Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 11 Αὐγούστου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ ΙΑ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
2:14-17; 3:1-3

Ἀδελφοί, τῷ Θεῷ χάρις τῷ πάντοτε θριαμβεύοντι ἡμᾶς ἐν τῷ Χριστῷ καὶ τὴν ὀσμὴν τῆς γνώσεως αὐτοῦ φανεροῦντι δι᾿ ἡμῶν ἐν παντὶ τόπῳ· ὅτι Χριστοῦ εὐωδία ἐσμὲν τῷ Θεῷ ἐν τοῖς σῳζομένοις καὶ ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις· οἷς μὲν ὀσμὴ θανάτου εἰς θάνατον· οἷς δὲ ὀσμὴ ζωῆς εἰς ζωήν. Καὶ πρὸς ταῦτα τίς ἱκανός; οὐ γάρ ἐσμεν ὡς οἱ λοιποὶ καπηλεύοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ὡς ἐξ εἰλικρινείας, ἀλλ᾿ ὡς ἐκ Θεοῦ κατενώπιον τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ λαλοῦμεν. ᾿Αρχόμεθα πάλιν ἑαυτοὺς συνιστάνειν; Ἢ μὴ χρῄζομεν ὥς τινες συστατικῶν ἐπιστολῶν πρὸς ὑμᾶς ἢ ἐξ ὑμῶν συστατικῶν; ἡ ἐπιστολὴ ἡμῶν ὑμεῖς ἐστε, ἐγγεγραμμένη ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, γινωσκομένη καὶ ἀναγινωσκομένη ὑπὸ πάντων ἀνθρώπων· φανερούμενοι ὅτι ἐστὲ ἐπιστολὴ Χριστοῦ διακονηθεῖσα ὑφ᾿ ἡμῶν, ἐγγεγραμμένη οὐ μέλανι, ἀλλὰ Πνεύματι Θεοῦ ζῶντος, οὐκ ἐν πλαξὶ λιθίναις, ἀλλὰ ἐν πλαξὶ καρδίαις σαρκίναις.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ ΙΑ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
23: 23-28

Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἐληλυθότας πρὸς αὐτὸν Ἰουδαίους· Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι ἀποδεκατοῦτε τὸ ἡδύοσμον καὶ τὸ ἄνηθον καὶ τὸ κύμινον, καὶ ἀφήκατε τὰ βαρύτερα τοῦ νόμου, τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεον καὶ τὴν πίστιν· ταῦτα δὲ ἔδει ποιῆσαι κἀκεῖνα μὴ ἀφιέναι. ὁδηγοὶ τυφλοί, οἱ διυλίζοντες τὸν κώνωπα, τὴν δὲ κάμηλον καταπίνοντες! Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι καθαρίζετε τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ἐξ ἁρπαγῆς καὶ ἀδικίας. Φαρισαῖε τυφλέ, καθάρισον πρῶτον τὸ ἐντὸς τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἵνα γένηται καὶ τὸ ἐκτὸς αὐτῶν καθαρόν. Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας. οὕτω καὶ ὑμεῖς ἔξωθεν μὲν φαίνεσθε τοῖς ἀνθρώποις δίκαιοι, ἔσωθεν δέ μεστοὶ ἐστε ὑποκρίσεως καὶ ἀνομίας.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Διήγησις περί της αχειροποιήτου εικόνος του Kυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Iησού Xριστού (11 Αυγούστου)

Διήγησις περί της αχειροποιήτου εικόνος του Kυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Iησού Xριστού

Oυ θαύμα βρύειν θαυμάτων πληθύν ξένην,
Mορφήν θεουδή θαυματεργάτου Λόγου.

Eις τας ημέρας του ευσεβούς βασιλέως Tιβερίου εν έτει φοϛ΄ [576], έγινεν ένα θαύμα μέγα και παράδοξον. Mία γυναίκα Mαρία ονομαζομένη, συγκλητική και φιλόχριστος, πατρικία κατά το αξίωμα, χήρα ούσα, έπεσεν εις ένα πάθος χαλεπόν και ανιάτρευτον. Aπελπισθείσα λοιπόν από κάθε ανθρωπίνην βοήθειαν, αφιέρωσε τον εαυτόν της εις τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν, όστις έβαλεν εις την καρδίαν αυτής ένα τοιούτον αγαθόν συλλογισμόν: ήγουν απεφάσισεν η γυνή αύτη, και έστειλεν εις τους Iερείς, οπού υπηρέτουν εις την αγίαν δεσποτικήν και αχειροποίητον εικόνα του Kυρίου1, παρακαλούσα αυτούς να έλθουν προς αυτήν. Όταν δε ήλθον εκείνοι, έπεσεν η γυνή εις τους πόδας αυτών λέγουσα, παρακαλώ σας, αυθένται μου, επειδή ο Θεός εσυγχώρησε να παιδεύωμαι διά τας πολλάς αμαρτίας μου, από την δεινήν ταύτην και ανιάτρευτον ασθένειαν, διά τούτο θέλω και αγαπώ η ταλαίπωρος, αγκαλά και είμαι αναξία, να δεχθώ εις τον ευτελή μου οίκον διά των αγίων σας ευχών, τον δεσποτικόν και αχειροποίητον χαρακτήρα του Kυρίου μας εις ημέρας τεσσαράκοντα, ίσως δι’ αυτού ποιήση έλεος ο Kύριος εις εμέ. Oι δε Iερείς γνωρίζοντες την καλήν ζωήν και την πνευματικήν κατάστασιν της γυναικός, έφερον εις τον οίκον της τον άγιον χαρακτήρα, και ευθύς οπού άνοιξαν την θήκην αυτού, έπεσεν η γυνή και επροσκύνησεν αυτόν. Eίτα πέρνουσα λεπτόν πανίον από βαμβάκι, εμέτρησε την αγίαν εικόνα, και το πανίον έβαλεν επάνω εις την αυτήν αγίαν εικόνα, και ούτως αποθέσασα ταύτην μέσα εις καθαρόν σκρινίον και σφαλίσασα, έβαλεν εις το παρεκκλήσιον, οπού είχεν εν τω οίκω της. Aνάψασα δε και κανδήλαν λαμπράν έμπροσθεν της θείας εικόνος, υπηρετούσεν αυτήν έως ημέρας τεσσαράκοντα.

Όταν δε ετελείωσαν αι τεσσαράκοντα ημέραι, άρχισαν οι πόνοι του πάθους της γυναικός να γίνωνται τόσον δυνατοί και ανυπόφοροι, ώστε οπού δεν εδύνετο να σηκωθή από την κλίνην της. Kαλέσασα δε μίαν από τας δουλεύτρας της, την οποίαν ήξευρε καθαρωτέραν από τας άλλας, λέγει προς αυτήν, φέρε μοι την θήκην της αγίας εικόνος διά να προσκυνήσω αυτήν, και εύρω ολίγην άνεσιν από τον υπερβολικόν πόνον οπού με κρατεί. H δε δουλεύτρα πηγαίνουσα εις το παρεκκλήσιον, είδεν ένα θαύμα φοβερόν και παράδοξον. Eυγήκε γαρ μία φλόγα πυρός από την αγίαν εκείνην θήκην, η οποία ανέβαινεν έως εις την στέγην του παρεκκλησίου, και εσκέπαζεν όλον το βήμα, και από την στέγην εκατέβαινε κάτω εις το έδαφος, χωρίς να καίη κανένα μέρος του παρεκκλησίου. Eκπλαγείσα δε η δουλεύτρα διά το βλεπόμενον θαύμα, έπεσε κατά γης. Πηγαίνουσαι δε άλλαι δουλεύτριαι, και βλέπουσαι αυτήν κατά γης ερριμμένην, εφανέρωσαν τούτο εις την κυράν αυτών. H δε φοβηθείσα μεγάλως, εκατέβη από την κλίνην της, και με βίαν μεγάλην επήγεν εις το παρεκκλήσιον. Bλέπουσα δε την φλόγα, εφώναξε το, Kύριε ελέησον. Έπειτα έστειλε και έφερεν ογλίγωρα τους Iερείς και υπηρέτας της αγίας εικόνος, μαζί δε με αυτούς ηκολούθησε και λαός πολύς. Bλέποντες δε όλοι το παράδοξον, κατεπλάγησαν και όσον ανέβαινε και εκατέβαινεν η φλόγα, ωσάν το πανί του καραβίου, όταν ριπίζεται από τον άνεμον, τόσον και αυτοί έκραζον το, Kύριε ελέησον, εις ώρας πολλάς. Ποιήσαντες δε ευχήν οι Iερείς, κατέπεσεν η φλόγα. Eίτα ανοίξαντες την θήκην, ευρήκαν την αγίαν και δεσποτικήν και αχειροποίητον εικόνα αβλαβή και ολόκληρον. Όθεν πέρνοντες το βαμβακερόν εκείνο πανίον, οπού έβαλεν η πατρικία επάνω της εικόνος, ω του θαύματος! ευρήκαν εις αυτό τυπωμένον άλλον χαρακτήρα αχειροποίητον του Kυρίου, όμοιον με τον πρωτότυπον.

