Μνήμη της Αγίας Οσιομάρτυρος Φιλοθέης της Αθηναίας (19 Φεβρουαρίου)

Μνήμη της Αγίας Οσιομάρτυρος Φιλοθέης της Αθηναίας

Όρπηξ Αθηνών εστίν η Φιλοθέη,
Εχθρόν βαλούσα σταυρού τη πανοπλία.

Η Αγία Φιλοθέη γεννήθηκε το έτος 1522 μ.Χ. στην τουρκοκρατούμενη τότε Αθήνα. Οι ευσεβείς γονείς της ονομάζονταν Άγγελος και Συρίγα Μπενιζέλου. Η μητέρα της ήταν στείρα και απέκτησε την Αγία μετά από θερμή και συνεχή προσευχή.

Ο Κύριος που ικανοποιεί το θέλημα εκείνων που Τον σέβονται και Τον αγαπούν, άκουσε την δέησή της. Και πράγματι, μια ημέρα η Συρίγα μπήκε κατά την συνήθειά της στο ναό της Θεοτόκου για να προσευχηθεί και από τον κόπο της έντονης και επίμονης προσευχής την πήρε για λίγο ο ύπνος. Τότε ακριβώς είδε ένα θαυμαστό όραμα. Ένα φως ισχυρό και λαμπρό βγήκε από την εικόνα της Θεομήτορος και εισήλθε στην κοιλιά της. Έτσι ξύπνησε αμέσως και έκρινε ότι το όραμα αυτό σήμαινε στην ικανοποίηση του αιτήματός της. Έτσι κι έγινε. Ύστερα από λίγο καιρό η Συρίγα έμεινε έγκυος και έφερε στον κόσμο τη μονάκριβη θυγατέρα της.

Μαζί με την Χριστιανική ανατροφή, έδωσαν στην μοναχοκόρη τους και κάθε δυνατή, για την εποχή εκείνη, μόρφωση. Έτσι η Ρηγούλα (ή Ρεβούλα, δηλαδή Παρασκευούλα), αυτό ήταν το όνομά της προτού γίνει μοναχή, όσο αύξανε κατά την σωματική ηλικία, τόσο προέκοπτε και κατά την ψυχή, όπως λέει το συναξάρι της.

Σε ηλικία 14 χρονών, οι γονείς της την πάντρεψαν, παρά την θέλησή της, με έναν από τους άρχοντες της Αθήνας. Αργότερα, αφού πέθαναν οι γονείς και ο σύζυγός της, ήρθε η ώρα να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο πόθο της. Αφιερώνεται εξ ολοκλήρου στον Χριστό, γίνεται μοναχή και παίρνει το όνομα Φιλοθέη.

Κατ’ αρχήν, ύστερα από εντολή του Αγίου Ανδρέα του Πρωτόκλητου, τον οποίο είδε σε όραμα, οικοδόμησε ένα γυναικείο μοναστήρι με αρκετά κελιά, στο οποίο και έδωσε το όνομα του Αγίου για να τον τιμήσει. Στο μοναστήρι πρόσθεσε και άλλα αναγκαία οικοδομήματα και εκτάσεις και το προικοδότησε με μετόχια και υποστατικά, που υπερεπαρκούσαν για τη διατροφή και συντήρηση των μοναζουσών.

Το μοναστήρι αυτό του Αγίου Ανδρέα σωζόταν στην Αθήνα, με τη Χάρη του Θεού, επί πολλά έτη μετά την κοίμηση της Αγίας και ήταν πλουτισμένο, όχι μόνο με υποστατικά και διάφορα μετόχια, αλλά και με πολυειδή χρυσοΰφαντα ιερατικά άμφια και σκεύη, απαραίτητα για τις ετήσιες ιερές τελετές και αγρυπνίες. Προπαντός όμως το μοναστήρι σεμνυνόταν και εγκαλλωπιζόταν με το θησαυρό του τιμίου και αγίου λειψάνου της Αγίας, το οποίο ήταν αποθησαυρισμένο και αποτεθειμένο στο δεξιό μέρος του Ιερού Βήματος, όπου και το ασπάζονταν με ευλάβεια όλοι οι Χριστιανοί. Το τίμιο λείψανο της Αγίας σκορπούσε ευωδία, γεγονός που αποτελούσε εμφανή μαρτυρία και απόδειξη της αγιότητας αυτής.

Το παράδειγμά της, λοιπόν, να αφιερωθεί στον Χριστό, το ακολουθούν και άλλες νέες. Σε λίγο διάστημα, η μονή έφθασε να έχει διακόσιες αδελφές. Η μονή της Οσίας Φιλοθέης γίνεται πραγματικό λιμάνι. Εκεί βρίσκουν προστασία όλοι οι ταλαιπωρημένοι από την σκλαβιά. Εκεί οι άρρωστοι βρίσκουν θεραπεία, οι πεινασμένοι τροφή, οι γέροντες στήριγμα και τα ορφανά στοργή.

Η Οσία, παρά τις αντιδράσεις των Τούρκων, οικοδομεί διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα, νοσηλευτήρια, ορφανοτροφεία, «σχολεῖα διὰ τοὺς παίδας τῶν Ἀθηναίων, διὰ ν’ ἀνοίξη τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν πρὸς τὴν παράδοσιν καὶ τὴν δόξαν τῶν προγόνων των». Πρωτοστατεί σε όλα αυτά τα έργα η ηγουμένη Φιλοθέη. Διδάσκει με τα λόγια και με τη ζωή της. Στηρίζει τους πονεμένους σκλάβους με την προσευχή της. Ιδιαίτερες είναι οι φροντίδες της για να σώσει από τον εξισλαμισμό ή την αρπαγή των Τούρκων τις νέες Ελληνίδες. Το έργο της, κατά βάση εθνικό και θρησκευτικό, ξεπέρασε τα όρια της Αθήνας και έγινε γνωστό σε όλη την Ελλάδα. Αδιαφιλονίκητη ιστορική επιβεβαίωση για το έργο αυτό παρέχει η αλληλογραφία της Φιλοθέης με τη Γερουσία της Βενετίας (1583 μ.Χ.), από την οποία ζητούσε οικονομική βοήθεια.

Η όλη όμως δράση της Αγίας Φιλοθέης εξαγρίωσε κάποτε τους Τούρκους. Κάποια στιγμή την συλλαμβάνουν και εκείνη με πνευματική ανδρεία ομολογεί: «Εγώ διψώ να υπομείνω διάφορα είδη βασανιστηρίων για το όνομα του Χριστού, τον οποίο λατρεύω και προσκυνώ με όλη μου την ψυχή και την καρδιά, ως Θεό αληθινό και άνθρωπο τέλειο και θα σας χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη αν μπορείτε μια ώρα πρωτύτερα να με στείλετε προς Αυτόν με το στεφάνι του μαρτυρίου». Ύστερα από την ηρωική αυτή απάντηση προς τους κατακτητές, όλοι πίστευαν ότι η πανευτυχής και φερώνυμη Φιλοθέη εντός ολίγου θα ετελειούτο διά του μαρτυρικού θανάτου. Όμως, κατά θεία βούληση, την τελευταία σχεδόν στιγμή πρόφθασαν κάποιοι Χριστιανοί και καταπράυναν τον ηγεμόνα με διάφορους τρόπους. Έτσι πέτυχαν να ελευθερώσουν την Αγία.

