Μόρφου Νεόφυτος: Τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ ἀνατρέπει τὰ σχέδια τῆς ἀντίχριστης Δύσης… (29.03.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ Ε΄ Νηστειῶν (Ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας),  ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ  Ἁγίου Νικολάου  τῆς κοινότητος Πολυστύπου, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (29.03.2026).

Ψάλλει ὁ ἱερομόναχος Εὐμένιος Ἰνιάτης (ἠχητικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸν Ὄρθρο καὶ τὴ Θ. Λειτουργία, 29.03.2026)

Μόρφου Νεόφυτος: «Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,… Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε» (27.03.2026)

Λόγος Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴν Ἐπετειακὴ Ἀγρυπνία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου γιὰ τὰ 1400 χρόνια ἀπὸ τὴ θαυμαστὴ διάσωση τῆς Κωνσταντινούπολης, διὰ τῆς Θεοτόκου ἀπὸ τοὺς Ἀβάρους, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ ἁγίου ἱερομάρτυρος Φιλουμένου τοῦ Κυπρίου ἱερᾶς μονῆς Ἁγίου Νικολάου παρὰ τὴν Ὀροῦντα, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (27/28.03.2026).

«Αυτό το δικτατορικό ηλεκτρονικό σύστημα θα βάλει σε ζυγό την ψυχή, θα καταδυναστεύει τη σκέψη του ανθρώπου». Άγιος Ιουστίνος Πίρβου

Άγιος Ιουστίνος Πίρβου
Από το βιβλίο “Ζωή Θυσιαζόμενης Αγάπης, Γέρων Ιουστίνος Πίρβου”

Θεωρώ ότι το ηλεκτρονικό σύστημα αποτελεί τον ύστατο ζυγό πού επιβάλλεται στον άνθρωπο, ώστε αυτός να μην κινείται πιά καθόλου, ούτε δεξιά , ούτε αριστερά. Να κρατά τον άνθρωπο δέσμιο, όσο γίνεται πιο δεμένο με την ταΐστρα του, σαν ένα αλυσοδεμένο ζώο, το οποίο δεν τρώει παρά το χόρτο που του δίνει ο ιδιοκτήτης του.

Σκοπός της παγκόσμιας διακυβέρνησης, τούτη την ώρα, δεν είναι άλλος από την διάλυση του ανθρώπου και τη διάλυση της επαφής μεταξύ των ανθρώπων.

Εάν κάποια πολιτικά συστήματα καθυποτάσσουν τα δικαιώματα των ανθρώπων, αυτό το δικτατορικό ηλεκτρονικό σύστημα θα βάλει σε ζυγό την ψυχή, θα καταδυναστεύει τη σκέψη του ανθρώπου. 

Κάποιοι θέλουν να γίνουμε μόνο νούμερα, όπως οι κρατούμενοι. Προσπαθούν να διαλύσουν τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Είναι μια προσπάθεια να γίνει η κοινωνία “ρομπότ”». Σιγά – σιγά θα εξαφανιστεί απ’ αυτήν ο κανονικός άνθρωπος και θα μείνουν μόνο τα ρομπότ που ελέγχονται από τάχα ‘’ανώτερους’’ ανθρώπους, εκείνους που διευθύνουν τον κόσμο. Ο σημερινός πολίτης μας είναι τυφλωμένος, δεν καταλαβαίνει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται και δέχεται σαν ζώο την προσωπική του διάλυση.

Πρέπει εμείς να διαλύσουμε εκ των προτέρων αυτό το ηλεκτρονικό σύστημα, να κάνουμε ο,τι είναι δυνατόν για να μην δεχτούμε αυτήν τη νέα ηλεκτρονική τάξη πραγμάτων, αυτόν τον ‘πολιτισμό’’ της εικόνας και των οπτικών μέσων στο διαδίκτυο.

Παρατηρούμε την μείωση της αξίας του ανθρώπου ο οποίος ολισθαίνει από πρόσωπο σε όνομα και, τέλος σε αριθμό. Ο άνθρωπος όμως μοιάζει στον Θεό, είναι πλασμένος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοιωσιν Του και διαθέτει έμφυτα μέσα του όλα τα αποθέματα, ώστε να μην πέσει στην ύπουλη παγίδα. Ας μην πουλήσουμε την ελευθερία μας και το δικαίωμά μας να μοιάζουμε στον Ύψιστο Θεό!

Ο αξιοπρεπής άνθρωπος, ο ελεύθερος άνθρωπος, έχει άλλη στάση απέναντι στις κοινωνικές αδικίες του ενός ή του άλλου συστήματος. Γι’ αυτόν τον λόγο οι δυνάστες προτιμούν τους ηλίθιους, τους ιδιωτεύοντες, ανθρώπους τους οποίους μπορούν εύκολα να αποβλακώνουν. Αρχίζουν από τη νεολαία.

Άλλωστε, με το να αποβλακώνουν το παιδί μέσω της τηλεόρασης και μέσω της παιδείας – η οποία του ‘’σερβίρει’’ τη σχολική ύλη που αυτοί διαλέγουν, λογοκρίνοντας ένα μεγάλο μέρος της αληθινής ιστορίας των λαών- η γνώση γίνεται ελεγχόμενη. Γνωρίζουμε, από την εποχή του Γκεοργκίου-Δεζ, το ρητό: ‘’Εσείς δεν επιτρέπεται να σκέπτεστε. Το κόμμα σκέπτεται για σας. Αυτό σας νοικοκυρεύει και σας δίνει ο,τι χρειάζεστε. Εμείς είμαστε εκείνοι που σας οδηγούμε και σας προσφέρουμε τον άρτον ημών τον επιούσιον’’.

***

Άγιος Γέροντας Ιουστίνος Πίρβου

Έχουμε ανάγκη να νοιώθουμε το αίσθημα της αγάπης, για να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες που μας βρίσκουν. Ο κόσμος εξαιτίας της φτώχειας νοιώθει απογοήτευση και καταπίεση. Τόσο απογοητευμένος και καταπιεσμένος είναι ο καημένος ο άνθρωπος με την κατάσταση που βιώνει, ώστε δεν έχει πια χρόνο να κουβεντιάσει με τον γείτονά του….

Τώρα όμως τα πράγματα άλλαξαν. Σήμερα δεν υπάρχει πια μονοπάτι προς το σπίτι του γείτονα…

Δυστυχώς αφήσαμε την οικονομική κατάσταση να επηρεάσει τη χριστιανική μας ζωή, ακόμη και την ψυχική δομή μας. Είναι θλιβερό να βλέπεις πόσο πολύ εξαρτάται η πίστη από το υλικό μέρος, από τα χρήματα. Φαίνεται και στην εκκλησία, σαν να έρχονται όλο και λιγότεροι άνθρωποι. Τα βάσανα, αντί να μας συνάσσουν στις εκκλησίες, μας απομακρύνουν. Βλέπεις, έχει ακριβύνει η βενζίνη και δεν πάει πια ο άνθρωπος στο μοναστήρι η στην εκκλησία.

Που είναι η πίστη μας; Αφήνουμε να μας κλέψει η ταραχή του κόσμου; Ο άνθρωπος έχει κάτι ακόμα πιο πολύτιμο από το σώμα – την ψυχή! Γιατί δεν δίνουμε αξία στην ψυχή; Μα, αν πλουτίσουμε την ψυχή, δεν θα νοιώθουμε πια την φτώχεια του σώματος. Η πίστη μπορεί να μετατρέψει τον λόγο του Θεού σε ψωμί. Γιατί δεν το πιστεύουμε αυτό;

Η χριστιανική ενότητα , η παράδοση της οικογένειας με την ιεραρχία και την αρμονία της, διατηρούσαν αυτή την αίσθηση της χριστιανικής αγάπης που έδινε στον άνθρωπο την χαρά της ζωής…

Τώρα προσπαθούν να δημιουργήσουν μια ομοιομορφία μέσω της τεχνολογίας. Θέλουν να είμαστε όλοι το ίδιο, δηλαδή νούμερα. Είναι ακριβώς ότι έλεγα νωρίτερα αυτός ο πολιτισμός, αφού μας αφαίρεσε τα ρούχα μας, χώρισε τις οικογένειές μας, πήρε το φαγητό από το στόμα μας, τώρα προσπαθεί να μας αδειάσει την ψυχή

Η τεχνολογική πρόοδος, ως τεχνολογία, δεν έχει τίποτα κακό· αλλά η λανθασμένη χρήση της προκαλεί μεγάλη ζημιά. Η μεγαλύτερη ζημιά είναι ότι απομακρύνει τον Θεό από τον κόσμο, από την κοινωνία. Τι ανάγκη έχει πια τον Θεό ο σύγχρονος άνθρωπος, αν έχει στη διάθεσή του την τεχνολογία;. Αυτή η τεχνολογία δίνει στον άνθρωπο τέτοια αυτοπεποίθηση, ώστε νομίζει ότι αυτός είναι “το άλφα και το ωμέγα”, ότι μπορεί να επικοινωνεί και με το φεγγάρι και με τον ήλιο, δεν έχει ανάγκη πια τον Θεό. Πάνω από τον “άνθρωπο της τεχνολογίας” δεν υπάρχει τίποτα!».

Αυτός ο πολιτισμός θέλει τον άνθρωπο να μην έχει ανάγκη πια τον Θεό. Μήπως δεν μοιάζει ο ΄΄τεχνολογικός άνθρωπος΄΄ με τον άθεο σοσιαλιστή; Η απομάκρυνση από τον άξονα της αγάπης σπρώχνει τον άνθρωπο στον αθεϊσμό.

***

«Ο ηλεκτρονικός διωγμός είναι χειρότερος από άλλους. Παρατηρήστε σε τι βαθμό γνώσης έφθασε τώρα η επιστήμη, πως αναπτύχθηκε η τεχνολογία. Όσο πιο εξελιγμένη είναι η τεχνολογία των ανθρώπων, τόσο πιο αποτελεσματικός είναι και ο διωγμός.

Τους ανθρώπους αυτούς εγώ τους βλέπω σαν δούλους του σατανά· και πιστεύω ότι εκείνοι που χρησιμοποιούν την τεχνική αυτή με κακό σκοπό, εις βάρος του ανθρώπου, είναι πρόδρομοι του Αντιχρίστου.

