Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ ΛΕ’ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Καθολικῆς Α΄Ἐπιστολῆς Ἰωάννου τὸ Ἀνάγνωσμα
4:20 – 5:21

Ἀγαπητοί, ἐάν τις εἴπῃ ὅτι ἀγαπῶ τὸν Θεόν, καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ μισῇ, ψεύστης ἐστίν· ὁ γὰρ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν ὃν ἑώρακε, τὸν Θεὸν ὃν οὐχ ἑώρακε πῶς δύναται ἀγαπᾶν; Καὶ ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔχομεν ἀπ᾽ αὐτοῦ, ἵνα ὁ ἀγαπῶν τὸν Θεὸν ἀγαπᾷ καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ. Πᾶς ὁ πιστεύων ὅτι ᾽Ιησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός, ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται, καὶ πᾶς ὁ ἀγαπῶν τὸν γεννήσαντα ἀγαπᾷ καὶ τὸν γεγεννημένον ἐξ αὐτοῦ. Ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἀγαπῶμεν τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ, ὅταν τὸν Θεὸν ἀγαπῶμεν καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ τηρῶμεν. Αὕτη γάρ ἐστιν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἵνα τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ τηρῶμεν· καὶ αἱ ἐντολαὶ αὐτοῦ βαρεῖαι οὐκ εἰσίν, ὅτι πᾶν τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Θεοῦ νικᾷ τὸν κόσμον καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν. Τίς ἐστιν ὁ νικῶν τὸν κόσμον εἰ μὴ ὁ πιστεύων ὅτι ᾽Ιησοῦς ἐστιν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ; Οὗτός ἐστιν ὁ ἐλθὼν δι᾽ ὕδατος καὶ αἵματος, ᾽Ιησοῦς ὁ Χριστός· οὐκ ἐν τῷ ὕδατι μόνον, ἀλλ᾽ ἐν τῷ ὕδατι καὶ τῷ αἵματι· καὶ τὸ Πνεῦμά ἐστι τὸ μαρτυροῦν, ὅτι τὸ Πνεῦμά ἐστιν ἡ ἀλήθεια. Ὅτι τρεῖς εἰσιν οἱ μαρτυροῦντες ἐν τῷ οὐρανῷ, ὁ Πατήρ, ὁ Λὸγος καὶ τὸ ῞Αγιον Πνεῦμα· καὶ οὗτοι οἱ τρεῖς ἕν εἰσι· καὶ τρεῖς εἰσιν οἱ μαρτυροῦντες ἐν τῇ γῇ, τὸ Πνεῦμα καὶ τὸ ὕδωρ καὶ τὸ αἷμα· καὶ οἱ τρεῖς εἰς τὸ ἕν εἰσιν. Εἰ τὴν μαρτυρίαν τῶν ἀνθρώπων λαμβάνομεν, ἡ μαρτυρία τοῦ Θεοῦ μείζων ἐστίν· ὅτι αὕτη ἐστίν ἡ μαρτυρία τοῦ Θεοῦ ἣν μεμαρτύρηκε περὶ τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ. Ὁ πιστεύων εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ ἔχει τὴν μαρτυρίαν ἐν αὐτῷ· ὁ μὴ πιστεύων τῷ Θεῷ ψεύστην πεποίηκεν αὐτόν, ὅτι οὐ πεπίστευκεν εἰς τὴν μαρτυρίαν ἣν μεμαρτύρηκεν ὁ Θεὸς περὶ τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ. Καὶ αὕτη ἐστίν ἡ μαρτυρία, ὅτι ζωὴν αἰώνιον ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός· καὶ αὕτη ἡ ζωὴ ἐν τῷ Υἱῷ αὐτοῦ ἐστιν. Ὁ ἔχων τὸν Υἱὸν ἔχει τὴν ζωήν· ὁ μὴ ἔχων τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὴν ζωὴν οὐκ ἔχει. Ταῦτα ἔγραψα ὑμῖν τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἵνα εἰδῆτε ὅτι ζωὴν αἰώνιον ἔχετε, καὶ ἵνα πιστεύητε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ παρρησία ἣν ἔχομεν πρὸς αὐτόν, ὅτι ἐάν τι αἰτώμεθα κατὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ, ἀκούει ἡμῶν. Καὶ ἐὰν οἴδαμεν ὅτι ἀκούει ἡμῶν ὃ ἂν αἰτώμεθα, οἴδαμεν ὅτι ἔχομεν τὰ αἰτήματα ἃ ᾐτήκαμεν παρ᾽ αὐτοῦ. ᾽Εάν τις ἴδῃ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἁμαρτάνοντα ἁμαρτίαν μὴ πρὸς θάνατον, αἰτήσει, καὶ δώσει αὐτῷ ζωήν, τοῖς ἁμαρτάνουσι μὴ πρὸς θάνατον. Ἔστιν ἁμαρτία πρὸς θάνατον· οὐ περὶ ἐκείνης λέγω ἵνα ἐρωτήσῃ. πᾶσα ἀδικία ἁμαρτία ἐστί· καὶ ἔστιν ἁμαρτία οὐ πρὸς θάνατον. Οἴδαμεν ὅτι πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐχ ἁμαρτάνει, ἀλλ᾽ ὁ γεννηθεὶς ἐκ τοῦ Θεοῦ τηρεῖ ἑαυτόν, καὶ ὁ πονηρὸς οὐχ ἅπτεται αὐτοῦ. Οἴδαμεν ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐσμεν, καὶ ὁ κόσμος ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται. Οἴδαμεν δὲ ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἥκει καὶ δέδωκεν ἡμῖν διάνοιαν ἵνα γινώσκωμεν τὸν ἀληθινόν Θεόν· καί ἐσμεν ἐν τῷ ἀληθινῷ, ἐν τῷ Υἱῷ αὐτοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστῷ. οὗτός ἐστιν ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ζωὴ ἡ αἰώνιος. Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν εἰδώλων· ἀμήν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
15: 1-15

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, συμβούλιον ἐποίησαν οἱ ἀρχιερεῖς μετὰ τῶν πρεσβυτέρων καὶ γραμματέων καὶ ὅλον τὸ συνέδριον, κατὰ τοῦ Ἰησοῦ, καὶ δήσαντες αὐτόν, ἀπήνεγκαν καὶ παρέδωκαν τῷ Πιλάτῳ. καὶ ἐπηρώτησεν αὐτὸν ὁ Πιλᾶτος· Σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ· Σὺ λέγεις. καὶ κατηγόρουν αὐτοῦ οἱ ἀρχιερεῖς πολλά, αὐτὸς δὲ οὐδὲν ἀπεκρίνατο.ὁ δὲ Πιλᾶτος πάλιν ἐπηρώτα αὐτὸν λέγων· Οὐκ ἀποκρίνῃ οὐδέν; ἴδε πόσα σου καταμαρτυροῦσιν. ὁ δὲ Ἰησοῦς οὐκέτι οὐδὲν ἀπεκρίθη, ὥστε θαυμάζειν τὸν Πιλᾶτον. Κατὰ δὲ ἑορτὴν ἀπέλυεν αὐτοῖς ἕνα δέσμιον ὅνπερ ᾐτοῦντο. ἦν δὲ ὁ λεγόμενος Βαραββᾶς μετὰ τῶν συστασιαστῶν δεδεμένος, οἵτινες ἐν τῇ στάσει φόνον πεποιήκεισαν. καὶ ἀναβοήσας ὁ ὄχλος ἤρξατο αἰτεῖσθαι καθὼς ἀεὶ ἐποίει αὐτοῖς. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἀπεκρίθη αὐτοῖς λέγων· Θέλετε ἀπολύσω ὑμῖν τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων; ἐγίνωσκε γὰρ ὅτι διὰ φθόνον παραδεδώκεισαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς. οἱ δὲ ἀρχιερεῖς ἀνέσεισαν τὸν ὄχλον ἵνα μᾶλλον τὸν Βαραββᾶν ἀπολύσῃ αὐτοῖς. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἀποκριθεὶς πάλιν εἶπεν αὐτοῖς· Τί οὖν θέλετε ποιήσω ὃν λέγετε τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων; οἱ δὲ πάλιν ἔκραξαν· Σταύρωσον αὐτόν. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἔλεγεν αὐτοῖς· Τί γὰρ ἐποίησε κακόν; οἱ δὲ περισσοτέρως ἔκραξαν· Σταύρωσον αὐτόν. ὁ δὲ Πιλᾶτος βουλόμενος τῷ ὄχλῳ τὸ ἱκανὸν ποιῆσαι, ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν Βαραββᾶν, καὶ παρέδωκε τὸν Ἰησοῦν φραγελλώσας ἵνα σταυρωθῇ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μόρφου Νεόφυτος: Ὅλες οἱ ἡλικίες ποθοῦν τὴν ἐνέργεια τῆς ἁγιότητας… (10.02.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Χαραλάμπους, ποὺ τελέσθηκε στὸν ὁμώνυμο πανηγυρίζοντα ἱερὸ ναὸ τῆς κοινότητος Δένειας τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (10.02.2026).

Ψάλλει ὁ ἄρχων πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου (ἠχητικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴ Θ. Λειτουργία).

Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου: «Γέρων Χατζη-Γεώργης ο Αθωνίτης (1809 – 1886)»

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτη, ο “Γέρων Χατζη-Γεώργης ο Αθωνίτης (1809-1886)»

Ο Οσιότατος Πατήρ ημών Γεώργιος γεννήθηκε στην Κερμίρα της Καππαδοκίας το 1809. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι, όχι μόνο από αρετές, άλλα και από αγαθά του Θεού, τα οποία σκορπούσαν στους φτωχούς με την καρδιά τους. Ο πατέρας του ονομαζόταν Ιορδάνης και ήταν από την Κερμίρα, η δε μητέρα του λεγόταν Μαρία και ήταν από το Γκέλβερι (Καρβάλη, πατρίδα του Αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού).

Αφού απέκτησαν δυο παιδιά, τον Γαβριήλ (Χατζή-Γεώργη) και τον Αναστάσιο, μετά ζούσαν πιο πνευματικά και αγαπημένοι σαν αδέλφια (ζούσαν εν παρθενία). Ή μητέρα του, ή Μαρία, είχε ασκητικό πνεύμα από μικρή, διότι είχε αδελφή Μοναχή, Ασκήτρια, την οποία επισκεπτόταν και αργότερα με τα παιδιά της. Στον μικρό λοιπόν Γαβριήλ που άκουγε τις διάφορες διηγήσεις από την θεία τους για τους Ασκητάς, άναψε η επιθυμία στην παιδική του καρδιά να γίνει Μοναχός και προσπαθούσε να μιμηθεί τους Ασκητάς με αυστηρές νηστείες και προσευχές.

Ο πατέρας του, ο Ιορδάνης, ήταν ευλαβής και αυτός και ασχολείτο με το εμπόριο και τον περισσότερο καιρό τον περνούσε στα ταξίδια. Αυτό φυσικά έδινε την ευκαιρία στην Μαρία να ζει άπλα, να μη «μεριμνά και τυρβάζει περί πολλά», να παίρνει τον μικρό Γαβριήλ, επειδή είχε περισσότερη ευλάβεια, και να αγρυπνεί με άλλες γυναίκες πότε στις σπηλιές και πότε στα εξωκλήσια.

Μπορούμε δε να πούμε, ότι και το γάλα της ευλογημένης αυτής Μάνας, που θήλαζε ο Γαβριήλ, ήταν ασκητικό.

Όταν μεγάλωσε λίγο ο Γαβριήλ, πήγε στο σχολείο, αλλά δεν μπορούσε να μάθει γράμματα, ενώ ήταν πολύ έξυπνος. Φαίνεται ήταν οικονομία Θεού, για να μάθη με Θεϊκό τρόπο γράμματα το αγιασμένο αυτό παιδί, Τέσσερα ολόκληρα χρόνια παιδεύτηκε στο σχολείο ο μικρός Γαβριήλ και δεν κατόρθωσε ούτε να συλλαβίζει. Επειδή τον μάλωναν οι γονείς του και ο δάσκαλος, εύρισκε ευκαιρία και έφευγε στις σπηλιές. Εκεί δε στην Κερμίρα ή Κερμίλ, ήταν η Σπηλιά με τα αποτυπώματα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, όπου κατέφευγε πολλές φορές ο μικρός Γαβριήλ. Νήστευε δε πολύ και προσευχόταν, κάνοντας πολλές μετάνοιες εδαφιαίες, και όταν ένιωθε εξάντληση, έτρωγε χόρτα από  αυτά που φύτρωναν στο βουνό. Κάποτε μάλιστα είχε απουσιάσει ένα μήνα, είχε έρθει σε επαφή με Ασκητάς πού έμεναν γύρω στις σπηλιές, και ασκήτευε και αυτός κοντά τους σε μια σπηλιά. Τον βρήκαν μετά οι γονείς του και έκτοτε δεν τον μάλωναν πού δεν μπορούσε να μάθει γράμματα. μία μέρα, του είπε η μητέρα του με καλοσύνη:

Γαβριήλ, παιδί μου, πήγαινε στην Εκκλησία και παρακάλεσε την Παναγία να σε βοηθήσει  να μάθεις γράμματα.

Στην ενορία τους υπήρχε Θαυματουργός Εικόνα της Θεοτόκου. Ο μικρός Γαβριήλ, αφού έκανε τριήμερο νηστεία και πολλές μετάνοιες εδαφιαίες -με τις ώρες-, ξεκίνησε νύχτα για την Εκκλησία να προσευχηθεί για να μην τον ιδούν οι άνθρωποι.

Μόλις έφτασε στον Νάρθηκα, έπεσε στο κατώφλι της θύρας του Ναού και με ευλάβεια και με δάκρυα προσκύνησε απ” έξω, διότι η θύρα ήταν κλειστή. Ενώ παρακαλούσε την Παναγία, «Δώσε μου, Βασίλισσα τού Ουρανού, να μάθω γράμματα!», ξαφνικά άνοιξαν οι πόρτες της  Εκκλησίας, και μπήκε η Θεοτόκος, και παίρνοντας τον μικρό από το χέρι, τον έφερε στην Εικόνα του Χριστού και είπε: «Υιέ μου, δώσε στον μικρό Γαβριήλ να μάθη γράμματα». Κι όπως έλεγε αργότερα ο ίδιος: Μ’ αυτά τα λόγια μ’ ευλόγησε με το Χέρι της, μ’ ασπάστηκε και είπε: «Τώρα, έμαθες γράμματα». Και μετά μπήκε στην βόρεια πύλη τού Ιερού. Βλέποντας ο Γαβριήλ ότι δεν βγαίνει, πήγε εκεί. Έψαξε σε όλη την Εκκλησία, αλλά δεν μπόρεσε να την βρει! Ήλθε μετά η ώρα τής ακολουθίας, έφτασε και ο νεωκόρος για να σημάνει και βλέπει τα πόρτες ανοιχτές και τον Γαβριήλ μέσα στον Ναό! Τα έχασε και ρώτησε με έκπληξη ! Πώς βρέθηκες εδώ;

Ο Γαβριήλ του διηγήθηκε με λεπτομέρεια όλα όσα συνέβησαν. Ο νεωκόρος για να διαπιστώσει  την αλήθεια,  του έδωσε ένα βιβλίο να διαβάσει, και ο Γαβριήλ άρχισε να διαβάζει ωραία και καθαρά. Τότε ο νεωκόρος του είπε : -Πράγματι, Εκείνη η γυναίκα ήταν η Παναγία! Μετά από αυτό το Θείο γεγονός, που έμαθε γράμματα με Θεϊκό τρόπο ο μικρός, οι γονείς του και όλοι οι συγγενείς του τον είχαν σε ευλάβεια. Ο Γαβριήλ όμως και πάλι πήγαινε στις σπηλιές και ασκήτευε, μάζευε  δε  και  τους φίλους του και έκτιζαν μικρό Μοναστηράκι με Ναό και κελάκια, έχοντας τον Γαβριήλ για Ηγούμενο. Σε ηλικία  δεκατεσσάρων χρόνων ακολούθησε και αυτός τους συγγενείς του στην Κωνσταντινούπολη, γιατί είχαν μάθει ότι τούρκεψε ο θείος που έμενε εκεί. Καθώς περνούσα από ένα ερημικό τόπο, τού είπε ο λογισμός ότι θα έβρισκε εκεί ερημίτες να τους πει να προσευχηθούν για τον θείο του πού  τούρκεψε. Άφησε λοιπόν τους συντρόφους του  και έψαχνε στο δάσος, άλλα δεν βρήκε κανένα ασκητή. Έχασε όμως και τους συντρόφους του και λυπημένος παρακαλούσε τον Άγιο Γεώργιο να τον βοηθήσει. Ξαφνικά, του παρουσιάζεται ο Άγιος με   στολή αξιωματικού, με φωτεινό πρόσωπο και του λέει:

-Στ’ αλήθεια έχασες τον δρόμο Γαβριήλ;

-Ναι, τον έχασα, απάντησε ο μικρός.

-Έλα μαζί μου, του είπε ο Άγιος Γεώργιος και τον πήρε στο άλογο του, πρόφθασε αμέσως τους συντρόφους του, οι οποίοι θαύμασαν και δόξασαν τον Θεό!

Μόλις έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη, επισκέφτηκε μαζί με τους συγγενείς του τον θείο του, με πολύ πόνο. Ο θείος του είχε μεγάλη θέση στην αυλή του Σουλτάνου Μαχμούτ Β’ (1808-1839)….

Ο Γαβριήλ παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη κοντά του και προσευχόταν πολύ. Έκανε δε σκληρούς αγώνες για να επιστρέψει ξανά στο χριστιανισμό, όχι μόνο ο θείος του, αλλά και ένας ιερέας μαζί με μερικούς άλλους, πού είχαν Τουρκέψει και εκείνοι από φόβο. Οι θερμές προσευχές του Γαβριήλ, με τις νηστείες και τις πολλές εδαφιαίες μετάνοιες, βοήθησαν για την θεία επέμβαση, και έγιναν καταρχάς κρυφοί χριστιανοί και αργότερα έφυγαν στην Σμύρνη. Και ο μεν θείος του έγινε νεωκόρος σ’ ένα ναό και αγωνιζόταν φιλότιμα με πολλή μετάνοια και αναπαύτηκε τη Λαμπροφόρο ημέρα της Αναστάσεως.

Μετά από την παραμονή του στην Πόλη επί τέσσερα χρόνια και την επιστροφή των άλλων στο Χριστό, σε ηλικία 18 χρόνων βλέπει τη Βασίλισσα των Ουρανών να του λέει. – πήγαινε στην εξωτερική πύλη του Φαναριού, στην αποβάθρα, όπου θα δεις ένα Μόναχο• με αυτόν να πας στο Άγιον όρος. Από την Κωνσταντινούπολη ο Γαβριήλ έφυγε το 1828 και μετά από λίγες ήμερες έφθασε το πλοίο στη μονή του Γρηγορίου.

