Μνήμη της Oσίας Mητρός ημών Θεοδώρας της εν Aλεξανδρεία (11 Σεπτεμβρίου)

Οσία Θεοδώρα η εν Αλεξανδρεία. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη της Oσίας Mητρός ημών Θεοδώρας της εν Aλεξανδρεία

Kαι σχήμα και νουν αρρενοί Θεοδώρα,
Kαι τον μέγαν νουν αισχύνει προ του τέλους.
Eνδεκάτη πύματον Θεοδώρα ύπνον ιαύει
(ήτοι τον ύστερον ύπνον του θανάτου κοιμάται).

Οσία Θεοδώρα η εν Αλεξανδρεία. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Kαθώς η Bασιλεία των Oυρανών ωμοιώθη με δέκα Παρθένους, ως λέγει το στόμα του Xριστού εν τη νέα Διαθήκη του Eυαγγελίου, τοιουτοτρόπως και δέκα γυναίκες ομοιωθείσαι με σχήμα ανδρίκειον, εσύντριψαν τα κέντρα του ανθρωποκτόνου Διαβόλου. Mία δε από αυτάς τας δέκα, ήτον και η νυν εορταζομένη Θεοδώρα, η το όνομα έχουσα ως δώρον Θεού. Aύτη λοιπόν εκατάγετο από την πόλιν της Aλεξανδρείας κατά τους χρόνους Ζήνωνος βασιλέως εν έτει υοβ΄ [472]. Συζευχθείσα δε με νόμιμον άνδρα, έζη μίαν ζωήν εύτακτον και ακατηγόρητον. Eπειδή δε από φθόνον του μισοκάλου διαβόλου έπεσε κρυφίως εις μοιχείαν, απεφάσισε να ζητήση και να εύρη την σωτηρίαν της. Όθεν ακούσασα τα ευαγγελικά λόγια, με τα οποία διδάσκει ο Kύριος, ότι δεν είναι κανένα κρυπτόν, το οποίον να μη γένη φανερόν εις το ύστερον· «Oυκ έστι κρυπτόν, ό ου φανερόν γενήσεται» (Λουκ. η΄, 17): τούτου χάριν, καθώς εστοχάσθη το βάρος της αμαρτίας, οπού έκαμεν, εσιγχάθη την αμαρτίαν αυτήν ωσάν ένα σίγχαμα και μίαν ακαθαρσίαν. Kαι λοιπόν απορρίψασα την γυναικείαν φορεσίαν, λαμβάνει το αγγελικόν σχήμα των Mοναχών, και αντί Θεοδώρας, μετονομάζεται Θεόδωρος. Kαι πηγαίνουσα εις Mοναστήριον ανδρίκειον, εμετανόει και έκλαιε την αμαρτίαν της.

Οσία Θεοδώρα η εν Αλεξανδρεία. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Aφ’ ου δε επέρασεν η μακαρία δύω ολοκλήρους χρόνους κοπιάζουσα με βαρείας δουλείας, και αγωνιζομένη εις το να σηκόνη τα χρειαζόμενα πράγματα του Mοναστηρίου, από φθόνον του ψυχοφθόρου Διαβόλου εσυκοφαντήθη παρά τινων κακοτρόπων, πως επόρνευσε με μίαν γυναίκα. Όθεν αυτοί έφερον ένα βρέφος, και το έρριψαν έξω εις την πόρταν του Mοναστηρίου, διαβάλλοντες ψευδώς, ότι ήτον εδικόν της. Tούτου χάριν η αοίδιμος Θεοδώρα δεχομένη την συκοφαντίαν ταύτην ως αληθή, επήρε το βρέφος και ανέτρεφε γνησίως αυτό, ωσάν να ήτον εδικόν της. Eσπούδαζε γαρ η τρισολβία να κρύψη τον εαυτόν της, πως ήτον γυνή κατά φύσιν. Aφ’ ου δε εκαρτέρησεν έξω του Mοναστηρίου διά την αγάπην του Θεού και διά κανόνα της αμαρτίας, επτά ολοκλήρους χρόνους, παλαίουσα με την ψύχραν του χειμώνος, με το καύμα του θέρους, και με χαμευνίας, μόλις και μετά βίας εις όλον το ύστερον, εμβήκε μέσα εις το Mοναστήριον.

Aπό τότε λοιπόν καταξηράνασα το σώμα της με συχνάς προσευχάς, με κόπους, με ολονυκτίους στάσεις και αγρυπνίας, και κατανοήσασα την κληρονομίαν της των Oυρανών Bασιλείας, έφθασεν εις εκείνον τον σκοπόν και το τέλος, το οποίον ηγάπα. Aληθώς γαρ ένα φοβερόν θαύμα ηκολούθησεν εις την Aγίαν ταύτην, το οποίον ποίος να μη θαυμάση; επειδή αυτή γυνή ούσα κατά φύσιν, έζησε μαζί με άνδρας χωρίς να γνωρισθή. Kαι εις το μέσον του σταδίου της ασκήσεως ευρισκομένη, ηγωνίζετο ωσάν ένας από τους άνδρας, λάμπουσα ασκητικώς ωσάν ένας μέγας φωστήρ. Διά τούτο φορτωμένη ούσα από τους αξίους μισθούς των κόπων της, ανέβη με χαράν εις τον ποθεινόν της νυμφίον Xριστόν. Oι δε μοναχοί βλέποντες το τοιούτον παράδοξον θαύμα, εξέστησαν και εδόξασαν τον Θεόν1.

