Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 9 Ὀκτωβρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΙΑΚΩΒΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΤΟΥ ΑΛΦΑΙΟΥ)
Πρὸς Κορινθίους Α’ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
4: 9-16

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις. Ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι. Ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν· ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι. Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γράφω ταῦτα, ἀλλ᾿ ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ. Ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ ᾿Ιησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα. Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΙΑΚΩΒΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΤΟΥ ΑΛΦΑΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
9:36-38, 10:1-8

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἶδεν ὁ Ἰησοῦς πολὺν ὄχλον καὶ ἐσπλαγχνίσθη περὶ αὐτῶν ὅτι ἦσαν ἐκλελυμένοι καὶ ἐρριμμένοι ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα. τότε λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· Ὁ μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι· δεήθητε οὖν τοῦ κυρίου τοῦ θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλῃ ἐργάτας εἰς τὸν θερισμὸν αὐτοῦ. Καὶ προσκαλεσάμενος τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν αὐτὰ καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν.Τῶν δὲ δώδεκα ἀποστόλων τὰ ὀνόματά ἐισι ταῦτα· πρῶτος Σίμων ὁ λεγόμενος Πέτρος καὶ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννης ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, Φίλιππος καὶ Βαρθολομαῖος, Θωμᾶς καὶ Ματθαῖος ὁ τελώνης, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ἁλφαίου καὶ Λεββαῖος ὁ ἐπικληθεὶς Θαδδαῖος, Σίμων ὁ Κανανίτης καὶ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης ὁ καὶ παραδοὺς αὐτόν. Τούτους τοὺς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς λέγων· Εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε, καὶ εἰς πόλιν Σαμαριτῶν μὴ εἰσέλθητε· πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. πορευόμενοι δὲ κηρύσσετε λέγοντες ὅτι Ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Αφιέρωμα στον θαυμαστό Χατζηφλουρέντζο (†10 Οκτωβρίου 1969)

Χατζηφλουρέντζος: «Θὰ ἔρθει μεγάλη κρίση». Ἅγιος Παΐσιος: «Θα γίνει μεγάλη καταστροφή στον κόσμο καὶ δὲν θὰ κυκλοφοροῦν καύσιμα…»

Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου

Τὸ προφητικὸ χάρισμα τοῦ Χατζηφλουρέντζου

Θὰ ἤθελα καὶ στὸ σημεῖο αὐτό, ὡς ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, νὰ εὐχαριστήσω τὸν Ἀντώνη Γ. Ἀντωνίου γιὰ τὸ πολύτιμο βιβλίο του, Χατζηφλουρέντζος. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ Μηλιὰ Ἀμμοχώστου, καθὼς σ᾽ αὐτό, ταπεινὰ καὶ ἀθόρυβα, διασώζει τὸν βίο καὶ τοὺς λόγους ἑνὸς ἁγίου ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ τὸν ἔχουμε ἐμεῖς σήμερα, ἀλλὰ καὶ οἱ ἑπόμενες γενεές, ὡς πολύτιμη παρακαταθήκη καὶ ὁδηγὸ μετανοίας. Προλογίζοντας λοιπὸν τὴ δεύτερη ἔκδοση τοῦ βιβλίου τούτου, ἔγραψα τὰ ἑξῆς:   

«Ἡ περίπτωση τοῦ Χατζηφλουρέντζου δὲν ἀποτελεῖ μεμονωμένο γεγονός, ἀλλὰ πολυτίμητο κρίκο θαυμαστῆς ἁλυσίδας χαρισματικῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ, ποὺ μόνο ἡ Ὀρθοδοξία ξέρει νὰ φανερώνει ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Ὁ Χατζηφλουρέντζος ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τὸ 1969. Μποροῦμε ἀνενδοίαστα νὰ ποῦμε πὼς ὁ προφητικός του λόγος συνδέει δύο μεγάλους ἁγίους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, πλούσια κοσμημένους μὲ τὸ προφητικὸ χάρισμα: Τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ († 1779) καὶ τὸν ὅσιο Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη († 1994).»

Ὁ αὐθεντικὸς προφητικὸς λόγος ὑπηρετεῖ διαχρονικὰ καὶ ἀδιαμφισβήτητα τὸ ποιμαντικὸ καὶ σωτηριολογικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, καθόσον ὁδηγεῖ τὸν πιστὸ στὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ μετάνοια. Ἐὰν ὅμως κάποια προφητικὴ ρήση ὁδηγεῖ στὸν πανικό, τότε ὑπάρχει πρόβλημα: Εἴτε δηλ. δὲν εἶναι ἐκ Θεοῦ, ἀλλὰ ἐκφέρεται ἀπὸ ψευδοπροφῆτες — εἶδος πλανεμένων, ἤδη γνωστῶν ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη —, εἴτε, ἐὰν ἡ προφητεία εἶναι αὐθεντική, ὁ ἀκροώμενος τὴν προφητεία ἔχει ὁ ἴδιος πνευματικὸ ἔλλειμμα, γιατὶ δὲν καλλιεργεῖ τὴν πραγματικὴ μετάνοια καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ζωή.

 

»Ἡ ἐποχή μας εἶναι κατεξοχὴν προφητική. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ ἀγαπᾶ ἰδιαιτέρως τοὺς χαρισματικοὺς πιστούς, ποὺ δέχονται τὶς ἐκ Θεοῦ ἐλλάμψεις καὶ ἀποκαλύπτουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στὴν Ἐκκλησία καὶ τὰ μέλλοντα συμβαίνειν. Ἑπομένως, ἕνα ἐκ τῶν ἔργων ἡμῶν τῶν ἐπισκόπων εἶναι νὰ διακρίνουμε τὸ ψεῦδος ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, τὴν ἐκ Θεοῦ προφητικὴ ρήση ἀπὸ τὰ φληναφήματα τῶν ψευδοπροφητῶν.

»Καὶ ἀπὸ τὴ θέση αὐτή, ταπεινὰ καταθέτουμε στὸν Ὀρθόδοξο κλῆρο καὶ τὸν λαὸ τὴν πεποίθησή μας ὅτι ὁ Χατζηφλουρέντζος εἶναι αὐθεντικὸ στόμα τῆς Ἐκκλησίας, θαυμαστὸς προφήτης τοῦ Γένους μας, διδάσκαλος τῆς μετανοίας καὶ ‘‘σημεῖον τῶν καιρῶν’’. Τὸ πρόβλημα σήμερα δὲν εἶναι νὰ πιστεύσουμε στὶς προφητεῖες τοῦ μακαριστοῦ τούτου Γέροντος, ἀλλὰ νὰ ζήσουμε τὴ μετάνοια και τὴν ἔνταση τῆς προσευχῆς ποὺ αὐτὸς εἶχε. Σ᾽ αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ μπορεῖ κάθε ψυχή, ποὺ ἀγωνίζεται ἐν Χριστῷ, νὰ προσεύχεται. Καὶ αἰσθανόμαστε καύχηση ἐν Κυρίῳ, ποὺ ἡ Χριστοφίλητος νῆσος τῆς Κύπρου συνεχίζει μέχρι τοὺς χρόνους μας τὴ μακραίωνα παράδοση τῆς ἁγιοτοκίας.»

Οἱ προφητεῖες τοῦ Χατζηφλουρέντζου

Ὁ θαυμαστὸς Χατζηφλουρέντζος, σὲ συνομιλία ποὺ εἶχε τὸ 1963 μὲ τὸν μεγάλο του γιὸ Ἀντώνη —ὅταν εἶχαν ἤδη ἀρχίσει οἱ διακοινοτικὲς ταραχὲς μεταξὺ Ἑλληνοκυπρίων καὶ Τουρκοκυπρίων— τοῦ προφήτευσε τὴν τουρκικὴ εἰσβολὴ τοῦ 1974, λέγοντάς του:

«Οἱ Τοῦρκοι θὰ ἔρθουν, γυιέ μου, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔρθουν τώρα· μετὰ θὰ ἔρθουν καὶ θὰ πάρουν τὴν Κύπρο τὴ μισή». «Μὰ δὲν εἴμαστε μόνοι μας, ἔχουμε καὶ τὴν Ἑλλάδα», τοῦ εἶπε ὁ Ἀντώνης. «Κανένα δὲν ἔχουμε ὑπέρ μας, εἶναι ὅλοι ἐναντίον μας. Οἱ Τοῦρκοι θὰ ἔρθουν ὕστερα καὶ ὅλοι θὰ τοὺς ζητοῦν νὰ σταματήσουν καὶ αὐτοὶ δὲ θὰ σταματοῦν». Πράγματι, μετὰ τὴν εἰσβολὴ τῆς 20ῆς Ἰουλίου 1974, συμφωνήθηκε ἐκεχειρία μεταξὺ 23 καὶ 26 Ἰουλίου, τὴν ὁποία οἱ Τοῦρκοι δὲν σεβάστηκαν καὶ προχώρησαν καὶ κατέλαβαν καὶ τὴν ὑπόλοιπη κατεχόμενη γῆ μας, ἀπὸ τὴ Μόρφου μέχρι τὸ Βαρώσι.

«Καὶ τότε», συνεχίζει ὁ Χατζηφλουρέντζος, «θὰ ἀφήσετε τὰ σπίτια σας ὅπως εἶναι καὶ θὰ φύγετε. Θὰ πέφτετε ὁ ἕνας πάνω στὸν ἄλλο (δηλ. θὰ εἴσαστε ὅλοι μαζὶ στριμωγμένοι), χωρὶς νὰ πειράζει ὅμως ὁ ἕνας τὸν ἄλλον… Θὰ μαυροφορήσει ὅλη ἡ Κύπρος καὶ θὰ γυρεύετε τὴν πιὸ μικρὴ σπηλιά, τὴν πιὸ μικρὴ τρύπα νὰ τρυπώσετε. Θὰ γίνει μεγάλο κακὸ στὴν Κύπρο. Ἐσεῖς θὰ φύγετε, ἐγὼ ὅμως θὰ μείνω». Ἐδῶ προφητεύει τὸν θάνατό του, ἀφοῦ κοιμήθηκε πρὶν τὰ γεγονότα τῆς εἰσβολῆς. 

Καὶ συνεχίζει: «Θὰ ἀργήσετε λίγο νὰ ἔρθετε πίσω. Ὅταν θὰ ἔρθετε πίσω, τότε θὰ εἶναι τὰ κλάματά σας. Τότε θὰ δώσει νόηση στὸν κόσμο ὁ Θεός, νὰ καταλάβει τὸ δρόμο τὸν ὀρθὸ ποιός εἶναι… Ὁ Θεὸς γνωρίζει πότε ‘‘θὰ σᾶς ξαπολύσει’’ (θὰ σᾶς ἐλευθερώσει): ὅταν θὰ εἴσαστε ἐντάξει μεταξύ σας… Πολλοὶ Τοῦρκοι ἀπὸ τὰ ἔργα τὰ καλά, θὰ γίνουν Χριστιανοί. Τούτη ἡ Παναγία καὶ τὶς πέτρες θὰ τὶς κάνει χριστιανὲς ἐκείνη τὴν ὥρα, ὄχι μόνο τοὺς ἀνθρώπους. Θὰ ἔρθει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Ὁ κόσμος θὰ περπατᾶ μὲ τὸ κεφάλι σκυφτό. Ἡ Κύπρος θὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ μόνη της, χωρὶς νὰ τὴ βοηθήσει κανένας». 

Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο προφητεύει τὴν ἐπιστροφὴ τῶν προσφύγων στὴν κατεχόμενή μας γῆ καὶ τὴν ἐλευθερία τῆς Κύπρου. Καὶ ἡ φράση, «ἡ Παναγία καὶ τὶς πέτρες θὰ τὶς κάνει χριστιανὲς ἐκείνη τὴν ὥρα, ὄχι μόνο τοὺς ἀνθρώπους», εἶναι ὅμοια μὲ τὴν προφητεία τοῦ ἁγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, «πολλοὶ Τοῦρκοι ἀπὸ τὰ ἔργα τὰ καλὰ θὰ γίνουν χριστιανοί», ἀλλὰ καὶ τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ποὺ προεῖπε:  «Τὸ ἕνα τρίτο τῶν Τούρκων θὰ γίνουν χριστιανοὶ μετὰ τὸν μεγάλο πόλεμο ποὺ θὰ κάμουν οἱ Τοῦρκοι μὲ τοὺς Ρώσους». 

 

Ἐπίσης, μιὰ ἄλλη προφητεία τοῦ Χατζηφλουρέντζου γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως συμπίπτει μὲ τὶς ἀνάλογες προφητεῖες τῶν δύο προαναφερθέντων ἁγίων μας. Μερικοὶ συγχωριανοί του ἀμφισβητοῦσαν τὰ λεγόμενά του γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Κύπρου καὶ τοῦ ἔλεγαν: «Ἡ Κωνσταντινούπολη τόσα χρόνια εἶναι κάτω ἀπὸ τουρκικὴ κατοχὴ καὶ ἀκόμα δὲν ἐλευθερώθηκε καὶ πῶς τάχα ἐμεῖς θὰ ἐλευθερωθοῦμε;» Καὶ τοὺς ἀπαντοῦσε: «Θὰ ἔρθει κι αὐτοὺς ἡ ὥρα τους ποὺ θὰ τὰ πάρουν πίσω. Ὁ Θεὸς δὲν βιάζεται». 

Τοῦ εἶπε κάποτε ὁ γιός του Ἀντώνης ἀπογοητευμένος: «Οἱ Τοῦρκοι, πατέρα, θὰ μᾶς φᾶνε». Καὶ τοῦ ἀπαντᾶ: «Ἄκουσε, γυιέ μου. Θὰ ἔρθει μία ὥρα, ποὺ τρεῖς μόνο ἄνθρωποι τὴν Κύπρο θὰ μποροῦν νὰ τὴν ἐλευθερώσουν. Καὶ ἡ Κύπρος θὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ μόνη της, χωρὶς νὰ την βοηθήσει κανένας».  Ὅταν λέει τρεῖς μόνο ἄνθρωποι, δὲν ἐννοεῖ τρεῖς συγκεκριμένους, ἀλλὰ ὅτι θὰ εἶναι τόσο ἀδύναμη ἡ  Τουρκία τότε, ποὺ δὲν θὰ μπορεῖ νὰ κρατήσει τὴν Κύπρο ὑπὸ κατοχή.

Γιὰ δὲ τὴ λύση τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, γιὰ τὴν ὁποία τόσο πασχίζουν οἱ καλοί μας πολιτικοί, ἔλεγε: «Θὰ πᾶνε μέχρις ἐκεῖ γιὰ νὰ ὑπογράψουν συμφωνία, ἀλλὰ τελικὰ δὲ θὰ τὴν ὑπογράψουν. Ὁ σατανᾶς ‘‘θὰ μπαρκάσει’’ (δηλ. θὰ βάλει ἐμπόδια) καὶ ἔτσι δὲ θὰ ὑπογράψουν τὰ χαρτιά. Τὸ πρόβλημα ὅμως θὰ λυθεῖ ἀπὸ μόνο του». Ἐπίσης, γιὰ τὴ «λύση τῆς Διχοτόμησης» ποὺ ἄρχισε νὰ καλλιεργεῖται ἀπὸ τοὺς Τούρκους δεκαετίες πρὶν τὴν Εἰσβολή, ὅταν τὸ ἄκουσε εἶπε: «Διχοτόμηση δὲν θὰ γίνει. Δὲν μποροῦν οἱ Τοῦρκοι νὰ κάμουν διχοτόμηση».

