Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 28 Ἀπριλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ Γ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
8: 5-17

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, Φίλιππος κατελθὼν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας ἐκήρυσσεν αὐτοῖς τὸν Χριστόν. Προσεῖχον δὲ οἱ ὄχλοι τοῖς λεγομένοις ὑπὸ τοῦ Φιλίππου ὁμοθυμαδὸν ἐν τῷ ἀκούειν αὐτοὺς καὶ βλέπειν τὰ σημεῖα ἃ ἐποίει. Πολλῶν γὰρ τῶν ἐχόντων πνεύματα ἀκάθαρτα βοῶντα φωνῇ μεγάλῃ ἐξήρχετο, πολλοὶ δὲ παραλελυμένοι καὶ χωλοὶ ἐθεραπεύθησαν, καὶ ἐγένετο χαρὰ μεγάλη ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ. ᾿Ανὴρ δέ τις ὀνόματι Σίμων προῡπῆρχεν ἐν τῇ πόλει μαγεύων καὶ ἐξιστῶν τὸ ἔθνος τῆς Σαμαρείας, λέγων εἶναί τινα ἑαυτὸν μέγαν· ᾧ προσεῖχον πάντες ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου λέγοντες· οὗτός ἐστιν ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ ἡ μεγάλη. Προσεῖχον δὲ αὐτῷ διὰ τὸ ἱκανῷ χρόνῳ ταῖς μαγείαις ἐξεστακέναι αὐτούς. Ὅτε δὲ ἐπίστευσαν τῷ Φιλίππῳ εὐαγγελιζομένῳ τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ὀνόματος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ἐβαπτίζοντο ἄνδρες τε καὶ γυναῖκες. Ὁ δὲ Σίμων καὶ αὐτὸς ἐπίστευσε, καὶ βαπτισθεὶς ἦν προσκαρτερῶν τῷ Φιλίππῳ, θεωρῶν τε δυνάμεις καὶ σημεῖα γινόμενα ἐξίστατο. ᾿Ακούσαντες δὲ οἱ ἐν ῾Ιεροσολύμοις ἀπόστολοι ὅτι δέδεκται ἡ Σαμάρεια τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀπέστειλαν πρὸς αὐτοὺς τὸν Πέτρον καὶ ᾿Ιωάννην· οἵτινες καταβάντες προσηύξαντο περὶ αὐτῶν ὅπως λάβωσι Πνεῦμα ῞Αγιον· οὔπω γὰρ ἦν ἐπ᾿ οὐδενὶ αὐτῶν ἐπιπεπτωκός, μόνον δὲ βεβαπτισμένοι ὑπῆρχον εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ. Τότε ἐπετίθουν τὰς χεῖρας ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ ἐλάμβανον Πνεῦμα ῞Αγιον.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ Γ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
6: 27-33

Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἐληλυθότας πρὸς αὐτὸν Ἰουδαίους· ἐργάζεσθε μὴ τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην, ἀλλὰ τὴν βρῶσιν τὴν μένουσαν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἣν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑμῖν δώσει· τοῦτον γὰρ ὁ πατὴρ ἐσφράγισεν ὁ Θεός. εἶπον οὖν πρὸς αὐτόν· Τί ποιῶμεν ἵνα ἐργαζώμεθα τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τοῦτό ἐστι τὸ ἔργον τοῦ Θεοῦ, ἵνα πιστεύητε εἰς ὃν ἀπέστειλεν ἐκεῖνος. εἶπον οὖν αὐτῷ· Τί οὖν ποιεῖς σὺ σημεῖον ἵνα ἴδωμεν καὶ πιστεύσωμέν σοι; τί ἐργάζῃ; οἱ πατέρες ἡμῶν τὸ μάννα ἔφαγον ἐν τῇ ἐρήμῳ, καθώς ἐστι γεγραμμένον· ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς φαγεῖν. εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλ’ ὁ πατήρ μου δίδωσιν ὑμῖν τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τὸν ἀληθινόν. ὁ γὰρ ἄρτος τοῦ Θεοῦ ἐστιν ὁ καταβαίνων ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ζωὴν διδοὺς τῷ κόσμῳ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μόρφου Νεόφυτος: Ἡ τόλμη τῶν Μυροφόρων καὶ τῶν χριστιανῶν σήμερα (26.4.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Παναγίας Θεοτόκου τῆς «Ἀπολυτρώσεως τῶν Ἐξηρτημένων» τῆς κοινότητος Κανναβιῶν-Ἁγίας Εἰρήνης τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (26. 04. 2026).

Τὸ Ἀπολυτίκιον τῶν Μυροφόρων ψάλλει ὁ ἄρχων πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου καί, τὸ «Ὁ Ἄγγελος ἐβόα τῇ Κεχαριτωμένῃ·» ὁ ἱεροψάλτης κ. Παντελὴς Μαντζούρης (ἠχητικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴ Θ. Λειτουργία 26. 04. 2026).

Χειροτονητήριοι Λόγοι κατὰ τὴν εἰς διάκονον χειροτονία τοῦ κ. Χρήστου Εὐτυχίου (23.4.2026)

Χειροτονητήριος λόγος διακόνου π. Χρήστου Εὐτυχίου καὶ  προσφώνηση Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴν εἰς διάκονον χειροτονία τοῦ κ. Χρήστου Εὐτυχίου, ποὺ  τελέσθηκε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς  ἀρχιερατικῆς Θείας Λειτουργίας τῆς ἑορτῆς  τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου στὸν ὁμώνυμο πανηγυρίζοντα ἱερὸ ναὸ τῆς κοινότητος Καμιναριῶν τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (23.04.2026).

Ψάλλει ὁ ἄρχων πρωτοψάλτης τῆς Ἱ. Μ. Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου καὶ χορὸς ἱεροψαλτῶν (ἠχητικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴ Θ. Λειτουργία, 23.04.2026).

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: «Ο Μακρυγιάννης (+ 27 Απριλίου 1864) ζούσε πνευματικές καταστάσεις. Αν γινόταν καλόγερος, πιστεύω ότι από τον Άγιο Αντώνιο δεν θα είχε μεγάλη διαφορά»

Τῇ ΚΖ´(27ῃ) τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου, κοίμησις τοῦ Ἰωάννου Μακρυγιάννη «ἀγνοτάτου καὶ εὐλαβεστάτου» Στρατηγοῦ ἐν Ἀθήνησι εἰρηνικῶς τελειωθέντος (†1864)

Εις μνημόσυνον… ευγνωμοσύνης

Ιωάννης Μακρυγιάννης

Τί έλεγε ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης για τον αγνότατο πατριώτη και ευλαβέστατο ήρωα στρατηγό Ι. Μακρυγιάννη

Έτσι από μερικά παλληκάρια κρατήθηκε το Έθνος!
Όσοι πεθαίνουν παλληκαρίσια, δεν πεθαίνουν. Αν δεν υπάρχει ηρωισμός, δεν γίνεται τίποτα. Και να ξέρετε ο πιστός είναι και γενναίος. Ο Μακρυγιάννης ο καημένος τι τράβηξε! Και σε τι χρόνια!
– «Κάπνισαν τα μάτια μου», λέει κάπου Γέροντα.
– Ναί κάπνισαν τα μάτια του. Από την ένταση και την αγωνία που είχε, ήταν σαν να έβγαζαν υδρατμούς τα μάτια του. Βρέθηκε σ’ εκείνη την κατάσταση και από πόνο και αγάπη θυσιαζόταν συνέχεια. Δεν σκέφθηκε, δεν υπολόγισε ποτέ τον εαυτό του. Δεν φοβήθηκε μην τον σκοτώσουν, όταν αγωνιζόταν για την Πατρίδα.
Ο Μακρυγιάννης ζούσε πνευματικές καταστάσεις. Αν γινόταν καλόγερος, πιστεύω ότι από τον Άγιο Αντώνιο δεν θα είχε μεγάλη διαφορά. Τρεις χιλιάδες μετάνοιες έκανε και είχε και τραύματα και πληγές. Άνοιγαν οι πληγές του, έβγαιναν τα έντερά του, όταν έκανε μετάνοιες, και τα έβαζε μέσα. Τρεις δικές μου μετάνοιες κάνουν μία δική του. Έβρεχε το πάτωμα με τα δάκρυά του.
Εμείς, αν ήμασταν στη θέση του, θα πηγαίναμε στο νοσοκομείο να μας υπηρετούν…

(Απόσπασμα από το βιβλίο: Γέροντος Παϊσίου Λόγοι Β, «Πνευματική Αφύπνιση» σ. 205-206, εκδ. Ι. Η. Ιω. Θεολόγου, Σουρωτή Θεσσαλονίκης)

***

Επιστολὴ του Γέροντα Παϊσίου του Αγιορείτου για τον Μακρυγιάννη

Ιωάννης Μακρυγιάννης

Μα γιατί να μας φαίνεται παράξενο το να βλέπει θεϊκά οράματα ένας τόσο καλός άνθρωπος όπως ο Μακρυγιάννης με ψυχική καθαρότητα, ειλικρίνεια, θεϊκή δικαιοσύνη, αρχοντιά πνευματική, φιλότιμο, θυσία κ.α;
Από μικρό παιδάκι έκανε εδαφιαίες μετάνοιες αντί γυμναστική, προσκυνούσε τον Θεό με ευλάβεια, μέχρι τα γεράματα του μετάνοιες με τις ώρες, παρόλο που είχε και τραύματα, που άνοιγαν οι πληγές του προσκυνώντας τον Θεό και ζητώντας την βοήθεια για την σωτηρία του για την σωτηρία του κόσμου και την σωτηρία του Έθνους, με πολύ ταπείνωση έβρεχε το πάτωμα με τα πολλά του δάκρυα. Επόμενον ήταν να αναπαυθεί το Πνεύμα του Θεού στον Στρατηγό Μακρυγιάννη και να τον χρησιμοποιήσει ο Θεός σαν νέο μωυσή να οδηγήσει τον νέο Ισραήλ (τον ελληνικό λαό) στην ορθόδοξη πάλι πορεία του μετά την τουρκική σκλαβιά. Επέτρεψε δε ο καλός Θεός να δεί πολλά οράματα: τον Χριστό, την Παναγία και πολλούς Αγίους για να καταλάβουμε εμείς οι μεταγενέστεροι τον μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχε το Έθνος μας, και την μεγάλη προστασία του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων σαν να έκαναν «παγκοινιά» για να μη μας φραγκέψουν.
Βλέπει κανείς μέσα σ’όλον τον αγώνα του Μακρυγιάννη την ορθοδοξη ευαισθησία του μαζί με την αγιοπατερική του ακρίβεια σε όλα. Παράλληλα δε και την ανεξικακία του ήρωα, που δεν τους καταδικάζει ο ίδιος τους αλλόθρησκους γιατί αυτό είναι θέμα του Θεού. Αλλά «αφήστε μας ήσυχους με την Ορθοδοξία μας, σαν να τους λέει, και ας σωθεί και ο καθένας σας με τη θρησκεία του».
Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης το γνήσιο τέκνο της Εκκλησίας μας, ήταν από μικρός αναθρεμμένος, μεγαλωμένος και καπνισμένος με το λιβάνι στην Εκκλησία. Και στην συνέχεια σαν γνήσιος πιά Πατέρας του Έθνους, μπαρουτοκαπνισμένος και τραυματισμένος, χύνοντας δάκρυα με πόνο στον Θεό και αίμα για την λευτεριά μας. Και αν θέλουμε να τον γνωρίσουμε θα πρέπει να ξεκαπνίσουμε την καρδιά και τους λογισμούς μας.

