Πάσχα στήν Μητρόπολη Μόρφου 2026

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Ο Κύριος εμφανίστηκε στον Θωμά για χάρη όλων εκείνων που αναζητούν την αλήθεια και τη ζωή

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Το σημερινό ευαγγέλιο μας προσφέρει μιά μεγαλειώδη απόδειξη της Ανάστασης του Χριστού. Μιά απόδειξη πού πιστοποιείται με την πίστη του αποστόλου Θωμά, αλλά και με την πίστη χιλιάδων άλλων χριστιανών από την αρχή της ιστορίας της σωτηρίας ίσαμε σήμερα. «Ούσης ούν οψίας τη ημέρα εκείνη τη μιά των σαββάτων, καί των θυρών κεκλεισμένων όπου ήσαν οι μαθηταί συνηγμένοι διά τον φόβον των Ιουδαίων, ήλθεν ο Ιησούς καί έστη εις τό μέσον, καί λέγει αυτοίς ειρήνη υμίν» (Ιωάν. κ19).

Η πρώτη ημέρα της εβδομάδας είναι η επόμενη του Σαββάτου. Αυτό είναι σαφές από το κατά Μάρκον ευαγγέλιο, όπου αναφέρεται: «Καί διαγενομένου του σαββάτου λίαν πρωί της μίας σαββάτων» (Μάρκ. ιστ 1-2). Η ημέρα αυτή είναι η Κυριακή, τότε που αναστήθηκε ο Κύριος νωρίς το πρωί. Αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας λοιπόν, οι μαθητές είχαν μαζευτεί σ ένα σπίτι στα Ιεροσόλυμα όλοι μαζί, εκτός από τον Θωμά.

Όλα είχαν γίνει σύμφωνα με την προφητεία: «πατάξω τον ποιμένα και διασκορπισθήσονται τα πρόβατα» (Μάρκ. ιδ 27). Οι απόστολοι όμως δέν ήταν άλογα ζώα, για να διασκορπιστούν στους πέντε ανέμους. Συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί σ ένα σπίτι για να περιμένουν τις εξελίξεις και να στηρίξουν ο ένας τον άλλο. Επειδή φοβούνταν τους Ιουδαίους είχαν κλειδώσει την πόρτα. Αναμφίβολα όλοι τους είχαν ζωντανή στη μνήμη την προφητεία του Διδασκάλου τους, όταν τους προειδοποιούσε πώς θα τους παραδώσουν σε συνέδρια και θα τους μαστιγώσουν στις συναγωγές (βλ. Ματθ. ι 17). Δεν ήταν δυνατό να ξεχάσουν τα φοβερά λόγια Του: «αλλ έρχεται ώρα ίνα πάς ο αποκτείνας υμάς δόξη λατρείαν προσφέρειν τώ Θεώ» (Ιωάν. ιστ 2).

Ο φόβος των αποστόλων αυτές τις μέρες, όταν μπροστά στα μάτια τους συντελέστηκαν τόσα παράλογα εγκλήματα εναντίον του Διδασκάλου τους, ήταν κάτι περισσότερο από κατανοητός. Αδύναμοι άνθρωποι ήταν. Τί άλλο θα περίμεναν από τους αιμοδιψείς πρεσβυτέρους των Ιουδαίων, αφού γνώριζαν ήδη πόσο αδίστακτοι ήταν στη δίκη του αναμάρτητου και παντοδύναμου Χριστού, του θαυματουργού; Ο Χριστός όμως, ακόμα και μέσα στόν τάφο τους είχε στο νού Του, για να μή πάθουν κανένα κακό. Θα τους ενίσχυε να μην προδώσουν ο ένας τον άλλο και να μη σκορπιστούν στις τέσσερις γωνιές της γης προτού τον δούν ζωντανό και δοξασμένο. Και να που τώρα, το τέταρτο βράδυ από τότε που οι μαθητές χωρίστηκαν από τον Κύριό τους από τότε πού τον συνέλαβαν καί τον οδήγησαν σε δίκη καί την πρώτη μέρα μετά την Ανάσταση, ο Κύριος εμφανίστηκε μπροστά τους ζωντανός και δοξασμένος…

***

«Καί μεθ’ ημέρας οκτώ πάλιν ήσαν έσω οι μαθηταί αυτού και Θωμάς μετ’ αυτών. έρχεται ο Ιησούς των θυρών κεκλεισμένων, και έστη εις το μέσον και είπεν· ειρήνη υμίν» (Ιωάν. κ’ 26). Οκτώ μέρες αργότερα, Κυριακή πάλι, οι μαθητές ήταν συναγμένοι. Μαζί τους ήταν και ο Θωμάς. Τότε, κι ενώ οι πόρτες ήταν πάλι κλεισμένες, ο Ιησούς μπήκε μέσα, στάθηκε ανάμεσά τους και είπε: ειρήνη υμίν. Όλα έγιναν όπως και την πρώτη φορά που εμφανίστηκε μπροστά τους. Όλα, μόνο που τώρα ήταν κι ο Θωμάς μαζί τους. Φαίνεται πως ο Κύριος ήθελε να εμφανιστεί στον Θωμά ακριβώς όπως και στους άλλους, για να επιβεβαιώσει στο δύσπιστο μαθητή όλα εκείνα που του διηγήθηκαν οι άλλοι δέκα….

Όλα όσα γράφτηκαν στο ευαγγέλιο έχουν ένα μοναδικό σκοπό: «ίνα πιστεύσητε ότι ο Ιησούς εστιν ο Χριστός ο υιός του Θεού». Αυτό σημαίνει: Μην περιμένετε άλλον Μεσσία και Σωτήρα του κόσμου.

Αυτός που ήταν να έρθει, ήρθε. Αυτός που προφήτεψαν οι προφήτες του Ισραήλ, αλλά κι οι Σίβυλλες του ειδωλολατρικού κόσμου, εμφανίστηκε στ’ αλήθεια. Όλα όσα γράφτηκαν, ήταν επίσης ώστε και ίνα πιστεύοντες ζωήν έχητε εν τω ονόματι αυτού. Με την πίστη αυτή, που ο Θωμάς την επιβεβαίωσε με τις αισθήσεις του, θα έχετε ζωή αιώνια. Απ’ αυτό φαίνεται πως τα καταληκτικά αυτά λόγια του σημερινού ευαγγελίου συνδέονται με το περιστατικό που προηγήθηκε, με τον Θωμά και την απιστία του.

Ο Κύριος εμφανίστηκε στον Θωμά όχι μόνο για δική του χάρη, αλλά για τη χάρη όλων εκείνων που αναζητούν την αλήθεια και τη ζωή. Με την εμφάνισή Του στον Θωμά ο Κύριος βοήθησε όλους εμάς να τον πιστέψουμε πιο εύκολα, αναστημένο και ζωντανό. Καί με την πίστη αυτή να συμμετάσχουμε στην αιώνια αλήθεια και την αιώνια ζωή. Εν τω ονόματι αυτού, προσθέτει ο ευαγγελιστής.

Γιατί εν τω ονόματι αυτού; Επειδή «και ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία· ουδέ γαρ όνομά εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δεί σωθήναι ημάς» (Πραξ. δ’ 12). Γιατί «πας γαρ ος αν επικαλέσηται το όνομα Κυρίου σωθήσεται» (Ρωμ. ι’ 13). Μόνο η ζωή που αναζητείται και αποκτάται στο όνομα του Κυρίου Ιησού είναι αληθινή ζωή. Κάθε άλλη είναι θάνατος και φθορά.

Στην άνυδρη ερημιά της ανθρώπινης ιστορίας, ο αναστημένος Χριστός είναι η μόνη σίγουρη πηγή νερού που ξεδιψάει και αναζωογονεί. Οτιδήποτε άλλο θα φαίνεται σαν πηγή νερού στον ταλαιπωρημένο και διψασμένο ταξιδιώτη, που δεν θα είναι πηγή αλλά το λαμπύρισμα της καυτής άμμου, μια διαβολική αυταπάτη.

***

Το βαθύτερο νόημα της σημερινής ευαγγελικής περικοπής έχει σχέση με το εσωτερικό δράμα της ψυχής του ανθρώπου. Όποιος θέλει να εμφανιστεί ο αναστημένος Κύριος μέσα του, με τη βοήθεια τού Αγίου Πνεύματος, πρέπει να κλειδαμπαρώσει την πόρτα της ψυχής του, να την προστατέψει από την εισβολή του εξωτερικού, του φυσικού κόσμου. Όπως γράφει ο άγιος Θεόληπτος στή Φιλοκαλία: «Αποκτήστε σοφία από τις μέλισσες. Με το που θα δουν σμήνος από σφήκες να πετούν γύρω τους, μένουν μέσα στην κυψέλη κι έτσι διαφεύγουν τον κίνδυνο από τις επιθέσεις τους». Με τον ίδιο τρόπο οι απόστολοι προστατεύτηκαν από τους αιμοδιψείς και υλιστές Ιουδαίους.

Οι Ιουδαίοι αντιπροσωπεύουν κατά κάποιο τρόπο τον υλισμό και τον αισθησιασμό. Σε ψυχή όμως που διαφυλάσσεται με ζήλο και κλειδαμπαρώνεται, ο Κύριος θα εμφανιστεί εν δόξη. Ο δοξασμένος Νυμφίος θ αποκαλυφτεί τότε στη συνετή νύμφη.

Όταν εμφανίζεται ο Κύριος, ο φόβος του κόσμου εξαφανίζεται κι η ψυχή ειρηνεύει. Κι όχι μόνο ειρηνεύει. Ο Κύριος φέρνει πάντα μαζί Του πολλά καί διάφορα δώρα, όπως χαρά, δύναμη καί θάρρος. Εδραιώνει την πίστη, ενισχύει τη ζωή.

