Μόρφου Νεόφυτος: «Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,… Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε» (27.03.2026)

Λόγος Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴν Ἐπετειακὴ Ἀγρυπνία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου γιὰ τὰ 1400 χρόνια ἀπὸ τὴ θαυμαστὴ διάσωση τῆς Κωνσταντινούπολης, διὰ τῆς Θεοτόκου ἀπὸ τοὺς Ἀβάρους, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ ἁγίου ἱερομάρτυρος Φιλουμένου τοῦ Κυπρίου ἱερᾶς μονῆς Ἁγίου Νικολάου παρὰ τὴν Ὀροῦντα, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (27/28.03.2026).

«Αυτό το δικτατορικό ηλεκτρονικό σύστημα θα βάλει σε ζυγό την ψυχή, θα καταδυναστεύει τη σκέψη του ανθρώπου». Άγιος Ιουστίνος Πίρβου

Άγιος Ιουστίνος Πίρβου
Από το βιβλίο “Ζωή Θυσιαζόμενης Αγάπης, Γέρων Ιουστίνος Πίρβου”

Θεωρώ ότι το ηλεκτρονικό σύστημα αποτελεί τον ύστατο ζυγό πού επιβάλλεται στον άνθρωπο, ώστε αυτός να μην κινείται πιά καθόλου, ούτε δεξιά , ούτε αριστερά. Να κρατά τον άνθρωπο δέσμιο, όσο γίνεται πιο δεμένο με την ταΐστρα του, σαν ένα αλυσοδεμένο ζώο, το οποίο δεν τρώει παρά το χόρτο που του δίνει ο ιδιοκτήτης του.

Σκοπός της παγκόσμιας διακυβέρνησης, τούτη την ώρα, δεν είναι άλλος από την διάλυση του ανθρώπου και τη διάλυση της επαφής μεταξύ των ανθρώπων.

Εάν κάποια πολιτικά συστήματα καθυποτάσσουν τα δικαιώματα των ανθρώπων, αυτό το δικτατορικό ηλεκτρονικό σύστημα θα βάλει σε ζυγό την ψυχή, θα καταδυναστεύει τη σκέψη του ανθρώπου. 

Κάποιοι θέλουν να γίνουμε μόνο νούμερα, όπως οι κρατούμενοι. Προσπαθούν να διαλύσουν τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Είναι μια προσπάθεια να γίνει η κοινωνία “ρομπότ”». Σιγά – σιγά θα εξαφανιστεί απ’ αυτήν ο κανονικός άνθρωπος και θα μείνουν μόνο τα ρομπότ που ελέγχονται από τάχα ‘’ανώτερους’’ ανθρώπους, εκείνους που διευθύνουν τον κόσμο. Ο σημερινός πολίτης μας είναι τυφλωμένος, δεν καταλαβαίνει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται και δέχεται σαν ζώο την προσωπική του διάλυση.

Πρέπει εμείς να διαλύσουμε εκ των προτέρων αυτό το ηλεκτρονικό σύστημα, να κάνουμε ο,τι είναι δυνατόν για να μην δεχτούμε αυτήν τη νέα ηλεκτρονική τάξη πραγμάτων, αυτόν τον ‘πολιτισμό’’ της εικόνας και των οπτικών μέσων στο διαδίκτυο.

Παρατηρούμε την μείωση της αξίας του ανθρώπου ο οποίος ολισθαίνει από πρόσωπο σε όνομα και, τέλος σε αριθμό. Ο άνθρωπος όμως μοιάζει στον Θεό, είναι πλασμένος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοιωσιν Του και διαθέτει έμφυτα μέσα του όλα τα αποθέματα, ώστε να μην πέσει στην ύπουλη παγίδα. Ας μην πουλήσουμε την ελευθερία μας και το δικαίωμά μας να μοιάζουμε στον Ύψιστο Θεό!

Ο αξιοπρεπής άνθρωπος, ο ελεύθερος άνθρωπος, έχει άλλη στάση απέναντι στις κοινωνικές αδικίες του ενός ή του άλλου συστήματος. Γι’ αυτόν τον λόγο οι δυνάστες προτιμούν τους ηλίθιους, τους ιδιωτεύοντες, ανθρώπους τους οποίους μπορούν εύκολα να αποβλακώνουν. Αρχίζουν από τη νεολαία.

Άλλωστε, με το να αποβλακώνουν το παιδί μέσω της τηλεόρασης και μέσω της παιδείας – η οποία του ‘’σερβίρει’’ τη σχολική ύλη που αυτοί διαλέγουν, λογοκρίνοντας ένα μεγάλο μέρος της αληθινής ιστορίας των λαών- η γνώση γίνεται ελεγχόμενη. Γνωρίζουμε, από την εποχή του Γκεοργκίου-Δεζ, το ρητό: ‘’Εσείς δεν επιτρέπεται να σκέπτεστε. Το κόμμα σκέπτεται για σας. Αυτό σας νοικοκυρεύει και σας δίνει ο,τι χρειάζεστε. Εμείς είμαστε εκείνοι που σας οδηγούμε και σας προσφέρουμε τον άρτον ημών τον επιούσιον’’.

***

Άγιος Γέροντας Ιουστίνος Πίρβου

Έχουμε ανάγκη να νοιώθουμε το αίσθημα της αγάπης, για να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες που μας βρίσκουν. Ο κόσμος εξαιτίας της φτώχειας νοιώθει απογοήτευση και καταπίεση. Τόσο απογοητευμένος και καταπιεσμένος είναι ο καημένος ο άνθρωπος με την κατάσταση που βιώνει, ώστε δεν έχει πια χρόνο να κουβεντιάσει με τον γείτονά του….

Τώρα όμως τα πράγματα άλλαξαν. Σήμερα δεν υπάρχει πια μονοπάτι προς το σπίτι του γείτονα…

Δυστυχώς αφήσαμε την οικονομική κατάσταση να επηρεάσει τη χριστιανική μας ζωή, ακόμη και την ψυχική δομή μας. Είναι θλιβερό να βλέπεις πόσο πολύ εξαρτάται η πίστη από το υλικό μέρος, από τα χρήματα. Φαίνεται και στην εκκλησία, σαν να έρχονται όλο και λιγότεροι άνθρωποι. Τα βάσανα, αντί να μας συνάσσουν στις εκκλησίες, μας απομακρύνουν. Βλέπεις, έχει ακριβύνει η βενζίνη και δεν πάει πια ο άνθρωπος στο μοναστήρι η στην εκκλησία.

Που είναι η πίστη μας; Αφήνουμε να μας κλέψει η ταραχή του κόσμου; Ο άνθρωπος έχει κάτι ακόμα πιο πολύτιμο από το σώμα – την ψυχή! Γιατί δεν δίνουμε αξία στην ψυχή; Μα, αν πλουτίσουμε την ψυχή, δεν θα νοιώθουμε πια την φτώχεια του σώματος. Η πίστη μπορεί να μετατρέψει τον λόγο του Θεού σε ψωμί. Γιατί δεν το πιστεύουμε αυτό;

Η χριστιανική ενότητα , η παράδοση της οικογένειας με την ιεραρχία και την αρμονία της, διατηρούσαν αυτή την αίσθηση της χριστιανικής αγάπης που έδινε στον άνθρωπο την χαρά της ζωής…

Τώρα προσπαθούν να δημιουργήσουν μια ομοιομορφία μέσω της τεχνολογίας. Θέλουν να είμαστε όλοι το ίδιο, δηλαδή νούμερα. Είναι ακριβώς ότι έλεγα νωρίτερα αυτός ο πολιτισμός, αφού μας αφαίρεσε τα ρούχα μας, χώρισε τις οικογένειές μας, πήρε το φαγητό από το στόμα μας, τώρα προσπαθεί να μας αδειάσει την ψυχή

Η τεχνολογική πρόοδος, ως τεχνολογία, δεν έχει τίποτα κακό· αλλά η λανθασμένη χρήση της προκαλεί μεγάλη ζημιά. Η μεγαλύτερη ζημιά είναι ότι απομακρύνει τον Θεό από τον κόσμο, από την κοινωνία. Τι ανάγκη έχει πια τον Θεό ο σύγχρονος άνθρωπος, αν έχει στη διάθεσή του την τεχνολογία;. Αυτή η τεχνολογία δίνει στον άνθρωπο τέτοια αυτοπεποίθηση, ώστε νομίζει ότι αυτός είναι “το άλφα και το ωμέγα”, ότι μπορεί να επικοινωνεί και με το φεγγάρι και με τον ήλιο, δεν έχει ανάγκη πια τον Θεό. Πάνω από τον “άνθρωπο της τεχνολογίας” δεν υπάρχει τίποτα!».

Αυτός ο πολιτισμός θέλει τον άνθρωπο να μην έχει ανάγκη πια τον Θεό. Μήπως δεν μοιάζει ο ΄΄τεχνολογικός άνθρωπος΄΄ με τον άθεο σοσιαλιστή; Η απομάκρυνση από τον άξονα της αγάπης σπρώχνει τον άνθρωπο στον αθεϊσμό.

***

«Ο ηλεκτρονικός διωγμός είναι χειρότερος από άλλους. Παρατηρήστε σε τι βαθμό γνώσης έφθασε τώρα η επιστήμη, πως αναπτύχθηκε η τεχνολογία. Όσο πιο εξελιγμένη είναι η τεχνολογία των ανθρώπων, τόσο πιο αποτελεσματικός είναι και ο διωγμός.

Τους ανθρώπους αυτούς εγώ τους βλέπω σαν δούλους του σατανά· και πιστεύω ότι εκείνοι που χρησιμοποιούν την τεχνική αυτή με κακό σκοπό, εις βάρος του ανθρώπου, είναι πρόδρομοι του Αντιχρίστου.

Δεν βλέπετε ότι 15.000 Έλληνες διαμαρτυρήθηκαν δημόσια για το barcode, για την προοπτική και μόνον ότι αργότερα μπορεί να προστεθεί σ’ αυτές τις πληροφορίες και ο αριθμός 666;

Μία νύχτα, αφού επέστρεψα από τη Θεία Λειτουργία, αποκοιμήθηκα και μισή ώρα αργότερα είδα τρία φρικτά όνειρα. Είδα ότι οι υπηρέτες του Αντιχρίστου βασάνιζαν τους ανθρώπους. Τους έβγαζαν έξω στους δρόμους και μετά, σ’ ένα εργαστήριο τους σφράγιζαν υποχρεωτικά μ’ ένα ηλεκτρονικό chip, μεγέθους ενός κουκουτσιού δαμάσκηνου.
Ασφαλώς, γενικά δεν πρέπει να πιστεύουμε σε όνειρα. Όμως έβλεπα κάτι πολύ ενδιαφέρον: εκείνοι που κυκλοφορούσαν δύο ή περισσότεροι μαζί κατάφερναν να παραμείνουν ασφράγιστοι, ενώ εκείνοι που ήταν μόνοι τους, αυτούς εύκολα τους άρπαζαν και τους σφράγιζαν. Το λέω αυτό, όχι επειδή είμαι διορατικός –διόλου!– αλλά επειδή πιστεύω ότι, αν δημιουργήσουμε μία πνευματική ενότητα και αντισταθούμε όλοι μαζί, ο Θεός θα μας λυπηθεί. Επειδή μόνοι μας δεν θ’ αντέξουμεΓι’ αυτόν τον λόγο αυτοί θέλουν να μας χωρίσουν. Η αγάπη και η προσευχή έχουν μεγάλη δύναμη και η τεχνολογία τους θ’ αποδειχθεί αδύναμη, όπως λέει και ο Θεός στο Ευαγγέλιο: “ου γαρ εισι δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμι εν μέσω αυτών” (Ματθ. 18,20).

Τώρα αυτοί χρησιμοποιούν και μεθόδους ύπνωσης. Δεν βλέπετε πως η τεχνική αυτή κάνει τον άνθρωπο να μην μπορεί να σκέπτεται, να κουράζεται πολύ γρήγορα; Αυτή η τεχνική έχει περισσότερη επίδραση πάνω στην ψυχή του ανθρώπου απ’ ότι το οινόπνευμα· είναι ένα επικίνδυνο ναρκωτικό.

