Αφιέρωμα στον Όσιο και Θεοφόρο πατέρα ημών Ευμένιο τον Νέο (μνήμη 23 Μαΐου)

Απολυτίκιον Αγίου:

 

Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου: Ὁ ὅσιος Γέροντας Εὐμένιος Σαριδάκης (1931 – 1999)

Τὸν μακαριστὸ ἅγιο Γέροντα Εὐμένιο,  ὅπως καὶ πολλοὺς ἄλλους συγχρόνους ἁγίους Γέροντες καὶ Γερόντισσες, τὸν γνώρισα  στὰ φοιτητικά μου χρόνια ἀπὸ τὸν ἀδελφικό  μου φίλο, μακαριστὸ πλέον καὶ οὐρανοπολίτη  σήμερα, κυρὸ Γεράσιμο Φωκᾶ, Μητροπολίτη  Κεφαλληνίας, ποὺ ἔζησε τὴν ἀρχιερωσύνη  μόνο γιὰ 22 ἡμέρες. Μάλιστα, θυμᾶμαι τὸν  Γεράσιμο ποὺ ἔλεγε ὅτι ἡ Ἀθήνα ἔχει τὸ  δικό της Ἅγιοv Ὄρος, καὶ παραξενευόμουν καὶ ἔλεγα· «Μὰ ὑπάρχει τέτοιος τόπος μέσα  στὴν Ἀθήνα, ποὺ εἶναι Ἅγιον Ὄρος; Τί λέει  τώρα αὐτὸς ὁ Κεφαλλονίτης»; Κι ὄντως,  ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ εἶδα τὸν Γέροντα  Εὐμένιο, αἰσθάνθηκα αὐτὸ ποὺ μᾶς ἔλεγε ὁ μακαριστὸς Γεράσιμος, καθότι αὐτὸς ὁ  ἱερέας δὲν ἦταν ἕνας συνηθισμένος παπᾶς, ἀλλὰ ἕνας ἄνθρωπος γεμᾶτος Θεία Χάρη!

Συνέχεια…

Αφιέρωμα στον Άγιο Γέροντα Ευμένιο Σαριδάκη:

Ὁ Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος ὁμιλεῖ γιὰ τὸν βίο καὶ τὴν ἁγιότητα του Ὁσίου Γέροντος Εὐμενίου τοῦ Νέου (23.05.2022)

Πνευματική ὁμιλία ἀπό τὸν Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ.Νεόφυτου μὲ θέμα τὸν Βίο καὶ τὴν Ἁγιότητα τοῦ Ὁσίου Γέροντος Εὐμενίου Σαριδάκη τοῦ Νέου (1930-1999).

Βίος και Ασματική Ακολουθία του Οσίου και Θεοφόρου πατρός ημών Ευμενίου του Νέου ψαλλομένη τη 23η Μαΐου

Η Ακολουθία συμπεριλαμβάνει Παρακλητικό Κανόνα και Χαιρετισμούς προς τον Άγιο Ευμένιο. Σημείωση: Λόγω του μεγάλου μεγέθους του αρχείου (pdf) της ακολουθίας, ενδέχεται να υπάρχει ορισμένη καθυστέρηση για το άνοιγμα και την αποθήκευσή του.
 
 
Για αποθήκευση ή εκτύπωση της ακολουθίας πατήστε εδώ.

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών και Oμολογητού Mιχαήλ Eπισκόπου Συννάδων (23 Μαΐου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών και Oμολογητού Mιχαήλ Eπισκόπου Συννάδων

Tω κυματώδει μικρόν εμπρέψας βίω,
Λύη Mιχαήλ οία κούφη πομφόλυξ.
Eικάδι δε τριτάτη Mιχαήλ αναδέδραμεν εκ γης.

Άγιος Μιχαήλ ο Ομολογητής Επίσκοπος Συννάδων

Oύτος ο αγγελώνυμος Mιχαήλ ήτον κατά τους χρόνους Λέοντος του Aρμενίου, εν έτει ωιδ΄ [814]. Aφιερωθείς δε ακόμη από τας μητρικάς του αγκάλας εις τον Θεόν, και καθαρίσας τον εαυτόν του διά βίου τελείου, έγινεν Iερεύς και Aρχιερεύς του Θεού του Yψίστου, από τον οποίον δυναμούμενος, ηφάνισε την βλάσφημον αίρεσιν των εικονομάχων, και έφραξε τα άθεα αυτών στόματα, τα ανοιγόμενα εναντίον της θείας εικόνος του Xριστού. Όθεν Λέων ο θηριώνυμος, δεν υπέφερε το ρεύμα της ιεράς γλώσσης του Aγίου. Παρεστάθη γαρ έμπροσθεν του βήματος αυτού ο μακάριος ούτος, και ούτε από τους φοβερισμούς του εδειλίασεν, ούτε από τας κολακείας του εμαλακώθη, αλλά με ελευθέραν και ανδρείαν φωνήν εξεβόησε, λέγων, «Tην άχραντον εικόνα ευσεβώς σέβομαι και προσκυνώ του Kυρίου και Θεού και σωτήρος ημών Iησού Xριστού, και της θείας αυτού Mητρός. Tο δε εδικόν σου δόγμα και τον ορισμόν, πτύω και ως ουδέν λογίζομαι».

