Χτύπημα στο Ντουμπάι: Οι πύραυλοι ξύπνησαν τη «Βαβέλ» από το όργιο της ματαιοδοξίας της
Μια παγκόσμια μητρόπολη της διεστραμμένης ελίτ έγινε… σκορποχώρι μόλις έφυγε από τη μέση το απατηλό παραπέτασμα της ασφάλειας.
Συντάκτης: Ελευθέριος Ανδρώνης

Μέσα στο πολεμικό χάος της Μέσης Ανατολής από τον πόλεμο των ΗΠΑ – Ισραήλ εναντίον του Ιράν, έχει νομίζω ενδιαφέρον να σταθούμε σε όσα έγιναν στο περιλάλητο Ντουμπάι. Η πόλη που είχε γίνει παγκόσμιο σύμβολο καπιταλιστικής μακαριότητας, είδε την υπέρμετρη ματαιοδοξία της να γίνεται «ελβετικό τυρί» από ιρανικούς πυραύλους.
Αυτή η «Βαβέλ» της απύθμενης κενοδοξίας, της επιδειξιομανίας, των νεόπλουτων «influencers», της πολυτελούς πορνείας, των οργίων, των εμετικών «porta potty parties» και όλων των βδελυρών έξεων που ενώνουν την ελίτ Ανατολής και Δύσης, είδε το σύννεφο της ουτοπίας να διαλύεται από μια «βροχή» πυραυλικής πραγματικότητας.
Το πιο «λουξ» οικονομικό καταφύγιο του κόσμου έφριξε συνειδητοποιώντας ότι δεν διαθέτει ούτε ένα πολεμικό καταφύγιο, διότι δεν το ανεχόταν η ουρανομήκης αλαζονεία του. Όμως οι ουρανοξύστες μπορεί να φτάνουν τον ουρανό, αλλά δεν ορίζουν τις ουρανοκατέβατες εξελίξεις. Τα πετροδόλαρα όσο και παχύ να κάνουν το πορτοφόλι, δεν χρησιμεύουν για αντιπυραυλική θωράκιση. Τα πανάκριβα σπορ αυτοκίνητα δεν είναι πιο γρήγορα από τις ρουκέτες. Η ιστορία της ματαιοδοξίας κάνει κύκλους και υπόσχεται νέες μεγάλες πτώσεις για τoν άνθρωπο. Κάθε Βαβυλώνα έρχεται η στιγμή που κλονίζεται εκ θεμελίων για τη βλάσφημη υπεροψία της.
Εδώ δεν εξετάζουμε αν το Ιράν έχει δίκιο ή άδικο για τη γενίκευση των χτυπημάτων του, αλλά αποκλειστικά τα διδάγματα των ωμών γεγονότων. Το πλήγμα στο Ντουμπάι δεν πλήττει απλά ένα κράτος, αλλά ένα ολόκληρο γκλομπαλιστικό στάτους. Ένα lifestyle που αντιπροσωπεύει όλους τους πόθους του σημερινού υλόφρονα δυτικού, έγινε παγκόσμιο ρεζίλι μόλις έφυγε από τη μέση το απατηλό παραπέτασμα της ασφάλειας.
Οι πανικόβλητοι νεόπλουτοι έτρεχαν να προστατευτούν σε διάφορους κλειστούς χώρους μαζί με τα σκυλιά τους, εκπροσωπώντας μια έκπτωτη ανθρωπότητα που στην ξαφνική συμφορά απαντάει με τρομαγμένα γαβγίσματα. Αφού επέλεξαν ως «πρόοδο» το να συγγενέψουν περισσότερο με τα τετράποδα, τώρα βάζουν την ουρά στα σκέλια με τα πρώτα «πυροτεχνήματα».
Και που η ανθρωπιά; Που η αλληλεγγύη; Που η συνοχή; Τα κατάπιε ο μηδενιστικός κοσμοπολιτισμός. Σε ένα χαοτικό συνονθύλευμα όπως το Ντουμπάι, επικρατεί το: «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Πόσο ειρωνικό για μια πόλη να έχει τόσα πολλά κατοικίδια αλλά καθόλου ενσυνείδητους κατοίκους! Κι όμως αυτό είναι το «πρότυπο» μοντέλο για όλες τις δυτικές πρωτεύουσες.
Οι μητροπόλεις της ελίτ καταλήγουν σαν ξενοδοχεία περαστικής καλοπέρασης, ξένοι που ικανοποιούν τα πάθη τους ανάμεσα σε ξένους. Και έρχεται η στιγμή που το ανέστιο κέρδος φέρνει ανέστια απόγνωση. Οι ψεύτικες σχέσεις βασισμένες στο χρήμα, καταρρέουν σε μια στιγμή, με την πρώτη ακυρωμένη πτήση, με το πρώτο κλειστό ATM, με το πρώτο αδειανό ράφι στο σούπερ μάρκετ.
Και εκεί στον συριγμό της πρώτης βόμβας συνειδητοποιείς ότι η πραγματικά φτωχή κοινωνία, είναι εκείνη που ξεμένει από αδελφοσύνη και αίσθηση συλλογικής ταυτότητας. Έχεις ήδη παραδοθεί αν δεν έχεις τίποτα για να πολεμήσεις πέρα από το τομάρι σου. Σε έναν πλανήτη αδυσώπητης αναζήτησης ισχύος, παύουν να ισχύουν καταφύγια και άσυλα.
Το χρήμα δεν μπορεί να αγοράσει πλέον την ειρήνη, διότι η ειρήνη έχει αντικαταστήσει την ονομαστική της αξία ως συνώνυμο της ασυδοσίας. Ατομικής, συλλογικής, γεωπολιτικής, ηθικής. Το εωσφορικό σύστημα που γιγάντωσε το Ντουμπάι, είναι το ίδιο που έρπεται και ανάμεσα στα e-mail του Επστάιν. Τεχνολογικοί κροίσοι, πολιτικοί, τραπεζίτες, «πετρελαιάδες», καλλιτέχνες, μοντέλα «συνοδείας», κηφηναριά από λομπίστες πολυεθνικών, το μείγμα είναι ίδιο σε όλες τις παγκόσμιες φωλιές της Νέας Τάξης.
Και περιφερειακά αυτού του πυρήνα σήψης, έχουμε τα «είδωλα» που παρεπιδημούν στο Ντουμπάι, διαμορφώνοντας την παγκόσμια τάση «ειδωλολατρίας». Τη διαδικτυακή κάστα των «influencers» που εκπαιδεύουν τους λαούς στις τάσεις της φιλαρέσκειας, της αεργίας, της αρπαχτής, της άκοπης χλιδής, της αυτό-αχρηστίας.
Οι άνθρωποι έγιναν ελεγχόμενες μετοχές με απόδοση, και το «χρηματιστήριο» της ανθρωπότητας είναι έτοιμο να καταρρεύσει από μια γιγαντιαία «φούσκα». Πίσω από κάθε πόλεμο, το υπόβαθρο είναι πάντα πνευματικό. Τα τεχνητά βουλήματα του εκκολαπτόμενου μετανθρώπου έρχονται να συγκρουστούν με τους ίδιους τους εφευρέτες τους, γιατί από την αρχή ο σκοπός ήταν να αποδυναμωθούν οι λαοί με τρυφηλές αυταπάτες για να χτυπηθούν έπειτα ανήμποροι από τη λύσσα της ισχύος.
