Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΛΔ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Τιμόθεον Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
6: 11-16

Τέκνον Τιμόθεε, δίωκε δικαιοσύνην, εὐσέβειαν, πίστιν, ἀγάπην, ὑπομονήν, πρᾳότητα. Ἀγωνίζου τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως, ἐπιλαβοῦ τῆς αἰωνίου ζωῆς, εἰς ἣν καὶ ἐκλήθης καὶ ὡμολόγησας τὴν καλὴν ὁμολογίαν ἐνώπιον πολλῶν μαρτύρων. Παραγγέλλω σοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τοῦ ζωοποιοῦντος τὰ πάντα καὶ Χριστοῦ ᾽Ιησοῦ τοῦ μαρτυρήσαντος ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου τὴν καλὴν ὁμολογίαν, τηρῆσαί σε τὴν ἐντολὴν ἄσπιλον, ἀνεπίληπτον μέχρι τῆς ἐπιφανείας τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ἣν καιροῖς ἰδίοις δείξει ὁ μακάριος καὶ μόνος δυνάστης, ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ Κύριος τῶν κυριευόντων, ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν, φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον· ὃν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων οὐδὲ ἰδεῖν δύναται· ᾧ τιμὴ καὶ κράτος αἰώνιον· ἀμήν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΙΖ΄ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
20:46-47, 21:1-4

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαὐτοῦ Μαθηταῖς· Προσέχετε ἀπὸ τῶν γραμματέων τῶν θελόντων περιπατεῖν ἐν στολαῖς καὶ φιλούντων ἀσπασμοὺς ἐν ταῖς ἀγοραῖς καὶ πρωτοκαθεδρίας ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ πρωτοκλισίας ἐν τοῖς δείπνοις, οἳ κατεσθίουσιν τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν καὶ προφάσει μακρὰ προσεύχονται· οὗτοι λήψονται περισσότερον κρίμα. Ἀναβλέψας δὲ εἶδε τοὺς βάλλοντας τὰ δῶρα αὐτῶν εἰς τὸ γαζοφυλάκιον πλουσίους. εἶδε δέ τινα χήραν πενιχρὰν βάλλουσαν ἐκεῖ λεπτὰ δύο, καὶ εἶπεν· Ἀληθῶς λέγω ὑμῖν ὅτι ἡ χήρα ἡ πτωχὴ αὕτη πλεῖον πάντων ἔβαλεν· ἅπαντες γὰρ οὗτοι ἐκ τοῦ περισσεύοντος αὐτοῖς ἔβαλον εἰς τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ, αὕτη δὲ ἐκ τοῦ ὑστερήματος αὐτῆς ἅπαντα τὸν βίον ὃν εἶχεν ἔβαλε. Ταῦτα λέγων ἐφώνει·. Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ἀγρυπνία πάντων τῶν ἐν Μητροπόλει Μόρφου διαλαμψάντων καὶ ἐξαιρέτως τιμωμένων ἁγίων στὸν ἱερὸ ναὸ Ὁσίων Βαρνάβα καὶ Ἱλαρίωνος στὴν Περιστερώνα Μόρφου (Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026, 7:00 μ.μ.)

Φέρεται εἰς γνῶσιν τοῦ εὐσεβοῦς πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας ὅτι τὴν Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2026 καὶ ὥρα 7:00 μ.μ., θὰ τελεσθεῖ στὸν ἱερὸ ναὸ Ὁσίων Βαρνάβα καὶ Ἱλαρίωνος στὴν Περιστερώνα (Μόρφου), Ἀγρυπνία μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς πάντων τῶν ἐν Μητροπόλει Μόρφου διαλαμψάντων καὶ ἐξαιρέτως τιμωμένων ἁγίων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Ἀγρυπνίας θὰ ἐκτίθενται πρὸς προσκύνηση τὰ λείψανα ὅλων τῶν τιμωμένων Ἁγίων τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου. Τῆς ἀκολουθίας τῆς Ἀγρυπνίας θὰ προστεῖ ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος.

Κυριακή του Ασώτου (ομιλίες – κείμενα – ύμνοι)

«Ἀγκάλας πατρικάς, διανοῖξαί μοι σπεῦσον, ἀσώτως τὸν ἐμόν, κατηνάλωσα βίον, εἰς πλοῦτον ἀδαπάνητον, ἀφορῶν τοῦ ἐλέους Σου. Νῦν πτωχεύουσαν, μὴ ὑπερίδῃς καρδίαν· σοὶ γὰρ Κύριε, ἐν κατανύξει κραυγάζω. Ἥμαρτον, σῶσόν με»

Επιστροφή του Ασώτου, φορ. εικόνα,16ος αι. Άγιο Όρος

Συλλογή ομιλιών, κειμένων και ύμνων για την Κυριακή του Ασώτου.

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Παρθενίου Eπισκόπου Λαμψάκου (7 Φεβρουαρίου)

Όσιος Παρθένιος Επίσκοπος Λαμψάκου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Παρθενίου Eπισκόπου Λαμψάκου

Aφήκε τον χουν Παρθένιος Λαμψάκω,
Λαμπτήρα πυρσεύοντα φως αυτή μέγα.
Παρθένιος κατέδαρθε λαχών μακρόν εβδόμη ύπνον.

Όσιος Παρθένιος Επίσκοπος Λαμψάκου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους Kωνσταντίνου του Mεγάλου, εν έτει τιη΄ [318], υιός Xριστοφόρου Διακόνου της εν Mελιτοπόλει Eκκλησίας. Kαι από μεν γράμματα, ήτον άπειρος, εσπούδαζεν όμως να μεταχειρίζεται όλην την πρακτικήν αρετήν. Tής αρετής δε ταύτης, ωσάν προκάλυμμα και σκέπασμα είχε την αλιευτικήν τέχνην των οψαρίων, τα οποία εμοίραζεν εις εκείνους οπού τα εζήτουν. Tόση δε πολλή ήτον η κρυπτομένη εν τη ψυχή του μακαρίου τούτου ευσέβεια και αρετή, ώστε οπού, χάριν έλαβε παρά Θεού να διώκη δαιμόνια, και να ιατρεύη κάθε ασθένειαν. Aφ’ ου δε επιμελήθη και έμαθε τα ιερά γράμματα, τότε εχειροτονήθη ιερεύς από Φίλιππον τον Eπίσκοπον της Mελιτοπόλεως. Έπειτα εχειροτονήθη και Eπίσκοπος της Λαμψάκου, από τον Aχίλλιον τον Mητροπολίτην Kυζίκου. Όθεν από τότε ετέλει θαύματα πάμπολλα, διότι αυτός ιάτρευσε τον άνθρωπον εκείνον, οπού ετυφλώθη από ένα ταύρον. Aυτός ηλευθέρωσε με μόνον τον τύπον του τιμίου Σταυρού, μίαν γυναίκα από το πάθος το λεγόμενον καρκίνον. Aυτός ενέκρωσε με μόνον το φύσημά του, τον σκύλον εκείνον, οπού ελύσσαξε και εδάγκασεν αυτόν. Aυτός ανέστησε τον άνθρωπον εκείνον, όστις εκαταπατήθη από ένα αμάξι, και εσχίσθη η κοιλία του. Aυτός εδίωξε το ακάθαρτον πνεύμα από την γυναίκα του επιτρόπου. Aυτός έκαμε τους βαφείς να ενεργούν ελευθέρως τα της βαφικής τέχνης των, με το να απεδίωξε τον εκεί εμφωλεύοντα δαίμονα. Kαι διά να ειπώ συντόμως, ο Άγιος ούτος πολλά τοιαύτα θαυμάσια ποιήσας, και προειπών διά τα μέλλοντα, προς Kύριον εξεδήμησεν. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις τον Nέον Παράδεισον1.)

Άγιος Παρθένιος, Επίσκοπος Λαμψάκου. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στην Ιερά Μονή Γκρατσάνιτσα, Κοσσυφοπέδιο

Σημείωση

1. Tου Aγίου τούτου Παρθενίου την Aκολουθίαν, ανεπλήρωσεν η εμή αδυναμία, προσθέσασα και νέον Kανόνα. O δε ελληνικός αυτού Bίος σώζεται εν τω Πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου, και εν τη των Iβήρων, ου η αρχή· «Tα κατά τον μέγαν Παρθένιον».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Λουκά, του εν τω Στειρίω όρει της Eλλάδος (7 Φεβρουαρίου)

Όσιος Λουκάς ο εν Στειρίω. Μωσαϊκό του 11ου αιώνα μ.Χ. στον Ιερό Ναό της Παναγίας της Ιεράς Μονής Οσίου Λουκά στο Στεἰρι Βοιωτίας

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Λουκά, του εν τω Στειρίω όρει της Eλλάδος

Έπλησε Λουκάς, θαυμάτων την Eλλάδα,
Oς ουδέ νεκρός, παύεται των θαυμάτων.

Όσιος Λουκάς ο εν Στειρίω. Μωσαϊκό του 11ου αιώνα μ.Χ. στον Ιερό Ναό της Παναγίας της Ιεράς Μονής Οσίου Λουκά στο Στεἰρι Βοιωτίας

Oύτος ο Όσιος Λουκάς ήτον γέννημα και εντρύφημα της Eλλάδος, οι δε τούτου πρόγονοι εκατάγοντο από την νήσον Aίγιναν. Tάς δε συνεχείς καταδρομάς των Aγαρηνών μη υποφέροντες, ανεχώρησαν από την πατρίδα των, και εμετοίκησαν εις την Eλλάδα, κατά τα μέρη της Φωκίδος: ήτοι του νυν λεγομένου Σάλωνος, εις ένα χωρίον Kαστόριον καλούμενον, εις το οποίον εγεννήθη ο μακάριος Λουκάς εν έτει Ϡκ΄ [920]. Oύτος λοιπόν παιδιόθεν αποχήν έκαμεν όχι μόνον κρέατος, αλλά και αυγού και τυρίου. Φαγητόν δε και ποτόν ήτον εις αυτόν, ψωμί κρίθινον, και όσπριον, και νερόν. Πλην και μόλον οπού ο αοίδιμος κατεξήραινε το σώμα του με κάθε κακοπάθειαν και σκληραγωγίαν, ενόμιζεν όμως τρυφήν και χορτασμόν εδικόν του, το να τρέφη τους πεινώντας, και να ενδύη τους γυμνούς. Όθεν πολλαίς φοραίς έδιδε και το εδικόν του φόρεμα εις τους πτωχούς, αυτός δε εγύριζε γυμνός εις τον οίκον του. Kαι όταν επροσηύχετο προς τον Θεόν, εσηκόνοντο τα πόδιά του υψηλά από την γην έως μίαν πήχυν, και εστέκοντο εις τον αέρα μετέωρα.

Aφ’ ου δε έγινε Mοναχός, δεν δύναταί τινας να διηγηθή, πόσην εγκράτειαν, και πόσην κακοπάθειαν εμεταχειρίζετο ο τρισόλβιος. Περάσας δε όλους σχεδόν τους παραθαλασσίους τόπους, έγινεν εις πολλούς αίτιος σωτηρίας, διά των παρ’ αυτού ενεργηθέντων θαυμάτων. Ύστερον δε αφίνωντας τας μεταβάσεις των τόπων, επήγεν εις το βουνόν το καλούμενον Στείριον, και αφ’ ου έκαμεν εις αυτό επτά χρόνους, προείπεν εις όλους τους μαθητάς του, ότι έχει να αποθάνη, και έτζι ετελειώθη, παραδούς εν ειρήνη την ψυχήν του εις τον Kύριον1.

Σημείωση

1. Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις το Nέον Eκλόγιον, ον η εμή αδυναμία μετέφρασεν από τον ελληνικόν, τον οποίον κάλλιστα και γλαφυρώτατα συνέγραψεν ο Άγιος Συμεών ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Oυ χρόνος ην αληθώς». Tούτου του Oσίου Λουκά η ασματική Aκολουθία είναι αναπεπληρωμένη. Έχει δε ούτος και οκτωήχους Kανόνας, τα οποία όλα ευρίσκονται εις το Iερόν αυτού Mοναστήριον. Oύτινος η Eκκλησία φημίζεται παρά πάντων, διά την ωραιότητα οπού έχει, και μάλιστα διά τα θαυμαστά και πορφυρά μάρμαρα, και τας πολλάς κολόνας, με τας οποίας είναι οικοδομημένη.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Η Υπαπαντή του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού (2 Φεβρουαρίου): Συλλογή ομιλιών, κειμένων και ύμνων

Η Υπαπαντή του Κυρίου. 16ος αιώνας, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου
Ἀπολυτίκιον Ὑπαπαντῆς
Ἦχος α’

Χαῖρε Κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε, ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἠμῶν, φωτίζων τοὺς ἐν σκότει. Εὐφραίνου καὶ σὺ Πρεσβῦτα δίκαιε, δεξάμενος ἐν ἀγκάλαις τὸν ἐλευθερωτὴν τῶν ψυχῶν ἠμῶν, χαριζόμενον ἠμὶν καὶ τὴν Ἀνάστασιν. 

Κείμενα – Ομιλίες

Ύμνοι Υπαπαντής

Φώτιος ὁ Μέγας, ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ῥώμης καὶ οἰκουμενικὸς πατριάρχης, ὁ θαυματουργὸς (6 Φεβρουαρίου)

Φώτιος ὁ Μέγας, ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ῥώμης καὶ οἰκουμενικὸς πατριάρχης, ὁ θαυματουργὸς*

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

1. Ὁ ἅγιος Φώτιος. Φορητὴ εἰκόνα, διὰ χειρὸς ἀρχιμ. Ἀμβροσίου Γκορελώβ, 2013

Φώτιος ὁ Μέγας, ὁ τοῦ Τρισηλίου Φωτὸς ἐπώνυμος, ὁ ἰσαπόστολος σαγηνευτὴς τῶν ἐθνῶν, τὸ καύχημα τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ δόξα τῶν πατριαρχῶν, τὸ κλέος τῆς Βασιλεύουσας, ὁ τῶν ἁγίων μαρτύρων καὶ ὁμολογητῶν συνόμιλος, ὁ ὄρχαμος τῶν λογιωτάτων, ὁ ὀξυγράφος κάλαμος τῶν τοῦ Πνεύματος λόγων, ὁ ἀκράδαντος στῦλος τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ἡ ἀμφίτομος μάχαιρα κατὰ τῶν παπικῶν κακοδοξιῶν καὶ ἔνθεος κόλαφος κατὰ τῆς Δυτικῆς ἐπηρμένης ὀφρύος, ὁ τοῦ πράου καὶ ἀνεξικάκου Δεσπότου Χριστοῦ μιμητής, τὸ ἐκμαγεῖον πασῶν τῶν ἀρετῶν, τὸ εὖχος τῶν ἀσκητῶν, ἡ δόξα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὸ ἐγκαλλώπισμα τῆς γῆς, ὁ οὐρανομήκης στῦλος τῆς προσευχῆς, ὁ τῶν ἀγγέλων ὁμότροπος, ὁ ἐπίγειος ἄγγελος καὶ οὐράνιος ἄνθρωπος, γιὰ νὰ ἀρκεστοῦμε σὲ αὐτὰ —«ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος» τὰ περὶ τοῦ θεοφόρου τούτου ἀνδρὸς προτερήματα καὶ ἔνθεα κατορθώματα—, «ἐκ ρίζης ἀγαθῆς ἀγαθὸς ἀνέτειλε βλαστὸς» ἀπὸ γονεῖς πλουσίους καὶ εὐγενεῖς, προπαντὸς δὲ ἀκραιφνεῖς Ὀρθοδόξους χριστιανούς, τὸν Σέργιο καὶ τὴν Εἰρήνη. Ὑπῆρξε γέννημα καὶ θρέμμα τῆς Κωνσταντινούπολης, στὴν ὁποία ἀντίκρυσε τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, ὁ τοῦ ἀδύτου Ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης θεωρὸς καὶ μυσταγωγός, περὶ τὸ ἔτος 810 μ.Χ.. Ὁ πατέρας του εἶχε τὸ ἀξίωμα τοῦ σπαθαρίου καὶ ἦταν ἀδελφὸς τοῦ πατριάρχη (784-806) ἁγίου Ταρασίου, ἐνῶ ὁ ἐκ μητρὸς θεῖος του εἶχε νυμφευθεῖ τὴν ἀδελφὴ τῆς αὐτοκράτειρας ἁγίας Θεοδώρας, ποὺ εἶχε διενεργήσει τὴν ἀναστύλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων.

Ἡ παιδικὴ καὶ νεανικὴ ἡλικία τοῦ ἁγίου Φωτίου σημαδεύεται ἀνεξίτηλα ἀπὸ τὶς ἔριδες τῆς β΄ περιόδου τῆς Εἰκονομαχίας (813-842): Οἱ γονεῖς του τελειώθηκαν μαρτυρικὰ χάριν τῆς προσκυνήσεως τῶν ἁγίων εἰκόνων, ἐνῶ ὁ ἴδιος γιὰ τὴν εἰκονόφιλη στάση του ἀναθεματίσθηκε ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους σὲ νεανικὴ ἡλικία, δημεύθηκε ἡ περιουσία του καὶ ἐξορίσθηκε, κατὰ τὴ μαρτυρία καὶ τοῦ ἰδίου στὴν ἐπιστολή του 114 πρὸς τὸ διάκονο καὶ χαρτουλάριο Γρηγόριο: «Ἀνεθεμάτισαν ἡμᾶς χρόνοις μακροῖς πᾶσα σύνοδος αἱρετικὴ καὶ πᾶν εἰκονομάχων συνέδριον, οὐχ ἡμᾶς δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ πατέρα καὶ θεῖον ἡμέτερον, ἄνδρας ὁμολογητὰς Xριστοῦ καὶ ἀρχιερέων σεμνολόγημα· ἀλλ᾽ ἀναθεματίσαντες εἰς τὸν ἀρχιερατικὸν θρόνον ἡμᾶς ἀνήγαγον καὶ μὴ θέλοντας…» 2.

