Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 8 Νοεμβρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΟΡΤΗΣ (Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΩΝ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΙ ΓΑΒΡΙΗΛ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΟΙΠΩΝ ΑΣΩΜΑΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
2: 2-10

Ἀδελφοί, εἰ ὁ δι᾿ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; Ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη, συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι καὶ Πνεύματος ῾Αγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν. Οὐ γὰρ ἀγγέλοις ὑπέταξε τὴν οἰκουμένην τὴν μέλλουσαν, περὶ ἧς λαλοῦμεν, διεμαρτύρατο δέ πού τις λέγων· «Τί ἐστιν ἄνθρωπος ὅτι μιμνήσκῃ αὐτοῦ, ἢ υἱὸς ἀνθρώπου ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν; Ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν, πάντα ὑπέταξας ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτοῦ»· ἐν γὰρ τῷ «ὑποτάξαι» αὐτῷ τὰ «πάντα» οὐδὲν ἀφῆκεν αὐτῷ ἀνυπότακτον. Νῦν δὲ οὔπω ὁρῶμεν αὐτῷ τὰ «πάντα ὑποτεταγμένα»· τὸν δὲ «βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλλους ἠλαττωμένον» βλέπομεν ᾿Ιησοῦν διὰ τὸ πάθημα τοῦ θανάτου «δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφανωμένον», ὅπως χάριτι Θεοῦ ὑπὲρ παντὸς γεύσηται θανάτου. Ἔπρεπε γὰρ αὐτῷ, δι᾿ ὃν τὰ πάντα καὶ δι᾿ οὗ τὰ πάντα, πολλοὺς υἱοὺς εἰς δόξαν ἀγαγόντα, τὸν ἀρχηγὸν τῆς σωτηρίας αὐτῶν διὰ παθημάτων τελειῶσαι.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
8: 41-56

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα καὶ αὕτη ἀπέθνῃσκεν. Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ’ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· Τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ’ ἐμοῦ. ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι’ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· Θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι Τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα. ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· Ἡ παῖς, ἐγείρου. καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς· ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Σύναξις των Αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ, και των λοιπών ασωμάτων, και ουρανίων ταγμάτων (8 Νοεμβρίου)

Σύναξις των Αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ, και των λοιπών ασωμάτων, και ουρανίων ταγμάτων

Eις τον Αρχάγγελον Μιχαήλ (1).
Εβουλόμην σοι Μιχαήλ άσμα πρέπον,
Άσαι πρεπόντως, αλλ’ άϋλον ουκ έχω.

Eις τον Αρχάγγελον Γαβριήλ (2).
Ορών Γαβριήλ Άγγελον χαράς μέγαν,
Σε μάλα χαίρω και πτερούμαι σω πόθω
.

Ογδόη ουρανίης κυδαίνει τάξιος Αρχούς.

Εις την Σύναξιν των εννέα Ταγμάτων, Θρόνων, Χερουβίμ, και Σεραφίμ, Κυριοτήτων, Δυνάμεων, και Εξουσιών, Αρχών, Αρχαγγέλων, και Αγγέλων.
Επάξιόν τι Ταγμάτων των εννέα,
Τις αν γόνος φθέγξαιτο μηνών εννέα;

Μιχαήλ ο ενδοξότατος και λαμπρότατος ταξιάρχης των ασωμάτων Δυνάμεων, πολλάς ευεργεσίας και χάριτας φαίνεται ότι έδειξεν εις το γένος των ανθρώπων, τόσον εν τη Παλαιά Διαθήκη, όσον και εν τη Νέα χάριτι του Ευαγγελίου. Διότι αυτός εφάνη πρώτον εις τον Πατριάρχην Αβραάμ. Έπειτα εις τον Λωτ, όταν ελύτρωσεν αυτόν με τας θυγατέρας του από το θεόπεμπτον πυρ, και από την καταστροφήν των Σοδόμων. Μετά ταύτα εφάνη εις τον Πατριάρχην Ιακώβ, όταν ελύτρωσεν αυτόν από τας φονικάς χείρας του αδελφού του Ησαύ. Αυτός επροπορεύετο έμπροσθεν της παρεμβολής των υιών Ισραήλ, όταν ελευθερώθησαν από την σκλαβίαν των Αιγυπτίων, και με τον στύλον του πυρός και της νεφέλης, ευκόλυνεν εις εκείνους την δυσκολίαν της οδοιπορίας. Αυτός εφάνη εις τον μάντιν Βαλαάμ, όταν εκείνος επήγαινε δια να καταρασθή τον Ισραηλιτικόν λαόν, φοβερίζωντας αυτόν και φανερά εμποδίζωντας από το τοιούτον κίνημα. Αυτός και προς τον Ιησούν του Ναυή ερωτήσαντα, απεκρίθη. «Εγώ αρχιστράτηγος Κυρίου νυνί παραγέγονα». Ούτος και εν τη νέα χάριτι εχώνευσε τους ποταμούς, τους οποίους μίαν φοράν απέλυσαν οι δυσσεβείς εναντίον του εν Χώναις αγιάσματός του, και εναντίον του θείου Ναού του. Και άλλα δε πολλά ιστορούνται δι’ αυτόν εν ταις θεοπνεύστοις Γραφαίς. Δια τούτο και ημείς προστάτην αυτόν και φύλακα της ζωής ημών προβαλλόμενοι, την πάνσεπτον αυτού πανήγυριν εορτάζομεν σήμερον, η οποία και Σύναξις ονομάζεται δι’ αιτίαν τοιαύτην.

Ο δια υπερβολήν υπερηφανίας επαρθείς κατά του πάντων Ποιητού και Δεσπότου Διάβολος, και καυχησάμενος να βάλη τον θρόνον του επί των νεφελών του ουρανού, και να γένη όμοιος τω Υψίστω, καθώς περί αυτού γράφει ο Ησαΐας (Ησ. ιδ’, 14), ούτος, λέγω, επειδή ευθύς οπού ενόησε ταύτα και εβουλήθη, εξέπεσεν από την ουράνιον δόξαν και από το αρχαγγελικόν αυτού αξίωμα. Καθώς είπεν εν Ευαγγελίοις ο Κύριος. «Εθεώρουν τον Σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα» (Λουκ. ι’, 18). Ομοίως δε και το υποτασσόμενον εις αυτόν τάγμα των Αγγέλων, απεσκίρτησεν από Θεού δια υπερηφάνειαν, δια τούτο εξέπεσε και αυτό μαζί με τον αρχηγόν του Διάβολον. Και έγιναν όλοι ομού σκοτεινοί αντί φωτεινοί. Και δαίμονες, αντί Άγγελοι. Τότε λοιπόν λέγεται, ότι ο μέγας ούτος αρχιστράτηγος Μιχαήλ, βλέπωντας την ελεεινήν των Αγγέλων έκπτωσιν, εκατάλαβε την αιτίαν της τοιαύτης εκείνων πτώσεως. Και δια τούτο με την υποταγήν και ταπείνωσιν, την οποίαν έδειξεν ως δούλος ευχάριστος και οικέτης πιστός προς τον εδικόν του Δεσπότην Θεόν, διεφύλαξε, τόσον την εδικήν του δόξαν και λαμπρότητα την παρά Θεού χαρισθείσαν, όσον και την δόξαν των άλλων Αγγελικών ταγμάτων. Όθεν δια την υποταγήν και ευγνωμοσύνην του ταύτην, εδιωρίσθη παρά του Θεού Παντοκράτορος, να ήναι πρώτος των Αγγελικών τάξεων (3).

Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ. Τοιχογραφία του 12ου αιώνος στην Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακος της Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου

Συνάξας γαρ και ενώσας εις εν τους χορούς των Αγγέλων, εφώναξεν εις αυτούς το «Πρόσχωμεν». Ήτοι ας προσέξωμεν και ας εννοήσωμεν, τι έπαθον ούτοι οι εκπεσόντες δαίμονες δια την υπερηφανίαν τους, οίτινες προ ολίγου ήτον μαζί με ημάς Άγγελοι. Και ας στοχασθώμεν τι μεν είναι ο Θεός, τι δε είναι ο Άγγελος. Ο μεν γαρ Θεός, είναι Δεσπότης και Δημιουργός ημών των Αγγέλων. Ημείς δε οι Άγγελοι, είμεθα δούλοι και κτίσματα του Θεού. Και έτζι ανύμνησε και εδόξασε τον των απάντων Θεόν, αναβοήσας εκείνον βέβαια τον θείον και αγγελικόν ύμνον με όλους τους Αγγέλους, «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης αυτού». Το τοιούτον λοιπόν μυστήριον εξ αρχαίας παραδόσεως παραλαβόντες ημείς, την παρούσαν εορτήν εορτάζομεν. Σύναξιν αυτήν ονομάζοντες των Αγγέλων: τουτέστι προσοχήν, ομόνοιαν και ένωσιν (4).

Μαζί δε με τον Αρχάγγελον Μιχαήλ εορτάζομεν σήμερον και τον ωραιότατον και χαριέστατον Αρχάγγελον Γαβριήλ (5). Διατί και αυτός πολλάς ευεργεσίας εποίησεν εις το ανθρώπινον γένος, τόσον εν τη Παλαιά, όσον και εν τη Νέα Διαθήκη. Εν μεν γαρ τη προφητεία του Δανιήλ φέρεται αυτολεξεί το όνομά του, όταν εξήγησεν εις τον Δανιήλ την όρασιν, οπού είδε περί των βασιλέων Μήδων και Περσών και Ελλήνων. «Γαβριήλ, γάρ φησι, συνέτισον εκείνον (τον Δανιήλ δηλ.) την όρασιν» (Δαν. η’, 16). Και πάλιν ο αυτός Γαβριήλ εφανέρωσεν εις τον αυτόν Δανιήλ, ότι μετά εβδομήκοντα εβδομάδας χρόνων, ήγουν μετά τετρακοσίους εννενήντα επτά χρόνους, έχει να έλθη ο Χριστός. «Και ιδού, φησίν, ανήρ Γαβριήλ, ον είδον εν τη οράσει εν τη αρχή πετόμενος, και ήψατό μου ωσεί ώραν θυσίας εσπερινής, και συνέτισέ με», και τα εξής (Δαν. θ’, 21). Αυτός είναι οπού ευηγγέλισε και την γυναίκα του Μανωέ, ότι έχει να γεννήση τον Σαμψών. Αυτός είναι οπού ευηγγέλισε τον Ιωακείμ και την Άνναν, ότι μέλλουν να γεννήσουν την κυρίαν και Δέσποιναν Θεοτόκον.

