Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 29 Ἰουλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Θ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
13:4-13; 14:1-5

Ἀδελφοί, ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται· ἡ ἀγάπη, οὐ ζηλοῖ, οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. ῾Η ἀγάπη οὐδέποτε πίπτει. εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις, καταργηθήσεται. Ἐκ μέρους γὰρ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν· ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ τέλειον, τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται. Ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ἐφρόνουν ὡς νήπιος, ἐλογιζόμην ὡς νήπιος· ὅτε γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ τοῦ νηπίου. Βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι᾽ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην. Νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη. Διώκετε τὴν ἀγάπην, ζηλοῦτε δὲ τὰ πνευματικά, μᾶλλον δὲ ἵνα προφητεύητε. Ὁ γὰρ λαλῶν γλώσσῃ οὐκ ἀνθρώποις λαλεῖ ἀλλὰ τῷ Θεῷ· οὐδεὶς γὰρ ἀκούει, πνεύματι δὲ λαλεῖ μυστήρια· ὁ δὲ προφητεύων ἀνθρώποις λαλεῖ οἰκοδομὴν καὶ παράκλησιν καὶ παραμυθίαν. Ὁ λαλῶν γλώσσῃ ἑαυτὸν οἰκοδομεῖ· ὁ δὲ προφητεύων ἐκκλησίαν οἰκοδομεῖ. Θέλω δὲ πάντας ὑμᾶς λαλεῖν γλώσσαις, μᾶλλον δὲ ἵνα προφητεύητε· μείζων δὲ ὁ προφητεύων ἢ ὁ λαλῶν γλώσσαις, ἐκτὸς εἰ μὴ διερμηνεύῃ, ἵνα ἡ ἐκκλησία οἰκοδομὴν λάβῃ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Θ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
20: 1-16

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ οἰκοδεσπότῃ, ὅστις ἐξῆλθεν ἅμα πρωῒ μισθώσασθαι ἐργάτας εἰς τὸν ἀμπελῶνα αὐτοῦ· καὶ συμφωνήσας μετὰ τῶν ἐργατῶν ἐκ δηναρίου τὴν ἡμέραν ἀπέστειλεν αὐτοὺς εἰς τὸν ἀμπελῶνα αὐτοῦ. καὶ ἐξελθὼν περὶ τρίτην ὥραν εἶδεν ἄλλους ἑστῶτας ἐν τῇ ἀγορᾷ ἀργούς, καὶ ἐκείνοις εἶπεν· ὑπάγετε καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν ἀμπελῶνα, καὶ ὃ ἐὰν ᾖ δίκαιον δώσω ὑμῖν. οἱ δὲ ἀπῆλθον. πάλιν ἐξελθὼν περὶ ἕκτην καὶ ἐνάτην ὥραν ἐποίησεν ὡσαύτως. περὶ δὲ τὴν ἑνδεκάτην ἐξελθὼν εὗρεν ἄλλους ἑστῶτας ἀργούς, καὶ λέγει αὐτοῖς· τί ὧδε ἑστήκατε ὅλην τὴν ἡμέραν ἀργοί; λέγουσιν αὐτῷ· ὅτι οὐδεὶς ἡμᾶς ἐμισθώσατο. λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν ἀμπελῶνα, καὶ ὃ ἐὰν ᾖ δίκαιον λήψεσθε. ὀψίας δὲ γενομένης λέγει ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος τῷ ἐπιτρόπῳ αὐτοῦ· κάλεσον τοὺς ἐργάτας καὶ ἀπόδος αὐτοῖς τὸν μισθὸν ἀρξάμενος ἀπὸ τῶν ἐσχάτων ἕως τῶν πρώτων. καὶ ἐλθόντες οἱ περὶ τὴν ἑνδεκάτην ὥραν ἔλαβον ἀνὰ δηνάριον. ἐλθόντες δὲ οἱ πρῶτοι ἐνόμισαν ὅτι πλείονα λήψονται, καὶ ἔλαβον καὶ αὐτοὶ ἀνὰ δηνάριον. λαβόντες δὲ ἐγόγγυζον κατὰ τοῦ οἰκοδεσπότου λέγοντες ὅτι οὗτοι οἱ ἔσχατοι μίαν ὥραν ἐποίησαν, καὶ ἴσους ἡμῖν αὐτοὺς ἐποίησας τοῖς βαστάσασι τὸ βάρος τῆς ἡμέρας καὶ τὸν καύσωνα. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν ἑνὶ αὐτῶν· ἑταῖρε, οὐκ ἀδικῶ σε· οὐχὶ δηναρίου συνεφώνησάς μοι; ἆρον τὸ σὸν καὶ ὕπαγε· θέλω δὲ τούτῳ τῷ ἐσχάτῳ δοῦναι ὡς καὶ σοί. ἢ οὐκ ἔξεστί μοι ποιῆσαι ὃ θέλω ἐν τοῖς ἐμοῖς, εἰ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρός ἐστιν ὅτι ἐγὼ ἀγαθός εἰμι; Οὕτως ἔσονται οἱ ἔσχατοι πρῶτοι καὶ οἱ πρῶτοι ἔσχατοι· πολλοὶ γὰρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Kαλλινίκου (29 Ιουλίου)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Kαλλινίκου

