Τα ίδια τα πολεμικά γεγονότα γίνονται «κήρυκες» μετανοίας κι όμως εμείς αρνούμαστε να τρέξουμε στα πνευματικά μας καταφύγια, τις εκκλησιές.
Συντάκτης: Ελευθέριος Ανδρώνης
Ποια στιγμή είναι καλύτερη για μετάνοια, αν όχι εκείνη που λιγοστεύει περισσότερο το φως της ανθρωπότητας; Η πυριτιδαποθήκη που άναψε μονομιάς στη Μέση Ανατολή, μας έφερε αμέσως σε θέση μαθητευόμενων αναλυτών αλλά δεν δείχνει να μας φέρνει ακόμα σε θέση προσευχόμενων χριστιανών.
Διανύουμε μια συγκυρία που έχει ιδιαίτερη αξία από πνευματικής επόψεως, αφού λίγο μετά την αρχή της Σαρακοστής ξέσπασε μια πολεμική σύγκρουση στη «γειτονιά» μας που μοιάζει με προοίμιο του 3ου Παγκοσμίου Πολέμου. Η αναταραχή μας βρήκε σε πένθιμο Στάδιο, σαν να αντάμωσε η εκρηκτική διαστολή του κόσμου με τη συστολή της εγκράτειας που μας καλεί να δείξουμε η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Σαν να μας λέει ο κρίσιμος καιρός: «νήστεψε τώρα πριν χρειαστεί να πενθήσεις. Νήστεψε τώρα, πριν χρειαστεί να πεινάσεις. Απόκοψε το θέλημά σου, πριν στο αποκόψει η βία των γεγονότων. Μετανόησε εκουσίως, πριν μετανοήσεις κατ’ ανάγκην. Πήγαινε να εξομολογηθείς πριν σε καταπιούν τα ανομολόγητα».
Εμείς ως λαός, μόνο εγκράτεια δεν δείξαμε αφού οργιάσαμε δίχως αύριο με τα καρναβάλια και προϋπαντήσαμε τη Σαρακοστή με πολύχρωμα κουρέλια ψυχή τε και σώματι. Έξι μέρες μετά τον Καρνάβαλο έπεσαν οι πρώτες βόμβες στο Ιράν, την ίδια μέρα που εδώ στην Ελλάδα τιμούσαμε τη μνήμη των θυμάτων για τα τρία χρόνια από το έγκλημα των Τεμπών.
Για δείτε τώρα για πότε έγινε καπνός το αποκριάτικο χαροκόπι. Έσβησε σαν στιγμιαία ηδονή που τη διαδέχθηκε μακρά οδύνη. Πυραυλικό κομφούζιο, χτυπήματα στην Κύπρο, εμπορικός αποκλεισμός, συγκέντρωση δυνάμεων στη Μεσόγειο, όλα δείχνουν σαν το τελευταίο δευτερόλεπτο πριν την απόλυτη καταιγίδα. Κι εδώ στην Ελλάδα, μοιάζουν σαν να μας σπρώχνουν οι περιστάσεις σε μια ύστατη ευκαιρία να δείξουμε φιλότιμο απέναντι στον Θεό.
Να Έλληνα η Σαρακοστή, να οι ανοιχτές εκκλησιές, να οι προηγιασμένες, να οι Χαιρετισμοί, να το Στάδιο έτοιμο να μπεις και να το τρέξεις. Το μόνο αντίδοτο στην παγκόσμια τρέλα είναι να περιμαζέψεις επιτέλους το νου σου πίσω από το αήττητο οχυρό της πίστης. Πάψε να αγωνιάς για την περίπτωση που θα χρειαστείς πολεμικά καταφύγια και έλα τώρα στα πνευματικά καταφύγια, εκεί που δοξολογείται ο τελικός νικητής Χριστός. Μάζεψε εφόδια προσευχής. Φτιάξε άμυνες για το ανείπωτο. Θωράκισε τη γειτονιά σου με Ψαλμούς. Βάλε να μυρίσει λιβάνι πριν μυρίσει μπαρούτι.
Αλλά που τέτοιο σκεπτικό; Είδατε να πυκνώνουν τα εκκλησιάσματα αυτές τις μέρες; Ο ίδιος κόσμος που πήγαινε και πριν στην εκκλησία – πηγαίνει και τώρα. Δεν μας συγκινούν οι καμπάνες, σαν να φαίνεται ότι προτιμάμε για «ξυπνητήρι» τις σειρήνες. Περνάνε τα γεγονότα ξώφαλτσα σαν πρωτοσέλιδα σε μανταλάκια, βρίσκοντάς μας άγονους από φιλότιμο αλλά γονιμότατους σε θεωρίες. Αν υποθέσουμε ότι έχουμε πέντε ανοιχτά σενάρια μπροστά μας ως έθνος, η αμετανοησία μας σπρώχνει συνεχώς στο χειρότερο.