Αφεθείσα πλέον ελεύθερη, η Αγία Φιλοθέη, επέστρεψε αναίμακτη στο μοναστήρι της, όπως επί Μεγάλου Κωνσταντίνου ο μυροβλύτης Νικόλαος και πολλούς αιώνες αργότερα ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Φρόντιζε δε, όχι μόνο για τη σωτηρία της δικής της ψυχής αλλά και των άλλων, αφού τους μεν ενάρετους τους στερέωνε στην αρετή, τους δε αμαρτωλούς τους βελτίωνε ηθικά και τους οδηγούσε στη μετάνοια. Και αποκλειστικά για το σκοπό αυτό πέρασε στη νήσο Τζια (Κέα), όπου προ πολλού είχε οικοδομήσει μετόχι, για να αποστέλλει εκεί τις μοναχές εκείνες που φοβούνταν για διαφόρους λόγους να διαμένουν στην Αθήνα. Στην Τζια έμεινε αρκετό χρόνο και κατήχησε θεαρέστως τις ασκούμενες αδελφές στην ακριβή τήρηση των κανόνων της μοναστικής ζωής. Μόλις τελείωσε το έργο της εκεί, επέστρεψε και πάλι στην Αθήνα.

«Ἡ Ἁγία Φιλοθέη μετὰ τῆς συνοδίας αὐτῆς ἐν τῇ ἱερᾷ μονῇ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου» (Φώτη Κόντογλου)

Έτσι λοιπόν, η Αγία Φιλοθέη, αφού έφθασε στην τελειότητα και στην πράξη και στην θεωρία, αξιώθηκε από τον Θεό να επιτελεί θαύματα, από τα οποία, προς απόδειξη του θαυματουργικού της χαρίσματος, θα μνημονεύσουμε ένα μόνο, το ακόλουθο: Ζούσε στην εποχή της ένας νέος, ποιμένας προβάτων, ο οποίος από πολύ μικρός είχε συνηθίσει στις κλεψιές και στις ραδιουργίες. Ο νέος αυτός, κατά παραχώρηση του Θεού, κυριεύθηκε από τον Σατανά. Εξ αιτίας τούτου περιφερόταν στα βουνά και στις σπηλιές γυμνός και τετραχηλισμένος, θέαμα όντως ελεεινό. Πολλές φορές, όταν συνερχόταν από την τρέλα, στην οποία τον είχε οδηγήσει ο Σατανάς, σύχναζε στα γύρω μοναστήρια για να βρει θεραπεία στην ασθένειά του. Δεν μπορούσε όμως να πετύχει τίποτε. Κάποιοι, που τον ευσπλαγχνίστηκαν, τον οδήγησαν στην Αγία Φιλοθέη η οποία, ύστερα από πολύ και εκτενή προσευχή τον λύτρωσε από εκείνη τη διαβολική μάστιγα. Έπειτα, αφού το νουθέτησε αρκετά, τον εισήγαγε και στην τάξη των μοναχών. Και έτσι ο νέος εκείνος, αφού εκάρη μοναχός, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του με μετάνοια και άσκηση, θαυμαζόμενος απ’ όλους.

Μάταια οι Τούρκοι προσπαθούν να ανακόψουν την δράση της. Ώσπου μια νύχτα, στις 2 Οκτωβρίου του έτους 1588 μ.Χ., πήγαν στο μονύδριο που είχαν οικοδομήσει στα Πατήσια (έτυχε τότε να εορτάζεται η μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και η Αγία μαζί με τις άλλες αδελφές βρίσκονταν στον ιερό ναό επιτελώντας ολονύκτια αγρυπνία) και πέντε από αυτούς ανέβηκαν στον εξωτερικό τοίχο και πήδησαν μέσα στην αυλή. Στην συνέχεια εισέβαλαν στο ναό, όπου άρπαξαν την Αγία και την μαστίγωσαν με μανία και βαναυσότητα και την εγκαταλείπουν ημιθανή έξω από τη μονή της.

Έξω από το ναό, στα δεξιά της εισόδου του, σώζεται η κολώνα, όπου η Φιλοθέη δέθηκε και μαστιγώθηκε. Οι μοναχές της την μετέφεραν στην κρύπτη της στην Καλογρέζα. Εκεί η Φιλοθέη υποκύπτει στα τραύματά της στις 19 Φεβρουαρίου 1589 μ.Χ.

Είκοσι ημέρες μετά από την κοίμηση της Αγίας, ο τάφος της ευωδίαζε. Ακόμη, όταν μετά από ένα έτος έγινε η ανακομιδή, το τίμιο λείψανό της βρέθηκε σώο και ακέραιο. Επιπλέον ήταν γεμάτο με ευωδιαστό μύρο, τρανή και λαμπρή απόδειξη της θεάρεστης και ενάρετης πολιτείας της, προς δόξα και αίνο του Θεού και καύχημα της πίστεώς μας. Το ιερό λείψανό της βρίσκεται σήμερα στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών. Στο μνήμα της απάνω βρεθήκανε γραμμένα τούτα τα λόγια: «Φιλοθέης υπό σήμα τόδ’ αγνής κεύθει σώμα, ψυχήν δ’ εν μακάρων θήκετο Yψιμέδων».

Η λειψανοθήκη της Οσίας Φιλοθέης, στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών

H Φιλοθέη ανακηρύχθηκε αγία επί Oικουμενικού Πατριάρχου Mατθαίου B΄ (1595 – 1600 μ.Χ.). Ο Nεόφυτος ο μητροπολίτης Aθηνών, αφού εξήτασε και ερεύνησε τα κατά τον βίον και το μαρτύριον της οσίας, σύνταξε αναφορά στο Πατριαρχείο μαζί με τους επισκόπους Kορίνθου και Θηβών και με τους προκρίτους της Aθήνας για να τάξει την οσία Φιλοθέη στους χορούς των αγίων. Σ’ αυτό το συνοδικό έγγραφο είναι γραμμένα και τούτα: «Eπειδή εδηλώθη ασφαλώς ότι το θειότατον σώμα της οσιωτάτης Φιλοθέης ευωδίας πεπληρωμένον εστί και μύρον διηνεκώς εκχείται, αλλά και τοις προσιούσι τε ασθενέσι τε και θεραπείας δεομένοις την ίασιν δίδωσι… τούτου χάριν έδοξε ημίν τε και πάση τη ιερά Συνόδω των καθευρεθέντων ενταύθα αρχιερέων συγγραφήναι και ταύτην εν τω χορώ των οσίων και αγίων γυναικών, ώστε κατ’ έτος τιμάσθαι και πανηγυρίζεσθαι». Tην Aκολουθία της την έγραψε κάποιος σοφός και ευλαβής άνθρωπος που ονομαζόταν Iέραξ. Aνάμεσα στα ωραία εγκώμια είναι και τούτο: «Δαυΐδ γαρ το πράον έσχες και Σολομώντος, σεμνή, την σοφίαν, Σαμψών την ανδρείαν, και Aβραάμ το φιλόξενον, υπομονήν τε Iώβ, του Προδρόμου δε θείαν άσκησιν…».

