Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 9 Ἰουλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ ΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
3: 18-23

Ἀδελφοί, μηδεὶς ἑαυτὸν ἐξαπατάτω· εἴ τις δοκεῖ σοφὸς εἶναι ἐν ὑμῖν ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, μωρὸς γενέσθω, ἵνα γένηται σοφός. Ἡ γὰρ σοφία τοῦ κόσμου τούτου μωρία παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν· γέγραπται γάρ· Ὁ δρασσόμενος τοὺς σοφοὺς ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτῶν· καὶ πάλιν· Κύριος γινώσκει τοὺς διαλογισμοὺς τῶν σοφῶν ὅτι εἰσὶν μάταιοι. Ὥστε μηδεὶς καυχάσθω ἐν ἀνθρώποις· πάντα γὰρ ὑμῶν ἐστιν, εἴτε Παῦλος, εἴτε ᾽Απολλώς, εἴτε Κηφᾶς, εἴτε κόσμος, εἴτε ζωὴ, εἴτε θάνατος, εἴτε ἐνεστῶτα, εἴτε μέλλοντα, πάντα ὑμῶν, ὑμεῖς δὲ Χριστοῦ, Χριστὸς δὲ Θεοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ ΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
13: 36-43

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς τὴν οἰκίαν, προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Φράσον ἡμῖν τὴν παραβολὴν τῶν ζιζανίων τοῦ ἀγροῦ. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· Ὁ σπείρων τὸ καλὸν σπέρμα ἐστὶν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου· ὁ δὲ ἀγρός ἐστιν ὁ κόσμος· τὸ δὲ καλὸν σπέρμα, οὗτοί εἰσιν οἱ υἱοὶ τῆς βασιλείας· τὰ δὲ ζιζάνιά εἰσιν οἱ υἱοὶ τοῦ πονηροῦ· ὁ δὲ ἐχθρὸς ὁ σπείρας αὐτά ἐστιν ὁ διάβολος· ὁ δὲ θερισμὸς συντέλεια τοῦ αἰῶνός ἐστιν· οἱ δὲ θερισταὶ ἄγγελοί εἰσιν. ὥσπερ οὖν συλλέγεται τὰ ζιζάνια καὶ πυρὶ καίεται, οὕτως ἔσται ἐν τῇ συντελείᾳ τοῦ αἰῶνος· ἀποστελεῖ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ, καὶ συλλέξουσιν ἐκ τῆς βασιλείας αὐτοῦ πάντα τὰ σκάνδαλα καὶ τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνομίαν, καὶ βαλοῦσιν αὐτοὺς εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρός· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Τότε οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρὸς αὐτῶν. ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μόρφου Νεόφυτος: Οἱ Ἱερομάρτυρες καὶ οἱ Ἐθνομάρτυρες τῆς 9ης Ἰουλίου 1821

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ Ε΄ Ματθαίου, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίας Μαρίνης τῆς κοινότητος Καλοπαναγιώτη τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (9.7.2017).

Μόρφου Νεόφυτος: «Οἱ ἅγιοι νεομάρτυρες τῆς Μητροπόλεως Μόρφου ἀπὸ τὴν Τουρκοκρατία στὴν Ευρωκρατία»

Ἡ εἰσήγηση τοῦ Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου μὲ θέμα: «Οἱ ἅγιοι νεομάρτυρες τῆς Μητροπόλεως Μόρφου ἀπὸ τὴν Τουρκοκρατία στὴν Ευρωκρατία» πραγματοποιήθηκε στὸ Κέντρο Μελετῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου, στὸ πλαίσιο τοῦ Συνεδρίου «Ἡ Ἑκατὀμβη τῆς 9ης Ἰουλίου» ποὺ διοργανώθηκε ἀπὸ τὴν ἱερὰ Μονὴ Μαχαιρᾶ καὶ τὸ Τμῆμα Ἱστορίας καὶ Ἀρχαιολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Κύπρου στὶς 6  Ἰουνίου 2021.

ὅλη ἡ Β’ Συνεδρία βρίσκεται στὸν πιὸ κάτω σύνδεσμο:
 
Ἐπεξεργασία Rum Orthodox :

Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου: Ο Εθνομάρτυρας Μητροπολίτης Κυρηνείας Λαυρέντιος (1750-1821)

Η λησμοσύνη του επίγειου χρόνου πασκίζει συνέχεια να βαθύνει το χάσμα που χωρίζει το χτες από το σήμερα, σκεπάζοντας συνήθως τα ίχνη των προαπελθόντων κάτω από χοντρές επιστρώσεις αιώνων. Η μνήμη, αντίθετα, αγωνίζεται να γεφυρώσει το χάσμα, να φέρει καταλλαγή ανάμεσα στο παρελθόν και το τώρα, επιδιώκοντας την ενότητα που θα οδηγήσει την ιστορία στην του Χριστού δευτέραν και ένδοξον Παρουσίαν.

Λήθη και μνήμη ερίζουν, όπως συμβαίνει και για αμέτρητα πλήθη προγόνων μας, και γύρω από το πρόσωπο του Εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Κυρηνείας Λαυρεντίου, τέκνου του Καλοπαναγιώτη ο οποίος συγκαταριθμείται στους εθνομάρτυρες της 9ης Ιουλίου του 1821. Από τη μια, η ιστορία βάλθηκε να ροκανίσει σχεδόν όλα τα τεκμήρια με τα οποία ο μελετητής θα μπορούσε να ανασυστήσει τη ζωή του Λαυρεντίου. Τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, κατά τα οποία έζησε, ήσαν καιροί χαλεποί, εσωστρεφείς, καιροί χαμηλόφωνης προφορικότητας και ως επί το πλείστον σιωπής, που δεν μας κληροδότησαν παρά ελάχιστες γραπτές μαρτυρίες και καταγραφές. Επιπλέον, τα όσα γραπτά στοιχεία κατάφεραν να φτάσουν μέχρι τις μέρες μας, από τους κώδικες της Μητροπόλεώς του και εν γένει τις γραπτές πηγές που φυλάσσονταν σε μονές και ναούς της πόλεως και επαρχίας της Κηρυνείας, απωλέστηκαν κι εξανεμίστηκαν με την τουρκική εισβολή του 1974, σε μια καινούργια επέλαση των δυνάμεων της λήθης. Αδρομερώς λοιπόν και άνευ λεπτομερειών συνάγει ο ιστορικός τους βασικούς σταθμούς του βίου του Λαυρεντίου.

Από την άλλη όμως, η πενία των ιστορικών πληροφοριών αντισταθμίζεται από το ύστατο γεγονός της επιγείου ζωής του Λαυρεντίου, τον μαρτυρικό του θάνατο, που φωτίζει με νόημα τη ζωή του και υπερσκελίζει τα κενά της ιστορικής τεκμηριώσεως. Και τίποτ’ άλλο να μην γνωρίζαμε για τον συντοπίτη μας Αρχιερέα, ο θάνατός του και μόνο θα ήταν αρκετός για να τον καταστήσει παρόντα στη ζωή και τη μνήμη μας. Όταν λοιπόν αναλογιζόμαστε το πρόσωπο του Κυρηνείας Λαυρεντίου, εκείνο που μένει είναι ότι τη στιγμή που ξέσπασε η μπόρα, στάθηκε Επίσκοπος και κεφαλή του ποιμνίου του καθώς είχε ταχθεί. Κι αυτό, δεν μπορεί να το σβήσει η λήθη των αιώνων.

Ο Λαυρέντιος ανέλαβε την αρχιερατεία του στις αρχές ενός δύσκολου αιώνα ο οποίος έμελλε να φέρει πολλές αλλαγές στην ιστορική μοίρα του τόπου του. Ήταν καιρός ζυμώσεων και ανακατατάξεων, εποχή στην οποία «αρκέψαν οι κρυφοί ανέμοι τζιαι εφυσούσαν», όπως πολύ εύστοχα γράφει ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης. Πράγμα που δεν μπορούσε ν’ αφήσει ανεπηρέαστη και την Κύπρο, αφού «είσιεν σγιον είχαν ούλλοι τους τζι’ η Κύπρου τον κρυφόν της, μεσ’ τους ανέμους τους κρυφούς είσιεν το μερτικόν της», κατά τον ίδιο ποιητή. Στον κόσμο της Κύπρου λοιπόν, καθώς και στον ευρύτερο περίγυρο, είχε αρχίσει «να κρυφοσυννεφκιάζει». Ο παλιός κόσμος, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έφτανε στο τέλος του κι ένας νέος κόσμος φαινόταν ν’ ανατέλλει, από τα δυτικά αυτή τη φορά, γεμάτος ζωτικότητα και δυναμισμό, γεμάτος καινούργιες ιδέες, κι απαιτήσεις -ιδέες του Διαφωτισμού της Δύσης (ενός διαφωτισμού χωρίς φωτισμό του Αγίου Πνεύματος).

Ο Λαυρέντιος έζησε και έδρασε σ’ αυτό το μεταίχμιο, σ’ αυτή τη δίνη της μετάβασης. Tέτοιες μεταβάσεις όμως -κι ιστορία το έδειξε πάρα πολλές φορές- στεριώνονται συνήθως με αίμα. Και το αίμα αυτό, που σάμπως να χρειαζόταν για ν’ αρχίσει η κραταιά οθωμανική αυτοκρατορία να παραχωρεί τη θέση της στις νέες δυνάμεις που έφερνε στο προσκήνιο ο δέκατος έννατος αιώνας, στην περίπτωση της Κύπρου έμελλε να είναι το αίμα των κεφαλών της Εκκλησίας και της κοινωνίας της: του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών, μεταξύ αυτών και του Κυρηνείας Λαυρεντίου, και άλλων ανωτέρων κληρικών αλλά και των λαϊκών τοπικών αρχόντων.

Από τα διαθέσιμα σπαράγματα πληροφοριών που διαθέτουμε για τον Λαυρέντιο, μπορούμε να παρακολουθήσουμε την πορεία που τον οδήγησε από το ορεινό χωριό του στη μαρτυρική τελευτή του στην πλατεία του σαραγιού στη Χώρα.  Ο Λαυρέντιος καταγόταν από το χωριό της Μαραθάσας Καλοπαναγιώτης. Ήταν γιος ιερέα, του παπά Γιάννη, ο οποίος είχε το διακόνημα του Σακελλαρίου στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή που βρίσκεται στη γενέτειρα του. Στο φερμάνι του σουλτάνου Μαχμουτ Β΄, με το οποίο εγκρίθηκε το αίτημα του κυβερνήτη της Κύπρου Κουτσούκ Μεχμέτ να προβεί στις εκτελέσεις της 9ης Ιουλίου, μεταξύ των προγραφέντων αναφέρετια και ο Λαυρέντιος «ο γιος του παπά Γιαννή, Επίσκοπος Μόρφου, Πεντάγειας, Λεύκας και Κυρηνείας…» Η τοπική παράδοση του Καλοπαναγιώτη πάντως, κράτησε στη μνήμη την οικία όπου γεννήθηκε ο ενθνομάρτυς Λαυρέντιος. Βρίσκεται κοντά στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, στη δυτική όχθη του ποταμού Σέτραχου της Μαραθάσας, ακριβώς απέναντι από τη Μονή του Λαμπαδιστή, και είναι γνωστή με το όνομα «τα σπίθκια της Χατζηφανούς.»

Παρόλο που δεν έχουμε άλλες πληροφορίες για την παιδική και νεανική του ηλικία, μπορούμε ωστόσο να δούμε τον Λαυρέντιο να προγεύεται ορθόδοξους καρπούς στη Μονή του Λαμπαδιστή όπου υπηρετούσε ο πατέρας του, να εισάγεται στο ασκητικό και λειτουργικό ήθος, αλλά, κατά το έθος της εποχής, και στα γράμματα. Η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή ήταν το πνευματικό και μορφωτικό διδασκαλείο των κατοίκων της Μαραθάσας, όπου, ελλείψει σχολείων και οποιασδήποτε εκπαιδευτικής μέριμνας, η Εκκλησία επιτελούσε και ρόλο εκπαιδευτικό εισάγοντας τους νέους στα γράμματα. Φαίνεται ότι κατά την προπαίδεια του στη μονή, ο Λαυρέντιος απέκτησε και διαχειριστικά προσόντα, τα οποία έμελλαν να του χρησιμεύσουν όταν έγινε Μητροπολίτης Κυρηνείας.

Από τις σωζόμενες γραπτές μαρτυρίες για διάφορα γεγονότα της ζωής του Λαυρεντίου, μπορούμε να συνάγουμε ότι γεννήθηκε στα 1750, χρονιά σημαδιακή κατά την οποία μαρτύρησε στη Μόρφου ο διάκονος του πολιούχου της Αγίου Μάμαντος, γιός του μορφίτη Νικολάου Διάκου, ο επιλεγόμενος Μακρύδιακος. Φθονώντας την καλλιφωνία και τη σωματική ρώμη του Μακρύδιακου, οι Τούρκοι τον συνέλαβαν με εντολή του Σαλίχ Πασά,  διοικητή της περιοχής, με σκοπό να τον κάνουν να αλλαξοπιστήσει και να γίνει χότζας. Τον έριξαν στη φυλακή και με φριχτά βασανιστήρια προσπαθούσαν να τον κάνουν να εξωμόσει. Όταν,  την τρίτη μέρα,  αναγκάστηκαν να βρεθούν πρόσωπο με πρόσωπο με την αδάμαστη του ψυχή, τον οδήγησαν στην πλατεία των αλωνιών, πίσω απ’ τη Μητρόπολη, όπου και την κεφαλήν απετμήθη, στα 1750. Ο Λαυρέντιος λοιπόν, έρχεται στον κόσμο μέσα σε μια ατμόσφαιρα μαρτυρίου. Την ίδια χρονιά που ο Μακρύδιακος καρατομείται στ’ αλώνια τ’ Άη Μάμα, γεννιέται ο Λαυρέντιος που έμελλε να καρατομηθεί στην πλατεία του Σαραγιού. Έτσι, την ώρα που στη Μόρφου θεριζόταν το καρπερό στάχυ, ο Μακρύδιακος, στη γη του Καλοπαναγιώτη φυτεύτηκε ο σπόρος της καινούργιας σοδειάς, ο Λαυρέντιος. Η σκυτάλη του μαρτυρίου παραδόθηκε από τον εικοσάχρονο Μακρύδιακο στον νεογέννητο Λαυρέντιο για να συνεχίσει το αίμα των μαρτύρων της πίστεως και της πατρίδος να φωτίζει τον κόσμο και να κοσμεί την Εκκλησία.

Σύμφωνα με άλλη παράδοση, ο Λαυρέντιος είχε την τύχη να διδαχτεί την τέχνη της ψαλτικής από έναν από τους διαπρεπέστερους θεράποντες της τέχνης αυτής, τον Χρύσανθο Μητροπολίτη Κυρηνείας μεταξύ 1763 και 1773. Επί Χρυσάνθου και πιο πριν, ο εκάστοτε Μητροπολίτης Κυρηνείας ήταν κατά κάποιο τρόπο μετακινούμενος από τόπου εις τόπον, εδρεύοντας σε παλαίφατες μονές όπως της Σκουριώτισσας, της Ασίνου και του Άη Μάμα της Μόρφου, πριν η έδρα της Μητρόπολης μεταφερθεί, το 1800, στη Μονή Αγίου Παντελεήμονος στη Μύρτου. Ο Χρύσανθος προσλαμβάνει τον Λαυρέντιο ως δόκιμο στην Σκουριώτισσα όπου τον μυεί στη μυστική αρμονία της βυζαντινής μουσικής. Ο διάδοχος του Χρυσάνθου, Σωφρόνιος, χειροτονεί τον νεαρό δόκιμο σε διάκονο, σε ηλικία 25 χρονών, και το 1785, σε ηλικία 35 χρονών, ιερομόναχο.

Η πρώτη γραπτή μαρτυρία που έχουμε για τον Λαυρέντιο είναι το υπόμνημα εκλογής του σε Χωρεπίσκοπο Λαμπούσης, τον Μάιο του 1811, σύμφωνα με το οποίο ανήλθε στον επισκοπικό θρόνο «διότι ο Κυρήνειας Ευγένιος», διάδοχος του Σωφρονίου, «εις γήρας ελήλυθε» και είχε ανάγκη βοηθού. Κατά τα άλλα στη γενέτειρα του, τον Καλοπαναγιώτη, διατηρήθηκε έντονη η ανάμνηση της περιόδου κατά την οποία υπηρέτησε ως Χωρεπίσκοπος Λαμπούσης. Οι μητέρες συνήθιζαν όταν κολάκευαν ή κανάκευαν τα παιδιά τους να αποκαλούν τα όμορφα παιδιά με το όνομα «τον Λαμπούση μου, τον Λαμπούση μου», γιατί τα ήθελαν να μοιάσουν με τον Λαυρέντιο, κληρικό με ωραίο παρουσιαστικό, ο οποίος είχε αξιωθεί να ανέλθει στην εκκλησιαστική ιεραρχία και να εκλεγεί σε επισκοπικό θρόνο τιμώντας τον γενέθλιο τόπο του. Η προσωνυμία δε αυτή εξέφραζε και τους μύχιους πόθους των τότε μητέρων για το μέλλον των παιδιών τους, πόθους που αποκρυσταλλώθηκαν στην κάθε τόσο επαναλαμβανόμενη μητρική ευχή που διατηρείται ακόμα και σήμερα στον τόπο μας «έχε την ευχή μου και να σε δω δεσπότη…»

Μερικές σκόρπιες επιγραφές από εικόνες ή ναούς της μητροπολιτικής περιφέρειας Κυρήνειας, προσθέτουν αδρές πινελιές στο πρόσωπο του Λαυρεντίου, πληροφορώντας  μας για το μουσικό του τάλαντο και τη μόρφωση του. Σε εικόνα της Θεοτόκου από τη Μονή της Αχειροποιήτου, η οποία επιχρυσώθηκε το 1811, αναφέρεται ως «μουσικώτατος», γεγονός που μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι ήταν πολύ καλός γνώστης της βυζαντινής μουσικής: «Εχρυσοκοσμήθη η παρούσα εικόνα επί των ημερών του Πανιερωτάτου αγίου Κυρήνειας Ευγενίου και Λαυρεντίου Μουσικατάτου επισκόπου Λαμπούσης, 1811. Και επιστατούντος της Μονής ταύτης καθηγουμένου Μελετίου και μνήσθητι Δέσποινα και πάντων των ευσεβών Χριστιανών των κατοικούντων εν τη νήσω ταύτη». Σε άλλη επιγραφή, που βρίσκεται στον άμβωνα της ίδιας Μονής, ο οποίος κατασκευάστηκε το 1819, ο Λαυρέντιος, ο οποίος υπηρετούσε τότε ως Μητροπολίτης Κυρηνείας, αποκαλείται «λογιώτατος», ενδεικτικό της μόρφωσης του: «Επί αρχιθύτου κυρίου Λαυρεντίου Λογιωτάτου Αγίου Κυρήνειας και επιστατούντος της Μονής ενθάδε καθηγουμένου κυρίου Μελετίου, διεξόδων γέγονε ο παρών άμβων γλυπτουργηθείς τε συν τη χρυσογραφία. 1819». Μέσα από τις λίγες αυτές πινελιές, διαφαίνεται λοιπόν ένας επίσκοπος μορφωμένος και μουσικός.

Άλλες ακόμα επιγραφές, αναφέρουν απλώς το όνομα του Λαυρεντίου, υπενθυμίζοντας, χωρίς άλλες πληροφορίες, το πέρασμά του από την συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Μια τέτοια επιγραφή βρίσκεται στην τοιχογραφία του Ακάθιστου Ύμνου στον ναό της Παναγίας της Θεοσκέπαστης στον Καλοπαναγιώτη, που αγιογραφήθηκε το 1816: «Γέγονε η παρούσα επί τω καιρώ του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Κυρηνείας Λαυρεντίου, 1816». Παρόμοια αναφορά στον Λαυρέντιο γίνεται και στην εικόνα του Σωτήρας, του έτους 1818, η οποία φυλασσόταν στην εκκλησία του Αγίου Αμβροσίου στο ομώνυμο χωριό της επαρχίας Κερύνειας: «Ο Σωτήρ του κόσμου επί Αρχιερέως κυρίου Λαυρεντίου, αωιη’».

Από το υπόμνημα της εκλογής του στο θρόνο της Κερύνειας, που υπογράφηκε από τους Μητροπολίτες Πάφου Χρύσανθο και Κιτίου Μελέτιο, καθώς και από τον Χωρεπίσκοπο Τριμυθούντος Σπυρίδωνα, γνωρίζουμε ότι έγινε Μητροπολίτης πέντε χρόνια μετά την εκλογή του σε Λαμπούσης, δηλαδή τον Αύγουστο του 1816, σε διαδοχή του  αποβιώσαντος Μητροπολίτη Ευγενίου. Η έδρα της Μητροπόλεως Κυρηνείας είχε ήδη μεταφερθεί από τη Σκουριώτισσα στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα, το 1800, κοντά στο χωριό Μύρτου, και είχε ανακαινιστεί από τον Μητροπολίτη Ευγένιο, ο οποίος δαπάνησε για τον σκοπό αυτό μεγάλο μέρος από την προσωπική του περιουσία.

Από την αρχή της αρχιερατείας του, ο Λαυρέντιος, δείχνει και πάλι τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά του. Η θητεία του στο θρόνο της Κυρήνειας αρχίζει δυναμικά, με ζήλο και σθένος. Ρίχνεται αμέσως σε διάφορα έργα, προσδοκώντας σε μια μακρόχρονη προσφορά. Είναι χαρακτηριστικό το ότι όχι απλώς συνεχίζει αλλά και επεκτείνει τα έργα του προκατόχου του Ευγενίου στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα. Μεριμνά για τη μεταφορά νερού και τη διοχέτευση του σε εξάγωνη θολωτή κρήνη, την οποία έχτισε στο μέσο της αυλής της Μονής, το 1818.

