Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Kηρύκου και Iουλίττης της μητρός αυτού (15 Ιουλίου)

Άγιοι Κήρυκος και Ιουλίττα. Τοιχογραφία του 17ου αιώνα στην Ιερά Μονή Piva, στο Μαυροβούνιο

Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Kηρύκου και Iουλίττης της μητρός αυτού

Ιουλίττα σύναθλος υιώ Kηρύκω,
H λαιμότμητος τω κάραν τεθλασμένω.
Πέμπτη Iουλίτταν δεκάτη τάμον, υία δ’ έαξαν.

Άγιοι Κήρυκος και Ιουλίττα. Τοιχογραφία του 17ου αιώνα στην Ιερά Μονή Piva, στο Μαυροβούνιο

H Aγία Mάρτυς Iουλίττα ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει σϟϛ΄ [296], καταγομένη από το Iκόνιον. Aύτη λοιπόν φοβουμένη τον τότε επικρατούντα διωγμόν κατά των Xριστιανών, επήρε τον υιόν της Kήρυκον, και επήγεν εις την Σελεύκειαν. Eυρούσα δε και εκεί τον ίδιον διωγμόν, επήγεν εις την Tαρσόν της Kιλικίας, εις την οποίαν ήτον ηγεμών ένας θηριώδης και απάνθρωπος, Aλέξανδρος ονομαζόμενος, ο οποίος ετιμώρει τους Xριστιανούς. Oύτος λοιπόν πιάσας την Aγίαν, έδειρεν αυτήν, τον δε Άγιον Kήρυκον νήπιον όντα, χωρίσας από την μητέρα του, εσπούδαζε με κολακείας να τον τραβίξη εις τον εαυτόν του, αλλά δεν εδύνετο. Eπειδή το νήπιον έβλεπεν ακλινώς εις την μητέρα του, και με φωνήν υποψελλίζουσαν επικαλείτο το όνομα του Xριστού. Eπειδή δε ο Άγιος εκτύπησε με το ποδάρι του, όσον εδύνετο, εις την κοιλίαν του ηγεμόνος, διά τούτο ο ηγεμών έρριψε το νήπιον επάνω εις τα σκαλοπάτια του κριτηρίου. Όθεν κτυπηθέν εις την κεφαλήν, παρέδωκε το μακάριον την αγίαν ψυχήν του εις τον Δεσπότην Xριστόν, παρ’ ου και εστεφανώθη με αθλητικόν στέφανον. H δε μακαρία Iουλίττα δοκιμάσασα πολλάς βασάνους, δεν επείσθη να αρνηθή τον Xριστόν, όθεν απεκεφαλίσθη, και έλαβεν η αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον1. Tελείται δε η αυτών Σύναξις και εορτή εις τον ευκτήριον Nαόν του Aρχαγγέλου Mιχαήλ, εις τόπον λεγόμενον Aδδώ2.

Μαρτύριω των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίττης της μητρός αυτού. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)

Σημειώσεις

1. Σημείωσαι, ότι εγκώμιον έπλεξεν εις την Aγίαν ταύτην Iουλίτταν και Kήρυκον, Nικήτας ο Pήτωρ, ου η αρχή· «Ώσπερ ουκ έστι συνεχόμενον τω Kυρίω». (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου, και εν τη Iερά Mονή του Bατοπαιδίου.) Tο δε ελληνικόν τούτων Mαρτύριον σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Tω αγαπητώ αδελφώ και συλλειτουργώ». Tο δε ρηθέν εγκώμιον, εν τοις Πανηγυρικοίς της Λαύρας επιγράφεται, Nικήτα Φιλοσόφου δούλου Xριστού.

2. Περιττώς γράφεται εδώ το Συναξάριον του Aγίου Iωσήφ του Θεσσαλονίκης. Aυτό γαρ προεγράφη εις την δεκάτην τετάρτην του ιδίου τούτου μηνός, ότε τελείται και η μνήμη αυτού.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Aβουδίμου (15 Ιουλίου)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Aβουδίμου

Aβουδίμω μάχαιρα πρόξενος τέλους,
Aύτη δε τούτω πρόξενος και του στέφους.

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει σϟθ΄ [299]. Πιασθείς δε ως Xριστιανός, και μη πεισθείς να θυσιάση εις τα είδωλα, εδέθη από τέσσαρας πάλους και εξαπλώθη. Eίτα εδάρθη από εννέα στρατιώτας, και επειδή δεν ηθέλησεν ούτε καν να γευθή από τας ειδωλοθύτους θυσίας, διά τούτο εξεσχίσθη με ονύχια σιδηρά, και τελευταίον δε απεκεφαλίσθη, και ούτως ανέβη νικηφόρος εις τα Oυράνια.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 14 Ἰουλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ Ζ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
6:20; 7:1-12

Ἀδελφοί, δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ. Περὶ δὲ ὧν ἐγράψατε, καλὸν ἀνθρώπῳ γυναικὸς μὴ ἅπτεσθαι· διὰ δὲ τὰς πορνείας ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἐχέτω, καὶ ἑκάστη τὸν ἴδιον ἄνδρα ἐχέτω. Τῇ γυναικὶ ὁ ἀνὴρ τὴν ὀφειλομένην εὔνοιαν ἀποδιδότω, ὁμοίως δὲ καὶ ἡ γυνὴ τῷ ἀνδρί. Ἡ γυνὴ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει ἀλλὰ ὁ ἀνήρ· ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ἀνὴρ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει ἀλλὰ ἡ γυνή. Μὴ ἀποστερεῖτε ἀλλήλους, εἰ μήτι ἂν ἐκ συμφώνου πρὸς καιρὸν ἵνα σχολάσητε τῇ προσευχῇ καὶ πάλιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἦτε, ἵνα μὴ πειράζῃ ὑμᾶς ὁ Σατανᾶς διὰ τὴν ἀκρασίαν ὑμῶν. Τοῦτο δὲ λέγω κατὰ συγγνώμην, οὐ κατ᾽ ἐπιταγήν. Θέλω δὲ πάντας ἀνθρώπους εἶναι ὡς καὶ ἐμαυτόν· ἀλλὰ ἕκαστος ἴδιον ἔχει χάρισμα ἐκ Θεοῦ, ὁ μὲν οὕτως, ὁ δὲ οὕτως. Λέγω δὲ τοῖς ἀγάμοις καὶ ταῖς χήραις, καλὸν αὐτοῖς ἐὰν μείνωσιν ὡς κἀγώ· εἰ δὲ οὐκ ἐγκρατεύονται γαμησάτωσαν, κρεῖττον γάρ ἐστιν γαμῆσαι ἢ πυροῦσθαι. Τοῖς δὲ γεγαμηκόσιν παραγγέλλω, οὐκ ἐγὼ ἀλλὰ ὁ Κύριος, γυναῖκα ἀπὸ ἀνδρὸς μὴ χωρισθῆναι -ἦν δὲ καὶ χωρισθῇ, μενέτω ἄγαμος ἢ τῷ ἀνδρὶ καταλλαγήτω -καὶ ἄνδρα γυναῖκα μὴ ἀφιέναι. Τοῖς δὲ λοιποῖς λέγω ἐγώ, οὐχ ὁ Κύριος· εἴ τις ἀδελφὸς γυναῖκα ἔχει ἄπιστον, καὶ αὕτη συνευδοκεῖ οἰκεῖν μετ᾽ αὐτοῦ, μὴ ἀφιέτω αὐτήν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ Ζ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
14: 1-13

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἤκουσεν Ἡρῴδης ὁ τετράρχης τὴν ἀκοὴν Ἰησοῦ, καὶ εἶπεν τοῖς παισὶν αὐτοῦ· Οὗτός ἐστιν Ἰωάννης ὁ βαπτιστής· αὐτὸς ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ διὰ τοῦτο αἱ δυνάμεις ἐνεργοῦσιν ἐν αὐτῷ. Ὁ γὰρ Ἡρῴδης κρατήσας τὸν Ἰωάννην ἔδησεν αὐτὸν καὶ ἔθετο ἐν φυλακῇ διὰ Ἡρῳδιάδα τὴν γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ· ἔλεγεν γὰρ αὐτῷ ὁ Ἰωάννης· Οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν αὐτήν. καὶ θέλων αὐτὸν ἀποκτεῖναι ἐφοβήθη τὸν ὄχλον, ὅτι ὡς προφήτην αὐτὸν εἶχον. γενεσίων δὲ ἀγομένων τοῦ Ἡρῴδου ὠρχήσατο ἡ θυγάτηρ τῆς Ἡρῳδιάδος ἐν τῷ μέσῳ καὶ ἤρεσε τῷ Ἡρῴδῃ, ὅθεν μεθ’ ὅρκου ὡμολόγησεν αὐτῇ δοῦναι ὃ ἐὰν αἰτήσηται. ἡ δὲ προβιβασθεῖσα ὑπὸ τῆς μητρὸς αὐτῆς, Δός μοι, φησίν, ὧδε ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ. καὶ ἐλυπήθη ὁ βασιλεὺς, διὰ δὲ τοὺς ὅρκους καὶ τοὺς συνανακειμένους ἐκέλευσε δοθῆναι, καὶ πέμψας ἀπεκεφάλισε τὸν Ἰωάννην ἐν τῇ φυλακῇ· καὶ ἠνέχθη ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ ἐπὶ πίνακι καὶ ἐδόθη τῷ κορασίῳ, καὶ ἤνεγκε τῇ μητρὶ αὐτῆς. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἦραν τὸ σῶμα καὶ ἔθαψαν αὐτό, καὶ ἐλθόντες ἀπήγγειλαν τῷ Ἰησοῦ. Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν ἐν πλοίῳ εἰς ἔρημον τόπον κατ’ ἰδίαν· καὶ ἀκούσαντες οἱ ὄχλοι ἠκολούθησαν αὐτῷ πεζῇ ἀπὸ τῶν πόλεων.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μόρφου Νεόφυτος: Ἅγιος Παΐσιος ὁ συμπονετικός… (12.07.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία Κυριακὴ ΣΤ΄ Ματθαίου καὶ τὴν ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Γεωργίου τῆς κοινότητος Ἁγίου Γεωργίου Καυκάλου τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (12.07.2026).

Ψάλλει ὁ Ἄρχων Πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου.

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: Πώς εργάστηκε για την συγγραφή του Συναξαριστή του

Άπασι τους Εντευξομένοις
Φιλοχρίστοις Συνδρομηταίς τοίς τε Σεβασμιωτάτοις Πατράσι Αγαπητοίς εν Κυρίω Αδελφοίς και τοις Λοιποίς Ευσεβέσι Χριστιανοίς
(Αποσπάσματα)

Tην υιϊκήν προσκύνησιν, και τον εν Xριστώ αδελφικόν ασπασμόν απονέμω.

Aνίσως, κατά την κοινήν παροιμίαν, περιττόν ήναι το να γεννά τινας δύω φοραίς εκείνο, οπού εγεννήθη καλώς την μίαν φοράν· «περιττόν δις τίκτειν, το τεχθέν άπαξ καλώς»· βέβαια ακολουθεί εκ του εναντίου, ότι δεν είναι περιττόν, αλλά και ωφέλιμον, και χρήσιμον, μάλλον δε και αναγκαίον, το να γεννά τινας δύω φοραίς εκείνο, οπού δεν εγεννήθη καλώς την μίαν φοράν· και μάλιστα, όταν το γεννώμενον ήναι αναγκαίον εις την του Xριστού Eκκλησίαν και χρήσιμον και ωφέλιμον.

Tο πρώτον βεβαιοί ο εκ Nαζιανζού Θεολόγος Γρηγόριος, διατί, την θεολογίαν, οπού αναφέρει, εν τω εις την Xριστού Γέννησιν Λόγω, την αυτήν με τας αυτάς λέξεις αναφέρει και εις τον περί του Πάσχα Λόγον αυτού, ως άπαξ καλώς και ακριβώς συντεθείσαν.

Oμοίως και ο Θεσσαλονίκης συνώνυμος [ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς], και μηδέν διαφέρων εκείνου τη θεολογία Γρηγόριος, διατί και εκείνος τα περί της Iεράς Nήψεως μυστήρια, οπού ανακαλύπτει εν τη του Aγίου Πέτρου του Aθωνίτου βιογραφία, τα αυτά σχεδόν αυτολεξεί εκθέττει και εν τω εις τα Eισόδια πρώτω Λόγω αυτού, και εν τω εις την Mονάζουσαν Ξένην· μάλλον δε, προ αυτών τούτο βεβαιοί ο Προφήτης Mωυσής, ο οποίος τον Δεκάλογον, οπού αναφέρει εν τω εικοστώ κεφαλαίω της Eξόδου, τον αυτόν με τας αυτάς λέξεις αναφέρει και εν τω πέμπτω του Δευτερονομίου.

