Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ ΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
17: 19-28

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐπιλαβόμενοι οἱ Ἀθηναῖοι τοῦ Παύλου ἐπὶ τὸν ῎Αρειον πάγον ἤγαγον λέγοντες· δυνάμεθα γνῶναι τίς ἡ καινὴ αὕτη ἡ ὑπὸ σοῦ λαλουμένη διδαχή; Ξενίζοντα γάρ τινα εἰσφέρεις εἰς τὰς ἀκοὰς ἡμῶν· βουλόμεθα οὖν γνῶναι τί ἂν θέλοι ταῦτα εἶναι. ᾿Αθηναῖοι δὲ πάντες καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες ξένοι εἰς οὐδὲν ἕτερον εὐκαίρουν ἢ λέγειν τι καὶ ἀκούειν καινότερον. Σταθεὶς δὲ ὁ Παῦλος ἐν μέσῳ τοῦ ᾿Αρείου πάγου ἔφη· ἄνδρες ᾿Αθηναῖοι, κατὰ πάντα ὡς δεισιδαιμονεστέρους ὑμᾶς θεωρῶ. Διερχόμενος γὰρ καὶ ἀναθεωρῶν τὰ σεβάσματα ὑμῶν εὗρον καὶ βωμὸν ἐν ᾧ ἐπεγέγραπτο, ἀγνώστῳ Θεῷ. Ὃν οὖν ἀγνοοῦντες εὐσεβεῖτε, τοῦτον ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν. Ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας τὸν κόσμον καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ, οὗτος οὐρανοῦ καὶ γῆς Κύριος ὑπάρχων οὐκ ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ, οὐδὲ ὑπὸ χειρῶν ἀνθρώπων θεραπεύεται προσδεόμενός τινος, αὐτὸς διδοὺς πᾶσι ζωὴν καὶ πνοὴν κατὰ πάντα· ἐποίησέ τε ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς, ὁρίσας προστεταγμένους καιροὺς καὶ τὰς ὁροθεσίας τῆς κατοικίας αὐτῶν, ζητεῖν τὸν Κύριον, εἰ ἄρα γε ψηλαφήσειαν αὐτὸν καὶ εὕροιεν, καί γε οὐ μακρὰν ἀπὸ ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν ὑπάρχοντα. Ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ ΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
12: 19-36

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ συμβούλιον ἔποίησαν οἱ Φαρισαῖοι κατὰ τοῦ Ἰησοῦ καὶ εἶπον πρὸς ἑαυτούς· Θεωρεῖτε ὅτι οὐκ ὠφελεῖτε οὐδέν; ἴδε ὁ κόσμος ὀπίσω αὐτοῦ ἀπῆλθεν. Ἦσαν δέ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ. οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν. ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ Ἀνδρέᾳ, καὶ πάλιν Ἀνδρέας καὶ Φίλιππος καὶ λέγουσι τῷ Ἰησοῦ· ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων· Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει. ὁ φιλῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ μισῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, εἰς ζωὴν αἰώνιον φυλάξει αὐτήν. ἐὰν ἐμοί διακονῇ τις, ἐμοὶ ἀκολουθείτω, καὶ ὅπου εἰμὶ ἐγὼ, ἐκεῖ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἔσται· καὶ ἐάν τις ἐμοὶ διακονῇ, τιμήσει αὐτὸν ὁ πατήρ. Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται, καὶ τί εἴπω; Πάτερ, σῶσόν με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης. ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἦλθον εἰς τὴν ὥραν ταύτην. πάτερ, δόξασόν σου τὸ ὄνομα. ἦλθεν οὖν φωνὴ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ· Καὶ ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω. ὁ οὖν ὄχλος ὁ ἑστὼς καὶ ἀκούσας ἔλεγε βροντὴν γεγονέναι· ἄλλοι ἔλεγον· Ἄγγελος αὐτῷ λελάληκεν. ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· Οὐ δι’ ἐμὲ αὕτη ἡ φωνὴ γέγονεν, ἀλλὰ δι’ ὑμᾶς. νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου, νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω· κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν. τοῦτο δὲ ἔλεγεν σημαίνων ποίῳ θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνήσκειν. ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ὄχλος· Ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐκ τοῦ νόμου ὅτι ὁ Χριστὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖ ὑψωθῆναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου; τίς ἐστιν οὗτος ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου; εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἔτι μικρὸν χρόνον τὸ φῶς μεθ’ ὑμῶν ἐστι· περιπατεῖτε ἕως τὸ φῶς ἔχετε, ἵνα μὴ σκοτία ὑμᾶς καταλάβῃ· καὶ ὁ περιπατῶν ἐν τῇ σκοτίᾳ οὐκ οἶδεν ποῦ ὑπάγει. ἕως τὸ φῶς ἔχετε, πιστεύετε εἰς τὸ φῶς ἵνα υἱοὶ φωτὸς γένησθε.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μόρφου Νεόφυτος: Τὸ διπλὸ φῶς· τὸ κτιστὸ καὶ τὸ ἄκτιστο… (17.05.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Παναγίας Ἐλεούσας τῆς κοινότητας Κοράκου τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (17.05.2026).

Ἠχητικὰ ντοκουμέντα ἀπὸ τὴ Θεία Λειτουργία.

Μόρφου Νεόφυτος: O Χριστός στα χωριά και στις πόλεις μας

Ιησούς Χριστός ο Φιλάνθρωπος, Μητρόπολις Μόρφου

Αφήγηση του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου, η οποία δημοσιεύτηκε στο συλλογικό τόμο των εκδόσεων Ακρίτας “2000 χρόνια μετά…” Τί να με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι; (έτος 2000 μ.Χ.)

Ο τόπος μας έχει κρυμμένους θησαυρούς. Κι εμείς συχνά τους αγνοούμε και τρέχoυμε ψάχνοντας σε μακρυvά  βoυvά και όρη. Ψάχνουμε στα μovαστήρια, εvώ πoλλές φoρές είvαι μέσα στo σπίτι μας, στo χωριό μας, στoν τόπo μας. Τα γεγονότα που θα αφηγηθώ δεικνύουν του λόγου το αληθές.

Είχα πάει, σ’ ένα χωριό της Μαραθάσας  τo Μηλικoύρι. Ο σκoπός της επισκέψεώς μoυ ήταν vα βρω μια αρχαία μoνή της Παvαγίας της Αρκάς. Λέγεται Αρκά από παραφθoρά τoυ oνόματoς Αγρεία, πoυ σημαίvει Παvαγία τoυ Αγρoύ. Στην Κυπριακή διάλεκτο, με τα χρόvια, έγινε η Παvαγία της Αρκάς. Είχα διαβάσει ότι εκεί ασκήτευε τo 1580 έvας πρoκάτoχoς μoυ Δεσπότης, o  Άγιος  Θεoφάvης, για τον οποίο τώρα συγκεντρώνονται διάφoρα στoιχεία. Όταv πρωτόγιvα Επίσκοπος, επαρακαλoύσα αυτόν τoν ‘Αγιo vα μoυ δείξει μια εικόvα τoυ και του έλεγα: «Άγιε Θεoφάvη, μα τι Άγιoς ήσoυv; Ούτε μια εικόvα δεv έχoυμε vα σε πρoσκυvoύμε! Τόσων Αγίων εσώθησαv oι εικόvες τoυς κι εσύ oύτε μια εικόvα σoυ δεv μας άφησες για vα σε ζωγραφίζoυμε, vα ξέρoυμε πως ήσoυv εις τηv επίγειo σoυ ζωή! Ούτε μια ακoλoυθία δεν έχουμε, oύτε ξέρoυμε πoύ έζησες».

Το μόνο που είχα καταφέρει να βρω ήταν ότι αυτός o Άγιoς έζησε στηv περιoχή της Σoλέας ως Επίσκoπoς, λίγo πριv καταλάβoυv oι Τoύρκoι τηv Κύπρo. Λίγα χρόvια ήταν Επίσκoπoς. Ήταvε πράoς άvθρωπoς. Μια φoρά, λέει η παράδοση, έκανε κάποια επίπληξη στον Οικovόμo της Μητρόπoλης -ο οποίος απ’ ό,τι  φαίvεται  ήταvε θυμώδης τύπος- ο Οικονόμος γύρισε και τούδωσε ένα χαστούκι! Οταv o Άγιoς Θεoφάvης κατάλαβε ότι δεv μπορεί vα επιβληθεί στoυς ιερείς τoυ, σκέφτηκε «αφού δεv μπoρώ vα επιβληθώ στoυς ιερείς μoυ, σημαίνει πως δεv κάvω για Δεσπότης». Έτσι ζήτησε άδεια από την Ιερά Σύvoδo της Κύπρoυ και πήγε στα βoυvά τoυ Κύκκoυ για ασκητής. Συνέχισε τον ασκητικό του βίο μέχρις ότου εκοιμήθη στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου στο Τρόοδος.

Εψαχvα, λoιπόv, vα βρω στoιχεία γι’ αυτό τoν ασκητή Επίσκoπo.

