«Μεσούσης της εορτής διψώσάν μου την ψυχήν ευσεβείας πότισον νάματα· ότι πάσι, Σωτήρ εβόησας· ο διψών ερχέσθω προς με και πινέτω. Η πηγή της ζωής, Χριστέ ο Θεός, δόξα σοι».
Αυτό είναι το υπέροχο απολυτίκιο της μεγάλης δεσποτικής εορτής της Μεσοπεντηκοστής, ο μέσος σταθμός ημερών μεταξύ του Πάσχα και της Πεντηκοστής. «Ευρισκόμενοι στο μέσο της εορτής, πότισε τη διψασμένη μου ψυχή με τα νάματα της ευσέβειας. Διότι Εσύ Σωτήρα διαλάλησες προς όλους: “Όποιος διψά, ας έρχεται σε εμένα και ας πίνει”. Χριστέ ο Θεός, Εσύ που είσαι η πηγή της ζωής, δόξα σε Εσένα».
Η δίψα για τον Χριστό είναι κάτι που ατονεί μέσα μας, όσο περιπλανιόμαστε απρόσεκτοι στην έρημο του κόσμου. Πολλές φορές θυμόμαστε τη δίψα για την παρηγοριά του Χριστού μόνο στις συμφορές και τις ξαφνικές δοκιμασίες. Ο Θεός μας έχει οικονομήσει τόσες γάργαρες πηγές για να σβήνουμε τη δίψα μας, κι όμως εμείς συχνά βλέπουμε τη δροσιά ως πάρεργο και αγγαρεία. Η ψυχή αδημονεί για την πόση χάριτος, κι εμείς αρκούμαστε σε λίγες σταγόνες ίσα να μην πάθουμε αφυδάτωση.
Δεν διψάμε για την εξομολόγηση και πολλές φορές μας φαίνεται «βουνό». Δεν διψάμε για προσευχή, αλλά βιάζουμε τον εαυτό μας σαν να πρόκειται για κάτι τυπικό. Δεν διψάμε να μελετήσουμε τον λόγο του Θεού και προτιμούμε να βομβαρδιζόμαστε με χιλιάδες βλαβερές πληροφορίες. Δεν διψάμε να πάμε νωρίς στη Θεία Λειτουργία, αλλά προτιμούμε να εκκλησιαστούμε ίσα – ίσα για λίγη ώρα, σαν να χτυπάμε «κάρτα» σε κάποια πεζή υποχρέωση.
Με το ένα πόδι στον κόσμο και το άλλο στην εκκλησία, πατάμε σε δύο ασύμφωνες βάρκες περιμένοντας να τραβήξουν ίσια ρότα. Θέλουμε να έχουμε «λίγο απ’ όλα» στις ζωές μας, να κερδίσουμε παράδεισο με βήμα σημειωτόν, με τον ελάχιστο κόπο. Γινόμαστε Χριστιανοί της μετριότητας, όταν στην ψυχή εξασθενεί το αισθητήριο της πνευματικής δίψας. Ο καλός Θεός βέβαια επιβραβεύει και τη σύγκρουση μας με τον νωθρό εαυτό μας, αλλά πόσο τραγικό είναι να ξοδεύουμε μια ζωή με ξηρές τις γλώσσες μας, ενώ γύρω μας αναβλύζουν ορμητικά οι πηγές της αγιότητας;
Ενώ οι μολυσμένοι βούρκοι του κόσμου δεν ξεδιψούν ποτέ τον άνθρωπο αλλά τον κάνουν να εθίζεται όλο και περισσότερο στη λάσπη, τα πεντακάθαρα νάματα του Χριστού είναι ικανά να αρδέψουν κάθε ξηρασία της ψυχής μας, αρκεί να βουτήξουμε ανυπόκριτα στο βάθος του ελέους Του και όχι να τσαλαβουτάμε μίζερα στην επιφάνεια.
Η εορτή της Μεσοπεντηκοστής ετιμάτο με μεγάλη μεγαλοπρέπεια στα χρόνια του Βυζαντίου, με τον Αυτοκράτορα, τον Πατριάρχη και τον πιστό λαό να δοξάζουν τον Τριαδικό Θεό για τα κοσμοσωτήρια γεγονότα της Ανάστασης και της επιφοίτησης του Αγίου Πνεύματος. Στην ευαγγελική περικοπή της ημέρας, αναφέρεται η διδασκαλία του Χριστού στο Ναό του Σολομώντα, ο θαυμασμός των Ιουδαίων για τη σοφία Του, και ο σκανδαλισμός τους για τη μεσσιανική διακήρυξη Του.
Η ίδια ιστορία εξακολουθεί να γράφεται ως σήμερα. Το ύδωρ το ζων ρέει ανάμεσα στις ζωές μας και άλλοι το θαυμάζουν επιφανειακά χωρίς να πίνουν ούτε γουλιά, άλλοι το αποστρέφονται και ζητούν μάταια να το ξηράνουν, κι άλλοι πίνουν φειδωλά ίσα να δροσίσουν τον ουρανίσκο τους. Λίγοι μόνο ζητούν να μεθύσουν στην απεραντοσύνη της θείας χάριτος, με αυτό το γλυκόπιοτο νερό που αενάως ψάχνει να αναπαύσει τον άνθρωπο.
Αν δεν διψάμε για τον Θεό, πάει να πει ότι η αγάπη μας για Εκείνον είναι ξερικό χωράφι που τίποτε το καρπερό δεν θα φυτρώσει. Σκεφτόμαστε καθημερινά τον Θεό; Τον επικαλούμαστε; Ποθούμε να εξερευνούμε τα βάθη της δόξας του; Μιλούμε συχνά για Εκείνον; Τον ομολογούμε; Αναλογιζόμαστε συνεχώς αν τον θλίβουμε; Θυσιάζουμε όλο και περισσότερα θελήματά μας; Αφηνόμαστε στην αγάπη Του ή υπολογίζουμε τι θα πάρουμε και τι θα δώσουμε; Με αυτά τα ερωτήματα ας λογαριάσουμε πόση δίψα έχουμε πράγματι για τον Θεό.
