Ἀ πὸ τὸ βιβλίο: Ὁ ἅ γιος Αὐ ξίβιος Α΄ Ἐ πίσκοπος Σόλων, ἐ κδ. Θεομόρφου, 2015
Ἅγιος Αὐξίβιος Α’ Ἐπίσκοπος Σόλων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στὸ Μηνολόγιο τοῦ Βασιλείου Β’
1. Ἐ πιθυμῶ νὰ σᾶ ς διηγηθῶ τὴ θαυμαστὴ καὶ λαμπρὴ πολιτεία τοῦ θαυμαστοῦ καὶ ὁ σίου πατρὸ ς ἡ μῶ ν καὶ διατελέσαντος ἀ ρχιεπισκόπου τῆ ς πόλης τῶ ν Σολίων Αὐ ξιβίου. Γιατὶ πρῶ τος αὐ τός, σὰ ν λαμπρὸ ς ἥ λιος, ἀ νέτειλε στὴ ν πόλη αὐ τή, φωτίζοντας μὲ τὶ ς ἀ κτίνες τῆ ς θείας διδασκαλίας του ὅ σους βρίσκονταν στὸ σκοτάδι τῆ ς πλάνης τῶ ν εἰ δώλων. Αὐ τὸ ς ἔ λαμπε πάνω ἀ πὸ τὴ ν πόλη αὐ τή, ὅ πως φέγγει στὸ σκοτάδι ἕ να λυχνάρι γεμᾶ το μὲ θεϊκὸ λάδι, μέχρι τὴ στιγμή, ποὺ ὁ Χριστὸ ς φώτισε τοὺ ς κατοίκους της καὶ σὰ ν Αὐ γερινὸ ς ἀ νέτειλε στὶ ς καρδιές τους.
Ὁ ἅγιος Αὐξίβιος, ἐπίσκοπος Σόλων, φορητὴ προσκυνηματικὴ εἰκόνα (2016), ἔργο τοῦ κυπριακοῦ ἐργαστηρίου ἁγιογραφίας «Ἀντιφωνητής», φυλασσόμενη στὸ ἐπισκοπεῖο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου στὴν Εὐρύχου
2. Ἀ λλὰ συγχωρέστε με, σᾶ ς παρακαλῶ . Γιατὶ ἐ γώ, καθὼ ς εἶ μαι καὶ στὸ ν λόγο καὶ στὴ γνώση ἀ δύνατος, θεώρησα ὅ τι εἶ ναι ἀ ναγκαῖ ο, ἐ νῶ ἔ χει νὰ παρουσιάσει πολλὰ θαυμαστὰ ἔ ργα, νὰ σᾶ ς διηγηθῶ μόνο λίγες ἀ πὸ τὶ ς ἀ ρετὲ ς τοῦ μακαρίου Αὐ ξιβίου, ὅ πως τὶ ς ἄ κουσα καὶ τὶ ς διδάχθηκα ἀ πὸ ἄ νδρες προχωρημένης ἡ λικίας· ὅ πως γράφει καὶ ἡ Θεία Γραφή: Ρώτησε τὸ ν πατέρα σου καὶ θὰ σοῦ τὸ μάθει καὶ τοὺ ς μεγαλύτερούς σου καὶ θὰ σοῦ τὸ ποῦ ν. Ἂ ς ἀ ρχίσουμε, λοιπόν, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ , τὴ ν ἀ φήγηση.
3. Ὁ Αὐ ξίβιος καταγόταν ἀ πὸ τὴ μεγαλούπολη τῶ ν Ρωμαίων. Οἱ γονεῖ ς του ἦ ταν πλούσιοι καὶ στὸ θρήσκευμα εἰ δωλολάτρες, ἀ πέκτησαν δὲ δύο υἱ ούς, τὸ ν μακάριο Αὐ ξίβιο καὶ τὸ ν ἀ δελφό του, τὸ ν Θεμισταγόρα. Ὁ μακάριος Αὐ ξίβιος ἦ ταν πολὺ χαριτωμένος. Ἦ ταν πρᾶ ος ὅ πως ὁ Μωυσῆ ς καὶ σώφρων στοὺ ς λογισμούς του ὅ πως ὁ μακάριος Ἰ ωσὴ φ καὶ γενικά, καθὼ ς μεγάλωνε, στολιζόταν μὲ κάθε εἴ δους ἀ ρετή. Ὁ πατέρας του ἀ κόμη τὸ ν μόρφωσε μὲ ὅ λη τὴ θύραθεν παιδεία.
4. Ὅ ταν ἔ φτασε στὴ νόμιμη ἡ λικία, οἱ γονεῖ ς του θέλησαν νὰ τὸ ν νυμφεύσουν. Αὐ τός, ὅ μως, ἐ πειδὴ εἶ χε ἔ νθεο νοῦ , ἀ κέραιο λογισμὸ καὶ ἐ νάρετη ζωή, ἔ φερνε ἀ ντιρρήσεις. Γιατὶ ἄ κουε ὅ σα λέγονταν γιὰ τὸ ν Χριστὸ καὶ εἶ χε πόθο νὰ γίνει χριστιανός. Ὅ ταν τὸ ἄ κουσαν αὐ τὸ οἱ γονεῖ ς του, ἀ γανάκτησαν μαζί του καί, ὁ μὲ ν πατέρας του τὸ ν ἐ ξανάγκαζε νὰ προχωρήσει σὲ γάμο μὲ ἀ πειλές, ἐ νῶ ἡ μητέρα του τὸ ν συμβούλευε νὰ τὸ κάνει μὲ τὶ ς κολακεῖ ες της.
5. Βλέποντας ὁ μακάριος Αὐ ξίβιος, ὅ τι αὐ τή τους ἡ ἐ πιλογὴ ἦ ταν παγίδα καὶ ἐ μπόδιο στὴ δική του ἀ γαθὴ ἐ πιλογή, θέλησε νὰ ἀ ναχωρήσει κρυφὰ ἀ πὸ τὴ Ρώμη. Ἔ τσι, λοιπόν, ἀ φοῦ διατράνωσε τὴ ν ἀ πόφασή του, χωρὶ ς νὰ πεῖ σὲ κανένα τίποτα, μετὰ ἀ πὸ λίγες μέρες, ἔ φυγε κρυφὰ ἀ πὸ τοὺ ς γονεῖ ς του καί, κατεβαίνοντας στὸ λιμάνι, βρῆ κε ἕ να πλοῖ ο, τὸ ὁ ποῖ ο ἐ πρόκειτο νὰ ἀ ποπλεύσει πρὸ ς τὰ ἀ νατολικά. Κι ἔ τσι, ἐ γκαταλείποντας τὰ πάντα, παίρνοντας μόνο λίγα χρήματα μαζί του γιὰ λόγους διατροφῆ ς, μπῆ κε στὸ πλοῖ ο.
6. Ἀ φοῦ ἀ πέπλευσαν ἀ πὸ τὴ Ρώμη, μετὰ ἀ πὸ λίγες μέρες ἔ φτασαν στὴ Ρόδο. Ἀ πὸ ἐ κεῖ , διασχίζοντας τὸ πέλαγος τῆ ς Παμφυλίας, ἔ φτασαν στὴ ν Κύπρο, καὶ κατέπλευσαν σὲ κάποια κώμη μὲ τὸ ὄ νομα Λιμνήτης, ποὺ ἀ πεῖ χε περίπου τέσσερα ρωμαϊκὰ μίλια ἀ πὸ τὴ ν πόλη τῶ ν Σολίων. Μὲ αὐ τὸ τὸ ν τρόπο ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ καθοδηγοῦ σε τὸ ν μακάριο Αὐ ξίβιο πρὸ ς σωτηρία πολλῶ ν ψυχῶ ν. Ὅ ταν βγῆ κε ἀ πὸ τὸ πλοῖ ο, παρέμεινε γιὰ κάποιο χρόνο στὸ ν Λιμνήτη γιὰ νὰ συνέλθει, γιατὶ ἦ ταν πολὺ ζαλισμένος ἀ πὸ τὸ ταξίδι καὶ ὀ λιγοψύχησε.
