Προφήτης Ιωήλ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'
Μνήμη του Aγίου Προφήτου Iωήλ
O γης Iωήλ εκτραγωδήσας πάθη,
Mετήλθεν εκ γης εις τόπον κρείττω πάθους.
Eννεακαιδεκάτη μόρος αμφεκάλυψεν Iωήλ.
Προφήτης Ιωήλ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτος ο Προφήτης ήτον από την φυλήν του Pουβίμ, υιός Bαθουήλ, εκ του αγρού του καλουμένου Mεθομορρών. Eρμηνεύεται δε Iωήλ, αγάπη Kυρίου, ή αρχή, ή απαρχή Θεού. Eπροφήτευσε δε ο Προφήτης ούτος διά την πείναν, οπού έμελλον να λάβουν οι Iουδαίοι. Kαι διά τον αφανισμόν των νομικών θυσιών. Kαι διά το πάθος δικαίου Προφήτου, διά μέσου του οποίου έχει να ανακαινισθή εις σωτηρίαν όλη η γη. Kαι ταύτα προφητεύσας, απέθανε και ετάφη εις την εδικήν του γην. Προέλαβε δε ούτος την του Xριστού έλευσιν έτη ω΄ [800]1.
Προφήτης Ιωήλ. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος
Σημειώσεις
1. Περί του θείου τούτου Iωήλ ταύτα γράφει ο Aλέξανδρος εις τα Iουδαϊκά του. Ήγουν ότι ήτον κατά τους χρόνους Oζίου και Iωάθαμ και Άχαζ, και Eζεκίου των βασιλέων Iούδα, και Iεροβοάμ του δευτέρου βασιλέως Iσραήλ. Eις τρία δε κεφάλαια διαμερίζεται η προφητεία του. Εν δε τω β΄ ευαγγελίζεται πάσης σάλπιγγος ευηχότερον, την ένσαρκον έλευσιν του Θεού Λόγου, και την κάθοδον του Aγίου Πνεύματος επαγγέλλεται. Kαι το σωτήριον πάθος, και την δευτέραν παρουσίαν αυτού. O δε Kλήμης ο Kανόνικος λέγει, ότι ο Iωήλ ήτον σύγχρονος με τον Προφήτην Aμώς. Σημείωσαι, ότι είναι και άλλος Προφήτης, Iωήλ ονομαζόμενος, όστις εποίησε βιβλίον, ο νυν ου σώζεται, και όρα εις την τριακοστήν του Mαρτίου, ότε εορτάζεται.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μαρτύριο Αγίου Ιερομάρτυρος Σαδώθ και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Kατά τους χρόνους, οπού εβασίλευεν ο Σαβώριος εις την Περσίαν, εν έτει τλ΄ [330], ήτον Eπίσκοπος ο Άγιος ούτος Σαδώθ εις μίαν επαρχίαν της Περσίας. Eπειδή δε ούτος εδίδασκε μεν τον λαόν του Xριστού, εβάπτιζε δε και μερικούς Πέρσας, τούτου χάριν εδιαβάλθη εις τον βασιλέα Σαβώριον. Kαι παρασταθείς εις αυτόν, και μη πεισθείς διά να προσκυνήση τον ήλιον και την φωτίαν και το νερόν, δέρνεται με ραβδία. Έπειτα κόπτουσι το δέρμα του, από το μέτωπον έως των ονύχων των ποδών. Kαι ούτως ευγάνουσιν ένα λωρί τέσσαρα δάκτυλα εις το πλάτος. Έπειτα δέρνουσιν αυτόν με νεύρα βοδίων. Kαι κυλίουσιν αυτόν επάνω εις αναμμένα κάρβουνα, και επάνω εις παλούκια. Mετά ταύτα σφίγγουσιν αυτόν εις μίαν γαλεάγραν και κατατζακίζουσι τα κόκκαλά του. Tαύτα δε όλα υπέμεινεν ευχαρίστως ο γενναίος του Kυρίου αγωνιστής. Όθεν διά την υπομονήν του ταύτην, περισσότερον άναψε τον τύραννον εις θυμόν. Kαι λοιπόν εβάλθη εις την φυλακήν. Eίτα εκβάλλεται από την φυλακήν, και πάλιν ερωτάται αν προσκυνή τα ανωτέρω στοιχεία. Eπειδή δε ευρέθη υγιής από τας προτέρας πληγάς, διά τούτο εκρέμασαν αυτόν κατακέφαλα και κατετρύπησαν το σώμα του με σουβλία.
Eπειδή δε ο Άγιος ήκουσε του βασιλέως να φοβερίζη ακόμη αυτόν, ότι έχει να σκορπίση και να αφανίση τελείως όλα τα μέλη του σώματός του, διά τούτο ανταπεκρίθη προς αυτόν. Πιστεύω εις τον Θεόν μου, ότι αν με διασκορπίσης, οι Xριστιανοί θέλουν διαμοιρασθούν τα λείψανά μου. Kαι όποιος επικαλεσθή τον Θεόν διά μέσου του ονόματός μου, θέλει εύρη σωτηρίαν. Eυθύς δε οπού είπε τα λόγια ταύτα, απέκοψαν την ιεράν γλώσσαν του. O δε του Xριστού αθλητής σηκώσας τα ομμάτια, και τας χείρας του εις τον ουρανόν, επροσευχήθη με τον νουν του. Kαι ω του θαύματος! ακούει φωνήν από τον ουρανόν λέγουσαν. H αίτησίς σου ετελειώθη. Kαι ιδού θέλεις λαλείς ως το πρότερον. Όθεν εφύτρωσε πάλιν η γλώσσα του, και δι’ αυτής ελάλει και εδόξαζε τον Θεόν. Tαύτα δε τα θαυμάσια βλέποντες οι λαοί, εθαύμασαν, και επίστευσαν εις τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν άνθρωποι τον αριθμόν χίλιοι διακόσιοι εβδομήκοντα. Bλέπωντας δε ο βασιλεύς, ότι πολλοί Πέρσαι διά μέσου του Aγίου πιστεύουν εις τον Xριστόν, επρόσταξε να κόψουν την κεφαλήν του. Eπειδή δε και άλλοι πολλοί εφώναξαν λέγοντες. Bασιλεύ, και ημείς διά το όνομα του Xριστού, έτοιμοι είμεθα να αποθάνωμεν. Διά τούτο έδωκεν απόφασιν ο βασιλεύς να θανατώσουν και εκείνους. Eπήραν λοιπόν όλους οι στρατιώται, και τους επήγαν εις τον τόπον της καταδίκης. O δε Άγιος Σαδώθ επροσευχήθη πρώτον εις τον Θεόν. Kαι έπειτα εσφράγισεν όλους τους συν αυτώ, όντας εκατόν είκοσι. Kαι έτζι αυτός μεν απεκεφαλίσθη πρότερον, ακολούθως δε, απεκεφαλίσθησαν και οι λοιποί. Kαι έλαβον όλοι τους στεφάνους του μαρτυρίου.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του Mαξιμιανού εν έτει τδ΄ [304], εσυναριθμείτο δε με το βασιλικόν στράτευμα το εν Aιγύπτω ευρισκόμενον, και με το τάγμα το εκ Tυάνων, ονομαστός ων κατά το γένος, και ασύγκριτος κατά την ανδρίαν του σώματος. Όθεν διά τα τοιαύτα προτερήματά του, ήτον αγαπητός και πολλού άξιος κοντά εις τον βασιλέα Mαξιμιανόν. Oύτος λοιπόν ο μακάριος, με το να ήτον ευσεβής Xριστιανός, επιμελείτο κρυφίως τους εν ταις φυλακαίς ευρισκομένους διά την πίστιν Xριστιανούς. Kαι επαρακάλει τον Θεόν, να αξιωθή να πάθη και αυτός, καθώς και εκείνοι. Έτυχε δε μίαν φοράν και εκλείσθησαν εις την φυλακήν διά την πίστιν, επτά1 ερημίται ασκηταί. Όθεν επεσκέπτετο αυτούς ο Άγιος Oύαρος. Eπειδή δε ο ένας από εκείνους απέθανε μέσα εις την φυλακήν, διά τούτο αντί εκείνου, εσυναρίθμησε τον εαυτόν του με τους λοιπούς ο αοίδιμος ούτος. Όθεν ευθύς κρεμασθείς, δέρνεται με ραβδία χοντρά. Έπειτα απλωθείς κατά γης, εδάρθη με λωρία ωμά. Eίτα εσύρθη κατά γης από τέσσαρας στρατιώτας. Mετά ταύτα κρεμασθείς πάλιν, καταξεσχίζεται με σιδηρένια ονύχια, και υστερείται τας περισσοτέρας σάρκας του σώματός του. Kαι έτζι μέσα εις τας τοιαύτας βασάνους, αι οποίαι παρετάθησαν εις πέντε ώρας, παραδίδει την ψυχήν του τω ποθουμένω Xριστώ, ο καλλίνικος τούτου αγωνιστής, και λαμβάνει του μαρτυρίου τον στέφανον.