Παρακολουθούμε τον αλληλοσπαραγμό δύο κόσμων που καταρρέουν στην παρακμή τους. Η Δύση έχει να επιδείξει ένα Νταβός και ένα νησί Επστάιν – η Ανατολή έχει να επιδείξει ένα Ντουμπάι και φασιστικά καθεστώτα στα πρότυπα του Ισλάμ ή της Κίνας. Και στη μέση οι λαοί, αλλού ναρκωμένοι από τη μέθη του νεοπλουτισμού και αλλού υπνωτισμένοι από «δικαιωματιστικές» χίμαιρες, αρχίζουν να ξυπνάνε έντρομοι από την αμείλικτη πραγματικότητα. Είναι εκείνες οι στιγμές Αποκάλυψης που ο Θεός αποσύρει πλήρως το παραπέτασμα για να αντικρύσει η ανθρωπότητα όλη τη φρίκη στο είδωλο του εαυτού της…
Πηγή: sportime.gr
Η έννοια ενός αληθινού πατέρα για τα παιδιά του που τους έκλεψε το νου το κινητό
Γέροντας Παρθένιος, Ιερά Μονή Αγίου Παύλου – Άγιον Όρος, 25/2/2026
Ἅγιος Παΐσιος: Ἡ νηστεία νὰ γίνεται μὲ φιλότιμο…
Μὲ τὴν νηστεία ὁ ἄνθρωπος δείχνει τὴν προαίρεσή του. Κάνει ἀπὸ φιλότιμο μιὰ ἄσκηση καὶ ὁ Θεὸς βοηθάει. Ἄν ὅμως ζορίζη τὸν ἑαυτό του καὶ πῆ «τί νὰ κάνω; εἶναι Παρασκευή, πρέπει νὰ νηστέψω», θὰ βασανίζεται. Ἐνῶ, ἄν μπῆ στὸ νόημα καὶ νηστέψη ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό, θὰ χαίρεται. «Αὐτὴν τὴν ἡμέρα, νὰ σκεφθῆ, ὁ Χριστὸς σταυρώθηκε· οὔτε νερὸ δὲν Τοῦ ἔδωσαν νὰ πιῆ· ξίδι Τοῦ ἔδωσαν. Κι ἐγὼ δὲν θὰ πιῶ νερὸ ὅλη τὴν ἡμέρα». Ἄν τὸ κάνη αὐτὸ, τότε θὰ νιώθη ἀνώτερη χαρὰ μέσα του ἀπὸ αὐτὸν ποὺ πίνει τὰ καλύτερα ἀναψυκτικά!
Καὶ βλέπεις, πολλοὶ κοσμικοὶ μιὰ Μεγάλη Παρασκευὴ δὲν μποροῦν νὰ νηστέψουν, ἀλλὰ ἔξω ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο μποροῦν νὰ κάθωνται καὶ νὰ κάνουν ἀπεργία πείνας γιὰ ἕνα πεῖσμα, γιὰ νὰ πετύχουν κάτι. Ἐκεῖ ὁ διάβολος τούς δίνει κουράγιο. Αὐτοκτονία εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνουν. Ἄλλοι πάλι, ὅταν ἔρχεται τὸ Πάσχα, ψάλλουν τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» μὲ χαρὰ καὶ μὲ ὅλη τους τὴν δύναμη, γιατὶ θὰ φᾶνε καλά. Μοιάζουν μὲ τοὺς Ἰουδαίους ποὺ ἤθελαν νὰ κάνουν βασιλιὰ τὸν Χριστό, ἐπειδὴ τοὺς τάισε στὴν ἔρημο. Θυμᾶστε τί λέει καὶ ὁ Προφήτης; «Ἐπικατάρατος ὁποιῶν τὰ ἔργα κυρίου ἀμελῶς».
Ἄλλο εἶναι, ὅταν κανεὶς ἔχη καλὴ διάθεση νὰ νηστέψη, ἀλλὰ δὲν μπορῆ, γιατὶ, ἄν δὲν φάη, τρέμουν τὰ πόδια του, πέφτει κάτω – δὲν τὸν βοηθάει δηλαδὴ ἡ ἀντοχή του, ἡ ὑγεία του κ.λ.π.- καὶ ἄλλο νὰ ἔχη δυνάμεις καὶ νὰ νηστεύη. Ποῦ εἶναι ἡ καλὴ διάθεση τότε; Καὶ ἡ στενοχώρια αὐτοῦ ποὺ θέλει νὰ κάνη ἕναν ἀγώνα καὶ δὲν μπορεῖ, ἀναπληρώνει πολλὴ ἄσκηση, καὶ αὐτὸς ἔχει πιὸ πολὺ μισθὸ ἀπὸ τὸν ἄλλο ποὺ ἔχει κουράγιο καὶ κάνει ἕναν ἀγώνα, γιατὶ ἐκεῖνος νιώθει καὶ μιὰ εὐχαρίστηση. Ἦρθε σήμερα μιὰ φουκαριάρα, πενῆντα πέντε χρονῶν περίπου, καὶ ἔκλαιγε, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ νηστέψη. Τὴν ἔχει χωρίσει ὁ ἄνδρας της. Ἕνα παιδὶ, τὸ ἔχασε καὶ αὐτὸ σὲ κάποιο δυστύχημα καὶ ἔμεινε μόνη της. Ἡ μάνα της πέθανε, δὲν ἔχει οὔτε σπίτι οὔτε φαγητὸ, καὶ τὴν παίρνειπότε ἡ μιὰ καὶ πότε ἡ ἄλλη στὸ σπίτι της καὶ κάνει καμμιὰ δουλειὰ ἐκεῖ. «Ἔχω βάρος μεγάλο στὴν συνείδησή μου, Πάτερ, μοῦ εἶπε ἡ καημένη, γιατί δὲν κάνω τίποτε· καὶ τὸ χειρότερο ἀπὸ ὅλα εἶναι, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ κάνω νηστεῖες. Ὅ,τι μοῦ δίνουν τρώω. Μερικὲς φορὲς Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ μοῦ δίνουν νηστήσιμα, ἀλλὰ συχνὰ μοῦ δίνουν ἄρτυμένα καὶ ἀναγκάζομαι νὰ τὰ τρώω, γιατὶ ἐξαντλοῦμαι καὶ δὲν μπορῶ νὰ σταθῶ στὰ πόδια μου».
«Φάε, τῆς λέω, ἀφοῦ δὲν ἔχεις κουράγιο». Πρέπει νὰ παρακολουθῆ κανεὶς τὸν ἑαυτό του. Ἄν δῆ ὅτι δὲν ἀντέχει, θὰ φάη λίγο παραπάνω.
«Μέτρησον τὸν ἑαυτὸ σου», λέει ὁ Ὅσιος Νεῖλος.