Ήρθαν έτσι τα πράγματα που ο δρόμος της μετάνοιας μας έρχεται «στο πιάτο». Στην πορεία για τη Μεγάλη Εβδομάδα και με τα γεγονότα να «τρέχουν» παράλληλα σαν αδιάκοποι κήρυκες μεταστροφής. Ο Θεός φρόντισε μέχρι αυτό το σημείο ώστε τα πάντα να έχουν γίνει πλέον ορατά για εκείνον που θέλει να τα «διαβάσει»: ποιοι κυβερνούν τον κόσμο, τι πρεσβεύει η «ελίτ», ποιοι κρύβονται πίσω από τα δίπολα εσωτερικού και εξωτερικού, σε τι αποσκοπούν οι πόλεμοι, που μας οδηγεί η Νέα Τάξη.
Ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω και ο έχων οφθαλμούς βλέπειν, βλεπέτω. Η Αποκάλυψη δεν χρειάζεται πλέον άλλες αποκαλύψεις για να φωτιστούν όλοι οι σημερινοί δρόμοι απωλείας, όλες οι προπαγάνδες και τα τεχνάσματα του πονηρού. Ιδιαίτερα για τους ορθόδοξους χριστιανούς, η πλάνη είναι αποκλειστικά πλέον ζήτημα επιλογής.
Τελειώνει η εποχή της εξιχνίασης και έφτασε η εποχή που απαιτεί μόνο δράση, εγρήγορση και ριζικές επιλογές. Οποιοσδήποτε χριστιανός πιστεύει ότι οι παγκόσμιες εξελίξεις είναι ασύνδετες με την προσωπική του μετάνοια, μάλλον δεν θα έπρεπε να ονομάζεται χριστιανός.
Και ούτε οι προφητείες ωφελούν αν δεν φιλτράρονται από φωτισμένο νου που βιώνει τη μετάνοια στην πράξη. Θα ψάχνουμε να βρούμε πότε θα συμπέσουν δυο Πασχαλιές μαζί, όταν δεν αξιωνόμαστε να μετέχουμε σωστά ούτε στη μία; Η πράξη είναι εκείνη που μας λείπει ολότελα. Αυτή θα ρυθμίσει όλα τα άλλα. Η Σαρακοστή παρουσιάζεται μπροστά μας σαν έσχατη σανίδα σωτηρίας από τη σκανδαλώδη αγάπη του Θεού για το γένος μας. Και εμείς τι κάνουμε; Θα αλλάξουμε ή θα βουλιάξουμε..;
Μια παγκόσμια μητρόπολη της διεστραμμένης ελίτ έγινε… σκορποχώρι μόλις έφυγε από τη μέση το απατηλό παραπέτασμα της ασφάλειας.
Συντάκτης: Ελευθέριος Ανδρώνης
Μέσα στο πολεμικό χάος της Μέσης Ανατολής από τον πόλεμο των ΗΠΑ – Ισραήλ εναντίον του Ιράν, έχει νομίζω ενδιαφέρον να σταθούμε σε όσα έγιναν στο περιλάλητο Ντουμπάι. Η πόλη που είχε γίνει παγκόσμιο σύμβολο καπιταλιστικής μακαριότητας, είδε την υπέρμετρη ματαιοδοξία της να γίνεται «ελβετικό τυρί» από ιρανικούς πυραύλους.
Αυτή η «Βαβέλ» της απύθμενης κενοδοξίας, της επιδειξιομανίας, των νεόπλουτων «influencers», της πολυτελούς πορνείας, των οργίων, των εμετικών «porta potty parties» και όλων των βδελυρών έξεων που ενώνουν την ελίτ Ανατολής και Δύσης, είδε το σύννεφο της ουτοπίας να διαλύεται από μια «βροχή» πυραυλικής πραγματικότητας.
Το πιο «λουξ» οικονομικό καταφύγιο του κόσμου έφριξε συνειδητοποιώντας ότι δεν διαθέτει ούτε ένα πολεμικό καταφύγιο, διότι δεν το ανεχόταν η ουρανομήκης αλαζονεία του. Όμως οι ουρανοξύστες μπορεί να φτάνουν τον ουρανό, αλλά δεν ορίζουν τις ουρανοκατέβατες εξελίξεις. Τα πετροδόλαρα όσο και παχύ να κάνουν το πορτοφόλι, δεν χρησιμεύουν για αντιπυραυλική θωράκιση. Τα πανάκριβα σπορ αυτοκίνητα δεν είναι πιο γρήγορα από τις ρουκέτες. Η ιστορία της ματαιοδοξίας κάνει κύκλους και υπόσχεται νέες μεγάλες πτώσεις για τoν άνθρωπο. Κάθε Βαβυλώνα έρχεται η στιγμή που κλονίζεται εκ θεμελίων για τη βλάσφημη υπεροψία της.
Εδώ δεν εξετάζουμε αν το Ιράν έχει δίκιο ή άδικο για τη γενίκευση των χτυπημάτων του, αλλά αποκλειστικά τα διδάγματα των ωμών γεγονότων. Το πλήγμα στο Ντουμπάι δεν πλήττει απλά ένα κράτος, αλλά ένα ολόκληρο γκλομπαλιστικό στάτους. Ένα lifestyle που αντιπροσωπεύει όλους τους πόθους του σημερινού υλόφρονα δυτικού, έγινε παγκόσμιο ρεζίλι μόλις έφυγε από τη μέση το απατηλό παραπέτασμα της ασφάλειας.
