Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ
( Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου Ὀρούντης, ναὸς Ἁγίου ἱερομάρτυρος Φιλουμένου,
τῇ 12 ῃ Δεκεμβρίου 2025)
Π ανιερώτατε π άτερ καὶ Δέσπ οτα, σεβαστοί μου ἐν Κυρίῳ π ατέρες καὶ ἀδελφοὶ ἐν Χριστῷ·
Μὲ τὴ συμπ λήρωση ἐφέτος χιλίων ἑπ τακοσίων ἐτῶν ἀπ ὸ τὴ σύγκληση τῆς Α´ οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας, καὶ ἀκολουθώντας σχετικὴ ἀπ όφαση τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας Κύπ ρου, συναθροισθήκαμε ἀπ όψε στὸν π ερίλαμπ ρο ναὸ τοῦ ἁγίου νέου ἱερομάρτυρος Φιλουμένου τοῦ Κυπ ρίου στὴ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου Ὀρούντης, γιὰ νὰ τελέσουμε τὴν π αροῦσα ὁλονύκτιο π ανηγυρικὴ Ἀκολουθία καὶ Θεία Λειτουργία, ἐπ ὶ τῇ μνήμῃ τοῦ Κυπ ρίου στὴν καταγωγὴ Σπ υρίδωνος τοῦ θαυματουργοῦ, ὁ ὁπ οῖος συμμετέσχε στὴ Σύνοδο αὐτή, ἀλλὰ καὶ π ρὸς τιμὴ ὅλων τῶν θεοφόρων Πατέρων τῆς Συνόδου αὐτῆς.
Ἀρχικὰ ὅμως θὰ ἀφηγηθοῦμε συνοπ τικὰ ὅσα ἀφοροῦν στὸν εὐκλεὴ βίο τοῦ π αμμάκαρος π ατρὸς ἡμῶν Σπ υρίδωνος, ἔπ ειτα δὲ θὰ ἀναφερθοῦμε στὰ γεγονότα τῆς Α´ οἰκουμενικῆς Συνόδου, π ρὸς δόξαν Θεοῦ.
Άγιος Σπυρίδωνας, Επίσκοπος Τριμυθούντος, ο Θαυματουργός. Τοιχογραφία στην Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού Αγιασμάτι παρά την Πλατανιστάσα
Σ π υρίδων, ὁ θεοφόρος π ατὴρ ἡμῶν, τὸ γέννημα καὶ καύχημα τῆς Νήσου τῶν Ἁγίων Κύπ ρου, τοῦ ὁπ οίου τὸ ἄφθαρτο λείψανο θησαυρίζεται ἀπ ὸ τὸν 15 ο αἰ. στὴ νῆσο τῆς Κέρκυρας, ὁ π άμφωτος ἀστέρας τῆς θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας καὶ χείμαρρος τῶν θαυμάτων τῆς ἐπ ὶ γῆς στρατευομένης, ἀπ οτελεῖ ἀναμφίβολα ἕνα ἀπ ὸ τοὺς λαοφιλέστερους ἁγίους, χάρη στὴν ὑψηλὴ ἀρετή, τὸ εὐσυμπ άθητο καὶ τὴν ταχεία ἀνταπ όκρισή του στὸν ἀνθρώπ ινο π όνο καὶ τὰ ἀναρίθμητα ἀνὰ τοὺς αἰῶνες θαύματά του.
Ο ἅγιος εὐμοίρησε νὰ ἔχει ἀρκετὲς ἀναφορὲς στὸ π ρόσωπ ο καὶ τὴ βιοτή του ἀπ ὸ π ρώιμους ἐκκλησιαστικοὺς Πατέρες καὶ ἱστορικούς, καθὼς καὶ ἀξιόπ ιστες βιογραφίες ἀπ ὸ δόκιμους συγγραφεῖς, π οὺ μᾶς διέσωσαν ἔτσι τὰ π λεῖστα τῆς ἰσάγγελης ἐπ ὶ γῆς π ολιτείας του. Μὲ π ρῶτο τὸν Μέγα Ἀθανάσιο (348), ἀναφέρονται ἐφεξῆς π εριστασιακὰ στὸν θαυματουργὸ π οιμένα τῆς Τριμιθοῦντος καὶ οἱ ἱστορικοὶ Ρουφῖνος (402-403), Σωκράτης (π ερ. 440), Σωζομενὸς (π ερ. 444), Γελάσιος Κυζίκου (π ερ. 475), κ. ἄ. Μία π ρώτη βιογραφία τοῦ ἁγίου σὲ ἰαμβικοὺς στίχους, π οὺ σήμερα ἔχει ἀπ ωλεσθεῖ, γράφηκε σὲ π ρώιμη ἐπ οχὴ (π ρὶν τὸν 7 ο αἰ.) καὶ ἀπ οδίδεται στὸν μαθητή του, ἅγιο Τριφύλλιο, ἐπ ίσκοπ ο Λήδρων ( σήμ. Λευκωσίας) τῆς Κύπ ρου. Τὸ ἔργο αὐτό, μαζὶ μὲ τὶς γνωστὲς γραπ τὲς π ηγὲς καὶ π ροφορικὲς π αραδόσεις, π οὺ συνέλεξε π εριστασιακά, ἐνσωμάτωσε στὸν ἀρχαιότερο ἴσως, ἀλλὰ σίγουρα σημαντικώτερο σωζόμενο Βίον τοῦ μεγάλου π ατρὸς ὁ ἐπ ίσκοπ ος Πάφου Θεόδωρος (7 ος αἰ.), π οὺ τὸν ἐξεφώνησε ὡς π ανηγυρικὴ ὁμιλία σὲ ἀρχιερατικὸ συλλείτουργο στὴν Τριμιθοῦντα στὶς 12 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 655. Σώζεται ἐπ ίσης ἀκόμη ἕνας π ρομεταφραστικὸς ἀνώνυμος Βίος τοῦ ἁγίου, π ροφανῶς τῆς ἰδίας π εριόδου, π οὺ π ιθανολογεῖται ὡς ἔργο τοῦ ἁγίου Λεοντίου, ἐπ ισκόπ ου Νεαπ όλεως τῆς Κύπ ρου. Οἱ μεταγενέστεροι ἐπ ώνυμοι καὶ ἀνώνυμοι μεταφραστικοὶ Βίοι , ὅπ ως αὐτὸς ἀπ ὸ τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν Μεταφραστή, ἐξαρτῶνται ἄμεσα καὶ ἀρύονται ἀπ ὸ τὸ ἀνωτέρω ἔργο τοῦ Πάφου Θεοδώρου.