Όταν ο Κύριος εμφανίζεται καί μας παρέχει όλα αυτά τα πολύτιμα δώρα, κάποια αμφιβολία εξακολουθεί ακόμα να κρύβεται σε κάποια γωνιά της ψυχής μας.

Η γωνιά αυτή αντιπροσωπεύει το δύσπιστο Θωμά. Γιά να φωτιστεί καί να θερμανθεί κι η γωνιά αυτή με τη χάρη του Κυρίου, πρέπει να επιμείνουμε στήν προσευχή καί νά περιμένουμε μέ μεγάλη υπομονή. Πρέπει νά μένουμε κλειδαμπαρωμένοι, προστατευμένοι από τόν έξω κόσμο, από τίς σωματικές επιθυμίες καί ορμές.

Τότε ο Κύριος πού αγαπά τό ανθρώπινο γένος θά μάς συμπονέσει καί θά εισακούσει τίς προσευχές μας. Θά εμφανιστεί ξανά καί με τη φιλεύσπλαχνη παρουσία Του θα φωτίσει και την τελευταία σκοτεινή γωνιά της ψυχής μας. Τότε και μόνο τότε θα μπορέσουμε να πούμε πώς είμαστε ζωντανές ψυχές και υιοί Θεού κατά χάρη. Κι όλα αυτά με τη χάρη του Κυρίου καί Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, στόν Οποίο πρέπει η τιμή καί η προσκύνηση, μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια κ αί αδιαίρετη Τριάδα, τώρα καί πάντα και στους αιώνες τών αιώνων. Αμήν.

Από το βιβλίο: Αναστάσεως Ημέρα, Αθήναι 2011, μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 33 εξ.

Πηγή: https://iconandlight.wordpress.com/2015/04/18/

Άγιο Πάσχα (Συλλογή Θεολογικών κειμένων για την Ανάσταση του Χριστού)

Η Ανάστασις του Κυρίου, 1192/3, Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα, Λαγουδερά

Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Κυριακῇ τοῦ Πάσχα, αὐτὴν τὴν ζωηφόρον Ἀνάστασιν ἑορτάζομεν τοῦ Κυρίου, καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πύλην ᾍδου μόνος
Λαβὼν ἀνῆλθε πολλὰ τῆς νίκης σκῦλα.

Η Ανάστασις του Χριστού, 1192/3, Ιερά Μονή Παναγία του Άρακα, Λαγουδερά

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν,
θανάτῳ θάνατον πατήσας
καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι
ζωὴν χαρισάμενος.

Θεολογικά Κείμενα για την Ανάσταση του Χριστού.

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος: Ὁμιλία εἰς τὸν Ἀπόστολον Θωμᾶν

Η ψηλάφησις του Θωμά

Ἔρχομαι ἐπειγόντως νὰ καταβάλω τὴν ὀφειλή μου. Διότι, ἂν καὶ εἶμαι πτωχός, βιάζομαι νὰ ἀποσπάσω ὁπωσδήποτε τὴν εὐγνωμοσύνη σας. Εἶχα δώσει ὑπόσχεση νὰ φανερώσω τὴν ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ, καὶ τώρα ἔρχομαι νὰ τὴν ἐκπληρώσω.

Ἡ πρόθεσίς μου εἶναι νὰ ἐξοφλῶ πρῶτα τὶς παλαιότερες ὀφειλές, γιὰ νὰ μὴ μὲ πιέζουν οἱ τόκοι ποὺ συγκεντρώνονται. Συνεργασθεῖτε μαζί μου στὴν καταβολὴ τοῦ χρέους, καὶ ἱκετεύσετε τὸν Θωμᾶ νὰ εὐλογήση τὰ χείλη μου μὲ τὴν ἁγία δεξιά του, μὲ τὴν ὁποίαν ἤγγισε τὴν πλευρὰ τοῦ Δεσπότου, ὥστε νὰ νευρώση τὴν γλώσσα μου, γιὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω αὐτὰ ποὺ ποθεῖτε. Καὶ ἐγώ, ἐνθαρρυνόμενος μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἀποστόλου καὶ μάρτυρος Θωμᾶ, διακηρύττω τὴν ἀρχικὴν ἀμφιβολία καὶ τὴν τελικὴν ὁμολογία του, ἡ ὁποία ἔγινε κρηπὶς καὶ Θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ὅταν εἰσῆλθε ὁ Σωτὴρ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν ἐκεῖ ὅπου εἶχαν συγκεντρωθῆ οἱ μαθηταί του καὶ ἐξῆλθε πάλι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἀπουσίαζε μόνον ὁ Θωμᾶς. Ἦταν κι αὐτὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας, ὥστε ἡ ἀπουσία τοῦ μαθητοῦ νὰ γίνη πρόξενος περισσοτέρας ἀσφαλείας καὶ βεβαιότητος. Διότι, ἐὰν παρευρίσκετο ὁ Θωμᾶς, δὲν θὰ ἀμφέβαλλε. Καὶ ἂν δὲν ἀμφέβαλλε, δὲν θὰ ζητοῦσε νὰ περιεργασθῆ. Ἐὰν δὲν ζητοῦσε, δὲν θὰ ψηλαφοῦσε. Καὶ ἐὰν δὲν ψηλαφοῦσε, δὲν θὰ ἀνεκήρυττε τὸν Χριστὸ Κύριον καὶ Θεόν. Ἐὰν δὲν τὸν εἶχε ἀποκαλέσει Κύριον καὶ Θεόν, ἐμεῖς δὲν θὰ εἴχαμε διδαχθῆ νὰ τὸν δοξολογοῦμε μὲ τὸν τρόπον αὐτόν. Ὥστε καὶ μὲ τὴν ἀπουσία του ὁ Θωμᾶς μᾶς ποδηγέτησε πρὸς τὴν ἀλήθεια καὶ μὲ τὴν παρουσία του ὕστερα μᾶς ἐβεβαίωσε περισσότερο στὴν πίστη.

Ἔλεγαν λοιπὸν οἱ μαθηταί, ὅταν ἦλθε ἀργοπορημένος: «Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον», εἴδαμε αὐτὸν ποὺ εἶπε: «ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου». Εἴδαμε αὐτὸν ποὺ εἶπε: «ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀλήθεια». Εἴδαμε τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων νὰ λάμπη μέσα στὰ γεγονότα. Εἴδαμε αὐτὸν ποὺ εἶπε: «μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι», καὶ βλέποντας τὴν ἀνάσταση, ἐπροσκυνήσαμε τὸν ἀναστάντα. Τὸν ἀκούσαμε ποὺ μᾶς εἶπε: «εἰρήνη ὑμῖν», καὶ μεταστρέψαμε τὴν ζάλη τῆς λύπης σὲ γαλήνια εὐφροσύνη. Ἀντικρίσαμε τὰ χέρια του ποὺ ἐδέχθησαν τὶς αἰχμὲς τῶν καρφιῶν, τὰ χέρια ποὺ κατηγοροῦν τὴν λύσσα τῶν θεομάχων θηρίων. Ἀντικρίσαμε τὰ χέρια ποὺ μᾶς ὕφαναν τὴν ἀφθαρσία, ἀντικρίσαμε καὶ τὴν πλευρὰν ποὺ φανερώνει λαμπρότερα ἀπὸ κάθε κήρυκα τὴν εὐσπλαχνία τοῦ πληγωμένου. Αὐτὴν τὴν πλευρὰ τὴν ὁποίαν ὑμνοῦν οἱ ἄγγελοι καὶ εὐλαβοῦνται οἱ πιστοὶ καὶ φρίττουν οἱ δαίμονες. Ὑποδεχθήκαμε καὶ ἐμφύσημα θεῖον ἀπὸ τὸ θεῖον στόμα του, ἐμφύσημα πνευματικόν, ἐμφύσημα ποὺ σκορπίζει κάθε χάρη. Ἐχειροτονηθήκαμε ἀπὸ τὸν Κύριο, κύριοι της ἀφέσεως τῶν πλημμελημάτων. Ἀποκτήσαμε καὶ τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωμε τοὺς ἁμαρτωλούς, ἀφοῦ μᾶς ἔδωσε αὐτὴν τὴν ἐντολή: «ἂν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς. Ἂν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται». Τέτοια λόγια εἴχαμε τὴν βαθειὰ χαρὰ νὰ ἀκούσωμε ἀπὸ τὸν Σωτήρα, τέτοιες δωρεὲς ἀπολαύσαμε. Διότι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν πλουτήσωμε, ἀφοῦ εὑρήκαμε πλούσιον Δεσπότη. Ἀλλὰ μόνο σὺ ἔμεινες πτωχός, ἀφοῦ ἀπουσίαζες.

Καὶ τί τοὺς εἶπεν ὁ Θωμᾶς; Εἴδατε τὸν Κύριο; Καλῶς. Αὐτὸν λοιπὸν ποὺ εἴδατε, νὰ τὸν σέβεσθε περισσότερο. Αὐτὸν ποὺ παρατηρήσατε, μὴν παύσετε νὰ τὸν κηρύττετε. Ἐγὼ ὅμως «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χείρα μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω». Καὶ σεῖς δὲν θὰ εἴχατε πιστεύσει ἐὰν πρῶτα δὲν ἐβλέπατε. Ἔτσι κι ἐγώ, ἐὰν δὲν ἴδω, δὲν θὰ πιστεύσω.

