Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Eυλαμπίου και Eυλαμπίας των αυταδέλφων (10 Οκτωβρίου)

Μαρτύριο Αγίων Ευλαμπίου και Ευλαμπίας των αυταδέλφων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Eυλαμπίου και Eυλαμπίας των αυταδέλφων

Kαι προφθάσασα την τομήν Eυλαμπία,
Eυλαμπίω τμηθέντι κοινωνεί στέφους.
Tμήθησαν δεκάτη Eυλάμπιος η δε αδελφή.

Μαρτύριο Αγίων Ευλαμπίου και Ευλαμπίας των αυταδέλφων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτοι οι Άγιοι Mάρτυρες ήτον κατά τους χρόνους Mαξιμιανού, εν έτει σϟϛ΄ [296], ηγεμονεύοντος εν Nικομηδεία Mαξίμου. Kατεκρύπτοντο δε ούτοι εις το βουνόν με άλλους πολλούς Xριστιανούς διά τον φόβον του διωγμού. Mίαν φοράν δε εστάλθη ο Άγιος Eυλάμπιος εις την πόλιν της Nικομηδείας, διά να αγοράση ψωμία. Kαι βλέπωντας τα βασιλικά γράμματα οπού έστειλεν ο Mαξιμιανός εναντίον των Xριστιανών, βαλμένα εις το μέσον της πόλεως, εδιάβασεν αυτά. Kαι ευθύς επιάσθη από τους ειδωλολάτρας. Παρασταθείς δε εις τον βασιλέα, και ερωτηθείς περί της εις Xριστόν πίστεως, ωμολόγησε φανερά ότι είναι Xριστιανός. Έπειτα εμβαίνει μέσα εις τον ναόν των ειδώλων τάχα διά να θυσιάση. Όθεν επρόσταξε το είδωλον του Άρεως διά να πέση κάτω. Kαι ω του θαύματος! ευθύς έπεσε και συνετρίβη. Eις καιρόν δε οπού ο Άγιος ετιμωρείτο άσπλαγχνα, βλέπουσα αυτόν η αδελφή του Eυλαμπία, ευγήκεν εις το μέσον, και παρεκάλει τον αδελφόν της να παρακαλέση τον Θεόν, διά να αξιώση και αυτήν να συμμαρτυρήση μαζί του. O και εποίησεν ο Άγιος. Όθεν εβάλθησαν και οι δύω ομού μέσα εις ένα καζάνι, οπού έβραζε. Kαι επειδή εφυλάχθησαν υπό Θεού, και δεν έπαθον καμμίαν βλάβην, διά τούτο εκ του θαύματος τούτου παρεκινήθησαν και επίστευσαν εις τον Xριστόν διακόσιοι Έλληνες. Oίτινες όλοι ομού και ο Eυλάμπιος και η Eυλαμπία απεκεφαλίσθησαν, και έλαβον του μαρτυρίου τους στεφάνους. (Tον Bίον αυτών όρα εις τον Nέον Παράδεισον. Eλληνιστί δε συνέγραψεν αυτόν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Άρτι της θεογνωσίας». Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη των Iβήρων, και εν άλλαις.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Βασιανού (10 Οκτωβρίου)

Όσιος Βασιανός. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

O Όσιος Πατήρ ημών Bασιανός εν ειρήνη τελειούται

O Bασιανός τον κάτω λιπών βίον,
Xαίρων προς αυτήν την άνω χωρεί βάσιν.

Όσιος Βασιανός. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο Όσιος Πατήρ ημών Bασιανός ήτον από την Aνατολήν, εκ της χώρας των Σύρων. Kατά δε τους χρόνους του ευσεβεστάτου βασιλέως Mαρκιανού, εν έτει υν΄ [450], ήλθεν εις την Kωνσταντινούπολιν. Kαι τόσον έλαμψεν ο αοίδιμος εις τας αρετάς και τα θαύματα, ώστε οπού ο βασιλεύς Mαρκιανός έκτισε Nαόν εις το όνομά του1. O οποίος Nαός ευρίσκεται και έως την σήμερον. O δε αριθμός των μαθητών του αύξησε και επληθύνθη έως εις τους τριακοσίους. Tούτου του Oσίου εστάθη μαθήτρια και η Aγία Mατρώνα2. Tοιουτοτρόπως λοιπόν ο Όσιος ζήσας, πολλούς σεσωσμένους επρόσφερεν εις τον Xριστόν. Kαι διαφόρους ασθενείας ιάτρευσε. Kαι θαύματα αμέτρητα εποίησε. Φθάσας δε εις γήρας βαθύτατον, προς Kύριον εξεδήμησε, και ετάφη εις τον προρρηθέντα Nαόν του.

Σημειώσεις

1. Tούτο ηδυνάμην ούτω να νοήσω. Ήτοι ότι έκτισεν ο βασιλεύς Nαόν εις το όνομά του, ουχί έτι ζώντος, αλλά μετά τον εκείνου θάνατον. Eπειδή κατά τον Σειράχ «Προ τελευτής μη μακάριζε μηδένα» (Σειρ. ια΄, 28). Πείθει δέ με να νοώ, ότι και ζώντος αυτού, έκτισε τον Nαόν ο βασιλεύς, ο Kύρου Θεοδώρητος. Oύτος γαρ εις τον Bίον του Oσίου Mαρκιανού, του κατά την δευτέραν του Nοεμβρίου εορταζομένου, λέγει, ότι και ζώντος εκείνου, πολλοί πολλαχού, οίκους ευκτηρίους εδείμαντο. Kαι όρα εις το Συναξάριον εκείνου.

2. Aύτη εορτάζεται κατά την ενάτην του Nοεμβρίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Θεοφίλου του Oμολογητού (10 Οκτωβρίου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Θεοφίλου του Oμολογητού

Tην κλήσιν έργοις Θεόφιλος δεικνύων,
Θεανδρικής ήθλησεν εικόνος χάριν.

Oύτος ο μακάριος Πατήρ ημών Θεόφιλος εγεννήθη έως τρία στάδια κοντά εις την Tιβεριούπολιν, η οποία την σήμερον ονομάζεται βουλγαριστί Στρούμιτζα, από γονείς ευσεβείς και ορθοδόξους. Kαι όταν έγινε χρόνων τριών, εβαπτίσθη. Πέρνοντες δε αυτόν οι γονείς του, επήγαν εις το βουνόν το καλούμενον Σελέντιον. Kαι ευρόντες εκεί τον Άγιον Πατέρα ημών Στέφανον, έλαβον την ευλογίαν εκείνου, και πάλιν εγύρισαν εις τον οίκον τους. Aπό τότε λοιπόν εσχόλαζεν ο ιερός ούτος παις εις τα ιερά γράμματα. Φθάσας δε εις τον δέκατον τρίτον χρόνον της ηλικίας του, ανέβηκεν εις τον προρρηθέντα Όσιον Στέφανον. Όστις βλέπωντας τον νέον, διά ποίαν αιτίαν, ω τέκνον, του είπεν, ήλθες εις ημάς; O νέος απεκρίθη. Eκάλεσάς με ω τίμιε Πάτερ. Kαι διά τούτο άφησα τους γονείς μου και ήλθον. Kαι πότε σε εκάλεσα; του είπεν ο Όσιος. Kαι τι σοι είπον; O νέος απεκρίθη. Eις καιρόν οπού εγώ επεριτριγύριζα εις το χωραφάκι του πατρός μου, ήκουσα οπού μοι έλεγες. Tέκνον Θεόφιλε, εμάκρυνας από τον Kύριον, οπού λέγει «Άρον τον σταυρόν σου και ακολούθει μοι». Tρωθείς λοιπόν εις την καρδίαν από τούτον τον λόγον σου, ηκολούθουν σοι ω Πάτερ, έως εις την πόρταν του κελλίου σου. Kαι ευθύς, την μεν πόρταν είδον κεκλεισμένην. Συ δε, έγινες άφαντος από τους οφθαλμούς μου, και εγώ ευρέθηκα μόνος. Kαι λοιπόν φαίνεταί μοι, ω Πάτερ άγιε, ότι από την ομοιότητα οπού έχει η τωρινή λαλιά σου, με εκείνην οπού τότε ήκουσα, συ ο ίδιος είσαι οπού με εκάλεσας, και όχι άλλος. Όθεν σε παρακαλώ, μη με αποστραφής τον δούλον σου, όστις ζητώ την σωτηρίαν μου.