Άγιος Σπυρίδωνας. Ιερά Μονή Παναγίας Ποδίθου
Σύμφωνα λοιπ ὸν μὲ τὸ π λούσιο τοῦτο π ηγαῖο ὑλικὸ καὶ τὴν ἄφθονη σχετικὴ βιβλιογραφία, ὁ ἅγιος Σπ υρίδων καταγόταν ἀπ ὸ τὸ χωριὸ Ἄσκεια ( σήμ. Ἄσσια) τῆς π εριοχῆς Μεσαορίας τῆς Κύπ ρου, ὅπ ου γεννήθηκε π ερὶ τὸ ἔτος 270. Ἁπ λούστατος στοὺς τρόπ ους καὶ ὀλιγογράμματος στὴ μόρφωση, μετερχόταν τὸ ἐπ άγγελμα τοῦ βοσκοῦ, ἐξασκώντας ταυτόχρονα τὶς ἀρετὲς τῆς π ραότητας, τῆς ταπ εινοφροσύνης καὶ τῆς π ολύπ λευρης ἐκδήλωσης τῆς ἀγάπ ης στὸν Θεὸ καὶ τὸν π λησίον. Φιλόξενος καὶ ἐλεήμων σὰν τὸν π ατριάρχη Ἀβραάμ, ὑπ οδεχόταν μὲ μεγάλη χαρὰ στὸν ταπ εινό του οἶκο κάθε ξένο καὶ τοῦ π αρεῖχε π λούσια π εριπ οίηση. Ὅταν ἔφθασε σὲ κατάλληλη ἡλικία, ἔλαβε νόμιμη σύζυγο, μὲ τὴν ὁπ οία ζοῦσε μὲ ἐγκράτεια καὶ εὐλάβεια, καὶ ἀπ ὸ τὴν ὁπ οία ἀπ έκτησε μία θυγατέρα, τὴν Εἰρήνη, π οὺ καὶ αὐτὴ τιμᾶται ὡς ἁγία. Τῆς ἁγίας αὐτῆς Εἰρήνης σώζεται τοιχογραφία ( ἔτους 1332/1333) στὸν νάρθηκα τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς Παναγίας τῆς Ἀσίνου, τῆς μητροπ ολιτικῆς π εριφερείας Μόρφου.
Γιὰ τὴν ἐνάρετή του π ολιτεία καὶ τὴ φήμη τῆς ἁγίας του βιοτῆς, μετὰ τὴν ἀπ οβίωση τῆς συζύγου του, χειροτονήθηκε ἐπ ίσκοπ ος τῆς π λησιόχωρης στὴν Ἄσκεια μικρῆς π όλης Τριμιθοῦντος ἐπ ὶ τῆς βασιλείας Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου (312-337) καὶ π ρὶν τὸ 325, καὶ ἔγινε ἔτσι καὶ π οιμένας λογικῶν π ροβάτων. Παρόλη ὅμως τὴν τιμὴ καὶ τὸ ἀξίωμα, ὁ ταπ εινόνους Σπ υρίδων συνέχισε τὴν ἐνασχόλησή του μὲ τὸ κοπ άδι του καὶ τὶς γεωργικὲς ἐργασίες. Πάμπ ολλες ὑπ ῆρξαν οἱ θαυματουργίες, τὶς ὁπ οῖες ὁ θεοφόρος καὶ τερατουργὸς Σπ υρίδων τέλεσε ἐνόσω ἀκόμη ζοῦσε, τὶς ὁπ οῖες διηγοῦνται λεπ τομερῶς οἱ ἀνωτέρω π ρώιμοι Βίοι του.
Άγιος Σπυρίδωνας (16ος αι.). Ιερά Μητρόπολις Μόρφου
Ὁ ἅγιος, ὅπ ως ἤδη ἀναφέραμε, συμμετέσχε στὴν Α´ οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας κατὰ τὸ 325 μαζὶ καὶ μὲ ἄλλους ἐπ ισκόπ ους τῆς Ἐκκλησίας Κύπ ρου. Ἐπ ίσης, σύμφωνα μὲ ἀναφορὰ τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὁ ζηλωτὴς τῆς Ὀρθόδοξης π ίστης Σπ υρίδων π ροσυπ έγραψε, ὅπ ως καὶ οἱ ἄλλοι τότε ἐπ ίσκοπ οι τῆς Κύπ ρου, τὰ Πρακτικὰ τῆς Συνόδου τῆς Σαρδικῆς ( σημερινῆς Σόφιας τῆς Βουλγαρίας) π ερὶ τὰ ἔτη 346/347. Ἡ σημαντικὴ αὐτὴ Σύνοδος, καταδίκασε καὶ π άλιν τὸν Ἀρειανισμό, ἀπ οκατάστησε τὸν Μεγάλο Ἀθανάσιο στὸν θρόνο τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ καθιέρωσε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκκλήτου τῶν ἐπ ισκόπ ων στὸν Πάπ α Ρώμης, δικαίωμα π οὺ ἀργότερα μεταφέρθηκε στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Κωνσταντινουπ όλεως.
Ἀφοῦ λοιπ ὸν τέλεσε καὶ ἄλλα θαυμάσια, κοιμήθηκε εἰρηνικὰ τὴ 12 η Δεκεμβρίου τοῦ 348, σὲ ἡλικία π ερίπ ου 78 ἐτῶν, καὶ τάφηκε στὴν Τριμιθοῦντα. Ἐκεῖ σώζεται ναὸς καὶ μονὴ στὸ ὄνομά του, π οὺ κτίσθηκαν ἐπ άνω στὴν ἀρχικὴ στὸν χῶρο βασιλική, ἡ ὁπ οία ἀνασκάφηκε μερικῶς καὶ χρονολογεῖται στὸν 4 ο αἰ. Ἐκεῖ εὑρίσκεται ὅπ ου μαρμάρινη λάρνακα, ὁ τάφος τοῦ Ἁγίου, ὅπ ου ἔκειτο τὸ π ολυδόξαστο καὶ ἄφθαρτο σκήνωμά του μέχρι καὶ τὸν 7 ο αἰ., τὸ ὁπ οῖο συνέχισε χειμαρρωδῶς τὶς θαυματουργίες καὶ μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ ἁγίου. Ἕνεκα τῶν ἀραβικῶν κατὰ τῆς νήσου ἐπ ιδρομῶν, καὶ π ιθανώτατα κατὰ τὴν ἀπ ὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανὸ Β´ τὸν Ρινότμητο μετοίκηση π λήθους Κυπ ρίων στὸν Ἑλλήσπ οντο (690/691), τὸ σκῆνος του μεταφέρθηκε γιὰ ἀσφαλὴ διαφύλαξη στὴν Κωνσταντινούπ ολη, ὅπ ου καὶ ἀπ οτέθηκε σὲ ναὸ π λησίον τῆς Ἁγίας Σοφίας.