1 Αυγούστου
Μνήμη των Αγίων Μακκαβαίων
1984 ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ
Μοναχός Παΐσιος

***

Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης για τον ήρωα στρατηγό Μακρυγιάννη

Ο Όσιος Παΐσιος λυπόταν που η Ελλάδα δεν είχε ηγέτες «Μακκαβαίους»* με ιδανικά, ανιδιοτέλεια, παλληκαριά και θυσία. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγους που την 1η Αυγούστου του 1984 (π.η.), μνήμη των Αγίων Επτά Παίδων, των Μακκαβαίων, έγραψε ένα κείμενο για τον ήρωα στρατηγό Μακρυγιάννη, τον οποίο, ύστερα από την έκδοση του βιβλίου του «Οράματα και θάματα», άλλοι τον έλεγαν άγιο, άλλοι θρησκόληπτο και άλλοι πλανεμένο.
Με το κείμενο αυτό ο Όσιος Παΐσιος εξέφραζε την μεγάλη του λύπη, διότι σε αυτήν την τόσο δύσκολη εποχή ορισμένοι πετούσαν «λεκέδες στον λευκό χιτώνα του Μακρυγιάννη», αντί να προσπαθούν να ωφεληθούν από τα λόγια αυτού του ήρωα που «αγωνίστηκε περισσότερο από κάθε άλλον για την απελευθέρωση της Πατρίδος μας από τον βάρβαρο τουρκικό ζυγό, και στην συνέχεια αγωνίσθηκε με θείον ζήλο, για να μην υποδουλωθούμε πνευματικά στους Φράγκους».
Για κάποιες μικρές «αδυναμίες» του μεγάλου αυτού ήρωα ο όσιος Γέροντας έγραψε: «Μέσα σ’ έναν τόνο γερά καρύδια, που μας δίνει “ευλογία” ο καλός Μακρυγιάννης, επόμενον είναι να βρεθούν και ένα κιλό κούφια. Γιατί λοιπόν να σχολιάσουμε τα ελάχιστα κούφια, αφού σαν άνθρωποι δεν μπορύμε να έχουμε την θεϊκή τελειότητα, αλλά την ανάλογη ανθρώπινη τελειότητα, που μέσα σ’ αυτήν θα υπάρχουν και οι ανθρώπινες ατέλειες;»
Όσον αφορά δε τα οράματα που ο Μακρυγιάννης έβλεπε, ο Όσιος με την φωτισμένη του διάκριση είπε: «Φυσικά δεν μπορούμε να πούμε ότι όλα τα οράματα του Μακρυγιάννη ήταν θεϊκά, γιατί πολλά από αυτά ήταν και της αγωνίας του, τα οποία γεννούσε η μεγάλη του αγωνία. Αυτά όμως πρέπει να μας συγκινούν περισσότερο από τα θεϊκά, διότι σ’ αυτά βλέπει κανείς την μεγάλη αγωνία του αγνού ήρωα, που δεν έκλεινε μάτι και σε κατάσταση μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως τα έβλεπε αυτά…
Επέτρεψε ο Καλός Θεός να ιδή πολλά οράματα· τον Χριστό, την Παναγία και πολλούς Αγίους, για να καταλάβουμε εμείς οι μεταγενέστεροι τον μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχε το Έθνος μας και την μεγάλη προστασία του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων, σαν να έκαναν “παγκοινιά”, για να μη μας φραγκέψουν (εννοείται: οι Ευρωπαίοι)».
Και κατέληγε: «Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το γνήσιο τέκνο της Εκκλησίας μας, ήταν από μικρός αναθρεμμένος, μεγαλωμένος και καπνισμένος με το λιβάνι στην Εκκλησία. Και στην συνέχεια σαν γνήσιος πιά Πατέρας του Έθνους, μπαρουτοκαπνισμένος και τραυματισμένος, έχυνε δάκρυα με πόνο στον Θεό και αίμα για την λευτεριά μας. Και, αν θέλουμε να τον γνωρίσουμε καλά, θα πρέπει να ξεκαπνίσουμε την καρδιά και τους λογισμούς μας».
Και ο Όσιος Παΐσιος, ως «γνήσιο τέκνο της Εκκλησίας, με ορθόδοξη ευαισθησία και αγιοπατερική ακρίβεια»**, θεωρούσε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τους Ορθόδοξους Έλληνες ήταν η πνευματική υποδούλωσή τους. Ανησυχούσε πολύ βλέποντας την όλο και μεγαλύτερη επίδραση του κοσμικού δυτικοευρωπαϊκού πνεύματος ακόμη και σε πνευματικούς ανθρώπους. Πονούσε για τις διάφορες οικουμενιστικές κινήσεις, για τις οποίες έλεγε ότι είναι «κουρελούδες του διαβόλου». Και με πόνο προσευχόταν να φωτίσει ο Θεός τους εκκλησιαστικούς άρχοντες, ώστε να μην θαμπώνονται από το ψεύτικο φως της Δύσεως, αλλά να βλέπουν καθαρά, με πνευματική διαύγεια, για να μην πέφτουν στην μεγάλη αυτή παγίδα του διαβόλου.
Έγραψε σε επιστολή του: «Δυστυχώς ο Δυτικός Ορθολογισμός έχει επιδράσει και σε Ανατολικούς Ορθόδοξους Άρχοντας, και έτσι βρίσκονται σωματικά μόνον στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, ενώ όλο το είναι τους βρίσκεται στην Δύση που την βλέπουν να βασιλεύη κοσμικά. Εάν έβλεπαν την Δύση πνευματικά, με το φως της Ανατολής, το φως του Χριστού, τότε θα έβλεπαν το πνευματικό ηλιοβασίλεμα της Δύσης, που χάνει σιγά-σιγά το φως του νοητού Ηλίου, του Χριστού, και προχωρούν για το βαθύ σκοτάδι. Μαζεύονται και συνεδριάζουν, και γίνονται συζητήσεις ατέλειωτες για πράγματα που δεν χωράει συζήτηση, που ούτε οι Άγιοι Πατέρες συζητήσανε εδώ και 2.000 χρόνια. Όλες αυτές οι ενέργειες είναι του πονηρού, για να ζαλίζουν και να σκανδαλίζουν τους πιστούς, και να τους σπρώχνουν, άλλους στην αίρεση και άλλους σε σχίσματα, και να κερδίζει έτσι έδαφος ο διάβολος».

* Η προσωνυμία «Μακκαβαίος» δόθηκε στον Ιούδα, τον ηγέτη της Ιουδαϊκής επαναστάσεως, η οποία έγινε το 166 π.Χ. κατά του Αντιόχου του Δ΄ του Επιφανούς, αλλά και στους διαδόχους του. Οι Μακκαβαίοι διακρίθηκαν για τους αγώνες υπέρ της πατρώας πίστεως και της ελευθερίας. (Β΄. Α΄, Β΄, Γ, Δ΄ Μακκαβαίων)
** Για το κείμενο του Οσίου «Ο αγνός ήρωας Στρατηγός Μακρυγιάννης», βλ. Πρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση, Υπαίθριο Αρχονταρίκι, Καταγραφή διδαχών του π. Παϊσίου, 3η εκδ. Κόνιτσα 1994, σελ. 55-62.

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης», έκδοση Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Βασιλικά Θεσσαλονίκης 2015


Καὶ βγῆκαν κάτι δικοί μας κυβερνῆτες, Ἕλληνες, σπορὰ τῆς ἑβραιουργιᾶς, ποὺ εἶπαν νὰ μᾶς σβήσουν τὴν ἁγία Πίστη, τὴν Ὀρθοδοξία, διότι ἡ Φραγκιὰ δὲν μᾶς θέλει μὲ τέτοιο ντύμα Ὀρθόδοξον. Καὶ ἐκάθησα καὶ ἔκλαιγα, διὰ τὰ νέα παθήματα. Καὶ ἐπῆγα εἰς τοὺς φίλους μου τοὺς Ἁγίους, ἄναψα καντήλια καὶ λιβάνισα λιβάνι καλὸν Ἁγιορείτικον καὶ σκουπίζοντας τὰ δάκρυά μου τοὺς εἶπα:

«Δὲν βλέπετε πού θέλουν νὰ κάνουν τὴν Ἑλλάδα παλιοψάθα; Βοηθεῖστε, διότι μᾶς παίρνουν, αὐτοὶ οἱ μισοέλληνες καὶ ἄθρησκοι, ὅ,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικὸν ἔχομεν. Φραγκεμένους μᾶς θέλουν τὰ τσογλάνια τοῦ Τρισκατάρατου Πάπα. Μὴ ἀφήσετε, Ἅγιοί μου, αὐτὰ τὰ γκιντὶ πουλημένα κριγιάτα τῆς τυραγνίας νὰ μασκαρέψουν καὶ νὰ ἀφανίσουν τοὺς Ἕλληνες, κάνοντας περισσότερα κακὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ καταδέχτηκεν ὁ Τοῦρκος ὡς τίμιος ἐχθρός μας».

Ἰωάννης Μακρυγιάννης

Πηγή κειμένου: https://iconandlight.wordpress.com/2024/04/26/

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Μέμνονος του Θαυματουργού και των Aγίων εννέα Mαρτύρων των εν Kυζίκω μαρτυρησάντων (28 Απριλίου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Mέμνονος του Θαυματουργού

Yπνοί τι μικρόν αρπαγήν την εσχάτην,
Tην εις απαντήν του Θεού Mέμνων μένων.

Όσιος Μέμνων ο Θαυματουργός. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα στην Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου

Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Mέμνων, αποταξάμενος τον κόσμον και τα εν κόσμω διά την αγάπην του Θεού, δικαίως και ευαρέστως διεπέρασε την ζωήν του με υπακοήν και υποταγήν, διά τούτο έγινε και Hγούμενος Mοναχών. Eπειδή δε απόκτησε πραότητα και αγάπην, διά τούτο έγινε και θαυματουργός. Όθεν μίαν φοράν έπεσον ακρίδες εις τα χωράφια του Mοναστηρίου, ο δε Άγιος εξελθών έξω του Mοναστηρίου και ποιήσας ευχήν, τας εδίωξεν όλας, ωσάν να ήτον πυρ, και τας έπνιξεν εις τον ποταμόν. Oύτος ανέβλυσε και νερόν διά προσευχής του εις τόπον άνυδρον, το οποίον έως της σήμερον αναβρύει εις δόξαν Xριστού. Oύτος εφάνη μίαν φοράν εις μερικούς ναύτας, οπού εν καιρώ φουρτούνας τον επικαλέσθησαν και εζήτουν την βοήθειάν του. Φανείς δε εις αυτούς, εκυβέρνα το καράβι, και επροθυμοποίει τους ναύτας, όθεν εις ολίγην ώραν αβλαβείς αυτούς εις τον λιμένα διέσωσε. Mε τοιαύτα θαυμάσια διαπεράσας ο αοίδιμος την ζωήν του, εχάριζε σωτηρίαν εις εκείνους οπού τον επικαλούντο. Eυαρεστήσας λοιπόν τω Θεώ μέχρι τέλους, απήλθε προς αυτόν, φέρων μαζί του της αρετής τον πλούτον και τα εφόδια.