Αρχάγγελος Γαβριήλ. Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Εν δε τη Νέα Διαθήκη, αυτός είναι οπού ευηγγέλισε τον Ζαχαρίαν, εστώς εκ δεξιών επί του θυσιαστηρίου του θυμιάματος, ότι έχει να γεννήση τον μέγαν Ιωάννην τον Πρόδρομον. Αυτός έτρεφε και την Αειπάρθενον Μαριάμ δώδεκα χρόνους μέσα εις τα Άγια των Αγίων με τροφήν ουράνιον. Αυτός δη αυτός, και ποίος αμφιβάλλει, ευηγγέλισε την αυτήν Θεοτόκον, ότι μέλλει να γεννήση εκ Πνεύματος Αγίου τον Υιόν και Λόγον του Θεού. Αυτός εφάνη εις το όραμα του Ιωσήφ, ως θέλουσι πολλοί, και είπεν εις αυτόν να μη φοβηθή, αλλά να παραλάβη Μαριάμ την γυναίκα του, επειδή το εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματός εστιν Αγίου. Αυτός εφάνη και εις τους ποιμένας και ευηγγέλισεν αυτούς, ότι ετέχθη ο Σωτήρ του κόσμου Χριστός. Και αυτός εν οράματι είπεν εις τον Ιωσήφ να πάρη το Παιδίον και την Μητέρα αυτού και να φύγη εις Αίγυπτον. Και πάλιν αυτός ο ίδιος είπεν αυτώ να επιστρέψη εις την γην Ισραήλ. Πολλοί δε των ιερών διδασκάλων και ασματογράφων γνωματεύουσιν, ότι ο θείος Γαβριήλ ήτον ο λευχειμονών εκείνος Άγγελος, όστις κατελθών από τον Ουρανόν, απεκύλισε τον λίθον από της θύρας του μνημείου του ζωοδότου Ιησού, και εκάθητο επάνω αυτού. Και αυτός ήτον ο ευαγγελίσας τας Μυροφόρους περί της αναστάσεως του Κυρίου. Και δια να ειπούμεν καθολικώς, ο θειότατος Γαβριήλ υπηρέτησεν εις το Μυστήριον της ενσάρκου οικονομίας του Θεού Λόγου απ’ αρχής έως τέλους. Δια τούτο και η Εκκλησία του Χριστού παρέλαβε να συνεορτάζη αυτόν μαζί με τον Αρχάγγελον Μιχαήλ, και να επικαλήται την παρ’ αυτού χάριν και βοήθειαν (6). (Την κατά πλάτος διήγησιν περί των Αρχαγγέλων όρα εις τον Θησαυρόν του Δαμασκηνού.)

Σημειώσεις

1. Σημείωσαι, ότι Μιχαήλ θέλει να ειπή, δύναμις Θεού, ή αρχιστράτηγος δυνάμεως Κυρίου.

2. Γαβριήλ δε θέλει να ειπή, Θεός και άνθρωπος, κατά τον Πρόκλον Κωνσταντινουπόλεως. Δια τούτο και αυτός υπηρέτησεν εξαιρέτως εις το μυστήριον της ενσάρκου οικονομίας του Θεανθρώπου Λόγου.

3. Σημείωσαι, ότι μερικοί Διδάσκαλοι προσαρμόζουσιν εις την πτώσιν ταύτην του εωσφόρου και των δαιμόνων και εις την ανδραγαθίαν του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, τα ρητά εκείνα της Αποκαλύψεως τα λέγοντα· «Και εγένετο πόλεμος εν τω ουρανώ, ο Μιχαήλ και οι Άγγελοι αυτού, επολέμησαν μετά του δράκοντος. Και ο δράκων επολέμησε και οι Άγγελοι αυτού και ουκ ίσχυσαν. Ούτε τόπος ευρέθη αυτών έτι εν τω ουρανώ. Και εβλήθη ο δράκων ο μέγας. Ο όφις ο αρχαίος, ο καλούμενος Διάβολος. Και ο Σατανάς, ο πλανών την οικουμένην όλην εβλήθη εις την γην. Και οι Άγγελοι αυτού μετ’ αυτού εβλήθησαν» (Αποκάλ. ιβ’, 7). Λέγει δε και ο Κορυφαίος Πέτρος· «Ει γαρ ο Θεός Αγγέλων αμαρτησάντων ουκ εφείσατο, αλλά σειραίς ζόφου ταρταρώσας παρέδωκεν εις κρίσιν τετηρημένους» (Β’ Πετ. β’, 4).

Αλλά και ο Απόστολος Ιούδας ούτω φησίν· «Αγγέλους τε τους μη τηρήσαντας την εαυτών αρχήν, αλλά απολιπόντας το ίδιον οικητήριον, εις κρίσιν μεγάλης ημέρας, δεσμοίς αϊδίοις υπό ζόφον τετήρηκεν» (Ιούδα 6). Έφη δε και ο θεολόγος Γρηγόριος· «Πρώτον μεν εννοεί ο Θεός τας αγγελικάς δυνάμεις και ουρανίους. Και το εννόημα έργον ην, Λόγω συμπληρούμενον και Πνεύματι τελειούμενον. Και ούτως υπέστησαν λαμπρότητες δεύτεραι, λειτουργοί της πρώτης λαμπρότητος… Βούλομαι μεν ειπείν, ότι ακινήτους (υποληπτέον ταύτας) προς το κακόν, και μόνην εχούσας την του καλού κίνησιν. Άτε περί Θεόν ούσας, και τα πρώτα εκ Θεού λαμπομένας. (Τα γαρ ενταύθα, δευτέρας ελλάμψεως.) Πείθει δε με μη ακινήτους, αλλά δυσκινήτους και υπολαμβάνειν ταύτας και λέγειν, ο δια την λαμπρότητα εωσφόρος, σκότος δια την έπαρσιν και γενόμενος και λεγόμενος. Αι τε υπ’ αυτόν αποστατικαί δυνάμεις, δημιουργοί της κακίας τη του καλού φυγή, και ημίν πρόξενοι» (Λογ. εις την Χριστού Γέννησιν). Και τούτο δε ενταύθα σημείωσαι, ότι ο Θεοδώρητος λέγει, πως εξέπεσαν από όλας τας τάξεις των Αγγέλων, συμπεραίνωντας τούτο από το λόγιον του Αποστόλου Παύλου το λέγον· «Ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα· αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας». Ούτω γαρ επί λέξεως λέγει· «Εκ των αγίων ήσαν ταγμάτων οι πονηροί δαίμονες. Αλλά και δια πονηρίαν, της τάξεως εκείνης εξέπεσαν. Έχουσι δε και νυν τας προσηγορίας εις έλεγχον της βδελυρίας». Συμφωνεί εις τούτο και ο θείος Ιερώνυμος, ότι δηλαδή οι εκπεσόντες Άγγελοι, εξέπεσον, όχι από ένα τάγμα, αλλά από πολλά. Βεβαιοί δε τον λόγον του από το αυτό ρητόν του μεγάλου Παύλου.

Αγκαλά και ο θεοφόρος Μάξιμος, και ο Δαμασκηνός Ιωάννης, θέλουσιν ότι από την ενάτην μόνην τάξιν των Αγγέλων, να έπεσον όσοι Άγγελοι έπεσον. Τον δε εωσφόρον, ο μεν Χρυσόστομος, πρώτον των Αγγέλων λέγει και ότι αυτός εξετραχηλίσθη από τον αγγελικόν κολοφώνα. Τω δε Χρυσοστόμω, συμφωνεί ο ιερός Αυγουστίνος και ο Διάλογος. Και ο Ιερώνυμος δε ανώτατον αυτόν πάντων των Αγγέλων υπέλαβε. Ο δε Τερτυλλιανός, εξέχοντα και σοφώτατον αυτόν πάντων είπε, και απλώς, ο εωσφόρος από το τάγμα των Σεραφίμ εξέπεσε· καν και ο ανωτέρω Δαμασκηνός και ο θείος Μάξιμος, πρώτον αυτόν είπον της ενάτης τάξεως των Αγγέλων. Περί δε του πλήθους των Αγγέλων λέγει ο Χρυσορρήμων· «Ότι γαρ άπας ο αήρ Αγγέλων εμπέπλησται, άκουσον τί φησιν ο Παύλος. “Οφείλουσιν αι γυναίκες εξουσίαν έχειν επί της κεφαλής δια τους Αγγέλους”» (Λογ. εις την Ανάληψιν, τόμω ε’ της εν Ετόνη εκδόσεως).

4. Σημειούμεν ενταύθα, ότι επειδή το Μυστήριον τούτο της των Αγγέλων Συνάξεως παρελάβομεν εξ αρχαίας παραδόσεως, καθώς γράφεται παρά πολλοίς χειρογράφοις Συναξαρισταίς, θαυμάζω, πώς τινες καίτοι σοφοί όντες, εμοί γουν τω ασόφω ουκ έδωκαν νοήσαι, πώς εθάρσησαν να ειπούν, ότι αυτό είναι μύθος και μυθάριον! αποστολικόν γαρ παράγγελμα είναι, κατά τον Μέγαν Βασίλειον, το να κρατώμεν τας παραδόσεις, ας παρελάβομεν. Και αυτοί δε οι τούτο λέγοντες, πολλά λέγουσιν αλλαχού περί φυλακής των εκκλησιαστικών παραδόσεων, όπου γε την αρχαίαν παράδοσιν ταύτην βεβαιούσι και άλλοι, ων εις εστι και ο Φιλαδελφείας Μακάριος ο Χρυσοκέφαλος, εν τε τω εις τους Ταξιάρχας λόγω, και εν τω εις τα εννέα τάγματα. Ει δε και προβάλλουσιν, ότι εν τη ουρανίω Ιεραρχία τάξις απαράβατός εστι, φωτίζεσθαι και τελειούσθαι τας κατωτέρω τάξεις των Αγγέλων υπό των ανωτέρω, αποκρινόμεθα ότι ναι. Τούτο αληθεύει εν όσω ασύγχυτος μένει η τάξις εκάστης χοροστασίας.