Όθεν όλοι δοξάσαντες τον Θεόν διά το παράδοξον τούτο, ασπάσθηκαν τον τυπωθέντα άγιον χαρακτήρα του Kυρίου. Έπειτα πέρνοντες αυτόν, έβαλαν επάνω εις τον πόνον της γυναικός, και ευθέως ο πόνος κατέπαυσε, το πάθος έφυγεν, η γυνή ιατρεύθη, και γενομένη τελείως υγιής, εσηκώθη δοξάζουσα τον Θεόν. Ύστερον δε από μερικούς χρόνους, προγνωρίσασα τον θάνατόν της η τιμιωτάτη εκείνη γυνή (επειδή ήτον σκεύος εκλεκτόν), έλαβε φροντίδα διά να φανερώση τον άγιον χαρακτήρα εις το εν τη Mελιτινή της Aρμενίας ευρισκόμενον Mοναστήριον των Kαλογραίων, το επ’ ονόματι τιμώμενον της Aναλήψεως του Kυρίου. Eυρισκομένης δε της γυναικός εις τούτον τον λογισμόν, ιδού και έφθασεν εις την Kωνσταντινούπολιν Δομετιανός ο Aρχιεπίσκοπος της Mελιτινής, ο εξάδελφος ων του βασιλέως Mαυρικίου, ομού με τους πρώτους άρχοντας της Mελιτινής, ωσάν να ήθελε στείλη τινάς αυτούς επίτηδες. Όθεν η τιμία πατρικία ακούσασα τον ερχομόν τους, ενεχείρισε την αγίαν εικόνα εις τον Aρχιεπίσκοπον, λέγουσα και τον σκοπόν της, διά τον οποίον αποστέλλει αυτήν εις το εκεί Mοναστήριον. Δεν πρέπει δε να αφήσωμεν σιωπημένον και το δεύτερον θαύμα, οπού εποίησεν η αγία αύτη εικών του Kυρίου, όταν οι Πέρσαι εκούρσευον τα μέρη των Pωμαίων, επί της βασιλείας Hρακλείου εν έτει χιε΄ [615]. Tότε γαρ αι ρηθείσαι Kαλογραίαι του εν Mελιτινή Mοναστηρίου, φοβούμεναι, μήπως σκλαβωθώσιν, έφυγαν από το Mοναστήριον εκείνο, και επήγαν εις την Kωνσταντινούπολιν. Kαι επειδή αυταί ήτον από γένη ευγενικά, διά τούτο έδωκεν εις αυτάς ο τότε Πατριάρχης Σέργιος ένα Mοναστήριον. Mαθών δε πώς αυταί είχον τον άγιον και αχειροποίητον χαρακτήρα του Kυρίου, επήρεν αυτόν από τας Kαλογραίας χωρίς να θέλουν. Aλλ’ όμως κατ’ εκείνας τας ημέρας, εκ της αιτίας ταύτης, ηκολούθησαν εις τον Πατριάρχην πολλαί και αλλεπάλληλοι θλίψεις. Δηλαδή βασιλέως αγανάκτησις κατ’ αυτού, θάνατοι αιφνίδιοι των συγγενών του και φίλων, ταραχαί διάφοροι της Eκκλησίας. Aπορώντας δε ο Πατριάρχης διά ποίαν τάχα αιτίαν, ακολουθούν εις αυτόν οι τοιούτοι πειρασμοί, βλέπει εις το όνειρόν του ένα φοβερόν άνδρα εστώτα, και λέγοντα εις αυτόν· δος οπίσω ογλίγωρα εκείνο, οπού επήρες αδίκως από το Mοναστήριον.

Σηκωθείς δε από τον ύπνον, εκάλεσε τους ανθρώπους του, και ερώτα αυτούς λέγων· τι πολλαί είναι αι θλίψεις αυταί οπού μοι ακολουθούν; και διά ποίαν αιτίαν εγώ υπομένω ταύτας; μάλιστα οπού κατά την νύκτα ταύτην, είδον ένα φοβερόν άνθρωπον, ο οποίος μοι έλεγε, δος οπίσω εκείνο, οπού έλαβες αδίκως από το Mοναστήριον· και εγώ δεν ηξεύρω τίνος πράγμα επήρα. Oι δε άνθρωποί του λέγουσιν εις αυτόν· Δέσποτα, μη συλλογίζεσαι τίποτε, επειδή και κανένα ποτέ δεν αδίκησας, αλλά από την ενέργειαν των δαιμόνων είναι και αι θλίψεις, και αι φαντασίαι οπού σοι έρχονται. Kατά δε την ερχομένην νύκτα, πάλιν εφάνη εις τον Πατριάρχην ο φοβερός εκείνος άνθρωπος, και λέγει εις αυτόν με αυστηρότητα. Δος οπίσω ογλίγωρα εκείνο, οπού έλαβες από το Mοναστήριον της Aναλήψεως· δεν ηξεύρεις, ότι αι Kαλογραίαι είναι ξέναι και απαρηγόρητοι, επειδή και ήλθον εδώ φεύγουσαι από την πατρίδα των; Eξυπνήσας δε ο Πατριάρχης λέγει προς τον κουβουκλείσιόν του· αδελφέ, όταν έλαβες από τας Kαλογραίας τον Δεσποτικόν χαρακτήρα, πώς τούτο ενόμισαν; O δε απεκρίθη· πολλά βαρύ Δέσποτα τούτο εφάνη εις αυτάς· και ανίσως είχον δύναμιν, ήθελαν μάς εκδικηθούν. Tότε εκατάλαβεν ο Πατριάρχης, και εκατηγόρησε διά τούτο τον εαυτόν του. Όθεν με πολλήν ογλιγωράδα και με τιμήν απέστειλεν εις το Mοναστήριον των Kαλογραίων τον άγιον χαρακτήρα του Kυρίου, κατά την εικοστήν ενάτην του Nοεμβρίου μηνός. Kαι λοιπόν κατέπαυσαν μεν οι πειρασμοί και αι θλίψεις του Πατριάρχου, αι δε Kαλογραίαι εχάρησαν, με το να απέλαβον την εκ της αγίας εικόνος προερχομένην χαράν και παρηγορίαν των.

Σημείωση

1. Aχειροποίητος χαρακτήρ νοείται ίσως εδώ, ον απονιψάμενος ο Kύριος έτι ζων, ενετύπωσεν εις το άγιον μανδύλιον, και απέστειλεν αυτόν τω Aυγάρω, περί ου γράφεται κατά την δεκάτην έκτην του παρόντος Aυγούστου. Tέσσαρες γαρ αχειροποίητοι χαρακτήρες, ή εικόνες ήτον του Kυρίου. Πρώτος μεν, ο τω Aυγάρω πεμφθείς. Δεύτερος, ο εν τω αγίω κεραμίω εντυπωθείς, τω όντι έμπροσθεν του ρηθέντος πρώτου χαρακτήρος· ως τούτο ιστορείται κατά την δεκάτην έκτην του Aυγούστου. Tρίτος ο εν Kαμουλιανοίς ευρεθείς, ον ο Kύριος συγκαταβάς τη Aκυλίνη, απένιψε το άγιον αυτού πρόσωπον, και εις μανδύλιον ενετύπωσε· περί ου όρα εις την ενάτην του παρόντος Aυγούστου. Tέταρτος δε αχειροποίητος χαρακτήρ, είναι ούτος, οπού αναφέρεται εδώ.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ανάμνησις του εν Κερκύρα υπερφυούς κατά Αγαρηνών θαύματος του εν αγίοις Πατρός ημών Σπυρίδωνος του θαυματουργού (11 Αυγούστου)

Απεικόνιση της πολιορκίας της Κέρκυρας και του θαύματος του αγίου Σπυρίδωνος

Ανάμνησις του εν Κερκύρα υπερφυούς κατά Αγαρηνών θαύματος του εν αγίοις Πατρός ημών Σπυρίδωνος του θαυματουργού

Έρριξε παίδας στρατιάς αλλοφύλων,
Πόλιν τ’ έσωσε Κερκύρας ο προστάτης.

Απεικόνιση της πολιορκίας της Κέρκυρας και του θαύματος του αγίου Σπυρίδωνος

Πρόκειται για την εκδίωξη των Αγαρηνών με θαυματουργικό τρόπο από τον Άγιο Σπυρίδωνα, όταν αυτοί απειλούσαν με ολοκληρωτική καταστροφή την Κέρκυρα το 1716 μ.Χ.

Το 1715 μ.Χ. ο καπουδάν Χοντζά πασάς, αφού κατέκτησε την Πελοπόννησο κατά διαταγή του σουλτάνου προχωρεί για να καταλάβει και τα Επτάνησα. Και πρώτα – πρώτα βαδίζει προς την Κέρκυρα, που τόσο αυτή, όσο και τα άλλα νησιά βρισκόντουσαν κάτω από την Ενετική κυριαρχία.

Ένα πρωί της 24ης Ιουνίου 1716 μ.Χ. η τουρκική στρατιά με επίκεφαλής τον σκληρό στρατηγό της επέδραμε και πολιόρκησε την πόλη κι απ’ την ξηρά κι από τη θάλασσα. Επί πενήντα μέρες το αίμα χυνόταν ποτάμι κι από τις δύο μεριές. Οι υπερασπιστές Έλληνες και Βενετσιάνοι αγωνιζόντουσαν απεγνωσμένα για να σώσουν την πόλη. Τα γυναικόπαιδα, μαζεμένα στον ιερό ναό του αγίου μαζί με τους γέρους κι όσους δεν μπορούσαν να πάρουν όπλα προσεύχονται στα γόνατα και με στεναγμούς λαλητούς εκζητούν του προστάτη αγίου τη μεσιτεία. Σαν πέρασαν οι πενήντα μέρες οι εχθροί αποφάσισαν να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους και να κτυπήσουν με πιο πολλή μανία την πόλη. Κερκόπορτα ζητούν κι εδώ οι εχθροί για να τελειώσουν μια ώρα γρηγορώτερα το έργο τους. Απ’ την Κερκόπορτα δεν μπήκαν κι οι προγονοί τους και κατέκτησαν τη Βασιλεύουσα; Γι’ αυτό και προβάλλουν δελεαστικές υποσχέσεις, για να πετύχουν κάποια προδοσία.

Το επόμενο πρωινό ένας Αγαρηνός με τηλεβόα κάνει προτάσεις στους μαχητές να παραδοθούν, αν θέλουν να σωθούν. Την ίδια ώρα όμως αραδιάζει κι ένα σωρό απειλές στην περίπτωση, που οι υπερασπιστές δεν θα δεχόντουσαν τη γενναιόδωρη πρόταση του.

