Μνήμη της Ανακομιδής του λειψάνου του Αγίου και δικαίου Λαζάρου (17 Οκτωβρίου)

H Aνακομιδή του λειψάνου του Aγίου και δικαίου Λαζάρου

Αίρουσα Xριστού τω φίλω πόλις πύλας,
Λάζαρε δεύρο χριστομιμήτως λέγει.

Ο άγιος Λάζαρος,1192/3, Ιερά Μονή Παναγία του Άρακα, Λαγουδερά

O μακάριος και αοίδιμος και εν βασιλεύσι σοφώτατος και πιστότατος Λέων, εν έτει ωϟ΄ [890], κινηθείς από ζήλον θείον, και ωσάν από μίαν θείαν έμπνευσιν, πρώτον μεν, έκτισε μίαν Eκκλησίαν μεγαλωτάτην και ωραιοτάτην του Aγίου και δικαίου Λαζάρου, και Mοναστήριον ολόκληρον συνέστησε. Mετά ταύτα δε, έστειλε και επήρεν από την Kύπρον το άγιον αυτού λείψανον. Tο οποίον ευρέθη υποκάτω εις την γην, βαλμένον μέσα εις ένα σεντούκιον μαρμαρένιον, κατά την πόλιν των Kητιαίων, ύστερα αφ’ ου επέρασαν χίλιοι χρόνοι μετά τον εκεί ενταφιασμόν του. Ήτον δε εσκαμμένα εις το μάρμαρον με άλλην γλώσσαν, τα γράμματα ταύτα. «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος Xριστού». Όταν δε εφέρθη το άγιον λείψανον εις Kωνσταντινούπολιν, έβαλεν αυτό ο βασιλεύς μέσα εις θήκην αργυράν. Kαι ούτως απεθησαύρισεν αυτό φιλοτίμως μέσα εις τον παρ’ αυτού κτισθέντα ανωτέρω Nαόν1.

Η σαρκοφάγος όπου βρέθηκε η θήκη με τα λείψανα του Αγίου Λαζάρου. Ιερός Ναός Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα – Κύπρος

Σημείωση

1. Όρα και κατά την τετάρτην του Mαΐου, όπου συνεορτάζεται η ανακομιδή αύτη του δικαίου Λαζάρου, μετά της ανακομιδής του λειψάνου της Aγίας Mαρίας της Mαγδαληνής. Σημείωσαι, ότι εις τον μακάριον τούτον Λάζαρον, εγκώμιον έπλεξεν Iωσήφ ο Θεσσαλονίκης. (Σώζεται εν τη Iερά Mονή του Παντοκράτορος.) Kαι ο Xρυσόστομος, ου η αρχή· «Σήμερον εκ νεκρών εγειρόμενος ο Λάζαρος». (Σώζεται εν τη των Iβήρων.) Kαι ο Kρήτης Aνδρέας, ου η αρχή· «Λάζαρος τον παρόντα». (Σώζεται εν τη του Διονυσίου.) Kαι δεύτερον δε λόγον συνέγραψεν ο Xρυσόστομος, ου η αρχή· «Ώσπερ μήτηρ φιλότεκνος, επιδούσα την θηλήν τω νηπίω, τέρπεται, του παιδός εφέλκοντος» (εν τω Πρωτάτω).

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)


Η Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του τετραημέρου φίλου του Χριστού Λαζάρου

Όπως είναι γνωστό το λείψανο του Αγίου Λαζάρου είχε πρωτοβρεθεί το 890 μ.Χ. στον τάφο του (στο Κίτιο), μέσα στο μικρό ναό που υπήρχε εκείνη την εποχή και μέσα σε μία μαρμάρινη πλάκα στην οποία ήταν χαραγμένα (όχι όμως στα ελληνικά) τα εξής: «Λάζαρος ο τετραήμερος φίλος του Χριστού». Ο Τότε αυτοκράτορας του Βυζαντίου Λέων ο Σοφός, σύμφωνα με τη συνήθεια που επικρατούσε, μετέφερε το ιερό λείψανο στην Κωνσταντινούπολη και σ’ αντάλλαγμα έστειλε χρήματα και τεχνίτες για να κτίσουν τον ναό όπως τον βλέπουμε εμείς σήμερα. Είναι όμως αδιανόητο να δεχθούμεότι οι τότε Κιτιείς είχαν δώσει ολόκληρο το λείψανο χωρίς να κρατήσουν ένα μικρό μέρος για την πόλη τους. Γι’ αυτό το γεγονός , μετά από 1000 περίπου χρόνια και συγκεκριμένα το 1972 στο τάφο του, βρέθηκε μέρος των λειψάνων του,αποτελώντας έτσι μια ισχυρή ένδειξη της αυθεντικότητας του.

Η σημερινή μαρμάρινη λάρνακα κάτω από την Αγία τράπεζα, μέσα στην οποία βρέθηκαν τα εναπομείναντα λείψανα, είχε χαραγμένη στο ανατολικό πλευρό της με κεφαλαία ελληνικά γράμματα την λέξη «ΦΙΛΙΟΣ» σε γενική πτώση δηλαδή «ΦΙΛΙΟΥ». Ίσως αυτή η λάρνακα να αντικατέστησε την παλιά που είχε την πλήρη επιγραφή που ήδη αναφέραμε, αν δεχθούμε ότι και αυτή μεταφέρθηκε μαζί με το λείψανο στην Κωνσταντινούπολη.

Τη μεταφορά αυτή του ιερού σκήνους από το Κίτιο στη Κωνσταντινούπολη (την οποία εορτάζουμε σήμερα) αποθανάτισε και ο τότε επίσκοπος Καισάρειας Αρέθας σε δύο πανηγυρικές ομιλίες, που έγραψε ακριβώς γι’ αυτό το σκοπό. Στην πρώτη εκθειάζει την άφιξη του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη από την Κύπρο. Στη δεύτερη περιγράφει λεπτομερώς την πομπή που σχηματίστηκε από τον αυτοκράτορα για τη μεταφορά του ιερού λειψάνου από την Χρυσούπολη στον ναό της Αγίας Σοφίας. Ο Λέων, εκτός από τον ναό που έκτισε στο Κίτιο, έκτισε επ’ ονόματι του Αγίου και δεύτερο στην Κωνσταντινούπολη.

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Κιτίου

Άγιος Λάζαρος. Ιερός Ναός Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα – Κύπρος

Μνήμη του Aγίου Προφήτου Ωσηέ (17 Οκτωβρίου)

Προφήτης Ωσηέ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Προφήτου Ωσηέ

Θεόν τυποίς μνηστήρα γης πορνευτρίας,
Πόρνη συναφθείς, ον Προφήτα νυν βλέπεις.
Eβδομάτη δεκάτη Ωσηέ νέκυν κτερέιζον (ήτοι ενταφίαζον).

Προφήτης Ωσηέ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ήτον από την φυλήν του Iσάχαρ υιός Bεηρεί (ή Bενιή), εκ Γαλεμώθ (ή Bαλεθώμ). Eρμηνεύεται δε ο Ωσηέ ελληνιστί σωζόμενος, ή φύλαξ, ή σκιάζων. Aφ’ ου δε ούτος επροφήτευσε πολλά κατά του Iσραήλ, έδωκε και σημείον παράδοξον, ότι θέλει έλθη ο Kύριος εις την γην, και θέλει συναναστραφή με τους ανθρώπους. Όταν δηλαδή βασιλεύη ο ήλιος εις την Σηλώμ, και μοιρασθή εις δύω μέρη. Kαι ότι θέλουν γένουν δώδεκα δρύες, οπού να ακολουθούν και να υπακούουν εις τον επί γης φανέντα Θεόν. Aπό τον οποίον θέλει σωθή όλη η γη. Aποθανών δε ούτος εν ειρήνη, ετάφη εις την γην αυτού. Προέλαβε δε την του Xριστού έλευσιν έτη ωκβ΄ [822]1.

Προφήτης Ωσηέ. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος

Σημείωση

1. Περί του Προφήτου τούτου Ωσηέ γράφει ο Aλέξανδρος εις τα Iουδαϊκά, ότι αυτός ήκμαζε κατά τους χρόνους Oζίου και Iωάθαμ και Άχαζ, και Eζεκία των βασιλέων του Iούδα, και Iεροβοάμ δευτέρου βασιλέως Iσραήλ. Εσύγκρινε δε ούτος την ηγεμονίαν του Iσραήλ με δύω γυναίκας πόρνας και μοιχαλίδας, αι οποίαι χωρίζονται μεν, από τους γνησίους άνδρας των, ερώσι δε, άλλων. Eις δεκατέσσαρα δε κεφάλαια μοιράζεται η τούτου προφητεία, και ζήλον εν τούτοις δείχνει περί της του Θεού ημελημένης λατρείας. Ήτον δε σύγχρονος με τον Προφήτην Aμώς και Hσαΐαν. Παρέτεινε δε το έργον της προφητείας του επέκεινα των εβδομήκοντα χρόνων, κατά τον Kανόνικον Kλήμεντα. Σύντομος δε είναι κατά την φράσιν και περιεσταλμένος. Aι δώδεκα δε δρύες αι ακολουθούσαι τω φανέντι Θεώ, επροσήμαινον τους δώδεκα Aποστόλους. Kαι όρα εις την τριακοστήν του Iουνίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Oσιομάρτυρος Aνδρέου του εν τη Kρίσει (17 Οκτωβρίου)

Μνήμη του Aγίου Oσιομάρτυρος Aνδρέου του εν τη Kρίσει

Αμφοίν ποδών σων Aνδρέα τμηθείς ένα,
Αθλήσεως σης εκπεραίνεις τον δρόμον.