7. Στὴ ν Κύπρο, τότε, ἦ λθε καὶ ὁ Βαρνάβας, ὁ ἀ πόστολος τοῦ Χριστοῦ , κατὰ τὴ δεύτερη περιοδεία του, ἀ φοῦ ἀ ποχωρίστηκε ἀ πὸ τὸ ν ἀ πόστολο Παῦ λο μὲ τὸ σῶ μα, ἀ λλὰ ὄ χι μὲ τὴ ν καρδιά. Μαζί του, μάλιστα, εἶ χε λάβει καὶ τὸ ν Μᾶ ρκο, καὶ κατέπλευσαν στὴ Λάπηθο. Ἔ πειτα, περιερχόμενοι ὅ λο τὸ νησί, ἔ φτασαν στὴ Σαλαμίνα, τὴ σημερινὴ Κωνσταντία, ὅ πως ἀ ναφέρει ὁ Μᾶ ρκος. Ἐ κεῖ βρῆ καν τὸ ν Ἡ ρακλείδη, τὸ ν ἀ ρχιεπίσκοπο τοῦ νησιοῦ , τὸ ν ὁ ποῖ ο, ἀ φοῦ ἀ ναγνώρισαν, δίδαξαν πῶ ς πρέπει νὰ κηρύττει τὸ εὐ αγγέλιο τοῦ Χριστοῦ , νὰ ἱ δρύει ἐ κκλησίες καὶ νὰ χειροτονεῖ τοὺ ς λειτουργούς τους. Ἀ φοῦ λοιπὸ ν τὸ ν ἀ σπάστηκαν, τὸ ν ἀ πέστειλαν στὸ ν προορισμό του μὲ εἰ ρήνη. Ὅ ταν δὲ ὁ Βαρνάβας ὁ λοκλήρωσε τὸ ν δικό του δρόμο καὶ ἀ γωνίστηκε τὸ ν καλὸ ἀ γῶ να τῆ ς πίστης καὶ στέφθηκε μὲ τὸ ν στέφανο τοῦ μαρτυρίου στὴ ν Κωνσταντία, οἱ παράνομοι Ἰ ουδαῖ οι ἀ ναζητοῦ σαν καὶ τὸ ν Μᾶ ρκο, γιὰ νὰ τὸ ν θανατώσουν. Ὁ Μᾶ ρκος, ὅ μως, διέφυγε καὶ τὸ ν καταδίωξαν μέχρι τοὺ ς Λέδρους (σημ. Λευκωσία). Βρίσκοντας ἐ κεῖ μιὰ σπηλιά, μπῆ κε μέσα καὶ ἔ μεινε κρυμμένος γιὰ τρεῖ ς μέρες. Μετὰ ἀ πὸ τρεῖ ς μέρες ἔ φυγε ἀ πὸ τὸ ν τόπο ἐ κεῖ νο καί, περνώντας μέσα ἀ πὸ τὰ βουνά, ἦ ρθε στὸ ν Λιμνήτη. Μαζί του ἦ ταν ὁ Τίμων καὶ ὁ Ρόδων.
8. Ὅ ταν ἔ φτασαν στὴ ν κώμη τοῦ Λιμνήτη, συνάντησαν τὸ ν μακάριο Αὐ ξίβιο, ὁ ὁ ποῖ ος πρόσφατα εἶ χε φτάσει ἐ κεῖ ἀ πὸ τὴ Ρώμη. Ὅ ταν, λοιπόν, συναντήθηκαν, ρώτησε ὁ Μᾶ ρκος τὸ ν Αὐ ξίβιο: «Ἀ πὸ ποιά πόλη κατάγεσαι;» Αὐ τὸ ς ἀ πάντησε: «Ἀ πὸ τὴ μεγάλη πόλη τῆ ς Ρώμης, καὶ ἔ χω ἔ λθει ἐ δῶ , γιὰ νὰ γίνω χριστιανός.» Ὁ ἀ πόστολος, βλέποντας ὅ τι εἶ χε πόθο γιὰ τὸ ν Χριστὸ καὶ ὅ τι ἦ ταν ἄ νδρας πιστὸ ς καὶ λόγιος, τὸ ν κατήχησε ἐ παρκῶ ς. Καί, ἀ φοῦ τὸ ν δίδαξε τὸ ν λόγο τῆ ς ἀ ληθείας τοῦ Θεοῦ , κατέβηκε στὴ ν πηγὴ καὶ τὸ ν βάπτισε εἰ ς τὸ ὄ νομα τοῦ Πατρὸ ς καὶ τοῦ Υἱ οῦ καὶ τοῦ Ἁ γίου Πνεύματος. Ὅ ταν τὸ ν βάπτισε, ἐ πέθεσε τὰ χέρια του ἐ πάνω του καὶ τοῦ ἔ δωσε τὸ Πνεῦ μα τὸ Ἅ γιο. Ἔ πειτα τὸ ν χειροτόνησε ἐ πίσκοπο καί, ἀ φοῦ τὸ ν δίδαξε πῶ ς πρέπει νὰ κηρύττει τὸ εὐ αγγέλιο τοῦ Χριστοῦ , τὸ ν ἔ στειλε στὴ ν πόλη τῶ ν Σολίων, δίνοντάς του τὶ ς ἑ ξῆ ς ὁ δηγίες: «Ἐ πειδὴ ἡ πόλη εἶ ναι γεμάτη εἴ δωλα καὶ οἱ κάτοικοι δὲ ν δέχτηκαν ἀ κόμη τὸ ν λόγο τοῦ Θεοῦ , ἀ λλὰ βρίσκονται στὸ σκοτάδι τῆ ς πλάνης τῶ ν εἰ δώλων, νὰ κάνεις αὐ τὸ ποὺ σοῦ λέω: Κανεὶ ς νὰ μὴ μάθει γιὰ ἕ να χρονικὸ διάστημα ὅ τι εἶ σαι χριστιανός, ἀ λλὰ νὰ ὑ ποκριθεῖ ς ὅ τι ἀ σπάζεσαι τὴ θρησκεία τους. Καί, καθὼ ς περνᾶ ὁ καιρός, νὰ ἀ ρχίσεις νὰ τοὺ ς μιλᾶ ς συγκεκαλυμμένα σὰ ν σὲ νήπια, προσφέροντάς τους γάλα, ὥ σπου νὰ ὡ ριμάσουν πνευματικὰ καὶ νὰ μποροῦ ν νὰ πάρουν στέρεη τροφή.» Ἀ φοῦ εἶ πε αὐ τὰ καὶ περισσότερα ὁ ἀ πόστολος στὸ ν Αὐ ξίβιο, τὸ ν χαιρέτησε καὶ ἀ ναχώρησε εἰ ρηνικά. Ὁ δὲ Μᾶ ρκος, βρίσκοντας κάποιο πλοῖ ο αἰ γυπτιακό, ἀ νέβηκε σ᾽ αὐ τὸ (μὲ τὴ συνοδεία του), ἀ πέπλευσαν καὶ ἔ φτασαν στὴ ν Ἀ λεξάνδρεια. Ἐ κεῖ κήρυττε τὸ εὐ αγγέλιο καὶ δίδασκε γιὰ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ .
9. Ὁ μακάριος Αὐ ξίβιος ἔ φυγε ἀ πὸ τὸ ν Λιμνήτη καὶ κατὰ τὴ ν πορεία του ζητῶ ντας διαρκῶ ς ὁ δηγίες ἔ φτασε στοὺ ς Σόλους. Κοντὰ στὶ ς πύλες τῆ ς πόλης, πρὸ ς τὰ δυτικά, ὑ πῆ ρχε ἕ νας ναὸ ς τοῦ Δία, τοῦ ψεύτικου θεοῦ τους, στὸ ν ὁ ποῖ ο κατοικοῦ σε καὶ ἕ νας ἱ ερέας. Καθὼ ς λοιπὸ ν περνοῦ σε ὁ μακάριος Αὐ ξίβιος ἀ πὸ τὸ ν τόπο ἐ κεῖ νο, τὸ ν εἶ δε ὁ ἱ ερέας τοῦ Δία ὅ τι ἦ ταν ξένος, τὸ ν πῆ ρε στὸ σπίτι του, τὸ ν φιλοξένησε μὲ καλοσύνη καὶ τοῦ ἔ κανε τὸ τραπέζι. Ὁ Αὐ ξίβιος, λοιπόν, τὴ μέρα ἐ κείνη ἔ μεινε κοντά του. Τὴ ν ἑ πόμενη μέρα ὁ ἱ ερέας τὸ ν ρώτησε: «Ἀ πὸ ποῦ ἔ ρχεσαι καὶ γιὰ ποιό λόγο ἦ λθες στὰ μέρη μας;» Ὁ ἅ γιος Αὐ ξίβιος τοῦ ἀ πάντησε: «Εἶ μαι ἀ πὸ τὴ Ρώμη. Ἐ πειδὴ ὅ μως μοῦ παρουσιάστηκε ἡ ἀ νάγκη νὰ μεταβῶ στὴ ν Παλαιστίνη, ἔ φθασα καθοδὸ ν στὸ ν Λιμνήτη καί, μαθαίνοντας ὅ τι ἡ διαμονὴ στοὺ ς Σόλους εἶ ναι καλὴ καὶ ἔ τσι ζητώντας ὁ δηγίες, ἔ φθασα ἐ δῶ καὶ σκοπεύω νὰ μείνω μετὰ χαρᾶ ς. Ἀ λλά, ἂ ν θέλεις νὰ μὲ βοηθήσεις, ἄ φησέ με νὰ μείνω κοντά σου, μέχρι νὰ βρῶ τόπο, γιὰ νὰ κατοικήσω.» Αὐ τὸ ς τοῦ εἶ πε: «Μεῖ νε, νὰ εἶ σαι καλά.»