Tαύτα ακούσας ο βασιλεύς, όλος εγέμισεν από εντροπήν. Όθεν και ανάψας υπό του θυμού, εκαταδίκασε τον Άγιον εις μακράν εξορίαν. O οποίος και εν τη εξορία ευρισκόμενος, και πολλάς ταλαιπωρίας πάσχων, εφύλαξε το κατ’ εικόνα καθαρόν και αμόλυντον. Διά τούτο και η γλώσσα του εδείχθη αληθώς κάλαμος του Aγίου Πνεύματος, μελετώσα την του Θεού Λόγου ένσαρκον Oικονομίαν. Kαι επειδή εδιώκετο από τόπον εις τόπον, και υπέμεινε θλίψεις πολλάς και στενοχωρίας, τούτου χάριν δικαίως κατήντησεν ο μακάριος εις το ευρύχωρον πλάτος του Παραδείσου. Kαλώς λοιπόν τον δρόμον της ζωής του τελειώσας, με διπλούς εκοσμήθη στεφάνους, και ούτω διά της ομολογίας προσετέθη ο Aρχιερεύς εις τους Aρχιερείς, και ο Mάρτυς εις τους Mάρτυρας1.

Σημείωση

1. Tα Σύνναδα ήτον πόλις ένδοξος της μείζονος Φρυγίας, και μάλιστα διά τα θαυμαστά μάρμαρα οπού είχε, τιμημένη με θρόνον Mητροπολίτου, δώδεκα Eπισκόπους έχοντος, τώρα δε είναι ερείπιον, και όρα τον Mελέτιον σελ. 456, της Γεωγραφίας.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 22 Μαΐου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
19: 1-8

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο ἐν τῷ τὸν ᾿Απολλὼ εἶναι ἐν Κορίνθῳ Παῦλον διελθόντα τὰ ἀνωτερικὰ μέρη ἐλθεῖν εἰς ῎Εφεσον· καὶ εὑρὼν μαθητάς τινας εἶπε πρὸς αὐτούς· εἰ Πνεῦμα ῞Αγιον ἐλάβετε πιστεύσαντες; οἱ δὲ εἶπον πρὸς αὐτόν· ἀλλ᾿ οὐδὲ εἰ Πνεῦμα ῞Αγιόν ἐστιν ἠκούσαμεν. Εἶπέ τε πρὸς αὐτούς· εἰς τί οὖν ἐβαπτίσθητε; οἱ δὲ εἶπον· εἰς τὸ ᾿Ιωάννου βάπτισμα. Εἶπε δὲ Παῦλος· ᾿Ιωάννης μὲν ἐβάπτισε βάπτισμα μετανοίας, τῷ λαῷ λέγων εἰς τὸν ἐρχόμενον μετ᾿ αὐτὸν ἵνα πιστεύσωσι, τοῦτ᾿ ἔστιν εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν Χριστόν. Ἀκούσαντες δὲ ἐβαπτίσθησαν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ. Καὶ ἐπιθέντος αὐτοῖς τοῦ Παύλου τὰς χεῖρας ἦλθε τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ἐπ᾿ αὐτούς, ἐλάλουν τε γλώσσαις καὶ προεφήτευον. Ἦσαν δὲ οἱ πάντες ἄνδρες ὡσεὶ δεκαδύο. Εἰσελθὼν δὲ εἰς τὴν συναγωγὴν ἐπαρρησιάζετο ἐπὶ μῆνας τρεῖς διαλεγόμενος, καὶ πείθων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
14: 1-11

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαὐτοῦ Μαθηταῖς· Μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία· πιστεύετε εἰς τὸν Θεόν, καὶ εἰς ἐμὲ πιστεύετε. ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναὶ πολλαί εἰσιν· εἰ δὲ μή, εἶπον ἂν ὑμῖν. πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν· καὶ ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἐμαυτόν, ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ, καὶ ὑμεῖς ἦτε. καὶ ὅπου ἐγὼ ὑπάγω οἴδατε, καὶ τὴν ὁδόν οἴδατε. Λέγει αὐτῷ Θωμᾶς· Κύριε, οὐκ οἴδαμεν ποῦ ὑπάγεις· καὶ πῶς δυνάμεθα τὴν ὁδὸν εἰδέναι; λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι’ ἐμοῦ. εἰ ἐγνώκειτέ με, καὶ τὸν πατέρα μου ἐγνώκειτε ἄν· καὶ ἀπ’ ἄρτι γινώσκετε αὐτὸν καὶ ἑωράκατε αὐτόν. Λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Κύριε, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Τοσοῦτον χρόνον μεθ’ ὑμῶν εἰμι, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα· καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα; οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; τὰ ῥήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα. πιστεύετέ μοι ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστιν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

π. Φώτιος Ιωακείμ: Η Αγία γερόντισσα της Κρήτης, μακαριστή μοναχή Γαλακτία

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: Περὶ τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ

Η Ανάληψις του Κυρίου

Η Ανάληψις του Κυρίου

Βλέπετε αὐτὴ τὴ κοινὴ γιὰ μᾶς ἑορτὴ καὶ εὐφροσύνη, τὴν ὁποία ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἐχάρισε μὲ τὴν ἀνάσταση καὶ ἀνάληψή του στοὺς πιστούς; Ἐπήγασε ἀπὸ θλίψη.

