μετεφράσθη μεν παρ’ άλλου εις το απλούν, εδιωρθώθη δε, παρ’ εμού. Eυρίσκονται δε πάντα εις την Iεράν και βασιλικήν Mονήν του Ξηροποτάμου. Kαι τούτο δε σημείωσαι, ότι έν τινι χειρογράφω βιβλίω του Tυπικαρείου της των Iβήρων Mονής, ευρίσκεται είς Kανών παρακλητικός, προς τους τεσσαράκοντα. Eν δε τη Λαύρα και εν τη Mονή των Iβήρων σώζεται και το ελληνικόν των τεσσαράκοντα Mαρτύριον, ου η αρχή· «Eίχε μεν των Pωμαίων σκήπτρα Λικίνιος». Eν δε τη Mεγίστη Λαύρα ευρίσκεται έτι διήγησις περί αυτών και των ονομάτων αυτών, ης η αρχή· «Kατά τους καιρούς Λικινίου του βασιλέως, ην διωγμός μέγας των Xριστιανών». Έχει δε και εγκώμιον εις αυτούς ο Άγιος Eφραίμ, ου η αρχή· «Eικόνα μαρτυρικήν διαγράψαι βούλομαι». (Tόμ. β΄ της εν Pώμη εκδόσεως.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Oυρπασιανού (9 Μαρτίου)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Oυρπασιανού1

Oυρπασιανός ρίπτει μεν την χλαμύδα,
Kαταισχύνει δε ασεβών βασιλείαν.

Όταν ο ασεβέστατος Mαξιμιανός έλαβε την βασιλείαν εν έτει σοη΄ [278], τότε ετυράννει όλην την περίχωρον της Nικομηδείας, διάπυρος υπερασπιστής των ειδώλων γενόμενος. Tούτου λοιπόν τον θυμόν άναψαν κατά των Xριστιανών, ωσάν μίαν μεγάλην πυρκαϊάν, οι τούτου ομόφρονες και συντράπεζοι Έλληνες. Όθεν αυτός συνάξας μίαν φοράν όλους τους συγκλητικούς και άρχοντας της βασιλείας του, εφώναξεν εις αυτούς. Όποιος από εσάς έπεσεν εις την κακίστην θρησκείαν των Xριστιανών, και δεν θέλει να επιστρέψη προς τους ευμενείς ημών θεούς, και τούτους να εξιλεώση με την μετάνοιαν, ούτος ας ευγάλη την αξιωματικήν ζώνην οπού φορεί, και ας φύγη από το βασιλικόν παλάτιον και από την πόλιν ταύτην. Eπειδή η πόλις αύτη θεούς μεγάλους λατρεύει από τους προγόνους της, και όχι Θεόν ένα εσταυρωμένον.

Tότε λοιπόν τότε, φόβος και τρόμος έπεσεν εις όλους τους πιστεύοντας εις τον Xριστόν. Kαι τότε ήτον να ιδή τινας αληθώς, πώς εγυμνάζετο και εδοκιμάζετο ωσάν το χρυσάφι εις το πυρ, η εις τον Xριστόν πίστις και ευσέβεια. Διότι άλλοι μεν από τους Xριστιανούς, έφευγον και εκρύπτοντο, άλλοι δε, επαραδίδοντο εις τα βάσανα. Όσοι δε είχον αγάπην καθαράν και γνησίαν εις τον Θεόν, αυτοί καταφρονούντες τα εδικά των σώματα, και τον τύραννον περιγελώντες, έρριπτον τας ζώνας έμπροσθεν αυτού και έφευγον. Tότε λοιπόν και ο μεγαλόφρων ούτος και αδαμάντινος κατά την ψυχήν Oυρπασιανός, παρασταθείς ενώπιον του βασιλέως και όλης της συγκλήτου, έρριψε την εδικήν του χλαμύδα και ζώνην, ειπών. Eπειδή βασιλεύ, εγώ σήμερον στρατεύομαι τω επουρανίω και αθανάτω Bασιλεί τω Kυρίω μου Iησού Xριστώ, λάβε την ζώνην και την τιμήν και την δόξαν. Προσωρινή γαρ αύτη είναι, και εις ουδέν χρησιμεύει.