Χαρακτηριστικό είναι και το ότι στολίζει την κρήνη με εκλεπτυσμένο λόγο, συνδυάζοντας έτσι το πρακτικό πνεύμα με την υψηλή καλλιέπεια. Στις τρεις πλευρές της εντοιχίζει έμμετρες επιγραφές, η πρώτη από τις οποίες ιστορεί τα σχετικά με τη μεταφορά του νερού: «Εν χιλιοστώ έτει και οκτακοσιοστώ δεκάτω ογδόω, εν μηνί Ιουνίω, ήχθη ενθάδε το γλυκύρροον ύδωρ δαπάνη μόχθω πλείστη επιμέλεια του θρόνον διέποντος Άγιος ΑυξίβιοςΜητροπολίτου Κυρηνείας κυρίου Λαυρεντίου, εις χρείαν πολλών και χάριν του Αγίου». Η δεύτερη, η οποία βρίσκεται στο μέσο των άλλων δύο, παρουσιάζει το νερό να ομιλεί ποιητικότατα: «Ήμην εν μύχοις γης πρώην κεκρυμμένον, νυν δ’ ήχθης εις φως δαπάναισι πλουσίαις παρ’ Αρχιθύτου κυρίου Λαυρεντίου, δροσίζον πάντας τους κεκμηκότας δίψει. Όθεν οι μετέχοντες της πηγής ταύτης εύχεσθε τω ρηθέντι μακροζωίαν θεόθεν λαβείν και άνω βασιλείαν». Η τελευταία, από τα αριστερά προς τα δεξιά επιγραφή, αναφέρεται στον Λαυρέντιο, ο οποίος κοπίασε για την υλοποίηση του έργου: «Λαυρέντιος, Αρχιθύτης Κυρηνείας, εις δόξαν θεού και χάριν των διψώντων, εκ πλέθρων γης πολλών είσηξεν ενταύθα, αφείδεσι δαπάναις, δροσερόν ύδωρ, δροσίζον κεκμηκότα και διψαλέους, εξού πίνοντες μνείαν έχετε τούδε, και εύχεσθε αυτώ γήρας βαθύ, πάντας λαχείν δ’ έπειτα χώρων ουρανιώνων».

Εκτός από τις πληροφορίες που μας δίνουν, οι επιγραφές αυτές μεταφέρουν μέχρι σ’ εμάς και τον ποιητή που έκρυβε μέσα του ο Λαυρέντιος. Το γλυκύρροον ύδωρ, που ήταν εν μύχοις γης πρώην κεκρυμμένον, το οποίο ο μερακλής δεσπότης εκ πλέθρων γης πολλών είσηξεν ενταύθα, για να δροσίζει τους κεκμηκότας δίψει, συμβολίζει ταυτόχρονα και τον καλλιεπή του λόγο, μέσα στον οποίο ενέκλεισε τους πόθους και τις επιθυμίες του για μια μακρόχρονη προσφορά στη μητρόπολη και το ποίμνιό του. Μας μιλούν ακόμα για τη δίψα του για το ύδωρ το ζων, την ουράνια βασιλεία, αφού ζητά τις ευχές όσων ξεδιψούν στην κρήνη του Αγίου Παντελεήμονα ν’ αξιωθεί όχι μόνο τη μακροζωία, αλλά και την άνω Βασιλεία. Εύχεται σ’ όλους τους πίνοντες να φτάσουν σε γήρας βαθύ και ν’ αξιωθούν χώρων ουρανιώνων.

Ως αρχιερέας, ο Λαυρέντιος επωμίστηκε απολύτως συνειδητά το ρόλο που οι καιροί και το ποίμνιό του ανέμεναν να διαδραματίσει ένας επίσκοπος. Έζησε σε μια εποχή κατά την οποία ο ορθόδοξος λαός της Κύπρου δοκιμαζόταν σκληρά και, μη έχοντας άλλη καταφυγή, εναπόθετε όλες τις προσδοκίες του στην Εκκλησία του. Ανέμενε από αυτήν να συμπληρώσει τα κάθε είδους κενά που επεσώρευε η μακραίωνη σκλαβιά και να θεραπεύσει παντός είδους ανάγκες. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, η Εκκλησία της Κύπρου, δεν μπορούσε παρά να είναι εθναρχούσα. Έπρεπε να φροντίσει όχι μόνο για τη σωτηρία των ψυχών, αλλά και για τα οικονομικά προβλήματα του ποιμνίου της, την πολιτική του εκπροσώπηση, την εκπαίδευση του, την ύδρευση ψυχών και σωμάτων και γενικά κάθε είδους πρακτικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο λαός σε σχέση με την εγκόσμια επιβίωσή του.

Βλέπουμε λοιπόν τον Λαυρέντιο, τον μουσικότατο και καλλιεργημένο επίσκοπο, να ανταποκρίνεται πρόθυμα και χωρίς ενδοιασμούς στις ανάγκες των καιρών. Από την αρχή της αρχιερατείας του μεριμνά για έργα κοινής ωφελείας, όπως η ύδρευση της κοινότητας Μύρτου, όπου ήταν και η έδρα της Μητρόπολής του. Δαπανώντας μεγάλα ποσά, φροντίζει να γίνουν διατρήσεις καθώς κι ένα δίκτυο υπογείων φρεάτων, λαγουμιών, που φέρνουν το νερό στην επιφάνεια της γης. Με το νερό αυτό υδρευόταν η κώμη της Μύρτου, η έδρα της Μητρόπολης και η Μονή του Αγίου Παντελεήμονα. Η παράδοση της Εκκλησίας τον θυμάται ως ένα επίσκοπο που εργάστηκε άοκνα για την υλική ευημερία, την πνευματική και εθνική μόρφωση του ποιμνίου του.

Όταν λοιπόν οι ζυμώσεις που γίνονταν στον ευρύτερο χώρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας αγγίζουν και την Κύπρο και οι «κρυφοί ανέμοι» φέρνουν στο νησί, στα 1818, τους πρώτους Φιλικούς ο Λαυρέντιος δεν διστάζει. Επωμιζόμενος πλήρως τον εθναρχικό ρόλο που οι σκλαβωμένοι Κύπριοι ανέμεναν να διαδραματίσει η Εκκλησία τους, μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό, τον Πάφου Χρύσανθο και τον Κιτίου Μελέτιο, μυείται, στη Φιλική Εταιρεία από τους Δημήτριο Ύπατο και Αντώνιο Πελοπίδα. Έτσι, τα πρώτα μέλη της Φιλικής Εταιρείας στην Κύπρο είναι οι ίδιες οι κεφαλές της Εκκλησίας της. Στη συνέχεια, ο Λαυρέντιος μυεί σταδιακά στη Φιλική όλους του ανώτερους κληρικούς της περιφέρειάς του καθώς και τους προκρίτους της Σολιάς, της Ορεινής, Λεύκας, Μαραθάσας, Μόρφου, Καραβά και Λαπήθου.

Πρωτοστατεί στη συγκέντρωση χρημάτων και προμηθειών για τον αγώνα που είχε ήδη αρχίσει στην Ελλάδα. Μάλιστα στις 18 Ιουνίου 1821, λιγότερο από ένα μήνα πριν το μαρτύριο των αρχιερέων, η βοήθεια αυτή παραδίδεται στον πυρπολητή Κωνσταντίνο Κανάρη, ο οποίος προσάραξε γι’ αυτό τον σκοπό στον ορμίσκο της Ασπρόβρυσης μεταξύ Αχειροποιήτου και Λάμπουσας.

Η πολύπλευρη δράση του Λαυρέντιου, έμελλε όμως να κορυφωθεί με την ύψιστη προσφορά στο ποίμνιό του, την προσφορά της ίδιας της ζωής του. Τον Ιούλιο του 1821, όταν ο Κουτσούκ Μεχμέτ καλεί στη Χώρα τους επισκόπους και τους προύχοντες του νησιού, ο Λαυρέντιος διαισθάνθηκε ότι έφτανε η ώρα ν’ αναμετρηθεί με την ύψιστη πράξη της διακονίας του. Γι’ αυτό, πριν μεταβεί για τελευταία φορά στη Λευκωσία, επισκέφτηκε το χωριό του κι αποχαιρέτησε τους συγγενείς του. Εκεί, ψυχανεμιζόμενος το επικείμενο τέλος του, έκρυψε σε συγγενικό του σπίτι ένα σακούλι με τις οικονομίες του, το οποίο, όπως αναφέρει η παράδοση, βρέθηκε αργότερα. Άλλη παράδοση αναφέρει ότι ο Λαυρέντιος συνελήφθη από τους Τούρκους στο ναό της Παναγίας της Χρυσοπολίτισσας στην Κερύνεια. Η βόρεια θύρα του ναού, από την οποία εξήλθε ο Λαυρέντιος, κτίστηκε για να θυμίζει το μαρτύριο του.

Στις 9 Ιουλίου του 1821, ημέρα Σάββατο, ο Λαυρέντιος, μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και άλλους αρχιερείς και μεγάλο αριθμό προκρίτων του νησιού, θυσιάζεται στο βωμό της μετάβασης από τον μεσαίωνα προς τους νέους χρόνους. Ήταν ημέρα Σάββατο κι ο Κουτσούκ διάταξε να κλείσουν όλες τις πύλες των τειχών της Λευκωσίας. Στην πλατεία του πάλαι ποτέ ανακτόρου των Λουζινιανών βασιλέων, έλαβε χώραν η ανόσια πράξη. Πρώτος ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, τον οποίο προηγουμένως ο Κουτσούκ είχε διαβεβαιώσει με όρκο ότι δεν θα τον αποκεφαλίσει, και τον οποίο μερικοί παρακίνησαν, μάταια, να δραπετεύσει για να σωθεί, απάγεται και απαγχονίζεται. Τον κρεμάζουν στους κλώνους της συκαμινιάς που βρισκόταν απέναντι από την πύλη του Σεραγίου, ενώ ταυτόχρονα, στην ίδια περίπου θέση, αρχίζουν τους αποκεφαλισμούς, πρώτα ενός Λεμεσιανού ονόματι Γεωργίου Μασούρα και έπειτα των Μητροπολιτών, μεταξύ των οποίων και Κυρηνείας Λυρέντιος, και των υπολοίπων μαρτύρων.

Ύστερα αγγάρεψαν κάποιους χριστιανούς και πέταξαν  τα μαρτυρικά λείψανα των θυσιασθέντων ιερωμένων και λαϊκών έξω από τα τείχη. Από κει τα παρέλαβαν άλλοι χριστιανοί και τα έθαψαν, άλλα στο κοιμητήριο της Παλλουριώτισσας, άλλα στο κοιμητήριο των Αγίων Ομολογητών κι άλλα στον περίβολο του ναού της Παναγίας Φανερωμένης στη Λευκωσία.

Τον Μητροπολίτη Λαυρέντιο διαδέχθηκε ο Έξαρχος Κυρήνειας Δαμασκηνός, ο οποίος υπηρέτησε στη συνέχεια ως Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (1824-1827) και ακολούθως ως Πρόεδρος Κιτίου (1837-1846). Στο ενθρονιστήριο έγγραφο, που εξεδόθη από την Πύλη και το οποίο επεκύρωνε την εκλογή του Δαμασκηνού, αναφέρεται ότι ο Λαυρέντιος καρατομήθηκε «λόγω των καταχθόνιων πράξεων του εις βάρος του οθωμανικού κράτους». Η σορός του, μαζί με αυτές ορισμένων άλλων εθνομαρτύρων, ετάφη στον περίβολο του ναού της Φανερωμένης, ενώ οι σοροί των υπολοίπων εθνομαρτύρων ετάφησαν στους αυλόγυρους των ναών της Παλουριώτισσας και των Αγίων Ομολογητών.

Από τους 486 προγραφέντες που κλήθηκαν τον Ιούλιο του 1821 στο Σεράγι από τον Κουτσούκ Μεχμέτ, ελάχιστοι ήσαν εκείνοι που υποπτεύθηκαν την παγίδα και ζήτησαν τη βοήθεια των ξένων προξένων της Λάρνακας που τους φυγάδευσαν στο εξωτερικό. Άλλοι πάλι, λίγοι ευτυχώς, δείλιασαν όταν βρέθηκαν μπροστά στην προοπτική του θανάτου και προτίμησαν να εφαρμόσουν το «φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν», αλλάζοντας την πίστη τους και ασπαζόμενοι το ισλάμ. Όλοι οι υπόλοιποι που σφαγιάστηκαν από τις 9 ώς τις 14 Ιουλίου, επέλεξαν, όπως όλα δείχνουν, συνειδητά να  τραβήξουν το δρόμο της θυσίας. Από αυτούς, η ιστορία διέσωσε μόνο ογδόντα ονόματα. Επίσης άγνωστα είναι και τα ονόματα χιλιάδων Κυπρίων που σφαγιάστηκαν κατά τους μήνες που ακολούθησαν την 9η Ιουλίου σ’ όλα τα μέρη του νησιού. Όλων αυτών τα ονόματα, κατέγραψε η αιωνία μνήμη του Τρισαγίου Θεού, ο οποίος θα τους ανακαλέσει ενώπιόν Του εν τη δευτέρα και ενδόξω Αυτού Παρουσία, ως μάρτυρες της πίστεως και της Πατρίδος.

Οι σφαγές που άρχισαν την 9η Ιουλίου συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος του 1821 και επεκτάθηκαν σε όλες τις περιοχές της νήσου. Σ’ αυτό το διάστημα οι σφαγιασθέντες υπολογίζονται σε 2 χιλιάδες και οι εκπατρισθέντες σε 30 χιλιάδες. Στη συνέχεια, δε, η θέση των Ελλήνων της Κύπρου επιδεινώθηκε αποφασιστικά μέσα στα επόμενα χρόνια. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα αναφέρουν οι ιστορικές πηγές για τα παρεπόμενα της θυσίας των μαρτύρων της 9ης Ιουλίου. Γράφει η ιταλική εφημερίδα Notizie del Giorno για τα γεγονότα του 1821: «Ποίον δεν κινεί εις οίκτον η νήσος εκείνη βλέποντα αυτήν ερημωθείσαν των Ελλήνων κατοίκων της, εξ ών άλλοι εσφάγησαν, άλλοι έφυγον, άλλοι ηναγκάσθησαν να ασπασθώσι τον Μωαμεθανισμόν και άλλοι τέλος εκ του φόβου και των βασάνων και των φόρων βρίσκονται ημιθανείς;»

Ο Σουηδός περιηγητής Γιάκοπ Μπέρκγρεν γράφει: «Όταν το 1822 πέρασα για τελευταία φορά από τη Λάρνακα ο ελληνικός πληθυσμός του νησιού είχε περιοριστεί σε τέτοιο βαθμό, που πολλά μεγαλοχώρια ήταν εντελώς ακατοίκητα. Τα στρατεύματα του Μουχασίλη δεν άφησαν ψυχή ζωντανή, παντού απ’ όπου πέρασαν… Η Παναγία ντύθηκε παντού στα μαύρα, πολλά σπίτια ήταν έρημα και πιτσιλισμένα με αίμα.»

Κι αφού η Παναγία ντύθηκε παντού στα μαύρα, όπως γράφει ο Σουηδός Μπέρκγρεν, οι κάτοικοι του Καλοπαναγιώτη, συγχωριανοί του μάρτυρα Λαυρεντίου, έχτισαν το ναό της Παναγίας της Μαυροφόρας, που στέκει μέχρι σήμερα ως εικόνα του πένθους και μνημόσυνο του μαρτυρικού τέκνου της κοινότητος Επισκόπου Λαυρεντίου και της ατίμητης προσφοράς του.

Όσο για τον Λαυρέντιο, μερικά προσωπικά του είδη βρέθηκαν πολύ αργότερα για να ξαναφέρουν το πρόσωπό του στη μνήμη των συγχρόνων. Διασώθηκαν ένα χειρόγραφο Θεοτοκάριο του 18ου αιώνα και ένας δίσκος, στον οποίο τοποθετούσε την αρχιερατική του μίτρα και τα ιερά εγκόλπια του. Το πρώτο εντοπίστηκε στον ναό της Ζωοδόχου Πηγής στο χωριό Αμαργέτη της Πάφου και φέρει το ακόλουθο σημείωμα: «Το παρόν Θεοτοκάριον είναι του Πανιερολογιωτάτου Αγίου Κυρήνειας κυρίου κυρίου Λαυρεντίου, 1820». Είναι άγνωστο, όμως, πως βρέθηκε στην Αμαργέτη και ποια είναι η σχέση του Λαυρεντίου με το χωριό αυτό. Ο δίσκος, γνωστός ως «ο δίσκος της κορώνας», αφού σε αυτόν ετοποθετείτο η αρχιερατική μίτρα του Λαυρεντίου, φυλασσόταν στη μονή του Αγίου Παντελεήμονα. Έφερε την επιγραφή «Λαυρεντίου Αρχιερέως αωιη’» και εχρησιμοποιείτο, στα μεταγενέστερα χρόνια, για να τοποθετείται η αρχιερατική μίτρα κάθε φορά που κάποιος Αρχιερέας λειτουργούσε στη Μονή.

Μισόν αιώνα αργότερα, στα 1872-1873, κατά την ανακαίνιση του ναού της Φανερωμένης, τα οστά των εκτελεσθέντων του 1821, που ήσαν θαμμένα εκεί, τοποθετήθηκαν σε κοινό τάφο κάτω από την Αγία Τράπεζα. Εντέλει, το 1930, μεταφέρθηκαν και τοποθετήθηκαν στο Μαυσωλείο, που ανηγέρθη στον περίβολο του ναού, όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα.

Το πρόσωπό τους όμως μένει πάντα παρόν, και η θυσία τους φωτίζει διαχρονικά τη ζωή της Εκκλησίας της Κύπρου. Κι αν σήμερα ανακαλούμε τον Επίσκοπο Λαυρέντιο και τους άλλους μάρτυρες, δεν είναι μόνο γιατί τους οφείλουμε φόρο τιμής ή γιατί η θυσία τους είναι παιδευτική και πλήρης μηνυμάτων. Αλλά κι επειδή σήμερα ειδικά, στις μέρες που μας έδωσε ο Θεός να ζήσουμε, οι δυνάμεις της λήθης επιχειρούν μια καινούργια επέλαση ενάντια στη νήσο μας, επιδιώκοντας να σβήσουν κάθε σημάδι ορθοδόξου παρουσίας σ’ αυτή.  Ενάντια σ’ αυτήν  την επέλαση μνημονεύουμε τον συντοπίτη μας Επίσκοπο Λαυρέντιο και όλους τους μάρτυρες.

Σ’ αυτό τον αγώνα της επίμονης μνήμης, καταθέτουμε και το κείμενο αυτό. Έως ότου λάμψει θριαμβικά το πρόσωπο του Λαυρεντίου και όλων των μαρτύρων της πίστεως και της πατρίδος πέριξ του θρόνου του Τρισαγίου Θεού, εν τη Δευτέρα και ενδόξω Αυτού  Παρουσία.

Βίος και λόγοι του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου

Άγιος Παΐσιος

Άγιος Παΐσιος

Ὁ μακαριστός Γέροντας Παΐσιος, κατὰ κόσμον Ἀρσένιος Ἐζνεπίδης, γεννήθηκε στὰ Φάρασα τῆς Καππαδοκίας στὶς 25-7-1924. Ἦρθε στὴν Ἑλλάδα μὲ τὴν Ἀνταλλαγή καὶ μεγάλωσε στὴν Κόνιτσα.

Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ζοῦσε ἀσκητικά, ἐντρύφημα εἶχε τούς βίους τῶν Ἁγίων, τὰ παλαίσματα τῶν ὁποίων ἀγωνιζόταν νὰ μιμῆται μὲ ζῆλο ὑπέρμετρο καὶ ἀκρίβεια θαυμαστή. Ἐπιδιδόταν στὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, καλλιεργώντας παράλληλα τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἀγάπη. Ἔμαθε τὴν τέχνη τοῦ μαραγκοῦ, γιὰ νὰ μιμηθῆ καὶ σ’ αὐτὸ τὸν Χριστό. Στὸν στρατό ὑπηρέτησε κατὰ τὸν ἀνταρτοπόλεμο τριάμισι χρόνια ὡς ἀσυρματιστής, ζώντας καὶ ἐκεῖ ἀσκητικά. στὶς ἐπιχειρήσεις διακρίθηκε γιὰ τὴν παλληκαριά, τὴν αὐτοθυσία, τὸ ἦθος καὶ τὰ χαρίσματά του. ἀφοῦ ἐκπλήρωσε τὸ χρέος του πρὸς τὴν Πατρίδα, ἀκολούθησε τὴν μοναχική ζωή, τὴν ὁποία ἀπὸ μικρός ἐπιθυμοῦσε. Ἀπὸ λαϊκός εἶχε θεῖες ἐμπειρίες, ἀλλὰ στὴν μοναχική του ζωή ἡ εὔνοια τοῦ Κυρίου, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν Ἁγίων κορυφώθηκε. Ἀσκήτεψε στὸ Ἅγιον Ὅρος, στὴν Ι. Μονή Στομίου Κονίτσης καὶ στὸ Σινά. Ἔζησε στὴν ἀφάνεια, δόθηκε ὁλόκληρος στὸν Θεό καὶ ὁ Θεὸς τὸν φανέρωσε καὶ τὸν ἔδωσε σὲ ὅλον τὸν κόσμο. Καθοδήγησε, παρηγόρησε, θεράπευσε, ἀνέπαυσε τὰ πλήθη τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔτρεχαν κοντά του. Ἡ ἁγιασμένη τοῦ ψυχή ξεχείλιζε ἀπὸ θεϊκή ἀγάπη καὶ ἡ ὁσιακή τοῦ μορφή ἀκτινοβολοῦσε τὴν θεία Χάρη. Ὅλη τὴν ἡμέρα ἀκούραστος μάζευε τὸν ἀνθρώπινο πόνο καὶ σκορποῦσε θεία παρηγοριά.