Tότε ο Όσιος ευχαριστήσας τω Θεώ, εδέχθη τον νέον, και εδίδασκεν αυτόν την άσκησιν και τάξιν της μοναδικής πολιτείας τρεις χρόνους. Aφ’ ου δε οι τρεις χρόνοι επέρασαν, εκάλεσεν ο Όσιος τον Hγούμενον της εκεί Λαύρας, και παρέδωκεν εις αυτόν τον νέον. O δε Hγούμενος πέρνωντας τον νέον, εκούρευσεν αυτόν καλόγηρον. Oι δε γονείς του Θεοφίλου δεν αμελούσαν, αλλά ερεύνουν εις διάφορα μέρη, διά να εύρουν τον κρυπτόμενον υιόν τους. Mόλις δε και μετά βίας ύστερον από παρέλευσιν μερικών χρόνων, μαθόντες ότι ευρίσκεται εις το εν Σελεντίω Mοναστήριον, επήγαν εις αυτό και παρεκάλουν ολοψύχως τον Hγούμενον, διά να αφήση τον υιόν τους να φανερωθή εις αυτούς. O δε Hγούμενος δεν εσυγκατάνευεν εις την παρακάλεσίν τους. Eπειδή δε έβλεπε την λύπην οπού είχαν, και την υπερβολικήν και ανυπόφορον θλίψιν τους, ηναγκάσθη και χωρίς να θέλη, και έδειξεν εις αυτούς τον Θεόφιλον. Tον οποίον ευθύς οπού είδον οι γονείς του, άρχισαν να θρηνούν ενταυτώ και να χαίρουν εναγκαλιζόμενοι αυτόν και κατασπαζόμενοι. Kαι τι λόγια δεν έλεγον; ή τι κινήματα δεν έπραττον, όσα ήτον αρκετά να κινήσουν εις δάκρυα και αυτά σχεδόν τα άψυχα και αναίσθητα;

Aφ’ ου δε εσυγχάρηκαν τον υιόν τους εις μερικάς ημέρας, και εγνώρισαν ακριβώς την χάριν του Aγίου Πνεύματος, οπού εκατοίκει εις αυτόν, τότε άρχισαν να βεβαιόνουν τον Hγούμενον με όρκους, ότι γυρίζοντες εις τον οίκον τους, έχουν εξάπαντος να πάρουν μαζί των και τον Θεόφιλον. Έλεγον δε και ταύτα. Hμείς, τίμιε Πάτερ, παλαιά εποθούμεν να κτίσωμεν Mοναστήριον με εδικά μας έξοδα. Kαι λοιπόν τώρα είναι ο επιτήδειος καιρός διά να κτίσωμεν τούτο, και να βάλωμεν εις αυτό τον υιόν μας, ίνα σχολάζη και λατρεύη τω Θεώ. Aλλ’ ο Hγούμενος εις την αρχήν μεν, δεν ήθελε να τον αφήση. Ύστερον δε, εφανέρωσε τούτο και εις τους αδελφούς του Mοναστηρίου. Oίτινες έκριναν εύλογον, να παρακαλέσουν τον Θεόν με τριήμερον νηστείαν, και με ολονύκτιον αγρυπνίαν. Kαι έτζι άνωθεν να δοθή η λύσις της τοιαύτης υποθέσεως. Γενομένης λοιπόν της νηστείας και αγρυπνίας, ως πολλά είναι και θαυμάσια τα έργα σου Kύριε! ιδού γίνεται άνωθεν φωνή έναρθρος εν τω Nαώ, προστάζουσα να αφήσουν τον ζητούμενον Θεόφιλον να υπάγη με τους γονείς του. Όθεν πέρνοντες οι γονείς τον ποθούμενον υιόν, ομού και άλλους αδελφούς του Mοναστηρίου, εγύρισαν χαίροντες εις τον οίκον τους.

Eις ολίγον δε καιρόν εκτίσθη από αυτούς το Mοναστήριον, εις το οποίον ευρίσκετο ο Άγιος χρόνους αρκετούς ασκητικώς πολιτευόμενος. Eπειδή δε ο κοινός όλων των ανθρώπων εχθρός Διάβολος, ποτέ δεν ησυχάζει, διά τούτο εμβήκε μέσα εις το δυσώνυμον θηρίον, ήγουν εις τον Ίσαυρον Λέοντα, και κατά των αγίων εικόνων πόλεμον και μάχην εκίνησεν, εν έτει ψιϛ΄ [716]. Όθεν αυτός ακούσας περί του Oσίου Θεοφίλου, επρόσταξε να τον παραστήσουν έμπροσθέν του. Παρασταθείς δε ο Όσιος και ομολογήσας, ότι πρέπει να προσκυνούνται αι άγιαι εικόνες, διά τούτο κατά προσταγήν του τυράννου, εδάρθη με βούνευρα. Έπειτα εδέθη οπίσω τας χείρας και με βίαν αναγκάζεται να υπάγη εις την Nίκαιαν ομού με τον Όσιον Λογγίνον τον Στυλίτην. Φθάσαντες δε οι Άγιοι εις την Nίκαιαν, παρεστάθησαν εις το κριτήριον. O δε κριτής προστάζει, ότι ο μεν μακάριος Λογγίνος να απλωθή ανάσκελα εις την γην, και επάνω εις την κεφαλήν του να βάλουν τας ιεράς εικόνας οπού είχε κοντά του, και να τας κατακαύσουν. O δε θαυμαστός Θεόφιλος, του οποίου την παρρησίαν και τον έλεγχον δεν εδυνήθη να υποφέρη ο δυσσεβής, ετεντώθη σταυροειδώς επάνω εις δύω στύλους, και εκαταξεσχίσθη εις τα έμπροσθεν και όπισθεν μέλη του σώματος με ξηρά βούνευρα.

Όταν δε είδε, πως έτρεχε το αίμα ωσάν βρύσις από το σώμα του, και η γη εκοκκίνισε, τότε εσηκώθη από τον θρόνον του, και μόνος του ο αλιτήριος έδερνε τον Άγιον ώραν πολλήν εις το πρόσωπον. Aφ’ ου δε έπαυσεν από το να δέρνη αυτόν, προστάζει να τον υποδέσουν με υποδήματα σιδηρά αναμμένα, και να τον αναγκάζουν να τρέχη έμπροσθέν του. Tότε ο άρχων ο καλούμενος Yπατικός, εντραπείς την αρετήν του Aγίου, άραγε, Θεόφιλε, του λέγει, εσύ μόνος και οι σύντροφοί σου είσθε μωροί και ανόητοι, και έχετε τόσον ζήλον εις το να προσκυνήτε τας εικόνας, ή ο βασιλεύς είναι μωρός και όλοι ημείς οπού εξουσιάζομεν; O Άγιος είπεν. Eάν θέλης, ας γυμνάσωμεν εκ των Aγίων Γραφών το περί εικόνων ζήτημα και ας διαλεχθώμεν περί αυτού. Hξεύρω γαρ ότι ακριβώς γινώσκεις τας Γραφάς. Kαι εάν εσύ με ευλόγους απολογίας με πείσης, εγώ αποβάλλω την προσκύνησιν των εικόνων. Eιδέ εσύ πεισθής από τα εδικά μου λόγια, ότι είναι εύλογος η των εικόνων προσκύνησις, άραγε θέλεις τας προσκυνήσεις; O άρχων είπεν, αναμφιβόλως θέλω τας προσκυνήσω.

Tότε ο Άγιος χαροποιηθείς, άρχισε να διαλέγεται περί τιμής και σχέσεως των σεβασμίων εικόνων. O δε άρχων πεισθείς εις τα λόγιά του, είπε προς τον Όσιον. Eγώ μεν, ω τίμιε γέρων, θέλω σπουδάσω να πείσω τον βασιλέα, διά να συμφωνήση εις το φρόνημα τούτο, και να προσκυνή τας αγίας εικόνας, ανίσως και δυνηθώ. Eσύ δε, έχε από λόγου μου την άδειαν και ελευθερίαν, και γύρισαι εις το κελλίον σου. O δε Άγιος έγινε περίλυπος, διατί δεν ετελείωσε τον δρόμον του μαρτυρίου. Πλην πάλιν έχωντας τας διά τον Xριστόν πληγάς εις το σώμα του, έχαιρε. Γυρίσας δε εις το Mοναστήριον, μεγάλην χαράν και αγαλλίασιν επροξένησεν εις τους αδελφούς και φίλους και συγγενείς, και εις όλους τους πλησιοχώρους. Aφ’ ου δε επέρασεν ολίγος καιρός, ύστερον από την εις το Mοναστήριον αθλητικήν του επιστροφήν, εγνώρισεν ο αοίδιμος, ότι έχει να μεταβή από τα γήινα ταύτα εις τα Oυράνια. Όθεν καλώς διαθέσας τας του Mοναστηρίου υποθέσεις, και κατηχήσας και διδάξας και ασπασάμενος όλους τους αδελφούς, απήλθε προς τον ποθούμενον Xριστόν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μόρφου Νεόφυτος: Ὁ ἅγιος Ἀρτέμων στὴν πεδιάδα τῆς Μόρφου… (08.10.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Ἀρτέμωνος τοῦ ἐν τῷ Αὐλῶνι τῆς Σολίας, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος τῆς κοινότητος Ἀκακίου τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (08.10.2026).

Ψάλλει ὁ Πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Ἰωάννης Λέμπος.

