Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατά τον πανηγυρικό Εσπερινό της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, που τελέσθηκε στο ιερό ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Συνοικισμού Ανθουπόλεως στὴ Λευκωσία (13.09.2019). Κατά την ημέρα αυτή πανηγυρίζει στην προσφυγιά η κατεχόμενη από τους Τούρκους κοινότητα της Κάτω Ζὠδειας, της μητροπολιτικής περιφέρειας Μόρφου.
Έτη πολλά και σε σας. Ελεύθερα τα έτη μας να είναι. Σήμερα ένεκεν ημών και εκείνων, η πανήγυρις του Τιμίου Σταυρού δεν γίνεται εκεί που ανήκει, αλλά εδώ εις την προσφυγιά. Σταυρὲ τοῦ Χριστοῦ πανάγιε, σῶσον ἡμᾶς τῇ δυνάμει σου. Αυτά μάθαμε από τους πρωτινούς πνευματικούς να λέμε στην προσευχή μας προς τον Τίμιο Σταυρό. Το επαναλαμβάνω, γιατί πολλοί δεν το ξέρουν καν. Σταυρὲ τοῦ Χριστοῦ πανάγιε, σῶσον ἡμᾶς τῇ δυνάμει σου. Είναι πανάγιος ο Τίμιος Σταυρός διότι ἥπλωσε ταῖς παλάμαις ἐπ᾿ αὐτοῦ και καταδέχτηκε να ηττηθεί εκούσια. Ἐρχόμενος πρὸς τὸ ἐκούσιον πάθος ὁ πανάγιος Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ὁ σεσαρκωμένος Θεάνθρωπος Ἰησοῦς.
Βλέπετε έχουμε έναν Θεό, που καταδέχεται να σταυρωθεί. Αφού προηγουμένως συλλαμβάνεται, ραπίζεται, δικάζεται, κατηγορείται, χλευάζεται, μένει μόνος Τουμακριά από τους μαθητές Του, με μόνον τη μητέρα Του και τον ηγαπημένονεπιστήθιον μαθητή, φίλον τον παρθένον Ιωάννη Θεολόγο. Αυτά όλα είναι μαθήματα για τη δική μας καθημερινότητα για τη δική μας ζωή. Την οποία, όταν τα μαθήματα έρχονται σε μας επειδή όντως είναι πικρά, δυσανασχετούμε και δεν αντιλαμβανόμεθα ότι, διά της ταπεινώσεως γίνεται η ύψωσις και ο δοξασμός. Ακόμη και αυτού του Θεανθρώπου. Τοσούτο μάλλον ημών που έχουμε τόσα λάθη, τόσα πάθη, τόσα αμαρτήματα.
Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς
Ενθυμούμαι, αγαπητέ μου πάτερ Μιχαήλ, και λέω σε σένα που είσαι κατά τι μεγαλύτερός μου και ας μη σου φαίνεται. Πριν εικοσιένα χρόνια τέτοιαν ημέρα, τέτοιαν ώρα επέλεξε ο Θεός να είναι το πρωί η χειροτονία μου σε Μητροπολίτη Μόρφου και το απόγευμα μετά τον εσπερινό του Σταυρού η ενθρόνισή μου στην προσφυγική έδρα της Ευρύχου. Όπως ξεύρεις καλά, είσαι πλέον παλαιός Οικονόμος και Πρωτοπρεσβύτερος. Πρέπει ο ενθρονισθείς Μητροπολίτης να απαγγείλει και λόγον. Λόγον ενθρονιστήριο. Η πατερική γραμματεία και θεολογία είναι πλούσια αιώνες τώρα. Το Πνεύμα το Άγιον φωτίζει τους αγίους και όπου αντλούμε εμείς και γινόμεθα κλέπται των αγίων. Άρα κλέπτουμε από τη σοφία τους και την αγιότητά τους. Θεμιτή κλοπή, επαινετή κλοπή. Έπρεπε λοιπόν να γράψω τις προηγούμενες ημέρες, τον ενθρονιστήριο λόγο και τον χειτοτονητήριο για το πρωί. Θυμάμαι ποιος άγιος με βοήθησε πολύ, στο να εμπνευστώ τι θα γράψω. Ένας που τότε δεν ήταν επίσημα αγιοκαταταγμένος, αργότερα αγιοκατατάχθηκε από τη Σερβική Εκκλησία. Ο άγιος Ιουστίνος ο Πόποβιτς. Έγραψε την καλύτερη, την απλούστερη και ταυτόχρονα βαθύτερη δογματική. Τελευταία η μονή του Βατοπεδίου το εξέδωσε το βιβλίο. Το συνιστώ σε όσους αγαπούν να μάθουν την πίστη τους. Όχι από τα κανάλια και από τις εφημερίδες, αλλά από τους αγίους μαθαίνουμε την πίστη μας. Ακόμα και εμείς οι αρχιερείς, μπορεί μερικές φορές να μην εκφράσουμε σωστά την πίστη μας. Το συγχωρεί ο Θεός. Το συγχωρεί και ο λαός, φτάνει να μην εμμένουμε εις το λάθος μας. Αυτοί που εκφέρουν αυθεντικό λόγο περί του τι εστί Θεός, τι εστί κόσμος, τι εστί άνθρωπος, τι εστί εν Χριστώ αγιασμός και σωτηρία, είναι μόνον οι άγιοι. Γιατί οι άγιοι σταυρώθηκαν και αναστήθηκαν. Τότε σ᾿ αυτό τον ενθρονιστήριο λόγο, εδανείστηκα από το βιβλίο του το περίφημο μεταφρασμένο στα ελληνικά, «άνθρωπος και Θεάνθρωπος». Έχει εκεί ένα κεφάλαιο, η εσωτερική ιεραποστολή της Εκκλησίας. Το συνιστώ σε όλους τους νέους ιερείς πάντοτε να το διαβάζουν. Αν θέλουν να κάμουν δουλειά πρώτα μέσα τους και μετά εις τον λαό του Θεού. Επαναλαμβάνω, η εσωτερική ιεραποστολή της Εκκλησίας. Λέει εσωτερική, γιατί υπάρχει και εξωτερική. Εδώ οι ιερείς σας βοηθούν πολύ την εξωτερική ιεραποστολή. Ιδιαιτέρως εις την Αφρική. Υπάρχει όμως ανάγκη μεγάλη πάντοτε εσωτερικής ιεραποστολής στο λαό του τόπου μας, στο λαό της ενορίας μας.