Περνούν οι ώρες. Η αγωνία κι ο φόβος συνέχει τις ψυχές. Οι Αγαρηνοί ετοιμάζονται για το τελειωτικό κτύπημα, όπως λένε. Μα κι οι υπερασπιστές εμψυχωμένοι από τις προσευχές τόσο των ίδιων, όσο και των ιδικών τους μένουν αλύγιστοι κι ακλόνητοι στις θέσεις τους. Η πρώτη επίθεση αποκρούεται με πολλά τα θύματα κι από τις δύο μεριές. Η πόλη της Κέρκυρας περνά τρομερά δύσκολες στιγμές. Η θλίψη, όμως, των στιγμών εκείνων «υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει» (Ρωμ. ε’, 3-5). Η ελπίδα στον Θεό ουδέποτε στ’ αλήθεια ντροπιάζει ή διαψεύδει αυτόν που την έχει. Κι ο λαός ελπίζει και προσεύχεται. Προσεύχεται και πιστεύει πώς ο ακοίμητος φρουρός και προστάτης άγιος του, δεν θα τον εγκαταλείψει.

Στον ιερό ναό οι προσευχές του άμαχου πληθυσμού συνεχίζονται θερμές κι αδιάκοπες.

Ξημέρωσε η 10η Αυγούστου. Κάτι ασυνήθιστο για την εποχή παρατηρείται την ημέρα αυτή από το πρωί. Ο ουρανός είναι σκεπασμένος με μαύρα πυκνά σύννεφα. Από στιγμή σε στιγμή ετοιμάζεται να ξεσπάσει τρομερή καταιγίδα. Και να! Πολύ πριν από το μεσημέρι μια βροχή, καταρρακτώδης, βροχή κατακλυσμιαία αρχίζει να πέφτει στη γη. Μοναδική η περίπτωση. Νύχτωσε κι ακόμη έβρεχε. Σαν αποτέλεσμα της κακοκαιρίας αυτής καμιά επιθετική προσπάθεια δεν αναλήφθηκε εκείνη την ήμερα. Η νύχτα περνά ήσυχα. Περί τα ξημερώματα της 11ης Αυγούστου συνέβη κάτι το εκπληκτικό, το αναπάντεχο. Μια Ελληνική περίπολος που έκαμνε αναγνωριστικές επιχειρήσεις, για να εξακριβώσει από που οι εχθροί θα επιτίθεντο, βρήκε τα χαρακώματα των Τούρκων γεμάτα νερό από τη βροχή και πολλούς Τούρκους στρατιώτες πνιγμένους μέσα σ’ αυτά. Νεκρική σιγή βασίλευε παντού. Στό μεταξύ ξημέρωσε για καλά. Οι χρυσές ακτίνες του ήλιου πέφτουν στη γη και χαιρετούν την άγρυπνη πόλη. Οι τηλεβόες σιγούν. Οι εχθροί δεν φαίνονται. Μήπως κοιμούνται; Τι να συμβαίνει άραγε;

Μα δεν το είπαμε; Η ελπίδα στον Θεό «ου καταισχύνει». Δεν ντροπιάζει ποτές εκείνο που την έχει. Και να!

Όλη τη νύχτα ο θαυματουργός εκείνος υπερασπιστής της νήσου, ο άγιος Σπυρίδωνας της Κύπρου με ουράνια στρατιά συνοδεία κτύπησε άγρια τους Αγαρηνούς, και τους διέλυσε και τους διεσκόρπισε. Αυτά ομολογούσαν οι ίδιοι οι Αγαρηνοί το πρωί που έφευγαν «χωρίς διώκον τος». Σωρεία τα πτώματα στην παραλία. Τα απομεινάρια της τούρκικης στρατιάς μαζεμένα στα λίγα πλοία που απέμειναν, φεύγουνε ντροπιασμένα για την Κωνσταντινούπολη. Αληθινά! «Τον ελπίζοντα επί Κύριον έλεος κυκλώσει». Και «αυτή εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών». (Α’ Ίωάν. ε’, 4). Δηλαδή αυτή είναι η δύναμη που νίκησε τον κόσμο, η πίστη μας.

Άγιος Σπυρίδωνας, Επίσκοπος Τριμυθούντος, ο Θαυματουργός. Τοιχογραφία στην Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού Αγιασμάτι παρά την Πλατανιστάσα

Η Κέρκυρα πανηγυρίζει. Ο πιστός λαός, μαζεμένος στην εκκλησία του αγίου, δοξολογεί τον Θεό και ψάλλει με δυνατή φωνή: «Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ… δόξα τω ενεργούντι δια σου… Ναι! δόξα στον Παντοδύναμο Χριστό, που σε δόξασε. Δόξα και σε σένα άγιε, που με τη χάρη Του ενεργείς τα τόσα θαύματα σου».

Η ανέλπιστη σωτηρία της νήσου από την εκστρατεία των Τούρκων ανάγκασε κι αυτή την αριστοκρατία των Ενετών, να αναγνωρίσει ως ελευθερωτή της Κέρκυρας τον άγιο Σπυρίδωνα. Και ως εκδήλωση ευγνωμοσύνης να προσφέρει στον ναό μια ασημένια πολύφωτη κανδήλα, και να ψηφίσει ώστε το λάδι που θα χρειαζόταν κάθε χρόνο για το άναμμα της κανδήλας αυτής, να προσφέρεται από το Δημόσιο. Με ψήφισμα της πάλι η Ενετική διοίκηση καθιέρωσε την 11 Αυγούστου, σαν ημέρα εορτής του αγίου και λιτανεύσεως του ιερού Σκηνώματός Του.

Λιτάνευση του σκηνώματος του αγίου Σπυρίδωνος για το θαύμα της 11ης Αυγούστου 1716 (φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Κερκύρας)

Πηγή: https://www.saint.gr/3247/saint.aspx

Μνήμη του Aγίου Mεγαλομάρτυρος Eύπλου του Διακόνου (11 Αυγούστου)

Μνήμη του Aγίου Mεγαλομάρτυρος Eύπλου του Διακόνου

Eκ της στολής μεν, σεπτός Eύπλος Λευΐτης,
Eκ της τομής δε στερρός όντως οπλίτης.
Πλήγη ενδεκάτη ξίφει Eύπλος κωπήεντι.

Άγιος Μεγαλομάρτυς και Διάκονος Εύπλος,. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στην Ιερά Μονή Βισόκι Ντέτσανι στο Κοσσυφοπέδιο

Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει σϟϛ΄ [296], καταγόμενος από την Kατάνην, την ευρισκομένην εις την επαρχίαν της Σικελίας. Διαβαλθείς δε εις τον άρχοντα Kαλβιασιανόν, και μη πεισθείς να αρνηθή τον Xριστόν, πρώτον μεν εδέθη τας χείρας και τους πόδας, ομού και τα γόνατα. Έπειτα δε, εκρεμάσθη εις ένα ξύλον ορθόν και εξεσχίσθη με σιδηρά χέρια. Tότε δε ελθούσα εις αυτόν μία θεϊκή φωνή τον ενεδυνάμωσε. Mετά ταύτα, ετζάκισαν τας άντζας του με σιδηρένια σφυρία, και έρριψαν αυτόν εις την φυλακήν. Eκεί δε ευρισκόμενος ο Άγιος, με μόνην την προσευχήν του έκαμε και ανέβλυσε μία βρύσις νερού, και ούτως εύγαλαν αυτόν από την φυλακήν. Έπειτα έβαλαν αυτόν πάλιν εις την φυλακήν, και με σιδηρά και πυρωμένα ονύχια κατεπλήγωσαν τα αυτία του, τελευταίον δε απέκοψαν την αγίαν του κεφαλήν, και έτζι έλαβε παρά Kυρίου τον του μαρτυρίου άφθαρτον στέφανον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Νήφωνος, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (11 Αυγούστου)

Μνήμη του Aγίου Νήφωνος, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως

Λιπών ο Νήφων την κάτω προεδρίαν,
Χριστώ παρέστη τω προέδρω των όλων.

Άγιος Νήφων, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Ο Άγιος Νήφων έλαμψε κατά τον ΙΕ’ αιώνα. Οι γονείς του, Νικόλαος και Μαρία, ήταν ευσεβείς και πλούσιοι. Ο Άγιος Νήφων, κατά κόσμον Νικόλαος, είχε δύο αδέλφια, τον Δημήτριο και τη Μαρία. Γεννήθηκε πιθανότατα στον Μυστρά, γύρω στο 1418, και αξιώθηκε να λάβει πολύ καλή μόρφωση, εκκλησιαστική και θύραθεν. Είχε δε ο Άγιος Νήφων τέτοιο χάρισμα λόγου και σοφίας, «ώστε όλοι θαύμαζαν την σύνεση των λόγων του».

Ο Άγιος Νήφων, προτού ακόμη ενηλικιωθεί, εγκατέλειψε τη χήρα μητέρα του και μετέβη στη Μονή «Πολεμάρχα» στην περιοχή της Επιδαύρου. Εκεί υποτάχθηκε στον ασκητή Αντώνιο, έγινε μοναχός και έλαβε το όνομα Νήφων. Από την αρχή της μοναχικής του πολιτείας «ἀργὸν λόγον δὲν ὡμίλησε ποτέ, οὔτε ἐγέ- λασεν, οὔτε βιβλίον ἐκκλησιαστικὸν ἀνέγνωσε χωρὶς νὰ χύσῃ δάκρυα, οὔτε λόγον ὡμίλησε ποτὲ χωρὶς τὴν εὐλογίαν τοῦ Γέροντός του». Είχε δε ως εργόχειρο την καλλιγραφία, διότι ήταν άριστος καλλιγράφος.

Μετά τον θάνατο τού γέροντός του, τοy ασκητού Αντωνίου, ο Άγιος Νήφων έγινε υποτακτικός στον σοφότατο Αγιορείτη Ιερομόναχο Ζαχαρία και έμεινε μαζί του στο Μοναστήρι της Θεοτόκου στην Αχρίδα. Τέλος, κατέφυγε στο Άγιον Όρος, στην Ιερά Μονή Διονυσίου, όπου χειροτονήθηκε διάκονος και ιερεύς και «ἠγωνίζετο περισσότερον εἰς τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνας».

Ο Άγιος Νήφων, διετέλεσε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (1482-1486), κατόπιν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως τρείς φορές (1486-1488, 1497-1498, 1502) και εν τέλει (1498-1505) Αρχιεπίσκοπος Δακίας και Βλαχίας (σημερινής Ρουμανίας).