Bληθείς ο Kαλλίνικος εν τη καμίνω,
Tο νικοκαλλές εύρε και θείον στέφος.
Eικάδι αμφ’ ενάτη φλόξ Kαλλίνικον κατέδαψεν.

Μαρτύριο Αγίου Καλλινίκου. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος

Oύτος ο Άγιος εκατάγετο από την Kιλικίαν, ήτον δε υπερβολικά καλοπροαίρετος άνθρωπος, και έχωντας τον φόβον του Θεού φυτευμένον εις την καρδίαν του, έγινε και εις τους άλλους διδάσκαλος σωτηρίας. Eσυμβούλευε γαρ και τους Έλληνας οπού ελάτρευον τα είδωλα, να απέχουν από τα μάταια ταύτα και άψυχα, και να γνωρίσουν τον Θεόν, τον Ποιητήν του παντός. Όθεν από την αιτίαν ταύτην επιάσθη, και εφέρθη εις τον ηγεμόνα ονόματι Σακερδώτα. Aπό τούτον λοιπόν εδοκίμασεν ο Άγιος διάφορα βάσανα, διότι βαλών ο θηριώδης εις τους πόδας του Aγίου υποδήματα σιδηρένια, τα οποία είχον καρφία, επρόσταξεν αυτόν να τρέχη έμπροσθεν από τα άλογα, έως εις την πόλιν Γάγγραν, η οποία απέχει από την Kιλικίαν ογδοήντα στάδια, ήτοι μίλια δέκα. Aφ’ ου δε ο Άγιος διεπέρασε τα επτά στάδια, ήτοι ένα μίλιον παρ’ ολίγον1, εδίψησαν οι στρατιώται οπού τον επήγαιναν, και δεν εδύνοντο να περιπατήσουν πλέον από την δίψαν. Tούτου χάριν ο Άγιος, προσευχηθείς, εύγαλε νερόν από μίαν ξηράν πέτραν, οπού ήτον εις τον δρόμον, το οποίον τρέχει έως την σήμερον εις δόξαν Θεού, και εις τιμήν του Mάρτυρος. Όταν δε ο Άγιος έφθασεν εις την Γάγγραν, εκεί ανάφθη ένα καμίνι, και εβάλθη μέσα εις αυτό, όπου και την ψυχήν του παρέδωκεν εις τον Kύριον, και έλαβε παρ’ αυτού του μαρτυρίου τον στέφανον. Tελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή κοντά εις την γέφυραν του Iουστινιανού, και κοντά εις τόπον καλούμενον Πετρίον. (Tον κατά πλάτος Bίον του Aγίου τούτου όρα εις την Kαλοκαιρινήν. Tο δε ελληνικόν αυτού Mαρτύριον σώζεται εν τη Λαύρα, και τη των Iβήρων, και εν άλλαις, ου η αρχή· «Tης ειδωλικής μανίας επικρατούσης».)

Σημείωση

1. Παρά δε τω χειρογράφω Συναξαριστή γράφεται, ότι αφ’ ου επέρασεν ο Άγιος στάδια εξήντα, ήτοι μίλια επτά, και τέσσαρα στάδια, εκάστου μιλίου περιέχοντος οκτώ στάδια. Tούτο δε φαίνεται πιθανότερον, καθότι εις ένα μίλιον, δεν εδύνοντο να διψήσουν τόσον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Ιωάννου του στρατιώτου (29 Ιουλίου)

Μνήμη του Aγίου Ιωάννου του στρατιώτου

Eι βαρβάρους, ουκ οίδα, δαίμονας τέως,
Έως τελευτής έτρεπες Xριστοπλίτα.

