Μόρφου Νεόφυτος: Ἡ πολυποίκιλη ἐλεημοσύνη… (27.07.2021, ἑορτῆ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος)
Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος τοῦ ἱαματικοῦ, ποὺ τελέσθηκε στὸν ὁμώνυμο πανηγυρίζοντα ναὸ τῆς κοινότητας Κακοπετριᾶς τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (27.7.2021).
Ψάλλει ὁ Πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου.
Ὁμιλία στὴν μνήμη τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος (27/7)
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Παντελεήμων, ὁ μεγαλομάρτυς Χριστομάρτυς, ὁ τοῦ Παντελεήμονος Θεοῦ ἐπώνυμος, ἡ δόξα τῶν μαρτύρων καὶ τὸ κόσμημα τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ταχὺς τῶν πιστῶν ἀντιλήπτορας καὶ ἰατρός, ἡ βρύση τῶν θαυμάτων καὶ τὸ πέλαγος τῶν ἰαμάτων, τὸ γλυκὺ στοὺς πιστοὺς καὶ πράγμα καὶ ὄνομα, συνεκάλεσε τὴ σημερινὴ ὁμήγυρη μαζὶ καὶ πανήγυρη, καὶ συνάθροισε ἐμᾶς,
τὸν φιλόχριστο καὶ φιλομάρτυρα λαὸ τοῦ Θεοῦ στὸν περικαλλή του τοῦτο ναό, γιὰ νὰ στέψουμε τὴ μαρτυρικὴ κεφαλή του μὲ ὕμνους καὶ ᾠδὲς πνευματικὲς καὶ νὰ δοξάσουμε τὸν Κύριο, ποὺ τὸν ἀντιδόξασε πλουσιοπάροχα καὶ στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανό.
Ἐπίγεια πατρίδα τοῦ οὐρανοπολίτη τούτου ἁγίου ὑπῆρξε ἡ κλεινὴ μεγαλούπολη τῆς Νικομήδειας στὴ Βιθυνία τῆς βορειοδυτικῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἐκεῖ εἶδε τὸ φῶς τοῦ ἡλίου ὁ μέτοχος αὐτὸς τοῦ ἀϊδίου Φωτὸς κατὰ τὸ τελευταῖο τέταρτο τοῦ 3ου αἰ. μ.Χ., μὲ γονεῖς τὸν εἰδωλολάτρη συγκλητικὸ Εὐστόργιο καὶ τὴν ἐνάρετη χριστιανὴ Εὐβούλη, ποὺ τοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομα Παντολέων.
Ὁ αὐτοκράτορας Διοκλητιανὸς τὸ ἔτος 293, μὲ τὴν καθιέρωση τοῦ συστήματος τῆς Τετραρχίας γιὰ τὴ διοίκηση τῆς ἀχανοῦς τότε ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ἐπέλεξε τὴ Νικομήδεια ὡς τὴν πρωτεύουσα τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς αὐτοκρατορίας. Ἐπειδὴ δὲ αὐτὴ εἶχε ἰσοπεδωθεῖ ἀπὸ σεισμὸ τὸ ἔτος 268, ὁ Διοκλητιανὸς τὴν ἀνοικοδόμησε ἐκ βάθρων μὲ ἐνισχυμένα τείχη, ἐργοστάσιο ὅπλων, λουτρά, ἀμφιθέατρο, παλάτι, βασιλικὴ καὶ νομισματοκοπεῖο. Τόσο δὲ ἀναβαθμίσθηκε, ὥστε κατέστη μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες πόλεις τῆς αὐτοκρατορίας μαζὶ μὲ τὴ Ρώμη, τὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ τὴν Ἀντιόχεια.
Σ᾽ αὐτὴ λοιπὸν τὴ λαμπρὴ καὶ κατείδωλο μεγαλούπολη ἀνατράφηκε ὁ Παντολέων, λαμβάνοντας ἀξιόλογη μόρφωση. Ἔχοντας δὲ ἀγαθὴ προαίρεση, σπούδασε τὴ φιλάνθρωπη ἐπιστήμη τῆς ἰατρικῆς κοντὰ στὸν περίφημο στὴν ἐποχή του ἰατρὸ Εὐφρόσυνο. Σὲ λίγο διάστημα ἐξέμαθε τόσο καλὰ τὴν ἰατρική, ὥστε, ὅταν τὸ πληροφορήθηκε ὁ γαμβρὸς τοῦ Διοκλητιανοῦ καὶ αὔγουστος τῆς Ἀνατολῆς Μαξιμιανὸς Γαλέριος, σκεφτόταν νὰ τὸν προσλάβει ὡς προσωπικό του ἰατρὸ στὸ παλάτι. Αὐτὰ σχεδίαζε γιὰ τὸν Παντολέοντα ὁ ἐπίγειος βασιλιάς· ἀλλ᾽ ὁ ἐπουράνιος καὶ παντοκράτορας Θεὸς προόριζε τὸν νέο γιὰ πολὺ ὑψηλότερα ἀξιώματα. Γιατί, βλέποντας ὁ Κύριος τὴν ἁγνή του καρδιὰ πὼς ἦταν σκεῦος δεκτικὸ τῆς Χάρης Του, τοῦ ἔδωσε τὴν εὐκαιρία νὰ τὸν γνωρίζει, νὰ γίνει μαθητής Του. Καί, νὰ πῶς.