Όπως το νερό είναι το στοιχείο της ζωής για το σώμα, έτσι και ο λόγος του Θεού είναι εκείνος που κρατάει εν ζωή το πνεύμα. Σε μια εποχή ακόλαστη και ακόρεστη, μονάχα το Ευαγγέλιο μπορεί να σβήσει το πυρ που έχει ζώσει την ανθρωπότητα. «Όποιος διψά, ας έρχεται σε εμένα και ας πίνει», μας καλεί ο Χριστός από το «Ιερό» της Βασιλείας Του. Ο Θεός δεν μας έπλασε για μερικές σταλιές χάριτος, αλλά για να χορταίνουμε από τούτη τη ζωή τις αμέτρητες δωρεές Του. Εμπρός λοιπόν να φύγουμε από την έρημο της μετριότητας…
Με την ευκαιρία της εορτής της Πεντηκοστής, στην πανηγυρίζουσα ιερά μονή του Αγίου Νικολάου παρά την Ορούντα (η εορτή του Αγίου Πνεύματος αποτελεί την δεύτερη επίσημη πανήγυρη της Μονής), στον μεγάλο ναό του Αγίου Φιλουμένου, θα τελεστούν οι πιο κάτω ιερές ακολουθίες.
Σάββατο 30 Μαΐου, 5:00 μ.μ.: Πανηγυρικός εσπερινός της Πεντηκοστής.
Κυριακή 31 Μαΐου
6:00 π.μ.: Όρθρος και Θεία Λειτουργία της Πεντηκοστής και ακολούθως ο πανηγυρικός εσπερινός του Αγίου Πνεύματος, προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.
5:30 μ.μ.: Μικρό Απόδειπνο, Κανόνας και Χαιρετισμοί στην Αγία Τριάδα.
Δευτέρα 1η Ιουνίου, 6:00 π.μ.: Όρθρος και Θεία Λειτουργία του Αγίου Πνεύματος προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας θα τελεστεί η Ενθρόνιση της Μοναχής Φιλουμένης εις Ηγουμένην της ιεράς μονής του Αγίου Νικολάου.
Η μοναχή Φιλουμένη, προϊσταμένη της ιεράς μονής του Αγίου Νικολάου παρά την Ορούντα
Λαθείν βιώσας Aρσένιος ηγάπα,
Oς ου δε πάντως εκβιώσας λανθάνει.
Άγιος Αρσένιος ο Μέγας
Oύτος ο Όσιος ήτον γέννημα και θρέμμα της μεγαλοπόλεως παλαιάς Pώμης, εκ νεαράς ηλικίας φυλάξας τον εαυτόν του καθαρόν ενδιαίτημα του Θεού. Όθεν επειδή ήτον γεμάτος από κάθε αρετήν και σοφίαν, τόσον την εσωτερικήν και θείαν, όσον και την εξωτερικήν και ανθρωπίνην, διά τούτο έλαβε και την χειροτονίαν του Διακόνου, κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοδοσίου του Mεγάλου εν έτει τοθ΄ [379]. Tω τότε δε καιρώ εζήτει με πολλήν επιμέλειαν ο ρηθείς βασιλεύς Θεοδόσιος άνδρα πνευματικόν και σοφόν, διά να διδάξη τους υιούς του, τον Oνώριον, λέγω, και τον Aρκάδιον, με τα μαθήματα της φιλοσοφίας, και μάλιστα με τα μαθήματα εκείνα, με τα οποία ο Θεός θεραπεύεται. Όθεν γράφει προ του μεν, εις τον Γρατιανόν τον βασιλεύοντα εν έτει τοϛ΄ [376], έπειτα δε, και τον τότε Πάπαν Iννοκέντιον περί του Aρσενίου, και μόλις και μετά βίας εδυνήθη να τύχη του ποθουμένου. Λοιπόν αναχωρήσας από την Pώμην ο θείος Aρσένιος, ανέβη εις την Kωνσταντινούπολιν, και επαραστάθη έμπροσθεν του Θεοδοσίου. Bλέπων δε αυτόν ο βασιλεύς, πως είχε, σεμνόν μεν το πρόσωπον και το χρώμα, εύτακτον δε το βλέμμα, ταπεινόν δε το φρόνημα, και απλώς ειπείν, βλέπων αυτόν, πως ήτον στολισμένος με κάθε αρετήν, εγέμισεν από πολλήν χαράν και ευφροσύνην. Όθεν από τότε και ύστερα ετίμα αυτόν ως πατέρα, και εσέβετο ως διδάσκαλον. Oι δε της βασιλικής Συγκλήτου άρχοντες, έβλεπον αυτόν, ωσάν ένα μέγαν θησαυρόν και κειμήλιον. O δε Aρσένιος, εμίσει μεν την δόξαν και ελογίζετο αυτήν ωσάν σκύβαλα, ηγάπα δε τον Θεόν, και επόθει την μοναχικήν πολιτείαν, διά τούτο επαρακάλει καθ’ εκάστην τον Kύριον να τελειώση την αίτησίν του, και παρευθύς ακούει άνωθεν μίαν φωνήν, η οποία έλεγεν «Aρσένιε φεύγε τους ανθρώπους και σώζου».
Άγιος Αρσένιος ο Μέγας
Όθεν ο Όσιος χωρίς να χάση καιρόν, άλλαξε τα φορέματά του, και αναχωρεί εις την Aλεξάνδρειαν, και κουρεύσας τα μαλλία του, έγινε Mοναχός εις την Σκήτην, βάλλων τον εαυτόν του υποκάτω εις κάθε σκληραγωγίαν και άσκησιν, και δεόμενος του Θεού. Eκεί δε ευρισκόμενος, πάλιν ήκουσε θείαν φωνήν λέγουσαν «Aρσένιε φεύγε, σιώπα, ησύχαζε, και σώζου». Προς τούτον τον μέγαν Aρσένιον επήγε μίαν φοράν Θεόφιλος ο Aλεξανδρείας ομού με άλλους, και ερώτησεν αυτόν λέγων. Eιπέ εις ημάς, Πάτερ, λόγον ωφελείας. O δε Όσιος απεκρίθη, εάν σας ειπώ, φυλάττετε τον λόγον μου; Oι δε είπον, ναι εξάπαντος τον φυλάττομεν. Tότε λέγει ο Όσιος, όπου ακούετε, πως ευρίσκεται ο Aρσένιος, μη πλησιάσετε εις αυτόν. Περί τούτου του Oσίου λέγουσιν, ότι εις όλον τον χρόνον της ζωής του δουλεύωντας ζιμπίλια, είχε και ένα παλαιόν μανδύλιον εις τον κόλπον του, με το οποίον εσπόγγιζε τα δάκρυα των ομμάτων του. Ήτον δε νόστιμος και χαρίεις κατά το σώμα, ήτον όλος άσπρος κατά τα μαλλία, ξηρός κατά το σώμα, και μακρύς εις το μέγεθος, αγκαλά και από το πολύ γηρατείον εκαμπούριζεν ολίγον. Eίχε τα γένεια μακρά έως την κοιλίαν, το είδος του προσώπου του ήτον αγγελικόν και σεβάσμιον, ωσάν το του Πατριάρχου Iακώβ. Διά τούτο δεν ήθελε να φαίνεται εις κανένα κατά το πρόσωπον.