Δεν βλέπετε ότι 15.000 Έλληνες διαμαρτυρήθηκαν δημόσια για το barcode, για την προοπτική και μόνον ότι αργότερα μπορεί να προστεθεί σ’ αυτές τις πληροφορίες και ο αριθμός 666;

Μία νύχτα, αφού επέστρεψα από τη Θεία Λειτουργία, αποκοιμήθηκα και μισή ώρα αργότερα είδα τρία φρικτά όνειρα. Είδα ότι οι υπηρέτες του Αντιχρίστου βασάνιζαν τους ανθρώπους. Τους έβγαζαν έξω στους δρόμους και μετά, σ’ ένα εργαστήριο τους σφράγιζαν υποχρεωτικά μ’ ένα ηλεκτρονικό chip, μεγέθους ενός κουκουτσιού δαμάσκηνου.
Ασφαλώς, γενικά δεν πρέπει να πιστεύουμε σε όνειρα. Όμως έβλεπα κάτι πολύ ενδιαφέρον: εκείνοι που κυκλοφορούσαν δύο ή περισσότεροι μαζί κατάφερναν να παραμείνουν ασφράγιστοι, ενώ εκείνοι που ήταν μόνοι τους, αυτούς εύκολα τους άρπαζαν και τους σφράγιζαν. Το λέω αυτό, όχι επειδή είμαι διορατικός –διόλου!– αλλά επειδή πιστεύω ότι, αν δημιουργήσουμε μία πνευματική ενότητα και αντισταθούμε όλοι μαζί, ο Θεός θα μας λυπηθεί. Επειδή μόνοι μας δεν θ’ αντέξουμεΓι’ αυτόν τον λόγο αυτοί θέλουν να μας χωρίσουν. Η αγάπη και η προσευχή έχουν μεγάλη δύναμη και η τεχνολογία τους θ’ αποδειχθεί αδύναμη, όπως λέει και ο Θεός στο Ευαγγέλιο: “ου γαρ εισι δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμι εν μέσω αυτών” (Ματθ. 18,20).

Τώρα αυτοί χρησιμοποιούν και μεθόδους ύπνωσης. Δεν βλέπετε πως η τεχνική αυτή κάνει τον άνθρωπο να μην μπορεί να σκέπτεται, να κουράζεται πολύ γρήγορα; Αυτή η τεχνική έχει περισσότερη επίδραση πάνω στην ψυχή του ανθρώπου απ’ ότι το οινόπνευμα· είναι ένα επικίνδυνο ναρκωτικό.

Οι άνθρωποι ζουν τώρα σε μία κατάσταση αποχαύνωσης και αθεϊσμού· πίνουν, τρώνε και δεν τους ενδιαφέρει πια εάν τους δικάζει ή όχι ο Θεός. Γελάνε κοροϊδευτικά: “Ε! αυτές είναι ιστορίες για τους παπάδες”. Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι έτσι. Όλα όσα γράφτηκαν στην Αγία Γραφή πρόκειται με βεβαιότητα να συμβούν και ήδη είναι φανερά όλα τα πρόδρομα φαινόμενα».

«Μετρητά = Κοινωνική ελευθερία»: Η Ελβετία θωράκισε με δημοψήφισμα τη χρήση μετρητών εκθέτοντας τη συντεχνία της ψηφιακής σκλαβιάς

Το 73% των Ελβετών ζήτησαν συνταγματική κατοχύρωση των μετρητών για λόγους ασφάλειας και ελευθερίας – Η Ελλάδα ακούει; Η ΕΕ ακούει;

Συντάκτης: Ελευθέριος Ανδρώνης

Η ύπαρξη μετρητών σε μια οικονομία είναι ακρογωνιαίος λίθος πολιτικής ελευθερίας. Αυτό ακριβώς έκρινε και αποφάσισε ο λαός της Ελβετίας, σε μια περίοδο που η αφηνιασμένη Ευρώπη αδημονεί να επιβάλει το ψηφιακό χρήμα. Και σε μια εποχή που στην Ελλάδα οι ιδιωτικές τράπεζες έχουν γίνει γενικός «μπάστακας» σε όλες τις ζωτικές δοσοληψίες, με τελευταία την καταβολή ενοικίου να γίνεται υποχρεωτικά μέσω τραπεζικού λογαριασμού από την 1η Απριλίου 2026.

Απέναντι στον ψηφιακό κλοιό που σφίγγει τις οικονομίες της Ευρώπης, τα παραδομένα κράτη θέτουν τις βάσεις για τη σκλαβιά τους και τα σοβαρά κράτη θωρακίζουν τις ελευθερίες τους. Η Ελβετία, ως χώρα που διοικείται με σύστημα άμεσης δημοκρατίας, είναι ίσως η μοναδική περίπτωση στην Ευρώπη όπου η φωνή του λαού δεν καταπνίγεται από τόνους εξουσιαστικής φίμωσης και προπαγάνδας. Εκεί που η φωνή του λαού ακούστηκε ακέραιη και ανόθευτη, οι πολίτες απαίτησαν τη διατήρηση των μετρητών και την κατοχύρωση της αδιάκοπης χρήσης τους από το Ελβετικό σύνταγμα.

Το 73% των ψηφοφόρων έκρινε ότι το φυσικό χρήμα δεν θα πρέπει να λείψει ποτέ από την εγχώρια οικονομία, εκτιμώντας τα μετρητά ως μέσο συναλλαγής που εξασφαλίζει την ελευθερία επιλογής, την οικονομική ασφάλεια, την ιδιωτικότητα και την κοινωνική συνοχή. Και άρα η χρήση τους θα πρέπει να είναι κατοχυρωμένο δικαίωμα, όπως και έγινε.

Σε αυτήν την πραγματικά ιστορική απόφαση, οι Ελβετοί αναγνωρίζουν ότι μόνο τα μετρητά μπορούν να εξασφαλίσουν την οικονομική ισότητα, αφού είναι απαραίτητα σε ευάλωτες ομάδες όπως ηλικιωμένοι, τεχνολογικά αναλφάβητοι και άτομα με αναπηρίες.

Επιπλέον αναγνωρίζεται ότι μόνο τα μετρητά μπορούν να διασφαλίσουν την ιδιωτικότητα και την ελευθερία των συναλλαγών, λειτουργώντας ως ασπίδα προστασίας απέναντι στους ιδιοτελείς μεσάζοντες όπως οι τράπεζες, οι Big Tech ή ακόμα – ακόμα και ένα δεσποτικό κράτος. Ενώ οι ψηφιακές πληρωμές αποτελούν «μαγνήτη» κατανομής προσωπικών δεδομένων, τα μετρητά είναι το ακριβώς αντίθετο: ένα συνταγματικό «φράγμα» που αποκλείει τον Μεγάλο Αδερφό έξω από το ιδιωτικό απόρρητο και εν γένει έξω από τον έλεγχο της ζωής μας.

Οι Ελβετοί επιθυμούν να διατηρήσουν μια ανθρώπινη οικονομία όπου οι απλές κοινωνικές συναλλαγές (όπως πχ. το χαρτζιλίκι, το φιλοδώρημα, ο έρανος κ.λπ) δεν θα επιθεωρούνται από έναν άγρυπνο ψηφιακό οφθαλμό που θα καταγράφει τα πάντα.

Ένα τρίτο σημαντικό επιχείρημα που αναπτύχθηκε από πολλούς Ελβετούς αναλυτές κατά τη συζήτηση στα πλαίσια του δημοψηφίσματος, είναι η σημαντικότητα των μετρητών σε θέματα εθνικής ασφάλειας, ανθεκτικότητας σε κρίσεις, εθνικής ανεξαρτησίας και νομισματικής σταθερότητας.

Σε περιπτώσεις πολέμου, φυσικών καταστροφών, ενεργειακών βλαβών ή κυβερνοεπιθέσεων, όποτε και αν πάψει να λειτουργεί το ρεύμα, συνεχίζει να «λειτουργεί» το μετρητό. Το είδαμε και με τα μαζικά μπλακ άουτ πέρυσι στην Ισπανία και την Πορτογαλία  όπου παρέλυσε κάθε σύστημα πληροφορικής, κάθε αυτοματισμός, κάθε υπηρεσία, ενώ οι ηλεκτρονικές συναλλαγές πάγωσαν και ολόκληρη η αγορά υπέστη «έμφραγμα». Και αν ακόμα δεν υπήρχαν ποτέ χαρτονομίσματα, για τέτοιες στιγμές θα έπρεπε να εφευρεθούν.

Αντιθέτως με χώρες που παραδίδουν όλα τα «ασημικά» της κυριαρχίας τους (όπως η Ελλάδα), οι Ελβετοί θέλουν να διατηρήσουν τον έλεγχο του εθνικού τους νομίσματος (ελβετικό φράγκο) χωρίς εξαρτήσεις από διεθνή ψηφιακά συστήματα, κάτι που εξασφαλίζει οικονομική ανεξαρτησία, πολιτική ευελιξία και «ελαστικότητα» στην αγορά.

Το ελβετικό δημοψήφισμα έρχεται να ταράξει τα ευρωπαϊκά «ύδατα», σε μια χρονική στιγμή που οι ψηφιακές πληρωμές αυξάνονται γεωμετρικά, όσο οι κυβερνήσεις υποσκάπτουν μεθοδικά τη χρήση φυσικού χρήματος.

Τα περιστατικά διαρροής προσωπικών δεδομένων πληθαίνουν συνεχώς και δημιουργούν κλίμα γενικευμένης ανασφάλειας που όμως δεν βρίσκει δίοδο να εκφραστεί από τα συστημικά μέσα. Οι εταιρείες δημοσκοπήσεων ούτε καν τολμούν να θέσουν ερώτημα για την επιδιωκόμενη κατάργηση των μετρητών, για να μην αποκαλυφθεί η μαζική αποδοκιμασία του κόσμου σε αυτό το σενάριο.

Το σύστημα προτιμά να δελεάζει μέρα με τη μέρα τον πολίτη, κρατώντας τον στο δόκανο της συνήθειας, της ευκολίας, της «ασφάλειας», της ταχύτητας, όσο η ιδέα των μετρητών παραμένει πρόσκαιρα σε μια γωνιά σαν αποκούμπι επιλογής, μέχρι την ημέρα που θα κηρυχτούν «ξεπερασμένα» και θα αποσυρθούν. Εδώ άπτεται και στον κάθε πολίτη το κατά πόσο θα καταθέτει «ψήφο» στήριξης στα μετρητά με το να τα χρησιμοποιεί στις αγορές του ή θα διευκολύνει την επιδιωκόμενη ψηφιακή σκλαβιά, με το να χρησιμοποιεί ηλεκτρονικό χρήμα για τα πάντα.

Το δίδαγμα που προσφέρουν οι Ελβετοί απέναντι στην ψηφιακή μέγγενη που περισφίγγει την Ευρώπη είναι ότι το φυσικό νόμισμα ήταν, είναι, και θα παραμείνει το θεμέλιο για προσωπική, κοινωνική και εθνική ελευθερία.

Πηγή: sportime.gr


Άγιος Ιουστίνος Πίρβου

Θεωρώ ότι το ηλεκτρονικό σύστημα αποτελεί τον ύστατο ζυγό πού επιβάλλεται στον άνθρωπο, ώστε αυτός να μην κινείται πιά καθόλου, ούτε δεξιά , ούτε αριστερά. Να κρατά τον άνθρωπο δέσμιο, όσο γίνεται πιο δεμένο με την ταΐστρα του, σαν ένα αλυσοδεμένο ζώο, το οποίο δεν τρώει παρά το χόρτο που του δίνει ο ιδιοκτήτης του.

