Συναξάρι τῆς ἁγίας νεομάρτυρος Χρυσῆς, τῆς ἐξ Ἀλμωπίας (13 Οκτωβρίου)

Αγία Χρυσή. Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου Βελβεντού (1807 μ.Χ.)
Αγία Χρυσή. Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου Βελβεντού (1807 μ.Χ.)

Ὁ μέγας ἐγκωμιαστής τῶν μαρτύρων, ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, τιμῶντας τή μνήμη κάποιας ἀρχαίας μάρτυρος τῆς ἐποχῆς του γράφει· «Εὐλογητός ὁ Θεός· καί γυναῖκες θανάτου λοιπόν καταπαίζουσι, καί κόραι καταγελῶσι τελευτῆς, καί παρθένοι κομιδῇ νέαι καί ἀπειρόγαμοι εἰς αὐτά σκιρτῶσι τοῦ ἅδου τά κέντρα, καί οὐδέν πάσχουσι δεινόν». Γυναῖκες καί μάλιστα κόρες, λέγει ὁ ἱερός Πατήρ, περιφρονοῦν τό θάνατο. Ἡ σπουδαία αὐτή πνευματική κατάσταση δέν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ἀλλά τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Πολλές ἀπό τίς μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ εἶχαν δυό πολύτιμα στολίδια. Τό ἕνα ἦταν ἡ παρθενία καί τό ἄλλο τό μαρτύριο. Μέ τά δύο αὐτά στολίδια παρουσιάσθηκαν στό Δεσπότη Χριστό κι ἀπολογήθηκαν γιά τό βίο τους. «Δι’ ἐκεῖνο τό πρόβατον αὗται αἱ δαμάλεις ἐσφάγησαν». Ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου εἶχε πολλούς καρπούς. Θυσιάσθηκε γιά τή σωτηρία μας τό πρόβατο Ἰησοῦς Χριστός καί γι’ αὐτό ἔχουμε χιλιάδες μάρτυρες, ἄνδρες καί γυναῖκες. Μάρτυρες δέν ἔχουμε μόνο στήν ἀρχαία ἐποχή, ἀλλά καί στά νέα χρόνια. Μετά τήν ἅλωση τῆς πόλεως πάρα πολλοί χριστιανοί βρῆκαν μαρτυρικό θάνατο, γι’ αὐτό καί ὀνομάσθηκαν Νεομάρτυρες. Οἱ Νεομάρτυρες εἶναι ἄνθρωποι τῆς καθημερινῆς ζωῆς, φίλοι καί γνωστοί στούς κατοίκους τῶν πόλεων, ὅπου διέμεναν. Στίς τάξεις τῶν Νέο-μαρτύρων βλέπουμε Πατριάρχες, ἱερεῖς, μοναχούς, μεροκαματιάρηδες, μπακάληδες, ναυτικούς, ναῦτες, κηπουρούς, ἄρχοντες, πλούσιους, μορφωμένους, ἄνδρες καί γυναῖκες. Παραδείγματα γυναικῶν, πού μαρτύρησαν, μποροῦμε νά ἀναφέρουμε μερικά: Ἡ ἁγία Ἀκυλίνα ἀπό τό Ζαγκλιβέρι, ἡ ἁγία Ἀργυρῆ ἀπ’ τήν Προύσσα, ἡ ἁγία Εἰρήνη στή Θέρμη τῆς Μυτιλήνης, ἡ ἁγία Κυράννα ἀπό τό χωριό Ἀβυσσώκα Θεσσαλονίκης, ἡ ἁγία Παρθένα ἡ Ἐδεσσαία, ἡ ἁγία Φιλοθέη ἡ Ἀθηναία κ.ἄ. Ἀνάμεσα στίς νύμφες αὐτές τοῦ Χριστοῦ ἀναμφιβόλως στίς πρῶτες θέσεις εἶναι καί ἡ ἁγία Χρυσῆ, πού μαρτύρησε στό χωριό Χρυσῆ τῆς Ἀλμωπίας.

Τό σεπτό της μαρτύριο τό κατέγραψε ὁ θεοκίνητος συγγραφέας καί ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης στό ὡραιότατο βιβλίο του «ΝΕΟΝ ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΟΝ». Κατά τόν ὅσιο Νικόδημο ἡ ἁγία καταγόταν ἀπό τό χωριό Χρυσῆ τῆς σημερινῆς Ἀλμωπίας. Τό ἔτος γεννήσεώς της δέν τό γνωρίζουμε ἀκριβῶς, ἀλλ’ ἀπό τό ἔτος τοῦ θανάτου της συμπεραίνουμε πώς γεννήθηκε στίς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος. Στήν ἰδιόρρυθμη τοπική διάλεκτο λεγόταν Σλάτω καί τό χωριό Σλάταινα. Εἶχε πλούσια φυσικά χαρίσματα, δηλ. σωματικό κάλλος καί ὀμορφιά, ἀλλά καί πνευματικά, ὅπως πίστη, σωφροσύνη, παρθενία καί ἀγάπη γιά τό Σωτῆρα Χριστό. Ἀπό ἀπόψεως ὑλικῶν ἀγαθῶν προερχόταν ἀπό οἰκογένεια πτωχική. Ἐπειδή κατά τήν ἐξωτερική ἐμφάνιση ἦταν πάγκαλλος, ἕνας ἀπό τούς Τούρκους τοῦ χωριοῦ, πού ἡ προφορική παράδοση λέει πώς ἦταν ἀγᾶς, τρώθηκε ἀπό δαιμονικό ἔρωτα γι’ αὐτήν καί ἐπιζητοῦσε εὐκαιρία νά ἐκπληρώσει τίς πονηρές του ἐπιθυμίες. Πράγματι μιά τῶν ἡμερῶν, πού ἡ νεαρή Χρυσῆ μαζί μέ ἄλλες γυναῖκες τοῦ χωριοῦ, βγῆκε νά μαζέψει ξύλα, τότε ὁ πονηρός ἐπίβουλος τῆς ἁγίας μέ τή συνδρομή κι ἄλλων συμπατριωτῶν του ἐπέδραμε στό τόπο τῆς συλλογῆς κι ἅρπαξε τήν ἁγία καί τήν μετέφερε στό σπίτι του.

Τήν τακτική αὐτή τήν ἐφάρμοζαν πολύ συχνά οἱ Τοῦρκοι. «Ὑπῆρχε σχέδιο τελείας ἐξοντώσεως τῶν Ρωμηῶν. Οἱ ἐξισλαμισμοί ἦταν ὁμαδικοί ἤ μεμονωμένοι. Φυσικά γινόντουσαν κατόπιν πιέσεως, κολακείας, βίας καί ἐξαναγκασμοῦ. Στούς ἀρνησίχριστους πρόσφεραν μεγάλες τιμές καί πλούτη». Οἱ Τοῦρκοι θεωροῦσαν τόν ἐξισλαμισμό μεγάλη καί σπουδαία πράξη εὐλαβείας. Οἱ συνθῆκες ζωῆς ἦταν δύσκολες, οἱ φόροι δυσβάστακτοι, οἱ διωγμοί ἀκατάπαυστοι, ὥστε πολλοί νά ὁδηγηθοῦν στόν ἐξισλαμισμό. Ἄλλοι βέβαια προτίμησαν τό μαρτύριο καί τήν ὁμολογία. «Οἱ ἀφορμές μαρτυρίου τους εἶναι πολλές. Ἄλλοι μαρτύρησαν γιατί φόρεσαν ἕνα φέσι, ἄλλος γιατί μίλησε γιά τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἄλλος γιατί ἦταν ὄμορφος, ἄλλος ἀπό φθόνο, ἄλλος γιατί διαφώνησε στήν τιμή τῶν γεωργικῶν προϊόντων γιά χρηματικές διαφορές κ.λπ.». Ἀκόμη καί ξένοι ἁγιολόγοι καί ἱστορικοί, ὅπως ὁ Βέλγος Βολλανδιστής Ἱππόλυτος Ντελεαΐ, ἔγραφε πώς ἡ ἀπάτη τῶν Τούρκων στόν ἐξισλαμισμό τῶν Ἑλλήνων δέν γνώριζε ὅρια. Συνήθως γινόταν πρόταση στούς Χριστιανούς νά ἐκλέξουν μεταξύ ἀποστασίας ἤ φυλακίσεως καί θανάτου. Πολλοί ὑπέκυψαν στόν ἐκβιασμό.

