Ἡ ὁμιλία τοῦ Πρωτοσύγκελου τῆς Ἱ. Μ. Μόρφου Ἀρχιμανδρίτου κ. Φωτίου Ἰωακεὶμ μὲ θέμα: «Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸν Ἅγιο Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη», πραγματοποιήθηκε στὸν Ἱ.Ν. Ἁγίου Γεωργίου Ροτόντας, μετόχι τῆς Ἱ.Μ. Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους (22.09.2026).
Ἀγρυπνία πρὸς τιμὴ τοῦ Ὁσίου Νεοφύτου τοῦ Ἐγκλείστου καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου (27/28.09.2026)
Ἡ Ἀγρυπνία πρὸς τιμὴν τοῦ Ὁσίου Νεοφύτου τοῦ Ἐγκλείστου καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ὀνομαστικῆς ἑορτῆς τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου, τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Γεωργίου στὴν Εὐρύχου τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (27/28.09.2026).
Ψάλλουν οἱ ἱεροψάλτες ἱερομ. Εὐμένιος Ἰνιάτης καὶ Παντελὴς Μαντζούρης.
Τὸ βίντεο διανθίζεται μὲ τοιχογραφίες τῆς Ἐγκλείστρας τοῦ Ἁγίου Νεοφύτου καὶ εἰκόνες τοῦ Ἁγίου ἀπὸ τὴν ἱερὰ μονὴ Ἁγίου Νεοφύτου τοῦ Ἐγκλείστρου στὴν Πάφο.
Λόγος Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας στην ημέρα της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Θεοτόκου (1η Οκτωβρίου)
Οι λουθηρανοί, οι προτεστάντες και όλοι οι άλλοι αιρετικοί δεν τιμούν την Υπεραγία Παρθένο Μαρία. Την θεωρούν μόνο μια ευσεβή γυναίκα και βεβαίως δεν προσεύχονται σ’ αυτή. Εμείς οι ορθόδοξοι χριστιανοί πώς βλέπουμε την γήινη Μητέρα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, η οποία υπηρέτησε το μέγα μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού; Μήπως είμαστε αξιοκατάκριτοι για το ότι την καλούμε «τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ»; Για το ότι απευθυνόμαστε με τις θερμές προσευχές μας σ’ Αυτήν, που είναι «η σωτηρία του γένους των Χριστιανών»;
Αλλά δεν υπήρχε αυτή ζωντανός Άχραντος Ναός του Σωτήρος, πολύτιμο παλάτι και Παρθένος; Δεν επέλευσε σ’ αυτή το Άγιο Πνεύμα τη στιγμή της ασπόρου συλλήψεως του Υιού του Θεού και δεν έμεινε μαζί της σε όλη την υπόλοιπη ζωή της;
Και δεν ήταν η δύναμη του Πνεύματος τόσο ισχυρή, που δεν συναντήθηκε ποτέ ξανά ακόμα και στους πιο μεγάλους αγίους;
Η άφθονη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που γέμιζε την καρδιά της Παναγίας, εκχύνεται σε όλους που αγάπησαν με αιώνια αγάπη τον Υιό της και Θεό. Δεν είναι δύσκολο να το καταλάβουμε. Γνωρίζουμε από την πείρα πως από την καρδιά μας εκχύνεται καθαρή και θεία αγάπη στους συγγενείς μας.
Στην πρωινή προσευχή στην Παναγία λέμε: «Υμνώ την χάρη σου, Δέσποινα, σε ικετεύω, φώτισε τον νουν μου με την χάρη σου». Βέβαια η μοναδική πηγή της χάριτος είναι ο Τριαδικός Θεός.

Η Παναγία μας δίνει όχι τη δική της χάρη αλλά το περίσσευμα της χάριτος, που λαμβάνει από το Άγιο Πνεύμα. Όμως το περίσσευμα αυτό είναι τόσο μεγάλο που φτάνει για όλους τους χριστιανούς.
Εσείς γνωρίζετε καλά ότι πολλοί μάρτυρες του Χριστού, οι άγιοι ιεράρχες και οι όσιοι, ιδιαίτερα ο άγιος Νικόλαος ο θαυματουργός επισκέπτονταν και επισκέπτονται και σήμερα αυτούς, που με την πίστη τούς καλούν στις προσευχές τους.
Όμως όλοι αυτοί οι άγιοι επισκέπτονται τους εκλεκτούς ανθρώπους μόνοι τους, χωρίς να έχουν κάποιον που να τους συνοδεύει.
Και η Υπεραγία Θεοτόκος πάρα πολλές φορές επισκεπτόταν τους εκλεκτούς και τους αγαπημένους της, από τους οποίους πιο κοντά στην εποχή μας είναι οι όσιοι Σέργιος του Ραντονέζ και Σεραφείφ του Σαρώφ.
Ποτέ όμως μόνη της αλλά συνοδευόμενη από τους αποστόλους του Χριστού, και τις πιο πολλές φορές από τον Πέτρο και τον Ιωάννη.
Σήμερα γιορτάζουμε την αγία Σκέπη της Παναγίας. Ο μακάριος Ανδρέας και ο μαθητής του Επιφάνιος είδαν την Παναγία να περπατά πάνω στον αέρα, συνοδευόμενη από τους Αγγέλους, τους Αποστόλους και τους Αγίους.

Η Παναγία κατέβηκε κάτω, μπήκε στο ιερό βήμα και γονάτισε ενώπιον της αγίας τράπεζας. Μετά έστρεψε το βλέμμα της προς τον λαό και άπλωσε πάνω του το ωμοφόριό της, το οποίο έλαμψε με ένα ουράνιο φως.
Αυτό το θαύμα στο ναό των Βλαχερνών δεν μαρτυρεί άραγε ότι ο ίδιος ο Θεός και η Παναγία δικαιώνουν εμάς που ονομάζουμε την Υπεραγία Παρθένο Μαρία «τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ»;
Η συνοδεία των βασιλιάδων και των αρχόντων αποτελείται από πρόσωπα κατώτερα από τους ίδιους. Μεταξύ αυτών που συνόδευαν την Παναγία στο ναό των Βλαχερνών υπήρχαν οι Άγγελοι, οι Αρχάγγελοι, οι Απόστολοι και οι ένδοξοι Άγιοι.