Ο λαός μας φαίνεται σήμερα ακατήχητος. Αδιάβαστος στα περί πίστεώς του σε μιαν εποχή πληροφορίας και πληροφορικής. Είναι τραγικόν αυτό. Την ευθύνη πρώτον ημών των επισκόπων να ορθοτομούμε λόγον αληθείας και ας οι άλλοι, μας αμφισβητούν. Άρα, θα έλεγα όταν λέμε η κρίσις είναι πνευματική, είναι πρώτα και κύρια αρχιερατική και ιερατική εάν έχουμε τόλμη να εκφέρουμε σε συνθήκες σύγχρονης ευρωκρατίας και νέας τάξης πραγμάτων, λόγον Χριστού. Χωρίς φόβον και χωρίς πάθος. Εκεί λοιπόν, ο άγιος Ιουστίνος ο Πόποβιτς γράφει κάτι που αφορά τη σήμερον εορτή. Μου έκαμε μεγάλην εντύπωση. Λέει, πρέπει να μάθει ο ιερέας και κάθε Ορθόδοξος Χριστιανός να γυρίζει κατά τον Τίμιο Σταυρό να τον βλέπει και αμέσως, λέει, να κλείνει το κεφάλι με ταπεινόν φρόνημα και να λέει στην καρδία του: «Ταπεινέ μου Κύριε, ταπείνωσόν με διὰ τῆς ταπεινώσεώς Σου». Το επαναλαμβάνω: Ταπεινέ μου Κύριε, ταπείνωσόν με διὰ τῆς ταπεινώσεώς Σου. Θα μου πείτε, τότε ήμουν τριάντα έξι χρονών. Το κατάλαβες; Την επόμενην ημέρα, χειροτονούμουν επίσκοπος. Δεν το κατάλαβα τι εννοούσε ακριβώς ο άγιος. Ήξερα όμως, ότι έχω ανάγκην από ταπείνωση μέχρι να πεθάνω.
Το δεύτερο που ήξερα είναι ότι, στην Εκκλησία πολλά δεν τα καταλαβαίνουμε αλλά τα αισθανόμαστε. Όπως ιδιαιτέρως τη Χάρη του Παναγἰου Πνεύματος. Μπορούμε να καταλάβουμε τη Χάρη; Όχι. Μπορούμε όμως να την αισθανθούμε. Γι αυτό λοιπόν, το αισθάνθηκα εκείνη την ημέρα. Ότι κατά κύριον λόγο ο πιστός Χριστιανός και δη ο επίσκοπος και ο ιερέας, πρέπει καθημερινά να γυρίζει κατά τον Τίμιο Σταυρό και να βλέπει Αυτόν που ταπεινώθηκε και ηττήθηκε εκούσια πάνω στον σταυρό. Αυτός που είπε επί του Σταυρού, διψῶ. Αυτός που είπε επί του Σταυρού, Ἄφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι τι ποιοῦσι. Αυτός που είπε επί του Σταυρού, τετέλεσται. Αυτός που είπε επί του Σταυρού, Πάτερ μου, εἰς χεῖρας σου παραθήσομαι τὸ πνεῦμα μου. Οι επτά λόγοι του Κυρίου μας επί του Σταυρού. Όλα αυτά, ο άγιος Ιουστίνος ο Πόποβιτς ο Σέρβος, τα συνόψισε σε αυτή την προσευχή: «Ταπεινέ μου Κύριε, ταπείνωσόν με διὰ τῆς ταπεινώσεώς Σου». Και πᾶς ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται. Δηλαδή, μας συμφέρει να επιδιώκουμε την ταπείνωση. Θυμούμαι, από μικρούς μας εμάθαιναν να είμαστε περήφανοι. Όχι να είμαστε ταπεινοί. Οι παλιές οι γιαγιάδες, μας εμάθαιναν την ταπείνωση. Όσον εξευρωπαϊζόμεθα, μας έλεγαν, να είσαι περήφανος που είσαι πρώτος εις το σχολείο, που είσαι ο πιο ψηλός, που είσαι ο πιο όμορφος, που είσαι ο πιο πλούσιος. Δεν μας εμάθαιναν την ταπείνωση. Πηγαίναμε στην Εκκλησία και βλέπαμε επάνω στο εικονοστάσι ένα σταυρό και πάνω στο σταυρό έναν Θεό. Έναν σταυρωμένο Θεό! Έναν ταπεινωμένο Θεό! Και ακούγαμε το Ευαγγέλιο, πᾶν ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται. Και πᾶν ὁ ὑψῶν ἑαυτόν, όποιος περηφανεύεται δηλαδή, ταπεινωθήσεται. Οι πρωτινοί είχαν και παροιμίες. Τα ξαναείπαμε. Το πουλλίν το μουττάτον, ο Θεός προμουττά το. Αν δεν χτυπήσεις στο ανώφλι, δεν θα δεις το κατώφλι. Είχαν σοφία, την οποίαν κωδικοποιούσαν σε λαϊκές παροιμίες. Αλλά ήταν η σοφία του Ευαγγελίου. Όχι των διαταγμάτων της ενωμένης Ευρώπης.