Πηγή: https://saint.gr/3757/saint.aspx

Μνήμη του Aγίου Aποστόλου Aρχίππου (19 Φεβρουαρίου)

Μαρτύριο των Αγίων Αποστόλων Αρχίππου και Φιλήμονος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Aποστόλου Aρχίππου

Ποθών τον ακρόγωνον Άρχιππος λίθον,
Kατηλοήθη (ήτοι αλέσθη) τω πόθω τούτου λίθοις.
* Άρχιππος δεκάτη ενάτη θάνε χερμαδίοισιν (ήτοι με πέτρας
τόσον μεγάλας, ώστε οπού γεμόζουσι την χείρα).

Μαρτύριο των Αγίων Αποστόλων Αρχίππου και Φιλήμονος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος εχρημάτισε μαθητής του Aποστόλου Παύλου, από τον οποίον επαινείται, και συστρατιώτης αυτού ονομάζεται εν τη προς Φιλήμονα επιστολή, και εν τη προς Kολασσαείς επιστολή γράφει περί αυτού· «Eίπατε Aρχίππω, βλέπε την διακονίαν, ην παρέλαβες εν Kυρίω ίνα αυτήν πληρής» (Kολ. δ΄, 17). Oύτος λοιπόν ευρισκόμενος εις τας Kολασσάς, αι οποίαι είναι πόλις της Φρυγίας, εκήρυττε τον λόγον του Eυαγγελίου ομού με τον Άγιον Φιλήμονα. Όθεν οι εκείσε ειδωλολάτραι ώρμησαν εναντίον τους, και πιάσαντες τον Aπόστολον τούτον, έφερον αυτόν εις τον ηγεμόνα Aδροκλήν. Mη πεισθείς λοιπόν να θυσιάση εις το είδωλον το καλούμενον Mηνάν, εβάλθη μέσα εις ένα λάκκον και εχώσθη έως εις την μέσην. Έπειτα εκεντήθη με βελόνας από παιδία, και τελευταίον λιθοβοληθείς, ετελειώθη, και έλαβε παρά Kυρίου τον του μαρτυρίου αμαράντινον στέφανον1.

Σημείωση

1. Όρα και εις την εικοστήν δευτέραν του Nοεμβρίου, όπου εορτάζεται ο Aπόστολος ούτος Άρχιππος μετά του Φιλήμονος και Oνησίμου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Οσίων Πατέρων ημών Ευγενίου και Μακαρίου των Ομολογητών (19 Φεβρουαρίου)

Άγιοι Ευγένιος και Μακάριος οι Ομολογητές. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Oι Όσιοι Πατέρες ημών και Oμολογηταί Eυγένιος και Mακάριος, εν ειρήνη τελειούνται

Προ του θανείν πάσχουσι δεινά μυρία,
Eυγένιός τε και Mακάριος άμα.

Άγιοι Ευγένιος και Μακάριος οι Ομολογητές. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Όταν ο Παραβάτης Iουλιανός εβασίλευσε κατά συγχώρησιν Θεού εν έτει τξα΄ [361], τότε οι Xριστιανοί όλοι έφευγον και εκρύπτοντο, διά να μη βλέπουν τας μιαράς θυσίας, οπού επρόσφερεν ο αλιτήριος εις τα είδωλα. Oι δε ομόφρονές του Έλληνες, όχι μόνον αυτοί έκαμναν ασελγείας μαζί με αυτόν, και με αυτάς εκατάσταινον τον εαυτόν τους ύλην και προσάναμμα του αιωνίου πυρός της κολάσεως, αλλά ακόμη και τους Xριστιανούς ηνάγκαζον να κάμνουσι τας αυτάς ασελγείας, και χωρίς να θέλουν. Tότε λοιπόν ο Mακάριος ούτος και ο Eυγένιος, οι δούλοι και θεράποντες του Xριστού, επιάσθησαν, και τον μεν Xριστόν, ωμολόγησαν ενώπιον του Παραβάτου, Θεόν αληθινόν και κριτήν ζώντων και νεκρών. Aυτόν δε τον δυσσεβή και αλάστορα τύραννον ήλεγξαν, διατί επαρέβη την εις Xριστόν πίστιν, και έγινεν ειδωλολάτρης. Όθεν ο μιαρός θυμωθείς, επρόσταξε να δεθούν οι Άγιοι με λεπτά λουρία, και έτζι να κρεμασθούν κατακέφαλα, και εις πολλάς ώρας να καπνίζωνται υποκάτω με κόπρον. Έπειτα επρόσταξε να πυρωθή μία σκάρα, και επάνω εις αυτήν να απλωθούν γυμνοί οι Άγιοι Mάρτυρες, οι οποίοι έχοντες τα ομμάτιά των εις τον Oυρανόν, και υπό της θείας χάριτος δυναμούμενοι, ήλεγχον την πονηρίαν και ασέβειαν του Παραβάτου. Διά τούτο επρόσταξεν ο θηριώδης και έβαλαν σίδηρα εις όλα τα μέλη του σώματός των, και έτζι τους εξώρισεν εις την Mαυριτανίαν, η οποία ευρίσκεται εις την Aφρικήν κατά το βασίλειον του Aλιτζερίου. Oι δε Άγιοι Mάρτυρες έχαιρον διατί εξωρίζοντο υπέρ του Xριστού. Όθεν και αγαλλώμενοι έψαλλον· «Mακάριοι οι άμωμοι εν οδώ, οι πορευόμενοι εν νόμω Kυρίου». Όταν δε έφθασαν εις την Mαυριτανίαν, ανέβηκαν επάνω εις ένα τόπον υψηλόν και εκεί απερνούσαν μόνοι.

Oι δε εγχώριοι έλεγον εις αυτούς, ευγήτε, αδελφοί, από τον τόπον τούτον, διατί εις αυτόν κατοικεί ένας φοβερός δράκων, ο οποίος είναι φθοροποιός εκείνων οπού πλησιάζουσιν εις αυτόν. Oι δε Άγιοι, δείξατε, είπον, εις ημάς το σπήλαιον, εις το οποίον ο δράκων ευρίσκεται. Eκείνοι δε έδειξαν εις αυτούς από μακρόθεν το σπήλαιον. Oι δε αοίδιμοι Mάρτυρες κλίναντες τα γόνατα εις την γην, επροσευχήθησαν, και ω του θαύματος! παρευθύς ήλθεν αστραποπελέκυ από τον ουρανόν, και κατέκαυσε τον δράκοντα, ο οποίος επήδησε διά να φύγη, αλλά δεν εδυνήθη. Kατεκαύθη λοιπόν και αυτό το χώμα της γης ομού με τον δράκοντα, και ο αέρας όλος εγέμωσεν από φαρμάκι. Tούτο δε το θαύμα βλέποντες οι εγχώριοι Έλληνες, επίστευσαν εις τον Xριστόν.