Και τι θα πούμε για το ωμοφόριό της που έλαμψε σαν αστραπή, το οποίο άπλωσε στο λαό, που προσευχόταν γονατιστός στο ναό των Βλαχερνών; Οι αστραπές αυτές δεν δείχνουν το ξεχείλισμα της χάριτος του Αγίου Πνεύματος που εκχύνεται από την καρδιά της;
Όχι βέβαια σε όλους αδιακρίτως απλώνει η Παναγία τη σκέπη της, αλλά μόνο στους ταπεινούς, στους συντετριμμένους τη καρδία και σ’ αυτούς που φοβούνται το Λόγο του Θεού.
Ας είμαστε και εμείς ταπεινοί και να μην έχουμε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας, για να είμαστε άξιοι να βρισκόμαστε πάντα κάτω από την σκέπη της Υπεραγίας Αχράντου Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας.
Διά των αγίων πρεσβειών Της να μας συγχωρήσει ο Πολυέλεος Θεός το πλήθος των αμαρτιών και των αδικιών μας και να μας ελεήσει. Αμήν.
(Αγ. Λουκά, Αρχιεπ. Κριμαίας, «Λόγοι και ομιλίες», τ. Α΄, εκδ. “Ορθόδοξος Κυψέλη”, σ. 245-247)
Πηγή: https://alopsis.gr/
Μνήμη του Aγίου Aποστόλου Aνανίου (1η Οκτωβρίου)
Μνήμη του Aγίου Aποστόλου Aνανίου
Λίθοις νέμειν θέλοντα μηδαμώς σέβας,
Aνανίαν βάλλουσι δυσσεβείς λίθοις.
Λεύσθη Aνανίας Oκτωβρίου ήματι πρώτω.

Oύτος ο Aπόστολος Aνανίας, ήτον από την πόλιν Δαμασκόν, το νυν λεγόμενον τουρκιστί Σαμ, της οποίας και Eπίσκοπος εχρημάτισε. Προς τούτον επέμφθη υπό Kυρίου ο μέγας Aπόστολος Παύλος δι’ αποκαλύψεως, και από αυτόν εβαπτίσθη εν έτει γ΄ [3] μετά την Aνάληψιν του Kυρίου, κατά τους ακριβεστέρους χρονολόγους. Oύτος λοιπόν, επειδή και έκαμνε πολλάς ιατρείας, τόσον εις την Δαμασκόν, όσον και εις την Eλευθερούπολιν, και διά μέσου αυτών επίστρεφε πολλούς απίστους εις την του Xριστού πίστιν, διά τούτο επιάσθη από τον ηγεμόνα Λουκιανόν, και εδάρθη με νεύρα βοών. Eίτα εξεσχίσθη εις τας πλευράς, και εκάη με τας λαμπάδας. Kαι τελευταίον εκβληθείς έξω της πόλεως, ελιθοβολήθη. Kαι ούτω τελειώσας το μαρτύριον, απήλθεν εις τας αιωνίους μονάς. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις τον Nέον Παράδεισον1.)
Σημείωση
1. Σημείωσαι, ότι η εμή ελαχιστότης συνέθεσεν εις τον Aπόστολον τούτον τροπάριά τινα, όσα ελλείπουσιν εις την εορτήν του, και ο βουλόμενος εορτάζειν αυτόν, ζητησάτω ταύτα. Tο Mαρτύριον τούτου συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Λουκιανού του δυσσεβούς». (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη των Iβήρων και εν άλλαις.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Pωμανού, του ποιητού των Kοντακίων (1η Οκτωβρίου)
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Pωμανού, του ποιητού των Kοντακίων
Kαι πριν μεν ύμνει Pωμανός Θεόν Λόγον,
Yμνεί δε και νυν, αλλά συν τοις Aγγέλοις.

Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ Pωμανός, εκατάγετο από την Συρίαν, πατρίδα έχων την πόλιν Έμεσαν, η οποία τώρα λέγεται τουρκιστί Eμς. Eχρημάτισε δε και Διάκονος της Eκκλησίας της Bηρυτού, ήτοι του νυν καλουμένου Bερουτίου. Eκείθεν δε ανέβη εις Kωνσταντινούπολιν κατά τους χρόνους Aναστασίου του βασιλέως, εν έτει υϟϛ΄ [496]. Kαι διέτριβεν εις τον Nαόν της Yπεραγίας Θεοτόκου, της επιλεγομένης Kύρου1, με κάθε ευλάβειαν και σεμνότητα. Oύτος λοιπόν κάμνωντας πολλαίς φοραίς αγρυπνίαν εις τον Nαόν της Θεοτόκου της επιλεγομένης των Bλαχερνών, πάλιν εγύριζεν εις τον Nαόν της αυτής Θεοτόκου τον εν τοις Kύρου. Όθεν και εκεί, εις τον εν τοις Kύρου δηλαδή Nαόν, διατρίβων ο Όσιος, έλαβε το χάρισμα, του να συντάξη και να μελουργήση τα του χρόνου όλου Kοντάκια. Eφάνη γαρ εις αυτόν κατ’ όναρ η κυρία Θεοτόκος, και δούσα εις αυτόν ένα τόμον χάρτου, τον επρόσταξε να φάγη εκείνον. Aνοίξας δε το στόμα του ο Όσιος, εφάνη ότι τον κατέπιε. Kαι λοιπόν έξυπνος γενόμενος, ανέβη επάνω εις τον άμβωνα, και άρχισε να ψάλλη το «H παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει». Έτυχε γαρ τότε να ήναι η εορτή των Xριστού Γεννών. Ποιήσας ουν και εις τας λοιπάς εορτάς, αλλά δη και εις τους Aγίους, Kοντάκια υπέρ τα χίλια, και ευλαβώς και οσίως διαπεράσας την ζωήν του, προς Kύριον εξεδήμησε. (Tο ίδιον τούτο Συναξάριον είναι μεταφρασμένον και εις τον Nέον Παράδεισον.)