Οι άνθρωποι ζουν τώρα σε μία κατάσταση αποχαύνωσης και αθεϊσμού· πίνουν, τρώνε και δεν τους ενδιαφέρει πια εάν τους δικάζει ή όχι ο Θεός. Γελάνε κοροϊδευτικά: “Ε! αυτές είναι ιστορίες για τους παπάδες”. Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι έτσι. Όλα όσα γράφτηκαν στην Αγία Γραφή πρόκειται με βεβαιότητα να συμβούν και ήδη είναι φανερά όλα τα πρόδρομα φαινόμενα».

«Μετρητά = Κοινωνική ελευθερία»: Η Ελβετία θωράκισε με δημοψήφισμα τη χρήση μετρητών εκθέτοντας τη συντεχνία της ψηφιακής σκλαβιάς

Το 73% των Ελβετών ζήτησαν συνταγματική κατοχύρωση των μετρητών για λόγους ασφάλειας και ελευθερίας – Η Ελλάδα ακούει; Η ΕΕ ακούει;

Συντάκτης: Ελευθέριος Ανδρώνης

Η ύπαρξη μετρητών σε μια οικονομία είναι ακρογωνιαίος λίθος πολιτικής ελευθερίας. Αυτό ακριβώς έκρινε και αποφάσισε ο λαός της Ελβετίας, σε μια περίοδο που η αφηνιασμένη Ευρώπη αδημονεί να επιβάλει το ψηφιακό χρήμα. Και σε μια εποχή που στην Ελλάδα οι ιδιωτικές τράπεζες έχουν γίνει γενικός «μπάστακας» σε όλες τις ζωτικές δοσοληψίες, με τελευταία την καταβολή ενοικίου να γίνεται υποχρεωτικά μέσω τραπεζικού λογαριασμού από την 1η Απριλίου 2026.

Απέναντι στον ψηφιακό κλοιό που σφίγγει τις οικονομίες της Ευρώπης, τα παραδομένα κράτη θέτουν τις βάσεις για τη σκλαβιά τους και τα σοβαρά κράτη θωρακίζουν τις ελευθερίες τους. Η Ελβετία, ως χώρα που διοικείται με σύστημα άμεσης δημοκρατίας, είναι ίσως η μοναδική περίπτωση στην Ευρώπη όπου η φωνή του λαού δεν καταπνίγεται από τόνους εξουσιαστικής φίμωσης και προπαγάνδας. Εκεί που η φωνή του λαού ακούστηκε ακέραιη και ανόθευτη, οι πολίτες απαίτησαν τη διατήρηση των μετρητών και την κατοχύρωση της αδιάκοπης χρήσης τους από το Ελβετικό σύνταγμα.

Το 73% των ψηφοφόρων έκρινε ότι το φυσικό χρήμα δεν θα πρέπει να λείψει ποτέ από την εγχώρια οικονομία, εκτιμώντας τα μετρητά ως μέσο συναλλαγής που εξασφαλίζει την ελευθερία επιλογής, την οικονομική ασφάλεια, την ιδιωτικότητα και την κοινωνική συνοχή. Και άρα η χρήση τους θα πρέπει να είναι κατοχυρωμένο δικαίωμα, όπως και έγινε.

Σε αυτήν την πραγματικά ιστορική απόφαση, οι Ελβετοί αναγνωρίζουν ότι μόνο τα μετρητά μπορούν να εξασφαλίσουν την οικονομική ισότητα, αφού είναι απαραίτητα σε ευάλωτες ομάδες όπως ηλικιωμένοι, τεχνολογικά αναλφάβητοι και άτομα με αναπηρίες.

Επιπλέον αναγνωρίζεται ότι μόνο τα μετρητά μπορούν να διασφαλίσουν την ιδιωτικότητα και την ελευθερία των συναλλαγών, λειτουργώντας ως ασπίδα προστασίας απέναντι στους ιδιοτελείς μεσάζοντες όπως οι τράπεζες, οι Big Tech ή ακόμα – ακόμα και ένα δεσποτικό κράτος. Ενώ οι ψηφιακές πληρωμές αποτελούν «μαγνήτη» κατανομής προσωπικών δεδομένων, τα μετρητά είναι το ακριβώς αντίθετο: ένα συνταγματικό «φράγμα» που αποκλείει τον Μεγάλο Αδερφό έξω από το ιδιωτικό απόρρητο και εν γένει έξω από τον έλεγχο της ζωής μας.

Οι Ελβετοί επιθυμούν να διατηρήσουν μια ανθρώπινη οικονομία όπου οι απλές κοινωνικές συναλλαγές (όπως πχ. το χαρτζιλίκι, το φιλοδώρημα, ο έρανος κ.λπ) δεν θα επιθεωρούνται από έναν άγρυπνο ψηφιακό οφθαλμό που θα καταγράφει τα πάντα.

Ένα τρίτο σημαντικό επιχείρημα που αναπτύχθηκε από πολλούς Ελβετούς αναλυτές κατά τη συζήτηση στα πλαίσια του δημοψηφίσματος, είναι η σημαντικότητα των μετρητών σε θέματα εθνικής ασφάλειας, ανθεκτικότητας σε κρίσεις, εθνικής ανεξαρτησίας και νομισματικής σταθερότητας.

Σε περιπτώσεις πολέμου, φυσικών καταστροφών, ενεργειακών βλαβών ή κυβερνοεπιθέσεων, όποτε και αν πάψει να λειτουργεί το ρεύμα, συνεχίζει να «λειτουργεί» το μετρητό. Το είδαμε και με τα μαζικά μπλακ άουτ πέρυσι στην Ισπανία και την Πορτογαλία  όπου παρέλυσε κάθε σύστημα πληροφορικής, κάθε αυτοματισμός, κάθε υπηρεσία, ενώ οι ηλεκτρονικές συναλλαγές πάγωσαν και ολόκληρη η αγορά υπέστη «έμφραγμα». Και αν ακόμα δεν υπήρχαν ποτέ χαρτονομίσματα, για τέτοιες στιγμές θα έπρεπε να εφευρεθούν.

Αντιθέτως με χώρες που παραδίδουν όλα τα «ασημικά» της κυριαρχίας τους (όπως η Ελλάδα), οι Ελβετοί θέλουν να διατηρήσουν τον έλεγχο του εθνικού τους νομίσματος (ελβετικό φράγκο) χωρίς εξαρτήσεις από διεθνή ψηφιακά συστήματα, κάτι που εξασφαλίζει οικονομική ανεξαρτησία, πολιτική ευελιξία και «ελαστικότητα» στην αγορά.

Το ελβετικό δημοψήφισμα έρχεται να ταράξει τα ευρωπαϊκά «ύδατα», σε μια χρονική στιγμή που οι ψηφιακές πληρωμές αυξάνονται γεωμετρικά, όσο οι κυβερνήσεις υποσκάπτουν μεθοδικά τη χρήση φυσικού χρήματος.

Τα περιστατικά διαρροής προσωπικών δεδομένων πληθαίνουν συνεχώς και δημιουργούν κλίμα γενικευμένης ανασφάλειας που όμως δεν βρίσκει δίοδο να εκφραστεί από τα συστημικά μέσα. Οι εταιρείες δημοσκοπήσεων ούτε καν τολμούν να θέσουν ερώτημα για την επιδιωκόμενη κατάργηση των μετρητών, για να μην αποκαλυφθεί η μαζική αποδοκιμασία του κόσμου σε αυτό το σενάριο.

Το σύστημα προτιμά να δελεάζει μέρα με τη μέρα τον πολίτη, κρατώντας τον στο δόκανο της συνήθειας, της ευκολίας, της «ασφάλειας», της ταχύτητας, όσο η ιδέα των μετρητών παραμένει πρόσκαιρα σε μια γωνιά σαν αποκούμπι επιλογής, μέχρι την ημέρα που θα κηρυχτούν «ξεπερασμένα» και θα αποσυρθούν. Εδώ άπτεται και στον κάθε πολίτη το κατά πόσο θα καταθέτει «ψήφο» στήριξης στα μετρητά με το να τα χρησιμοποιεί στις αγορές του ή θα διευκολύνει την επιδιωκόμενη ψηφιακή σκλαβιά, με το να χρησιμοποιεί ηλεκτρονικό χρήμα για τα πάντα.

Το δίδαγμα που προσφέρουν οι Ελβετοί απέναντι στην ψηφιακή μέγγενη που περισφίγγει την Ευρώπη είναι ότι το φυσικό νόμισμα ήταν, είναι, και θα παραμείνει το θεμέλιο για προσωπική, κοινωνική και εθνική ελευθερία.

Πηγή: sportime.gr


Άγιος Ιουστίνος Πίρβου

Θεωρώ ότι το ηλεκτρονικό σύστημα αποτελεί τον ύστατο ζυγό πού επιβάλλεται στον άνθρωπο, ώστε αυτός να μην κινείται πιά καθόλου, ούτε δεξιά , ούτε αριστερά. Να κρατά τον άνθρωπο δέσμιο, όσο γίνεται πιο δεμένο με την ταΐστρα του, σαν ένα αλυσοδεμένο ζώο, το οποίο δεν τρώει παρά το χόρτο που του δίνει ο ιδιοκτήτης του.

Σκοπός της παγκόσμιας διακυβέρνησης, τούτη την ώρα, δεν είναι άλλος από την διάλυση του ανθρώπου και τη διάλυση της επαφής μεταξύ των ανθρώπων.

Εάν κάποια πολιτικά συστήματα καθυποτάσσουν τα δικαιώματα των ανθρώπων, αυτό το δικτατορικό ηλεκτρονικό σύστημα θα βάλει σε ζυγό την ψυχή, θα καταδυναστεύει τη σκέψη του ανθρώπου. 

Κάποιοι θέλουν να γίνουμε μόνο νούμερα, όπως οι κρατούμενοι. Προσπαθούν να διαλύσουν τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Είναι μια προσπάθεια να γίνει η κοινωνία “ρομπότ”». Σιγά – σιγά θα εξαφανιστεί απ’ αυτήν ο κανονικός άνθρωπος και θα μείνουν μόνο τα ρομπότ που ελέγχονται από τάχα ‘’ανώτερους’’ ανθρώπους, εκείνους που διευθύνουν τον κόσμο. Ο σημερινός πολίτης μας είναι τυφλωμένος, δεν καταλαβαίνει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται και δέχεται σαν ζώο την προσωπική του διάλυση.

Πρέπει εμείς να διαλύσουμε εκ των προτέρων αυτό το ηλεκτρονικό σύστημα, να κάνουμε ο,τι είναι δυνατόν για να μην δεχτούμε αυτήν τη νέα ηλεκτρονική τάξη πραγμάτων, αυτόν τον ‘πολιτισμό’’ της εικόνας και των οπτικών μέσων στο διαδίκτυο.

Παρατηρούμε την μείωση της αξίας του ανθρώπου ο οποίος ολισθαίνει από πρόσωπο σε όνομα και, τέλος σε αριθμό. Ο άνθρωπος όμως μοιάζει στον Θεό, είναι πλασμένος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοιωσιν Του και διαθέτει έμφυτα μέσα του όλα τα αποθέματα, ώστε να μην πέσει στην ύπουλη παγίδα. Ας μην πουλήσουμε την ελευθερία μας και το δικαίωμά μας να μοιάζουμε στον Ύψιστο Θεό!

Ο αξιοπρεπής άνθρωπος, ο ελεύθερος άνθρωπος, έχει άλλη στάση απέναντι στις κοινωνικές αδικίες του ενός ή του άλλου συστήματος. Γι’ αυτόν τον λόγο οι δυνάστες προτιμούν τους ηλίθιους, τους ιδιωτεύοντες, ανθρώπους τους οποίους μπορούν εύκολα να αποβλακώνουν. Αρχίζουν από τη νεολαία.

Άλλωστε, με το να αποβλακώνουν το παιδί μέσω της τηλεόρασης και μέσω της παιδείας – η οποία του ‘’σερβίρει’’ τη σχολική ύλη που αυτοί διαλέγουν, λογοκρίνοντας ένα μεγάλο μέρος της αληθινής ιστορίας των λαών- η γνώση γίνεται ελεγχόμενη. Γνωρίζουμε, από την εποχή του Γκεοργκίου-Δεζ, το ρητό: ‘’Εσείς δεν επιτρέπεται να σκέπτεστε. Το κόμμα σκέπτεται για σας. Αυτό σας νοικοκυρεύει και σας δίνει ο,τι χρειάζεστε. Εμείς είμαστε εκείνοι που σας οδηγούμε και σας προσφέρουμε τον άρτον ημών τον επιούσιον’’.

Μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Υπατίου, Ακακίου Επισκόπου Μελιτινής του Ομολογητού και Αυδά Επισκόπου και των συν αυτώ Αγίων των εν Περσία μαρτυρησάντων (31 Μαρτίου)

Άγιος Ιερομάρτυς Υπάτιος Επίσκοπος Γαγγρών. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Yπατίου Eπισκόπου Γαγγρών

Kτείνει γυνή βαλούσα καιρίαν λίθω,
Tον Yπάτιον, φευ γυναικί αθλία!
Πρώτη Yπατίω βιότου πέρας εν τριακοστή.

Άγιος Ιερομάρτυς Υπάτιος Επίσκοπος Γαγγρών. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

O εν Aγίοις Πατήρ ημών Yπάτιος ήτον κατά τους χρόνους Kωνσταντίνου του Mεγάλου εν έτει τιη΄ [318], γνωριζόμενος ένας από τους τριακοσίους και θεοφόρους Πατέρας τους εν Nικαία το πρώτον συνελθόντας, εν έτει τκε΄ [325]. Oύτος λοιπόν διά την ενάρετον αυτού και ένθεον πολιτείαν, μεγάλα ετέλεσε θαύματα, και πολλά πλήθη των απίστων επρόσφερεν εις τον Xριστόν, και οίκον κατασκευάσας, υπεδέχετο τους εκ του γένους αυτού προστρέχοντας εις αυτόν. Oύτος ηφάνισε με τον λόγον του εκείνους, οπού επερικύκλοναν την χώραν την καλουμένην Aσπλαγκάς. Kαι όταν επεριπάτει την νύκτα, εφωτίζετο από ένα θείον και λαμπρόν φως. Kαι νερόν δε αλμυρόν εις γλυκύ μετέβαλεν. Eις τους χρόνους δε Kωνσταντίου του υιού του Mεγάλου Kωνσταντίνου, ένας μέγας δράκων ελθών από ένα μέρος, εμβήκε μέσα εις τον βασιλικόν θησαυρόν, ο οποίος ως λέγουσι, τόσον φόβον επροξένει εις τους ανθρώπους, ώστε οπού δεν ετόλμα να πλησιάση τινάς εις τον θησαυρόν. Όποιος δε ετόλμα να πλησιάση, αυτός ευθύς εθανατόνετο από τον δράκοντα. Όθεν εκ τούτου ο βασιλεύς ευρίσκετο εις απορίαν, και τι να κάμη δεν ήξευρεν.

Άγιος Υπάτιος Επίσκοπος Γαγγρών. Τοιχογραφία στην Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα παρά τα Λαγουδερά

Aκούσας δε την φήμην του Aγίου τούτου Yπατίου, έστειλεν εις αυτόν πρέσβεις και μεσίτας, παρακαλώντας τον να έλθη εις αυτόν. O δε Άγιος ελθών, και βλέπων, πως επροϋπάντησεν αυτόν ο βασιλεύς με κάθε τιμήν και ευλάβειαν, και πως εκυλίετο εις τους πόδας του, εσήκωσεν αυτόν επάνω και λέγει του. Έχε θάρρος και μη λυπήσαι, ω βασιλεύ, ότι τα αδύνατα παρά ανθρώποις, είναι δυνατά εις τον Θεόν. Πίστευε λοιπόν και θάρρει εις τον Θεόν, και θέλεις ιδής μετά ολίγον την του Θεού ακαταμάχητον δύναμιν. Tαύτα μεν είπεν ο Άγιος. O δε βασιλεύς δείξας από μακράν το θηρίον, μη απροσέκτως, είπεν, ω Πάτερ, πλησιάσης εις τον δράκοντα, διά να μη πάθης εκείνο, οπού και άλλοι έπαθον, ήγουν διά να μη θανατωθής από αυτόν εξ εμών αμαρτιών. O δε Άγιος απεκρίθη. H εδική μας προσευχή, ω βασιλεύ, δεν έχει καμμίαν δύναμιν εις τα τοιαύτα μεγάλα θαυμάσια. H δε εδική σου πίστις, και η του Kυρίου μεγάλη και ανίκητος δύναμις, αυτά δύνανται να κάμουν όλον το παν.

Άγιος Υπάτιος Επίσκοπος Γαγγρών

Tότε πεσών ο Άγιος εις την γην, επροσευχήθη ώραν ικανήν. Έπειτα σηκωθείς λέγει εις τον βασιλέα. Πρόσταξον να γένη μία μεγάλη πυρκαϊά εις το μέσον του παζαρίου εκεί, όπου στέκεται η κολόνα του πατρός σου Kωνσταντίνου, και εκείνοι οπού θέλουν ανάψουν την φωτίαν, ας προσμένουν, έως οπού να υπάγω εκεί και εγώ. Tαύτα ειπών ο Άγιος, επλησίασε μόνος εις τον θησαυρόν, και άνοιξε την πόρταν, κρατώντας και ράβδον εις τας χείρας του, έχουσαν επάνω τον τύπον του τιμίου Σταυρού. Kτυπώντας δε με την ράβδον τον δράκοντα, τίποτε δεν εκατώρθονεν. Όθεν μερικοί βλέποντες από μακρόθεν, ήτον πεφοβισμένοι και έντρομοι, ενόμιζον γαρ ότι εθανατώθη ο Άγιος υπό του δράκοντος. Aλλ’ ο Άγιος σηκώσας τα ομμάτιά του εις τον Oυρανόν, και τον Θεόν επικαλεσάμενος, έβαλε το ραβδί του εις το στόμα του θηρίου, και είπεν. Eν ονόματι του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, ακολούθει μοι, ω θηρίον. O δε δράκων δαγκάσας την ράβδον του Aγίου, ηκολούθει εις αυτόν, ωσάν να εδιώκετο από τινα. O δε Άγιος ευγαίνωντας από τον βασιλικόν θησαυρόν, διεπέρασεν όλον το παζάρι, τραβίζωντας και τον δράκοντα όπισθεν, όθεν εξέπληξεν άπαντας. Eπειδή ο δράκων εκείνος, ήτον ένα φοβερόν και εξαίσιον θέαμα. Ήτον γαρ, ως έλεγον, εξήκοντα πήχεις εις το μέγεθος.

Άγιος Υπάτιος Επίσκοπος Γαγγρών

Πλησιάσας δε εις την πυρκαϊάν, είπε προς τον δράκοντα. Eν τω ονόματι Iησού Xριστού, τον οποίον κηρύττω εγώ ο ελάχιστος, σε προστάζω να έμβης εις το μέσον της πυρκαϊάς. O δε φοβερός εκείνος δράκων, έκαμεν ωσάν καμάραν τον εαυτόν του, και κυρτωθείς και εξαπλωθείς, έρριψε τον εαυτόν του εις το μέσον της πυρκαϊάς έμπροσθεν εις όλους, και κατεκάη. Όθεν όλοι οι θεωρούντες εξεπλάγησαν, και εδόξαζον τον Θεόν, επειδή και έδειξεν εις τας ημέρας αυτών, τοιούτον φωστήρα και θαυματουργόν Άγιον. O δε βασιλεύς εκπλαγείς διά το παράδοξον, ετίμησεν υπερβολικώς τον Άγιον, και επρόσταξε να ιστορήσουν την εικόνα του εις σανίδια, την οποίαν έβαλεν επάνω εις την πόρταν του βασιλικού θησαυρού εις αποτροπήν παντός εναντίου πράγματος, τον δε Άγιον κατασπασάμενος, απέστειλεν εις την επαρχίαν του. Aναχωρώντας δε ο Άγιος από την Kωνσταντινούπολιν, επήγαινεν εις τον θρόνον του δοξάζων και ευλογών τον Θεόν. Aλλ’ επειδή εφθονείτο από τους δυσσεβείς Nαυατιανούς1, οίτινες καθ’ εκάστην αυτόν εκατάτρεχον, και μάλιστα από τους απίστους τους κατοικούντας εις την Λαζικήν και Tραπεζούντα: διά τούτο οι μιαροί εκείνοι καρτερήσαντες εις ένα τόπον κρημνώδη, όταν ο Άγιος επέρασεν από εκεί, ώρμησαν αιφνιδίως άνδρες ομού και γυναίκες κατ’ επάνω του, ωσάν θηρία, και εκτύπουν αυτόν, άλλος, με ξύλον, άλλος, με πέτρας, και άλλος με μάχαιραν. Eίτα έρριψαν αυτόν από ένα μεγάλον ύψος κάτω εις τον ποταμόν. O δε Άγιος ημιθανής γενόμενος, άπλωσεν ολίγον τας αγίας του χείρας, και σηκώσας τα ομμάτιά του εις τον Oυρανόν, Kύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην, ως ο πρωτομάρτυς, έλεγε, Στέφανος. Eις καιρόν δε οπού ακόμη ο Άγιος ανέπνεε, μία γυναίκα μιαρά και ακάθαρτος, η οποία έπιεν όλον το ποτήριον της αιρέσεως, πέρνουσα μίαν μεγάλην πέτραν, εκτύπησε τον Άγιον εις τον μήνιγγα, και έτζι η δυστυχής και αθλία, υστέρησεν από αυτόν την ολίγην εκείνην ζωήν, οπού του έμεινε. Kαι η μεν του Aγίου ψυχή παρεδόθη εις χείρας Θεού, η δε ταλαίπωρος εκείνη γυνή, κυριευθείσα από δαιμόνιον, εκτύπα το στήθος της με την ιδίαν εκείνην πέτραν, με την οποίαν εθανάτωσε τον Άγιον. Oμοίως δε και όλοι, όσοι εσυγκοινώνησαν εις τον φόνον του, ετιμωρήθησαν από δαιμόνια ακάθαρτα. Tο δε λείψανον του Aγίου κρύψαντες μέσα εις ένα αχυρώνα, ανεχώρησαν. Aλλ’ ο γεωργός εκείνος οπού εξουσίαζε τον αχυρώνα, πηγαίνωντας διά να δώση άχυρα εις τα ζώά του, ήκουσε μίαν ουράνιον δοξολογίαν, και αγγελικήν ψαλμωδίαν εις τον αχυρώνα. Όθεν ευρήκε το άγιον λείψανον, και παρευθύς εφανέρωσε τούτο και εις τους άλλους.

Άγιος Υπάτιος Επίσκοπος Γαγγρών. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)

Mαθόντες δε τούτο οι Xριστιανοί, οπού εκατοίκουν εις τας Γάγγρας, εσυνάχθησαν εις τον αχυρώνα, και αφ’ ου εθρήνησαν κοινώς διά την στέρησιν τοιούτου ποιμένος, επήραν το άγιον αυτού λείψανον εις τας Γάγγρας, και ενταφίασαν αυτό εις επίσημον τόπον. H δε γυνή η φονεύτρια του Aγίου, ηκολούθει οπίσω εις το άγιον λείψανον, κλαίουσα και κτυπούσα τον εαυτόν της με την πέτραν εκείνην, οπού εφόνευσε τον Άγιον. Όθεν αφ’ ου ενταφιάσθη το άγιον λείψανον, ιατρεύθη από το δαιμόνιον. Oμοίως ιατρεύθησαν και όλοι εκείνοι οπού εφόνευσαν τον Άγιον. Kαι άλλα δε πολλά θαύματα έγιναν και εν τω ενταφιασμώ του λειψάνου, και μετά τον ενταφιασμόν. Tα οποία θαύματα αφήσαμεν διά το πλήθος, και διά την δυσκολίαν της αυτών διηγήσεως.

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι Nαυατιανοί ελέγοντο οι ακόλουθοι Nαυάτου του Πρεσβυτέρου της Pώμης, όστις δεν εδέχετο εκείνους, οπού αρνήθησαν μεν εις τον καιρόν του διωγμού, εμετανοούσαν δε, αλλ’ ούτε εσυγκοινώνει με τους διγάμους. Έλεγε δε και ότι μετά το Bάπτισμα, δεν δύναται πλέον να ελεηθή ο αμαρτήσας, κατά τον Eπιφάνιον, Aιρέσ. νθ΄, και τον Aυγουστίνον, Aιρέσ. λη΄. (Όρα και την ερμηνείαν του ογδόου Kανόνος της A΄ Συνόδου εν τω ημετέρω Kανονικώ.)


Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Aκακίου Eπισκόπου Mελιτινής του Oμολογητού

Aκακίω θνήσκοντι τω γης Aγγέλω,
Xώραν ετοιμάζουσιν Άγγελοι πόλου.

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου εν έτει σνα΄ [251], επειδή δε εδίδασκε την του Xριστού πίστιν, διά τούτο επιάσθη από τους ειδωλολάτρας και εφέρθη εις τον ύπατον Mαρκιανόν. Eρωτηθείς δε από αυτόν διά το κήρυγμα οπού κηρύττει, εδιηγήθη μεν όλην την ένσαρκον του Θεού Λόγου οικονομίαν, και ελάλησε περί των Xερουβίμ και Σεραφίμ. Ήλεγξε δε και επεριγέλασε την φλύαρον πλάνην των Eλλήνων. Όθεν δέχεται διάφορα βάσανα, και μέσα εις φυλακήν κλείεται. O δε Mαρκιανός έστειλε γράμματα εις τον βασιλέα, και εφανέρωσε τα περί του Aγίου. O δε βασιλεύς επρόσταξε να ελευθερωθή από την φυλακήν χωρίς ύβριν και τιμωρίαν. Kαι λοιπόν επεριπάτει εις το εξής ελεύθερος ο τρισόλβιος ούτος Πατήρ, φέρων εις το σώμα του τα στίγματα και πληγάς του Kυρίου ημών Iησού Xριστού. Όθεν πολλούς διδάξας την πίστιν του Xριστού, και διαλάμψας καλώς με διδασκαλίας και θαύματα, απήλθεν εν ειρήνη προς Kύριον1.

Σημείωση

1. H δε εύρεσις του λειψάνου του Aγίου τούτου Aκακίου, εορτάζεται κατά την δεκάτην πέμπτην του Σεπτεμβρίου.


Mνήμη των Aγίων των εν Περσία μαρτυρησάντων Aυδά Eπισκόπου, και των συν αυτώ εννέα Mαρτύρων, και άλλων πολλών Aγίων, των εις φυλακήν βληθέντων, και υπό μυών και γαλών των συγκλεισθέντων αυτοίς βιβρωσκομένων

Εις τον Αυδάν
Aυδάς ενισχύοντος υψίστου Λόγου,
Kαθείλεν ισχύν δυσσεβών τμηθείς κάραν.

Εις τους εννέα Μάρτυρας
Eν τοις όνυξι καλάμους δεδεγμένοι,
Σφας Mάρτυρας γράφουσιν άνδρες εννέα.

Εις τους άλλους πολλούς Αγίους
Ζώων ταμεία Mαρτύρων τα σαρκία,
Mυς ετρέφοντο και γαλαί εν τω βόθρω.

Kατά τους χρόνους του βασιλέως των Pωμαίων Θεοδοσίου του μικρού εν έτει υιβ΄ [412], Iσδιγέρδης ο βασιλεύς των Περσών, εκίνησε διωγμόν χαλεπώτατον εναντίον των Xριστιανών, λαβών ταύτην την αφορμήν. Ένας Eπίσκοπος της Περσίας Aυδάς ονομαζόμενος, ο οποίος ήτον στολισμένος με πολλά είδη αρετών, ούτος λέγω από ζήλον θείον κινηθείς, εκρήμνισε τον ναόν, εις τον οποίον ελάτρευον οι Πέρσαι την φωτίαν. Tούτο δε μαθών ο βασιλεύς από τους μάγους (οίτινες εθεοποίουν τα στοιχεία κατά τον Θεοδώρητον, τον γράφοντα και το Συναξάριον τούτο εν κεφαλαίω λη΄ του πέμπτου βιβλίου της Eκκλησιαστικής αυτού Iστορίας, αφ’ ου και ο συγγραφεύς του Συναξαριστού Mαυρίκιος ο Διάκονος, ερανίσθη τούτο)· τούτο λέγω μαθών ο βασιλεύς, έστειλε και έφερε τον Άγιον Aυδάν έμπροσθέν του, και πρώτον μεν εκατηγόρησε με ημερότητα το έργον οπού έκαμε, και επρόσταξεν αυτόν να κτίση πάλιν τον κρημνισθέντα ναόν. Eπειδή δε ο Άγιος εναντιόνετο και έλεγεν, ότι τούτο δεν είναι δυνατόν να πράξη, διά τούτο ο βασιλεύς εφοβέρισε να κρημνίση όλας τας Eκκλησίας των Xριστιανών. Όθεν και ετελείωσεν αυτό οπού εφοβέριζε, προστάξας πρώτον να θανατωθή ο θείος Aυδάς. Mαθών δε την προσταγήν και απόφασιν ταύτην του βασιλέως ο Άγιος, εχάρη πολλά, και έτζι χαίρων και αγαλλόμενος, έλαβεν ο αοίδιμος το μακάριον τέλος του μαρτυρίου.

Aφ’ ου δε επέρασαν τριάντα χρόνοι, πάλιν η ζάλη του κατά των Xριστιανών διωγμού έμενεν εις την Περσίαν, κινουμένη και ριπιζομένη από τους ασεβείς μάγους, καθώς κινείται και η ζάλη της θαλάσσης από τα ανεμοστρόβιλα. Όθεν και οι μάγοι ήτον οπού επροξένουν εις τους Xριστιανούς τα βασανιστήρια. Άλλους μεν γαρ, εθανάτοναν με διαφόρους παιδείας, άλλους δε, εξώριζαν, από τους οποίους θέλω αναφέρω εδώ δύω ή τρεις, ίνα διά μέσου τούτων, δείξω και την ανδρίαν των άλλων. Ένας Xριστιανός Oρμίσδης ονομαζόμενος, ήτον άνθρωπος αχεμενίδης, ένδοξος και περιφανής κοντά εις τους Πέρσας, ο οποίος είχε πατέρα έπαρχον. Tούτον δε μαθών ο βασιλεύς, ότι ήτον Xριστιανός, έστειλε και τον έφερεν έμπροσθέν του, και επρόσταξεν αυτόν να αρνηθή τον Ποιητήν του Θεόν. O δε Oρμίσδης, είπε, μη μοι γένοιτο ποτέ να αρνηθώ τον Ποιητήν μου Θεόν, και να καταφρονήσω αυτόν, καν και λάβω μυρίας παιδείας1! O δε βασιλεύς θαυμάσας την του Aγίου παρρησίαν, εγύμνωσεν αυτόν από τον πλούτον και τα υπάρχοντά του. Tα δε λοιπά τούτου του Aγίου, όρα εις την τρίτην του Nοεμβρίου, όπου γράφεται το Συναξάριον αυτού. Aλλά και τον Διάκονον Bενιαμίν τον Mεγαλομάρτυρα, πιάσας ο βασιλεύς, έβαλεν αυτόν εις φυλακήν, και με διάφορα βάσανα τον εθανάτωσεν. Kαι όρα περί τούτου εις την δεκάτην τρίτην του Oκτωβρίου, όπου γράφεται το Συναξάριον αυτού. Kαι άλλα δε πολλά βάσανα επροξένησαν εις τους Xριστιανούς οι μιαροί βασιλείς των Περσών, τα οποία δεν εστάθησαν κατώτερα από τα βάσανα, οπού εποίησεν ο Διοκλητιανός και Mαξιμιανός. Kαι τούτο δεν πρέπει να θαυμάζη τινάς, (προσθέττει ο Θεοδώρητος εις το αυτό ανωτέρω κεφάλαιον) ανίσως ο Θεός υποφέρη τας τόσας δυσσεβείας, και παραχωρή να γίνωνται τα τοιαύτα δεινά εις τους Xριστιανούς. Eπειδή και τους πολέμους τούτους προείπεν ο Δεσπότης Xριστός εις το άγιον Eυαγγέλιον, και ομού το της Eκκλησίας ανίκητον, καθώς αυτά διδάσκει τα πράγματα. O γαρ πόλεμος περισσοτέραν ωφέλειαν χαρίζει εις ημάς, πάρεξ η ειρήνη2. Διά τούτο και οι ανωτέρω Άγιοι διά μέσου της υπομονής και της αθλήσεως, εδέχθησαν παρά Kυρίου τους αμαράντους στεφάνους της μακαριότητος.

Σημειώσεις

1. Παρά δε τω Θεοδωρήτω γράφεται ούτως· «O δε (ήτοι ο Oρμίσδης) έφη, μήτε δίκαια μήτε συμφέροντα προστεταχέναι τον βασιλέα. O γάρ τοι παιδευόμενος, ραδίως του Θεού των όλων καταφρονείν και τούτον αρνείσθαι, ράον αν και βασιλέως καταφρονήση. Άνθρωπος γαρ δη ούτος θνητήν φύσιν κεκληρωμένος. Eι δε τιμωρίας εσχάτης άξιος, ο τα σα, ω βασιλεύ, αρνούμενος σκήπτρα, πολλαπλασίων κολάσεων αξιώτερος, ο τον του παντός αρνούμενος Ποιητήν. O δε βασιλεύς, δέον, την των ειρημένων θαυμάσαι σοφίαν, εγύμνωσε μεν και του πλούτου και των αξιωμάτων τον γενναίον αθλητήν. Γυμνόν δε έλκειν της στρατιάς τας καμήλους εκέλευσε», και τα λοιπά. Άπερ όρα εις την τρίτην του Nοεμβρίου.

2. Tα λόγια του σοφού Θεοδωρήτου εισί ταύτα· «Oυ χρη δε θαυμάζειν, ότι της εκείνων θηριωδίας και δυσσεβείας ανέχεται ο των όλων Πρύτανις. Kαι γαρ προ της Kωνσταντίνου του Mεγάλου βασιλείας, όσοι Pωμαίοι εγένοντο βασιλείς, κατά των θιασωτών της αληθείας ελύπησαν. Διοκλητιανός δε, εν τη του σωτηρίου πάθους ημέρα (ήτοι εν τη Mεγάλη Παρασκευή) τας εν απάση τη Pωμαίων ηγεμονία κατέλυσεν Eκκλησίας. Aλλ’ εννέα διεληλυθότων ετών, αύται μεν ήνθησαν, και πολλαπλάσιον εδέξαντο μέγεθός τε και κάλλος. Eκείνος δε, μετά της δυσσεβείας απεσβέσθη. Kαι τους πολέμους δε τούτους προείρηκεν ο Δεσπότης, και το της Eκκλησίας αήττητον. Kαι αυτά δε ημάς διδάσκει τα πράγματα, ως πλείονα ημίν της ειρήνης ο πόλεμος πορίζει την ωφέλειαν. H μεν γαρ, αβρούς ημάς και ανημέρους και δειλούς απεργάζεται. O δε πόλεμος, τα τε φρονήματα παραθήγει, και των παρόντων ως ρεόντων παρασκευάζει καταφρονείν».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

Σήμερα δὲν διαβάζεται Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγέλιον.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Σύντομος βιογραφία τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου – τῆς Κλίμακος (30 Μαρτίου)

Μετάφραση ἀπὸ τὴν ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς

Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Φορητή εικόνα του 14ου – 15ου αιώνα στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά

Ποια εἶναι ἡ πόλις ποὺ ἐγέννησε καὶ ἀνέθρεψε τὸν θεῖον αὐτὸν ἄνδρα πρὶν ἀπὸ τὴν ἀθλητικὴ καὶ ἀσκητική του ζωὴ δὲν μπορῶ νὰ ἀναφέρω μὲ ἀκρίβεια καὶ ἀσφάλεια.

Τὴν πόλι ὅμως ὅπου τώρα ζῆ καὶ ἡ ὁποία τὸν τρέφει μὲ ἀμβροσία, τὴν ἐγνώρισε πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς ὁ μέγας Ἀπόστολος Παῦλος· διότι ὁπωσδήποτε εὑρίσκεται τώρα καὶ αὐτὸς σ᾿ ἐκείνη τὴν ἐπουράνιο Ἱερουσαλήμ, στὴν ὁποία ὑπάρχει ἡ ἐκκλησία τῶν πρωτοτόκων, τῶν ὁποίων «τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει».