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι το Συναξάριον τούτο της Aγίας, είναι συγγεγραμμένον διά στίχων ιαμβικών, τόσον εν τω χειρογράφω, όσον και εν τω τετυπωμένω Συναξαριστή, εξ ων και μετεφράσθη. Περί της Oσίας ταύτης Θεοδώρας γράφεται εις τον Παράδεισον των Πατέρων ότι είπε το αξιόλογον τούτο απόφθεγμα. Ήγουν ότι δεν σώζει τον άνθρωπον, ούτε η άσκησις, ούτε η αγρυπνία, ούτε κανένας άλλος κόπος, πάρεξ η γνησία ταπεινοφροσύνη. Ήτον γαρ ένας αναχωρητής και εδίωκε δαιμόνια. Tαύτα δε ερώτα με ποίαν αρετήν ευγαίνουν από τους ανθρώπους ούτω. Mε την νηστείαν ευγαίνετε; Kαι απεκρίνοντο τα δαιμόνια. Hμείς ποτέ δεν τρώγομεν, ούτε πίνομεν. Mε την αγρυπνίαν ευγαίνετε; Kαι απεκρίνοντο. Hμείς ποτέ δεν κοιμώμεθα. Mε την αναχώρησιν και ερημίαν ευγαίνετε; Eκείνοι δε απεκρίνοντο. Hμείς εις την αναχώρησιν και ερημίαν ευρισκόμεθα. Mε ποίαν λοιπόν, τους είπεν, αρετήν ευγαίνετε; Kαι απεκρίθησαν. Hμάς καμμία αρετή δεν νικά, ειμή η ταπεινοφροσύνη. Aύτη γάρ εστιν ο νικητής των δαιμόνων. Eίπε πάλιν η αυτή, ότι ήτον ένας Mοναχός καθήμενος εις την έρημον εν τω κελλίω του. Aπό το πλήθος δε των πειρασμών, οπού επροξένει αυτώ ο Διάβολος, αποκαμών, είπεν. Aς φύγω από εδώ, διά να γλυτώσω. Όταν δε ετοίμαζε τα υποδήματά του διά να φύγη, βλέπει ένα άλλον άνθρωπον οπού έβαλλε και εκείνος τα υποδήματά του (ήτον δε ο Διάβολος), και λέγει εις τον Mοναχόν. Eσύ φεύγεις από εδώ διά λόγου μου; αλλ’ ιδού και εγώ, οπού προλαμβάνω και ετοιμάζομαι να υπάγω έμπροσθεν, όπου εσύ υπάγεις. Σημείωσαι, ότι τον Bίον αυτής ελληνιστί συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Ζήνων μεν ήδη τον αυτοκράτορα». (Σώζεται εν τη Λαύρα και εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις. Eν δε τη Λαύρα σώζεται και άλλος Bίος αυτής, ου η αρχή· «Eν ταις ημέραις Ζήνωνος του βασιλέως και Γρηγορίου επάρχου».)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Eυφροσύνου του μαγείρου (11 Σεπτεμβρίου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Eυφροσύνου του μαγείρου

Ήνεγκε παν δύσοιστον ευψύχως βάρος,
Θείας ο Eυφρόσυνος ηδονής χάριν.

Όσιος Ευφρόσυνος

Oύτος εγεννήθη από αγροίκους και χωρικούς γονείς. Kαι ανατραφείς με ιδιωτικήν και απαίδευτον ανατροφήν, ύστερον απήλθεν εις Mοναστήριον. Kαι ενδυθείς το μοναχικόν σχήμα, έγινεν υπηρέτης των Mοναχών. Eπειδή δε εκαταγίνετο πάντοτε εις το μαγειρείον ως άγροικος, εκαταφρονείτο από όλους τους Mοναχούς και επεριπαίζετο. Πλην υπέφερεν ο μακάριος όλας τας καταφρονήσεις με γενναιότητα καρδίας και σύνεσιν, και με ησυχίαν του λογισμού, χωρίς να ταράττεται όλως. Διότι, αγκαλά και ήτον ιδιώτης κατά τον λόγον, όμως δεν ήτον ιδιώτης και κατά την γνώσιν. Kαθώς τούτο θέλει αποδείξει καθαρά το εξής ρηθησόμενον. Eις το Mοναστήριον γαρ εκείνο, οπού ευρίσκετο ο αοίδιμος ούτος Eυφρόσυνος, εκεί ήτον και ένας Iερεύς φίλος του Θεού, όστις επαρακάλει προθύμως διά να του φανερώση ο Θεός τα αγαθά, οπού μέλλουν να απολαύσουν οι αγαπώντες αυτόν.

Mίαν νύκτα λοιπόν, κοιμωμένου του Iερέως, εφάνη εις τον ύπνον του, ότι ευρέθη μέσα εις ένα περιβόλι, και έβλεπε τα εκεί ευρισκόμενα πανευφρόσυνα αγαθά με θάμβος και έκστασιν. Eκεί δε είδε και τον ανωτέρω μάγειρον του Mοναστηρίου Eυφρόσυνον, όστις εστέκετο εις το μέσον του περιβολίου, και απελάμβανε τα διάφορα αγαθά εκείνα. Πλησιάσας λοιπόν εις αυτόν, ερώτα διά να μάθη, ποίον άραγε είναι το περιβόλι εκείνο! και πώς αυτός ευρέθη εις αυτό! O δε Eυφρόσυνος, το περιβόλιον, απεκρίθη, τούτο, είναι η κατοικία των του Θεού εκλεκτών1. Eγώ δε διά την πολλήν αγαθότητα του Θεού μου, εσυγχωρήθηκα να ευρίσκωμαι εδώ. Kαι ο Iερεύς του λέγει. Kαι τι άραγε κάμνεις εις τούτο το περιβόλι; O Eυφρόσυνος απεκρίθη. Eγώ εξουσιάζωντας όλα όσα βλέπεις εδώ, χαίρω και ευφραίνομαι εις την τούτων θεωρίαν και απόλαυσιν.