Μεῖνε, Θωμᾶ, σταθερὸς στὸν πόθο σου αὐτόν, διατήρησε τὸν ζῆλο σου, ὥστε βλέποντας ἐσὺ νὰ βεβαιωθῆ ἡ ψυχή μου. Ζήτησε μὲ ἐπιμονὴ αὐτὸν ποὺ εἶπε: «Ζητεῖτε καὶ εὑρήσετε». Μὴν παύσης νὰ ἐρευνᾶς εἰλικρινῶς, ἐὰν δὲν εὕρης τὸν θησαυρὸ ποὺ ζητεῖς. Μὴν παύσης νὰ κρούης τὴν θύρα τῆς ἀναντιρρήτου γνώσεως, μέχρι νὰ σοῦ τὴν ἀνοίξη αὐτὸς ποὺ εἶπε: «κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν». Ἀγαπῶ τὸν διχασμὸ τῶν λογισμῶν σου, ἐπειδὴ ἀναιρεῖ κάθε διχασμό. Ἀγαπῶ τὴν φιλομάθειά σου ἐπειδὴ καταλύει κάθε φιλονεικία. Χαίρομαι νὰ σὲ ἀκούω πολλὲς φορὲς νὰ λέγης: «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, οὐ μὴ πιστεύσω». Διότι μὲ τὸ νὰ ἀπιστῆς ἐσύ, ἐγὼ μαθαίνω νὰ πιστεύω. Σκάπτοντας ἐσὺ μὲ τὴν δικέλλα τῆς γλώσσης τὸ θεῖον σῶμα, ἐγὼ ἀκόπως θερίζω τὸν καρπὸ καὶ τὸν συλλέγω γιὰ μένα.

Ἐὰν δὲν ἰδῶ μὲ τὰ ἴδιά μου τὰ μάτια τὶς πληγὲς τὶς ὁποῖες ἄνοιξαν οἱ ἀσεβεῖς στὰ ἁγιά του χέρια, δὲν πρόκειται νὰ συγκατατεθῶ στοὺς λόγους σας. Ἐὰν δὲν βάλω τὸ ἴδιο μου τὸ δάκτυλο στὰ κοιλώματα τῶν καρφιῶν, δὲν θὰ δεχθῶ τὴν καλή σας ἀγγελία. Ἐὰν δὲν κρατήσω μὲ τὸ χέρι μου τὸ ἴδιο τὴν πλευρὰ τοῦ εὑρισκομένου πέραν ἀπὸ κάθε ὑποψία μάρτυρος τῆς Ἀναστάσεως, δὲν ἠμπορῶ νὰ πιστεύσω στὸ δόγμα σας. Διότι κάθε λόγος γίνεται ἰσχυρὸς καὶ βέβαιος, ἂν δεχθῆ τὴν συνηγορία ἀπὸ τὰ γεγονότα. Καὶ κάθε λόγος ποὺ στερεῖται τὴν ἀπὸ τὰ ἔργα μαρτυρία, ἐξαφανίζεται στὸν ἀέρα. Ἔχω νὰ κηρύξω στοὺς ἀνθρώπους τὰ θαύματα τοῦ Διδασκάλου. Πῶς λοιπὸν θὰ διηγηθῶ μὲ λόγια ἐκεῖνα ποὺ δὲν παρέλαβα μὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου; Πῶς θὰ πείσω τοὺς ἀπίστους νὰ πιστεύσουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα οὔτε ἐγὼ ἔχω παρακολουθήσει; Νὰ εἰπῶ στοὺς Ἰουδαίους καὶ στοὺς Ἕλληνες ὅτι εἶδα τὸν Κύριό μου νὰ σταυρώνεται, δὲν τὸν εἶδα ὅμως ἀναστημένο, παρὰ μόνον ἤκουσα; Καὶ ποῖος δὲν θὰ περιπαίξη τὰ λόγιά μου; Ποῖος δὲν θὰ περιφρονήση τὸ κήρυγμά μου; Ἄλλο εἶναι ἡ ἀπαγγελία λόγων, καὶ ἄλλο ἡ ἐμπειρία τῶν πραγμάτων.

Αὐτοὺς τοὺς ἀμφιβόλους λογισμοὺς εἶχεν ὁ Θωμᾶς, ὅταν μετὰ ἀπὸ ὀκτὼ ἡμέρες ἐπαρουσιάσθη πάλιν ὁ Κύριος στοὺς συνηθροισμένους μαθητάς του. Ἄφησε πρῶτα τὸν Θωμᾶ, κατὰ τὶς ἡμέρες ποὺ παρεμβάλλονται, νὰ κατηχηθῆ ἀπὸ τοὺς συμμαθητάς του, παραχωρώντας ἔτσι νὰ ἀναφλεγῆ ἀπὸ τὴν δίψα τῆς συναντήσεώς του. Καὶ ὅταν ἡ ψυχὴ του ἄναψε ἀπὸ τὸν σφοδρὸ πόθο τῆς θέας, τότε, τὴν κατάλληλη στιγμή, ὁ ποθούμενος ἀπεκαλύφθη σ’ αὐτὸν ποὺ τὸν ποθοῦσε. Καὶ τὸ ἔκανε αὐτὸ μὲ τὸν ἴδιον τρόπον, ὅπως πρίν, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, καὶ πάλι, ὅπως τὴν πρώτη φορά, τοὺς εἶπε: «εἰρήνη ὑμῖν», γιὰ νὰ ταυτισθῆ τὸ γεγονὸς μὲ τὸ θαῦμα, γιὰ νὰ βεβαιώση τὴν ἀναγγελία τῶν Ἀποστόλων καὶ γιὰ νὰ παραστήση τὴν ἀκρίβεια τῆς δευτέρας ἐπισκέψεώς του. «Εἶτα λέγει τῷ Θωμᾶ. Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε, καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου». Ὦ ὕψος ἀπεράντου φιλανθρωπίας! Ὦ πέλαγος ἀμετρήτου συγκαταβάσεως! Δὲν ἐπερίμενε τὴν προσέλευση τοῦ μαθητοῦ, δὲν ἀνέμεινε νὰ προσέλθη αὐτὸς ποὺ εἶχε ἀνάγκη, νὰ παρακαλέση καὶ νὰ ἐπιτύχη αὐτὸ ποὺ ἤθελε. Δὲν τὸν ἐστέρησε οὔτε γιὰ λίγο ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωση τῆς ἐπιθυμίας, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ποθούμενος προσείλκυσε κοντὰ του διὰ τῆς βίας τὸν ἐραστήν, ὁ ἴδιος ἔσυρε μὲ τὴν φωνή, στὴν πληγὴ τὸ δάκτυλο αὐτοῦ ποὺ τὴν ποθοῦσε, ὁ ἴδιος μὲ τὴν Δεσποτική του γλώσσα ἐτράβηξε τὸ δουλικὸ χέρι λέγοντας σ’ αὐτόν: «φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου».

Ἤκουσα, Θωμᾶ, ἀπὼν ὡς ἄνθρωπος, παρὼν ὅμως ὡς Θεός, αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπες στοὺς ἀδελφούς σου. Ἤμουν μαζί σας κατὰ τὴν θεότητα, ἂν καὶ ἀποχωρισμένος κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Θέλεις νὰ σοῦ ὑπενθυμίσω τὰ λόγια σου; Δὲν εἶπες: «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω»; Ἀπὸ τὰ χείλη σου δὲν ἐξῆλθαν τὰ λόγια αὐτά; Αὐτὰ τὰ λόγια δὲν ἐκφράζουν τοὺς λογισμούς σου; Γι’ αὐτὰ λοιπὸν ἦλθα πάλι, γιὰ τὰ ὁποῖα ἀμφιβάλλεις. Γι’ αὐτὸ ἦλθα πάλι κοντά σας, εἶμαι ἐδῶ γι’ αὐτὰ ἀκριβῶς ποὺ ἐπιθυμεῖς.

Γιὰ σὲ τὸν ἕνα ἦλθα καὶ τώρα κοντά σου, ἐγὼ ποὺ κατῆλθα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς γιὰ τὸ πλανώμενο πρόβατο, χωρὶς νὰ ἐγκαταλείψω τοὺς οὐρανούς. Μὴ λοιπὸν διστάσης νὰ μάθης αὐτὰ ποὺ ποθεῖς, μὴν ἐντραπῆς νὰ περιεργασθῆς αὐτὰ ποὺ ἐπιζητεῖς. Μὴν ἀποφύγης νὰ βάλης τὸ δάκτυλό σου ἐπάνω στὰ ἴδιά μου τὰ χέρια. Ἀνέχομαι καὶ τὰ περίεργα δάκτυλα, ὅπως ἀνέχθηκα καὶ τὰ καρφιά. Ὑπομένω τὴν περιέργεια τοῦ φίλου, ὅπως ὑπέμεινα τὴν ἐπίθεση τῶν ἐχθρῶν.

Ὅταν ἐσταυρώθηκα ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, δὲν ἠγανάκτησα, καὶ δὲν θὰ ὑποφέρω τὴν δική σου ἔρευνα; «Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου», ποὺ ἐτραυματίσθησαν γιὰ σᾶς, γιὰ νὰ θεραπευθοῦν τὰ τραύματα τῶν ψυχῶν σας. «Ἴδε τὰς χεῖρας μου» καὶ ἀναλογίσου ἂν εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἑκουσίως ἐσταυρώθη ἢ μήπως κάποιος ἄλλος; «Ἴδε τὰς χεῖρας μου», ποὺ ἄφησα νὰ διατηρήσουν τὰ σύμβολα τῆς ἰουδαϊκῆς μανίας, ὥστε ὅταν μὲ τὴν συνηθισμένη ἀναίδειά τους οἱ Ἰουδαῖοι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως, μοῦ εἰποῦν ὅτι ἐμεῖς, Κύριε, δὲν σὲ ἐσταυρώσαμε, τότε θὰ δείξω σ’ αὐτοὺς ποὺ μὲ ἐπολέμησαν τὰ χέρια μου μὲ τὰ ἀποτυπώματα τῶν πληγῶν, καὶ θὰ ἐντροπιάσω τοὺς Ἰουδαίους μόλις μὲ ἀντικρύσουν. Κοίτα τὰ χέρια μου καὶ μὴ νομίσης ὅτι ἡ ἀλήθεια τῆς Ἀναστάσεως εἶναι φαντασία. Κράτα τὰ χέρια αὐτὰ ὡς ὁμήρους της ἰδικῆς σας ἀναγεννήσεως. Κράτα τὰ χέρια αὐτὰ ὡς ἄγκυρα ποὺ ἀνειλκύσθη ἀπὸ τὸν βυθὸ τοῦ Ἅδου.