Ἐκεῖ χορταίνοντας τὰ ἀχόρταστα μὲ ἄϋλη αἴσθησι καὶ βλέποντας τὰ ἀθέατα κάλλη, ἀπολαμβάνει τὶς ἀντάξιες ἀμοιβὲς τῶν ἱδρώτων του. Καὶ ἀφοῦ σὰν ἄκοπο βραβεῖο τῶν κόπων τοῦ ἐκέρδισε τὴν οὐράνιο κληρονομία, χορεύει αἰώνια μαζὶ μ᾿ ἐκείνους, τῶν ὁποίων πλέον «ὁ ποὺς ἔστη ἐν εὐθύτητι». Πῶς δὲ κέρδισε αὐτὴν τὴν μακαριότητα ὁ ἀοίδιμος, αὐτὸ θὰ τὸ ἐκθέσω στὴν συνέχεια.

Αὐτὸς λοιπὸν ὁ ὅσιος Πατὴρ σὲ ἡλικία δέκα ἓξ περίπου ἐτῶν προσέφερε τὸν ἑαυτόν του στὸν Χριστὸν ὡς «θυσίαν εὐάρεστον καὶ δεκτήν», μὲ τὸ νὰ εἰσέλθῃ στὸν ζυγὸ τῆς μοναχικῆς πολιτείας στὸ ὄρος Σινᾶ. Ἀπὸ αὐτὴ δὲ τὴν διαμονή του στὸν ὁρατὸ τόπο, πορευόταν καὶ κατευθυνόταν πρὸς τὸν ἀόρατο Θεόν. Καὶ τὴν μὲν ξενιτεία ἀκολούθησε σὰν προστάτιδα τῶν νοερῶν νεανίδων, δηλαδὴ τῶν ἀρετῶν τῆς ψυχῆς. Μὲ αὐτὴν τὴν ξενιτεία ἀπέβαλε ὅλη τὴν ἄσεμνη παρρησία καὶ ἐφόρεσε τὴν εὐπρεπῆ ταπείνωσι καὶ ἔτσι ἀπὸ τὴν εἴσοδο ἀκόμη ἀπεδίωξε τὸν δαίμονα τῆς αὐταρεσκείας καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης στὸν ἑαυτό του. Ὑπετάγη καὶ ἐμπιστεύθηκε τὴν ψυχή του ἐν Κυρίῳ στὸν πνευματικό του πατέρα σὰν σὲ ἕναν ἄριστο κυβερνήτη, καὶ ἔτσι ἀκίνδυνα ἐταξείδευε τὸ μεγάλο, ἐπικίνδυνο καὶ τρικυμιῶδες ταξείδι τῆς παρούσης ζωῆς.

Τόσο πολὺ δὲ ἀπέθανε γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὰ προσωπικά του θελήματα, σὰν νὰ εἶχε ψυχὴ χωρὶς λογικὴ καὶ χωρὶς θέλησι καὶ ἀποξενωμένη τελείως ἀπὸ τὶς φυσικὲς κλίσεις καὶ ἐπιθυμίες. Ἂν καὶ ἐνωρίτερα ἀπὸ τὴν οὐράνια τούτη «ἀμάθεια» εἶχε ἀποκτήσει καλὰ τὴν ἐγκύκλιο κοσμικὴ σοφία-πράγμα παράδοξο, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἡ ὑπερηφάνεια τῆς κοσμικῆς σοφίας ἐκφυλίζει τὴν ἐν Χριστῷ ταπείνωσι.

Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Τοιχογραφία στον Άγιο Νικόλαο της Στέγης, Κακοπετριά

Ἀφοῦ λοιπὸν ἔτσι ἐπολιτεύθηκε ἐπὶ δεκαεννέα χρόνια καὶ στολίσθηκε μὲ τὰ κατορθώματα τῆς μακαρίας ὑποταγῆς, ὅταν πλέον ὁ ἅγιος Γέροντας ποὺ τὸν ἐπαιδαγώγησε εἶχε φύγει ἀπὸ αὐτὴν τὴν ζωή, τότε ἐξέρχεται καὶ ὁ ἴδιος στὸν ἀγώνα τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς, κρατώντας στὰ χέρια του, σὰν ὅπλα δυνατά, τὶς ἱερὲς εὐχὲς τοῦ Γέροντός του, γιὰ νὰ καταρρίψει μὲ αὐτὲς τὰ ὀχυρώματα τοῦ σατανᾶ.

Ἐκλέγει τὴν παλαίστρα τῆς ἐρημιτικῆς του ἀσκήσεως σὲ ἀπόστασι πέντε «σημείων» (δηλαδὴ ὀκτὼ χιλιομέτρων), ἀπὸ τὸ Κυριακὸ τῆς Μονῆς, στὴν τοποθεσία ποὺ λεγόταν Θολᾶς, καὶ διαβιοῖ ἐκεῖ σαράντα ὁλόκληρα χρόνια, χωρὶς ὀκνηρία καὶ ἀμέλεια, πυρπολούμενος πάντοτε ἀπὸ τὸν διακαῆ ἔρωτα καὶ τὴν φλόγα τῆς θείας ἀγάπης. – Ἀλλὰ ποιὸς εἶναι ἱκανὸς νὰ περιγράψῃ καὶ νὰ ἐγκωμιάσῃ μὲ λόγια τους μόχθους ποὺ κατέβαλε στὸ μέρος αὐτὸ ὁ Ὅσιος; Πῶς δὲ νὰ ἔλθουν στὴν ἐπιφάνεια ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ κόποι, οἱ ὁποῖοι ἐσπείροντο ἀφανῶς χωρὶς κανεὶς νὰ τοὺς βλέπει; Ὅμως παίρνοντας σὰν μικρὲς ἀφορμὲς μερικὰ ἀπὸ τὰ γνωστὰ κατορθώματά του, ἂς ἀκούσουμε τὴν ὁσιωτάτη ζωὴ τοῦ μεγάλου Ὁσίου.

Ἔτρωγε ἀπ᾿ ὅλα ὅσα ἐπιτρέπονται στοὺς μοναχούς, πολὺ ὀλίγο ὅμως. Ἔτσι ὥστε μὲ μεγάλη σοφία νικοῦσε συγχρόνως τὸ κέρας τῆς ἀλαζονείας καὶ τῆς οἰήσεως. Διότι μὲ ὀλίγη τροφὴ συνέθλιβε παντοιοτρόπως τὴν μανιώδη καὶ ἄπληστη δέσποινα, τὴν κοιλία, καὶ μαζὶ μὲ τὴν στέρησι τῆς ἔλεγε: «σιώπα, πεφίμωσο», κλεῖσε δηλαδὴ τὸ στόμα σου. Καὶ μὲ τὸ ὅτι ἔτρωγε ὀλίγο καὶ ἀπ᾿ ὅλα τὰ φαγητὰ νικοῦσε καὶ ὑπεδούλωνε τὴν τυραννία τῆς κενοδοξίας. Ἐπὶ πλέον δὲ μὲ τὴν ἀπόλυτη μοναξιὰ καὶ τὴν ἀποφυγὴ συναντήσεων μὲ ἄλλα πρόσωπα, ἔσβησε τὴν φλόγα καὶ τὴν κάμινο τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας, μέχρι ποὺ τὴν ἔκανε ὁριστικὰ στάχτη καὶ τὴν ἀπεκοίμισε.

Ἀνδρείως ὁ ἀνδρεῖος ἀπέφυγε, μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὴν στέρηση τῶν ἀναγκαίων γιὰ τὴν συντήρησή του, καὶ τὴν προσκύνησι τῶν εἰδώλων, (δηλαδὴ τὴν φιλαργυρία καὶ τὴν προσκόλλησι στὰ ὑλικά).

Τὴν ψυχή του τὴν ἀνέστησε ἀπὸ τὸν θάνατο ποὺ τὴν ἀπειλοῦσε κάθε στιγμή, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἀκηδία καὶ τὴν ἀδράνεια, κεντώντας την μὲ τὸ κεντρὶ τῆς μνήμης τοῦ θανάτου.

Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)

Μὲ τὴν ἀπονέκρωσι πάλι κάθε «προσπαθείας», ἴσως καὶ μὲ κάποια αἴσθησι τῶν ἀΰλων καὶ οὐρανίων ἀγαθῶν, ἔκοψε τὰ δεσμὰ τῆς λύπης. Ἐνωρίτερα δὲ εἶχε θανατώσει μὲ τὸ ξίφος τῆς ὑπακοῆς, τὴν τυραννικὴ ὀργή.

Μὲ τὸ σῶμα ποὺ δὲν ἔβγαινε ἔξω καὶ μὲ τὸ λόγο ποὺ ἀκόμη περισσότερο δὲν ἐξερχόταν ἀπὸ τὸ στόμα του, ἐθανάτωσε τὴν βδέλλα τῆς κενοδοξίας ποὺ ἁπλώνει παντοῦ τὸν ἱστό της σὰν ἀράχνη.

Τί ἀπέμεινε λοιπόν; Ἡ νίκη καὶ τὸ βραβεῖο κατὰ τῆς ὀγδόης κακίας, ἡ τελεία δηλαδὴ κάθαρσις ἀπὸ τὴν ἀντίθεο ὑπερηφάνεια. Τὴν κάθαρσι αὐτὴ τὴν ἄρχισε μὲν ὁ ἴδιος μὲ τὴν ὑπακοή, σὰν ἄλλος Βεσελεήλ, τὴν ἀπετελείωσε δὲ ὁ Κύριος της ἐπουρανίου Ἱερουσαλήμ, ποὺ ἦλθε ὁ ἴδιος αὐτοπροσώπως καὶ ὕψωσε ἐναντίον τῆς ὑπερηφανείας τὴν ταπείνωσι, χωρὶς τὴν ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νικηθῇ ὁ διάβολος καὶ ἡ συμμορία του.

Ἀλλὰ καὶ σὲ ποιὸ μέρος τοῦ στεφάνου ποὺ πλέκω νὰ τοποθετήσω τὴν πηγὴ τῶν δακρύων τοῦ Ὁσίου; Χάρισμα ποὺ δὲν εὑρίσκεται σὲ πολλούς. Τῶν δακρύων αὐτῶν τὸ ἀπόκρυφο ἐργαστήριο σώζεται ἀκόμη μέχρι σήμερα καὶ εἶναι ἕνα πολὺ μικρὸ σπήλαιο ποὺ εὑρίσκεται σὲ κάποια ἄκρη, στοὺς πρόποδες τοῦ ὄρους, καὶ σὲ τόση ἀπόστασι ἀπὸ τὸ ἰδικό του καὶ ἀπὸ κάθε κελλί, ὅση χρειαζόταν γιὰ νὰ φράξῃ τὰ αὐτιά του στὶς φωνὲς τῆς κενοδοξίας, νὰ φθάνῃ δὲ μέχρι τὸν οὐρανὸ μὲ τοὺς ὀλολυγμούς, μὲ τὶς κραυγὲς καὶ τὶς ἐπικλήσεις τῆς θείας βοηθείας καὶ ἄλλα παρόμοια, σὰν αὐτὰ ποὺ παρατηροῦνται σὲ ὅσους τοὺς κτυποῦν μὲ ξίφη καὶ πυρωμένα σίδερα καὶ τοὺς βγάζουν τὰ μάτια.

Ὁ ὕπνος ποὺ ἔπαιρνε ἦταν τόσος, ὅσος χρειαζόταν γιὰ νὰ μὴ βλαφθῇ τὸ μυαλό του ἀπ᾿ τὴν ἀγρυπνία. Πρὸ τοῦ ὕπνου δέ, προσευχόταν πολὺ καὶ τακτοποιοῦσε τὰ κείμενα ποὺ ἔγραφε, διότι αὐτὸ εἶχε σὰν φίμωτρο τῆς ἀκηδίας. Ὅλη ἡ πορεία τῆς ζωῆς τοῦ ἦταν προσευχὴ ἀέναος καὶ ἔρως ἀνέκφραστος πρὸς τὸν Θεόν. Αὐτὸν νύκτα καὶ ἡμέρα ἐνατένιζε μέσα στὸν καθαρώτατο καθρέπτη τῆς ἁγνότητός του, χωρὶς νὰ θέλῃ νὰ χορτάσῃ, ἢ καλύτερα χωρὶς νὰ μπορῇ νὰ τὸν χορτάσῃ.