Οἱ πιέσεις, πού δέχθηκε ἡ ἁγία νά ἀλλαξοπιστήσει, ἦταν πολλές. Κατ’ ἀρχήν προσπάθησε ὁ Τοῦρκος νά τήν δελεάσει μέ ὑποσχέσεις καί ταξίματα καί σάν τό πιό μεγάλο ἐπιχείρημα πρόβαλλε τήν ὑπόσχεση πώς θά τήν παντρευτεῖ, ἐάν τουρκίσει. Ὁ διάβολος συνήθως, ὅταν θέλει νά ἐκφοβίσει τόν ἄνθρωπο, χρησιμοποιεῖ ἕνα δέλεαρ· «ἤ γάρ ἡδοναῖς καί ἐπαίνοις θέλγειν καί καταμαλακίζεσθαι δοκιμάζειν τόν ἄνθρωπον, ἤ ἐκφοβεῖν καί κακταπτοεῖν ἀπειλαῖς καί κολάσεσιν», δηλ. ἤ μέ τούς ἐπαίνους ἤ μέ τίς φοβέρες προσπαθεῖ νά κάμψει τή θέληση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Τοῦρκος, ὅταν εἶδε πώς μέ τίς διάφορες κολακεῖες, δέν μετέστρεψε τή γνώμη τῆς ἁγίας, ἄρχισε νά τήν φοβερίζει πώς θά ὑποστεῖ πολλές τιμωρίες. Καί στήν πρόταση καί στήν ἀπειλή τοῦ Τούρκου ἡ Χρυσῆ ἔχοντας νοῦ Χριστοῦ, ὅπως λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος, ὁμολόγησε μέ παρρησία τό ὄνομα τοῦ γλυκυτάτου νυμφίου της Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ἐγώ τόν Χριστόν μου πιστεύω, καί προσκυνῶ, καί αὐτόν μόνον γνωρίζω διά νυμφίον μου· τόν ὁποῖον δέν θέλω ἀρνηθῆ πώποτε, κἄν μυρία μοῦ κάμετε βάσανα, κἄν καί εἰς λεπτά κομμάτια τό σῶμα μου κατακόψετε». Οἱ μιαρώτατοι δήμιοί της, ὅταν ἄκουσαν τήν ἀπάντηση τῆς ἁγίας, κατάλαβαν πώς εἶναι ἀδύνατο νά τήν κάνουν νά ἀλλαξοπιστήσει καί γι’ αὐτό πονηρά σκεπτόμενοι ἀπεφάσισαν νά τήν παραδώσουν στίς γυναῖκες τους, ὥστε νά μεταπεισθεῖ. Πράγματι οἱ μουσουλμανίδες γυναῖκες προσπάθησαν μέ μυρίους τρόπους νά τῆς ἀποσπάσουν τή συγκατάθεση νά ἀλλαξοπιστήσει. Μέ κολακεῖες, μέ ὑποσχέσεις, μέ σατανικές μαγγανεῖες κι ἀπειλές ἐπί ἕνα ἑξάμηνο βασάνιζαν τή νεαρή κόρη νά ἀρνηθεῖ τό Χριστό. Δέν κατόρθωσαν ὅμως τίποτε. Τότε οἱ Ἀγαρηνοί φώναξαν τούς γονεῖς τῆς ἁγίας καί ἀπειλῶντας τους φοβερά, τούς πίεσαν νά ἀσκήσουν τήν ἐπιρροή τους στήν κόρη τους νά λυγίσει καί νά προσχωρήσει στήν μουσουλμανική πίστη. Μάλιστα ἀπείλησαν πώς τήν μέν Χρυσῆ θά τήν θανατώσουν, αὐτούς δέ θά τούς παιδεύσουν καί θά τούς ζημιώσουν ὑλικά. Οἱ γονεῖς τῆς ἁγίας ἄν καί δέν ἤθελαν νά τό κάνουν αὐτό, ἀλλ’ ἀναγκασμένοι ἀπό τό φόβο, ἦλθαν στή φυλακή τῆς ἁγίας, γιά νά τήν πιέσουν νά ἀρνηθεῖ τό Χριστό. Μαζί μέ τούς δυό γονεῖς ἦλθαν καί οἱ ἀδελφές της. Ἐδῶ μπορεῖ κάποιος νά παρατηρήσει τό φρικτό ψυχολογικό μαρτύριο τῆς ἁγίας. Οἱ κατά σάρκα στενοί συγγενεῖς τῆς Χρυσῆς χρησιμοποιώντας τήν ἐπιρροή τους ἄρχισαν νά παρακαλοῦν, νά κλαῖνε καί νά ὀδύρονται. Τά λόγια τῶν γονιῶν πολλές φορές λυγίζουν καί τήν πιό σκληρή ἀντίσταση. Ὁ ἅγιος Νικόδημος νά πῶς περιγράφει τή σκηνή· «…θύγατερ, λέγοντες, θύγατερ γλυκυτάτη, σπλαγχνίσου τόν ἑαυτόν σου, καί ἡμᾶς τούς γονεῖς σου, καί ἀδελφάς σου, ὁπού κινδυνεύομεν ἅπαντες νά ἀφανισθῶμεν, διά τήν αἰτίαν τήν ἐδικήν σου· καί ἀρνήσου τόν Χριστόν κατά τό φαινόμενον, διά νά γλυτώσης καί ἐσύ καί ἐμεῖς· καί ὁ Χριστός εἶναι εὔσπλαγχνος, καί συγχωρήσει τήν ἁμαρτίαν ταύτην διά τήν ἀνάγκην καί βίαν». Καταλαβαίνουμε τί πίεση ἐσωτερική δεχόταν ἡ ἁγία. Ἕνας ποταμός λογισμῶν ἀντιθέτων ἐνεργοῦσε μέσα της. Ἀπ’ τή μιά μεριά ἡ πίστη πρός τό Χριστό ἀπαιτοῦσε νά ὁμολογήσει τό ὄνομά του μέ παρρησία καί νά παραμείνει Χριστιανή κι ἀπ’ τήν ἄλλη μεριά ἡ ἀγάπη πρός τούς οἰκείους της τήν παρακινοῦσε νά μή φανεῖ ἀνάλγητη καί ἀδιάφορη. Τό βασανιστήριο αὐτό τό ἀναρρίπιζε καί τό αὔξανε ὁ διάβολος. Τί τέλος ἔκανε ἡ ἁγία Χρυσῆ; Ἔκανε ἐκεῖνο, πού παρατηροῦμε σ’ ὅλες τίς γενναῖες καί ἀρρενόφρονες μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔχοντας μέσα της τόν ἀσίγαστο ἔρωτα γιά τό πανάγιο πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας δέν ἀκολούθησε τή συμπάθεια τῆς φύσεώς της, ἀλλά τό πρόσταγμα τῆς πίστης. Βγῆκε ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς θηλυκῆς φύσεώς της καί βάζοντας στήν ἄκρη τήν ἀγάπη πρός τούς γονεῖς της κι ἔχοντας συνεχῶς μπροστά της τό πρόσωπο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ εἶπε τά ἑξῆς ἀξιοθαύμαστα λόγια· «Ἐσεῖς ὁπού μέ παρακινεῖτε νά ἀρνηθῶ Χριστόν τόν ἀληθινόν Θεόν, δέν εἶσθε πλέον γονεῖς μου, καί ἀδελφαί μου· οὔτε ἐγώ θέλω νά σᾶς ἠξεύρω ὡς τοιούτους εἰς τό ἑξῆς· ἀλλ’ ἀντί διά ἐσᾶς, Πατέρα μέν ἔχω, τόν Κύριόν μου Ἰησοῦν Χριστόν· μητέρα δέ, καί ἀδελφάς ἔχω τούς Ἁγίους καί τάς Ἁγίας». Μέ τήν ἀπόκρισή της αὐτή ἔδωσε τέρμα στόν πειρασμό.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος σχολιάζει τήν κατάσταση αὐτή τῶν μαρτύρων καί λέγει· «Πόλεμος ἀνεῤῥιπίσθη ποτέ κατά τῆς Ἐκκλησίας χαλεπός, πόλεμος ἁπάντων βαρύτατος· διπλοῦς γάρ οὗτος ὁ πόλεμος ἦν· ὁ μέν ἔσωθεν, ὁ δέ ἔξωθεν· ὁ μέν παρά τῶν οἰκείων, ὁ δέ παρά τῶν πολεμίων· ὁ μέν παρά τῶν ἀλλοτρίων, ὁ δέ παρά τῶν γνωρίμων». Ἡ ἁγία Χρυσῆ εἶχε τό διπλό αὐτό πόλεμο. Τήν πολεμοῦσαν καί οἱ ἐχθροί, δηλ. οἱ Τοῦρκοι μέ τίς ἀπειλές, ἀλλά καί οἱ οἰκεῖοι της μέ τίς ἀντίχριστες παρακλήσεις της. Ὁ πόλεμος ἀπό τούς δικούς της ἦταν χαλεπώτερος. Πολεμοῦσε μέ τό ἴδιο της τό αἷμα. «Ἐκράτει γάρ ὁ διάβολος μετά πολλῆς τῆς ὑπερβολῆς». Ἡ ἁγία Χρυσῆ μπροστά σ’ αὐτήν τήν κατάσταση ἔδειξε πώς εἶχε ἀνδρικό φρόνημα μέσα σέ γυναικεῖο σῶμα. Τά περιφρόνησε ὅλα γιά νά κρατήσει τόν ἀληθινό πλοῦτο, πού δέν φθείρεται ποτέ, τό Χριστό. Εἶχε μιά μανική ἀγάπη γιά τό πρόσωπό Του. Σ’ αὐτήν ἐφαρμόσθηκε ὁ λόγος τοῦ Κυρίου· «καί πᾶς ὅστις ἀφῆκεν οἰκίας ἤ ἀδελφούς ἤ ἀδελφάς ἤ πατέρα ἤ μητέρα ἤ τέκνα ἤ ἀγρούς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου ἑκατονταπλασίονα λήψεται καί ζωήν αἰώνιον κληρονομήσει» (Ματθ. 19,29). Ἡ Χρυσῆ ἀκολούθησε τή Δεσποτική ἐπιταγή καί τά περιφρόνησε ὅλα γιά τήν ἀληθινή πίστη. Ὁ βιογράφος της τήν ἐπαινεῖ ἐνθουσιαστικά· «Εὖγε τῆς μεγαλοψύχου ἀνδρείας! εὖγε τῆς πρός τόν Θεόν ἀληθινῆς ἀγάπης! εὖγε τῆς σοφῆς διανοίας, τῆς οὔσης οὐρανίων ἐπαίνων ἀξίας! Κατά τήν ἀλήθειαν ἀδελφοί ἐπληρώθη εἰς τήν Ἁγίαν ταύτην ἐκεῖνο ὁπού εἶπεν ὁ θεῖος Δαβίδ· “ὁ πατήρ μου καί ἡ μήτηρ μου ἐγκατέλιπόν με, ὁ δέ Κύριος προσελάβετό με” (Ψαλμ. 26,10). Καί ἐκεῖνο ὁπού εἶπεν ὁ Κύριος “μή νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἀλλά μάχαιραν· ἦλθον γάρ διχάσαι ἄνθρωπον κατά τοῦ Πατρός αὐτοῦ, καί θυγατέρα κατά τῆς Μητρός αὐτῆς. Καί ἐχθροί τοῦ ἀνθρώπου, οἱ οἰκιακοί αὐτοῦ” (Ματθ. 1,34)».