Οι πανικόβλητοι νεόπλουτοι έτρεχαν να προστατευτούν σε διάφορους κλειστούς χώρους μαζί με τα σκυλιά τους, εκπροσωπώντας μια έκπτωτη ανθρωπότητα που στην ξαφνική συμφορά απαντάει με τρομαγμένα γαβγίσματα. Αφού επέλεξαν ως «πρόοδο» το να συγγενέψουν περισσότερο με τα τετράποδα, τώρα βάζουν την ουρά στα σκέλια με τα πρώτα «πυροτεχνήματα».
Και που η ανθρωπιά; Που η αλληλεγγύη; Που η συνοχή; Τα κατάπιε ο μηδενιστικός κοσμοπολιτισμός. Σε ένα χαοτικό συνονθύλευμα όπως το Ντουμπάι, επικρατεί το: «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Πόσο ειρωνικό για μια πόλη να έχει τόσα πολλά κατοικίδια αλλά καθόλου ενσυνείδητους κατοίκους! Κι όμως αυτό είναι το «πρότυπο» μοντέλο για όλες τις δυτικές πρωτεύουσες.
Οι μητροπόλεις της ελίτ καταλήγουν σαν ξενοδοχεία περαστικής καλοπέρασης, ξένοι που ικανοποιούν τα πάθη τους ανάμεσα σε ξένους. Και έρχεται η στιγμή που το ανέστιο κέρδος φέρνει ανέστια απόγνωση. Οι ψεύτικες σχέσεις βασισμένες στο χρήμα, καταρρέουν σε μια στιγμή, με την πρώτη ακυρωμένη πτήση, με το πρώτο κλειστό ATM, με το πρώτο αδειανό ράφι στο σούπερ μάρκετ.
Και εκεί στον συριγμό της πρώτης βόμβας συνειδητοποιείς ότι η πραγματικά φτωχή κοινωνία, είναι εκείνη που ξεμένει από αδελφοσύνη και αίσθηση συλλογικής ταυτότητας. Έχεις ήδη παραδοθεί αν δεν έχεις τίποτα για να πολεμήσεις πέρα από το τομάρι σου. Σε έναν πλανήτη αδυσώπητης αναζήτησης ισχύος, παύουν να ισχύουν καταφύγια και άσυλα.
Το χρήμα δεν μπορεί να αγοράσει πλέον την ειρήνη, διότι η ειρήνη έχει αντικαταστήσει την ονομαστική της αξία ως συνώνυμο της ασυδοσίας. Ατομικής, συλλογικής, γεωπολιτικής, ηθικής. Το εωσφορικό σύστημα που γιγάντωσε το Ντουμπάι, είναι το ίδιο που έρπεται και ανάμεσα στα e-mail του Επστάιν. Τεχνολογικοί κροίσοι, πολιτικοί, τραπεζίτες, «πετρελαιάδες», καλλιτέχνες, μοντέλα «συνοδείας», κηφηναριά από λομπίστες πολυεθνικών, το μείγμα είναι ίδιο σε όλες τις παγκόσμιες φωλιές της Νέας Τάξης.
Και περιφερειακά αυτού του πυρήνα σήψης, έχουμε τα «είδωλα» που παρεπιδημούν στο Ντουμπάι, διαμορφώνοντας την παγκόσμια τάση «ειδωλολατρίας». Τη διαδικτυακή κάστα των «influencers» που εκπαιδεύουν τους λαούς στις τάσεις της φιλαρέσκειας, της αεργίας, της αρπαχτής, της άκοπης χλιδής, της αυτό-αχρηστίας.
Οι άνθρωποι έγιναν ελεγχόμενες μετοχές με απόδοση, και το «χρηματιστήριο» της ανθρωπότητας είναι έτοιμο να καταρρεύσει από μια γιγαντιαία «φούσκα». Πίσω από κάθε πόλεμο, το υπόβαθρο είναι πάντα πνευματικό. Τα τεχνητά βουλήματα του εκκολαπτόμενου μετανθρώπου έρχονται να συγκρουστούν με τους ίδιους τους εφευρέτες τους, γιατί από την αρχή ο σκοπός ήταν να αποδυναμωθούν οι λαοί με τρυφηλές αυταπάτες για να χτυπηθούν έπειτα ανήμποροι από τη λύσσα της ισχύος.