Ο Άγιος Σπυρίδων, φορητή εικόνα, έργο Μ. Κουλλεπού
Μετὰ τὴν ἅλωση τῆς βασιλεύουσας (1453) καὶ κατόπ ιν π ολλῶν π εριπ ετειῶν τριῶν ἐτῶν, τὸ ἄφθαρτο τοῦτο σκήνωμα μεταφέρθηκε μαζὶ μὲ τὸ ἐπ ίσης ἄφθαρτο σκήνωμα τῆς ἁγίας Θεοδώρας τῆς Αὐγούστης ἀπ ὸ τὸν ἐφημέριο τοῦ ναοῦ του, ἱερέα Γεώργιο Πολύευκτο, στὴν Κέρκυρα (1456). Τὰ Ἑπ τάνησα ἐκείνη τὴν ἐπ οχὴ βρίσκονταν κάτω ἀπ ὸ τὴν ἐξουσία τῶν Ἑνετῶν. Ὁ ἱερέας Γρηγόριος Πολύευκτος βρῆκε ἐκεῖ ἕνα συμπ ολίτη του π ρόσφυγα, τὸν ἱερέα Γεώργιο Καλοχαιρέτη, καὶ τοῦ κληροδότησε τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου, τὸ ὁπ οῖο ἔκτοτε π αραμένει ἐκεῖ, ἄφθαρτο, θαυματουργὸ καὶ μεγάλως τιμώμενο. Τὸ π ανίερο τοῦτο λείψανο τοῦ ἁγίου φιλοξενήθηκε ἀρχικὰ σὲ π οικίλους ναοὺς τῆς νήσου, γιὰ νὰ καταλήξει στὸν ἐπ ώνυμό του ναό, ὅπ ου σήμερα βρίσκεται, καὶ τοῦ ὁπ οίου ἡ ἀνέγερση ὁλοκληρώθηκε τὸ 1594. Καὶ στὴν Κέρκυρα ὁ ἅγιος δὲν ἔπ αυσε νὰ θαυματουργεῖ π οικιλότροπ α, καὶ σὲ μεμονωμένους ἀνθρώπ ους καὶ στὸ σύνολο τῶν π ιστῶν κατοίκων. Μεταξὺ ἄλλων, ἔσωσε τὸ νησὶ ἀπ ὸ ἐπ ιδημία χολέρας, καθὼς καὶ ἀπ ὸ ἐπ ιδρομὴ Ἀγαρηνῶν τὸ ἔτος 1716.
Ὁ ἅγιος Σπ υρίδων τιμᾶται βεβαίως καὶ ἀνὰ τὸ π ανελλήνιον ( ὑπ άρχουν π ερὶ τοὺς 80 ναούς του στὴν Ἑλλάδα), ἀλλ᾽ ἰδιαιτέρως στὴ γενέτειρά του Κύπ ρο, ὅπ ου 10 ναοὶ ( σὲ λειτουργία ἢ ἐρειπ ωμένοι) τιμῶνται στὸ ὄνομά του, σώζονται π λεῖστες δὲ εἰκόνες του ( τοιχογραφίες καὶ φορητές), χρονολογούμενες ἀπ ὸ τὸν 11 ο αἰῶνα κ. ἑξ. Ἡ ἀνωτέρω μονὴ καὶ ὁ ναός του στὴν Τριμιθοῦντα βρίσκονται σήμερα ὑπ ὸ τουρκικὴ κατοχὴ καὶ ἀπ οτελοῦν ἕδρα στρατοπ έδου.
* * *
Ἀ λλά, ἂς μεταβοῦμε σὲ ὅσα ἀφοροῦν στὴν Α´ οἰκουμενικὴ Σύνοδο, τῆς ὁπ οίας ἑορτάζουμε ἐφέτος τὴν 1700 ὴ ἐπ ετηρίδα. Ἡ Σύνοδος αὐτὴ ὑπ ῆρξε γιὰ τὸν τέταρτο αἰῶνα μία νέα ἔκφραση τοῦ συνοδικοῦ συστήματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁπ οία μέχρι τότε εἶχε συγκροτήσει διάφορες τοπ ικὲς καὶ μόνο Συνόδους, ὅπ ως οἱ Σύνοδοι τῆς Καρχηδόνας (251), τῆς Ἀντιόχειας ( μεταξὺ 264 καὶ 269) κ. ἄ. Κατὰ τὴν ἀρχαία ἐπ ικρατήσασα ἐκκλησιαστικὴ π αράδοση, ἡ σύγκλιση διευρυμένων Συνόδων εἶχε ὡς βασικὴ π ροϋπ όθεση σοβαρὴ αἰτία, ἐξ αἰτίας τῆς ὁπ οίας συγκαλεῖτο τὸ σῶμα τῶν ἐπ ισκόπ ων γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὸ ὀρθὸ φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας, τόσο σὲ δογματικό, ὅσο καὶ σὲ κανονικὸ ἐπ ίπ εδο, δηλαδὴ γιὰ νὰ ψηφίσουν ἱεροὺς Κανόνες γιὰ τὴ ρύθμιση τῆς ὁμαλῆς διοικητικῆς λειτουργίας τῶν ἐκκλησιῶν καὶ τῆς ζωῆς τῶν π ιστῶν. Πρώτιστο ὅμως αἴτιο σύγκλισης τῶν οἰκουμενικῶν ἀλλὰ καὶ τῶν τοπ ικῶν Ὀρθοδόξων Συνόδων ἦταν π άντοτε κάπ οια ἐμφανιζόμενη νέα αἵρεση, ἡ ὁπ οία ἀμφισβητοῦσε τὴν π αραδεδομένη ὀρθὴ π ίστη.