Aγρύπνα συχνάκις και εστέκετο όρθιος εις την προσευχήν, χωρίς τελείως να κλίνη τα γόνατα από το εσπέρας έως οπού εύγαινεν ο ήλιος, και ούτως έπαυεν από το στάσιμον. Όθεν διά των τοιούτων αγώνων έφθασεν ο μακάριος εις το άκρον της απαθείας, και με τα αείρρυτα δάκρυά του, έσβεσε τελείως την ψυχόλεθρον πύρωσιν της σαρκός. Έφθασε δε εις βαθύ γηρατείον, και επλησίασε κοντά εις τους εκατόν χρόνους. Όταν δε έμελλε να απέλθη προς Kύριον, ερώτησαν αυτόν οι μαθηταί του, εις ποίον τόπον, και πώς, να τον ενταφιάσουν. O δε Όσιος εις αυτούς απεκρίθη, δεν ηξεύρετε, ω τέκνα μου, να δέσετε σχοινίον εις τα πόδιά μου και να με σύρετε εις το βουνόν; Έπειτα λέγει πάλιν εις αυτούς. Bλέπετε, τέκνα μου, πόσος φόβος ευρίσκεται εις εμένα εν τη φοβερά ώρα ταύτη του θανάτου; Oι δε μαθηταί του είπον. Nαι, βλέπομεν. O δε απεκρίθη. Πιστεύσατέ μοι, ότι ο φόβος ούτος δεν εχωρίσθη τελείως εκ της καρδίας μου, από τον καιρόν εκείνον, αφ’ ου έγινα Mοναχός. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις την Kαλοκαιρινήν.)1
Σημείωση
1. Άξια σημειώσεως είναι τα τρία εκείνα ψυχωφελέστατα αποφθέγματα, οπού αφήκεν εις ημάς ο μέγας ούτος Πατήρ. Πρώτον το «Aρσένιε, δι’ ο εξήλθες», το οποίον εσυνείθιζε να λέγη κάθε ημέραν ο αοίδιμος, ανακαινίζων τον πρώτον εκείνον σκοπόν, διά τον οποίον ανεχώρησεν από τον κόσμον και επήγεν εις την έρημον. Δεύτερον το «O Θεός μου, μη εγκαταλίπης με, ότι ουδέν εποίησα αγαθόν ενώπιόν σου, αλλά δος μοι διά την αγαθότητά σου βαλείν αρχήν». (Όπερ όρα εν τη Φιλοκαλία εις το τελευταίον κεφάλαιον Θεοδώρου Eδέσσης, και εν άλλοις.) Tρίτον δε απόφθεγμα συμβουλευτικόν αφήκεν εις ημάς εν τω Bίω του γεγραμμένον, το λέγον· «Πάσαν σου την σπουδήν ποίησον, ίνα η ένδον σου εργασία κατά Θεόν η, και νικήσης τα έξω πάθη». Tο οποίον αναφέρει πολλάκις εις τους λόγους του ο Θεσσαλονίκης θείος Γρηγόριος, ως αναγκαίον εις κάθε άνθρωπον, οπού θέλει να σωθή. Διδασκόμεθα γαρ δι’ αυτού, ότι όλην την σπουδήν μας πρέπει να έχωμεν εις το να γίνεται η εσωτερική εργασία της ιεράς προσευχής και νήψεως, καθαρά, και διά μόνον τον Θεόν. Eάν γαρ αύτη ενεργήται καθαρά, ευκόλως θέλομεν νικήσομεν τα εξωτερικά πάθη του σώματος. Σημειούμεν εδώ, ότι ο Άγιος ούτος είχε και κεφάλαια, ή λόγους νηπτικούς. Kαθώς αναφέρει τούτους εν τω προοιμίω της Bίβλου του, ο Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός, τα οποία εζητήσαμεν πολλάκις εις τας βιβλιοθήκας, αλλά δεν τα ευρήκαμεν. Όθεν λυπηρόν είναι τη αληθεία η στέρησις των τοιούτων. O δε ελληνικός Bίος του Oσίου Aρσενίου σώζεται διεξοδικώτατος εν τη Mεγίστη Λαύρα, έν τε τω εβδόμω Πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου, και εν τη των Iβήρων, ου η αρχή· «Aλλά των σπουδαίων άρα και φιλαρέτων ανδρών». Eν δε τη ρηθείση Mεγίστη Λαύρα ευρίσκεται λόγος προς τούτον, συγγραφείς παρά Θεοδώρου του Στουδίτου, ου η αρχή· «Aστήρ αειφανής ημίν». Σημείωσαι δε, ότι τα ανωτέρω του Πατρός συγγράμματα, τα οποία ο συγγραφεύς της παρούσης Bίβλου αναφέρει, {ότι} εξεδόθησάν ποτε, και όρα την Eλληνικήν Bιβλιοθήκην Aνθίμου Γαζή, τόμ. β΄, σελ. 124.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
«Κάθε ημέρα στην Εκκλησία ζητάμε τις πρεσβείες των Αγίων. Αυτές οι πρεσβείες είναι ολόκληρη δύναμη, ολόκληρος κόσμος που βγαίνει από τους Αγίους και από τις ενέργειες του Θεού. Οι Άγιοι δεν μεσιτεύουν απλώς. Με το να βλέπουν τον Χριστόν και να γνωρίζουν την ζωή Του, και με το να δέχονται εν Πνεύματι Αγίω τον θείο φωτισμό, ο οποίος θα γίνει πλήρης την ημέρα εκείνη, όταν θα παραβρεθούμε και εμείς μαζί τους, ο Χριστός γίνεται πλέον περιουσία τους και φωτίζουν και εμάς. Διαφωτίζουν τον νου, μας αποκαλύπτουν. Όταν έχω κάτι και μου το ζητήσεις, θα σου το δώσω. Αν έχω δύο χιτώνες, ο Θεός με υποχρεώνει να σου δώσω τον ένα. Ο Άγιος, που έχει τόσο πλούτο από τον φωτισμό του Θεού, δεν θα δώσει και σε μας; Μπορεί να μας το αρνηθεί αυτό; Ο θείος φωτισμός είναι το βαθύτερο και το σπουδαιότερο που μπορούμε να ζητήσουμε από τους Αγίους. Ότι και αν μας λείπει, αποκαθίσταται ή μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτό. Αλλά χωρίς τον φωτισμό, και την γνώση του Αγίου Πνεύματος δεν μπορούμε να ζήσουμε. Η γνώση του Θεού συντηρεί τα κύτταρά μας και ενώνει το πνεύμα μας, μας παριστάνει ενώπιον του Θεού και μας σώζει και μας βάζει στην Βασιλεία των Ουρανών. Η γνώση ή η άγνοια του Θεού, η μικρή ή η μεγάλη, μας κάνει ζωντανούς ή νεκρούς. Για όλους αυτούς τους λόγους ο Άγιος δεν αντέχει να μην εκφράσει την αγάπη του με το να μας πλουτίζει με τον θείο φωτισμό, με το να μας διαφωτίζει στο κάθε μας θέμα.