Τόσο καὶ στὴν ἀνωτ. ἐπιστολὴ 114, ὅσο καὶ σὲ σχετικὸ ἀπόσπασμα τοῦ Bίου τοῦ ὁσίου Eὐθυμίου τοῦ νέου, ποὺ παραθέτουμε στὴ συνέχεια, «ὁ Φώτιος παρουσιάζεται ὡς συγκοινωνὸς τοῦ ὁμολογητῆ πατέρα του, τὸν ὁποῖο ἡ πλειονότητα τῶν συγχρόνων ἐρευνητῶν ταυτίζει μὲ τὸν ὁμολογητὴ Σέργιο ποὺ μνημονεύεται στὸ Συναξάριον Κωνσταντινουπόλεως στὶς 13 Mαΐου3, ἀλλὰ πιθανότατα καὶ στὴ Bιβλιοθήκη τοῦ Φωτίου (κώδ. 67). Eἰδικότερα, τὸ συναξάριο τοῦ ὁμολογητῆ Σεργίου ἔρχεται σὲ ἀπόλυτη συμφωνία μὲ τὶς προεκτεθεῖσες μαρτυρίες· σ᾽ αὐτὸ ὁ Σέργιος βιογραφεῖται ὡς ‘‘προσκυνητὴς τῶν θείων καὶ σεπτῶν εἰκόνων’’, ὁμολογητὴς ἐπὶ αὐτοκράτορος Θεοφίλου καὶ ἐξόριστος μαζὶ μὲ τὴ σύζυγό του Eἰρήνη καὶ τὰ παιδιά του ποὺ δὲν κατονομάζονται (‘‘συνάμα τῇ γυναικὶ Eἰρήνῃ καὶ τοῖς τέκνοις ὑπερορίζεται’’). Θὰ μποροῦσε δηλ. τὸ συναξάριο αὐτὸ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς ἕνα «οἰκογενειακὸ» συναξάριο, μὲ τὸ ὁποῖο προβάλλεται ἡ ἐκκλησιαστικὴ μνήμη ὄχι μόνο τοῦ Σεργίου, ἀλλὰ καὶ τῆς Eἰρήνης καὶ τῶν παιδιῶν τους, δηλ. τοῦ Φωτίου καὶ τῶν ἀδελφῶν του»4.

Ὁ ἅγιος ἔλαβε πλούσια μόρφωση, κλασικὴ καὶ θεολογική καί, μὲ τὴ συνδρομὴ τῶν πολυποικίλων πνευματικῶν του χαρισμάτων καὶ καταβολῶν, ἀναδείχθηκε ἀπὸ τοὺς πλέον εὐπαίδευτους ἄνδρες τῆς ἐποχῆς του, χρηματίζοντας διδάσκαλος φιλοσοφίας καὶ θεολογίας στὴν αὐτοκρατορικὴ Ἀκαδημία στὸ παλάτι τῶν Μαγγάνων.

Κατὰ τὴ διάρκεια διπλωματικῆς ἀποστολῆς του στὴ Βαγδάτη (845), συνέταξε  ἀπὸ μνήμης καὶ πρὸς χρήση τοῦ ἀδελφοῦ του Ταρασίου τὸ ἔργο Μυριόβιβλος (ἢ Βιβλιοθήκη), δηλαδὴ κριτικὴ ἐπιτομὴ 280 ἔργων παλαιῶν συγγραφέων, πολλὰ τῶν ὁποίων σήμερα δὲν σώζονται, ἀπόδειξη τοῦ εὔρους τῶν γνώσεων καὶ τῆς ἀπέραντης μνήμης του. Ἐπιστρέφοντας, ἕνεκα τῆς αἴσιας ἔκβασης τῆς ἀποστολῆς του αὐτῆς, ἔλαβε τὸ ὑψηλὸ ἀξίωμα τοῦ πρωτασηκρήτη, δηλαδὴ τοῦ πρώτου τῇ τάξει ἐμπίστου γραμματέα καὶ συμβούλου τοῦ αὐτοκράτορα, χωρὶς ὅμως νὰ ἐγκαταλείψει τὶς ἀγαπημένες του μελέτες καὶ τὰ διδακτικά του καθήκοντα.

Μὲ τὴ λήξη τῆς Εἰκονομαχίας, ἀναβιβάσθηκε στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Βασιλεύουσας ὁ ἅγιος Μεθόδιος ὁ Ὁμολογητὴς (843-847), τὸν ὁποῖο μετὰ τὴν κοίμησή του διαδέχθηκε ὁ ἱερὸς Ἰγνάτιος, υἱὸς τοῦ Μιχαὴλ Α´ Κουροπαλάτου ἢ Ραγκαβέ. Ἐξαιτίας τῆς αὐστηρότητας καὶ ἀδιαλλαξίας τοῦ Ἰγνατίου σὲ ἠθικὰ κ.ἄ. ὀλισθήματα, σύντομα ἦλθε σὲ ρήξη μὲ πολιτικοὺς ἄρχοντες ἀλλὰ καὶ ἀρκετοὺς ἐπισκόπους, ἕνεκα δὲ τούτου ἀναγκάσθηκε σὲ παραίτηση κατὰ τὸν Ἰούλιο τοῦ 858 ἀπὸ τὸν πανίσχυρο τότε καίσαρα Βάρδα, θεῖο τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Γ´. Σὲ διαδοχή του καὶ κάτω ἀπὸ τὴν πίεση τοῦ Βάρδα, ψηφίσθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ὅλο τὸν κλῆρο τῆς Βασιλεύουσας ὁ ἱερὸς Φώτιος ὡς νέος πατριάρχης, ὁ ὁποῖος μέσα σὲ ἕξι ἡμέρες χειροτονήθηκε «ἀθρόον» ἀπὸ λαϊκὸς σὲ ἀρχιερέα καὶ κατὰ τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων τοῦ 858 ἐνθρονίσθηκε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ ἅγιος βεβαίως, ὅπως σημειώνει σὲ ἐπιστολή του, δὲν εἶχε θελήσει τὴν ἀνάδειξή του αὐτὴ στὸν θρόνο, ἀλλὰ ἐξαναγκάσθηκε πρὸς τοῦτο: «ἐψηφίσθημεν ἀνανεύοντες, ἐχειροτονήθημεν κλαίοντες, ὀδυρόμενοι, κοπτόμενοι…».

Ὅπως ἦταν ἑπόμενο, ἡ ἐκλογὴ αὐτὴ τοῦ Φωτίου ἐνέτεινε τὴν ἤδη τεταμένη κατάσταση, προκαλώντας ποικίλες ἀντιδράσεις, μάλιστα ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Ἰγνατίου ἀλλὰ καὶ πολιτικοὺς παράγοντες, ποὺ ὑποδαυλίζονταν ἀπὸ τοὺς παπικούς, οἱ ὁποῖοι τότε εἶχαν ἤδη ἀρχίσει ἔντονες τὶς ἀντιπαραθέσεις μὲ τὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, τόσο σὲ θεολογικὸ ἐπίπεδο (ἀλάθητο καὶ πρωτεῖο τοῦ πάπα,  filioque, κ. ἄ.), ὅσο καὶ τὶς διοικητικὲς διεκδικήσεις καὶ παρεισβάσεις τους σὲ χῶρες τοῦ κλίματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Ὁ Φώτιος ὅμως, ὅσο τοῦ ἦταν δυνατόν, ἀπέφευγε τὴν ὅποια σύγκρουση, προσπαθώντας νὰ ἀποκαταστήσει τὴν ἑνότητα καὶ εἰρήνη στὴν ταλανιζόμενη τότε Ἐκκλησία. Παρὰ τὶς προσπάθειές του αὐτές, καὶ ἐπειδὴ τὸ κλίμα τῶν συγκρούσεων ἐντεινόταν, ἀναγκάσθηκε νὰ συγκαλέσει τοπικὴ Σύνοδο τὸ 859, ἡ ὁποία ἐπικύρωσε τὴν ἐκθρόνιση τοῦ Ἰγνατίου καὶ τὸν ἐξόρισε στὴ Μυτιλήνη καὶ κατόπιν στὴ νῆσο Τερέβινθο. Παρόλα αὐτά, οἱ ἀναταραχὲς συνεχίζονταν, γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸ 861 συγκλήθηκε ἄλλη διευρυμένη Σύνοδος στὸν ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, μὲ παρουσία καὶ ἐκπροσώπων τοῦ πάπα, ποὺ ἐπονομάστηκε «Πρωτοδευτέρα», μὲ ἐπίσημο στόχο της τὴν ἀποκατάσταση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ τὴν ὁριστικὴ καταδίκη τὴς Εἰκονομαχίας. Παράλληλα, ἡ Σύνοδος ἀσχολήθηκε καὶ μὲ τὸ κανονικὸ ζήτημα τῆς ἀντιλεγομένης χειροτονίας τοῦ ἱεροῦ Φωτίου, τὴν ἐγκυρότητα τῆς ὁποίας ἀναγνώρισε μὲ τὴν πλήρη συγκατάθεση καὶ τῶν παπικῶν ἐκπροσώπων.

Ὅμως ὁ τότε πάπας Ρώμης Νικόλαος Δ´ (858-868), ἀλαζόνας καὶ ὑπερφίαλος, δὲν συμφώνησε μὲ τὶς ἀποφάσεις τῆς ἀνωτέρω Συνόδου καὶ ἔλαβε τὸ μέρος τοῦ Ἰγνατίου, χρησιμοποιώντας τὴν περίπτωση γιὰ νὰ προβάλει καὶ ἐπιβάλει καὶ ἐπίσημα, γιὰ πρώτη φορά, τὴν πλανεμένη δαιμονικὴ ἀξίωση τῶν παπῶν τῆς Ρώμης γιὰ ὑπεροχικὴ δικαιοδοσία ἐπάνω σὲ ὅλες τὶς Ὀρθόδοξες τοπικὲς Ἐκκλησίες. Τοῦτο ἀποτελοῦσε διαστρέβλωση τοῦ μέχρι τότε τιμητικοῦ πρωτείου, ποὺ ἀναγνώριζαν οἱ λοιπὲς Ἐκκλησίες στὴν Ἐκκλησία Ρώμης, ποὺ θεωροῦσαν τὸν ἐκάστοτε πάπα «primus inter pares» (πρῶτο μεταξὺ ἴσων) καὶ τίποτα περισσότερο. Ἡ διεκδίκηση τοῦ παπικοῦ πρωτείου συνέπεσε καὶ συμπορευόταν μὲ τὴν ἡγεμονικὴ ἀξίωση τῶν αἱρετικῶν —καὶ ὄχι Ρωμηῶν— Φράγκων νὰ ἀνασυσταθεῖ ἡ Δυτικὴ αὐτοκρατορία, ποὺ εἶχε διαλυθεῖ μὲ τὸν θάνατο τοῦ Καρλομάγνου καὶ τὴ συνθήκη τοῦ Βερντὲν (843).

Ὁ Φώτιος δὲν ἔμεινε ἀπαθὴς μπροστὰ στὴν τόση προκλητικότητα τοῦ Νικολάου Δ´ καὶ κατάγγειλε γραπτῶς τοὺς ἀνωτέρω νεωτερισμοὺς σὲ ζητήματα δογματικά, λειτουργικὰ καὶ κανονικοῦ δικαίου. Ἡ ἔνθεη αὐτὴ ἐνέργεια τοῦ ἁγίου προκάλεσε τὴν ὀργὴ τοῦ φιλεωσφόρου πάπα, ποὺ ἔγραψε πρὸς ὅλους τοὺς ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, κατηγορώντας τὸν Φώτιο ὡς μοιχεπιβάτη τοῦ θρόνου, ὡς τάχα δηλαδὴ κάτοχο τοῦ θρόνου τῆς βασιλεύουσας ἐνόσω ζοῦσε ὁ νόμιμος κάτοχός του Ἰγνάτιος, ἀγνοώντας πλήρως τὶς ἀποφάσεις τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, τὶς ὁποῖες θεωροῦσε ἄκυρες. Καί, προχωρώντας περαιτέρω, συγκάλεσε τὸ 863 στὴ Ρώμη Σύνοδο τῶν Δυτικῶν ἐπισκόπων, στὴν ἀποία ἀποφασίστηκε ἡ ἐκθρόνιση τοῦ Φωτίου καὶ ὁ ἀφορισμὸς ὅλων τῶν κληρικῶν, ποὺ εἶχε αὐτὸς χειροτονήσει. Μὴ ἀρκούμενος σ᾽ αὐτά, ἀπέστειλε στὴ συνέχεια πλῆθος ἐπιστολῶν πρὸς τὸν στῦλο τῆς ἀληθείας Φώτιο, ὑβρίζοντάς τον χυδαιότατα, στὶς ὁποῖες ὁ πάνσοφος ἀπάντησε μεγαλόψυχα μὲ τὴ σιωπή του.

Πέραν τῶν ἐν λόγῳ ἀγώνων τοῦ Μεγάλου Φωτίου γιὰ διασφάλιση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ τῶν κανονικῶν δικαίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου ἔναντι τῶν παπικῶν διεκδικήσεων καὶ κακοδοξιῶν (ὅπως τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀγαμίας τοῦ κλήρου, τῆς νηστείας τοῦ Σαββάτου, τῆς χρήσης ἀζύμων στὴ Θεία Λειτουργία ἀντὶ ἐνζύμου ἄρτου, κ.ἄ.), προσπάθησε παράλληλα νὰ ἐκριζώσει τὰ ὑπολείμματα τῶν αἱρέσεων τῶν μανιχαίων καὶ τῶν εἰκονομάχων (Παυλικιανῶν), προχώρησε στὴν ἀνοικοδόμηση πλήθους ναῶν, μονῶν καὶ φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων ποὺ εἶχαν καταστραφεῖ ἀπὸ τὸ μένος τῶν εἰκονομάχων, καὶ ἐπέδειξε ἰδιαίτερη μέριμνα γιὰ τὴ διοργάνωση ἱεραποστολῶν πρὸς ἐκχριστιανισμὸ βαρβάρων λαῶν, μάλιστα τῶν Σλάβων. Ἀπευθύνθηκε τότε στοὺς ἀδελφοὺς ἁγίους Κύριλλο καὶ Μεθόδιο, λόγιους καὶ ἀσκητές, γιὰ τὴν ἀνάληψη ἐκ μέρους τους ἱεραποστολῆς στοὺς Χαζάρους τῆς νότιας Ρωσίας. Καί, λίγο ἀργότερα, μετὰ ἀπὸ αἴτημα τοῦ ἡγεμόνα τῆς Μοραβίας, ἔστειλε τοὺς δύο τούτους ἀδελφοὺς ἐπικεφαλῆς μεγάλης ἱεραποστολικῆς ὁμάδας, τῆς ὁποίας τὸ ἔργο σήμανε τὴν ἀπαρχὴ τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ τῶν βαλκανικῶν σλαβικῶν πληθυσμῶν.

Στὶς ἀντικανονικὲς ἐνέργειες τοῦ πάπα Νικολάου Δ´, ποὺ ἔστειλε ἱεραποστόλους στὴ Βουλγαρία —ποὺ εἶχε ὁδηγηθεῖ στὸν Χριστιανισμὸ μὲ ἐνέργειες τοῦ Βυζαντίου (Μεγάλου Φωτίου καὶ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Γ´)—, ὅπου μάλιστα διέδιδαν τὶς κακοδοξίες τους, ἡ ἀπάντηση τοῦ Φωτίου ὑπῆρξε κάθετη. Ἀρχικὰ ἀπέστειλε μία Ἐγκύκλιον Ἐπιστολὴν πρὸς ὅλους τοὺς ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ὅπου καταδίκαζε ἔντονα καὶ θεολογικὰ ὅλες τὶς παπικὲς κακοδοξίες καὶ πλάνες τῶν Λατίνων, ἰδιαίτερα δὲ τὸ filoque (= καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ).

Ἐδῶ νὰ σημειώσουμε ὅτι τὸ βλάσφημο τοῦτο παπικὸ δόγμα περὶ τῆς ἐκπόρευσης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὄχι μόνον ἐκ τοῦ Πατρὸς —ὅπως σαφέστατα καθορίζει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο (Ἰω. 15, 26) καὶ ἀποκρυσταλλώθηκε στὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως—, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, εἶχε διατυπωθεῖ ἀρχικὰ ἀπὸ τὸν ἱερὸ Αὐγουστῖνο, ὡς προσωπική του ἄποψη5. Ἀργότερα ὅμως (τέλη 7ου αἰ. κ. ἑξ.) υἱοθετήθηκε ἀπὸ Φράγκους θεολόγους, ποὺ ἐπιθυμοῦσαν ἐπὶ σκοποῦ νὰ διαφοροποιηθοῦν καὶ διαχωρισθοῦν ἀπὸ τὴν ἑλληνόφωνη Ἐκκλησία καί, κατόπιν, ἀπὸ αὐτὴ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, γιὰ νὰ τὸ χειρισθεῖ ὡς δογματικὸ ὄργανο μέσα στὸ πλαίσιο τῶν ἑωσφορικῶν φιλοδόξων της βλέψεων γιὰ καθυπόταξη τῆς καθόλου Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Ὁ θεοφόρος Φώτιος συγκάλεσε στὴ συνέχεια (ἔτος 867) διευρυμένη Μεγάλη Σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη, ἡ ὁποία διακήρυξε τὴ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον κάθε αἱρετικοῦ δόγματος, καὶ ἀναθεμάτισε καὶ τὸν πάπα Νικόλαο Δ´ καὶ τοὺς ἱεραποστόλους του στὴ Βουλγαρία. Ἔτσι συντελέσθηκε τὸ πρῶτο ἐπίσημο σχίσμα μεταξὺ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, πρόδρομο τοῦ μεγάλου καὶ ὁριστικοῦ σχίσματος τοῦ 1054.

Περὶ τὰ τέλη τοῦ 867, μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ Μιχαὴλ Γ´, ἀνέρχεται στὸν θρόνο ὁ Βασίλειος Α´ ὁ Μακεδὼν (867-886), ὁ ὁποῖος δυστυχῶς, ἀγροῖκος καὶ ἄκρως φιλόδοξος, ἐνήργησε ἀνάξια τῆς βασιλείας του: Ἐπέβαλε δυναστικά, ὄχι μόνο νὰ καθαιρεθεῖ ὁ ἱερὸς Φώτιος, νὰ ἐγκλεισθεῖ στὴ Μονὴ τῆς Σκέπης καὶ νὰ ἐπανέλθει στὸν θρόνο ὁ Ἰγνάτιος, ἀλλά, ἀλίμονο!, ἀνέθεσε στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης νὰ κρίνει τὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν Φωτίου καὶ Ἰγνατίου, πιστεύοντας νὰ προσοικειωθεῖ μὲ τὸν τρόπο τοῦτο καὶ τὴ Δυτικὴ αὐτοκρατορία. Ἀδράσσοντας τὴν εὐκαιρία ὁ Ἀδριανὸς Β´, διάδοχος τοῦ Νικολάου Δ´, συγκάλεσε ἀμέσως Σύνοδο στὴ Ρώμη τὸ 869,  ἡ ὁποία καταδίκασε ἐκ νέου τὸν Φώτιο, κήρυξε ἄκυρη τὴ Σύνοδο τοῦ 867, τῆς ὁποίας τὸν Τόμο τῶν Πρακτικῶν ἔκαυσε δημόσια, καὶ ἔδωσε ἐντολὴ γιὰ σύγκληση Συνόδου στὴν Κωσταντινούπολη.

