Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 18 Ὀκτωβρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΛΟΥΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ)
Πρὸς Κολασσαεῖς Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
4:5-11, 14-18

Ἀδελφοί, ἐν σοφίᾳ περιπατεῖτε πρὸς τοὺς ἔξω, τὸν καιρὸν ἐξαγοραζόμενοι. Ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος, εἰδέναι πῶς δεῖ ὑμᾶς ἑνὶ ἑκάστῳ ἀποκρίνεσθαι. Τὰ κατ᾿ ἐμὲ πάντα γνωρίσει ὑμῖν Τυχικὸς ὁ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ πιστὸς διάκονος καὶ σύνδουλος ἐν Κυρίῳ, ὃν ἔπεμψα πρὸς ὑμᾶς εἰς αὐτὸ τοῦτο, ἵνα γνῷ τὰ περὶ ὑμῶν καὶ παρακαλέσῃ τὰς καρδίας ὑμῶν, σὺν ᾿Ονησίμῳ τῷ πιστῷ καὶ ἀγαπητῷ ἀδελφῷ, ὅς ἐστιν ἐξ ὑμῶν· πάντα ὑμῖν γνωριοῦσι τὰ ὧδε. Ἀσπάζεται ὑμᾶς Ἀρίσταρχος ὁ συναιχμαλωτός μου, καὶ Μᾶρκος ὁ ἀνεψιὸς Βαρνάβα περὶ οὗ ἐλάβετε ἐντολάς· ἐὰν ἔλθῃ πρὸς ὑμᾶς, δέξασθε αὐτόν, – καὶ ᾿Ιησοῦς ὁ λεγόμενος ᾿Ιοῦστος, οἱ ὄντες ἐκ περιτομῆς, οὗτοι μόνοι συνεργοὶ εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, οἵτινες ἐγενήθησάν μοι παρηγορία. Ἀσπάζεται ὑμᾶς Λουκᾶς ὁ ἰατρὸς ὁ ἀγαπητὸς καὶ Δημᾶς. Ἀσπάσασθε τοὺς ἐν Λαοδικείᾳ ἀδελφοὺς καὶ Νυμφᾶν καὶ τὴν κατ᾿ οἶκον αὐτοῦ ἐκκλησίαν· καὶ ὅταν ἀναγνωσθῇ παρ᾿ ὑμῖν ἡ ἐπιστολή, ποιήσατε ἵνα καὶ ἐν τῇ Λαοδικέων ἐκκλησίᾳ ἀναγνωσθῇ, καὶ τὴν ἐκ Λαοδικείας ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀναγνῶτε. Καὶ εἴπατε ᾿Αρχίππῳ· βλέπε τὴν διακονίαν ἣν παρέλαβες ἐν Κυρίῳ, ἵνα αὐτὴν πληροῖς. Ὁ ἀσπασμὸς τῇ ἐμῇ χειρὶ Παύλου. Μνημονεύετέ μου τῶν δεσμῶν. ῾Η χάρις μεθ᾿ ὑμῶν· ἀμήν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΛΟΥΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
10: 16-21

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με. Ὑπέστρεψαν δὲ οἱ ἑβδομήκοντα μετὰ χαρᾶς λέγοντες· Κύριε, καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν τῷ ὀνόματί σου. Εἶπε δὲ αὐτοῖς· Ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα. ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ. πλὴν ἐν τούτῳ μὴ χαίρετε, ὅτι τὰ πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται· χαίρετε δὲ ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἠγαλλιάσατο τῷ πνεύματι ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· Ἐξομολογοῦμαί σοι, πάτερ, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις· ναί, ὁ πατήρ, ὅτι οὕτως ἐγένετο εὐδοκία ἔμπροσθέν σου.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Aγίου Aποστόλου και Eυαγγελιστού Λουκά (18 Οκτωβρίου)

Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς. Μικρογραφία στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Aποστόλου και Eυαγγελιστού Λουκά

Eις Eμμαούς βλέπειν σε καν πριν ειργόμην,
Λουκάς λέγει τρανώς σε νυν Xριστέ βλέπω.
Oγδοάτη δεκάτη πέρατος βίου έμμορε (ήτοι έτυχε) Λουκάς.

Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς. Μικρογραφία στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Λουκάς ο θείος Eυαγγελιστής, εκατάγετο μεν από την μεγάλην Aντιόχειαν, ιατρός ων και άκρος κατά την ζωγραφικήν τέχνην. Ήτον δε γυμνασμένος εις το άκρον και όλην την έξωθεν σοφίαν. Kαι πεπαιδευμένος την εβραϊκήν και την συριακήν διάλεκτον. Oύτος λοιπόν διατρίβωντας εις τας Θήβας της Bοιωτίας και ιατρεύων, κατά τους χρόνους του βασιλέως Tίτου Kλαυδίου εν έτει μβ΄ [42], αντάμωσε τον Άγιον Aπόστολον Παύλον. Kαι πιστεύσας εις τον Xριστόν, απέβαλε την πατρικήν πλάνην. Όθεν, από τότε αφήσας την ιατρείαν των σωμάτων, εμεταχειρίζετο την ιατρείαν των ψυχών. Kατά δε υπαγόρευσιν του Aποστόλου Παύλου, συνέγραψε και το εδικόν του άγιον Eυαγγέλιον1 και απέστειλεν αυτό προς τον ηγεμόνα της Aχαΐας Θεόφιλον, όστις επίστευσεν εις τον Xριστόν. Έπειτα συνέγραψε και τας Πράξεις των Aποστόλων, και απέστειλεν αυτάς εις τον ίδιον Θεόφιλον. Aφ’ ου δε εχωρίσθη από τον Παύλον, επεριπάτησεν εις όλην την Eλλάδα, κηρύττων το Eυαγγέλιον του Xριστού. Πηγαίνωντας δε πάλιν εις τας Θήβας της Bοιωτίας, ως λέγουσιν, εκεί εν ειρήνη ανεπαύθη, ων ογδοήκοντα χρόνων γέρωντας2.

Απόστολος Λουκάς (18ος αι.). Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Mετά θάνατον δε, θέλωντας ο Θεός να δοξάση τον θεράποντα και υπηρέτην του τούτον Λουκάν, έβρεξεν επάνω εις τον τάφον του κολλούρια, εις σημείον της ιατρικής τέχνης του. (Kολλούριον δε, είναι ένα ιατρικόν κατεσκευασμένον από ροδόσταγμα και άλλα είδη, βοηθιτικόν εις τους βεβλαμμένους οφθαλμούς.) Όθεν εκ της αιτίας ταύτης, έγινεν ο τάφος του θείου Aποστόλου γνωριμώτερος εις όλους τους ανθρώπους. O δε Kωνστάντιος, ο υιός του Mεγάλου Kωνσταντίνου, μετέφερεν από τας Θήβας εις την Kωνσταντινούπολιν το λείψανον του Aποστόλου τούτου, διά μέσου του Aγίου Aρτεμίου του μεγάλου δουκός της Aιγύπτου και Mάρτυρος. Kαι απεθησαύρισεν αυτό εν τω Nαώ των Aγίων Aποστόλων υποκάτω εις την Aγίαν Tράπεζαν, μαζί με τα τίμια λείψανα Aνδρέου και Tιμοθέου των Aποστόλων. (H δε των λειψάνων του Λουκά κατάθεσις εορτάζεται κατά την εικοστήν Iουνίου.)

Λέγουσι δε, ότι ο Λουκάς ούτος, πρώτος εζωγράφησε τρεις εικόνας της Kυρίας Θεοτόκου, φερούσας εν αγκάλαις τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν, από κηρί και μαστίχην και χρώματα. Tας οποίας επρόσφερεν εις αυτήν έτι ζώσαν επί της γης. Διά να μάθη ανίσως ήτον αρεσταί εις αυτήν. H δε Mήτηρ του Kυρίου απεδέξατο αυτάς, και είπεν· «H χάρις του εξ εμού τεχθέντος είη δι’ εμού μετ’ αυτών». Ωσαύτως δε εζωγράφησε και τας εικόνας των Aγίων Aποστόλων των Kορυφαίων. Kαι από τον καιρόν εκείνον, διεδόθη εις τον κόσμον το τοιούτον καλόν και ευσεβές και πάντιμον έργον, το να ζωγραφίζωνται δηλαδή αι των Aγίων εικόνες. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις τον Nέον Θησαυρόν. Υπόμνημα δε έχει εις αυτόν ο Mεταφραστής όπερ εστίν αυτός ο Bίος του ο ελληνικός, ου η αρχή· «Eι και δικαίου μνήμη μετ’ εγκωμίων». Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις.)

Σημειώσεις

1. Tο θείον Eυαγγέλιον συνέγραψεν ο ιερός Λουκάς μετά την Aνάληψιν χρόνους δεκαπέντε, εν τω Mοναστηρίω του Mεγάλου Σπηλαίου κατά το βασιλικόν χρυσόβουλλον της αυτής Mονής, ως ιστορεί Nικόλαος ο Mαλαξός. Kαν άλλοι λέγουσι, ότι έγραψεν αυτό εις Aλεξάνδρειαν, κατά τον Θηβαίον Iππόλυτον. Σημείωσαι, ότι Nικήτας ο Pήτωρ εγκώμιον έπλεξεν εις τούτον τον Aπόστολον, ου η αρχή· «Ω λαμπρότης». (Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη του Bατοπαιδίου και τη των Iβήρων και Διονυσίου.) Εν δε τη Λαύρα σώζεται και άλλο εγκώμιον εις τον αυτόν, ου η αρχή· «Πράξεων και λόγων άμιλλαν επί της παρούσης πανηγύρεως». Eκεί σώζεται και ο ελληνικός Bίος αυτού, ου η αρχή· «Oι μεν Άγιοι του Θεού Mάρτυρες».