Ὕστερα ἀπὸ μαρτυρικούς πόνους οἱ ὁποῖοι, ὅπως ἔλεγε, τὸν ὠφέλησαν ὅσο δὲν τὸν ὠφέλησαν οἱ ἀσκητικοί ἀγῶνες ὅλης της ζωῆς του, ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίω στὶς 12-7-1994 στὸ Ἱερό Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὴν Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Ἐνταφιάσθηκε ἐκεῖ δίπλα στὸν Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκου.

Ἀπάνθισμα λόγων τοῦ ἁγίου Παϊσίου ἀπὸ τὴ σειρὰ βιβλίων:
ΓΕΡΟΝΤΟΣ  ΠΑΪΣΙΟΥ  ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ

ΙΕΡΟΝ  ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ  ΙΩΑΝΝΗΣ  Ο  ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

***

Ὁ περισσότερος κόσμος τῆς ἐποχῆς μας εἶναι μορφωμένος κοσμικὰ καὶ τρέχει μὲ τὴν κοσμική μεγάλη ταχύτητα. Ἐπειδή ὅμως τοῦ λείπει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, λείπει τὸ φρένο, καὶ μὲ ταχύτητα, χωρίς φρένο, καταλήγει σὲ γκρεμό. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι πολύ προβληματισμένοι καὶ οἱ περισσότεροι πολύ ζαλισμένοι. Ἔχουν χάσει τὸν προσανατολισμό τους. Σιγά-σιγὰ  κατευθύνονται πρὸς τὸ νὰ μήν μποροῦν νὰ ἐλέγχουν τὸν ἑαυτό τους. 

Καὶ βλέπεις σὲ ὅλα τὰ κράτη φουρτούνα, ζάλη μεγάλη! Ὁ καημένος ὁ κόσμος –ὁ Θεὸς νὰ βάλει τὸ χέρι Του! – βράζει σάν τὴν χύτρα ταχύτητος. Καὶ οἱ μεγάλοι πώς τὰ φέρνουν! Μαγειρεύουν-μαγειρεύουν, τὰ ρίχνουν ὅλα στὴν χύτρα ταχύτητος καὶ σφυρίζει τώρα ἡ χύτρα! Θὰ πεταχθῆ σὲ λίγο ἡ βαλβίδα! Εἶπα σὲ κάποιον ποῦ εἶχε μία μεγάλη θέση: «Γιατί μερικά πράγματα δὲν τὰ προσέχετε; Τί θὰ γίνει;». «Πάτερ μου, μοῦ λέει, λίγο χιόνι ἦταν πρῶτα τὸ κακό, τώρα ἔχει γίνει ὁλόκληρη χιονοστιβάδα. Μόνο ἕνα θαῦμα μπορεῖ νὰ βοηθήση». Ἀλλά καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ πηγαίνουν μερικοί νὰ βοηθήσουν τὴν κατάσταση, κάνουν μεγαλύτερη τὴν χιονοστιβάδα τοῦ κακοῦ. Ἀντί νὰ λάβουν ὁρισμένα μέτρα γιὰ τὴν παιδεία κ.λπ., κάνουν χειρότερα. Δὲν κοιτάζουν πώς νὰ διαλύσουν αὐτήν τὴν χιονοστιβάδα, ἀλλὰ τὴν κάνουν μεγαλύτερη. Ἔτσι καὶ τὸ κακό λίγο-λίγο ἔχει γίνει πιά χιονοστιβάδα καὶ κυλάει, τώρα θέλει βόμβα γιὰ νὰ σπάση.

Ἐγώ πονάω δυὸ φορές, μία, ὅταν προβλέπω μία κατάσταση καὶ φωνάζω, γιὰ νὰ προλάβουμε ἕνα κακό ποὺ πρόκειται νὰ γίνη, καὶ μία, ὅταν δὲν δίνουν σημασία – ἴσως ὄχι ἀπὸ περιφρόνηση –, καὶ συμβαίνη μετά τὸ κακό καὶ μοῦ ζητοῦν τότε τὴν συμπαράστασή μου. Τώρα καταλαβαίνω τί τραβοῦσαν οἱ Προφῆτες. Μεγαλύτεροι Μάρτυρες ἦταν οἱ Προφῆτες! Πιὸ μεγάλοι Μάρτυρες ἀπὸ ὅλους τους Μάρτυρες, παρ’ ὅλου ποὺ δὲν πέθαναν ὅλοι μὲ μαρτυρικό θάνατο. Γιατί οἱ Μάρτυρες γιὰ λίγο ὑπέφεραν, ἐνῶ οἱ Προφῆτες ἔβλεπαν μία κατάσταση καὶ ὑπέφεραν συνέχεια. Φώναζαν-φώναζαν, καὶ οἱ ἄλλοι τὸν χαβά τους. Καὶ ὅταν ἔφθανε ἡ ὥρα καὶ ἐρχόταν ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ ἐξ αἰτίας τους, βασανίζονταν καὶ ἐκεῖνοι μαζί τους. Τουλάχιστον ὅμως τότε τόσο ἔφθανε τὸ μυαλό τῶν ἀνθρώπων. Ἄφηναν τὸν Θεό καὶ προσκυνοῦσαν τὰ εἴδωλα. Σήμερα ποὺ καταλαβαίνουν, εἶναι ἡ μεγαλύτερη εἰδωλολατρία.

Δὲν ἔχουμε συνειδητοποιήσει ὅτι ὁ διάβολος βάλθηκε νὰ καταστρέψη τὰ πλάσματα τοῦ Θεοῦ. Λύσσαξε, γιατί ἄρχισε νὰ μπαίνη στὸν κόσμο ἡ καλή ἀνησυχία. Εἶναι πολύ ἀγριεμένος, γιατί γνωρίζει ὅτι εἶναι λίγη ἡ δράση του. Ὁ κόσμος καίγεται! Τὸ καταλαβαίνετε; Ἔπεσε πολύς πειρασμός. Τέτοια πυρκαγιά ἔχει βάλει ὁ διάβολος, ποὺ οὔτε ὅλοι οἱ πυροσβέστες ἄν μαζευθοῦν, δὲν μποροῦν νὰ κάνουν τίποτε, ἀναγκάζονται οἱ ἄνθρωποι νὰ στραφοῦν στὸν Θεό καὶ νὰ Τὸν παρακαλέσουν νὰ ρίξη μία βροχή γερή, γιὰ νὰ σβήση. Ἔτσι καὶ γιὰ τὴν πνευματική πυρκαγιά ποὺ ἄναψε ὁ διάβολος, μόνον προσευχή χρειάζεται, γιὰ νὰ βοηθήση ὁ Θεό

Τὰ χρόνια ποὺ περνοῦμε εἶναι πολύ δύσκολα καὶ πολύ ἐπικίνδυνα, ἀλλὰ τελικά θὰ νικήσει ὁ Χριστός. Θὰ δῆτε πώς θὰ ἐκτιμήσουν τὴν Ἐκκλησία. Ἀρκεῖ ἐμεῖς νὰ εἴμαστε σωστοί. Θὰ καταλάβουν ὅτι ἀλλιῶς δὲν γίνεται χωριό.  Συνέχεια παρακαλῶ τὸν Θεό νὰ παρουσιάση σωστούς ἀνθρώπους, Χριστιανούς, γιὰ νὰ βοηθοῦν τὸν κόσμο, καὶ τούς σωστούς νὰ τούς κρατήση χρόνια. Νὰ κάνουμε προσευχή νὰ φωτίση ὁ Θεὸς νὰ βγοῦν ἄλλοι, νέοι ἄνθρωποι, ἁγνοί, νὰ βγοῦν Μακκαβαῖοι, γιατί οἱ τωρινοί καταστρέφουν τὸν κόσμο. Οἱ νεώτεροι μπορεῖ νὰ ἔχουν ἀπειρία, ἀλλὰ δὲν ἔχουν ψευτιά, πονηριά. Νὰ παρακαλοῦμε νὰ φωτίζη ὁ Θεὸς ἀνθρώπους ὄχι μόνο στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ αὐτούς ποὺ κυβερνοῦν, νὰ ἔχουν φόβο Θεοῦ, γιὰ νὰ μπορέσουν κάτι νὰ ποῦν. Λίγο, μία φωτισμένη κουβέντα ἄν ποῦν, τάκ, ἀλλάζουν μία κατάσταση. Ἄν ποῦν μία ἀνοησία, μπορεῖ ὁλόκληρο κράτος νὰ τὸ τσαλακώσουν. Ἡ προσευχή πολύ θὰ βοηθήση νὰ τούς φωτίση λιγάκι ὁ Χριστός. Παίρνει τὸ κατσαβιδάκι ὁ Χριστός, λίγο ἕνα στρίψιμο, μία βόλτα πίσω… ἐντάξει, ὅλα τακτοποιοῦνται. Σιγά-σιγά, ὅταν ὁ Θεὸς φωτίζη μερικούς ἀνθρώπους, τότε τὸ κακό ἐξευτελίζεται μόνο του. 

Τὸ καλό εἶναι ποὺ δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει ὁ Θεός. Ὁ Καλός Θεὸς τὸν σημερινό κόσμο τὸν φυλάει μὲ τὰ δύο Του χέρια, παλιότερα μόνο μὲ τὸ ἕνα. Σήμερα, μέσα στούς τόσους κινδύνους ποὺ ζῆ ὁ ἄνθρωπος, ὁ Θεὸς τὸν φυλάει ὅπως ἡ μάνα τὸ μικρό τὸ παιδί, ὅταν ἀρχίζη νὰ περπατάη. Τώρα μᾶς βοηθοῦν πιὸ πολύ ὁ Χριστός, ἡ Παναγία, οἱ Ἅγιοι, ἀλλὰ δὲν τὸ καταλαβαίνουμε. Ποῦ θὰ ἦταν ὁ κόσμος, ἄν δὲν βοηθοῦσαν!… Τὸ μεγαλύτερο ποσοστό τῶν ἀνθρώπων παίρνει χάπια καὶ εἶναι σὲ μία κατάσταση… Ἄλλος μεθυσμένος, ἄλλος ἀπογοητευμένος, ἄλλος ζαλισμένος. Ἄλλος ἀπὸ τούς πόνους ξενυχτισμένος. Ὅλοι αὐτοί βλέπεις νὰ ὁδηγοῦν αὐτοκίνητα, μοτοσυκλέτες, νὰ κάνουν ἐπικίνδυνες δουλειές, νὰ χειρίζωνται ἐπικίνδυνα μηχανήματα. Εἶναι ὅλοι αὐτοί σὲ κατάσταση νὰ ὁδηγοῦν; Μποροῦσε νὰ εἶχε σακατευθῆ ὁ κόσμος. Πῶς μᾶς φυλάει ὁ Θεὸς καὶ δὲν τὸ καταλαβαίνουμε!

Σήμερα καὶ ὁ Χριστός καὶ ἡ Παναγία καὶ οἱ Ἅγιοι τὸν ἕναν πιάνουν ἀπὸ ‘δω, τὸν ἄλλον ἀπὸ ‘κει, γιατί οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶναι ἰσορροπημένοι. Τώρα εἶναι μία κατάσταση… Θεὸς φυλάξοι! Σάν μία μητέρα νὰ ἔχη δύο-τρία προβληματικά παιδιά, τὸ ἕνα λίγο χαζούλικο, τὸ ἄλλο λίγο ἀλλοίθωρο, τὸ ἄλλο λίγο ἀνάποδο, νὰ ἔχη καὶ κανά-δύο της γειτόνισσας νὰ τὰ προσέχη, καὶ τὸ ἕνα νὰ ἀνεβαίνη ψηλά καὶ νὰ κινδυνεύη νὰ πέση κάτω, τὸ ἄλλο νὰ παίρνη τὸ μαχαίρι νὰ κόψη τὸν λαιμό του, τὸ ἄλλο νὰ πάη νὰ κάνη κακό στὸ ἄλλο, καὶ αὐτή συνέχεια νὰ βρίσκεται σὲ ἐγρήγορση, νὰ τὰ παρακολουθῆ, καὶ ἐκεῖνα νὰ μήν καταλαβαίνουν τὴν ἀγωνία της. Ἔτσι καὶ ὁ κόσμος δὲν καταλαβαίνει τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Μὲ τόσα ἐπικίνδυνα μέσα ποὺ ὑπάρχουν σήμερα θὰ εἶχε σακατευθῆ, ἄν δὲν βοηθοῦσε ὁ Θεός. Ἀλλά ἔχουμε καὶ Πατέρα τὸν Θεό καὶ Μάνα τὴν Παναγία καὶ ἀδέλφια τούς Ἁγίους καὶ τούς Ἀγγέλους, ποὺ μᾶς προστατεύουν.

Πόσο μισεῖ ὁ διάβολος τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ θέλει νὰ τὸ ἐξαφανίση! Καὶ ἐμεῖς ξεχνοῦμε μὲ ποιόν παλεύουμε. Νὰ ξέρατε πόσες φορές ὁ διάβολος τύλιξε τὴν γῆ μὲ τὴν οὐρά του, γιὰ νὰ τὴν καταστρέψη! Δὲν τὸν ἀφήνει ὅμως ὁ Θεός, τοῦ χαλάει τὰ σχέδια. Καὶ τὸ κακό ποὺ πάει νὰ κάνη τὸ ταγκαλάκι, ὁ Θεὸς τὸ ἀξιοποιεῖ καὶ βγάζει μεγάλο καλό. Ὁ διάβολος τώρα ὀργώνει, ὁ Χριστός ὅμως θὰ σπείρη τελικά.

Ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νὰ γίνη τώρα ἕνα τράνταγμα γερό. Ἔρχονται δύσκολα χρόνια. Θὰ ἔχουμε δοκιμασίες μεγάλες… Νὰ τὸ πάρουμε στὰ σοβαρά, νὰ ζήσουμε πνευματικά. Οἱ περιστὰσεις μᾶς ἀναγκάζουν καὶ θὰ μᾶς ἀναγκάσουν νὰ δουλέψουμε πνευματικά. Καλό ὅμως εἶναι νὰ τὸ κάνουμε χαρούμενα καὶ προαιρετικά καὶ ὄχι ἀπὸ θλίψεις, ἀναγκαστικά. Πολλοί Ἅγιοι θὰ παρακαλοῦσαν νὰ ζοῦσαν στὴν ἐποχή μας, γιὰ νὰ ἀγωνισθοῦν. Ἐγώ χαίρομαι ποὺ ἀπειλοῦν μερικοί νὰ μὲ ξεκάνουν, ἐπειδή μιλῶ καὶ τούς χαλῶ τὰ σχέδια. Ὅταν ἀργά τὸ βράδυ ἀκούω στὸ Καλύβι νὰ πηδοῦν μέσα ἀπὸ τὸν φράχτη, χτυπάει γλυκά ἡ καρδιά μου. Ἀλλά ὅταν φωνάζουν: «Ἦρθε τηλεγράφημα, νὰ κάνης προσευχή γιὰ τὸν τάδε ἄρρωστο», λέω: «Αὐτὸ ἦταν; Πάει καὶ αὐτή ἡ εὐκαιρία!…» Ὄχι ὅτι βαρέθηκα τὴν ζωή μου, ἀλλὰ τὸ χαίρομαι. Νὰ χαιρώμαστε ποὺ μᾶς δίνεται αὐτή ἡ εὐκαιρία σήμερα. Εἶναι πολύ μεγάλος μισθός.

Δὲν σᾶς τὰ λέω αὐτά, γιὰ νὰ φοβηθῆτε, ἀλλὰ γιὰ νὰ ξέρετε ποῦ βρισκόμαστε. Γιὰ μᾶς εἶναι μιὰ μεγάλη εὐκαιρία, εἶναι πανηγύρι οἱ δυσκολίες, τὸ μαρτύριο. Νὰ εἶστε μὲ τὸν Χριστό, νὰ ζῆτε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές Του καὶ νὰ προσεύχεσθε, γιὰ νὰ ἔχετε θεῖες δυνάμεις καὶ νὰ μπορέσετε νὰ ἀντιμετωπίσετε τὶς δυσκολίες. Νὰ ἀφήσετε τὰ πάθη, γιὰ νὰ ἔρθη ἡ θεία Χάρις. Αὐτὸ ποὺ θὰ βοηθήση πολὺ εἶναι νὰ μπῆ μέσα μας ἡ καλὴ ἀνησυχία: ποῦ βρισκόμαστε, τί θὰ συναντήσουμε, γιὰ νὰ λάβουμε τὰ μέτρα μας καὶ νὰ ἑτοιμασθοῦμε. Ἡ ζωή μας νὰ εἶναι πιὸ μετρημένη. Νὰ ζοῦμε πιὸ πνευματικά. Νὰ εἴμαστε πιὸ ἀγαπημένοι. Νὰ βοηθοῦμε τοὺς πονεμένους, τοὺς φτωχοὺς μὲ ἀγάπη, μὲ πόνο, μὲ καλωσύνη. Νὰ προσευχώμαστε νὰ βγοῦν καλοὶ ἄνθρωποι.

Ὁ Θεὸς ὅ,τι δὲν εἶναι σωστὸ θὰ τὸ πετάξη πέρα, ὅπως τὸ μάτι πετάει τὸ σκουπιδάκι. Δουλεύει ὁ διάβολος, ἀλλὰ δουλεύει καὶ ὁ Θεὸς καὶ ἀξιοποιεῖ τὸ κακό, ὥστε νὰ προκύψη ἀπὸ αὐτὸ καλό. Σπάζουν λ.χ. τὰ πλακάκια καὶ ὁ Θεὸς τὰ παίρνει καὶ φτιάχνει ὡραῖο μωσαϊκό. Γι’ αὐτὸ μὴ στενοχωρῆσθε καθόλου, διότι πάνω ἀπὸ ὅλα καὶ ἀπὸ ὅλους εἶναι ὁ Θεός, ποὺ κυβερνᾶ τὰ πάντα καὶ θὰ καθίση τὸν καθέναν στὸ σκαμνί, γιὰ νὰ ἀπολογηθῆ γιὰ τὸ τί ἔπραξε, ὁπότε καὶ θὰ τὸν ἀνταμείψη ἀνάλογα. Θὰ ἀμειφθοῦν αὐτοὶ ποὺ θὰ βοηθήσουν μιὰ κατάσταση καὶ θὰ τιμωρηθῆ αὐτὸς ποὺ κάνει τὸ κακό. Τελικὰ ὁ Θεὸς θὰ βάλη τὰ πράγματα στὴν θέση τους, ἀλλὰ ὁ καθένας μας θὰ δώση λόγο γιὰ τὸ τί ἔκανε σ᾿ αὐτὰ τὰ δύσκολα χρόνια μὲ τὴν προσευχή, μὲ τὴν καλωσύνη.

Σήμερα προσπαθοῦν νὰ γκρεμίσουν τὴν πίστη, γι᾿ αὐτὸ ἀφαιροῦν σιγὰ-σιγὰ ἀπὸ καμμιὰ πέτρα, γιὰ νὰ σωριασθῆ τὸ οἰκοδόμημα τῆς πίστεως. Ὅλοι ὅμως εὐθυνόμαστε γιὰ τὸ γκρέμισμα αὐτό· ὄχι μόνον αὐτοὶ ποὺ ἀφαιροῦν τὶς πέτρες καὶ τὸ γκρεμίζουν, ἀλλὰ καὶ ὅσοι βλέπουμε νὰ γκρεμίζεται καὶ δὲν προσπαθοῦμε νὰ τὸ ὑποστυλώσουμε. Ὅποιος σπρώχνει στὸ κακὸ τὸν ἄλλον θὰ δώση λόγο στὸν Θεὸ γι’ αὐτό. Καὶ ὁ διπλανὸς ὅμως θὰ δώση λόγο, γιατὶ ἔβλεπε ἐκεῖνον νὰ κάνη κακὸ στὸν συνάνθρωπό του καὶ δὲν ἀντιδροῦσε.

Πόσο ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ! Αὐτὰ ποὺ γίνονται σήμερα καὶ αὐτὰ ποὺ σκέφτονται νὰ κάνουν, ἂν γίνονταν πρὶν ἀπὸ εἴκοσι χρόνια ποὺ εἶχε περισσότερη πνευματικὴ ἄγνοια ὁ κόσμος, θὰ ἦταν πολὺ δύσκολα. Τώρα ξέρει ὁ κόσμος· ἡ Ἐκκλησία δυνάμωσε. Ὁ Θεὸς ἀγαπάει τὸν ἄνθρωπο, τὸ πλάσμα Του, καὶ θὰ φροντίση γι᾿ αὐτὰ ποὺ τοῦ χρειάζονται, φθάνει ὁ ἄνθρωπος νὰ πιστεύη καὶ νὰ τηρῆ τὶς ἐντολές Του.

Ταῖς τοῦ Ἁγίου θείαις πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς.

Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Ομιλία Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου

Πηγή: RumOrthodoxRum

Ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος σκιαγραφεί την προσωπικότητα και την αγιότητα του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου, όπως ο ίδιος τον γνώρισε. Η ομιλία πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 28 Μαρτίου 2015, στην αίθουσα της Ενορίας Αποστόλου Βαρνάβα και Μακαρίου Δασούπολης σε εκδήλωση που διοργανώθηκε από την Ενορία Αποστόλου Ανδρέα Δασούπολης Λευκωσίας Κύπρου.

Σεβαστοὶ πατέρες,
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,


Χαίρομαι, ποὺ μοῦ δίνεται ἀκόμη μιὰ εὐκαιρία νὰ εἶμαι ἐδῶ, ἀνάμεσα στὸ ἀγαπητό ποίμνιο τῶν δύο ἐνοριῶν, θὰ ἔλεγα, τῶν δύο ἀποστόλων τῆς Κύπρου, Ἀποστόλου Βαρνάβα καὶ Ἀποστόλου Ἀνδρέα στὴ Δασούπολη. Χαίρομαι διπλά, γιατὶ εἶμαι μαζί σας μὲ ἀφορμὴ τὸν ἅγιο Γέροντα Παΐσιο.

 Ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς ἀξίωσε ἡ πρόνοιά Του νὰ τὸν γνωρίσουμε, ἀρχικὰ στὰ χρόνια τὰ εὐλογημένα τῆς φοιτητικῆς μας ζωῆς καί, κατόπιν, κατὰ τὴν περίοδο, ποὺ εἶχα ἤδη χειροτονηθεῖ διάκονος ἐδῶ στὴν Κύπρο, ὁπόταν, ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, πήγαινα στὸ Ἅγιον Ὄρος. Καί, βεβαίως, δὲν τὸ κρύβω, ὅτι ὁ μεγάλος μαγνήτης ποὺ μὲ εἵλκυε ἐκεῖ, ἦταν ἡ προσωπικότητα τοῦ ὁσίου Παϊσίου. Καὶ δὲν ἦταν μαγνήτης μόνο γιὰ μένα. Ἦταν καὶ γιὰ πάρα πολλοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Γνωρίζω πολὺ καλά, ὅτι καὶ γιὰ ἀρκετοὺς ἀπὸ τοὺς παρόντες ἦταν μέσα στὶς προτεραιότητές τους ἡ συναναστροφὴ μὲ τὸν Γέροντα Παΐσιο.

Θέλω νὰ ἀρχίσω τὸν λόγο μου γιὰ τὸν ὅσιο μὲ κάτι ποὺ ἔγραψα, ὅταν πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἔγινε ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο ἡ ἐπίσημη ἀνακήρυξη τῆς ἁγιότητάς του καὶ ἔνταξή του στὸ Ἁγιολόγιο τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τότε μὲ πῆρε τηλέφωνο ἕνας δημοσιογράφος καὶ μοῦ εἶπε: «Πανιερώτατε, ἐσὺ γνώρισες τὸν Γέροντα Παΐσιο. Τώρα, ποὺ ἔχει ἐπίσημα πλέον ἀναγνωρισθεῖ ἡ ἁγιότητά του, πές μας δυὸ λόγια· πῶς ἀποτιμᾶς τὴν ἁγιότητά του;» Ἡ ἀκόλουθη σύντομη συνέντευξή μας, ποὺ ἀποτελεῖ, νομίζουμε, μιὰ καλὴ εἰσαγωγὴ στὴν προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ, δημοσιεύθηκε κατόπιν στὴν ἐφημερίδα «Φιλελεύθερος».

«Τὸν ἅγιο Παΐσιο τὸν γνώρισα τὸ 1982, ὅταν ἤμουν φοιτητὴς Νομικῆς. Ἦταν ὁ ἄνθρωπος, ποὺ περίμενε ν’ ἀκούσει κάτι τὸ πονεμένο, γιὰ νὰ ἔχει καρδιακὴ προσευχή, κι ἦταν πάντοτε ἐν ἀναμονῇ στὸ ἀκουστικό, γιὰ νὰ ἀφουγκραστεῖ τὸν πόνο τοῦ σύγχρονου κόσμου. Ἦταν ἕνας ἀσκητὴς γιὰ τὸν κόσμο. Τοῦ ἄνοιγες τὴν καρδιά σου, καὶ σοῦ ἄνοιγε τὸν νοῦ. ‘‘Φῶς Χριστοῦ ἔφαινε πᾶσι’’, διὰ τοῦ Γέροντος Παϊσίου.

»Ἐπέμενε, νὰ μὴν πάω στὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ μοναχός. ‘‘Στὴν Κύπρο νὰ πᾶς’’, μοῦ εἶπε. ‘‘Νὰ κάνετε βάσεις πνευματικές, κι αὐτὲς οἱ βάσεις θὰ διώξουν τὶς βάσεις’’. Ὅταν τοῦ εἶπα, ὅτι δὲν κατάλαβα τὸ τελευταῖο, μοῦ εἶπε χαριτολογώντας: ‘‘ Ἀμερικανάκι εἶσαι καὶ δὲν καταλαβαίνεις; Ἑλληνικὰ μιλῶ! Τὸ πρόβλημα τῆς Κύπρου εἶναι πνευματικό. Τώρα ἐφαρμόζεται ὁ πνευματικὸς νόμος. Ὅταν φτιάξετε μοναστήρια (σὲ κάποιους ἄλλους εἶπε· ὅταν φτιάξετε Σταυροβούνια, ἐνορίες σας τὶς δικές σας, οἰκογένειες ὀρθόδοξες), τότε οἱ βάσεις τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς κατοχῆς θὰ ἐξαφανιστοῦν!’’

»Μὲ ἔβγαλε ἔξω στὴν αὐλὴ τοῦ κελλιοῦ του καὶ σχημάτισε στὸ χῶμα ἕνα μεγάλο ὀρθογώνιο σχῆμα. Τὸ μοίρασε σὲ δύο τετράγωνα καὶ μοῦ εἶπε: ‘‘Θὰ ἔρθει καιρός, ποὺ ἐσὺ θὰ φτιάξεις μοναστήρια. Δύο αὐλὲς νὰ κάνεις τότε σ᾽ αὐτά! Μία γιὰ τοὺς λαϊκοὺς καὶ μία δεύτερη μόνο γιὰ μοναχοὺς ἢ γιὰ μοναχές.’’ Ἐγὼ τότε ἀπόρησα γι᾽ αὐτὰ ποὺ μοῦ εἶπε. Ἤμουν ἕνας ἁπλὸς φοιτητὴς καί, ὑπενθυμίζω, ὅτι τὸ 1982 ἤμουν μόνο 20 ἐτῶν. Πράγματι, ἀργότερα, πρῶτα ὡς ἱερομόναχος, μαζὶ μὲ τὸν Γέροντά μου, ἀρχιμανδρίτη Συμεών, κτίσαμε τὴν ἱερὰ μονὴ Ἁγίου Γεωργίου Μαυροβουνίου καί, πιὸ ὕστερα, ὡς Μητροπολίτης Μόρφου, τὴν ἱερὰ μονὴ Ἁγίου Νικολάου παρὰ τὴν Ὀροῦντα, μὲ τὸν τρόπο ποὺ μᾶς ὑπέδειξε ὁ ἅγιος Παΐσιος, μὲ δύο αὐλές. Καί, ἀληθινά, οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ μοναχὲς σήμερα μᾶς εὐγνωμονοῦν γι᾽ αὐτὴ τὴ διαμόρφωση στὶς μονές τους. Γιατὶ ἡ διευθέτηση αὐτή, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἰκοδομήθηκαν οἱ δύο αὐτὲς μονές, εἶναι πραγματικὰ ἕνας τρόπος, ποὺ καὶ στοὺς σύγχρονους πονεμένους ἀνθρώπους παρέχει τὴ δυνατότητα νὰ ἔχουν πρόσβαση στὴ ζωὴ τῆς μονῆς, ἀλλά, ταυτόχρονα, διασφαλίζει στοὺς μοναχοὺς καὶ τὶς μοναχὲς τὸν ἰδιαίτερό τους χῶρο, τὰ κελλιά τους, τὰ διακονήματά τους, τὴν τράπεζά τους, ἕνα ἐσωτερικὸ παρεκκλήσιο, σὲ τόπο ποὺ εἶναι δομημένος μὲ τέτοιο τρόπο, ποὺ νὰ εἶναι ἀπόλυτα ἄβατος γιὰ τοὺς κοσμικούς. Ἔκτοτε, ὅποτε πήγαινα στὸ Ἅγιον Ὄρος, συναντοῦσα τὸν Γέροντα Παΐσιο, ποὺ μοῦ εἶπε καὶ πολλὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τοῦ παρόντος.»

Ἀκοῦστε τώρα, πατέρες καὶ ἀδελφοί, σὲ τρεῖς γραμμές, τί εἶναι γιὰ μένα ὁ ἅγιος Παΐσιος: Εἶναι ὁ Καππαδόκης, ποὺ ἔγινε Ἁγιορείτης, λόγῳ προσφυγιᾶς, καὶ τώρα πιὰ κατέστη ἅγιος οἰκουμενικὸς διδάσκαλος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐξαιρέτως τοῦ μοναχικοῦ καὶ τοῦ ἔγγαμου βίου, καθὼς καὶ θαυμαστὸς προφήτης τοῦ Γένους μας, ὁ ὁποῖος, μὲ τὸν διδακτικὸ καὶ προφητικό του λόγο δοκιμάζει τὴν πίστη καὶ τὴν ἀπιστία πολλῶν! Πραγματικά, φρονῶ, ὅτι καὶ μόνον αὐτὰ εἶναι ἡ ὅλη μου αἴσθηση, ποὺ ἀπεκόμισα ἀπὸ αὐτὸ τὸν μέγιστο ἅγιο.

Ἀκόμη, ὁ ἅγιος Παΐσιος ὑπῆρξε ἕνας ἄνθρωπος δικός μας, τῆς Ἀνατολῆς. Βεβαίως Ἕλληνες, Ρωμιοί, εἴμαστε ὅλοι. Καὶ οἱ Μικρασιᾶτες καὶ οἱ Κρητικοὶ καὶ οἱ Κύπριοι καὶ οἱ Μακεδόνες καὶ οἱ Πελοποννήσιοι. Ἀλλὰ αὐτὸς ἦταν Ἀνατολίτης. Οὔτε κἂν Ἀνατολικὸς δὲν ἦταν. Ἀνατολίτης ἦταν, ὅπως καὶ ὁ Γέρων Ἰάκωβος τῆς Εὔβοιας. Ἀμφότεροι κατήγοντο ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία,  ἀλλὰ ἀπὸ δύο διαφορετικὲς περιοχές, καὶ εἶχαν ζήσει στὰ πρῶτα πρῶτα τους παιδικὰ χρόνια τὴν προσφυγιά. Κι ὅποιος εἶναι πρόσφυγας, καταλαβαίνει καλύτερα τὸν Γέροντα Παΐσιο, ὅπως καὶ τὸν Γέροντα Ἰάκωβο. Καί, ὅπως λέει καὶ ἡ σύγχρονη ἰατρικὴ ἐπιστήμη, τὰ πρῶτα δέκα χρόνια, εἶναι τὰ πιὸ καθοριστικὰ γιὰ τὴ μετέπειτα πορεία τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Εἴτε αὐτὸς εἶναι ἅγιος, εἴτε ἁμαρτωλός. Ἄρα εἶναι σημαντικό, ὅποιος θέλει νὰ ἑρμηνεύσει καὶ νὰ γνωρίσει σὲ βάθος τὸν ἅγιο Παΐσιο, νὰ γνωρίσει τὰ πρῶτα δέκα χρόνια τῆς ζωῆς του, ποὺ ἔχουν περίπου ὡς ἑξῆς:

Ὁ ὅσιος γεννήθηκε στὴ Μικρὰ Ἀσία, στὰ Φάρασα τῆς Καππαδοκίας, στὶς 25 Ἰουλίου τοῦ 1924. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Πρόδρομος καὶ ἦταν πρόεδρος, δηλαδὴ κοινοτάρχης τῶν Φαράσων, ἐνῶ ἡ μητέρα του, μία ἁγία γυναίκα, λεγόταν Εὐλαμπία. Ὁ Γέροντας εἶχε ἀκόμα ὀκτὼ ἀδέλφια. Στὶς 7 Αὐγούστου τοῦ 1924, δηλαδὴ λίγες μέρες μετὰ τὴ γέννησή του καὶ μιὰ ἑβδομάδα πρὶν οἱ Φαρασιῶτες προσφυγοποιηθοῦν, ὁ ὅσιος Παΐσιος βαπτίσθηκε ἀπὸ τὸν ἐφημέριο τοῦ χωριοῦ του, ἱερομόναχο Ἀρσένιο Χατζηφεντῆ, τὸν κατοπινὸ ἅγιο Ἀρσένιο τὸν Καππαδόκη, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε τὸ δικό του ὄνομα, δηλαδὴ Ἀρσένιος. Καί, ὅταν ἀντέδρασαν κάπως οἱ γονεῖς, εἶπε προφητικὰ ὁ ἅγιος Ἀρσένιος: «Δὲν θέλω κι ἐγὼ νὰ ἀφήσω ἕναν καλόγερο στὸ πόδι μου (δηλ. διάδοχό μου);» Στὶς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 1924 ἡ οἰκογένεια Ἐζνεπίδη, ὅπως ἦταν τὸ ἐπίθετο τῆς οἰκογένειας τοῦ ὁσίου, προσφυγοποιεῖται καὶ ἐγκαθίσταται μαζὶ μὲ ἄλλους Φαρασιῶτες στὴν Κέρκυρα,  ὅπου μετὰ ἀπὸ λίγο, στὶς 10 Νοεμβρίου 1924, ἐκοιμήθη ὁ προστάτης ἅγιός του, ὁ ὅσιος Ἀρσένιος. Ἀργότερα, ἡ οἰκογένεια τοῦ Γέροντος Παϊσίου καταλήγει στὴν Κόνιτσα. Ἐκεῖ, ὁ μικρὸς Ἀρσένιος τελειώνει τὸ δημοτικὸ σχολεῖο μὲ βαθμὸ ὀκτὼ καὶ διαγωγὴ ἐξαίρετο. Μιὰ γυναίκα, ποὺ ἦταν συμμαθήτριά του στὸ σχολεῖο, ἔλεγε πὼς ξεχώριζε ἀπὸ τὰ χρόνια τὰ παιδικὰ ὅτι ἦταν συμπονετικός. Πόση σημασία ἔχει ὁ ἄνθρωπος νὰ συμπονεῖ καὶ νὰ συμπάσχει μὲ τὸν πονεμένο συνάνθρωπό του! Τὸ ἄλλο του χαρακτηριστικὸ εἶναι, πὼς εἶχε μιὰ πρόωρη ἔφεση γιὰ τὴν ἄσκηση. Ἄσκηση βεβαίως, ὅπως τὴν ἐννοεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Ἀπὸ πολὺ μικρὸς δηλαδὴ ἀρνεῖτο νὰ πιεῖ γάλα Τετάρτη καὶ Παρασκευή, ἔκανε νηστεῖες καί, ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὴ μητέρα του Εὐλαμπία, βλέποντάς την νὰ κάνει μετάνοιες, ἔκανε κι αὐτὸς μετάνοιες ἀπὸ πολὺ πολὺ μικρὸ παιδάκι. Ἀργότερα, ὅταν ξεθάρρεψε λίγο, γύρω στὰ ἑφτά του χρόνια, ἔνιωσε τὴν ἀνάγκη νὰ ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ σπίτι τους καὶ νὰ πηγαίνει σ᾽ ἕνα ξωκκλήσι τοῦ χωριοῦ τους, γιὰ νὰ κάνει νυκτερινὲς προσευχές. Αὐτὰ εἶναι σὲ συντομία τὰ πρῶτα δέκα χρόνια τῆς ζωῆς τοῦ ὁσίου Παϊσίου.

Τὰ ἴδια, παρεμπιπτόντως, συναντοῦμε καὶ στὴν παιδικὴ ἡλικία τοῦ Γέροντος Ἰακώβου Τσαλίκη, ἐπηρεασμένου κι ἐκείνου ἀπὸ τὴ μητέρα του Θεοδώρα. Αὐτὰ δὲ τὰ ἔκαναν οἱ ἄνθρωποι τοῦτοι τοῦ Θεοῦ, παιδιὰ ἀκόμη, διότι προφανῶς τοὺς ἔδιναν χαρά. Ἡ προσευχὴ γινόταν ἀπ᾽ αὐτοὺς μὲ αἴσθηση ψυχῆς. Καί, κάτι ποὺ μάθαμε κοντὰ στὸν ἄλλο σύγχρονο ἅγιο, τὸν Γέροντα Πορφύριο, εἶναι ὅτι ἡ Χάρις εἶναι αἰσθητή. Δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται τὴν Χάριν, αἰσθάνεται τὴ θεϊκὴ αὐτὴ ἐνέργεια. Καί, ἂν δὲν τὴν αἰσθάνεται, κάποιο πρόβλημα ἔχει, εἴτε ψυχολογικό, εἴτε πνευματικό! Ἀκόμα καὶ τὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα ἔχουν μειωμένη λογικὴ αἴσθηση, ὅπως τὰ παιδιὰ μὲ σύνδρομο Down, ὅταν τὰ πάρεις στὴ Θεία Λετουργία, αἰσθάνονται τὴ Θεία Λειτουργία. Αὐτοὶ λοιπὸν αἰσθανόντουσαν τὴ γεύση τῆς Χάριτος καὶ τὴν ἐπιδίωκαν μὲ κάθε τρόπο, ἰδιαιτέρως μὲ τὴν ἄσκηση ἀπὸ τὰ παιδικά τους χρόνια. Ἔτσι, ἔγιναν δοχεῖα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πολὺ μεγάλα δοχεῖα.

Τώρα, τί ἐννοοῦμε, ὅταν λέμε δοχεῖο; Αὐτὸ ἀποτελεῖ θεολογία τοῦ ἁγίου Παϊσίου. Μοῦ εἶπε κάποτε: «Κοίταξε, σοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς μεγάλο δοχεῖο καὶ θὰ δυσκολευτεῖς νὰ τὸ γεμίσεις.» Ὅταν ἀντιλήφθηκε, ὅτι δὲν μποροῦσα νὰ καταλάβω, τί ἐννοοῦσε μὲ τὴ λέξη δοχεῖο, μοῦ εἶπε: «Ἄκουσε! Ἔχει ἀνθρώπους, ποὺ τὸ δοχεῖο τῆς ψυχῆς τους ἀπὸ τὴ γέννησή τους εἶναι ἴσα μὲ μία δακτυλήθρα. Ἔχει ἄλλους ἀνθρώπους, ποὺ τὸ δοχεῖο τῆς ψυχῆς τους εἶναι ἴσα μὲ ἕνα φλυντζανάκι τοῦ καφέ. Ἅμα γεμίσει ἐκεῖνο τὸ φλυντζανάκι, γι᾽ αὐτοὺς εἶναι ἄριστα. Ἔχει ἀκόμη ἄλλους, ποὺ τὸ δοχεῖο τους εἶναι ἴσα μὲ ἕνα φλυντζάνι, ἄλλους μὲ ἕνα ποτήρι, ἄλλους μὲ μιὰ κανάτα, ἄλλους μὲ μιὰ δεξαμενή, καί, τέλος, μερικούς, ποὺ ἔχουν ἕναν ὑδατοφράκτη, ὁ ὁποῖος κάποτε ξεχειλᾶ καὶ ποτίζει καὶ τὰ γειτονικὰ χωράφια. Πρόσεχε, λοιπόν, τὸ δοχεῖο, ποὺ σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, νὰ φροντίσεις νὰ τὸ γεμίσεις. Ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν τὸ δοχεῖο τῆς ψυχῆς ἴσα μὲ μία δακτυλήθρα, ἅμα γεμίσουν ἐκείνη τὴ δακτυλήθρα μὲ Χάρη Θεοῦ, γι’ αὐτοὺς εἶναι ἄριστα. Ἐὰν κάποιος ἔχει μιὰ κανάτα καὶ τὴ γεμίσει ἴσα μὲ τὰ 2/3, αὐτὸ δὲν εἶναι ἄριστα! Ὅσο πιὸ μεγάλο εἶναι τὸ δοχεῖο τῆς Χάριτος, τόσο πιὸ μεγάλη καὶ ἡ εὐθύνη μας. Καὶ ἀπέναντι στὸν Θεὸ ποὺ τὸ ἔδωσε, καὶ στοὺς καλούς μας προγόνους, ποὺ τὸ ἔχτισαν αὐτὸ τὸ δοχεῖο.»

Δὲν ὀφείλεται λοιπὸν στὴ δική μας ἱκανότητα ἢ ἀξιότητα ἡ δεκτικότητα τοῦ δοχείου τῆς ψυχῆς μας. Ὀφείλεται σὲ κάποια μάνα, σὲ κάποιον πατέρα, σὲ κάποιο παπποῦ, σὲ κάποια γιαγιά, σὲ κάποιο παλαιὸ παπᾶ, ποὺ εἶχε ἡ γενιά μας, ἕνα μοναχό, μιὰ μοναχή, ἕνα ἐνάρετο ἄνθρωπο. Καί, ὅλες αὐτὲς οἱ καταβολές, καταλήγουν στὸν ἀπαρτισμὸ τοῦ δοχείου τῆς ψυχῆς ἑνὸς ἀνθρώπου. Οἱ σύγχρονοι μπορεῖ νὰ τὸ ὀνομάσουν καὶ DNA. Μπορεῖ νὰ τὸ ὀνομάσουν καὶ κληρονομικότητα. Μπορεῖ νὰ τὸ ὀνομάσουν κάτι ἄλλο στὴ γλῶσσα τῆς σύγχρονης ἰατρικῆς καὶ ψυχολογίας. Κανεὶς ὅμως δὲν μπόρεσε νὰ τὸ ἀποδώσει καλύτερα ἀπὸ τὸν τρόπο αὐτό, ποὺ τὸ ἀπέδωσε ὁ ὅσιος Παΐσιος.

Ἕνα ἄλλο χαρακτηριστικὸ στοιχεῖο τῆς προσωπικότητας τοῦ ἁγίου Παϊσίου ἦταν ἡ εὐφυΐα του. Χάριτι Θεοῦ γνώρισα καὶ τὸν ἅγιο Πορφύριο, τοὺς ὁσίας μνήμης Γέροντες Ἰάκωβο Τσαλίκη καὶ Εὐμένιο Σαριδάκη, καθὼς καὶ μερικοὺς ἄλλους ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ ἐδῶ στὴν Κύπρο, ὅπως τὸν γέρο Παναῆ τῆς Λύσης. Ἂν μὲ ρωτήσετε, ποιό ἦταν τὸ στοιχεῖο, ποὺ καθαυτὸ διέκρινε τὸν ὅσιο Παΐσιο ἀπὸ τοὺς ἄλλους αὐτοὺς ἁγίους ἀνθρώπους, θὰ ἔλεγα ἦταν ἡ ἐκπληκτικὴ εὐφυΐα του. Ἀλλ᾽ ἦταν συνάμα ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν εὐφυΐα του προσαρμοζόταν πλήρως μὲ τὸν ἑκάστοτε συνομιλητή του. Μὲ ἕνα ἐπίσκοπο μιλοῦσε ἀρχιερατικά, μὲ ἕνα πατριάρχη πατριαρχικά, μὲ ἕνα μοναχὸ μοναχικά, μὲ ἕνα οἰκογενειάρχη, σὰν μέλος τῆς οἰκογένειας, μὲ ἕνα παιδὶ παιδικά, μὲ ἕνα φοιτητὴ φοιτητικά. Παρουσίαζε ἕνα ἐκπληκτικὸ βαθμὸ προσαρμοστικότητας σὲ κάθε ἡλικία, ποιότητα καὶ κατάσταση. Καὶ αὐτά, ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ παιδιόθεν, ὅπως προείπαμε, ἀγάπησε τὴν ἄσκηση.         