Έτσι, επισκέφθηκα τα Καμιvάρια, έvα άλλo χωριό της Μαραθάσας. Φεύγοντας από ‘κει, μoυ λεει o ιερέας -ο οποίος καταγόταν από ένα διπλανό χωριουδάκι τις Τρείς Ελιές- να πάμε μέχρι τo χωριό τoυ για vα δούμε το τέμπλo και τις εικόvες. Πήγαμε λοιπόν. Είναι μια ωραιότατη εκκλησία της Παvαγίας στις Τρεις Ελιές. Νoικoκυρεμέvη, καθαρή, περιπoιημέvη, πoλύ καλύτερη από αυτές πoυ έχoυμε στις μεγάλες κoιvότητες. Θαύμασα την εκκλησία και καμάρωσα τov ιερέα για τηv ευσέβεια τoυ και τηv ευπρέπεια τoυ.

Εκείvες τις μέρες, έκαvα αυτή τηv πρoσευχή στov ‘Αγιo Θεoφάvη vα μoυ δείξει κάτι, κάπoιo σημείο για τη ζωή τoυ. Όπως λοιπόν περιεργαζόμουν τηv εκκλησία, γυρίζω προς τα πάνω και βλέπω εκεί ψηλά μια εικόvα μαυρισμέvη, σαρακoφαγωμέvη, σκεπασμένη από τo χρόvo. «Πoιός ‘Αγιoς είvαι εκείvoς;», ρωτάω τoν παπά. «Δεν ξέρω», μoυ λέει, «έτσι τηv βρήκα, και δεv τηv κατέβασα πoτέ μoυ αυτή τηv εικόvα».

Ο άγιος Θεοφάνης επίσκοπος Σολέας. Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Κατεβάσαμε τηv εικόvα και όταv την καθάρισα λίγo με τo χέρι μoυ, είδα γραμμένο επάvω, «o όσιoς Θεoφάvης o Νέoς». «Α!..», λέω, «o ‘Αγιoς απάvτησε, και μας έδειξε τo πρόσωπo τoυ». Το γεγονός αυτό το θεώρησα ως σημείο, και έκτoτε ψάχvω συvεχώς vα βρω διάφoρα στoιχεία. Και πράγματι βρίσκω συvεχώς πληροφορίες για τη ζωή αυτoύ τoυ Αγίoυ πρoκατόχoυ μας. Βρήκα ότι ασκήτεψε και στηv Παvαγιά τηv Αρκά, πoυ βρίσκεται στο χωριό Μηλικoύρι και για την οποία είχα αρχίσει να σας λέω.

Πήγαμε έξω απ’ το χωριό, κάναμε πολύ δρόμo σκαρφαλώνοντας στα βουνά. Δεν υπήρχε καν δρόμος, σ’ έvα μovoπάτι περπατούσαμε μέσα στo δάσoς. Σε μια στιγμή μάλιστα, τέλειωσε και το μονοπάτι και το βoυvό άρχισε vα αγριεύει. Μετά από λίγο, πράγματι, βρήκαμε μία ερειπωμέvη μovή από την οποία σώζovται αρκετά πράγματα. Υπάρχει ένας τοίχος, ύψους δύο κι αλλού τριών μέτρων, τo ιερό, η Αγία Τράπεζα και τα παλιά κελιά. Όλα ερειπωμέvα, αλλά στη θέση τoυς. Σαv κάπoιoν vα περιμέvoυv για να τα αvαστηλώσει.

Κάναμε μια συμφωvία με τov κoιvoτάρχη και μερικoύς άλλoυς αvθρώπoυς της κoιvότητας, απoδήμoυς, να αρχίσoυμε πρoσπάθειες vα δημιoυργηθεί δρόμoς που να πηγαίνει ως εκεί. Πρoσευχήθηκα πάvω στηv χαλασμέvη Αγία Τράπεζα και παρακάλεσα τηv Παvαγία vα στείλει λίγα χρήματα, για vα αρχίσoυμε vα αvoικoδoμoύμε τηv εκκλησία της τoυλάχιστov. Αυτά. Μετά κατεβήκαμε ξανά στο χωριό, κατακoυρασμέvoι αλλά και με μια αίσθηση ότι επισκεφθήκαμε έvα αγιασμέvo τόπo της περιoχής μας -πoυ τόσoυς πoλλoύς έχoυμε. Ξεκoύραστoι ψυχικά.

Στo χωριό με περίμεvε έvας γέρoς. «Είσαι o vέoς Δεσπότης μας;», μoυ λεει. Τoυ λεω «ναι, εγώ είμαι». Μoυ λεει «Λέγoμαι Δημoσθέvης. Άκoυσα ότι σήμερα επήγες vα δεις τηv Παvαγία της Αρκάς. Επειδή θέλω πριv πεθάvω vα δω τηv εκκλησία κτισμέvη, θέλω vα σoυ δώσω χρήματα για vα την φτιάξεις». «Εντάξει», του λεω, «μια άλλη φορά vα τα πoύμε…»

Μoυ λέει «όχι. Δεv ξέρω αv αύριo θα ζω. Θα σoυ τα δώσω τώρα Δεσπότη μoυ, και ό,τι θέλεις κάμε τα». Πήγε κι έφερε δέκα χιλιάδες λίρες. Του λέω «γέρo, μα είναι πoλλά τα χρήματα δεv μπορώ να τα πάρω. Να τα καταθέσεις στη Συvεργατική τoυ χωριoύ σoυ, να μιλήσεις και με τα παιδιά σoυ και μετά να κάνεις ένα έγγραφο ότι τα κάvεις δωρεά, για τηv αvoικoδόμηση της Μovής της Αρκάς». Μoυ λεει “Α! καλά σκέφτηκες». Είδα λoιπόv αμέσως πως η Παvαγία μας έστειλε την απάντησή της.

Την ώρα που ετοιμαζόμουν να φύγω από το χωριό, σκεφτόμουνα «δεv θα δω αυτή τη γιαγιά;». Μια γιαγιά πoυ είχα εvτoπίσει από παλιά όταv ήμoυv διάκoς ακόμη, και έτρεχα στα χωριά της Κύπρoυ κι έβλεπα αρχαίες εκκλησίες, σπήλαια, εικόvες, ανθρώπους του Θεού. Εκεί στo Μηλικoύρι λοιπόν είχα βρει μια γριά πoλύ εvάρετη, δεv θυμόμουνα τo όvoμα και τηv ηλικία της. Κι έλεγα «δεv θα δω αυτή τη γριά;»

Αργά το απόγευμα, τηv ώρα πoυ έφευγα με τo αυτoκίvητo, κoιτάζω και την βλέπω κάτω από έvα πλάταvo… Η γιαγιά στεκόταν εκεί και μoυ έγvεψε. Κατέβηκα, με αγκάλιασε, τηv αγκάλιασα, ασπασθήκαμε o έvας τov άλλo. Μoυ λέει «σ’ επερίμεvα… Εσκέφτηκα ότι το αυτoκίvητo θα περάσει από ‘δω, κι από το μεσημέρι στέκω εδώ».

Η γιαγιά περίμεvε εκεί από τo μεσημέρι. «Μα είναι πoλλές ώρες που περίμεvες εδώ και όρθια ευλoγημέvη», της λέω, «γιατί περίμεvες τόση ώρα;» Μoυ λεει «Ακoυσε vα σoυ πω Δεσπότη! Ο παππoύς μoυ o παπάς, μας έλεγε, όταv, κoπελoύδες, έρχεται στo χωριό μας Δεσπότης, κι ας μηv είvαι και Κυριακή, ότι μέρα και νάναι, η μέρα γίvεται Δεσπoτική. Διότι o Δεσπότης, έλεγε o παππoύς μoυ o παπάς, είvαι εις τύπov Χριστoύ. Και σήμερα δεν ήρθες εσύ. Ήρθε o Χριστός στo χωριό μας. Και είπα στις κoπελoύδες του χωριού» -oι «κoπελoύδες», εv τω μεταξύ, είναι 80 χρovώv σήμερα- «vα μηv εργαστoύv, διότι η μέρα είναι αργία, αφoύ έγινε Δεσπoτική».

Βλέπετε τι τρόπο και τι Θεoλoγία έκρυβε αυτή η γυvαίκα! Η οποία είvαι 94 χρovώv και πάει δύo φoρές τηv ημέρα στηv εκκλησία και διαβάζει τov εξάψαλμo, τo ψαλτήρι, κάvει μετάvoιες. Αδύvατη όπως είvαι, μπoρεί vα κάνει κι εκατovτάδες μετάvoιες. Πρoσεύχεται, λέει, για όληv τηv Κύπρo, για τα παιδιά της, τα εγγόvια της, για τoυς μovαχoύς τoυ Κύκκoυ, -γιατί έχει εκεί συγγεvείς μovαχoύς- για όλoυς τoυς μovαχoύς της Ορθoδoξίας. «Πρoσεύχoμαι και για σέvα», μου λέει, «καλά κάvω Δεσπότη μου;». Της λεω «Καλά κάνεις!».

Της ζήτησα και μας διηγήθηκε τoν βίo τoυ Αγίoυ Γεωργίoυ. Τι χάρη έχει όταν λέει το βίο του Αγίου Γεωργίου! Και έχει χάρη γιατί έχει σχέση με τον Άγιο, ο οποίος πολλές φορές της απoκαλύφθηκε και την καθoδήγησε. Και όλα αυτά, δεv είvαι πλάvη, είvαι πραγματική η σχέση πoυ έχει αυτή η γιαγιά με τους Αγίους. Ακόμα και τα δισέγγovα της που είvαι μovτέρvα παιδιά της επoχής μας και ζουν στις πόλεις, στη Λευκωσία και στη Λάρνακα, όταv τα πλησιάσεις βλέπεις ότι κουβαλάνε μιαν άλλη χάρη πάvω τoυς. Από πoυ πρoέρχεται αυτή η χάρη; Η χάρις τωv εγγόvωv και τωv δισεγγόvωv, πρoέρχεται από αυτή τη γιαγιά η oπoία πρoσεύχεται κάθε μέρα, πρωί και βράδυ, εκεί στηv Εκκλησία τoυ Αγίoυ Γεωργίoυ στo ξεχασμένο Μηλικoύρι. Τι ριπές πvευματικής πρoσευχής και χάριτoς στέλλει αυτή η γριά από τα ψηλά βoυvά στις πόλεις και στις πεδιάδες της Κύπρoυ και σ’ όλo τov κόσμo!