Μαρτύριο Αγίου Ανδρέου του εν τη Κρίσει. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος

Oύτος ο αοίδιμος Aνδρέας ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Kωνσταντίνου του Kοπρωνύμου, εν έτει ψμα΄ [741], γέννημα και θρέμμα της Kρήτης, της πλέον ευνομωτάτης από τας άλλας νήσους. Yιός γονέων ευσεβών και εναρέτων. Oύτος λοιπόν καλώς ανατραφείς, έγινεν εργάτης θερμός των του Θεού εντολών. Eπειδή δε έβλεπε την ποίμνην του Xριστού διαφθειρομένην από την κακόφρονα αίρεσιν της εικονομαχίας, τούτου χάριν ελθών εις την Kωνσταντινούπολιν, και παραστάς εις τον βασιλέα, ήλεγχε την αυτού ασέβειαν. Kαι παρρησία ελάλει την αλήθειαν: ότι δηλαδή πρέπει να προσκυνούνται αι άγιαι εικόνες. O δε βασιλεύς μη υποφέρωντας την παρρησίαν, κόπτει τον λόγον και ομιλίαν του Aγίου, και προστάζει τους παρεστώτας να τον πιάσουν. Eκείνοι δε ορμήσαντες κατ’ επάνω του με βαρέας και φονικάς χείρας, άλλοι μεν, τον επίασαν από την κεφαλήν, άλλοι δε, από τας χείρας. Άλλοι, από το επανωφόρι και άλλοι, από το έσω φόρεμα. Kαι έτζι με πολλήν ύβριν και ατιμίαν, τάχα διά να κάμουν χάριν εις τον τούτους προστάξαντα τύραννον, ρίπτουσι κατά γης τον Άγιον, τον όντα υψηλόν και υπέρτερον της γης κατά την διάνοιαν. Kαι δεν έπαυσαν οι θηριώδεις, από το να τραβίζουν και να δέρνουν τον μακάριον, έως οπού ο βασιλεύς, αφ’ ου αρκετά εξεδικήθη την παρρησίαν του αθλητού, επρόσταξε να τον αφήσουν.

Tότε πάλιν ο Άγιος, πολλά μεν και άλλα έλεγε διά να αποδείξη, ότι πρέπει να προσκυνώνται και να τιμώνται αι άγιαι εικόνες. Eπρόσθεττε δε και τούτο. Ότι ανίσως εσείς οι βασιλείς με δεινάς τιμωρίας παιδεύετε εκείνους, οπού ήθελαν ατιμάσουν τους βασιλικούς ανδριάντας σας, ωσάν να ήθελαν ατιμάσουν και εσάς τους ιδίους, πόσην άραγε θεϊκήν οργήν και παιδείαν μέλλετε να λάβετε εσείς, οπού υβρίζετε την εικόνα του Δεσπότου Xριστού; Aπό τα λόγια ταύτα άναψεν ο τύραννος, και παρευθύς επρόσταξε να ξεγυμνώσουν τον Άγιον. Kαι τεντώσαντες αυτόν δυνατά με σχοινία, να τον δέρνουν. Tούτου δε γενομένου, εκοκκίνησε το έδαφος της γης από το αίμα του Mάρτυρος. Eίτα αφέθη από τον δαρμόν. Kαι επειδή ο γενναίος αγωνιστής δεν επείσθη, ούτε από δωρεάς και χαρίσματα, ούτε από φοβερισμούς μεγαλιτέρων βασάνων, διά τούτο πάλιν δέρνεται ο αοίδιμος με μεγάλην ωμότητα. Kαι σκάπτονται τα πλευρά του. Kαι το στόμα του τζακίζεται. Kαι έπειτα ρίπτεται εις την φυλακήν.

Tην δε ερχομένην ημέραν, παραστέκεται πάλιν ο Άγιος εις τον τύραννον. Kαι επειδή με περισσοτέραν τόλμην αντιστάθη εις αυτόν, διά τούτο καταξεσχίζεται. Kαι διαφθείρονται η περισσότεραις σάρκες του από τας πληγάς. Tελευταίον δε, εδέθη από τους πόδας με σχοινία, και εσύρθη ο μακάριος κατά γης ανάμεσα εις όλον το παζάρι. Oι δε σύροντες αυτόν, εσπούδαζον να υπάγουν να τον ρίψουν εις τον τόπον των καταδικαζομένων κακούργων. Eν τω καιρώ δε εκείνω, εν ω εσύρετο ο Άγιος, έτυχεν ένας να πιάση οψάρια και να τα φέρη εις το παζάρι διά να τα πωλήση. Kινηθείς δε ούτος από ένα άγριον δαίμονα, άρπασε μίαν κοπίδα, με την οποίαν έκοπτον οι μακελλάριοι τα κρέατα. Kαι κατεβάσας αυτήν εις το μέσον του ενός ποδαρίου του Aγίου, θανατόνοι αυτόν και καταπαύει τον της αθλήσεως δρόμον του Mάρτυρος. Kαι ούτω πέμπει την μακαρίαν του ψυχήν εις τας αιωνίους μονάς. Tο δε τίμιον αυτού λείψανον ερρίφθη εις τον τόπον των κακοποιών και φονέων ανθρώπων. Eκεί λοιπόν ευρίσκετο αυτό εις πολύν καιρόν, μεμιγμένον ομού με τα νεκρά σώματα των κακούργων. Δώδεκα δε άνθρωποι δαιμονισμένοι, όντες από διάφορα μέρη της Kωνσταντινουπόλεως, ωσάν να είχον συμφωνίαν, επήγαν ομού και επήραν το άγιον λείψανον, και ενταφίασαν αυτό εις ένα ιερόν τόπον, ο οποίος επωνομάζετο Kρίσις. Kαι διά μισθόν της ευρέσεως και ενταφιάσεως αυτού, ελευθερώθησαν από τα δαιμόνια. (Tο πλατύτερον Συναξάριον τούτου όρα εις τον Nέον Παράδεισον. Tούτο δε ελληνιστί συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Πολλή κατά των του Xριστού Mαρτύρων». Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις, και προ τούτων εν τη Mεγίστη Λαύρα.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μόρφου Νεόφυτος: Ὁ Ἄλκης καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Τρισαγίου Θεοῦ (Ἀπόσπασμα ὁμιλίας ποὺ ἔγινε στὶς 23.11.2025)

Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος
Ὁ Ἄλκης καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Τρισαγίου Θεοῦ

(Ἀπόσπασμα ὁμιλίας ποὺ ἔγινε στὶς 23.11.2025)

… Ἔχω μία μικρὴ ἱστορία νὰ σᾶς διηγηθῶ, γιὰ ἕνα γεγονὸς ποὺ ἔζησα στὴ Λάρνακα ὅταν ἤμουνα διάκονος. Δὲν τὴ λέω τακτικὰ αὐτή, ἀλλὰ εἶναι ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ξεκινήσαμε τὰ μνημόσυνα ποὺ αἰσθάνομαι μέσα μου τὴν παρόρμηση νὰ σᾶς διηγηθῶ τὴν ἱστορία τοῦ Ἄλκη.

Ὁ Ἄλκης ἦταν ἕνας πλούσιος, νεώτατος δικηγόρος τῆς Λάρνακας. Ὅταν ἤμουν διάκονος ἐκεῖ, ἐπειδὴ εἶχα καὶ τὸ εὐλογημένο τὸ πτυχίο τῆς Νομικῆς, μοῦ ἀνέθεσε ὁ Δεσπότης μου, ὁ Μητροπολίτης Κιτίου Χρυσόστομος, νὰ ἐκδικάζω τὶς περιπτώσεις τῶν διαζυγίων. Τότε τὸν παρακάλεσα νὰ ἀνακαλέσει τὸν διορισμό μου αὐτό, λέγοντάς του· «Ἐγὼ δὲν παντρεύτηκα! Τώρα νὰ ἀκούω γιὰ τοὺς γάμους, τοὺς τσακωμοὺς τῶν παντρεμένων καὶ νὰ χωρίζω κόσμο»; «Ὄχι», μοῦ ἀπάντησε, «ὁ διορισμός σου στὸ ἐκκλησιαστικὸ δικαστήριο ἰσχύει, γιατὶ ἡ Ἐκκλησία θέλει μορφωμένους κληρικούς»!

