
Ἀπολυτίκιον, Ἦχος α’
Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἀπολυτίκιον, Ἦχος α’
Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΟΡΤΗΣ (ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ)
Πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
2: 5-11
Ἀδελφοί, τοῦτο φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὃ καὶ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ᾿ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. Διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι ᾿Ιησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΕΟΡΤΗΣ (ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
10:38-42, 11:27-28
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσῆλθεν εἰς κώμην τινά. γυνὴ δέ τις ὀνόματι Μάρθα ὑπεδέξατο αὐτὸν εἰς τὸν οἴκον αὐτῆς. καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη Μαρία, ἣ καὶ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τὸν λόγον αὐτοῦ. ἡ δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν· ἐπιστᾶσα δὲ εἶπε· Κύριε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονεῖν; εἰπὲ οὖν αὐτῇ ἵνα μοι συναντιλάβηται. ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ’ αὐτῆς. . Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας. αὐτὸς δὲ εἶπε· Μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

«Ἐν τῇ γεννήσει, τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ κοιμήσει, τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε• μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς, λυτρουμένη ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν.»
Ἐορτὴ πανυπέρλαμπρη ἡ σημερινή, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί. Σήμερα πανηγυρίζουμε πνευματικὰ καὶ τιμοῦμε μὲ ᾄσματα ἱερὰ τὴν Κοίμηση, ἤ, ὀρθότερα, τὴ Μετάσταση τῆς Θεοτόκου. Ναί, δέν εἶναι ἡμέρα πένθους σήμερα, παρότι πένθιμο γεγονὸς τιμοῦμε, καθότι: «ὕπνος ἀναδέδεικται τῶν δικαίων ὁ θάνατος». Κι ἂν αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλους τοὺς δικαίους, τοὺς ἁγίους ἀνθρώπους, πολὺ περισσότερο καὶ μὲ ἐξαίρετα διάφορο τρόπο ἰσχύει γιὰ τὴν Παναγία Μητέρα τοῦ Θεοῦ.
Πάσχα καλεῖ καὶ τὴ σημερινὴ ἡμέρα ὁ λαός. Καὶ βέβαια γνωρίζουμε πὼς Πάσχα, ποὺ σημαίνει διάβαση, πέρασμα, εἶναι κατεξοχὴν ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας, ὡς διάβαση τοῦ σεσωσμένου νέου Ἰσραήλ, τῶν Χριστιανῶν, ὄχι ἀπὸ τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα, ἀλλ᾽ ἀπὸ τὸν θάνατο στὴν αἰώνια ζωή. Μὰ καὶ ἡ σημερινὴ ἡμέρα διάβαση εἶναι, ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωή. Γιατὶ μετάσταση, ὅπως θεολογοῦν οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, σημαίνει καὶ θάνατος καὶ ἀνάσταση καὶ ἀνάληψη ἐν σώματι στοὺς οὐρανούς. Ναί! Ὁ Κύριος ἔκαμε αὐτὴ τὴν ἐξαίρετη χάρη σὲ δύο ἐξαίρετα ἀγαπώμενα ἀπὸ αὐτὸν πρόσωπα: Στὴν Παναγία Μητέρα Του καὶ στὸν ἀγαπημένο Του μαθητὴ Ἰωάννη. Ἐπειδὴ καὶ οἱ δύο ἀπέθαναν τὸν φυσικὸ θάνατο, ἀλλὰ ἀναστήθηκαν καὶ ἀναλήφθηκαν μὲ ἀφθαρτισμένο πλέον σῶμα στοὺς οὐρανούς!
Ἡ Παναγία μας, ἀδελφοί, εἶναι «ἡ μετὰ Θεὸν Θεός, ἡ ἔχουσα τὰ δευτερεῖα τῆς ἁγίας Τριάδος», κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ. Ἡ ταπεινὴ αὐτὴ κόρη τῆς Ναζαρέτ, μὲ τὴν ἄκρα ταπείνωση, καθαρότητα καὶ ἁγνότητά της, εἵλκυσε τὴν ἄκρα εὔνοια τοῦ Δημιουργοῦ, καὶ εὐδόκησε νὰ σαρκωθεῖ ὁ Υἱός Του ἀπ᾽ αὐτὴν μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ νὰ τὴν κάμει νύμφη Του, ἀλλὰ Νύμφην ἀνύμφευτον! Καὶ ἡ Μαριὰμ κατέστη ἀνώτερη ἀπὸ ὅλα τὰ λογικὰ δημιουργήματα, καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους. Καὶ κανεὶς δέν μπορεῖ νὰ προσεγγίσει τὸν Θεό, παρὰ διὰ μέσου Της!