Ἡ ψευδοσύνοδος αὐτή, τὴν ὁποία οἱ Λατῖνοι θεωροῦν ὡς «Ὀγδόη Οἰκουμενική», συνῆλθε κατὰ τὰ ἔτη 869-870 ἀλλὰ συγκεντρώνοντας λίγους μόνον ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς, κάτω ἀπὸ τὸ κράτος τῆς δειλίας καὶ τὴν ἀπειλὴ τοῦ φόβου τοῦ ἀνηλεοῦς αὐτοκράτορα, καταδίκασαν τὸν φωστῆρα τῆς Ὀρθοδοξίας Φώτιο καὶ ἐξόρισαν τοὺς ὑποστηρικτές του στὶς ἐσχατιὲς τῆς αὐτοκρατορίας. Τότε, δυστυχῶς, καθαιρέθηκαν ἀναίτια περισσότεροι ἀπὸ διακόσιοι ἐπισκόποι καὶ πλεῖστοι ὅσοι ἱερεῖς. Ὁ ὁμολογητὴς πατριάρχης σύρθηκε ἐξευτελιστικὰ ὡς κακοποιὸς ἐνώπιον τῆς Συνόδου, γιὰ νὰ ἀπολογηθεῖ γιὰ τὰ δῆθεν ἐγκλήματά του. Αὐτὸς μεγαλόψυχα σιωποῦσε ἐπὶ μακρὸν μπροστὰ στὶς ἀνυπόστατες κατηγορίες ποὺ τοῦ ἀπέδιδαν, ἐνῶ στό τέλος, λύνοντας τὴ σιωπή, ἀπάντησε χριστομίμητα: «Ὁ Θεὸς ἀκούει τὴ φωνὴ ἐκείνου ποὺ σιγεῖ (γιὰ χάρη Του). Διότι καὶ αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς δὲν ἀπέφυγε τὴν καταδίκη σιωπώντας… Ἡ δικαίωσή μου δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου».

Στὴ συνέχεια ὁ Φώτιος ρίχθηκε γιὰ τρία χρόνια σὲ ἀπαράκλητη φυλακή, ὡς ἄξιος μιμητὴς τῶν τοῦ Χριστοῦ Παθῶν, ὅπου, παρὰ τὴν φιλάσθενη κράση του, ὑπέμεινε ὅλα τὰ δεινά, τὴν ἔλλειψη κάθε φιλικῆς σχέσης, ἀκόμη καὶ τὴ στέρηση τῶν τόσο ἀγαπημένων του βιβλίων, χωρὶς νὰ παραπονεθεῖ ποτέ, οὔτε καὶ νὰ κατηγορήσει τὸν Ἰγνάτιο, ποὺ ἦταν ἐξάλλου ἀναίτιος τῶν κακουχιῶν του αὐτῶν καὶ εἶχε χρησιμοποιηθεῖ ἀπὸ τὴν κοσμικὴ ἐξουσία.

Ἀλλὰ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἔκρινε ὅτι ἦταν καιρὸς νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ ἀλήθεια καὶ ὁ μακάριος Φώτιος νὰ ἐπανέλθει στὸν θρόνο του. Οἱ ἐπίσκοποι τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶχαν ὑπογράψει τῆς ἀποφάσεις τῆς ψευδοσυνόδου τοῦ 870, ἀντιλήφθηκαν, ἔστω καὶ τὴν ἐσχάτη, ὅτι τελικὰ δὲν εἶχαν ἀδικήσει τὸν ἄμεμπτο στῦλο τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ εἶχαν συντελέσει στὴν καθυπόταξη τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως στὸν αὐταρχικὸ παπισμὸ τῆς Ρώμης. Κατάφεραν λοιπὸν νὰ πείσουν τὸν αὐτοκράτορα νὰ κηρύξει ἄκυρες τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τοῦ 870 καὶ νὰ ἀνακαλέσει τὸν Φώτιο ἀπὸ τὴ φυλακή. Ὁ ἅγιος πράγματι ἀνακλήθηκε τιμητικά, καὶ ὁ Βασίλειος τοῦ ἀνέθεσε τὴν ἐκπαίδευση τῶν τέκνων του.

Ἡ πρώτη ἐνέργεια τοῦ ἀμνησικάκου ἁγίου ὑπῆρξε νὰ συναντήσει τὸν Ἰγνάτιο καὶ νὰ συμφιλιωθεῖ μαζί του. Οἱ δύο θεοφόροι πατριάρχες, θύματα τελικὰ τῶν ἀνταγωνισμῶν τῶν πολιτικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν μερίδων, ἐναγκαλίσθηκαν μὲ συγκίνηση καὶ συγχωρητικότητα, καὶ ὁ Φώτιος ἄρχισε νὰ προσφέρει κάθε δυνατὴ βοήθεια στὸν ἀσθενοῦντα τότε Ἰγνάτιο, ποὺ τὸν ἐπισκεπτόταν καθημερινά. Καί, μὲ τὴν κοίμηση τοῦ Ἰγνατίου στὶς 23 Ὀκτωβρίου τοῦ 877, ὁμόφωνη ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία ἀποκατέστησε τὸν Φώτιο ἐκ νέου στὸν πατριαρχικὸ θρόνο. Δὲν πέρασε καιρός, καὶ ὁ Φώτιος ἐνήργησε τὴν ἔνταξη τοῦ Ἰγνατίου στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας.

Κατὰ τὰ ἔτη 879-880 συνῆλθε νέα διευρυμένη Σύνοδος στὴν Κωνσταντινούπολη ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Μεγάλου Φωτίου, στὴν ὁποία μετέσχαν 383 Πατέρες, παρουσίᾳ καὶ παπικῶν ἐκπροσώπων. Ἡ Σύνοδος αὐτή, ποὺ θεωρεῖται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς ἡ ὄντως Ὀγδόη Οἰκουμενική, ἐπικύρωσε τὴν ἀποκατάσταση στὸν θρόνο τοῦ Φωτίου, ἔκρινε ἀντικανονικὴ τὴν ψευδοσύνοδο τοῦ 870 καὶ ἀποκατέστησε τὴν κοινωνία μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καὶ Δύσης, ἀναθεματίζοντας ταυτόχρονα κάθε νεωτερισμὸ καί, συγκεκριμένα, τὴν ὡς ἄνω προσθήκη τοῦ filioque στὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως. Μὲ τὸν τρόπο τοῦτο ἐκπληρώθηκε ἡ ἐκ μυχίων ψυχῆς ἐπιθυμία τοῦ Φωτίου γιὰ ἀποκατάσταση τῆς εἰρήνης καὶ ἑνότητας στὴν Ἐκκλησία, κατὰ τὴν ἀρχιερατικὴ τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ προσευχή: «ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς καὶ ἡμεῖς ἕν ἐσμεν». Κι ἀκόμη, ὁ ἅγιος ἀγωνίσθηκε καὶ σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο γιὰ συμφιλίωση μὲ τοὺς ἐχθρικὰ διακειμένους πρὸς αὐτὸν, ὅπως τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Ἰγνατίου.

Ἀλλά, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐπεφύλασσε ἀκόμη ἕνα μαρτυρικὸ ἀκανθόπλεκτο στέφανο στὸν ἀθλητὴ τῆς ὑπομονῆς καὶ ἀνεξικακίας, γιὰ νὰ δοκιμασθεῖ, ἔτι καὶ ἔτι, «ὡς χρυσὸς ἐν χωνευτηρίῳ»: Ὅταν ὁ Λέων Στ´ ὁ Σοφὸς (886-912) ἀνῆλθε στὸν θρόνο, ἀποφάσισε νὰ ἐκδικηθεῖ ἕνα φίλο τοῦ Φωτίου, μὲ τὴν ὑποψία ὅτι τὸν εἶχε καταδώσει γιὰ συνομοσία ποὺ ἑτοίμαζε ἐναντίον τοῦ πατέρα του. Καί, ἀνταποδίδοντας στὸν ἅγιο ἀγνωμονέστατα «ἀντὶ τοῦ μάννα» τῆς πρὸς αὐτὸν διδασκαλίας, «χολὴν» ἄφρονης ἐκδικητικότητας πρὸς αὐτόν, ἐνήργησε τὴν καθαίρεσή του (ἔτος 886) καὶ τὸν ἐγκλεισμό του ὡς κακοποιοῦ στὴ Μονὴ τῶν Ἀρμενιανῶν, ὅπου ὁ μάρτυρας στὴν προαίρεση γέρων πατριάρχης παρέμεινε ἐπὶ πέντε ἔτη χωρὶς καμμία ἀνθρώπινη παρηγορία, ὑπομένοντας καὶ πάλιν μὲ εὐχαριστία καὶ δοξολογία στὸν Θεὸ τὸν ἄδικο ἐκθρονισμό του. Στὴ μονὴ αὐτὴ ὁ Φώτιος συνέταξε χωρὶς κανένα βοήθημα, ἀλλὰ ἀπὸ μόνης τῆς μνήμης, τὸ κύκνειον ἆσμα του, δηλαδὴ τὸ τελευταῖο του χρονολογικὰ ἔργο Μυσταγωγία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπου ἀνασκευάζει συστηματικὰ τὴν αἵρεση τοῦ filioque, καταδεικνύοντας ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ μόνο τὸν Πατέρα, ὡς Πηγὴν τῆς Θεότητος, καὶ μᾶς ἀποστέλλεται διὰ τοῦ Υἱοῦ, γιὰ νὰ μᾶς καταστήσει «κοινωνοὺς θείας φύσεως».

Ἔχοντας ὁλοκληρώσει τὸν δρόμο τῶν μακρῶν ἀγώνων ὑπὲρ τῆς Πίστεως καὶ τῆς ὁμολογίας τοῦ Χριστοῦ, ὁ θεοφόρος Φώτιος μετέστη πρὸς Κύριον στὶς 6 Φεβρουαρίου τοῦ 893, γιὰ νὰ λάβει πολλαπλοὺς τοὺς στεφάνους τῶν καμάτων του παρὰ τῆς δεξιᾶς τοῦ δικαιοκρίτου Θεοῦ. Ἀνταμείβοντας δὲ ὁ Κύριος τοὺς μαρτυρικούς του ἄθλους καὶ στὴ γῆ, εὐδόκησε τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ ἱερωτάτου Φωτίου καὶ ὁ ζωομύριστος τάφος του νὰ ἀναδειχθοῦν πηγὴ ἰαμάτων καὶ παντοίων θαυμάτων στοὺς προσερχόμενους μὲ πίστη σ᾽ αὐτόν, πιστοποιώντας ἄνωθεν τὴν ἔνταξή του ἐν σκηναῖς ἁγίων.

Ἔργα τοῦ θεοφόρου καλάμου τοῦ φωτωνύμου ἁγίου, ἐκτὸς τῶν δύο ἀνωτέρω, ποὺ ἤδη μνημονεύσαμε, δηλαδὴ τῆς Βιβλιοθήκης ἢ Μυριοβίβλου καὶ τῆς Μυσταγωγίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι καὶ τὰ ἑξῆς:

Ἀμφιλόχια: Ἔργο ἀπευθυνόμενο στὸν φίλο του Ἀμφιλόχιο, ἐπίσκοπο Κυζίκου, ὅπου ἐπιλύει διάφορες θεολογικὲς καὶ φιλολογικὲς ἀπορίες περὶ 326 περίπου ζητημάτων τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Λεξικόν: Περιλαμβάνει 8000 λήμματα κατὰ ἀλφαβητικὴ σειρά.

Εἰσαγωγὴ ἢ Ἐπαναγωγή: Νομοθέτημα, ποὺ δημοσιεύθηκε ἐπὶ Βασιλείου Α´ τοῦ Μακεδόνος καὶ ἀναφερόταν στὸ Δημόσιο Δίκαιο. Καταργήθηκε ἀργότερα μὲ τὸ ἔργο Πρόχειρος Νόμος.

Πέραν τούτων, ὁ Φώτιος συνέγραψε μεγάλο ἀριθμὸ Ἐπιστολῶν, Ὁμιλιῶν καὶ Λόγων ὑψηλοῦ ἐπιπέδου καὶ μὲ ποικίλο περιεχόμενο.

3. Κώδ. Ἱεροσολύμων Μονῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ 40 (Τυπικὸν τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας), φ. 100r, ὅπου ὁ ἀρχαιότερος ἐπίσημος καθορισμὸς τῆς μνήμης τοῦ M. Φωτίου κατὰ τὴν 6η Φεβρουαρίου

Ἡ Ἐκκλησία μας τὸν ἐνέταξε κατὰ τὸν 10ο  αἰώνα καὶ ἐπίσημα στὸ Ἁγιολόγιο καὶ Ἑορτολόγιό της, ὅπως μαρτυρεῖται ἐμφαντικὰ στὸ Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας6 καὶ στὸ Συναξάριον Κωνσταντινουπόλεως7. Σὲ χειρόγραφο μάρτυρα τοῦ πρώτου, ποὺ χρονολογεῖται στὰ μέσα τοῦ 10ου αἰώνα, τὸν κώδικα Ἱεροσολύμων Μονῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ 40, ὁ ἑορτασμὸς τῆς μνήμης τοῦ M. Φωτίου καθορίζεται τὴν 6η Φεβρουαρίου, ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του, καί, ἐπιπλέον, περιγράφεται ἡ τυπικὴ διάταξη τῆς ἑορτῆς του: «Tελεῖται δὲ ἡ αὐτοῦ σύναξις ἐν τῷ προφητείῳ τοῦ ἁγίου προφήτου καὶ βαπτιστοῦ Ἰωάννου τῷ ὄντι ἐν τοῖς Ἠρεμίας, ἕωθεν ἀπὸ τῆς Mεγάλης Ἐκκλησίας ἐξιούσης τῆς λιτῆς καὶ ἀπερχομένης ἐν τῷ Φόρῳ, καὶ μετὰ τὰς ἐκεῖσε συνήθεις εὐχάς, παραγινομένης ἐν τῇ εἰρημένῃ συνάξει» .

4. Μικρογραφία τοῦ κώδικος Μεγίστης Λαύρας 449 (Δ.73) (τέλη 9ου/ἀρχὲς 10ου αἰ.), φ. Or, ὅπου παρίσταται ὁ ἅγιος Φώτιος καθήμενος ἐπὶ θρόνου, ἀπαντώντας στὰ ἐρωτήματα τοῦ φίλου του μητροπολίτου Κυζίκου Ἀμφιλοχίου

Περαιτέρω, σὲ μικρογραφία στὸν κώδικα Μεγίστης Λαύρας 449 (Δ73), ποὺ χρονολογεῖται τέλη 9ου/ἀρχὲς 10ου αἰώνα, τὸ ἀρχαιότερο χειρόγραφο μὲ τὸ ἔργο Ἀμφιλόχια τοῦ Μεγάλου Φωτίου, ἀπαντᾶται ἡ ἰδιαίτερα σημαντικὴ ἀρχαιότερη ἀπεικόνιση τοῦ Φωτίου μὲ φωτοστέφανο ἁγιότητας.

Ἀκόμη, ἡ μνήμη του ἐντάσσεται, τουλάχιστον ἀπὸ τὸν 11ο αἰώνα, σὲ Μηνολόγια Εὐαγγελισταρίων κατὰ τὴν 6η Φεβρουαρίου8 .

Ἰδιαίτερα σημαντικὴ τυγχάνει ἡ σχετικὴ μαρτυρία στὸν Βίο τοῦ ὁσίου Eὐθυμίου τοῦ νέου († 897), στὴν ὁποία ἀναφερθήκαμε ἤδη προηγουμένως. «Πρόκειται γιὰ τὸ κείμενο ὅπου ἔχει ἐντοπισθεῖ ἡ ἀρχαιότερη καὶ ἴσως ἡ πιὸ σημαντικὴ μαρτυρία γιὰ τὴν ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητος τοῦ M. Φωτίου, λίγα μόλις ἔτη μετὰ τὸ θάνατό του. Ὁ βιογράφος τοῦ Eὐθυμίου, ἐπίσκοπος Bασίλειος, εἰσάγει στὴν §12 τοῦ Bίου μία ἀρκετὰ ἐκτενὴ παρέκβαση, ὅπου ἐξιστορεῖ τὴν ἄνοδο τοῦ Ἰγνατίου στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Kωνσταντινουπόλεως καὶ τὴν μετὰ δέκα ἔτη ἐκθρόνισή του ‘‘ὑπὸ τῶν τότε δυναστευόντων τῇ βασιλεῖ’’

5. Μηνολόγιον Εὐαγγελισταρίου κώδ. Vat. Gr. 350 (11ου αἰ.), φ. 300r, ὅπου στὶς 6 Φεβρουαρίου ὁρίζεται «μνήμη Φωτίου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως»

Στὴ συνέχεια περιγράφει τὴ φυγὴ τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς τῶν Πισσαδινῶν Nικολάου ἀπὸ τὴ Mονή του, πράξη ποὺ ἀποσκοποῦσε στὸ νὰ μὴν ἔλθει σὲ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία (‘‘ὡς ἀκοινώνητος μείνειεν’’) μὲ τὸ νέο πατριάρχη, τὸν Φώτιο, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Bασίλειος προσθέτει: ‘‘καὶ ταῦτα ὀρθοδόξου ὄντος καὶ πάσαις ταῖς ἀρεταῖς ἀπαστράπτοντος τοῦ νέου πατριάρχου· Φώτιος γὰρ ἦν ὁ μακάριος, ὁ φωτὸς ἀκτῖσι φερωνύμως τοῦ ὀνόματος πλήθει διδασκαλιῶν καταλάμψας τὰ πέρατα, ὁ ἐξ αὐτῶν σπαργάνων ἀφιερωθεὶς τῷ Xριστῷ, ὡς ὑπὲρ τῆς αὐτοῦ εἰκόνος δημεύσει καὶ ἐξορίᾳ, τούτοις δὴ τοῖς ἀθλητικοῖς ἐκ προοιμίων ἀγῶσι, συγκοινωνήσας τῷ γεννήτορι, οὗ καὶ ἡ ζωὴ θαυμαστὴ καὶ τό τέλος ἐπέραστον, ὑπὸ Θεοῦ τοῖς θαύμασι μαρτυρούμενον’’»9.