Μετά από περίπου δυο μήνες ο Γαβριήλ έφυγε για τα Καυσοκαλύβια. Είχε μάθει για τον Παπά-Νεόφυτο «Καραμανλή», συμπατριώτη του, μεγάλο βιαστή και με πολλή χάρη Θεού. Πήγε λοιπόν και τον βρήκε στον Άγιο Γεώργιο στα Καυσοκαλύβια.

Ενώ ήταν ακόμη δόκιμος ο Γαβριήλ, όμως παρουσίαζε σημεία προχωρημένου Μοναχού! Ήταν δηλαδή ασυρματιστής τού Θεού. Εκάρη Μοναχός εκεί στην Καλύβη τους, και μετονομάστηκε Γεώργιος.

Επειδή είχε αυξηθεί η συνοδεία του Παπά-Νεόφυτου στα Καυσοκαλύβια, ανέβηκαν στην Κερασιά, για να έχουν και περισσότερη ησυχία. Κατ’ αρχάς παρέμειναν τέσσερα χρόνια στο Κελί των Αγίων Αποστόλων, μέχρι που ετοίμασαν το Μεγάλο Κελί του Αγίου Δημητρίου και Άγιου Μηνά, όπου χωρούσε όλη ή Αδελφότητα. Εκεί στην Κερασιά ο Παπά-Νεόφυτος είχε δει όραμα και έβαλε το αυστηρό τυπικό της διαρκούς νηστείας και αδιάλειπτου προσευχής. Μετά άφησε τον Πατέρα Γεώργιο, τον Χατζή-Γεώργη, για Γέροντα, το 1848, και εκείνος πήρε κελί στις Καρυές

Οι Πατέρες της Συνοδείας του στην Κερασιά, ένιωθαν μεγάλη σιγουριά πνευματική και στον Χατζή-Γεώργη, γιατί είχε κάνει ο ίδιος υποτακτικός προηγούμενος και μπορούσε να καταλάβει τους υποτακτικούς. Χρησιμοποιούσε την κοπή του θελήματος με το Πατρικό πνεύμα, δηλαδή, να κόβει άλλοτε τον εγωισμό τον παιδικό και άλλοτε να φρενάρει τον ενθουσιασμό. Με άλλα λόγια, κλάδευε με διάκριση και δεν κουτσούρευε αδιάκριτα. Επειδή ο Γέροντας είχε αγιότητα, τα Καλογέρια του υποτάσσονταν από ευλάβεια και όχι από φόβο.

Δεν έπαιρνε ποτέ φάρμακα. Έλεγε δε στους υποτακτικούς του και στους επισκέπτες : «Το καλύτερο φάρμακο είναι η συχνή Μετάληψη των Άχραντων του Χριστού Μυστηρίων. Η συχνή Εξομολόγηση και η Θεία Μετάληψη είναι η σπουδαιότερη και απαραίτητη προϋπόθεση για την επίγεια πνευματική αγαλλίαση και την Ουράνια ευφροσύνη».

Ο Χατζή-Γεώργης συμβούλευε ανάλογα τον καθένα, με διάκριση, και παρηγορούσε τις ψυχές και βοηθούσε με τις καρδιακές του προσευχές. Το πρόσωπο του ακτινοβολούσε από την αγία του ζωή και σκορπούσε Θεία Χάρη στις πονεμένες ψυχές… Από το πρωί μέχρι το βράδυ, μάζευε τον πόνο των πονεμένων και θέρμαινε τις καρδιές τους με την αγάπη του την πνευματική, που έμοιαζε με ανοιξιάτικη λιακάδα. 

Δεν είχε σχέδια δικά του, γι’ αυτό τον πέρασε ο Θεός στο θείο Του σχέδιο, τον έκανε Πνευματικό Πατέρα. Επειδή είχε γνωρίσει την μεγάλη αξία του Αγγελικού Σχήματος, δεν επιθύμησε άλλα αξιώματα. Πολλοί ήθελαν να γίνουν υποτακτικοί του, και ιδίως ανήλικα παιδιά που δεν τα δέχονταν στα Μοναστήρια, αλλά ο Χατζή-Γεώργιος τα λυπόταν και τα κρατούσε, από ηλικίας δέκα πέντε χρόνων, και τα προστάτευε σαν στοργικός Πατέρας, αλλά και σαν καλή Μάνα.

Μέσα στην Συνοδεία του, πάντα θα είχε έξι-επτά μικρούς από Μοναστήρια ή από άλλες Συνοδείες, μέχρι να βγάλουν τα πραγματικά γένια και τα πνευματικά φτερά κοντά στον Άγιο Γέροντα. Επειδή ήταν πολύ θερμή η πνευματική ατμόσφαιρα του Χατζή-Γεώργη, διάχυτη η Χάρις του Θεού, και θερμαίνονταν οι Πατέρες πνευματικά, επόμενο ήταν να μην τους χρειάζονταν πολλές υλικές τροφές και θερμίδες. Η συνηθισμένη τους τροφή ήταν ξηροί καρποί και μέλι. Αρτύσιμα ποτέ δεν έτρωγαν, ούτε και λαδερά. Το δε Πάσχα, αντί για αυγά, έβαζαν πατάτες και τις έβαφαν κόκκινες. Όλες τις Άγιες ημέρες, οι Χατζή-Γεωργιάτες τις χαίρονταν πνευματικά και όχι με καλά φαγητά. Η Χάρις του Θεού τους δυνάμωνε και σωματικά και ήταν υγιέστατοι. Εάν καμιά φορά κρυολογούσε ένας αδελφός, θέρμαινε λίγο τον φούρνο ο Γέροντας και όταν ταπεινωνόταν η θερμοκρασία, δοκίμαζε με το χέρι του, και τότε έμπαινε μέσα ο κρυολογημένος αδελφός και γινόταν καλά. Εάν πάλι τύχαινε να πάθει κάτι άλλο, τον έβαζε μπροστά στο προσκυνητάρι, και έκαναν ολονύκτια προσευχή, παρακαλούσαν την Παναγία, και στο τέλος της Θείας Λειτουργίας έπαιρνε την Θεία Κοινωνία, αντί για φάρμακο, και γινόταν καλά. Εκτός εάν ήταν κανένα Γεροντάκι στα τελευταία του και υπέφερε, οπότε το έπαιρνε ο Χριστός κοντά Του, για να το ξεκουράσει πια αιώνια.
Είχε μεγάλη παρρησία στον Θεό ο άγιος Γέροντας, όπως και οι Πατέρες της Συνοδείας του, διότι είχαν γίνει σαν Άγγελοι. Είχαν εξαϋλωθεί κατά κάποιον τρόπο και πετούσαν ψηλά. Ο νους τους βρισκόταν πάντα στον Θεό. Είχε δε και άλλους υποτακτικούς ηλικιωμένους, περίπου εκατό, σε άλλα κελιά γύρω του, επειδή δυσκολεύονταν να προσαρμοστούν στο αυστηρό Χατζή-Γεωργιάτικο τυπικό, τους οποίους οικονομούσε και στα απαραίτητα, για να είναι αμέριμνοι και να κάνουν προσευχή για την σωτηρία τους και για την σωτηρία όλου του κόσμου. Από τους ηλικιωμένους αυτούς οι περισσότεροι ήταν Ρώσοι.

Στο πρόσωπο του Χατζή-Γεώργη έβλεπαν οι άνθρωποι θεϊκή λιακάδα και εύκολα άνοιγαν τις πονεμένες τους καρδιές και θεραπεύονταν.

Το εργόχειρο τους ήταν η Αγιογραφία. Έκαναν δε και άλλα εργόχειρα, αλλά δεν έπαυαν να εργάζονται και νοερώς την αδιάλειπτη προσευχή. Όσους Πατέρες έβλεπε να αγαπούν περισσότερο από τους άλλους τις μετάνοιες και την προσευχή, τους απάλλασσε από τα διακονήματα και τους έλεγε να κάνουν συνέχεια προσευχή και μετάνοιες για όλο τον κόσμο, επειδή ο Άγιος Γέροντας ενδιαφερόταν και για την σωτηρία των ψυχών όλου του κόσμου. Κάποτε, είχε προβλέψει κι ένα ατύχημα που θα συνέβαινε στην οικογένεια του Τσάρου ..

Ο ίδιος ο Γέροντας ήταν μονοχίτων, μ’ ένα ζωστικό (αντερί) και ένα παντελόνι. Περπατούσε πάντα ξυπόλυτος και μόνο στον Ναό φορούσε κάτι χονδρές κάλτσες. Ο καλός Θεός όμως τον θέρμαινε με την πολλή αγάπη Του.. Όσοι γνώρισαν τον Γέροντα τον ευλαβούνταν ως Άγιο, όπως φυσικά και ήταν Άγιος. Μάλιστα, πολλοί ευλαβείς προσκυνηταί Ρώσοι έπαιρναν φωτογραφίες του Χατζή-Γεώργη και τις πήγαιναν στους άρρωστους στην Ρωσία, οι οποίοι τις ασπάζονταν με πίστη και θεραπεύονταν. Οι φωτογραφίες του Χατζή-Γεώργη βρίσκονταν στα εικονοστάσια των Ρώσων μαζί με τις εικόνες των Άγιων.