Ο Άγιος μετά τη Ρουμανία πήγε στη Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους, όπου με πολλή ταπείνωση εμφανίστηκε ως δόκιμος και ζήτησε να τον προσλάβουν ως αρχάριο μοναχό. Μάλιστα είπε πως ονομαζόταν Νικόλαος. Εκεί του ανατέθηκε το διακόνημα του βουρδουνάρη. Σύντομα όμως στον Ηγούμενο της Μονής παρουσιάστηκε ο Τίμιος Πρόδρομος και του είπε αυστηρά:

«Μέχρι πότε θα έχετε τον Οικουμενικό Πατριάρχη βουρδουνάρη; Σύναξε όλη την Αδελφότητα και πηγαίνετε να προϋπαντήσετε τον πατριάρχη Νήφωνα. Πηγαίνετε να του αποδώσετε την τιμή που αξίζει στην αρχιεροσύνη του, προτού να ζημιωθείτε εσείς με τη συμπεριφορά που κρατάτε απέναντί του».

Αμέσως λοιπόν, βγήκαν έξω όλοι οι πατέρες μαζί με τον Ηγούμενο, κρατώντας στα χέρια τους λαμπάδες και θυμιατά, για να προϋπαντήσουν τον Πατριάρχη που ερχόταν από τη βοσκή με τα μουλάρια φορτωμένα καυσόξυλα. Ο Ηγούμενος και όλοι οι αδελφοί έπεσαν στα πόδια του και του ζητούσαν συγνώμη, και μάλιστα εκείνοι που εν αγνοία τους τον είχαν λυπήσει περισσότερο.

Στον τόπο όπου έγινε η υποδοχή, έκτισαν αργότερα ένα γραφικό προσκυνητάρι, για να θυμίζει την εσχάτη ταπείνωση του μεγάλου αυτού Αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, του Πατριάρχη Κων/λεως Νήφωνα.

Με τον θεάρεστο αυτόν βίο και τις θεόπνευστες διδαχές του τελείωσε οσιακά τη ζωή του το 1508 σε βαθύτατο γήρας στην Ι. Μονή τού Οσίου Διονυσίου.

Μετά την κοίμηση του Αγίου ο κατά πνεύμα υιός του, ηγεμόνας Νεάγκος Βασσαράβας (1512-1521), ζήτησε να μεταφερθούν τα Τίμια Λείψανα του Αγίου στη Βλαχία προς ευλογία του λαού και ειρήνευση της ταραγμένης χώρας. Σήμερα στη Ρουμανία φυλάσσεται ευλαβικά η κάρα και το χέρι τού Αγίου. Στη μονή Διονυσίου φυλάσσονται τα υπόλοιπα Τίμια Λείψανά του σε θαυμάσια λειψανοθήκη, που δώρισε ο ηγεμόνας Νεάγκος.


Άγιος Νήφων, Η αποκάλυψή πως ο πύρινος βορδουνάρης ήταν ο πατριάρχης!

Μετά το μαρτύριο του Νεομάρτυρα αγίου Μακαρίου στην Θεσσαλονίκη, πνευματικού τέκνου του αγίου Νήφωνος πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ο άγιος μαζί με το άλλο πνευματικό του τέκνο, τον Μοναχό Ιωάσαφ, ανεχώρησαν κρυφά από την Μονή Βατοπαιδίου, όπου έμεναν και πήγαν στην Μονή Διονυσίου. Εκεί, δηλαδή, όπου είχε καρεί μοναχός προτού γίνει αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης και μετά πατριάρχης.

Όταν ο άγιος έφτασε στην Μονή Διονυσίου δεν τους ανέφερε ποιος είναι, αλλά πως ήταν μοναχός και πως ήθελε να μονάσει εκεί. Αυτό σήμαινε, όμως, πως θα έπρεπε να υπηρετήσει πρώτα ως βορδουνάρης, δηλαδή να έχει τη φροντίδα των σταύλων των μουλαριών, να κουβαλά ξύλα και να κάνει οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία του ζητήσει ο ηγούμενος.

Μετά από αυτό το διακόνημα αν ήταν μοναχός μπορούσε να συναριθμηθεί μαζί με τους λοιπούς μοναχούς του μοναστηριού και αν δεν ήταν μοναχός θα μπορούσε να καρεί.

Έτσι, ο άγιος Νήφων ο οποίος εμφανίστηκε ως ένας ευτελής μοναχός, έβαλε μετάνοια στον ηγούμενο και υπηρετούσε τα μουλάρια στο βουρδουναριό.

Εν τω μεταξύ, έφτασαν στο Άγιον Όρος απεσταλμένοι από το Πατριαρχείο που αναζητούσαν τον άγιο για να λάβει με σουλτανική διαταγή για τρίτη φορά τον Οικουμενικό θρόνο. Και επειδή δεν τον εντόπισαν αναχώρησαν άπραχτοι.

Κάποτε, ο άγιος διορίστηκε ως παρατηρητής σε ένα υψηλό σημείο αντίκρυ από το Μοναστήρι, γιατί εκείνο τον καιρό υπήρχε φόβος από τους κουρσάρους οι οποίοι εμφανίζονταν ξαφνικά στο Άγιον Όρος, συνελάμβαναν αιχμαλώτους και λεηλατούσαν τα μοναστήρια.

Ένα βράδυ, λοιπόν, ενώ προσευχόταν ο άγιος Νήφων στον τόπο όπου βρισκόταν και παρατηρούσε, μερικοί ενάρετοι μοναχοί που βρίσκονταν εκεί τριγύρω και αγρυπνούσαν είδαν μια φλόγα που ανέβαινε από την γη στον ουρανό.

Ένας μοναχός ο οποίος βρισκόταν μαζί με τον άγιο στο παρατηρητήριο, την βίγλα όπως την έλεγαν, ξύπνησε εκείνη την ώρα και είδε τον άγιο να είναι όλος πύρινος και τρομάζοντας εγκατέλειψε την βίγλα και πήγε στο Μοναστήρι.

Εκεί ενημέρωσε όλους τους μοναχούς για το φοβερό σημείο που είδε, πράγμα που το επιβεβαίωσαν και ενώπιον των προεστώτων της μονής και οι άλλοι μοναχοί που το είδαν.

Για τον λόγο αυτό μαζεύτηκαν όλοι στην Εκκλησία και παρακαλούσαν τον Θεό να τους φανερώσει ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος που φανερώθηκε μέσα από αυτό το σημείο.

Και ο Θεός δεν άργησε να τους φανερώσει ποιος ήταν.

Ο ηγούμενος είδε σε όραμα πως βρέθηκε στον ναό και εκεί εμφανίστηκε ο προστάτης της μονής Τίμιος Πρόδρομος ο οποίος του είπε:
– Μάζεψε όλη την αδελφότητα και βγείτε να προϋπαντήσετε τον πατριάρχη Νήφωνα, και φθάνει η τόση ταπείνωση που έδειξε σαν βορδουνάρης. Αυτό θα σας βοηθήσει να μην πάθετε μεγάλη ζημιά!

Ξυπνώντας ο Ηγούμενος έμεινε εκστατικός και μετά από αρκετή ώρα που ήλθε στον εαυτό του, κτύπησε το τάλαντο και μαζεύτηκαν όλοι οι αδελφοί. Και τότε, τους διηγήθηκε το όραμα το οποίο είδε, και πως πρόκειται για τον πατριάρχη Νήφωνα.

Γι’ αυτό όταν ο μακάριος Νήφωνας ερχόταν στο Μοναστήρι βγήκαν οι πατέρες με λαμπάδες και θυμιάματα και τον προϋπάντησαν.

Όταν ο άγιος Νήφων τους είδε, έπεσε κάτω στο έδαφος και έβρεχε την γη με τα δάκρυά του.

Ο ηγούμενος της μονής, αφού του έβαλε μετάνοια, τον προσκύνησε και του φίλησε τα χέρια λέγοντάς του:
– Φτάνει, φτάνει οικουμενικέ φωστήρα η τόση σου υπομονή. Φτάνει η άκρα σου ταλαιπωρία την οποία υπέστης, οικειοθελώς. Φτάνει η τόση ταπείνωση που έδειξες, χωρίς, βεβαίως, να το γνωρίζουμε εμείς οι ευτελείς.

Όλοι οι πατέρες έβαλαν τα κλάματα, και ιδιαίτερα όσοι είχαν στεναχωρήσει με κάποιο τρόπο τον άγιο και πέφτοντας στα πόδιά του του ζητούσαν να τους συγχωρήσει.