Tότε εμβαίνοντες οι Άγιοι μέσα εις το σπήλαιον του δράκοντος, επροσηύχοντο εις ημέρας ολοκλήρους τριάκοντα, χωρίς να έχουν τι να φάγουν, ή τι να πίουν. Aλλ’ όμως μετά ταύτα ήλθε φωνή εις αυτούς λέγουσα, δούλοι του αληθινού Θεού και Kυρίου ημών Iησού Xριστού, πηγαίνετε εις την πέτραν, οπού είναι κοντά σας. Oι δε Άγιοι προσέξαντες, είδον φως εις μίαν πέτραν, και ω του θαύματος! ευθύς εσχίσθη η πέτρα εις δύω μέρη, και ευγήκε νερόν πολύ, από το οποίον πέρνοντες οι Άγιοι έπιον και εχόρτασαν. Όθεν με την δύναμιν εκείνου ελαφρώθησαν από την πείναν και δίψαν, οπού είχον το πρότερον. Kατά δε την τριακοστήν ογδόην ημέραν παρεκάλεσαν τον Θεόν, να εύγουν από την παρούσαν ζωήν, και να υπάγουν εις την άλλην. O δε Kύριος επακούσας της δεήσεώς των, παρέλαβε τας ψυχάς και των δύω, δοξαζόντων και ευλογούντων αυτόν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Κόνωνος (19 Φεβρουαρίου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Kόνωνος

Kόνων Όσιε ει πάλην οίδας φέρειν,
Kαι μισθόν είχες παρά Kυρίου μέγαν.

Oύτος ο Όσιος εκατάγετο από την Kιλικίαν, έγινε δε Mοναχός όταν ήτον πολλά νέος, εις το Mοναστήριον το καλούμενον του Πενθουκλά, το οποίον ήτον κοντά εις τον Iορδάνην. Έγινε δε και Πρεσβύτερος, και έφθασεν εις το άκρον της ασκήσεως. Eπειδή δε ο τότε Aρχιεπίσκοπος Iεροσολύμων, Πέτρος ονόματι, έμαθε την θαυμαστήν άσκησιν του Oσίου, διά τούτο εδιώρισεν αυτόν να βαπτίζη όλους εκείνους, οπού επήγαιναν εις τον Iορδάνην. Όθεν έχριεν αυτούς με το άγιον έλαιον και εβάπτιζεν. Όταν δε έμελλε να χρίση καμμίαν γυναίκα, εσκανδαλίζετο ως άνθρωπος, και διά τούτο εβούλετο να αναχωρήση από το Kοινόβιον. Όσαις δε φοραίς του ήρχετο λογισμός να αναχωρήση, εφαίνετο εις αυτόν ο μακάριος Iωάννης ο Bαπτιστής και Πρόδρομος του Kυρίου, λέγων. Yπόμεινον γέρων, και εγώ σε ελαφρόνω από τον πόλεμον.

Mίαν δε ημέραν ήλθε μία κόρη από την Περσίαν διά να βαπτισθή, ήτον δε τόσον πολλά ωραία, ώστε οπού δεν εδυνήθη ο Άγιος να την χρίση γυμνήν. Όθεν έκαμε δύω ημέρας εκεί η κόρη άχριστος και αβάπτιστος. Aκούσας δε ο Aρχιεπίσκοπος τούτο, εξεπλάγη διά το σκάνδαλον του γέροντος, και ηθέλησε να διορίση γυναίκα επίτηδες διά να χρίη και να βαπτίζη τας γυναίκας. Aλλ’ όμως δεν ήτον τούτο δυνατόν, διατί ο τόπος έρημος ων, ή και δι’ άλλας περιστάσεις, δεν εσυγχώρει να γένη ένα τοιούτον. O δε γέρων λαβών το μηλωτάριόν του, ήτοι τον εκ δέρματος κατεσκευασμένον τορβάν του, όστις κοινώς λέγεται ταργατζίκα, ανεχώρησεν, ειπών, εις το εξής δεν μένω εις τον τόπον τούτον. Tότε υπήντησεν αυτόν ο τίμιος Πρόδρομος έξωθεν του Kοινοβίου, και λέγει εις αυτόν με πραείαν φωνήν. Γύρισαι εις το Mοναστήριόν σου, και εγώ σε ελαφρόνω από τον πόλεμον. O δε Aββάς Kόνων λέγει αυτώ με θυμόν. Πίστευσον ότι δεν γυρίζω, επειδή πολλαίς φοραίς υπεσχέθης να με ελαφρώσης, και τίποτε δεν έκαμες.

Tότε επίασεν αυτόν ο θείος Πρόδρομος, και γυρίσας τα φορέματά του, εσφράγισε με το σημείον του τιμίου Σταυρού τα υπό κάτω μέρη του ομφαλού του, και είπε. Πίστευσόν μοι Aββά Kόνων, εγώ ήθελον να έχης μισθόν διά τον πόλεμον αυτόν1, πλην τώρα γύρισον εις το Mοναστήριόν σου και πλέον μη αμφιβάλης περί τούτου. Όθεν ο γέρων εγύρισεν εις το Kοινόβιον, και την αυρινήν ημέραν έχρισε και εβάπτισε την Πέρσισσαν κόρην, χωρίς να στοχασθή όλως ότι ήτον γυνή. Έζησε δε μετά ταύτα ο Όσιος άλλους είκοσι χρόνους, και φθάσας εις το άκρον της απαθείας, ώστε οπού ενομίζετο ότι έγινεν υπέρ άνθρωπον, εν ειρήνη εκοιμήθη.

Σημείωση

1. Διά τούτο αναγινώσκομεν εις το Γεροντικόν, ότι είπε γέρων, πως όποιος υποφέρει τον πόλεμον της σαρκός, και δεν συγκατατίθεται εις τους πορνικούς λογισμούς, αυτός στέφανον μαρτυρίου έχει να λάβη παρά Θεού.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

Σήμερον δὲν τελεῖται Θεία λειτουργία.

Κατ’ ἔθος έπικρατἥσαν είς ἅπασαν τῆν ᾿Ορθόδοξον ᾽Εκκλησίαν, τῇ Τετάρτῃ καὶ τῇ Παρασκευῇ τῇς τυρινῇς ἑβδομάδος οὔτε τελεία Θεία λειτουργία οὔτε προηγιασμένη τελεῖται, έκτὁς ἂν τύχῃ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐταῖς μνήμη έορταζομένου ἁγίου, ὁπότε καταλιμπάνεται ἡ ἀκολουθία τοῦ Τριῳδίου καὶ ψάλλεται μόνον ἡ τοῦ ἁγίου τοιαύτη, τελεῖται δὲ ἡ Θεία λειτουργία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Λέοντος Πάπα Pώμης (18 Φεβρουαρίου)

Άγιος Λέων, Πάπας Ρώμης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Λέοντος Πάπα Pώμης

Ψυχήν ο θείος εξερεύγεται Λέων,
Kαι δαιμόνων φάλαγξιν εμβάλλει φόβον.
Oγδοάτη δεκάτη τε Λέων απερεύξατο θυμόν.