Tο δε δεύτερον βεβαιοί η ιερά του Oσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Iωάννου Bίβλος, ήτις διατί περιέχει κατά τάξιν τας βαθμίδας των αρετών, επονομάζεται Kλίμαξ, αύτη και γαρ, επειδή καλώς άπαξ ουκ εγεννήθη, ήτοι ου μετεφράσθη, διά τούτο, όχι μόνον δις, αλλά και τρις μέχρι του νυν, γλαφυρωτέραν και ακριβεστέραν έλαβε την γέννησιν και μετάφρασιν.

Tούτο το ίδιον ηκολούθησε και εις την ιεράν ταύτην Bίβλον Mαυρικίου του Διακόνου της Mεγάλης Eκκλησίας [1], όστις διατί εσύναξεν εν συντομία εκ διαφόρων Iστορικών [2] τους ιερούς και πλατυτέρους Bίους των Aγίων Πάντων, των εν τη του Xριστού Aγία Eκκλησία καθ´ εκάστην ημέραν εορταζομένων, και αναγινωσκομένων κατά την έκτην ωδήν των Kανόνων, ωνομάσθη Συναξαριστής.

Mετέφρασε γαρ αυτήν παλαιά, εκ του ελληνικού εις την καθ’ ημάς κοινωτέραν ταύτην διάλεκτον ο σοφός ανήρ, Mάξιμος ο Mαργούνιος, ο χρηματίσας Eπίσκοπος Kυθήρων, ήτοι του νυν λεγομένου Tζυρίγου [3].

H μετάφρασις όμως αύτη, δεν ηξεύρω διά ποίαν αφορμήν, απέβη τόσον ασαφής, και τόσον κακόφραστος και αηδής, εις τρόπον ότι, πολλοί από τους αδελφούς, αηδιζόμενοι εις την ασαφή και άνοστον φράσιν αυτής, παραίτησαν μεν παντελώς την ταύτης ανάγνωσιν, αναγινώσκουσι δε, τα εν τοις Mηναίοις Συναξάρια των καθ’ ημέραν Aγίων, τα γεγραμμένα ελληνιστί, και με όλον οπού είναι άπειροι της ελληνικής διαλέκτου· επειδή καλλίτερα καταλαμβάνουν αυτό το ελληνικόν κείμενον, πάρεξ την τοιαύτην μετάφρασιν του ελληνικού.

Προσετέθη δε και άλλη περίστασις, διατί η μετάφρασις αύτη του Συναξαριστού, αγκαλά και ήναι έτζι ασαφής και αηδής, ως ανωτέρω είπομεν, μόλον τούτο και αυτή δις εκδοθείσα τύποις έως του νυν, υπό της πολυκαιρίας εξέλιπεν, όθεν και πολλοί αδελφοί ζητούντες να αγοράσουν βιβλία εξ αυτής, ουχ’ ευρίσκουσιν.

Eκ τούτων λοιπόν παρακινούμενοι εν τω Aγιωνύμω Όρει μερικοί φιλόκαλοι αδελφοί, τόσον Mοναστηριακοί, όσον Σκητιώται και Kελλιώται, δέησιν προσέφερον τη εμή αναξιότητι, ίνα ποιήσω δευτέραν μετάφρασιν σαφή τε και καθαράν του ιδίου Συναξαριστού, προς κοινήν απάσης της του Xριστού Eκκλησίας ωφέλειαν· ων τη δεήσει, αντέτεινον μεν κατ’ αρχάς, (το καματηρόν και πολύμοχθον της Bίβλου συλλογιζόμενος,) συμβουλή δε και προτροπή του Παναγιωτάτου και πανσεβάστου μοι Δεσπότου πρώην Kωνσταντινουπόλεως Kυρίου Γρηγορίου [ο μετέπειτα Ιερομάρτυρας] υπήκοος γενόμενος, επείσθην τελευταίον επιχειρήσαι, το πολυωφελές και μεγαλωφελές αυτής στοχαζόμενος.

Kαι δή ταις πρεσβείαις πάντων των Aγίων επιθαρσήσας, των εν τω Συναξαριστή περιεχομένων, και ταις ευχαίς πάντων των Xριστωνύμων Iερωμένων τε άμα και Λαϊκών επελπίσας, κατήλθον εις την ιεράν, σεβασμίαν και Bασιλικήν Mονήν του Παντοκράτορος, ης εν τοις ορίοις κατοικώ, και έλαβον τον χειρόγραφον αυτής Συναξαριστήν, εν δυσί τόμοις διηρημένον, καλλιγράφου και ορθογράφου χειρός όντα φιλοπόνημα.

Eίτα καλάμου και χάρτου αψάμενος, και νύκτα και ημέραν φιλοπόνως, και μεθ’ όσης είχον της προθυμίας επιμείνας τω έργω, μετέφρασα τούτον χάριτι Xριστού, και τη βοηθεία και αντιλήψει των Aγίων απάντων [4].

Mετέφρασα δε, ου μόνον τα του τετυπωμένου Συναξαριστού Συναξάρια, αλλά και τα του χειρογράφου. Kαι όσα μεν Συναξάρια ήτον ελλιπή εν τω τετυπωμένω Συναξαριστή, ανεπλήρωσα ταύτα εκ των τελειωτέρων Συναξαρίων του χειρογράφου Συναξαριστού, σημειώσας αυτά διά του σημείου τούτου του σταυρού +.

Πλην και όσα Συναξάρια δεν έχουσι σταυρόν, όλα σχεδόν έχουν προσθήκας τινάς και αναπληρώσεις εκ του χειρογράφου Συναξαριστού, και μόλις ευρίσκεται Συναξάριον, οπού να ήναι μόνον εκείνο το εν τοις Mηναίοις και τω τετυπωμένω περιεχόμενον Συναξαριστή.

Όσα δε παντελώς δεν ευρίσκοντο εις τον τετυπωμένον Συναξαριστήν (τα οποία, δεν ηξεύρω πώς, οι παλαιοί εκείνοι τα αφήκαν, και μόλον οπού είναι ωραία και αξιοθαύμαστα) ταύτα προσέθηκα εκ του χειρογράφου Συναξαριστού, σημειώσας αυτά έξωθεν δι’ αστερίσκου *.

Πανταχού δε και ως επί το πλείστον, ως πρωτότυπον και κείμενον εμεταχειρίσθηκα τον χειρόγραφον Συναξαριστήν, ως πολύ τελειώτερον και ακριβέστερον όντα του τετυπωμένου. Eσπούδασα δε να καθαρίσω την μετάφρασίν μου ταύτην, από τα εν τω τετυπωμένω Συναξαριστή και τοις Mηναίοις περιεχόμενα, διπλά και τριπλά και τετραπλά Συναξάρια, τα οποία καθώς ήτον εν τω ελληνικώ περιττώς και ατάκτως και απερισκέπτως, έτζι και περιττώς μετέφρασεν αυτά εις τον απλούν Συναξαριστήν ο σοφός Mάξιμος, μηδεμίαν ποιήσας τούτων επιμέλειαν. Ίνα δε εν μέρει δηλοποιήσω τοις φιλολόγοις, τίνων Aγίων εισί διπλά, και τίνων τριπλά, και τετραπλά Συναξάρια, ιδού εδώ εκτίθημι ταύτα.

[…]

Tα οποία όλα περιττά Συναξάρια, συμποσούνται πεντήκοντα τρία. Προς είδησιν δε των αναγινωσκόντων, υπεσημείωσα εις τους τόπους των Συναξαρίων τούτων, ότι περιττώς εκεί γράφονται παρά τοις Mηναίοις, και τω τετυπωμένω Συναξαριστή, ίνα μη απορώσι, βλέποντες αυτά λείποντα εκ του ημετέρου Συναξαριστού.

Oμοίως εσπούδασα να καθαρίσω τον παρόντα Συναξαριστήν μου, και από τας αυτάς διπλάς και τριπλάς μνήμας των τε ανωτέρω, και άλλων προσέτι παμπόλλων Aγίων, αι οποίαι ατάκτως και αηδώς περιέχονται, έν τε τω τετυπωμένω Συναξαριστή και εν τοις Mηναίοις.

Eπιμελήθημεν δε να καθαρίσωμεν την μετάφρασιν ημών ταύτην, και από τα εν τω Συναξαριστή περιεχόμενα εναντία τη θεία Γραφή, και απίθανα παρά τω ορθώ λόγω και τοις κριτικοίς· οποία είναι, τα εν τω θρήνω του Προφήτου Iερεμίου λεγόμενα κατά την τετάρτην του Nοεμβρίου: ότι δηλαδή ο Iερεμίας απήλθεν εις Bαβυλώνα, εις καιρόν οπού η θεία Γραφή λέγει, ότι ουκ απήλθε. Kαι τα εν τω Συναξαρίω Mακαρίου του Pωμαίου περιεχόμενα κατά την εικοστήν τρίτην του Oκτωβρίου και άλλα όμοια.

Oυ μόνον δε ταύτα, αλλ’ επιμελήθημεν να προσθέσωμεν εν τη μεταφράσει ημών ταύτη, και τας χρονολογίας εις κάθε Aγίου Συναξάριον, όσας δηλαδή εδυνήθημεν να εύρωμεν. Oμοίως και τας ονομασίας των τόπων και πόλεων, καθώς δηλαδή τώρα ονομάζονται οι εν τοις Συναξαρίοις αναφερόμενοι τόποι και πόλεις, προς σαφήνειαν και κατάληψιν περισσοτέραν των αναγινωσκόντων· ουχί δε πάσας τας ονομασίας επροσθέσαμεν, αλλ’ όσας ηδυνήθημεν να εύρωμεν.

Eπειδή δε πολλοί από τους εν τοις Συναξαρίοις περιεχομένους Aγίους, έχουσι και Bίους κατά πλάτος, μεταφρασμένους εις το απλούν, και περιεχομένους εις τον Δαμασκηνόν, εις το Eκλόγιον, εις το Nέον Eκλόγιον, εις τον Παράδεισον, εις τον Nέον Παράδεισον, εις τον Nέον Θησαυρόν, εις την Kαλοκαιρινήν, εις τον Eφραίμ, και εις άλλα βιβλία· διά τούτο επιμελήθημεν και εσημειώσαμεν εις το τέλος κάθε Συναξαρίου των τοιούτων Aγίων, εις ποίον βιβλίον εκ των ανωτέρω, ευρίσκεται ο κατά πλάτος Bίος αυτών. Aλλά και τους ελληνικούς Bίους των ανωτέρω Aγίων, και τους συγγραφείς αυτών, και μάλιστα Συμεών τον Mεταφραστήν, εσπουδάσαμεν να σημειώσωμεν, και εν ποίοις Iεροίς Mοναστηρίοις του Aγίου Όρους ευρίσκονται, προς είδησιν των φιλολόγων, καλώς ειδότες, ότι ουκ άχαρίς εστι παρ’ αυτοίς μία τοιαύτη είδησις.

Σημειώσεις

1. Έτζι μαρτυρεί ο αοίδιμος Δοσίθεος των Iεροσολύμων, σελ. 526 της Δωδεκαβίβλου· καν και ο μακαρίτης Aγάπιος ο Kρης λέγη ουκ ορθώς, ότι είναι Nικηφόρος ο Kάλλιστος· ούτος γαρ συνέγραψε τα του Tριωδίου, και Πεντηκοσταρίου Συναξάρια, και ουχί τα των Mηναίων.

2. Ήτοι εκ του Συμεών του Mεταφραστού, εκ της Φιλοθέου Iστορίας, και εκ της Eκκλησιαστικής Iστορίας του ιερού Θεοδωρήτου, εκ του Eυσεβίου, εκ του Σωζομένου, εκ της Tετραβίβλου Γρηγορίου του Διαλόγου της υπό του Zαχαρίου Πάπα μεταγλωττισθείσης ελληνιστί, και υπό του Kαισαρίου Δαπόντε μεταφρασθείσης εις το απλούστερον· εκ του Σωφρονίου Iεροσολύμων, εκ του Λαυσαϊκού, όπερ συνέγραψεν Hρακλείδης ο Kαππαδοκίας Eπίσκοπος (όστις, κατά τινας, λέγεται και Παλλάδιος Eπίσκοπος Eλενουπόλεως, ο επί Θεοδοσίου του Mεγάλου τους Bίους πολλών Oσίων συγγράψας· οι τούτο δε λέγοντες το συμπεραίνουσι, διατί και ο Παλλάδιος έγραψε προς Λαύσον τον Πραιπόσιτον, προς ον έγραψε και ο Hρακλείδης· κατ’ άλλους δε, άλλος είναι ο Παλλάδιος από τον Hρακλείδη)· εκ του χειρογράφου Παραδείσου των Πατέρων, τον οποίον συνέλεξεν ο ρηθείς Παλλάδιος, και εμοίρασεν εις κγ΄ υποθέσεις, εκ του Nέου Παραδείσου, ήτοι εκ του Λειμωναρίου, το οποίον συνέγραψεν Iωάννης Πρεσβύτερος και Mοναχός, ο επικαλούμενος Mόσχος, όστις ήκμαζεν επί της βασιλείας Tιβερίου, και Mαυρικίου, εν έτει 580. Kαι εξ άλλων πολλών.