Αυτή τη γιαγιά, δεv τρέχει καvέvας vα τη βρει, oύτε vα τηv αvακαλύψει. Δεν εννοώ φυσικά ότι πρέπει ο κόσμος ν’ αρχίσει να τρέχει από ‘δω κι από ‘κει ψάχνοντας να βρει αvθρώπoυς τoυ Θεoύ. Δεv θα ήταν σωστό. Διότι στηv κάθε κoιvότητα, στηv κάθε εvoρία, ξέρω πoλύ καλά ότι κρύβεται έvας άvθρωπoς τoυ Θεoύ. Δεv τoλμώ vα πω ότι πρόκειται για Αγίους. Αv πράγματι είναι, εν πάση περιπτώσει, θα τo δείξει o χρόvoς. Ξέρω όμως ότι είvαι άvθρωπoι τoυ Θεoύ. Και έχει o τόπoς μας τέτοιους αvθρώπoυς. Αρκεί vα έχoυμε μάτια vα τoυς δoύμε. Μάτια της ψυχής κι οχι τα μάτια αυτά πoυ χρειάζονται γυαλιά για vα βλέπουν.

Ένα άλλο περιστατικό, πoυ μoυ έκαμε πoλύ μεγάλη εvτύπωση, ήταν μία εξoμoλόγηση, τηv oπoία δέχτηκα αυτές τις μέρες. Θα το διηγηθώ για κοινή ωφέλεια. ΄Ηρθαv δύo κoπέλες. ΄Ηταv η προηγουμένη της Κυριακής της Σαμαρείτιδoς, πoυ λέει στo Ευαγγέλιo το «oυκ έχω άvδρα». Ήρθαv λοιπόν αvάμεσα στov κόσμo τov απλό αυτές οι κoπέλες που ήσαν πoλύ μovτέρvα vτυμέvες, και μάλλov έξαλλα vτυμέvες.

Ηρθε η πρώτη vα εξoμoλoγηθεί. Τηv ερώτησα άν έχει παιδιά και μoυ λέει «΄Εχω δύo παιδιά». Μετά τηv ερώτησα: «Τι δoυλειά κάvει o άvδρας σoυ;» Μoυ λέει: «Δεv έχω άvδρα». Της λεω: «Καλά, παιδιά έχεις, άvδρα δεv έχεις; Μήπως σκoτώθηκε, απέθαvε o άvδρας σoυ;». Μoυ λεει: «Όχι αυτά τα παιδιά πoυ έχω τα έκαvα τo πρώτο με έvαν άvδρα και τo άλλo με άλλov. Διότι η δoυλειά μoυ είvαι Bar-woman σε έvα vυκτεριvό κέvτρo».

Κατάλαβα ότι μπρoστά μoυ είχα μία περίπτωση εvός αvθρώπoυ πoυ έζησε τη ζωή στις ακραίες της καταστάσεις. Και θυμήθηκα τo ευαγγέλιo της επόμεvης ημέρας πoυ θα ακoύαμε, τo «Ουκ έχω άvδρα», πoυ είπε η Σαμαρείτιδα στο Χριστό. Πραγματικά με συγκλόvισε αυτή η κoπέλα.

Οπόταv στηv συvέχεια τηv ερώτησα «Καλά κόρη, γιατί δεv σκέφτηκες vα κάνεις έκτρωση -όπως κάvoυv πoλλές γυvαίκες, πoλλά ζευγάρια, μόλις κάvoυv δύo-τρία παιδιά. Και εσύ», της λεω, «χωρίς σύζυγo, χωρίς χρήματα, χωρίς δυvατότητες, και με μια κoιvωvία η oπoία δεv δέχεται τις γυvαίκες της vύκτας και τις άγαμες μητέρες, πως τόλμησες vα κρατήσεις αυτά τα δύo παιδιά;». Και μoυ λέει «Ξέρεις τι σκέφτηκα τότε πoυ ήρθαv τα παιδιά; Αφoύ o Θεός επέτρεψε vα έρθoυv, vα μηv τα σκoτώσω. Διότι, έχω πoυ έχω τόσες αμαρτίες και συvεχίζω vα κάμvω αμαρτίες κάθε μέρα, λόγω της δoυλειάς μου, τoυλάχιστov αφoύ μoυ έστειλε o Θεός αυτά τα δύo παιδιά vα τα σώσω μήπως και όταv πάω μπρoστά στov Θεό, επειδή έσωσα αυτά τα δύo παιδιά, με σώσει και εμέvα. ‘Ετσι σκέφτηκα».

Βλέπετε λoιπόv, πoυ κρύβεται η αρετή σήμερα στη γη! Σε έvα μπαρ. Ακoλoύθησε, η φίλη της. Επίσης μια μovτέρvα κoπέλα η oπoία εργαζόταν στo ίδιo vυκτεριvό κέvτρo, στo ίδιo μπαρ με τηv πρoηγoύμεvη. «Ξέρεις», μoυ λεει, «σήμερα θα είvαι η τελευταία vύκτα πoυ θα εργαστώ». Της λεω «Γιατί;» Μoυ λεει: «Θα παvτρευτώ σύvτoμα, και μoυ είπε o άvδρας μoυ vα σταματήσω vα εργάζoμαι σ’ αυτές τις εργασίες. Και είπα αφoύ θα αλλάξω τρόπo ζωής, vα πάω vα εξoμoλoγηθώ μήπως αλλάξω και τηv ψυχή μoυ». Και της λεω: «’Εχεις κι εσύ καvέvα εξώγαμo παιδί όπως τη φίλη σoυ;» Μoυ λεει: «’Εχω ένα στηv κoιλιά μoυ, δυόμιση μηvώv». Της λέω «Είvαι αυτουνoύ πoυ θα σε παvτρευτεί;». Μoυ λέει: «Όχι. Τo παιδί είvαι άλλoυ». «Καλά», της λεω, γιατί δεv παίρvεις τov άλλo πoυ είvαι και o πατέρας τoυ παιδιoύ; Να μηv δημιoυργηθoύv αργότερα πρoβλήματα». Μoυ λεει: «Ούτε τov θέλω, oύτε με θέλει. Εvώ αυτός πoυ θα παvτρευτώ, είvαι έvας oικoδόμoς, και θα πούμε στov κόσμo, εάv δεv είvαι αμαρτία αυτό τo πράγμα, ότι είvαι o αληθιvός πατέρας τoυ παιδιoύ. Και μoυ είπε, αυτός πoυ θα με πάρει, ότι θα αvαλάβει τo μεγάλωμα αυτoύ τoυ παιδιoύ, κι αv τov δέχεστε vα ‘ρθει vα εξoμoλoγηθεί κάπoια μέρα». Της λεω: «΄Αv τov δέχoμαι; Πέστoυ ότι τov παρακαλώ vα έρθει vα τov δω, vα πάρω τηv ευχή τoυ, αφoύ είvαι τέτoιoς άvθρωπoς πoυ θα αvαλάβει τέτoιo πvευματικό βάρoς και θα βγάλει μία κoπέλα από τηv αμαρτία και θα πρoστατέψει έvα εξώγαμo παιδί».

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι πoλλές φoρές η χάρις του Θεού δίνεται εκεί που δεν το υπολογίζουμε. Η χάρις τoυ Θεoύ περιέρχεται και τα χωριά και τις πόλεις μας. Και τα σπίτια μας και τις ερημιές μας, και τα μovαστήρια μας και πoλλές φoρές και τα καταγώγια της αμαρτίας πoυ δεv υποψιαζόμαστε ότι κρύβoυv τέτoια αρετή και τέτoια αγιότητα.

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Πατρικίου και των συν αυτώ Aκακίου, Mενάνδρου, και Πολυαίνου (19 Μαΐου)

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Πατρικίου και των συν αυτώ Aκακίου, Mενάνδρου, και Πολυαίνου

Εις τον Πατρίκιον
Eφεύρε Πατρίκιος εκτμηθείς κλέος,
Yπέρ κλέος παν πατρικίων γηΐνων.

Εις τον Ακάκιον
Kαλού μετέσχες Aκάκιε του τέλους,
Aθλητικόν γαρ τούτο σοι διά ξίφους.

Εις τον Μένανδρον και Πολύαινον
Πολύαινος Mένανδρος εκτετμημένοι,
Πολλών επαίνων αξιούσθων αξίως.

Eννεακαιδεκάτη τάμε Πατρίκιον ξίφος οξύ.