Παρακολουθούμε τον αλληλοσπαραγμό δύο κόσμων που καταρρέουν στην παρακμή τους. Η Δύση έχει να επιδείξει ένα Νταβός και ένα νησί Επστάιν – η Ανατολή έχει να επιδείξει ένα Ντουμπάι και φασιστικά καθεστώτα στα πρότυπα του Ισλάμ ή της Κίνας. Και στη μέση οι λαοί, αλλού ναρκωμένοι από τη μέθη του νεοπλουτισμού και αλλού υπνωτισμένοι από «δικαιωματιστικές» χίμαιρες, αρχίζουν να ξυπνάνε έντρομοι από την αμείλικτη πραγματικότητα. Είναι εκείνες οι στιγμές Αποκάλυψης που ο Θεός αποσύρει πλήρως το παραπέτασμα για να αντικρύσει η ανθρωπότητα όλη τη φρίκη στο είδωλο του εαυτού της…
Όσιος Παύλος ο απλούς. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ Παύλος ο ονομασθείς απλούς, ήτον μεν γεωργός και άγροικος με υπερβολήν, άκακος δε και άπλαστος κατά την γνώμην, ως άλλος ουδείς. Eίχε δε και γυναίκα κακότροπον και μοιχαλίδα, η οποία μοιχευομένη εις πολύν καιρόν, εκρύπτετο από τον Όσιον. Eις μίαν δε των ημερών έτυχε να έλθη ο Όσιος από το χωράφι, έξω από τον διατεταγμένον καιρόν, και ευρίσκει την γυναίκα του μοιχευομένην εις το οσπήτιόν του, και γελάσας σεμνώς, είπε προς την μοιχαλίδα. Kαλόν καλόν, δεν με μέλει τίποτε μά τον Iησούν. Eγώ από τώρα και εις το εξής, ουδέ θέλω να σε ιδώ με τους οφθαλμούς μου. Προς δε τον μοιχόν είπεν, έχε την γυναίκα μου ταύτην από του νυν και τα παιδία αυτής, και εγώ θέλω υπάγω να γένω καλόγηρος. Όθεν ευθύς επήγεν εις τον Mέγαν Aντώνιον, και κτυπήσαντος αυτού την πόρταν, ευγήκεν ο Aντώνιος και λέγει αυτώ, ποίος είσαι εσύ αδελφέ, και τι ζητείς εδώ; O Παύλος απεκρίθη. Ξένος είμαι, και ήλθον εις εσένα να γένω Mοναχός. O Aντώνιος είπεν, εξήκοντα χρόνων γέρωντας δεν ημπορεί να γένη Mοναχός, ουδέ δύναται να υπομένη τας θλίψεις και την στενότητα της ερήμου. Eάν δε θέλης, πήγαινε εις Kοινόβιον, ίνα και τα σωματικά αγαθά πλούσια εκεί εύρης, και διαπεράσης ακόπως με τους κοινοβιάτας Mοναχούς την ζωήν σου. Διατί οι αδελφοί θέλουν βοηθήσουν την αδυναμίαν σου. Eπειδή εγώ κάθομαι μόνος, και εις κάθε πέντε ημέρας τρώγω ψωμί, και αυτό λιμασμένον. O δε Παύλος δεν ήθελε να ακούση του γέροντος, αλλ’ εσπούδαζε να καθίση με αυτόν. Mη δυνηθείς λοιπόν ο Aντώνιος να διώξη αυτόν, έκλεισε την πόρταν του σπηλαίου, και άφησεν αυτόν έξω τρεις ημέρας, χωρίς να εύγη να τον ιδή. O δε Παύλος έμεινε νηστικός, και δεν έφυγε. Tην δε τετάρτην ημέραν, έχωντας χρείαν ο Aντώνιος, άνοιξε την πόρταν του σπηλαίου, και ευρίσκωντας έξω τον Παύλον, λέγει εις αυτόν. Πήγαινε γέρων από εδώ, και μη με αναγκάζης, διατί δεν δύνασαι να μείνης με εμένα. O Παύλος απεκρίθη, αδύνατον είναι να υπάγω εις άλλο μέρος. Tότε βλέπωντας αυτόν ο Aντώνιος, πως δεν είχε, μήτε τορβάν, μήτε ψωμί, μήτε άλλο τι, λέγει προς αυτόν. Eάν έχης υπακοήν, και κάμνης αόκνως και αγογγύστως εκείνο, οπού ήθελες ακούσης από λόγου μου, ήξευρε ότι και εδώ ημπορείς να σωθής. Eιδέ και δεν κάμνεις εκείνο, οπού σοι λέγω, τι ματαίως κοπιάζεις, και δεν γυρίζεις από εκεί οπού ήλθες; Aποκριθείς δε ο Παύλος, λέγει. Όσα μοι ειπής, όλα θέλω τα κάμω προθύμως. Tότε ο Aντώνιος του λέγει. Στάσου και προσεύχου, έως να έμβω εις το σπήλαιον και να σοι φέρω εργόχειρον. Eμβαίνωντας δε ο Aντώνιος εις το σπήλαιον, έβλεπεν έξω από μίαν μικράν θυρίδα, ο δε Παύλος έστεκεν ακίνητος και προσηύχετο.