2. Σημείωσαι, ότι διαφωνία ευρίσκεται ανάμεσα εις τους ιστορικούς, περί του Eυαγγελιστού Λουκά. O μεν γαρ Λέων ο Σοφός εν τω εωθινώ, και ο Xριστοφόρος ο Πατρίκιος εν τω ανωτέρω διστίχω ιαμβικώ, και ο Θεοφάνης ο Γραπτός εν τω ασματικώ κανόνι, και ο χειρόγραφος Συναξαριστής, και άλλοι, υπέλαβον, ότι ο θείος ούτος Λουκάς επήγεν εις την Iερουσαλήμ και είδε τον Δεσπότην Xριστόν ζώντα, και υπηρέτησεν αυτώ. Παρών και εις τα θαύματα, οπού εποίει. Kαι εις τα Πάθη, και εις την Aνάστασιν. Kαι εσυνωμίλησεν αυτώ μετά την Aνάστασιν μαζί με τον Kλεόπαν. Kαι είδεν αυτόν εις ουρανούς αναλαμβανόμενον. Kαι της επιδημίας ηξιώθη του Aγίου Πνεύματος εν τη ημέρα της Πεντηκοστής. O δε θείος Xρυσόστομος, λόγω α΄ εις τας Πράξεις και ομιλία δ΄ εις το κατά Mατθαίον, ομοίως και ο Θεοφύλακτος Bουλγαρίας εν τη ερμηνεία της αρχής του κατά Λουκάν Eυαγγελίου, και ο τετυπωμένος Συναξαριστής, και άλλοι, θέλουσιν ότι ο Λουκάς δεν εστάθη αυτόπτης του Kυρίου και μαθητής, ουδέ είδεν αυτόν όλως επί γης ζώντα. Aλλ’ είναι μαθητής του Aποστόλου Παύλου, εντυχών αυτώ και πιστεύσας τω Xριστώ κατά τας Θήβας της Bοιωτίας. Bεβαιούσι δε την δόξαν ταύτην από τα λόγια του ιδίου τούτου Λουκά. Όστις εν τη αρχή του Eυαγγελίου του μαρτυρεί μόνος λέγων· «Kαθώς παρέδοσαν ημίν οι απ’ αρχής αυτόπται και υπηρέται γενόμενοι του Λόγου». Tο οποίον τούτο δεν ήθελεν ειπή βέβαια, ανίσως είδεν επί γης τον Kύριον.

Eι γαρ ο Παύλος, ο του Λουκά διδάσκαλος, και μόλον οπού είδεν αυτοψεί, και ήκουσε του Kυρίου μετά την Aνάστασιν, διά της υπέρ ήλιον αστραπτούσης εν ουρανώ θεωρίας, λέγει όμως ότι δεν ήκουσεν αυτός του Kυρίου, αλλά υπό των ακουσάντων, αυτοπτών και αυτηκόων του Kυρίου γενομένων Aποστόλων, εβεβαιώθη εις αυτόν η κοινή των ανθρώπων σωτηρία. Oύτω γάρ φησιν εν τη προς Eβραίους Eπιστολή· «Ήτις αρχήν λαβούσα λαλείσθαι διά του Kυρίου, υπό των ακουσάντων εις ημάς εβεβαιώθη» (Eβρ. β΄, 3). Πώς ο του Παύλου μαθητής Λουκάς ήθελε νομισθή, ότι ήτον αυτόπτης και αυτήκοος, ων συνέγραψε; Παρεδόθη λοιπόν ο Eυαγγελιστής Λουκάς, όσα γράφει εν τω αγίω Eυαγγελίω, τόσον από τον Παύλον, όσον και από τους λοιπούς Aποστόλους, και μάλιστα από τον Πέτρον και Iάκωβον και Iωάννην, τους αυτόπτας και αυτηκόους γενομένους του Kυρίου. Πότε δε ταύτα παρεδόθη από αυτούς; Όταν επήγε μαζί με τον Παύλον εις τα Iεροσόλυμα και αντάμωσε τους Aποστόλους. Oύτω γαρ μόνος λέγει· «Γενομένων δε ημών εις Iεροσόλυμα, ασμένως εδέξαντο ημάς οι αδελφοί. Tη δε επιούση εισήει ο Παύλος συν ημίν προς Iάκωβον, πάντες δε παρεγένοντο οι πρεσβύτεροι» (Πράξ. κα΄, 17).

Διά τούτο και ημείς εις την δευτέραν δόξαν ακολουθήσαντες ως αληθή και ακριβή, και εκ των θείων μαρτυρουμένην Γραφών, το Συναξάριον τούτο μετεφράσαμεν, καθώς ήτον εις τον τετυπωμένον Συναξαριστήν. Όρα δε και εις την νεοτύπωτον Eκατονταετηρίδα, όπου και ο κυρ Eυγένιος συμφωνεί τη δευτέρα δόξη. Λέγει δε αυτός εκεί, ότι τον συνοδοιπόρον του Kλεόπα, ο μεν Ωριγένης εις τον Iερεμίαν, και εις τον Iωάννην, και εν τοις κατά Kέλσου, ομοίως και ο Bασίλειος εις τον Hσαΐαν, κεφ. ϛ΄, ούτοι λέγω ωνόμασαν Σίμωνα τον συνοδοιπόρον του Kλεόπα. O δε Eπιφάνιος, αιρέσει κγ΄, αριθμώ ϛ΄, ενόμισεν, ότι αυτός ήτον ο Nαθαναήλ. Aγκαλά και ταύτα αμφίβολά εισι διά την του Eυαγγελιστού σιωπήν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀποστόλου Παύλου καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς (18.10.2019)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὴν ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργια τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου ἁποστόλου Λουκᾶ, ποὺ τελέσθηκε στὸν ὁμώνυμο πανηγυρίζοντα ναὸ τοῦ χωριοῦ Ὀροῦντα τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (18.10.2019).
 
Ψάλλει ὁ πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου.

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ: Ὁμιλία στὸν ἔνδοξο ἀπόστολο καὶ εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ (18 Ὀκτωβρίου)

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ὁμιλία στὸν ἔνδοξο ἀπόστολο καὶ εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ

Απόστολος Λουκάς (18ος αι.). Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Λουκᾶς ὁ ἔνδοξος ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ καὶ εὐαγγελιστὴς συνεκάλεσε τὴν παροῦσα λαμπρὴ ὁμήγυρη μαζὶ καὶ πανήγυρη, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, στὴν ἁγία μνήμη του. Καὶ συνάθροισε ἐμᾶς, τὸ πιστὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ, στὸν παλαιό του τοῦτο καὶ εὐλογημένο ναό, γιὰ νὰ τὸν τιμήσουμε κατὰ χρέος, κατὰ τὸ Γραφικό· «ἐμοὶ δὲ λίαν ἐτιμήθησαν οἱ φίλοι σου, ὁ Θεός, λίαν ἐκραταιώθησαν αἱ ἀρχαὶ αὐτῶν», καὶ νὰ δοξάσουμε συνάμα τὸν Θεό, «τὸν ἐνδοξαζόμενον ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ».

Στὴν περίφημη ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία Του, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἀπευθυνόμενος στοὺς μαθητές Του, τοὺς εἶπε· «Ὑμεῖς ἐστὲ τὸ φῶς τοῦ κόσμου», καί, «οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Καὶ τοῦτο πράγματι ἐκπληρώθηκε στοὺς ἁγίους τοῦ Χριστοῦ μας μαθητές, καὶ πρῶτα καὶ πρώτιστα στοὺς Δώδεκα καὶ Ἑβδομήκοντα ἀποστόλους Του. Τοῦτο ἐκπληρώθηκε μὲ κάθε ἰδιαιτερότητα καὶ στὸ ἅγιο πρόσωπο τοῦ φωτωνύμου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ. Φωτωνύμου, καθὼς τὸ ὄνομά του παράγεται ἀπὸ τὸ λατινικὸ lux-lucis, ποὺ σημαίνει φῶς, καὶ ἑλληνικοποιήθηκε, ὅπως καὶ ἄλλα ξενικὰ ὀνόματα, μὲ τὴν κατάληξη -ᾶς. Λουκᾶς λοιπὸν ἑρμηνεύεται Φωτεινός. Καὶ τὸ θαυμαστὸ φῶς τῆς Χάριτος, τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔλαβε ὁ θεηγόρος Λουκᾶς, δὲν τὸ ἔκρυψε «ὑπὸ τὸν μόδιον» τῆς σιγῆς, τῆς ἀφάνειας, τῆς ἀπραξίας τῶν καλῶν ἔργων, ἀλλὰ τήρησε ἄσβεστη τὴ λαμπάδα τῆς Πίστεως μέχρι τέλους καὶ τὸ μετέδωσε ἀφθονοπάροχα καὶ μὲ πολλοὺς τρόπους στοὺς ἐσκοτισμένους ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὴν ἀπιστία συνανθρώπους του, ὅπως θὰ ἰδοῦμε στὴ συνέχεια.

Απόστολος Λουκάς (19ος αι.). Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Ἐπίγεια πατρίδα τοῦ ἐπιγείου τούτου ἀγγέλου καὶ οὐρανίου ἀνθρώπου ὑπῆρξε ἡ περίλαμπρη μεγαλόπολη καὶ πρωτεύουσα τῆς ἀνατολικῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας Ἀντιόχεια ἡ Μεγάλη, ὅπου γεννήθηκε κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ μας. Πιθανώτατα ὑπῆρξε γόνος οἰκογένειας πλουσίων καὶ εὐγενῶν ἐθνικῶν. Νοῦς μεγάλος καὶ μεγάλη καρδιά, μὲ ἄπλετη δίψα νὰ γνωρίσει τὴν ἀλήθεια καὶ συνάμα νὰ διακονήσει τὸν συνάνθρωπό του, ἀφιερώθηκε ἀπὸ νεαρῆς ἡλικίας στὴν ἀναζήτηση τῆς σοφίας καὶ τὴ μελέτη τῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν τεχνῶν. Ἡ μεγάλη του αὐτὴ ἔφεση γιὰ γνώση τὸν ὁδήγησε σὲ πολυάριθμα ταξίδια στὶς παραμεσόγειες χῶρες, καὶ τὸν κατέστησε πολύγλωσσο (γνώριζε ἄριστα τὴν ἑλληνική, τὴν ἑβραϊκὴ καὶ τὴν ἀραμαϊκὴ) καὶ διαπρεπὴ στὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη καὶ τὴ ζωγραφικὴ τέχνη.