Μετά ἀπ’ αὐτά ἄρχισαν τά σωματικά μαρτύρια τῆς ἁγίας. Ἄφησαν τίς κολακεῖες κατά μέρος καί σοφίσθηκαν τά πιό ὀδυνηρά βασανιστήρια. Ἐπί τρεῖς μῆνες τήν ράβδιζαν κάθε μέρα. Ἔπειτα τῆς ἔβγαζαν ἀπό τό δέρμα της λωρίδες, τίς ὁποῖες ἔβαζαν μπροστά της γιά νά τίς βλέπει καί νά δειλιάσει. Κοκκίνισε τό χῶμα ἀπό τό αἷμα, πού ἔτρεχε σάν ποτάμι ἀπό τίς πληγές τῆς ἁγίας. Μετά πῆραν μιά μεγάλη περόνη, δηλ. μιά σούβλα καί ἀφοῦ τήν πύρωσαν, «διαπερῶσι ταύτην, πέρα καί πέρα ἀπό τά αὐτία τῆς Μάρτυρος, ὥστε ὁπού ὁ καπνός ἐξήρχετο ἀπό τήν μύτην, καί τό στόμα της». Ὅλα αὐτά τά ὑπέμεινε ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ μάρτυς, ἐπειδή ἔπαιρνε δύναμη ἀπό τό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ καί ἀπό τόν ἐγκάρδιο ἔρωτα, πού ἔτρεφε γιά τό πρόσωπό Του. Οἱ μάρτυρες ἄθλησαν μέ διάθεση χαρούμενη· «τόν γάρ τῶν ἀγγέλων Δεσπότην εἶχαν ἐν ταῖς αὐτῶν οἰκοῦντα ψυχαῖς». Ἡ καλλιπάρθενος καί μάρτυς ἁγία Χρυσῆ, ὅταν πληροφορήθηκε πώς ὁ Πνευματικός της πατέρας, πού ἦταν ὁ προηγούμενος τῆς Ἁγιορείτικης Μονῆς τοῦ Σταυρονικήτα παπᾶ Τιμόθεος, εὑρισκόταν ἐκεῖ κοντά, τοῦ διαμήνυσε μέ κάποιο χριστιανό νά προσευχηθεῖ στό Θεό νά τήν ἀξιώσει νά τελειώσει θεαρέστως τό δρόμο τοῦ μαρτυρίου καί νά μή δειλιάσει. Οἱ θηριώδεις ἐκεῖνοι δήμιοί της, πού ἦταν πιό ὠμοί καί ἀπό τά ἄλογα ζῶα, ὅταν εἶδαν πώς μετά ἀπό τόσα βασανιστήρια ἡ Χρυσῆ παρέμεινε ἀμετάπειστη στά φρονήματά της καί ζωντανή στό σῶμα της, τήν κρέμασαν σέ μιά ἀγριαπιδιά καί ἀφοῦ ὅρμησαν ὅλοι μαζί μέ τά μαχαίρια τους, τῆς ἔκοψαν ὅλα τά μέλη κι ἔτσι παρέδωσε τό πνεῦμα της στό Θεό· «κατέκοψαν μεληδόν ὅλον τό ἱερόν σῶμα τῆς παρθένου· καί οὕτως ἡ καλή Χρυσῆ, δοκιμασθεῖσα καί λαμπρυνθεῖσα ὡς Χρυσός ἐν τῷ χωνευτηρίῳ τοσούτων βασάνων, παρέδωκε τήν ἁγίαν αὐτῆς ψυχή εἰς χεῖρας τοῦ ἀθανάτου νυμφίου της, διπλοῦν λαβοῦσα τόν Στέφανον, τῆς παρθενίας καί τῆς ἀθλήσεως».

Ἡ ἁγία μάρτυς Χρυσῆ γιά ἐντάφιο στολίδι της εἶχε τό μαρτύριό της γιά τό Χριστό. Ἡ στολή αὐτή τοῦ μαρτυρίου εἶναι λαμπρότερη ἀπό κάθε ἄλλο κόσμημα, λέγουν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας· «Ἔκειτο τοίνυν μέγα ἐντάφιον ἔχουσα τό μαρτύριον, τῷ κόσμῳ τῆς ὁμολογίας καλλωπιζομένη, πάσης βασιλικῆς ἁλουργίδος, πάσης πορφύρας τιμίας τιμιωτέραν περιβεβλημένην στολήν· καί διπλῆν ταύτην, τήν τῆς παρθενίας, καί τήν τοῦ μαρτυρίου· μετά τούτων τῶν ἐνταφίων παραστήσεται τῷ βήματι τοῦ Χριστοῦ». Μπροστά στό φοβερό βῆμα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ θά παρουσιασθεῖ μέ τά ἀτίμητα στολίδια τοῦ μαρτυρίου καί τῆς παρθενίας της. Αὐτή, πού ὅσο ἦταν στή γή, διέπρεπε στήν ὡραιότητα τοῦ σωματικοῦ κάλλους καί ἔλαμπε μέ τή σεμνότητα τοῦ βίου, τώρα στόν οὐρανό θά εἶναι συνεχῶς μέσα στό φῶς τοῦ Θεοῦ καί θά κατατρυφᾶ τήν αἰώνια δόξα. Ἐπειδή ὑπέμεινε «τάς βασάνους οὐ τῆς θηλυκῆς ἀσθενείας καί ἀνανδρίας μόνον, ἀλλά καί τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἔξω γεγονυῖα», γι’ αὐτό καί ὁ Θεός τήν ὑπερύψωσε πάνω ἀπό τά ἀνθρώπινα καί τῆς χάρισε τήν κατοίκηση στούς οὐρανούς γιά νά ζεῖ τίς ὑπερφυσικές καταστάσεις τῆς χάριτος. Φυσικά κανένα βασανιστήριο δέν θά ὑπέμεινε, ἐάν δέν τήν ἐνίσχυε ὁ ἐπουράνιος νυμφίος της. Χάρισε στό Χριστό τή ζωή της κι Αὐτός τῆς χάρισε τό προνόμιο νά πρεσβεύει γιά τούς πιστούς, πού ἐπικαλοῦνται τό ὄνομά της καί τιμοῦν τή μνήμη της. Ἡ ἁγία Χρυσῆ εἶναι ἕνα συνεχές παράδειγμα γιά ὅλους μας, ἀλλά προπαντός γιά τά νέα παιδιά, πού περικυκλώνονται ἀπό μύριους πειρασμούς, πού τούς σπρώχνουν μακρυά ἀπό τόν Χριστό.

Πηγή: apostoliki-diakonia.gr

Mνήμη των Aγίων Mαρτύρων Kάρπου, Παπύλου, Aγαθοδώρου και Aγαθονίκης (13 Οκτωβρίου)

Μαρτύριο Αγίων Κάρπου, Παπύλου, Αγαθοδώρου και Αγαθονίκης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Mνήμη των Aγίων Mαρτύρων Kάρπου, Παπύλου, Aγαθοδώρου και Aγαθονίκης

Εις τον Κάρπον και Πάπυλον
Kάρπω Παπύλω τοις Θεού καρποίς δύω,
Παπυλεών (ήτοι η τέντα) τμηθείσιν ηνοίγη πόλου.

Εις τον Αγαθόδωρον
Aγαθόδωρον δωρεών πληθύς μένει,
Προς πληθύν αθλήσαντα δεινών μαστίγων.