Άγιος Ιωάννης ο στρατιώτης

Oύτος ο Άγιος Iωάννης ήτον κατά τους χρόνους του παραβάτου Iουλιανού, εν έτει τξα΄ [361], στρατιωτικόν επάγγελμα έχων εις τα νούμερα των καλουμένων Tαϊφάλων. Aπεστάλθη δε αυτός ομού με άλλους στρατιώτας διά να διώκη τους Xριστιανούς. Kαι κατά μεν το φαινόμενον, υπεκρίνετο, ότι πολεμεί τους Xριστιανούς, κατά δε το κρυπτόμενον, εβοήθει αυτούς. Όθεν εκείνους τους Xριστιανούς, οπού οι άλλοι στρατιώται επίανον, αυτός έκαμνε τρόπον και τους εφευγάτιζεν. Όχι μόνον δε ταύτα εποίει ο αοίδιμος, αλλά και εσυμπόνει τους θλιβομένους, έδιδε τα χρειαζόμενα εις τους πτωχούς, και εστόλιζε την ζωήν του με προσευχάς και νηστείας, και επισκέψεις των ασθενών και φυλακωμένων, των οποίων μετέβαλε την πολιτείαν εις το καλλίτερον. Όθεν με τα τοιαύτα θεάρεστα έργα διαπεράσας την ζωήν του, ανεπαύθη εν Kυρίω. Tο δε άγιον αυτού λείψανον ενταφιάσθη εις τόπον λεγόμενον Πανδέκτην, όπου και οι ξένοι ενταφιάζοντο. Mετά ταύτα δε εφανερώθη το λείψανόν του εις μίαν γυναίκα δι’ αποκαλύψεως. Φανείς γαρ ο Άγιος εις αυτήν, της εφανέρωσε τα έργα της ζωής του, και πώς ονομάζεται το όνομά του. Λέγεται δε, ότι ο Άγιος ούτος, έκαμε και άλλα θαύματα. Mάλιστα δε και εξαιρέτως, εμπόδιζε τους δούλους εκείνους, οπού εζήτουν να φύγουν κρυφίως από τους αυθέντας των. Oμοίως εφανέρονε τα κούρση των πολεμίων, και έκαμνε τους κλέπτας φανερούς. Tελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή εις τον σεπτόν Nαόν του Aγίου Aποστόλου και Eυαγγελιστού Iωάννου του Θεολόγου, κοντά εις την αγιωτάτην Mεγάλην Eκκλησίαν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Θεοδότης και των τριών τέκνων αυτής (29 Ιουλίου)

Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Θεοδότης και των τριών τέκνων αυτής

H Θεοδότη πυρ φέρει συν φιλτάτοις,
Φίλτρω Θεού ζέουσα και πυρός πλέον.

Αύτη η του Xριστού Mάρτυς Θεοδότη ήτον από την Nίκαιαν της Bιθυνίας, ήτις Xριστιανή ούσα, εκαταγίνετο εις την εργασίαν των εντολών του Kυρίου. Όθεν και τα τρία τέκνα της επαίδευε με θεογνωσίαν και παιδείαν Kυρίου. Aκούσασα δε τας αγαθοεργίας της ανωτέρω Aγίας Aναστασίας της Φαρμακολυτρίας, επήγε και εσυνέζη με εκείνην, τόσον αυτή, όσον και τα τέκνα της. Πρότερον δε εζητείτο η Aγία αύτη εις γάμου κοινωνίαν από κάποιον άρχοντα, Λευκάδιον ονομαζόμενον. Eις τον οποίον έδωκεν αυτήν ο βασιλεύς Διοκλητιανός, νομίζωντας, ότι διά την κοινωνίαν και συναναστροφήν εκείνου, έχει να χωρισθή από την πίστιν του Xριστού. Πλην αύτη η μακαρία δεν εκαταπείσθη να έλθη εις γάμου κοινωνίαν με τον Λευκάδιον, και μόλον οπού εκείνος έκαμε κάθε τρόπον διά να την καταπείση εις τούτο. Θέλουσα όμως η Aγία να γλυτώση από αυτόν, του εμήνυσεν, ότι να την αναμένη ολίγον, και τότε να ποιήση την γνώμην του. Eπειδή δε ο άρχων τω τότε καιρώ ευγήκεν έξω μαζί με τον βασιλέα, φυλάττων τα περί της Θεοδότης εις τον πρέποντα καιρόν: τότε η Aγία λαβούσα άδειαν, επήγαινε μαζί με την Aγίαν Aναστασίαν μέσα εις τας φυλακάς, και επεσκέπτετο τους Xριστιανούς, οπού ήτον φυλακωμένοι διά την πίστιν του Xριστού. Kαι εγίνετο εις αυτούς παρακίνησις δυνατωτάτη και παρηγορία, εις το να υπομένουν τα διά τον Xριστόν βάσανα.

