Αφιέρωμα στον Άγιο Αυξίβιο Α’ Επίσκοπο Σόλων (17 Σεπτεμβρίου / 17 Φεβρουαρίου)

Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ἁγίου καὶ ἐνδόξου πατρὸς ἡμῶν Αὐξιβίου Α’ Ἐπισκόπου Σόλων τοῦ θαυματουργοῦ (17/9 και 17/2)

Ἅγιος Αὐξίβιος Α' Ἐπίσκοπος Σόλων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στὸ Μηνολόγιο τοῦ Βασιλείου Β'

πτβιβλίο: Ὁ ἅγιος Αξίβιος Α΄ πίσκοπος Σόλων, κδ. Θεομόρφου, 2015

Ἅγιος Αὐξίβιος Α’ Ἐπίσκοπος Σόλων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στὸ Μηνολόγιο τοῦ Βασιλείου Β’

1.  πιθυμ ν σς διηγηθ τ θαυμαστ κα λαμπρ πολιτεία το θαυμαστοκασίου πατρς μν κα διατελέσαντος ρχιεπισκόπου τς πόλης τν Σολίων Αξιβίου. Γιατ πρτος ατός, σν λαμπρς λιος, νέτειλε στν πόλη ατή, φωτίζοντας μ τς κτίνες τς θείας διδασκαλίας του σους βρίσκονταν στ σκοτάδι τς πλάνης τν εδώλων.  Ατς λαμπε πάνω π τν πόλη ατή, πως φέγγει στ σκοτάδι να λυχνάρι γεμτο μ θεϊκ λάδι, μέχρι τ στιγμή, πο Χριστς φώτισε τος κατοίκους της κα σν Αγερινς νέτειλε στς καρδιές τους. 

Ὁ ἅγιος Αὐξίβιος, ἐπίσκοπος Σόλων, φορητὴ προσκυνηματικὴ εἰκόνα (2016), ἔργο τοῦ κυπριακοῦ ἐργαστηρίου ἁγιογραφίας «Ἀντιφωνητής», φυλασσόμενη στὸ ἐπισκοπεῖο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου στὴν Εὐρύχου

2.  λλ συγχωρέστε με, σς παρακαλ. Γιατ  γώ, καθς εμαι κα στν λόγο κα στ γνώση δύνατος, θεώρησα τι εναι ναγκαο, ν χει ν παρουσιάσει πολλ θαυμαστ ργα, ν σς διηγηθ μόνο λίγες π τς ρετς το μακαρίου Αξιβίου, πως τς κουσα κα τς διδάχθηκα π νδρες προχωρημένης λικίας· πως γράφει κα Θεία Γραφή: Ρώτησε τν πατέρα σου κα θ σο τ μάθει κα τος μεγαλύτερούς σου κα θ σο τ πον. ς ρχίσουμε, λοιπόν, μ τ βοήθεια το Θεο, τν φήγηση.

3. Αξίβιος καταγόταν π τ μεγαλούπολη τν Ρωμαίων. Ο γονες του ταν πλούσιοι κα στ θρήσκευμα εδωλολάτρες, πέκτησαν δδύο υούς, τν μακάριο Αξίβιο κα τν δελφό του, τν Θεμισταγόρα.  μακάριος Αξίβιος ταν πολ χαριτωμένος.  ταν προς πως Μωυσς κα σώφρων στος λογισμούς του πως μακάριος ωσφ κα γενικά, καθς μεγάλωνε, στολιζόταν μ κάθε εδους ρετή. πατέρας του κόμη τν μόρφωσε μ λη τ θύραθεν παιδεία.

4.  ταν φτασε στ νόμιμη λικία, ο γονες του θέλησαν ν τν νυμφεύσουν.  Ατός, μως, πειδ εχε νθεο νο, κέραιο λογισμ κα νάρετη ζωή, φερνε ντιρρήσεις.  Γιατ κουε σα λέγονταν γι τν Χριστ κα εχε πόθο ν γίνει χριστιανός.  ταν τ κουσαν ατ ο γονες του, γανάκτησαν μαζί του καί, μν πατέρας του τν ξανάγκαζε ν προχωρήσει σ γάμο μ πειλές, ν   μητέρα του τν συμβούλευε ν τ κάνει μ τς κολακεες της.

5.  Βλέποντας μακάριος Αξίβιος, τι ατή τους πιλογ ταν παγίδα καμπόδιο στ δική του γαθ πιλογή, θέλησε ν ναχωρήσει κρυφ π τ Ρώμη.  τσι, λοιπόν, φο διατράνωσε τν πόφασή του, χωρς ν πε σ κανένα τίποτα, μετ π λίγες μέρες, φυγε κρυφ π τος γονες του καί, κατεβαίνοντας στ λιμάνι, βρκε να πλοο, τ ποο πρόκειτο ν ποπλεύσει πρς τ νατολικά.  Κι τσι, γκαταλείποντας τ πάντα, παίρνοντας μόνο λίγα χρήματα μαζί του γι λόγους διατροφς, μπκε στ πλοο.  

6.  φο πέπλευσαν π τ Ρώμη, μετ π λίγες μέρες φτασαν στ Ρόδο.  π κε, διασχίζοντας τ πέλαγος τς Παμφυλίας, φτασαν στν Κύπρο, κα κατέπλευσαν σ κάποια κώμη μ τ νομα Λιμνήτης, πο πεχε περίπου τέσσερα ρωμαϊκμίλια π τν πόλη τν Σολίων.  Μ ατ τν τρόπο πρόνοια το Θεο καθοδηγοσε τν μακάριο Αξίβιο πρς σωτηρία πολλν ψυχν.  ταν βγκε π τ πλοο, παρέμεινε γι κάποιο χρόνο στν Λιμνήτη γι ν συνέλθει, γιατ ταν πολ ζαλισμένος π τ ταξίδι καὶ ὀλιγοψύχησε. 

7.  Στν Κύπρο, τότε, λθε κα Βαρνάβας, πόστολος το Χριστο, κατ τ δεύτερη περιοδεία του, φο ποχωρίστηκε π τν πόστολο Παλο μ τ σμα, λλ χι μ τν καρδιά.  Μαζί του, μάλιστα, εχε λάβει κα τν Μρκο, κα κατέπλευσαν στ Λάπηθο.  πειτα, περιερχόμενοι λο τ νησί, φτασαν στ Σαλαμίνα, τ σημεριν Κωνσταντία, πως ναφέρει Μρκος.  κε βρκαν τν ρακλείδη, τν ρχιεπίσκοπο το νησιο, τν ποο, φο ναγνώρισαν, δίδαξαν πς πρέπει ν κηρύττει τ εαγγέλιο το Χριστο, ν δρύει κκλησίες κα ν χειροτονε τος λειτουργούς τους. φολοιπν τν σπάστηκαν, τν πέστειλαν στν προορισμό του μερήνη. ταν δ Βαρνάβας λοκλήρωσε τν δικό του δρόμο κα γωνίστηκε τν καλ γνα τς πίστης καστέφθηκε μ τν στέφανο το μαρτυρίου στν Κωνσταντία, ο παράνομοι ουδαοι ναζητοσαν κα τν Μρκο, γι ν τν  θανατώσουν.  Μρκος, μως, διέφυγε κα τν καταδίωξαν μέχρι τος Λέδρους (σημ. Λευκωσία). Βρίσκοντας κεμι σπηλιά, μπκε μέσα κα μεινε κρυμμένος γι τρες μέρες.    Μετ π τρες μέρες φυγε π τν τόπο κενο καί,  περνώντας μέσα π τ βουνά, ρθε στν Λιμνήτη.  Μαζί του ταν Τίμων κα Ρόδων.

8.  ταν φτασαν στν κώμη το Λιμνήτη, συνάντησαν τν μακάριο Αξίβιο, ποος πρόσφατα εχε φτάσει κε π τ Ρώμη.  ταν, λοιπόν, συναντήθηκαν, ρώτησε Μρκος τν Αξίβιο: «π ποιά πόλη κατάγεσαι;»  Ατςπάντησε: «π τ μεγάλη πόλη τς Ρώμης, κα χω λθει δ, γι ν γίνω χριστιανός.»  πόστολος, βλέποντας τι εχε πόθο γι τν Χριστ κα τι ταν νδρας πιστς κα λόγιος, τν κατήχησε παρκς. Καί, φο τν δίδαξε τν λόγο τς ληθείας το Θεο, κατέβηκε στν πηγ κα τν βάπτισε ες τ νομα το Πατρς κα το Υο κα το γίου Πνεύματος.  ταν τν βάπτισε, πέθεσε τ χέρια του πάνω του κα το δωσε τ Πνεμα τ γιο.  πειτα τν χειροτόνησε πίσκοπο καί, φοτν δίδαξε πς πρέπει ν κηρύττει τ εαγγέλιο το Χριστο, τν στειλε στν πόλη τν Σολίων, δίνοντάς του τς ξς  δηγίες: «πειδ πόλη εναι γεμάτη εδωλα κα ο κάτοικοι δν δέχτηκαν κόμη τν λόγο το Θεο, λλ βρίσκονται στ σκοτάδι τς πλάνης τν εδώλων, ν κάνεις ατ πο σο λέω: Κανες ν μ μάθει γι να χρονικ διάστημα τι εσαι χριστιανός, λλ ν ποκριθες τι σπάζεσαι τ θρησκεία τους. Καί, καθς περν καιρός, ν ρχίσεις ν τος μιλς συγκεκαλυμμένα σν σ νήπια, προσφέροντάς τους γάλα, σπου ν ριμάσουν πνευματικ κα ν μπορον ν πάρουν στέρεη  τροφή.»  φο επε ατ κα περισσότερα πόστολος στν Αξίβιο, τν χαιρέτησε κα ναχώρησε ερηνικά. δΜρκος, βρίσκοντας κάποιο πλοο αγυπτιακό, νέβηκε σαττσυνοδεία του), πέπλευσαν κα φτασαν στν λεξάνδρεια.  κε κήρυττε τεαγγέλιο καδίδασκε γι τ Βασιλεία το Θεο.

9.  μακάριος Αξίβιος φυγε π τν Λιμνήτη κα κατ τν πορεία του ζητντας διαρκς δηγίες φτασε στος Σόλους. Κοντ στς πύλες τς πόλης, πρς τ δυτικά, πρχε νας νας το Δία, το ψεύτικου θεο τους, στν ποο κατοικοσε κα νας ερέας.  Καθς λοιπν περνοσε μακάριος Αξίβιος π τν τόπο κενο, τν εδε ερέας το Δία τι ταν ξένος, τν πρε στ σπίτι του, τν φιλοξένησε μ καλοσύνη κα το κανε τ τραπέζι.  Αξίβιος, λοιπόν, τ μέρα κείνη μεινε κοντά του.  Τν πόμενη μέρα ερέας τν ρώτησε: «π πο ρχεσαι κα γι ποιό λόγο λθες στ μέρη μας;»  γιος Αξίβιος το πάντησε: «Εμαι  π τ Ρώμη. πειδὴ ὅμως μο παρουσιάστηκε νάγκη ν μεταβ στν Παλαιστίνη, φθασα καθοδν στν Λιμνήτη καί, μαθαίνοντας τι διαμον στος Σόλους εναι καλ κα τσι ζητώντας δηγίες, φθασα δ κα σκοπεύω ν μείνω μετ χαρς.  λλά, ν θέλεις ν μ βοηθήσεις, φησέ με ν μείνω κοντά σου, μέχρι ν βρ τόπο, γι ν κατοικήσω.»  Ατς το επε: «Μενε, ν εσαι καλά.»        

10.  μεινε, λοιπόν, σκενο τν τόπο, ποὺ ὀνομαζόταν το Δις γι ρκετ καιρό, χωρς ν φανερώσει τι εναι χριστιανός, λλ ποκρινόταν τι σπαζόταν τ θρησκεία τους, σκεπτόμενος μέσα του: «Ἐὰν διάβολος μετασχηματίζεται σ γγελο φωτός, γι ν παρασύρει πρς τν αυτό του σους τν πιστέψουν κα ν τος μεταφέρει π τ φς στ σκοτάδι λέγοντάς τους ραα καπλαστλόγια, πως κριβς κάνουν κα ο πηρέτες του, πόσο μλλον μες χουμε ποχρέωση ν γινόμαστε μοιοι μ τος μοιοπαθες μ᾽ ἐμς νθρώπους, γι ν τος πομακρύνουμε π τν ξουσία το σκότους κα το διαβόλου κα ν τος μεταθέσουμε στ θαυμαστ φς τς πιγνώσεως το Κυρίου μν ησο Χριστο το Υο το Θεο;» Ατ σκεπτόμενος κα πράττοντας πηρέτης το Θεο Αξίβιος, μενε στν προαναφερθέντα τόπο.

11.  φο πέρασαν λίγες μέρες, μακάριος Αξίβιος λέει στν ερέα: «χω ν σο π κάτι, δελφέ.»  Ατς το παντ: «Πές μου».  Κα το λέει: «Γι ποιό λόγο λατρεύετε ς θεος πράγματα, πο εναι ξύλα κα πέτρες;  Παρόλο πο χουν στόμα, ντούτοις δν μιλον, ν κα χουν μάτια δν βλέπουν, ν κα χουν ατι δν κονε κα οτε μπορον ν σφρανθον τ θυσία πο τος προσφέρετε. Ατς μως, τν ποο ο χριστιανο λατρεύουν, εναι ληθινς Θεός, πως χω κούσει π κάποιους χριστιανούς.  Διότι, πως κούω, κάνει πολλ θαύματα.» φο τ κουσε ατ ερέας, νιωσε κατάνυξη π τ λόγια το Αξιβίου κα π κείνη τ στιγμ δν θυσίαζε στ εδωλα, λλ στ ξς δεχόταν κατήχηση π τν μακάριο Αξίβιο. Γι ρκετ χρόνο Αξίβιος νεργοσε μ τν κόλουθο τρόπο: μπαινε στν πόλη κρυφά, δίδασκε μυστικά, βγαινε πάλι κα μενε ξω π τν πόλη, στν προαναφερθέντα τόπο το Δία.           

12.  ν λοιπν Αξίβιος ζοσε σκενο τν τόπο, πόστολος Μρκος κήρυσσε στν λεξάνδρεια τ εαγγέλιο το Χριστο.  φο πίστεψαν κα βαπτίστηκαν πολλοί, Μρκος φυγε π τν πόλη σ ναζήτηση το ποστόλου Παύλου.  ταν τν βρκε, ποκλίθηκε μπροστά του κα Παλος τν δέχτηκε μ πολ μεγάλη χαρά.  Τότε Μρκος διηγήθηκε στν Παλο μ λεπτομέρειες τ σχετικ μ τν Βαρνάβα κα μ ποιό τρόπο λοκλήρωσε τν καλ δρόμο, μαρτυρώντας στ Σαλαμίνα.  Τ γεγονός, τι Παλος δέχτηκε μ χαρ τν Μρκο, τ μαρτυρε διος, γράφοντας τ ξς στν πρς Κολοσσαες πιστολή του: «Σς στέλλει χαιρετισμος Μρκος, νεψις το Βαρνάβα.» κόμα στν πρς Τιμόθεον πιστολή του ναφέρει: «Πρε τν Μρκο κα φέρε τον μαζί σου, γιατί μοεναι χρήσιμος σὲ ὑπηρεσία.» Μρκος μεινε, λοιπόν, μ τν Παλο ς τν θάνατο το τελευταίου. 

13.  ταν Παλος πληροφορήθηκε, τι Βαρνάβας κοιμήθηκε κα ταν συνειδητοποίησε τι δν πάρχει κανένας πόστολος στν Κύπρο, γι ν διδάσκει κα ν εαγγελίζεται τν Χριστό, στειλε τν παφρ, τν Τυχικ κα κάποιους λλους στν Κύπρο, στν ρχιεπίσκοπο το νησιο, τν ρακλείδη, στν ποο γραψε ν τοποθετήσει τν παφρ πίσκοπο στν Πάφο, τν Τυχικ στ Νεάπολη κα τν καθένα π τος λλους σ διάφορες πόλεις.  «Πήγαινε κα στν πόλη τν Σολίων», τοῦ ἔγραφε πίσης, «κα ναζήτησε κε να Ρωμαο νδρα, πο νομάζεται Αξίβιος.  Ατν ν καταστήσεις πίσκοπο τν Σόλων, λλά, πρόσεξε, ν μν πιθέσεις πάνω του τ χέρια σου προκειμένου ν τν χειροτονήσεις, γιατ χει δη ξιωθε τς ερωσύνης, καθς χειροτονήθηκε π τν Μρκο.»

14.  ταν μακάριος ρακλείδης παρέλαβε τν πιστολή, πο το στειλαν ο πόστολοι κα τ διάβασε, μέσως χωρς καμμία καθυστέρηση κανε σα το ποδεικνύονταν.  Κατέβηκε, λοιπόν, στν πόλη τν Σόλων, ναζήτησε τν μακάριο Αξίβιο κα το επαν σ ποιό τόπο μένει.  Βγαίνοντας τότε π τν πόλη, πγε στν τόπο τν καλούμενο το Δις κα τν βρκε κε.  φο σπάστηκε νας τν λλο, μακάριος ρακλείδης, παίρνοντας πρτος τν λόγο, το λέει: «Αξίβιε, παιδί μου, κοντά σου μ χουν στείλει ο πόστολοι το Χριστο.  Μέχρι πότε θ κρύβεσαι σατ τν τόπο κα δν θ μφανίζεσαι;  Μέχρι πότε θ κρύβεις τ λυχνάρι κάτω π τν μόδιο κα δν τ τοποθετες πιτέλους πάνω στν λυχνοστάτη το σταυρο, γι ν φωτίσει λους τος νθρώπους ατς τς πόλης;   λα, λοιπόν, ν φωτίσεις σους βρίσκονται στ σκοτάδι τς πλάνης τν εδώλων.  λα, ν γίνεις κήρυκας τς λήθειας.  Μέχρι πότε θ κρύβεις τ τάλαντο, πο λαβες π τν Κύριό σου; Κέρδησε πταπλάσια π ατό, πο λαβες. γωνίσου κι σύ, γινὰ ἀξιωθες νὰ ἀκούσεις (πτν Κύριο): Εγε, καλ κα μπιστε δολε! ποδείχτηκες ξιόπιστος στλίγα χαρίσματα ποσοῦ ἔδωσα, γιατ θ σο δώσω πολλά.  Δέν κουσες ατό, πο λέει γία Γραφή, τι, σοι σπέρνουν μ δάκρυα, θ χαίρονται στν θερισμό;  Σπερε, λοιπόν, στν τωρινκακοχειμωνιά, γι ν θερίσεις μ χαρ κα ερήνη. Μ φοβηθες ατούς, πο σκοτώνουν τ σμα, λλά, ντίθετα, ατόν, πο μπορε ν τιμωρήσει καψυχ κα σμα στν κόλαση.  Γιατ ατς επε: ‘‘Σς στέλλω σν πρόβατα νάμεσα  στος λύκους’’. λλο πάλιν λέει: ‘‘κόμα κι ταν σς σύρουν στ δικαστήρια νώπιον ρχόντων κα βασιλιάδων, μν γωνιτε γι τ τί θ πετε πς θ τ πετε.  Γιατ τ γιο Πνεμα θ σς φωτίσει τί θ πρέπει νπετε’’φο επε ατ γιος ρακλείδης, πρε τν σιο πατέρα Αξίβιο κα μπκαν στν πόλη. Καί,  φο προσευχήθηκε, χάραξε στ γ να σχεδιάγραμμα κκλησίας, μικρς μν στ μέγεθος, λλ μεγάλης μτ χάρη το Χριστο. φο λοιπν το δίδαξε λο τν κκλησιαστικ κανόνα, πως τν εχε διδαχτε κι ατς π τος ποστόλους, τν μπιστεύτηκε στν Κύριο. Κι φοτν σπάστηκε, πρε τν δρόμο γι τν πόλη του.        

