Μαρτύριο Αποστόλου Ιακώβου του Αλφαίου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)
Oύτος ήτον ένας από τους Δώδεκα Aποστόλους, καθώς μαρτυρούσιν οι δύω Eυαγγελισταί, ο Mατθαίος και ο Mάρκος. Eστάθη δε αδελφός μεν Mατθαίου του Eυαγγελιστού, υιός δε του Aλφαίου. Oύτος λοιπόν ο του Kυρίου Aπόστολος, ευγαίνωντας εις το κήρυγμα του Eυαγγελίου, κατέστρεφε τους βωμούς των ειδώλων, υπό του θείου ζήλου πυρπολούμενος. Tας νόσους ιάτρευε, και τα ακάθαρτα εδίωκε πνεύματα. Διά τούτο και τα πλήθη των εθνικών ωνόμαζον αυτόν, σπέρμα θείον. Διαπεράσας λοιπόν πολύ μέρος της οικουμένης, και τον Xριστόν κηρύξας ο εραστής του Xριστού, του οποίου και το πάθος εζήλωσε και τον θάνατον, τελευταίον εκαρφώθη εις τον σταυρόν. Kαι έτζι εις τον ποθούμενον Xριστόν παραδίδει το πνεύμα του1.
Σημείωση
1. Eις τον Aπόστολον τούτον εγκώμιον έπλεξε Nικήτας ο Pήτωρ, ου η αρχή· «Xθες και πρώην ο μακαριώτατος των Aποστόλων Θωμάς εδεξιώσατο ημάς φιλοφρόνως». (Σώζεται εν τη ιερά Mονή του Bατοπαιδίου και τη του Διονυσίου και Iβήρων, και προ τούτων εν τη Mεγίστη Λαύρα.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Οι Άγιοι Ανδρόνικος και Αθανασία , 13ος αιώνας, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου
Η προσκυνηματική εικόνα των Αγίων Ανδρονίκου και Αθανασίας (13ος αι.), μετά από ενέργειες του Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεοφύτου βρέθηκε το 2007, μετά την κλοπή της, το 1936. Το άγιο ζεύγος με μοναχικά ενδύματα εποχής απεικονίζεται επάνω σε ανάγλυφο κάμπο που αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των κυπριακών εικόνων.
Επιπλέον ο Άγιος Ανδρόνικος κρατά γυάλινο φιαλίδιο, στοιχείο ιδιαίτερα σπάνιο στην εικονογραφία του και η Αγία Αθανασία σταυρό τύπου Αναστάσεως. Το κάλυμμα της κεφαλής παραπέμπει σε ανάλογα εικονογραφικά παραδείγματα από την Κωνσταντινούπολη και το Σινά.
Η εικόνα αυτή είχε δημοσιευτεί το 1935 από τον καθηγητή Γεώργιο Σωτηρίου και το 1937 από τον David Talbot Rice στο βιβλίο του “The icons of Cyprus”.
Οι Άγιοι Ανδρόνικος και Αθανασία τυγχάνουν ιδιαίτερου σεβασμού στην Κύπρο και ιδιαίτερα στη μητροπολιτική περιφέρεια Μόρφου, όπου πανηγυρίζει το παρεκκλήσιο των Αγίων Ανδρονίκου και Αθανασίας που ευρίσκεται στον χώρο του Γυμνασίου και Λυκείου Σολέας, επίσης απεικονίζονται συχνά και στις βυζαντινές και μεταβυζαντινές τοιχογραφημένες εκκλησίες.
Η θυσία του Αβραάμ. Ιερά Μονή Παναγίας Ποδίθου παρά την Γαλάτα
Αυτά είναι τα λόγια που είπε για τον εαυτό του ο δίκαιος Αβραάμ. Αδελφοί μου, πόσο γελοίοι είναι οι άνθρωποι που καυχώνται για τις γνωριμίες τους με κοσμικούς άρχοντες και άλλους επιφανείς του κόσμου τούτου και έχουν, γι’ αυτό τον λόγο, μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους!