Μὴ φοβηθῆς κανένα βιοτικὸν χειμώνα, καμμία ζάλη κοσμικὴ μὴ σὲ τρομάξη, μὴ φοβηθῆς τοὺς ἀντιθέτους ἀνέμους, μὴ φροντίσης καθόλου γιὰ τὶς καταιγίδες καὶ τοὺς σκοπέλους τῆς θαλάσσης τῶν ἐχθρῶν. Πλεῦσε μὲ θάρρος τὸ πέλαγος τοῦ βίου, πλεῦσε κρατώντας δυνατὰ τὴν ἄγκυρα τοῦ πνεύματος, πλεῦσε προσέχοντας στὸν οὐρανὸ σὰν σὲ λιμάνι, πλεῦσε φοβούμενος μόνο τῆς ἰδικῆς μου ἀρνήσεως τὸ ναυάγιο. Περιγέλασε τὸν θάνατον ὡς νεκρό, περίπαιξε τὴν φθορὰν ὡς ἀνίσχυρη, χαιρέτισε τὸν ὑπὲρ ἐμοῦ θάνατον ὡς ἀρχὴν ἐσωτερικῆς ζωῆς καὶ «φέρε τὴν χεῖρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου…». Ἄντλησε μὲ τὸ χέρι σου ἀπὸ τὴν κρήνην αὐτὴν τῆς ζωῆς τὸ νάμα ποὺ ποθεῖς καὶ παρηγόρησε τὴν δίψα σου. «Φέρε τὴν χαρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου», τοποθέτησε τὸ χέρι σου μέσα στὸ ἰατρεῖο τῆς φύσεως καὶ ἀπόβαλε τὸ δηλητήριο τῆς προαιρέσεώς σου. Ἀνέχομαι ἄγγιγμα χεριοῦ ποὺ μὲ ἀγαπᾶ, ἐγὼ ποὺ ἐδέχθην τὴν πληγὴ τῆς λόγχης.

«Φέρε τὴν χεῖρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου», ὥστε νὰ ἠμπορῆς νὰ λέγης σὲ ὅσους ἀντιστέκονται στὴν ἀλήθεια, ὅτι μετὰ τὴν Ἀνάσταση μὲ εἶδες καὶ μὲ ἐξέτασες καὶ μὲ ἐψηλάφησες μὲ ἀκρίβεια. «Φέρε τὴν χεῖρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου», διότι γιὰ σὲ τὴν διετήρησα ἔτσι, ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἐθεράπευσα τὰ σώματα καὶ τὶς ψυχὲς τῶν ἄλλων, προγνωρίζοντας ὡς Θεὸς ὅτι θὰ θελήσεις νὰ τὴν ἰδῆς σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση, ὥστε βλέποντας σὺ τὰ ἴχνη τοῦ πάθους τῆς σαρκός μου, νὰ θεραπεύσης τὸ πάθος τῆς ψυχῆς σου. «Φέρε τὴν χεῖρα σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου» τὴν ὁποίαν ἐφύλαξα ἔτσι ὅπως τὴν βλέπεις, ὥστε, ὅταν ἐπανέλθω ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθίσω Κριτὴς ζώντων καὶ νεκρῶν, νὰ ἰδοῦν οἱ Ἰουδαῖοι ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν τους νὰ φανερώνωνται τὰ ἔργα τῆς κακῆς ἐργασίας τους, καὶ νὰ γίνουν αὐτοκατάκριτοι. «Καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός». Εἶναι κακὸν ἡ ἀπιστία. Βυθίζει τὸν νοῦν. Ἡ πίστις τὸν ἐξυψώνει στὸν οὐρανό. Ἡ ἀπιστία τυφλώνει τὴν ψυχὴ, ἡ πίστις φωτίζει τοὺς λογισμούς. Ἡ ἀπιστία καὶ τὰ ἀόρατα τὰ βλέπει καθαρά. Ὁ ἄπιστος ἔχει πλήρη ἄγνοια. «Μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός». Ἀποδίωξε τὸ νέφος τῆς ἀπιστίας καὶ κοίτα τὶς καθαρὲς ἀκτίνες τῆς πίστεως. Πάρε ὅλα τὰ ἐφόδια γιὰ νὰ γίνης ἄξιος Ἀπόστολος τῆς θεότητός μου.

Γίνε ὅπως πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ συνανεστράφη μαζί μου, καὶ εἶχε τὶς ἐμπειρίες ποὺ εἶχες ἐσύ. Ὁμοίως μὲ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους ἐκλήθης, ὁμοίως μὲ αὐτοὺς ἐτιμήθης, ὁμοίως μὲ αὐτοὺς ἐξοπλίσου. Τὰ ἴδια μὲ ἐκείνους εἶδες καὶ σύ, σοῦ ἐνεπιστεύθην σὰν φίλο ὅλο μου τὸ μυστήριο, ὅπως καὶ σ’ αὐτούς. Ὁμοίως μὲ αὐτοὺς κήρυττε τὴν δύναμή μου. Μὴν εἰπῆς πάλι γιὰ δευτέρα φορά: «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, οὐ μὴ πιστεύσω». Ὅσον εἶμαι μαζί σας, ὅπως θέλης ἠμπορεῖς νὰ μὲ περιεργασθῆς. Ὅσον ἔχεις κοντά σου τὸ οὐράνιον κλῆμα, ἐξερεύνησε ὅλους τους κλάδους καὶ τὰ σταφύλια του. Θὰ ἀνεβῶ στοὺς οὐρανοὺς ἀπὸ ὅπου ἦλθα στὴν γῆ, θὰ ἀνέλθω ἐκεῖ ὅπου εἶμαι, θὰ ἀνέλθω ὡς πρὸς τὴν ἀνθρωπίνη μου φύσιν ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου συγκατέβην γιὰ χάρη σας ὡς πρὸς τὴν θεότητα. Θὰ ἀνέλθω μὲ τοῦτο τὸ σῶμα, ἐγὼ ποὺ χωρὶς αὐτὸ ἔχω ἐκδημήσει ἀπὸ ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν ἔπαψα νὰ παραμένω ἐκεῖ. Θὰ ἀνέλθω μὲ τὴν ἰδικὴ σας φύση πρὸς τὸν πατρικὸν κόλπο, ἐγὼ ποὺ εὑρίσκομαι στοὺς κόλπους τοῦ Πατρός. Διότι ἐξεπλήρωσα τὸ ἔργο γιὰ τὸ ὁποῖον ἔκαμα ὅλον αὐτὸν τὸν δρόμο.

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Θωμᾶς ἤγγισε τὰ δεσποτικὰ χέρια καὶ τὴν θεία πλευρά, καὶ ἐκυριεύθη ἀπὸ δειλία καὶ χαρὰ μὲ τὴν θέα αὐτῶν ποὺ ἐπεθύμησε, κινεῖ εὐθὺς τὴν γλώσσα πρὸς ὑμνωδίαν ἀναφωνώντας πρὸς τὸν Κύριον: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Σὺ εἶσαι ὁ Κύριος καὶ Θεός, σὺ εἶσαι καὶ ἄνθρωπος καὶ φιλάνθρωπος, σὺ εἶσαι ἀξιοθαύμαστος καὶ παράδοξος ἰατρὸς τῆς φύσεως. Δὲν ἀποκόπτεις μὲ νυστέρι τὰ παθήματα, δὲν καυτηριάζεις μὲ φωτιὰ τὶς πληγές, δὲν ἀντλεῖς ἀπὸ τὰ βότανα τὴν ἰσχὺ τῶν φαρμάκων, δὲν ἐπιδένεις μὲ ἐπιδέσμους ὁρατοὺς τὰ πάσχοντα τραύματα. Διαθέτεις ἀοράτους ἐπιδέσμους εὐσπλαχνίας, οἱ ὁποῖοι ἀοράτως τονώνουν τὰ καταπονημένα μέλη. Ἔχεις λόγον ὀξύτερον ἀπὸ τὸ μαχαίρι, ἔχεις διδασκαλία πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὴν φωτιά, ἔχεις βλέμμα πιὸ προσιτὸ ἀπὸ βάλσαμο. Ὡς δημιουργός, χωρὶς δαπάνη καὶ ἀντίτιμο, ἁγιάζεις τὸ δημιούργημά σου. Ὡς πλάστης, χωρὶς νὰ κοπιάσης, μεταπλάττεις τὰ πλάσματά σου. Σὺ ἐκαθάρισες λεπροὺς μὲ τὸ θέλημά σου, σὺ ἔκαμες χωλοὺς νὰ τρέχουν, σὺ ἔδωσες στοὺς παραλύτους νὰ σηκώσουν τὰ κρεβάτια τους, σὺ ἐπρόσταξες ἐκ γενετῆς τυφλοὺς νὰ ξεπλύνουν τὸ σκοτεινό τους κάλυμμα, σὺ ἐξώρισες τοὺς δαίμονες ἀπὸ τὰ πλάσματά σου, σὺ συνελήφθης μὲ τὴν θέλησή σου ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, σὺ ἔπαθες τὰ πάντα ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους ἑκουσίως πρὸς χάριν μου. «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Ἀνεγνώρισα τὸν Δεσπότη μου, ἀνεγνώρισα τὸν ἁλιέα μου καὶ φύλακα, τὸν Βασιλέα καὶ Κύριό μου. «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Πιστεύω, Κύριε, στὴν οἰκονομία σου, πιστεύω στὴν συγκατάβασή σου, πιστεύω στὴν πρόσληψη τῆς φύσεώς μου, πιστεύω στὸν προσκυνητὸν Σταυρόν σου, πιστεύω στὰ Πάθη τῆς σαρκός σου, πιστεύω στὸν τριήμερόν σου θάνατο, πιστεύω στὴν Ἀνάστασίν σου. Πλέον δὲν ἐξετάζω. Πιστεύω, δὲν φιλολογῶ. Πιστεύω, δὲν ζυγίζω. Πιστεύω, δὲν περιεργάζομαι. Πιστεύω στοὺς ὀφθαλμούς μου καὶ στὰ χέρια μου. Αὐτὰ ποὺ εἶδα μὲ ἐδίδαξαν νὰ μὴ φιλολογῶ. Ἔμαθα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐψηλάφησα νὰ προσκυνῶ καὶ ὄχι νὰ συγκρίνω μὲ ἀνθρώπινα μέτρα καὶ σταθμά. Ἕναν Κύριον καὶ Θεὸν γνωρίζω μόνον, τὸν Δεσπότην Χριστό, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ Κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.

