Ὁ ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὼφ στὴν πέτρα τῆς ὑπομονῆς (1.1.2018)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὸν πανηγυρικὸ Ἑσπερινὸ τῆς ἑορτῆς τοῦ ὁσίου Σεραφεὶμ τοῦ Σαρώφ , ποὺ τελέσθηκε στὸ πανηγυρίζον ἱερὸ ἡσυχαστήριο Ὁσίου Σεραφεὶμ τοῦ Σαρώφ στὴ Σκουριώτισσα τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (1.1.2018).
 
Ψάλλει χορὸς ἱεροψαλτῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου μὲ χοράρχη τὸν πρωτοψάλτη κ. Μάριο Αντωνίου.
 
Φωτογραφίες Ἑσπερινοῦ καὶ Θείας Λειτουργίας ἑορτῆς ὁσίου Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὼφ (2018), ἀρχεῖο Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου.

Ο ναός του Αγίου Σεραφείμ και ο ναός του σώματος… (2.1.2017)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στη Θεία Λειτουργία που τελέσθηκε ανήμερα της εορτής του Αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ στο ιερό ησυχαστήριο Αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ στη Σκουριώτισσα της μητροπολιτικής περιφέρειας Μόρφου (2.1.2017).

«Σήμερον των υδάτων αγιάζεται η φύσις….» Σχετικές διδακτικές διηγήσεις του Γέροντος Δανιήλ του Κατουνακιώτη

Έλεγεν ο Γερό – Δανιήλ ότι, στην Ιερά Σκήτη του Ξενοφώντος, ο Γέροντας της Καλύβας “Εισόδια της Θεοτόκου” Γρηγόριος Ιερομόναχος, είχε υποτακτικό πολύ απλό, αγαθό και άκακο, Θεοφύλακτο ονομαζόμενον.

Ο Μοναχός Θεοφύλακτος, κατά την εορτή των Θεοφανείων, που γίνεται ο μεγάλος Αγιασμός, όταν άκουσε τα τροπάρια και τις ευχές που ψάλλει η Εκκλησίας μας και τα οποία λένε: “Σήμερον αγιάζεται η φύσις των υδάτων….”, του φάνηκε κάπως περίεργο και όταν τελείωσε η τελετή, ρώτησε το Γέροντά του Παπα-Γρηγόρη: “Γέροντα, άκουσα στα τροπάρια και στις ευχές να λέτε πώς “Σήμερον αγιάζεται η φύσις των υδάτων…”, πώς γίνεται αυτό το πράγμα και όλα τα νερά αγιάζονται; Αγιάζονται και τα νερά της θαλάσσης;”

Ο Γέροντας του Παπα-Γρηγόρης σ’αυτά απάντησε: “Αδερφέ Θεοφύλακτε, ο Πανάγαθος Θεός, με τις προσευχές των ανθρώπων, που γίνονται με ταπείνωσι, από αδιάκριτη και ακλόνητη πίστι, με την επιφοίτησι της χάριτος του Παναγίου Πνεύματος, επενεργεί επί των εμψύχων και αψύχων ακόμη μεταβάλλει αυτά και τα αγιάζει, για να καθαρίσει και αγιάσει μ’αυτά τους πιστούς δούλους του.

Όπως, επί παραδείγματι, αγιάζει το νερό και το λάδι στο Βάπτισμα, και απαλλάσει τον άνθρωπο, και καθαρίζει αυτόν από το προπαρτορικό αμάρτημα και από κάθε είδους άλλης αμαρτίας και έτσι βγαίνει από την Αγία Κολυμβήθρα αγνός, καθαρός και τέλειος χριστιανός.

Όπως μεταβάλλει το ψωμί και το κρασί, που προσφέρει θυσία των χριστιανών ο ιερεύς και με την επιφοίτηση του Παναγίου Πνεύματος, τα κάνει απο ψωμί – Σώμα και από κρασί – Αίμα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού και γίνονται τα Τίμια Δώρα, που μεταλαμβάνουν οι πιστοί, και μ’αυτά όταν άξιοι και καθαροί, με τη μετάνοια και εξομολόγησι τα παίρνουν, αγιάζονται και θεοποιούνται.

Όπως μεταβάλλει το λάδι του ευχελαίου και γίνεται θεραπευτικό μέσο στους μετά πίστεως χριωμένους. Έτσι αγαπητέ Θεοφύλακτε, μεταβάλλεται με τη χάρι του Αγίου Πνεύματος και η φύσι των υδάτων.

Ο Μοναχός Θεοφύλακτος για δεύτερη φορά ρώτησε το Γέροντα του και του είπε:
– Πάτερ και το νερό της θαλάσσης αγιάζεται κι αυτό;
– Ναι αδερφέ, άκουσε και γι’αυτό: Όταν ο πρωτάγγελος Εωσφόρος, από την υπερηφάνειά του, ξέπεσε από τους ουρανούς και σαν αστραπή βρέθηκε στα κατώτερα μέρη, στα κατάβαθα της γής, εκεί που είναι τα τάρταρα του Άδη, τότε πέφτωντας αυτός, παρέσυρε με την πτώσι του το ένα τρίτο (1/3) από τους Αγγέλους, που κι αυτοί έγιναν όπως κι ο αρχηγός τους Δαίμονες.

Πέφτωντας αυτοί, οι πρώην Άγγελοι, από τους ουρανούς πρός τη γή και επειδή εξακολοθούσαν να πέφτουν συνέχεια κι άλλοι άγγελοι, τότε στάθηκε στην πύλη του ουρανού ο μέγας Αρχάγγελος Μιχαήλ με την πύρινη ρομφαία, φώναξε προς όλους τους Αγγέλους και είπε: “Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου Θεού” και με τη φωνή αυτή συνήλθαν οι Άγγελοι και σταμάτησαν να πέφτουν.

Εκείνοι όμως που είχαν πέσει, με το πρόσταγμα αυτό του Αρχιστράτηγου Μιχαήλ, σταμάτησαν εκεί που βρέθηκαν, άλλοι στον αέρα κι έγιναν τα εναέρια Τελώνια, άλλοι στη γή, κι έγιναν οι πειρασμοί και εξουσιαστές της γής, κι άλλοι στα ύδατα των ποταμών της γής και της θαλάσσης, όπου πειράζουν, δοκιμάζουν και πνίγουν τους διερχομένους επειδή, κατά το λόγο του Κυρίου “Απ’αρχής ο διάβολος ανθρωποκτόνος έστι” (Ιωάν. Η΄ 44).

Όταν όμως ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, όπως λέγουν οι άγιοι Απόστολοι και το ιερό Ευαγγέλιο, και ο Υιός και Λόγος του Θεού έγινεν άνθρωπος, με το μέγα και ανερμήνευτο μυστήριο της θείας ενσάρκου Αυτού οικονομίας, με τη κάθοδο Του από τους ουρανούς αγιάσε τον αέρα, τη γή, τη θάλασσα, τα ύδατα και πάντα “τα εν αυτοίς”, και με τον αγιασμόν και τη χάρι του Αγίου Πνεύματος κατήργησε την δύναμι και την εξουσία του Σατανά που είχε, πριν να σαρκωθεί ο Δεσπότης Χριστός επάνω στους ανθρώπους, στα ζώα και στα στοιχεία της φύσεως, και έτσι ο αέρας, η γη και το νερό αγιάσθηκαν, από την παρουσία του Δεσπότη Χριστού του Θεού ημών.