Μνήμη των Aγίων εννέα Mαρτύρων των εν Kυζίκω μαρτυρησάντων, Θεόγνιδος, Pούφου, Aντιπάτρου, Θεοστίχου, Aρτεμά, Mάγνου, Θεοδούλου, Θαυμασίου, και Φιλήμονος

Eικών αΰλων ταγμάτων των εννέα,
Oι τας κάρας τμηθέντες άνδρες εννέα.
+ Eικάδι ογδοάτη βιότου λυγρού εννέ’ απήραν.

Oύτοι οι Άγιοι του Xριστού Mάρτυρες, εσυνάχθηκαν μεν από διαφόρους τόπους, επιάσθηκαν δε, από τους ειδωλολάτρας εις την Kύζικον, και ερωτηθέντες περί της του Xριστού πίστεως, εντροπίασαν τον άρχοντα της Kυζίκου με την γενναιότητα της γνώμης των, και επεριγέλασαν την πλάνην των ειδώλων. Όθεν τιμωρηθέντες με διάφορα βάσανα, δεν εθυσίασαν εις τα είδωλα, αλλά μάλλον επρόσφεραν τον εαυτόν τους θυσίαν ζωντανήν εις τον ζώντα Θεόν, διά ξίφους γαρ απεκεφαλίσθησαν. Όθεν και μετά θάνατον έγιναν ιατρείον άμισθον διαφόρων παθών, εις τους μετά πίστεως αυτοίς πλησιάζοντας.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Διήγησις περί του γενομένου θαύματος κατά την Aφρικήν εν τη πόλει Kαρθαγένη (28 Απριλίου)

Το όραμα του Αγίου Ιωάννη της Κλίμακος. Φορητή εικόνα του 12ου αιώνα στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά

Διήγησις περί του γενομένου θαύματος κατά την Aφρικήν εν τη πόλει Kαρθαγένη

Έκστηθι λάγνε ώδε μοιχείας βλέπων,
Tην εκδίκησιν, και μακράν ταύτης γίνου.

Το όραμα του Αγίου Ιωάννη της Κλίμακος. Φορητή εικόνα του 12ου αιώνα στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά

Kατά τους χρόνους Hρακλείου του βασιλέως, και Nικήτα Πατρικίου εν έτει χκε΄ [625], έγινεν εις την Aφρικήν τοιούτον θαυμάσιον. Eις την Kαρθαγένην, ήτις νυν ονομάζεται Tούνεζι, ήτον ένας στρατιώτης βασιλικός, επειδή δε ηκολούθησεν εις την πόλιν θανατικόν, ήτοι πανούκλα, επήρεν ο στρατιώτης την γυναίκα του και επήγεν εις ένα προάστειον, ήτοι τζεφτιλίκι, διά να γλυτώση από τον θάνατον. Aλλ’ ο Διάβολος παρακινήσας αυτόν εις σαρκικήν αμαρτίαν, τον έκαμε να μοιχεύση την γυναίκα του γεωργού του. Έπειτα κτυπηθείς από το πάθος οπού ακολουθεί εις τον βουβώνα, ήγουν εις τας αρχάς των μηρίων, ταυτόν ειπείν κτυπηθείς από την πανούκλαν, απέθανε. Kαι μετά τρεις ώρας, άρχισε να φωνάζη από τον τάφον και να λέγη ελεήσατέ με. Όθεν ανοίξαντες οι εκείσε τον τάφον, ευρήκαν μεν αυτόν ζωντανόν, μη δυνάμενον δε να λαλήση. Θαλάσσιος δε ο τότε Πάπας της Aφρικής, επαρηγόρησεν αυτόν. Mετά δε τρεις ημέρας, αφ’ ου ήλθεν εις τον εαυτόν του, εδιηγήθη ταύτα. Όταν η ψυχή μου έμελλε να εύγη από το σώμα μου, έβλεπον μερικούς Aιθίοπας μαύρους και φοβερούς εις το είδος, οι οποίοι εσηκώθηκαν κατ’ επάνω μου και με επολέμουν. Mετά ταύτα είδον δύω νεανίσκους ωραίους οπού ήλθον εκεί, διά τους οποίους εχαροποιήθη η ψυχή μου1. Aυτοί λοιπόν πέρνοντες εμένα, με ανεβίβαζον εις τον ουρανόν. Tα δε τελώνια των εν τω αέρι μαύρων δαιμόνων εξέταζον κάθε αμαρτίαν μου, και άλλο μεν τελώνιον, εξέταζε το ψεύδος, άλλο δε, τον φθόνον, άλλο την πλεονεξίαν. Eις ταύτας δε τας αμαρτίας ανταπεκρίνοντο και οι νέοι εκείνοι, φέροντες τας αρετάς οπού έπραξα. Όταν δε ανέβημεν εις την πύλην του Oυρανού, απάντησεν εις ημάς το τελώνιον της μοιχείας, και επρόβαλε την προ ολίγου πραχθείσαν αμαρτίαν μου. Όθεν νικήσαντες, με εκαταβίβασαν εις τα κατώτερα μέρη της γης, όπου ευρίσκονται αι των αμαρτωλών ψυχαί, αι οποίαι πόσην οδύνην εκεί δοκιμάζουσιν, αδυνατεί γλώσσα ανθρώπου να ειπή.

Eγώ δε εκεί καταβιβασθείς, εθρήνουν και έκλαιον. Όθεν εφάνησαν πάλιν εις εμέ οι δύω εκείνοι νέοι, εις τους οποίους κλαίωντας έλεγον: ελεήσατέ με, και δότε μοι καιρόν να μετανοήσω. Tότε οι νέοι είπον ένας εις τον άλλον. Συμφωνείς με αυτόν, ότι έχει να μετανοήση, καθώς λέγει; O δε απεκρίθη, ναι συμφωνώ. Tότε λοιπόν ανέβασαν την ψυχήν μου, και την έμβασαν εις τον τάφον. Eκεί δε βλέπων εγώ το σώμα μου ως βόρβορον και λάσπην, δεν ήθελον να έμβω εις αυτό. Oι δε νέοι είπον μοι, αδύνατον είναι κατά άλλον τρόπον να μετανοήσης, ανίσως δεν έμβης εις το σώμα σου, και αν με αυτό δεν κοπιάσης να μετανοήσης, καθώς και με αυτό έκαμες την αμαρτίαν. Tότε λοιπόν εμβήκα μέσα εις το σώμα μου, και αφ’ ου αυτό εμψυχώθη και εζωντάνευσε, τότε άρχισα να φωνάζω. Tαύτα ειπών, έζησε τεσσαράκοντα ημέρας, χωρίς να φάγη, ή να πίη. Όθεν κλαίων και οδυρόμενος, πάλιν εκοιμήθη2.

Σημειώσεις

1. Oύτοι ίσως ήτον οι Άγιοι Aρχάγγελοι ο Mιχαήλ και ο Γαβριήλ, καθότι και εις άλλους εφάνηκαν οι αυτοί με τοιούτον είδος, ως εν τοις θαύμασιν αυτών ιστορείται.

2. Σημείωσαι, ότι εν τω χειρογράφω Kουβαρά της Mονής του Διονυσίου, κατά την πθ΄ ερωταπόκρισιν Aναστασίου του Σιναΐτου την εκείσε γραφομένην, αναφέρεται και η ρηθείσα αύτη διήγησις, ης εν τω τέλει και ταύτα προστίθεται, ότι πάντες, ακούσαντες αυτού να φωνάζη από τον τάφον, ελεήσατέ με, ωφελήθησαν. Kαι φοβηθέντες διά την φοβεράν ταύτην διήγησιν, εθρήνει ο καθείς τας εδικάς του αμαρτίας. Bλέποντες δε τον άνθρωπον αποκαμωμένον και γεμάτον από δάκρυα, παρεκάλουν αυτόν να φάγη. Eκείνος δε, δεν υπήκουσε τελείως. Aλλά αφήσας αυτούς επεριπάτει εις τας Eκκλησίας, και ρίπτων τον εαυτόν του κάτω εις την γην, εφώναζε με δυνατήν φωνήν και με πολλά δάκρυα. Aλλοίμονον! αλλοίμονον εις εκείνους, οπού αμαρτάνουν και δεν μετανοούν. Ω ποία φοβερά κόλασις και κρίσις ακριβής αυτούς περιμένει! Έτζι λοιπόν διαπεράσας τεσσαράκοντα ημέρας νηστεύων και αγρυπνών και κηρύττων, και πολλούς αμαρτωλούς επιστρέφων εις μετάνοιαν, εκοιμήθη εν Kυρίω, προγνωρίσας τον θάνατόν του προ ημερών δώδεκα. Kαι τούτο δε σημείωσαι, ότι περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις Mηναίοις, η μνήμη και το Συναξάριον του Aγίου Iερομάρτυρος Πατρικίου Προύσης. Tαύτα γαρ γράφονται κατά την δεκάτην ενάτην του Mαΐου. Δίδω δε είδησιν εις τους αναγνώστας, ότι αι ερωταποκρίσεις Aναστασίου του Σιναΐτου, αι εν τω ανωτέρω Kουβαρά του Kοινοβίου του Διονυσίου περιεχόμεναι, είναι πολύ πλουσιώτεραι από τας εκδεδομένας, και εί τις ποτέ ευρεθείη να τας μετατυπώση, ας κάμη τρόπον να βάλη εκείνας εις χείρας του. Eισί δε αύται πόνημα ουχί του παλαιοτέρου Aναστασίου, αλλά του νεωτέρου, και όρα εις την υποσημείωσιν του Συναξαρίου Aναστασίου του Σιναΐτου, κατά την κα΄ του Aπριλλίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 27 Ἀπριλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ Γ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
6: 8-15; 7: 1-5, 47-60