Σὲ μία ἄλλη θαυμαστὴ προφητεία του λέει: «Ὁ κόσμος θὰ ἁμαρτήσει, θὰ προηγηθεῖ περίοδος εὐμάρειας, ἀλλὰ μετὰ θὰ ἔρθει ἡ κρίση. Ἄν δὲν τὸ καταλάβει ὁ κόσμος νὰ στραφεῖ πρὸς τὸν Θεό, θὰ ἔρθει μεγάλη κρίση.  Μπορεῖ νὰ κλείσει καὶ τὸν οὐρανὸ ὁ Θεὸς (ἀνομβρία). Τὸ νερό, οἱ βροχές, εἶναι ὅλα δικά του αὐτά. Θὰ ἔρθει καιρὸς ποὺ θὰ γυρεύετε γαϊδούρια καὶ δὲν θὰ βρίσκετε». Θὰ γυρεύουμε γαϊδούρια, γιατὶ προφανῶς δὲν θὰ ὑπάρχουν καύσιμα! Τὰ ἴδια εἶπε καὶ ὁ ἅγιος Παΐσιος: «Θὰ γίνει μεγάλη καταστροφὴ στὸν κόσμο καὶ δὲν θὰ κυκλοφοροῦν καύσιμα, πετρέλαια κ.λ.π. Γιὰ αὐτό, ἔπρεπε νὰ φυλᾶτε τὰ χειροκίνητα στὶς φάμπρικες καὶ στὰ χωριά, ἔπρεπε νὰ φυλᾶτε τοὺς γαϊδάρους καὶ τα μουλάρια, γιατὶ θὰ κάνετε ἐσεῖς τὸ ἔργο τῶν γαϊδάρων». 

Ὁ Χατζηφλουρέντζος εἶναι πολὺ ψηλὰ στὸν οὐρανὸ…

Πρὶν ἀπὸ ἕνα περίπου χρόνο, ζήτησα ἀπὸ ἕνα γνήσιο ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀξιώθηκε νὰ φθάσει σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς, νὰ προσευχηθεῖ γιὰ τὸν Χατζηφλουρέντζο γιὰ νὰ λάβει «πληροφορία» ἐκ Θεοῦ γιὰ τὴν κατάστασή του, ὥστε νὰ ἔχω καὶ τὴ σχετικὴ σύγχρονη μαρτυρία ἑνὸς χαριτωμένου ἀνθρώπου. Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες, μοῦ στέλνει τὸ ἑξῆς μήνυμα: 

«Ἔκαμα προσευχή. Μά, εἶναι πάρα πολὺ ψηλὰ στὸν οὐρανὸ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος! Καὶ ὅσο πιὸ γνωστὸν τὸν κάνετε, τόσο πιὸ γρήγορα θὰ ἀρχίσει νὰ θαυματουργεῖ. Νὰ πεῖτε στοὺς ἀνθρώπους σας νὰ τὸν ἐπικαλοῦνται στὶς προσευχές τους. Καὶ ὅσο πιὸ πολὺ τὸν παρακαλοῦν, τόσο πιὸ πολὺ θὰ τοὺς δώσει ἀπὸ τὰ δῶρα του. Σὲ ἄλλον θὰ δώσει δάκρυα, γιατὶ εἶχε πολλά. Σὲ ἄλλον θὰ δώσει μετάνοια, τὴν ἔχουμε ἀνάγκη ὅλοι. Σὲ μερικοὺς θὰ δώσει καὶ προφητικὸ χάρισμα, γιατὶ εἶχε πλούσιο αὐτός»! 

Δὲν ἔχω καμμία ἀμφιβολία ὅτι ὁ Χατζηφλουρέντζος εἶναι ἕνας σύγχρονος ἅγιος τῆς Κύπρου, ποὺ τὴν ἁγιότητά του σιγὰ σιγὰ θὰ τὴν ἀναγνωρίσουν ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι. Μάλιστα, θὰ ἔρθει ἐποχή, ποὺ ἡ ἱεραρχία τῆς Κύπρου θὰ ὑποχρεωθεῖ νὰ τὸν ἐγγράψει στὸ Ἁγιολόγιό της, καθότι θὰ ἔχουν τέτοια ἐξέλιξη τὰ γεγονότα, ποὺ ἤδη ζοῦμε, ὥστε θὰ λέμε· «Μὰ αὐτὰ τὰ εἶπε ὁ  Χατζηφλουρέντζος»! Καὶ τότε θὰ καταλάβουμε ἀπὸ τὴ στάση ποὺ ἔχουμε ἀπέναντι στὴν ἁγιότητα καὶ τὸν προφητικὸ λόγο αὐτοῦ τοῦ ἀνδρὸς, πόση πίστη ἔχουμε καὶ πόση ὀλιγοπιστία! Ὁ ἅγιός μας, εἴτε τὸ θέλουμε, εἴτε δὲν τὸ θέλουμε, ζυγίζει μὲ τὸ ζύγι τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης. 

«Πιστεύω πὼς ὁ Θεὸς θὰ φωτίσει κάποιον καλὸ ἄνθρωπο νὰ βρεῖ τὸν τάφο του…». Ἡ μαρτυρία τοῦ κωφάλαλου Βαρνάβα γιὰ τὸν Χατζηφλουρέντζο 

Ἡ μαρτυρία ποὺ ἀκολουθεῖ ἀνήκει στὸν κωφάλαλο κ. Βαρνάβα, γιὸ τοῦ παπᾶ Νικόλα ἀπὸ τὴ Γύψου, ὁ ὁποῖος τὴν κατέθεσε σ᾽ ἐμένα πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια. Καὶ ἐγώ, μὲ τὴ σειρά μου, τὸν παρέπεμψα στὸν συγγραφέα κ. Ἀντώνη Ἀντωνίου. Ἔτσι, ἡ μαρτυρία αὐτὴ περιλήφθηκε στὴν τελευταία ἔκδοση τοῦ βιβλίου του, καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς: 

«Τὸν γνώριζα καὶ ἐγὼ καὶ ὁ πατέρας μου (τὸν Χατζηφλουρέντζο) σὰν ἕνα ἁπλὸ ἄνθρωπο. Ὅμως, μετὰ τὸν πόλεμο τοῦ 1974, ὁ πατέρας μου μοῦ εἶπε: ‘‘Θυμᾶσαι ἐκεῖνον τὸν παπποὺ μὲ τὸ ποδήλατο; Αὐτὸς ἦταν ἅγιος ἄνθρωπος’’. Ἐγὼ τὸν ρώτησα, ‘‘Μὰ γιατί»; Καὶ ὁ πατέρας μου μοῦ εἶπε ὅτι ὁ παπποὺς ἐρχόταν δύο χρόνια πρὶν κοιμηθεῖ, δηλ. τὸ 1967, καὶ τοῦ ἔλεγε: ‘‘Παπᾶ μου, πρέπει ἐγὼ καὶ ἐσὺ νὰ πᾶμε στὸ βουνὸ νὰ προσευχηθοῦμε πάρα πολὺ δυνατά’’, διότι ἔβλεπε τὴν εἰσβολὴ ποὺ ἐρχόταν. Ὁ πατέρας μου τοῦ ἀνταποκρινόταν παραξενεμένος: ‘‘ Ἔχω τρία παιδιὰ νὰ μεγαλώσω μὲ πολλὲς φροντίδες. Τὸ ἕνα πάει στὴ Σχολὴ Κωφαλάλων στὴ Μόρφου, τὸ ἄλλο στὸ Βαρώσι, καὶ δὲν μπορῶ. Ὁ Χατζηφλουρέντζος ὅμως συνέχισε νὰ τὸν παρακαλεῖ, λέγοντας ὅτι θὰ ἔλθουν οἱ Τοῦρκοι νὰ μᾶς σφάξουν, νὰ μᾶς βασανίσουν, νὰ βιάσουν τὶς γυναῖκες μας, νὰ μᾶς καταστρέψουν, ἡ Κύπρος θὰ μείνει μισή…  Ὁ πατέρας μου δὲν καταλάβαινε τότε ὅτι ἦταν ἅγιος, οὔτε καὶ πίστευε ὅτι θὰ γινόταν πόλεμος, μέχρι ποὺ ἤλθαμε πρόσφυγες. 

»Ἀλλά, τὸ 1974, ὅλα τὰ λόγια ποὺ τοῦ ἔλεγε ὁ παπποὺς βγῆκαν ἀληθινά. Ὁ παπποὺς ἦταν πάρα πολὺ ταπεινός. Θυμᾶμαι μία φορὰ ποὺ ὁ πατέρας μου ἦταν πολὺ κουρασμένος, κι ὁ παπποὺς τοῦ ζήτησε νὰ βάλει τὰ πόδια του πάνω του καὶ νὰ τὸν ξεκουράσει. Ὁ πατέρας μου ντρεπόταν καὶ ὁ παπποὺς τότε πῆρε τὰ πόδια τοῦ πατέρα μου πάνω του καὶ μιλοῦσαν πολλὴ ὥρα γιὰ πνευματικὰ θέματα χωρὶς νὰ τὸν βλέπει. Ἦταν πολὺ ταπεινός. Αὐτὲς οἱ ἐμπειρίες εἶναι χαραγμένες στὸ μυαλό μου. 

Το μοναστήρι της Παναγίας της Αυγασίδας το οποίο σήμερα έχει καταστραφεί

»Ὁ πατέρας μου, πρὶν κοιμηθεῖ, μοῦ εἶπε ὅτι κάποια φορὰ ἐμφανίστηκε στὸν παπποὺ ἡ Παναγία. Ἐπίσης ἡ μητέρα μου θυμόταν πάντα τὸν χαιρετισμὸ τοῦ παπποῦ: ‘‘Ὥρα καλή. Ἡ Παναγία μαζί σας’’. 

»Πῆγα στὴ Μηλιὰ πέρσι. Τώρα, σὲ συνθῆκες κατοχῆς, ἔψαξα νὰ βρῶ τὸν τάφο του. Ἀλλά, παρόλο ποὺ θυμόμουν ποῦ ἦταν θαμμένος, δὲν τὰ κατάφερα νὰ τὸν βρῶ. Ἦταν ὅλα καταστραμμένα. Ἤθελα ἐπίσης νὰ δῶ τὴ μονὴ στὴν ὁποία πέρασε τὰ τελευταῖα του χρόνια, ἀλλὰ ἦταν καὶ αὐτὴ καταστραμμένη. Πιστεύω πὼς ὁ Θεὸς θὰ φωτίσει κάποιον καλὸ ἄνθρωπο νὰ βρεῖ τὸν τάφο του. Ἀλλὰ πότε, δὲν ξέρω. Αὐτὸ θὰ εἶναι καὶ ἡ περιουσία τῆς Μηλιᾶς καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου». 

Πηγή: Ο επίκαιρος βίος του θαυμαστού Χατζηφλουρέντζου (Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεοφύτου)

Μόρφου Νεόφυτος: Τὸ ἅγιο ζεῦγος τῆς σιωπῆς, Ἀνδρονίκου καὶ Ἀθανασίας (09.10.2021)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τῶν ἁγίων Ἀνδρονίκου καὶ Ἀθανασίας, ποὺ τελέσθηκε στὸ ὁμώνυμο πανηγυρίζον ἱερὸ σχολικό παρεκκλήσιο τοῦ Γυμνασίου – Λυκείου Σολέας στὴν κοινότητα Εὐρύχου τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (09.10.2021).

Ψάλλει ὁ Πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπὀλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου.

Μνήμη του Aγίου Aποστόλου Iακώβου του Aλφαίου (9 Οκτωβρίου)

Μνήμη του Aγίου Aποστόλου Iακώβου του Aλφαίου

Tον Σταυρόν Iάκωβος αίρων ηδέως,
Ως έστι Σώτερ άξιός σου δεικνύει.
Aμφ’ ενάτην Iάκωβος ενί σταυρώ τετάνυστο.

Μαρτύριο Αποστόλου Ιακώβου του Αλφαίου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Oύτος ήτον ένας από τους Δώδεκα Aποστόλους, καθώς μαρτυρούσιν οι δύω Eυαγγελισταί, ο Mατθαίος και ο Mάρκος. Eστάθη δε αδελφός μεν Mατθαίου του Eυαγγελιστού, υιός δε του Aλφαίου. Oύτος λοιπόν ο του Kυρίου Aπόστολος, ευγαίνωντας εις το κήρυγμα του Eυαγγελίου, κατέστρεφε τους βωμούς των ειδώλων, υπό του θείου ζήλου πυρπολούμενος. Tας νόσους ιάτρευε, και τα ακάθαρτα εδίωκε πνεύματα. Διά τούτο και τα πλήθη των εθνικών ωνόμαζον αυτόν, σπέρμα θείον. Διαπεράσας λοιπόν πολύ μέρος της οικουμένης, και τον Xριστόν κηρύξας ο εραστής του Xριστού, του οποίου και το πάθος εζήλωσε και τον θάνατον, τελευταίον εκαρφώθη εις τον σταυρόν. Kαι έτζι εις τον ποθούμενον Xριστόν παραδίδει το πνεύμα του1.

Σημείωση

1. Eις τον Aπόστολον τούτον εγκώμιον έπλεξε Nικήτας ο Pήτωρ, ου η αρχή· «Xθες και πρώην ο μακαριώτατος των Aποστόλων Θωμάς εδεξιώσατο ημάς φιλοφρόνως». (Σώζεται εν τη ιερά Mονή του Bατοπαιδίου και τη του Διονυσίου και Iβήρων, και προ τούτων εν τη Mεγίστη Λαύρα.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Βίος Αγίων Ανδρονίκου και Αθανασίας (9 Οκτωβρίου)

Οι Άγιοι Ανδρόνικος και Αθανασία , 13ος αιώνας, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Η προσκυνηματική εικόνα των Αγίων Ανδρονίκου και Αθανασίας (13ος αι.), μετά από ενέργειες του Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεοφύτου βρέθηκε το 2007, μετά την κλοπή της, το 1936. Το άγιο ζεύγος με μοναχικά ενδύματα εποχής απεικονίζεται επάνω σε ανάγλυφο κάμπο που αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των κυπριακών εικόνων.

Επιπλέον ο Άγιος Ανδρόνικος κρατά γυάλινο φιαλίδιο, στοιχείο ιδιαίτερα σπάνιο στην εικονογραφία του και η Αγία Αθανασία σταυρό τύπου Αναστάσεως. Το κάλυμμα της κεφαλής παραπέμπει σε ανάλογα εικονογραφικά παραδείγματα από την Κωνσταντινούπολη και το Σινά.

Η εικόνα αυτή είχε δημοσιευτεί το 1935 από τον καθηγητή Γεώργιο Σωτηρίου και το 1937 από τον David Talbot Rice στο βιβλίο του “The icons of Cyprus”.

Οι Άγιοι Ανδρόνικος και Αθανασία τυγχάνουν ιδιαίτερου σεβασμού στην Κύπρο και ιδιαίτερα στη μητροπολιτική περιφέρεια Μόρφου, όπου πανηγυρίζει  το παρεκκλήσιο  των Αγίων Ανδρονίκου και Αθανασίας που ευρίσκεται στον χώρο του Γυμνασίου και Λυκείου Σολέας, επίσης απεικονίζονται συχνά και στις βυζαντινές και μεταβυζαντινές τοιχογραφημένες εκκλησίες.

Βίος Αγίων Ανδρονίκου και Αθανασίας

Σύσκηνον Ανδρόνικος Αθανασία,
Κόσμω τ΄ εν ασκήσει τε καν πόλω έχει.