Στὶς 23 Φεβρουαρίου τοῦ 303, οἱ αὐτοκράτορες Διοκλητιανὸς καὶ Γαλέριος ἐξέδωσαν διάταγμα (ἔδικτο) γενικοῦ διωγμοῦ τῶν χριστιανῶν στὴν ἀνατολικὴ αὐτοκρατορία. Χιλιάδες ἦταν τότε οἱ πιστοὶ ποὺ ἀναδείχθηκαν μάρτυρες στὴ Νικομήδεια, μὲ προεξάρχοντα τὸν θαυμαστὸ ἀρχιεπίσκοπό τους ἅγιο Ἄνθιμο (ἡ μνήμη του στὶς 3 Σεπτεμβρίου). Κάποιοι ὅμως πιστοί, μὴ αἰσθανόμενοι ἕτοιμοι γιὰ τὸ μαρτύριο, παρέμεναν κρυμμένοι. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ πρεσβύτερος Ἑρμόλαος, ποὺ λειτουργοῦσε κρυφὰ καὶ στήριζε τοὺς ἐναπομείναντες πιστούς. Βλέποντας ὁ Ἑρμόλαος τὸν νεαρὸ Παντολέοντα πηγαίνοντας γιὰ μάθημα στὸν Εὐφρόσυνο νὰ διέρχεται καθημερινὰ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι ποὺ κρυβόταν, διεγνώρισε τὴν καθαρότητα καὶ δεκτικότητα τῆς ψυχῆς του. Πληροφορημένος λοιπὸν ἐσωτερικὰ ὅτι, ἐὰν τοῦ ἀποκάλυπτε τὸν κεκρυμμένο πολύτιμο μαργαρίτη Χριστό, δηλαδὴ τὰ μυστήρια τῆς χριστιανικῆς Πίστης, ὁ νέος θὰ καρποφοροῦσε πολυπλάσια τὸν εὐαγγελικὸ σπόρο, τὸ τόλμησε. Τὸν κάλεσε λοιπὸν στὸ σπίτι του καὶ τοῦ δίδαξε τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦρθε νὰ θεραπεύσει τὴν ἄρρωστη ἀνθρώπινη φύση καὶ μᾶς ἔδωσε τὴ δυνατότητα θεραπείας τῶν ἀσθενειῶν μας χωρὶς βότανα καὶ ἀνθρώπινες τέχνες, ἀφοῦ Αὐτὸς εἶναι ὁ πραγματικὸς Ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων. Τὰ θεοφόρα λόγια τοῦ ἁγίου πρεσβυτέρου γέμισαν χαρὰ τὴν ψυχὴ τοῦ ἁγνοῦ νέου, ποὺ συνέχισε νὰ μεταβαίνει κρυφὰ στὸ σπίτι τοῦ Ἑρμολάου καὶ νὰ κατηχεῖται περαιτέρω στὴ χριστιανικὴ Πίστη.
Ἐπιστρέφοντας κάποια μέρα ἀπὸ τὸν Εὐφρόσυνο, βρῆκε στὸν δρόμο ἕνα παιδὶ νεκρὸ ἀπὸ δάγκωμα ἔχιδνας, ποὺ βρισκόταν δίπλα ἀπὸ τὸ θύμα της. Ὁ Παντολέων ἔκρινε πὼς εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα νὰ δοκιμάσει τὴν ἀλήθεια τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Ἑρμολάου, τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Ἰησοῦ στοὺς μαθητές Του, ὅτι στὸ ὄνομά Του θὰ ἐπιτελοῦν θαυμαστὰ σημεῖα: Θὰ ἐγείρουν νεκρούς, θὰ ἐκβάλλουν δαιμόνια, θανατώνουν ὄφεις, θὰ θεραπεύουν κάθε ἀσθένεια. Ἐπικαλέσθηκε λοιπὸν τὸ παντοδύναμο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί, τὸ μὲν παιδὶ ἀμέσως ἀναστήθηκε σὰν ἀπὸ ὕπνο, τὸ δὲ ἰοβόλο ἑρπετὸ ἀμέσως θανατώθηκε! Δὲν ζήτησε πλέον ἄλλη ἀπόδειξη γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς χριστιανικῆς Πίστης ὁ Παντολέων, ἀλλ᾽ ἔτρεξε χαρούμενος στὸν διδάσκαλό του καὶ ζήτησε νὰ λάβει παρευθὺς τὸ ἅγιο Βάπτισμα, ὅπως καὶ ἔγινε. Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ θεραπεία ἑνὸς τυφλοῦ ποὺ τέλεσε, ὁδήγησε στὴν Πίστη καὶ τὸν πατέρα του Εὐστόργιο, ποὺ βαπτίσθηκε κι αὐτὸς ἀπὸ τὸν Ἑρμόλαο καὶ ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ λίγο ἀργότερα.
Μοίρασε τότε ὁ ἅγιος στοὺς πτωχοὺς τὴν περιουσία του καὶ ἐπιδόθηκε μὲ περισσότερο ζῆλο στὴν ἴαση τῶν ἀσθενῶν, ζητώντας τους ὡς ἀμοιβὴ τὸ νὰ πιστεύουν στὸν Χριστό, ἀπαρνούμενοι τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων. Φθονώντας ὅμως οἱ ἄλλοι ἰατροὶ τῆς Νικομήδειας τὴν εὔνοια τοῦ αὐτοκράτορα πρὸς τὸν Παντολέοντα, ἀλλὰ καὶ τὸ ὅτι θεράπευε εὔκολα καὶ χωρὶς φάρμακα κάθε μεγάλη καὶ μικρὴ ἀσθένεια, καὶ βρίσκοντας ἀφορμὴ τὴ νοσηλεία ποὺ πρόσφερε σὲ κάποιο ποὺ εἶχε βασανισθεῖ ἀπὸ τὸν Μαξιμιανό, τὸν κατέδωσαν σ᾽ αὐτὸν ὡς χριστιανό. Ἀνακρίνοντας δὲ ὁ αὐτοκράτορας καὶ τὸν πρώην τυφλό, τὸν ὁποῖο ὁ ἅγιος εἶχε θεραπεύσει, καὶ μαθαίνοντας πὼς εἶχε ἐνεργήσει τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ σημεῖο μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ παντοδύναμου ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, πρόσταξε ὀργισμένος νὰ ἀποκεφαλίσουν τὸν πρώην τυφλὸ -καὶ νῦν μάρτυρα φωτοφόρο τῆς Ἀληθείας- καὶ ἔστειλε ἀνθρώπους του καὶ συνέλαβαν τὸν Παντολέοντα καὶ τὸν ὁδήγησαν ἐνώπιόν του.
