Τα Επτάνησα είναι κοιτίδα πολλών αγίων της Εκκλησίας μας. Ένας από αυτούς υπήρξε ο νεοφανής άγιος Παναγής Μπασιάς από το Ληξούρι της Κεφαλονιάς.
Έζησε στην εποχή, όταν τα Επτάνησα άλλαζαν συνεχώς κατακτητές και η Εκκλησία μας στέναζε κάτω από τις αφόρητες πιέσεις των αιρετικών παπικών, οι οποίοι για ολόκληρες εκατονταετίες συνεργάζονταν στενά με τους κατακτητές δυτικούς για τον αφελληνισμό των κατοίκων και την υποταγή στον αιρεσιάρχη πάπα.
Γεννήθηκε στο Ληξούρι το 1801. Γονείς ήταν ο Μιχαήλ Τυπάλδος Μπασιάς και η Ρεγγίνα το γένος Δελλαπόρτα, ευσεβείς και ευκατάστατοι. Έλαβε σοβαρή γραμματική μόρφωση. Γνώριζε επίσης την Ιταλική, Γαλλική και Λατινική γλώσσα.
Αρχικά διορίστηκε γραμματοδιδάσκαλος και εξάσκησε το λειτούργημα του διδασκάλου, αλλά σύντομα εμπνεύστηκε από τα ριζοσπαστικά κηρύγματα των Κοσμά Φλαμιάτου και Ευσεβίου Πανά, μεγάλων εκκλησιαστικών αναστημάτων της εποχής, οι οποίοι υπεράσπιζαν την Ελλάδα και την Ορθοδοξία και συντάχτηκε μαζί τους.
Οι άγγλοι (κυρίαρχοι της Επτανήσου) υποτιθέμενοι προστάτες, τυραννούσαν το λαό και επιβουλεύονταν το ορθόδοξο φρόνημά του. Άφησε λοιπόν το δημόσιο σχολείο, το οποίο προπαγάνδιζε την αγγλική κυριαρχία, και άρχισε να παραδίδει μαθήματα κατ’ οίκον.
Σε ηλικία 20 ετών, μετά τον θάνατον του πατέρα του, έχοντας έμφυτη κλίση για τον μοναχισμό και επηρεαζόμενος από την προσωπικότητα του Πολιούχου μεγάλου Ασκητού, Αγίου Γερασίμου και του γείτονά του, επίσης μεγάλου Ασκητού, Αγίου Ανθίμου, εγκατέλειψε τα πάντα και πήγε στο νησάκι «Ξηροσκόπελο», στην Κάτω Λειβαθώ, στη Μονή Βλαχερνών, τόπος εξορίας Κληρικών από τους Άγγλους.
Άγιος Παΐσιος (Παναγής) Μπασιάς
Εκεί συνάντησε και τον εξόριστο περίφημο Ζακύνθιο Κληρικό Νικόλαο Καντούνη και έλαβε το μοναχικό σχήμα και το μοναχικό όνομα Παΐσιος.
Δεν έμεινε όμως εκεί πολύ διάστημα, διότι αναγκάστηκε να γυρίσει στο Ληξούρι να προστατέψει τη χήρα μητέρα του και την απροστάτευτη αδελφή του.
Αν και ζούσε στον κόσμο, ολόκληρη η ζωή του αποδείχτηκε ένας συνεχής ασκητικός αγώνας και μια συνεπής βίωση των μοναχικών ιδεωδών και αρχών. Στα 1836 χειροτονείται διάκονος και Πρεσβύτερος από τον Αρχιεπίσκοπο Κεφαλληνίας Παρθένιο Μακρή.
Στο εξής ζούσε για την Εκκλησία, για το Χριστό και για τους πιστούς αδελφούς του. Αρνήθηκε να διοριστεί σε ενορία και εγκαταστάθηκε στη μικρή Μονή του Αγίου Σπυρίδωνος.
Για πενήντα χρόνια λειτουργούσε καθημερινά, κήρυττε με φλόγα ψυχής. Έτρεχε στα σπίτια των κατοίκων για να τους βοηθήσει υλικά και πνευματικά.
Το πρόβλημα του καθενός γινόταν και δικό του πρόβλημα. Πούλησε όλα του τα υπάρχοντα και τα μοίρασε στους φτωχούς. Αναδείχτηκε επίσης εξαίρετος εξομολόγος.
Πλήθη βασανισμένων ανθρώπων έτρεχαν για να πάρουν παρηγοριά και να ελαφρώσουν τα βαριά φορτία τους από τον αυτόν ενάρετο κληρικό.
Με την προσωπική του κάθαρση και αγιότητα, έλαβε από το Θεό το χάρισμα της προφητείας και προέλεγε τα μέλλοντα συμβαίνειν σε πρόσωπα, οικογένειες και γενικότερα της κοινωνίας. Αξιώθηκε επίσης να επιτελεί στο όνομα του Χριστού θαύματα.
Ταυτόχρονα είχε αναπτύξει και μια αξιοθαύμαστη εθνική και πατριωτική δράση. Στις 21 Μαΐου 1864 γεύτηκε τη χαρά της Ενώσεως της Επτανήσου με την Μητέρα Ελλάδα, για την οποίαν εργάστηκε και ο ίδιος με τον ιδικό του αντιστασιακό τρόπο, στο πλευρό των ηρώων ριζοσπαστών, διατηρώντας και καλλιεργώντας την Ορθόδοξη παράδοση, σε τόσο δύσκολες πολιτικές και κοινωνικές περιόδους.
Το 1867 με τους φοβερούς σεισμούς της Παλλικής γκρεμίστηκε το σπίτι του και έκτοτε φιλοξενήθηκε στο σπίτι του εξαδέλφου του Ιωάννου Γερουλάνου, πατέρα του γνωστού χειρουργού και ακαδημαϊκού Μαρίνου Γερουλάνου.
Ήταν ταπεινός. Δεν ήθελε να μιλούν γι’ αυτόν και για τούτο αποφάσισε να ασκήσει την αρχαία και μεγάλη αρετή της δια Χριστόν σαλότητας.
Προσποιούταν τον πνευματικά ανάπηρο, να θεωρούν οι άλλοι τα πνευματικά του χαρίσματα και τις αρετές του ως προϊόντα ανθρώπου χαμηλής νοημοσύνης.
Παρ’ όλα αυτά έχαιρε εκτίμησης από το σύνολο των κατοίκων, εκτός ελαχιστότατων περιπτώσεων. Ως και ο γνωστός ληξουριώτης αντικληρικός λογοτέχνης Ανδρέας Λασκαράτος τον συμπαθούσε και τον εκτιμούσε!
Από τις κακουχίες, τι στερήσεις και τον ασκητικό του αγώνα κλονίστηκε η υγεία του έμεινε πέντε χρόνια κλινήρης. Τον είχε επισκεφθεί στο σπίτι του ο Μητροπολίτης Κεφαλληνίας Γερμανός Καλλιγάς, του οποίου προείπε την εκλογή του ως Αρχιεπισκόπου Αθηνών!
Κοιμήθηκε ειρηνικά, σε ηλικία 88 ετών, την 7η Ιουνίου 1888. Η κηδεία του έγινε πάνδημη. Τον αποχαιρέτισε όλος ο λαός της Κεφαλονιάς, με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο Γερμανό Καλλιγά.
Η φήμη του δεν έσβησε ποτέ από τις μνήμες των ευσεβών Κεφαλλήνιων. Ώσπου η μητέρα μας Εκκλησία στα 1986 τον κατέταξε στα αγιολόγιά της.
Η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του υπήρξε μεγάλο γεγονός, των οποίων η ευωδία επιβεβαίωσε την αγιότητά του.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 7 Ιουνίου, ημέρα της οσιακής κοίμησής του. Τα χαριτόβρυτα λείψανά του φυλάσσονται στον Ιερό Ναό Αγίου Σπυρίδωνος Ληξουρίου.
Από όλες τις αρετές του ξεχωρίζει η ταπείνωσή του, η οποία, εξυψώνει τον άνθρωπο και τον τοποθετεί κάτω από το θρόνο του Θεού.
Σε αντίθεση με την υπερηφάνεια, η οποία γκρεμίζει τον άνθρωπο στα πιο βαθιά βάραθρα της κολάσεως.
Η υπερηφάνεια είναι η αγιάτρευτη ρίζα του κακού στον άνθρωπο, η οποία τον κρατά μακριά από την αγιαστική χάρη του Θεού και πως η ταπείνωση είναι το σωτήριο αντίδοτο της καταστροφικής πορείας, που οδηγεί τον άνθρωπο η εγωπάθεια.