Ἀνδρόνικος ὁ ὅσιος ἧτο ἀπὸ τὴν μεγάλην Ἀντιόχειαν, ἐν ἔτει 594, ἀργυροπράτης κατὰ τὴν τέχνην, πολὺ εὐλαβής, γεμᾶτος ἀπὸ ἀγαθὰ ἔργα καὶ πλούσιος ἀπὸ τὰ κοσμικὰ ἀγαθά. Οὗτος ἔλαβεν εἰς γάμον τὴν Ἀθανασίαν, ἥτις καὶ αὐτὴ ἧτο σεμνὴ καὶ θεοφιλής. Συμφωνήσαντες δὲ εἰς καλὸν καὶ θεάρεστον πρᾶγμα, διεμοίρασαν εἰς τρία τὸν πλοῦτον των. Καὶ ἀπὸ μὲν τὸ ἕν μέρος ἔδιδον ἀφθονοπαρόχως ἐλεημοσύνην εἰς τοὺς πτωχούς· ἀπὸ τὸ ἄλλο ἔδιδον δάνεια, χωρὶς τόκους καὶ κέρδη, εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην· ἀπὸ δὲ τὸ τρίτον μέρος ὠκονόμουν τὰ τοῦ ἐργαστηρίου τοῦ ἀργυροπρατείου, διὰ νὰ κερδίζουν τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα. Ἀπέκτησαν δὲ καὶ δύο τέκνα, τὸ μὲν ἀρσενικόν, τὸ δὲ θηλυκόν.

Άγιοι Ανδρόνικος και Αθανασία. Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Τοσοῦτον δὲ διῆγον οὖτοι ἐνάρετα, ὥστε ἀφοῦ ἐγεννήθησαν τὰ παιδία ὁ εἷς τὸν ἄλλον δὲν ἤγγισεν, ἀλλὰ διῆγον τὴν ζωὴν των καὶ οἱ δύο μὲ σωφροσύνην καὶ μὲ προσευχάς, κατεγίνοντο δὲ εἰς τὸ νὰ ἐλεῶσι τοὺς πτωχοὺς καὶ νὰ ἐπισκέπτωνται τοὺς ἀσθενεῖς. Ὕστερον δὲ ἀπὸ δώδεκα ἔτη τῆς αὐτῶν συνοικήσεως, ὅταν τὰ τέκνα των ἦσαν εἰς ἐκείνην τὴν ἡλικίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔμελλον νὰ χαροποιῶσι τοὺς γονεῖς των, τότε, λέγω, ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ἀπέθανον ἐν ταὐτῷ καὶ τὰ δύο. Ὁ μέν, λοιπόν, Ἀνδρόνικος δὲν ἔδειξε κἀνὲν ἄνανδρον κίνημα διὰ τὸν θάνατον τῶν τέκνων του, ἀλλὰ μᾶλλον τὴν ἀοίδιμον ἐκείνην φωνὴν τοῦ Ἰὼβ ἐξεφώνησεν· «αὐτὸς γυμνὸς ἐξῆλθον ἐκ κοιλίας μητρός μου, γυμνὸς καὶ ἀπελεύσομαι». Ἡ δὲ σύμβιος αὐτοῦ Ἀθανασία εἶχε λύπην ἀπαρηγόρητον· ὅθεν ἀφ᾿ οὗ ἐνεταφιάσθησαν τὰ παιδία εἰς τὸ μαρτύριον, ἤτοι εἰς τὸν ναὸν τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ἰουλιανοῦ, δὲν ἠθέλησε πλέον νὰ ἐξέλθῃ ἐκεῖθεν, ἀλλ᾿ ἔλεγεν· «ἐδῶ θέλω συναποθάνει καὶ ἐγὼ καὶ ἐδῶ θέλω ἐνταφιασθῇ καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν τέκνων μου!».

Καὶ τὸν μὲν Ἀνδρόνικον παρέλαβεν ὁ Πατριάρχης εἰς τὸ Πατριαρχεῖον, ὅπως τὸν παρηγόρησῃ· ἡ δὲ Ἀθανασία δὲν ὑπέφερε νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸν ναὸν τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ἰουλιανοῦ, ἀλλ᾿ ἔμεινεν ἐκεῖ θρηνοῦσα καὶ κλαίουσα γοερῶς. Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον φαίνεται εἰς αὐτήν, ἔξυπνον οὖσαν, ὁ Μάρτυς εἰς σχῆμα μοναχοῦ καὶ λέγει εἰς αὐτήν· «τί ἔχεις, ὦ γύναι, καὶ κλαίεις; διατὶ δὲν ἀφήνεις τοὺς ἐδῶ εὑρισκομένους νὰ ἡσυχάσωσιν;». Ἡ δὲ ἀποκριθεῖσα, εἶπε· «μὴ βαρυνθῇς, αὐθέντα μου, κατ᾿ ἐμοῦ τῆς δούλης σου, ὅτι πολὺ πόνον καὶ θλῖψιν ἔχω, ἐπειδὴ δύο μόνον τέκνα ἔχουσα καὶ τὰ δύο τὰ ἔθαψα σήμερον». Ὁ δὲ Μάρτυς ἀπεκρίθη· «μὴ κλαῖε δι᾿ αὐτά. Διότι λέγω σοί, ὦ γύναι, ὅτι, καθὼς ἡ φύσις τοῦ ἀνθρώπου ζητεῖ τὸ φαγητὸν καὶ ἀδύνατον εἶναι νὰ μὴ δώσῃ τὶς εἰς τὸν ἑαυτὸν του νὰ φάγῃ, τοιουτοτρόπως καὶ τὰ παιδία ζητοῦσιν ἀπὸ τὸν Θεὸν χρεωστικῶς νὰ δώσῃ εἰς αὐτὰ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τὰ μέλλοντα ἀγαθά του, λέγοντα: Δικαιοκρίτα Κύριε, ἀντὶ τῶν ἐπιγείων ἀγαθῶν, τῶν ὁποίων μᾶς ἐστέρησας, μὴ στερήσῃς ἡμᾶς καὶ τῶν ἐπουρανίων ἀγαθῶν σου». Ταῦτα ἡ Ἀθανασία ἀκούσασα, κατενύχθη, καὶ μετέβαλε τὴν λύπην της εἰς χαράν, λέγουσα· «λοιπὸν ζῶσι τὰ τέκνα μου ἐν οὐρανοῖς, καὶ διατὶ ἐγὼ νὰ κλαίω;». Ὅθεν στραφεῖσα ἐζήτει τὸν μοναχὸν ἐκεῖνον, ὅστις τῆς εἶπε ταῦτα. Περιελθοῦσα δὲ τὸν Ναὸν ὅλον καὶ μὴ εὑροῦσα αὐτόν, ἠρώτησε τὸν θυρωρὸν λέγουσα· «ποῦ εἶναι ὁ Μοναχὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐμβῆκε τώρα ἐδῶ;». Ὁ δὲ θυρωρὸς ἐννοήσας, ὅτι εἶδε ὀπτασίαν τινά, ἀπεκρίθη· «βλέπεις, ὅτι ὅλαι αἱ θύραι εἶναι σφαλισμέναι καὶ λέγεις ποῦ εἶναι ὁ Μοναχός;». Ἡ δὲ Ἀθανασία φοβηθεῖσα ἐπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκόν της, καὶ διηγήθη εἰς τὸν ἄνδρα της ὅ,τι εἶδε καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ αὐτὸν νὰ τὴν εἰσαγάγῃ εἰς Μοναστήριον.

Ὁ δὲ Ἀνδρόνικος, ἀποδεξάμενος τὸν λόγον μετὰ χαρᾶς, διότι καὶ αὐτὸς ἐπόθει τοῦτο, διεμοίρασε τὸ περισσότερον μέρος τῆς περιουσίας του εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ ἠλευθέρωσε τοὺς δούλους, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐξηγορασμένους· τὰ δὲ λοιπὰ ὑπάρχοντα του ἀφῆκεν εἰς τὸν πενθερόν του, παραγγείλας εἰς αὐτὸν νὰ ἱδρύσῃ νοσοκομεῖα καὶ ξενοδοχεῖα μοναχῶν. Λαβόντες λοιπὸν ὀλίγα ἔξοδα διὰ τὸν δρόμον, κατὰ τὴν νύκτα ἐξῆλθον τῆς πόλεως Ἀντιοχείας αὐτὸς καὶ ἡ γυνή του, οἱ δύο μόνοι. Βλέπουσα δὲ ἡ Ἀθανασία μακρόθεν τὸν οἶκόν της, ὕψωσε τὰ ὄμματά της εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· «Κύριε Θεέ μου, σὺ ὁ εἰπὼν εἰς τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὴν Σάρραν: «ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ τῆς συγγενείας σου, καὶ δεῦρο εἰς γῆν, ἣν ἄν σοι δείξω», Σύ, καὶ τώρα ὁδήγησον ἡμᾶς εἰς τὸν φόβον σου· διότι ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν διὰ τὸ ὄνομά σου ἀνοικτὸν τὸν οἶκόν μας καὶ ἐφύγομεν, λοιπὸν μὴ κλείσῃς εἰς ἡμᾶς τὴν θύραν τῆς Βασιλείας σου». Κλαύσαντες δὲ καὶ οἱ δύο, ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴν πατρίδα των.

Φθάσαντες οἱ Ἅγιοι εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, προσεκύνησαν τοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ ἐπεσκέφθησαν καὶ πολλοὺς πατέρας ὁσίους. Φεύγοντες δὲ ἐκεῖθεν, ἐπῆγαν καὶ οἱ δύο εἰς τὴν Αἴγυπτον, πρὸς τὸν περίφημον ἀββᾶν Δανιήλ. Καὶ ἐπειδὴ ἐφανέρωσαν εἰς αὐτὸν τὸν σκοπὸν των καὶ τὸν παρεκάλεσαν νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς ὁδὸν σωτηρίας, διὰ τοῦτο ὁ Ὅσιος τὴν μὲν Ἀθανασίαν ἀπέστειλεν εἰς γυναικεῖον Μοναστήριον τῶν Ταββεννησιωτῶν, τὸν δὲ Ἀνδρόνικον ἐκράτησε παρ᾿ ἑαυτῷ καὶ τὸν ἐνέδυσε τὸ Ἀγγελικὸν σχῆμα τῶν μοναχῶν· ὅθεν καὶ ἔμεινεν εἰς τὴν ὑποταγήν του δώδεκα ὁλόκληρα ἔτη. Ἀφ᾿ οὗ δὲ τὰ δώδεκα ἔτη παρῆλθον, παρεκάλεσεν ὁ Ἀνδρόνικος τὸν ἀββᾶν Δανιὴλ νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν ἄδειαν διὰ νὰ μεταβῇ καὶ πάλιν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ νὰ προσκυνήσῃ καὶ δεύτερον τοὺς Ἁγίους Τόπους· ὁ δὲ ἀββᾶς Δανιήλ, ποιήσας εὐχήν, ἀπέλυσεν αὐτόν.

Περιπατῶν λοιπὸν ὁ ὅσιος Ἀνδρόνικος εἰς τὸν δρόμον τῆς Αἰγύπτου, ἐκάθησεν ὑποκάτω εἰς ἓν δένδρον, διὰ νὰ ἀναψύξῃ ὀλίγον ἀπὸ τὸ καῦμα. Καὶ ἰδού, κατ᾿ οἰκονομίαν Θεοῦ, ἦλθεν ἐκεῖ καὶ ἡ γυνή του Ἀθανασία, ἥτις ἐπορεύετο καὶ αὐτὴ εἰς Ἱεροσόλυμα μὲ σχῆμα ἀνδρικὸν ὡς μοναχός, μετονομασθεῖσα Ἀθανάσιος. Καὶ ἀφ᾿ οὗ ἀντεχαιρετίσθησαν, ἡ μὲν Ἀθανασία ἀνεγνώρισε τὸν Ἀνδρόνικον, ὁ δὲ Ἀνδρόνικος δὲν ἐγνώρισε τὴν Ἀθανασίαν· ἐπειδὴ καὶ ἐμαράνθη τὸ κάλλος αὐτῆς ἀπὸ τὴν πολλὴν ἄσκησιν καὶ ἐφαίνετο ὡς αἰθίωψ. Τότε λέγει ἡ Ἀθανασία πρὸς τὸν Ἀνδρόνικον· «ποῦ πηγαίνεις, αὐθέντα μου ἀββᾶ;» Ὁ Ἀνδρόνικος ἀπεκρίθη· «εἰς τοὺς Ἁγίους Τόπους». Λέγει εἰς αὐτὸν ἐκείνη· «ἐκεῖ θέλω νὰ ὑπάγω καὶ ἐγώ». Τῆς λέγει πάλιν ἐκεῖνος· «θέλεις νὰ περιπατῶμεν καὶ οἱ δύο ὁμοῦ;». Λέγει ἡ Ἀθανασία· «ναί, καθὼς ὁρίζεις, πλὴν νὰ περιπατήσωμεν εἰς τὸν δρόμον μὲ σιωπὴν οὕτως, ὡς νὰ μὴ ἤμην ἐγὼ μαζί σου». Τότε καὶ ὁ Ἀνδρόνικος λέγει· «καθὼς ὁρίζεις, ἂς ὑπάγωμεν σιωπῶντες». Πάλιν δὲ ἡ Ἀθανασία τὸν ἐρωτῷ· «δὲν εἶσαι μαθητὴς τοῦ ἀββᾶ Δανιήλ;». Ἀποκρίνεται ὁ Ἀνδρόνικος· «ναί». Λέγει αὐτῷ ἐκείνη· «δὲν ὀνομάζεσαι Ἀνδρόνικος;». Ἀπεκρίθη αὐτῇ· «ναί». Ἡ Ἀθανασία εἶπεν· «αἰ εὐχαὶ τοῦ γέροντος εἴθε νὰ μᾶς συνδοδεύσωσιν εἰς τὸν δρόμον μας». Λέγει ὁ Ἀνδρόνικος· «γένοιτο! Ἀμήν».

Μὲ τοιοῦτον τρόπον λοιπὸν ἐπῆγαν σιωπῶντες καὶ οἱ δύο εἰς Ἱερουσαλήμ· καὶ ἀφ᾿ οὗ προσεκύνησαν τοὺς Ἁγίους Τόπους, πάλιν ἐπέστρεψαν σιωπῶντες εἰς Ἀλεξάνδρειαν. Τότε ἡ Ἀθανασία ἠρώτησε τὸν Ἀνδρόνικον· «θέλεις νὰ μείνωμεν μαζὶ εἰς ἓν κελλίον;». Ἀπεκρίθη ὁ Ἀλέξανδρος· «ὡς ὁρίζεις ἂς μείνωμεν, πλὴν θέλω πρῶτον νὰ ὑπάγω εἰς τὸν γέροντά μου καὶ νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν καὶ τὴν εὐχήν του». Ἐκείνη εἶπεν· «ὕπαγε καὶ σὲ προσμένω εἰς τὸν τόπον, τὸν καλούμενον Ὀκτωκαιδέκατον. Καὶ ἐὰν ὑποφέρῃς νὰ μένῃς μετ᾿ ἐμοῦ σιωπηλῶς, καθὼς ἐβαδίσαμεν καὶ ἐπήγαμεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἤλθομεν πάλιν ἐδῶ, καλῶς ἐλθέ· εἰ δὲ δὲν ὑποφέρῃς νὰ σιωπᾷς, μὴ ἔλθῃς». Ὁ δὲ Ἀνδρόνικος, πορευθεὶς εἰς τὸν γέροντά του, τὸν ἀββᾶν Δανιήλ, ἐφανέρωσεν εἰς αὐτὸν τὴν ὑπόθεσιν. Ὁ δὲ γέρων ἐγνώρισεν ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ Ἀνδρονίκου, ὅτι ἦτο εἰς μεγάλην προκοπὴν ἀρετῆς ὁ Ἀθανάσιος. Ὅθεν τοῦ ἔδωκε τὴν ἄδειαν καὶ εἶπεν εἰς αὐτόν· «ὕπαγε, ἀγάπα τὴν σιωπὴν καὶ μεῖνον μὲ τὸν ἀδελφόν· ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι τῇ ἀληθείᾳ τοιοῦτος ὁποῖος πρέπει νὰ εἶναι ὁ μοναχός». Τότε ἐπιστρέψας ὁ Ἀνδρόνικος ἔμεινεν ὁμοῦ μὲ τὴν Ἀθανασίαν δώδεκα ἔτη, χωρὶς νὰ γνωρίσῃ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ σύζυγός του. Πολλάκις δὲ μετέβαινεν ὁ ἀββᾶς Δανιὴλ εἰς ἐπίσκεψιν αὐτῶν καὶ συνομιλῶν συνεβούλευεν αὐτοὺς περὶ ὠφελείας ψυχῆς.