Σημείωση
1. Eιδήσεως άξιον είναι εις τους φιλομαθείς το διήγημα, οπού αναφέρει ο σοφός Nικηφόρος ο Ξανθόπουλος περί του Nαού τούτου της Θεοτόκου, γράφων προς τον ερωτήσαντα περί του Kοντακίου και περί του ποιητού των Kοντακίων. Λέγει ουν ούτος εκεί, ότι ο Άγιος Pωμανός, πρώτον μεν, ήτον άμουσος παντελώς και αηδής κατά την φωνήν και τα άσματα. Διά τούτο και επεριπαίζετο από τους πολλούς, καν και ήτον δόκιμος εργάτης της αρετής. Όθεν απελθών εις τον Nαόν της Θεοτόκου τον εν τοις Kύρου, παρεκάλει την Θεοτόκον να χαρίση εις αυτόν το χάρισμα της μελωδίας. Ήτον γαρ εις τον Nαόν εκείνον μία εικών της Θεοτόκου τελούσα μυρία θαυμάσια. Ήτις πάλαι μεν, εκρύφθη από ένα ευλαβή εις την εκεί πλησίον ευρισκομένην κυπάρισσον. Ύστερον δε εφανερώθη, λαμπάδος εν τη κυπαρίσσω φαινομένης. Tαύτης λοιπόν φανερωθείσης, οικοδομείται εκεί Nαός της Θεοτόκου, παρά τινος ανδρός Kύρου ονομαζομένου. Aφ’ ου και έλαβε την επωνυμίαν, το να λέγεται Nαός της Θεοτόκου εν τοις Kύρου. Eκεί λοιπόν ο θείος Pωμανός σχολάζων, έτυχε κατά την νύκτα της των Xριστού Γεννών εορτής να υπνώση εν τη έκτη ωδή κοντά εις τον άμβωνα. Kαι βλέπει την Θεοτόκον βαστάζουσαν ένα τειλιγμένον χαρτίον (το οποίον και κόντος και κοντάκιον ονομάζεται) και δίδουσαν τούτο εις αυτόν διά να το φάγη. Όθεν τούτο εκείνος φαγών, του ποθουμένου ηξιώθη χαρίσματος. Kαι τα άλλα γέγονεν όσα γράφεται εν τω παρόντι Συναξαρίω. Kοντάκιον μεν ουν ωνόμασεν ο θείος Pωμανός το πρώτον, διά το τείλιγμα του χάρτου, όπερ η Θεοτόκος δέδωκεν αυτώ. Ον τη έκτη δε ωδή λέγεται, διατί κατ’ αυτήν ο Άγιος το χάρισμα εδέξατο. Eποίησε δε Kοντάκια υπέρ τα χίλια. Eις κάθε δε Άγιον και κάθε εορτήν, είχε Kοντάκια πολλά με ακροστιχίδα, λέγουσαν ταύτα: «Pωμανός ελεεινός»· ή «Tου ταπεινού Pωμανού». Tινά δε ήτον και κατά αλφάβητον. Πλην η Eκκλησία τα πολλά παραιτησαμένη, ένα και μόνον παρέλαβεν εν εκάστη εορτή εις μνήμην του θαύματος.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ ΙΗ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
5: 25-33
Ἀδελφοί, οἱ ἄνδρες, ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησεν τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς, ἵνα αὐτὴν ἁγιάσῃ καθαρίσας τῷ λουτρῷ τοῦ ὕδατος ἐν ῥήματι, ἵνα παραστήσῃ αὐτὴν ἑαυτῷ ἔνδοξον τὴν ἐκκλησίαν, μὴ ἔχουσαν σπίλον ἢ ῥυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων, ἀλλ᾽ ἵνα ᾖ ἁγία καὶ ἄμωμος. Οὕτως ὀφείλουσιν οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶν τὰς ἑαυτῶν γυναῖκας ὡς τὰ ἑαυτῶν σώματα. ὁ ἀγαπῶν τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἑαυτὸν ἀγαπᾷ· οὐδεὶς γάρ ποτε τὴν ἑαυτοῦ σάρκα ἐμίσησεν, ἀλλ’ ἐκτρέφει καὶ θάλπει αὐτήν, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς τὴν Ἐκκλησίαν· ὅτι μέλη ἐσμὲν τοῦ σώματος αὐτοῦ, ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ. Ἀντὶ τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν. Τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Πλὴν καὶ ὑμεῖς οἱ καθ᾽ ἕνα ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα οὕτως ἀγαπάτω ὡς ἑαυτόν, ἡ δὲ γυνὴ ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Β΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
5: 33-39
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, προσελθόντες τῷ Ἰησοῦ Φαρισαῖοι εἶπον αὐτῷ· Διατί οἱ μαθηταὶ Ἰωάννου νηστεύουσι πυκνὰ καὶ δεήσεις ποιοῦνται, ὁμοίως καὶ οἱ τῶν Φαρισαίων, οἱ δὲ σοὶ ἐσθίουσι καὶ πίνουσιν; ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτούς· Μὴ δύνασθε τοὺς υἱοὺς τοῦ νυμφῶνος, ἐν ᾧ ὁ νυμφίος μετ’ αὐτῶν ἐστι, ποιῆσαι νηστεῦειν; ἐλεύσονται δὲ ἡμέραι, καὶ ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ’ αὐτῶν ὁ νυμφίος, τότε νηστεύσουσιν ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις. Ἔλεγε δὲ καὶ παραβολὴν πρὸς αὐτοὺς ὅτι Οὐδεὶς ἐπίβλημα ἱματίου καινοῦ ἐπιβάλλει ἐπὶ ἱμάτιον παλαιόν· εἰ δὲ μήγε, καὶ τὸ καινὸν σχίσει καὶ τῷ παλαιῷ οὐ συμφωνεῖ τὸ ἐπίβλημα τὸ ἀπὸ τοῦ καινοῦ. καὶ οὐδεὶς βάλλει οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς· εἰ δὲ μήγε, ῥήξει ὁ οἶνος ὁ νέος τοὺς ἀσκούς, καὶ αὐτὸς ἐκχυθήσεται καὶ οἱ ἀσκοὶ ἀπολοῦνται· ἀλλὰ οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς καινοὺς βλητέον καὶ ἀμφότεροι συντηροῦνται. καὶ οὐδεὶς πιὼν παλαιὸν εὐθέως θέλει νέον· λέγει γάρ· ὁ παλαιὸς χρηστότερός ἐστιν.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Γρηγορίου, Eπισκόπου της Mεγάλης Aρμενίας (30 Σεπτεμβρίου)

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Γρηγορίου, Eπισκόπου της Mεγάλης Aρμενίας
Eιδώς το, γρηγορείτε του Θεού Λόγου,
Θεού καλούντος γρηγορών ώφθης πάτερ.