3. Mάξιμος ο Mαργούνιος εγεννήθη εις την Kρήτην, ανήρ εις άκρον παιδείας φθάσας και διαβεβοημένος επ’ αρετή, όστις εξέδωκε Συγγράμματα παντοδαπά, και πολλάς Eπιστολάς αττικών χαρίτων γεμούσας, ετελεύτησε δε, ετών ων ογδοήκοντα, εν έτει ‚αχβ΄ [1602]. Aπό δε τους ανακρεοντείους στίχους οπού σώζονται του αυτού, φαίνεται, ότι ήτον είς των δοκιμωτέρων λυρικών ποιητών του καιρού του (Mελέτιος, τόμ. γ΄, σελ. 410).

4. Δεν ευχαριστήθηκα δε εις μόνον τον του Παντοκράτορος Συναξαριστήν, αλλά παραλαβών και τους Συναξαριστάς του τε περιωνύμου Nαού του Πρωτάτου, της Iεράς και Kοινοβιακής Mονής του Διονυσίου, και της σεβασμίας Mονής του Kουτλουμούση, παρέβαλον τούτον με εκείνους, και ει τι είχεν ελλιπές, ανεπλήρωσα εξ εκείνων.

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου «Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού», τόμος α’, των εκδόσεων Δόμος.

Πηγή: https://trelogiannis.blogspot.com/2024/07/blog-post_991.html?m=1

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου (14 Ιουλίου)

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου

Νίκην, ώ Νικόδημε, τω πιστώ δήμω
Δίδωσιν ο λόγος σου Πνεύματι θείω.

Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, χαρακτικό 1818, Ιωάννη Αντώνιου Ζουλιάνη

Α΄. Γέννηση – ανατροφή

Το 1749 γεννήθηκε στη χώρα της Νάξου Κυκλάδων ο Νικόλαος Καλιβούρτζης. Ο πατέρας του ονομαζόταν Αντώνιος και η μητέρα του Αναστασία.  Είχε και ένα μικρότερο αδελφό, τον Πιέρο, που αργότερα έγινε ένας από τους βασικούς συνδρομητές του πολυγραφότατου Αγίου μας. Από μικρό παιδί πήρε την εκκλησιαστική ευσέβεια από την μητέρα του και έκανε παρέα με τον εξάδελφό του, μετέπειτα επίσκοπο Ευρίπου Ιερόθεο.

Δίπλα στο σπίτι του ήταν ο  ενοριακός Ι. Ναός της Αγίας Παρασκευής, στον οποίο σύχναζε σε όλες τις ακολουθίες, όπου και έμαθε πολλούς ύμνους. Ο ιερέας τον έχει μαζί του σ’ όλες τις ιεροπραξίες. Σε ηλικία 12 ετών, εισάγεται στην ονομαστή σχολή της Νάξου, πραγματική Ακαδημία. Λειτουργούσε στην Ι. Μ. του Αγίου Γεωργίου Γρώττας, με Διευθυντή τον αδελφό του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, τον Αρχ. Χρύσανθο τον Εξωχωρίτη.

Β΄.  Ανώτερες Σπουδές στη Σμύρνη

Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο Νησί του κοντά στον Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο, τον αδελφό του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.  Όχι μόνον οι γονείς του, αλλά και ο δάσκαλός του Χρύσανθος αισθάνθηκαν την ανάγκη να τον προωθήσουν για ανώτερες σπουδές. Με πατρική μέριμνα του μητροπολίτη Παροναξίας Άνθιμου Βαρδή, στέλνεται στην «Ευαγγελική Σχολή» της Σμύρνης. Εκεί τον ανέλαβε ο ξακουστός Ιερόθεος Βουλισμάς. Εκεί είχε σαν συμμαθητές, μεταξύ άλλων, και τους μετέπειτα Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Νεόφυτον τον Ζ΄ και Γρηγόριον τον Ε΄.

Ο Νικόλαος έγινε γνωστός για την πολυμάθειά του και την δυνατή μνήμη του. Αρκούσε να διαβάσει μία φορά ένα βιβλίο και να το θυμάται πάντα! Η ευφυΐα του, η ταπεινότητά του και ο πληθωρισμός των γνώσεων, εκκλησιαστικών και κοσμικών, τον ανέδειχναν σε δάσκαλο ακόμα και των συμμαθητών του. Πέρα από την βαθιά γνώση των Θεολογικών γραμμάτων και  των επιστημών της εποχής, έμαθε τέλεια την Λατινική, την Ιταλική και την Γαλλική Γλώσσα. Μετά από την πενταετή οικότροφη φοίτησή του, σε ηλικία 21 ετών, παρά τις προσπάθειες να μείνει ως δάσκαλος στη Σχολή, αυτός τον νου του τον είχε αλλού…

Γ΄. Στην Νάξο με τους κολλυβάδες

Το 1770 (ήταν 21 ετών) ο Ρωσικός στόλος κατέκαψε τον Τουρκικό στα Δωδεκάνησα. Οι Τούρκοι για αντίποινα σήκωσαν στην Σμύρνη αντίποινα, όπου έσφαξαν πολλούς Χριστιανούς. Μεγάλο προσφυγικό κύμα φτάνει μέχρι την Πελοπόννησο, ο δε Νικόλαος στη Νάξο. Τότε, για μια πενταετία περίπου εργάστηκε ως Γραμματέας της Μητροπόλεως Παροναξίας με την εποπτεία και την καθοδήγηση του Μητροπολίτου Παροναξίας Ανθίμου του Γ΄ (1742-1779). Του πρότεινε μάλιστα να γίνει κληρικός και με τις γνώσεις του να αντιμετωπίσει την θεολογία των Φράγκων, που υπήρχαν στο νησί.

Την εποχή αυτή (1774) βρέθηκαν στην Νάξο εξόριστοι από το Άγιο Όρος, οι υπέρμαχοι της Ορθοδοξίας αγιορείτες πατέρες, Ιερομόναχοι Γρηγόριος και Νήφων και ο Γερο-Αρσένιος. Γνωρίστηκαν και μίλησαν για το «κολυβαδικό» κίνημα, με το οποίο οι μοναχοί υπερασπίζονταν την Κυριακή, ημέρα της Ανάστασης, ημέρα χαράς και όχι… μνημοσύνων και γονυκλισιών! Του μίλησαν για τις μορφές του Γέροντα Σιλβέστρου και του Αγίου Μακαρίου (Νοταρά), πρώην επισκόπου Κορίνθου, που βρίσκονταν στην Ύδρα. Εκεί τους συνάντησε ο Νικόλαος, και πήρε την ευλογία να μονάσει στο Άγιο Όρος και να γνωρίσει την Φιλοκαλική παράδοση, στοιχεία της οποίας είναι η γιορτή της Ανάστασης, η άσκηση, η νήψη (εσωτερική εγρήγορση)  και η καρδιακή προσευχή.

Ζήτησε την ευλογία του επισκόπου και της μητέρας του (ο πατέρας του είχε κοιμηθεί). Παρ’ ότι ο επίσκοπος τον ήθελε κοντά του, δεν τον εμπόδισε. Με την μητέρα του συμφώνησαν την ημέρα της αναχώρησής του να την ανεβάσει στην Ι. Μ. Χρυσοστόμου του νησιού. Όταν αυτό έγινε και κατέβηκε στην παραλία για να πάρει το πλοιάριο, αυτό αναχώρησε χωρίς να προλάβει ν’ ανέβει. Ο αποφασισμένος Νικόλαος κολυμπώντας ανάγκασε μετά από ώρα να γυρίσουν να τον πάρουν…Η μητέρα του αργότερα κάρηκε μοναχή με το όνομα Αγάθη!

Δ΄. Στο Άγιο Όρος

Ο Νικόλαος σε πελάγη ευτυχίας, φτάνει το 1775, στο άγιο Όρος, στη Ι. Μ. Διονυσίου. Οι συστατικές επιστολές του Γερο – Σίλβέστρου πολύ τον βοήθησαν. Γνώρισε τους κολυβάδες αδελφούς Σκουρταίους και τον ασκούμενο στην καλύβα της καψάλας μοναχό Ευθύμιο, αργότερα παραδελφό του και βιογράφο του.

Μετά από λίγους μήνες στη Ι. Μ. Διονυσίου και οι αρετές του ανάγκασαν τον ηγούμενο να κάρει μικρόσχημο μοναχό, με το όνομα Νικόδημος. Μετά από δύο χρόνια (1777) έφτασε ο πρώην Κορίνθου άγιος Μακάριος στο Όρος και έμεινε στο κελί «Άγιος Αντώνιος». Από εκεί μήνυσε στο Νικόδημο για συνάντηση.

Με ευλογία έφτασε εκεί και ο άγιος του εμπιστεύτηκε να συντάξει προοίμιο στη «Φιλοκαλία» και τον «Ευεργετινό» και να διορθώσει τυχόν ορθογραφικά σφάλματα. Παρέλαβε ακόμη και το πόνημα περί «Συνεχούς Θείας Μεταλήψεως» για να το πλατύνει με υποσημειώσεις. Το βιβλίο μάλιστα «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών», που αποτελεί ανθολογία πατερικών κειμένων, είναι έργο του ίδιου του πρώην Κορίνθου αγίου Μακαρίου, ο οποίος το παρέδωσε στον άγιο Νικόδημο, το 1777, «προς πληρεστέραν επεξεργασίαν, συμπλήρωσιν και έκδοσιν», και εξεδόθη το 1782 στην Βενετία. Όλα αυτά έγιναν σ’ αυτό το κελί και με τις συχνές επισκέψεις του Ευθύμιου…

Όταν τελείωσε αυτά τα σημαντικά έργα για το δούλο Ορθόδοξο Γένος, ήλθε στο κελί του Ευθύμιου στην Καψάλα (1778). Εκεί αποκάθαρε τα αβλεπήματα στην «Αλφαβηταλφάβητο» ή «Παράδεισο» του αγίου Μελετίου του Ομολογητή. Το επόμενο έτος (1779), επανήλθε πάλι στη Μονή της Μετανοίας του. Εκεί έμαθε για την φήμη του κοινοβιάρχου οσίου Παϊσίου Βελιτσόφσκι, όπου είχε στην Μολδαβία χίλιους μοναχούς, που τους δίδασκε την νοερά προσευχή. Πήρε ευλογία να τον επισκεφθεί, αναχώρησε, αλλά το πλοίο προσάραξε στη Θάσο και έτσι θείος Νικόδημος επέστρεψε στο όρος για να φωτίσει το  Γένος που στέναζε.

Επιστρέφοντας ασκήτεψε δύο χρόνια στην έρημο της Καψάλας (1779-1781) στην καλύβα του Αγίου Αθανασίου, όπου έγινε υποτακτικός του Πελοποννήσιου μοναχού Αρσένιου του Κολυβά, τον οποίο είχε γνωρίσει στη Νάξο. Η άσκηση και η ταπείνωσή του αυτό διάστημα ήταν απερίγραπτες…

Ε΄. Στην Σκυροπούλα

Πολλές φορές θελγόταν από τον έρωτα της αναχώρησης και έλεγε: «Πάμε πατέρες μου σε κανένα ερημονήσι για να γλιτώσουμε από τον κόσμο». Έτσι το 1781 (32 ετών), φτάνει με τον γέροντά του στο άνυδρο ερημονήσι της Σκυροπούλας, βόρεια της Εύβοιας. Σύντομα ο γέροντάς του Αρσένιος επέστρεψε στον Άθωνα, ο όσιος όμως έσπερνε χειρονακτικά λίγο σιτάρι  και με λίγο νερό είχε τροφή για όλο το χρόνο. Ρούχα του έστειλε ο εξάδελφός του, επίσκοπος Ευρίπου Ιερόθεος, από την Κύμη. Στις τρομερές δυσκολίες της άσκησης ήλθε να προστεθεί η υπερβολική πίεση του Ιερόθεου να …συγγράψει  «συμβουλευτικό εγχειρίδιο για Αρχιερείς»…

Στο τέλος ταπεινά το αποδέχτηκε, το οποίο έγραψε με σημειώσεις και παραπομπές, όλες από μνήμης! Οι δαίμονες σε αντιπερισπασμό δεν τον άφηναν σε… χλωρό κλαρί…

Στ΄. Μεγαλόσχημος

Αυτό τον καιρό μετά από δύο χρόνια φοβερής άσκησης, επέστρεψε στο κελί του παραδέλφου του Ιερομόναχου Ευθύμιου στον Άθωνα. Επιθυμούσε περισσότερες μοναχικές υποχρεώσεις, ζήτησε και πήρε το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα από τον γέροντα του Ευθύμιου, Δαμασκηνό Σταυρουδά τον Κολυβά. Ήταν το 1783 (34 ετών).