Μίαν φορὰν ἔτυχε νὰ ὑπάγῃ πάλιν ὁ ἀββᾶς Δανιὴλ ὅπως τοὺς ἐπισκεφθῇ· καὶ ἀφ᾿ οὗ ἐλάλησεν ἱκανῶς τὰ πρέποντα, τοὺς ἀπεχαιρέτησε καὶ ἐπανήρχετο εἰς τὸ κελλίον του. Τότε ἔτρεξε κατόπιν αὐτοῦ ὁ ὅσιος Ἀνδρόνικος καὶ φθάσας αὐτὸν τῷ εἶπεν· «ὁ ἀββᾶς Ἀθανάσιος ἠσθένησε καὶ εἶναι διὰ νὰ ὑπάγῃ πρὸς Κύριον». Ὁ δὲ γέρων ἐπέστρεψε καὶ εὗρε τὸν Ἀθανάσιον πάσχοντα ἀπὸ θέρμην· ὅστις βλέπων τὸν γέροντα, ἤρχισε νὰ κλαίῃ. Ὁ δὲ γέρων λέγει· «ἀντὶ νὰ χαρῇς, διότι ὑπάγεις νὰ ἀπολαύσῃς τὸν Θεόν, σὺ κλαίεις;». Ὁ δὲ εἶπε· «δὲν κλαίω δι᾿ ἐμαυτόν, ἀλλὰ διὰ τὸν ἀββᾶν Ἀνδρόνικον· ὅθεν παρακαλῶ σε, ποίησον ἀγάπην. Καὶ ἀφ᾿ οὗ μὲ θάψῃς, ἐξέτασον πλησίον εἰς τὴν κεφαλήν μου, καὶ θέλεις εὗρει πινακίδιον γεγραμμένον· ἀνάγνωσον αὐτό, καὶ δός το καὶ εἰς τὸν ἀββᾶν Ἀνδρόνικον».

Ἐποίησαν λοιπὸν εὐχὴν καὶ οἱ τρεῖς καὶ ἐκοινώνησε τὰ ἄχραντα Μυστήρια ἡ μακαρία Ἀθανασία, καὶ οὕτως ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ. Τότε εὗρε καὶ ὁ ἀββᾶς Δανιὴλ τὸ πινακίδιον καὶ τὸ ἀνέγνωσε καὶ ἐκ τούτου ἐγνώρισεν, ὅτι ἦτο ἡ σύζυγος τοῦ Ἀνδρονίκου, ἡ ἀοίδιμος Ἀθανασία. Ἐπληροφορήθησαν δὲ τοῦτο καὶ ὅταν ἐκήδευον αὐτὴν διότι εὑρέθη οὐχὶ ἀνήρ, ἀλλὰ γυνή. Ἠκούσθη δὲ τοῦτο εἰς ὅλην τὴν Λαύραν. Ὅθεν ἔστειλεν ὁ ἀββᾶς Δανιὴλ εἴδησιν εἰς τοὺς ἀδελφούς, καὶ συνέδραμον ὅλοι οἱ πατέρες οἱ κατοικοῦντες εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς ἐρήμου, καὶ ὅλαι αἱ Λαῦραι καὶ τὰ Μοναστήρια τῆς Ἀλεξανδρείας, καὶ ὅλη ἡ πόλις καὶ ὅλη ἡ Σκήτη συνήχθησαν εἰς τὸν ἐνταφιασμόν της. Οἱ δὲ Σκητιῶται ἔφερον ὅλοι λευκὰ ἐνδύματα· διότι τοιαύτην συνήθειαν εἶχον εἰς τὴν Σκήτην, νὰ ἐνδύωνται λευκὰ ἐνδύματα, ὅταν ἐνεταφίαζον τοὺς ἀδελφούς, ὡς νικητὰς τῶν τριῶν ἐχθρῶν, σαρκός, κόσμου καὶ κοσμοκράτορος, ἤτοι τοῦ διαβόλου. Προπέμψαντες, λοιπόν, μετὰ βαΐων καὶ κλάδων τὸ τίμιον λείψανον τῆς μακαρίας Ἀθανασίας, τὸ ἐνεταφίασαν μετὰ μεγάλης εὐλαβείας, δοξάζοντες τὸν Θεόν, τὸν δόντα εἰς τὴν Ἁγίαν τόσην μεγάλην ὑπομονήν. Ἔμεινε δὲ ἐκεῖ ὁ ἀββᾶς Δανιήλ, διὰ νὰ τελέσῃ τὰ ἕβδομα μνημόσυνα τῆς Ὁσίας.

Ἀφ᾿ οὗ ἐτελέσθησαν τὰ μνημόσυνα, ἀναχωρῶν ὁ ἀββᾶς Δανιὴλ ἠθέλησε νὰ συμπαραλάβῃ μετ᾿ αὐτοῦ καὶ τὸν ἀββᾶν Ἀνδρόνικον. Ὁ δὲ Ἀνδρόνικος δὲν ἠθέλησε νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ, λέγων· «ἐδῶ θέλω ἀποθάνει καὶ ἐγὼ μαζὶ μὲ τὴν κυρίαν μου Ἀθανασίαν!». Καὶ οὕτως ἀποχαιρετήσας αὐτὸν ὁ γέρων, ἀνεχώρησε. Κατόπιν δὲ φθάνει τὸν γέροντα εἷς ἀδελφός, καὶ λέγει εἰς αὐτόν· «ὁ ἀββᾶς Ἀνδρόνικος ἀσθενεῖ ἀπὸ θέρμην». Καὶ εὐθὺς ὁ ἀββᾶς Δανιὴλ στέλλει εἴδησιν εἰς τοὺς ἀδελφοὺς τῆς Σκήτης, λέγων· «ὁ ἀββᾶς Ἀνδρόνικος ἀκολουθεῖ τὸν ἀββᾶν Ἀθανάσιον, καὶ λοιπὸν συνέλθετε». Ὅθεν συνέδραμον πάντες οἱ πατέρες καὶ προέφθασαν αὐτὸν ζῶντα. Καὶ ἀφ᾿ οὗ ἐζήτησαν ὅλοι καὶ ἔλαβον τὴν εὐλογίαν του, τότε καὶ ὁ ἀοίδιμος Ἀνδρόνικος ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ. Ἔγινε δὲ φιλονικία καὶ ἀντίστασις περὶ τοῦ λειψάνου τοῦ Ἀνδρονίκου, ποῖοι νὰ τὸ λάβωσιν, οἱ ἐν τῷ τόπῳ τοῦ Ὀκτωκαιδεκάτου κατοικοῦντες, ἢ οἱ Σκητιῶται. Μόλις δὲ καὶ μετὰ βίας κατέπαυσεν ὁ ἀββᾶς Δανιὴλ τὴν φιλονικίαν αὐτῶν, εἰπών, ὅτι πρέπει νὰ ταφῇ ἐκεῖ εἰς τὸν Ὀκτωκαιδέκατον μετὰ τοῦ συναγωνιστοῦ του, τὴν ὁσίαν, λέγω, Ἀθανασίαν. Καὶ οὕτως ἐνεταφίασαν αὐτὸ ἐκεῖ, δοξάζοντες τὸν ἐπὶ πάντων Θεόν. Ἀμήν.

Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/agiologion/osioi_andronikos_kai_a8anasia.htm

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς: Ομιλία για τον Αβραάμ και τον Λώτ (9 Οκτωβρίου)

Ομιλία για τον Αβραάμ

«Εγώ δε ειμί γη και σποδός», (Γεν. 18. 27)

Η θυσία του Αβραάμ. Ιερά Μονή Παναγίας Ποδίθου παρά την Γαλάτα

Αυτά είναι τα λόγια που είπε για τον εαυτό του ο δίκαιος Αβραάμ. Αδελφοί μου, πόσο γελοίοι είναι οι άνθρωποι που καυχώνται για τις γνωριμίες τους με κοσμικούς άρχοντες και άλλους επιφανείς του κόσμου τούτου και έχουν, γι’ αυτό τον λόγο, μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους!

Ο Αβραάμ αξιώθηκε να συνομιλεί με τον Παντοδύναμο και Αιώνιο Βασιλέα, με τον ίδιο τον Θεό. Εντούτοις, παρέμεινε απαράτρεπτος και αταλάντευτος στην ταπείνωσή του, αποκαλώντας τον εαυτό του γη και σποδό. Ποιός ήταν αυτός ο Αβραάμ, ο οποίος αξιώθηκε εν ζωή μιας τόσο μεγάλης ευλογίας από το Θεό και μιας τέτοιας εξυμνήσεως, μετά το θάνατό του, από τον Παύλο (Γαλ. 3, Εβρ, 11), αλλά και από τον ίδιο τον Δεσπότη Χριστό (Λουκ. 16, 22, Ιωάν. 8, 39);

Ήταν ένας χωρικός που είχε όλες τις αρετές και ζούσε σύμφωνα με το νόμο του Θεού, ένας άνθρωπος με ακράδαντη πίστη στο Θεό, ένας εραστής του δικαίου, ένας εξαιρετικά φιλόξενος και συμπονετικός άνθρωπος, γενναίος, ευπειθής, γνήσιος και ταπεινός.

Η φιλοξενία του Δικαίου Αβραάμ. Εξωκκλήσιον Αγίου Τυχικού, Έσω Γαλάτα

Μολαταύτα, ο Αβραάμ δοξάζεται κυρίως για την πίστη του, μια πολύ δυνατή πίστη! Ο Αβραάμ ήταν ήδη εκατό ετών, όταν ο Θεός του είπε πως η γυναίκα του, στείρα έως τότε, θα γεννούσε έναν γιό. Εκείνος πίστεψε το Θεό. Ακόμη και προτού γεννήσει η Σάρα τον Ισαάκ, ο Θεός είπε στον Αβραάμ: και ποιήσω το σπέρμα σου ως την άμμον της γης (Γεν. 13, 16). Ο Αβραάμ πίστεψε και διόλου δεν αμφέβαλε. Όταν γεννήθηκε ο μοναδικός υιός του Αβραάμ, ο Θεός τον πρόσταξε, ως δοκιμασία, να προσφέρει το μοναχοπαίδι του θυσία. Ο Αβραάμ ετοιμάστηκε για να το κάνει, αλλά ο Θεός την τελευταία στιγμή τον απέτρεψε απ’ αυτή την πράξη. Πόσο πλήρης ήταν η πίστη και τελεία η υπακοή του θαυμάσιου αυτού ανθρώπου στο Θεό! Ως αποτέλεσμα, ο Θεός τον ευλόγησε δαψιλώς και τον έκανε ένδοξο τόσο στη γη όσο και στον ουρανό.

Αδελφοί μου, είναι μακάριοι αυτοί που, χωρίς ενδοιασμούς, πιστεύουν στο Θεό και εκπληρώνουν τις άγιες εντολές Του. Η ευλογία του Θεού τους συνοδεύει και στους δύο κόσμους!

Ω παντευλόγητε Δημιουργέ μας, ευλόγησε κι εμάς τους αμαρτωλούς και συναρίθμησέ μας ανάμεσα στους εκλεκτούς Σου, οι οποίοι έχουν μερίδιο μαζί με τον Αβραάμ στο Βασίλειό Σου.


Ομιλία για τον Λώτ

ἐξῆλθε δὲ Λὼτ …εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· μηδαμῶς ἀδελφοί, μὴ πονηρεύσησθε. (Γένεσις 19,7)

Ο Λωτ, ήταν ένας δίκαιος άνθρωπος εν μέσω πολλών ανόμων, και ζούσε στα Σόδομα με την σύζυγό του και τις δύο θυγατέρες του. Ο πιστός Αβραάμ ρώτησε τον Θεό: μὴ συναπολέσῃς δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής; (Θα καταστρέψεις τον δίκαιο με τον ασεβή;) (Γένεση 18:23). Ο Θεός απάντησε τότε στον πιστό Αβραάμ ότι όχι μόνο δεν θα κατέστρεφε τον δίκαιο, αλλά αν υπήρχαν δέκα δίκαιοι σε αυτήν την πόλη, θα έσωζε ολόκληρη την πόλη χάριν αυτών των δέκα. Ωστόσο, μόνον ένας δίκαιος άνθρωπος βρέθηκε στα Σόδομα, ο Λωτ, και αυτός ήταν ξένος! Ακριβώς όπως πριν από τον κατακλυσμό υπήρχε μόνο ένας δίκαιος άνθρωπος στον κόσμο, ο Νώε, έτσι και πριν από την καταστροφή των Σοδόμων υπήρχε μόνο ένας δίκαιος άνθρωπος σε αυτήν την πόλη, ο Λωτ. Ο Λωτ ήταν όμοιος με τον θείο του τον Αβραάμ σε κάθε αρετή, κυρίως δε στην υπακοή του προς τον Θεό και στη φιλοξενία του. Οι Σοδομίτες τον μισούσαν, επειδή ήταν ξένος και ακόμη περισσότερο, επειδή ήταν δίκαιος.

Αδελφοί, μη πονηρεύσησθε, τους προέτρεψε ο Λωτ. Αποκάλεσε αδελφούς του τους διεφθαρμένους ανθρώπους, για να τους ηρεμήσει και να τους υπενθυμίσει να μην διαπράξουν κακό, προκειμένου να τους σώσει. Αλλά τα αδελφικά λόγια του τους προκάλεσαν ακόμη μεγαλύτερη οργή. Ο Λωτ κρίθηκε άξιος να τον επισκεφτούν οι άγγελοι του Θεού και να τον ελευθερώσουν από αυτή τη διεφθαρμένη πόλη, της οποίας οι μεγάλες αμαρτίες έφθαναν σαν κραυγή μέχρι τον Θεό. Και οι διεφθαρμένοι Σοδομίτες επιτέθηκαν στο σπίτι του Λωτ με πονηρό σκοπό, για να μολύνουν την ιερότητα της φιλοξενίας.

Αδελφοί, μη πονηρεύσησθε, τους ζήτησε ο Λωτ. Αλλά γιατί να ακούσουν οι αποκτηνωμένοι αυτοί έναν άνθρωπο, αφού δεν φοβόταν τον Θεό; Αυτός είναι ο λόγος που οι άγγελοι του Θεού τους τιμώρησαν με τύφλωση: τοὺς δὲ ἄνδρας τοὺς ὄντας ἐπὶ τῆς θύρας τοῦ οἴκου ἐπάταξαν ἐν ἀορασίᾳ ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου, και τιμώρησαν τους ανθρώπους που ήταν στην πόρτα του σπιτιού με τύφλωση, από μικρού εως μεγάλου (Γένεση 19:11).
Τότε οι άγγελοι οδήγησαν τον Λωτ έξω από την πόλη των αδίκων και άφησαν να πέσει καταιγίδα από θειάφι και φωτιά πάνω στην πόλη. Έτσι, η άνομη πόλη χάθηκε, και ο μόνος δίκαιος άνθρωπος στην πόλη σώθηκε· κρείσσων γὰρ εἷς ἢ χίλιοι (Προτιμότερος είναι ένας δίκαιος άνθρωπος από χίλιους αμαρτωλούς (Σειρ. 16: 3).

Ω Δίκαιε Θεέ, Εσύ που ουδέποτε εγκαταλείπεις τον δίκαιο άνθρωπο, διόρθωσέ μας τις αδικίες μας και σώσε μας, Κύριε.

Ότι Σοι πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Πηγή κειμένου: iconandlight.wordpress.com

Μνήμη της Οσίας Ποπλίας της Ομολογητρίας (9 Οκτωβρίου)

Οσία Ποπλία. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

H Oσία Ποπλία η Oμολογήτρια εν ειρήνη τελειούται

Pυσθείσα κόσμου της πλάνης η Ποπλία,
Πόλου πρόσεισι φωλεοίς ως στρουθίον.