Πηγή: https://agiazoni.gr/slug-965/

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο τῆς Διακαινησίμου 18 Ἀπριλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΑΒΒΑΤΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
3: 11 – 16

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, κρατοῦντος τοῦ ἰαθέντος χωλοῦ τὸν Πέτρον καὶ ᾿Ιωάννην, συνέδραμε πρὸς αὐτοὺς πᾶς ὁ λαὸς ἐπὶ τῇ στοᾷ τῇ καλουμένη Σολομῶντος ἔκθαμβοι. Ἰδὼν δὲ Πέτρος ἀπεκρίνατο πρὸς τὸν λαόν· ἄνδρες ᾿Ισραηλῖται, τί θαυμάζετε ἐπὶ τούτῳ, ἢ ἡμῖν τί ἀτενίζετε ὡς ἰδίᾳ δυνάμει ἢ εὐσεβείᾳ πεποιηκόσι τοῦ περιπατεῖν αὐτόν; ὁ Θεὸς ᾿Αβραὰμ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακώβ, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν, ἐδόξασε τὸν παῖδα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν· ὃν ὑμεῖς μὲν παρεδώκατε καὶ ἠρνήσασθε αὐτὸν κατὰ πρόσωπον Πιλάτου, κρίναντος ἐκείνου ἀπολύειν· ὑμεῖς δὲ τὸν ἅγιον καὶ δίκαιον ἠρνήσασθε, καὶ ᾐτήσασθε ἄνδρα φονέα χαρισθῆναι ὑμῖν, τὸν δὲ ἀρχηγὸν τῆς ζωῆς ἀπεκτείνατε, ὃν ὁ Θεὸς ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, οὗ ἡμεῖς μάρτυρές ἐσμεν. Καὶ ἐπὶ τῇ πίστει τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ τοῦτον, ὃν θεωρεῖτε καὶ οἴδατε, ἐστερέωσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ, καὶ ἡ πίστις ἡ δι᾿ αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτῷ τὴν ὁλοκληρίαν ταύτην ἀπέναντι πάντων ὑμῶν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΑΒΒΑΤΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
3: 22 – 33

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὴν Ἰουδαίαν γῆν, καὶ ἐκεῖ διέτριβεν μετ’ αὐτῶν καὶ ἐβάπτιζεν. ἦν δὲ καὶ Ἰωάννης βαπτίζων ἐν Αἰνὼν ἐγγὺς τοῦ Σαλείμ, ὅτι ὕδατα πολλὰ ἦν ἐκεῖ, καὶ παρεγίνοντο καὶ ἐβαπτίζοντο· οὔπω γὰρ ἦν βεβλημένος εἰς τὴν φυλακὴν ὁ Ἰωάννης. Ἐγένετο οὖν ζήτησις ἐκ τῶν μαθητῶν Ἰωάννου μετὰ Ἰουδαίου περὶ καθαρισμοῦ. καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰωάννην καὶ εἶπον αὐτῷ· Ραββί, ὃς ἦν μετὰ σοῦ πέραν τοῦ Ἰορδάνου, ᾧ σὺ μεμαρτύρηκας, ἴδε οὗτος βαπτίζει καὶ πάντες ἔρχονται πρὸς αὐτόν. ἀπεκρίθη Ἰωάννης καὶ εἶπεν· Οὐ δύναται ἄνθρωπος λαμβάνειν οὐδὲν ἐὰν μὴ ᾖ δεδομένον αὐτῷ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ. αὐτοὶ ὑμεῖς μοι μαρτυρεῖτε ὅτι εἶπον· οὐκ εἰμὶ ἐγὼ ὁ Χριστός, ἀλλ’ ὅτι Ἀπεσταλμένος εἰμὶ ἔμπροσθεν ἐκείνου. ὁ ἔχων τὴν νύμφην νυμφίος ἐστίν· ὁ δὲ φίλος τοῦ νυμφίου, ὁ ἑστηκὼς καὶ ἀκούων αὐτοῦ, χαρᾷ χαίρει διὰ τὴν φωνὴν τοῦ νυμφίου. αὕτη οὖν ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ πεπλήρωται. ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι. Ὁ ἄνωθεν ἐρχόμενος ἐπάνω πάντων ἐστίν. ὁ ὢν ἐκ τῆς γῆς ἐκ τῆς γῆς ἐστιν καὶ ἐκ τῆς γῆς λαλεῖ· ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐρχόμενος ἐπάνω πάντων ἐστί, καὶ ὃ ἑώρακεν καὶ ἤκουσεν, τοῦτο μαρτυρεῖ, καὶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ οὐδεὶς λαμβάνει. ὁ λαβὼν αὐτοῦ τὴν μαρτυρίαν ἐσφράγισεν ὅτι ὁ Θεὸς ἀληθής ἐστιν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ: Ὁμιλία, σὺν Θεῷ ἁγίῳ, στὴν Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ

Η ψηλάφιση του Θωμά

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

«Ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος!
ἀπιστία, πίστιν βεβαίαν ἐγέννησεν.»

 

Η ψηλάφιση του Θωμά

Κατὰ τὴ σημερινὴ ἡμέρα, ὀκτὼ ἡμέρες μετὰ τὸ Πάσχα, τὴ λεγόμενη Κυριακὴ τοῦ Ἀντιπάσχα, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία καθόρισε ἀπὸ ἀρχαιότατους χρόνους νὰ ἑορτάζουμε κάποια θαυμαστὰ γεγονότα ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ.

Σήμερα, Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ, ὅπως διαφορετικὰ ἀποκαλεῖται, ἐνθυμούμαστε καὶ ἑορτάζουμε δύο ἀπὸ τὶς πρῶτες θαυμαστὲς ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστάντος Ἰησοῦ στοὺς ἀγαπημένους μαθητές του. Ἐπειδὴ δὲ κεντρικὸ πρόσωπο κατ᾽ αὐτὲς τὶς φανερώσεις τοῦ Κυρίου καὶ σὲ ὅσα σ᾽ αὐτὲς διαδραματίστηκαν, εἴτε ὡς ἀπὼν στὴν πρώτη, εἴτε ὡς παρὼν στὴ δεύτερη, ὑπῆρξε ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς, ἡ σημερινὴ Κυριακὴ  ὀνομάστηκε «τοῦ Θωμᾶ». Τὰ σπουδαῖα τοῦτα γεγονότα, γεμάτα βαθειὰ νοήματα καὶ ψυχοσωτήριες διδασκαλίες, μᾶς περιγράφει μὲ θεοπρεπὴ λιτότητα ἀλλὰ καὶ θαυμαστὴ σαφήνεια ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης στὴν περικοπή, ποὺ μόλις ἀκούσαμε.

Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ διήγηση, ἡ πρώτη ἐμφάνεια τοῦ ἐγερθέντος ἐκ νεκρῶν Κυρίου στοὺς μαθητές Του ἔγινε τὸ βράδυ τῆς ἴδιας ἐκείνης ἡμέρας, τῆς μιᾶς τῶν Σαββάτων, τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, δηλ. τῆς Κυριακῆς ἐκείνης, κατὰ τὶς πρῶτες πρωινὲς ὧρες τῆς ὁποίας ὁ Χριστός μας εἶχε ἀναστηθεῖ. Καί, ποῦ βρίσκονταν τότε οἱ μαθητές; Κλεισμένοι καὶ κλειδαμπαρωμένοι, θὰ λέγαμε σήμερα, σ᾽ ἕνα σπιτάκι ἐκεῖ στὰ Ἱεροσόλυμα, «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων». Ὁ Χριστός μας εἶχε ἤδη φανερωθεῖ κατὰ τὸ πρωὶ στὶς θαρραλέες Μυροφόρες, Μαρία τὴ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία τοῦ Ἰακώβου, δηλ. τὴν Παναγία μας, οἱ ὁποῖες, ἀψηφώντας κάθε φόβο καὶ δειλία, «ὄρθρου βαθέως», πρὶν δηλαδὴ καλὰ καλὰ χαράξει, εἶχαν μεταβεῖ στὸν τάφο τοῦ Κυρίου, καὶ οἱ ὁποῖες στὴ συνέχεια ἀνέφεραν τὴν παρ᾽ ἐλπίδα ἐμφάνιση ἐκείνη τοῦ Ἀναστάντος στοὺς κρυμμένους μαθητές, καὶ ἔγιναν ἔτσι εὐαγγελίστριες τῆς Ἀναστάσεως στοὺς εὐαγγελιστές!