Βλέπετε αὐτὴ τὴ ζωή, μᾶλλον δὲ τὴν ἀθανασία; Ἐπιφάνηκε σὲ μᾶς ἀπὸ θάνατο.

Βλέπετε τὸ οὐράνιο ὕψος, στὸ ὁποῖο ἀνέβηκε κατὰ τὴν ἀνύψωσή του ὁ Κύριος καὶ τὴν ὑπερδεδοξασμένη δόξα ποὺ δοξάσθηκε κατὰ σάρκα; Τὸ πέτυχε μὲ τὴ ταπείνωση καὶ τὴν ἀδοξία. Ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος γι’ αὐτόν, «ἐταπείνωσε τὸν ἑαυτὸ του γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα σταυρικοῦ θανάτου, γι’ αὐτὸ κι’ ὁ Θεὸς τὸν ὑπερύψωσε καὶ τοῦ χάρισε ὄνομα ἀνώτερο ἀπὸ κάθε ὄνομα, ὥστε στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ νὰ καμφθεῖ κάθε γόνατο ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων καὶ νὰ διακηρύξει κάθε γλώσσα ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος σὲ δόξα Θεοῦ Πατρός».(Φιλιπ. 2: 8-11).

Ἐὰν λοιπὸν ὁ Θεὸς ὑπερύψωσε τὸ Χριστό του γιὰ τὸ λόγο ὅτι ταπεινώθηκε, ὅτι ἀτιμάσθηκε, ὅτι πειράσθηκε, ὅτι ὑπέμεινε ἐπονείδιστο σταυρὸ καὶ θάνατο γιὰ χάρη μας, πῶς θὰ σώσει καὶ θὰ δοξάσει καὶ θὰ ἀνυψώσει ἐμᾶς, ἂν δὲν ἐπιλέξωμε τὴ ταπείνωση, ἂν δὲν δείξουμε τὴ πρὸς τοὺς ὁμοφύλους ἀγάπη, ἂν δὲν ἀνακτήσωμε τὶς ψυχές μας διὰ τῆς ὑπομονῆς τῶν πειρασμῶν, ἂν δὲν ἀκολουθοῦμε διὰ τῆς στενῆς πύλης καὶ ὁδοῦ, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωή, τὸν σωτηρίως καθοδηγήσαντα σ’ αὐτήν; «διότι, καὶ ὁ Χριστὸς ἔπαθε γιά μᾶς, ἀφήνοντάς μας ὑπογραμμὸ (παράδειγμα), γιὰ νὰ παρακολουθήσουμε τὰ ἴχνη του». (Α’ Πέτρ. 2:21).

Ἡ ἐνυπόστατος Σοφία τοῦ ὑψίστου Πατρός, ὁ προαιώνιος Λόγος, ποὺ ἀπὸ φιλανθρωπία ἑνώθηκε μ’ ἐμᾶς καὶ μᾶς συναναστράφηκε, ἀνέδειξε τώρα ἐμπράκτως μία ἑορτὴ πολὺ ἀνώτερη καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑπεροχή. Γιατί τώρα γιορτάζουμε τὴ διάβαση, τῆς σ’ αὐτὸν εὑρισκομένης φύσεώς μας, ὄχι ἀπὸ τὰ ὑπόγεια πρὸς τὴν ἐπιφάνεια τῆς γῆς, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ γῆ πρὸς τὸν οὐρανὸ τοῦ οὐρανοῦ καὶ πρὸς τὸν πέρα ἀπὸ αὐτὸν θρόνο τοῦ δεσπότη τῶν πάντων.

Σήμερα ὁ Κύριος ὄχι μόνο στάθηκε, ὅπως μετὰ τὴν ἀνάσταση, στὸ μέσο τῶν μαθητῶν του, ἀλλὰ καὶ ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ αὐτοὺς καί, ἐνῶ τὸν ἔβλεπαν, ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ εἰσῆλθε στ’ ἀληθινὰ ἅγια τῶν ἁγίων «καὶ ἐκάθησε στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρὸς πάνω ἀπὸ κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία καὶ ἀπὸ κάθε ὄνομα καὶ ἀξίωμα, ποὺ γνωρίζεται καὶ ὀνομάζεται εἴτε στὸν παρόντα εἴτε στὸν μέλλοντα αἰώνα».(Ἔφ. 1:20)

Γιατί λοιπὸν στάθηκε στὸ μέσο τους κι’ ἔπειτα τοὺς συνόδευσε; «Τοὺς ἐξήγαγε, λέγει, ἔξω ἕως τὴ Βηθανία», ἀλλὰ «καὶ ἀφοῦ σήκωσε τὰ χέρια του, τοὺς εὐλόγησε». (Λουκᾶ 24:50). Τὸ ἔκαμε γιὰ νὰ ἐπιδείξει τὸν ἑαυτὸ του ὁλόκληρο σῶο καὶ ἀβλαβῆ, γιὰ νὰ παρουσιάσει τὰ πόδια ὑγιῆ καὶ βαδίζοντα σταθερά, αὐτὰ ποὺ ὑπέστησαν τὰ τρυπήματα τῶν καρφιῶν, τὰ ὁμοίως ἐπὶ τοῦ σταυροῦ καρφωμένα χέρια, τὴν ἴδια τὴ λογχισμένη πλευρά, ἂν ἔφεραν πάνω τους, τοὺς τύπους τῶν πληγῶν, πρὸς διαπίστωση τοῦ σωτηριώδους πάθους.

Ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι διὰ τοῦ «στάθηκε στὸ μέσο τῶν μαθητῶν» δεικνύεται καὶ τὸ ὅτι αὐτοὶ στηρίχθηκαν στὴ πίστη πρὸς αὐτόν, μὲ αὐτὴ τὴ φανέρωση καὶ εὐλογία του. Γιατί δὲν στάθηκε μόνο στὸ μέσο ὅλων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ στὸ μέσο τῆς καρδιᾶς τοῦ καθενός, γιατί ἀπὸ ἐκείνη τὴν ὥρα οἱ ἀπόστολοι τοῦ Κυρίου ἔγιναν σταθεροὶ καὶ ἀμετακίνητοι.

Στάθηκε λοιπὸν στὸ μέσο τους καὶ τοὺς λέγει, «εἰρήνη σὲ σᾶς», τούτη τὴ γλυκιὰ καὶ σημαντικὴ καὶ συνηθισμένη του προσφώνηση. Τὴν διπλὴ εἰρήνη, πρὸς τὸ Θεὸ ποὺ εἶναι γέννημα τῆς εὐσέβειας καὶ αὐτὴ ποὺ ἔχουμε οἱ ἄνθρωποι μεταξύ μας. Καὶ καθὼς τοὺς εἶδε φοβισμένους καὶ ταραγμένους ἀπὸ τὴν ἀνέλπιστη καὶ παράδοξη θέα, γιατί νόμισαν ὅτι βλέπουν πνεῦμα – φάντασμα, αὐτὸς τοὺς ἀνέφερε πάλι τοὺς διαλογισμοὺς τῆς καρδιᾶς των, καὶ ἀφοῦ ἔδειξε ὅτι εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος, πρότεινε τὴ διαβεβαίωση διὰ τῆς ἐξετάσεως καὶ ψηλαφήσεως. Ζήτησε φαγώσιμο, ὄχι γιατί εἶχε ἀνάγκη τροφῆς, ἀλλὰ γιὰ ἐπιβεβαίωση τῆς ἀναστάσεώς του.

Ἔφαγε δὲ μέρος ψητοῦ ψαριοῦ καὶ μέλι ἀπὸ κηρύθρα, ποὺ εἶναι καὶ αὐτὰ σύμβολα τοῦ μυστηρίου του. Δηλαδὴ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἕνωσε στὸν ἑαυτὸ του καθ’ ὑπόσταση τὴ φύση μας, ποὺ σὰν ἰχθὺς κολυμποῦσε στὴν ὑγρότητα τοῦ ἡδονικοῦ καὶ ἐμπαθοῦς βίου, καὶ τὴν καθάρισε μὲ τὸ ἀπρόσιτο πῦρ τῆς Θεότητός του. Μὲ κηρύθρα δὲ μελισσιοῦ μοιάζει ἡ φύση μας γιατί κατέχει τὸ λογικὸ θησαυρὸ τοποθετημένο στὸ σῶμα σὰν μέλι στὴ κηρύθρα. Τρώγει ἀπὸ αὐτὰ εὐχαρίστως γιατί καθιστᾶ φαγητὸ του τὴ σωτηρία τοῦ καθενὸς ἀπὸ τοὺς μετέχοντας τῆς φύσεως. Δὲν τρώει ὁλόκληρο, ἀλλὰ μέρος «ἀπὸ κηρύθρα μέλι» ἐπειδὴ δὲν πίστευσαν ὅλοι καὶ δὲν τὸ παίρνει μόνος του, ἀλλὰ προσφέρεται ἀπὸ τοὺς μαθητές, γιατί τοῦ φέρνουν μόνο τοὺς πιστεύοντες σ’ αὐτόν, χωρίζοντάς τους ἀπὸ τοὺς ἀπίστους.

Κατόπιν τοὺς ὑπενθύμισε τοὺς λόγους του πρὶν τὸ πάθος, ποὺ ὅλοι πραγματοποιήθηκαν. Τοὺς ὑποσχέθηκε νὰ τοὺς στείλει τὸ ἅγιο Πνεῦμα, τοὺς εἶπε νὰ καθίσουν στὴν Ἱερουσαλὴμ μέχρι νὰ λάβουν δύναμη ἀπὸ ψηλά. Μετὰ τὴ συζήτηση ὁ Κύριος τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ τοὺς ὁδήγησε ἕως τὴ Βηθανία καὶ ἀφοῦ τοὺς εὐλόγησε, ὅπως ἀναφέραμε, ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ἀνυψώθηκε πρὸς τὸν οὐρανό, χρησιμοποιώντας νεφέλη σὰν ὄχημα καὶ ἀνῆλθε ἐνδόξως στοὺς οὐρανούς, στὰ δεξιὰ τῆς μεγαλοσύνης τοῦ Πατρός, καθιστώντας ὁμόθρονο τὸ φύραμά μας.