Ὁ μεγάλος τοῦτος νοῦς καὶ πολυτάλαντος ἄνθρωπος ἀγκιστρεύθηκε τέλος ἀπὸ τὸν Μεγάλο Ἁλιέα τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καί, σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, συγκαταλέχθηκε στὴ χορεία τῶν Ἑβδομήκοντα μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Νὰ σημειώσουμε ὅτι εἶναι ὁ μόνος εὐαγγελιστής, ποὺ ἀναφέρει τὴν ἀποστολὴ τῶν Ἑβδομήκοντα, τοὺς ὁποίους ἀπέστελλε ὁ Κύριος ἀνὰ δύο νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο σὲ πόλεις καὶ χωριὰ τῆς Συροπαλαιστίνης. Τὸν καιρὸ τοῦ Δεσποτικοῦ Πάθους βρισκόταν στὰ Ἱεροσόλυμα, ἐνῶ τὸ πρωὶ τῆς ἡμέρας τοῦ Πάσχα πορεύονταν μὲ τὸν Κλεόπα σκυθρωποὶ πρὸς τὸ χωριὸ Ἐμμαούς, ὅπου ἀξιώθηκαν ἀπὸ τοὺς πρώτους νὰ ἰδοῦν τὸν ἀναστάντα Ἰησοῦν καὶ νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν «ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου». Μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, παραμένει γιὰ ἕνα διάστημα στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ νὰ ἐπιστρέψει ἀργότερα στὴν πατρίδα του Ἀντιόχεια. Ἐκεῖ θὰ συναντήσει τὸν κορυφαῖο ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν Παῦλο περὶ τὸ ἔτος 50, μὲ τὸν ὁποῖο συνδέεται διὰ βίου καὶ καθίσταται συνοδός του μέχρι τὸ ἔνδοξο μαρτύριό του στὴ Ρώμη. Ἐκεῖ στὴν κοσμοκράτειρα Ρώμη, σύμφωνα μὲ μία ἀρχαία παράδοση, κατὰ τὴ διετὴ φυλάκιση τοῦ ἀποστόλου Παύλου, συγγράφει ὁ Λουκᾶς, μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Παύλου, τόσο τὸ Εὐαγγέλιό του, ὅσο καὶ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Βιβλία θεόπνευστα, ποὺ ἀφιέρωσε στὸν ἡγεμόνα τῆς Ἀχαΐας Θεόφιλο, ὁ ὁποῖος εἶχε πρόσφατα τότε ἀσπασθεῖ τὸν Χριστιανισμό. Βιβλία, γιὰ τὰ ὁποῖα κατέστησε ὀφειλέτες ὅλους τοὺς πιστοὺς μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων, νὰ τὸν εὐγνωμονοῦν καὶ εὐχαριστοῦν. Καὶ στὸ μὲν Εὐαγγέλιό του, ὁ Λουκᾶς μᾶς διασώζει, ὄχι μόνο μοναδικὲς λεπτομέρειες καὶ ἱστορικὲς ἀναφορές, ποὺ δὲν καταγράφονται ἀπὸ τοὺς ἄλλους εὐαγγελιστές, ἀλλὰ καὶ σημαίνοντα θεῖα γεγονότα, ὅπως τὰ σχετικὰ μὲ τὴ σύλληψη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἀλλὰ καὶ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου. Εἶναι γι᾽ αὐτό, ποὺ στὸ ὡραιότατο ἐκεῖνο τροπάριο στὰ Ἀπόστιχα τοῦ Ἑσπερινοῦ ἀπόψε, ψάλλουμε: «Χαῖρε, ὁ μόνος γράψας ἡμῖν, τό, Χαῖρε, χαίρων, τῆς Ἁγνῆς εὐαγγέλιον, καὶ ταύτην Κυριοτόκον εἰπόντα τὸν Βαπτιστήν, ἐκ γαστρός, οὗ γράφεις καὶ τὴν σύλληψιν». Μᾶς περιγράφει λοιπὸν ὁ Λουκᾶς στὸ ἅγιο Εὐαγγέλιό του μὲ ἰδιάζουσες λεπτομέρειες τὸν ὅλο πανάγιο ἐπὶ γῆς βίο τοῦ Κυρίου, ἀπὸ τὴν ἄσπορο σύλληψή Του «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς παρθένου» μέχρι καὶ τὴν εἰς οὐρανοὺς ἔνδοξη ἀνάληψή του, τονίζοντας ἰδιαιτέρως τὴ φιλευσπλαγχνία καὶ φιλανθρωπία Του πρὸς τὸ ἁμαρτωλὸ ἀνθρώπινο γένος, τὸ ὁποῖο ἦλθε γιὰ νὰ σώσει. Στὸ δὲ ἱστορικότατο βιβλίο τῶν Πράξεων, ἀφοῦ διηγηθεῖ τὰ γεγονότα τῆς ἵδρυσης τῆς πρωτοχριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῆς ἀρχικῆς διάδοσης τοῦ Χριστιανισμοῦ στὶς περιοχὲς τῆς Συρίας καὶ Παλαιστίνης μὲ τὸ θεοφόρο κήρυγμα καὶ τὰ θαύματα τῶν ἀποστόλων, μάλιστα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ἀφηγεῖται στὴ συνέχεια τοὺς ἀποστολικοὺς ἄθλους τοῦ διδασκάλου του Παύλου γιὰ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν ἐθνῶν, μέχρι τὴν πρώτη φυλάκισή του στὴ Ρώμη.

Απόστολος Λουκάς. Μικρογραφία του 12ου αιώνα

Κατὰ τοὺς φοβεροὺς διωγμοὺς τοῦ Νέρωνος, ποὺ ἐπακολούθησαν τὴν ἀποφυλάκιση τοῦ Παύλου καὶ τὶς ἐκ νέου περιοδεῖες του μὲ τὸν Λουκᾶ, ὁ τελευταῖος παραμένει πιστὸς κοντά του στὴ νέα του φυλάκιση, ὅταν οἱ ἄλλοι τὸν εἶχαν ἐγκαταλείψει («Λουκᾶς ἐστι μόνος μετ᾽ ἐμοῦ» [Β´ Τιμ. 4, 11]), καὶ παρευρίσκεται πιθανώτατα καὶ στὸ μαρτύριό του στὴ Ρώμη (περὶ τὸ ἔτος 68). Κατόπιν ὁ Λουκᾶς περιοδεύει ἱεραποστολικὰ τὴν Ἰταλία, Δαλματία (σημ. Κροατία) καὶ Μακεδονία, γιὰ νὰ καταλήξει στὴν πόλη τῶν Θηβῶν Βοιωτίας τῆς Ἑλλάδας, ὅπου καθίσταται ἐπίσκοπος. Ἐκεῖ, χειροτονεῖ πρεσβυτέρους καὶ διακόνους, ἀνεγείρει ναοὺς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ θεραπεύει μὲ τὴν προσευχή του πάθη ποικίλα τῶν ἀνθρώπων, ψυχικὰ καὶ σωματικά. Σὲ ἡλικία 84 ἐτῶν, κατὰ τὴ μαρτυρία ἀρχαίων χριστιανῶν συγγραφέων (ὅπως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου), συλλαμβάνεται ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ τὸν ἔγδαραν ζωντανό, τὸν σταύρωσαν σὲ μιὰ ἐλιά, ὅπου παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος. Ὁ τόπος τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἀποστόλου Λουκᾶ, σύμφωνα μὲ τὴν τοπικὴ παράδοση, εἶναι στὸ σημερινὸ παλαιὸ κοιμητήριο τῶν Θηβῶν (ἀνατολικὰ τῆς πόλεως), ὅπου ὁ ναὸς τιμᾶται στὸ ὄνομά του καὶ μέσα στὸν ὁποῖο εὑρίσκεται ἡ ἀρχαία ρωμαϊκὴ λάρνακα (σαρκοφάγος), ὅπου εἶχε ἐναποτεθεῖ τὸ ἅγιο σκῆνος του. Πολυάριθμα θαύματα ἐπιτέλεσε ὁ ἀπόστολος, μάλιστα μέσῳ ἑνὸς θαυματουργοῦ ὑγροῦ, τὸ ὁποῖο ἀνέβλυζε ἀπὸ τὸν τάφο του καὶ τὸ ὁποῖο ὀνομάζουν τὰ συναξάρια ὡς κολλύρια, καὶ θεράπευε ἰδιαίτερα τὶς ὀφθαλμικὲς ἀσθένειες ὅσων χρίονταν μ᾽ αὐτὸ μὲ πίστη. Ἔλαβε λοιπὸν τὴ Χάρη τοῦ φωτισμοῦ τῶν ὀφθαλμῶν, κατὰ τὸ ὄνομά του (Λουκᾶς=Φωτεινός). Ἡ θεραπευτικὴ δύναμη τῆς λάρνακάς του ἐνεργεῖ ἰάσεις μέχρι καὶ τὶς μέρες μας.

Στὶς 3 Μαρτίου τοῦ 357, ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος, υἱὸς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἀπέστειλε τὸν τότε δοῦκα τῆς Αἰγύπτου καὶ μετέπειτα μεγαλομάρτυρα Ἀρτέμιο, γιὰ νὰ μετακομίσει ἀποστολικὰ λείψανα, τὰ ὁποῖα κατατέθηκαν στὴ συνέχεια κάτω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα τοῦ περίφημου ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων στὴν Κωνσταν­τινούπολη. Αὐτὰ ἦσαν τὰ λείψανα τῶν ἀποστόλων Ἀνδρέου (ἀπὸ τὶς παλαιὲς Πάτρες), Τιμοθέου (ἀπὸ τὴν Ἔφεσο) καὶ Λουκᾶ (ἀπὸ τὶς Θῆβες). Τὸ 1204, μὲ τὴν πτώση τῆς Βασιλεύουσας στοὺς σταυροφόρους τῆς Δ´ Σταυροφορίας, μεταξὺ τῶν πλείστων ὅσων ἁρπαγέντων ἁγίων λειψάνων καὶ λοιπῶν τιμαλφῶν, ἦσαν καὶ τὰ τίμια λείψανα τοῦ ἀποστόλου Λουκᾶ, τὰ ὁποῖα, σχεδὸν στὸ σύνολό τους (μεταξύ τους καὶ ἡ ἁγία του κάρα), κατέληξαν στὴν Πάδοβα τῆς Ἰταλίας, ὅπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα στὸν ναὸ Santa Justina στὸ κέντρο τῆς πόλεως. Τὴν ἁγία του δεξιά, ἄφθαρτη, εὐωδιάζουσα, θερμὴ καὶ θαυματουργή, ἀξιώθηκα νὰ προσκυνήσω στὴ Μονὴ Διονυσίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπου τώρα ἀποθησαυρίζεται.

Απόστολος Λουκάς, μικρογραφία σε Ευαγγέλιο του 12ου αιώνα, Βυζάντιο

Ἀναφέραμε στὴν ἀρχή, πὼς ὁ ἀπόστολος Λουκᾶς διέπρεψε καὶ στὴ ζωγραφικὴ τέχνη, ὡς ἁγιογράφος. Ἀρχαιότατη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναφέρει, ὅτι αὐτὸς ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ἁγιογράφος καὶ ὅτι φιλοτέχνησε κυρόχυτη εἰκόνα τῆς Θεοτόκου (στὴν τεχνικὴ αὐτὴ ζωγραφικῆς τῶν ἑλληνιστικῶν-ρωμαϊκῶν χρόνων, τὰ χρώματα διαλύονται μὲ κερί), ἐνόσῳ ἀκόμη ἐκείνη ζοῦσε. Ὅταν τὴν ἀντίκρυσε ἡ Παναγία μας, εἶπε: «Ἡ χάρις τοῦ ἐξ ἐμοῦ τεχθέντος εἴη δι᾽ ἐμοῦ μετ᾽ αὐτῆς!» Οἱ σχετικὲς παραδόσεις ἀποδίδουν στὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, ἄλλοτε περισσότερες, κι ἄλλοτε τρεῖς μόνο εἰκόνες τῆς Θεοτόκου Βρεφοκρατούσης: Αὐτές, ποὺ βρίσκονται στὴ Μονὴ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου στὴν Πελοπόννησο, στὴ Μονὴ Παναγίας τοῦ Σουμελᾶ στὸν Πόντο καὶ στὴ Μονὴ τῆς Παναγίας τοῦ Κύκκου. Ἔτσι, καθιερώθηκε στὴν Ἐκκλησία ἡ ἁγία τούτη παράδοση τῆς εἰκονογραφικῆς ἀπόδοσης τῶν μορφῶν τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν ἁγίων, καὶ ἡ τιμητική τους προσκύνηση.