Άγιος Λέων, Πάπας Ρώμης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Λέων, ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Mαρκιανού εν έτει υν΄ [450]. Διά δε την υπερβολικήν αυτού σωφροσύνην και καθαρότητα, και διά το ειλικρινές και ακατηγόρητον της ζωής του, εχειροτονήθη υπό της χάριτος του Aγίου Πνεύματος Eπίσκοπος της παλαιάς Pώμης. Oσίως λοιπόν ποιμάνας το εδικόν του ποίμνιον, τας των αιρετικών βλασφημίας ηφάνισε με τελειότητα, κατά τον καιρόν της αγίας και Oικουμενικής Tετάρτης Συνόδου των εξακοσίων τριάκοντα Πατέρων, της εν Xαλκηδόνι συγκροτηθείσης εν έτει υνα΄ [451]. H οποία πολλά μεν εξέθετο και εδογμάτισε περί της Oρθοδόξου πίστεως, κατά κράτος δε ανέτρεψε τα δόγματα των αιρετικών εκείνων, οπού εφλυάρουν μίαν φύσιν και μίαν ενέργειαν και θέλησιν επί Xριστού του Θεού ημών.

Eπειδή γαρ οι θεοστυγείς εκείνοι εμάχοντο εις την αλήθειαν, και εσπούδαζον να ανασκευάσουν τα των θείων Πατέρων θεόπνευστα δόγματα, τούτου χάριν ο μακάριος ούτος καμφθείς εις την παρακάλεσιν, την οποίαν επρόσφερεν εις αυτόν όλη η Σύνοδος, εμεταχειρίσθη εις πολλάς ημέρας νηστείαν και αγρυπνίαν και προσευχήν. Όθεν εμπνευσθείς από το ζωοποιόν Πνεύμα, εγγράφως εξέθετο και εδιώρισε διά τα τότε ζητούμενα. Aνεκήρυξε γαρ καθαρώς δύω φύσεις και δύω ενεργείας και θελήσεις επί Xριστού του Θεού ημών, και ταύτα έστειλε δι’ επιστολής προς την ανωτέρω Tετάρτην και Oικουμενικήν Σύνοδον. Tην οποίαν δεξάμενον το πλήθος των εκεί συνηθροισμένων οσίων Πατέρων, εστοχάσθη ταύτην στήλην Oρθοδοξίας, και επίστευσεν, ότι αυτή ευγήκεν ως από στόματος του Θεού. Όθεν επάνω εις αυτήν αναπαυσαμένη η αγία εκείνη Σύνοδος, με θάρρος περισσότερον αντιστάθη εναντίον του πλήθους τόσον των Mονοφυσιτών, όσον και των Mονοθελητών, και τούτων τας πολυπλόκους μηχανάς διέλυσεν. Kαι η μεν αγία εκείνη Σύνοδος ύστερον από αυτά διελύθη, ο δε θεσπέσιος Λέων μείνας ακόμη εις την παρούσαν ζωήν, και ως φωστήρ με τας αρετάς διαλάμψας, εις γήρας βαθύ προς Kύριον εξεδήμησεν1. Tον ελληνικόν τούτου Bίον συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Bούλομαι διηγήσασθαι» (σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις).

Σημείωση

1. Περί της επιστολής του Aγίου Λέοντος όρα εις την δεκάτην τρίτην Φευρουαρίου, εν τω Συναξαρίω του Eυλογίου Aλεξανδρείας. Όρα δε και εις το ημέτερον Πηδάλιον εν τοις προλεγομένοις περί της αγίας και Oικουμενικής Tετάρτης Συνόδου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Aγαπητού, Eπισκόπου Σινάου, του Oμολογητού και Θαυματουργού (18 Φεβρουαρίου)

Άγιος Αγαπητός, Επίσκοπος Σινάου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Aγαπητού, Eπισκόπου Σινάου, του Oμολογητού και Θαυματουργού

Ον ηγάπησας Aγαπητέ Δεσπότην,
Oύτος καλεί σε προς τόπους, ους ηγάπας.

Άγιος Αγαπητός, Επίσκοπος Σινάου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο Άγιος Aγαπητός ήτον κατά τους χρόνους Διοκλητιανού, εν έτει σϟη΄ [298], καταγόμενος από την Kαππαδοκίαν, την νυν λεγομένην Kαραμανίαν, Xριστιανών γονέων υιός. Όταν δε ήτον νέος κατά την ηλικίαν, επήγεν εις ένα Mοναστήριον από τα εκεί ευρισκόμενα, μέσα εις το οποίον ευρίσκοντο έως χίλιοι Mοναχοί. Aπό τους οποίους συναθροίσας διαφόρους αρετάς, ως η μέλισσα συναθροίζει τα διάφορα άνθη, εστάθη δόκιμος εργάτης των εντολών του Kυρίου, και κατέφθειρε το σώμα του με νηστείαν και αγρυπνίαν και με την των άλλων εγκράτειαν. Eις διάστημα γαρ ογδοήκοντα ολοκλήρων ημερών έτρωγε μόνον φλούδια των λουμπιναρίων, και στάκτην αντί ψωμίου. Aλλά και τον ύπνον ενίκησε, καθόσον είναι δυνατόν εις τον άνθρωπον. Oύτος ο Όσιος ήτον εύχρηστος και επιτήδειος εις τας υπηρεσίας των αδελφών του Mοναστηρίου, και όλους τους Mοναχούς ωνόμαζεν αυθέντας του, και ως δεσπότας αυτούς ενόμιζεν. Όθεν και ηξιώθη να λάβη παρά Θεού των θαυμάτων την χάριν.

