Μόρφου Νεόφυτος: Ὁ Ἄλκης καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Τρισαγίου Θεοῦ (Ἀπόσπασμα ὁμιλίας ποὺ ἔγινε στὶς 23.11.2025)

Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος
Ὁ Ἄλκης καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Τρισαγίου Θεοῦ

(Ἀπόσπασμα ὁμιλίας ποὺ ἔγινε στὶς 23.11.2025)

… Ἔχω μία μικρὴ ἱστορία νὰ σᾶς διηγηθῶ, γιὰ ἕνα γεγονὸς ποὺ ἔζησα στὴ Λάρνακα ὅταν ἤμουνα διάκονος. Δὲν τὴ λέω τακτικὰ αὐτή, ἀλλὰ εἶναι ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ξεκινήσαμε τὰ μνημόσυνα ποὺ αἰσθάνομαι μέσα μου τὴν παρόρμηση νὰ σᾶς διηγηθῶ τὴν ἱστορία τοῦ Ἄλκη.

Ὁ Ἄλκης ἦταν ἕνας πλούσιος, νεώτατος δικηγόρος τῆς Λάρνακας. Ὅταν ἤμουν διάκονος ἐκεῖ, ἐπειδὴ εἶχα καὶ τὸ εὐλογημένο τὸ πτυχίο τῆς Νομικῆς, μοῦ ἀνέθεσε ὁ Δεσπότης μου, ὁ Μητροπολίτης Κιτίου Χρυσόστομος, νὰ ἐκδικάζω τὶς περιπτώσεις τῶν διαζυγίων. Τότε τὸν παρακάλεσα νὰ ἀνακαλέσει τὸν διορισμό μου αὐτό, λέγοντάς του· «Ἐγὼ δὲν παντρεύτηκα! Τώρα νὰ ἀκούω γιὰ τοὺς γάμους, τοὺς τσακωμοὺς τῶν παντρεμένων καὶ νὰ χωρίζω κόσμο»; «Ὄχι», μοῦ ἀπάντησε, «ὁ διορισμός σου στὸ ἐκκλησιαστικὸ δικαστήριο ἰσχύει, γιατὶ ἡ Ἐκκλησία θέλει μορφωμένους κληρικούς»!

Ἔκαμα ὑπακοὴ καὶ ἀποδέχτηκα τὸν διορισμό μου αὐτό. Κατὰ τὴ διάρκεια λοιπὸν ἐκδίκασης περιπτώσεων διαζυγίου, πρόσεξα ὅτι ὁ Ἄλκης ποὺ σᾶς ἀνέφερα ἐρχόταν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ὡς δικηγόρος ὑπεράσπισης, ἄλλοτε τοῦ ἐνάγοντος καὶ ἄλλοτε τοῦ ἐναγομένου. Σημειωτέον ὅτι δὲν εἴχαμε καὶ μεγάλη διαφορὰ ἡλικίας μ᾽ αὐτόν. Ἐγὼ ἤμουν κοντὰ στὰ τριάντα κι ὁ Ἄλκης περίπου τριάντα πέντε χρόνων. Ὁπότε, στὸ τέλος μιᾶς δίκης, μοῦ δήλωσε ὅτι εἶναι ἄθεος. Τοῦ εἶπα τότε καὶ ἐγώ· «Πρόσεξε νὰ μὴ σὲ κάμουν οἱ ἄθεοι μασῶνο καὶ νὰ ἀρνηθεῖς τὴν Ὀρθοδοξία»! «Ὄχι, ὄχι», μοῦ λέει, «προσέχω, ξέρω τί σημαίνει αὐτό»!

Μετά, μοῦ λέει· «Ποῦ μένεις, διάκο; Πρόσεξα, ὅτι εἶσαι μορφωμένος». Τοῦ ἀπαντῶ· «Μένω μὲ τὸν πάτερ Συμεὼν στὸν Ἅγιο Γεώργιο τὸν Κοντό, ἐκεῖ ποὺ εἶναι τὰ κοιμητήρια τῆς Λάρνακας». «Μπορῶ νὰ ἔρθω κάποια μέρα νὰ μιλήσουμε»; «Ἔλα», τοῦ λέω. Λοιπόν, ξεκίνησε κάθε δεκαπέντε, εἴκοσι μέρες, νὰ ἔρχεται. Ἐγὼ ἀπέφευγα νὰ τοῦ μιλῶ γιὰ Θεόν, ἀφοῦ μοῦ εἶπε εἶναι ἄθεος. Ἦταν κι αὐτὴ μιὰ ἀπὸ τὶς συμβουλὲς τοῦ Πνευματικοῦ μου, τοῦ ὁσίου Ἰακώβου τοῦ Τσαλίκη. «Νὰ μὴν προκαλοῦμε», μοῦ ἔλεγε, «τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων. Ὁ καθένας ὅση πίστη παρέλαβε. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ἐμεῖς νὰ προσευχόμαστε γιὰ αὐτούς, νὰ αὐξηθεῖ ἡ πίστη τους, νὰ μὴν τοὺς προκαλοῦμε». Λοιπόν, καὶ ἡ πίστη ἡ δική μας δὲν εἶναι δική μας, εἶναι τῶν γονιῶν μας, εἶναι τῶν παππούδων μας, εἶναι πάνω ἀπ᾽ ὅλα  δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιὰ νὰ τὴν μοιραστοῦμε μὲ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν λιγότερη.