Τότε δε εν τη πτώσει του εωσφόρου πόλεμος εγένετο εν τω ουρανώ, κατά την ιεράν Αποκάλυψιν. Όθεν πάσα η τάξις και αρμονία των υπερκοσμίων ουσιών συνεχύθη και ανεστράφη, καθότι έπεσον και από τα ανώτερα του αρχαγγελικού τάγματος, εκ του οποίου ήτον ο Μιχαήλ. Και τούτο βεβαιούται από τα λόγια του Αποστόλου. «Ουκ έστιν ημίν, λέγοντος, η πάλη προς αίμα και σάρκα. Αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας». Δείκνυται γαρ εκ του ρητού τούτου, ότι κατά τον θείον Ιερώνυμον και τον Θεοδώρητον τους ερμηνεύοντας το ρητόν αυτό, οι εκπεσόντες Άγγελοι, δεν έπεσον από ένα μόνον τάγμα, αλλά από πολλά και ανώτερα του τάγματος των Αρχαγγέλων, οποίαι είναι αι Αρχαί και αι Εξουσίαι. Και αφίνω να λέγω, ότι, κατά τον Χρυσόστομον, και Αυγουστίνον, και Διάλογον, και Ιερώνυμον, ο εωσφόρος ήτον ανώτατος πάντων των Αγγέλων, και εξέπεσεν εκ του αγγελικού κολοφώνος. Επειδή λοιπόν αύται αντιστρέψασαι την τάξιν, αντί να μυήσουν και να φωτίσουν τα κατώτερα τάγματα εις το αγαθόν, εμύησαν αυτά εις το κακόν και εσκότισαν, τούτου χάριν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ σταθείς εν τη οικεία τάξει του αγαθού, εμύησε τας ανωτέρω Αρχάς και Εξουσίας να μένουν εν τη τάξει του αγαθού καθ’ ην εκτίσθησαν. Τι λοιπόν άτακτον, ή άτοπον ακολουθεί, ανίσως ο κατώτερος Μιχαήλ και μείνας εν τω αγαθώ, βλέπων τας ανωτέρω Αρχάς και Εξουσίας να εκπίπτουν του αγαθού, εμύησεν αυτάς και εδίδαξε να μένουν εν τω αγαθώ; Βέβαια ουδέν.

Και εν τη καθ’ ημάς γαρ ιεραρχία, του Ιερέως και Ιεράρχου ατακτούντων και κακώς φρονούντων, και Διάκονος και Μοναχός ευτακτούντες και ορθώς φρονούντες, δύνανται νουθετήσαι και ευτακτήσαι αυτούς, καθώς τα παραδείγματά εισι πάμπολλα. Σημείωσαι όμως ότι η ανωτέρω περικοπή, η κατά το τέλος του Συναξαρίου γραφομένη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, ήτοι η λέγουσα αυτολεξεί· «Το τοιούτον ουν μυστήριον εξ αρχαίας παραδόσεως παραλαβόντες την παρούσαν εορτήν εορτάζομεν, Σύναξιν αυτήν ονομάζοντες, ως είρηται». Αύτη, λέγω, κακώς παρελείφθη από τους τετυπωμένους Συναξαριστάς. Ει γαρ προσέκειτο, ουκ αν, οίμαι, μύθον το Συναξάριον τούτο οι ανωτέρω ωνόμασαν, ως φύλακες των εκκλησιαστικών παραδόσεων.

5. Το περί του Αρχαγγέλου Γαβριήλ τούτο Συναξάριον ημείς προσεθήκαμεν.

Επειδή πάντη ανάρμοστον και ανακόλουθον είναι, να λέγεται μεν η εορτή αύτη των δύω Αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ, και πάντα τα τροπάρια και οι Κανόνες να αναφέρωσι περί των δύω Αρχαγγέλων. Έπειτα δε εν τω Συναξαρίω, να αναφέρεται μόνος ο Μιχαήλ.

6. Σημειούμεν εδώ, ότι εις τους δύω Αρχαγγέλους τούτους δύω εγκωμιαστικούς λόγους έχει ελληνικούς Μιχαήλ ο Σύγγελος, ων του μεν ενός η αρχή εστιν αύτη· «Τον μεν λόγον η προθυμία κινεί». Του δε ετέρου· «Το στόμα μου ήνοιξα». (Σώζονται εν τω ιερώ Κοινοβίω του Διονυσίου.) Και ο Φιλαδελφείας Μακάριος ο Χρυσοκέφαλος. Ο Χρυσόστομος δε, δύω λόγους έχει, τον ένα επιγραφόμενον εις τους Ασωμάτους, και τον άλλον, εις τους Αγγέλους. (Σώζονται εν τη Μονή του Παντοκράτορος.) Νικήτας ο Ρήτωρ, ου η αρχή· «Μιχαήλ επαινών, τον Γαβριήλ επαινέσομαι». (Σώζεται εν τη Λαύρα και εν τη των Ιβήρων και τη του Διονυσίου και εν τη του Βατοπαιδίου.) Έχει λόγον ο Χρυσόστομος και εις τα Σεραφίμ, ου η αρχή· «Μόλις ποτέ τον κατά τον Οζίαν ισχύσαμεν». (Σώζεται εν τοις εκδεδομένοις.) Προς τούτοις τέταρτον λόγον έχει ο Χρυσορρήμων εις την Σύναξιν των Αρχαγγέλων, ου η αρχή· «Αγγέλους εγκωμιάζειν χρη». (Σώζεται εν τω τέλει του ε’ τομ. της εν Ετόνη εκδόσεως.) Παντολέων δε ο Διάκονος και χαρτοφύλαξ της μεγάλης Εκκλησίας, διήγησιν συνέγραψε περί των θαυμάτων των Αρχαγγέλων, ης η αρχή· «Πολλαί και μεγάλαι και ποικίλαι της ασωμάτου και μεγαλοπρεπούς». (Σώζεται εν τη Λαύρα και τη των Ιβήρων.) Η δε εμή αδυναμία λόγον απλούν εφιλοπόνησεν εις αυτούς, και οίκους κατά αλφάβητον, και τρεις Κανόνας νέους. Αλλά και τους οκτωήχους Κανόνας, ους είχεν εις μόνον τον Μιχαήλ ο Άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος, εγώ διορθώσας, εποίησα κοινούς και εις τους δύω Αρχαγγέλους, και άλλα τινά, άπερ πάντα ευρίσκονται εις κάλλος γεγραμμένα εν τη Ιερά και βασιλική Μονή του Δοχειαρίου. Και τούτο δε σημειούμεν, ότι ο Άγιος Μάρκος ο Εφέσου εφιλοπόνησε γλαφυρόν Κανόνα εις τα εννέα τάγματα των Αγγέλων, όστις ευρίσκεται εν τη Ιερά Μονή του Παντοκράτορος χειρόγραφος.

Ταις των σων Αρχαγγέλων και πασών των Αγγελικών Δυνάμεων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μόρφου Νεόφυτος: «Οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι» (26.03.2025, 43η Σύναξη Διαλόγου)

Ἡ ΜΓ΄(43η) πνευματικὴ σύναξη διαλόγου «Ἀνάβοντας τὸν ἀναπτήρα τῶν ἁγίων» μὲ τὸν Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεόφυτο, μὲ θέμα «Οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι» πραγματοποιήθηκε στὶς 26 Μαρτίου 2025, στὸν ἱερὸ ναὸ Παναγίας Χρυσελεούσης στὴν κοινότητα Ἀκακίου τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου.

Οἱ ἐρωτήσεις νὰ ἀποστέλλονται στὴν ἠλεκτρ. διεύθυνση: anavontastonanaptiratonagion@gmail.com

Παραγωγή: RumOrthodox

Μόρφου Νεόφυτος: Ἡ προστασία τῶν Ἀγγέλων στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν λαῶν (08.11.2022)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴν ἀρχιερατικὴ θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τῆς Συνάξεως τῶν Ἀρχαγγέλων Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Αὐξιβίου Α΄ Ἐπισκόπου Σόλων τῆς κοινότητος Ἀστρομερίτου, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (08.11.2022).

Κατὰ τὴν ἡμέρα αὐτὴ πανηγυρίζει στὴν προσφυγιὰ ἡ κατεχόμενη ἀπὸ τοὺς Τούρκους κοινότητα τῆς Πάνω Ζώδιας, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου.

Ψάλλει ὁ πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου.

Λόγος εις την Σύναξιν των Αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ και πασών των επουρανίων ασωμάτων Δυνάμεων (8 Νοεμβρίου)

Αρχιμανδρίτης Φώτιος Ιωακεὶμ

Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, τοιχ. 1192, Παναγία του Άρακα

«Ο Ταξιάρχης των άνω Δυνάμεων,
Μιχαήλ ο πρωτοστάτης των θείων ταγμάτων,
σήμερον ημάς πρός πανήγυριν συνεκάλεσεν»

Πανήγυρη φαιδρά και ημέρα πανσεβάσμια η παρούσα, αγαπητοί μου εν Κυρίω αδελφοί. Σήμερα η αγία των Ορθοδόξων Εκκλησία τιμά και γεραίρει δοξολογικά τη Σύναξη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και όλων των ουρανίων ασωμάτων Δυνάμεων. Γι᾽ αὐτὸ καὶ συναθροιστήκαμε κι ἐμεῖς ἀπόψε, κάναμε κι ἐμεῖς Σύναξη, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε τὸν ἁρμόζοντα ἐκκλησιαστικὸ ὅρο, στὸν περικαλλὴ τοῦτο ναό, γιὰ νὰ τιμήσουμε τὸν πρῶτο, τὸν πρωτοστάτη τῶν ἀσωμάτων ἀγγέλων Μιχαήλ.

Θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε πὼς τὴν ἡμέρα τούτη, τὴν 8η Νοεμβρίου, ἡ Ἐκκλησία μας τὴν εἶχε ἀρχικὰ ἀφιερωμένη κατεξοχὴν στὸν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ, ὅπως μαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα ἰδιόμελα τροπάρια τῆς ἡμέρας καὶ σχετικὲς βυζαντινὲς Τυπικὲς Διατάξεις. Σὺν τῷ χρόνῳ, ὅμως, ἡ ἑορτὴ αὐτὴ ἐπεκτάθηκε στὴν τιμὴ ὅλων τῶν ἀρχαγγέλων και τῶν ὑπολοίπων οὐρανίων Δυνάμεων.