Δεκαέξι ἐτῶν ἦταν ἡ Παναγία μας, ὅταν γέννησε τὸν Κύριο. Καὶ ἔζησε τριαντατρία ἔτη μαζί Του καὶ ἀκόμη δέκα μετὰ τὸ Πάθος, τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψή Του. Ἦταν δηλαδὴ πενήντα ἐννέα ἐτῶν, ὅταν ἐκοιμήθη. Μά, πρὸ τῆς Κοιμήσεώς της, ἔστειλε καὶ πάλιν ὁ Υἱός Της τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, νὰ τὴν πληροφορήσει ὅτι ἦλθε ὁ καιρός, νὰ τὴν λάβει κοντά Του, στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Καὶ μάλιστα τῆς εἶπε, ὅτι θὰ ἀποθάνει ὅταν ἡ ἴδια τὸ θελήσει, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ Χριστός μας! Καὶ τῆς ἔδωκε κλαδὶ ἀπὸ φοινικιά, σύμβολο νίκης κατὰ τῶν παθῶν, τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ κόσμου. Καὶ ἑτοιμάσθηκε ἡ Παρθένος, ἑτοίμασε τὰ ἀπαραίτητα ἐντάφια, καὶ εἰδοποίησε εὐλαβεῖς γνωστὲς καὶ συγγενεῖς της γυναῖκες, ποὺ ὅλες προσέτρεξαν μὲ πόθο θεϊκὸ νὰ παραστοῦν στὰ τέλη τῆς Κυρίας τοῦ κόσμου. Μὰ κι ὁ Δεσπότης Χριστός, γιὰ νὰ τιμήσει καὶ δοξάσει τὴ Μητέρα Του, πρόσταξε ἀγγέλους –ποὺ φάνηκαν σὰν νεφέλες φωτεινὲς- καὶ ἅρπαξαν τοὺς ἁγίους ἀποστόλους ὅλους, ποὺ ἦταν σκορπισμένοι στὰ τετρα-πέρατα τῆς οἰκουμένης στὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, καθὼς καὶ τοὺς ἐπισκόπους Ἀθηνῶν Ἱερόθεο καὶ Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη, καὶ τοὺς συνάθροισε στὴ Γεθσημανῆ. Καὶ τότε παρέδωκε τὴν παναγία της ψυχὴ ἡ Παρθένος στὰ χέρια τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ της, μέσα σὲ φῶς θεϊκό, εὐωδία οὐράνια καὶ ἀγγελικὲς ὑμνῳδίες! Καὶ ἀφοῦ τὴν πένθησαν καὶ μὲ θεολογικοὺς λόγους τὴν ἐγκωμίασαν οἱ συναθροισμένοι ἀπόστολοι καὶ ἱεράρχες, ὁδήγησαν τὸ πανάχραντο σκῆνος της νὰ τὸ ἐνταφιάσουν ἐκεῖ, ποὺ μέχρι σήμερα σώζεται ὁ τάφος της, στὴ Γεθσημανῆ, κοντὰ στὰ Ἱεροσόλυμα.
Μὰ στὸν δρόμο, τὸ φθονερὸ γένος τῶν Ἑβραίων, γιὰ νὰ ἀτιμάσει τὴ μητέρα τοῦ ἀείποτε φθονουμένου ἀπ᾽ αὐτοὺς Χριστοῦ, ἔβαλαν ἕνα αὐθάδη καὶ πάντολμο Ἰουδαῖο νὰ κρημνίσει ἀπὸ τὴ νεκρικὴ κλίνη ἐκεῖνο τὸ σῶμα, ποὺ φρίττουν καὶ οἱ ἄγγελοι. Δέν πρόφθασε ὅμως ὁ παμβέβηλος ἐκεῖνος ν᾽ ἁπλώσει τὰ μιαρά του χέρια, καὶ βρέθηκαν κομμένα ἀπὸ ἅγιο ἄγγελο ἀπὸ τοὺς ἀγκῶνες καὶ κολλημένα στὴν κλίνη τῆς Παρθένου. Ἀλλά, ἡ Μητέρα τοῦ ἐλέους, ὅταν μὲ ὀδυρμοὺς καὶ μετάνοια ζήτησε συγχώρηση, τὸν συγχώρεσε καὶ τὸν θεράπευσε μὲ τὴ μεσιτεία τῶν ἀποστόλων.
Κατατέθηκε λοιπὸν τὸ πάντιμο ἐκεῖνο σκῆνος μὲ ὕμνους καὶ ψαλμωδίες στὸν τάφο. Ἀλλὰ ὁ Θωμᾶς, καὶ πάλιν κατ᾽ οἰκονομία θεϊκή, δέν ἦταν παρών, γιατὶ ἡ θεϊκὴ νεφέλη μετὰ τρεῖς ἡμέρες τὸν ὁδήγησε στὴ Γεθσημανῆ. Καὶ πάλιν ὀδυρόταν ὁ Θωμᾶς, ποὺ δέν ἀξιώθηκε νὰ παρασταθεῖ στὴν κηδεία τῆς Θεοτόκου, καὶ παρακάλεσε τοὺς ἄλλους ἀποστόλους, κἂν νὰ τοῦ ἀνοίξουν τὸν τάφο νὰ προσκυνήσει τὴ Θεοτόκο, ὅπως καὶ ἔκαμαν. Ἀλλὰ τὸ σῶμα τῆς Θεοτόκου δὲν ἦταν πιὰ στὸν τάφο! Διότι ἡ Παναγία μας εἶχε ἀναστηθεῖ καὶ ἀναληφθεῖ σύσσωμη στοὺς οὐρανούς, ὅπου καὶ σήμερα βρίσκεται καὶ μεσιτεύει στοὺς αἰῶνες γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, οἱ βίοι τῶν ἁγίων, ἡ ζῶσα ἱερὰ Παράδοση εἶναι γεμάτα ἀπὸ διηγήσεις, ὀπτασίες, θαύματα τῆς Παναγίας μας, ποὺ δείχνουν καθαρότατα τὸ πόσο μᾶς ἀγαπᾶ ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς, τὸ πόσο συντρέχει τὸν ἀνὰ τὸ παγκόσμιο ἀνθρώπινο πόνο, πόσο πρεσβεύει καὶ ἱκετεύει καὶ ἐξιλεώνει τὸν Κύριο νὰ μὴ μᾶς ὀργισθεῖ καὶ νὰ ἐπιτρέψει δοκιμασίες μεγάλες, γιὰ νὰ παιδευθοῦμε γιὰ ὅσα κακὰ πράξαμε καὶ πράττουμε. Ἕνα δάκρυ τῆς Παναγίας μας μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Υἱοῦ της, λέει κάπου, ὑπερτερεῖ τὶς προσευχὲς ὅλων τῶν ἁγίων.