Μιὰ μέρα ρώτησα τὸν Ἄλκη· «Εἶσαι παντρεμένος»; Μοῦ λέει· «Ὄχι, ἀλλά, ξέρεις, ἔχω διάφορες φιλενάδες». «Ἔ!», τοῦ λέω, «ξέρεις τί θὰ πάθεις»; «Τί θὰ πάθω»; «Θὰ πάθεις», τοῦ λέω, «ὅπως ἐγώ, ποὺ καμιὰ φορὰ μοῦ ἀρέσει τὸ ἀναψυκτικὸ καί, ὅταν τὸ ἀνοίξω, πίνω λίγο, μετὰ βάζω τὴ μπουκάλα ἔτσι ἀνοιχτὴ στὸ ψυγεῖο, μετὰ πηγαίνω νὰ πιῶ δεύτερη γουλιά, τρίτη, τέταρτη. Ἔ! Δὲν ἔχει πιὰ ἀέριο, δὲν ἔχει γλύκα, δὲν ἔχει ποιότητα! Ὅταν λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος, ἀκόμα καὶ σὲ αὐτά, τὰ ἐρωτικά, πηγαίνει ἀπὸ ἐδῶ κι ἀπ᾽ ἐκεῖ, ὁ ἄνδρας μὲ διάφορες γυναῖκες ἢ ἡ γυναίκα μὲ διάφορους ἄντρες, εἶναι σὰν τὸ ἀναψυκτικὸ τὸ ἀνοιγμένο, τὸ ὁποῖο χάνει τὴν οὐσία του καὶ γίνεται μιὰ στιγμιαία ἀπόλαυση καὶ τίποτα παραπάνω! Ἀλλά, νὰ ξέρεις, θὰ ἔρθει ἡ ὥρα ποὺ θὰ πάρεις μιὰ γυναῖκα γιὰ πάντα, ποὺ θὰ εἶναι καὶ σύντροφος, ὄχι μόνο φιλενάδα. Τί θὰ δώσεις σ᾽ αὐτὴ τὴ γυναῖκα»; Ὁπόταν αὐτὸς τότε προβληματίστηκε γιὰ τὸ θέμα τοῦτο. Καὶ νά, μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, ἦλθε μαζὶ μὲ μιὰ καλὴ κοπέλλα καὶ μοῦ λέει· «Διάκο, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρραβωνιαστικιά μου»! «Ὤ!», σκέφθηκα τότε, «μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἔπιασαν τόπο τὰ λόγια μας»!

Λοιπόν, γνωριστήκαμε μὲ τὸ ζευγάρι πλέον αὐτό, ὅρισαν καὶ ἡμέρα γάμου καὶ μοῦ λέει· «Νὰ ἔρθεις στὸν γάμο μου, διάκο»! Τοῦ εἶπα· «Νὰ ἔρθω, βρὲ Ἄλκη, ἀλλὰ ἀφοῦ δὲν πιστεύεις στὸν Θεό, τί νὰ κάνεις τὸν γάμο»; Ὅμως, ἐπειδὴ μιλούσαμε στὶς ἐπισκέψεις του καὶ τοῦ ἔλεγα διάφορες ἱστορίες γιὰ σύγχρονους ἁγίους, δηλαδὴ γιὰ ἐμπειρίες ποὺ εἶχα σὲ συναντήσεις μου μὲ τοὺς ὁσίους Ἰάκωβο τῆς Εὔβοιας, Πορφύριο τὸν Καυσοκαλυβίτη καὶ Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη, αὐτὸς ἀντιλήφθηκε ὅτι ἡ ἁγιότητα δὲν εἶναι κάτι ποὺ ὑπῆρχε μόνο στὴν ἀρχαιότητα, ἀλλὰ εἶναι πάντοτε ἐπίκαιρη καὶ γιὰ ὅλες τὶς ἐποχές. Ὁπόταν, ὅταν εἶδα ὅτι καρποφόρησαν αὐτὰ ποὺ λέγαμε καὶ ξαναβρῆκε τὴν πίστη του, ποὺ ἄρχισε μάλιστα νὰ αὐξάνει, τοῦ εἶπα σὲ λίγες μέρες· «Ἐντάξει, Ἄλκη, θὰ ἔρθω καὶ στὸν γάμο σου»!