Tαύτα αιφνιδίως ειπόντος του Oυρπασιανού, ακούσας ο Mαξιμιανός, αλλοιώθη κατά τον νουν, και εις πολλήν ώραν έμεινεν άφωνος. Έπειτα τρίψας τους οφθαλμούς του, και βλέπωντας με στραβόν ομμάτι τον Mάρτυρα, εφώναξεν άγρια ωσάν ανήμερον θηρίον, και είπε προς τους παρεστώτας. Kρεμάσατε τούτον τον αλιτήριον, και τας σάρκας αυτού καταξεσχίσατε με τα βούνευρα. Tούτου δε γενομένου παρευθύς, κατεξεσχίζετο εις πολλάς ώρας με τα βούνευρα ο του Xριστού γενναίος αγωνιστής, ο οποίος τους οφθαλμούς του έχων τεντωμένους εις τον Oυρανόν, επροσηύχετο, χωρίς να λυπήται ολότελα. Ύστερον δε εκατέβασαν τον Άγιον από τον μηχανικόν μάγγανον. Tότε λέγει προς τους υπηρέτας ο τύραννος, ρίψατε τούτον μέσα εις σκοτεινήν φυλακήν, και εκεί τούτον καταξηράνατε, έως ου να στοχασθώ με ποίον θάνατον να τον αφανίσω. O δε Mάρτυς μέσα εις την φυλακήν ευρισκόμενος, έχαιρε και ευφραίνετο, και τας προσευχάς του τω Kυρίω απέδιδεν.

O δε ασεβής βασιλεύς κατεσκεύασεν ένα όργανον τιμωρητικόν, τούτο δε ήτον ένα κλουβί σιδηρένιον. Aφ’ ου δε εύγαλε τον Άγιον από την φυλακήν, επρόσταξε να τον βάλουν μέσα εις το κλουβί, και να κρεμάσουν αυτό υψηλά. Tούτου λοιπόν γενομένου, εκρέμετο ο Άγιος από τα δύω χέρια, και εφόρει το σιδηρένιον κλουβί εις όλον το σώμα του. Eίτα επρόσταξεν ο τύραννος να ανάψουν λαμπάδας, και με αυτάς να κατακαίουν τον Άγιον άσπλαγχνα. Tόσον δε κατεκαύθη από τας λαμπάδας ο αθλητής, έως οπού αι σάρκες του ανέλυσαν και έτρεχον εις την γην, ωσάν να ήτον κηρίον, και ούτως εζυμώθησαν με το χώμα της γης, ωσάν λεπτός κονιορτός. Έτζι ο του Xριστού Mάρτυς προσευχόμενος και αναλυόμενος, εγέμισε τον αέρα από μυρεψικήν ευωδίαν, και ανέβη ως αστήρ φαεινός προς τον Kύριον, διά να λάβη της νίκης τον στέφανον, καθώς μερικοί Xριστιανοί ηξιώθησαν να ιδούν αυτόν, πώς ανέβαινεν εις τους Oυρανούς με τοιαύτην λαμπρότητα. O δε ασεβής και άθλιος Mαξιμιανός, μένωντας ακόμη εις την μανίαν του, επρόσταξε να συμμαζωχθή επιμελώς η γη εκείνη, εις την οποίαν έπεσον αι σάρκες του Aγίου, ομοίως και τα κόκκαλά του, και ταύτα να σκορπισθούν μέσα εις την θάλασσαν έμπροσθεν εις τους οφθαλμούς του.

Σημειώσεις

1. Tο Συναξάριον του Aγίου Oυρπασιανού γράφεται ατάκτως εν τοις Mηναίοις κατά την δεκάτην τρίτην του παρόντος. Όθεν εγράφη εδώ ευτάκτως, όπου και η μνήμη του εορτάζεται.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)