Στὴν ἀπολογία του μπροστὰ στὸν ἀμείλικτο διώκτη τῶν χριστιανῶν καθόλου δὲν δειλίασε ὁ ἅγιος, ἀλλὰ ἤλεγξε καὶ κατήσχυνε τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων. Καὶ ἀκόμη, γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴν ἀλήθεια τῶν ὅσων πρέσβευε γιὰ τὴν παντοδύναμη καὶ ἰαματικὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ, πρότεινε στὸν τύραννο καὶ ἔφεραν ἕνα παραλυτικό, γιὰ νὰ προσπαθήσουν χωριστὰ καὶ οἱ ἱερεῖς τῶν ψευδοθεῶν καὶ ἐκεῖνος νὰ τὸν θεραπεύσουν. Ὅταν ἀπέτυχαν οἱ πρῶτοι νὰ τὸ κάνουν αὐτό, προσευχήθηκε μὲ τὴν σειρά του ὁ ἅγιος καί, ἐπικαλούμενος τὸν Χριστό, σήκωσε ἀπὸ τὸ κρεβάτι τὸν παράλυτο ἄνδρα. Μὲ τὸ θαυμαστὸ τοῦτο σημεῖο πίστευσαν πολλοὶ εἰδωλολάτρες στὸν Κύριο, ἐνῶ ὁ θαυματουργὸς ἰατρὸς παραδόθηκε στὴ συνέχεια σὲ ποικίλα βασανιστήρια γιὰ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν Πίστη του. Οὔτε ὅμως τὰ σιδερένια νύχια, μὲ τὰ ὁποῖα τὸν ἔγδαραν ἀπάνθρωπα, οὔτε οἱ δαυλοὶ ποὺ τὸν ἔκαψαν, οὔτε ὁ καυτὸς μόλυβδος, ὅπου τὸν ἔριξαν δὲν ἔκαμψαν τὸ γενναῖο του φρόνημα· ἀντίθετα χάλκευσαν τὴν Πίστη του. Καὶ ὁ ἀγωνοθέτης Χριστὸς τοῦ ἐμφανίσθηκε, τὸν ἰάτρευσε ἀπὸ τὶς πληγὲς καὶ τὸν συνόδευε ἐφεξῆς, λυτρώνοντας τον ἀπὸ τὰ πανώδυνα ἑπόμενα βασανιστήρια. Ἔτσι, τὸν ὁδήγησε θαυμαστὰ στὴν ξηρά, ὅταν προσδένοντάς τον σὲ μεγάλη πέτρα τὸν ἔριξαν στὴ θάλασσα· τιθάσσευσε τὰ ἄγρια θηρία, στὰ ὁποῖα τὸν ἔριξαν νὰ τὸν κατασπαράξουν· τὸν λύτρωσε ἀπὸ τὸν τροχὸ μὲ τὰ κοφτερὰ μαχαίρια, ὅπου τὸν προσέδησαν γιὰ νὰ κατακοπεῖ. Κι ὅταν ὁ Μαξιμιανὸς τὸν ρώτησε ἀπὸ ποιόν εἶχε διδαχθεῖ τὴν Πίστη του καὶ ἔλαβε τέτοια θαυμαστὴ δύναμη, ὁ ἅγιος ἔκρινε πὼς εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα νὰ ἀναδείξει τὸν κεκρυμμένο θησαυρό, τὸν ἅγιο διδάσκαλό του, γιὰ νὰ τελειωθοῦν μαζὶ διὰ τοῦ μαρτυρίου.
Πράγματι, μετὰ τὴ μαρτυρικὴ τελείωση τοῦ Ἑρμολάου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ Ἑρμίππου καὶ Ἑρμοκράτους, ἔλαβε καὶ ὁ Παντολέων τὴν ἀπόφαση τῆς διὰ ξίφους θανάτωσης. Μόλις τελείωσε τὴν τελευταία του προσευχὴ ὁ ἅγιος πρὶν τὸν ἀποκεφαλισμό του, φωνὴ θεϊκὴ ἀκούσθηκε ἐξ οὐρανῶν, ποὺ τοῦ εὐαγγελιζόταν τὴν οὐράνια βασιλεία καὶ ὑποσχόταν τὴν ἄνωθεν βοήθεια σὲ ὅσους θὰ τὸν τιμοῦν καὶ θὰ τὸν ἐπικαλοῦνται. Κι ἀκόμη, ὅτι τὸ ὄνομά του δὲν θὰ εἶναι πλέον Παντολέων, ἀλλὰ Παντελεήμων! Ἔκλινε τότε τὸν αὐχένα καὶ ἀπὸ τὴν τόμη τοῦ λαιμοῦ του ἔρρευσε γάλα ἀντὶ αἵματος, τὸ σῶμα του ἔγινε λευκὸ σὰν χιόνι, ἐνῶ ἡ ξερὴ ἐλιὰ στὴν ὁποία τὸν εἶχαν προσδέσει ἔβγαλε ἀμέσως φύλλα καὶ πλούσιο καρπό!
Οἱ στρατιῶτες ποὺ εἶχαν διαταχθεῖ νὰ καύσουν τὸ μαρτυρικὸ λείψανο τὸ παρέδωσαν στοὺς πιστούς, ποὺ εἶχαν συναθροισθεῖ στὴν τελείωση τοῦ μάρτυρος καὶ τὸ ἐνεταφίασαν στὸ κτῆμα τοῦ Σχολαστικοῦ Ἀδαμαντίνου. Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος, ποὺ μὲ τὸν χρόνο διανεμήθηκαν σὲ πολλὰ μέρη, ἀλλὰ καὶ οἱ ἱερές του εἰκόνες, ἀκόμη καὶ ἡ ἐπίκληση τοῦ σεπτοῦ ὀνόματός του, δὲν ἔπαυσαν καὶ δὲν θὰ παύσουν ἕως τῆς συντελείας νὰ χορηγοῦν τὴ ρώση τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος σὲ ὅσους προστρέχουν μὲ πίστη καὶ πόθο στὴν ἰαματική του χάρη, εἰς δόξαν Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ Ἑνὸς ἐν Τριάδι Θεοῦ, στὸν Ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν!
Μνήμη της Oσίας Mητρός ημών Aνθούσης της Oμολογητρίας, της εν τη αγιωτάτη Mονή του Mαντινέου (27 Ιουλίου)
Μνήμη της Oσίας Mητρός ημών Aνθούσης της Oμολογητρίας, της εν τη αγιωτάτη Mονή του Mαντινέου
Xριστόν μεν αινεί Aνθούσα παρά πλάνοις,
Xριστός δε αύθις Aνθούσαν παρ’ Aγγέλοις.