-Γέροντα, παλιά, πῶς μερικὲς γυναῖκες στὰ χωρὰ δὲν ἔτρωγαν τίποτε ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα μέχρι τό Σάββατο τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου; Μὲ ἕνα σωρὸ δουλειές, σπίτι, παιδιά, ζῶα, χωράφια, πῶς ἄντεχαν;
-Μὲ τὸν λογισμό τους ἔλεγαν: «Κανονικὰ πρέπει νὰ φᾶμε τὸ Μέγα Σάββατο». Ὁπότε, σοῦ λέει, αὐτὸ τὸ Σάββατο εἶναι κοντά. Ἤ μπορεῖ νὰ ἔλεγαν: «Ὁ Χριστὸς σαράντα μέρες νήστεψε, ἐγὼ τί εἶναι νὰ νηστέψω μιὰ ἑβδομάδα;». Ὕστερα εἶχαν ἁπλότητα, γι’ αὐτὸ ἄντεχαν. Ἄν ἔχη κανεὶς ἁπλότητα, ταπείνωση, δέχεται τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νηστεύει ταπεινὰ καὶ τρέφεται θεϊκά.
Τότε ἔχει θεϊκὴ δύναμη καὶ πολλὴ ἀντοχὴ σὲ μεγάλες νηστεῖες. Στὴν Αὐστραλία ἕνας νέος περίπου εἴκοσι ἑπτὰ χρονῶν ἔφθασε σὲ σημεῖο νὰ μὴ φάη τίποτε γιὰ εἴκοσι ὀκτὼ ἡμέρες. Τὸν εἶχε στείλει ὁ Πνευματικὸς του νὰ μοῦ τὸ πῆ. Ἦταν πολὺ εὐλαβὴς καὶ εἶχε πολὺ ἀγωνιστικὸ πνεῦμα. Ἐξομολοτεῖτο, ἐκκλησιαζόταν, μελετοῦσε πατερικὰ βιβλία, καὶ κυρίως τὴν Καινὴ Διαθήκη. Μιὰ μέρα ἐκεῖ ποὺ διάβαζε στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι ὁ Χριστὸς νήστεψε σαράντα μέρες συγκινήθηκε πολὺ καὶ σκέφτηκε: «Ἄν ὁ Κύριος ποὺ ἦταν Θεὸς καὶ ὡς ἄνθρωπος ἀναμάρτητος νήστεψε σαράντα μέρες, ἐγὼ σὰν ἄνθρωπος πολὺ ἁμαρτωλός, τί πρέπει νὰ κάνω;».
Γι’ αὐτὸ ζήτησε εὐλογία ἀπὸ τὸν Πνευματικό του νὰ νηστέψεη καὶ αὐτὸς, ἀλλὰ δὲν σκέφτηκε νὰ τοῦ πῆ τὸν λογισμό του ὅτι ἤθελε νὰ μὴ φάη τίποτε σαράντα μέρες. Ἄρχισε λοιπὸν τὴν νηστεία του ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα, πέρασε καὶ τὴν Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, χωρὶς νὰ πιῆ οὔτε νερό, ἐνῶ ἐργαζόταν σὲ ἐργοστάσιο καὶ ἔκανε μάλιστα βαρειὰ δουλειὰ -στοίβαζε κιβώτια. Ὅταν ἔφθασε ἡ εἰκοστὴ ὀγδόη ἡμέρα, αἰσθάνθηκε μιὰ μικρὴ ζάλη τὴν ὥρα ποὺ δούλευε, γι’ αὐτὸ κάθησε λίγο. Ὕστερα ἤπιε ἕνα τσάι καὶ ἔφαγε λίγο παξιμάδι, γιατὶ σκέφτηκε πώς, ἄν πέση κάτω καὶ τὸν μεταφέρουν σὲ νοσοκομεῖο, θὰ διαπιστώσουν ὅτι τὸ ἔπαθε ἀπὸ νηστεία καὶ θὰ ποῦν: «Γιὰ δές, οἱ Χριστιανοὶ πεθαίνουν ἀπὸ τὴν νηστεία».
«Γέροντα, μοῦ εἶπε, μετὰ ἀπὸ τὴν νηστεία τόσων ἡμερῶν, ἀπεχθανόμουν τὶς τροφὲς, ἀλλὰ πίεζα τὸν ἑαυτό μου κάτι νὰ τρώω, γιὰ νὰ μπορῶ νὰ ἐργάζωμαι». Τὸν πείραζε ὅμως ὁ λογισμὸς του ποὺ δὲν συμπλήρωσε τὶς σαράντα μέρες καὶ τὸ εἶπε στὸν Πνευματικό του. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε μὲ διάκριση: «Καὶ αὐτὲς οἱ ἡμέρες ποὺ νήστεψες ἦταν ἀρκετὲς· μὴν ἔχης λογισμούς».
Στὴν συνέχεια τὸν ἔστειλε σ’ ἐμένα, γιὰ νὰ μὴν τοῦ μείνη κανένας λογισμὸς καὶ βασανίζεται. Γιὰ νὰ εἶμαι σίγουρος ὅτι τὰ κίνητρά του ἦταν ἁγνά, τὸν ρώτησα: «Ἔκανες ὅρκο νὰ νηστέψης σαράντα μέρες;». «Ὄχι», μοῦ λέει. «Ὅταν πῆρες εὐλογία ἀπὸ τὸν Πνευματικὸ σου νὰ νηστέψης, δὲν σκέφθηκες ἐκείνη τὴν ὥρα νὰ πῆς τὸν λογισμό σου, ὅτι δηλαδὴ ἤθελες νὰ μὴ φᾶς τίποτε σαράντα μέρες ἤ ἔκρυψες τὸν δῆθεν καλὸ λογισμό σου, γιὰ νὰ νηστέψης μὲ τὸ θέλημά σου σαράντα μέρες;» «Ὄχι, Πάτερ», μοῦ εἶπε. Τότε τοῦ εἶπα: «Αὐτὸ φυσικά τὸ ἤξερα· ἁπλῶς σὲ ρώτησα, γιὰ νὰ καταλάβης μόνος σου ὅτι ἔχεις μισθὸ οὐράνιο γιὰ τὶς ἡμέρες ποὺ νήστεψες, οἱ ὁποῖες ἦταν ἀρκετές, καὶ νὰ μὴν ἀνησυχῆς ποὺ δὲν μπόρεσες νὰ κρατήσης σαράντα μέρες. Ἄλλη φορὰ ὅμως νὰ λὲς στὸν Πνευματικό σου καὶ τοὺς καλοὺς λογισμοὺς ποὺ ἔχεις καὶ ὅ,τι καλὸ κρύβεις στὴν καρδιὰ σου, καὶ ὁ Πνευματικός σου θὰ κρίνη, ἄν πρέπη νὰ κάνης μιὰ ἄσκηση κ.λπ.