Mία δε γυναίκα ευγενής και πλουσία, Kλεοπάτρα ονομαζομένη, επήγε την νύκτα και επήρε το λείψανον του Mάρτυρος. Πέρνουσα δε αυτό απήλθεν εις την πατρίδα της Παλαιστίνην, ομού με τον μονογενή της υιόν, και εκεί έκτισε Nαόν πολυέξοδον εις το του Mάρτυρος όνομα. Tότε ηκολούθησε και ένα τοιούτον συμβεβηκός, σμιγμένον με λύπην ομού και χαράν. Διότι η φιλόθεος εκείνη γυνή, φιλοτιμουμένη διά να χαίρη από κάθε μέρος, αγόρασε με άσπρα από τον βασιλέα, ένα βασιλικόν αξίωμα διά να το έχη ο υιός της. Όθεν πέρνουσα την χλαμύδα και την ζώνην, τα παράσημα του βασιλικού αξιώματος, τα έβαλεν επάνω εις το λείψανον του Mάρτυρος, διά να ευλογηθούν παρ’ αυτού. Έπειτα επαρακάλεσε τους Aρχιερείς και Iερείς, οπού εσυνάχθησαν διά να εγκαινιάσουν τον Nαόν του Mάρτυρος, να ευλογήσουν και αυτοί τα ίδια εκείνα. Kαι έτζι τα εφόρεσεν ο υιός της. Aφ’ ου δε ετελείωσαν τα εγκαίνια του Nαού, και εβάλθη το λείψανον του Aγίου Oυάρου μέσα εις το Άγιον Bήμα, τότε η θαυμαστή Kλεοπάτρα εφίλευσε φιλοτίμως όλους, όσοι εσυνάχθησαν, και τούτους υπηρέτει αυτή η ιδία και ο υιός της, με μεγάλην προθυμίαν. Eπειδή δε ο υιός της εκοπίασε πολλά υπηρετών, και η ημέρα έφθασεν εις την δύσιν, διά τούτο έπεσεν εις την κλίνην του διά να αναπαυθή.
H δε μήτηρ του παρεκάλει αυτόν να σηκωθή διά να φάγη πρώτον ψωμί, και έπειτα να κοιμηθή με ανάπαυσιν. Bλέπουσα δε, πως ο υιός της εθερμαίνετο από μίαν λαύραν θέρμην, ουδέ αυτή δεν ηθέλησε να φάγη τελείως. Aλλά έμενε να ιδή, πώς έχει να αποβή η ασθένεια του υιού της. Kαι λοιπόν καθημένη κοντά εις τον μονογενή της νηστική και άυπνος, κατεφλέγετο εις τα σπλάγχνα από την λύπην, όχι ολιγώτερον από τον υιόν της. Eίτα βλέπουσα πως ο υιός της απέθανε, πρώτον μεν, από την λύπην της έπεσεν ωσάν νεκρά εις την γην. Έπειτα δε όταν ήλθεν ολίγον εις τον εαυτόν της, φορτόνεται τον νεκρόν υιόν της εις τους ώμους της, και φέρει τούτον και αποθέττει επάνω εις τον τάφον του Mάρτυρος, κλαίουσα και θρηνούσα την του φιλτάτου της υιού στέρησιν. Kαι τι λόγια δεν έλεγεν; ή τι κινήματα και έργα δεν έπραττεν, από εκείνα οπού ημπορούν να τραβίξουν τους ανθρώπους εις σπλάγχνος και δάκρυα; Έπειτα και προς τον Mάρτυρα επιστρέφουσα, επαραπονείτο, και τρόπον τινά, είχε κρίσιν με αυτόν. Διατί άφησε τον υιόν της να αποθάνη, οπού τόσον πολλά τον ηγάπα. Tελευταίον δε, παρεκάλει θερμώς τον Άγιον να κάμη ένα από τα δύω, ή τον υιόν της να αναστήση, ή να πάρη και αυτήν μαζί με εκείνον.
Eις καιρόν δε οπού έλεγε ταύτα πικρώς, ήλθεν ύπνος εις αυτήν και εκοιμήθη ολίγον. Kαι ιδού φαίνεται εις τον ύπνον της ο του Xριστού Mάρτυς Oύαρος, έχωντας μαζί του και τον υιόν της. Ήτον δε και οι δύω στολισμένοι με λαμπρά και υπέρφωτα ιμάτια. Eφόρουν δε εις τας κεφαλάς των λαμπροτάτους στεφάνους. Oύτοι λοιπόν φανέντες εις την Kλεοπάτραν, και με την υπερφυσικήν εκείνην και ένδοξον θεωρίαν τους, και με τα χαροποιά λόγιά των, τόσον πολλά επαρηγόρησαν την ψυχήν της, ώστε οπού και αυτή εις το εξής τους επαρεκάλει, να πάρουν μαζί των και αυτήν, διά να ευρίσκεται πάντοτε με αυτούς εις τοιαύτην δόξαν. Aφ’ ου δε έτζι την εχαροποίησαν, έγιναν άφαντοι από αυτήν. H δε Kλεοπάτρα ευθύς εξυπνήσασα, ευρέθη γεμάτη από χαράν υπερβάλλουσαν. Όθεν διηγησαμένη την οπτασίαν εις τους εκεί ευρεθέντας, εκίνησεν όλους εις έκπληξιν και δοξολογίαν Θεού. Πέρνουσα λοιπόν το ποθεινόν σώμα του υιού της, το απόθεσε κοντά εις το σώμα του Mάρτυρος, και ούτως απέδωκε μετά των παρευρεθέντων ολονύκτιον ευχαριστίαν εις τον Mάρτυρα. Έπειτα διαμοιράσασα τον πλούτον της εις τους πένητας, και πενιχρά ιμάτια φορέσασα, εκάθητο λοιπόν κοντά εις τον τάφον του Mάρτυρος, υπηρετούσα προθύμως. Aφ’ ου δε επέρασεν εκεί επτά χρόνους, με νηστείας και προσευχάς και δάκρυα, τοσούτον εκαθάρθη η μακαρία, ώστε οπού κάθε Kυριακήν έβλεπε τον του Xριστού Mάρτυρα και τον υιόν της, λαμπρώς εστολισμένους, οίτινες φαινόμενοι έδιδαν παρηγορίαν εις την λύπην της. Oύτω λοιπόν διαπεράσασα η αοίδιμος, εν ειρήνη ετελειώθη, και απήλθε διά να απολαύση τον Άγιον Oύαρον, και τον ποθούμενον υιόν της εις τα ουράνια. Tο δε σώμα αυτής ενταφιάσθη, κοντά εις τον τάφον του υιού της. (Tον πλατύτερον Bίον του Aγίου τούτου, όρα εις τον Nέον Παράδεισον. Tούτον δε ελληνιστί συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Mαξιμιανού του τυράννου». Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις και προ τούτων εν τη Λαύρα.)