Ὁ Θεός μας εἶναι ἀγάπη, εἶναι ἡ ἀγάπη: «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν», κατὰ τὴν ὑψήγορη τοῦ μαθητῆ τῆς ἀγάπης φθογγὴ (Α´ Ἰω.4,8). Καί, ἀπὸ αὐτή του τὴν ἀγάπη κινούμενος, θέλησε νὰ δημιουργήσει ὑπάρξεις λογικές, ποὺ νὰ μετέχουν στὴ Χάρη Του. Ταυτόχρονα, ὁ Θεὸς εἶναι Φῶς, «τὸ Φῶς τὸ ἀληθινὸν» καὶ προαιώνιο: «ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία» (Α´ Ἰω.1,5). Πρὶν λοιπὸν δημιουργήσει τὸν ὑλικὸ καὶ ὁρατὸ κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, δημιούργησε τὸν ἄυλο καὶ ἀόρατο κόσμο, τὶς ἀναρίθμητες δηλαδὴ ἀγγελικὲς Δυνάμεις, ὄντα λογικὰ καὶ ἀσώματα, γιὰ νὰ κοινωνοῦν, νὰ μετέχουν στὴν ἄκτιστη Χάρη Του. Ἡ πρὶν ἀπὸ τὴν ὑλικὴ δημιουργία πλάση τους μαρτυρεῖται ξεκάθαρα στὸ βιβλίο τοῦ Ἰὼβ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη: «ὅτε ἐγενήθησαν ἄστρα, ᾔνεσάν με φωνῇ μεγάλῃ πάντες ἄγγελοί μου» (Ἰὼβ 38,7). Καί, ὡς φῶς ποὺ εἶναι ὁ Θεός, τοὺς ἔπλασε «φῶτα δεύτερα», ποὺ δέχονται δηλαδὴ τὸ φῶς τῆς Χάριτος καὶ θείας γνώσεως ἀπὸ τὸν  ἴδιο, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ φωτός, καὶ τὸ μεταδίδουν μὲ τὴ σειρά τους, «ὡς ἔσοπτρα τοῦ φωτός», δηλ. σὰν καθρέπτες, οἱ ἀνώτεροι πρὸς τοὺς κατώτερους καὶ ὅλοι πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Τὴ φύση τῶν ἀγγέλων καὶ τὸν ἀριθμό τους μόνο ὁ Κύριος γνωρίζει. Τὸ μεγάλο τους πάντως πλῆθος ὑποδηλώνει ἐμφαντικὰ σὲ μία του θεϊκὴ ὅραση-ἀποκάλυψη ὁ προφήτης Δανιήλ: «χίλιαι χιλιάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ καὶ μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν αὐτῷ» (Δαν. 7,10).] Σύμφωνα δὲ μὲ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν ἱερὰ Παράδοσή μας, καὶ μάλιστα τὰ θεολογικώτατα συγγράμματα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ὁ ἀγγελικὸς κόσμος κατατάσσεται σὲ ἐννέα τάγματα, ποὺ ὑποδιαιροῦνται σὲ τρεῖς τριαδικὲς ἑνότητες, κατὰ τὸν τύπο καὶ πρὸς τιμὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Καὶ βέβαια ὁ Τριαδικός μας Θεός δημιούργησε ἐλεύθερους τοὺς ἀγγέλους, καὶ σεβάστηκε τὴν ἐλευθερία τους. Δὲν τοὺς ἔκανε δηλαδὴ ἐξαρχῆς ἄτρεπτους πρὸς τὸ κακό, ἀλλὰ αὐτεξούσιους, ὥστε, χρησιμοποιώντας τὴν ἐλεύθερή τους βούληση, νὰ ἀνυψώνονται πρὸς τὸν Θεὸ καὶ νὰ αὐξάνουν σὲ ἁγιότητα μὲ τὴ θεωρία τῶν θείων τοῦ Θεοῦ μυστηρίων.

Σὲ κάποια ὅμως στιγμή, ποὺ δὲν γνωρίζουμε ἀκριβῶς —καὶ πάντως πρὶν τὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου—, ὁ Ἑωσφόρος, τὸ πλησιέστερο πρὸς τὸν Θεὸ ἀγγελικὸ πνεῦμα, κάνοντας κατάχρηση τῆς ἐλευθερίας του αὐτῆς καὶ λησμονώντας πὼς εἶναι κτίσμα, κυριεύθηκε ἀπὸ ὑπερηφάνεια καὶ θέλησε νὰ ὁμοιωθεῖ μὲ τὸν Ὕψιστο: «Θὰ ἀνέβω στὸν οὐρανό, εἶπε στὴ διάνοιά του»,  καθὼς ἀναφέρει τὸ βιβλίο τοῦ προφήτου Ἡσαΐου, «θὰ θέσω τὸν θρόνο μου πάνω ἀπὸ τὰ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ (δηλ. τοὺς ἄλλους ἀγγέλους)… θὰ ἀνέβω πάνω ἀπὸ τὶς νεφέλες, θὰ γίνω ὅμοιος μὲ τὸν Ὕψιστο Θεὸ» (Ἡσ. 14,13-14). Ἦταν ὁ πρῶτος, ποὺ ἐπέλεξε τὸ κακὸ καὶ ἀπέρριψε τὸ καλό, ὁ πρῶτος ἀποστάτης ἀπὸ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Ἡ καταδίκη τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὴ δίκαια κρίση Του, ὑπῆρξε ἄμεση: «νῦν δὲ εἰς ᾅδου καταβήσῃ καὶ εἰς τὰ θεμέλια τῆς γῆς» (Ἡσ. 14,15). Μόλις δηλ. συλλογίστηκε καὶ θέλησε νὰ πράξει αὐτά, ἀμέσως – ἀλίμονο!– καταβαραθρώθηκε στὴν κόλαση. Ἐξέπεσε τοῦ ἀξιώματός του καὶ ἀπὸ φῶς ἔγινε σκότος. Καὶ στὴν πτώση του, τὴν ἀποστασία του, παρέσυρε πλῆθος ἀγγέλων, ὅπως συμβολικὰ τὸ ἀποτυπώνει ὁ Θεολόγος Ἰωάννης στὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως: «καὶ ἡ οὐρὰ αὐτοῦ σύρει τὸ τρίτον τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ (δηλ. τῶν ἀγγέλων), καὶ ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν γῆν» (Ἀποκ. 12,4). Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἐκπεσόντες ἄγγελοι κατέστησαν τὸ τάγμα τῶν διαβόλων. Τὴ θλιβερὴ ἐκείνη ὥρα τῆς ἀνταρσίας ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τῆς πτώσεως, ὁ ἀρχιστράτηγος τῶν ἀγγέλων Μιχαήλ, ποὺ ἦταν στερεωμένος ἀκράδαντα μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη στὴν ἀγάπη καὶ λατρεία τοῦ Δημιουργοῦ, βρέθηκε  ἀνάμεσα στοὺς ἀγγέλους, ποὺ ἔμειναν πιστοί, καὶ βροντοφώναξε: « Πρόσχωμεν! Στῶμεν καλῶς! Στῶμεν μετὰ φόβου!» (Ἕνα βαθειοῦ θεολογικοῦ νοήματος παρακέλευσμα, ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας ἐνσωμάτωσε ἐνωρίτατα στὴ Θεία Λειτουργία). Δηλαδή·«Ἂς προσέξουμε, ἐμεῖς οἱ λειτουργοὶ τοῦ Θεοῦ. Ἂς σταθοῦμε γερὰ στὴν πίστη καὶ τὸν σεβασμὸ τοῦ Κυρίου. Ἂς συνειδητοποιήσουμε πὼς εἴμαστε δημιουργήματά Του, κι ὄχι θεοί. Μὲ τὴ χάρη καὶ ἀγάπη Του εἴμαστε ὅ,τι εἴμαστε!» Μὲ τὴ θαρραλέα καὶ ἁγία αὐτὴ ἐπέμβαση τοῦ Μιχαήλ, σταμάτησε ἡ πτώση  ἄλλων ἀγγέλων, καὶ οἱ χορεῖες ὅσων δὲν ἔπεσαν συναθροίσθηκαν, συνάχθηκαν σὲ ἑνότητα, ὁμόνοια καὶ ἐπαγρύπνηση στὴ δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Σὲ ἀνάμνηση  αὐτῆς τῆς Σύναξης τῶν ἀγγελικῶν Δυνάμεων, μὲ τὴ σωτήρια αὐτὴ παρέμβαση τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, ἀκολουθώντας τὴν ἀρχαία τούτη παράδοση, θέσπισαν τὴν ἑορτή, ποὺ σήμερα καὶ κάθε χρόνο στὶς 8 Νοεμβρίου τιμᾶ μὲ ὕμνους καὶ ᾠδὲς πνευματικὲς ἡ Ἐκκλησία μας. Ἀργότερα ὅμως, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, θεωρήθηκε εὔλογο νὰ τιμῶνται  κατὰ  τὴν ἴδια ἡμέρα καὶ ὅλες οἱ χορεῖες τῶν ἐννέα ἀγγελικῶν ταγμάτων, δηλ. τὰ Σεραφείμ, τὰ Χερουβείμ, οἱ Θρόνοι, οἱ Κυριότητες, οἱ Δυνάμεις, οἱ Ἐξουσίες, οἱ Ἀρχές, οἱ Ἀρχάγγελοι καὶ Ἄγγελοι, μὲ προεξάρχοντες τὴν ὁμάδα τῶν ἀρχηγῶν καὶ ἀρχιστρατήγων τους Μιχαήλ, Γαβριήλ, Ραφαὴλ κ.ἄ.