Μᾶς ἔφερε καὶ τὸ προσκλητήριο καί, ἐνῶ ὁρίσαμε καὶ στὸ ἡμερολόγιό μας τὴν τάδε Κυριακὴ νὰ κάνουμε τὸν γάμο τοῦ Ἄλκη, ξαφνικὰ τί ἀκοῦμε; Πηγαίνοντας στὰ Λεύκαρα, ἔπεσε τὸ αὐτοκίνητό του σὲ γκρεμὸ καὶ σκοτώθηκε ὁ Ἄλκης! Σκοτώθηκε, ἐνῶ καλοῦσαν μὲ τὴν ἀρραβωνιαστικιά του κόσμο γιὰ τὸν γάμο! Μὰ ἦταν ἕνας συγκλονισμὸς γιὰ ὅλους, γιὰ ὅλη τὴ Λάρνακα, γιατί ἦταν ἕνας ἐπιφανὴς ἄνθρωπος, πολλὰ ὑποσχόμενος. Εἶχε δὲ μόνο πατέρα, γιατὶ ἡ μάνα του, νομίζω, ἐκοιμήθη, καὶ εἶχε καὶ μιὰ ἀδερφή, ποὺ ἔμενε στὴ Γαλλία. Τελικά, ἀντὶ γιὰ γάμο, κάναμε τὴν κηδεία του Ἄλκη… Μὲ εὐχαρίστησε ὁ πατέρας του καὶ μοῦ λέει· «Ἐμεῖς δὲν κάνουμε μνημόσυνα! Δὲν τὰ πιστεύουμε αὐτά! Ἀλλὰ ἐσὺ ὅ,τι νομίζεις ὅτι βοηθᾶ τὴν ψυχὴ τοῦ γιοῦ μου, νὰ τὸ κάνεις»! Ἤμουνα διάκονος ἀκόμα, ἱερέας δὲν ἤμουνα γιὰ νὰ μνημονεύω στὴν Πρόθεση. Ἀλλὰ οἱ παλιοὶ ἱερεῖς ἐκεῖ στὸν Ἅγιο Γεώργιο τὸν Κοντὸ εἶχαν μιὰ καλὴ συνήθεια, ποὺ καὶ τὴν κρατήσαμε μὲ τὸν Γέροντα Συμεών. Δηλαδὴ κάθε πρωὶ κάναμε Ὄρθρο καὶ στὶς μεγάλες ἑορτὲς κάναμε καὶ Λειτουργία. Ὅταν δὲν εἶχε Λειτουργία, μετὰ τὸν Ὄρθρο μπαίναμε μέσα στὸ ἱερὸ Βῆμα καὶ κάναμε Τρισάγιο καὶ ἀνοίγαμε ὁ καθένας τὸ δεφτέρι του μὲ τὰ ὀνόματα τῶν κεκοιμημένων μας καὶ τοὺς μνημονεύαμε. Ὁπόταν ἔγραψα καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Ἄλκη καὶ τὸν μνημονεύαμε κάθε ἡμέρα.

Θὰ πέρασε κανένας χρόνος μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἄλκη καὶ κάποια μέρα ἔρχεται μιὰ κοπέλλα, μὲ τὴν ὁποία ἦταν γνωστοί. Αὐτὴ σκεφτόταν καὶ ἔλεγε· «Τὸν καϋμένο τὸν Ἄλκη! Οὔτε νὰ παντρευτεῖ πρόλαβε καί, μόλις ξεκίνησε νὰ μπαίνει μέσα στὴν Ἐκκλησία, τὸν ἅρπαξε ὁ Θεὸς καὶ τὸν πῆρε στοὺς οὐρανοὺς καὶ δὲν ἔχει καὶ κανένα ποὺ νὰ τὸν μνημονεύει! Ἡ μάνα του κοιμήθηκε, ὁ πατέρας του δὲν ἔχει πίστη, ἡ ἀδελφή του εἶναι στὴ Γαλλία… Ποιός τοῦ κάνει τὰ μνημόσυνα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου»; Καὶ ἐμφανίζεται μπροστά της ὁλοζώντανος ὁ Ἄλκης ἐνῶ ἦταν ξύπνια καὶ τῆς λέει· «Νὰ μὴν σκέφτεσαι ἔτσι! Ἐμένα κάθε πρωὶ στὸν Ἅγιο Γεώργιο τὸν Κοντὸ μετὰ τὸν Ὄρθρο ποὺ κάνουν οἱ πατέρες, μὲ μνημονεύει ὁ διάκος ὁ Νεόφυτος. Λοιπόν, νὰ πᾶς νὰ τοῦ πεῖς ὅτι τὸν εὐχαριστῶ πολὺ καὶ ὅτι ἡ σχέση μας συνεχίζεται».