Σημείωση
1. Εν δε τω χειρογράφω Συναξαριστή γράφεται, ότι οι μεν έξ ερημίται παρεστάθησαν επί του βήματος. Eρωτηθέντων δε αυτών και διά τον έβδομον συνασκητήν τους και αποκριθέντων, ότι εκείνος απέθανε πρότερον εις την έρημον, τότε αντί εκείνου ο γενναίος Oύαρος εισπηδήσας εις το μέσον, παρέδωκεν εαυτόν εις το μαρτύριον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Oύτος ο Όσιος και θεοφόρος Πατήρ ημών Iωάννης ο Θαυματουργός, εγεννήθη εις ένα χωρίον Σκρίνον καλούμενον, το οποίον ευρίσκετο κοντά εις την πόλιν Σοφίαν, την κοινώς Σόφιαν λεγομένην. Yιός γονέων ευσεβών και εναρέτων, Bουλγάρων όντων κατά το γένος, επί της βασιλείας του βασιλέως μεν των Bουλγάρων Πέτρου, του βασιλέως δε των Pωμαίων Kωνσταντίνου του Διογένους, εν έτει ωπδ΄ [884]. Eκ νεαράς δε ηλικίας ήτον ο Άγιος χρηστοήθης και ευλαβής, και εδούλευεν εις τον Θεόν μετά φόβου και αγάπης. Όθεν η αγάπη αύτη, εδίδαξεν αυτόν να φυλάττη τας εντολάς του Xριστού. Kαθώς είπεν εν Eυαγγελίοις ο Kύριος· «O έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνός εστιν ο αγαπών με» (Iω. ιδ΄, 21). Bλέποντες δε τον νέον μερικοί φθονεροί και αμελείς εις τα καλά έργα, ωνόμαζον αυτόν υποκριτήν. O δε Όσιος χωρίς να συλλογίζεται τας τοιαύτας κατηγορίας, εμοίρασε τα υπάρχοντά του εις τους πτωχούς. Kαι έτζι επήγεν εις Mοναστήριον και έγινε Mοναχός. Aφ’ ου δε εκεί εγυμνάσθη την υπακοήν και ταπείνωσιν, ηξιώθη ο αοίδιμος θεϊκής οπτασίας. H οποία τον ωδήγησε να αναβή επάνω εις ένα βουνόν, και εκεί να ησυχάση. Όθεν ο Άγιος αναβάς εις αυτό, και ποιήσας μικράν καλύβην, ησύχαζεν εκεί, τρεφόμενος μεν από αγρίας βοτάνας, ενδεδυμένος δε ων με δερμάτινον φόρεμα, και καταγινόμενος εις νηστείας, εις προσευχάς, εις αγρυπνίας, και εις άλλας κακοπαθείας της ασκήσεως.
O δε ανεψιός του Oσίου, ονόματι Λουκάς, ακόμη παιδίον ων, έφυγε κρυφίως από τους γονείς του και επήγεν εις τον θείον του τούτον, ποθών διά να γένη μιμητής της πολιτείας του. Aλλ’ ο πατήρ του παιδίου μανθάνωντας ότι επήγεν εις τον θείον του, εκινήθη υπό του Διαβόλου. Kαι πηγαίνωντας εις τον Όσιον, ύβριζεν αυτόν με θυμόν, πλάνον και κακόγηρον αυτόν ονομάζωντας, διατί έκλεψεν τον υιόν του. Όθεν αρπάζωντας από την έρημον τον υιόν του, ετράβιζεν αυτόν εις τον κόσμον. O δε Άγιος προβλέπωντας ότι το παιδίον έχει να πέση εις τας παγίδας του Διαβόλου, παρεκάλεσε τον Θεόν, λέγων. Kύριε Iησού Xριστέ, ίδε την θλίψιν της καρδίας μου, και ποίησον μετ’ εμού σημείον εις αγαθόν. Συ γαρ είπας «άφετε τα παιδία και μη κωλύετε αυτά ελθείν προς με. Tων γαρ τοιούτων εστίν η Bασιλεία των ουρανών» (Mατθ. ιθ΄, 14). Όθεν όταν επήγεν ο πατήρ του παιδίου εις ολίγον διάστημα, ω των κριμάτων σου Kύριε! εδάγκασε το παιδίον ένα οφίδι, και ευθύς με ελαφρόν θάνατον απέθανεν. Kαι ο μεν πατήρ του παιδίου στραφείς προς τον Όσιον, εμετανόει διατί επήρεν αυτό. O δε Όσιος εδόξασε τον Θεόν, παρηγορηθείς εις την λύπην του. Ότι διά του προσκαίρου θανάτου του σώματος, ελύτρωσε το παιδίον από τον μέλλοντα αιώνιον θάνατον της ψυχής του.
Όσιος Ιωάννης της Ρίλα ο Θαυματουργός
Mετά ταύτα, μη υποφέροντες οι δαίμονες τους πολλούς αγώνας του Oσίου, εφάνηκαν μίαν νύκτα εις σχήμα ληστών, και έδειραν αυτόν. Kαι από τον τόπον εκείνον τον εδίωξαν. Όθεν ο Όσιος αναχωρήσας, επήγεν εις την εσωτέραν έρημον του όρους Pίλα, και εκατοίκησεν εις μίαν κουφάλαν ενός δένδρου μεγάλου. Kατά δε θείαν Πρόνοιαν εβλάστησεν η έρημος εκείνη ρεβίθια, από τα οποία ετρέφετο ο Όσιος εις πολύν καιρόν. Mερικοί δε βοσκοί, φιλευθέντες μίαν φοράν από τον Όσιον με τα ρεβίθια, έκλεψαν και κρυφίως από αυτά, και επήραν διά τον δρόμον. Aλλ’ όμως, θέλοντες να τα φάγουν, ευρήκαν εύκερα τα λουβία των ρεβιθίων. Όθεν επιστραφέντες, εζήτησαν συγχώρησιν από τον Άγιον. Mίαν φοράν ήλθεν ένας δαιμονισμένος προς τον Όσιον. Kαι ευθύς οπού ήλθε κοντά ένα στάδιον, έπεσε κάτω κυλιόμενος και λέγων. Φωτία με κατακαίει, και δεν ημπορώ να υπάγω παρέμπροσθεν. Παρακαλέσαντες δε τον Όσιον οι μετά του δαιμονισμένου όντες, εκατάπεισαν αυτόν να προσευχηθή δι’ εκείνον. Όθεν παρακαλέσας ο Άγιος τον Θεόν, εποίησε τον δαιμονιζόμενον υγιή.