10. Ἔ μεινε, λοιπόν, σ᾽ ἐ κεῖ νο τὸ ν τόπο, ποὺ ὀ νομαζόταν τοῦ Διὸ ς γιὰ ἀ ρκετὸ καιρό, χωρὶ ς νὰ φανερώσει ὅ τι εἶ ναι χριστιανός, ἀ λλὰ ὑ ποκρινόταν ὅ τι ἀ σπαζόταν τὴ θρησκεία τους, σκεπτόμενος μέσα του: «Ἐὰ ν ὁ διάβολος μετασχηματίζεται σὲ ἄ γγελο φωτός, γιὰ νὰ παρασύρει πρὸ ς τὸ ν ἑ αυτό του ὅ σους τὸ ν πιστέψουν καὶ νὰ τοὺ ς μεταφέρει ἀ πὸ τὸ φῶ ς στὸ σκοτάδι λέγοντάς τους ὡ ραῖ α καὶ πλαστὰ λόγια, ὅ πως ἀ κριβῶ ς κάνουν καὶ οἱ ὑ πηρέτες του, πόσο μᾶ λλον ἐ μεῖ ς ἔ χουμε ὑ ποχρέωση νὰ γινόμαστε ὅ μοιοι μὲ τοὺ ς ὁ μοιοπαθεῖ ς μ᾽ ἐ μᾶ ς ἀ νθρώπους, γιὰ νὰ τοὺ ς ἀ πομακρύνουμε ἀ πὸ τὴ ν ἐ ξουσία τοῦ σκότους καὶ τοῦ διαβόλου καὶ νὰ τοὺ ς μεταθέσουμε στὸ θαυμαστὸ φῶ ς τῆ ς ἐ πιγνώσεως τοῦ Κυρίου ἡ μῶ ν Ἰ ησοῦ Χριστοῦ τοῦ Υἱ οῦ τοῦ Θεοῦ ;» Αὐ τὰ σκεπτόμενος καὶ πράττοντας ὁ ὑ πηρέτης τοῦ Θεοῦ Αὐ ξίβιος, ἔ μενε στὸ ν προαναφερθέντα τόπο.
11. Ἀ φοῦ πέρασαν λίγες μέρες, ὁ μακάριος Αὐ ξίβιος λέει στὸ ν ἱ ερέα: «Ἔ χω νὰ σοῦ πῶ κάτι, ἀ δελφέ.» Αὐ τὸ ς τοῦ ἀ παντᾶ : «Πές μου». Καὶ τοῦ λέει: «Γιὰ ποιό λόγο λατρεύετε ὡ ς θεοὺ ς πράγματα, ποὺ εἶ ναι ξύλα καὶ πέτρες; Παρόλο ποὺ ἔ χουν στόμα, ἐ ντούτοις δὲ ν μιλοῦ ν, ἂ ν καὶ ἔ χουν μάτια δὲ ν βλέπουν, ἂ ν καὶ ἔ χουν αὐ τιὰ δὲ ν ἀ κοῦ νε καὶ οὔ τε μποροῦ ν νὰ ὀ σφρανθοῦ ν τὴ θυσία ποὺ τοὺ ς προσφέρετε. Αὐ τὸ ς ὅ μως, τὸ ν ὁ ποῖ ο οἱ χριστιανοὶ λατρεύουν, εἶ ναι ὁ ἀ ληθινὸ ς Θεός, ὅ πως ἔ χω ἀ κούσει ἀ πὸ κάποιους χριστιανούς. Διότι, ὅ πως ἀ κούω, κάνει πολλὰ θαύματα.» Ἀ φοῦ τὰ ἄ κουσε αὐ τὰ ὁ ἱ ερέας, ἔ νιωσε κατάνυξη ἀ πὸ τὰ λόγια τοῦ Αὐ ξιβίου καὶ ἀ πὸ ἐ κείνη τὴ στιγμὴ δὲ ν θυσίαζε στὰ εἴ δωλα, ἀ λλὰ στὸ ἑ ξῆ ς δεχόταν κατήχηση ἀ πὸ τὸ ν μακάριο Αὐ ξίβιο. Γιὰ ἀ ρκετὸ χρόνο ὁ Αὐ ξίβιος ἐ νεργοῦ σε μὲ τὸ ν ἀ κόλουθο τρόπο: ἔ μπαινε στὴ ν πόλη κρυφά, δίδασκε μυστικά, ἔ βγαινε πάλι καὶ ἔ μενε ἔ ξω ἀ πὸ τὴ ν πόλη, στὸ ν προαναφερθέντα τόπο τοῦ Δία.
12. Ἐ νῶ λοιπὸ ν ὁ Αὐ ξίβιος ζοῦ σε σ᾽ ἐ κεῖ νο τὸ ν τόπο, ὁ ἀ πόστολος Μᾶ ρκος κήρυσσε στὴ ν Ἀ λεξάνδρεια τὸ εὐ αγγέλιο τοῦ Χριστοῦ . Ἀ φοῦ πίστεψαν καὶ βαπτίστηκαν πολλοί, ὁ Μᾶ ρκος ἔ φυγε ἀ πὸ τὴ ν πόλη σὲ ἀ ναζήτηση τοῦ ἀ ποστόλου Παύλου. Ὅ ταν τὸ ν βρῆ κε, ὑ ποκλίθηκε μπροστά του καὶ ὁ Παῦ λος τὸ ν δέχτηκε μὲ πολὺ μεγάλη χαρά. Τότε ὁ Μᾶ ρκος διηγήθηκε στὸ ν Παῦ λο μὲ λεπτομέρειες τὰ σχετικὰ μὲ τὸ ν Βαρνάβα καὶ μὲ ποιό τρόπο ὁ λοκλήρωσε τὸ ν καλὸ δρόμο, μαρτυρώντας στὴ Σαλαμίνα. Τὸ γεγονός, ὅ τι ὁ Παῦ λος δέχτηκε μὲ χαρὰ τὸ ν Μᾶ ρκο, τὸ μαρτυρεῖ ὁ ἴ διος, γράφοντας τὰ ἑ ξῆ ς στὴ ν πρὸ ς Κολοσσαεῖ ς ἐ πιστολή του: «Σᾶ ς στέλλει χαιρετισμοὺ ς ὁ Μᾶ ρκος, ὁ ἀ νεψιὸ ς τοῦ Βαρνάβα.» Ἀ κόμα στὴ ν πρὸ ς Τιμόθεον ἐ πιστολή του ἀ ναφέρει: «Πᾶ ρε τὸ ν Μᾶ ρκο καὶ φέρε τον μαζί σου, γιατί μοῦ εἶ ναι χρήσιμος σὲ ὑ πηρεσία.» Ὁ Μᾶ ρκος ἔ μεινε, λοιπόν, μὲ τὸ ν Παῦ λο ὡ ς τὸ ν θάνατο τοῦ τελευταίου.
13. Ὅ ταν ὁ Παῦ λος πληροφορήθηκε, ὅ τι ὁ Βαρνάβας κοιμήθηκε καὶ ὅ ταν συνειδητοποίησε ὅ τι δὲ ν ὑ πάρχει κανένας ἀ πόστολος στὴ ν Κύπρο, γιὰ νὰ διδάσκει καὶ νὰ εὐ αγγελίζεται τὸ ν Χριστό, ἔ στειλε τὸ ν Ἐ παφρᾶ , τὸ ν Τυχικὸ καὶ κάποιους ἄ λλους στὴ ν Κύπρο, στὸ ν ἀ ρχιεπίσκοπο τοῦ νησιοῦ , τὸ ν Ἡ ρακλείδη, στὸ ν ὁ ποῖ ο ἔ γραψε νὰ τοποθετήσει τὸ ν Ἐ παφρᾶ ἐ πίσκοπο στὴ ν Πάφο, τὸ ν Τυχικὸ στὴ Νεάπολη καὶ τὸ ν καθένα ἀ πὸ τοὺ ς ἄ λλους σὲ διάφορες πόλεις. «Πήγαινε καὶ στὴ ν πόλη τῶ ν Σολίων», τοῦ ἔ γραφε ἐ πίσης, «καὶ ἀ ναζήτησε ἐ κεῖ ἕ να Ρωμαῖ ο ἄ νδρα, ποὺ ὀ νομάζεται Αὐ ξίβιος. Αὐ τὸ ν νὰ καταστήσεις ἐ πίσκοπο τῶ ν Σόλων, ἀ λλά, πρόσεξε, νὰ μὴ ν ἐ πιθέσεις πάνω του τὰ χέρια σου προκειμένου νὰ τὸ ν χειροτονήσεις, γιατὶ ἔ χει ἤ δη ἀ ξιωθεῖ τῆ ς ἱ ερωσύνης, καθὼ ς χειροτονήθηκε ἀ πὸ τὸ ν Μᾶ ρκο.»