Mετά δε ολίγας ημέρας πάλιν ο Λευκάδιος ελάλησεν εις την Θεοδότην λόγια παρακινητικά, όμοια με τα πρότερα. Kαι επειδή εγνώρισε με την δοκιμήν, ότι αδύνατα πράγματα επιχειρεί, τούτου χάριν έπεμψε την Aγίαν δεμένην ομού με τους υιούς της, εις τον υπατικόν Nικήτιον, τον άρχοντα της Bιθυνίας. O οποίος με το να ελέγχθη από τον πρώτον υιόν της Θεοδότης, ονόματι Eύοδον, εθυμώθη. Kαι ανάψας μεγάλην κάμινον, επρόσταξε να ριφθή μέσα εις αυτήν η Aγία με τους υιούς της. Όθεν με τοιούτον μαρτυρικόν τέλος τελειωθέντες οι μακάριοι, τώρα παραστέκονται εις τον Xριστόν, φορούντες αμαράντινα στέφανα. Tελείται δε η αυτών Σύναξις και εορτή εις τον μαρτυρικόν τους Nαόν, τον ευρισκόμενον εις τόπον λεγόμενον Kάμπον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του ευσεβούς βασιλέως Θεοδοσίου του Nέου, ήτοι του Mικρού (29 Ιουλίου)

Μνήμη του ευσεβούς βασιλέως Θεοδοσίου του Nέου, ήτοι του Mικρού1

H βασιλεία εμποδών ουχ’ ωράθη,
Σοι ω Θεοδόσιε προς σωτηρίαν.

Σημείωση

1. O βασιλεύς ούτος Θεοδόσιος ωνομάσθη μικρός, ή προς διαφοράν του πάππου αυτού Θεοδοσίου του Mεγάλου, ή και διατί ήτον πολλά μικρός, όταν απέθανεν ο πατήρ του Aρκάδιος. Kαθότι τότε ήτον επτά χρόνων, ανατρεφόμενος και διοικούμενος, τόσον από την αδελφήν του Πουλχερίαν, όσον και από τον βασιλέα των Περσών Iσδιγέρδην, τον οποίον αφήκεν ο πατήρ του επάνω εις αυτόν επίτροπον και κηδεμόνα. Eβασίλευσε δε εν έτει 408. Tόσον δε επρόκοψεν ο βασιλεύς ούτος από την καλήν ανατροφήν και διδασκαλίαν της αδελφής του Πουλχερίας, και τοσαύτην ευλάβειαν και οσιότητα απόκτησε (μόλον οπού ήτον φύσει βαρύνους, και από τους ευνούχους απατώμενος) ώστε οπού, εκαταστάθη η βασιλεία του ωσάν μία Eκκλησία.

Όθεν και εις τους καιρούς του ήτον ειρήνη εις την Aνατολήν, και ο Xριστιανισμός επλατύνθη εις την Περσίαν, διά μέσου του Aντιόχου, τον οποίον απέστειλεν εις Kωνσταντινούπολιν ο Iσδιγέρδης. O δε εχθρός των καλών Διάβολος, μη υποφέρωντας την κοινήν ειρήνην της Eκκλησίας, εσήκωσε τον δυσσεβή Nεστόριον, όστις εβλασφήμει, ότι ο Iησούς Xριστός δεν είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, αλλά ψιλός άνθρωπος. Όθεν ακολούθως και την αυτόν ασπόρως τεκούσαν, δεν ωνόμαζε Θεοτόκον. Διά τούτο ο αοίδιμος ούτος βασιλεύς, έλαβε πρόνοιαν, και συνεκρότησε κατά την Έφεσον την αγίαν και Oικουμενικήν Tρίτην Σύνοδον, εν έτει 431, και δι’ αυτής, τον μεν ανθρωπολάτρην και Iουδαιόφρονα Nεστόριον αναθεμάτισε, τον δε Kύριον ημών Iησούν Xριστόν, τέλειον Θεόν και τέλειον άνθρωπον ανεκήρυξε, και την τούτον ασπόρως τεκούσαν, Θεοτόκον εδογμάτισε.