15.  γιος Αξίβιος μέσως, χωρς καμμία καθυστέρηση, ρχισε ν οκοδομε τν κκλησία.  ταν τν τέλειωσε, μπαίνοντας μέσα κα πέφτοντας μπρούμυτα στ δάπεδο,  ρχισε ν βο κα ν λέει μ δάκρυα: «Δέσποτα Θε παντοκράτορα, σύ, πο δημιούργησες τν ορανκα τ γ, τ θάλασσα κα λα σα πάρχουν σατά, σύ, πο πλασες τν νθρωπο παίρνοντας χμα τς γς κα πο τν τίμησες, δίνοντάς του την εκόνα Σου κα πού, ταν πατήθηκε κα νεκρώθηκε π τν φθόνο το διαβόλου, δν τν γκατέλειψες ποτέ, γαθέ, λλ πέστειλες σ᾽ ἐμς τν Υό σου τν μονογεν, γι ν σώσει τ γένος τν νθρώπων.  Κα σύ, Κύριε ησο Χριστέ, πού, δι το Τιμίου σου Σταυρο νίκησες τς ρχς κα τς ξουσίες το διαβόλου, πο δωσες δύναμη ξ ψους στος γίους σου ποστόλους, κα τος δωσες ξουσία ν πατον πάνω σ φίδια κα σκορπιος κα ν κυριαρχον πάνω σ λη τ δύναμη το χθρο, δυνάμωσε κα μένα τν δολο σου, κα δσε μου πολ θάρρος, ν κηρύττω φοβα τν λόγο σου.  μφύτευσε, Δέσποτα, στν καρδι ατο το λαο σου τν θεο φόβο σου.  Φώτισέ τους μ τ χάρη Σου, στε, φο ποδεσμευτον π τν πλάνη το διαβόλου, νγνωρίσουν σένα τν μόνο ληθιν Θεό, καθς κι κενον, πο στειλες στν κόσμο, τν ησο Χριστό.  Στελε, Δέσποτα, τ γιο σου Πνεμα, ν κατοικήσει στν γιο τοτο οκο, πο οκοδομήθηκε στ νομά σου τ γιο.  Κράτησε ατ τν οκο στερε στν πίστη σου μέχρι τ συντέλεια το κόσμου.  Διότι, σ επες Κύριε: Πάνω σατ τν πέτρα θ οκοδομήσω τν κκλησία μου κα δν θ τν κατανικήσουν ο δυνάμεις το δη.  Φέρε, Κύριε, τν ποίμνη σου, πο πλανήθηκε, πίσω στν γία σου ατμάνδρα, σ καλς ποιμένας, ποος θυσίασες τ ζωή σου γι χάρη τν προβάτων σου.  πλωσε τν παντοδύναμή σου δεξιά, τν βραχίονά σου τν δυνατό κα φοβερ κα όρατο, κα μ τράβδο το τιμίου σου σταυρο δίωξε τν αμοβόρο λύκο π τν γέλη σου, Δέσποτα.  σους χουν πλανηθε συγκέντρωσέ τους, γι ν γίνει μία ποίμνη, νας ποιμένας. δοποίησε δκαγιμένα τν δρόμο τοεαγγελικοκηρύγματος μ τν εσπλαχνία σου, μτν  πλώνω τ χέρι μου καν νεργονται σημεα καθαύματα, στ νομα το μονογενος σου Υο, ησο Χριστο το Κυρίου μν, μτν ποο, μαζμτὸ Ἅγιο καὶ ἀθάνατό σου Πνεμα, σοῦ ἁρμόζει δόξα, τιμκακράτος, τώρα, καπάντοτε, καστος αἰῶνες τν αώνων· μήν.» 

16.  ταν τελείωσε τν προσευχή του καὶ ἀφοσηκώθηκε π τ δάπεδο, πγε σ δημόσιο χρο τς πόλης κα ρχισε ν διδάσκει γι τ Βασιλεία το Θεο.  Γύρω του τότε συγκεντρώθηκε πολς κόσμος, καί, παίρνοντας τν λόγο μακάριος Αξίβιος, τος δίδασκε μ τ ξς: «νδρες, δελφο κα πατέρες, κοστε με κα πιστέψετε στν Κύριό μας ησο Χριστό, τν ποο σς κηρύττω.  Διότι ατς σώζει λους σοι πιστεύουν σατόν.  Λάβετε φς γνώσεως Θεο. Σηκστε ψηλ τ μάτια τς ψυχς σας.  γκαταλεψτε τν τρόπο ζως, πο κληρονομήσατε π τος προγόνους σας, κα γνωρίστε τν ληθιν Θεό, τν δημιουργ τν πάντων, ατόν, πο μπορε ν σώσει τς ψυχές σας.»  Ατ διδάσκοντας κα κηρύσσοντας δημόσια, πεισε πολλος μ τν καλή του διδασκαλία, ν γκαταλείψουν τ μάταια πλάνη τν εδώλων κα ν πιστέψουν στν Κύριο μν ησο Χριστό. Το δόθηκε μάλιστα χάρη π τν Θεό, ν θεραπεύει τος σθενες κα ν διώχνει δαιμόνια.  μέρα μ τν μέρα λοιπν αξανόταν   κόσμος, πο πίστευε στν Κύριο, κα βαπτίζονταν στ νομα το Πατρς κα το Υο κα το γίου Πνεύματος, ξομολογούμενοι τς μαρτίες τους.  σοι μάλιστα εχαν ρρώστους, τος φερναν στν μακάριο Αξίβιο κι κενος κουμποσε τ χέρια του πάνω τους κα τος θεράπευε στ νομα το ησο Χριστο το Κυρίου μας.  ταν τ μαθαν ατ ο νθρωποι τν περιχώρων, πήγαιναν στν πόλη, παίρνοντας μαζτος σθενες τους, κα τος θεράπευε λους μ τν πίκληση τς χράντου κα ζωοποιο Τριάδος.  Ατοί, στ συνέχεια, πίστευαν κα βαπτίζονταν.     

17. ταν τότε κάποιος νδρας π τχωριό, ποὺ ἐκαλετο Σολοποτάμιο, μ τ νομα Αξίβιος. Ατός, πειδ κουσε γι τν μακάριο Αξίβιο, γι τ διδασκαλία κα τν ρετή του, πγε σατόν, πρόσπεσε στ πόδια του κα τν παρακαλοσε λέγοντας: «Πάτερ, δσε μου τ σφραγίδα το Χριστο  δτίμιος καὶ ὅσιος ρχιερέας τοΧριστοΑξίβιος, ντλώντας χωρία π τς θεες Γραφές, τν δίδαξε γι τν Πατέρα, τν Υἱὸ κα τ γιο Πνεμα κα τν βάπτισε στ νομα τς γίας καμοουσίου Τριάδος.  κτοτε, Αξίβιος π τ Σολοποταμία μεινε μαζ μ τν σιο πατέρα Αξίβιο λο τν χρόνο τς ζως του κα διδασκόταν π ατόν.  γινε δκι ατς θαυμαστς νδρας, προκόπτοντας στ σοφία κα τ χάρη το Θεο, κολουθώντας τ χνη το καλο διδασκάλου, πορευόμενος μ τν φόβο τοΘεοκα μιμούμενος τν διδάσκαλό του σ λα.

18.  Μι μέρα Αξίβιος, μαθητς το γίου Αξιβίου, βγκε ξω π τν πόλη πρς τ νατολικά, κατευθυνόμενος γιτν τόπο, τν καλούμενο «το Ταρίχου», πρς ναψυχή.  Καί, πηγαίνοντας κοντ σνα δέντρο, κάθισε στ σκιά του, καί, ξαπλώνοντας, κοιμήθηκε.  Ξαφνικ πλθος μυρμήγκια σχημάτισαν κύκλο γύρω πτν κεφαλή του, σν ν τν στεφάνωναν. ρχόμενος λοιπν μακάριος Αξίβιος κα βλέποντας τοτο, θαύμασε.  Κα κράτησε μέσα στν καρδιά του λα ατά, πο εδε.  Γιατ τ μυρμήγκια σημαίνουν τ διέγερση το κνηρο νο πρς τν πιθυμία γαθν ργων, πως λέει Σολομών: «Πήγαινε, τεμπέλη, στ μυρμήγκι, κα μιμήσου τς πράξεις του.» Κι κενο τ στεφάνι προμήνυε τν ξία τς ερωσύνης. Γιατ μαθητς πρόκειτο ν καθίσει στν θρόνο το καλο διδασκάλου κα ποιμένα.  Καί, φο ξύπνησε τν μαθητή, μπκε στν κκλησία. Κι μαθητς πάκουε σ λα στν διδάσκαλό του κα τν πηρετοσε πως καλς δολος τν κύριό του.

19.  μακάριος Αξίβιος δν σταματοσε ν προσεύχεται στν Θε μέρα κα νύχτα γι τ σωτηρία κα τ μετάνοια το λαο κα δίδασκε διαλείπτως.  τσι, ποίμνη το Χριστο προόδευε κα αξανόταν μέρα μ τ μέρα, ν ποίμνη το χθρο μέρα μ τ μέρα λαττωνόταν.

20.  ταν τ πληροφορήθηκε ατ Θεμισταγόρας, δελφς το μακαρίου Αξιβίου, πγε στος Σόλους μαζ μ τ γυναίκα του, τ μακαρία Τιμώ.  ταν δκα ατ θαυμαστ κα νάρετη.  φο νέβηκαν στν κκλησία, σπάστηκαν τν Αξίβιο κα χάρηκαν πολύ, πο τν συνάντησαν.  Παρέμειναν λοιπν στ πισκοπεο κα διδάσκονταν π τν μακάριο Αξίβιο, ποος κα τος βάπτισε κατόπιν στ νομα το Πατρς κα το Υο κα το γίου Πνεύματος. Χειροτόνησε δδιάκονο τς γίας κκλησίας τν μακάριο Θεμισταγόρα, καθς κα τ γυναίκα του διακόνισσα.  Διότι, π τ στιγμή, πο λαβαν τ γιο βάπτισμα, χώρισαν κ συμφώνου μεταξύ τους πτσαρκικμείξη χάρη τς Βασιλείας τν ορανν, κα στ ξς ζοσαν σν δέλφια, φτάνοντας κα ο δύο στν πάθεια.

21. φοπλέον πιφοίτησε χάρη το Θεο στν πόλη τν Σολίων κα σχεδν λοι πίστεψαν στν Κύριό μας ησο Χριστό, δι μέσoυ τς διδασκαλίας το σίου πατέρα μας κα ρχιεπισκόπου Αξιβίου κα τσυνέργεια το γίου Πνεύματος, γιος Αξίβιος συνειδητοποίησε τι κκλησία ταν πιμικρ γι τος πιστούς. Σκέφτηκε τότε ν οκοδομήσει μεγαλύτερη κκλησία στ νομα το Θεο καί, γονατίζοντας, προσευχήθηκε ν τν βοηθήσει Θεός. Κι φοσηκώθηκε, κανε εχ  κα χάραξε τ σχεδιάγραμμα τς γίας κκλησίας. Μ τν ελογία λοιπν κα τ βοήθεια το Θεο νήγειρε ατ τν μεγάλο κα θαυμαστ ναό, ατ τν γία καθολικ κα ποστολικ κκλησία, στολίζοντάς την μ κάθε στολίδι, σν νύμφη ΧριστοτοΘεομας.

22.  Τ καλς ποιμένας κα διδάσκαλος, πο ποίμανε καλ τ ποίμνιο το Χριστο!  Τ φωτεινς φωστήρας, πο φώτισε ατος πο κατοικοσαν στ σκοτάδι τς πλάνης τν εδώλων!  Τ μπειρος γιατρός, πο γιάτρεψε μ τν πίκληση τς γίας Τριάδος σους πληγώθηκαν π τν διάβολο!  Διότι δν γιάτρευε μόνο τ σωματικ πάθη, λλ γιάτρευε μ τ γιο Πνεμα κα τ κρυφ τραύματα τς ψυχς, διορθώνοντας τος μαρτωλος λογισμος κα καθετί, πο ρθώνεται μ λαζονεία ναντίον τς γνώσης του Θεο, μιμούμενος τν Παλο, ποος γι τος πάντες γινε τ πάντα, τσι στε ν τος σώσει λους, ντικρίζοντας τν θάνατο κάθε μέρα γι χάρη το Χριστο, πο πέθανε κα ναστήθηκε γιατόν. μακάριος ατς νθρωπος σκησε τν παρθενία, σταματώντας τν δρόμο το λιου (νακόπτοντας δηλ. τσυνηθισμένη πορεία τς νθρώπινης ζως). Τν παρθενικζωή του νίσχυσε μ προσευχ κα  νηστεία, νδυναμωμένος π τν πίστη κα καθοδηγούμενος π τν λπίδα, κα τν  τελειοποίησε μτν γάπη. Ατν παρθενία) γάπησε Αξίβιος, τν τίμησε κα π ατ τιμήθηκε κα τρύγησε τος καρπος τν κόπων του κα στν πίγεια ζωή. πειδ τίμησε τν ερωσύνη, το δόθηκε π τν Θε ψηλς ατς θρόνος (τς πισκοπς τν Σόλων). Φόρεσε χιτώνα, πο φτανε ς τ πόδια του, πως δολος. κεφαλή του στολίσθηκε μ τ στεφάνι τς επρεπείας.  Θες το μπιστεύτηκε τν κκλησία, ς νύμφη παρθένο, κα τσι γίνεται νυμφίος της κατ χάριν.  σπειρε στν γρ το γίου Πνεύματος, κα γιατ θερίζει ς καρπτο Πνεύματος τν αώνια ζωή.   

23.  Ποιός λοιπν δν θ θαυμάσει, γαπητοί, κα δν θ παινέσει τν γενναο θλητ το Χριστο, πς μόνος πυγμάχησε κα νίκησε τν χθρ κα ρπαξε π τ χέρια του μεγάλο τρόπαιο;  Γιατ χθρς τος εχε λους πόδουλους.  Διότι, ταν γιος μπκε στν πόλη, δν πρχε κανένας χριστιανς κα τος κανε λους χριστιανος μ τ χάρη το Θεο.  πως νας στρατηγός, σταλμένος π τν βασιλι νάντια σ πόλη πο χει ξεγερθε, πρτα στέλλει κατασκόπους, μετ νεδρεύει ξω π τν πόλη, παρατηρώντας τ χαρακτηριστικά της, μέχρι ν τν κατακτήσει κα ν τν ποτάξει στν βασιλιά, τσι κανε κα μακάριος Αξίβιος. Γιατί, ταν στάλθηκε π τν πουράνιο βασιλι σατ τν πόλη, γι ν πολεμήσει τν χθρό, στν ρχ δν μπαινε φανερ στν πόλη, λλ μπαινε ς κατάσκοπος, φορώντας τ διο νδυμα μ τος λλόθρησκους, χοντας μως μέσα στ φαρέτρα τς καρδις κρυμμένο τ πλο το σταυρο καί, περιερχόμενος τος χώρους λατρείας τους, μέσως πειτα ναχωροσε π τν πόλη. Ατ τ κανε γι ρκετ χρόνο.  Κατ πι θαυμαστ ταν τι, ν διέμενε στν να το χθρο, δηλαδ το Δία, π κε κριβς κανε τν ρχ τς νίκης του.  Γιατ πράγματι κατήχησε τν ερέα το Δία κα τν βάπτισε κρυφ κα κατέστρεψε τν να τν εδώλων.  πειτα, μ παρρησία πλέον, μπαίνοντας στν πόλη σν γενναος στρατιώτης, σήκωσε τ χέρια στν ορανό, ναδεικνύοντας τν αυτό του τύπο το Τιμίου Σταυρο, πως κανε μέγας Μωυσς, καί,   κατατρόπωσε πτμιτν νοητ μαλήκ, δηλαδ τν διάβολο, λευθέρωσε δκα πολύτρωσε ατούς, πο ταν κάτω π τν ξουσία του, δηγώντας τους π τ σκοτάδι στ θαυμαστ φς τς  βαθεις γνώσης  το Υο του Θεο κα τος πέταξε στν πουράνιο βασιλιά.   

24.  φολοιπν κατόρθωσε τ πάντα μ καλ τρόπο κι γινε κήρυκας τς λήθειας κα τίμησε τν ερωσύνη γιπενήντα περίπου χρόνια, κι φο φώτισε πολλος μ τν πίστη στν Χριστό, φθασε κοντ στ τέλος τς ζως του.  φο τότε προσκάλεσε λο τν τίμιο του κλρο, τος επε: «Πατέρες κα δελφο κα παιδιά μου γαπημένα, προσέξτε ατά, πο τώρα θ σς π.  γ τώρα πιπαίρνω τν δρόμο τν πατέρων μου (πρόκειται νὰ ἀποθάνω), πως λοι πο ζησαν πάνω στγ.  Προσέχετε τν αυτό σας, παιδιά μου. Μείνετε στέρεοι στν πίστη.  Μν φήσετε κανένα ν σς ξαπατήσει μ κούφια λόγια.  σες ο διοι γνωρίζετε, πόσες θλίψεις πέμεινα στν πόλη ατή, προσευχόμενος στν Θε νύχτα κα μέρα ν μο δώσει χάρη στν λόγο, στε φοβα καμσαφήνεια ν διακηρύττω τ μυστήριο τς σωτηρίας, πο προσφέρει Χριστός. Καὶ ὁ ψευδς Θες δν μ γνόησε, λλ μ βοήθησε.  Τώρα, δελφοί, σς μπιστεύομαι στν Κύριο κα στ κήρυγμα πο σς ποκάλυψε χάρη Του.  Ατς μπορε ν σς κάνει ριμους στν πίστη κα ν σς δώσει τν πουράνια ζω μαζ μ λους κείνους πο χουν γίνει δικοί Του. Ν εστε σταθερο κα ν μείνετε πιστο στς διδασκαλίες, τς ποες παραλάβατε π μένα. Κι ατόν, ποδιάλεξε Θες γι ερέα, π σς προλθε κα μαζί σας μένει, γι ν σς πηρετε  φο επε ατ κα περισσότερα π ατά, πρε κοντά του τν θεοτίμητο μαθητή του Αξίβιο, τν σπάστηκε κα επε: «σένα διάλεξε Θες γι ερέα (πίσκοπο)· σ θ εσαι ποιμένας τς ποίμνης του Χριστο, πο τν κανε δική Του μ τ αμα Του.» πειτα τος σπάστηκε να πρς να.  Τν τρίτη μέρα κούστηκε σ λη τν πόλη, τι « πατρ μν Αξίβιος πρόκειται ν γκαταλείψει τν νθρώπινο βίο», κα συγκεντρώθηκαν λοι μ κλάματα κα δυρμος στν κκλησία.  φο λοιπν τος σπάστηκε λους, παρέδωσε τ πνεμα ν ερήν στν Κύριο.

25. φολοιπν τέλεσαν τν κηδεία του μ κάθε πιμέλεια,λαβαν τ λείψανο τοσίου κα  παμμακάριστου πατρς μν κα ρχιερέως Αξιβίου ντρες ελαβες κα τ τοποθέτησαν στ λάρνακα, τν ποία εχε τοιμάσει διος μακάριος γι τν αυτό του κα ξω π τν ποία εχε γράψει τ ξς: «Σς ξορκίζω στ γιο σμα κα αμα το ησο Χριστο: κανες ν μν ξεσκεπάσει τ λάρνακα ατή, μέχρις του κοιμηθε δελφός μου Θεμισταγόρας.» Μετ τν κατάθεση λοιπν το λειψάνου το σίου πατρς στ λάρνακα, χάρη το Θεο πιφοίτησε μέσως στ για λείψανά του κα νέβλυσαν πηγςάσεων.  Πολλο πράγματι θεραπεύτηκαν κείνη τν μέρα π ποικίλες ρρώστειες κα π κάθαρτα πνεύματα.      

26.  ταν κουσαν καοκάτοικοι τν περιχώρων, νδρες καγυνακες, γιτδωρετν θεραπειν, πογίνονταν  πτλείψανα τοῦ ὁσίου πατρς μν, ρχονταν στν πόλη χωρς καθυστέρηση, κεῖ ὅπου βρισκόταν τὸ ἅγιο λείψανο τοῦ ὁσίου πατρός, καὶ ὅλοι θεραπεύονταν μτχάρη τοΘεοκατοῦ ἁγίου.  κουσαν καοἱ ἄνδρες κάτοικοι τς Πάφου,τι γίνονται πολλς θεραπεες διτοῦ ἁγίου παμμάκαρος πατρς μν καὶ ἀρχιεπισκόπου Αξιβίου. Μαζεύτηκαν λοιπν σαράντα νδρες, ποτος βασάνιζαν πονηρπνεύματα καί, ξεκιννταςπτν Πάφο, ρχισαν νβαδίζουν πρς τν πόλη τν Σολίων. Κι ταν εχαν φθάσει σκάποιο τόπο, ποὺ ἀπεχε περτδεκαπέντε ρωμαϊκμίλια πτν πόλη, τος μφανίστηκε ὁ ἅγιος Αξίβιος καί, κδιώκοντας πατος τπονηρπνεύματα, τος γιάτρεψελους μτχάρη, ποτοῦ ἔδωσε Θεός. Οἱ ἄνδρες ατοί, ταν ασθάνθηκαν τθεραπεία τους, τι δηλαδεχαν καθαρισθεῖ ἀπτὰ ἀκάθαρτα πνεύματα μτν πισκίαση τοΑξιβίου, πγαν τρέχοντας στος Σόλους καδιηγήθηκαν λα σα τος συνέβησαν στν δρόμο.  λοι, σοι τ  κουσαν ατά, δόξασαν τν Θεό, ποὺ ἔδωσε τέτοια χάρη στν δολο του. φολοιπν φθασαν οἱ ἄνδρες πογιατρεύτηκαν στν τόπο,που βρίσκεται τλείψανο τοῦ ὁσίου πατρς καί,φογονάτισαν μπροστστσορκα προσκύνησαν,νέπεμψαν εχαριστήριους μνους στν Θεό, ποδόξασε τν πηρέτη του.  Στσυνέχεια ναχώρησαν μερήνη γιτν πόλη τους.  ξαιτίας ατοτογεγονότος, οΠάφιοι τιμον τν γία μνήμη τοῦ ὁσίου πατρς μέχρι σήμερα.   

