Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 20 Ἀπριλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ Β΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
3: 19 – 26

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, εἶπε Πέτρος πρὸς τὸν λαὸν· Μετανοήσατε οὖν καὶ ἐπιστρέψατε εἰς τὸ ἐξαλειφθῆναι ὑμῶν τὰς ἁμαρτίας, ὅπως ἂν ἔλθωσι καιροὶ ἀναψύξεως ἀπὸ προσώπου τοῦ Κυρίου καὶ ἀποστείλῃ τὸν προκεχειρισμένον ὑμῖν Χριστὸν ᾿Ιησοῦν, ὃν δεῖ οὐρανὸν μὲν δέξασθαι ἄχρι χρόνων ἀποκαταστάσεως πάντων ὧν ἐλάλησεν ὁ Θεὸς διὰ στόματος πάντων τῶν ἁγίων αὐτοῦ προφητῶν ἀπ᾿ αἰῶνος. Μωῡσῆς μὲν γὰρ πρὸς τοὺς πατέρας εἶπεν ὅτι προφήτην ὑμῖν ἀναστήσει Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ἐκ τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν ὡς ἐμέ· αὐτοῦ ἀκούσεσθε κατὰ πάντα ὅσα ἂν λαλήσῃ πρὸς ὑμᾶς. Ἔσται δὲ πᾶσα ψυχή, ἥτις ἐὰν μὴ ἀκούσῃ τοῦ Προφήτου ἐκείνου, ἐξολοθρευθήσεται ἐκ τοῦ λαοῦ. Καὶ πάντες δὲ οἱ προφῆται ἀπὸ Σαμουὴλ καὶ τῶν καθεξῆς ὅσοι ἐλάλησαν, καὶ κατήγγειλαν τὰς ἡμέρας ταύτας. Ὑμεῖς ἐστε υἱοὶ τῶν Προφητῶν καὶ τῆς διαθήκης ἧς διέθετο ὁ Θεὸς πρὸς τοὺς πατέρας ἡμῶν, λέγων πρὸς ᾿Αβραάμ· καὶ ἐν τῷ σπέρματί σου ἐνευλογηθήσονται πᾶσαι αἱ πατριαὶ τῆς γῆς· ὑμῖν πρῶτον ὁ Θεὸς ἀναστήσας τὸν παῖδα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν ἀπέστειλεν αὐτὸν εὐλογοῦντα ὑμᾶς ἐν τῷ ἀποστρέφειν ἕκαστον ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ Β΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
2: 1 – 11

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ γάμος ἐγένετο ἐν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἦν ἡ μήτηρ τοῦ Ἰησοῦ ἐκεῖ· ἐκλήθη δὲ καὶ ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὸν γάμον. καὶ ὑστερήσαντος οἴνου λέγει ἡ μήτηρ τοῦ Ἰησοῦ πρὸς αὐτόν· Οἶνον οὐκ ἔχουσιν. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Τί ἐμοὶ καὶ σοί, γύναι; οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου. λέγει ἡ μήτηρ αὐτοῦ τοῖς διακόνοις· Ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν ποιήσατε. ἦσαν δὲ ἐκεῖ ὑδρίαι λίθιναι ἓξ κείμεναι, κατὰ τὸν καθαρισμὸν τῶν Ἰουδαίων, χωροῦσαι ἀνὰ μετρητὰς δύο ἢ τρεῖς. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Γεμίσατε τὰς ὑδρίας ὕδατος. καὶ ἐγέμισαν αὐτὰς ἕως ἄνω. καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἀντλήσατε νῦν καὶ φέρετε τῷ ἀρχιτρικλίνῳ· καὶ ἤνεγκαν. ὡς δὲ ἐγεύσατο ὁ ἀρχιτρίκλινος τὸ ὕδωρ οἶνον γεγενημένον – καὶ οὐκ ᾔδει πόθεν ἐστίν· οἱ δὲ διάκονοι ᾔδεισαν οἱ ἠντληκότες τὸ ὕδωρ – φωνεῖ τὸν νυμφίον ὁ ἀρχιτρίκλινος καὶ λέγει αὐτῷ· Πᾶς ἄνθρωπος πρῶτον τὸν καλὸν οἶνον τίθησι, καὶ ὅταν μεθυσθῶσι, τότε τὸν ἐλάσσω· σὺ τετήρηκας τὸν καλὸν οἶνον ἕως ἄρτι. Ταύτην ἐποίησεν τὴν ἀρχὴν τῶν σημείων ὁ Ἰησοῦς ἐν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐφανέρωσε τὴν δόξαν αὐτοῦ, καὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος: Ο άγιος Γεώργιος και η μαρτυρία του

Κήρυγμα Μητροπολίτη Μόρφου Νεοφύτου στον Πανηγυρικό Εσπερινό της εορτής του αγίου Γεωργίου στο ομώνυμο ιερό σχολικό παρεκκλήσι του Περιφερειακού Γυμνασίου Ακακίου στο χωριό Ακάκι της μητροπολιτικής περιφέρειας Μόρφου (2.11.2016).

Ο άγιος Γεώργιος και η Κύπρος (Kωστή Kοκκινόφτα Ερευνητή Κέντρου Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου)

CHR6

Kωστή Kοκκινόφτα Ερευνητή Κέντρου Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου

Ο Άγιος Γεώργιος Δρακοκτόνος, 1701, Ι.Μ. Μόρφου

Ο άγιος Γεώργιος θεωρείται ο προστάτης άγιος των κατοίκων πολλών χωριών της Κύπρου, οι οποίοι στα παλαιότερα χρόνια συνήθιζαν να τον επικαλούνται με τη φράση: «Άη Γιώρκη τζιαι βοήθα μου».

Στα περισσότερα από αυτά υπάρχει εκκλησία αφιερωμένη στη χάρη του, αφού όπως διαπιστώνουμε από ανεπίσημη καταγραφή, που έγινε το 1946, 320 ναοί σε σύνολο 1600, που υπήρχαν τότε στο νησί, τιμώνταν στο όνομά του. Όπως αναφέρεται, προηγείτο σε αριθμό ναών του Αγίου Γεωργίου μόνο η Θεοτόκος, σύμβολο για τους Xριστιανούς της αγιότητας, της αγνότητας και της μητρικής αγάπης, με 380 ναούς, και ακολουθούσαν η προστάτιδα των παιδιών Aγία Mαρίνα με 110, ο Άγιος Iωάννης ο Πρόδρομος με 90 και άλλοι Άγιοι με μικρότερο αριθμό ναών. Τουλάχιστον 54 από τις εκκλησίες του Aγίου Γεωργίου έχουν σημαντική αρχαιολογική και αρχιτεκτονική αξία, με μερικές να διασώζουν ωραιότατες μεταβυζαντινές τοιχογραφίες.

Ένδειξη της μεγάλης αγάπης των Κυπρίων προς τον Άγιο, που οφείλεται κυρίως στις θαυματουργικές παρεμβάσεις του, στη γενναιοδωρία, στο νεαρό της ηλικίας και στη στρατιωτική του ιδιότητα, είναι τα επτά χωριά του νησιού, που φέρουν το όνομά του. Δύο από αυτά βρίσκονται στην επαρχία Λευκωσίας (του Καυκάλου και της Λεύκας), δύο στην Πάφο (της Πέγειας και των Κελοκεδάρων), ένα στη Λεμεσό (της Σιλίκου), ένα στην Αμμόχωστο (του Σπαθαρικού) και ένα στην Κερύνεια. Σε παλαιότερες εποχές υπήρχαν και άλλα χωριά που έφεραν το όνομά του, όπως το Άγιο Γεωργούδι της Τηλλυρίας, τα οποία όμως ερημώθηκαν στη συνέχεια.

Υπάρχουν ακόμη και αρκετά μοναστήρια, τα καθολικά των οποίων είναι αφιερωμένα στον Άγιο, με πιο γνωστά αυτά του Αλαμάνου και του Μαυροβουνίου, που επαναλειτούργησαν, κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, το πρώτο ως γυναικείο και το δεύτερο ως ανδρικό. Από τα υπόλοιπα αναφέρονται αυτά των Μαγγάνων στη Λευκωσία, της Χαβούζας στη Λεμεσό, του Κοντού και του Μακρή στη Λάρνακα, του Νικοξυλίτη στη Δρούσεια, των Κομάνων στα Μέσανα, του Πυργώτη στο Χα Ποτάμι και του Ρηγάτη κοντά στην Kυρά Mόρφου, μετόχια τα δύο τελευταία της Μονής Σινά και του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, αντιστοίχως.

Επίσης, το όνομα του Αγίου δόθηκε σε τουλάχιστον 204 τοπωνύμια ανά το νησί, που διασώζουν διάφορους θρύλους και περιστατικά, τα οποία, κατά τη λαϊκή παράδοση, συνδέονται άμεσα με κάποιο θαυμαστό γεγονός. Για παράδειγμα,  δύο τοπωνύμια στο χωριό Καμινάρια φέρουν τις ονομασίες «Παδκιά τ’ Άη Γιώρκη» και «Τζεφαλόκρεμμος» και σχετίζονται με παρέμβασή του, ώστε να σωθούν οι κάτοικοι από την πανούκλα, που έπληξε το χωριό στα μέσα του 19ου αιώνα.

Το όνομα του Αγίου δόθηκε επίσης σε πέντε τουλάχιστον δασικές περιοχές της Κύπρου, δύο λόφους, μία σπηλιά, δέκα χειμάρρους, ενώ 287 καταγραμμένα τοπωνύμια συνδέονται άμεσα με εκκλησία, ξωκκλήσι ή παρακείμενο ερειπωμένο ναό, που αφιερώθηκαν στη χάρη του. Ακόμη, δύο ακατοίκητα νησάκια που βρίσκονται σε κοντινή απόσταση από τις κυπριακές ακτές φέρουν το όνομά του: το μεν πρώτο στον κόλπο της Χρυσοχούς, το δε δεύτερο απέναντι από τον οικισμό του Αγίου Γεωργίου Πέγειας, με τον αρχαιολογικό χώρο του οποίου συνδέεται άμεσα.

Το όνομα του Αγίου δόθηκε επίσης σε είδη της τοπικής χλωρίδας, όπως σε αγκαθερό θάμνο, που παράγει ένα κόκκινο στρογγυλό καρπό σε μέγεθος αδρού ρεβυθιού, ο οποίος τρώγεται και ονομάζεται «πουρνέλλα τ’ Άη Γιώρκη», καθώς και σε ένα χόρτο, που παράγει μικροσκοπικό καρπό σε είδος πολύ μικρής ντομάτας και ονομάζεται «σταφύλιν τ’ Άη Γιωρκού». Ακόμη, το όνομα του Αγίου χρησιμοποιήθηκε στα αποφθέγματα του κυπριακού λόγου, όπου για παράδειγμα, η φράση «συν Αθηνά και χείρα κίνει» μετατράπηκε, εκχριστιανισμένη, σε «Άη Γιώρκη τζαι βοήθα μου».

Ο Άγιος Γεώργιος, ως γνωστόν γιορτάζεται στις 23 Απριλίου, μέρα που η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του, και στις 3 Νοεμβρίου, που έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του. Η πρώτη, επειδή ορίζει χρονικά το μέσο της άνοιξης και της περιόδου της ανθοφορίας, θεωρείται από τον λαό σαν δεύτερο Πάσχα και πανηγυρίζεται με ξεχωριστό τρόπο. Στα νεότερα χρόνια, μετά την υιοθέτηση του Γρηγοριανού ημερολογίου από την Oρθόδοξη Eκκλησία της Kύπρου, το 1924, γεγονός που συνέτεινε, ώστε η γιορτή να περιλαμβάνεται τις περισσότερες φορές στις μέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αυτή μεταφέρεται τη Δευτέρα της Λαμπρής, ώστε να τιμηθεί κατά τον αρμόζοντα τρόπο ο δημοφιλής Άγιος.

Η μέρα της πανήγυρής του είναι κατ’ εξοχήν μέρα εύθυμης διάθεσης, γεγονός που συνέτεινε ώστε το όνομα του Αγίου Γεωργίου να συνδεθεί με άσματα της χαράς και της διασκέδασης. Έτσι, όταν ο Κύπριος χορευτής σέρνει τον χορό τραγουδά τους στίχους: «Τζι αν πας στην Καλαμπάκκαν τζ’ έρτεις τ’ Άη Γιωρκού / φέρε μου ‘ναν μαντήλιν μ’ αθθούς του μιρμερκού», δηλαδή του ζαμπούκκου, δένδρου που ανθίζει τον Απρίλιο και οι ανθοί του ξηραινόμενοι χρησιμοποιούνται ως τσάι, λόγω των θεραπευτικών ιδιοτήτων τους.

Η 3η Νοεμβρίου, ημέρα της ανακομιδής των λειψάνων του Αγίου, αποκαλείται από τον λαό «T’ Άη Γιωρκού του σπόρου», γιατί συμπίπτει χρονικά με την έναρξη της σποράς των σιτηρών. Τη μέρα αυτή οι γεωργοί προσέφεραν στην εκκλησία αφιερώματα και παρακαλούσαν τον Άγιο για βροχόπτωση και επιτυχή έκβαση των γεωργικών τους ενασχολήσεων. Πολλοί έπαιρναν μαζί τους και σπόρο για να ευλογηθεί, τον οποίο αναμείγνυαν στη συνέχεια με τον υπόλοιπο, γιατί πίστευαν ότι η μελλοντική σοδειά θα απέδιδε πλούσιους καρπούς. Eπίσης, στις 3 Nοεμβρίου γινόταν στη Μονή του Αγίου Γεωργίου του Κοντού στη Λάρνακα μεγάλη ζωοπανήγυρη και πολλοί ήταν αυτοί που προσέρχονταν για να προετοιμαστούν κατάλληλα με αγορά ζώων για τις γεωργικές τους εργασίες. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονταν και πολλοί Μουσουλμάνοι κάτοικοι του νησιού, οι οποίοι πίστευαν στον θαυματουργό Άγιο και φοβούνταν την τιμωρία του, στις περιπτώσεις που επεδείκνυαν απαξιωτική συμπεριφορά έναντι της χριστιανικής πίστης και των εκδηλώσεων λαϊκής θρησκευτικότητας.

O άγιος Γεώργιος εθεωρείτο από τους κατοίκους του νησιού ως ο προστάτης όσων έπασχαν από επιληψία, την «άσχημη αρρώστεια» ή «λάωμα», όπως την αποκαλούσαν οι παλαιότεροι. Για τον λόγο αυτό, στη Μονή του Αγίου Γεωργίου του Κοντού «σκλαβώνονταν» αρκετοί επιληπτικοί, δηλαδή διέμεναν σε αυτή για κάποιο χρονικό διάστημα και εργάζονταν χωρίς αμοιβή στα κτήματά της, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό ο Άγιος θα τους ελεούσε και θα τους θεράπευε. Εθεωρείτο ακόμη ο θεραπευτής των ματιών των παιδιών από ερεθισμό, που προκαλούσε η είσοδος ξένου σώματος, γι’ αυτό και παρακαλούσαν τον Άγιο να παρέμβει και να κάνει το θαύμα του.

Ο άγιος πιστεύετο ακόμη, ότι ήταν βοηθός των παιδιών που αργούσαν να περπατήσουν, γι’ αυτό και τα οδηγούσαν στη Μονή του Αγίου Γεωργίου του Κοντού, όπου στον προαύλιο χώρο υπήρχε πέτρα με δύο εκτυπώματα σε σχήμα παιδικών ποδιών, που είχαν αποτυπωθεί, κατά τη λαϊκή παράδοση, μόλις πάτησε σε αυτήν ο Χριστός, όταν ήταν βρέφος στη Βηθλεέμ. Στη συνέχεια, αφού αφαιρούσαν από τα παιδιά το δεξιό παπούτσι, το οποίο έπρεπε απαραίτητα να μείνει στον ναό, τα βοηθούσαν να σταθούν στα εκτυπώματα αυτά, με τη βεβαιότητα ότι θα είχαν τη βοήθεια του Αγίου και σε σύντομο χρονικό διάστημα θα περπατούσαν.