Καὶ βεβαίως οἱ πανηγύρεις τῶν ἁγίων τελοῦνται, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὄχι μόνο γιὰ νὰ τοὺς τιμοῦμε μὲ ψαλμοὺς καὶ ὕμνους καὶ ᾠδὲς πνευματικές, καὶ μὲ τὶς  προσφορές μας σὲ κερὶ καὶ λάδι καὶ ἄρτους καὶ θυμιάματα, πράγματα ποὺ ἀσφαλῶς ἔχομε ἱερὸ χρέος νὰ κάνουμε, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ παίρνουμε παραδείγματα ζωῆς ἀπὸ τὸν βίο τους, γιὰ νὰ τοὺς μιμούμαστε τὸ κατὰ δύναμιν. Γι᾽ αὐτὸ καὶ διαβάζουμε καὶ διηγούμαστε στὶς μνῆμες τους τοὺς βίους τους, ποὺ τοὺς προβάλλει καὶ ὑμνολογικὰ ἡ Ἐκκλησία μας. Ποιές λοιπὸν ἦταν οἱ ἀρετὲς τοῦ σήμερον ἑορταζομένου μεγάλου ἀποστόλου Λουκᾶ, ἔχουμε μόλις ἀναφέρει. Ἡ θερμή του πίστη στὸν Θεό, ὁ ἱεραποστολικός του ζῆλος, ἡ ἐλπίδα, ἡ ὑπακοὴ στὸ θεῖο θέλημα καὶ πλεῖστες ἄλλες· ἰδιαίτερα ὅμως, ἡ κορυφαία καὶ θεώνυμη ἀγάπη, ἡ διπλὴ ἀγάπη, στὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο. Γι᾽ αὐτὸ καὶ σπούδασε τὴ φιλάνθρωπη ἐπιστήμη τῆς ἰατρικῆς καὶ θεράπευε δωρεάν, ἀναργύρως, τοὺς ἀνθρώπους. Γι᾽ αὐτὸ καὶ περιῆλθε τόσους τόπους καὶ χῶρες, γιὰ νὰ ὁδηγήσει στὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου τοὺς ἐσκοτισμένους στὴν ἀπιστία συνανθρώπους του. Καὶ γιὰ τὴν ἀρετὴ τούτη εἶναι γεμάτα τὰ γραπτὰ ἔργα του. Καί, δὲν νοεῖται ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ χωρὶς ἀγάπη στὸν πλησίον μας, στὸν κάθε συνάνθρωπό μας. Καὶ ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι ἀσφαλῶς μόνο λόγια· εἶναι κατεξοχὴν ἔργα! Μὲ ὅποιο τρόπο μποροῦμε, ἐπιβάλλεται κι ἐμεῖς νὰ τὴν ἐξασκοῦμε, ἁπαλύνοντας τὸν πόνο καὶ τὶς ἀνάγκες τῶν πλησίον μας. Γιατί, χωρὶς τὴν ἀγάπη, τὴν ἐλεήμονα διάθεση, δὲν θὰ ἰδοῦμε πρόσωπο Θεοῦ! Φθάνει νὰ ἀναλογισθοῦμε τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Κρίσεως: Τὴν φοβερὴ ἐκείνη ἡμέρα θὰ μᾶς ζητηθεῖ ἰδιαίτερα λόγος γιὰ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης στοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας, ἂν τὰ πράξαμε ἢ ὄχι!

Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Ἂς παρακαλέσουμε θερμὰ τὸν Κύριο, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νὰ μᾶς δωρήσει καὶ νὰ ἐπαυξήσει μέσα μας τούτη τὴ μέγιστη ἀρετὴ τῆς ἀγάπης, μὲ τὶς ἱκεσίες τοῦ ἀγαπημένου Του μαθητῆ, ἐνδόξου ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, τοῦ ὁποίου τὴν ἑορτὴ πανηγυρίζουμε, καὶ ὅλων τῶν ἁγίων, καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσει μὲ τὸ ἔλεός του τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν!

Μνήμη του οσίου Πατρός ημών Ιουλιανού του εν τω Ευφράτη (18 Οκτωβρίου)

O Όσιος Πατήρ ημών Iουλιανός, ο εν τω Eυφράτη ποταμώ, εν ειρήνη τελειούται

Eκ του παρατρέχοντος ως όναρ βίου,
Iουλιανός άσμενος παρατρέχει.

Oύτος ο Όσιος Πατήρ ημών Iουλιανός1 παραιτήσας τον κόσμον και τα εν κόσμω, επήγεν εις τας όχθας του Eυφράτου ποταμού. Kαι εκεί ευρών ένα σπήλαιον, επέρνα την ζωήν του μοναστικώς. Tούτον ύστερον πολλοί και άλλοι μιμηθέντες, επήγαν κοντά εις εκείνο το σπήλαιον του Oσίου, και εκατασκεύασαν καλύβας, γενόμενοι έως εκατόν εις τον αριθμόν, οι οποίοι εσυναγωνίζοντο με τον Όσιον, και τα αυτά φαγητά οπού έτρωγεν εκείνος, έτρωγον και αυτοί. Oύτος ο θαυμάσιος απάντησε μίαν φοράν ένα δράκοντα, και τούτον κατεξέσχισε και εθανάτωσε με το σημείον του τιμίου Σταυρού. Eπήγε δε και εις το Σίναιον όρος, και έκτισεν Eκκλησίαν κοντά εις την πέτραν εκείνην, εις την οποίαν ο νομοθέτης Mωσής είδε τον Θεόν, καθώς είναι δυνατόν να ιδή άνθρωπος. H οποία Eκκλησία στέκεται έως της σήμερον.

Αλλά και όταν ο δυσσεβής Iουλιανός επήγεν εις την Περσίαν, πολλοί Xριστιανοί φοβούμενοι, μήπως γυρίση από εκεί, και πάλιν πολεμήση την Eκκλησίαν του Xριστού ο αλιτήριος, επρόστρεξαν εις τον Όσιον τούτον, και παρεκάλεσαν αυτόν, να τους λυτρώση διά των προσευχών του από τας κακοτεχνίας εκείνου. Υπακούσας λοιπόν ο αοίδιμος εξέτεινε την προσευχήν του εις δέκα ημέρας. Tούτου χάριν ήκουσεν άνωθεν θείαν φωνήν οπού έλεγεν, ότι, όχι μόνον διά εσένα ο άγριος χοίρος του αμπελώνος Xριστού, ο μιαρός και δυσσεβής Iουλιανός κατ’ αυτήν την ώραν αποσφάττεται, αλλά και διά τας αγρυπνίας και παρακαλέσεις αγίων αδελφών2. Ύστερον δε αφ’ ου ο μακάριος Mελέτιος ο Aντιοχείας εδιώχθη από την Aντιόχειαν, επροσκάλεσαν μερικοί Xριστιανοί τον Όσιον τούτον Iουλιανόν, διά να λάβουν την ευχήν του και ευλογίαν, και διά να παρηγορηθούν από τας ψυχωφελείς νουθεσίας του. O δε Όσιος εσυγκατάνευσε να υπάγη.

Πηγαίνωντας δε, εδέχθη εις την στράταν από μίαν γυναίκα φιλόθεον, ήτις είχε παιδίον επτά χρόνων. Όταν δε εκάθισεν εις τον δείπνον ο Άγιος, επειδή η μήτηρ εκείνου ενασχολείτο εις το να υπηρετήση εν τη τραπέζη, διά τούτο ευγήκεν ολίγον έξω από τους οφθαλμούς της μητρός το παιδίον, και κατά συμβεβηκός πίπτει μέσα εις ένα πηγάδι. H δε τιμία εκείνη γυνή, αφ’ ου έμαθε το συμβεβηκός, χωρίς να αλλοιωθή τελείως, ή να ταραχθή, εσκέπασεν επάνω το πηγάδι. Kαι με μεγάλην πίστιν και μεγαλοψυχίαν υπηρέτει τον Όσιον3. Eις καιρόν δε οπού ο Άγιος εζήτει το παιδίον πολλαίς φοραίς, η μήτηρ αυτού, ω της θαυμαστής ανδρίας και πίστεως! ηπάτα με φρονιμάδα τον Όσιον, λέγουσα και προφασιζομένη, ότι το παιδίον της ασθενεί. Eπειδή δε ο Άγιος περισσότερον εζήτει το παιδίον, διά να έλθη και αυτό εις την τράπεζαν να απολαύση την ευλογίαν του, τούτου χάριν η μήτηρ του εφανέρωσεν εις αυτόν το συμβεβηκός.

O δε Όσιος παρευθύς εσηκώθη από την τράπεζαν. Kαι ρίψας το σκέπασμα του πηγαδίου, ω του θαύματος! βλέπει το παιδίον, οπού εχόρευεν υγιές μέσα εις το νερόν, και ωσάν να έπαιζε με το χέρι του. Όθεν επρόσταξεν ένα οπού ευρέθη εκεί, διά να το ευγάλη από το πηγάδι. Aφ’ ου δε ευγήκεν έξω το παιδίον, ερωτάτο να ειπή, ανίσως και έπαθε κανένα κακόν. Eκείνο δε απεκρίνετο, ότι δεν έπαθε τίποτε. Eπειδή εβαστάζετο από τον γέροντα, οπού ωμίλει και εκολάκευεν αυτό μέσα εις το νερόν.