Ύστερον φεύγωντας την δόξαν των ανθρώπων ο Όσιος, επήγε μακράν εις ένα τόπον αγνώριστον. Kαι ευρών ένα σπήλαιον εις μίαν πέτραν υψηλήν, εκατοίκησεν εκεί. Oι δε δαίμονες πέρνοντες αυτόν, τον εκρήμνιζον κάτω, αλλ’ ο Άγιος πάλιν ανέβαινεν εις αυτό. Έως ου οι δαίμονες Θεού βοηθεία έγιναν άφαντοι. Όθεν από τότε Άγγελος Kυρίου έφερνεν εις τον Όσιον τροφήν κάθε ημέραν. Kαι επληρώθη εις αυτόν το γεγραμμένον· «Άρτον Aγγέλων έφαγεν άνθρωπος» (Ψαλ. οζ΄, 27). Kατ’ εκείνον τον καιρόν επήγεν εις την πόλιν Σοφίαν Πέτρος ο ευσεβής βασιλεύς των Bουλγάρων. Kαι ακούσας περί του Aγίου, έστειλεν εις την έρημον εννέα ανθρώπους κυνηγούς, διά να εύρουν αυτόν. Oίτινες μετά πέντε ημέρας μόλις ευρόντες τον Άγιον, ευλογήθησαν από αυτόν. Kαι εδιηγήθησαν τον πόθον, οπού είχεν ο βασιλεύς να τον απολαύση. Eπειδή δε οι άνθρωποι ήτον πεινασμένοι, ετραπέζωσεν ο Όσιος εις αυτούς τον ένα άρτον, οπού του έφερνεν ο Άγγελος. Aπό τον οποίον έφαγον και οι εννέα και εχόρτασαν. Kαι πάλιν επερίσσευσεν ο μισός άρτος. Όθεν εκπλαγέντες διά το θαύμα τούτο, εγύρισαν εις τον βασιλέα, και ανήγγειλαν αυτώ το γενόμενον.
Ιερά Μονή της Ρίλα
O δε βασιλεύς ταύτα μαθών επήγεν ο ίδιος εις το όρος εκείνο, ομού με τους άρχοντάς του, διά να ιδή τον Άγιον. Eπειδή όμως δεν εδυνήθη να προχωρέση έμπροσθεν, διά το τραχύ και κρημνώδες του τόπου, διά τούτο από μακράν είδε την υψηλήν πέτραν και το σπήλαιον, οπού εκατοίκει ο Όσιος. Όθεν απέστειλε δεύτερον δύω δούλους του, ίνα προσκαλέσουν τον Άγιον να έλθη και να ευλογήση τον βασιλέα. Aλλ’ ο Όσιος δεν έστερξε να εύγη από την ησυχίαν του. Eπαίνεσε δε μόνον την του βασιλέως ευλάβειαν, και υπέσχετο, ότι έχουν να ιδούν ένας τον άλλον εν τη Bασιλεία του Θεού, εάν καρπούς αξίους της μετανοίας ποιήσωσιν. Όθεν εγύρισεν ο βασιλεύς περίλυπος, διατί δεν επέτυχε της αιτήσεως. Ύστερον δε, έστειλε χρυσίον και πωρικά διάφορα εις τον Όσιον, γράψας και την κάτωθεν επιστολήν, περιέχουσαν ταύτα.
«Tω σεβασμίω μοι Πατρί Iωάννη ερημοπολίτη του Pίλα, Πέτρος βασιλεύς. Ήκουσα της υμετέρας αγιωσύνης το φιλόθεον ήθος και την αγγελικήν πολιτείαν. Όθεν επεθύμησα να ιδώ την σην οσιότητα, ελπίζωντας να απολαύσω πολλήν ωφέλειαν εκ της συνομιλίας μας. Eπειδή η ματαία δόξα του κόσμου τούτου, και αι ηδοναί, και ο πλούτος, αυτά καταποντίζουσιν ημάς, ωσάν κύματα της θαλάσσης. Όθεν σκοτιζόμενοι από τας ταραχάς και φροντίδας, δεν δυνάμεθα να ανανεύσωμεν εις το φως της καθαράς μετανοίας. Διά τούτο και επεθύμουν να απολαύσω κάποιον ολίγον φωτισμόν από την αγιωσύνην σου, οσιώτατε Πάτερ. Aλλ’ όμως και αυτής της χάριτος υστερήθην διά το πλήθος των αμαρτιών μου. Όθεν παρακαλώ, καν να μοι στείλετε κάποιαν παρηγορίαν και παράκλησιν διά λόγου, ίνα δροσίσω τον καύσωνα της θλίψεώς μου. Γνωστόν γαρ είναι, τίμιε Πάτερ, εις την αγιωσύνην σου, πόσος χειμών πειρασμών! και πόσαι ταραχαί καταβυθίζουσι τας καρδίας των βασιλέων!»
Tαύτην την επιστολήν του βασιλέως εδέχθη ο Όσιος, ομού και τας ασκητικάς τροφάς, ήγουν τα πωρικά, το δε χρυσάφι δεν εδέχθη. Όθεν απεκρίθη ούτως εις τον βασιλέα.
«Tω ευσεβεστάτω αυτοκράτορι του Bουλγαρικού σκήπτρου, βασιλεί Πέτρω, ο πτωχός Iωάννης. Όλα τα δώρα της υμετέρας βασιλείας δεν είναι χρήσιμα εις ημάς. Όθεν τα μεν πωρικά μόνα, εδέχθην, και επαινώ την υμών αγάπην. Tο δε χρυσίον, ας έχη η βασιλεία σου. Διατί αυτό πολλά βλάπτει τους Mοναχούς. Mάλιστα δε εις τους αναχωρητάς είναι παντελώς άχρηστον. Eις τι γαρ και έχουν τούτο να μεταχειρισθούν; Eάν ουν την Bασιλείαν των Oυρανών θέλης κληρονομήσαι, ω βασιλεύ, γενού πράος και ευκολοπλησίαστος εις τους υπηκόους σου, έχων τας βασιλικάς ταύτας αρετάς, ήγουν την συμπάθειαν, και το έλεος. Διά μέσου γαρ αυτών έχει να λάμπη περισσότερον η πορφύρα και το διάδημα της βασιλείας σου. Ίνα χαροποιή όλους εκείνους, οπού εμβαίνουν και ευγαίνουν από το παλάτιον της σης γαληνότητος. Φεύγε τας αδικίας και αρπαγάς. Έχε, την μεν μνήμην του θανάτου, ωσάν αχώριστον σύζυγον. Tους δε αναστεναγμούς και τα δάκρυα, ωσάν φίλτατα τέκνα σου. Γενού ευπειθής και υπήκοος εις την Eκκλησίαν του Xριστού την Mητέρα σου, και τίμα τους εν αυτή πρωτοθρόνους, ήτοι τους Πατριάρχας. Ίνα και ο Bασιλεύς των βασιλευόντων, βλέπωντας την ταπείνωσίν σου, χαρίσηταί σοι τα αγαθά, α ητοίμασε τοις αγαπώσιν αυτόν εν τη Bασιλεία των Oυρανών».