Πρέπει κι ἐμεῖς, τὴ μεσίτρια καὶ σκέπη μας, ἰδιαιτέρως ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, νὰ τὴν εὐχαριστοῦμε ἀδιαλείπτως καὶ νὰ τὴν τιμοῦμε. Νὰ τὴν ἐπικαλούμαστε μὲ πίστη καὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ τὴν ἀναπαύουμε. Πῶς; Μὲ τὰ θεάρεστα ἔργα μας, μὲ τὴ μετάνοια, τὴν ἁγνότητα, τὴ νηστεία, τὴν κάθε ἀρετή. Ἔτσι θὰ ἑλκύσουμε πλούσια τὰ ἐλέη τῆς Μεγαλόχαρης καὶ θὰ τὴν ἔχουμε καὶ στὴ ζωὴ τούτη θερμὴ προστάτη καὶ βοηθό, καὶ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου μας, ἀλλὰ καὶ τῆς κρίσης, μεσίτη καὶ σωτηρία, καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε νὰ βλέπουμε Αὐτὴν καὶ τὸν Υἱό Της στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν. Γένοιτο, Παναγία μου! Γένοιτο, Κύριε!
Ο Πανιερώτατος στην εισαγωγή εξήγησε ποία τρία γεγονότα εορτάζουμε δια της Κοιμήσεως και της Μεταστάσεως της Θεοτόκου. Με αφορμή τα πιο πάνω έκανε λόγο για το πως πρέπει εμείς να διαχειριζόμαστε το Θεανθρώπινο Σώμα που δάνεισε η Παναγία στον Χριστό, αλλά και πως το δικό μας σώμα, αφού είναι ένα υποψήφιο λείψανο. Τέλος, για να γίνουν πιο κατανοητές οι προηγούμενες θεολογικές έννοιες αφηγήθηκε μια εμπειρία του που έζησε με ένα δαιμονισμένο.
Στην συνέχεια απαντήθηκαν οι πιο κάτω ερωτήσεις:
Θ’ Πνευματικὴ Σύναξη Διαλόγου μὲ τὸν Μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτο, ποὺ πραγματοποιήθηκε στις 11 Αυγούστου 2020, στὸν ὑπαίθριο χῶρο τῆς πίσω αὐλῆς τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῶν Ἁγίων Κυπριανοῦ καὶ Ἰουστίνης στὸ χωριὸ Μένικο τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου. Στὶς πνευματικὲς αὐτὲς συνάξεις ὁ Πανιερώτατος ἀπαντᾶ σὲ ἐρωτήσεις τῶν πιστῶν ποὺ τοῦ ὑποβάλλονται εἴτε γραπτῶς εἴτε προφορικῶς, ἐπώνυμα ἤ ἀνώνυμα.
Παραγωγὴ – Ἐπεξεργασία: RumOrthodox

Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΙΑ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
4: 13-18
Ἀδελφοί, ἔχοντες τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως, κατὰ τὸ γεγραμμένον, Ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα· καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν· εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς σὺν Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. Τὰ γὰρ πάντα δι΄ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ. Διὸ οὐκ ἐκκακοῦμεν, ἀλλ΄ εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται, ἀλλ΄ ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ καὶ ἡμέρᾳ. Τὸ γὰρ παραυτίκα ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως ἡμῶν, καθ΄ ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ἡμῖν, μὴ σκοπούντων ἡμῶν τὰ βλεπόμενα ἀλλὰ τὰ μὴ βλεπόμενα· τὰ γὰρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα αἰώνια.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΙΑ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
24: 27-33, 42-51
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· ὥσπερ ἡ ἀστραπὴ ἐξέρχεται ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ φαίνεται ἕως δυσμῶν, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου· ὅπου γὰρ ἐὰν ᾖ τὸ πτῶμα, ἐκεῖ συναχθήσονται οἱ ἀετοί. Εὐθέως δὲ μετὰ τὴν θλῖψιν τῶν ἡμερῶν ἐκείνων ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς, καὶ οἱ ἀστέρες πεσοῦνται ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται. καὶ τότε φανήσεται τὸ σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ τότε κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς καὶ ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλῆς. καὶ ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ μετὰ σάλπιγγος φωνῆς μεγάλης, καὶ ἐπισυνάξουσι τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέμων ἀπ’ ἄκρων οὐρανῶν ἕως ἄκρων αὐτῶν. Ἀπὸ δὲ τῆς συκῆς μάθετε τὴν παραβολήν. ὅταν ἤδη ὁ κλάδος αὐτῆς γένηται ἁπαλὸς καὶ τὰ φύλλα ἐκφύῃ, γινώσκετε ὅτι ἐγγὺς τὸ θέρος· οὕτω καὶ ὑμεῖς ὅταν ἴδητε ταῦτα πάντα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ θύραις. γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε ποίᾳ ὥρᾳ ὁ Κύριος ὑμῶν ἔρχεται. Ἐκεῖνο δὲ γινώσκετε ὅτι εἰ ᾔδει ὁ οἰκοδεσπότης ποίᾳ φυλακῇ ὁ κλέπτης ἔρχεται, ἐγρηγόρησεν ἂν καὶ οὐκ ἂν εἴασε διορυγῆναι τὴν οἰκίαν αὐτοῦ. διὰ τοῦτο καὶ ὑμεῖς γίνεσθε ἕτοιμοι, ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται. Τίς ἄρα ἐστὶν ὁ πιστὸς δοῦλος καὶ φρόνιμος, ὃν κατέστησεν ὁ κύριος αὐτοῦ ἐπὶ τῆς θεραπείας αὐτοῦ τοῦ διδόναι αὐτοῖς τὴν τροφὴν ἐν καιρῷ; μακάριος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ὃν ἐλθὼν ὁ κύριος αὐτοῦ εὑρήσει ποιοῦντα οὕτως. ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐπὶ πᾶσι τοῖς ὑπάρχουσιν αὐτοῦ καταστήσει αὐτόν. ἐὰν δὲ εἴπῃ ὁ κακὸς δοῦλος ἐκεῖνος ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, χρονίζει ὁ κύριός μου ἐλθεῖν, καὶ ἄρξηται τύπτειν τοὺς συνδούλους αὐτοῦ, ἐσθίῃ δὲ καὶ πίνῃ μετὰ τῶν μεθυόντων, ἥξει ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἐν ἡμέρᾳ ᾗ οὐ προσδοκᾷ καὶ ἐν ὥρᾳ ᾗ οὐ γινώσκει, καὶ διχοτομήσει αὐτὸν, καὶ τὸ μέρος αὐτοῦ μετὰ τῶν ὑποκριτῶν θήσει· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ποὺ τελέσθηκε στὴν ἱερὰ μονὴ Παναγίας Χρυσοκουρδαλιώτισσας στὸ χωριὸ Κούρδαλι τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (15.08.2024).