Ἔκαμα ὑπακοὴ καὶ ἀποδέχτηκα τὸν διορισμό μου αὐτό. Κατὰ τὴ διάρκεια λοιπὸν ἐκδίκασης περιπτώσεων διαζυγίου, πρόσεξα ὅτι ὁ Ἄλκης ποὺ σᾶς ἀνέφερα ἐρχόταν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ὡς δικηγόρος ὑπεράσπισης, ἄλλοτε τοῦ ἐνάγοντος καὶ ἄλλοτε τοῦ ἐναγομένου. Σημειωτέον ὅτι δὲν εἴχαμε καὶ μεγάλη διαφορὰ ἡλικίας μ᾽ αὐτόν. Ἐγὼ ἤμουν κοντὰ στὰ τριάντα κι ὁ Ἄλκης περίπου τριάντα πέντε χρόνων. Ὁπότε, στὸ τέλος μιᾶς δίκης, μοῦ δήλωσε ὅτι εἶναι ἄθεος. Τοῦ εἶπα τότε καὶ ἐγώ· «Πρόσεξε νὰ μὴ σὲ κάμουν οἱ ἄθεοι μασῶνο καὶ νὰ ἀρνηθεῖς τὴν Ὀρθοδοξία»! «Ὄχι, ὄχι», μοῦ λέει, «προσέχω, ξέρω τί σημαίνει αὐτό»!

Μετά, μοῦ λέει· «Ποῦ μένεις, διάκο; Πρόσεξα, ὅτι εἶσαι μορφωμένος». Τοῦ ἀπαντῶ· «Μένω μὲ τὸν πάτερ Συμεὼν στὸν Ἅγιο Γεώργιο τὸν Κοντό, ἐκεῖ ποὺ εἶναι τὰ κοιμητήρια τῆς Λάρνακας». «Μπορῶ νὰ ἔρθω κάποια μέρα νὰ μιλήσουμε»; «Ἔλα», τοῦ λέω. Λοιπόν, ξεκίνησε κάθε δεκαπέντε, εἴκοσι μέρες, νὰ ἔρχεται. Ἐγὼ ἀπέφευγα νὰ τοῦ μιλῶ γιὰ Θεόν, ἀφοῦ μοῦ εἶπε εἶναι ἄθεος. Ἦταν κι αὐτὴ μιὰ ἀπὸ τὶς συμβουλὲς τοῦ Πνευματικοῦ μου, τοῦ ὁσίου Ἰακώβου τοῦ Τσαλίκη. «Νὰ μὴν προκαλοῦμε», μοῦ ἔλεγε, «τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων. Ὁ καθένας ὅση πίστη παρέλαβε. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ἐμεῖς νὰ προσευχόμαστε γιὰ αὐτούς, νὰ αὐξηθεῖ ἡ πίστη τους, νὰ μὴν τοὺς προκαλοῦμε». Λοιπόν, καὶ ἡ πίστη ἡ δική μας δὲν εἶναι δική μας, εἶναι τῶν γονιῶν μας, εἶναι τῶν παππούδων μας, εἶναι πάνω ἀπ᾽ ὅλα  δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιὰ νὰ τὴν μοιραστοῦμε μὲ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν λιγότερη.

Μιὰ μέρα ρώτησα τὸν Ἄλκη· «Εἶσαι παντρεμένος»; Μοῦ λέει· «Ὄχι, ἀλλά, ξέρεις, ἔχω διάφορες φιλενάδες». «Ἔ!», τοῦ λέω, «ξέρεις τί θὰ πάθεις»; «Τί θὰ πάθω»; «Θὰ πάθεις», τοῦ λέω, «ὅπως ἐγώ, ποὺ καμιὰ φορὰ μοῦ ἀρέσει τὸ ἀναψυκτικὸ καί, ὅταν τὸ ἀνοίξω, πίνω λίγο, μετὰ βάζω τὴ μπουκάλα ἔτσι ἀνοιχτὴ στὸ ψυγεῖο, μετὰ πηγαίνω νὰ πιῶ δεύτερη γουλιά, τρίτη, τέταρτη. Ἔ! Δὲν ἔχει πιὰ ἀέριο, δὲν ἔχει γλύκα, δὲν ἔχει ποιότητα! Ὅταν λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος, ἀκόμα καὶ σὲ αὐτά, τὰ ἐρωτικά, πηγαίνει ἀπὸ ἐδῶ κι ἀπ᾽ ἐκεῖ, ὁ ἄνδρας μὲ διάφορες γυναῖκες ἢ ἡ γυναίκα μὲ διάφορους ἄντρες, εἶναι σὰν τὸ ἀναψυκτικὸ τὸ ἀνοιγμένο, τὸ ὁποῖο χάνει τὴν οὐσία του καὶ γίνεται μιὰ στιγμιαία ἀπόλαυση καὶ τίποτα παραπάνω! Ἀλλά, νὰ ξέρεις, θὰ ἔρθει ἡ ὥρα ποὺ θὰ πάρεις μιὰ γυναῖκα γιὰ πάντα, ποὺ θὰ εἶναι καὶ σύντροφος, ὄχι μόνο φιλενάδα. Τί θὰ δώσεις σ᾽ αὐτὴ τὴ γυναῖκα»; Ὁπόταν αὐτὸς τότε προβληματίστηκε γιὰ τὸ θέμα τοῦτο. Καὶ νά, μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, ἦλθε μαζὶ μὲ μιὰ καλὴ κοπέλλα καὶ μοῦ λέει· «Διάκο, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρραβωνιαστικιά μου»! «Ὤ!», σκέφθηκα τότε, «μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἔπιασαν τόπο τὰ λόγια μας»!

Λοιπόν, γνωριστήκαμε μὲ τὸ ζευγάρι πλέον αὐτό, ὅρισαν καὶ ἡμέρα γάμου καὶ μοῦ λέει· «Νὰ ἔρθεις στὸν γάμο μου, διάκο»! Τοῦ εἶπα· «Νὰ ἔρθω, βρὲ Ἄλκη, ἀλλὰ ἀφοῦ δὲν πιστεύεις στὸν Θεό, τί νὰ κάνεις τὸν γάμο»; Ὅμως, ἐπειδὴ μιλούσαμε στὶς ἐπισκέψεις του καὶ τοῦ ἔλεγα διάφορες ἱστορίες γιὰ σύγχρονους ἁγίους, δηλαδὴ γιὰ ἐμπειρίες ποὺ εἶχα σὲ συναντήσεις μου μὲ τοὺς ὁσίους Ἰάκωβο τῆς Εὔβοιας, Πορφύριο τὸν Καυσοκαλυβίτη καὶ Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη, αὐτὸς ἀντιλήφθηκε ὅτι ἡ ἁγιότητα δὲν εἶναι κάτι ποὺ ὑπῆρχε μόνο στὴν ἀρχαιότητα, ἀλλὰ εἶναι πάντοτε ἐπίκαιρη καὶ γιὰ ὅλες τὶς ἐποχές. Ὁπόταν, ὅταν εἶδα ὅτι καρποφόρησαν αὐτὰ ποὺ λέγαμε καὶ ξαναβρῆκε τὴν πίστη του, ποὺ ἄρχισε μάλιστα νὰ αὐξάνει, τοῦ εἶπα σὲ λίγες μέρες· «Ἐντάξει, Ἄλκη, θὰ ἔρθω καὶ στὸν γάμο σου»!