Οσία Ποπλία. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Αύτη ήτον κατά τους χρόνους Iουλιανού του παραβάτου, εν έτει τξα΄ [361]. Yπανδρευθείσα δε πρότερον, και μείνασα εις τον γάμον ολίγον καιρόν, εγέννησεν υιόν και επρόσφερεν αυτόν εις τον Θεόν, ως καρπόν άξιον. Tον μακάριον λέγω Iωάννην. O οποίος πολλαίς φοραίς μεν εψηφίσθη να γένη Eπίσκοπος της Aντιοχείας, φεύγωντας δε πάντοτε την επισκοπικήν αξίαν, διά την άκραν του ταπείνωσιν, έμεινεν εις τον κατώτερον βαθμόν της ιερωσύνης. Eστάθη γαρ μόνον Πρεσβύτερος και των Πρεσβυτέρων πρώτος1. H δε Aγία αύτη μήτηρ του Ποπλία, ήτον Hγουμένη επάνω εις άλλας Mοναχάς και Παρθένους.

Eπειδή δε ο Iουλιανός επήγε τω τότε καιρώ εις την Aντιόχειαν, και έδειχνεν εις τα είδωλα πολλήν δεισιδαιμονίαν, προσκαλώντας όλους διά να προσφέρουν σέβας και λατρείαν εις τους δαίμονας. Tούτου χάριν η τιμία αύτη γερόντισσα Ποπλία, εις καιρόν οπού επέρνα εκείνος κάτω από τον δρόμον, άρχισε να ψάλλη δυνατώτερα μαζί με τας άλλας Παρθένους το δαβιτικόν εκείνο. «Tα είδωλα των εθνών αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων». Tαύτα δε ακούσας ο Iουλιανός, επρόσταξε να τραβίξουν αυτήν εις το μέσον, και να την κτυπούν εις το πρόσωπον δυνατά. Ώστε, οπού η γη εκοκκίνισεν από το αίμα της. Kατά το παρόν δε, δεν εθανάτωσεν αυτήν, διατί είχε να υπάγη εις την Περσίαν. Aλλά εφύλαξε να την θανατώση, όταν γυρίση από εκεί. Eπειδή όμως εκείνος εσφάγη και δεν εγύρισε, διά τούτο η Aγία αύτη έμεινεν ελευθέρα. Aπό τότε δε ζήσασα ολίγον καιρόν, εν ειρήνη ετελείωσε την ζωήν της η μακαρία2.

Σημειώσεις

1. Ίσως ούτος είναι Iωάννης ο από Σχολαστικών, ο Aντιοχείας Πρεσβύτερος. Όστις εορτάζεται κατά την εικοστήν πρώτην του Φευρουαρίου.

2. Περί ταύτης της Ποπλίας γράφει ο Kύρου Θεοδώρητος, βιβλ. γ΄, κεφ. ιζ΄ [= ιδ΄], της Eκκλησιαστικής Iστορίας, αφ’ ου ερανίσθη και το Συναξάριον τούτο Mαυρίκιος ο της Mεγάλης Eκκλησίας Διάκονος, ο συνάξας τον Συναξαριστήν. Λέγει δε εκεί ο Θεοδώρητος, ότι η Ποπλία μετά των άλλων παρθένων ύστερα από το ανωτέρω ρητόν, έψαλλε και το ακόλουθον· «Όμοιοι αυτοίς γένοιντο οι ποιούντες αυτά, και πάντες οι πεποιθότες επ’ αυτοίς». O δε Iουλιανός ταύτα ακούσας, και λίαν ανιασθείς, σιγάν αυταίς προσέταξε κατά τον της παρόδου καιρόν. H δε Πουπλία μικρά των εκείνου νόμων φροντίσασα, πλείονος τον χορόν προθυμίας ενέπλησε. Kαι πάλιν εκείνου διϊόντος, ψάλλειν εκέλευσεν· «Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού». Kαι μεθ’ έτερα λέγει· «H δε Πουπλία ως άκραν τιμήν δεξαμένη την ατιμίαν, ανελήλυθε μεν εις το δωμάτιον, συνήθως δε αυτόν ταις πνευματικαίς έβαλλε μελωδίαις».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου: Ὁ ἐπίκαιρος βίος τοῦ θαυμαστοῦ Χατζηφλουρέντζου (†10 Οκτωβρίου 1969)

Χατζηφλουρέντζος

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

Βρισκόμαστε μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ στὶς ἀπαρχὲς τοῦ ἔτους 2018 καὶ ὅλοι εἴμαστε μάρτυρες κοσμοϊστορικῶν γεγονότων, γεωπολιτικῶν ἀνακατατάξεων, οἰκονομικῶν κρίσεων, κοινωνικῶν ἀλλαγῶν, φυσικῶν καταστροφῶν καί, κυρίως μιᾶς ὑφέρπουσας δαιμονικῆς ὑποκουλτούρας, ποὺ διεκδικεῖ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου διὰ τῆς σαρκολατρείας, τῆς ἡδονοθηρίας, τοῦ ἔκλυτου βίου, τῆς μαγείας, τῆς βίας, τῶν μεταφυσικῶν θεωριῶν καὶ θρησκειῶν, ποὺ ἡ «Νέα Τάξη Πραγμάτων» ἐξαπολύει σὲ ὅλα τὰ μήκη καὶ πλάτη τῆς γῆς.

Παρακολουθοῦμε τὰ δυτικὰ κράτη ἕνα ἕνα, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Κύπρου, νὰ υἱοθετοῦν διάφορες νεοφιλελεύθερες ἰδέες καὶ νεοεποχίτικες ἀντιλήψεις, ψηφίζοντας νομοσχέδια ποὺ κάτω ἀπὸ τὴν ὀμπρέλα τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν αἰτημάτων διαφόρων ὁμάδων πίεσης, ἀμφισβητοῦν θεμελιακὲς δομὲς καὶ ἀξίες τῆς κοινωνίας, ὅπως ὁ γάμος, ἡ οἰκογένεια, ἡ πατρίδα, ἡ ταυτότητα, τὸ φύλο, ἡ παιδεία κ.ἄ.

Μὲ ἄλλες λέξεις, ἡ νέα παγκόσμια τάξη προχωρεῖ στὴ δημιουργία ἑνὸς νέου τύπου ἀνθρώπου, συγκεχυμένου, ἀνασφαλοῦς, ἄβουλου, ρηχοῦ, νευρωτικοῦ, καταναλωτικοῦ καὶ φθαρμένου, ποὺ δὲν θὰ ἔχει καμία ἠθικὴ ἀντίσταση κατὰ τῶν παθῶν καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν του. Ἑνὸς ἀνθρώπου, ποὺ θὰ ζεῖ μία ἄλογηκαὶ ἐνστικτώδη ζωὴ μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ τὸν συνάνθρωπό του. Ποὺ στὸ ὄνομα μιᾶς δῆθεν ἰδιώτευσης, ὅλο καὶ πιὸ πολὺ θὰ ἐγκλωβίζεται στὴ μοναξιὰ τοῦ ἐγώ του καὶ στὴν ὀδύνη τοῦ εἰκονικοῦ του κόσμου, θεωρώντας ὅτι ἀξίζει νὰ ζεῖ κανεὶς μόνο ὅταν ἱκανοποιεῖ τὶς ὁποιεσδήποτε φίλαυτες, φιλόδοξες καὶ φιλήδονες ἐπιθυμίες του, τὶς ὁποῖες θὰ ὑπερασπίζεται ἄνευ ὅρων σὰν πράξη ἀτομικῆς ἐλευθερίας καὶ δικῆς του ἐπιλογῆς. Ἀλλ’ ὅμως ἡ ἐπιθυμία δὲν εἶναι ἐπιλογή, ἀλλά, ὅπως λέει ὁ ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ἐπιβολὴ μιᾶς νοσηρῆς παθογένειας ποὺ κληρονομοῦμε ἀπὸ τοὺς προγόνους μας ποὺ ἔμειναν ἀμετανόητοι, καθὼς καὶ ἀπὸ τὸ περιβάλλον μας.  Περαιτέρω, ἡ ἐλευθερία δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ἱκανοποίηση τῶν ἐγωιστικῶν μας ἐπιθυμιῶν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀπαλλαγή μας ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτίες, ποὺ κουβαλοῦμε ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα τῆς ζωῆς μας.

Παρόλες αὐτὲς τὶς φοβερὲς συνθῆκες διαβίωσης τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, ὁ ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης λέει: «Δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει ὁ Θεός. Ὁ Καλὸς Θεὸς τὸν σημερινὸ κόσμο τὸν φυλάει μὲ τὰ δυό Του χέρια· παλιότερα μόνο μὲ τὸ ἕνα. Σήμερα, μέσα στοὺς τόσους κινδύνους ποὺ ζεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὁ Θεὸς τὸν φυλάει ὅπως φυλάει ἡ μάνα τὸ μικρὸ παιδί, ὅταν ἀρχίζη νὰ περπατάη. Τώρα μᾶς βοηθοῦν πιὸ πολὺ ὁ Χριστός, ἡ Παναγία, οἱ Ἅγιοι, ἀλλὰ δὲν τὸ καταλαβαίνουμε. Ποῦ θὰ ἦταν ὁ κόσμος ἂν δὲν βοηθοῦσαν… Ὁ διάβολος τώρα ὀργώνει, ὁ Χριστὸς ὅμως θὰ σπείρη τελικά»1.

Στ’ ἀλήθεια, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι δὲν πρέπει νὰ φοβόμαστε ἅμα ἐλπίζουμε στὸν Θεό, καταφεύγουμε στὸν Υἱό, ἐπιθυμοῦμε τὴ σκέπη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ δοξάζουμε τὴν Ἁγία Τριάδα, διὰ τῶν πρεσβειῶν τῆς Θεοτόκου, τῶν οὐρανίων δυνάμεων, τοῦ Προδρόμου, τῶν ἁγίων ἀποστόλων καὶ πάντων τῶν ἁγίων μας.  Μαρτυρώντας δὲ σὲ αὐτοὺς τοὺς ὁμολογιακοὺς καιροὺς τὴν πίστη μας στὴν μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, θωρακιζόμαστε ἀπὸ τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας, ἀλλὰ καὶ τὴν ἁγιότητα, ποὺ εἶναι ἡ μόνη ποὺ μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπίσει ὅλη αὐτὴ τὴ δαιμονιώδη ἐποχή. Στὶς μέρες ποὺ φτάσαμε, ὁ σύγχρονος ἁγιασμένος Γέροντας Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ μᾶς συμβουλεύει νὰ λέμε στὴν προσευχή μας: «Θεέ μου, δῶσ᾽ μου ὑπομονὴ καὶ τὴν πίστη τῶν ἁγίων».

Ἕνας τέτοιας ἁγίας βιοτῆς καὶ ὁμολογίας ἄνθρωπος ἦταν καὶ ὁ Χατζηφλουρέντζος ἀπὸ τὴ Μηλιὰ Ἀμμοχώστου. Ἕνας ἀφανὴς ἐργάτης τῆς μετάνοιας, τῆς προσευχῆς καὶ τῆς καθημερινῆς εὐχαριστίας καὶ δοξολογίας πρὸς τὸν Τριαδικὸ Θεό. Τέκνο τῆς λαϊκῆς εὐσέβειας τῆς Κύπρου, ποὺ δὲν σταμάτησε ποτὲ νὰ γαλουχεῖ ἀνθρώπους ποὺ μετανοοῦν καὶ προσεύχονται καὶ ἡ προσευχή τους ἀγκαλιάζει ὅλους ἐμᾶς, τὸν τόπο μας καὶ ὅλο τὸν κόσμο.

Ὁ Φλουρέντζος Μιχαὴλ Πατσιᾶς γεννήθηκε τὸ 1901 στὸ κατεχόμενο χωριὸ Μηλιὰ Ἀμμοχώστου σὲ πολυμελὴ ἀγροτικὴ οἰκογένεια. Σχολεῖο δὲν πῆγε καὶ ἀπὸ παιδὶ ἐργαζόταν στὶς ἀγροτικὲς ἐργασίες τῆς οἰκογένειάς του. Ἐπιπλέον ἐργάστηκε γεωργοκτηνοτρόφος, κτίστης, καλλικᾶς (πεταλωτὴς) καὶ ἄλλα ἐπαγγέλματα.  Νυμφεύθηκε τὴ συγχωριανή του Ἀννεζοῦ, μία καλὴ καὶ ἥσυχη γυναίκα, καὶ μαζὶ ἀπέκτησαν 6 παιδιά, πέντε γιοὺς καὶ μία κόρη.

Τὸ 1940, σὲ ἡλικία 39 ἐτῶν, γεννιέται μέσα του ὁ πόθος νὰ μάθει γράμματα καί, μελετώντας τὰ ἱερὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας, μέσα σὲ λίγο χρονικὸ διάστημα, ἀρχίζει νὰ διαβάζει. Τὸ ἔτος 1945 ἀποτελεῖ σταθμὸ στὴ ζωή του. Πηγαίνει γιὰ προσκύνημα στοὺς Ἁγίους Τόπους στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἐκεῖ ἀλλοιώνεται πνευματικὰ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τοῦ ὁποίου ἡ ἐνέργεια παραμένει σὲ μεγάλη ἔνταση καὶ ἔκταση συνεχῶς στὰ προσκυνήματα τῶν Ἁγίων Τόπων.

Μὲ τὴν ἐπιστροφή του στὴν Κύπρο ἀρχίζει μιὰ ἔντονη πνευματικὴ ζωὴ στηριγμένη στὴν καθημερινὴ μετάνοια καὶ στὴν προσευχή, ζώντας σὰν ἀσκητὴς μέσα στὸν κόσμο, μετὰ ἀπὸ ὑπόδειξη τῆς Θεοτόκου. Ἐκοιμήθη ὁσιακὰ τὴ 10η Ὀκτωβρίου 1969, ἀφοῦ μετάλαβε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μέσα στὸν χῶρο τῆς πολυετοῦς μετανοίας του, στὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας τῆς Αὐγασίδος2.

Οἱ πρῶτες δεκαετίες τῆς ζωῆς τοῦ Χατζηφλουρέντζου καὶ ὁ φωτισμός του ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα

Δὲν ἔχουμε πολλὲς λεπτομέρειες γιὰ τὶς πρῶτες δεκαετίες τῆς ζωῆς τοῦ Χατζηφλουρέντζου. Ἀπὸ διάφορες ὅμως μαρτυρίες ἀνθρώπων ποὺ τὸν γνώρισαν καταλαβαίνουμε ὅτι, ὡς γνήσιο τέκνο τῆς ἀγροτικῆς κοινοτικῆς παράδοσης καὶ τῆς λαϊκῆς εὐσέβειας τῆς Κύπρου, ποθεῖ νὰ γνωρίσει βαθύτερα τὸν Θεὸ καὶ ἐξαιτίας ἑνὸς περιστατικοῦ ὁ πόθος του ἀρχίζει νὰ πραγματώνεται. Μιὰ μέρα, ἐργαζόμενος μὲ τὸν πενθερό του στὰ χωράφια κατὰ τὸ μάζεμα τοῦ ροβιοῦ (φυτοῦ ποὺ χρησίμευε ὡς τροφὴ γιὰ τὰ ζῶα), τὸ μάζευε μὲ μεγάλη ταχύτητα καὶ αὐθορμητισμό. Ὁ πενθερός του, βλέποντας τὸν ὑπερήφανο καὶ ἐξωστρεφὴ τρόπο ποὺ δούλευε ὁ γαμπρός του  —ποὺ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη θεωρεῖτο ἔλλειψη σοβαρότητας— τὸν παρατήρησε ἔντονα. Ὁπόταν ὁ πράος Φλουρέντζος σκέφτηκε ὅτι, γιὰ νὰ τοῦ θυμώσει τόσο πολύ, κάτι ἔκανε λάθος. Καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμή, ὅπως ὁ ἴδιος ἀργότερα ὁμολόγησε, στράφηκε στὴν Ἐκκλησία.