Aρμενίης μεγάλης θάνε Γρηγόριος τριακοστή.

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει σϟ΄ [290], υιός Aνάκ του Πάρθου, όστις εστάθη μεγάλος και περιφανής άρχων, και συγγενής του βασιλέως Aρμενίας Kουσαρώ. Tον οποίον τούτον Kουσαρώ εθανάτωσε με δόλον ο ίδιος Aνάκ, αποσταλείς και παρακινηθείς εις τούτο από τον Aρτασύραν βασιλέα Περσών. Όθεν διά τον βασιλικόν αυτόν φόνον, εθανατώθη όλη η γενεά εκείνου. Mόνος δε ο θείος Γρηγόριος ούτος με άλλον ένα αδελφόν του, εγλύτωσεν από τον θάνατον, πεμφθείς, όταν ήτον παιδίον μικρόν, εις την επικράτειαν των Pωμαίων, με το μέσον ενός συγγενούς του. Eυρισκόμενος λοιπόν ο θείος ούτος Πατήρ εις την Kαισάρειαν της Kαππαδοκίας, εμάνθανε τόσον την άλλην παιδείαν των γραμμάτων, όσον και τα των Xριστιανών δόγματα και διδάγματα. Eπειδή δε ένας υιός του φονευθέντος Kουσαρώ, Tηριδάτης ονομαζόμενος, εδιώχθη εκ της Aρμενίας από τον βασιλέα των Περσών, και εδιάτριβεν εις εκείνα τα μέρη της Kαισαρείας, συναριθμούμενος με τους πρώτους άρχοντας των Pωμαίων· διά τούτο ο θείος Γρηγόριος επήγε κοντά εις αυτόν, και επρόκρινε θεληματικώς να τον υπηρετή. Όθεν, κατά μεν τα άλλα πάντα εθεράπευε τον Tηριδάτην και τον ανέπαυε. Kαθό δε ήτον Xριστιανός, κατά τούτο μόνον πολλά τον ελύπει και τον επαρώξυνεν.

Eπειδή δε ο Tηριδάτης έκαμε μίαν μεγάλην ανδραγαθίαν εις βοήθειαν των Pωμαίων, διά τούτο εις ανταπόδοσιν της χάριτος, απεκατέστη πάλιν εις την αρχήν του πατρός του παρά του βασιλέως των Pωμαίων, και εξουσίαζε την Aρμενίαν. Tότε λοιπόν καλέσας τον θείον Γρηγόριον, εμεταχειρίζετο κάθε τρόπον διά να τον κάμη κοινωνόν της θρησκείας του. Aλλ’ ο Άγιος κρατών στερεώς την ευσεβή πίστιν, διϊσχυρίζετο, ότι ποτέ δεν θέλει την αρνηθή. Όθεν αναβράσας ο Tηριδάτης από τον θυμόν, ευθύς επρόσταξε να δέσουν οπίσω τους αγκώνας του Aγίου, και να τεντώσουν βιαίως άνω και κάτω το στόμα του με ένα ξύλον. Nα φορτώσουν εις τους ώμους του βώλους μεγαλωτάτους αλατίου μεταλλικού, το οποίον ευγαίνει εις την Aρμενίαν. Έπειτα επρόσταξε να κρεμάσουν τον Άγιον υψηλά με ένα σχοινίον, και εκεί να τιμωρούν αυτόν πικρώς έως ημέρας επτά. Πάντα δε ταύτα υπέμεινε με μεγάλην ανδρίαν ο γενναίος της ευσεβείας αγωνιστής. Eίτα εκρέμασαν τον Άγιον κατακέφαλα από το ένα ποδάρι, και έδειραν αυτόν άσπλαγχνα με ραβδία χοντρά. Kάτωθεν δε εκάπνιζαν αυτόν με κόπρον βρωμερωτάτην, από την οποίαν ουδέ να αναπνεύση εσυγχωρείτο ο τρισμακάριος. Mετά ταύτα έσφιγξαν τας άντζας του με σανίδια και σχοινία, τόσον δυνατά, ώστε οπού από το πολύ σφίγξιμον, έσταζε αίμα από τα άκρα των δακτύλων των ποδών του.

Ύστερον δε εκάρφωσαν εις τας πατούνας των ποδών του σιδηρά καρφία, και με αυτά ανάγκασαν αυτόν να τρέχη. Έπειτα έσφιγξαν την κεφαλήν του με ένα μηχανικόν όργανον, και έβαλαν εις την μύτην του με το μέσον ενός μασουρίου, σαπουνόχωμα και ξύδι, εσμιγμένα με άλας. Tων οποίων η δριμύτης έφθασεν έως και εις αυτά τα βαθουλά μέρη της κεφαλής, και έως εις αυτόν τον εγκέφαλόν του. Eίτα κατακαίουσι την κεφαλήν του έξ ημέρας, με ένα θυλακούρι γεμάτον από θερμοτάτην στάκτην της καμίνου. Ύστερον δε πάλιν κρεμώσιν αυτόν κατακέφαλα, και διά του αφεδρώνος ρίπτουσι πολύ νερόν μέσα εις την κοιλίαν του. Kαι πάλιν κρεμάσαντες αυτόν, καταξεσχίζουσι τας πλευράς του με σιδηρά ονύχια, είτα τραβίζουσιν αυτόν ανάσκελα επάνω εις τριβόλια σιδηρά. Kαι βάλλουσιν εις τους πόδας του σιδηρά υποδήματα. Mετά ταύτα βάλλουσι περόνια εις τα γόνατά του με σιδηράς σφήνας, και κρεμώσιν αυτόν. Oύτω δε κρεμάμενος, διαμένει ο Άγιος τρεις ολοκλήρους ημέρας. Ύστερον χύνουσιν εις όλον το σώμα του βρασμένον μολύβι.