Οἱ οὐράνιες Δυνάμεις ἔχουν τὴν κοινὴ ὀνομασία ἄγγελοι (ποὺ παράγεται ἀπὸ τὸ ρῆμα ἀγγέλλω = ἀναγγέλλω), δηλ. ἀγγελιοφόροι, ἐπειδή, ἐκτὸς ἀπὸ πνεύματα δοξολογικὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ψάλλουν ἀκαταπαύστως τό, «ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος Σαββαὼθ» καὶ ἄλλους θεοπρεπεῖς ὕμνους, εἶναι καὶ συνεργοὶ τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὴ σωτηρία μας· ἀποστέλλονται δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ μᾶς ἀναγγείλουν τὸ ἅγιο θέλημά Του, νὰ μᾶς φυλάξουν, νὰ μᾶς φωτίσουν καὶ ἐνισχύσουν στὸν πνευματικό μας ἀγώνα: «πάντες εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα, διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν», ὅπως θεόπνευστα ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Ἑβρ. 1,14). Καί, ὡς ἄυλα πνεύματα, εἶναι ταχύτατα στὶς κινήσεις τους, μποροῦν δηλαδὴ ἀκαριαῖα νὰ βρεθοῦν ὁπουδήποτε (γι᾽ αὐτὸ εἰκονίζονται μὲ φτερά), μποροῦν νὰ λάβουν ἀνθρώπινη μορφή, ὅταν χρειασθεῖ, δὲν περιορίζονται ἀπὸ ὑλικὰ ἐμπόδια. Κάθε ἔθνος, κάθε πόλη καὶ χωριὸ καὶ κάθε ναὸς ἔχουν τὸν φύλακά τους ἄγγελο. Μὰ καὶ κάθε Χριστιανὸς προσωπικά, τὴν ὥρα τοῦ Βαπτίσματος, λαμβάνει ἀπὸ τὸν Θεὸ φύλακα ἄγγελο, ποὺ τὸν φυλάει, ἐνισχύει καὶ καθοδηγεῖ στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ, ὅσο ζεῖ, καὶ παίρνει αὐτὸς τὴν ψυχή του τὴν ὥρα τοῦ θανάτου, νὰ τὴν ὁδηγήσει στὸν Θεό, νὰ κριθεῖ τὴν πρώτη κρίση, ἀλλὰ καὶ νὰ λογοδοτήσει αὐτός, πόσο βοήθησε ἐκείνη τὴν ψυχή. Καὶ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία καθόρισε ὡραιότατες εὐχὲς καὶ ἐπικλήσεις πρὸς τὸν φύλακά μας Ἄγγελο (βλ. π.χ. τὴν ἐπίκληση στὰ Πληρωτικά, «Ἄγγελον εἰρήνης, πιστὸν ὁδηγόν, φύλακα τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα», τὴν τελευταία εὐχὴ τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου καὶ τὸν Ἱκετήριο Κανόνα πρὸς τὸν Φύλακα Ἄγγελον, στὸ Μέγα Ὡρολόγιον). Κι ἐμεῖς, νὰ ἐπικαλούμαστε τὸν φύλακα ἄγγελό μας ὅσο συχνότερα μποροῦμε, καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε μάλιστα νὰ μὴν τὸν πικραίνουμε καὶ λυποῦμε μὲ τὰ  ἁμαρτωλά μας ἔργα, οὔτε νὰ τὸν καταισχύνουμε τὴν ὥρα τῆς Κρίσης γιὰ τὴν ἀμετανοησία μας.

Καί, γιὰ νὰ καταλήξουμε στοὺς δύο Ἀρχαγγέλους, ποὺ ἰδιαίτερα σήμερα τιμοῦμε, ὁ Μιχαήλ, ποὺ τὸ ὄνομά του σημαίνει δύναμις Θεοῦ ἢ ποιός εἶναι σὰν τὸν Θεό, εἶναι ὁ ἀρχάγγελος τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, ποὺ κατεξοχὴν δρᾶ καὶ ἐμφανίζεται τὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ὅποιος τὴ μελετήσει ἐπισταμένως, θὰ διαπιστώσει τὶς πολλαπλὲς θαυμαστὲς ἐκεῖ ἐμφανίσεις καὶ παρεμβάσεις του. Ὁ Γαβριήλ δέ, ποὺ τὸ ὄνομά του σημαίνει ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἢ θεάνθρωπος, εἶναι ὁ κατεξοχὴν οὐράνιος λειτουργὸς τῆς ἐποχῆς τῆς Χάριτος: Προαναγγέλλει τὴ Γέννηση τοῦ Προδρόμου, εὐαγγελίζεται τὴν ἄσπορο σύλληψη τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ στὴν Παναγία, ἀναγγέλλει στοὺς Μάγους καὶ Ποιμένες τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἄλλα χαρμόσυνα γεγονότα.

Καὶ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ποὺ συναθροισθήκαμε σήμερα νὰ τιμήσουμε τὸν Ἀρχάγγελο Μιχαὴλ καὶ ὅλες τὶς ἀγγελικὲς Δυνάμεις, ἂς τοὺς τιμήσουμε μὲ ὕμνους  καὶ προσευχὲς καὶ τὶς προσφορές μας σὲ ἄρτους, λάδι, κρασί, κερὶ καὶ θυμιάματα· προπάντων ὅμως μὲ τὰ θεάρεστα ἔργα μας. Νὰ ἀγωνιζόμαστε ἡ ζωή μας νὰ καταστεῖ ὅσο γίνεται ἀγγελική, δηλαδὴ πνευματική, οὐράνια, ὄχι βυθισμένη στὰ τοῦ κόσμου τούτου, τὰ ψυχοφθόρα καὶ πρόσκαιρα. Νὰ ἔχουμε ἀκόμη θάρρος καὶ ἐλπίδα στὴ ζωή μας, ἀφοῦ ἔχουμε «τοσοῦτον περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων» καὶ ἁγίων καὶ ἀγγέλων.  Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνο Δημιουργός. Εἶναι καὶ προνοητὴς καὶ ἔχει τὴ μέριμνά μας. Οἱ ποικίλες δοκιμασίες, ποὺ πέρασαμε καὶ περνοῦμε, ὡς ἔθνος καὶ ὡς κοινωνία, δὲν εἶναι τυχαῖες. Εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς παιδαγωγικῆς ἐπέμβασης, τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴ μετάνοια, τὴ σωτηρία μας. Οἱ ὅποιες τοῦτες κρίσεις εἶναι ἀπόρροια τῆς πνευματικῆς μας κρίσης, τῆς ἀποστασίας μας, τῆς ἀπομάκρυνσης ἀπὸ τὸν Θεό, τὸ ἅγιο θέλημά Του. Φθάνει νὰ ἔχουμε αὐτιὰ νὰ ἀκούουμε καὶ μάτια νὰ βλέπουμε, ὅπως λέγει καὶ ὁ Χριστός μας στὸ Εὐαγγέλιο. Κι ἂν ἐμεῖς ζοῦμε μὲ μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση, μὲ ἐνσυνείδητη μυστηριακὴ ζωή, μὲ ἀγάπη καὶ συμπαράσταση μεταξύ μας, μὲ ἐλεήμονα διάθεση, οὶ προσευχές μας καὶ οἱ ἱκεσίες γιὰ μᾶς ὅλων τῶν ἁγίων καὶ τῶν ἀγγέλων, ποὺ σήμερα τιμοῦμε, θὰ γίνουν ἰδιαίτερα εὐπρόσδεκτες ἀπὸ τὸν Κύριο. Καὶ θὰ μᾶς φυλάξει ἀπὸ τὰ παρόντα καὶ τὰ ἐπερχόμενα δεινά. Θὰ ἀποδιώξει τὸν ἀπὸ βορρὰ ἀνηλεὴ τύραννο. Θὰ μᾶς ἀξιώσει, ὡς ἐλεήμων, νὰ ἐπιστρέψουμε καὶ σ᾽ ὅλες τὶς σκλαβωμένες μας πατρίδες. Μά, προπάντων, θὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ εἰσέλθουμε στὴν ἀληθινή, τὴν αἰώνια, τὴ μόνιμη πατρίδα μας, τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ὅπου ἡ  ἀκατάλυτη χορεία τῶν ἀγγέλων καὶ ἁγίων, ὅπου τὸ ἀνέσπερο Φῶς τοῦ Προσώπου Του, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ Τριαδικοῦ μας Θεοῦ, στὸν Ὁποῖο ἀνήκει  ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος στοὺς  αἰῶνες. Ἀμήν!

Ὁμιλία εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Ζ´ Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ (Λουκ. 8, 41-56)

Ὁμιλία, σὺν Θεῷ ἁγίῳ, εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Ζ´ Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ (Λουκ. 8, 41-56).

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

«Θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε».

Δύο θαύματα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ περιγράφει τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί: Τὴν ἰατρεία τῆς αἱμορρoούσας γυναίκας καὶ τὴν ἀνάσταση τῆς θυγατέρας τοῦ ἀρχισυναγώγου Ἰαείρου. Καὶ τὰ δύο μεγάλα, ἀλλ’ ἀσφαλῶς τὸ δεύτερο πολὺ μεγαλύτερο καὶ θαυμαστότερο τοῦ πρώτου.

Ἀλλ’ ἐπειδή, κατὰ τὸν ἀρχαῖο Ἕλληνα φιλόσοφο Ἀντισθένη, «ἀρχὴ σοφίας ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις», δηλαδὴ ἀρχὴ τῆς γνώσεως εἶναι ἡ ἐξέταση καὶ μελέτη τῶν ὀνομάτων τῶν πραγμάτων, ἂς εἰποῦμε λίγα λόγια γιὰ τὸ τί εἶναι θαῦμα. Ἡ λέξη αὐτὴ παράγεται ἀπὸ τὸ ρῆμα θαυμάζω, ποὺ σημαίνει ἀπορῶ, ἐξίσταμαι, ἐκπλήττομαι. Τὸ θαῦμα εἶναι ἕνα γεγονός, ποὺ προκαλεῖ ἀπορία, θαυμασμό, ἔκπληξη. Στὴν Ἐκκλησία μας θαῦμα ἀποκαλοῦμε μία ἔκτακτη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, μία δυναμική Του παρέμβαση στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, ποὺ καταργεῖ, ἢ μᾶλλον ὑπερβαίνει τοὺς ὅρους τῆς φύσης, τοὺς ὁποίους ἀσφαλῶς ὁ Ἴδιος ἔθεσε, μὲ σκοπὸ τὴν ὠφέλεια, τὴ σωματικὴ καὶ ψυχικὴ τῶν ἀνθρώπων. Τὸ θαῦμα ἐνεργεῖ ὁ Κύριος, πολὺ συχνὰ μὲ τὶς ἱκεσίες τῆς Παναγίας ἢ τῶν ἁγίων μας, ὅταν καὶ ὅπως ὁ Ἴδιος θελήσει, καὶ μὲ ἀπώτερο σκοπό, ὄχι νὰ προκαλέσει τὸν ἁπλὸ θαυμασμὸ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τὴ σωτηρία τους.

Θαύματα ἔγιναν, γίνονται καὶ θὰ συνεχίζουν νὰ γίνονται μέχρι τὴ συντέλεια τῶν αἰώνων. Καὶ οἱ πλεῖστοι πιστοὶ Ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ἔχουν ὁ καθένας νὰ καταθέσει τὴ μαρτυρία του γιὰ κάποιο θαυμαστὸ γεγονὸς ποὺ συνέβη, Χάριτι Θεοῦ, στὴ ζωή του. Καὶ φυσικά, κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη καὶ Παράδοση, οὐδέποτε πρέπει νὰ ζητοῦμε ἢ νὰ ἀπαιτοῦμε θαύματα ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ θαυμαστὲς ἐμφανίσεις καὶ ὁράσεις. Πάντοτε καὶ γιὰ ὅλα, μὲ πίστη, ὑπομονή, ταπείνωση καὶ ἐλπίδα, παρακαλοῦμε τὸν Κύριο, τὴν Παναγία μας καὶ τοὺς ἁγίους γιὰ τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς μας καὶ τῶν ἀδελφῶν μας, ἀλλὰ τὰ ἐναποθέτουμε ὅλα στὴν Πρόνοια τὴν πατρικὴ καὶ ἀγάπη τοῦ Κυρίου, ποὺ γνωρίζει σὲ κάθε περίπτωση πολὺ καλύτερα ἀπὸ ἐμᾶς τὸ πραγματικό μας συμφέρον, τὸ τί εἶναι ἑκάστοτε γιὰ μᾶς ὠφέλιμο καὶ σωτήριο, ἢ ἐπιβλαβὲς καὶ ἐπιζήμιο.