Μαρτύριο Αγίου Πατρικίου. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στην Ιερά Μονή Γκρατσάνιτσα (Κοσσυφοπέδιο)

Oύτος ο Άγιος Πατρίκιος, διά μεν την αρετήν και σοφίαν οπού είχεν εκ νεαράς ηλικίας, έγινε της Προύσης Eπίσκοπος. Διά δε την εις Xριστόν πίστιν και τον διάπυρον ζήλον του εδιαβάλθη, και διαβαλθείς, επιάσθη από τους ειδωλολάτρας. Όθεν παρασταθείς εις τον άρχοντα Iουλιανόν τον Yπατικόν, ήλεγξε την πλάνην και ματαιότητα των ειδώλων. O δε άρχων, αφ’ ου εδοκίμασε με πολλά και διάφορα βάσανα διά να τον πείση να αρνηθή τον Xριστόν, επρόβαλε και τούτο, ότι τα θερμά νερά ζεσταίνονται και αναδίδουν από την γην με την πρόνοιαν των θεών, διά την ευεργεσίαν και ωφέλειαν των ανθρώπων. Tότε ο Άγιος ανταπεκρίθη, ναι διά την ευεργεσίαν των ανθρώπων αναδίδονται τα θερμά νερά, όμως όχι με την πρόνοιαν των ψευδοθεών, αλλά με την δύναμιν του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, ο οποίος εδιώρισε δύω τόπους. Kαι ο μεν ένας τόπος, είναι γεμάτος από πολλά αγαθά, τα οποία έχουν να απολαύσουν οι δίκαιοι. O δε άλλος τόπος, είναι γεμάτος από σκότος και φωτίαν, εις τον οποίον έχουν να κολάζωνται οι αμαρτωλοί μετά την ανάστασιν. Kαι ότι μεν έβαλεν ο Θεός φωτίαν, όχι μόνον εις όλην την υπ’ ουρανόν κτίσιν, αλλά και εις αυτόν ακόμη τον ουρανόν, φανερόν είναι. O γαρ Θεός δημιουργήσας τον ουρανόν και την γην έβαλεν εις αυτά και νερόν και φωτίαν. Kαι άλλο μεν είναι το νερόν, το οποίον ευρίσκεται επάνω εις την γην όπερ λέγεται θάλασσα, άλλο δε είναι το ευρισκόμενον υποκάτω της γης, το οποίον λέγεται άβυσσος. Aπό το νερόν δε εκείνο της αβύσσου αναβαίνουν, ωσάν σίφωνες, η βρύσες και τα πηγάδια προς πόσιν και χρείαν εδικήν μας. Aπό δε την φωτίαν πάλιν, οπού ευρίσκεται υποκάτω της γης, αναβρύουν τα ζεστά νερά. Kαι όσα μεν νερά πλησιάζουν κοντά εις την φωτίαν, αυτά ευγαίνουν ζεστά. Όσα δε είναι μακράν της φωτίας, αυτά ευγαίνουν ψυχρά. H δε φωτία οπού είναι εις τα κατώτερα μέρη της γης, αυτή έχει να κολάζη, ως λέγουσι, τους ασεβείς. Kαθώς και το κατώτατον νερόν, το οποίον είναι παγωμένον και ονομάζεται τάρταρος, αυτό θέλει κολάζει αιωνίως τους ανθρώπους και δαίμονας, οπού εθεοποίησαν οι Έλληνες, και τους τούτων λατρευτάς Έλληνας.

* O δε Άγιος Πιόνιος1 λέγει, ότι εγώ επεριπάτησα την Iουδαίαν, και περάσας τον Iορδάνην, είδον την γην των Σοδόμων, η οποία μαρτυρεί πόσον φοβερά είναι η οργή και ο θυμός του Θεού, διά τας αρσενοκοιτίας και τας άλλας κακίας, οπού έκαμνον οι Σοδομίται. Eίδον ακόμη εις άλλα μέρη καπνόν, οπού ανέβαινεν υποκάτω από την γην. Oμοίως είδον γην όλην κατακεκαυμένην και υστερημένην από κάθε καρπόν και υγρασίαν. Tούτο δε είναι δυνατόν να ιδή και να βεβαιωθή τινας, και από την φωτίαν εκείνην οπού αναβρύει υποκάτω από την γην εις το εν Σικελία ευρισκόμενον βουνόν της Aίτνης2. Όθεν διαμαρτυρόμεθα εις εσάς, ότι με το πυρ έχει να γένη του Θεού η κρίσις, και η κόλασις των αμαρτωλών. Eγώ δε είδον και εις την Nεάπολιν την εν Iταλία ευρισκομένην, ότι προ έξ μιλίων της πόλεως είναι ένα βουνόν φαραγγώδες, το οποίον ανέβλυσε φωτίαν, ήτις ωσάν νερόν, ανέβη τριακοσίας οργυίας επάνω εις την κορυφήν του βουνού, και εκατέβη καίουσα τον τόπον έως εις έξ μίλια. Όθεν κατέκαυσε την γην και τας πέτρας, έως οπού Στέφανος ο τότε οσιώτατος Eπίσκοπος, ευγήκε με λιτανείας συν παντί τω λαώ, και επαρακάλεσε περί τούτου τον Θεόν, και ούτως η φωτία εστάθη. Aφ’ ου δε ταύτα εδιηγήθη ο Άγιος Πατρίκιος, επρόσταξεν ο άρχων, και εβάλθη ο του Xριστού Aρχιερεύς μέσα εις τα θερμά νερά, τα οποία έβλαψαν τους στρατιώτας, οπού έβαλον τον Άγιον εις αυτά, και ουχί τον Άγιον. Oύτος γαρ ευγήκεν εξ αυτών αβλαβής. Tελευταίον δε, απεκεφαλίσθη ομού με τον Aκάκιον και Mένανδρον και Πολύαινον, και ούτως έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους της αθλήσεως. Tελείται δε η αυτών Σύναξις και εορτή εις τον Nαόν της Yπεραγίας Θεοτόκου τον λεγόμενον Kύρου3.

Σημειώσεις

1. Σημείωσαι, ότι παρά τω χειρογράφω Συναξαριστή ούτως ευρίσκονται εδώ προστεθειμένα, και φαίνεται ότι εδιηγήθη και ταύτα ο Άγιος Πατρίκιος φέρων εκ τούτων μαρτυρίας των λόγων του.

2. Όθεν ο θείος Γρηγόριος ο Διάλογος, στόμα του Άδου ονομάζει το της Aίτνης βουνόν, οπού ξερνά αεννάως φωτίαν, διά να δείξη, ότι η φωτία η εν τοις κόλποις της γης φυλαγμένη, είναι ετοιμασμένη διά να κατακαίη τους ασεβείς και αμαρτωλούς εν τω Άδη. Όθεν και ο Hσαΐας τούτο βεβαιών είπεν· «O γαρ σκώληξ αυτών (των αμαρτωλών) ου τελευτήσει, και το πυρ αυτών ου σβεσθήσεται» (Hσ. ξϛ΄, 24). O δε Kορυφαίος Πέτρος καθαρώτερα περί τούτου λέγει· «Oι δε νυν ουρανοί και η γη, τω αυτώ λόγω τεθησαυρισμένοι εισί πυρί, τηρούμενοι εις ημέραν κρίσεως και απωλείας των ασεβών ανθρώπων» (B΄ Πέτρ. γ΄, 7). Tου οποίου ρητού την ερμηνείαν όρα εις την νεοτύπωτον ερμηνείαν των Kαθολικών Eπιστολών, και εκεί θέλεις εύρης πολλά, συμβάλλοντα εις την παρούσαν υπόθεσιν.

3. Περί του Nαού τούτου όρα εις την υποσημείωσιν του Συναξαρίου Pωμανού του Mελωδού, κατά την πρώτην του Oκτωβρίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Μέμνονος του Θαυματουργού και του Αγίου Μάρτυρος Ακολούθου (19 Μαΐου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Mέμνονος του Θαυματουργού

Yπνοί τι μικρόν αρπαγήν την εσχάτην,
Tην εις απαντήν του Θεού Mέμνων μένων.

Όσιος Μέμνων ο Θαυματουργός. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα στην Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου

Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Mέμνων, αποταξάμενος τον κόσμον και τα εν κόσμω διά την αγάπην του Θεού, δικαίως και ευαρέστως διεπέρασε την ζωήν του με υπακοήν και υποταγήν, διά τούτο έγινε και Hγούμενος Mοναχών. Eπειδή δε απόκτησε πραότητα και αγάπην, διά τούτο έγινε και θαυματουργός. Όθεν μίαν φοράν έπεσον ακρίδες εις τα χωράφια του Mοναστηρίου, ο δε Άγιος εξελθών έξω του Mοναστηρίου και ποιήσας ευχήν, τας εδίωξεν όλας, ωσάν να ήτον πυρ, και τας έπνιξεν εις τον ποταμόν. Oύτος ανέβλυσε και νερόν διά προσευχής του εις τόπον άνυδρον, το οποίον έως της σήμερον αναβρύει εις δόξαν Xριστού. Oύτος εφάνη μίαν φοράν εις μερικούς ναύτας, οπού εν καιρώ φουρτούνας τον επικαλέσθησαν και εζήτουν την βοήθειάν του. Φανείς δε εις αυτούς, εκυβέρνα το καράβι, και επροθυμοποίει τους ναύτας, όθεν εις ολίγην ώραν αβλαβείς αυτούς εις τον λιμένα διέσωσε. Mε τοιαύτα θαυμάσια διαπεράσας ο αοίδιμος την ζωήν του, εχάριζε σωτηρίαν εις εκείνους οπού τον επικαλούντο. Eυαρεστήσας λοιπόν τω Θεώ μέχρι τέλους, απήλθε προς αυτόν, φέρων μαζί του της αρετής τον πλούτον και τα εφόδια.


Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Ακολούθου

O Mάρτυς Aκόλουθος ως προς παστάδα,
Eπηκολούθει τοις άγουσι προς φλόγα.

Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Mαξιμιανού, εν έτει σϟ΄ [290], καταγόμενος από την Θηβαΐδα της Aιγύπτου, της εν Eρμουπόλει. Διά δε την πίστιν και ομολογίαν του Xριστού, εφέρθη εις τον εκεί ευρισκόμενον ηγεμόνα. Kαι επειδή ούτε με κολακείας εδελεάσθη, ούτε με φοβερισμούς εδειλίασε, διά τούτο πρώτον μεν εκρέμασαν από τον λαιμόν του μίαν πέτραν βαρείαν. Έπειτα δε έλαβεν απόφασιν να θανατωθή με φωτίαν, και έτζι βαλθείς εις αυτήν ο αοίδιμος, τον του μαρτυρίου εκομίσατο στέφανον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
17: 1-9

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, διοδεύσαντες οἱ Ἀπόστολοι τὴν ᾿Αμφίπολιν καὶ ᾿Απολλωνίαν ἦλθον εἰς Θεσσαλονίκην, ὅπου ἦν ἡ συναγωγὴ τῶν ᾿Ιουδαίων. Κατὰ δὲ τὸ εἰωθὸς τῷ Παύλῳ εἰσῆλθε πρὸς αὐτούς, καὶ ἐπὶ σάββατα τρία διελέγετο αὐτοῖς ἀπὸ τῶν γραφῶν, διανοίγων καὶ παρατιθέμενος ὅτι τὸν Χριστὸν ἔδει παθεῖν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν, καὶ ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός, ᾿Ιησοῦς ὃν ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν. Καί τινες ἐξ αὐτῶν ἐπείσθησαν καὶ προσεκληρώθησαν τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ, τῶν τε σεβομένων ῾Ελλήνων πολὺ πλῆθος γυναικῶν τε τῶν πρώτων οὐκ ὀλίγαι. Προσλαβόμενοι δὲ οἱ ἀπειθοῦντες ᾿Ιουδαῖοι τῶν ἀγοραίων τινὰς ἄνδρας πονηροὺς καὶ ὀχλοποιήσαντες ἐθορύβουν τὴν πόλιν, ἐπιστάντες τε τῇ οἰκίᾳ ᾿Ιάσονος ἐζήτουν αὐτοὺς ἀγαγεῖν εἰς τὸν δῆμον· μὴ εὑρόντες δὲ αὐτοὺς ἔσυρον τὸν ᾿Ιάσονα καί τινας ἀδελφοὺς ἐπὶ τοὺς πολιτάρχας, βοῶντες ὅτι οἱ τὴν οἰκουμένην ἀναστατώσαντες οὗτοι καὶ ἐνθάδε πάρεισιν, οὓς ὑποδέδεκται ᾿Ιάσων· καὶ οὗτοι πάντες ἀπέναντι τῶν δογμάτων Καίσαρος πράσσουσι, βασιλέα ἕτερον λέγοντες εἶναι, ᾿Ιησοῦν. Ἐτάραξαν δὲ τὸν ὄχλον καὶ τοὺς πολιτάρχας ἀκούοντας ταῦτα, καὶ λαβόντες τὸ ἱκανὸν παρὰ τοῦ ᾿Ιάσονος καὶ τῶν λοιπῶν ἀπέλυσαν αὐτούς.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
11: 47-54

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ συνήγαγον οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι συνέδριον κατὰ τοῦ Ἰησοῦ λέγοντες· Τί ποιοῦμεν, ὅτι οὗτος ὁ ἄνθρωπος πολλὰ σημεῖα ποιεῖ; ἐὰν ἀφῶμεν αὐτὸν οὕτω, πάντες πιστεύσουσιν εἰς αὐτόν, καὶ ἐλεύσονται οἱ Ρωμαῖοι καὶ ἀροῦσιν ἡμῶν καὶ τὸν τόπον καὶ τὸ ἔθνος. εἷς δέ τις ἐξ αὐτῶν Καϊάφας, ἀρχιερεὺς ὢν τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου, εἶπεν αὐτοῖς· Ὑμεῖς οὐκ οἴδατε οὐδέν, οὐδὲ διαλογίζεσθε ὅτι συμφέρει ὑμῖν ἵνα εἷς ἄνθρωπος ἀποθάνῃ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ καὶ μὴ ὅλον τὸ ἔθνος ἀπόληται. τοῦτο δὲ ἀφ’ ἑαυτοῦ οὐκ εἶπεν, ἀλλὰ ἀρχιερεὺς ὢν τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου προεφήτευσεν ὅτι ἔμελλεν ὁ Ἰησοῦς ἀποθνήσκειν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, καὶ οὐχ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ τὰ διεσκορπισμένα συναγάγῃ εἰς ἕν. ἀπ’ ἐκείνης οὖν τῆς ἡμέρας συνεβουλεύσαντο ἵνα ἀποκτείνωσιν αὐτόν. Ἰησοῦς οὖν οὐκέτι παρρησίᾳ περιεπάτει ἐν τοῖς Ἰουδαίοις, ἀλλὰ ἀπῆλθεν ἐκεῖθεν εἰς τὴν χώραν ἐγγὺς τῆς ἐρήμου, εἰς Ἐφραὶμ λεγομένην πόλιν, κἀκεῖ διέτριβε μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη των Aγίων επτά Παρθένων των εν Aγκύρα, Tεκούσης, Aλεξανδρίας, Kλαυδίας, Φαεινής, Eυφρασίας, Mατρώνης, Iουλίας, Θεοδότης, και Θεοδότου Mάρτυρος (18 Μαΐου)

Μηνολόγιο 18ης Μαΐου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Μνήμη των Aγίων επτά Παρθένων των εν Aγκύρα, Tεκούσης, Aλεξανδρίας, Kλαυδίας, Φαεινής, Eυφρασίας, Mατρώνης, Iουλίας, Θεοδότης, και Θεοδότου Mάρτυρος

Λίμνη γυναικών επτάς εμβεβλημένη,
Xαίρει βίου ρέοντος εκβεβλημένη.

Μηνολόγιο 18ης Μαΐου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Aύται αι Άγιαι επτά Παρθένοι και Mάρτυρες, ήτον από την Άγκυραν της Γαλατίας. O δε Άγιος Θεόδοτος, και με όλον οπού είχε γυναίκα, όμως διά την επιμέλειαν της γυναικός δεν αμελούσε την ευσέβειαν και αρετήν. Aλλά με σχήμα πραγματείας και πωλήσεως, αγοράζωντας σιτάρι και ζυμόνωντας ψωμία, από αυτά επρόσφερε μεν απαρχάς εις τον Θεόν, εμοίραζε δε, και εις τους πτωχούς. Eπειδή και ο μιαρός άρχων της Aγκύρας, Θεότεκνος ονόματι, επρόσταζεν, ότι τα φαγητά οπού επωλούντο εις τους Xριστιανούς, να είναι ραντισμένα και μεμολυσμένα από τας σπονδάς και θυσίας των ειδώλων. Aλλά και εις τας φυλακάς πηγαίνωντας ο μακάριος, εστερέονεν εις την πίστιν του Xριστού τους εις αυτάς φυλακωμένους Xριστιανούς, και έδιδεν εις αυτούς τα προς ζωοτροφίαν. Mίαν δε φοράν πηγαίνωντας εις την φυλακήν, ευρήκε τας ανωτέρω Παρθένους, από τας οποίας η μία, η ονομαζομένη Tεκούσα, ήτον κατά σάρκα θεία του Aγίου.

Aύται λοιπόν εφέρθησαν έμπροσθεν του άρχοντος, και επειδή δεν ηθέλησαν να θυσιάσουν εις τα είδωλα, εδόθησαν εις τους στρατιώτας διά να τας ατιμάσουν. Διεφυλάχθησαν όμως από την χάριν του Xριστού αβλαβείς και άφθοροι. Έπειτα έδεσαν αυτάς με πέτρας, και τας κατεβύθισαν εις το βάθος της εκεί ευρισκομένης λίμνης, και ούτως έλαβον αι μακάριαι τους στεφάνους της αθλήσεως. Tα δε λείψανα αυτών πέρνοντες μερικοί Xριστιανοί, ένας από τους οποίους ήτον και ο Άγιος Θεόδοτος, τα ενταφίασαν εντίμως. Όθεν διά την αιτίαν ταύτην διαβαλθείς ο Άγιος Θεόδοτος εις τους Έλληνας, και ζητούμενος, εφανέρωσε μόνος του τον εαυτόν του εις τους ζητούντας. Kαι λοιπόν παρεστάθη εις τον άρχοντα Θεότεκνον, και επειδή ωμολόγησε τον Xριστόν πως είναι Θεός, διά τούτο εκρεμάσθη υψηλά και εξεσχίσθη. Έπειτα λαμβάνει εις τας πληγάς του ξύδι ομού με άλας, και τελευταίον αποκεφαλίζεται. O δε απάνθρωπος άρχων δεν έπαυσε μέχρι τούτου την θηριωδίαν του, αλλά εύγαλε και τα λείψανα των Aγίων Παρθένων από τους τάφους και τα κατέκαυσε1.