Ο Αβραάμ αξιώθηκε να συνομιλεί με τον Παντοδύναμο και Αιώνιο Βασιλέα, με τον ίδιο τον Θεό. Εντούτοις, παρέμεινε απαράτρεπτος και αταλάντευτος στην ταπείνωσή του, αποκαλώντας τον εαυτό του γη και σποδό. Ποιός ήταν αυτός ο Αβραάμ, ο οποίος αξιώθηκε εν ζωή μιας τόσο μεγάλης ευλογίας από το Θεό και μιας τέτοιας εξυμνήσεως, μετά το θάνατό του, από τον Παύλο (Γαλ. 3, Εβρ, 11), αλλά και από τον ίδιο τον Δεσπότη Χριστό (Λουκ. 16, 22, Ιωάν. 8, 39);
Ήταν ένας χωρικός που είχε όλες τις αρετές και ζούσε σύμφωνα με το νόμο του Θεού, έναςάνθρωπος με ακράδαντη πίστη στο Θεό, ένας εραστής του δικαίου, ένας εξαιρετικά φιλόξενος και συμπονετικός άνθρωπος, γενναίος, ευπειθής, γνήσιος και ταπεινός.
Η φιλοξενία του Δικαίου Αβραάμ. Εξωκκλήσιον Αγίου Τυχικού, Έσω Γαλάτα
Μολαταύτα, ο Αβραάμ δοξάζεται κυρίως για την πίστη του, μια πολύ δυνατή πίστη! Ο Αβραάμ ήταν ήδη εκατό ετών, όταν ο Θεός του είπε πως η γυναίκα του, στείρα έως τότε, θα γεννούσε έναν γιό. Εκείνος πίστεψε το Θεό. Ακόμη και προτού γεννήσει η Σάρα τον Ισαάκ, ο Θεός είπε στον Αβραάμ: και ποιήσω το σπέρμα σου ως την άμμον της γης (Γεν. 13, 16). Ο Αβραάμ πίστεψε και διόλου δεν αμφέβαλε. Όταν γεννήθηκε ο μοναδικός υιός του Αβραάμ, ο Θεός τον πρόσταξε, ως δοκιμασία, να προσφέρει το μοναχοπαίδι του θυσία. Ο Αβραάμ ετοιμάστηκε για να το κάνει, αλλά ο Θεός την τελευταία στιγμή τον απέτρεψε απ’ αυτή την πράξη. Πόσο πλήρης ήταν η πίστη και τελεία η υπακοή του θαυμάσιου αυτού ανθρώπου στο Θεό! Ως αποτέλεσμα, ο Θεός τον ευλόγησε δαψιλώς και τον έκανε ένδοξο τόσο στη γη όσο και στον ουρανό.
Αδελφοί μου, είναι μακάριοι αυτοί που, χωρίς ενδοιασμούς, πιστεύουν στο Θεό και εκπληρώνουν τις άγιες εντολές Του. Η ευλογία του Θεού τους συνοδεύει και στους δύο κόσμους!
Ω παντευλόγητε Δημιουργέ μας, ευλόγησε κι εμάς τους αμαρτωλούς και συναρίθμησέ μας ανάμεσα στους εκλεκτούς Σου, οι οποίοι έχουν μερίδιο μαζί με τον Αβραάμ στο Βασίλειό Σου.
Ο Λωτ, ήταν ένας δίκαιος άνθρωπος εν μέσω πολλών ανόμων, και ζούσε στα Σόδομα με την σύζυγό του και τις δύο θυγατέρες του. Ο πιστός Αβραάμ ρώτησε τον Θεό: μὴ συναπολέσῃς δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής; (Θα καταστρέψεις τον δίκαιο με τον ασεβή;) (Γένεση 18:23). Ο Θεός απάντησε τότε στον πιστό Αβραάμότι όχι μόνο δεν θα κατέστρεφε τον δίκαιο, αλλάαν υπήρχαν δέκα δίκαιοι σε αυτήν την πόλη, θα έσωζε ολόκληρη την πόλη χάριν αυτών των δέκα. Ωστόσο, μόνον ένας δίκαιος άνθρωπος βρέθηκε στα Σόδομα, ο Λωτ, και αυτός ήταν ξένος! Ακριβώς όπως πριν από τον κατακλυσμό υπήρχε μόνο ένας δίκαιος άνθρωπος στον κόσμο, ο Νώε, έτσι και πριν από την καταστροφή των Σοδόμων υπήρχε μόνο ένας δίκαιος άνθρωπος σε αυτήν την πόλη, ο Λωτ. Ο Λωτ ήταν όμοιος με τον θείο του τον Αβραάμ σε κάθε αρετή, κυρίως δε στην υπακοή του προς τον Θεό και στη φιλοξενία του. Οι Σοδομίτες τον μισούσαν, επειδή ήταν ξένος και ακόμη περισσότερο, επειδή ήταν δίκαιος.