Όλα αυτά όμως τα θαυμαστά σημεία, μαζί με την ευλάβεια των ανθρώπων, ακόμη και του Τσάρου, στο πρόσωπο του Χατζή-Γεώργη, είχαν δημιουργήσει, όπως ανέφερα, μεγάλη ζήλια με φθόνο σε ορισμένους Ρώσους Αγιορείτες. Γι’ αυτό τον συκοφάντησαν στους “Έλληνες Ότι δήθεν αγαπάει την Ρωσία και τον Τσάρο ο Χατζή-Γεώργης, ενώ αυτοί αγαπούσαν τάχα την Ελλάδα…. Βρέθηκαν δυστυχώς τότε μερικοί καχύποπτοι Έλληνες και τα πίστεψαν, γιατί εκείνη την εποχή υπήρχαν ανθρώπινα μίση, επειδή υπήρχε και προπαγάνδα Ρωσική. Οι σχέσεις όμως του Αγίου Γέροντα με τους Ρώσους, ήταν καθαρά πνευματικές. Την ίδια εποχή είχε πέσει και ένας άλλος πειρασμός μεταξύ Ελλήνων και Ρώσων στην Ι.Μ. Αγίου Παντελεήμονος, διχόνοια μεγάλη.

Είχαν καλέσει τον Γέροντα Χατζή-Γεώργη, για να τους συμφιλιώσει, και εκείνος πηγαινοερχόταν δυο μήνες και έκανε προσευχή. Τότε είδε σε όραμα την Παναγία να μοιράζει εξ ίσου ευλογίες στους Έλληνες και στους Ρώσους, και κατάλαβε ο Γέροντας από το όραμα αυτό, ότι έπρεπε να μείνουν και οι Έλληνες και οι Ρώσοι στο Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος και να έχουν αγάπη. Οι σκανδαλοποιοί όμως που υπήρχαν στην Μονή του Αγίου Παντελεήμονος και των δυο παρατάξεων, επειδή δεν τους συνέφερε η ειρήνη και η αγάπη, όχι μόνο δεν υπάκουσαν στην συμβουλή του Γέροντα Χατζή-Γεώργη, που ήταν επιθυμία της Παναγίας, αλλά και συμφώνησαν να τον διώξουν από την Μονή για να συνεχίσουν τις προστριβές τους, όπως και έγινε.

Και διέλυσαν την Αγγελική Αδελφότητα του Χατζή-Γεώργη από την Κερασιά. Οι μεγάλοι Πατέρες σκόρπισαν σε διάφορα μέρη του Αγίου Όρους από δυό-δυό και από τρεις-τρεις. Ο Γέροντας Χατζή-Γεώργης όμως είχε και την ευθύνη των μικρών. Πήγε στη πρώτη του μετάνοια, στην Ι.Μ. Γρηγορίου, και έκτισε ένα κελί του Άγιου Στεφάνου, ψηλά στο δάσος, και σύμμασε όλα τα μικρά Καλογέρια της Συνοδείας του, σαν καλός Πατέρας και σαν στοργική μάνα και τα προστάτευε.

Και ξανά συκοφαντούν τον άγιο Γέροντα στη Μονή Γρηγορίου λέγοντας: «Ο Χατζή-Γεώργης έχει κι άλλους πολλούς Μοναχούς κρυμμένους στο βουνό, τους οποίους δεν έχει γραμμένους στη Μονή, και κρύβει τα σχέδια του…». Επόμενο ήταν να μπουν σε λογισμούς οι Γρηγοριάτες και να τον διώξουν από την περιοχή τους. Ο Γέροντας τότε αναγκάστηκε να φιλοξενηθεί στον υποτακτικό του Πατέρα Ευλόγιο, στον Άγιο Γεώργιο «Φανερωμένο», και μετά πήρε το Ρώσικο κελί του Αγίου Στεφάνου στην Καψάλα.
Δεν έπαψαν όμως και από εκεί, δυστυχώς, να βάζουν σκάνδαλα οι άνθρωποι που τον ζήλευαν και τον φθονούσαν, μέχρι που έπεισαν και την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους και υπέγραψαν την εξορία του Χατζή-Γεώργη, να διωχθεί δηλαδή από το Άγιο Όρος! «Η Ιερά Κοινότης δια πράξεως αυτής ληφθείσης τη 27η Οκτωβρίου του 1882 έτους εν τη ΝΒ’ συνεδρία αυτής, ίνα παραλίπωμεν τας προγενεστέρας, προέβη τη αιτήσει της Ιεράς Μονής του Ρωσικού εις την έξωσιν του Έλληνος Χατζή-Γεωργίου εκ του Ρωσικού Κελιού «Άγιος Στέφανος» ως μη συμμορφουμένου προς τα καθεστώτα του Ιερού ημών τόπου».

Έφθασε λοιπόν ο άνθρωπος του Θεού Πατήρ Γεώργιος στον τόπο της εξορίας του, στον Μαρμαρά, στην Κωνσταντινούπολη, πληγωμένος και αποχωρισμένος πια από τα πνευματικά του παιδιά και από το Περιβόλι της Παναγίας, το Άγιο Όρος.
Ενώ πετούσε σαν Σταυραετός ψηλά στον Άθωνα, δυστυχώς όμως, μερικά ζωηρά παιδιάόχι της Συνοδείας του, αλλά ξένα, συνέχεια του έσπαζαν τα φτερά και του χαλούσαν την φωλιά, μέχρι που τον φυγάδευσαν τον Χατζή-Γεώργη. «Το αγκωνάρι όμως, όπου κι αν πεταχτεί, πάλι για αγκωνάρι θα χρησιμοποιηθεί». Βρήκε ένα ερημωμένο Μοναστήρι, κοντά στην Κωνσταντινούπολη, στον Μαρμαρά, του Αγίου Ερμολάου και Αγίου Παντελεήμονος, και εκεί συνέχισε πάλι την ασκητική ζωή του.
Η παρουσία του Χατζή-Γεώργη στην Κωνσταντινούπολη, εκείνη την εποχή, ήταν βάλσαμο θεϊκό στις ψυχές των πονεμένων Χριστιανών, διότι υπέφεραν πολύ από τον βάρβαρο Σουλτάνο Αβδούλ-Χαμίτ κατά το 1883. Ο άγιος Γέροντας δεν σκορπούσε μόνο θεϊκή παρηγοριά στις πονεμένες ψυχές, άλλα και θεράπευε πονεμένα σώματα με την χάρη του Θεού που διέθετε και έκανε θαύματα! Ακόμη και η ζώνη του θαυματουργούσε!..

Μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του, είχε το νου του φωτεινό και συμβούλευε με Θεία διαύγεια. Πέρασε στο κρεβάτι. Του πονούσε πια όλο το σώμα του και περισσότερο τα πόδια του, και δεν μπορούσε να περπατήσει. ζήτησε και κοινώνησε και ανεπαύθει εν Κυρίω στις 17 Δεκεμβρίου του 1886 (παλαιό εορτολόγιο) και ετάφη στο Μπαλουκλή, στον Ναό της Ζωοδόχου Πηγής της Θεοτόκου, στον ίδιο τάφο που είχε Θαφτή και ο αδελφός του Αναστάσιος, τρία χρόνια πριν από την κοίμηση του Γέροντα.

Εκείνες δε τις ημέρες στο Άγιον Όρος ήταν στο κρεββάτι και ο Πάπα-Νεόφυτος (κουρά του Παπα-Νεοφύτου του Καραμανλή), ο παραδελφός του, που έμενε στα Κατουνάκια, στην Καλύβη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Ενώ το Γεροντάκι ήταν στο κρεβάτι και κοίταζε ψηλά, ξαφνικά έγινε εκτός εαυτού κι έχασε τις αισθήσεις του! Σε λίγο, αφού συνήλθε, λέει:
-Τώρα δα, ήμουν στην Κωνσταντινούπολη, στου Χατζή-Γεώργη.
-Και τι μας έφερες από εκεί; Τον ρώτησε ο υποτακτικός του Πάπα-Ιγνάτιος.
-Να, σας έφερα κόλλυβα.
-Και τι σου είπε; συνέχισε να ρωτάει ο Πάπα-Ιγνάτιος.
-Μου είπε, «σε τρεις ήμερες, θα έρθω για σένα», απάντησε ο Γέροντας κι έπαψε να μιλάει.
«Εμείς, έλεγε ο Πάπα-Ιγνάτιος, δεν δώσαμε σημασία στα λόγια του Γέροντα».
Αλλά προς έκπληξη των υποτακτικών του ο Πάπα-Νεόφυτος, χωρίς να έχει καμία αρρώστια, εκτός από την γεροντική εξάντληση, πράγματι, μέσα σε τρεις ημέρες, δηλαδή στις 20 Δεκεμβρίου 1886, παρέδωσε ειρηνικά και αυτός την ψυχή του, ενώ ο Χατζή-Γεώργης είχε φύγει στους Ουρανούς στις 17 Δεκεμβρίου 1886, ακριβώς την ημέρα και την ώρα πού είχε δει το όραμα ο Πάπα-Νεόφυτος.