Aύτη η Aγία ήτον κατά τους χρόνους Kωνσταντίνου του Kοπρωνύμου, εν έτει ψμα΄ [741], θυγάτηρ γονέων ευσεβών, Στρατηγίου και Φευρωνίας ονομαζομένων. Aύτη λοιπόν η μακαρία, επειδή ηγάπησε την παρθενίαν και καθαρότητα από αυτάς σχεδόν τας μητρικάς αγκάλας, εζούσε μέσα εις τα όρη και εις τα σπήλαια και εις τας τρύπας της γης, κατά τον Aπόστολον, αποστρεφομένη μεν και μισούσα, όλα τα βιωτικά πράγματα, μόνον δε την ησυχίαν αγαπώσα και εναγκαλιζομένη. Kατ’ εκείνας δε τας ημέρας έτυχε να υπάγη εις τον τόπον του Mαντινέου ένας Iερομόναχος * Σισίνιος ονομαζόμενος, ο οποίος ήτον θαυματουργός και Άγιος άνθρωπος, και εμεταχειρίζετο κάθε είδος αρετής. Όθεν η αοίδιμος Aνθούσα βλέπουσα αυτόν, επαρακινήθη να τον μιμηθή εις τας αρετάς. Kαι πρώτον μεν, έλαβεν από αυτόν τύπον και κανόνα, πώς να πολιτεύεται εις την μοναδικήν ζωήν. Δεύτερον δε, διά να γυμνασθή εις την υπακοήν, επροστάχθη παρ’ αυτού να έμβη μέσα εις ένα φούρνον αναμμένον. H δε Aγία υπακούσασα, εμβήκεν εις αυτόν, και πάλιν ευγήκε, χωρίς να βλαβή ολότελα. Kαι άλλας δε υψηλοτέρας αρετάς έμαθεν από αυτόν η Oσία, αι οποίαι κάμνουσι τον άνθρωπον να πλησιάση εις τον Θεόν. Προείπε δε εις αυτήν ο Mοναχός εκείνος, ότι μέλλει να συστήση Mοναστήριον, και ότι έχει να λάβη την ηγουμενίαν εννεακοσίων Kαλογραίων, ο και πραγματικώς ηκολούθησεν ύστερον. Mετά ταύτα εκουρεύθη τας τρίχας από τον θαυματουργόν εκείνον Σισίνιον, και επροστάχθη παρ’ αυτού να κατοικήση εις το μικρόν νησάκι της λίμνης, της πλησιαζούσης κοντά εις το χωρίον το καλούμενον Περκελέ. Kαταγινομένη λοιπόν η μακαρία εις την εγκράτειαν, και εις την λοιπήν σκληραγωγίαν του σώματος, έγινε της Aγίας Tριάδος κατοικητήριον. Φορέσασα γαρ σίδηρα, και ενδυθείσα με φορέματα τρίχινα, ήγουν υφασμένα από γηδίσσας τρίχας, έξω σαρκός και κόσμου ενομίζετο κοντά εις τους φρονίμους. Πηγαίνουσα δε μίαν φοράν εις τον ρηθέντα Άγιον Σισίνιον, παρεκάλει αυτόν να της δώση άδειαν να κτίση Nαόν εις το όνομα της Aγίας Άννης της μητρός της Θεοτόκου. O δε Σισίνιος νουθετήσας αυτήν πολλά και διδάξας, επροείπεν εις αυτήν σαφέστατα εκείνα, οπού έμελλον να της ακολουθήσουν, και έτζι αφήκεν αυτήν να υπάγη, φανερώσας και τον καιρόν, κατά τον οποίον έμελλεν αυτός να αποθάνη.
Έκτισε λοιπόν η Oσία τον ποθούμενον Nαόν της Aγίας Άννης, και εσυνάχθησαν εκεί έως τριάκοντα Kαλογραίαι. Kαι εις καιρόν οπού επλησίαζον να έλθουν εις έργον εκείνα, οπού επροείπεν ο Όσιος Σισίνιος εις την Aγίαν, ευγήκεν από την παρούσαν ζωήν ο μακάριος, και απήλθε προς Kύριον. Bλέπουσα δε μετά ταύτα η Aγία Aνθούσα, πως αι αδελφαί οπού εσυνάχθησαν, έδειχνον εις αυτήν υπακοήν και ευπείθειαν, τούτου χάριν έκτισεν ακόμη εκ θεμελίων δύω ιερούς Nαούς, τον ένα μεν, εις όνομα της Θεοτόκου, τον άλλον δε, εις όνομα των Aγίων Aποστόλων. Kαι τον μεν Nαόν της Θεοτόκου, αφιέρωσεν εις τας Kαλογραίας, τον δε Nαόν των Aγίων Aποστόλων, αφιέρωσεν εις τους Mοναχούς. Όθεν πολλοί κοσμικοί θέλοντες να μετανοήσουν διά τας αμαρτίας των, άφιναν τον κόσμον και επήγαιναν, πρότερον μεν εις τον ρηθέντα Άγιον Σισίνιον εν όσω έζη, ύστερον δε και εις την Aγίαν Aνθούσαν ταύτην, οδηγούμενοι από αυτήν και προς τας αρετάς παιδαγωγούμενοι. Eπειδή δε η Aγία ήτον γεμάτη από τα ορθά δόγματα της πίστεως, διά τούτο απεστρέφετο κάθε νεωτέραν αίρεσιν. Όθεν εκ τούτου έγινε περιβόητος, και η φήμη ταύτης διέδραμεν έως και εις αυτούς τους βασιλείς. Ήτον δε τότε βασιλεύς Kωνσταντίνος ο Kοπρώνυμος, ο και Kαβαλίνος επονομαζόμενος, ως ανωτέρω είπομεν, ο μισόχριστος εκείνος και εικονομάχος, ο οποίος εσπούδαζε να γυρίση την Aγίαν ταύτην εις την πλάνην του. Όθεν αποστείλας ένα ομόφρονά του εικονομάχον, πήγαινε, του είπεν, εις το Mοναστήριον του Mαντινέου, και ευρών την Aνθούσαν, κατάπεισον αυτήν να κλίνη εις την εδικήν μας δόξαν, ήτοι εις το να αθετήση την προσκύνησιν των αγίων εικόνων. Kαι ει μεν πεισθή, καλώς αν έχοι, ειδέ μη, τιμώρησον αυτήν, έως ου να την πείσης και στανικώς να υποταχθή εις τα εδικά μας προστάγματα. O δε απεσταλμένος πέρνωντας μαζί του και άλλους ανθρώπους, και συνάξας πολλάς αγίας εικόνας, έφερεν εις εξέτασιν την Oσίαν, ομού και τον ανεψιόν της, ο οποίος ήτον Hγούμενος εις ένα ανδρίκειον Mοναστήριον. Παρευθύς λοιπόν, τον μεν ανεψιόν της Aγίας Hγούμενον, έδειρεν εις πολλήν ώραν και εξέσχισε το σώμα του, εις τον οποίον έδιδεν η Aγία θάρρος και δύναμιν διά να μένη εις την ομολογίαν και προσκύνησιν των αγίων εικόνων, και να υποφέρη ανδρείως τα βάσανα. Eις καιρόν δε οπού εκινδύνευε να αποθάνη από τα βάσανα, αφέθη και δεν εβασανίσθη πλέον.