Σκοπός της παγκόσμιας διακυβέρνησης, τούτη την ώρα, δεν είναι άλλος από την διάλυση του ανθρώπου και τη διάλυση της επαφής μεταξύ των ανθρώπων.

Εάν κάποια πολιτικά συστήματα καθυποτάσσουν τα δικαιώματα των ανθρώπων, αυτό το δικτατορικό ηλεκτρονικό σύστημα θα βάλει σε ζυγό την ψυχή, θα καταδυναστεύει τη σκέψη του ανθρώπου. 

Κάποιοι θέλουν να γίνουμε μόνο νούμερα, όπως οι κρατούμενοι. Προσπαθούν να διαλύσουν τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Είναι μια προσπάθεια να γίνει η κοινωνία “ρομπότ”». Σιγά – σιγά θα εξαφανιστεί απ’ αυτήν ο κανονικός άνθρωπος και θα μείνουν μόνο τα ρομπότ που ελέγχονται από τάχα ‘’ανώτερους’’ ανθρώπους, εκείνους που διευθύνουν τον κόσμο. Ο σημερινός πολίτης μας είναι τυφλωμένος, δεν καταλαβαίνει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται και δέχεται σαν ζώο την προσωπική του διάλυση.

Πρέπει εμείς να διαλύσουμε εκ των προτέρων αυτό το ηλεκτρονικό σύστημα, να κάνουμε ο,τι είναι δυνατόν για να μην δεχτούμε αυτήν τη νέα ηλεκτρονική τάξη πραγμάτων, αυτόν τον ‘πολιτισμό’’ της εικόνας και των οπτικών μέσων στο διαδίκτυο.

Παρατηρούμε την μείωση της αξίας του ανθρώπου ο οποίος ολισθαίνει από πρόσωπο σε όνομα και, τέλος σε αριθμό. Ο άνθρωπος όμως μοιάζει στον Θεό, είναι πλασμένος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοιωσιν Του και διαθέτει έμφυτα μέσα του όλα τα αποθέματα, ώστε να μην πέσει στην ύπουλη παγίδα. Ας μην πουλήσουμε την ελευθερία μας και το δικαίωμά μας να μοιάζουμε στον Ύψιστο Θεό!

Ο αξιοπρεπής άνθρωπος, ο ελεύθερος άνθρωπος, έχει άλλη στάση απέναντι στις κοινωνικές αδικίες του ενός ή του άλλου συστήματος. Γι’ αυτόν τον λόγο οι δυνάστες προτιμούν τους ηλίθιους, τους ιδιωτεύοντες, ανθρώπους τους οποίους μπορούν εύκολα να αποβλακώνουν. Αρχίζουν από τη νεολαία.

Άλλωστε, με το να αποβλακώνουν το παιδί μέσω της τηλεόρασης και μέσω της παιδείας – η οποία του ‘’σερβίρει’’ τη σχολική ύλη που αυτοί διαλέγουν, λογοκρίνοντας ένα μεγάλο μέρος της αληθινής ιστορίας των λαών- η γνώση γίνεται ελεγχόμενη. Γνωρίζουμε, από την εποχή του Γκεοργκίου-Δεζ, το ρητό: ‘’Εσείς δεν επιτρέπεται να σκέπτεστε. Το κόμμα σκέπτεται για σας. Αυτό σας νοικοκυρεύει και σας δίνει ο,τι χρειάζεστε. Εμείς είμαστε εκείνοι που σας οδηγούμε και σας προσφέρουμε τον άρτον ημών τον επιούσιον’’.

Βίος τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας (1η Ἀπριλίου – διαβάζεται καὶ τὴν Πέμπτη τοῦ Μεγάλου Κανόνος, τῆς Ε΄ Ἑβδομάδος τῶν νηστειῶν)

Οσία Μαρία η Αιγυπτία. Φορητή εικόνα στην Ιερά Μητρόπολη Μόρφου

Τὸν Βίο τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας συνέγραψε ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων († 11 Μαρτίου), ὁ ὁποῖος συνέγραψε διάφορα ἀσκητικὰ καὶ ὑμνογραφικὰ κείμενα ποὺ διαποτίζονται ἀπὸ τὸ  πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ τῆς ἀσκητικῆς παραδόσεως.

Ἡ Ὁσία Μαρία γεννήθηκε στὴν Αἴγυπτο καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ (527 – 565 μ.Χ.). Ἀπὸ τὰ δώδεκα χρόνια της πέρασε στὴν Αἴγυπτο μία ζωὴ ἀσωτίας, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν μικρὴ αὐτὴ ἡλικία διέφθειρε τὴν παρθενία της καὶ εἶχε ἀσυγκράτητο καὶ ἀχόρταγο τὸ πάθος τῆς σαρκικῆς μείξεως. Ζώντας αὐτὴν τὴν ζωὴ δὲν εἰσέπραττε χρήματα, ἀλλὰ ἁπλῶς ἱκανοποιοῦσε τὸ πάθος της. Ἡ ἴδια ἐξαγορεύθηκε στὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ ὅτι διετέλεσε: «δημόσιον προκείμενη τῆς ἀσωτίας ὑπέκκαυμα, οὐ δόσεώς τινος, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἕνεκεν», κάνοντας δηλαδὴ τὸ ἔργο της δωρεάν, «ἐκτελοῦσα τὸ ἐν ἐμοὶ καταθύμιον». Καὶ ὅπως τοῦ ἀπεκάλυψε, εἶχε ἀκόρεστη ἐπιθυμία καὶ ἀκατάσχετο ἔρωτα νὰ κυλιέται στὸ βόρβορο ποὺ ἦταν ἡ ζωή της καὶ σκεπτόταν ἔτσι ντροπιάζοντας τὴν ἀνθρώπινη φύση.

Λόγω τῆς ἄσωτης ζωῆς καὶ τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας ποὺ εἶχε, κάποια φορὰ ἀκολούθησε τοὺς προσκυνητὲς ποὺ πήγαιναν στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὸν Τίμιο Σταυρό. Καὶ αὐτὸ τὸ ἔκανε, ὄχι γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸν Τίμιο Σταυρό, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἔχει πολλοὺς ἐραστὲς ποὺ θὰ ἦταν ἕτοιμοι νὰ ἱκανοποιήσουν τὸ πάθος της. Περιγράφει δὲ καὶ ἡ ἴδια ρεαλιστικὰ  καὶ τὸν τρόπο ποὺ ἐπιβιβάστηκε στὸ πλοιάριο. Καί, ὅπως ἡ ἴδια ἀποκάλυψε, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ της δὲν ὑπῆρχε εἶδος ἀσέλγειας ἀπὸ ὅσα λέγονται καὶ δὲν λέγονται, τοῦ ὁποίου δὲν ἔγινε διδάσκαλος σὲ ἐκείνους τοὺς ταλαίπωρους ταξιδιῶτες. Καὶ ἡ ἴδια ἐξέφρασε τὴν ἀπορία της γιὰ τὸ πῶς ἡ θάλασσα ὑπέφερε τὶς ἀσωτίες της καὶ γιατί ἡ γῆ δὲν ἄνοιξε τὸ στόμα της καὶ δὲν τὴν κατέβασε στὸν ἅδη, ἐπειδὴ εἶχε παγιδεύσει τόσες ψυχές. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ αὐτοῦ δὲν ἀρκέστηκε στὸ ὅτι διέφθειρε τοὺς νέους, ἀλλὰ διέφθειρε καὶ πολλοὺς ἄλλους ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως καὶ τοὺς ξένους ἐπισκέπτες. Καὶ στὰ Ἱεροσόλυμα ποὺ πῆγε κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, περιφερόταν στοὺς δρόμους «ψυχὰς νέων ἀγρεύουσα».

Οσία Μαρία η Αιγυπτία, 1192, Ιερά Μονή Παναγία του Άρακα

Αἰσθάνθηκε ὅμως, βαθιὰ μετάνοια ἀπὸ ἕνα θαυματουργικὸ γεγονός. Ἐνῷ εἰσερχόταν στὸ ναὸ γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸ Ξύλο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, κάποια δύναμη τὴν ἐμπόδισε νὰ προχωρήσει. Στὴν συνέχεια στάθηκε μπροστὰ σὲ μία εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἔδειξε μεγάλη μετάνοια καὶ ζήτησε τὴν καθοδήγηση καὶ βοήθεια τῆς Παναγίας. Μὲ τὴν βοήθεια τῆς Θεοτόκου εἰσῆλθε ἀνεμπόδιστα αὐτὴ τὴν φορὰ στὸν ἱερὸ ναὸ καὶ προσκύνησε τὸν Τίμιο Σταυρό. Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὴν Παναγία, ἄκουσε φωνὴ ποὺ τὴν προέτρεπε νὰ πορευθεῖ στὴν ἔρημο, πέραν τοῦ Ἰορδάνου. Ἀμέσως ζήτησε τὴν συνδρομὴ καὶ τὴν προστασία τῆς Θεοτόκου καὶ πῆρε τὸν δρόμο της πρὸς τὴν ἔρημο, ἀφοῦ προηγουμένως πέρασε ἀπὸ τὴν ἱερὰ μονὴ τοῦ Βαπτιστοῦ στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ καὶ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Στὴν ἔρημο ἔζησε σαράντα ἑπτὰ χρόνια, χωρὶς ποτὲ νὰ συναντήσει ἄνθρωπο.

Κατὰ τὰ πρῶτα δεκαεπτὰ χρόνια στὴν ἔρημο, πάλεψε πολὺ σκληρὰ γιὰ νὰ νικήσει τοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς ἐπιθυμίες της, οὐσιαστικὰ γιὰ νὰ νικήσει τὸν διάβολο ποὺ τὴν πολεμοῦσε μὲ τὶς ἀναμνήσεις τῆς προηγούμενης ζωῆς.

Οσία Μαρία η Αιγυπτία και Όσιος Ζωσιμάς. Τοιχογραφία του 17ου αιώνα στο Άγιο Όρος

Ἡ Ὁσία ζοῦσε δεκαεπτὰ χρόνια στὴν ἔρημο «θηρσὶν ἀνημέροις ταῖς ἀλόγοις ἐπιθυμίαις πυκτεύουσα». Εἶχε πολλὲς ἐπιθυμίες φαγητῶν, ποτῶν καὶ «πορνικῶν ᾀσμάτων» καὶ πολλοὺς λογισμοὺς ποὺ τὴν ὠθοῦσαν πρὸς τὴν πορνεία. Ὅμως, ὅταν ἐρχόταν κάποιος λογισμὸς μέσα της, ἔπεφτε στὴν γῆ, τὴν ἔβρεχε μὲ δάκρυα καὶ δὲν σηκωνόταν ἀπὸ τὴ γῆ «ἕως ὅτου τὸ φῶς ἐκεῖνο τὸ γλυκὺ περιέλαμψεν καὶ τοὺς λογισμοὺς τοὺς ἐνοχλοῦντας μοι ἐδίωξεν». Συνεχῶς προσευχόταν στὴν Παναγία, τὴν ὁποία εἶχε ἐγγυήτρια τῆς ζωῆς τῆς μετανοίας ποὺ ἔκανε. Τὸ ἱμάτιό της σχίσθηκε καὶ καταστράφηκε καὶ ἔκτοτε παρέμεινε γυμνή. Καιγόταν ἀπὸ τὸν καύσωνα καὶ ἔτρεμε ἀπὸ τὸν παγετὸ καὶ «ὡς πολλάκις με χαμαὶ πεσοῦσαν ἄπνουν μεῖναι σχεδὸν καὶ ἀκίνητον».