Τῆς ἀθανάτου Σου Κοιμήσεως πανάχραντε, τὴν ἑορτὴν λαμπροφανῶς πανηγυρίζοντες, προσκομίζομεν τὸν ὕμνον Σοι Θεοτόκε· ἀλλ’ ὡς οὖσα συμπαθείας μέγα πέλαγος, δυσωπήθητι καὶ δὸς πταισμάτων ἄφεσιν, τοῖς Σοὶ κράζουσι· Χαῖρε Μῆτερ ἀπείρανδρε.
ΣΤΑΣΙΣ Α’
Ἄγε δὴ τῶν Ἀγγέλων ὁ χορὸς ἐκ τῶν ἄνω, Μαριὰμ τὴν Παρθένον ὑμνεῖτε· (γ’) οἱ γὰρ πηλινογλῶσσοι ἡμεῖς οὐ δυνάμεθα τοῦτο ποιεῖν ἄνθρωποι, τῷ πόθῳ δὲ φλεγόμενοι βοᾷν ὡς ἐφικτὸν τολμῶμεν·
Χαῖρε, δι’ ἧς οὐρανὸς ἠνοίγη· χαῖρε, δι’ ἧς ὁ Σωτὴρ ἐφάνη.
Χαῖρε, τοῦ ἀοράτου Θεοῦ γεννήτρια· χαῖρε, τοῦ τῶν ὅλων Ποιητοῦ λοχεύτρια.
Χαῖρε, Θρόνων ὑπερέχουσα ἅμα καὶ Ἐξουσιῶν· χαῖρε, μᾶλλον κυριεύουσα Κυριοτήτων αὐτῶν.
Χαῖρε, δυνατωτέρα τῶν Δυνάμεων οὖσα· χαῖρε, τῶν Ἀρχαγγέλων καὶ Ἀγγέλων κρατοῦσα.
Χαῖρε, τῶν Ἀρχῶν λίαν ἐξάρχουσα· χαῖρε, πασῶν Τάξεων προέχουσα.
Χαῖρε, τῶν Χερουβὶμ τιμιωτέρα· χαῖρε, τῶν Σεραφὶμ ἐνδοξοτέρα.
Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.
Βρέφος μου χρηματίσας καὶ Υἱός μου ὑπάρχων, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, Σὺ παράλαβέ μου τὴν ψυχήν· ἐκ περάτων δὲ τοὺς Μαθητὰς ἄθροισον, ἐν μνήματι κηδεῦσαί με, καὶ ᾆσαι ἐξόδιον ὕμνον·
Ἀλληλούϊα.
Γνόντες δι’ ἣν αἰτίαν ἐκ περάτων τῆς γαίας, ἀρθέντες ὑπὸ νεφῶν, οἱ μύσται συνήχθησαν ὁμοθυμαδόν, ἐν τῷ ἁγίῳ οἴκῳ τῷ Σῷ Δέσποινα, ἐξίσταντο καὶ ἴσταντο, κραυγάζοντες πρὸς Σὲ τοιαῦτα·
Χαῖρε, χαρᾶς τῆς ὄντως δοχεῖον· χαῖρε, πασῶν ἀρετῶν ταμεῖον.
Χαῖρε, Μαριὰμ προφητόφθεγκτον ἄκουσμα· χαῖρε, Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης τὸ βλάστημα.
Χαῖρε, ὅτι Σοῦ τὴν ἔνδοξον καὶ πανίερον ταφήν· χαῖρε, τῇδε συναγήοχας, ἡμᾶς πάντας κατιδεῖν.
Χαῖρε, ἡ μεταβῆναι τῶν γηΐνων μολοῦσα· χαῖρε, ἡ μεταστῆναι πρὸς Υἱόν Σου ποθοῦσα.
Χαῖρε, δι’ ἧς κατάρας ἐῤῥύσθημεν· χαῖρε, δι’ ἧς Ἀγγέλων συνήφθημεν.
Χαῖρε, ἡμῶν ἀποστολῆς αἰτία· χαῖρε, πιστῶν πρὸς Θεὸν μεσιτεία.
Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.
Δύναμις τοῦ Ὑψίστου, ὑπὲρ νοῦν τε καὶ λόγον, τοὺς θείους καὶ σοφοὺς Ἀποστόλους, ἐκ περάτων τῆς γῆς, διὰ νεφῶν εἰς χωρίον τὴν Γεθσημανῆ ἤγαγε κηδεῦσαί Σε τὴν Δέσποιναν, καὶ ᾆσαι λιγυρῶς τὸν ὕμνον·
Ἀλληλούϊα.
