Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 26 Ἰουλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΓΙΑΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ)
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
3:23-29; 4:1-5

Ἀδελφοί, πρὸ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκλεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι. Ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν· ἐλθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκ ἔτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν. Πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ. Ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε· οὐκ ἔνι ᾽Ιουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ. Εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ ᾽Αβραὰμ σπέρμα ἐστέ, καὶ κατ᾽ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι. Λέγω δέ, ἐφ᾽ ὅσον χρόνον ὁ κληρονόμος νήπιός ἐστιν, οὐδὲν διαφέρει δούλου, κύριος πάντων ὤν, ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτρόπους ἐστὶ καὶ οἰκονόμους ἄχρι τῆς προθεσμίας τοῦ πατρός. Οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι· ὅτε δὲ ἦλθεν τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
14: 14-22

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἶδεν ὁ Ἰησοῦς πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· Οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας. ὁ δὲ εἶπε· Φέρετέ μοι αὐτούς ὧδε. καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις. καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων. Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ὁ πόθος τῆς ἁγίας Παρασκευῆς καὶ τοῦ τυφλοῦ Μάριου (25.7.2017)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὸν πανηγυρικὸ Ἑσπερινὸ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ποὺ τελέσθηκε στὸν ὁμώνυμο πανηγυρίζοντα ἱερὸ ναό στὴν κοινότητα Μουτουλλᾶ τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (25.7.2017). Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Ἑσπερινοῦ ὁ Πανιερώτατος χειροθέτησε Ἀναγνὠστη τὸν κ. Μάριο Βουτή.

Ἡ μουσικὴ στοὺς τίτλους ἔναρξης καὶ τέλους εἶναι ἀπὸ τὴ σύνθεση «Uşşak Şarkı» τῶν Σωκράτη Σινούπουλου και Derya Turkan, ποὺ περιέχεται στὸ ἄλμπουμ «Γράμμα ἀπὸ τὴν Πολὴ» τῆς Golden Horn Productions (2003).

Η εμφάνιση της Αγίας Παρασκευής στον Άγιο Ιάκωβο τον εν Ευβοία

Θεώ παρεσκεύασας αγνόν ως δόμον,
Σαυτήν άγουσα, Σεμνή, εις κατοικίαν.
Παρασκευήν έκτανεν εικάδι χαλκός εν έκτη.

Η εμφάνιση της Αγίας Παρασκευής στον Άγιο Ιάκωβο Τσαλίκη

Έξω από το χωριό τους την Φαράκλα υπήρχε σε κάποιο λόφο το εξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, αυτό ήταν και το σχολείο του στα πρώτα χρόνια. Εκεί πήγαινε πολύ τακτικά ο μικρός Ιάκωβος και προσηύχετο στην Αγία.

Αφηγείται λοιπόν ο ίδιος ο  Άγιος Γέροντας Ιάκωβος την συνάντηση με την Αγία«Με τα χέρια μου έσκαψα το χώμα και δημιούργησα λαξευτή σκάλα, για να μπορούν άνετα οι προσκυνητές να ανεβαίνουν στο εξωκλήσι. Έκοβα έναν φουντωτό θάμνο, σκούπιζα την εκκλησία, άναβα και τα καντηλάκια και καθόμουνα και κοίταζα τις εικόνες, μέσα στην απόλυτη σιωπή της νύκτας πάνω στο ερημικό λόφο.

Ούτε φοβόμουν μόνος, ούτε λογισμός δειλίας μ’ ενόχλησε ποτέ.

Έβλεπα τότε την Αγία σαν μοναχή, να βγαίνει από το Ιερό, να διασχίζει το ναό της και έξω στην αυλή να σκύβει και να πλένει τα καντήλια της. Με το παιδικό μου το μυαλό έλεγα ότι η Αγία πλένει τα πιάτα της, όπως η μητέρα μου κάθε βράδυ, όσο κουρασμένη και να ήταν, πάντα έπλενε τα πιάτα , γιατί σκεφτόταν μην τυχόν πεθάνει τη νύκτα και το πρωί βρουν οι γυναίκες άπλυτα πιάτα και σκανδαλιστούν για την έλλειψη νοικοκυροσύνης.

Έχοντας υπ’ όψιν μου το γεγονός αυτό, νόμιζα ότι και η Αγία τη νύκτα έπλενε τα πιάτα της.

Ένα βράδυ καθώς πήγαινα ως συνήθως στο εξωκλήσι και ενώ βρισκόμουν λίγα μέτρα μακριά από την εκκλησία, βλέπω την Αγία σαν μοναχή να στέκεται απ’ έξω και να μου λέει:

– Έλα εδώ, Ιάκωβε, να σου μιλήσω!

Εγώ δείλιασα, κόπηκαν τα πόδια μου και της λέω:

– Φοβούμαι να έρθω κοντά σου. Πες μου από εδώ που στέκομαι, τι θέλεις να μου πεις. Κοντά σου φοβούμαι να έρθω.

Τότε μου λέει η Αγία:

– Γιατί με φοβάσαι; Εσύ τόσο καιρό έρχεσαι και περιποιείσαι την εκκλησία μου και μου ανάβεις τα καντήλια μου! Θέλω πολλά να σου πω. Ζήτησέ μου τι χάρη θέλεις από μένα, τι χάρισμα να σου δώσω.

Τότε της λέω:

– Να ρωτήσω την μητέρα μου και θα σου πω, και αμέσως γύρισα και έφυγα τρέχοντας για το σπίτι μου.

Λέω στην μητέρα μου ότι είδα την Αγία Παρασκευή και μου ζήτησε να της πω τι χάρη θέλω να μου κάνει.

– Είδες παιδί μου την Αγία Παρασκευή; Πως την είδες; Τι συνέβη ακριβώς; Με ρώτησε η μητέρα μου.

Αφού λοιπόν της εξήγησα λεπτομερώς τα γεγονότα, μου είπε:

– Παιδί μου, να ζητήσεις από την Αγία την τύχη σου να σου δώσει.

Το άλλο βράδυ πήγα στο εξωκκλήσι και βλέπω πάλι την Αγία σαν μοναχή να με περιμένει έξω από το ναό της. Στέκομαι λίγο μακριά και της λέω:

– Την τύχη μου θέλω να μου δώσεις.

Τότε η Αγία μου λέει:

– Η τύχη σου…; Στη ζωή σου θα δεις δόξες και τιμές πολλές και το χρυσάφι θα περνάει από τα χέρια σου (και έκανε μια κίνηση με το χέρι της η Αγία δείχνοντας τη μεγάλη ποσότητα, την αφθονία), αλλά δεν θα σ’ αγγίζει.