Α΄ Οικουμενική Σύνοδος. Τοιχογραφία του 1570 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου
Ὡς κύρια αἰτία σύγκλησης τῆς Α´οἰκουμενικῆς Συνόδου ὑπ ῆρξε ἡ ἐπ ίσημα διατυπ ωμένη ἀπ ὸ τὸν Ἄρειο, π ρεσβύτερο τῆς ἐκκλησίας Ἀλεξάνδρειας τῆς Αἰγύπ του αἱρετικὴ διδασκαλία γιὰ τὸ δεύτερο π ρόσωπ ο τῆς Ἁγίας Τριάδος, δηλαδὴ γιὰ τὸν σαρκωθέντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Ὁ Ἄρειος, ἔχοντας ἐκτραπ εῖ σὲ φιλοσοφικὴ π ροσέγγιση καὶ ἀναθεώρηση τοῦ μυστηρίου τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀρνεῖτο τὴν π ηγάζουσα ἀπ ὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἱερὰ Παράδοση π ίστη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἦταν κατὰ φύσιν Θεός, καὶ π αρέμεινε Θεὸς καὶ μετὰ τὴν π ρόσληψη τῆς ἀνθρώπ ινης φύσης γιὰ τὸν ἁγιασμό της. Ἔτσι ὁ Ἄρειος, ὅπ ως καὶ ὅλοι οἱ αἱρετικοί, ἀντὶ νὰ π ροσεγγίσει τὴν ἀλήθεια τῆς π ίστης μὲ τὴν ἐμπ ειρικὴ θεολογία τῶν Ἁγίων Πατέρων, τὴν π ροσέγγισε μέσα στὸ π λαίσιο τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς κλασικῆς μεταφυσικῆς, μέσῳ φιλοσοφικῶν στοχασμῶν, ἄλλοτε π λατωνικῶν καὶ ἄλλοτε ἀριστοτελικῶν. Ὁ Ἄρειος λοιπ ὸν δίδασκε ὅτι ὁ Υἱὸς δὲν εἶναι Θεὸς ἀλλὰ τὸ π ρῶτο κτίσμα μεταξὺ Θεοῦ καὶ ὕλης, ὅτι εἶναι ἄλλης οὐσίας ἀπ ὸ τὸν Θεὸ Πατέρα, ὅτι εἶναι τρεπ τὸς καὶ ἀγνοεῖ τὸν Πατέρα, καὶ ὅτι καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι δεύτερη δημιουργημένη δύναμη καὶ τὸ π ρῶτο κτίσμα μέσῳ τοῦ Υἱοῦ. Ὀρθὰ λοιπ ὸν ὁ Ἄρειος θεωρήθηκε ἀπ ὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας σὰν π ρόδρομος τοῦ ἀντιχρίστου καὶ ἡ αἱρετική του διδασκαλία π ηγὴ τῶν μεταγενέστερων αἱρέσεων.
Ἐξαἰτίας τῆς ἐπ ιμονῆς τοῦ Ἀρείου στὴν αἱρετική του διδασκαλία, ἀρχικὰ ὁ ἀρχιεπ ίσκοπ ος Ἀλεξάνδρειας Ἀλέξανδρος συγκάλεσε δύο τοπ ικὲς Συνόδους στὴν Αἴγυπ το, οἱ ὁπ οῖες καθαίρεσαν τὸν Ἄρειο καὶ ἀναθεμάτισαν καὶ ἐκεῖνον καὶ τοὺς ἀκολούθους του. Παρόλα αὐτά, ἡ ἀρειανικὴ αἵρεση ἐξαπ λώθηκε ταχύτατα στὴν ἀνατολικὴ αὐτοκρατορία καὶ δημιούργησε σοβαρὴ διασάλευση τῆς ἑνότητας στὴν ὀρθὴ π ίστη μεταξὺ τῶν τοπ ικῶν Ἐκκλησιῶν. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὁ ἐπ ίσκοπ ος Κορδούης τῆς Ἱσπ ανίας, ὀνόματι Ὅσιος, π οὺ στάληκε ἀπ ὸ τὸν Μεγάλο Κωσταντίνο γιὰ νὰ εἰρηνεύσει τὴν ἐκκλησία τῆς Αἰγύπ του, εἰσηγήθηκε π ρὸς τὸν αὐτοκράτορα τὴν ἐκ νέου διευρυμένη λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ συστήματος, ἡ ὁπ οία εἶχε ἀπ αγορευθεῖ ἀπ ὸ τὸν Λικίνιο κατὰ τὴν π ερίοδο τῶν διωγμῶν του ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, γιὰ νὰ ἀντιμετωπ ιστεῖ τελειωτικὰ ἡ ἐκτεταμένη ἐκείνη ἐκκλησιαστικὴ κρίση. Πράγματι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, μὲ αὐτοκρατορικὲς ἐπ ιστολὲς π ρὸς ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους ἐπ ισκόπ ους, συγκάλεσε οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας, μέσα στὴ μεγάλη αἴθουσα τοῦ αὐτοκρατορικοῦ π αλατιοῦ τῆς π όλης αὐτῆς. Ἡ ἔναρξη τῆς Συνόδου ἔγινε π ροκαταρκτικὰ στὶς 20 Μαΐου τοῦ 325, ἐπ ίσημα δὲ καὶ στὴν π αρουσία τοῦ αὐτοκράτορα στὶς 14 Ἰουνίου, καὶ ἔληξε στὶς 25 Αὐγούστου τοῦ ἰδίου ἔτους. Πρακτικὰ τῆς Συνόδου δὲν διασώθηκαν, γιατί δὲν καταγράφηκαν. Διασώθηκαν ὅμως κατάλογοι τῶν ἐπ ισκόπ ων π οὺ π αρέστησαν στὴ Σύνοδο. Περαιτέρω, τὰ διαδραματισθέντα κατὰ τὴ Σύνοδο γεγονότα μᾶς π αραδόθηκαν ἀπ οσπ ασματικά, ὄχι μόνο ἀπ ὸ μεταγενέστερους ἱστορικοὺς τῶν π ρώτων βυζαντινῶν χρόνων, ὅπ ως καὶ σὲ Βίους ἁγίων, οἱ ὁπ οῖοι συμμετεῖχαν στὴ Σύνοδο, ἀλλὰ καὶ σὲ ἔργα ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, π οὺ ὑπ ῆρξαν αὐτόπ τες μάρτυρες τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου, δηλαδὴ τῶν Εὐσταθίου Ἀντιοχείας, Εὐσεβίου Καισαρείας καὶ Μεγάλου Ἀθανασίου.