Ἔφθασεν ἐπὶ τούτοις, ὁ θεσπέσιος Παῦλος, τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς δι’ ἀέρος, καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ, τὴν Παρθένον ἐξόχως ὑμνεῖν ἤρξατο, ἀῤῥήτως ἐξιστάμενος, καὶ φάσκων πρὸς Αὐτὴν τοιαῦτα·
Χαῖρε, πανάχραντε Θεοτόκε· χαῖρε, ἁγία ἁγνὴ Παρθένε.
Χαῖρε, τοῦ ἐμοῦ κηρύγματος ὑπόθεσις· χαῖρε, τῶν ἐμῶν περιόδων διεύθυνσις.
Χαῖρε, ὅτι Σὲ θεώμενος ἐθεώρουν Σὸν Υἱόν· χαῖρε, ὅτι ἐν προσώπῳ Σου, προσεκύνουν τὸν Χριστόν.
Χαῖρε, δι’ ἧς τὰ ἔθνη πρὸς Θεὸν ἐπιστρέφω· χαῖρε, δι’ ἧς τοῖς πᾶσιν ἐπιστέλλω καὶ γράφω.
Χαῖρε, τῶν ἐμῶν πόνων ἀνάπαυλα· χαῖρε, τῶν ἐμῶν δεσμῶν ἀπάλλαγμα.
Χαῖρε, ἡ τῆς ἀληθοῦς ζωῆς Μήτηρ· χαῖρε, ἣν ὁ τάφος βραχεῖ συνέξει.
Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.
Ζήσασα θεαρέστως, πρὸς ζωὴν μετετέθης, τὴν κρείττονα ἀληθῆ καὶ ἀγήρω· τὴν γὰρ ἐνυπόστατον ζωήν, τὴν ζωοποιοῦσαν τὰς ζωάς, τέτοκας Χριστὸν παρεχόμενον, ἄληκτον ζωὴν τοῖς βοῶσιν·
Ἀλληλούϊα.

ΣΤΑΣΙΣ Β’
Ἠγέρθης μετὰ πότμον, ἀναστᾶσα ἐνδόξως, τριήμερος ὥσπερ ὁ Υἱός Σου, καὶ ἀνῆλθες εἰς τοὺς οὐρανούς, μετὰ δόξης καὶ τιμῆς πολλῆς σύσσωμος. Θωμᾶς δὲ ὑπαντήσας Σοι, ἐβόα σὺν χαρᾷ καὶ πόθῳ·
Χαῖρε, δι’ ἧς μαθητὴς πιστοῦται· χαῖρε, δι’ ἧς ἀπιστίας λυτροῦται.
Χαῖρε, λογισμῶν ἀμφιβόλων διώκτρια· χαῖρε, εὐσεβῶν φρονημάτων γεννήτρια.
Χαῖρε, ἣν ἐγὼ ὑπήντησα ἐν ἀέρι τηλαυγῶς· χαῖρε, ἣν ἐγὼ ἐπέγνωκα, ἐκ τῆς δόξης προφανῶς.
Χαῖρε, ἧσπερ τὴν χάριν εἰς τὰ ἔθνη κηρύξω· χαῖρε, ἧσπερ τὴν Ζώνην, τοῖς ἐν κόσμῳ κομίσω.
Χαῖρε, ἡ ἐμὲ χαροποιήσασα· χαῖρε, ἐμὴν κατήφειαν λύσασα.
Χαῖρε, ἡ νεκροπρεπῶς κηδευθεῖσασα· χαῖρε, ἡ θεοπρεπῶς ἐγερθεῖσα.
Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.
Θεοδόχον Σου σκῆνος, θεοκτόνων τὸ σμῆνος, ὁρῶν ἐκφερόμενον ἐνδόξως, φρυαττόμενον μανιωδῶς, θεομάχους χεῖρας κατ’ αὐτοῦ ὥπλιζεν· ἀλλ’ ἔτισε τῆς ὕβρεως δίκας, ὡς μὴ γινώσκων ψάλλειν·
Ἀλληλούϊα.
Ἴωμεν μετὰ πόθου, ὦ θεόφρονες πάντες, σπουδῇ εις Γεθσημανῇ χωρίον, ὀψόμενοι τάφον νοητῶς, οὗ σῶμα Θεομητορικὸν τέθαπται· τὰ χείλη δὲ καὶ ὄμματα προσψαύοντες αὐτῷ βοῶμεν·
Χαῖρε, Μητρὸς τοῦ Ὑψίστου τάφε· χαῖρε, νεκρᾶς τριημέρου τύμβε.
Χαῖρε, ὁ κενὸς μετὰ τρίτην φαινόμενον· χαῖρε, ὁ ἐκτὸς σώματος προσκυνούμενος.
Χαῖρε, ὅτι τὴν πανάχραντον ὑποδέδεξαι ἐν σοί· χαῖρε, ὅτι τὴν πανύμνητον περιέσχες ἐν βραχεῖ.
Χαῖρε, τὰ δευτερεῖα φέρων Ἁγίου Τάφου· χαῖρε, ὁ τὰ σημεῖα εὐμοιρήσας τᾀκείνου.
Χαῖρε, ἐν ᾧ ἡ Θεόπαις τέθειται· χαῖρε, ἀφ’ οὗ ἡ αὐτὴ ἐγήγερται.
Χαῖρε, Σὲ γὰρ δι’ αὐτὴν προσκυνοῦμεν· χαῖρε, πάντες πρὸς αὐτὴν ἐκφωνοῦμεν.
Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.
Κήρυκες θεοφόροι, ὦ Ἀπόστολοι θεῖοι, ὁπαδοὶ φοιτηταὶ τοῦ Υἱοῦ μου, ἐκ περάτων τῆς γῆς αὐθωρὸν εἰς χωρίον τὴν Γεθσημανῆ σπεύσαντες, κηδεύσατε τὸ σῶμά μου νεκροπρεπῶς ᾄδοντες ὕμνον·
Ἀλληλούϊα.