Ἀκόμη, ἦταν ἕνας ἐξαιρετικὰ εἰλικρινὴς ἄνθρωπος. Καί, ἐπειδὴ πολλὲς φορὲς δὲν γινόμαστε πειστικοί, ὅταν συνεχῶς φτιάχνουμε ἕνα φωτοστέφανο γιὰ κάποιον -τὸ φωτοστέφανο τὸ δίνει μόνος ὁ Θεός- νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἕνα μικροελάττωμά του -τουλάχιστον, ἔτσι ἐμφανιζόταν: Ἦταν ἀπότομος! Δὲν τὸ λέω, γιὰ νὰ παρηγορήσω τὸν ἑαυτό μου, γιατὶ εἶμαι κι ἐγὼ ἀπότομος στὴ συμπεριφορά μου! Εἶχε αὐτὸ τὸ ἰδίωμα ὁ Γέροντας. Ἦταν, αὐτὸ ποὺ λέμε ἐδῶ στὴν Κύπρο, λίγο ἁψόθυμος. Ἐξάλλου, εἶναι γνωστό, πὼς ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν ἰσοπεδώνει τοὺς χαρακτῆρες. Κάθε ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, κάθε ἅγιος, διατηρεῖ τὰ ἰδιώματα τοῦ χαρακτήρα του. Καὶ ἐνίοτε, ἂν ὁρισμένες ἐκδηλώσεις κάποιων ἁγίων δὲν εἶναι προσποιητές (π.χ. τὸ νὰ θυμώνουν, γιὰ νὰ ταπεινώνονται ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων), εἶναι γιατὶ ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς νὰ ἔχουν κάποια μικρὰ ἐλαττώματα, ὥστε νὰ ταπεινώνονται ἀκούσια, γιὰ νὰ προφυλάσσονται ἀπὸ τὸν πειρασμὸ τῆς ὑπερηφάνειας.

Ὁ Γέροντας ἐπίσης ἦταν ἕνας ἐξαιρετικὰ ὀλιγαρκὴς ἄνθρωπος καὶ καλλιεργοῦσε ἐν ἐπιγνώσει τὴν ὀλιγάρκεια. Σκεφτεῖτε, ὅτι τὰ παξιμάδια ποὺ ὁ ἴδιος ἔφτιαχνε, αὐτὰ ποὺ λέμε ἐμεῖς στὴν Κύπρο ‘‘καυκαλιές’’ (κούκκουρα), τὰ ἔψηνε μὲ κάτι παλιοσίδερα, ποὺ ἔβρισκε ἀπὸ ᾽δῶ κι ἀπὸ ᾽κεῖ. Καί, ὅταν τέλειωνε τὴ δουλειά του καὶ ἔψηνε αὐτὰ τὰ παξιμαδάκια, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ περνοῦσε κανένα μήνα, πετοῦσε κατόπιν τὴν πρόχειρη ἐκείνη «ψησταριά»! Ὅταν κάποτε παρευρεθήκαμε σὲ μιὰ τέτοια σκηνὴ καὶ τοῦ εἴπαμε, «Γέροντα, γιατί πετᾶς αὐτὴ τὴν ‘‘ψησταριά’’ σου; Φύλαξέ την γιὰ τὸν ἑπόμενο μήνα!», μᾶς ἀπάντησε· «Ἅμα ξαναχρειαστῶ, θὰ ξαναβρῶ κανένα παλιοσίδερο! Δὲν θέλω νὰ εἶμαι ἐξαρτημένος ἀπὸ αὐτά!» Καταλάβατε; Δηλαδή, πόση διαφορὰ τρόπου σκέψης ἀπὸ τὸν σύγχρονο καταναλωτισμό! Οὔτε βεβαίως νὰ διανοηθεῖ ψυγεῖο στὸ κελλί του, ἄν καὶ τώρα γέμισε ἀπὸ τέτοια τὸ Ἅγιον Ὄρος.

Εἴπαμε ἤδη πιὸ πρίν, πὼς ὁ Γέροντας ἦταν πάρα πολὺ συμπονετικός. Ὅταν κάποτε τὸν ἐπισκέφθηκα κι ἀφοῦ φλυάρησα ἀρκετὰ γιὰ δικά μου θέματα, φεύγοντας, θυμήθηκα ὅτι ἕνας φίλος μου, ὁ Δημήτρης, μὲ εἶχε παρακαλέσει νὰ πῶ στὸν Γέροντα Παΐσιο νὰ προσεύχεται γι᾽ αὐτόν, καθὼς οἱ γιατροὶ εἶχαν διαγνώσει ὅτι μᾶλλον εἶχε «σκλήρυνση κατὰ πλάκας». Εἶπα λοιπὸν στὸν Γέροντα νὰ προσεύχεται γιὰ τὸν Δημήτρη, καὶ ἔκαμα νὰ φύγω. «Ἔε!», μοῦ λέγει, «ἔλα πίσω! Τί ἔχει ὁ Δημήτρης; Πές μου κάτι, νὰ πονέσω, γιὰ νὰ προσευχηθῶ γι᾽ αὐτόν.» Ἀκοῦτε! Ζήτησε νὰ μάθει, τί εἶχε ὁ Δημήτρης, γιὰ νὰ εἶναι συμπονετικὴ ἡ προσευχή του. Δηλαδή, ὡς προϋπόθεση τῆς προσευχῆς, ἔβαζε τὸν καρδιακὸ πόνο. Ἂν ἦταν γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἤθελε, βλέποντας τὴν ἁμαρτωλότητά μας, ποὺ εἶναι προϋπόθεση τῆς μετάνοιας, ἔτσι νὰ προσευχόμαστε. Ὅταν λοιπὸν ἤθελε νὰ πονέσει γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἔβλεπε τὴ δική του ἁμαρτωλότητα. Μιὰ μορφὴ ἁμαρτωλότητας εἶχε καὶ ὁ ἅγιος Παΐσιος. Εἴπαμε, ἦταν κάποτε ἀπότομος. Στὴν προσπάθειά του νὰ διορθώσει τὰ πράγματα, λ.χ. κάποιων ἐκκλησιαστικῶν καταστάσεων, κάποιων οἰκογενειακῶν προβλημάτων τῶν ἀνθρώπων, γιὰ τὰ ὁποῖα ζητοῦσαν τὴ γνώμη καὶ βοήθειά του, μποροῦσε νὰ γινόταν φαινομενικὰ κάπως αὐστηρός. Ἂν μετὰ ἔβλεπε, ὅτι μὲ τὸν τρόπο του αὐτὸ εἶχε ξεπεράσει τὸ μέτρο, στρεφόταν στὸν ἑαυτό του καί, μὲ τὸν φωτεινὸ καὶ ἁγιασμένο νοῦ ποὺ εἶχε ἔβλεπε πότε ἔχανε τὸ μέτρο, καὶ ζητοῦσε ἐν μετανοίᾳ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἄρα, ἅμα θέλουμε νὰ πονέσουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, πρέπει νὰ στρεφόμαστε νὰ βλέπουμε τὴν ἁμαρτωλότητά μας. Νὰ παρακολουθοῦμε τὶς ἐπιθυμίες καὶ τοὺς λογισμούς μας καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ τὰ διορθώνουμε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Αὐτὰ δίδαξε ὁ ἅγιος Παΐσιος, αὐτὰ καὶ κάθε ἅγιος. Ἔτσι ἐπιτελεῖται ἡ μετάνοια! Ὅταν, ἀπὸ τὴν ἄλλη, θέλουμε νὰ προσευχηθοῦμε γιὰ ἄλλον ἄνθρωπο, δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ ἀγκαλιάσουμε τὸ πρόβλημά του. Ὅποιο καὶ νὰ εἶναι τὸ πρόβλημά του. Εἴτε σωματικό, εἴτε ψυχικό, εἴτε πνευματικό, εἴτε οἰκονομικό, εἴτε κοινωνικό.

Ὡς πρὸς τὰ χαρακτηριστικὰ λοιπὸν τῆς προσωπικότητας αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, ἀνακεφαλαιώνοντας, λέω τὰ ἑξῆς: Ἰδιαίτερα εἰλικρινής, κατά τι ἀπότομος καὶ ἁψόθυμος, ὀλιγαρκής, συμπονετικὸς εἰς τὸ ἔπακρον. Ἀγαποῦσε πάρα πολὺ τὸν πόνο, τὸν κόπο καὶ τὰ δάκρυα. Ἀναστέναζε, ὅταν ἔβλεπε τὴ γενιὰ τὴ δική μας, ποὺ ὅταν πηγαίναμε τότε κοντά του ἤμαστε ἀπὸ 20 μέχρι 30 ἐτῶν. Καὶ ἤμαστε ἡ νέα γενιὰ τῶν μοναχῶν. Ἔβλεπε, ὅτι ἡ νέα γενιὰ τῶν μοναχῶν δὲν ἀγαπᾶ τὸν πόνο καὶ τὸν κόπο. Καὶ μοῦ ἔλεγε, πὼς ἡ μεθεπόμενη γενιά, μετὰ ἀπό μᾶς, θὰ θέλει νὰ ἁγιάσει μὲ ἕνα κουμπί! Θυμᾶμαι, ποὺ τοῦ ἔκανα τότε ἕνα λογοπαίγνιο, ποὺ τοῦ ἄρεσε: «Ἄλλο ἁγιάζω καὶ ἄλλο ἀγιώνω»! (Στὴν Κύπρο, τὸ ρῆμα ἀγιώνω παράχθηκε ἀπὸ τὴν ἴωση, δηλαδὴ τὸ σκούριασμα. Ἐδῶ τὸ ἀγιώνω, σημαίνει σκουριάζω ἀπὸ τὴν ἀκινησία καὶ ἀπραξία.)

Γιὰ νὰ κατανοήσουμε λοιπὸν καλύτερα τὸν ὅσιο Παΐσιο, προέκρινα νὰ ἀναφερθῶ στὰ διάφορα χαρακτηριστικὰ τῆς ἁγιασμένης προσωπικότητάς του, παρὰ στὶς θεόπνευστες διδασκαλίες του. Διότι πραγματικά, ἀπὸ ὅλους τοὺς σύγχρονους ἁγίους Γέροντες ἔχει τὸ μεγαλύτερο ἐπίκαιρο ὄνομα, ἀλλὰ ἔχει δυστυχῶς ταυτόχρονα παρεξηγηθεῖ ἀπὸ ὁρισμένους. Αἰσθάνομαι, ὅτι δὲν σᾶς ὁμιλῶ γιὰ ἕναν ἄγνωστό σας, σᾶς ὁμιλῶ γιὰ ἕναν οἰκεῖο. Ἐξάλλου, οἱ ἅγιοι εἶναι αὐτοί, ποὺ εἶναι οἰκεῖοι στὸν Θεὸ καὶ γίνονται οἰκεῖοι στοὺς πιστούς. Ἀναφέρω λοιπὸν αὐτά, γιὰ νὰ γίνει ὁ οἰκεῖος πιὸ οἰκεῖος σ᾽ ἐμᾶς.

Αὐτό, τὸ ὁποῖο καθόρισε τὸν ὅλο χαρακτήρα του ἀπὸ τὰ πρῶτα πρῶτα του χρόνια, ὄχι τὰ δέκα, ἀλλὰ τὰ πρῶτα πέντε του χρόνια ἦταν, ὅπως προεῖπα, ἡ προσφυγική του ἰδιότητα. Προερχόταν ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Ἀνατολίας -ὄχι τῆς Ἀνατολῆς-, τὰ Φάρασα. Γιὰ νὰ ἀντιληφθεῖτε, ποῦ βρίσκονται τὰ Φάρασα καὶ πόσο κοντά μας εἶναι, φέρτε στὸ μυαλό σας τὸν χάρτη τῆς Κύπρου. Σκεφτεῖτε ποῦ εἶναι ἡ μονὴ τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα στὴν Καρπασία. Προεκτείνοντας τὴν ἄκρη τῆς χερσονήσου, φθάνουμε στὸν ἀπέναντι κόλπο τῆς Ἀλεξανδρέττας. Πίσω ἀπὸ τὴν Ἀλεξανδρέττα, δεξιά της εἶναι τὸ ὄρος Ἀμανὸς καὶ ἀριστερά της τὰ ὄρη τοῦ Ἀντιταύρου. Ἐκεῖ, στὴν πίσω πλευρὰ τοῦ Ἀντιταύρου, βρίσκονται τὰ Φάρασα. Δηλαδή, ὅσον ἀπέχει περίπου τὸ Ριζοκάρπασο ἀπὸ τὴν Πάφο, τόση εἶναι ἡ ἀπόσταση τοῦ Ριζοκαρπάσου ἀπὸ τὰ Φάρασα. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι μεγάλη ἀπόσταση. Τὸ ἴδιο γείτονάς μας, ὡς πρὸς τὸν τόπο καταγωγῆς, ἦταν καὶ ὁ Γέρων Ἰάκωβος Τσαλίκης, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε στὸ χωριὸ Λιβίσι τῆς Δυτικῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἀπέναντι ἀπὸ τὴ Ρόδο. Αὐτοὶ λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι κουβάλησαν μέσα τους τὸν πόνο τῆς προσφυγιᾶς. Κι ἂς ἦταν μόνο μικρὰ παιδάκια στὴν προσφυγιά. Γι’ αὐτὸ ἡ ἔγνοια τοῦ Γέροντος Παϊσίου μέχρι τὴν ὁσιακὴ κοίμησή του, ἦταν οἱ ἀλύτρωτες πατρίδες τοῦ Ἑλληνισμοῦ· ἔγνοιά του ἦταν ἡ προσφυγική μας καταγωγή. Κάτι χαρακτηριστικό, ποὺ δείχνει τὴν ἀγάπη του στοὺς πρόσφυγες, ἀπὸ ὅπου καὶ ἂν προέρχονταν αὐτοί, εἴτε ἦταν πρόσφυγες τῆς Β. Ἠπείρου, εἴτε πρόσφυγες τῆς Κύπρου, εἴτε τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἴτε τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, μοῦ ἀνέφερε ὁ ἀρχιμανδρίτης μας, π. Φώτιος, ποὺ μᾶς συνοδεύει: «Τὸ τελευταῖο κελλὶ τοῦ Γέροντα, αὐτὸ τῆς Παναγούδας, ἦταν πάνω σὲ ἕνα λοφίσκο, καὶ τὸ εἶχε περιφράξει μὲ συρματόπλεγμα, λόγῳ τοῦ αὐξημένου ἐπισκεπτηρίου. Σὲ κάποια ἐπίσκεψή μας στὸ Ἅγιον Ὄρος, εἴχαμε φθάσει σὺν Θεῷ στὴν περιφραγμένη Παναγούδα. Ἐκεῖ, στὴν ἐμπρόσθια εἴσοδο, τὸ σύνηθες σκηνικό: Κάποια πινακίδα, γραμμένη πρόχειρα ἀπὸ τὸν Γέροντα, ποὺ ἔλεγε (περίπου): ‘‘ Ἐδῶ, δὲν ἦρθα νὰ κάνω τὸν δάσκαλο στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ νὰ ἀγωνισθῶ γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μου. Ἀφῆστε τὰ ὀνόματά σας, νὰ τὰ μνημονεύω, γιατὶ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ ἐσεῖς καὶ ἐγὼ ὠφελούμαστε’’. Εἶχε δὲ πράγματι ἐκεῖ ἕνα δύο γυάλλινα δοχεῖα, ἀπ᾽ αὐτὰ τοῦ γλυκοῦ, μὲ κομμάτια χαρτιοῦ καὶ μολυβάκια, σκεπασμένα γιὰ νὰ μὴ βρέχονται, ὅπου μποροῦσε κάποιος νὰ γράψει τὸ ὄνομά του κι ὅσων ἄλλων εἶχαν ἀνάγκη. Ἐπίσης, θὰ ξέρετε, ὑπῆρχαν δύο σχοινάκια, ποὺ ξεκινοῦσαν ἀπὸ τὴν πρόσοψη τῆς καλύβας τοῦ Γέροντος καὶ ποὺ κατέληγαν στὸ σιδερένιο κάγκελλο-εἴσοδο. Τραβῶντας τὸ ἕνα ἀπ᾽ ἔξω, κτύπαγε κουδουνάκι, γιὰ νὰ ἀκούει ὁ Γέροντας ὅτι κάποιοι ἐπισκέπτες ἦσαν ἔξω, κι ἂν ἤθελε, νὰ τοὺς ἀνοίξει. Γιὰ νὰ μὴν ἀνεβοκατεβαίνει ὅμως συνεχῶς στὴν πόρτα νὰ ἀνοίγει, ὅταν ἤθελε νὰ ἀφήσει νὰ περάσουν μέσα ἐπισκέπτες, ἄφηνε τὸ κλειδὶ τῆς κλειδαριᾶς τῆς ἐξώπορτας νὰ κυλίσει κάτω, περασμένο ἀπὸ τὸ δεύτερο σκοινάκι, ποὺ ἀναφέραμε. Ἤμουνα τότε μὲ ἄλλα δύο τρία παιδιά, καὶ κτυπούσαμε τὸ καμπανάκι μὲ ὑπομονὴ καὶ προσευχή. Σὲ λίγο, νἄσου ἡ σεπτὴ μορφὴ τοῦ Γέροντος. ‘‘Βρὲ παλλικάρια, ἀφῆστε με νὰ κάνω κανένα κομβοσχοίνι’’, μᾶς εἶπε ἀπὸ ἐπάνω. ‘‘Γέροντα, θέλουμε νὰ σὲ δοῦμε! ’’, εἴπαμε κι ἐμεῖς. ‘‘Νά, δὲν μὲ βλέπετε;’’, ἀπάντησε. ‘‘Γέροντα, θέλουμε νὰ σὲ δοῦμε ἀπὸ κοντά! ’’ ‘‘Κοντά σας εἶμαι!’’, ἀπαντάει. Καί, τὸ τελευταῖο… ὅπλο μας: ‘‘Γέροντα, ἀπὸ τὴν Κύπρο εἴμαστε. Εἴμαστε καὶ πρόσφυγες!’’ (Πράγματι, ἀπ᾽ ὅσο θυμᾶμαι, οἱ παρόντες ἤμασταν ἀπὸ τουρκοκρατούμενες σήμερα περιοχὲς τῆς Κύπρου). Μόλις τἄκουσε τοῦτα ὁ Γέροντας, ἀμέσως ἄφησε τὸ κλειδὶ νὰ κυλίσει κάτω ἀπ᾽ τὸ σκοινάκι ἐκεῖνο…». Δηλαδή, τὸ κλειδὶ τοῦ Γέροντος Παΐσιου ἦταν νὰ τοῦ πεῖς, εἶμαι πρόσφυγας. Καὶ ἀμέσως σοῦ ἄνοιγε, ὄχι μονάχα τὸ κελλί του, ἀλλὰ καὶ τὴν καρδιά του. Τὸν ὁλάνθιστο μπαξὲ τῆς Χάρης, ποὺ εἶχε μέσα ἡ καρδιά του.