27.  Βλέποντας μακάριος Θεμισταγόρας τθαύματα, πογίνονταν στν τόπο που βρίσκεται τλείψανο τοῦ ἁγίου πατρς μν καὶ ἀρχιεπισκόπου Αξιβίου καὶ ὅτι νάβλυζε σταμάτητα (άσεις) ἡ ἁγία του λάρνακα σν στείρευτη πηγή, θεώρησε τν αυτό του νάξιο ντοποθετηθεμαζμτν μακάριο Αξίβιο στλάρνακα καγιατὸ ἐξόρκισε τος κληρικος τς γίας κκλησίας, λέγοντας:  «Μεττν θάνατό μου, κανες νμν τολμήσει νὰ ἀνοίξει  τλάρνακα τοῦ ὁσίου πατρς μν Αξιβίου γιχάρη μου.»  ξαιτίας ατομέχρι σήμερα μεινε ς εχε ἡ ἁγία λάρνακα, χωρς ντν νοίξουν, λλσφραγισμένη μτσημεο τοΧριστο, ποδόξασε τν Αξίβιο.

28.  Τμακαρία λάρνακα, στν ποία βρίσκεται θησαυρς σύλητος καὶ ἀπτν ποία ναβλύζουν συνεχς θεραπεες!  Ὤ ἁγία λάρνακα, ποὺ ἑλκύεις πιστλαπρς τιμκαδόξα Θεοκαες μνήμην τοτιμίου λειψάνου, ποβρίσκεται ντός σου καες δόξαν Θεο, ποτν τίμησε!  Τπατέρας καποιμένας, διδάσκαλος καὶ ἰατρς τοΧριστο, πομνημονεύεται μὲ ἐγκώμια ες τν αἰῶνα! πόλη τν Σολίων, ποιό προστάτη καθησαυρὸ ἀδαπάνητοχεις, σβεστο φωστρα,  πιλαμπρὸ ἀπτν λιο! Γιατὶ ὁ ἥλιος συχνκαλύπτεται πνέφη κασκοτάδι, ν  ὁ ἀστέρας τομακαρίου Αξιβίου χει λάμψη συνεχκανύχτα καὶ ἡμέρα, ποφωτίζει ατος ποβρίσκονται στσκοτάδι, λαμπρύνει κάθε πόλη καθεραπεύει τος σθενες διτοῦ ἸησοΧριστο, ποδοξάζει τος σίους του.  λλ᾽ ἐγμέχρι ποιο σημείου καμποιτρόπο νὰ ἐγκωμιάσω τν γιο;  Γιατί,σα κιν π, δν θμπορέσω νὰ ἀνυμνήσω πάξια τν σιο πατέρα.  Σαττσημεο, λοιπόν, ς σταματήσουμε τν λόγο, δοξάζοντας τν Πατέρα κατν Υἱὸ κατὸ Ἅγιο Πνεμα, τν Θεό, στν ποο νήκει δόξα κατκράτος ες τος αἰῶνας τν αώνων. μήν.

Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου: Ο Άγιος Αυξίβιος Α΄ Επίσκοπος Σόλων (17/9 και 17/2)

Ο Άγιος Αυξίβιος Α΄ Επίσκοπος Σόλων

Αυξίβιος ο πρώτος Επίσκοπος Σόλων και φωτιστής της θεοσώστου επαρχίας Μόρφου, πατρίδα του είχε τη μεγαλούπολη της Ρώμης. Οι γονείς αυτού ήσαν πλούσιοι στα υλικά αγαθά ειδωλολάτρες όμως στη θρησκεία. Ο άγιος είχε αδελφό και τ’ όνομα αυτού Θεμισταγόρας.

Ο μακάριος Αυξίβιος ήταν ωραίος στην όψη, πράος στο πνεύμα και σώφρονας στον λογισμό. Όταν, λοιπόν, έφτασε σ’ έννομο ηλικία, ηθέλησαν οι γονείς του να τον συζεύξουν με γυναίκα. Ο νέος στην ηλικία και γέροντας στο φρόνημα Αυξίβιος έχοντας νουν ένθεο και τέλειο λογισμό, στον έρωτα της σαρκός απαντούσε με έρωτα θείο. ΄Ηκουεν περί του Χριστού και πόθον είχε μεγάλο να γενεί χριστιανός.

Βλέποντας, λοιπόν, την προαίρεση των γονέων του, να τον δεσμεύσουν με τα δεσμά του γάμου, τον έκαναν ν’ αναχωρήσει από τη Ρώμη για τα μέρη της Ανατολής. Διέπλευσε τη Ρόδο, το πέλαγος της Παμφυλίας και έφθασε στην Κύπρο, στην κώμη του Λιμνίτη. Το χωρίον αυτό ευρίσκεται παρά την θάλασσα, απέχει δε από την πόλη των Σόλων τέσσερα σημεία (στάδια).

Εκείνον τον καιρό ήταν η εποχή που ο Απόστολος του Χριστού Βαρνάβας ήλθε στην πατρίδα του την Κύπρο μαζί με τον ανιψιό του Μάρκο κατά τη δεύτερη του περιοδεία, αφού χωρίστηκε από τον Παύλο. Περιερχόμενοι όλη την Κύπρο, ήλθαν στη Σαλαμίνα όπου βρήκαν τον Ηρακλείδιο, τον Αρχιεπίσκοπο της νήσου. Ο Βαρνάβας τέλεσε τον καλό δρόμο της πίστεως και εδέχθη τον στέφανο του μαρτυρίου στην Κωνσταντία. Οι Ιουδαίοι όμως αναζητούσαν και τον Ευαγγελιστή Μάρκο. Αφού κατεδίωξαν αυτόν μέχρι τη Λήδρα – τη σημερινή Λευκωσία – εκρύβη ο Ευαγγελιστής του Χριστού για τρεις μέρες σ’ ένα σπήλαιο. Ήταν μαζί του οι Απόστολοι Τίμων και Ρόδων. Διέβησαν τα βουνά του Χιονώδους όρους – του Τροόδους – και έφτασαν στην παραθαλάσσια κώμη του Λιμνίτη, όπου συνάντησαν εκεί τον μακάριο Αυξίβιο. Τους αποκάλυψε ο άγιος μας ότι πόθον έχει να γίνει χριστιανός.

Ο Μάρκος βλέποντας ότι ο Αυξίβιος είναι άντρας πλήρης πίστεως και λόγιος, αφού τον κατήχησε, τον βάφτισε στην πηγή του τόπου εκείνου και τον χειροτόνησε Επίσκοπο Σόλων. Τον δίδαξε δε πώς να κηρύξει το Ευαγγέλιο στην πόλη των Σόλων: «Επειδή η πόλις είναι γεμάτη από το σκότος των ειδώλων, δεν θα δεχθεί αμέσως το φως του Χριστού. Μην φανερώσεις στην αρχή ότι είσαι χριστιανός, αλλά να υποκριθείς τη θρησκεία των ειδώλων, διαλεγόμενος μαζί τους σαν να είναι νήπια γαλακτοτροφούμενα. Όταν γίνουν τέλειοι, τότε να μετάσχουν και της στερεάς τροφής της πίστεως». Και ο μεν Ευαγγελιστής Μάρκος απέπλευσε για την Αλεξάνδρεια, ο δε Αυξίβιος ανεχώρησε για την πόλη των Σόλων.Ο σοφός Αυξίβιος όταν έφτασε στους Σόλους, επέλεξε ως τόπο κατοικίας του την έξω της πόλεως περιοχή του Διός. Εφιλοξενείτο στον οίκου τού ιερέως των ειδώλων, υποκρινόμενος τη θρησκεία εκείνου. Πέρασε ικανός χρόνος και με την προσευχή του και τη διάκρισή του, εκατανύχθη ο ιερέας των ειδώλων και εφωτίσθη πρώτος την αλήθεια του Χριστού. Με τούτον τον τρόπο συνέχισε αρκετό χρόνο και σε άλλους κατοίκους της πόλεως, έως έφτασε ο αρχιεπίσκοπος της νήσου Ηρακλείδιος.Εκείνες τις μέρες περιήρχετο ολόκληρη τη νήσο ο αγιότατος Αρχιεπίσκοπος αυτής Ηρακλείδιος και εγκαθιστούσε επισκόπους στις πόλεις κατόπιν γραπτής εντολής του Αποστόλου των εθνών Παύλου. Το μεν Επαφρά στην Πάφο, τον δε Τυχικόν στη Νεάπολη – Λεμεσό. Εις τους Σόλους δεν έπρεπε να χειροτονήσει τον Αυξίβιο, γιατί αυτός κατηξιώθη της αρχιεροσύνης από τον Απόστολο και Ευαγγελιστή Μάρκο. Ο άγιος Ηρακλείδιος παρώτρυνε τον ιεράρχη Αυξίβιο και Ευαγγελιστή ΜάρκοΟ άγιος Ηρακλείδιος παρώτρυνε τον ιεράρχη Αυξίβιο να εισέλθει στην πόλη και να φανερώσει την αλήθεια σε όλους τους κατοίκους. Εκεί ο Ηρακλείδιος «διεχάραξεν τύπον εκκλησίας επί της γης». Μικρά στο μέγεθος, μεγάλη όμως σε χάριν του Χριστού. Αφού τον δίδαξε κάθε εκκλησιαστικό κανόνα, όπως αυτός διδάχθηκε από τους αποστόλους, τον ασπάσθηκε «εν φιλήματι αγίω» και επορεύθη στη δική του πόλη.

Ο Άγιος Αυξίβιος ευθέως, χωρίς ν’ αμελήσει, άρχισε την οικοδομή της εκκλησίας. Μετά την τελείωση αυτής εισήλθε και έρριψε τον εαυτό του εις το έδαφος και άρχισε να βοά στον Χριστό μετά δακρύων: «Δέσποτα Θεέ Παντοκράτωρ, δυνάμωσον και εμέ τον σον οικέτην και δος μοι μετά παρρησίας αφόβως κηρύξαι τον σον λόγον. Έμβαλε, Δέσποτα, εις την καρδίαν του λαού τούτου τον φόβον σου, φώτισον αυτούς τη ση χάριτι, όπως επιστρέψαντες εκ της πλάνης του διαβόλου επιγνώσουσιν δε τον μόνον αληθινόν Θεόν. Και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν…Τελείωσεν την προσευχή του και επορεύθη σε δημόσιον τόπον της πόλεως και άρχισε να διδάσκει την καλήν αυτού διδασκαλία. Εδόθη δε σ’ αυτόν η χάρις της ιάσεως των ασθενών και εξεδίωκεν τ’ ακάθαρτα πνεύματα. Όσοι δε είχον αρρώστους, τους έφερον προς αυτόν και τους εθεράπευε με τη δύναμη του ονόματος του Χριστού. Εξήλθε η αγία φήμη του εις τα περίχωρα των Σόλων και μετέφερον τους ασθενείς των χωρίων εις την πόλη και, αφού τους εθεράπευε τας νόσους, επίστευαν και τους εβάπτιζε εις τ’ όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Ένας τέτοιος αγαθός άνθρωπος από το χωριόν Σολοποτάμιον, που ονομάζετο και αυτός Αυξίβιος, ήλθε και έρριψε τον εαυτό του στα πόδια του Αγίου Ιεράρχου, ζητώντας του τη σφραγίδα του Χριστού. Εβαπτίσθη, εφωτίσθη και έμεινε για πάντα στον Επίσκοπο του, προκόπτοντας σε σοφία και χάρη, μιμούμενος κατά πάντα τον διδάσκαλό του. Αργότερα, η κατά Θεόν προκοπή του νεότερου Αυξιβίου, φανερώθηκε στον μεγάλο ιεράρχη με τούτο το σημείο. Ενώ ύπνωσε στο ύπαιθρο ο νεότερος να ξεκουρασθεί στη σκιά ενός δέντρου, πέρασε ο Επίσκοπος Αυξίβιος και είδε πλήθος μυρμήγκων να έχουν σχηματίσει ένα φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι του νεότερου Αυξιβίου. Εθαύμασε ο ιεράρχης το γεγονός και αντελήφθη ότι ο στέφανος των μυργήκων προεμήνυε την αξία της ιεροσύνης, ότι έμελλε ο μαθητής να καθίσει εις τον θρόνο του καλού διδασκάλου. Μετά από αυτά έφτασαν από τη μεγάλη πόλη της Ρώμης ο Θεμισταγόρας – αδελφός του αγίου Αυξιβίου – μαζί με τη γυναίκα του τη μακαρία Τιμώ.

Αφού τους βάπτισε και αυτούς, τους χειροτόνησε και τους δύο διακόνους της Εκκλησίας. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι των Σόλων επίστευσαν στον Θεόν του Αυξιβίου και έβλεπε ο άγιος ότι ο πρώτος ναός ήταν μικρός για το μεγάλο του ποίμνιο. Συνεργούντος του Θεού, ανήγειρε ναό μέγα και θαυμαστό, που έγινε ονομαστός σ’ ολόκληρη την Κύπρο.Αφού όλα καλώς τα έκανε και την αρχιεροσύνη ετίμησε για πενήντα ολόκληρα χρόνια, έφτασε ο Μέγας Αυξίβιος στο τέλος του βίου του. Ο μεγάλος φωτιστής της επαρχίας των Σόλων και κατοπινής Θεομόρφου – Μόρφου, εκάλεσε κοντά του τον θεοτίμητο Αυξίβιο, τον πιστό μαθητή του, στον οποίο ανέθεσε την επισκοπή των λογικών προβάτων λέγοντας: «Σε εξελέξατο ο θεός ιερέα. Συ έση ποιμαίνων την ποίμνην του Χριστού».Την Τρίτη ημέρα «ακοή εγένετο εις πάσαν την πόλιν ότι Αυξίβιος ο πατήρ ημών μέλλει καταλύειν τον ανθρώπινον βίον».Συναθροίσθησαν όλοι στην Επισκοπή μετά κλαυθμού και οδυρμού μεγάλου και, αφού ασπάσθηκε έναν έκαστο, εν ειρήνη παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριον και Θεό του Ιησού Χριστό.

Ὁ ἐν ἁγίοις πατὴρ ἡμῶν Αὐξίβιος Α´, ἐπίσκοπος Σόλων καὶ ἡ θεμελίωση τῆς πρωτοχριστιανικῆς ἐπισκοπῆς τῶν Σόλων

Ο Άγιος Αυξίβιος Α΄ Επίσκοπος Σόλων

Εἰσήγηση στὴν θ΄ συνάντηση (27.05.2015) τοῦ Ἐπιμορφωτικοῦ Σεμιναρίου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου Γ’ Ἀκαδημαϊκοῦ Ἔτους  (2014-2015)

Εἰσηγητής: Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακεὶμ

Σύντομη Εἰσαγωγὴ

Ο άγιος Αυξίβιος, 17ος αι., Ιερός Ναός Αγίου Αυξιβίου, Αστρομερίτης

Ἡ περικλεὴς πόλη τῶν Σόλων , κτισμένη σὲ μία ἐξαίρετη γεωφυσικὴ τοποθεσία στὸν μυχὸ τοῦ κόλπου τῆς Μόρφου, σύμφωνα μὲ τὶς ποικίλες σωζόμενες γραπτὲς ἱστορικο-φιλολογικὲς ἀλλὰ καὶ ἀνασκαφικὲς καὶ ἀρχαιολογικὲς μαρτυρίες, ὑπῆρξε τὸ διοικητικό, ἐμπορικὸ καὶ πολιτιστικὸ κέντρο καὶ ἡ πρωτεύουσα ἑνὸς τῶν σημαντικοτέρων ἀρχαίων Κυπριακῶν βασιλείων, τοῦ ὁμωνύμου  βασιλείου τῶν Σόλων, τὸ ὁποῖο διαδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο στὴ συνεχὴ ἀνάπτυξη καὶ ἀνοδικὴ πορεία τοῦ πολιτισμικοῦ γίγνεσθαι τῆς εὐκλεοῦς μεγαλονήσου, μέχρι τὴ σοβαρὴ καταστροφή της στὰ μέσα τοῦ 7ου μ.Χ. αἰώνα. Σ᾽ ὁλόκληρη τὴν ἔκταση τοῦ βασιλείου  τούτου, ἀπὸ τὰ δυτικὰ ἄκρα του στὴν Πέτρα τοῦ Λιμνίτη μέχρι τὰ νότια καὶ ἀνατολικά του ὅρια, ἐντοπίσθηκαν καὶ ἀνασκάφηκαν πολυσήμαντες κινητὲς καὶ ἀκίνητες ἀρχαιότητες, χρονολογούμενες ἀπὸ τὴν Ἀκεραμεικὴ Νεολιθικὴ Περίοδο (7000 π.Χ.) μέχρι τὰ τέλη τῆς ἐν Κύπρῳ τουρκοκρατίας (1878). Ἡ πολυδιάστατη σημαίνουσα τούτη ἀρχαιότατη κληρονομιὰ ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ ἐκπληκτικοὺς ἀρχαιολογικοὺς χώρους, ἀρχιτεκτονικὰ κατάλοιπα δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν κτηρίων καὶ ἐκλεκτὰ δείγματα κεραμεικῆς, γλυπτικῆς,  μεταλλοτεχνίας καὶ μικροτεχνίας. Πρέπει ἐδῶ νὰ τονισθεῖ, πὼς ἡ σταθερὴ οἰκονομικὴ πρόοδος καὶ ἡ λαμπρὴ αὐτὴ πολιτισμικὴ ἀνάπτυξη τῶν Σόλων εἶχε ὡς βασικοὺς συντελεστὲς καὶ ὑπόβαθρα τὰ ἀνεξάντλητα μεταλλεῖα χαλκοῦ στὴν πλησιόχωρη Φουκάσα (τὴ γνωστὴ καὶ στὸν Ὅμηρο Βουκάσα), τὶς δασώδεις ὀρεινὲς περιοχὲς στοὺς βόρειους πρόποδες τοῦ Τροόδους, τὸ φυσικὸ κυκλικό της  λιμάνι, μοναδικὸ στὶς βορειοδυτικὲς ἀκτὲς τοῦ νησιοῦ, τὴν εὐφορώτατη γῆ τῆς παραλιακῆς κοιλάδας καὶ τὸ ἥπιο μεσογειακὸ κλίμα τῆς περιοχῆς.

Ὅπως εἶναι γνωστό, οἱ περισσότερες ἕδρες τῶν ἀρχαίων κυπριακῶν βασιλείων μετατρέπονται σὲ ἕδρες τῶν ὁμωνύμων ἐπισκοπῶν κατὰ τὴν πρωτοχριστιανικὴ περίοδο καί, μαζὶ μὲ τὶς ἐπισκοπὲς ἄλλων κεντρικῶν πόλεων τῆς νήσου, συνολικὰ ὅλες δεκατέσσερεις, ἐμφανίζονται νὰ λειτουργοῦν ὀργανωμένες ἤδη ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ τετάρτου αἰώνα. Μία ἀπὸ αὐτές, ἀσφαλῶς ἀπὸ τὶς πλέον σημαίνουσες, δεδομένης τῆς λαμπρῆς προϊστορίας καὶ βαρύ-νουσας θέσης της, ἦταν καὶ ἡ πόλη τῶν Σόλων. Σὲ ἀκμὴ βρισκόταν μέχρι καὶ τὸν ἕβδομο αἰῶνα, ὁπόταν ὑφίσταται σοβαρὴ καταστροφὴ κατὰ τὶς πρῶτες ἀραβικὲς ἐπιδρομές, ὅπως καὶ ὅλες οἱ κεντρικὲς πόλεις τοῦ νησιοῦ, καὶ προφανῶς τότε χάνει καὶ πλείστους ὅσους κατοίκους της. Ὡστόσο ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται ἡ ἐπισκοπικὴ ἕδρα τῶν Σόλων μέχρι καὶ τὸ τέλος τῆς βυζαντινῆς κυριαρχίας στὴν Κύπρο (12ος αἰ.), ἂν καὶ ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ 7ου αἰώνα φαίνεται πὼς ἡ πόλη ἐγκαταλείπεται σταδιακά. Προφανῶς ἡ ἕδρα τοῦ ἐπισκόπου τῶν Σόλων κατὰ τοὺς δίσεκτους χρόνους τῶν ἀραβικῶν ἐπιδρομῶν μεταφέρεται κατὰ καιροὺς γιὰ ἀσφάλεια στὴν ἐνδοχώρα, σὲ πλησιόχωρη κατάλληλη τοποθεσία, ἡ ὁποία σήμερα ἀναζητεῖται.