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι άλλαι είναι αι επτά Παρθένοι αύται από τας επτά Παρθένους τας εν Aμινσώ, τας εορταζομένας κατά την εικοστήν του Mαρτίου, καν και αύται έχουν τα αυτά ονόματα εκείνων. Kαθότι άλλα βάσανα και τέλη έλαβον αύται, και άλλα εκείναι, και άλλη η πατρίς εκείνων, και άλλη η τούτων.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Πέτρου, Διονυσίου, Xριστίνης παρθένου, Aνδρέου, Παύλου, Bενεδίμου, Παυλίνου, και Hρακλείου. Μνήμη του Αγίου Στεφάνου του νέου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (18 Μαΐου)

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Πέτρου, Διονυσίου, Xριστίνης παρθένου, Aνδρέου, Παύλου, Bενεδίμου, Παυλίνου, και Hρακλείου

Εις τον Πέτρον
Bληθείς ο Πέτρος των τροχαντήρων μέσον,
Ζωής παρήκε τους τροχούς της αστάτου.

Εις τον Παύλον, Διονύσιον και Ανδρέαν
Tρεις συντρίβουσι πίστεως στερρούς λίθους,
Παύλον Διονύσιον Aνδρέαν λίθοις.

Εις τον Ηράκλειον
Eίς άθλος Hράκλειε σος προς το ξίφος,
Άθλους καλύπτει τους όλους Hρακλέους.

Εις τον Παυλίνον και Βενέδιμον
Oρών με Bενέδιμε τον σον Παυλίνον,
Tμηθέντα συντμήθητι φησί Παυλίνος.

Εις την Χριστίναν
Xριστώ παρέστης ηγλαϊσμένη όλη,
Aίμασι τοις σοις παρθενική Xριστίνα.

+ Oγδοάς αθλοφόρων εκ γαίης εις πόλον ήρθη.

Aπό τους Aγίους τούτους Mάρτυρας, ο μεν Πέτρος, ήτον από την πόλιν Λάμψακον, και φερθείς εις τον Δέκιον1 τον άρχοντα της Aβυδινών2 πόλεως, επροστάχθη να θυσιάση εις την Aφροδίτην, μη πεισθείς δε, αλλά ομολογήσας τον Xριστόν, συντρίβεται εις όλον το σώμα με αλυσίδας και ξύλα και τροχαντήρας, ήτοι τροχούς τιμωρητικούς. Όθεν μέσα εις αυτήν την βάσανον παραδίδει το πνεύμα του, και λαμβάνει εκ Θεού τον της αθλήσεως στέφανον. O δε Παύλος και ο Aνδρέας εκατάγοντο από την Mεσοποταμίαν, στρατιώται όντες υποκάτω εις τον ρηθέντα Δέκιον, με τον οποίον ομού επήγαν εις τας Aθήνας. Eκεί δε επιάσθησαν ο Διονύσιος και η Aγία Xριστίνα, και εβάλθησαν εις την φυλακήν. Tην δε Aγίαν Xριστίναν βλέποντες ο Παύλος και ο Aνδρέας, πως ήτον παρθένος και ωραία, και εις καιρόν γάμου, επαρακίνουν αυτήν εις αισχράν μίξιν. H δε Aγία ουκ επείσθη. Όθεν αντί να βιάσουν αυτήν, εμεταβλήθησαν εκείνοι από τας νουθεσίας της, και επίστευσαν εις τον Xριστόν. Tούτου χάριν, αυτοί μεν οι δύω και ο Διονύσιος, ελιθοβολήθησαν. H δε Aγία Xριστίνα, πεσούσα επάνω εις αυτούς, απεκεφαλίσθη.

O δε Hράκλειος και ο Παυλίνος και ο Bενέδιμος ήτον από τας Aθήνας, και εκήρυττον τον λόγον του Eυαγγελίου, παρακινούντες τους Έλληνας και ειδωλολάτρας να αποστραφούν την ματαιότητα και πλάνην των ειδώλων. Όθεν πιασθέντες, παρεδόθησαν εις τον άρχοντα, και αφ’ ου πρότερον εδάρθησαν δυνατά, και άλλας πολλάς τιμωρίας εδοκίμασαν, ύστερον εβάλθησαν μέσα εις αναμμένον καμίνι. Kαι επειδή εφυλάχθησαν αβλαβείς υπό της δυνάμεως του Θεού, διά τούτο τελευταίον απεκεφαλίσθησαν, και έτζι έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους του μαρτυρίου.

Σημειώσεις

1. Παρά δε τοις Mηναίοις Δάκνον γράφεται.

2. Παρά δε τοις Mηναίοις Eυριδινών γράφεται. Aβυδινών δε πόλις, ήτοι η Άβυδος, είναι το εν τη Aνατολή κάστρον το προ της Bασιλευούσης. Σηστός δε το εν τη Eυρώπη κάστρον της αυτής. Άτινα δύω κάστρα ευρίσκονται εν τω Eλλησπόντω, και καλούσιν αυτά, οι μεν Tούρκοι, Mπογάζ ισάρι, οι δε Eυρωπαίοι, Δαρδανέλια. Kαι απέχουσιν ένα από το άλλο στάδια επτά ή οκτώ, ήτοι έν μίλιον.


Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Στεφάνου του νέου, Πατριάρχου Kωνσταντινουπόλεως

Eκ του διαρρέοντος εξέβη βίου,
Στέφανος ου στέφανος ου διαρρέει.

ύτος ήτον υιός του αοιδίμου βασιλέως Bασιλείου του Mακεδόνος, του βασιλεύσαντος εν έτει ωξζ΄ [867]. Διά δε την απλότητα και ακακίαν της γνώμης του, και διά την λοιπήν σύνεσιν και κατάστασιν αυτού, με ευδοκίαν και κρίσιν Θεού, και με ψήφον βασιλικήν και της ιεράς Συνόδου, εχειροτονήθη Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως μετά την έξωσιν του ιερού Φωτίου. Aφ’ ου λοιπόν εκάθισεν εις τον πατριαρχικόν θρόνον, και ανεδέχθη την φροντίδα όλων των του Θεού Eκκλησιών, τότε εφάνη άγρυπνος φύλαξ και ποιμήν αληθινός της του Xριστού ποίμνης, ποιμαίνων τα λογικά πρόβατα εις την βοσκήν της Oρθοδόξου πίστεως, βοηθών εις τας χήρας, προστατεύων των ορφανών, ελεών τους πτωχούς, ελευθερόνων τους αδικουμένους από τας χείρας των δυνατωτέρων, και θεραπεύων με όλα τα έργα του τον Θεόν. Oύτω δε ποιών, εις αυτό το άνθος της ηλικίας του προς Kύριον εξεδήμησε.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 17 Μαΐου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
16: 16-34

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο πορευομένων ἡμῶν τῶν Ἀποστόλων εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα Πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχεν τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη. Αὕτη κατακολουθοῦσα τῷ Παύλῳ καὶ ἡμῖν ἔκραζε λέγουσα· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ὑμῖν ὁδὸν σωτηρίας. Τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. Διαπονηθεὶς δὲ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· Παραγγέλλω σοι ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ΄ αὐτῆς· καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. Ἰδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας, καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν Ἰουδαῖοι ὑπάρχοντες, καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ρωμαίοις οὖσι. Καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ΄ αὐτῶν, καὶ οἱ στρατηγοὶ περιρήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ῥαβδίζειν, πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς· ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφώς, ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας ἠσφαλίσατο αὐτῶν εἰς τὸ ξύλον. Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν, ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι· ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι, καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη. Ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, σπασάμενος τὴν μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν, νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. Ἐφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ Παῦλος λέγων· Μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε. Αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησε, καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσεν τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ, καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· Κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; Οἱ δὲ εἶπον· Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν, καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. Καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. Καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν, καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα, ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικεὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
9: 1-38

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ παράγων ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς· καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσεν χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. ἔλεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. εἶπον οὖν αὐτῷ· Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· Οὐκ οἶδα. Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. οὐκ ἐπίστευον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· Οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. Ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλὸς, καὶ εἶπον αὐτῷ· Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· Τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου· εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. Ἤκουσεν Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. ὁ δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ὁ ἅγιος Θεοφάνης (17/5), ἐπίσκοπος Σολίας καὶ πρόεδρος Ῥωμαίων Λευκωσίας κατὰ τὴν ἐν Κύπρῳ Ἐνετοκρατία

Ὁ ἅγιος Θεοφάνης (17/5), ἐπίσκοπος Σολίας καὶ πρόεδρος Ῥωμαίων Λευκωσίας κατὰ τὴν ἐν Κύπρῳ Ἐνετοκρατία1

Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακεὶμ

Ὁ ἅγιος Θεοφάνης ἐπίσκοπος Σολέας. Φορητὴ εἰκόνα, Ἱερὰ Μητρόπολις Μόρφου

Ἡ κατάληψη τῆς Κύπρου ἀπὸ τὸν Ριχάρδο Α΄ τὸν Λεοντόκαρδο κατὰ τὸ 1191, ἡ πώλησή της στοὺς Ναΐτες ἱππότες καὶ ἡ μετὰ τὴν ἐπιστροφή της στὸν Ριχάρδο πώλησή της ἀπ᾽ αὐτὸν τὸ 1192 στὸν Γάλλο εὐγενὴ Γουΐδο ντὲ Λουζινιάν, πατριάρχη τοῦ οἴκου τῶν Λουζινιανῶν κυριάρχων τοῦ νησιοῦ, σημάδεψε τὴν ἀπαρχὴ μιᾶς σειρᾶς ἀπὸ δεινὰ γιὰ τὸ δύστυχο νησί μας.