Η ημέρα αυτή των Θεοφανείων, πάτερ Θεοφύλακτε, όπου γίνεται ο Μεγάλος Αγιασμός, γίνεται η ανάμνησις της του Χριστού παρουσίας και της θεοφανείας του τρισυπόστατου και τρισηλίου Θεού των χριστιανών, του Ποιητού και Δημιουργού των όλων, που σαν σήμερα στη βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό, παρουσιάστηκε ο ουράνιος Πατέρας με τη φωνή και ο οποίος με την επιφοίτησι του Αγίου Πνεύματος, που το έστειλε σαν ένα περιστέρι επάνω στο κεφάλι του Χριστού, μ’αυτό δείχνοντάς μας, το Χριστό, είπε: “Ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός ενώ ηυδόκησα….” δηλαδή αυτό είναι το αγαπημένο μου παιδί, ο μονογενής, με τον οποίον, όπως δημιουργήσαμε μαζί μ’αυτόν και το Άγιον Πνεύμα τον κόσμο όλον, έτσι και τώρα ευδόκησα, μέσον Αυτού να σωθεί ο κόσμος και να αναγεννηθεί ανακαινιζόμενος με το άγιο Βάπτισμα.

Γλυκύτερο το νερό της θάλασσας

Εάν λοιπόν θέλεις να δοκιμάσεις την αλήθεια όλων αυτών που σου είπα, πήγαινε πάτερ Θεοφύλακτε, κάτω στη θάλασσα σήμερα, να ιδείς πως το νερό είναι γλυκό και πίνεται.

Ο απλός κι αγαθός Μοναχός Θεοφύλακτος, παρ’όλο τον κόπο της αγρυπνίας, μόλις άκουσε αυτά τα πράγματα για να βεβαιωθεί, πήρε ένα μικρό δοχείο και πήγε αμέσως στη θάλασσα, η οποία από τη Σκήτη αυτή απέχει περισσότερο από μια ώρα πεζοπορία, έσκυψε με ταπείνωσι και τυφλή υπακοή, πήρε νερό από τη θάλασσα, ήπιε και μετά θαυμασμού είδε πως το νερό ήταν γλυκό και πίνονταν με ευχαρίστησι. Γέμισε το δοχείο του και γύρισε στο Γέροντά του, τον οποίον αφού ευχαρίστησε του έδωκε να πιεί κι αυτός από το νερό της θάλασσας, ήπιε κι εκείνος και δόξασαν “τον θαυμαστόν Θεόν εν τοις έργοις και τοις αγίοις αυτού” (Ψαλμ. ΞΖ΄ 36).

Πέρασαν περισσότερα απο τριάντα χρόνια, ο Γέροντας Παπα-Γρηγόρης, πλήρης ημερών, αρρώστησε λίγο και κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο. Ο υποτακτικός του Θεοφύλακτος συνέχιζε να παίρνει κάθε χρόνο την ημέρα των Θεοφανείων, νερό από τη θάλασσσα και συνεχίζονταν το ίδιο θαύμα, το νερό να είναι γλυκό και πόσιμο.

Τρία χρόνια μετά το θάνατο του γέροντά του, ο πάτερ Θεοφύλακτος, μετά την αγρυπνία των Θεοφανείων, όταν βγήκαν οι Πατέρες από το “Κυριακό” βλέπουν τον αδερφό Θεοφύλακτο να πηγαίνει περισσότερο κατώ από την Καλύβα που έμενε. Οι άλλοι Πατέρες της Σκήτης τότε τον ρώτησαν: -Για που πηγαίνεις πάτερ Θεοφύλακτε; Δε θα πάς να ξεκουραστείς σπίτι σου;

Ο πάτερ Θεοφύλακτος για απάντησι, τους φανέρωσε το μέχρι άγνωστο στους άλλους Πατέρες της Σκήτης θαύμα, πως δηλαδή την ημέρα του μεγάλου Αγιασμού το νερό της θαλάσσης γίνεται γλυκό και πίνεται.

Οι πατέρες, επειδή γνώριζαν πως ο αδερφός αυτός ήταν απλός και άκακος, δεν πίστεψαν τα λόγια του και τον ειρωνεύτηκαν. – Άϊντε καημένε να ξεκουραστείς και πάς μετά να μας φέρεις κι εμάς να πιούμε… θάλασσα! Ο πάτερ Θεοφύλακτος όμως δεν έδωκε καμία σημασία στα λόγια τους, πήγε στη θάλασσα ήπιε, όπως έκανε μέχρι τότε, νερό που ήταν γλυκό, γέμισε και το δοχείο του και το πήγε να πιούν και οι άλλοι Πατέρες.

Εκείνοι με ειρωνία και δυσπιστία πήραν το νερό αυτό να πιούν, αλλά το μέχρι τότε κείνη τη στιγμή γλυκό νερό, για την απιστία τους έγινε αλμυρώτερο και πικρότερο από το νερό της θάλασσας.

Τότε ο αδερφός Θεοφύλακτος τους φανέρωσε πως επί τριάντα και πλέον χρόνια πίνανε με το Γέροντά του το γλυκύτατο και νοστιμώτατο, για την ημέρα εκείνη νερό της θαλάσσας. Και έτσι από την ημέρα εκείνη για την απιστία των Πατέρων σταμάτησε να γίνεται το θαύμα αυτό!

Πατήστε εδώ για να διαβάσετε την ευχή του Μεγάλου Αγιασμού του αγίου Σωφρονίου Πατριάρχου Ιεροσολύμων.

Πηγή: https://fdathanasiou.wordpress.com/2013/01/05/σήμερον-των-υδάτων-αγιάζεται-η-φύσις/

Πρωτοχρονιὰ μὲ τὸν Φώτη Κόντογλου: Καρδία συντετριμμένη καὶ τεταπεινωμένη…

Φώτης Κόντογλου

Ξημέρωμα 1ης Ἰανουαρίου 1950

Ἐχτές, παραμονὴ τῆς Πρωτοχρονιᾶς, ἤμουνα ξαπλωμένος στὸ κουβούκλι μας, περασμένα τὰ μεσάνυχτα, καὶ συλλογιζόμουνα.

Εἶχα δουλέψει νυχτέρι γιὰ νὰ τελειώσω μία Παναγία Γλυκοφιλοῦσα καὶ δίπλα μου καθότανε ἡ γυναίκα μου καί ἔπλεκε. Ὅποτε δουλεύω, βρίσκουμαι σὲ μεγάλη κατάνυξη καὶ ψέλνω διάφορα τροπάρια. Σιγόψελνα, λοιπὸν, ἐκεῖ ποὺ ζωγράφιζα τὴν Παναγία καί ἡ Μαρία ἔψελνε καὶ κείνη μαζί μου μὲ τὴ γλυκειὰ φωνή της. Βλογημένη γυναίκα μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἂς εἶναι δοξασμένο τ’ ὄνομά του γιὰ ὅλα τὰ μυστήρια τῆς οἰκονομίας του. Τὸν εὐχαριστῶ γιὰ ὅσα μοῦ ἔδωσε καὶ πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα γιὰ τὴν ἁπλή τὴ Μαρία, πού μοῦ τὴ δώρησε συντροφιὰ στὴ ζωή μου, ψυχὴ θρησκευτική, ἕνα δροσερὸ ποταμάκι ποὺ γλυκομουρμουρίζει μέρα-νύχτα δίπλα σ’ ἕναν παλιὸν καστρότοιχο…

…Κοντά μου κάθεται καὶ μὲ συντροφεύει, ἥμερος ἄνθρωπος, Μαρία ἡ Ἁπλή. Ἐκείνη πλέκει εἴτε ράβει, κι ἐγὼ δουλεύω τὴν ἁγιασμένη τέχνη μου καὶ φιλοτεχνῶ εἰκονίσματα, ποὺ τὰ προσκυνᾶ ὁ κόσμος. Τί χάρη μᾶς ἔδωσε ὁ Παντοδύναμος, ποὺ τὴν ἔχουνε λιγοστοὶ ἄνθρωποι: «Ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῶν δούλων αὐτοῦ». Τὸ καλύβι μας εἶναι φτωχὸ στὰ μάτια τοῦ κόσμου καὶ μολαταῦτα, στ’ ἀληθινὰ, εἶναι χρυσοπλοκώτατος πύργος κι ἠλιοστάλαχτος θρόνος, γιατί μέσα του σκήνωσε ἡ πίστη κι ἡ εὐλάβεια. Κι ἐμεῖς ποὺ καθόμαστε μέσα, ἤμαστε οἱ πιὸ φτωχοὶ ἀπὸ τοὺς φτωχούς, πλήν μᾶς πλουτίζει μὲ τὰ πλούτη του Ἐκεῖνος ποὺ εἶπε: «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ».