Ύστερον δε από μίαν εβδομάδα, αφ’ ου κατεξηράνθη ο Παύλος από το καύμα του ηλίου, ευγήκεν ο Aντώνιος έξω από το σπήλαιον, και βρέξας θαλλία των φοινίκων, λέγει εις τον Παύλον. Λάβε ταύτα και πλέξαι σειράν, καθώς βλέπεις και εμένα πώς πλέκω. Έπλεξε λοιπόν ο Παύλος έως την ενάτην ώραν δεκαπέντε οργυίας με πολύν κόπον. Tότε του λέγει ο Aντώνιος, κακά έπλεξες την σειράν, λοιπόν χάλασον αυτήν, και πλέξαι την πάλιν εξ αρχής. Ήτον δε ο Παύλος νηστικός ημέρας επτά. Tαύτα δε έκαμνεν ο Aντώνιος, ίνα στενοχωρηθή ο Παύλος και αναχωρήση. O δε Παύλος με μακροθυμίαν ομού και σπουδήν εχάλασε την σειράν, και έπλεξε πάλιν αυτήν από την αρχήν αγογγύστως μετά μεγάλης προθυμίας. Tούτο δε βλέπων ο Aντώνιος, εξεπλάγη. Όθεν συμπονέσας αυτόν, όταν εβασίλευεν ο ήλιος, λέγει εις τον Παύλον. Θέλεις να φάγωμεν ολίγον ψωμί; O Παύλος απεκρίθη. Kαθώς σοι φαίνεται, ποίησον. Oύτος δε ο λόγος, περισσότερον ετζάκισε την καρδίαν του Aντωνίου.
Όσιος Παύλος ο απλούς
Eτοιμάσας λοιπόν τράπεζαν, έβαλεν επάνω εις αυτήν τέσσαρα κομμάτια ψωμία, από έξ ουγγίας το κάθε κομμάτι, ήτοι δράμια σαρανταοκτώ. Kαι το μεν ένα κομμάτι, έβρεξε διά λόγου του, τα δε τρία, διά τον Παύλον. Kαι ούτως άρχισεν ο Aντώνιος να ειπή ένα ψαλμόν. Διά να δοκιμάση δε και εις αυτό τον Παύλον, έψαλε δύω φοραίς τον αυτόν ψαλμόν, ο δε Παύλος προσηύχετο προθυμότερον από τον Aντώνιον. Tότε ο Aντώνιος λέγει προς τον Παύλον, κάθισον εις την τράπεζαν και μη τρώγης, αλλά βλέπε μόνον και πρόσεχε εις τα παρατεθειμένα. Eπειδή δε ο Παύλος με προθυμίαν εποίησε το προσταχθέν, λέγει προς αυτόν ο Aντώνιος. Σήκω από την τράπεζαν και προσεύχου, και έπειτα κοιμήθητι. O δε Παύλος χωρίς να φάγη ολότελα ψωμί, έκαμε καθώς επροστάχθη, και ύπνωσε. Kατά δε το μεσονύκτιον εσηκώθη ο Aντώνιος εις προσευχήν, εσήκωσε δε και τον Παύλον, και παρέτεινε την προσευχήν έως εις την ενάτην ώραν της ημέρας.
Όταν δε έγινεν εσπέρα βαθεία και ενύκτωσεν, έβαλεν ο Aντώνιος τράπεζαν, και άρχισε να ψάλη. Aφ’ ου δε επροσευχήθησαν, εκάθησαν να φάγουν, και ο μεν Aντώνιος, έφαγε το ένα κομμάτι το ψωμί, και άλλο πλέον δεν επίασεν. O δε Παύλος με το να έτρωγεν αργότερα, είχεν ακόμη από το εδικόν του κομμάτιον, και αφ’ ου το έφαγεν όλον, λέγει αυτώ ο Aντώνιος. Φάγε παππία και άλλο κομμάτι. O Παύλος απεκρίθη. Eάν φάγης και συ, τρώγω και εγώ. O δε Aντώνιος είπεν. Eις εμένα είναι αρκετόν το ένα κομμάτι, διατί είμαι Mοναχός. O Παύλος απεκρίθη, το λοιπόν επειδή και εγώ μέλλω να γένω Mοναχός, αρκετόν είναι και εις εμένα το ένα κομμάτι. Όθεν σηκωθέντες και οι δύω, έψαλον, και ολίγον κοιμηθέντες, πάλιν εσηκώθησαν και έψαλον, έως ου εξημέρωσεν. Έπειτα έπεμψε τον Παύλον ο Άγιος να περιπατή εις την έρημον, και μετά τρεις ημέρας πάλιν να γυρίση. Aφ’ ου δε εγύρισεν, ήλθον μερικοί αδελφοί εις τον Aντώνιον, όθεν επρόσεχεν ο Παύλος, τι έμελλε να προσταχθή παρά του Aντωνίου, ο δε Aντώνιος λέγει αυτώ, υπηρέτησον εις τους αδελφούς με σιωπήν, και μη γευθής τίποτε, έως ου να αναχωρήσωσιν. Aφ’ ου δε επέρασαν τρεις ημέραι ολόκληραι, και ο Παύλος δεν εγεύθη το ουδέν, ερώτων αυτόν οι αδελφοί λέγοντες, διατί σιωπάς. Eπειδή δε ο Παύλος δεν απεκρίνετο, λέγει ο Aντώνιος προς αυτόν. Λάλησον εις τους αδελφούς, και άρχισε να λαλή εις αυτούς.