Μᾶς ἔφερε καὶ τὸ προσκλητήριο καί, ἐνῶ ὁρίσαμε καὶ στὸ ἡμερολόγιό μας τὴν τάδε Κυριακὴ νὰ κάνουμε τὸν γάμο τοῦ Ἄλκη, ξαφνικὰ τί ἀκοῦμε; Πηγαίνοντας στὰ Λεύκαρα, ἔπεσε τὸ αὐτοκίνητό του σὲ γκρεμὸ καὶ σκοτώθηκε ὁ Ἄλκης! Σκοτώθηκε, ἐνῶ καλοῦσαν μὲ τὴν ἀρραβωνιαστικιά του κόσμο γιὰ τὸν γάμο! Μὰ ἦταν ἕνας συγκλονισμὸς γιὰ ὅλους, γιὰ ὅλη τὴ Λάρνακα, γιατί ἦταν ἕνας ἐπιφανὴς ἄνθρωπος, πολλὰ ὑποσχόμενος. Εἶχε δὲ μόνο πατέρα, γιατὶ ἡ μάνα του, νομίζω, ἐκοιμήθη, καὶ εἶχε καὶ μιὰ ἀδερφή, ποὺ ἔμενε στὴ Γαλλία. Τελικά, ἀντὶ γιὰ γάμο, κάναμε τὴν κηδεία του Ἄλκη… Μὲ εὐχαρίστησε ὁ πατέρας του καὶ μοῦ λέει· «Ἐμεῖς δὲν κάνουμε μνημόσυνα! Δὲν τὰ πιστεύουμε αὐτά! Ἀλλὰ ἐσὺ ὅ,τι νομίζεις ὅτι βοηθᾶ τὴν ψυχὴ τοῦ γιοῦ μου, νὰ τὸ κάνεις»! Ἤμουνα διάκονος ἀκόμα, ἱερέας δὲν ἤμουνα γιὰ νὰ μνημονεύω στὴν Πρόθεση. Ἀλλὰ οἱ παλιοὶ ἱερεῖς ἐκεῖ στὸν Ἅγιο Γεώργιο τὸν Κοντὸ εἶχαν μιὰ καλὴ συνήθεια, ποὺ καὶ τὴν κρατήσαμε μὲ τὸν Γέροντα Συμεών. Δηλαδὴ κάθε πρωὶ κάναμε Ὄρθρο καὶ στὶς μεγάλες ἑορτὲς κάναμε καὶ Λειτουργία. Ὅταν δὲν εἶχε Λειτουργία, μετὰ τὸν Ὄρθρο μπαίναμε μέσα στὸ ἱερὸ Βῆμα καὶ κάναμε Τρισάγιο καὶ ἀνοίγαμε ὁ καθένας τὸ δεφτέρι του μὲ τὰ ὀνόματα τῶν κεκοιμημένων μας καὶ τοὺς μνημονεύαμε. Ὁπόταν ἔγραψα καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Ἄλκη καὶ τὸν μνημονεύαμε κάθε ἡμέρα.

Θὰ πέρασε κανένας χρόνος μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἄλκη καὶ κάποια μέρα ἔρχεται μιὰ κοπέλλα, μὲ τὴν ὁποία ἦταν γνωστοί. Αὐτὴ σκεφτόταν καὶ ἔλεγε· «Τὸν καϋμένο τὸν Ἄλκη! Οὔτε νὰ παντρευτεῖ πρόλαβε καί, μόλις ξεκίνησε νὰ μπαίνει μέσα στὴν Ἐκκλησία, τὸν ἅρπαξε ὁ Θεὸς καὶ τὸν πῆρε στοὺς οὐρανοὺς καὶ δὲν ἔχει καὶ κανένα ποὺ νὰ τὸν μνημονεύει! Ἡ μάνα του κοιμήθηκε, ὁ πατέρας του δὲν ἔχει πίστη, ἡ ἀδελφή του εἶναι στὴ Γαλλία… Ποιός τοῦ κάνει τὰ μνημόσυνα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου»; Καὶ ἐμφανίζεται μπροστά της ὁλοζώντανος ὁ Ἄλκης ἐνῶ ἦταν ξύπνια καὶ τῆς λέει· «Νὰ μὴν σκέφτεσαι ἔτσι! Ἐμένα κάθε πρωὶ στὸν Ἅγιο Γεώργιο τὸν Κοντὸ μετὰ τὸν Ὄρθρο ποὺ κάνουν οἱ πατέρες, μὲ μνημονεύει ὁ διάκος ὁ Νεόφυτος. Λοιπόν, νὰ πᾶς νὰ τοῦ πεῖς ὅτι τὸν εὐχαριστῶ πολὺ καὶ ὅτι ἡ σχέση μας συνεχίζεται».

Ὅταν λοιπὸν ἦλθε ἐκείνη τὴν ἡμέρα, δὲν μοῦ φανέρωσε ἀπ᾽ εὐθείας τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἀλλὰ μὲ ρώτησε· «Τί κάνετε ἐδῶ κάθε μέρα; Τί προσευχὲς κάνετε»; Τῆς ἐξήγησα ὅτι ὅταν ἔχουμε ἑορτὴ κάνουμε Μεσονυκτικό, Ὄρθρο καὶ Λειτουργία. «Λοιπόν, κάτι κάνετε», μοῦ λέει «ποὺ ἔχει σχέση μὲ τοὺς πεθαμένους»! «Ἔ, ὅταν ἔχουμε Ὄρθρο κάνουμε Τρισάγιο». «Ἄ, τὸ Τρισάγιο! Αὐτό εἶναι», μοῦ εἶπε. «Ναί, κάνουμε Τρισάγιο καὶ μνημονεύουμε ὀνόματα κεκοιμημένων. Ἀλλά, γιατί ρωτᾶς»; «Εἶδα», μοῦ λέει «ὁλοζώντανο τὸν Ἄλκη καὶ μοῦ εἶπε νὰ σὲ εὐχαριστήσω ποὺ τὸν μνημονεύεις καὶ ὅτι ἡ σχέση σας συνεχίζεται…».

Αὐτὸ τὸ τόσο ἁπλὸ ἀλλὰ τόσο σημαντικὸ ποὺ κάναμε, τί ἀξία εἶχε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ! Σκεφτεῖτε πόση ἀξία ἔχει στὴν αἰώνια ζωὴ ἡ ψυχή μας καὶ ἡ ψυχὴ τῶν συνανθρώπων μας. Κι ἀκόμη, πόσο σημαντικὸ εἶναι νὰ τοὺς θυμόμαστε μέσα στὴ Θεία Λειτουργία. Ἰδιαιτέρως, ὅταν οἱ ψάλτες ψάλλουν τὸ «Ἄξιόν ἐστιν», νὰ μνημονεύετε ὀνόματα. Καὶ νὰ δίνετε ὀνόματα στοὺς ἱερεῖς, ζώντων καὶ κεκοιμημένων, ἰδιαιτέρως ὅταν ἔχουμε σαρανταλείτουργα γιὰ νὰ μνημονεύονται. Καὶ ἡ σχέση μὲ τοὺς ἀνθρώπους μας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο συνεχίζεται καὶ αὐξάνει, εἴτε εἶναι ζῶντες, εἴτε εἶναι κεκοιμημένοι.

Μόρφου Νεόφυτος: Μὲ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν πίστη κερδίζουμε τὴν ψυχή μας… (11.10.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ Δ΄ Λουκᾶ καὶ τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων (Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου), ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου τῆς κοινότητος Σινᾶ Ὄρους τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (11.10.2026).

Ψάλλει ὁ Ἄρχων Πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου.

Παραγωγή: © Ι.Μ.Μόρφου

Γερόντισσα Λαμπρινή Βέτσιου (+ 17 Οκτωβρίου 2002)

Γερόντισσα Λαμπρινή, ασκήτρια από τα Καλομόδια της Άρτας

Γερόντισσα Λαμπρινή Βέτσιου

Η θεία Λαμπρινή προσευχόταν και διάβαζε πολλές ώρες και κοιμόταν ελάχιστα.

Ὁ λόγος της ἦταν πάντα γιά τήν ὑπομονή. Ἔλεγε: «Ἐμεῖς οἱ χριστιανοί θά περάσουμε ἐδῶ μεγάλες δοκιμασίες, ἀκόμα καί μέσα στήν ἴδια τήν οἰκογένειά μας. Θά πρέπει νά δείχνουμε ὑπομονή, ἀγάπη, καί νά κάνουμε ἐλεημοσύνες». Σέ ὅσους εἶχαν οἰκογενειακά προβλήματα τούς παρακαλοῦσε νά μή διαλύσουν τήν οἰκογένειά τους. «Ὁ πειρασμός σᾶς βάζει», ἔλεγε.
Σέ νέους ποὺ τήν ἐπισκέπτονταν συμβούλευε: «Ἀποφάσισες νά παντρευτεῖς; Θά κάνεις ὑπομονή καί ὄχι μία, ἀλλά πολλές. Νά ἐκκλησιάζεστε τακτικά, νά ἐξομολογεῖστε, νά κοινωνᾶτε καί νά προσεύχεσθε. Ὅταν κάνετε αὐτά, θά πᾶτε κοντά στόν Χριστό νά χαίρεστε γιά πάντα».

«Μεγάλη εὐλογία ἔχει ὁ ἄνθρωπος πού κάνει ἐλεημοσύνη. Ὅταν κάνετε ἐλεημοσύνη δέν θά δίνετε αὐτό πού εἶναι γιά πέταμα, ἀλλά θά δίνετε γιά τόν ξένο καί τόν φτωχό τό καλύτερο. Οἱ γονεῖς νά μήν στενοχωροῦνται πού δέν ἔχουν ν’ ἀφήσουν περιουσία στά παιδιά τους, ἀλλά νά φροντίζουν γιά τήν κατά Θεόν πρόοδό τους καί τά ὑπόλοιπα θά τά τακτοποιήσει ὁ Θεός».