Μὰ ὁ Κύριος ἔκρινε πὼς ἔπρεπε καὶ στοὺς ἰδίους τοὺς μαθητές Του νὰ ἐμφανισθεῖ, γιὰ νὰ τοὺς εἰρηνεύσει καὶ γαληνεύσει καὶ στερεώσει στὴν πίστη. Καὶ ἀνέμενε τὸ βράδυ, γιὰ νὰ συγκεντρωθοῦν στὴν οἰκία, ποὺ συνήθιζαν νὰ μαζεύονται. Καί, χωρὶς νὰ κτυπήσει τὴν πόρτα, ἐμφανίσθηκε ξαφνικὰ στὸ μέσον τους. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτοὶ εὔλογα φοβήθηκαν καὶ ταράχθηκαν οἱ ψυχές τους ἀπ᾽ αὐτὴ τὴν ἀπρόσμενη ἐμφάνιση τοῦ Διδασκάλου, ἀμέσως τοὺς καθησυχάζει μὲ τὴ γλυκεία Του φωνή, λέγοντάς τους: «Εἰρήνη νὰ εἶναι σ᾽ ἐσᾶς». Χάρηκαν τότε ὑπερβολικὰ οἱ ἀπόστολοι, βλέποντας παρ᾽ ἐλπίδα ζωντανὸ τὸν Ἐσταυρωμένο. Ἐκπληρώθηκε τότε καὶ ἡ προφητεία τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ τοὺς εἶχε εἰπεῖ πρὶν τὸ ἄχραντο Πάθος Του: «Πάλιν ὄψομαι ὑμᾶς, καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία». Καὶ τοὺς ξαναέδωσε τὴν εἰρήνη Του. Γιατί, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐπειδὴ θὰ εἶχαν συνεχὴ ἀντιπαράθεση μὲ τοὺς ἄπιστους Ἰουδαίους, τοὺς ἀπηύθυνε συχνὰ τὸ «εἰρήνη ὑμῖν», στερεώνοντάς τους στὴν πίστη καὶ δίνοντάς τους παρηγορία. Καὶ στὴ συνέχεια, δίνοντάς τους πλουσιώτερη Χάρη καὶ δύναμη παρὰ πρίν, τοὺς εἶπε: «Ὅπως μὲ ἀπέστειλε ὁ Θεὸς Πατέρας μου στὸν κόσμο, σᾶς ἀποστέλλω τώρα κι ἐγὼ ἐσᾶς, νὰ κηρύσσετε μὲ θάρρος καὶ ἐξουσία τὸ εὐαγγέλιό μου.» Καὶ ἀμέσως, ἐπιβεβαιώνοντας αὐτὴ τὴν ἐξουσία, τοὺς ἐμφύσησε στὰ πρόσωπα καὶ τοὺς ἔδωσε τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴν ἐξουσία νὰ συγχωροῦν ἁμαρτίες, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀφήνουν ἀσυγχώρητους ὅσους δὲν θὰ ἔχουν εἰλικρινὴ μετάνοια.

Μὲ αὐτὴ τὴν ἐνέργειά Του ὁ Χριστός μας, ποὺ εἶπε δηλ. ὅτι τὸν ἀπέστειλε ὁ Πατέρας καὶ αὐτὸς μὲ τὴ σειρά Του χορήγησε στοὺς μαθητὲς τὴ Χάρη τούτη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ λύνουν καὶ νὰ δεσμεύουν ἁμαρτίες, φανέρωσε ξεκάθαρα, ὅτι ἡ ἐξουσία καὶ δωρεὰ τοῦ Πατέρα, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι μία, εἶναι κοινή. Ποῦ εἶναι λοιπὸν τώρα οἱ Ἰεχωβᾶδες ἢ οἱ ὅποιοι ἄλλοι αἱρετικοί, ποὺ ἀρνοῦνται καὶ ἀπορρίπτουν τὴν ἰσότητα τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδας; Καὶ ἀκόμη, πρέπει ἐδῶ νὰ τονίσουμε πὼς αὐτὴ ἡ ἐξουσία τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, ποὺ ἔλαβαν τότε οἱ ἀπόστολοι, μεταβιβάζεται ἀλληλοδιαδόχως μὲ τὴ χειροτονία στοὺς διαδόχους τους ἐπισκόπους καὶ ἱερεῖς μέχρι σήμερα, σὲ ὅσους βεβαίως ἀνήκουν στὴ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ ἔχουν κανονικὴ χειροτονία. Ἀπὸ ἐκεῖ λοιπὸν πηγάζει ἡ πνευματικὴ ἐξουσία, ποὺ ἔχουν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πνευματικοὶ πατέρες. Γι᾽ αὐτὸ πρέπει καὶ οἱ πιστοὶ νὰ τοὺς δείχνουν ὑπακοὴ καὶ νὰ τοὺς ἀποδίδουν τὸν ἁρμόζοντα σεβασμό.

Ὅταν ὅμως ἔγινε αὐτὴ ἡ ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου, ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς – κατὰ θεϊκὴ πάντως οἰκονομία- δὲν ἦταν παρών, ἀλλὰ βρισκόταν κάπου ἀλλοῦ κρυμμένος. Τοῦ ἀνακοίνωσαν λοιπὸν ἀργότερα οἱ ἄλλοι μαθητὲς πὼς εἶχαν ἰδεῖ τὸν Ἰησοῦν ἀναστημένο. Αὐτὸς ὅμως δὲν πίστεψε! Καί, ὄχι μόνο δὲν πίστεψε, ἀλλὰ ἤθελε καὶ νὰ ἰδεῖ τὸν Χριστό, μὰ καὶ τὰ σημάδια τῶν πληγῶν τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου καὶ νὰ βάλει τὸ δάκτυλό του στὰ σημεῖα τῶν πληγῶν τῶν καρφιῶν καὶ νὰ βάλει τὸ χέρι του στὴ λογχευμένη ἄχραντη πλευρὰ τοῦ Δεσπότου!

Παρέβλεψε ἄραγε ὁ Κύριος τὸν πόθο τοῦτο τοῦ μαθητῆ Του; Ἀσφαλῶς ὄχι! Ἀλλά, ἐπειδὴ γνώρισε ὡς καρδιογνώστης καὶ παντογνώστης πὼς ἡ ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ θὰ προξενοῦσε τελικὰ καὶ στὸν ἴδιο καὶ στοὺς ἄλλους μαθητές, μὰ καὶ σὲ ὅλους τοὺς πιστοὺς μεγάλη ὠφέλεια, ἀφοῦ ἄφησε νὰ περάσουν ὀκτὼ ἡμέρες ἀπ᾽ ἐκείνη τὴν πρώτη ἐμφάνισή του στοὺς μαθητές, συγκαταβαίνει καὶ πάλιν ὁ φιλάνθρωπος Δεσπότης. Καὶ τὴν ὄγδοη ἡμέρα, ὅταν ἦταν μαζεμένοι ὅλοι οἱ μαθητὲς σ᾽ ἐκεῖνο τὸ σπίτι καὶ ὁ Θωμᾶς μαζί τους, ξαναεμφανίζεται ἀνάμεσά τους, δίνοντάς τους καὶ πάλιν εἰρήνη. Καὶ δὲν περιμένει νὰ τοῦ ζητήσει ὁ Θωμᾶς αὐτό, ποὺ εἶπε στοὺς συναποστόλους του, ἀλλ᾽ ἀμέσως δείχνει τὰ πληγωμένα ἀπὸ τὰ καρφιὰ τοῦ Σταυροῦ χέρια Του καὶ ξεσκεπάζει τὴ λογχευμένη πλευρά Του καὶ τοῦ λέγει: «Ἔλα, Θωμᾶ, παιδί μου, δὲς καὶ ψηλάφησε αὐτὲς τὶς πληγές, ὅπως ζήτησες, γιὰ νὰ πιστεύσεις. Τὶς πληγὲς τοῦτες, ποὺ θεράπευσαν τὶς ἀνθρωπίνως ἀνιάτρευτες πληγὲς τῆς πτώσης τῶν πρωτοπλάστων, τὶς πτώσεις στὴν ἁμαρτία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων· τὶς πληγές, ἀπὸ τὶς ὁποῖες πήγασε ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου.» Συγκλονισμένος τότε ὁ Θωμᾶς καὶ γεμάτος πλέον ἀκράδαντη πίστη, ἀναφώνησε: «Πιστεύω ἀληθινά, Χριστέ μου, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Κυριός μου καὶ ὁ Θεός μου!» Ὁρισμένοι μάλιστα ἅγιοι Πατέρες ἀναφέρουν ὅτι πράγματι ὁ Θωμᾶς ἔβαλε τὸν δάκτυλό του στὶς παλάμες τοῦ Κυρίου καὶ τὸ χέρι του στὴν πληγωμένη Του πλευρά· γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ σημερινὴ ἑορτὴ ὀνομάζεται καὶ «Ἡ ψηλάφησις τοῦ Θωμᾶ». Καί, ἐπιτιμώντας τον μὲ ἀγάπη ὁ Ἰησοῦς, εἶπε· «Πίστεψες, γιατὶ μὲ εἶδες!» Γιὰ νὰ καταλήξει στὸν θαυμαστὸ ἐκεῖνο μακαρισμὸ αὐτῶν ποὺ πιστεύουν, χωρὶς νὰ τὸν ἰδοῦν: «μάκαριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες».