6. Μηνολόγιον Εὐαγγελισταρίου κώδ. Par. Gr. 294 (12ου αἰ.), σ. 439, ὅπου στὶς 6 Φεβρουαρίου ἡ μνήμη «Φωτίου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως»

Παρόλο ποὺ ἡ ἀρετὴ καὶ ἁγιότητα τοῦ Μεγάλου Φωτίου ἀναγνωρίσθηκε ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἐχθρούς του, ποὺ εἶχαν ὅμως ἀντικειμενικότητα ἀπόψεων, ἀπὸ ἕνα πολὺ περιορισμένο κύκλο ἀκραίων ἰγνατιανῶν ἢ ἀκόμη καὶ ἀπὸ μόνο ἕνα πρόσωπο, τὸν Νικήτα Δαβὶδ Παφλαγόνα, μεθοδεύθηκε μὲ ὁρισμένα κείμενα, ἀπὸ ἐμπάθεια καὶ μόνον, ἡ δυσφήμηση τοῦ ἀκραιφνοῦς φωστῆρα τῆς Ὀρθοδοξίας Φωτίου, ποὺ ὁδήγησε στὴν παραμόρφωση τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας. Πιθανῶς γιὰ τοὺς λόγους τούτους νὰ μὴν ἔλαβε ἔκταση ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Φωτίου κατὰ τοὺς ὑστεροβυζαντινοὺς χρόνους. Πάντως ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ κάτι, ποὺ ὑπογραμμίζει καὶ ὁ ἀγαπητὸς καθηγητὴς Πατρολογίας καὶ Ἁγιολογίας στὸ ΑΠΘ, κ. Συμεὼν Πασχαλίδης: «Στὸ πλαίσιο τῆς ζωηρῆς θεολογικῆς κινητικότητος ποὺ ἀναπτύχθηκε κατὰ τὸ 14ο  καὶ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 15ου αἰ., οἱ ὁποῖοι σηματοδοτοῦν μία μακρὰ περίοδο δογματικῶν ἀντιπαραθέσεων μεταξὺ τῆς ἀνατολικῆς καὶ δυτικῆς Ἑκκλησίας, ἐντάσσεται καὶ ἡ ἀναμόχλευση τοῦ ζητήματος τῆς ἁγιότητας σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν κανονικότητα τῆς πατριαρχικῆς ἐκλογῆς τοῦ Φωτίου, γιὰ τὸ ὁποῖο ὁ ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Nεῖλος Kαβάσιλας  συνέγραψε τὸ ἔργο Περὶ τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς συνόδου, ἥτις ἀποκατέστησε Φώτιον τὸν ἁγιώτατον πατριάρχην εἰς τὸν θρόνον Κωνσταντινουπόλεως καὶ διέλυσε καὶ τὰ σκάνδαλα τῶν δύο ἐκκλησιῶν, τῆς τε παλαιᾶς καὶ νέας Pώμης. Μὲ τὸ ἴδιο θέμα σώζεται, ἄλλωστε, καὶ ἕνα ἔργο τοῦ ἁγίου Mάρκου τοῦ Eὐγενικοῦ»10.

*   *   *

7. Ὁ βυζαντινὸς ναὸς τοῦ Μεγάλου Φωτίου κοντὰ στὴν Ἁγία Τριάδα Γιαλούσας στὴν Καρπασία

Ἡ τιμὴ τοῦ θεοφόρου Φωτίου, παραδόξως ἀφικνύεται ἐνωρὶς στὴν Κύπρο. Στὴ νῆσο ὑπάρχουν ἐννέα ναοὶ καὶ ὀκτὼ ἁγιωνύμια Ἅγιος Φώτιος11, ποὺ ἐκεῖ τιμῶνται συχνὰ οἱ μάρτυρες Φώτιος καὶ Ἀνίκητος (12 Αὐγούστου), χωρὶς νὰ γνωρίζουμε πάντοτε μὲ βεβαιότητα τὸ ποιός ὁμώνυμος ἅγιος ἐτιμᾶτο ἐκεῖ ἀρχικά. Μὲ βεβαιότητα ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως τιμᾶται σὲ ὁμώνυμό του ναὸ μεταξὺ Γιαλούσας καὶ Ριζοκαρπάσου στὴν Καρπασία , χρονολογούμενο στὴ σημερινή του μορφὴ στὸν 10ο-12ο αἰώνα, μὲ μεταγενέστερες (15ου/16ου αἰ.) τοιχογραφίες, οἱ περισσότερες τῶν ὁποίων συλήθηκαν καὶ ἀποτοιχίσθηκαν ἀπὸ Τούρκους ἀρχαιοκάπηλους.

8. Νωπογραφίες τῶν ἁγίων Φωτίου τοῦ Μεγάλου καὶ Πολυχρονίου στὸ καθολικὸ τοῦ Χριστοῦ Ἀντιφωνητῆ στὴν Καλογρέα Κερύνειας (12ου αἰ.), πρὶν τὸ 1974

Τὴν ἴδια τύχη εἶχε καὶ ἡ ἀρχαιότερη γνωστὴ (πανορθοδόξως;) τοιχογραφία τοῦ ἁγίου στὸ καθολικὸ τοῦ Χριστοῦ Ἀντιφωνητῆ τῆς ἀπὸ χρόνια διαλελυμένης μονῆς στὴν Καλογρέα τῆς Κερύνειας (τέλη 12ου αἰ.). Ἡ τοιχογραφία τοῦ Μ. Φωτίου (ὅπως φαίνεται στὶς σχετικὲς φωτογραφίες ποὺ δημοσιεύουμε ἐδῶ, Εἰκ. 8-9), καταστράφηκε κατὰ τὴν προσπάθεια ἀρχαιοκαπήλων νὰ τὴν ἀποτοιχίσουν γιὰ νὰ τὴν ἐξαγάγουν καὶ πωλήσουν στὸ ἐξωτερικό.

9. Νωπογραφίες τῶν ἁγίων Φωτίου τοῦ Μεγάλου καὶ Πολυχρονίου στὸ καθολικὸ τοῦ Χριστοῦ Ἀντιφωνητῆ στὴν Καλογρέα Κερύνειας (12ου αἰ.), μετὰ τὸ 1974

Νὰ εὐχόμαστε, ὁ πολύαθλος βίος τοῦ παμμάκαρος Πατρὸς ἡμῶν Φωτίου τοῦ Μεγάλου, νὰ καταστεῖ ὑπόδειγμα τῆς κατὰ δύναμιν μίμησης ἀπὸ ὅλους μας, ἀπὸ πατριάρχες, ἀρχιερεῖς, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, στὴν ὁμολογία τῆς ἀκραιφνοῦς Πίστεως, στὴν ὑπομονὴ τῶν διωγμῶν καὶ συκοφαντιῶν καὶ ἀδικιῶν, στὸ ἱεραποστολικὸ ἄνοιγμα στοὺς ἐγγὺς καὶ στοὺς μακράν, στὴν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον.

Ταῖς τοῦ Μεγάλου Φωτίου πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, φώτισον καὶ ἡμῶν τὰ ὄμματα τῶν ψυχῶν καὶ ὁδήγησον ἡμᾶς ἐν τῷ φωτὶ τῶν ἐντολῶν Σου πρὸς τὸ ἀνέσπερον Φῶς τῆς οὐρανίου Σου βασιλείας. Ἀμήν.

Πτωχόν σοι ψέλλισμα, ὦ Φώτιε μέγα,
δέχου τὸ παρὸν σμικροῦ σοι ὁμωνύμου,
ἀμείβων αὐτῷ ἀμπλακημάτων λῦσιν,
λιταῖς σου δ᾽ ἀξιῶν ζωῆς αἰωνίου.

Ἀπολυτίκιον νέον Μεγάλου Φωτίου
Ποίημα Α.Φ.Ι.

Ἦχος α´. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τοῦ Φωτὸς τοῦ τριφώτου κοινωνὸν καὶ ἐπώνυμον
καὶ μυσταγωγὸν τῆς Τριάδος,
τῶν δογμάτων ἐκφάντορα,
τὸν πλήρη χαρισμάτων θεϊκῶν,
ὁμότροπον τοῦ Λόγου τῶν μυστῶν,
τὸν θαυμάτων ἐκ τοῦ τάφου ποταμηδὸν κρουνοὺς ἀναβλυστάνοντα,
πόθῳ ἐγκωμιάσωμεν πιστοί,
χαίροις, βοῶντες, Φώτιε,
Πρόεδρε Ῥώμης Νέας καὶ κλεινὸν
Ὀρθοδόξων ἔρεισμα.

ΕΠΙΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ βεβαίως δὲν ἐξαντλεῖ τὰ περὶ τοῦ ἁγίου Φωτίου, ἀλλὰ πάντως στηρίζεται σὲ σοβαρὲς σχετικὲς μελέτες. Ἀποτελεῖ ἐπιτομὴ τοῦ βίου του, ταπεινὴ ἐκπλήρωση ὀφειλῆς μου στὸν μεγάλο τοῦτο θεοφόρο Πατέρα, τοῦ ὁποίου ἔλαβα τὸ ὄνομα κατὰ τὴν εἰς ἱερομόναχον χειροτονία μου ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου πνευματικοῦ μου πατρός, Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου (†2012). Ἰδιαίτερα χρήσιμα γιὰ μᾶς, ὅπου καὶ περαιτέρω βιβλιογραφία, ἦταν τὰ ἑξῆς: Συναξάριο τοῦ ἁγίου στό, Μακάριος Σιμωνοπετρίτης, ἱερομόναχος, Νέος Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (διασκευὴ ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ καὶ ἐπιμ. ἱεροῦ Κοινοβίου Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου), τόμ. 6 (Φεβρουάριος), σσ. 69-76· Πασχαλίδης, Συμεών, «Ἡ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ Μ. Φωτίου καὶ ἡ ἔνταξή του στὸ Ἑορτολόγιο. Καταγραφὴ καὶ ἀνάλυση τῶν φωτιανῶν καὶ ἀντιφωτιανῶν πηγῶν», στό: Mνήμη ἁγίων Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ Mεγάλου Φωτίου ἀρχιεπισκόπων Kωνσταντινουπόλεως. Πρακτικὰ Ἐπιστημονικοῦ Συμποσίου (14-17 Ὀκτωβρίου 1993), Θεσσαλονίκη 1994, σσ. 145-186 [=Πασχαλίδης]· λῆμμα «Φώτιος Α´ ο Μέγας. Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως», ΜΟΧΕ 12, σσ. 559-561.

Ἀπὸ ἄλλους τὸ ἔτος γέννησής του τοποθετεῖται στὸ 820.

Photii Patriarchae Constantinopolitani Epistulae et Amphilochia, ἐκδ. B. Laourdas-L. G. Westerink, τ. I, Leipzig 1983, σ. 152 (ἐπ. 114.2-6). Πρβλ. Π. Xρήστου, «Ἡ οἰκογένεια τοῦ ἱεροῦ Φωτίου», EEΘΣΠΘν.σ. [Tμ. Ποιμαντικῆς] 2 (1992), σσ. 22-25.

3Synaxarium Ecclesiae Constantinopolitanae, ἐκδ. H. Delehaye, Bruxellis 1902, στ. 682.9-20.

4Πασχαλίδης, σσ. 152-153.

5Νὰ ὑπενθυμίσουμε ὅτι ὁ ἅγιος τοῦτος ἐξέφρασε καὶ ἄλλες κακοδοξίες, δικαιολογήθηκε ὅμως ἐκ τῶ νὑστέρων ἕνεκα τῆς ἀγνοίας τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καθὼς καὶ τῆς θεολογίας τῶν μεγάλων Ἑλλήνων Πατέρων τοῦ 4ου αἰ., καὶ ἐντάχθηκε στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι διὰ ταῦτα, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα.

Mateos, J., Le Typicon de la Grande Église. Ms Sainte-Croix no 40Xe siècle. Introduction, texte critique, traduction et notes, [OCA 165], τ. I, Roma 1962, σ. 228.6-11.

7Synaxarium Ecclesiae Constantinopolitanae, ἐκδ. H. Delehaye, Bruxellis 1902, στ. 448.19-23.

8Γιάγκου, Θεόδωρος Ξ., «Ὁ κύκλος τῶν ἑορταζομένων ἁγίων καὶ οἱ Κύπριοι ἅγιοι. Προσέγγιση τῆς τάξεως μὲ βάση τοὺς Κανόνες καὶ  τὰ Λεξιονάρια», Κανόνες καὶ Λατρεία, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 117-118.

9 Πασχαλίδης, σσ. 150-151.

10  Ὅπ. ἀν. σ. 174.

11Christodoulou, Menelaos and Konstantinidis, Konstantinos, A complete Gazetteer of Cyprus, τόμ. I, Nicosia 1987, σσ. 60-61.

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ ΙΖ΄ Λουκᾶ (τοῦ Ἀσώτου)

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ ΙΖ΄ Λουκᾶ (τοῦ Ἀσώτου), ποὺ τελέσθηκε στὸ ἱερὸ ἡσυχαστήριο Ὁσίου Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὼφ στὴ Σκουριώτισσα, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (03.03.2024).

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου: Λόγος στην Παραβολή του Ασώτου

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Ας πούμε, λοιπόν, περί της μετανοίας, αυτά που είπεν ο Χριστός, ο Δεσπότης και φιλάνθρωπος Υιός του φιλανθρώπου Πατρός, ο μόνος γνήσιος εξηγητής της Πατρικής Ουσίας. Ας αναπτύξουμε όλην την Παραβολήν για τον Άσωτον, για να μάθουμε από αυτήν πώς πρέπει να προσευχώμεθα στον Απροσπέλαστον και πώς να ζητούμε συγχώρηση των αμαρτιών μας.

Ο Σωτήρ εδώ διαλέγεται όχι αντικειμενικώς, αλλά Παραβολικώς. Γι’ αυτό και για τον Πατέρα του ομιλεί σαν για κάποιον άνθρωπον, όπως και για τους δούλους, ομιλεί σαν να είναι τέκνο, για να δείξει την στοργήν του Θεού προς τους ανθρώπους. Κάποιος άνθρωπος, λέγει, είχε δύο υιούς. Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος; Είναι ο Πατήρ των οικτιρμών και Θεός κάθε παρηγοριάς. Ποιοι ήταν αυτοί οι δύο υιοί; Ήσαν οι δίκαιοι και οι αμαρτωλοί. Ήσαν αυτοί που τηρούσαν τα θεία προστάγματα και οι παραβαίνοντες τις εντολές του Θεού. Και είπεν ο νεώτερος στον πατέρα του. Και ποιος είναι αυτός ο νεώτερος υιός; Αυτός που έχει άστατη γνώμη και μεταφερόμενος εδώ και εκεί από τους ανέμους της νεότητος. Και εκ φύσεως μεν ανεγνώρισε τον Πλάσαντα ως Πατέρα, αλλά εκ κακής προαιρέσεως δεν Τον ετίμησε. Και λέγει. Πατέρα, δος μου το ανάλογον της περιουσίας που μου ανήκει. Καλώς εζήτησεν από τον Θεόν τον θεϊκόν πλούτον, αλλά κακώς εδαπάνησε. Και ο πατέρας εχώρισεν στα παιδιά την περιουσίαν. Έδωσεν σ’ αυτούς, ως Κτίστης, όλην την κτίση. Παρέσχε σ’ αυτούς σώματα και λογικές ψυχές, που από τον ορθόν λόγον χειραγωγούμενοι να μη διαπράττουν τίποτε παράλογο. Έδωσεν σ’ αυτούς τον νόμον Του, τον φυσικόν και τον γραπτόν ωσάν θείον παιδαγωγόν. Και έτσι με τον νόμον παιδαγωγούμενοι εφαρμόσουν τις θελήσεις του Νομοθέτου.

Και ύστερα από λίγες ημέρες μάζεψε το μερίδιό του, ο νεώτερος υιός (ωσάν νεώτερος ενήργησε) “απεδήμησεν εις χώραν μακράν”. Έφυγεν από τον Θεόν και έφυγε και ο Θεός απ’ αυτόν. Ο Θεός δεν εκβιάζει εκείνον που δεν θέλει να υποταχθεί. Γιατί όλες οι αρετές είναι καρπός ελευθερίας και όχι εξαναγκασμού. Και εκεί διεσκόρπισεν την περιουσίαν του ζώντας ασώτως. Εκεί όλον τον πλούτο της ψυχής του τον έχασε. Εκεί εναυάγησε με σαρκικές τέρψεις. Εκεί παίζοντας και εμπαιζόμενος κατήντησε πένης. Εκεί αγοράζοντας ψυχοφθόρες ηδονές και γέλωτες, εκέρδησε αιτίες δακρύων.

Και τις μεν αρετές που είχε, τις έχασε. Τις δε κακίες, που δεν είχε απέκτησε. Αφού εδαπάνησε όλον τον πλούτον του (γιατί είναι αδύνατον να παραμείνει ο πλούτος της χάριτος σ’ αυτούς που ζουν αισχρώς), έγινεν στην χώρα αυτήν ισχυρός λιμός. Γιατί όπου δεν καλλιεργείται το σιτάρι της σωφροσύνης, εκεί λιμός ισχυρός.

Όπου δεν φυτεύεται η άμπελος της εγκρατείας, εκεί λιμός ισχυρός. Όπου το σταφύλι της αγνότητος δεν ληνοπατείται, εκεί λιμός ισχυρός. Όπου το ουράνιον γλεύκος δεν τρέχει, εκεί λιμός ισχυρός. Όπου υπάρχει ευφορία κακών εκεί πάντως θα υπάρχει αφορία των αγαθών. Όπου αφθονία των πονηρών πράξεων, εκεί πάντως σπανίζουν οι αρετές. Όπου δεν πηγάζει το έλαιον της φιλανθρωπίας, εκεί λιμός ισχυρός. Τότε, λοιπόν, αυτός άρχισε να στερείται τροφής. Γιατί δεν έμειναν σ’ αυτόν, παρά μόνον τα κακά της ακράτειάς του επειδή έπραξε τα κακά της αμαρτίας. Και αμέσως υπετάγη σε έναν πολίτην εκείνης της χώρας. Πολίτες δε εκείνης της χώρας ήσαν οι δαίμονες, όπου είχε μεταναστεύσει. Και ο πολίτης εκείνος, τον έστειλε στον αγρόν του να βόσκει χοίρους. Γιατί έτσι τιμούν οι δαίμονες αυτούς που τους τιμούν. Έτσι αγαπούν αυτούς που τους αγαπούν και αυτές τις δωρεές χαρίζουν σ’ αυτούς που τους υπακούουν.

Και επιθυμούσε να γεμίσει την κοιλίαν του με τα ξυλοκέρατα, από τα οποία έτρωγαν οι χοίροι. Τί σημαίνουν τα ξυλοκέρατα; Η γεύση τους είναι γλυκειά, αλλά συγχρόνως και σκληρή και τραχειά. Γιατί τέτοια είναι και η γεύση της αμαρτίας. Ευφραίνει μεν ολίγον, αλλά κολάζει πολύ. Τέρπει πρόσκαιρα και μαστίζει αιώνια.

Λοιπόν, ήλθε στον εαυτόν του και ενθυμηθείς την μακαριότητα στο πατρικό σπίτι και την τωρινήν αθλιότητα και σκεφθείς ποιος μεν ήταν όταν ήταν υποτασσόμενος στον Πατέρα και Θεόν, τί δε έγινε όταν υποτάχθηκε στους δαίμονες. λοιπόν αφού θυμήθηκε ολ’ αυτά, είπε. πόσοι μισθωτοί στον πατέρα μου έχουν ψωμί περίσσιον και εγώ πεθαίνω από την πείνα; Πόσοι τώρα κατηχούμενοι ευφραίνονται από τις Άγιες Γραφές; ενώ δε εγώ πεινώ για τα θεία λόγια; Ω, με πόσα κακά έντυσα τον εαυτόν μου! Γιατί απομακρύνθηκα από την μακαρία εκείνη ζωή; Ω, πόσων αγαθών στερήθηκα! Γιατί να εισέλθω στον χώρον αυτής, της θανατηφόρου ζωής; Τώρα έμαθα από αυτά που έπαθα, να μη εγκαταλείπει κανείς τον Θεόν. Τώρα έμαθα να παραμένω κοντά στον πάντοτε προστατεύοντα αυτούς που είναι πλησίον Του. Τώρα έμαθα να μη εμπιστεύεται κανείς τους ακαθάρτους δαίμονας, που διδάσκουν κάθε φθοράν και ακαθαρσίαν.