Ἀφοῦ, λοιπὸν, τελείωσα τὴ δουλειά μου κατὰ τὰ μεσάνυχτα, ξάπλωσα στὸ μεντέρι μου, κι ἡ Μαρία ξάπλωσε καὶ κείνη κοντά μου καὶ σκεπάσθηκε καὶ τὴν πῆρε ὁ ὕπνος. Ἔπιασα νὰ συλλογίζουμαι τὸν κόσμο. Συλλογίσθηκα πρῶτα τὸν ἑαυτό μου καὶ τοὺς δικούς μου, τὴ γυναίκα μου καὶ τὸ παιδί μου. Γύρισα καὶ κοίταξα τὴ Μαρία ποὺ ἤτανε κουκουλωμένη καὶ δὲν φαι­νότανε, ἂν εἶναι ἄνθρωπος ἀποκάτω ἀπὸ τὸ σκέπασμα. Κι εἶπα: Ποιός μᾶς συλλογίζεται; Οἱ ἄνθρωποι λένε λόγια πολλά, μὰ δὲν πιστεύουνε σὲ τίποτα, γι’ αὐτὸ εἶπε ὁ Δαυίδ: «Πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης». Γύρισα καὶ κοίταξα τὸ φτωχικό μας, ποῦνε σὰν ξωκλήσι, στολισμένο μὲ εἰκονίσματα καὶ μὲ ἁγιωτικὰ βιβλία, χωμένο ἀνάμεσα στ’ ἀρχοντόσπιτα τῆς Βαβυλώνας, κρυμένο σὰν τὸν φτωχὸ ποὺ ντρέπεται μὴ τὸν δεῖ ὁ κόσμος. Ἡ καρδιά μου ζεστάθηκε κρυμένη καὶ κείνη μέσα μου. Ἔνοιωσα πὼς ἤμουνα χωρισμένος ἀπὸ τὸν κόσμο, κι οἱ λογισμοί μου πὼς ἤτανε καὶ κεῖνοι κρυμένοι πίσω ἀπὸ τὸ καταπέτασμα ποὺ χώριζε τὸν κόσμο ἀπὸ μένα καὶ πὼς ἄλλος ἥλιος κι ἄλλο φεγγάρι φωτίζανε τὸν δικό μας τὸν κόσμο. Κι ἀντὶ νὰ πικραθῶ, εὐφράνθηκε ἡ ψυχή μου πὼς μ’ ἔχουνε ξεχασμένο, κι ἡ χαρὰ ἡ μυστική ποὺ τὴ νοιώθουνε ὅσοι εἶναι παραπεταμένοι, ἄναψε μέσα μου ἥσυχα κι εἰρηνικά, κι ἡ παρηγοριὰ μὲ γλύκανε σὰν μπάλσαμο ἀνακατεμένη μὲ τὸ παράπονο. Καὶ φχαρίστησα Ἐκεῖνον, ποὺ φανερώνει τέτοια μυστήρια στὸν ἄνθρωπο καὶ ποὺ κάνει πλούσιους τοὺς φτωχούς, τοὺς χαρούμενους, τοὺς θλιμμένους, ποὺ δίνει μυστικὴ συντροφιὰ στοὺς ξεμοναχιασμένους καὶ ποὺ μεθᾶ μὲ τὸ κρασὶ τῆς τράπεζάς του, ὅσους κρεμάσανε τὴν ἐλπίδα τους σὲ Κεῖνον. Ἂν δὲν ἤμουνα φτωχὸς καὶ ξευτελισμένος, δὲν θὰ μποροῦσα νὰ ἀξιωθῶ τούτη τὴν πονεμένη χαρά, γιατί δὲν ξαγοράζεται μὲ τίποτα ἄλλο, παρεκτὸς μὲ τὴν συντριβὴ τῆς καρδιᾶς, κατὰ τὸν Δαυὶδ ποὺ λέγει: «Κύριε, ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με». Ἐπειδὴ, ὅποιος δὲν πόνεσε καὶ δὲν ταπεινώθηκε, δὲν παίρνει ἔλεος. Ἔτσι τὰ θέλησε ἡ ἀνεξιχνίαστη σοφία. Μὰ οἱ ἄνθρωποι δὲν τὰ νοιώ­θουνε αὐτά, γιατί δὲν θέλουνε νὰ πονέσουνε καὶ νὰ ταπεινωθοῦνε, ὥστε νὰ νοιώσουνε κάποιο πράγμα ποὺ εἶναι παραπέρα ἀπὸ τὴν καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ κι ἀπὸ τὰ μάταια πάθη τους.

Ὁλοένα, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, ἀνεβαίνανε τὰ δάκρυα στὰ μάτια μου, δάκρυα γιὰ τὸν κόσμο καὶ δάκρυα γιὰ μένα. Δάκρυα γιὰ τὸν κόσμο, γιατί γυρεύει νὰ βρεῖ τὴ χαρὰ ἐκεῖ ποὺ δὲν βρίσκεται, καὶ δάκρυα γιὰ μένα, γιατί πολλὲς φορὲς δείλιασα μπροστὰ στὴ φτώχεια καὶ στοὺς ἄλλους πειρασμούς καὶ δικαίωσα τοὺς ἀνθρώπους, ἐνῶ τώρα ἔνοιωσα πὼς δὲν παίρνει ὁ ἄνθρωπος μεγάλο χάρισμα χωρὶς νὰ περάσει μεγάλον πειρασμό. Κι ἀντριεύθηκα κατὰ τὸ πνεῦμα, κι ἔνοιωσα πὼς δὲν φοβᾶμαι τὴ φτώχεια παρὰ πὼς τὴν ἀγαπῶ.

Καὶ κατάλαβα καλὰ, πὼς δὲν πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀγαπήσει ἄλλο τίποτα ἀπὸ τὸν πόνο του, γιατί ἀπὸ τὸν πόνο ἀναβρύζει ἡ ἀληθινὴ χαρὰ κι ἡ παρηγοριά, κι ἐκεῖ βρίσκουνται οἱ πηγὲς τῆς ἀληθινῆς ζωῆς.

Ἀληθινά, ἡ φτώχεια εἶναι φοβερὸ θηρίο. Ὅποιος τὸ νικήσει ὅμως καὶ φτάξει νὰ μὴν τὸ φοβᾶται, θὰ βρεῖ μεγάλα πλούτη μέσα του. Τούτη τὴν ἀφοβία τὴ δίνει ὁ Κύριος, ἅμα ταπεινωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Σ’ αὐτὸν τὸν πόλεμο, ποὺ ἡ ἀντρεία λέγεται ταπείνωση καὶ τὰ βραβεῖα εἶναι καταφρόνεση καὶ ἐξευτελισμός, δὲν βα­στᾶνε οἱ ἀντρεῖοι τοῦ κόσμου. Ὅποιος δὲν περάσει ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῆς δοκιμῆς, δὲν ἔνοιωσε ἀληθινὰ τί εἶναι ἡ ζωή, καὶ γιατί ὁ Χριστὸς εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ἡ ζωή» καὶ γιατί εἶπε πάλι: «Μακάριοι οἱ πικραμένοι, γιατί αὐτοὶ θὰ παρηγορηθοῦνε». Ὅποιος δὲν ἀπελπί­σθηκε ἀπὸ ὅλα, δὲν τρέχει κοντὰ στὸν Θεό, γιατί λογαριάζει πὼς ὑπάρχουνε κι ἄλλοι προστάτες γι’ αὐτόν παρεκτὸς τοῦ Θεοῦ.