Θαύματα ὑπάρχουν μικρά, ὑπάρχουν καὶ μεγάλα. Σὲ ὅλες ὅμως τὶς περιπτώσεις, ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι ποὺ ἐνεργεῖ τὴν εὐεργεσία, ἀνταποκρινόμενη βεβαίως σὲ μία ἀπαραίτητη προϋπόθεση: Στὴν ὁλόψυχη, στὴν ἀδιάκριτη πίστη τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἀναφέρει συχνὰ ὁ Χριστός μας στὸ Εὐαγγέλιο: «ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως καὶ μὴ διακριθῆτε», δηλαδὴ ἂν ἔχετε πίστη τόσο μικρή, ὅσο ὁ σπόρος τοῦ σιναπιοῦ, ἀλλὰ νὰ εἶναι πίστη ἀκράδαντη καὶ ἀναμφίβολη, «ὅσα ἂν αἰτήσησθε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες, λήψεσθε». Ὅλη τὴν Ἁγία Γραφή, τόσο τὴν Παλαιά, ὅσο καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη, περιτρέχει τὸ θέμα τῆς πίστης, δηλαδὴ τῆς ἀκλόνητης ἐμπιστοσύνης, ὄχι μόνο στὴν ὕπαρξη, ἀλλὰ καὶ τὴν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γιὰ κάθε πλάσμα καὶ ὕπαρξη ξεχωριστά.

Τὴν ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ μας σὲ μιὰ τέτοια θερμὴ καὶ χωρὶς ταλάντευση καὶ ἀμφιβολία πίστη παρουσιάζουν καὶ ἀποτελοῦν ξεκάθαρα καὶ τὰ δύο θαύματα τῆς σημερινῆς περικοπῆς. Ὁ Κύριος, στὸν δρόμο γιὰ τὸ σπίτι τοῦ Ἰαείρου, τοῦ Ἰουδαίου ἀρχισυναγώγου ποὺ τὸν κάλεσε μὲ δάκρυα καὶ πίστη νὰ θεραπεύσει τὴ μελλοθάνατη θυγατέρα του, συναντᾶ πλήθη ἀνθρώπων: «Οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν». Τόσο ἀσφυκτικὰ τὸν κύκλωναν οἱ ὄχλοι, ποὺ σὰν νὰ τὸν πνίγανε, μὲ τὸν συνωστισμό, τὰ σπρωξίματά τους. Ὅλοι θέλανε νὰ τὸν δοῦνε, νὰ τὸν θαυμάσουν. Γιατὶ ὅλοι εἶχαν ἀκούσει καὶ ἰδεῖ θαυμαστὰ γεγονότα στὸ πρόσωπό Του. Μὰ σωστά, δηλαδή μὲ ἀκράδαντη πίστη, ἐλπίδα, μόνο μία ψυχὴ τὸν πλησίασε ἥσυχα καὶ ταπεινὰ μέσα σ’ ἐκεῖνο τὸ πλῆθος: Μία βασανισμένη γιὰ δώδεκα χρόνια γυναίκα, ποὺ ἔπασχε ἀπὸ ἀνίατη αἱμόρροια, ποὺ κανένας ἰατρὸς δὲν εἶχε κατορθώσει νὰ θεραπεύσει, παρόλο ποὺ ὅ,τι εἶχε καὶ δὲν εἶχε τὸ εἶχε ξοδεύσει σ’ αὐτούς. Ἀλλ’ ἦταν παρὼν ὁ μέγας, ὁ ἀληθινὸς Ἰατρός. Καὶ μόλις μὲ τέτοια πίστη ἄγγιξε ἀπὸ πίσω τὸ κάτω μέρος τοῦ χιτώνα Του, ἀμέσως ἔλαβε τὴ Χάρη, τὴν ἴαση. Καὶ ὁ Χριστὸς —τί παράδοξο!— ρωτάει ἀμέσως: «Ποιός μὲ ἄγγιξε;» Παραξενεύονται ὅλοι γιὰ τὴν ἐρώτησή Του. Καὶ ὁ Πέτρος, ὁ πάντοτε ζωηρός, ποὺ πάντα προέτρεχε, ἀμέσως ἀπαντάει: «Κύριε, οἱ ὄχλοι σὲ συνθλίβουν ἀπ’ τὰ σπρωξίματα, καὶ ρωτᾶς ποιός σὲ ἄγγιξε;» Μὰ ὁ Χριστὸς ἤξερε γιατί ἐρωτοῦσε: Γιὰ νὰ μὴ μείνει τὸ θαῦμα κρυμμένο, οὔτε καὶ ἀπαρατήρητη ἡ πίστη τῆς εὐλογημένης ἐκείνης ψυχῆς. Κι αὐτή, τρέμοντας καὶ φοβισμένη, ἀποκαλύπτει τὸ γεγονὸς τῆς θαυμαστῆς της ἴασης μπροστὰ σ’ ὅλο τὸ πλῆθος, γιὰ νὰ ἀκούσει τὴ γλυκεία τοῦ Δεσπότου φωνὴ νὰ τὴν ἐπιβραβεύει καὶ ἐπαινεῖ: «Μὴ φοβᾶσαι, θυγατέρα μου, ἡ πίστη σου στάθηκε σωτηρία σου. Πήγαινε εἰρηνικὰ στὸ σπίτι σου». Δὲν πρόλαβε νὰ τελειώσει τὸν λόγο Του ὁ Κύριος, καὶ ἔρχεται κάποιος ἀπ’ τὸ σπίτι τοῦ Ἰαείρου καὶ τοῦ φέρνει τὸ θλιβερὸ μήνυμα: «Μὴν ταλαιπωρεῖς πιὰ τὸν ἅγιο Διδάσκαλο καὶ Ἰατρό. Πέθανε ἤδη ἡ κόρη σου»!  Μὰ ὁ Κύριος δὲν ἀφήνει τὸν καλὸ Ἰάειρο ἀστήρικτο. Τὸν στερεώνει καὶ πάλι στὴν πρώτη του πίστη: «Μὴ φοβᾶσαι, παιδί μου. Μόνο κράτα τὴν πίστη σου γερὰ καὶ θὰ σωθεῖ τὸ κορίτσι σου»! Ἡ πίστη καὶ πάλιν θριάμβευσε: Ὁ Κύριος ἀνέστησε τὴ νεκρὴ σὰν ἀπὸ ὕπνο. Καί, γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει ἀμέσως τὸ θαῦμα, πὼς δὲν ἤτανε φαντασία, πρόσταξε νὰ τῆς δώσουνε κάτι νὰ φάει.

Ἡ πίστη λοιπόν, ἀδελφοί, εἶναι ὁ ἀπαραίτητος ἀγωγὸς τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο: Χωρὶς πίστη, οὔτε τὸν Θεὸ εὐαρεστοῦμε, οὔτε καὶ λαμβάνουμε τίποτα ἀπ’ Αὐτόν. Οἱ ὄχλοι, ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸν Χριστό, τοῦ πρόσφεραν συνήθως τιμὴ σωματική. Ἡ αἱμορροῦσα Τοῦ πρόσφερε εὐλάβεια καὶ λατρεία τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς της. Αὐτὸ ζήτησε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ Θεός, αὐτὸ καὶ στὴν Καινή Διαθήκη: Τὴν πίστη καὶ ἀγάπη σ’ Αὐτόν, «ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας». Ἀλλά, θὰ ἐρωτήσει κάποιος, πῶς θὰ ἀποκτήσουμε τὴ θερμουργὴ καὶ ζωντανὴ πίστη; Ὁ καλοπροαίρετος ἄνθρωπος, βλέποντας τὴ φύση, τὴν κτίση, τὴ δημιουργία, ὁδηγεῖται στὸν Δημιουργό. Τί εἶπε ὁ πρῶτος Ἀμερικανὸς ἀστροναύτης, ὅταν πρὶν πεντῆντα περίπου χρόνια βγῆκε στὸ διάστημα; Τί ἀπάντησε, ὅταν κάποιοι δημοσιογράφοι τὸν ρώτησαν εἰρωνικά, ἂν εἶδε πουθενὰ τὸν Θεό; «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν Αὐτοῦ ἀναγγέλει τὸ στερέωμα» (Ψαλμ. 18,2). Καὶ φυσικὰ ἡ πίστη αὐτὴ αὐξάνει μὲ τὸν προσωπικὸ ἀγώνα τοῦ πιστοῦ, Χάριτι Θεοῦ. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει μάτια πνευματικά, θὰ βλέπει παντοῦ, γύρω του, στὴ ζωή του, τὴν παρουσία καὶ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Καὶ στὴν πίστη, ἀδελφοί, ὁ ἄνθρωπος βρίσκει φῶς, χαρά, εἰρήνη, ἀνάπαυση ψυχῆς. Πληροφορεῖται αἰσθητά, ἀνάλογα μὲ τὴν πρόοδό του, τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ, ἀντίθετα, στὴν ἀπιστία καὶ ἐμπαθὴ ζωὴ, ὁ ἄνθρωπος γεμίζει σκοτάδι, λύπη, ταραχή. Σημεῖο, ὅτι ζεῖ καὶ φρονεῖ λανθασμένα.

Ἂς παρακαλοῦμε καὶ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τὸν Χριστό, ὅπως ὁ πατέρας ἐκεῖνος τοῦ σεληνιαζομένου παιδιοῦ, νὰ μᾶς αὐξάνει καὶ ἐνισχύει τὴν πίστη: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ». Ἂς κρατοῦμε πάντοτε καὶ παντοῦ γερὰ τὴν πίστη μας, μάλιστα στὶς δύσκολες μέρες, ποὺ ἐπέτρεψε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ νὰ ζοῦμε. Κι Αὐτὸς εἶναι εὔσπλαγχνος καὶ ἐλεήμων. Δὲν θὰ μᾶς ἐγκαταλείψει, οὔτε στὴν πρόσκαιρη τούτη ζωή, οὔτε στὴ μέλλουσα, ἂν ζοῦμε κατὰ τὸ θέλημά Του. Καὶ θὰ μᾶς ἀξιώσει, ἂν ἔτσι ζοῦμε, ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως, τῆς μακαρίας Του ἐκείνης φωνῆς: «Εὖ, δοῦλε, ἀγαθὲ καὶ πιστέ, εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου». Ἀμήν! Γένοιτο, Κύριε!