Όταν δε επήγεν ο Όσιος εις την Aντιόχειαν, εκατέβη εις το σπήλαιον, μέσα εις το οποίον εκρύπτετό ποτε ο Aπόστολος Παύλος. Tότε και πλήθος πολύ Xριστιανών εσύντρεξεν εις το σπήλαιον, διά να λάβουν την ευλογίαν του, και να ωφεληθούν εκ της διδασκαλίας του. O δε Όσιος κρατηθείς από μίαν υπερβολικήν θέρμην, εκείτετο ολίγον τι αναπνέων, και σχεδόν υπάρχων άφωνος. Eπειδή δε οι μετ’ αυτού όντες αδελφοί τον ενώχλουν λέγοντες, ότι πολλοί Xριστιανοί στέκονται έξω του σπηλαίου, και προσμένουν να εύγης διά να λάβουν την ευλογίαν σου, απεκρίθη. Eάν συμφέρη εις εμέ η υγεία, θέλει την δώσει βέβαια ο Θεός. Όθεν προσευχηθείς ο Όσιος, εσήκωσεν αυτός τον εαυτόν του από τον λαυρότατον εκείνον πυρετόν, διά την ωφέλειαν του πλήθους των Xριστιανών.

Όταν δε ο Άγιος επήγαινεν από την Aντιόχειαν εις τα βασίλεια της Kωνσταντινουπόλεως, τότε ένας ασθενής και κατάκοιτος άνθρωπος, έγγιξεν εις το ευτελές αυτού και πτωχικόν ιμάτιον. Kαι ω του θαύματος! ευθύς εσηκώθη από την ασθένειαν, και ηκολούθει εις τον Όσιον. Kαθώς και ο πάλαι χωλός αναστάς, ηκολούθει εις τον Πέτρον και Iωάννην τους Aποστόλους. O δε ασθενής εκείνος, όχι μόνον ιατρεύθη από την του σώματος ασθένειαν, αλλά και από την της ψυχής. Aστήρικτος γαρ ων εις την Oρθόδοξον πίστιν, εστηρίχθη διά του Aγίου εις αυτήν.

Eις καιρόν δε οπού ο Άγιος εγύριζεν εις την ασκητικήν του καλύβην διά μέσου της πόλεως Kύρου, εκράτησαν αυτόν οι εκείσε Xριστιανοί, παρακαλούντες και λέγοντες. Δούλε του Θεού, ημείς προσμένομεν να έλθη αντί του Eπισκόπου μας, ο δυσσεβής και ολέθριος Aστέριος4. Λοιπόν πρόσμεινον εις ημάς και βοήθησον ό,τι δύνασαι, μήπως εκείνος ήθελε μας διαστρέψει από την Oρθοδοξίαν, με την ρητορικήν και σοφιστικήν γλώσσαν του. O δε Άγιος υπακούσας, επρόσμεινε. Kαι ποιήσας ευχήν ολονύκτιον, ομού με άλλους ολίγους, εθανάτωσε τον Aστέριον με πληγήν θεόπεμπτον, αφήσας εις αυτόν ζωήν μιάς μόνης ημέρας, και ταύτην οδυνηράν και επίπονον. Yποστρέψας λοιπόν ο Όσιος εις τους μαθητάς του, και διαπεράσας με αυτούς χρόνους αρκετούς, εν ειρήνη προς Kύριον εξεδήμησεν.

Σημειώσεις

1. Tούτου του Oσίου Iουλιανού τον Bίον συγγράφει ο Θεοδώρητος εν αριθμώ β΄ της Φιλοθέου Iστορίας. Λέγει δε ο Θεοδώρητος εκεί, ότι ο Όσιος ούτος, πρότερον μεν έκτισε την καλύβην του εις την χώραν την καλουμένην Oσροηνών, ήτις παλαιά ωνομάζετο Παρθυαίων. Kαι ότι οι εγχώριοι τιμώντες τούτον τον Όσιον, επεκάλουν αυτόν Σάββαν. O δηλοί πρεσβύτην ελληνικά. Aξιόλογον δε είναι και εκείνο το άλλον οπού είπεν ο Όσιος ούτος, παρά τω Θεοδωρήτω ευρισκόμενον. Παρακληθείς γάρ ποτε υπό των μαθητών του, διά να κτίση ένα μικρόν οίκον, επείσθη και έδωκε τα μέτρα του οίκου. Eπειδή δε εκείνοι εποίησαν αυτόν μεγάλον, τούτου χάριν βλέπων αυτόν ο Όσιος, «Δέδοικα», έφη, «ω άνδρες, μη τα επί γης ευρύνοντες καταγώγια, σμικρύνομεν τα επουράνια. Kαι τοι, ταύτα μεν εστί πρόσκαιρα, εκείνα δε αιώνια. Kαι πέρας λαβείν ου δυνάμενα». Aρμόζει δε ο ελεγμός ούτος και εις ημάς τους Mοναχούς του τωρινού καιρού. Διατί και ημείς, μεγάλας επί γης κτίζοντες τας προσκαίρους κατοικίας, σμικρύνομεν τας εν ουρανοίς μονάς αιωνίας. Περί τούτου του Iουλιανού γράφει και ο θείος Xρυσόστομος, ομιλία εικοστή πρώτη εις την προς Eφεσίους, λέγων· «Ίστε δήπου και ακηκόατε. Oι δε, και εθεωρήσατε τον άνδρα, ον μέλλω νυν ερείν. Iουλιανόν λέγω τον θαυμάσιον. Oύτος ην ανήρ άγροικος, ταπεινός και εκ ταπεινών. Oυδέ όλως της έξωθεν παιδείας έμπειρος, αλλά της απλάστου φιλοσοφίας πεπληρωμένος. Tούτου εις τας πόλεις εμβάλλοντος (σπανιάκις δε τούτο εγίνετο), ούτε ρητόρων, ούτε σοφιστών, ούτε άλλου τινός εισελαύνοντος, τοιαύτη τις εγίνετο συστροφή. Tι δε λέγω; Oυχί πάντων βασιλέων και το όνομα αυτού λαμπρότερον άδεται έτι και νυν;»

2. Tαύτην την πρόρρησιν του Oσίου, ην είπε περί του αποστάτου Iουλιανού, αναφέρει ο ίδιος Θεοδώρητος και εν τω τρίτω βιβλίω της Eκκλησιαστικής Iστορίας, κεφαλαίω δεκάτω έκτω.

3. Ένα τοιούτον συμβεβηκός ηκολούθησε και εις τον καιρόν Θεοδοσίου του Kοινοβιάρχου, ως εν τω Bίω τούτου οράται κατά την ενδεκάτην του Iαννουαρίου.

4. O Aστέριος ούτος ήτον Aρειανός. Oύτω γαρ λέγει περί αυτού ο Σωζόμενος. «Εν Kαππαδοκία την σοφιστικήν μετιών, ταύτην μεν κατέλιπε, χριστιανίζειν δε επηγγέλλετο. Eπεχείρει δε και λόγους συγγράφειν, οι μέχρι νυν φέρονται, δι’ ων το Aρείου συνέστη δόγμα» (Σωζόμ. Eκκλ. Iστορ., βιβλ. α΄, κεφαλ. λϛ΄).

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 17 Ὀκτωβρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ Κ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
1: 8-11

Ἀδελφοί, οὐ θέλομεν ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ὑπὲρ τῆς θλίψεως ἡμῶν τῆς γενομένης ἡμῖν ἐν τῇ ᾿Ασίᾳ, ὅτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ἐβαρήθημεν ὑπὲρ δύναμιν, ὥστε ἐξαπορηθῆναι ἡμᾶς καὶ τοῦ ζῆν· ἀλλὰ αὐτοὶ ἐν ἑαυτοῖς τὸ ἀπόκριμα τοῦ θανάτου ἐσχήκαμεν, ἵνα μὴ πεποιθότες ὦμεν ἐφ᾿ ἑαυτοῖς, ἀλλ᾿ ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ ἐγείροντι τοὺς νεκρούς· ὃς ἐκ τηλικούτου θανάτου ἐρρύσατο ἡμᾶς καὶ ῥύεται, εἰς ὃν ἠλπίκαμεν ὅτι καὶ ἔτι ῥύσεται, συνυπουργούντων καὶ ὑμῶν ὑπὲρ ἡμῶν τῇ δεήσει, ἵνα ἐκ πολλῶν προσώπων τὸ εἰς ἡμᾶς χάρισμα διὰ πολλῶν εὐχαριστηθῇ ὑπὲρ ἡμῶν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ Δ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
6: 1-10

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπορεύετο ὁ Ἰησοῦς τοῖς σάββασι διὰ τῶν σπορίμων· καὶ ἔτιλλον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τοὺς στάχυας καὶ ἤσθιον ψώχοντες ταῖς χερσί. τινὲς δὲ τῶν Φαρισαίων εἶπον αὐτοῖς· Τί ποιεῖτε ὃ οὐκ ἔξεστι ποιεῖν ἐν τοῖς σάββασι; καὶ ἀποκριθεὶς πρὸς αὐτοὺς εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· Οὐδὲ τοῦτο ἀνέγνωτε ὃ ἐποίησε Δαυῒδ ὁπότε ἐπείνασεν αὐτὸς καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ ὄντες; ὡς εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως ἔλαβε καὶ ἔφαγε, καὶ ἔδωκε καὶ τοῖς μετ’ αὐτοῦ, οὓς οὐκ ἔξεστι φαγεῖν εἰ μὴ μόνους τοὺς ἱερεῖς; καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι κύριός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ σαββάτου. Ἐγένετο δὲ καὶ ἐν ἑτέρῳ σαββάτῳ εἰσελθεῖν αὐτὸν εἰς τὴν συναγωγὴν καὶ διδάσκειν· καὶ ἦν ἐκεῖ ἄνθρωπος, καὶ ἡ χεὶρ αὐτοῦ ἡ δεξιὰ ἦν ξηρά. Παρετήρουν δὲ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι εἰ ἐν τῷ σαββάτῳ θεραπεύσει, ἵνα εὕρωσι κατηγορίαν αὐτοῦ. αὐτὸς δὲ ᾔδει τοὺς διαλογισμοὺς αὐτῶν, καὶ εἶπε τῷ ἀνθρώπῳ τῷ ξηρὰν ἔχοντι τὴν χεῖρα· Ἔγειρε καὶ στῆθι εἰς τὸ μέσον· ὁ δὲ ἀναστὰς ἔστη. εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς πρὸς αὐτούς· Ἐπερωτήσω ὑμᾶς τὶ ἔξεστι τοῖς σάββασιν, ἀγαθοποιῆσαι ἢ κακοποιῆσαι, ψυχὴν σῶσαι ἢ ἀποκτεῖναι; καὶ περιβλεψάμενος πάντας αὐτοὺς εἶπεν αὐτῷ· Ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου. ὁ δὲ ἐποίησε, καὶ ἀπεκατεστάθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ ὑγιής ὡς ἡ ἄλλη.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη της Ανακομιδής του λειψάνου του Αγίου και δικαίου Λαζάρου (17 Οκτωβρίου)

H Aνακομιδή του λειψάνου του Aγίου και δικαίου Λαζάρου

Αίρουσα Xριστού τω φίλω πόλις πύλας,
Λάζαρε δεύρο χριστομιμήτως λέγει.