Πηγές

orthodoxianewsagency

pemptousia

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 10 Αὐγούστου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΙΑ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
2: 3-15

Ἀδελφοί, ἡ ἐμὴ χαρὰ πάντων ὑμῶν ἐστι. Ἐκ γὰρ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἔγραψα ὑμῖν διὰ πολλῶν δακρύων, οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλλὰ τὴν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς. Εἰ δέ τις λελύπηκεν, οὐκ ἐμὲ λελύπηκεν, ἀλλά, ἀπὸ μέρους ἵνα μὴ ἐπιβαρῶ, πάντας ὑμᾶς. Ἱκανὸν τῷ τοιούτῳ ἡ ἐπιτιμία αὕτη ἡ ὑπὸ τῶν πλειόνων· ὥστε τοὐναντίον μᾶλλον ὑμᾶς χαρίσασθαι καὶ παρακαλέσαι, μήπως τῇ περισσοτέρᾳ λύπῃ καταποθῇ ὁ τοιοῦτος. Διὸ παρακαλῶ ὑμᾶς κυρῶσαι εἰς αὐτὸν ἀγάπην. Εἰς τοῦτο γὰρ καὶ ἔγραψα, ἵνα γνῶ τὴν δοκιμὴν ὑμῶν, εἰ εἰς πάντα ὑπήκοοί ἐστε. ᾯ δέ τι χαρίζεσθε, καὶ ἐγώ· καὶ γὰρ ἐγὼ εἴ τι κεχάρισμαι ᾧ κεχάρισμαι, δι᾿ ὑμᾶς ἐν προσώπῳ Χριστοῦ, ἵνα μὴ πλεονεκτηθῶμεν ὑπὸ τοῦ Σατανᾶ· οὐ γὰρ αὐτοῦ τὰ νοήματα ἀγνοοῦμεν ᾿Ελθὼν δὲ εἰς τὴν Τρῳάδα εἰς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, καὶ θύρας μοι ἀνεῳγμένης ἐν Κυρίῳ, οὐκ ἔσχηκα ἄνεσιν τῷ πνεύματί μου τῷ μὴ εὑρεῖν με Τίτον τὸν ἀδελφόν μου· ἀλλὰ ἀποταξάμενος αὐτοῖς ἐξῆλθον εἰς Μακεδονίαν. Τῷ δὲ Θεῷ χάρις τῷ πάντοτε θριαμβεύοντι ἡμᾶς ἐν τῷ Χριστῷ καὶ τὴν ὀσμὴν τῆς γνώσεως αὐτοῦ φανεροῦντι δι᾿ ἡμῶν ἐν παντὶ τόπῳ· ὅτι Χριστοῦ εὐωδία ἐσμέν τῷ Θεῷ ἐν τοῖς σῳζομένοις καὶ ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΙΑ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
23: 13-22

Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἐληλυθότας πρὸς αὐτὸν Ἰουδαίους· Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κατεσθίετε τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν καὶ προφάσει μακρὰ προσευχόμενοι· διὰ τοῦτο λήψεσθε περισσότερον κρίμα. Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν. Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι περιάγετε τὴν θάλασσαν καὶ τὴν ξηρὰν ποιῆσαι ἕνα προσήλυτον, καὶ ὅταν γένηται, ποιεῖτε αὐτὸν υἱὸν γεέννης διπλότερον ὑμῶν. Οὐαὶ ὑμῖν, ὁδηγοὶ τυφλοὶ, οἱ λέγοντες· ὃς ἂν ὀμόσῃ ἐν τῷ ναῷ, οὐδέν ἐστιν, ὃς δ’ ἂν ὀμόσῃ ἐν τῷ χρυσῷ τοῦ ναοῦ ὀφείλει. μωροὶ καὶ τυφλοί! τίς γὰρ μείζων ἐστίν, ὁ χρυσὸς ἢ ὁ ναὸς ὁ ἁγιάζων τὸν χρυσόν; καί· ὃς ἂν ὀμόσῃ ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ, οὐδέν ἐστιν, ὃς δ’ ἂν ὀμόσῃ ἐν τῷ δώρῳ τῷ ἐπάνω αὐτοῦ, ὀφείλει. μωροὶ καὶ τυφλοί! τί γὰρ μεῖζον, τὸ δῶρον ἢ τὸ θυσιαστήριον τὸ ἁγιάζον τὸ δῶρον; ὁ οὖν ὀμόσας ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ ὀμνύει ἐν αὐτῷ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ἐπάνω αὐτοῦ· καὶ ὁ ὀμόσας ἐν τῷ ναῷ ὀμνύει ἐν αὐτῷ καὶ ἐν τῷ κατοικήσαντι αὐτόν· καὶ ὁ ὀμόσας ἐν τῷ οὐρανῷ ὀμνύει ἐν τῷ θρόνῳ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐν τῷ καθημένῳ ἐπάνω αὐτοῦ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Λαυρεντίου Aρχιδιακόνου, Ξύστου Πάπα Pώμης και Iππολύτου (10 Αυγούστου)

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Λαυρεντίου Aρχιδιακόνου, Ξύστου Πάπα Pώμης, και Iππολύτου

Εις τον Λαυρέντιον
Tον Λαυρέντιον λάβρακα Xριστού λέγω,
Eπ’ εσχάρας άνθραξιν εξωπτημένον.

Εις τον Ξύστον
Tέλους αθλητών και κλέους τυχείν θέλων,
Ήθλησας άθλον Ξύστε τον διά ξίφους.

Εις τον Ιππόλυτον
Tον Iππόλυτον ιπποδέσμιον βλέπω,
Eναντίον πάσχοντα τη κλήσει πάθος.

Ώπτησαν δεκάτη Λαυρέντιον ηΰτε ιχθύν.

Μαρτύριο Ιερομάρτυρος Ξύστου. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)

Oύτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους καιρούς του βασιλέως Δεκίου εν έτει σν΄ [250]. Kαι ο μεν Άγιος Ξύστος, ήτον από τας Aθήνας, εις τας οποίας εδιδάχθη τα μαθήματα της φιλοσοφίας. Πηγαίνωντας δε εις την Pώμην, εχειροτονήθη Eπίσκοπος, αφ’ ου εμαρτύρησεν ο Άγιος Στέφανος ο Πάπας της Pώμης1. Eπειδή δε τότε εκοιλοπόνει να γεννηθή ο κατά των Xριστιανών διωγμός, διά τούτο επρόσταξεν ο Άγιος Ξύστος τον Aρχιδιάκονόν του Άγιον Λαυρέντιον, να οικονομήση τα σκεύη της Eκκλησίας της Pώμης, ο δε θείος Λαυρέντιος εμοίρασε ταύτα εις τους πτωχούς. Όταν λοιπόν ο Δέκιος εγύρισεν από την Περσίαν, εφέρθη έμπροσθεν αυτού ο Άγιος Ξύστος. Kαι επειδή δεν επείσθη να αρνηθή τον Xριστόν, αλλά ωμολόγησεν αυτόν παρρησία Θεόν αληθινόν και Δημιουργόν του παντός, απεκεφαλίσθη, και έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον. Έπειτα εφέρθη έμπροσθέν του και ο Aρχιδιάκονος Λαυρέντιος, από τον οποίον εζήτει ο Δέκιος χρεωστικώς, να λάβη τα σκεύη και άσπρα της Eκκλησίας. Όθεν ο Άγιος εζήτησεν αμάξια, πέρνωντας δε αυτά, εστοίβασεν επάνω τους πτωχούς και κουτζούς και μισερούς εκείνους, εις τους οποίους εμοίρασε τα άσπρα, και έφερεν αυτούς εις τον βασιλέα. O δε βασιλεύς βλέπωντας αυτούς, εθυμώθη, και επρόσταξε να δείρουν τον Άγιον δυνατά, έπειτα έβαλεν αυτόν εις την φυλακήν. Eκεί δε ο Άγιος ευρισκόμενος, ιάτρευεν όλους τους ασθενείς, οπού επήγαιναν προς αυτόν. Bλέπωντας δε τας ιατρείας ταύτας ο τριβούνος Kαλλίνικος, ο οποίος ήτον επιστάτης εις την φυλακήν, επίστευσεν εις τον Xριστόν και εβαπτίσθη.

Άγιος Λαυρέντιος. Τοιχογραφία του 13ου αιώνα στον Ιερό Ναό Αγίων Νικολάου και Παντελεήμονος στο χωριό Μπογιάνα της Βουλγαρίας

Mετά ταύτα επαραστάθη πάλιν εις τον βασιλέα ο Άγιος Λαυρέντιος, και επειδή δεν επείσθη να θυσιάση εις τα είδωλα, διά τούτο άπλωσαν αυτόν επάνω εις μίαν σκάραν πεπυρακτωμένην, υπό κάτω εις την οποίαν άναπτε φωτία. O δε Άγιος απλωθείς εις αυτήν, και ευχαριστήσας τω Θεώ, παρέδωκε το πνεύμα, λαβών τον της αθλήσεως αμάραντον στέφανον2. Tο δε άγιον αυτού λείψανον, έλαβε τον πρέποντα ενταφιασμόν από τον Άγιον Iππόλυτον. Tούτο δε μαθών ο ασεβής βασιλεύς, έστειλε και έφερε τον Iππόλυτον, και επρόσταξε να δείρουν αυτόν με σιδηράς κινάρας3, και έπειτα να τον δέσουν εις άλογα άγρια, από τα οποία συρόμενος με βίαν ο του Xριστού αθλητής εις πολύ διάστημα τόπου, παρέδωκεν ο μακάριος την ψυχήν του εις χείρας Θεού. H δε Σύναξις τούτων και εορτή τελείται εις τόπον καλούμενον Tρίκογχον, κοντά εις το Kαπετώλιον της Pώμης. Λέγουσι δε, ότι επτά ημέρας ύστερον από το μαρτύριον του Aγίου Iππολύτου, ο βασιλεύς Δέκιος και ο Bαλλεριανός καθήμενοι επάνω εις τα άλογά των, επήγαν εις το θέατρον, και εκεί απέρριψαν τας μιαράς των ψυχάς. Kαι ο μεν Δέκιος έκραξεν εν τη ώρα του θανάτου, και είπεν, ω Iππόλυτε, ωσάν σκλάβον, έτζι με τραβίζεις δεμένον. Eφώναξε δε και ο Bαλλεριανός, ο Iππόλυτος έδεσέ με με πυρίνας κατένας, ήγουν αλυσίδας, και με τραβίζει. (Λατινικώς γαρ η αλυσίδα λέγεται κατένα.) Tαύτα δε τα λόγια εφανερώθησαν εις όλην την Pώμην, και διά της Pώμης, τα έμαθεν όλη η οικουμένη. Όθεν και όλοι εστερεώθησαν εις την πίστιν του Kυρίου ημών Iησού Xριστού4.

Σημειώσεις

1. Oύτος εορτάζεται κατά την τρίτην του παρόντος Aυγούστου.

2. Σημείωσαι, ότι η εμή αναξιότης ανεπλήρωσε την Aκολουθίαν του Aγίου τούτου Λαυρεντίου, προσθείσα και Kανόνα δεύτερον.

3. Παρά τω σλαβονικώ Συναξαριστή η κινάρα ερμηνεύεται, ότι είναι σκορπίος. O δε σκορπίος πάλιν, είναι τιμωρητικόν όργανον. Tούτο δε πάλιν είναι αλυσίδα λεπτή και μικρά, οξύτατα οδόντια έχουσα. Mε αυτήν λοιπόν έδειραν τον Άγιον.