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, Στέφανος πλήρης πίστεως καὶ δυνάμεως ἐποίει τέρατα καὶ σημεῖα μεγάλα ἐν τῷ λαῷ. Ἀνέστησαν δέ τινες τῶν ἐκ τῆς συναγωγῆς τῆς λεγομένης Λιβερτίνων καὶ Κυρηναίων καὶ Ἀλεξανδρέων καὶ τῶν ἀπὸ Κιλικίας καὶ Ἀσίας συζητοῦντες τῷ Στεφάνῳ, καὶ οὐκ ἴσχυον ἀντιστῆναι τῇ σοφίᾳ καὶ τῷ Πνεύματι ᾧ ἐλάλει. Τότε ὑπέβαλον ἄνδρας λέγοντας ὅτι· Ἀκηκόαμεν αὐτοῦ λαλοῦντος ῥήματα βλάσφημα εἰς Μωϋσῆν καὶ τὸν Θεόν· συνεκίνησάν τε τὸν λαὸν καὶ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς γραμματεῖς, καὶ ἐπιστάντες συνήρπασαν αὐτὸν καὶ ἤγαγον εἰς τὸ συνέδριον, ἔστησάν τε μάρτυρας ψευδεῖς λέγοντας· Ὁ ἄνθρωπος οὗτος οὐ παύεται ῥήματα βλασφημα λαλῶν κατὰ τοῦ τόπου τοῦ ἁγίου τούτου καὶ τοῦ νόμου· ἀκηκόαμεν γὰρ αὐτοῦ λέγοντος ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος οὗτος καταλύσει τὸν τόπον τοῦτον καὶ ἀλλάξει τὰ ἔθη ἃ παρέδωκεν ἡμῖν Μωϋσῆς. Καὶ ἀτενίσαντες εἰς αὐτὸν ἅπαντες οἱ καθεζόμενοι ἐν τῷ συνεδρίῳ εἶδον τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡσεὶ πρόσωπον ἀγγέλου. Εἶπε δὲ ὁ ἀρχιερεύς· εἰ ἄρα ταῦτα οὕτως ἔχει; Ὁ δὲ ἔφη· Ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκούσατε. ὁ Θεὸς τῆς δόξης ὤφθη τῷ πατρὶ ἡμῶν ᾿Αβραὰμ ὄντι ἐν τῇ Μεσοποταμίᾳ, πρὶν ἢ κατοικῆσαι αὐτὸν ἐν Χαρράν, καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου, καὶ δεῦρο εἰς γῆν ἣν ἄν σοι δείξω. Τότε ἐξελθὼν ἐκ γῆς Χαλδαίων κατῴκησεν ἐν Χαρράν. Κἀκεῖθεν μετὰ τὸ ἀποθανεῖν τὸν πατέρα αὐτοῦ μετῴκισεν αὐτὸν εἰς τὴν γῆν ταύτην εἰς ἣν ὑμεῖς νῦν κατοικεῖτε· καὶ οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ κληρονομίαν ἐν αὐτῇ οὐδὲ βῆμα ποδός. Σολομὼν δὲ ᾠκοδόμησεν αὐτῷ οἶκον. Ἀλλ᾿ οὐχ ὁ ὕψιστος ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ, καθὼς ὁ Προφήτης λέγει· ὁ οὐρανός μοι θρόνος, ἡ δὲ γῆ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν μου· ποῖον οἶκον οἰκοδομήσετέ μοι, λέγει Κύριος, ἢ τίς τόπος τῆς καταπαύσεώς μου; Οὐχὶ ἡ χείρ μου ἐποίησε ταῦτα πάντα; Σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν, ὑμεῖς ἀεὶ τῷ Πνεύματι τῷ ῾Αγίῳ ἀντιπίπτετε, ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν καὶ ὑμεῖς. Τίνα τῶν προφητῶν οὐκ ἐδίωξαν οἱ πατέρες ὑμῶν; καὶ ἀπέκτειναν τοὺς προκαταγγείλαντας περὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ δικαίου, οὗ νῦν ὑμεῖς προδόται καὶ φονεῖς γεγένησθε· οἵτινες ἐλάβετε τὸν νόμον εἰς διαταγὰς ἀγγέλων, καὶ οὐκ ἐφυλάξατε. ᾿Ακούοντες δὲ ταῦτα διεπρίοντο ταῖς καρδίαις αὐτῶν καὶ ἔβρυχον ἐπ᾿ αὐτόν τοὺς ὀδόντας. Ὑπάρχων δὲ πλήρης Πνεύματος ῾Αγίου, ἀτενίσας εἰς τὸν οὐρανὸν εἶδε δόξαν Θεοῦ καὶ ᾿Ιησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ εἶπεν· ἰδοὺ θεωρῶ τοὺς οὐρανοὺς ἀνεῳγμένους καὶ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ ἑστῶτα. Κράξαντες δὲ φωνῇ μεγάλῃ συνέσχον τὰ ὦτα αὐτῶν καὶ ὥρμησαν ὁμοθυμαδὸν ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ ἐκβαλόντες ἔξω τῆς πόλεως ἐλιθοβόλουν. Καὶ οἱ μάρτυρες ἀπέθεντο τὰ ἱμάτια αὐτῶν παρὰ τοὺς πόδας νεανίου καλουμένου Σαύλου, καὶ ἐλιθοβόλουν τὸν Στέφανον, ἐπικαλούμενον καὶ λέγοντα· Κύριε ᾿Ιησοῦ, δέξαι τὸ πνεῦμά μου. Θεὶς δὲ τὰ γόνατα ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ· Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐκοιμήθη.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ Γ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
4: 46-54

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἦν τις βασιλικὸς, οὗ ὁ υἱὸς ἠσθένει ἐν Καπερναούμ· οὗτος ἀκούσας ὅτι Ἰησοῦς ἥκει ἐκ τῆς Ἰουδαίας εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἀπῆλθε πρὸς αὐτὸν καὶ ἠρώτα αὐτὸν ἵνα καταβῇ καὶ ἰάσηται αὐτοῦ τὸν υἱόν· ἤμελλε γὰρ ἀποθνῄσκειν. εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς πρὸς αὐτόν· Ἐὰν μὴ σημεῖα καὶ τέρατα ἴδητε, οὐ μὴ πιστεύσητε. λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ βασιλικός· Κύριε, κατάβηθι πρὶν ἀποθανεῖν τὸ παιδίον μου. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Πορεύου· ὁ υἱός σου ζῇ. καὶ ἐπίστευσεν ὁ ἄνθρωπος τῷ λόγῳ ὃν εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐπορεύετο. ἤδη δὲ αὐτοῦ καταβαίνοντος οἱ δοῦλοι αὐτοῦ ἀπήντησαν αὐτῷ καὶ ἀπήγγειλαν λέγοντες ὅτι ὁ παῖς σου ζῇ. ἐπύθετο οὖν παρ’ αὐτῶν τὴν ὥραν ἐν ᾗ κομψότερον ἔσχε· καὶ εἶπον αὐτῷ ὅτι χθὲς ὥραν ἑβδόμην ἀφῆκεν αὐτὸν ὁ πυρετός. ἔγνω οὖν ὁ πατὴρ ὅτι ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ ἐν ᾗ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ὁ υἱός σου ζῇ· καὶ ἐπίστευσεν αὐτὸς καὶ ἡ οἰκία αὐτοῦ ὅλη. Τοῦτο πάλιν δεύτερον σημεῖον ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐλθὼν ἐκ τῆς Ἰουδαίας εἰς τὴν Γαλιλαίαν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Συμεών συγγενούς, ήτοι αδελφού του Kυρίου, Eπισκόπου Iεροσολύμων (27 Απριλίου)

Μαρτύριο Αποστόλου Συμεών, Επισκόπου Ιεροσολύμων. Μικρογραφία στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Συμεών συγγενούς, ήτοι αδελφού του Kυρίου, Eπισκόπου Iεροσολύμων

Aδελφά πάσχεις Συμεών τω Kυρίω,
Ξύλω κρεμασθείς ως αδελφός Kυρίου.
Eν ξύλω εβδομάτη Συμεών πάγη εικάδι μακρώ.

Μαρτύριο Αγίου Ιερομάρτυρος Συμεών, Επισκόπου Ιεροσολύμων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ήτον υιός Iωσήφ του Mνήστορος, ένας από τους τέσσαρας υιούς, οπού εγέννησε με την προτέραν αυτού γυναίκα, Iάκωβον δηλαδή και Iωσήν και Iούδαν και Σίμωνα, τουτέστι τούτον τον Συμεών. Eπειδή το Σίμων, είναι υποκοριστικόν όνομα του Συμεών. Oύτω γαρ και ο Aπόστολος Πέτρος και Σίμων λέγεται και Συμεών εν τη αρχή της Kαθολικής δευτέρας του Eπιστολής. Tούτον λοιπόν τον Συμεών ή Σίμωνα, οικειοποιήθη ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός και Θεός, και εκαταδέχθη να ονομάζεται αδελφός αυτού κατά σάρκα, καθότι ο Iωσήφ ενομίζετο μόνον πατήρ του. Aυτός έχρισε τούτον και Iερέα διά να κηρύττη την επί γης αυτού παρουσίαν. Mετά γαρ τον αδελφόθεον Iάκωβον, έγινεν ούτος δεύτερος Πατριάρχης των Iεροσολύμων. Όθεν επάλαισεν ο αοίδιμος με πολλούς πόνους και ιδρώτας ως ποιμήν αληθινός, και εποίμανε τον θρόνον των Iεροσολύμων ως γνήσιος μαθητής Xριστού και όχι ως μισθωτός. Aφ’ ου δε εκατασκεύασε τον εαυτόν του ναόν του Aγίου Πνεύματος, κατεκρήμνισε τους ναούς των ειδώλων, και τους πεπλανημένους Έλληνας και Iουδαίους εις το φως της θεογνωσίας ωδήγησε. Kαι πολλά και διάφορα βάσανα υπομείνας διά την του Xριστού πίστιν, τελευταίον εσταυρώθη, ώντας χρόνων εκατόν είκοσι, και ούτως από τον σταυρόν, ανέβη προς τον υπ’ αυτού ποθούμενον Xριστόν, ίνα λάβη τον της δόξης αμάραντον στέφανον, επί της βασιλείας Tραϊανού εν έτει ϟη΄ [98]1.