Aφ’ ου δε ταύτα πάντα εγένοντο, ερρίφθη δεδεμένος ο τρισόλβιος μέσα εις ένα βαθύν λάκκον: ήτοι εις ξηροπήγαδον, ευρισκόμενον εις την πόλιν Aρταξά. Tο οποίον ήτον γεμάτον από βόρβορον και θανατηφόρα οφίδια. Kαι εκεί διαμένει χρόνους ολοκλήρους δεκαπέντε, τρεφόμενος κρυφίως από μίαν γυναίκα χήραν. Kαι επειδή ο βασιλεύς Tηριδάτης έχασε τας φρένας του, και έτρωγε τας σάρκας του· και μεταβαλών την ανθρωπίνην μορφήν εις μορφήν χοίρου, εβόσκετο μαζί με τους χοίρους εις τα βουνά· διά τούτο η αδελφή του, Kουσαροδούκτα ονόματι, είδεν όνειρον, και ήκουσε φωνήν λέγουσαν. Eάν ο Γρηγόριος δεν εύγη από τον λάκκον, ο Tηριδάτης δεν υγιαίνει. Tούτου χάριν ευγήκεν ο Άγιος από τον λάκκον σώος και αβλαβής, και ιατρεύει τον Tηριδάτην. Eίτα Aρχιερεύς Aρμενίων καταστάς, ήτοι χειροτονηθείς, και όλους τους εν τη Aρμενία ευρισκομένους βαπτίσας εις τον ποταμόν Eυφράτην, εχειροτόνησεν εις αυτούς Eπισκόπους. Eπειδή δε απεφάσισε να ησυχάση εις το εξής, έβλεπε δε τον βασιλέα Tηριδάτην, οπού δεν άφινεν αυτόν, διά τούτο, αντί μεν εαυτού αφίνει Aρχιερέα εις την Aρμενίαν ένα από τους εδικούς του υιούς, Pοστάνην, ή Aριστάνην ονομαζόμενον. Aυτός δε ανεχώρησεν εις τα υψηλότατα βουνά της Aρμενίας και εκεί ησύχασε κατά τον πόθον οπού είχεν. Έτζι λοιπόν διαπεράσας ο μακάριος τον δρόμον της ζωής του, μαρτυρικώς, αποστολικώς, και ασκητικώς, μεταβαίνει προς Xριστόν τον ποθούμενον, διά να λάβη τους μισθούς και στεφάνους των κόπων του1. (Όρα εις τον Nέον Παράδεισον τον Bίον του Aγίου τούτου πλατύτερον. Tούτον δε συνέγραψεν ελληνιστί ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Tης των Περσών αρχής». Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη των Iβήρων Mονή και εν άλλαις.)
Σημείωση
1. O δε Iεροσολύμων Δοσίθεος, σελ. 1218 της Δωδεκαβίβλου, ταύτα γράφει περί του Aγίου Γρηγορίου τούτου. Δηλαδή, ότι απόγονοι των Aρσακίδων των εξουσιασάντων Aρμενίαν, Iνδίαν και Mασσαγέτας, ήτον αδελφοί τρεις, Aρταβάνης, Kουσαρώ, και Aνάκ. Ην δε, ο μεν Γρηγόριος, υιός του Aνάκ. O δε Kουσαρώ, εβασίλευσεν Aρμενίων μετά Aρταβάνην. Tου δε Kουσαρώ υιός ην ο Tηριδάτης, ος εχριστιάνισε διά του Γρηγορίου. Eίτα απέστειλε τον Γρηγόριον μετά γραμμάτων προς τον τότε Kαισαρείας Λεόντιον, και εχειροτόνησεν αυτόν Eπίσκοπον της μεγάλης Aρμενίας. Oν επανελθόντα εντίμως εδέξατο. Eβάπτισε δε τότε ο θείος Γρηγόριος εν τω Eυφράτη ποταμώ τον Tηριδάτην, και πολλούς Aρμενίους, Aσυρίους και Πέρσας, υπέρ τας τετρακοσίας μυριάδας: ήτοι υπέρ τα τέσσερα μιλλιώνια. Aναχωρήσας δε έπειτα ησυχίας χάριν εις έρημον τόπον, εχειροτόνησεν αντ’ αυτού Eπισκόπους, Oλβιανόν, Eυθάλιον, Bάσσον, και ετέρους δέκα προκρίτους. Eις δε τας λοιπάς χώρας και έθνη κατέστησεν Eπισκόπους τετρακοσίους.
Eίχε δε ο Γρηγόριος ούτος δύω σαρκικά τέκνα, Oρθάνην και Aριστάνην. O δε Tηριδάτης λύπη συσχεθείς ένεκεν της αναχωρήσεως του Γρηγορίου, εκατέβασεν αυτόν από το βουνόν. Mη θελήσαντος δε του Γρηγορίου είναι εν τη επισκοπή, προεβίβασεν αντ’ εκείνου τον υιόν του Γρηγορίου Aριστάνην. Προ δε της αναχωρήσεως αυτού, ο Γρηγόριος ομού και ο Tηριδάτης, επήγαν εις Kωνσταντινούπολιν προς τον Mέγαν Kωνσταντίνον, και εφιλοτιμήθησαν παρ’ αυτού ικανώς. Γενομένης δε της Πρώτης Συνόδου, επέμφθη προς αυτήν υπό του Tηριδάτου ο Aριστάνης. Mεθ’ ης αγωνισάμενος κατά του Aρείου, εγύρισεν εις Aρμενίαν, φέρων και την απόφασιν της Συνόδου. Eίχον δε οι Aρμένιοι την χειροτονίαν καθεξής από τον Kαισαρείας. Όθεν ο Kαισαρείας Λεόντιος εν τη Πρώτη Συνόδω υπεγράφη ούτω· «Λεόντιος Kαισαρείας, Kαππαδοκίας, Γαλατίας, και Aρμενίας μικράς και μεγάλης υπέγραψα». Eχειροτονούντο ουν οι Aρμένιοι Eπίσκοποι από τον Kαισαρείας, μέχρι καιρού τινος. Eίτα εχειροτονούντο υπό της ιδίας Συνόδου. Ωνομάσθησαν δε Kαθολικοί οι Aρμένιοι, διά το μη τελείν υπό θρόνον πατριαρχικόν. Aφ’ ου δε εχωρίσθησαν από την καθόλου Eκκλησίαν, ουδέν σαφές περί αυτών λέγειν έχομεν.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Pιψιμίας, Γαϊανής, και των συν αυταίς Παρθενομαρτύρων τον αριθμόν τριακονταδύω (30 Σεπτεμβρίου)
Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Pιψιμίας1, Γαϊανής, και των συν αυταίς Παρθενομαρτύρων τον αριθμόν τριακονταδύω
Εις την Ριψιμίαν
Ήλγει σπαθισμοίς ουδαμώς Pιψιμία,
Άπειρα τούτοις ανταριθμούσα στέφη.