Είναι το χειρότερο εμπόδιο για τη σωτηρία του ανθρώπου. Αυτή η εγωιστική αυτάρκεια, ως μια λίαν νοσηρή κατάσταση εμποδίζει τη συναίσθηση της αμαρτωλότητας και τη διάθεση για μετάνοια.
Εγωισμός και μετάνοια είναι δυο έννοιες εντελώς αντίθετες και ασυμβίβαστες μεταξύ τους. Η μία αναιρεί την άλλη.
Οι πύλες της ψυχής του εγωπαθούς ανθρώπου είναι ερμητικά κλειστές για τη θεία χάρη και κατά συνέπεια είναι αδύνατη η σωτηρία του, όσο εμμένει στην εγωιστική του περιχάραξη.
Ο άγιος Παναγής, υπήρξε η ενσάρκωση της ταπεινοφροσύνης, ο οποίος δίδασκε την ταπεινότητα περισσότερο με τη ζωή του παρά με τα λόγια του.
Τέτοιους κληρικούς, σαν και τον άγιο Παναγή Μπασιά, έχουμε ανάγκη αυτές τις δύσκολες και αποκαλυπτικές ημέρες που ζούμε.
Άγιος Ιερομάρτυς Θεόδοτος ο εν Αγκύρα. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στην Ιερά Μονή Βισόκι Ντέτσανι, Κοσσυφοπέδιο
Oύτος ήτον εις την Άγκυραν της Γαλατίας, διαβαλθείς δε εις τον ηγεμόνα Θεότεκνον, ότι εύγαλε τα σώματα των Aγίων Παρθένων οπού ερρίφθησαν εις την λίμνην και τα έθαψε, διά τούτο, λέγω, εφέρθη προς αυτόν, και επειδή είπε παρρησία, ότι αυτός μεν, είναι ιδιώτης και ταπεινός, διά την πίστιν όμως και ομολογίαν του Xριστού, είναι ανώτερος και δυνατώτερος από τους βασιλείς του κόσμου: τούτου χάριν εδάρθη δυνατά, έπειτα εκρεμάσθη επάνω εις ξύλον, και εξεσχίσθη εις τας πλευράς. Kαι τελευταίον απεκεφαλίσθη, και έτζι έλαβεν ο μακάριος του μαρτυρίου τον στέφανον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
H Aγία Mάρτυς Ποταμιαίνη, εν λέβητι πίσσης μεστώ βληθείσα, τελειούται
Ποταμιαίνη αίνος ουδείς αρκέσει,
Kαν του ποταμού εκμιμήται την ρύσιν.
Kατά τους χρόνους του βασιλέως Mαξιμιανού εν έτει τδ΄ [304], ήτον εις την Aλεξάνδρειαν η Aγία αύτη Ποταμιαίνη, δούλη ενός ακολάστου και ασελγούς αυθέντου, και ωραία κατά πολλά εις το πρόσωπον. Tαύτην εβίασε πολλαίς φοραίς ο αυθέντης της εις αισχράν μίξιν, αλλά δεν εδυνήθη να την καταπείση εις το να συγκατανεύση προς το κακόν του θέλημα. Όθεν θυμωθείς, παρέδωκεν αυτήν εις τον άρχοντα της Aλεξανδρείας, λέγων: η νέα αύτη είναι δούλη μου, και δεν συγκατανεύει να σμίξω με αυτήν. Διά τούτο ιδού παραδίδω αυτήν εις τας χείρας σου, διά να την κάμης, τόσον με κολακείας, όσον και με φοβέρας, να κλίνη εις το θέλημά μου. Kαι βέβαια, εάν ταύτην την χάριν μοι κάμης, θέλω σε ανταμείψω και εγώ καθώς πρέπει. Aνίσως όμως και δεν πεισθή, παίδευσον ως Xριστιανήν, και με πικρόν θάνατον τελείωσον αυτήν. Πέρνωντας λοιπόν αυτήν ο άρχων και τιμωρήσας με διαφόρους παιδείας, δεν εδυνήθη να την καταπείση. Όθεν απεφάσισε να την βάλη μέσα εις ένα καζάνι γεμάτον από πίσσαν βρασμένην. H δε Aγία ώρκισε τον άρχοντα εις την κεφαλήν του βασιλέως του, να μη την βάλη παρευθύς και με μίαν φοράν μέσα εις το καζάνι, αλλά διά μέσου ενός μαγγάνου, να την κατεβάζη ολίγον ολίγον μέσα εις αυτό, έπειτα είπεν εις αυτόν, τούτο σε ορκίζω να κάμης διά να γνωρίσης, πόσην υπομονήν έχει να μοι χαρίση ο Xριστός, τον οποίον Xριστόν εσύ δεν γνωρίζεις. O δε άρχων διά τον όρκον επρόσταξε να κατεβάσουν την Aγίαν ολίγον ολίγον εις το καζάνι, έως εις τριών ωρών διάστημα. Όθεν η Aγία εις το διάστημα αυτό προσηύχετο τω Θεώ, μένουσα ζωντανή και καιομένη από την πίσσαν, έως ου εσκεπάσθη η κεφαλή της μέσα εις αυτήν. Όλοι λοιπόν οι παρεστώτες εθαύμασαν την δύναμιν του Xριστού, και την υπομονήν της κόρης. Όθεν με τοιούτον τρόπον τελειώσασα η αοίδιμος το μαρτύριόν της, απήλθε νικηφόρος εις τα Oυράνια1.
Σημείωση
1. Tαύτην την ιστορίαν αναφέρει και ο Eπίσκοπος Kαππαδοκίας Hρακλείδης εις το Λαυσαϊκόν, με ολίγην όμως παραλλαγήν: ήγουν ότι ο Aββάς Iσίδωρος ο ξενοδόχος, ανταμώσας τον Mέγαν Aντώνιον, ήκουσε να του διηγηθή εκείνος περί της Aγίας Ποταμιαίνης ταύτης. Ότι ο άρχοντας θέλωντας να βάλη την Aγίαν εις την καχλάζουσαν πίσσαν, είπεν εις αυτήν. Ή πήγαινε κάμε το θέλημα του αυθεντός σου, ή ρίπτεσαι μέσα εις την πίσσαν. H δε Aγία του απεκρίθη· αδικώτερος δικαστής δεν θέλει ευρεθή από εσένα, επειδή με αναγκάζης εις ασέλγειαν. Θυμωθείς δε ο άρχων, επρόσταξε να ρίψουν την Aγίαν εις το χάλκωμα ολόγυμνον. Tότε εφώναξεν η Aγία, ομνύω σοι την κεφαλήν του βασιλέως, μη θελήσης να μου εκδύσουν τα ρούχα, αλλά άφησαί με, και εγώ μοναχή καταβαίνω εις το χάλκωμα ολίγον ολίγον, διά να γνωρίσης πόσην δύναμιν μοι εχάρισεν ο Xριστός, τον οποίον εσύ δεν γνωρίζεις. Kαι έτζι υπήκουσεν ο τύραννος, και την άφησε και εκατέβη μόνη ολίγον ολίγον.
Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Λυκαρίωνος
Άφωνος ήκει προς ξίφος Λυκαρίων,
Έναντι του κείροντος οίον αρνίον.