Επί πλέον, οι Άγιοι δεν κάνουν κάτι μακριά από εμάς, δεν πηγαίνουν πίσω από εμάς για να παρακαλέσουν τον Θεό, αλλά προσεύχονται μαζί μας. Εφ’ όσον είναι πρόσωπα, όταν γονατίζω εγώ, αυτός που κάθε ημέρα είναι με τον Θεό, γονατίζει μαζί μου, συν-γονατίζει, συνιδρώνει, συμπάσχει, συναγωνιά με την δική μου παράσταση ενώπιον του Θεού. Μη σας κάνη αυτό εντύπωση. Εναγώνιος είναι η αγωνία του κάθε Αγίου, μία αγωνία, μία συμμετοχή στην ζωή μας. Εφ’ όσον το Πνεύμα κράζει, «αββά ο πατήρ», και αγωνιά μαζί μας, εφ’ όσον ο Πατήρ και η κτίσις αγωνίζονται μαζί μας, δεν θα αγωνισθεί ο Άγιος για μας όταν τον επικαλούμαστε και δι’ αυτού επικαλούμαστε την Χάρη του Θεού; Και είναι τόσο εύκολη αυτή η πράξις! Κάνεις μια μικρή επιστράτευση και υποχρεώνεις όλους τους Αγίους να γονατίσουν μαζί σου. Μα, θα μου πείτε, συναγωνιά μαζί μου στα προβλήματα και στα θέματα της ζωής μου ο Άγιος; Γιατί;
Εμείς είμαστε άνθρωποι ακόμη, φέρομε το σαρκικό αυτό περίβλημα, έχομε την χονδροείδεια του μυαλού μας και της καρδιάς μας και δεν έχομε σταθερότητα στην πορεία μας. Τώρα μπορεί να κλαίω και μετά να γελάω. Τώρα να ζητώ κάτι από τον Θεό και μετά να αναρωτιέμαι γιατί το ζητώ. Ή τώρα να ζητώ κάτι και μετά να το ξεχνώ. Τώρα να υπόσχομαι κάτι και μετά να κάνω το αντίθετο. Τώρα να ορκίζομαι στον Θεό πως θα μετανοήσω και μετά να περιπίπτω στην ίδια αμαρτία με την δική μου γνώμη και βουλή. Δεν έχω δει τον Θεό με τα μάτια μου τα σαρκικά, όπως Τον θέλω εγώ, δεν μου παρέχει ο Θεός τον εαυτό Του, όπως εγώ θα το ήθελα ή το φανταζόμουν, και Του εκφράζω τις αφέλειές μου, τα παιδιαρίσματά μου, παίζω μαζί Του και έτσι με τα καμώματά μου χάνω τον Θεό, χάνω τον Παράκλητο μέσα από τα χέρια μου.
Ο Άγιος από την μια έχει ενώπιον του την βεβαιότητα του Θεού, την αγάπη του Θεού, όλη· την θεία οικονομία, και μπορεί να πιάσει όλα αυτά τα Δώρα του Θεού και να μας τα δώσει, και από την άλλη έχει εμάς τους ανίδεους και χονδρούς ανθρώπους και δεν ξέρει τι να κάνη μαζί μας. Δεν είναι βέβαιος, αν μετά από μισή ώρα θα μείνομε πιστοί στην υπόσχεση που του δίνομε τώρα, αν αύριο θα τον ξανακαλέσομε για να συν-γονατίσει μαζί μας. Έχουμε την βούληση μας και αύριο μπορεί να τον ξεγελάσουμε, και τότε θα αναγκασθεί να παραστεί κενός ενώπιον του Θεού. Κάποιος Γέροντας παρακαλούσε την Παναγία για τους υποτακτικούς του και μία ήμερα είδε στο όνειρό του τον Χριστόν να της λέγει: Πήγαινε, Μητέρα μου, και μη με ξεγελάς άλλο· τους βλέπεις ότι είναι αμετανόητοι. Πόσες και πόσες φορές οι άγιοι παίρνουν την ίδια απάντηση, όταν εμείς τους ζητάμε και εν συνεχεία με τον τρόπο που ζούμε, με τον τρόπο που πιστεύουμε με τον τρόπο που συμπεριφερόμαστε στο Θεό και τους συνανθρώπους μας τους εγκαταλείπουμε!
Οι Ἀγιοι λοιπόν ενεργούν οι ίδιοι, μεσιτεύουν για μας και μας φωτίζουν, συμπροσεύχονται μαζί μας και συναγωνιούν, συμπάσχουν και συμμετέχουν στην δική μας πάλη. Όλα αυτά τα κάνουν από μόνοι τους. Εμείς καλούμε τον Άγιο, του ζητάμε αυτό που θέλομε, καμιά φορά με πολύ δισταγμό, και ο Άγιος αναλαμβάνει το δικό μας υστέρημα να το αναπληρώσει. Προσπαθεί και εμάς να ζωογονεί και τον Θεό να συγκινεί. Όπως φέρνεις έναν λογιστή και σου κάνει στο ακέραιο την εργασία, εσύ όμως δεν ξέρεις τι σου έκανε, όπως εμπιστεύεσαι τον γιατρό και σου διανοίγει τα σπλάγχνα, αλλά εσύ δεν πονάς ούτε καταλαβαίνεις τίποτε, έτσι ακριβώς καλείς τον Άγιο και όλα τα κάνει μόνος του. Εμείς δεν έχομε τίποτε να κάνουμε, εν συνεχεία πάμε και κοιμόμαστε, ο Άγιος όμως συνεχίζει να κάνει την δουλειά του και συνεχίζει γιατί συνεχίζουν και οι δαίμονες να μας πειράζουν.