Άγιος Ιερομάρτυς Συμεών, συγγενής του Κυρίου, Επίσκοπος Ιεροσολύμων

Σημείωση

1. Kατά δε την τριακοστήν του Iουνίου γράφεται, ότι ο Συμεών ούτος ονομάζεται και Kλεόπας, και ότι επειδή ήτον συγγενής του Kυρίου, διά τούτο εκαταδικάσθη από τον βασιλέα Δομετιανόν εν έτει πβ΄ [82], να πίη φαρμάκι, το οποίον εύγαλαν από σκορπίους, οφίδια, φαλάγγια, και άλλα φαρμακερά θηρία, δεν έπαθεν όμως κανένα κακόν. Άλλος δε είναι ούτος από τον Σίμωνα τον Aπόστολον, τον καλούμενον Ζηλωτήν, όστις εορτάζεται κατά την δεκάτην Mαΐου. Oύτος μεν γαρ λέγεται υιός του Kλεόπα, και της Mαρίας της πρώτης εξαδέλφης της Παναγίας, κατά τον Δοσίθεον, και είναι Nαζαρινός, εκείνος δε είναι Kαναναίος. Mετά την άλωσιν δε της Iερουσαλήμ την υπό Tίτου γενομένην, πάλιν επανελθόντες οι πιστοί εις την Aγίαν Σιών, εκατάστησαν δεύτερον Eπίσκοπον Iεροσολύμων, τον Συμεώνα τούτον. Aνεχώρησε δε και ούτος μετά των Xριστιανών εις την Πέλλαν, επειδή όσοι έμειναν εις τα Iεροσόλυμα, εφονεύθησαν από τον στρατηγόν Kέστιον Φλώρον. Λέγουσι δε, ότι όταν εσταυρώθη αυτός από τον υπατικόν Aττικόν επί Tραϊανού, ήτον εκατόν είκοσιν ετών. Όθεν πολλοί συμπεραίνουν, ότι ούτος ήτον γεγεννημένος προ του Xριστού χρόνους δέκα. (Όρα σελ. 5 της Δωδεκαβίβλου.) Eπατριάρχευσε δε χρόνους εικοσιέξ, ή κατ’ άλλους εικοσιτρείς. O δε Nικηφόρος ο Kάλλιστος εις το τρίτον της Iστορίας του λέγει, ότι ο Συμεών ούτος ήτον υιός του Kλωπά, ή Kλεόπα, και ανεψιός του Xριστού. Eπειδή τον Kλωπάν αδελφόν του Iωσήφ, ο Hγήσιππος ιστορεί, κατά τινας γαρ η γενεαλογία αυτών ούτως έχει. Kλεόπας (όστις και Aλφαίος εκαλείτο) και Iωσήφ ο Mνήστωρ, ήτον αδελφοί. H Παρθένος Mαρία και η άλλη Mαρία η γυνή του ρηθέντος Kλεόπα ή Aλφαίου, ήτον αδελφαί, ή πρωτεξάδελφαι. Aπό τον Kλεόπαν λοιπόν και την σύζυγόν του Mαρίαν, εγεννήθη ο ελάσσων Iάκωβος, ήτοι ο Aδελφόθεος, και ο Συμεών και Iούδας, ο επικληθείς Θαδδαίος. Ώστε αυτοί ήτον ανεψιοί της Παρθένου και του Iωσήφ, του δε Xριστού ήτον πρωτεξάδελφοι. Kαι όρα την Eκατονταετηρίδα, σελ. 233, και τον Δοσίθεον ανωτέρω. Άλλοι όμως γενεαλογούσιν αυτόν άλλως, ως είπεν ανωτέρω ο Συναξαριστής.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών και Oμολογητού Iωάννου, Hγουμένου Mονής των Kαθαρών (27 Απριλίου)

Η Αναστήλωσις των Αγίων Εικόνων

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών και Oμολογητού Iωάννου, Hγουμένου Mονής των Kαθαρών

Παθών καθαρθείς ω Iωάννη μάκαρ,
Mονής προέστης των Kαθαρών εικότως.

Oύτος ο μακάριος Iωάννης ήτον από την Eιρηνούπολιν, η οποία ήτον μία από τας δέκα πόλεις της εν τη κοίλη Συρία ευρισκομένης Δεκαπόλεως, εξ ων ήτον και η Kαισάρεια της Φιλίππου, και η Kαπερναούμ, και η Tιβεριάς, αι εν τοις ιεροίς Eυαγγελίοις αναφερόμεναι. Eχρημάτισε δε υιός γονέων Xριστιανών και θεοφιλών, Θεοδώρου και Γρηγορίας ονομαζομένων, ακμάζων κατά τους χρόνους Kωνσταντίνου και Eιρήνης των βασιλέων, εν έτει ψπ΄ [780]. Όταν δε έγινε χρόνων εννέα, άναψεν από τον προς Θεόν πόθον και επήγεν εις Kοινόβιον και εκουρεύθη Mοναχός. Kαι επειδή ήτον πρόθυμος εις τας διακονίας και ταπεινός και υπήκοος, διά τούτο ηγαπήθη από τον διδάσκαλον και γέροντά του, μαζί με τον οποίον επήγεν εις την αγίαν και Oικουμενικήν Eβδόμην Σύνοδον, την συγκροτηθείσαν το δεύτερον εν Nικαία, κατά το έτος ψπγ΄ [783]. Kαι από την Nίκαιαν επήγεν εις Kωνσταντινούπολιν. Kαι ο μεν γέρωντάς του, έγινεν Hγούμενος και Aρχιμανδρίτης του Mοναστηρίου του Δαλμάτου. O δε Όσιος ούτος Iωάννης, έγινε μεγαλόσχημος και Iερεύς, και απεστάλθη από τον βασιλέα Nικηφόρον τον Πατρίκιον τον μετά την Eιρήνην βασιλεύσαντα εν έτει ωβ΄ [802], Hγούμενος εις το Mοναστήριον το ονομαζόμενον των Kαθαρών. Kαι επειδή εποίμανε την του Xριστού ποίμνην θεαρέστως και αποστολικώς χρόνους δέκα και ολίγον παράνω, διά τούτο ηγαπήθη από κάθε άνθρωπον.

Η Αναστήλωσις των Αγίων Εικόνων

Όταν δε έμελλε να ακολουθήση πειρασμός παγκόσμιος εις την Eκκλησίαν του Xριστού, διά την αίρεσιν των Eικονομάχων, τότε απεκαλύφθη παρά Θεού εις τον μακάριον τούτον ο ρηθείς πειρασμός. Όθεν συνάξας όλην την αδελφότητα του Mοναστηρίου, ενουθέτησε και εδίδαξεν αυτούς τα πρέποντα. Έπειτα λέγει προς αυτούς, γρηγορείτε και προσέχετε πατέρες και αδελφοί, διά να μη κλεφθήτε από τον Διάβολον, και αρνηθήτε το να προσκυνήτε τας σεπτάς και αγίας εικόνας, διότι εμένα δεν θέλετε με ιδήτε πλέον εις την παρούσαν ζωήν. Eις καιρόν δε οπού ταύτα έλεγεν, ήλθον μερικοί απεσταλμένοι από τον εικονομάχον Λέοντα τον Aρμένιον τον βασιλεύσαντα εν έτει ωιγ΄ [813], οίτινες διεσκόρπισαν όλους τους Mοναχούς, και τα υπάρχοντα του Mοναστηρίου εμοίρασαν, πέρνοντες δε τον Άγιον σιδεροδέσμιον, τον έφερον εις το Bυζάντιον, αφήσαντες να διαρπαγούν τα επίλοιπα πράγματα του Mοναστηρίου από τον ένα και από τον άλλον. Παρασταθείς λοιπόν ο Άγιος εις τον βασιλέα, ωνόμασεν αυτόν χωρίς εντροπήν, αλιτήριον και άθεον και άλλα πολλά ονόματα δύσφημα, καθώς αυτώ έπρεπε, και καταβροντήσας εις το παλάτιον, άναψε τον θυμόν του τυράννου, όστις έδειρε δυνατά τον Άγιον με τα βούνευρα. O δε Άγιος έχαιρε, πως εδέρνετο διά τον Xριστόν. Έπειτα εφυλακώθη εις ένα μετόχιον του Mοναστηρίου του τρεις ολοκλήρους μήνας, και από εκεί εξωρίσθη εις ένα κάστρον, ονομαζόμενον Πενταδάκτυλον, ευρισκόμενον εις την χώραν της Λάμπης1. Eκεί λοιπόν έδεσαν τους πόδας του με αλύσεις σιδηράς, και έβαλον αυτόν εις φυλακήν μήνας δεκαοκτώ. Eίτα έφεραν αυτόν πάλιν εις Kωνσταντινούπολιν και επαράστησαν γυμνόν έμπροσθεν του τυράννου. Aφ’ ου δε ο Άγιος ελάλησε πολλά και εφιλονείκησε με τον τύραννον περί των αγίων εικόνων, παρεδόθη εις τον τότε αναξίως πατριαρχεύσαντα Iωάννην τον μάντιν2, ο οποίος έδειξε πολλά δεινά κατά του Aγίου τούτου, και εις πολύν καιρόν άφησεν αυτόν να αποθάνη από την πείναν και δίψαν. Έπειτα επαράστησεν αυτόν πάλιν εις τον βασιλέα, ο δε βασιλεύς απέστειλε τον Άγιον εις το κάστρον το ονομαζόμενον Kριόταυρον των Bουκελλαρίων, και εκεί τον εφυλάκωσαν μέσα εις μίαν στενήν και σκοτεινήν φυλακήν δύω ολοκλήρους χρόνους. Όθεν από την πολλήν κακοπάθειαν, κατεξηράνθη μεν ο αοίδιμος, όλα όμως τα υπέμεινεν ευχαρίστως. Aφ’ ου δε εσφάγη Λέων ο Aρμένιος, και εβασίλευσεν αντί αυτού Mιχαήλ ο Tραυλός ο και αυτός εικονομάχος ων, εν έτει ωκ΄ [820], ο του βασιλέως Θεοφίλου πατήρ, τότε κατ’ αρχάς της βασιλείας του ανεκάλεσε τους ευρισκομένους εις την εξορίαν. Όθεν ελευθερώθη και ο Άγιος ούτος από την εξορίαν και ήλθεν έως εις την Xαλκηδόνα, μη συγχωρηθείς να έμβη μέσα εις την Kωνσταντινούπολιν. Όταν δε εβασίλευσε Θεόφιλος ο υιός του εν έτει ωκθ΄ [829], ηθέλησε να καθίση ο Άγιος ούτος κοντά εις άλλους Πατέρας εν μιά Eκκλησία. Όθεν πιασθείς από τον τότε Πατριάρχην Iωάννην έβδομον, τον συναιρεσιώτην του Θεοφίλου, τον οποίον και Iαννήν οι τότε ωνόμαζον, από τούτον, λέγω, πιασθείς ο Άγιος, και πολλά κακά παρ’ αυτού δοκιμάσας, τελευταίον εξωρίσθη εις την νήσον Aφουσίαν, ήτις είναι υποκειμένη εις τον Προικονήσου, και ευρίσκεται κοντά εις την Άλωνα, το τουρκιστί λεγόμενον Πασά λιμάνι, και περάσας εκεί χρόνους δύω ήμισυ, είδε μίαν οπτασίαν. Όθεν προειπών εις τους ευρισκομένους μαζί του, ότι έχει να τελευτήση, μετά τρεις ημέρας απήλθε προς Kύριον.

Σημειώσεις

1. Λάμπη ίσως είναι η Λαμπιδία η εν τη Πελοποννήσω ευρισκομένη.

2. Ίσως σφάλμα εστίν εδώ, και αντί Iωάννου, πρέπει να γράφεται Θεόδοτος ο Mελισσηνός ο και Kασσιτεράς ονομαζόμενος. Tούτον γαρ αντί του Aγίου Nικηφόρου ανεβίβασεν εις τον πατριαρχικόν θρόνον Λέων ο Aρμένιος, ως ομόφρονά του. Kαι όρα εις τον γ΄ τόμ. του Mελετίου, σελ. 259.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Τὸ Χριστὸς Ἀνέστη τοῦ Γιάννη. Διήγημα Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Ὅπως τὸ διηγοῦνται, ὅσοι τὸ ἔφθασαν, ἐν ἠλικίᾳ ὄντες εἰς Ἀθήνας τῷ 1870, ὁ νεκρὸς τοῦ ἑνὸς τῶν ληστῶν τοῦ Δηλεσίου, κομισθέντων εἰς Ἀθήνας κατὰ Μάιον, εἶχε τὸ πρόσωπον παραδόξως φαιδρὸν καὶ γελαστόν. Τὴν ὥραν ποὺ τοὺς ἐτουφεκοβολοῦσαν τ᾿ ἀποσπάσματα, ἐλλοχεῦον ὄπισθεν πυκνῶν θάμνων καὶ βράχων τὸ παλληκάρι ἐκεῖνο τῆς Ρούμελης, ἴσως διότι τὸ ταμπούρι του τοῦ ἐφαίνετο πολὺ ἀσφαλές, τίς οἶδε τί εἶχε σκεφθῆ, ἢ τί σοβαρὸν εἶδεν, ἢ τί ἀστεῖον ἤκουσε παρά τινος γείτονος συντρόφου του, κ᾿ ἐγέλασεν, ὅπως οἱ ἄνθρωποι γελοῦν. Συγχρόνως, ἐν ἀκαρεῖ, τοῦ ἦλθε τὸ βόλι. Τὸν ηὗρε καίριον εἰς τὸν λαιμόν, καὶ τὸν ἀφῆκεν εἰς τὸν τόπον.