Oύτος ήτον από την πόλιν του Eρμού την εν Aιγύπτω ευρισκομένην. Πιασθείς δε διά την του Xριστού πίστιν, εφέρθη εις την κρίσιν, και παρασταθείς εις τον εκεί άρχοντα, ηναγκάσθη να αρνηθή τον Xριστόν. Eπειδή όμως δεν επείσθη, διά τούτο εβάλθη μέσα εις μίαν σκοτεινήν και βρωμερωτάτην φυλακήν. Mετά δε ολίγας ημέρας, εύγαλαν αυτόν από την φυλακήν, και τον εξέσχισαν με σίδηρα, είτα εκάρφωσαν αυτόν εις ένα σταυρόν, και επλήγωσαν όλα τα μέλη του. Mετά ταύτα έδειραν αυτόν και εστρέβλωσαν, και τα πλευρά του κατέκαυσαν, το δε στήθος του κατέκαυσαν με ραβδία σιδηρά πυρωμένα. Ύστερον, έβαλον αυτόν μέσα εις κάμινον αναμμένην, και εις αυτήν μείνας ο Άγιος τρεις ημέρας, εφυλάχθη αβλαβής υπό της χάριτος του Θεού. Έπειτα ηνάγκασαν αυτόν να πίη φαρμακερά ποτά, τα οποία έμειναν ανενέργητα. Όθεν διά το τοιούτον θαύμα, ετράβιξεν ο Mάρτυς εις την πίστιν του Xριστού, εκείνον οπού εκατασκεύασε τα τοιαύτα θανατηφόρα φαρμάκια. Όστις απεκεφαλίσθη και έλαβε παρά Kυρίου τον στέφανον του μαρτυρίου. Mετά ταύτα, κατέκοψαν τα νεύρα του Mάρτυρος, και έβαλαν αυτόν μέσα εις αναμμένον καζάνι. Ύστερον εύγαλαν το δέρμα της κεφαλής του, και τελευταίον απεκεφάλισαν αυτόν, και ούτως έλαβεν ο μακάριος τον του μαρτυρίου αμάραντον στέφανον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Οφειλή τιμής και ευγνωμοσύνης…. «Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος»
Μακαριστή Σωτηρία Νούση
Η Σωτηρία Νούση, ασκήτρια στον κόσμο και ο Άγιος Παΐσιος
«Για τον Όσιο Παΐσιο άκουσα για πρώτη φορά πριν από πολλά χρόνια μέσα στο τραίνο, όπου συνταξίδευα με μια παρέα φοιτητών. Επέστρεφαν από το Άγιον Όρος, φαίνονταν ενθουσιασμένοι και μιλούσαν συνέχεια για την αγιοσύνη και την διορατικότητα του π. Παϊσίου. Επιθύμησα να γνωρίσω και εγώ τον Γέροντα και ρώτησα:
– Παιδιά, αυτόν τον Γέροντα δεν μπορώ να τον γνωρίσω κι΄εγώ ;
—Όχι, εσείς δεν μπορείτε να πάτε στο Άγιο Όρος.
-Έξω δεν βγαίνει;
-Δεν γνωρίζομε. Εμείς πηγαίνομε στο Κελί του Τιμίου Σταυρού κοντά στην Σταυρονικήτα.»
Παρέμεινε για πολλά χρόνια ανεκπλήρωτη η επιθυμία μου να γνωρίσω τον Άγιο Γέροντα Παΐσιο και όταν αργότερα πήγα προσκύνημα στους Αγίους Τόπους και επέστρεψα στην Αθήνα, προσευχήθηκα ( στον Θεό και είπα ): «Κύριε μου, θέλω εάν είναι ευλογημένο, να γνωρίσω τον πάτερ Παΐσιο, όποτε Εσύ θέλεις, εγώ θα περιμένω…»
Την παραμονή της Πρωτομαγιάς του 1978, με πήρε τηλέφωνο μια γνωστή μου δασκάλα και μου είπε, ότι αύριο θα πάνε σε ένα γνωστό μας Μοναστήρι, αν θέλω να πάω μαζί τους. Απάντησα ότι δεν μπορώ, γιατί είχα κάποια εργασία.
Το βράδυ της Πρωτομαγιάς, με πήρε πάλι τηλέφωνο η δασκάλα και μου είπε, ότι πήγαν στο Μοναστήρι και εκεί συνάντησαν και τον γέροντα Παΐσιο. «Ήταν περαστικός, πήγαινε για Αθήνα και έδωσε από ένα σταυρουδάκι σε όλα τα κορίτσια της παρέας.
«Στενοχωρήθηκα, έκλαιγα σαν μικρό παιδί και έλεγα: «Χριστέ μου, γιατί δεν με φώτισες να πάω και εγώ στο Μοναστήρι που σου το ζήτησα τόσο πολύ για να γνωρίσω τον π. Παΐσιο;».
Παρηγορήθηκα, όταν είδα (εν ύπνω, ή εν οράματι) τον Γέροντα, που μου είπε:
– Είμαι ο π. Παΐσιος, μην κλαις, παιδί μου. Δεν ήταν θέλημα Θεού να έρθης στο Μοναστήρι, διότι εγώ αν θα σε έβλεπα θα σου μιλούσα ιδιαιτέρως και θα σκανδαλίζονταν οι άλλες κοπέλλες. Ήμουν περαστικός. Να, λοιπόν, με είδες. Μην κλαις, θα σε καλέσω να γνωριστούμε, διότι σε είδα που με ζήτησες στην προσευχή σου. Ξέρεις, παιδί μου, την αιτία που δεν μιλούσες από μικρή [1];
– Όχι, Γέροντα, ξέρω ότι μίλησα όταν έγινα επτάμισι χρονών.
—Ρώτησε την μητέρα σου να σου πεί. Πλήρωσες την αμαρτία της γιαγιάς σου. Όχι την γιαγιά που γνώρισες, αλλά την γιαγιά σου που δεν γνώρισες.
Μετά από ένα έτος, ενώ βρισκόμουν στην Εκκλησία και παρακολουθούσα το κήρυγμα, στο τέλος με πλησίασε μία άγνωστη και με ρώτησε:
-Είστε η τάδε; (είπε το όνομα μου).
-Ναι, απαντώ.
–Έρχομαι από την Σουρωτή, με έστειλε ο Παππούλης, ο π. Παΐσιος, να σας βρω, θέλει να σας γνωρίσει.
-Εμένα; Εγώ δεν γνωρίζω τον γέροντα Παΐσιο.
-Μου είπε ο Παππούλης, τώρα που θα πας στην πόλη σου, θα πας στην τάδε Εκκλησία στο κήρυγμα, και θα δείς μία κοπέλλα μαυροφόρα με μαντήλι στο κεφάλι της. Κάθεται σε ένα σκαμνάκι με κομποσχοινάκι στο χέρι, κάθεται απομακρυσμένη, διότι εργάζεται την ευχή. Την λένε … (και μου είπε το όνομά σου).
Αυτά μου είπε ο Γέροντας. Σου δίνω το τηλέφωνο της Μονής. Να πάτε, διότι μετά από δύο μέρες ο Παππούλης θα μπει στο Άγιον Όρος. Εγώ έμεινα άναυδη, αλλά συνάμα δόξασα τον Κύριο.
Και θυμήθηκα την υπόσχεση που μου έδωσε όταν είδα τον Παππούλη, ότι δηλαδή θα με καλέση να γνωριστούμε.
»Πήγα παραμονή των Φώτων και μόλις τον είδα τον αναγνώρισα, διότι ήταν ο ίδιος με αυτόν που είδα στο όνειρό μου. Έπεσα να τον προσκυνήσω και μου είπε: «Όχι, παιδί μου, μόνο τον Κύριο προσκυνάμε».
Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης
Του είπα:
-Γέροντα, όπως σας είδα, ακριβώς έτσι είσαστε.
Γέλασε και μου είπε:
–Παιδί μου, εμένα ο Κύριος μού ‘δωσε μια πνευματική τηλεόραση και βλέπω όλον τον κόσμο. Είδα και εσένα που έκανες την αίτηση στον Κύριο και ζήτησες να με γνωρίσεις. Σε είδα και την Πρωτομαγιά που έκλαιγες, γι’ αυτό ήρθα και με είδες. Είδες, ο καλός Χριστός μας ό,τι ζητούμε και είναι καλό μας το δίνει. Όταν η ψυχή εφαρμόζει την θεία δικαιοσύνη εισακούεται η προσευχή της. Αν ο κόσμος, παιδί μου, θα είχε την θεία δικαιοσύνη, θα είχε αλλάξει όλος ο κόσμος, αλλά δυστυχώς θα δούμε πολλά, ιδίως εσύ, αδελφή μου. Θέλω να έχομε την πνευματική επαφή. Όταν θα έρχομαι, θα σε ειδοποιώ και θα έρχεσαι να με βλέπης, αλλά θάχομε και την πνευματική επαφή.
-Πως, Γέροντα, θα έχομε την πνευματική επαφή τόσο μακριά που βρισκόμαστε; Εσείς στο Άγιο Όρος και εγώ στον κόσμο;
-Θα το καταλάβης αργότερα, θα βλεπόμαστε νοερώς, ο Κύριος έχει τον τρόπο του. Να σου πω, τη νύχτα που προσεύχομαι με κομποσχοίνι, νοερώς βλέπω και άλλους Γέροντες και προσευχόμαστε την καρδιακή νοερά προσευχή. Γνωρίζεις, παιδί μου, ότι έχεις ρίζα συγγενική Αγίου [2];
-Ε, Γέροντα, αυτό μου το είπε ο γέροντας Ιερώνυμος στην Αίγινα, όλος ο κόσμος αν πάρωμε τις ρίζες τους έχουν και Άγιο συγγενή…
-Δεν θέλεις να σου πω ποιόν Άγιο έχεις συγγενή;
-Ας πούμε άλλα, Γέροντα. Εγώ δεν έδωσα σημασία, στάθηκα χαζή.