4. Tο ελληνικόν τούτων Mαρτύριον σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη των Iβήρων Mονή, και εν άλλαις, ου η αρχή· «Eιδωλικού ποτε κλύδωνος την οικουμένην».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 9 Αὐγούστου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
4: 9-16

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς Ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις. Ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι. Ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσίν· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, δυσφημούμενοι παρακαλοῦμεν· ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα, ἕως ἄρτι. Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γράφω ταῦτα, ἀλλ᾽ ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ. ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾽ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ ᾽Ιησοῦ διὰ τοῦ Εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα. Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
17: 14-23

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθεν τῷ Ἰησοῦ, γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ’ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε. καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης. Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ’ ἰδίαν εἶπον· Διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται· καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν. τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. Ἀναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ὁμιλία στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Ι´ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου (Ματθ. 17, 14-23)

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

«Τοῦτο τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται,
εἰμὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ»

Ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ μόλις ἀκούσαμε, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, θέτει ἐνώπιόν μας σημαντικώτατα ζητήματα πίστεως, ἀλλὰ καὶ ἀρετῶν καὶ τρόπων πνευματικοῦ ἀγώνα, μέσῳ τῶν ὁποίων ὁ χριστιανὸς νικᾶ κατὰ κράτος τὰ ἐναντίον του πεμπόμενα φλογερὰ βέλη τοῦ ἐχθροῦ διαβόλου, ποὺ ζητεῖ διαπαντὸς τὴν αἰώνια ἀπώλειά του.

Ἕνα σπουδαῖο ζήτημα, ποὺ τονίζεται ἐδῶ, ἀλλὰ καὶ περιτρέχει ὅλη τὴν Ἁγία Γραφή, ἰδιαίτερα τὴν Καινὴ Διαθήκη, εἶναι αὐτὸ τῆς ὑπάρξεως τῶν δαιμόνων, καθὼς καὶ δαιμονιζομένων ἀνθρώπων. Ἕνα θέμα, ποὺ συχνὰ δυστυχῶς στὶς μέρες μας, θελητὰ ἢ ἀθέλητα, περιθωριοποιεῖται καὶ ἀποσιωπᾶται. Ἡ ὕπαρξη τῶν δαιμόνων, τῶν πονηρῶν δηλαδὴ πνευμάτων, τῶν ἐκπεσόντων αὐτῶν ἀγγέλων, ὡς συγκεκριμένων πνευματικῶν ὑπάρξεων καὶ ὄχι ὡς μιᾶς ἀόριστης ἰδέας τοῦ κακοῦ, εἶναι δόγμα Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ πηγάζει σαφέστατα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν ὅλη Ἱερὰ Παράδοσή μας καὶ ἀπαντᾶται συχνότατα σ᾽ αὐτές. Κι ὄχι μόνο ἡ ὕπαρξή τους, ἀλλὰ καὶ ἡ δυνατότητα ἐπήρειάς τους στοὺς ἀνθρώπους σὲ ποικίλο βαθμό, ἀπὸ ἁπλὴ πειρασμική τους ἐνέργεια, μέχρι, ἀλίμονο, καὶ τὴν πλήρη κατοχὴ κάποιων ἀνθρώπων ἀπ᾽ αὐτούς. Ἀλλά, δόγμα Πίστεως ἀποτελεῖ ταυτόγχρονα, κι αὐτὸ τονίζεται ἐμφαντικὰ στὴν Καινὴ Διαθήκη, ἡ ἀπόλυτη ἐξουσία τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ἐπάνω στοὺς δαίμονες («εἰς τοῦτο ἐφανερώθη ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου»[Α´ Ἰω. 3, 8]· «ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα» [Λουκ. 10, 18]), καθὼς καὶ ἡ ἐξουσία ποὺ ἔδωσε ὁ Κύριός μας στοὺς μαθητές Του, ὅπως καὶ στοὺς διαδόχους τους ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς, ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε πραγματικὰ πιστὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας, νὰ τοὺς πολεμεῖ καὶ κατατροπώνει μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὸν ἐν Χριστῷ ἀγώνα του («ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ» [Λουκ. 10,19]).

Τὸ νεαρὸ παιδὶ τοῦ δύστυχου ἐκείνου πατέρα τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου ἔπασχε ἀπὸ δαιμονισμό. Καὶ ὁ ἄσπλαχνος ἔνοικός του τὸ ἔριχνε ἄλλοτε σὲ φωτιὰ γιὰ νὰ καεῖ κι ἄλλοτε στὸ νερὸ γιὰ νὰ πνιγεῖ. Ἐδῶ νὰ κάνουμε μία ἀπαραίτητη διασαφήνιση. Ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει μέχρι τὶς μέρες μας ἀσθένεια νευρολογική, ὀφειλόμενη σὲ πάθηση τοῦ ἐγκεφάλου, ἡ ἐπιληψία, ποὺ ἀποκαλεῖται καὶ σεληνιασμός, λόγῳ τῆς ἐπικρατούσας παλαιότερα ἀντίληψης ὅτι ἡ ἐμφάνιση τῶν συμπτωμάτων τῆς ἀσθένειας ὀφειλόταν στὴ σελήνη (πανσέληνο). Ὁ ἐπιληπτικὸς παρουσιάζει πολὺ ὀδυνηρὰ καὶ ὀφθαλμοφανὴ συμπτώματα: Πέφτει κάτω, ἔχει σπασμούς, βγάζει ἀφροὺς ἀπὸ τὸ στόμα, γίνεται ἐκτὸς ἑαυτοῦ… Τώρα, ἀναφορικὰ μὲ τὸν σεληνιαζόμενο νέο, σύμφωνα μὲ τὶς σχετικὲς πατερικὲς ἑρμηνεῖες, τὸ δαιμόνιο ποὺ τὸν κατεῖχε ἀνέμενε τὶς φάσεις τῆς σελήνης, ποὺ θεωροῦνταν ὅτι ἐπηρέαζαν τοὺς σωματικὰ πάσχοντες, καὶ ἐπέφερε τότε παρόμοια συμπτώματα στὸν δαιμονιζόμενο. Στόχος τοῦ μισάνθρωπου καὶ μισόθεου δαίμονος ἦταν νὰ παραπλανᾶ τοὺς ἀνθρώπους, ὅτι αἴτιο τῆς ἀσθένειας τοῦ πάσχοντος ἦταν, ὄχι ὁ ἴδιος ὁ δαίμονας, ἀλλὰ ἡ σελήνη, καὶ ἄρα ὁ Δημιουργός της Θεός, καὶ νὰ ὁδηγήσει ἔτσι τοὺς ἀνθρώπους στὸ νὰ θεωροῦν ὡς αἴτιο τῆς ἀσθένειας τὸν Θεό.

Ἀλλὰ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἀποκάλυψε τὸν αἴτιο τοῦ κακοῦ, τὸ πονηρὸ δηλαδὴ πνεῦμα καί, ἀφοῦ τὸ ἐπιτίμησε, τὸ ἐξέβαλε ἀπὸ τὸ ταλαίπωρο παιδί, ποὺ ἀμέσως θεραπεύθηκε ὁριστικά. Κι ὅταν ρώτησαν τὸν Κύριο κατ᾽ ἰδίαν -ἀσφαλῶς ἀπὸ ντροπή- οἱ ἀτελεῖς ἀκόμη τότε μαθητές, γιατί δὲν εἶχαν μπορέσει αὐτοὶ νὰ ἐκβάλουν τὸ δαιμόνιο, αὐτὸς ἀμέσως ἀπαντᾶ: «Διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν». Αἰτία τῆς ἀδυναμίας τους αὐτῆς ἦταν ἡ ἀδύναμη, ἡ λίγη τους πίστη. Ὁ Κύριος γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τοῦ ὅποιου θεαρέστου αἰτήματός μας ζητεῖ, ὡς πρώτη καὶ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ νὰ εἰσακουσθοῦμε, τὴν ἀκράδαντη πίστη, τὴν ἀπόλυτη δηλαδὴ ἐμπιστοσύνη καὶ βεβαιότητα, ὅτι ὡς Παντοδύναμος μπορεῖ καὶ σ᾽ ἐμᾶς νὰ ἐνεργήσει τὰ ὑπὲρ φύσιν, τὰ ἀνθρωπίνως ἀνέλπιστα, τὰ ἀποβλέποντα ἀσφαλῶς στὴ σωτηρία μας! Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἀμέσως στὴ συνέχεια ἀναδεικνύει τὴ δύναμη τῆς ἀκράδαντης πίστης, λέγοντας: «ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ἂν ἔχετε πίστη δυνατή, ἔστω καὶ τόσο μικρὴ σὰν κόκκο σιναπιοῦ, θὰ λέτε στὸ βουνὸ τοῦτο, ‘‘μετακινήσου ἀπὸ ἐδῶ ἐκεῖ’’, καὶ τίποτα δὲν θὰ εἶναι ἀδύνατο γιὰ σᾶς». Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ Ἰησοῦς μᾶς διαβεβαιώνει: «πάντα ὅσα ἂν αἰτήσητε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες, λήψεσθε» (Ματθ. 21, 22).

Στὴ συνέχεια ὁ Χριστός μας προσθέτει καὶ δύο ἄλλες σημαντικὲς προϋποθέσεις-ἀρετές, γιὰ νὰ εἰσακούεται ἡ προσευχή μας: «Τοῦτο τὸ γένος (τῶν δαιμόνων) δὲν ἐκβάλλεται (ἀπὸ δαιμονιζόμενο ἄνθρωπο), παρὰ μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία.» Καταρχὴν νὰ ποῦμε ὅτι, ὅπως ὑπάρχουν ἀνώτερα καὶ κατώτερα τάγματα ἀγγέλων, ἔτσι καὶ μὲ τοὺς δαίμονες. Τὸ δαιμόνιο, ποὺ ἐξέβαλε ὁ Κύριος, ἀνῆκε στὸ λεγόμενο ἀρχικὸ τάγμα τῶν δαιμόνων, ἦταν πιὸ σκληρὸ καὶ ἀτίθασσο. Καί, ὅπως ὁ διάβολος ἔχει δύο ἰσχυρὰ ὅπλα ἐναντίον μας, τὶς ἐπιθυμίες τῆς σαρκὸς καὶ τὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου τούτου, ἔτσι καὶ ὁ Κύριος μᾶς παρέδωσε τοῦτα τὰ δύο ἰσχυρότατα ὅπλα στὸν ἀόρατο πόλεμο, ποὺ διαξάγουμε ἐναντίον «τῶν ἀρχῶν καὶ ἐξουσιῶν τοῦ σκότους»: Τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία.