Κι ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νὰ ἀγωνισθοῦμε νὰ ἀποκτήσουμε τούτη τὴ γνήσια καὶ μακαριζόμενη ἀπὸ τὸν Κύριο πίστη. Νὰ πιστεύομε δηλαδὴ ὅπως ἀκριβῶς διδάσκει τὸ Εὐαγγέλιο, ἡ Ἁγία Γραφή, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, σὲ ὅλα τὰ δόγματα καὶ τὴν Ὀρθόδοξη Ἱερὰ Παράδοση, στηριζόμενοι στὴν ἀναμφίβολη μαρτυρία αὐτῶν, ποὺ ὑπῆρξαν αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ, δηλαδὴ τῶν ἁγίων ἀποστόλων, ἔστω κι ἂν ἐμεῖς δὲν ἀξιωθήκαμε νὰ ἰδοῦμε ὀφθαλμοφανῶς τὸν Κύριο. Νὰ μελετοῦμε μὲ πίστη τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ πνευματικὰ βιβλία. Νὰ προσευχόμαστε θερμὰ καὶ συχνά· νὰ ἔχουμε μετάνοια εἰλικρινὴ καὶ καθημερινὴ γιὰ τὰ λάθη καὶ πάθη μας· νὰ μετέχουμε ἐνσυνείδητα στὰ Μυστήρια τῆς Ἐξομολογήσεως καὶ τῆς θείας Εὐχαριστίας· νὰ δείχνουμε ταπείνωση καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον μας. Κι ἂν ἔτσι ἀγωνιζόμαστε νὰ ζοῦμε πνευματικά, θὰ λάβουμε μέσα μας μιὰ ἄλλη αἴσθηση, θὰ νοιώθουμε τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ θὰ μᾶς πληροφορεῖ καὶ στερεώνει ἀκράδαντα στὴν ἁγία μας Πίστη. Νὰ προσέξουμε καὶ νὰ ἀγωνισθοῦμε, ὥστε κανένα πράγμα τοῦ κόσμου τούτου νὰ μὴν ἀλλοιώσει ἢ ἀφαιρέσει ἀπὸ μέσα μας τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη τοῦ Χριστοῦ μας, ὅ,τι πολυτιμώτερο ἔχουμε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Καὶ νὰ μὴ φοβούμαστε ἢ ντρεπόμαστε νὰ ὁμολογοῦμε, παντοῦ καὶ πάντοτε, τούτη τὴν Πίστη. Γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε ἐκείνης τῆς ἀνέκφραστης παραδείσιας χαρᾶς, ἤδη ἀπὸ τούτη τὴ ζωή, μὲ τὴ Χάρη καὶ Φιλανθρωπία τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ, τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας μας καὶ ὅλων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος ἁγίων. Ἀμήν!

Ἀρχιμ. Ἀντώνιος Φραγκάκης: «Γιατί σαρκώθηκε καὶ σταυρώθηκε ὁ Χριστός;» (08.04.2026)

Ὁ ἱεροκήρυκας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γορτύνης καὶ Ἀρκαδίας Ἀρχιμανδρίτης Ἀντώνιος Φραγκάκης ἀπαντᾶ στὸ ἐρώτημα: «Γιατί σαρκώθηκε καὶ σταυρώθηκε ὁ Χριστός;». Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἐκπομπὴ «Διάλογοι γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ γνώση», ποὺ ἐπιμελεῖται καὶ παρουσιάζει ὁ π. Ἰωάννης Σπυρίδης στὸ διαδικτυακὸ ραδιόφωνο «Ἔκ Βαθέων» τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἐδέσσης, Πέλλης καὶ Ἀλμωπίας (Μ. Τετάρτη 08.04.2026).

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Σάββα του Στρατηλάτου και Γότθου (18 Απριλίου)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Σάββα του Στρατηλάτου και Γότθου

Ύπελθε Σάββα φθαρτόν ηδέως ύδωρ,
Ως αν πίνης άφθαρτον ηδονής ύδωρ.

Άγιος Μάρτυς Σάββας, ο Στρατηλάτης και Γότθος

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Oυαλεντινιανού του μεγάλου και Oυάλεντος εν έτει τξϛ΄ [366]. Διέτριβε δε εις την Γοτθίαν, την ευρισκομένην κατά το Kρίμι πλησίον του Kάφα. Ώντας δε ακόμη παιδίον μικρόν, επροτίμησε την πίστιν του Xριστού, και επεριγέλα τους λατρευτάς των ειδώλων, και όχι μόνον δεν εδέχετο να φάγη τας θυσίας, οπού επρόσφερον εις τα είδωλα, αλλά προς τούτοις εμπόδιζε και τους Έλληνας εκείνους, οπού ήθελον να τας τρώγουν, διδάσκωντας αυτούς την εις Xριστόν πίστιν, όθεν και έγινεν εις πολλούς πρόξενος σωτηρίας. Διά τούτο εσηκώθησαν κατ’ επάνω του οι των ειδώλων λατρευταί Έλληνες, και εδίωξαν αυτόν έξω από την πόλιν τους. Aφ’ ου δε επέρασε μερικός καιρός, ερευνούσαν οι ειδωλολάτραι διά να εύρουν Xριστιανούς. Tότε ο Άγιος ούτος Σάββας επήγεν αυτοκάλεστος εις αυτούς, και εφανέρωσε τον εαυτόν του, ότι είναι Xριστιανός. Oι δε ειδωλολάτραι περιπαίξαντες πρώτον αυτόν, τον αφήκαν απείρακτον. Ύστερον δε, όταν ήλθεν εις την χώραν τους ο αρχηγός των Γότθων Aθανάριχος, τότε επίασαν τον Άγιον, και αφ’ ου έδειραν αυτόν με φραγγέλιον, ήτοι με σχοινίον πλεκτόν, τον εξάπλωσαν επάνω εις ένα αξόνι. Έπειτα εκρέμασαν αυτόν από τα δοκάρια του οσπητίου, και τον ανάγκασαν να γευθή από τας θυσίας των ειδώλων. O δε Άγιος δεν ηθέλησε, διά τούτο έφερον αυτόν εις τον ποταμόν Mουσαίον, και εκεί βαλόντες επάνω εις τον λαιμόν του ένα βαρύ ξύλον, έπνιξαν αυτόν, όντα κατά την ηλικίαν τριανταοκτώ χρόνων, και ούτως έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών και Ομολογητού Κοσμά Επισκόπου Χαλκηδόνος και Αυξεντίου Οσίου (18 Απριλίου)

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών και Oμολογητού Kοσμά Eπισκόπου Xαλκηδόνος

Θραύσας βέλη σα και μεταστάς σου βίε,
Έξω βελών υπήρξε Kοσμάς, ως λόγος.

Άγιος Κοσμάς Επίσκοπος Χαλκηδόνων ο Ομολογητής

Oύτος ο Άγιος ανατραφείς με το γάλα της ασκήσεως, και καθαρίσας τον εαυτόν του με τους πνευματικούς αγώνας της αρετής, έγινε κατοικητήριον του Aγίου Πνεύματος. Όθεν και ετιμήθη με το αξίωμα της Iερωσύνης, ύστερον δε κατεστάθη και ποιμήν θεοπρόβλητος της εν Kαρχηδόνι αγίας Eκκλησίας. Kαι λοιπόν αρματωθείς με τα άρματα της πίστεως, κατέβαλε μεν την υπερηφάνειαν και δύναμιν εκείνων, οπού αθέτουν και δεν επροσκύνουν την σεπτήν εικόνα του Xριστού. Eδίδαξε δε αυτούς να τιμούν αυτήν και να προσκυνούν, αυτός πρώτος ταύτην τιμών και προσκυνών, διά την οποίαν και τον στέφανον της ομολογίας έλαβεν. Oύτος εφύλαξεν έως τέλους την ευλάβειαν, οπού είχεν εις τα θεία παιδιόθεν, χωρίς να κρατηθή από ύπνον αμελείας. Eπιμελώς γαρ διαπεράσας την ζωήν του, έφθασεν ο αοίδιμος εις τους λιμένας της απαθείας μαζί με τον σοφόν Aυξέντιον, με τον οποίον ομού, ετέλεσε τους αγώνας της ασκήσεως, και εσαββάτισε καλώς, ήτοι εκατάπαυσεν εις την Oυράνιον κατάπαυσιν, παραδούς το πνεύμα του εις χείρας Θεού. Tο δε τίμιον αυτού λείψανον κατετέθη εις τον Nαόν των Aγίων Aποστόλων.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Ιωάννου, της Οσίας Μητρός ημών Αθανασίας της Θαυματουργού και Ματθαίου Οσίου (18 Απριλίου)

Μηνολόγιο 18ης Απριλίου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Μηνολόγιο 18ης Απριλίου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Iωάννου, μαθητού του Aγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου

Iωάννη σκίρτησον ως Iωάννης,
Oυ γαστρός εντός, αλλά της Eδέμ μέσον.
+ Oκτωκαιδεκάτη Iωάννης νέκυς ώφθη.

Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Iωάννης εκ νεαράς του ηλικίας μισήσας τον κόσμον, ηγάπησε τον Xριστόν, και επήγε προς τον μέγαν Γρηγόριον τον Δεκαπολίτην. Γενόμενος δε από εκείνον Mοναχός, εις το εξής ευρίσκετο μαζί του, αγωνιζόμενος εις όλα, και τον Θεόν δουλεύων. Tόσον δε περιβόητος έγινεν ο αοίδιμος εις την υπακοήν και υποταγήν, και τόσον εστάθη ευπειθής και υπηρέτης προθυμότατος, ώστε οπού ο θείος Γρηγόριος ο πνευματικός του πατήρ, έχαιρε δι’ αυτόν και εδόξαζε τον Θεόν. Aφ’ ου δε εκοιμήθη ο Άγιος Γρηγόριος, επήγεν ο θείος ούτος Iωάννης εις άλλην χώραν ξένην και αγνώριστον, διά την αγάπην του ξενιτεύσαντος και εις ξενιτείαν γεννηθέντος Xριστού, και εκεί ηγωνίζετο ο τρισόλβιος. Έπειτα επήγεν εις τα Iεροσόλυμα και επροσκύνησε τους Aγίους Tόπους. Mετά ταύτα δε επήγεν εις την Λαύραν του Oσίου Xαρίτωνος. Eκεί λοιπόν δους τον εαυτόν του εις περισσοτέρους αγώνας αρετής, εκοιμήθη εν ειρήνη.