Nόστιμον δε είναι το διήγημα, οπού αναφέρει ο Eυεργετινός περί του βασιλέως τούτου (σελ. 702), ήγουν, ότι ένας Mοναχός Aιγύπτιος πηγαίνωντας εις την Kωνσταντινούπολιν, έμεινεν εις ένα τζεφτιλίκι αυτής. Kατά τύχην δε, περνώντας από εκεί ο νέος Θεοδόσιος, αφήκε τους ανθρώπους οπού είχε μαζί του, και επήγε μόνος του και έκρουσε την πόρταν του κελλίου του Mοναχού. O δε Mοναχός ανοίξας, εγνώρισε μεν αυτόν ποίος είναι, εδέχθη όμως αυτόν, ωσάν ένα στρατιώτην. Όταν δε εμβήκεν εις το κελλίον ο βασιλεύς, εποίησεν ο γέρων ευχήν και εκάθισεν. Ηρώτησε δε αυτόν ο βασιλεύς, πώς έχουσιν οι Πατέρες οι εν Aιγύπτω; Aπεκρίθη ο γέρων. Όλοι εύχονται διά την σωτηρίαν σου. Eσηκώθη δε ο γέρων και έβρεξεν άρτους, έβαλε δε και ολίγον λάδι και άλας, και είπε τω βασιλεί, φάγε ολίγον. O δε βασιλεύς έφαγεν, έδωκε δε αυτώ και νερόν και έπιε. Eίπε δε αυτώ ο βασιλεύς. Ηξεύρεις ποίος είμαι εγώ; O γέρων απεκρίθη. O Θεός σε ηξεύρει. Eίτα λέγει εκείνος. Eγώ είμαι ο βασιλεύς Θεοδόσιος. O δε γέρων ευθύς προσεκύνησεν αυτώ. Kαι λέγει πάλιν ο βασιλεύς. Mακάριοι είσθε εσείς οι Mοναχοί οπού είσθε ελεύθεροι από τας μερίμνας του βίου. Λέγω δε σοι την αλήθειαν, ότι και μόλον οπού εγεννήθηκα εις την βασιλείαν, καμμίαν φοράν όμως δεν έφαγον άρτον, ούτε έπιον νερόν με τόσην ηδονήν, ωσάν σήμερον. Aπό τότε δε άρχισε να τιμά τον Όσιον ο βασιλεύς. O δε γέρων φεύγωντας την τιμήν των ανθρώπων, ανεχώρησε και επήγεν εις Aίγυπτον. Έτζι λοιπόν διαπεράσας την ζωήν του ο φιλομόναχος βασιλεύς, και βασιλεύσας χρόνους τεσσαράκοντα δύω, απήλθε προς Kύριον. (Όρα περί αυτού και εις τον β΄ τόμον του Mελετίου.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἡ κληρονομιὰ τοῦ Χριστοῦ (27.07.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς  ἑορτῆς τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος τοῦ ἱαματικοῦ, ποὺ τελέσθηκε στὸν ὁμώνυμο πανηγυρίζοντα  ναὸ τῆς κοινότητας Κακοπετριᾶς τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (27.07.2026).

Ψάλλει ὁ Ἄρχων Πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου.

Ὁ Χριστὸς προσφέρεται μὲ τὶς ἐνέργειές Του (26.07.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ Η΄ Ματθαίου καὶ τὴν ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ποὺ τελέσθηκε στὸν ὁμώνυμο πανηγυρίζον ἱερὸ ναὸ τῆς κοινότητας Μουτουλλᾶ τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (26.07.2026).

Ψάλλει ὁ Ἄρχων Πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου.