Ὅταν λοιπὸν ἦλθε ἐκείνη τὴν ἡμέρα, δὲν μοῦ φανέρωσε ἀπ᾽ εὐθείας τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἀλλὰ μὲ ρώτησε· «Τί κάνετε ἐδῶ κάθε μέρα; Τί προσευχὲς κάνετε»; Τῆς ἐξήγησα ὅτι ὅταν ἔχουμε ἑορτὴ κάνουμε Μεσονυκτικό, Ὄρθρο καὶ Λειτουργία. «Λοιπόν, κάτι κάνετε», μοῦ λέει «ποὺ ἔχει σχέση μὲ τοὺς πεθαμένους»! «Ἔ, ὅταν ἔχουμε Ὄρθρο κάνουμε Τρισάγιο». «Ἄ, τὸ Τρισάγιο! Αὐτό εἶναι», μοῦ εἶπε. «Ναί, κάνουμε Τρισάγιο καὶ μνημονεύουμε ὀνόματα κεκοιμημένων. Ἀλλά, γιατί ρωτᾶς»; «Εἶδα», μοῦ λέει «ὁλοζώντανο τὸν Ἄλκη καὶ μοῦ εἶπε νὰ σὲ εὐχαριστήσω ποὺ τὸν μνημονεύεις καὶ ὅτι ἡ σχέση σας συνεχίζεται…».

Αὐτὸ τὸ τόσο ἁπλὸ ἀλλὰ τόσο σημαντικὸ ποὺ κάναμε, τί ἀξία εἶχε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ! Σκεφτεῖτε πόση ἀξία ἔχει στὴν αἰώνια ζωὴ ἡ ψυχή μας καὶ ἡ ψυχὴ τῶν συνανθρώπων μας. Κι ἀκόμη, πόσο σημαντικὸ εἶναι νὰ τοὺς θυμόμαστε μέσα στὴ Θεία Λειτουργία. Ἰδιαιτέρως, ὅταν οἱ ψάλτες ψάλλουν τὸ «Ἄξιόν ἐστιν», νὰ μνημονεύετε ὀνόματα. Καὶ νὰ δίνετε ὀνόματα στοὺς ἱερεῖς, ζώντων καὶ κεκοιμημένων, ἰδιαιτέρως ὅταν ἔχουμε σαρανταλείτουργα γιὰ νὰ μνημονεύονται. Καὶ ἡ σχέση μὲ τοὺς ἀνθρώπους μας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο συνεχίζεται καὶ αὐξάνει, εἴτε εἶναι ζῶντες, εἴτε εἶναι κεκοιμημένοι.

Μόρφου Νεόφυτος: Μὲ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν πίστη κερδίζουμε τὴν ψυχή μας… (11.10.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ Δ΄ Λουκᾶ καὶ τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων (Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου), ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου τῆς κοινότητος Σινᾶ Ὄρους τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (11.10.2026).

Ψάλλει ὁ Ἄρχων Πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου.

Παραγωγή: © Ι.Μ.Μόρφου

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Λογγίνου του Eκατοντάρχου (16 Οκτωβρίου)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Λογγίνου του Eκατοντάρχου

Yιόν Θεού λέγων σε Xριστέ και πάλιν,
Λογγίνος ως πριν, τέμνεται τον αυχένα.
Άμφ’ εκκαιδεκάτην Λογγίνον άορ κατέπεφνεν.

Η Σταύρωσις του Κυρίου, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου. Στα δεξιά εικονίζεται ο Άγιος Λογγίνος ο Εκατόνταρχος

Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους Tιβερίου Kαίσαρος, εν έτει ιε΄ [15], καταγόμενος μεν από την χώραν των Kαππαδοκών, εκατόνταρχος δε υπάρχων κατά το αξίωμα, υποκάτω εις τον Πιλάτον τον ηγεμόνα της Iουδαίας. Aπό τον οποίον επροστάχθη να υπηρετήση εις τα τίμια και σωτήρια Πάθη του Xριστού, μαζί με τους υποτασσομένους εις αυτόν στρατιώτας, και να φυλάξη τον σφραγισθέντα τάφον. Oύτος λοιπόν βλέπωντας τα εξαίσια θαύματα, οπού έγιναν τότε εις την Σταύρωσιν του Kυρίου, ήτοι τον σεισμόν, την επισκότισιν του ηλίου, το καταπέτασμα του Nαού, οπού εσχίσθη από άνωθεν έως κάτω, τας πέτρας, οπού εσχίσθησαν, τα μνήματα, οπού ανοίχθησαν και πολλούς των κεκοιμημένων Aγίων, οπού ανεστήθησαν και ενεφανίσθησαν εις τους πολλούς. Tαύτα λέγω πάντα βλέπωντας, εφώναξε με μεγάλην φωνήν και είπεν, αληθώς Θεού υιός ην ούτος. Kαθώς διηγούνται συμφώνως και οι τρεις θείοι Eυαγγελισταί, ο Mατθαίος, ο Mάρκος, και ο Λουκάς. Διά τούτο και τα αργύρια οπού έδιδαν εις αυτόν οι Iουδαίοι, διά να διαβάλη την Aνάστασιν του Kυρίου, και να ειπή, ότι οι μαθηταί τον έκλεψαν, τα αργύρια λέγω ταύτα δεν τα εδέχθη ο αοίδιμος. Aλλά τα απεστράφη αυτός και δύω άλλοι στρατιώται, οι οποίοι ύστερον μαζί με αυτόν εμαρτύρησαν.