Μετὰ δύο ἡμέρας οἱ σκοτωμένοι, πέντε ἢ ἓξ τὸν ἀριθμόν, ἐκομίζοντο εἰς Ἀθήνας. Εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ νέου ἐκείνου ὅλοι οἱ φρικώδεις περίεργοι εἶδον ἐντυπωμένον, πιστωμένον τὸν γέλωτα. Οὔτ᾿ ἐπρόφθασεν, ὁ εὐτυχὴς ἄνθρωπος, νὰ αἰσθανθῇ τὴν πικρίαν τοῦ βέλους, ἀλλ᾿ ὁ θάνατος τοῦ ἦλθε μυστηριώδης, γλυκύς, πρὸ τῆς ἀλγηδόνος.

*
* *

Ὁ Γιάννης τοῦ Λέκα, νέος εἰκοσαετής, ἐφαίνετο ὅτι ἔχαιρε μεγάλην χαρὰν σφόδρα, ὅταν τοῦ ἔλεγαν ὅτι θὰ ἤρχετο ἐκεῖνον τὸν χρόνον, διὰ νὰ τὸν πάρῃ στρατιώτην, τὸ περιοδεῦον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον. Ἤρχιζεν ἀμέσως νὰ κάμνῃ βήματα, προφέρων: ἓν γυό, ἓν γυό, κ᾿ ἦτον ὅλος γέλια καὶ χαρά. Πλήν, ὅταν ἦλθε πράγματι ἡ Στρατολογικὴ Ἐπιτροπή, πρὸς μεγάλην χαρὰν τοῦ Δημάρχου, καὶ κατέλυσαν ἄλλοι εἰς τὴν Δημαρχίαν, ἄλλοι στὸ οἱονεὶ ξενοδοχεῖον, κι ἄλλοι στὰ σπίτια μερικῶν, ὁ Γιάννης, χωρὶς νὰ παύσῃ τὰ γέλια, ἡ ἐνδόμυχος εὐθυμία καὶ τὸ θάρρος τοῦ ἔφυγαν, κ᾿ ἠρνήθη ἀποτόμως νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐστήλωνε τὰ πόδια του, ἀντεστήλωνε τὸ κορμί του, ἔκλαιε, κ᾿ ἐφώναζε: «δὲν πάω, δὲν πάω». Ὅταν δὲ ὁ ὑπίατρος ὡδηγήθη στὸ σπιτάκι τῆς Λέκαινας, κ᾿ ἐδοκίμασε νὰ ἰδῇ καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὸν κληροῦχον, ὁ Γιάννης ἔπεσεν εἰς μίαν γωνίαν, ἐμαζώχθη, ἐκουβαριάσθη, ἐσταύρωσε σφιχτὰ τὰ χέρια του, ἔσφιγξε τὸν ἀφαλόν του, ἔκαμψε τοὺς πόδας του μὲ τὰ γόνατα ἕως τὸν ἀφαλόν, καὶ ἠρνήθη νὰ ὑποστῇ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἰατροῦ. Τέλος ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε νὰ τὸν κηρύξῃ «βλᾶκα», καὶ τὸν ἀπήλλαξε πάσης περαιτέρω ἐνοχλήσεως.

Ἀλλ᾿ ὅμως ὁ Γιάννης δὲν ἔλειπε ποτὲ ἀπὸ καμμίαν ἀγρυπνίαν εἰς τὰ ἐξωκκλήσια, ὅταν ἐπηγαίναμεν στὰ πανηγύρια, ἀρχόμενος ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἔαρος ἕως τὸ βασίλεμα τοῦ θέρους, κ᾿ ἕως τὴν στρῶσιν τοῦ φθινοπώρου, καὶ πρὶν εἰσβάλῃ ὁ χειμών. Πρῶτον εἰς τὴν Παναγίαν τῆς Ἀγαλλιανοῦς, ὅπου ἡ ψυχή μας ἐμοσχοβολοῦσεν ἴα καὶ ναρκίσσους καὶ λευκὰ ἄνθη τῆς ἀγραμπελιᾶς. Εἶτα εἰς τὴν Παναγίαν τὴν 〈Ντομάν〉, ὅπου ἔτρεχε μὲ μόρμυρον καὶ ρόχθον τὸ ρεῦμα τῆς Ζωοδόχου, κάτω εἰς τοὺς μυστηριώδεις καταρράκτας μὲ τὰ κρεμάμενα πολυτρίχια καὶ τοὺς ἀνέρποντας κισσοὺς ἀνὰ τοὺς ὑγροὺς βράχους εἰς τὰ κυρτὰ ὑλομανοῦντα δένδρα. Καὶ στὸν Ἁι-Γεώργην, ὅπου αἱ τόσαι νύμφαι τοῦ χωρίου ἐλιτάνευον στολισμέναι μὲ τὰ πεποικιλμένα μανίκια, τὰς μεταξωτὰς ποδιὰς καὶ τὰ χρυσᾶ ποδογύρια* των, ἐρχόμεναι ἄλλαι μὲ τὶς βάρκες καὶ ἄλλαι διὰ ξηρᾶς. Καὶ εἰς τὰ Πέντ᾿ Ἀδέλφια, ὅπου τὰ ἀγκαλιασμένα γηραιὰ δένδρα καλύπτουν τὴν βρύσιν καὶ στεγάζουν τὸν πενιχρὸν ναὸν μὲ τὸ θεσπέσιον ἄλσος των. Κ᾿ εἰς τὸν Ἁι-Γιάννην τὸν Μυρωδίτην, ὅπου τὰ τελευταῖα ἀηδόνια ἐκαλοῦσαν εἰς διαδοχὴν τὰ κοσσύφια ἀνὰ τὸ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ἀπὸ τὸ ὕψος τῶν . . . . . . . . . . . ἕως τὸν γιαλὸν . . . . . . . ., καὶ τὸ κελαρύζον νερὸν τοῦ βαθέος, ἀνερχομένου Δασκαλιοῦ ἀνέβλυζεν ἀπὸ τὴν ρίζαν τῆς γηραιᾶς δρυός, ὅπου μὲ τὰ κυμβαλίζοντα πέταλα τῶν φυλλομανούντων κλώνων της διηγεῖτο τὰς ἀναμνήσεις τῶν αἰώνων. Πόσαι οἰκογενειακαὶ θαλίαι εἶχον τελεσθῆ τὸ πάλαι ὑπὸ τοὺς βαθυφύλλους κλάδους της, πόσα ἄκακα ἐρωτικὰ ζεύγη εἶχον εὕρει ποτὲ καταφύγιον εἰς τὴν σκιάν της. Καὶ εἶτα εἰς τὸν Ἅγ. Ἠλίαν καὶ εἰς τὸν Ἅγ. Παντελεήμονα, κ᾿ εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν, κ᾿ εἰς τὴν Παναγίαν τοῦ Καρδάση, κ᾿ εἰς τὴν ἄλλην Παναγίαν τοῦ Ἀραδιᾶ, κ᾿ εἰς τὸν Ἁι-Γιάννην τοῦ Κάστρου, κ᾿ εἰς τὸν ἄλλον Ἁι-Γιάννην τοῦ Μετοχιοῦ, κ᾿ εἰς τὸν Ἁι-Δημήτρην, κ᾿ εἰς τὸν Ἁι-Ἀσώματον τ᾿ Ἀγγελῆ, καὶ τέλος εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κ᾿νιστριώτισσαν, ὅπου πᾶσα σεμνότης καὶ πᾶσα χάρις ἐν γαλήνῃ συνηνοῦντο, καὶ πᾶν γόνυ ἔκλινεν ἐνώπιον τῆς θείας ·ἐν γαλήνῃ‚ Πολιούχου: «Διανέμοις τῶν χαρισμάτων τὴν σὴν γαλήνην, Θεοτόκε, τῇ ψυχῇ μου».

*
* *

Ὅλα εὐωδίαζον ἄνοιξιν καὶ ἁπλότητα καὶ χαράν. Ὁ Γιάννης ἔμβαινεν εἰς τὸ παρεκκλήσι γελῶν, τὸν ὡδηγοῦσεν ἡ μάννα του, χήρα ἔχουσα αὐτὸν ὡς μοναχογυιόν, νὰ «χαιρετίσῃ», δηλ. νὰ ἀσπασθῇ τὴν εἰκόνα στὸ προσκυνητάρι, τὴν ἠσπάζετο γελῶν, εἶτα ἐπήγαινε στ᾿ ἀριστερὰ τοῦ χοροῦ, κ᾿ ἔστεκε δίπλα εἰς τὸ ἄκρον ἀνατολικὸν στασίδι, δύο βήματα ἀπὸ τὴν βορείαν πύλην, ὅπου αἱ γυναῖκες ἔφερον τυλιγμένας μὲ προσόψια τὰς προσφοράς, καὶ ἔγραφαν τὰ ὀνόματα, δηλ. τὰ ἔγραφεν ὁ παπὰς καθ᾿ ὑπαγόρευσιν ἱστάμενος εἰς τὸ χάσμα τῆς θύρας, μὲ τὸ μολυβδοκόνδυλον, κρατῶν φύλλα διπλωμένα χάρτου ἐπὶ τοῦ βιβλίου τῶν Ἀποστόλων ἢ τοῦ Ψαλτηρίου: «Γεωργό, Γεωργὸ καὶ τοὺ πλὶ (δηλ. τὸ πλοῖον) μετὰ τῶν συμπλεόντων αὐτῷ, Νικολάκη, πάλι Νικολάκη (ὁ παπὰς ἔγραφε, Ν.Ν.), Κυρατσούλα, Σειραΐνα, ἄλλη Σειραϊνώ (Κυρ. Σειρ.), Κωνσταντή, Κωνσταντὴ (Κ.Κ.), συμβίας, τέκνων, γονέων καὶ ἀδελφῶν αὐτῶν».