Tην δε Aγίαν Aνθούσαν ετέντωσαν από τέσσαρα μέρη, και έδειραν απανθρώπως με βούνευρα. Έπειτα ανάψας ο αλιτήριος τας αγίας εκείνας εικόνας, οπού εσύναξεν, έτζι αναμμένας τας έβαλεν επάνω εις την κεφαλήν της Aγίας, εις δε τους πόδας της έβαλεν αναμμένα κάρβουνα. Eπειδή δε η Oσία έμεινεν αβλαβής, με την χάριν του Xριστού, διά τούτο εξώρισεν αυτήν. Mετά ταύτα επήγεν ο βασιλεύς Kοπρώνυμος εις την επαρχίαν εκείνην του Mαντινέου, και παραστήσας έμπροσθέν του την Aγίαν, εμελέτα να της κάμη πολλά βασανιστήρια. Aλλ’ η Aγία εμπόδισεν αυτόν από τους σκοπούς του, διατί τον επάταξε με αορασίαν, και δεν έβλεπεν. Eπειδή δε η βασίλισσα εκινδύνευσεν επάνω εις την γένναν, και έμελλε να αποθάνη, διά τούτο ερώτησε την Aγίαν ο βασιλεύς περί αυτής. H δε Aγία προείπεν, ότι δεν θέλει αποθάνη, αλλ’ έχει να γεννήση δύω παιδία αρσενικόν και θηλυκόν, και ου μόνον τούτο, αλλά προείπε, και ποίαν ζωήν μέλλει να περάση κάθε παιδίον. Tαύτα δε ακούσασα η βασίλισσα, ευλαβήθη. Όθεν αφιέρωσεν εις το Mοναστήριον της Aγίας πολλά υποστατικά και αφιερώματα. Tότε και ο βασιλεύς ευλαβηθείς, αφήκεν αυτήν, και πλέον δεν την επαίδευσεν. Έτζι ηξεύρει η αρετή και τα θηρία να ημερόνη, και τους πολεμίους να κάμνη φίλους. Όθεν η Aγία εμεγαλύνθη, και ευφημίζετο από τα στόματα πάντων. Διά τούτο και πολλοί έτρεχον εις αυτήν, άλλοι μεν, διά να λάβουν την ευχήν της και ευλογίαν, άλλοι δε, διά να γένουν Mοναχοί, και άλλοι, διά να ιατρευθούν από τας ασθενείας οπού είχον. Aνάμεσα δε εις αυτούς επήγε και ένας στρατιώτης προς την Aγίαν ομού με την γυναίκα του. Kαι εζήτει από αυτήν παιδίον, οπού δεν είχεν, υποσχόμενος, ότι εάν γεννήση παιδίον, να προσφέρη αυτό εις τον Θεόν. Aκούσας δε να του ειπή η Aγία τα διανοήματα της καρδίας του, και λαβών πληροφορίαν παρ’ αυτής, ότι μέλλει να γεννήση παιδίον, χαίρωντας εγύρισεν εις τον οίκον του.
Πολλά δε και άλλα θαύματα εποίησεν η Oσία αύτη Aνθούσα, ώστε οπού (διά να μεταχειρισθούμεν το σχήμα της υπερβολής) αν ημπορή τινας να μετρήση την άμμον της θαλάσσης, και τας σταλαγματίας της βροχής, και το βάθος της θαλάσσης, και το ύψος του ουρανού, και το πλάτος και μήκος της γης, αυτός ημπορεί να γράψη και τα θαυμαστά έργα οπού εποίησεν αύτη. Eπειδή όμως και αυτή ήτον άνθρωπος, και έπρεπε να γευθή θάνατον, διά τούτο ύπνωσεν η μακαρία τον δικαίοις πρέποντα ύπνον, κατ’ αυτήν την σημερινήν ημέραν της μνήμης του Mεγαλομάρτυρος Aγίου Παντελεήμονος. Tούτο γαρ ηύχετο η αοίδιμος να τελειώση εις την ημέραν ταύτην. Tελειωθείσα δε, ενταφιάσθη μέσα εις το κελλίον, εις το οποίον επέρασε την ζωήν της. Eτέλει δε και μετά θάνατον θαύματα πάμπολλα, εις δόξαν Xριστού του Θεού ημών, και εις ένδειξιν της θεαρέστου αυτής πολιτείας.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 26 Ἰουλίου 2026

Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΓΙΑΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ)
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
3:23-29; 4:1-5
Ἀδελφοί, πρὸ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκλεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι. Ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν· ἐλθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκ ἔτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν. Πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ. Ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε· οὐκ ἔνι ᾽Ιουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ. Εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ ᾽Αβραὰμ σπέρμα ἐστέ, καὶ κατ᾽ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι. Λέγω δέ, ἐφ᾽ ὅσον χρόνον ὁ κληρονόμος νήπιός ἐστιν, οὐδὲν διαφέρει δούλου, κύριος πάντων ὤν, ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτρόπους ἐστὶ καὶ οἰκονόμους ἄχρι τῆς προθεσμίας τοῦ πατρός. Οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι· ὅτε δὲ ἦλθεν τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
14: 14-22
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἶδεν ὁ Ἰησοῦς πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· Οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας. ὁ δὲ εἶπε· Φέρετέ μοι αὐτούς ὧδε. καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις. καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων. Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Ὁ πόθος τῆς ἁγίας Παρασκευῆς καὶ τοῦ τυφλοῦ Μάριου (25.7.2017)
Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὸν πανηγυρικὸ Ἑσπερινὸ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ποὺ τελέσθηκε στὸν ὁμώνυμο πανηγυρίζοντα ἱερὸ ναό στὴν κοινότητα Μουτουλλᾶ τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (25.7.2017). Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Ἑσπερινοῦ ὁ Πανιερώτατος χειροθέτησε Ἀναγνὠστη τὸν κ. Μάριο Βουτή.
Ἡ μουσικὴ στοὺς τίτλους ἔναρξης καὶ τέλους εἶναι ἀπὸ τὴ σύνθεση «Uşşak Şarkı» τῶν Σωκράτη Σινούπουλου και Derya Turkan, ποὺ περιέχεται στὸ ἄλμπουμ «Γράμμα ἀπὸ τὴν Πολὴ» τῆς Golden Horn Productions (2003).
Η εμφάνιση της Αγίας Παρασκευής στον Άγιο Ιάκωβο τον εν Ευβοία
Θεώ παρεσκεύασας αγνόν ως δόμον,
Σαυτήν άγουσα, Σεμνή, εις κατοικίαν.
Παρασκευήν έκτανεν εικάδι χαλκός εν έκτη.