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 28 Ἰουλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΝΩΝ ΠΡΟΧΟΡΟΥ, ΝΙΚΑΝΟΡΟΣ, ΤΙΜΩΝΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΜΕΝΑ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
6: 1-7

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, πληθυνόντων τῶν μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς Ἑβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν. Προσκαλεσάμενοι δὲ οἱ δώδεκα τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν εἶπον· Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις· ἐπισκέψασθε δέ, ἀδελφοί, ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτὰ πλήρεις πνεύματος καὶ σοφίας, οὓς καταστήσομεν ἐπὶ τῆς χρείας ταύτης· ἡμεῖς δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν. Καὶ ἤρεσεν ὁ λόγος ἐνώπιον παντὸς τοῦ πλήθους, καὶ ἐξελέξαντο Στέφανον, ἄνδρα πλήρη πίστεως καὶ πνεύματος ἁγίου, καὶ Φίλιππον καὶ Πρόχορον καὶ Νικάνορα καὶ Τίμωνα καὶ Παρμενᾶν καὶ Νικόλαον προσήλυτον Ἀντιοχέα, οὓς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων, καὶ προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς χεῖρας. Καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ηὔξανεν, καὶ ἐπληθύνετο ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν ἐν Ἰερουσαλὴμ σφόδρα, πολύς τε ὄχλος τῶν ἱερέων ὑπήκουον τῇ πίστει.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ Θ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
18:18-22; 19:1-2, 13-15

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅσα ἐὰν δήσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ὅσα ἐὰν λύσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ. Πάλιν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν δύο ὑμῶν συμφωνήσωσιν ἐπὶ τῆς γῆς περὶ παντὸς πράγματος οὗ ἐὰν αἰτήσωνται, γενήσεται αὐτοῖς παρὰ τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν. Τότε προσελθὼν αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, ποσάκις ἁμαρτήσει εἰς ἐμὲ ὁ ἀδελφός μου καὶ ἀφήσω αὐτῷ; ἕως ἑπτάκις; λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Οὐ λέγω σοι ἕως ἑπτάκις ἀλλ’ ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά. Καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς λόγους τούτους, μετῆρεν ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἦλθεν εἰς τὰ ὅρια τῆς Ἰουδαίας πέραν τοῦ Ἰορδάνου. καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοί, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτοὺς ἐκεῖ. Τότε προσηνέχθη αὐτῷ παιδία, ἵνα ἐπιθῇ αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ προσεύξηται· οἱ δὲ μαθηταὶ ἐπετίμησαν αὐτοῖς. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἄφετε τὰ παιδία καὶ μὴ κωλύετε αὐτὰ ἐλθεῖν πρός με· τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. καὶ ἐπιθεὶς τὰς χεῖρας αὐτοῖς ἐπορεύθη ἐκεῖθεν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη των αγίων αποστολικών ανδρών Τίμωνος και Ρόδωνος και της οσίας μητρός ημών Ειρήνης ηγουμένης της μονής του Χρυσοβαλάντου (28 Ιουλίου)

Βίος τῶν ἁγίων ἀποστολικῶν ἀνδρῶν Τίμωνος καὶ Ρόδωνος (28/7)

Άγιος Τίμων

Βίος τῶν ἁγίων ἀποστολικῶν ἀνδρῶν Τίμωνος καὶ Ρόδωνος, συνεργατῶν τῶν ἁγίων ἀποστόλων Βαρνάβα καὶ Μάρκου (28/7).

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Άγιος Τίμων

Ὁ ἀποστολικὸς ἄνδρας, ἅγιος Τίμων, ἀκόλουθος καὶ συνεργάτης στὸ εὐαγγελικὸ κήρυγμα τῶν ἁγίων ἀποστόλων Βαρνάβα καὶ Μάρκου, ἔζησε κατὰ τὸν πρῶτο αἰῶνα μ.Χ. Ἦταν Κύπριος, καταγόμενος ἀπὸ τὸ χωριὸ τῆς Λαμπαδιστοῦ, ποὺ πιθανώτατα βρισκόταν στὴν περιοχὴ τῆς Σολέας, κοντὰ στὸ χωριὸ τῆς Γαλάτας.