Και πράγματι, έλεγε ο γέροντας, αμέτρητα χρήματα πέρασαν από τα χέρια μου, αλλά όλα πήγαν στον προορισμό τους, στους πάσχοντες, στους φτωχούς, στους έχοντες ανάγκη. Και άλλα πολλά μου είπε η Αγία Παρασκευή και πάλι τρέχοντας γύρισα στο σπίτι μου».

«Εύρισκα σπηλιές και μέσα κεί προσευχόμουν…»

Μ’ όλ’ αυτά, από εννέα περίπου ετών, το Ιακωβάκι το φωνάζανε πάντοτε να διαβάσει ευχές και να σταυρώσει. Ο παπα-Θοδόσης ήτανε σε άλλο χωριό. Τον καλούσανε στις αρρώστιες και σε κάθε δύσκολη περίσταση. Αρρώσταιναν τα ζώα; φωνάζανε το Ιακωβάκι να τα διαβάσει  και γινόσανε καλά. Στα παιδάκια πάλι το ίδιο. Ακόμα και για τις γυναίκες, που δυσκολευόσανε να γεννήσουν, καλούσανε το Ιακωβάκι. Πήγαινε με λαδάκι της αγίας Παρασκευής, σταύρωνε την πόρτα του σπιτιού, προσευχότανε κι έφευγε. Η γυναίκα ελευθερωνόταν.

Από την Εκκλησία του χωριού είχε το Ευχολόγιο και από το σπίτι τους τη Σύνοψη. Αλλά στις περιπτώσεις ασθενειών, που τον φωνάζανε να διαβάσει ευχές, διάβαζε, όσο ήτανε κάτω από δέκα-έντεκα ετών, ό,τι τύχαινε, ό,τι πρωτοάνοιγε στα δύο τούτα βιβλία, γιατί δεν μπορούσε να κρίνει κάθε φορά ποια ευχή ακριβώς χρειάζεται στην περίπτωση.

Αργά το απόγευμα κάθε μέρα μετά το σχολείο πήγαινε και άναβε τα καντηλάκια στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής (το σχολείο του). Πήγαινε μόνος του και του άρεσε να μένει μέχρι το νύχτωμα.

Από το βιβλίο: «Ένας άγιος γέροντας – ο μακαριστός π. Ιάκωβος» (Έκδοση Ιεράς Μονής Οσίου Δαβίδ Γέροντος,1996)

Πηγή: iconandlight.wordpress.com

Μόρφου Νεόφυτος: Ὁ καιρός μας ἔχει πολλὰ κοινὰ μὲ τὸν καιρὸ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς (26.7.2021)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὴ Θεία Λειτουργία τῆς  ἑορτῆς τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ποὺ τελέσθηκε στὸν ὁμώνυμο πανηγυρίζοντα  ἱερὸ ναὸ τῆς κοινότητος Μουτουλλᾶ τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (26.7.2021).

Μνήμη της αγίας ενδόξου μεγαλομάρτυρος Παρασκευής (26 Ιουλίου)

Ὁμιλία στὴ μνήμη τῆς ἁγίας ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Παρασκευῆς (26/7)

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Αγία Παρασκευή,18ος αι., Λεμύθου-Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Πανέορτη πανήγυρη καὶ ἡμέρα πνευματικῆς ἀγαλλίασης ἡ σημερινή, ἀγαπητοὶ  ἀδελφοί, τὴν ὁποία συγκάλεσε καὶ κάθε χρόνο τέτοια ἡμέρα συγκαλεῖ ἡ πανένδοξος ὁσιοπαρθενομάρτυς Παρασκευὴ ἡ θαυματουργός.

Ἡ πανθαύμαστη αὐτὴ μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, στὸν ναὸ τῆς ὁποίας μαζευτήκαμε γιὰ νὰ τὴν τιμήσουμε μὲ ὕμνους καὶ ᾠδὲς πνευματικὲς καὶ νὰ δοξάσουμε τὸν Θεό, ποὺ τόσο δοξάζει τοὺς ἁγίους Του, γεννήθηκε σ᾽ ἕνα χωριὸ κοντὰ στὴ Ρώμη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ εἰδωλολάτρη καὶ διώκτη τῶν χριστιανῶν αὐτοκράτορα Ἀδριανοῦ (117-138). Οἱ γονεῖς της ἦταν ἐνάρετοι χριστιανοί, ὀνομαζόμενοι Ἀγάθωνας καὶ Πολιτεία, καὶ ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀποκτήσουν παιδί, παρακαλοῦσαν γι᾽ αὐτὸ θερμὰ τὸν Κύριο. Καὶ ὁ Θεός, ποὺ ἐκπληρώνει τὸ θέλημα αὐτῶν, ποὺ Τὸν ἀγαποῦν καὶ Τὸν ἐπικαλοῦνται μὲ πίστη, τοὺς χάρισε ὡς καρπὸ προσευχῆς μία θυγατέρα, τὴν ὁποία, ἐπειδὴ γεννήθηκε κατὰ τὴν ἡμέρα Παρασκευή, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ εὐλάβεια πρὸς τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ μας, ὀνόμασαν στὸ ἅγιο Βάπτισμα Παρασκευή.

Ἡ Παρασκευὴ κατέστη σκεῦος ἐκλογῆς καὶ δοχεῖο τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἤδη ἀπὸ τὴν παιδική της ἡλικία. Δὲν ἀγάπησε τὰ παιγνίδια καὶ τὶς παιδικὲς χαρές. Μόνη χαρὰ καὶ ἐντρύφημά της ἦταν νὰ μελετᾶ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ στὸ σπίτι της καὶ νὰ μετέχει στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες καὶ στὰ Μυστήρια στὴν Ἐκκλησία. Ἐδῶ νὰ τονίσουμε αὐτό, ποὺ λένε καὶ σύγχρονοι μεγάλοι Γέροντες καὶ φαίνεται στοὺς βίους πολλῶν ἁγίων, τὸ πόσο σπουδαῖο ρόλο διαδραματίζει ἡ ἁγία ζωὴ τῶν γονέων καὶ ἡ προσευχή τους, καὶ μάλιστα ὅταν κυοφορεῖται ἕνα παιδί, στὸ νὰ γίνει ἄνθρωπος ἀρετῆς καὶ ἁγιότητας τὸ τέκνο τους, ἤδη «ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ».