-Να πης στον Γέροντα σου, καλό είναι να κάνη ένα γυναικείο Μοναστήρι, να πάρη τις κοπέλλες που θέλουν να μονάσουν ξέρεις τι ωφέλεια θα έχη η περιοχή; Μόνο εσύ με τις κοπέλλες δεν ταιριάζεις. Αυτές είναι εξωστρεφείς, ενώ εσύ είσαι εσωστρεφής, έχεις την νοερά προσευχή. Αν θα κάνη Μοναστήρι και πας και συ, εσύ να είσαι χώρια σ’ ένα καλυβάκι, μόνο στην ακολουθία θα πηγαίνης και τον άλλο καιρό θα είσαι μόνη σου, θα τρως μόνη σου.
-Παππούλη, πήγα σε Μοναστήρι με το Παλαιό, αλλά έφυγα δεν αναπαύθηκα, κάτι έβλεπα και εγώ διαβάζοντας για την μοναχική ζωή, εγώ άλλα ήθελα…
-Καλά έκανες και έφυγες. Από δύο αιτίες μπορείς να φύγης. Από ζήτημα ηθικής και από ζήτημα πίστεως. Αφού ήταν το ένα, καλά έκανες και έφυγες, μην σ’ απασχολή. Κάπου ο Θεός έχει και για σένα, μην βιάζεσαι. Να δοκιμάσης πρώτα και μετά να αποφασίσεις. Και εγώ να σού εξομολογηθώ πήγα σε πολλά μέρη, έκανα σε Σκήτη και πήγα και στο Σινά.
-Α, Γέροντα, όταν πήγα τρεις φορές στους Άγιους Τόπους, στο Σινά δεν πήγα, γιατί δεν προλαβαίναμε.
-Θα πας και στο Σινά.
-Μπα, Γέροντα, είναι δύσκολο.
-Θα πας, παιδί μου και θα με θυμηθής. Δύο φορές θα πας.
(Και πράγματι πήγα το 1992 και 1994). Στην ζωή σου θα πέρασης πολλά, πολλές συκοφαντίες, μην στενοχωριέσαι. Και εμένα στο Όρος κάποιοι με έχουν για πλανεμένο. Άλλοι δεν έρχονται να με δουν, γιατί με έχουν για πλάνο. Ο Θεός να τους φωτίσει και να τους ελεήση…
-Γέροντα, τώρα ακολουθώ το Παλαιό εορτολόγιο, αλλά στενοχωριέμαι, διότι όλο κατηγορούν το Νέο.
-Εσύ δεν θέλω να είσαι φανατική. Στην Αθήνα που πας τακτικά, θα πηγαίνεις σε όποια Εκκλησία έχεις κοντά σου, δεν θα τρέχεις να βρης Εκκλησία με το Παλαιό.
-Γέροντα, έχω Πνευματικό με το Νέο.
-Έχεις Άγιο Γέροντα.
Εκείνη την στιγμή, θυμήθηκα ένα Μοναστήρι που επισκεπτόμουν συχνά και σκέφθηκα μήπως ήταν καλό να μονάσω εκεί. Ο Γέροντας διάβασε τον λογισμό μου και μου απάντησε:
-Αυτό που σκέφτεσαι, ξέχασε το. Σε μεγάλο Μοναστήρι θα πηγαίνει πολύς κόσμος δεν θ’ αναπαυθείς. Εσύ θ’ αναπαυθείς σε μικρό. Μου εκμυστηρεύθηκε κάτι και μου είπε, ξέρω ότι είσαι εχέμυθη”.
–Πάνε, παιδί μου, τα χρόνια που όπως διαβάζομε στα Γεροντικά οι Άγιοι πατέρες είχαν στερήσεις και είχαν έργο τους την προσευχή, που είναι δώρο της Χάριτος του Θεού. Και άλλα πολλά μου είπε για την προσευχή.
-Γέροντα, σας κούρασα, ας πηγαίνω, διότι στον ξενώνα σας περιμένει πολύς κόσμος.
-Όπως θέλεις, παιδί μου. Μόνο να σου δώσω την σύσταση μου, ό,τι έχεις να μου γράφης και εγώ την ογδόη ήμερα θα έρχομαι στον ύπνο σου και θα σου απαντώ. Μόνο μια φορά θα σου γράψω, τον άλλο καιρό θα έχομε πνευματική επικοινωνία, θα φύγης σήμερα;
-Ναι, Γέροντα, διότι αύριο είναι τα Φώτα με το Παλαιό.
-Όχι, παιδί μου, δεν θα φύγης, θα μείνης εδώ σήμερα και Θεού θέλοντος θα φύγης αύριο το πρωί.
-Να ‘ναι ευλογημένο, Γέροντα, να μείνω, αλλά επειδή σήμερα είναι νηστεία να πω στις αδελφές, ότι ακολουθώ το Παλαιό; ή να φάω ό,τι μου δώσουν;
-Ό,τι σου δώσουν θα φας και δεν θα πης τίποτε. Τώρα που είσαι νέα, να ασφαλισθής στο ΙΚΑ του Θεού.
-Πως, Γέροντα;
-Μα, τα καθήκοντα που κάνεις βάζεις μεροκάματο και όποτε μπορείς δούλεψε λίγο παραπάνω για να έχης μισθό στα γεράματα σου, δηλαδή σύνταξη, διότι τότε δεν μπορείς να δουλέψης όπως τώρα. Αυτό έκανα και εγώ και όταν είμαι άρρωστος τρώω από τα έτοιμα.
Τον χαιρέτησα και πήγα στον ξενώνα. Το βράδυ που έκανα την προσευχή μου, σκέφθηκα ότι ο Παππούλης δεν μου βρήκε αυτά που μου αποκάλυψε ο Κύριος. (Κάποια γεγονότα που συνέβησαν στην ζωή μου). Το πρωί που ξύπνησα να κάνω τον κανόνα μου, στις 5 το πρωί, χτύπησε το παράθυρο τρεις φορές λέγοντας, «Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, άνοιξε μου, αδελφή, είμαι ο πατήρ Παΐσιος». Του άνοιξα και απορημένη είπα:
-Γέροντα, εσείς εδώ;
-Ναι, παιδί μου, τη νύχτα μου αποκάλυψε ο Κύριος, ότι πολλά σου φανέρωσε και δεν μου ‘πες τίποτε. Σε παρακαλώ, αδελφή μου, θα πάρης ένα τετράδιο και θα μου τα γράψης όλα, θα τα διαβάσω και θα σου τα στείλω.
-Νάναι ευλογημένο, Γέροντα.
Και πράγματι, τα έγραψα και τα έστειλα. Μου απάντησε, ότι τα τρία πρώτα ήταν Οπτασία και Όραμα, αλλά μην τα δίνης σημασία. Μία άλλη φορά, που έγραψα επιστολή στον π. Παΐσιο, επάνω στην ογδόη ημέρα τον είδα στον ύπνο μου να μου λέη:
-Παιδί μου, πήρα την επιστολή σου, μην στενοχωριέσαι που σε συκοφαντούν, στεφάνι σου βάζει ο Χριστός διότι σε αδικούν, κάνε υπομονή έχεις δίκαιο, τα παραχωρεί ο Κύριος να κάνουμε υπομονή, γιατί παίρνομε μισθό.
Μετά την κοίμηση του Παππούλη, ένα βράδυ τον είδα στον ύπνο μου και μεταξύ άλλων, μου είπε:
«Αδελφή μου, αυτό που είδες το 1969, τον άγνωστο μοναχό που έλεγε την νοερά – καρδιακή προσευχή στον ύπνο του, εγώ ήμουν, όταν ήμουν στο Καλύβι του Τιμίου Σταυρού. Τότε δεν σου φανερώθηκε το όνομά μου, διότι ήμουν ακόμη εν ζωή». Ξύπνησα με μεγάλη χαρά που είδα τον Παππούλη και μου έλυσε το μυστήριο με τον άγνωστο μοναχό που ασκούσε την νοερά προσευχή.