14. Ὅ ταν ὁ μακάριος Ἡ ρακλείδης παρέλαβε τὴ ν ἐ πιστολή, ποὺ τοῦ ἔ στειλαν οἱ ἀ πόστολοι καὶ τὴ διάβασε, ἀ μέσως χωρὶ ς καμμία καθυστέρηση ἔ κανε ὅ σα τοῦ ὑ ποδεικνύονταν. Κατέβηκε, λοιπόν, στὴ ν πόλη τῶ ν Σόλων, ἀ ναζήτησε τὸ ν μακάριο Αὐ ξίβιο καὶ τοῦ εἶ παν σὲ ποιό τόπο μένει. Βγαίνοντας τότε ἀ πὸ τὴ ν πόλη, πῆ γε στὸ ν τόπο τὸ ν καλούμενο τοῦ Διὸ ς καὶ τὸ ν βρῆ κε ἐ κεῖ . Ἀ φοῦ ἀ σπάστηκε ὁ ἕ νας τὸ ν ἄ λλο, ὁ μακάριος Ἡ ρακλείδης, παίρνοντας πρῶ τος τὸ ν λόγο, τοῦ λέει: «Αὐ ξίβιε, παιδί μου, κοντά σου μὲ ἔ χουν στείλει οἱ ἀ πόστολοι τοῦ Χριστοῦ . Μέχρι πότε θὰ κρύβεσαι σ᾽ αὐ τὸ τὸ ν τόπο καὶ δὲ ν θὰ ἐ μφανίζεσαι; Μέχρι πότε θὰ κρύβεις τὸ λυχνάρι κάτω ἀ πὸ τὸ ν μόδιο καὶ δὲ ν τὸ τοποθετεῖ ς ἐ πιτέλους πάνω στὸ ν λυχνοστάτη τοῦ σταυροῦ , γιὰ νὰ φωτίσει ὅ λους τοὺ ς ἀ νθρώπους αὐ τῆ ς τῆ ς πόλης; Ἔ λα, λοιπόν, νὰ φωτίσεις ὅ σους βρίσκονται στὸ σκοτάδι τῆ ς πλάνης τῶ ν εἰ δώλων. Ἔ λα, νὰ γίνεις κήρυκας τῆ ς ἀ λήθειας. Μέχρι πότε θὰ κρύβεις τὸ τάλαντο, ποὺ ἔ λαβες ἀ πὸ τὸ ν Κύριό σου; Κέρδησε ἑ πταπλάσια ἀ πὸ αὐ τό, ποὺ ἔ λαβες. Ἀ γωνίσου κι ἐ σύ, γιὰ νὰ ἀ ξιωθεῖ ς νὰ ἀ κούσεις (ἀ πὸ τὸ ν Κύριο): Εὖ γε, καλὲ καὶ ἔ μπιστε δοῦ λε! Ἀ ποδείχτηκες ἀ ξιόπιστος στὰ λίγα χαρίσματα ποὺ σοῦ ἔ δωσα, γι᾽ αὐ τὸ θὰ σοῦ δώσω πολλά. Δέν ἄ κουσες αὐ τό, ποὺ λέει ἡ Ἁ γία Γραφή, ὅ τι, ὅ σοι σπέρνουν μὲ δάκρυα, θὰ χαίρονται στὸ ν θερισμό; Σπεῖ ρε, λοιπόν, στὴ ν τωρινὴ κακοχειμωνιά, γιὰ νὰ θερίσεις μὲ χαρὰ καὶ εἰ ρήνη. Μὴ φοβηθεῖ ς αὐ τούς, ποὺ σκοτώνουν τὸ σῶ μα, ἀ λλά, ἀ ντίθετα, αὐ τόν, ποὺ μπορεῖ νὰ τιμωρήσει καὶ ψυχὴ καὶ σῶ μα στὴ ν κόλαση. Γιατὶ αὐ τὸ ς εἶ πε: ‘‘ Σᾶ ς στέλλω σὰ ν πρόβατα ἀ νάμεσα στοὺ ς λύκους’’ . Ἀ λλοῦ πάλιν λέει: ‘‘ Ἀ κόμα κι ὅ ταν σᾶ ς σύρουν στὰ δικαστήρια ἐ νώπιον ἀ ρχόντων καὶ βασιλιάδων, μὴ ν ἀ γωνιᾶ τε γιὰ τὸ τί θὰ πεῖ τε ἢ πῶ ς θὰ τὸ πεῖ τε. Γιατὶ τὸ Ἅ γιο Πνεῦ μα θὰ σᾶ ς φωτίσει τί θὰ πρέπει νὰ πεῖ τε’’ .» Ἀ φοῦ εἶ πε αὐ τὰ ὁ ἅ γιος Ἡ ρακλείδης, πῆ ρε τὸ ν ὅ σιο πατέρα Αὐ ξίβιο καὶ μπῆ καν στὴ ν πόλη. Καί, ἀ φοῦ προσευχήθηκε, χάραξε στὴ γῆ ἕ να σχεδιάγραμμα ἐ κκλησίας, μικρῆ ς μὲ ν στὸ μέγεθος, ἀ λλὰ μεγάλης μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ . Ἀ φοῦ λοιπὸ ν τοῦ δίδαξε ὅ λο τὸ ν ἐ κκλησιαστικὸ κανόνα, ὅ πως τὸ ν εἶ χε διδαχτεῖ κι αὐ τὸ ς ἀ πὸ τοὺ ς ἀ ποστόλους, τὸ ν ἐ μπιστεύτηκε στὸ ν Κύριο. Κι ἀ φοῦ τὸ ν ἀ σπάστηκε, πῆ ρε τὸ ν δρόμο γιὰ τὴ ν πόλη του.
15. Ὁ Ἅ γιος Αὐ ξίβιος ἀ μέσως, χωρὶ ς καμμία καθυστέρηση, ἄ ρχισε νὰ οἰ κοδομεῖ τὴ ν ἐ κκλησία. Ὅ ταν τὴ ν τέλειωσε, μπαίνοντας μέσα καὶ πέφτοντας μπρούμυτα στὸ δάπεδο, ἄ ρχισε νὰ βοᾶ καὶ νὰ λέει μὲ δάκρυα: «Δέσποτα Θεὲ παντοκράτορα, ἐ σύ, ποὺ δημιούργησες τὸ ν οὐ ρανὸ καὶ τὴ γῆ , τὴ θάλασσα καὶ ὅ λα ὅ σα ὑ πάρχουν σ᾽ αὐ τά, ἐ σύ, ποὺ ἔ πλασες τὸ ν ἄ νθρωπο παίρνοντας χῶ μα τῆ ς γῆ ς καὶ ποὺ τὸ ν τίμησες, δίνοντάς του την εἰ κόνα Σου καὶ πού, ὅ ταν ἀ πατήθηκε καὶ νεκρώθηκε ἀ πὸ τὸ ν φθόνο τοῦ διαβόλου, δὲ ν τὸ ν ἐ γκατέλειψες ποτέ, ἀ γαθέ, ἀ λλὰ ἀ πέστειλες σ᾽ ἐ μᾶ ς τὸ ν Υἱ ό σου τὸ ν μονογενῆ , γιὰ νὰ σώσει τὸ γένος τῶ ν ἀ νθρώπων. Καὶ ἐ σύ, Κύριε Ἰ ησοῦ Χριστέ, πού, διὰ τοῦ Τιμίου σου Σταυροῦ νίκησες τὶ ς ἀ ρχὲ ς καὶ τὶ ς ἐ ξουσίες τοῦ διαβόλου, ποὺ ἔ δωσες δύναμη ἐ ξ ὕ ψους στοὺ ς ἁ γίους σου ἀ ποστόλους, καὶ τοὺ ς ἔ δωσες ἐ ξουσία νὰ πατοῦ ν πάνω σὲ φίδια καὶ σκορπιοὺ ς καὶ νὰ κυριαρχοῦ ν πάνω σὲ ὅ λη τὴ δύναμη τοῦ ἐ χθροῦ , δυνάμωσε καὶ ἐ μένα τὸ ν δοῦ λο σου, καὶ δῶ σε μου πολὺ θάρρος, νὰ κηρύττω ἄ φοβα τὸ ν λόγο σου. Ἐ μφύτευσε, Δέσποτα, στὴ ν καρδιὰ αὐ τοῦ τοῦ λαοῦ σου τὸ ν θεῖ ο φόβο σου. Φώτισέ τους μὲ τὴ χάρη Σου, ὥ στε, ἀ φοῦ ἀ ποδεσμευτοῦ ν ἀ πὸ τὴ ν πλάνη τοῦ διαβόλου, νὰ γνωρίσουν Ἐ σένα τὸ ν μόνο ἀ ληθινὸ Θεό, καθὼ ς κι ἐ κεῖ νον, ποὺ ἔ στειλες στὸ ν κόσμο, τὸ ν Ἰ ησοῦ Χριστό. Στεῖ λε, Δέσποτα, τὸ Ἅ γιο σου Πνεῦ μα, νὰ κατοικήσει στὸ ν ἅ γιο τοῦ το οἶ κο, ποὺ οἰ κοδομήθηκε στὸ ὄ νομά σου τὸ ἅ γιο. Κράτησε αὐ τὸ τὸ ν οἶ κο στερεὸ στὴ ν πίστη σου μέχρι τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Διότι, ἐ σὺ εἶ πες Κύριε: Πάνω σ᾽ αὐ τὴ τὴ ν πέτρα θὰ οἰ κοδομήσω τὴ ν ἐ κκλησία μου καὶ δὲ ν θὰ τὴ ν κατανικήσουν οἱ δυνάμεις τοῦ ἅ δη. Φέρε, Κύριε, τὴ ν ποίμνη σου, ποὺ πλανήθηκε, πίσω στὴ ν ἁ γία σου αὐ τὴ μάνδρα, ἐ σὺ ὁ καλὸ ς ποιμένας, ὁ ὁ ποῖ ος θυσίασες τὴ ζωή σου γιὰ χάρη τῶ ν προβάτων σου. Ἅ πλωσε τὴ ν παντοδύναμή σου δεξιά, τὸ ν βραχίονά σου τὸ ν δυνατό καὶ φοβερὸ καὶ ἀ όρατο, καὶ μὲ τὴ ράβδο τοῦ τιμίου σου σταυροῦ δίωξε τὸ ν αἱ μοβόρο λύκο ἀ πὸ τὴ ν ἀ γέλη σου, Δέσποτα. Ὅ σους ἔ χουν πλανηθεῖ συγκέντρωσέ τους, γιὰ νὰ γίνει μία ποίμνη, ἕ νας ποιμένας. Ὁ δοποίησε δὲ καὶ γιὰ μένα τὸ ν δρόμο τοῦ εὐ αγγελικοῦ κηρύγματος μὲ τὴ ν εὐ σπλαχνία σου, μὲ τὸ νὰ ἁ πλώνω τὸ χέρι μου καὶ νὰ ἐ νεργοῦ νται σημεῖ α καὶ θαύματα, στὸ ὄ νομα τοῦ μονογενοῦ ς σου Υἱ οῦ , Ἰ ησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡ μῶ ν, μὲ τὸ ν ὁ ποῖ ο, μαζὶ μὲ τὸ Ἅ γιο καὶ ἀ θάνατό σου Πνεῦ μα, σοῦ ἁ ρμόζει δόξα, τιμὴ καὶ κράτος, τώρα, καὶ πάντοτε, καὶ στοὺ ς αἰῶ νες τῶ ν αἰ ώνων· ἀ μήν.»