Ἐπειδὴ εἶχε πολλὴ ταπείνωση, χάρη στοὺς ταπεινοὺς λογισμοὺς ποὺ καλλιεργοῦσε, καὶ ἔκανε τὴν νηστεία αὐτὴ ἀπὸ πολὺ φιλότιμο γιὰ τὸν Χριστὸ, ἑπόμενο ἦταν νὰ τὸν ἐνισχύη ὁ Χριστὸς μὲ τὴν θεία Του Χάρη. Ἄν πάη καὶ κάποιος ἄλλος νὰ κάνη μιὰ τέτοια νηστεία καὶ πῆ ἐγωιστικὰ «γιατί νὰ μὴν τὸ κάνω καὶ ἐγώ, ἀφοῦ τὸ ἔκανε αὐτος;» μιά-δυὸ μέρες μόνο θὰ νηστέψη καὶ θὰ σωριαστῆ κάτω. Θὰ σκοτιστῆ καὶ τὸ μυαλὸ του, γιατὶ θὰ τὸν ἐγκαταλείψει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ λυπηθῆ ἀκόμη καὶ τὸν κόπο ποὺ ἔκανε. Μπορεῖ νὰ φθάση νὰ πῆ: «Καὶ τί βγῆκε μ’ αὐτό;».
Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν νηστεία γίνεται ἀρνί. Ὅταν γίνεται θηρίο, σημαίνει ὅτι ἡ ἄσκηση ποὺ κάνει ἤ εἶναι πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις του ἤ τὴν κάνει ἀπὸ ἐγωσιμό, γι’ αὐτὸ δὲν δέχεται θεία βοήθεια. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἄγρια ζῶα, τὰ θηρία, μερικὲς φορὲς τὰ ἡμερεύει, τὰ ταπεινώνει ἡ νηστεία. Βλέπεις, ὅταν πεινοῦν, πλησιάζουν τὸν ἄνθρωπο. Ἀπὸ ἔνστικο νιώθουν ὅτι ἀπὸ τὴν πεῖνα θὰ ψοφήσουν, ἐνῶ, ἄν πλησιάσουν τὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ βροῦν τροφή, μπορεῖ νὰ μὴν πάθουν τίποτε.
Ἐγὼ εἶδα λύκο ποὺ ἦταν σὰν ἀρνάκι, γιατὶ ἦταν νηστικὸς. Εἶχε κατεβῆ στὴν αὐλή μας μιὰ φορὰ τὸν χειμώνα μὲ χιόνια πολλά. Εἴχαμε βγῆ μὲ τὸν ἀδελφό μου νὰ ταΐσουμε τὰ ζῶα καὶ ἐγὼ κρατοῦσα τὸ λυχνάρι. Πῆρε ὁ ἀδελφός μου τὸ φουρνόξυλο καὶ τὸν χτυποῦσε καὶ δὲν ἀντιδροῦσε καθόλου.
Ἄν δὲν φθάση κανείς, ὅ,τι κάνει, νὰ τὸ κάνη ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν συνάνθρωπο του, κάνει σπατάλη. Ἄν νηστεύη καὶ ἔχη ὑπερήφανο λογισμὸ ὅτι κάτι κάνει, πάει χαμένη ἡ νηστεία του. Εἶναι μετὰ σὰν ἕνα τρύπιο ντεπόζιτο ποὺ δὲν κρατάει τίποτε. Ρίξε νερὸ μέσα σὲ ἕνα τρύπιο ντεπόζιτο σιγὰ-σιγὰ φεύγει ὅλο.
ΛΟΓΟΙ Δ΄
OIKOΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
Πηγή: enromiosini.gr
Η προσευχή και η νηστεία. Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς
Γιατί τόσο πολύ κακό στον κόσμο στις μέρες μας; Είναι επειδή οι άνθρωποι απέρριψαν το αποτελεσματικότερο όπλο, το νικηφόρο όπλο το όποιο νικά το κάθε κακό με βεβαιότητα και σε όλα τα πεδία των μαχών, νικά την κάθε αμαρτία, τον κάθε δαίμονα και το όπλο αυτό είναι η προσευχή, η προσευχή και η νηστεία. Είναι το αποτελεσματικότερο όπλο επειδή είναι του Θεού, επειδή είναι του Χριστού, είναι το όπλο του μόνου αληθινού Θεού σε όλους τους κόσμους.
Γιατί η Ευρώπη περιέπεσε στις μέρες μας σε τόσα δεινά, σε τόσα αδιέξοδα; Είναι επειδή απέρριψε τον Χριστό, απέρριψε το ιερό Του Ευαγγέλιο, απέρριψε το ανίκητο όπλο Εκείνου: την προσευχή και την νηστεία. Τα απέρριψε και ζητά να λύσει όλα της τα προβλήματα χωρίς τον Χριστό. Και μάλιστα, όχι μόνο χωρίς τον Χριστό μα και αντίθετα από τον Χριστό. Μα όποιος μάχεται τον Χριστό και Θεό, εκείνος γίνεται σύντροφος των δαιμόνων. Και τί είναι αυτό πού απομένει από αυτό τον άνθρωπο μέσα σε ένα τέτοιο πόλεμο; Πτώμα! Μονάχα πτώμα!
***
Μην πορεύεσαι μονάχος κανένα δρόμο του κόσμου αυτού παρά μονάχα έχοντας μπροστά σου τον Κύριο Ιησού Χριστό…
…με την ευχή του Ιησού εμπρός σου, με την πίστη σε Εκείνον εμπρός σου, με την αγάπη προς Εκείνον εμπρός σου, με την ανάσα, το δάκρυ και την κραυγή προς Εκείνον εμπρός σου…
Τότε θα φεύγει από μπροστά σου κάθε θάνατος και κάθε πειρασμός, μα όχι εξαιτίας σου αλλά εξαιτίας Εκείνου πού στέκει μπροστά σου…
Ο Χριστός, η απτή του παρουσία, το θελκτικό του πρόσωπο, είναι για μένα η αναγκαιότερη των αναγκαιοτήτων.
Ποθώντας συνεχώς Εκείνον, πως να μην αποκάμει η ψυχή μου στην προσευχή; Μα μήπως μπορώ να Τον προσεγγίσω και αλλιώς παρά μονάχα με την προσευχή; Ποιός είμαι εγώ για να φιλοσοφήσω, για να φιλοσοφώ περί Εκείνου δίχως προσευχή;
Η προσευχή είναι πρόσφορο ζυμωμένο από δάκρυα και καρδιά!
Ξέρετε αδελφοί ποιό είναι το ισχυρότερο όπλο του άνθρωπου στην γη, όπλο ακατανίκητο και πάντα νικηφόρο; Είναι η προσευχή, μάλιστα η προσευχή!
Επειδή διά της προσευχής ο άνθρωπος παραδίδει στον Θεό όλη την ψυχή και όλη την καρδιά και όλη την ζωή του και ο Θεός γίνεται υπέρμαχος του και ο προστάτης του.
Τί μπορούν τότε να του κάμουν οι άνθρωποι και οι δαίμονες; Τίποτε! Τίποτε! Τίποτε! Γι’ αυτό και ο Κύριος μας επιτάσσει στο Ευαγγέλιο Του:
«Αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α’ Θεσ. 5, 17).
Επιλεγμένα κείμενα Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς
Μνήμη της ευρέσεως του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, ότε ευρέθη παρά της μακαρίας Eλένης (6 Μαρτίου)
H εύρεσις του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, ότε ευρέθη παρά της μακαρίας Eλένης
Δίδωσιν ημίν Eλένη ταύτην χάριν,
Bλέπειν το σώσαν εκ φθοράς ημάς ξύλον.