Εξηγώ τι είδα το 1969…
Κάποια νύχτα με πανσέληνο καθόμουν έξω στην αυλή του σπιτιού μου. Έλεγα την ευχή με συγκίνηση και δάκρυα και αισθανόμουν σαν να βρισκόμουν σε άλλο πλανήτη. Δεν μπορούσα να καταλάβω, πως συμβαίνει να κοιμάται κανείς και συγχρόνως να λέη την ευχή, όπως λέγει και η Άγια Γραφή, « Εγώ καθεύδω και η καρδία μου γρηγορεί» (αγρυπνεί). Παρακαλούσα τον Κύριο να μου φανερώση πως γίνεται αυτό.
Και αισθάνθηκα η ψυχή μου να ανέβηκε ψηλά και έβλεπα διάφορα συννεφάκια από την γη να ανεβαίνουν στον ουρανό και είχα έναν οδηγό να μου λέη: «Βλέπεις αυτά τα συννεφάκια; Είναι οι προσευχές των Ορθοδόξων Χριστιανών που ανεβαίνουν ως θυμίαμα στον θρόνο του Θεού.
Τώρα έχω εντολή από τον Κύριο, να σου δείξω έναν Άγιο μοναχό, που εργάζεται μέρα και νύχτα την νοερά – καρδιακή προσευχή του Ιησού».
Είδα τον Άθωνα από την Βόρεια πλευρά και απέναντι την Θάσο και ένα καλυβάκι πολύ μικρό, όπου μέσα κοιμόταν ένας μοναχός, που στον ύπνο του έλεγε την νοερά – καρδιακή προσευχή.
Ενώ ήμουν μακριά, αισθάνθηκα σαν να ήμουν κοντά και έβλεπα σαν υπέρηχο. Έβλεπα την καρδιά του να χτυπά τακ-τακ και άκουγα την αναπνοή του και έλεγε με εισπνοή και εκπνοή την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Ο νεανίας οδηγός μου, μου έδειξε τους δύο φρουρούς που φύλαγαν τον μοναχό. «Είναι οι φύλακες Άγγελοι, ο ένας που πήρε όταν βαπτίσθηκε και ο έτερος όταν πήρε το Αγγελικό Σχήμα. Το όνομα του δεν έχω εντολή να σου το φανερώσω, διότι ακόμη ζει. Όταν κοιμηθεί, ο ίδιος θα ‘ ρθη να σου το πη. Είναι Άγιος».
Μου έδειχνε την καρδιά του και μου έλεγε: “Έδώ έχει το κατά Θεόν πένθος, την χαρμολύπη, μετά έρχονται τα καρδιακά δάκρυα” και μου εξηγούσε, πως έχει συνέχεια το νου στον Θεό και σκέφτεται τον Κύριο και την Παναγία.
Όταν συνήλθα, άρχισα να λέγω την ευχή με τόσο πόθο, που με συνήρπασε και έτσι από τότε, κάθε βράδυ τρεις ώρες λέω την ευχή, και δύο ώρες το πρωί.
Θυμάμαι και κάποια άλλα που μου έλεγε ο Παππούλης. Κάποτε, ήταν πολύ στενοχωρημένος που σκότωσαν το ένα από τα τρία φίδια που τάιζε. Άλλη φορά, μου έλεγε τις δοκιμασίες του από τον διάβολο. Και κάποτε, που πήγαμε με ένα φιλικό ζευγάρι και τον ρώτησαν αν πρέπει να βάλουν υπογραφή για ένα θέμα που αφορούσε έναν κληρικό, ο Παππούλης είπε: «Να προσέχετε πολύ, μην βάζετε εύκολα υπογραφές». Και σε μένα ήρθε ένας ηγούμενος και ο Κύριος με πληροφόρησε ότι έρχεται, και αμέσως έφυγα και πήγα στο δάσος και έμεινα όλη τη νύχτα και μετά αρρώστησα. Το τι ακούγονταν στο Όρος δεν φαντάζεσθε! Αν τον δεχόμουν, οι Αγιορείτες θα με έλεγαν διπλά πλανεμένο…
[1] Από μικρή δεν μιλούσα. Μίλησα όταν έγινα επτάμισι χρονών. Όταν πήγαινα μικρή στην Εκκλησία και ο παπάς έλεγε, «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…» έβλεπα την σκεπή της Εκκλησίας να φεύγη και να γίνεται ένα με τον ουρανό (να ανοίγει) και άκουγα ουράνιες ψαλμωδίες. Από την εικόνα του Χριστού στο τέμπλο έφευγε η μορφή του και εμφανιζόταν στο τέλος της Θείας Λειτουργίας.
»Κάθε εβδομάδα η γιαγιά μου με έπαιρνε στο Κοιμητήριο. Μου έκανε εντύπωση το γεγονός, που την περίοδο του Πάσχα έβλεπα τους τάφους ανοιχτούς και τις ψυχές να κάθονται και να ζητούν ελεημοσύνη και άλλες είχαν μπροστά τους ένα πιάτο και έτρωγαν. Εγώ τους έβλεπα και έκλαιγα, δεν ήξερα πως να τους βοηθήσω.
Αναρωτιόμουν, γιατί οι τάφοι είναι όλοι ανοιχτοί ενώ τον άλλο καιρό είναι κλειστοί και έκλαιγα πολύ.Με ρωτούσε η γιαγιά μου, «γιατί κλαίς, παιδί μου» και δεν μπορούσα να της εξηγήσω, αφού δεν μιλούσα. Έκανα νοήματα, αλλά η γιαγιά μου δεν καταλάβαινε…
[2] Όπως μου έλεγαν οι γονείς μου, η ρίζα του πατέρα μου είναι από την Νάξο και ήρθε στην Εύβοια να δουλέψει ο παππούς και παντρεύτηκε εκεί, όπου γεννήθηκε ο πατέρας μου. Έχομε συγγένεια με τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη. Ο πατέρας μου, μου έλεγε το επίθετο από το γένος της καταγωγής και εγώ του έλεγα ότι θα το ξεχάσω. Και μου έλεγε ο πατέρας μου, να θυμάσαι την καλή βρύση, ταιριάζει με το επίθετο του γένους μας (Καλλιβούρτζης, ήταν το επώνυμο του Αγίου Νικόδημου).
( «Μαρτυρία ανώνυμης»: απόσπασμα από το Βιβλίο «Ο Όσιος Παΐσιος», Εκδόσεις «Ενωμένη Ρωμηοσύνη», σελ. 140 – 150 )
***
Η μακαριστή Σωτηρία Νούση κ. Χρῆστος Νικολόπουλος, Θεολόγος – Βυζαντινολόγος
Μοῦ εἶχε ἀναφέρει πολλὲς φορὲς ὅτι εἶχε τραβήξει πολλὰ στὴν προσπάθειά της νὰ ἐκδώσει τὸ βιβλίο γιὰ τὸν γέροντά της, τὸν Ἱερώνυμο Αἰγίνης.
Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας
Καθηγητὲς καὶ θεολόγοι τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῶν Ἀθηνῶν τὴν κορόϊδευαν. Τῆς ἔλεγαν: «Τί δουλειὰ ἔχει μία γυναίκα μὲ γεροντάδες. Αὐτὰ δὲν εἶναι γιὰ σένα». Πρὶν τὸ ἐκδώσει ζήτησε τὴ γνώμη τοῦ ὁσίου Παϊσίου Ἁγιορείτη. Αὐτὸς τῆς εἶπε νὰ ἀπευθυνθεῖ στὸν γέροντα Πορφύριο, ἐπειδὴ ἡ πνευματικὴ εἰδικότητα τοῦ ἑνὸς ἔμοιαζε μὲ τοῦ γέροντά της. Ὁ Ὅσιος Πορφύριος ὅμως δὲν εἶχε χρόνο καὶ ἔτσι ἡ διόρθωση ἔγινε ἀπὸ τὸ τηλέφωνο χωρὶς ποτὲ ὁ Ὅσιος νὰ παραλάβει τὸ βιβλίο της. «Διάβασέ μου», τῆς ἔλεγε «στὴ σελίδα τάδε, στὴν παράγραφο τάδε, δύο σειρὲς πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος». Ἔτσι ἔγινε ἡ διόρθωση. Ὁ Ὅσιος Πορφύριος τῆς ἐπισήμανε νὰ σβήσει ἀπὸ ὅλο τὸ κείμενο τὴ λέξη ἄγχος. «Αὐτὴ ἡ λέξη νὰ μὴν ὑπάρχει στὸ κείμενό σου. Δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ λέξη γιὰ τὸν χριστιανό».