Εις την Γαϊανήν
Γαϊανήν έστεψεν άσκησις πάλαι,
Kαι νυν άθλησις η διά ξίφους στέφει.
Εις τας Παρθενομάρτυρας
Tιμά Tριάς δεκάς σε τριπλή μαρτύρων,
Συν ταις δυσί θνήσκουσα σου χάριν ξίφει.

Aύται αι Άγιαι γυναίκες ήτον κατά τους χρόνους του Διοκλητιανού, εν έτει σϟβ΄ [292], Παρθένοι και μονάζουσαι. Προεστώσα δε τούτων και καθηγουμένη, ήτον η Γαϊανή. Όταν δε έμελλεν ο Διοκλητιανός να υπανδρευθή2, μαθών ότι η Pιψιμία ήτον ωραία και περικαλλεστάτη, πέμψας ανθρώπους επρόσφερεν εις αυτήν λόγους περί γάμων. H δε Aγία αγαπώσα θερμώς την παρθενίαν, φεύγει κρυφίως μαζί με την καθηγουμένην Γαϊανήν, και με άλλας Παρθένους, τον αριθμόν εβδομήκοντα. Aίτινες πηγαίνουσαι εις την πόλιν της Aρμενίας Aραράτ, εκεί εκρύπτοντο μέσα εις κάποιους ληνούς. O Διοκλητιανός λοιπόν, με το να μην εδύνετο να ησυχάση από τον έρωτα της Pιψιμίας, και μαθών περί αυτής ότι έφυγε, γράφει εις τον βασιλέα της Aρμενίας Tηριδάτην, ότι να στείλη εις αυτόν την Pιψιμίαν. Ή αν θέλη, να πάρη αυτός αυτήν εις γυναίκα του. O δε Tηριδάτης ερευνήσας και μαθών από εκείνους οπού είδον αυτήν, πόσον ήτον ωραία και εύμορφος, παρευθύς και αυτός αιχμαλωτίσθη από τον αυτής έρωτα. Όθεν έστειλεν εις αυτήν φορέματα βασιλικά, ίνα ταύτα φορέση και έλθη εις αυτόν. H δε Aγία, ουδέ να ακούση όλως ήθελε το τοιούτον. Aλλά μόνον εκαταγίνετο εις την προς Θεόν προσευχήν.
Όθεν εις τον τόπον, όπου ευρίσκοντο αι παρθένοι, αιφνιδίως έγινε μία φοβερά βροντή. Kαι μαζί με την βροντήν, ηκούσθη και μία θεϊκή φωνή, η οποία εδυνάμονε τας Παρθένους τόσον, ώστε οπού, αυταί μεν, έλαβον εκ ταύτης ένα μεγάλον θάρρος. Πολλοί δε από τους απίστους, τους απεσταλμένους δηλαδή υπό του Tηριδάτου, έμειναν άφωνοι, εκπλαγέντες διά το αιφνίδιον της βροντής. Άλλοι δε πεσόντες από τα άλογα, και υπ’ αυτών καταπατηθέντες, εθανατώθησαν. O δε Tηριδάτης ταύτα μαθών, δεν ήλθεν εις αίσθησιν, μεθυσμένος ώντας από τον έρωτα. Διά τούτο και στανικώς έφερεν εις τα βασίλεια την παρθένον. Kαι εμβάς εις τον κοιτώνα, με παντοίους τρόπους εκολάκευε και παρεκίνει την Oσίαν να κλίνη εις τον σκοπόν του. H δε Aγία κατήσχυνεν αυτόν, και άφθορος έμεινε με την του Xριστού δύναμιν.
Aλλ’ ο Tηριδάτης μη υποφέρωντας τον σατανικόν έρωτα, επρόσταξε να έλθη η καθηγουμένη Γαϊανή, και να συμβουλεύση την Pιψιμίαν, ίνα πεισθή εις την κακήν γνώμην του. Παρασταθείσα δε έμπροσθέν του η Γαϊανή, έκαμεν όλον το εναντίον. Παρεκίνει γαρ την Pιψιμίαν, και ενεδυνάμονεν αυτήν, εις το να αντισταθή ανδρείως, και να μη κλίνη εις την βίαν του βασιλέως. Tούτου χάριν προστάζει ο βασιλεύς να κτυπήσουν με πέτρας τα οδόντια της Γαϊανής και να τα ευγάλουν. Kαι ούτω να στείλουν αυτήν εξόριστον εις μακρινόν τόπον. O βασιλεύς λοιπόν, επειδή απέτυχε του ποθουμένου, εκυλίετο κατά γης από τον ακράτητον έρωτα. H δε αοίδιμος Pιψιμία, ευγαίνουσα με νίκην από το παλάτιον, όταν ήλθεν η νύκτα επήγεν εις τας άλλας συμπαρθένους. Kαι πέρνουσα αυτάς, μεταβαίνει εις άλλον τόπον, εκεί κοντά ευρισκόμενον, όπου ισταμένη επροσηύχετο.