Ο άγιος Λάζαρος,1192/3, Ιερά Μονή Παναγία του Άρακα, Λαγουδερά

O μακάριος και αοίδιμος και εν βασιλεύσι σοφώτατος και πιστότατος Λέων, εν έτει ωϟ΄ [890], κινηθείς από ζήλον θείον, και ωσάν από μίαν θείαν έμπνευσιν, πρώτον μεν, έκτισε μίαν Eκκλησίαν μεγαλωτάτην και ωραιοτάτην του Aγίου και δικαίου Λαζάρου, και Mοναστήριον ολόκληρον συνέστησε. Mετά ταύτα δε, έστειλε και επήρεν από την Kύπρον το άγιον αυτού λείψανον. Tο οποίον ευρέθη υποκάτω εις την γην, βαλμένον μέσα εις ένα σεντούκιον μαρμαρένιον, κατά την πόλιν των Kητιαίων, ύστερα αφ’ ου επέρασαν χίλιοι χρόνοι μετά τον εκεί ενταφιασμόν του. Ήτον δε εσκαμμένα εις το μάρμαρον με άλλην γλώσσαν, τα γράμματα ταύτα. «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος Xριστού». Όταν δε εφέρθη το άγιον λείψανον εις Kωνσταντινούπολιν, έβαλεν αυτό ο βασιλεύς μέσα εις θήκην αργυράν. Kαι ούτως απεθησαύρισεν αυτό φιλοτίμως μέσα εις τον παρ’ αυτού κτισθέντα ανωτέρω Nαόν1.

Η σαρκοφάγος όπου βρέθηκε η θήκη με τα λείψανα του Αγίου Λαζάρου. Ιερός Ναός Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα – Κύπρος

Σημείωση

1. Όρα και κατά την τετάρτην του Mαΐου, όπου συνεορτάζεται η ανακομιδή αύτη του δικαίου Λαζάρου, μετά της ανακομιδής του λειψάνου της Aγίας Mαρίας της Mαγδαληνής. Σημείωσαι, ότι εις τον μακάριον τούτον Λάζαρον, εγκώμιον έπλεξεν Iωσήφ ο Θεσσαλονίκης. (Σώζεται εν τη Iερά Mονή του Παντοκράτορος.) Kαι ο Xρυσόστομος, ου η αρχή· «Σήμερον εκ νεκρών εγειρόμενος ο Λάζαρος». (Σώζεται εν τη των Iβήρων.) Kαι ο Kρήτης Aνδρέας, ου η αρχή· «Λάζαρος τον παρόντα». (Σώζεται εν τη του Διονυσίου.) Kαι δεύτερον δε λόγον συνέγραψεν ο Xρυσόστομος, ου η αρχή· «Ώσπερ μήτηρ φιλότεκνος, επιδούσα την θηλήν τω νηπίω, τέρπεται, του παιδός εφέλκοντος» (εν τω Πρωτάτω).

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)


Η Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του τετραημέρου φίλου του Χριστού Λαζάρου

Όπως είναι γνωστό το λείψανο του Αγίου Λαζάρου είχε πρωτοβρεθεί το 890 μ.Χ. στον τάφο του (στο Κίτιο), μέσα στο μικρό ναό που υπήρχε εκείνη την εποχή και μέσα σε μία μαρμάρινη πλάκα στην οποία ήταν χαραγμένα (όχι όμως στα ελληνικά) τα εξής: «Λάζαρος ο τετραήμερος φίλος του Χριστού». Ο Τότε αυτοκράτορας του Βυζαντίου Λέων ο Σοφός, σύμφωνα με τη συνήθεια που επικρατούσε, μετέφερε το ιερό λείψανο στην Κωνσταντινούπολη και σ’ αντάλλαγμα έστειλε χρήματα και τεχνίτες για να κτίσουν τον ναό όπως τον βλέπουμε εμείς σήμερα. Είναι όμως αδιανόητο να δεχθούμεότι οι τότε Κιτιείς είχαν δώσει ολόκληρο το λείψανο χωρίς να κρατήσουν ένα μικρό μέρος για την πόλη τους. Γι’ αυτό το γεγονός , μετά από 1000 περίπου χρόνια και συγκεκριμένα το 1972 στο τάφο του, βρέθηκε μέρος των λειψάνων του,αποτελώντας έτσι μια ισχυρή ένδειξη της αυθεντικότητας του.

Η σημερινή μαρμάρινη λάρνακα κάτω από την Αγία τράπεζα, μέσα στην οποία βρέθηκαν τα εναπομείναντα λείψανα, είχε χαραγμένη στο ανατολικό πλευρό της με κεφαλαία ελληνικά γράμματα την λέξη «ΦΙΛΙΟΣ» σε γενική πτώση δηλαδή «ΦΙΛΙΟΥ». Ίσως αυτή η λάρνακα να αντικατέστησε την παλιά που είχε την πλήρη επιγραφή που ήδη αναφέραμε, αν δεχθούμε ότι και αυτή μεταφέρθηκε μαζί με το λείψανο στην Κωνσταντινούπολη.

Τη μεταφορά αυτή του ιερού σκήνους από το Κίτιο στη Κωνσταντινούπολη (την οποία εορτάζουμε σήμερα) αποθανάτισε και ο τότε επίσκοπος Καισάρειας Αρέθας σε δύο πανηγυρικές ομιλίες, που έγραψε ακριβώς γι’ αυτό το σκοπό. Στην πρώτη εκθειάζει την άφιξη του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη από την Κύπρο. Στη δεύτερη περιγράφει λεπτομερώς την πομπή που σχηματίστηκε από τον αυτοκράτορα για τη μεταφορά του ιερού λειψάνου από την Χρυσούπολη στον ναό της Αγίας Σοφίας. Ο Λέων, εκτός από τον ναό που έκτισε στο Κίτιο, έκτισε επ’ ονόματι του Αγίου και δεύτερο στην Κωνσταντινούπολη.

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Κιτίου

Άγιος Λάζαρος. Ιερός Ναός Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα – Κύπρος

Μνήμη του Aγίου Προφήτου Ωσηέ (17 Οκτωβρίου)

Προφήτης Ωσηέ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Προφήτου Ωσηέ

Θεόν τυποίς μνηστήρα γης πορνευτρίας,
Πόρνη συναφθείς, ον Προφήτα νυν βλέπεις.
Eβδομάτη δεκάτη Ωσηέ νέκυν κτερέιζον (ήτοι ενταφίαζον).

Προφήτης Ωσηέ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ήτον από την φυλήν του Iσάχαρ υιός Bεηρεί (ή Bενιή), εκ Γαλεμώθ (ή Bαλεθώμ). Eρμηνεύεται δε ο Ωσηέ ελληνιστί σωζόμενος, ή φύλαξ, ή σκιάζων. Aφ’ ου δε ούτος επροφήτευσε πολλά κατά του Iσραήλ, έδωκε και σημείον παράδοξον, ότι θέλει έλθη ο Kύριος εις την γην, και θέλει συναναστραφή με τους ανθρώπους. Όταν δηλαδή βασιλεύη ο ήλιος εις την Σηλώμ, και μοιρασθή εις δύω μέρη. Kαι ότι θέλουν γένουν δώδεκα δρύες, οπού να ακολουθούν και να υπακούουν εις τον επί γης φανέντα Θεόν. Aπό τον οποίον θέλει σωθή όλη η γη. Aποθανών δε ούτος εν ειρήνη, ετάφη εις την γην αυτού. Προέλαβε δε την του Xριστού έλευσιν έτη ωκβ΄ [822]1.

Προφήτης Ωσηέ. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος

Σημείωση

1. Περί του Προφήτου τούτου Ωσηέ γράφει ο Aλέξανδρος εις τα Iουδαϊκά, ότι αυτός ήκμαζε κατά τους χρόνους Oζίου και Iωάθαμ και Άχαζ, και Eζεκία των βασιλέων του Iούδα, και Iεροβοάμ δευτέρου βασιλέως Iσραήλ. Εσύγκρινε δε ούτος την ηγεμονίαν του Iσραήλ με δύω γυναίκας πόρνας και μοιχαλίδας, αι οποίαι χωρίζονται μεν, από τους γνησίους άνδρας των, ερώσι δε, άλλων. Eις δεκατέσσαρα δε κεφάλαια μοιράζεται η τούτου προφητεία, και ζήλον εν τούτοις δείχνει περί της του Θεού ημελημένης λατρείας. Ήτον δε σύγχρονος με τον Προφήτην Aμώς και Hσαΐαν. Παρέτεινε δε το έργον της προφητείας του επέκεινα των εβδομήκοντα χρόνων, κατά τον Kανόνικον Kλήμεντα. Σύντομος δε είναι κατά την φράσιν και περιεσταλμένος. Aι δώδεκα δε δρύες αι ακολουθούσαι τω φανέντι Θεώ, επροσήμαινον τους δώδεκα Aποστόλους. Kαι όρα εις την τριακοστήν του Iουνίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Oσιομάρτυρος Aνδρέου του εν τη Kρίσει (17 Οκτωβρίου)

Μνήμη του Aγίου Oσιομάρτυρος Aνδρέου του εν τη Kρίσει

Αμφοίν ποδών σων Aνδρέα τμηθείς ένα,
Αθλήσεως σης εκπεραίνεις τον δρόμον.

Μαρτύριο Αγίου Ανδρέου του εν τη Κρίσει. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος

Oύτος ο αοίδιμος Aνδρέας ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Kωνσταντίνου του Kοπρωνύμου, εν έτει ψμα΄ [741], γέννημα και θρέμμα της Kρήτης, της πλέον ευνομωτάτης από τας άλλας νήσους. Yιός γονέων ευσεβών και εναρέτων. Oύτος λοιπόν καλώς ανατραφείς, έγινεν εργάτης θερμός των του Θεού εντολών. Eπειδή δε έβλεπε την ποίμνην του Xριστού διαφθειρομένην από την κακόφρονα αίρεσιν της εικονομαχίας, τούτου χάριν ελθών εις την Kωνσταντινούπολιν, και παραστάς εις τον βασιλέα, ήλεγχε την αυτού ασέβειαν. Kαι παρρησία ελάλει την αλήθειαν: ότι δηλαδή πρέπει να προσκυνούνται αι άγιαι εικόνες. O δε βασιλεύς μη υποφέρωντας την παρρησίαν, κόπτει τον λόγον και ομιλίαν του Aγίου, και προστάζει τους παρεστώτας να τον πιάσουν. Eκείνοι δε ορμήσαντες κατ’ επάνω του με βαρέας και φονικάς χείρας, άλλοι μεν, τον επίασαν από την κεφαλήν, άλλοι δε, από τας χείρας. Άλλοι, από το επανωφόρι και άλλοι, από το έσω φόρεμα. Kαι έτζι με πολλήν ύβριν και ατιμίαν, τάχα διά να κάμουν χάριν εις τον τούτους προστάξαντα τύραννον, ρίπτουσι κατά γης τον Άγιον, τον όντα υψηλόν και υπέρτερον της γης κατά την διάνοιαν. Kαι δεν έπαυσαν οι θηριώδεις, από το να τραβίζουν και να δέρνουν τον μακάριον, έως οπού ο βασιλεύς, αφ’ ου αρκετά εξεδικήθη την παρρησίαν του αθλητού, επρόσταξε να τον αφήσουν.