Λόγοις ὑπερκοσμίοις, Διονύσιος ἅμα, ἐγέραιρε σὺν Ἱεροθέῳ, τὴν ἄχραντον Μητέρα Θεοῦ, τὰ λοίσθια ἀνθρωπρεπῶς πνέουσαν, θεόληπτοι δεικνύμενοι καὶ ἐνθεαστικῶς βοῶντες·
Χαῖρε, ἡ ὄντως κρυφιομύστης· χαῖρε, ἐφ’ ἣν ἵδρυται ἡ πίστις.
Χαῖρε, τῆς ζωαρχικῆς Τριάδος ἔποψις· χαῖρε, τῶν θείων ὀνομάτων ἀνάπτυξις.
Χαῖρε, πέλαγος ἀόριστον, θεολογίας φημί· χαῖρε, θάλασσαν ἀπέραντον, ἡ διδάξασα προσπλεῖν.
Χαῖρε, Ταξιαρχίας σύνθημα τῆς ἄνω· χαῖρε, Ἱεραρχίας ὕμνημα τῆς κάτω.
Χαῖρε, μυστηρίων ἀποκάλυψις· χαῖρε, ἀποῤῥήτων διασάφησις.
Χαῖρε, δι’ ἧς οἱ νόες ἀνυψοῦνται· χαῖρε, δι’ ἧς πρὸς Θεὸν ἀφικνοῦνται.
Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.
Μὴ φίλοι τοῦ Υἱοῦ μου, μὴ ποιήσητε πένθους, ἡμέραν τῆς Μεταστάσεώς μου· μεμνημένοι δι’ ὡς εἶπον ὑμῖν, οὐκ ἐάσω ὑμᾶς ὀρφανοὺς πώποτε, τὴν λύπην ἀπωσάμενοι, διδάξατε τὰ ἔθνη λέγειν·
Ἀλληλούϊα.

ΣΤΑΣΙΣ Γ’
Νέα τὴν ἡλικίαν, κομιδῇ τε ἀκμαία, καὶ γήρατος δεινοῖς πρὶν ἐγκῦψαι, μετεπέμφθης πρὸς τοῦ Σοῦ Υἱοῦ εἰς Βασίλεια τῶν οὐρανῶν Δέσποινα· Αὐτῷ δὲ συμβασιλεύουσα περισώζοις τοὺς Σοὶ βοῶντας·
Χαῖρε, Παρθένε ἡ βρεφοτρόφος· χαῖρε, νηπίων νηπιοτρόφος.
Χαῖρε, τῶν καμνόντων παιδίων περίθαλψις· χαῖρε, τῶν ἐφήβων ὡσαύτως ἀνάπτυξις.
Χαῖρε, κάλλος παρθενεύοντος σώματος πανευπρεπές· χαῖρε, ἄνθος τῆς νεότητος, ἡ τηροῦσα ἀσινές.
Χαῖρε, ἀνδρῶν τελείων συντηροῦσα δυνάμεις· χαῖρε, γυναικῶν αὖθις κατευθύνουσα πράξεις.
Χαῖρε, λαμπρὰ προμήθεια πένητος· χαῖρε, στεῤῥὰ βακτηρία γήρατος.
Χαῖρε, καλὴ γηροτρόφε πρεσβύτου· χαῖρε, κοινὴ προστασία τοῦ κόσμου.
Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.
Ξύμπαντες οἱ θεόπται, ἐφεστήκεισαν τότε, ἡνίκα πρὸς Θεὸν ἐξεδήμεις, καὶ σὺν Τιμοθέῳ τῷ σοφῷ, δύο Ἱεράρχαι Ἀθηνῶν ἄχραντε, τὰ θεῖα μεγαλεῖά Σου θαυμάζοντες καὶ ἐκβοῶντες·
Ἀλληλούϊα.
Ὅλος ὁ ἐν τοῖς κόλποις, καθεζόμενος Λόγος, ἀνάρχου Πατρὸς ἀνεκφοίτητως, κατελήλυθεν ὅλος ἐν γῇ, τὴν τῆς Μητρὸς ἁγίαν ψυχήν, λήψεσθαι Ἀγγέλων Ἀρχαγγέλων τε, δωρυφορούντων καὶ λεγόντων·
Χαῖρε, ἡ Βασιλὶς καὶ Κυρία· χαῖρε, ἡ Θεοτόκος Μαρία.
Χαῖρε, τῷ Θεῷ ἡμῶν σάρκα δανείσασα· χαῖρε, τὸν Ποιητὴν γαλακτοτροφήσασα.
Χαῖρε, ὄνομα σεβάσμιον, καὶ Ἀγγέλοις καὶ βροτοῖς· χαῖρε, θέαμα ἐξαίρετον, οὐρανοῦ τε καὶ τῆς γῆς.
Χαῖρε, ἡ οἰκοῦσα ἐν Οὐρανῷ ἐμπυρίνῳ· χαῖρε, ἡ παρεστῶσα τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ Θρόνῳ.
Χαῖρε, οὐρανίων ὑπερέχουσα· χαῖρε, τῶν ἐπιγείων δεσπόζουσα.
Χαῖρε, μετὰ Θεὸν λατρευομένη· χαῖρε, σὺν τῷ Υἱῷ προσκυνουμένη.
Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.
Πέτρος ὁ κορυφαῖος, Ἀποστόλων ἀκρότης, μεγίστης ἀθυμίας ἐπλήσθη, ἡπλωμένην ἰδών σε νεκράν, ἐμπόνως δακρύων ἐπὶ Σοὶ ἔτενε, καὶ πρώτιστος ἀπήρξατο τῶν ἐξοδίων ὕμνων ᾄδων·
Ἀλληλούϊα.