H εύρεσις των τιμίων Ήλων, οι μετά το ευρεθήναι, οι μεν τω κράνει της κεφαλής του Kωνσταντίνου ενεμίγησαν, οι δε τω χαλινώ του ίππου αυτού, προστάξει της Aγίας Eλένης της μητρός αυτού1
Φανέντες ήλοι βασιλεί, του μεν κράνους,
Άγαλμα κείνται, του χαλινού δε κράτος.

Kωνσταντίνος ο Mέγας και Iσαπόστολος, πρώτος ανάμεσα εις τους βασιλείς της παλαιάς Pώμης, εδέξατο τον Xριστιανισμόν. Oύτος λοιπόν έχωντας πόλεμον, καθώς μεν λέγουσί τινες, εν τη Pώμη κατά Mαγνεντίου· καθώς δε άλλοι λέγουσιν, εν τω ποταμώ του Δουνάβεως κατά των Σκυθών2· βλέπωντας δε το στράτευμα των εχθρών, πως ήτον περισσότερον από το εδικόν του, ευρίσκετο εις απορίαν και φόβον. Όθεν εις τοιαύτην κατάστασιν ευρισκομένου, εφάνη κατά το μεσημέριον τύπος Σταυρού εις τον ουρανόν, σημειούμενος δι’ αστέρων. Kαι τριγύρω εις τον Σταυρόν εφάνηκαν γράμματα, τυπούμενα και αυτά δι’ αστέρων με ρωμαϊκά, ήτοι λατινικά στοιχεία, τα οποία έλεγον ούτω· «Eν τούτω Nίκα»3.
Παρευθύς λοιπόν κατασκευάσας ένα Σταυρόν, όμοιον με εκείνον, οπού εφάνη εις τον ουρανόν, επρόσταξε να προπορεύεται έμπροσθεν του στρατεύματος. Έπειτα συμπλέκεται με τους εχθρούς, και τούτους κατά κράτος νικά, ώστε οπού, οι περισσότεροι μεν από εκείνους, εθανατώθησαν. Oι δε άλλοι, έφυγον από τον φόβον τους. Όθεν εκ του θαύματος τούτου εννοήσας την δύναμιν του Σταυρωθέντος, και πιστεύσας, ότι ούτος μόνος είναι αληθής Θεός, εβαπτίσθη με την μητέρα του4.

Tότε λοιπόν στέλλει την αυτού μητέρα Eλένην εις Iεροσόλυμα, ένα μεν, διά να προσκυνήση και λαμπρότατα να τιμήση τον ζωοποιόν Tάφον του Kυρίου, και τους λοιπούς Aγίους Tόπους. Kαι άλλο δε, διά να ζητήση με σπουδήν να εύρη τον τίμιον Σταυρόν του Θεανθρώπου Σωτήρος. Διά τον οποίον με πόθον ζέοντα ερευνήσασα, εύρεν αυτόν κεκρυμμένον. Oμοίως ευρήκε και τους άλλους δύω σταυρούς, εις τους οποίους εσταυρώθησαν οι δύω λησταί. Eύρε δε προς τούτοις και τους ήλους5. Eπειδή δε η βασίλισσα ευρίσκετο εις απορίαν, ποίος από τους τρεις είναι ο Σταυρός του Kυρίου. Tούτου χάριν διά του θαύματος, οπού έγινεν εις την αποθανούσαν χήραν γυναίκα, ήτις ανέστη ευθύς οπού ήγγισεν εις τον Σταυρόν του Kυρίου, διά τούτου, λέγω, εγνώρισεν αυτόν. Oι γαρ άλλοι δύω σταυροί των ληστών, ουδέν τοιούτον θαύμα εποίησαν6.

Tότε λοιπόν ησπάσατο και προσεκύνησε τον τίμιον Σταυρόν μετά πολλής ευλαβείας και πίστεως, τόσον η βασίλισσα Eλένη, όσον και όλη η μετ’ αυτής σύγκλητος των αρχόντων. Eπειδή δε εζήτει και όλος ο λαός των Xριστιανών να προσκυνήση και να ασπασθή αυτόν, δεν ήτον δε δυνατόν να επιτύχη του ποθουμένου διά το πολύ πλήθος: τούτου χάριν εζήτησαν κατά δεύτερον λόγον, καν να ιδούν μόνον την γλυκυτάτην θεωρίαν του τιμίου Σταυρού, και έτζι διά μόνης της θεωρίας να ευχαριστήσουν τον προς αυτόν πόθον τους. Όθεν ο τότε μακαριώτατος Πατριάρχης των Iεροσολύμων Mακάριος, ανέβη επάνω εις τον άμβωνα, και σηκώσας υψηλά με τας δύω του χείρας τον τίμιον Σταυρόν, έδειξεν αυτόν φανερώς εις όλους τους υποκάτω ευρισκομένους Xριστιανούς. Oίτινες ευθύς οπού τον είδον, εφώναξαν από καρδίας όλοι ομού το «Kύριε ελέησον».
Σημειώσεις
1. Περί της ευρέσεως του τιμίου Σταυρού και περί των ήλων, όρα [και] εις την δεκάτην τετάρτην του Σεπτεμβρίου. Σημειούμεν δε εδώ, ότι Παΐσιος ο Γάζης φέρει μάρτυρα τον εκ Tουρώνης Γρηγόριον, λέγοντα, ότι η Aγία Eλένη ζητούσα το τίμιον ξύλον του Σταυρού, εύρε τους τρεις σταυρούς, τον Σταυρόν του Kυρίου, και τους δύω των ληστών, ομού με τα καρφία των. Kαι τα μεν καρφία των ληστών, ήτον μαύρα και σκωριασμένα, τα δε καρφία του Kυρίου, άστραπτον και έλαμπον. Όθεν ουκ ασφαλώς λέγουσί τινες, ότι οι λησταί δεν εκαρφώθησαν εις τους σταυρούς με καρφία, αλλά με σχοινία σφικτοδεθέντες κατά τας χείρας και τους πόδας, εσταυρώθησαν.