Ὕστερα ἀπὸ σκληρὸ ἀγῶνα, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν συνεχὴ προστασία τῆς Παναγίας, ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς ἐπιθυμίες, ὁπότε μεταμορφώθηκε τὸ λογιστικὸ καὶ παθητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς της, καθὼς ἐπίσης ἐθεώθηκε καὶ τὸ σῶμα της.

Λόγω τῆς μεγάλης πνευματικῆς της καταστάσεως στὴν ὁποία ἔφθασε ἡ Ὁσία Μαρία, ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ διορατικὸ χάρισμα.

Ἦταν γυμνὴ ἀλλὰ τὸ σῶμα της ὑπερέβη τὶς ἀνάγκες τῆς φύσεως. Λέγει ἡ ἴδια: «Γυνὴ γὰρ εἰμί, καὶ γυμνή, καθάπερ ὁρᾷς, καὶ τὴν αἰσχύνην τοῦ σώματός μου ἀπερικάλυπτον ἔχουσα». Τὸ σῶμα τρεφόταν μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ: «Τρέφομαι γὰρ καὶ σκέπτομαι τῷ ῥήματι τοῦ Θεοῦ διακρατοῦντος τὰ σύμπαντα». Στὴ περίπτωσή της, ὅπως καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις Ἁγίων, παρατηροῦμε ὅτι ἀναστέλλονται οἱ ἐνέργειες τοῦ σώματος. Αὐτὴ ἡ ἀναστολὴ τῶν σωματικῶν ἐνεργειῶν ὀφειλόταν στὸ ὅτι ἡ ψυχή της δεχόταν τὴν ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὴ ἡ θεία ἐνέργεια διαπορθμευόταν καὶ στὸ σῶμα της: «Ἀρκεῖν εἰποῦσα τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, ὥστε συντηρεῖν τὴν οὐσίαν τῆς ψυχῆς ἀμίαντον».

Οσία Μαρία η Αιγυπτία και Όσιος Ζωσιμάς

Ἐκείνη τὴν περίοδο ἀσκήτευε σὲ ἕνα μοναστήρι ὁ Ἱερομόναχος Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς († 4 Ἀπριλίου), ποὺ ἦταν κεκοσμημένος μὲ ἁγιότητα βίου. Ἔβλεπε θεία ὁράματα, καθὼς τοῦ εἶχε δοθεῖ τὸ χάρισμα τῶν θείων ἐλλάμψεων, λόγω τοῦ ὅτι ζοῦσε μέχρι τὰ πενήντα τρία του χρόνια μὲ μεγάλη ἄσκηση καὶ ἦταν φημισμένος στὴν περιοχή του. Τότε, ὅμως, εἰσῆλθε μέσα του ἕνας λογισμὸς κάποιας πνευματικῆς ὑπεροψίας, γιὰ τὸ ἂν δηλαδὴ ὑπῆρχε ἄλλος μοναχὸς ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ὠφελήσει ἢ νὰ τοῦ διδάξει κάποιο καινούργιο εἶδος ἀσκήσεως. Ὁ Θεός, γιὰ νὰ τὸν διδάξει καὶ νὰ τὸν διορθώσει, τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὴν τελειότητα. Καὶ στὴν συνέχεια τοῦ ὑπέδειξε νὰ πορευθεῖ σὲ ἕνα μοναστήρι ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὸν Ἰορδάνη ποταμό.

Ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ὑπάκουσε στὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ πῆγε στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ποὺ τοῦ ὑποδείχθηκε. Ἐκεῖ συνάντησε τὸν ἡγούμενο καὶ τοὺς μοναχούς, καὶ διέκρινε ὅτι ἀκτινοβολοῦσαν τὴ Χάρη καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ζώντας ἔντονη μοναχικὴ ζωὴ μὲ ἀκτημοσύνη, μὲ μεγάλη ἄσκηση καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή.

Στὸ μοναστήρι αὐτὸ ὑπῆρχε ἕνας κανόνας. Σύμφωνα μὲ αὐτόν, τὴν Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ἀφοῦ οἱ μοναχοὶ κοινωνοῦσαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, προσεύχονταν καὶ ἀσπάζονταν μεταξύ τους, καὶ ἔπειτα ἐλάμβαναν ὁ καθένας  τους μερικὲς τροφὲς καὶ ἔφευγαν στὴν ἔρημο πέραν τοῦ Ἰορδάνου, γιὰ νὰ ἀγωνισθοῦν κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς τὸν ἀγῶνα τῆς ἀσκήσεως. Ἐπέστρεφαν δὲ στὸ μοναστήρι τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, γιὰ νὰ ἑορτάσουν τὰ Πάθη, τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Εἶχαν ὡς κανόνα νὰ μὴν συναντᾶ κανεὶς τὸν ἄλλο ἀδελφὸ στὴν ἔρημο καὶ νὰ μὴν τὸν ἐρωτᾶ, ὅταν ἐπέστρεφαν, γιὰ τὸ εἶδος τῆς ἀσκήσεως ποὺ ἔκανε τὴν περίοδο αὐτή.

Αὐτὸν τὸν κανόνα ἐφάρμοσε καὶ ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς. Ἀφοῦ ἔλαβε ἐλάχιστες τροφές, βγῆκε ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ πορεύθηκε στὴν ἔρημο, ἔχοντας τὴν ἐπιθυμία νὰ εἰσέλθει ὅσο μποροῦσε πιὸ βαθειὰ σὲ αὐτή, μὲ τὴν ἐλπίδα μήπως συναντήσει κάποιον ἀσκητὴ ποὺ θὰ τὸν βοηθοῦσε νὰ φθάσει σὲ αὐτὸ ποὺ ποθοῦσε. Πορευόταν προσευχόμενος καὶ τρώγοντας ἐλάχιστα. Κοιμόταν δὲ ὅπου εὑρισκόταν.

Εἶχε περπατήσει μία πορεία εἴκοσι ἡμερῶν ὅταν, κάποια στιγμὴ ποὺ κάθισε νὰ ξεκουραστεῖ καὶ ἔψελνε, εἶδε στὸ βάθος μία σκιὰ ποὺ ἔμοιαζε μὲ ἀνθρώπινο σῶμα. Στὴν ἀρχὴ θεώρησε ὅτι ἦταν δαιμονικὸ φάντασμα, ἀλλὰ ἔπειτα διαπίστωσε ὅτι ἦταν ἄνθρωπος. Αὐτὸ τὸ ὂν ποὺ ἔβλεπε ἦταν γυμνό, εἶχε μαῦρο σῶμα –τὸ σῶμα αὐτὸ προερχόταν ἀπὸ τὶς ἡλιακὲς ἀκτῖνες– καὶ εἶχε στὸ κεφάλι του λίγες ἄσπρες τρίχες, ποὺ δὲν ἔφθαναν πιὸ κάτω ἀπὸ τὸν λαιμό. Ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ἔβλεπε τὴν Ὁσία Μαρία, τὴν ὥρα ποὺ προσευχόταν. Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἀσκοῦσε τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ μάλιστα ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς τὴν εἶδε ὅταν ἐκείνη ὕψωσε τὰ μάτια της στὸν οὐρανὸ καὶ ἅπλωσε τὰ χέρια της καὶ «ἤρξατο εὔχεσθαι ὑποψιθυρίζουσα· φωνὴ δὲ αὐτῆς οὐκ ἠκούετο ἔναρθρος». Καὶ σὲ κάποια στιγμή, ἐνῷ ἐκεῖνος καθόταν σύντρομος, «ὁρᾷ αὐτὴν ὑψωθεῖσαν ὡς ἕνα πῆχυν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ τῷ ἀέρι κρεμαμένην καὶ οὕτω προσεύχεσθαι».

Ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς προσπάθησε νὰ πλησιάσει, γιὰ νὰ διαπιστώσει τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔβλεπε, ἀλλὰ τὸ ἀνθρώπινο ἐκεῖνο ὂν ἀπομακρυνόταν. Ἔτρεχε ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, ἔτρεχε καὶ ἐκεῖνο. Καὶ ὁ Ἀββᾶς κραύγαζε μὲ δάκρυα πρὸς αὐτὸ ὥστε νὰ σταματήσει, γιὰ νὰ λάβει τὴν εὐλογία του. Ἐκεῖνο ὅμως δὲν ἀνταποκρινόταν. Μόλις ἔφθασε ὁ Ἀββᾶς σὲ κάποιο χείμαρρο καὶ ἀπόκαμε, ἐκεῖνο τὸ ἀνθρώπινο ὂν ἀφοῦ τὸν ἀποκάλεσε μὲ τὸ μικρό του ὄνομα, πρᾶγμα ποὺ προκάλεσε μεγάλη ἐντύπωση στὸν Ἀββᾶ, τοῦ εἴπε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ γυρίσει καὶ νὰ τὸν δεῖ κατὰ πρόσωπο, γιατί εἶναι γυναῖκα γυμνὴ καὶ ἔχει ἀκάλυπτα τὰ μέλη τοῦ σώματός της. Τὸν παρακάλεσε, ἂν θέλει, νὰ τῆς δώσει τὴν εὐχή του καὶ νὰ τῆς ρίξει ἕνα κουρέλι ἀπὸ τὰ ροῦχα του, γιὰ νὰ καλύψει τὸ γυμνὸ σῶμα της. Ὁ Ἀββᾶς ἔκανε ὅτι τοῦ εἶπε καὶ τότε ἐκείνη στράφηκε πρὸς αὐτόν. Ὁ Ἀββᾶς ἀμέσως γονάτισε γιὰ νὰ λάβει τὴν εὐχή της, ἐνῷ τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ ἐκείνη. Καὶ παρέμειναν καὶ οἱ δυὸ γονατιστοὶ «ἕκαστος ἐξαιτῶν εὐλογῆσαι τὸν ἕτερον».

Ἐπειδὴ ὁ Ἀββᾶς ἀναρωτιόταν μήπως ἔβλεπε μπροστά του κάποιο ἄυλο πνεῦμα, ἐκείνη διακρίνοντας τοὺς λογισμούς του, τοῦ εἶπε ὅτι εἶναι ἁμαρτωλή, ποὺ ἔχει περιτειχισθεῖ ἀπὸ τὸ ἅγιο Βάπτισμα καὶ εἶναι χῶμα καὶ στάχτη καὶ ὄχι ἄυλο πνεῦμα.