Άγιος Αθανάσιος Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας. Τοιχογραφία του 16ου αιώνα στην Ιερά Μονή Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου (Πάφος)
Παρόντες στὴ Σύνοδο, σύμφωνα μὲ μαρτυρία τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ἦταν 318 Πατέρες: « Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ οἰκουμενικὴ γέγονεν ἡ ἐν Νικαίᾳ σύνοδος , τριακοσίων δέκα καὶ ὀκτὼ συνελθόντων ἐ π ισκό π ων π ερὶ τῆς π ίστεως διὰ τὴν Ἀρειανὴν ἀσέβειαν » ( Μ. Ἀθανασίου, Κατὰ Ἀρειανῶν π ρὸς τοὺς ἐν Ἀφρικῇ τιμιωτάτους ἐ π ισκό π ους , MPG 26, 1032B). Τὸν ἴδιο ἀριθμὸ ἐπ ισκόπ ων π οὺ π αρέστησαν στὴ Σύνοδο ἀναφέρουν σὲ ἔργα τους καὶ ἄλλοι π ατέρες καὶ ἱστορικοὶ τῆς Ἐκκλησίας ( Μέγας Ἐπ ιφάνιος, ἀρχιεπ ίσκοπ ος Κύπ ρου, Θεοδώρητος Κύρου, Σωκράτης κ. ἄ.). Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ἦταν π αρὼν στὴ Σύνοδο, τότε νεαρὸς διάκονος, καὶ συνόδευε τὸν Γέροντά του, τὸν γηραιὸ ἀρχιεπ ίσκοπ ο Ἀλεξάνδρειας ἅγιο Ἀλέξανδρο. Πρόεδροι τῆς Συνόδου διατέλεσαν ὁ Ἀντιοχείας Εὐστάθιος καὶ ὁ Ἀλεξάνδρειας Ἀλέξανδρος, ἴσως καὶ ὁ Κορδούης Ὅσιος, οἱ ὁπ οῖοι ἀπ οτελοῦσαν ἕνα εἶδος π ροεδρείου. Κύριος π ρόεδρος ὅμως τῆς Συνόδου ὑπ ῆρξε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὁ ὁπ οῖος ἐπ έβλεπ ε αὐτοπ ροσώπ ως τὶς ἐργασίες της. Μεταξὺ τῶν θεοφόρων Πατέρων τῆς Συνόδου ἦταν καὶ οἱ θαυματουργοὶ ἅγιοι Σπ υρίδων Τριμιθοῦντος, Νικόλαος Μύρων τῆς Λυκίας, Ἰωάννης Εἰρηνουπ όλεως, Ἀχίλλιος Λαρίσης, Παφνούτιος ὁ Αἰγύπ τιος, καθὼς καὶ ἄλλοι ἅγιοι ὁμολογητὲς τῆς π ίστης, οἱ ὁπ οῖοι ἐπ έζησαν τῶν μαρτυρίων τοῦ τελευταίου Μεγάλου Διωγμοῦ. Ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας Κύπ ρου, σύμφωνα μὲ τοὺς ἀνωτέρω σωζομένους καταλόγους π αραστάντων ἐπ ισκόπ ων, μετέσχαν τοὐλάχιστον τέσσερεις ἐπ ίσκοπ οι, οἱ Γελάσιος Σαλαμίνος, Κυριακὸς ἢ Κύριλλος Πάφου, Σπ υρίδων Τριμιθοῦντος καὶ Σιρίκιος ( χωρὶς ἀναφορὰ στὴν ἐπ ισκοπ ή του). Στὴν π λευρὰ τῶν αἱρετικῶν, ἐκτὸς τοῦ Ἀρείου π αρέστησαν 17 ἀρειανοὶ ἐπ ίσκοπ οι, καθὼς καὶ ρήτορες καὶ φιλόσοφοι μαζὶ μὲ τὸν σοφιστὴ Ἀστέριο.
Νὰ σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι ὁ αὐτοκρατορικὸς μηχανισμὸς ἦταν ἀπ αραίτητος, τόσο γιὰ τὴ σύγκληση τῆς Συνόδου, ὅσο καὶ τὴν ἐπ ιτήρηση τῶν ἐργασιῶν της, ἀλλὰ καὶ τὴν κοινοπ οίηση καὶ ἐπ ιβολὴ τῶν ἀπ οφάσεων της. Κατὰ τὸ ὑπ όδειγμα δὲ τῆς Α´ οἰκουμ. Συνόδου συγκλήθηκαν καὶ ἐργάσθηκαν καὶ οἱ ὑπ όλοιπ ες οἰκουμενικὲς Σύνοδοι. Παρὰ ταῦτα, ἡ π αρουσία τοῦ αὐτοκράτορα ἦταν π ρὸς ἐπ ίβλεψη τῶν συζητήσεων καὶ ἀπ οφάσεων τῆς Συνόδου, ἀλλὰ ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ψῆφο. Ἁπ λῶς, μετὰ τὶς ἀπ οφάσεις καὶ τὶς κατὰ π ροκαθεδρία ὑπ ογραφὲς τῶν ἐπ ισκόπ ων, ὑπ έγραφε τελευταῖος αὐτός, ἐπ ικυρώνοντας ἔτσι τὴν αὐθεντικότητά τους.
Ἄλλο σημεῖο γιὰ ὑπ ογράμμιση εἶναι ὅτι κατὰ τὰς π ρῶτες ἀνεπ ίσημες συνεδρίες τῆς Συνόδου ἐπ ικρατοῦσε μία ἐλευθερία ἔκφρασης καὶ ἐνεργειῶν τῶν ἐπ ισκόπ ων, σ᾽ αὐτὲς δὲ μετεῖχαν καὶ μὴ ἐπ ίσκοπ οι, συνοδοὶ ὅμως τῶν ἐπ ισκόπ ων, ὅπ ως π ρεσβύτεροι, διάκονοι, μοναχοὶ καὶ φιλόσοφοι ὑπ οστηρικτὲς τοῦ Ἀρείου. Στὶς τελικὲς ὅμως συνεδρίες, ὅπ ου καὶ θεολογικὲς συζητήσεις π ρὸς διατύπ ωση τῶν δογμάτων — τοῦ συμβόλου τῆς Πίστεως—, μόνοι οἱ ἐπ ίσκοπ οι ἦταν π αρόντες. Ἡ Σύνοδος , ἀκολουθώντας π ιστὰ τὴν κανονικὴ τάξη , κάλεσε π ρῶτα τοὺς ἀρειανόφρονες ἐ π ισκό π ους σὲ ἀ π ολογία γιὰ τὶς ἀ π οδιδόμενες σ᾽ αὐτοὺς αἱρετικὲς δοξασίες . Πράγματι , ὅλοι αὐτοὶ ὑ π έβαλαν στὴ Σύνοδο λίβελλο π ίστεως , οἱ μὲν μετριο π αθεῖς μέσῳ τοῦ Εὐσεβίου Καισαρείας , οἱ δὲ ἀκραῖοι μέσῳ τοῦ Εὐσεβίου Νικομηδείας .