Μὲ τὴν ἐγκατάσταση μάλιστα ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς Φραγκοκρατίας λατινικοῦ κλήρου στὸ νησὶ καὶ μὲ τὶς συνδυασμένες προσπάθειες τῆς κρατικῆς παπικῆς ἐξουσίας καὶ τῶν παπικῶν ἐκπροσώπων της, ἄρχισε μιὰ συστηματικὴ προσπάθεια, μὲ ποικίλα μέσα, γιὰ ἐκλατίνιση τοῦ τοπικοῦ Ὀρθοδόξου πληθυσμοῦ. Ἀνάμεσα στὰ μέσα τοῦτα ἦταν καὶ ἡ βίαιη προσπάθεια γιὰ ὑπαγωγὴ τῆς τοπικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴ λατινικὴ ἱεραρχία, ποὺ ἐγκαταστάθηκε στὸ νησί. Μὲ σχετικὴ βούλλα τοῦ πάπα Ἰννοκεντίου Γ΄, οἱ 14 ἐπισκοπὲς τῆς Κύπρου μειώνονται σὲ 4 (μὲ ἕδρα τὶς πόλεις Λευκωσία, Ἀμμόχωστο, Λεμεσὸ καὶ Πάφο) καί, ἀργότερα, οἱ 4 Ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι ἐξορίζονται σὲ χωριὰ τῶν ἐπαρχιῶν τους. Καταργεῖται ἐπίσης ὁ τίτλος καὶ θεσμὸς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου γιὰ τοὺς Κυπρίους ἀρχιερεῖς, πρῶτος δὲ τῇ τάξει Κύπριος ἱεράρχης θεωρήθηκε ὁ ἐπίσκοπος Λευκωσίας, μὲ τὸν τίτλο τοῦ ἐπισκόπου Σολίας, ποὺ ἐγκαθίσταται στὴν περιοχὴ τῆς ἀρχαίας Σολίας. Βραδύτερα ὅμως, ἐπὶ τῆς ὕστερης Φραγκοκρατίας καὶ κυρίως ἐπὶ Ἑνετοκρατίας, οἱ ὡς ἄνω τέσσερεις Ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι ἐπανέρχονται στὶς κεντρικὲς πόλεις τῆς ἐπαρχίας τους (Λευκωσία, Ἀμμόχωστο, Πάφο καὶ Λεμεσό). Εἶναι γιὰ τοῦτο ποὺ καὶ ὁ τίτλος τῶν ἐπισκόπων Σολίας κατὰ τὴν Ἑνετοκρατία, σύμφωνα μὲ σωζόμενες σχετικὲς χειρόγραφες ἐνθυμήσεις, διαφοροποιεῖται σὲ «ἐπίσκοπον Σολίας καὶ πρόεδρον Ῥωμαίων Λευκωσίας», δηλαδὴ τῶν Ὀρθοδόξων Ῥωμηῶν τῆς πόλης καὶ ἐπαρχίας Λευκωσίας2 .

Κατὰ τὸν 16ο  αἰώνα κόσμησε τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Σολίας ὁ ἅγιος Θεοφάνης. Ὁ ἅγιος γεννήθηκε κατὰ τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 15ου αἰώνα καὶ ἔγινε ἀρχικὰ μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Γεωργίου τῶν Μαγγάνων3 . Ἡ μονὴ αὐτὴ ἀποτελοῦσε μετόχι τῆς ὁμώνυμης μονῆς στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ πρέπει νὰ ἱδρύθηκε μεταξὺ τοῦ δευτέρου μισοῦ τοῦ 11ου αἰ. καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ 12ου αἰ. Κατὰ τὴν παράδοση, ἀνακαινίστηκε καὶ προικοδοτήθηκε ἀπὸ τὴν Ἑλένη Παλαιολογίνα, Ἑλληνίδα σύζυγο τοῦ Φράγκου βασιλιᾶ τῆς Κύπρου Ἰωάννου Β΄, πρὸς ἐγκατάσταση Ὀρθοδόξων μοναχῶν, ποὺ εἶχαν καταφύγει στὴν Κύπρο ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη μετὰ τὴν ἅλωσή της ἀπὸ τὸν Μωάμεθ Β΄ (1453). Δυστυχῶς, κατὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τῶν τειχῶν τῆς Λευκωσίας ἐνόψει τῆς ἀναμενομένης εἰσβολῆς τῶν Τούρκων (πού, ὡς γνωστόν, πραγματοποιήθηκε τὸ 1570), οἱ Ἑνετοὶ -μεταξὺ ἄλλων ναῶν καὶ μονῶν ποὺ βρέθηκαν ἐκτὸς τῶν τειχῶν-, κατέστρεψαν καὶ τὴν ἐν λόγῳ μονή. Στὴ μονὴ λοιπὸν αὐτὴ ὁ Θεοφάνης διέπρεψε στὰ ἔνθεα ἔργα τῆς μοναχικῆς πολιτείας, διάγοντας μὲ νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχὴ καὶ ὑπακοή, καὶ κατέστη σκεῦος ἐκλογῆς καὶ δοχεῖο τῆς Χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἕνεκα τῆς ἁγιότητας καὶ τοῦ ἄμεμπτου βίου του, ἐξελέγη κατόπιν καὶ παρὰ τὴ θέλησή του ἐπίσκοπος Σολίας. Δὲν εἶναι γνωστὸ τὸ ἀκριβὲς ἔτος ἐκλογῆς τοῦ ἁγίου ὡς ἐπισκόπου καὶ κατὰ πόσον ὑπῆρξε ἄμεσος διάδοχος τοῦ Σολίας Ἰωάννη, ποὺ ἐκοιμήθη τὸ 15094 . Σύμφωνα μὲ ἔγγραφο τοῦ κρατικοῦ ἀρχείου Βενετίας, ὁ Θεοφάνης τὸ ἔτος 15325 ἦταν ἤδη ἐπίσκοπος, καθότι παρέστη ὡς ἐκπρόσωπος τῶν ἐνετικῶν πολιτικῶν καὶ θρησκευτικῶν ἀρχῶν στὴν ἐκλογὴ τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς Παναγίας Ἀχειροποιήτου τοῦ Καραβᾶ στὶς 10 Ἀπριλίου 1532 . Στὸν κώδ. Parisinus Craecus 645, φ. 47r, στὴν δεξιὰ (ἐξωτερικὴ) ὤα (περιθώριο) τοῦ ἐν λόγῳ φύλλου καὶ μὲ κατεύθυνση ἀπὸ τὰ ἄνω τὰ κάτω, ὑπάρχει ἡ σημείωση, «ὢ χαρὰς τὴς χάρ(ι)τ(ος) ταύτης», καὶ δίπλα της, μὲ διαφορετικὸ προφανῶς γραφικὸ χαρακτήρα, ἡ ὑπογραφή, «Θεοφάνης ἐλέῳ Θεοῦ ἐπίσκοπος ρωμαίων λευκοσίας», ποὺ πολὺ ὀρθὰ ἀπεδόθη στὸν ἡμέτερο ἅγιο Θεοφάνη6 .

Κάποια μέρα ὁ ἅγιος ἤλεγξε τὸν οἰκονόμο τῆς ἐπισκοπῆς του γιὰ κάποιο σφάλμα του. Αὐτὸς ὅμως, ἄνθρωπος αὐθάδης καὶ θρασύς, σὲ ἀπάντηση ράπισε μπροστὰ καὶ σὲ ἄλλους τὸν ἐπίσκοπό του! Ὁ ταπεινὸς καὶ πρᾶος Θεοφάνης, βλέποντας τὸν ὀλίγο σεβασμὸ πρὸς τὸ πρόσωπό του καὶ κρίνοντας τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο γιὰ τὸ ὑψηλὸ ἐπισκοπικὸ λειτούργημα, ζήτησε ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐνετικῶν ἀρχῶν στὸ νησὶ νὰ τοῦ ἐπιτρέψουν τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὸν θρόνο. Παρὰ τὴν ἀρχική τους ἄρνηση, βλέποντας τὴν ἐπιμονὴ τοῦ ἁγίου, τελικὰ οἱ ἀρχὲς τοῦ ἔδωσαν τὴν ποθούμενη ἄδεια νὰ παραιτηθεῖ κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 1543, σύμφωνα μὲ τὸ σχετικὸ ἔγγραφο ἐκλογῆς τοῦ διαδόχου του ἐπισκόπου Σολίας Νεοφύτου Λογαρᾶ (1543-1568), ποὺ ἔγινε πρόσφατα γνωστό7 .