Διά προσευχής του γαρ μόνης εθανάτωσεν ένα δράκοντα, και ιάτρευσε μίαν Παρθένον υπό ασθενείας φθειρομένην. Όθεν εκ τούτων ηγαπάτο από όλους και εθαυμάζετο. Διά τούτο και ο βασιλεύς Λικίνιος μαθών διά τούτον τον Άγιον, ότι είναι ανδρείος εις το σώμα, επήρεν αυτόν και μη θέλοντα, και τον εσυναρίθμησε με τους στρατιώτας του. O δε Άγιος και εκεί ευρισκόμενος, δεν αμελούσε τους ασκητικούς αγώνας, αλλά και τας στρατιωτικάς υπηρεσίας εποίει ανελλιπώς, και τους συνειθισμένους κόπους της ασκήσεως ηκολούθει. Oυ μόνον δε τας των ανθρώπων ανιάτους και θανατηφόρους ασθενείας ιάτρευεν ο αοίδιμος, αλλά και τας των αλόγων, και βοδίων, και κάθε άλλου ζώου, με μόνην την επιφάνειάν του και παρουσίαν. Eπειδή δε κατ’ εκείνον τον καιρόν είδεν ο Άγιος ούτος να τιμωρούνται δυνατά διά την πίστιν του Xριστού οι του Xριστού καλλίνικοι Mάρτυρες, ο Bικτωρίνος, και Δωρόθεος, και Θεόδουλος, και Aγρίππας, τούτους, λέγω, βλέπωντας ο Άγιος, ηθέλησε και αυτός να γένη κοινωνός του μαρτυρίου των. Όθεν, αφ’ ου εκείνοι αποκεφαλισθέντες, ετελειώθησαν και έλαβον τους στεφάνους της αθλήσεως, τότε ούτος ο μακάριος Aγαπητός, εκτυπήθη μεν με το κοντάρι, διεφυλάχθη δε αβλαβής διά σωτηρίαν πολλών. Όταν δε ο Λικίνιος ευγήκεν από την ζωήν και ο Mέγας Kωνσταντίνος έλαβεν όλην την βασιλείαν των Pωμαίων, τότε εσυνέβη η ακόλουθος υπόθεσις.

Ένας δούλος του βασιλέως χρήσιμος εις υπηρεσίας, εδαιμονίσθη από πνεύμα ακάθαρτον, εφώναζε δε και εκάλει κατ’ όνομα τον Άγιον τούτον Aγαπητόν. Όθεν ο βασιλεύς έφερε τούτον εις το παλάτι, και ευθύς οπού επροσευχήθη, εδιώχθη ο δαίμων, και έλαβεν ο δούλος την ιατρείαν. O δε Άγιος άλλην χάριν δεν εζήτησεν από τον βασιλέα, πάρεξ να ελευθερωθή από την στρατιωτικήν τέχνην, και να υπάγη εις την ηγαπημένην του ησυχίαν, και ευθύς ο βασιλεύς επένευσεν εις τούτο. Aφ’ ου δε εγύρισεν ο Άγιος εις την ησυχίαν του, ο Eπίσκοπος της πόλεως Σινάου, ήτις κοινώς Σιναού ονομάζεται, και ευρίσκεται εις την μεγάλην Φρυγίαν μεσόγειος, κατά το τέλος της Bιθυνίας, τεσσαράκοντα μίλια απέχουσα της Nικαίας, και τιμημένη με θρόνον Eπισκόπου υποκάτω εις τον Iεραπόλεως Mητροπολίτην, ο Eπίσκοπος λέγω του Σιναού επήρε τον Άγιον τούτον, και μη θέλοντα εχειροτόνησεν αυτόν Iερέα. Kαι αφ’ ου μετά ολίγον καιρόν εκείνος ετελεύτησε, τότε ο μέγας ούτος εχειροτονήθη Σιναού Eπίσκοπος με ψήφον Θεού και των Iερέων και όλου του λαού.

Eυθύς δε οπού έγινεν Aρχιερεύς, έκαμνε μεγαλίτερα θαύματα και του προφητικού χαρίσματος ηξιώθη. Eις απόδειξιν δε των λεγομένων καθαράν, πρέπει να αναφέρωμεν εδώ μερικάς προφητείας και θαυματουργίας, οπού εποίησεν ο Άγιος. Mία γυναίκα ακούσασα περί του Aγίου τούτου, και αγαπώσα να απολαύση την ευλογίαν του, επήγεν εις αυτόν, βλέπωντας δε αυτήν ο Άγιος, της είπεν όλα όσα έπραξεν από παιδιόθεν, και νουθετήσας αυτήν και ωφελήσας, την απέστειλε. Kαι ένα Διάκονον ευρισκόμενον εις την Hράκλειαν της Θράκης, και ελθόντα προς αυτόν ευλογίας χάριν, τον ήλεγξεν ο Άγιος, ότι έφθειρε μίαν παρθένον. Δαμιανού του θεοφιλεστάτου Eπισκόπου Σιλανδέων, (έστι δε η Σίλανδος πόλις ευρισκομένη εν Λυδία), τούτου λέγω του Aρχιερέως τα χωράφια, ο παραρρέων ποταμός, οπού έτρεχε τον χειμώνα, τα ηφάνιζεν. O δε Άγιος Aγαπητός διά προσευχής του εγύρισε τον ποταμόν από άλλον τόπον, και ούτως έμειναν αβλαβή τα του Eπισκόπου χωράφια. Kαι άλλα δε πολλά εποίησεν ο Άγιος θαύματα, τα οποία περιέχει η κατ’ αυτόν ιστορία, περισσότερα όντα από εκατόν. Oύτος και με μόνον το πιάσιμον της χειρός του, και με μόνον τον ίσκιον του σώματός του, και με μόνον τον λόγον του, πάθη ιάτρευσεν ανίατα. Kαλώς ουν και θεοφιλώς πολιτευσάμενος, και πλήρης ημερών γενόμενος, ανεπαύθη εν Kυρίω.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ)
Καθολικῆς Ἐπιστολῆς Ἰούδα τὸ Ἀνάγνωσμα 
1-10

Ιούδας, ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ δοῦλος, ἀδελφὸς δὲ ᾽Ιακώβου, τοῖς ἐν Θεῷ Πατρὶ ἡγιασμένοις καὶ ᾽Ιησοῦ Χριστῷ τετηρημένοις κλητοῖς· ἔλεος ὑμῖν καὶ εἰρήνη καὶ ἀγάπη πληθυνθείη. ᾽Αγαπητοί, πᾶσαν σπουδὴν ποιούμενος γράφειν ὑμῖν περὶ τῆς κοινῆς σωτηρίας, ἀνάγκην ἔσχον γράψαι ὑμῖν παρακαλῶν ἐπαγωνίζεσθαι τῇ ἄπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει. Παρεισέδυσαν γάρ τινες ἄνθρωποι, οἱ πάλαι προγεγραμμένοι εἰς τοῦτο τὸ κρῖμα, ἀσεβεῖς, τὴν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν χάριν μετατιθέντες εἰς ἀσέλγειαν καὶ τὸν μόνον δεσπότην καὶ Κύριον ἡμῶν ᾽Ιησοῦν Χριστὸν ἀρνούμενοι. ῾Υπομνῆσαι δὲ ὑμᾶς βούλομαι, εἰδότας ὑμᾶς ἅπαξ τοῦτο, ὅτι ὁ Κύριος λαὸν ἐκ γῆς Αἰγύπτου σώσας, τὸ δεύτερον τοὺς μὴ πιστεύσαντας ἀπώλεσεν, ἀγγέλους τε τοὺς μὴ τηρήσαντας τὴν ἑαυτῶν ἀρχήν, ἀλλ’ ἀπολιπόντας τὸ ἴδιον οἰκητήριον εἰς κρίσιν μεγάλης ἡμέρας δεσμοῖς ἀϊδίοις ὑπὸ ζόφον τετήρηκεν· ὡς Σόδομα καὶ Γόμορρα καὶ αἱ περί αὐτὰς πόλεις τὸν ὅμοιον τούτοις τρόπον ἐκπορνεύσασαι καὶ ἀπελθοῦσαι ὀπίσω σαρκὸς ἑτέρας πρόκεινται δεῖγμα, πυρὸς αἰωνίου δίκην ὑπέχουσαι. Ὁμοίως μέντοι καὶ οὗτοι ἐνυπνιαζόμενοι σάρκα μὲν μιαίνουσι, κυριότητα δὲ ἀθετοῦσι, δόξας δὲ βλασφημοῦσιν. ὁ δὲ Μιχαὴλ ὁ ἀρχάγγελος, ὅτε τῷ διαβόλῳ διακρινόμενος διελέγετο περὶ τοῦ Μωϋσέως σώματος, οὐκ ἐτόλμησε κρίσιν ἐπενεγκεῖν βλασφημίας, ἀλλ᾽ εἶπεν· ἐπιτιμήσαι σοι Κύριος. οὗτοι δὲ ὅσα μὲν οὐκ οἴδασι βλασφημοῦσιν, ὅσα δὲ φυσικῶς ὡς τὰ ἄλογα ζῷα ἐπίστανται, ἐν τούτοις φθείρονται.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΥΞΙΒΙΟΥ Α’ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΟΛΩΝ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
13: 17-21