Τον αποκαλούσαν μάλιστα οι Τούρκοι «μπιζίμ μπαμπά» τον Χατζή-Γεώργη, δηλαδή «Πατέρα μας». Ο Χατζή-Γεώργης είχε πολλή αγάπη για όλους, άδολη. Ήταν πάντοτε ειρηνικός, ανεξίκακος και συγχωρούσε. Είχε μεγάλη καρδιά, γι’ αυτό όλα και όλους τους χωρούσε, όπως ήταν. Είχε εξαϋλωθεί κατά κάποιον τρόπο. Ζώντας την Αγγελική ζωή, έγινε Άγγελος και πέταξε στους Ουρανούς, διότι δεν κρατούσε τίποτα, ούτε ψυχικά πάθη ούτε υλικά πράγματα. Όλα τα πετούσε, γι’ αυτό και πέταξε ψηλά. Επειδή ο άγιος Γέροντας είχε ταλαιπωρηθεί άδικα από ανθρώπους, πιστεύω να αξιώθηκε διπλό στεφάνι από τον Χριστό, του Οσίου και του Μάρτυρος. Αν και σε αυτήν την περίπτωση, όταν δηλαδή βασανίζεται κανείς από Χριστιανούς, είναι οδυνηρότερος ο πόνος, γιατί οι άνθρωποι του Θεού πονάνε πιο πολύ για την σκληρή συμπεριφορά των άλλων, που δεν αρμόζει σε Χριστιανούς. Ο Άγιος Πατέρας φυσικά, προσπαθούσε να ζει στην αφάνεια, όπως συνήθως και οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, γι’ αυτό αδικείται με τα λίγα αυτά που γνωρίζω και γράφω.

Κήρυττε Χριστό και από μακριά. Έκανε θαύματα, έβλεπε οράματα θεϊκά, και είχε και το διορατικό χάρισμα. Πολλή χάρη Θεού, η οποία δεν τον πρόδωσε! Όταν έγινε ή εκταφή των Ιερών Λειψάνων του, άρρητη ευωδιά σκόρπισε από τα Άγια του Λείψανα

Όσιε του Θεού Γεώργιε, ρίξε ένα ευσπλαχνικό βλέμμα και σ’ εμένα τον ταλαίπωρο Παϊσιο.

«Άξιον Εστίν» τη 11η Ιουνίου 1983. Κουτλουμουσιανό κελί «Παναγούδα», Άγιον Όρος. Δόξα τω Θεώ.

Πηγή: iconandlight

Στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας οι Όσιοι Τύχων και Χατζηγιώργης (11 Φεβρουαρίου 2026)

Οι Άγιοι Παπα-Τύχων (αριστερά) και Χατζη-Γεώργης (δεξιά)

Σήμερα, 11 Φεβρουαρίου 2026, το Οικουμενικό Πατριαρχείο προχώρησε στην Αγιοκατάταξη του Οσίου Τύχωνος του Ρώσου και του Οσίου Χατζηγιώργη του Αθωνίτου.

Για τους βίους των δύο Αγίων μπορείτε να διαβάσετε τα πιο κάτω κείμενα του Αγίου Παϊσίου:

Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου: «Ο Παπα-Τύχων»

Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου: «Γέρων Χατζη-Γεώργης ο Αθωνίτης (1809 – 1886)»

Το ανακοινωθέν του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος συνέχισε καί σήμερον, 11ην Φεβρουαρίου 2026, τάς ἐργασίας αὐτῆς, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, πρός ἐξέτασιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων θεμάτων.

Τό Ἱερόν Σῶμα ἀπεφάσισεν ὁμοφώνως τήν κατάταξιν εἰς τό ἁγιολόγιον τῆς Ἐκκλησίας τῶν ὁσιακῆς βιοτῆς Ἁγιορειτῶν Ἱερομονάχου Τύχωνος, τοῦ ἐν τῷ ἐν τῇ Σκήτῃ Καψάλας Ἱερῷ Σταυρονικητιανῷ Κελλίῳ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἀσκήσαντος, καί μοναχοῦ Γεωργίου, τοὐπίκλην Χατζη-Γεώργη, τοῦ ἐκ Καππαδοκίας καταγομένου καί ἐν Κωνσταντινουπόλει κοιμηθέντος.

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Mελετίου, Aρχιεπισκόπου Aντιοχείας της μεγάλης (12 Φεβρουαρίου)

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Mελετίου, Aρχιεπισκόπου Aντιοχείας της μεγάλης

Tας χείρας αίρων Mελέτιος Kυρίω,
Tαις χερσί σου τίθημι την ψυχήν λέγει.
Δωδεκάτη Mελέτιος, έδυ χθόνα πουλυβότειραν.

Άγιος Μελέτιος Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)

Oύτος ο Άγιος ήτον επί Kωνσταντίνου του Mεγάλου, εν έτει τλδ΄ [334], και έζησεν έως της B΄ Συνόδου εν έτει τπβ΄ [382], επί Θεοδοσίου του Mεγάλου. Διά την υπερβολικήν δε αρετήν του, και διά την εις Xριστόν καθαράν αγάπην του, έγινεν εις τους πολλούς τόσον ζηλωτός και επαινετός, ώστε οπού, όταν κατ’ αρχάς εμβήκεν εις την Aντιόχειαν, και ήτον η κυρία ημέρα της χειροτονίας του, κάθε Xριστιανός τραβιζόμενος από τον πόθον οπού είχε προς αυτόν, τον εκαλούσεν εις το οσπήτιόν του, νομίζωντας ότι μέλλει να αγιασθή από μόνην την είσοδον του Aγίου. Tριάντα δε μόνον ημέρας ποιήσας εις την Aντιόχειαν, και ουδέ αυτάς ολοκλήρους, εδιώχθη από τους εχθρούς της αληθείας Aρειανούς, με το να επείσθη εις την κακοδοξίαν τους ο τότε βασιλεύς Kωνστάντιος, ο υιός του Mεγάλου Kωνσταντίνου, συγχωρούντος ταύτα του Θεού, οις οίδε κρίμασιν1.

Aφ’ ου δε εδιώχθη παρανόμως από την επαρχίαν του, εγύρισε πάλιν εις την Kωνσταντινούπολιν, και έμεινεν εις αυτήν περισσότερον από δύω χρόνους. Kαι πάλιν εκάλεσαν μεν αυτόν τα γράμματα του βασιλέως διά να υπάγη, όχι εκεί κοντά, αλλά εις την Θράκην. Oμοίως δε και άλλοι πολλοί Eπίσκοποι από πολλά μέρη της οικουμένης εκεί εσυνάχθησαν, καλεσθέντες και αυτοί με βασιλικά γράμματα. Έμελλον γαρ τότε κοντά να ελευθερωθούν από τον πολυχρόνιον χειμώνα των αιρέσεων αι Eκκλησίαι του Θεού, και να λάβουν τελείαν γαλήνην.

Άγιος Μελέτιος Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας. Τοιχογραφία του 14ου μ.Χ. αιώνα στην Ιερά Μονή Γρατσάνιτσα, Κοσσυφοπέδιο (Σερβία)

Tότε λοιπόν εθαυμάσθη ο μέγας ούτος Πατήρ Mελέτιος από όλους τους εκεί συναχθέντας Eπισκόπους, τόσον διά την αρετήν του, όσον και διά την σύνεσιν των λόγων του. Kαι εκεί ολίγον ασθενήσας, παρέδωκεν εν ειρήνη την ψυχήν του εις χείρας Θεού, αφήσας την πρόσκαιρον ταύτην ζωήν εις την ξενιτείαν. Tούτον τον Άγιον Mελέτιον αξίως ετίμησαν με επιτάφια και θρηνητικά εγκώμια, τόσον ο θείος Xρυσόστομος, ου η αρχή· «Πανταχού της ιεράς ταύτης αγέλης», όσον και ο θείος Nύσσης Γρηγόριος, ου η αρχή· «Hύξησεν ημίν τον αριθμόν των Aποστόλων», τα οποία σώζονται εν τοις εκδεδομένοις2.

Σημειώσεις

1. Περί του Aγίου Mελετίου τούτου γράφει ο Θεοδώρητος εις το τριακοστόν πρώτον κεφάλαιον του δευτέρου βιβλίου της Eκκλησιαστικής Iστορίας, ότι επειδή η Aντιόχεια δεν είχε ποιμένα, αφ’ ου εδιώχθη από τον θρόνον εκείνης ο Aρειανός Eυδόξιος, διά τούτο οι Aρειανοί νομίσαντες, ότι ο θείος Mελέτιος ήτον ομόφρων με αυτούς, εζήτησαν από τον Kωνστάντιον, να δώση εις αυτόν τον θρόνον της Aντιοχείας, ως ικανόν όντα εις το λέγειν και πείθειν. Ψηφισθείς λοιπόν ο Άγιος υπό πάντων των εν Aντιοχεία, έλαβε τον θρόνον αυτής, (πρότερον γαρ ήτον Eπίσκοπος της εν Aρμενία Σεβαστείας, από δε την Σεβάστειαν μετήχθη εις Bέρροιαν της Συρίας, και από την Bέρροιαν εκλήθη εις Aντιόχειαν, κατά τον Mελέτιον Aθηνών). Όταν δε έγινεν Eπίσκοπος, παρεκαλέσθη από το πλήθος διά να δώση εις αυτούς μίαν διδασκαλίαν σύντομον περί της Aγίας Tριάδος. O δε Άγιος έδειξε μεν πρώτον εις το πλήθος τους τρεις δακτύλους της χειρός του. Ύστερον δε συμμαζώξας τους δύω δακτύλους, άφησε μόνον τον ένα, και την αξιέπαινον ταύτην είπε φωνήν· «Tρία τα νοούμενα, ως ενί δε διαλεγόμεθα». Όθεν οι Aρειανοί οργισθέντες εις τούτο, εδιάβαλαν τον Άγιον εις τον βασιλέα Kωνστάντιον, πως φρονεί τα του Σαβελλίου, και έτζι έπεισαν αυτόν και τον εξώρισεν εις την πατρίδα του.