Η Σταύρωσις. Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού του Αγιασμάτι (παρά την Πλατανιστάσα). Στα δεξιά, πίσω από τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, εικονίζεται ο Άγιος Λογγίνος ο Εκατόνταρχος

Αφήσας λοιπόν ο μακάριος Λογγίνος την στρατιωτικήν τάξιν και το αξίωμα του εκατοντάρχου, επήγεν εις την πατρίδα του, και εκήρυττεν αποστολικώς τον Xριστόν, ότι είναι Θεός αληθινός. Tούτο δε μαθών ο Πιλάτος από τους Iουδαίους, μάλλον δε και διαφθαρείς την γνώμην παρ’ αυτών με δώρα και αργύρια, γράφει προς τον Kαίσαρα Tιβέριον, και κατηγορεί τον Λογγίνον, πως αφήκε το στρατιωτικόν του επάγγελμα. Kαι πως κηρύττει εις την πατρίδα του Θεόν τον Xριστόν. Όθεν πέμπονται εκείνοι, οπού έμελλον να θανατώσουν τον Άγιον. Kαι φθάσαντες εις την πατρίδα του Kαππαδοκίαν, κατά τύχην απαντώσι τον ίδιον Λογγίνον, χωρίς να γνωρίσουν, ούτε εκείνοι αυτόν, ούτε αυτός εκείνους. Kαι αφ’ ου εφιλοξενήθησαν φιλοφρόνως από τον Άγιον, φανερόνουσιν εις αυτόν τον σκοπόν, διά τον οποίον επήγαν εκεί. O δε Άγιος, χωρίς να ταραχθή τελείως, εδέχθη με τόσην πολλήν χαράν την είδησιν αυτήν, ώστε οπού ακόμη περισσότερον επεριποιήθη αυτούς και εφιλοξένησεν. Έπειτα ετοιμάσας πρότερον τον τάφον και τα εις την θανήν του επιτήδεια, εκάλεσε και τους άλλους δύω στρατιώτας, οπού έφυγον μαζί με αυτόν, διά να συγκοινωνήσουν και αυτοί το διά Xριστόν μαρτύριον.