Με την άδεια του γέροντά του αγόρασε άλλο κελί, στο ύψωμα του Κυριακού Ναού. Σύντομα σε διπλανά κελιά έφτασαν αρκετοί μοναχοί, για να παίρνουν κι αυτοί από τα χαρίσματά του.

Το 1784 δέχτηκε πάλι επίσκεψη του φίλου του Αγίου Μακαρίου για να παραφράσει τα «άπαντα του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου». Ο δεινός ερμηνευτής τελείωσε το έργο το 1790 το οποίο καλλιγράφησε και εξέδωσε με προτροπή του ο φίλος του Κολυβάς Ιερομόναχος Διονύσιος Ζαγοραίος το 1790.

Την εποχή αυτή έγραψε το «Εξομολογητάριον» για βοήθεια τόσο των εξομολόγων, όσο και των μοναχών. Αργότερα έγραψε το «Θεοτοκάριο», όπου συμπεριέλαβε  ονομαστών υμνογράφων κανόνες προς την Κυρία Θεοτόκο, σε όλους τους ήχους. Το βιβλίο αυτό κάνει χρήση η Αγία μας εκκλησία.

Έγραψε εδώ και τα εποικοδομητικά του συγγράμματα «Αόρατο πόλεμο» και  «Πνευματικά Γυμνάσματα».

Ζ΄. Νέα σκάνδαλα

Μέχρι την εποχή εκείνη  ζούσε ασκητικά και ειρηνικά. Ήδη η «Φιλοκαλία», ο «Ευεργετινός» και το «περί συνεχούς θείας μεταλήψεως» κυκλοφορούσαν και πολλοί του ομολογούσαν χάριτες για την ωφέλεια που απολάμβαναν. Όμως δεν ήταν δυνατόν να μην περάσει και το καμίνι των μεγάλων πειρασμών, τι άγιος θα ήταν άλλωστε…

Το βιβλίο για την «Συνεχή Θεία Μετάληψη» βρήκε όμως και εχθρούς, γιατί επί χρόνια θεωρούσαν πολλοί ως ορθόδοξη Παράδοση το αντίθετο!!! Ένας τέτοιος μοναχός, το έστειλε στον Οικουμενικό Πατριάρχη Προκόπιο, μαζί με όσες μπορούσε κατηγορίες… Παροξύνθηκε ο πατριάρχης και με Σύνοδο, το 1786, καταδίκασε το βιβλίο και το νομιζόμενο συγγραφέα του Άγιο Μακάριο Νοταρά και όποιο Χριστιανό το …διάβαζε!!! Οι φωτισμένοι Αγιορείτες αγωνίστηκαν ενάντια στη λάθος Συνοδική απόφαση και πέτυχαν με τον επόμενο Πατριάρχη Νεόφυτο Ζ΄, την άρση της άδικης καταδίκης. Έτσι οι αντιφρονούντες που ακολουθούσαν «ό,τι ήβραν» φιμώθηκαν…

Ο μισόκαλος όμως βρήκε άλλο δρόμο για να κτυπήσει τους κολυβάδες. Κατηγόρησαν τον Νικόδημο, ότι πιστεύει ότι στον Άγιο Άρτο δεν …ευρίσκεται όλος ο Χριστός, αλλά τμήμα Του, γι’ αυτό εξ άλλου είναι υπέρ της συνεχούς θείας μεταλήψεως!!! Για να καταλάβουμε τον σάλο που δημιουργήθηκε, αρκεί να αναφέρουμε πως η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους ανακήρυξε τον Άγιο  «Ορθοδοξότατο και των δογμάτων της του Χριστού Εκκλησίας τρόφιμον…», μετά από 22χρόνια!!! Μαζί μ’ αυτό το θέμα αναμοχλεύτηκε και το θέμα των μνημοσύνων την ημέρα της εορτής της Αναστάσεως, δηλ. την Κυριακή… με «παγίδα»,  που έστησαν στον άγιο Μακάριο!!!

Έτσι άρχισαν νέες ταραχές και διωγμοί… Παρ’ όλα αυτά ήρεμος και με αγάπη προς τους συκοφάντες του, συνέχιζε το πολλαπλό έργο του. Στην ερημική Καψάλα, στο κελί του Αγίου Βασιλείου, έγραψε την «Χρηστοήθεια» και έκανε διορθώσεις στα «Εγκώμια του Επιτάφιου», κυρίως όμως έκανε συλλογή στα «άπαντα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά», αλλά κάηκαν στο Τυπογραφείο της Βιέννης μαζί με επαναστατικά κείμενα του Ρήγα Φερραίου… Στενοχωρήθηκε πολύ γι’ αυτό και μετακόμισε το 1789, κοντά στο γέρο-Λουκά, δίπλα στην Ι. Μ. Παντοκράτορα.

Εκεί έκανε την συλλογή και σχολιασμό όλων των Ιερών Κανόνων, που ονομάστηκε «Πηδάλιο της νοητής νηός». Ο λόγιος Αχιμ. από τα Ιωάννινα Θεοδώρητος, που μαζί με τον Ιεροκήρυκα Δωρόθεο του Πατριάρχη Νεόφυτου Ζ΄ (που έδωσε την έγκριση, μετά το ταξίδι του Ιερομονάχου Αγάπιου) πήγαν στη Λειψία για την εκτύπωση, έκανε αλλαγές στα σχόλια τόσο για τα μνημόσυνα, όσο και για τη Συνεχή Θεία Μετάληψη… Και πάλι ο μέγας κανονολόγος έφαγε «μαχαιριά», τώρα από τον «ψευδάδελφο» Θεοδώρητο…

Η΄.  Έργα οικοδομής

Μετά από ένα χρόνο επέστρεψε στην Καψάλα, κοντά στη θάλασσα, σε νέα καλύβα, του Αγίου Σεργίου. Ήταν τότε 45 ετών, πλήρης από δημιουργική δύναμη. Βρέθηκε εκεί από μοναχούς τόσο απορροφημένος, που ξέχναγε και την μπουκιά στο στόμα του επί ώρες… Έγραψε στο κελί αυτό διορθωμένο το «Ευχολόγιο», νέο «Εξομολογητάριο», «Ερμηνεία» στις 14 Επιστολές του απ. Παύλου, στις 7 Καθολικές, στο ψαλτήρι του Ευθύμιου Ζυγαβινού και στη Στιχολογία των εννέα Ωδών, που ονόμασε «Κήπο Χαρίτων».

Ποτέ δεν έμεινε αργός, ούτε άφησε την άσκηση και την αδιάλειπτο, μονολόγιστο και νοερά προσευχή. Ποτέ δεν άφησε την αγάπη του προς το πλήρωμα της Εκκλησίας με τα έργα οικοδομής… Τα έργα αυτά τα είχε τελειώσει μέχρι το 1799 (48 ετών).

Θ΄. Τα τελευταία χρόνια του

Το 1800 βρισκόταν εξόριστος ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, κοντά στον Νικόδημο. Επειδή πολλοί χριστιανοί γινόντουσαν Μωαμεθανοί από την πίεση των Τούρκων, έφταναν απ’ αυτούς αρκετοί στο Άγιο Όρος να συμβουλευτούν τον Πατριάρχη. Αυτός τους έστελνε στη συνέχεια στο Νικόδημο… Ανάμεσα σ’ αυτούς που εμψυχώθηκαν είναι και ο Νεομάρτυρας Κωνσταντίνος ο Υδραίος.

Εκείνη την εποχή είχαν έλθει παπικοί για να συζητήσουν δογματικά ζητήματα στο Άγιο Όρος. Η Ιερά κοινότητα τους έστειλε στον Άγιό μας. Αυτός εμφανίστηκε, όπως πάντα, ρακένδυτος και τσαρουχοφόρος! Αυτοί το πήραν για προσβολή. Δόθηκαν εξηγήσεις και μετά έπαθαν τέτοια ήττα στη συζήτηση που σιώπησαν και τράπηκαν σε άτακτο φυγή…

Ο Νικόδημος έχει φτάσει σε ηλικία 57 ετών (1805) και το χαλκέντερο κορμί του αρχίζει να λυγίζει. Αισθάνεται την ανάγκη κάποιας περιποίησης και πηγαίνει στους Σκουρταίους. Δεν γηροκομείται, αλλά συνεχίζει να ωφελεί. Συντάσσει τώρα τον «Συναξαριστή των 12 μηνών» με υπομονή για 2 χρόνια!

Από λεπτότητα αναχωρεί και πάλι για την Καψάλα, κοντά σε ευλαβή μοναχό. Τότε ξεσπάει και άλλο κύμα επιθέσεων και κατηγοριών, για την συνεχή Θεία μετάληψη! Τότε όμως επενέβη η Ιερά Κοινότητα και προστάτεψε το κύρος του: «ει τις … ανοίγει στόμα και λαλεί κατά του ανωτέρω διδασκάλου κυρ Νικοδήμου αδίκως και συκοφαντοικώς, ούτος προφανώς ελεγθείς, όχι μόνον θέλει παιδευθεί αυστηρώς υπό της κοινής ημών Συνάξεως, οποίας τάξεως και καταλόγου είναι, αλλά και θέλει εξορισθεί τελείως και τον ιερόν τούτον τόπον, ως σκανδαλοποιός».

Αλλά και ο ίδιος αναγκάστηκε να απολογηθεί για την Ορθόδοξη πίστη του ήρεμα…Συνέχισε μάλιστα με διάθεση ψυχής το έργο του με ογκώδη βιβλία, το «Εορτοδρόμιο» και την «Νέα κλίμακα»!

Ι΄. Η συνοπτική εργογραφία του

Η ακτημοσύνη, η παρθενία και υπακοή, η αδιάλειπτη προσευχή, η επιμονή στην ορθόδοξη λατρεία και ευχαριστία, η ανάδειξη του αναστασίμου της Κυριακής ήταν οι κεντρικοί πυλώνες της ζωής του. Η επιμονή του στην ορθόδοξη πίστη, ειδικά απέναντι στις εκστρατείες προτεσταντών μισιοναρίων και της μεγάλης επιρροής των παπικών κυρίως στις Κυκλάδες, τον οδήγησαν να χρησιμοποιήσει και δικά τους έργα για τη στήριξη της ορθόδοξης πίστης στους επιρρεπείς. Αναφέρω τα έργα ο «αόρατος πόλεμος» του Λορέντσο Σκουπόλι του τάγματος των Θεατίνι και τα «πνευματικά γυμνάσματα» του Ιγνάτιου Λοϋόλα, ιδρυτή του τάγματος των Ιησουϊτών, για τα οποία δέχεται σήμερα αδόκιμες και άδικες επιθέσεις.

Δεν κατανοείται πλήρως δηλαδή, ότι η κριτική στάση, που έλαβαν όλοι οι «Κολλυβάδες» έναντι του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, οι οποίοι απέρριψαν απ’ αυτόν τα στοιχεία εκείνα που απειλούσαν να νοθεύσουν την γνησιότητα του ήθους και του τρόπου ζωής των ορθοδόξων και γενικά των Ελλήνων – Ρωμιών, χωρίς να τον απορρίπτουν ολοτελώς!

Έτσι η κολλυβαδική θεολογία  με μια τριανδρία αγίων, τον Νικόδημο Αγιορείτη, το Αθανάσιο Πάριο και τον Μακάριο Νοταρά πέτυχε την τροφοδότηση του υπόδουλου Γένους με μια σειρά κειμένων πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας, με κορυφαίο αυτό της Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών Πατέρων (Βενετία 1782). Το ασκητικό ιδεώδες της Ορθοδοξίας, που για μια ακόμη φορά  προήλθε μέσα από το μοναχισμό, έδινε στην υπόδουλη ρωμηοσύνη λόγο υπαρκτικής αφύπνισης στις ουσιώδεις πνευματικές ανάγκες που τότε είχε.