Κάτι ἄλλο. Ὅταν ρώτησα τὸν Χριστόδουλο, ἕνα διαστημικὸ ἐπιστήμονα ποὺ κάθεται τώρα ἀπέναντί μου, ὁ ὁποῖος γνώρισε τὸν ἅγιο Παΐσιο, ποιό ἦταν τὸ πλέον χαρακτηριστικό του γνώρισμα, μοῦ ἀπάντησε πὼς ἦταν ἕνας κατεξοχὴν πρακτικὸς ἄνθρωπος. Δηλαδή, ἂν πήγαινες ἐσὺ νὰ τὸν δεῖς καὶ τοῦ ἔλεγες, «Ξέρεις, ἔχω προβλήματα μὲ τὴ γυναίκα μου», δὲν σοῦ ἔλεγε θεωρίες. Σοῦ ἔλεγε κάτι πρακτικό, συγκεκριμένο νὰ κάνεις. Ἡ ποιμαντικὴ τοῦ Γέροντος Παΐσιου ἦταν γεμάτη πρακτικὲς συνταγές. Θὰ σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα δικό μου. Τοῦ εἶπα κάποτε, πὼς εἶχα μία μεγάλη στενοχωρία, ὅταν μοῦ ἔρχεται ὁ τάδε λογισμὸς καὶ ἡ τάδε ἐπιθυμία, πού, ὅταν μοῦ ἔρχονται καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὰ διαχειριστῶ, μοῦ βγάζει θυμό. «Τὸν θυμὸ τὸν ἔχω εὔκολο», τοῦ εἶπα. «Μοῦ εἶναι καὶ πρόχειρος.» «Καὶ ἐγὼ τὸ ἴδιο εἶμαι», μοῦ λέει. Τοῦ ἀπάντησα ὅμως: «Αὐτὸ δὲν μὲ παρηγορεῖ.» Μοῦ λέει τότε· «Ἄκουσε νὰ σοῦ πῶ, τί νὰ κάνεις, ὅταν σοῦ ἔρχονται αὐτοὶ οἱ λογισμοὶ καὶ αὐτὲς οἱ ἐπιθυμίες.» «Μὴ μοῦ πεῖς», τὸν διέκοψα, «ὅ,τι μοῦ εἶπαν πιὸ πάνω στὸ Κουτλουμοῦσι, δηλ. νὰ λέω τὴν εὐχή, ‘‘Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με’’!» «Λίγο σοῦ πέφτει;», μ᾽ ἐρωτᾶ. Τοῦ λέω· «Ἐσύ, Γέροντα, τί νομίζεις νὰ κάνω σὲ τέτοιες περιπτώσεις;» Μοῦ ἀπαντάει· «Νὰ λές, ‘‘Μέγα τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὑπεραγία Θεοτόκε, σκέπε ἡμᾶς.’’ Ἐγώ, ὅποτε κάνω αὐτὴ τὴν προσευχή, νιώθω τέτοια ἐνέργεια τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τῆς Παναγίας μας, ποὺ ἀμέσως ὁ πειρασμὸς φεύγει. Κάνε το δοκιμὴ καί, ἂν δὲν πιάσει, ἔλα νὰ μὲ δεῖς!» Ὅταν σοῦ λέει ἕνας Παΐσιος ἔτσι, τὸ μόνο ποὺ ἔχεις νὰ κάμεις εἶναι τὰ λόγια καὶ τὶς συνταγὲς νὰ τὶς κάνεις ἔργο. Ἐπιστρέφω λοιπὸν στὴν Ἀθήνα καί, οἱ λογισμοὶ λογισμοί, οἱ ἐπιθυμίες ἐπιθυμίες! Ὁπόταν, ξεκινῶ καὶ ἐγώ· «Μέγα τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὑπεραγία Θεοτόκε, σκέπε ἡμᾶς». Καὶ διαπιστώνω, ὅτι ἀμέσως σβήνουν οἱ λογισμοὶ καὶ οἱ ἐπιθυμίες καταλαγιάζουν. Αὐτὸ εἶναι ἕνα παράδειγμα, γιὰ νὰ δεῖτε πόσο πρακτικὴ διάσταση γιὰ τοὺς ἀνθρώπους εἶχε ἡ ἀσκητικὴ τοῦ Γέροντος Παϊσίου. Ἴσως, λέω, ἴσως -μπορεῖ νὰ ἔχω λάθος-, καὶ γι’ αὐτὸ νὰ εἶναι τόσο ἀγαπητὸς στοὺς σύγχρονους ἀνθρώπους, ποὺ ἔχουν μάθει νὰ ζοῦν μὲ συνταγὲς καὶ ἔχουν κουραστεῖ ἀπὸ τὶς πολλὲς θεωρίες. Τελευταία, σ᾽ ἕνα πολὺ δικό μου ἄνθρωπο, ἦρθε ἕνας μεγάλος πειρασμός, καὶ σ᾽ αὐτόν καὶ στὴν οἰκογένειά του. Πολὺ μεγάλος πειρασμός! Τὸν εἶχα καὶ τὸν ἔχω ἔγνοια. Τὸν ἀδικεῖ ἡ γυναίκα του καὶ εἶναι σὲ διάσταση. Καὶ τὸν εἶχα ἔγνοια, νὰ μὴν πέσει σὲ μαράζι. Καί, ξέρετε, ὅτι σήμερα οἱ ἄνθρωποι εἶναι πολὺ πιὸ ἐπιρρεπεῖς στὸ μαράζι καὶ στὴν κατάθλιψη. Παραδόξως, σύντομα τὸν εἶδα χαρούμενο! Κύριε ἐλέησον, εἶπα. Καὶ τὸν ρώτησα: «Μὰ τί συμβαίνει μ᾽ ἐσένα; Τὸ πρόβλημα στὸ σπίτι σου εἶναι μεγάλο. Ζεῖς μακριὰ ἀπὸ τὴ γυναίκα σου καὶ τὰ παιδιά σου, εἴσαστε σὲ διάσταση, καὶ ἐσὺ ἔχεις τόση χαρά;» Μοῦ ἀπάντησε: «Ξέρεις, κάνω καὶ ἐγὼ αὐτὸ ποὺ κάνεις καὶ ἐσύ, ποὺ σὲ ἀκούω συχνὰ μέσα στὸ αὐτοκίνητο.» «Καί, τί κάνω ἐγὼ μέσα στὸ αὐτοκίνητο;» «Ξέρεις, σὲ ἀκούω κάποτε κάποτε ἔτσι ξαφνικὰ ποὺ λές, ‘‘Μέγα τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὑπεραγία Θεοτόκε, σκέπε ἡμᾶς’’. Καὶ τὸ κάνω καὶ ἐγὼ καὶ νιώθω μεγάλη χαρά!» Καὶ λέω καὶ ἐγώ, νὰ ποιοί εἶναι οἱ ἅγιοι. Οἱ ἅγιοι εἶναι αὐτοί, ποὺ διορθώνουν τὶς λανθάνουσες ἀσθένειες ὑπολανθανόντως! Ἀνεπαίσθητα δηλαδή. Χωρὶς μεγάλες ἐγχειρήσεις τραυματικές, χωρὶς μεγάλες πληγές. Ἐγώ, ποῦ τὰ ἔμαθα αὐτά; Μοῦ τὰ δίδαξε ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τοῦ Θεοῦ. Δὲν τὰ δίδαξα, ὅμως, μέχρι σήμερα. Πρώτη φορὰ τὸ λέω αὐτὸ δημόσια. Ὅμως, μὲ ἄκουσε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ποὺ εἶναι πολὺ κοντά μου καί, ὅταν τοῦ ἦρθε ἡ δύσκολη ὥρα καὶ ἤθελε κάτι νὰ τὸν κρατήσει, νὰ μὴ συντριβεῖ ἀπὸ τὸ μαράζι, ἀπὸ τὴ θλίψη, ἐφάρμοσε αὐτὰ τὰ λόγια ποὺ τὰ ἄκουσε ἀπὸ μένα, χωρὶς νὰ ξέρει ποιός μοῦ τὸ εἶπε!

Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο τοῦ ἁγίου Παϊσίου ἦταν, ὅπως καὶ ὅλων βεβαίως τῶν ἁγίων, ἡ ἰδιαίτερη ἀγάπη στὴν Θεοτόκο. Ἦταν Παναγιόφιλος! Ἔλεγε σὲ ἕνα καλὸ Κύπριο παπᾶ μας, ποὺ τὸν εἶχε ἐπισκεφθεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος: «Πάτερ, τὸ ὅτι δὲν ἔπιασαν ὅλη τὴν Κύπρο οἱ Τοῦρκοι καὶ ποὺ θὰ ἐλευθερωθεῖ ἡ Κύπρος καὶ ποὺ δὲν θὰ γίνει μεγάλο κακὸ στὴν Ἑλλάδα, ὅταν θὰ γίνεται χαλασμὸς σὲ ὅλο τὸν ντουνιά, εἶναι γιατί μᾶς σκέπει ἡ Παναγία! Ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες, ἕνα πρέπει νὰ κάνουμε· νὰ προσευχόμαστε, ‘‘ Ὑπεραγία Θεοτόκε, σκέπε ἡμᾶς’’.» Τόση αἴσθηση τῆς σκέπης τῆς Παναγίας εἶχε. Ὅπως ἀνέφερε στὸν καλὸ ἐκεῖνο Κύπριο ἱερέα, εἶδε κάποτε ὅραμα στὴν προσευχή του, ὅτι οἱ γείτονές μας καὶ οἱ μελλοντικοὶ συνάδελφοί μας Τοῦρκοι, ἑτοιμάζονταν νὰ κάμουν εἰσβολὴ στὴν Ἑλλάδα. Καὶ εἶδε τὴν Παναγία νὰ ἀποσοβεῖ τὸν κίνδυνο καὶ νὰ περισκέπει ὅλη τὴν Ἑλλάδα! Σκεφτεῖτε, λοιπόν, πόση σχέση ἀπόκτησαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μὲ τὴν Παναγία, ποὺ νὰ ἐνεργοποιεῖ ἡ Παναγία γι’ αὐτοὺς τοὺς λίγους τέτοια σκεπὴ καὶ τέτοια προστασία γιὰ τὸ Γένος ἡμῶν. Ἡ Παναγία μας εἶναι τὸ κατεξοχὴν πρότυπο ἰσορροπημένου ἀνθρώπου. Ἂν ρωτούσαμε, ποιό εἶναι τὸ πλέον ἰσορροπημένο πρόσωπο ὅλου τοῦ κόσμου, ὅλης τῆς οἰκουμένης, σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες, ἡ ἀπάντηση εἶναι, τὸ πρόσωπο τῆς Θεομήτορος. Σκεφτεῖτε, ὅτι στὴν Παναγία συνταιριάζεται ἡ νύμφη καὶ ἡ ἀνύμφευτος. Τὸ ἀκούαμε ψές, στὴν Ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου. «Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε». Ἡ ἀπειρόγαμος μήτηρ. Εἶναι καὶ μητέρα, εἶναι καὶ παρθένος. Στὸ Θεομητορικὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας μας συνταιριάζεται, συνάπτεται ὁ γάμος μὲ τὴν παρθενία, ὁ οὐρανὸς μὲ τὴ γῆ, τὸ πνεῦμα μὲ τὴν ὕλη. Ἄρα, ὅποιος θέλει νὰ γίνει ἰσορροπημένος ἄνθρωπος στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα, δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἀγαπήσει βαθιὰ βαθιὰ τὴν Παναγία. Ἡ Παναγία εἶχε ἐμφανισθεῖ ἀρκετὲς φορὲς στὸν ὅσιο Παΐσιο. Πολλὲς ἀπὸ τὶς προφητικὲς ρήσεις τῶν ὁσίων Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκη καὶ Παϊσίου ἀποτελοῦν ἀποκαλύψεις τῆς Παναγίας σ᾽ αὐτοὺς τοὺς γνήσιους δούλους της. Κι αὐτὲς τὶς ἀποκαλύψεις ὁ ὅσιος Παΐσιος τὶς κατέγραφε παιδιόθεν ἀπὸ τοὺς Μικρασιάτες, Φαρασιῶτες πρόσφυγες, ποὺ τὶς εἶχαν διασώσει.

Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, πλεῖστες ὅσες προφητεῖες τοῦ Γέροντος ἦταν ἀποκαλύψεις τῆς Παναγίας, ποὺ ἰδιαίτερα ἐπικαλεῖτο στὴν προσευχή του καὶ ἀποτελοῦσαν ἀπαντήσεις της στὴν πολλή του ἀγωνία. Γι’ αὐτὸ τὸ τελευταῖο, μποροῦμε νὰ ποῦμε, πὼς ὁ Γέρων Παΐσιος ἦταν ὁ κατεξοχὴν κήρυκας τῆς καλῆς ἀγωνίας, τῆς καλῆς ἀνησυχίας. Ἤθελε ὅλοι οἱ πιστοὶ νὰ ἀποκτήσουμε τὴν καλὴ ἀνησυχία γιὰ τὴν ψυχή μας, γιὰ τὴν οἰκογένειά μας, γιὰ τὴν πατρίδα μας, γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία μας. Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος αἰσθανόσουν ὅτι ἦταν σύγχρονος, καὶ ἂς ἦταν ἕνας ἀσκητὴς τόσο λιτὸς καὶ τόσο αὐστηρός, γιατὶ εἶχε τὴν καλὴ ἀνησυχία. Παρακολουθοῦσε ἀκόμη καὶ τὸ πολιτικὸ γίγνεσθαι· δὲν ἦταν ἀδιάφορος γι᾽ αὐτό. Μπορῶ νὰ πῶ, ὅτι αὐτὸς ἀπὸ τοὺς σύγχρονους ὁσίους Γέροντες ποὺ γνωρίσαμε, ποὺ δὲν παρακολουθοῦσε καθόλου τὸ πολιτικὸ γίγνεσθαι, ἦταν ὁ Γέροντάς μου Ἰάκωβος Τσαλίκης. Τὸν ρωτοῦσες, ποιόν ἔχουμε πρόεδρον; Δὲν ξέρω, ἔλεγε! Ὁ Γέρων Παΐσιος, ἀντίθετα, ἤξερε καὶ τὸν τελευταῖο ὑπουργὸ καὶ τὰ τεκταινόμενα, καὶ μποροῦσε νὰ σοῦ πεῖ τί θὰ γίνει στὸν κόσμο μας μετὰ ἀπὸ δεκαετίες ὁλόκληρες. Αὐτὸ ἦταν ἕνα φαινόμενο, τὸ ὁποῖο θέλει μιὰ ἑρμηνεία. Καὶ μοῦ προξένησε ἐντύπωση, ποὺ ἄκουσα καὶ μερικοὺς ἀρχιερεῖς τελευταία, μετὰ ποὺ ἔγινε ἡ ἐπίσημη ἔνταξη τοῦ Γέροντος Παϊσίου στὸ Ἁγιολόγιο, ποὺ ἀμφέβαλλαν γιὰ τὸ προφητικό του χάρισμα καὶ θεωροῦσαν ὑπερβολὴ τῶν ἐπισκεπτῶν τὶς προφητεῖες του, ποὺ αὐτοὶ κατέγραψαν καὶ διέσωσαν. Ἀλλ᾽ ὄχι! Δὲν εἶναι καθόλου ὑπερβολή. Κι ἀκόμη, εἶναι καὶ λίγα, ὅσα ἔχουν σχετικὰ γραφτεῖ. Ὁ Γέρων μιλοῦσε μὲ ἔνταση γι’ αὐτὰ τὰ πράγματα, γιατὶ τὰ ζοῦσε μὲ ἔνταση. Ἔβλεπε τὰ μέλλοντα ὡς παρόντα. Ἦταν ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔβλεπε τὴν ἱστορία, ἡ ὁποία ἀκόμα δὲν πραγματοποιήθηκε στοὺς δικούς μας ὀφθαλμούς. Γιατί ὅμως αὐτὸς ἔβλεπε αὐτὰ τὰ πράγματα; Γιατί αὐτὸς μιλοῦσε γιὰ τὰ ἐπερχόμενα μὲ τόση σαφήνεια καὶ βεβαιότητα; Νομίζω -αὐτὸ εἶναι βεβαίως προσωπική μου ἑρμηνεία, μπορεῖ νὰ ἔχω λάθος-, νομίζω ὁ λόγος ἦταν τὸ ὅτι εἶχε προσφυγικὴ τὴν καταγωγή. Βεβαίως, εἴπαμε ὅτι πρόσφυγας ἦταν καὶ ὁ Γέρων Ἰάκωβος. Ἀλλά, ἂν ἐξαιρέσεις μία καὶ μόνη φορά, ποὺ ἐκφράστηκε σχετικὰ ὁ π. Ἰάκωβος, δὲν ξαναμίλησε γιὰ τὰ μέλλοντα. Καὶ ὁ Γέρων Ἰάκωβος μίλησε κατόπιν ἀποκάλυψης τοῦ ὁσίου Ἰωάννη τοῦ Ρώσου. Τοῦ εἶχε εἰπεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσος, «Θὰ γίνει πόλεμος, Ἰάκωβε». Καὶ τοῦ ἀπάντησε ὁ Ἰάκωβος· «Ὄχι ἄλλος πόλεμος, ἅγιέ μου.» «Πρέπει νὰ γίνει πόλεμος», συνέχισε ὁ ἅγιος Ἰωάννης, «γιατὶ δὲν διορθώνεται ἀλλιῶς ὁ κόσμος. Δὲν θὰ τὸν κάνει ὁ Θεὸς τὸν πόλεμο· οἱ ἄνθρωποι θέλουν τὸν πόλεμο, οἱ ἄνθρωποι θὰ τὸν κάνουν, Ἰάκωβε!» Ἀντίθετα, ὁ Γέρων Παΐσιος ἦταν ἐξαιρετικὰ περιγραφικὸς γι’ αὐτὸ τὸ θέμα. Γιατί; Γιατὶ ζοῦσε πιὸ ἔντονα τὸν πόθο τῆς ἐλευθερίας τῶν σκλαβωμένων μας πατρίδων. Φαίνεται ὅτι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἄκρα ταπείνωσις, ὑπηρετεῖ καὶ δίδει στὸν κάθε ἅγιο αὐτό, ποὺ περισσότερο ποθεῖ, ποὺ εἶναι ὁ βαθύτερός του πόθος. Ὁ βαθύτερος πόθος τοῦ ἁγίου Πορφυρίου, γιὰ παράδειγμα, ἦταν ἡ γνώση τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ὁ Κύριος λοιπὸν τοῦ ἔδωσε τόσο πλούσιο διορατικὸ χάρισμα, χάρισμα γνώσεως, ποὺ ἔβλεπε τοὺς ἀστέρες, ποὺ ἔβλεπε τοὺς πλανῆτες, τὰ σύμπαντα, τὰ ὑπόγεια νερά, καὶ γνώριζε τὶς ἰδιότητές τους, τὸν λόγο δημιουργίας τους, τοὺς λόγους τῶν ὄντων. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁ Γέρων Παΐσιος εἶχε τὸν βαθύτερο πόθο, πότε θὰ ἐλευθερωθεῖ ἡ Πόλις, ἡ Καππαδοκία ἡ πατρίδα του, ἡ Μικρασία, ἡ Κύπρος. Καὶ εἶναι, ὅπως φαίνεται, γι᾽ αὐτό, ποὺ τοῦ ἐδόθη ἄνωθεν ἡ χάρη νὰ δεῖ, νὰ προγνωρίσει  μὲ ἀκρίβεια τὰ μέλλοντα.

Τώρα, σχετικὰ μ᾽ αὐτὸ τὸ θέμα -τὸ τονίζω, γιατί ἔχει παρεξηγηθεῖ-, αὐτὸ ποὺ εἶναι σημαντικὸ νὰ κρατήσουμε, καὶ ἰδιαιτέρως ἐμεῖς οἱ Κύπριοι, ποὺ εἴμεθα παθόντες καὶ μαθόντες, εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὄχι νὰ θέλουμε νὰ μάθουμε πότε καὶ πῶς θὰ γίνουν ὅλα αὐτὰ τὰ σπουδαῖα γεγονότα, ποὺ ἀφοροῦν βεβαίως καὶ ἐμᾶς. Τὸ ζήτημα εἶναι, πῶς θὰ τὰ διαχειριστοῦμε. Καὶ μοῦ κάνει ἐντύπωση, ὅτι μᾶς προετοιμάζει ὁ Θεὸς σιγὰ σιγά, μὲ ἕνα δικό του τρόπο, γιὰ τὰ γεγονότα αὐτά. Ὅμως εἶναι καλὰ νὰ γνωρίζουμε, ὅτι ὁ καλύτερος τρόπος διαχείρισης τῶν γεγονότων ποὺ ἔρχονται καὶ ἤδη ἔχουν ἀρχίσει -κατὰ τὴν ταπεινή μου ἄποψη-, δὲν εἶναι νὰ γεμίσουμε τὰ ψυγεῖα μας μὲ ὑλικὰ ἀγαθά, γιὰ νὰ μὴν πεινάσουμε τότε! Κάποτε κι αὐτὰ θὰ ἀδειάσουν. Ἀλλὰ εἶναι νὰ ἔχουμε τότε φώτιση, φώτιση ἐκ Θεοῦ. Ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ ἔχει φώτιση, μπορεῖ νὰ παίρνει γρήγορες καὶ ὀρθὲς ἀποφάσεις. Νὰ παίρνει βέβαιες ἀποφάσεις στὴ δύσκολή του ὥρα. Γιὰ νὰ ἔχουμε ὅμως φώτιση, θὰ πρέπει νὰ καθαρίζουμε συνεχῶς τὴν καρδία καὶ τὸν νοῦ μας. Καί, καθαρίζουμε τὴν καρδία καὶ τὸν νοῦ διὰ τῆς μετανοίας. Ἄρα, ὅτι καὶ νὰ κάνουμε, ἐπιστρέφουμε στὴ μετάνοια τὴν προσωπική! Ὄχι μιὰ μετάνοια γενικὴ καὶ ἀόριστη γιὰ ὅλους, ὅπως συχνὰ κηρύττουμε οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἱεροκήρυκες, ἀλλὰ προσωπικὴ μετάνοια. Νὰ κάτσω νὰ σκεφτῶ, πιό εἶναι τὸ δικό μου πάθος, τὸ κυρίαρχο πάθος μου, νὰ τὸ βρῶ αὐτὸ τὸ κυρίαρχο πάθος μου ἤ, ἐὰν ἔχω τόσο ἐγωϊσμὸ καὶ τέτοια αὐτοπεποίθηση, ποὺ δὲν τὸ βρίσκω, νὰ προσευχηθῶ καὶ νὰ εἰπῶ· «Χριστέ μου, φανέρωσέ μου ποιός εἶμαι! Δεῖξε μου ποιός εἶμαι!» Καὶ θὰ μᾶς δείξει ὁ Θεός. Καί, κατόπιν, νὰ δῶ αὐτὸ τὸ πάθος, ποὺ ἔχω, πῶς ἐκδηλώνεται; Ἂν λ.χ. εἶναι ὁ θυμός, πῶς ἐκδηλώθηκε μὲ τὴ γυναίκα μου ἢ μὲ τὸν ἄνδρα μου, μὲ τὰ παιδιά μου, μὲ τοὺς συναδέλφους μου, μὲ τοὺς φίλους μου; Σήμερα, πῶς ἐκδηλώθηκε; Χθές, πῶς ἐκδηλώθηκε; Ποιούς πλήγωσα; Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀρχίσει ἔτσι νὰ βλέπει τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ μετανοεῖ γιὰ συγκεκριμένες στιγμὲς τῆς καθημερινότητάς του καὶ σταδιακὰ διορθώνεται, τότε ἀρχίζει καὶ εἰσέρχεται στὴ μετάνοια. Ἂν αὐτὸ δὲν τὸ μάθουμε, ἡ προσευχή μας θὰ εἶναι μία μηχανικὴ προσευχή, ἡ ὁποία δὲν θὰ μᾶς δώσει τὴ δυνατότητα τοῦ φωτισμοῦ σὲ δύσκολες στιγμές, κατὰ τὶς ὁποῖες θὰ πρέπει νὰ ἀποφασίσουμε, εἴτε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, εἴτε γιὰ τὰ παιδιά μας, εἴτε γιὰ τὴν πατρίδα μας, εἴτε γιὰ κάτι εὐρύτερο, ποὺ μᾶς ξεπερνᾶ.