H Oσία Mήτηρ ημών Aθανασία η Θαυματουργός εν ειρήνη τελειούται

Aθανασίας τη κορυφή προσφέρω,
Στέφανον αθάνατον διά των λόγων.

Aύτη η Aγία Aθανασία η της αθανασίας ούσα επώνυμος, εγεννήθη εις την νήσον την καλουμένην Aίγιναν από γονείς ευσεβείς τε και ευγενείς. Mαθούσα δε το ψαλτήριον και την εκκλησιαστικήν Aκολουθίαν, εσπούδαζεν η αοίδιμος να αφιερώση τον εαυτόν της εις τον Θεόν. Oι δε γονείς της εσύναψαν αυτήν διά γάμου με άνδρα και χωρίς να θέλη. Ύστερον δε από δεκαέξ ημέρας του γάμου, επήγαν βάρβαροι εις την Aίγιναν, και επειδή ο άνδρας της ευγήκεν έξω διά υπηρεσίαν του, εσφάγη υπό των βαρβάρων. Tότε λοιπόν ανεκαίνισεν η Oσία τον πρώτον σκοπόν και λογισμόν οπού είχε, διά να γένη καλογραία. Eφοβείτο όμως και εσυλλογίζετο, πώς να ημπορέση να φύγη από τους γονείς της, χωρίς να την καταλάβουν. Eις τούτον λοιπόν τον λογισμόν ευρισκομένη, ιδού έφθασε βασιλική προσταγή, η οποία εδιώριζεν, ότι όλαι αι παρθένοι και χήραι, οπού ευρίσκοντο εις την Aίγιναν, να πάρουν άνδρας εθνικούς. Όθεν πάλιν και χωρίς να θέλη, έλαβεν η Oσία δεύτερον άνδρα. Eπειδή δε πάντοτε εφρόντιζε και εμελέτα διά την σωτηρίαν της, διά τούτο εκαταγίνετο εις προσευχάς και δεήσεις, και εμοίραζε τον πλούτον της αφθονοπαρόχως εις πτωχούς και δεομένους. Aφ’ ου δε επέρασε καιρός, έπεισε και τον σύζυγόν της και έγινε Mοναχός, αγκαλά και ήτον βάρβαρος, ο οποίος προκόψας οσίως εις τας αρετάς, μετά ολίγον καιρόν απήλθε προς Kύριον. Aπό τότε δε και ύστερον, ελευθερίαν λαβούσα η μακαρία Aθανασία, διεμοίρασεν εις τους πτωχούς όλον τον πλούτον της, και πέρνουσα μαζί της και άλλας γυναίκας, επήγεν εις ασκητήριον και παρθενώνα, και εκεί γενομένη Mοναχή, αγωνίζετο πολλά μαζί με αυτάς.

Διά τυρί ή ψάρι, ποτέ δεν έτρωγεν, έξω μόνον εις το Άγιον Πάσχα, και εις τας ημέρας του δωδεκαημέρου. Aλλά και εις ταύτας τας ημέρας, εγεύετο μόνον από το τυρί και οψάρι, ουχί δε και εχόρταινεν από αυτά. Eις δε τας άλλας ημέρας, ψωμί μόνον έτρωγε, και νερόν μόνον έπινε μετά την ενάτην ώραν της ημέρας, και ταύτα με εγκράτειαν, και όχι με χορτασμόν. Eις δε τας αγίας τεσσαρακοστάς του χρόνου, ούτε ψωμί έτρωγεν, ούτε νερόν έπινεν, αλλά μόνον έτρωγε λεπτά λάχανα, και αυτά τα έτρωγεν εις κάθε δύω ημέρας. Aφ’ ου δε επέρασαν τέσσαρες χρόνοι, έγινεν Hγουμένη του ασκητηρίου εκείνου, και από τότε και ύστερον απεφάσισε να μεταχειρίζεται την πλέον ευτελεστέραν και ταπεινοτέραν ζωήν από όλας τας Mοναχάς, ώστε οπού, εκ της ταπεινώσεώς της ταύτης, δεν εγνωρίζετο πως είναι Hγουμένη και προεστώσα. Όταν δε εκοιμάτο η Oσία, δεν είχε προσκεφάλαιον, αλλά επάνω εις μίαν πέτραν έκλινε την κεφαλήν της, η οποία πέτρα, ήτον επίτηδες ευτρεπισμένη διά τούτο και μόνον, και ούτως ελάμβανεν ολίγον ύπνον. Aφ’ ου δε επέρασαν χρόνοι τέσσαρες, ετρώθη η αοίδιμος από τον έρωτα της ησυχίας, ομού με τας γυναίκας εκείνας, τας οποίας επήρεν από τον κόσμον, και επήγεν εις το ασκητήριον. Όθεν εις τούτο μεταχειρισθείσα συνεργόν ένα ιεροπρεπή άνδρα, Mατθαίον καλούμενον, επήγεν εις ένα τόπον ησυχαστικόν, ομού με τας λοιπάς αδελφάς. Eκεί λοιπόν ετρύγησεν αρκετώς τους καρπούς της ησυχίας. O δε προρρηθείς Mατθαίος έφερεν εις τας Oσίας τας χρείας του σώματος, διά μέσου του εργοχείρου, οπού εδούλευον.

Mετά ταύτα, επειδή και ηκολούθησεν ανάγκη και βία, επήγεν η Oσία εις το Bυζάντιον, ήτοι εις την Kωνσταντινούπολιν, έχουσα συνεργόν της ένα Πρεσβύτερον ευνούχον εκ φύσεως, Iγνάτιον ονομαζόμενον, ο οποίος ήτον εστολισμένος με κάθε αρετήν. Kαθότι ο προρρηθείς Mοναχός Mατθαίος, προς Kύριον εξεδήμησεν, αφ’ ου πρότερον διέλαμψε με σημεία και θαύματα, εις τόπον ήσυχον και παράμερον. Πηγαίνουσα δε η Oσία εις την Kωνσταντινούπολιν, έμεινεν εις ένα ασκητήριον χρόνους επτά, θλιβομένη πάντοτε και φροντίζουσα διά το εδικόν της ασκητήριον, οπού άφησεν. Eπειδή δε έγινεν εις αυτήν μία θεϊκή οπτασία, φανερόνουσα, ότι πρέπει να υπάγη εις το ασκητήριόν της, ευθύς ανεχώρησε και επήγεν εκεί, και χαιρετίσασα όλας τας αδελφάς μαζί με τον ρηθέντα Πρεσβύτερον Iγνάτιον, συνέχαιρε με αυτάς, νουθετούσα και διδάσκουσα, πώς να αποκτήσουν τας θεουργούς αρετάς, και πώς να τελειώσουν όλας τας εντολάς του Θεού. Προγνωρίσασα δε η Aγία την προς Θεόν αυτής εκδημίαν, προ δώδεκα ημερών της κοιμήσεώς της, ανέφερε τούτο και εις τας αδελφάς. Όθεν ευχαρίστησε μεν εις τον Kύριον, συνάξασα δε όλας τας Mοναχάς, επροχείρησεν εκείνην, οπού έμελλεν να ηγουμενεύη εις αυτάς. Eις δε την υστερινήν ημέραν, κατά την οποίαν έμελλε να απέλθη προς Kύριον, επρόσεχεν η μακαρία εις την ψαλμωδίαν του ψαλτηρίου, ομού με τας αδελφάς. Eπειδή όμως δεν εδυνήθη να τελειώση όλον το ψαλτήριον, αφήκε να ψάλλουσιν αι αδελφαί το απολειφθέν μέρος αυτού, αυτή δε προσευχηθείσα, προς Kύριον εξεδήμησε. Kατά δε τον καιρόν του ενταφιασμού της, πολλοί δαιμονισμένοι και ασθενείς ιατρεύθησαν, αλλά και μετά τον ενταφιασμόν της, πολλοί τυφλοί έλαβον το φως των ομμάτων τους. Προείπε δε η Aγία εις τας αδελφάς, ότι εκείνην την κληρονομίαν και δόξαν, οπού έχω να λάβω παρά Θεού εις τους Oυρανούς, αυτήν θέλω την λάβω ύστερον από τεσσαράκοντα ημέρας της αποβιώσεώς μου. Όθεν μετά τας ημέρας ταύτας, δύω καλογραίαι είδον ένα φοβερόν και εξαίσιον θέαμα, ήτοι είδον δύω άνδρας αστραποβόλους, οι οποίοι εστέκοντο από το ένα μέρος και από το άλλο της Aγίας, έξω από τας αγίας πόρτας του ιερού Bήματος. Eκράτουν δε εκείνοι εις τας χείρας των ένα φόρεμα πορφυρούν και βασιλικόν, υφασμένον από χρυσάφι και μαργαριτάρια και λίθους τιμίους, και με αυτό εφόραιναν την Aγίαν. Όθεν τούτο βλέπουσαι, ενθυμήθηκαν την πρόρρησιν, οπού είπεν εις αυτάς η Aγία, και την ταύτης έκβασιν. Διό και ευχαρίστησαν τον Θεόν, ο οποίος δοξάζει εκείνους, οπού αγαπώσιν αυτόν και δοξάζουσιν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)