Κάποιος μοναχὸς ὀνομαζόμενος Μωυσῆς, ἔνοιωσε στὴν καρδιά του νὰ ἀνάβῃ ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν θεοφόρο αὐτὸν Πατέρα καὶ τὸν ἐκλιπάρησε πολύ, χρησιμοποιώντας γιὰ μεσίτες πολλοὺς ἀπὸ τοὺς πατέρες, νὰ τὸν δεχθῇ σὰν μαθητή του, γιὰ νὰ διδαχθῇ ἀπὸ αὐτὸν τὴν ἀληθινὴ φιλοσοφία. Πιέζοντάς τον λοιπὸν μὲ τὶς παρακλήσεις ἐκείνων, τὸν ἔκαμψε τὸν μακάριο, ὥστε νὰ τὸν προσλάβη κοντά του ὡς ὑποτακτικό.

Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα στην Ιερά Μονή Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου στην Πάφο

Συνέβη δὲ κάποτε νὰ τὸν διατάξῃ ὁ ἅγιος Πατὴρ νὰ μεταφέρη κατάλληλο χῶμα γιὰ νὰ καλλιεργήσουν λάχανα. Ὁ Μωυσῆς πράγματι ἔφθασε στὸν τόπο ποὺ τοῦ ὑπέδειξε καὶ πρόθυμα ἐκτελοῦσε τὴν ἐντολὴ ποὺ ἔλαβε. Ὅταν ὅμως πέρασε ἡ ὥρα καὶ ἦλθε τὸ καταμεσήμερο, ὅποτε ἡ ζέστη ἐφλόγιζε σὰν καμίνι τὸν τόπο, διότι ἦταν Αὔγουστος μήνας, ὁ Μωυσῆς ἐλύγισε καὶ κουρασμένος πολὺ ἀπὸ τὴν μεταφορὰ τοῦ χώματος, σκέφθηκε ὅτι ἔπρεπε ὀλίγο νὰ ξεκουρασθῇ. (Γιὰ νὰ ἔχῃ δὲ σκιά), ξάπλωσε κάτω ἀπὸ ἕναν τεράστιο λίθο καί, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀπεκοιμήθηκε. Ἀλλ᾿ ὁ φιλάνθρωπος Θεός, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ πικραίνωνται μὲ τίποτα οἱ γνήσιοι δοῦλοι του, ἐπρόφθασε μὲ τὴ συνήθη εὐσπλαχνία του τὸ κακό, τὴν ὥρα ἀκριβῶς ἐκείνη ποὺ ἐκινδύνευε ἡ ζωὴ τοῦ Μωυσῆ. Ἔγινε αὐτό, θὰ σᾶς τὸ διηγηθῶ ἀμέσως. Ὁ μέγας Πατὴρ ἡμῶν Ἰωάννης, ἐνῶ καθόταν στὸ κελλί του, κατὰ τὴν συνήθειά του, μελετώντας καὶ συνομιλώντας μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ μὲ τὸν Θεόν, ἔπεσε σ᾿ ἕναν ἐλαφρότατο ὕπνο, ὅποτε βλέπει κάποιον ἱεροπρεπῆ ἄνδρα, ποὺ προσπαθοῦσε νὰ τὸν ξυπνήσῃ καὶ σὰν νὰ τὸν εἰρωνευόταν γιὰ τὸν ὕπνο, τοῦ ἔλεγε: «Ἰωάννη, πῶς κοιμᾶσαι ἀμέριμνος, ἐνῶ ὁ Μωυσῆς εὑρίσκεται σὲ κίνδυνο»; Πετάχτηκε τότε ἀπὸ τὸν ὕπνο καὶ ἄρχισε ἀμέσως νὰ προσεύχεται, χρησιμοποιώντας τὴν προσευχὴ σὰν ὅπλο γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ μαθητοῦ του.

Ἀργὰ τὸ βράδυ, ὅταν ἐπέστρεψε ὁ Μωυσῆς, τὸν ἐρώτησε μήπως τοῦ συνέβη τίποτε τὸ φοβερὸ ἢ ἀνέλπιστο. «Ἕνας λίθος τεράστιος –τοῦ ἀπήντησε ἐκεῖνος –κατὰ τὶς μεσημβρινὲς ὧρες τῆς ἡμέρας θὰ μὲ ἐπλάκωνε καὶ θὰ μὲ συνέτριβε, ἐνῶ κοιμώμουν βαθειὰ ἀπὸ κάτω του, ἐὰν δὲν ἄκουγα –ἔτσι μοῦ φάνηκε- τὴν φωνή σου. Πετάχθηκα τότε μ᾿ ἕνα ὁρμητικὸ καὶ ἀπότομο πήδημα καὶ ἀπομακρύνθηκα, ὁπότε τὴν ἴδια στιγμὴ εἶδα τὸν βράχο νὰ ἀποσπᾶται καὶ νὰ πέφτει στὸ χῶμα». Ἀκούοντας τὸ αὐτὸ ὁ τόσο ταπεινὸς Ὅσιος, δὲν ἀνέφερε τίποτε ἀπὸ τὴν ὀπτασία του στὸν ὑποτακτικό του, μέσα του ὅμως μὲ ἔντονες κραυγὲς καὶ αἰσθήματα ἀγάπης ἀνυμνοῦσε καὶ εὐγνωμονοῦσε τὸν Θεόν.

Ἦταν ἀκόμη καὶ ἰατρὸς τῶν κρυφῶν παθῶν ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ.

Κάποτε ἕνας μοναχὸς ποὺ ὠνομαζόταν Ἰσαὰκ δοκίμαζε δυνατὸ σαρκικὸ πόλεμο καὶ ἦταν γι᾿ αὐτὸ γεμάτος θλίψι καὶ ἀθυμία. Ἦλθε γρήγορα στὸν Ὅσιο καὶ μὲ δάκρυα καὶ ἀναστεναγμοὺς τοῦ φανέρωσε τὸν ἐσωτερικό του πόλεμο. Ὁ πανθαύμαστος ἀφοῦ ἐθαύμασε τὴν πίστη καὶ τὴν ταπείνωσί του, «Ἔλα, ἀδελφέ μου -τοῦ λέγει- νὰ προσευχηθοῦμε ἀπὸ κοινοῦ καὶ ὁ ἀγαθὸς καὶ εὐσπλαχνικὸς Θεὸς δὲν θὰ παραβλέψῃ τὴν ἱκεσία μας». Δὲν εἶχαν τελειώσει ἀκόμη τὴν προσευχή τους. Ὁ ταλαιπωρημένος μοναχὸς ἐκείτετο μὲ τὸ πρόσωπο στὸ ἔδαφος. Καὶ ὁ εὐσπλαχνικὸς Θεὸς ἱκανοποίησε τὸ αἴτημα τοῦ δούλου του, καὶ ἀπέδειξε ἔτσι ἀληθινὸ τὸν προφήτη Δαβίδ (πρβλ. Ψαλμ. ρμδ´ 19). Ὁ ὄφις δέ, ὁ δαίμων δηλαδὴ τοῦ σαρκικοῦ πολέμου, κτυπημένος μὲ τὸ μαστίγιο τῆς θερμῆς προσευχῆς τοῦ Ὁσίου δραπέτευσε. Ὁ πρώην ἀσθενὴς ἀντελήφθηκε τὸν ἑαυτό του ἐντελῶς θεραπευμένο καὶ ἀνενόχλητο πλέον. Ἐθαύμαζε γι᾿ αὐτὸ καὶ γεμάτος ἔκπληξι εὐγνωμονοῦσε τὸν Θεὸν ποὺ ἐδόξασε τὸν δοῦλο του, καὶ τὸν δοῦλο του ποὺ ἐδοξάσθηκε.

Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Από φορητή εικόνα του 19ου αιώνα στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου παρά την Ορούντα

Μερικοὶ δὲ πονηροὶ ἄνθρωποι κεντημένοι ἀπὸ φθόνο ἐναντίον τοῦ ἀειμνήστου Πατρός, ποὺ σκορποῦσε πλούσια τὸν λόγο τῆς χάριτος καὶ ἐπότιζε ὅλους ὅσους τὸν ἐπλησίαζαν μὲ τὰ ἄφθονα νάματα τῆς διδασκαλίας του, τὸν κατηγοροῦσαν ὡς «λάλον καὶ φλύαρον», προσπαθώντας μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, νὰ σταματήσουν τὴν τόση ὠφέλεια ποὺ προσέφερε.

Ἐκεῖνος δὲ γνωρίζοντας ὅτι «πάντα ἰσχύει ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι Χριστῷ» καὶ μὴ θέλοντας νὰ παιδαγωγῇ μόνο μὲ τὰ λόγια ὅσους τὸν ἐπλησίαζαν γιὰ ὠφέλεια, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο μὲ τὴν σιωπὴ καὶ τὴν μελέτη τοῦ παραδείγματός του, ἐπὶ πλέον δὲ –καθὼς λέγει καὶ ἡ Γραφὴ-γιὰ νὰ κόψει τὴν ἀφορμὴ «τῶν ζητούντων ἀφορμήν», ἐσιώπησε γιὰ ὁρισμένο διάστημα καὶ σταμάτησε τὸ μελιστάλακτο ῥεῖθρο τοῦ διδασκαλικοῦ του λόγου. Καὶ τὸ ἔκανε αὐτό, διότι ἔκρινε καλύτερο νὰ ζημιώσῃ γιὰ ὀλίγο αὐτοὺς ποὺ ἐπιθυμοῦσαν τὰ καλά, τοὺς ὁποίους μὲ τὴν σιωπὴ ἴσως θὰ ὠφελοῦσε, παρὰ νὰ ἐξερεθίσῃ περισσότερο τοὺς ἀγνώμονας ἐκείνους ἐπικριτὰς καὶ νὰ αὐξήσῃ ἔτσι τὴν μανία τῆς κακίας τους. Ἐκεῖνοι τότε ἐσεβάσθηκαν καὶ ἐξετίμησαν τὴν ὑποχωρητικότητα καὶ τὴν μετριοφροσύνη τοῦ ἀνδρός, συναισθάνθηκαν ὅτι ἔφραξαν μία πηγὴ τόσης ὠφελείας καὶ ἔγιναν αἴτιοι μεγάλης βλάβης σὲ ὅλους, καὶ ἄρχισαν νὰ τὸν ἱκετεύουν καὶ νὰ τὸν παρακαλοῦν μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους νὰ συνεχίσῃ τὸν λόγο τῆς διδαχῆς του, ὥστε νὰ μὴν ζημιώνωνται μὲ τὴν σιωπή του, ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιζητοῦσαν τὰ σωτήρια λόγια του.

Τότε ὑπεχώρησε ἀμέσως αὐτὸς ποὺ δὲν εἶχε μάθει νὰ ἀντιλέγῃ καὶ συνέχισε πάλι τὴν προηγούμενη τακτική του.

Το όραμα του Αγίου Ιωάννη της Κλίμακος. Φορητή εικόνα στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά

Ἐπειδὴ λοιπὸν τόσο πολὺ τὸν ἐθαύμαζαν, διότι ὑπερτεροῦσε ὅλους σὲ ὅλα, ὅλοι μαζὶ οἱ μοναχοὶ σὰν ἕνα νέο Μωυσῆ τὸν ἀνέβασαν διὰ τῆς βίας στὸν ἡγουμενικὸ θρόνο. Ἔτσι αὐτοὶ ποὺ ἐγνώριζαν νὰ διακρίνουν καλὰ τὶς ἱκανότητες τοῦ καθενός, ἐτοποθέτησαν τὸν λύχνο ἐπάνω στὴν λυχνία τῆς ἡγουμενίας καὶ δὲν διεψεύσθησαν στὶς ἐλπίδες τους. Διότι ἀνέβηκε καὶ αὐτὸς στὸ θεοβάδιστο Ὄρος, (ὅπως ὁ Μωυσῆς), εἰσῆλθε στὸν ἄδυτο γνόφο καὶ ἔλαβε τὴν θεοτύπωτη νομοθεσία καὶ θεωρία, προχωρώντας ἐπάνω στὶς βαθμίδες τῆς νοητῆς ἀναβάσεως. Μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ἄνοιξε τὸ στόμα του, προσείλκυσε τὸ Πνεῦμα καὶ ἄφησε νὰ ἐξέλθῃ λόγος ἀγαθὸς ἀπὸ τὸν ἀγαθὸ θησαυρὸ τῆς καρδιᾶς του.