16. Ὅ ταν τελείωσε τὴ ν προσευχή του καὶ ἀ φοῦ σηκώθηκε ἀ πὸ τὸ δάπεδο, πῆ γε σὲ δημόσιο χῶ ρο τῆ ς πόλης καὶ ἄ ρχισε νὰ διδάσκει γιὰ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ . Γύρω του τότε συγκεντρώθηκε πολὺ ς κόσμος, καί, παίρνοντας τὸ ν λόγο ὁ μακάριος Αὐ ξίβιος, τοὺ ς δίδασκε μὲ τὰ ἑ ξῆ ς: «Ἄ νδρες, ἀ δελφοὶ καὶ πατέρες, ἀ κοῦ στε με καὶ πιστέψετε στὸ ν Κύριό μας Ἰ ησοῦ Χριστό, τὸ ν ὁ ποῖ ο σᾶ ς κηρύττω. Διότι αὐ τὸ ς σώζει ὅ λους ὅ σοι πιστεύουν σ᾽ αὐ τόν. Λάβετε φῶ ς γνώσεως Θεοῦ . Σηκῶ στε ψηλὰ τὰ μάτια τῆ ς ψυχῆ ς σας. Ἐ γκαταλεῖ ψτε τὸ ν τρόπο ζωῆ ς, ποὺ κληρονομήσατε ἀ πὸ τοὺ ς προγόνους σας, καὶ γνωρίστε τὸ ν ἀ ληθινὸ Θεό, τὸ ν δημιουργὸ τῶ ν πάντων, αὐ τόν, ποὺ μπορεῖ νὰ σώσει τὶ ς ψυχές σας.» Αὐ τὰ διδάσκοντας καὶ κηρύσσοντας δημόσια, ἔ πεισε πολλοὺ ς μὲ τὴ ν καλή του διδασκαλία, νὰ ἐ γκαταλείψουν τὴ μάταια πλάνη τῶ ν εἰ δώλων καὶ νὰ πιστέψουν στὸ ν Κύριο ἡ μῶ ν Ἰ ησοῦ Χριστό. Τοῦ δόθηκε μάλιστα ἡ χάρη ἀ πὸ τὸ ν Θεό, νὰ θεραπεύει τοὺ ς ἀ σθενεῖ ς καὶ νὰ διώχνει δαιμόνια. Ἡ μέρα μὲ τὴ ν ἡ μέρα λοιπὸ ν αὐ ξανόταν ὁ κόσμος, ποὺ πίστευε στὸ ν Κύριο, καὶ βαπτίζονταν στὸ ὄ νομα τοῦ Πατρὸ ς καὶ τοῦ Υἱ οῦ καὶ τοῦ Ἁ γίου Πνεύματος, ἐ ξομολογούμενοι τὶ ς ἁ μαρτίες τους. Ὅ σοι μάλιστα εἶ χαν ἀ ρρώστους, τοὺ ς ἔ φερναν στὸ ν μακάριο Αὐ ξίβιο κι ἐ κεῖ νος ἀ κουμποῦ σε τὰ χέρια του ἐ πάνω τους καὶ τοὺ ς θεράπευε στὸ ὄ νομα τοῦ Ἰ ησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας. Ὅ ταν τὰ ἔ μαθαν αὐ τὰ οἱ ἄ νθρωποι τῶ ν περιχώρων, πήγαιναν στὴ ν πόλη, παίρνοντας μαζὶ τοὺ ς ἀ σθενεῖ ς τους, καὶ τοὺ ς θεράπευε ὅ λους μὲ τὴ ν ἐ πίκληση τῆ ς ἀ χράντου καὶ ζωοποιοῦ Τριάδος. Αὐ τοί, στὴ συνέχεια, πίστευαν καὶ βαπτίζονταν.
17. Ἦ ταν τότε κάποιος ἄ νδρας ἀ πὸ τὸ χωριό, ποὺ ἐ καλεῖ το Σολοποτάμιο, μὲ τὸ ὄ νομα Αὐ ξίβιος. Αὐ τός, ἐ πειδὴ ἄ κουσε γιὰ τὸ ν μακάριο Αὐ ξίβιο, γιὰ τὴ διδασκαλία καὶ τὴ ν ἀ ρετή του, πῆ γε σ᾽ αὐ τόν, πρόσπεσε στὰ πόδια του καὶ τὸ ν παρακαλοῦ σε λέγοντας: «Πάτερ, δῶ σε μου τὴ σφραγίδα τοῦ Χριστοῦ .» Ὁ δὲ τίμιος καὶ ὅ σιος ἀ ρχιερέας τοῦ Χριστοῦ Αὐ ξίβιος, ἀ ντλώντας χωρία ἀ πὸ τὶ ς θεῖ ες Γραφές, τὸ ν δίδαξε γιὰ τὸ ν Πατέρα, τὸ ν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅ γιο Πνεῦ μα καὶ τὸ ν βάπτισε στὸ ὄ νομα τῆ ς ἁ γίας καὶ ὁ μοουσίου Τριάδος. Ἔ κτοτε, ὁ Αὐ ξίβιος ἀ πὸ τὴ Σολοποταμία ἔ μεινε μαζὶ μὲ τὸ ν ὅ σιο πατέρα Αὐ ξίβιο ὅ λο τὸ ν χρόνο τῆ ς ζωῆ ς του καὶ διδασκόταν ἀ πὸ αὐ τόν. Ἔ γινε δὲ κι αὐ τὸ ς θαυμαστὸ ς ἄ νδρας, προκόπτοντας στὴ σοφία καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ , ἀ κολουθώντας τὰ ἴ χνη τοῦ καλοῦ διδασκάλου, πορευόμενος μὲ τὸ ν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ μιμούμενος τὸ ν διδάσκαλό του σὲ ὅ λα.
18. Μιὰ μέρα ὁ Αὐ ξίβιος, ὁ μαθητὴ ς τοῦ ἁ γίου Αὐ ξιβίου, βγῆ κε ἔ ξω ἀ πὸ τὴ ν πόλη πρὸ ς τὰ ἀ νατολικά, κατευθυνόμενος γιὰ τὸ ν τόπο, τὸ ν καλούμενο «τοῦ Ταρίχου», πρὸ ς ἀ ναψυχή. Καί, πηγαίνοντας κοντὰ σ᾽ ἕ να δέντρο, κάθισε στὴ σκιά του, καί, ξαπλώνοντας, κοιμήθηκε. Ξαφνικὰ πλῆ θος μυρμήγκια σχημάτισαν κύκλο γύρω ἀ πὸ τὴ ν κεφαλή του, σὰ ν νὰ τὸ ν στεφάνωναν. Ἐ ρχόμενος λοιπὸ ν ὁ μακάριος Αὐ ξίβιος καὶ βλέποντας τοῦ το, θαύμασε. Καὶ κράτησε μέσα στὴ ν καρδιά του ὅ λα αὐ τά, ποὺ εἶ δε. Γιατὶ τὰ μυρμήγκια σημαίνουν τὴ διέγερση τοῦ ὀ κνηροῦ νοῦ πρὸ ς τὴ ν ἐ πιθυμία ἀ γαθῶ ν ἔ ργων, ὅ πως λέει ὁ Σολομών: «Πήγαινε, τεμπέλη, στὸ μυρμήγκι, καὶ μιμήσου τὶ ς πράξεις του.» Κι ἐ κεῖ νο τὸ στεφάνι προμήνυε τὴ ν ἀ ξία τῆ ς ἱ ερωσύνης. Γιατὶ ὁ μαθητὴ ς ἐ πρόκειτο νὰ καθίσει στὸ ν θρόνο τοῦ καλοῦ διδασκάλου καὶ ποιμένα. Καί, ἀ φοῦ ξύπνησε τὸ ν μαθητή, μπῆ κε στὴ ν ἐ κκλησία. Κι ὁ μαθητὴ ς ὑ πάκουε σὲ ὅ λα στὸ ν διδάσκαλό του καὶ τὸ ν ὑ πηρετοῦ σε ὅ πως ὁ καλὸ ς δοῦ λος τὸ ν κύριό του.