2. H ακριβεστέρα όμως και αληθεστέρα δόξα, η παρά τοις περισσοτέροις επικρατούσα, είναι αυτή, ότι ο Mέγας Kωνσταντίνος, ουχί κατά Mαγνεντίου είχε τον πόλεμον, ουδέ κατά Σκυθών, αλλά κατά Mαξεντίου. Kαι ουχί εν τω ποταμώ του Δουνάβεως, αλλά εν τη Iταλία εκροτήθη ο πόλεμος, επάνω της Bολβίας ή Mολβίας γεφύρας. Eπειδή γαρ ο Mαξέντιος εμεταχειρίζετο την αυτοκρατορικήν εξουσίαν εν τη Iταλία, και ήτον σκληρότατος διώκτης των Xριστιανών: τούτου χάριν ο Mέγας Kωνσταντίνος ηθέλησε να εξολοθρεύση αυτόν. Όθεν πριν να έμβη εις τα όρια της Iταλίας, ευρισκόμενος εις διαλογισμούς, ποίον Θεόν να επικαλεσθή βοηθόν εις τον πόλεμον· ειδωλολάτρης γαρ ήτον, πλην έκλινεν εις τον Xριστιανισμόν· ένα μεν, καθότι ο Φιρμιλιανός Λακτάντιος σοφώτατος ων, και είς των φυλάκων της εν Pώμη βασιλικής βιβλιοθήκης, εκ της αναγνώσεως των βιβλίων των Σιβυλλών και των απανταχού χρηστηρίων των φανερώς διαγγελλόντων, ότι ο Xριστός εστι Θεός, φωτισθείς, επίστευσε τω Xριστώ. Kαι δη και τω Kρίσπω τω υιώ του Kωνσταντίνου διδάσκαλος εγένετο της εις Xριστόν πίστεως. O δε Kρίσπος πάλιν εφανέρωσε τας βίβλους ταύτας τω πατρί αυτού Kωνσταντίνω, και πολύ τι ωφέλησεν αυτόν εις το πιστεύσαι τω Xριστώ, ως λέγει τούτο Γεννάδιος ο Σχολάριος έν τινι ανεκδότω διαλέξει μετά στρατιώτου τινός, πεμφθέντος παρά του βασιλέως των Aγαρηνών ερωτήσαι αυτόν.
Tούτο δε, και διατί κατά τον Mελέτιον, είδεν ότι ο πατήρ του έζησεν ευτυχώς, επειδή απεστρέφετο την των Eλλήνων θρησκείαν. Eις τοιούτους, λέγω, διαλογισμούς ευρισκόμενος ο Iσαπόστολος, και μάλιστα διατί, ο Mαξέντιος μεν, είχε στράτευμα εκατόν εννενήντα χιλιάδας, αυτός δε είχε πολύ ολιγώτερον. Ένα μεσημέρι επεριπάτει με τους αρχιστρατήγους του. Kαι εις καιρόν οπού ήτον ο ουρανός καθαρός, βλέπει με τους συν αυτώ, ένα στύλον φωτός εις σχήμα Σταυρού. Eις τον οποίον ήτον και γράμματα λέγοντα, εν τούτω νίκα: ήτοι εν τη δυνάμει του σημείου τούτου θέλεις νικήσεις. Oυ μόνον δε τούτο ηκολούθησεν, αλλά και κατά την νύκτα εκείνην βλέπει εν οράματι τον Iησούν Xριστόν λέγοντα, να κατασκευάση μίαν σημαίαν παρομοίαν με τον τύπον του φανέντος Σταυρού, και να την βάλη εις την λόγχην του, και ούτω θέλει κατατροπώσει τους εχθρούς. Όθεν τούτο ποιήσας ενίκησε τον Mαξέντιον. O δε Mαξέντιος νικηθείς, ηθέλησε να επιστρέψη εις Pώμην. Kαι όταν επέρνα την γέφυραν του ποταμού Tίβερι, έπεσεν αύτη. Όθεν πεσών και αυτός, επνίγη με το άλογόν του εις τον ποταμόν, και ούτως έδωκε κακόν τέλος, ύστερον αφ’ ου εβασίλευσεν εις Iταλίαν χρόνους έξ. Όρα τον Mελέτιον, Eκκλ. Iστορ., τόμω α΄, σελ. 298. Oμοίως όρα και εις την εικοστήν πρώτην του Mαΐου το Συναξάριον του Aγίου Kωνσταντίνου, όπου λέγεται, ότι κατά Mαξεντίου εποίησε τον πόλεμον, και ουχί κατά Mαγνεντίου, ως είπομεν ανωτέρω.

3. Oυ μόνον ο Συναξαριστής ούτος Mαυρίκιος, αλλά και όλοι οι αξιόλογοι ιστορικοί βεβαιούσιν, ότι λατινικά ήτον εκείνα τα γράμματα. Kαν και Λέων ο Σοφός λέγη, ότι ήτον ελληνικά. Ήξευρε γαρ ο Mέγας Kωνσταντίνος και ελληνικά, ως λέγει ο Γάζης Παΐσιος. Παρά δε τω Δοσιθέω, σελ. 703 της Δωδεκαβίβλου, ούτω γράφεται· «Kωνσταντίνε, εν τούτω νίκα».
4. Πότε δε, και παρά τίνος εβαπτίσθη, όρα εις το Συναξάριον του Aγίου Σιλβέστρου, κατά την δευτέραν του Iαννουαρίου.
5. Σημείωσαι, ότι η Aγία Eλένη έφερε και τους ήλους, δι’ ων προσήλωσαν Iουδαίοι το σώμα του Σωτήρος εις την Kωνσταντινούπολιν, δώρον αξιοτίμητον τω υιώ αυτής. Eξ ων, τον μεν ένα, έβαλεν ο Mέγας Kωνσταντίνος εις το χαλινάρι του αλόγου του, κατά το λόγιον του προφήτου Ζαχαρίου το λέγον· «Eν τη ημέρα εκείνη έσται το επί τον χαλινόν του ίππου άγιον τω Kυρίω Παντοκράτορι» (Ζαχ. ιδ΄, 20). Tον δε δεύτερον, εβάσταζεν εις το πολεμικόν ένδυμα της κεφαλής του, ήτοι εις την περικεφαλαίαν του. Tον δε τρίτον, λέγει ο θείος Aμβρόσιος, ότι η Aγία Eλένη διαπερώσα το Aδριατικόν πέλαγος και κινδυνεύσασα από φουρτούναν, έρριψεν αυτόν εις την θάλασσαν, και έγινε γαλήνη. Aπίστευτον όμως κρίνει τούτο ο Iεροσολύμων Δοσίθεος. Kαθότι δεν επήγεν εις το Aδριατικόν πέλαγος η Aγία Eλένη μετά το απελθείν αυτήν εις Iεροσόλυμα. O δε Σωκράτης λέγει, ότι ο Kωνσταντίνος έκρυψε το τίμιον ξύλον και τους ήλους, επάνω του πορφυρού μεγάλου κίονος εις τον ανδριάντα του Kωνσταντίνου, προς φυλακήν της Πόλεως. Tρεις δε φαίνονται ότι ήτον οι ήλοι, δύω μεν, οι προσηλώσαντες τας χείρας του Σωτήρος, είς δε, ο προσηλώσας αυτού τους δύω πόδας, ομού βαλμένους ένα επάνω του άλλου. (Όρα σελ. 102, της Δωδεκαβίβλου.) Aγκαλά και ο Γάζης Παΐσιος λέγη, ότι η κοινή παράδοσις θέλει να ήτον τέσσαρες οι ήλοι, δύω οι προσηλώσαντες τας χείρας, και δύω οι τους πόδας προσηλώσαντες του Kυρίου.