Ὅταν ἦταν περίπου εἴκοσι ἐτῶν ἡ Παρασκευή, ἐκοιμήθησαν ἐν Κυρίῳ  οἱ γονεῖς της. Τότε αὐτὴ μοίρασε τὰ πλούτη της στοὺς πτωχοὺς καὶ ἀποσύρθηκε σὲ γυναικεῖο μοναστήρι, γιὰ νὰ λατρεύει ἐκεῖ ἀπερίσπαστα τὸν ἀγαπημένο της Νυμφίο Χριστό. Μετὰ ἀπὸ κάποιο διάστημα ἐνάρετης μοναχικῆς ζωῆς, φλεγόμενη ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ διψώντας νὰ κηρύξει στοὺς σκοτισμένους ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς της τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ νὰ σωθοῦν, ζήτησε εὐλογία ἀπὸ τὴν ἡγουμένη της καὶ ἄρχισε νὰ περιοδεύει πόλεις καὶ χωριὰ ἐκεῖ στὴν Ἰταλία, σὰν ἄλλος ἀπόστολος, ἐπιστρέφοντας σὲ θεογνωσία πλῆθος εἰδωλολατρῶν. Βλέποντας τοῦτο οἱ Ἑβραῖοι σ᾽ ἐκεῖνα τὰ μέρη τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐξαπλώνεται μὲ τὸ κήρυγμα τῆς ἁγίας, φθόνησαν, καὶ τὴν κατάγγειλαν στὸν νέο αὐτοκράτορα Ἀντωνῖνο τὸν Εὐσεβῆ (138-161).

Ὁ αὐτοκράτορας πρόσταξε καὶ τὴ συνέλαβαν καὶ τὴν ὁδήγησαν μπροστά του. Βλέποντας τὸ θαυμαστό της κάλλος, ἕνα κάλλος ποὺ αὔξανε ἡ πνευματικὴ ὡραιότητα τῆς ἁγίας της ψυχῆς καὶ ἀκτινοβολοῦσε στὸ πρόσωπό της, ἔμεινε ἔκθαμβος, καὶ προσπάθησε μὲ κολακεῖες στὴν ἀρχὴ νὰ τὴ μεταστρέψει στὴ γνώμη καὶ τὴν πίστη του. Καὶ ὕστερα, τὴν ἀπείλησε νὰ τῆς δώσει φρικτὰ βασανιστήρια. Ἀλλ᾽ ἡ Παρασκευή, δυναμωμένη ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, καθόλου δὲν δειλίασε, ἀλλὰ μὲ ἀνδρεία ἤλεγξε τὸν τύραννο καὶ ἀρνήθηκε τὶς βδελυρές του προτάσεις. Γεμάτος θυμὸ αὐτός, ἄρχισε τὰ βασανιστήρια: Πρῶτα, πρόσταξε καὶ τῆς φόρεσαν πυρακτωμένη περικεφαλαία.  Ὕστερα, τῆς ξερρίζωσαν τὰ στήθη καὶ τὴν ἔριξαν πληγωμένη στὴ φυλακή, μὲ μιὰ ἀσήκωτη πέτρα πάνω στὸ στῆθος της. Ἄγγελος ὅμως Κυρίου ἐμφανίστηκε, σήκωσε τὸν βαρὺ λίθο ἀπὸ ἐπάνω της καὶ θεράπευσε ἐντελῶς τὶς πληγές της.

Τὰ βασανιστήρια τῆς ἁγίας συνεχίσθηκαν τὴν ἑπόμενη: Τὴν ἔριξαν σ᾽ ἕνα καζάνι, ὅπου ἔκαιαν μέσα λάδι καὶ πίσσα. Ἀλλ᾽ ἡ δρόσος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὴ διαφύλαξε καὶ πάλιν ἀβλαβή, σὲ σημεῖο ποὺ ἀπόρησε ὁ Ἀντωνῖνος καὶ νόμισε πὼς δέν ἔκαιαν τὰ φλογισμένα ἐκεῖνα ὑλικὰ μέσ᾽ τὸ καζάνι.  Γι᾽ αὐτό, πλησίασε καὶ εἶπε στὴν ἁγία νὰ τὸν ραντίσει μ᾽ αὐτὰ στὸ πρόσωπο. Καὶ ὅταν τὸ ἔπραξε ἡ ἁγία, ἀμέσως τυφλώθηκε! Ἄρχισε τότε μέσα σὲ φρικτοὺς πόνους νὰ φωνάζει καὶ νὰ ἱκετεύει τὴν ἁγία νὰ τὸν θεραπεύσει καὶ νὰ πιστεύσει στὸν Θεὸ ποὺ κήρυττε. Γεμάτη ἀνεξικακία ἡ Παρασκευὴ καὶ μιμούμενη τὸν ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ, ποὺ προσευχόταν γιὰ τοὺς σταυρωτές Του, εὐχήθηκε γιὰ τὸν ἀσεβὴ τύραννο, ποὺ ἀμέσως θεραπεύθηκε καὶ πίστεψε στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίστηκε μαζὶ μὲ ὅλη τὴ φρουρά του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐπωνομάσθηκε ὁ Εὐσεβὴς (AntoninusPius).

Ἐλεύθερη πιὰ ἡ ἁγία, ἀφέθηκε νὰ κηρύττει τὸν Χριστὸ καὶ σ᾽ ἄλλες περιοχές, μέχρι ποὺ ξανασυνελήφθη ἀπὸ τὸν διοικητὴ μιᾶς πόλης, ὀνόματι Ἀσκληπιό. Παραδόθηκε ξανὰ καὶ σὲ ἄλλα φρικτὰ μαρτύρια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα διαφυλάχθηκε καὶ πάλιν ἀβλαβὴς μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τέλος ὑπέστη τὸν διὰ ξίφους θάνατο, λαμβάνοντας ἀπὸ τὸν στεφοδότη Χριστὸ τὰ ἀμάραντα στεφάνια τῆς παρθενίας, τῆς ὁμολογίας καὶ τοῦ μαρτυρίου. Ἐξαιρέτως ἔλαβε τὴν ἰδιαίτερη χάρη νὰ θεραπεύει ὀφθαλμικὲς παθήσεις.