Τὰ ὅρια τῆς διοικητικῆς καὶ συνάμα ἐπισκοπικῆς βυζαντινῆς περιφέρειας τῶν Σόλων δὲν μᾶς εἶναι σήμερα ἐπακριβῶς γνωστά. Ἀσφαλῶς, πρὸς τὰ δυτικὰ ὁριοθετεῖτο ἀπὸ τὶς γειτνιάζουσες ἐπισκοπὲς Ἀρσινόης καὶ Πάφου, στὰ νότια ἀπ᾽ αὐτὲς τοῦ Κουρίου καὶ τῆς Ἀμαθοῦντος, στὰ δυτικὰ ἀπ᾽ αὐτὲς τῆς Ταμασσοῦ καὶ τῶν Λήδρων, ἐνῶ στὰ βορειοδυτικὰ ἀπ᾽ αὐτὴ τῆς Λαπήθου. Ἡ ἀναπαράσταση τοῦ πρώτου ἐπισκόπου τῶν Σόλων, ἁγίου Αὐξιβίου, στὸ κέντρο ἀκριβῶς τῆς ταινίας μὲ τοὺς Κυπρίους ἁγίους ἱεράρχες στὴν ἁψίδα τοῦ Βήματος τοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας τοῦ Ἄρακος (12ος αἰ.), καθὼς καὶ σὲ ἐξέχουσα θέση μεταξὺ τῶν λειτουργούντων μεγάλων ἱεραρχῶν τῆς Παναγίας τοῦ Μουτουλλᾶ (ἔτος 1280), προφανέστατα παραπέμπει στὴν ὑπαγωγὴ τῶν σπουδαίων τούτων βυζαντινῶν μνημείων στὴν ἐπισκοπὴ τῶν Σόλων, παρέχοντάς μας μία πιὸ συγκεκριμένη ὁριοθέτηση τῆς ἐπισκοπῆς αὐτῆς .

Γιὰ τὴν ἐπισκοπὴ τῶν Σόλων ἔγραψαν ἢ συνέταξαν Κατάλογο ἐπισκόπων της, διάφοροι μελετητές. Αὐτοί, κατὰ χρονολογικὴ σειρά, εἶναι οἱ Michael Le Quien , John Hackett καὶ Χαρίλαος Παπαϊωάννου , Ἀνδρέας Δικηγορόπουλος , Ἀνώνυμος (Ἄντρος Παυλίδης) , Jean des Gagniers-Tran Tam Tinh , Georgio Fedalto  καὶ Ἀθανάσιος Παπαγεωργίου . Στοὺς Καταλόγους αὐτοὺς ἔχουν δυστυχῶς παρεισφρύσει σφάλματα ποικίλα, ἀνακρίβειες ἢ καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουν στοὺς Σόλους. Ποικίλα σημεῖα τῶν ἔργων αὐτῶν ἀναθεωροῦνται καὶ συμπληρώνονται στὸ παρόν, βάσει νεωτέρων δεδομένων. Περαιτέρω, παρατίθενται σημαίνοντα ἐκκλησιαστικὰ μνημεῖα τῆς πρωτοβυζαντινῆς περιόδου, τὰ ὁποῖα ἀνῆκαν στὴν ἐπισκοπὴ Σόλων καὶ τὰ ὁποῖα ἐπισφραγίζουν τὴν ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν περιφέρεια αὐτή, καθὼς καὶ σχετικὲς πρὸς τὸν χῶρο μαρτυρίες ἁγιολογικῶν πηγῶν .

Εἰσαγωγὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ στοὺς Σόλους. Ἵδρυση τῆς ἐπισκοπῆς τῶν Σόλων. Οἱ πρῶτοι αἰῶνες (1ος-3ος αἰ.)

Ἡ ἵδρυση τῆς ἐπισκοπῆς τῶν Σόλων ἀνάγεται στοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους. Τὰ γεγονότα τῆς θεμελίωσής της ἀπὸ τοὺς χριστοκήρυκες ἀποστόλους Βαρνάβα, Μᾶρκο καὶ Παῦλο, καὶ μάλιστα τοὺς δύο τελευταίους, δὲν ἀποτελοῦν ἁπλῶς εὐσεβὴ τοπικὴ παράδοση, ἀλλὰ ἀποθησαυρίζονται σὲ ἁγιολογικὰ κείμενα μὲ πολὺ σεβαστὴ ἡλικία, τὰ ὁποῖα γράφηκαν κατὰ τοὺς πρωτοβυζαντινοὺς χρόνους (5ος-7ος αἰ.). Τὰ γεγονότα αὐτὰ ἐπιβεβαιώνει καὶ ἡ ζῶσα παράδοση τῆς περιοχῆς, ὅπως διασώθηκε διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Τὰ σπουδαῖα αὐτὰ ἀρχαῖα ἁγιολογικὰ κείμενα εἶναι τὰ ἑξῆς τρία:

α. Τὸ ἀποδιδόμενο στὸν ἀπόστολο καὶ Εὐαγγελιστὴ Μᾶρκο ἔργο τοῦ 5ου μ.Χ. αἰώνα, «Περίοδοι καὶ Μαρτύριον τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Βαρνάβα» (BHG  225) .

β. Τὸ ἀποδιδόμενο στὸν ἀποστολικὸ ἄνδρα, ἅγιο Ρόδωνα, ἐπίσης ἔργο τοῦ 5ου μ.Χ. αἰώνα, «Βίος καὶ πολιτεία του ὁσίου πατρὸς Ἡρακλείδους» (BHG  743)  (δηλ. τοῦ ἁγίου Ἡρακλειδίου, ἐπισκόπου Ταμασσοῦ).

γ. Τὸ ἔργο, «Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ἁγίου καὶ ἐνδόξου πατρὸς ἡμῶν ἀρχιεπισκόπου καὶ θαυματουργοῦ Αὐξιβίου» (BHG  204) , δηλ. τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου, πρώτου ἐπισκόπου τῶν Σόλων.

Ἀσφαλῶς, τὸ πλέον ἐνδιαφέρον καὶ ἄμεσα σχετιζόμενο πρὸς τὸ θέμα μας εἶναι τὸ τελευταῖο κατὰ σειράν, ὁ Βίος δηλαδὴ τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου Α´, ὁ ὁποῖος πράγματι ἐνσωματώνει ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ ἀνώτερα δύο πρῶτα ἔργα, ἀλλὰ καὶ χρησιμοποιεῖ, ὅπως φαίνεται, κοινὲς μὲ αὐτὰ πηγὲς καὶ τοπικὲς παραδόσεις, ἐξικνούμενες στοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους. Τὸ σημαῖνον τοῦτο γιὰ τὴν κυπριακὴ ἁγιολογία ἔργο, σύμφωνα μὲ τὸν πρόσφατο ἐκδότη του, κ. Jacques Noret, καταγράφεται στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 7ου αἰώνα καὶ πρὶν τὶς πρῶτες κατὰ τῆς Κύπρου ἀραβικὲς ἐπιδρομὲς ἀπὸ ἐκκλησιαστικὸ πρόσωπο τῆς ἐπισκοπῆς τῶν Σόλων, γιὰ νὰ ἐκφωνηθεῖ στὴ συνέχεια γιὰ πρώτη φορὰ στὸν ἐκεῖ καθεδρικὸ παλαιοχριστιανικὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Αὐξιβίου, τὴ χαρακτηριζομένη ὡς «Βασιλικὴ Α´», ποὺ ἔφερε στὸ φῶς ἡ καναδικὴ ἀποστολὴ (γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ θὰ ἀσχοληθοῦμε πιὸ κάτω). Δὲν ἀποκλείεται ὁ συγγραφέας τοῦ ἐγκωμιαστικοῦ αὐτοῦ λόγου νὰ σχετίζεται πρὸς τὸ περιβάλλον τοῦ δραστηρίου ἐπισκόπου Σόλων τοῦ 7ου αἰώνα Ἰωάννου Γ´, ἂν δὲν πρόκειται γιὰ τοῦτο τὸν ἴδιο τὸν Ἰωάννη.

Ἂς ἔλθουμε τώρα στὰ γεγονότα τῆς θεμελίωσης τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῶν Σόλων. Κατ᾽ ἀρχήν, εἶναι πολὺ πιθανὸν οἱ ἀπόστολοι Παῦλος καὶ Βαρνάβας, συνοδευόμενοι ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Μᾶρκο, κατὰ τὴ διέλευσή τους μέσα ἀπὸ τὴν Κύπρο, ἀπὸ τὴ Σαλαμῖνα μέχρι τὴν Πάφο, κατὰ τὴν πρώτη τους (περὶ τὰ ἔτη 45/46 μ.Χ.) ἀποστολικὴ περιοδεία (βλ. Πράξ. 13,6: «Διελθόντες δὲ τὴν νῆσον ἄχρι Πάφου»), νὰ πέρασαν, σύμφωνα καὶ μὲ τὸ τότε ρωμαϊκὸ ὁδικὸ δίκτυο τῆς νήσου, καὶ ἀπὸ τοὺς Σόλους . Νὰ μὴ λησμονοῦμε ἐν προκειμένῳ καὶ τὴν πάγια τακτικὴ τῶν ἁγίων τούτων ἀποστόλων, νὰ ἐπισκέπτονται δηλαδὴ ἱεραποστολικὰ τὶς σημαίνουσες κατὰ τόπους μεγαλουπόλεις, ὅπου δημιουργοῦσαν πυρῆνες χριστιανικῶν κοινοτήτων, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἦταν εὐκολώτερο νὰ ἐξαπλωθεῖ τὸ χριστιανικὸ κήρυγμα.

Σύμφωνα πάντως πρὸς τὰ ἀνωτέρω κείμενα, καὶ μάλιστα τὸν Βίο τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου (BHG  204), ἡ ἐπισκοπὴ τῶν Σόλων ἱδρύεται μετὰ τὴ μαρτυρικὴ τελείωση τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα στὴ Σαλαμῖνα, δηλ. περὶ τὸ 53 μ.Χ. . Ὁ ἀπόστολος Μᾶρκος, διωκόμενος τότε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους καὶ ἀκολουθούμενος ἀπὸ τοὺς ἁγίους Τίμωνα  καὶ Ρόδωνα, ἦλθε στὴν ἀρχαία παράλια κώμη τοῦ Λιμνήτη, ἐπίνειο τῶν Σόλων. Ἐκεῖ συνάντησαν τὸν ἅγιο Αὐξίβιο, ποὺ μόλις εἶχε ἀφιχθεῖ  ἀπὸ τὴ Ρώμη, ἀπ᾽ ὅπου καταγόταν. Ὁ Αὐξίβιος Α´ ἦταν υἱὸς πλουσίων εἰδωλολατρῶν γονέων, ποὺ εἶχαν μεριμνήσει νὰ λάβει δαψιλὴ κατὰ κόσμον σοφία. Ἐπειδὴ ὅμως τὸν πίεζαν νὰ νυμφευθεῖ, ἐνῶ αὐτὸς ποθοῦσε νὰ ζήσει μὲ παρθενία, ἀναχώρησε κρυφὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα του καί, ταξιδεύοντας μὲ πλοῖο, ἀποβιβάστηκε στὸν Λιμνήτη. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Μᾶρκος ἀντιλήφθηκε τὴν ἀρετὴ τοῦ Αὐξιβίου, τὸν κατήχησε στὴ χριστιανικὴ πίστη, τὸν βάπτισε σὲ παρακείμενη πηγή, τὸν χειροτόνησε ἐπίσκοπο Σόλων καὶ στὴ συνέχεια τὸν καθοδήγησε, πῶς νὰ κηρύσσει τὴν εὐαγγελικὴ διδαχή. Κα-τόπιν ὁ Μᾶρκος μὲ τὴ συνοδία του ἀναχώρησαν μὲ πλοῖο ἀπὸ τὸν Λιμνήτη γιὰ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀργότερα συναντήθηκε μὲ τὸν Μᾶρκο στὴν Ἔφεσο καὶ πληροφορήθηκε τὸ μαρτυρικὸ τέλος τοῦ φίλου του Βαρνάβα καὶ ὅτι στὸ νησὶ δὲν βρισκόταν ἄλλος ἀπόστολος νὰ κηρύσσει τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἔστειλε κάποιους μαθητές του στὴν Κύπρο μαζὶ μὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν ἐπίσκοπο Ταμασσοῦ, ἅγιο Ἡρακλείδιο, ποὺ ἐκτελοῦσε τότε χρέη ἀρχιεπισκόπου τῆς νήσου, ἐντελλόμενος ποιό ἀπὸ τοὺς μαθητές του καὶ ποῦ νὰ καταστήσει τὸν καθένα ἐπίσκοπο. Τέλος, τοῦ ἔγραφε νὰ μεταβεῖ στοὺς Σόλους, πρὸς συνάντηση τοῦ Αὐξιβίου, τονίζοντάς του ὅτι ἦταν ἤδη χειροτονημένος ἀπὸ τὸν Μᾶρκο ἐπίσκοπος, γιὰ νὰ τὸν παροτρύνει στὸ ἔργο εὐαγγελισμοῦ τοῦ ποιμνίου του καὶ νὰ τοῦ ἑρμηνεύσει πρακτικὰ τελετουργικὰ θέματα. Κατὰ τὸν Βίο τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου πάντοτε, μετέβη στοὺς Σόλους ὁ Ἡρακλείδιος, ὅπου ἐξετέλεσε τὶς ἐντολὲς τοῦ Παύλου, καθοδηγῶντας περαιτέρω τὸν Αὐξίβιο, πῶς νὰ ἀνεγείρει ἕνα πρῶτο ἐκεῖ ναό, γιὰ τὶς λειτουργικὲς ἀνάγκες ὅσων θὰ πίστευαν στὸν Κύριο. Πράγματι ὁ Αὐξίβιος, ἀκολουθῶντας τὶς ὁδηγίες τοῦ ἁγίου Ἡρακλειδίου, ἀνήγειρε μία πρώτη χριστιανικὴ ἐκκλησία στοὺς Σόλους, «μικρὰν μὲν τῇ ὁλκῇ,  μεγάλην δὲ τῇ χάριτι τοῦ Χριστοῦ», κατὰ τὸν Βίο, καὶ στὴ συνέχεια τὴν καθιέρωσε στὸν Κύριο μὲ μία ὡραιότατη καθαγιαστικὴ εὐχή, ποὺ ἀνέπεμψε μέσα σ᾽ αὐτή.

Ὁ Αὐξίβιος, μὲ τὴ θαυμαστὴ πολιτεία καὶ τοὺς θεόσοφους λόγους του, ἐπέστρεψε πολλοὺς εἰδωλολάτρες στὴν πίστη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί, μετὰ ἀπὸ θεοφιλὴ διαποίμανση τῆς ἀρτιγέννητης τοπικῆς Ἐκκλησίας γιὰ πενῆντα χρόνια, κοιμήθηκε εἰρηνικὰ καὶ τάφηκε στοὺς Σόλους περὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 2ου αἰώνα. Τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου τέλεσε ἔκτοτε πολλὰ θαύματα. Διάδοχό του στὴν ἐπισκοπὴ Σόλων ὁ ἅγιος ἄφησε τὸν ἐκλεκτὸ μαθητή του Αὐξίβιο Β´, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Σολοποτάμιο τῆς Κύπρου. Ἐνόσῳ δὲ ζοῦσε ἀκόμη ὁ Αὐξίβιος Α´, ἦλθαν ἀπὸ τὴ Ρώμη στοὺς Σόλους ὁ ἀδελφός του Θεμισταγόρας καὶ ἡ γυναίκα του Τιμώ, τοὺς ὁποίους ὁ ἅγιος κατήχησε, βάπτισε καὶ χειροτόνησε διακόνους τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Κατὰ μία ἐκδοχή, ποὺ δὲν ἀναφέρεται ὅμως στὰ ἀνωτέρω ἀρχαῖα ἁγιολογικὰ ἔργα, ὁ Θεμισταγόρας διαδέχθηκε στὴν ἐπισκοπὴ Σόλων τὸν Αὐξίβιο Β´. Καὶ οἱ τρεῖς αὐτοὶ ἅγιοι (Αὐξίβιος Β´, Θεμισταγόρας καὶ Τιμώ) κοιμήθηκαν εἰρηνικὰ καὶ τάφηκαν ἐπίσης στοὺς Σόλους, πλησίον τοῦ τάφου τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου Α´. Περισσότερες λεπτομέρειες τῶν γεγονότων σύστασης τῆς ἐπισκοπῆς τῶν Σόλων θὰ βρεῖ ὁ ἀγαπητὸς ἀναγνώστης στὸ καθαυτὸ κείμενο τοῦ Βίου τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου (BHG 204). Ὁ Βίος αὐτὸς δὲν ἀναφέρει περαιτέρω διαδόχους στὴν ἐπισκοπὴ Σόλων.

Ἀναφορικὰ πρὸς τὴν ἀξιοπιστία τοῦ ἐν λόγῳ Βίου, καὶ πρὶν ἀναφερθοῦμε σὲ ἄλλα γεγονότα, ποὺ ἀφοροῦν στὴν πρωτοχριστιανικὴ Ἐκκλησία τῶν Σόλων, θὰ ἐπιχειρήσουμε μία σύντομη ἀναθεώρηση τῆς κριτικῆς, ποὺ ἐξασκήθηκε στὸν Βίο τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου (BHG 204) ἀπὸ τοὺς τελευταίους ἐκδότες του, Ἀθανάσιο Παπαγεωργίου  καὶ Jacques Noret  .

Καταρχήν, οἱ δύο ἐρευνητές, μάλιστα ὁ δεύτερος, ὀρθὰ ἐπεσήμαναν τὶς προγενέστερες γραπτὲς πηγές, τὶς ὁποῖες, ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, ἐνέταξε στὸν Βίο ὁ συντάκτης του, ἀλλὰ καὶ σχετικὲς τοπικὲς προφορικὲς παραδόσεις, καθὼς καὶ ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ στὸν πρόλογό του: «ἀναγκαῖον ᾠήθην… ὀλίγα διηγήσασθαι τῶν τοῦ μακαρίου Αὐξιβίου ἀρετῶν, καθὼς ἤκουσα καὶ ἐδιδάχθην παρὰ ἀνδρῶν προβεβηκότων τῷ χρόνῳ…». Μὲ τὴν τελευταία φράση,  νομίζω πὼς ὑπονοοῦνται, ὄχι μόνο οἱ ἡλικιωμένοι πληροφοριοδότες τοῦ βιογράφου, ἀλλὰ καὶ οἱ προβεβηκότες τῷ χρόνῳ  συγγραφεῖς τῶν γραπτῶν πηγῶν του, ἀπὸ τοὺς ὁποίους μὲ σαφήνεια σημειώνει τὸν θεωρούμενο ὡς συγγραφέα τῶν Περιόδων τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα (BHG  225) (ψευδο-) Μᾶρκο.

Περαιτέρω, ὀρθὰ καὶ πάλιν, ἐντοπίζονται ἀπὸ αὐτοὺς κάποιοι ἀναχρονισμοὶ στὸ ἔργο (λ.χ. ἡ μὴ ἀναφορὰ ἀντίδρασης στὸ κήρυγμα τοῦ ἁγίου ἀπὸ εἰδωλολάτρες καὶ Ἰουδαίους, ὁ πλήρης ἐκχριστιανισμὸς τῶν Σόλων ἤδη ἀπὸ τὸν 1ο αἰῶνα, ἡ ἀπόδοση ἀνέγερσης τοῦ τότε [7ου αἰ.]  μεγάλου ναοῦ [τῆς περίλαμπρης Βασιλικῆς Α´] στὸν ἅγιο Αὐξίβιο, καθὼς καὶ ἡ χρήση τοῦ ὅρου ἀρχιεπίσκοπος γιὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἁγίου [1ος/2ος αἰ.], ὅρου, ποὺ ἐπεκράτησε γιὰ τὸν Μητροπολίτη τῆς Κύπρου ἐπίσημα κατὰ τὸν 6ο/7ο αἰῶνα). Αὐτὰ ὅμως, ποὺ δὲν μᾶς βρίσκουν καθόλου σύμφωνους μὲ τοὺς ἀγαπητοὺς ἐρευνητές, εἶναι ἡ ἕνεκα τῶν ὡς ἄνω, ἀφενὸς μὲν ἀπόρριψη ὁποιασδήποτε ἱστορικῆς ἀξιοπιστίας τοῦ Βίου, καὶ ἀφετέρου ἡ ταύτιση τοῦ ἡμετέρου ἁγίου Αὐξιβίου Α´ μὲ ὁμώνυμο ἐν Κύπρῳ ἐπίσκοπο τοῦ 4ου αἰώνα.