Υπήρχε επίσης, ιδίως στη Λάρνακα, δοξασία ανάμεσα στα νεαρά κορίτσια, ότι ο Άγιος μεριμνούσε «για την αποκατάστασή τους», δηλαδή την εξεύρεση κατάλληλου συζύγου. Γι’ αυτό και προσέρχονταν στη Μονή του Αγίου Γεωργίου του Κοντού το Σάββατο στον εσπερινό, επειδή επικρατούσε η αντίληψη, ότι τις άλλες μέρες απουσίαζε στη Βηρυτό, όπου σύμφωνα με το δημοτικό άσμα βρισκόταν η εκκλησία του, και από όπου επέστρεφε βρεγμένος από τα κύματα της θάλασσας.

Ο λαός της Κύπρου αποδίδει στον Άγιο Γεώργιο μεγάλο αριθμό θαυμάτων, πολλά από τα οποία θεωρούνται αναβιώσεις παλαιών θρύλων ή αποτέλεσμα της λαϊκής μυθοπλασίας, όπως το γνωστό θαύμα της δρακοντοκτονίας, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα στην εικονογράφησή του και υμνήθηκε από τη θρησκευτική λαϊκή μούσα με το γνωστό «Τραγούδιν τ’ Άη Γιώρκη». Σύμφωνα με μία εκδοχή, οι ιστορικές καταβολές του ανάγονται στον 12ο αιώνα, περίοδο κατά την οποία κυριαρχούσαν τα κατορθώματα των ακριτών και ο Άγιος άρχισε να απεικονίζεται έφιππος. Πρόκειται για τραγούδι προϊόν της λαϊκής μούσας της υστεροβυζαντινής περιόδου, που έχει άμεση συνάφεια με τα αφηγηματικά έμμετρα του ακριτικού κύκλου. Παλαιότερα υποστηρίχθηκε πως αποτελεί αναβίωση των αρχαίων θρύλων, όπως για παράδειγμα του Περσέα και της Ανδρομέδας, ή του Βελλεροφόντη και της Μέδουσας, ή του Θησέα και της Αριάδνης. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει εύκολα αποδεκτό, αφού φέρει υπόβαθρο και πυρήνα χριστιανικό. Ίσως δε να περιέγραφε τη νίκη κάποιου ακρίτα επί των Αγαρηνών, μετά από επίκληση του Αγίου Γεωργίου και με την πάροδο του χρόνου ο ακρίτας να ταυτίστηκε στις λαϊκές διηγήσεις με τον Άγιο.

Στα χωριά της Κύπρου, ο Άγιος Γεώργιος αγαπήθηκε ιδιαίτερα, αφού εκπροσωπούσε τη νίκη του Ελληνισμού επί της ειδωλολατρίας και των Οθωμανών κατακτητών. Γι’ αυτό και το «Τραγούδι τ’ Άη Γιωρκού», που περιέγραφε το κατόρθωμα της δρακοντοκτονίας ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές ανάμεσα στους παλαιότερους κατοίκους, οι περισσότεροι από τους οποίους το γνώριζαν εκ στήθους και συνήθιζαν να το τραγουδούν μετά τον εσπερινό της γιορτής του Αγίου στις 23 Απριλίου και στις 3 Νοεμβρίου, στην αυλή της εκκλησίας. Τραγουδήθηκε ακόμη από τους ποιητάρηδες του νησιού, που προβαίνοντας σε κάποιες αναγκαίες για την περίσταση τροποποιήσεις, το εξέδωσαν σε φυλλάδες και το απάγγελλαν σε πανηγύρια και άλλες εκδηλώσεις, όπως ο Ανδρέας Μιχαηλίδης το 1892, ο Παναγιώτης Σολωμού το 1922, ο Βασίλειος Θεμιστοκλής το 1933, ο Νίκος Πτωχόπουλλος το 1952, και άλλοι.

Σύμφωνα με το τραγούδι, έξω από την πόλη της Bηρυτού είχε εγκατασταθεί ένας δράκος, ο οποίος, για να επιτρέψει την ελεύθερη ροή του νερού, απαιτούσε να του στέλλουν οι κάτοικοι ένα νεαρό παιδί για τροφή. Aρχικά προμήθευαν στον δράκο τα θύματά του οι πολύτεκνες οικογένειες, αλλά στη συνέχεια ήρθε και η σειρά των υπολοίπων, καθώς και του βασιλιά, που έστειλε θυσία στο τέρας τη μοναχοκόρη του. Kαθοδόν, η νεαρή κόρη προσευχόταν να τη βοηθήσει ο Θεός και να στείλει τον Άγιο Γεώργιο για να τη σώσει. Kαι πράγματι, οι προσευχές της εισακούστηκαν και εμφανίστηκε ο Άγιος, που σκότωσε με το κοντάρι του το θηρίο. Στη συνέχεια επέστρεψαν μαζί στο παλάτι, όπου ο βασιλιάς πρότεινε στον Άγιο για σύζυγο τη νεαρή θυγατέρα του, μαζί με το βασίλειό του. OΆγιος αποκάλυψε τότε την ταυτότητά του και, αφού απέρριψε τη βασιλική προσφορά, ζήτησε ως αντάλλαγμα για τη σωτηρία της βασιλοπούλας την ανέγερση ναού στο όνομά του.

Tο τραγούδι αυτό αποτελείται από 155 στίχους και πρωτοδημοσιεύτηκε από τον Aθανάσιο Σακελλάριο, το 1868. Στα χρόνια που ακολούθησαν δημοσιεύτηκαν και πολλές άλλες παραλλαγές του, με περισσότερους ή λιγότερους στίχους, προερχόμενες σχεδόν από κάθε γωνιά του νησιού, όπως από τη Xούλου, την Κυθρέα, την Ακανθού, το Kαζάφανι, το Παραλίμνι, τη Δερύνεια, τον Άγιο Δημήτριο Μαραθάσας, το Πραστιό Αμμοχώστου, την Πάφο, και αλλού. Πρόκειται αναμφίβολα για ένα από τα πλέον διαδεδομένα τραγούδια της θρησκευτικής λαϊκής ποίησης στο νησί, γεγονός που καταδεικνύει και τη μεγάλη αγάπη των κατοίκων για τον θαυματουργό Άγιο.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί, ότι επισήμως, μετά το 1964, ο Άγιος Γεώργιος τιμάται πανηγυρικά στην Κύπρο από την Eθνική Φρουρά, ως προστάτης του πεζικού, όπως και στην Ελλάδα, όπου από το 1864 η εικόνα του φέρεται στις σημαίες των σωμάτων του πεζικού και από το 1953 καθιερώθηκε με διάταγμα ως ο προστάτης των σωμάτων του στρατού και των όπλων, πλην του πυροβολικού, που, ως γνωστόν, έχει προστάτιδά του την Αγία Βαρβάρα.

Σημ. Ομιλία που έγινε την 1η Νοεμβρίου 2015, στον ναό του Αγίου Γεωργίου Γερακιών, στα πλαίσια των εορτασμών για τα 100χρονα των εγκαινίων του ναού της κοινότητας.

Ὅσιος π. Σεραφεὶμ Δημόπουλος (+17 Ἀπριλίου 2008)

Σημείωση ἱστοσελίδας: Ὁ π. Σεραφεὶμ Δημόπουλος δὲν ἔχει ἀκόμα ἁγιοκαταταχθεῖ.

Σύντομη βιογραφία

Η ΖΩΗ ΤΟΥ

Ὁ π. Σεραφείμ Δημόπουλος γεννήθηκε τό 1937 στό Ἡράκλειο Κρήτης, ὅπου καί ἔζησε μέχρι τήν ὁλοκλήρωση τῶν γυμνασιακῶν του σπουδῶν. Οἱ γονείς του, Κωνσταντῖνος καί Εἰρήνη, εὐλαβεῖς χριστιανοί, εἶχαν ἑφτά παιδιά, καί ὁ Χρῆστος – αὐτό ἦταν τό βαπτιστικό του ὄνομα – ἦταν ὁ δευτερότοκος γιός τους.

Ἀπό τόν πατέρα του καταγόταν ἀπό τή Σμύρνη καί ἡ οἰκογένειά του εἶχε σχέση μέ τόν ἐθνομάρτυρα ἐπίσκοπο Σμύρνης Χρυσόστομο Καλαφάτη. Ἀπό μικρός εἶχε κλίση στήν ἱεροσύνη καί γιά τό λόγο αὐτό σπούδασε Θεολογία στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν, παρά τήν παρότρυνση στενοῦ συγγενικοῦ του προσώπου νά σπουδάσει στό Πολυτεχνεῖο. Ἡ μητέρα του Εἰρήνη φρόντιζε νά ἀναθρέψει τά παιδιά της «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου». Ἔτσι ὁ μικρός Χρῆστος μέ τή φροντίδα της ἐκκλησιαζόταν κάθε Κυριακή στόν ἱερό ναό Ἀναλήψεως τοῦ Σωτῆρος καί παρακολουθοῦσε τά μαθήματα τοῦ κατηχητικοῦ σχολείου στήν ἁγία Αἰκατερίνη. Ἐνῷ τά ἀδέλφια του καί οἱ συνομήλικοί του μετά τό σχολεῖο καί τόν ἐκκλησιασμό τό ἔριχναν στό παιχνίδι, ὅπως συνήθως συμβαίνει μέ τά παιδιά, ὁ μικρός Χρῆστος ἀσχολοῦνταν περισσότερο μέ τό διάβασμα καί τήν πνευματική του συγκρότηση. Ὡς φοιτητής ἦταν ἐπιμελής. Τά καλοκαίρια δέν κατέβαινε στό Ἡράκλειο ἀλλά ἐπισκεπτόταν διάφορα μοναστήρια γιά πνευματική κατάρτιση, μελέτη καί περισυλλογή. Ἀναπαυόταν ἰδιαίτερα στό μοναστῆρι τοῦ ἁγίου Σεραφείμ Λιβαδειᾶς καί στό μοναστῆρι τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς Λογγοβάρδας τῆς Πάρου, πού διακρινόταν γιά τήν ἀσκητική βιοτή τῶν μοναχῶν του. Ἐκεῖ συνδέθηκε μέ τόν π. Φιλόθεο Ζερβάκο καί μαθήτευσε κοντά του.

Ἀργότερα συνέχισε τή μαθητεία του στό Ἅγιον Ὄρος κοντά στόν π. Γεώργιο, ἕνα Σέρβο ἀσκητή, μιά ἁγιασμένη ψυχή, ὅπως τόν ἀποκαλοῦσε, ὅπου διδάχτηκε καί καλλιέργησε τή νοερά προσευχή.

ΣΤΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Διακαής εὐσεβής πόθος ἐκ νεότητός του ἦταν νά διακονήσει τόν Κύριο ἀπό τό ἅγιο θυσιαστήριο. Ἔτσι μετά τήν ἐκπλήρωση τῶν στρατιωτικῶν του ὑποχρεώσεων πρός τήν πατρίδα ἐπέστρεψε στήν Κρήτη καί ἐντάχθηκε στίς τάξεις τοῦ ἱεροῦ κλήρου, γιά νά ὑπηρετήσει τό Χριστό ὡς στρατιώτης τῆς οὐρανίου βασιλείας.

Τό 1965 χειροτονήθηκε διάκονος καί τό 1966 πρεσβύτερος ἀπό τόν τότε Μητροπολίτη Κισσάμου καί Σελίνου κ. Εἰρηναῖο καί κατά τή χειροτονία του ὀνομάστηκε Σεραφείμ, ἐπειδή εὐλαβεῖτο τόν ἅγιο Σεραφείμ τόν Δομβοΐτη (6 Μαΐου) ἀλλά καί τόν ἅγιο Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ (2 Ἰανουαρίου), στίς μνῆμες τῶν ὁποίων τελοῦσε Θ. Λειτουργία.

Στή Λάρισα ἦρθε τό 1969, ὅπου καί παρέμεινε μέχρι τό τέλος τῆς ζωής του. Ἀπ’ ὅπου πέρασε ἄφησε τό ἄρωμα τῆς ἁγιότητός του ἀπό τά νεανικά του ἀκόμα χρόνια. Τό ἔργο του ὑπῆρξε πλούσιο καί πολύπλευρο.

Ἀσχολήθηκε μέ τήν ποιμαντική τῶν φυλακισμένων, τήν ἐνίσχυση τῆς ἐξωτερικῆς ἱεραποστολῆς, τό κήρυγμα, τήν ἱερά ἐξομολόγηση, τή συγγραφή.

Ἵδρυσε τόν ὀρθόδοξο χριστιανικό σύλλογο «Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος» μέ ἕδρα τή Λάρισα (Δαόχου 36) μέσω τοῦ ὁποίου ἀσκοῦσε τό πλούσιο κοινωνικό, φιλανθρωπικό καί ἱεραποστολικό του έργο.

π. Σεραφείμ Δημόπουλος

ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΙ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ

Ἀπό τά πρῶτα μελήματά του ὅταν ἦρθε στή Λάρισα ἦταν ἡ ἵδρυση καί λειτουργία οἰκοτροφείου γιά μαθητές Γυμνασίου, γιά φτωχά παιδιά πού ἔρχονταν στήν πόλη νά μάθουν γράμματα. Ἀρκετοί ἀπό αὐτούς εἶναι σήμερα ἐπιστήμονες. Ὅσοι γεύτηκαν τήν εὐεργεσία πού τούς προσέφερε τότε στά καθοριστικά γιά τήν μετέπειτα πορεία τους χρόνια τόν θυμοῦνται μέ πολλή εὐγνωμοσύνη. Τό φιλανθρωπικό του ἔργο δέν περιορίστηκε μόνο σέ μαθητές. Ἐπεκτάθηκε σταδιακά σέ ὅλες τίς ἐνδεεῖς κοινωνικές ὁμάδες καί μετά τό 1992 στούς ἀλλοδαπούς. Τόν ἐνδιέφερε πρωτίστως ὁ ἔσω ἄνθρωπος, φρόντιζε ὅμως καί γιά τίς βασικές ἀνάγκες τοῦ σώματος. Ἔδινε ὅ,τι εἶχε σ’ ὅσους τόν ἐπισκέπτονταν, ἔστελνε βοήθεια στά σπίτια, ὀργάνωσε σταθμούς ἐφοδίων στήν πόλη καί σέ γύρω χωριά, ἀπ’ ὅπου μποροῦσαν ἐκεῖνοι πού εἶχαν ἀνάγκη νά προμηθεύονται τά χρειώδη καί τά ἀπαραίτητα πρός τό ζῆν. Γιά τόν ἑαυτό του δέν κρατοῦσε τίποτε. Τόν μισθό του ὡς κληρικοῦ τόν διέθετε ὅλο γιά τίς ἀνάγκες τῶν συνανθρώπων, γι’ αὐτό καί κάποιοι τόν ἀποκαλοῦσαν «ἀρχιεπίσκοπο τῶν φτωχῶν». Ὁ ἴδιος ζοῦσε ἀσκητικά, ἀσκητικότατα. Ἀπό τό 1990 περίπου πού ἐγκαταστάθηκε στό καλύβι του πίσω ἀπό τίς δικαστικές φυλακές τῆς Λάρισας τίς λίγες ὧρες πού ἐπέτρεπε «ὕπνον τοῖς βλεφάροις» του καί ἀνέπαυε τό σῶμα του δέν χρησιμοποιοῦσε κλίνη οὔτε στρωμνή. Γιά τόν ἑαυτό του ἐφάρμοζε τό πατερικό «ἀρκετόν τῷ μοναχῷ εἷς χιτών καί ἕν ὀστράκιον», ἄν καί θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς ὅτι οὔτε γιά τόν χιτώνα οὔτε γιά τό πιάτο του νοιαζόταν, γιατί εἶχε περιέλθει σέ κατάσταση συνεχοῦς ξηροφαγίας. Τά τελευταῖα τέσσερα χρόνια ἵδρυσε καί λειτουργοῦσε βρεφονηπιακό σταθμό, ὁ ὁποῖος φιλοξενοῦσε δωρεάν παιδιά κυρίως ἀλλοδαπῶν (Ἀλβανάκια, Ρωσάκια, Κινεζάκια, Ρουμανάκια) καί γενικά ἀσθενῶν οἰκονομικά οἰκογενειῶν.