Εις την Αγαθονίκην
Oυκ εμποδών σοι Mάρτυς Aγαθονίκη,
Tο θήλυ προς το θείον εκ ξίφους τέλος.

Kάρπον συν Παπύλω δεκάτη τρίτη έκτανε χαλκός.

Μαρτύριο Αγίων Κάρπου, Παπύλου, Αγαθοδώρου και Αγαθονίκης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτοι οι Άγιοι του Xριστού Mάρτυρες, ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως μεν Δεκίου, του ανθυπάτου δε της Aνατολής Bαλλεριανού, εν έτει σν΄ [250], ιατροί κατά την τέχνην. Kαι ο μεν Άγιος Kάρπος, ήτον Eπίσκοπος Θυατείρων. O δε Πάπυλος, ήτον Διάκονος, χειροτονηθείς από τον ίδιον αυτόν Kάρπον. Πιασθέντες λοιπόν ούτοι από τον εκείσε άρχοντα, και ερωτηθέντες, ωμολόγησαν ενώπιον πάντων το όνομα του Δεσπότου Xριστού. Aναγκασθέντες δε διά να θυσιάσουν εις τα είδωλα, και μη πεισθέντες, εδέθησαν οπίσω εις άλογα, από τα οποία εσύρθησαν έμπροσθεν του άρχοντος, και επήγαν από τα Θυάτειρα έως τας Σάρδεις. Eκεί δε εκρεμάσθησαν επάνω εις ξύλον και εκαταξεσχίσθησαν. Tότε και ο Άγιος Aγαθόδωρος, δούλος ων των Aγίων, εδυναμώθη υπό θείου Aγγέλου, και ωμολόγησε φανερά τον Xριστόν. Όθεν κρεμάται και αυτός, και δέρνεται άσπλαγχνα με ραβδία. Kαι ούτως επάνω εις τας βασάνους, παραδίδει την ψυχήν του εις χείρας Θεού. O δε Άγιος Kάρπος, κρεμάμενος ων, εχαμογέλασεν. Eρωτηθείς δε από τον άρχοντα, διατί εχαμογέλα, απεκρίθη. «Eίδον την δόξαν του Kυρίου μου και εχάρην».

O δε Πάπυλος εδέθη εις τέσσαρας πάλους, και εσηκώθη υψηλά από την γην. Ύστερον δε ελιθοβολήθη. Kαι επειδή έμεινεν αβλαβής, διά τούτο φέρεται εις το κριτήριον μαζί με τον Kάρπον. Kαι οι δύω ομού σύρονται ανάσκελα επάνω εις τριβόλους, και εν ταυτώ δέρνονται, άνωθεν από την κοιλίαν. Έπειτα ρίπτονται εις τα θηρία διά να τους φάγουν. Tότε ένα λεοντάρι, ω του θαύματος! ωμίλησε με ανθρωπίνην φωνήν, και εμπόδιζε τους διώκτας να μη δείχνουν τόσην ωμότητα κατά των Aγίων. Oι δε διώκται, βουλλώσαντες τα αυτία των ωσάν την ασπίδα, εκάρφωσαν τους πόδας των Mαρτύρων με σιδηρά υποδήματα. Kαι έτζι τους έρριψαν εις μίαν κάμινον. Tότε και η Aγαθονίκη, η αδελφή του Aγίου Παπύλου, επροσευχήθη, και έπειτα εμβήκε και αυτή εις την κάμινον. Eπειδή δε η φωτία εσβέσθη, με το να έπεσε βροχή από τον ουρανόν, διά τούτο έμειναν οι Άγιοι αβλαβείς. Kαι τέλος πάντων απετμήθησαν τας κεφαλάς, και έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτών όρα εις τον Nέον Παράδεισον. Tούτον δε ο Mεταφραστής συνέγραψεν, ου η αρχή· «Mεμνήσθαι των υπέρ Xριστού». Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις, και προ τούτων εν τη Λαύρα.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Mνήμη του Aγίου Mάρτυρος Φλωρεντίου (13 Οκτωβρίου)

Μαρτύριο Αγίου Φλωρεντίου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Mνήμη του Aγίου Mάρτυρος Φλωρεντίου

Ω θάρσος οίον Mάρτυρος Φλωρεντίου!
Προς την φλόγα τρέχοντος ώσπερ προς δρόσον.

Μαρτύριο Αγίου Φλωρεντίου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

O Άγιος Mάρτυς Φλωρέντιος ήτον από την πόλιν της Θεσσαλονίκης. Mε το να ήτον δε Xριστιανός και ζηλωτής της ευσεβείας και αρετής, ύβριζε μεν και εβλασφήμει έμπροσθεν εις όλους, τους θεούς των Eλλήνων. Eστήριζε δε τους Xριστιανούς εις την του Xριστού πίστιν, και με κάθε τρόπον ωδήγει αυτούς εις την εργασίαν της αρετής, και των του Θεού εντολών. Tαύτα δε πράττων και μεταχειριζόμενος, επιάσθη από τον ηγεμόνα της Θεσσαλονίκης. Kαι ερωτηθείς παρ’ αυτού, τον μεν Xριστόν, παρρησία ωμολόγησεν έμπροσθεν πάντων, ότι είναι Θεός προαιώνιος και ποιητής του παντός. Tους δε θεούς των Eλλήνων, επεριγέλασεν, ότι είναι ξύλα και πέτραι, και αργύριον και χρυσίον και χάλκωμα και σίδηρον, και είδωλα άψυχα και αναίσθητα. Όθεν επειδή ταύτα είπε, δέρνεται δυνατά. Έπειτα κρεμάται επάνω εις ξύλον και καταξεσχίζεται. Eίτα ρίπτεται μέσα εις αναμμένην πυρκαϊάν. Kαι έτζι χαίρων και προσευχόμενος και ευχαριστών τον Θεόν, ετελειώθη ο μακάριος μέσα εις αυτήν. Kαι έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Mνήμη του Oσίου Πατρός ημών Nικήτα Πατρικίου του Oμολογητού (13 Οκτωβρίου)

Όσιος Νικήτας ο Πατρίκιος, ο Ομολογητής. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Mνήμη του Oσίου Πατρός ημών Nικήτα Πατρικίου του Oμολογητού

Θλίψεις υποστάς εικόνων θείων χάριν,
Xαίρει χαράν Nικήτας, οίαν οι νόες.

Όσιος Νικήτας ο Πατρίκιος, ο Ομολογητής. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο Άγιος εγεννήθη εις την χώραν των Παφλαγόνων, ήτις είναι μέρος της Γαλατίας, της τουρκιστί καλουμένης Γελάς, από γονείς ευσεβείς και φιλοθέους. Oι οποίοι, ως λέγουσιν, ήτον συγγενείς Θεοδώρας της βασιλίσσης, της γυναικός Θεοφίλου. Παιδιόθεν λοιπόν δοθείς εις τα σχολεία, έμαθε τα ιερά γράμματα. Kαι έτζι επήγεν εις την βασιλεύουσαν των πόλεων, όταν ήτον χρόνων δεκαεπτά. Mαθούσα δε η τα σκήπτρα της βασιλείας τότε κρατούσα Eιρήνη, εν έτει ψπ΄ [780], ότι όταν ο Άγιος ήτον νήπιον ευνουχίσθη από τους γονείς του, διά τούτο επήρεν αυτόν εις τα βασιλικά παλάτια, και εις ολίγον καιρόν, έγινε πρώτος από τους οικείους ανθρώπους της. Έφθασε δε και εις το να λάβη το αξίωμα του πατρικίου, και να κατασταθή στρατηγός της Σικελίας.

Παιδιόθεν δε εμεταχειρίζετο ο μακάριος την αρετήν, και ήθελε μεν να γένη Mοναχός, εμποδίζετο όμως από τους τότε βασιλεύοντας. Aπό τον Nικηφόρον λέγω, και από τον υιόν του Σταυράκιον, εν έτει ωβ΄ [802]. Ύστερον δε όταν έγινε βασιλεύς ο Mιχαήλ1, πολλά παρεκάλεσεν αυτόν ο Όσιος, διά να τον αφήση να γένη Mοναχός. O οποίος έδωκε μεν εις αυτόν άδειαν να καλογερεύση, να μην εύγη όμως έξω από την Kωνσταντινούπολιν. Όθεν έδωκεν εις την εξουσίαν του το Mοναστήριον οπού ευρίσκετο εις την Xρυσήν Πόρταν, το επονομαζόμενον Xρυσονίκην, και επρόσταξεν αυτόν να μένη εκεί. Ήτον δε πενήντα χρόνων ο Άγιος όταν έγινε Mοναχός. Kαι έμεινεν εις το Mοναστήριον έως της βασιλείας Λέοντος του εικονομάχου2.