Κι ἐκεῖ ποὺ τὰ συλλογιζόμουνα αὐτά, ἔνοιωσα μέσα μου ἕνα θάρρος καὶ μία ἀφοβιὰ ἀκόμα πιὸ μεγάλη, κι εἰρήνη μὲ περισκέπασε, κι εἶπα τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Ἰωνὰς μέσα ἀπὸ τὸ θεριόψαρο: «Ἐβόησα ἐν θλίψει μου πρὸς Κύριον τὸν Θεόν μου καὶ εἰσήκουσέ μου. Ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τοῦ Ἅδη ἄκουσες τὴν κραυγή μου, ἄκουσες τὴ φωνή μου. Ἀβύσσου ἄπατη μὲ ἔζωσε. Τὸ κεφάλι μου χώνεψε μέσα στὶς σκισμάδες τῶν βουνῶν, κατέβηκα στὴ γῆς ποὺ τὴν κρατᾶνε ἀμπάρες ἀκατάλυτες. Ἂς ἀνεβεῖ ἡ ζωή μου ἀπὸ τὴ φθορὰ πρὸς ἐσένα, Κύριε ὁ Θεός μου. Τὴν ὥρα ποὺ χάνεται ἡ ζωή μου, θυμήθηκα τὸν Κύριο. Ἂς ἔρθει ἡ προσευχή μου στὴν ἁγιασμένη ἐκκλησιά σου. Ὅσοι φυλάγουνε μάταια καὶ ψεύτικα, θὰ παρατηθοῦνε χωρὶς ἔλεος. Μὰ ἐγὼ θὰ σὲ φχαριστήσω καὶ μὲ φωνὴ αἰνέσεως θὰ σὲ δοξολογήσω». Καὶ πάλι δόξασα τὸν Θεὸ καὶ τὸν φχαρίστησα, γιατί μ’ ἔκανε ἀναίσθητο γιὰ τὶς ἡδονὲς τοῦ κόσμου, τόσο ποὺ νὰ συχαίνουμαι ὅσα εἶναι ποθητὰ γιὰ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ νοιώσω πὼς εἶμαι κερδισμένος, ὅποτε οἱ ἄλλοι λογαριάζουνε πὼς εἶμαι ζημιωμένος. Καὶ γιατί πῆρα δύναμη ἀπὸ Κεῖνον νὰ καταφρονήσω τὸν σατανά, ποὺ παραφυλάγει πότε θὰ λιγοψυχήσω, κι ἔρχεται καὶ μοῦ λέγει: «Πέσε προσκύνησέ με, γιατί θὰ γίνουνε ψωμιὰ αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ βλέπεις». Καὶ πάλι ξανάρχεται καὶ μοῦ λέγει: «Ἔ, πῶς χαίρεται ὁ κόσμος! Ἀκοῦς τὸν ἀλαλαγμό, τὶς φωνὲς ποὺ βγαίνουνε ἀπὸ τὰ παλάτια ὅπου διασκεδάζουνε οἱ φτυχισμένοι ὑποταχτικοί μου, ἄντρες καὶ γυναῖκες; Πέσε προσκύνησέ με καὶ σὰν ἁπλώσεις μοναχὰ τὸ χέρι σου, νὰ τὰ πάρεις ὅλα. Ἐσὺ εἶσαι ἄνθρωπος τιμημένος γιὰ τὴν τέχνη σου. Γιατί νὰ ὑποφέρνεις, σὲ καιρὸ ποὺ αὐτοὶ χαίρουνται ὅλα τὰ καλὰ καὶ τ’ ἀγαθά, μ’ ὅλο πού δὲν ἔχουνε τὴ δική σου τὴν ἀξιοσύνη; Κοίταξε τὴ φτώχεια σου, κι ἂν δὲν λυπᾶσαι τὸν ἑαυτό σου, λυπήσου τὴν καϋμένη τὴ γυναίκα σου καὶ τὸ φτωχὸ τὸ παιδί σου, ποὺ ὑποφέρνουνε ἀπὸ σένα!». Ἄλλη φορᾶ τὸν ἄκουγα, μ’ ὅλο ποὺ δὲν ἔκανα ὅ,τι μούλεγε, μὰ τώρα τὸν ἄφησα νὰ λέγει χωρὶς νὰ τὸν ἀκούσω ὁλότελα. Ἔμενα ὁ νοῦς μου ἤτανε σὲ κείνους τοὺς θλιμμένους καὶ τοὺς βασανισμένους, ποὺ δὲν ἔχουνε ἐλπίδα, καὶ σὲ κείνους ποὺ τρώγανε καὶ πίνανε κείνη τὴ νύχτα καὶ ποὺ χορεύανε μὲ τὶς γυναῖκες ποὺ δὲν ἔχουνε ντροπή καὶ σὲ κείνους ποὺ μαζεύουνε πλούτη κι ἀδιαφόρετα πράματα, ποὺ δὲν μποροῦνε νὰ τ’ ἀποχωριστοῦνε σὰν σιμώσει ὁ θάνατος, καὶ ποὺ καταγίνουνται νὰ δέσουνε τὸν ἑαυτό τους μὲ πιὸ πολλὰ σκοινιά, ἀντὶς νὰ τὰ λιγοστέψουνε. Ἐπειδὴς οἱ δύστυχοι εἶναι φτωχοὶ ἀπὸ μέσα τους, κι ἀδειανοὶ καὶ τρεμάμενοι, καὶ θέλουνε νὰ ζεσταθοῦνε καὶ γι’ αὐτὸ ρίχνουνε ἀπὸ πάνω τους ὅλα αὐτὰ τὰ πράματα, σὰν τὸν θερμιασμένον ποὺ ρίχνει ἀπάνω του παπλώματα καὶ ροῦχα, δίχως νὰ ζεσταθεῖ. Λογαριάζω πὼς οἱ σημερινοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι πιὸ φτωχοὶ στὸν ἀπομέσα πλοῦτο καὶ γι’ αὐτὸ ἔ­χουνε ἀνάγκη ἀπὸ τόσα πολλὰ μάταια πράματα. Αὐτὰ ποὺ λένε χαρὲς καὶ ἡδονές, τὰ δοκίμασα κι ἐγὼ σὰν ἄνθρωπος καὶ πίστευα κι ἐγὼ πὼς ἤτανε στ’ ἀληθινὰ χαρὰ κι εὐτυχία. Μὰ γλήγορα κατάλαβα, πὼς ἤτανε ψευτιὲς καὶ φαντασίες ἀσύστατες καὶ πὼς χοντραίνουνε τὴν ψυχὴ καὶ στραβώνουνε τὰ πνευματικὰ της μάτια, καὶ τότε δὲ μπορεῖ νὰ δεῖ καὶ γίνεται κακιὰ κι ἀλύπητη στὸν πόνο τ’ ἀδερφοῦ της, ἀδιάντροπη, ἀκατάδεκτη, ἄθεη, θυμώτρα, αἱμοβόρα.

Ὅσοι εἶναι σκλάβοι στὴν καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ τους, δὲν ἔχουνε ἀληθινὴ χαρά, γιατί δὲν ἔχουνε εἰρήνη. Γιὰ τοῦτο, θέλουνε νὰ βρίσκουνται μέσα σὲ φουρτούνα καὶ νὰ ζαλίζουνται, ὥστε νὰ θαροῦνε πὼς εἶναι φτυχισμένοι. Ἡ χαρὰ ἡ ἀληθινὴ εἶναι μία θέρμη τῆς διάνοιας καὶ μίαν ἐλπίδα τῆς καρδιᾶς, ποὺ τὶς ἀξώνουνται ὅσοι θέλουνε νὰ μὴν τοὺς ξέρουνε οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ τοὺς ξέρει ὁ Θεός. Γι’ αὐτό, Κύριε καὶ Θεὲ καὶ πατέρα μου, καλότυχος ὅποιος ἔκανε σκαλούνια ἀπὸ τὴ φτώχεια κι ἀπὸ τὰ βάσανα κι ἀπὸ τὴν καταφρό­νεση τοῦ κόσμου, γιὰ ν’ ἀνεβεῖ σὲ Σένα. Καλότυχος ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἔνοιωσε τὴν ἀδυναμία του ἀληθινά. Ὅσο πιὸ γλήγορα τὸ κατάλαβε, τόσο πιὸ γλήγορα θὰ ἀπογευτεῖ ἀπὸ τὸ ψωμὶ ποὺ θρέφει κι ἀπὸ τὸ κρασὶ ποὺ δυναμώνει, ἂν ἔχει τὴν πίστη του σὲ Σένα. Ἀλλοιῶς θὰ γκρεμνιστεῖ στὸ βάραθρο τῆς ἀπελπισίας.