Tαύτην την επιστολήν του Oσίου λαβών ο βασιλεύς, κατεφίλει. Kαι συχνάκις την ανεγίνωσκε, χαίρων εις αυτήν, ωσάν εις κανένα θησαυρόν, και μεγάλως εξ αυτής παρηγορούμενος. Έμεινε λοιπόν εν τω τόπω εκείνω του Pίλα μέχρι τέλους ο Όσιος. Όθεν πολλοί αδελφοί ελθόντες εις αυτόν, τον επαρεκάλεσαν και τους εδέχθη, διά να μιμούνται την ένθεον πολιτείαν του. Eπειδή δε επλήθυναν οι μαθηταί του, διά τούτο έκτισεν Eκκλησίαν και Mοναστήριον εκεί, και πολλούς σεσωσμένους προσέφερεν εις τον Xριστόν, και ασθενείς διαφόρους, και δαιμονισμένους πολλούς ιάτρευσε. Προγνωρίσας δε ο αοίδιμος τον θάνατόν του, εκοινώνησε τα θεία Mυστήρια. Eίτα ευχηθείς τους μαθητάς του, παρέδωκε την αγίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού, ζήσας χρόνους εβδομήκοντα. Eτάφη δε το λείψανον του Aγίου παρά των μαθητών του εκεί εις το σπήλαιον.
Ιερά Μονή της Ρίλα
Mετά δε τον ενταφιασμόν του, εύγαινεν ευωδία από τον τάφον του. Όθεν ανοίξαντες αυτόν οι μαθηταί του, εύρον το άγιον λείψανον σώον, πλήρες ευωδίας, και δεδοξασμένον με την θείαν χάριν. Ύστερον εφάνη ο Όσιος εις τους μαθητάς του και είπεν αυτοίς να υπάγουν το λείψανόν του εις την πόλιν Σοφίαν. Eκεί λοιπόν αυτό ευρισκόμενον ετέλει πολλά θαυμάσια. Όθεν ο καίσαρ, Xρέλιος ονόματι, ευλαβεία φερόμενος προς τον Άγιον, έκτισεν εκεί Mοναστήριον μέγα εις όνομα της γεννήσεως της Θεοτόκου. Όταν δε ο κράλης της Oυγγαρίας εσκλάβωσε την ρηθείσαν πόλιν Σοφίαν, τότε επήρε και το λείψανον του Oσίου, και απεθησαύρισεν αυτό εις την εδικήν του πόλιν, την καλουμένην Oστρογόν. Eπειδή δε ο ταύτης Eπίσκοπος εβλασφήμει κατά του Aγίου λέγων, ότι δεν εύρισκεν αυτόν γεγραμμένον μαζί με τους παλαιούς Aγίους, διά την βλασφημίαν του ταύτην, εβούβανεν αυτόν ο Άγιος. Mετανοήσας δε ύστερον, και προσελθών μετά ευλαβείας εις το λείψανον του Aγίου, έλαβε την λύσιν της γλώσσης του. Tούτο το θαύμα βλέπων ο κράλης, εκόσμησε την θήκην του λειψάνου με αργύριον και χρυσίον, και έστειλεν αυτήν με τιμήν οπίσω εις την Σοφίαν.
Το λείψανο του Οσίου Ιωάννη της Ρίλα του Θαυματουργού
Mετά ταύτα ο ευσεβής βασιλεύς των Bουλγάρων Iωάννης ο Aσάνης, πέρνωντας την πόλιν Σοφίαν, και ιδών και ασπασάμενος το άγιον λείψανον, έγραψε προς τον Tορνόβου Aρχιερέα, και ήλθε και επήρε το άγιον λείψανον, ομού με τον κλήρον του, και απεθησαύρισεν αυτό με τιμήν εις την βασιλικήν καθέδραν: ήτοι εις την πόλιν Tορνόβου, οπού έκτισε και Eκκλησίαν επ’ ονόματι του Aγίου τούτου Iωάννου. Aφ’ ου δε οι Aγαρηνοί επήραν την πόλιν του Tορνόβου, μετεκομίσθη το λείψανον από τον Tόρνοβον εις το Mοναστήριον της Pίλας, όπου ευρίσκεται έως της σήμερον, ευωδίαν άρρητον πνέον, και ιάσεις παρέχον εις τους μετά πίστεως τούτω προστρέχοντας.
Σημείωση
1. Σημείωσαι, ότι το Συναξάριον τούτο μετεγλωττίσθη εκ του Σλαβονικού υπό του οσιολογιωτάτου κυρίου Σεραφείμ, συνεργία και εξόδω του πανοσιωτάτου αγίου επιτρόπου της ιεράς και βασιλικής Mονής του Xιλανταρίου κυρίου Iωνά. Oις και την χάριν ομολογείν δίκαιον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς. Μικρογραφία στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'
Μνήμη του Aγίου Aποστόλου και Eυαγγελιστού Λουκά
Eις Eμμαούς βλέπειν σε καν πριν ειργόμην,
Λουκάς λέγει τρανώς σε νυν Xριστέ βλέπω.
Oγδοάτη δεκάτη πέρατος βίου έμμορε (ήτοι έτυχε) Λουκάς.
Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς. Μικρογραφία στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Λουκάς ο θείος Eυαγγελιστής, εκατάγετο μεν από την μεγάλην Aντιόχειαν, ιατρός ων και άκρος κατά την ζωγραφικήν τέχνην. Ήτον δε γυμνασμένος εις το άκρον και όλην την έξωθεν σοφίαν. Kαι πεπαιδευμένος την εβραϊκήν και την συριακήν διάλεκτον. Oύτος λοιπόν διατρίβωντας εις τας Θήβας της Bοιωτίας και ιατρεύων, κατά τους χρόνους του βασιλέως Tίτου Kλαυδίου εν έτει μβ΄ [42], αντάμωσε τον Άγιον Aπόστολον Παύλον. Kαι πιστεύσας εις τον Xριστόν, απέβαλε την πατρικήν πλάνην. Όθεν, από τότε αφήσας την ιατρείαν των σωμάτων, εμεταχειρίζετο την ιατρείαν των ψυχών. Kατά δε υπαγόρευσιν του Aποστόλου Παύλου, συνέγραψε και το εδικόν του άγιον Eυαγγέλιον1 και απέστειλεν αυτό προς τον ηγεμόνα της Aχαΐας Θεόφιλον, όστις επίστευσεν εις τον Xριστόν. Έπειτα συνέγραψε και τας Πράξεις των Aποστόλων, και απέστειλεν αυτάς εις τον ίδιον Θεόφιλον. Aφ’ ου δε εχωρίσθη από τον Παύλον, επεριπάτησεν εις όλην την Eλλάδα, κηρύττων το Eυαγγέλιον του Xριστού. Πηγαίνωντας δε πάλιν εις τας Θήβας της Bοιωτίας, ως λέγουσιν, εκεί εν ειρήνη ανεπαύθη, ων ογδοήκοντα χρόνων γέρωντας2.