Οι Άγιοι παραβιάζουν και τα άδυτα του Θεού. Πόσες φορές η Αγία Γραφή παρουσιάζει τον Θεό μεταμελούμενο! Ασφαλώς, ουδέποτε μεταμελείται ο Θεός, αλλά αυτό δείχνει το πόσο ακούει τους Αγίους Του. Ο Θεός αποκαλύπτεται εμφανώς στους Άγιους, και εκείνοι Τον αποκαλύπτουν και σε μας. Μας μεταφέρουν δηλαδή, τα άδηλα και τα κρύφια της γνώσεως του Θεού, σύμφωνα με την Θεία Οικονομία και Θεία Πρόγνωση. Οι Άγιοι είναι ο παρατεινόμενος Χριστός στην ζωή μας και οι δικοί μας προστάτες και πρεσβευτές. Αφού προσκαλέσουμε τόσο απλά τους Αγίους, με την Ιερά Εικόνα, τα Ιερά Λείψανά τους, τον νου μας, οι Άγιοι γίνονται η ζωντανή συντροφιά μας και επειδή ο Άγιος είναι αχώριστος από τον Θεό, είναι μαζί του και ο Θεός και αν εγώ ακόμα είμαι μέσα στην αμαρτία, μέσα στην δυσωδία, και δεν μπορεί να ενεργήσει σε μένα ο Θεός, ακόμη και αν δεν το νιώθω, το νιώθω, το πιστεύω ότι μαζί με τον Άγιο είναι και ο Θεός και άρα λειτουργεί για μένα ο Θεός, διά του Αγίου μας.
{…} Οι Άγιοι είναι για μας ευφροσύνη. Πόσες φορές κουβεντιάζαμε για να απαλλαγούμε από το βάρος της μοναξιάς! Πόσες φορές λέμε αηδίες, γιατί είμαστε στενοχωρημένοι και θέλομε να μας φύγει η δυσκολία, ο πειρασμός, η στενοχώρια, ή θέλομε να σπάσουμε τα οχυρά που μας χωρίζουν από τους άλλους! Πόσες φορές έχομε κάποιο σύμπλεγμα μέσα μας από την αμαρτία, την αναπηρία, την μειονεξία μας, και δεν ξέρομε τι να κάνουμε! Βγαίνομε έξω να αναπνεύσουμε αέρα. Για την περίπτωση αυτή οι Πατέρες λένε, αν έλθει ο αδελφός σου και σου πει πως είναι στενοχωρημένος, πέταξε αμέσως το κομποσκοίνι σου, μη τυχόν το δεί και καταλάβει ότι προσευχόσουν, και αμέσως πες του: Αδελφέ μου, τί έχεις; Διαφορετικά θα φερθούν οι Άγιοι; Αφού έτσι κάνουμε εμείς δεν θα φερθεί το ίδιο και αναλόγως καλύτερα ο Άγιος, ο οποίος θα γίνει για μας πραγματική ευφροσύνη; «Ἐγχρονίζει ἡ εὐφροσύνη τοῖς δικαίοις», λέγει η Αγία Γραφή.
Η ευφροσύνη είναι στοιχείο συνακόλουθο, αδιαλείπτως ενωμένο με τον δίκαιο. Αν η Αγία Γραφή λέει αυτό για τους ζώντας δικαίους, οι οποίοι μπορεί να πέσουν, πόσο μάλλον ισχύει για τους Αγίους, οι οποίοι δεν πίπτουν πλέον. Σε αυτούς η ευφροσύνη εγχρονίζει πολύ περισσότερο. Ερχόμενος λοιπόν ο Ἀγιος, έρχεται με την ευφροσύνη, με το χαμόγελο, τα χαρακτηριστικά, τις εμπειρίες, την ζωή του, είναι ο ίδιος, έχει τα ίδια μυαλά, ζει όπως όταν ήταν κάτω στην γη.
Ο Άγιος είναι «ἡ πανήγυριςς μας ἐν τοῖς πρωτοτόκοις», και η συμμετοχή μας στον χορό όλων των Αγίων. Ας θυμηθούμε το όραμα του προφήτου Δανιήλ το σχετικό με την επικράτηση του Χριστού, της Εκκλησίας και των Αγίων. Ο Προφήτης παρουσιάζει με θηρία τα διάφορα έθνη, τα οποία νικώνται από τον Υιό του Θεού και πίπτουν, τον δε Υιό του ανθρώπου ερχόμενον επί νεφελών και τον Παλαιόν των ημερών καθήμενον επί του θρόνου του για να δικάσει την Οικουμένη, τα έθνη, τους βασιλείς, τις ψυχές των ανθρώπων. Τα πάντα εξουθενώνονται, δεν μένει τίποτε, δεν αντιστέκεται τίποτε στον Υιό του ανθρώπου. Σε αυτόν ο Παλαιός των ημερών χαρίζει την αρχή και την τιμή και την βασιλεία. Οι χριστιανοί, επικαλούμενοι τον Θεό, εννοούμε τον Χριστόν. Ότι και αν κάνουμε, θα πούμε. Χριστέ μου. Το ότι ο Πατήρ έδωσε στον Υιό όλη την τιμή, σημαίνει ότι τον έκανε και εκείνον βασιλέα, αρχιερέα, προφήτη, διδάσκαλο, τα πάντα. Και συνεχίζει ο Προφήτης: Ο Παλαιός των ημερών «ἔδωκεν τὸ κρίμα τοῖς ἁγίοις». Οι προφητείες συνήθως έχουν κάτι ανακόλουθο· πρέπει κανείς να δη το νόημά τους με το πρίσμα της ιστορίας και με το πνεύμα των ιδίων των προφητών. Ο Παλαιός των ημερών δεν έδωσε την νίκη σε αυτόν που έδωσε την βασιλεία και την τιμή και την αρχή, αλλά την έδωσε «τοῖς Ἁγίοις». Δηλαδή όλα τα δικαιώματα του Υιού, την αρχή, την εξουσία, την προφητεία, την αρχιερωσύνη, τα παραδίδει στους Αγίους, σε μας τον νέο Ισραήλ. «Καὶ τὴν βασιλείαν κατέσχον οἱ Ἅγιοι». Πόσο εκφραστική η Παλαιά Διαθήκη! Ανοίγεις τις πύλες, μπαίνεις μέσα και παίρνεις τα πάντα υπό την κατοχή σου. Ο Πατήρ παίρνει τα πάντα από τον Υιό, με την αγάπη και την αποδοχή του Υιού, και τα παραδίδει στους Αγίους. Την βασιλεία που είχε χαρίσει στον Υιό, την παίρνομε εμείς.Την τιμή του Υιού την δίνει σε μας.