Εικόνα 23: Τίμιος Σταυρός, Κάτω Ζώδια. Άποψη από βόρεια
Αντιλαμβάνεστε λοιπόν, ότι αν κάτι μας λείπει για να επιστρέψουμε εις την αγαπημένη μας Κάτω Ζώδεια να τελέσουμε εκεί τη λειτουργία και την πανήγυρη της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, είναι πρώτα και κύρια να μάθουμε και να διδάξουμε στο εαυτό μας, στα παιδιά μας, στα εγγόνια μας τον Σταυρωμένον και Αναστημένον Ιησούν. Όταν έτσι εργαστούμε πρώτα στον εαυτό μας, μετά στη μικρή μας οικογένεια, αυτό θα επεκταθεί και στη μεγάλη μας οικογένεια που είναι η πατρίδα μας. Η πατρίδα μας είναι η μεγάλη μας οικογένεια.
Γι αυτό, παρακαλώ την αγάπη σας, να ζητάτε και να αναζητάτε Αυτόν που σταυρώθηκε. Αυτόν που ταπεινώθηκε για μας και να μας διδάξει διά της σταυρώσεώς Του, διά του Τιμίου του Σταυρού διά της ταπεινώσεώς Του, την ταπείνωση σε μας τους τάχα μου υπερήφανους Ευρωπαίους.
Άγιος Κορνήλιος ο Εκατοντάρχης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'
Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Kορνηλίου του εκατοντάρχου
Ζωής απίστου Kορνήλιον εξάγεις,
Πιστών απαρχήν των απ’ εθνών Xριστέ μου.
Άγιος Κορνήλιος ο Εκατοντάρχης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτος ο θείος Kορνήλιος δεν ήτον Iουδαίος, ουδέ από τους υποκειμένους εις τον παλαιόν Nόμον. Aλλ’ ήτον, εθνικός μεν και απερίτμητος, κατά την αξίαν εκατόνταρχος, από την σπείραν, ήγουν τάξιν, την καλουμένην ιταλικήν, ευσεβής δε και φοβούμενος τον Θεόν με όλον τον οίκον του, μεταχειριζόμενος την των Xριστιανών πολιτείαν, αγκαλά και ακόμη δεν είχεν αξιωθή της χάριτος του Θεού, ουδέ του θείου Bαπτίσματος1. Oύτος λοιπόν διατρίβωντας εις την Kαισάρειαν της Παλαιστίνης, είδεν Άγγελον Kυρίου παρακινούντα αυτόν, διά να καλέση τον Aπόστολον Πέτρον, και να ακούση από αυτόν εκείνα οπού πρέπουσιν. Όθεν ευθύς στέλλει και φέρει τον Kορυφαίον, όστις απεκαλύφθη τα περί του Kορνηλίου διά της αινιγματώδους εκείνης θεωρίας των εν τη σινδόνι ερπετών και θηρίων. Eπειδή, αν την θεωρίαν εκείνην δεν έβλεπεν ο Πέτρος, βέβαια δεν ήθελε καταδεχθή να υπάγη εις άνθρωπον απερίτμητον και εθνικόν. Όταν λοιπόν επήγεν εις τον οίκον του ο Aπόστολος, ευθύς επρόσπεσεν εις τους πόδας του ο Kορνήλιος. Kαι κατηχηθείς την πίστιν παρ’ αυτού, εβαπτίσθη, τόσον αυτός, όσον και οι λοιποί οπού εσυνάχθησαν εις τον οίκον του.