Μὲ τί λόγια νὰ φχαριστήσω τὸν Κύριό μου, ποὺ ἤμουνα χαμένος καὶ μὲ χεροκράτησε, στραβὸς καὶ μ’ ἔκανε νὰ βλέπω; Ἐκεῖνος ἔστρεψε τὴν λύπη μου σὲ χαρά. «Διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος καὶ ἐξήγαγεν ἠμᾶς εἰς ἀναψυχήν. Μακάριος ἄνθρωπος ὁ ἐλπίζων ἐπ’ Αὐτόν».

Πηγή: https://agiazoni.gr/

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Σιλβέστρου Πάπα Ρώμης (2 Ιανουαρίου)

Άγιος Σιλβέστρος Πάπας Ρώμης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Σιλβέστρου Πάπα Ρώμης

Ζωοί νεκρόν βουν αισχύνων Ζαμβρήν μάγον,
Ο και νεκρός ζων Σίλβεστρος Ρώμης Πάπας.
Θυμόν αποπνείει Σίλβεστρος δευτέρη ηοί.

Άγιος Σιλβέστρος Πάπας Ρώμης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο Άγιος διά την εις το άκρον της αρετής ανάβασιν, εχειροτονήθη της πρεσβυτέρας Ρώμης Eπίσκοπος, αφ’ ου εκοιμήθη ο προκάτοχος της Ρώμης Eπίσκοπος Μιλτιάδης. Πολλά δε θαύματα ποιήσας, τον Mέγαν εν βασιλεύσι Κωνσταντίνον προς την εις Χριστόν πίστιν ωδήγησε. Και διά του θείου Βαπτίσματος, τα της ψυχής ομού και του σώματος πάθη αυτού εκαθάρισε1. Και απέδειξε τον Χριστόν, ότι επροκηρύχθη παρά του νόμου. Aυτός και τον ταύρον ανέστησε, τον οποίον ο Eβραίος Ζαμβρής, εθανάτωσε μεν, δεν εδυνήθη όμως να αναστήση. Eις πολλούς δε και άλλους ανθρώπους αίτιος σωτηρίας γεγονώς ο μακάριος ούτος Πατήρ, εις γήρας βαθύ προς Κύριον εξεδήμησε. (Τον κατά πλάτος Βίον τούτου όρα εις τον Νέον Παράδεισον.) Eν δε τη Μεγίστη Λαύρα, και τη Ιερά Μονή των Ιβήρων, σώζεται είς λόγος προς τον Άγιον τούτον Σίλβεστρον, ου η αρχή· «Oι μεν σεπτοί και θεόπται Aπόστολοι», έστι δε ποίημα Ιωάννου του Ζωναρά. Ευρίσκεται δε και εν τη Λαύρα Βίος αυτού, ου η αρχή· «Ευσέβιος ο Παμφίλου την Eκκλησιαστικήν».

Σημείωση

1. Διαφωνίαν ευρίσκω μεγάλην περί του βαπτίσματος του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ο μεν γαρ κύριος Μελέτιος Αθηνών, σελ. 309 του πρώτου τόμου της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, λέγει, ότι ο Άγιος ούτος Σίλβεστρος, κεκρυμμένος ων διά τον επικείμενον διωγμόν, εκατήχησε τον Μέγαν Κωνσταντίνον, και εβάπτισεν αυτόν. Όστις εξελθών από την κολυμβήθραν του Αγίου Βαπτίσματος, έγινεν υγιής, με το να έπεσον από το σώμα του ωσάν λεπίδες, τα εξανθήματα οπού είχε, και ότι, τούτο ιδών ο λαός, εβαπτίσθησαν πολλοί. Και ότι, όσοι λέγουσι, πως ο Κωνσταντίνος εβαπτίσθη εις την Νικομήδειαν, ων εγγύς του θανάτου, από τον Αρειανόν Ευσέβιον τον Επίσκοπον Νικομηδείας, ούτοι ψεύδονται, ως λέγουσιν οι πλείονες. Και μάλιστα ο Θεοφάνης και Μιχαήλ ο Γλυκάς.

Ο δε Ιεροσολύμων πολυμαθέστατος κύριος Δοσίθεος, σελ. 80 της Δωδεκαβίβλου, την εναντίαν δόξαν υπερασπίζεται, ότι δηλαδή δεν εβαπτίσθη ο Μέγας Κωνσταντίνος από τον Άγιον Σίλβεστρον εν τη Ρώμη. Αλλά εβαπτίσθη έν τινι προαστείω της Νικομηδείας από την κοινότητα των Επισκόπων κατά το τέλος της ζωής του. Φέρει δε μάρτυρας τον Ευσέβιον Νικομηδείας, βεβαιούντα τούτο εις το τέταρτον βιβλίον της ζωής Κωνσταντίνου, δηλαδή ότι ο Κωνσταντίνος συγκαλέσας τους Επισκόπους, κοινώς διελέχθη αυτοίς περί του βαπτίσματος. Και ότι ουκ εβαπτίσθη πρότερον. Διότι εβούλετο απελθείν και βαπτισθήναι εν τω Ιορδάνη ποταμώ. Ούτω γαρ επί λέξεως λέγει· «Επί προάστειον της Νικομηδέων αφικνείται πόλεως. Κανταύθα συγκαλέσας τους Επισκόπους, ώδε πη αυτοίς διελέξατο. Ούτος ην αυτός ο πάλαι μοι διψώντι και ευχομένω της εν Θεώ τυχείν σωτηρίας καιρός ελπιζόμενος. Ώρα και ημάς απολαύσαι της αθανατοποιού σφραγίδος. Ώρα του σωτηρίου σφραγίσματος μετασχείν. Επί ρείθρων Ιορδάνου ποταμού ενενόουν ποτέ, εφ’ ων και ο Σωτήρ εις ημέτερον τύπον, του λουτρού μετασχείν μνημονεύεται. Θεός δ’ άρα το συμφέρον ειδώς, εντεύθεν ήδη τούτων ημάς αξιοί» (κεφάλ. ξα΄).

Ομοίως φέρει μάρτυρα και τον Θεοδώρητον λέγοντα αυτολεξεί εις το λ΄ κεφ. Ι, του α΄ βιβλίου της Εκκλησιαστικής Ιστορίας. «Εν Νικομηδεία δε της Βιθυνίας διάγων, ηρρώστησεν (ο Κωνσταντίνος δηλαδή), το δε της ανθρωπίνης βιότητος άδηλον επιστάμενος, του θείου Βαπτίσματος το δώρον εδέξατο. Ανεβάλλετο δε μέχρι τούδε του χρόνου, εν Ιορδάνη τω ποταμώ τούτου τυχείν ιμειρόμενος». Φέρει δε και τον Σωζόμενον λέγοντα εν κεφ. λβ΄, του β΄ βιβλίου· «Χαλεπώτερον δε διατεθείς, (ο Κωνσταντίνος δηλαδή), διεκομίσθη εις Νικομήδειαν. Ένθα δη εν προαστείω διάγων, εμυήθη την ιεράν Βάπτισιν». Ομοίως φέρει και τον Σωκράτην τούτο μαρτυρούντα.