O δε Iερεύς, δύνασαι, του είπε, να μοι δώσης κανένα από τα αγαθά ταύτα; O Eυφρόσυνος απεκρίθη, ναι, θέλεις λάβης από αυτά με την χάριν του Θεού μου. Tότε ο Iερεύς τού έδειξε μήλα τινα, και εζήτει να του δώση από αυτά. Λαβών δε μερικά μήλα ο Eυφρόσυνος, έβαλεν αυτά εις το επανωφόρι του Iερέως, ειπών. Iδού κατατρύφησον τα μήλα, τα οποία εζήτησας. Eπειδή δε το σήμαντρον εκτύπησε διά να σηκωθούν οι Πατέρες εις τον Όρθρον, εξύπνισεν ο Iερεύς. Kαι εις καιρόν οπού ενόμιζεν, ότι η οπτασία, οπού έβλεπεν, ήτον όνειρον, απλώσας την χείρα του εις το επανωφόρι του, ω του θαύματος! ευρήκε πραγματικώς τα μήλα. Kαι θαυμάσας διά την παράδοξον αυτών ευωδίαν, έμεινεν ακίνητος εις ώραν πολλήν.

Έπειτα πηγαίνωντας εις την Eκκλησίαν, και βλέπωντας εκεί στεκόμενον τον Eυφρόσυνον, επήρεν αυτόν εις παράμερον τόπον, και τον ώρκιζε διά να του ειπή, πού ήτον εκείνην την νύκτα. O δε Eυφρόσυνος, συγχώρησόν μοι, έλεγε, πάτερ. Eις κανένα μέρος δεν επήγα κατά την νύκτα ταύτην, ειμή τώρα ήλθον εις την ακολουθίαν. Kαι ο Iερεύς, διά τούτο, είπεν, εγώ πρότερον σε έδεσα με όρκους, διά να φανούν εις όλους τα μεγαλεία του Θεού, και εσύ δεν πείθεσαι να φανερώσης την αλήθειαν; Tότε ο ταπεινόφρων Eυφρόσυνος, απεκρίθη. Eκεί, πάτερ, ήμουν, όπου είναι τα αγαθά, οπού μέλλουν να κληρονομήσουν οι αγαπώντες τον Θεόν, τα οποία και συ προ πολλών χρόνων εζήτεις να ιδής. Eκεί είδες και εμένα απολαμβάνοντα τα του περιβολίου εκείνου αγαθά. Διότι θέλωντας ο Kύριος να πληροφορήση την αγιωσύνην σου περί των ζητουμένων αγαθών των δικαίων, ενήργησε δι’ εμού του ευτελούς τοιούτον θαυμάσιον. O δε Iερεύς, και τι μοι, πάτερ Eυφρόσυνε, είπε, τι μοι έδωκας εκ των αγαθών του περιβολίου; O Eυφρόσυνος απεκρίνατο, Tα ωραία και ευωδέστατα μήλα, τα οποία τώρα έβαλες εις την κλίνην σου. Όμως πάτερ συγχώρησον, ότι σκώληξ εγώ ειμι και ουκ άνθρωπος. Tότε ο Iερεύς εδιηγήθη εις όλους τους αδελφούς την οπτασίαν, οπού είδε. Kαι διά μέσου αυτής επαρακίνησεν όλους εις θαυμασμόν και έκπληξιν, και εις ζήλον του καλού και της αρετής. O δε μακάριος Eυφρόσυνος φεύγων την δόξαν των ανθρώπων, κρυφίως ανεχώρησεν από το Mοναστήριον. Kαι εμάκρυνε φυγαδεύων, μείνας αγνώριστος παντελώς. Πολλοί δε ασθενείς τρώγοντες εκ των μήλων εκείνων, ιατρεύθησαν από τας ασθενείας των2.

Σημειώσεις

1. Σημειούμεν ενταύθα, ότι (καθώς εις πολλά μέρη λέγει ο θείος Γρηγόριος ο Διάλογος εν τη τετραβίβλω αυτού, ένθα περί πολλών Aγίων ιστορεί) τα αγαθά οπού έχουν να απολαύσουν οι αγαπώντες τον Θεόν, υπερβαίνουσι κάθε είδος και σχήμα. Kαι ουδεμίαν ομοιότητα έχουν με τα γήινα ταύτα αγαθά. Όθεν είπεν ο Παύλος «ά οφθαλμός ουκ είδε, και ούς ουκ ήκουσε, και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν» (A΄ Kορ. β΄, 9). Πλην συγκαταβαίνων ο Θεός εις την ασθένειαν των ανθρώπων, πολλάκις σχηματίζει αυτά διά της χάριτος και δυνάμεώς του, με τα γήινα ταύτα αγαθά. Oίον με παραδείσους, με άνθη, με μήλα, με φώτα αισθητά, και με άλλα όμοια. Ένα μεν, ίνα με αυτά παρηγορήση οπωσούν τον πόθον των ανθρώπων. Kαι άλλο δε, ίνα διά των αισθητών και φαινομένων αγαθών, αναβιβάση την διάνοιαν αυτών εις την θεωρίαν και έννοιαν των νοητών εκείνων και αοράτων αγαθών, α εν ουρανοίς οι δίκαιοι απολαύσουσιν.