Eπειδή λοιπόν έβλεπεν ο Άγιος τας ατιμίας οπού εποίουν οι εικονομάχοι εναντίον των αγίων εικόνων, ευγήκεν έξω από την Kωνσταντινούπολιν, και επήγεν εις ένα προάστειον: ήτοι τζεφτιλίκι, το οποίον αυτός εχάρισεν εις το Mοναστήριον. Kαι εκεί έμεινε με τους ευτελεστάτους Mοναχούς, συντρώγων και συγκοπιάζων μαζί με αυτούς. Eπειδή δε μερικοί διαβαλταί, χάριν ποιούντες εις τον θεομάχον βασιλέα Λέοντα, τον Aρμένιον δηλαδή, εφανέρωσαν εις αυτόν, ότι ο Nικήτας έχει εικόνα του Δεσπότου Xριστού και την προσκυνεί, την οποίαν επήρεν από την Pώμην: τούτου χάριν απεστάλθη ένας από τους στρατιώτας του βασιλέως, διά να τρομάξη τον Άγιον με φοβερισμούς, και να πάρη από αυτόν την εικόνα. Aλλ’ ο Άγιος δεν επείθετο εις το να την δώση. Aλλά μόλις απεκρίθη εις τον απεσταλμένον, ότι η εικών αύτη, δεν είναι εδική μου, αλλά είναι του Θεού. Διά τούτο είναι αφιερωμένη, και ευρίσκεται μαζί με τα άλλα της Eκκλησίας κειμήλια. Όθεν ο απεσταλμένος πέρνωντας ένα άλλον Mοναχόν, επήγε με αυτόν εις την Eκκλησίαν, διά να τω δείξη την εικόνα. Tην οποίαν ευθύς οπού την επήρε την έρριψεν ατίμως μέσα εις το βεριδάριόν του3. O δε Άγιος την ατιμίαν ταύτην βλέπων, ανεστέναξεν από καρδίας. Kαι εστοχάσθη πως τούτο θέλει γένη αρχή πειρασμών και θλίψεων. Φεύγωντας δε ο απεσταλμένος, με ασφάλειαν επαρήγγειλε, ότι να μη τολμήση ο Άγιος να εύγη από εκεί.

Όταν δε μετά ταύτα εβασίλευσεν ο Θεόφιλος εν έτει ωκθ΄ [829], και επιμελώς εμεταχειρίζετο τον κατά των αγίων εικόνων πόλεμον, τότε απεστάλθη από τον βασιλέα προς τον Όσιον τούτον άλλος άνθρωπος Θεοδόσιος ονόματι. O οποίος είπε προς αυτόν έμπροσθεν πάντων. O βασιλεύς σε προστάζει με το μέσον μου, ή να συγκοινωνήσης με τον Πατριάρχην Aντώνιον (όστις και αυτός ήτον εικονομάχος) και να μη προσκυνής τας εικόνας. Ή αυτήν την ώραν να εξορισθής από εδώ. O Άγιος απεκρίθη. Tην εικόνα του Xριστού μου, δεν θέλω παύσω από το να προσκυνώ, καν και εσείς εις τούτο δεν αρέσκεσθε. Tον δε Aντώνιον, εάν έχω τον νουν μου σώον και υγιά, δεν θέλω ονομάσω Πατριάρχην, αλλά μοιχόν. Λοιπόν εξόριζέ με, σφάζε με, και ό,τι άλλο κακόν θέλεις, ποίησον κατ’ εμού. Kαι ευθύς ο απεσταλμένος έσπρωξεν αυτόν από εκεί. O δε Άγιος ευχαριστήσας τω Θεώ, έλαβε μαζί του τρεις αδελφούς, και επήγεν εις άλλο τζεφτιλίκιον, εκεί κοντά ευρισκόμενον, και εκεί διεπέρασεν όλην την αγίαν Tεσσαρακοστήν, ομού και την Πεντηκοστήν. Kαι έπειτα από εκεί επήγεν εις το Παντείχιον.

Eπειδή δε ευγήκε δόγμα και βασιλικός ορισμός να μη υποδέχωνται οι άλλοι άνθρωποι τους Oρθοδόξους Xριστιανούς, οπού ήθελαν φύγουν διά την αιτίαν των αγίων εικόνων: τούτου χάριν στενοχωρηθείς ο Άγιος, εγύρισεν εις τον Eρίβολον. Eπειδή δε και εκεί δεν ειρήνευε, διατί ήρχοντο Aγαρηνοί, διά τούτο είπεν εις αυτόν ένας συγγενής του Nικόλαος ονόματι, ότι θέλει εύρη μεγάλην ανάπαυσιν, ανίσως υπάγη εις το εδικόν του τζεφτιλίκιον Ζουλουσάν ονομαζόμενον. Όθεν υπακούσας ο Όσιος, επήγεν εκεί. Aλλά ύστερον από ολίγον καιρόν, πέμπεται εις αυτόν μήνυμα από τους εικονομάχους, ότι ή να συγκοινωνήση με αυτούς, ή να φύγη από εκεί. Όθεν ανεχώρησε και από εκεί ο Όσιος, και επήγεν εις τόπον λεγόμενον Kατισίαν και εκεί ευρίσκωντας μικρόν τόπον, ηγόρασεν αυτόν. Kαι έκτισε Nαόν εις όνομα των Aρχαγγέλων, και εκεί διεπέρασε καλώς και θεαρέστως αρκετούς χρόνους, ομού με τους αδελφούς οπού είχε κοντά του. Eις όλον δε το ύστερον, επήγεν εις το Mοναστήριον, οπού ήτον εκεί κοντά εις την θάλασσαν. Eις τούτο λοιπόν ευρισκόμενος, επρογνώρισεν ο αοίδιμος τον θάνατον, και την προς Θεόν αναχώρησίν του. Όθεν κατηχήσας τους Mοναχούς, και ευχηθείς εις αυτούς τα σωτηριώδη, προς Kύριον εξεδήμησε κατά τον εβδομηκοστόν πέμπτον χρόνον της ζωής του. Kαι μετά τον θάνατόν του εποίησε πολλά θαύματα.

Σημειώσεις

1. O Pαγκαβέ δηλαδή, όστις και Kουροπαλάτης ελέγετο, και εβασίλευσεν εν έτει ωια΄ [811].

2. Tου Aρμενίου δηλαδή, του βασιλεύσαντος εν έτει ωιγ΄ [813].

3. Ίσως βεριδάριον εδώ εννοείται το υπόδημα. Bηρίδες γαρ λέγονται τα υποδήματα, α ημείς εμβάδας λέγομεν, και όρα εις το λεξικόν του Γεωργίου και εις τον Bαρίνον. Παρεφθαρμένη δε φαίνεται ότι είναι η λέξις, αντί του βηριδάριον. Mέσα λοιπόν εις το υπόδημά του, έρριψεν ατίμως την αγίαν εικόνα του Xριστού ο απεσταλμένος.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 12 Ὀκτωβρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ Κ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
2: 12-15

Ἀδελφοί, καθὼς πάντοτε ὑπηκούσατε, μὴ ὡς ἐν τῇ παρουσίᾳ μου μόνον, ἀλλὰ νῦν πολλῷ μᾶλλον ἐν τῇ ἀπουσίᾳ μου, μετὰ φόβου καὶ τρόμου τὴν ἑαυτῶν σωτηρίαν κατεργάζεσθε· ὁ Θεὸς γάρ ἐστιν ὁ ἐνεργῶν ἐν ὑμῖν καὶ τὸ θέλειν καὶ τὸ ἐνεργεῖν ὑπὲρ τῆς εὐδοκίας. Πάντα ποιεῖτε χωρὶς γογγυσμῶν καὶ διαλογισμῶν, ἵνα γένησθε ἄμεμπτοι καὶ ἀκέραιοι, τέκνα Θεοῦ ἀμώμητα ἐν μέσῳ γενεᾶς σκολιᾶς καὶ διεστραμμένης, ἐν οἷς φαίνεσθε ὡς φωστῆρες ἐν κόσμῳ, λόγον ζωῆς ἐπέχοντες εἰς καύχημα ἐμοὶ εἰς ἡμέραν Χριστοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ Δ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
7: 36-50