Τί λοιπόν λέγει; Θα σηκωθώ και θα υπάγω στον Πατέρα μου. Θα επιστρέψω καλώς απ’ όπου κακώς έφυγα. Θα υπάγω προς τον Πατέρα μου και Ποιητήν και Δεσπότην και κηδεμόνα και προνοητήν. Θα φθάσω στον Πατέρα μου, που με περιμένει από χρόνια και υποδέχεται με αγάπην αυτούς που επιστρέφουν στον οίκον Του. Λοιπόν, θα σηκωθώ να υπάγω στον Πατέρα μου και θα του ειπώ: Πατέρα, αμάρτησα στον ουρανόν και ενώπιόν Σου και δεν είμαι πλέον άξιος να ονομάζομαι υιός Σου. κάνε με σαν ένα από τους μισθωτούς δούλους Σου. Είναι αρκετά τα λόγια αυτά, για να σωθώ. Είναι αρκετόν το όνομα του Πατρός μου, για να Τον συγκινήσει. Γιατί δεν μπορεί ο Πατέρας μου, ακούγοντας το όνομά Του από εμένα, να μη φανεί και στα έργα Πατέρας. Δεν μπορεί να μη σπλαχνιστεί αφού είναι εύσπλαγχνος. Δεν δύναται να μη μου δώσει άφεση για τα ολισθήματά μου, μόλις ακούσει το “αμάρτησα” και δεν μπορεί να μη λησμονήσει την δίκαιαν οργήν Του, μόλις ακούσει την φωνήν μου. Γνωρίζω πόση δύναμη έχει η μετάνοια στον Θεόν. Γνωρίζω πόσον ισχυρά είναι τα δάκρυα στον Θεόν. Γνωρίζω ότι κάθε αμαρτωλός, που προσφεύγει στον Θεόν με θερμά δάκρυα, ωσάν τον Πέτρον, λαμβάνει άφεση των αμαρτιών του. Γνωρίζω την αγαθότητα του Θεού μου, γνωρίζω την ημερότητα του Πατρός μου. Θα με ελεήσει μετανοούντα, αφού δεν με εκόλασε αμαρτήσαντα.

Και σηκώθηκε και πήγε στον Πατέρα του, προσθέσας έτσι στην καλήν βουλήν την αγαθή πράξη. Γιατί δεν πρέπει μονάχα να θέλουμε την ωφέλειαν, αλλά να δείχνουμε με τις πράξεις τις αγαθές ροπές. Ευρισκόμενος ακόμη σε απόσταση από τον τόπον, που ήταν ο Πατέρας του, αλλά πλησίον όμως στον πρέποντα τρόπον, και σηκώνοντας τα χέρια του και κτυπώντας το στήθος του, που υπήρξεν εργαστήριον πονηρών λογισμών, το δε πρόσωπόν του προσηλώνοντάς το στη γη, τα δε δάκρυα των οφθαλμών του προβάλλοντας ωσάν πρεσβευτές και προμελετώντας την απολογίαν του. Και μόλις έφθασεν, ανεβόησε με δυνατή φωνή και με κλαυθμόν λέγοντας. Πατέρα, αμάρτησα στον ουρανόν και ενώπιόν Σου. Αμάρτησα, το γνωρίζω Χριστέ Δέσποτα και Θεέ. Τις αμαρτίες μου Συ μόνον γνωρίζεις. Αμάρτησα, ελέησε ως Θεός και Δεσπότης. Δεν είμαι άξιος να βλέπω τον ουρανόν και να παρακαλώ Σε τον Αγαθόν μου Δεσπότην, όπως είμαι γεμάτος από μεγάλα και απαίσια εγκλήματα. Δεν υπάρχει αριθμός των αμαρτιών μου. Ελέησε ως Αγαθός Θεός, που είσαι πάντοτε, ότι δεν είμαι άξιος να λέγομαι υιός Σου. Δέξαι με σαν ένα δούλον Σου.

Έτσι, ικετεύοντας από το βάθος της καρδιάς του, τον είδε Εκείνος, που βλέπει να πλημμελούν, αλλά να παραβλέπει εκείνους, που αμαρτάνουν, αναμένοντας την μετάνοιάν τους. Τον είδε ο Πατέρας του και τον ευσπλαγχνίσθη. Γιατί Πατέρας ήταν στην αγαθότητα αν και υπήρχε Θεός στην φύση. Έτρεξεν ο Πατέρας και έπεσεν επάνω στον τράχηλόν του και τον θερμοφίλησε. Δεν περίμενε τον αμαρτήσαντα να έλθει πλησίον Του, αλλά αυτός ο Πατέρας έσπευσε και προαπάντησε τον υιόν. Και δεν συχάθηκε τον τράχηλόν του, που ήταν γεμάτος από κηλίδες της ασωτείας και ακαθαρσίας. Αλλά αφού τον αγκάλιασε με τα άχραντα χέρια του, τον καταφιλούσε αχόρταγα, αυτόν που πάντοτε ποθούσε. Ω της αφάτου και φοβεράς ευσπλαγχνίας! Ω παραδόξου φιλανθρωπίας! Ω ξένων σπονδών! Ω ξένων καταλλαγών! Έπεισεν αμέσως τον Θεόν σε μια ροπήν, ώστε να συγκαταβεί στα δάκρυα και να παραβλέψει πλήθος αμέτρητον αμαρτημάτων.

Εθαύμασες, βλέποντας τον Θεόν να κολακεύει αμαρτωλόν; Ω της στοργής των πατρικών σπλάγχνων! Ο αμαρτωλός επί της γης εδάκρυσε και ο μόνος αναμάρτητος από τον ουρανόν έστρεψε τον εαυτόν του από φιλανθρωπίαν προς την γην. Ποιος είδε ποτέ τον Θεόν να κολακεύει αμαρτωλόν; Ποιος είδε τον δικαστήν να περιποιείται τον κατάδικον; Ποιος είδε ποτέ τον κατάδικον να τον κολακεύουν; Αλλά ο Θεός, όμως, παρηγορεί, όπως κάποτε τον Ισραήλ “Λαός μου”, λέγει, “σε τί σε αδίκησα ή σε τί σε ενώχλησα;” Και τώρα τα ίδια γίνονται, επειδή έτσι θέλει ο ευκατάλλακτος Θεός, έτσι συνηθίζει να νικάται από τον εαυτόν του ο Πατέρας των οικτιρμών και πάσης παρακλήσεως.

Και δεν αρκέστηκε σ’ αυτά ο άσωτος αυτός υιός, αλλά και στα αγαθά της μετανοίας όντας άσωτος, δεν ενόμισεν ότι είναι επαρκής η τόση φιλανθρωπία για την τέλειαν σωτηρίαν συγκριτικώς προς τα πλήθη των αμαρτημάτων του. Αλλά εκείνα, που εμελέτησε να ειπεί στον Πατέρα, αυτά έλεγε ενώπιόν Του με σχήμα ταπεινόν. Πατέρα, αν μου πρέπει να Σε ονομάζω Πατέρα (γιατί, μήπως αμαρτάνω φοβάμαι, ονομάζοντάς Σε Πατέρα και δεν υβρίζω με την κλήση αυτή το ανύβριστον όνομα. Ακόμη, αν η συνείδησή μου δεν μου κλείνει τα χείλη μου, αν οι κακές μου πράξεις δεν μου δένουν την γλώσσα, αν η αμαρτωλή ζωή μου εμποδίζει τον λόγον).

Πατέρα Άγιε, δέξαι δέηση ρυπαρά από στόμα ρυπαρόν. Πατέρα κατά χάριν, και Δημιουργέ κατά φύσιν, αμάρτησα στον ουρανόν και ενώπιόν Σου και δεν είμαι άξιος να λέγομαι υιός Σου. Αμάρτησα, ομολογώ τα παραπτώματά μου, δεν κρύβω αυτά που βλέπεις, δεν αρνούμαι αυτά που γνωρίζεις. Ως υπεύθυνος είμαι εδώ, ως παράνομος κατακρίνομαι, Συ ως κριτής ελέησόν με. Αμάρτησα στον ουρανόν (γιατί φοβούμαι ωσάν κατηγόρου φωνήν την μορφή του στερεώματος), ευλαβούμαι να ατενίσω στο φως της Θεότητος, έχοντας ρυπαρούς τους οφθαλμούς της διανοίας μου. Αμάρτησα στον ουρανόν και ενώπιόν Σου και δεν είμαι άξιος να ονομάζομαι υιός Σου.

Ιδού ανακηρύττω τον εαυτόν μου, κατακρίνω τον εαυτόν μου, κατά του εαυτού μου βγάζω απόφαση. Δεν χρειάζομαι δικαστήν να με καταδικάσει, δεν χρειάζονται κατήγοροι να με ελέγξουν, δεν έχω ανάγκην μαρτύρων για αποδείξεις. Μέσα μου έχω την συνείδηση, ωσάν δικαστήν αδέκαστον, στην ψυχήν μου υπάρχει το φοβερόν δικαστήριον, μέσα στην συνείδησή μου ευρίσκονται οι μάρτυρες, βλέπω με τα μάτια μου τους κατηγόρους μου. Τα θέατρα με κατηγορούν, οι ιπποδρομίες με κατακρίνουν, όσα έβλεπα στις θηριομαχίες με ελέγχουν. Η ασωτία μου με καταισχύνει, οι πράξεις μου με στηλιτεύουν, η τωρινή γυμνότης μου με φανερώνει, αυτά τα κουρέλια της ντροπής, που φορώ, με καταντροπιάζουν και δεν είμαι άξιος υιός Σου να λέγομαι. Ποίησόν με ως ένα των μισθίων Σου. Μήτε από την αυλήν Σου να με διώξεις, Δέσποτα, για να μη με εύρει πάλιν ο πολέμιος περιπλανώμενον και με συλλάβει σαν αιχμάλωτον. Αλλά ούτε πλησίον της φοβέρας Σου μυστικής Τραπέζης ελκύσεις με. Γιατί δεν τολμώ να βλέπω τα Άγια των Αγίων με μάτια ακάθαρτα. Άφησέ με να στέκωμαι μαζί με τους κατηχουμένους μέσα από τις θύρες της Εκκλησίας, ώστε, θεωρώντας τα τελούμενα μυστήρια, να ποθήσω, συν τω χρόνω, να μετάσχω πάλιν σ’ αυτά. Και λουόμενος με τα θεία νάματα, να καθαρίσω από την αισχύνη των αισχρών ασμάτων τον ρύπον, που παραμένει ακόμη στ’ αυτιά μου. Και βλέποντας τους μαργαρίτες (το Σώμα Σου) να τους παίρνουν ευσεβείς πιστοί, να επιθυμήσω και εγώ ν’ αποκτήσω χέρια άξια να τους υποδεχθούν.

Αυτά λέγοντας του Ασώτου, και κλαίοντας δυνατά, είπεν ο Πατέρας στους δούλους Του. Σε ποιους δούλους; Στους ιερείς και λειτουργούς των προσταγμάτων Του: Φέρετε γρήγορα την πρώτην στολήν και ενδύστε τον. Φέρετε την εξ ουρανών υφαντήν, αυτήν που κατεσκεύασεν το πνευματικόν πυρ. Φέρετε την στολήν, που υφαίνεται στα ύδατα της κολυμβήθρας. Φέρετε την στολήν, που κατασκευάζεται από την πνευματικήν φωτιά και ενδύστε τον. Ενδύσατε αυτόν, που απογυμνώθηκε, ενδύσατε τον νέον Αδάμ, που εγύμνωσεν ο διάβολος. Ενδύσατε τον βασιλέα της κτίσεως, κοσμήστε αυτόν, για τον οποίον εκόσμησα τον κόσμον, καλλωπίστε του υιού μου τα φίλτατα μέλη.

Δεν ανέχομαι να τον βλέπω ακαλλώπιστον. Δεν ανέχομαι να αφεθεί η εικόνα μου γυμνή. Θεωρώ εντροπήν δική μου την εντροπήν του δικού μου παιδιού. Θεωρώ δόξαν μου τον πλούτον του παιδιού μου. Δώστε και δακτυλίδι στο χέρι του, για να φορεί τον αρραβώνα του Αγίου Πνεύματος και φορώντας αυτό, να φρουρείται από αυτό το Άγιον Πνεύμα. Κι έτσι, περιφέροντας την σφραγίδα μου, θα είναι φοβερός σ’ όλους τους πολεμίους και εναντίους. Και φαινόμενος από μακρυά, να δείχνει ποιου Πατέρα είναι αυτός υιός. Δώστε του και υποδήματα στα πόδια του, για να μη εύρει πάλιν ο όφις γυμνήν την πτέρναν του και τον κτυπήσει με το κεντρί του, αλλά μάλλον αυτός να καταπατεί την κεφαλήν του δράκοντος και να συντρίψει του πολεμίου τα κέντρα, για να τρέχει στον δρόμον του Θεού.

Και στη συνέχεια, αφού φέρετε τον σιτευτόν μόσχον, θυσιάστε τον. Ποιον σιτευτόν μόσχον λέγει; Ποιον; Αυτόν που εγέννησε η δάμαλις Παρθένος Μαρία. Φέρετε τον μόσχον τον αδάμαστον, που δεν δέχθηκε ζυγόν αμαρτίας, τον Παρθένον και εκ Παρθένου, τον ακολουθούντα αυτούς, που Τον ακολουθούν όχι εξ ανάγκης, αλλ’ εκουσίως. Αυτόν, που δεν κάνει χρήση της δυνάμεώς Του ούτε των κεράτων Του, αλλά που πρόθυμα παραδιδόμενον να σφάζεται από τους ιερείς. Θυσιάστε, τον θεληματικώς θυσιαζόμενον, θυσιάστε αυτόν που ζωοποιεί τους θυσιάζοντες, θυσιάστε τον θυσιαζόμενον που όμως, δεν πεθαίνει. Θυσιάστε τον μελιζόμενον, που αγιάζει αυτούς, που τον μελίζουν. Θυσιάστε τον εσθιόμενον από τους πιστούς, που ποτέ δεν δαπανάται. Θυσιάστε τον αυτόν, που κάνει μακαρίους εκείνους που τον τρώγουν. Και αφού φάγομεν όλοι ας ευφρανθούμε. Γιατί ο υιός μου αυτός ήταν νεκρός και ξαναέζησε. ήταν απωλεσμένος και ευρέθηκε.

Και άρχισαν να ευφραίνωνται. Εσείς που γευτήκατε από αυτήν την θυσίαν, γνωρίζετε την πνευματικήν ευφροσύνην, και θυμάστε τα φρικτά μυστήρια, τους λειτουργούς της θείας ιερουργίας, που μιμούνται με τις λεπτές οθόνες, τα φτερά των Αγγέλων, όπως απλώνονται στους αριστερούς ώμους, και περιφερόμενοι στην εκκλησία, φωνάζουν: μη κανείς από τους κατηχουμένους, μη κανείς από τους μη εσθίοντας, μη κανείς κατάσκοπος, μη κανείς από εκείνους που δεν δύνανται να ιδούν το ουράνιον αίμα εκχυνόμενον “εις άφεσιν αμαρτιών”, μη κανείς ανάξιος της ζωντανής θυσίας, μη κανείς αμύητος, μη κανένας, που δεν δύναται, λό­γω των ακαθάρτων χειλέων του, να ψαύσει τα φρικτά μυστήρια.

Ύστερα οι Άγγελοι από τον ουρανόν, δοξολογούντες και λέγοντες: Άγιος ο Πατέρας, που θέλησε να θυσιασθεί ο σιτευτός μόσχος, που δεν γνώρισεν αμαρτία, καθώς λέγει ο Προφήτης Ησαΐας: “Ος αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι Αυτού”. Άγιος ο Υιός, μαζί και μόσχος, ο πάντοτε εκουσίως θυόμενος και πάντοτε ζωντανός. Άγιος ο Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον, που τελεσιούργησε την θυσίαν.

Όταν, λοιπόν, εγένοντο αυτά στο εσωτερικόν, ο πρεσβύτερος υιός, που έφθασε από μακρυά, άκουσε τις συμφωνίες και τους χορούς. Και προσκαλώντας ένα δούλον, ερωτούσε να μάθει τί σημαίνουν αυτά, γιατί ακούω μουσικές: Ο δούλος του είπε. ο Δαβίδ ο Προφήτης ψάλλει τον στίχον “τότε ανοίσουσιν επί το θυσιαστήριόν Σου μόσχους”. Και προτρέπει τους παρόντες να φάγουν λέγοντας: “Γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος”. Ο δε Παύλος, ο εξηγητής των θείων μυστηρίων, φωνάζει δυνατά. “Το Πάσχα ημών, υπέρ ημών ετύθη Χριστός”. Η Εκκλησία πανηγυρίζει, ευφραίνεται και χορεύει. Ο πρεσβύτερος υιός λέγει στον δούλον: καλά, χωρίς να είμαι εγώ, άλλοι τα δικά μου μυστήρια, παρά την απουσίαν μου, απολαμβάνουν στο σπίτι μου; Ναι, απαντά, γιατί ήλθεν ο αδελφός σου και ο Πατέρας σου εθυσίασε το σιτευτόν μόσχον, επειδή χάρηκε που τον δέχθηκε υγιαίνοντα.

Και ο δίκαιος αδελφός ωργίσθηκε και δεν θέλησε να εισέλθει στο σπίτι του. Ο δίκαιος, λοιπόν, ωργίσθηκε και υποδουλώθηκε στον φθόνον, αυτός που κατεπάτησε τα τερπνά της ζωής κυριεύτηκε από τον φθόνον; και πώς ο Παύλος λέγει. “εβουλόμην αυτός εγώ ανάθεμα είναι από Χριστού υπέρ των αδελφών μου, των συγγενών μου κατά σάρκα”; Ο Σωτήρας, όμως, δεν εσχημάτισε την Παραβολήν έτσι, ώστε να δείξει τον δίκαιον βάσκανον, αλλά για να διακηρύξει τον υπερβάλλοντα πλούτον της χρηστότητος του Πατρός Του. Και αυτό φανερώνεται από τα ακόλουθα. Η παραβολή λέγει ο Πατέρας του, εξήλθε από τον οίκον και παρηγορούσε τον υιόν του. Ω, ανεκφράστου σοφίας! Ω θεοφιλούς προνοίας! Και τον αμαρτωλόν ελέησε και τον δίκαιον εκολάκευσε. Και τον όρθιον δεν άφησε να πέσει και τον πεσόντα σήκωσε. Και τον πένητα επλούτισε και τον πλούσιον δεν άφησε να φτωχύνει με τον φθόνον.