Ἂς πᾶμε σὲ ἄλλο θέμα. Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὑπῆρξε μεγάλος πολέμιος τῆς ἐκκοσμίκευσης. Τί ἐννοοῦμε μὲ τὸν ὅρο ἐκκοσμίκευση; Εἶναι αὐτό, ποὺ δυστυχῶς ζοῦμε στὶς μέρες μας. Εἴτε εἴμεθα ἔγγαμοι, εἴτε εἴμεθα ἄγαμοι, εἴτε εἴμεθα μοναχοί. Ἂν μὲ ἐρωτήσετε, τί εἶναι ἐκκοσμίκευση, θὰ ἔλεγα εἶναι ἡ προσήλωση στὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου τούτου καὶ ἡ ἐξάρτηση ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ αὐτά. Ἐκκοσμίκευση, εἶναι νὰ κυριαρχήσει στὸν ἄνθρωπο τὸ κοσμικὸ φρόνημα, τὸ πνεῦμα τοῦ ἄκοσμου κόσμου, τοῦ παρόντος αἰῶνος τοῦ ἀπατεῶνος. Ἡ ἔγνοια καὶ θλίψη τοῦ Γέροντος ἦταν, ὅτι τὸ κοσμικὸ πνεῦμα μπῆκε σήμερα ἀκόμη καὶ μέσα στὰ μοναστήρια. Καί, πρῶτα, τὸ ἔβλεπε σ’ αὐτὸ τοῦτο τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου στὴν ἐποχή του, ξεκίνησαν γιὰ πρώτη φορὰ οἱ ἡγούμενοι νὰ φτιάχνουν δρόμους, νὰ βάζουν πολλὰ τηλέφωνα, νὰ βάζουν πολλὲς ἠλεκτρικὲς συσκευές, νὰ διορθώνουν τὰ μοναστήρια καὶ τὰ κελλιὰ μὲ ἀκριβὰ ὑλικά… Καί, ὅταν τὰ ἔβλεπε αὐτά, διερωτιόταν: «Μά, ποῦ θὰ πᾶμε ἔτσι;» Γιὰ νὰ ἀντιληφθεῖτε καλύτερα αὐτὸ τὸν προβληματισμὸ καὶ τὴν ἀγωνία τοῦ Γέροντος Παϊσίου, θὰ ἀναφέρω ὁρισμένες σχετικὲς χαρακτηριστικὲς λεπτομέρειες. Δὲν ἤθελε, π.χ., νὰ βάζουν οἱ μοναχοὶ γιὰ τοὺς ἐπισκέπτες σεντόνια στοὺς ξενῶνες. Θὰ μοῦ πεῖτε, μὰ εἶναι δυνατόν; Ἔτσι εἶναι ἕνας ἅγιος! Βλέπει καὶ τὴ λεπτομέρεια. Ἔλεγε· «Βάζετέ τους μιὰ κουβέρτα, νὰ μὴ θέλουν νὰ μείνουν πολλὲς μέρες!» Δὲν ἦταν βεβαίως ἀφιλόξενος. Κάθε ἄλλο! Αὐτός, ποὺ μέρα νύκτα καθόταν νὰ ἀκούει ὅλο ἐκεῖνο τὸ πλῆθος τῶν ταλαιπωρημένων καὶ πονεμένων προσκυνητῶν, ἦταν ἀσφαλῶς γεμάτος μὲ γνήσιο πνεῦμα φιλοξενίας. Ἀλλ᾽ ὅμως, δὲν ἤθελε νὰ καταντήσει τουριστικὸς προορισμὸς τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀλλὰ καὶ τὸ κάθε μοναστήρι, εἴτε ἐντός, εἴτε ἐκτὸς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Σήμερα ὅμως, καὶ ἐμεῖς ἀκόμη οἱ Ἀρχιερεῖς, ἔχουμε ἀναγάγει τὸν Θρησκευτικὸ τουρισμὸ σὲ ἐπιστήμη. Πέρυσι, ὅταν πῆγα στὴν Ἑλλάδα, ἐπισκέφθηκα ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι στὴν Ἀττική, τὸ ὁποῖο καθοδηγοῦσε ὁ Γέρων Παΐσιος. Πολὺ λίγες καλόγριες ἐκεῖ, ἀσκήτριες πραγματικές. Κι ἀκόμη, θέλουν νὰ ζοῦν «ἐν κρυπτῷ». Δὲν θέλουν, οὔτε τὸ ὄνομα τοῦ μοναστηριοῦ τους νὰ τὸ λέμε καὶ τὸ σέβομαι. Βεβαίως, γυναικεῖο μοναστήρι, σημαίνει μοναστήρι μὲ λουλούδια καί, στὴν Κύπρο, μὲ… γλυκὸ τοῦ ἀμυγδάλου! Μοῦ ἔλεγαν λοιπόν, ὅτι, ὅταν πρωτοπῆγε νὰ τὶς δεῖ ὁ ὅσιος Παΐσιος καὶ νὰ τὶς ἀναλάβει πνευματικὰ καὶ μπῆκε μέσα, οἱ ἀδελφὲς τὸν ξεναγοῦσαν στὸ μοναστήρι. Καὶ αὐτός, ἄρχισε καὶ ἔσπρωχνε τὶς γλάστρες μὲ τὰ λουλούδια καὶ τὶς ἔσπαζε! Ἀπὸ πίσω, ἡ καϋμένη ἡ Γερόντισσα μὲ τὸ φαράσι νὰ καθαρίζει. Τῆς λέει τότε ὁ Γέρων· «Μὴν καθαρίζεις τώρα, θὰ σπάσω πολλὲς ἀκόμη! Ἂν θέλετε νὰ σᾶς ἀναλάβω, δὲν θέλω γλάστρες στὴν αὐλή!» Δὲν ἀγαποῦσε αὐτὸς τὰ λουλούδια, ποὺ ἀγαποῦσε καὶ τὸ τελευταῖο μυρμήγκι, ποὺ ἔλεγε στὰ φίδια, «ἐλᾶτε νὰ σᾶς βάλω γάλα καὶ φύγετε τώρα, γιατί φοβοῦνται οἱ ἐπισκέπτες»; Ἀλλ᾽ ἡ βαθύτερη ἔγνοια του, ποιά ἦταν; Ἦταν ἡ πραγματικὴ ἀξιοποίηση τῆς παρουσίας τῶν μοναχῶν στὸ μοναστήρι, ἡ ὀρθὴ ἀξιοποίηση τοῦ χρόνου τῆς μοναχικῆς τους ζωῆς. Καὶ εἶναι πολύτιμος ὁ χρόνος, ὄχι ἐπειδὴ  ὁ χρόνος εἶναι χρῆμα («time is money»), ὅπως λένε οἱ Ἄγγλοι, ποὺ εἶναι μάνες στὸ χρῆμα, καὶ ἔχουν καταντήσει μαζὶ μὲ τοὺς Γερμανοὺς σήμερα οἱ τοκογλύφοι τῆς οἰκουμένης. Ἀλλὰ διότι μέσα στὸν χρόνο τῆς παρούσας ζωῆς πρέπει νὰ ἀπεργαστοῦμε τὴ σωτηρία μας. Ἡ ἔγνοιά του ἦταν, πῶς ἀξιοποιοῦν οἱ Χριστιανοί, οἱ ἀρχιερεῖς, οἱ ἱερεῖς, οἱ μοναχοὶ αὐτὸ τὸν χρόνο. Καὶ εἶπε, ἐν προκειμένῳ, ὁ Γέρων στὶς ἀδελφὲς ἐκεῖνες: «Πολλὲς γλάστρες, σημαίνει πολὺς χρόνος γιὰ πότισμα. Τόσος κόσμος σήμερα θέλει προσευχή. Ἂς βάλουν γλάστρες οἱ γυναῖκες οἱ ἔγγαμες. Δὲν χρειάζεται νὰ βάζουν καὶ οἱ καλόγριες!» Κάτι ἀκόμη παρεμφερές. Μοῦ ἔλεγαν οἱ καλόγριες τῆς μονῆς τῆς Ἁγίας Θέκλης στὴ Μοσφιλωτῆ, ἡ Γερόντισσα Κωνσταντία καὶ ἡ ἀδελφή της ἡ Εὐλογία, ὅτι εἶχαν γνωρίσει τὸν Γέροντα στὸ Σινᾶ, ὅπου ἀσκήτευε ἐκεῖ γιὰ δύο χρόνια. Αὐτὲς ἔμεναν τότε κάτω στοὺς πρόποδες τοῦ Σινᾶ, σὲ ἕνα μοναστήρι γυναικεῖο, στὴν περιοχὴ τῆς Φαράν. Κατὰ καιροὺς λοιπὸν τὶς ἐπισκεπτόταν ἐκεῖ ὁ ὅσιος, καὶ τὶς νουθετοῦσε. Κάποτε λοιπὸν τοῦ πῆγαν μέσα σὲ ἕνα δίσκο καφέ, νὰ τὸν κεράσουν. Καί, ὡς Κύπριες, σκέφτηκαν νὰ βάλουνε μέσα στὸν δίσκο καὶ ἕνα λευκαρίτικο κέντημα, ἔτσι γιὰ ὀμορφιά! Νὰ στολίσουνε τὸν δίσκο! Ὅταν λοιπὸν τοῦ πήρανε τὸν δίσκο, ἔπιασε τὸ φλυντζανάκι μὲ τὸν καφέ, ἔκανε πὼς τρέμουν τὰ χέρια του καὶ προσέξαν, ὅτι ἐπίτηδες ἔχυνε τὸν καφὲ καὶ λέρωνε τὸ λευκαρίτικο κέντημα. Καί, ὅταν τὸν ρώτησαν, «Γέροντα, γιατί λερώνεις τὸ κέντημα;», τοὺς ἀπάντησε ἁρμοζόντως: «Γιατὶ στὰ μοναστήρια δὲν χρειάζουνται αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ ὀμορφιές!»

Θὰ ἤθελα τώρα νὰ σᾶς διαβάσω τὴν προσευχή, ποὺ ἔκανε κάποια Ἡγουμένη, ποὺ ἐκοιμήθη ἤδη ἐν Κυρίῳ, καὶ ποὺ μοῦ ἔστειλε ἡ διάδοχός της. Ἡ Γερόντισσα αὐτὴ ὑπῆρξε μία καλὴ μαθήτρια τοῦ ἁγίου Παϊσίου. Ἀκοῦστε λοιπόν, τί προσευχὴ ἔκανε αὐτὴ ἡ μοναχή, ἐπηρεασμένη καὶ ἐμπνευσμένη ἀπὸ τὴν ἀσκητικότητα τοῦ Γέροντος Παϊσίου:

                «Κύριέ μου, μὲ ξέρεις καὶ μὲ βλέπεις ὡς τὰ τρίσβαθά μου· ἂν λέω λάθος, διόρθωσέ με.

                Χάρισέ μου, Νυμφίε μου, ἕνα ἔνδυμα, ποὺ νὰ μὴν τὸ βλέπει κανείς.

                Πήγαινέ με σ’ ἕνα Μοναστήρι, ποὺ κανένας νὰ μὴν τὸ ξέρει.

                Δῶσε μου τὴν καθαρὰ προσευχή, χωρὶς κι ἐγὼ νὰ τὸ καταλαβαίνω.

                Βοήθησέ με νὰ κάνω τὸ θέλημά Σου στὴ ζωή μου ἐπακριβῶς, καὶ δέξου τὸν θάνατό μου σάν μία ἐξιλέωση γιὰ τὰ πολλά μου ἁμαρτήματα, σὰν μιὰ ἀπόδειξι μικρὴ τῆς ἀγάπης μου.

                Διὰ τῆς μεσιτείας τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν εὐχῶν τοῦ Γέροντά μου. Ἀμήν.»

Βλέπετε, τί παρακαλοῦσε; Νὰ πάει σ᾽ ἕνα μοναστήρι, ποὺ κανένας νὰ μὴν τὸ ξέρει. Νὰ τῆς δώσει ὁ Θεὸς καθαρὴ προσευχή, ποὺ οὔτε καὶ ἡ ἴδια νὰ μὴν τὸ καταλαβαίνει, ὥστε νὰ μὴν ὑπερηφανεύεται. Αὐτὰ ἐκφράζουν καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Παϊσίου, ὡς πρὸς τὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς ἐκκοσμίκευσης.

Εἴπαμε λοιπὸν γιὰ τὴν ἐκκοσμίκευση καὶ τὴ στάση τοῦ Γέροντος ἔναντί της. Καί, τί εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς ἐκκοσμίκευσης; Εἶναι ὁ πόθος τῆς αἰωνιότητας! Νὰ ζῆ ὁ ἄνθρωπος, μὲ προοπτικὴ τὴν αἰωνιότητα! Ὅ,τι εἶναι αἰώνιο, δὲν εἶναι κοσμικό. Τώρα νὰ πῶ, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ εἶχεν οὐράνιες ἐπισκέψεις· ὄχι μόνον τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ καὶ ἀρκετῶν ἁγίων. Εἶναι πολὺ γνωστὴ ἡ ἐμφάνιση τῆς ἁγίας μεγαλομάρτυρος Εὐφημίας σ᾽ αὐτόν, καὶ πολὺ χαριτωμένος ὁ διάλογος ποὺ διαμείφθηκε μεταξύ τους. Ἡ θαυμαστὴ τούτη ἐμφάνεια συνέβηκε, ὅταν ἕνα πρωί, ἐνῶ ἔκανε προσευχή, κτύπησε κάποιος τὴν πόρτα του. Ὁ Γέροντας ρώτησε, «ποιός εἶναι;», καὶ τότε ἄκουσε μία λεπτὴ γυναικεία φωνὴ νὰ τοῦ λέει, «ἡ Εὐφημία εἶμαι». Ἀπόρησε ὁ Γέροντας. Γυναίκα στὸ Ἅγιον Ὄρος; «Ποιά εἶσαι;», ξαναρώτησε. «Ἡ Εὐφημία εἶμαι.» Καὶ πρὶν προλάβει νὰ ἀνοίξει τὴν πόρτα, πέρασε μέσα ἀπὸ τὴν πόρτα ἡ ἁγία. Τί θὰ κάναμε ἐμεῖς, ἂν μᾶς χτυποῦσε ἡ πόρτα στὴν Εὐρύχου, καὶ μᾶς ἔλεγε, «Ἄνοιξέ μου καὶ εἶμαι ἡ Εὐφημία», καὶ ξαφνικὰ ἔβλεπα μπροστά μου μιὰ καλόγρια; Γιατὶ ἦταν ντυμένη σὰν καλόγρια ἡ ἁγία. Τὸ πιὸ πίθανον, θὰ γονατοῦσα μπροστά της! Μὰ ὁ ἀνδρεῖος καὶ διακριτικὸς Παΐσιος δὲν τὸ ἔκανε αὐτό! Τὴ ρώτησε· «Μά, ποιά Εὐφημία εἶσαι; Καὶ πῶς βρέθηκες στὸ Ἅγιον Ὄρος;» «Ἡ μάρτυς Εὐφημία εἶμαι, πάτερ Παΐσιε!» «Ἐὰν εἶσαι ἡ μάρτυς Εὐφημία», τῆς εἶπε ὁ Γέρων, «νὰ πᾶμε στὸ ἐκκλησάκι μου, νὰ βάλεις τρεῖς μετάνοιες καὶ νὰ κάνεις τρεῖς σταυροὺς καὶ ὕστερα νὰ κάτσεις νὰ κουβεντιάσουμε.» Εἶχε ἔγνοια, μήπως ἦταν κάτι τὸ δαιμονικὸ καὶ τὸν ξεγελάσει ὁ πειρασμός. Καὶ πῆγε ἡ ἁγία, ταπεινὰ ταπεινά, καὶ ἔβαλε τρεῖς μετάνοιες μὲ σταυρούς. Τῆς εἶπε τότε ὁ ὅσιος: Νὰ πεῖς, «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός…». Ἡ ἁγία ἦταν ἰσχνόφωνη, καὶ δὲν ἀκουγόταν καλά, ποὺ τὸ ἔλεγε. «Πιὸ δυνατά», τῆς λέει, «δὲν ἀκούω»! Καὶ ὅταν τὴν εἶδε, ὅτι ἔβαζε τὸν σταυρό της, ἀμέσως γονάτισε κι αὐτὸς καὶ τὴν προσκύνησε. Καὶ τῆς εἶπε· «Μὲ συγχωρεῖς, ἀλλὰ αὐτὰ τὰ κάνει κάποτε κι ὁ πειρασμός!» Βλέπετε, δὲν ἐπεδίωκε τὸ θαῦμα καί, ὅταν ἀκόμα ἐρχόταν τὸ θαῦμα στὴ ζωή του, τὸ δοκίμαζε, ἂν ἦταν ὄντως ἐκ Θεοῦ.

Τί ἄλλο νὰ ποῦμε; Τὸ πρῶτο πρᾶγμα ποὺ μοῦ εἶπε -ἔτσι γιὰ νὰ ποῦμε καὶ λίγο τὰ δικά μου-, δὲν ἦταν αὐτὸ μὲ τὰ μοναστήρια. Τὰ πρῶτα πράγματα ποὺ μὲ ἐρώτησε ἦταν: «Κύπριος εἶσαι;» Τοῦ λέω, «Ναί.» «Παλαιὰ Διαθήκη διάβασες;» «Ναί, διάβασα τὰ πρῶτα τρία κεφάλαια τῆς Γενέσεως.» Μοῦ λέει, «Καλὰ εἶναι καὶ αὐτά, ἀλλὰ ἐσένα, ὄχι τώρα, ἀλλὰ  ὅταν θὰ γεράσεις, πιὸ πολὺ θὰ σοῦ χρειαστοῦν οἱ Μακκαβαῖοι. Διάβασες τοὺς Μακκαβαίους;» «Ὄχι», τοῦ λέω. «Τί ἔκαναν οἱ Μακκαβαῖοι;» «Καλύτερα νὰ μὴν σοῦ πῶ ἐγώ. Τώρα, ποὺ θὰ πᾶς κάτω στὴν Ἀθήνα, νὰ βρεῖς ἀπὸ κανένα φθηνὸ βιβλιοπωλεῖο τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Νὰ ἀνοίξεις, νὰ διαβάσεις, πῶς ἔζησαν οἱ Μακκαβαῖοι καί, ἰδιαιτέρως, πῶς ἔφυγαν ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή.» Πάω κι ἐγὼ χαρούμενος, εὐελπιστώντας νὰ διαπιστώσω στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅτι οἱ Μακκαβαῖοι θὰ πρέπει νὰ περάσαν πολὺ καλὰ τὴ ζωή τους. Νὰ ἰδῶ καὶ ἐγώ, τί ἀκριβῶς ἐννοοῦσε ὁ Γέροντας ὅτι θὰ εἶναι τὸ τέλος μου. Ἀνοίγω καὶ ἐγὼ τοὺς Μακκαβαίους καί, τί βλέπω; Ὅλους τοὺς ἔσφαξαν! Τώρα ποὺ βλέπω τοὺς Τζιχάντ, δὲν ξέρω! Πᾶμε καὶ στὰ κατεχόμενα, δὲν ξέρεις τί γίνεται!