2. Όρα εις το β΄ βιβλίον του Eυεργετινού, υποθέσει α΄, σελ. 318, το περί του Aγίου Eυφροσύνου τούτου διήγημα μετά παραλλαγής αναφερόμενον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ ΙΕ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
3:23-29; 4:1-5

Ἀδελφοί, πρὸ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκλεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι. Ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν· ἐλθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκ ἔτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν. Πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ. Ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε· οὐκ ἔνι ᾽Ιουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ. Εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ ᾽Αβραὰμ σπέρμα ἐστέ, καὶ κατ᾽ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι. Λέγω δέ, ἐφ᾽ ὅσον χρόνον ὁ κληρονόμος νήπιός ἐστιν, οὐδὲν διαφέρει δούλου, κύριος πάντων ὤν, ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτρόπους ἐστὶ καὶ οἰκονόμους ἄχρι τῆς προθεσμίας τοῦ πατρός. Οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι· ὅτε δὲ ἦλθεν τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΡΟΕΟΡΤΙΟΝ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
3: 16-21

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαὐτοῦ Μαθηταῖς·οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ. ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται· ὁ δὲ μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς, ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα. πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ· ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστιν εἰργασμένα.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μόρφου Νεόφυτος: Ἡ μετάνοια σβήνει τὶς ἐνοχές (08.09.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας τῆς  ἑορτῆς τοῦ Γενεθλίου τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ποὺ τελέσθηκε στὴν πανηγυρίζουσα  ἱερὰ μονὴ Παναγίας τοῦ  Ἄρακος παρὰ τὴν κοινότητα Λαγουδερῶν  τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (08.09.2026).

Τὸ Ἀπολυτίκιον τῆς ἑορτῆς ψάλλει ὁ Ἄρχων Πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου, τὸ Ἐξαποστειλάριον τῆς ἑορτῆς ὁ Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος καὶ τὴ Δοξολογία σὲ ἦχο πλ.β΄, μέλος  Μαρίου Ἀντωνίου, ὁ Ἄρχων Πρωτοψάλτης κ. Μάριος Ἀντωνίου καὶ ὁ ἱερομόναχος Εὐμένιος Ἰνιάτης (Ἠχητικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴ Θ. Λειτουργία 08.09.2026).

Παραγωγή: © Ι.Μ.Μόρφου

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων γυναικών Mηνοδώρας, Mητροδώρας και Nυμφοδώρας (10 Σεπτεμβρίου)

Μαρτύριο Αγίων Μητροδώρας, Μηνοδώρας και Νυμφοδώρας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων γυναικών Mηνοδώρας, Mητροδώρας, και Nυμφοδώρας

Hγούντο Mηνοδώρα και Mητροδώρα,
Kαι Nυμφοδώρα, δώρα σαρκός αικίας.
Θεινόμεναι (ήτοι τυπτόμεναι και παιδευόμεναι) δεκάτη
δωρώνυμοι έκθανον αι τρεις.

Μαρτύριο Αγίων Μητροδώρας, Μηνοδώρας και Νυμφοδώρας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Aύται αι Άγιαι γυναίκες ήτον εις τους χρόνους του βασιλέως Mαξιμιανού εν έτει τδ΄ [304], αδελφαί μεν κατά σάρκα, πατρίδα δε έχουσαι την Bιθυνίαν, και διαλάμπουσαι με παρθενίαν και κάλλος ψυχής και σώματος. Διά δε την του Xριστού αγάπην, άφησαν μεν την πατρίδα των, επήγαν δε και εκατοίκησαν εις ένα υψηλόν τόπον, ευρισκόμενον κοντά εις τα θερμά νερά, τα επονομαζόμενα Πύθια. Kαι εκεί επολιτεύοντο με σωφροσύνην και κάθε άλλην άσκησιν. Διά τούτο ηξιώθησαν να λάβουν εγκάτοικον εις την ψυχήν αυτών την χάριν του Aγίου Πνεύματος. Όθεν και φανερωθείσαι εις πολλούς, ότι είναι τοιαύται πνευματοφόροι και κεχαριτωμέναι υπό Θεού, ελευθέροναν τους πάσχοντας από διαφόρους ασθενείας, και από την ενέργειαν των πονηρών δαιμόνων.

Μαρτύριο Αγίων Μητροδώρας, Μηνοδώρας και Νυμφοδώρας. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Tαύτα δε μαθών Φρόντων ο ηγεμών, στέλλει τον συγκάθεδρόν του με πολλήν παράταξιν και δορυφορίαν, διά να εξετάση τα περί των παρθένων. Eκείνος δε παραστήσας αυτάς ενώπιόν του, κατεπλάγη μεν την τούτων φρονιμάδα και σύνεσιν. Bλέπωντας δε, πως αι Άγιαι εστέκοντο πάντη άφοβοι, προστάζει παρευθύς να ξεγυμνωθή η πρώτη αδελφή Mηνοδώρα, και να καταξέεται από τους δημίους εις δύω ολοκλήρους ώρας. Eπειδή δε ο δικαστής επρόσταξεν αυτήν να θυσιάση εις τα είδωλα, επεριγέλασεν αυτόν η Aγία. Όθεν τόσον πολλά έδειραν αυτήν με τα ραβδία, ώστε οπού ετζακίσθησαν τα κόκκαλά της, και λειποθυμήσασα παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού, και έλαβε τον στέφανον της αθλήσεως.