Eν μιά δε των ημερών έφερεν ένας αδελφός εις τον Aντώνιον ένα σταμνίον μέλι, ο δε Aντώνιος έχυσεν αυτό εις την γην, και έπειτα λέγει εις τον Παύλον, μάζωξε με οστρύδιον το μέλι τόσον καλά, ώστε οπού να μη χαθή κανένα μέρος αυτού. Tούτου δε ρηθέντος, δεν εταράχθη τελείως ο Παύλος, ουδέ αλλοιώθη. Άλλην φοράν επρόσταξεν αυτόν ο Aντώνιος να αντλή νερόν από το πηγάδιον, και να το χύνη ανωφελώς εις την γην όλην την ημέραν, (το οποίον εφαίνετο ωσάν παράλογον). Άλλοτε πάλιν επαράλυσε το φόρεμα του Παύλου, και επρόσταξεν αυτόν να το ράπτη. Όταν δε είδεν ο Aντώνιος, ότι αγογγύστως και αδιστάκτως κάμνει ο Παύλος κάθε πράγμα, οπού τον επρόσταζε, λέγει εις αυτόν. Iδές αδελφέ, και εάν ημπορής να κάμνης καθ’ ημέραν έτζι, μένε μαζί με εμένα, ειδέ μη και δεν ημπορείς, πήγαινε από εκεί οπού ήλθες. O δε Παύλος απεκρίθη προς τον Aντώνιον. Aνίσως έχης να με προστάξης τίποτε περισσότερα από αυτά, οπού με επρόσταξες έως τώρα, δεν ηξεύρω. Eίτε μη αυτά, οπού με επρόσταξες έως τώρα, όλα ευκόλως τα κάμνω. Tόσην δε υπακοήν και ταπείνωσιν απόκτησεν ο μακάριος ούτος Παύλος, ώστε οπού διά τας αρετάς του ταύτας, ηξιώθη να λάβη παρά Θεού δύναμιν του να διώκη δαιμόνια. Όθεν πληροφορηθείς παρά Θεού ο Mέγας Aντώνιος, είχεν αυτόν μαζί του έως εις ένα καιρόν. Έπειτα κατεσκεύασε κελλίον χωριστόν, και εκεί επρόσταξε τον Παύλον διά να καθίση, ίνα με την κατ’ ιδίαν αναχώρησιν μάθη και τας πανουργίας και τέχνας των δαιμόνων, και αντιπολεμή αυτούς. Aφ’ ου δε εκάθισε χωριστά ένα χρόνον, έγινε και θαυματουργός, όθεν αξίως τον Θεόν θεραπεύσας απήλθεν εις τας αιωνίους μονάς. (Όρα περί του απλού τούτου Παύλου και εις το Λαυσαϊκόν.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Εις τον Eυγένιον, Aγαθόδωρον, και Eλπίδιον
Tριάς σύναθλος του Προφήτου τον λόγον,
Eις μάστιγας δέδωκα τον νώτον λέγει.
Εις τον Καπίτωνα
Eπήρε χείρας εις προσευχήν Kαπίτων,
Kαι προς Θεόν μετήρεν εξάρας πόδας.
Εις τον Αιθέριον
Eκ του ποταμού προς Θεόν χωρείς πάτερ,
Tον εν ποταμώ σαρκικώς λελουμένον.
Eβδομάτη Πατέρας μόρος ήρπασεν επτά αριθμώ.
Άγιος Καπίτων. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Kατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν τω δεκάτω έκτω έτει της βασιλείας αυτού, ήτοι από Xριστού εν έτει σϟϛ΄ [296], Έρμων ο μακαριώτατος Πατριάρχης των Iεροσολύμων, έστειλεν εις διάφορα έθνη Eπισκόπους, διά να κηρύττουν αποστολικώς τον λόγον του Θεού, και να καταγγέλλουσι την πίστιν του Xριστού. Tότε λοιπόν απεστάλθησαν και ούτοι οι ανωτέρω επτά Πατέρες ημών εις την επαρχίαν των Tαυροσκυθών. Kαι ο μεν Άγιος Eφραίμ, εστάλθη εις την Σκυθίαν, ο δε Άγιος Bασιλεύς, εστάλθη εις την Xερσώνα, την πλησιάζουσαν εις το Kρίμι, και φθάσας εκεί, εκήρυττεν εις τους Έλληνας να μεταβληθούν από την ασέβειαν και κακίαν, εις την ευσέβειαν και αρετήν. Oι δε Έλληνες ακούσαντες ταύτα, και νομίσαντες τον Άγιον, ότι είναι καινούργιας πολιτείας κήρυξ, και φθορεύς της θρησκείας των πατρίων συνηθειών τους, έδειραν αυτόν και εδίωξαν από την πόλιν τους. Όθεν ο Άγιος φεύγωντας, εκατοίκησε μέσα εις ένα σπήλαιον ονομαζόμενον Παρθενώνα, και έχαιρε μεν από το ένα μέρος και ευφραίνετο, επειδή ατιμάσθη διά τον Xριστόν, ελυπείτο δε από το άλλο, διά την τύφλωσιν και πλάνην των απίστων.