Ἔκτοτε παραμένει σὲ μία κατάσταση εὐσεβείας μέχρι τὴν ὥριμη  ἡλικία τῶν 45 ἐτῶν, ὁπόταν ἐπισκέπτεται γιὰ προσκύνημα τὰ Ἱεροσόλυμα. Καὶ ἐκεῖ, στοὺς Ἁγίους Τόπους, δέχεται τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ φωτίζεται ὅλη ἡ ὕπαρξή του. Ἔρχεται «εἰς ἑαυτὸν» καὶ ἀντιλαμβάνεται ὅτι «ἑνὸς ἐστὶ χρεία» (Λουκ. 10,41)· ἕνα πράγμα εἶναι ἀναγκαῖο σ᾽ αὐτὸν κόσμο: Νὰ γνωρίσουμε τὸν Θεό!

Ἐπιστρέφει λοιπὸν στὴν Κύπρο μὲ τὸ προσωνύμιο τοῦ χατζῆ (Χατζηφλουρέντζος) —ποὺ σύμφωνα μὲ τὸ ἔθος τῶν Ὀρθοδόξων δηλώνει τὸν προσκυνητὴ τῶν Ἁγίων Τόπων καὶ τὸν βαπτισθέντα στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ— καὶ πλέον ἀρχίζει νὰ διαχειρίζεται τὴν καθημερινότητά του μὲ πολλὴ μετάνοια καὶ προσευχὴ καὶ τὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνάβει περισσότερο μέσα στὴν καρδία του! 

Νὰ πῶς μοῦ περιέγραψε τὴν ἐμπειρία φωτισμοῦ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἕνας ἄλλος σύγχρονος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ μακαριστὸς γέρο Παναῆς τῆς Λύσης, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Χατζηφλουρέντζος εἶχε πολύχρονη φιλία καὶ πνευματικὴ σχέση. Μοῦ εἶπε λοιπὸν ὁ γέρο Παναῆς:

«Ἀρκέφκει (ἀρχίζει) γιέ μου, νὰ καθαρίζει ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς μετανοίας, στρώσεις-στρώσεις. Καθαρίζει ἡ πρώτη στρώση καὶ χαίρεται καὶ ἀνακουφίζεται καὶ ἀφήνει τον ὁ Θεὸς λίγο καιρὸ νὰ χαρεῖ, νὰ περιχαρίσει, καὶ νομίζει ὅτι τώρα ἅγιασε. Ὕστερα ἀνάφκει (ἀνάβει) περισσότερον ἡ λάμπα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ φωτίζει τὴ δεύτερη στρώση. Ὁ ἄνθρωπος βλέπει ὅτι ἔχει καὶ ἄλλες ἐπιθυμίες ποὺ εἶναι πιὸ βαθιές, πιὸ δύσκολες, μὲ πιὸ πολλὲς ρίζες. Καὶ ὕστερα κάμνει ἀγώνα καὶ πρέπει νὰ κάμνει περισσότερον νηστεία, νὰ χύσει περισσότερα δάκρυα, νὰ μετανοήσει γιὰ μεγαλύτερον μέρος τοῦ παρελθόντος του, ὄχι πουπάνω-πουπάνω (ἐπιπόλαια). Καὶ μετὰ βρίσκει ὅτι ἔχει καὶ τρίτη στρώση καὶ τέταρτη στρώση… Καὶ ἀντιλαμβάνεται ὅτι ὑπάρχει ἕνα μεγάλο βάθος μέσα στὴν καρδία του…». 

Τὰ δάκρυα καὶ ἡ καθημερινὴ μετάνοια τοῦ Χατζηφλουρέντζου

Ζώντας ἐμπειρικὰ ὁ Χατζηφλουρέντζος τὸ μεγάλο βάθος τῆς καρδίας του, τὸν «κρυπτὸν τῆς καρδίας ἄνθρωπον» (Α´ Πέτρ. 3, 4), καὶ ἀντιλαμβανόμενος ὅτι δὲν ἔχει πυθμένα, ζητᾶ ἐπίμονα τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ δάκρυά του γίνονται λυγμὸς καὶ θρῆνος γοερός, ὅπως ὅταν θάβει ἡ μάνα τὸ παιδί της… Ἦταν σὰν νὰ «ἀνεκαλιέτουν» (μοιρολογοῦσε), ὅπως μαρτυροῦν ἡ θυγατέρα του μοναχὴ Ἐλισάβετ καὶ ἡ συγχωριανή του μοναχὴ Ἀρσενία. «Ἦταν ἕνα θρηνητικὸ πτηνό», εἶπε κάποιος ἄλλος. Σὲ τέτοιο βαθμὸ θρηνοῦσε γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, ποὺ μερικοὶ συγχωριανοί του κοροϊδευτικὰ ἔλεγαν: «Κοίταξε τὸν Χατζηφλουρέντζο: Παλιὰ γύριζε καὶ ἔκλεβε μέσα στοὺς κάμπους καὶ τώρα κλαίει τὶς ἁμαρτίες του!» Ἤ, ὅταν ἔβλεπαν ἕνα μωρὸ νὰ κλαίει γοερὰ καὶ νὰ μὴν σταματᾶ, ἔλεγαν: «Μά, ἔκαμά σε τίποτα τὸν Χατζηφλουρέντζο»; (δηλ. «μὰ ἔμοιασες τοῦ Χατζηφλουρέντζου»;) Ἐπιπλέον, οἱ ἀφελεῖς γείτονες τοῦ Χατζηφλουρέντζου, ὅταν τὸν ἔβλεπαν νὰ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία ἔλεγαν: «Νάτον Χατζημούνα, πάλι πάει στοὺς ἁγίους του»! Κι ἀκόμη, μὴ ἀντιλαμβανόμενοι τὸν σκοπὸ τῆς αὐστηρῆς νηστείας του, ἔλεγαν στὴ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά του: «Βάλτε του φαΐ! Δῶστε του, κόρη μου, νὰ φάει! Τυραννᾶτε τὸν ἄνθρωπο, καὶ τὸν ἀφήνετε νηστικό»; Ἀλλὰ ἀγνοοῦσαν τὸ εὐαγγελικό, «οὐκ ἐπ᾽ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ᾽ ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ» (Ματθ. 4, 4). Δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος δὲν ζεῖ μόνο μὲ ψωμί, ἀλλὰ μὲ κάθε λόγο ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα του Θεοῦ, καὶ ἡ ψυχὴ θέλει τὸ δικό της φαγητό, τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας. 

Παρὰ ταῦτα, ὁ Χατζηφλουρέντζος παρέκαμπτε τοὺς σαρκασμοὺς καὶ τὶς εἰρωνεῖες τῶν ἀνθρώπων καὶ παρέμενε δοσμένος στὴ μετάνοια. Ἐφάρμοζε αὐστηρὸ ἀσκητικὸ πρόγραμμα, ποὺ παραπέμπει στοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες τῶν πατέρων τῆς ἐρήμου, μόνο ποὺ αὐτὸς ζοῦσε μέσα στὸν θορυβώδη κόσμο. Ξυπνοῦσε κάθε βράδυ γύρω στὰ μεσάνυχτα καὶ προσευχόταν μέχρι τὸ πρωί. Τρεφόταν μόνο μὲ χόρτα καὶ λίγο ψωμί, καὶ τὸ λίγο ποὺ κοιμόταν ἐφάρμοζε τὴ χαμαικοιτία (κοιμότανε δηλ. κατὰ γῆς). Μὲ ἄλλα λόγια, προσεύχεται ἀδιαλείπτως, ἀγρυπνᾶ καὶ κοινωνᾶ τακτικά. Καθημερινὰ συμμετεῖχε σὲ ἱερὲς Ἀκολουθίες καὶ βοηθοῦσε τοὺς ἱερεῖς, ὄχι μόνο τοῦ χωριοῦ του, ἀλλὰ καὶ τῶν γύρω χωριῶν τῆς Μεσαορίας. 

Συνάμα, ἐνδιαφερόταν ἔντονα γιὰ τὴν πνευματικὴ πρόοδο τῶν συνανθρώπων του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ μὲ ὄχημα τῆς ἱεραποστολῆς τὸ ποδήλατό του ἐπισκέπτεται συνεχῶς γνωστούς του καὶ τοὺς νουθετεῖ πνευματικά. Συμβούλευε τοὺς πιστοὺς νὰ ἐκκλησιάζονται τὴν Κυριακὴ καὶ νὰ κάνουν τὶς δουλειές τους μετὰ τὸν κυριακάτικο ἐκκλησιασμό. Ἐπέμενε νὰ λέει στοὺς ἀνθρώπους νὰ νηστεύουν Τετάρτη καὶ Παρασκευή. Τὸν ἔγνοιαζε πάρα πολὺ ἡ τάξη τῶν Ἀκολουθιῶν κι ὁ εὐπρεπισμὸς τῶν ναῶν. Ἀνησυχοῦσε γιὰ τὴν ἐκκοσμίκευση καὶ τοὺς νεωτερισμοὺς ποὺ ἄρχισαν νὰ διεισδύουν μέσα στὴν Ἐκκλησία. Κι αὐτό, γιατὶ εἶχε ἐνωρὶς ἀντιληφθεῖ πὼς τὸ πρωτεῦον πρόβλημα τῆς τότε ἐποχῆς δὲν ἦταν τὸ πολιτικό, ἀλλὰ τὸ πνευματικό. Ἔβλεπε ὅτι  μαζὶ μὲ τὸ ἀποικιακὸ καὶ κατακτητικὸ πνεῦμα τῶν Βρετανῶν, εἰσέβαλε ὕπουλα στὸ νησὶ καὶ ἡ ἄθεη δυτικὴ  νοοτροπία. Γι᾽ αὐτὸ ἀντιστέκεται στὴν εὐκολία καὶ τὴν ἄνεση, γιατὶ βλέπει ὅτι ἀφαιροῦν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τὸν κόπο, τὴν ἀγωνιστικότητα καὶ τὴν ἀποφασιστικότητα, κάνοντας τοὺς μαλθακοὺς σὲ ὅλα, ἀφοῦ ὁ κόπος καὶ ὁ ἱδρώτας εἶναι ἡ ταπείνωση τοῦ σώματος. Ἔλεγε χαρακτηριστικὰ πὼς «οἱ πολυέλαιοι καὶ τὸ ἠλεκτρικὸ φῶς εἶναι ΕΙΔΩΛΑ», δηλαδὴ ψευτιά. 

Κάποτε ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ πληροφορία ποὺ τοῦ ἔλεγε: «Θὰ πᾶς ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ ὡς τὴ δύση κι ἀπὸ τὸν βορρὰ ὡς τὸν νότο, καὶ μὲ τὸ πνεῦμα σου δὲν θὰ συμφωνήσει κανένας». Καὶ πράγματι, μὲ τὸ ποδήλατό του γυρίζει τὶς πόλεις  Κερύνεια, Λευκωσία, Λάρνακα καὶ Πάφο τῆς Κύπρου μόνο μέσα σὲ δώδεκα μέρες, γιὰ νὰ δεῖ ἂν συμφωνοῦν οἱ ἄνθρωποι μὲ τὸν τρόπο ζωῆς του. Καί, ὅπως ἔλεγε: «Ἔγινε αὐτό, γιὰ νὰ δῶ ἂν συμφωνοῦσαν μὲ τὸ πνεῦμα τὸ δικό μου. Καί, ὅπως ὁ Κύριος μοῦ τὸ προεῖπε, τὸ βρῆκα μπροστά μου. Δὲν συμφώνησε κανένας. Μὲ ἄκουσε λίγο ὁ ἐπίσκοπος (Πάφου) Γεννάδιος, ὁ ὁποῖος μοῦ εἶπε καὶ μερικὰ λόγια». Νὰ σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι τὴν τότε ἱεραρχία καὶ τὸν κλῆρο τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου πρωτίστως τὴν ἐνδιαφέρει ἡ ὀργάνωση τοῦ ἐθνικοῦ ἀγώνα κατὰ τῶν Ἄγγλων γιὰ αὐτοδιάθεση καὶ ἕνωση μὲ τὴν Ἑλλάδα, καὶ δευτερευόντως τὴ νοιάζει ἡ ποιμαντικὴ τῆς μετανοίας, τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἁγιότητας, ποὺ ἀσφαλῶς δὲν ἔπαψε νὰ λειτουργεῖ σὲ ὁρισμένα μοναστήρια καὶ σὲ μερικοὺς ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ.

Ὁ Χατζηφλουρέντζος ὑπῆρξε ἰδιαίτερα ἐλεήμων καὶ ἐργαζόταν ἀμισθὶ σὲ ὅποιον τὸν καλοῦσε σὲ βοήθεια. Ποτὲ δὲν κρατοῦσε λεφτὰ γιὰ τὸν ἐαυτό του καί, ὅσα μάζευε ἀπὸ τὴν ἐργασία του, τὰ ἔδινε στὴ σύζυγό του καθὼς καὶ σὲ διάφορες ἐλεημοσύνες. Μάλιστα ἔλεγε ὅτι οἱ χριστιανοὶ δὲν πρέπει να ἀποταμιεύουν λεφτὰ  στὶς τράπεζες γιὰ νὰ παίρνουν τόκους, ἀλλὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ περισσεύουν νὰ τὰ δίνουν στοὺς φτωχοὺς χωρὶς νὰ τὰ ζητᾶνε πίσω. 

Παρόλο αὐτὸ τὸν πνευματικό του ἀγώνα, ὁμολογοῦσε μὲ ἐπίγνωση: «Ὅσο καὶ ἂν ἀγωνιστεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἂν δὲν ἔρθει τὸ Πνεῦμα τὸἍγιον νὰ τὸν ἀγγίξει, δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίποτα. Δὲν μπορεῖς νὰ περάσεις τὸ σακκοράφι, ἂν δὲν ἔρθει ὁ Κύριος. Ἀκόμα καὶ τότε, θὰ σὲ ἐμποδίζει καὶ θὰ προσπαθεῖ νὰ σὲ στρέψει πίσω ὁ πονηρός». Εἶχε δηλαδὴ πλήρη ἐπίγνωση τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου τοῦ Κυρίου, «χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδὲν» (Ἰωαν. 15, 5).

Τὸ θέλημά του νὰ γίνει μοναχὸς

Το μοναστήρι της Παναγίας της Αυγασίδας το οποίο σήμερα έχει καταστραφεί

Ὁ πόθος του νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Θεὸ αὐξάνει σὲ τέτοιο βαθμό, ποὺ γύρω στὰ 1959/1960 γεννιέται μέσα του ἡ ἐπιθυμία νὰ γίνει μοναχός. Ἀρχικὰ πηγαίνει στὴν ἱερὰ μονὴ Ἀποστόλου Βαρνάβα καὶ μετὰ στὴν ἱερὰ μονὴ Σταυροβουνίου, ἀλλὰ οἱ πατέρες καὶ τῶν δύο μονῶν τὸν ἀποτρέπουν λέγοντάς του: «Ἔχεις παιδιά, ἔχεις παιδὶ ἐλεύθερο. Πρέπει νὰ στραφεῖς πίσω». Καὶ ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ὑπακούει, κόβοντας τὸ θέλημά του. 