Η εμφάνιση της Αγίας Παρασκευής στον Άγιο Ιάκωβο Τσαλίκη
Έξω από το χωριό τους την Φαράκλα υπήρχε σε κάποιο λόφο το εξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, αυτό ήταν και το σχολείο του στα πρώτα χρόνια. Εκεί πήγαινε πολύ τακτικά ο μικρός Ιάκωβος και προσηύχετο στην Αγία.
Αφηγείται λοιπόν ο ίδιος ο Άγιος Γέροντας Ιάκωβος την συνάντηση με την Αγία: «Με τα χέρια μου έσκαψα το χώμα και δημιούργησα λαξευτή σκάλα, για να μπορούν άνετα οι προσκυνητές να ανεβαίνουν στο εξωκλήσι. Έκοβα έναν φουντωτό θάμνο, σκούπιζα την εκκλησία, άναβα και τα καντηλάκια και καθόμουνα και κοίταζα τις εικόνες, μέσα στην απόλυτη σιωπή της νύκτας πάνω στο ερημικό λόφο.
Ούτε φοβόμουν μόνος, ούτε λογισμός δειλίας μ’ ενόχλησε ποτέ.
Έβλεπα τότε την Αγία σαν μοναχή, να βγαίνει από το Ιερό, να διασχίζει το ναό της και έξω στην αυλή να σκύβει και να πλένει τα καντήλια της. Με το παιδικό μου το μυαλό έλεγα ότι η Αγία πλένει τα πιάτα της, όπως η μητέρα μου κάθε βράδυ, όσο κουρασμένη και να ήταν, πάντα έπλενε τα πιάτα , γιατί σκεφτόταν μην τυχόν πεθάνει τη νύκτα και το πρωί βρουν οι γυναίκες άπλυτα πιάτα και σκανδαλιστούν για την έλλειψη νοικοκυροσύνης.
Έχοντας υπ’ όψιν μου το γεγονός αυτό, νόμιζα ότι και η Αγία τη νύκτα έπλενε τα πιάτα της.
Ένα βράδυ καθώς πήγαινα ως συνήθως στο εξωκλήσι και ενώ βρισκόμουν λίγα μέτρα μακριά από την εκκλησία, βλέπω την Αγία σαν μοναχή να στέκεται απ’ έξω και να μου λέει:
– Έλα εδώ, Ιάκωβε, να σου μιλήσω!
Εγώ δείλιασα, κόπηκαν τα πόδια μου και της λέω:
– Φοβούμαι να έρθω κοντά σου. Πες μου από εδώ που στέκομαι, τι θέλεις να μου πεις. Κοντά σου φοβούμαι να έρθω.
Τότε μου λέει η Αγία:
– Γιατί με φοβάσαι; Εσύ τόσο καιρό έρχεσαι και περιποιείσαι την εκκλησία μου και μου ανάβεις τα καντήλια μου! Θέλω πολλά να σου πω. Ζήτησέ μου τι χάρη θέλεις από μένα, τι χάρισμα να σου δώσω.
Τότε της λέω:
– Να ρωτήσω την μητέρα μου και θα σου πω, και αμέσως γύρισα και έφυγα τρέχοντας για το σπίτι μου.
Λέω στην μητέρα μου ότι είδα την Αγία Παρασκευή και μου ζήτησε να της πω τι χάρη θέλω να μου κάνει.
– Είδες παιδί μου την Αγία Παρασκευή; Πως την είδες; Τι συνέβη ακριβώς; Με ρώτησε η μητέρα μου.
Αφού λοιπόν της εξήγησα λεπτομερώς τα γεγονότα, μου είπε:
– Παιδί μου, να ζητήσεις από την Αγία την τύχη σου να σου δώσει.
Το άλλο βράδυ πήγα στο εξωκκλήσι και βλέπω πάλι την Αγία σαν μοναχή να με περιμένει έξω από το ναό της. Στέκομαι λίγο μακριά και της λέω:
– Την τύχη μου θέλω να μου δώσεις.
Τότε η Αγία μου λέει:
– Η τύχη σου…; Στη ζωή σου θα δεις δόξες και τιμές πολλές και το χρυσάφι θα περνάει από τα χέρια σου (και έκανε μια κίνηση με το χέρι της η Αγία δείχνοντας τη μεγάλη ποσότητα, την αφθονία), αλλά δεν θα σ’ αγγίζει.
Και πράγματι, έλεγε ο γέροντας, αμέτρητα χρήματα πέρασαν από τα χέρια μου, αλλά όλα πήγαν στον προορισμό τους, στους πάσχοντες, στους φτωχούς, στους έχοντες ανάγκη. Και άλλα πολλά μου είπε η Αγία Παρασκευή και πάλι τρέχοντας γύρισα στο σπίτι μου».
«Εύρισκα σπηλιές και μέσα κεί προσευχόμουν…»
Μ’ όλ’ αυτά, από εννέα περίπου ετών, το Ιακωβάκι το φωνάζανε πάντοτε να διαβάσει ευχές και να σταυρώσει. Ο παπα-Θοδόσης ήτανε σε άλλο χωριό. Τον καλούσανε στις αρρώστιες και σε κάθε δύσκολη περίσταση. Αρρώσταιναν τα ζώα; φωνάζανε το Ιακωβάκι να τα διαβάσει και γινόσανε καλά. Στα παιδάκια πάλι το ίδιο. Ακόμα και για τις γυναίκες, που δυσκολευόσανε να γεννήσουν, καλούσανε το Ιακωβάκι. Πήγαινε με λαδάκι της αγίας Παρασκευής, σταύρωνε την πόρτα του σπιτιού, προσευχότανε κι έφευγε. Η γυναίκα ελευθερωνόταν.
Από την Εκκλησία του χωριού είχε το Ευχολόγιο και από το σπίτι τους τη Σύνοψη. Αλλά στις περιπτώσεις ασθενειών, που τον φωνάζανε να διαβάσει ευχές, διάβαζε, όσο ήτανε κάτω από δέκα-έντεκα ετών, ό,τι τύχαινε, ό,τι πρωτοάνοιγε στα δύο τούτα βιβλία, γιατί δεν μπορούσε να κρίνει κάθε φορά ποια ευχή ακριβώς χρειάζεται στην περίπτωση.
Αργά το απόγευμα κάθε μέρα μετά το σχολείο πήγαινε και άναβε τα καντηλάκια στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής (το σχολείο του). Πήγαινε μόνος του και του άρεσε να μένει μέχρι το νύχτωμα.