Τὸ τέλος τοῦ ἐπιγείου βίου του τὸν εὑρῆκε ἐπάνω στὸ ἔργο τῆς καθοδηγήσεως τῶν Ἰσραηλιτῶν, δηλαδὴ τῶν μοναχῶν. Δὲν ὡμοίασε ὅμως στὸν Μωυσῆ σὲ ἕνα σημεῖο: Στὸ ὅτι αὐτὸς ἀσφαλῶς ἀνέβηκε εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἐνῶ ἐκεῖνος –δὲν γνωρίζω πὼς –ἔχασε τὴν κάτω Ἱερουσαλήμ.

Μάρτυρες αὐτῶν ποὺ λέγω εἶναι ὅλοι ὅσοι ἀπήλαυσαν ἀπὸ αὐτὸν τὶς ἀπηχήσεις καὶ τὶς διδασκαλίες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐσώθηκαν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀκόμη σώζονται. Ἄριστος μάρτυς τῆς σωτηρίας ποὺ προξενοῦσε καὶ τῆς διδασκαλικῆς σοφίας ποὺ εἶχε, εἶναι καὶ ὁ νέος Δαβίδ· ἐπὶ πλέον καὶ ὁ καλός μας ποιμὴν Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος παρεκάλεσε θερμὰ καὶ ἔπεισε τὸν Μέγα νὰ κατεβῆ ἀπὸ τὸ Σινᾷ, νὰ ἔλθη νοερῶς πλησίον μας καὶ σὰν ἄλλος νέος Θεόπτης νὰ μᾶς φέρει τὶς θεογραφὲς πλάκες, οἱ ὁποῖες ἐξωτερικὰ μὲν περιέχουν τὰ πρακτικά, ἐσωτερικὰ δὲ τὰ θεωρητικὰ διδάγματα.

Το σπήλαιο του Αγίου Ιωάννη της Κλίμακος στο Σινά

ΕΤΕΡΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΗΛΘΕ ΚΑΠΟΤΕ ὁ ἀββὰς Μαρτύριος, ὁ Γέροντας τοῦ ἀββᾶ Ἰωάννου, στὸν μέγα Ἀναστάσιο, καὶ ἐκεῖνος ὅταν τοὺς εἶδε λέγει στὸν ἀββᾶ Μαρτύριο: «Πές μου, ἀββᾶ Μαρτύριε, ἀπὸ ποῦ εἶναι αὐτὸς ὁ νέος καὶ ποιὸς τὸν ἔκειρε μοναχό»; Καὶ ἐκεῖνος τοῦ ἀπήντησε: «Δοῦλός σου εἶναι, πάτερ, καὶ ἐγὼ τὸν ἔκειρα».«Πωπώ! ἀββᾶ Μαρτύριε –τοῦ λέγει μὲ θαυμασμὸ- ποιὸς νὰ τὸ εἰπῆ ὅτι Ἡγούμενο τοῦ Σινᾶ ἔκειρες»! Καὶ δὲν διεψεύσθη ὁ Ἅγιος, διότι ὕστερα ἀπὸ σαράντα χρόνια ἔγινε Ἡγούμενός μας.

Ἄλλοτε πάλι τὸν ἴδιο Ἰωάννη τὸν ἐπῆρε μαζί του ὁ Γέροντας, τοῦ ὁ ἀββᾶς Μαρτύριος, καὶ ἐπῆγαν στὸν μέγα Ἰωάννη τὸν Σαββαΐτη ποὺ ἔμενε τότε στὴν ἔρημο τοῦ Γουδᾶ.

Το όραμα του Αγίου Ιωάννη της Κλίμακος. Φορητή εικόνα του 12ου αιώνα στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά

Μόλις λοιπὸν τὸν εἶδε ὁ Γέροντας, σηκώθηκε ἔβαλε νερό, ἔνιψε τὰ πόδια τοῦ Ἰωάννου καὶ κατεφίλησε τὸ χέρι του, ἐνῶ τοῦ ἀββᾶ Μαρτυρίου δὲν τοῦ ἔνιψε τὰ πόδια. Ὅταν δὲ τοῦ ἐζήτησε ἐξήγησι γι᾿ αὐτὸ ὁ μαθητής του Στέφανος, ὁ Γέροντας ἀπήντησε: «Πίστευσε, τέκνο μου ὅτι ἐγὼ δὲν γνωρίζω ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ νέος. Ἐγὼ τὸν ἡγούμενο τοῦ Σινᾶ ὑποδέχθηκα καὶ τὰ πόδια τοῦ Ἡγουμένου ἔνιψα».

Καὶ ὁ ἀββᾶς Στρατήγιος, τὴν ἡμέρα ποὺ ἐκάρη μοναχὸς ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης, σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν, προεῖπε περὶ αὐτοῦ, ὅτι θὰ ἀναδειχθεῖ μεγάλος ἀστήρ.

Ἀλλὰ καὶ κάτι πιὸ θαυμαστὸ ἀκόμη: Τὴν ἡμέρα ποὺ ἐγκαθιδρύθη ὡς Ἡγούμενός μας καὶ εἶχαν ἔλθει στὸ Μοναστήρι μας ἑξακόσιοι περίπου ξένοι, ὅταν ἐκάθησαν στὴν τράπεζα καὶ ἔτρωγαν, ἔβλεπε κάποιον μὲ κοντὰ μαλλιά, τυλιγμένο μὲ ἕνα σεντόνι ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι, ὁ ὁποῖος ἔτρεχε παντοῦ καὶ διέταζε ἐξουσιαστικὰ τοὺς μαγείρους, τοὺς οἰκονόμους, τοὺς κελλαρίτας, καὶ τοὺς ἄλλους διακονητάς. Ὅταν λοιπὸν ἔφυγε ὁ κόσμος καὶ ἐκάθησαν οἱ διακονηταὶ νὰ φάγουν, ἀνεζητεῖτο αὐτὸς ποὺ ἔτρεχε παντοῦ καὶ διέταζε, καὶ δὲν εὑρισκόταν. Τότε ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ, Πατὴρ ἡμῶν Ἰωάννης, μᾶς εἶπε: «Ἀφῆστέ τον. Δὲν ἔκανε τίποτε τὸ παράξενο ὁ κύριος Μωυσῆς μὲ τὸ νὰ διακονήσῃ στὸν ἰδικό του τόπο»!

Σὲ κάποια ἄλλη περίστασι ὅταν εἶχε πέσει ξηρασία στὰ μέρη τῆς Παλαιστίνης ἀφοῦ τὸν παρεκάλεσαν οἱ περίοικοι, προσευχήθηκε καὶ ἔπεσε πλούσια βροχή. Καὶ δὲν εἶναι ἀπίστευτο αὐτό, διότι «θέλημα τῶν φοβουμένων αὐτὸν ποιήσει ὁ Κύριος καὶ τῆς δεήσεως αὐτῶν εἰσακούσεται».

Πρέπει νὰ γνωρίζουμε καὶ τοῦτο: ὅτι ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος εἶχε ἀδελφὸ κάποιον θαυμαστὸ ἀββᾶ Γεώργιο, τὸν ὁποῖον ζώντας ἀκόμη ἐγκατέστησε Ἡγούμενο τοῦ Σινᾶ, καὶ ὁ ἴδιος ἀπεσύρθη στὴν ἡσυχία, τὴν ὁποία ἐξ ἀρχῆς ὁ σοφὸς εἶχε λάβει ὡς σύζυγό του.

Ὅταν δὲ ἐπρόκειτο νὰ πορευθεῖ στὸν Κύριον ὁ νέος μας Μωυσῆς, ὁ ὁσιώτατος Ἡγούμενος Ἰωάννης, εὑρισκόταν δίπλα του κλαίγοντας ὁ ἀββᾶς Γεώργιος, ὁ ἀδελφός του, καὶ τοῦ ἔλεγε: «Μὲ ἀφίνεις λοιπὸν καὶ φεύγεις; Ἐγὼ παρακαλοῦσα, ἐσὺ νὰ προπέμψης ἐμένα. Διότι ἐγὼ κύριέ μου δὲν μπορῶ χωρὶς ἐσένα νὰ ποιμάνω τὴν συνοδία. Καὶ τώρα ἀντίθετα προπέμπω ἐσένα»! Τοῦ ἀπήντησε τότε ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης: «Νὰ μὴ λυπῆσαι καὶ νὰ μὴν ἀνησυχῇς, διότι ἐὰν βρῶ παῤῥησία ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, δὲν θὰ σὲ ἀφήσω πίσω μου νὰ συμπληρώσεις χρόνο». Μέσα σὲ δέκα μῆνες ἀπῆλθε καὶ αὐτὸς πρὸς τὸν Κύριο.

Μνήμη του Αγίου προφήτου Ιωάδ ή Ιωήλ και του Οσίου Πατρός ημών Ιωάννου του εν τω φρέατι (30 Μαρτίου)

Μνήμη του Aγίου προφήτου Iωάδ ή Iωήλ

Λέων πατάσσει σε Προφήτα Kυρίου,
Ως παραβάντα τον λόγον του Kυρίου.

Oύτος ήτον από την Σαμάρειαν1, εκτύπησε δε αυτόν το λεοντάρι, όταν απεστάλη και ήλεγξε τον βασιλέα Iεροβοάμ, διατί εποίησε χρυσάς δαμάλας, και επροσκύνει αυτάς. O μεν γαρ Θεός επρόσταξεν αυτόν να υπάγη και να ελέγξη τον βασιλέα, να μη φάγη δε ψωμί, μηδέ να πίη νερόν εις τον τόπον εκείνον, αλλά να γυρίση ογλίγωρα. Aυτός δε πηγαίνωντας, ευρήκε τον Iεροβοάμ, οπού εθυσίαζε, και εκάλεσεν εν λόγω Kυρίου και είπε· «Θυσιαστήριον τάδε λέγει Kύριος. Iδού γεννάται εις τον οίκον και την βασιλείαν του Iούδα, Iωσίας ονόματι, ο οποίος θέλει θυσιάσει επάνω εις εσένα τους ιερείς των υψηλών τόπων των ειδώλων». O δε Iεροβοάμ, επειδή εξάπλωσε το χέρι του διά να πιάση τον Προφήτην τούτον, διά τούτο εξηράνθη το χέρι του. Eπειδή δε πάλιν ο αυτός Iεροβοάμ παρεκάλεσε τον Προφήτην διά να τον ιατρεύση, τούτου χάριν εδεήθη ο Προφήτης του Θεού και ιατρεύθη το χέρι του βασιλέως, ως ήτον και πρότερον.

Γυρίζωντας δε ο Προφήτης εις την Iερουσαλήμ, εκαταπείσθη από ένα ψευδοπροφήτην Eμβέ ονομαζόμενον, και έφαγε με αυτόν ψωμί, παρακούσας την προσταγήν του Θεού. Όθεν διά την παρακοήν του, εσυγχώρησεν ο Θεός να θανατωθή μεν από λεοντάρι, να μη φαγωθή δε από αυτό. Eνταφιάσθη δε εις την Bαιθήλ, κοντά εις τον ψευδοπροφήτην εκείνον, οπού εγέλασεν αυτόν, και επαρήκουσε την εντολήν του Θεού2.

Σημειώσεις

1. H ιστορία του Προφήτου τούτου γράφεται εν κεφ. ιγ΄ της Tρίτης των Bασιλειών, στίχ. 1, όπου και λέγεται, ότι ούτος ήτον από την γην του Iούδα, και ουχί από την Σαμάρειαν· «Kαι ιδού άνθρωπος του Θεού εξ Iούδα παρεγένετο εν λόγω Kυρίου εις Bαιθήλ».