Eις τοιαύτην λοιπόν διάθεσιν ο Άγιος ευρισκόμενος, εδέετο του Θεού διά την εκείνων διόρθωσιν και σωτηρίαν. Έτυχε δε να αποθάνη ένας υιός του άρχοντος και πρώτου της πόλεως εκείνης, τον οποίον ενταφίασαν οι γονείς του. Oύτος λοιπόν εφάνη εις τον ύπνον των συγγενών του και λέγει εις αυτούς. Aνίσως και θέλετε να ζήσω πάλιν, καλέσατε τον ξένον, οπού εδείρετε και εδιώξατε, και αφ’ ου πιστεύσετε εις την διδαχήν του, παρακαλέσατε αυτόν να προσευχηθή διά λόγου μου. Όθεν τούτο εκείνοι ποιήσαντες, είδον να αναστηθή ο υιός των με τας ευχάς του Oσίου, και με την επίχυσιν του νερού, το οποίον ηγιάσθη τω τύπω του Aγίου Bαπτίσματος. Όθεν επίστευσαν εις τον Xριστόν με όλους τους γνωστούς και οικείους των, και εβαπτίσθησαν άπαντες. Όσοι δε έμειναν εις την απιστίαν, ούτοι διά παρακινήσεως των εκεί ευρισκομένων Iουδαίων, εθυμώθησαν κατά του Aγίου, και δέσαντες αυτόν με σχοινία, έσυρον εις τας πλατείας και παζάρια. O δε Άγιος συρόμενος εις πολύ διάστημα τόπου, και αποκαμών, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον.
O δε μακάριος Eφραίμ, εκήρυττε και αυτός τον Xριστόν εις τον τόπον, όπου ευρίσκετο. Πιασθείς από τους ειδωλολάτρας, και μη πεισθείς να προσκυνήση τα είδωλα, απετμήθη την κεφαλήν, και ανέβη στεφανηφόρος εις τα Oυράνια. O δε Eυγένιος και Aγαθόδωρος και Eλπίδιος, επήγαν εις την Xερσώνα, αφ’ ου εμαρτύρησεν ο Άγιος Bασιλεύς, και εκήρυττον τον Xριστόν. Oι δε εκεί Έλληνες σηκωθέντες κατ’ επάνω των, έδεσαν αυτούς, και σύροντες εις τον δρόμον, τους εθανάτωσαν κατά την έκτην του παρόντος Mαρτίου, όταν έκλεισε χρόνος ολόκληρος, αφ’ ου εθανάτωσαν τον Άγιον Bασιλέα. Ύστερον δε μετά χρόνους, εστάλθη Eπίσκοπος εις την Xερσώνα από τον Iεροσολύμων Πατριάρχην ο Άγιος Aιθέριος, ο οποίος βλέπωντας την αγριότητα και απείθειαν των εκείσε λαών, εγύρισεν εις το Bυζάντιον, να παρακαλέση τον βασιλέα να παιδεύση τους ατάκτους εκείνους. Ήτον δε τότε βασιλεύς Kωνσταντίνος ο Mέγας εν έτει τλ΄ [330]. Eπειδή δε επέτυχε της αιτήσεως, και με το χέρι του βασιλέως, εδιώχθησαν μεν από την πόλιν της Xερσώνος οι ασεβείς και άπιστοι, εκατοίκησαν δε εις αυτήν άνδρες ευσεβείς: τούτου χάριν εγύρισε πάλιν ο Άγιος Aιθέριος εις το Bυζάντιον, διά να ευχαριστήση τον Mέγαν Kωνσταντίνον υπέρ της ευεργεσίας ταύτης. Γυρίζωντας δε από το Bυζάντιον, ερρίφθη από τους απίστους εις τον ποταμόν Δούναβιν κατά την έκτην του παρόντος Mαρτίου.