2. Σημείωσαι, ότι του Aγίου τούτου την Aκολουθίαν ανεπλήρωσε και τελείαν εποίησεν ο οσιολογιώτατος διδάσκαλος κύριος Xριστοφόρος ο Προδρομίτης, και ο βουλόμενος εορτάζειν αυτόν, ζητησάτω ταύτην. Kαι τούτο δε σημείωσαι, ότι ο ρηθείς Nύσσης Γρηγόριος εν τω προς τον Άγιον Mελέτιον τούτον εγκωμίω λέγει· «Hύξησεν ημίν τον αριθμόν των Aποστόλων ο νέος Aπόστολος, ο συγκαταψηφισθείς μετά των Aποστόλων». Kαι εν τω επιταφίω εις Πλακιδίαν την βασίλισσαν λέγει περί αυτού· «Tων αγαθών η αρμονία, ο της πίστεως ζήλος, ο της Eκκλησίας στύλος, ο των θυσιαστηρίων κόσμος».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της Oσίας Mαρίας της μετονομασθείσης Mαρίνος (12 Φεβρουαρίου)

Αγία Μαρία. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη της Oσίας Mαρίας της μετονομασθείσης Mαρίνος

Στολή Mαρίνον μαρτυρεί την Mαρίαν,
Tαφή Mαρίαν δεικνύει τον Mαρίνον.

Αγία Μαρία. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Aύτη η Oσία αλλάξασα τα γυναικεία φορέματα, εφόρεσεν ανδρίκεια, και αντί Mαρίας μετωνομάσθη Mαρίνος. Eμβαίνουσα δε μέσα εις Mοναστήριον, ομού με τον κατά σάρκα πατέρα της, εκουρεύθη Mοναχός και υπηρέτει μετά των νεωτέρων Mοναχών, χωρίς να γνωρισθή τελείως ότι ήτον γυνή. Mίαν φοράν δε κονεύσασα εις ένα πανδοχείον, ήτοι ξενοδοχείον, ομού με άλλους αδελφούς, εδιαβάλθη ότι έφθειρε την θυγατέρα του πανδοχέως, και δέχεται ευχαρίστως την συκοφαντίαν αυτήν και το όνειδος, και ομολογεί πως έπραξε την αμαρτίαν εκείνην, οπού δεν έπραξεν. Όθεν εδιώχθη έξω από το Mοναστήριον, και εις τρεις ολοκλήρους χρόνους εταλαιπωρήθη η αοίδιμος τρέφουσα το παιδίον εκείνο, οπού δεν εγέννησεν. Eπειδή δε μίαν φοράν εδέχθη μέσα εις το Mοναστήριον, είχε μαζί της και το εκ πορνείας παιδίον αρσενικόν. Eφανερώθησαν όμως τα κατά την Oσίαν, αφ’ ου ετελεύτησεν. Όταν γαρ ενταφιάζετο, εγνωρίσθη, ότι ήτον γυναίκα. H δε θυγάτηρ του πανδοχέως η συκοφαντήσασα την Oσίαν, εκυριεύθη από πονηρόν δαιμόνιον. Όθεν ωμολόγησε φανερά και είπεν, ότι διεφθάρη από ένα στρατιώτην. Kαι λοιπόν ο Hγούμενος και οι Mοναχοί, οπού πρότερον ωνόμαζον αθλίαν την Oσίαν, τότε ωνόμαζον αυτήν μακαρίαν, και πολλών τιμών ταύτην ηξίωσαν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Aντωνίου, Aρχιεπισκόπου Kωνσταντινουπόλεως (12 Φεβρουαρίου)

Άγιος Αντώνιος, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Aντωνίου, Aρχιεπισκόπου Kωνσταντινουπόλεως

Oυδέν τι προσχών Aντώνιος τοις κάτω,
Kαλών δικαίως ηξιώθη των άνω.

Άγιος Αντώνιος, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο Άγιος, κατά μεν τον πατέρα, εκατάγετο από την Aνατολήν, κατά δε την μητέρα, εκατάγετο από την Eυρώπην: ήτοι την Pούμελιν, ως τρίτην δε πατρίδα είχε την Kωνσταντινούπολιν, η οποία ενηγκαλίσατο και έθρεψεν αυτόν, και εκδύσασα από τα μητρικά σπάργανα, τον έφερεν εις μέτρον ηλικίας. Mαθητεύσασα δε αυτόν και τα ιερά γράμματα, ύστερον απόκτησεν αυτόν και ποιμένα της. Eπειδή δε πολλάκις εκείνα οπού μέλλουν να ακολουθήσουν ύστερον, η του Πνεύματος χάρις εις μερικούς ανθρώπους φθάνει και τα τυπόνοι πρότερον: διά τούτο και όταν ο Άγιος ούτος ήτον παιδίον πολλά μικρόν, οικονόμησε θαυμαστώς, να τελή την θείαν Λειτουργίαν, καθώς έβλεπε τους Iερείς να την τελούσιν εν τη Eκκλησία, και να προσκομίζη άρτον, και να βαστάζη θυμιατήριον να θυμιάζη. Eφανέρονε δε η χάρις με αυτά προ πολλών χρόνων, την αγιότητα, οπού έμελλε να λάβη ύστερον ο μακάριος ούτος.

Όταν δε ο Άγιος έφθασεν εις ηλικίαν, έγινε Mοναχός, και εμεταχειρίζετο ανδρικώτατα την πρακτικήν αρετήν και εσωτερικήν φιλοσοφίαν. Έπειτα εχειροτονήθη Πρεσβύτερος χωρίς να θέλη, και έγινεν Hγούμενος του εδικού του Mοναστηρίου, των Στουδιτών δηλαδή. Aπό τότε λοιπόν ηγαπήθησαν από αυτόν, η αγρυπνία, η νηστεία, το της προσευχής ακούραστον. Tότε δε και ο πατήρ αυτού ενεδύθη το μοναχικόν σχήμα. Όθεν καιρόν και αφορμήν λαβών ο θείος ούτος Aντώνιος, έκαμνε την ελεημοσύνην με τα δύω του χέρια, ως λέγει η κοινή παροιμία. Mίαν δε φοράν επέρνα ο Άγιος από ένα στενόν τόπον και εμοίραζεν ελεημοσύνην, και εκεί φαίνεται ένας, ο οποίος εβάστα εις τας χείρας ένα κόμπον μεγάλον γεμάτον φλωρία, και λέγει προς τον Aντώνιον, λάβε τούτο διά να εξοδεύης εις τους πτωχούς. Kαι το μεν χέρι του φανέντος εκείνου εβάσταζε τα φλωρία, εις δε τους οφθαλμούς δεν εφανερώθη ποίος ήτον. Mε τοιαύτα καλά και αρετάς ήτον πεπλουτισμένος ο θαυμαστός ούτος Πατήρ.

Όθεν διά ταύτας, όταν ήλθε καιρός και εζητείτο Πατριάρχης άξιος, τότε με ψήφον της ιεράς Συνόδου και του βασιλέως, εχειροτονήθη Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως. Kαι λοιπόν έτρεχεν ο μακάριος, ενδυναμούμενος υπό της δυνάμεως του Aγίου Πνεύματος, εις όλας τας Eκκλησίας της πόλεως τόσον ογλίγωρα, ωσάν να είχε πτερά, (καί μόλον οπού ήτον γέρωντας) και με λιτανείας εδυσώπει τον πανάγαθον Θεόν. Aυτός εβοήθει μεν τας Eκκλησίας εκείνας, οπού ήτον σεσαθρωμέναις από τον καιρόν. Έδιδε δε αφθονοπαρόχως τα προς την χρείαν, εις τους ενδεείς κληρικούς και αναγνώστας, και επαρηγόρει τας πολλάς μυριάδας των πτωχών με τα σιτηρέσια και τας ελεημοσύνας. Eις πολλούς λοιπόν πολλών καλών γενόμενος πρόξενος, και μεγαλώτατα θαύματα ποιήσας, εις γήρας βαθύ απήλθε προς Kύριον. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εις το εδικόν του Mοναστήριον1.

Σημείωση

1. Oύτος φαίνεται να ήναι ουχί Aντώνιος ο Kαυλέας, ο Πατριάρχης χρηματίσας Kωνσταντινουπόλεως επί Λέοντος του Σοφού εν έτει 893, και αρχιερατεύσας χρόνους επτά. Aλλά Aντώνιος ο Στουδίτης, ο επί της βασιλείας Iωάννου του Tζιμισκή εν έτει 969, όστις και έγινεν Hγούμενος του Mοναστηρίου των Στουδίου, και όρα σελ. 367 του β΄ τόμ. του Mελετίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ο Άγιος Νεομάρτυς Χρήστος ο Κηπουρός († 12 Φεβρουαρίου 1748)

Ο νεομάρτυς Χρήστος καταγόταν από τα μέρη του Γενούσου ποταμού της Βορείου Ηπείρου. Είναι γνωστός και με την προσωνυμία «Αρβανίτης». Η ζωή του μέχρι τα σαράντα χρόνια παραμένει άγνωστη. Σε ώριμη ηλικία έφυγε απ’ το χωριό του και πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργαζόταν ως κηπουρός. Μια μέρα πήγε στην αγορά να πουλήσει μήλα. Εκεί βρέθηκε κάποιος Τούρκος, που ήθελε να τ’ αγοράσει. Επειδή όμως δεν συμφώνησαν στην τιμή, λογομάχησαν και ο Άγιος έφυγε χωρίς να τα πουλήσει στον Τούρκο. Εκείνος για να τον εκδικηθεί, τον συκοφάντησε στο δικαστή ότι κάποτε υποσχέθηκε να γίνει Μωαμεθανός και τώρα αρνείται.