Καθὼς οἱ Ἀπόστολοι δὲν σταματοῦσαν νὰ κοιτάζουν τὸν οὐρανό, μὲ τὴ φροντίδα τῶν ἀγγέλων πληροφοροῦνται ὅτι ἔτσι θὰ ἔλθει πάλι ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ «θὰ τὸν ἰδοῦν ὅλες οἱ φυλὲς τῆς γῆς, νὰ ἔρχεται πάνω στὶς νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ». (Ματθ. 24: 30). Τότε οἱ μαθητὲς ἀφοῦ προσκύνησαν ἀπὸ τὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ἀπὸ ὅπου ἀναλήφθηκε ὁ Κύριος, ἐπέστρεψαν στὴν Ἱερουσαλὴμ χαρούμενοι, αἰνώντας καὶ εὐλογώντας τὸ Θεὸ καὶ ἀναμένοντες τὴν ἐπιδημία τοῦ θείου Πνεύματος.

Ὅπως λοιπὸν ἐκεῖνος ἔζησε καὶ ἀπεβίωσε, ἀναστήθηκε καὶ ἀναλήφθηκε, ἔτσι κι’ ἐμεῖς ζοῦμε καὶ πεθαίνουμε καὶ θὰ ἀναστηθοῦμε ὅλοι. Τὴν ἀνάληψη ὅμως δὲν θὰ πετύχουμε ὅλοι, ἀλλὰ μόνο ἐκεῖνοι γιὰ τοὺς ὁποίους ζωὴ εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ὁ θάνατος εἶναι κέρδος, ὅσοι πρὸ τοῦ θανάτου σταύρωσαν τὴν ἁμαρτία διὰ τῆς μετανοίας, μόνο αὐτοὶ θὰ ἀναληφθοῦν μετὰ τὴν κοινὴ ἀνάσταση σὲ νεφέλες πρὸς συνάντηση τοῦ Κυρίου στὸν ἀέρα. (Α’ Θεσ. 4:17).

Ἂς ἔρθουμε στὸ ὑπερῶο μας, στὸ νοῦ μας προσευχόμενοι, ἂς καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας γιὰ νὰ πετύχουμε τὴν ἐπιδημία τοῦ Παρακλήτου καὶ νὰ προσκυνήσουμε Πατέρα καὶ Υἱὸ καὶ Ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο».

Πηγή: https://www.imaik.gr/?p=3360#more-3360

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Bασιλίσκου ανεψιού του Aγίου Θεοδώρου του Tήρωνος (22 Μαΐου)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Bασιλίσκου ανεψιού του Aγίου Θεοδώρου του Tήρωνος

O Bασιλίσκος εκτομή δους την κάραν,
Πατεί νοητού βασιλίσκου την κάραν.
Eικάδι δευτερίη Bασιλίσκος φάσγανον έτλη.

Μαρτύριο Αγίου Βασιλίσκου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Kατά τους χρόνους του βασιλέως Mαξιμιανού εν έτει σϟε΄ [295], απεστάλθη εις την Aνατολήν κατά των Xριστιανών ηγεμών ο Aγρίππας, αντί του προτέρου ηγεμόνος Aσκληπιοδότου, ο οποίος φθάσας εις τα Kόμανα της Kαππαδοκίας, εξέταζε και ετιμώρει τους Xριστιανούς. Tότε ήτον και ο Άγιος ούτος Bασιλίσκος, καταγόμενος από ένα χωρίον της εν τη Mαύρη Θαλάσση Aμασείας, Xουμιαλά ονομαζόμενον, ανεψιός του Aγίου Θεοδώρου του Tήρωνος. Eμβήκε δε πρότερον εις το μαρτύριον και αγωνίσθη μαζί με τον Eυτρόπιον και Kλεόνικον τους συστρατιώτας του θείου του Aγίου Θεοδώρου. Kαι επειδή εκείνοι μεν ετελείωσαν εις το μαρτύριον, ο δε Bασιλίσκος έμεινε κλεισμένος εις την φυλακήν, διά τούτο είχε και αυτός επιθυμίαν να τελειώση τον δρόμον του μαρτυρίου. Όθεν ηξιώθη της επιφανείας του Θεού, όστις επρόσταξεν αυτόν να υπάγη να αποχαιρετίση τους εδικούς του, και έπειτα να υπάγη εις τα Kόμανα της Kαππαδοκίας ίνα μαρτυρήση εκεί. Eλευθερωθείς λοιπόν ο Άγιος από την φυλακήν υπό των στρατιωτών, επήγε μαζί με αυτούς εις τον οίκον του. Όθεν αφ’ ου απεχαιρέτισε τους συγγενείς του, και εκατήχησεν αυτούς με τους λόγους της ευσεβείας, έμεινεν εκεί μαζί με αυτούς. Eπειδή δε εζητήθη ο Άγιος εις την φυλακήν και δεν ευρέθη, εθυμώθη διά τούτο ο ηγεμών. Όθεν επρόσταξεν, ότι όπου εύρουν αυτόν, να τον δέσουν με δύω αλυσίδας και να βάλουν υποδήματα σιδηρά εις τους πόδας του, τα οποία να έχουν καρφία, και έτζι με πολλήν βίαν να τον φέρουν εις το κριτήριον.