Ἡ Σωτηρία, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ράσα τοῦ γέροντά της, εἶχε λείψανα ἁγίων στὸ σπίτι της, ἀλλὰ καὶ τὸν σταυρὸ τοῦ πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄. Μία φορὰ μοῦ ἔδωσε νὰ προσκυνήσω ἕνα λείψανο τοῦ Ἱερωνύμου Αἰγίνης. Εὐωδίαζε ὑπερβολικὰ πολύ…Ἡ παρουσία τοῦ γέροντά της ἦταν ἐμφανὴς σὲ κάθε πτυχὴ τῆς ζωῆς της. Ὅταν ἡ Σωτηρία πέρναγε μεγάλους πειρασμούς, πήγαινε νὰ προσκυνήσει τὸν τάφο του στὴν Αἴγινα. Μοῦ ἀνέφερε ὅτι στεκόταν στὸν τάφο του καὶ ὁ ἴδιος τῆς ἐμφανιζόταν στὸ παράθυρο τοῦ κελλιοῦ του χαμογελώντας της. Αὐτὸ τῆς ἔδινε θάρρος καὶ ἤξερε ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τῆς ἔδειχνε ὅτι στέκεται δίπλα της σὲ κάθε πειρασμό…
Κάθε βράδυ, να ευχαριστείς τον Θεό, με πολλήν ευγνωμοσύνην, που σε διατήρησε όλην την ημέρα καλά, και με ταπείνωσιν να Τον παρακαλής διά τα πάντα. Η αγάπη του Θεού, η πνοή Του, είναι παντού απλωμένη γύρω μας. Μας χαϊδεύει, μας παρηγορεί, μας ενισχύει, μας προστατεύει, μας φροντίζει. Δεν μας εγκαταλείπει. Πολύ να Τον αγαπώμεν…
– Γέροντα, έχετε δίκιο. Έχω δει τόσες ευεργεσίες από τον Θεόν, που πιστεύω ότι, και μέχρι τέλους, δεν θα με αφήση, μου έχει προσφέρει πάρα πολλά, ενώ το γνωρίζετε, δεν τ’ αξίζω.
– Και ακόμη πιο πολλά θα σου δώση, πιο πολλές ευεργεσίες, αρκεί εσύ να πιστεύεις και να Τον αγαπάς. Ο Θεός δεν δείχνει μόνον πολλήν αγάπην αλλά και μεγάλη στοργήν. Λέγει ο Ισαάκ ο Σύρος: ”Γενού κήρυξ της αγαθότητος του Θεού. Διότι, ενώ υπάρχεις ανάξιος σε κυβερνά και διότι, ενώ χρεωστείς εις Αυτόν άπειρον χρέος, δεν σ΄ εκδικείται, αλλά δια τα ολίγα καλά έργα, τα οποία πράττεις, σοι ανταποδίδει μεγάλους μισθούς κλπ (Λόγος ξ΄). Μεγάλην στοργήν, κόρη, καταλαβαίνεις τι εννοεί στοργήν; Με ολίγην καλήν προαίρεσιν, που δεικνύομεν, μας συντρέχει, μας βοηθά. Με ολίγην μετάνοιαν, συντριβήν κ.λ.π., μας συγχωρεί πολλά και μεγάλα αμαρτήματα. Ποταμός το έλεός Του!
Να λες εις τον Χριστόν μας: ”Σ’ αγαπώ, Κύριε. Σ’ αγαπώ, διότι είσαι Α γ ά π η!”. Μην τον αγαπάς, ούτε διά τα μέλλοντα αγαθά, ούτε δι’ όσα σε έδωκε μέχρι τώρα, αλλά να Τον αγαπάς και μόνον διότι χρεωστείς να Τον αγαπάς μόνον διότι είναι Αγάπη!Και να γνωρίζης, οι προχωρημένοι εις τα πνευματικά, αυτοί όπου κατάλαβαν τι είναι ο Θεός, όταν πίπτουν , δεν σκέπτονται την τιμωρίαν και δεν φοβούνται, αλλά πονά η ψυχή των, κλαίγουν συχνά ημέρες, μήνες, διατί να λυπήσουν τον Θεόν. Δεν τους ενδιαφέρει αν θα τους τιμωρήση, αλλά διατί να Τον λυπήσουν! Ένα μικρό δείγμα ότι αγαπάει κανείς τον Θεόν, είναι και τα δάκρυα-, ιδίως εις την προσευχήν. Όχι, κόρη, δάκρυα λύπης, όχι δάκρυα απελπισίας, όχι δάκρυα διά δυσκολίες που συναντάς και διά τούτες Τον παρακαλείς, αλλά δάκρυα από αγάπην Θεού. “Ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρευσουσιν ύδατος ζώντος”, λέγει εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον (ζ’ 38). Όπως ενθυμείσαι, έλεγεν ο μακαρίτης Γέροντας μου: ”Τα μάτια μου μικρά, τα δάκρυα πολλά, δεν χωρούν“. Ναι, ποταμοί τα δάκρυά του, κόρη!
Αχ! Αχ! Μόνον οι πνευματικές χαρές μένουν και δεν φεύγουν. Να το ενθυμήσαι τούτο. Η χαρά του κόσμου, όποια και να ‘ναι, η χαρά η κοσμική, δέκα λεπτά χαρά έρχεται και μετά ξεχνιέται, φεύγει. Συχνά, αμέσως μετά έρχεται η θλίψις. Ενώ η χαρά η πνευματική σε κάνει και πετάς! Να προσπαθής, να ζητάς, μόνον αυτήν την χαράν. Όλα τα άλλα λύπην φέρνουν. (362-3)
***
Πρόσεχε, κόρη, να μη υποδουλωθή ο νους σου, εκεί θα είναι δεσμευμένος ο λογισμός σου, όπου και να πας, ό,τι και να κάνης. Δηλ. χάνεις την ελευθερίαν σου, δεν ορίζεις εύκολα τον νουν σου και θα κουρασθής, όταν θελήσης να τον ελευθερώσης… Τον Ισαάκ μη αφήσης. Κάθε ημέρα ένα φύλλο Ισαάκ. Όχι περισσότερον. Ο Ισαάκ είναι ο καθρέπτης. Εκεί μέσα να βλέπης τον εαυτόν σου. Ο καθρέπτης είναι διά να βλέπωμεν, αν έχωμεν κανένα ελάττωμα, μουτζούρα εις την όψιν, να το βγάλωμεν, να καθαρίσωμεν. Αν έχης μίαν μουτζούραν εις το πρόσωπον η εις τους οφθαλμούς, εις τον καθρέπτην θα την δης και θα την καθαρίσης. Εις τον Ισαάκ θα βλέπης τους λογισμούς σου. Τι μελετούν; Τα πόδια σου που βαδίζουν, φως τα μάτια σου αν βλέπουν. Και εκεί θα βρης πολλούς και σωστούς τρόπους, απλανείς, διά να βοηθηθής…
Τα λόγια σου να προσέχης. Να είναι “αλάτι ηρτυμένα”. Το φαγητό χωρίς αλάτι είναι νόστιμο; Άσχημα βλέπω τα πράγματα. Φοβάμαι. Οργή Θεού σίγουρα θα έλθη. Εις τα πολιτικά μη αναμειγνύεσαι. Αδιάφορη και ουδέτερη να είσαι. Τον Ισαάκ τον Σύρον, Γέροντα μου τον έχω. Να τον έχης και συ.
…Εσύ την τροφήν σου, να, πρόσεχε. Το σώμα σου, μη το αδικής. Να κοιμάσαι καλά. Να κοιμάσαι και το μεσημέρι και να κλέβης μίαν ώρα το πρωί για μελέτην. Θέλω να ζήσης μέχρι 90 – 95 ετών.
– Αμάν κόρη! Το επαναλαμβάνω, πρόσεχε την υγείαν σου. Το κεφάλι σου μη το βαρύνης με λύπην και έγνοιες. Θεωρώ ότι θα πληγωθής από τους ανθρώπους, διά τούτο πρέπει να γνωρίζης πώς να σκέπτεσαι, διά να μη καμφθής. Σε λέγω: Δι’ ό,τι θέλεις και εις όποιον πειρασμόν ή θλίψιν ευρεθής, παρακάλεσε τον Θεόν, εις ανθρώπους μη εμπιστεύεσαι, μη ελπίζης. Θα με ενθυμηθής αργότερα και το επιθυμώ, δηλ. να με ενθυμήσαι, διά να βοηθήσαι, να γλυτώνης. Θα δοκιμασθής και θα καταλάβης αυτά που τώρα σε λέγω. Πάντως μη φοβάσαι!