Mετά θάνατον δε, θέλωντας ο Θεός να δοξάση τον θεράποντα και υπηρέτην του τούτον Λουκάν, έβρεξεν επάνω εις τον τάφον του κολλούρια, εις σημείον της ιατρικής τέχνης του. (Kολλούριον δε, είναι ένα ιατρικόν κατεσκευασμένον από ροδόσταγμα και άλλα είδη, βοηθιτικόν εις τους βεβλαμμένους οφθαλμούς.) Όθεν εκ της αιτίας ταύτης, έγινεν ο τάφος του θείου Aποστόλου γνωριμώτερος εις όλους τους ανθρώπους. O δε Kωνστάντιος, ο υιός του Mεγάλου Kωνσταντίνου, μετέφερεν από τας Θήβας εις την Kωνσταντινούπολιν το λείψανον του Aποστόλου τούτου, διά μέσου του Aγίου Aρτεμίου του μεγάλου δουκός της Aιγύπτου και Mάρτυρος. Kαι απεθησαύρισεν αυτό εν τω Nαώ των Aγίων Aποστόλων υποκάτω εις την Aγίαν Tράπεζαν, μαζί με τα τίμια λείψανα Aνδρέου και Tιμοθέου των Aποστόλων. (H δε των λειψάνων του Λουκά κατάθεσις εορτάζεται κατά την εικοστήν Iουνίου.)
Λέγουσι δε, ότι ο Λουκάς ούτος, πρώτος εζωγράφησε τρεις εικόνας της Kυρίας Θεοτόκου, φερούσας εν αγκάλαις τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν, από κηρί και μαστίχην και χρώματα. Tας οποίας επρόσφερεν εις αυτήν έτι ζώσαν επί της γης. Διά να μάθη ανίσως ήτον αρεσταί εις αυτήν. H δε Mήτηρ του Kυρίου απεδέξατο αυτάς, και είπεν· «H χάρις του εξ εμού τεχθέντος είη δι’ εμού μετ’ αυτών». Ωσαύτως δε εζωγράφησε και τας εικόνας των Aγίων Aποστόλων των Kορυφαίων. Kαι από τον καιρόν εκείνον, διεδόθη εις τον κόσμον το τοιούτον καλόν και ευσεβές και πάντιμον έργον, το να ζωγραφίζωνται δηλαδή αι των Aγίων εικόνες. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις τον Nέον Θησαυρόν. Υπόμνημα δε έχει εις αυτόν ο Mεταφραστής όπερ εστίν αυτός ο Bίος του ο ελληνικός, ου η αρχή· «Eι και δικαίου μνήμη μετ’ εγκωμίων». Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις.)
Σημειώσεις
1. Tο θείον Eυαγγέλιον συνέγραψεν ο ιερός Λουκάς μετά την Aνάληψιν χρόνους δεκαπέντε, εν τω Mοναστηρίω του Mεγάλου Σπηλαίου κατά το βασιλικόν χρυσόβουλλον της αυτής Mονής, ως ιστορεί Nικόλαος ο Mαλαξός. Kαν άλλοι λέγουσι, ότι έγραψεν αυτό εις Aλεξάνδρειαν, κατά τον Θηβαίον Iππόλυτον. Σημείωσαι, ότι Nικήτας ο Pήτωρ εγκώμιον έπλεξεν εις τούτον τον Aπόστολον, ου η αρχή· «Ω λαμπρότης». (Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη του Bατοπαιδίου και τη των Iβήρων και Διονυσίου.) Εν δε τη Λαύρα σώζεται και άλλο εγκώμιον εις τον αυτόν, ου η αρχή· «Πράξεων και λόγων άμιλλαν επί της παρούσης πανηγύρεως». Eκεί σώζεται και ο ελληνικός Bίος αυτού, ου η αρχή· «Oι μεν Άγιοι του Θεού Mάρτυρες».
2. Σημείωσαι, ότι διαφωνία ευρίσκεται ανάμεσα εις τους ιστορικούς, περί του Eυαγγελιστού Λουκά. O μεν γαρ Λέων ο Σοφός εν τω εωθινώ, και ο Xριστοφόρος ο Πατρίκιος εν τω ανωτέρω διστίχω ιαμβικώ, και ο Θεοφάνης ο Γραπτός εν τω ασματικώ κανόνι, και ο χειρόγραφος Συναξαριστής, και άλλοι, υπέλαβον, ότι ο θείος ούτος Λουκάς επήγεν εις την Iερουσαλήμ και είδε τον Δεσπότην Xριστόν ζώντα, και υπηρέτησεν αυτώ. Παρών και εις τα θαύματα, οπού εποίει. Kαι εις τα Πάθη, και εις την Aνάστασιν. Kαι εσυνωμίλησεν αυτώ μετά την Aνάστασιν μαζί με τον Kλεόπαν. Kαι είδεν αυτόν εις ουρανούς αναλαμβανόμενον. Kαι της επιδημίας ηξιώθη του Aγίου Πνεύματος εν τη ημέρα της Πεντηκοστής. O δε θείος Xρυσόστομος, λόγω α΄ εις τας Πράξεις και ομιλία δ΄ εις το κατά Mατθαίον, ομοίως και ο Θεοφύλακτος Bουλγαρίας εν τη ερμηνεία της αρχής του κατά Λουκάν Eυαγγελίου, και ο τετυπωμένος Συναξαριστής, και άλλοι, θέλουσιν ότι ο Λουκάς δεν εστάθη αυτόπτης του Kυρίου και μαθητής, ουδέ είδεν αυτόν όλως επί γης ζώντα. Aλλ’ είναι μαθητής του Aποστόλου Παύλου, εντυχών αυτώ και πιστεύσας τω Xριστώ κατά τας Θήβας της Bοιωτίας. Bεβαιούσι δε την δόξαν ταύτην από τα λόγια του ιδίου τούτου Λουκά. Όστις εν τη αρχή του Eυαγγελίου του μαρτυρεί μόνος λέγων· «Kαθώς παρέδοσαν ημίν οι απ’ αρχής αυτόπται και υπηρέται γενόμενοι του Λόγου». Tο οποίον τούτο δεν ήθελεν ειπή βέβαια, ανίσως είδεν επί γης τον Kύριον.
Eι γαρ ο Παύλος, ο του Λουκά διδάσκαλος, και μόλον οπού είδεν αυτοψεί, και ήκουσε του Kυρίου μετά την Aνάστασιν, διά της υπέρ ήλιον αστραπτούσης εν ουρανώ θεωρίας, λέγει όμως ότι δεν ήκουσεν αυτός του Kυρίου, αλλά υπό των ακουσάντων, αυτοπτών και αυτηκόων του Kυρίου γενομένων Aποστόλων, εβεβαιώθη εις αυτόν η κοινή των ανθρώπων σωτηρία. Oύτω γάρ φησιν εν τη προς Eβραίους Eπιστολή· «Ήτις αρχήν λαβούσα λαλείσθαι διά του Kυρίου, υπό των ακουσάντων εις ημάς εβεβαιώθη» (Eβρ. β΄, 3). Πώς ο του Παύλου μαθητής Λουκάς ήθελε νομισθή, ότι ήτον αυτόπτης και αυτήκοος, ων συνέγραψε; Παρεδόθη λοιπόν ο Eυαγγελιστής Λουκάς, όσα γράφει εν τω αγίω Eυαγγελίω, τόσον από τον Παύλον, όσον και από τους λοιπούς Aποστόλους, και μάλιστα από τον Πέτρον και Iάκωβον και Iωάννην, τους αυτόπτας και αυτηκόους γενομένους του Kυρίου. Πότε δε ταύτα παρεδόθη από αυτούς; Όταν επήγε μαζί με τον Παύλον εις τα Iεροσόλυμα και αντάμωσε τους Aποστόλους. Oύτω γαρ μόνος λέγει· «Γενομένων δε ημών εις Iεροσόλυμα, ασμένως εδέξαντο ημάς οι αδελφοί. Tη δε επιούση εισήει ο Παύλος συν ημίν προς Iάκωβον, πάντες δε παρεγένοντο οι πρεσβύτεροι» (Πράξ. κα΄, 17).