Παραγωγή: © Ι.Μ.Μόρφου

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 9 Ὀκτωβρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΙΑΚΩΒΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΤΟΥ ΑΛΦΑΙΟΥ)
Πρὸς Κορινθίους Α’ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
4: 9-16

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις. Ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι. Ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν· ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι. Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γράφω ταῦτα, ἀλλ᾿ ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ. Ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ ᾿Ιησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα. Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΙΑΚΩΒΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΤΟΥ ΑΛΦΑΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
9:36-38, 10:1-8

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἶδεν ὁ Ἰησοῦς πολὺν ὄχλον καὶ ἐσπλαγχνίσθη περὶ αὐτῶν ὅτι ἦσαν ἐκλελυμένοι καὶ ἐρριμμένοι ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα. τότε λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· Ὁ μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι· δεήθητε οὖν τοῦ κυρίου τοῦ θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλῃ ἐργάτας εἰς τὸν θερισμὸν αὐτοῦ. Καὶ προσκαλεσάμενος τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν αὐτὰ καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν.Τῶν δὲ δώδεκα ἀποστόλων τὰ ὀνόματά ἐισι ταῦτα· πρῶτος Σίμων ὁ λεγόμενος Πέτρος καὶ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννης ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, Φίλιππος καὶ Βαρθολομαῖος, Θωμᾶς καὶ Ματθαῖος ὁ τελώνης, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ἁλφαίου καὶ Λεββαῖος ὁ ἐπικληθεὶς Θαδδαῖος, Σίμων ὁ Κανανίτης καὶ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης ὁ καὶ παραδοὺς αὐτόν. Τούτους τοὺς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς λέγων· Εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε, καὶ εἰς πόλιν Σαμαριτῶν μὴ εἰσέλθητε· πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. πορευόμενοι δὲ κηρύσσετε λέγοντες ὅτι Ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Αφιέρωμα στον θαυμαστό Χατζηφλουρέντζο (†10 Οκτωβρίου 1969)

Χατζηφλουρέντζος: «Θὰ ἔρθει μεγάλη κρίση». Ἅγιος Παΐσιος: «Θα γίνει μεγάλη καταστροφή στον κόσμο καὶ δὲν θὰ κυκλοφοροῦν καύσιμα…»

Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου

Τὸ προφητικὸ χάρισμα τοῦ Χατζηφλουρέντζου

Θὰ ἤθελα καὶ στὸ σημεῖο αὐτό, ὡς ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, νὰ εὐχαριστήσω τὸν Ἀντώνη Γ. Ἀντωνίου γιὰ τὸ πολύτιμο βιβλίο του, Χατζηφλουρέντζος. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ Μηλιὰ Ἀμμοχώστου, καθὼς σ᾽ αὐτό, ταπεινὰ καὶ ἀθόρυβα, διασώζει τὸν βίο καὶ τοὺς λόγους ἑνὸς ἁγίου ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ τὸν ἔχουμε ἐμεῖς σήμερα, ἀλλὰ καὶ οἱ ἑπόμενες γενεές, ὡς πολύτιμη παρακαταθήκη καὶ ὁδηγὸ μετανοίας. Προλογίζοντας λοιπὸν τὴ δεύτερη ἔκδοση τοῦ βιβλίου τούτου, ἔγραψα τὰ ἑξῆς:   

«Ἡ περίπτωση τοῦ Χατζηφλουρέντζου δὲν ἀποτελεῖ μεμονωμένο γεγονός, ἀλλὰ πολυτίμητο κρίκο θαυμαστῆς ἁλυσίδας χαρισματικῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ, ποὺ μόνο ἡ Ὀρθοδοξία ξέρει νὰ φανερώνει ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Ὁ Χατζηφλουρέντζος ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τὸ 1969. Μποροῦμε ἀνενδοίαστα νὰ ποῦμε πὼς ὁ προφητικός του λόγος συνδέει δύο μεγάλους ἁγίους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, πλούσια κοσμημένους μὲ τὸ προφητικὸ χάρισμα: Τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ († 1779) καὶ τὸν ὅσιο Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη († 1994).»

Ὁ αὐθεντικὸς προφητικὸς λόγος ὑπηρετεῖ διαχρονικὰ καὶ ἀδιαμφισβήτητα τὸ ποιμαντικὸ καὶ σωτηριολογικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, καθόσον ὁδηγεῖ τὸν πιστὸ στὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ μετάνοια. Ἐὰν ὅμως κάποια προφητικὴ ρήση ὁδηγεῖ στὸν πανικό, τότε ὑπάρχει πρόβλημα: Εἴτε δηλ. δὲν εἶναι ἐκ Θεοῦ, ἀλλὰ ἐκφέρεται ἀπὸ ψευδοπροφῆτες — εἶδος πλανεμένων, ἤδη γνωστῶν ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη —, εἴτε, ἐὰν ἡ προφητεία εἶναι αὐθεντική, ὁ ἀκροώμενος τὴν προφητεία ἔχει ὁ ἴδιος πνευματικὸ ἔλλειμμα, γιατὶ δὲν καλλιεργεῖ τὴν πραγματικὴ μετάνοια καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ζωή.

 

»Ἡ ἐποχή μας εἶναι κατεξοχὴν προφητική. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ ἀγαπᾶ ἰδιαιτέρως τοὺς χαρισματικοὺς πιστούς, ποὺ δέχονται τὶς ἐκ Θεοῦ ἐλλάμψεις καὶ ἀποκαλύπτουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στὴν Ἐκκλησία καὶ τὰ μέλλοντα συμβαίνειν. Ἑπομένως, ἕνα ἐκ τῶν ἔργων ἡμῶν τῶν ἐπισκόπων εἶναι νὰ διακρίνουμε τὸ ψεῦδος ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, τὴν ἐκ Θεοῦ προφητικὴ ρήση ἀπὸ τὰ φληναφήματα τῶν ψευδοπροφητῶν.

»Καὶ ἀπὸ τὴ θέση αὐτή, ταπεινὰ καταθέτουμε στὸν Ὀρθόδοξο κλῆρο καὶ τὸν λαὸ τὴν πεποίθησή μας ὅτι ὁ Χατζηφλουρέντζος εἶναι αὐθεντικὸ στόμα τῆς Ἐκκλησίας, θαυμαστὸς προφήτης τοῦ Γένους μας, διδάσκαλος τῆς μετανοίας καὶ ‘‘σημεῖον τῶν καιρῶν’’. Τὸ πρόβλημα σήμερα δὲν εἶναι νὰ πιστεύσουμε στὶς προφητεῖες τοῦ μακαριστοῦ τούτου Γέροντος, ἀλλὰ νὰ ζήσουμε τὴ μετάνοια και τὴν ἔνταση τῆς προσευχῆς ποὺ αὐτὸς εἶχε. Σ᾽ αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ μπορεῖ κάθε ψυχή, ποὺ ἀγωνίζεται ἐν Χριστῷ, νὰ προσεύχεται. Καὶ αἰσθανόμαστε καύχηση ἐν Κυρίῳ, ποὺ ἡ Χριστοφίλητος νῆσος τῆς Κύπρου συνεχίζει μέχρι τοὺς χρόνους μας τὴ μακραίωνα παράδοση τῆς ἁγιοτοκίας.»

Οἱ προφητεῖες τοῦ Χατζηφλουρέντζου

Ὁ θαυμαστὸς Χατζηφλουρέντζος, σὲ συνομιλία ποὺ εἶχε τὸ 1963 μὲ τὸν μεγάλο του γιὸ Ἀντώνη —ὅταν εἶχαν ἤδη ἀρχίσει οἱ διακοινοτικὲς ταραχὲς μεταξὺ Ἑλληνοκυπρίων καὶ Τουρκοκυπρίων— τοῦ προφήτευσε τὴν τουρκικὴ εἰσβολὴ τοῦ 1974, λέγοντάς του:

«Οἱ Τοῦρκοι θὰ ἔρθουν, γυιέ μου, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔρθουν τώρα· μετὰ θὰ ἔρθουν καὶ θὰ πάρουν τὴν Κύπρο τὴ μισή». «Μὰ δὲν εἴμαστε μόνοι μας, ἔχουμε καὶ τὴν Ἑλλάδα», τοῦ εἶπε ὁ Ἀντώνης. «Κανένα δὲν ἔχουμε ὑπέρ μας, εἶναι ὅλοι ἐναντίον μας. Οἱ Τοῦρκοι θὰ ἔρθουν ὕστερα καὶ ὅλοι θὰ τοὺς ζητοῦν νὰ σταματήσουν καὶ αὐτοὶ δὲ θὰ σταματοῦν». Πράγματι, μετὰ τὴν εἰσβολὴ τῆς 20ῆς Ἰουλίου 1974, συμφωνήθηκε ἐκεχειρία μεταξὺ 23 καὶ 26 Ἰουλίου, τὴν ὁποία οἱ Τοῦρκοι δὲν σεβάστηκαν καὶ προχώρησαν καὶ κατέλαβαν καὶ τὴν ὑπόλοιπη κατεχόμενη γῆ μας, ἀπὸ τὴ Μόρφου μέχρι τὸ Βαρώσι.

«Καὶ τότε», συνεχίζει ὁ Χατζηφλουρέντζος, «θὰ ἀφήσετε τὰ σπίτια σας ὅπως εἶναι καὶ θὰ φύγετε. Θὰ πέφτετε ὁ ἕνας πάνω στὸν ἄλλο (δηλ. θὰ εἴσαστε ὅλοι μαζὶ στριμωγμένοι), χωρὶς νὰ πειράζει ὅμως ὁ ἕνας τὸν ἄλλον… Θὰ μαυροφορήσει ὅλη ἡ Κύπρος καὶ θὰ γυρεύετε τὴν πιὸ μικρὴ σπηλιά, τὴν πιὸ μικρὴ τρύπα νὰ τρυπώσετε. Θὰ γίνει μεγάλο κακὸ στὴν Κύπρο. Ἐσεῖς θὰ φύγετε, ἐγὼ ὅμως θὰ μείνω». Ἐδῶ προφητεύει τὸν θάνατό του, ἀφοῦ κοιμήθηκε πρὶν τὰ γεγονότα τῆς εἰσβολῆς. 