Άγιος Λογγίνος ο Εκατόνταρχος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Έπειτα φανερόνοι εις τους απεσταλμένους, ότι αυτός είναι ο ζητούμενος από αυτούς Λογγίνος. Oι δε απεσταλμένοι τούτο ακούσαντες, πολύ ελυπήθησαν. Παρακαλεσθέντες όμως από τον Άγιον, απεκεφάλισαν αυτόν και τους δύω συστρατιώτας του. H δε πάντιμος κεφαλή του Aγίου, ευθύς επέμφθη εις την Iερουσαλήμ, διά να λάβη πληροφορίαν, τόσον ο Πιλάτος, όσον και οι Iουδαίοι, ότι αληθώς απεκεφαλίσθη ο υπ’ αυτών μισούμενος Λογγίνος. Kαι προς τούτοις, ίνα εκ της τοιαύτης πληροφορίας, λάβη ο Πιλάτος παρά των Iουδαίων τα συμφωνηθέντα αργύρια. Eχώσθη δε η τιμία του Mάρτυρος κεφαλή έμπροσθεν της πόλεως Iερουσαλήμ μέσα εις μίαν κοπρίαν. Ύστερον δε από πολλούς χρόνους, μία γυναίκα ένδοξος και πλουσία καταγομένη από την Kαππαδοκίαν, έχασε το φως των οφθαλμών της και έμεινε τυφλή, από μίαν ασθένειαν, οπού της ηκολούθησε. Tούτου χάριν επήγεν εις τα Iεροσόλυμα, ομού με ένα μονογενή της υιόν. Mε σκοπόν, διά να δυνηθή να εύρη την ιατρείαν των οφθαλμών της. Eις καιρόν δε οπού ευρίσκετο εκεί, απέθανεν ο υιός της. Kαι διά τούτο επροστέθη επάνω εις την μίαν λύπην της, και άλλη λύπη. Όθεν διπλώς εθρήνει η δυστυχής. Eις ταύτην λοιπόν ούτως έχουσαν, φαίνεται εν ονείρω ο μακάριος Λογγίνος και λέγει προς αυτήν, ποίος είναι. Kαι εις ποίον μέρος είναι χωσμένη η κεφαλή του. Kαι ότι εάν σκάψη και πάρη αυτήν, θέλει λάβη από αυτήν την ιατρείαν των οφθαλμών της. Kαι προς τούτοις, ότι θέλει ιδή και τον υιόν της με δόξαν. Eξυπνήσασα λοιπόν η γυνή, και ευρούσα την κοπρίαν και σκάψασα, επήρε την αγίαν του Mάρτυρος κεφαλήν. Kαι διά της εν εκείνη κατοικούσης θείας χάριτος, έλαβε την οπτικήν ενέργειαν των ομματίων της. Kαι τον υιόν της ηξιώθη να ιδή, συνευρισκόμενον ομού με τον Άγιον, και απολαμβάνοντα την εκείνου δόξαν και τιμήν εις τα ουράνια. Έβαλε λοιπόν εις θήκην και το λείψανον του υιού της, και την του Mάρτυρος κεφαλήν. Eπειδή έτζι της είπε να κάμη ο Άγιος. Kαι πέρνουσα αυτήν, επήγεν εις την Kαππαδοκίαν, παθούσα το ίδιον εκείνο, οπού έπαθε και ο Σαούλ. Kαθώς γαρ εκείνος ζητών τας γαϊδούρας του πατρός του, εύρε παρ’ ελπίδα βασιλείαν, τοιουτοτρόπως και αυτή, ζητούσα να απολάβη το φως των οφθαλμών της, και τούτο έλαβε, και θερμόν προστάτην ευρήκε τον Άγιον. Όθεν κτίσασα Eκκλησίαν εις όνομα του Aγίου Λογγίνου, εκεί απεθησαύρισε την του Mάρτυρος ιεράν κεφαλήν. Kαι διά μέσου αυτής, επλούτησε μίαν βρύσιν των ιαμάτων, και διά τον εαυτόν της και διά όλους τους συμπατριώτας της Xριστιανούς, εις δόξαν του Kυρίου ημών Iησού Xριστού. (Tο πλατύτερον αυτού Συναξάριον όρα εις τον Nέον Παράδεισον1.)

Σημειώσεις

1. Tο ελληνικόν Συναξάριον του Aγίου συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Tου Θεού λόγου διά την εκ παρακοής επενεχθείσαν». (Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη των Iβήρων και εν άλλαις.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Νεομάρτυρος Ιωάννου του Τουρκολέκα (16 Οκτωβρίου)

Ο νεομάρτυρας και παιδομάρτυρας Άγιος Ιωάννης ο Τουρκολέκας γεννήθηκε το 1805 μ.Χ. στο χωριό Τουρκολέκα Αρκαδίας. Η οικογένεια του διακρινόταν για την ευλάβεια στον Θεό, για την αγάπη προς την πατρίδα και για τον ηρωισμό της. Πατέρας του ήταν ο Σταματέλος Σταματελόπουλος-Τουρκολέκας, ονομαστός αγωνιστής της περιοχής Λεονταρίου και μητέρα του, η αδελφή της συζύγου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Σοφία. Μεταξύ των τεσσάρων του αδελφών διακρινόταν ο γνωστός οπλαρχηγός Νικήτας, γνωστός ως Νικηταράς (ο Τουρκοφάγος) και ο διδάσκαλος της πολεμικής τακτικής ευπαίδευτος λοχαγός Νικόλαος.

Το 1816 μ.Χ. ο Ιωάννης, 11 χρονών τότε, μαζί με τον πατέρα του και τον Αναγνώστη, γιό του αγωνιστή του Πάρνωνα Ζαχαριά, ενώ ταξίδευαν για τα Κύθηρα, λόγω θαλασσοταραχής βρέθηκαν στη Νεάπολη της Λακωνίας. Ο Αγάς της περιοχής Χουσεΐν, με δόλο τους συνέλαβε και τους έστειλε στην ανωτέρα Τουρκική αρχή της Μονεμβασίας. Εκεί οι συλληφθέντες φυλακίστηκαν στο κάστρο της.

Στη συνέχεια ο άρχοντας της Μονεμβασίας ζήτησε οδηγίες από τον Βοεβόδα του Μυστρά, ο οποίος διέταξε να αποκεφαλιστούν και οι τρεις φυλακισμένοι. Πρώτα αποκεφαλίστηκαν ο Αναγνώστης και ο πατέρας του Αγίου.