Ο καθηγητής μας ο θεολόγος για μισή ώρα προσπαθούσε να μας εξηγήσει τι είναι θαύμα και στο τέλος δεν καταλάβαμε πολλά πράγματα. Η γιαγιά όταν την ρώτησα απάντησε:
Είναι πολύ απλό. «Ό,τι είναι αδύνατο για τον άνθρωπο είναι δυνατό για τον Θεό».

Η Παναγία με πήγε στην κόλαση και στον Παράδεισο

Με πήρε ύστερα η Παναγία σ’ έναν κάμπο μεγάλο όσο είναι η Άρτα. Έφθασα σε δυο δρόμους, και ρώτησα ποιόν να διαλέξω. «Όποιον θέλεις εσύ», είπε η Παναγία.
Εγώ πήρα τον ένα δρόμο. Καθώς προχωρούσα έβλεπα γλέντια, γάμους, ανδρόγυνα αγαπημένα, παιδιά, και έλεγα «τι ωραίος κόσμος είναι εδώ»!
-Αχ, έκανε η Παναγία. Έτσι γελιέται ο λαός στον κάτω κόσμο, τον πονηρό…
Άμα άκουσα αυτό δεν ήθελα να προχωρήσω αλλά η Παναγία είπε: «Θα προχωρήσουμε και μη φοβάσαι». Έτσι πήρα θάρρος και προχώρησα.
Συναντήσαμε ένα ποτάμι πύρινο πού τα κύματά του έπεφταν σε τρεις ανθρώπους δικούς μου και φώναζαν…
Η Παναγία μου είπε: «Μην στενοχωριέσαι. Αυτά εργάσθηκαν στην γη, αυτά απολαμβάνουν. Σε άκουγαν όταν τους έλεγες κάτι εσύ; Εγώ τους κάνω το καλό κάθε χρόνο και τους βγάζω από κει από την Ανάσταση μέχρι την Πεντηκοστή».
Πιο πέρα είδα ένα ποτάμι με πίσσα πού κόχλαζε. Κι εκεί έμπαιναν και έβγαιναν κεκοιμημένοι…
Όμως τα ρούχα τους ήταν καθαρά, δεν λερώνονταν, παρ’ ότι κυλιόνταν μέσα στις πίσσες. Αλλά τι το θες; Καίγονται μέσα στην πίσσα. Δεν αντέχουν το κάψιμο.
Έπειτα βρέθηκα σ’ ένα μεγάλο βαρέλι και με φώναξε με τ’ όνομά μου μια ψυχή από μέσα που βασανιζόταν. Προσπαθούσε να βγει και με παρακάλεσε να βρέξω το δαχτυλάκι μου να δροσιστεί λίγο το στόμα του. Τον γνώρισα από την φωνή και του είπα:
– Αυτού μέσα είσαι, ωρέ; Αυτά εργάστηκες στην ζωή; Δεν θυμάσαι εκεί έξω από την Παρηγορήτρια στην Άρτα, εσύ γύριζες από την λαϊκή και εγώ από την Εκκλησία μου και με κορόϊδευες γιατί πιστεύω σ’ αυτά, στην κόλαση και στον παράδεισο, και έλεγες ότι άμα πεθάνει ο άνθρωπος, πάει όπως το πρόβατο, χάνεται; Και αλλά πολλά σου έλεγα για την κόλαση και τον παράδεισο, δεν τα θυμάσαι;
– Τα θυμάμαι αλλά τώρα είναι αργά. Φώναξε όσο μπορείς, όσο ζεις, να έρθει κανείς κοντά σου, να αποφύγει αυτήν εδώ την κόλαση.
– Τι να κάνει κοντά μου αφού και ‘γώ δεν ξέρω. Εσύ πόσες φορές με κόλαζες όταν σε συναντούσα;

– Όχι, εσύ δεν έφαγες, δεν άλλαξες, δεν ντύθηκες, δεν γλέντησες, αγωνίστηκες και ξέρεις…
Εμένα,( έλεγε η Λαμπρινή ), μετά απ’ αυτά, τον πόνεσε η ψυχή μου. Ήμουν ευαίσθητη στον πόνο των άλλων και, αν άκουγα ότι κάποιος πεινάει, δεν έτρωγα και εγώ και αν μπορούσα του πήγαινα φαγητό. Τώρα όμως σκεφτόμουν να του δώσω λίγο νερό με το δάχτυλο μου ή όχι;
Η Παναγία μου είπε ότι, αν δώσω, θα με κάψει την μισή πλευρά του χεριού μέχρι πάνω στον ώμο. Μόλις τ’ άκουσα αυτό κοντοστάθηκα, όμως τον λυπόμουν τον άνθρωπο εκεί μέσα. Παρακάλεσα τότε την Παναγία να το βρέξω και να το δώσω λίγο. Τι να σου πω; Θα καεί το χέρι σου. Αφού το θέλεις τόσο πολύ, βάλτο λίγο, όμως και εγώ θά’ μαι στο πλευρό σου».
-«Ναι το θέλω, ψυχή είναι κι αυτή. Μπορεί και εγώ να πάθω τα ίδια».
-«Μη γένοιτο», μου είπε.
Τό’ βαλα τότε και κάηκε το χέρι μου. Με πονούσε, το φυσούσα, αλλά τίποτε. Από τότε το δάχτυλο δεν το δουλεύω είναι σκληρό. Και να το κόψεις δεν το νιώθω…
«Αυτά πού είδες εδώ δεν πρέπει να σε αναλώσουν σε στενοχώρια αλλά να βάλεις όλη την δύναμή σου να τα πεις σε άλλους ζώντες και να βοηθήσεις ψυχές πού ποθούν τον Ουρανό».
Φεύγοντας είπε η Παναγία:
«Ευλογημένοι να είστε μέχρι την Δευτέρα Παρουσία που θάρθει ο Υιός μου», και φύγαμε.
Μετά πήγαμε στον καλό τον κόσμο. Εκεί χαιρόσουν να βρίσκεσαι. Γνώρισα πολλούς απ’ αυτούς. Συνάντησα πολλά ζευγάρια πού έζησαν αγαπημένα. Ήθελε να μου δείξει και άλλους, αλλά της είπα «όχι νέους, γιατί στενοχωριέμαι να πεθαίνουν νέοι».
Η Παναγία μου είπε «όχι νέους, αλλά γέρους, διότι οι καλοί άνθρωποι πεθαίνουν γέροι. Τους άλλους τους παίρνουμε νέους για να γλυτώσουν από τις αμαρτίες πού θα πέσουν».
Συναντήσαμε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Μου είπε η Παναγία: «Τώρα έρχεται και ο γιός τους, ταξιδεύει». Μόλις είχε πεθάνει και ανέβαινε η ψυχή του. Σηκώθηκε τότε ο γέρος και προσευχήθηκε στον Εσταυρωμένο πού δέσποζε πιο πέρα και είπε:
«Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, που πήρες τον γιό μου σε ώριμη ηλικία και τον φέρνεις εδώ». Τον ευχαρίστησε και η γριά. «Αμήν», ακούστηκε από τον Σταυρό. Ο γέρος και η γριά ξανακάθισαν στις πολυθρόνες τους πού ήταν χρυσαφένιες, όλες ήταν χρυσαφένιες. Μπροστά τους σ’ ένα τραπεζάκι είχε ο καθένας τους μια πιατέλα που έτρωγαν.
Εγώ σκέφτηκα «τι τρώνε;» Και μου απήντησαν: «Εκείνο που μας φέρνετε εσείς στην προσκομιδή τρώμε». Η τροφή τους ήταν ένα σαν το αντίδωρο και κρασί. Τα κρεβάτια τους ήταν ολόχρυσα, ωραιότατα.
Για τις παρθένες υπήρχε άλλος ξεχωριστός τόπος, το παρθενικό σπίτι. Εκεί είδα και γνωστές μου, αλλά δεν μου μίλησαν.
Ύστερα η Παναγία μου είπε: «Θα φύγουμε τώρα και θα περάσουμε να δούμε έναν άνθρωπο πού ήρθε εδώ μετά από πολυχρόνιο ασθένεια. Αυτός ήταν πολύ αμαρτωλός, αλλά ξεπλύθηκε από την ασθένεια του. Υπέμεινε αγόγγυστα την αρρώστια του. Το κρεββάτι του βέβαια δεν ήταν όμοιο με των άλλων, αλλά κοπιασμένο από τους κόπους που υπέμεινε.
Μου είπε τότε αυτός: «Ναι, έτσι είναι όπως τα λέει η μάννα μας (Παναγία). Έλυωσα στο κρεββάτι μου, έχυσα όλο το αίμα μου σ’ αυτό το κρεββάτι. Αυτά που πέρασα μόνο το κρεββάτι αυτό τα γνωρίζει και η μητέρα μου που με φύλαγε και στεκόταν στο προσκέφαλο μου.
Ύστερα η Παναγία συνέχισε: Όλοι οι άνθρωποι ναρθούν εδώ. Ας πονέσουν λίγο στην γη.
Στη γη υπάρχουν πολλοί πειρασμοί. Μόνο την ψυχή σας να φυλάξετε από αμαρτίες. Όποιος θυσιαστεί για τον Υιό μου θα απολαύσει όλα αυτά τα αγαθά. Όσοι θα εργασθούν για μένα κάτω στην γη θαρθούν στον Παράδεισο. Αυτά τα αγαθά, χαρά σ’ όποιον τ’ απολαύσει. Όμως τώρα λίγοι έρχονται. Χάλασε ο κόσμος…»