Καὶ συνεχίζει: «Θὰ ἀργήσετε λίγο νὰ ἔρθετε πίσω. Ὅταν θὰ ἔρθετε πίσω, τότε θὰ εἶναι τὰ κλάματά σας. Τότε θὰ δώσει νόηση στὸν κόσμο ὁ Θεός, νὰ καταλάβει τὸ δρόμο τὸν ὀρθὸ ποιός εἶναι… Ὁ Θεὸς γνωρίζει πότε ‘‘θὰ σᾶς ξαπολύσει’’ (θὰ σᾶς ἐλευθερώσει): ὅταν θὰ εἴσαστε ἐντάξει μεταξύ σας… Πολλοὶ Τοῦρκοι ἀπὸ τὰ ἔργα τὰ καλά, θὰ γίνουν Χριστιανοί. Τούτη ἡ Παναγία καὶ τὶς πέτρες θὰ τὶς κάνει χριστιανὲς ἐκείνη τὴν ὥρα, ὄχι μόνο τοὺς ἀνθρώπους. Θὰ ἔρθει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Ὁ κόσμος θὰ περπατᾶ μὲ τὸ κεφάλι σκυφτό. Ἡ Κύπρος θὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ μόνη της, χωρὶς νὰ τὴ βοηθήσει κανένας». 

Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο προφητεύει τὴν ἐπιστροφὴ τῶν προσφύγων στὴν κατεχόμενή μας γῆ καὶ τὴν ἐλευθερία τῆς Κύπρου. Καὶ ἡ φράση, «ἡ Παναγία καὶ τὶς πέτρες θὰ τὶς κάνει χριστιανὲς ἐκείνη τὴν ὥρα, ὄχι μόνο τοὺς ἀνθρώπους», εἶναι ὅμοια μὲ τὴν προφητεία τοῦ ἁγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, «πολλοὶ Τοῦρκοι ἀπὸ τὰ ἔργα τὰ καλὰ θὰ γίνουν χριστιανοί», ἀλλὰ καὶ τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ποὺ προεῖπε:  «Τὸ ἕνα τρίτο τῶν Τούρκων θὰ γίνουν χριστιανοὶ μετὰ τὸν μεγάλο πόλεμο ποὺ θὰ κάμουν οἱ Τοῦρκοι μὲ τοὺς Ρώσους». 

 

Ἐπίσης, μιὰ ἄλλη προφητεία τοῦ Χατζηφλουρέντζου γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως συμπίπτει μὲ τὶς ἀνάλογες προφητεῖες τῶν δύο προαναφερθέντων ἁγίων μας. Μερικοὶ συγχωριανοί του ἀμφισβητοῦσαν τὰ λεγόμενά του γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Κύπρου καὶ τοῦ ἔλεγαν: «Ἡ Κωνσταντινούπολη τόσα χρόνια εἶναι κάτω ἀπὸ τουρκικὴ κατοχὴ καὶ ἀκόμα δὲν ἐλευθερώθηκε καὶ πῶς τάχα ἐμεῖς θὰ ἐλευθερωθοῦμε;» Καὶ τοὺς ἀπαντοῦσε: «Θὰ ἔρθει κι αὐτοὺς ἡ ὥρα τους ποὺ θὰ τὰ πάρουν πίσω. Ὁ Θεὸς δὲν βιάζεται». 

Τοῦ εἶπε κάποτε ὁ γιός του Ἀντώνης ἀπογοητευμένος: «Οἱ Τοῦρκοι, πατέρα, θὰ μᾶς φᾶνε». Καὶ τοῦ ἀπαντᾶ: «Ἄκουσε, γυιέ μου. Θὰ ἔρθει μία ὥρα, ποὺ τρεῖς μόνο ἄνθρωποι τὴν Κύπρο θὰ μποροῦν νὰ τὴν ἐλευθερώσουν. Καὶ ἡ Κύπρος θὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ μόνη της, χωρὶς νὰ την βοηθήσει κανένας».  Ὅταν λέει τρεῖς μόνο ἄνθρωποι, δὲν ἐννοεῖ τρεῖς συγκεκριμένους, ἀλλὰ ὅτι θὰ εἶναι τόσο ἀδύναμη ἡ  Τουρκία τότε, ποὺ δὲν θὰ μπορεῖ νὰ κρατήσει τὴν Κύπρο ὑπὸ κατοχή.

Γιὰ δὲ τὴ λύση τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, γιὰ τὴν ὁποία τόσο πασχίζουν οἱ καλοί μας πολιτικοί, ἔλεγε: «Θὰ πᾶνε μέχρις ἐκεῖ γιὰ νὰ ὑπογράψουν συμφωνία, ἀλλὰ τελικὰ δὲ θὰ τὴν ὑπογράψουν. Ὁ σατανᾶς ‘‘θὰ μπαρκάσει’’ (δηλ. θὰ βάλει ἐμπόδια) καὶ ἔτσι δὲ θὰ ὑπογράψουν τὰ χαρτιά. Τὸ πρόβλημα ὅμως θὰ λυθεῖ ἀπὸ μόνο του». Ἐπίσης, γιὰ τὴ «λύση τῆς Διχοτόμησης» ποὺ ἄρχισε νὰ καλλιεργεῖται ἀπὸ τοὺς Τούρκους δεκαετίες πρὶν τὴν Εἰσβολή, ὅταν τὸ ἄκουσε εἶπε: «Διχοτόμηση δὲν θὰ γίνει. Δὲν μποροῦν οἱ Τοῦρκοι νὰ κάμουν διχοτόμηση».

Σὲ μία ἄλλη θαυμαστὴ προφητεία του λέει: «Ὁ κόσμος θὰ ἁμαρτήσει, θὰ προηγηθεῖ περίοδος εὐμάρειας, ἀλλὰ μετὰ θὰ ἔρθει ἡ κρίση. Ἄν δὲν τὸ καταλάβει ὁ κόσμος νὰ στραφεῖ πρὸς τὸν Θεό, θὰ ἔρθει μεγάλη κρίση.  Μπορεῖ νὰ κλείσει καὶ τὸν οὐρανὸ ὁ Θεὸς (ἀνομβρία). Τὸ νερό, οἱ βροχές, εἶναι ὅλα δικά του αὐτά. Θὰ ἔρθει καιρὸς ποὺ θὰ γυρεύετε γαϊδούρια καὶ δὲν θὰ βρίσκετε». Θὰ γυρεύουμε γαϊδούρια, γιατὶ προφανῶς δὲν θὰ ὑπάρχουν καύσιμα! Τὰ ἴδια εἶπε καὶ ὁ ἅγιος Παΐσιος: «Θὰ γίνει μεγάλη καταστροφὴ στὸν κόσμο καὶ δὲν θὰ κυκλοφοροῦν καύσιμα, πετρέλαια κ.λ.π. Γιὰ αὐτό, ἔπρεπε νὰ φυλᾶτε τὰ χειροκίνητα στὶς φάμπρικες καὶ στὰ χωριά, ἔπρεπε νὰ φυλᾶτε τοὺς γαϊδάρους καὶ τα μουλάρια, γιατὶ θὰ κάνετε ἐσεῖς τὸ ἔργο τῶν γαϊδάρων». 

Ὁ Χατζηφλουρέντζος εἶναι πολὺ ψηλὰ στὸν οὐρανὸ…

Πρὶν ἀπὸ ἕνα περίπου χρόνο, ζήτησα ἀπὸ ἕνα γνήσιο ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀξιώθηκε νὰ φθάσει σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς, νὰ προσευχηθεῖ γιὰ τὸν Χατζηφλουρέντζο γιὰ νὰ λάβει «πληροφορία» ἐκ Θεοῦ γιὰ τὴν κατάστασή του, ὥστε νὰ ἔχω καὶ τὴ σχετικὴ σύγχρονη μαρτυρία ἑνὸς χαριτωμένου ἀνθρώπου. Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες, μοῦ στέλνει τὸ ἑξῆς μήνυμα: 

«Ἔκαμα προσευχή. Μά, εἶναι πάρα πολὺ ψηλὰ στὸν οὐρανὸ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος! Καὶ ὅσο πιὸ γνωστὸν τὸν κάνετε, τόσο πιὸ γρήγορα θὰ ἀρχίσει νὰ θαυματουργεῖ. Νὰ πεῖτε στοὺς ἀνθρώπους σας νὰ τὸν ἐπικαλοῦνται στὶς προσευχές τους. Καὶ ὅσο πιὸ πολὺ τὸν παρακαλοῦν, τόσο πιὸ πολὺ θὰ τοὺς δώσει ἀπὸ τὰ δῶρα του. Σὲ ἄλλον θὰ δώσει δάκρυα, γιατὶ εἶχε πολλά. Σὲ ἄλλον θὰ δώσει μετάνοια, τὴν ἔχουμε ἀνάγκη ὅλοι. Σὲ μερικοὺς θὰ δώσει καὶ προφητικὸ χάρισμα, γιατὶ εἶχε πλούσιο αὐτός»! 