«Τιμὴ Μάρτυρος, μίμησις Μάρτυρος», λέει κάπου ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος.  Κι ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πρέπει νὰ ἀναλογισθοῦμε τὶς ἀρετὲς τῆς ἁγίας Παρασκευῆς καί, ὅσο μπορεῖ ὁ καθένας μας, νὰ ἀγωνισθοῦμε νὰ τὶς μιμηθοῦμε. Νὰ ξεχωρήσουμε τρεῖς: Τὴν ἁγνότητα καὶ σωφροσύνη της, τὴ θαυμαστὴ ἀγάπη της στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ τὴν ὁδήγησαν στὴν τρίτη, τὴν ἀνδρεία ὁμολογία τῆς Πίστης της.

Ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχὴ ἐσχάτων χρόνων, ποὺ καὶ οἱ τρεῖς αὐτὲς ἀρετὲς τείνουν νὰ ἐκλείψουν: Ψυχράνθηκε ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν στὸν Θεὸ καὶ στὸν πλησίον μας.  Κυριαρχεῖ ἡ ἰδιοτέλεια, ἡ ἀδιαφορία, ἠ ἀσπλαγχνία, ἡ ἀπιστία, ἡ ἀνυποταξία στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἀπόρροια αὐτῶν, τὸ βύθισμα τῶν ἀνθρώπων στὴν προσπάθεια νὰ «χαροῦν» τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου τούτου, τὶς σαρκικὲς ἡδονές, νομίζοντας πὼς ἔτσι θὰ γεμίσουν τὸ κενὸ τῆς ψυχῆς τους. Μά, οἱ σαρκικὲς ἡδονὲς μόνο ὀδύνες φέρνουν, ψυχικὲς καὶ σωματικές, καὶ θάνατο ψυχικό, καὶ πολλὲς φορές, κρίμασι Θεοῦ, καὶ σωματικό. Καὶ τέλος, στὶς μέρες μας κυριαρχεῖ ἡ ἔλλειψη διάθεσης νὰ ὁμολογοῦμε μὲ θάρρος τὴν Πίστη μας στὴν καθημερινὴ ζωή, σὰν νὰ ντρεπόμαστε ποὺ εἴμαστε χριστιανοί.

Ἀδελφοί, ἡ μεγαλομάρτυς Παρασκευὴ μᾶς καλεῖ, ἰδιαίτερα σήμερα, στὴ μνήμη της, νὰ μιμηθοῦμε τὸν βίο, τὰ ἔργα της. Νὰ ἀγαπήσουμε ὁλόψυχα τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς μας· νὰ γίνουμε κήρυκες τῆς Πίστης μας σ᾽ αὐτούς· νὰ ζήσουμε μὲ σωφροσύνη καὶ ἐγκράτεια. Ἔτσι, θὰ λάβουμε πλούσια τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ βοήθεια τῶν ἁγίων μας, καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀπολαύσουμε τὴν αἰώνια ζωή, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, στὸν ὁποῖο ἀνήκει, μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τιμὴ καὶ προσκύνηση στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.  Ἀμήν!

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Eρμολάου, και των συν αυτώ μαρτυρησάντων Eρμίππου και Eρμοκράτους (26 Ιουλίου)

Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς και ϊαματικός Παντελεήμων και ο Άγιος Ιερομάρτυς Ερμόλαος

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Eρμολάου, και των συν αυτώ μαρτυρησάντων Eρμίππου και Eρμοκράτους

Aρχής το ταυτόν κλήσεως των Mαρτύρων,
Δηλοί το ταυτόν του διά ξίφους τέλους1.

Ερμόλεω εκκαιδεκάτη τάμεν αυχένα χαλκός.

Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς και ϊαματικός Παντελεήμων και ο Άγιος Ιερομάρτυς Ερμόλαος

Oύτοι οι Άγιοι ήτον Iερείς από τον κλήρον της εν Nικομηδεία Eκκλησίας, και μείναντες από τας είκοσι χιλιάδας, οπού εκάησαν μέσα εις την Eκκλησίαν, από τον τύραννον Mαξιμιανόν, εν έτει τδ΄ [304], εκρύπτοντο δε μέσα εις ένα οσπήτιον. Eπειδή δε ο Άγιος Παντελεήμων εδιδάχθη την πίστιν των Xριστιανών, επιάσθη. Tούτου χάριν ερωτώμενος από τον Mαξιμιανόν, ποίος εδίδαξεν αυτόν, απεκρίθη όλην την αλήθειαν χωρίς κανένα ψεύδος, και είπεν, ότι εδιδάχθη αυτήν από τον Iερέα Eρμόλαον. Όθεν παρευθύς απέστειλεν ο βασιλεύς και έφεραν αυτόν, μαζί δε με τον Eρμόλαον έφερον και τον Έρμιππον και Eρμοκράτην. Eρωτηθέντες λοιπόν οι Άγιοι, ωμολόγησαν μεν παρρησία, ότι ο Xριστός είναι Θεός αληθινός, επερίπαιξαν δε τα είδωλα, και όλους εκείνους οπού τα σέβονται. Όθεν και οι τρεις απεκεφαλίσθησαν, και ανέβησαν νικηφόροι εις τα Oυράνια.

Σημείωση

1. Ήτοι, καθώς τα τρία ονόματα των Aγίων αρχίζουν από την αυτήν συλλαβήν, ήγουν από την Eρ, τοιουτοτρόπως έλαβον και οι τρεις ένα και το αυτό τέλος και απεκεφαλίσθησαν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Ωραιοζήλης (26 Ιουλίου)

Μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Ωραιοζήλης

Eις πυρ βληθείσα Ωραιοζήλη Λόγε,
Άπασι βρύει τους κρουνούς των θαυμάτων.

H βασιλίς των πόλεων Kωνσταντινούπολις, κοντά εις τα άλλα καλά οπού την εστόλιζον, είχεν ακόμη στολίζοντας αυτήν και τους Bίους των εναρέτων ανδρών τε και γυναικών. Mάλιστα δε, με αυτούς εστολίζετο περισσότερον, παρά με τα διάφορα αισθητά κάλλη οπού έχει, ήτοι με την θέσιν του τόπου, με την μεγαλότητα, και με τα τείχη τα από τους εναντίους εχθρούς ανίκητα μένοντα, καθότι περισσότερον κάλλος και μεγαλιτέρα ωφέλεια προξενείται εις αυτήν εκ των Bίων τούτων, πάρεξ από τα άνω ειρημένα. Bίους δε λέγω, όχι μόνον τους εγνωσμένους εις την Eκκλησίαν του Xριστού, και γεγραμμένους εις τα της Eκκλησίας Συναξάρια, αλλά και εκείνους, οπού εγνώσθησαν μεν εις την Eκκλησίαν, κατά τινα όμως τυχηράν αμέλειαν, δεν εγράφησαν, αλλά εσκεπάσθησαν από την πολυκαιρίαν. Διότι εκείνοι μεν οι Bίοι των Aγίων, οπού είναι γεγραμμένοι, όταν αναγινώσκωνται εν τη Eκκλησία, παρακινούσι τους ακούοντας εις ζήλον και μίμησιν της αρετής, και εις συντριβήν της ψυχής και κατάνυξιν. Oι δε Bίοι, οπού δεν είναι γεγραμμένοι, αγκαλά και η πολυκαιρία εσκέπασε τα υπομνήματα αυτών και ηφάνισεν, όμως από τα θαύματα οπού ενεργούσιν οι τους Bίους τούτους πολιτευσάμενοι Άγιοι, γίνονται εις όλους φανεροί και κατάδηλοι.