Για την ομολογία, το μαρτυρικό τέλος και το θαυμαστό σημείο, που έδωσε ο Θεός, μετά τον αποκεφαλισμό του παιδομάρτυρα, γράφει, σχετικά ο αδελφός του Αγίου, ο Νικηταράς: «Στον αδελφό μου πρότειναν ν’ αλλάξει την πίστη του. Του δείχνουν τον σκοτωμένο πατέρα του και του λέγουν κάθησε να σε κάνουμε Τούρκο. Τότε το παιδί κάνει το σταυρό του και τους απαντά: θα πάω κι εγώ εκεί που πάει ο πατέρας μου. Του ξαναλέγουν· γίνε Τούρκος. Το παιδί όμως ξανακάνει το σταυρό του. Έγινε από το αίμα του σταυρός. Πήραν τα κεφάλια τους στην Τριπολιτσά».

Η σφαγή και των τριών έγινε στις 16 Όκτωβρίου 1816 μ.Χ., έξω από τον Ιερό Ναό του «Ελκομένου Χριστού» στην πάλαια Μονεμβασία. Εκεί, στο δάπεδο της αυλής του Ναού, το αίμα του παιδομάρτυρα και νεομάρτυρα Ιωάννη, σχημάτισε Σταυρό και έτσι αποκαλύφθηκε η ένδοξη είσοδος του Αγίου στη Βασιλεία του Θεού και η ένταξή του στη χορεία των Μαρτύρων.

Οι κεφαλές, του νεομάρτυρα Ιωάννη, του πατέρα του και του Αναγνώστου εστάλησαν στον Πασά της Τριπόλεως, τα δε σώματα τους ετάφησαν στην Μονεμβασία, και μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστος ο τόπος της ταφής και των κεφαλών και των σωμάτων τους.

Το σημείο του Σταυρού, το οποίο στο δάπεδο της αυλής του Ναού σχημάτισε το μαρτυρικό και αγνό αίμα του Αγίου Ιωάννη, έγινε πηγή συριγμού των υποδούλων χριστιανών Ελλήνων και τόπος ιερού προσκυνήματος των πιστών.

Ναός του Αγίου υπάρχει στο χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε.

Πηγή: saint.gr

Γέρων Ἱερώνυμος τῆς Αἰγίνης – Ἀποφθεγματικοὶ Λόγοι

Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας

Ἡ ἐξομολόγησις ξανὰ δι᾿ ὅ,τι ἐξομολογήθης εἶναι ἀπιστία εἰς τὸ μυστήριον.

Κάθε πότε κοινωνεῖτε, κάθε πότε διψάει ἡ ψυχή σας; Ἂν δὲν σᾶς ἔλθουν πάντως δάκρυα, νὰ μὴν κοινωνεῖτε. Κάθε δέκα πέντε ἡμέρας, καλὸν εἶναι. Αὐτὸ ὅμως θὰ τὸ κανονίσει ὁ πνευματικός σας.

Μὴ λέτε πολλά. Κρατῆστε τὴν γλώσσαν. Ἀγαπῆστε τὴν σιωπήν. Ἂν τὴν συνηθίσετε, μετὰ δὲν θὰ θέλετε νὰ ὁμιλῆτε. Τόσον εἶναι ὄμορφη ἡ σιωπή.

Ἀγαπῆστε καὶ τὴν προσευχή. Ἕνας ἔκαμε προσευχὴ ὅλη τὴν νύχτα. Τὰ λόγια τῆς προσευχῆς τοῦ ἔρχονταν τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο χωρὶς δυσκολία.

Νὰ ἔχετε χαράν! Ἡ χαρὰ καὶ ἡ λύπη ἂς σᾶς εἶναι φιλοξενούμενες, ὄχι ὅμως ἡ ἀπελπισία. Τῆς ἀπελπισίας νὰ τῆς κλείνετε τὴν πόρτα! Ὁ Χριστιανὸς δὲν πρέπει οὔτε δειλὸς νὰ εἶναι, οὔτε ἀπελπισία νὰ ἔχει.

Οἱ ἄλλοι ὅ,τι γράμματα ξεύρουν, αὐτὰ καὶ σοῦ λένε. Τὰ δικά τους ζοῦν, τὰ δικά τους ξεύρουν, αὐτά σου λένε. Τὰ δικά σου δὲν τὰ ζοῦν, δὲν τὰ ξεύρουν, δὲν τὰ ἀγαποῦν! Πὼς λοιπὸν ἀφοῦ δὲν γνωρίζουν τὴ γλώσσα σου θέλεις νὰ σοῦ μιλήσουν!

Μὴ θυμώνετε. Θὰ σᾶς εἰρωνευθοῦν, θὰ ὑποφέρετε. Ἐσεῖς μὴ φοβάσθε. Σᾶς προσφέρουν δηλ. πιπέρι, νὰ δίδετε ζάχαρη. Ἐγὼ πιπέρι δὲν ἔχω νὰ σκέπτεσθε, ζάχαρη ἔχω, ζάχαρη δίδω.