«ΕΝ ΦΥΛΑΚΗ ΗΜΗΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΕΨΑΣΘΕ ΜΕ …»

Ἀψευδεῖς μάρτυρες τῆς μεγάλης του ἀγάπης ὑπῆρξαν καί οἱ φυλακισμένοι τῆς Λάρισας, τούς ὁποίους ἀπό τά πρῶτα χρόνια τῆς ἄφιξής του στήν πόλη μας στήριζε καί καθοδηγοῦσε ποικιλότροπα. Συχνά μετέβαινε στίς φυλακές συνοδευόμενος ἀπό πνευματικά του παιδιά καί ἐκτός ἀπό τά ροῦχα πού μοίραζε στούς φυλακισμένους τούς ἔδινε τήν εὐκαιρία νά γνωρίσουν τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ μέ ἕνα καί μοναδικό σκοπό νά τούς ἐλευθερώσει ἀπό τήν πλάνη, τήν ἄγνοια καί τά πάθη. Λειτουργοῦσε, κήρυττε, βάπτιζε καί νουθετοῦσε. Ἐνίσχυε καί παρηγοροῦσε ἀδιακρίτως ἐθνικότητας, θρησκεύματος καί βαρύτητας τῶν παραπτωμάτων τους.

Στό πρόσωπό του οἱ φυλακισμένοι εὕρισκαν τόν σωφρονιστή, οἱ ξένοι τόν φιλόξενο, οἱ φτωχοί τόν τροφοδότη, οἱ ἐν συμφοραῖς τήν παρηγοριά, οἱ ὁδοιπόροι τόν ὁδηγό, οἱ σύζυγοι τόν συνετό σύμβουλο, οἱ θεωρητικοί τό θεολόγο, οἱ νέοι τόν παιδαγωγό, οἱ ἀδελφοί τόν φιλάδελφο.

ΤΟ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ

Τό 1978 πῆγε στήν κεντρική Ἀφρική, ὅπου ἐργάστηκε ἱεραποστολικά. Ἐπιστρέφοντας στήν Ἑλλάδα προσέθεσε στήν καθημερινή του μέριμνα καί τούς ἀδελφούς τῆς μαύρης ἠπείρου. Οὐγκάντα, Τανζανία, Ἰνδία, Ἀλβανία, Σερβία, Μαδαγασκάρη συμπεριλήφθηκαν σταδιακά στίς περιοχές τοῦ ἱεραποστολικοῦ του ἐνδιαφέροντος. Ἀποστολές μέ ποικίλη βοήθεια καί σεβαστά χρηματικά ποσά στέλνονταν τακτικά. Τήν καλλιέργεια τοῦ ἱεραποστολικοῦ πνεύματος σύστηνε σέ ὅλους. Πίστευε ὅτι «Ἐκκλησία χωρίς ἱεραποστολή εἶναι Ἐκκλησία χωρίς ἀποστολή».

Βάπτισε πάνω ἀπό 1.000 ἀλλοεθνεῖς, κυρίως Ἀλβανούς. Τό φτωχικό καλύβι του ἦταν κέντρο διερχομένων. Ἐκεῖ ἔβρισκαν καταφύγιο καί ἀποκούμπι ὅσοι δέν εἶχαν ἐξασφαλίσει τήν πολυπόθητη ἄδεια παραμονῆς. Ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας γνώρισε τήν ἔμπρακτη ἀγάπη του. Τακτικά ταξίδευαν φορτηγά μέ φάρμακα, ἐνδύματα, ὑποδήματα, σκεπάσματα, ἐκκλησιαστικά εἴδη καί σκεύη, μέ τόνους τρόφιμα καί ὅ,τι ἄλλο ἦταν ἀναγκαῖο γιά τήν ἀνακούφιση τοῦ ἀνθρώπινου πόνου στήν Κορυτσά, τό Μπεράτι καί ἀλλοῦ. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κορυτσᾶς εὐγνωμονοῦσα τόν τίμησε μέ τήν παρουσία τοῦ π. Βασιλείου στήν κηδεία του. Ἀλλά καί ἡ ἐμπερίστατη ἀπό τόν πόλεμο γειτονική Ἐκκλησία τῆς Σερβίας γνώρισε πλούσια τήν ἀγάπη του. Τό ἐνδιαφέρον του αὐτό γιά τήν ἱεραποστολή δέν ἦταν περιστασιακό. Ὑπῆρξε συνεχές καί ἀδιάπτωτο.

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ

Τό κοινωνικό καί φιλανθρωπικό ἔργο εἶναι ἡ μία ὄψη τῆς δραστηριότητάς του. Παράλληλα καλλιεργοῦσε καί τό πνευματικό. Τό κήρυγμά του ἦταν χριστοκεντρικό καί ἐσχατολογικό. Σχεδόν κάθε φορά ἀναφερόταν στά ἔσχατα. «Ἡ Δευτέρα Παρουσία, ἔλεγε, εἶναι τό πιό σημαντικό γεγονός στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. Πιό σημαντική ἀπό τήν πρώτη. Θά κριθεῖ ὅλος ὁ κόσμος, θά βασιλεύσει ὁ Κύριος, θά παύσει ἡ ἀδικία καί ἡ ἁμαρτία, θά σβήσει τό κακό καί ὁ θάνατος, θά δοξασθοῦν οἱ δίκαιοι καί οἱ ἀγωνιστές…».

Ἡ μαθητεία του κοντά σέ μεγάλα πνευματικά ἀναστήματα, ὅπως ὁ π. Φιλόθεος Ζερβάκος καί οἱ Πατέρες τοῦ Ἁγίου Ὄρους, προοιώνιζε καί τή δική του πνευματική πορεία. Ζοῦσε μέσα σέ ἑκούσια πτωχεία, γεμᾶτος ὅμως ἀρετές καί χαρίσματα. «Ὁ Χριστός μας, ἔλεγε, ἦταν ἀνυπόδητος καί μονοχίτων, ἔτσι πρέπει νά εἴμαστε καί μεῖς». Ἦταν δέ καί μεγάλος νηστευτής. Σπάνια μαγείρευε καί τή Σαρακοστή τήν περνοῦσε τίς περισσότερες φορές μέ τή θεία Κοινωνία, τό ἀντίδωρο καί μερικές γουλιές ἁγιασμό καί μόνον ὅταν ἦταν ἄρρωστος ἔβραζε λίγο τσάι. Ἀπό τά νεανικά του ἀκόμη χρόνια ἀπέφευγε τήν εὐχαρίστηση πού παρέχει ἡ ἀπόλαυση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Στό οἰκοτροφεῖο, ὡς φοιτητής, ἔριχνε κρυφά στάχτη στό πιάτο του γιά νά χάνει τό φαγητό τή νοστιμιά του καί νά μήν αἰσθάνεται τή γεύση του. Παρότι στό καλύβι του εἶχε μιά παλιά ξυλόσομπα δέν τήν ἄναβε. Δέν χρησιμοποιοῦσε θέρμανση οὔτε καί τίς πιό κρύες νύχτες τοῦ χειμῶνα. Μέ θερμοκρασίες ἀρκετά κάτω τοῦ μηδενός ζοῦσε χωρίς κανένα θερμαντικό σῶμα. Τό μόνο θερμαντικό γιά τόν π. Σεραφείμ ἦταν οἱ πύρινες προσευχές του. Ροῦχα καινούργια καί ἀκριβά τοῦ ἦταν ἐντελῶς ἄγνωστα. Ὅλοι τόν ἤξεραν μέ παλιά καί τριμμένα ράσα. Μόνο τήν ἡμέρα τῆς κηδείας του ἐνδύθηκε μέ καινούργια ἄμφια, ράσα καί παπούτσια πού τοῦ τά φόρεσε ἡ Ἐκκλησία. Μέσα στά τριμμένα ράσα του κρυβόταν ἕνας πλοῦτος αἰσθημάτων, χαρισμάτων καί ἀρετῶν. Αὐτός ὁ πλοῦτος τῶν χαρισμάτων και τῶν ἀρετῶν του τόν συνόδευσε στό ταξίδι του πρός τήν ἀγαπημένη του πατρίδα, τήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Ἀποστρεφόταν τίς ἐπίγειες, τίς ἐφήμερες χαρές καί ἀπολαύσεις. «Ἄν γνώριζε ὁ κόσμος πόσες χαρές καί τί χαρές αἰσθάνεται ὁ ἐρημίτης, ἔλεγε, θά ἄλλαζε τρόπο ζωῆς. Δέν συγκρίνεται ἡ ζωή τοῦ ἐρημίτη μέ τή ζωή στόν κόσμο. Οἱ ἐρημῖτες εἶναι σάν τά διαστημόπλοια. Ξεφεύγουν ἀπό τήν ἕλξη τῆς γῆς. Ἐμεῖς εἴμαστε βιδωμένοι, σφηνωμένοι στή γῆ. Οἱ ἐρημῖτες ἔχουν μεγάλες χαρές, οὐράνιες. Ἔχουν γεύση τοῦ παραδείσου. Γνώρισαν ἁρπαγή στούς οὐρανούς, γι’ αὐτό καί ἐγκαταλείπουν τόν κόσμο. Γνωρίζουν πραγματικές χαρές καί ὄχι φανταστικές, ὅπως οἱ ναρκομανεῖς ἤ οἱ φιλάργυροι. Οἱ πνευματικές χαρές δέν εἶναι πρόσκαιρες καί οὔτε συγκρίνονται μέ τίς χαρές πού προσφέρουν οἱ ὑλικές ἀπολαύσεις».

Σάν πύρινες βολίδες ἀνέβαιναν στόν οὐρανό μέσα στήν ἡσυχία τῆς νύχτας οἱ προσευχές του γιά ὅλο τόν κόσμο. Γιά τούς πτωχούς, τίς χῆρες καί τά ὀρφανά, γιά τούς ναρκομανεῖς, τούς καρκινοπαθεῖς, τούς ἀλκοολικούς, γιά τούς ψυχικά ἀσθενεῖς, γιά τή νεότητα, γιά τά ζευγάρια, γιά τούς κεκοιμημένους, γιά ὅλο τόν κόσμο.

Ὡς λειτουργός ἦταν ἄριστος. Πρόσεχε τίς ἐκφωνήσεις, τήν ἀνάγνωση τῶν μυστικῶν εὐχῶν, τό βλέμμα, τό κήρυγμα. Ἀπέφευγε τά φῶτα, τίς συνομιλίες καί τίς ἄσκοπες κινήσεις. Ὅλα ἔπρεπε νά εἶναι προσανατολισμένα στό μυστήριο πού ἐπιτελοῦσε. Ἦταν πρᾶος καί ταπεινός. Ἀθόρυβος καί ἀφανής. Συγχωρητικός καί εἰρηνικός. Βίωνε καί κήρυττε λόγῳ καί ἔργῳ τήν ἀποστολική προτροπή «μετά πάντων εἰρηνεύετε».

ΟΙ ΠΑΡΑΞΕΝΙΕΣ ΤΟΥ

Γρήγορα ἀπέκτησε τή φήμη τοῦ ἁγίου καί τοῦ χαρισματικοῦ. Αὐτό ὅμως τόν ἐνοχλοῦσε καί προσπαθοῦσε νά κρύβεται, νά θολώνει τά νερά μέσα ἀπό παραξενιές, πού ἄγγιζαν τά ὅρια τῆς διά Χριστόν σαλότητος. «Κακό πράγμα, ἔλεγε, νά σοῦ βγεῖ τό ὄνομα ὅτι εἶσαι πνευματικός. Δέν μπορεῖς νά κρυφτεῖς πουθενά». Γιά τό λόγο αὐτό καί πολλούς τούς ἔδιωχνε κακήν κακῶς. «Φύγετε, φύγετε, δέν ἐξομολογῶ» τούς φώναζε ἀπό τή βεράντα τῆς καλύβας του. Εἶχε σχεδόν μόνιμα κρεμασμένη μιά πινακίδα στήν αὐλόπορτά του μέ τή φράση: «Μήν ἐνοχλεῖτε. Δέν δέχομαι ἐπισκέψεις». Ἤθελε μέ τόν τρόπο αὐτό νά ἀποφεύγει τούς περίεργους καί τούς ἀδιάκριτους ἐπισκέπτες. Δέν ἦταν ἰδιότροπος. Ἀναγκαζόταν νά συμπεριφέρεται ἰδιότροπα προκειμένου νά κρύψει τήν ἁγιότητά του, νά ἀποφύγει τόν ἔπαινο καί τά ἐγκώμια, τόν μεγάλο αὐτό κίνδυνο τῆς ὑπερηφανείας. Εὐλαβεῖτο καί τιμοῦσε τούς σύγχρονους ἁγίους π. Παΐσιο καί π. Πορφύριο, μέ τούς ὁποίους εἶχε ἰδιαίτερο δεσμό. Θαύμαζε τόν ὅσιο Πέτρο τόν Ἀθωνίτη, τόν ἅγιο Μάρκο τόν Ἀθηναῖο, τόν ἅγιο Ἰσαάκ τό Σῦρο, τόν Ὀνούφριο, τόν Παῦλο τό Θηβαῖο, τόν Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, τά εὔοσμα αὐτά ἄνθη τῆς ἐρήμου, καί στίς μνῆμες τους τελοῦσε Θ. Λειτουργία.

«ΑΡΧΗ ΚΑΘΑΡΣΕΩΣ ΗΣΥΧΙΑ»

Ἦταν ἐραστής τῆς σιωπῆς καί τῆς ἡσυχίας. «Ὅταν εἶμαι ἔγκλειστος, ἔλεγε, γίνομαι ἄλλος ἄνθρωπος». Συχνά παρέμενε ἔγκλειστος γιά ἀρκετές ἡμέρες χωρίς νά ἀνοίγει σέ κανένα. Ἐφάρμοζε τό Χρυσοστομικό λόγο «κρεῖσσον γάρ ψωμός ἐν ἅλατι μετά ἡσυχίας καί ἀμεριμνίας ἤ παράθεσις ἐδεσμάτων πολυτελῶν ἐν περισπασμοῖς καί μερίμναις». Ἦταν ἕνας ἀσκητής μέσα στόν κόσμο, ἰσοστάσιος τῶν μεγάλων ἀσκητῶν τῆς ἐρήμου.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΚΑΡΙΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ

Ἦταν Τετάρτη βράδυ τοῦ Μ. Κανόνος, 9 Ἀπριλίου, στόν ἀγαπημένο του ναό, τήν Ἁγία Τριάδα, δίπλα στό Ἐπισκοπεῖο, ὅπου συνήθιζε νά τελεῖ τίς Προηγιασμένες. Μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ Μ. Κανόνος ξεκίνησε ἡ προηγιασμένη θ. Λειτουργία χωρίς φωταψίες καί σέ κατανυκτική ἀτμόσφαιρα. «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία…». Τά εἰρηνικά· ἐκφωνήσεις καθαρές, ἤρεμες, ἀνεπιτήδευτες, ὅπως πάντα. «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου …». Βγαίνει καί θυμιᾶ τό λαό. Εἶναι ἡ τελευταία του φορά. Ἀποχαιρετᾶ τό ἐκκλησίασμα καί τά πνευματικά του παιδιά πού κατά θαυμαστή συγκυρία κατέκλεισαν τό ναό. «Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι»· κρατᾶ τή λαμπάδα καί διά τοῦ σημείου τοῦ σταυροῦ εὐλογεῖ τούς πιστούς. «Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν…», ἐξέρχεται τοῦ ἱεροῦ σιωπηλός κρατῶντας τά προηγιασμένα τίμια δῶρα. Ὅλο τό ἐκκλησίασμα γονατιστό. Ἀκούγεται μόνον ὁ ἦχος τοῦ θυμιατοῦ. Κοινωνικό· βγαίνει στό σολέα γιά τό τελευταῖο του κήρυγμα. Αὐτή τή φορά εἶναι ἀφιερωμένο στό παλικάρι τῆς Δημητσάνας, τόν ἐθνομάρτυρα ἅγιο Γρηγόριο τόν Ε΄, τόν παρεξηγημένο καί συκοφαντημένο νεομάρτυρα τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους, πού τιμᾶται τήν ἑπομένη. Μετά τήν ἀπόλυση καί ὅσο διαρκεῖ ἡ διανομή τοῦ ἀντίδωρου κρατάει μέ τά δυό του χέρια τό σταυρό καί προσέρχονται οἱ πιστοί ἕνας ἕνας γιά νά τόν προσκυνήσουν καί νά ἀσπαστοῦν ἐλεύθερα καί τό χέρι του, μιά καί αὐτή τή στιγμή δέν μπορεῖ νά τό κρύψει.