Oι απεσταλμένοι λοιπόν ευρόντες τον Άγιον, με βίαν ετράβιζον αυτόν, τα δε καρφία των υποδημάτων τόσον βαθέως εμπήχθησαν μέσα εις τα κόκκαλα των ποδών του, ώστε οπού όλη η εκείσε γη εκοκκίνησεν από το αίμα. Φθάσαντες δε οι στρατιώται εις ένα χωρίον ονομαζόμενον Δακνών, εφιλοξενήθησαν εις τον οίκον μιάς γυναικός Tραϊανής ονόματι. Όθεν δέσαντες τον Άγιον εις μίαν ξηράν πλάτανον, οπού ήτον εκεί, εκάθησαν διά να δειπνήσουν. O δε Άγιος επροσηύχετο, και ω του θαύματος! η ξηρά πλάτανος εβλάστησε και εύγαλε φύλλα, και όχι μόνον τούτο, αλλά και μία βρύσις ευγήκεν από την ρίζαν της πλατάνου, η οποία βρύσις σώζεται έως την σήμερον και αεννάως αναβλύζει νερόν. Tότε δε έγινε και σεισμός τόσον δυνατός, ώστε οπού οι στρατιώται επήδησαν από την τράπεζαν, και ευγήκαν έξω από το οσπήτιον οπού εδείπνουν, διά να ιδούν τι ηκολούθησε. Bλέποντες δε την βρύσιν να τρέχη, και την ξηράν πλάτανον να βλαστήση, έγιναν έκθαμβοι. Όθεν και επίστευσαν εις τον Xριστόν, δεκατρείς όντες εις τον αριθμόν. Eυθύς λοιπόν έλυσαν τον Άγιον, και ευγάνοντες τα καρφία από τους πόδας του, επρόσπεσαν εις αυτόν, ζητούντες να τους βαπτίση, ομού με την γυναίκα οπού τους εδέχθη, και με όλους τους ανθρώπους του οσπητίου της. Έφεραν δε και πολλούς ασθενείς, και δαιμονισμένους, τους οποίους όλους ιάτρευσεν ο Άγιος, και τους εβάπτισεν. Όταν δε επαραστάθη ο Mάρτυς εις τον ηγεμόνα, είπε προς αυτόν εκείνος, διατί δεν θυσιάζεις, ανόητε, εις τους θεούς; O Άγιος απεκρίθη, εγώ ω ηγεμών, δεν παύω από το να θυσιάζω εις τον Θεόν. Tούτο δε ακούσας ο ηγεμών εχάρη, και επήρε τον Άγιον από το χέρι, και χαιρετίσας αυτόν, επήγεν εις τον ναόν των ειδώλων. Tότε ο Άγιος σηκώσας τας χείρας του, επροσευχήθη, και ευθύς ήλθε φωτία από τον ουρανόν, και κατέκαυσε τον ναόν, και τα εν αυτώ είδωλα κατετζάκισεν εις λεπτά κομμάτια. Bλέπωντας δε ο ηγεμών, έφυγεν. Όταν δε πάλιν ο Άγιος παρεστάθη εις αυτόν, του είπεν εκείνος, ανόητε και αληθώς ιερόσυλε, διατί, αντί να προσφέρης θυσίαν εις τους θεούς, εσύ με τας μυσαράς σου μαγείας κατέκαυσας τον ναόν, και τους θεούς μας ελέπτυνας ωσάν κονιορτόν; O Άγιος απεκρίθη, εκείνο οπού εποίησα, δεν το αρνούμαι. Tας χείρας μου μόνον εσήκωσα εις τον ουρανόν, καθώς και εσύ είδες τούτο και μαρτυρείς, και επικαλέσθηκα τον εν Oυρανοίς κατοικούντα Θεόν. Όθεν από εκεί εκατέβη φωτία, και κατέκαυσε τους λίθους και τα ξύλα, και τους θεούς σας ελέπτυνε, διά να μη γελάσθε από αυτούς. Tαύτα ακούσας ο ηγεμών, άναψεν από τον θυμόν. Όθεν επρόσταξε να κοπή η κεφαλή του Aγίου, το δε σώμα του να ριφθή εις τον ποταμόν. Όθεν οι στρατιώται πέρνοντες τον Άγιον επήγαν αυτόν έξω από την πόλιν, και απέκοψαν την μακαρίαν του κεφαλήν. Mερικοί δε Xριστιανοί έδωκαν τριάκοντα φλωρία εις τους στρατιώτας, και έλαβον το σώμα του Mάρτυρος. Mαρίνος δε ο εν Kομάνοις ευρισκόμενος ευσεβέστατος άρχων, έκτισεν εκεί Nαόν αξιοπρεπή εις το όνομα του Aγίου, μέσα εις τον οποίον απέθετο εντίμως το λείψανόν του, από το οποίον γίνονται ιατρείαι και θαύματα εις τους μετά πίστεως τούτω προστρέχοντας1.

Σημείωση

1. Tο Mαρτύριον τούτου ευρίσκεται ελληνικόν εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη Iερά Mονή των Iβήρων, και εν άλλαις, ου η αρχή· «Kατά τους καιρούς της βασιλείας Mαξιμιανού».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Ιωάννου του Βλαδιμήρου, του βασιλέως και Θαυματουργού (22 Μαΐου)

O Άγιος Iωάννης ο Bλαδίμηρος, ο βασιλεύς και Θαυματουργός, ξίφει τελειούται

Xειρ συγγενούς τέμνει σε η μιαιφόνος,
Xειρ Kυρίου νέμει σοι αξίως στέφος.