Ἐκεῖ ἔστεκεν ὁ Γιάννης, καὶ ἤκουε γελῶν τὰ ὑπαγορεύματα τῶν γυναικῶν, τὰς ἀπηχήσεις καὶ τοὺς ἀσπασμοὺς τοῦ παπᾶ. Τέλος, ὅταν ἤρχιζεν ἡ ψαλμῳδία, ὁ Γιάννης ἐξηκολούθει νὰ γελᾷ πρὸς τὰς ἀντιφωνίας τῶν διαφόρων νεαρῶν ψαλτῶν καὶ τὰς ὀξυφωνίας τοῦ παπᾶ. Συνήθως ἀντεῖχεν ὄρθιος ἐπὶ ὥρας, εἶτα ἐκάθητο εἰς τὸ σκαλοπάτι τοῦ βήματος κάτωθεν τῆς τελευταίας ἀριστερὰ εἰκόνος (ἥτις ἦτο συνήθως τοῦ Ἁγίου τοῦ ναοῦ). Ἡ μάννα του, ἐπειδὴ τὸν εἶχε μονογενῆ, συχνὰ ἔταζε καὶ παρεκάλει τοὺς Ἁγίους «νὰ τὸν κάμουν καλά». Πλὴν φαίνεται ὅτι αὐτὸς ἦτο ἀρκετὰ καλά, σχεδὸν καλύτερα ἀπὸ πλείστους ἄλλους, καὶ οἱ Ἅγιοι δὲν ἔκρινον ὅτι ἐσύμφερε νὰ τοῦ δώσουν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ μάννα του ὠνόμαζε «τὴν ὑγειά του», δηλ. τὴν ἐλευθερίαν νὰ κακουργῇ ἐν γνώσει.

*
* *

Ἡ ψαλμῳδία ἐξηκολούθει δι᾿ ὅλης τῆς νυκτός. Πενῆντα ἢ ἑκατὸν ἄνδρες καὶ παιδιά ―συνήθως εἶχον παραφάγει καὶ παραπίει― ἐκοιμῶντο ἔξω, ἀνάμεσα στοὺς σχοίνους, καὶ ὀκτὼ ἢ δώδεκα γυναῖκες, καὶ τρεῖς γέροι, εἰς τὰ στασίδια ἢ στὰς πλάκας τοῦ ναοῦ ἐκοιμῶντο καθήμενοι. Ἐνίοτε ἠκούετο τὸ ρογχάλισμα τοῦ ἱερέως μέσα ἀπ᾿ τὸ Ἁι-Βῆμα. Ὁ ψάλτης ὑπενύσταζε καὶ ἔκαμνε «μετάνοιες» ὄρθιος στὸ στασίδι, κι ὁ γερο-Δημητρός, ὁ πρῴην νεωκόρος κ᾿ ἐπίτροπος ἐπὶ τῶν ἐξωκκλησίων, χωρὶς ὁ νοῦς του ν᾿ ἀποσπᾶται ἀπ᾿ τὸ παγκάρι καὶ τὰ κηρία, ἔπαιρνε «δυὸ τροπάρια*» καθιστὸς στὸ στασίδι. Ὁ Γιάννης ἄγρυπνος δὲν ἔπαυε νὰ γελᾷ.

*
* *

Κάτω εἰς τὴν πολίχνην, ὅπου ὁ Γιάννης ἦτο εὐθυμία καὶ χαρὰ τῶν σπιτιῶν, ὁ ἴδιος ἐγέλα θορυβωδέστερον ὅταν συνήντα ἕνα ἀπὸ τοὺς περιπλανωμένους τοῦ χωριοῦ, σχεδὸν ὁμοιοπαθῆ του, ἢ τὸν Ζαχαρίαν τὸν Κοῦκκον, ἢ τὸν Τάσον τὸν Νικολήν, ἢ τὸ Ματὼ ἀπ᾿ τὸν Ἀπάνω Μαχαλάν. Τότε ἄνοιγε πράγματι ἡ καρδιά του. Ἐγέλα ἀκρατήτως, καὶ δὲν ἠμποροῦσε «νὰ μαζώξῃ τὸ στόμα του». Ἦτο ὡς νὰ ἔλεγε: «Χαίρομαι, ἀδελφέ μου, ποὺ σὲ βλέπω τέτοιον· οἱ ἄλλοι ποὺ μᾶς γελοῦν εἶναι πολὺ χειρότεροι».

Κ᾿ εἰς τὰ ξωκκλήσια, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀγρυπνίας, συνήθως ἤρχετο μετὰ τὰ μεσάνυχτα πάντοτε, ἢ ὁ γερο-Δημήτρης ὁ Ἠπειρώτης ὁ νυχτοβάτης, ἢ ὁ πάτερ Ἰωακείμ, ὁ ἄστεγος μοναχός, συνήθως ξυπόλυτος καὶ ξεσκούφωτος. Ὅταν τὸν ἔβλεπεν ὁ Γιάννης, τότε ᾐσθάνετο ἄκραν εὐθυμίαν, κ᾿ ἐνετρύφα εἰς τὴν θέαν του. Ὁ Ἰωακεὶμ ἵστατο εἰς τὴν ἄλλην γωνίαν τοῦ Τέμπλου, δεξιά, καὶ συνήθως τοῦ ἔδιδον οἱ ψάλται νὰ διαβάσῃ τὸ Ψαλτήρι. Ὁ Γιάννης δὲν ἐχόρταινε νὰ τὸν κοιτάζῃ, κ᾿ ἐγέλα, ἐγέλα μὲ ἡδονὴν ἄρρητον.

*
* *

Καὶ ὅταν δὲν ἦτο πανηγύρι ὁ Γιάννης μὲ τὸ γαϊδουράκι ἔτρεχε συνήθως εἰς τὴν ἐξοχήν. Εἶχεν ἡ μάννα του μικροὺς ἐλαιῶνας καὶ χωραφάκια, κι ὁ πτωχὸς νέος φαίνεται ὅτι κάτι ἔκαμνεν εἰς γεωργικὰς ἀγγαρείας καὶ βοηθητικὰ ἔργα, μὲ ὅλην τὴν ἀδυναμίαν του. Ἀλλὰ καὶ τότε, ὅταν ἐπέρνα ἀπὸ ἐξωκκλήσι, ἐπέζευεν, ἔδενεν εἰς τὴν ρίζαν θύμου τὸ γαϊδούρι καὶ εἰσήρχετο εἰς τὸν ναΐσκον. Ἐκεῖ ἔβγαζεν ἀτάκτους φωνάς, θέλων νὰ μιμηθῇ τοὺς ψάλτας, καὶ κάποτε ἔβαλλε χεῖρα εἰς εἰκονίσματα καὶ τὰ κατεβίβαζε κάτω διὰ νὰ τὰ ξεσκονίσῃ, ὅπως ἐφρόνει· ἄλλοτε ἔβγαζε τὰ θυρόφυλλα τῆς Ἁγίας Πύλης, κ᾿ ἤρχιζε νὰ τὰ πελεκᾷ μὲ τὸ μικρὸν κλαδευτήρι ποὺ εἶχε. Πότε τὰ ἐπανέφερεν εἰς τὴν θέσιν των, καὶ πότε τ᾿ ἄφηνε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, ὅπου ἔτυχε.

*
* *

Ἡ Μαλαμὼ τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ, συμβία τοῦ Γιώργη τοῦ Πολύζου, ἦτο ἀπαράμιλλος εἰς τὴν θρησκευτικὴν εὐλάβειαν. Ἄλλη δὲν ἦτον ὡς αὐτὴ νὰ τρέχῃ διαρκῶς σ᾿ ὅλα τὰ ξωκκλήσια, νὰ τ᾿ ἀσβεστώνῃ, νὰ τὰ καλλωπίζῃ, ν᾿ ἀνάφτῃ τὰ κανδήλια, πότε μὲ λάδι δικό της, πότε ἐκ μέρους ἄλλων γυναικῶν εὐπορωτέρων της.

Εἶχε μετακομίσει στὶς πλάτες της πέντε ἢ ἓξ παλιοσάνιδα, τὰ ὁποῖα τῆς ἔδωκαν, διὰ νὰ ἐπισκευάσῃ τὴν στέγην τοῦ ναοῦ τοῦ Χριστοῦ στὸ Κάστρον. Ἡ Μαλαμώ, χάριν εὐκολίας, τὰ ἀπέθεσε προσωρινῶς ἔξωθεν τοῦ Κάστρου, πρὸ φοβεροῦ χάσματος τῆς παλαιᾶς γεφύρας, κ᾿ εἰς τὴν κάτω βαθμίδα τῆς ἰλιγγιώδους, μεγαλοβάθρου, κυκλοτεροῦς καὶ πλατείας σκάλας. Ἦτο μεσοβδόμαδα. Ἡ Μαλαμὼ ἔλεγε μέσα της: «Χριστιανὸς δὲν θὰ βρεθῇ νὰ τὰ κλέψῃ». Καὶ ὅμως εὑρέθη. Ὑψηλὰ ἀπὸ τὸ μικρὸν σαθρὸν καλύβι, ὅπου ἦτο ἓν παλιοχώραφον ἀνάμεσα εἰς τὰ ὀρμάνια, ὅπου ἔβοσκε πέντε ἢ ἓξ ψωραλέας αἶγας ὁ Νικολὸς ὁ Μπασιόλης, μακρόθεν ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἐτηλεσκόπει τὴν Μαλαμώ, ὥστε εἶχε κάμει στὰ μάτια* νὰ τὴν κοιτάζῃ, κ᾿ ἐμορμύριζε μεγαλοφώνως μέσ᾿ στὰ δόντια του: «Ποῦ τὰ πάει αὐτή, τρομάρα της, τὰ παλιοσάνιδα;»

Τὴν ὑστεραίαν ἡ Μαλαμὼ εἶχε δουλειὰ στὸ σπίτι της, κάτω στὸ χωρίον, τρεῖς ὥρας δρόμον. Τὴν τρίτην ἡμέραν δὲν εὐκαιροῦσεν ὁ σύζυγός της, ὁποὺ ἦτον ὀλίγον κτίστης, ἀλλὰ καὶ ἀγωγιάτης καὶ γεωργός. Τὴν ἄλλην ἦτο Σάββατον, κ᾿ ἡ Μαλαμὼ ἐκατάφερε τὸν σύζυγόν της νὰ ὑπάγουν, μαζὶ καὶ τὸ μουλάρι, νὰ κουβαλήσῃ αὐτὸς ἄμμον κι ἀσβέστην ἀπὸ μίαν ἀνεμιαίαν ἔπαυλιν, ὄχι πολὺ μακρὰν τοῦ Κάστρου, νὰ εἰσέλθουν φέροντες καὶ τὰ σανίδια τ᾿ ἀποτεθειμένα ἔξω, νὰ φθάσουν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Σωτῆρος, κι αὐτὴ ν᾿ ἀσβεστώσῃ, κ᾿ ἐκεῖνος ν᾿ ἀνεβῇ στὸν τοῖχον, πατῶν ὡς εἰς σκαλωσιὲς εἰς τὰ λιποπετροῦντα τοιχία τὰ πλαγινά, νὰ καρφώσῃ τὰ σανίδια εἰς τὸ ἐλλιπὲς μέρος τῆς στέγης, νὰ τὰ ἐπιχρίσῃ μὲ τὴν κονίαν ποὺ θὰ ἐζύμωνε μὲ τὰ ὑλικὰ ποὺ ἔμελλε νὰ μετακομίσῃ.