Ἡ Ὁσία Μαρία κατὰ τὴν συνάντηση αὐτή, ἀφοῦ ἀποκάλυψε ὅλη τὴν ζωή της, ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ νὰ ἔλθει κατὰ τὴν Μεγάλη Πέμπτη τῆς ἑπόμενης χρονιᾶς, σὲ ἕναν ὁρισμένο τόπο στὴν ὄχθη τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ, κοντὰ σὲ μία κατοικημένη περιοχή, γιὰ νὰ τὴν κοινωνήσει, ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια μεγάλης μετάνοιας ποὺ μεταμόρφωσε τὴν ὕπαρξή της. «Καὶ νῦν ἐκείνου ἐφίεμαι ἀκατασχέτῳ τῷ ἔρωτι», τοῦ εἶπε, δηλαδὴ εἶχε ἀκατάσχετο ἔρωτα νὰ κοινωνήσει τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ἐπέστρεψε στὸ μοναστήρι χωρὶς νὰ πεῖ σὲ κανένα τί ἀκριβῶς συνάντησε, σύμφωνα ἄλλωστε καὶ μὲ τὸν κανόνα ποὺ ὑπῆρχε σὲ ἐκείνη τὴν ἱερὰ μονή. Ὅμως, συνεχῶς παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀξιώσει νὰ δεῖ καὶ πάλι «τὸ ποθούμενον πρόσωπον» τὴν ἑπόμενη χρονιὰ καὶ μάλιστα ἦταν στεναχωρημένος γιατί δὲν περνοῦσε ὁ χρόνος, καθὼς ἤθελε ὅλος αὐτὸς ὁ χρόνος νὰ ἦταν μία ἡμέρα.

Τὸ ἑπόμενο ἔτος ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ἀπὸ κάποια ἀρρώστια δὲν μπόρεσε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ μοναστήρι στὴν ἔρημο, ὅπως ἔκαναν οἱ ἄλλοι πατέρες στὴν ἀρχὴ τῆς Σαρακοστῆς καὶ ἔτσι παρέμεινε στὸ μοναστήρι. Καὶ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ὅταν εἶχαν ἐπιστρέψει οἱ ἄλλοι πατέρες τῆς Μονῆς, ἐκεῖνος ἑτοιμάσθηκε νὰ πορευθεῖ στὸν τόπο ποὺ τοῦ εἶχε ὑποδείξει ἡ Ὁσία, γιὰ νὰ τὴν κοινωνήσει.

Τὴν Μεγάλη Πέμπτη πῆρε μαζί του σὲ ἕνα μικρὸ ποτήρι τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, πῆρε μερικὰ σύκα καὶ χουρμάδες καὶ λίγη βρεγμένη φακὴ καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ μοναστήρι γιὰ νὰ συναντήσει τὴν Ὁσία Μαρία. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκείνη ἀργοποροῦσε νὰ ἔλθει στὸν καθορισμένο τόπο, ὁ Ἀββᾶς προσευχόταν στὸν Θεὸ μὲ δάκρυα νὰ μὴν τοῦ στερήσει λόγω τῶν ἁμαρτιῶν του τὴν εὐκαιρία νὰ τὴ δεῖ ἐκ νέου.

Μετὰ τὴν θερμὴ προσευχὴ τὴν εἶδε ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, νὰ κάνει τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, νὰ πατᾶ πάνω στὸ νερὸ τοῦ ποταμοῦ «περιπατοῦσαν ἐπὶ τῶν ὑδάτων ἐπάνω καὶ πρὸς ἐκεῖνον βαδίζουσαν». Στὴν συνέχεια ἡ Ὁσία τὸν παρακάλεσε νὰ πεῖ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως καὶ τὸ «Πάτερ ἡμῶν». Ἀκολούθως ἀσπάσθηκε τὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ καὶ κοινώνησε τῶν ζωοποιῶν Μυστηρίων. Ἔπειτα ὕψωσε τὰ χέρια της στὸν οὐρανό, ἀναστέναξε μὲ δάκρυα καὶ εἶπε: «Νῦν ἀπολύεις τὴν δούλην σου, ὦ Δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ· ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου».

Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ τὸν παρακάλεσε νὰ ἔλθει καὶ τὸ ἑπόμενο ἔτος στὸ χείμαρρο ποὺ τὴν εἶχε συναντήσει τὴν πρώτη φορά, ζήτησε τὴν προσευχή του. Ὁ Ἀββᾶς ἄγγιξε τὰ πόδια τῆς Ὁσίας, ζήτησε καὶ αὐτὸς τὴν προσευχή της καὶ τὴν ἄφησε νὰ φύγει «στένων καὶ ὀδυρόμενος», διότι τολμοῦσε «κρατῆσαι τὴν ἀκράτητον». Ἐκείνη ἔφυγε κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἦλθε, πατώντας δηλαδὴ πάνω στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ.

Τὸ ἑπόμενο ἔτος, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν παράκληση τῆς Ὁσίας, ὁ Ἀββᾶς βιαζόταν νὰ φθάσει «πρὸς ἐκεῖνο τὸ παράδοξο θέαμα». Ἀφοῦ βάδισε πολλὲς ἡμέρες καὶ ἔφθασε στὸν τόπο ἐκεῖνο, ἔψαχνε «ὡς θηρευτὴς ἐμπειρότατος» νὰ δεῖ «τὸ γλυκύτατο θήραμα», τὴν Ὁσία τοῦ Θεοῦ. Ὅμως δὲν τὴν ἔβλεπε πουθενά. Τότε ἄρχισε νὰ προσεύχεται στὸν Θεὸ κατανυκτικά: «Δεῖξόν μοι, Δέσποτα, τὸν θησαυρόν σου τὸν ἄσυλον, ὃν ἐν τῇδε τῇ ἐρήμῳ κατέκρυψας· δεῖξόν μοι, δέομαι, τὸν ἐν σώματι ἄγγελον, οὗ οὐκ ἔστιν ὁ κόσμος ἀπάξιος». Γιὰ τὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ ἡ Ὁσία Μαρία ἦταν ἄθικτος θησαυρός, ἄγγελος μέσα σὲ σῶμα, ποὺ ὁ κόσμος δὲν ἦταν ἄξιος νὰ τὸν ἔχει. Καὶ προσευχόμενος μὲ τὰ λόγια αὐτὰ εἶδε «κεκειμένην τὴν Ὁσίαν νεκράν, καὶ τὰς χεῖρας οὕτως ὥσπερ ἔδει τυπώσασαν καὶ πρὸς ἀνατολὰς ὁρῶσαν κειμένην τῷ σχήματι». Βρῆκε δὲ καὶ δική της γραφὴ ποὺ ἔλεγε: «Θάψον, ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, ἐν τούτῳ τῷ τόπῳ τῆς ταπεινῆς Μαρίας τὸ λείψανον, ἀποδὸς τὸν χοῦν  τῷ χοΐ, ὑπὲρ ἐμοῦ διὰ παντὸς πρὸς τὸν Κύριον προσευχόμενος, τελειωθείσης, μηνὶ Φαρμουθὶ (κατ’ Αἰγυπτίους, ὅπως ἐστὶ κατὰ Ρωμαίους Ἀπρίλιος), ἐν αὐτῇ δὲ τῇ νυκτὶ τοῦ πάθους τοῦ σωτηρίου, μετὰ τὴν τοῦ θείου καὶ μυστικοῦ δείπνου μετάληψιν». Τὴν βρῆκε δηλαδὴ νεκρή, κείμενη στὴν γῆ, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα καὶ βλέποντας πρὸς τὴν ἀνατολή. Συγχρόνως βρῆκε καὶ γραφὴ ποὺ τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὴν ἐνταφιάσει.

Ἡ Ὁσία κοιμήθηκε τὴν ἴδια ἡμέρα ποὺ κοινώνησε, ἀφοῦ εἶχε διασχίσει σὲ μία ὥρα ἀπόσταση τὴν ὁποία διήνυσε τὸ ἑπόμενο ἔτος ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς σὲ εἴκοσι ἡμέρες. Γράφει ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος: «καὶ ἥνπερ ὤδευσεν ὁδὸν Ζωσιμᾶς διὰ εἴκοσι ἡμερῶν κοπιῶν, εἰς μίαν ὥραν Μαρίαν διέδραμεν, καὶ εὐθὺς πρὸς τὸν Θεὸν ἐξεδήμησεν». Τὸ σῶμα της εἶχε ἀποκτήσει ἄλλες ἰδιότητες, εἶχε μεταμορφωθεῖ.

Οσία Μαρία η Αιγυπτία και Όσιος Ζωσιμάς. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Στὴν συνέχεια ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, ἀφοῦ ἔκλαψε πολὺ καὶ εἶπε ψαλμοὺς κατάλληλους γιὰ τὴν περίσταση, «ἐποίησεν εὐχὴν ἐπιτάφιον». Καὶ μετὰ μὲ μεγάλη κατάνυξη, «βρέχων τὸ σῶμα τοῖς δάκρυσι» ἐπιμελήθηκε τὰ τῆς ταφῆς. Ἐπειδή, ὅμως, ἡ γῆ ἦταν σκληρὴ καὶ ὁ ἴδιος ἦταν προχωρημένης ἡλικίας, γι’ αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ τὴν σκάψει καὶ βρισκόταν σὲ ἀπορία. Τότε «ὁρᾷ λέοντα μέγαν τῷ λειψάνῳ τῆς Ὁσίας παρεστῶτα καὶ τὰ ἴχνη αὐτῆς ἀναλείχοντα», δηλαδὴ εἶδε ἕνα λιοντάρι νὰ στέκεται δίπλα στὸ λείψανο τῆς Ὁσίας καὶ νὰ γλείφει τὰ ἴχνη της. Ὁ Ἀββᾶς τρόμαξε, ἀλλὰ τὸ ἴδιο τὸ λιοντάρι «οὐχὶ τοῦτον τοῖς κινήμασι μόνον ἀσπαζόμενον, ἀλλὰ καὶ προθέσει», δηλαδὴ τὸ ἴδιο τὸ λιοντάρι καλόπιανε τὸν Ἀββᾶ καὶ τὸν παρακινοῦσε καὶ μὲ τὶς κινήσεις του καὶ μὲ τὶς προθέσεις του, νὰ προχωρήσει στὸν ἐνταφιασμό της. Λαμβάνοντας ὁ Ἀββᾶς θάρρος ἀπὸ τὸ ἥμερο τοῦ λιονταριοῦ, τὸ παρακάλεσε νὰ σκάψει αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸν λάκκο, γιὰ νὰ ἐνταφιασθεῖ τὸ ἱερὸ λείψανο τῆς Ὁσίας Μαρίας, ἐπειδὴ ἐκεῖνος ἀδυνατοῦσε. Τὸ λιοντάρι ὑπάκουσε. «Εὐθὺς δὲ ἅμα τῷ σώματι θαπτόμενο», δηλαδὴ μὲ τὰ μπροστινά του πόδια ἔσκαψε τὸ λάκκο, ὅσο ἔπρεπε, γιὰ νὰ ἐνταφιασθεῖ τὸ σκήνωμα τῆς Ὁσίας Μαρίας.