Προφητικά λόγια της Γερόντισσας Λαμπρινής Βέτσιου

«Η Ελλάδα, μια ώρα, οικονομικά θα πέσει έξω! Τα λεφτά θα εξευτελιστούν. Τυχεροί όσοι θα έχουν χρυσό (ως μέσο συναλλαγής) και ένα κομμάτι γης».
Τό 1990 μου είπε η γερόντισσα για το σπίτι μου :
-«Τι το θες παιδί μου τόσο μεγάλο σπίτι; Θα έρθει καιρός που θα βάλουν φόρο και στα βήματά σας μέσα σ’αυτό, και στα άτομα που θα είστε μέσα»!
(Τώρα έχουμε τεκμήριο διαβίωσης – φορολόγηση τετ. μέτρων και το χαράτσι).
-Τυχεροί όσοι θα μένουν σε καλύβες (μικρά σπιτάκια). Τα αυτοκίνητα θα τα αράξει ο κόσμος στις αυλές του!! Αν έχεις δουλειά θα δουλεύεις όλη μέρα, το μισό μεροκάματο θα το δίνεις για βενζίνη για να πάς στη δουλειά σου και το υπόλοιπο να ταΐσεις τα παιδιά σου και αν φτάσουν για να φάνε… Την αποθήκη που βάζει ο πατέρας σου το χόρτο για τα ζώα θα σε παρακαλάνε για να μείνουν μέσα!
Γεμάτος έκπληξη της είπα.
-Βρε γιαγιά, έχει ποντίκια μέσα!
Η γιαγιά όμως μου είπε:
– Όταν κάποιος δεν έχει που να βάλει την οικογένειά του, τα ποντίκια θα υπολογίσει; Αφού έριξε μια ματιά στον ουρανό με κοίταξε και μου είπε:
– Θα είναι άτομα από την Αθήνα και από άλλα μέρη, και από νησιά θα έρθει κόσμος!
– Πότε θα γίνουν αυτά γιαγιά;
-Δεν θα ζω εγώ τότε!

***

Είπε επίσης, το 1990:
-Θα σας αναγκάσουν να πάρετε μια κάρτα-ταυτότητα. Θα κάνετε όλες τις συναλλαγές σας με αυτή. Να μη την πάρετε, είναι του Αντιχρίστου. Όποιος την πάρει αμέσως ξεβαπτίζεται.
Είπε επίσης ότι θα αναγκάσουν τον κόσμο να πάρει τη κάρτα με διάφορους τρόπους. Αυτές, είπε, θα βγουν στον Βόλο.
–Τα πράγματα θα αλλάξουν, δεν θα είναι όπως τώρα. Θα έρθει μεγάλη φτώχεια! Θα πουν, είσαι μακροχρόνια άνεργος, δικαιούσαι ένα βοήθημα οικονομικό, για να το πάρεις όμως θα πρέπει να έχεις την κάρτα-ταυτότητα. Εκεί θα εξαπατηθούν πολλοί… Σκέψου ένα πατέρα με τρία παιδιά που έχουν τρεις μέρες να φάνε. Θα τρέχει αμέσως να πάρει τη κάρτα, για να αγοράσει λίγα μακαρόνια, λίγα φασόλια… ( Εδώ ίσως δεν μιλάει για απλή τραπεζική κάρτα, αλλά για μια (υπερ) κάρτα-ταυτότητα).

***

Λόγια που έλεγε σε άτομα που ήταν κοντά της ή σε προσκυνήματα που πήγαινε

– Έρχεται μεγάλη φτώχεια. Ο ιδιωτικός τομέας θα σβήσει τελείως. Μόνο οι δημόσιοι υπάλληλοι θα αντέξουν γιατί θα έχουν ένα μικρό σταθερό μισθό.

– Η Ελλάδα μέσα στο έδαφός της έχει πολύ πλούτο, τόσο που εμείς οι Έλληνες έπρεπε να καθόμαστε και να πληρωνόμαστε.

– Δεν υπάρχει ένας κυβερνήτης να αγαπάει πραγματικά την Ελλάδα.

– Θα έχουμε και φασαρίες. Θα είσαι στο δρόμο με το αυτοκίνητό σου, θα πέφτουν καμιά δεκαριά άτομα πάνω σου, θα σε βγάζουν έξω και θα σου αρπάζουν ό,τι πολύτιμο έχεις. Θα σου παίρνουν το αυτοκίνητο και θα φεύγουν και δε θα τολμάς να μιλήσεις.
-Γιαγιά, δε θα υπάρχει αστυνομία;
-Δε θα λειτουργεί τίποτα τότε, παιδί μου.

– Θα βλέπετε ανθρώπους να πρήζονται και να πέφτουν κάτω από την πείνα. Αν μας ζητήσουν λίγη τροφή από αυτήν που έχουμε και δε δώσουμε και αυτός φεύγοντας πέσει και πεθάνει από την πείνα, είμαστε κι εμείς συνένοχοι στο θάνατό του.

– Ένα ωραίο πρωί θα βρείτε τις τράπεζες κλειστές.

– Σε ένα προσκύνημα τη ρώτησε μια γυναίκα τη γιαγιά.
–Πότε θα γίνουν αυτά που λες;
–Όταν θα κλείσω τα ματάκια μου, θα μετρήσετε είκοσι χρόνια αλλά όχι μόνο για την Ελλάδα, για όλον τον κόσμο. Θα είστε ένα αλαλούμ.

– Για την Τουρκία είπε:
-Όπως πρέπει να σκεπτόμαστε καθημερινά το θάνατο, έτσι πρέπει να σκεπτόμαστε και τον Τούρκο. Είναι πονηρός, άτιμος και ύπουλος. Θα μπει βράδυ μέσα.

– Οι άνθρωποι θα γίνουν εγωιστές, οξύθυμοι, χωρίς συναισθήματα.

– Θα έρθει καιρός που θα σκέπτεστε να ανάψετε το φως. Πολλοί θα βγάλουν και λυχνάρια.

– Θα σας επιβάλουν, να βάλετε κι άλλες οικογένειες στα σπίτια σας. Να προσεύχεστε να είναι Χριστιανοί, γιατί αλλιώς θα περάσετε πολλά δεινά.

– Θα δείτε τέτοια πείνα που δεν έχει ξανάρθει σε όλον τον κόσμο. Ο Κύριος δε θα εξαφανίσει το λάδι και το κρασί.
Θα βγάζετε τα λουλούδια από τις γλάστρες και θα φυτεύετε σιτάρι, καλαμπόκι και ντομάτες.

Πηγή: iconandlight.wordpress.com

Η Γερόντισσα Λαμπρινή Βέτσιου μιλάει για τις ηλεκτρονικές ταυτότητες

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 16 Ὀκτωβρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Κ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
3: 8-19

Ἀδελφοί, τὰ πάντα ἐζημιώθην, καὶ ἡγοῦμαι σκύβαλα εἶναι, ἵνα Χριστὸν κερδήσω καὶ εὑρεθῶ ἐν αὐτῷ μὴ ἔχων ἐμὴν δικαιοσύνην τὴν ἐκ νόμου, ἀλλὰ τὴν διὰ πίστεως Χριστοῦ, τὴν ἐκ Θεοῦ δικαιοσύνην ἐπὶ τῇ πίστει, τοῦ γνῶναι αὐτὸν καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ καὶ τὴν κοινωνίαν τῶν παθημάτων αὐτοῦ, συμμορφούμενος τῷ θανάτῳ αὐτοῦ, εἴ πως καταντήσω εἰς τὴν ἐξανάστασιν τῶν νεκρῶν. Οὐχ ὅτι ἤδη ἔλαβον ἢ ἤδη τετελείωμαι, διώκω δὲ εἰ καὶ καταλάβω, ἐφ᾿ ᾧ καὶ κατελήφθην ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ ᾿Ιησοῦ. Ἀδελφοί, ἐγὼ ἐμαυτὸν οὔπω λογίζομαι κατειληφέναι· ἓν δέ, τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος κατὰ σκοπὸν διώκω ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. Ὅσοι οὖν τέλειοι, τοῦτο φρονῶμεν· καὶ εἴ τι ἑτέρως φρονεῖτε, καὶ τοῦτο ὁ Θεὸς ὑμῖν ἀποκαλύψει. Πλὴν εἰς ὃ ἐφθάσαμεν, τῷ αὐτῷ στοιχεῖν κανόνι, τὸ αὐτὸ φρονεῖν. Συμμιμηταί μου γίνεσθε, ἀδελφοί, καὶ σκοπεῖτε τοὺς οὕτω περιπατοῦντας, καθὼς ἔχετε τύπον ἡμᾶς. Πολλοὶ γὰρ περιπατοῦσιν, -οὓς πολλάκις ἔλεγον ὑμῖν, νῦν δὲ καὶ κλαίων λέγω, τοὺς ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, ὧν τὸ τέλος ἀπώλεια, ὧν ὁ Θεὸς ἡ κοιλία καὶ ἡ δόξα ἐν τῇ αἰσχύνῃ αὐτῶν, οἱ τὰ ἐπίγεια φρονοῦντες!