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ Ζ΄ Λουκᾶ

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ Ζ΄ Λουκᾶ, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Παναγίας Ἐλεούσης τῆς κοινότητος Κοράκου, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (27.10.2024).

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΚΓ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
8: 1-5

Ἀδελφοί, γνωρίζω ὑμῖν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δεδομένην ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις τῆς Μακεδονίας, ὅτι ἐν πολλῇ δοκιμῇ θλίψεως ἡ περισσεία τῆς χαρᾶς αὐτῶν καὶ ἡ κατὰ βάθους πτωχεία αὐτῶν ἐπερίσσευσεν εἰς τὸν πλοῦτον τῆς ἁπλότητος αὐτῶν· ὅτι κατὰ δύναμιν μαρτυρῶ, καὶ ὑπὲρ δύναμιν, αὐθαίρετοι, μετὰ πολλῆς παρακλήσεως δεόμενοι ἡμῶν τὴν χάριν καὶ τὴν κοινωνίαν τῆς διακονίας τῆς εἰς τοὺς ἁγίους, καὶ οὐ καθὼς ἠλπίσαμεν, ἀλλ᾿ ἑαυτοὺς ἔδωκαν πρῶτον τῷ Κυρίῳ καὶ ἡμῖν διὰ θελήματος Θεοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ Ζ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
9: 1-6

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, συγκαλεσάμενος ὁ Ἰησοῦς τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς δύναμιν καὶ ἐξουσίαν ἐπὶ πάντα τὰ δαιμόνια καὶ νόσους θεραπεύειν· καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς κηρύσσειν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἰᾶσθαι τοὺς ἀσθενοῦντας, καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· Μηδὲν αἴρετε εἰς τὴν ὁδόν, μήτε ῥάβδους μήτε πήραν μήτε ἄρτον μήτε ἀργύριον μήτε ἀνὰ δύο χιτῶνας ἔχειν. καὶ εἰς ἣν ἂν οἰκίαν εἰσέλθητε, ἐκεῖ μένετε καὶ ἐκεῖθεν ἐξέρχεσθε. καὶ ὅσοι ἐὰν μὴ δέξωνται ὑμᾶς, ἐξερχόμενοι ἀπὸ τῆς πόλεως ἐκείνης τὸν κονιορτὸν ἀπὸ τῶν ποδῶν ὑμῶν ἀποτινάξατε εἰς μαρτύριον ἐπ’ αὐτούς. ἐξερχόμενοι δὲ διήρχοντο κατὰ τὰς κώμας εὐαγγελιζόμενοι καὶ θεραπεύοντες πανταχοῦ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη των Aγίων τριάκοντα τριών Mαρτύρων των εν Mελιτινή, Iέρωνος και των λοιπών (7 Νοεμβρίου)

Μαρτύριο Αγίου Ιέρωνος και των συν αυτώ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη των Aγίων τριάκοντα τριών Mαρτύρων των εν Mελιτινή, Iέρωνος και των λοιπών

Eις τον Iέρωνα.
 Ω πώς Iέρων ουδέν εξ ευτολμίας,
Άτολμον είδεν, ουδ’ αγενές προς ξίφος!
 
Eις τους τριακονταδύω.
 Διά ξίφους ανείλον άνδρας τρις δέκα,
Άνδρες πονηροί, και μίαν ξυνωρίδα (ήτοι δύω).
Oυδ’ έλαθ’ εβδομάτη Iέρων ξίφει αυχένα καρθείς.

Μαρτύριο Αγίου Ιέρωνος και των συν αυτώ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτοι οι Άγιοι ήθλησαν κατά τους χρόνους Διοκλητιανού και Mαξιμιανού των βασιλέων εν έτει σϟ΄ [290]. Ήτον δε ο θείος ούτος Iέρων ανδρείος κατά το σώμα, ευγενής κατά την ψυχήν, και γεωργός κατά την τέχνην. Tούτον λοιπόν ευρόντες οι λατρευταί των ειδώλων εργαζόμενον, και θέλοντες να πιάσουν αυτόν κλεπτικώς, δεν ημπόρεσαν. Aλλά επήγεν αυτός αφ’ εαυτού θεληματικώς εις τους ειδωλολάτρας. Kαι επειδή παρρησία ωμολόγησεν, ότι είναι ευσεβής και Xριστιανός, διά τούτο έκοψαν το δεξιόν του χέρι από τον αγκώνα. Oι δε λοιποί Άγιοι, και αυτοί παρρησία ομολογήσαντες την εις Xριστόν πίστιν, ερρίφθησαν κατά γης και εδάρθησαν με νεύρα βοών. Tην δε ερχομένην ημέραν πάλιν ραβδισθέντες αρκετάς ώρας, ύστερον απεκεφαλίσθησαν έξω της πόλεως Mελιτινής. Kαι ούτως έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους του μαρτυρίου. (Tο κατά πλάτος αυτών Mαρτύριον όρα εις τον Nέον Παράδεισον1.)

Σημείωση

1. Tο δε ελληνικόν τούτων Mαρτύριον συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Iέρωνι τω γενναίω». (Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη Λαζάρου Οσίου του Γαλλησιώτου (7 Νοεμβρίου)

Μνήμη του Οσίου πατρός ημών Λαζάρου του Γαλλησιώτου

Eτοίμασον τον κόλπον Aβραάμ πάτερ,
Oυχ’ υστερούντι Λαζάρω σου Λαζάρου.

Όσιος Λάζαρος Γαλησιώτης

Oύτος ο τρισμακάριστος Πατήρ ημών Λάζαρος εκατάγετο από την γην της Aσίας, από ένα χωρίον το οποίον ευρίσκεται κοντά εις την Mαγνησίαν, εν έτει ‚αλ΄ [1030]. Όταν δε έμελλε να γεννηθή, έκαμεν ο Θεός να φανή από τον Oυρανόν ένα φως θείον, το οποίον εγέμωσεν όλον τον γονικόν του οίκον. Aπό του οποίου φωτός την έλλαμψιν, εφοβήθησαν αι συναθροισμέναι γυναίκες και έφυγον έξω, και έμεινε μόνη η μήτηρ. Όταν δε το βρέφος εγεννήθη, ω του θαύματος! εστάθη ευθύς όρθιον και επροσευχήθη κατά ανατολάς, έχον τας χείρας του ακουμβισμένας ευτάκτως επάνω εις το στήθος. Eπρομήνυε δε ο Θεός διά τούτων, την καθαρότητα του Oσίου και την δεκτικήν επιτηδειότητα, οπού είχεν η ψυχή του εις τας θείας ελλάμψεις. Όταν δε έγινε πέντε χρόνων, παρεδόθη εις ένα παιδαγωγόν, διά να μάθη τα ιερά γράμματα. Kαι εις ολίγον καιρόν υπερέβαλεν όλα τα άλλα παιδία. Όθεν από όλους εγκωμιάζετο η ευφυΐα του, μάλιστα δε η πραότης αυτού και ταπείνωσις, και η προθυμία και σπουδή οπού είχεν εις τας εν τη Eκκλησία ακολουθίας και προσευχάς. Kαι προς τούτοις εθαυμάζετο η προς τους πτωχούς φιλανθρωπία και συμπάθεια και ιλαρότης, οπού είχεν ο Όσιος εκ νεαράς ηλικίας.

Tόσην γαρ πολλήν επιμέλειαν και σπουδήν έδειχνεν εις την ελεημοσύνην ο τρισόλβιος, ώστε οπού, εις ολίγον καιρόν ευκέρωσε τα άσπρα του διδασκάλου του, και τα έδωκεν εις τας χείρας των πτωχών. Διά τούτο και ελάμβανεν από εκείνον πολλούς δαρμούς, όμως αυτός πάλιν δεν έπαυεν από το να ελεή. Mόλις δε και μετά βίας στοχασθείς ο διδάσκαλός του την παρ’ ηλικίαν σύνεσιν και φρονιμάδα του παιδίου, εμεταχειρίζετο αυτόν εις το εξής ως διδάσκαλον. Όταν δε ο νέος έφθασεν εις ηλικίαν, έλαβε θείον έρωτα εις την ψυχήν του, διά να υπάγη εις Iεροσόλυμα να ιστορήση τους ιερούς τόπους, τους οποίους ο Kύριος μετά σαρκός επεριπάτησε. Kαι τυχών του ποθουμένου, έγινε προσκυνητής του ζωοποιού τάφου, και των άλλων σεβασμίων τόπων. Έπειτα επήγεν εις την Mονήν του ηγιασμένου Σάββα, και εδέχθη παρά των εκείσε Πατέρων. Eκεί δε φορέσας το ιερόν σχήμα των Mοναχών, υπηρέτησεν αόκνως εις την επιμέλειαν και ευπρέπειαν του θείου Nαού εις χρόνους ολοκλήρους δέκα. Όθεν εις ολίγον καιρόν, υπερέβαλεν όλους τους άλλους αδελφούς κατά την υποταγήν και τας άλλας αρετάς. Kαι διά τούτο έλαβε χωρίς να θέλη το χάρισμα της ιερωσύνης, από τον τότε Πατριάρχην των Iεροσολύμων.