Δὲν ἔχω καμμία ἀμφιβολία ὅτι ὁ Χατζηφλουρέντζος εἶναι ἕνας σύγχρονος ἅγιος τῆς Κύπρου, ποὺ τὴν ἁγιότητά του σιγὰ σιγὰ θὰ τὴν ἀναγνωρίσουν ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι. Μάλιστα, θὰ ἔρθει ἐποχή, ποὺ ἡ ἱεραρχία τῆς Κύπρου θὰ ὑποχρεωθεῖ νὰ τὸν ἐγγράψει στὸ Ἁγιολόγιό της, καθότι θὰ ἔχουν τέτοια ἐξέλιξη τὰ γεγονότα, ποὺ ἤδη ζοῦμε, ὥστε θὰ λέμε· «Μὰ αὐτὰ τὰ εἶπε ὁ  Χατζηφλουρέντζος»! Καὶ τότε θὰ καταλάβουμε ἀπὸ τὴ στάση ποὺ ἔχουμε ἀπέναντι στὴν ἁγιότητα καὶ τὸν προφητικὸ λόγο αὐτοῦ τοῦ ἀνδρὸς, πόση πίστη ἔχουμε καὶ πόση ὀλιγοπιστία! Ὁ ἅγιός μας, εἴτε τὸ θέλουμε, εἴτε δὲν τὸ θέλουμε, ζυγίζει μὲ τὸ ζύγι τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης. 

«Πιστεύω πὼς ὁ Θεὸς θὰ φωτίσει κάποιον καλὸ ἄνθρωπο νὰ βρεῖ τὸν τάφο του…». Ἡ μαρτυρία τοῦ κωφάλαλου Βαρνάβα γιὰ τὸν Χατζηφλουρέντζο 

Ἡ μαρτυρία ποὺ ἀκολουθεῖ ἀνήκει στὸν κωφάλαλο κ. Βαρνάβα, γιὸ τοῦ παπᾶ Νικόλα ἀπὸ τὴ Γύψου, ὁ ὁποῖος τὴν κατέθεσε σ᾽ ἐμένα πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια. Καὶ ἐγώ, μὲ τὴ σειρά μου, τὸν παρέπεμψα στὸν συγγραφέα κ. Ἀντώνη Ἀντωνίου. Ἔτσι, ἡ μαρτυρία αὐτὴ περιλήφθηκε στὴν τελευταία ἔκδοση τοῦ βιβλίου του, καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς: 

«Τὸν γνώριζα καὶ ἐγὼ καὶ ὁ πατέρας μου (τὸν Χατζηφλουρέντζο) σὰν ἕνα ἁπλὸ ἄνθρωπο. Ὅμως, μετὰ τὸν πόλεμο τοῦ 1974, ὁ πατέρας μου μοῦ εἶπε: ‘‘Θυμᾶσαι ἐκεῖνον τὸν παπποὺ μὲ τὸ ποδήλατο; Αὐτὸς ἦταν ἅγιος ἄνθρωπος’’. Ἐγὼ τὸν ρώτησα, ‘‘Μὰ γιατί»; Καὶ ὁ πατέρας μου μοῦ εἶπε ὅτι ὁ παπποὺς ἐρχόταν δύο χρόνια πρὶν κοιμηθεῖ, δηλ. τὸ 1967, καὶ τοῦ ἔλεγε: ‘‘Παπᾶ μου, πρέπει ἐγὼ καὶ ἐσὺ νὰ πᾶμε στὸ βουνὸ νὰ προσευχηθοῦμε πάρα πολὺ δυνατά’’, διότι ἔβλεπε τὴν εἰσβολὴ ποὺ ἐρχόταν. Ὁ πατέρας μου τοῦ ἀνταποκρινόταν παραξενεμένος: ‘‘ Ἔχω τρία παιδιὰ νὰ μεγαλώσω μὲ πολλὲς φροντίδες. Τὸ ἕνα πάει στὴ Σχολὴ Κωφαλάλων στὴ Μόρφου, τὸ ἄλλο στὸ Βαρώσι, καὶ δὲν μπορῶ. Ὁ Χατζηφλουρέντζος ὅμως συνέχισε νὰ τὸν παρακαλεῖ, λέγοντας ὅτι θὰ ἔλθουν οἱ Τοῦρκοι νὰ μᾶς σφάξουν, νὰ μᾶς βασανίσουν, νὰ βιάσουν τὶς γυναῖκες μας, νὰ μᾶς καταστρέψουν, ἡ Κύπρος θὰ μείνει μισή…  Ὁ πατέρας μου δὲν καταλάβαινε τότε ὅτι ἦταν ἅγιος, οὔτε καὶ πίστευε ὅτι θὰ γινόταν πόλεμος, μέχρι ποὺ ἤλθαμε πρόσφυγες. 

»Ἀλλά, τὸ 1974, ὅλα τὰ λόγια ποὺ τοῦ ἔλεγε ὁ παπποὺς βγῆκαν ἀληθινά. Ὁ παπποὺς ἦταν πάρα πολὺ ταπεινός. Θυμᾶμαι μία φορὰ ποὺ ὁ πατέρας μου ἦταν πολὺ κουρασμένος, κι ὁ παπποὺς τοῦ ζήτησε νὰ βάλει τὰ πόδια του πάνω του καὶ νὰ τὸν ξεκουράσει. Ὁ πατέρας μου ντρεπόταν καὶ ὁ παπποὺς τότε πῆρε τὰ πόδια τοῦ πατέρα μου πάνω του καὶ μιλοῦσαν πολλὴ ὥρα γιὰ πνευματικὰ θέματα χωρὶς νὰ τὸν βλέπει. Ἦταν πολὺ ταπεινός. Αὐτὲς οἱ ἐμπειρίες εἶναι χαραγμένες στὸ μυαλό μου. 

Το μοναστήρι της Παναγίας της Αυγασίδας το οποίο σήμερα έχει καταστραφεί

»Ὁ πατέρας μου, πρὶν κοιμηθεῖ, μοῦ εἶπε ὅτι κάποια φορὰ ἐμφανίστηκε στὸν παπποὺ ἡ Παναγία. Ἐπίσης ἡ μητέρα μου θυμόταν πάντα τὸν χαιρετισμὸ τοῦ παπποῦ: ‘‘Ὥρα καλή. Ἡ Παναγία μαζί σας’’. 

»Πῆγα στὴ Μηλιὰ πέρσι. Τώρα, σὲ συνθῆκες κατοχῆς, ἔψαξα νὰ βρῶ τὸν τάφο του. Ἀλλά, παρόλο ποὺ θυμόμουν ποῦ ἦταν θαμμένος, δὲν τὰ κατάφερα νὰ τὸν βρῶ. Ἦταν ὅλα καταστραμμένα. Ἤθελα ἐπίσης νὰ δῶ τὴ μονὴ στὴν ὁποία πέρασε τὰ τελευταῖα του χρόνια, ἀλλὰ ἦταν καὶ αὐτὴ καταστραμμένη. Πιστεύω πὼς ὁ Θεὸς θὰ φωτίσει κάποιον καλὸ ἄνθρωπο νὰ βρεῖ τὸν τάφο του. Ἀλλὰ πότε, δὲν ξέρω. Αὐτὸ θὰ εἶναι καὶ ἡ περιουσία τῆς Μηλιᾶς καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου». 

Πηγή: Ο επίκαιρος βίος του θαυμαστού Χατζηφλουρέντζου (Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεοφύτου)

Μόρφου Νεόφυτος: Τὸ ἅγιο ζεῦγος τῆς σιωπῆς, Ἀνδρονίκου καὶ Ἀθανασίας (09.10.2021)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τῶν ἁγίων Ἀνδρονίκου καὶ Ἀθανασίας, ποὺ τελέσθηκε στὸ ὁμώνυμο πανηγυρίζον ἱερὸ σχολικό παρεκκλήσιο τοῦ Γυμνασίου – Λυκείου Σολέας στὴν κοινότητα Εὐρύχου τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (09.10.2021).

Ψάλλει ὁ Πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπὀλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου.

Μνήμη του Aγίου Aποστόλου Iακώβου του Aλφαίου (9 Οκτωβρίου)

Μνήμη του Aγίου Aποστόλου Iακώβου του Aλφαίου

Tον Σταυρόν Iάκωβος αίρων ηδέως,
Ως έστι Σώτερ άξιός σου δεικνύει.
Aμφ’ ενάτην Iάκωβος ενί σταυρώ τετάνυστο.