Από το βιβλίο: «Ένας άγιος γέροντας – ο μακαριστός π. Ιάκωβος» (Έκδοση Ιεράς Μονής Οσίου Δαβίδ Γέροντος,1996)
Μόρφου Νεόφυτος: Ὁ καιρός μας ἔχει πολλὰ κοινὰ μὲ τὸν καιρὸ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς (26.7.2021)
Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ποὺ τελέσθηκε στὸν ὁμώνυμο πανηγυρίζοντα ἱερὸ ναὸ τῆς κοινότητος Μουτουλλᾶ τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (26.7.2021).
Ὁμιλία στὴ μνήμη τῆς ἁγίας ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Παρασκευῆς (26/7)
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Πανέορτη πανήγυρη καὶ ἡμέρα πνευματικῆς ἀγαλλίασης ἡ σημερινή, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, τὴν ὁποία συγκάλεσε καὶ κάθε χρόνο τέτοια ἡμέρα συγκαλεῖ ἡ πανένδοξος ὁσιοπαρθενομάρτυς Παρασκευὴ ἡ θαυματουργός.
Ἡ πανθαύμαστη αὐτὴ μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, στὸν ναὸ τῆς ὁποίας μαζευτήκαμε γιὰ νὰ τὴν τιμήσουμε μὲ ὕμνους καὶ ᾠδὲς πνευματικὲς καὶ νὰ δοξάσουμε τὸν Θεό, ποὺ τόσο δοξάζει τοὺς ἁγίους Του, γεννήθηκε σ᾽ ἕνα χωριὸ κοντὰ στὴ Ρώμη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ εἰδωλολάτρη καὶ διώκτη τῶν χριστιανῶν αὐτοκράτορα Ἀδριανοῦ (117-138). Οἱ γονεῖς της ἦταν ἐνάρετοι χριστιανοί, ὀνομαζόμενοι Ἀγάθωνας καὶ Πολιτεία, καὶ ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀποκτήσουν παιδί, παρακαλοῦσαν γι᾽ αὐτὸ θερμὰ τὸν Κύριο. Καὶ ὁ Θεός, ποὺ ἐκπληρώνει τὸ θέλημα αὐτῶν, ποὺ Τὸν ἀγαποῦν καὶ Τὸν ἐπικαλοῦνται μὲ πίστη, τοὺς χάρισε ὡς καρπὸ προσευχῆς μία θυγατέρα, τὴν ὁποία, ἐπειδὴ γεννήθηκε κατὰ τὴν ἡμέρα Παρασκευή, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ εὐλάβεια πρὸς τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ μας, ὀνόμασαν στὸ ἅγιο Βάπτισμα Παρασκευή.
Ἡ Παρασκευὴ κατέστη σκεῦος ἐκλογῆς καὶ δοχεῖο τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἤδη ἀπὸ τὴν παιδική της ἡλικία. Δὲν ἀγάπησε τὰ παιγνίδια καὶ τὶς παιδικὲς χαρές. Μόνη χαρὰ καὶ ἐντρύφημά της ἦταν νὰ μελετᾶ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ στὸ σπίτι της καὶ νὰ μετέχει στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες καὶ στὰ Μυστήρια στὴν Ἐκκλησία. Ἐδῶ νὰ τονίσουμε αὐτό, ποὺ λένε καὶ σύγχρονοι μεγάλοι Γέροντες καὶ φαίνεται στοὺς βίους πολλῶν ἁγίων, τὸ πόσο σπουδαῖο ρόλο διαδραματίζει ἡ ἁγία ζωὴ τῶν γονέων καὶ ἡ προσευχή τους, καὶ μάλιστα ὅταν κυοφορεῖται ἕνα παιδί, στὸ νὰ γίνει ἄνθρωπος ἀρετῆς καὶ ἁγιότητας τὸ τέκνο τους, ἤδη «ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ».
Ὅταν ἦταν περίπου εἴκοσι ἐτῶν ἡ Παρασκευή, ἐκοιμήθησαν ἐν Κυρίῳ οἱ γονεῖς της. Τότε αὐτὴ μοίρασε τὰ πλούτη της στοὺς πτωχοὺς καὶ ἀποσύρθηκε σὲ γυναικεῖο μοναστήρι, γιὰ νὰ λατρεύει ἐκεῖ ἀπερίσπαστα τὸν ἀγαπημένο της Νυμφίο Χριστό. Μετὰ ἀπὸ κάποιο διάστημα ἐνάρετης μοναχικῆς ζωῆς, φλεγόμενη ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ διψώντας νὰ κηρύξει στοὺς σκοτισμένους ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς της τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ νὰ σωθοῦν, ζήτησε εὐλογία ἀπὸ τὴν ἡγουμένη της καὶ ἄρχισε νὰ περιοδεύει πόλεις καὶ χωριὰ ἐκεῖ στὴν Ἰταλία, σὰν ἄλλος ἀπόστολος, ἐπιστρέφοντας σὲ θεογνωσία πλῆθος εἰδωλολατρῶν. Βλέποντας τοῦτο οἱ Ἑβραῖοι σ᾽ ἐκεῖνα τὰ μέρη τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐξαπλώνεται μὲ τὸ κήρυγμα τῆς ἁγίας, φθόνησαν, καὶ τὴν κατάγγειλαν στὸν νέο αὐτοκράτορα Ἀντωνῖνο τὸν Εὐσεβῆ (138-161).
Ὁ αὐτοκράτορας πρόσταξε καὶ τὴ συνέλαβαν καὶ τὴν ὁδήγησαν μπροστά του. Βλέποντας τὸ θαυμαστό της κάλλος, ἕνα κάλλος ποὺ αὔξανε ἡ πνευματικὴ ὡραιότητα τῆς ἁγίας της ψυχῆς καὶ ἀκτινοβολοῦσε στὸ πρόσωπό της, ἔμεινε ἔκθαμβος, καὶ προσπάθησε μὲ κολακεῖες στὴν ἀρχὴ νὰ τὴ μεταστρέψει στὴ γνώμη καὶ τὴν πίστη του. Καὶ ὕστερα, τὴν ἀπείλησε νὰ τῆς δώσει φρικτὰ βασανιστήρια. Ἀλλ᾽ ἡ Παρασκευή, δυναμωμένη ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, καθόλου δὲν δειλίασε, ἀλλὰ μὲ ἀνδρεία ἤλεγξε τὸν τύραννο καὶ ἀρνήθηκε τὶς βδελυρές του προτάσεις. Γεμάτος θυμὸ αὐτός, ἄρχισε τὰ βασανιστήρια: Πρῶτα, πρόσταξε καὶ τῆς φόρεσαν πυρακτωμένη περικεφαλαία. Ὕστερα, τῆς ξερρίζωσαν τὰ στήθη καὶ τὴν ἔριξαν πληγωμένη στὴ φυλακή, μὲ μιὰ ἀσήκωτη πέτρα πάνω στὸ στῆθος της. Ἄγγελος ὅμως Κυρίου ἐμφανίστηκε, σήκωσε τὸν βαρὺ λίθο ἀπὸ ἐπάνω της καὶ θεράπευσε ἐντελῶς τὶς πληγές της.
