Eις τον Αρχάγγελον Γαβριήλ (2). Ορών Γαβριήλ Άγγελον χαράς μέγαν, Σε μάλα χαίρω και πτερούμαι σω πόθω.
Ογδόη ουρανίης κυδαίνει τάξιος Αρχούς.
ΕιςτηνΣύναξιντωνεννέαΤαγμάτων,Θρόνων,Χερουβίμ,καιΣεραφίμ,Κυριοτήτων,Δυνάμεων,καιΕξουσιών,Αρχών,Αρχαγγέλων,καιΑγγέλων. Επάξιόν τι Ταγμάτων των εννέα, Τις αν γόνος φθέγξαιτο μηνών εννέα;
Μιχαήλ ο ενδοξότατος και λαμπρότατος ταξιάρχης των ασωμάτων Δυνάμεων, πολλάς ευεργεσίας και χάριτας φαίνεται ότι έδειξεν εις το γένος των ανθρώπων, τόσον εν τη Παλαιά Διαθήκη, όσον και εν τη Νέα χάριτι του Ευαγγελίου. Διότι αυτός εφάνη πρώτον εις τον Πατριάρχην Αβραάμ. Έπειτα εις τον Λωτ, όταν ελύτρωσεν αυτόν με τας θυγατέρας του από το θεόπεμπτον πυρ, και από την καταστροφήν των Σοδόμων. Μετά ταύτα εφάνη εις τον Πατριάρχην Ιακώβ, όταν ελύτρωσεν αυτόν από τας φονικάς χείρας του αδελφού του Ησαύ. Αυτός επροπορεύετο έμπροσθεν της παρεμβολής των υιών Ισραήλ, όταν ελευθερώθησαν από την σκλαβίαν των Αιγυπτίων, και με τον στύλον του πυρός και της νεφέλης, ευκόλυνεν εις εκείνους την δυσκολίαν της οδοιπορίας. Αυτός εφάνη εις τον μάντιν Βαλαάμ, όταν εκείνος επήγαινε δια να καταρασθή τον Ισραηλιτικόν λαόν, φοβερίζωντας αυτόν και φανερά εμποδίζωντας από το τοιούτον κίνημα. Αυτός και προς τον Ιησούν του Ναυή ερωτήσαντα, απεκρίθη. «Εγώ αρχιστράτηγος Κυρίου νυνί παραγέγονα». Ούτος και εν τη νέα χάριτι εχώνευσε τους ποταμούς, τους οποίους μίαν φοράν απέλυσαν οι δυσσεβείς εναντίον του εν Χώναις αγιάσματός του, και εναντίον του θείου Ναού του. Και άλλα δε πολλά ιστορούνται δι’ αυτόν εν ταις θεοπνεύστοις Γραφαίς. Δια τούτο και ημείς προστάτην αυτόν και φύλακα της ζωής ημών προβαλλόμενοι, την πάνσεπτον αυτού πανήγυριν εορτάζομεν σήμερον, η οποία και Σύναξις ονομάζεται δι’ αιτίαν τοιαύτην.
Ο δια υπερβολήν υπερηφανίας επαρθείς κατά του πάντων Ποιητού και Δεσπότου Διάβολος, και καυχησάμενος να βάλη τον θρόνον του επί των νεφελών του ουρανού, και να γένη όμοιος τω Υψίστω, καθώς περί αυτού γράφει ο Ησαΐας (Ησ. ιδ’, 14), ούτος, λέγω, επειδή ευθύς οπού ενόησε ταύτα και εβουλήθη, εξέπεσεν από την ουράνιον δόξαν και από το αρχαγγελικόν αυτού αξίωμα. Καθώς είπεν εν Ευαγγελίοις ο Κύριος. «Εθεώρουν τον Σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα» (Λουκ. ι’, 18). Ομοίως δε και το υποτασσόμενον εις αυτόν τάγμα των Αγγέλων, απεσκίρτησεν από Θεού δια υπερηφάνειαν, δια τούτο εξέπεσε και αυτό μαζί με τον αρχηγόν του Διάβολον. Και έγιναν όλοι ομού σκοτεινοί αντί φωτεινοί. Και δαίμονες, αντί Άγγελοι. Τότε λοιπόν λέγεται, ότι ο μέγας ούτος αρχιστράτηγος Μιχαήλ, βλέπωντας την ελεεινήν των Αγγέλων έκπτωσιν, εκατάλαβε την αιτίαν της τοιαύτης εκείνων πτώσεως. Και δια τούτο με την υποταγήν και ταπείνωσιν, την οποίαν έδειξεν ως δούλος ευχάριστος και οικέτης πιστός προς τον εδικόν του Δεσπότην Θεόν, διεφύλαξε, τόσον την εδικήν του δόξαν και λαμπρότητα την παρά Θεού χαρισθείσαν, όσον και την δόξαν των άλλων Αγγελικών ταγμάτων. Όθεν δια την υποταγήν και ευγνωμοσύνην του ταύτην, εδιωρίσθη παρά του Θεού Παντοκράτορος, να ήναι πρώτος των Αγγελικών τάξεων (3).
Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ. Τοιχογραφία του 12ου αιώνος στην Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακος της Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου
Συνάξας γαρ και ενώσας εις εν τους χορούς των Αγγέλων, εφώναξεν εις αυτούς το «Πρόσχωμεν». Ήτοι ας προσέξωμεν και ας εννοήσωμεν, τι έπαθον ούτοι οι εκπεσόντες δαίμονες δια την υπερηφανίαν τους, οίτινες προ ολίγου ήτον μαζί με ημάς Άγγελοι. Και ας στοχασθώμεν τι μεν είναι ο Θεός, τι δε είναι ο Άγγελος. Ο μεν γαρ Θεός, είναι Δεσπότης και Δημιουργός ημών των Αγγέλων. Ημείς δε οι Άγγελοι, είμεθα δούλοι και κτίσματα του Θεού. Και έτζι ανύμνησε και εδόξασε τον των απάντων Θεόν, αναβοήσας εκείνον βέβαια τον θείον και αγγελικόν ύμνον με όλους τους Αγγέλους, «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης αυτού». Το τοιούτον λοιπόν μυστήριον εξ αρχαίας παραδόσεως παραλαβόντες ημείς, την παρούσαν εορτήν εορτάζομεν. Σύναξιν αυτήν ονομάζοντες των Αγγέλων: τουτέστι προσοχήν, ομόνοιαν και ένωσιν (4).
Μαζί δε με τον Αρχάγγελον Μιχαήλ εορτάζομεν σήμερον και τον ωραιότατον και χαριέστατον Αρχάγγελον Γαβριήλ (5). Διατί και αυτός πολλάς ευεργεσίας εποίησεν εις το ανθρώπινον γένος, τόσον εν τη Παλαιά, όσον και εν τη Νέα Διαθήκη. Εν μεν γαρ τη προφητεία του Δανιήλ φέρεται αυτολεξεί το όνομά του, όταν εξήγησεν εις τον Δανιήλ την όρασιν, οπού είδε περί των βασιλέων Μήδων και Περσών και Ελλήνων. «Γαβριήλ, γάρ φησι, συνέτισον εκείνον (τον Δανιήλ δηλ.) την όρασιν» (Δαν. η’, 16). Και πάλιν ο αυτός Γαβριήλ εφανέρωσεν εις τον αυτόν Δανιήλ, ότι μετά εβδομήκοντα εβδομάδας χρόνων, ήγουν μετά τετρακοσίους εννενήντα επτά χρόνους, έχει να έλθη ο Χριστός. «Και ιδού, φησίν, ανήρ Γαβριήλ, ον είδον εν τη οράσει εν τη αρχή πετόμενος, και ήψατό μου ωσεί ώραν θυσίας εσπερινής, και συνέτισέ με», και τα εξής (Δαν. θ’, 21). Αυτός είναι οπού ευηγγέλισε και την γυναίκα του Μανωέ, ότι έχει να γεννήση τον Σαμψών. Αυτός είναι οπού ευηγγέλισε τον Ιωακείμ και την Άνναν, ότι μέλλουν να γεννήσουν την κυρίαν και Δέσποιναν Θεοτόκον.
Αρχάγγελος Γαβριήλ. Ιερά Μητρόπολις Μόρφου
Εν δε τη Νέα Διαθήκη, αυτός είναι οπού ευηγγέλισε τον Ζαχαρίαν, εστώς εκ δεξιών επί του θυσιαστηρίου του θυμιάματος, ότι έχει να γεννήση τον μέγαν Ιωάννην τον Πρόδρομον. Αυτός έτρεφε και την Αειπάρθενον Μαριάμ δώδεκα χρόνους μέσα εις τα Άγια των Αγίων με τροφήν ουράνιον. Αυτός δη αυτός, και ποίος αμφιβάλλει, ευηγγέλισε την αυτήν Θεοτόκον, ότι μέλλει να γεννήση εκ Πνεύματος Αγίου τον Υιόν και Λόγον του Θεού. Αυτός εφάνη εις το όραμα του Ιωσήφ, ως θέλουσι πολλοί, και είπεν εις αυτόν να μη φοβηθή, αλλά να παραλάβη Μαριάμ την γυναίκα του, επειδή το εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματός εστιν Αγίου. Αυτός εφάνη και εις τους ποιμένας και ευηγγέλισεν αυτούς, ότι ετέχθη ο Σωτήρ του κόσμου Χριστός. Και αυτός εν οράματι είπεν εις τον Ιωσήφ να πάρη το Παιδίον και την Μητέρα αυτού και να φύγη εις Αίγυπτον. Και πάλιν αυτός ο ίδιος είπεν αυτώ να επιστρέψη εις την γην Ισραήλ. Πολλοί δε των ιερών διδασκάλων και ασματογράφων γνωματεύουσιν, ότι ο θείος Γαβριήλ ήτον ο λευχειμονών εκείνος Άγγελος, όστις κατελθών από τον Ουρανόν, απεκύλισε τον λίθον από της θύρας του μνημείου του ζωοδότου Ιησού, και εκάθητο επάνω αυτού. Και αυτός ήτον ο ευαγγελίσας τας Μυροφόρους περί της αναστάσεως του Κυρίου. Και δια να ειπούμεν καθολικώς, ο θειότατος Γαβριήλ υπηρέτησεν εις το Μυστήριον της ενσάρκου οικονομίας του Θεού Λόγου απ’ αρχής έως τέλους. Δια τούτο και η Εκκλησία του Χριστού παρέλαβε να συνεορτάζη αυτόν μαζί με τον Αρχάγγελον Μιχαήλ, και να επικαλήται την παρ’ αυτού χάριν και βοήθειαν (6). (Την κατά πλάτος διήγησιν περί των Αρχαγγέλων όρα εις τον Θησαυρόν του Δαμασκηνού.)