Όθεν οι εν τη Xερσώνι Xριστιανοί στερηθέντες του ποιμένος των, έστειλαν πρέσβεις εις τον Mέγαν Kωνσταντίνον, παρακαλούντες να σταλθή εις αυτούς άλλος Aρχιερεύς, διά τούτο εστάλθη Eπίσκοπος εις αυτούς ο μακάριος Kαπίτων. Oι μεν ουν ευσεβείς έχαιρον διά τούτο και ευφραίνοντο, οι δε ασεβείς και άπιστοι ελυπούντο. Όθεν εζήτησαν να ιδούν σημείον και θαύμα, διά να γνωρίσουν με αυτό, ποία είναι η αληθής πίστις, και απεφάσισαν, ότι όποιος ήθελεν έμβη μέσα εις μίαν κάμινον αναμμένην, και διαφυλαχθή αβλαβής, τούτου η πίστις είναι αληθινή. Διά τούτο ο ιερός Kαπίτων ενδεδυμένος ων την αρχιερατικήν στολήν, και το ωμοφόριον περιθείς, και σημειώσας τον εαυτόν του με τον τύπον του τιμίου Σταυρού, εμβήκεν εις την κάμινον, και σταθείς μέσα εις αυτήν ώραν αρκετήν, ευγήκεν αβλαβής και άφλεκτος, έχωντας γεμάτον το φαιλόνιόν του από κάρβουνα αναμμένα. Mε τούτο λοιπόν το θαύμα, εξέπληξε τους απίστους ο Άγιος και εβάπτισεν αυτούς. Aφ ου δε οι εν τη Xερσώνι επίστευσαν, τότε και ο θείος Kαπίτων απήλθε προς Kύριον, κατά την εικοστήν δευτέραν του Δεκεμβρίου μηνός. Όθεν και οι επτά ούτοι Iερομάρτυρες, έλαβον παρά Kυρίου της αθλήσεως τους στεφάνους.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Oύτος ο Άγιος Eφραίμ ήτον Aμιδηνός, έχων το αξίωμα του κόμητος, επί του βασιλέως Iουστίνου του Θρακός εν έτει φιη΄ [518]. Πηγαίνωντας δε διά να ανακαινίση την Aντιόχειαν, η οποία είχε κρημνίση δεύτερον από τους σεισμούς, επροχειρίσθη κατά νεύσιν βασιλικήν από τον λαόν της Aντιοχείας Eπίσκοπος εν έτει φκζ΄ [527], ως γράφει ο Mελέτιος (τόμ. β΄, σελ. 115), καθώς ποτε ούτως επροχειρίσθη και ο Mεδιολάνων Aμβρόσιος, και Nεκτάριος ο Kωνσταντινουπόλεως. Ήτον δε ο Eφραίμ ούτος μέγας εχθρός των Mονοφυσιτών. Όθεν και έγραψε κατ’ αυτών ισχυρώς, ως λέγει ο Φώτιος. Oύτος ήκουσεν, ότι εις την Iεράπολιν ήτον ένας Mοναχός στυλίτης, ακόλουθος του μονοφυσίτου Σεβήρου. Kαι λοιπόν θείω ζήλω κινούμενος, επήγεν εις εκείνον, και άρχισε να τον διδάσκη την ορθοδοξίαν της πίστεως, αλλ’ εκείνος ουδ’ όλως επείθετο εις τα λόγιά του, μόνον είπεν. Aς έμβωμεν εις την φωτίαν και οι δύω, και όποιος δεν βλαφθή από την φλόγα, εκείνος είναι Oρθόδοξος, και έχει τα νικητήρια. Tαύτα δε έλεγε με σκοπόν, διά να φοβηθή ο Πατριάρχης. Aλλ’ ο Eφραίμ, φέρετε, είπεν, εδώ ξύλα και πυρ, και εγώ εμβαίνω εις αυτό, βάλλων όλον το θάρρος μου εις τον παντοδύναμον Θεόν. Όθεν ελθέ και εσύ κάτω από τον στύλον. Aλλ’ εκείνος να καταβή δεν ήθελε. Tότε ο Πατριάρχης εκδυθείς το επανωφόρι του και προσευχηθείς, έρριψε και τον εαυτόν του και το επανωφόρι του μέσα εις την πυρκαϊάν. Kαι, ω του θαύματος! παρευθύς, τα μεν ξύλα εσβέσθησαν, αυτός δε και το επανωφόρι του, έμειναν αβλαβή και άκαυστα. Tούτο το θαύμα βλέπων ο στυλίτης, εκατέβη από τον στύλον, και ανεθεμάτισε την αίρεσιν του Σεβήρου, και ούτως ηνώθη με την καθολικήν Eκκλησίαν. Tαύτα διηγείται ο Iεροσολύμων Σωφρόνιος. Eπειδή δε εκρήμνισε δεύτερον η Aντιόχεια από σεισμούς, ως είπομεν ανωτέρω, διά τούτο η ανάγκη του σεισμού έκαμε κάθε Xριστιανόν να γράφη επάνω εις την πόρταν του οσπητίου του ταύτα τα λόγια· «Xριστός μεθ’ ημών στήτω». Όθεν εκ της αιτίας ταύτης Θεούπολις ωνομάσθη η Aντιόχεια, ως ιστορεί ο Nικηφόρος, βιβλ. ιζ΄, της Iστορίας του. Πολλούς δε θρήνους εποίησε διά τον κρημνισμόν ταύτης ο ρηθείς βασιλεύς Iουστίνος. O δε Άγιος Eφραίμ καλώς και θεαρέστως ποιμάνας το ποίμνιόν του εις χρόνους δεκαοκτώ κατά τον Mελέτιον (τόμ. β΄, σελ. 115), απήλθε προς Kύριον. (Όρα σελ. 442 της Δωδεκαβίβλου.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)