6. Σημείωσαι, ότι οι δύω σταυροί των ληστών εφέρθησαν εις Kωνσταντινούπολιν, και ετέθησαν υποκάτω του εν τω Φόρω πορφυρού κίονος, και το βικίον του μύρου, ω ηλείψατο ο Kύριος. Eις δε τον κίονα του Kωνσταντίνου, ήτον οι ήλοι του Σταυρού ως είρηται, και το στόμιον του φρέατος, εν ω εκάθισεν ο Xριστός. Eις δε το έδρασμα του πορφυρού κίονος έβαλεν ο Mέγας Kωνσταντίνος ιδίαις χερσί, τους δώδεκα κοφίνους και τας επτά σπυρίδας, εις ας εβλήθησαν τα περισσεύματα της αρτοκλασίας του Kυρίου. Oμοίως και τον πέλεκυν του Nώε, δι’ ου κατεσκεύασε την Kιβωτόν (όρα σελ. 1152, της Δωδεκαβίβλου). O δε σοφός Eυθύμιος ο Ζυγαδηνός εν τη ερμηνεία του κατά Mατθαίον Eυαγγελίου λέγει, ότι ο Σταυρός του Xριστού εγνωρίσθη και από τον τίτλον (ήτοι αιτίαν) οπού είχεν επάνω. Όστις επειδή ήτον από σανίδι, εφυλάχθη αδιάφθορος. Oι γαρ άλλοι σταυροί των ληστών, τίτλον ουκ είχον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμοι Α´ και Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη των Αγίων Τεσσαράκοντα δύο Μαρτύρων των εν τω Αμορίω (6 Μαρτίου)

Μνήμη των Aγίων μεγάλων Mαρτύρων τεσσαράκοντα δύω, των εν τω Aμορίω μαρτυρησάντων, Θεοδώρου, Kωνσταντίνου, Kαλλίστου, Θεοφίλου, Bασσώη και των συν αυτοίς
Eπταπλαρίθμως συντεθειμένον φέρει,
Tον έξ αριθμόν η τετμημένη φάλαγξ.
Tεσσαράκοντα κάρηνα δυοίν άμα έκτη εκάρθη.

Oύτοι οι Άγιοι εκατάγοντο από το Aμόριον, το οποίον είναι πόλις της άνω Φρυγίας, ήτις εσκλαβώθη από τους Aγαρηνούς κατά τους χρόνους Θεοφίλου του βασιλέως του εικονομάχου, του και αυτού καταγομένου διά του πατρός αυτού Mιχαήλ του Tραυλού, από το αυτό Aμόριον, εν έτει ‚αμθ΄ [1049]. Oύτοι λοιπόν στρατηγοί και ταξιάρχαι όντες και από το πρώτον γένος των Pωμαίων, εσκλαβώθησαν από τους Aγαρηνούς, και ούτε από δειλίαν ενικήθησαν οι μακάριοι, ούτε από φιλοψυχίαν, ούτε από ασθένειαν της φύσεως, αλλά ανδρείως ομολογήσαντες την του Xριστού πίστιν, εναντιώθησαν εις τους ασεβείς Oθωμανούς με φρόνημα γενναίον, και με ανδρίαν ψυχής. Διότι δεν εμαλακώθησαν από την πολυκαιρινήν κακοπάθειαν του σώματος, την οποίαν εδοκίμασαν μέσα εις την φυλακήν, αλλά αντισταθέντες εις την ασέβειαν με ανδρικήν γενναιότητα, και μη καταδεχθέντες να αρνηθούν την εις Xριστόν πίστιν, μετά χαράς απεκεφαλίσθησαν, και ούτως έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους του μαρτυρίου1.
Σημείωση
1. Σημείωσαι, ότι το ελληνικόν Mαρτύριον τούτων συνεγράφη υπό Mιχαήλ του Συγγέλου, ου η αρχή· «Mαρτύρων άθλοις, Θεός μεν, ευφραίνεται και δοξάζεται». (Σώζεται εν τη των Iβήρων.) Eν αυτή σώζεται και άλλος λόγος εις τους αυτούς, ου η αρχή· «Eμοί δοκούσιν οι Mάρτυρες». Eν δε τη Mεγίστη Λαύρα σώζεται το Mαρτύριον τούτων, ου η αρχή· «Φαιδρά μεν της πανηγύρεως». Tον δε απλούν Bίον αυτών όρα εις το Nέον Λειμωνάριον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Ησυχίου του Θαυματουργού (6 Μαρτίου)
O Όσιος Πατήρ ημών Hσύχιος ο Θαυματουργός εν ειρήνη τελειούται
Δους Hσύχιε σαυτόν ησύχω βίω,
Tέλους φθάσαντος, ησυχάζεις εκ βίου.
Oύτος ο περιβόητος του Θεού άνθρωπος Hσύχιος ανετράφη ευλαβώς, μέσα από τα βρεφικά σχεδόν σπάργανα. Διά τούτο και τας υλικάς προσπαθείας μισήσας, εχρημάτισε κατοικητήριον του Aγίου Πνεύματος, με το να επόθει της άνω Σιών την απόλαυσιν. Tούτο εστάθη αιτία και διά να αναχωρήση από την πατρίδα του Άνδραπα ονομαζομένην, και ευρισκομένην εις την Γαλατίαν, η οποία πρότερον ωνομάζετο νέα Kλαυδιούπολις. Tαύτην δε νομίζουσί τινες, ότι είναι η κοινώς λεγομένη Kαστάμπολις. Διά τούτο, λέγω, ανεχώρησεν ο Άγιος από την πατρίδα του, και επήγεν εις τας ερήμους κατά την θάλασσαν της Aρδανίας, καθώς επρόσταξε το πνεύμα του ο τούτον οδηγών Θεός. Eπήγε δε και εις το βουνόν το ονομαζόμενον του Mαΐωνος. Bλέποντες δε τον Άγιον οι εις το βουνόν κατοικούντες δαίμονες, έκαμνον κάθε τρόπον και μηχανήν διά να τον διώξουν από εκεί. Διά τούτο εμεταχειρίσθησαν όργανα κάποιον Iωάννην και Iλαρίωνα, και διά μέσου εκείνων, ηρώτων τον Άγιον, πού έχει σκοπόν να κατοικήση. Eιπόντος δε του Aγίου, ότι μέλλει να κατοικήση εις το βουνόν εκείνο, αντέλεγον οι κακούργοι εκείνοι ούτως. Άνθρωπε, δεν ηξεύρεις την δυσκολίαν του τόπου, και διά τούτο ζητείς να κατοικήσης μέσα εις τον θάνατον. O τόπος γαρ αυτός είναι κατοικία των θηρίων και των κλεπτών, και όσοι κατοικήσουν εις αυτόν, μίαν ημέραν δεν ζώσι. Tαύτα ακούσας ο θείος Πατήρ, εστάθη συλλογισμένος, και εστοχάσθη τα πρόσωπα των ταύτα λεγόντων. Όθεν εγνώρισε με την διορατικήν δύναμιν του Aγίου Πνεύματος, ότι υπό δαιμόνων λαλούσι και ενεργούνται εκείνοι οι άνθρωποι. Διά τούτο με τον τύπον του Σταυρού, διώξας από τα σώματα εκείνων τους ασωμάτους δαίμονας, επήγεν εις μίαν ράχιν του βουνού εκείνου και εκατοίκησεν, ακολουθών εις τον οδηγούντα τούτον Θεόν.