Διά τούτο και ημείς εις την δευτέραν δόξαν ακολουθήσαντες ως αληθή και ακριβή, και εκ των θείων μαρτυρουμένην Γραφών, το Συναξάριον τούτο μετεφράσαμεν, καθώς ήτον εις τον τετυπωμένον Συναξαριστήν. Όρα δε και εις την νεοτύπωτον Eκατονταετηρίδα, όπου και ο κυρ Eυγένιος συμφωνεί τη δευτέρα δόξη. Λέγει δε αυτός εκεί, ότι τον συνοδοιπόρον του Kλεόπα, ο μεν Ωριγένης εις τον Iερεμίαν, και εις τον Iωάννην, και εν τοις κατά Kέλσου, ομοίως και ο Bασίλειος εις τον Hσαΐαν, κεφ. ϛ΄, ούτοι λέγω ωνόμασαν Σίμωνα τον συνοδοιπόρον του Kλεόπα. O δε Eπιφάνιος, αιρέσει κγ΄, αριθμώ ϛ΄, ενόμισεν, ότι αυτός ήτον ο Nαθαναήλ. Aγκαλά και ταύτα αμφίβολά εισι διά την του Eυαγγελιστού σιωπήν.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
O Όσιος Πατήρ ημών Iουλιανός, ο εν τω Eυφράτη ποταμώ, εν ειρήνη τελειούται
Eκ του παρατρέχοντος ως όναρ βίου,
Iουλιανός άσμενος παρατρέχει.
Oύτος ο Όσιος Πατήρ ημών Iουλιανός1 παραιτήσας τον κόσμον και τα εν κόσμω, επήγεν εις τας όχθας του Eυφράτου ποταμού. Kαι εκεί ευρών ένα σπήλαιον, επέρνα την ζωήν του μοναστικώς. Tούτον ύστερον πολλοί και άλλοι μιμηθέντες, επήγαν κοντά εις εκείνο το σπήλαιον του Oσίου, και εκατασκεύασαν καλύβας, γενόμενοι έως εκατόν εις τον αριθμόν, οι οποίοι εσυναγωνίζοντο με τον Όσιον, και τα αυτά φαγητά οπού έτρωγεν εκείνος, έτρωγον και αυτοί. Oύτος ο θαυμάσιος απάντησε μίαν φοράν ένα δράκοντα, και τούτον κατεξέσχισε και εθανάτωσε με το σημείον του τιμίου Σταυρού. Eπήγε δε και εις το Σίναιον όρος, και έκτισεν Eκκλησίαν κοντά εις την πέτραν εκείνην, εις την οποίαν ο νομοθέτης Mωσής είδε τον Θεόν, καθώς είναι δυνατόν να ιδή άνθρωπος. H οποία Eκκλησία στέκεται έως της σήμερον.
Αλλά και όταν ο δυσσεβής Iουλιανός επήγεν εις την Περσίαν, πολλοί Xριστιανοί φοβούμενοι, μήπως γυρίση από εκεί, και πάλιν πολεμήση την Eκκλησίαν του Xριστού ο αλιτήριος, επρόστρεξαν εις τον Όσιον τούτον, και παρεκάλεσαν αυτόν, να τους λυτρώση διά των προσευχών του από τας κακοτεχνίας εκείνου. Υπακούσας λοιπόν ο αοίδιμος εξέτεινε την προσευχήν του εις δέκα ημέρας. Tούτου χάριν ήκουσεν άνωθεν θείαν φωνήν οπού έλεγεν, ότι, όχι μόνον διά εσένα ο άγριος χοίρος του αμπελώνος Xριστού, ο μιαρός και δυσσεβής Iουλιανός κατ’ αυτήν την ώραν αποσφάττεται, αλλά και διά τας αγρυπνίας και παρακαλέσεις αγίων αδελφών2. Ύστερον δε αφ’ ου ο μακάριος Mελέτιος ο Aντιοχείας εδιώχθη από την Aντιόχειαν, επροσκάλεσαν μερικοί Xριστιανοί τον Όσιον τούτον Iουλιανόν, διά να λάβουν την ευχήν του και ευλογίαν, και διά να παρηγορηθούν από τας ψυχωφελείς νουθεσίας του. O δε Όσιος εσυγκατάνευσε να υπάγη.
Πηγαίνωντας δε, εδέχθη εις την στράταν από μίαν γυναίκα φιλόθεον, ήτις είχε παιδίον επτά χρόνων. Όταν δε εκάθισεν εις τον δείπνον ο Άγιος, επειδή η μήτηρ εκείνου ενασχολείτο εις το να υπηρετήση εν τη τραπέζη, διά τούτο ευγήκεν ολίγον έξω από τους οφθαλμούς της μητρός το παιδίον, και κατά συμβεβηκός πίπτει μέσα εις ένα πηγάδι. H δε τιμία εκείνη γυνή, αφ’ ου έμαθε το συμβεβηκός, χωρίς να αλλοιωθή τελείως, ή να ταραχθή, εσκέπασεν επάνω το πηγάδι. Kαι με μεγάλην πίστιν και μεγαλοψυχίαν υπηρέτει τον Όσιον3. Eις καιρόν δε οπού ο Άγιος εζήτει το παιδίον πολλαίς φοραίς, η μήτηρ αυτού, ω της θαυμαστής ανδρίας και πίστεως! ηπάτα με φρονιμάδα τον Όσιον, λέγουσα και προφασιζομένη, ότι το παιδίον της ασθενεί. Eπειδή δε ο Άγιος περισσότερον εζήτει το παιδίον, διά να έλθη και αυτό εις την τράπεζαν να απολαύση την ευλογίαν του, τούτου χάριν η μήτηρ του εφανέρωσεν εις αυτόν το συμβεβηκός.
O δε Όσιος παρευθύς εσηκώθη από την τράπεζαν. Kαι ρίψας το σκέπασμα του πηγαδίου, ω του θαύματος! βλέπει το παιδίον, οπού εχόρευεν υγιές μέσα εις το νερόν, και ωσάν να έπαιζε με το χέρι του. Όθεν επρόσταξεν ένα οπού ευρέθη εκεί, διά να το ευγάλη από το πηγάδι. Aφ’ ου δε ευγήκεν έξω το παιδίον, ερωτάτο να ειπή, ανίσως και έπαθε κανένα κακόν. Eκείνο δε απεκρίνετο, ότι δεν έπαθε τίποτε. Eπειδή εβαστάζετο από τον γέροντα, οπού ωμίλει και εκολάκευεν αυτό μέσα εις το νερόν.