Ἀργότερα ὅμως, τὸ 1961 ἢ τὸ 1963, μὲ ἀφορμὴ ἕνα γεγονός, ξαναποφασίζει νὰ μονάσει. Ἤτανε τότε ποὺ γιὰ πρώτη φορὰ ἠλεκτροδοτήθηκε τὸ χωριό του. Σὰν προέκταση καί, μετὰ ἀπὸ ἀπόφαση τοῦ ἱερέα καὶ τῶν ἐπιτρόπων, τοποθετήθηκε ἠλεκτροδοτούμενος πολυέλαιος μέσα στὸν ναό. Ὁ παπποὺς ἀντιδρᾶ ἔντονα, λέγοντας: «Αὐτὸ τὸ εἴδωλο μέσα στὸν ναὸ τοῦ Κυρίου μου νὰ μὴν τὸ βάλετε, δὲν τὸ θέλει»! Καί, μετὰ ἀπὸ λογομαχία μαζί τους, τοὺς εἶπε· «Θὰ φύγω γιὰ νὰ μὴν βάλω σκάνδαλα». Καὶ ξεκινάει νὰ πάει στὸ Σταυροβούνι, μὲ σκοπὸ νὰ μονάσει. 

Διερχόμενος τότε ἀπὸ τὸ χωριὸ Λύση, φιλοξενεῖται στὸ σπίτι τοῦ πνευματικοῦ του ἀδελφοῦ γερο-Παναῆ. Κατὰ τὴν ὥρα τοῦ βραδινοῦ του ὕπνου μέσα του ἐξελίσσεται μία μεγάλη μάχη μεταξὺ Θεοῦ καὶ διαβόλου. Ὅπως ὁ ἴδιος διηγήθηκε ἀργότερα, ἄκουε μιὰ φωνὴ (τοῦ διαβόλου), ποὺ τοῦ ἔλεγε νὰ πάει στὸ μοναστήρι, καὶ μιὰ ἄλλη φωνὴ (τοῦ Θεοῦ), νὰ τοῦ λέει: «Νὰ πᾶς πίσω στὸ χωριὸ καὶ νὰ πηγαίνεις κανονικὰ στὴν ἐκκλησία. Καί, ἂν ἀνάψουν τὸν πολυέλαιο, ἐσὺ τὴ δουλειά σου· οὔτε νὰ τὸν σβήνεις, οὔτε νὰ τὸν ἀνάβεις. Νὰ πηγαίνεις στὴ μονὴ τῆς Αὐγασίδας γιὰ νὰ κοιμᾶσαι. Νὰ ἔρχεσαι τὴ μέρα νὰ ἀνάβεις τὰ καντήλια στὸ χωριὸ καὶ τὸ βράδυ νὰ ἀποσύρεσαι στὸ μοναστήρι».Καὶ ἔτσι τὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας τῆς Αὐγασίδας μετὰ ἀπὸ χρόνια γνωρίζει ἕνα παράδοξο ἀσκητή… Κάθε βράδυ ὁ Χατζηφλουρέντζος ἀσκητεύει μέσα σ᾽ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐγκαταλελειμμένα  κελλιὰ τῆς μονῆς. Ὡστόσο, μιὰ μέρα τοῦ ἐμφανίστηκε ἡ Θεοτόκος καὶ τοῦ λέει: «Ὄχι ἐδῶ, ἀλλὰ μέσα στὸν οἶκο μου νὰ κοιμᾶσαι»! Κι ἀπὸ τότε κοιμόταν μέσα στὴν ἐκκλησία, στὸ πάτωμα, μπροστὰ ἀπὸ τὸ εἰκονοστάσι.  Ἀλλ’ ὅμως βάζει καὶ ἐδῶ ὁ διάβολος τὰ ἐμπόδιά του καὶ συκοφαντεῖται ὅτι δῆθεν σφετερίζεται τὴ μονή, καὶ ἡ Ἀρχιεπισκοπὴ τοῦ ἀπαγορεύει νὰ διαμένει στὴν ἐκκλησία.

Οἱ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ στὸν ἀσκητὴ Χατζηφλουρέντζο

Στὰ τελευταῖα δέκα χρόνια τῆς ζωῆς του τὰ πλούσια χαρίσματα ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀρχίζουν νὰ διαχέονται μέσα στὴ μικρὴ κοινωνία ποὺ ζεῖ, καί, κυρίως, ὁ προφητικός του λόγος, ποὺ ἀπηχεῖ παράξενα ἀλλὰ καὶ προβληματίζει τοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶναι κοντά του. Πέραν ὅμως τοῦ χαρίσματος τῆς προφητείας, εἶχε λάβει καὶ ἄλλες δωρεὲς ἀπὸ τὸν Θεό, ὅπως τὸ χάρισμα τῆς μετανοίας, τῶν ἀείρροων δακρύων, καθὼς καὶ αὐτὸ τῆς διὰ Χριστὸν σαλότητας. Ἕνα ἀσύνηθες δῶρο στὴν ἁγιοπατερικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ δίνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ ταπεινοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ μὴν γίνεται ἀντιληπτὴ ἡ ἁγιότητά τους, καὶ ἔτσι νὰ διασφαλίζεται σὲ αὐτοὺς τὸ ταπεινὸ  φρόνημα. Γιατί, ὅπως λὲνε καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες, μπορεῖς νὰ λάβεις ποικίλα θεϊκὰ χαρίσματα, ἀλλὰ νὰ μὴν τὰ κρατήσεις ὅταν πέσεις σὲ ἐγωισμό, ὅταν σκεφτεῖς ὅτι εἶσαι ἅγιος!

Τὸ προφητικὸ χάρισμα τοῦ Χατζηφλουρέντζου

Θὰ ἤθελα καὶ στὸ σημεῖο αὐτό, ὡς ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, νὰ εὐχαριστήσω τὸν Ἀντώνη Γ. Ἀντωνίου γιὰ τὸ πολύτιμο βιβλίο του, Χατζηφλουρέντζος. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ Μηλιὰ Ἀμμοχώστου, καθὼς σ᾽ αὐτό, ταπεινὰ καὶ ἀθόρυβα, διασώζει τὸν βίο καὶ τοὺς λόγους ἑνὸς ἁγίου ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ τὸν ἔχουμε ἐμεῖς σήμερα, ἀλλὰ καὶ οἱ ἑπόμενες γενεές, ὡς πολύτιμη παρακαταθήκη καὶ ὁδηγὸ μετανοίας. Προλογίζοντας λοιπὸν τὴ δεύτερη ἔκδοση τοῦ βιβλίου τούτου, ἔγραψα τὰ ἑξῆς:   

«Ἡ περίπτωση τοῦ Χατζηφλουρέντζου δὲν ἀποτελεῖ μεμονωμένο γεγονός, ἀλλὰ πολυτίμητο κρίκο θαυμαστῆς ἁλυσίδας χαρισματικῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ, ποὺ μόνο ἡ Ὀρθοδοξία ξέρει νὰ φανερώνει ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Ὁ Χατζηφλουρέντζος ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τὸ 1969. Μποροῦμε ἀνενδοίαστα νὰ ποῦμε πὼς ὁ προφητικός του λόγος συνδέει δύο μεγάλους ἁγίους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, πλούσια κοσμημένους μὲ τὸ προφητικὸ χάρισμα: Τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ († 1779) καὶ τὸν ὅσιο Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη († 1994).

»Ὁ αὐθεντικὸς προφητικὸς λόγος ὑπηρετεῖ διαχρονικὰ καὶ ἀδιαμφισβήτητα τὸ ποιμαντικὸ καὶ σωτηριολογικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, καθόσον ὁδηγεῖ τὸν πιστὸ στὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ μετάνοια. Ἐὰν ὅμως κάποια προφητικὴ ρήση ὁδηγεῖ στὸν πανικό, τότε ὑπάρχει πρόβλημα: Εἴτε δηλ. δὲν εἶναι ἐκ Θεοῦ, ἀλλὰ ἐκφέρεται ἀπὸ ψευδοπροφῆτες —εἶδος πλανεμένων, ἤδη γνωστῶν ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη—, εἴτε, ἐὰν ἡ προφητεία εἶναι αὐθεντική, ὁ ἀκροώμενος τὴν προφητεία ἔχει ὁ ἴδιος πνευματικὸ ἔλλειμμα, γιατὶ δὲν καλλιεργεῖ τὴν πραγματικὴ μετάνοια καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ζωή.

»Ἡ ἐποχή μας εἶναι κατεξοχὴν προφητική. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ ἀγαπᾶ ἰδιαιτέρως τοὺς χαρισματικοὺς πιστούς, ποὺ δέχονται τὶς ἐκ Θεοῦ ἐλλάμψεις καὶ ἀποκαλύπτουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στὴν Ἐκκλησία καὶ τὰ μέλλοντα συμβαίνειν. Ἑπομένως, ἕνα ἐκ τῶν ἔργων ἡμῶν τῶν ἐπισκόπων εἶναι νὰ διακρίνουμε τὸ ψεῦδος ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, τὴν ἐκ Θεοῦ προφητικὴ ρήση ἀπὸ τὰ φληναφήματα τῶν ψευδοπροφητῶν.

»Καὶ ἀπὸ τὴ θέση αὐτή, ταπεινὰ καταθέτουμε στὸν Ὀρθόδοξο κλῆρο καὶ τὸν λαὸ τὴν πεποίθησή μας ὅτι ὁ Χατζηφλουρέντζος εἶναι αὐθεντικὸ στόμα τῆς Ἐκκλησίας, θαυμαστὸς προφήτης τοῦ Γένους μας, διδάσκαλος τῆς μετανοίας καὶ ‘‘σημεῖον τῶν καιρῶν’’. Τὸ πρόβλημα σήμερα δὲν εἶναι νὰ πιστεύσουμε στὶς προφητεῖες τοῦ μακαριστοῦ τούτου Γέροντος, ἀλλὰ νὰ ζήσουμε τὴ μετάνοια και τὴν ἔνταση τῆς προσευχῆς ποὺ αὐτὸς εἶχε. Σ᾽ αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ μπορεῖ κάθε ψυχή, ποὺ ἀγωνίζεται ἐν Χριστῷ, νὰ προσεύχεται. Καὶ αἰσθανόμαστε καύχηση ἐν Κυρίῳ, ποὺ ἡ Χριστοφίλητος νῆσος τῆς Κύπρου συνεχίζει μέχρι τοὺς χρόνους μας τὴ μακραίωνα παράδοση τῆς ἁγιοτοκίας.»

Οἱ προφητεῖες τοῦ Χατζηφλουρέντζου

Ὁ θαυμαστὸς Χατζηφλουρέντζος, σὲ συνομιλία ποὺ εἶχε τὸ 1963 μὲ τὸν μεγάλο του γιὸ Ἀντώνη —ὅταν εἶχαν ἤδη ἀρχίσει οἱ διακοινοτικὲς ταραχὲς μεταξὺ Ἑλληνοκυπρίων καὶ Τουρκοκυπρίων— τοῦ προφήτευσε τὴν τουρκικὴ εἰσβολὴ τοῦ 1974, λέγοντάς του:

«Οἱ Τοῦρκοι θὰ ἔρθουν, γυιέ μου, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔρθουν τώρα· μετὰ θὰ ἔρθουν καὶ θὰ πάρουν τὴν Κύπρο τὴ μισή». «Μὰ δὲν εἴμαστε μόνοι μας, ἔχουμε καὶ τὴν Ἑλλάδα», τοῦ εἶπε ὁ Ἀντώνης. «Κανένα δὲν ἔχουμε ὑπέρ μας, εἶναι ὅλοι ἐναντίον μας. Οἱ Τοῦρκοι θὰ ἔρθουν ὕστερα καὶ ὅλοι θὰ τοὺς ζητοῦν νὰ σταματήσουν καὶ αὐτοὶ δὲ θὰ σταματοῦν». Πράγματι, μετὰ τὴν εἰσβολὴ τῆς 20ῆς Ἰουλίου 1974, συμφωνήθηκε ἐκεχειρία μεταξὺ 23 καὶ 26 Ἰουλίου, τὴν ὁποία οἱ Τοῦρκοι δὲν σεβάστηκαν καὶ προχώρησαν καὶ κατέλαβαν καὶ τὴν ὑπόλοιπη κατεχόμενη γῆ μας, ἀπὸ τὴ Μόρφου μέχρι τὸ Βαρώσι.

«Καὶ τότε», συνεχίζει ὁ Χατζηφλουρέντζος, «θὰ ἀφήσετε τὰ σπίτια σας ὅπως εἶναι καὶ θὰ φύγετε. Θὰ πέφτετε ὁ ἕνας πάνω στὸν ἄλλο (δηλ. θὰ εἴσαστε ὅλοι μαζὶ στριμωγμένοι), χωρὶς νὰ πειράζει ὅμως ὁ ἕνας τὸν ἄλλον… Θὰ μαυροφορήσει ὅλη ἡ Κύπρος καὶ θὰ γυρεύετε τὴν πιὸ μικρὴ σπηλιά, τὴν πιὸ μικρὴ τρύπα νὰ τρυπώσετε. Θὰ γίνει μεγάλο κακὸ στὴν Κύπρο. Ἐσεῖς θὰ φύγετε, ἐγὼ ὅμως θὰ μείνω». Ἐδῶ προφητεύει τὸν θάνατό του, ἀφοῦ κοιμήθηκε πρὶν τὰ γεγονότα τῆς εἰσβολῆς. 

Καὶ συνεχίζει: «Θὰ ἀργήσετε λίγο νὰ ἔρθετε πίσω. Ὅταν θὰ ἔρθετε πίσω, τότε θὰ εἶναι τὰ κλάματά σας. Τότε θὰ δώσει νόηση στὸν κόσμο ὁ Θεός, νὰ καταλάβει τὸ δρόμο τὸν ὀρθὸ ποιός εἶναι… Ὁ Θεὸς γνωρίζει πότε ‘‘θὰ σᾶς ξαπολύσει’’ (θὰ σᾶς ἐλευθερώσει): ὅταν θὰ εἴσαστε ἐντάξει μεταξύ σας… Πολλοὶ Τοῦρκοι ἀπὸ τὰ ἔργα τὰ καλά, θὰ γίνουν Χριστιανοί. Τούτη ἡ Παναγία καὶ τὶς πέτρες θὰ τὶς κάνει χριστιανὲς ἐκείνη τὴν ὥρα, ὄχι μόνο τοὺς ἀνθρώπους. Θὰ ἔρθει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Ὁ κόσμος θὰ περπατᾶ μὲ τὸ κεφάλι σκυφτό. Ἡ Κύπρος θὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ μόνη της, χωρὶς νὰ τὴ βοηθήσει κανένας». 

Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο προφητεύει τὴν ἐπιστροφὴ τῶν προσφύγων στὴν κατεχόμενή μας γῆ καὶ τὴν ἐλευθερία τῆς Κύπρου. Καὶ ἡ φράση, «ἡ Παναγία καὶ τὶς πέτρες θὰ τὶς κάνει χριστιανὲς ἐκείνη τὴν ὥρα, ὄχι μόνο τοὺς ἀνθρώπους», εἶναι ὅμοια μὲ τὴν προφητεία τοῦ ἁγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, «πολλοὶ Τοῦρκοι ἀπὸ τὰ ἔργα τὰ καλὰ θὰ γίνουν χριστιανοί», ἀλλὰ καὶ τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ποὺ προεῖπε:  «Τὸ ἕνα τρίτο τῶν Τούρκων θὰ γίνουν χριστιανοὶ μετὰ τὸν μεγάλο πόλεμο ποὺ θὰ κάμουν οἱ Τοῦρκοι μὲ τοὺς Ρώσους». 

Ἐπίσης, μιὰ ἄλλη προφητεία τοῦ Χατζηφλουρέντζου γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως συμπίπτει μὲ τὶς ἀνάλογες προφητεῖες τῶν δύο προαναφερθέντων ἁγίων μας. Μερικοὶ συγχωριανοί του ἀμφισβητοῦσαν τὰ λεγόμενά του γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Κύπρου καὶ τοῦ ἔλεγαν: «Ἡ Κωνσταντινούπολη τόσα χρόνια εἶναι κάτω ἀπὸ τουρκικὴ κατοχὴ καὶ ἀκόμα δὲν ἐλευθερώθηκε καὶ πῶς τάχα ἐμεῖς θὰ ἐλευθερωθοῦμε;» Καὶ τοὺς ἀπαντοῦσε: «Θὰ ἔρθει κι αὐτοὺς ἡ ὥρα τους ποὺ θὰ τὰ πάρουν πίσω. Ὁ Θεὸς δὲν βιάζεται». 