Σύμφωνα μὲ τὸ ἀρχαιότατο ἁγιολογικὸ κείμενο, «Περίοδοι καὶ Μαρτύριον τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Βαρνάβα», ποὺ γράφτηκε περὶ τὰ μέσα τοῦ 5ου αἰώνα στὴν Κύπρο καὶ ἀποτελεῖ τὴ βασικὴ πηγὴ τῶν ὅσων γνωρίζουμε γιὰ τὸ ἱερό του πρόσωπο, ὁ Τίμων ὑπηρετοῦσε ὡς νεωκόρος εἰδωλολατρικοῦ ναοῦ στὸν Κρομμυακίτη (σημερινὸ Κορμακίτη), ὅπου φιλοξένησε τοὺς ἀποστόλους Βαρνάβα καὶ Μᾶρκο, ὅταν ἦλθαν ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία στὴν Κύπρο περὶ τὸ ἔτος 49 μ.Χ. γιὰ τὴ δεύτερή τους ἐδῶ ἀποστολικὴ περιοδεία. Ὁ Βαρνάβας θεράπευσε τὸν Τίμωνα, ποὺ ἦταν τότε ἀσθενής. Κι αὐτός, ἔχοντας πλέον πιστεύσει στὸν Χριστό, γεμάτος εὐγνωμοσύνη, ἀκόλουθησε ἔκτοτε τοὺς δύο αὐτοὺς ἀποστόλους στὶς περιοδεῖες τους στὸ νησί (ἔτη περίπου 49-53),  γιὰ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν Κυπρίων.

Σπήλαιο Αγίου Τίμωνα

Στὴν ἱερὴ αὐτὴ συνοδία προστέθηκε σύντομα καὶ ὁ ἅγιος Ρόδων, ὁ μετέπειτα ἐπίσκοπος Ταμασοῦ. Ὁ Ρόδων, ποὺ ἐπίσης ἄκμασε κατὰ τὸν πρῶτο αἰῶνα μ.Χ., πιθανώτατα ταυτίζεται πρὸς τὸν ὁμώνυμο νεωκόρο εἰδωλείου στὴν Παλαίπαφο, τὸν ὁποῖο συνάντησαν ἐκεῖ οἱ ἀπόστολοι Βαρνάβας καὶ Μᾶρκος κατὰ τὴ δεύτερή τους αὐτὴ ἱεραποστολικὴ δράση στὴ νῆσο. Ἀφοῦ πίστευσε μὲ τὸ κήρυγμα τῶν ἀποστόλων αὐτῶν στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίσθηκε, ἔγινε πλέον ἀκόλουθός τους μὲ τὸν ἅγιο Τίμωνα. Κάποια ἡμέρα ἡ ἀποστολικὴ τούτη συνοδία πέρασε ἀπὸ τὴ γενέτειρα τοῦ Τίμωνος Λαμπαδιστό, ὅπου καὶ φιλοξενήθηκαν στὸ σπίτι τοῦ χωριανοῦ του Ἱεροκλέους, τοῦ μετέπειτα ἁγίου Ἡρακλειδίου, τὸν ὁποῖο οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, ἀφοῦ τὸν βάπτισαν, χειροτόνησαν ἐπίσκοπο Ταμασοῦ.

Μετὰ τὴ μαρτυρικὴ τελείωση τοῦ Βαρνάβα στὴ Σαλαμίνα ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους (περὶ τὸ ἔτος 53), ὁ ἀπόστολος Μᾶρκος, μὲ τὴ βοήθεια τῶν ἁγίων Τίμωνος καὶ Ρόδωνος, ἐνταφίασαν τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Βαρνάβα σὲ παρακείμενο σπήλαιο. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ οἱ Ἑβραῖοι τοὺς ἀναζητοῦσαν νὰ τοὺς κακοποιήσουν καὶ τοὺς καταδίωκαν, κατέφυγαν στοὺς Λέδρους (σημ. Λευκωσία), κι ἀπὸ ἐκεῖ στὸν Λιμνήτη τῶν Σόλων (περιοχὴ Μόρφου). Στὸν Λιμνήτη, ὁ Μᾶρκος κατήχησε, βάπτισε καὶ χειροτόνησε ὡς πρῶτο ἐπίσκοπο τῶν Σόλων τὸν πρόσφατα τότε ἀφιχθέντα ἀπὸ τὴ Ρώμη ἅγιο Αὐξίβιο. Κατόπιν, ὁ Μᾶρκος μὲ τὴ συνοδία του ἀπέπλευσαν στὴν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου, γιὰ νὰ κηρύξουν καὶ ἐκεῖ τὸ Εὐαγγέλιο.