Α΄ Οικουμενική Σύνοδος. Τοιχογραφία του 16ου αιώνα στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα (Άγιον Όρος)
Κατόπ ιν ἡ Σύνοδος π ροχώρησε στὸ τελικό της ἔργο, τὸ ὁπ οῖο ἦταν τόσο δογματικό, ὅσο καὶ νομοθετικό. Στὸν δογματικὸ τομέα, καθόρισε καὶ διατύπ ωσε τὸ Ὀρθόδοξο δόγμα ἀναφορικὰ π ρὸς τὴν π ίστη στὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ σύνταξε τὸ Σύμβολον Πίστεως τῆς Νικαίας , τὸ ὁπ οῖο στὰ χειρόγραφα τιτλοφορεῖται « Ἔκθεσις τῶν τριακοσίων δέκα καὶ ὀκτὼ Πατέρων ». Τοῦτο στὴ βάση του εἶναι ἕνα σύντομο κείμενο βαπ τιστήριας ὁμολογίας π ίστεως, π οὺ π ροσαρμόσθηκε μὲ τὶς λιγότερες δυνατὸν τροπ οπ οιήσεις π ρὸς ἀντιμετώπ ιση τῆς αἱρετικῆς θεολογικῆς π ροβληματικῆς τοῦ Ἀρειανισμοῦ. Κατόπ ιν καταδίκασε τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρείου καὶ καθαίρεσε ὅλους τοὺς ἀμετανόητους ἀρειανοὺς ἐπ ισκόπ ους καὶ κατώτερους κληρικούς. Ἀφοῦ λοιπ ὸν μὲ τὸν καθορισμὸ τοῦ Ὀρθοδόξου δόγματος τέθηκαν τὰ ὅρια μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ αἵρεσης, ἡ Σύνοδος π ροχώρησε στὸν νομοκανονικὸ τομέα καὶ ἐξέδωσε εἴκοσι ἱεροὺς Κανόνες, μὲ τοὺς ὁπ οίους ρυθμίσθηκαν ζητήματα καθοριστικὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας καὶ τοῦ ὀρθοῦ ἤθους καὶ βίου τῶν κληρικῶν καὶ λαϊκῶν π ιστῶν. Μὲ τοὺς Κανόνες αὐτοὺς εἰσήχθηκε τὸ Μητροπ ολιτικὸ σύστημα στὴν Ἐκκλησία, καθορίσθηκε π ότε π ρέπ ει νὰ συγκαλοῦνται οἱ ἐπ αρχιακὲς Σύνοδοι, π ῶς καὶ ἀπ ὸ π όσους ἀρχιερεῖς νὰ χειροτονεῖται ἕνας ἐπ ίσκοπ ος, ὅτι δὲν π ρέπ ει « κλίνειν γόνυ τῇ Κυριακῇ καί τῇ Πεντηκοστῇ », π ῶς π ρέ π ει νὰ γίνονται δεκτοὶ οἱ ἀκοινώνητοι καὶ οἱ π αρα π ε π τωκότες κατηχούμενοι κ . λ π.
Ἰδιαίτερα σημαίνουσα ὑ π ῆρξε ἡ ἀ π όφαση τῆς Συνόδου π ερὶ καθορισμοῦ ἑνιαίας ἡμέρας ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα , ἐ π ειδὴ ὑπ ῆρξε διαφωνία γιὰ τὸ ζήτημα τοῦτο στὴ χριστιανικὴ Ἐκκλησία τῶν τριῶν π ρώτων αἰώνων γιὰ λόγους τοπ ικοὺς/ ἱστορικοὺς μεταξὺ τῶν ἰουδαϊζόντων καὶ ἑλληνιστῶν ἐξ Ἰουδαίων χριστιανῶν καὶ δημιουργήθηκαν π ολλαπ λὲς σχετικὲς διενέξεις — οἱ γνωστὲς στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορίαν ὡς Αἱ π ερὶ τοῦ Πάσχα ἔριδες . Ἀρχικὰ λοιπ ὸν στὴ Σύνοδο τῆς Ἀρελάτης (Arles, ἔτος 314) καὶ ὁριστικὰ στὴν Α´ οἰκουμενικὴ Σύνοδο, διακανονίσθηκε ὁ κοινὸς ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα ἀπ ὸ ὅλη τὴν χριστιανικὴ Ἐκκλησία κατὰ τὴν ἴδια ἡμέρα. Ἀπ οφάσισε λοιπ ὸν ἡ Σύνοδος ὅτι τὸ Πάσχα π ρέπ ει νὰ ἑορτάζεται τὴν π ρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν π ανσέληνο τῆς ἑαρινῆς ἰσημερίας (21 η Μαρτίου). Ἐὰν ἡ π ανσέληνος συμβεῖ Κυριακή, τότε τὸ Πάσχα θὰ ἑορτάζεται κατὰ τὴν ἑπ όμενη Κυριακή, δηλαδὴ θὰ ἀκολουθεῖ ὁπ ωσδήπ οτε τὴ 14 η ἡμέρα τοῦ ἑβραϊκοῦ μηνὸς Νισάν. Ἐὰν ὅμως συμπ ίπ τει τὸ κατ᾽ αὐτὸ τὸν τρόπ ο καθορισμένο χριστιανικὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τὸ ἑβραϊκὸ Φάσκα, τότε καὶ μόνο τότε τὸ Πάσχα τῶν χριστιανῶν θὰ μετατίθεται στὴν ἑπ όμενη Κυριακή. Ἡ ρύθμιση αὐτὴ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα δὲν ἀναφέρεται στοὺς ἀνωτέρω 20 Κανόνες τῆς Συνόδου, ἀλλὰ στὴν ἀπ ὸ τὸν Μεγάλο Ἀθανάσιο διασωθεῖσα « Ἐ π ιστολὴν τῆς συνόδου τῆς ἐν Νικαίᾳ π ρὸς τοὺς Αἰγυ π τίους », μὲ τὴν ὁπ οία κοινοπ οιοῦνται οἱ ἀπ οφάσεις τῆς Συνόδου π ρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Αἰγύπ του.
* * *
Στὴ συνάφεια αὐτὴ νὰ ἐ π ισημανθεῖ ὅτι ἑκάστη τῶν ἐφεξῆς οἰκουμενικῶν Συνόδων , ὅ π ως καὶ τῶν Ὀρθοδόξων το π ικῶν Συνόδων , καταρχὰς ἐ π ικύρωνε τὶς δογματικὲς ἀ π οφάνσεις τῶν π ροηγουμένων οἰκουμενικῶν Συνόδων καί , στηριζόμενη σ᾽ αὐτές , δογμάτιζε ἀναφορικὰ π ρὸς τὴν ἀναφυεῖσα νέα αἱρετικὴ διδασκαλία .
Ὡς π αράδειγμα ἀναφέρουμε τὴ Β´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο , ἡ ὁ π οία συγκλήθηκε στὴν Κωνσταντινού π ολη τὸ 381 μ . Χ ., τόσο γιὰ τὴν ὁριστικὴ ἐξάλειψη τοῦ Ἀρειανισμοῦ , ὅσο καὶ τὸν θεολογικὸ π ροσδιορισμὸ τῆς ὑ π όστασης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος , τοῦ ὁ π οίου οἱ Πνευματομάχοι ἀρνοῦνταν τὴ Θεότητα , θεωρώντας το ὡς κτίσμα . Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Β´ οἰκουμ . Συνόδου , « ἑ π όμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσιν » τῆς Α´ οἰκουμ . Συνόδου , ἔχοντας ἐ π ικυρώσει π ρῶτα τὸ Σύμβολον Πίστεως τῆς Νικαίας , δογμάτισαν καὶ π άλιν τὴ Θεότητα τοῦ Υἱοῦ , καὶ ὡσαύτως τὴ Θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος , π ροσθέτοντας στὸ Σύμβολο τοῦτο τὰ τελευταῖα 5 ἄρθρα , π ρῶτο τῶν ὁ π οίων τό , « Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον , τὸ κύριον , τὸ ζωο π οιόν , τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκ π ορευόμενον , τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμ π ροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον , τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν π ροφητῶν ».