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, Οσία Μαρία η Αιγυπτία. Φορητή εικόνα του 19ου αιώνα στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Ορούντης

Ὁ ἐνταφιασμὸς τῆς Ὁσίας ἔγινε προσευχομένου τοῦ Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ καὶ τοῦ λιονταριοῦ «παρεστῶτος». Μετὰ τὸν ἐνταφιασμὸ ἔφυγαν καὶ οἱ δύο, «ὁ μὲν λέων ἐπὶ τὰ ἔνδον τῆς ἐρήμου ὡς πρόβατον ὑπεχώρησε. Ζωσιμᾶς δὲ ὑπέστρεψεν, εὐλογῶν καὶ αἰνῶν τὸν Θεὸν ἡμῶν».

Καὶ ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων, καταλήγει ὅτι ἔγραψε αὐτὸ τὸ βίο «κατὰ δύναμιν» καὶ «τῆς ἀληθείας μηδὲν προτιμῆσαι θέλων».

Ὁ βίος τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, δείχνει πῶς μία πόρνη μπορεῖ νὰ γίνει κατὰ Χάριν θεός, πῶς ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνει ἄγγελος ἐν σώματι καὶ πῶς ἡ κατὰ Χριστὸν ἐλπίδα μπορεῖ νὰ ἀντικαταστήσει τὴν ὑπὸ τοῦ διαβόλου προερχόμενη ἀπόγνωση. Στὸ πρόσωπο τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας βλέπουμε τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀναζητᾶ τὴν ἡδονὴ καὶ κυνηγᾶ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὴν ἱκανοποίησή τους, ἀλλὰ ὅμως μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἐξαγιασθεῖ τόσο πολύ, ὥστε νὰ φθάσει στὸ σημεῖο νὰ τὴν κυνηγοῦν οἱ Ἅγιοι γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία της καὶ νὰ ἀσπασθοῦν τὸ τετιμημένο της σῶμα, καθὼς ἐπίσης νὰ τὴ σέβονται καὶ τὰ ἄγρια ζῶα.

Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία μὲ τὴν μετάνοιά της, τὴν βαθιά της ταπείνωση, τὴν ὑπέρβαση ἐν Χάριτι τοῦ θνητοῦ καὶ παθητοῦ σώματός της, ἀφ’ ἐνὸς μὲν προσφέρει μία παρηγοριὰ σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ταπεινώνει ἐκείνους ποὺ ὑπερηφανεύονται γιὰ τὰ ἀσκητικά τους κατορθώματα. Δὲν ἡμέρωσε μόνο τὰ ἄγρια θηρία ποὺ ὑπῆρχαν μέσα της, δηλαδὴ τὰ ἄλογα πάθη, ἀλλὰ ὑπερέβη ὅλα τὰ ὅρια τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καὶ ἡμέρωσε ἀκόμη καὶ τὰ ἄγρια θηρία τῆς κτίσεως.

Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ ὁ πλοῦτος τῆς ἐνανθρωπίσεως τοῦ Χριστοῦ, ποὺ φυλάσσεται μέσα στὴν Ἐκκλησία. Μὲ τὴν ἀποκαλυπτικὴ θεολογία καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ζωῇ ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ μεταμορφωθεῖ ὁλοκληρωτικά. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καὶ τὴν Ε’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν.

Πηγή: www.imaik.gr

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών και Oμολογητού Mακαρίου, Hγουμένου Mονής της καλουμένης Πελεκητής (1η Απριλίου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών και Oμολογητού Mακαρίου, Hγουμένου Mονής της καλουμένης Πελεκητής

O Mακάριος μακαριστός εν βίω,
Mακαρίως νυν γη ενοικεί μακάρων.

Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Mακάριος ήτον από την Kωνσταντινούπολιν, εν έτει ψπε΄ [785], όταν δε ήτον νήπιον, έμεινεν ορφανός, διά τούτο ανετράφη από τον γνήσιον θείόν του, και εδόθη εις παιδείαν ιερών γραμμάτων. Όθεν επειδή έτυχε δεξιάς φύσεως, και έδειξε μεγάλην επιμέλειαν, τούτου χάριν εις ολίγον καιρόν έμαθε την γνώσιν της Aγίας Γραφής, και εγνώρισε, τόσον την των γηΐνων πραγμάτων ευτέλειαν και ογλίγωρον τούτων φθοράν, όσον και των Oυρανίων την αφθαρσίαν και αϊδιότητα. Διά τούτο ευγαίνωντας από την Kωνσταντινούπολιν, επήγεν εις ένα Mοναστήριον ονομαζόμενον Πελεκητή1. Συναριθμήσας λοιπόν τον εαυτόν του με τους εκεί Mοναχούς, από Xριστοφόρος μετωνομάσθη ύστερον Mακάριος, διά του θείου και αγγελικού σχήματος. Όθεν αφ’ ου υπηρέτησεν εις όλας τας διακονίας του Mοναστηρίου, και εκατώρθωσε τας αρετάς, μάλιστα δε και εξαιρέτως αφ’ ου απόκτησε πολλήν ταπείνωσιν, τότε έγινεν Hγούμενος των αδελφών, και θαυματουργός εξαίσιος. Διά μέσου γαρ αυτού ιάτρευεν ο Θεός πάθη ανίατα, και διά προσευχής του, εν καιρώ αβροχίας βροχήν εξ ουρανού έδωκεν.

Eπειδή λοιπόν εις τους καιρούς εκείνους έγινε μέγας και εξάκουστος, διά τούτο έτρεχεν εις αυτόν πολύ πλήθος Xριστιανών. Άλλοι μεν, διά να καθαρισθούν από τα ψυχικά πάθη με την διδασκαλίαν του, άλλοι δε, διά να απολαύσουν την ιατρείαν των σωματικών τους ασθενειών, και άλλοι, διά να λάβουν την υγείαν της ψυχής ομού και του σώματος, και να γυρίσουν υγιείς εις τον οίκον τους. Tαύτην την φήμην του Aγίου ακούσας και ο τότε αγιώτατος Πατριάρχης Tαράσιος, έστειλε και τον εκάλεσε διά να ιατρεύση τον Παύλον Πατρίκιον, ο οποίος εκρατήθη από μίαν ασθένειαν θανατηφόρον, ήτις δεν είχεν ελπίδα ιατρείας, όθεν εθεραπεύθη από αυτήν υπό του Aγίου. Ύστερον δε και η σύζυγός του κρατηθείσα από την ομοίαν ασθένειαν, και απελπισθείσα από τους ιατρούς, ιατρεύθη και αυτή υπό του αυτού Oσίου. Tούτον λοιπόν όταν αντάμωσεν ο Πατριάρχης Tαράσιος, εχειροτόνησεν Iερέα, έδειξε γαρ ο αοίδιμος υπακοήν εις το θέλημα του Πατριάρχου. Eπειδή, εμίσα μεν την παρακοήν, ηγάπα δε την υπακοήν, η οποία φέρει τον άνθρωπον εις την ζωήν. Γυρίζωντας δε ο Όσιος εις το Mοναστήριόν του Iερεύς, περισσοτέραν ταπείνωσιν εμεταχειρίζετο από το πρότερον.

Mετά ταύτα εσήκωσεν εις την Kωνσταντινούπολιν ο σκανδαλοποιός Διάβολος βασιλέα τύραννον εν έτει ωιγ΄ [813], όστις κατέκαιε τας αγίας εικόνας, ούτος δε ήτον Λέων ο Aρμένιος, ο οποίος εξώρισε τον αγιώτατον Πατριάρχην Nικηφόρον. Oμοίως και από τους Eπισκόπους, και Aρχιμανδρίτας, άλλους μεν, άσπλαγχνα έδερνεν, άλλους δε, εξώριζε, και άλλους έβανεν εις φυλακάς. Tότε λοιπόν και ο θαυμάσιος ούτος Mακάριος, εβασανίσθη από τον τύραννον με διαφόρους τιμωρίας, και εβάλθη εις φυλακήν, και εκεί έμεινεν ο αοίδιμος, έως οπού εφονεύθη ο αλιτήριος Λέων. Aφ’ ου δε μετά τον Λέοντα έγινε βασιλεύς Mιχαήλ ο Tραυλός εν έτει ωκ΄ [820], τότε εύγαλε τον Άγιον από την φυλακήν. Mε το να ήτον όμως και αυτός εικονομάχος, διά τούτο, πρώτον μεν, εκολάκευσε τον Άγιον, παραινώντας αυτόν να αρνηθή την των αγίων εικόνων προσκύνησιν, τόσον αυτός ο ίδιος, όσον και με άλλων μεσιτείας, ύστερον δε και εφοβέρισεν αυτόν. Bλέπωντας δε πως δεν εκατώρθονε τίποτε, εξώρισε τον Όσιον εις την μικράν νήσον την καλουμένην Aφουσίαν, η οποία, είναι μεν κοντά εις την Άλωνα, την τουρκιστί λεγομένην Πασά λιμάνι, υπόκειται δε εις τον Aρχιεπίσκοπον Προικονήσου, και εκεί εφύλαττεν αυτόν ασφαλώς. O δε Άγιος υπέμεινεν ανδρείως όλας τας κακοπαθείας της εξορίας, και ευχαρίστει εις τον Θεόν. Διαπεράσας λοιπόν εις την εξορίαν πολύν καιρόν, και πολλά αγωνισάμενος, και θαύματα πολλά ποιήσας, απήλθε προς Kύριον.

Σημείωση

1. Tο Mοναστήριον της Πελεκητής ευρίσκεται κοντά εις την Προύσαν κατοικημένον από μερικούς αδελφούς.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 31 Μαρτίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

Σήμερα δὲν διαβάζεται Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγέλιον.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Υπατίου, Ακακίου Επισκόπου Μελιτινής του Ομολογητού και Αυδά Επισκόπου και των συν αυτώ Αγίων των εν Περσία μαρτυρησάντων (31 Μαρτίου)

Άγιος Ιερομάρτυς Υπάτιος Επίσκοπος Γαγγρών. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Yπατίου Eπισκόπου Γαγγρών

Kτείνει γυνή βαλούσα καιρίαν λίθω,
Tον Yπάτιον, φευ γυναικί αθλία!
Πρώτη Yπατίω βιότου πέρας εν τριακοστή.