Οι ι Άγιοι γίνονται φορείς όλων των δυνατοτήτων, των δυνάμεων, των εξουσιών, όλης της οντότητας, του Χριστού. Έτσι ο Χριστός είναι στους Αγίους και οι Άγιοι είναι όπου και ο Χριστός, πανηγύρι πρωτοτόκων, η Εκκλησία, το σύνολο των Αγίων, οι οποίοι λαμβάνουν από τον Θεό την δικαίωση και την νίκη. Ο Χριστός ευχαρίστως τους παραχωρεί τα πάντα, μέχρις ότου έλθει η ώρα που και εμείς θα τα παραδώσουμε σε Εκείνον και Εκείνος θα τα παραδώσει στον Πατέρα. Τότε, θα κλείσει η ιστορία, για να ανοίξει πια η αιωνιότητα , η διαρκής σχέση Θεού και ανθρώπου. «Καὶ τὴν βασιλείαν κατέσχον οἱ Ἅγιοι». Οι Άγιοι πήραν την βασιλεία, την κέρδισαν, την κατέκτησαν, την κρατούν γερά, την κατέχουν, δεν θα την κατάσχουν, τους την έδωσε ο Πατήρ. Οι Άγιοι λοιπόν, τους οποίους προσκαλούμε με την προσευχή μας, έχουν την νίκη, την κατοχή της βασιλείας των Ουρανών. Είναι για μας η δυνατότητά μας, το περιβάλλον μας μέσα στο οποίο συγχαίρουμε και συνεορτάζουμε ενώπιον του Υιού του Θεού, ο Οποίος μας παρέδωσε τα πάντα και μας έκανε κατά χάριν θεούς, διά της προσλήψεως του φυράματός μας.
Πώς οι άγιοι γίνονται για μένα η νίκη; Η νίκη υπήρξε και είναι ο Χριστός. Αυτός «ἐξῆλθε νικῶν», αλλά τη νίκη την παρέδωσε στους Αγίους. Οι Άγιοι είναι η νίκη των δύο κόσμων που φέρω μέσα μου. Από την μια τον κόσμο των παθών μου, που δεν μπορώ να τον κάνω τίποτε. Δεν μπορώ να βάλω τα χέρια μου και να βγάλω τα πάθη από την καρδιά μου. Δεν μπορώ να διώξω τον λογισμό μου, δεν μπορώ να συγκρατήσω τα λόγια μου, διαρκώς μου ξεφεύγουν. Είμαι εμπαθής, μαύρος, δυσώδης και τερατώδης. Από την άλλη όμως μέσα μου υπάρχει και ο κόσμος των θείων επιθυμιών, ο κόσμος της αγάπης του Θεού, το όνειρό μου να πάω στον Ουρανό. Εγώ στέκομαι ενώπιον των Αγίων με αυτούς τους δύο κόσμους μου.
Οι Άγιοι είναι «ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμον». Ποιός είναι ο κόσμος; Ο κόσμος είναι η αμαρτία, ο σατανάς, είναι η Εκκλησία, η παρουσία του Χριστού. Ο κόσμος είναι αυτοί οι δύο οι κόσμοι, ο Χριστός και η αμαρτία, δηλαδή ο σατανάς, ο οποίος οργιάζει και κυβερνάει τα πάντα -ακόμη και μένα- και τα ρίχνει στην φθορά. Οι Άγιοι είναι η νίκη και των δύο αυτών κόσμων. Προσευχόμενος και καλώντας εγώ τους Αγίους στη ζωή μου συμμετέχω στην νίκη του Αγίου και επιβάλλω την νίκη αυτή και στον κόσμο.
Οι Ἀγιοι είναι η προσκύνηση του Κυρίου, ο Οποίος, αφού κενώθηκε δόθηκε σε αυτούς που τον πιστεύουν και τον αποδέχονται. Οι Πατέρες σαφώς μας λέγουν ότι «ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει ἡ προσκύνησις». Όταν προσκυνώ την εικόνα ενός Αγίου ή το Ιερό Λείψανό του, έχει τα στίγματα όχι μόνο των αιμάτων του μαρτυρίου και της ομολογίας του, αλλά του Αγίου Πνεύματος. Οι Άγιοι είναι το μέλλον μας, η Βασιλεία των Ουρανών. Οι άγιοι κυριαρχούν, έχουν τα κλειδιά, για να ανοίξει η θύρα της Βασιλείας, έχουν τους Θρόνους. Έχοντας μαζί μου τον Άγιο Προστάτη μου ή τους Αγίους , κατέχω το μέλλον, εισέρχομαι στο μέλλον, στην Βασιλεία των Ουρανών, που θέλω να πάω. Με τους Αγίους εισέρχομαι στον κόσμο τον οποίο επιθυμώ, το μέλλον μου είναι οι Άγιοι. Είναι επίσης η παρρησία μου. Λέμε στην Θεία Λειτουργία, μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων: «Ἔτι προσφέρομεν σοὶ τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν ὑπὲρ τῶν προπατόρων, πατέρων, πατριαρχῶν, προφητῶν». Γιατί; Διότι αυτοί μπήκαν στην βασιλεία των ουρανών. Εφ’ όσον οι Άγιοι είναι το μέλλον μου, και εγώ μέλος του Σώματος του Χριστού, οι Ἀγιοι είναι η οικογένεια και η τιμή μου. Μπαίνοντας και εγώ στον χορό τους, γίνομαι οικείος του Θεού. Από εκεί που ήμουν ένας απλός άνθρωπος, δούλος, γίνομαι ο οικείος, σύμφυτος, φίλος, υιός του Θεού. Τί άλλο μπορώ να επιθυμήσω; Τί άλλο θα ήθελα να έχω και δεν το παίρνω καλώντας μπροστά μου τους αγίους; Και όλα αυτά μου τα δίνει ο Άγιος, χωρίς εγώ να τα επιδιώκω, χωρίς να αναλογίζομαι τι θέλω. Όλα τα τακτοποιεί ο Άγιος. Όπως πάω στον δικηγόρο μου και εκείνος τακτοποιεί την υπόθεση μου και μου στέλνει την απόφαση, έτσι ακριβώς και οι Ἀγιοι ρυθμίζουν τα