Κατ᾽ ἀναλογίαν ἐνήργησαν καὶ οἱ Πατέρες τῆς ἐ π ὶ Φωτίου τοῦ Μεγάλου συγκληθείσας καὶ θεωρουμένης ὡς Η´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (879-880). Ἡ Σύνοδος συνεκλήθη ἀ π ὸ τὸν Αὐτοκράτορα Βασίλειο τὸν Μακεδόνα , π ρόεδρός της ἦταν ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινου π όλεως ἅγιος Φώτιος καὶ π αρέστησαν σ᾽ αὐτὴ οἱ ἀντι π ρόσω π οι τοῦ Πά π α , καθὼς καὶ ἐκ π ρόσω π οι ὅλων τῶν Πατριαρχείων . Τὰ θέματα , τὰ ὁ π οῖα ἀντιμετώ π ισε ἡ Σύνοδος , ἦταν δογματικὰ καὶ ἐκκλησιολογικά , καὶ ἑ π ομένως ἔχει π ολλὰ τὰ ἐχέγγυα νὰ θεωρεῖται ὡς ἡ Η´ Οἰκουμενική Σύνοδος . Τὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι ἡ ἰδία ἡ Σύνοδος ἔχει τὴν αὐτοσυνειδησία ὅτι εἶναι Οἰκουμενική . Ἡ Σύνοδος αὐτή , ἀφοῦ ἐξέτασε τὰ π ρὸς συζήτηση θέματα , ἐ π ικύρωσε τὶς ἀ π οφάσεις τῆς π ρὶν ἀ π ὸ αὐτὴ Ζ´ οἰκουμενικῆς Συνόδου ( ἔτος 787 μ . Χ .) καὶ στὴ συνέχεια , μεταξὺ ἄλλων , καταδίκασε τὴν αἵρεση τοῦ Filioque, δηλονότι τὴν ἀ π ὸ τοὺς Φράγκους π ροσθήκη στὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως , ὅτι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκ π ορεύεται καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ , καὶ ἀ π έρριψε τὸ π ρωτεῖον τοῦ Πά π α στὴν Ἐκκλησία . Τέλος , εἶναι σημαντικώτατο νὰ τονισθεῖ ὅτι κατὰ τὶς ἅγιες Οἰκουμενικὲς Συνόδους ἐ π ικρατοῦσε ἡ δογματικὴ ἀλήθεια μέσῳ τῆς θεό π νευστης θεολογίας τῶν σὲ κατάσταση θεώσεως τελούντων ἁγίων Πατέρων καὶ ὄχι ἁ π λὰ ἡ γνώμη τῆς π λειονοψηφίας τῶν ἑκάστοτε ἐ π ισκό π ων . Οἱ μὴ εὑρισκόμενοι σὲ κατάσταση θεο π τίας ἀρχιερεῖς ἀκολουθοῦσαν τὴν ἑκάστοτε θεολογικὴ ἀ π όφανση τῶν εὑρισκομένων σὲ δοξασμὸ ἁγίων Πατέρων .
* * *
Τελευτώντας τὸν λόγο, π έραν τοῦ π ρωταγωνιστικοῦ ρόλου τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου κατὰ καὶ μετὰ τὴν Α´ οἰκουμ. Σύνοδο, καθόσον τελοῦμε τὴν π αροῦσα ἀγρυπ νία π ρὸς τιμὴν τοῦ ἱεροῦ Σπ υρίδωνος στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ὀρούντης, θὰ ἀναφερθοῦμε συνοπ τικὰ στὶς θεοσημεῖες τῶν δύο τούτων ἁγίων, μὲ τὶς ὁπ οῖες συνέβαλαν στὸν καθορισμὸ τοῦ Ὀρθοδόξου δόγματος στὴ Νίκαια.
Κατὰ τὶς εἰσαγωγικὲς συνεδρίες τῆς Συνόδου, σύμφωνα π ρὸς τοὺς βυζαντινοὺς Βίους τοῦ ἁγίου Σπ υρίδωνος, ἕνας ἀπ ὸ τοὺς φιλοσόφους π οὺ συνόδευε τὸν Ἄρειο, δεινὸς στὸν λόγο καὶ εὔστροφος στὸ νὰ ἀπ οκρίνεται, ἀντέκρουε μὲ εὐκολία ὅλα τὰ π ροβαλλόμενα ἀπ ὸ τοὺς Ὀρθοδόξους ἐπ ισκόπ ους ἐπ ιχειρήματα ὑπ ὲρ τῆς ὀρθῆς π ίστης καὶ τοὺς ἀπ οστόμωνε. Ἀλλ᾽ ὁ Κύριος, γιὰ νὰ ἀπ οδείξει ὅτι « οὐκ ἐν λόγῳ ἡ ἀλήθεια , ἀλλ᾽ ἐν δυνάμει συνίσταται » (π ρβλ. Α´ Κορ . 4, 20), ἔδωκε χάρισμα λόγου καὶ σοφίας στὸν ταπ εινόφρονα καὶ ὀλιγογράμματο Σπ υρίδωνα, ὁ ὁπ οῖος, μὴ ἀνεχόμενος νὰ βλέπ ει ἐπ αιρόμενο καὶ ἀλαζονευόμενο τὸν φιλόσοφο κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, καίτοι ἀρχικὰ π αρεμπ οδιζόταν ἀπ ὸ τοὺς ἄλλους ἐπ ισκόπ ους, π ροσῆλθε μὲ θάρρος π ρὸς ἐκεῖνο καὶ τοῦ εἶπ ε· « Ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ , ὦ φιλόσοφε , ἄκουσον τὰ τῆς ἀληθείας δόγματα ». Ἐκεῖνος ἀπ άντησε· « Ἐὰν εἴ π ῃς , ἀκούω ». Τότε ὁ ἅγιος ἐξέθεσε σ᾽ αὐτὸν μὲ συντομία τὸ Ὀρθόδοξο δόγμα π ερὶ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἐνσάρκωσης τοῦ Χριστοῦ, καὶ τελευτώντας ρώτησε· « Πιστεύεις τοῦτο , ὦ φιλόσοφε ; » Ἐκεῖνος τότε, ἔχοντας φωτισθεῖ ἀπ ὸ τὴν ἐνοικοῦσα στὸν θεοφόρο Σπ υρίδωνα χάρη, ὁμολόγησε ὅτι συμφωνοῦσε π λήρως π ρὸς τὰ ἐκτεθέντα ἀπ ὸ ἐκεῖνον δόγματα καὶ στρεφόμενος π ρὸς τοὺς μαθητές του, τοὺς π αρότρυνε νὰ ἀκολουθήσουν τὴν π ίστη τοῦ ἁπ λοϊκοῦ ἀλλὰ π λήρους χάριτος ἐπ ισκόπ ου Σπ υρίδωνος. Σύμφωνα μάλιστα π ρὸς ἀρχαία π αράδοση, ἀπ οτυπ ούμενη σὲ π αλαιὲς εἰκόνες τοῦ ἁγίου Σπ υρίδωνος, ὁ ἅγιος, γιὰ νὰ ἐπ ιβεβαιώσει καὶ ὀφθαλμοφανῶς τὸ Ὀρθόδοξο Τριαδικὸ δόγμα, λαμβάνοντας ἕνα κεραμίδι καὶ ἐπ ικαλούμενος τὴν Ἁγία Τριάδα, ἀνέλυσε τὸ κεραμίδι στὰ στοιχεῖα, ἀπ ὸ τὰ ὁπ οῖα εἶχε συντεθεῖ. Δηλονότι, ἡ φλόγα μὲ τὴν ὁπ οία εἶχε ψηθεῖ ἀνέβη ἐπ άνω, τὸ ἐμπ εριεχόμενο νερὸ ἔρρευσε π ρὸς τὰ κάτω καί, τέλος, τὸ χῶμα τοῦ κεραμιδιοῦ π αρέμεινε στὸ χέρι του. Γεμάτοι ἔκπ ληξη οἱ π αριστάμενοι μὲ τὸν φιλόσοφο αἱρετικοί, ζήτησαν νὰ ἀσπ ασθοῦν τὴν Ὀρθοδοξία. Ὁ ἅγιος τότε τοὺς ὁδήγησε στὴν ἐκκλησία, ὅπ ου, ἀπ αρνούμενοι τὴν ἀρειανικὴ αἵρεση καὶ ὁμολογώντας τὴν Ὀρθόδοξη π ίστη, ἔλαβαν τὸ ἅγιο χρῖσμα καὶ ἔγιναν χριστιανοί.
Ἐρχόμενοι στὸν μεγάλο θαυματουργό, ἅγιο Νικόλαο, ἐπ ίσκοπ ο Μύρων τῆς Λυκίας, σύμφωνα μὲ συναξαριακὲς ἀναφορὲς ἀλλὰ καὶ βυζαντινὲς εἰκονογραφικὲς ἀπ εικονίσεις, κατὰ μία συνεδρία τῆς Συνόδου στὴν π αρουσία τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἐνῶ δικαζόταν ὁ Ἄρειος καὶ ἄρχισε νὰ ἐκφέρει βλάσφημους λόγους γιὰ τὸ π ρόσωπ ο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ἱερὸς Νικόλαος, εὑρισκόμενος κοντά του καὶ ὁδηγούμενος ἀπ ὸ θεῖο ζῆλο, ράπ ισε τὸν Ἄρειο στὸ π ρόσωπ ο, γιὰ νὰ π αύσει τὶς βδελυρὲς βλασφημίες του. Ἀλλ᾽ ἐπ ειδὴ τότε ἴσχυε νόμος ὅπ ως αὐτὸς π οὺ ἔδερε κάπ οιον μπ ροστὰ στὸν βασιλέα ἔπ ρεπ ε νὰ τιμωρεῖται αὐστηρά, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ἀγνοώντας τὰ κίνητρα τοῦ ἁγίου, π ρόσταξε νὰ τὸν φυλακίσουν, λέγοντας στοὺς συνοδικοὺς Πατέρες νὰ ἀναβάλουν τὴν κρίση τους γιὰ τὸν Νικόλαο μετὰ τὸ π έρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου. Ἔτσι ὁ ζηλωτὴς τῆς ἀληθείας Νικόλαος ὁδηγήθηκε σιδηροδέσμιος στὴ φυλακή. Ἀλλ᾽ ὁ Δεσπ ότης Χριστὸς καὶ ἡ Θεοτόκος Μαρία, χάριν τῶν ὁπ οίων ἔπ ασχε αὐτά, ἐμφανίσθηκαν σ᾽ αὐτὸν στὴ φυλακὴ καί, ὁ μὲν Κύριος τοῦ ἔδωσε τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο, ἡ δὲ Θεοτόκος ἱερὸ ὡμοφόριο, ἀπ οκαθιστώντας τον μὲ τὸν τρόπ ο αὐτὸ στὸ ἀρχιερατικὸ ἀξίωμα, ἀπ ὸ τὸ ὁπ οῖο οἱ συνοδικοὶ σκέπ τονταν νὰ τὸν καθαιρέσουν γιὰ τὴν ἐν λόγῳ π ράξη του. Ὅταν π ληροφορήθηκε αὐτὰ ὁ αὐτοκράτορας, ἀντιλήφθηκε τὸ σφάλμα του καὶ τὸν θεῖο ζῆλο τοῦ Νικολάου. Ἀφοῦ δὲ τὸν ἀπ έλυσε ἀπ ὸ τὴ φυλακὴ καὶ ζήτησε συγνώμη, τὸν ἀπ έστειλε μὲ τιμὲς στὴν ἐπ αρχία του.
* * *
Ἂς π αρακαλέσουμε καὶ ἐμεῖς, ἀδελφοί, τοὺς μεγάλους τούτους ἁγίους, Σπ υρίδωνα καὶ Νικόλαο, μὲ ὅλους τοὺς ἁγίους Πατέρες τῆς Α´ οἰκουμενικῆς Συνόδου, νὰ π ρεσβεύουν γιὰ μᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς χριστιανοὺς τῶν ἐσχάτων τούτων χρόνων, ὥστε νὰ τηροῦμε κατὰ π άντα τὴν Ὀρθόδοξη π ίστη π οὺ αὐτοὶ διακήρυξαν καὶ στερέωσαν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχουμε μετάνοια, π ίστη, ὑπ ομονὴ καὶ ὁμολογιακὸ φρόνημα, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως νὰ ἀκούσουμε ἀπ ὸ τὸν δίκαιο Κριτή· « καθ᾽ ὅσον ὁμολογήσατε ἐν ἐμοὶ ἔμ π ροσθεν τῶν ἀνθρώ π ων , ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν ὑμῖν ἔμ π ροσθεν τοῦ π ατρὸς μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς . Εἰσέλθετε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου ὑμῶν » (π ρβλ. Ματθ . 10,32· 25,21). Ἀμήν. Γένοιτο, Κύριε!