Ο Γαλλικού τύπου διαφωτισμός, πέρα από την βίαιη είσοδο του ανερχόμενου καπιταλισμού στο κοινωνικό επίπεδο, ανεπτυγμένος μέσα στη φράγκικη και φεουδαρχική κληρικαλιστική Γαλλία, προσπάθησε βίαια να μεταφυτεύσει στην Ρωμιοσύνη και πνευματικά ζητήματα, όπως: το  αντιεκκλησιαστικό και αντικληρικό πνεύμα, τον ηθικισμό σε βάρος του εκκλησιαστικού γεγονότος, την εναντίωση στον έως τότε παραδοσιακό τρόπο αγιογράφησης των ορθοδόξων ναών και την χωρίς φειδώ μονόπλευρη έξαρση της «ανάστασης» της Αρχαίας Ελλάδας  (νεοκλασικισμός – αρχαιολατρία – νεοπαγανισμός).

Με αυτό το μάτι λοιπόν πρέπει να ιδωθεί και η τεράστια συγγραφική δουλειά του αγίου μας με πολυποίκιλα έργα και μέσα σε αντίξοες συνθήκες.

α. Αγιολογικά:
1. «Νέον Εκλόγιον», 1797 στην έρημο της Καψάλας, έκδοση το 1803.
2. «Νέο Μαρτυρολόγιο», 1797 στην έρημο της Καψάλας, έκδοση το 1799.
3. «Συναξαριστής των Δώδεκα μηνών του Ενιαυτού», 1805-1807, στην Ι. Μ. Παντοκράτορα.

β. Απολογητικά:
1. «Απολογία περί της Κυρίας ημών Θεοτόκου», 1799 στην έρημο της Καψάλας.
2. «Ομολογία Πίστεως», 1805 στην Ι. Σκήτη Παντοκράτορα.
 
γ. Ασκητικά:
1. «Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών», 1777 στις Καρυές, έκδοση το 1782.
2. «Ευεργετινός», 1777 στις Καρυές, έκδοση το 1794.        
3. «Βίβλος Βαρσανοουφίου και Ιωάννου», 1797 στη καλύβα Άγιος Βασίλειος στην  έρημο της Καψάλας, έκδοση το1805.
 
δ. Εποικοδομητικά – Ηθικά:
1. «Περί συνεχούς θείας Μεταλήψεως των αχράντων του Χριστού Μυστηρίων», 1778 στις κελί Άγιος Αντώνιος, έκδοση το 1794.
2. «Βιβλίον καλούμενον Αόρατος πόλεμος», 1785 στην Ι. Σκήτη Παντοκράτορα, έκδοση το 1796.
3. «Πνευματικά γυμνάσματα», 1785 στο ίδιο μέρος.
4. «Επιτομή εκ των Προφητανακτοδαυϊτικών ψαλμών», 1797 στη καλύβα Άγιος Βασίλειος (Καψάλα).
5. «Χρηστοήθεια», 1798 στο ίδιο μέρος.
 
ε. Ερνηνευτικά:
1. «Αι δεκατέσσαρες Επιστολαί του Αποστ. Παύλου», 1797 στη καλύβα Άγιος Βασίλειος, έκδοση το 1804.
2. «Ψαλτήριον Ευθυμίου Ζυγαβηνού», 1797 στο ίδιο μέρος.
3. «Κήπος χαρίτων», 1798 στο ίδιο μέρος.
4. «Επτά καθολικαί επιστολαί», 1799 στο ίδιο μέρος.
5. «Νέα Κλίμαξ», 1806 στην έρημο της Καψάλας.
6. «Εορτοδρόμιον», 1806 στο ίδιο μέρος.
 
στ. Θεολογικά:
1. «Αλφαβηταλφάβητος», 1778-1779 στην Ι. Σκήτη του Παντοκράτορα.
2. «Συμεών του Νέου Θεολόγου Άπαντα, 1784 στην Ι. Σκήτη του Παντοκράτορα και συμπλήρωση το 1794 στη καλύβα Άγιος Βασίλειος.
3. «Άπαντα Γρηγορίου του Παλαμά»,1787 στη Καψάλα.
 
ζ. Ποιμαντικά – κανονικά:
1. «Συμβουλευτικόν εγχειρίδιον περί φυλακής των πέντε αισθήσεων», 1781-1782 στο τόπο εξορίας του, δηλ. στην ερημόνησο Σκυροπούλα Βορίων Σποράδων, έκδοση το 1801.
2. «Εξομολογητάριον», 1784 στη Ι. Σκήτη του Παντοκράτορα και συμπλήρωση το 1794 στη καλύβα Άγιος Βασίλειος.
3. «Πηδάλιον», 1793 στη καλύβα του γερο-Λουκά Ι. Μ. Παντοκράτορα, έκδοση το 1800.
 
η. Ποιητικά:
1. Επιγράμματα – Ποιήματα.
2. Λειτουργικοί Ύμνοι και Εγκώμια.
3. «Νέον Θεοτοκάριον κλπ. 1795 στην Ι. Σκήτη Παντοκράτορα.
 
Ια΄. Η κοίμησή του
 
Το 1809, στις 23 Απριλίου, εορτή του Αγίου Γεωργίου, ήλθε πολύ βεβαρημένος στους Σκουρταίους. Επανήλθε στην Καψάλα κοντά στον Ευθύμιο. Αποφάσισαν και οι δύο να πάνε στο κοινόβιο, που είχε ιδρύσει στη Σκιάθο ο κολυβάς Νήφων από την Νάξο, για περισσότερη περίθαλψη. Όμως οι Σκουρταίοι δεν το επέτρεψαν και  έμεινε σ’ αυτούς. Σε λίγο ασθένησε βαριά και άρχισε να προετοιμάζεται για το μεγάλο ταξίδι…

Στις 5 Ιουλίου είχε πιαστεί το δεξί του χέρι στην Ι. Μ. Κουτλουμουσίου και στην επιθανάτιο κλίνη έδινε τις τελευταίες του ευλογίες και ζητούσε την συγχώρεση των αδελφών…

Κατά την Ανατολή του ήλιου στις 14 Ιουλίου 1809 παρέδωσε το πνεύμα του, σε ηλικία μόνο 60 ετών. Τάφηκε έξω από το κελί των Σκουρταίων. Κοιμήθηκε λοιπόν ο ένας από τους δύο μεγάλους γίγαντες, που ωσάν Άτλαντες κράτησαν το Γένος στους ώμους τους. Ο άλλος στύλος ήταν ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός.

Την είδηση της κοιμήσεώς του με θλίψη έμαθε ο εκκλησιαστικός, θεολογικός, μοναστικός και όχι μόνο, κόσμος της εποχής του. Σημειώνει ο χρονογράφος σχετικά με την κοίμηση του αγίου Νικοδήμου: «Ανατέλλοντος του αισθητού ηλίου, εις την γην, εβασίλευσεν ο νοητός ήλιος της Εκκλησίας του Χριστού. Έλειψεν ο πύρινος στύλος, ο οδηγών τον νέον Ισραήλ εις ευσέβειαν. Εκρύβη η νεφέλη η δροσίζουσα τους τηκομένους τω καύσωνι των αμαρτιών».

Είναι ακόμη χαρακτηριστική και η σκέψη την οποία εξέφρασε τότε ένας Χριστιανός: «Πατέρες μου, καλύτερον ήτο να απέθνησκαν σήμερα χίλιοι χριστιανοί και όχι ο Νικόδημος».

Κατά καιρούς, πολλά εγκώμια γράφτηκαν για τον Άγιο Νικόδημο, όπως: «Υπήρξε ο μέγιστος των μονασάντων από συστάσεως του Αγίου Όρους». «Υπήρξε ο πάντοτε πενία τρυχόμενος και γιγαντωθείς προ της ασήμου ημών γενεάς».

Κατά τον V. Grumel, «υπήρξε κανονολόγος, λειτουργιολόγος, αγιογράφος, δηλαδή ερμηνευτής των Γραφών, ασκητικός συγγραφεύς, εκδότης βιβλίων, εις των πλέον γονίμων συγγραφέων και αναμφιβόλως ο πλέον φιλόπονος Μοναχός, παρά του οποίου δοξάζεται η ελληνική Εκκλησία».

Κατά τον Θ. Σπεράντσον, ο Άγιος Νικόδημος υπήρξε πρόδρομος της εθνικής παλιγγενεσίας.

Ο Γάλλος Καρδινάλλιος LuisPetit γράφει πως ο Νικόδημος με τα βιβλία του αντικατέστησε το ζωντανό κήρυγμα του Κοσμά του Αιτωλού και χαρακτήρισε το κίνημα των «Κολλυβάδων» ως «δείγμα αφυπνιζόμενης ζωής του ελληνικού έθνους».

Ο Ιερός Νικόδημος αναμφίβολα υπήρξε ο κορυφαίος εκφραστής του οσιακού βίου και η θύρα που οδηγεί στην ορθόδοξη πνευματικότητα. Είναι ο εξαίσιος θεολόγος και ο ασίγαστος διαχρονικός διδάσκαλος της Ορθοδοξίας και του Γένους. Αποτελεί  πολύ σπάνιο  φαινόμενο συνδυασμού  θείων χαρισμάτων, αγιότητος βίου, άσκησης και συγγραφικής παραγωγής.

Ιβ΄. Αναγνώριση της αγιότητας

Κάτω από την πρώτη εικόνα του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, που δημοσιεύθηκε το 1819 στην πρώτη έκδοση του έργου του «Ερμηνεία των ΙΔ΄ Επιστολών του Αποστόλου Παύλου», υπάρχει ένα επίγραμμα – λεζάντα, το οποίο αναφέρει επί λέξει: «Τίς Νικόδημος, ου κλέος μέγα – εν Ορθοδόξοις και σοφοίς Όρους Άθω – ος τήνδε Βίβλον ευφυώς τάξε, φίλε – Νάξιος ανήρ. Εύγε της ευφυΐας».

Με αρ. Πρωτ. 1717/31-5-1955, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας  μαζί με την Σύνοδο πως «…εξ ονόματος και πάντων των εν Αγιωνύμω Όρει ενασκουμένων Οσιοτάτων Μοναχών, υπέβαλε ο του εν Καρυοίς Κελλίου Λαυριώτης Γέρων Ανανίας, αιτούμενος όπως, η επέτειος του θανάτου αυτού καθιερωθεί εν τιμή Αγίου, έγνωμεν, συνοδά τοις προ ημών θείοις Πατράσι … Δι’ ό και θεσπίζομεν Συνοδικώς και διοριζόμεθα και εν Αγίω διακελευόμεθα Πνεύματι, όπως από του νυν και εις τον εξής αιώνα τον άπαντα, Νικόδημος ο Αγιορείτης συναριθμείται τοις οσίοις και Αγίοις της Εκκλησίας ανδράσιν, ετησίοις ιεροτελεστίαις και αγιαστίαις τμώμενος και ύμνοις εγκωμίων γεραιρόμενος τη ιδ΄ Ιουλίου εν ή μακαρίως προς τον Κύριον εξεδήμησεν…».

Ο άγιος Νικόδημος εορτάζει κατά την καθιερωμένη Πανήγυρη της 14ης Ιουλίου.

Επίσης εορτάζει την πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, κατά την Σύναξη των Πέντε Αγίων της Παροναξίας που καθιερώθηκε πρόσφατα και η οποία τελείται στο νεόδμητο Ι. Ναό των Ναξίων Αγίων Νικοδήμου του Αγιορείτου και Νικολάου του Πλανά, στην πόλη της Νάξου.  Επίσης εορτάζει την Τρίτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου στην Πάρο, όπου επίσης τελείται η Σύναξη των Αγίων.

Οι Ασματικές Ακολουθίες του Αγίου Νικοδήμου, οι οποίες ευρίσκονται σε λειτουργική χρήση, συντάχθηκαν από τον αείμνηστο Υμνογράφο, Μοναχό Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, από τον πρώην Σεβ. Μητροπολίτη Πατρών κ. Νικόδημο, καθώς και από τον Αρχιμ. Νικόδημο Παυλόπουλο, Ηγούμενο της Ι. Μονής Λειμώνος Λέσβου.

Ιγ΄. Αποφθέγματα

1). «…Διότι και ο διάβολος έχει μεγάλην συγγένειαν και οικείωσιν προς την φαντασίαν και σχεδόν εξ όλων των δυνάμεων της ψυχής, αυτήν έχει επιτηδειότερον όργανον δια να παραπλανά τους ανθρώπους και να ενεργεί τα πάθη και τας κακίας του. Έχει μεγάλην οικείωσιν προς αυτήν.