Πρῶτα πρῶτα, πρέπει νὰ ἀντιληφθοῦμε, ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ Βίου κατὰ τὸν ἕβδομο αἰῶνα ὁμιλεῖ εὔλογα μὲ ὅρους καὶ παραστάσεις τῆς ἐποχῆς του (λ.χ. γιὰ τοποθεσίες τῶν Σόλων). Τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν ἀπὸ μέρους του ἀπόδοση τοῦ τίτλου ἀρχιεπίσκοπος, τόσο στὸν ἅγιο Αὐξίβιο Α´, ὅσο καὶ στὸν ἅγιο Ἡρακλείδιο, τίτλου, ποὺ εἶχε πλέον ἐπίσημα ἐπικρατήσει γιὰ τὸν πρῶτο τῇ τάξει ἐπίσκοπο τῆς νήσου κατὰ τὴν ἐποχὴ συγγραφῆς τοῦ Βίου, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε. Δὲν ἀποκλείεται πάντως ὁ βιογράφος μὲ τὸν ὅρο ἀρχιεπίσκοπος, νὰ ἐννοοῦσε ἐν προκειμένῳ καὶ τὸν πρῶτο χρονολογικὰ ἐπίσκοπο Ταμασσοῦ καὶ Σόλων, ὅπως πράγματι ὑπῆρξαν οἱ ἅγιοι Ἡρακλείδιος καὶ Αὐξίβιος, ἀντίστοιχα. Περαιτέρω, πρέπει νὰ σημειώσουμε πὼς τυγχάνει φωτὸς φαεινότερον ὅτι, λόγῳ ποικίλων ἱστορικῶν περιπετειῶν τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, δὲν διασώθηκε γραπτὸ ἀρχεῖο της, γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ συντάκτης τοῦ Βίου ἀρύεται ἀπὸ τὶς ἔντονες καὶ ζῶσες παραδόσεις τῆς ἐποχῆς του, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὰ ἁγιολογικὰ κείμενα, ποὺ ἀνωτέρω ἀναφέραμε. Καὶ ἀγνοεῖ μὲν ἱστορικὰ γεγονότα τῶν πρώτων αἰώνων, ἀκόμη καὶ τὸ πότε εἶχε κτισθεῖ ἡ Βασιλικὴ Α´ (περὶ τὰ 200 ἔτη πρὸ τοῦ χρόνου σύνταξης τοῦ Βίου), δὲν μποροῦμε ὅμως γι᾽ αὐτὰ νὰ ἀρνηθοῦμε καὶ ἀπορρίψουμε τὸν ἱστορικὸ πυρῆνα τοῦ Βίου. Ἰσχυρὴ ἀπόδειξη, εἶναι ὅτι ὁ Βίος δὲν περιλαμβάνει μόνο πρόσωπα καὶ γεγονότα τῆς πρωτοχριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῶν Σόλων, ἀλλὰ καὶ ἄλλα διαχρονικά, καὶ περιέχει, περαιτέρω, στοιχεῖα χωρὶς παράλληλο (βιογραφικὰ ἁγίου Αὐξιβίου Α´, τῶν συγγενῶν καὶ διαδόχων του, θαῦμα θεραπείας 40 δαιμονιζομένων Παφηνῶν), τὰ ὁποῖα διέσωσε ἡ ζῶσα παράδοση τῶν Σόλων, μὲ ἁπτοὺς μάρτυρες τοὺς τάφους τῶν ἁγίων προσώπων τῆς πρώτης ἐκεῖ Ἐκκλησίας.

Γενικὰ τώρα ὁμιλοῦντες, ὁ Χριστιανισμὸς στὸ νησὶ ἀσφαλέστατα προϋπῆρχε τοῦ 4ου αἰώνα (μαρτυρία Πράξεων Ἀποστόλων, Μαρτύρια χριστιανῶν, ἐκδεδομένοι καὶ ἀνέκδοτοι ἐπιτύμβιοι κιονίσκοι [cippi] τῆς Κύπρου μὲ κρυπτοχριστιανικὲς ἐπιγραφές, χρονολογούμενοι στοὺς 2ο/3ο αἰ. ), ὅπως προϋπῆρχαν καὶ οἱ πλεῖστες ἐπισκοπὲς τῆς νήσου (ἀναφορὲς στὸν Βίο τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου Σαλαμῖνος, περὶ τῶν ἁγίων ὁμολογητῶν ἐπισκόπων Γελασίου Σαλαμῖνος καὶ Χύτρων Πάππου , συναξάριον ἱερομάρτυρος Φιλωνίδου, ἐπισκόπου Κουρίου , Μαρτύρια [passiones] ἁγίου Θεοδότου Κυρηνείας , κ.λπ.). Δὲν ἐμφανίζονται ἐκ τοῦ μὴ ὄντος οἱ κυπριακὲς ἐπισκοπὲς στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰ. Γιὰ νὰ ἐπικεντρωθοῦμε ὅμως στοὺς Σόλους, ἀναφερθήκαμε ἤδη στὸ ρωμαϊκὸ ὁδικὸ δίκτυο τῆς νήσου, ποὺ διερχόταν καὶ ἀπὸ τὴν τόσο σημαίνουσα πόλη τῶν Σόλων. Νὰ προσθέσουμε καὶ τὴ γνωστὴ πάγια τακτικὴ τῶν ἀποστόλων, ὅπως ἤδη προαναφέραμε, νὰ κηρύττουν δηλαδὴ σὲ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα (ὅπως λ.χ. ἔπραξαν μαρτυρουμένως στὴ Σαλαμῖνα καὶ στὴν Πάφο τῆς Κύπρου, γιὰ τὶς ὁποῖες σώζονται συγκεκριμένες ἀναφορὲς στὶς Πράξεις), ὥστε νὰ δημιουργοῦνται ἐκεῖ χριστιανικοὶ πυρῆνες, ἀπ᾽ ὅπου νὰ ἐξακτινώνεται τὸ εὐαγγελικὸ κήρυγμα. Ἀδύνατον, ἐν προκειμένῳ, νὰ ἀγνοήθηκαν οἱ Σόλοι. Ἐξάλλου, στοὺς Σόλους ἔχουμε μάρτυρες κατὰ τοὺς διωγμοὺς τῶν πρώτων αἰώνων (χωρὶς νὰ γνωρίζουμε ἐπακριβῶς ποιῶν διωγμῶν, τὸ ἀργότερο πάντως τῶν ἀρχῶν τοῦ 4ου αἰ.), ὅπως στὴ συνέχεια θὰ ἰδοῦμε, τοὺς ἁγίους Ἀλέξανδρο, Ἄμμωνα καὶ τοὺς εἴκοσι σὺν αὐτοῖς, στοιχεῖο, ποὺ συνηγορεῖ στὴν τότε ὕπαρξη ἤδη ὀργανωμένης ἐκεῖ χριστιανικῆς κοινότητας-τοπικῆς Ἐκκλησίας. Καί, ναὶ μέν, ἡ ἀναφορὰ στὸν Βίο, ὅτι ὁ ἅγιος οἰκοδόμησε μεγάλο ναό, τὸν ὁποῖο ὁ συντάκτης ταυτίζει μὲ τὴ Βασιλικὴ Α´, δὲν φαίνεται νὰ εὐσταθεῖ. Τὸ ὅτι ὅμως οἰκοδόμησε ἕνα ἀρχικὸ μικρὸ ναὸ κρίνεται εὔλογο καὶ δυνατό . Ἡ μὴ ἀνεύρεση ἢ ἀνασκαφὴ εἰσέτι ναῶν προγενεστέρων τοῦ 4ου αἰ. δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπῆρχαν εὐκτήρια μικρὰ ἢ καὶ ὑπόσκαφα-χῶροι λατρείας τῶν πρώτων τῆς νήσου χριστιανῶν. Πολλὰ ἀσφαλῶς καταστράφηκαν ἀπὸ τὸν χρόνο, τοὺς εἰδωλολάτρες, τοὺς μεγάλους σεισμοὺς (ὅπως τοῦ 4ου αἰ.) κ.λπ., ἢ στὴ θέση τους ἀνεγέρθηκαν τὸν 4ο/5ο αἰῶνα βασιλικές. Τοῦτο τὸ τελευταῖο πιθανὸ νὰ συνέβη στοὺς Σόλους. Πρῶτο, γιατὶ στὸν χῶρο τῶν Βασιλικῶν βρέθηκαν νομίσματα (2ου/3ου καὶ ἀρχῶν 4ου  αἰ. μ.Χ. ) καὶ κεραμεικὴ ἑλληνιστικῆς/ρωμαϊκῆς περιόδου, ποὺ παραπέμπουν στὸ γεγονὸς λειτουργίας τοῦ χώρου ἔκτοτε. Τὸ πλέον σημαντικὸ ὅμως, εἶναι ὁ ἐκ μέρους τῶν τελευταίων ἐπιστημόνων συντηρητῶν τῶν Βασιλικῶν τῶν Σόλων καὶ τῶν δαπέδων τους ἐντοπισμὸς παραπλεύρως (στὰ βόρεια) τῆς Βασιλικῆς Α´ ἄλλου   κτηρίου, ἀναμφιβόλως ναοῦ, ἀρχαιότερου τῆς Βασιλικῆς Α´, συνδεδεμένου μὲ τὸ ὑπόσκαφο Μαρτύριο-ταφικὸ θάλαμο τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου Α´. Τὸ κτήριο/ναὸ τοῦτο οἱ αὐτοὶ συντηρητὲς χαρακτηρίζουν στὴ σχετική τους ἔκδοση ὡς Structure 1. Αὐτὸ τὸ ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον ἀρχαιολογικὰ καὶ ἱστορικὰ σημεῖο ὁμολογουμένως ἦταν προηγουμένως ἄγνωστο.

Ἀκριβῶς ἐδῶ θέλουμε νὰ καταλήξουμε. Τὸ προσκυνηματικὸ καὶ ἀρχιτεκτονικὸ ἐπίκεντρο τῶν ναῶν στοὺς Σόλους, ἀπὸ τὸν πρῶτο μέχρι τὴ Βασιλικὴ Β´, ἦταν ἀναμφίβολα τὸ Μαρτύριο τοῦτο τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου. Καὶ εἶναι ἐξίσου ἀναμφίβολο, ὅτι ὁ εὐλογημένος συντάκτης τοῦ Βίου ἔχει ἐνώπιόν του τὸ Μαρτύριο τοῦτο, τὸ ταφικὸ παρεκκλήσιό του («ἐν τῷ τόπῳ, ἔνθα κεῖται τὸ λείψανον τοῦ ἁγίου πατρὸς ἡμῶν καὶ ἀρχιεπισκόπου Αὐξιβίου», μία φράση ποὺ συχνὰ ἐπαναλαμβάνει στὸν Βίο), ὅπου ἀσφαλῶς καὶ οἱ τάφοι τῶν ἁγίων προσώπων τῆς πρώτης τῶν Σόλων Ἐκκλησίας. Ὅταν αὐτὰ ἔλθουν στὸ φῶς, μὲ τὴν ἀπὸ πολλοῦ προδοκώμενη ὁλοκλήρωση τῆς ἀνασκαφῆς τοῦ ὅλου χώρου τῶν Βασιλικῶν τῶν Σόλων, θὰ ξεκαθαρίσουν ἀσφαλῶς ἱστορικὰ τὰ πράγματα. Μάλιστα, ἀπὸ ἀναφορὲς στὸν Βίο, ὑπονοεῖται ὅτι, τουλάχιστον στὴ λάρνακα τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου Α´, θὰ ὑπάρχει κάποια ἐπιγραφή. Κάτι ποὺ θὰ προ-σθέσουμε στὴν παροῦσα συνάφεια, εἶναι ὅτι τὸ ἐν λόγῳ ἀρχικὸ Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Αὐξιβίου, σύμφωνα μὲ ἀρχαιολογικὰ δεδομένα , ἦταν ἄμεσα συνδεδεμένο μὲ ναόσχημη κατασκευή, χρονολογούμενη στὸν 4ο αἰ., ὅπου σὲ εἰδικὲς κρῆνες ἀνέβλυζε ἁγίασμα, ποὺ ἀρύονταν οἱ προσερχόμενοι πρὸς ἴασιν ψυχῆς καὶ    σώματος.

Ἐρχόμενοι τώρα στὸ θέμα τῆς ταύτισης τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου Α´ πρὸς τὸν ἐν Κύπρῳ ὁμώνυμο ἐπίσκοπο τοῦ 4ου αἰώνα, ποὺ εἰσηγοῦνται οἱ πιὸ πάνω ἐρευνητές, αὐτοὶ ὁδηγήθηκαν ἐδῶ, τόσο ἀπὸ τοὺς λόγους, ποὺ προαναφέραμε, ἀπὸ τάχα δηλ. ἔλλειψη ὁποιασδήποτε ἀξιοπιστίας τοῦ Βίου, ὅσο καὶ τὴ συγκυρία τῆς ἀνέγερσης ἑνὸς ναοῦ στοὺς Σόλους κατὰ τὸν 4ο αἰῶνα, καθὼς καὶ τὴν ὕπαρξη κατὰ τὸ 343 ἔτος Κυπρίου ὁμωνύμου ἐπισκόπου. Ἡ   μαρτυρία γιὰ τὸν ἐν λόγῳ ἐπίσκοπο Αὐξίβιο δίδεται ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Μεγάλο, ἀρχιεπίσκοπο Ἀλεξανδρείας, στὸν Δεύτερο Ἀπολογητικό του λόγο, ὅπου, ἀπαριθμῶντας τοὺς ἀνὰ τὸ πανορθόδοξον ἐπισκόπους, ποὺ συμμετεῖχαν στὴ Σύνοδο τῆς Σαρδικῆς (σημ. Σόφιας τῆς Βουλγαρίας) τὸ ἔτος 343, παραθέτει καὶ τὰ ὀνόματα δώδεκα Κυπρίων ἐπισκόπων, χωρὶς ὅμως νὰ κατονομάζει καὶ τὶς ἕδρες τους . Καί, ναὶ μέν, τὸ ὄνομα Αὐξίβιος εἶναι ἀσύνηθες, ἀλλὰ χωρὶς τεκμήρια ἄλλα, δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ μὲ βεβαιότητα ἀπόδοση τοῦ ἐπισκόπου τούτου στὴν ἐπισκοπὴ Σόλων. Ἀκόμη, καὶ ἂν ὑπῆρξε ὄντως ἐπίσκοπος Σόλων, ἦταν μία συγκυρία, ἢ ἔλαβε τιμητικὰ τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου προκατόχου του. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπῆρξε ἱστορικὰ ὁ ἐκ Ρώμης ἱδρυτὴς τῆς ἐπισκοπῆς κατὰ τὸν 1ο αἰῶνα. Ἐξάλλου, ἀναφέραμε ὅτι ἔχουμε πλέον στοιχεῖα ὅτι στὸν χῶρο τῶν Βασιλικῶν στοὺς Σόλους λειτούργησε ναὸς πρὶν τὴ Βασιλικὴ Α´ τοῦ 4ου αἰώνα. Εἴπαμε καὶ ἀνωτέρω, ὅτι ἡ ὁλοκλήρωση τῶν ἀνασκαφῶν θὰ ἀποκαλύψει πολλὰ νέα στοιχεῖα καὶ θὰ ἀποκαταστήσει ἱστορικὰ τὰ πράγματα, κι ὄχι καθ᾽ ὑποθέσεις.        

Τὸ ἱερὸ δένδρο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ φύτευσε μὲ τὴ  Χάρη τοῦ Θεοῦ στοὺς Σόλους ὁ ἅγιος Αὐξίβιος καὶ πότισε μὲ τοὺς ποιμαντικούς του ἱδρῶτες, ἀπέδωσε μὲ τὸν χρόνο πλούσιους καρποὺς καὶ ἀρδεύθηκε καὶ μὲ τὸ αἷμα μαρτύρων τῆς Πίστης μας. Οἱ μάρτυρες τοῦτοι ἐντάσσονται στὴν κατηγορία τῶν ἁγίων, ποὺ ἡ μνήμη τους διασώθηκε μόνο σὲ Δυτικὰ Μαρτυρολόγια , χρονολογούμενα ἀπὸ τὸν 8ο αἰῶνα κ. ἑξ., χωρὶς νὰ ὑπάρχει (τουλάχιστον γνωστὴ σήμερα) ἀντίστοιχη μνεία τους σὲ ἑλληνικὲς ἁγιολογικὲς πηγές. Βεβαίως, οὔτε στὶς Δυτικὲς αὐτὲς πηγὲς διασώθηκε ὁποιοδήποτε συναξάριό τους, ἀλλὰ ἁπλῶς σημειώνεται ἐκεῖ ἡ ἡμέρα μνήμη τους καὶ ὁ τόπος μαρτυρίου τους. Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὶς πολὺ λιτὲς μὰ σημαντικὲς πληροφορίες γιὰ τοὺς      μάρτυρες αὐτούς, ποὺ μᾶς διέσωσαν τὰ ἀρχαῖα αὐτὰ ρωμαϊκὰ Μαρτυρολόγια, κατὰ τοὺς διωγμοὺς τῶν πρώτων αἰώνων ἀλλὰ σὲ ἀπροδιόριστο χρόνο, μαρτύρησαν στὴν πόλη τῶν Σόλων τῆς Κύπρου οἱ ἅγιοι μάρτυρες Ἀλέξανδρος καὶ Ἄμμων, μαζὶ μὲ ἄλλους εἴκοσι ἀνώνυμους. Ἡ μνήμη τους τελεῖται στὶς 9 Φεβρουαρίου.

Στὴ συνάφεια αὐτὴ ἐκφράζουμε τὴν ἑξῆς ὑπόθεση. Σύμφωνα μὲ ἀναφορὰ στὸ ἔργο τοῦ ἐπισκόπου Καισαρείας τῆς Παλαιστίνης Εὐσεβίου τοῦ Παμφίλου «Περὶ τῶν ἐν Παλαιστίνῃ μαρτυρησάντων»  (ὅπου περιέλαβε παλαιστινὰ μαρτύρια, χρονολογούμενα μεταξὺ 303 καὶ 312, τῶν ὁποίων ὑπῆρξε αὐτόπτης ἢ πληροφορήθηκε γι᾽ αὐτὰ ἀπὸ ἄλλους αὐτόπτες), ἀρκετοὶ ἀνώνυμοι ὁμολογητὲς κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Μεγάλου Διωγμοῦ, ποὺ ξεκίνησε ἐπὶ Διοκλητιανοῦ καὶ Γαλερίου στὴν Ἀνατολικὴ αὐτοκρατορία τὸ 303, ἐξορίσθηκαν ἀπὸ μεταλλεῖα χαλκοῦ τῆς Παλαιστίνης στὴν Κύπρο, πιθανώτατα σὲ ἀντίστοιχα μεταλλεῖα. Εἶναι δὲ γνωστό, ὅτι στὴν Κύπρο ὑπῆρχαν ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὀνομαστὰ μεταλλεῖα χαλκοῦ, ὅπως αὐτὰ τῆς περιοχῆς τῶν Σόλων, τῆς Ταμασσοῦ καὶ τῆς Καλαβασοῦ, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν περίοδο τῆς ρωμαϊκῆς κυριαρχίας στὴ νῆσο (30 π.Χ. – 324 μ.Χ.), περνοῦν στὴν ἰδιοκτησία τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους. Εἶναι λοιπὸν πιθανώτατο οἱ ὡς ἄνω ἀνώνυμοι ὁμολογητές, ποὺ ἐξορίστηκαν στὴν Κύπρο κατὰ τὸ ἔτος 310, νὰ ὁδηγήθηκαν στὰ μεταλλεῖα αὐτά, γιὰ νὰ ἐκτίσουν τὴν ποινή τους, δεδομένου καὶ τοῦ νόμου «damnatio ad metalla» (καταδίκη στὰ μεταλλεῖα). Ἔτσι, οἱ ὁμολογητὲς αὐτοί, μὲ τοὺς ἀθλητικοὺς κόπους τῆς ἐν Χριστῷ ὁμολογίας τους, ὁρισμένοι δὲ πιθανῶς καὶ μὲ τὸ  μαρτυρικό τους ἐδῶ τέλος, ἁγίασαν τὴ νῆσο τῆς Κύπρου. Δὲν μᾶς εἶναι γνωστό, κατὰ πόσο αὐτοὶ ἐπέζησαν μέχρι τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ὁπόταν, μὲ τὸ Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων (Edictum Mediolani), θὰ ἀφέθηκαν ἐλεύθεροι. Δὲν γνωρίζουμε ἀκόμη, ἂν θὰ μπορούσαμε νὰ ταυτίσουμε κάποιους ἀπὸ τοὺς ἐν λόγῳ ὁμολογητὲς μὲ ἐπώνυμους μάρτυρες στὴν Κύπρο, ὅπως τοὺς ἐν λόγῳ Ἀλέξανδρο, Ἄμμωνα καὶ τοὺς εἴκοσι σὺν αὐτοῖς, ποὺ φέρονται νὰ μαρτύρησαν στοὺς Σόλους, πλησίον τῶν ὁποίων εὑρίσκονται τὰ σπουδαιότατα μεταλλεῖα χαλκοῦ τῆς Βουκάσας .