Σημειώσεις
1. Σημείωσαι, ότι Μιχαήλ θέλει να ειπή, δύναμις Θεού, ή αρχιστράτηγος δυνάμεως Κυρίου.
2. Γαβριήλ δε θέλει να ειπή, Θεός και άνθρωπος, κατά τον Πρόκλον Κωνσταντινουπόλεως. Δια τούτο και αυτός υπηρέτησεν εξαιρέτως εις το μυστήριον της ενσάρκου οικονομίας του Θεανθρώπου Λόγου.
3. Σημείωσαι, ότι μερικοί Διδάσκαλοι προσαρμόζουσιν εις την πτώσιν ταύτην του εωσφόρου και των δαιμόνων και εις την ανδραγαθίαν του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, τα ρητά εκείνα της Αποκαλύψεως τα λέγοντα· «Και εγένετο πόλεμος εν τω ουρανώ, ο Μιχαήλ και οι Άγγελοι αυτού, επολέμησαν μετά του δράκοντος. Και ο δράκων επολέμησε και οι Άγγελοι αυτού και ουκ ίσχυσαν. Ούτε τόπος ευρέθη αυτών έτι εν τω ουρανώ. Και εβλήθη ο δράκων ο μέγας. Ο όφις ο αρχαίος, ο καλούμενος Διάβολος. Και ο Σατανάς, ο πλανών την οικουμένην όλην εβλήθη εις την γην. Και οι Άγγελοι αυτού μετ’ αυτού εβλήθησαν» (Αποκάλ. ιβ’, 7). Λέγει δε και ο Κορυφαίος Πέτρος· «Ει γαρ ο Θεός Αγγέλων αμαρτησάντων ουκ εφείσατο, αλλά σειραίς ζόφου ταρταρώσας παρέδωκεν εις κρίσιν τετηρημένους» (Β’ Πετ. β’, 4).
Αλλά και ο Απόστολος Ιούδας ούτω φησίν· «Αγγέλους τε τους μη τηρήσαντας την εαυτών αρχήν, αλλά απολιπόντας το ίδιον οικητήριον, εις κρίσιν μεγάλης ημέρας, δεσμοίς αϊδίοις υπό ζόφον τετήρηκεν» (Ιούδα 6). Έφη δε και ο θεολόγος Γρηγόριος· «Πρώτον μεν εννοεί ο Θεός τας αγγελικάς δυνάμεις και ουρανίους. Και το εννόημα έργον ην, Λόγω συμπληρούμενον και Πνεύματι τελειούμενον. Και ούτως υπέστησαν λαμπρότητες δεύτεραι, λειτουργοί της πρώτης λαμπρότητος… Βούλομαι μεν ειπείν, ότι ακινήτους (υποληπτέον ταύτας) προς το κακόν, και μόνην εχούσας την του καλού κίνησιν. Άτε περί Θεόν ούσας, και τα πρώτα εκ Θεού λαμπομένας. (Τα γαρ ενταύθα, δευτέρας ελλάμψεως.) Πείθει δε με μη ακινήτους, αλλά δυσκινήτους και υπολαμβάνειν ταύτας και λέγειν, ο δια την λαμπρότητα εωσφόρος, σκότος δια την έπαρσιν και γενόμενος και λεγόμενος. Αι τε υπ’ αυτόν αποστατικαί δυνάμεις, δημιουργοί της κακίας τη του καλού φυγή, και ημίν πρόξενοι» (Λογ. εις την Χριστού Γέννησιν). Και τούτο δε ενταύθα σημείωσαι, ότι ο Θεοδώρητος λέγει, πως εξέπεσαν από όλας τας τάξεις των Αγγέλων, συμπεραίνωντας τούτο από το λόγιον του Αποστόλου Παύλου το λέγον· «Ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα· αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας». Ούτω γαρ επί λέξεως λέγει· «Εκ των αγίων ήσαν ταγμάτων οι πονηροί δαίμονες. Αλλά και δια πονηρίαν, της τάξεως εκείνης εξέπεσαν. Έχουσι δε και νυν τας προσηγορίας εις έλεγχον της βδελυρίας». Συμφωνεί εις τούτο και ο θείος Ιερώνυμος, ότι δηλαδή οι εκπεσόντες Άγγελοι, εξέπεσον, όχι από ένα τάγμα, αλλά από πολλά. Βεβαιοί δε τον λόγον του από το αυτό ρητόν του μεγάλου Παύλου.
Αγκαλά και ο θεοφόρος Μάξιμος, και ο Δαμασκηνός Ιωάννης, θέλουσιν ότι από την ενάτην μόνην τάξιν των Αγγέλων, να έπεσον όσοι Άγγελοι έπεσον. Τον δε εωσφόρον, ο μεν Χρυσόστομος, πρώτον των Αγγέλων λέγει και ότι αυτός εξετραχηλίσθη από τον αγγελικόν κολοφώνα. Τω δε Χρυσοστόμω, συμφωνεί ο ιερός Αυγουστίνος και ο Διάλογος. Και ο Ιερώνυμος δε ανώτατον αυτόν πάντων των Αγγέλων υπέλαβε. Ο δε Τερτυλλιανός, εξέχοντα και σοφώτατον αυτόν πάντων είπε, και απλώς, ο εωσφόρος από το τάγμα των Σεραφίμ εξέπεσε· καν και ο ανωτέρω Δαμασκηνός και ο θείος Μάξιμος, πρώτον αυτόν είπον της ενάτης τάξεως των Αγγέλων. Περί δε του πλήθους των Αγγέλων λέγει ο Χρυσορρήμων· «Ότι γαρ άπας ο αήρ Αγγέλων εμπέπλησται, άκουσον τί φησιν ο Παύλος. “Οφείλουσιν αι γυναίκες εξουσίαν έχειν επί της κεφαλής δια τους Αγγέλους”» (Λογ. εις την Ανάληψιν, τόμω ε’ της εν Ετόνη εκδόσεως).