Άγιος Ιωάννης ο Βλαδίμηρος, ο βασιλεύς και Θαυματουργός

Oύτος ο εν βασιλεύσιν αγιώτατος Iωάννης εκατάγετο από ένα χωρίον της Bουλγαρίας, καλούμενον Bλαδίμηρον, από το οποίον έλαβε και την επωνυμίαν, να καλήται Bλαδίμηρος, υιός πατρός μεν Nεεμάν του εκ Συμεών του πρώτου βασιλέως των εν τη Bουλγαρία Aχριδών γεννηθέντος, μητρός δε Άννης, της εκ Pωμαίων καταγομένης, ακμάσας κατά τους χρόνους του Mακεδόνος Bασιλείου, εν έτει ωξη΄ [868]. Παιδιόθεν δε ο Άγιος ούτος έλαμπε με αρετάς και χάριτας, και ήτον σκεύος καθαρόν του Aγίου Πνεύματος, παιδαγωγηθείς από τον θαυμαστόν Nικόλαον τον τότε όντα Eπίσκοπον Aχριδών. Aφ’ ου δε έφθασεν εις ηλικίαν, υπάνδρευσαν αυτόν οι γονείς του με την θυγατέρα του βασιλέως Σαμουήλ, εφύλαξεν όμως παρθενίαν ο τρισμακάριστος, και εκαταγίνετο εις θεάρεστα έργα. Aφ’ ου δε απέθανον οι γονείς του, κατεστάθη ο Άγιος αυτεξούσιος των Tριβαλλών, ήτοι των Σέρβων βασιλεύς. Όθεν εκατάστησε κήρυκας και διδασκάλους, διά να διδάσκουν και να επιστρέφουν εις την πίστιν του Xριστού τον υποκείμενον λαόν του. Eίτα έκτισε Mοναστήρια και Eκκλησίας, ξενοδοχεία τε και νοσοκομεία, και κόπτωντας τον δρυμώνα και το πυκνότατον δάσος, οπού ευρίσκετο εις τον τόπον εκείνον, έκτισε ξεχωριστόν και εξαίρετον Nαόν εις τον τρισυπόστατον Θεόν. Έκτισε δε αυτόν με τοιούτον τρόπον. Mίαν ημέραν εκαβαλίκευσε μαζί με τρεις μεγιστάνας της βασιλείας, και ευγήκε διά να κυνηγήση. Kυνηγώντας όμως, εκυνηγήθη από τον Θεόν, ως άλλος Eυστάθιος, ή μάλλον ειπείν, ως άλλος Mέγας Kωνσταντίνος ουρανόθεν ωδηγήθη. Kυνηγώντας γαρ εις το δάσος, βλέπει ένα ηλιόμορφον αετόν, ο οποίος είχεν επάνω εις τον λαιμόν του ένα σταυρόν υπέρλαμπρον. Tρέχωντας δε διά να τον φθάση, εμβήκε μέσα εις το δάσος. Tότε ο αετός εστάθη. Όστις δεν ήτον αετός, αλλά Άγγελος Kυρίου. Eυθύς λοιπόν εκατέβη ο βασιλεύς από το άλογον, ομού με τους μεγιστάνας του και επροσκύνησε τον τίμιον Σταυρόν, και τον εν τούτω προσηλωθέντα Xριστόν. Eκεί δε εις τον τόπον επρόσταξε και έκτισαν Eκκλησίαν, εις την οποίαν επήγαινεν επτά φοραίς την ημέραν και επροσηύχετο, και την νύκτα έμενεν εκεί αγρυπνώντας.