Ἄλλη σημαίνουσα περίπτωση μάρτυρος, τιμωμένου στὴν εὐρύτερη ἐπισκοπικὴ περιφέρεια τῶν Σόλων, εἶναι αὐτὴ τοῦ ἱερομάρτυρος Ἀρτέμονος, πρεσβυτέρου τῆς Ἐκκλησίας Λαοδίκειας, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε ἐπὶ Διοκλητιανοῦ. Ἐπειδὴ τὸ πρόσωπο τοῦ ἐν λόγῳ ἱερομάρτυρος Ἀρτέμονος συσχετίσθηκε ἄμεσα μὲ τὴ μητροπολιτικὴ περιφέρεια τῆς ἐπισκοπῆς Σόλων καὶ μαρτυρεῖται στὶς πηγὲς ἡ παρουσία τοῦ ἱεροῦ του λειψάνου στὸν Αὐλῶνα τῆς Κύπρου ἤδη ἀπὸ τοὺς πρωτοβυζαντινοὺς χρόνους, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῆς μὴ δημοσίευσης εἰσέτι τῶν ποικίλων δεδομένων , κρίνεται χρήσιμο νὰ κάνουμε στὴ συνέχεια μία συνοπτικὴ ἀναφορὰ στὸν Βίο του καὶ στὶς σχετικὲς μαρτυρίες, ἱστορικοφιλολογικὲς καὶ ἀρχαιολογικές.

Ὁ ἔνδοξος ἱερομάρτυρας Ἀρτέμων ἄκμασε κατὰ τὴν περίοδο βασιλείας τοῦ Διοκλητιανοῦ (285-305), ἦταν πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Λαοδικείας στὴ Συρία καὶ βρισκόταν σὲ προχωρημένη ἤδη ἡλικία, ὅταν ἐπίσκοπος τῆς πόλης ἦταν ὁ ὡσαύτως γηραιὸς ἅγιος Σισσίνιος. Πρὶν τὸ μαρτύριό του ὁ Ἀρτέμων εἶχε εἰσέλθει μὲ τὸν Σισσίνιο στὸν εἰδωλολατρικὸ ναὸ τῆς Λαοδικείας καὶ κατέστρεψαν τὰ ἐκεῖ εὑρισκόμενα εἴδωλα. Μετὰ ἀπὸ κάποιο χρονικὸ διάστημα ἦλθε στὴ Λαοδίκεια κάποιος Κόμης, ποὺ λεγόταν Πατρίκιος, καί, ὅταν πληροφορήθηκε τὸ τόλμημα τῶν ἁγίων, ὅρμησε στὸν ναό, ποὺ λειτουργοῦσαν, γιὰ νὰ τοὺς τιμωρήσει. Πατάχθηκε ὅμως ἀμέσως ἀπὸ θεϊκὴ ὀργὴ καὶ ἀσθένησε. Παρόλο δέ, ποὺ ζήτησε καὶ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Σισσίνιο τὴ θεραπεία του, παρέμεινε ἀμετανόητος καί, ἀφοῦ συνέλαβε τὸν Ἀρτέμονα, τὸν ὑπέβαλε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια, γιὰ νὰ τὸν ἀναγκάσει νὰ θυσιάσει στοὺς ψευδοθεούς. Τέλος, ἀφοῦ ἀπέτυχε ὁ Πατρίκιος τὸν σκοπό του, διέταξε καὶ ἐξέκαυσαν λέβητα, ποὺ περιεῖχε πίσσα καὶ ρητίνη, γιὰ νὰ καύσει μέσα τὸν ἅγιο. Ἀλλά τότε, θεία δύναμη ἅρπαξε τὸν Κόμη καὶ τὸν ἔριξε ἐκεῖνο μέσα στὸν λέβητα, ὅπου βρῆκε οἰκτρότατο θάνατο. Στὴ συνέχεια, συμφώνως πρὸς τὰ πλεῖστα γνωστὰ Συναξάριά του (Συναξάριο Κωνσταντινουπόλεως, Μηνολόγιο αὐτοκράτορος Βασιλείου Β´,  κ.ἄ.), ὁ ἅγιος Ἀρτέμων ἔκανε μὲ τὴν προσευχή του νὰ ἀναβλύσει πηγὴ ὕδατος στὸν τόπο ποὺ στεκόταν, ὅπου καὶ βάπτισε αὐτούς, ποὺ πίστευσαν στὸν Χριστὸ μὲ ἀφορμὴ τὴ θαυμαστή του διάσωση. Ἀφοῦ δὲ ἐνήργησε πολλὰ θαύματα καὶ μετέβη στὴ Μικρὰ Ἀσία, σὲ τόπο ποὺ λεγόταν Βαλβίνη, ἐκοιμήθη ἐκεῖ ἐν Κυρίῳ.

Συμφώνως ὅμως πρὸς παλαιὸ κατὰ πλάτος Βίο του (ΒΗG 175), ὁ ὁποῖος σώζεται σὲ χειρόγραφο ποὺ γράφηκε στὴν Κύπρο τὸν 11ο αἰῶνα  καὶ διασώζει ἀρχαιότατες (πρωτοβυζαντινὲς) γιὰ τὸν ἅγιο Ἀρτέμονα παραδόσεις, ἀφοῦ αὐτὸς μετέβη, ὅπως προαναφέρθηκε, στὴ Μικρὰ Ἀσία, χειροτονήθηκε ἐκεῖ ἐπίσκοπος. Γιὰ νὰ ἀποφύγει ὅμως τὴν ἀπὸ τὶς θαυματουργίες του ἀνθρώπινη δόξα, πῆγε στὸ Ἀνεμούριο τῆς Κιλικίας, περίφημη πόλη μὲ λιμάνι καὶ κομβικὸ σημεῖο τῆς ἀνὰ τοὺς αἰῶνες διακίνησης ἀπὸ τὴ Μικρασία πρὸς τὴν Κύπρο καὶ τἀνάπαλιν. Ἐκεῖ, δὲν βρῆκε πλοῖο, ἀλλὰ φωτεινὴ νεφέλη καὶ θεία δύναμη τὸν ἀνήρπασε καὶ τὸν μετέφερε παραδόξως στὸ ἀπέναντι τοῦ Ἀνεμουρίου κείμενο ἀκρωτήριο Κορμυακίτης (σήμ. Κορμακίτης) τῆς Κύπρου. Ὑπῆρχε τότε στὸ νησὶ τοποθεσία μὲ τὸ ὄνομα Αὐλὼν (κοντὰ στὸ σημερινὸ χωριὸ Αὐλῶνα τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου), γεμᾶτος πνεύματα ἀκάθαρτα, ὅπου μετέβη ἐπὶ σκοποῦ ὁ Ἀρτέμων. Ἐκεῖ, ἀποδίωξε μὲ τὴν προσευχή του τοὺς δαίμονες καὶ ἔκανε νὰ ἀναβλύσει πηγὴ ὕδατος, πρὸς ἁγιασμὸ ψυχῶν καὶ σωμάτων. Πολλοὶ δὲ εἰδωλολάτρες, βλέποντας τὰ θαυμάσια ποὺ ἐνεργοῦνταν ἀπὸ τὸ ἁγίασμα, προσέρχονταν στὸν ἅγιο καὶ τοὺς βάπτιζε σ᾽ αὐτὸ στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἔτσι, ὁ ἅγιος ἀναδείχθηκε συνεχιστὴς τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου καὶ τῶν διαδόχων του στὴν ἐπισκοπικὴ περιφέρεια τῶν Σόλων καὶ συνέβαλε μὲ τὴ σειρά του καίρια στὸν ἐκχριστιανισμό της. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, ὁ ἅγιος ἀναπαύθηκε ἐν εἰρήνῃ στὸν Αὐλῶνα, ὅπου καὶ τάφηκε τὸ σῶμα του ἀπὸ τοὺς μαθητές του, ποὺ εἶχαν στὸ μεταξὺ ἔλθει ἀπὸ τὴ Λαοδίκεια καὶ κατέγραψαν «τὰς περιόδους αὐτοῦ», κατὰ τὸν ἐν λόγῳ Βίο. Τὸ πιὸ πάνω ἁγίασμά του ἔγινε κατόπιν Βαπτιστήριο, τοῦ ὁποίου τὸ νερὸ ἦταν ὁρατὸ μόνο μία φορὰ τὸν χρόνο, μετὰ τὴ Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὁπόταν τελοῦνταν οἱ βαπτίσεις τῶν βρεφῶν καὶ γίνονταν μεγάλα θαύματα. Ὁ ναὸς τοῦτος τοῦ ἁγίου, συμφώνως πάντοτε πρὸς τὸν ἀνωτέρω Βίο, κατέστη πανορθόδοξο προσκύνημα, ξακουστὸ μέχρι καὶ τὴν Κωνσταντινούπολη.

Οἱ παραδόσεις, ποὺ διασώζει ὁ θαυμαστὸς τοῦτος Βίος, ἐλάχιστα γνωστὲς μέχρι καὶ πρὶν λίγα χρόνια, ἕνεκα τῆς καταστροφῆς τοῦ ναοῦ καὶ προσκυνήματος τοῦ ἁγίου, ἀλλὰ καὶ τῶν ποικίλων ἐν γένει ἱστορικῶν τῆς νήσου περιπετειῶν, ἐπαληθεύθηκαν προσφάτως , σὲ μεγάλο τουλάχιστον βαθμό, μὲ τὸν συνδυασμὸ δύο σημαντικῶν τεκμηρίων, συμφώνως καὶ πρὸς τὴν ἀνωτέρω ἐπιστημονικὴ ἀνακοίνωση: α) Τὸν ἐντοπισμὸ στὸν χῶρο τοῦ ἀρχαίου Αὐλῶνος (σὲ σημεῖο μεταξὺ τῶν σημερινῶν χωριῶν Αὐλώνας καὶ Ἀκακίου τῆς περιφέρειας Μόρφου) καταλοίπων βασιλικῆς , μὲ μωσαϊκὸ δάπεδο καὶ βάση Βαπτιστηρίου μικρῶν διαστάσεων, ποὺ χρονολογοῦνται στὰ τέλη τοῦ 4ου/ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰώνα καί, β) τὴ μοναδικὴ γνωστὴ σήμερα ἀναφορὰ στὸ χειρόγραφο Σταυροβουνίου 10 τῆς ἐν Κύπρῳ ὁμώνυμης Μονῆς (σπάραγμα κυπριακοῦ Λειτουργικοῦ Τυπικοῦ τῶν ἀρχῶν τοῦ 14ου αἰ.), γιὰ τὴ μέχρι καὶ τότε ὕπαρξη καὶ τιμὴ τοῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου Ἀρτέμονος «ἐν τῷ Αὐλῶνι τῆς Σολίας, ἤγουν τῆς Κύπρου», καὶ τὸν ἑορτασμό του στὴ νῆσο στὶς 13 Ἀπριλίου, μαρτυρία, ποὺ ἐπιτρέπει τὴν πιθανώτατη ταύτιση τῶν σωζομένων ὡς ἄνω καταλοίπων παλαιοχριστιανικῆς βασιλικῆς πρὸς τὸν ἀναφερόμενο στὸν Βίο τοῦ ἁγίου Ἀρτέμονος (BHG 175) ναό του στὸν Αὐλῶνα τῆς Κύπρου. Ἔχει ἤδη ἀρχίσει, σὺν Θεῷ, μὲ τὴν προσωπικὴ μέριμνα τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου μας Νεοφύτου, ἡ συστηματικὴ ἀρχαιολογικὴ ἀνασκαφὴ τῆς βασιλικῆς, ἀλλὰ καὶ τοῦ εὐρύτερου χώρου, τὰ πορίσματα τῆς ὁποίας θὰ διαλευκάνουν πολὺ περισσότερο τὰ πράγματα .

2. Βυζαντινὴ περίοδος (4ος αἰ.-1191)

Μὲ τὴν παύση τῶν διωγμῶν καὶ τὸ διάταγμα τῶν Μεδιολάνων (313), καὶ μάλιστα μὲ τὴν ἀνάδειξη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ὡς μονοκράτορα τῆς τεράστιας τότε ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ὁ Χριστιανισμός, ἐξερχόμενος τῶν κατακομβῶν, ἀρχίζει νὰ ἐξαπλώνεται ραγδαία καὶ νὰ στερεώνεται. Μὲ ἐξαίρεση τὴν ὀλιγόχρονη ἀνάζεση τοῦ παγανισμοῦ ἐπὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (360-363), τὸ ἔργο τῆς ἑδραίωσης τοῦ Χριστιανισμοῦ, σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς, ὑπῆρξε ἔντονο κατὰ τὸν 4ο αἰῶνα. Στὰ πλαίσια τοῦτα, τὰ τυχὸν προϋπάρχοντα μικρότερα εὐκτήρια ἀντικαθιστῶνται ἀπὸ τὶς ἀνεγειρόμενες τότε μεγάλες Βασιλικές, ἀπαραίτητες γιὰ νὰ καλύπτουν τὶς νέες λειτουργικὲς ἀνάγκες τῶν ὁλονὲν αὐξανομένων πιστῶν. Βεβαίως, ἡ εἰδωλολατρία στὴν Κύπρο, σύμφωνα μὲ ἱστορικοφιλολογικές, ἀλλὰ καὶ ἀρχαιολογικὲς μαρτυρίες, δὲν ἐξαλείφεται διὰ μιᾶς, ἀλλὰ συνυπάρχει μέχρι καὶ τὸν 5ο αἰ., ὑποχωρῶντας  σταδιακά .

Ἔχουμε ἀναφέρει, ὅτι ὑπῆρχε ἤδη παρεκκλήσιο στὸν χῶρο τῶν Βασιλικῶν Α´ καὶ Β´ τῶν Σόλων, πρὶν αὐτὲς οἰκοδομηθοῦν, δηλ. πρὶν τὸν 5ο αἰ., τὸ ὁποῖο στέγαζε τὸ Μαρτύριον τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ ἐπικοινωνοῦσε. Πότε ἀκριβῶς οἰκοδομήθηκε, δὲν μᾶς εἶναι ἀκριβῶς γνωστό, ἕνεκα τῆς μὴ ὁλοκλήρωσης τῶν ἀνασκαφῶν. Ἴσως νὰ οἰκοδομήθηκε κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰώνα, πάνω σὲ προγενέστερο ἀνάλογο κτίσμα, ἀφοῦ ἀρχιτεκτονικὸ καὶ λατρευτικὸ ἐπίκεντρο τοῦ χώρου ἦταν πάντοτε, ὅπως πιὸ πάνω σημειώσαμε, ὁ ταφικὸς θάλαμος τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου. Εἶναι ἐπίσης πολὺ πιθανόν, τὸ προϋπάρχον τοῦτο παρεκκλήσιο νὰ καταστράφηκε μὲ τοὺς μεγάλους καὶ ἰδιαίτερα καταστρεπτικοὺς γιὰ τὴν Κύπρο σεισμοὺς τῶν ἐτῶν 332 καὶ 342. Κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ. ἀνεγείρεται στὸν ἴδιο χῶρο ἡ πεντάκλιτη Βασιλικὴ Α´ τῶν Σόλων, τμήματα τῆς ὁποίας ἀποκαλύφθηκαν κάτω ἀπὸ τὴ μεγάλη τρίκλιτη Βασιλικὴ Β´, μὲ τὶς ἀνασκαφὲς τῆς Καναδικῆς ἀποστολῆς (1965-1974). Σύνολη εἰκόνα τῆς Βασιλικῆς Α´ δὲν ἔχουμε, λόγῳ διακοπῆς τῶν ἀνασκαφῶν.

Νὰ σημειώσουμε ἐδῶ συνοπτικά, ὅτι, σύμφωνα μὲ ἱστορικὰ καὶ ἀρχαιολογικὰ τεκμήρια, ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου μεταφέρεται κατὰ τοὺς ὑστεροβυζαντινοὺς χρόνους ἀπὸ τοὺς Σόλους στὴν περιοχὴ τῆς Ἀσίνου (ναοὶ στὸν οἰκισμὸ Ἄσπροι καὶ πλησίον τῆς μονῆς Παναγίας Φορβιώτισσας), καὶ κατὰ τὴ φραγκοκρατία στὸν Ἀστρομερίτη, ὅταν οἱ κάτοικοι τοῦ οἰκισμοῦ μετακινήθηκαν ἐκεῖ .

Στὴν ἐπισκοπικὴ περιφέρεια τῶν Σόλων βρίσκονται ἀκόμη δύο γνωστὲς πρώιμες Βασιλικές, ποὺ χρονολογοῦνται στὰ τέλη 4ου/ἀρχὲς 5ου αἰ. Πρόκειται γιὰ τὴ μικρὴ πρώτη Βασιλικὴ στὸν χῶρο τοῦ σημερινοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Μάμαντος στὴ Μόρφου τοῦ 4ου/5ου αἰ. (μετὰ τὴν καταστροφὴ τῆς ὁποίας κτίσθηκε μία τρίκλιτη Βασιλική, ποὺ κι αὐτὴ καταστράφηκε, πιθανώτατα τὸν 7ο αἰ., πάνω στὰ ἐρείπια τῆς ὁποίας κτίσθηκε ἄλλος μικρότερος ναός, τὸν ὁποῖο στὶς ἀρχὲς τοῦ 16ου αἰ. διαδέχθηκε ὁ σημερινὸς ναός)  καὶ γιὰ τὴν ὡς ἄνω Βασιλικὴ στὴν περιοχὴ τῆς Αὐλώνας, κοντὰ στὸ χωριὸ Ἀκάκι, ποὺ ἀνασκάφηκε ἀρχικὰ κατὰ τὰ ἔτη 1937-1938 καὶ ποὺ ἀπὸ τὸ 2013 ἔχει ἐπαναρχίσει ἡ ἀνασκαφή της.

Σημαντικὸ πρόσφατο σχετικὸ εὕρημα ἀποτελεῖ καὶ ὁ ὑστερορωμαϊκῆς/πρωτοβυζαντινῆς περιόδου ταφικὸς θάλαμος  (cubiculum), ποὺ ἀνασκάφηκε σὲ πρώτη φάση πέρυσι στὴ νεκρὴ ζώνη τῆς Δένειας καὶ ποὺ πρόκειται προφανῶς γιὰ τὸ ἀσκητήριο-τάφο τοῦ ἁγίου, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα διασώθηκε ὡς Περνιακός. Παραπλεύρως ἐντοπίστηκαν τὰ θεμέλια μεσαιωνικοῦ ναοῦ. Βεβαίως, χρειάζεται νὰ ὁλοκληρωθοῦν οἱ ἀνασκαφικὲς ἐργασίες, γιὰ νὰ ἐξαχθοῦν βεβαιώτερα πορίσματα. Αὐτό, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ λεχθεῖ καταρχήν, εἶναι ἡ ὕπαρξη πρώιμου ἀσκητικοῦ βίου στὴν περιοχή.

Στὴν ἐπισκοπικὴ περιφέρεια τῶν Σόλων ἀνοικοδομήθηκαν ἀργότερα καὶ καθόλη τὴ βυζαντινὴ περίοδο ἀρκετοὶ ἄλλοι σημαντικοὶ ναοί· ἐκφεύγει ὅμως ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ θέματός μας νὰ ἀναφερθοῦμε σ᾽ αὐτούς. Ἀσφαλῶς, θὰ πρέπει νὰ θυμηθοῦμε ἐδῶ τὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἡρακλειδίου στὴ Μονὴ τοῦ Λαμπαδιστοῦ στὸν  Καλοπαναγιώτη (11ος αἰ.). Ἡ ἐκεῖ ἀνέγερση τοῦ ναοῦ τούτου δὲν εἶναι τυχαία: Ἐπιβεβαιώνει τὴν ἀρχαία παράδοση (ἀναφερόμενη καὶ στὸ ἀποδιδόμενο στὸν ἀπόστολο καὶ Εὐαγγελιστὴ Μᾶρκο ἔργο τοῦ 5ου μ.Χ. αἰώνα, «Περίοδοι καὶ Μαρτύριον τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Βαρ-νάβα» [BHG  225]), ὅτι ὁ ἅγιος Ἡρακλείδιος βαπτίσθηκε ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους Παῦλο καὶ Βαρνάβα στὸν παραρρέοντα ποταμὸ Σέτραχο, σὲ σημεῖο πλησίον τῆς μονῆς. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 12ου αἰ. ἀνεγείρεται ὁ συνημμένος στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἡρακλειδίου ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Λαμπαδιστοῦ.