4. Σημειούμεν ενταύθα, ότι επειδή το Μυστήριον τούτο της των Αγγέλων Συνάξεως παρελάβομεν εξ αρχαίας παραδόσεως, καθώς γράφεται παρά πολλοίς χειρογράφοις Συναξαρισταίς, θαυμάζω, πώς τινες καίτοι σοφοί όντες, εμοί γουν τω ασόφω ουκ έδωκαν νοήσαι, πώς εθάρσησαν να ειπούν, ότι αυτό είναι μύθος και μυθάριον! αποστολικόν γαρ παράγγελμα είναι, κατά τον Μέγαν Βασίλειον, το να κρατώμεν τας παραδόσεις, ας παρελάβομεν. Και αυτοί δε οι τούτο λέγοντες, πολλά λέγουσιν αλλαχού περί φυλακής των εκκλησιαστικών παραδόσεων, όπου γε την αρχαίαν παράδοσιν ταύτην βεβαιούσι και άλλοι, ων εις εστι και ο Φιλαδελφείας Μακάριος ο Χρυσοκέφαλος, εν τε τω εις τους Ταξιάρχας λόγω, και εν τω εις τα εννέα τάγματα. Ει δε και προβάλλουσιν, ότι εν τη ουρανίω Ιεραρχία τάξις απαράβατός εστι, φωτίζεσθαι και τελειούσθαι τας κατωτέρω τάξεις των Αγγέλων υπό των ανωτέρω, αποκρινόμεθα ότι ναι. Τούτο αληθεύει εν όσω ασύγχυτος μένει η τάξις εκάστης χοροστασίας.
Τότε δε εν τη πτώσει του εωσφόρου πόλεμος εγένετο εν τω ουρανώ, κατά την ιεράν Αποκάλυψιν. Όθεν πάσα η τάξις και αρμονία των υπερκοσμίων ουσιών συνεχύθη και ανεστράφη, καθότι έπεσον και από τα ανώτερα του αρχαγγελικού τάγματος, εκ του οποίου ήτον ο Μιχαήλ. Και τούτο βεβαιούται από τα λόγια του Αποστόλου. «Ουκ έστιν ημίν, λέγοντος, η πάλη προς αίμα και σάρκα. Αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας». Δείκνυται γαρ εκ του ρητού τούτου, ότι κατά τον θείον Ιερώνυμον και τον Θεοδώρητον τους ερμηνεύοντας το ρητόν αυτό, οι εκπεσόντες Άγγελοι, δεν έπεσον από ένα μόνον τάγμα, αλλά από πολλά και ανώτερα του τάγματος των Αρχαγγέλων, οποίαι είναι αι Αρχαί και αι Εξουσίαι. Και αφίνω να λέγω, ότι, κατά τον Χρυσόστομον, και Αυγουστίνον, και Διάλογον, και Ιερώνυμον, ο εωσφόρος ήτον ανώτατος πάντων των Αγγέλων, και εξέπεσεν εκ του αγγελικού κολοφώνος. Επειδή λοιπόν αύται αντιστρέψασαι την τάξιν, αντί να μυήσουν και να φωτίσουν τα κατώτερα τάγματα εις το αγαθόν, εμύησαν αυτά εις το κακόν και εσκότισαν, τούτου χάριν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ σταθείς εν τη οικεία τάξει του αγαθού, εμύησε τας ανωτέρω Αρχάς και Εξουσίας να μένουν εν τη τάξει του αγαθού καθ’ ην εκτίσθησαν. Τι λοιπόν άτακτον, ή άτοπον ακολουθεί, ανίσως ο κατώτερος Μιχαήλ και μείνας εν τω αγαθώ, βλέπων τας ανωτέρω Αρχάς και Εξουσίας να εκπίπτουν του αγαθού, εμύησεν αυτάς και εδίδαξε να μένουν εν τω αγαθώ; Βέβαια ουδέν.
Και εν τη καθ’ ημάς γαρ ιεραρχία, του Ιερέως και Ιεράρχου ατακτούντων και κακώς φρονούντων, και Διάκονος και Μοναχός ευτακτούντες και ορθώς φρονούντες, δύνανται νουθετήσαι και ευτακτήσαι αυτούς, καθώς τα παραδείγματά εισι πάμπολλα. Σημείωσαι όμως ότι η ανωτέρω περικοπή, η κατά το τέλος του Συναξαρίου γραφομένη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, ήτοι η λέγουσα αυτολεξεί· «Το τοιούτον ουν μυστήριον εξ αρχαίας παραδόσεως παραλαβόντες την παρούσαν εορτήν εορτάζομεν, Σύναξιν αυτήν ονομάζοντες, ως είρηται». Αύτη, λέγω, κακώς παρελείφθη από τους τετυπωμένους Συναξαριστάς. Ει γαρ προσέκειτο, ουκ αν, οίμαι, μύθον το Συναξάριον τούτο οι ανωτέρω ωνόμασαν, ως φύλακες των εκκλησιαστικών παραδόσεων.
5. Το περί του Αρχαγγέλου Γαβριήλ τούτο Συναξάριον ημείς προσεθήκαμεν.