Ου λέγει όμως ο Δοσίθεος, ότι εβάπτισε τον Άγιον Κωνσταντίνον ο Aρειανός Ευσέβιος. Όχι. Καθότι ουδέ αυτός ο Ευσέβιος αναφέρει τούτο. Ει γαρ αυτός εβάπτισε τον Μέγαν Κωνσταντίνον, βέβαια ήθελεν ειπή τούτο εις καύχημά του. Αλλ’ ουδέ εν Νικομηδεία εβαπτίσθη, αλλ’ εν προαστείω της Νικομηδείας, υπό της κοινότητος των Επισκόπων. Ήτις ουκ ην αιρετική, αλλ’ ορθόδοξος και ομόπιστος αυτώ. Και μάλιστα οι έγκριτοι των εν Κωνσταντινουπόλει παρευρεθέντων Επισκόπων ήσαν οι ακολουθήσαντες αυτώ. Προσθέττει δε ο αυτός Δοσίθεος, ότι η κοινή γνώμη των Εκκλησιαστικών είναι, ότι προ του βαπτίσματος εφόνευσεν ο Κωνσταντίνος την γυναίκα του Φαύσταν, την θυγατέρα Μαξιμιανού, και τον υιόν του Κρίσπον. Όθεν και εις τον αργυρούν ανδριάντα επέγραψε· «Τω ηδικημένω υιώ μου». Tον μεν γαρ Κρίσπον εθανάτωσεν αδίκως, διά την κατ’ αυτού συκοφαντίαν της Φαύστας. Την δε Φαύσταν δικαίως εφόνευσεν, ως συκοφαντήσασαν τον Κρίσπον, και γενομένην αιτίαν του εκείνου θανάτου.

Εάν ουν δώσωμεν, ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος εβαπτίσθη ύστερον, διατί επρόσμενε να βαπτισθή εις τον Ιορδάνην, τούτο ουδέν παραβλάπτει την αυτού αγιότητα. Καθότι και ο Μέγας Βασίλειος, και ο Θεολόγος Γρηγόριος, και πολλοί άλλοι Άγιοι επρόσμεναν να γένουν τριάκοντα χρόνων, και ούτω να βαπτισθούν κατά μίμησιν του Κυρίου. Και αυτός δε ο Κωνστάντιος, ο υιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, εν τω καιρώ του θανάτου του εβαπτίσθη. Όθεν και ηξιώθη να ψάλλουν οι Άγιοι Άγγελοι, αφ’ ου την ψυχήν του παρέδωκεν, ως λέγει τούτο ο Θεολόγος Γρηγόριος. Ούτω γαρ εκείνός φησιν· «Επειδή τον Ταύρον (ήτοι το όρος του Ταύρου το εν τη Ανατολή κείμενον) υπερβάλλει το σώμα, προς την πατρώαν αυτώ (τω Κωνσταντίνω δηλαδή) πόλιν διασωζόμενον… Φωνή τις εκ των άκρων έστιν, οις εξηκούετο, οίον ψαλλόντων και παραπεμπόντων, αγγελικών, οίμαι, δυνάμεων, γέρας της ευσεβείας εκείνω, και αντίδοσις επιτάφιος. Και γαρ εις την ορθήν δόξαν παρακινείν έδοξεν, αλλά και τούτο της των υποδυναστευόντων σκαιότητος και κακοδοξίας το έγκλημα. Οι απλήν και απαγή εις ευσέβειαν παραλαβόντες ψυχήν, ου προορωμένην τα βάραθρα, απήγαγον, ήπερ εβούλοντο» (Λόγω β΄ κατά Ιουλιανού).

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 1η Ἰανουαρίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΟΡΤΗΣ (Η ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ)
Πρὸς Κολασσαεῖς Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
2: 8-12

Ἀδελφοί, βλέπετε μή τις ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου καὶ οὐ κατὰ Χριστόν· ὅτι ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς Θεότητος σωματικῶς, καὶ ἐστὲ ἐν αὐτῷ πεπληρωμένοι, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλὴ πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας, ἐν ᾧ καὶ περιετμήθητε περιτομῇ ἀχειροποιήτῳ ἐν τῇ ἀπεκδύσει τοῦ σώματος τῶν ἁμαρτιῶν τῆς σαρκός, ἐν τῇ περιτομῇ τοῦ Χριστοῦ, συνταφέντες αὐτῷ ἐν τῷ βαπτίσματι, ἐν ᾧ καὶ συνηγέρθητε διὰ τῆς πίστεως τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐγείραντος αὐτὸν ἐκ τῶν νεκρῶν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΕΟΡΤΗΣ (Η ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
β΄ 20- 21, 40- 52

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὑπέστρεψαν οἱ ποιμένες δοξάζοντες καὶ αἰνοῦντες τὸν Θεὸν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἤκουσαν καὶ εἶδον καθὼς ἐλαλήθη πρὸς αὐτούς. Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν ἡμέραι ὀκτὼ τοῦ περιτεμεῖν αὐτόν, καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾽Ιησοῦς, τὸ κληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου πρὸ τοῦ συλληφθῆναι αὐτὸν ἐν τῇ κοιλίᾳ. Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πληρούμενον σοφίᾳ, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ᾽ αὐτό. Καὶ ἐπορεύοντο οἱ γονεῖς αὐτοῦ κατ᾽ ἔτος εἰς ᾽Ιερουσαλὴμ τῇ ἑορτῇ τοῦ πάσχα. Καὶ ὅτε ἐγένετο ἐτῶν δώδεκα, ἀναβαινόντων αὐτῶν κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἑορτῆς καὶ τελειωσάντων τὰς ἡμέρας, ἐν τῷ ὑποστρέφειν αὐτοὺς ὑπέμεινεν ᾽Ιησοῦς ὁ παῖς ἐν ᾽Ιερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἔγνωσαν οἱ γονεῖς αὐτοῦ. Νομίσαντες δὲ αὐτὸν εἶναι ἐν τῇ συνοδίᾳ ἦλθον ἡμέρας ὁδὸν καὶ ἀνεζήτουν αὐτὸν ἐν τοῖς συγγενεῦσιν καὶ τοῖς γνωστοῖς,καὶ μὴ εὑρόντες ὑπέστρεψαν εἰς ᾽Ιερουσαλὴμ ἀναζητοῦντες αὐτόν. Καὶ ἐγένετο μετὰ ἡμέρας τρεῖς εὗρον αὐτὸν ἐν τῷ ἱερῷ καθεζόμενον ἐν μέσῳ τῶν διδασκάλων καὶ ἀκούοντα αὐτῶν καὶ ἐπερωτῶντα αὐτούς·ἐξίσταντο δὲ πάντες οἱ ἀκούοντες αὐτοῦ ἐπὶ τῇ συνέσει καὶ ταῖς ἀποκρίσεσιν αὐτοῦ. Καὶ ἰδόντες αὐτὸν ἐξεπλάγησαν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἡ μήτηρ αὐτοῦ εἶπεν· Τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως; ἰδοὺ ὁ πατήρ σου κἀγὼ ὀδυνώμενοι ἐζητοῦμέν σε. Καὶ εἶπεν πρὸς αὐτούς· Τί ὅτι ἐζητεῖτέ με; οὐκ ᾔδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ πατρός μου δεῖ εἶναί με;καὶ αὐτοὶ οὐ ᾔ συνῆκαν τὸ ῥῆμα ὃ ἐλάλησεν αὐτοῖς. Καὶ κατέβη μετ᾽ αὐτῶν καὶ ἦλθεν εἰς Ναζαρέτ, καὶ ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς. Ἡ δὲ μήτηρ αὐτοῦ διετήρει πάντα τὰ ῥήματα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς. Καὶ ᾽Ιησοῦς προέκοπτεν σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι παρὰ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Εορτή της Περιτομής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και μνήμη του Μεγάλου Βασιλείου: Συλλογή ομιλιών και κειμένων

Η Περιτομή του Κυρίου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β '
Η Περιτομή του Κυρίου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β ‘

Ἀπολυτίκιο Περιτομῆς τοῦ Κυρίου
Ἦχος α’
Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες, Θεὸς ὢν κατ’ οὐσίαν, πολυεύσπλαγχνε Κύριε• καὶ Νόμον ἐκπληρῶν, περιτομήν, θελήσει καταδέχῃ σαρκικήν, ὅπως παύσῃς τὰ σκιώδη, καὶ περιέλῃς τὸ κάλυμμα τῶν παθῶν ἡμῶν. Δόξα τῇ ἀγαθότητι τῇ σῇ, δόξᾳ τῇ εὐσπλαγχνίᾳ σου, δόξα τῇ ἀνεκφράστῳ Λόγε συγκαταβάσει σου.