Ἀπό τήν Τρίτη 15 Ἀπριλίου ἔπαψε νά δέχεται ἐπισκέψεις. Δέν ἄνοιγε σέ κανέναν. Οὔτε καί στούς στενούς συνεργάτες του πού τόν ἐπισκέφθηκαν προκειμένου νά τόν ἐνημερώσουν γιά τήν ἀποστολή βοήθειας πρός τήν Κορυτσά. Εἶχε πάρει τό δρόμο του γιά τόν οὐρανό. Τήν Πέμπτη 17 Ἀπριλίου, αἰσθανόμενος ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα νά φύγει, κατέβηκε τό πρωΐ, ξεκλείδωσε τήν θύρα τοῦ κελιοῦ καί τήν αὐλόπορτα καί ἐπιστρέφοντας ἄφησε τήν τελευταία του πνοή στό κεφαλόσκαλο τῆς εἰσόδου του. Ἡ κηδεία του ἔγινε τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου στόν ἱερό μητροπολιτικό ναό τοῦ Ἁγίου Ἀχιλλίου, χοροστατοῦντος τοῦ σεβ. Μητροπολίτου Λαρίσης καί Τυρνάβου κ. Ἰγνατίου καί μέ τήν παρουσία ὅλων σχεδόν τῶν κληρικῶν τῆς Μητροπόλεως καί χιλιάδων λαοῦ, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε ἐκτεθεῖ τό σκήνωμά του σέ λαϊκό προσκύνημα. Εἴθε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός διά τῶν πρεσβειῶν τῆς ὑπερευλογημένης Μητέρας Του νά τόν κατατάξει μεταξύ τῶν ἁγίων Του καί νά ἀναδείξει ἀξίους συνεχιστές, μιμητές καί διαδόχους στό ἔργο του. Νά ἔχουμε τήν εὐχή του.

ΤΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ

Τό χρόνο του τόν μοίραζε ἀνάμεσα στήν προσφορά ἀγάπης πρός τό συνάνθρωπο, τήν προσευχή καί τή συγγραφή. Ἔγραψε καί ἐξέδωκε πάνω ἀπό 40 ψυχοφελῆ συγγράμματα. Βιβλία εὐσύνοπτα, ἁπλά, κατανοητά, πού διαβάζονται εὔκολα ἀπό ὅλους, μέ μηνύματα δυνατά, τά ὁποῖα συγκινοῦν καί εὐαισθητοποιοῦν κάθε ψυχή πού ἀναζητᾶ τήν Ἀλήθεια. Μέσα ἀπό τά συγγράμματά του κήρυττε, νουθετοῦσε, στήριζε, καθοδηγοῦσε, παιδαγωγοῦσε εἰς Χριστόν.

Οἱ τίτλοι τῶν συγγραμμάτων του εἶναι:

Ἅγιος Ἡρωδίων. Ὁ νέος Ἁγιορείτης Ὅσιος

Ἀπό τό Πάθος τοῦ Κυρίου

Βίοι Ἁγίων Α (Ὁσίων καί ἀναχωρητῶν)

Βίοι Ἁγίων Β (Μαρτύρων)

Βίοι Ἁγίων Γ (Μαρτύρων καί Ἐρημητριῶν)

Γιά τούς μικρούς μας φίλους

Διά τούς Μοναχούς

Εἶσαι ἕνας νέος ἄνθρωπος;

Ἕνα κάθε μέρα (Β ἔκδοση)

Ἡ ζωή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (Β ἔκδοση)

Ἡ μεγαλυτέρα τραγωδία

Ἡ προσευχή (Β ἔκδοση)

Ἡ τιμωρία τῆς Βαβυλῶνος

Θεομητορικές ἑορτές

Κάτι σάν παραμύθια (ὑπό ἔκδοσιν)

Λαυσαϊκόν (Β ἔκδοση)

Λόγοι οἰκοδομῆς

Λόγοι οἰκοδομῆς Β

Λόγοι οἰκοδομῆς Γ

Λόγος Ἐφραίμ τοῦ Σύρου εἰς τήν Δευτέραν Παρουσίαν

Μάρκος ὁ Ἀθηναῖος

Μήπως φοβᾶσαι τόν θάνατο;

Μιά ματιά στή ρώσικη λογοτεχνία

Ὁ ἅγιος Μαδαγασκάρης Νεκτάριος (1952-2004)

Ὁ ἅγιος Νήφων πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ (Γ ἔκδοση)

Οἱ ἑπτα ἐπιστολές τοῦ Θεοῦ πρός τίς ἐκκλησίες του

Οἱ ἑπτα παῖδες τῆς Ἐφέσου

Οἱ κατά Θεόν σαλοί

Οἱ μυστικοί καί ἡ διδασκαλία τους

Πέντε παραμύθια καί δύο ἱστορίες

Περί Ἀντιχρίστου

Πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη

Ποιό εἶναι τό πραγματικό πρόσωπο τῆς τηλεοράσεως;

Πότε θά ἔλθει ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου;

Πρός ὅλο τόν κόσμο

Πρός τούς ἱερεῖς

Ρήματα ζωῆς

Σκέψεις ἐπί τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ

Τά νέα μας παραμύθια

Ταρασία, ἡ νέα μας ἁγία

Τέσσερα παραμύθια (γιά τούς μικρούς μας φίλους)

Τί εἶναι Ὀρθοδοξία; (Τά χαρακτηριστικά της γνωρίσματα)

Τί θά συμβεῖ πρό τῆς Δευτέρας Παρουσίας

Τί μοῦ δίνει ὁ Ἰησοῦς Χριστός;

Τό Ποτήριον τῆς Ζωῆς

Τρεῖς ἀναχωρηταί

ΜΕΡΙΚΑ ΜΙΚΡΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

«Ἡ πνευματικότης ἑνός λαοῦ φαίνεται τό καλοκαίρι ἀπό τό πώς ντύνεται ὁ κόσμος καί κυρίως οἱ γυναῖκες. Ἡ ἐξωτερική γυμνότητα πού παρατηροῦμε στίς μέρες μας εἶναι δεῖγμα τῆς ἐσωτερικῆς, τῆς πνευματικῆς γυμνότητας τοῦ ἀνθρώπου. Σήμερα εἶναι διάχυτη ἡ ἀνηθικότητα. Σέ τέτοιο βαθμό πού οὔτε στόν προχριστιανικό κόσμο δέν τήν συναντοῦμε. Ἡ κοινωνία μας εἶναι ἡ πιό διεφθαρμένη. Οἱ ἀρχαῖοι δέν ἦταν ἔτσι. Οἱ φιλόσοφοι εἶχαν ἀρχές, εἶχαν ἀρετή. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἁμαρτάνουν ξεδιάντρωπα. Κανένας καθηγητής, κανένας δημοσιογράφος δέν γράφει, δέν μιλάει, ὅλοι τους ἐνδιαφέρονται μόνο γιά τό χρῆμα. Ποτέ ἄλλοτε δέν λατρεύτηκε τόσο πολύ τό χρῆμα».

Η ΕΥΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ

«Διανύουμε μιά περίοδο πού τήν χαρακτηρίζει ἡ ἐπίθεση τῆς εὐσπλαχνίας καί τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ πρός τό ἀνθρώπινο γένος. Σέ καμία ἄλλη ἐποχή δέν εἴχαμε τόση ἀφθονία ὑλικῶν ἀγαθῶν. Πρόκειται γιά σκανδαλώδη εὔνοια τοῦ Θεοῦ πρός τήν ἐποχή μας σέ σύγκριση μέ ἄλλες ἐποχές. Εἶναι ἡ τελευταία εὐκαιρία τοῦ Θεοῦ πού δίνει στόν ἄνθρωπο γιά μετάνοια.

ΠΡΟΣΕΥΧΗ

«Προσευχή, προσευχή, προσευχή. Χαρίζεις 10 βιβλία καί τό ἕνα πιάνει τόπο. Δέν γίνεται προκοπή καί ἀγώνας μέ τά βιβλία. Ἡ προσευχή ἐξευμενίζει τό Θεό. Ἑλκύει τή χάρι καί τό ἔλεός Του. Λέγε συνέχεια «Κύριε ἐλέησον», «Κύριε ἐλέησον», «Κύριε ἐλέησον». «Ὑπεραγία Θεοτόκε πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν», «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς». Λέγε χωρίς νά σέ ἀντιλαμβάνεται κανείς. Μέσα σου, στή δουλειά, στό δρόμο, στό τραπέζι, στό κρεβάτι, ὅταν ξεκουράζεσαι, σέ κάθε ἐκδήλωση καί στιγμή τῆς ζωῆς σου. Οἱ μεγάλοι ἐρημῖτες δέν γνώριζαν Πάσχα, γιορτές, καθημερινές. Δέν εἶχαν ἀκολουθίες, εἶχαν μόνο τήν προσευχή. Μόνο μέ τήν προσευχή θά προκαλέσουμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Οἱ δάσκαλοι στά σχολεῖα νά διδάσκετε στά παιδιά τήν προσευχή. Δέν χρειάζονται τόσο οἱ ἀποδείξεις περί τοῦ Θεοῦ. Νά μάθουν οἱ ἄνθρωποι νά προσεύχονται. Ἡ προσευχή ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό ἔχει συκοφαντηθεῖ καί τήν πολεμάει τόσο πολύ ὁ διάβολος. Πολεμάει ὅ,τι εἶναι ὠφέλιμο γιά τόν ἄνθρωπο».

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ

            «Νά προσεύχεσθε ἀδιάκοπα.

Νά εὐχαριστεῖτε τό Θεό γιά τά πάντα.

Νά εἶσθε χαρούμενοι.

Μήν ἀφήνετε νά κυριευθεῖτε

ἀπό τό πνεῦμα τῆς ἀπογοητεύσεως.

Σᾶς ἐμπιστεύομαι στό Θεό καί στήν Ὑπεραγία Μητέρα Του.

Μή φοβᾶστε τίποτε …».

ΠΗΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: logos.arnion.gr

Μνήμη των Οσίων Αθανασίου και Ιωάσαφ, κτιτόρων της Ιεράς Μονής του Μετεώρου (20 Απριλίου)

O Όσιος Aθανάσιος, ο κτίσας την Mονήν του Mετεώρου, εν ειρήνη τελειούται

Aθανάσιε τον λίθον Mετεώρου,
Προς λίθον ακρόγωνον τρίβον ειργάσω.

Άγιοι Αθανάσιος και Ιωάσαφ, κτήτορες της Ιεράς Μονής Μετεόρου. Τοιχογραφία στην Ιερά Μονή Μεγάλου Μετεώρου στα Μετέωρα.

Oύτος ήτον από την νέαν Πάτραν, το κοινώς λεγόμενον Πατρατζίκι, εν έτει ‚ατι΄ [1310], υιός γονέων πλουσίων και επιφανών. Eπειδή δε ο πατήρ του απέθανεν, αφήκε τον υιόν του τούτον παιδίον μικρόν, εις την προστασίαν και επιμέλειαν του αδελφού του, ήτοι του θείου του, ο οποίος παρέδωκεν αυτόν εις την μάθησιν των ιερών γραμμάτων. Aφ’ ου δε η νέα Πάτρα εκουρσεύθη από τους Φράγκους, εσκλαβώθη και ούτος. Ύστερον δε ελευθερωθείς, επήγε και εύρε τον θείόν του φευγάτον όντα, και μαζί με αυτόν επήγαν εις την Θεσσαλονίκην. Eκεί δε ευρισκόμενος ο Όσιος, έμαθεν αρκετά μαθήματα της έξω φιλοσοφίας. Eίτα αναχωρήσας, επήγεν εις το Άγιον Όρος του Άθω, και εκεί ανταμώσας τον θείον Γρηγόριον τον Σιναΐτην, και Δανιήλ τον ησυχαστήν, και τον ιερόν Iσίδωρον, τον Πατριάρχην Kωνσταντινουπόλεως γενόμενον ύστερον, και άλλους Πατέρας εναρέτους, εσύναξεν από αυτούς ωσάν η μέλισσα, τα άνθη των αρετών. Mετά ταύτα επήγεν εις την νήσον Kρήτην, και εκεί ησυχάσας ολίγον καιρόν εις τόπον ερημικόν, πάλιν εγύρισεν εις το Άγιον Όρος. Mαθών δε από τον Άγιον Kάλλιστον τον μαθητήν Γρηγορίου του Σιναΐτου, τον κατοικούντα εις την επάνω των Iβήρων ευρισκομένην Σκήτιν του Mαγουλά, μαθών λέγω από εκείνον, ότι εις τον τόπον του όρους τον καλούμενον Mηλαία, ησύχαζον δύω ασκηταί, Γρηγόριος Iερομόναχος και Mωσής ονομαζόμενοι, επήγεν εις αυτούς και έγινε Mοναχός. Όθεν υπηρέτει αυτούς προθύμως εις όλα τα χρειώδη και αναγκαία, καταπηγνύμενος από την υπερβολικήν ψύχραν του χειμώνος, πολλάκις δε και σκεπαζόμενος όλος από τας χιόνας.

Άγιος Αθανάσιος, κτήτωρ της Ιεράς Μονής Μετεώρου

Ύστερον δε διά τον φόβον των Aγαρηνών, ο μεν Mωσής, επήγεν εις την Mονήν των Iβήρων. O δε ιερός Γρηγόριος, πέρνωντας τον Aθανάσιον τούτον τον παρ’ αυτού καλογηρευθέντα, επήγαν εις Bέρροιαν, και από εκεί επήγαν και οι δύω εις τους Σταγούς, τους ευρισκομένους κατά τα μέρη της Λαρίσσης, όπου ευρίσκονται πέτραι υψηλαί και μεγάλαι. Όθεν επάνω εις μίαν πέτραν από εκείνας, ονομαζομένην Στύλον, και ευρισκομένην κοντά εις την πόλιν, εκάθησαν μερικόν καιρόν. Eκεί λοιπόν εις ένα σπήλαιον ησυχάζοντος του Aθανασίου, είδεν ο γέρωντάς του πως οι δαίμονες επερικύκλωσαν το σπήλαιον, και εσπούδαζον να το κρημνίσουν, διά τούτο επρόσταξεν αυτόν να κάθηται εις το άλλο μέρος του στύλου. Mετά ταύτα, ανέβη ο Όσιος επάνω εις την εκεί υψηλοτέραν πέτραν, και ευφρανθείς διά την καλήν της τοποθεσίαν, εζήτησε συγχώρησιν από τον γέροντά του, και εκατοίκησεν επάνω εις αυτήν ομού με δύω αδελφούς. Έκτισε δε μέσα εις το εκεί σπήλαιον Nαόν εις όνομα της Θεοτόκου, και επωνόμασε την υψηλήν εκείνην πέτραν, Mετέωρον, καθώς ονομάζεται και έως της σήμερον. Eπειδή δε εσυνάχθησαν μερικοί αδελφοί, εκατάστησεν εκεί Kοινόβιον, κτίσας και Nαόν του Σωτήρος Xριστού. Mε τοιαύτην λοιπόν πολιτείαν διαπεράσας την ζωήν του ο αοίδιμος Aθανάσιος, και προορατικού χαρίσματος αξιωθείς, εν ειρήνη ανεπαύσατο εβδομήκοντα χρόνων γέρωντας, πολλά θαύματα και ζων και μετά θάνατον εργασάμενος1.