19. Ὁ μακάριος Αὐ ξίβιος δὲ ν σταματοῦ σε νὰ προσεύχεται στὸ ν Θεὸ μέρα καὶ νύχτα γιὰ τὴ σωτηρία καὶ τὴ μετάνοια τοῦ λαοῦ καὶ δίδασκε ἀ διαλείπτως. Ἔ τσι, ἡ ποίμνη τοῦ Χριστοῦ προόδευε καὶ αὐ ξανόταν μέρα μὲ τὴ μέρα, ἐ νῶ ἡ ποίμνη τοῦ ἐ χθροῦ μέρα μὲ τὴ μέρα ἐ λαττωνόταν.
20. Ὅ ταν τὰ πληροφορήθηκε αὐ τὰ ὁ Θεμισταγόρας, ὁ ἀ δελφὸ ς τοῦ μακαρίου Αὐ ξιβίου, πῆ γε στοὺ ς Σόλους μαζὶ μὲ τὴ γυναίκα του, τὴ μακαρία Τιμώ. Ἦ ταν δὲ καὶ αὐ τὴ θαυμαστὴ καὶ ἐ νάρετη. Ἀ φοῦ ἀ νέβηκαν στὴ ν ἐ κκλησία, ἀ σπάστηκαν τὸ ν Αὐ ξίβιο καὶ χάρηκαν πολύ, ποὺ τὸ ν συνάντησαν. Παρέμειναν λοιπὸ ν στὸ ἐ πισκοπεῖ ο καὶ διδάσκονταν ἀ πὸ τὸ ν μακάριο Αὐ ξίβιο, ὁ ὁ ποῖ ος καὶ τοὺ ς βάπτισε κατόπιν στὸ ὄ νομα τοῦ Πατρὸ ς καὶ τοῦ Υἱ οῦ καὶ τοῦ Ἁ γίου Πνεύματος. Χειροτόνησε δὲ διάκονο τῆ ς ἁ γίας ἐ κκλησίας τὸ ν μακάριο Θεμισταγόρα, καθὼ ς καὶ τὴ γυναίκα του διακόνισσα. Διότι, ἀ πὸ τὴ στιγμή, ποὺ ἔ λαβαν τὸ ἅ γιο βάπτισμα, χώρισαν ἐ κ συμφώνου μεταξύ τους ἀ πὸ τὴ σαρκικὴ μείξη χάρη τῆ ς Βασιλείας τῶ ν οὐ ρανῶ ν, καὶ στὸ ἑ ξῆ ς ζοῦ σαν σὰ ν ἀ δέλφια, φτάνοντας καὶ οἱ δύο στὴ ν ἀ πάθεια.
21. Ἀ φοῦ πλέον ἐ πιφοίτησε ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στὴ ν πόλη τῶ ν Σολίων καὶ σχεδὸ ν ὅ λοι πίστεψαν στὸ ν Κύριό μας Ἰ ησοῦ Χριστό, διὰ μέσoυ τῆ ς διδασκαλίας τοῦ ὁ σίου πατέρα μας καὶ ἀ ρχιεπισκόπου Αὐ ξιβίου καὶ τὴ συνέργεια τοῦ Ἁ γίου Πνεύματος, ὁ ἅ γιος Αὐ ξίβιος συνειδητοποίησε ὅ τι ἡ ἐ κκλησία ἦ ταν πιὰ μικρὴ γιὰ τοὺ ς πιστούς. Σκέφτηκε τότε νὰ οἰ κοδομήσει μεγαλύτερη ἐ κκλησία στὸ ὄ νομα τοῦ Θεοῦ καί, γονατίζοντας, προσευχήθηκε νὰ τὸ ν βοηθήσει ὁ Θεός. Κι ἀ φοῦ σηκώθηκε, ἔ κανε εὐ χὴ καὶ χάραξε τὸ σχεδιάγραμμα τῆ ς ἁ γίας ἐ κκλησίας. Μὲ τὴ ν εὐ λογία λοιπὸ ν καὶ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἀ νήγειρε αὐ τὸ τὸ ν μεγάλο καὶ θαυμαστὸ ναό, αὐ τὴ τὴ ν ἁ γία καθολικὴ καὶ ἀ ποστολικὴ ἐ κκλησία, στολίζοντάς την μὲ κάθε στολίδι, σὰ ν νύμφη Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας.
22. Τὶ καλὸ ς ποιμένας καὶ διδάσκαλος, ποὺ ποίμανε καλὰ τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ ! Τὶ φωτεινὸ ς φωστήρας, ποὺ φώτισε αὐ τοὺ ς ποὺ κατοικοῦ σαν στὸ σκοτάδι τῆ ς πλάνης τῶ ν εἰ δώλων! Τὶ ἔ μπειρος γιατρός, ποὺ γιάτρεψε μὲ τὴ ν ἐ πίκληση τῆ ς Ἁ γίας Τριάδος ὅ σους πληγώθηκαν ἀ πὸ τὸ ν διάβολο! Διότι δὲ ν γιάτρευε μόνο τὰ σωματικὰ πάθη, ἀ λλὰ γιάτρευε μὲ τὸ Ἅ γιο Πνεῦ μα καὶ τὰ κρυφὰ τραύματα τῆ ς ψυχῆ ς, διορθώνοντας τοὺ ς ἁ μαρτωλοὺ ς λογισμοὺ ς καὶ καθετί, ποὺ ὀ ρθώνεται μὲ ἀ λαζονεία ἐ ναντίον τῆ ς γνώσης του Θεοῦ , μιμούμενος τὸ ν Παῦ λο, ὁ ὁ ποῖ ος γιὰ τοὺ ς πάντες ἔ γινε τὰ πάντα, ἔ τσι ὥ στε νὰ τοὺ ς σώσει ὅ λους, ἀ ντικρίζοντας τὸ ν θάνατο κάθε μέρα γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ , ποὺ πέθανε καὶ ἀ ναστήθηκε γι᾽ αὐ τόν. Ὁ μακάριος αὐ τὸ ς ἄ νθρωπος ἄ σκησε τὴ ν παρθενία, σταματώντας τὸ ν δρόμο τοῦ ἥ λιου (ἀ νακόπτοντας δηλ. τὴ συνηθισμένη πορεία τῆ ς ἀ νθρώπινης ζωῆ ς). Τὴ ν παρθενικὴ ζωή του ἐ νίσχυσε μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία, ἐ νδυναμωμένος ἀ πὸ τὴ ν πίστη καὶ καθοδηγούμενος ἀ πὸ τὴ ν ἐ λπίδα, καὶ τὴ ν τελειοποίησε μὲ τὴ ν ἀ γάπη. Αὐ τὴ (τὴ ν παρθενία) ἀ γάπησε ὁ Αὐ ξίβιος, τὴ ν τίμησε καὶ ἀ π᾽ αὐ τὴ τιμήθηκε καὶ τρύγησε τοὺ ς καρποὺ ς τῶ ν κόπων του καὶ στὴ ν ἐ πίγεια ζωή. Ἐ πειδὴ τίμησε τὴ ν ἱ ερωσύνη, τοῦ δόθηκε ἀ πὸ τὸ ν Θεὸ ὁ ὑ ψηλὸ ς αὐ τὸ ς θρόνος (τῆ ς ἐ πισκοπῆ ς τῶ ν Σόλων). Φόρεσε χιτώνα, ποὺ ἔ φτανε ὡ ς τὰ πόδια του, ὅ πως ὁ δοῦ λος. Ἡ κεφαλή του στολίσθηκε μὲ τὸ στεφάνι τῆ ς εὐ πρεπείας. Ὁ Θεὸ ς τοῦ ἐ μπιστεύτηκε τὴ ν ἐ κκλησία, ὡ ς νύμφη παρθένο, καὶ ἔ τσι γίνεται νυμφίος της κατὰ χάριν. Ἔ σπειρε στὸ ν ἀ γρὸ τοῦ Ἁ γίου Πνεύματος, καὶ γι᾽ αὐ τὸ θερίζει ὡ ς καρπὸ τοῦ Πνεύματος τὴ ν αἰ ώνια ζωή.