Ἀπολυτίκιο Μεγάλου Βασιλείου
Ἦχος α΄
Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου• δι’ οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας, τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας, τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας. Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ Ὅσιε• πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

«Ὁ Ἅι Βασίλης τῶν Ὀρθοδόξων». 41η Σύναξη Διαλόγου μὲ τὸν Μόρφου Νεόφυτο (31.01.2025)

Ἡ ΜΑ΄(41η) πνευματικὴ σύναξη διαλόγου «Ἀνάβοντας τὸν ἀναπτήρα τῶν ἁγίων» μὲ τὸν Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεόφυτο, μὲ θέμα «Ὁ Ἅι Βασίλης τῶν Ὀρθοδόξων» πραγματοποιήθηκε στὶς 31 Ἰανουαρίου, 2025 στὸν ἱερὸ ναὸ Παναγίας Χρυσελεούσης στὴν κοινότητα Ἀκακίου τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου.

Οἱ ἐρωτήσεις νὰ ἀποστέλλονται στὴν ἠλεκτρ. διεύθυνση: anavontastonanaptiratonagion@gmail.com

Παραγωγή: RumOrthodox

Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σαρώφ: Ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας

Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σαρώφ

Ἀπο τὸ βιβλίο τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, «Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ»

Πράγματα ποὺ μοιάζουν ἀπίστευτα στοὺς ἀπίστους, ἀποτελοῦν γνώριμα καὶ καθημερινὰ περιστατικὰ στοὺς ὄντως πιστούς, αὐτοὺς ποὺ ζοῦν ἐν Πνεύματι καὶ βιώνουν τὴ Χριστιανικὴ πίστη στὴ ζωή τους.

Μετὰ τὴν θεραπεία του ὁ Μοτοβίλωφ ἔγινε πολὺ τακτικὸς ἐπισκέπτης τῆς μονῆς. Κατὰ τὴν διάρκεια μίας συνομιλίας του μὲ τὸν ὅσιο Σεραφείμ, τέλη Νοεμβρίου τοῦ 1831, εὐτύχησε νὰ τὸν δῇ καταγλαϊσμένο ἀπὸ τὴ Χάρη καὶ λάμποντα μέσα στὸ φῶς, καὶ νὰ ἀκούσει ἀπὸ αὐτὸν ὅτι ἡ Χριστιανικὴ ζωὴ πρέπει νὰ γίνῃ ζωὴ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Νὰ τί ἔγραψε σχετικὰ ὁ Μοτοβίλωφ στὸ σημειωματάριό του, τὸ ὁποῖο βρέθηκε στὸ ἀρχεῖο τῆς μονῆς Ντιβιέγιεβο, ὅπου εἶχε γίνει μοναχὴ ἡ χήρα Ἑλένη Μοτοβίλοβα:

«Ἡ ἡμέρα ἦταν συννεφιασμένη, ἡ γῆ εἶχε καλυφθεῖ ἀπὸ παχὺ στρῶμα χιονιοῦ, τὸ ὁποῖο ἔπεφτε συνεχῶς, ὅταν ὁ στάρετς Σεραφεὶμ μὲ ἔβαλε νὰ καθήσω δίπλα του σ’ ἕνα πεσμένο κορμὸ δένδρου.

«Ὁ Κύριος μοῦ ἀποκάλυψε, μοῦ εἶπε, ὅτι στὴν παιδική σας ἡλικία ἐπιθυμούσατε νὰ μάθετε ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Σᾶς συμβούλευαν νὰ ἐκκλησιάζεσθε, νὰ προσεύχεσθε, νὰ κάνετε καλὲς πράξεις, διότι σ’ αὐτά, σᾶς ἔλεγαν, συνίσταται ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Αὐτὴ ἡ ἀπάντηση ὅμως δὲν μποροῦσε νὰ σᾶς ἱκανοποιήσει. Ὄντως ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ὅπως καὶ ὅλη ἡ χριστιανικὴ ἄσκηση εἶναι καλὰ καθ’ ἑαυτά.

Ἀλλὰ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας δὲν εἶναι μόνο νὰ ἐκπληρώσουμε αὐτά, διότι αὐτὰ εἶναι μόνο μέσα. Ὁ πραγματικὸς σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι ἀποκτήσουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι μόνο ἐκεῖνο τὸ καλὸ ἔργο ποὺ ἔχει γίνει ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸ Χριστὸ φέρει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σύμφωνα μ ’ αὐτὰ ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας».

«-Μὲ ποιὰ ἔννοια λέτε ὅτι πρέπει νὰ κερδίσουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα; (ἐρώτησα ἐγώ), δὲν τὸ καταλαβαίνω καλὰ αὐτό».

«-Κερδίζω σημαίνει ἀποκτῶ, (μοῦ ἀπάντησε). Ἐσεῖς γνωρίζετε σίγουρα τί σημαίνει ἀποκτῶ χρήματα. Αὐτὸ τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ σκοπὸς τῆς ἐπίγειας ζωῆς γιὰ τὸν κοινὸ ἄνθρωπο εἶναι νὰ κερδίσει χρήματα ἢ ν’ ἀποκτήσει τιμές, διακρίσεις καὶ βραβεῖα. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἐπίσης κεφάλαιο καὶ μάλιστα τὸ αἰώνιο κεφάλαιο καὶ ὁ μοναδικὸς θησαυρός, ἀστείρευτος στὸν αἰώνα. Κάθε ἔργο, ποὺ ἔγινε ἀπὸ ἀγάπη Χριστοῦ, φέρει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅμως τοῦτο κατορθώνεται εὐκολότερα μὲ τὴν προσευχή, διότι αὐτὴ ἀποτελεῖ τὸ ὄργανο ποὺ διαθέτουμε. Μπορεῖ νὰ τύχῃ νὰ θέλετε νὰ πᾶτε στὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ ἡ ἐκκλησία νὰ μὴ εἶναι κοντά, ἢ νὰ ἔχει τελειώσει ἡ ἀκολουθία. Ἢ ἔχετε ἐνδεχομένως ἐπιθυμία νὰ ἐλεήσετε κάποιον πτωχό, ἀλλὰ πτωχὸς δὲν ὑπάρχει. Ἴσως ἐπιθυμεῖτε νὰ γίνετε ἀπαθής, ἀλλὰ δὲν ἔχετε γι’ αὐτὸ δυνάμεις. Γιὰ τὴν προσευχὴ ὅμως ὑπάρχει πάντοτε δυνατότητα, αὐτὴ εἶναι προσιτὴ τόσο στὸν πλούσιο, ὅσο καὶ στὸν πτωχό, τόσο στὸν ἐγγράμματο, ὅσο καὶ στὸν ἁπλοϊκό, στὸν ἰσχυρό, ὅσο καὶ στὸν ἀδύναμο, στὸν ὑγιῆ ὅσο καὶ στὸν ἀσθενῆ, στὸν δίκαιο ὅσο καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς εἶναι τεράστια καὶ περισσότερο ἀπ’ ὁτιδήποτε ἄλλο αὐτὴ ἑλκύει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.»