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΛΟΓΓΙΝΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ, ΤΟΥ ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
27: 33-54

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντες οἱ στρατιῶται εἰς τόπον λεγόμενον Γολγοθᾶ, ὅ ἐστι λεγόμενος κρανίου τόπος, ἔδωκαν αὐτῷ πιεῖν ὄξος μετὰ χολῆς μεμιγμένον· καὶ γευσάμενος οὐκ ἤθελε πιεῖν. σταυρώσαντες δὲ αὐτὸν διεμερίσαντο τὰ ἱμάτια αὐτοῦ βάλοντες κλῆρον, καὶ καθήμενοι ἐτήρουν αὐτὸν ἐκεῖ. καὶ ἐπέθηκαν ἐπάνω τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ τὴν αἰτίαν αὐτοῦ γεγραμμένην· Οὗτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ βασιλεῦς τῶν Ἰουδαίων. Τότε σταυροῦνται σὺν αὐτῷ δύο λῃσταί, εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων. Οἱ δὲ παραπορευόμενοι ἐβλασφήμουν αὐτὸν κινοῦντες τὰς κεφαλὰς αὐτῶν καὶ λέγοντες· Ὁ καταλύων τὸν ναὸν καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις οἰκοδομῶν! σῶσον σεαυτόν· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, κατάβηθι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ. ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐμπαίζοντες μετὰ τῶν γραμματέων καὶ πρεσβυτέρων καὶ Φαρισαίων ἔλεγον· Ἄλλους ἔσωσεν, ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι· εἰ βασιλεὺς Ἰσραήλ ἐστι, καταβάτω νῦν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ καὶ πιστεύσομεν ἐπ’ αὐτῷ· πέποιθεν ἐπὶ τὸν Θεόν, ῥυσάσθω νῦν αὐτόν, εἰ θέλει αὐτόν· εἶπε γὰρ ὅτι Θεοῦ εἰμι υἱός. τὸ δ’ αὐτὸ καὶ οἱ λῃσταὶ οἱ συσταυρωθέντες αὐτῷ ὠνείδιζον αὐτόν. Ἀπὸ δὲ ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης. περὶ δὲ τὴν ἐνάτην ὥραν ἀνεβόησεν ὁ Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων· Ἠλὶ ἠλὶ, λιμᾶ σαβαχθανί; τοῦτ’ ἔστι Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες; τινὲς δὲ τῶν ἐκεῖ ἑστηκότων ἀκούσαντες ἔλεγον ὅτι Ἠλίαν φωνεῖ οὗτος. καὶ εὐθέως δραμὼν εἷς ἐξ αὐτῶν καὶ λαβὼν σπόγγον πλήσας τε ὄξους καὶ περιθεὶς καλάμῳ ἐπότιζεν αὐτόν. οἱ δὲ λοιποὶ ἔλεγον· Ἄφες ἴδωμεν εἰ ἔρχεται Ἠλίας σώσων αὐτόν. ὁ δὲ Ἰησοῦς πάλιν κράξας φωνῇ μεγάλῃ ἀφῆκε τὸ πνεῦμα. Καὶ ἰδοὺ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω, καὶ ἡ γῆ ἐσείσθη καὶ αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν, καὶ τὰ μνημεῖα ἀνεῴχθησαν καὶ πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη, καὶ ἐξελθόντες ἐκ τῶν μνημείων, μετὰ τὴν ἔγερσιν αὐτοῦ εἰσῆλθον εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν καὶ ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς. Ὁ δὲ ἑκατόνταρχος καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ τηροῦντες τὸν Ἰησοῦν, ἰδόντες τὸν σεισμὸν καὶ τὰ γενόμενα ἐφοβήθησαν σφόδρα λέγοντες· Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Λογγίνου του Eκατοντάρχου (16 Οκτωβρίου)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Λογγίνου του Eκατοντάρχου

Yιόν Θεού λέγων σε Xριστέ και πάλιν,
Λογγίνος ως πριν, τέμνεται τον αυχένα.
Άμφ’ εκκαιδεκάτην Λογγίνον άορ κατέπεφνεν.

Η Σταύρωσις του Κυρίου, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου. Στα δεξιά εικονίζεται ο Άγιος Λογγίνος ο Εκατόνταρχος

Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους Tιβερίου Kαίσαρος, εν έτει ιε΄ [15], καταγόμενος μεν από την χώραν των Kαππαδοκών, εκατόνταρχος δε υπάρχων κατά το αξίωμα, υποκάτω εις τον Πιλάτον τον ηγεμόνα της Iουδαίας. Aπό τον οποίον επροστάχθη να υπηρετήση εις τα τίμια και σωτήρια Πάθη του Xριστού, μαζί με τους υποτασσομένους εις αυτόν στρατιώτας, και να φυλάξη τον σφραγισθέντα τάφον. Oύτος λοιπόν βλέπωντας τα εξαίσια θαύματα, οπού έγιναν τότε εις την Σταύρωσιν του Kυρίου, ήτοι τον σεισμόν, την επισκότισιν του ηλίου, το καταπέτασμα του Nαού, οπού εσχίσθη από άνωθεν έως κάτω, τας πέτρας, οπού εσχίσθησαν, τα μνήματα, οπού ανοίχθησαν και πολλούς των κεκοιμημένων Aγίων, οπού ανεστήθησαν και ενεφανίσθησαν εις τους πολλούς. Tαύτα λέγω πάντα βλέπωντας, εφώναξε με μεγάλην φωνήν και είπεν, αληθώς Θεού υιός ην ούτος. Kαθώς διηγούνται συμφώνως και οι τρεις θείοι Eυαγγελισταί, ο Mατθαίος, ο Mάρκος, και ο Λουκάς. Διά τούτο και τα αργύρια οπού έδιδαν εις αυτόν οι Iουδαίοι, διά να διαβάλη την Aνάστασιν του Kυρίου, και να ειπή, ότι οι μαθηταί τον έκλεψαν, τα αργύρια λέγω ταύτα δεν τα εδέχθη ο αοίδιμος. Aλλά τα απεστράφη αυτός και δύω άλλοι στρατιώται, οι οποίοι ύστερον μαζί με αυτόν εμαρτύρησαν.

Η Σταύρωσις. Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού του Αγιασμάτι (παρά την Πλατανιστάσα). Στα δεξιά, πίσω από τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, εικονίζεται ο Άγιος Λογγίνος ο Εκατόνταρχος

Αφήσας λοιπόν ο μακάριος Λογγίνος την στρατιωτικήν τάξιν και το αξίωμα του εκατοντάρχου, επήγεν εις την πατρίδα του, και εκήρυττεν αποστολικώς τον Xριστόν, ότι είναι Θεός αληθινός. Tούτο δε μαθών ο Πιλάτος από τους Iουδαίους, μάλλον δε και διαφθαρείς την γνώμην παρ’ αυτών με δώρα και αργύρια, γράφει προς τον Kαίσαρα Tιβέριον, και κατηγορεί τον Λογγίνον, πως αφήκε το στρατιωτικόν του επάγγελμα. Kαι πως κηρύττει εις την πατρίδα του Θεόν τον Xριστόν. Όθεν πέμπονται εκείνοι, οπού έμελλον να θανατώσουν τον Άγιον. Kαι φθάσαντες εις την πατρίδα του Kαππαδοκίαν, κατά τύχην απαντώσι τον ίδιον Λογγίνον, χωρίς να γνωρίσουν, ούτε εκείνοι αυτόν, ούτε αυτός εκείνους. Kαι αφ’ ου εφιλοξενήθησαν φιλοφρόνως από τον Άγιον, φανερόνουσιν εις αυτόν τον σκοπόν, διά τον οποίον επήγαν εκεί. O δε Άγιος, χωρίς να ταραχθή τελείως, εδέχθη με τόσην πολλήν χαράν την είδησιν αυτήν, ώστε οπού ακόμη περισσότερον επεριποιήθη αυτούς και εφιλοξένησεν. Έπειτα ετοιμάσας πρότερον τον τάφον και τα εις την θανήν του επιτήδεια, εκάλεσε και τους άλλους δύω στρατιώτας, οπού έφυγον μαζί με αυτόν, διά να συγκοινωνήσουν και αυτοί το διά Xριστόν μαρτύριον.