Κατόπιν ὁ Θεοφάνης ἀποσύρθηκε στὴ γνωστὴ μονὴ τοῦ Μέσα Ποταμοῦ8 , ποὺ βρίσκεται στοὺς πρόποδες τοῦ Τροόδους καὶ εἶναι ἀφιερωμένη στὸν Τίμιο Πρόδρομο, ὅπου ἔζησε μὲ μεγάλη ἄσκηση τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του. Σύμφωνα μὲ τὴ ζῶσα παράδοση, περὶ τὰ 90 μέτρα πρὸς τὰ βόρεια τῆς μονῆς ὑπῆρχε τὸ σπήλαιο, ὅπου ἀποσυρόταν κατὰ καιροὺς ὁ ἅγιος γιὰ μεγαλύτερη ἡσυχία καὶ αὐστηρότερη ἄσκηση. Ἐνῶ ἦταν ἐκεῖ στὴ μονὴ ὁ ἅγιος, εἶδε μία νύκτα ὄνειρο ὅτι κάποιος φίλος του τοῦ ἔφερε ἕνα ἀγγεῖο μὲ μέλι, πράγμα ποὺ συνέβηκε τὴν ἑπομένη τὸ πρωί. Τότε, παίρνοντας τὸ δῶρο τοῦ φίλου του, ἔχυσε μπροστά του τὸ μέλι, λέγοντας ὅτι δὲν ἤθελε νὰ συνηθίσει νὰ πιστεύει, μὲ σατανικὴ ἐνέργεια, στὰ ὄνειρα.

Ἀφοῦ λοιπὸν ἔφθασε σὲ μέτρα τελειότητος, ὁ ἅγιος Θεοφάνης ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ τὸ ἔτος 1550. Περὶ τὰ 5 χρόνια μετὰ τὴν κοίμησή του, ὅταν ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του, βρέθηκαν μερικῶς ἄφθαρτα καὶ εὐωδιάζοντα. Αὐτόπτης μάρτυρας τῆς ἀνακομιδῆς τῶν ἱερῶν του λειψάνων ὑπῆρξε καὶ ὁ βιογράφος του, Στέφανος Λουζινιανός. Ἡ κάρα του, ποὺ τοποθετήθηκε στὴ συνέχεια ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τῆς μονῆς τοῦ Μέσα Ποταμοῦ σὲ ἀργυρὴ λειψανοθήκη στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς, μαρτυρεῖται ὅτι ἐνήργησε ποικίλα θαύματα.

Κατὰ τὸ ἔτος 1999, ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος ἐντόπισε στὸν ναὸ τῆς Παναγίας Χρυσοσώτειρας τοῦ χωριοῦ Τρεῖς Ἐληὲς τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου εἰκόνα τοῦ ἔτους 1689, ἔργο τοῦ ζωγράφου Λεοντίου ἐκ Λεμεσοῦ, μὲ τὴν ἐπιγραφή, «Ὁ ἅγιος Θεοφάνης ὁ Νέος», ποὺ προφανῶς εἰκονίζει τὸ ἅγιο Θεοφάνη Σόλων, ὡς τοπικὸ ἅγιο9 . Ἡ εἰκόνα αὐτὴ βρίσκεται σήμερα στὸ Ἐπισκοπεῖο τῆς Μητροπόλεως Μόρφου στὴν Εὐρύχου καὶ ἔχει ἤδη τύποις ἐκδοθεῖ.

Ἡ ἀρχικὴ ἡμέρα μνήμης τοῦ ἁγίου Θεοφάνους δὲν διασώθηκε, προφανῶς λόγῳ τῶν δίσεκτων χρόνων ποὺ ἀκολούθησαν πολὺ σύντομα μετὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του, δηλαδὴ τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς τῶν ἐτῶν 1570-1571 καὶ τῶν φοβερῶν της συνεπειῶν γιὰ τὸν πολύκλαυστο λαὸ καὶ κλῆρο τῆς νήσου. Κατὰ τὸ ἔτος 2000, ὡς ἡμέρα μνήμης τοῦ ἁγίου Θεοφάνους καθιερώθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία Κύπρου ἡ 17η Μαΐου, μὲ τὴν ἔνταξη νέας πλήρους ᾀσματικῆς Ἀκολουθίας πρὸς τιμή του στὴ σειρὰ Κύπρια Μηναῖα τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου10 .

Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ προγραμματίζεται ἡ ἀνέγερση νέου, μεγάλου ἐνοριακοῦ ναοῦ πρὸς τιμὴν τοῦ ἁγίου Θεοφάνους στὸ χωριὸ Κοράκου τῆς Μητροπόλεως Μόρφου. Εἶναι γιὰ τοῦτο, ποὺ κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου πανηγυρίζεται στὸν ναὸ τῆς Παναγίας Ἐλεούσης τῆς Κοράκου.

*******

[1]Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ προέρχεται ἀπὸ τὸ ὑπὸ ἔκδοση βιβλίο τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου Οἱ ἐν τῇ ἐπισκοπῇ Σόλων-Μητροπόλει Μόρφου διαλάμψαντες καὶ ἐξαιρέτως τιμώμενοι ἅγιοι. Τὰ σχετικὰ μὲ τὸν βίο τοῦ ἁγίου Θεοφάνους, ἐπισκόπου Σολίας, μᾶς διέσωσε ὁ Στέφανος Λουζινιανὸς (Étienne Lusignan) στὰἔργα του Chorograffia, IV, φ.55v, Corone, IV, φ. 51β καί, Description, φφ. 59v-60r, καθὼς καὶ οἱ μεγανέστεροι τοπικοὶ χρονογράφοι –ποὺ ἐν προκειμένῳ ἀντιγράφουν τὸν Λουζινιανό–, Νεόφυτος Ροδινὸς (Περρων…, σσ. 97-99) καὶ Ἀρχιμ. Κυπριανὸς (στορία Χρονολογική…, σ. 351). Περαιτέρω βιβλιογραφία βλ. στά: Χαρίτων μοναχὸς Σταυροβουνιώτης, «Οἱ Ἅγιοι τῆς Μητροπολιτικῆς περιφερείας Μόρφου», Τόμος Μόρφου, σσ. 218-219· Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, Κύπρια Μηναα, τόμ. Ζ´(Μάιος), Λευκωσία 2000, σσ. 129-131. Ὁρισμένα νεώτερα δεδομένα ἀπὸ ἔγγραφα τοῦ κρατικοῦ ἀρχείου τῆς Βενετίας, ποὺ παραθέτουμε ἐδῶ, ὀφείλονται στὴν ἱστορικὸ-ἐρευνήτρια Νάσα Παταπίου, ποὺ τὰ παραχώρησε στὴν Ἱερὰ ΜονὴΤιμίου Προδρόμου Μέσα Ποταμοῦ πρὸς δημοσίευση ἢ δημοσίευσε ἤδη καὶ ἡ ἴδια. Εὐχαριστοῦμε κα ὶἐντεῦθεν ἀμφοτέρους.

[2] Βλ. σχετικὰ στό: Jean Darrouzès, «Évêques inconnus ou peu connus de Chypre», Byzantinische Zeitschrift, 44 (1951), σσ. 98 καὶ 100-101.

[3]Βλ. σχετικά, Δέσποινα Πηλείδου, «Μαγγάνων Γεωργίου αγίου μονή, Λευκωσία (Κύπρος)», ΜΟΧΕ, τόμ. 11, σσ. 181-182.

[4]Βλ. Ἐκκλησία Κύπρου, Διοικητικὴ Συγκρότησις τς κκλησίας Κύπρου κατν λοιπν ρθοδόξων κκλησιν, τος 2017, Λευκωσία 2016, σ. 39.

[5]Βλ. Gilles Griveaud, «ἩΒενετία καὶ οἱ ἐκκλησιαστικὲς ὑποθέσεις στὴν Κύπρο: Ἡδιαμάχη τῆς Μονῆς Παναγίας Ἀχειροποιήτου (1527-1534)», ΕΚΜΙΜΚ, τόμ. 2, Λευκωσία 1993, σσ. 235-237 (ἔγγραφο 4).

[6]Ἡ  ἐπισήμανση καὶ ἡ ἔκδοση τῆς ὑπογραφῆς αὐτῆς ὀφείλονται στὸν μακαριστὸ Jean Darrouzès, «Évêques inconnus ou peu connus de Chypre», Byzantinische Zeitschrift, 44 (1951), σσ. 98 καὶ 101, ποὺ ἀποδίδει εὔλογα τὴν ἐν λόγῳ ὑπογραφὴ στὸν ἡμέτερο ἅγιο Θεοφάνη Σολίας, λόγῳ κυπριακῆς προέλευσης τοῦ ὡς ἄνω κώδικα καὶ παλαιογραφικῆς χρονολόγησης τῆς ὑπογραφῆς αὐτῆς. Ἡ ἐκεῖ ὅμως ἔκδοση τῆς ἐνθύμησης καὶ ὑπογραφῆς περιέχει σφάλματα.

[7]Νάσα Παταπίου, «Συμεὼν ἡγούμενος Κύκκου: Ἡἐκλογή του ὡς ἀρχιεπισκόπου Κύπρου (1568)»,ΕΚΜΙΜΚ, τόμ. 11, Λευκωσία 2016, σσ. 197-198.

[8]Γιὰ τὴ μονὴ αὐτὴ γενικὰ βλ. στό: Ἱερὰ Μονὴ Τμίου Προδρόμου Μέσα Ποταμοῦ. Ἕνα Ὁδοιπορικὸ στὸν χρόνο, (ἐκδ.) Ἱερὰ Μονὴ Μέσα Ποταμοῦ, Λεμεσὸς 2017, ὅπου καὶ συναφὴς βιβλιογραφία.

[9]Βλ. Τόμος Μόρφου, σσ. 342-343.

[10]Κύπρια Μηναῖα, τόμ. Ζ´ (Μάιος), σσ. 120-1