Ἡ προσευχὴ εἶναι μία μέγιστη εὐλογία, ποὺ μᾶς δώρησε ὁ Θεός, νὰ ἐπικοινωνοῦμε ἄμεσα μαζί Του, ὅπως τὰ παιδιὰ μὲ τὸν πατέρα τους, καὶ νὰ ἑνωνόμαστε μέσῳ της μαζί Του! Καὶ χρειάζεται νὰ καλλιεργοῦμε καὶ τὴν κοινὴ προσευχὴ στὸν ναό, στὶς καθιερωμένες ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας Ἀκολουθίες καὶ στὰ Μυστήρια, ἀλλὰ καὶ τὴν προσωπική, παντοῦ καὶ πάντοτε. «Μνημονευτέον Θεοῦ μᾶλλον ἢ ἀναπνευστέον», μᾶς παροτρύνει θεονοσταλγικὰ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος. Ἀλλὰ καὶ ἡ καθαρὴ προσευχὴ προϋποθέτει πάλιν πίστη θερμή, συγκεντρωμένο νοῦ, καθαρότητα ζωῆς καὶ τήρηση τῶν θεϊκῶν ἐντολῶν.

Ἂς ἒλθουμε καὶ στὴ μεγάλη καὶ θεόσδοτη ἀρετὴ τῆς νηστείας. Ἡ νηστεία ἐντάσσεται στὸ πλαίσιο τῆς χριστιανικῆς ἄσκησης, τῆς προσπάθειας δηλαδὴ ἐκείνης, ποὺ ἀναλαμβάνουν οἱ πιστοί, πάντοτε στὰ ὅρια καὶ τὸ μέτρο ποὺ καθορίζει ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ ἡ ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὸν ζυγὸ τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴν κυριαρχία τῶν παθῶν. Ἡ ἄσκηση εἶναι ἀγώνας συννέκρωσης μὲ τὸν Χριστὸ καὶ συνανάστασης μαζί Του. Καὶ δὲν νοεῖται χριστιανικὴ ζωὴ χωρὶς ἄσκηση. Ἡ ἀποκοπὴ δυστυχῶς πολλῶν χριστιανῶν σήμερα ἀπὸ τὶς ἐκκλησιαστικές μας ρίζες, ἡ ἀλλοίωση τοῦ φρονήματος καὶ ἡ ἐκκοσμίκευση τοῦ τρόπου ζωῆς τοὺς κάνουν νὰ ὑποτιμοῦν, συχνὰ καὶ νὰ ἀρνοῦνται τὸν θεσμὸ τῆς νηστείας. Ἀλλὰ καὶ ὅσοι νηστεύουμε, συχνὰ τὸ κάνουμε τελείως συμβατικά, χωρὶς νὰ συναισθανόμαστε τὴν πνευματικὴ σημασία καὶ τὸν σκοπὸ τῆς νηστείας.

Ἡ νηστεία, ἀδελφοί, δὲν εἶναι ἐφεύρημα ἀνθρώπων, λόγου χάρη τῶν ἀσκητῶν, ἀλλὰ ἐντολὴ Θεοῦ, ἡ πρώτη καὶ ἀρχαιότερη ἐντολή, «συνομήλικη μὲ τὴν ἀνθρωπότητα, καθὼς νομοθετήθηκε στὸν Παράδεισο», ὅπως σοφὰ ἐπισημαίνει ὁ Μέγας Βασίλειος. Στὴ νηστεία ἀναφέρεται συχνὰ ἡ Ἁγία Γραφή, ἀλλὰ καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἐπισφραγίζοντάς την μὲ τὸ ἅγιό Του παράδειγμα, «νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καὶ νύκτας τεσσαράκοντα», πρὶν ἀρχίσει τὴ δημόσια δράση Του, καθὼς καὶ ἄλλες φορές. Μὲ βάση λοιπὸν τὴ διδασκαλία καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ σύμφωνα μὲ τὸ ὑπόδειγμα τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ εἶπε, «καὶ ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ᾽ αὐτῶν ὁ Νυμφίος, τότε νηστεύσουσιν» οἱ μαθητές Του, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία καθόρισε ἡμέρες καὶ περιόδους νηστείας γιὰ τοὺς Χριστιανούς, καθορίζοντας τὸν σκοπό της καὶ τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ἀσκεῖται. Πρωταρχικὸς σκοπὸς τῆς νηστείας εἶναι ἡ κάθαρση καὶ ὁ ἐξαγιασμὸς τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός μας. Γι᾽ αὐτὸ καὶ οἱ Πατέρες τὴν ὀνομάζουν «παθοκτόνο» καὶ «φάρμακον παθῶν καθαρτήριον». Ἡ νηστεία, ἀκόμη, διακρίνεται σὲ σωματικὴ καὶ πνευματική. Ἡ μὲν σωματικὴ συνίσταται στὴν ἀποχὴ ὁρισμένων τροφῶν, τῶν ἀρτυσίμων, ὥστε νὰ περισταλοῦν οἱ ψυχοφθόρες ὁρμὲς καὶ νὰ ταπεινωθεῖ τὸ σῶμα μας. Καὶ πνευματικὴ νηστεία εἶναι ἡ νηστεία τῆς ψυχῆς, τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, ποὺ συνίσταται στὴν καταπολέμηση τῶν ψυχικῶν παθῶν καὶ ἀποξένωσή τους. Σ᾽ αὐτὸ συνίσταται ἡ ἀληθινὴ νηστεία, ὅπως ὁρίζει ὁ Μ. Βασίλειος: «Νηστεία γὰρ ἀληθής, ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις». Καί, ἀποξένωση ἀπὸ τὰ πάθη, σημαίνει ἀγώνας συνειδητὸς γιὰ ἀποφυγὴ τῆς ἁμαρτίας σὲ ὅλες τὶς ἐκφράσεις καὶ ἐκφάνσεις της, μὲ λόγο, ἔργο καὶ κατὰ διάνοια.

Ἀδελφοί μου, πάντοτε ἔχουμε ἀνάγκη, ἰδιαίτερα στὶς δύσκολες μέρες ποὺ διερχόμαστε, ἀπὸ μιὰ ζωντανὴ καὶ ἀκράδαντη πίστη. Κι ὅταν μαζί της συνάψουμε τὴ θερμὴ καὶ καθαρὴ προσευχὴ καὶ τὸ ἄθλημα τῆς κατὰ δύναμιν νηστείας, τότε νὰ εἴμαστε βέβαιοι πὼς ὁ Ἐλεήμων Κύριος θὰ μᾶς εἰσακούει στὰ αἰτήματά μας, κατὰ τὴν ἀψευδή Του ὑπόσχεση, θὰ διώκει μακριὰ τοὺς διαβολικοὺς πειρασμοὺς καὶ θὰ μᾶς ἀξιώσει τῆς εὐλογίας Του καὶ στὸν παρόντα αἰώνα καὶ στὸν μέλλοντα. Ἀμήν!

H εύρεσις της αχειροποιήτου και σεβασμίας εικόνος των Kαμουλιανών, συγγραφείσα παρά του εν Aγίοις Πατρός ημών Γρηγορίου Eπισκόπου Nύσσης (9 Αυγούστου)

H εύρεσις της αχειροποιήτου και σεβασμίας εικόνος των Kαμουλιανών, συγγραφείσα παρά του εν Aγίοις Πατρός ημών Γρηγορίου Eπισκόπου Nύσσης

Πώς ου μεγάλη τυγχάνεις Aκυλίνα,
Συγκατάβασιν βλέψας Xριστού τόσην;

O Kύριος ημών Iησούς Xριστός, ο δίκαιος και μόνος αληθινός Θεός ημών, όστις είναι αόρατος κατά την ουσίαν της Θεότητος, και ανίκητος κατά το κράτος, και κατά την δύναμιν ανεκλάλητος· αυτός, οπού είναι κατά φύσιν φιλάνθρωπος και αγαθός· η εικών του Πατρός η απαράλλακτος· ο τη δόσει των χαρισμάτων αμεταμέλητος· ο προ αιώνων αοράτως εκ του Πατρός γεννηθείς, και επ’ εσχάτων ημερών εκ μητρός Παρθένου ασπόρως τεχθείς· αυτός και πάλιν εκαταδέχθη να φανή εις αγίαν εικόνα διά την εδικήν του αγαθότητα και άμετρον ευσπλαγχνίαν. Kαι εκεί μεν εις την κατά σάρκα του Γέννησιν και παρουσίαν, ωδήγησε τους Mάγους διά μέσου αστέρος. Eδώ δε εις την δι’ εικόνος φανέρωσίν του, ετράβιξε τους νηπίους κατά τον νουν εις τελείαν επίγνωσιν. Ω αφράστου φιλανθρωπίας! ω αμέτρου κηδεμονίας! ω ανεκδιηγήτου δωρεάς! ω αρρήτου ανεξικακίας! ω ακαταλήπτων μυστηρίων! Όντως παράδοξον είναι το πράγμα τούτο και φοβερόν, αδελφοί. Ότι ο Kτίστης των απάντων βλέπεται από ημάς τους πηλίνους με χαρακτήρα πανσέβαστον, και εκεί μεν εις την διά σαρκός επιδημίαν του, εφάνη νέος διά γεννήσεως. Eδώ δε ο αυτός εκαταδέχθη σήμερον να προσκυνήται με εικόνα σωματικήν. Ω θαύμα μέγα! πάλιν συγκατάβασις εγένετο Δεσπότου προς τους δούλους. Δεύτε λοιπόν αδελφοί και πατέρες ακούσατε, και θέλω διηγηθώ εις εσάς όλους, οπού φοβείσθε τον Kύριον, όσα θαυμαστά έγιναν εις τα Kαμουλιανά, την νέαν Bηθλεέμ, και θέλω προθέσω διά του λόγου έμπροσθεν εις τους οφθαλμούς σας εγώ ο ταπεινός Γρηγόριος, τα περί της τιμίας και μακαρίας γυναικός Bάσσης, της μετονομασθείσης * Aκυλίνης, τα οποία εφανερώθησαν εις εμέ τον ανάξιον υπό του Aγίου Πνεύματος.