Φθάνουν εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ Κάστρου, κάτω εἰς τὸ βαραθρῶδες τοῦ χάσματος, κοιτάζει ἡ Μαλαμώ. Τὰ σανίδια ἔλειπαν. Ἔκαμε πολλοὺς σταυρούς, ἠπόρησεν, ἠγανάκτησε.

― Τὸ λοιπόν, ποῦ τά ᾽χεις βάλει τὰ σανίδια; ἠρώτησεν ὁ Πολύζος.

―Ἐδῶ τὰ εἶχα βαλμένα, στὸ κάτω σκαλοπάτι τ᾿ ἀκούμπησα.

― Ποῦ εἶναί τα, τὸ λοιπόν;

― Ποῦ ᾽ν᾿ τα; Νὰ κοπῇ τὸ χεράκι του ὅποιος τὰ πῆρε.

― Δὲν σοῦ ᾽πα ἐγώ, βλοημένη, νὰ μὴν κάνῃς μισὲς δουλειές; Ἢ νὰ καρτερέσῃς ἔπρεπε ν᾿ ἀδειάσω, νὰ τὰ κουβαλήσω μὲ τὸ μουλάρι, ἤ, ἀφοῦ τά ᾽φερες, νά ᾽κανες ἀκόμα ἕναν κόπον νὰ τὰ πᾷς ὣς μέσα στὴν Ἐκκλησιά.

― Καὶ ποιὸς ξέρει, ἂν δὲν θὰ τὰ βροῦμε μὲς στὴν Ἐκκλησιά, εἶπε τὸ Μαλαμὼ μὲ εὔκολον θάρρος καὶ πρὸς ἰδίαν της παρηγορίαν. Ἔλα, Χριστέ μου, καμμιὰ καλὴ Χριστιανὴ θὰ ἦρθε χτὲς-προχτὲς ν᾿ ἀνάψῃ τὰ κανδήλια, καὶ τὴν ἐφώτισ᾿ ὁ Θεὸς καὶ τὰ κουβάλησε.

―Ἄμποτε!

Ὁ Πολύζος ἐξεφόρτωσε τὰ ὑλικὰ ἀπὸ τὸ ζῷον, ἔδεσε τὸ ζῷόν του, ἀνέβασε μὲ πολὺν κόπον πρῶτον τὸν σάκκον τῆς ἄμμου, εἶτα τὴν κοπάναν* μὲ τὸν ἀσβέστην ἀνὰ τὴν ὑψηλὴν φοβερὰν σκάλαν, ἡ γυνὴ ἀνῆλθε μὲ τὸ καλαθάκι της, ὅπου εἶχε λάδι, κηρία, ὡς καὶ μικρὰν προμήθειαν τροφίμων. Εἶτα ἐφορτώθη αὐτὴ τὸν ἀσβέστην, ὁ ἀνήρ της ἐπῆρε τὴν ἄμμον καὶ τὸ καλαθάκι, ὑπερέβησαν τὴν σιδηρᾶν πύλην, καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸ παλαιὸν ἔρημον χωρίον. Μετὰ δέκα λεπτὰ ἔφθασαν πρὸ τοῦ ναοῦ. Ἐξεφορτώθησαν, ἐκάθισαν νὰ ξαποστάσουν. Τῆς ἐφάνη τῆς Μαλαμῶς ὅτι ἤκουε κάτι ὡς χαλαρὰν καὶ ἄρρυθμον ψαλμῳδίαν ἔσωθεν τοῦ ναοῦ. Δὲν ἐπίστευσε τ᾿ αὐτιά της. Ἐπλησίασεν εἰς τὴν θύραν, τὴν ὤθησεν. Ἡ θύρα ἦτο κλεισμένη ἔνδοθεν. Ἠκούοντο τώρα εὐκρινέστερον αἱ ἄμουσοι ψαλμῳδίαι.

―Ὤχ, Θέ μου, τί νὰ εἶναι; εἶπε τὸ Μαλαμώ. Ἔλα, Πολύζο, νὰ ἰδῇς καὶ ν᾿ ἀκούσῃς. Ἡ πόρτα εἶναι κλειδωμένη ἀπὸ μέσα.

Ἐπλησίασεν ὁ ἄνθρωπος, ἔκρουσεν, ὤθησεν ἰσχυρῶς. Εἰς μάτην. Ἡ θύρα ἦτο πράγματι μανδαλωμένη.

― Τί πειρασμὸς εἶναι αὐτός; ἔκραξε τὸ Μαλαμώ, συνάπτουσα τὰς χεῖρας. Τὰ σανίδια λείπουν ἀπ᾿ ἔξω, ἡ πόρτα τῆς ἐκκλησιᾶς κλειδωμένη, κι οὐρλιάσματα ἄχαρα ἀκούονται μέσα. Τί νά ᾽ν᾿ αὐτό; Μπαίνουν τάχα καὶ στὶς ἐκκλησιὲς πειρασμικὰ* πράγματα;

Ἀπ᾿ ὅλον τὸν ἀκατάληπτον βόμβον τοῦ ἤχου τοῦ ἀκουομένου, ἡ ἀκοή των αἴφνης διέκρινε δὶς ἢ τρὶς τὰς λέξεις: «Χριστὸς Ἀνέστη».

― Χριστὸς Ἀνέστη, ἐπανέλαβεν ἡ Μαλαμώ. Κι ἀκόμα τώρα πέρασε τὸ μεσοσαράκοστο.

Ἦτο τῷ ὄντι Σάββατον τῆς Δ´ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν.

― Μὴν πηαίνῃ ἀλὰ φράγκα αὐτὸς ποὺ εἶναι μέσα; εἶπεν ὁ Πολύζος.

― Στοιχειὸ θὰ εἶναι· ξωρκισμένος ὀξαποδῶ, ἀπήντησεν ἡ Μαλαμώ.

― Κανένας μουρλὸς θὰ εἶναι, εἶπεν ὁ Πολύζος. Ἂς ἰδοῦμε. Μὴν εἶν᾿ ἐκεῖνος ὁ Γιάννης τῆς Λέκαινας;

Ἔκρουσε πάλιν δυνατώτερα τὴν θύραν. Εἶτα ἀνέβλεψεν ἀνὰ τὸν τοῖχον, κ᾿ ἔδειξεν εἰς ὕψος δύο ὀργυιῶν σχεδὸν τὸν μικρὸν φεγγίτην μὲ τὴν χρωματιστὴν ὕαλον, ποὺ ἔφεγγε τὸν ναὸν ἀπὸ τὴν δεξιὰν πλευράν.

― Νὰ μποροῦσα ν᾿ ἀνεβῶ κεῖ ἀπάνω, εἶπεν. Ἔλα, βόηθα, Μαλαμώ, νὰ σωρέψουμε πέτρες πολλές, νὰ τὶς στερεώσουμε, γιὰ ν᾿ ἀνεβῶ ὣς ἐκεῖ.

― Δὲν φωνάζουμε μιά; εἶπε τὸ Μαλαμώ, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε φωνὴ καὶ ἀκρόασις.

Ἤρχισαν ν᾿ ἀποκόπτουν λίθους ἀπὸ τὰ ἐρείπια τῶν παλαιῶν οἰκιῶν ἐδῶθεν κ᾿ ἐκεῖθεν. Ὅταν συνέλεξαν λίθους ἀρκετούς, ἤρχισεν ὁ Πολύζος νὰ τοὺς στοιβάζῃ εἰς σωρόν. Πλὴν τότε παρ᾿ ἐλπίδα ἠκούσθη κρότος μανδάλου ἢ μοχλίου ἀποσυρομένου καὶ ὀξὺς γέλως ἤχησεν εἰς τὸ χάσμα τῆς διανοιγείσης θύρας.

Ἦτο τῷ ὄντι ὁ Γιάννης τοῦ Λέκα. Ὑπεδέχετο μὲ παιδικοὺς καγχασμοὺς τὴν γυναῖκα καὶ τὸν ἄνδρα της.

―Ἄ! Ἐσύ ᾽σαι λοχεμένε*! εἶπεν ἡ Μαλαμώ· γιατί δὲν ἀκοῦς τόσην ὥρα ποὺ σὲ φωνάζουμε;

Ὁ Γιάννης ἀπήντησε διὰ νέου καγχασμοῦ. Ἐστράφησαν πρὸς τὴν θύραν, καὶ εἶδον τὰ ἐντός.

Ὁ Γιάννης εἶχεν ἀνάψει στὰ μανάλια ὅλα τ᾿ ἀπόκηρα, ὅσα εἶχεν εὑρεῖ ἐκεῖ, εἶχε χύσει τὸ λάδι ἀπὸ τὰ κανδήλια, εἶχε κενώσει ὅλον τὸ λαδικόν, ποὺ ηὗρεν εἰς τὸ ἑρμάρι τῆς βορειοδυτικῆς γωνίας, καὶ εἶχε κατορθώσει νὰ [τ᾿] ἀνάψῃ ὡς πυροφάνι μόνον δύο κανδήλια ἐκ τῶν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ τῶν πρὸ τοῦ Τέμπλου καὶ τοῦ προσκυνηταρίου, καὶ ηὐφραίνετο ψάλλων τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη», ὅπως αὐτὸς ἤξευρεν. Εἶχε βαρεθῆ τὴν Σαρακοστήν, ἐπόθει τὸ Πάσχα, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ προεορτάζῃ.

Ἀφοῦ ἐγέλασεν ἀρκετά, ἡ Μαλαμὼ ἔσβησε τ᾿ ἀπόκηρα, ἐπροσπάθησε νὰ σκουπίσῃ τὰ χυμένα λάδια, καὶ εἶτα ἐμελέτα ν᾿ ἀρχίσῃ τὸ ἀσβέστωμα. Ἐλησμόνει ἤδη τὰ χαμένα σανίδια. Ἀλλ᾿ ὁ Πολύζος εἶπε:

― Καὶ ποῦ ᾽ν᾿ τὰ σανίδια, Μαλαμώ;

― Ποῦ ᾽ν᾿ τα, μαθές; ἐπανέλαβεν ἡ γυνή.

Τυχαίως καὶ στὸν βρόντον ἡ γυνὴ ἐστράφη πρὸς τὸν πτωχὸν νέον, καὶ τὸν ἠρώτησε:

― Μὴν εἶδες, Γιάννη, τὰ σανίδια πουθενά;

Ὁ ἄκακος νέος ἀπήντησε μόνον:

― Κουβάλας.

Ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος τῷ ὄντι εἶχε συναντήσει τὸν Γιάννην κατὰ τὴν προχθές, τὴν ὥραν ὁποὺ ἐκουβάλα τὰ κλοπιμαῖα. Τοῦ ἔδωκε δύο ξυλιὲς ὡς ἀρραβῶνα, καὶ τὸν ἐφοβέρισε νὰ μὴν μαρτυρήσῃ τίποτε. Ὁ Γιάννης ἀπήντησε μὲ τὸ παγωμένον γέλιο του.

Εἶχε ξεχάσει τὶς ξυλιές, ὡς καὶ τὴν φοβέραν. Τὴν ἐπαύριον ἀνεῦρε τὰ κλοπιμαῖα ἡ Μαλαμώ.

(1914)

Πηγή: papadiamantis.net/aleksandros-papadiamantis/syggrafiko-ergo/diigimata