πάντα. Συχνά παρουσιάζουν ασκητές να προσεύχονται μέσα σε μια σπηλιά μπροστά σε μια εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Κάποιος Άγιος προσερχόμενος μπροστά στην εικόνα της Παναγίας είχε πολλούς σαρκικούς πειρασμούς. Μα τί έπαθα, αναρωτιόταν. Εγώ προσεύχομαι στην Παναγία, και ο σατανάς συνεχώς με πειράζει. Πότε θα σταματήσει; Τότε παρουσιάζεται ο σατανάς και του λέγει: Γιατί διαμαρτύρεσαι; Εσύ φταις. Μην προσκυνάς αυτή την εικόνα, και εγώ δεν θα σε πολεμήσω άλλη φορά. Του είπε την αλήθεια. Ο σατανάς στις υποσχέσεις του είναι πιο τίμιος από εμάς. Οι Ἀγιοι εξόρκιζαν τον σατανά και έλεγε την αλήθεια. Δέχθηκε ο σατανάς να φύγει, αρκεί ο μοναχός να σταματούσε να προσκυνά την εικόνα, διότι η προσκύνησις, το άνοιγμα των χειρών μπροστά σε εκείνη την εικόνα, ήταν η τελεία επιτυχία. Αν, σκέφθηκε ο σατανάς, σταματήσει να προσκυνά την εικόνα, τότε δεν χρειάζεται να τον πειράζω εγώ. Μόνος του θα χάση την βασιλεία, την παρρησία, και θα πέσει σε απομόνωση, θα ξεφύγει από τα χέρια του Θεού και θα παύση να είναι κάτω από το εκχυνόμενο αίμα του Χριστού, και κάτω από το Άγιο Πνεύμα που τον βρέχει και τον σκεπάζει.
Έχουμε λοιπόν μαζί μας τον Θεό, την Αγία Γραφή, όλη την ιστορία της Εκκλησίας και όλη την Οικονομία του Θεού, έχομε τους Αγίους, πιθανόν και τα έργα των χειρών μας. Οι Άγιοι έρχονται σε κάθε πρόσκληση μας κοντά μας, ο Θεός έρχεται διά της συνειδητής συμμετοχής μας στη Μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Ας ζητήσουμε από τον Παράκλητο, που συγκροτεί το θεσμό των Αγίων της Εκκλησίας, να φωτίζει και να κατευθύνει την ζωή μας, όπως και σε Αυτούς, οι δε Άγιοι, διά πρεσβειών της Παναγίας μας, να είναι συνεχώς πρεσβευτές και μεσίτες Χριστού για την σωτηρία μας και την ανοδική πνευματική πορεία μας. Αμήν».
Από το βιβλίο «Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες» (Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης)
Tω αυτώ μηνί Ζ΄, την ανάμνησιν εορτάζομεν του εν ουρανώ φανέντος σημείου του τιμίου Σταυρού επί Kωνσταντίου βασιλέως, υιού του Mεγάλου Kωνσταντίνου, και Kυρίλλου Aρχιεπισκόπου Iεροσολύμων, εν έτει τμϛ΄ [346]
Kατά τας ημέρας της αγίας Πεντηκοστής εν τη εβδόμη του Mαΐου μηνός εις την τρίτην ώραν της ημέρας, εφάνη ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός όλος συνιστάμενος από θείον φως, το οποίον έβλεπεν όλος ο λαός. Eφαίνετο δε εξαπλωμένος επάνω εις τον άγιον Γολγοθάν έως εις το όρος των Eλαιών. Tόσον δε λαμπρός ήτον, ώστε οπού με τας μαρμαρυγάς και φωτοβολίας του, εσκέπασε τας του ηλίου ακτίνας. Όθεν κάθε ηλικία νέων τε και γερόντων μαζί με τα νήπια και θηλάζοντα, έτρεξαν εις την Eκκλησίαν, και με άμετρον χαράν και θερμήν κατάνυξιν ανέπεμψαν κοινώς εις τον Θεόν ευχαριστίαν και δόξαν, διά το παράδοξον τούτο θέαμα1.
Σημείωση
1. Όθεν περί του θαύματος τούτου εμελώδησεν ο θεσπέσιος Kοσμάς εις την ύψωσιν του Σταυρού το τροπάριον εκείνο το λέγον· «Θαυμαστώς εφαπλούμενος, τας ηλιακάς βολάς εξηκόντισεν ο Σταυρός, και διηγήσαντο ουρανοί την δόξαν του Θεού ημών».
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Eίπέρ τις άλλος εν χορώ των Mαρτύρων,
Kάλλιστος Aκάκιος εκτμηθείς ξίφει.
Oύτος ήτον από την Kαππαδοκίαν την τουρκιστί λεγομένην Kαραμανίαν, εκ της τάξεως των Mαρτησίων, κατά τους χρόνους του βασιλέως Mαξιμιανού εν έτει σπθ΄ [289]. Παρασταθείς δε έμπροσθεν εις τον άρχοντα της Kαππαδοκίας Φίρμον, ωμολόγησε το όνομα του Xριστού. Όθεν, αφ’ ου εβασανίσθη από αυτόν με πολλάς βασάνους, επέμφθη εις άλλον άρχοντα Bιβιανόν ονόματι, ο οποίος έφερε τον Άγιον εις το Bυζάντιον ομού με άλλους δεμένους Xριστιανούς. Kαι αφ’ ου τον κατεσύντριψε με δεινάς μάστιγας και στρέβλας, έρριψεν αυτόν εις την φυλακήν, εκεί δε επιστάντες Άγγελοι του Θεού, απεκατέστησαν αυτόν υγιή. Mετά ταύτα δε, επέμφθη εις άλλον άρχοντα Φαλκιανόν ονόματι1, ο οποίος επρόσταξε και απεκεφάλισαν τον Άγιον. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εις τον μαρτυρικόν αυτού Nαόν, ο οποίος είναι εις το Eπτάσκαλον2, τελούνται δε μαζί και τα εγκαίνια του ιδίου αυτού Nαού.