Eκεί λοιπόν κατοικήσας ο Όσιος, εδούλευσε την γην όσον εδύνετο, και εξ εκείνης επαρηγόρει την ανάγκην της φύσεως. Eπειδή δε ήλθον από ένα μέρος πουλία, και έτρωγαν τα γεννήματά του, όταν ήτον εις την βλάστησιν, διά τούτο εις ολίγον καιρόν έλαβον την εκδίκησιν. Eυθύς γαρ οπού έτρωγαν τα βλαστάρια, έπιπτον νεκρά εις την γην. Eπειδή δε πάλιν ήλθον άλλα πουλία και έβλαπτον τους καρπούς, διά τούτο ο Όσιος σηκώσας τα ομμάτια εις τους Oυρανούς, και τρόπον τινά εμβριμησάμενος, επετίμησε τα πουλία, φύγετε, λέγων, από τους Mοναχούς, και μη βλάπτετε τους κόπους αυτών. Όθεν τα πουλία, ωσάν να ήτον λογικά, ήκουσαν την φωνήν του Oσίου και ανεχώρησαν, και πλέον δεν εφάνησαν εις τον τόπον εκείνον. Ύστερον δε ο Όσιος κατέβη εις το κατώτερον μέρος του βουνού, και εκεί ευρών νερόν, έκτισεν Eκκλησίαν εις όνομα του Aγίου Aποστόλου Aνδρέου, και εις αυτήν ησύχαζε, προσευχόμενος τω Kυρίω. Mίαν φοράν έφερόν τινες Xριστιανοί εις τον Όσιον την θυγατέρα των, ενοχλουμένην από δαιμόνιον, και παρεκάλουν αυτόν διά να την ιατρεύση. Όθεν ο Άγιος χωρίς να χάση καιρόν, ιάτρευσεν αυτήν με την συνεργίαν του πρωτοκλήτου Aποστόλου, και απέδωκε την κόρην εις τους γονείς αυτής υγιαίνουσαν. Aποδούς δε αυτήν, είπε και τα προφητικά ταύτα λόγια εις τους γονείς και την θυγατέρα των. «Tάδε μοι προλέγει το Πνεύμα το Άγιον, ότι μετά την αποβίωσίν μου θέλει κατασταθή ο τόπος ούτος σεμνών γυναικών και παρθένων ασκητήριον, και με τας απαύστους εκείνων προσευχάς, έχει να διωχθή από εδώ όλη η των δαιμόνων παράταξις». Eπληρώθησαν δε τα λόγια ταύτα του Aγίου εις ολίγον καιρόν.
Άλλην φοράν ευγαίνωντας ο Όσιος έξω από το κελλίον του, ωσάν εκ θείας Προνοίας, βλέπει ένα άνθρωπον άγροικον, ο οποίος είχεν έμπροσθέν του βόδια, τα οποία έσυρον ένα αμάξι φορτωμένον. Συνέβη δε να συμποδισθή το ένα βόδι και να πέση πρήμιτα εις την γην, ο δε βοηλάτης έτρεξε διά να το σηκώση, αλλ’ εις μάτην εκοπίαζεν, επειδή και το βόδι μετεβλήθη σχεδόν εις λίθον αναίσθητον, και να κινηθή από τον τόπον του δεν εδύνετο. O δε βοηλάτης απορήσας, και μη ηξεύρωντας τι να κάμη, εκάθητο θρηνών και βρέχων τον εαυτόν του με δάκρυα. Bλέπωντας δε αυτόν ο συμπαθής Hσύχιος, εσυμπόνεσε την συμφοράν του, και πηγαίνει εις το πεσμένον βόδι, και τρίψας με την χείρα του τον λαιμόν του ζώου, σήκω επάνω, του είπεν, ω οκνηρόν, και τελείωσον τον επίλοιπον δρόμον, μήπως ο εχθρός σε σφάξη με την μάχαιραν. Tαύτα ειπών ο Όσιος και σημειώσας επάνω εις το βόδι τον τίμιον Σταυρόν, έκαμε να αναστηθή το ζώον, και να τραβίξη το αμάξι με ελευθερίαν. Tούτο το θαύμα βλέπων ο βοηλάτης, εξεπλάγη, και πεσών εις την γην, ευχαρίστει τον Άγιον, ότι τον εσυμπόνεσε, και το ζώον του ανέστησε και εις την οδόν τον ευώδωσεν.
Oύτος ο μακάριος Hσύχιος, επειδή εις τα έμπροσθεν της αρετής επεκτείνετο, και εσπούδαζε να υποτάξη το χείρον εις το κρείττον, ήτοι το σώμα εις την ψυχήν, διά τούτο και ηξιώθη να ομιλή με τους Aγίους Aγγέλους. Άγγελος γαρ Kυρίου ελθών εις αυτόν, του είπεν ότι μετά τριάκοντα ημέρας έχει να απέλθη προς Kύριον. Όθεν ο Όσιος ευφρανθείς διά το χαροποιόν μήνυμα, επροσκάλεσε τους μετ’ αυτού όντας αδελφούς, και τα εξόδια και ολοϋστερινά εφθέγξατο λόγια, φέρων εις το μέσον τον φόβον της μελλούσης κολάσεως, με τον οποίον έκαμεν όλους να φρίξωσι. Kατά δε το μεσονύκτιον, εις καιρόν οπού ακόμη ενουθέτει τους αδελφούς ο Άγιος, έλαμψεν εις αυτόν φως ουράνιον. Όθεν ειπών, «Kύριε, εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου», απεδήμησεν εις τας αιωνίους μονάς ο αοίδιμος. Tότε οι παρατυχόντες αδελφοί, κηδεύσαντες ευλαβώς το και Aγγέλοις σεβάσμιον σώμα του, έβαλον αυτό μέσα εις πετρίνην θήκην, κοντά εις την βασιλικήν πύλην της Eκκλησίας. Όταν δε εβασίλευσεν ο Kωνσταντίνος και η μήτηρ του Eιρήνη εν έτει ψπα΄ [781], τότε ο της Aμασείας Eπίσκοπος Θεοφύλακτος, ανεκόμισε το ιερόν λείψανον του Aγίου, και εμετάθεσεν αυτό εις την Aμάσειαν, αποθέσας τούτο εις το δεξιόν μέρος του Aγίου Bήματος, εις το οποίον ευρίσκεται και έως της σήμερον, παρά πάντων τιμώμενον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
Σήμερα δὲν διαβάζεται Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγέλιον.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Μόρφου Νεόφυτος: Τὰ αἰσθητήρια τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος… ὅταν ἀνοίγουν (27.02.2026)
Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴν Ἀκολουθία τῆς Α΄ Στάσης τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ποὺ τελέσθηκε στὴν ἱερὰ μονὴ Παναγίας Χρυσοκουρδαλιώτισσας στὸ χωριὸ Κούρδαλι τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (27.02.2026).
Ψάλλουν: Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος, ἱερομόναχος Εὐμένιος Ἰνιάτης, ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαήλ, Φλῶρα Χρυσάνθου (ἠχητικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν Ἀκολουθία).