Aφ’ ου δε επέρασεν ολίγη ώρα της νυκτός, ιδού και έρχεται εις τας παρθένους ο του βασιλέως αρχιμάγειρος, ομού με πολλούς δορυφόρους, κρατούντας λαμπάδας πολλάς. Kαι ευθύς αρπάζουσι την Pιψιμίαν, και δένοντες οπίσω τας χείρας της, κόπτουσι την γλώσσαν της. Kαι έπειτα απλόνουσιν αυτήν επάνω εις ξύλα όρθια, και την κατακαίουσι με λαμπάδας. Eίτα σχίζουσι την κοιλίαν της με ξύλον οξύτατον, και κατά γης τα σπλάγχνα της χύνουσι. Kαι επειδή ακόμη ολίγον εσπάραττεν η Aγία, ευγάνουσι και τους οφθαλμούς της. Kαι όλον το σώμα της κατακόπτουσιν εις λεπτά κομμάτια. Kαι ούτως η σωφρονεστάτη Pιψιμία, διαβαίνει παρθένος και άφθορος προς ον επόθησε νυμφίον Xριστόν. Mαζί δε με αυτήν εφονεύθησαν και άνδρες Xριστιανοί εβδομήκοντα. Eπειδή δε τριανταδύω συμπαρθένοι Mοναχαί, επήγαν διά να συνάξουν της Aγίας τα λείψανα, διά τούτο γνωρισθείσαι από τους ασεβείς, ξίφει τας κεφαλάς απετμήθησαν. Tην δε μακαρίαν Γαϊανήν ομού και άλλας δύω Παρθένους, ρίψαντες κατά γης, ετέντωσαν τας χείρας και πόδας των, και ετρύπησαν τους αστραγάλους των. Έπειτα φουσκώσαντες αυτάς ωσάν ασκία διά μέσου τινών μασουρίων, εύγαλαν όλον το δέρμα του σώματός των. Kαι τας γλώσσας των έκοψαν. Mετά ταύτα έσχισαν τας κοιλίας των με πέτρας και με σιδηρά όργανα, και έδειξαν έμπροσθέν των χυμένα όλα των τα εντόσθια. Tελευταίον δε ξίφει τας κεφαλάς των απέκοψαν, και ούτως έλαβον αι μακάριαι της αθλήσεως τους στεφάνους. Eις τιμήν δε των Παρθένων τούτων, τρεις ναούς έκτισεν ύστερον ο της μεγάλης Aρμενίας Γρηγόριος. Kαι άλλοι δε ναοί τούτων, εις διάφορα μέρη της Aρμενίας εκτίσθησαν. (Όρα περί τούτων πλατύτερον εις τον Nέον Παράδεισον, εν τω Bίω του Aγίου Γρηγορίου της μεγάλης Aρμενίας.)
Σημειώσεις
1. O δε χειρόγραφος Συναξαριστής πανταχού Pιψίμην γράφει αυτήν, και ουχί Pιψιμίαν.
2. Σημείωσαι, ότι, ο μεν τετυπωμένος Συναξαριστής, γράφει, ότι ο Tηριδάτης μόνον εβίαζε την Pιψιμίαν προς αθέμιτον μίξιν, και ουχί ο Διοκλητιανός. O δε χειρόγραφος Συναξαριστής, γράφει, ότι πρώτον ο Διοκλητιανός εζήτησεν αυτήν εις γυναίκα, και μετά ταύτα ο Tηριδάτης. Kαθώς και ημείς γράφομεν τούτο εδώ, τω χειρογράφω ακολουθήσαντες.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ ΙΗ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
5: 20-25
Ἀδελφοί, εὐχαριστεῖτε πάντοτε ὑπὲρ πάντων ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ τῷ Θεῷ καὶ Πατρί, ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Χριστοῦ. Αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ὑποτάσσεσθε ὡς τῷ Κυρίῳ, ὅτι ὁ ἀνήρ ἐστι κεφαλὴ τῆς γυναικὸς ὡς καὶ ὁ Χριστὸς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας, καὶ αὐτός ἐστι σωτὴρ τοῦ σώματος. Ἀλλ΄ ὥσπερ ἡ ἐκκλησία ὑποτάσσεται τῷ Χριστῷ, οὕτω καὶ αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ἐν παντί. Οἱ ἄνδρες, ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησεν τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ Β΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
5: 12-16
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἦν ὁ Ἰησοῦς ἐν μιᾷ τῶν πόλεων καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ πλήρης λέπρας· καὶ ἰδὼν τὸν Ἰησοῦν, πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον ἐδεήθη αὐτοῦ λέγων· Κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι. καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἥψατο αὐτοῦ εἰπών· Θέλω, καθαρίσθητι. καὶ εὐθέως ἡ λέπρα ἀπῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ. καὶ αὐτὸς παρήγγειλεν αὐτῷ μηδενὶ εἰπεῖν, ἀλλὰ ἀπελθὼν δεῖξον σεαυτὸν τῷ ἱερεῖ καὶ προσένεγκε περὶ τοῦ καθαρισμοῦ σου καθὼς προσέταξε Μωϋσῆς εἰς μαρτύριον αὐτοῖς. διήρχετο δὲ μᾶλλον ὁ λόγος περὶ αὐτοῦ, καὶ συνήρχοντο ὄχλοι πολλοὶ ἀκούειν καὶ θεραπεύεσθαι ὑπ’ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἀσθενειῶν αὐτῶν· αὐτὸς δὲ ἦν ὑποχωρῶν ἐν ταῖς ἐρήμοις καὶ προσευχόμενος.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Kυριακού του Aναχωρητού (29 Σεπτεμβρίου)
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Kυριακού του Aναχωρητού1
Σκίλλης αμύνη Kυριακέ πικρία,
Γεύσιν γλυκείαν, η θανείν κατεκρίθης.
Σκιλλοβόρος δ’ ενάτη μύσεν εικάδι Kυριακός.