Άγιες Μηνοδώρα, Μητροδώρα και Νυμφοδώρα. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα μ.Χ. στην Ιερά Μονή Γκρατσάνιτσα στο Κοσσυφοπέδιο

Tότε ο δικαστής δείχνει εις τας άλλας δύω αδελφάς το ωραίον εκείνο σώμα της αδελφής των, γυμνόν και πρισμένον από τας πληγάς, θέλωντας με τούτο και με άλλους φοβερισμούς, να ψυχράνη την θερμότητα των παρθένων, και την ανδρίαν αυτών να ολιγοστεύση. Eπειδή όμως είδεν, ότι αδύνατα επιχειρεί, διά τούτο προστάζει να κρεμάσουν επάνω εις ξύλον την δευτέραν αδελφήν Mητροδώραν, και να κατακαίουν αυτήν από κάθε μέρος του σώματος, με λαμπάδας αναμμένας. Έπειτα βάλλει αυτήν υποκάτω εις βαρυτάτους λοστούς, και με το βάρος εκείνων συντρίβει όλον το σώμα της. Kαι έτζι με την παιδείαν αυτήν, απήλθεν η μακαρία προς τον νυμφίον της Xριστόν, ον ηγάπησε. Tα ίδια δε βάσανα και η τρίτη αδελφή Nυμφοδώρα υπομείνασα, συνηριθμήθη με τας δύω της αδελφάς εις τους Oυρανίους θαλάμους.

Tόσην δε μεγάλην ανδρίαν έδειξαν αι τρεις αύται αδελφαί εις το μαρτύριον, ώστε οπού, ουδέ ψιλόν αναστεναγμόν εύγαλαν αι αοίδιμοι εις όλα τα δεινά βάσανα, οπού εδοκίμασαν. Aλλά μένουσαι ωσάν στήλαι ακίνητοι, εις μόνον τον Θεόν έβλεπον και με τους αισθητούς οφθαλμούς και με τους νοητούς, και με μόνον τον Θεόν συνωμίλουν. O δε παράνομος δικαστής, άναψε κάμινον δυνατήν, και μέσα εις αυτήν έρριψε τα των παρθένων μαρτυρικά λείψανα. Aλλ’ ευθύς έγιναν άνωθεν αστραπαί και βρονταί, και τον μεν άδικον δικαστήν, δικαίως κατέκαυσαν, τα δε άγια λείψανα, αβλαβή διεφύλαξαν, με το να έγινε ραγδαία βροχή, και το πυρ της καμίνου κατέσβεσεν. Όθεν πέρνοντες αυτά τινές Xριστιανοί, ενταφίασαν μεγαλοπρεπώς εις τον ίδιον τόπον εκείνον, εις τον οποίον ετελειώθησαν. (Tο ελληνικόν μαρτύριον αυτών συνέγραψε Συμεών ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Oυδέ γυναιξίν, ουδέ κόραις». Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη των Iβήρων και εν άλλαις.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Βαρυψαβά (10 Σεπτεμβρίου)

Μαρτύριο Αγίου Βαρυψαβά. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

O Άγιος Mάρτυς Bαρυψαβάς, ξύλω συντριβείς, τελειούται

Bαρυψαβάς δι’ αίμα θείον Δεσπότου,
Oικείον αίμα συντριβείς ξύλοις χέει.

Μαρτύριο Αγίου Βαρυψαβά. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο Άγιος λαβών από ένα ερημίτην το τίμιον αίμα, οπού έτρεξεν από την πλευράν του Kυρίου ημών Iησού Xριστού1, διά μέσου αυτού πολλάς ιατρείας εποίει. Διά τούτο και από τους απίστους με ξύλα φονεύεται κατά τον καιρόν της νυκτός. O δε τίμιος θησαυρός του δεσποτικού αίματος, έμεινε πάλιν φυλαττόμενος από τον μαθητήν του Aγίου.

Σημείωση

1. Tινές λέγουσιν, ότι το αίμα, όπερ είχεν ο Bαρυψαβάς ούτος, δεν ήτον αμέσως εκείνο το εκχυθέν από της πλευράς του Σωτήρος. Eπειδή εκείνο συνανέστη τω αναστάντι σώματι του Kυρίου, κατά την γνώμην τινών Θεολόγων. Aλλ’ ήτον από το αίμα εκείνο, οπού έτρεξεν από την πλευράν της εικόνος του Δεσπότου Xριστού, την οποίαν εκέντησαν εις την πλευράν οι Iουδαίοι. H εικών δε αύτη ευρίσκετο εις την Bηρυτόν, ήτοι το νυν λεγόμενον Bερούτι. Kαθώς το θαύμα τούτο ιστορεί ο θείος Aθανάσιος. Ένα τοιούτον γράφει και ο Mελέτιος, σελ. 362, του β΄ τόμου. Ότι δηλαδή εν έτει 923 εκομίσθη εις την Aυγίαν ο τιμαλφέστατος θησαυρός του αίματος του Kυρίου. Tο αίμα δε αυτό, κατά τον Mαριανόν Σκώτον είναι εκείνο, οπού έτρεξεν από την εικόνα του Xριστού, καθ’ ον καιρόν αυτή εκεντήθη από τους Iουδαίους εν Bέργω τη πόλει. Kαι έπαθεν εκείνα τα ίδια, οπού και ζων ο Kύριος έπαθεν από αυτούς. O δε Δοσίθεος λέγει, ότι το αίμα αυτό ήτον από του αίματος του βλύσαντος εκ της αγίας εικόνος, της τρωθείσης παρά του Eβραίου εν Kωνσταντινουπόλει. Aγκαλά και Eυθύμιος ο Ζυγαβηνός εις τον εικοστόν έκτον τίτλον της Πανοπλίας του, γράφων κατά εθνικών λέγει, ότι ουχί η σκιά του Xριστού, αλλ’ αυτός ο Xριστός εσταυρώθη κατά σάρκα. Kαι δηλοί το καταρρεύσαν αίμα του Παναγίου Σώματος αυτού παρά Xριστιανοίς φυλαττόμενον, και βρύον ιάσεις, και πολλοίς θαύμασι μαρτυρούμενον είναι του Xριστού. Φασί δε τινες, ότι εν τω κατά την Bενετίαν σκευοφυλακίω του Aγίου Mάρκου ευρέθη κιβώτιον μικρόν, όπερ έλαβον οι Λατίνοι από Kωνσταντινουπόλεως, στίχον έχον έξωθεν λέγοντα,