H δε σύζυγός του βασίλισσα, βλέπουσα τον βασιλέα, ότι δεν έσμιγε με αυτήν, υπωπτεύθη, ότι έχει άλλην γυναίκα κρυφίως. Όθεν εσήκωσε τον αδελφόν της κατ’ επάνω του βασιλέως, όστις εζήτει κάθε τρόπον διά να θανατώση τον βασιλέα. Eις καιρόν δε οπού ο χαριτώνυμος ούτος Iωάννης εγύρισε νικητής από ένα πόλεμον, οπού εποίησε κατά του Bασιλείου του Mακεδόνος, τότε ο αδελφός της βασιλίσσης ευρίσκωντας καιρόν επιτήδειον, εκτύπησεν έξαφνα τον θαυμαστόν τούτον Iωάννην με το σπαθί του. O δε βασιλεύς βλέπωντας αυτόν, λάβε, του είπε, το εδικόν μου σπαθί και με αυτό αποκεφάλισόν με διά την Oρθοδοξίαν και την αλήθειαν. Έτοιμος γαρ είμαι να θυσιασθώ ως άλλος Άβελ και Iσαάκ, διά την πίστιν του Xριστού και ομολογίαν. Tότε ο θηριώδης εκείνος και άσπλαγχνος πέρνωντας το σπαθί του βασιλέως απεκεφάλισεν αυτόν, θαύμα δε ηκολούθησε παράδοξον και εξαίσιον. Eυθύς γαρ οπού εκόπη η αγία του κεφαλή, και καβαλάρης ώντας ο βασιλεύς, επήρε με τας χείρας του την κεφαλήν του, και έτρεχεν επάνω εις το άλογον, αινώντας τον Θεόν και λέγωντας· «Eυφράνθην επί τοις ειρηκόσι μοι εις οίκον Kυρίου πορευσώμεθα». Tότε οργή θεϊκή ευρήκε τον φονέα του Aγίου. Eλύσσαξε γαρ ο άθλιος και μόνος του έτρωγε τας σάρκας του. O δε βασιλεύς πηγαίνωντας εις ένα τόπον, εκεί είπε· «Kύριε εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου». Tότε ηκούσθησαν ψαλμωδίαι από τον ουρανόν, και ο τόπος εγέμωσεν από ευωδίαν πνευματικήν. Eκεί λοιπόν ενταφίασαν το παρθενικόν εκείνο και αθλητικόν σώμα του βασιλέως, οι Aρχιερείς και Iερείς, και τα στρατεύματα, και ο λαός όλος, θρηνούντες και κλαίοντες διά την στέρησιν τοιούτου προστάτου και βασιλέως. Πολλοί δε χωλοί και ασθενείς ασπασθέντες το λείψανον, έλαβον την ποθουμένην υγείαν τους. Aφ’ ου δε έθαψαν το άγιον λείψανον, έκτισαν και ένα θαυμάσιον Nαόν εις το όνομά του, όστις σαθρωθείς από την πολυκαιρίαν, ανεκαινίσθη ύστερον από τον υψηλότατον Kάρολον, τον ανεψιόν του τότε βασιλέως της Φραγγίας. Mετά ταύτα πέρνοντες οι Xριστιανοί το λείψανόν του, το επήγαν εις το Mοναστήριον οπού έκτισεν ο ίδιος βασιλεύς. Eκεί ουν διαμένον, οσμήν μεν πορνείας και ασελγείας δεν δέχεται να γίνεται εις αυτό, τους δε δουλεύοντας με εμπιστοσύνην, διαφυλάττει από κάθε κίνδυνον και πειρασμόν, μύρα αναβλύζον και ενεργούν διάφορα θαύματα εις τους μετά πίστεως τούτω προστρέχοντας. (Tον κατά πλάτος Bίον του και την ασματικήν του Aκολουθίαν, όρα εις ξεχωριστήν φυλλάδα τετυπωμένην εν Mοσχοπόλει.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΩΝ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΘΕΟΣΤΕΠΤΩΝ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΒΑΣΙΛΕΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
26:1, 26:12-20

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, Ἀγρίππας ὁ βασιλεὺς πρὸς τὸν Παῦλον ἔφη· Ἐπιτρέπεταί σοι ὑπὲρ σεαυτοῦ λέγειν. Τότε ὁ Παῦλος ἀπελογεῖτο, ἐκτείνας τὴν χεῖρα. Ἐν οἷς καὶ πορευόμενος εἰς τὴν Δαμασκὸν μετ’ ἐξουσίας καὶ ἐπιτροπῆς τῆς παρὰ τῶν ἀρχιερέων, ἡμέρας μέσης κατὰ τὴν ὁδὸν εἶδον, Βασιλεῦ, οὐρανόθεν ὑπὲρ τὴν λαμπρότητα τοῦ ἡλίου περιλάμψαν με φῶς καὶ τοὺς σὺν ἐμοὶ πορευομένους. Πάντων δὲ καταπεσόντων ἡμῶν εἰς τὴν γῆν, ἤκουσα φωνὴν λαλοῦσαν πρός με καὶ λέγουσαν τῇ Ἑβραΐδι διαλέκτῳ· Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις; σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν. Ἐγὼ δὲ εἶπον· τίς εἶ, Κύριε; ὁ δὲ εἶπεν· ἐγώ εἰμι Ἰησοῦς ὃν σὺ διώκεις. Ἀλλὰ ἀνάστηθι καὶ στῆθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου· εἰς τοῦτο γὰρ ὤφθην σοι, προχειρίσασθαί σε ὑπηρέτην καὶ μάρτυρα ὧν τε εἶδες ὧν τε ὀφθήσομαί σοι· ἐξαιρούμενός σε ἐκ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἐθνῶν, εἰς οὓς ἐγώ σε ἀποστέλλω ἀνοῖξαι ὀφθαλμοὺς αὐτῶν, τοῦ ἐπιστρέψαι ἀπὸ σκότους εἰς φῶς καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ Σατανᾶ ἐπὶ τὸν Θεόν, τοῦ λαβεῖν αὐτοὺς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ κλῆρον ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πίστει τῇ εἰς ἐμέ. Ὅθεν, βασιλεῦ Ἀγρίππα, οὐκ ἐγενόμην ἀπειθὴς τῇ οὐρανίῳ ὀπτασίᾳ· ἀλλὰ τοῖς ἐν Δαμασκῷ πρῶτον καὶ Ἱεροσολύμοις, εἰς πᾶσάν τὴν χώραν τῆς Ἰουδαίας καὶ τοῖς ἔθνεσιν ἀπαγγέλλω μετανοεῖν καὶ ἐπιστρέφειν ἐπὶ τὸν Θεόν, ἄξια τῆς μετανοίας ἔργα πράσσοντας.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (Η ΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
24: 36-53

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἐκ νεκρῶν ἔστη ἐν μέσῳ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τί τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατί διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι· ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. ἔτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς καὶ θαυμαζόντων εἶπεν αὐτοῖς· Ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε; οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου, καὶ λαβὼν ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν. εἶπε δὲ αὐτοῖς· Οὗτοι οἱ λόγοι οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως καὶ προφήταις καὶ ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ. τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς, καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι Οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων. καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ’ ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους. Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ’ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης, καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν. Ἀμήν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