Επειδή πάντη ανάρμοστον και ανακόλουθον είναι, να λέγεται μεν η εορτή αύτη των δύω Αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ, και πάντα τα τροπάρια και οι Κανόνες να αναφέρωσι περί των δύω Αρχαγγέλων. Έπειτα δε εν τω Συναξαρίω, να αναφέρεται μόνος ο Μιχαήλ.
6. Σημειούμεν εδώ, ότι εις τους δύω Αρχαγγέλους τούτους δύω εγκωμιαστικούς λόγους έχει ελληνικούς Μιχαήλ ο Σύγγελος, ων του μεν ενός η αρχή εστιν αύτη· «Τον μεν λόγον η προθυμία κινεί». Του δε ετέρου· «Το στόμα μου ήνοιξα». (Σώζονται εν τω ιερώ Κοινοβίω του Διονυσίου.) Και ο Φιλαδελφείας Μακάριος ο Χρυσοκέφαλος. Ο Χρυσόστομος δε, δύω λόγους έχει, τον ένα επιγραφόμενον εις τους Ασωμάτους, και τον άλλον, εις τους Αγγέλους. (Σώζονται εν τη Μονή του Παντοκράτορος.) Νικήτας ο Ρήτωρ, ου η αρχή· «Μιχαήλ επαινών, τον Γαβριήλ επαινέσομαι». (Σώζεται εν τη Λαύρα και εν τη των Ιβήρων και τη του Διονυσίου και εν τη του Βατοπαιδίου.) Έχει λόγον ο Χρυσόστομος και εις τα Σεραφίμ, ου η αρχή· «Μόλις ποτέ τον κατά τον Οζίαν ισχύσαμεν». (Σώζεται εν τοις εκδεδομένοις.) Προς τούτοις τέταρτον λόγον έχει ο Χρυσορρήμων εις την Σύναξιν των Αρχαγγέλων, ου η αρχή· «Αγγέλους εγκωμιάζειν χρη». (Σώζεται εν τω τέλει του ε’ τομ. της εν Ετόνη εκδόσεως.) Παντολέων δε ο Διάκονος και χαρτοφύλαξ της μεγάλης Εκκλησίας, διήγησιν συνέγραψε περί των θαυμάτων των Αρχαγγέλων, ης η αρχή· «Πολλαί και μεγάλαι και ποικίλαι της ασωμάτου και μεγαλοπρεπούς». (Σώζεται εν τη Λαύρα και τη των Ιβήρων.) Η δε εμή αδυναμία λόγον απλούν εφιλοπόνησεν εις αυτούς, και οίκους κατά αλφάβητον, και τρεις Κανόνας νέους. Αλλά και τους οκτωήχους Κανόνας, ους είχεν εις μόνον τον Μιχαήλ ο Άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος, εγώ διορθώσας, εποίησα κοινούς και εις τους δύω Αρχαγγέλους, και άλλα τινά, άπερ πάντα ευρίσκονται εις κάλλος γεγραμμένα εν τη Ιερά και βασιλική Μονή του Δοχειαρίου. Και τούτο δε σημειούμεν, ότι ο Άγιος Μάρκος ο Εφέσου εφιλοπόνησε γλαφυρόν Κανόνα εις τα εννέα τάγματα των Αγγέλων, όστις ευρίσκεται εν τη Ιερά Μονή του Παντοκράτορος χειρόγραφος.
Ταις των σων Αρχαγγέλων και πασών των Αγγελικών Δυνάμεων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, τοιχ. 1192, Παναγία του Άρακα
«Ο Ταξιάρχης των άνω Δυνάμεων, Μιχαήλ ο πρωτοστάτης των θείων ταγμάτων, σήμερον ημάς πρός πανήγυριν συνεκάλεσεν»
Πανήγυρη φαιδρά και ημέρα πανσεβάσμια η παρούσα, αγαπητοί μου εν Κυρίω αδελφοί. Σήμερα η αγία των Ορθοδόξων Εκκλησία τιμά και γεραίρει δοξολογικά τη Σύναξη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και όλων των ουρανίων ασωμάτων Δυνάμεων. Γι᾽ αὐτὸ καὶ συναθροιστήκαμε κι ἐμεῖς ἀπόψε, κάναμε κι ἐμεῖς Σύναξη, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε τὸν ἁρμόζοντα ἐκκλησιαστικὸ ὅρο, στὸν περικαλλὴ τοῦτο ναό, γιὰ νὰ τιμήσουμε τὸν πρῶτο, τὸν πρωτοστάτη τῶν ἀσωμάτων ἀγγέλων Μιχαήλ.
Μαρτύριο Αγίου Ιέρωνος και των συν αυτώ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτοι οι Άγιοι ήθλησαν κατά τους χρόνους Διοκλητιανού και Mαξιμιανού των βασιλέων εν έτει σϟ΄ [290]. Ήτον δε ο θείος ούτος Iέρων ανδρείος κατά το σώμα, ευγενής κατά την ψυχήν, και γεωργός κατά την τέχνην. Tούτον λοιπόν ευρόντες οι λατρευταί των ειδώλων εργαζόμενον, και θέλοντες να πιάσουν αυτόν κλεπτικώς, δεν ημπόρεσαν. Aλλά επήγεν αυτός αφ’ εαυτού θεληματικώς εις τους ειδωλολάτρας. Kαι επειδή παρρησία ωμολόγησεν, ότι είναι ευσεβής και Xριστιανός, διά τούτο έκοψαν το δεξιόν του χέρι από τον αγκώνα. Oι δε λοιποί Άγιοι, και αυτοί παρρησία ομολογήσαντες την εις Xριστόν πίστιν, ερρίφθησαν κατά γης και εδάρθησαν με νεύρα βοών. Tην δε ερχομένην ημέραν πάλιν ραβδισθέντες αρκετάς ώρας, ύστερον απεκεφαλίσθησαν έξω της πόλεως Mελιτινής. Kαι ούτως έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους του μαρτυρίου. (Tο κατά πλάτος αυτών Mαρτύριον όρα εις τον Nέον Παράδεισον1.)