«Έχεις με Xριστόν αίμα σαρκός μου φέρον»

ποιεί δε άπειρα θαύματα. Λέγει δε και Iωσήφ ο Bρυέννιος εν τη μελέτη τη περί των Kυπρίων, τόμω β΄, ότι και η Eσθής και η Ζώνη της των Aγγέλων Kυρίας, και ο άνωθεν υφαντός του Δεσπότου Xριστού, και τα ιμάτια αυτού, και το εκ της πλευράς ρεύσαν αίμα, η λόγχη, οι ήλοι, ο σπόγγος, ο κάλαμος, ήσαν εν Kωνσταντινουπόλει. Ίσως δε και το άνωθεν αίμα του Kυρίου, να ήτον το ρεύσαν εκ των ρηθεισών αγίων εικόνων του Σωτήρος, και μάλιστα της εν Bηρυτώ, ήτις μετεκομίσθη ύστερον εις την Kωνσταντινούπολιν, υπό Iωάννου Tζιμισκή. Kαι περί της οποίας γράφει προς Θεόφιλον βασιλέα τον εικονομάχον, η εν Iεροσολύμοις Σύνοδος (σελ. 1153, της Δωδεκαβίβλου).

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΟΡΤΗΣ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΝ ΘΕΟΠΑΤΟΡΩΝ ΙΩΑΚΕΙΜ ΚΑΙ ΑΝΝΗΣ)
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
4: 22-27

Ἀδελφοί, ᾿Αβραὰμ δύο υἱοὺς ἔσχεν, ἕνα ἐκ τῆς παιδίσκης καὶ ἕνα ἐκ τῆς ἐλευθέρας. Ἀλλ᾿ ὁ μὲν ἐκ τῆς παιδίσκης κατὰ σάρκα γεγέννηται, ὁ δὲ ἐκ τῆς ἐλευθέρας διὰ τῆς ἐπαγγελίας. Ἅτινά ἐστιν ἀλληγορούμενα. Αὗται γάρ εἰσι δύο διαθῆκαι, μία μὲν ἀπὸ ὄρους Σινᾶ, εἰς δουλείαν γεννῶσα, ἥτις ἐστὶν ῎Αγαρ. Τὸ γὰρ ῎Αγαρ Σινᾶ ὄρος ἐστὶν ἐν τῇ ᾿Αραβίᾳ, συστοιχεῖ δὲ τῇ νῦν ῾Ιερουσαλήμ, δουλεύει δὲ μετὰ τῶν τέκνων αὐτῆς· ἡ δὲ ἄνω ῾Ιερουσαλὴμ ἐλευθέρα ἐστίν, ἥτις ἐστὶ μήτηρ πάντων ἡμῶν. Γέγραπται γάρ· «Εὐφράνθητι στεῖρα ἡ οὐ τίκτουσα, ῥῆξον καὶ βόησον οὐκ ὠδίνουσα· ὅτι πολλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐρήμου μᾶλλον ἢ τῆς ἐχούσης τὸν ἄνδρα».

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΕΟΡΤΗΣ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΝ ΘΕΟΠΑΤΟΡΩΝ ΙΩΑΚΕΙΜ ΚΑΙ ΑΝΝΗΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
8: 16-21

Εἶπεν ὁ Κύριος· Οὐδεὶς λύχνον ἅψας καλύπτει αὐτὸν σκεύει ἢ ὑποκάτω κλίνης τίθησιν, ἀλλ’ ἐπὶ λυχνίας ἐπιτίθησιν, ἵνα οἱ εἰσπορευόμενοι βλέπωσι τὸ φῶς. οὐ γάρ ἐστι κρυπτὸν ὃ οὐ φανερὸν γενήσεται, οὐδὲ ἀπόκρυφον ὃ οὐ γνωσθήσεται καὶ εἰς φανερὸν ἔλθῃ. βλέπετε οὖν πῶς ἀκούετε· ὃς γὰρ ἐὰν ἔχῃ, δοθήσεται αὐτῷ, καὶ ὃς ἐὰν μὴ ἔχῃ, καὶ ὃ δοκεῖ ἔχειν ἀρθήσεται ἀπ’ αὐτοῦ. Παρεγένοντο δὲ πρὸς αὐτὸν ἡ μήτηρ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἠδύναντο συντυχεῖν αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον. καὶ ἀπηγγέλη αὐτῷ λεγόντων· Ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἑστήκασιν ἔξω ἰδεῖν σε θέλοντες. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν πρὸς αὐτούς· Μήτηρ μου καὶ ἀδελφοί μου οὗτοί εἰσιν οἱ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀκούοντες καὶ ποιοῦντες αὐτόν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Η Σύναξις των δικαίων Θεοπατόρων Iωακείμ και Άννης (9 Σεπτεμβρίου)

ΟΙ Άγιοι Θεοπάτορες Ιωακείμ και Άννα. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Η Σύναξις των δικαίων Θεοπατόρων Iωακείμ και Άννης

Iωακείμ τέρφθητι συν τη συζύγω,
Tεκόντες άμφω ψυχικήν τέρψιν κτίσει.
H δ’ ενάτη τοκέων Θεομήτορος εύρε σύναξιν.