23. Ποιός λοιπὸ ν δὲ ν θὰ θαυμάσει, ἀ γαπητοί, καὶ δὲ ν θὰ ἐ παινέσει τὸ ν γενναῖ ο ἀ θλητὴ τοῦ Χριστοῦ , πῶ ς μόνος πυγμάχησε καὶ νίκησε τὸ ν ἐ χθρὸ καὶ ἅ ρπαξε ἀ πὸ τὰ χέρια του μεγάλο τρόπαιο; Γιατὶ ὁ ἐ χθρὸ ς τοὺ ς εἶ χε ὅ λους ὑ πόδουλους. Διότι, ὅ ταν ὁ Ἅ γιος μπῆ κε στὴ ν πόλη, δὲ ν ὑ πῆ ρχε κανένας χριστιανὸ ς καὶ τοὺ ς ἔ κανε ὅ λους χριστιανοὺ ς μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ . Ὅ πως ἕ νας στρατηγός, σταλμένος ἀ πὸ τὸ ν βασιλιὰ ἐ νάντια σὲ πόλη ποὺ ἔ χει ἐ ξεγερθεῖ , πρῶ τα στέλλει κατασκόπους, μετὰ ἐ νεδρεύει ἔ ξω ἀ πὸ τὴ ν πόλη, παρατηρώντας τὰ χαρακτηριστικά της, μέχρι νὰ τὴ ν κατακτήσει καὶ νὰ τὴ ν ὑ ποτάξει στὸ ν βασιλιά, ἔ τσι ἔ κανε καὶ ὁ μακάριος Αὐ ξίβιος. Γιατί, ὅ ταν στάλθηκε ἀ πὸ τὸ ν ἐ πουράνιο βασιλιὰ σ᾽ αὐ τὴ τὴ ν πόλη, γιὰ νὰ πολεμήσει τὸ ν ἐ χθρό, στὴ ν ἀ ρχὴ δὲ ν ἔ μπαινε φανερὰ στὴ ν πόλη, ἀ λλὰ ἔ μπαινε ὡ ς κατάσκοπος, φορώντας τὸ ἴ διο ἔ νδυμα μὲ τοὺ ς ἀ λλόθρησκους, ἔ χοντας ὅ μως μέσα στὴ φαρέτρα τῆ ς καρδιᾶ ς κρυμμένο τὸ ὅ πλο τοῦ σταυροῦ καί, περιερχόμενος τοὺ ς χώρους λατρείας τους, ἀ μέσως ἔ πειτα ἀ ναχωροῦ σε ἀ πὸ τὴ ν πόλη. Αὐ τὸ τὸ ἔ κανε γιὰ ἀ ρκετὸ χρόνο. Καὶ τὸ πιὸ θαυμαστὸ ἦ ταν ὅ τι, ἐ νῶ διέμενε στὸ ν ναὸ τοῦ ἐ χθροῦ , δηλαδὴ τοῦ Δία, ἀ πὸ ἐ κεῖ ἀ κριβῶ ς ἔ κανε τὴ ν ἀ ρχὴ τῆ ς νίκης του. Γιατὶ πράγματι κατήχησε τὸ ν ἱ ερέα τοῦ Δία καὶ τὸ ν βάπτισε κρυφὰ καὶ κατέστρεψε τὸ ν ναὸ τῶ ν εἰ δώλων. Ἔ πειτα, μὲ παρρησία πλέον, μπαίνοντας στὴ ν πόλη σὰ ν γενναῖ ος στρατιώτης, σήκωσε τὰ χέρια στὸ ν οὐ ρανό, ἀ ναδεικνύοντας τὸ ν ἑ αυτό του τύπο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ , ὅ πως ἔ κανε ὁ μέγας Μωυσῆ ς, καί, κατατρόπωσε ἀ πὸ τὴ μιὰ τὸ ν νοητὸ Ἀ μαλήκ, δηλαδὴ τὸ ν διάβολο, ἐ λευθέρωσε δὲ καὶ ἀ πολύτρωσε αὐ τούς, ποὺ ἦ ταν κάτω ἀ πὸ τὴ ν ἐ ξουσία του, ὁ δηγώντας τους ἀ πὸ τὸ σκοτάδι στὸ θαυμαστὸ φῶ ς τῆ ς βαθειᾶ ς γνώσης τοῦ Υἱ οῦ του Θεοῦ καὶ τοὺ ς ὑ πέταξε στὸ ν ἐ πουράνιο βασιλιά.
24. Ἀ φοῦ λοιπὸ ν κατόρθωσε τὰ πάντα μὲ καλὸ τρόπο κι ἔ γινε κήρυκας τῆ ς ἀ λήθειας καὶ τίμησε τὴ ν ἱ ερωσύνη γιὰ πενήντα περίπου χρόνια, κι ἀ φοῦ φώτισε πολλοὺ ς μὲ τὴ ν πίστη στὸ ν Χριστό, ἔ φθασε κοντὰ στὸ τέλος τῆ ς ζωῆ ς του. Ἀ φοῦ τότε προσκάλεσε ὅ λο τὸ ν τίμιο του κλῆ ρο, τοὺ ς εἶ πε: «Πατέρες καὶ ἀ δελφοὶ καὶ παιδιά μου ἀ γαπημένα, προσέξτε αὐ τά, ποὺ τώρα θὰ σᾶ ς πῶ . Ἐ γὼ τώρα πιὰ παίρνω τὸ ν δρόμο τῶ ν πατέρων μου (πρόκειται νὰ ἀ ποθάνω), ὅ πως ὅ λοι ποὺ ἔ ζησαν πάνω στὴ γῆ . Προσέχετε τὸ ν ἑ αυτό σας, παιδιά μου. Μείνετε στέρεοι στὴ ν πίστη. Μὴ ν ἀ φήσετε κανένα νὰ σᾶ ς ἐ ξαπατήσει μὲ κούφια λόγια. Ἐ σεῖ ς οἱ ἴ διοι γνωρίζετε, πόσες θλίψεις ὑ πέμεινα στὴ ν πόλη αὐ τή, προσευχόμενος στὸ ν Θεὸ νύχτα καὶ ἡ μέρα νὰ μοῦ δώσει χάρη στὸ ν λόγο, ὥ στε ἄ φοβα καὶ μὲ σαφήνεια νὰ διακηρύττω τὸ μυστήριο τῆ ς σωτηρίας, ποὺ προσφέρει ὁ Χριστός. Καὶ ὁ ἀ ψευδὴ ς Θεὸ ς δὲ ν μὲ ἁ γνόησε, ἀ λλὰ μὲ βοήθησε. Τώρα, ἀ δελφοί, σᾶ ς ἐ μπιστεύομαι στὸ ν Κύριο καὶ στὸ κήρυγμα ποὺ σᾶ ς ἀ ποκάλυψε ἡ χάρη Του. Αὐ τὸ ς μπορεῖ νὰ σᾶ ς κάνει ὥ ριμους στὴ ν πίστη καὶ νὰ σᾶ ς δώσει τὴ ν ἐ πουράνια ζωὴ μαζὶ μὲ ὅ λους ἐ κείνους ποὺ ἔ χουν γίνει δικοί Του. Νὰ εἶ στε σταθεροὶ καὶ νὰ μείνετε πιστοὶ στὶ ς διδασκαλίες, τὶ ς ὁ ποῖ ες παραλάβατε ἀ πὸ μένα. Κι αὐ τόν, ποὺ διάλεξε ὁ Θεὸ ς γιὰ ἱ ερέα, ἀ πὸ ἐ σᾶ ς προῆ λθε καὶ μαζί σας μένει, γιὰ νὰ σᾶ ς ὑ πηρετεῖ .» Ἀ φοῦ εἶ πε αὐ τὰ καὶ περισσότερα ἀ πὸ αὐ τά, πῆ ρε κοντά του τὸ ν θεοτίμητο μαθητή του Αὐ ξίβιο, τὸ ν ἀ σπάστηκε καὶ εἶ πε: «Ἐ σένα διάλεξε ὁ Θεὸ ς γιὰ ἱ ερέα (ἐ πίσκοπο)· ἐ σὺ θὰ εἶ σαι ὁ ποιμένας τῆ ς ποίμνης του Χριστοῦ , ποὺ τὴ ν ἔ κανε δική Του μὲ τὸ αἷ μα Του.» Ἔ πειτα τοὺ ς ἀ σπάστηκε ἕ να πρὸ ς ἕ να. Τὴ ν τρίτη μέρα ἀ κούστηκε σὲ ὅ λη τὴ ν πόλη, ὅ τι «ὁ πατὴ ρ ἡ μῶ ν Αὐ ξίβιος πρόκειται νὰ ἐ γκαταλείψει τὸ ν ἀ νθρώπινο βίο», καὶ συγκεντρώθηκαν ὅ λοι μὲ κλάματα καὶ ὀ δυρμοὺ ς στὴ ν ἐ κκλησία. Ἀ φοῦ λοιπὸ ν τοὺ ς ἀ σπάστηκε ὅ λους, παρέδωσε τὸ πνεῦ μα ἐ ν εἰ ρήνῃ στὸ ν Κύριο.