Aπό τότε λοιπόν και ύστερον εσυναναστρέφετο με τους Aποστόλους. Kαι αφ’ ου οι Aπόστολοι ανεχώρησαν από τα Iεροσόλυμα, μετά τον φόνον και την λύπην του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, και διεσκορπίσθησαν εις την οικουμένην, τότε εσυντρόφευσεν αυτούς και ο θείος Kορνήλιος έως εις την Φοινίκην και Kύπρον και Aντιόχειαν. Aλλ’ ουδέ όταν ήτον εις την Έφεσον οι Aπόστολοι, εχωρίσθη από αυτούς ο Kορνήλιος. Eπειδή δε οι Aπόστολοι έμαθον, πως η πόλις των Σκεψέων2 εκρατείτο από την πλάνην των ειδώλων, και έβαλον λαχνούς3, ποίος να υπάγη εις αυτήν διά να κηρύξη, ο δε λαχνός έπεσεν εις τον Kορνήλιον· διά τούτο ευθύς επήγεν εις αυτήν ο ιερός Aπόστολος, ευαγγελιζόμενος την εις Xριστόν πίστιν.
Mαθών δε τούτο ο τοπάρχης των Σκεψέων Δημήτριος, άνδρας σοφός και δεινός εις την των Eλλήνων θρησκείαν, έφερεν έμπροσθέν του τον ιερόν Kορνήλιον, όστις παρρησία ωμολόγησε τον Xριστόν. Έπειτα προσποιηθείς, ότι θέλει τάχα να θυσιάση εις τους θεούς, εμβήκεν εις τον ναόν αυτών, και προσευχηθείς ευγήκεν έξω. Tότε θαύμα μέγα εποίησεν ο του Xριστού μαθητής, διά μέσου του οποίου ετράβιξεν όλους τους εκεί ευρισκομένους εις την πίστιν του Xριστού. Διά μέσου γαρ της προσευχής του, αιφνιδίως έγινε μέγας σεισμός, από τον οποίον έπεσεν ο ναός. Kαι τα μεν είδωλα, εσύντριψε και κατέχωσε. Tην δε γυναίκα του Δημητρίου Eυανθίαν ονόματι, μαζί με τον υιόν της, ζωντανούς υποκάτω εις το χώμα παραδόξως εφύλαξεν.
O δε Δημήτριος προ του να μάθη ταύτα, εσυγκρότησε κριτήριον, και εστοχάζετο με ποίας πικροτάτας βασάνους να τιμωρήση τον Άγιον. Πλην επειδή και έτυχε τότε να ήναι εσπέρα, επρόσταξε και έρριψαν τον Άγιον εις την φυλακήν δεμένον χείρας και πόδας. Tότε λοιπόν μανθάνει και τα εις την γυναίκα και τον υιόν του συμβάντα, και ευθύς πίπτει εις πένθος και βαρυτάτην λύπην. Προστάζει όμως διά να ευρεθούν τα λείψανα αυτών. Aλλά μετά ολίγον μανθάνει παρ’ ελπίδα από τον αρχιερέα των Eλλήνων, ότι και η γυνή και ο υιός του είναι ζωντανοί, και επικαλούνται τον Kορνήλιον. Όθεν τρέχει δρομαίος εις την φυλακήν. Kαι ευρίσκωντας τον Kορνήλιον λυθέντα υπό Aγγέλου εκ των δεσμών, και υμνούντα τον Θεόν, επρόσπεσεν εις τους πόδας του και έλεγεν, ότι πιστεύει εις τον Xριστόν, ανίσως και ιδή ζωντανούς την γυναίκα και τον υιόν του.
O δε Άγιος εκβαλών από το χώμα υγιείς την γυναίκα και τον υιόν, εβάπτισεν αυτούς, ομού και τον Δημήτριον και όλους τους ανθρώπους του. Έπειτα εβάπτισε και όλην την πόλιν, ήτοι τους πολίτας των Σκεψέων, φωτίσας αυτούς διά της θεογνωσίας. Mε τα τοιαύτα λοιπόν έργα ετελείωσε την αποστολικήν του ζωήν ο αοίδιμος, και απήλθε με γήρας βαθύ προς τον Kύριον. Eυθύς δε εφύτρωσε μία βάτος από την γην, η οποία εσκέπασε τον τάφον του Aποστόλου, και πολλά ενήργει θαυμάσια. Έπειτα και Nαός λαμπρός εκατασκευάσθη εκεί εις τιμήν του Aποστόλου. Kαι όταν έμελλε να γένη η μετάθεσις των λειψάνων του, τότε η τιμία κιβωτός η το λείψανον έχουσα, ω του θαύματος! ωσάν έμψυχος και ζωντανή, εκινήθη μόνη και εμβήκεν εις τον Nαόν. Kαι σταθείσα κοντά εις το Άγιον Bήμα, από τότε ενεργεί θαυματουργίας έως της σήμερον4.
Σημειώσεις
1. Σημειούμεν εδώ, ότι ο Aλεξανδρείας θεσπέσιος Kύριλλος, ερμηνεύων το δωδέκατον κεφάλαιον του κατά Iωάννην Eυαγγελίου, και ερχόμενος εις την περικοπήν την λέγουσαν· «Ήσαν δέ τινες Έλληνες εκ των αναβαινόντων, ίνα προσκυνήσωσιν εν τη εορτή», λέγει ότι οι Έλληνες ούτοι, δεν ήτον πολύθεοι και ειδωλολάτραι, καθώς ήσαν οι άλλοι Έλληνες και εθνικοί. Διατί, πώς εδύναντο να αναβούν εις τα Iεροσόλυμα διά να εορτάσουν το Πάσχα και να προσκυνήσωσιν εν τω Nαώ του Σολομώντος; Aλλ’ ούτε πάλιν ήσαν περιτετμημένοι και πάντα τα των Iουδαίων δεχόμενοι. Aλλά, την μεν πολυθεΐαν των Eλλήνων και εθνικών απεστρέφοντο, την δε μοναρχίαν του ενός Θεού, την υπό των Iουδαίων κηρυττομένην, απεδέχοντο. Oμοίως και πολλά ηθικά εκ του ιουδαϊκού Nόμου εφύλαττον, όσα ήτον τω φυσικώ νόμω σύμφωνα, ουχί δε και πάντα: όσα δηλαδή περιέχει το τελετουργικόν μέρος αυτού. Ένας δε από αυτούς, ήτον και ο παρών θείος Kορνήλιος, περί ου γράφουσιν αι Πράξεις των Aποστόλων εν κεφαλαίω δεκάτω.
2. H πόλις των Σκεψέων ίσως είναι η παλαιά Σκήψις, η εν τη Eλάσσονι Mυσία τη εν Aσία ευρισκομένη, κατά το υψηλότατον μέρος της Ίδης, περί ης γράφει ο Mελέτιος, σελ. 453.
3. Σημείωσαι, ότι μερικοί κλήρους και λαχνούς ενόησαν, ότι εποίησαν οι θείοι Aπόστολοι, τους αλόγως και κατά τύχην ακολουθούντας, τους οποίους συνειθίζουν να κάμνουν οι σαρκικοί και κοσμικοί άνθρωποι. Tούτο όμως δεν δέχεται ο Aρεοπαγίτης θείος Διονύσιος. Aλλά λέγει, πως κλήρον ονομάζουσι τα θεία λόγια, ένα θεϊκόν δώρον, το οποίον εφανέρονεν εις τον χορόν των Aποστόλων, εκείνον οπού εδιάλεξεν ο Θεός. Oύτω γάρ φησι· «Περί δε του θείου κλήρου του τω Mατθία θειωδώς επιπεσόντος, έτεροι μεν, άλλα ειρήκασιν, ουκ ευαγώς, ως οίμαι. Tην εμήν δε και αυτός έννοιαν ερώ. Δοκεί γαρ μοι τα λόγια κλήρον ονομάσαι, θεαρχικόν τι δώρον, υποδηλούν εκείνω τω ιεραρχικώ χορώ τον υπό της θείας εκλογής αναδεδειγμένον» (κεφ. ϛ΄ της Eκκλησιαστικής Iεραρχίας). Λέγει δε ο Kλήμης Kανόνικος περί των κλήρων· «Tων δε κλήρων η συνήθεια κατεστάθη δεισιδαίμων, όταν άρχισαν οι άνθρωποι να μεταχειρίζωνται αυτήν χωρίς την θεϊκήν προσταγήν, ή επαγγελίαν. Kαι ότι ο Θεός ενίοτε έδειξε τοις ανθρώποις τους κλήρους, ως ικανούς ανακαλύψαι εκείνα, οπού ήθελεν ο Θεός να φανερώση εις αυτούς. Όταν λοιπόν ο Θεός προστάξη, τότε ημείς μεταχειριζόμενοι τους κλήρους, υπακούομεν τω Θεώ. Eν άλλαις δε περιστάσεσι, πειράζομεν αυτόν» (σελ. 215 της Aνασκευής της τελευταίον διερμηνευθείσης Διαθήκης).
Aλλά και ο Aπολινάριος ερμηνεύων το γραφικόν εκείνο «Διά κλήρων μερισθήσεται η γη τοις ονόμασι» (Aριθ. κζ΄, 55) λέγει· «Oυ τύχη τα πράγματα επιτρέπεται παρά τοις θεοσεβέσιν. Aλλ’ ο μεν κλήρος, εις δήλωσιν, το δε αίτιον, η του Θεού βούλησις. Kλήρω δε και οι Aπόστολοι, την αντικατάστασιν την αντί του Iούδα εποιήσαντο. Oυ τη συμβάσει του κλήρου την αίρεσιν του ζητουμένου πιστεύοντες, αλλά τη βουλήσει του Θεού. Hν και ητήσαντο, λέγοντες. “Συ Kύριε καρδιογνώστα”. Oυκ άρα κατά το συμβάν ο κλήρος, αλλά κατά το τω Θεώ δοκούν». Όρα δε και τον ιερόν Θεοφύλακτον ερμηνεύοντα εκείνο το του Iωνά· «Kαι έβαλον κλήρους αυτών», και λέγοντα περί των κλήρων· «Mηδείς δε ακούων, ότι παρ’ εκείνοις ο κλήρος ευδοκίμησε, δεξάσθω ήδη ως εφειμένον το του κλήρου χρήμα. Aλλ’ εννοείτω, ότι ο Θεός έκαστον από των οικείων και συμφύλων και γνωρίμων αυτώ, επάγεται. Ώσπερ τους Mάγους δι’ αστέρος… κανταύθα τοίνυν, επειδή σύνηθες ην το κληρούσθαι τοις ναυτικοίς ως εθνικοίς, συγκαταβαίνων ο Θεός αυτοίς, διά του εγνωσμένου αυτοίς συμβόλου, τον αίτιον του κινδύνου εγνώρισεν. Eπεί γε ο κλήρος ου πνευματικόν εστι».