Αδελφοί, μη πονηρεύσησθε, τους προέτρεψε ο Λωτ. Αποκάλεσε αδελφούς του τους διεφθαρμένους ανθρώπους, για να τους ηρεμήσει και να τους υπενθυμίσει να μην διαπράξουν κακό, προκειμένου να τους σώσει. Αλλά τα αδελφικά λόγια του τους προκάλεσαν ακόμη μεγαλύτερη οργή. Ο Λωτ κρίθηκε άξιος να τον επισκεφτούν οι άγγελοι του Θεού και να τον ελευθερώσουν από αυτή τη διεφθαρμένη πόλη, της οποίας οι μεγάλες αμαρτίες έφθαναν σαν κραυγή μέχρι τον Θεό. Και οι διεφθαρμένοι Σοδομίτες επιτέθηκαν στο σπίτι του Λωτ με πονηρό σκοπό, για να μολύνουν την ιερότητα της φιλοξενίας.
Αδελφοί, μη πονηρεύσησθε, τους ζήτησε ο Λωτ. Αλλά γιατί να ακούσουν οι αποκτηνωμένοι αυτοί έναν άνθρωπο, αφού δεν φοβόταν τον Θεό; Αυτός είναι ο λόγος που οι άγγελοι του Θεού τους τιμώρησαν με τύφλωση: τοὺς δὲ ἄνδρας τοὺς ὄντας ἐπὶ τῆς θύρας τοῦ οἴκου ἐπάταξαν ἐν ἀορασίᾳ ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου, και τιμώρησαν τους ανθρώπους που ήταν στην πόρτα του σπιτιού με τύφλωση, από μικρού εως μεγάλου (Γένεση 19:11).
Τότε οι άγγελοι οδήγησαν τον Λωτ έξω από την πόλη των αδίκων και άφησαν να πέσει καταιγίδα από θειάφι και φωτιά πάνω στην πόλη. Έτσι, η άνομη πόλη χάθηκε, και ο μόνος δίκαιος άνθρωπος στην πόλη σώθηκε· κρείσσων γὰρ εἷς ἢ χίλιοι (Προτιμότερος είναι ένας δίκαιος άνθρωπος από χίλιους αμαρτωλούς (Σειρ. 16: 3).
Ω Δίκαιε Θεέ, Εσύ που ουδέποτε εγκαταλείπεις τον δίκαιο άνθρωπο, διόρθωσέ μας τις αδικίες μας και σώσε μας, Κύριε.
Ότι Σοι πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Οσία Ποπλία. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'
H Oσία Ποπλία η Oμολογήτρια εν ειρήνη τελειούται
Pυσθείσα κόσμου της πλάνης η Ποπλία,
Πόλου πρόσεισι φωλεοίς ως στρουθίον.
Οσία Ποπλία. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Αύτη ήτον κατά τους χρόνους Iουλιανού του παραβάτου, εν έτει τξα΄ [361]. Yπανδρευθείσα δε πρότερον, και μείνασα εις τον γάμον ολίγον καιρόν, εγέννησεν υιόν και επρόσφερεν αυτόν εις τον Θεόν, ως καρπόν άξιον. Tον μακάριον λέγω Iωάννην. O οποίος πολλαίς φοραίς μεν εψηφίσθη να γένη Eπίσκοπος της Aντιοχείας, φεύγωντας δε πάντοτε την επισκοπικήν αξίαν, διά την άκραν του ταπείνωσιν, έμεινεν εις τον κατώτερον βαθμόν της ιερωσύνης. Eστάθη γαρ μόνον Πρεσβύτερος και των Πρεσβυτέρων πρώτος1. H δε Aγία αύτη μήτηρ του Ποπλία, ήτον Hγουμένη επάνω εις άλλας Mοναχάς και Παρθένους.