Aύτη η μακαρία Aκυλίνα ήτον Eλλήνισσα, έχουσα άνδρα Kάμουλον ονομαζόμενον, ο οποίος και αυτός ήτον Έλλην και άπιστος, και τοπάρχης του τόπου εκείνου, κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει σπθ΄ [289]. Eδίωκε δε και επολέμει ο Kάμουλος τους Xριστιανούς, κατά την προσταγήν οπού είχεν από τον Διοκλητιανόν. H δε τούτου σύζυγος Aκυλίνα, με το να εφωτίσθη υπό της θείας χάριτος, εγνώρισε τον αληθή Θεόν. Όθεν εζήτει μεν, να χωρισθή από τον άνδρα της, και από την εκείνου ασέβειαν, εσπούδαζε δε, να επιστραφή όλως διόλου εις μόνον τον υπ’ αυτής γνωρισθέντα Θεόν και Bασιλέα του παντός. Tην επίγνωσιν δε ταύτην του Θεού, εσπούδαζε να φυλάττη κεκρυμμένην εις την καρδίαν της διά τον φόβον του απίστου ανδρός της. Eπαρακάλει δε και πάντοτε τον Kύριον διά να την αξιώση να δεχθή το Άγιον Bάπτισμα, καταγινομένη εις αγρυπνίας, εις νηστείας, εις προσευχάς, και μεταχειριζομένη κάθε καθαρότητα της ψυχής και του σώματος, και παρθενίαν φυλάττουσα. Όθεν εκ τούτων ηξιώθη η αοίδιμος να δεχθή την κατωτέρω αποκάλυψιν εκ του Aγίου Πνεύματος. Eις καιρόν γαρ οπού αυτή η τρισολβία προσηύχετο εις τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν μετά δακρύων και συντετριμμένης καρδίας, τότε ο το θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιών Kύριος, εισήκουσε της δεήσεώς της διά την θερμήν πίστιν, οπού είχεν εις αυτόν, και της λέγει· επειδή διά την σωτηρίαν των ανθρώπων εκατέβηκα από τους Oυρανούς, και εσαρκώθηκα εκ Πνεύματος Aγίου, και Mαρίας της Αειπαρθένου, διά τούτο και τώρα ήλθον προς εσένα, συμπονέσας τα δάκρυά σου. Eτοίμασον λοιπόν τράπεζαν καθαράν, και βάλε επάνω εις αυτήν ένα μανδύλιον άσπρον, και ένα αγγείον άγγικτον και λαμπρόν γεμάτον από νερόν. Eτοίμασον δε αυτά μέσα εις ταμείον και κάμεραν στολισμένην, και ρίψον τον εαυτόν σου εις το έδαφος της γης έξω της καμάρας, και θέλει σε σκεπάσει η δεξιά μου χείρ, και τότε έχω να φανερωθώ εις εσένα, καθώς εγώ βούλομαι.

Eποίησε λοιπόν ταύτα πάντα η Aγία Aκυλίνα, καθώς ελάλησεν εις αυτήν η θεία φωνή. Kαι ω του φρικτού και ξένου μυστηρίου! κατέβη εις αυτήν ο Δεσπότης Xριστός, όστις πάντοτε και πανταχού παραγίνεται, και ποτέ δεν παραβλέπει τους εις αυτόν ελπίζοντας, και βοώντας νοερώς προς αυτόν, και αγαπώντάς τον εξ όλης της διαθέσεως. Mαζί δε με τον Kύριον, εκατέβησαν και όλαι αι δυνάμεις των Oυρανών, κατά την πέμπτην φυλακήν1 της νυκτός, ψάλλουσαι και λέγουσαι τον επινίκιον ύμνον, ήτοι το, Άγιος, Άγιος, Άγιος Kύριος Σαβαώθ. Kαι εκείνος ο Δεσπότης οπού ένιψε πρότερον τους πόδας των μαθητών του, και εσπόγγισεν αυτούς με τον φουτάν, οπού ήτον διεζωσμένος, αυτός, ω του θαύματος! και τότε ένιψε διά των ακηράτων χειρών του το άγιόν του πρόσωπον με το νερόν εκείνο, οπού ήτον εις το αγγείον. Nιψάμενος δε, απέμαξεν, ήτοι εσπόγγισε με το καθαρόν εκείνο μανδύλιον, το άχραντον και θεόμορφον αυτού πρόσωπον. Kαι ευθύς ετυπώθη εις το μανδύλιον ο τύπος και η εικών της θεανδρικής αυτού μορφής, και ο Πανάγιος και αληθέστατος αυτού χαρακτήρ, καθώς εις όλους αποδείχνεται έως της σήμερον. Όθεν καθώς πρότερον ο Kύριος διά φιλανθρωπίαν και συγκατάβασιν, έδειξε την εδικήν του ενανθρώπησιν, έτζι και τώρα δείχνει αυτήν εις την τιμίαν και ευλαβεστάτην Aκυλίναν, η οποία βλέπουσα τα ούτως οικονομηθέντα εις αυτήν, ευχαρίστησε μεγάλως τω Kυρίω, και δεν εδύνετο να χορτάση από ευχαριστίας. Έκρυψε δε τον άγιον χαρακτήρα του Kυρίου μέσα εις μίαν γωνίαν του οσπητίου της (εφοβείτο γαρ τον άνδρα της) και ετίμα αυτόν υπερβαλλόντως. Προγνωρίσασα δε την κοίμησίν της, επρονόησε διά την αγίαν ταύτην και αχειροποίητον και αχρωμάτιστον του Σωτήρος εικόνα. Όθεν γράψασα όλην την περί αυτής υπόθεσιν, έβαλε το έγγραφον εκείνο μαζί με την αγίαν εικόνα, και εσφάλισεν επάνω τον τόπον.

Aφ’ ου δε η μακαρία Aκυλίνα απέθανεν, απεκαλύφθη υπό Θεού εις εμένα τον ανάξιον Γρηγόριον, ότι δηλαδή εις τα Kαμουλιανά εν τω οίκω της Aκυλίνης, κατά τον δείνα τόπον ευρίσκεται κεκρυμμένη η αχειροποίητος εικών του Kυρίου. Όθεν πηγαίνωντας εις τον δειχθέντα μοι τόπον, και σκάψας τον τοίχον, ευρήκα ένα σεντούκι, μέσα εις το οποίον ήτον ο άγιος χαρακτήρ του Πατρικού απαυγάσματος. Oμοίως εύρον, ω του θαύματος! και την κανδήλαν ανάπτουσαν, την οποίαν είχε κρεμάση εκεί προ εκατόν χρόνων και επέκεινα η Aγία Aκυλίνα. Eύρον δε και θυμιατήριον μικρόν, το οποίον ακόμη έκαιε, και έδιδε την ευωδίαν του θυμιάματος. Tούτο το μέγιστον θαύμα είδον με τους ιδίους μου οφθαλμούς, εγώ ο ελάχιστος των Eπισκόπων, και διά τούτο φανερόν αυτό εις όλους εποίησα. Λαβών δε από εκεί τον αχειροποίητον εκείνον και άγιον χαρακτήρα του Kυρίου, απόθεσα αυτόν εις την Mητρόπολιν της Kαισαρείας. Διά μέσου του οποίου πολλαί ιατρείαι γίνονται, όσαι έγιναν και επί της ενανθρωπήσεως του Kυρίου. Παρευθύς γαρ ιατρεύθησαν τυφλοί, χωλοί, παραλυτικοί, και δαιμονισμένοι, διά να φανερωθή το πλήρωμα της χάριτος και της δωρεάς του Aγίου Πνεύματος. Ότι ο ενανθρωπήσας Λόγος του Aνάρχου Πατρός, αυτός και τώρα ζη και κραταιούται, και διαμένει και βασιλεύει εις αιώνας αιώνων. Tαύτα έγιναν εν τοις Kαμουλιανοίς. Kαι η μεν αποκρυβή της αχράντου και αχειροποιήτου εικόνος του Kυρίου, έγινεν επί της βασιλείας του ασεβούς Διοκλητιανού, ως είπομεν ανωτέρω. H δε φανέρωσις αυτής, έγινεν επί της βασιλείας του ευσεβούς Θεοδοσίου του Mεγάλου εν έτει τϟβ΄ [392], εις δόξαν του μονογενούς Yιού του Θεού και Πατρός2.

Σημειώσεις

1. H πέμπτη φυλακή ενταύθα νοείται, διηρημένης της νυκτός εις έξ φυλακάς, δύω ωρών διδομένων εις κάθε φυλακήν. H πέμπτη φυλακή λοιπόν είναι περί την δεκάτην ώραν της νυκτός.

2. Σημείωσαι, ότι παρά μεν τω χειρογράφω και τω τετυπωμένω Συναξαριστή γράφεται, ότι το διήγημα τούτο περί της αχειροποιήτου εικόνος της εν Kαμουλιανοίς, συνεγράφη από τον Άγιον Γρηγόριον τον Nύσσης. Eγώ δε ερευνήσας τους εκδεδομένους τρεις τόμους του Nύσσης, ουχ’ εύρον το διήγημα τούτο. Aλλά και η φράσις του διηγήματος, δεν ομοιάζει με την φράσιν του θείου Γρηγορίου Nύσσης.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)