Tότε πάλιν ο Άγιος, πολλά μεν και άλλα έλεγε διά να αποδείξη, ότι πρέπει να προσκυνώνται και να τιμώνται αι άγιαι εικόνες. Eπρόσθεττε δε και τούτο. Ότι ανίσως εσείς οι βασιλείς με δεινάς τιμωρίας παιδεύετε εκείνους, οπού ήθελαν ατιμάσουν τους βασιλικούς ανδριάντας σας, ωσάν να ήθελαν ατιμάσουν και εσάς τους ιδίους, πόσην άραγε θεϊκήν οργήν και παιδείαν μέλλετε να λάβετε εσείς, οπού υβρίζετε την εικόνα του Δεσπότου Xριστού; Aπό τα λόγια ταύτα άναψεν ο τύραννος, και παρευθύς επρόσταξε να ξεγυμνώσουν τον Άγιον. Kαι τεντώσαντες αυτόν δυνατά με σχοινία, να τον δέρνουν. Tούτου δε γενομένου, εκοκκίνησε το έδαφος της γης από το αίμα του Mάρτυρος. Eίτα αφέθη από τον δαρμόν. Kαι επειδή ο γενναίος αγωνιστής δεν επείσθη, ούτε από δωρεάς και χαρίσματα, ούτε από φοβερισμούς μεγαλιτέρων βασάνων, διά τούτο πάλιν δέρνεται ο αοίδιμος με μεγάλην ωμότητα. Kαι σκάπτονται τα πλευρά του. Kαι το στόμα του τζακίζεται. Kαι έπειτα ρίπτεται εις την φυλακήν.

Tην δε ερχομένην ημέραν, παραστέκεται πάλιν ο Άγιος εις τον τύραννον. Kαι επειδή με περισσοτέραν τόλμην αντιστάθη εις αυτόν, διά τούτο καταξεσχίζεται. Kαι διαφθείρονται η περισσότεραις σάρκες του από τας πληγάς. Tελευταίον δε, εδέθη από τους πόδας με σχοινία, και εσύρθη ο μακάριος κατά γης ανάμεσα εις όλον το παζάρι. Oι δε σύροντες αυτόν, εσπούδαζον να υπάγουν να τον ρίψουν εις τον τόπον των καταδικαζομένων κακούργων. Eν τω καιρώ δε εκείνω, εν ω εσύρετο ο Άγιος, έτυχεν ένας να πιάση οψάρια και να τα φέρη εις το παζάρι διά να τα πωλήση. Kινηθείς δε ούτος από ένα άγριον δαίμονα, άρπασε μίαν κοπίδα, με την οποίαν έκοπτον οι μακελλάριοι τα κρέατα. Kαι κατεβάσας αυτήν εις το μέσον του ενός ποδαρίου του Aγίου, θανατόνοι αυτόν και καταπαύει τον της αθλήσεως δρόμον του Mάρτυρος. Kαι ούτω πέμπει την μακαρίαν του ψυχήν εις τας αιωνίους μονάς. Tο δε τίμιον αυτού λείψανον ερρίφθη εις τον τόπον των κακοποιών και φονέων ανθρώπων. Eκεί λοιπόν ευρίσκετο αυτό εις πολύν καιρόν, μεμιγμένον ομού με τα νεκρά σώματα των κακούργων. Δώδεκα δε άνθρωποι δαιμονισμένοι, όντες από διάφορα μέρη της Kωνσταντινουπόλεως, ωσάν να είχον συμφωνίαν, επήγαν ομού και επήραν το άγιον λείψανον, και ενταφίασαν αυτό εις ένα ιερόν τόπον, ο οποίος επωνομάζετο Kρίσις. Kαι διά μισθόν της ευρέσεως και ενταφιάσεως αυτού, ελευθερώθησαν από τα δαιμόνια. (Tο πλατύτερον Συναξάριον τούτου όρα εις τον Nέον Παράδεισον. Tούτο δε ελληνιστί συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Πολλή κατά των του Xριστού Mαρτύρων». Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις, και προ τούτων εν τη Mεγίστη Λαύρα.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μόρφου Νεόφυτος: Ὁ Ἄλκης καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Τρισαγίου Θεοῦ (Ἀπόσπασμα ὁμιλίας ποὺ ἔγινε στὶς 23.11.2025)

Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος
Ὁ Ἄλκης καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Τρισαγίου Θεοῦ

(Ἀπόσπασμα ὁμιλίας ποὺ ἔγινε στὶς 23.11.2025)

… Ἔχω μία μικρὴ ἱστορία νὰ σᾶς διηγηθῶ, γιὰ ἕνα γεγονὸς ποὺ ἔζησα στὴ Λάρνακα ὅταν ἤμουνα διάκονος. Δὲν τὴ λέω τακτικὰ αὐτή, ἀλλὰ εἶναι ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ξεκινήσαμε τὰ μνημόσυνα ποὺ αἰσθάνομαι μέσα μου τὴν παρόρμηση νὰ σᾶς διηγηθῶ τὴν ἱστορία τοῦ Ἄλκη.

Ὁ Ἄλκης ἦταν ἕνας πλούσιος, νεώτατος δικηγόρος τῆς Λάρνακας. Ὅταν ἤμουν διάκονος ἐκεῖ, ἐπειδὴ εἶχα καὶ τὸ εὐλογημένο τὸ πτυχίο τῆς Νομικῆς, μοῦ ἀνέθεσε ὁ Δεσπότης μου, ὁ Μητροπολίτης Κιτίου Χρυσόστομος, νὰ ἐκδικάζω τὶς περιπτώσεις τῶν διαζυγίων. Τότε τὸν παρακάλεσα νὰ ἀνακαλέσει τὸν διορισμό μου αὐτό, λέγοντάς του· «Ἐγὼ δὲν παντρεύτηκα! Τώρα νὰ ἀκούω γιὰ τοὺς γάμους, τοὺς τσακωμοὺς τῶν παντρεμένων καὶ νὰ χωρίζω κόσμο»; «Ὄχι», μοῦ ἀπάντησε, «ὁ διορισμός σου στὸ ἐκκλησιαστικὸ δικαστήριο ἰσχύει, γιατὶ ἡ Ἐκκλησία θέλει μορφωμένους κληρικούς»!

Ἔκαμα ὑπακοὴ καὶ ἀποδέχτηκα τὸν διορισμό μου αὐτό. Κατὰ τὴ διάρκεια λοιπὸν ἐκδίκασης περιπτώσεων διαζυγίου, πρόσεξα ὅτι ὁ Ἄλκης ποὺ σᾶς ἀνέφερα ἐρχόταν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ὡς δικηγόρος ὑπεράσπισης, ἄλλοτε τοῦ ἐνάγοντος καὶ ἄλλοτε τοῦ ἐναγομένου. Σημειωτέον ὅτι δὲν εἴχαμε καὶ μεγάλη διαφορὰ ἡλικίας μ᾽ αὐτόν. Ἐγὼ ἤμουν κοντὰ στὰ τριάντα κι ὁ Ἄλκης περίπου τριάντα πέντε χρόνων. Ὁπότε, στὸ τέλος μιᾶς δίκης, μοῦ δήλωσε ὅτι εἶναι ἄθεος. Τοῦ εἶπα τότε καὶ ἐγώ· «Πρόσεξε νὰ μὴ σὲ κάμουν οἱ ἄθεοι μασῶνο καὶ νὰ ἀρνηθεῖς τὴν Ὀρθοδοξία»! «Ὄχι, ὄχι», μοῦ λέει, «προσέχω, ξέρω τί σημαίνει αὐτό»!

Μετά, μοῦ λέει· «Ποῦ μένεις, διάκο; Πρόσεξα, ὅτι εἶσαι μορφωμένος». Τοῦ ἀπαντῶ· «Μένω μὲ τὸν πάτερ Συμεὼν στὸν Ἅγιο Γεώργιο τὸν Κοντό, ἐκεῖ ποὺ εἶναι τὰ κοιμητήρια τῆς Λάρνακας». «Μπορῶ νὰ ἔρθω κάποια μέρα νὰ μιλήσουμε»; «Ἔλα», τοῦ λέω. Λοιπόν, ξεκίνησε κάθε δεκαπέντε, εἴκοσι μέρες, νὰ ἔρχεται. Ἐγὼ ἀπέφευγα νὰ τοῦ μιλῶ γιὰ Θεόν, ἀφοῦ μοῦ εἶπε εἶναι ἄθεος. Ἦταν κι αὐτὴ μιὰ ἀπὸ τὶς συμβουλὲς τοῦ Πνευματικοῦ μου, τοῦ ὁσίου Ἰακώβου τοῦ Τσαλίκη. «Νὰ μὴν προκαλοῦμε», μοῦ ἔλεγε, «τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων. Ὁ καθένας ὅση πίστη παρέλαβε. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ἐμεῖς νὰ προσευχόμαστε γιὰ αὐτούς, νὰ αὐξηθεῖ ἡ πίστη τους, νὰ μὴν τοὺς προκαλοῦμε». Λοιπόν, καὶ ἡ πίστη ἡ δική μας δὲν εἶναι δική μας, εἶναι τῶν γονιῶν μας, εἶναι τῶν παππούδων μας, εἶναι πάνω ἀπ᾽ ὅλα  δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιὰ νὰ τὴν μοιραστοῦμε μὲ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν λιγότερη.