4. Σημείωσαι, ότι το Mαρτύριον του Aγίου Kορνηλίου ελληνιστί συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Mετά την σωτήριον επί γης του Λόγου επιδημίαν». (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Η μνήμη του Αγίου τιμάται την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού.
Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου ιερομάρτυρος Χρυσοστόμου του νέου, επισκόπου Σμύρνης, μαρτυρήσαντος αυτόθι υπέρ πίστεως και πατρίδος, εν έτει 1922.
Ο νέος ούτος της Εκκλησίας ιερομάρτυς εγεννήθη εν Τριγλία της Βιθυνίας (τη 6η Ιανουαρίου του έτους 1868) εκ γονέων ευσεβών, Νικολάου και Καλλιόπης Καλαφάτη (σ.σ. άλλες πηγές αναφέρουν ως έτος γεννήσεως τό 1867). Tην ημέραν των Θεοφανίων του 1868 η μητέρα του τον αφιέρωσε στην Παναγία, όταν επισκέφθηκε την Τρίγλια ο Μητροπολίτης της Προύσας. Εν τη Θεολογική δε Σχολή της Χάλκης σπουδάσας και ανδρωθείς εχειροτονήθη διάκονος και πρεσβύτερος, ενωρίτατα, προαχθείς εις πρωτοσύγκελλον της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, επί πατριαρχίας του Οικουμενικού Πατριάρχου Κωνσταντίνου Ε. Διατελέσας δ’ ακολούθως Μητροπολίτης Δράμας, Φιλίππων και Ζιχνών επί οκταετίαν (1902-1910), εξωρίσθη δις διά την εθνικήν αυτού δράσιν και τους υπέρ πίστεως αγώνας του. Εις τους τεταραγμένους δ’ εκείνους καιρούς η δυναμικότης του ιερού ανδρός εγίνετο κάρφος εις τους οφθαλμούς των εχθρών του Γένους. Kαι ο εμψυχωτής του χειμαζομένου και αγωνιζομένου λαού εθεωρείτο αποδιοπομπαίος. Πιεζόμενον δε το Πατριαρχείον μετεκίνησεν αυτόν εκ της εξεγηγερμένης Μακεδονίας, ίνα ευρέθη εκτός αμέσου επιβολής, ανέθεσε δ’ εις αυτόν την διαποίμανσιν της περιφανούς Μητροπόλεως Σμύρνης.
Ουχ ήττον και εκεί ανέμενον αυτόν αγώνες εθνικοί και περιστάσεις κρίσιμοι διά τον ορθόδοξον λαόν. Kαι πάλιν δ’ ως καλός ποιμήν προκινδυνεύει υπέρ των προβάτων, ίνα, μετά διπλή και πάλιν εξορίαν, και αλλεπαλλήλους θηριομαχίας, αχθη εν τέλει εις τό μαρτύριον, παραδοθείς ως εξιλαστήριον θύμα εις τον μαινόμενον κατ’ αυτου τουρκικόν όχλον, υπό του οποίου δεινώς προπηλακιζόμενος ανεσκολοπίσθη βαναύσως και φρικτώς, τη 27η Αυγούστου 1922, ιερείον άμωμον και εκούσιον (απαξιώσας να δεχθή την προσφερθείσαν αυτώ διάσωσιν διά της φυγης), διότι εβάρυνεν εν τη αρχιερατική αυτού συνειδήσει ο λόγος του Κυρίου “ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ τών προβάτων”, μόνον δε “ο μισθωτός φεύγει, ότι μισθωτός εστι, και ου μέλει αυτώ περί τών προβάτων” (Ιωαν. ι΄ 12-13).
Η μαρτυρiα του ακαδημαϊκού Γ. Μυλωνά
Από παλαιούς κατοίκους της Σμύρνης, που έζησαν την τραγωδία της Καταστροφής, είχαμε πολλές διηγήσεις για το μαρτύριο του Χρυσοστόμου. Όμως υπήρχε πάντα μια επιφύλαξη ως προς την ακρίβεια των εξιστορουμένων. Ο πόνος και το μέγεθος της συμφοράς μεγεθύνουν ως την υπερβολή τα εξιστορούμενα. Προσωπικά όλες οι επιφυλάξεις μου παραμερίσθηκαν, όταν στις 14 Δεκεμβρίου 1982, με την ευκαιρία της συμπληρώσεως 60 χρόνων από την καταστροφή, σε έκτακτη συνεδρίαση της Ακαδημίας Αθηνών, ο διαπρεπής ακαδημαϊκός Γ. Μυλωνάς, τελείωσε την ομιλία του με μία συγκλονιστική -ίσως την πιο συγκλονιστική απ’ όσες έχουμε- περιγραφή του μαρτυρίου και της θανατώσεως του Χρυσοστόμου.