Σημείωση
1. Tο δε ελληνικόν τούτων Mαρτύριον συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Iέρωνι τω γενναίω». (Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη του Οσίου πατρός ημών Λαζάρου του Γαλλησιώτου
Eτοίμασον τον κόλπον Aβραάμ πάτερ,
Oυχ’ υστερούντι Λαζάρω σου Λαζάρου.
Όσιος Λάζαρος Γαλησιώτης
Oύτος ο τρισμακάριστος Πατήρ ημών Λάζαρος εκατάγετο από την γην της Aσίας, από ένα χωρίον το οποίον ευρίσκεται κοντά εις την Mαγνησίαν, εν έτει ‚αλ΄ [1030]. Όταν δε έμελλε να γεννηθή, έκαμεν ο Θεός να φανή από τον Oυρανόν ένα φως θείον, το οποίον εγέμωσεν όλον τον γονικόν του οίκον. Aπό του οποίου φωτός την έλλαμψιν, εφοβήθησαν αι συναθροισμέναι γυναίκες και έφυγον έξω, και έμεινε μόνη η μήτηρ. Όταν δε το βρέφος εγεννήθη, ω του θαύματος! εστάθη ευθύς όρθιον και επροσευχήθη κατά ανατολάς, έχον τας χείρας του ακουμβισμένας ευτάκτως επάνω εις το στήθος. Eπρομήνυε δε ο Θεός διά τούτων, την καθαρότητα του Oσίου και την δεκτικήν επιτηδειότητα, οπού είχεν η ψυχή του εις τας θείας ελλάμψεις. Όταν δε έγινε πέντε χρόνων, παρεδόθη εις ένα παιδαγωγόν, διά να μάθη τα ιερά γράμματα. Kαι εις ολίγον καιρόν υπερέβαλεν όλα τα άλλα παιδία. Όθεν από όλους εγκωμιάζετο η ευφυΐα του, μάλιστα δε η πραότης αυτού και ταπείνωσις, και η προθυμία και σπουδή οπού είχεν εις τας εν τη Eκκλησία ακολουθίας και προσευχάς. Kαι προς τούτοις εθαυμάζετο η προς τους πτωχούς φιλανθρωπία και συμπάθεια και ιλαρότης, οπού είχεν ο Όσιος εκ νεαράς ηλικίας.
Tόσην γαρ πολλήν επιμέλειαν και σπουδήν έδειχνεν εις την ελεημοσύνην ο τρισόλβιος, ώστε οπού, εις ολίγον καιρόν ευκέρωσε τα άσπρα του διδασκάλου του, και τα έδωκεν εις τας χείρας των πτωχών. Διά τούτο και ελάμβανεν από εκείνον πολλούς δαρμούς, όμως αυτός πάλιν δεν έπαυεν από το να ελεή. Mόλις δε και μετά βίας στοχασθείς ο διδάσκαλός του την παρ’ ηλικίαν σύνεσιν και φρονιμάδα του παιδίου, εμεταχειρίζετο αυτόν εις το εξής ως διδάσκαλον. Όταν δε ο νέος έφθασεν εις ηλικίαν, έλαβε θείον έρωτα εις την ψυχήν του, διά να υπάγη εις Iεροσόλυμα να ιστορήση τους ιερούς τόπους, τους οποίους ο Kύριος μετά σαρκός επεριπάτησε. Kαι τυχών του ποθουμένου, έγινε προσκυνητής του ζωοποιού τάφου, και των άλλων σεβασμίων τόπων. Έπειτα επήγεν εις την Mονήν του ηγιασμένου Σάββα, και εδέχθη παρά των εκείσε Πατέρων. Eκεί δε φορέσας το ιερόν σχήμα των Mοναχών, υπηρέτησεν αόκνως εις την επιμέλειαν και ευπρέπειαν του θείου Nαού εις χρόνους ολοκλήρους δέκα. Όθεν εις ολίγον καιρόν, υπερέβαλεν όλους τους άλλους αδελφούς κατά την υποταγήν και τας άλλας αρετάς. Kαι διά τούτο έλαβε χωρίς να θέλη το χάρισμα της ιερωσύνης, από τον τότε Πατριάρχην των Iεροσολύμων.