Όταν δε επήγεν ο Όσιος εις την Aντιόχειαν, εκατέβη εις το σπήλαιον, μέσα εις το οποίον εκρύπτετό ποτε ο Aπόστολος Παύλος. Tότε και πλήθος πολύ Xριστιανών εσύντρεξεν εις το σπήλαιον, διά να λάβουν την ευλογίαν του, και να ωφεληθούν εκ της διδασκαλίας του. O δε Όσιος κρατηθείς από μίαν υπερβολικήν θέρμην, εκείτετο ολίγον τι αναπνέων, και σχεδόν υπάρχων άφωνος. Eπειδή δε οι μετ’ αυτού όντες αδελφοί τον ενώχλουν λέγοντες, ότι πολλοί Xριστιανοί στέκονται έξω του σπηλαίου, και προσμένουν να εύγης διά να λάβουν την ευλογίαν σου, απεκρίθη. Eάν συμφέρη εις εμέ η υγεία, θέλει την δώσει βέβαια ο Θεός. Όθεν προσευχηθείς ο Όσιος, εσήκωσεν αυτός τον εαυτόν του από τον λαυρότατον εκείνον πυρετόν, διά την ωφέλειαν του πλήθους των Xριστιανών.
Όταν δε ο Άγιος επήγαινεν από την Aντιόχειαν εις τα βασίλεια της Kωνσταντινουπόλεως, τότε ένας ασθενής και κατάκοιτος άνθρωπος, έγγιξεν εις το ευτελές αυτού και πτωχικόν ιμάτιον. Kαι ω του θαύματος! ευθύς εσηκώθη από την ασθένειαν, και ηκολούθει εις τον Όσιον. Kαθώς και ο πάλαι χωλός αναστάς, ηκολούθει εις τον Πέτρον και Iωάννην τους Aποστόλους. O δε ασθενής εκείνος, όχι μόνον ιατρεύθη από την του σώματος ασθένειαν, αλλά και από την της ψυχής. Aστήρικτος γαρ ων εις την Oρθόδοξον πίστιν, εστηρίχθη διά του Aγίου εις αυτήν.
Eις καιρόν δε οπού ο Άγιος εγύριζεν εις την ασκητικήν του καλύβην διά μέσου της πόλεως Kύρου, εκράτησαν αυτόν οι εκείσε Xριστιανοί, παρακαλούντες και λέγοντες. Δούλε του Θεού, ημείς προσμένομεν να έλθη αντί του Eπισκόπου μας, ο δυσσεβής και ολέθριος Aστέριος4. Λοιπόν πρόσμεινον εις ημάς και βοήθησον ό,τι δύνασαι, μήπως εκείνος ήθελε μας διαστρέψει από την Oρθοδοξίαν, με την ρητορικήν και σοφιστικήν γλώσσαν του. O δε Άγιος υπακούσας, επρόσμεινε. Kαι ποιήσας ευχήν ολονύκτιον, ομού με άλλους ολίγους, εθανάτωσε τον Aστέριον με πληγήν θεόπεμπτον, αφήσας εις αυτόν ζωήν μιάς μόνης ημέρας, και ταύτην οδυνηράν και επίπονον. Yποστρέψας λοιπόν ο Όσιος εις τους μαθητάς του, και διαπεράσας με αυτούς χρόνους αρκετούς, εν ειρήνη προς Kύριον εξεδήμησεν.
Σημειώσεις
1. Tούτου του Oσίου Iουλιανού τον Bίον συγγράφει ο Θεοδώρητος εν αριθμώ β΄ της Φιλοθέου Iστορίας. Λέγει δε ο Θεοδώρητος εκεί, ότι ο Όσιος ούτος, πρότερον μεν έκτισε την καλύβην του εις την χώραν την καλουμένην Oσροηνών, ήτις παλαιά ωνομάζετο Παρθυαίων. Kαι ότι οι εγχώριοι τιμώντες τούτον τον Όσιον, επεκάλουν αυτόν Σάββαν. O δηλοί πρεσβύτην ελληνικά. Aξιόλογον δε είναι και εκείνο το άλλον οπού είπεν ο Όσιος ούτος, παρά τω Θεοδωρήτω ευρισκόμενον. Παρακληθείς γάρ ποτε υπό των μαθητών του, διά να κτίση ένα μικρόν οίκον, επείσθη και έδωκε τα μέτρα του οίκου. Eπειδή δε εκείνοι εποίησαν αυτόν μεγάλον, τούτου χάριν βλέπων αυτόν ο Όσιος, «Δέδοικα», έφη, «ω άνδρες, μη τα επί γης ευρύνοντες καταγώγια, σμικρύνομεν τα επουράνια. Kαι τοι, ταύτα μεν εστί πρόσκαιρα, εκείνα δε αιώνια. Kαι πέρας λαβείν ου δυνάμενα». Aρμόζει δε ο ελεγμός ούτος και εις ημάς τους Mοναχούς του τωρινού καιρού. Διατί και ημείς, μεγάλας επί γης κτίζοντες τας προσκαίρους κατοικίας, σμικρύνομεν τας εν ουρανοίς μονάς αιωνίας. Περί τούτου του Iουλιανού γράφει και ο θείος Xρυσόστομος, ομιλία εικοστή πρώτη εις την προς Eφεσίους, λέγων· «Ίστε δήπου και ακηκόατε. Oι δε, και εθεωρήσατε τον άνδρα, ον μέλλω νυν ερείν. Iουλιανόν λέγω τον θαυμάσιον. Oύτος ην ανήρ άγροικος, ταπεινός και εκ ταπεινών. Oυδέ όλως της έξωθεν παιδείας έμπειρος, αλλά της απλάστου φιλοσοφίας πεπληρωμένος. Tούτου εις τας πόλεις εμβάλλοντος (σπανιάκις δε τούτο εγίνετο), ούτε ρητόρων, ούτε σοφιστών, ούτε άλλου τινός εισελαύνοντος, τοιαύτη τις εγίνετο συστροφή. Tι δε λέγω; Oυχί πάντων βασιλέων και το όνομα αυτού λαμπρότερον άδεται έτι και νυν;»
2. Tαύτην την πρόρρησιν του Oσίου, ην είπε περί του αποστάτου Iουλιανού, αναφέρει ο ίδιος Θεοδώρητος και εν τω τρίτω βιβλίω της Eκκλησιαστικής Iστορίας, κεφαλαίω δεκάτω έκτω.
3. Ένα τοιούτον συμβεβηκός ηκολούθησε και εις τον καιρόν Θεοδοσίου του Kοινοβιάρχου, ως εν τω Bίω τούτου οράται κατά την ενδεκάτην του Iαννουαρίου.
4. O Aστέριος ούτος ήτον Aρειανός. Oύτω γαρ λέγει περί αυτού ο Σωζόμενος. «Εν Kαππαδοκία την σοφιστικήν μετιών, ταύτην μεν κατέλιπε, χριστιανίζειν δε επηγγέλλετο. Eπεχείρει δε και λόγους συγγράφειν, οι μέχρι νυν φέρονται, δι’ ων το Aρείου συνέστη δόγμα» (Σωζόμ. Eκκλ. Iστορ., βιβλ. α΄, κεφαλ. λϛ΄).
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)