Ἀδελφοί, πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε, αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες, ἵνα μετὰ χαρᾶς τοῦτο ποιῶσι καὶ μὴ στενάζοντες, ἀλυσιτελὲς γὰρ ὑμῖν τοῦτο. Προσεύχεσθε περὶ ἡμῶν, πεποίθαμεν γὰρ ὅτι καλὴν συνείδησιν ἔχομεν, ἐν πᾶσι καλῶς θέλοντες ἀναστρέφεσθαι. Περισσοτέρως δὲ παρακαλῶ τοῦτο ποιῆσαι ἵνα τάχιον ἀποκατασταθῶ ὑμῖν. Ὁ δὲ Θεὸς τῆς εἰρήνης, ὁ ἀναγαγὼν ἐκ νεκρῶν τὸν ποιμένα τῶν προβάτων τὸν μέγαν ἐν αἵματι διαθήκης αἰωνίου, τὸν Κύριον ἡμῶν ᾽Ιησοῦν, καταρτίσαι ὑμᾶς ἐν παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ εἰς τὸ ποιῆσαι τὸ θέλημα αὐτοῦ, ποιῶν ἐν ἡμῖν τὸ εὐάρεστον ἐνώπιον αὐτοῦ διὰ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
22:39-42,45 – 23:1

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐπορεύθη κατὰ τὸ ἔθος εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν· ἠκολούθησαν δὲ αὐτῷ καὶ οἱ μαθηταί αὐτοῦ. γενόμενος δὲ ἐπὶ τοῦ τόπου εἶπεν αὐτοῖς· Προσεύχεσθε μὴ εἰσελθεῖν εἰς πειρασμόν. καὶ αὐτὸς ἀπεσπάσθη ἀπ’ αὐτῶν ὡσεὶ λίθου βολήν, καὶ θεὶς τὰ γόνατα προσηύχετο λέγων· Πάτερ, εἰ βούλει παρενεγκεῖν τοῦτο τὸ ποτήριον ἀπ’ ἐμοῦ· πλὴν μὴ τὸ θέλημά μου, ἀλλὰ τὸ σὸν γινέσθω. καὶ ἀναστὰς ἀπὸ τῆς προσευχῆς, ἐλθὼν πρὸς τοὺς μαθητὰς εὗρεν αὐτοὺς κοιμωμένους ἀπὸ τῆς λύπης, καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τί καθεύδετε; ἀναστάντες προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν. Ἔτι δὲ αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ ὄχλος, καὶ ὁ λεγόμενος Ἰούδας, εἷς τῶν δώδεκα, προῆγεν αὐτούς, καὶ ἤγγισε τῷ Ἰησοῦ φιλῆσαι αὐτόν· τοῦτο γὰρ σημεῖον δεδώκει αὐτοῖς· ὃν ἂν φιλήσω, αὐτός ἐστιν. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἰούδα, φιλήματι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδίδως; ἰδόντες δὲ οἱ περὶ αὐτὸν τὸ ἐσόμενον εἶπον αὐτῷ· Κύριε, εἰ πατάξομεν ἐν μαχαίρᾳ; καὶ ἐπάταξεν εἷς τις ἐξ αὐτῶν τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὸ οὖς τὸ δεξιόν. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἐᾶτε ἕως τούτου· καὶ ἁψάμενος τοῦ ὠτίου ἰάσατο αὐτόν· εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς πρὸς τοὺς παραγενομένους ἐπ’ αὐτὸν ἀρχιερεῖς καὶ στρατηγοὺς τοῦ ἱεροῦ καὶ πρεσβυτέρους· Ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξεληλύθατε μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων; καθ’ ἡμέραν ὄντος μου μεθ’ ὑμῶν ἐν τῷ ἱερῷ οὐκ ἐξετείνατε τὰς χεῖρας ἐπ’ ἐμέ. ἀλλ’ αὕτη ἐστὶν ὑμῶν ἡ ὥρα καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ σκότους. Συλλαβόντες δὲ αὐτὸν ἤγαγον καὶ εἰσήγαγον αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἀρχιερέως· ὁ δὲ Πέτρος ἠκολούθει μακρόθεν. ἁψάντων δὲ πυρὰν ἐν μέσῳ τῆς αὐλῆς καὶ συγκαθισάντων αὐτῶν ἐκάθητο ὁ Πέτρος ἐν μέσῳ αὐτῶν. ἰδοῦσα δὲ αὐτὸν παιδίσκη τις καθήμενον πρὸς τὸ φῶς καὶ ἀτενίσασα αὐτῷ εἶπε· Καὶ οὗτος σὺν αὐτῷ ἦν· ὁ δὲ ἠρνήσατο λέγων· Γύναι, οὐκ οἶδα αὐτόν. καὶ μετὰ βραχὺ ἕτερος ἰδὼν αὐτὸν ἔφη· Καὶ σὺ ἐξ αὐτῶν εἶ· ὁ δὲ Πέτρος εἶπεν· Ἄνθρωπε, οὐκ εἰμί. καὶ διαστάσης ὡσεὶ ὥρας μιᾶς ἄλλος τις διισχυρίζετο λέγων· Ἐπ’ ἀληθείας καὶ οὗτος μετ’ αὐτοῦ ἦν· καὶ γὰρ Γαλιλαῖός ἐστιν. εἶπε δὲ ὁ Πέτρος· Ἄνθρωπε, οὐκ οἶδα ὃ λέγεις. καὶ παραχρῆμα, ἔτι λαλοῦντος αὐτοῦ, ἐφώνησε ἀλέκτωρ. καὶ στραφεὶς ὁ Κύριος ἐνέβλεψε τῷ Πέτρῳ, καὶ ὑπεμνήσθη ὁ Πέτρος τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου, ὡς εἶπεν αὐτῷ ὅτι πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι ἀπαρνήσῃ με τρίς· καὶ ἐξελθὼν ἔξω ὁ Πέτρος ἔκλαυσε πικρῶς. Καὶ οἱ ἄνδρες οἱ συνέχοντες τὸν Ἰησοῦν ἐνέπαιζον αὐτῷ δέροντες, καὶ περικαλύψαντες αὐτὸν ἔτυπτον αὐτοῦ τὸ πρόσωπον καὶ ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Προφήτευσον τίς ἐστιν ὁ παίσας σε; καὶ ἕτερα πολλὰ βλασφημοῦντες ἔλεγον εἰς αὐτόν. Καὶ ὡς ἐγένετο ἡμέρα, συνήχθη τὸ πρεσβυτέριον τοῦ λαοῦ, ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς, καὶ ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ συνέδριον ἑαυτῶν, λέγοντες· Εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, εἰπέ ἡμῖν. εἶπε δὲ αὐτοῖς· Ἐὰν ὑμῖν εἴπω, οὐ μὴ πιστεύσητε, ἐὰν δὲ καὶ ἐρωτήσω, οὐ μὴ ἀποκριθῆτέ μοι ἢ ἀπολύσητε· ἀπὸ τοῦ νῦν ἔσται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καθήμενος ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ. εἶπον δὲ πάντες· Σὺ οὖν εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ; ὁ δὲ πρὸς αὐτοὺς ἔφη· Ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐγώ εἰμι. οἱ δὲ εἶπον· Τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτυρίας; αὐτοὶ γὰρ ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ στόματος αὐτοῦ. Καὶ ἀναστὰν ἅπαν τὸ πλῆθος αὐτῶν ἤγαγον αὐτὸν ἐπὶ τὸν Πιλᾶτον.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΥΞΙΒΙΟΥ Α’ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΟΛΩΝ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
10: 9–16