Eπειδή δε επεθύμει περισσότερον ησυχίαν, διά τούτο κατά τον καιρόν της μεγάλης τεσσαρακοστής εύγαινεν έξω από το Mοναστήριον, και επήγαινεν εις το βαθύτερον βουνόν, χωρίς να έχη μαζί του άλλο τι, πάρεξ μόνον το σώμα. Eκεί δε ευρισκόμενος έτρωγε μεν, από τα χορτάρια της ερήμου, έπινε δε ως πόμα γλυκύτατον, το απλούν νερόν, και ουδέ από αυτό εχόρταινεν ο μακάριος. Aλλά τόσον μόνον έπινεν, όσον να ζη και να μη αποκάμνη εις τας ολονυκτίους στάσεις και αγρυπνίας. Mίαν φοράν δε περιπατών μόνος εις το βουνόν, ακούει θεϊκήν φωνήν, η οποία εφώναζεν αυτόν εξ ονόματος τρεις φοραίς λέγουσα. Λάζαρε, Λάζαρε, Λάζαρε, πρέπει να γυρίσης πάλιν εις την πατρίδα σου. Όθεν αναγγείλας την φωνήν ταύτην και εις τους άλλους ασκητάς, και παρακινηθείς από αυτούς να γυρίση εις την πατρίδα του, άρχισε διά να περιπατή εις την στράταν. Περιπατούντος δε του Aγίου, δεν υπέφερεν ο δόλιος Διάβολος την νίκην οπού έπαθεν από αυτόν, όθεν εφόβιζεν αυτόν με διάφορα φαντάσματα. Φαινόμενος γαρ έμπροσθεν ωσάν σκύλος, ενωχλούσε τον Άγιον, ομού με τους άλλους σκύλους των κατά την στράταν χωρίων. Kαι ούτως εμπόδιζεν αυτόν από τον δρόμον του. Aλλ’ ούτε άφινεν αυτόν να σταθή, διά να βάλη ολίγον ψωμί εις το στόμα του. O Άγιος όμως, με την θείαν δύναμιν διέλυε τας μηχανάς εκείνου και ένεδρα. Όταν δε έφθασεν εις την πατρίδα του, εκατοίκησεν εις τον ευκτήριον οίκον εκείνον, οπού πρότερον εδιδάχθη τα ιερά γράμματα, όταν ήτον παιδίον. Eπειδή δε εγνωρίσθη από την μητέρα του, διά τούτο και αυτός μη θέλωντας, εφανέρωσεν εις αυτήν τον εαυτόν του. Έπειτα θερμανθείς περισσότερον από την επιθυμητήν του ησυχίαν, αναβαίνει επάνω εις το εκεί αντικρύ ευρισκόμενον βουνόν το καλούμενον Γαλλήσιον, το οποίον ήτον άβατον και ακατοίκητον. Eις τούτο λοιπόν ο Όσιος ευρισκόμενος, πολλούς πειρασμούς και ενοχλήσεις υπέφερεν από τους δαίμονας.

Mίαν φοράν δε, εις καιρόν οπού ο Άγιος επροσηύχετο κατά το μεσονύκτιον, είδεν ένα στύλον πύρινον, ο οποίος έφθανεν από την γην έως εις τον ουρανόν. Eίδε δε και πλήθος Aγγέλων, οι οποίοι έψαλλον με λιγυράν και γλυκείαν φωνήν τα λόγια ταύτα· «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού». Eις εκείνον λοιπόν τον τόπον, όπου εστέκετο ο πύρινος στύλος, έκτισεν ο Άγιος ένα Nαόν της Aναστάσεως του Kυρίου. Tα δε έξοδα της οικοδομής εστέλλοντο πλουσιοπαρόχως από τον φιλόχριστον βασιλέα Kωνσταντίνον τον μονομάχον, όστις εβασίλευσεν εν έτει ‚αμε΄ [1045]. O γαρ βασιλεύς αυτός είχε μεγάλην πίστιν και ευλάβειαν εις τον Άγιον. Eπειδή και διά του μαθητού του, προείπεν εις αυτόν, εν τη Mελιτινή εξόριστον ευρισκόμενον, ότι έχει να γένη βασιλεύς. Eις τα δεξιά λοιπόν μέρη του ειρημένου Nαού, κατασκευάσας ο θείος Λάζαρος ένα στύλον χωρίς στέγην, ανέβη επάνω εις αυτόν και εκατοίκησε. Στέγην μεν έχων τον ουρανόν, τρεφόμενος δε με λάχανα ωμά, και ολίγον ύδωρ πίνωντας. Kαι ταύτα εμεταχειρίζετο εις μόνην την Kυριακήν.

Όχι μόνον δε με αυτά εταλαιπώρει τον εαυτόν του ο τρισμακάριστος, αλλά και με σίδηρα ήτον εζωσμένος. Kαι τον μεν χειμώνα, επήγνυτο από την ψύχραν, το δε θέρος, εφλογίζετο από το καύμα, και από κάθε μέρος εκακουχείτο. Aλλ’ όμως είχε σκέπην και φύλακά του την τον Θεόν βαστάσασαν πανάχραντον Θεοτόκον. Aύτη γαρ εστέκετο επάνωθεν της κεφαλής του Oσίου, και εδίωκεν από λόγου του κάθε θλιβερόν, καθώς είδον αυτήν τινές οφθαλμοφανώς. Διά τούτο ούτε χιόνι, ούτε καύμα εκτύπα εις την κεφαλήν του Oσίου. Όθεν έλαβε την χάριν παρά Θεού να επιτελή καθ’ εκάστην εξαίσια θαύματα. H δε φήμη των θαυμάτων του, έκαμνε πολλούς να συντρέχουν εις αυτόν από κάθε μέρος. Πολλοί δε από αυτούς αποτασσόμενοι τω κόσμω, εγίνοντο Mοναχοί, και έζων υποκάτω εις αυτόν, ως εις διδάσκαλον και ποιμένα.

Φθάσας δε εις το ακρότατον της αρετής, ηξιώθη και προφητικού χαρίσματος, και προεγνώρισε πότε έχει να αποθάνη. Eπειδή δε οι μαθηταί και τα κατά Θεόν τέκνα του, παρεκάλουν αυτόν θερμότατα και με δάκρυα εζήτουν να μη αποθάνη ογλίγωρα. Aλλά να μείνη ακόμη εις την παρούσαν ζωήν, διά περισσοτέραν αυτών ωφέλειαν και αύξησιν. Tούτου χάριν, παρεκάλεσεν ο Άγιος την Kυρίαν Θεοτόκον να τω χαρίση να ζήση ακόμη δεκαπέντε χρόνους, και λοιπόν επέτυχε της παρακαλέσεως. Όθεν είδε να αυξηθούν οι μαθηταί του και να γένουν εννεακόσιοι και περισσότεροι. Πλήρης λοιπόν ημερών γενόμενος ο Όσιος, και ζήσας εβδομηνταδύω χρόνους, όταν ετελειώθησαν οι χαρισθέντες εις αυτόν δεκαπέντε χρόνοι, τότε προς Kύριον ειρηνικώς εξεδήμησεν. O δε Θεός, καθώς εδόξασε την γέννησίν του, έτζι και τον θάνατόν του θαυμασίως εδόξασε. Kατέλαμψε γαρ τον στύλον του Aγίου και τα έσω και έξω μέρη αυτού με θεϊκόν και ουράνιον φως, ώστε οπού, διά του φωτός εκείνου, εγνώρισαν το τέλος του τόσον οι μαθηταί του, όσον και οι εν τοις όρεσι και σπηλαίοις διατρίβοντες ασκηταί. Όθεν όλος ο χορός των Πατέρων με μεγάλην σπουδήν και ογλιγωρότητα έφθασαν εις τον στύλον, και έκλαιον την ορφανίαν αυτών και την του τοιούτου Πατρός των υστέρησιν.

Eπειδή δε έμαθον, ότι απέθανεν ο Πατήρ αυτών χωρίς να κάμη έγγραφον διαθήκην, περισσότερον εθρήνουν και έκλαιον. Kαι με δάκρυα και ολολυγμούς ταύτα προς τον Άγιον έλεγον. Eξάπαντος δεν θέλει καταβή, ω πάτερ, το σώμα σου από τον στύλον, ουδέ θέλει ενταφιασθή, ανίσως δεν αφήσης εις ημάς τα τέκνα σου παρηγορίαν τινα, και διαθήκην γεγραμμένην από τας χείρας σου. Mάλιστα δε από όλους ελυπείτο ο μαθητής, οπού υπηρέτει τον Άγιον, Γρηγόριος ονομαζόμενος. Kαι λοιπόν δείχνει ο μέγας ούτος θαύμα αληθώς μεγαλώτατον. Διότι εις καιρόν οπού όλοι οι μαθηταί και τα τέκνα του, έκλαιον τριγύρω, και φωνάς εποίουν οδυνηράς, ο άπνους και νεκρός, ω του θαύματος! έμπνους εφαίνετο και ζωντανός. Σηκωθείς γαρ και καθίσας, έβαλε την χείρα του μέσα εις τον κόλπον του και ευγάνει από εκεί ένα χαρτίον και εγχειρίζει τούτο εις τους μαθητάς του. Έπειτα έπεσε πάλιν και εφαίνετο άπνους και νεκρός ως το πρότερον. Διαβάσαντες δε τα εν τω χάρτη γεγραμμένα οι μαθηταί, ομού με θαύμα και χαράν, δεν ευρήκαν εις το τέλος της διαθήκης την συνήθη υπογραφήν του Aγίου. Όθεν πάλιν κλαίοντες, προς τον Πατέρα των έλεγον. Aνίσως, ω πάτερ, δεν λάβη η διαθήκη και την υπογραφήν της εδικής σου χειρός, ήξευρε ότι και ημείς εδώ όλοι έχομεν να αποθάνωμεν. Tότε ο Άγιος, ω του θαύματος! εσηκώθη πάλιν και εκάθισεν. Eίτα πιάσας το κονδύλι με το χέρι, έγραψε την υπογραφήν του. Kαι έτζι έδωκε την διαθήκην ενυπόγραφον εις τους μαθητάς του. Έπειτα πάλιν έπεσε και εκοιμήθη, γεμώσας τας ψυχάς πάντων των ορώντων από θαυμασμόν μεγαλώτατον.

Tότε λοιπόν οι μαθηταί του τιμήσαντες αξίως ως άξιον, το ιερόν του Oσίου λείψανον, με δοξολογίας, με μύρα, και με λαμπάδας φωτός, απεθησαύρισαν αυτό μέσα εις σεντούκι πολύτιμον και έτζι το ενταφίασαν κοντά εις τον στύλον. Tο οποίον και μετά την ταφήν, αναβλύζει διάφορα θαύματα εις δόξαν του αληθινού Θεού και Σωτήρος ημών Iησού Xριστού1.

Σημείωση

1. Tον κατά πλάτος Bίον του Aγίου τούτου όρα εις το τετυπωμένον Nέον Eκλόγιον, τον οποίον Bίον συνέγραψε μεν συνοπτικώτερον ελληνιστί ο Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως κύριος Γρηγόριος ο Kύπριος, μετέφρασε δε εις το απλούν η εμή αναξιότης. Σημείωσαι δε, ότι εν τη Mεγίστη Λαύρα του Άθω ευρίσκεται ο Bίος του Aγίου τούτου ελληνικός εις περισσότερον πλάτος εκτεταμένος. Eκεί δε ευρίσκεται και ολόκληρος τούτου Aκολουθία.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)