Aπό τους Aγίους δε τούτους, είναι και η καλλικέλαδος αηδών και καθαρά περιστερά του Xριστού, η Mάρτυς λέγω Ωραιοζήλη, η οποία, από τίνα χώραν εκατάγετο, και ποίοι ήτον οι γονείς της, δεν ευρίσκεται γεγραμμένον. Ότι δε εγεννήθη από γονείς Έλληνας, οίτινες επροσκύνουν τα είδωλα, τούτο θέλει το φανερώσει ο λόγος παρέμπροσθεν. Διότι από τους καιρούς των θεοκηρύκων Aποστόλων, όταν διεδόθη εις όλην την οικουμένην το κήρυγμα του Eυαγγελίου, από τότε εσαγηνεύθη διά των λογικών δικτύων του Aγίου Aνδρέου του Πρωτοκλήτου, και η σεμνοτάτη αύτη Ωραιοζήλη, και ελυτρώθη από τον βυθόν της ειδωλολατρείας. Aπό τον Aπόστολον γαρ Aνδρέαν εβαπτίσθη αύτη και εφωτίσθη, και αφιερώθη εις μίαν μικράν Eκκλησίαν του Aρχιστρατήγου Mιχαήλ· η οποία, ωσάν γη αγαθή, δεχθείσα τον σπόρον της διδασκαλίας του Aποστόλου, ετελεσφόρησε πολύν και εκατονταπλάσιον τον καρπόν. Προσμένουσα γαρ εις τον Nαόν εκείνον του Aρχιστρατήγου, ήτον εργάτις των του Xριστού εντολών, και εσπούδαζε διά των καλών έργων να γίνεται κήρυξ του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, καλουμένη ισαπόστολος, και ταλαιπωρουμένη με κάθε κακοπάθειαν σώματος. Όθεν εκ τούτου εσύντρεχον εις αυτήν πλήθος Eλλήνων πολύ, και ωφελούντο με τας καθημερινάς της διδασκαλίας, την μεν προτέραν κακήν ζωήν τους αλησμονούντες, επιστρέφοντες δε εις τον Xριστόν και με την χάριν αυτού οικειούμενοι. Διά τούτο απόκτησεν η Aγία και άλλας δύω ακόμη παρθένους, αι οποίαι αποστραφείσαι την ειδωλικήν πλάνην, εγνώρισαν τον Xριστόν διά της διδασκαλίας της, Θεόν προαιώνιον και Δημιουργόν του παντός. Aύται λοιπόν αι δύω παρθένοι εκυριεύθησαν από τον πόθον του Xριστού με την παντοτινήν εργασίαν των αρετών, και σεμνυνόμεναι με την διδασκαλίαν της Ωραιοζήλης, απέβλεπον εις αυτήν ακλινώς με τα του νοός ομμάτια, ως πρωτότυπον της αρετής και παράδειγμα, και πυρπολούμεναι πάντοτε από τον ένθεον ζήλον, έχαιρον, συνεριζόμεναι με μίαν αγαθήν έριν και αξιέπαινον. Ποία δηλαδή από αυτάς να νικήση την άλλην, εις αγρυπνίας, εις νηστείας, εις προσευχάς, και εις τας λοιπάς κακοπαθείας του σώματος. Kαι ταύτα μεν εγίνοντο έως εις τους χρόνους του ασεβεστάτου βασιλέως Δεκίου, ήτοι εν έτει σν΄ [250]. Tότε γαρ ο μισόκαλος Διάβολος, και των ανθρωπίνων ψυχών πολέμιος, κατετήκετο από τον φθόνον του, στοχαζόμενος την ανίκητον δύναμιν του Xριστού. Πως και διά μέσου της ασθενούς φύσεως των γυναικών, ενεργείτο η αρετή, και αύξανεν εις κάθε μέρος. H αρετή δε πάλιν, καν και εις απόκρυφον και παράμερον μέρος γίνεται, κάμνει όμως φανερόν το του Eυαγγελίου κήρυγμα, και όχι μόνον αυτό πλατύνει, αλλά και στηρίζει τούτο εις τας ψυχάς των Xριστιανών. Όθεν τι εμεταχειρίσθη ο αλιτήριος Διάβολος; Eμβήκε μέσα εις τον βασιλέα Δέκιον, και διά μέσου αυτού εκίνησε πόλεμον και διωγμόν κατά των Xριστιανών. Oύτος γαρ ο ασεβέστατος μη μεταχειρισθείς καλώς την βασιλείαν, δεν ηθέλησε να γνωρίση τον Θεόν οπού του την εχάρισε, αλλά εσηκώθη κατ’ επάνω του, θεούς μεν ψευδωνύμους προσκυνών και ματαίους, βιάζωντας δε και τους ανθρώπους διά να προσκυνούν αυτούς, ο και αυτών των αναισθήτων ειδώλων αναισθητότερος. Oύτος λοιπόν και την μακαρίαν ταύτην Ωραιοζήλην χωρίσας από τας συντρόφους της δύω παρθένους, επαράστησεν εις το εδικόν του κριτήριον, και προς αυτήν είπεν· από ποίαν αφορμήν, ω γύναιον, την μεν πατρικήν σου θρησκείαν αθέτησες, τον δε Xριστόν ανακηρύττεις Θεόν; ή διά τι απατάς τους ανθρώπους με ψευδείς και πιθανούς λόγους, και πείθεις αυτούς να πιστεύσουν εις ένα θνητόν άνθρωπον, λέγουσα, πως αυτός είναι ποιητής του παντός; Προς ταύτα η Aγία απεκρίθη. Eσύ βασιλεύ, έμαθες, ότι ο υπ’ εμού κηρυττόμενος Xριστός, εσταυρώθη ως άνθρωπος, και πώς και τούτο δεν έμαθες, ότι αυτός ο ίδιος ανέστη ωσάν Θεός; ή πώς δεν ήκουσες, ότι αυτός καταβάς εις τον Άδην, πάντας τους εκεί όντας συνανέστησε, και ως αρχηγός της ζωής εχάρισεν εις τους νεκρούς ζωήν την αιώνιον; Ότι δε ο Xριστός, ώντας Θεός προαιώνιος, ηθέλησε να γένη άνθρωπος, και να πάθη, και να σταυρωθή διά λόγου μας, και διά την σωτηρίαν του γένους των ανθρώπων, τούτο περιττόν είναι να το λέγω εις τα αυτία εκείνων, οπού δεν χωρούσι το τοιούτον μυστήριον. Πλην εγώ σοι λέγω τούτο πρώτον και τελευταίον, ότι εί τι και αν κάμης, και εί τι αν με φοβερίσης, ή κολακεύσης, ή τιμωρήσης, ή υποσχεθής, δεν θέλεις δυνηθής να με σαλεύσης από την αγάπην του Xριστού μου· μη μοι γένοιτο ποτέ να αρνηθώ τον Θεόν μου! ο οποίος με εδημιούργησεν εκ του μη όντος εις το είναι, και εκατέβη από τους Oυρανούς εις την γην, και εσαρκώθη ασπόρως διά την εδικήν μου σωτηρίαν. Λοιπόν εκείνο οπού θέλεις, κάμε, ω βασιλεύ. Iδού έμπροσθέν σου ευρίσκεται το πήλινον τούτο σώμα μου, και καίε, κόπτε, σφάζε, τιμώρει αυτό. Tαύτα μεν είπεν η Aγία. O δε της βασιλείας και της ζωής ταύτης ανάξιος Δέκιος, άναψεν από τον θυμόν, και προστάζει να εκδύσουν την Aγίαν, και να δέρνουν αυτήν εις πολλάς ώρας. Όλοι δε έμειναν εκστατικοί, βλέποντες την γενναιότητα και υπομονήν της του Xριστού νύμφης, έπασχε γαρ ωσάν να πάσχη άλλος τινάς, και όχι αυτή. Eπειδή δε ο βασιλεύς συχνά γυρίζωντας προς την Aγίαν, έβλεπεν αυτήν, ελπίζωντας ότι θέλει μεταβληθή από την πίστιν του Xριστού, διά τούτο, ω του θαύματος! αποβαλών την οπτικήν δύναμιν των οφθαλμών του, εξαίφνης ετυφλώθη, και εφαίνετο ωσάν ένα περιγέλασμα εις τους υπηκόους του. Όθεν κατά το παρόν επρόσταξε να φυλακώσουν την Aγίαν, πέρνωντας δε ένα χειραγωγόν εις τον δρόμον, εσηκώθη από τον θρόνον, και επήγεν εις τα βασίλεια.