Ο πρεσβύτερος είπε στον Πατέρα του: Τόσα χρόνια εγώ σου δουλεύω και ουδέποτε παρέβλεψα εντολήν Σου. Και σ’ εμένα ποτέ δεν έδωσες ένα ερίφιον, για να ευφρανθώ με τους φίλους μου. Αλλά “περιέρχομαι εν μηλωταίς, εν αιγείοις δέρμασιν, υστερούμενος, θλιβόμενος, κακουχούμενος”. Όταν δε ο υιός Σου αυτός ήλθεν, που σε κατεφρόνησε και σου κατέφαγε τον πλούτον με τις πόρνες, αμέσως θυσίασες για χάρι του τον μόσχον τον σιτευτόν. Και ούτε με λόγους τον κατηγόρησες, ούτε το Πρόσωπόν Σου απέστρεψας από την αθλιότητά του. Αλλά αμέσως τον εξενοδόχησες, και με λαμπρή στολή τον κατεκόσμησες, και το αστραφτερό χρυσό δακτυλίδι του εφόρεσες, και με υποδήματα τον ασφάλισες και την Εκκλησίαν άνοιξες και την τράπεζαν ευτρέπισες και τους κρατήρες εγέμισες. Αλλά και τον μόσχον τον σιτευτόν εθυσίασες και προσκάλεσες τους πιστούς στην ευωχίαν αυτήν και έκανες τους Αγγέλους να χορεύουν και παρεσκεύασες ένα παράξενον συμπόσιον με συμμετοχή της γης και του ουρανού. Και όλα αυτά και τις τόσες δωρεές προσέφερες σ’ αυτόν, που κατεφρόνησε την αγαθότητά Σου και ύβρισε την ευγένειά Σου. Τί να ειπώ για το βάθος και το πέλαγος των οικτιρμών Σου, πώς να θαυμάσω την θάλασσαν της ειρήνης και γαληνότητός Σου; Ελεείς, Κύριε, όλους γιατί τα πάντα ημπορείς και παραβλέπεις τα αμαρτήματα των ανθρώπων, που προσέρχονται μετανοούντες.

Ο δε Πατέρας του είπε: Τέκνον, συ είσαι πάντοτε μαζί μου. Εσύ δεν εχωρίσθης ποτέ από τους κόλπους μου. Εσύ από την Εκκλησίαν μου δεν απεμακρύνθης. Εσύ προσέχεις πάντοτε στους ψαλμούς και στους ύμνους. Εσύ συμπροσεύχεσαι πάντοτε μαζί με τους Αγγέλους. Εσύ στο Θυσιαστήριον παριστάμενος με παρρησία λέγεις, “Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά Σου”. Αυτός δε προσήλθε σ’ εμένα κατάκριτος, κατησχυμένος, στρέφοντας το πρόσωπόν του στην γη και με συντετριμμένη και σκοτεινή φωνή, εφώναξε: “Πατέρα μου, αμάρτησα στον ουρανόν και ενώπιόν Σου και δεν είμαι άξιος να λέγομαι υιός Σου. Πάρε με ως ένα μισθωτόν δούλον Σου”.

Εγώ, τέκνον, τί είχα να κάμω σ’ αυτά τα συγκλονιστικά λόγια; Ημπορούσα να μη ελεήσω τον δικόν μου υιόν, που επέστρεψε; Εσύ που θυμώνεις δίκασε. Ως φιλάνθρωπος που είμαι δεν μπορούσα να κάνω κάτι απάνθρωπον. Δεν ημπορώ να μη ελεήσω αυτόν, που εγώ εδημιούργησα. Δεν δύναμαι να μη λυπηθώ αυτόν που γέννησα από τα σπλάγχνα μου. Τέκνον, εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου και όσα έχω, όλα δικά σου είναι. Ο ουρανός δικός σου, το στερέωμα δικό σου, ο ήλιος δικός σου φωστήρας, η σελήνη δική σου υπηρέτρια, τα αστέρια δικά σου πολύφωτα, ο αέρας δικός σου τροφέας και όλα τα εναέρια δικά σου. Η γη και όσα φύονται, δικά σου, η θάλασσα και όσα είναι σ’ αυτή δικά σου. Ο κόσμος όλος, δικός σου. Η Εκκλησία, δική σου. Το Θυσιαστήριον, δικό σου. Ο μόσχος ο σιτευτός, δικός σου. Η θυσία, δική σου. Οι Άγγελοι, δικοί σου. Οι Απόστολοι, δικοί σου. Οι Μάρτυρες, δικοί σου. Τα παρόντα, δικά σου. Τα μέλλοντα, δικά σου. Η Ανάσταση, δική σου. Η αθανασία, δική σου. Η αφθαρσία, δική σου. Η βασιλεία των ουρανών, δική σου. Όλα τα φαινόμενα και νοούμενα, δικά σου.

Μήπως επήρα όσα έχεις και τα έδωσα σ’ εκείνον; Μήπως σε εγύμνωσα και εκείνον έντυσα; Μήπως εκ των πραγμάτων μου δεν εχάρισα το έλεος; Μήπως εξ ίσου δεν είμαι Πατέρας σου και εκείνου; Και εσένα τιμώ για την αρετήν σου και εκείνον ελεώ για την πολύ καλήν επιστροφήν του. Και εσένα ποθώ για τον ενάρετον βίον σου, και εκείνον ποθώ για την μετάνοιάν του. Και εσένα αγαπώ για την μακροθυμίαν σου, και εκείνον αγαπώ, που επέστρεψε σ’ εμένα. Και εσένα αγαπώ για την αρετήν σου, και εκείνον αγαπώ για την μετάνοιάν του.

Έπρεπε να ευφρανθείς και να χαρείς, που ο αδελφός σου αυτός ήταν νεκρός και ζωντάνεψε, ήταν χαμένος και ευρέθη. Ποιος βλέποντας νεκρόν να ανασταίνεται, δεν ευφραίνεται; Και ποιος ευρίσκει εκείνο που έχασε και δεν αγάλλεται; Έλα και εσύ, υιέ μου, να συνευφρανθείς μαζί μας και σκίρτησε μαζί με τους Αγγέλους και αγκάλιασε τον αδελφόν σου με μας και ψάλλε με τον Δαυίδ εκείνο το πνευματικό μέλος, που ταιριάζει στο τωρινό πανηγύρι μας. “Μακάριοι ων αφέθησαν αι ανομίαι και ων επεκαλύφθησαν αι αμαρτίαι. μακάριος ανήρ, ω ου μη λογίσηται Κύριος αμαρτίαν”.

Ακούσατε την θείαν Παραβολήν και εμάθατε το περιεχόμενόν της και την σημασία της εννοήσατε. Εμάθατε ότι έχομεν Κύριον φιλάνθρωπον και ανεξίκακον. Προς Αυτόν λοιπόν να καταφύγωμεν με καθαρή καρδιά. Ελάτε να φωνάξωμεν όλοι προς Αυτόν. Δέσποτα, Κύριε, φιλάνθρωπε, μονογενή Υιέ του Θεού, αμαρτήσαμεν στον ουρανόν και ενώπιόν Σου και δεν είμαστε άξιοι να γενώμεθα υιοί Σου, αλλά έχομεν το θάρρος στους οικτιρμούς Σου. Έχομεν ενέχυρο της φιλανθρωπίας Σου τον Τίμιον Σταυρόν, που υπέμεινες για μας. Έχομεν εγγυητές της ευσπλαγχνίας Σου την άλλοτε πόρνην και τον άλλοτε ληστήν. Εξ αφορμής αυτών, όλοι εμείς οι αμαρτωλοί, καταφεύγομεν στην φιλανθρωπία Σου. Όπως εκείνους μετέβαλες σε σεβασμίους και μακαρίους, Κύριε, και εμάς, που Σου προσπίπτομεν, ελέη­σον. Και όπως ανέστησες νεκρούς με την Σταύρωσή σου και εμάς, που νεκρωθήκαμεν από αμαρτίες, από την πολλήν Σου φιλανθρωπίαν ανάστησε, για να απολαύσουμε την Α­νάστασή Σου μαζί με τους λυτρωθέντες. Και να επιμείνωμεν στην δέηση αυτή, για να μας ειπεί ο Δεσπότης Χρι­στός. “Κατά την πίστιν υμών γενηθήτω υμίν”.

Και εσείς οι μέλλοντες να λάβετε την δωρεάν του Βαπτίσματος, να απορρίψετε κάθε αλλότριον λογισμόν και κατευθύνοντες τις ψυχές σας στον ουράνιον Νυμφίον, θα δεχθήτε την Χάριν του Αγίου Πνεύματος. “Ο Κύριος εγγύς, μηδέν μεριμνάτε”. Ο λυτρωτής στέκεται στην θύραν, ο ιατρός είναι εδώ, το ιατρείον άνοιξε, τα φάρμακα υπάρχουν, η κολυμβήθρα όλους τους δέχεται, η Χάρις έχει απλωθεί, η στολή υφαίνεται από τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. Μακάριοι αυτοί που αξιώνονται να φορέσουν την στολήν. Μόνον σεις ανάψτε τις λαμπάδες της πίστεως, έχοντας και άφθονον λάδι, ώστε, όταν ακουσθεί η φωνή την νύκτα, ιδού ο νυμφίος έρχεται, να εξέλθετε σε απάντησή Του με φαιδρές τις λαμπάδες, χορεύοντας και σκιρτώντας να φωνάζετε, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου. Σε Αυτόν να είναι η δόξα και η δύναμη, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες. Αμήν».


“Λόγος στην Παραβολή του Ασώτου”, Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
ΕΚΔΟΣΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
 
Πηγή: impantokratoros.gr

Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ: Ὁ σωσμένος Ἄσωτος

Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς
Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς

«Θὰ γίνη κάποτε λιμός», εἶπε ὁ προφήτης θρηνώντας τὴν Ἱερουσαλήμ, «ὄχι πείνα ἄρτου καὶ ὕδατος, ἀλλὰ πείνα γιά τὸν λόγο τοῦ Κυρίου». Εἶναι δέ ὁ λιμὸς στέρησις καὶ συγχρόνως ὄρεξις τῆς ἀναγκαίας τροφῆς. Ὑπάρχει ὅμως καὶ κάτι χειρότερο καὶ ἀθλιώτερο ἀπὸ αὐτὴν τὴν πείνα; ὅταν δηλαδὴ κάποιος, ἐνῶ στερεῖται τ’ ἀναγκαία γιά τὴν σωτηρία, δέν ἔχει συναίσθησι τῆς συμφορᾶς, ἐπειδὴ δέν ἔχει ὄρεξι γιά τή σωτηρία.

Ὅποιος πεινᾶ καὶ δέν διαθέτει τ’ ἀναγκαία, τριγυρίζει ἀναζητώντας ἕνα κόμματι ψωμιοῦ ὁπουδήποτε· κι’ ἂν εὕρει μουχλιασμένο ζυμάρι, ἢ τοῦ προσφερθεῖ κάποιος ἄρτος ἀπὸ κεχρὶ ἢ ἀπὸ πίτουρα ἢ κάτι ἄλλο ἀπὸ τὰ εὐτελέστατα εἴδη τροφῆς, χαίρεται τόσο πολύ, ὅσο ἐπονοῦσε προηγουμένως πού δέν εὕρισκε.

Ὅποιος ἐπίσης ἔχει πνευματικὴ πείνα, δηλαδὴ στέρηση καὶ συγχρόνως ὄρεξη γιά πνευματικὲς τροφές, τριγυρίζει ἀναζητώντας αὐτόν πού ἔχει ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ χάρισμα τῆς διδασκαλίας· κι’ ἂν εὕρει, τρέφεται εὐφρόσυνα μὲ τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ μὲ τὸν σωτήριο λόγο, ποὺ ὅποιος τὸν ἀναζητεῖ ἕως τὸ τέλος δέν πρόκειται νά μὴν τὸν εὕρει· «διότι ὅποιος αἰτεῖ λαμβάνει καὶ ὅποιος ἀναζητεῖ εὑρίσκει, καὶ στόν κρούοντα θ’ ἀνοίγει ἡ θύρα», εἶπε ὁ Χριστός.

Ὑπάρχουν ὅμως μερικοί πού μὲ τὴν πολυήμερη ἀτροφία τοῦ νοῦ ἔχασαν καὶ τὴν ὄρεξη τῆς τροφῆς· γι’ αὐτὸ δέν ἀντιλαμβάνονται τή ζημιά. Καὶ ἂν ἔχουν τὸν διδάσκαλο, δυσανασχετοῦν ἀκόμη καὶ στήν ἀκρόαση τῆς διδασκαλίας, ἐνῶ ἂν δέν ἔχουν, δέν ζητοῦν τὸν διδάσκαλο, διάγοντας ζωὴ ἁμαρτωλότερη ἀπὸ τὸν Ἄσωτο. Διότι ἐκεῖνος, ἂν καὶ μὲ τὴν ἀπομάκρυνσή του ἐστερήθηκε τοῦ κοινοῦ τροφέως καὶ πατρὸς καὶ κυρίου, περιέπεσε σὲ φοβερὸ λιμὸ καὶ συναισθανόμενος τὴν στέρηση μετενόησε καὶ ἐπανῆλθε, ἐπεζήτησε καὶ ἐπέτυχε τὴν Θεία καὶ ἀθάνατη τροφή, καὶ τόσο ἀπήλαυσε διὰ τῆς μετανοίας τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος, ὥστε νά προκαλέσει καὶ τὸν φθόνο γιά τὸν πλοῦτο του.

Εἶναι ὅμως προτιμότερο νά πάρωμε τὸ θέμα ἀπὸ τὴν ἀρχή, γιά νά ἐξηγήσωμε πρὸς τὴν ἀγάπη σας τὴν εὐαγγελικὴ αὐτὴ παραβολὴ τοῦ Κυρίου, ἀφοῦ καὶ σήμερα εἶναι διατεταγμένο νά διαβάζεται στήν ἐκκλησία.

«Κάποιος ἄνθρωπος εἶχε δυὸ υἱούς», λέγει. Ὁ Κύριος καλεῖ ἐδῶ τὸν ἑαυτὸ του ἄνθρωπο παραβολικῶς, κι’ αὐτὸ δέν ἔχει τίποτε τὸ παράξενο. Διότι, ἂν ἔγινε πραγματικὰ ἄνθρωπος γιά τή σωτηρία μας, τὶ τὸ παράδοξο νά προβάλλει τὸν ἑαυτὸ του ὡς ἕνα ἄνθρωπο γιά τὴν ὠφέλειά μας, αὐτός πού εἶναι πάντοτε κηδεμὼν καὶ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός μας, ὡς κύριος καὶ δημιουργὸς καὶ τῶν δύο, αὐτός πού εἶναι ὁ μόνος πού ἔδειξε σὲ μᾶς ἔργα ὑπερβολικῆς ἀγάπης καὶ κηδεμονίας, καὶ πρὶν ἀκόμη ἐμφανισθοῦμε;

Διότι πρὶν ἀπὸ μᾶς ἑτοίμασε γιά ἐμᾶς αἰώνια κληρονομία βασιλείας, ὅπως λέγει ὁ Ἴδιος, ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς γιά χάρη μας ἔπλασε τοὺς ἀγγέλους γιά ν’ ἀποστέλλωνται ὡς διάκονοι, ὅπως λέγει ὁ Παῦλος, στούς μέλλοντας νά κληρονομήσουν τή σωτηρία. Πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς γιά χάρη μας ἅπλωσε τὸν οὐρανὸ σ’ ὅλον τὸν αἰσθητὸ τοῦτον κόσμο, σὰν νά ἔστησε κάποια κοινὴ καὶ ὁμότιμη σκηνὴ σὲ ὅλους ἐμᾶς κατὰ τὴν παροδικὴ τούτη ζωή, τὸν ἴδιο ἀεικίνητο καὶ πολυκίνητο καὶ ἀκίνητο, ἀκίνητον, γιά νά μὴ προκαλεῖ στούς ἐνοικοῦντας φθορὰ μὲ τίς μεταπτώσεις του, πολυκίνητον, γιά νά συγκρατεῖται στόν χῶρο του μὲ τίς ἀντίρροπες κινήσεις του, ἀεικίνητον δὲ καθ’ ἑαυτὸν καὶ περιφέροντα μαζὶ του εὐτάκτως τὸ πλῆθος τῶν ἄστρων, ὥστε ἐμεῖς ἀφ’ ἑνὸς μὲν νά διδασκώμαστε τὸ πρόσκαιρο τῆς ζωῆς μας καὶ ν’ ἀπολαύωμε ὅλων τῶν σωμάτων του, ποὺ φθάνουν ἐπάνω ἀπὸ τὴν κεφαλὴ μας, κάθε φορὰ ἄλλα.

Γιά μᾶς πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς κατασκεύασε τὸν μεγάλο φωστῆρα γιά νά κυριαρχεῖ στήν ἡμέρα, καὶ τὸν μικρὸ γιά νά κυριαρχεῖ τῆς νύκτας. Κι’ ἐτοποθέτησε αὐτοὺς καὶ τὰ ἄλλα ἄστρα στό στερέωμα, γιά νά κινοῦνται μὲ αὐτό, συνυπάρχοντα καὶ παραλλάσσοντα πολυειδῶς, γιά νά εἶναι σημάδια τῶν καιρῶν καὶ τῶν χρόνων. Ἀπὸ αὐτὰ κανένα δέν χρειάζεται οὔτε ἡ νοερὰ φύσις, ποὺ εἶναι ὑπεραισθητή, οὔτε ἡ φύσις τῶν ἀλόγων ζώων, ποὺ ζεῖ μόνο κατὰ αἴσθηση. Γιά μᾶς λοιπὸν ἔγιναν, ποὺ μὲ τὴν αἴσθησι μὲν ἀπολαμβάνουμε καὶ τὶς ἄλλες δωρεὲς καὶ τὸ κάλλος τῶν βλεπομένων, μὲ τὸν νοῦν δὲ ἀντιλαμβανόμαστε τὰ σημεῖα αὐτά.

Γιά μᾶς πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς ἐθεμελίωσε τή γῆ, ἅπλωσε τή θάλασσα, ἐξέχυσε ἀφθόνως ἐπάνω ἀπὸ αὐτὰ τὸν ἀέρα, κι’ ἐπάνω ἀπὸ αὐτὸν παραπέρα ἄναψε πανσόφως τὴν φύσι τοῦ πυρός, ὥστε καὶ τὸ ὑπερβολικὸ ψῦχος τῶν κάτω νά μετριάζει περιγυρίζοντας καὶ νά μένει στόν τόπο του συγκρατώντας τό ἅπλωμά του. Ἂν δὲ καὶ τὰ ἄλογα ζῶα τὰ χρειάζονται αὐτὰ γιά τή συντήρησή τους, ἀλλὰ κι’ αὐτὰ ἐδημιουργήθηκαν πρὶν ἀπὸ μᾶς γιά ὑπηρεσία πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως ψάλλει καὶ ὁ προφήτης Δαβίδ.