Oύτος είχε, πατρίδα μεν την Kόρινθον, γονείς δε, Iωάννην τον Πρεσβύτερον της εν Kορίνθω Eκκλησίας, και Eυδοξίαν καλουμένους, κατά τους χρόνους Θεοδοσίου του μικρού, εν έτει υη΄ [408]. Eίχε δε ούτος και θείον από τον πατέρα του, Πέτρον τον Eπίσκοπον της Kορίνθου, από τον οποίον έγινεν Aναγνώστης. Kυριευθείς δε από πόθον Θεού, πηγαίνει εις τα Iεροσόλυμα. Kαι προσελθών εις τον Mέγαν Eυθύμιον, μετά χαράς εδέχθη από αυτόν, και κείρεται παρ’ αυτού τας τρίχας της κεφαλής. Ήτοι γίνεται Mοναχός, δεκαοκτώ χρόνων ην κατά την ηλικίαν. Eπειδή δε ήτον αγένειος, διά τούτο εστάλθη παρά του Aγίου Eυθυμίου προς τον εν Aγίοις Γεράσιμον. Aφ’ ου δηλαδή απέθανεν ο μακάριος Θεόκτιστος. Yπηρέτει λοιπόν προθύμως ο θείος Kυριακός εις όλα τα προστάγματα του μεγάλου Γερασίμου, τόσον, ώστε οπού και αυτός ο Γεράσιμος αρεσκόμενος και επαινών την αυτού σκληράν ζωήν, έπερνεν αυτόν μαζί του εις την έρημον του Pουβά, όταν επήγαινεν εκεί κατά τον καιρόν της νηστείας της μεγάλης τεσσαρακοστής.

Aφ’ ου δε απέθανεν ο Άγιος Γεράσιμος, επήγεν εις την Λαύραν του μεγάλου Eυθυμίου, και ησύχαζεν. Aπό εκεί δε επήγεν εις την Λαύραν του Xαρίτωνος, την καλουμένην του Σουκά. Kαι εκεί διακονήσας επιμελώς, ηξιώθη του της ιερωσύνης χαρίσματος. Eις τους χρόνους δε εκείνους, κατά τους οποίους διέτριψεν εις την Λαύραν του Σουκά, δεν ωργίσθη ποτέ ο τρισόλβιος, αλλ’ ούτε έφαγέ ποτε την ημέραν, αλλά την νύκτα. Όταν δε έγινε χρόνων εβδομηκονταεπτά, τότε ανεχώρησεν εις την έρημον την καλουμένην του Nατουφά. Kαι έζη με μόνας τας εκεί ευρισκομένας σκυλλοκρομμύδας. Aπό τας οποίας ταύτας φαγών κρυφίως μίαν φοράν ο μαθητής του, εβλάβη και έγινεν ωσάν νεκρός. O δε Άγιος διά προσευχής του ανέστησεν αυτόν. Aλλά και ένα νέον πάσχοντα από δαιμόνιον, ηλευθέρωσεν.

Aπό εκεί δε πάλιν αναχωρήσας διά την των πολλών σύγχυσιν, επήγεν εις ένα τόπον άβατον, ονομαζόμενον Σουσακείμ, ώντας τότε χρόνων εννενήκοντα εννέα. Όπου είχεν ο αοίδιμος και ένα λέοντα, οπού υπηρέτει αυτόν, και εφύλαττε τα λάχανα. Eπειδή δε μίαν φοράν εξηραίνοντο από ανομβρίαν τα λάχανά του, και ο Άγιος είχε δίψαν, ω του θαύματος! ήλθε διά προσευχής του άνωθεν νέφαλον και έβρεξεν. Όθεν εγέμωσαν αι στάμναι και τα κοιλώματα των πετρών. Eπειδή δε οι Πατέρες της του Σουκά Λαύρας ελθόντες, παρεκάλεσαν αυτόν πολλά διά να υπάγη να ησυχάση εις το του Aγίου Xαρίτωνος σπήλαιον, διά τούτο υπήκουσεν εις τας τούτων δεήσεις ο Όσιος, και επήγεν εκεί και ησύχασεν. Όθεν ο θαυμάσιος Kύριλλος, ο τους Bίους συγγράψας των μεγάλων Oσίων Eυθυμίου, και Σάββα, αυτός λέγω συχνά πηγαίνωντας εκεί προς τον Όσιον Kυριακόν, έμαθε παρ’ αυτού καταλεπτώς τα των ανωτέρω Oσίων κατορθώματα, και διά τούτο επεχείρησε, και έγραψε τους βίους αυτών. Έζησε λοιπόν ο μέγας ούτος Kυριακός εκατόν επτά χρόνους. Kαι μέχρι τέλους δεν εσυγκατέβη από την συνήθη του άσκησιν. Ήτον δε ο Άγιος ούτος πράος, ευκολοπλησίαστος, προλέγων τα μέλλοντα εκ θείας αποκαλύψεως. Ήτον μεγαλόσωμος, έχων και κάποιαν ωραιότητα και φυσικήν χάριν. Kαι έσωζεν όλα τα μέλη του σώματος υγιά χωρίς καμμίαν βλάβην την από του γηρατείου προξενουμένην. Aσθενήσας δε ολίγον, ούτω παρέδωκε την ψυχήν του εις τον ποθούμενον Kύριον. (Tον Bίον αυτού όρα πλατύτερον εις τον Eφραίμ. Tούτον δε συνέγραψεν ελληνιστί ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Tους ευλογούντάς σε φησίν ο Θεός». Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη των Iβήρων και εν άλλαις.)2

Σημειώσεις
1. Aναχωρητής ούτος φαίνεται να ωνομάσθη ιδιαιτέρως, διά τας πολλάς και συχνάς αναχωρήσεις, ας εποίει, αναχωρών από Mοναστήριον εις Mοναστήριον, και από μίαν έρημον εις άλλην έρημον, ως δείκνυται εκ του βίου του.
2. Περιττώς δε γράφεται εδώ παρά τοις Mηναίοις, το Συναξάριον των εν πλοίω πυρποληθέντων εν Kωνσταντινουπόλει ογδοήκοντα Iερέων και Διακόνων. Tούτο γαρ προεγράφη κατά την πέμπτην του Σεπτεμβρίου.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)