Τοῦ εἶπε κάποτε ὁ γιός του Ἀντώνης ἀπογοητευμένος: «Οἱ Τοῦρκοι, πατέρα, θὰ μᾶς φᾶνε». Καὶ τοῦ ἀπαντᾶ: «Ἄκουσε, γυιέ μου. Θὰ ἔρθει μία ὥρα, ποὺ τρεῖς μόνο ἄνθρωποι τὴν Κύπρο θὰ μποροῦν νὰ τὴν ἐλευθερώσουν. Καὶ ἡ Κύπρος θὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ μόνη της, χωρὶς νὰ την βοηθήσει κανένας».  Ὅταν λέει τρεῖς μόνο ἄνθρωποι, δὲν ἐννοεῖ τρεῖς συγκεκριμένους, ἀλλὰ ὅτι θὰ εἶναι τόσο ἀδύναμη ἡ  Τουρκία τότε, ποὺ δὲν θὰ μπορεῖ νὰ κρατήσει τὴν Κύπρο ὑπὸ κατοχή.

Γιὰ δὲ τὴ λύση τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, γιὰ τὴν ὁποία τόσο πασχίζουν οἱ καλοί μας πολιτικοί, ἔλεγε: «Θὰ πᾶνε μέχρις ἐκεῖ γιὰ νὰ ὑπογράψουν συμφωνία, ἀλλὰ τελικὰ δὲ θὰ τὴν ὑπογράψουν. Ὁ σατανᾶς ‘‘θὰ μπαρκάσει’’ (δηλ. θὰ βάλει ἐμπόδια) καὶ ἔτσι δὲ θὰ ὑπογράψουν τὰ χαρτιά. Τὸ πρόβλημα ὅμως θὰ λυθεῖ ἀπὸ μόνο του». Ἐπίσης, γιὰ τὴ «λύση τῆς Διχοτόμησης» ποὺ ἄρχισε νὰ καλλιεργεῖται ἀπὸ τοὺς Τούρκους δεκαετίες πρὶν τὴν Εἰσβολή, ὅταν τὸ ἄκουσε εἶπε: «Διχοτόμηση δὲν θὰ γίνει. Δὲν μποροῦν οἱ Τοῦρκοι νὰ κάμουν διχοτόμηση».

Σὲ μία ἄλλη θαυμαστὴ προφητεία του λέει: «Ὁ κόσμος θὰ ἁμαρτήσει, θὰ προηγηθεῖ περίοδος εὐμάρειας, ἀλλὰ μετὰ θὰ ἔρθει ἡ κρίση. Ἄν δὲν τὸ καταλάβει ὁ κόσμος νὰ στραφεῖ πρὸς τὸν Θεό, θὰ ἔρθει μεγάλη κρίση.  Μπορεῖ νὰ κλείσει καὶ τὸν οὐρανὸ ὁ Θεὸς (ἀνομβρία). Τὸ νερό, οἱ βροχές, εἶναι ὅλα δικά του αὐτά. Θὰ ἔρθει καιρὸς ποὺ θὰ γυρεύετε γαϊδούρια καὶ δὲν θὰ βρίσκετε». Θὰ γυρεύουμε γαϊδούρια, γιατὶ προφανῶς δὲν θὰ ὑπάρχουν καύσιμα! Τὰ ἴδια εἶπε καὶ ὁ ἅγιος Παΐσιος: «Θὰ γίνει μεγάλη καταστροφὴ στὸν κόσμο καὶ δὲν θὰ κυκλοφοροῦν καύσιμα, πετρέλαια κ.λπ. Γιὰ αὐτό, ἔπρεπε νὰ φυλᾶτε τὰ χειροκίνητα στὶς φάμπρικες καὶ στὰ χωριά, ἔπρεπε νὰ φυλᾶτε τοὺς γαϊδάρους καὶ τα μουλάρια, γιατὶ θὰ κάνετε ἐσεῖς τὸ ἔργο τῶν γαϊδάρων»3. 

Ὁ Χατζηφλουρέντζος εἶναι πολὺ ψηλὰ στὸν οὐρανὸ…

Πρὶν ἀπὸ ἕνα περίπου χρόνο, ζήτησα ἀπὸ ἕνα γνήσιο ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀξιώθηκε νὰ φθάσει σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς, νὰ προσευχηθεῖ γιὰ τὸν Χατζηφλουρέντζο γιὰ νὰ λάβει «πληροφορία» ἐκ Θεοῦ γιὰ τὴν κατάστασή του, ὥστε νὰ ἔχω καὶ τὴ σχετικὴ σύγχρονη μαρτυρία ἑνὸς χαριτωμένου ἀνθρώπου. Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες, μοῦ στέλνει τὸ ἑξῆς μήνυμα: 

«Ἔκαμα προσευχή. Μά, εἶναι πάρα πολὺ ψηλὰ στὸν οὐρανὸ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος! Καὶ ὅσο πιὸ γνωστὸν τὸν κάνετε, τόσο πιὸ γρήγορα θὰ ἀρχίσει νὰ θαυματουργεῖ. Νὰ πεῖτε στοὺς ἀνθρώπους σας νὰ τὸν ἐπικαλοῦνται στὶς προσευχές τους. Καὶ ὅσο πιὸ πολὺ τὸν παρακαλοῦν, τόσο πιὸ πολὺ θὰ τοὺς δώσει ἀπὸ τὰ δῶρα του. Σὲ ἄλλον θὰ δώσει δάκρυα, γιατὶ εἶχε πολλά. Σὲ ἄλλον θὰ δώσει μετάνοια, τὴν ἔχουμε ἀνάγκη ὅλοι. Σὲ μερικοὺς θὰ δώσει καὶ προφητικὸ χάρισμα, γιατὶ εἶχε πλούσιο αὐτός»! 

Δὲν ἔχω καμμία ἀμφιβολία ὅτι ὁ Χατζηφλουρέντζος εἶναι ἕνας σύγχρονος ἅγιος τῆς Κύπρου, ποὺ τὴν ἁγιότητά του σιγὰ σιγὰ θὰ τὴν ἀναγνωρίσουν ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι. Μάλιστα, θὰ ἔρθει ἐποχή, ποὺ ἡ ἱεραρχία τῆς Κύπρου θὰ ὑποχρεωθεῖ νὰ τὸν ἐγγράψει στὸ Ἁγιολόγιό της, καθότι θὰ ἔχουν τέτοια ἐξέλιξη τὰ γεγονότα, ποὺ ἤδη ζοῦμε, ὥστε θὰ λέμε· «Μὰ αὐτὰ τὰ εἶπε ὁ  Χατζηφλουρέντζος»! Καὶ τότε θὰ καταλάβουμε ἀπὸ τὴ στάση ποὺ ἔχουμε ἀπέναντι στὴν ἁγιότητα καὶ τὸν προφητικὸ λόγο αὐτοῦ τοῦ ἀνδρὸς, πόση πίστη ἔχουμε καὶ πόση ὀλιγοπιστία! Ὁ ἅγιός μας, εἴτε τὸ θέλουμε, εἴτε δὲν τὸ θέλουμε, ζυγίζει μὲ τὸ ζύγι τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης. 

«Πιστεύω πὼς ὁ Θεὸς θὰ φωτίσει κάποιον καλὸ ἄνθρωπο νὰ βρεῖ τὸν τάφο του…». Ἡ μαρτυρία τοῦ κωφάλαλου Βαρνάβα γιὰ τὸν Χατζηφλουρέντζο 

Παναγία της Αυγασίδας (Μηλιά Αμμοχώστου)

Ἡ μαρτυρία ποὺ ἀκολουθεῖ ἀνήκει στὸν κωφάλαλο κ. Βαρνάβα, γιὸ τοῦ παπᾶ Νικόλα ἀπὸ τὴ Γύψου, ὁ ὁποῖος τὴν κατέθεσε σ᾽ ἐμένα πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια. Καὶ ἐγώ, μὲ τὴ σειρά μου, τὸν παρέπεμψα στὸν συγγραφέα κ. Ἀντώνη Ἀντωνίου. Ἔτσι, ἡ μαρτυρία αὐτὴ περιλήφθηκε στὴν τελευταία ἔκδοση τοῦ βιβλίου του, καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς: 

«Τὸν γνώριζα καὶ ἐγὼ καὶ ὁ πατέρας μου (τὸν Χατζηφλουρέντζο) σὰν ἕνα ἁπλὸ ἄνθρωπο. Ὅμως, μετὰ τὸν πόλεμο τοῦ 1974, ὁ πατέρας μου μοῦ εἶπε: ‘‘Θυμᾶσαι ἐκεῖνον τὸν παπποὺ μὲ τὸ ποδήλατο; Αὐτὸς ἦταν ἅγιος ἄνθρωπος’’. Ἐγὼ τὸν ρώτησα, ‘‘Μὰ γιατί»; Καὶ ὁ πατέρας μου μοῦ εἶπε ὅτι ὁ παπποὺς ἐρχόταν δύο χρόνια πρὶν κοιμηθεῖ, δηλ. τὸ 1967, καὶ τοῦ ἔλεγε: ‘‘Παπᾶ μου, πρέπει ἐγὼ καὶ ἐσὺ νὰ πᾶμε στὸ βουνὸ νὰ προσευχηθοῦμε πάρα πολὺ δυνατά’’, διότι ἔβλεπε τὴν εἰσβολὴ ποὺ ἐρχόταν. Ὁ πατέρας μου τοῦ ἀνταποκρινόταν παραξενεμένος: ‘‘ Ἔχω τρία παιδιὰ νὰ μεγαλώσω μὲ πολλὲς φροντίδες. Τὸ ἕνα πάει στὴ Σχολὴ Κωφαλάλων στὴ Μόρφου, τὸ ἄλλο στὸ Βαρώσι, καὶ δὲν μπορῶ. Ὁ Χατζηφλουρέντζος ὅμως συνέχισε νὰ τὸν παρακαλεῖ, λέγοντας ὅτι θὰ ἔλθουν οἱ Τοῦρκοι νὰ μᾶς σφάξουν, νὰ μᾶς βασανίσουν, νὰ βιάσουν τὶς γυναῖκες μας, νὰ μᾶς καταστρέψουν, ἡ Κύπρος θὰ μείνει μισή…  Ὁ πατέρας μου δὲν καταλάβαινε τότε ὅτι ἦταν ἅγιος, οὔτε καὶ πίστευε ὅτι θὰ γινόταν πόλεμος, μέχρι ποὺ ἤλθαμε πρόσφυγες. 

»Ἀλλά, τὸ 1974, ὅλα τὰ λόγια ποὺ τοῦ ἔλεγε ὁ παπποὺς βγῆκαν ἀληθινά. Ὁ παπποὺς ἦταν πάρα πολὺ ταπεινός. Θυμᾶμαι μία φορὰ ποὺ ὁ πατέρας μου ἦταν πολὺ κουρασμένος, κι ὁ παπποὺς τοῦ ζήτησε νὰ βάλει τὰ πόδια του πάνω του καὶ νὰ τὸν ξεκουράσει. Ὁ πατέρας μου ντρεπόταν καὶ ὁ παπποὺς τότε πῆρε τὰ πόδια τοῦ πατέρα μου πάνω του καὶ μιλοῦσαν πολλὴ ὥρα γιὰ πνευματικὰ θέματα χωρὶς νὰ τὸν βλέπει. Ἦταν πολὺ ταπεινός. Αὐτὲς οἱ ἐμπειρίες εἶναι χαραγμένες στὸ μυαλό μου. 

»Ὁ πατέρας μου, πρὶν κοιμηθεῖ, μοῦ εἶπε ὅτι ὁ κάποια φορὰ ἐμφανίστηε στὸν παπποὺ ἡ Παναγία. Ἐπίσης ἡ μητέρα μου θυμόταν πάντα τὸν χαιρετισμὸ τοῦ παπποῦ: ‘‘Ὥρα καλή. Ἡ Παναγία μαζί σας’’. 

»Πῆγα στὴ Μηλιὰ πέρσι. Τώρα, σὲ συνθῆκες κατοχῆς, ἔψαξα νὰ βρῶ τὸν τάφο του. Ἀλλά, παρόλο ποὺ θυμόμουν ποῦ ἦταν θαμμένος, δὲν τὰ κατάφερα νὰ τὸν βρῶ. Ἦταν ὅλα καταστραμμένα. Ἤθελα ἐπίσης νὰ δῶ τὴ μονὴ στὴν ὁποία πέρασε τὰ τελευταῖα του χρόνια, ἀλλὰ ἦταν καὶ αὐτὴ καταστραμμένη. Πιστεύω πὼς ὁ Θεὸς θὰ φωτίσει κάποιον καλὸ ἄνθρωπο νὰ βρεῖ τὸν τάφο του. Ἀλλὰ πότε, δὲν ξέρω. Αὐτὸ θὰ εἶναι καὶ ἡ περιουσία τῆς Μηλιᾶς καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου». 

Σημείωση: Τὰ ἀποσπάσματα τῶν προφητικῶν λόγων καὶ τῶν συνομιλιῶν μὲ τὸν Χατζηφλουρέντζο, ποὺ βρίσκονται σὲ εἰσαγωγικά, περιέχονται στὸ βιβλίο τοῦ Ἀντώνη Γ. Ἀντωνίου, Χατζηφλουρέντζος. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ Μηλιὰ Ἀμμοχώστου, (ἔκδ.) Ἱερὰ Καλύβη Ἁγίου Ἰωάννου Θεολόγου, Νέα Σκήτη Ἁγίου Ὄρους, 2017. 

1. Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι Α΄. Μὲ πόνο καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο, 1998, (ἔκδ.) Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος» Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης, 1998. 

2.  Ἡ μονὴ τῆς Παναγίας τῆς Αὐγασίδας, ἀρχικὰ κτισμένη τὸν 12ο αἰώνα, μὲ προσθῆκες τοῦ 15ου καὶ 18ου αἰώνα, βρίσκεται 15 χλμ. βορειοδυτικὰ τῆς πόλης τῆς Ἀμμοχώστου πλησίον τῶν χωριῶν Περιστερωνοπηγή, Σανταλάρης, Μάραθα, Ἀλόα καὶ Μηλιά. Σύμφωνα καὶ μὲ σχετικὲς ἐπιστημονικὲς δημοσιεύσεις  τοῦ θεολόγου-ἀρχαιολόγου δρ. Ἀνδρέα Φούλια, κατεδαφίστηκε ἀπὸ τὰ τουρκικὰ στρατεύματα τὸ 1974.

3. Μαρτυρία π. Γεωργίου Χιωτάκη ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Νικολάου Ἀ. Ζουρνατζόγλου, Μαρτυρίες Προσκυνητῶν. Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, 1924 – 1994, τόμ. Β΄, (ἐκδ.) «Ἁγιοτόκος Καππαδοκία», Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 366.

Ο επίκαιρος βίος του θαυμαστού Χατζηφλουρέντζου

Ομιλία του Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου με θέμα τον επίκαιρο βίο του θαυμαστού Γέροντος Χατζηφλουρέντζου από τη Μηλιά Αμμοχώστου, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Δημαρχείο Λευκονοίκου στο Πλατύ Αγλαντζιάς στις 9 Ιουνίου 2017. Στην ομιλία παρευρέθηκαν η Αδελφή Ελισάβετ, κόρη του Γέροντος Χατζηφλουρέντζου, η Δήμαρχος Λευκονοίκου Ζήνα Λυσάνδρου, ο Κοινοτάρχης Μηλιάς Αμμοχώστου Αντώνης Καραντώνης και άλλοι συγχωριανοί που γνώρισαν από κοντά κατά τα παιδικά τους χρόνια τον άνθρωπο του Θεού Χατζηφλουρέντζο.