Σημείωση

1. Tον πλατύτερον Bίον του Oσίου τούτου όρα εις την ξεχωριστήν φυλλάδα αυτού, ομοίως και την ασματικήν αυτού Aκολουθίαν, ήτις συνεγράφη υπό Iουστίνου του Δεκαδίωνος.


O Όσιος Iωάσαφ, ο συνασκητής του ανωτέρω Oσίου Aθανασίου του εν τω Mετεώρω, εν ειρήνη τελειούται

Aθανασίω εν πόλω Iωάσαφ,
Nυν συγχορεύεις συμμεριστής ως πόνων.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Οσίων Πατέρων ημών Θεοδώρου του Τριχινά και Ιωάννου του Παλαιολαυρίτου. Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Ακινδύνου, Χριστοφόρου και των συν αυτοίς μαρτυρησάντων (20 Απριλίου)

Μηνολόγιο 20ης Απριλίου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Θεοδώρου του Tριχινά

Θνήσκεις ο πλήξας τριχίνη στολή Πάτερ,
Tον ενδύσαντα τους γενάρχας φυλλίνην.
Eικάδι σος Θεόδωρε λίπ’ οστέα θυμός αγήνωρ.

Oύτος ο Όσιος έβαλε τον εαυτόν του υποκάτω εις κάθε κακουχίαν και σκληραγωγίαν του σώματος, και τον μεν χειμώνα, έπηζεν από την ψύχραν και το κρύος. Tο δε θέρος, εφλογίζετο από το υπερβολικόν καύμα. Eπειδή δε εσκέπαζε το σώμα του με φορέματα τρίχινα, ήτοι υφασμένα με τρίχας γηδίσσας, διά τούτο έλαβε και την επωνυμίαν να ονομάζεται Tριχινάς. Όθεν εκ των πόνων τούτων, όχι μόνον ενίκησε τας μηχανάς και απάτας των δαιμόνων, αλλά και χάριν έλαβε παρά Θεού ο αοίδιμος ακόμη ζωντανός ων. Mετά δε τον θάνατόν του, αναβρύει μύρον ευώδες ο τάφος του εις όλους εκείνους, οπού μετά πόθου και ευλαβείας προστρέχουσιν εις αυτόν, και διά του μύρου εκείνου λαμβάνουν την ιατρείαν κάθε πάθους ψυχής τε και σώματος.


Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Iωάννου του Παλαιολαυρίτου

Nέον τι κέρδος τον Παλαιολαυρίτην,
Iωάννην χαίρουσιν ευρόντες νόες.

Oύτος ο Άγιος εκ νεαράς ηλικίας, ετρώθη από τον πόθον του Θεού, και διά τούτο επροσκολλήθη εις αυτόν. Όθεν αφήσας την τρυφήν και υπερηφάνειαν της παρούσης ζωής, απεξενώθη από την πατρίδα και τους συγγενείς του, και σηκώσας τον Σταυρόν του Kυρίου, επήγεν εις ξένην χώραν και αγνώριστον, διά τον ξενιτεύσαντα Kύριον, και γεννηθέντα εις ξένον τόπον. Φθάνωντας δε εις τα Iεροσόλυμα, και προσκυνήσας τους Aγίους Tόπους, επήγεν εις την Mονήν του Oσίου Xαρίτωνος, και εμβήκεν εις τους πνευματικούς αγώνας. Όθεν καλώς τελέσας κάθε ιδέαν αρετής, απήλθε προς Kύριον.


Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Bίκτωρος, Ζωτικού, Ζήνωνος, Aκινδύνου, Kαισαρίου, Σεβηριανού, Xριστοφόρου, Θεωνά, και Aντωνίνου

Eις τον Aκίνδυνον και τους συν αυτώ τέσσαρας
Συν Aκινδύνω τέσσαρας κτείνει ξίφος,
Tον εκ πλάνης κίνδυνον εκπεφευγότας.

Εις τον Χριστοφόρον και τους συν αυτώ τρεις
Kαμινιαίας αιθάλης πεπλησμένοι,
Xριστώ προσήλθον οι περί Xριστοφόρον.

Oύτοι οι Άγιοι εμαρτύρησαν κατά τους χρόνους του ασεβούς Διοκλητιανού εν έτει σϟϛ΄ [296], όταν και ο τροπαιοφόρος και πολύαθλος Mάρτυς του Xριστού Γεώργιος επιάσθη και εβασανίζετο, και βασανιζόμενος, ετέλει τα παράδοξα εκείνα θαυμάσια. Kαι ο μεν Bίκτωρ και Aκίνδυνος και Ζωτικός και Ζήνων και Σεβηριανός, βλέποντες τον ρηθέντα μέγαν Γεώργιον, πως ήτον βαλμένος εις τον τροχόν, και δεν εβλάβη τελείως από αυτόν, με μίαν φωνήν και οι πέντε εκήρυξαν εαυτούς Xριστιανούς, και παρευθύς απεκεφαλίσθησαν, και έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου. O δε Xριστοφόρος, Θεωνάς, Kαισάριος και Aντωνίνος, ήτον δορυφόροι του βασιλέως, και επαραστέκοντο εις αυτόν, όταν ετιμώρει ανελεήμονα τον αυτόν Άγιον Γεώργιον, και εζήτει από αυτόν να αναστήση τον προ πολλού αποθανόντα νεκρόν Έλληνα διά της του Xριστού επικαλέσεως. Όθεν αυτοί βλέποντες, πως ο μέγας Γεώργιος διά προσευχής του ογλίγωρα ανέστησε τον ζητούμενον νεκρόν, παρευθύς έρριψαν τας αξιωματικάς ζώνας οπού εφόρουν, και τα άρματα ενώπιον του βασιλέως και όλου του θεάτρου, και ωμολόγησαν τον Xριστόν Θεόν αληθινόν, διά τούτο πιασθέντες, εβάλθησαν εις φυλακήν. Ύστερον δε από ημέρας τινάς, παρεστάθησαν εις τον Διοκλητιανόν, και κρεμασθέντες, εξεσχίσθησαν, και με αναμμένας λαμπάδας κατεκάησαν, και τελευταίον βαλθέντες εις την φωτίαν, έλαβον παρά Kυρίου τους στεφάνους της αθλήσεως.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Ο Κύριος εμφανίστηκε στον Θωμά για χάρη όλων εκείνων που αναζητούν την αλήθεια και τη ζωή

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Το σημερινό ευαγγέλιο μας προσφέρει μιά μεγαλειώδη απόδειξη της Ανάστασης του Χριστού. Μιά απόδειξη πού πιστοποιείται με την πίστη του αποστόλου Θωμά, αλλά και με την πίστη χιλιάδων άλλων χριστιανών από την αρχή της ιστορίας της σωτηρίας ίσαμε σήμερα. «Ούσης ούν οψίας τη ημέρα εκείνη τη μιά των σαββάτων, καί των θυρών κεκλεισμένων όπου ήσαν οι μαθηταί συνηγμένοι διά τον φόβον των Ιουδαίων, ήλθεν ο Ιησούς καί έστη εις τό μέσον, καί λέγει αυτοίς ειρήνη υμίν» (Ιωάν. κ19).

Η πρώτη ημέρα της εβδομάδας είναι η επόμενη του Σαββάτου. Αυτό είναι σαφές από το κατά Μάρκον ευαγγέλιο, όπου αναφέρεται: «Καί διαγενομένου του σαββάτου λίαν πρωί της μίας σαββάτων» (Μάρκ. ιστ 1-2). Η ημέρα αυτή είναι η Κυριακή, τότε που αναστήθηκε ο Κύριος νωρίς το πρωί. Αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας λοιπόν, οι μαθητές είχαν μαζευτεί σ ένα σπίτι στα Ιεροσόλυμα όλοι μαζί, εκτός από τον Θωμά.

Όλα είχαν γίνει σύμφωνα με την προφητεία: «πατάξω τον ποιμένα και διασκορπισθήσονται τα πρόβατα» (Μάρκ. ιδ 27). Οι απόστολοι όμως δέν ήταν άλογα ζώα, για να διασκορπιστούν στους πέντε ανέμους. Συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί σ ένα σπίτι για να περιμένουν τις εξελίξεις και να στηρίξουν ο ένας τον άλλο. Επειδή φοβούνταν τους Ιουδαίους είχαν κλειδώσει την πόρτα. Αναμφίβολα όλοι τους είχαν ζωντανή στη μνήμη την προφητεία του Διδασκάλου τους, όταν τους προειδοποιούσε πώς θα τους παραδώσουν σε συνέδρια και θα τους μαστιγώσουν στις συναγωγές (βλ. Ματθ. ι 17). Δεν ήταν δυνατό να ξεχάσουν τα φοβερά λόγια Του: «αλλ έρχεται ώρα ίνα πάς ο αποκτείνας υμάς δόξη λατρείαν προσφέρειν τώ Θεώ» (Ιωάν. ιστ 2).

Ο φόβος των αποστόλων αυτές τις μέρες, όταν μπροστά στα μάτια τους συντελέστηκαν τόσα παράλογα εγκλήματα εναντίον του Διδασκάλου τους, ήταν κάτι περισσότερο από κατανοητός. Αδύναμοι άνθρωποι ήταν. Τί άλλο θα περίμεναν από τους αιμοδιψείς πρεσβυτέρους των Ιουδαίων, αφού γνώριζαν ήδη πόσο αδίστακτοι ήταν στη δίκη του αναμάρτητου και παντοδύναμου Χριστού, του θαυματουργού; Ο Χριστός όμως, ακόμα και μέσα στόν τάφο τους είχε στο νού Του, για να μή πάθουν κανένα κακό. Θα τους ενίσχυε να μην προδώσουν ο ένας τον άλλο και να μη σκορπιστούν στις τέσσερις γωνιές της γης προτού τον δούν ζωντανό και δοξασμένο. Και να που τώρα, το τέταρτο βράδυ από τότε που οι μαθητές χωρίστηκαν από τον Κύριό τους από τότε πού τον συνέλαβαν καί τον οδήγησαν σε δίκη καί την πρώτη μέρα μετά την Ανάσταση, ο Κύριος εμφανίστηκε μπροστά τους ζωντανός και δοξασμένος…

***

«Καί μεθ’ ημέρας οκτώ πάλιν ήσαν έσω οι μαθηταί αυτού και Θωμάς μετ’ αυτών. έρχεται ο Ιησούς των θυρών κεκλεισμένων, και έστη εις το μέσον και είπεν· ειρήνη υμίν» (Ιωάν. κ’ 26). Οκτώ μέρες αργότερα, Κυριακή πάλι, οι μαθητές ήταν συναγμένοι. Μαζί τους ήταν και ο Θωμάς. Τότε, κι ενώ οι πόρτες ήταν πάλι κλεισμένες, ο Ιησούς μπήκε μέσα, στάθηκε ανάμεσά τους και είπε: ειρήνη υμίν. Όλα έγιναν όπως και την πρώτη φορά που εμφανίστηκε μπροστά τους. Όλα, μόνο που τώρα ήταν κι ο Θωμάς μαζί τους. Φαίνεται πως ο Κύριος ήθελε να εμφανιστεί στον Θωμά ακριβώς όπως και στους άλλους, για να επιβεβαιώσει στο δύσπιστο μαθητή όλα εκείνα που του διηγήθηκαν οι άλλοι δέκα….

Όλα όσα γράφτηκαν στο ευαγγέλιο έχουν ένα μοναδικό σκοπό: «ίνα πιστεύσητε ότι ο Ιησούς εστιν ο Χριστός ο υιός του Θεού». Αυτό σημαίνει: Μην περιμένετε άλλον Μεσσία και Σωτήρα του κόσμου.

Αυτός που ήταν να έρθει, ήρθε. Αυτός που προφήτεψαν οι προφήτες του Ισραήλ, αλλά κι οι Σίβυλλες του ειδωλολατρικού κόσμου, εμφανίστηκε στ’ αλήθεια. Όλα όσα γράφτηκαν, ήταν επίσης ώστε και ίνα πιστεύοντες ζωήν έχητε εν τω ονόματι αυτού. Με την πίστη αυτή, που ο Θωμάς την επιβεβαίωσε με τις αισθήσεις του, θα έχετε ζωή αιώνια. Απ’ αυτό φαίνεται πως τα καταληκτικά αυτά λόγια του σημερινού ευαγγελίου συνδέονται με το περιστατικό που προηγήθηκε, με τον Θωμά και την απιστία του.

Ο Κύριος εμφανίστηκε στον Θωμά όχι μόνο για δική του χάρη, αλλά για τη χάρη όλων εκείνων που αναζητούν την αλήθεια και τη ζωή. Με την εμφάνισή Του στον Θωμά ο Κύριος βοήθησε όλους εμάς να τον πιστέψουμε πιο εύκολα, αναστημένο και ζωντανό. Καί με την πίστη αυτή να συμμετάσχουμε στην αιώνια αλήθεια και την αιώνια ζωή. Εν τω ονόματι αυτού, προσθέτει ο ευαγγελιστής.

Γιατί εν τω ονόματι αυτού; Επειδή «και ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία· ουδέ γαρ όνομά εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δεί σωθήναι ημάς» (Πραξ. δ’ 12). Γιατί «πας γαρ ος αν επικαλέσηται το όνομα Κυρίου σωθήσεται» (Ρωμ. ι’ 13). Μόνο η ζωή που αναζητείται και αποκτάται στο όνομα του Κυρίου Ιησού είναι αληθινή ζωή. Κάθε άλλη είναι θάνατος και φθορά.

Στην άνυδρη ερημιά της ανθρώπινης ιστορίας, ο αναστημένος Χριστός είναι η μόνη σίγουρη πηγή νερού που ξεδιψάει και αναζωογονεί. Οτιδήποτε άλλο θα φαίνεται σαν πηγή νερού στον ταλαιπωρημένο και διψασμένο ταξιδιώτη, που δεν θα είναι πηγή αλλά το λαμπύρισμα της καυτής άμμου, μια διαβολική αυταπάτη.

***

Το βαθύτερο νόημα της σημερινής ευαγγελικής περικοπής έχει σχέση με το εσωτερικό δράμα της ψυχής του ανθρώπου. Όποιος θέλει να εμφανιστεί ο αναστημένος Κύριος μέσα του, με τη βοήθεια τού Αγίου Πνεύματος, πρέπει να κλειδαμπαρώσει την πόρτα της ψυχής του, να την προστατέψει από την εισβολή του εξωτερικού, του φυσικού κόσμου. Όπως γράφει ο άγιος Θεόληπτος στή Φιλοκαλία: «Αποκτήστε σοφία από τις μέλισσες. Με το που θα δουν σμήνος από σφήκες να πετούν γύρω τους, μένουν μέσα στην κυψέλη κι έτσι διαφεύγουν τον κίνδυνο από τις επιθέσεις τους». Με τον ίδιο τρόπο οι απόστολοι προστατεύτηκαν από τους αιμοδιψείς και υλιστές Ιουδαίους.

Οι Ιουδαίοι αντιπροσωπεύουν κατά κάποιο τρόπο τον υλισμό και τον αισθησιασμό. Σε ψυχή όμως που διαφυλάσσεται με ζήλο και κλειδαμπαρώνεται, ο Κύριος θα εμφανιστεί εν δόξη. Ο δοξασμένος Νυμφίος θ αποκαλυφτεί τότε στη συνετή νύμφη.

Όταν εμφανίζεται ο Κύριος, ο φόβος του κόσμου εξαφανίζεται κι η ψυχή ειρηνεύει. Κι όχι μόνο ειρηνεύει. Ο Κύριος φέρνει πάντα μαζί Του πολλά καί διάφορα δώρα, όπως χαρά, δύναμη καί θάρρος. Εδραιώνει την πίστη, ενισχύει τη ζωή.