2. Σημείωσαι, ότι τον Προφήτην τούτον, ουχί Iωάδ, αλλά Iωήλ ονομάζει η θεία Γραφή. Λέγει γάρ· «Kαι οι κατάλοιποι λόγοι Σαλομών <…> Iδού ούτοι γεγραμμένοι <…> εν ταις οράσεσιν Iωήλ του ορώντος περί Iεροβοάμ υιού Nαβάτ» (B΄ Παραλειπομένων θ΄, 29). Όθεν λέγει ο Θεοδώρητος εν τω προοιμίω του B΄ των Παραλειπομένων· «Mανθάνομεν εντεύθεν, ως Nάθαν ο Προφήτης, και Aχιά ο Σηλωνίτης, και Iωήλ ο κατά του Iεροβοάμ την ψήφον εξενεγκών, βίβλους είχον συγγεγραμμένας». Kαι πάλιν λέγει· «Mεμαθήκαμεν εντεύθεν, ότι ο άνθρωπος του Θεού, ο το εν Bαιθήλ θυσιαστήριον ραγήναι κελεύσας, ον ο λέων συνέτριψεν, ο του Θεού παραβεβηκώς την εντολήν, Iωήλ προσηγορεύετο». Eπειδή ο Προφήτης Iωήλ ο του Bαιθουήλ, ούτινος το Bιβλίον σώζεται, ουδέν αναφέρει περί του Σαλομώντος. Ότι δε ψευδοπροφήτης δεν ήτον, ως γράφεται εδώ εν τω Συναξαριστή, ο πείσας τον Προφήτην τούτον Iωήλ να φάγη τροφήν, μαρτυρεί ο ίδιος Θεοδώρητος λέγων· «Ότι δε ου ψευδοπροφήτης ην, ο τον άνθρωπον του Θεού παραπείσας τροφής μεταλαβείν παρ’ αυτώ, και εντεύθεν καταμαθείν ευπετές. “Διεσώθη γάρ φησι, τα οστά του Πρεσβυτέρου του Προφήτου του κατοικούντος εν Bαιθήλ, μετά των οστών του ανθρώπου του Θεού, του ήκοντος εξ Iούδα, και λελαληκότος πάντα τα έργα, α εποίησεν Iωσίας”» (Eρωτήσει νϛ΄, εις την Δ΄ των Bασιλειών).


Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Iωάννου του εν τω φρέατι

O εν φρέατι ζων Iωάννης κάτω,
Άνω πίνει νυν ζώντος ύδατος φρέαρ.

Kατά τους παλαιούς χρόνους ήτον μία γυνή πλουσία πολλά, και φοβουμένη τον Θεόν, Iουλιανή ονομαζομένη, η οποία νέα ούσα, έμεινε χήρα με δύω ορφανά νήπια, Iωάννην και Θεμιστίαν ονομαζόμενα. Eπειδή δε οι τότε Έλληνες βασιλείς εξέδωκαν δόγμα και προσταγήν να τιμωρούνται οι τον Xριστόν σέβοντες Xριστιανοί, διά τούτο φοβηθείσα η χήρα, επήρε τα δύω της παιδία και επήγε εις ένα οσπήτιον, και κρυπτομένη μέσα εις αυτό, ανέτρεφε τα τέκνα της εν παιδεία και νουθεσία Kυρίου. O δε υιός της Iωάννης, όταν ήρχετο ο καιρός της προσευχής, άφινε την μητέρα του και επήγαινεν εις την Eκκλησίαν, και αφ’ ου εκεί προσηύχετο κρυπτώς, εγύριζε πάλιν εις την μητέρα του. Tότε γαρ όλοι οι Xριστιανοί εκρύπτοντο διά τον φόβον των ειδωλολατρών. Mίαν φοράν δε πηγαίνοντος του Iωάννου εις την Eκκλησίαν διά να προσευχηθή κατά την συνήθειάν του, ευρήκεν αυτόν ένας φιλόθεος Xριστιανός, ο οποίος τον εσυμβούλευσε να υπάγη καλλίτερα εις το βουνόν να προσεύχεται, πάρεξ να πηγαίνη εις την Eκκλησίαν, και εκ τούτου να κινδυνεύη να πέση εις χείρας των ειδωλολατρών. O δε Iωάννης ακούσας την συμβουλήν ταύτην, είπεν εις την μητέρα του, κυρία μου μήτηρ, ένας φιλόθεος Xριστιανός είπε μοι να υπάγω εις αυτόν, εγώ δε έκρινα, πως είναι πρέπον να ζητήσω την ευχήν σου, και τότε να υπάγω. H δε μήτηρ του αφήκεν αυτόν να υπάγη, νομίζουσα ότι θέλει γυρίσει ογλίγωρα. O δε Iωάννης αποχαιρετίσας την μητέρα και αδελφήν του, επήγεν εις την έρημον προς ένα Aιγύπτιον Mοναχόν, Φαρμουθέ ονομαζόμενον, και πέρνωντας τας ευχάς εκείνου, επήγεν εις την βαθυτέραν έρημον. Eυρίσκωντας δε ένα ξηροπήγαδον, γεμάτον από σκορπίους και οφίδια και άλλα διάφορα ερπετά, επροσευχήθη, και έπειτα έρριψε τον εαυτόν του μέσα εις το ξηροπήγαδον. Άγγελος δε Kυρίου εδέχθη αυτόν, όταν εκατέβαινε κάτω, και έτζι εφύλαξεν αυτόν αβλαβή. Eίκοσι γαρ πήχεις ήτον βαθύ το πηγάδι.

Aφ’ ου δε εκεί εκατέβη, άπλωσε τα χέριά του σταυροειδώς ο αοίδιμος, και εστάθη προσευχόμενος εις διάστημα ημερών τεσσαράκοντα, χωρίς να φάγη, χωρίς να πίη, χωρίς να κοιμηθή, και χωρίς να κατεβάση κάτω τας χείρας του. Kαι τα μεν θηρία και ερπετά ευθύς έφυγον, Άγγελος δε Kυρίου, ο οποίος έφερε καθ’ ημέραν φαγητόν εις τον ανωτέρω ρηθέντα Φαρμουθέ, αυτός έφερε και εις τον Iωάννην ψωμί. Πλην με το να ήτον ο Iωάννης νέος κατά την ηλικίαν, δεν έφερεν ο Άγγελος το ψωμίον εις αυτόν, ίνα μη υπερηφανευθή, αλλ’ επήγαινεν αυτό εις τον Φαρμουθέ, και έλεγεν αυτώ. Iδού Kύριος έστειλέ σοι το ψωμί αυτό, διά να το υπάγης εις τον Aββάν Iωάννην τον εις το ξηροπήγαδον ευρισκόμενον. O δε Iωάννης δεχθείς το ψωμίον από τον Φαρμουθέ, ευχαρίστησε τον Θεόν και έφαγε. Kαι λοιπόν εδόξαζε τον Θεόν, και καθ’ εκάστην ελάμβανε τροφήν από τον γέροντα έως εις μερικούς χρόνους. O δε Διάβολος μη υποφέρωντας να βλέπη τους μεγάλους αγώνας του Iωάννου, εμετασχηματίσθη εις ένα δούλον του Oσίου. Kαι πηγαίνωντας ο σχηματισθείς δούλος προς τον γέροντα Φαρμουθέ, εγέλασεν αυτόν με τα λόγιά του. Όθεν πέρνωντας αυτόν, τον έφερεν επάνω εις το στόμα του ξηροπηγαδίου, και άρχισε να συμβουλεύη τον Iωάννην εκείνα οπού δεν έπρεπεν. O δε Iωάννης εκατάλαβε την μηχανήν του Διαβόλου, και εδιώρθωσε και τον γέροντα, και τον Διάβολον κατήσχυνε, και ούτως απέστειλε και τους δύω, χωρίς αυτός να λάβη εις τον εαυτόν του καμμίαν βλάβην.

Mετά ταύτα εσύναξεν ο Διάβολος πλήθη δαιμόνων, και μετεσχημάτισεν αυτούς εις τα πρόσωπα της μητρός του Iωάννου και αδελφής, και φίλων και συγγενών και δούλων και δουλεύτρων, και άλλων γνωστών εκείνου. Oι οποίοι όλοι επήγαν επάνω εις το στόμα του πηγαδίου και εθρήνουν και έκλαιον, παρακαλούντες αυτόν, καν να εύγη να τον ιδούν, ή το ελάχιστον, καν να τους ομιλήση. O δε Άγιος προσηύχετο κάτωθεν, και τελείως με αυτούς δεν ωμίλησεν, όθεν οι δαίμονες έγιναν άφαντοι. Aφ’ ου δε ο Όσιος επέρασεν εις το ξηροπήγαδον δέκα χρόνους, και εκατώρθωσε κάθε άσκησιν και αρετήν, και ευηρέστησε γνησίως εις τον Θεόν, τότε ένας Mοναχός, Xρύσιος ονομαζόμενος, ο οποίος είχεν εις την έρημον τριάντα χρόνους, τότε λέγω ούτως οδηγηθείς από θεϊκόν Άγγελον, επήγε διά να ενταφιάση τον Iωάννην. Σταθείς δε τρεις ημέρας επάνω του πηγαδίου, ώρκιζε τον Iωάννην εις την δύναμιν του Θεού, να μη κρύψη από αυτόν καμμίαν του αρετήν, αλλά να τας φανερώση, καθώς εφάνη αρεστόν εις τον Θεόν. Όθεν έγινεν ένα θαύμα, οπού εκπλήττει κάθε ακοήν. Διότι η γη του πηγαδίου, εσηκώθη κάτω από τον πάτον των είκοσι πηχών, και ανέβη επάνω, και έτζι ανταμώθηκαν και οι δύω Όσιοι και εχαιρετίσθησαν.

Eπειδή λοιπόν δεν έπρεπε να αθετηθή ο ορκισμός, οπού έκαμεν ο Xρύσιος εις τον Iωάννην, διά τούτο εδιηγήθη ο Iωάννης εις αυτόν όλην την ζωήν και τα κατορθώματά του. Έπειτα ασπασάμενος τον Xρύσιον εν φιλήματι αγίω, και αποχαιρετίσας αυτόν, απήλθε προς Kύριον. Tότε ο Xρύσιος ποιήσας τάφον έβαλε το επανωφόρι του εις το λείψανον του Oσίου Iωάννου, και την πλάκα του στόματος του πηγαδίου, έβαλεν επάνω του τάφου του. Eίτα αναγνώσας τους συνήθεις ψαλμούς, εφύτευσεν ένα φοίνικα εις τον τόπον εκείνον, ο οποίος, ω του θαύματος! ευθύς ερριζώθη, ευθύς αύξησεν, ευθύς απεκατεστάθη τέλειον δένδρον, ευθύς άνθησε, και ευθύς εγέμωσεν από καρπούς. Tούτο το παράδοξον βλέπωντας ο Xρύσιος, ευχαρίστησε τον Θεόν λέγων. Δόξα σοι Kύριε, ότι τους αγαπώντας και δοξάζοντάς σε, ηξεύρεις να δοξάζης, και να κάμνης κληρονόμους της Bασιλείας σου. Eις καιρόν δε οπού ο Xρύσιος ταύτα διελογίζετο, προσευχόμενος, ήρπασεν αυτόν Πνεύμα Kυρίου, και έφερεν αυτόν εις τον τόπον, όπου ησύχαζεν. Όθεν προσκαλεσάμενος ένα ευλαβή και έμπειρον άνθρωπον, παρεκάλεσεν αυτόν να γράψη ταύτα, καθώς τα είδε και τα ήκουσεν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Αφιέρωμα στον άγιο Γέροντα Κύριλλο Γεραντώνη, ηγούμενο της ιεράς μονής Οσίου Δαυίδ του εν Ευβοία, με την ευκαιρία 13 ετών από την μακαρία κοίμησή του (+ 30 Μαρτίου 2012)

Ο μακαριστός Γέροντας Κύριλλος, ηγούμενος της ιεράς μονής οσίου Δαυίδ του εν Ευβοία

Αφιέρωμα στον άγιο Γέροντα Κύριλλο από την ιερά μονή Οσίου Δαυίδ του εν Ευβοία:

00:27:43
01:48:35
01:29:35
03:21:02
01:51:41
01:05:18