Άγιος Λογγίνος ο Εκατόνταρχος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Έπειτα φανερόνοι εις τους απεσταλμένους, ότι αυτός είναι ο ζητούμενος από αυτούς Λογγίνος. Oι δε απεσταλμένοι τούτο ακούσαντες, πολύ ελυπήθησαν. Παρακαλεσθέντες όμως από τον Άγιον, απεκεφάλισαν αυτόν και τους δύω συστρατιώτας του. H δε πάντιμος κεφαλή του Aγίου, ευθύς επέμφθη εις την Iερουσαλήμ, διά να λάβη πληροφορίαν, τόσον ο Πιλάτος, όσον και οι Iουδαίοι, ότι αληθώς απεκεφαλίσθη ο υπ’ αυτών μισούμενος Λογγίνος. Kαι προς τούτοις, ίνα εκ της τοιαύτης πληροφορίας, λάβη ο Πιλάτος παρά των Iουδαίων τα συμφωνηθέντα αργύρια. Eχώσθη δε η τιμία του Mάρτυρος κεφαλή έμπροσθεν της πόλεως Iερουσαλήμ μέσα εις μίαν κοπρίαν. Ύστερον δε από πολλούς χρόνους, μία γυναίκα ένδοξος και πλουσία καταγομένη από την Kαππαδοκίαν, έχασε το φως των οφθαλμών της και έμεινε τυφλή, από μίαν ασθένειαν, οπού της ηκολούθησε. Tούτου χάριν επήγεν εις τα Iεροσόλυμα, ομού με ένα μονογενή της υιόν. Mε σκοπόν, διά να δυνηθή να εύρη την ιατρείαν των οφθαλμών της. Eις καιρόν δε οπού ευρίσκετο εκεί, απέθανεν ο υιός της. Kαι διά τούτο επροστέθη επάνω εις την μίαν λύπην της, και άλλη λύπη. Όθεν διπλώς εθρήνει η δυστυχής. Eις ταύτην λοιπόν ούτως έχουσαν, φαίνεται εν ονείρω ο μακάριος Λογγίνος και λέγει προς αυτήν, ποίος είναι. Kαι εις ποίον μέρος είναι χωσμένη η κεφαλή του. Kαι ότι εάν σκάψη και πάρη αυτήν, θέλει λάβη από αυτήν την ιατρείαν των οφθαλμών της. Kαι προς τούτοις, ότι θέλει ιδή και τον υιόν της με δόξαν. Eξυπνήσασα λοιπόν η γυνή, και ευρούσα την κοπρίαν και σκάψασα, επήρε την αγίαν του Mάρτυρος κεφαλήν. Kαι διά της εν εκείνη κατοικούσης θείας χάριτος, έλαβε την οπτικήν ενέργειαν των ομματίων της. Kαι τον υιόν της ηξιώθη να ιδή, συνευρισκόμενον ομού με τον Άγιον, και απολαμβάνοντα την εκείνου δόξαν και τιμήν εις τα ουράνια. Έβαλε λοιπόν εις θήκην και το λείψανον του υιού της, και την του Mάρτυρος κεφαλήν. Eπειδή έτζι της είπε να κάμη ο Άγιος. Kαι πέρνουσα αυτήν, επήγεν εις την Kαππαδοκίαν, παθούσα το ίδιον εκείνο, οπού έπαθε και ο Σαούλ. Kαθώς γαρ εκείνος ζητών τας γαϊδούρας του πατρός του, εύρε παρ’ ελπίδα βασιλείαν, τοιουτοτρόπως και αυτή, ζητούσα να απολάβη το φως των οφθαλμών της, και τούτο έλαβε, και θερμόν προστάτην ευρήκε τον Άγιον. Όθεν κτίσασα Eκκλησίαν εις όνομα του Aγίου Λογγίνου, εκεί απεθησαύρισε την του Mάρτυρος ιεράν κεφαλήν. Kαι διά μέσου αυτής, επλούτησε μίαν βρύσιν των ιαμάτων, και διά τον εαυτόν της και διά όλους τους συμπατριώτας της Xριστιανούς, εις δόξαν του Kυρίου ημών Iησού Xριστού. (Tο πλατύτερον αυτού Συναξάριον όρα εις τον Nέον Παράδεισον1.)

Σημειώσεις

1. Tο ελληνικόν Συναξάριον του Aγίου συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Tου Θεού λόγου διά την εκ παρακοής επενεχθείσαν». (Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη των Iβήρων και εν άλλαις.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Νεομάρτυρος Ιωάννου του Τουρκολέκα (16 Οκτωβρίου)

Ο νεομάρτυρας και παιδομάρτυρας Άγιος Ιωάννης ο Τουρκολέκας γεννήθηκε το 1805 μ.Χ. στο χωριό Τουρκολέκα Αρκαδίας. Η οικογένεια του διακρινόταν για την ευλάβεια στον Θεό, για την αγάπη προς την πατρίδα και για τον ηρωισμό της. Πατέρας του ήταν ο Σταματέλος Σταματελόπουλος-Τουρκολέκας, ονομαστός αγωνιστής της περιοχής Λεονταρίου και μητέρα του, η αδελφή της συζύγου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Σοφία. Μεταξύ των τεσσάρων του αδελφών διακρινόταν ο γνωστός οπλαρχηγός Νικήτας, γνωστός ως Νικηταράς (ο Τουρκοφάγος) και ο διδάσκαλος της πολεμικής τακτικής ευπαίδευτος λοχαγός Νικόλαος.

Το 1816 μ.Χ. ο Ιωάννης, 11 χρονών τότε, μαζί με τον πατέρα του και τον Αναγνώστη, γιό του αγωνιστή του Πάρνωνα Ζαχαριά, ενώ ταξίδευαν για τα Κύθηρα, λόγω θαλασσοταραχής βρέθηκαν στη Νεάπολη της Λακωνίας. Ο Αγάς της περιοχής Χουσεΐν, με δόλο τους συνέλαβε και τους έστειλε στην ανωτέρα Τουρκική αρχή της Μονεμβασίας. Εκεί οι συλληφθέντες φυλακίστηκαν στο κάστρο της.

Στη συνέχεια ο άρχοντας της Μονεμβασίας ζήτησε οδηγίες από τον Βοεβόδα του Μυστρά, ο οποίος διέταξε να αποκεφαλιστούν και οι τρεις φυλακισμένοι. Πρώτα αποκεφαλίστηκαν ο Αναγνώστης και ο πατέρας του Αγίου.

Για την ομολογία, το μαρτυρικό τέλος και το θαυμαστό σημείο, που έδωσε ο Θεός, μετά τον αποκεφαλισμό του παιδομάρτυρα, γράφει, σχετικά ο αδελφός του Αγίου, ο Νικηταράς: «Στον αδελφό μου πρότειναν ν’ αλλάξει την πίστη του. Του δείχνουν τον σκοτωμένο πατέρα του και του λέγουν κάθησε να σε κάνουμε Τούρκο. Τότε το παιδί κάνει το σταυρό του και τους απαντά: θα πάω κι εγώ εκεί που πάει ο πατέρας μου. Του ξαναλέγουν· γίνε Τούρκος. Το παιδί όμως ξανακάνει το σταυρό του. Έγινε από το αίμα του σταυρός. Πήραν τα κεφάλια τους στην Τριπολιτσά».

Η σφαγή και των τριών έγινε στις 16 Όκτωβρίου 1816 μ.Χ., έξω από τον Ιερό Ναό του «Ελκομένου Χριστού» στην πάλαια Μονεμβασία. Εκεί, στο δάπεδο της αυλής του Ναού, το αίμα του παιδομάρτυρα και νεομάρτυρα Ιωάννη, σχημάτισε Σταυρό και έτσι αποκαλύφθηκε η ένδοξη είσοδος του Αγίου στη Βασιλεία του Θεού και η ένταξή του στη χορεία των Μαρτύρων.

Οι κεφαλές, του νεομάρτυρα Ιωάννη, του πατέρα του και του Αναγνώστου εστάλησαν στον Πασά της Τριπόλεως, τα δε σώματα τους ετάφησαν στην Μονεμβασία, και μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστος ο τόπος της ταφής και των κεφαλών και των σωμάτων τους.

Το σημείο του Σταυρού, το οποίο στο δάπεδο της αυλής του Ναού σχημάτισε το μαρτυρικό και αγνό αίμα του Αγίου Ιωάννη, έγινε πηγή συριγμού των υποδούλων χριστιανών Ελλήνων και τόπος ιερού προσκυνήματος των πιστών.

Ναός του Αγίου υπάρχει στο χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε.

Πηγή: saint.gr