Ῥήμασι θεοφθέγκτοις, Θεολόγος ὁ Μέγας, ὁ θεῖος Μαθητὴς Ἰωάννης, ἐδεξιοῦτο Μητέρα τὴν ἑαυτοῦ, ἀπαίρειν πρὸς τὰς ἄνω σκηνὰς μέλλουσαν, πυκνῶς κατασπαζόμενος, ὑιοπρεπῶς τε ἀνακράζων·
Χαῖρε, Πατρὸς τοῦ ἀνάρχου Νύμφη· χαῖρε, Υἱοῦ συνανάρχου Μήτηρ.
Χαῖρε, Μαθητοῦ ἠγαπημένου καύχημα· χαῖρε, φοιτητοῦ ἐπιστηθίου σέμνωμα.
Χαῖρε, ἣν ἐγὼ παρέλαβον τότε ἀπὸ τοῦ Σταυροῦ· χαῖρε, ἣν ἐγὼ ἐφύλαξα ὥσπερ κόρην ὀφθαλμοῦ.
Χαῖρε, ἡ ἐν κρανίῳ Μαθητῇ δωρηθεῖσα· χαῖρε, ἡ ἐν τῷ οἴκῳ τῷ ἐμῷ οἰκισθεῖσα.
Χαῖρε, Θεοῦ Μήτηρ ἀειπάρθενος· χαῖρε, κόσμου Μήτηρ θεοδώρητος.
Χαῖρε, ἡ Μήτηρ πάντων πιστευόντων· χαῖρε, ἡ σκέπη πάντων τῶν βοώντων.
Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.
Σύστειλόν μου τὸ σῶμα, ὦ υἱὲ Ἰωάννη, ἐν τάφῳ μητροπρεπῶς ὡς οἶδας· ὥσπερ δὲ ἤνεγκας καρτερῶς, ὅτε ἐν τῷ τάφῳ τῷ καινῷ ἐτέθειτο, ὁ σὸς καλὸς Διδάσκαλος, οὕτω τέτλαθι καὶ νῦν λέγων·
Ἀλληλούϊα.

ΣΤΑΣΙΣ Δ’
Τύπος ἦν τῆς Σῆς δόξης, τὸ σημεῖον ὦ Μῆτερ, ὃ εἶδον τρανῶς ἐν τῇ Ἀποκαλύψει· καὶ γὰρ ὤφθης μοι τότε γυνὴ ἐνδεδυμένη τὸν νοητὸν Ἥλιον, τὸν πάντας καταυγάζοντα, καὶ συνετίζοντα βοᾷν Σοι·
Χαῖρε, λαμπρῶς ἡ ἐστολισμένη· χαῖρε, φαιδρῶς ἡ κεκοσμημένη.
Χαῖρε, ἡ περιβεβλημένη τὸν Κύριον· χαῖρε, πεποικιλμένη Αὐτοῦ ἐνώπιον.
Χαῖρε, στέφος δωδεκάαστρον, φέρουσα ἐν κεφαλῇ· χαῖρε, δίσκον τὸν σελήνιον, ἔχουσα ἐν τοῖς ποσί.
Χαῖρε, Χριστὸν ἰδοῦσα ὑπεράνω Σου πάλιν· χαῖρε, καταπατοῦσα τῆς ἀπάτης τὴν πλάνην.
Χαῖρε, ἰδοὺ ἀστέρες οἱ δώδεκα· χαῖρε, ἰδοὺ ἀσπασμόν Σοι ἔδωκαν.
Χαῖρε, τῶν Χριστιανῶν Μήτηρ· χαῖρε, Ἰωάννου Μαθητοῦ Μήτηρ.
Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.
Ὕμνους ᾖδον οἱ νόες, φλογερῶν τῶν στομάτων, συμψάλλοντες σεπτοῖς Ἀποστόλοις, καὶ τάφῳ φερόμενον νεκρόν, σῶμα τὸ Θεομητορικὸν προὔπεμπον, τιμὴν αὐτῷ ποιούμενοι, καὶ φθεγγόμενοι μετὰ δέους·
Ἀλληλούϊα.
Φέροντες οἱ θεόπται, τὸ κλινίδιον Κόρη, ἐν ᾧ τὸ θεοδόχον Σου σκῆνος, λύπης καὶ ἀθυμίας μεστοί, ἡρέμα λίαν καὶ ἡσυχῇ ὤδευον, τὰ θεῖα καὶ ἐξαίσια ἀνυμνοῦντες μυστήρια·
Χαῖρε, δι’ ἧς ὁ Θεὸς ἐσαρκώθη· χαῖρε, δι’ ἧς ὁ σατὰν ἐτροπώθη.
Χαῖρε, μυστηρίου ἀρχαίου φανέρωσις· χαῖρε, ἀπ’ αἰῶνος κεκρυμμένου δήλωσις.
Χαῖρε, ἧ περ καθυπέκλινας, δένδρα κορυφαὶ αὐτῶν· χαῖρε, ἥνπερ προσεκύνησαν, ἐν τῷ Ὄρει Ἐλαιῶν.
Χαῖρε, ἡ δι’ Ἀγγέλου εἰς τὰ ἄνω κληθεῖσα· χαῖρε, διὰ σημείου φοίνικος πιστωθεῖσα.
Χαῖρε, πρὸς τὸν Υἱὸν ἐνδημήσασα· χαῖρε, ἐν Παραδείσῳ σκηνώσασα.
Χαῖρε, ἐκ γῆς πρὸς οὐρανὸν ἀρθεῖσα· χαῖρε, ἡμᾶς ὀρφανοὺς μὴ ἀφεῖσα.
Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.
Χεῖράς Σου παναχράντους, καὶ παλάμας ἀμώμους, ὑψώσασα ἁγνὴ πρὸς Υἱόν Σου, μητρικῶς ἀνεβόας αὐτῷ, οὕς μοι ἐκτήσω διηνεκῶς φύλαττε, ᾠδήν Σοι τὴν οὐράνιον, τῷ Δημιουργῷ προσφωνοῦντας·
Ἀλληλούϊα.