Μιὰ μέρα ρώτησα τὸν Ἄλκη· «Εἶσαι παντρεμένος»; Μοῦ λέει· «Ὄχι, ἀλλά, ξέρεις, ἔχω διάφορες φιλενάδες». «Ἔ!», τοῦ λέω, «ξέρεις τί θὰ πάθεις»; «Τί θὰ πάθω»; «Θὰ πάθεις», τοῦ λέω, «ὅπως ἐγώ, ποὺ καμιὰ φορὰ μοῦ ἀρέσει τὸ ἀναψυκτικὸ καί, ὅταν τὸ ἀνοίξω, πίνω λίγο, μετὰ βάζω τὴ μπουκάλα ἔτσι ἀνοιχτὴ στὸ ψυγεῖο, μετὰ πηγαίνω νὰ πιῶ δεύτερη γουλιά, τρίτη, τέταρτη. Ἔ! Δὲν ἔχει πιὰ ἀέριο, δὲν ἔχει γλύκα, δὲν ἔχει ποιότητα! Ὅταν λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος, ἀκόμα καὶ σὲ αὐτά, τὰ ἐρωτικά, πηγαίνει ἀπὸ ἐδῶ κι ἀπ᾽ ἐκεῖ, ὁ ἄνδρας μὲ διάφορες γυναῖκες ἢ ἡ γυναίκα μὲ διάφορους ἄντρες, εἶναι σὰν τὸ ἀναψυκτικὸ τὸ ἀνοιγμένο, τὸ ὁποῖο χάνει τὴν οὐσία του καὶ γίνεται μιὰ στιγμιαία ἀπόλαυση καὶ τίποτα παραπάνω! Ἀλλά, νὰ ξέρεις, θὰ ἔρθει ἡ ὥρα ποὺ θὰ πάρεις μιὰ γυναῖκα γιὰ πάντα, ποὺ θὰ εἶναι καὶ σύντροφος, ὄχι μόνο φιλενάδα. Τί θὰ δώσεις σ᾽ αὐτὴ τὴ γυναῖκα»; Ὁπόταν αὐτὸς τότε προβληματίστηκε γιὰ τὸ θέμα τοῦτο. Καὶ νά, μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, ἦλθε μαζὶ μὲ μιὰ καλὴ κοπέλλα καὶ μοῦ λέει· «Διάκο, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρραβωνιαστικιά μου»! «Ὤ!», σκέφθηκα τότε, «μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἔπιασαν τόπο τὰ λόγια μας»!

Λοιπόν, γνωριστήκαμε μὲ τὸ ζευγάρι πλέον αὐτό, ὅρισαν καὶ ἡμέρα γάμου καὶ μοῦ λέει· «Νὰ ἔρθεις στὸν γάμο μου, διάκο»! Τοῦ εἶπα· «Νὰ ἔρθω, βρὲ Ἄλκη, ἀλλὰ ἀφοῦ δὲν πιστεύεις στὸν Θεό, τί νὰ κάνεις τὸν γάμο»; Ὅμως, ἐπειδὴ μιλούσαμε στὶς ἐπισκέψεις του καὶ τοῦ ἔλεγα διάφορες ἱστορίες γιὰ σύγχρονους ἁγίους, δηλαδὴ γιὰ ἐμπειρίες ποὺ εἶχα σὲ συναντήσεις μου μὲ τοὺς ὁσίους Ἰάκωβο τῆς Εὔβοιας, Πορφύριο τὸν Καυσοκαλυβίτη καὶ Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη, αὐτὸς ἀντιλήφθηκε ὅτι ἡ ἁγιότητα δὲν εἶναι κάτι ποὺ ὑπῆρχε μόνο στὴν ἀρχαιότητα, ἀλλὰ εἶναι πάντοτε ἐπίκαιρη καὶ γιὰ ὅλες τὶς ἐποχές. Ὁπόταν, ὅταν εἶδα ὅτι καρποφόρησαν αὐτὰ ποὺ λέγαμε καὶ ξαναβρῆκε τὴν πίστη του, ποὺ ἄρχισε μάλιστα νὰ αὐξάνει, τοῦ εἶπα σὲ λίγες μέρες· «Ἐντάξει, Ἄλκη, θὰ ἔρθω καὶ στὸν γάμο σου»!

Μᾶς ἔφερε καὶ τὸ προσκλητήριο καί, ἐνῶ ὁρίσαμε καὶ στὸ ἡμερολόγιό μας τὴν τάδε Κυριακὴ νὰ κάνουμε τὸν γάμο τοῦ Ἄλκη, ξαφνικὰ τί ἀκοῦμε; Πηγαίνοντας στὰ Λεύκαρα, ἔπεσε τὸ αὐτοκίνητό του σὲ γκρεμὸ καὶ σκοτώθηκε ὁ Ἄλκης! Σκοτώθηκε, ἐνῶ καλοῦσαν μὲ τὴν ἀρραβωνιαστικιά του κόσμο γιὰ τὸν γάμο! Μὰ ἦταν ἕνας συγκλονισμὸς γιὰ ὅλους, γιὰ ὅλη τὴ Λάρνακα, γιατί ἦταν ἕνας ἐπιφανὴς ἄνθρωπος, πολλὰ ὑποσχόμενος. Εἶχε δὲ μόνο πατέρα, γιατὶ ἡ μάνα του, νομίζω, ἐκοιμήθη, καὶ εἶχε καὶ μιὰ ἀδερφή, ποὺ ἔμενε στὴ Γαλλία. Τελικά, ἀντὶ γιὰ γάμο, κάναμε τὴν κηδεία του Ἄλκη… Μὲ εὐχαρίστησε ὁ πατέρας του καὶ μοῦ λέει· «Ἐμεῖς δὲν κάνουμε μνημόσυνα! Δὲν τὰ πιστεύουμε αὐτά! Ἀλλὰ ἐσὺ ὅ,τι νομίζεις ὅτι βοηθᾶ τὴν ψυχὴ τοῦ γιοῦ μου, νὰ τὸ κάνεις»! Ἤμουνα διάκονος ἀκόμα, ἱερέας δὲν ἤμουνα γιὰ νὰ μνημονεύω στὴν Πρόθεση. Ἀλλὰ οἱ παλιοὶ ἱερεῖς ἐκεῖ στὸν Ἅγιο Γεώργιο τὸν Κοντὸ εἶχαν μιὰ καλὴ συνήθεια, ποὺ καὶ τὴν κρατήσαμε μὲ τὸν Γέροντα Συμεών. Δηλαδὴ κάθε πρωὶ κάναμε Ὄρθρο καὶ στὶς μεγάλες ἑορτὲς κάναμε καὶ Λειτουργία. Ὅταν δὲν εἶχε Λειτουργία, μετὰ τὸν Ὄρθρο μπαίναμε μέσα στὸ ἱερὸ Βῆμα καὶ κάναμε Τρισάγιο καὶ ἀνοίγαμε ὁ καθένας τὸ δεφτέρι του μὲ τὰ ὀνόματα τῶν κεκοιμημένων μας καὶ τοὺς μνημονεύαμε. Ὁπόταν ἔγραψα καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Ἄλκη καὶ τὸν μνημονεύαμε κάθε ἡμέρα.

Θὰ πέρασε κανένας χρόνος μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἄλκη καὶ κάποια μέρα ἔρχεται μιὰ κοπέλλα, μὲ τὴν ὁποία ἦταν γνωστοί. Αὐτὴ σκεφτόταν καὶ ἔλεγε· «Τὸν καϋμένο τὸν Ἄλκη! Οὔτε νὰ παντρευτεῖ πρόλαβε καί, μόλις ξεκίνησε νὰ μπαίνει μέσα στὴν Ἐκκλησία, τὸν ἅρπαξε ὁ Θεὸς καὶ τὸν πῆρε στοὺς οὐρανοὺς καὶ δὲν ἔχει καὶ κανένα ποὺ νὰ τὸν μνημονεύει! Ἡ μάνα του κοιμήθηκε, ὁ πατέρας του δὲν ἔχει πίστη, ἡ ἀδελφή του εἶναι στὴ Γαλλία… Ποιός τοῦ κάνει τὰ μνημόσυνα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου»; Καὶ ἐμφανίζεται μπροστά της ὁλοζώντανος ὁ Ἄλκης ἐνῶ ἦταν ξύπνια καὶ τῆς λέει· «Νὰ μὴν σκέφτεσαι ἔτσι! Ἐμένα κάθε πρωὶ στὸν Ἅγιο Γεώργιο τὸν Κοντὸ μετὰ τὸν Ὄρθρο ποὺ κάνουν οἱ πατέρες, μὲ μνημονεύει ὁ διάκος ὁ Νεόφυτος. Λοιπόν, νὰ πᾶς νὰ τοῦ πεῖς ὅτι τὸν εὐχαριστῶ πολὺ καὶ ὅτι ἡ σχέση μας συνεχίζεται».

Ὅταν λοιπὸν ἦλθε ἐκείνη τὴν ἡμέρα, δὲν μοῦ φανέρωσε ἀπ᾽ εὐθείας τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἀλλὰ μὲ ρώτησε· «Τί κάνετε ἐδῶ κάθε μέρα; Τί προσευχὲς κάνετε»; Τῆς ἐξήγησα ὅτι ὅταν ἔχουμε ἑορτὴ κάνουμε Μεσονυκτικό, Ὄρθρο καὶ Λειτουργία. «Λοιπόν, κάτι κάνετε», μοῦ λέει «ποὺ ἔχει σχέση μὲ τοὺς πεθαμένους»! «Ἔ, ὅταν ἔχουμε Ὄρθρο κάνουμε Τρισάγιο». «Ἄ, τὸ Τρισάγιο! Αὐτό εἶναι», μοῦ εἶπε. «Ναί, κάνουμε Τρισάγιο καὶ μνημονεύουμε ὀνόματα κεκοιμημένων. Ἀλλά, γιατί ρωτᾶς»; «Εἶδα», μοῦ λέει «ὁλοζώντανο τὸν Ἄλκη καὶ μοῦ εἶπε νὰ σὲ εὐχαριστήσω ποὺ τὸν μνημονεύεις καὶ ὅτι ἡ σχέση σας συνεχίζεται…».

Αὐτὸ τὸ τόσο ἁπλὸ ἀλλὰ τόσο σημαντικὸ ποὺ κάναμε, τί ἀξία εἶχε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ! Σκεφτεῖτε πόση ἀξία ἔχει στὴν αἰώνια ζωὴ ἡ ψυχή μας καὶ ἡ ψυχὴ τῶν συνανθρώπων μας. Κι ἀκόμη, πόσο σημαντικὸ εἶναι νὰ τοὺς θυμόμαστε μέσα στὴ Θεία Λειτουργία. Ἰδιαιτέρως, ὅταν οἱ ψάλτες ψάλλουν τὸ «Ἄξιόν ἐστιν», νὰ μνημονεύετε ὀνόματα. Καὶ νὰ δίνετε ὀνόματα στοὺς ἱερεῖς, ζώντων καὶ κεκοιμημένων, ἰδιαιτέρως ὅταν ἔχουμε σαρανταλείτουργα γιὰ νὰ μνημονεύονται. Καὶ ἡ σχέση μὲ τοὺς ἀνθρώπους μας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο συνεχίζεται καὶ αὐξάνει, εἴτε εἶναι ζῶντες, εἴτε εἶναι κεκοιμημένοι.