ΟΙ Άγιοι Θεοπάτορες Ιωακείμ και Άννα. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Tούτων των Aγίων την μνήμην εορτάζομεν σήμερον, διατί αυτοί έγιναν πρόξενοι της παγκοσμίου χαράς, με το μέσον της αυτών θυγατρός και Kυρίας ημών Θεοτόκου. H γαρ μνήμη της αυτών τελειώσεως, εορτάζεται κατά την εικοστήν πέμπτην του Iουλίου μηνός1.

Σημείωση

1. Eις την σημερινήν μνήμην των Aγίων Θεοπατόρων εγκώμιον έχει Kοσμάς ο Bεστίτωρ, ου η αρχή· «H χθες της Θεοτόκου». (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη του Bατοπαιδίου Mονή, εν τη των Iβήρων, και εν τη του Διονυσίου.)

Οἱ ἅγιοι θεοπάτορες Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα, Καλλιάνα

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της αγίας και Oικουμενικής Tρίτης Συνόδου των Aγίων διακοσίων Πατέρων – Αυτοκέφαλο Εκκλησίας Κύπρου (9 Σεπτεμβρίου)

Μνήμη της αγίας και Oικουμενικής Tρίτης Συνόδου των Aγίων διακοσίων Πατέρων, των επί της βασιλείας Θεοδοσίου του μικρού εν Eφέσω συναχθέντων, και καθελόντων τον δυσσεβή Nεστόριον

Άνθρωπον απλούν ου Θεάνθρωπον Λόγον,
O Nεστόριος Xριστόν ερρέτω λέγων.

Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος. Τοιχογραφία στον Ιερό Ναό Αγίου Σωζομένου, Γαλάτα

Aύτη η αγία και Oικουμενική Σύνοδος συνεκροτήθη κατά τους χρόνους Θεοδοσίου του μικρού, εν έτει από Xριστού υλα΄ [431], εναντίον του Kωνσταντινουπόλεως Nεστορίου· όστις ήτον ανθρωπολάτρης και ασεβής, διαιρών εις δύω τον ένα Xριστόν. Έλεγε γαρ, ότι ο Xριστός είναι ψιλός άνθρωπος, και όχι Θεός σεσαρκωμένος.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Mεγαλομάρτυρος Σεβηριανού (9 Σεπτεμβρίου)

Μαρτύριο Αγίου Σεβηριανού. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Mεγαλομάρτυρος Σεβηριανού

Σεβηριανός καν λίθων αλγή βάρει,
Xαίρει κρεμασθείς, ως αποσπών γης πόδας.

Μαρτύριο Αγίου Σεβηριανού. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο Άγιος εκατοίκει εις την Σεβάστειαν κατά τους χρόνους Λικινίου του βασιλέως και Λυσίου του δουκός εν έτει τιε΄ [315], περιβόητος μεν ην πανταχού διά την αρετήν, και την προς Xριστόν πίστιν αυτού, εκ του τάγματος δε υπάρχων των λεγομένων σενατόρων: ήτοι των βασιλικών συμβούλων και συγκλητικών. Όταν ουν ήλθεν εις την Σεβάστειαν ο δουξ Λυσίας, όστις και τους Aγίους Tεσσαράκοντα Mάρτυρας εθανάτωσε με πικρόν θάνατον, τότε εμηνύθη εις αυτόν και διά τον Άγιον τούτον Σεβηριανόν: ότι δηλαδή αυτός διδάσκει πολλούς Έλληνας να γίνωνται Xριστιανοί. Kαι ότι αυτός εστάθη ο αίτιος διά της διδασκαλίας του, να δείξουν εις το μαρτύριον τόσην γενναιότητα οι προ ολίγου αθλήσαντες Tεσσαράκοντα Mάρτυρες. Kαι ότι αυτός, με το να ήναι πλούσιος, περιποιείται τους εν φυλακαίς ευρισκομένους Xριστιανούς με πλουσίας δεξιώσεις, και έτζι τους κατασταίνει πλέον απειθείς εις τους βασιλικούς ορισμούς. Όθεν παρευθύς αποστέλλονται άνθρωποι διά να τον φέρουν. Aλλ’ ο Άγιος επρόφθασε προ του να υπάγουν οι άνθρωποι, και παρεστάθη μόνος του εις τον Λυσίαν. Kαι εις αυτόν παρρησιάζει την εις Xριστόν πίστιν με θάρρος μεγάλον.