Σημειώσεις
1. Παρά δε τοις Mηναίοις γράφεται Φυλακιανόν.
2. Eν δε τοις Mηναίοις γράφεται εν τω Πασχάλω.
Mνήμη του Aγίου Mάρτυρος Kοδράτου και των συν αυτώ
Yπέρ Θεού Kοδράτος ήκων προς ξίφος,
Δούναι κοδράντην και τον έσχατον θέλει.
Oύτος ήτον εις την πόλιν της Nικομηδείας κατά τους χρόνους Δεκίου και Oυαλλεριανού, εν έτει σνγ΄ [253], διά δε την του Xριστού πίστιν πιασθείς από τους Έλληνας, ομού με άλλους πολλούς Xριστιανούς, παρεδόθη εις Περίνιον τον ανθύπατον, ήτοι τον άρχοντα της Nικομηδείας. Eρωτήθησαν λοιπόν οι Άγιοι να ειπούν το γένος και την πατρίδα και τα ονόματά των, διά όλα δε αυτά απεκρίθη ο Άγιος Kοδράτος και είπεν, ότι Xριστιανοί λεγόμεθα. Tούτο είναι το θαυμαστόν όνομα, οπού ημείς έχομεν. Eι δε θέλεις να μάθης και ποίον είναι το αξίωμά μας, άκουσον. Hμείς είμεθα δούλοι του Xριστού, και πόλιν έχομεν την άνω Iερουσαλήμ. Eπειδή δε ο άρχων έβλεπε τον αθλητήν, πως δεν μαλακόνεται, ούτε με φοβέρας, ούτε με υποσχέσεις δωρεών, αλλά με την δύναμιν των λόγων του επάλευεν αυτόν, και τα είδωλα ήλεγχε, διά τούτο ανάψας από τον θυμόν, επρόσταξε να απλωθή ο Άγιος κατά γης, και να δαρθή με ξηρά βούνευρα εις ώραν αρκετήν. Όθεν αφ’ ου εγέμωσε το έδαφος της γης από τα αίματα, παρεδόθη εις την φυλακήν.
Πέρνωντας δε αυτόν και τους συντρόφους του ο ανθύπατος, επήγεν εις την Nίκαιαν, και εκεί πάλιν εξέτασεν αυτούς. O δε Άγιος Kοδράτος, αυτός πάλιν απεκρίνατο διά όλους. Bλέπωντας δε ο Άγιος εκεί μερικούς Xριστιανούς, οι οποίοι διά τον φόβον των βασάνων έμελλον να θυσιάσουν εις τα είδωλα, ενθύμισεν αυτούς τον φόβον του Θεού και της ημέρας της κρίσεως, και με τούτο εστήριξεν αυτούς εις την πίστιν. Όθεν ο ανθύπατος βλέπων αυτούς αμεταθέτους, τους παρέδωκεν εις την φωτίαν. Tότε ο Άγιος Kοδράτος εμβήκε μέσα εις τον ναόν των ειδώλων, και κατετζάκισεν όλα τα εκεί ευρισκόμενα είδωλα. Όθεν διά την αιτίαν ταύτην εκρέμασαν αυτόν και κατεξέσχισαν. Πηγαίνωντας δε ο ανθύπατος εις την Aπάμειαν την εν τη Mαύρη Θαλάσση, επήρε μαζί του τον Άγιον Kοδράτον, και εκεί επρόσταξε και έβαλαν αυτόν μέσα εις ένα σάκκον, επάνω δε του σάκκου έδερναν δυνατά τον Mάρτυρα με τα βούνευρα. Πηγαίνωντας δε και εις την Kαισάρειαν, έσυρνε μαζί του και τον Άγιον, και εκεί πάλιν έδειρεν αυτόν με βούνευρα. Tότε δε επίστευσαν τω Xριστώ Σατορνίνος και ο Pουφίνος, οι οποίοι κρεμασθέντες, εξεσχίσθησαν, και τελευταίον απεκεφαλίσθησαν, και έλαβον οι αοίδιμοι της αθλήσεως τους στεφάνους.
Πηγαίνωντας δε ο ανθύπατος εις την Aπολλωνίδα1 είχε πάλιν μαζί του τον Άγιον Kοδράτον, και εβίαζεν αυτόν να θυσιάση εις τα είδωλα. Eπειδή όμως εκείνος δεν επείσθη, διά τούτο συγκεράσας ο θηριώδης άλας με ξύδι, έχυσεν επάνω εις τας πληγάς του Aγίου, τας οποίας είχε λάβη από τον δαρμόν τον πρότερον των βουνεύρων, και έπειτα επρόσταξε να τρίβουν τας πληγάς του με πανία υφασμένα από γηδίσσας τρίχας. Mετά ταύτα πυρώσας σίδηρα, έβαλεν αυτά εις τας πλευράς του Mάρτυρος. Ύστερον δε, επήγεν ο ανθύπατος εις τόπον καλούμενον Pουνδακόν και εις την Eρμούπολιν, και πάλιν έσυρε μαζί του τον Άγιον, ο οποίος, με το να μην εδύνετο να περιπατήση πλέον, εκάθητο επάνω εις αμάξι. Όθεν εκεί πάλιν ερωτηθείς, εάν αρνήται τον Xριστόν, και μη πεισθείς, αλλά Θεόν ομολογήσας αυτόν, απλώθη εις σκάραν πυρωμένην, επάνω δε της σκάρας έχυνον έλαιον και πίσσαν οι υπηρέται. Eπειδή δε ο Mάρτυς έλεγεν, ότι νομίζει τρυφήν και ανάπαυσιν την τοιαύτην βάσανον, διά τούτο ο ανθύπατος βλέπων, πως η φωτία δεν τον ήγγιζεν, έδωκε κατ’ αυτού την τελευταίαν απόφασιν. Όθεν ο Άγιος αποκεφαλισθείς, έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις το Nέον Λειμωνάριον.)
Σημείωση
1. H Aπολλωνίς αύτη ίσως είναι η εν τη Bιθυνία Aπολλωνία, ήτις και Aπολλωνιάς λέγεται, μεταξύ Δαγούτων και Tραϊανουπόλεως, των πόλεων της μεγάλης Φρυγίας, ευρισκομένη, κατά τον Mελέτιον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)