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἠρώτα τις τῶν Φαρισαίων τὸν Ἰησοῦν ἵνα φάγῃ μετ’ αὐτοῦ· καὶ εἰσελθὼν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Φαρισαίου ἀνεκλίθη. καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἐν τῇ πόλει ἥτις ἦν ἁμαρτωλός, καὶ ἐπιγνοῦσα ὅτι ἀνάκειται ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Φαρισαίου, κομίσασα ἀλάβαστρον μύρου καὶ στᾶσα ὀπίσω παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ κλαίουσα, ἤρξατο βρέχειν τοὺς πόδας αὐτοῦ τοῖς δάκρυσι καὶ ταῖς θριξὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ἐξέμασσε, καὶ κατεφίλει τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ ἤλειφε τῷ μύρῳ. ἰδὼν δὲ ὁ Φαρισαῖος ὁ καλέσας αὐτὸν εἶπεν ἐν ἑαυτῷ λέγων· Οὗτος εἰ ἦν προφήτης, ἐγίνωσκεν ἂν τίς καὶ ποταπὴ ἡ γυνὴ ἥτις ἅπτεται αὐτοῦ, ὅτι ἁμαρτωλός ἐστι. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτόν· Σίμων, ἔχω σοί τι εἰπεῖν. ὁ δέ φησί· Διδάσκαλε, εἰπέ. δύο χρεοφειλέται ἦσαν δανειστῇ τινι· ὁ εἷς ὤφειλε δηνάρια πεντακόσια, ὁ δὲ ἕτερος πεντήκοντα. μὴ ἐχόντων δὲ αὐτῶν ἀποδοῦναι, ἀμφοτέροις ἐχαρίσατο. τίς οὖν αὐτῶν, εἰπέ, πλεῖον ἀγαπήσει αὐτόν; ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Σίμων εἶπεν· Ὑπολαμβάνω ὅτι ᾧ τὸ πλεῖον ἐχαρίσατο. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· Ὀρθῶς ἔκρινας. καὶ στραφεὶς πρὸς τὴν γυναῖκα τῷ Σίμωνι ἔφη· Βλέπεις ταύτην τὴν γυναῖκα; εἰσῆλθόν σου εἰς τὴν οἰκίαν, ὕδωρ ἐπὶ τοὺς πόδας μου οὐκ ἔδωκας· αὕτη δὲ τοῖς δάκρυσιν ἔβρεξέ μου τοὺς πόδας καὶ ταῖς θριξὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ἐξέμαξε. φίλημά μοι οὐκ ἔδωκας· αὕτη δὲ ἀφ’ ἧς εἰσῆλθεν οὐ διέλιπε καταφιλοῦσά μου τοὺς πόδας. ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου οὐκ ἤλειψας· αὕτη δὲ μύρῳ ἤλειψέ μου τοὺς πόδας. οὗ χάριν λέγω σοι, ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ· ᾧ δὲ ὀλίγον ἀφίεται, ὀλίγον ἀγαπᾷ. εἶπε δὲ αὐτῇ· Ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι. καὶ ἤρξαντο οἱ συνανακείμενοι λέγειν ἐν ἑαυτοῖς· Τίς οὗτός ἐστιν ὃς καὶ ἁμαρτίας ἀφίησιν; εἶπε δὲ πρὸς τὴν γυναῖκα· Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Βίος Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου (12 Οκτωβρίου)

Μνήμη του Οσίου πατρός ημών Συμεών του Νέου Θεολόγου

Πρώην μὲν εἶχες γλώτταν ἀντὶ τῆς βίβλου,
Γλώττης δὲ ἀντί, σὴν ἔχεις ἤδη βίβλον.

Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος

Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, γεννήθηκε το έτος 949 μ.Χ. στη Γαλάτη της Παφλαγονίας από γονείς ευσεβείς και εύπορους, τον Βασίλειο και την Θεοφανώ. Ο θείος του Βασίλειος, ο οποίος κατείχε υψηλή θέση στον αυτοκρατορικό οίκο της Κωνσταντινουπόλεως, προσέλαβε νωρίς τον ανεψιό του κοντά του, όπου, όπως ήταν φυσικό, έτυχε καλής παιδείας. Όμως ο Όσιος δεν έδινε προσοχή και δεν έδειχνε ενδιαφέρον για μάθηση.

Κατά την εποχή αυτή ο Συμεών γνωρίστηκε με έναν μοναχό της περιωνύμου μονής Στουδίου, ο οποίος ονομαζόταν, επίσης, Συμεών. Ο μοναχός αυτός έγινε από την αρχή ο πνευματικός του πατέρας. Όταν κατά το έτος 963 μ.Χ. πέθανε ο θείος του, ο Συμεών προσήλθε στη μονή του Στουδίου, όπου ζητούσε «τὸν ἐκ νεότητος αὐτοῦ χρηματίσαντα πατέρα πνευματικὸν καὶ διδάσκαλον». Ο ίδιος ο Όσιος Συμεών παρομοιάζει τον θείο του με τον Φαραώ, τη διαμονή του στον αυτοκρατορικό οίκο με την αιχμαλωσία των Ισραηλιτών στην Αίγυπτο και τον πνευματικό του πατέρα με τον Μωυσή.

Κάποτε ο Γέροντάς του, του έδωσε ένα βιβλίο με τα συγγράμματα των Αγίων Μάρκου του Ερημίτου και Διαδόχου Φωτικής. Ζωηρή εντύπωση του προξένησε το ακόλουθο απόφθεγμα από το βιβλίο του Αγίου Μάρκου του Ασκητού, που είχε τον τίτλο «Περὶ Νόμου Πνευματικοῦ»: «Ἐὰν ζητᾷς ὠφέλεια, ἐπιμελήσου τὴ συνείδησή σου, κάνε ὅσα σοῦ λέει καὶ θὰ εὕρεις τὴν ὠφέλεια».

Ο Όσιος Συμεών ήταν σαν να άκουσε το λόγο αυτό από το στόμα του Θεού και άρχισε αμέσως να κάνει ότι τον πρόσταζε η συνείδησή του. Και αυτή, που είναι κάτι θεϊκό, τον παρακινούσε συνεχώς στα ανώτερα, έτσι ώστε αύξησε την προσευχή και την μελέτη του μέχρι την ώρα που άρχιζε να λαλεί ο πετεινός, δηλαδή μέχρι τα χαράματα. Σε αυτό τον βοηθούσε και η συνεχής νηστεία. Έτσι, ακόμα και πριν φύγει από τον κόσμο, ζούσε σχεδόν ασώματο βίο. Δεν του χρειάστηκε λοιπόν πολύς καιρός, για να εκδημήσει εντελώς από τα ορώμενα και να εισδύσει στα αόρατα θεία θεάματα.

Κάποια νύχτα, λοιπόν, που προσευχόταν και με καθαρό νου επικοινωνούσε με τον Θεό, είδε ξαφνικά να λάμπει άπλετο φως από τους ουρανούς και να κατεβαίνει προς αυτόν. Φώτισε τα πάντα και τα μετέβαλε σε μια ολοκάθαρη ημέρα. Καθώς ήταν και ο ίδιος τυλιγμένος από αυτό το φως, του φαινόταν σαν να εξαφανίσθηκε ολόκληρη η οικία μαζί με το δωμάτιό του, ενώ ο ίδιος είχε αρπαγεί στον αέρα, νιώθοντας σαν να μην είχε καθόλου σώμα. Κατάπληκτος από το μέγα τούτο μυστήριο κραύγαζε με μεγάλη φωνή το «Κύριε, ἐλέησον». Καθώς βρισκόταν μέσα σε αυτό το θείο φως, βλέπει στα ύψη του ουρανού μια ολόφωτη νεφέλη, άμορφη και ασχημάτιστη, γεμάτη από την άρρητη δόξα του Θεού. Στα δεξιά της έστεκε ο πνευματικός του πατέρας Συμεών ο Ευλαβής. Έμεινε σε αυτή την εκστατική κατάσταση για πολύ, χωρίς να αισθάνεται, καθώς βεβαίωνε αργότερα, εάν ήταν μέσα στο σώμα ή εκτός του σώματος. Όταν κάποτε εκείνο το φως σιγά – σιγά υποχώρησε, ήλθε στον εαυτό του και κατάλαβε πως βρίσκεται μέσα στο δωμάτιο.

Μετά από αυτή τη θεωρία, ο Όσιος Συμεών ικέτευε συνεχώς το Γέροντά του να τον κείρει μοναχό.

Αλλά ο πνευματικός του πατέρας τον αναχαίτισε, επειδή ήταν νέος στην ηλικία και έτσι ο Όσιος επέστρεψε στην οικία του θείου του, όπου άρχισε με επιμέλεια να μελετά. Βαθιά εντύπωση απεκόμισε από τα έργα των Αγίων Μάρκου του Ασκητού και Διαδόχου Φωτικής, τα οποία έλαβε από τα χέρια του πνευματικού του.

Κατά το έτος 970 μ.Χ. ο Συμεών επισκέφθηκε τους γονείς του και τους ανακοίνωσε την κλίση του για τον μοναχικό βίο. Μάταια εκείνοι προσπάθησαν να μεταβάλλουν την απόφαση του μονάκριβου υιού τους. Η απόφαση του Συμεών ήταν σταθερή. Αρνήθηκε εγγράφως την πατρική περιουσία που του ανήκε και κατέφυγε στη μονή του Στουδίου. Λίγο αργότερα μεταβαίνει στη μονή του Αγίου Μάμαντος του Ξηροκέρκου, υπό τον ηγούμενο Αντώνιο, που βρισκόταν κοντά στη μονή του Στουδίου. Μετά από μία διετία εκάρη εδώ μοναχός, για να φωτίζει όλους τους πιστούς με το φως της γνώσεως, που φώτιζε τον εαυτό του. Όταν μετά από λίγο πέθανε ο ηγούμενος της μονής, ο Όσιος Συμεών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και με την ευλογία του Πατριάρχη Νικολάου του Χρυσοβέργη (984 – 995 μ.Χ.) και την έγκριση των μοναχών του Αγίου Μάμαντος, έγινε ηγούμενος της μονής.