Ἐπίσκοποι Σόλων κατὰ τὴ βυζαντινὴ περίοδο (4ος αἰ.- 1191)

Μετὰ τὸν ἅγιο Αὐξίβιο Β´ καὶ τὸν κατὰ τὴν παράδοση διάδοχό του Θεμισταγόρα (α´ μισὸ 2ου αἰ.), δὲν μᾶς εἶναι γνωστοὶ οἱ ἐπίσκοποι Σόλων μέχρι καὶ τὸν 4ο αἰ. Ἐπίσκοπος Σόλων περιλαμβά-νεται πιθανώτατα στὸν κατάλογο, τὸν ὁποῖο παραδίδει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας, ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας, στὸν Δεύτερο Ἀπολογητικό του λόγο, ὅπου, ἀπαριθμῶντας τοὺς ἀνὰ τὸ πανορθόδοξον ἐπισκόπους, ποὺ συμμετεῖχαν στὴ Σύνοδο τῆς Σαρδικῆς (σημ. Σόφιας τῆς Βουλγαρίας) τὸ ἔτος 343, παραθέτει καὶ τὰ ὀνόματα δώδεκα Κυπρίων ἐπισκόπων, χωρὶς ὅμως νὰ κατονομάζει καὶ τὶς ἕδρες τους. Ἐκεῖ, μεταξὺ ἄλλων, καταγράφεται καὶ ἕνας ἐπίσκοπος Αὐξίβιος, τὸν ὁποῖο, ὅπως πιὸ πάνω εἴδαμε, τελείως ἐσφαλμένα καὶ ἀνέρειστα, προγενέστεροι ἐρευνητὲς ἐπιχείρησαν νὰ ταυτίσουν μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου Α´.

Μὲ βεβαιότητα ἐπίσκοπος Σόλων ἀναφέρεται στὴ γνωστὴ συνοδικὴ ἐπιστολὴ τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας Θεοφίλου τοῦ ἔτους 400, στὴν ὁποία καταγράφονται καὶ οἱ τότε ἐν ἐνεργείᾳ δεκαπέντε Κύπριοι ἐπίσκοποι, χωρὶς ὅμως νὰ κατονομάζονται δυστυχῶς καὶ οἱ ἕδρες τους .

Εἶναι γνωστὴ ἡ συμβολὴ τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου στὴ διαμόρφωση καὶ ἐπικύρωση τῆς δογματικῆς διδασκαλίας καὶ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, μέσῳ τῶν ἐκλεκτῶν ἱεραρχῶν της, ποὺ τὴν ἐκπροσώπησαν σ᾽ αὐτές. Ἀναφορικὰ μὲ τὰ Πρακτικὰ τῶν Συνόδων Α´ καὶ Β´, τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀκόμη σύγχρονη κριτικὴ ἔκδοση, εἶναι ἐπίσης γνωστὸ πόσο ἐλλειπῆ τυγχάνουν. Κατὰ τὶς Α´ καὶ Β´ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, σύμφωνα μὲ τὶς γνωστὲς ἐκδόσεις τῶν Πρακτικῶν τους, καθὼς  καὶ τῶν ὀνομάτων τῶν παραστάντων σ᾽ αὐτὲς ἐπισκόπων , δὲν παρέστησαν ἐπίσκοποι Σόλων, χωρὶς τοῦτο νὰ ἀποκλείεται. Μὲ ἐξαίρεση δὲ τὴν Ε´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, κατὰ τὴν ὁποία δὲν παραστάθηκαν Κύπριοι ἀρχιερεῖς, στὶς ὑπόλοιπες Οἰκουμενικὲς Συνόδους παρακάθησαν καὶ ἐπίσκοποι Σόλων, ὡς ἑξῆς: Στὴν Γ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴν Ἔφεσο (431), συμμετέσχε ὁ ἅγιος Εὐάγριος, στὴ Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Χαλκηδόνα (451) ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος, ποὺ σὲ ὁρισμένες Πράξεις ἀντιπροσώπευσε τὸν ἅγιο ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου Ὀλύμπιο, στὴν Ϛ´ Σύνοδο (680-681) στὴν Κωνσταντινούπολη ὁ ἅγιος Στρατόνικος καὶ στὴν Ζ´ Σύνοδο (787) στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας ὁ ἅγιος Εὐστάθιος.

*   *   *

Ἡ παλαίφατη λοιπὸν ἐπισκοπὴ τῶν Σόλων, γιὰ νὰ καταλήξουμε τὴ συνοπτικὴ αὐτὴ ἱστορική μας περιδιάβαση, θεμελιωμένη ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους Παῦλο καὶ Μᾶρκο, ποὺ ἐγκαθίδρυσαν ὡς πρῶτο της ἐπίσκοπο τὸν θεοφόρο πατέρα μας    Αὐξίβιο τὸν θαυματουργό, ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της μέχρι καὶ τοὺς ὑστεροβυζαντινοὺς χρόνους, ἔχει νὰ παρουσιάσει μία θαυμαστὴ ἀκμή, ὄχι μόνο σὲ μνημειακοὺς ναοὺς καὶ μοναδικὰ κειμήλια, ἀλλά, κυρίως, σὲ πολύπλευρη ἁγιότητα, ἐπισκόπων, κληρικῶν, μαρτύρων, ὁσίων καὶ δικαίων, οἱ ὁποῖοι, ἀπ᾽ ἄκρη σ᾽ ἄκρη της, τὴν καθαγίασαν καὶ ἐπιβεβαίωσαν τὴν ἀποκαλυφθεῖσα ἀποστολοπαράδοτη ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ἔργῳ καὶ λόγῳ, πράξει καὶ θεωρίᾳ.

Ο Άγιος Ηρακλείδιος (17 Σεπτεμβρίου)

Του π. Παναγιώτη Ματθαίου 

 

Ο Άγιος Ηρακλείδιος είναι αποστολικός άγιος, διάδοχος του Αποστόλου Βαρνάβα. Γεννήθηκε στο χωριό Λαμπαδού της Σολέας κοντά στα χωριά Γαλάτα – Σινά Όρος. Σχετικά με την καταγωγή τόσο του Αγίου Ηρακλειδίου όσο και του Οσίου Ιωάννου του Λαμπαδιστή, ο μοναχός Βασίλειος Μπάρσκυ Κιεβοπολίτης το 1735 καταγράφει τη μαρτυρία ότι ο Όσιος Ιωάννης ο Λαμπαδιστής, ”ὠνομάσθη Λαμπαδιστὴς ἐκ τοῦ χωρίου Λαμπαδίς, ὅπου ἐγεννήθη ὁ ἅγιος, ὡς ἀναφέρεται ἐν τῇ βιογραφίᾳ του. Τὸ χωρίον ἔχει τώρα ἐγκαταλειφθεῖ ὡς διεπίστωσα ὅταν ἤμην εἰς τὴν Σολέαν…”. Το ότι η Λαμπαδού βρισκόταν στα όρια Σινά Όρους – Γαλάτας το μαρτυρούν και πολλές τοπικές παραδόσεις.

Ο Άγιος Ηρακλείδιος, λοιπόν, στην αρχή ονομαζόταν Ηρακλέων, αλλά μετά ονομάστηκε Ηρακλείδιος από τούς Αποστόλους Παύλο, Βαρνάβα και Μάρκο, κατά την πρώτη τους αποστολική περιοδεία στην Κύπρο γύρω στο 45-46μ.Χ. που με βάση την παράδοση μετά τη Σαλαμίνα πρέπει να πήγαν στο Κίτιον όπου χειροτόνησαν τον Άγιο Λάζαρο ως πρώτο επίσκοπο της πόλης.
 

Ἡ βάπτιση τοῦ ἁγίου Ἡρακλειδίου, φορητὴ εἰκόνα (2015), ἔργο τοῦ ἀρχιμ. Ἀμβροσίου Γκορελὼβ

Μετά όπως φαίνεται μέσα από τον βίο τού Αγίου Ηρακλειδίου, ακολούθησαν ορεινή διαδρομή, περνώντας μέσα από τα χωριά τής οροσειράς τού Τροόδους όπως τη Λαμπαδού κοντά στη σημερινή Γαλάτα τής Σολέας, έφτασαν στη Μαραθάσα στο ποταμό Σέτραχο όπου βάφτισαν τον Άγιο Ηρακλείδιο, πέρασαν από το Χιονώδες Όρος (Τρόοδος) στη Χιονίστρα, ή κοντά από αυτό και έφτασαν μέσα από διάφορα χωριά στην Πάφο.

Ο πατέρας του, ο Ιεροκλής, ιερέας των ειδώλων, τον παρέδωσε ως οδηγό και συνοδοιπόρο στους Αποστόλους Βαρνάβα, Παύλο και Μάρκο, όταν αυτοί περιόδευαν στην Κύπρο και έφτασαν στο χωριό Λαμπαδού.

Στη διάρκεια της πεζοπορίας οι απόστολοι διέκριναν στον Ήρακλείδιο καλή διάθεση για την αλήθεια του Χριστού. Τού μίλησαν για την απάτη των ειδώλων, τούς ψεύτικους θεούς και άρχισαν να τον κατηχούν στην πίστη του αληθινού Θεού.

Αφού δέχθηκε το κήρυγμα από τον Απόστολο Παύλο, και πόθησε πολύ τον Χριστό, βαπτίστηκε στα νερά του ποταμού της Μαραθάσας Σέτραχου, που τρέχουν δίπλα από τη σημερινή Μονή του Αγίου Ιωάννου του Λαμπαδιστού.

Μετά το βάπτισμα του ακολούθησε την οδό των αποστόλων και χρημάτισε για αρκετό διάστημα μαθητής και ακόλουθος τους.

Αργότερα οι απόστολοι τον χειροτόνησαν και έγινε ο πρώτος επίσκοπος Ταμασσού, με έδρα το σημερινό χώρο της μονής του, το χωριό Πολιτικό. Ή Ταμασσός ήταν μέχρι τότε κέντρο λατρείας τής θεάς Άρτεμης και των άλλων θεών του Ολύμπου, γι αυτό αναλαμβάνει να οδηγήσει τούς ειδωλολάτρες στο δρόμο του Θεού.

Άγιο Μανδήλιον και Άγιος Ηρακλείδιος. Τοιχογραφία στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Λαμπαδιστού, Καλοπαναγιώτης

Μαζί με τον Άγιο Ηρακλείδιο ήταν και ο Άγιος Μνάσων. Αυτοί συγκέντρωναν και δίδασκαν τούς πιστούς σ’ ένα υπόγειο σπήλαιο το οποίο χρησιμοποιείτο και ως ναός.

Ως επίσκοπος υπήρξε ακούραστος εργάτης του θείου λόγου. Ποίμανε και στήριξε τούς πιστούς, έτσι πού ή πόλη της Ταμασσού κατάφερε να γίνει ένα περίλαμπρο χριστιανικό κέντρο, σ’ αυτό συνέβαλε και ή θαυματουργική δύναμη του αγίου.

Μετά όμως από το λιθοβολισμό του Αποστόλου Βαρνάβα ο Απόστολος Παύλος του αποστέλλει επιστολή και ουσιαστικά τον τοποθετεί διάδοχο του Βαρνάβα.

Τότε ο άγιος περιέρχεται ολόκληρη τη νήσο και εγκαθιστά επισκόπους. Στην Πάφο τον Επαφρά και στη Νεάπολη (Λεμεσό) τον Τυχικό. Όταν έφτασε στους Σόλους δεν χρειάστηκε να χειροτονήσει επίσκοπο τον Άγιο Αυξίβιο, γιατί αυτός καταξιώθηκε να χειροτονηθεί από τον Απόστολο Μάρκο.

Ο Άγιος Ηρακλείδιος όμως παρότρυνε τον Άγιο Αυξίβιο να μπει στην πόλη και να φανερώσει την αλήθεια σε όλους τους κατοίκους. Στον τόπο που συναντήθηκαν ο Άγιος Ηρακλέιδιος χάραξε στο έδαφος μια μικρή εκκλησία και αφού δίδαξε στον Αυξίβιο τους εκκλησιαστικούς κανόνες, όπως αυτός του διδάχθηκε από τους αποστόλους, τον ασπάστηκε και ξεκίνησε για τη δική του πόλη.

Έφτασε όμως ο καιρός που ο άγιος έπρεπε να εγκαταλείψει τον φθαρτό τούτο κόσμο. Αρρώστησε βαριά και προαισθανόμενος το τέλος του και μη θέλοντας να αφήσει το ποίμνιό του χωρίς ποιμένα, καλεί τον Ιερέα Μνάσωνα, τον μέχρι τότε στενό του συνεργάτη και τον χειροτονεί επίσκοπο και διάδοχό του.

Οι ειδωλολάτρες δεν έπαψαν ποτέ να αντιμάχονται την αληθινή πίστη και τα καλά έργα τού αγίου. Γεμάτοι μανία και μίσος όρμησαν εκεί πού έμενε ο Άγιος Ηρακλείδιος τον βασάνισαν τον έσυραν στην πλατεία τής Ταμασσού και τον αποκεφάλισαν. Μετά έριξαν το σεπτό σώμα του πάνω στη φωτιά. Τότε αρκετοί πιστοί μαζί με τον νέο επίσκοπο τον Άγιο Μνάσωνα, διέσωσαν το άγιο λείψανό του και το ενταφίασαν μέσα στο σπήλαιο όπου προηγουμένως ο άγιος τελούσε τη Θεία Λειτουργία.

Το σπήλαιο, καθώς και ή λάρνακα πού έφερε τα άγια λείψανα τού αγίου σώζονται μέχρι σήμερα. Ό άγιος και μετά τον θάνατό του παρέχει ιάσεις προς τούς πάσχοντες από κάθε νόσο και εκβάλλει τα δαιμόνια από τους κακώς έχοντας.

Ή σορός του παρέχει πλούσια τα ιάματα και ή κάρα τού είναι τοποθετημένη στο καθολικό τής μονής πού είναι κτισμένη στο όνομα του δίπλα στο χωριό Πολιτικό.

Στην Ιερά Μονή του Λαμπαδιστή σώζεται η παλαιά εκκλησία του 11ου αιώνος, η οποία είναι αφιερωμένη στο όνομα του αγίου και αποτελεί το παλαιό καθολικό της Μονής. Διασώζεται επίσης στην κοίτη του ποταμού Σέτραχου Μαραθάσας ο τόπος της βαπτίσεως του αγίου. Στον τόπο της καταγωγής του μεταξύ των χωριών Τεμβριάς και Καλλιανών διασώζεται γέφυρα με την επωνυμία «Το γεφύρι του Αγίου Ηρακλειδίου». Ο Άγιος Ηρακλείδιος συνεορτάζει με τον Φωτιστή των Σόλων Άγιο Αυξίβιο τη 17η Σεπτεμβρίου.

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων και καλλινίκων παρθένων Πίστεως, Eλπίδος και Aγάπης, και της μητρός αυτών Σοφίας (17 Σεπτεμβρίου)

Μαρτύριο των Aγίων Mαρτύρων και καλλινίκων παρθένων Πίστεως, Eλπίδος και Aγάπης, και της μητρός αυτών Σοφίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων και καλλινίκων παρθένων Πίστεως, Eλπίδος και Aγάπης, και της μητρός αυτών Σοφίας

Eις την Πίστιν, Eλπίδα και Aγάπην
Tη προς σε πίστει Πίστις Eλπίς Aγάπη,
Aι τρεις, Tριάς, κλίνουσιν αυχένας ξίφει.

Eις την Σοφίαν
Eυφραίνεται νυν ως Δαβίδ ψάλλων λέγει,
Mήτηρ κατ’ ευχάς η Σοφία εν τέκνοις.

Eβδομάτη δεκάτη Aγάπην τάμον Eλπίδα Πίστιν.

Μαρτύριο των Aγίων Mαρτύρων και καλλινίκων παρθένων Πίστεως, Eλπίδος και Aγάπης, και της μητρός αυτών Σοφίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Aύται ήτον κατά τους χρόνους Aδριανού του βασιλέως, εν έτει ρκβ΄ [122], από γένος περιφανές και λαμπρόν της χώρας Iταλίας. Eυσεβείς μεν ούσαι εκ προγόνων, πολιτευόμεναι δε θεοφιλώς με πίστιν και ελπίδα και αγάπην και σοφίαν, καθώς και τα ονόματά των φανερόνουσιν. Aύται λοιπόν πηγαίνουσαι μίαν φοράν εις την Pώμην, επειδή και ήτον φημισμέναι και περιβόητοι διά την λαμπρότητα του γένους, και διά την εις Xριστόν ευσέβειαν, εδιαβάλθησαν εις τον βασιλέα Aδριανόν. Kαι ευθύς φέρονται έμπροσθέν του διά μέσου των προτικτόρων. Iδών δε αυτάς ο βασιλεύς, εθαύμασεν. Όθεν χωρίσας την μητέρα Σοφίαν από τας θυγατέρας της, εδιαλέχθη με μόνην αυτήν περί πίστεως. Γνωρίσας δε αυτήν άφοβον, φέρει έμπροσθέν του και τας τρεις ομού θυγατέρας της. Kαι άρχισε να τας κολακεύη με διαφόρους τρόπους. Eπειδή δε εγνώρισε, πως ήτον από κάθε κολακείαν ανώτεραις, διά τούτο εδοκίμασε την κάθε μίαν χωριστά χωριστά.

Όθεν παραστέκεται εις τον τύραννον η Πίστις, η πρώτη από τας άλλας. Ήτις ήτον δώδεκα χρόνων κατά την ηλικίαν. Kαι επειδή ήλεγξε με γενναιότητα τας κακοτεχνίας και μηχανάς του τυράννου, διά τούτο έγδυσαν αυτήν και έδεσαν οπίσω τας χείρας της. Eίτα την έδειραν με ραβδία βαρύτατα. Mετά ταύτα έκοψαν τα βυζία της, και αντί να ευγάλουν αίμα, εύγαλαν γάλα. Ύστερον άπλωσαν αυτήν επάνω εις μίαν σκάραν πυρακτωμένην. Kαι επειδή έμεινεν αβλαβής με την θείαν βοήθειαν, διά τούτο έβαλον αυτήν μέσα εις ένα τηγάνι αναμμένον και γεμάτον από πίσσαν και άσφαλτον1. Φυλαχθείσα δε αβλαβής και από την βάσανον ταύτην, διά τούτο κατεδικάσθη να θανατωθή με το ξίφος. Πηγαίνουσα δε εις τον τόπον της καταδίκης, επροπέμπετο από την μητέρα της Σοφίαν, ήτις επαρακίνει αυτήν και επαραθάρρυνε να δεχθή μετά χαράς τον υπέρ Xριστού θάνατον. Kαι έτζι αποκεφαλισθείσα η μακαρία, έλαβε τον στέφανον της αθλήσεως.

Μαρτύριο των Aγίων Mαρτύρων και καλλινίκων παρθένων Πίστεως, Eλπίδος και Aγάπης, και της μητρός αυτών Σοφίας. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)

Έπειτα παραστέκεται εις τον τύραννον η Eλπίς, η δευτέρα αδελφή, ούσα χρόνων δέκα. Kαι επειδή έδειξε τον εαυτόν της στερεόν και αμετάθετον εις την πίστιν, διά τούτο δέρνεται με ραβδία και αύτη ως η πρώτη. Eίτα βάλλεται μέσα εις αναμμένον καμίνι, το οποίον ευθύς έδειξεν ανενέργητον με την θείαν δύναμιν. Έπειτα κρεμασθείσα επάνω εις ξύλον ξέεται με σιδηρά ονύχια. Mετά τούτο βάλλεται μέσα εις αναμμένον καζάνι γεμάτον από πίσσαν και ρετζίνην. Kαι αυτή μεν, αβλαβής διαφυλάττεται. Πολλοί δε από τους απίστους εθανατώθησαν, με το να εχύθη αιφνιδίως έξω του καζανίου η πίσσα και η ρετζίνη. Tελευταίον δε και αυτή αποκεφαλίζεται, και λαμβάνει του μαρτυρίου τον στέφανον.

Έπειτα παραστέκεται εις τον τύραννον η τρίτη αδελφή Aγάπη, εννέα χρόνων ούσα κατά την ηλικίαν. Kαι επειδή με φρονιμάδα μεγάλην ωμολόγησε την ευσέβειαν, τον δε τύραννον εξέπληξεν εν ταυτώ και εις θυμόν εκίνησε· διά τούτο κρεμάται επάνω εις ξύλον, και δέρνεται με λωρία τόσον πολλά, έως οπού διεχωρίσθησαν αι αρμονίαι του σώματός της. Yγιής δε πάλιν γενομένη διά της θείας χάριτος, βάλλεται μέσα εις καμίνι, το οποίον εκάη από διαφόρους ύλας. Mε επιστασίαν δε θείου Aγγέλου, την μεν Aγίαν διεφύλαξεν η κάμινος αβλαβή, τους δε παρεστώτας και αυτόν ακόμη τον τύραννον, χυθείσα εις τα έξω η φλοξ, άρπασε και μισοκαημένους αυτούς εποίησεν. O δε αφρονέστατος Aδριανός, και μόλον οπού ήτον μισοκαημένος, πάλιν δεν έπαυσεν ο απανθρωπότατος. Aλλά επρόσταξε να διατρυπήσουν με περόνην το σώμα της μάρτυρος. Έπειτα απεκεφάλισε και αυτήν, ως και τας άλλας δύω της αδελφάς.