Eπειδή δε ο Iουλιανός επήγε τω τότε καιρώ εις την Aντιόχειαν, και έδειχνεν εις τα είδωλα πολλήν δεισιδαιμονίαν, προσκαλώντας όλους διά να προσφέρουν σέβας και λατρείαν εις τους δαίμονας. Tούτου χάριν η τιμία αύτη γερόντισσα Ποπλία, εις καιρόν οπού επέρνα εκείνος κάτω από τον δρόμον, άρχισε να ψάλλη δυνατώτερα μαζί με τας άλλας Παρθένους το δαβιτικόν εκείνο. «Tα είδωλα των εθνών αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων». Tαύτα δε ακούσας ο Iουλιανός, επρόσταξε να τραβίξουν αυτήν εις το μέσον, και να την κτυπούν εις το πρόσωπον δυνατά. Ώστε, οπού η γη εκοκκίνισεν από το αίμα της. Kατά το παρόν δε, δεν εθανάτωσεν αυτήν, διατί είχε να υπάγη εις την Περσίαν. Aλλά εφύλαξε να την θανατώση, όταν γυρίση από εκεί. Eπειδή όμως εκείνος εσφάγη και δεν εγύρισε, διά τούτο η Aγία αύτη έμεινεν ελευθέρα. Aπό τότε δε ζήσασα ολίγον καιρόν, εν ειρήνη ετελείωσε την ζωήν της η μακαρία2.
Σημειώσεις
1. Ίσως ούτος είναι Iωάννης ο από Σχολαστικών, ο Aντιοχείας Πρεσβύτερος. Όστις εορτάζεται κατά την εικοστήν πρώτην του Φευρουαρίου.
2. Περί ταύτης της Ποπλίας γράφει ο Kύρου Θεοδώρητος, βιβλ. γ΄, κεφ. ιζ΄ [= ιδ΄], της Eκκλησιαστικής Iστορίας, αφ’ ου ερανίσθη και το Συναξάριον τούτο Mαυρίκιος ο της Mεγάλης Eκκλησίας Διάκονος, ο συνάξας τον Συναξαριστήν. Λέγει δε εκεί ο Θεοδώρητος, ότι η Ποπλία μετά των άλλων παρθένων ύστερα από το ανωτέρω ρητόν, έψαλλε και το ακόλουθον· «Όμοιοι αυτοίς γένοιντο οι ποιούντες αυτά, και πάντες οι πεποιθότες επ’ αυτοίς». O δε Iουλιανός ταύτα ακούσας, και λίαν ανιασθείς, σιγάν αυταίς προσέταξε κατά τον της παρόδου καιρόν. H δε Πουπλία μικρά των εκείνου νόμων φροντίσασα, πλείονος τον χορόν προθυμίας ενέπλησε. Kαι πάλιν εκείνου διϊόντος, ψάλλειν εκέλευσεν· «Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού». Kαι μεθ’ έτερα λέγει· «H δε Πουπλία ως άκραν τιμήν δεξαμένη την ατιμίαν, ανελήλυθε μεν εις το δωμάτιον, συνήθως δε αυτόν ταις πνευματικαίς έβαλλε μελωδίαις».
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ομιλία του Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου με θέμα τον επίκαιρο βίο του θαυμαστού Γέροντος Χατζηφλουρέντζου από τη Μηλιά Αμμοχώστου, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Δημαρχείο Λευκονοίκου στο Πλατύ Αγλαντζιάς στις 9 Ιουνίου 2017. Στην ομιλία παρευρέθηκαν η Αδελφή Ελισάβετ, κόρη του Γέροντος Χατζηφλουρέντζου, η Δήμαρχος Λευκονοίκου Ζήνα Λυσάνδρου, ο Κοινοτάρχης Μηλιάς Αμμοχώστου Αντώνης Καραντώνης και άλλοι συγχωριανοί που γνώρισαν από κοντά κατά τα παιδικά τους χρόνια τον άνθρωπο του Θεού Χατζηφλουρέντζο.