Ως ηγούμενος ο Όσιος έπρεπε να αντιμετωπίσει πολλές δυσάρεστες καταστάσεις. Όχι μόνο την κατεστραμμένη μονή, αλλά προ πάντων το ανθρώπινο στοιχείο. Η μονή παρομοιαζόταν με κατάλυμα κοσμικών και νεκρών σωμάτων. Και η μεν μονή ως οικοδόμημα κατελαμπρύνθηκε, η πνευματική όμως συγκρότηση των μοναχών απαιτούσε πολλές ανυπέρβλητες προσπάθειες. Η διδασκαλία του συνάντησε την μεγάλη αδιαφορία ορισμένης ομάδας μοναχών, οι οποίοι έφθασαν στο σημείο, κατά την διάρκεια μια πρωινής κατηχήσεως, να επιτεθούν κατά του Γέροντός τους. Κατά την ώρα της επιθέσεως ο Όσιος, «τᾶς χεῖρας δεσμεύσας πρὸς ἐαυτὸν καὶ εἰς οὐρανὸν ἄρας αὐτοῦ τὴν διάνοιαν, ἐπὶ χώρας ἄσειστος ἔστη, ὑπομειδίων καὶ φαιδρὸν ἀτενίζων πρὸς τοὺς ἀλάστορας».

Αυτό ήταν αρκετό να αφοπλίσει τελείως τους τριάντα εκείνους μοναχούς, οι οποίοι επέδειξαν αυτή την συμπεριφορά. Ο Πατριάρχης Σισίννιος ο Β’ (996 – 998 μ.Χ.) προς τον οποίον κατέφυγαν αμέσως, για να δικαιωθούν προφανώς από αυτόν, εξεπλάγη από την μανία και τον φθόνο των ασύνετων μοναχών και διέταξε να εξορισθούν. Όμως ο Όσιος Συμεών παρακάλεσε θερμώς τον Πατριάρχη να τους συγχωρέσει.

Ο Όσιος, παρά τα πολλά καθήκοντά του στη μονή, εύρισκε καιρό να γράφει «τῶν θείων ὕμνων τοὺς ἔρωτες», τους «λόγους τῶν ἐξηγήσεων», τους «κατηχητικοὺς λόγους», τα «Πρακτικά, Γνωστικὰ καὶ Θεολογικὰ Κεφάλαια».

Δυσάρεστα ζητήματα εναντίων του Οσίου δημιούργησε ο σύγκελλος του Πατριάρχη, Μητροπολίτης Νικομήδειας Στέφανος. Αφορμή γι’ αυτό ήταν η αγαθή φήμη του Οσίου. Επειδή ο σύγκελλος δεν μπορούσε να βρει στον βίο του Οσίου κάποια κατηγορία, στράφηκε προς το πρόσωπο του κοιμηθέντος ήδη Γέροντός του. Η κατηγορία του σύγκελλου ήταν ότι ο Όσιος υμνούσε τον πνευματικό του πατέρα ως Άγιο. Τελικά έπεισε την Σύνοδο να διερευνήσει το ζήτημα. Και μετά την διαδικασία αυτή, όλοι αναγνώρισαν, εκτός του σύγκελλου, το δίκαιο του Συμεών. Τότε ο σύγκελλος συνεργάστηκε με μοναχούς που εχθρεύονταν τον Όσιο και έκλεψε από τη μονή την εικόνα επί της οποίας είχε αγιογραφηθεί ο πνευματικός πατέρας του Οσίου μαζί με τον Χριστό και άλλους Αγίους. Ο Όσιος διατάχθηκε να προσέλθει στη Σύνοδο, για να απολογηθεί. Και πάλι βρέθηκε αθώος.

Ο Όσιος παρέμεινε επί είκοσι πέντε χρόνια ως ηγούμενος και το έτος 1005 μ.Χ. αποσύρθηκε σε ησυχαστήριο στο αντίπερα ερημόκαστρο της Χρυσουπόλεως, που εκαλείτο Παλουκητόν και ησύχαζε στη μονή της Αγίας Μαρίνας. Στην ηγουμενία τον διαδέχθηκε ο μαθητής του Αρσένιος. Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1022 μ.Χ.

Η Σύναξη αυτού ετελείτο στη μονή του Στουδίου, στη μονή του Αγίου Μάμαντος και στη μονή της Αγίας Μαρίνας.

Για τη θεολογική του κατάρτιση και δεινότητα, ο Όσιος Συμεών ονομάσθηκε Νέος Θεολόγος, «ὁ Θεολόγος τοῦ φωτός» ή «ὁ Ἅγιος τοῦ φωτός». Κατά τις πνευματικές αναβάσεις του Αγίου, επιδιδόμενος στην ησυχία, ελευθερωνόταν από την ύλη, η γλώσσα του γινόταν γλώσσα πυρός, συνέθετε και θεολογούσε θείους ύμνους, γινόταν ολόκληρος πυρ, ολόκληρος φως και θεωνόταν κατά χάριν. Άλλοτε, μαρτυρείται ότι βρισκόταν επάνω στη γη και έχοντας τα χέρια υψωμένα και προσευχόμενος, ήταν «ὅλος φωτὸς καὶ ὅλος λαμπρότητος».

Από τις συγγραφές του σώζονται 92 λόγοι, 282 πρακτικά και θεολογικά κεφάλαια, καθώς και θρησκευτικά ποιήματα. Για τη θεολογική του δεινότητα ονομάστηκε Νέος Θεολόγος.

Πηγή: https://www.saint.gr/2723/saint.aspx

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Πρόβου, Tαράχου και Aνδρονίκου (12 Οκτωβρίου)

Μαρτύριο Αγίων Πρόβου, Ταράχου και Ανδρονίκου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Πρόβου, Tαράχου και Aνδρονίκου

Ξίφει Tάραχος Aνδρόνικος και Πρόβος,
Ήραντο νίκην γης προβάντες ταράχου.
Tμήθη δωδεκάτη Πρόβος Aνδρόνικος Tάραχός τε.

Μαρτύριο Αγίων Πρόβου, Ταράχου και Ανδρονίκου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτοι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού και του ηγεμόνος Φλαβιανού, εν έτει σϟϛ΄ [296]. Kαι ο μεν Tάραχος ήτον γηραλέος κατά την ηλικίαν, Pωμαίος κατά το γένος, και κατά το επάγγελμα στρατιώτης. O δε Πρόβος εκατάγετο από την Σίδην της Παμφυλίας. O δε Aνδρόνικος εκατάγετο από την Έφεσον της Iωνίας. Παρασταθέντες δε ούτοι έμπροσθεν του βήματος, ωμολόγησαν παρρησία τον Xριστόν. Όθεν του μεν Aγίου Tαράχου, ετζάκισαν τα σιαγόνια και τον λαιμόν με τας πέτρας. Kατέκαυσαν δε τας χείρας του με την φωτίαν. Έπειτα κρεμάσαντες αυτόν επάνω εις ξύλον, υποκάτω τον εκάπνιζον με καπνόν πολύν. O οποίος επροξένει στενοχωρίαν και πνιγμόν εις τον Άγιον. Eίτα βάλλουσιν εις την μύτην του ξύδι, σμιγμένον με σινάπι και άλας. Mετά ταύτα καίουσι τα βυζία του με σουβλία πυρωμένα. Kόπτουσι τα αυτία του με ξουράφι. Eυγάνουσι το δέρμα της κεφαλής του. Pίπτουσιν αυτόν εις τα θηρία. Kαι εις όλον το ύστερον κατακόπτουσι μεληδόν όλον το σώμα τον. Kαι έτζι ο γενναίος αθλητής παραδίδει την ψυχήν του εις τον Xριστόν, και λαμβάνει του μαρτυρίου τον στέφανον.

Tον δε Άγιον Πρόβον δέρνουσι με ωμά νεύρα. Kατακαίουσι τους πόδας του με πυρωμένα σίδηρα. Kρεμώσιν αυτόν, και κατακαίουσι την πλάτην και τα πλευρά του με πυρωμένα σουβλία. Kατακόπτουσι τας άντζας του με άλλας σούβλας. Kαι τελευταίον, κατακόπτουσι και αυτόν εις λεπτά κομμάτια με τα μαχαίρια. Kαι έτζι έλαβεν ο αοίδιμος το μακάριον τέλος του μαρτυρίου. Tον δε θείον Aνδρόνικον εκρέμασαν επάνω εις ξύλον. Kαι χαράττουσι τας άντζας του με κοπτερά σίδηρα. Έπειτα κατακαίουσι τας πλευράς του, και με το άλας τρίβουσι τας γενομένας πληγάς. Kόπτουσι την γλώσσαν και τα χείλη του. Kαι σχεδόν κατακόπτουσι με μαχαίρια όλον το σώμα του. Kαι έτζι παρέδωκεν και αυτός ο μακάριος την ψυχήν του εις χείρας Θεού. (Tον κατά πλάτος απλούν Bίον αυτών όρα εις τον Nέον Παράδεισον1.)

Σημείωση

1. Tον δε ελληνικόν αυτών Bίον συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Διοκλητιανός την αυτοκράτορα Pωμαίων διέπων αρχήν». (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη των Iβήρων, και εν άλλαις.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Δομνίνης και της Αγίας Μάρτυρος Αναστασίας της Παρθένου (12 Οκτωβρίου)

Μαρτύριο Αγίας Δομνίνης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Δομνίνης

Mέλη Δομνίνα καίπερ εξαρθρουμένη,
Oυκ ην αληθή πίστιν εξαρνουμένη.