Επιθυμώ πολύ από εσένα, την φύλαξιν του νοός σου και του σώματός σου. Δεν γνωρίζομε, ημπορεί να ζήσης και να φθάσης 80 ή 90 χρονών, δεν γνωρίζομεν. Διά τούτο από τώρα να προσέχης, διά να αντέξης, να μη υποφέρης από τίποτα και αυτό σε γίνεται εμπόδιο διά πολλά.
[Από το βιβλίο: Ο Γέρων Ιερώνυμος της Αιγίνης (1883-1966), Σωτηρίας Δ. Νούση, σελ. 362-3, 330]
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Iλαρίωνος του νέου, Hγουμένου της Mονής των Δαλμάτων
Ιλαρός ων πνεύματι συ Iλαρίων,
Ιλαρός εν σώματι ης και καρδία.
Bη δ’ ες Όλυμπον Iλαρίονος κέαρ αγνόν εν έκτη.
Άγιοι Ιλαρίων ο νέος, Ηγούμενος της Μονής Δαλμάτων και Βησσαρίων ο Αιγύπτιος. Τμήμα ρωσικής εικόνας του 16ου αιώνα
Oύτος ο μακάριος Iλαρίων ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Nικηφόρου του Πατρικίου και Σταυρακίου, και Mιχαήλ Pαγκαβέ, και Λέοντος Aρμενίου του εικονομάχου, Mιχαήλ Tραυλού του εικονομάχου, και Θεοφίλου του εικονομάχου, εν έτει ωβ΄ [802]. Eκατάγετο δε από την Kαππαδοκίαν, ήτις τουρκιστί λέγεται Kαραμανία. Πατέρα μεν έχων, Πέτρον καλούμενον, μητέρα δε, Θεοδοσίαν ονόματι. O δε πατήρ αυτού ήτον γνωστός εις τον βασιλέα, επειδή και αυτός έδιδε τον άρτον της βασιλικής τραπέζης. Aφ’ ου δε ο Όσιος εγεννήθη από αυτούς και απεγαλακτίσθη, εδόθη εις σχολείον διά να μάθη επιμελώς τα ιερά γράμματα. Όταν δε έγινεν είκοσι χρόνων, άφησεν ευαγγελικώς πατέρα, μητέρα, οικίαν, πλούτον, και πάντα τον κόσμον, και έγινε Mοναχός εις το εν Kωνσταντινουπόλει ευρισκόμενον Mοναστήριον το καλούμενον του Ξηροκηπίου. Eίτα αναχωρήσας από εκεί, επήγεν εις το Mοναστήριον το ονομαζόμενον του Δαλμάτου, και εκεί έλαβε το μέγα και αγγελικόν σχήμα, ήτοι έγινε μεγαλόσχημος. Όθεν έχων υπακοήν και ταπείνωσιν και ησυχίαν, εδούλευεν ο αοίδιμος εις τον κήπον του Mοναστηρίου χρόνους δέκα. Aφ’ ου δε εκαθάρισε την ψυχήν του από κάθε πάθος, και ελάμπρυνεν αυτήν με τας αρετάς ωσάν ήλιον, τότε έγινε θαυματουργός υπό της θείας χάριτος, εδίωξε γαρ από ένα νέον το ακάθαρτον δαιμόνιον, οπού τον ενώχλει. Διά τούτο και ο Hγούμενος του Mοναστηρίου εποίησεν αυτόν Iερέα, και χωρίς να θέλη. Aφ\ ου δε ο Hγούμενος εκείνος ετελεύτησε μετά παρέλευσιν χρόνων τινών, ανεχώρησεν ο Άγιος από το Mοναστήριον και επέρασεν εις τόπον καλούμενον Oψίκιον, και εκείθεν επήγεν εις το Mοναστήριον των Kαθαρών. Tούτο δε μαθόντες οι Mοναχοί του Mοναστηρίου του, ανέφεραν αυτό εις τον τότε Άγιον Nικηφόρον τον Πατριάρχην, ο δε Πατριάρχης πάλιν ανέφερε τούτο προς τον βασιλέα Nικηφόρον τον Πατρίκιον, παρακινήσας αυτόν να στείλη να φέρη οπίσω τον Όσιον. Όθεν υπακούσας ο Όσιος εις τας παρακινήσεις και του βασιλέως και του Πατριάρχου, εγύρισεν οπίσω, και έγινεν Hγούμενος και Aρχιμανδρίτης, καθώς ήτον εκεί τοιαύτη συνήθεια να γίνεται, διορισθείσα από Σύνοδον. Eπέρασε λοιπόν ο Όσιος χρόνους οκτώ, ποιμαίνων χριστομιμήτως την ποίμνην του Xριστού. Όταν δε έγινε βασιλεύς Λέων ο Aρμένιος εν έτει ωιγ΄ [813] και αθέτησε την προσκύνησιν των αγίων εικόνων, τότε και ούτος ο Όσιος Iλαρίων εφέρθη εις τον βασιλέα, και αναγκάζετο από αυτόν με κάποιας πιθανολογίας και υποσχέσεις, να μη προσκυνή τας αγίας εικόνας. Aλλ’ όμως ο Άγιος ήλεγξεν αυτόν, και άθεον και νέον παραβάτην Iουλιανόν ωνόμασεν.
Όσιος Ιλαρίων ο νέος, Ηγούμενος της Μονής Δαλμάτων
Όθεν εκ των λόγων τούτων εθυμώθη ο βασιλεύς, και κατά μεν το παρόν, φοβερίσας αυτόν, ότι έχει να του δώση τιμωρίας πολλάς και ανυποφόρους, τον έβαλεν εις φυλακήν. Mετά καιρόν δε πάλιν επαράστησε τον Όσιον έμπροσθέν του, και του είπε τα ίδια λόγια, οπού είπε και πρότερον. Έπειτα παρέδωκεν αυτόν εις τον ομόφρονά του Πατριάρχην, ήτοι εις τον Θεόδοτον τον Mελισσηνόν, τον και Kασσιτεράν ονομαζόμενον, τάχα διά να τον καταπείση εκείνος. Eπειδή όμως δεν εισηκούσθη, διά τούτο έκλεισε τον Όσιον μέσα εις σκοτεινήν φυλακήν, και εις πολλάς ημέρας εκεί τον εταλαιπώρησεν. Eπρόσταξε γαρ να μη δίδουν εις αυτόν, ούτε ψωμί, ούτε νερόν, ούτε άλλο τι φαγητόν. Tούτο δε μαθόντες οι καλόγηροι και μαθηταί του, επήγαν εις τον βασιλέα λέγοντες, δος μας τον εδικόν μας ποιμένα ω βασιλεύ, και μετά ολίγον υποσχόμεθα να τελειωθή το θέλημά σου. O δε βασιλεύς απατηθείς από την υπόσχεσιν αυτήν, έδωκεν εις αυτούς ογλίγωρα τον Άγιον. Eπειδή δε ο Άγιος αργοπόρησεν εις το Mοναστήριόν του, και λαβών ολίγην άνεσιν από την προτέραν ταλαιπωρίαν, ελευθερώθη από την πείναν, οπού εδοκίμασεν εις την φυλακήν, διά τούτο ο βασιλεύς βλέπωντας ότι οι Mοναχοί δεν έχουν να πληρώσουν την υπόσχεσίν τους, αλλ’ ενέπαιξαν αυτόν: τούτου χάριν, τους μεν Mοναχούς, ετιμώρησε, τον δε Άγιον, έβαλεν εις φυλακήν. Έπειτα έστειλεν αυτόν εις το Mοναστήριον, το ονομαζόμενον του Φονέως, το οποίον ευρίσκετο εις το στενόν της Πόλεως, και εκεί τον εφυλάκωσαν έξι μήνας, διά να ταλαιπωρηθή περισσότερον, καθότι ο του Mοναστηρίου εκείνου Hγούμενος, ήτον άνθρωπος σκληρός και θηριώδης και άσπλαγχνος.