Ἡ ἀγάπη τοῦ Γέροντος Παϊσίου γιὰ τὴν Κύπρο ἦταν ἰδιαίτερα ἔκδηλη. Θὰ σᾶς ἀναφέρω μία σχετικὴ προφητικὴ ρήση τοῦ Γέροντος, συνυφασμένη μὲ κάποια γεγονότα, τὰ ὁποῖα μόλις πρὶν λίγο καιρὸ πληροφορήθηκα, καὶ ποὺ ἀκριβῶς τοῦτο ἀποδεικνύουν. Θὰ γνωρίζετε προφανῶς, ὅτι στὴ Λεμεσὸ ἔχει κτισθεῖ ἕνας μεγάλος ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκη, μέσα στὸν ὁποῖο ἕνα παρεκκλήσιο ἀφιερώθηκε πρόσφατα στὸν Ὅσιο Παΐσιο. Πρὶν τὰ Ἐγκαίνια τοῦ ἐν λόγῳ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παϊσίου, μὲ πῆρε τηλέφωνο ὁ ἅγιος Λεμεσοῦ καὶ μὲ προσκάλεσε νὰ κάνουμε μαζὶ τὰ Ἐγκαίνια, ἀλλά, γιὰ λόγους ὑγείας, δὲν πῆγα. Εἶχα ὅμως συνέχεια στὸ μυαλό μου τὴν τελετὴ αὐτὴ τῶν Ἐγκαινίων. Μὲ παίρνει τότε τηλέφωνο ἕνας πολὺ ἁπλὸς ἄνθρωπος, καταγόμενος ἀπὸ τὴν Καρπασία, εὐλαβὴς Χριστιανός, Ἀνδρέας ὀνόματι, καὶ μοῦ διηγήθηκε τὰ ἑξῆς:

«Πανιερώτατε, τὴν εὐχή σας. Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ἀναφέρω ἕνα θαυμαστὸ γεγονός, ποὺ συντελέστηκε ἐδῶ κοντὰ στὴν περιοχὴ ποὺ κατοικῶ στὴ Λεμεσό, καὶ σχετίζεται μὲ μιὰ ἐπίσκεψή μου στὸν Γέροντα Παΐσιο. Τὸν ἐπισκέφθηκα πρώτη φορὰ τὸ 1990, ἀλλά, ὅσα γράφω στὴ συνέχεια, ἀφοροῦν στὴ δεύτερη καὶ τελευταία συνάντησή μου μὲ τὸν Γέροντα τὸν Ἰούνιο τοῦ 1992, δύο χρόνια πρὶν κοιμηθεῖ, ὁπόταν εἶχα μαζί μου καὶ δύο Λεμεσιανούς. Τότε ἤμουνα ὑπάλληλος σὲ ἐργολάβο, καὶ ἡ εἰδίκευσή μας ἦταν νὰ κατεδαφίζουμε ψηλὰ κτήρια. Ὁ Γέροντας μὲ ρώτησε τὸ ὄνομά μου καὶ τί δουλειὰ ἔκανα. Ὅταν τοῦ ἀπάντησα, ἐργολάβος, ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο Λεμεσιανούς, ποὺ ἦταν λίγο πειρακτήρι, εἶπε: ‘‘Δὲν σοῦ εἶπε τὴν ἀλήθεια, Γέροντα. Εἶναι ἐργολάβος, ἀλλά, ξέρεις τί δουλειὰ κάνει; Δὲν κτίζει, ἀλλὰ κατεδαφίζει μεγάλα κτήρια!’’ Τότε ὁ Γέροντας εἶπε: ‘‘Ναί, κατεδαφίζει, ἀλλά, ἀπὸ ὅ,τι βλέπω, κτίζει κιόλας.’’ ‘‘Ὄχι, Γέροντα! Δὲν κτίζω! Μόνο κατεδαφίζω!’’ ‘‘Ὄχι, Ἀνδρέα μου, κτίζεις’’, εἶπε ὁ Γέροντας, γιατὶ κάνεις ὑπακοὴ σὲ ἅγιο Πνευματικό.’’ Πράγματι, γιὰ χρόνια ἐξομολογοῦμαι στὸν Γέροντα τῆς Μονῆς Σταυροβουνίου, πράγμα, ποὺ διεγνώρισε ὁ Γέροντας, πρὶν ἐγὼ τοῦ ἀναφέρω ὁτιδήποτε! ‘‘Καὶ μὲ αὐτή σου τὴν ὑπακοή’’, συνέχισε, ‘‘σιγὰ σιγὰ κτίζεις οἰκοδομή, τὴν ὁποία θὰ βρεῖς ὅταν πᾶς εἰς τὸν Παράδεισο. Καί, ξέρεις, ἐκεῖ ποὺ μένεις τώρα, ποὺ σὲ ἔριξε ἡ προσφυγιά, σὲ λίγο καιρὸ θἄρθω καὶ ἐγὼ νὰ μένω.’’ Τοῦ εἶπα· ‘‘Μὰ ἐγὼ μένω στὸν Κάψαλο τῆς Λεμεσοῦ. Θὰ ἔρθεις στὸν Κάψαλο;’’ ‘‘Ναί, Ἀνδρέα, θὰ ἔρθω ἐκεῖ! Θὰ μοῦ κτίσουν σὲ λίγα χρόνια ἕνα μεγάλο σπίτι ἐκεῖ, ποὺ θὰ εἶναι 500 μὲ 600 μέτρα μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι σου. Καί, μὴν ἔχεις ἀγωνία, πότε θὰ πεθάνουν οἱ γονεῖς σου. Οὔτε νὰ παντρευτεῖς, ἀλλ᾽ οὔτε καὶ νὰ καλογερευτεῖς. Δὲν ἔχεις ἀνάγκη ἐσύ, οὔτε τὸ μοναστήρι, οὔτε τὴν παντρειά. Νὰ μείνεις ἔτσι!’’ ‘‘Γέροντα’’, τοῦ εἶπα τότε, ‘‘φοβᾶμαι τὴ μοναξιά. Τί θὰ κάνω, ὅταν θὰ πεθάνουν οἱ γονεῖς μου;’’ ‘‘Μὴν ἔχεις ἔγνοια, παιδί μου,γιὰ τότε. Θἄρχομαι ἀπὸ τὸ μεγάλο σπίτι, ποὺ θὰ μοῦ κτίσουν στὴ Λεμεσό, καὶ θὰ σοῦ κάνω παρέα. Καί, ὅποτε χάνεις τὸ κουράγιό σου, θἄρχεσαι καὶ ἐσὺ στὸ μεγάλο μου ἐκεῖνο σπίτι, νὰ μὲ συναντᾶς. Ἀλλά, νὰ ξέρεις, οὔτε ἐσύ θὰ μείνεις πολὺ καιρὸ στὴν προσφυγιά, οὔτε κι ἐγὼ στὸ μεγάλο σπίτι. Θὰ εἶμαι προσωρινὰ κοντά σου. Γιατὶ μετὰ θὰ γίνει τὸ μεγάλο ἔλεος καὶ θἄρθεις καὶ θὰ φύγουμε μαζὶ καὶ θὰ πᾶμε ἐκεῖ ποὺ γεννήθηκες, στὴν περιοχὴ τῆς Γιαλούσας. Λοιπόν, ἐκεῖ οἱ Τουρκαλάδες θὰ κτίσουν ἕνα μεγάλο λιμάνι καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θὰ πιάσουμε καὶ οἱ δύο τὸ καράβι καὶ θὰ πᾶμε ἀπέναντι στὰ Φάρασα.’’ Εἶπα τότε· ‘‘Μά, δὲν ἔχει λιμάνι ἡ περιοχή μας, Γέροντα.’’ ‘‘Τώρα δὲν ἔχει, μὰ θὰ φτιάξουν στὸ μέλλον οἱ Τοῦρκοι.’’ Πραγματικά, ὅπως θὰ γνωρίζετε, τώρα ἐκεῖ στὴν παραλία Ἁγίας Τριάδας Γιαλούσας, ὅπως πᾶμε πρὸς τὸν Ἀπόστολο Ἀνδρέα, οἱ Τοῦρκοι ἔχουν κατασκευάσει τὸ 2006 μία μεγάλη μαρίνα, τὴ μεγαλύτερη τῆς ἀνατολικῆς Μεσογείου. Καὶ τοῦτο ὁ ὅσιος τὸ ἔβλεπε ἀπὸ τὸ 1992!»

 Λοιπόν, σημασία ἔχει, πῶς ἐμεῖς θὰ διαχειριστοῦμε αὐτὰ τὰ γεγονότα. Καὶ εἶχε ἔγνοια γι᾽ αὐτὸ τὸ πράγμα ὁ ἅγιος. Ἔβλεπε, ὅτι ἐμεῖς ἔχουμε μία μανία, μία ροπὴ μονάχα πρὸς τὸ θαῦμα, στὴν προφητεία καὶ στὴν εὔκολη, τὴν ἀνώδυνη λύση. Στὴ διαχείριση ὅμως τῶν πραγμάτων καὶ στὴ συμπόνοια τῶν ἀνθρώπων ἔβλεπε πὼς ἔχουμε πολλὴ ἔλλειψη. Καί, ὅταν λέω ἀνθρώπων, δὲν ἐννoῶ μόνο τῶν δικῶν μας, τῶν Ἑλληνοκυπρίων Χριστιανῶν. Ἐννoῶ καὶ τοὺς Τούρκους. Ἔχει κανένα Χριστιανό, ποὺ παρακαλεῖ νὰ γίνει πόλεμος; Ἔχει κανένα Χριστιανό, ποὺ νὰ θέλει, ἀκόμη καὶ τὴν καταστροφὴ τοῦ ἐχθροῦ του; Ἐγὼ προσωπικὰ δὲν τὴν εὔχομαι. Κι ἂς εἶμαι καὶ ἄνθρωπος πονεμένος. Κι ἂς ἔχασα τὸ χωριό μου, τὸν ἀδελφό μου στὴ διάρκεια τοῦ πολέμου, τὸν πατέρα μου πιὸ πρίν. Αὐτὸ δὲν τὸ εὔχομαι σὲ κανέναν. Ὅμως ἡ ἔγνοιά μας πρέπει νὰ εἶναι, μέσα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα, ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ προκαλέσουν καὶ ὁ Θεὸς θὰ τὰ ἀνεκτεῖ καὶ θὰ τὰ ἀξιοποιήσει, πῶς ἐμεῖς θὰ τὰ ζήσουμε ἐν μετανοίᾳ, ἐν προσευχῇ, μὲ πολλὴ συμπόνοια γιὰ τὸν κάθε συνάνθρωπό μας. Αὐτὸ νομίζω εἶναι ἕνα ζητούμενο τῆς ἐποχῆς μας. Τώρα ζητούμενο τῆς οἰκονομικῆς κρίσης εἶναι νὰ μοιραστοῦμε τὸ φαΐ μας, τὰ χρήματά μας, τὸν καλό μας λόγο στὸν πονεμένο μας συνάνθρωπο. Ἀλλά, δὲν εἶναι μόνον αὐτά. Αὐτό, ποὺ γίνεται τώρα, εἶναι ἡ προπόνησις. Τὰ μεγάλα ἕπονται!

Καὶ κάτι τελευταῖο. Δὲν σᾶς κάνει ἐντύπωση, ποὺ ἡ ἐπίσημη ἔνταξη τῶν συγχρόνων μας Γερόντων Πορφυρίου καὶ Παϊσίου στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας ἔγινε σχετικὰ γρήγορα, πρὶν δηλαδή περάσουν ἀρκετὰ χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμησή τους; Εἰδικὰ γιὰ τὸν Γέροντα Παΐσιο, ἐγὼ ἐξεπλάγηκα. Θέλει πολλὴ τόλμη, νὰ μένεις στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ νὰ ἀνακηρύξεις πανηγυρικὰ τὴν ἁγιότητα αὐτοῦ, ποὺ προφήτεψε τὴ διάλυση τῆς Τουρκίας! Ἄλλο νὰ τὸ λὲς αὐτὸ ἀπὸ καθέδρας ἀπ᾽ ἐδῶ στὴ Δασούπολη, κι ἄλλο νὰ τὸ λές, ὄχι διακηρύττοντάς το, ἀλλὰ διακηρύττοντας τὴν ἁγιότητα αὐτοῦ ποὺ τὰ εἶπε! Ἀσφαλῶς, τοῦτο ἔγινε μὲ τὴν πρόνοια καὶ εὐδοκία τοῦ Θεοῦ.

Καὶ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου πατέρες καὶ ἀδελφοί, γιὰ νὰ στρέψω τὸν λόγο καὶ στὰ δικά μας, πρέπει ἐπιτέλους νὰ πάρουμε στὰ σοβαρὰ τὸ θέμα τῆς σωτηρίας μας, τῆς μετάνοιάς μας. Καὶ ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ κλείσω τὴ σημερινή μου ὁμιλία μὲ θαύματα καὶ προφητεῖες, γιὰ τὰ ὁποῖα μποροῦμε νὰ μιλοῦμε ὧρες, ἀλλὰ δὲν μᾶς ὠφελοῦσαν μόνο αὐτά, θέλω νὰ κλείσω μὲ κάτι ἄλλο, ποὺ πραγματικὰ ἀγάπησε καὶ ἐνστερνίστηκε ὁ ἅγιος καὶ τὸ ἔκανε ἀναπόσπαστο μέρος τῆς ζωῆς του. Κι αὐτό, πέραν ἀπὸ τὴν Καππαδοκία, πέραν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, πέραν ἀπ᾽ τὴ Σουρωτή, ἦταν ἡ εὐαισθησία καὶ ἀγάπη καὶ θυσιαστικὴ πατρικὴ ἀνταπόκρισή του στὸν ἀνθρώπινο πόνο. Στοὺς πονεμένους ἀνθρώπους, ποὺ ὧρες καὶ μέρες καθόταν καὶ τοὺς περίμενε, γιὰ νὰ ἀκούσει τὸν πόνο τους. Πραγματικά, δὲν νομίζω νὰ ὑπῆρξε στὶς μέρες μας ἄλλος Γέροντας, ποὺ νὰ εἶδε, νὰ μίλησε μὲ τόσο πολὺ κόσμο. Κι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, παρόλο ποὺ γεννήθηκε ἀσκητής, τελικὰ κατέληξε νὰ εἶναι ἡ μεγάλη μάνα ὅλων τῶν πονεμένων ἀνθρώπων. Ἀκόμη καὶ ξένων, ἀλλογλώσσων! Καί, γνωρίζουμε περιπτώσεις, πού, ὅταν ἔμενε μόνος του ὁ Γέροντας μὲ τοὺς ξένους, αὐτοὶ μιλοῦσαν στὴ γλῶσσα τους, π.χ. οἱ Γερμανοὶ μιλοῦσαν Γερμανικά, ὁ Γέρων Παΐσιος Ἑλληνικά, καὶ συνεννοοῦνταν! Συνομιλοῦσαν δηλαδὴ στὴ γλῶσσα τῆς Πεντηκοστῆς! Αὐτὰ μπορεῖ κάποιος νὰ πεῖ, ὅτι εἶναι ἐκπληκτικά, εἶναι σπουδαῖα. Αὐτὰ ὅμως ἀποτελοῦσαν ἀπόρροια τῆς ἀγάπης του στὸν ἄνθρωπο, ἐργαλεῖα ποιμαντικά, γιὰ τὴ σωτηρία ψυχῶν, «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανεν». Καὶ ἔλεγε σχετικὰ ὁ Γέροντας, ὅτι ἕνα πρόβλημα τῆς ἐποχῆς μας, εἶναι ὅτι ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι ἀρκούμαστε μόνον στὴν ἀνάγνωση τῶν βιβλίων, στὶς πνευματικὲς ὁμιλίες καὶ συνομιλίες, ἀλλὰ δὲν ἔχουμε διάθεση νὰ κοπιάσουμε· νὰ κάνουμε μερικὲς μετάνοιες, νὰ κάνουμε λίγους σταυροὺς γιὰ τὸν γείτονά μας, γι’ αὐτὸν ποὺ μᾶς κατηγορεῖ· νὰ κάνουμε λίγη προσευχὴ γι’ αὐτὸν ποὺ μᾶς ἀδικεῖ, νὰ ποῦμε ἕνα, Κύριε ἐλέησον, νὰ κάνουμε προσευχὴ γιὰ τοὺς κεκοιμημένους. Μάλιστα, ὁ ἴδιος θεωροῦσε, ὅτι προσευχή, στὴν ὁποία δὲν περιλαμβάνουμε τὴ μνημόνευση ὀνομάτων, ζώντων καὶ κεκοιμημένων, δὲν εἶναι προσευχή. Ὅταν κάποτε τὸν ρώτησα, γιατί νιώθω πολλὴ Χάρη, ὅταν μνημονεύω κεκοιμημένους, μοῦ ἀπάντησε, πὼς ἡ ἀνώτερη προσευχὴ εἶναι ἡ προσευχὴ γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ἐπειδὴ αὐτοὶ δὲν μποροῦν νὰ μετανοήσουν, νὰ βοηθήσουν πλέον τὸν ἑαυτό τους, ἐνῶ ἐμεῖς μποροῦμε νὰ τοὺς βοηθήσουμε! Ἔλεγε λοιπὸν καὶ ἔγραφε ὁ ὅσιος Παΐσιος, πὼς στὴν ἐποχή μας πλήθυναν δυστυχῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία -καὶ οἱ πνευματικὲς ὁμιλίες, θὰ ἔλεγα ἐγώ-, καὶ λιγόστεψαν τὰ βιώματα. Κι αὐτό, διότι οἱ ἄνθρωποι ἐπηρεάστηκαν ἀπὸ τὸ κοσμικὸ πνεῦμα, ποὺ ὅλο ἐπιδιώκει τὶς εὐκολίες καὶ ἀποφεύγει τὸν σωματικὸ πόνο. Ἀναπαυόμαστε  δηλαδὴ οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐμᾶς στὸ πολὺ διάβασμα καὶ στὴ λίγη ἢ καθόλου ἐφαρμογή. Θαυμάζουμε μόνο τοὺς ἁγίους μάρτυρες καὶ ὁσίους, χωρὶς νὰ τοὺς καταλαβαίνουμε κατὰ βάθος, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβανόμαστε τὸ πόσο κοπίασαν, εἴτε στοὺς μαρτυρικούς τους ἄθλους, εἴτε στοὺς ἀσκητικούς τους καμάτους. Καὶ τοῦτο, διότι δὲν κοπιάσαμε καὶ ἐμεῖς, ὥστε νὰ μπορέσουμε νὰ καταλάβουμε τὸν κόπο τους, ὥστε νὰ τοὺς ἀγαπήσουμε καὶ νὰ ἀγωνιστοῦμε ἀπὸ φιλότιμο νὰ τοὺς μιμηθοῦμε. Ὁ Χριστιανὸς σώζεται μόνο μὲ τὴν πρακτικὴ ἐφαρμογὴ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι τὴ θεωρητικὴ ἐνασχόληση περὶ τὰ Θεῖα. «Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι, Κύριε Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ᾽ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. 7, 21). Καί, κατὰ τὸν Ἀδελφόθεο Ἰάκωβο, «ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι» (Ἰακ. 2, 26). Νὰ ἡ πρακτική, ποὺ λέγαμε προηγουμένως.

Μεγάλη ἀγάπη τοῦ Γέροντος, ἀναφορικὰ πρὸς τὰ πατερικὰ ἀναγνώσματα, ὑπῆρξαν οἱ Ἀσκητικοὶ Λόγοι τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, πού, σύμφωνα μὲ ὁρισμένους, ἀποτελοῦν τὸ Εὐαγγέλιο (ἂς τὸ ποῦμε ἔτσι) τῆς ἀσκήσεως. Ὁ Γέρων διάβαζε ἀπὸ τὸ ψυχωφελέστατο τοῦτο βιβλίο κάθε ἡμέρα, ἀλλὰ λίγο. Ἔτυχε νὰ πεῖ καὶ σ᾽ ἐμένα: «Νὰ διαβάζεις κάθε μέρα ἀπὸ τὸν Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τὸν Σῦρο, ἀλλὰ λίγο. Ὄχι περισσότερο ἀπὸ δύο σελίδες. Ἐσὺ εἶσαι βιβλιοφαγᾶς καὶ δὲν εἶναι καλὸ τοῦτο. Μόνον μιὰ δυὸ σελίδες, τὸ πολὺ, ἔτσι γιὰ νὰ παίρνει μπρὸς ἡ καρδιὰ καὶ νὰ ἀρχίσει νὰ καίγεται!» Γι᾽ αὐτὸ τώρα θὰ ἤθελα, ἐν εἴδει ἐπιλόγου καὶ ὡς ἐπισφράγιση τῶν ὅσων εἴπαμε γιὰ τὸν θεοφόρο Γέροντα Παΐσιο, νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὰ Ἀσκητικὰ τοῦ ἁγίου Ἰσαάκ, καὶ μάλιστα στὴν πρωτότυπη ἀρχαία γλῶσσα τῆς ἑλληνικῆς μετάφρασης. Ἀκοῦστε λοιπὸν λόγους θεόπνευστους, ποὺ πράγματι ἀνάβουν τὴ φλόγα τοῦ Πνεύματος  στὸν ἄνθρωπο, ποὺ θέλει νὰ ἀγωνιστεῖ τὸν καλὸ ἀγῶνα τῆς ἐν Χριστῷ ἄσκησης.

«Κρεῖττόν ἐστιν οἰκῆσαι μετὰ θηρίων, ἢ οἰκῆσαι μετὰ τῶν κακῶς ἀναστρεφομένων.

Κάθου μετὰ γυπῶν, ἢ μετὰ πλεονέκτου καὶ ἀπλήστου.

Γίνου ἑταῖρος τῷ φονευτῇ, ἢ τῷ φιλονείκῳ.

Μετὰ χοίρου, ἢ μετὰ γαστριμάργου συλλάλει· κρεῖσσον γὰρ δεξαμενὴ χοίρων ἤ στόμα φάγον.

Κάθου μεταξὺ τῶν λωβῶν, ἢ μεταξὺ τῶν ὑπερηφάνων.

Καταδιώχθητι σύ, καὶ μὴ καταδιώξης.

Σταυρώθητι, καὶ μὴ σταυρώσῃς.

Ἀδικήθητι, καὶ μὴ ἀδικήσῃς.

Συκοφαντήθητι, καὶ μὴ συκοφαντήσῃς.

Γίνου ἐπιεικὴς καὶ μὴ ζηλώσῃς ἐν κακῷ.

Ἀναστρέφου μετ’ ἀγαθοσύνης, οὐχὶ μετὰ δικαιοσύνης· ἡ δικαιολογία οὐκ ἔστι τῆς πολιτείας τῶν χριστιανῶν καὶ οὐκ ἔστι σεσημειωμένη ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ.

Εὐφραίνου μετὰ τῶν εὐφραινομένων καὶ κλαῖε μετὰ τῶν κλαιόντων, ὅπερ ἐστὶ σημεῖον τῆς καθαρότητος.

Μετὰ τῶν ἀρρώστων ἀρρώστησον.

Μετὰ τῶν ἁμαρτωλῶν πένθησον.

Μετὰ τῶν μετανοούντων χάρηθι.

Φίλος γενοῦ πᾶσιν ἀνθρώποις καὶ μόνος γενοῦ ἐν τῇ διανοίᾳ σου.

Κοινωνὸς γενοῦ τοῖς παθήμασι τῶν πάντων, καὶ τῷ σώματί σου μακρὰν γενοῦ ἐκ πάντων.»

Ταῖς τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Παϊσίου πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν!

Μητροπολίτης Μόρφου: Ἡ ἁγία Εὐφημία, ὁ ἅγιος Παΐσιος καὶ ἡ Ὀρθοδοξία μας (16.7.2017)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Γεωργίου τῆς κοινότητος Καμιναριῶν τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (16.7.2017).

Αφιέρωμα στον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη (12 Ιουλίου)

Βιώματα και εμπειρίες με τον Άγιο Παΐσιο!

Βιώματα, εμπειρίες και θαύματα με τον Άγιο Παΐσιο. Κονιτσιώτες μιλούν για τις διδαχές, τα χαρίσματα, τις προρρήσεις και τα θαύματα του Οσίου Παϊσίου!

Μιλούν ο Καθηγούμενος της Μονής Μολυβδοσκεπάστου Γ. Αρσένιος, ο μακαριστός Καθηγούμενος της Μονής Στομίου Γ. Κοσμάς, ο μακαριστός Διονύσιος Γκάσιος και ο κ. Παύλος Σέρρας.

Αφιέρωμα στον Άγιο Σωφρόνιο του Έσσεξ (11 Ιουλίου)