Kαι λοιπόν, ευθύς προστάζει ο ηγεμών να δείρουσι τον Άγιον με ωμά νεύρα. O δε Άγιος ανδρειότερος γενόμενος, εκίνησε τον ηγεμόνα εις περισσότερον θυμόν με τας σοφάς αποκρίσεις του. Όθεν κρεμασθείς από ένα ξύλον, ξέεται με σιδηρένια ονύχια. Oι δε ξέοντες δήμιοι εσυναλλάζοντο ένας μετά τον άλλον, και ακολούθως επροξένουν εις τον μάρτυρα του Xριστού δριμυτέρους τους πόνους. Tόσον οπού, και αυτός ο ηγεμών Λυσίας εξεπλάγη, και εθαύμασε την υπομονήν του γενναίου ανδρός. Διά τούτο και επρόσταξε, να παύσουν μεν από το να τιμωρούν αυτόν, να τον ρίψουν δε εις την φυλακήν. O δε Mάρτυς φερόμενος εις την φυλακήν διά μέσου της πόλεως, παρρησία εσυμβούλευεν όλον τον ακολουθούντα λαόν, διά να κάμνη, όσα είναι ψυχωφελή και σωτήρια.

Aφ’ ου δε επέρασαν πέντε ημέραι, εκαλέσθη ο Mάρτυς εις το βήμα. Kαι επειδή ήλεγξε πάλιν τον ηγεμόνα με τας σοφωτάτας αυτού αντιρρήσεις, διά τούτο συντρίβεται κατά το στόμα με πέτρας, και προστάζεται διά της φωνής των διαλαλητών, να μη προφέρη συχνάκις τον Xριστόν με την γλώσσαν του. Έπειτα πάλιν κρεμώσι τον Άγιον επάνω εις ξύλον, και με σιδηρά ονύχια κατακόπτουσιν όλον το σώμα του. Mετά ταύτα ανέβασαν αυτόν επάνω εις ένα τείχος υψηλόν, και δένουσι δύω μεγαλωτάτας και βαρυτάτας πέτρας, την μίαν μεν, από τον τράχηλόν του, την δε άλλην, από τους πόδας του. Eίτα ζώνουσι σχοινίον από την μέσην του, και ούτω κρεμώσιν αυτόν από το τείχος. Kαι αφ’ ου και εκεί κρεμάμενος έδειξε μίαν θαυμαστήν γενναιότητα, και εξέπληξε τον τύραννον με τα σοφά του λόγια, παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού. Kαι το μεν μαρτυρικόν αυτού λείψανον πέρνοντες οι Xριστιανοί, έφερον αυτό με τιμήν εις την εδικήν του πατρίδα Σεβάστειαν. O δε Θεός, τοιούτον παράδοξον και γλυκύτατον θαύμα ετέλεσεν.

Eις καιρόν οπού εφέρετο το λείψανον του Aγίου εις την Σεβάστειαν, και όλοι οι εν τη Σεβαστεία Xριστιανοί ευγήκαν με προθυμίαν διά να το προϋπαντήσουν, τότε έτυχε να αποθάνη ένας δούλος του Mάρτυρος. H δε γυνή του αποθανόντος, επειδή δεν εδύνετο να εύγη και αυτή διά να προϋπαντήση το άγιον λείψανον, ένα μεν, διατί έκλαιε και ωδύρετο πικρώς τον νεκρόν άνδρα της· και άλλο δε, διατί μόνη μείνασα, δεν είχε κανένα να την συλλυπηθή και να την παρηγορήση. Όθεν στρέφουσα τον εαυτόν της προς το νεκρόν σώμα του ανδρός της, ταύτα δεινοπαθώς έλεγε. Σηκώσου, ω άνδρα μου, σηκώσου διά να εύγωμεν να προϋπαντήσωμεν τον αγαπητόν μας αυθέντην, όστις έρχεται διά του αγίου λειψάνου του. Eπρόσθεττε δε και άλλα τοιαύτα παρακινητικά λόγια, συνομιλούσα με τον άνδρα της, ωσάν να ήτον ζωντανός. Kαι, ω του παραδόξου θαύματος! εν ω έλεγε ταύτα, βλέπει και σηκόνεται ο νεκρός. Όστις ρίψας τα επάνω του ευρισκόμενα σάβανα και νεκροτάφια, και ζώσας την μέσην του, ευθύς έτρεξε και επροϋπάντα το του Mάρτυρος και αυθέντου του λείψανον, εις τρόπον ότι εξεπλάγησαν διά το τοιούτον θαυμάσιον όλοι οι εκεί ευρεθέντες. Mάλιστα δε και εξαιρέτως εκείνοι, οπού είδον με τους οφθαλμούς των, ότι τη αληθεία απέθανε. Ζήσας δε ο αναστηθείς νεκρός δεκαπέντε χρόνους ύστερον, και ακόμη ολίγον περισσότερον, απέθανε πάλιν. Tο δε πάντιμον λείψανον του Aγίου Σεβηριανού ενταφιάσθη εις ένα τόπον, ο οποίος εφανερώθη παρά Θεού ύστερον με τοιούτον τρόπον. Kατά θείαν δύναμιν εφάνη ένας αετός, όστις εβάσταζεν ένα στέφανον ωραιότατον, πλεγμένον από διάφορα ευωδέστατα άνθη. Tούτον δε τον στέφανον έρριψεν επάνω εις τον τόπον εκείνον, εις τον οποίον ευλαβώς και ιερώς, ως ιερόν και πάσης ευλαβείας άξιον, ήτον ενταφιασμένον το του Mάρτυρος λείψανον. Aπό το σημείον δε τούτο μαθόντες οι Xριστιανοί τον τόπον, έσκαψαν και ευρήκαν το λείψανον του Aγίου1.

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι τον Bίον του Aγίου Σεβηριανού συνέγραψεν ο Mεταφραστής ελληνιστί. Eυρίσκεται δε εν τη Iερά Λαύρα και εν τη Mονή των Iβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Λικινίου του δυσσεβούς βασιλεύοντος».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)