Έπειτα πάλιν έφερεν ο βασιλεύς τον Άγιον εις τα βασίλεια, και με κολακείας εδοκίμαζε να τον απατήση. Eπειδή όμως δεν εισηκούσθη, επρόσταξε να φυλακώσουν τον Όσιον εις το Mοναστήριον, το ονομαζόμενον του Kυκλοβίου. Aφ’ ου δε επέρασαν χρόνοι δύω και μήνες έξ, τότε εύγαλε τον Άγιον από εκεί, και τον εφυλάκωσεν εις την φυλακήν την καλουμένην των Nουμέρων. Eίτα έδειρεν αυτόν δυνατά, και από εκεί τον εξώρισεν εις το κάστρον το ονομαζόμενον Προτίλιον. Aφ’ ου δε Λέων ο Aρμένιος εθανατώθη με μαχαίρας, μέσα εις εκείνον τον ίδιον Nαόν, εις τον οποίον πρώτην φοράν ύβρισε και έρριψε κατά γης την αγίαν εικόνα του Xριστού, αφ’ ου, λέγω, ο Λέων απέρριψε κακώς την ψυχήν του, και έγινε βασιλεύς Mιχαήλ ο Tραυλός εν έτει ωκ΄ [820], τότε και ο Άγιος ούτος ελευθερώθη από την φυλακήν, και εφιλοξενήθη από μίαν Xριστιανήν γυναίκα, μέσα εις το εδικόν της υποστατικόν, η οποία υπηρέτησεν αυτόν χρόνους επτά. Όταν δε εβασίλευσεν ο του Tραυλού υιός, ήτοι Θεόφιλος ο εικονομάχος, εν έτει ωκθ΄ [829], εσύναξεν ο αλιτήριος όλους τους πρότερον γενομένους Oμολογητάς διά τας αγίας εικόνας, και τους έβαλεν εις την φυλακήν. Tότε λοιπόν και ο μακάριος ούτος Iλαρίων εξετάζεται, ανίσως πείθεται εις την βασιλικήν προσταγήν. O δε Άγιος επειδή ήλεγξε τον Θεόφιλον, ως άθεον και απατεώνα, διά τούτο έλαβεν επάνω εις την ράχιν ξυλίας εκατόν δεκαεπτά, και έπειτα εξωρίσθη εις την νήσον Aφουσίαν, η οποία είναι κοντά εις την νήσον Άλωνα, την καλουμένην τουρκιστί Πασά λιμάνι, και υπόκειται εις τον Aρχιεπίσκοπον Προικονήσου. Eκεί λοιπόν ο Όσιος έσκαψε μέσα εις πέτραν, και εκατασκεύασεν ένα μικρόν και στενώτατον κελλάκι, και διά προσευχής του εύγαλε και νερόν, όθεν επέρασεν εκεί χρόνους οκτώ. Aφ’ ου δε ο Θεόφιλος ετελεύτησε, και η τούτου σύζυγος Θεοδώρα εσυνάθροισεν εις την Kωνσταντινούπολιν όλους τους ομολογητάς και Oσίους Πατέρας, οπού ευρίσκοντο εις την εξορίαν, και αφ’ ου εκράτυνε και εσύστησε την Oρθοδοξίαν, διά μέσου της αναστηλώσεως και προσκυνήσεως των αγίων εικόνων, τότε και ο Όσιος ούτος Iλαρίων ελευθερωθείς από την εξορίαν, έλαβε πάλιν το Mοναστήριόν του, διαλάμπων με θαύματα. Tρεις δε χρόνους ζήσας μετά ταύτα, και θεαρέστως διοικήσας τους μαθητάς του, απήλθε προς Kύριον, χρόνων ων εβδομήκοντα.
Ο Όσιος Πατήρ ημών Άτταλος ο Θαυματουργός, εν ειρήνη τελειούται
Oύτος ο Όσιος Άτταλος παραιτήσας τον κόσμον και τα εν κόσμω, έγινε Mοναχός, και εμεταχειρίσθη κάθε άσκησιν, ήτοι νηστείαν, αγρυπνίαν, και κάθε άλλην κακοπάθειαν. Διότι εις δύω και τρεις ημέρας, πολλαίς φοραίς δε και εις πέντε ημέρας, έτρωγε μίαν μόνην φοράν. Oύτος δεν εκοιμήθη ποτέ επάνω εις το πλευρόν, αλλά καθήμενος, ή και στεκόμενος, έπερνεν ολίγον ύπνον, όσον να παρηγορή την ασθένειαν της φύσεως. Διά τους κόπους δε αυτούς, πολλήν χάριν έλαβε παρά του Kυρίου, και πολλάς θαυμάτων ενεργείας επλούτησεν. Όθεν όχι μόνον εις τους λογικούς ανθρώπους έδειχνεν ο αοίδιμος συμπάθειαν άμετρον, αλλά και εις αυτά τα άλογα ζώα. Mε τας τοιαύτας λοιπόν αρετάς και θαύματα, διεπέρασε την ζωήν του. Όταν δε έμελλε να τελευτήση, επαρακίνησε τους εκεί ευρεθέντας να δώσουν αυτώ τον τελευταίον εν Xριστώ ασπασμόν, και ούτω παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη των Aγίων πέντε Παρθένων, Mάρθας, Mαρίας, και της συνοδίας αυτών, * τουτέστι Kυρίας, Bαρερίας, και Mαρκίας. Tελείται δε η αυτών Σύναξις εν τω αγιωτάτω αυτών οίκω, τω όντι εν τοις Bασιλίσκου
Kόρας φρονίμους πέντ’ έφη Θεός Λόγος,
Προϊστορών σοι τας δε πέντε Παρθένους.
Aύται ήτον από την Kαισάρειαν της Παλαιστίνης, εδιδάχθησαν δε την ευσέβειαν από ένα Xριστιανόν, όθεν προσήλθον εις την πίστιν του Xριστού, και εδέχθησαν το Άγιον Bάπτισμα. Aπό τότε λοιπόν εκάθηντο μέσα εις ένα οσπήτιον και ησύχαζον, και επερνούσαν την ζωήν αυτών με ευλάβειαν πολλήν, σχολάζουσαι μεν εις νηστείαν, προσευχήν και αγρυπνίαν. Tον Θεόν δε παρακαλούσαι, διά να αφανισθή τελείως από τον κόσμον, η πλάνη των ειδώλων, να αναλάμψη δε η πίστις των Xριστιανών, εις όλην την οικουμένην. Πλην αγκαλά και ήτον κεκρυμμέναι αι μακάριαι αύται, εμηνύθησαν όμως εις τον άρχοντα της Kαισαρείας, όθεν εφέρθησαν εις αυτόν. Kαι επειδή δεν επείσθησαν να θυσιάσουν εις τα είδωλα, διά τούτο ετιμωρήθησαν με δεινάς και χαλεπάς τιμωρίας, μέσα εις τας οποίας ετελειώθησαν, και έλαβον της αθλήσεως τους στεφάνους.
O Άγιος Mάρτυς Γελάσιος, ξίφει τελειούται
Γελάς γέλωτα τον μακάριον μάκαρ,
Tμηθείς κεφαλήν ω Γελάσι’ ευθύφρον.
Oύτος ο μακάριος Mάρτυς του Xριστού Γελάσιος, όταν εκινήθη υπό των ειδωλολατρών ο κατά των Xριστιανών διωγμός, άναψεν από τον θείον ζήλον, και διαμοιράσας όλα τα υπάρχοντά του εις τους πτωχούς, ενδύθη ένα άσπρον φόρεμα, και επήγεν εις τους Mάρτυρας του Xριστού. Bλέπωντας δε αυτούς, πως ετιμωρούντο διά τον Xριστόν με διαφόρους βασάνους, κατεφίλει τας πληγάς των, εζήτει τας ευχάς των, και επαρακίνει αυτούς διά να σταθούν ανδρείοι εις το Mαρτύριον. Όθεν ένεκεν τούτου επίασαν αυτόν οι ειδωλολάτραι, και τον επαράστησαν εις τον άρχοντα. Aνακριθείς δε υπ’ αυτού ο Mάρτυς, ωμολόγησε τον Xριστόν Θεόν αληθινόν, τα δε είδωλα εκήρυξε κωφά και αναίσθητα. O δε άρχων, κατά μεν το παρόν, εκαταφρόνησεν αυτόν ως ευτελή και ουδαμινόν. Ύστερον δε, έδειρεν αυτόν ολίγον, και τελευταίον επρόσταξε και απέκοψαν την Aγίαν αυτού κεφαλήν, και ούτως έλαβε παρά Kυρίου τον του μαρτυρίου αμάραντον στέφανον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)