25. Ἀ φοῦ λοιπὸ ν τέλεσαν τὴ ν κηδεία του μὲ κάθε ἐ πιμέλεια, ἔ λαβαν τὸ λείψανο τοῦ ὁ σίου καὶ παμμακάριστου πατρὸ ς ἡ μῶ ν καὶ ἀ ρχιερέως Αὐ ξιβίου ἄ ντρες εὐ λαβεῖ ς καὶ τὸ τοποθέτησαν στὴ λάρνακα, τὴ ν ὁ ποία εἶ χε ἑ τοιμάσει ὁ ἴ διος ὁ μακάριος γιὰ τὸ ν ἑ αυτό του καὶ ἔ ξω ἀ πὸ τὴ ν ὁ ποία εἶ χε γράψει τὰ ἑ ξῆ ς: «Σᾶ ς ἐ ξορκίζω στὸ ἅ γιο σῶ μα καὶ αἷ μα τοῦ Ἰ ησοῦ Χριστοῦ : κανεὶ ς νὰ μὴ ν ξεσκεπάσει τὴ λάρνακα αὐ τή, μέχρις ὅ του κοιμηθεῖ ὁ ἀ δελφός μου Θεμισταγόρας.» Μετὰ τὴ ν κατάθεση λοιπὸ ν τοῦ λειψάνου τοῦ ὁ σίου πατρὸ ς στὴ λάρνακα, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐ πιφοίτησε ἀ μέσως στὰ ἅ για λείψανά του καὶ ἀ νέβλυσαν πηγὲ ς ἰ άσεων. Πολλοὶ πράγματι θεραπεύτηκαν ἐ κείνη τὴ ν ἡ μέρα ἀ πὸ ποικίλες ἀ ρρώστειες καὶ ἀ πὸ ἀ κάθαρτα πνεύματα.
26. Ὅ ταν ἄ κουσαν καὶ οἱ κάτοικοι τῶ ν περιχώρων, ἄ νδρες καὶ γυναῖ κες, γιὰ τὴ δωρεὰ τῶ ν θεραπειῶ ν, ποὺ γίνονταν ἀ πὸ τὰ λείψανα τοῦ ὁ σίου πατρὸ ς ἡ μῶ ν, ἔ ρχονταν στὴ ν πόλη χωρὶ ς καθυστέρηση, ἐ κεῖ ὅ που βρισκόταν τὸ ἅ γιο λείψανο τοῦ ὁ σίου πατρός, καὶ ὅ λοι θεραπεύονταν μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἁ γίου. Ἄ κουσαν καὶ οἱ ἄ νδρες κάτοικοι τῆ ς Πάφου, ὅ τι γίνονται πολλὲ ς θεραπεῖ ες διὰ τοῦ ἁ γίου παμμάκαρος πατρὸ ς ἡ μῶ ν καὶ ἀ ρχιεπισκόπου Αὐ ξιβίου. Μαζεύτηκαν λοιπὸ ν σαράντα ἄ νδρες, ποὺ τοὺ ς βασάνιζαν πονηρὰ πνεύματα καί, ξεκινῶ ντας ἀ πὸ τὴ ν Πάφο, ἄ ρχισαν νὰ βαδίζουν πρὸ ς τὴ ν πόλη τῶ ν Σολίων. Κι ὅ ταν εἶ χαν φθάσει σὲ κάποιο τόπο, ποὺ ἀ πεῖ χε περὶ τὰ δεκαπέντε ρωμαϊκὰ μίλια ἀ πὸ τὴ ν πόλη, τοὺ ς ἐ μφανίστηκε ὁ ἅ γιος Αὐ ξίβιος καί, ἐ κδιώκοντας ἀ π᾽ αὐ τοὺ ς τὰ πονηρὰ πνεύματα, τοὺ ς γιάτρεψε ὅ λους μὲ τὴ χάρη, ποὺ τοῦ ἔ δωσε ὁ Θεός. Οἱ ἄ νδρες αὐ τοί, ὅ ταν αἰ σθάνθηκαν τὴ θεραπεία τους, ὅ τι δηλαδὴ εἶ χαν καθαρισθεῖ ἀ πὸ τὰ ἀ κάθαρτα πνεύματα μὲ τὴ ν ἐ πισκίαση τοῦ Αὐ ξιβίου, πῆ γαν τρέχοντας στοὺ ς Σόλους καὶ διηγήθηκαν ὅ λα ὅ σα τοὺ ς συνέβησαν στὸ ν δρόμο. Ὅ λοι, ὅ σοι τὰ ἄ κουσαν αὐ τά, δόξασαν τὸ ν Θεό, ποὺ ἔ δωσε τέτοια χάρη στὸ ν δοῦ λο του. Ἀ φοῦ λοιπὸ ν ἔ φθασαν οἱ ἄ νδρες ποὺ γιατρεύτηκαν στὸ ν τόπο, ὅ που βρίσκεται τὸ λείψανο τοῦ ὁ σίου πατρὸ ς καί, ἀ φοῦ γονάτισαν μπροστὰ στὴ σορὸ καὶ προσκύνησαν, ἀ νέπεμψαν εὐ χαριστήριους ὕ μνους στὸ ν Θεό, ποὺ δόξασε τὸ ν ὑ πηρέτη του. Στὴ συνέχεια ἀ ναχώρησαν μὲ εἰ ρήνη γιὰ τὴ ν πόλη τους. Ἐ ξαιτίας αὐ τοῦ τοῦ γεγονότος, οἱ Πάφιοι τιμοῦ ν τὴ ν ἁ γία μνήμη τοῦ ὁ σίου πατρὸ ς μέχρι σήμερα.
27. Βλέποντας ὁ μακάριος Θεμισταγόρας τὰ θαύματα, ποὺ γίνονταν στὸ ν τόπο ὅ που βρίσκεται τὸ λείψανο τοῦ ἁ γίου πατρὸ ς ἡ μῶ ν καὶ ἀ ρχιεπισκόπου Αὐ ξιβίου καὶ ὅ τι ἀ νάβλυζε ἀ σταμάτητα (ἰ άσεις) ἡ ἁ γία του λάρνακα σὰ ν ἀ στείρευτη πηγή, θεώρησε τὸ ν ἑ αυτό του ἀ νάξιο νὰ τοποθετηθεῖ μαζὶ μὲ τὸ ν μακάριο Αὐ ξίβιο στὴ λάρνακα καὶ γι᾽ αὐ τὸ ἐ ξόρκισε τοὺ ς κληρικοὺ ς τῆ ς ἁ γίας Ἐ κκλησίας, λέγοντας: «Μετὰ τὸ ν θάνατό μου, κανεὶ ς νὰ μὴ ν τολμήσει νὰ ἀ νοίξει τὴ λάρνακα τοῦ ὁ σίου πατρὸ ς ἡ μῶ ν Αὐ ξιβίου γιὰ χάρη μου.» Ἐ ξαιτίας αὐ τοῦ μέχρι σήμερα ἔ μεινε ὡ ς εἶ χε ἡ ἁ γία λάρνακα, χωρὶ ς νὰ τὴ ν ἀ νοίξουν, ἀ λλὰ σφραγισμένη μὲ τὸ σημεῖ ο τοῦ Χριστοῦ , ποὺ δόξασε τὸ ν Αὐ ξίβιο.
28. Τὶ μακαρία λάρνακα, στὴ ν ὁ ποία βρίσκεται θησαυρὸ ς ἀ σύλητος καὶ ἀ πὸ τὴ ν ὁ ποία ἀ ναβλύζουν συνεχῶ ς θεραπεῖ ες! Ὤ ἁ γία λάρνακα, ποὺ ἑ λκύεις πιστὸ λαὸ πρὸ ς τιμὴ καὶ δόξα Θεοῦ καὶ εἰ ς μνήμην τοῦ τιμίου λειψάνου, ποὺ βρίσκεται ἐ ντός σου καὶ εἰ ς δόξαν Θεοῦ , ποὺ τὸ ν τίμησε! Τὶ πατέρας καὶ ποιμένας, διδάσκαλος καὶ ἰ ατρὸ ς τοῦ Χριστοῦ , ποὺ μνημονεύεται μὲ ἐ γκώμια εἰ ς τὸ ν αἰῶ να! Ὤ πόλη τῶ ν Σολίων, ποιό προστάτη καὶ θησαυρὸ ἀ δαπάνητο ἔ χεις, ἄ σβεστο φωστῆ ρα, πιὸ λαμπρὸ ἀ πὸ τὸ ν ἥ λιο! Γιατὶ ὁ ἥ λιος συχνὰ καλύπτεται ἀ πὸ νέφη καὶ σκοτάδι, ἐ νῶ ὁ ἀ στέρας τοῦ μακαρίου Αὐ ξιβίου ἔ χει λάμψη συνεχὴ καὶ νύχτα καὶ ἡ μέρα, ποὺ φωτίζει αὐ τοὺ ς ποὺ βρίσκονται στὸ σκοτάδι, λαμπρύνει κάθε πόλη καὶ θεραπεύει τοὺ ς ἀ σθενεῖ ς διὰ τοῦ Ἰ ησοῦ Χριστοῦ , ποὺ δοξάζει τοὺ ς ὁ σίους του. Ἀ λλ᾽ ἐ γὼ μέχρι ποιοῦ σημείου καὶ μὲ ποιὸ τρόπο νὰ ἐ γκωμιάσω τὸ ν ἅ γιο; Γιατί, ὅ σα κι ἂ ν πῶ , δὲ ν θὰ μπορέσω νὰ ἀ νυμνήσω ἐ πάξια τὸ ν ὅ σιο πατέρα. Σ᾽ αὐ τὸ τὸ σημεῖ ο, λοιπόν, ἂ ς σταματήσουμε τὸ ν λόγο, δοξάζοντας τὸ ν Πατέρα καὶ τὸ ν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅ γιο Πνεῦ μα, τὸ ν Θεό, στὸ ν ὁ ποῖ ο ἀ νήκει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰ ς τοὺ ς αἰῶ νας τῶ ν αἰ ώνων. Ἀ μήν.