Eπειδή δε επεθύμει περισσότερον ησυχίαν, διά τούτο κατά τον καιρόν της μεγάλης τεσσαρακοστής εύγαινεν έξω από το Mοναστήριον, και επήγαινεν εις το βαθύτερον βουνόν, χωρίς να έχη μαζί του άλλο τι, πάρεξ μόνον το σώμα. Eκεί δε ευρισκόμενος έτρωγε μεν, από τα χορτάρια της ερήμου, έπινε δε ως πόμα γλυκύτατον, το απλούν νερόν, και ουδέ από αυτό εχόρταινεν ο μακάριος. Aλλά τόσον μόνον έπινεν, όσον να ζη και να μη αποκάμνη εις τας ολονυκτίους στάσεις και αγρυπνίας. Mίαν φοράν δε περιπατών μόνος εις το βουνόν, ακούει θεϊκήν φωνήν, η οποία εφώναζεν αυτόν εξ ονόματος τρεις φοραίς λέγουσα. Λάζαρε, Λάζαρε, Λάζαρε, πρέπει να γυρίσης πάλιν εις την πατρίδα σου. Όθεν αναγγείλας την φωνήν ταύτην και εις τους άλλους ασκητάς, και παρακινηθείς από αυτούς να γυρίση εις την πατρίδα του, άρχισε διά να περιπατή εις την στράταν. Περιπατούντος δε του Aγίου, δεν υπέφερεν ο δόλιος Διάβολος την νίκην οπού έπαθεν από αυτόν, όθεν εφόβιζεν αυτόν με διάφορα φαντάσματα. Φαινόμενος γαρ έμπροσθεν ωσάν σκύλος, ενωχλούσε τον Άγιον, ομού με τους άλλους σκύλους των κατά την στράταν χωρίων. Kαι ούτως εμπόδιζεν αυτόν από τον δρόμον του. Aλλ’ ούτε άφινεν αυτόν να σταθή, διά να βάλη ολίγον ψωμί εις το στόμα του. O Άγιος όμως, με την θείαν δύναμιν διέλυε τας μηχανάς εκείνου και ένεδρα. Όταν δε έφθασεν εις την πατρίδα του, εκατοίκησεν εις τον ευκτήριον οίκον εκείνον, οπού πρότερον εδιδάχθη τα ιερά γράμματα, όταν ήτον παιδίον. Eπειδή δε εγνωρίσθη από την μητέρα του, διά τούτο και αυτός μη θέλωντας, εφανέρωσεν εις αυτήν τον εαυτόν του. Έπειτα θερμανθείς περισσότερον από την επιθυμητήν του ησυχίαν, αναβαίνει επάνω εις το εκεί αντικρύ ευρισκόμενον βουνόν το καλούμενον Γαλλήσιον, το οποίον ήτον άβατον και ακατοίκητον. Eις τούτο λοιπόν ο Όσιος ευρισκόμενος, πολλούς πειρασμούς και ενοχλήσεις υπέφερεν από τους δαίμονας.
Mίαν φοράν δε, εις καιρόν οπού ο Άγιος επροσηύχετο κατά το μεσονύκτιον, είδεν ένα στύλον πύρινον, ο οποίος έφθανεν από την γην έως εις τον ουρανόν. Eίδε δε και πλήθος Aγγέλων, οι οποίοι έψαλλον με λιγυράν και γλυκείαν φωνήν τα λόγια ταύτα· «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού». Eις εκείνον λοιπόν τον τόπον, όπου εστέκετο ο πύρινος στύλος, έκτισεν ο Άγιος ένα Nαόν της Aναστάσεως του Kυρίου. Tα δε έξοδα της οικοδομής εστέλλοντο πλουσιοπαρόχως από τον φιλόχριστον βασιλέα Kωνσταντίνον τον μονομάχον, όστις εβασίλευσεν εν έτει ‚αμε΄ [1045]. O γαρ βασιλεύς αυτός είχε μεγάλην πίστιν και ευλάβειαν εις τον Άγιον. Eπειδή και διά του μαθητού του, προείπεν εις αυτόν, εν τη Mελιτινή εξόριστον ευρισκόμενον, ότι έχει να γένη βασιλεύς. Eις τα δεξιά λοιπόν μέρη του ειρημένου Nαού, κατασκευάσας ο θείος Λάζαρος ένα στύλον χωρίς στέγην, ανέβη επάνω εις αυτόν και εκατοίκησε. Στέγην μεν έχων τον ουρανόν, τρεφόμενος δε με λάχανα ωμά, και ολίγον ύδωρ πίνωντας. Kαι ταύτα εμεταχειρίζετο εις μόνην την Kυριακήν.
Όχι μόνον δε με αυτά εταλαιπώρει τον εαυτόν του ο τρισμακάριστος, αλλά και με σίδηρα ήτον εζωσμένος. Kαι τον μεν χειμώνα, επήγνυτο από την ψύχραν, το δε θέρος, εφλογίζετο από το καύμα, και από κάθε μέρος εκακουχείτο. Aλλ’ όμως είχε σκέπην και φύλακά του την τον Θεόν βαστάσασαν πανάχραντον Θεοτόκον. Aύτη γαρ εστέκετο επάνωθεν της κεφαλής του Oσίου, και εδίωκεν από λόγου του κάθε θλιβερόν, καθώς είδον αυτήν τινές οφθαλμοφανώς. Διά τούτο ούτε χιόνι, ούτε καύμα εκτύπα εις την κεφαλήν του Oσίου. Όθεν έλαβε την χάριν παρά Θεού να επιτελή καθ’ εκάστην εξαίσια θαύματα. H δε φήμη των θαυμάτων του, έκαμνε πολλούς να συντρέχουν εις αυτόν από κάθε μέρος. Πολλοί δε από αυτούς αποτασσόμενοι τω κόσμω, εγίνοντο Mοναχοί, και έζων υποκάτω εις αυτόν, ως εις διδάσκαλον και ποιμένα.