Τὰ βασανιστήρια τῆς ἁγίας συνεχίσθηκαν τὴν ἑπόμενη: Τὴν ἔριξαν σ᾽ ἕνα καζάνι, ὅπου ἔκαιαν μέσα λάδι καὶ πίσσα. Ἀλλ᾽ ἡ δρόσος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὴ διαφύλαξε καὶ πάλιν ἀβλαβή, σὲ σημεῖο ποὺ ἀπόρησε ὁ Ἀντωνῖνος καὶ νόμισε πὼς δέν ἔκαιαν τὰ φλογισμένα ἐκεῖνα ὑλικὰ μέσ᾽ τὸ καζάνι. Γι᾽ αὐτό, πλησίασε καὶ εἶπε στὴν ἁγία νὰ τὸν ραντίσει μ᾽ αὐτὰ στὸ πρόσωπο. Καὶ ὅταν τὸ ἔπραξε ἡ ἁγία, ἀμέσως τυφλώθηκε! Ἄρχισε τότε μέσα σὲ φρικτοὺς πόνους νὰ φωνάζει καὶ νὰ ἱκετεύει τὴν ἁγία νὰ τὸν θεραπεύσει καὶ νὰ πιστεύσει στὸν Θεὸ ποὺ κήρυττε. Γεμάτη ἀνεξικακία ἡ Παρασκευὴ καὶ μιμούμενη τὸν ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ, ποὺ προσευχόταν γιὰ τοὺς σταυρωτές Του, εὐχήθηκε γιὰ τὸν ἀσεβὴ τύραννο, ποὺ ἀμέσως θεραπεύθηκε καὶ πίστεψε στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίστηκε μαζὶ μὲ ὅλη τὴ φρουρά του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐπωνομάσθηκε ὁ Εὐσεβὴς (AntoninusPius).
Ἐλεύθερη πιὰ ἡ ἁγία, ἀφέθηκε νὰ κηρύττει τὸν Χριστὸ καὶ σ᾽ ἄλλες περιοχές, μέχρι ποὺ ξανασυνελήφθη ἀπὸ τὸν διοικητὴ μιᾶς πόλης, ὀνόματι Ἀσκληπιό. Παραδόθηκε ξανὰ καὶ σὲ ἄλλα φρικτὰ μαρτύρια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα διαφυλάχθηκε καὶ πάλιν ἀβλαβὴς μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τέλος ὑπέστη τὸν διὰ ξίφους θάνατο, λαμβάνοντας ἀπὸ τὸν στεφοδότη Χριστὸ τὰ ἀμάραντα στεφάνια τῆς παρθενίας, τῆς ὁμολογίας καὶ τοῦ μαρτυρίου. Ἐξαιρέτως ἔλαβε τὴν ἰδιαίτερη χάρη νὰ θεραπεύει ὀφθαλμικὲς παθήσεις.
«Τιμὴ Μάρτυρος, μίμησις Μάρτυρος», λέει κάπου ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Κι ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πρέπει νὰ ἀναλογισθοῦμε τὶς ἀρετὲς τῆς ἁγίας Παρασκευῆς καί, ὅσο μπορεῖ ὁ καθένας μας, νὰ ἀγωνισθοῦμε νὰ τὶς μιμηθοῦμε. Νὰ ξεχωρήσουμε τρεῖς: Τὴν ἁγνότητα καὶ σωφροσύνη της, τὴ θαυμαστὴ ἀγάπη της στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ τὴν ὁδήγησαν στὴν τρίτη, τὴν ἀνδρεία ὁμολογία τῆς Πίστης της.
Ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχὴ ἐσχάτων χρόνων, ποὺ καὶ οἱ τρεῖς αὐτὲς ἀρετὲς τείνουν νὰ ἐκλείψουν: Ψυχράνθηκε ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν στὸν Θεὸ καὶ στὸν πλησίον μας. Κυριαρχεῖ ἡ ἰδιοτέλεια, ἡ ἀδιαφορία, ἠ ἀσπλαγχνία, ἡ ἀπιστία, ἡ ἀνυποταξία στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἀπόρροια αὐτῶν, τὸ βύθισμα τῶν ἀνθρώπων στὴν προσπάθεια νὰ «χαροῦν» τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου τούτου, τὶς σαρκικὲς ἡδονές, νομίζοντας πὼς ἔτσι θὰ γεμίσουν τὸ κενὸ τῆς ψυχῆς τους. Μά, οἱ σαρκικὲς ἡδονὲς μόνο ὀδύνες φέρνουν, ψυχικὲς καὶ σωματικές, καὶ θάνατο ψυχικό, καὶ πολλὲς φορές, κρίμασι Θεοῦ, καὶ σωματικό. Καὶ τέλος, στὶς μέρες μας κυριαρχεῖ ἡ ἔλλειψη διάθεσης νὰ ὁμολογοῦμε μὲ θάρρος τὴν Πίστη μας στὴν καθημερινὴ ζωή, σὰν νὰ ντρεπόμαστε ποὺ εἴμαστε χριστιανοί.
Ἀδελφοί, ἡ μεγαλομάρτυς Παρασκευὴ μᾶς καλεῖ, ἰδιαίτερα σήμερα, στὴ μνήμη της, νὰ μιμηθοῦμε τὸν βίο, τὰ ἔργα της. Νὰ ἀγαπήσουμε ὁλόψυχα τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς μας· νὰ γίνουμε κήρυκες τῆς Πίστης μας σ᾽ αὐτούς· νὰ ζήσουμε μὲ σωφροσύνη καὶ ἐγκράτεια. Ἔτσι, θὰ λάβουμε πλούσια τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ βοήθεια τῶν ἁγίων μας, καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀπολαύσουμε τὴν αἰώνια ζωή, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, στὸν ὁποῖο ἀνήκει, μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τιμὴ καὶ προσκύνηση στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν!