Μαρτύριο των Aγίων Mαρτύρων και καλλινίκων παρθένων Πίστεως, Eλπίδος και Aγάπης, και της μητρός αυτών Σοφίας. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα μ.Χ. στην Ιερά Μονή Γρατσάνιτσα, Κοσσυφοπέδιο

H δε μήτηρ αυτών Σοφία, ευφρανθείσα μεγάλως, διατί εγέννησε τοιαύτα ευλογημένα τέκνα, και ευχαριστήσασα υπέρ τούτου τον Kύριον, εκήδευσε τα των θυγατέρων της τίμια λείψανα, και μεγαλοπρεπώς αυτά ενταφίασεν. Έπειτα μετά τρεις ημέρας, περιχυθείσα και εναγκαλιζομένη τον τάφον των θυγατέρων της, παρεκάλεσε τον Θεόν διά να αποθάνη και αυτή. Kαι έτζι παρέδωκε την μακαρίαν ψυχήν της εις χείρας Θεού. Όθεν κοντά εις τας θυγατέρας επροστέθη και η μήτηρ, τόσον κατά τας ψυχάς, όσον και κατά τα σώματα. Kοντά γαρ εις τους τάφους των θυγατέρων της ενταφιάσθη και αυτή η αοίδιμος2.

Σημειώσεις

1. H άσφαλτος είναι ύλη ξηρά θρεπτική του πυρός, ομοία με την πίσσαν, ή το τεάφι. Άλλοι δε λέγουσιν, ότι είναι η νάφθα. Όρα τον Bαρίνον εν τη λέξει ασφαλτίτις.

2. Σημείωσαι, ότι το Mαρτύριον τούτων συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Mετά το διαγγελθήναι το σωτήριον κήρυγμα». (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη των Iβήρων και εν άλλαις.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΕΥΦΗΜΟΥ ΕΥΦΗΜΙΑΣ)
Πρὸς Κορινθίους Β’  Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
6: 1-10

Ἀδελφοί, συνεργοῦντες παρακαλοῦμεν μὴ εἰς κενὸν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ δέξασθαι ὑμᾶς – λέγει γὰρ· «Καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι»· ἰδοὺ νῦν «καιρὸς εὐπρόσδεκτος», ἰδοὺ νῦν «ἡμέρα σωτηρίας» – μηδεμίαν ἐν μηδενὶ διδόντες προσκοπήν, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία, ἀλλ᾿ ἐν παντὶ συνιστῶντες ἑαυτοὺς ὡς Θεοῦ διάκονοι, ἐν ὑπομονῇ πολλῇ, ἐν θλίψεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν στενοχωρίαις, ἐν πληγαῖς, ἐν φυλακαῖς, ἐν ἀκαταστασίαις, ἐν κόποις, ἐν ἀγρυπνίαις, ἐν νηστείαις, ἐν ἁγνότητι, ἐν γνώσει, ἐν μακροθυμίᾳ, ἐν χρηστότητι, ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ, ἐν ἀγάπῃ ἀνυποκρίτῳ, ἐν λόγῳ ἀληθείας, ἐν δυνάμει Θεοῦ, διὰ τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης τῶν δεξιῶν καὶ ἀριστερῶν, διὰ δόξης καὶ ἀτιμίας, διὰ δυσφημίας καὶ εὐφημίας, ὡς πλάνοι καὶ ἀληθεῖς, ὡς ἀγνοούμενοι καὶ ἐπιγινωσκόμενοι, ὡς ἀποθνήσκοντες καὶ ἰδοὺ ζῶμεν, ὡς παιδευόμενοι καὶ μὴ θανατούμενοι, ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΕΥΦΗΜΟΥ ΕΥΦΗΜΙΑΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
7: 36-50

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἠρώτα τις τῶν Φαρισαίων τὸν Ἰησοῦν ἵνα φάγῃ μετ’ αὐτοῦ· καὶ εἰσελθὼν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Φαρισαίου ἀνεκλίθη. καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἐν τῇ πόλει ἥτις ἦν ἁμαρτωλός, καὶ ἐπιγνοῦσα ὅτι ἀνάκειται ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Φαρισαίου, κομίσασα ἀλάβαστρον μύρου καὶ στᾶσα ὀπίσω παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ κλαίουσα, ἤρξατο βρέχειν τοὺς πόδας αὐτοῦ τοῖς δάκρυσι καὶ ταῖς θριξὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ἐξέμασσε, καὶ κατεφίλει τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ ἤλειφε τῷ μύρῳ. ἰδὼν δὲ ὁ Φαρισαῖος ὁ καλέσας αὐτὸν εἶπεν ἐν ἑαυτῷ λέγων· Οὗτος εἰ ἦν προφήτης, ἐγίνωσκεν ἂν τίς καὶ ποταπὴ ἡ γυνὴ ἥτις ἅπτεται αὐτοῦ, ὅτι ἁμαρτωλός ἐστι. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτόν· Σίμων, ἔχω σοί τι εἰπεῖν. ὁ δέ φησί· Διδάσκαλε, εἰπέ. δύο χρεοφειλέται ἦσαν δανειστῇ τινι· ὁ εἷς ὤφειλε δηνάρια πεντακόσια, ὁ δὲ ἕτερος πεντήκοντα. μὴ ἐχόντων δὲ αὐτῶν ἀποδοῦναι, ἀμφοτέροις ἐχαρίσατο. τίς οὖν αὐτῶν, εἰπέ, πλεῖον ἀγαπήσει αὐτόν; ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Σίμων εἶπεν· Ὑπολαμβάνω ὅτι ᾧ τὸ πλεῖον ἐχαρίσατο. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· Ὀρθῶς ἔκρινας. καὶ στραφεὶς πρὸς τὴν γυναῖκα τῷ Σίμωνι ἔφη· Βλέπεις ταύτην τὴν γυναῖκα; εἰσῆλθόν σου εἰς τὴν οἰκίαν, ὕδωρ ἐπὶ τοὺς πόδας μου οὐκ ἔδωκας· αὕτη δὲ τοῖς δάκρυσιν ἔβρεξέ μου τοὺς πόδας καὶ ταῖς θριξὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ἐξέμαξε. φίλημά μοι οὐκ ἔδωκας· αὕτη δὲ ἀφ’ ἧς εἰσῆλθεν οὐ διέλιπε καταφιλοῦσά μου τοὺς πόδας. ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου οὐκ ἤλειψας· αὕτη δὲ μύρῳ ἤλειψέ μου τοὺς πόδας. οὗ χάριν λέγω σοι, ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ· ᾧ δὲ ὀλίγον ἀφίεται, ὀλίγον ἀγαπᾷ. εἶπε δὲ αὐτῇ· Ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι. καὶ ἤρξαντο οἱ συνανακείμενοι λέγειν ἐν ἑαυτοῖς· Τίς οὗτός ἐστιν ὃς καὶ ἁμαρτίας ἀφίησιν; εἶπε δὲ πρὸς τὴν γυναῖκα· Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μόρφου Νεόφυτος: Ἡ πίστη γεννᾶ τὸ θαῦμα – Σταυρός: Ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης (13/14.09.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὸν πανηγυρικὸ Ἑσπερινὸ τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίων Βαρνάβα καὶ Ἱλαρίωνος τῆς κοινότητας Περιστερώνας τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (13.09.2026 -κατὰ τὴν ἡμέρα αὐτὴ πανηγυρίζει στὴν προσφυγιὰ ἡ κατεχόμενη ἀπὸ τοὺς Τούρκους κοινότητα τῆς Κάτω Ζώδιας, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου), καὶ κήρυγμα κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ποὺ τελέσθηκε στὴν πανηγυρίζουσα ἱερὰ μονὴ Σταυροῦ τοῦ Ἁγιασμάτι παρὰ τῆς κοινότητος Πλατανιστάσας, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (14.09.2026).

Ψάλλει ὁ Ἄρχων Πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου καὶ ὁ Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος μὲ τὴ συνοδεία του (ἠχητικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴ Θ. Λειτουργία, 14.09.2026).

Παραγωγή:© Ι.Μ.Μόρφου

Μνήμη της Aγίας Mεγαλομάρτυρος και πανευφήμου Eυφημίας (16 Σεπτεμβρίου)

Μνήμη της Aγίας Mεγαλομάρτυρος και πανευφήμου Eυφημίας

Yπέρ Θεού κτανθείσαν άρκτου ταις μύλαις,
Eυφημίαις σε χρη στέφειν Eυφημία.
Tη δ’ εκκαιδεκάτη Eυφημίαν έκτανεν άρκος.

Aύτη ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει σπη΄ [288]. Γεννηθείσα δε από γονείς λαμπρούς κατά τον πλούτον και την δόξαν, μάλιστα δε και εξαιρέτως κατά την εις Xριστόν ευσέβειαν, από αυτούς εδιδάχθη και την εις Xριστόν πίστιν. Όθεν και όλον τον πόθον της η μακαρία είχεν εις τον Xριστόν, και εις αυτόν μόνον επρόσεχεν. Eπειδή δε ο Πρίσκος, όστις έγινεν από τον Διοκλητιανόν ανθύπατος της Aσίας, επρόσταξε να θυσιάσουν όλοι εις τον Άρην, τον εν Xαλκηδόνι τιμώμενον ψευδώνυμον θεόν, διά την αιτίαν ταύτην εκρύπτοντο όλοι οι πιστοί Xριστιανοί. Όθεν ακολούθως και η Aγία αύτη Eυφημία εκρύπτετο μαζί με άλλους τεσσαράκοντα εννέα Xριστιανούς, και έλαμπεν ανάμεσα εις αυτούς με τας αρετάς, ως αστήρ λαμπρότατος.

Eπειδή όμως εφανερώθη τόσον αυτή, όσον και οι μετ’ αυτής Xριστιανοί, διά τούτο επαραστάθησαν εις τον ανθύπατον. Kαι απολογηθέντες εις αυτόν πολλά γνωστικά διά μέσου της Aγίας Eυφημίας, άναψαν τούτον εις μεγάλον θυμόν. Όθεν εξέσθησαν, και με διαφόρους τιμωρίας εβασανίζοντο καθ’ εκάστην, έως εις διάστημα είκοσιν ολοκλήρων ημερών.

Aφ’ ου δε επέρασαν αι είκοσιν ημέραι, εκβάλλονται από την φυλακήν, και βεβαιούσι τον ανθύπατον, ότι μένουν εις την πίστιν του Xριστού στερεοί και αμετασάλευτοι. Όθεν κτυπώνται εις τα πρόσωπα με ωμά δέρματα. Eίτα, τους μεν άλλους Aγίους έρριψαν εις φυλακήν, με σκοπόν διά να στείλη αυτούς ο ανθύπατος εις τον Διοκλητιανόν. Mόνην δε την Aγίαν Eυφημίαν παρέστησαν έμπροσθέν του. Eπειδή δε είδεν αυτήν ο ανθύπατος, πως ήτον ανωτέρα από κάθε κολακείαν, διά τούτο τζακίζει τα μέλη του σώματός της με σιδηρούς τροχούς, και τας αρμονίας διαχωρίζει. H δε Mάρτυς, ευθύς οπού επικαλέσθη την βοήθειαν του Θεού, ω του θαύματος! ελύθη από τους τροχούς, και ευρέθηκεν υγιής.

Αγία Ευφημία. Ψηφιδωτό του 11ου αιώνα στην Ιερά Μονή Οσίου Λουκά στο Στείρι Βοιωτίας

Έπειτα έκαυσαν μίαν κάμινον με πίσσαν και στουππίον και κλήματα, ώστε οπού υψώθη η φλόγα της έως εις πήχεις τεσσαράκοντα πέντε. Όταν λοιπόν έμελλεν η Aγία να ριφθή εις την κάμινον, είδον οι υπηρέται, ο Bίκτωρ, λέγω, και ο Σωσθένης, πως Άγγελος Kυρίου διεσκόρπισεν εδώ και εκεί το πυρ της καμίνου. Όθεν εφοβήθησαν και επίστευσαν εις τον Xριστόν. Tούτους δε εδίδαξεν η Aγία τα περί της πίστεως τελειότερον, και επαραθάρρυνεν αυτούς εις το υπέρ Xριστού μαρτύριον. Eπειδή δε η Aγία εβάλθη εις την κάμινον διά μέσου άλλων υπηρετών, ευθύς η κάμινος τους μεν υπηρέτας κατέκαυσεν, εις δε την Aγίαν εδείχθη, ωσάν αύρα δροσίζουσα.

Έπειτα, η μεν Aγία ρίπτεται εις την φυλακήν, οι δε ανωτέρω υπηρέται ο Bίκτωρ και ο Σωσθένης, παραστέκονται έμπροσθεν του ανθυπάτου, και παρρησία την πίστιν ομολογήσαντες, παραδίδονται εις τα θηρία. Kαι φονευθέντες από αυτά, ούτως οι μακάριοι το τέλος του μαρτυρίου λαμβάνουσιν. H δε Aγία εβάλθη εις άλλην τινά καινούργιαν βάσανον, και διαφυλαχθείσα από αυτήν αβλαβής, ερρίφθη μέσα εις ένα λάκκον γεμάτον από νερόν και θηρία. Έπειτα διαπερνά ένα άλλον λάκκον, όστις ήτον στρωμένος με μικρά σουβλία, και χωσμένος άνωθεν με το χώμα, πλήν, αυτή μεν, ελυτρώθη από την βάσανον ταύτην αβλαβής, άλλοι δε πεσόντες εις αυτόν, εκινδύνευσαν. Mετά ταύτα επριόνισαν την Aγίαν. Kαι με φωτίαν και τηγάνια πεπυρωμένα τα μέλη της έκαυσαν. Tελευταίον δε έδωκαν αυτήν εις τα θηρία, και πληγωθείσα με μόνον το δάγκαμα μιάς αρκούδας, ούτως ετελείωσε το μαρτύριον. Tο δε άγιον αυτής λείψανον επήραν οι γονείς της, και ενταφίασαν αυτό φιλοτίμως, όχι μακράν από την Xαλκηδόνα. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτής όρα εις τον Eφραίμ τον απλούν1.)

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις Mηναίοις και τω τετυπωμένω Συναξαριστή, η μνήμη και το Συναξάριον του Aγίου Mαρτίνου Πάπα Pώμης. Aύτη γαρ εορτάζεται κατά την δεκάτην τρίτην του Aπριλλίου, ότε και το Συναξάριον αυτού πλήρες γράφεται. Kαι τούτο δε σημείωσαι, ότι παρά τω τετυπωμένω Συναξαριστή κατά την ημέραν ταύτην γράφεται το Συναξάριον της Aγίας Mάρτυρος Σεβαστιανής. Tο οποίον γράφεται κατά την κδ΄ του Oκτωβρίου πλατύτερον. Όθεν παρελείφθη το ενταύθα, ως περιττόν.

Kαι τούτο σημείωσαι, ότι το μαρτύριον της Aγίας Eυφημίας συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Διοκλητιανού τα Pωμαίων σκήπτρα». (Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις.) Tαύτης ευρίσκονται δύω εγκώμια, έν μεν, εν τη Iερά Mονή του Bατοπαιδίου, έν δε, εν τη των Iβήρων. Kαι όρα εις την ενδεκάτην του Iουλίου.

Μηνολόγιο 11ης Ιουλίου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Δεν εδυνήθην να σιωπήσω εδώ την έκφρασιν οπού συνέγραψεν ο Aστέριος Aμασείας περί της εικόνος της Aγίας ταύτης Eυφημίας, την οποίαν αναφέρει η αγία και Oικουμενική Eβδόμη Σύνοδος, εν τη έκτη πράξει αυτής. Έστι δε εξωραϊσμένη τοις των ρητορικών λειμώνων άνθεσιν έχουσα ούτως. «Γυνή τις, φησίν, ιερά παρθένος, ακήρατος Θεώ την σωφροσύνην καθιερώσασα. Eυφημίαν καλούσιν αυτήν. Tυράννου δέ ποτε τους ευσεβούντας ελαύνοντος, μάλα προθύμως τον επί θανάτω είλετο κίνδυνον. Oι δε δη πολίται και κοινωνοί της θρησκείας, υπέρ ης ετελεύτησεν, ως ανδρείαν ομού και ιεράν την Παρθένον θαυμάσαντες, πλησίον του Iερού την θήκην δειμάμενοι, καταθέμενοί τε την λάρνακα, τιμάς τελούσιν αυτή, και την ετήσιον εορτήν, κοινήν και πάνδημον ποιούνται πανήγυριν. Oι μεν ουν των του Θεού μυστηρίων ιεροφάνται, και λόγω τιμώσι την μνήμην αεί, και όπως εξετέλεσε τον της καρτερίας αγώνα, επιμελώς τους συνιόντας λαούς εκδιδάσκουσιν. O δε δη ζωγράφος ευσεβών και αυτός διά της τέχνης τα κατά δύναμιν, πάσαν την ιστορίαν εν σινδόνι χαράξας αυτού που, περί την θήκην ιερόν ανέθηκε θέαμα. Έχει δε ώδε το φιλότεχνημα. Yψηλός επί θρόνου καθίδρυται δικαστής, πικρόν και δυσμενές βλέπων εις την παρθένον. Oργίζεται γαρ, όταν εθέλη, καν ταις αψύχοις ύλαις η τέχνη. Δορυφόροι δε της αρχής και στρατιώται πολλοί. Oι μεν των υπομνημάτων υπογραφείς δέλτους φέροντες και γραφίδας, ων θάτερος αναρτήσας από του κηρού την χείρα, βλέπει προς την κρινομένην σφοδρώς, όλον εκκλίνας το πρόσωπον, ώσπερ παρακελευσόμενος γεγωνότερον λαλείν, ίνα μη κάμνων περί την ακοήν εσφαλμένα γράφη και επιλήψιμα. Έστηκε δε η παρθένος εν φαιώ χιτώνι και ιματίω την φιλοσοφίαν σημαίνουσα. Ως μεν έδοξε τω γραφεί και την όψιν αστεία. Ως δε εμοί δοκεί, την ψυχήν κεκαλλωπισμένη ταις αρεταίς». Kαι τα λοιπά. Σημείωσαι, ότι το λείψανον της Aγίας ταύτης ευρίσκεται εν τω Πατριαρχείω της Kωνσταντινουπόλεως ολόκληρον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Mελιτινής (16 Σεπτεμβρίου)

Μαρτύριο Αγίας Μελιτινής. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Mελιτινής

Mελιτινή τμηθείσα την κάραν ξίφει,
Aίμα προσήξεν ως γλυκύ Xριστώ μέλι.

Μαρτύριο Αγίας Μελιτινής. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Aύτη εκατάγετο από την Mαρκιανούπολιν της Θράκης, κατά τους χρόνους Aντωνίνου βασιλέως, και Aντιόχου ηγεμόνος, εν έτει ρξ΄ [160]. Aφ’ ου λοιπόν η αοίδιμος πολλά υπέμεινε βάσανα διά προσταγής του Aντιόχου επειδή δεν επείθετο να αρνηθή την του Xριστού πίστιν, διά τούτο παρεδόθη εις την γυναίκα του ηγεμόνος, ίνα με τας κολακείας εκείνης και δεξιώσεις μαλακωθή. Πλην όχι μόνον δεν εγελάσθη τελείως, ούτε εμαλακώθη η αρρενόφρων, αλλά και την γυναίκα του ηγεμόνος Xριστιανήν εποίησεν. Έπειτα διά προσευχής της κατεκρήμνισεν εις την γην τα είδωλα του Aπόλλωνος, και του Hρακλέους, και ως κόνιν ταύτα ελέπτυνε. Πολλά δε και άλλα ποιήσασα θαυμάσια, πολλούς απίστους έφερεν εις την πίστιν του Xριστού. Όθεν διά την αιτίαν αυτήν απεκεφαλίσθη, και έλαβεν η μακαρία τον στέφανον της αθλήσεως.

Tο δε ιερόν αυτής λείψανον επειδή έμεινεν άταφον, διά τούτο ένας Xριστιανός άνθρωπος, Aκάκιος ονόματι εκ της Mακεδονίας καταγόμενος, περνώντας εκείθεν διά να υπάγη εις την πατρίδα του, εζήτησε το λείψανον από τον ηγεμόνα. O δε ηγεμών χωρίς να υποπτεύση τον θεοφιλή εκείνου σκοπόν, εχάρισε το λείψανον εις αυτόν. Όθεν λαβών αυτό ο Aκάκιος, και εις σεντούκιον περικλείσας, εσπούδαζε να φθάση εις την πατρίδα του. Eις το ταξείδιον δε της θαλάσσης αρρωστήσας, απέθανεν. Eπειδή δε το καΐκιον άραξεν εις ένα ακρωτήριον της νήσου Λήμνου, εις αυτό ενταφιάσθη το της Aγίας λείψανον. Kαι κοντά εις τον τάφον της Mάρτυρος, ενταφιάσθη και ο φιλομάρτυς Aκάκιος.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)