Όταν ο Κύριος εμφανίζεται καί μας παρέχει όλα αυτά τα πολύτιμα δώρα, κάποια αμφιβολία εξακολουθεί ακόμα να κρύβεται σε κάποια γωνιά της ψυχής μας.

Η γωνιά αυτή αντιπροσωπεύει το δύσπιστο Θωμά. Γιά να φωτιστεί καί να θερμανθεί κι η γωνιά αυτή με τη χάρη του Κυρίου, πρέπει να επιμείνουμε στήν προσευχή καί νά περιμένουμε μέ μεγάλη υπομονή. Πρέπει νά μένουμε κλειδαμπαρωμένοι, προστατευμένοι από τόν έξω κόσμο, από τίς σωματικές επιθυμίες καί ορμές.

Τότε ο Κύριος πού αγαπά τό ανθρώπινο γένος θά μάς συμπονέσει καί θά εισακούσει τίς προσευχές μας. Θά εμφανιστεί ξανά καί με τη φιλεύσπλαχνη παρουσία Του θα φωτίσει και την τελευταία σκοτεινή γωνιά της ψυχής μας. Τότε και μόνο τότε θα μπορέσουμε να πούμε πώς είμαστε ζωντανές ψυχές και υιοί Θεού κατά χάρη. Κι όλα αυτά με τη χάρη του Κυρίου καί Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, στόν Οποίο πρέπει η τιμή καί η προσκύνηση, μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια κ αί αδιαίρετη Τριάδα, τώρα καί πάντα και στους αιώνες τών αιώνων. Αμήν.

Από το βιβλίο: Αναστάσεως Ημέρα, Αθήναι 2011, μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 33 εξ.

Πηγή: https://iconandlight.wordpress.com/2015/04/18/

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος: Ὁμιλία εἰς τὸν Ἀπόστολον Θωμᾶν

Η ψηλάφησις του Θωμά

Ἔρχομαι ἐπειγόντως νὰ καταβάλω τὴν ὀφειλή μου. Διότι, ἂν καὶ εἶμαι πτωχός, βιάζομαι νὰ ἀποσπάσω ὁπωσδήποτε τὴν εὐγνωμοσύνη σας. Εἶχα δώσει ὑπόσχεση νὰ φανερώσω τὴν ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ, καὶ τώρα ἔρχομαι νὰ τὴν ἐκπληρώσω.

Ἡ πρόθεσίς μου εἶναι νὰ ἐξοφλῶ πρῶτα τὶς παλαιότερες ὀφειλές, γιὰ νὰ μὴ μὲ πιέζουν οἱ τόκοι ποὺ συγκεντρώνονται. Συνεργασθεῖτε μαζί μου στὴν καταβολὴ τοῦ χρέους, καὶ ἱκετεύσετε τὸν Θωμᾶ νὰ εὐλογήση τὰ χείλη μου μὲ τὴν ἁγία δεξιά του, μὲ τὴν ὁποίαν ἤγγισε τὴν πλευρὰ τοῦ Δεσπότου, ὥστε νὰ νευρώση τὴν γλώσσα μου, γιὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω αὐτὰ ποὺ ποθεῖτε. Καὶ ἐγώ, ἐνθαρρυνόμενος μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἀποστόλου καὶ μάρτυρος Θωμᾶ, διακηρύττω τὴν ἀρχικὴν ἀμφιβολία καὶ τὴν τελικὴν ὁμολογία του, ἡ ὁποία ἔγινε κρηπὶς καὶ Θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ὅταν εἰσῆλθε ὁ Σωτὴρ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν ἐκεῖ ὅπου εἶχαν συγκεντρωθῆ οἱ μαθηταί του καὶ ἐξῆλθε πάλι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἀπουσίαζε μόνον ὁ Θωμᾶς. Ἦταν κι αὐτὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας, ὥστε ἡ ἀπουσία τοῦ μαθητοῦ νὰ γίνη πρόξενος περισσοτέρας ἀσφαλείας καὶ βεβαιότητος. Διότι, ἐὰν παρευρίσκετο ὁ Θωμᾶς, δὲν θὰ ἀμφέβαλλε. Καὶ ἂν δὲν ἀμφέβαλλε, δὲν θὰ ζητοῦσε νὰ περιεργασθῆ. Ἐὰν δὲν ζητοῦσε, δὲν θὰ ψηλαφοῦσε. Καὶ ἐὰν δὲν ψηλαφοῦσε, δὲν θὰ ἀνεκήρυττε τὸν Χριστὸ Κύριον καὶ Θεόν. Ἐὰν δὲν τὸν εἶχε ἀποκαλέσει Κύριον καὶ Θεόν, ἐμεῖς δὲν θὰ εἴχαμε διδαχθῆ νὰ τὸν δοξολογοῦμε μὲ τὸν τρόπον αὐτόν. Ὥστε καὶ μὲ τὴν ἀπουσία του ὁ Θωμᾶς μᾶς ποδηγέτησε πρὸς τὴν ἀλήθεια καὶ μὲ τὴν παρουσία του ὕστερα μᾶς ἐβεβαίωσε περισσότερο στὴν πίστη.

Ἔλεγαν λοιπὸν οἱ μαθηταί, ὅταν ἦλθε ἀργοπορημένος: «Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον», εἴδαμε αὐτὸν ποὺ εἶπε: «ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου». Εἴδαμε αὐτὸν ποὺ εἶπε: «ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀλήθεια». Εἴδαμε τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων νὰ λάμπη μέσα στὰ γεγονότα. Εἴδαμε αὐτὸν ποὺ εἶπε: «μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι», καὶ βλέποντας τὴν ἀνάσταση, ἐπροσκυνήσαμε τὸν ἀναστάντα. Τὸν ἀκούσαμε ποὺ μᾶς εἶπε: «εἰρήνη ὑμῖν», καὶ μεταστρέψαμε τὴν ζάλη τῆς λύπης σὲ γαλήνια εὐφροσύνη. Ἀντικρίσαμε τὰ χέρια του ποὺ ἐδέχθησαν τὶς αἰχμὲς τῶν καρφιῶν, τὰ χέρια ποὺ κατηγοροῦν τὴν λύσσα τῶν θεομάχων θηρίων. Ἀντικρίσαμε τὰ χέρια ποὺ μᾶς ὕφαναν τὴν ἀφθαρσία, ἀντικρίσαμε καὶ τὴν πλευρὰν ποὺ φανερώνει λαμπρότερα ἀπὸ κάθε κήρυκα τὴν εὐσπλαχνία τοῦ πληγωμένου. Αὐτὴν τὴν πλευρὰ τὴν ὁποίαν ὑμνοῦν οἱ ἄγγελοι καὶ εὐλαβοῦνται οἱ πιστοὶ καὶ φρίττουν οἱ δαίμονες. Ὑποδεχθήκαμε καὶ ἐμφύσημα θεῖον ἀπὸ τὸ θεῖον στόμα του, ἐμφύσημα πνευματικόν, ἐμφύσημα ποὺ σκορπίζει κάθε χάρη. Ἐχειροτονηθήκαμε ἀπὸ τὸν Κύριο, κύριοι της ἀφέσεως τῶν πλημμελημάτων. Ἀποκτήσαμε καὶ τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωμε τοὺς ἁμαρτωλούς, ἀφοῦ μᾶς ἔδωσε αὐτὴν τὴν ἐντολή: «ἂν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς. Ἂν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται». Τέτοια λόγια εἴχαμε τὴν βαθειὰ χαρὰ νὰ ἀκούσωμε ἀπὸ τὸν Σωτήρα, τέτοιες δωρεὲς ἀπολαύσαμε. Διότι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν πλουτήσωμε, ἀφοῦ εὑρήκαμε πλούσιον Δεσπότη. Ἀλλὰ μόνο σὺ ἔμεινες πτωχός, ἀφοῦ ἀπουσίαζες.

Καὶ τί τοὺς εἶπεν ὁ Θωμᾶς; Εἴδατε τὸν Κύριο; Καλῶς. Αὐτὸν λοιπὸν ποὺ εἴδατε, νὰ τὸν σέβεσθε περισσότερο. Αὐτὸν ποὺ παρατηρήσατε, μὴν παύσετε νὰ τὸν κηρύττετε. Ἐγὼ ὅμως «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χείρα μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω». Καὶ σεῖς δὲν θὰ εἴχατε πιστεύσει ἐὰν πρῶτα δὲν ἐβλέπατε. Ἔτσι κι ἐγώ, ἐὰν δὲν ἴδω, δὲν θὰ πιστεύσω.

Μεῖνε, Θωμᾶ, σταθερὸς στὸν πόθο σου αὐτόν, διατήρησε τὸν ζῆλο σου, ὥστε βλέποντας ἐσὺ νὰ βεβαιωθῆ ἡ ψυχή μου. Ζήτησε μὲ ἐπιμονὴ αὐτὸν ποὺ εἶπε: «Ζητεῖτε καὶ εὑρήσετε». Μὴν παύσης νὰ ἐρευνᾶς εἰλικρινῶς, ἐὰν δὲν εὕρης τὸν θησαυρὸ ποὺ ζητεῖς. Μὴν παύσης νὰ κρούης τὴν θύρα τῆς ἀναντιρρήτου γνώσεως, μέχρι νὰ σοῦ τὴν ἀνοίξη αὐτὸς ποὺ εἶπε: «κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν». Ἀγαπῶ τὸν διχασμὸ τῶν λογισμῶν σου, ἐπειδὴ ἀναιρεῖ κάθε διχασμό. Ἀγαπῶ τὴν φιλομάθειά σου ἐπειδὴ καταλύει κάθε φιλονεικία. Χαίρομαι νὰ σὲ ἀκούω πολλὲς φορὲς νὰ λέγης: «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, οὐ μὴ πιστεύσω». Διότι μὲ τὸ νὰ ἀπιστῆς ἐσύ, ἐγὼ μαθαίνω νὰ πιστεύω. Σκάπτοντας ἐσὺ μὲ τὴν δικέλλα τῆς γλώσσης τὸ θεῖον σῶμα, ἐγὼ ἀκόπως θερίζω τὸν καρπὸ καὶ τὸν συλλέγω γιὰ μένα.

Ἐὰν δὲν ἰδῶ μὲ τὰ ἴδιά μου τὰ μάτια τὶς πληγὲς τὶς ὁποῖες ἄνοιξαν οἱ ἀσεβεῖς στὰ ἁγιά του χέρια, δὲν πρόκειται νὰ συγκατατεθῶ στοὺς λόγους σας. Ἐὰν δὲν βάλω τὸ ἴδιο μου τὸ δάκτυλο στὰ κοιλώματα τῶν καρφιῶν, δὲν θὰ δεχθῶ τὴν καλή σας ἀγγελία. Ἐὰν δὲν κρατήσω μὲ τὸ χέρι μου τὸ ἴδιο τὴν πλευρὰ τοῦ εὑρισκομένου πέραν ἀπὸ κάθε ὑποψία μάρτυρος τῆς Ἀναστάσεως, δὲν ἠμπορῶ νὰ πιστεύσω στὸ δόγμα σας. Διότι κάθε λόγος γίνεται ἰσχυρὸς καὶ βέβαιος, ἂν δεχθῆ τὴν συνηγορία ἀπὸ τὰ γεγονότα. Καὶ κάθε λόγος ποὺ στερεῖται τὴν ἀπὸ τὰ ἔργα μαρτυρία, ἐξαφανίζεται στὸν ἀέρα. Ἔχω νὰ κηρύξω στοὺς ἀνθρώπους τὰ θαύματα τοῦ Διδασκάλου. Πῶς λοιπὸν θὰ διηγηθῶ μὲ λόγια ἐκεῖνα ποὺ δὲν παρέλαβα μὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου; Πῶς θὰ πείσω τοὺς ἀπίστους νὰ πιστεύσουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα οὔτε ἐγὼ ἔχω παρακολουθήσει; Νὰ εἰπῶ στοὺς Ἰουδαίους καὶ στοὺς Ἕλληνες ὅτι εἶδα τὸν Κύριό μου νὰ σταυρώνεται, δὲν τὸν εἶδα ὅμως ἀναστημένο, παρὰ μόνον ἤκουσα; Καὶ ποῖος δὲν θὰ περιπαίξη τὰ λόγιά μου; Ποῖος δὲν θὰ περιφρονήση τὸ κήρυγμά μου; Ἄλλο εἶναι ἡ ἀπαγγελία λόγων, καὶ ἄλλο ἡ ἐμπειρία τῶν πραγμάτων.

Αὐτοὺς τοὺς ἀμφιβόλους λογισμοὺς εἶχεν ὁ Θωμᾶς, ὅταν μετὰ ἀπὸ ὀκτὼ ἡμέρες ἐπαρουσιάσθη πάλιν ὁ Κύριος στοὺς συνηθροισμένους μαθητάς του. Ἄφησε πρῶτα τὸν Θωμᾶ, κατὰ τὶς ἡμέρες ποὺ παρεμβάλλονται, νὰ κατηχηθῆ ἀπὸ τοὺς συμμαθητάς του, παραχωρώντας ἔτσι νὰ ἀναφλεγῆ ἀπὸ τὴν δίψα τῆς συναντήσεώς του. Καὶ ὅταν ἡ ψυχὴ του ἄναψε ἀπὸ τὸν σφοδρὸ πόθο τῆς θέας, τότε, τὴν κατάλληλη στιγμή, ὁ ποθούμενος ἀπεκαλύφθη σ’ αὐτὸν ποὺ τὸν ποθοῦσε. Καὶ τὸ ἔκανε αὐτὸ μὲ τὸν ἴδιον τρόπον, ὅπως πρίν, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, καὶ πάλι, ὅπως τὴν πρώτη φορά, τοὺς εἶπε: «εἰρήνη ὑμῖν», γιὰ νὰ ταυτισθῆ τὸ γεγονὸς μὲ τὸ θαῦμα, γιὰ νὰ βεβαιώση τὴν ἀναγγελία τῶν Ἀποστόλων καὶ γιὰ νὰ παραστήση τὴν ἀκρίβεια τῆς δευτέρας ἐπισκέψεώς του. «Εἶτα λέγει τῷ Θωμᾶ. Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε, καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου». Ὦ ὕψος ἀπεράντου φιλανθρωπίας! Ὦ πέλαγος ἀμετρήτου συγκαταβάσεως! Δὲν ἐπερίμενε τὴν προσέλευση τοῦ μαθητοῦ, δὲν ἀνέμεινε νὰ προσέλθη αὐτὸς ποὺ εἶχε ἀνάγκη, νὰ παρακαλέση καὶ νὰ ἐπιτύχη αὐτὸ ποὺ ἤθελε. Δὲν τὸν ἐστέρησε οὔτε γιὰ λίγο ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωση τῆς ἐπιθυμίας, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ποθούμενος προσείλκυσε κοντὰ του διὰ τῆς βίας τὸν ἐραστήν, ὁ ἴδιος ἔσυρε μὲ τὴν φωνή, στὴν πληγὴ τὸ δάκτυλο αὐτοῦ ποὺ τὴν ποθοῦσε, ὁ ἴδιος μὲ τὴν Δεσποτική του γλώσσα ἐτράβηξε τὸ δουλικὸ χέρι λέγοντας σ’ αὐτόν: «φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου».