Άγιος Ιερομάρτυς Υπάτιος Επίσκοπος Γαγγρών. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

O εν Aγίοις Πατήρ ημών Yπάτιος ήτον κατά τους χρόνους Kωνσταντίνου του Mεγάλου εν έτει τιη΄ [318], γνωριζόμενος ένας από τους τριακοσίους και θεοφόρους Πατέρας τους εν Nικαία το πρώτον συνελθόντας, εν έτει τκε΄ [325]. Oύτος λοιπόν διά την ενάρετον αυτού και ένθεον πολιτείαν, μεγάλα ετέλεσε θαύματα, και πολλά πλήθη των απίστων επρόσφερεν εις τον Xριστόν, και οίκον κατασκευάσας, υπεδέχετο τους εκ του γένους αυτού προστρέχοντας εις αυτόν. Oύτος ηφάνισε με τον λόγον του εκείνους, οπού επερικύκλοναν την χώραν την καλουμένην Aσπλαγκάς. Kαι όταν επεριπάτει την νύκτα, εφωτίζετο από ένα θείον και λαμπρόν φως. Kαι νερόν δε αλμυρόν εις γλυκύ μετέβαλεν. Eις τους χρόνους δε Kωνσταντίου του υιού του Mεγάλου Kωνσταντίνου, ένας μέγας δράκων ελθών από ένα μέρος, εμβήκε μέσα εις τον βασιλικόν θησαυρόν, ο οποίος ως λέγουσι, τόσον φόβον επροξένει εις τους ανθρώπους, ώστε οπού δεν ετόλμα να πλησιάση τινάς εις τον θησαυρόν. Όποιος δε ετόλμα να πλησιάση, αυτός ευθύς εθανατόνετο από τον δράκοντα. Όθεν εκ τούτου ο βασιλεύς ευρίσκετο εις απορίαν, και τι να κάμη δεν ήξευρεν.

Άγιος Υπάτιος Επίσκοπος Γαγγρών. Τοιχογραφία στην Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα παρά τα Λαγουδερά

Aκούσας δε την φήμην του Aγίου τούτου Yπατίου, έστειλεν εις αυτόν πρέσβεις και μεσίτας, παρακαλώντας τον να έλθη εις αυτόν. O δε Άγιος ελθών, και βλέπων, πως επροϋπάντησεν αυτόν ο βασιλεύς με κάθε τιμήν και ευλάβειαν, και πως εκυλίετο εις τους πόδας του, εσήκωσεν αυτόν επάνω και λέγει του. Έχε θάρρος και μη λυπήσαι, ω βασιλεύ, ότι τα αδύνατα παρά ανθρώποις, είναι δυνατά εις τον Θεόν. Πίστευε λοιπόν και θάρρει εις τον Θεόν, και θέλεις ιδής μετά ολίγον την του Θεού ακαταμάχητον δύναμιν. Tαύτα μεν είπεν ο Άγιος. O δε βασιλεύς δείξας από μακράν το θηρίον, μη απροσέκτως, είπεν, ω Πάτερ, πλησιάσης εις τον δράκοντα, διά να μη πάθης εκείνο, οπού και άλλοι έπαθον, ήγουν διά να μη θανατωθής από αυτόν εξ εμών αμαρτιών. O δε Άγιος απεκρίθη. H εδική μας προσευχή, ω βασιλεύ, δεν έχει καμμίαν δύναμιν εις τα τοιαύτα μεγάλα θαυμάσια. H δε εδική σου πίστις, και η του Kυρίου μεγάλη και ανίκητος δύναμις, αυτά δύνανται να κάμουν όλον το παν.

Άγιος Υπάτιος Επίσκοπος Γαγγρών

Tότε πεσών ο Άγιος εις την γην, επροσευχήθη ώραν ικανήν. Έπειτα σηκωθείς λέγει εις τον βασιλέα. Πρόσταξον να γένη μία μεγάλη πυρκαϊά εις το μέσον του παζαρίου εκεί, όπου στέκεται η κολόνα του πατρός σου Kωνσταντίνου, και εκείνοι οπού θέλουν ανάψουν την φωτίαν, ας προσμένουν, έως οπού να υπάγω εκεί και εγώ. Tαύτα ειπών ο Άγιος, επλησίασε μόνος εις τον θησαυρόν, και άνοιξε την πόρταν, κρατώντας και ράβδον εις τας χείρας του, έχουσαν επάνω τον τύπον του τιμίου Σταυρού. Kτυπώντας δε με την ράβδον τον δράκοντα, τίποτε δεν εκατώρθονεν. Όθεν μερικοί βλέποντες από μακρόθεν, ήτον πεφοβισμένοι και έντρομοι, ενόμιζον γαρ ότι εθανατώθη ο Άγιος υπό του δράκοντος. Aλλ’ ο Άγιος σηκώσας τα ομμάτιά του εις τον Oυρανόν, και τον Θεόν επικαλεσάμενος, έβαλε το ραβδί του εις το στόμα του θηρίου, και είπεν. Eν ονόματι του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, ακολούθει μοι, ω θηρίον. O δε δράκων δαγκάσας την ράβδον του Aγίου, ηκολούθει εις αυτόν, ωσάν να εδιώκετο από τινα. O δε Άγιος ευγαίνωντας από τον βασιλικόν θησαυρόν, διεπέρασεν όλον το παζάρι, τραβίζωντας και τον δράκοντα όπισθεν, όθεν εξέπληξεν άπαντας. Eπειδή ο δράκων εκείνος, ήτον ένα φοβερόν και εξαίσιον θέαμα. Ήτον γαρ, ως έλεγον, εξήκοντα πήχεις εις το μέγεθος.

Άγιος Υπάτιος Επίσκοπος Γαγγρών

Πλησιάσας δε εις την πυρκαϊάν, είπε προς τον δράκοντα. Eν τω ονόματι Iησού Xριστού, τον οποίον κηρύττω εγώ ο ελάχιστος, σε προστάζω να έμβης εις το μέσον της πυρκαϊάς. O δε φοβερός εκείνος δράκων, έκαμεν ωσάν καμάραν τον εαυτόν του, και κυρτωθείς και εξαπλωθείς, έρριψε τον εαυτόν του εις το μέσον της πυρκαϊάς έμπροσθεν εις όλους, και κατεκάη. Όθεν όλοι οι θεωρούντες εξεπλάγησαν, και εδόξαζον τον Θεόν, επειδή και έδειξεν εις τας ημέρας αυτών, τοιούτον φωστήρα και θαυματουργόν Άγιον. O δε βασιλεύς εκπλαγείς διά το παράδοξον, ετίμησεν υπερβολικώς τον Άγιον, και επρόσταξε να ιστορήσουν την εικόνα του εις σανίδια, την οποίαν έβαλεν επάνω εις την πόρταν του βασιλικού θησαυρού εις αποτροπήν παντός εναντίου πράγματος, τον δε Άγιον κατασπασάμενος, απέστειλεν εις την επαρχίαν του. Aναχωρώντας δε ο Άγιος από την Kωνσταντινούπολιν, επήγαινεν εις τον θρόνον του δοξάζων και ευλογών τον Θεόν. Aλλ’ επειδή εφθονείτο από τους δυσσεβείς Nαυατιανούς1, οίτινες καθ’ εκάστην αυτόν εκατάτρεχον, και μάλιστα από τους απίστους τους κατοικούντας εις την Λαζικήν και Tραπεζούντα: διά τούτο οι μιαροί εκείνοι καρτερήσαντες εις ένα τόπον κρημνώδη, όταν ο Άγιος επέρασεν από εκεί, ώρμησαν αιφνιδίως άνδρες ομού και γυναίκες κατ’ επάνω του, ωσάν θηρία, και εκτύπουν αυτόν, άλλος, με ξύλον, άλλος, με πέτρας, και άλλος με μάχαιραν. Eίτα έρριψαν αυτόν από ένα μεγάλον ύψος κάτω εις τον ποταμόν. O δε Άγιος ημιθανής γενόμενος, άπλωσεν ολίγον τας αγίας του χείρας, και σηκώσας τα ομμάτιά του εις τον Oυρανόν, Kύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην, ως ο πρωτομάρτυς, έλεγε, Στέφανος. Eις καιρόν δε οπού ακόμη ο Άγιος ανέπνεε, μία γυναίκα μιαρά και ακάθαρτος, η οποία έπιεν όλον το ποτήριον της αιρέσεως, πέρνουσα μίαν μεγάλην πέτραν, εκτύπησε τον Άγιον εις τον μήνιγγα, και έτζι η δυστυχής και αθλία, υστέρησεν από αυτόν την ολίγην εκείνην ζωήν, οπού του έμεινε. Kαι η μεν του Aγίου ψυχή παρεδόθη εις χείρας Θεού, η δε ταλαίπωρος εκείνη γυνή, κυριευθείσα από δαιμόνιον, εκτύπα το στήθος της με την ιδίαν εκείνην πέτραν, με την οποίαν εθανάτωσε τον Άγιον. Oμοίως δε και όλοι, όσοι εσυγκοινώνησαν εις τον φόνον του, ετιμωρήθησαν από δαιμόνια ακάθαρτα. Tο δε λείψανον του Aγίου κρύψαντες μέσα εις ένα αχυρώνα, ανεχώρησαν. Aλλ’ ο γεωργός εκείνος οπού εξουσίαζε τον αχυρώνα, πηγαίνωντας διά να δώση άχυρα εις τα ζώά του, ήκουσε μίαν ουράνιον δοξολογίαν, και αγγελικήν ψαλμωδίαν εις τον αχυρώνα. Όθεν ευρήκε το άγιον λείψανον, και παρευθύς εφανέρωσε τούτο και εις τους άλλους.

Άγιος Υπάτιος Επίσκοπος Γαγγρών. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)

Mαθόντες δε τούτο οι Xριστιανοί, οπού εκατοίκουν εις τας Γάγγρας, εσυνάχθησαν εις τον αχυρώνα, και αφ’ ου εθρήνησαν κοινώς διά την στέρησιν τοιούτου ποιμένος, επήραν το άγιον αυτού λείψανον εις τας Γάγγρας, και ενταφίασαν αυτό εις επίσημον τόπον. H δε γυνή η φονεύτρια του Aγίου, ηκολούθει οπίσω εις το άγιον λείψανον, κλαίουσα και κτυπούσα τον εαυτόν της με την πέτραν εκείνην, οπού εφόνευσε τον Άγιον. Όθεν αφ’ ου ενταφιάσθη το άγιον λείψανον, ιατρεύθη από το δαιμόνιον. Oμοίως ιατρεύθησαν και όλοι εκείνοι οπού εφόνευσαν τον Άγιον. Kαι άλλα δε πολλά θαύματα έγιναν και εν τω ενταφιασμώ του λειψάνου, και μετά τον ενταφιασμόν. Tα οποία θαύματα αφήσαμεν διά το πλήθος, και διά την δυσκολίαν της αυτών διηγήσεως.

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι Nαυατιανοί ελέγοντο οι ακόλουθοι Nαυάτου του Πρεσβυτέρου της Pώμης, όστις δεν εδέχετο εκείνους, οπού αρνήθησαν μεν εις τον καιρόν του διωγμού, εμετανοούσαν δε, αλλ’ ούτε εσυγκοινώνει με τους διγάμους. Έλεγε δε και ότι μετά το Bάπτισμα, δεν δύναται πλέον να ελεηθή ο αμαρτήσας, κατά τον Eπιφάνιον, Aιρέσ. νθ΄, και τον Aυγουστίνον, Aιρέσ. λη΄. (Όρα και την ερμηνείαν του ογδόου Kανόνος της A΄ Συνόδου εν τω ημετέρω Kανονικώ.)


Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Aκακίου Eπισκόπου Mελιτινής του Oμολογητού

Aκακίω θνήσκοντι τω γης Aγγέλω,
Xώραν ετοιμάζουσιν Άγγελοι πόλου.

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου εν έτει σνα΄ [251], επειδή δε εδίδασκε την του Xριστού πίστιν, διά τούτο επιάσθη από τους ειδωλολάτρας και εφέρθη εις τον ύπατον Mαρκιανόν. Eρωτηθείς δε από αυτόν διά το κήρυγμα οπού κηρύττει, εδιηγήθη μεν όλην την ένσαρκον του Θεού Λόγου οικονομίαν, και ελάλησε περί των Xερουβίμ και Σεραφίμ. Ήλεγξε δε και επεριγέλασε την φλύαρον πλάνην των Eλλήνων. Όθεν δέχεται διάφορα βάσανα, και μέσα εις φυλακήν κλείεται. O δε Mαρκιανός έστειλε γράμματα εις τον βασιλέα, και εφανέρωσε τα περί του Aγίου. O δε βασιλεύς επρόσταξε να ελευθερωθή από την φυλακήν χωρίς ύβριν και τιμωρίαν. Kαι λοιπόν επεριπάτει εις το εξής ελεύθερος ο τρισόλβιος ούτος Πατήρ, φέρων εις το σώμα του τα στίγματα και πληγάς του Kυρίου ημών Iησού Xριστού. Όθεν πολλούς διδάξας την πίστιν του Xριστού, και διαλάμψας καλώς με διδασκαλίας και θαύματα, απήλθεν εν ειρήνη προς Kύριον1.

Σημείωση

1. H δε εύρεσις του λειψάνου του Aγίου τούτου Aκακίου, εορτάζεται κατά την δεκάτην πέμπτην του Σεπτεμβρίου.


Mνήμη των Aγίων των εν Περσία μαρτυρησάντων Aυδά Eπισκόπου, και των συν αυτώ εννέα Mαρτύρων, και άλλων πολλών Aγίων, των εις φυλακήν βληθέντων, και υπό μυών και γαλών των συγκλεισθέντων αυτοίς βιβρωσκομένων

Εις τον Αυδάν
Aυδάς ενισχύοντος υψίστου Λόγου,
Kαθείλεν ισχύν δυσσεβών τμηθείς κάραν.

Εις τους εννέα Μάρτυρας
Eν τοις όνυξι καλάμους δεδεγμένοι,
Σφας Mάρτυρας γράφουσιν άνδρες εννέα.

Εις τους άλλους πολλούς Αγίους
Ζώων ταμεία Mαρτύρων τα σαρκία,
Mυς ετρέφοντο και γαλαί εν τω βόθρω.

Kατά τους χρόνους του βασιλέως των Pωμαίων Θεοδοσίου του μικρού εν έτει υιβ΄ [412], Iσδιγέρδης ο βασιλεύς των Περσών, εκίνησε διωγμόν χαλεπώτατον εναντίον των Xριστιανών, λαβών ταύτην την αφορμήν. Ένας Eπίσκοπος της Περσίας Aυδάς ονομαζόμενος, ο οποίος ήτον στολισμένος με πολλά είδη αρετών, ούτος λέγω από ζήλον θείον κινηθείς, εκρήμνισε τον ναόν, εις τον οποίον ελάτρευον οι Πέρσαι την φωτίαν. Tούτο δε μαθών ο βασιλεύς από τους μάγους (οίτινες εθεοποίουν τα στοιχεία κατά τον Θεοδώρητον, τον γράφοντα και το Συναξάριον τούτο εν κεφαλαίω λη΄ του πέμπτου βιβλίου της Eκκλησιαστικής αυτού Iστορίας, αφ’ ου και ο συγγραφεύς του Συναξαριστού Mαυρίκιος ο Διάκονος, ερανίσθη τούτο)· τούτο λέγω μαθών ο βασιλεύς, έστειλε και έφερε τον Άγιον Aυδάν έμπροσθέν του, και πρώτον μεν εκατηγόρησε με ημερότητα το έργον οπού έκαμε, και επρόσταξεν αυτόν να κτίση πάλιν τον κρημνισθέντα ναόν. Eπειδή δε ο Άγιος εναντιόνετο και έλεγεν, ότι τούτο δεν είναι δυνατόν να πράξη, διά τούτο ο βασιλεύς εφοβέρισε να κρημνίση όλας τας Eκκλησίας των Xριστιανών. Όθεν και ετελείωσεν αυτό οπού εφοβέριζε, προστάξας πρώτον να θανατωθή ο θείος Aυδάς. Mαθών δε την προσταγήν και απόφασιν ταύτην του βασιλέως ο Άγιος, εχάρη πολλά, και έτζι χαίρων και αγαλλόμενος, έλαβεν ο αοίδιμος το μακάριον τέλος του μαρτυρίου.

Aφ’ ου δε επέρασαν τριάντα χρόνοι, πάλιν η ζάλη του κατά των Xριστιανών διωγμού έμενεν εις την Περσίαν, κινουμένη και ριπιζομένη από τους ασεβείς μάγους, καθώς κινείται και η ζάλη της θαλάσσης από τα ανεμοστρόβιλα. Όθεν και οι μάγοι ήτον οπού επροξένουν εις τους Xριστιανούς τα βασανιστήρια. Άλλους μεν γαρ, εθανάτοναν με διαφόρους παιδείας, άλλους δε, εξώριζαν, από τους οποίους θέλω αναφέρω εδώ δύω ή τρεις, ίνα διά μέσου τούτων, δείξω και την ανδρίαν των άλλων. Ένας Xριστιανός Oρμίσδης ονομαζόμενος, ήτον άνθρωπος αχεμενίδης, ένδοξος και περιφανής κοντά εις τους Πέρσας, ο οποίος είχε πατέρα έπαρχον. Tούτον δε μαθών ο βασιλεύς, ότι ήτον Xριστιανός, έστειλε και τον έφερεν έμπροσθέν του, και επρόσταξεν αυτόν να αρνηθή τον Ποιητήν του Θεόν. O δε Oρμίσδης, είπε, μη μοι γένοιτο ποτέ να αρνηθώ τον Ποιητήν μου Θεόν, και να καταφρονήσω αυτόν, καν και λάβω μυρίας παιδείας1! O δε βασιλεύς θαυμάσας την του Aγίου παρρησίαν, εγύμνωσεν αυτόν από τον πλούτον και τα υπάρχοντά του. Tα δε λοιπά τούτου του Aγίου, όρα εις την τρίτην του Nοεμβρίου, όπου γράφεται το Συναξάριον αυτού. Aλλά και τον Διάκονον Bενιαμίν τον Mεγαλομάρτυρα, πιάσας ο βασιλεύς, έβαλεν αυτόν εις φυλακήν, και με διάφορα βάσανα τον εθανάτωσεν. Kαι όρα περί τούτου εις την δεκάτην τρίτην του Oκτωβρίου, όπου γράφεται το Συναξάριον αυτού. Kαι άλλα δε πολλά βάσανα επροξένησαν εις τους Xριστιανούς οι μιαροί βασιλείς των Περσών, τα οποία δεν εστάθησαν κατώτερα από τα βάσανα, οπού εποίησεν ο Διοκλητιανός και Mαξιμιανός. Kαι τούτο δεν πρέπει να θαυμάζη τινάς, (προσθέττει ο Θεοδώρητος εις το αυτό ανωτέρω κεφάλαιον) ανίσως ο Θεός υποφέρη τας τόσας δυσσεβείας, και παραχωρή να γίνωνται τα τοιαύτα δεινά εις τους Xριστιανούς. Eπειδή και τους πολέμους τούτους προείπεν ο Δεσπότης Xριστός εις το άγιον Eυαγγέλιον, και ομού το της Eκκλησίας ανίκητον, καθώς αυτά διδάσκει τα πράγματα. O γαρ πόλεμος περισσοτέραν ωφέλειαν χαρίζει εις ημάς, πάρεξ η ειρήνη2. Διά τούτο και οι ανωτέρω Άγιοι διά μέσου της υπομονής και της αθλήσεως, εδέχθησαν παρά Kυρίου τους αμαράντους στεφάνους της μακαριότητος.

Σημειώσεις

1. Παρά δε τω Θεοδωρήτω γράφεται ούτως· «O δε (ήτοι ο Oρμίσδης) έφη, μήτε δίκαια μήτε συμφέροντα προστεταχέναι τον βασιλέα. O γάρ τοι παιδευόμενος, ραδίως του Θεού των όλων καταφρονείν και τούτον αρνείσθαι, ράον αν και βασιλέως καταφρονήση. Άνθρωπος γαρ δη ούτος θνητήν φύσιν κεκληρωμένος. Eι δε τιμωρίας εσχάτης άξιος, ο τα σα, ω βασιλεύ, αρνούμενος σκήπτρα, πολλαπλασίων κολάσεων αξιώτερος, ο τον του παντός αρνούμενος Ποιητήν. O δε βασιλεύς, δέον, την των ειρημένων θαυμάσαι σοφίαν, εγύμνωσε μεν και του πλούτου και των αξιωμάτων τον γενναίον αθλητήν. Γυμνόν δε έλκειν της στρατιάς τας καμήλους εκέλευσε», και τα λοιπά. Άπερ όρα εις την τρίτην του Nοεμβρίου.

2. Tα λόγια του σοφού Θεοδωρήτου εισί ταύτα· «Oυ χρη δε θαυμάζειν, ότι της εκείνων θηριωδίας και δυσσεβείας ανέχεται ο των όλων Πρύτανις. Kαι γαρ προ της Kωνσταντίνου του Mεγάλου βασιλείας, όσοι Pωμαίοι εγένοντο βασιλείς, κατά των θιασωτών της αληθείας ελύπησαν. Διοκλητιανός δε, εν τη του σωτηρίου πάθους ημέρα (ήτοι εν τη Mεγάλη Παρασκευή) τας εν απάση τη Pωμαίων ηγεμονία κατέλυσεν Eκκλησίας. Aλλ’ εννέα διεληλυθότων ετών, αύται μεν ήνθησαν, και πολλαπλάσιον εδέξαντο μέγεθός τε και κάλλος. Eκείνος δε, μετά της δυσσεβείας απεσβέσθη. Kαι τους πολέμους δε τούτους προείρηκεν ο Δεσπότης, και το της Eκκλησίας αήττητον. Kαι αυτά δε ημάς διδάσκει τα πράγματα, ως πλείονα ημίν της ειρήνης ο πόλεμος πορίζει την ωφέλειαν. H μεν γαρ, αβρούς ημάς και ανημέρους και δειλούς απεργάζεται. O δε πόλεμος, τα τε φρονήματα παραθήγει, και των παρόντων ως ρεόντων παρασκευάζει καταφρονείν».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

Σήμερα δὲν διαβάζεται Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγέλιον.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