Μαρτύριο Αποστόλου Ιακώβου του Αλφαίου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Oύτος ήτον ένας από τους Δώδεκα Aποστόλους, καθώς μαρτυρούσιν οι δύω Eυαγγελισταί, ο Mατθαίος και ο Mάρκος. Eστάθη δε αδελφός μεν Mατθαίου του Eυαγγελιστού, υιός δε του Aλφαίου. Oύτος λοιπόν ο του Kυρίου Aπόστολος, ευγαίνωντας εις το κήρυγμα του Eυαγγελίου, κατέστρεφε τους βωμούς των ειδώλων, υπό του θείου ζήλου πυρπολούμενος. Tας νόσους ιάτρευε, και τα ακάθαρτα εδίωκε πνεύματα. Διά τούτο και τα πλήθη των εθνικών ωνόμαζον αυτόν, σπέρμα θείον. Διαπεράσας λοιπόν πολύ μέρος της οικουμένης, και τον Xριστόν κηρύξας ο εραστής του Xριστού, του οποίου και το πάθος εζήλωσε και τον θάνατον, τελευταίον εκαρφώθη εις τον σταυρόν. Kαι έτζι εις τον ποθούμενον Xριστόν παραδίδει το πνεύμα του1.

Σημείωση

1. Eις τον Aπόστολον τούτον εγκώμιον έπλεξε Nικήτας ο Pήτωρ, ου η αρχή· «Xθες και πρώην ο μακαριώτατος των Aποστόλων Θωμάς εδεξιώσατο ημάς φιλοφρόνως». (Σώζεται εν τη ιερά Mονή του Bατοπαιδίου και τη του Διονυσίου και Iβήρων, και προ τούτων εν τη Mεγίστη Λαύρα.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Βίος Αγίων Ανδρονίκου και Αθανασίας (9 Οκτωβρίου)

Οι Άγιοι Ανδρόνικος και Αθανασία , 13ος αιώνας, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Η προσκυνηματική εικόνα των Αγίων Ανδρονίκου και Αθανασίας (13ος αι.), μετά από ενέργειες του Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεοφύτου βρέθηκε το 2007, μετά την κλοπή της, το 1936. Το άγιο ζεύγος με μοναχικά ενδύματα εποχής απεικονίζεται επάνω σε ανάγλυφο κάμπο που αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των κυπριακών εικόνων.

Επιπλέον ο Άγιος Ανδρόνικος κρατά γυάλινο φιαλίδιο, στοιχείο ιδιαίτερα σπάνιο στην εικονογραφία του και η Αγία Αθανασία σταυρό τύπου Αναστάσεως. Το κάλυμμα της κεφαλής παραπέμπει σε ανάλογα εικονογραφικά παραδείγματα από την Κωνσταντινούπολη και το Σινά.

Η εικόνα αυτή είχε δημοσιευτεί το 1935 από τον καθηγητή Γεώργιο Σωτηρίου και το 1937 από τον David Talbot Rice στο βιβλίο του “The icons of Cyprus”.

Οι Άγιοι Ανδρόνικος και Αθανασία τυγχάνουν ιδιαίτερου σεβασμού στην Κύπρο και ιδιαίτερα στη μητροπολιτική περιφέρεια Μόρφου, όπου πανηγυρίζει  το παρεκκλήσιο  των Αγίων Ανδρονίκου και Αθανασίας που ευρίσκεται στον χώρο του Γυμνασίου και Λυκείου Σολέας, επίσης απεικονίζονται συχνά και στις βυζαντινές και μεταβυζαντινές τοιχογραφημένες εκκλησίες.

Βίος Αγίων Ανδρονίκου και Αθανασίας

Σύσκηνον Ανδρόνικος Αθανασία,
Κόσμω τ΄ εν ασκήσει τε καν πόλω έχει.

Ἀνδρόνικος ὁ ὅσιος ἧτο ἀπὸ τὴν μεγάλην Ἀντιόχειαν, ἐν ἔτει 594, ἀργυροπράτης κατὰ τὴν τέχνην, πολὺ εὐλαβής, γεμᾶτος ἀπὸ ἀγαθὰ ἔργα καὶ πλούσιος ἀπὸ τὰ κοσμικὰ ἀγαθά. Οὗτος ἔλαβεν εἰς γάμον τὴν Ἀθανασίαν, ἥτις καὶ αὐτὴ ἧτο σεμνὴ καὶ θεοφιλής. Συμφωνήσαντες δὲ εἰς καλὸν καὶ θεάρεστον πρᾶγμα, διεμοίρασαν εἰς τρία τὸν πλοῦτον των. Καὶ ἀπὸ μὲν τὸ ἕν μέρος ἔδιδον ἀφθονοπαρόχως ἐλεημοσύνην εἰς τοὺς πτωχούς· ἀπὸ τὸ ἄλλο ἔδιδον δάνεια, χωρὶς τόκους καὶ κέρδη, εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην· ἀπὸ δὲ τὸ τρίτον μέρος ὠκονόμουν τὰ τοῦ ἐργαστηρίου τοῦ ἀργυροπρατείου, διὰ νὰ κερδίζουν τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα. Ἀπέκτησαν δὲ καὶ δύο τέκνα, τὸ μὲν ἀρσενικόν, τὸ δὲ θηλυκόν.

Άγιοι Ανδρόνικος και Αθανασία. Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Τοσοῦτον δὲ διῆγον οὖτοι ἐνάρετα, ὥστε ἀφοῦ ἐγεννήθησαν τὰ παιδία ὁ εἷς τὸν ἄλλον δὲν ἤγγισεν, ἀλλὰ διῆγον τὴν ζωὴν των καὶ οἱ δύο μὲ σωφροσύνην καὶ μὲ προσευχάς, κατεγίνοντο δὲ εἰς τὸ νὰ ἐλεῶσι τοὺς πτωχοὺς καὶ νὰ ἐπισκέπτωνται τοὺς ἀσθενεῖς. Ὕστερον δὲ ἀπὸ δώδεκα ἔτη τῆς αὐτῶν συνοικήσεως, ὅταν τὰ τέκνα των ἦσαν εἰς ἐκείνην τὴν ἡλικίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔμελλον νὰ χαροποιῶσι τοὺς γονεῖς των, τότε, λέγω, ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ἀπέθανον ἐν ταὐτῷ καὶ τὰ δύο. Ὁ μέν, λοιπόν, Ἀνδρόνικος δὲν ἔδειξε κἀνὲν ἄνανδρον κίνημα διὰ τὸν θάνατον τῶν τέκνων του, ἀλλὰ μᾶλλον τὴν ἀοίδιμον ἐκείνην φωνὴν τοῦ Ἰὼβ ἐξεφώνησεν· «αὐτὸς γυμνὸς ἐξῆλθον ἐκ κοιλίας μητρός μου, γυμνὸς καὶ ἀπελεύσομαι». Ἡ δὲ σύμβιος αὐτοῦ Ἀθανασία εἶχε λύπην ἀπαρηγόρητον· ὅθεν ἀφ᾿ οὗ ἐνεταφιάσθησαν τὰ παιδία εἰς τὸ μαρτύριον, ἤτοι εἰς τὸν ναὸν τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ἰουλιανοῦ, δὲν ἠθέλησε πλέον νὰ ἐξέλθῃ ἐκεῖθεν, ἀλλ᾿ ἔλεγεν· «ἐδῶ θέλω συναποθάνει καὶ ἐγὼ καὶ ἐδῶ θέλω ἐνταφιασθῇ καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν τέκνων μου!».

Καὶ τὸν μὲν Ἀνδρόνικον παρέλαβεν ὁ Πατριάρχης εἰς τὸ Πατριαρχεῖον, ὅπως τὸν παρηγόρησῃ· ἡ δὲ Ἀθανασία δὲν ὑπέφερε νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸν ναὸν τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ἰουλιανοῦ, ἀλλ᾿ ἔμεινεν ἐκεῖ θρηνοῦσα καὶ κλαίουσα γοερῶς. Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον φαίνεται εἰς αὐτήν, ἔξυπνον οὖσαν, ὁ Μάρτυς εἰς σχῆμα μοναχοῦ καὶ λέγει εἰς αὐτήν· «τί ἔχεις, ὦ γύναι, καὶ κλαίεις; διατὶ δὲν ἀφήνεις τοὺς ἐδῶ εὑρισκομένους νὰ ἡσυχάσωσιν;». Ἡ δὲ ἀποκριθεῖσα, εἶπε· «μὴ βαρυνθῇς, αὐθέντα μου, κατ᾿ ἐμοῦ τῆς δούλης σου, ὅτι πολὺ πόνον καὶ θλῖψιν ἔχω, ἐπειδὴ δύο μόνον τέκνα ἔχουσα καὶ τὰ δύο τὰ ἔθαψα σήμερον». Ὁ δὲ Μάρτυς ἀπεκρίθη· «μὴ κλαῖε δι᾿ αὐτά. Διότι λέγω σοί, ὦ γύναι, ὅτι, καθὼς ἡ φύσις τοῦ ἀνθρώπου ζητεῖ τὸ φαγητὸν καὶ ἀδύνατον εἶναι νὰ μὴ δώσῃ τὶς εἰς τὸν ἑαυτὸν του νὰ φάγῃ, τοιουτοτρόπως καὶ τὰ παιδία ζητοῦσιν ἀπὸ τὸν Θεὸν χρεωστικῶς νὰ δώσῃ εἰς αὐτὰ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τὰ μέλλοντα ἀγαθά του, λέγοντα: Δικαιοκρίτα Κύριε, ἀντὶ τῶν ἐπιγείων ἀγαθῶν, τῶν ὁποίων μᾶς ἐστέρησας, μὴ στερήσῃς ἡμᾶς καὶ τῶν ἐπουρανίων ἀγαθῶν σου». Ταῦτα ἡ Ἀθανασία ἀκούσασα, κατενύχθη, καὶ μετέβαλε τὴν λύπην της εἰς χαράν, λέγουσα· «λοιπὸν ζῶσι τὰ τέκνα μου ἐν οὐρανοῖς, καὶ διατὶ ἐγὼ νὰ κλαίω;». Ὅθεν στραφεῖσα ἐζήτει τὸν μοναχὸν ἐκεῖνον, ὅστις τῆς εἶπε ταῦτα. Περιελθοῦσα δὲ τὸν Ναὸν ὅλον καὶ μὴ εὑροῦσα αὐτόν, ἠρώτησε τὸν θυρωρὸν λέγουσα· «ποῦ εἶναι ὁ Μοναχὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐμβῆκε τώρα ἐδῶ;». Ὁ δὲ θυρωρὸς ἐννοήσας, ὅτι εἶδε ὀπτασίαν τινά, ἀπεκρίθη· «βλέπεις, ὅτι ὅλαι αἱ θύραι εἶναι σφαλισμέναι καὶ λέγεις ποῦ εἶναι ὁ Μοναχός;». Ἡ δὲ Ἀθανασία φοβηθεῖσα ἐπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκόν της, καὶ διηγήθη εἰς τὸν ἄνδρα της ὅ,τι εἶδε καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ αὐτὸν νὰ τὴν εἰσαγάγῃ εἰς Μοναστήριον.