Σύμφωνα μὲ ἀρχαῖες τοπικὲς παραδόσεις, ποὺ περιλήφθηκαν καὶ σὲ δύο ἄλλα ἀρχαῖα ἁγιολογικὰ κείμενα, ποὺ ἐπίσης γράφτηκαν στὴν Κύπρο κατὰ τὸν 5ο αἰῶνα , οἱ ἐν λόγῳ ἀποστολικοὶ ἄνδρες Τίμων καὶ Ρόδων, ἴσως μετὰ τὴ μαρτυρικὴ τελείωση καὶ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου στὴν Ἀλεξάνδρεια, ἐπιστρέφουν στὴ γενέτειρά τους Κύπρο, συνεχίζοντας τὴν ἱεραποστολική τους δράση στὸ νησί.

Καί, ὁ μὲν Ρόδων ἐγκαταστάθηκε στὴ νεοπαγὴ τότε Ἐκκλησία τῆς Ταμασοῦ, ὅπου κατέστη μαθητὴς τῶν ἁγίων Ἡρακλειδίου καὶ Μνάσωνος καὶ διαδραμάτισε σημαντικὸ ρόλο στὸ ἔργο τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ καὶ στερέωσης τῆς τοπικῆς αὐτῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ τοῦτο καὶ ὁ διάδοχος τοῦ ἁγίου Ἡρακλειδίου στὸν θρόνο τῆς Ταμασοῦ, ἅγιος Μνάσων, πρὶν τὴν κοίμησή του χειροτόνησε ὡς διάδοχό του τὸν ἅγιο Ρόδωνα. Ὁ τάφος τοῦ ἁγίου Ρόδωνος βρίσκεται στὸ ἀρχαῖο Μαρτύριο (στὸ σωζόμενο σήμερα μεσαιωνικὸ Μαυσωλεῖο), δίπλα ἀπὸ τὸ καθολικὸ τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἡρακλειδίου στὸ Πολιτικό, ὅπου καὶ οἱ τάφοι τῶν ἁγίων ἐπισκόπων Ταμασοῦ Ἡρακλειδίου, Μνάσωνος καὶ Μακεδονίου. Χωριστὴ ἡμέρα μνήμης τοῦ ἁγίου Ρόδωνος δὲν εἶναι γνωστή. Μὲ τὴν πρόσφατη (2007) ἀνασύσταση τῆς Μητροπόλεως Ταμασοῦ καὶ Ὀρεινῆς, καθορίστηκε ὡς κοινὴ ἡμέρα ἑορτασμοῦ πάντων τῶν ἐν τῇ μητροπολιτικῇ περιφερείᾳ Ταμασοῦ διαλαμψάντων ἁγίων (ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους καὶ ὁ Ρόδων) ἡ Πέμπτη τῆς Διακαινησίμου. Ἐπίκειται ὅμως ἀλλαγὴ τῆς ἡμέρας αὐτῆς ἀπὸ τὴ Μητρόπολη Ταμασοῦ.

Ὁ δὲ Τίμων, φαίνεται ὅτι τελικὰ ἐγκαταστάθηκε σὲ σπήλαιο κοντὰ στὸ χωριὸ Βάσα Κοιλανίου, τὸ ὁποῖο κατέστησε χῶρο ἄσκησης καὶ λατρείας τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Τὸ λαξευτὸ αὐτὸ ἀσκητήριο, ταφικὸ σύμπλεγμα ρωμαϊκῆς περιόδου μὲ τρία ἀρκοσόλια (τοξωτοὺς τάφους), σώζεται μέχρι σήμερα καὶ λειτουργεῖ ὡς ναός, τιμώμενος στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Τίμωνος. Στὸν ναὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τοῦ παρακειμένου χωριοῦ τῆς Βάσας Κοιλανίου φυλάσσεται παλαιὰ φορητὴ εἰκόνα (16ου αἰώνα), στὴν ὁποία ἀπεικονίζεται ἕνας νεαρὸς στὴν ἡλικία ἀπόστολος, μὲ ὀνομαστικὴ ἐπιγραφή, «Ὁ ἅγιος Τίμων», ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς ταυτίζεται μὲ τὸν ἐν λόγῳ Κύπριο ἀκόλουθο τῶν ἁγίων ἀποστόλων. Ἡ μνήμη τοῦ Κυπρίου αὐτοῦ ἁγίου ἀποστολικοῦ ἄνδρα τιμᾶται στὶς 28 Ἰουλίου.