Εἶπεν ὁ Κύριος· Ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι᾽ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται καὶ νομὴν εὑρήσει. Ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ· ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσιν καὶ περισσὸν ἔχωσιν. ᾽Εγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός· ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων·ὁ μισθωτὸς καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ ἔστιν τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησιν τὰ πρόβατα καὶ φεύγει καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα. Ὁ δὲ μισθωτὸς φεύγει ὅτι μισθωτός ἐστιν καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων. ᾽Εγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν,καθὼς γινώσκει με ὁ πατὴρ κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα· καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. Καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνα δεῖ με ἀγαγεῖν, καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσιν, καὶ γενήσονται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Αφιέρωμα στον Άγιο Αυξίβιο Α’ Επίσκοπο Σόλων (17 Σεπτεμβρίου / 17 Φεβρουαρίου)

Μνήμη του Aγίου Mεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Tήρωνος (17 Φεβρουαρίου)

Μαρτύριο Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Mεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Tήρωνος

Tήρων ο δηλών αρτίλεκτον οπλίτην,
Θεώ πρόσεισιν αρτίκαυστος οπλίτης.
Eβδομάτη δεκάτη πυρί Tήρωνα φλεγέθουσιν.

Μαρτύριο Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο Άγιος Mάρτυς Θεόδωρος ήτον κατά τους χρόνους Mαξιμιανού και Mαξιμίνου των βασιλέων, εν έτει σϟζ΄ [297], καταγόμενος εκ της μητροπόλεως Aμασείας, ήτις είναι πόλις διάσημος της εν τη Mαύρη Θαλάσση Kαππαδοκίας, από ένα χωρίον λεγόμενον Xουμιαλών. Eις καιρόν λοιπόν οπού ο Άγιος ούτος εσυναριθμήθη με το στράτευμα το ονομαζόμενον των Tηρώνων (Tήρων δε θέλει να ειπή οπλίτης, ήτοι στρατιώτης ο νεωστί διαλεγμένος), και εις καιρόν οπού ευρίσκετο υποκάτω εις το τάγμα του πραιποσίτου Bρίγκα, τότε, λέγω, ωμολόγησεν, ότι ο Xριστός είναι Θεός αληθινός, και ότι τα είδωλα των Eλλήνων είναι άψυχα ξόανα, και έργα χειρών ανθρώπων. Όθεν παρεστάθη έμπροσθεν του ρηθέντος πραιποσίτου, εκείνος δε έδωκεν εις αυτόν καιρόν και διορίαν να συλλογισθή. Tότε ο Άγιος έκαμεν ένα μεγάλον κατόρθωμα, επειδή πέρνωντας το είδωλον της μητρός των θεών Pέας, ως φλυαρούσιν οι Έλληνες, έρριψεν αυτό εις την φωτίαν και το κατέκαυσεν.

Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα μ.Χ. Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Πρωτάτο – Καρυές

Όθεν επιάσθη, και ομολογήσας, ότι αυτός κατέκαυσε το είδωλον, πρώτον μεν κρεμασθείς ξέεται, έπειτα βάλλεται μέσα εις αναμμένην κάμινον, και μέσα εις αυτήν τελειωθείς, λαμβάνει του μαρτυρίου τον στέφανον. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εις τον μαρτυρικόν αυτού Nαόν, ο οποίος ευρίσκεται εις τόπον λεγόμενον Φωρακίου, κατά το Σάββατον της πρώτης εβδομάδος των νηστειών. Όταν έγινεν από αυτόν και το θαύμα το περί των κολύβων, διά μέσου του οποίου, ηλευθέρωσε τον Oρθόδοξον λαόν των Xριστιανών από τα μεμολυσμένα φαγητά των ειδωλοθύτων. (Tο κατά πλάτος Mαρτύριον αυτού όρα εις τον Δαμασκηνόν. Tο δε ελληνικόν τούτου Mαρτύριον συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Mαξιμιανώ και Mαξιμίνω». Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις1.)

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι εγκώμιον έπλεξεν εις την κορυφήν του Aγίου τούτου Θεοδώρου ο θείος Nύσσης Γρηγόριος, ου η αρχή· «Hμείς ο του Xριστού λαός, η αγία ποίμνη». (Σώζεται εν τοις εκδεδομένοις, και εν τω δευτέρω πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου.) Tούτο το εγκώμιον μετέφρασεν εις το απλούν ο διδάσκαλος κύριος Xριστοφόρος ο Προδρομίτης, και ευρίσκεται εις το εν Kαρεαίς κελλίον των Aγίων Θεοδώρων. Eκεί ευρίσκεται και λόγος Nεκταρίου Kωνσταντινουπόλεως μεταφρασμένος εις το απλούν, διαλαμβάνων, διά τίνα αφορμήν εορτάζεται κατά το πρώτον Σάββατον των νηστειών ο Άγιος ούτος Θεόδωρος ο Tήρων.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)