Ὁ δὲ Ἀνδρόνικος, ἀποδεξάμενος τὸν λόγον μετὰ χαρᾶς, διότι καὶ αὐτὸς ἐπόθει τοῦτο, διεμοίρασε τὸ περισσότερον μέρος τῆς περιουσίας του εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ ἠλευθέρωσε τοὺς δούλους, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐξηγορασμένους· τὰ δὲ λοιπὰ ὑπάρχοντα του ἀφῆκεν εἰς τὸν πενθερόν του, παραγγείλας εἰς αὐτὸν νὰ ἱδρύσῃ νοσοκομεῖα καὶ ξενοδοχεῖα μοναχῶν. Λαβόντες λοιπὸν ὀλίγα ἔξοδα διὰ τὸν δρόμον, κατὰ τὴν νύκτα ἐξῆλθον τῆς πόλεως Ἀντιοχείας αὐτὸς καὶ ἡ γυνή του, οἱ δύο μόνοι. Βλέπουσα δὲ ἡ Ἀθανασία μακρόθεν τὸν οἶκόν της, ὕψωσε τὰ ὄμματά της εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· «Κύριε Θεέ μου, σὺ ὁ εἰπὼν εἰς τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὴν Σάρραν: «ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ τῆς συγγενείας σου, καὶ δεῦρο εἰς γῆν, ἣν ἄν σοι δείξω», Σύ, καὶ τώρα ὁδήγησον ἡμᾶς εἰς τὸν φόβον σου· διότι ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν διὰ τὸ ὄνομά σου ἀνοικτὸν τὸν οἶκόν μας καὶ ἐφύγομεν, λοιπὸν μὴ κλείσῃς εἰς ἡμᾶς τὴν θύραν τῆς Βασιλείας σου». Κλαύσαντες δὲ καὶ οἱ δύο, ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴν πατρίδα των.

Φθάσαντες οἱ Ἅγιοι εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, προσεκύνησαν τοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ ἐπεσκέφθησαν καὶ πολλοὺς πατέρας ὁσίους. Φεύγοντες δὲ ἐκεῖθεν, ἐπῆγαν καὶ οἱ δύο εἰς τὴν Αἴγυπτον, πρὸς τὸν περίφημον ἀββᾶν Δανιήλ. Καὶ ἐπειδὴ ἐφανέρωσαν εἰς αὐτὸν τὸν σκοπὸν των καὶ τὸν παρεκάλεσαν νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς ὁδὸν σωτηρίας, διὰ τοῦτο ὁ Ὅσιος τὴν μὲν Ἀθανασίαν ἀπέστειλεν εἰς γυναικεῖον Μοναστήριον τῶν Ταββεννησιωτῶν, τὸν δὲ Ἀνδρόνικον ἐκράτησε παρ᾿ ἑαυτῷ καὶ τὸν ἐνέδυσε τὸ Ἀγγελικὸν σχῆμα τῶν μοναχῶν· ὅθεν καὶ ἔμεινεν εἰς τὴν ὑποταγήν του δώδεκα ὁλόκληρα ἔτη. Ἀφ᾿ οὗ δὲ τὰ δώδεκα ἔτη παρῆλθον, παρεκάλεσεν ὁ Ἀνδρόνικος τὸν ἀββᾶν Δανιὴλ νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν ἄδειαν διὰ νὰ μεταβῇ καὶ πάλιν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ νὰ προσκυνήσῃ καὶ δεύτερον τοὺς Ἁγίους Τόπους· ὁ δὲ ἀββᾶς Δανιήλ, ποιήσας εὐχήν, ἀπέλυσεν αὐτόν.

Περιπατῶν λοιπὸν ὁ ὅσιος Ἀνδρόνικος εἰς τὸν δρόμον τῆς Αἰγύπτου, ἐκάθησεν ὑποκάτω εἰς ἓν δένδρον, διὰ νὰ ἀναψύξῃ ὀλίγον ἀπὸ τὸ καῦμα. Καὶ ἰδού, κατ᾿ οἰκονομίαν Θεοῦ, ἦλθεν ἐκεῖ καὶ ἡ γυνή του Ἀθανασία, ἥτις ἐπορεύετο καὶ αὐτὴ εἰς Ἱεροσόλυμα μὲ σχῆμα ἀνδρικὸν ὡς μοναχός, μετονομασθεῖσα Ἀθανάσιος. Καὶ ἀφ᾿ οὗ ἀντεχαιρετίσθησαν, ἡ μὲν Ἀθανασία ἀνεγνώρισε τὸν Ἀνδρόνικον, ὁ δὲ Ἀνδρόνικος δὲν ἐγνώρισε τὴν Ἀθανασίαν· ἐπειδὴ καὶ ἐμαράνθη τὸ κάλλος αὐτῆς ἀπὸ τὴν πολλὴν ἄσκησιν καὶ ἐφαίνετο ὡς αἰθίωψ. Τότε λέγει ἡ Ἀθανασία πρὸς τὸν Ἀνδρόνικον· «ποῦ πηγαίνεις, αὐθέντα μου ἀββᾶ;» Ὁ Ἀνδρόνικος ἀπεκρίθη· «εἰς τοὺς Ἁγίους Τόπους». Λέγει εἰς αὐτὸν ἐκείνη· «ἐκεῖ θέλω νὰ ὑπάγω καὶ ἐγώ». Τῆς λέγει πάλιν ἐκεῖνος· «θέλεις νὰ περιπατῶμεν καὶ οἱ δύο ὁμοῦ;». Λέγει ἡ Ἀθανασία· «ναί, καθὼς ὁρίζεις, πλὴν νὰ περιπατήσωμεν εἰς τὸν δρόμον μὲ σιωπὴν οὕτως, ὡς νὰ μὴ ἤμην ἐγὼ μαζί σου». Τότε καὶ ὁ Ἀνδρόνικος λέγει· «καθὼς ὁρίζεις, ἂς ὑπάγωμεν σιωπῶντες». Πάλιν δὲ ἡ Ἀθανασία τὸν ἐρωτῷ· «δὲν εἶσαι μαθητὴς τοῦ ἀββᾶ Δανιήλ;». Ἀποκρίνεται ὁ Ἀνδρόνικος· «ναί». Λέγει αὐτῷ ἐκείνη· «δὲν ὀνομάζεσαι Ἀνδρόνικος;». Ἀπεκρίθη αὐτῇ· «ναί». Ἡ Ἀθανασία εἶπεν· «αἰ εὐχαὶ τοῦ γέροντος εἴθε νὰ μᾶς συνδοδεύσωσιν εἰς τὸν δρόμον μας». Λέγει ὁ Ἀνδρόνικος· «γένοιτο! Ἀμήν».