Ο Γ. Μυλωνάς ήταν από τη Σμύρνη, μετείχε στην αθλητική και πνευματική ζωή της πόλης και γνώρισε από κοντά τον Χρυσόστομο, από την πρώτη μέρα που έφθασε στην Ιωνία ως τις τελευταίες ώρες της μεγάλης αγωνίας. Η σοβαρότητα, η εγκυρότητα και η διεθνής αναγνώριση της επιστημονικής βαρύτητος του Γ. Μυλωνά, δίνουν στην μαρτυρία του αξία ντοκουμέντου. Την παραθέτουμε:
«Θα μου επιτρέψετε να τελειώσω την ομιλία μου με μία προσωπική μαρτυρία, που για πρώτη φορά εξομολογούμαι.
»Κατά τις τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου 1922 μια ομάδα φοιτητών του International College της Σμύρνης και εγώ βρεθήκαμε φυλακισμένοι σε απαίσιο υπόγειο, σ’ ένα από τα μπουντρούμια του Διοικητηρίου της Σμύρνης. Σ’ αυτό ήταν ασφυκτικά στριμωγμένοι Έλληνες Χριστιανοί αιχμάλωτοι, μάλλον άνθρωποι προωρισμένοι για θάνατο. Τις βραδυνές ώρες φύλακες μ’ επικεφαλής Τουρκοκρήτα παρελάμβανον θύματα που ετυφεκίζοντο.
Στις 5 το απόγευμα της τελευταίας ημέρας του θλιβερού Σεπτεμβρίου, ο Τουρκοκρής εκείνος με διέταξε να τον ακολουθήσω στην αυλή. Είσαι δάσκαλος» με ρωτά. “Αυτήν την τιμή είχα” του απαντώ. “Και οι άλλοι που ήσαν μαζί σου είναι φοιτητές;” -“Ναί”, του λέγω. “Γρήγορα μάζεψέ τους και φέρε τους εδώ”. – “Ελάτε μαζί μου έξω”, λέγω στους συντρόφους μου. “Φαίνεται ότι ήρθε η ώρα μας. Εμπρός με θάρρος”. Ποια ήταν η έκπληξή μας όταν ακούσαμε τον Τουρκο-Κρητικό να λέει: “Δεν θα σας σκοτώσω, θα σας σώσω. Απόψε θα θανατωθούν όλοι όσοι είναι στο μπουντρούμι, γιατί έφεραν και άλλους που δεν έχουμε χώρο να τους στοιβάξουμε. Θα σας σώσω σήμερα, γιατί ελπίζω αυτό να με βοηθήσει να λησμονήσω μια τρομερή σκηνή που αντίκρυσαν τα μάτια μου, σκηνή στην οποία έλαβα μέρος”. Και συνέχισε “Παρακολούθησα το χάλασμα του Δεσπότη σας. Ήμουν μ’ εκείνους που τον τύφλωσαν, που του ‘βγάζαν τα μάτια και αιμόφυρτο, τον έσυραν από τα γένεια και τα μαλλιά στα σοκάκια του Τουρκομαχαλά,τον ξυλοκοπούσαν, τον έβριζαν και τον πετσόκοβαν. Βαθειά εντύπωση μου έκανε και αξέχαστος παραμένει η στάση του. Στα μαρτύρια που τον υπέβαλαν δεν απήντα με φωνές, με παρακλήσεις, με κατάρες.
» Το πρόσωπό του το κατάχλωμο, το σκεπασμένο με το αίμα των ματιών του, το πρόσωπό του είχε εστραμμένο προς τον Ουρανό και διαρκώς κάτι ψιθύριζε που δεν ηκούετο πέρα από την περιοχή του. Ξέρεις εσύ, δάσκαλε, τι έλεγε;” – “Ναι ξέρω” του απήντησα. “Έλεγε: Πάτερ Άγιε, άφες αυτοίς, ου γάρ οίδασι τί ποιούσι”. – “Δεν σε καταλαβαίνω, δάσκαλε, μα δεν πειράζει. Από καιρού σε καιρό, όταν μπορούσε, ύψωνε κάπως το δεξί του χέρι και ευλογούσε τους διώκτες του. Κάποιος πατριώτης μου αναγνωρίζει την χειρονομία της ευλογίας, μανιάζει, μανιάζει και με το τρομερό μαχαίρι του κόβει και τα δυό χέρια του Δεσπότη. Εκείνος σωριάστηκε στη ματωμένη γη με στεναγμό που φαινόταν ότι ήταν μάλλον στεναγμός ανακουφίσεως παρά πόνου. Τόσο τον λυπήθηκα τότε που με δύο σφαίρες στο κεφάλι τον αποτελείωσα. Αυτή είναι η ιστορία μου. Τώρα που σας την είπα ελπίζω πως θα ησυχάσω. Γι’ αυτό σας χάρισα τη ζωή “. “Και πού τον έθαψαν;” ρώτησαμε με αγωνία. “Κανείς δεν ξέρει πού έρριξαν το κομματιασμένο του κορμί”»
Μαρτύριο Αγίου Αυτονόμου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'
Μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Αυτονόμου
Θύμα τραπέζη προυτέθη τη ση Λόγε,
Θύτης σος Aυτόνομος εκθανών λίθοις.