«-Γέροντα, (εἶπα), ὅλη τὴν ὥρα μιλᾶτε γιὰ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν ὁποία πρέπει ν’ ἀποκτήσουμε, ἀλλὰ πῶς καὶ ποῦ μπορῶ νὰ τὴν δῶ; Τὰ καλὰ ἔργα εἶναι ὁρατά. Ἄραγε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μπορεῖ νὰ γίνῃ ὁρατό; Πῶς μπορῶ νὰ γνωρίζω ἂν Αὐτὸ εἶναι μαζί μου ἢ ὄχι;»

«-Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία μᾶς ἔχει δοθεῖ στὸ βάπτισμα, λάμπει στὴν καρδιά μας παρὰ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ σκοτάδια ποὺ μᾶς περικυκλώνουν. Αὐτὴ ἐμφανίζεται μέσα σὲ ἄρρητο φῶς σ’ ἐκείνους, μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Κύριος ἀναγγέλλει τὴν παρουσία Του. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι αἰσθάνθηκαν χειροπιαστὰ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.»

Ἐγὼ τότε ρώτησα: «-Πῶς θὰ μποροῦσα νὰ γίνω καὶ ἐγὼ προσωπικὰ μάρτυρας αὐτοῦ τοῦ πράγματος;»

Ὁ π. Σεραφεὶμ μὲ ἀγκάλιασε καὶ μοῦ εἶπε: «-Ἀγαπητέ μου, ἐμεῖς εἴμαστε καὶ οἱ δύο τώρα ἐν Πνεύματι. Γιατί δὲν μὲ κοιτάζετε;»

«-Γέροντα, δὲν μπορῶ νὰ σᾶς κοιτάξω, διότι τὸ πρόσωπό σας ἔγινε φωτεινότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ τὰ μάτια μου ἔχουν θαμβωθεῖ.»

«-Μὴ φοβῆσθε, διότι καὶ ἐσεῖς ἔχετε γίνει τώρα φωτοφόρος, ὅπως καὶ ἐγώ. Ἔχετε καὶ ἐσεῖς τώρα πληρωθεῖ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλοιῶς δὲν θὰ μπορούσατε νὰ μὲ δῆτε ἔτσι ὅπως μὲ βλέπετε».

Καὶ σκύβοντας κοντά μου, μοῦ ψιθύρισε: «-Παρακαλοῦσα τὸν Κύριο μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ νὰ σᾶς ἀξιώσει νὰ δῆτε μὲ τὰ σωματικά σας μάτια αὐτὴ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Του Πνεύματος. Καὶ νά, μὲ τὸ μέγα Του ἔλεος παρηγόρησε τὴν καρδιά σας, ὅπως θάλπει ἡ μητέρα τὰ παιδιά της. Λοιπὸν ἀγαπητέ μου, γιατί δὲν μὲ κοιτάζετε; Μὴ φοβῆσθε τίποτε, ὁ Κύριος εἶναι μαζί σας!»

Τὸν κοίταξα καὶ μὲ διαπέρασε ρίγος. Φαντασθῆτε τὸν ἥλιο στὴν πιὸ δυνατὴ λάμψη τῆς μεσημβρινῆς ἀκτινοβολίας του καὶ στὸ κέντρο τοῦ ἡλίου νὰ βλέπετε πρόσωπο ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος συνομιλεῖ μαζί σας. Βλέπετε τὶς κινήσεις τῶν χειλιῶν του, τὴν ἔκφραση τῶν ματιῶν του, ἀκοῦτε τὴ φωνή του, αἰσθάνεσθε ὅτι τὸ ἕνα του χέρι εἶναι ἁπλωμένο γύρω ἀπὸ τὸν ὦμο σας, ἀλλὰ δὲν βλέπετε οὔτε αὐτὸ τὸ χέρι οὔτε τὸ πρόσωπο, παρὰ μόνο τὸ ἐκτυφλωτικὸ φῶς ποὺ ἁπλώνεται παντοῦ γύρω σας καὶ φωτίζει μὲ τὴ λάμψη τοῦ τὸ χιόνι ποὺ καλύπτει τὸ ξέφωτο καὶ τὶς χιονονιφάδες ποὺ πέφτουν.

«-Τί αἰσθάνεσθε;» μὲ ἐρώτησε.

«-Ἡσυχία καὶ εἰρήνη ἀνέκφραστη», εἶπα.

«-Καὶ τί ἀκόμη αἰσθάνεσθε;»

«-Νὰ γεμίζει ἡ καρδιά μου ἀπὸ ἄρρητη χαρά.»

«-Αὐτὴ ἡ χαρὰ ποὺ αἰσθάνεσθε εἶναι μηδαμινή, ὅταν συγκριθεῖ μὲ ἐκείνη τὴ χαρὰ γιὰ τὴν ὁποία ἔχει γραφεῖ: ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν. Σὲ μᾶς δόθηκε μία σκιὰ μόνο τῆς χαρᾶς αὐτῆς, τί νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ τὴν πραγματικὴ χαρά; Τί αἰσθάνεσθε ἀκόμη φιλόθεε;»

«-Ἀνέκφραστη θερμότητα», εἶπα.

«-Τί εἴδους θερμότητα; Εἴμαστε στὸ δάσος, τώρα εἶναι χειμώνας καὶ παντοῦ γύρω μας χιόνι… Τί εἴδους θερμότητα εἶναι αὐτὴ ποὺ αἰσθάνεσθε;» Καὶ ἐγὼ ἀποκρίθηκα:

«-Ὅπως ὅταν λούζωμαι μὲ ζεστὸ νερό. Αἰσθάνομαι ἀκόμη εὐωδία τέτοια ποὺ ποτὲ μέχρι τώρα δὲν ἔχω αἰσθανθεῖ.»

«-Ξέρω, ξέρω, εἶπε ἐκεῖνος, σᾶς ἐρωτῶ ἐπίτηδες. Αὐτὴ ἡ εὐωδία ποὺ αἰσθάνεσθε εἶναι ἡ εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ αὐτὴ ἡ θερμότητα γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶτε δὲν ὑπάρχει στὴν ἀτμόσφαιρα, ἀλλὰ μέσα μας. Θερμαινόμενοι ἀπὸ αὐτὴν οἱ ἐρημίτες δὲν φοβοῦνταν τὸν χειμώνα, διότι φοροῦσαν τὸν χιτώνα τῆς χάριτος, ὁ ὁποῖος ἀντικαθιστοῦσε τὸ ἔνδυμα. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστιν. Ἡ κατάσταση στὴν ὁποία τώρα βρισκόμαστε τὸ ἀποδεικνύει. Νὰ τί σημαίνει νὰ εἶσαι πλήρης Πνεύματος Ἁγίου.»

«-Θὰ θυμᾶμαι τὸ ἔλεος αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐπισκέφθηκε σήμερα;» ἐρώτησα.

«-Πιστεύω ὅτι ὁ Κύριος θὰ σᾶς βοηθήσει νὰ τὸ διαφυλάξετε στὴν καρδιά σας, διότι αὐτὸ δόθηκε ὄχι μόνο γιὰ μᾶς, ἀλλὰ διὰ μέσου ἡμῶν καὶ γιὰ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο. Πορεύεσθε ἐν εἰρήνῃ! Ὁ Κύριος καὶ ἡ Παναγία ἂς εἶναι μαζί σας!»

Όταν τὸν ἄφησα τὸ ὅραμα δὲν εἶχε παύσει: ὁ γέροντας βρισκόταν στὴν ἴδια θέση ποὺ εἶχε στὴν ἀρχὴ τῆς συνομιλίας μας καὶ τὸ ἄρρητο φῶς ποὺ εἶχα ἰδεῖ μὲ τὰ μάτια μου συνέχιζε νὰ τὸν περιβάλλει».

Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/osios_serafeim_sarwf_apokthsh_agioy_pneymatos.htm

Μόρφου Νεόφυτος: Χρόνια πολλὰ εὐλογημένα καὶ φωτισμένα… (28.12.2025)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ μετὰ τὰ Χριστούγεννα, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ ἁγίων Κυπριανοῦ καὶ Ἰουστίνης τῆς κοινότητος Μενίκου, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (28.12.2025).