Αὐτὸν λοιπὸν τὸν σύμπαντα κόσμο παρήγαγε ἀπὸ τὸ μηδὲν ὁ πλάστης μας πρὶν ἀπὸ τή δική μας πλάση, γιά τὴν σύσταση τοῦ σώματός μας. γιά τὴν βελτίωση δὲ τῶν ἠθῶν καὶ τὴν καθοδήγησι πρὸς τὴν ἀρετή τί δέν ἔκαμε ὁ φιλάγαθος δεσπότης; Τὸν ἴδιον αὐτὸν αἰσθητὸ κόσμο ἐπεξεργάσθηκε σὰν κάτοπτρο τῶν ὑπερκοσμίων, ὥστε διὰ τῆς πνευματικῆς θεωρίας γύρω ἀπὸ αὐτόν, σὰν διὰ μέσου μιᾶς θαυμασίας κλίμακος, νά φθάνωμε πρὸς ἐκεῖνα. Ἐνέβαλε μέσα μας ἔμφυτο νόμο, σὰν ἀπαρέγκλιτη στάθμη, ἀνεξαπάτητο κριτή καὶ ἀδιάψευστο διδάσκαλο, τὴν ἀτομικὴ στόν καθένα συνείδηση. Ἔτσι, ἂν εἴμαστε μὲ τὴν διάνοια συγκεντρωμένοι στον ἑαυτὸ μας, δέν θὰ χρειασθοῦμε ἄλλον διδάσκαλο γιά τὴν κατανοήση τοῦ ἀγαθοῦ, ἂν μὲ τὴν αἴσθηση διαπορθμεύσωμε καλῶς τὸν νοῦ πρὸς τὰ ἔξω, τὰ ἀόρατα τοῦ Θεοῦ καθορῶνται νοούμενα διὰ τῶν ποιημάτων, λέγει ὁ ἀπόστολος.

Ἀφοῦ λοιπὸν διὰ τῆς φύσεως καὶ τῆς κτίσεως ἄνοιξε τὸ διδασκαλεῖο τῶν ἀρετῶν, ὁ Ἴδιος ἐτοποθέτησε ἀγγέλους ὡς φύλακες, ἀνύψωσε πατέρες καὶ προφῆτες πρὸς καθοδήγηση, ἔδειξε σημεῖα καὶ τέρατα ὁδηγοῦντα πρὸς τὴν πίστη, μᾶς ἔδωσε τὸν γραπτὸ νόμο, βοηθητικὸ στό νόμο τῆς λογικῆς μας φύσεως καὶ στή διδασκαλία ἀπὸ τὴν κτίση. Τέλος, ἐπειδὴ τὰ περιφρονήσαμε ὅλα (ὤ, τὶ ῥαθυμία δικὴ μας καὶ τὶ μακροθυμία καὶ ἔγνοια τοῦ ὑπερβολικὰ ἀγαπῶντος ἐμᾶς!), μᾶς ἔδωσε τὸν Ἑαυτὸ του γιά χάρη μας, καί, κενώνοντας τὸν πλοῦτο τῆς θεότητος στό ἔσχατο κατάντημά μας ἐπῆρε τὴν φύση μας καί, γενόμενος ἄνθρωπος σὰν ἐμᾶς, διετέλεσε διδάσκαλός μας. Αὐτὸς μᾶς διδάσκει γιά τὸ μέγεθος τῆς φιλανθρωπίας του, ἐπιδεικνύοντάς την μὲ ἔργο καὶ λόγο, συγχρόνως δὲ ὁδηγεῖ σὲ μίμηση τῆς συμπαθείας του, ἐνῶ ἀποτρέπει ἀπὸ τὴν σκληροκαρδία τοὺς ὀπαδοὺς του.

Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀγάπη γεννᾶται καὶ μέσα στούς ἐπιμελητὰς τῶν πραγμάτων, ὅπως καὶ στούς ποιμένες τῶν προβάτων, ἐνυπάρχει δὲ καὶ στούς κυρίους τῶν κτημάτων, ὄχι ὅμως τόσο ὅσο στούς συνδεόμενους μὲ αἷμα καὶ συγγένεια, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς πάλι περισσότερο στούς πατέρες πρὸς τὰ παιδιὰ τους, ἀπὸ αὐτοὺς προσφέρει ἔνδειξη τῆς φιλανθρωπίας του, λέγοντας τὸν Ἑαυτὸ του ἄνθρωπο καὶ πατέρα ὅλων μας· ἐπειδὴ ἀφ’ ἑνὸς μὲν γιά μᾶς ἔγινε πραγματικὰ ἄνθρωπος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μᾶς ἀναγέννησε διὰ τοῦ θείου βαπτίσματος καὶ τῆς σ’ αὐτὸ χάριτος τοῦ Θείου Πνεύματος.

«Κάποιος ἄνθρωπος», λοιπόν λέγει, «εἶχε δυὸ υἱούς». Διότι ἡ διαφορὰ τῆς γνώμης ἐχώρισε σὲ δύο τὴν μία φύση καὶ ἡ διάκρισις μεταξὺ ἀρετῆς καὶ κακίας συνήγαγε τοὺς πολλοὺς σὲ δύο. Κι’ ἐμεῖς ἐξ ἄλλου μερικὲς φορὲς λέγομε διπλὸν τὸν ἕνα κατὰ τὴν ὑπόσταση, ὅταν ἔχει τὴν διπλότητα τοῦ ἤθους, καὶ λέγομε ἐπίσης τοὺς πολλοὺς ἕνα, ὅταν συμφωνοῦν μεταξὺ τους. «Προσελθὼν λοιπὸν ὁ νεώτερος υἱὸς εἶπε στον πατέρα»· εὐλόγως παρουσιάζεται νεώτερος· διότι προβάλλει αἴτημα παιδαριῶδες καὶ γεμάτο ἀφροσύνη. Καὶ ἡ ἁμαρτία δέ, τὴν ὁποία εἶχε στό νοῦ του σχεδιάζοντας τὴν ἀποστασία, εἶναι νεωτέρα, ἐφ’ ὅσον εἶναι ὑστερογενὲς εὕρημα τῆς κακῆς προαιρέσεώς μας· ἡ δὲ ἀρετὴ εἶναι πρωτογενής, ἀφοῦ στόν Θεὸ μὲν ἦταν ἀϊδίως, στήν ψυχὴ μας δὲ ἐμβλήθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ κατὰ χάρη.

Προσῆλθε δέ, λέγει, ὁ νεώτερος υἱὸς καὶ εἶπε στον πατέρα· «δός μου τὸ ἀνάλογο μέρος τῆς περιουσίας». Ὤ, ποία ἀφροσύνη!  δέν ἐγονάτισε,  δέν ἱκέτευσε, ἀλλ’ ἁπλῶς εἶπε· καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ τὸ μερίδιο καὶ ὡς ὀφειλὴ ἀπὸ ἐκεῖνον πού δίδει σὲ ὅλους κατὰ χάριν. Δός μου τὸ ἀνάλογο μέρος τῆς περιουσίας, πού μοῦ ἀνήκει κατὰ τὸ νόμο, τὴν μερίδα μου σύμφωνα μὲ τὸ δίκαιο. Καὶ ποῖος νόμος ὑπάρχει καὶ ἀπὸ ποῦ προέρχεται αὐτὸ τὸ δίκαιο, νά εἶναι οἱ πατέρες ὀφειλέτες στά παιδιά; Τὸ ἀντίθετο μάλιστα συμβαίνει, τὰ παιδιὰ ὀφείλουν στούς πατέρες, ὅπως ἡ ἴδια ἡ φύσις δεικνύει, ἀφοῦ ἔλαβαν ἀπὸ ἐκείνους τὴν ὕπαρξη. Ἀλλ’ εἶναι καὶ αὐτὸ δεῖγμα τοῦ νεωτερικοῦ φρονήματος.

Τί κάμνει λοιπὸν αὐτός πού βρέχει σὲ δικαίους καὶ ἀδίκους, ποὺ ἀνατέλλει τὸν ἥλιο σὲ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς; Τοὺς διεμοίρασε τὴν περιουσία, λέγει. Βλέπεις ὅτι αὐτὸς ὁ «ἄνθρωπος» καὶ πατέρας εἶναι ἀνενδεής; Ἀλλιῶς δέν θὰ ἐμοίραζε τὴν περιουσία στούς δυὸ μόνους οὔτε σὲ δυό μερίδια μόνο, ἀλλὰ θὰ ἐκρατοῦσε καὶ γιά τὸν ἑαυτὸ του μία τρίτη μερίδα. Αὐτὸς ὅμως, ὡς Θεός, ὅπως λέγει καὶ ὁ προφήτης Δαβίδ, μὴ ἔχοντας ἀνάγκη τῶν ἀγαθῶν τοῦ εἴδους αὐτοῦ, ἐμοίρασε, λέγει στά δύο αὐτὰ παιδιὰ μόνο τὴν περιουσία, δηλαδὴ τὸν κόσμο ὅλον. Διότι, ὅπως διαιρεῖται ἡ μία φύσις λόγῳ τῆς διαφορετικῆς γνώμης, ἔτσι διαιρεῖται καὶ ὁ ἕνας κόσμος λόγῳ τῆς διαφορετικῆς χρήσεως.

Πραγματικὰ ὁ ἕνας λέγει πρὸς τὸν Θεό, «ὅλη τὴν ἡμέρα ἅπλωσα πρὸς σὲ τὰ χέρια μου», καὶ «σὲ ὕμνησα ἑπτὰ φορὲς τὴν ἡμέρα», καὶ «τὸ μεσονύκτιο ἐξυπνοῦσα», καὶ «ἔκραξα πάρωρα», καὶ «ἤλπισα στά λόγιά σου», καὶ «τὰ πρωινὰ ἐφόνευσα ὅλους τοὺς ἁμαρτωλοὺς τῆς γῆς», δηλαδὴ ἀπέκοψα τὶς ὁρμὲς τῆς σαρκός πού κινοῦνται πρὸς ἡδυπάθεια· ὁ ἄλλος περνᾶ τίς ἡμέρες του στό κρασί καὶ κυττάζει ποῦ γίνεται πότος, διέρχεται τὶς νύκτες μὲ ἄσεμνες καὶ ἄθεσμες πράξεις, καὶ σπεύδει σὲ κρυφὲς δολοπλοκίες ἢ φανερὲς ἐπιβουλές, σὲ ἁρπαγές χρημάτων καὶ πονηρὰ σχέδια. Ἄρα δέν ἐμοίρασαν αὐτοὶ τὴν μία νύκτα καὶ τὸν ἕνα ἥλιο, καὶ πρὶν ἀπὸ αὐτὰ τὴν ἴδια τή φύση, ἀφοῦ τὴν κατεχράσθηκαν χωρὶς συμφωνία μεταξὺ τους; Ὁ δὲ Θεὸς διέθεσε ὅλη τὴν κτίση ἀδιαιρέτως σὲ ὅλους, προθέτοντάς την σὲ χρήση κατὰ τὴν βουλήσῃ τοῦ καθενός.

«Κι ἔπειτα ἀπὸ ὄχι πολλὲς ἡμέρες», λέγει, «ἀφοῦ τὰ συγκέντρωσε ὅλα ὁ νεώτερος υἱός, μετανάστευσε σὲ μακρινὴ χώρα». Πῶς δέν μετανάστευσε ἀμέσως, ἀλλὰ ἔπειτα ἀπὸ ὄχι πολλές, δηλαδὴ μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες; Ὁ πονηρὸς ὑποβολεὺς Διάβολος δέν ὑποβάλλει ταυτοχρόνως καὶ τὴν ἰδιορρυθμία καὶ τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ μὲ πανουργία ὑποκλέπτει βαθμιαίως τὴν διάθεση, λέγοντάς μας ψιθυριστά· καὶ σὺ ζῶντας μόνος σου, χωρὶς νά παρακολουθεῖς τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ οὔτε νά προσέχεις τὸν διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας, μπορεῖς ν’ ἀντιληφθεῖς τὸ καθῆκον καὶ μόνος σου καὶ νά μὴν ἀπομακρύνεσαι ἀπὸ τὸ ἀγαθό. Ὅταν δὲ ἀποσπάσει κάποιον ἀπὸ τὴν ἱερὰ ὑμνωδία καὶ ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ πρὸς τοὺς ἱεροὺς διδασκάλους, τὸν ἀπομακρύνει καὶ ἀπὸ τή Θεία ἐπίβλεψη, παραδίνοντάς τον στά πονηρὰ ἔργα. Διότι ὁ Θεὸς εὑρίσκεται παντοῦ· ἕνα εἶναι πού εὑρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, τὸ κακό, στό ὁποῖο φθάνοντας διὰ τῆς ἁμαρτίας ἀποδημοῦμε μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅπως λέγει ὁ Δαβὶδ πρὸς τὸν Θεό, «δέν θὰ διαμείνουν παράνομοι ἀπέναντι στούς ὀφθαλμούς σου».

Ἀφοῦ λοιπόν, λέγει, ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπομακρύνθηκε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ἀπεδήμησε σὲ μακρινὴ χώρα «ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν περιουσία του ζῶντας ἀσώτως». Πῶς ὅμως διεσκόρπισε τὴν περιουσία του; Ὑπεράνω ὅλων οὐσία καὶ περιουσία μας εἶναι ὁ ἔμφυτος νοῦς μας. Ἕως ὅτου λοιπὸν ἐμμένομε στούς τρόπους τῆς σωτηρίας, τὸν ἔχομε συνηγμένο στόν ἑαυτὸ του καὶ στόν πρῶτο καὶ ἀνώτατο νοῦ, τὸν Θεό· ὅταν ὅμως ἀνοίξωμε θύρα στά πάθη, ἀμέσως σκορπίζεται, περιπλανώμενος διαρκῶς γύρω στά σαρκικὰ καὶ τὰ γήινα, πρὸς τὶς πολύμορφες ἡδονὲς καὶ τοὺς ἐμπαθεῖς λογισμοὺς γι’ αὐτές. Τοῦ νοῦ πλοῦτος εἶναι ἡ φρόνησις, ποὺ παραμένει σ’ αὐτὸν καὶ διακρίνει τὸ καλύτερο ἀπὸ τὸ χειρότερο, ὅσον καιρὸ κι αὐτὸς παραμένει πειθαρχικὸς στίς ἐντολὲς καὶ συμβουλὲς τοῦ ἀνωτάτου Πατρός· ὅταν ὅμως ἀφηνιάσει αὐτός, κι ἡ φρόνησις σκορπίζεται σὲ πορνεία καὶ ἀφροσύνη, μοιραζόμενη τίς κακίες τῶν δύο μερῶν.

Θὰ ἰδεῖς τοῦτο καὶ σὲ ὅλες τίς ἀρετὲς καὶ δυνάμεις μας, ποὺ εἶναι πραγματικὰ πλοῦτος μας, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἡ κακία εἶναι πολυσχεδής, ὅταν κλίνῃ πρὸς αὐτήν, σκορπίζεται. Διότι ὁ ἴδιος ὁ νοῦς στρέφει τὴν ἐπιθυμία πρὸς τὸν ἕνα καὶ πραγματικὰ ὄντως Θεό, τὸν μόνον ἀγαθό, τὸν μόνον ἐφετό, τὸν μόνον παρέχοντα τὴν ἡδονὴ ἀπηλλαγμένη ἀπὸ κάθε ὀδύνη. Ὅταν ὅμως ὁ νοῦς ἀποχαυνωθεῖ, ἡ δύναμις τῆς ψυχῆς πρὸς τὴν ὄντως ἀγάπη ἐκπίπτει ἀπὸ τὸ ὄντως ὀρεκτὸ καί, διασπωμένη πρὸς τὶς ποικίλες ὀρέξεις τῆς ἡδυπαθείας, σκορπίζεται, ἑλκυσμένη ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος πρὸς τὴν ἐπιθυμία τροφῶν μὴ ἀναγκαίων, ἀπὸ τὸ ἄλλο πρὸς τὴν ἐπιθυμία πραγμάτων ἀχρήστων, καὶ ἀπὸ τὸ τρίτο πρὸς τὴν ἐπιθυμία τῆς κενῆς καὶ ἄδοξης δόξας. Κι ἔτσι κατακερματιζόμενος ὁ ἄθλιος ἄνθρωπος καὶ συρόμενος ἀπὸ τὶς ποικίλες γι’ αὐτὰ φροντίδες, οὔτε τὸν ἥλιο ἀκόμη τὸν ἴδιο οὔτε τὸν ἀέρα, τὸν κοινὸ σὲ ὅλους πλοῦτο, δέν μπορεῖ νά ἀναπνεύσει καὶ νά θεωρήσει εὐχάριστα.

Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ νοῦς μας, ἂν δέν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, διεγείρει τὸν θυμό πού ἔχομε μέσα μας ἐναντίον μόνου τοῦ Διαβόλου καὶ χρησιμοποιεῖ τὴν ἀνδρεία τῆς ψυχῆς κατὰ τῶν πονηρῶν παθῶν, κατὰ τῶν ἀρχόντων τοῦ σκότους, κατὰ τῶν πνευμάτων τῆς πονηρίας. Ἂν ὅμως δέν προσηλωθεῖ στίς θεῖες ἐντολὲς τοῦ Κυρίου πού τὸν ἐστρατολόγησε, μάχεται πρὸς τοὺς πλησίον του, μαίνεται κατὰ τῶν ὁμοφύλων, ἀποθηριώνεται ἐναντίον ἐκείνων πού δέν συναινοῦν στίς παράλογες ὀρέξεις του καὶ γίνεται, φεῦ, ἀνθρωποκτόνος ἄνθρωπος, (ὁμοιωμένος ὄχι μόνο μὲ τὰ κτήνη τὰ ἄλογα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ ἑρπετὰ καὶ μὲ τὰ ἰοβόλα ζῶα, γινόμενος σκορπιός, ὄφις, γέννημα ἐχιδνῶν, αὐτός πού ὁρίσθηκε νά εἶναι στήν τάξη τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ. Εἶδες πῶς διεσκόρπισε κι ἔχασε τὴν περιουσία του; «Ἀφοῦ τὰ ἐδαπάνησε ὅλα ὁ νεώτερος υἱός, ἄρχισε νά στερεῖται καὶ ἔπεσε σὲ πείνα». Ἀλλὰ δέν ἐσκεπτόταν ἀκόμη νά ἐπιστρέψει, διότι ἦταν ἄσωτος. Γι’ αὐτό, «ἐπῆγε καὶ προσκολλήθηκε σ’ ἕνα ἀπὸ τοὺς πολίτες τῆς χώρας ἐκείνης καὶ ἐκεῖνος τὸν ἔστειλε στό ἀγρόκτημα νὰ βόσκει χοίρους».