Μὲ τοιοῦτον τρόπον λοιπὸν ἐπῆγαν σιωπῶντες καὶ οἱ δύο εἰς Ἱερουσαλήμ· καὶ ἀφ᾿ οὗ προσεκύνησαν τοὺς Ἁγίους Τόπους, πάλιν ἐπέστρεψαν σιωπῶντες εἰς Ἀλεξάνδρειαν. Τότε ἡ Ἀθανασία ἠρώτησε τὸν Ἀνδρόνικον· «θέλεις νὰ μείνωμεν μαζὶ εἰς ἓν κελλίον;». Ἀπεκρίθη ὁ Ἀλέξανδρος· «ὡς ὁρίζεις ἂς μείνωμεν, πλὴν θέλω πρῶτον νὰ ὑπάγω εἰς τὸν γέροντά μου καὶ νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν καὶ τὴν εὐχήν του». Ἐκείνη εἶπεν· «ὕπαγε καὶ σὲ προσμένω εἰς τὸν τόπον, τὸν καλούμενον Ὀκτωκαιδέκατον. Καὶ ἐὰν ὑποφέρῃς νὰ μένῃς μετ᾿ ἐμοῦ σιωπηλῶς, καθὼς ἐβαδίσαμεν καὶ ἐπήγαμεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἤλθομεν πάλιν ἐδῶ, καλῶς ἐλθέ· εἰ δὲ δὲν ὑποφέρῃς νὰ σιωπᾷς, μὴ ἔλθῃς». Ὁ δὲ Ἀνδρόνικος, πορευθεὶς εἰς τὸν γέροντά του, τὸν ἀββᾶν Δανιήλ, ἐφανέρωσεν εἰς αὐτὸν τὴν ὑπόθεσιν. Ὁ δὲ γέρων ἐγνώρισεν ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ Ἀνδρονίκου, ὅτι ἦτο εἰς μεγάλην προκοπὴν ἀρετῆς ὁ Ἀθανάσιος. Ὅθεν τοῦ ἔδωκε τὴν ἄδειαν καὶ εἶπεν εἰς αὐτόν· «ὕπαγε, ἀγάπα τὴν σιωπὴν καὶ μεῖνον μὲ τὸν ἀδελφόν· ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι τῇ ἀληθείᾳ τοιοῦτος ὁποῖος πρέπει νὰ εἶναι ὁ μοναχός». Τότε ἐπιστρέψας ὁ Ἀνδρόνικος ἔμεινεν ὁμοῦ μὲ τὴν Ἀθανασίαν δώδεκα ἔτη, χωρὶς νὰ γνωρίσῃ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ σύζυγός του. Πολλάκις δὲ μετέβαινεν ὁ ἀββᾶς Δανιὴλ εἰς ἐπίσκεψιν αὐτῶν καὶ συνομιλῶν συνεβούλευεν αὐτοὺς περὶ ὠφελείας ψυχῆς.

Μίαν φορὰν ἔτυχε νὰ ὑπάγῃ πάλιν ὁ ἀββᾶς Δανιὴλ ὅπως τοὺς ἐπισκεφθῇ· καὶ ἀφ᾿ οὗ ἐλάλησεν ἱκανῶς τὰ πρέποντα, τοὺς ἀπεχαιρέτησε καὶ ἐπανήρχετο εἰς τὸ κελλίον του. Τότε ἔτρεξε κατόπιν αὐτοῦ ὁ ὅσιος Ἀνδρόνικος καὶ φθάσας αὐτὸν τῷ εἶπεν· «ὁ ἀββᾶς Ἀθανάσιος ἠσθένησε καὶ εἶναι διὰ νὰ ὑπάγῃ πρὸς Κύριον». Ὁ δὲ γέρων ἐπέστρεψε καὶ εὗρε τὸν Ἀθανάσιον πάσχοντα ἀπὸ θέρμην· ὅστις βλέπων τὸν γέροντα, ἤρχισε νὰ κλαίῃ. Ὁ δὲ γέρων λέγει· «ἀντὶ νὰ χαρῇς, διότι ὑπάγεις νὰ ἀπολαύσῃς τὸν Θεόν, σὺ κλαίεις;». Ὁ δὲ εἶπε· «δὲν κλαίω δι᾿ ἐμαυτόν, ἀλλὰ διὰ τὸν ἀββᾶν Ἀνδρόνικον· ὅθεν παρακαλῶ σε, ποίησον ἀγάπην. Καὶ ἀφ᾿ οὗ μὲ θάψῃς, ἐξέτασον πλησίον εἰς τὴν κεφαλήν μου, καὶ θέλεις εὗρει πινακίδιον γεγραμμένον· ἀνάγνωσον αὐτό, καὶ δός το καὶ εἰς τὸν ἀββᾶν Ἀνδρόνικον».

Ἐποίησαν λοιπὸν εὐχὴν καὶ οἱ τρεῖς καὶ ἐκοινώνησε τὰ ἄχραντα Μυστήρια ἡ μακαρία Ἀθανασία, καὶ οὕτως ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ. Τότε εὗρε καὶ ὁ ἀββᾶς Δανιὴλ τὸ πινακίδιον καὶ τὸ ἀνέγνωσε καὶ ἐκ τούτου ἐγνώρισεν, ὅτι ἦτο ἡ σύζυγος τοῦ Ἀνδρονίκου, ἡ ἀοίδιμος Ἀθανασία. Ἐπληροφορήθησαν δὲ τοῦτο καὶ ὅταν ἐκήδευον αὐτὴν διότι εὑρέθη οὐχὶ ἀνήρ, ἀλλὰ γυνή. Ἠκούσθη δὲ τοῦτο εἰς ὅλην τὴν Λαύραν. Ὅθεν ἔστειλεν ὁ ἀββᾶς Δανιὴλ εἴδησιν εἰς τοὺς ἀδελφούς, καὶ συνέδραμον ὅλοι οἱ πατέρες οἱ κατοικοῦντες εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς ἐρήμου, καὶ ὅλαι αἱ Λαῦραι καὶ τὰ Μοναστήρια τῆς Ἀλεξανδρείας, καὶ ὅλη ἡ πόλις καὶ ὅλη ἡ Σκήτη συνήχθησαν εἰς τὸν ἐνταφιασμόν της. Οἱ δὲ Σκητιῶται ἔφερον ὅλοι λευκὰ ἐνδύματα· διότι τοιαύτην συνήθειαν εἶχον εἰς τὴν Σκήτην, νὰ ἐνδύωνται λευκὰ ἐνδύματα, ὅταν ἐνεταφίαζον τοὺς ἀδελφούς, ὡς νικητὰς τῶν τριῶν ἐχθρῶν, σαρκός, κόσμου καὶ κοσμοκράτορος, ἤτοι τοῦ διαβόλου. Προπέμψαντες, λοιπόν, μετὰ βαΐων καὶ κλάδων τὸ τίμιον λείψανον τῆς μακαρίας Ἀθανασίας, τὸ ἐνεταφίασαν μετὰ μεγάλης εὐλαβείας, δοξάζοντες τὸν Θεόν, τὸν δόντα εἰς τὴν Ἁγίαν τόσην μεγάλην ὑπομονήν. Ἔμεινε δὲ ἐκεῖ ὁ ἀββᾶς Δανιήλ, διὰ νὰ τελέσῃ τὰ ἕβδομα μνημόσυνα τῆς Ὁσίας.

Ἀφ᾿ οὗ ἐτελέσθησαν τὰ μνημόσυνα, ἀναχωρῶν ὁ ἀββᾶς Δανιὴλ ἠθέλησε νὰ συμπαραλάβῃ μετ᾿ αὐτοῦ καὶ τὸν ἀββᾶν Ἀνδρόνικον. Ὁ δὲ Ἀνδρόνικος δὲν ἠθέλησε νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ, λέγων· «ἐδῶ θέλω ἀποθάνει καὶ ἐγὼ μαζὶ μὲ τὴν κυρίαν μου Ἀθανασίαν!». Καὶ οὕτως ἀποχαιρετήσας αὐτὸν ὁ γέρων, ἀνεχώρησε. Κατόπιν δὲ φθάνει τὸν γέροντα εἷς ἀδελφός, καὶ λέγει εἰς αὐτόν· «ὁ ἀββᾶς Ἀνδρόνικος ἀσθενεῖ ἀπὸ θέρμην». Καὶ εὐθὺς ὁ ἀββᾶς Δανιὴλ στέλλει εἴδησιν εἰς τοὺς ἀδελφοὺς τῆς Σκήτης, λέγων· «ὁ ἀββᾶς Ἀνδρόνικος ἀκολουθεῖ τὸν ἀββᾶν Ἀθανάσιον, καὶ λοιπὸν συνέλθετε». Ὅθεν συνέδραμον πάντες οἱ πατέρες καὶ προέφθασαν αὐτὸν ζῶντα. Καὶ ἀφ᾿ οὗ ἐζήτησαν ὅλοι καὶ ἔλαβον τὴν εὐλογίαν του, τότε καὶ ὁ ἀοίδιμος Ἀνδρόνικος ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ. Ἔγινε δὲ φιλονικία καὶ ἀντίστασις περὶ τοῦ λειψάνου τοῦ Ἀνδρονίκου, ποῖοι νὰ τὸ λάβωσιν, οἱ ἐν τῷ τόπῳ τοῦ Ὀκτωκαιδεκάτου κατοικοῦντες, ἢ οἱ Σκητιῶται. Μόλις δὲ καὶ μετὰ βίας κατέπαυσεν ὁ ἀββᾶς Δανιὴλ τὴν φιλονικίαν αὐτῶν, εἰπών, ὅτι πρέπει νὰ ταφῇ ἐκεῖ εἰς τὸν Ὀκτωκαιδέκατον μετὰ τοῦ συναγωνιστοῦ του, τὴν ὁσίαν, λέγω, Ἀθανασίαν. Καὶ οὕτως ἐνεταφίασαν αὐτὸ ἐκεῖ, δοξάζοντες τὸν ἐπὶ πάντων Θεόν. Ἀμήν.

Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/agiologion/osioi_andronikos_kai_a8anasia.htm