Ἤκουσα, Θωμᾶ, ἀπὼν ὡς ἄνθρωπος, παρὼν ὅμως ὡς Θεός, αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπες στοὺς ἀδελφούς σου. Ἤμουν μαζί σας κατὰ τὴν θεότητα, ἂν καὶ ἀποχωρισμένος κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Θέλεις νὰ σοῦ ὑπενθυμίσω τὰ λόγια σου; Δὲν εἶπες: «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω»; Ἀπὸ τὰ χείλη σου δὲν ἐξῆλθαν τὰ λόγια αὐτά; Αὐτὰ τὰ λόγια δὲν ἐκφράζουν τοὺς λογισμούς σου; Γι’ αὐτὰ λοιπὸν ἦλθα πάλι, γιὰ τὰ ὁποῖα ἀμφιβάλλεις. Γι’ αὐτὸ ἦλθα πάλι κοντά σας, εἶμαι ἐδῶ γι’ αὐτὰ ἀκριβῶς ποὺ ἐπιθυμεῖς.

Γιὰ σὲ τὸν ἕνα ἦλθα καὶ τώρα κοντά σου, ἐγὼ ποὺ κατῆλθα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς γιὰ τὸ πλανώμενο πρόβατο, χωρὶς νὰ ἐγκαταλείψω τοὺς οὐρανούς. Μὴ λοιπὸν διστάσης νὰ μάθης αὐτὰ ποὺ ποθεῖς, μὴν ἐντραπῆς νὰ περιεργασθῆς αὐτὰ ποὺ ἐπιζητεῖς. Μὴν ἀποφύγης νὰ βάλης τὸ δάκτυλό σου ἐπάνω στὰ ἴδιά μου τὰ χέρια. Ἀνέχομαι καὶ τὰ περίεργα δάκτυλα, ὅπως ἀνέχθηκα καὶ τὰ καρφιά. Ὑπομένω τὴν περιέργεια τοῦ φίλου, ὅπως ὑπέμεινα τὴν ἐπίθεση τῶν ἐχθρῶν.

Ὅταν ἐσταυρώθηκα ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, δὲν ἠγανάκτησα, καὶ δὲν θὰ ὑποφέρω τὴν δική σου ἔρευνα; «Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου», ποὺ ἐτραυματίσθησαν γιὰ σᾶς, γιὰ νὰ θεραπευθοῦν τὰ τραύματα τῶν ψυχῶν σας. «Ἴδε τὰς χεῖρας μου» καὶ ἀναλογίσου ἂν εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἑκουσίως ἐσταυρώθη ἢ μήπως κάποιος ἄλλος; «Ἴδε τὰς χεῖρας μου», ποὺ ἄφησα νὰ διατηρήσουν τὰ σύμβολα τῆς ἰουδαϊκῆς μανίας, ὥστε ὅταν μὲ τὴν συνηθισμένη ἀναίδειά τους οἱ Ἰουδαῖοι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως, μοῦ εἰποῦν ὅτι ἐμεῖς, Κύριε, δὲν σὲ ἐσταυρώσαμε, τότε θὰ δείξω σ’ αὐτοὺς ποὺ μὲ ἐπολέμησαν τὰ χέρια μου μὲ τὰ ἀποτυπώματα τῶν πληγῶν, καὶ θὰ ἐντροπιάσω τοὺς Ἰουδαίους μόλις μὲ ἀντικρύσουν. Κοίτα τὰ χέρια μου καὶ μὴ νομίσης ὅτι ἡ ἀλήθεια τῆς Ἀναστάσεως εἶναι φαντασία. Κράτα τὰ χέρια αὐτὰ ὡς ὁμήρους της ἰδικῆς σας ἀναγεννήσεως. Κράτα τὰ χέρια αὐτὰ ὡς ἄγκυρα ποὺ ἀνειλκύσθη ἀπὸ τὸν βυθὸ τοῦ Ἅδου.

Μὴ φοβηθῆς κανένα βιοτικὸν χειμώνα, καμμία ζάλη κοσμικὴ μὴ σὲ τρομάξη, μὴ φοβηθῆς τοὺς ἀντιθέτους ἀνέμους, μὴ φροντίσης καθόλου γιὰ τὶς καταιγίδες καὶ τοὺς σκοπέλους τῆς θαλάσσης τῶν ἐχθρῶν. Πλεῦσε μὲ θάρρος τὸ πέλαγος τοῦ βίου, πλεῦσε κρατώντας δυνατὰ τὴν ἄγκυρα τοῦ πνεύματος, πλεῦσε προσέχοντας στὸν οὐρανὸ σὰν σὲ λιμάνι, πλεῦσε φοβούμενος μόνο τῆς ἰδικῆς μου ἀρνήσεως τὸ ναυάγιο. Περιγέλασε τὸν θάνατον ὡς νεκρό, περίπαιξε τὴν φθορὰν ὡς ἀνίσχυρη, χαιρέτισε τὸν ὑπὲρ ἐμοῦ θάνατον ὡς ἀρχὴν ἐσωτερικῆς ζωῆς καὶ «φέρε τὴν χεῖρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου…». Ἄντλησε μὲ τὸ χέρι σου ἀπὸ τὴν κρήνην αὐτὴν τῆς ζωῆς τὸ νάμα ποὺ ποθεῖς καὶ παρηγόρησε τὴν δίψα σου. «Φέρε τὴν χαρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου», τοποθέτησε τὸ χέρι σου μέσα στὸ ἰατρεῖο τῆς φύσεως καὶ ἀπόβαλε τὸ δηλητήριο τῆς προαιρέσεώς σου. Ἀνέχομαι ἄγγιγμα χεριοῦ ποὺ μὲ ἀγαπᾶ, ἐγὼ ποὺ ἐδέχθην τὴν πληγὴ τῆς λόγχης.

«Φέρε τὴν χεῖρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου», ὥστε νὰ ἠμπορῆς νὰ λέγης σὲ ὅσους ἀντιστέκονται στὴν ἀλήθεια, ὅτι μετὰ τὴν Ἀνάσταση μὲ εἶδες καὶ μὲ ἐξέτασες καὶ μὲ ἐψηλάφησες μὲ ἀκρίβεια. «Φέρε τὴν χεῖρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου», διότι γιὰ σὲ τὴν διετήρησα ἔτσι, ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἐθεράπευσα τὰ σώματα καὶ τὶς ψυχὲς τῶν ἄλλων, προγνωρίζοντας ὡς Θεὸς ὅτι θὰ θελήσεις νὰ τὴν ἰδῆς σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση, ὥστε βλέποντας σὺ τὰ ἴχνη τοῦ πάθους τῆς σαρκός μου, νὰ θεραπεύσης τὸ πάθος τῆς ψυχῆς σου. «Φέρε τὴν χεῖρα σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου» τὴν ὁποίαν ἐφύλαξα ἔτσι ὅπως τὴν βλέπεις, ὥστε, ὅταν ἐπανέλθω ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθίσω Κριτὴς ζώντων καὶ νεκρῶν, νὰ ἰδοῦν οἱ Ἰουδαῖοι ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν τους νὰ φανερώνωνται τὰ ἔργα τῆς κακῆς ἐργασίας τους, καὶ νὰ γίνουν αὐτοκατάκριτοι. «Καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός». Εἶναι κακὸν ἡ ἀπιστία. Βυθίζει τὸν νοῦν. Ἡ πίστις τὸν ἐξυψώνει στὸν οὐρανό. Ἡ ἀπιστία τυφλώνει τὴν ψυχὴ, ἡ πίστις φωτίζει τοὺς λογισμούς. Ἡ ἀπιστία καὶ τὰ ἀόρατα τὰ βλέπει καθαρά. Ὁ ἄπιστος ἔχει πλήρη ἄγνοια. «Μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός». Ἀποδίωξε τὸ νέφος τῆς ἀπιστίας καὶ κοίτα τὶς καθαρὲς ἀκτίνες τῆς πίστεως. Πάρε ὅλα τὰ ἐφόδια γιὰ νὰ γίνης ἄξιος Ἀπόστολος τῆς θεότητός μου.

Γίνε ὅπως πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ συνανεστράφη μαζί μου, καὶ εἶχε τὶς ἐμπειρίες ποὺ εἶχες ἐσύ. Ὁμοίως μὲ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους ἐκλήθης, ὁμοίως μὲ αὐτοὺς ἐτιμήθης, ὁμοίως μὲ αὐτοὺς ἐξοπλίσου. Τὰ ἴδια μὲ ἐκείνους εἶδες καὶ σύ, σοῦ ἐνεπιστεύθην σὰν φίλο ὅλο μου τὸ μυστήριο, ὅπως καὶ σ’ αὐτούς. Ὁμοίως μὲ αὐτοὺς κήρυττε τὴν δύναμή μου. Μὴν εἰπῆς πάλι γιὰ δευτέρα φορά: «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, οὐ μὴ πιστεύσω». Ὅσον εἶμαι μαζί σας, ὅπως θέλης ἠμπορεῖς νὰ μὲ περιεργασθῆς. Ὅσον ἔχεις κοντά σου τὸ οὐράνιον κλῆμα, ἐξερεύνησε ὅλους τους κλάδους καὶ τὰ σταφύλια του. Θὰ ἀνεβῶ στοὺς οὐρανοὺς ἀπὸ ὅπου ἦλθα στὴν γῆ, θὰ ἀνέλθω ἐκεῖ ὅπου εἶμαι, θὰ ἀνέλθω ὡς πρὸς τὴν ἀνθρωπίνη μου φύσιν ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου συγκατέβην γιὰ χάρη σας ὡς πρὸς τὴν θεότητα. Θὰ ἀνέλθω μὲ τοῦτο τὸ σῶμα, ἐγὼ ποὺ χωρὶς αὐτὸ ἔχω ἐκδημήσει ἀπὸ ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν ἔπαψα νὰ παραμένω ἐκεῖ. Θὰ ἀνέλθω μὲ τὴν ἰδικὴ σας φύση πρὸς τὸν πατρικὸν κόλπο, ἐγὼ ποὺ εὑρίσκομαι στοὺς κόλπους τοῦ Πατρός. Διότι ἐξεπλήρωσα τὸ ἔργο γιὰ τὸ ὁποῖον ἔκαμα ὅλον αὐτὸν τὸν δρόμο.

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Θωμᾶς ἤγγισε τὰ δεσποτικὰ χέρια καὶ τὴν θεία πλευρά, καὶ ἐκυριεύθη ἀπὸ δειλία καὶ χαρὰ μὲ τὴν θέα αὐτῶν ποὺ ἐπεθύμησε, κινεῖ εὐθὺς τὴν γλώσσα πρὸς ὑμνωδίαν ἀναφωνώντας πρὸς τὸν Κύριον: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Σὺ εἶσαι ὁ Κύριος καὶ Θεός, σὺ εἶσαι καὶ ἄνθρωπος καὶ φιλάνθρωπος, σὺ εἶσαι ἀξιοθαύμαστος καὶ παράδοξος ἰατρὸς τῆς φύσεως. Δὲν ἀποκόπτεις μὲ νυστέρι τὰ παθήματα, δὲν καυτηριάζεις μὲ φωτιὰ τὶς πληγές, δὲν ἀντλεῖς ἀπὸ τὰ βότανα τὴν ἰσχὺ τῶν φαρμάκων, δὲν ἐπιδένεις μὲ ἐπιδέσμους ὁρατοὺς τὰ πάσχοντα τραύματα. Διαθέτεις ἀοράτους ἐπιδέσμους εὐσπλαχνίας, οἱ ὁποῖοι ἀοράτως τονώνουν τὰ καταπονημένα μέλη. Ἔχεις λόγον ὀξύτερον ἀπὸ τὸ μαχαίρι, ἔχεις διδασκαλία πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὴν φωτιά, ἔχεις βλέμμα πιὸ προσιτὸ ἀπὸ βάλσαμο. Ὡς δημιουργός, χωρὶς δαπάνη καὶ ἀντίτιμο, ἁγιάζεις τὸ δημιούργημά σου. Ὡς πλάστης, χωρὶς νὰ κοπιάσης, μεταπλάττεις τὰ πλάσματά σου. Σὺ ἐκαθάρισες λεπροὺς μὲ τὸ θέλημά σου, σὺ ἔκαμες χωλοὺς νὰ τρέχουν, σὺ ἔδωσες στοὺς παραλύτους νὰ σηκώσουν τὰ κρεβάτια τους, σὺ ἐπρόσταξες ἐκ γενετῆς τυφλοὺς νὰ ξεπλύνουν τὸ σκοτεινό τους κάλυμμα, σὺ ἐξώρισες τοὺς δαίμονες ἀπὸ τὰ πλάσματά σου, σὺ συνελήφθης μὲ τὴν θέλησή σου ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, σὺ ἔπαθες τὰ πάντα ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους ἑκουσίως πρὸς χάριν μου. «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Ἀνεγνώρισα τὸν Δεσπότη μου, ἀνεγνώρισα τὸν ἁλιέα μου καὶ φύλακα, τὸν Βασιλέα καὶ Κύριό μου. «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Πιστεύω, Κύριε, στὴν οἰκονομία σου, πιστεύω στὴν συγκατάβασή σου, πιστεύω στὴν πρόσληψη τῆς φύσεώς μου, πιστεύω στὸν προσκυνητὸν Σταυρόν σου, πιστεύω στὰ Πάθη τῆς σαρκός σου, πιστεύω στὸν τριήμερόν σου θάνατο, πιστεύω στὴν Ἀνάστασίν σου. Πλέον δὲν ἐξετάζω. Πιστεύω, δὲν φιλολογῶ. Πιστεύω, δὲν ζυγίζω. Πιστεύω, δὲν περιεργάζομαι. Πιστεύω στοὺς ὀφθαλμούς μου καὶ στὰ χέρια μου. Αὐτὰ ποὺ εἶδα μὲ ἐδίδαξαν νὰ μὴ φιλολογῶ. Ἔμαθα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐψηλάφησα νὰ προσκυνῶ καὶ ὄχι νὰ συγκρίνω μὲ ἀνθρώπινα μέτρα καὶ σταθμά. Ἕναν Κύριον καὶ Θεὸν γνωρίζω μόνον, τὸν Δεσπότην Χριστό, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ Κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.

Πηγή: https://agiazoni.gr/slug-965/

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ: Ὁμιλία, σὺν Θεῷ ἁγίῳ, στὴν Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ

Η ψηλάφιση του Θωμά

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

«Ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος!
ἀπιστία, πίστιν βεβαίαν ἐγέννησεν.»

 

Η ψηλάφιση του Θωμά

Κατὰ τὴ σημερινὴ ἡμέρα, ὀκτὼ ἡμέρες μετὰ τὸ Πάσχα, τὴ λεγόμενη Κυριακὴ τοῦ Ἀντιπάσχα, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία καθόρισε ἀπὸ ἀρχαιότατους χρόνους νὰ ἑορτάζουμε κάποια θαυμαστὰ γεγονότα ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ.

Σήμερα, Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ, ὅπως διαφορετικὰ ἀποκαλεῖται, ἐνθυμούμαστε καὶ ἑορτάζουμε δύο ἀπὸ τὶς πρῶτες θαυμαστὲς ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστάντος Ἰησοῦ στοὺς ἀγαπημένους μαθητές του. Ἐπειδὴ δὲ κεντρικὸ πρόσωπο κατ᾽ αὐτὲς τὶς φανερώσεις τοῦ Κυρίου καὶ σὲ ὅσα σ᾽ αὐτὲς διαδραματίστηκαν, εἴτε ὡς ἀπὼν στὴν πρώτη, εἴτε ὡς παρὼν στὴ δεύτερη, ὑπῆρξε ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς, ἡ σημερινὴ Κυριακὴ  ὀνομάστηκε «τοῦ Θωμᾶ». Τὰ σπουδαῖα τοῦτα γεγονότα, γεμάτα βαθειὰ νοήματα καὶ ψυχοσωτήριες διδασκαλίες, μᾶς περιγράφει μὲ θεοπρεπὴ λιτότητα ἀλλὰ καὶ θαυμαστὴ σαφήνεια ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης στὴν περικοπή, ποὺ μόλις ἀκούσαμε.

Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ διήγηση, ἡ πρώτη ἐμφάνεια τοῦ ἐγερθέντος ἐκ νεκρῶν Κυρίου στοὺς μαθητές Του ἔγινε τὸ βράδυ τῆς ἴδιας ἐκείνης ἡμέρας, τῆς μιᾶς τῶν Σαββάτων, τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, δηλ. τῆς Κυριακῆς ἐκείνης, κατὰ τὶς πρῶτες πρωινὲς ὧρες τῆς ὁποίας ὁ Χριστός μας εἶχε ἀναστηθεῖ. Καί, ποῦ βρίσκονταν τότε οἱ μαθητές; Κλεισμένοι καὶ κλειδαμπαρωμένοι, θὰ λέγαμε σήμερα, σ᾽ ἕνα σπιτάκι ἐκεῖ στὰ Ἱεροσόλυμα, «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων». Ὁ Χριστός μας εἶχε ἤδη φανερωθεῖ κατὰ τὸ πρωὶ στὶς θαρραλέες Μυροφόρες, Μαρία τὴ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία τοῦ Ἰακώβου, δηλ. τὴν Παναγία μας, οἱ ὁποῖες, ἀψηφώντας κάθε φόβο καὶ δειλία, «ὄρθρου βαθέως», πρὶν δηλαδὴ καλὰ καλὰ χαράξει, εἶχαν μεταβεῖ στὸν τάφο τοῦ Κυρίου, καὶ οἱ ὁποῖες στὴ συνέχεια ἀνέφεραν τὴν παρ᾽ ἐλπίδα ἐμφάνιση ἐκείνη τοῦ Ἀναστάντος στοὺς κρυμμένους μαθητές, καὶ ἔγιναν ἔτσι εὐαγγελίστριες τῆς Ἀναστάσεως στοὺς εὐαγγελιστές!

Μὰ ὁ Κύριος ἔκρινε πὼς ἔπρεπε καὶ στοὺς ἰδίους τοὺς μαθητές Του νὰ ἐμφανισθεῖ, γιὰ νὰ τοὺς εἰρηνεύσει καὶ γαληνεύσει καὶ στερεώσει στὴν πίστη. Καὶ ἀνέμενε τὸ βράδυ, γιὰ νὰ συγκεντρωθοῦν στὴν οἰκία, ποὺ συνήθιζαν νὰ μαζεύονται. Καί, χωρὶς νὰ κτυπήσει τὴν πόρτα, ἐμφανίσθηκε ξαφνικὰ στὸ μέσον τους. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτοὶ εὔλογα φοβήθηκαν καὶ ταράχθηκαν οἱ ψυχές τους ἀπ᾽ αὐτὴ τὴν ἀπρόσμενη ἐμφάνιση τοῦ Διδασκάλου, ἀμέσως τοὺς καθησυχάζει μὲ τὴ γλυκεία Του φωνή, λέγοντάς τους: «Εἰρήνη νὰ εἶναι σ᾽ ἐσᾶς». Χάρηκαν τότε ὑπερβολικὰ οἱ ἀπόστολοι, βλέποντας παρ᾽ ἐλπίδα ζωντανὸ τὸν Ἐσταυρωμένο. Ἐκπληρώθηκε τότε καὶ ἡ προφητεία τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ τοὺς εἶχε εἰπεῖ πρὶν τὸ ἄχραντο Πάθος Του: «Πάλιν ὄψομαι ὑμᾶς, καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία». Καὶ τοὺς ξαναέδωσε τὴν εἰρήνη Του. Γιατί, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐπειδὴ θὰ εἶχαν συνεχὴ ἀντιπαράθεση μὲ τοὺς ἄπιστους Ἰουδαίους, τοὺς ἀπηύθυνε συχνὰ τὸ «εἰρήνη ὑμῖν», στερεώνοντάς τους στὴν πίστη καὶ δίνοντάς τους παρηγορία. Καὶ στὴ συνέχεια, δίνοντάς τους πλουσιώτερη Χάρη καὶ δύναμη παρὰ πρίν, τοὺς εἶπε: «Ὅπως μὲ ἀπέστειλε ὁ Θεὸς Πατέρας μου στὸν κόσμο, σᾶς ἀποστέλλω τώρα κι ἐγὼ ἐσᾶς, νὰ κηρύσσετε μὲ θάρρος καὶ ἐξουσία τὸ εὐαγγέλιό μου.» Καὶ ἀμέσως, ἐπιβεβαιώνοντας αὐτὴ τὴν ἐξουσία, τοὺς ἐμφύσησε στὰ πρόσωπα καὶ τοὺς ἔδωσε τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴν ἐξουσία νὰ συγχωροῦν ἁμαρτίες, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀφήνουν ἀσυγχώρητους ὅσους δὲν θὰ ἔχουν εἰλικρινὴ μετάνοια.

Μὲ αὐτὴ τὴν ἐνέργειά Του ὁ Χριστός μας, ποὺ εἶπε δηλ. ὅτι τὸν ἀπέστειλε ὁ Πατέρας καὶ αὐτὸς μὲ τὴ σειρά Του χορήγησε στοὺς μαθητὲς τὴ Χάρη τούτη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ λύνουν καὶ νὰ δεσμεύουν ἁμαρτίες, φανέρωσε ξεκάθαρα, ὅτι ἡ ἐξουσία καὶ δωρεὰ τοῦ Πατέρα, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι μία, εἶναι κοινή. Ποῦ εἶναι λοιπὸν τώρα οἱ Ἰεχωβᾶδες ἢ οἱ ὅποιοι ἄλλοι αἱρετικοί, ποὺ ἀρνοῦνται καὶ ἀπορρίπτουν τὴν ἰσότητα τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδας; Καὶ ἀκόμη, πρέπει ἐδῶ νὰ τονίσουμε πὼς αὐτὴ ἡ ἐξουσία τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, ποὺ ἔλαβαν τότε οἱ ἀπόστολοι, μεταβιβάζεται ἀλληλοδιαδόχως μὲ τὴ χειροτονία στοὺς διαδόχους τους ἐπισκόπους καὶ ἱερεῖς μέχρι σήμερα, σὲ ὅσους βεβαίως ἀνήκουν στὴ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ ἔχουν κανονικὴ χειροτονία. Ἀπὸ ἐκεῖ λοιπὸν πηγάζει ἡ πνευματικὴ ἐξουσία, ποὺ ἔχουν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πνευματικοὶ πατέρες. Γι᾽ αὐτὸ πρέπει καὶ οἱ πιστοὶ νὰ τοὺς δείχνουν ὑπακοὴ καὶ νὰ τοὺς ἀποδίδουν τὸν ἁρμόζοντα σεβασμό.

Ὅταν ὅμως ἔγινε αὐτὴ ἡ ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου, ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς – κατὰ θεϊκὴ πάντως οἰκονομία- δὲν ἦταν παρών, ἀλλὰ βρισκόταν κάπου ἀλλοῦ κρυμμένος. Τοῦ ἀνακοίνωσαν λοιπὸν ἀργότερα οἱ ἄλλοι μαθητὲς πὼς εἶχαν ἰδεῖ τὸν Ἰησοῦν ἀναστημένο. Αὐτὸς ὅμως δὲν πίστεψε! Καί, ὄχι μόνο δὲν πίστεψε, ἀλλὰ ἤθελε καὶ νὰ ἰδεῖ τὸν Χριστό, μὰ καὶ τὰ σημάδια τῶν πληγῶν τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου καὶ νὰ βάλει τὸ δάκτυλό του στὰ σημεῖα τῶν πληγῶν τῶν καρφιῶν καὶ νὰ βάλει τὸ χέρι του στὴ λογχευμένη ἄχραντη πλευρὰ τοῦ Δεσπότου!

Παρέβλεψε ἄραγε ὁ Κύριος τὸν πόθο τοῦτο τοῦ μαθητῆ Του; Ἀσφαλῶς ὄχι! Ἀλλά, ἐπειδὴ γνώρισε ὡς καρδιογνώστης καὶ παντογνώστης πὼς ἡ ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ θὰ προξενοῦσε τελικὰ καὶ στὸν ἴδιο καὶ στοὺς ἄλλους μαθητές, μὰ καὶ σὲ ὅλους τοὺς πιστοὺς μεγάλη ὠφέλεια, ἀφοῦ ἄφησε νὰ περάσουν ὀκτὼ ἡμέρες ἀπ᾽ ἐκείνη τὴν πρώτη ἐμφάνισή του στοὺς μαθητές, συγκαταβαίνει καὶ πάλιν ὁ φιλάνθρωπος Δεσπότης. Καὶ τὴν ὄγδοη ἡμέρα, ὅταν ἦταν μαζεμένοι ὅλοι οἱ μαθητὲς σ᾽ ἐκεῖνο τὸ σπίτι καὶ ὁ Θωμᾶς μαζί τους, ξαναεμφανίζεται ἀνάμεσά τους, δίνοντάς τους καὶ πάλιν εἰρήνη. Καὶ δὲν περιμένει νὰ τοῦ ζητήσει ὁ Θωμᾶς αὐτό, ποὺ εἶπε στοὺς συναποστόλους του, ἀλλ᾽ ἀμέσως δείχνει τὰ πληγωμένα ἀπὸ τὰ καρφιὰ τοῦ Σταυροῦ χέρια Του καὶ ξεσκεπάζει τὴ λογχευμένη πλευρά Του καὶ τοῦ λέγει: «Ἔλα, Θωμᾶ, παιδί μου, δὲς καὶ ψηλάφησε αὐτὲς τὶς πληγές, ὅπως ζήτησες, γιὰ νὰ πιστεύσεις. Τὶς πληγὲς τοῦτες, ποὺ θεράπευσαν τὶς ἀνθρωπίνως ἀνιάτρευτες πληγὲς τῆς πτώσης τῶν πρωτοπλάστων, τὶς πτώσεις στὴν ἁμαρτία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων· τὶς πληγές, ἀπὸ τὶς ὁποῖες πήγασε ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου.» Συγκλονισμένος τότε ὁ Θωμᾶς καὶ γεμάτος πλέον ἀκράδαντη πίστη, ἀναφώνησε: «Πιστεύω ἀληθινά, Χριστέ μου, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Κυριός μου καὶ ὁ Θεός μου!» Ὁρισμένοι μάλιστα ἅγιοι Πατέρες ἀναφέρουν ὅτι πράγματι ὁ Θωμᾶς ἔβαλε τὸν δάκτυλό του στὶς παλάμες τοῦ Κυρίου καὶ τὸ χέρι του στὴν πληγωμένη Του πλευρά· γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ σημερινὴ ἑορτὴ ὀνομάζεται καὶ «Ἡ ψηλάφησις τοῦ Θωμᾶ». Καί, ἐπιτιμώντας τον μὲ ἀγάπη ὁ Ἰησοῦς, εἶπε· «Πίστεψες, γιατὶ μὲ εἶδες!» Γιὰ νὰ καταλήξει στὸν θαυμαστὸ ἐκεῖνο μακαρισμὸ αὐτῶν ποὺ πιστεύουν, χωρὶς νὰ τὸν ἰδοῦν: «μάκαριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες».

Κι ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νὰ ἀγωνισθοῦμε νὰ ἀποκτήσουμε τούτη τὴ γνήσια καὶ μακαριζόμενη ἀπὸ τὸν Κύριο πίστη. Νὰ πιστεύομε δηλαδὴ ὅπως ἀκριβῶς διδάσκει τὸ Εὐαγγέλιο, ἡ Ἁγία Γραφή, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, σὲ ὅλα τὰ δόγματα καὶ τὴν Ὀρθόδοξη Ἱερὰ Παράδοση, στηριζόμενοι στὴν ἀναμφίβολη μαρτυρία αὐτῶν, ποὺ ὑπῆρξαν αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ, δηλαδὴ τῶν ἁγίων ἀποστόλων, ἔστω κι ἂν ἐμεῖς δὲν ἀξιωθήκαμε νὰ ἰδοῦμε ὀφθαλμοφανῶς τὸν Κύριο. Νὰ μελετοῦμε μὲ πίστη τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ πνευματικὰ βιβλία. Νὰ προσευχόμαστε θερμὰ καὶ συχνά· νὰ ἔχουμε μετάνοια εἰλικρινὴ καὶ καθημερινὴ γιὰ τὰ λάθη καὶ πάθη μας· νὰ μετέχουμε ἐνσυνείδητα στὰ Μυστήρια τῆς Ἐξομολογήσεως καὶ τῆς θείας Εὐχαριστίας· νὰ δείχνουμε ταπείνωση καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον μας. Κι ἂν ἔτσι ἀγωνιζόμαστε νὰ ζοῦμε πνευματικά, θὰ λάβουμε μέσα μας μιὰ ἄλλη αἴσθηση, θὰ νοιώθουμε τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ θὰ μᾶς πληροφορεῖ καὶ στερεώνει ἀκράδαντα στὴν ἁγία μας Πίστη. Νὰ προσέξουμε καὶ νὰ ἀγωνισθοῦμε, ὥστε κανένα πράγμα τοῦ κόσμου τούτου νὰ μὴν ἀλλοιώσει ἢ ἀφαιρέσει ἀπὸ μέσα μας τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη τοῦ Χριστοῦ μας, ὅ,τι πολυτιμώτερο ἔχουμε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Καὶ νὰ μὴ φοβούμαστε ἢ ντρεπόμαστε νὰ ὁμολογοῦμε, παντοῦ καὶ πάντοτε, τούτη τὴν Πίστη. Γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε ἐκείνης τῆς ἀνέκφραστης παραδείσιας χαρᾶς, ἤδη ἀπὸ τούτη τὴ ζωή, μὲ τὴ Χάρη καὶ Φιλανθρωπία τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ, τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας μας καὶ ὅλων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος ἁγίων. Ἀμήν!

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ τοῦ Ἀντίπασχα (τοῦ Θωμᾶ) 19 Ἀπριλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΑΣΧΑ
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
5: 12-20

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, διὰ τῶν χειρῶν τῶν ἀποστόλων ἐγίνετο σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τῷ λαῷ πολλὰ · (καὶ ἦσαν ὁμοθυμαδὸν ἅπαντες ἐν τῇ Στοᾷ Σολομῶντος. Τῶν δὲ λοιπῶν οὐδεὶς ἐτόλμα κολλᾶσθαι αὐτοῖς, ἀλλ΄ ἐμεγάλυνεν αὐτοὺς ὁ λαός· μᾶλλον δὲ προσετίθεντο πιστεύοντες τῷ Κυρίῳ πλήθη ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν· ὥστε κατὰ τὰς πλατείας ἐκφέρειν τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τιθέναι ἐπὶ κλινῶν καὶ κραβάττων, ἵνα ἐρχομένου Πέτρου κἂν ἡ σκιὰ ἐπισκιάσῃ τινὶ αὐτῶν. Συνήρχετο δὲ καὶ τὸ πλῆθος τῶν πέριξ πόλεων Ἰερουσαλήμ, φέροντες ἀσθενεῖς καὶ ὀχλουμένους ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, οἵτινες ἐθεραπεύοντο ἅπαντες. Ἀναστὰς δὲ ὁ ἀρχιερεὺς καὶ πάντες οἱ σὺν αὐτῷ, ἡ οὖσα αἵρεσις τῶν Σαδδουκαίων, ἐπλήσθησαν ζήλου καὶ ἐπέβαλον τὰς χεῖρας ἐπὶ τοὺς ἀποστόλους καὶ ἔθεντο αὐτοὺς ἐν τηρήσει δημοσίᾳ. Ἄγγελος δὲ Κυρίου διὰ νυκτὸς ἤνοιξε τὰς θύρας τῆς φυλακῆς ἐξαγαγών τε αὐτοὺς εἶπε· Πορεύεσθε καὶ σταθέντες λαλεῖτε ἐν τῷ ἱερῷ τῷ λαῷ πάντα τὰ ῥήματα τῆς ζωῆς ταύτης.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΑΣΧΑ
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
20: 19-31

Οὔσης ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον. εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· Εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται. Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ’ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς. ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω. Καὶ μεθ’ ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ’ αὐτῶν. ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· Εἰρήνη ὑμῖν. εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός. καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες. Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ· ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