Διότι και αυτός, νους κτισθείς παρά του Θεού πρότερον,  απλούς και ασχημάτιστος και αφάνταστος, ως οι λοιποί θείοι άγγελοι, ύστερον ηγάπησεν τα σχήματα και την φαντασίαν και φαντασθείς να θήση τον θρόνον του υπεράνω του ουρανού και να γίνει όμοιος τω Υψίστω, από αγγέλου φωτεινού, έγινεν διάβολος σκοτεινός…. ». (Συμβουλευτικόν εγχειρίδιον, σελ. 104).

2). «Από την πολλάκις ρηθείσαν κακίαν της φιλαυτίας, δηλαδή της αγάπης και υπολήψεως και τιμής, που έχομεν εις τον εαυτόν μας, γεννάται μία άλλη κακία που μας προξενεί βαρυτάτην ζημίαν. Αύτη είναι η αυθάδης κρίσις και κατάκρισις  που κάνομεν εις τον πλησίον, από την οποίαν κατάκρισιν ερχόμεθα εις το να εξευτελίζωμεν αδελφούς, να τους περιφρονούμεν και να τους ταπεινώνωμεν. …». (Αόρατος πόλεμος, σελ. 158).

3). «Εις τόπον χλόης εκεί με κατεσκήνωσεν: Τόπος χλόης είναι η πρακτική αρετή, ύδωρδε αναπαύσεως είναι η θεωρητική φιλοσοφία, κατά τον Άγιον Μάξιμον. Εκεί λοιπόν λέγει ο καθείς από τους εθνικούς, θέλει με κατασκηνώσει ο Κύριος, όπου είναι τόπος χλόης. Επέμεινε δε εις την μεταφοράν του ποιμένειν, επειδή χλόη και νερόν, αυτά είναι η ευτυχία  του ποιμνίου.

Θέλει να ειπή δε ότι κατέστησε ο Κύριος εις απόλαυσιν νομής και πνευματικών αγαθών. Νοείται δε και άλλως, ότι τόπος χλόης είναι η εκκλησία, χλόη δε είναι οι Χριστιανοί, οπού ανθούν εις την Εκκλησίαν κατά την αρετήν. Ή χλόην θέλεις νοήσεις την πίστιν των Χριστιανών, δια τι νεάζει και ανθεί πάντοτε ωσάν την χλόην, επειδή η των Ελλήνων πλάνη εγήρασεν ωσάν το χορτάρι και εξηράνθη». (Ερμηνεία εις τους Ψαλμούς, τόμ. Α΄, σελ. 344).

4). « …Φανερόν είναι λοιπόν, ότι αφήκε να νοούμεν ημείς, πως ο Μέγας Βασίλειος μεταχειρίζεται την Ακρίβειαν, αυτή δε, και η Οικουμενική β΄, εμεταχειρίστηκαν την Οικονομίαν, και ούτω δεν φαίνεται καμμία αντίφασις, ή εναντιότης ανάμεσά των. Και ούτος μεν ο λόγος της Οικονομίας είναι η πρώτη και κυριωτέρα αιτία, δια την οποίαν αι σύνοδοι αύται, άλλων μεν αιρετικών εδέχθησαν το βάπτισμα, και άλλων όχι. Κοντά δε εις τον λόγον της Οικονομίας εστάθη και δευτέρα αιτία, δια την οποίαν ούτως εποίησαν.

Αύτη δε είναι διότι, εκείνοι μεν οι αιρετικοί, των οποίων εδέχθησαν το βάπτισμα, εφύλαττον απαράλλακτον και το είδος, και την ύλην του βαπτίσματος των ορθοδόξων, και εβαπτίζοντο κατά τον τύπον της Καθολικής Εκκλησίας. Εκείνοι δε οι αιρετικοί, των οποίων το βάπτισμα δεν εδέχθησαν, επαραχάραξαν την τελετήν του βαπτίσματος και διέφθειραν, ή τον τρόπον του είδους, ταυτόν ειπείν των επικλήσεων, ή την χρήσιν της ύλης, ταυτόν ειπείν των καταδύσεων και αναδύσεων ». (ΠΗΔΑΛΙΟΝ, Σχόλιο στον ΜΣΤ΄κανόνα των Αγίων αποστόλων, σελ. 54).

5). «… Η  Κυριακή είναι ογδόη: Διότι μετά την εβδόμην αριθμείται και υπεραναβένηκε τον εβδοματικόν και ιουδαϊκόν σαββατισμόν, κατά τον Αθανάσιον κατά τον Βασίλειον, και κατά τον Θεολόγον Γρηγόριον. Διότι και η εν τη Κυριακή γενομένη Ανάστασις του Κυρίου ογδόη εστίν, αριθμουμένη μετά τας επτά Αναστάσεις, τάς γενομένας προ της Αναστάσεως Αυτού, κατά τον Θεσσαλονίκης Γρηγόριον.

Ογδόη λέγεται ότι ο Κύριος αναστάς κατά την ογδόην και φανείς εις τους Αποστόλους, πάλιν μετά οκτώ ημέρας εφάνη εις αυτούς, παρόντος και του Θωμά. Διατί αι μεν άλλαι Δεσποτικαί εορταί μίαν μόνην φοράν τον χρόνον εορτάζονται, η δε Κυριακή εορτάζεται εις κάθε οκτώ ημέρας, και ακολούθως εορτάζεται πενηνταδύω φοραίς τον χρόνον. Ιδιού πόσον ανωτέρα και υπερέχουσα των άλλων εορτών είναι η Κυριακή…» (Ομολογία Πίστεως).

Ιδ΄. Βιβλιογραφία

1). ΕΝΟΡΙΑΚΟΣ ΠΑΛΜΟΣ Ι. Ν. Κοιμήσεως Οβρυάς, έτος 3ο,  Αρ. Φύλλου 31, ΙΟΥΛΙΟΣ 1998.
2). ΕΝΟΡΙΑΚΟΣ ΠΑΛΜΟΣ Ι. Ν. Κοιμήσεως Οβρυάς, έτος 6ο,  Αρ. Φύλλου 67, ΙΟΥΛΙΟΣ 2001.
3). ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Αρχ. Νικοδήμου Παυλόπουλου, ΑΘΗΝΑ 1976.
4). ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Μοναχού Θεόκλητου Διονυσιάτη, εκδ. ΑΣΤΗΡ, ΑΘΗΝΑ 1978.
5).  ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΝ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ, ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, εκδ. Σχοινά, ΒΟΛΟΣ 1983).
6). ΠΗΔΑΛΙΟ, Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Αγιορείτου, εκδ. ΑΣΤΗΡ, ΑΘΗΝΑ 1982,
7). ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΙΣ ΤΟΥ ΨΑΛΜΟΥΣ, τόμοι 3, ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, εκδ. ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΥΨΕΛΗ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1979.
8). ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ, εκδ. ΦΩΣ, ΑΘΗΝΑ 1973.
9) Π. Μ. Σωτήρχου, Αυτός ο Μέγας, Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης
10).  Ενάντια στη Θρησκεία, Χρήστου Γιανναρά, εκδ. Ίκαρος, 2006.
11). Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα, http://www.parembasis.gr/2002/02_07_06.htm, Ιούλιος 2002.
12). Αρχιμ. Αλέξανδρος Μαστράτος,  http://www.i-m-paronaxias.gr/byzantine-monasteries/nikodimos_agioritis.html.
13).http://el.wikipedia.org/wiki
14). Album Φωτογραφιών της ιστοσελίδας rel.gr, http://rel.gr/photo/thumbnails.php?album=26&page=15,
15). Ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ,
Αρχιμ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Καθηγ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, http://www.pigizois.net/pneumatikoi_logoi/orthodojos_monaxismos.htm.
16) Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, http://forum.athos.gr/index.php?topic=1286.0, 20-11-2005.
17). http://www.agios-nikodimos.gr/
18). http://www.imd.gr/html/gr/section02/ellinismos/books/sunday/04.htm,
19). Κ. Καραϊσαρίδη, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και το λειτουργικό του έργο, Αθήνα, 1998.  
20). Πρωτ. π. Γ. Μεταλληνού, Οο «Κολλυβάδες» κατά του Διαφωτισμού,
Μια λαϊκή πνευματική αντίδραση, ομιλία στο Βόλο,
hellas.ncsr.gr/eastorthodox/church_of_greece/Keim439/keim4395r.rtf.
21). Αθανας. Ι. Καλαμάτα, Αγιότητα και Διαφωτισμός, http://www.istoselides.gr/istoselides/article.php?sid=2446
 
Επιμέλεια – Παρουσίαση: Π. Α. Μ.

Πηγή: www.oodegr.com

Μνήμη του Aγίου Aποστόλου Aκύλα (14 Ιουλίου)

Μαρτύριο των Αγίων Αποστόλων και Μαρτύρων Ακύλα και Πρισκίλλης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Aποστόλου Aκύλα

Ήπλωσεν ως δίκτυον ο Παύλος λόγους,
Ήγρευσε δ’ ως θήραμα θείον Aκύλαν.
Aκύλαν δεκάτη γε τετάρτη τύμβος έκρυψεν.

Μαρτύριο των Αγίων Αποστόλων και Μαρτύρων Ακύλα και Πρισκίλλης. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Tούτου τους επαίνους αναφέρει ο Eυαγγελιστής Λουκάς εν ταις Πράξεσιν εν κεφαλαίω ιη΄, 2. Eπειδή γαρ αυτός εστάθη μαθητής και ξενοδόχος του Aποστόλου Παύλου εν έτει ξε΄ [65], από αυτόν έμαθε τα θεία. Όθεν και την πλάνην του Διαβόλου αποστραφείς, έγινε κήρυξ και μάρτυς των του Xριστού παθημάτων, διό και παρ’ αυτού έλαβε τον άφθαρτον στέφανον. (Όρα το πλατύτερον τούτου Συναξάριον εις την δεκάτην τρίτην του Φευρουαρίου.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Μάρτυρος Ιούστου, του Οσίου Πατρός ημών και Θαυματουγού Ονησίμου και του Αγίου Ιωσήφ Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Ομολογητού (14 Ιουλίου)

Μηνολόγιο 14ης Ιουλίου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Μνήμη του Aγίου Μάρτυρος Ιούστου

Mη θύμα βαλείν εις το βωμού πυρ θέλων,
Eις πυρ Iούστος θύμα βάλλεται ξένον.

Oύτος εκατάγετο από την πόλιν της Pώμης, στρατιώτης ων εις τόπον καλούμενον Nούμερα, υποκάτω εις τον Kλαύδιον τριβούνον. Γυρίζωντας δε μίαν φοράν από τον πόλεμον των βαρβάρων, εναντίον των οποίων επολέμησε μαζί με τους συστρατιώτας του, ήλθεν εις έκστασιν, και βλέπει ένα Σταυρόν κρυσταλλοειδή, από δε τον Σταυρόν ευγήκε φωνή, η οποία τον εδίδαξε το της ευσεβείας μυστήριον. Όθεν πηγαίνωντας εις την Pώμην, εμοίρασε τα υπάρχοντά του εις τους πτωχούς, και κατ’ ιδίαν ευρισκόμενος, ευφραίνετο διατί απόκτησε την πίστιν του Xριστού. Aφ’ ου δε εφανερώθη εις τον τριβούνον Kλαύδιον, ότι ο Άγιος επίστευσεν εις τον Xριστόν, επήρεν αυτόν εκείνος και τον εσυμβούλευε να λυπηθή την νεότητά του, και να παραιτήση την πίστιν του Xριστού. Eπειδή όμως δεν εδυνήθη να τον πείση, διά τούτο έστειλεν αυτόν με γράμματα εις τον ηγεμόνα Mαγνέντιον. O δε ηγεμών ερώτησε τον Mάρτυρα, και ευρών αυτόν επιμένοντα εις την πίστιν του Xριστού, τούτου χάριν επρόσταξε να δείρουν αυτόν με νεύρα ωμά. Έπειτα να βάλουν εις μεν την κεφαλήν του, μίαν περικεφαλαίαν, ήτοι μπαρπούταν σιδηράν πυρωμένην. Eις δε τας μασχάλας του, να βάλουν μπάλλας σιδηράς αναμμένας, και εις τας χείρας του να προσαρμόσουν άλλας χείρας σιδηράς, και ούτω να απλώσουν αυτόν επάνω εις μίαν σκάραν πεπυρακτωμένην. Tαύτα δε πάντα υπέμεινε γενναίως ο Άγιος δοξάζων και ευχαριστών τον Θεόν. Ύστερον εβάλθη εις ένα καμίνι, και εκεί παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, χωρίς να καή ούτε μία από τας τρίχας του. Tελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή εν τω Oρφανοτροφείω.


Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών και Θαυματουργού Oνησίμου

Eλαφρόν ήρα φορτίον σον ηδέως,
Mεθ’ ου σος Oνήσιμος ήκω σοι Λόγε.

Oύτος ο Άγιος Oνήσιμος είναι άλλος από τον Aπόστολον Oνήσιμον τον μαθητήν του Aποστόλου Παύλου, και άλλος από τον Mάρτυρα Oνήσιμον. Oύτος λοιπόν ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει τγ΄ [303], καταγόμενος εκ Kαισαρείας της Παλαιστίνης, από χωρίον καλούμενον, Kαρυΐνην. Άδεται δε λόγος, ότι οι γονείς τούτου έλαβον από θείον Άγγελον το Άγιον Bάπτισμα, και ευηγγελίσθησαν πως έχουν να γεννήσουν τούτον τον Άγιον, και πως μέλλει να ονομασθή ο υιός των, Oνήσιμος. Eκ νεαράς δε ηλικίας παραιτήσας τους γονείς του ο Όσιος, επήγεν εις ένα Mοναστήριον της Eφέσου, εις το οποίον ευρίσκοντο Mοναχοί οκτακόσιοι. Oι δε γονείς του κλαίοντες και θρηνούντες διά την αναχώρησίν του, από τα πολλά δάκρυα ετυφλώθησαν. Eπειδή δε διά τον διωγμόν του Διοκλητιανού, άφησαν οι Mοναχοί το Mοναστήριον εκείνο, και ανεχώρησαν, διά τούτο και ούτος ο Άγιος ανεχώρησε και επήγεν εις το οσπήτιον των γονέων του, δεν εγνωρίσθη όμως εις αυτούς, αλλά έγραψεν εις ένα χαρτί με συντομίαν τα περί αυτού, και απόθεσεν αυτό εις το παράθυρον του οσπητίου. Aυτός δε πηγαίνωντας εις την Mαγνησίαν, εσύστησε Mοναστήριον, και εκεί φέρωντας τους γονείς του, ιάτρευσε τους οφθαλμούς των. Όθεν διαπεράσας θεαρέστως το υπόλοιπον της ζωής του, προς Kύριον εξεδήμησε.


O Άγιος Iωσήφ ο Aρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης και Oμολογητής, ο αδελφός του Aγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, εν ειρήνη τελειούται1

Aφείς Iωσήφ καθέδραν την γηΐνην,
Παρίσταται νυν τω θρόνω του Kυρίου.

Oύτος ο μακάριος Iωσήφ ήτον κατά τους χρόνους Θεοφίλου του εικονομάχου, εν έτει ωκθ΄ [829], υιός μεν, γονέων ευσεβών και θεοφιλών, Φωτεινού και Θεοκτίστης ονομαζομένων, αδελφός δε, του Aγίου Θεοδώρου του Στουδίτου και ομολογητού. Oύτος λοιπόν διά την αξιέπαινον αυτού πολιτείαν, κοινή ψήφω έγινεν Aρχιεπίσκοπος της μεγαλοπόλεως Θεσσαλονίκης. Διατρίψας δε εκεί πολύν καιρόν, εγύρισεν εις την Kωνσταντινούπολιν με βασιλικήν προσταγήν. Όθεν επαραστάθη μαζί με τον αδελφόν του Άγιον Θεόδωρον, ενώπιον του δυσσεβούς Θεοφίλου, και μη φοβηθείς αυτόν, μηδέ πεισθείς εις το να αθετήση την προσκύνησιν των αγίων και σεβασμίων εικόνων, τούτου χάριν, ο μεν Άγιος Θεόδωρος ο αυτάδελφός του, εξωρίσθη εις την λίμνην της εν Bιθυνία ευρισκομένης Aπολλωνιάδος, ο δε μακάριος ούτος Iωσήφ, πρώτον μεν εδοκίμασε διαφόρους φυλακάς και κακοπαθείας, έπειτα πάλιν ηναγκάσθη από τον δυσσεβή Θεόφιλον να αθετήση την προσκύνησιν των αγίων εικόνων. Eπειδή δε πάλιν τα αυτά απελογήθη ως και το πρότερον, διά τούτο εδοκίμασε δεύτερον μεγαλιτέρας και δεινοτέρας κακοπαθείας από τας προτέρας, και εκλείσθη μέσα εις φυλακάς σκοτεινοτέρας από τας πρώτας, εις τας οποίας πολλά και ανυπόφορα βάσανα υπέμεινεν ο μακάριος, αγκαλά και την προτέραν ζωήν του επέρασε χωρίς καμμίαν άνεσιν. Όθεν ταλαιπωρηθείς με πείναν και δίψαν και κάθε άλλην θλίψιν, απήλθε προς την αιωνίαν ζωήν και ανάπαυσιν.

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι ο εις το Tριώδιον συνεχώς αναφερόμενος κύριος Iωσήφ, ούτος είναι ο αυτάδελφος του Aγίου Θεοδώρου, και ουχί ο υμνογράφος Iωσήφ. Oι δύω γαρ ούτοι αυτάδελφοι συνέγραψαν το βιβλίον του Tριωδίου. Tούτου δε του Iωσήφ ευρίσκονται και λόγοι τινες πανηγυρικοί εις διαφόρους εορτάς, εν χειρογράφοις σωζόμενοι.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Οἱ ὅσιοι καὶ θεοφόροι ἀσκητὲς στὴν Κύπρο Ἡλιόφωτος, Αὐξουθένιος, Ἐπαφρόδιτος καὶ Εὐθένιος (13/7)

Οἱ ἅγιοι Ἠλιόφωτοι, 18ος αἰῶνας

Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακεὶμ

Οἱ ἅγιοι Ἠλιόφωτοι, 18ος αἰῶνας
Οἱ ὅσιοι πατέρες μας, οἱ καλούμενοι συνοπτικῶς ἅγιοι Ἡλιόφωτοι, ἔλαβαν τὴν κοινὴ τούτη ὀνομασία ἀπὸ τὸν Γέροντα καὶ προϊστάμενο τῆς τετράριθμης αὐτῆς σεπτῆς χορείας, ἅγιο Ἡλιόφωτο. 
Πρέπει ἐξαρχῆς νὰ ἀναφέρουμε, ὅτι ὁ βίος τῶν ἁγίων τούτων (ὅπως ἄλλωστε καὶ ἀρκετῶν ἄλλων ἁγίων τῆς Κύπρου), ἕνεκα ποικίλων ἱστορικῶν λόγων, ἀλλοιώθηκε σὲ τέτοιο βαθμὸ σὺν τῷ χρόνῳ, ὥστε μέχρι πρόσφατα νὰ θεωροῦνται ὅτι ἄκμασαν ἀπὸ τὸ ἔτος 300 μ.Χ., μὲ τιμωρὸ τὸν… μόνιμο διώκτη(!) τῶν Κυπρίων ἁγίων, διοικητὴ τῆς Κύπρου Σαβῖνο (γνωστὸ ἀπὸ τὰ Μαρτύρια τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Θεοδότου, ἐπισκόπου Κυρηνείας), μέχρι τῆς ἐποχῆς τῶν Σταυροφοριῶν, κατὰ τὴν ὁποία ὑποτίθεται ἦλθαν καὶ ἀσκήτευσαν στὴν Κύπρο, γιὰ νὰ βροῦνε μαρτυρικὸ ἐν τέλει τέλος ἀπὸ τὸν ἀνωτέρω Σαβῖνο!

Σύμφωνα ὅμως μὲ τὰ νέα σημαντικώτατα ἱστορικὰ δεδομένα, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ἄγνωστη μέχρι καὶ πρὶν λίγα ἔτη βυζαντινὴ ᾀσματικὴ Ἀκολουθία τους, ποὺ ἐντοπίσθηκε σὲ Σιναϊτικὸ χειρόγραφο τοῦ 11ου αἰώνα (τὸν Κώδ. Sin. Gr. 627) καὶ τὴν ὁποία ὁ γράφων εἶχε τὴν εὐλογία νὰ ἐκδώσει μὲ ἐκτενὴ σχολιασμὸ τὸ 2004 (βλ. τὴ Βιβλιογραφία στὸ τέλος τοῦ παρόντος), ρίπτεται ἤδη ἄπλετο φῶς στὴ συγκεχυμένη εἰκόνα, ποὺ ἐπικρατοῦσε, καὶ ὁ βίος καὶ τὰ πρόσωπα τῶν ἁγίων Ἡλιοφώτων ἀποκαθίστανται στὴν ἱστορική τους ἀλήθεια. Τὸν ἀποκατεστημένο πλέον βίο τοῦτο, βάσει τῆς ἐν λόγῳ ἔκδοσης, καθὼς καὶ τὰ σχετικὰ πορίσματα παρουσιάζουμε συνοπτικὰ στὴ συνέχεια.

 

Ναός Αγίων Ηλιοφώτων, Κάτω Μονή, φωτογραφία H.Polydoros, Panoramio

Ὅ ὅσιος Ἡλιόφωτος, καθὼς καὶ οἱ συνασκητές του, ὅσιοι Αὐξουθένιος, Ἐπαφρόδιτος καὶ Εὐθένιος, κατάγονταν ἀπὸ τὴ Φοινίκη τῆς Παλαιστίνης (σημ. Λίβανο), ἄκμασαν δὲ κατὰ τὸν 5ο αἰώνα. Τυγχάνοντες ἀνδρεῖοι καὶ ρωμαλέοι, κατατάγηκαν στὸ στράτευμα τοῦ αὐτοκράτορος Θεοδοσίου Β´ τοῦ Μικροῦ (408-450). Ἡ ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία διεξήγαγε τότε μεγάλο πόλεμο ἐναντίον ποικίλων ἐχθρῶν της (Οὔννων, Περσῶν καὶ Βανδάλων), στὸν ὁποῖο καὶ διέπρεψαν ὁ Ἡλιόφωτος μὲ τοὺς τρεῖς του συντρόφους, ἐπιτυγχάνοντας μεγάλες νίκες. Γι᾽ αὐτὸ καὶ κλήθηκαν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἔτυχαν μεγάλων τιμῶν ἀπὸ τὸν βασιλέα, συνδιαιτώμενοι μαζί του στὰ ἀνάκτορα. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ στὶς ψυχές τους ὑπερίσχυσε ὁ πόθος τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν καὶ ἐπιθύμησαν τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀφοσίωση στὴ λατρεία τοῦ ἐπουρανίου βασιλέως Χριστοῦ, παρακάλεσαν τὸν ἐπίγειο βασιλέα, νὰ τοὺς ἐπιτρέψει νὰ ἀσπασθοῦν τὸν μοναχικὸ βίο. Βλέποντας τὸν ὁλόψυχο πόθο τους ὁ Θεοδόσιος, τοὺς τὸ ἐπέτρεψε, παρακαλώντας τους συνάμα νὰ τὸν μνημονεύουν πάντοτε στὶς προσευχές τους. Διένειμαν τότε οἱ ἅγιοι τὴν περιουσία τους στοὺς πτωχούς καί, ἐλεύθεροι πιὰ ἀπ᾽ ὅλα τὰ βιοτικά, μετέβησαν (λίγο μετὰ τὸ 447 καὶ πρὶν τὸ 450) μὲ σπουδὴ στὴν Ἔφεσο, γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὰ λείψανα τῶν ἁγίων Ἑπτὰ Παίδων, ποὺ εἶχαν προσφάτως τότε ἀναστηθεῖ (ἔτος 447) πρὸς πίστωση τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, καὶ πάλιν κοιμήθηκαν ἐν Κυρίῳ. Μετὰ τὸ προσκύνημά τους αὐτὸ καὶ μὲ τὸν πόθο νὰ ἀκολουθήσουν καὶ οἱ ἴδιοι τὸν βίο τοῦ ἀναιμάκτου μαρτυρίου τῆς συνειδήσεως, ἀπέπλευσαν οἱ τέσσερεις ὅσιοι γιὰ τὴν Κύπρο, γνωρίζοντάς την κατάλληλη γιὰ ἐρημικὴ βιοτὴ καὶ ἔχοντας προφανῶς ἤδη πληροφορηθεῖ γιὰ τὴν ἐκεῖ ἀκμὴ τοῦ μοναχισμοῦ, μάλιστα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν ἐξεχόντων μοναστικῶν ἡγετῶν Ἱλαρίωνος τοῦ Μεγάλου (ἔζησε στὴν Κύπρο κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς του [364-371]) καὶ Ἐπιφανίου τοῦ Μεγάλου, ἀρχιεπισκόπου Κύπρου (367-403).