Ψαῦσαί τις μὴ τολμήσῃ, ἀμυήτων χεὶρ ταύτης, τῆς θείας Κιβωτοῦ ὡς ἐμψύχου, μόνα δὲ τὰ χείλη τῶν πιστῶν, κινείσθωσαν ἐπὶ τὸν αὐτῆς ἔπαινον, φωνήν τε τὴν χαρμόσυνον μελπέτωσαν τὴν τοῦ Ἀγγέλου·
Χαῖρε, ἡ πύλη τοῦ Παραδείσου· χαῖρε, ἡ κλεὶς χλοεροῦ χωρίου.
Χαῖρε, ἀπροσίτῳ φωτὶ σελαγίζουσα· χαῖρε, τὰς ψυχὰς πάντων περιαυγάζουσα.
Χαῖρε, ὅτι Σὺ ἐφώτισας τοὺς τῶν ὕμνων ποιητάς· χαῖρε, ἣν ἐδοξολόγησαν, Ἰωάννης καὶ Κοσμᾶς.
Χαῖρε, ἡ Θεοδώρου καὶ Θεοφάνους νάβλα· χαῖρε, Ἰωσὴφ καὶ Ῥωμανοῦ κιθάρα.
Χαῖρε, Δαμασκηνοῦ χειρὸς ἴασις· χαῖρε, παντὸς πάθους ἀνακούφισις.
Χαῖρε, δὴ Κόρη! Καὶ δὸς ὃ αἰτήσω· χαῖρε, Μαρία ἵν’ εἰπὼν ἐκψύξω.
Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.
Ὦ πάσης εὐφημίας ὑπερέκεινα Μῆτερ, παντὸς ἐγκωμίου ἀνωτέρα (γ’), Ἥνπερ οὐδὲ νοῦς ἀγγελικός, σχολῇ γε ἀνθρώπειος ἐπαινεῖν δύναται!, τὸ πρόθυμόν μου πρόσδεξαι καὶ ἐλέησον ὅπως ψάλλω·
Ἀλληλούϊα.
Τῆς ἀθανάτου Σου Κοιμήσεως πανάχραντε, τὴν ἑορτὴν λαμπροφανῶς πανηγυρίζοντες, προσκομίζομεν τὸν ὕμνον Σοι Θεοτόκε· ἀλλ’ ὡς οὖσα συμπαθείας μέγα πέλαγος, δυσωπήθητι καὶ δὸς πταισμάτων ἄφεσιν, τοῖς Σοὶ κράζουσι· Χαῖρε Μῆτερ ἀπείρανδρε.
«Θεαρχίῳ νεύματι»». Ὀκτάηχον Δοξαστικὸν Ἑσπερινοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.
Ἠχητικὸ ντοκουμέντο ἀπὸ τὸν πανηγυρικὸ Ἑσπερινὸ τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ποὺ τελέσθηκε στὴν ἱερὰ μονὴ Παναγίας Χρυσοκουρδαλιώτισσας στὸ χωριὸ Κούρδαλι τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (14.08.2025).
Ψάλλουν ὁ ἄρχων πρωτοψάλτης τῆς Ἱ. Μ. Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου καὶ ὁ μαθητὴς αὐτοῦ ἱεροψάλτης κ. Γεώργος Δημητρίου.
Δόξα… Καὶ νῦν…
Ἦχος α’
Θεαρχίῳ νεύματι, πάντοθεν οἱ θεοφόροι Ἀπόστολοι, ὑπὸ νεφῶν μεταρσίως αἰρόμενοι.
Ἦχος πλ. α’
Καταλαβόντες τὸ πανάχραντον, καὶ ζωαρχικόν σου σκῆνος, ἐξόχως ἠσπάζοντο.
Ἦχος β’
Αἱ δὲ ὑπέρτατοι τῶν οὐρανῶν Δυνάμεις, σὺν τῷ οἰκείῳ Δεσπότῃ παραγενόμεναι.
Ἦχος πλ. β’
Τὸ θεοδόχον καὶ ἀκραιφνέστατον σῶμα προπέμπουσι, τῷ δέει κρατούμεναι, ὑπερκοσμίως δὲ προῴχοντο, καὶ ἀοράτως ἐβόων, ταῖς ἀνωτέραις ταξιαρχίαις· ἰδοὺ ἡ παντάνασσα θεόπαις παραγέγονεν.
Ἦχος γ’
Ἄρατε πύλας, καὶ ταύτην ὑπερκοσμίως ὑποδέξασθε, τὴν τοῦ ἀενάου φωτὸς Μητέρα.
Ἦχος βαρὺς
Διὰ ταύτης γὰρ ἡ παγγενὴς τῶν βροτῶν σωτηρία γέγονεν, ᾗ ἀτενίζειν οὐκ ἰσχύομεν, καὶ ταύτῃ ἄξιον γέρας ἀπονέμειν ἀδύνατον.
Ἦχος δ’
Ταύτης γὰρ τὸ ὑπερβάλλον, ὑπερέχει πᾶσαν ἔννοιαν.
Ἦχος πλ. δ’
Διὸ ἄχραντε Θεοτόκε, ἀεὶ σὺν ζωηφόρῳ Βασιλεῖ, καὶ τόκῳ ζῶσα, πρέσβευε διηνεκῶς, περιφρουρῆσαι καὶ σῶσαι, ἀπὸ πάσης προσβολῆς ἐναντίας τὴν νεολαίαν σου· τὴν γὰρ σὴν προστασίαν κεκτήμεθα.
Ἦχος α’
Εἰς τοὺς αἰῶνας, ἀγλαοφανῶς μακαρίζοντες.