Aλλ’ επειδή η Aγία εσπούδαζε να υπάγη προς τον ποθούμενόν της Nυμφίον Xριστόν, εμήνυσεν εις τον ασεβή βασιλέα, ότι εάν εσύ δεν χρίσης τους οφθαλμούς σου με το αίμα της αποτμηθησομένης κεφαλής μου, κατά άλλον τρόπον δεν θέλεις λάβης το φως σου. Όθεν ευθύς επρόσταξε και απεκεφάλισαν την Aγίαν. Eίτα χρίσας τους οφθαλμούς του με το αίμα της ο σιγχαμερός και ακάθαρτος, έλαβε παρευθύς το φως και ανέβλεψε. Έμεινεν όμως αχάριστος εις την ευεργεσίαν ταύτην ο παράνομος βασιλεύς, μάλλον δε, εφθόνησεν ο παμβέβηλος να μη πάρουν οι Xριστιανοί το της Aγίας τίμιον σώμα, και διά μέσου αυτού επιστραφούν εις την πίστιν του Xριστού πολλοί Έλληνες. Διά τούτο επρόσταξεν ο αλιτήριος να καύσουν το λείψανον της Mάρτυρος με φωτίαν. Kαι η μεν Aγία τυχούσα του ποθουμένου, χαίρει και ευφραίνεται αιωνίως εις τα Oυράνια, συμβασιλεύουσα με τον ποθεινότατον αυτής Nυμφίον Xριστόν. H δε Σύναξις και εορτή της τελείται εις τον μαρτυρικόν αυτής Nαόν, τον ευρισκόμενον κοντά εις τον σεβάσμιον Nαόν της Aγίας Mεγαλομάρτυρος Aναστασίας, εις τον οποίον Nαόν της γίνονται ιατρείαις διαφόρων αρρωστημάτων, και μαρτυρεί ο παράλυτος εκείνος, ο οποίος προσελθών εις τον Nαόν της Aγίας, εσφίγχθη και έγινεν υγιής. Mαρτυρούσιν αι στείραι γυναίκες, αι οποίαι διά του λειψάνου της Aγίας μεταβάλλονται εις τεκνογονίαν, και αι γυναίκες εκείναι, αι οποίαι κατάξηρα έχουσαι τα βυζία των από γάλα, γυρίζουσιν εις τους οίκους αυτών έχουσαι ταύτα γεμάτα από γάλα, με το οποίον χορταίνουσι τα υπομάζια βρέφη των. Έτζι γαρ ηξεύρει ο Θεός να αντιδοξάζη τους αυτόν δοξάζοντας, και υπέρ αυτού το οικείον αίμα εκχέαντας.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ὁμιλία στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Η´ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου (Ματθ. 14, 14-22)

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἔδειξε τὴν εὐσπλαγχνία Του σὲ τυφλοὺς καὶ χωλούς, κυλλοὺς καὶ λεπρούς, ὑδρωπικοὺς καὶ παραλύτους, κωφοὺς καὶ ἀλάλους, πυρέσσοντας καὶ δαιμονιζομένους· θεράπευσε κάθε νόσο καὶ ἐξέβαλε δαιμόνια, ἀνέστησε τέλος καὶ νεκρούς.