Ξεκινώντας λοιπὸν οἱ ἅγιοι ἀπὸ τὰ βόρεια παράλια τῆς νήσου, ὅπου ἀφίχθηκαν, ἔφθασαν στὴν περιώνυμη πόλη τῆς Ταμασοῦ, ὅπου προσκύνησαν γιὰ λίγο στοὺς ἐκεῖ πρωτοχριστιανικοὺς ἱεροὺς χώρους. Κατόπιν, ἀφοῦ βάδισαν περὶ τὰ δέκα βυζαντινὰ μίλια, βρέθηκαν στὴν ἄγονη ἐρημικὴ περιοχὴ μεταξὺ τῶν σημερινῶν χωριῶν Μιτσεροῦ καὶ Κάτω Μονῆς, ὅπου καὶ ἔστησαν τὴν ἀσκητική τους παλαίστρα, σχολάζοντας μὲ νηστεία, ἀγρυπνία καὶ προσευχὴ στὰ ἐκεῖ δύσβατα ὄρη. Κατοικία τους εἶχαν δύο γειτνιάζοντα σπήλαια, τὰ ὁποῖα, εἴτε προϋπῆρχαν ὡς ρωμαϊκοὶ τάφοι, εἴτε λάξευσαν οἱ ἴδιοι στὸν βράχο. Ἐπειδὴ οἱ ὅσιοι ὑπέφεραν ἀπὸ τὴ δίψα, λόγῳ ἔλλειψης στὴν περιοχὴ πόσιμου νεροῦ, παρακάλεσαν θερμῶς τὸν Κύριο καὶ ἀνέβλυσε ἀφθονοπάροχη πηγὴ δροσεροῦ νεροῦ, τὸ μετέπειτα θαυματουργὸ ἁγίασμά τους, τὸ ὁποῖο διατηρεῖται μέχρι καὶ σήμερα. Πρῶτος δὲ ἱεραρχικῶς τῆς σεπτῆς αὐτῆς τετράδας καὶ Γέροντάς τους ἀναδείχθηκε ἀπὸ τοὺς συνασκητές του ὁ μέγας Ἡλιόφωτος.

Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ πολυχρόνιους ἀσκητικοὺς καμάτους, μὲ τοὺς ὁποίους πλουτίσθηκαν μὲ ἄφθονα χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κοιμήθηκαν ἐν εἰρήνῃ οἱ ὅσιοι καὶ τάφηκαν στὰ δύο ἀσκητικά τους σπήλαια. Κατὰ τὴν ἐκταφή τους, τὰ ἱερά τους λείψανα βρέθηκαν ἄφθαρτα, καὶ διατηρήθηκαν ἔτσι γιὰ αἰῶνες. Ἕνεκα δὲ τοῦ πλήθους τῶν θαυμάτων τους, οἰκοδομήθηκε μπροστὰ ἀπὸ τὰ σπήλαιά τους ναὸς πρὸς τιμή τους, ὅπου προσέτρεχαν στίφη πιστῶν καὶ ἀσθενῶν, λαμβάνοντας ὁ καθένας τὴν ποθούμενη δωρεά.

Ἀπὸ τὴ συλλογὴ θαυμάτων, ποὺ περιλάμβανε ὁ προφανῶς ἀπολεσθεὶς ἀρχαῖος Βίος τους (γραμμένος πιθανώτατα κατὰ τοὺς 6ο/7ο αἰ.), διασώθηκαν ἐνδεικτικῶς ὁρισμένα θαύματα στὴ βυζαντινὴ ᾀσματικὴ Ἀκολουθία τους (7ος/9ος αἰ.), γιὰ τὴν ὁποία ἀναφέραμε ἀνωτέρω, καὶ ποὺ ἀρύεται ἀμέσως ἀπὸ τὸν ἐν λόγῳ Βίο, ἀποτελώντας ἔτσι τὴ σπουδαιότερη, ἐγκυρότερη καὶ ἀρχαιότερη πηγὴ γιὰ τὴ ζωὴ τῶν ἁγίων Ἡλιοφώτων. Οἱ θαυματουργίες τους συνεχίσθηκαν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες, καὶ συνεχίζονται μέχρι καὶ τὶς μέρες μας. Ἐνδεικτικῶς παραπέμπουμε στὴν κατὰ τὸ ἔτος 1836 συντεθεῖσα ἀπὸ τὸν ἀσκητὴ ἱερέα καὶ ἁπλοϊκὸ ὑμνογράφο Χριστόδουλο τὸν Μαλουνταῖο Ἀκολουθία, ὅπου καὶ συναγωγὴ θαυμάτων τους.

Σήμερα σώζεται μόνο τὸ ἕνα σπήλαιο μὲ τρεῖς τάφους τῶν ἁγίων, ἄγνωστο ποιῶν ἀκριβῶς ἀπ᾽αὐτούς.  Ὁ ἐκεῖ σημερινὸς ναός τους κτίστηκε ἐπὶ τουρκοκρατίας, εἶναι καμαροσκέπαστος, ἐπικοινωνεῖ δὲ μὲ τὸ ὡς ἄνω σπήλαιο τῶν ὁσίων μέσῳ ἀνοίγματος στὸν βορειοδυτικὸ τοῖχο. Ἐκεῖ σώζεται καὶ μέρος τῶν λειψάνων τῶν ἁγίων, καθὼς καὶ ἡ παλαιότερη γνωστὴ φορητὴ εἰκόνα τους (18ου αἰ.), ποὺ συντηρήθηκε προσφάτως, φθαρμένη καὶ χωρὶς καμμία ὀνομαστικὴ ἐπιγραφή. Τεμάχια λειψάνων τῶν ἁγίων Ἡλιοφώτων φυλάσσονται καὶ σὲ ἄλλα μέρη τοῦ νησιοῦ, ὅπως καὶ φορητές τους εἰκόνες (19ου αἰ. κ. ἑξ.), στὶς ὁποῖες ὅμως ἀπεικονίζονται πέντε ἅγιοι, ποὺ φέρουν τὰ ὀνόματα, τὰ καταγραφόμενα ἀπὸ τὸν ἀνωτέρω ἱερέα Χριστόδουλο στὴν Ἀκολουθία, τὴν ὁποία συνέταξε (δηλ. Ἡλιόφωτος, Ἐπαφρόδιτος, Εὐσθένιος, Ἀμμώνιος καὶ Χουλλέλαιος). Ἡ διαφορὰ στὸν ἀριθμὸ καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἁγίων ἔχει τὴν ἐξήγησή της:

Στὶς χειρόγραφες Ἀκολουθίες καὶ εἰκόνες τῶν ἁγίων Ἡλιοφώτου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ, ποὺ ἔγιναν κατὰ τὴν ὄψιμη στὴν Κύπρο τουρκοκρατία (18ος-19ος αἰ.), ἀπὸ τοὺς γνωστοὺς τέσσερεις ὁσίους τῆς ἀρχικῆς ὁμάδας τοῦ 5ου αἰ., ὁ μὲν ἅγιος Εὐθένιος ἀποδίδεται (εὐηχέστερα) ὡς Εὐσθένιος, παραλείπεται δὲ ὁ ἅγιος Αὐξουθένιος (ἴσως λόγῳ τοῦ ἀσυνήθους του ὀνόματος), καὶ ἐντάσσονται δύο ἄλλοι ὅσιοι, οἱ Ἀμμώνιος καὶ Θαλλέλαιος (παρὰ τῷ λαῷ Χουλλέλαιος), καὶ ἔτσι οἱ ἅγιοι Ἡλιόφωτοι παρουσιάζονται ὡς πέντε.

Γιὰ τοὺς τελευταίους δύο αὐτοὺς ἁγίους οὐδεμία ἀναφορὰ γίνεται, οὔτε στὴν ἀνωτέρω βυζαντινὴ Ἀκολουθία (7ου/9ου αἰ.), οὔτε στοὺς  τοπικοὺς μεσαιωνικοὺς χρονογράφους. Τὸ πιθανώτερο εἶναι, ὅτι οἱ δύο αὐτοὶ ὅσιοι (Ἀμμώνιος καὶ Χουλλέλαιος [=Θαλλέλαιος]) ὑπῆρξαν μεταγενέστεροι τοῦ 5ου αἰώνα μοναστές, ποὺ ἔζησαν ἀσκητικῶς, εἴτε πλησίον τοῦ προσκυνήματος καὶ τῶν τάφων τῆς ἀρχικῆς τετράδας τῶν ἁγίων Ἡλιοφώτων , εἴτε στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς Ταμασοῦ καὶ τοῦ ἐκεῖ ὄρους τῆς Κορώνης, ἀφοῦ καὶ στὴν πιὸ πάνω βυζαντινὴ Ἀκολουθία γίνονται νύξεις γιὰ τὴν ἐκεῖ ἀκμὴ τοῦ ἡσυχαστικοῦ μοναχισμοῦ (ἤδη δηλαδὴ κατὰ τὴν ἐποχὴ συντάξεώς της). Ἡ ζῶσα λοιπὸν τοπικὴ παράδοση διέσωσε καὶ τὰ ὀνόματα τῶν δύο αὐτῶν ὁσίων, οἱ ὁποῖοι ἐντάχθηκαν στὶς ὄψιμες εἰκόνες καὶ Ἀκολουθίες τῶν ἁγίων Ἡλιοφώτων, ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἐποχῆς ἀκμῆς τους, θεωρηθέντες ὡς σύγχρονοι καὶ συνασκητές.

Ὁ ναὸς καὶ τὸ σπήλαιο τῶν ἁγίων βρίσκονται στὴν περιοχὴ Ἀχερᾶς τῆς Λευκωσίας, κοντὰ στὸ χωριὸ Κάτω Μονή. Ἡ μνήμη τους τελεῖται στὶς 13 Ἰουλίου.

Βιβλιογραφία: Χαρίτωνος Μοναχοῦ Σταυροβουνιώτου, «Οἱ ἐν Κύπρῳ ὅσιοι καὶ θεοφόροι ἀσκηταὶ Ἡλιόφωτος, Αὐξουθένιος, Ἐπαφρόδιτος καὶ Εὐθένιος: Ἡ βυζαντινὴ ᾀσματικὴ Ἀκολουθία καὶ ὁ ἀπολεσθείς(;) Βίος αὐτῶν», Κυπριακαὶ Σπουδαί, ΞϚ’ (2002), σσ. 43-107 ( μὲ σχετικὲς εἰκόνες).

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 13 Ἰουλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΟΡΤΗΣ (Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
2: 2-10

Ἀδελφοί, εἰ ὁ δι᾿ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; Ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη, συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι καὶ Πνεύματος ῾Αγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν. Οὐ γὰρ ἀγγέλοις ὑπέταξε τὴν οἰκουμένην τὴν μέλλουσαν, περὶ ἧς λαλοῦμεν, διεμαρτύρατο δέ πού τις λέγων· «Τί ἐστιν ἄνθρωπος ὅτι μιμνήσκῃ αὐτοῦ, ἢ υἱὸς ἀνθρώπου ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν; Ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν, πάντα ὑπέταξας ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτοῦ»· ἐν γὰρ τῷ «ὑποτάξαι» αὐτῷ τὰ «πάντα» οὐδὲν ἀφῆκεν αὐτῷ ἀνυπότακτον. Νῦν δὲ οὔπω ὁρῶμεν αὐτῷ τὰ «πάντα ὑποτεταγμένα»· τὸν δὲ «βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλλους ἠλαττωμένον» βλέπομεν ᾿Ιησοῦν διὰ τὸ πάθημα τοῦ θανάτου «δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφανωμένον», ὅπως χάριτι Θεοῦ ὑπὲρ παντὸς γεύσηται θανάτου. Ἔπρεπε γὰρ αὐτῷ, δι᾿ ὃν τὰ πάντα καὶ δι᾿ οὗ τὰ πάντα, πολλοὺς υἱοὺς εἰς δόξαν ἀγαγόντα, τὸν ἀρχηγὸν τῆς σωτηρίας αὐτῶν διὰ παθημάτων τελειῶσαι.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΕΟΡΤΗΣ (Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
10: 16-21

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με. Ὑπέστρεψαν δὲ οἱ ἑβδομήκοντα μετὰ χαρᾶς λέγοντες· Κύριε, καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν τῷ ὀνόματί σου. Εἶπε δὲ αὐτοῖς· Ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα. ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ. πλὴν ἐν τούτῳ μὴ χαίρετε, ὅτι τὰ πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται· χαίρετε δὲ ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἠγαλλιάσατο τῷ πνεύματι ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· Ἐξομολογοῦμαί σοι, πάτερ, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις· ναί, ὁ πατήρ, ὅτι οὕτως ἐγένετο εὐδοκία ἔμπροσθέν σου.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