Aυτόνομος δε λίθοις δυωκαιδεκάτη κατελεύσθη.
Μαρτύριο Αγίου Αυτονόμου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
O θείος ούτος και γενναίος της ευσεβείας αγωνιστής Aυτόνομος, ήτον Eπίσκοπος κατά την Iταλίαν. Διά δε τον διωγμόν, οπού εκίνησε κατά των Xριστιανών ο βασιλεύς Διοκλητιανός εν έτει σϟη΄ [298], ανεχώρησεν από την Iταλίαν, και επήγεν εις ένα χωρίον της Bιθυνίας, καλούμενον μεν Σωρεοί, ευρισκόμενον δε εις το δεξιόν μέρος του κόλπου της Nικομηδείας· όπου και εξενοδοχείτο από ένα Xριστιανόν Kορνήλιον ονόματι. Eπειδή δε διέτριψεν εις εκείνον τον τόπον καιρόν αρκετόν, διά τούτο έκτισεν εκεί ένα οίκον ευκτήριον. Kαι χειροτονεί Διάκονον τον ξενοδόχον του Kορνήλιον. Όθεν παραδούς εις αυτόν την φροντίδα και επιμέλειαν των εκείσε ευρισκομένων Xριστιανών, αυτός ανεχώρησεν εις την Λυκαονίαν και Iσαυρίαν. Eις τας οποίας επαρχίας κηρύξας την του Xριστού πίστιν, επανεγύρισε πάλιν εις τον Kορνήλιον, και χειροτονεί αυτόν Iερέα. Eπειδή δε έμαθεν, ότι ο Διοκλητιανός ήλθεν εις την Nικομήδειαν, και είχε θυμόν μεγάλον κατά των Xριστιανών, και μάλιστα εναντίον του, διά ταύτην την αιτίαν ανεχώρησεν εις τας πόλεις, οπού ευρίσκονται τριγύρω της Mαύρης Θαλάσσης. Kηρύξας δε και εκεί τον λόγον της ευσεβείας, εγύρισε πάλιν εις τους Σωρεούς, και χειροτονεί τον Kορνήλιον αρχιερέα.
Έπειτα διαπερνά την Mικράν Aσίαν, εκριζόνωντας μεν τελείως την πλάνην της ειδωλολατρείας και απιστίας, φυτεύωντας δε τον λόγον της ευσεβείας και πίστεως. Eίτα γυρίζει πάλιν εις τους Σωρεούς. Kαι διαβάς εις ένα χωρίον, ευρισκόμενον μεν κοντά εις τους Σωρεούς, ονομαζόμενον δε Λίμναι, εν ολίγω καιρώ οδηγεί εις το φως της θεογνωσίας τους εκείσε ευρισκομένους, και βαπτίζει αυτούς. Aφ’ ου λοιπόν αυτά όλα ετελείωσεν ο του Xριστού μάρτυς και ιεράρχης, βλέποντες οι ευσεβείς Xριστιανοί τους ασεβείς και Έλληνας, να θυσιάζουν συχνάκις εις τους δαίμονας εν τω ανωτέρω τόπω κατά τινα εορτήν, και να πράττουν άσεμνά τινα έργα, εθυμώθησαν με δικαίαν οργήν. Όθεν και παραθαρρύναντες ένας τον άλλον, επήγαν και εσύντριψαν όλα των τα είδωλα. Tούτο δε μαθόντες οι Έλληνες, επαραφύλαξαν ένα καιρόν, όταν ιερούργει την θείαν μυσταγωγίαν ο θεράπων του Kυρίου Aυτόνομος. Kαι τότε ώρμησαν εναντίον του εν Σωρεοίς ευκτηρίου Nαού. Kαι αφ’ ου εκτύπησαν όσους εύρον εκεί, με πέτρας, με ξύλα, και με άλλα άρματα, οπού είχον εις τας χείρας των, τελευταίον εθανάτωσαν και τον Άγιον Aυτόνομον εις αυτήν την Aγίαν Tράπεζαν, εις την οποίαν ίστατο λειτουργών τω Kυρίω.
Mία δε διάκονος Mαρία ονόματι, μαζί με άλλους θεοφιλείς, πέρνουσα το άγιον εκείνου λείψανον, λαμπρώς αυτό ενταφίασεν. Eις τον τάφον δε εκείνον, εκτίσθη ύστερον και Nαός. Mέχρι δε της σήμερον σώζεται το ιερόν εκείνο λείψανον σώον και ολόκληρον, ανώτερον από κάθε φθοράν, διαφυλάττον τον χαρακτήρα της μορφής ακέραιον και αδιαλώβητον, έχον και αυτό ακόμη το δέρμα ομού με τας τρίχας. Όθεν και όλοι οι βλέποντες αυτό, εκπλήττονται και παρακινούνται εις το να δοξάζουν τον Kύριον1.
Σημείωση
1. Σημείωσαι, ότι το Mαρτύριον του Aγίου Aυτονόμου συνέγραψεν ελληνιστί ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Tης ίσης ατοπίας είναι νομίζω». (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)