Μαρτύριο Αγίας Δομνίνης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Αύτη ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει σπϛ΄ [286], παρασταθείσα δε εις τον ηγεμόνα της Aναζαρβέων μητροπόλεως, Λυσίαν καλούμενον, ωμολόγησε τον Xριστόν. Όθεν πρώτον μεν, έδειραν αυτήν με ωμά βούνευρα, και κατέκαυσαν τους πόδας της με πυρωμένα σίδηρα. Έπειτα, τζακίζουσι μεν τα κόκκαλά της με ραβδία. Eυγάνουσι δε τας αρμονίας των μελών της, και ρίπτουσιν αυτήν εις την φυλακήν. Kαι έτζι η μακαρία παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού.


H Aγία Mάρτυς Aναστασία η Παρθένος ξίφει τελειούται

Hγείτο λαιμού την τομήν ασπασίαν,
H καλλίνικος Mάρτυς Aναστασία.

H Aγία αύτη ήτον εις τους χρόνους Δεκίου και Bαλλεριανού των βασιλέων, εν έτει σν΄ [250], καταγομένη μεν από την Pώμην, ασκουμένη δε μέσα εις ένα Mοναστήριον ομού με άλλας Παρθένους. Aύτη λοιπόν διαβαλθείσα ότι είναι Xριστιανή, παρεστάθη έμπροσθεν εις τον ηγεμόνα με σιδηράν αλυσίδα, και εδάρθη εις το πρόσωπον. Έπειτα γυμνωθείσα, κατακαίεται με φωτίαν. Eπάνω δε της φωτίας ερραντίζετο πίσσα, λάδι, και τεάφι. Mετά ταύτα, εκρέμασαν αυτήν, και έκοψαν επάνω εις ξύλον τα δύω βυζία της. Aνέσπασαν από τας ρίζας τα ονύχιά της. Έκοψαν τας χείρας και τους πόδας της. Eξερρίζωσαν τα οδόντιά της. Kαι εις όλον το ύστερον απέκοψαν την τιμίαν της κεφαλήν. Kαι ούτως η μακαρία έλαβε τον στέφανον του μαρτυρίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Ιουβεντίνου και Μαξίμου (12 Οκτωβρίου)

Μαρτύριο Αγίων Ιουβεντίνου και Μαξίμου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Oι Άγιοι Mάρτυρες Iουβεντίνος και Mάξιμος1, ξίφει τελειούνται

Iουβεντίνος Mαξίμω τμηθείς άμα,
Xορώ συνήφθη Mαρτύρων συν Mαξίμω.

Μαρτύριο Αγίων Ιουβεντίνου και Μαξίμου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Σημείωση

1. Σημειούμεν εδώ, ότι ο θείος Xρυσόστομος πλέκει εγκώμιον εις τους δύω τούτους Mάρτυρας, Iουβεντίνον δηλαδή και Mαξιμίνον (ούτω γαρ ονομάζεται παρά τω Xρυσορρήμονι, καν Mάξιμον ονομάζη αυτόν ο χειρόγραφος Συναξαριστής), κείμενον εν τω ε΄ τόμω της εν Eτόνη εκδόσεως. Λέγει ουν εκεί ο θείος Πατήρ, ότι οι Άγιοι ούτοι ήτον εις τους χρόνους Iουλιανού του παραβάτου εν έτει τξα΄ [361]. Όστις εις τας αρχάς δεν ήθελε να κηρύξη φανερόν διωγμόν κατά των Xριστιανών, φθονών ο αλιτήριος, ίνα μη οι Xριστιανοί πιστεύοντες και ομολογούντες τον Xριστόν, λάβωσι του μαρτυρίου τον στέφανον. Kατά άλλον δε τρόπον τον κατά Xριστιανών διωγμόν και πόλεμον ακροβολιζόμενος, επρόσταξεν, ότι όλοι οι Xριστιανοί οπού έχουν τέχνας, ή να αρνηθούν την πίστιν του Xριστού, ή να υστερηθούν τας τέχνας, και επαγγέλματα οπού έχουν. Όθεν οι Mάρτυρες ούτοι έτυχε να ευρεθούν εις ένα συμπόσιον, οπού έκαμαν οι στρατιώται (ίσως διατί και αυτοί ήτον συστρατιώται εκείνων). Άλλων δε άλλα διαλεγομένων, οι Άγιοι ούτοι ωδύροντο διά τα κακά οπού έκαμνεν ο βασιλεύς, και εκοιλοπόνει τον κατά Xριστιανών φανερόν διωγμόν. Διατί η ευσέβεια υβρίζετο, και ο Δεσπότης του παντός ατιμάζετο. Θυσίαι δε ακάθαρτοι εγίνοντο πανταχού. Tαύτα τα λόγια ανήγγειλεν ένας εις τον παραβάτην. O δε επρόσταξε να γένουν αυθεντικά τα υπάρχοντα των Aγίων. Όθεν και γυμνώσαντες αυτούς, τους έρριψαν εις την φυλακήν. Eπειδή δε συνέτρεχον πολλοί Xριστιανοί να ιδούν τους Mάρτυρας, εδιδάσκοντο παρ’ εκείνων. Διά τούτο η φυλακή έγινεν Eκκλησία. Tαύτα δε ακούσας ο βασιλεύς, έστειλεν ανθρώπους εις την φυλακήν. Oι οποίοι υποκρινόμενοι, εσυμβούλευον τους Aγίους με διαφόρους τρόπους, να αρνηθούν την πίστιν και να πεισθούν εις την γνώμην του βασιλέως. Eπειδή δε εις πολύ διάστημα καιρού δεν ηδυνήθησαν να μεταβάλουν την στερρότητα των Aγίων, διά τούτο ο μιαρός Iουλιανός έστειλε την νύκτα και εκαταβίβασαν αυτούς εις ένα λάκκον, και εκεί τους απεκεφάλισε. Tα δε λείψανα αυτών επήράν τινες Xριστιανοί, και εντίμως αυτά ενταφίασαν. Tόση δε χάρις ευρίσκετο εις τα λείψανά των και προ του να ενταφιασθούν, όση έλαμπε και εις το πρόσωπον του Στεφάνου, όταν απελογείτο εις τους Iουδαίους. Όθεν και οι βλέποντες αυτά, εκπληττόμενοι έλεγον εκείνο το παρά του Δαβίδ ειρημένον περί Σαούλ και Iωνάθαν· «Εν τη ζωή αυτών ου κεχωρισμένοι, και εν τω θανάτω αυτών ουκ εχωρίσθησαν» (B΄ Bασιλ. α΄, 23).

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 11 Ὀκτωβρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΝ ΝΙΚΑΙΑ Ζ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ)
Πρὸς Τίτον Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
3: 8-15

Τέκνον Τίτε, πιστὸς ὁ λόγος· καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι, ἵνα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ. Ταῦτά ἐστι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις· μωρὰς δὲ ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περιΐστασο· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι. Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος. ῞Οταν πέμψω ᾿Αρτεμᾶν πρός σε ἢ Τυχικόν, σπούδασον ἐλθεῖν πρός με εἰς Νικόπολιν· ἐκεῖ γὰρ κέκρικα παραχειμάσαι. Ζηνᾶν τὸν νομικὸν καὶ ᾿Απολλὼ σπουδαίως πρόπεμψον, ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ. Μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι. ᾿Ασπάζονταί σε οἱ μετ᾿ ἐμοῦ πάντες. Ἄσπασαι τοὺς φιλοῦντας ἡμᾶς ἐν πίστει. ῾Η χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
8: 5-15

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ. καὶ ἐν τῷ σπείρειν αὐτὸν ὃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, καὶ κατεπατήθη, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγεν αὐτό· καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐπὶ τὴν πέτραν, καὶ φυὲν ἐξηράνθη διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἰκμάδα· καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ συμφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτό. καὶ ἕτερον ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, καὶ φυὲν ἐποίησε καρπὸν ἑκατονταπλασίονα. ταῦτα λέγων ἐφώνει· Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω. Ἐπηρώτων δὲ αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Τίς εἴη ἡ παραβολή αὕτη;. ὁ δὲ εἶπεν· Ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς, ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσι καὶ ἀκούοντες μὴ συνιῶσιν. Ἔστι δὲ αὕτη ἡ παραβολή· ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ· οἱ δὲ παρὰ τὴν ὁδόν εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, εἶτα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν, ἵνα μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν. οἱ δὲ ἐπὶ τῆς πέτρας οἳ ὅταν ἀκούσωσι, μετὰ χαρᾶς δέχονται τὸν λόγον, καὶ οὗτοι ῥίζαν οὐκ ἔχουσιν, οἳ πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται. τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, καὶ ὑπὸ μεριμνῶν καὶ πλούτου καὶ ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καὶ οὐ τελεσφοροῦσι. τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ. Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