Ποῖοι δὲ εἶναι οἱ πολίτες καὶ πολιτάρχες τῆς χώρας πού εἶναι μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό; Φυσικὰ οἱ δαίμονες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ υἱὸς τοῦ οὐρανίου Πατρὸς κατέστη πορνοβοσκὸς καὶ ἀρχιτελώνης καὶ ἀρχιληστὴς καὶ στασιάρχης. Διότι ὁ χοιρώδης βίος λόγῳ τῆς ἄκρας ἀκαθαρσίας τοῦ ὑπονοεῖ κάθε πάθος, χοῖροι δὲ εἶναι ὅσοι κυλίονται στόν βόρβορο τῶν παθῶν τούτων. Ὅταν ἐκεῖνος ἔγινε προϊστάμενος τούτων, ὡς πρῶτος ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς στήν ἡδυπάθεια, δέν μποροῦσε νά χορτάσει ἀπὸ τὰ ξυλοκέρατα πού ἔτρωγαν οἱ χοῖροι, δηλαδὴ, δέν ἦταν δυνατὸ νά λάβει κορεσμὸ τῆς ἐπιθυμίας του.

Πῶς ὅμως δέν ἀρκεῖ ἡ φύσις τοῦ σώματος νά ἐξυπηρετήσει τίς ὁρμὲς τοῦ ἀκόλαστου; Ὁ χρυσὸς ἢ ὁ ἄργυρος, ὅταν περιέλθη στόν φιλόχρυσο καὶ φιλάργυρο, αὐξάνει τὴν στέρηση καὶ ὅσο περισσότερος εἰσρεύσει, τόσο μεγαλύτερη ἐπιθυμία προκαλεῖ· μόλις θ’ ἀρκέσει σ’ ἕναν πλεονέκτη καὶ φίλαρχο ὅλος ὁ κόσμος, ἴσως δὲ οὔτε αὐτός. Ἐπειδὴ λοιπὸν αὐτοὶ μὲν εἶναι πολλοί, ὁ κόσμος δὲ ἕνας, πῶς τότε θὰ μπορέσει κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς νά εὕρει κόρο τῆς ἐπιθυμίας του; Ἔτσι λοιπὸν καὶ ἐκεῖνος ὁ ἀποστάτης ἀπὸ τὸν Θεὸ, δέν μποροῦσε νά χορτασθεῖ. Διότι ἄλλωστε, λέγει, δέν τοῦ προσέφερε κανεὶς τὸν κόρο. Ποῖος θὰ τοῦ τὸν προσέφερε; Ὁ Θεὸς ἀπουσίαζε, μὲ τοῦ Ὁποίου καὶ τή θέα μόνο προκαλεῖται ἀβάρετος κόρος στόν βλέποντα, σύμφωνα μὲ ἐκεῖνον πού εἶπε, «θὰ χορτάσω μόλις θεαθεῖ ἀπὸ ἐμένα ἡ δόξα σου». Ὁ Διάβολος δέν θέλει νά προσφέρει κόρο τῶν αἰσχρῶν ἐπιθυμιῶν, ἐπειδὴ ἐκ φύσεως ὁ κόρος στά τρεπτὰ πράγματα προκαλεῖ μεταβολὴ τῆς σχέσεως πρὸς αὐτά. Εὐλόγως λοιπὸν κανένας δέν τοῦ ἔδιδε τὸν κόρο.

Μόλις πάντως κάποτε ἐκεῖνος ὁ ἀποστάτης ἀπὸ τὸν πατέρα ἦλθε στά λογικὰ του καὶ ἀντιλήφθηκε σὲ ποιό κατάντημα ἔφθασε, ἔκλαυσε τὸν ἑαυτὸ του λέγοντας: «πόσοι μισθωτοὶ τοῦ πατρός μου ἔχουν ἀφθονία ἄρτων, ἐνῶ ἐγὼ χάνομαι ἀπὸ τὴν πεῖνα!». Ποῖοι εἶναι οἱ μισθωτοί; Ἐκεῖνοι πού διὰ τῶν ἱδρώτων τῆς μετανοίας καὶ τῆς ταπεινώσεως παίρνουν σὰν μισθὸ τή σωτηρία. Υἱοὶ δὲ εἶναι ἐκεῖνοι πού λόγῳ τῆς ἀγάπης πρὸς αὐτὸν ὑποτάσσονται στίς ἐντολὲς του, ὅπως εἶπε καὶ ὁ Κύριος, «ὅποιος μὲ ἀγαπᾶ, θὰ τηρήσει τὶς ἐντολές μου».

Ἔτσι λοιπὸν ὁ νεώτερος υἱὸς ἀφοῦ ἐξέπεσε ἀπὸ τὴν υἱοθεσία καὶ ἀπὸ τὴν ἱερὰ πατρίδα καὶ περιέπεσε σὲ πείνα, ἀντιλαμβάνεται τή θλιβερὴ κατάστασή του καὶ ταπεινώνεται καὶ μετανοεῖ λέγοντας, «θὰ σηκωθῶ νά ὑπάγω καὶ νά γονατίσω στόν πατέρα μου καὶ θὰ τοῦ εἴπω, πατέρα, ἁμάρτησα στόν οὐρανὸ καὶ σὲ σένα». Καλῶς λοιπὸν στήν ἀρχὴ ἐλέγαμε ὅτι αὐτὸς ὁ πατέρας εἶναι ὁ Θεός· διότι πῶς θὰ ἁμάρτανε στόν οὐρανὸ ὁ νέος πού ἀπεστάτησε ἀπὸ τὸν πατέρα, ἂν ὁ πατέρας δέν ἦταν οὐράνιος; «Ἁμάρτησα λοιπόν», λέγει, «στόν οὐρανό», δηλαδὴ στούς ἁγίους πού εὑρίσκονται στόν οὐρανὸ καὶ εἶναι πολίτες τοῦ οὐρανοῦ, «καὶ σὲ σένα», ποὺ κατοικεῖς μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους σου στούς οὐρανούς. «Καὶ δέν εἶμαι πλέον ἄξιος νά ὀνομάζωμαι υἱός σου, κάμε μὲ σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς μισθωτοὺς σου». Καλῶς λέγει, σωφρονισμένος ἀπὸ τὴν τωρινὴ του ταπείνωση, «κάμε με» διότι δέν λαμβάνει κανεὶς ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ του τοὺς βαθμοὺς τῆς ἀρετῆς, ἂν καὶ ἐπίσης δέν τοὺς λαμβάνει χωρὶς τὴν προαίρεσή του. «Ἀφοῦ λοιπὸν ἐσηκώθηκε, ἦλθε στόν πατέρα του. Ἐνῶ δὲ ἀπεῖχε ἀκόμη πολύ». Πῶς καὶ ἦλθε καὶ συγχρόνως ἀπεῖχε πολύ, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ πατέρας του τὸν εὐσπλαγχνίσθηκε καὶ ἐξῆλθε πρὸς συνάντησή του;

Ὁ ἄνθρωπος πού μετανοεῖ μὲ τὴν ψυχὴ του διὰ μὲν τῆς ἀγαθῆς προθέσεως καὶ τῆς ἀποχῆς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία φθάνει πρὸς τὸν Θεό· ἀπὸ τὴν κακὴ ὅμως συνήθεια καὶ τὶς προλήψεις τυραννούμενος νοερῶς, ἀπέχει ἀκόμη πολὺ ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ ἂν πρόκειται νά σωθεῖ, χρειάζεται μεγάλη ἀπὸ ἄνω εὐσπλαγχνία καὶ βοήθεια.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ πατέρας τῶν οἰκτιρμῶν συγκαταβαίνοντας τὸν προϋπάντησε, τὸν ἀγκάλιασε καὶ τὸν κατεφίλησε, παρήγγειλε δὲ στούς δούλους του, δηλαδὴ στούς ἱερεῖς, νά τὸν ἐνδύσουν τὴν πρώτη στολή, δηλαδὴ τὴν υἱοθεσία, τὴν ὁποία καὶ πρωτύτερα εἶχε φορέσει διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, καὶ νά τοῦ βάλουν δακτυλίδι στό χέρι του, δηλαδὴ στό πρακτικὸ μέρος τῆς ψυχῆς πού δηλώνεται μὲ τὸ χέρι, νά τοποθετήσουν σφραγῖδα θεωρητικῆς ἀρετῆς, ὡς ἀρραβῶνα τῆς μελλοντικῆς κληρονομίας, ἀλλὰ καὶ ὑποδήματα στά πόδια, θεῖα δηλαδὴ φρουρὰ καὶ ἀσφάλεια πού θὰ τὸν ἐνδυναμώνει νά πατεῖ ἐπάνω σὲ ὄφεις καὶ σκορπιοὺς κι ἐπάνω σὲ ὅλη τή δύναμη τοῦ ἐχθροῦ. Ἔπειτα παραγγέλλει νά φέρουν καὶ σφάξουν ἕνα σιτευτὸ μόσχο καὶ νά τὸν παραθέσουν σὲ τραπέζι. Ὁ δὲ μόσχος εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ Ὁποῖος ἐξέρχεται μὲν ἀπὸ τὰ κρύφια τῆς θεότητος καὶ ἀπὸ τὸν θρόνο πού εὑρίσκεται ὑπεράνω τοῦ παντὸς καὶ ὅταν ἐφάνηκε σὰν ἄνθρωπος ἐπάνω στή γῆ θυσιάζεται ὡς μόσχος γιά χάρη ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὡς σιτευτός, δηλαδὴ ὡς ἄρτος, παρατίθεται σὲ μᾶς πρὸς βρῶσιν.

Κάμνει δὲ κοινὴ τὴν μ’ αὐτὴ τὴν εὐκαιρία εὐφροσύνη καὶ εὐωχία ὁ Θεὸς μὲ τοὺς ἁγίους του, ἀναλαμβάνοντας ἀπὸ ἄκρα φιλανθρωπία τίς συνήθειές μας καὶ λέγοντας· «ἔλθετε νά φάγωμε κι εὐφρανθοῦμε». Ἀλλὰ ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ὀργίζεται. Πρέπει νά ὑπονοεῖς, παρακαλῶ, πάλι τοὺς Ἰουδαίους  πού ὀργίζονται γι’ αὐτὴν τὴν πρόσκλησι, τοὺς Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους πού σκανδαλίζονται, διότι ὁ Κύριος ὑποδέχεται ἁμαρτωλοὺς καὶ συνεσθίει μὲ αὐτούς.

Ἐὰν δὲ θέλεις νά ἐννοήσεις τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν δικαίων, τὶ παράδοξο εἶναι, ἂν καὶ ὁ δίκαιος ἀγνοεῖ τὸν ἀνώτερο κάθε συλλήψεως πλοῦτο τῆς χρηστότητος τοῦ Θεοῦ; Γι’ αὐτὸ καὶ παρηγορεῖται ἀπὸ τὸν κοινὸ πατέρα καὶ διδάσκεται τὰ κατάλληλα ἀπὸ αὐτὸν μὲ τὰ λόγια, «ἐσὺ εἶσαι πάντοτε μαζί μου», μετέχοντας στήν ἀναλλοίωτη εὐφροσύνη· «ἔπρεπε λοιπὸν νά εὐχαριστηθεῖς καὶ νά χαρεῖς διότι αὐτὸς ὁ ἀδελφὸς σου ἦταν νεκρὸς καὶ ἀνέζησε, ἦταν χαμένος καὶ εὐρέθηκε». Ἦταν νεκρὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ἀνέζησε μὲ τὴν μετάνοια, ἦταν δὲ καὶ χαμένος, ἀφοῦ δέν ἦταν μαζὶ μὲ τὸν Θεό. Ἀφοῦ λοιπὸν εὑρέθηκε, γεμίζει τὸν οὐρανὸ μὲ χαρά, ὅπως ἔχει γραφεῖ, «χαρά γίνεται στόν οὐρανὸ γιά ἕναν ἁμαρτωλό πού μετανοεῖ».

Τὶ δὲ εἶναι αὐτὸ γιά τὸ ὁποῖο λυπεῖται ὁ πρεσβύτερος υἱός; «Ὅτι ἐμένα», λέγει, «δέν μοῦ ἔδωσες ποτέ ἕνα κατσίκι, γιά νά διασκεδάσω μὲ τοὺς φίλους μου, ὅταν δὲ ἦλθε αὐτὸς ὁ υἱός σου, ποὺ κατέφαγε τὴν περιουσία σου μὲ τὶς πόρνες, τοῦ ἔσφαξες τὸν μόσχο τὸν σιτευτό». Τόσο ἐξαίρετα εἶναι τὰ πρὸς ἐμᾶς χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, ὥστε καὶ οἱ ἄγγελοι ἐπεθύμησαν νά κυττάξουν τὰ χαρισθέντα σ’ ἐμᾶς διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεώς του, ὅπως λέγει ὁ κορυφαῖος τῶν ἀποστόλων Πέτρος.

Ἀλλὰ καὶ οἱ δίκαιοι ἐπεθύμησαν νά ἔλθει γι’ αὐτὰ ὁ Χριστὸς καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ὥρα του ἀκόμη, ὅπως καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἐπεθύμησε νά ἴδει τὴν ἡμέρα του. Αὐτὸς βέβαια τότε δέν ἦλθε, καὶ ὅταν ἦλθε, δέν ἦλθε νά καλέσει δικαίους ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς σὲ μετάνοια, καὶ κυρίως ὑπὲρ αὐτῶν σταυρώνεται αὐτός πού ἀπαλείφει τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου· διότι ὑπερεπερίσσευσε ἡ χάρις, ὅπου ἐπλεόνασε ἡ ἁμαρτία.

Ὅτι δὲ δέν δίδει οὔτε ἕνα κατσίκι στούς δικαίους, ὅταν ζητοῦν, δηλαδὴ οὔτε ἕνα ἁμαρτωλό, γίνεται σ’ ἐμᾶς σαφὲς καὶ ἀπὸ ἄλλα πολλὰ καὶ ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὴν ὀπτασία τοῦ ἱεροῦ καὶ μακαρίου Καρποῦ. Διότι αὐτὸς ὄχι μόνο δέν εἰσακούσθηκε ὅταν καταράσθηκε μερικοὺς πονηροὺς ἄνδρες καὶ ἔλεγε ὅτι δέν εἶναι δίκαιο νά ζοῦν ἄνδρες ἄθεοι πού διαστρέφουν τοὺς εὐθεῖς δρόμους τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ἐδοκίμασε καὶ τὴν θεία ἀγανάκτησι καὶ ἄκουσε φρικώδεις λόγους πού ὠδηγοῦσαν στήν ἐπίγνωση τῆς ἀρρήτου καὶ ὑπὲρ νοῦν θείας ἀνοχῆς καὶ ἔπειθαν ὄχι μόνο νά μὴ καταρᾶται, ἀλλὰ καὶ νά εὔχεται ὑπὲρ αὐτῶν πού ζοῦν στήν πονηρία, διότι ὁ Θεὸς παρέχει σ’ ἐκείνους ἀκόμη προθεσμία μετανοίας. γιά νά δείξει λοιπὸν τοῦτο ὁ Θεὸς τῶν μετανοούντων, ὁ εὔσπλαγχνος πατήρ, καὶ γιά νά παραστήσει ἐπὶ πλέον ὅτι δίδει μεγάλα καὶ ἐπίφθονα δῶρα στούς ἐπιστρέφοντας μὲ μετάνοια, συνέθεσε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν παραβολή.

Ἂς ἐπιληφθοῦμε λοιπὸν κι ἐμεῖς, ἀδελφοί, τῆς μετανοίας μὲ ἔργα, ἂς ἐγκαταλείψωμε τὸν πονηρὸ καὶ τὰ βοσκήματά του·ἂς μείνωμε μακριὰ ἀπὸ τοὺς χοίρους καὶ ἀπὸ τὰ ξυλοκέρατα πού τοὺς τρέφουν, δηλαδὴ ἀπὸ τὰ βδελυρὰ πάθη καὶ τοὺς προσκολλημένους σ’ αὐτά· ἂς σταθοῦμε μακριὰ ἀπὸ τὴν πονηρὰ νομή, δηλαδὴ τὴν κακὴ συνήθεια ἂς ἀποφύγωμε τὴν χώρα τῶν παθῶν, δηλαδὴ τὴν ἀπιστία καὶ ἀπληστία καὶ ἀκρασία, ὅπου συμβαίνει φοβερὸς λιμὸς ἀγαθῶν καὶ ἐπέρχονται πάθη χειρότερα ἀπὸ τὸν λιμό, ἂς τρέξωμε πρὸς τὸν Πατέρα τῆς ἀφθαρσίας, τὸν δότη τῆς ζωῆς, βαδίζοντας τὴν ὁδὸ τῆς ζωῆς διὰ τῶν ἀρετῶν. Ἐκεῖ θὰ τὸν εὕρωμε νά ἔχει ἐξέλθει ἀπὸ φιλανθρωπία γιά προϋπάντηση καὶ νά μᾶς χαρίζει τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν μας, τὸ σύμβολο τῆς ἀφθαρσίας, τὸν ἀρραβῶνα τῆς μελλοντικῆς κληρονομίας. Καὶ ὁ ἄσωτος υἱὸς ἄλλωστε, ὅπως ἐδιδαχθήκαμε ἀπὸ τὸν Σωτῆρα, ὅσον καιρὸ εὑρισκόταν στή χώρα τῶν παθῶν, ἂν καὶ ἐσκεπτόταν καὶ ἔλεγε τὰ λόγια τῆς μετανοίας, δέν ἐπέτυχε τίποτε τὸ καλό, ἕως ὅτου ἀφήνοντας ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας ἦλθε τρέχοντας πρὸς τὸν πατέρα κι ἀφοῦ ἐπέτυχε τὰ ἀνέλπιστα, ἔμεινε ὁπωσδήποτε στό ἑξῆς πλησίον του μὲ ταπείνωση, σωφρονώντας, δικαιοπραγώντας καὶ διατηρώντας ἀκέραια τὴν ἀνανεωμένη ἀπὸ τὸν Θεὸ χάρη.

Αὐτὴν τή χάρη εἴθε νά τὴν ἐπιτύχωμε ὅλοι μας καὶ νά τὴν διατηρήσωμε ἀμείωτη, ὥστε καὶ στόν μέλλοντα αἰῶνα νά συνευφρανθοῦμε μὲ τὸν σεσωσμένο ἄσωτο στήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, τὴν μητέρα τῶν ζώντων, τὴν Ἐκκλησία τῶν πρωτοτόκων, ἐν Χριστῷ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, στόν Ὁποῖο πρέπει δόξα στούς αἰῶνες. Γένοιτο.


Πηγή: http://www.imaik.gr/?p=805