Ο Άγιος συλλαμβάνεται και οδηγείται στο δικαστήριο, όπου ομολογεί πως είναι χριστιανός και δεν θ’ αρνηθεί την Ορθοδοξία όσα βασανιστήρια και αν του κάνουν. Ο δικαστής εξοργισμένος απ’ την εμμονή του στην ορθόδοξη πίστη διέταξε να τον ραβδίσουν για πολλή ώρα. Το σώμα του Μάρτυρα γέμισε πληγές. Μετά από τους ραβδισμούς τον έριξαν στις φυλακές και του έδεσαν τα πόδια στο βασανιστικό ξύλο.

Ο πόνος ήταν φοβερός. Μεγαλύτερη όμως ήταν η πίστη του, που θεωρούσε τους βασανισμούς ιδιαίτερη τιμή απ’ τον Θεό και γι’ αυτό ασταμάτητα δόξαζε το γλυκύ όνομα του Χριστού.

Μέσα στις φυλακές ήταν και ο γνωστός μοναχός Καισάριος Δαπόντες απ’ τη Σκόπελο, που έγραψε και το μαρτύριο του Αγίου. Ο Δαπόντες βλέποντας την κατάσταση του Μάρτυρα προσπάθησε κρυφά και έβγαλε το ξύλο απ’ τα πόδια του και του έφερε φαγητό για να πάρει δύναμη. Εκείνος όμως αρνήθηκε λέγοντας πως προτιμάει για τον Χριστό να πεθάνει πεινασμένος και διψασμένος.

Ο δικαστής, αφού διεπίστωσε ότι ο Άγιος δεν εννοούσε ν’ αλλάξει γνώμη, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Προ του μαρτυρίου του έδωσε στο Δαπόντε μια εικόνα από ατσάλι και τον παρακάλεσε να του κάνει μια Θεία Λειτουργία. Στις 12 Φεβρουαρίου του 1748 ο μακάριος Χρήστος αποκεφαλίστηκε και η ψυχή του ανέβηκε στον γλυκύτατο Κύριο, που τόσο πολύ αγάπησε.

Πηγή: Κωνσταντίνος Ηρ. Δεσπότης, Άγιοι της Ηπείρου, Β΄ έκδοση βελτιωμένη και συμπληρωμένη, Εκδόσεις «Παρακαταθήκη», Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 2009.

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ ΛΕ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Καθολικῆς Α΄Ἐπιστολῆς Ἰωάννου τὸ Ἀνάγνωσμα
3:21-24, 4:1-11

Ἀγαπητοί, ἐὰν ἡ καρδία ἡμῶν μὴ καταγινώσκῃ ἡμῶν, παρρησίαν ἔχομεν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ ὃ ἐὰν αἰτῶμεν λαμβάνομεν παρ᾽ αὐτοῦ, ὅτι τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ τηροῦμεν καὶ τὰ ἀρεστὰ ἐνώπιον αὐτοῦ ποιοῦμεν. Καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ αὐτοῦ, ἵνα πιστεύ σωμεν τῷ ὀνόματι τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ καὶ ἀγαπῶμεν ἀλλήλους καθὼς ἔδωκεν ἐντολήν. Καὶ ὁ τηρῶν τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ ἐν αὐτῷ μένει καὶ αὐτὸς ἐν αὐτῷ. Καὶ ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι μένει ἐν ἡμῖν, ἐκ τοῦ Πνεύματος οὗ ἡμῖν ἔδωκεν. ᾽Αγαπητοί, μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε, ἀλλὰ δοκι μάζετε τὰ πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν, ὅτι πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τὸν κόσμον. Ἐν τούτῳ γινώσκεται τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· πᾶν πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ ᾽Ιησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι· καὶ πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν ᾽Ιησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι· καὶ τοῦτό ἐστι τὸ τοῦ ἀντιχρίστου, ὃ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται, καὶ νῦν ἐν τῷ κόσμῳ ἐστὶν ἤδη. ῾Υμεῖς ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστε, τεκνία, καὶ νενικήκατε αὐτούς, ὅτι μείζων ἐστὶν ὁ ἐν ὑμῖν ἢ ὁ ἐν τῷ κόσμῳ. Αὐτοὶ ἐκ τοῦ κόσμου εἰσί· διὰ τοῦτο ἐκ τοῦ κόσμου λαλοῦσι καὶ ὁ κόσμος αὐτῶν ἀκούει. Ἡμεῖς ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐσμεν· ὁ γινώσκων τὸν Θεὸν ἀκούει ἡμῶν· ὃς οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἀκούει ἡμῶν. Ἐκ τούτου γινώσκομεν τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας καὶ τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης. ᾽Αγαπητοί, ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὅτι ἡ ἀγάπη ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι, καὶ πᾶς ὁ ἀγαπῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται καὶ γινώσκει τὸν Θεόν. Ὁ μὴ ἀγαπῶν, οὐκ ἔγνω τὸν Θεόν. ὅτι ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν. Ἐν τούτῳ ἐφανερώθη ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν, ὅτι τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἀπέσταλκεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν κόσμον, ἵνα ζήσωμεν δι᾽ αὐτοῦ. Ἐν τούτῳ ἐστὶν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τὸν Θεόν, ἀλλ᾽ ὅτι αὐτὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ ἀπέστειλε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ ἱλασμὸν περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν. ᾽Αγαπητοί, εἰ οὕτως ὁ Θεὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν ἀλλήλους ἀγαπᾷν.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΕΒΑΣΤΕΙΑΣ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα 
4:14-16, 5:1-6

Ἀδελφοί, ἔχοντες Ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τοὺς οὐρανούς, ᾽Ιησοῦν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας. Οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, πεπειρασμένον δὲ κατὰ πάντα καθ᾽ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας. Προσερχώμεθα οὖν μετὰ παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν. Πᾶς γὰρ Ἀρχιερεὺς ἐξ ἀνθρώπων λαμβανόμενος ὑπὲρ ἀνθρώπων καθίσταται τὰ πρὸς τὸν Θεόν, ἵνα προσφέρῃ δῶρά τε καὶ θυσίας ὑπὲρ ἁμαρτιῶν· μετριοπαθεῖν δυνάμενος τοῖς ἀγνοοῦσι καὶ πλανωμένοις, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς περίκειται ἀσθένειαν· καὶ διὰ ταύτην ὀφείλει, καθὼς περὶ τοῦ λαοῦ, οὕτω καὶ περὶ ἑαυτοῦ προσφέρειν ὑπὲρ ἁμαρτιῶν. Καὶ οὐχ ἑαυτῷ τις λαμβάνει τὴν τιμήν, ἀλλὰ καλούμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, καθάπερ καὶ ὁ ᾽Ααρών. Οὔτω καὶ ὁ Χριστὸς οὐχ ἑαυτὸν ἐδόξασε γενηθῆναι ἀρχιερέα, ἀλλ᾽ ὁ λαλήσας πρὸς αὐτόν· Υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε· καθὼς καὶ ἐν ἑτέρῳ λέγει· σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
14:43-72, 15:1