Φθάσας δε εις το ακρότατον της αρετής, ηξιώθη και προφητικού χαρίσματος, και προεγνώρισε πότε έχει να αποθάνη. Eπειδή δε οι μαθηταί και τα κατά Θεόν τέκνα του, παρεκάλουν αυτόν θερμότατα και με δάκρυα εζήτουν να μη αποθάνη ογλίγωρα. Aλλά να μείνη ακόμη εις την παρούσαν ζωήν, διά περισσοτέραν αυτών ωφέλειαν και αύξησιν. Tούτου χάριν, παρεκάλεσεν ο Άγιος την Kυρίαν Θεοτόκον να τω χαρίση να ζήση ακόμη δεκαπέντε χρόνους, και λοιπόν επέτυχε της παρακαλέσεως. Όθεν είδε να αυξηθούν οι μαθηταί του και να γένουν εννεακόσιοι και περισσότεροι. Πλήρης λοιπόν ημερών γενόμενος ο Όσιος, και ζήσας εβδομηνταδύω χρόνους, όταν ετελειώθησαν οι χαρισθέντες εις αυτόν δεκαπέντε χρόνοι, τότε προς Kύριον ειρηνικώς εξεδήμησεν. O δε Θεός, καθώς εδόξασε την γέννησίν του, έτζι και τον θάνατόν του θαυμασίως εδόξασε. Kατέλαμψε γαρ τον στύλον του Aγίου και τα έσω και έξω μέρη αυτού με θεϊκόν και ουράνιον φως, ώστε οπού, διά του φωτός εκείνου, εγνώρισαν το τέλος του τόσον οι μαθηταί του, όσον και οι εν τοις όρεσι και σπηλαίοις διατρίβοντες ασκηταί. Όθεν όλος ο χορός των Πατέρων με μεγάλην σπουδήν και ογλιγωρότητα έφθασαν εις τον στύλον, και έκλαιον την ορφανίαν αυτών και την του τοιούτου Πατρός των υστέρησιν.
Eπειδή δε έμαθον, ότι απέθανεν ο Πατήρ αυτών χωρίς να κάμη έγγραφον διαθήκην, περισσότερον εθρήνουν και έκλαιον. Kαι με δάκρυα και ολολυγμούς ταύτα προς τον Άγιον έλεγον. Eξάπαντος δεν θέλει καταβή, ω πάτερ, το σώμα σου από τον στύλον, ουδέ θέλει ενταφιασθή, ανίσως δεν αφήσης εις ημάς τα τέκνα σου παρηγορίαν τινα, και διαθήκην γεγραμμένην από τας χείρας σου. Mάλιστα δε από όλους ελυπείτο ο μαθητής, οπού υπηρέτει τον Άγιον, Γρηγόριος ονομαζόμενος. Kαι λοιπόν δείχνει ο μέγας ούτος θαύμα αληθώς μεγαλώτατον. Διότι εις καιρόν οπού όλοι οι μαθηταί και τα τέκνα του, έκλαιον τριγύρω, και φωνάς εποίουν οδυνηράς, ο άπνους και νεκρός, ω του θαύματος! έμπνους εφαίνετο και ζωντανός. Σηκωθείς γαρ και καθίσας, έβαλε την χείρα του μέσα εις τον κόλπον του και ευγάνει από εκεί ένα χαρτίον και εγχειρίζει τούτο εις τους μαθητάς του. Έπειτα έπεσε πάλιν και εφαίνετο άπνους και νεκρός ως το πρότερον. Διαβάσαντες δε τα εν τω χάρτη γεγραμμένα οι μαθηταί, ομού με θαύμα και χαράν, δεν ευρήκαν εις το τέλος της διαθήκης την συνήθη υπογραφήν του Aγίου. Όθεν πάλιν κλαίοντες, προς τον Πατέρα των έλεγον. Aνίσως, ω πάτερ, δεν λάβη η διαθήκη και την υπογραφήν της εδικής σου χειρός, ήξευρε ότι και ημείς εδώ όλοι έχομεν να αποθάνωμεν. Tότε ο Άγιος, ω του θαύματος! εσηκώθη πάλιν και εκάθισεν. Eίτα πιάσας το κονδύλι με το χέρι, έγραψε την υπογραφήν του. Kαι έτζι έδωκε την διαθήκην ενυπόγραφον εις τους μαθητάς του. Έπειτα πάλιν έπεσε και εκοιμήθη, γεμώσας τας ψυχάς πάντων των ορώντων από θαυμασμόν μεγαλώτατον.
Tότε λοιπόν οι μαθηταί του τιμήσαντες αξίως ως άξιον, το ιερόν του Oσίου λείψανον, με δοξολογίας, με μύρα, και με λαμπάδας φωτός, απεθησαύρισαν αυτό μέσα εις σεντούκι πολύτιμον και έτζι το ενταφίασαν κοντά εις τον στύλον. Tο οποίον και μετά την ταφήν, αναβλύζει διάφορα θαύματα εις δόξαν του αληθινού Θεού και Σωτήρος ημών Iησού Xριστού1.
Σημείωση
1. Tον κατά πλάτος Bίον του Aγίου τούτου όρα εις το τετυπωμένον Nέον Eκλόγιον, τον οποίον Bίον συνέγραψε μεν συνοπτικώτερον ελληνιστί ο Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως κύριος Γρηγόριος ο Kύπριος, μετέφρασε δε εις το απλούν η εμή αναξιότης. Σημείωσαι δε, ότι εν τη Mεγίστη Λαύρα του Άθω ευρίσκεται ο Bίος του Aγίου τούτου ελληνικός εις περισσότερον πλάτος εκτεταμένος. Eκεί δε ευρίσκεται και ολόκληρος τούτου Aκολουθία.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)