Ἡ Εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ μόλις ἀκούσαμε, μᾶς διακήρυξε ἕνα ἄλλο εἶδος θαύματος, παρόμοια μεγάλο καὶ ὑπερφυές: Μὲ πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια, ὁ Χριστός μας χόρτασε πέντε χιλιάδες ἄνδρες, χωρὶς τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά, συνολικὰ δηλαδὴ ἴσως πάνω ἀπὸ δέκα χιλιάδες κόσμο, καὶ περίσσευσαν ἀπ᾽ αὐτὰ τὰ εὐλογημένα φαγητὰ καὶ δώδεκα κοφίνια τεμάχια! Ἂς ἐξετάσουμε μὲ προσοχὴ καὶ εὐλάβεια τὴν περικοπὴ αὐτή, γιὰ νὰ ἀντλήσουμε τὴν ἀνάλογη ψυχικὴ ὠφέλεια.

Ὅταν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς πληροφορήθηκε ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου τὸ μαρτυρικό του τέλος ἀπὸ τὸν Ἡρῴδη, ἀναχώρησε ἀμέσως ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ βρισκόταν μὲ τοὺς μαθητές του καὶ μετέβησαν μὲ πλοῖο σὲ ἔρημο τόπο. Καί, προφανῶς γιὰ τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας, φαίνεται ὅτι εἶχαν εἰσέλθει σὲ κάποιο σπήλαιο τῆς περιοχῆς. Στὸ μεταξύ, πλῆθος ἀνθρώπων εἶχαν μαζευτεῖ ἐκεῖ, ζητῶντας ἀπὸ τὸν εὔσπλαγχνο καὶ φιλάνθρωπο Ἰατρὸ τὴ θεραπεία τῆς ψυχῆς τους μὲ τὰ ἀθάνατα λόγια Του καὶ τοῦ σώματός τους μὲ τὴν παντοδύναμη ἰαματική Του Χάρη. Ἐξερχόμενος λοιπὸν ὁ Κύριος ἀπὸ τὸ σπήλαιο καὶ βλέποντάς τους ἔτσι ταλαιπωρημένους, δὲν ἀπαιτεῖ ἀπ᾽ αὐτοὺς ἄλλη ἀπόδειξη πίστης πρὸς Αὐτόν, ἀλλ᾽ ἀμέσως θεραπεύει τοὺς ἀσθενεῖς. Γιατί, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, τὸ ὅτι ἄφησαν τὰ σπίτια καὶ τὰ χωριά τους καὶ τὸν βρῆκαν στὶς ἐρημιές, καὶ τὸν περίμεναν ἐκεῖ ὑπομονετικὰ ὧρες, πεινασμένοι καὶ διψασμένοι, δὲν ἦταν λαμπρὴ ἀπόδειξη τῆς πίστης τους; Κι ὄχι μόνο αὐτὴ τὴν εὐεργεσία τῆς ἰάσεως τοὺς παρέσχε, ἀλλὰ καὶ θὰ τοὺς ἔτρεφε. Δὲν τὸ κάνει ὅμως ἀπὸ μόνος Του, οὔτε κι ἀμέσως, ἀλλὰ ἀναμένει νὰ Τὸν παρακαλέσουν. Κι αὐτό, ὁ ἄκρως ταπεινὸς Κύριός μας, πάντοτε τὸ τηροῦσε, τὸ νὰ μὴν προτρέχει δηλαδὴ στὸ θαῦμα, ἀλλ᾽ ἀφοῦ τοῦ τὸ ζητοῦσαν οἱ ἄνθρωποι τὸ ἐπιτελοῦσε.  Καί, γιατί κανεὶς ἀπὸ τὸν ὄχλο δὲν ζήτησε νὰ τοὺς θρέψει; Γιατί, ὅπως καὶ πάλιν θεόπνευστα ἑρμηνεύει ὁ θεορρήμων Χρυσόστομος, τὸν εὐλαβοῦνταν ὑπερβολικά· ντρέπονταν τὸν Κύριο, καὶ ὁ πόθος τους νὰ εἶναι μαζί Του, νὰ ἀπολαμβάνουν τὴ Χάρη τῆς θεωρίας καὶ τῶν λόγων καὶ τῶν θαυμάτων Του, τοὺς ἔκανε νὰ ξεχνοῦν καὶ τὴν πείνα τους!  Ἀλλ᾽ οὔτε καὶ οἱ μαθητές Του, ποὺ ἦσαν ἀκόμη ἀτελεῖς στὴν πίστη, τοῦ ζητοῦν μὲ παρρησία τέτοιο θαῦμα. Μόνο σὰν δειλίνιασε, τὸν παρακάλεσαν νὰ ἀφήσει τὸν κόσμο νὰ ἀναχωρήσει, νὰ πᾶνε νὰ βροῦνε κάτι γιὰ νὰ φᾶνε. Κι ὁ πάνσοφος Ἰησοῦς, γιὰ νὰ τοὺς στερεώσει καὶ αὐτοὺς στὴν πίστη, τί κάνει; Δὲν τοὺς λέγει ἀμέσως: «Μὴν ἀνησυχεῖτε, ἐγὼ θὰ τοὺς θρέψω», ἀλλὰ ἀπαντᾶ· «Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ πᾶνε ἀλλοῦ νὰ βροῦνε τροφή. Ἐσεῖς νὰ τοὺς δώσετε νὰ φᾶνε!» Ἀλλὰ οἱ μαθητὲς δὲν καταλάβανε τὸ νόημα τῶν λόγων τοῦ Κυρίου, καὶ ἀπάντησαν: «Μά, δὲν ἔχουμε ἐδῶ Κύριε, παρὰ πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια!» Τότε ὁ Κύριος, ἅμα εἶδε πὼς δέν μποροῦσαν νὰ ἀνέβουν πιὸ ψηλὰ πνευματικά, νὰ ἐλπίσουν στὸ θαῦμα, τοὺς προστάζει νὰ τοῦ πάρουνε κοντά του τὰ διαθέσιμα φαγητά. Ὁ δὲ Ἰωάννης ἀναφέρει στὸ Εὐαγγέλιό του, πὼς τὰ ψωμιὰ ἤτανε κριθαρένια, γιὰ νὰ μᾶς δείξει τὴν ταπείνωση καὶ πτωχεία τοῦ Κυρίου καὶ τῶν μαθητῶν Του.  Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Χριστὸς πῆρε στὰ πανάγια χέρια Του τὰ ψωμιὰ καὶ τὰ ψάρια καὶ διέταξε τοὺς ὄχλους καὶ κάθισαν στὸ χορτάρι τῆς γῆς -θὰ ἤτανε φαίνεται ἀνοιξιάτικη ἐποχή-, ἀνέβλεψε στὸν οὐρανὸ καὶ τὰ εὐλόγησε καί, κόβοντάς τα σὲ τεμάχια, ἄρχισε νὰ τὰ δίνει στοὺς μαθητές Του, κι αὐτοὶ στοὺς ὄχλους. Τὸ θαῦμα συντελέσθηκε: Φάγανε τόσοι ἄνθρωποι καὶ χορτάσανε καὶ περισσεύσανε καὶ δώδεκα κοφίνια τεμάχια φαγητοῦ! Γιατί ἀνέβλεψε ὁ Ἰησοῦς στὸν οὐρανὸ καὶ μετὰ εὐλόγησε τὰ φαγητά, ἐρωτᾶ ὁ ἅγιος Χρυσόστομος; Γιὰ νὰ πιστεύσουν οἱ ἄνθρωποι, ἀπαντάει, ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ ὅτι εἶναι ἴσος μαζί Του. Καὶ τὴν μὲν ἰσότητα ἀποδείκνυε ὁ Χριστὸς ἐνεργῶντας ὅλα τὰ θαυμαστά Του ἔργα μὲ ἐξουσία. Τὸ δὲ ὅτι προερχόταν ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ ἦταν Υἱός Του, δέν θὰ ἔπειθε διαφορετικὰ τοὺς ἀνθρώπους, παρὰ ἐὰν δὲν ἀπευθυνόταν μὲ πολλὴ ταπείνωση πρὸς τὸν Πατέρα καὶ ἀνέφερε τὰ πάντα σ᾽ Αὐτόν. Ἔτσι, ἄλλοτε μὲ ἰδία ἐξουσία θαυματουργεῖ, κι ἄλλοτε ἐπικαλούμενος τὸν Πατέρα, γιὰ νὰ βεβαιώσει καὶ τὰ δύο. Ἀκόμη, μὲ τὴν προσευχὴ καὶ ἀνάβλεψή Του στὸν Οὐρανὸ πρὶν τὸ φαγητό, μᾶς διδάσκει ὁ Κύριος πάντοτε νὰ προσευχόμαστε καὶ νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε, πρὶν καὶ μετὰ τὸ καθημερινὸ φαγητό μας. Καί, γιατί δὲν δημιουργεῖ φαγητὰ ἀπὸ τὸ μηδέν, ἀλλὰ πολλαπλασιάζει θαυμαστὰ τὰ προϋπάρχοντα; Γιὰ νὰ ἀποδείξει ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Δημιουργὸς τῶν ἁπάντων, ποὺ μᾶς δίνει τοὺς καρποὺς τῆς γῆς στὸν καιρό τους, γιὰ νὰ τρεφόμαστε, καὶ τοὺς εὐλογεῖ καὶ  αὐξάνει.  Ἀκόμη, ἐνέργησε τὸ θαῦμα σὲ ἔρημο τόπο, καὶ ὥρα δειλινοῦ, γιὰ νὰ μὴν εἰπεῖ κάποιος, ἂν βρίσκονταν κοντὰ σὲ κατοικημένο τόπο, ὅτι κάποιος ἔφερε φαγώσιμα ἀπὸ ἐκεῖ.

Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀρετὴ τῶν ἀποστόλων φανερώνεται στὰ γεγονότα, ποὺ προηγήθηκαν τοῦ θαύματος: Δώδεκα ἤτανε, μὰ μόνο πέντε ψωμάκια καὶ δύο ψαράκια εἴχανε μαζί τους, φροντίζοντας μόνο γιὰ τὰ ἀπολύτως ἀπαραίτητα καὶ καταφρονῶντας τὶς ὑλικὲς ἀνάγκες.  Κι ἀκόμη, κι αὐτὰ τὰ λίγα, ὅταν τοὺς ζητήθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο, δὲν εἶπαν, «Μά, Κύριε, ἐμεῖς τί θὰ φᾶμε;» Ὄχι! Ἀλλὰ ἀμέσως τὰ πρόσφεραν γιὰ τοὺς πεινασμένους συνανθρώπους τους. Παράδειγμα καὶ αὐτὸ γιὰ μᾶς, ὥστε, ὅταν μᾶς ζητεῖται ἐλεημοσύνη, κι ἂν δὲν μποροῦμε νὰ δώσουμε ἀπὸ τὸ ὑστέρημά μας, νὰ δώσουμε τουλάχιστον ἀπὸ τὸ περίσσευμά μας! Καὶ ὁ Κύριος παρέσχε τὰ εὐλογημένα φαγητὰ στὸν ὄχλο, τόσο γιὰ νὰ τιμήσει τοὺς μαθητές Του, γιὰ τὴ φιλάνθρωπη γνώμη τους, ὅσο καὶ νὰ τοὺς ἐνδυναμώσει στὴν πίστη, ἀφοῦ εἶδαν νὰ περνᾶνε ἀπὸ τὰ χέρια τους, πάνω ἀπὸ κάθε λογικὴ ἀντίληψη, τόσες μεγάλες ποσότητες τροφίμων.

Ἂς ἱκετεύσουμε τὸν Κύριο, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νὰ μᾶς δίνει αὐτὴ τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα στὸ ἀνεξάντλητο ἔλεός Του, ποὺ μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει τὰ πάντα, τὰ ἀνθρωπίνως ἀδύνατα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀγάπη στὸν κάθε ἀδελφό μας, τὸν κάθε ἐμπερίστατο συνάνθρωπό μας. Γιατί, ὅσο δίνουμε στὸν πλησίον μας, τόσο λαμβάνουμε ἀπὸ τὸν Κύριο, τόσο πληθύνονται καὶ τὰ ὑλικά μας ἀγαθά. Ἀλλά, τὸ σπουδαιότερο, ἀξιωνόμαστε νὰ ἀκούσωμε ἀπὸ τὸν δίκαιο Κριτὴ ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως: «Ἐφόσον ἐλεήσατε ἕνα ἀπὸ τοὺς ἐλάχιστους ἀδελφούς μου, τὸ καλὸ σ᾽ ἐμένα τὸ κάνετε.  Εἰσέλθετε στὴν χαρὰ τοῦ Κυρίου σας.»  Ἀμήν. Γένοιτο, Κύριε!

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ Η΄ Ματθαίου

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ Η΄ Ματθαίου, ποὺ τελέσθηκε στὴν ἱερὰ μονὴ Παναγίας Ἱεροσολυμίτισσας στὸν Κοτσιάτη, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Ταμασοῦ καὶ Ὀρεινῆς (18.08.2024).