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, λαλοῦντος τοῦ Ἰησοῦ πρὸς τοὺς μαθητάς, παραγίνεται Ἰούδας ὁ Ἰσκαριὼτης, εἷς τῶν δώδεκα, καὶ μετ’ αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων, ἀπεσταλμένοι παρὰ τῶν ἀρχιερέων καὶ γραμματέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων. δεδώκει δὲ ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν σύσσημον αὐτοῖς λέγων· Ὃν ἂν φιλήσω, αὐτός ἐστι· κρατήσατε αὐτὸν καὶ ἀπαγάγετε ἀσφαλῶς. καὶ ἐλθὼν εὐθέως προσελθὼν αὐτῷ λέγει· Χαῖρε, ραββί, καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. οἱ δὲ ἐπέβαλον ἐπ’ αὐτὸν τὰς χεῖρας αὐτῶν καὶ ἐκράτησαν αὐτόν. Εἷς δέ τις τῶν παρεστηκότων σπασάμενος τὴν μάχαιραν ἔπαισε τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὸ ὠτίον. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξήλθετε μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων συλλαβεῖν με· καθ’ ἡμέραν πρὸς ὑμᾶς ἤμην ἐν τῷ ἱερῷ διδάσκων, καὶ οὐκ ἐκρατήσατέ με. ἀλλ’ ἵνα πληρωθῶσιν αἱ γραφαί. καὶ ἀφέντες αὐτὸν ἔφυγον πάντες. Καὶ εἷς τις νεανίσκος ἠκολούθησεν αὐτῷ, περιβεβλημένος σινδόνα ἐπὶ γυμνοῦ· καὶ κρατοῦσιν αὐτόν οἱ νεανίσκοι. ὁ δὲ καταλιπὼν τὴν σινδόνα γυμνὸς ἔφυγεν ἀπ’ αὐτῶν. Καὶ ἀπήγαγον τὸν Ἰησοῦν πρὸς τὸν ἀρχιερέα· καὶ συνέρχονται αὐτῷ πάντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ γραμματεῖς. καὶ ὁ Πέτρος ἀπὸ μακρόθεν ἠκολούθησεν αὐτῷ ἕως ἔσω εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως, καὶ ἦν συγκαθήμενος μετὰ τῶν ὑπηρετῶν καὶ θερμαινόμενος πρὸς τὸ φῶς. Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ ὅλον τὸ συνέδριον ἐζήτουν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ μαρτυρίαν εἰς τὸ θανατῶσαι αὐτόν, καὶ οὐχ εὕρισκον· πολλοὶ γὰρ ἐψευδομαρτύρουν κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἴσαι αἱ μαρτυρίαι οὐκ ἦσαν. καί τινες ἀναστάντες ἐψευδομαρτύρουν κατ’ αὐτοῦ λέγοντες ὅτι Ἡμεῖς ἠκούσαμεν αὐτοῦ λέγοντος, ὅτι ἐγὼ καταλύσω τὸν ναὸν τοῦτον τὸν χειροποίητον καὶ διὰ τριῶν ἡμερῶν ἄλλον ἀχειροποίητον οἰκοδομήσω. καὶ οὐδὲ οὕτως ἴση ἦν ἡ μαρτυρία αὐτῶν. καὶ ἀναστὰς ὁ ἀρχιερεὺς εἰς τὸ μέσον ἐπηρώτα τὸν Ἰησοῦν λέγων· Οὐκ ἀποκρίνῃ οὐδέν; τί οὗτοί σου καταμαρτυροῦσιν; ὁ δὲ ἐσιώπα καὶ οὐδέν ἀπεκρίνατο. πάλιν ὁ ἀρχιερεὺς ἐπηρώτα αὐτὸν καὶ λέγει αὐτῷ· Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ εὐλογητοῦ; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἐγώ εἰμι· καὶ ὄψεσθε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν καθήμενον τῆς δυνάμεως καὶ ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ. ὁ δὲ ἀρχιερεὺς διαρρήξας τοὺς χιτῶνας αὐτοῦ λέγει· Τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων; ἠκούσατε πάντως τῆς βλασφημίας· τί ὑμῖν φαίνεται; οἱ δὲ πάντες κατέκριναν αὐτὸν εἶναι ἔνοχον θανάτου. Καὶ ἤρξαντό τινες ἐμπτύειν αὐτῷ καὶ περικαλύπτειν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ κολαφίζειν αὐτὸν καὶ λέγειν αὐτῷ· Προφήτευσον ἡμῖν τίς ἐστιν ὁ παίσας σε. καὶ οἱ ὑπηρέται ῥαπίσμασιν αὐτὸν ἔβαλον. Καὶ ὄντος τοῦ Πέτρου κάτω ἐν τῇ αὐλῇ ἔρχεται μία τῶν παιδισκῶν τοῦ ἀρχιερέως, καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον θερμαινόμενον ἐμβλέψασα αὐτῷ λέγει· Καὶ σὺ μετὰ τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναζαρηνοῦ ἦσθα. ὁ δὲ ἠρνήσατο λέγων· Οὐκ οἶδα οὐδὲ ἐπίσταμαι τί σὺ λέγεις. καὶ ἐξῆλθεν ἔξω εἰς τὸ προαύλιον, καὶ ἀλέκτωρ ἐφώνησε. καὶ ἡ παιδίσκη ἰδοῦσα αὐτὸν πάλιν ἤρξατο λέγειν τοῖς παρεστηκόσιν ὅτι Οὗτος ἐξ αὐτῶν ἐστιν. ὁ δὲ ἠρνεῖτο. καὶ μετὰ μικρὸν πάλιν οἱ παρεστῶτες ἔλεγον τῷ Πέτρῳ· Ἀληθῶς ἐξ αὐτῶν εἶ· καὶ γὰρ Γαλιλαῖος εἶ καὶ ἡ λαλιά σου ὁμοιάζει. ὁ δὲ ἤρξατο ἀναθεματίζειν καὶ ὀμνύειν ὅτι Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον τοῦτον ὃν λέγετε. καὶ ἐκ δευτέρου ἀλέκτωρ ἐφώνησε. καὶ ἀνεμνήσθη ὁ Πέτρος τὸ ῥῆμα ὃ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι δὶς, ἀπαρνήσῃ με τρίς· καὶ ἐπιβαλὼν ἔκλαιε. Καὶ εὐθέως ἐπὶ τὸ πρωῒ συμβούλιον ποιήσαντες οἱ ἀρχιερεῖς μετὰ τῶν πρεσβυτέρων καὶ γραμματέων καὶ ὅλον τὸ συνέδριον, δήσαντες τὸν Ἰησοῦν ἀπήνεγκαν καὶ παρέδωκαν τῷ Πιλάτῳ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΕΒΑΣΤΕΙΑΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
10: 1, 5-8 

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, προσκαλεσάμενος ὁ Ἰησοῦς τούς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν αὐτὰ καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν. Τούτους τοὺς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ ᾽Ιησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς λέγων, Εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε, καὶ εἰς πόλιν Σαμαριτῶν μὴ εἰσέλθητε·πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου ᾽Ισραήλ. Πορευόμενοι δὲ κηρύσσετε λέγοντες ὅτι ῎Ηγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, νεκροὺς ἐγείρετε, λεπροὺς καθαρίζετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Bλασίου Eπισκόπου Σεβαστείας (11 Φεβρουαρίου)

Μαρτύριο Αγίου Βλασίου Επισκόπου Σεβαστείας και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Bλασίου Eπισκόπου Σεβαστείας

Λαιμόν Bλάσιος εκκοπείς διά ξίφους,
Aλγούσι λαιμοίς ρευμάτων είργει βλάβος.
Eνδεκάτη Bλασίου τάμεν αυχένα χαλκός ατειρής.

Μαρτύριο Αγίου Βλασίου Επισκόπου Σεβαστείας και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους Λικινίου του βασιλέως εν έτει τιε΄ [315], Eπίσκοπος της Σεβαστείας. Eκατοίκει δε εις ένα σπήλαιον ενός βουνού, εις το οποίον ερχόμενα τα άγρια ζώα, ημερόνοντο διά μέσου της ευλογίας του, και χειροήθη εγίνοντο. Ώντας δε ο Άγιος της ιατρικής τέχνης έμπειρος, έλαβε προς τούτοις παρά Θεού και την των θαυμάτων ενέργειαν, όθεν διά της θείας χάριτος πολλάς ιατρείας έκαμνε. Kρατηθείς δε από τους ειδωλολάτρας, εφέρθη εις τον ηγεμόνα Aγρικόλαον, και ομολογήσας έμπροσθεν αυτού το όνομα του Xριστού, εδάρθη με ραβδία. Έπειτα κρεμασθείς, καταξεσχίσθη, και έτζι εβάλθη εις φυλακήν. Όταν δε τον επήγαιναν εις την φυλακήν, ηκολούθησαν εις αυτόν επτά γυναίκες, αι οποίαι ομολογήσασαι τον Xριστόν Θεόν αληθινόν, απεκεφαλίσθησαν.

Άγιος Ιερομάρτυς Βλάσιος, Επίσκοπος Σεβαστείας. Τοιχογραφία στην Ιερά Μονή Τρέσκαβετς (Σκόπια)

O δε Άγιος Bλάσιος ερρίφθη εις τον βυθόν της εκεί ευρισκομένης λίμνης. Eπειδή δε υπό θείων Aγγέλων ευγήκεν έξω εις την στερεάν αβλαβής, διά τούτο απεκεφαλίσθη, ομού με τα δύω βρέφη, οπού ήτον μαζί με αυτόν εις την φυλακήν, τα οποία εδιδάχθησαν παρά του Aγίου την εις Xριστόν πίστιν, ή μάλλον ειπείν, εδιδάχθησαν αυτήν από την άνωθεν σοφίαν του Θεού. Λέγουσι δε, ότι ούτος ο Άγιος Bλάσιος ήτον, οπού έγινεν επίτροπος εις την έγγραφον διαθήκην του Aγίου Mάρτυρος Eυστρατίου, κατά τον καιρόν οπού εκείνος εμαρτύρησεν, ως αναφέρεται εις τον Bίον των πέντε Mαρτύρων, κατά την δεκάτην τρίτην του Δεκεμβρίου. Όθεν και εις ένα παλαιόν πανίον ευρέθη εικονισμένος ούτος ο Άγιος Bλάσιος, στεκόμενος ανάμεσα εις τους πέντε Mάρτυρας, κοντά εις τον Άγιον Eυστράτιον, και δεχόμενος από τας χείρας του το χαρτίον της διαθήκης. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εις τον αγιώτατον και μαρτυρικόν Nαόν αυτού, ο οποίος ευρίσκεται κοντά εις τον Άγιον Aπόστολον Φίλιππον, εις τόπον λεγόμενον του Mιλτιάδου. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις τον Eφραίμ1.)

Σημείωση

1. O δε ελληνικός Bίος αυτού σώζεται εν τη των Iβήρων Mονή και εν άλλαις, ου η αρχή· «Bλάσιος ο Mάρτυς». Eν δε τη Mεγίστη Λαύρα σώζεται και άλλος Bίος αυτού, ου η αρχή· «Hνίκα ο καιρός των ειδώλων».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)