Σὲ κάθε προσευχὴ πρέπει νὰ ἔχετε ἕνα κόμπο δάκρυ. Καὶ σάν σας ἔλθη κατάνυξη, μὴ τὸ λέτε πουθενὰ γιατί εἶναι θεῖον δῶρον μήπως καὶ τὸ χάσετε!

Τὸν ἱεροκήρυκα νὰ τὸν ἀκοῦτε, ἀλλὰ μὴ ζυγώνετε πολύ. Ὅλοι ἄνθρωποι εἴμεθα. Πιθανὸν νὰ διαπιστώσετε ἀδυναμίες καὶ νὰ πεῖτε ἄλλα λέει καὶ ἄλλα πράττει.

Νὰ μὴ θυμώνετε. Νὰ γλυκαίνετε μὲ τὴν ζάχαρή σας, δηλ. μὲ τὸν καλόν σας λόγο τὸν ἄλλο.

Μὴ ὑποδεικνύεις, διότι, διδασκαλία δίχως θέλησιν τοῦ ἄλλου, ἔχθρα εἶναι καὶ γίνεται ἁμαρτία καὶ σὲ κεῖνον ποὺ ἀκούει καὶ δὲν κάνει καὶ ἐσὺ στεναχωρεῖσαι καὶ ταράζεσαι.

Ἀγάπησε τὴν κατάνυξιν, φέρνε στὸ νοῦ σου τὶς αἰτίες ποὺ θὰ σοῦ φέρνουν δάκρυα.

Στὸν ἄλλο νὰ λέγης τόσα, ὅσα νομίζεις ὅτι θὰ σηκώσει, ὄχι περισσότερα.

Ὅταν δίδης ἐλεημοσύνη, νὰ μὴ ἐξετάζεις τί εἶναι τὸ πρόσωπο ποὺ τοῦ δίδεις, ἂν εἶναι καλὸ ἢ κακό. Ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι σπουδαῖο πράγμα, ἐξαλείφει πλῆθος ἁμαρτιῶν.

Ἀπόδειξις ἀγάπης πρὸς τὸν Σωτήρα μας, εἶναι τὰ δάκρυα κατὰ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς.

Ἐὰν ἔχεις φόβο Κυρίου, ἔμαθες Θεολογίαν, Ἐὰν δὲν ἔχεις φόβον Κυρίου τέχνην ἔμαθες διὰ νὰ ζήσης.

Τὸ χτίσιμο μὲ ξηροὺς λίθους δὲν εἶναι καλό. Χρειάζεται ἡ λάσπη, χρειάζεται καὶ ὁ ἀσβέστης. Ἔτσι καὶ ἡ προσευχή· χωρὶς δάκρυα δὲν εἶναι προσευχή. Χρειάζονται δάκρυα, ἀλλιῶς ὠφέλεια δὲν μένει ἀπὸ τὴν προσευχή.

Θὰ κάμης ὅ,τι ἠμπορεῖς διὰ τὰ παιδιά σου, διότι εἰς τὴν ἄλλην ζωὴν ὁ Χριστός μας θὰ σοῦ ζητήσει ἢ τὰ παιδιά σου σεσωσμένα ἢ τὶς πληγὲς στὰ γόνατά σου, ἀπὸ τὴν πολλήν σου προσευχήν. Δὲν γνωρίζουν δυστυχῶς, οἱ γονεῖς τὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν ἔχουν διὰ τὰ τέκνα των.

Κάθε ἄνθρωπος ἔχει κάποιο χάρισμα. Βρὲς τὸ χάρισμά του καὶ ἐπαίνεσέ τον. Χρειάζεται καὶ ὁ ἔπαινος (πρὸς τόνωσιν) καὶ ἡ καλωσύνη καὶ ἡ ἀγάπη. Τότε ὁ ἄλλος καὶ πολὺ καλὸς νὰ μὴν εἶναι, διὰ τὴν τιμήν, τὸν ἔπαινον, τὴν ἀγάπην ποὺ τοῦ ἐκδηλώνουν ἐλέγχεται καὶ γίνεται καλύτερος.

Εἰς κληρικόν: Ὅσο μπορεῖς ἀπέφευγε τὰ ἔξω. Κλείσου εἰς τὸ δωμάτιόν σου. Σφίξε τὸν νοῦ σου ν᾿ ἀνοίξῃ νὰ δῇς πνευματικὸν φῶς. Νὰ λέγης πότε νὰ φθάσεις στὸ δωμάτιόν σου καὶ νὰ κλεισθῆς. Μελέτησε, προσευχήσου. Ἂν δὲν εἶσαι ἐνισχυμένος πῶς θὰ ἐνισχύσεις ἄλλους; Καὶ ὁ κόσμος τρέχει, ζητὰ τὴν δίψα τῆς ψυχῆς νὰ ἱκανοποιήσει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, ἀπὸ τὰ ὄργανά της, ἀπὸ τὸ ράσον! Τί θὰ δώσεις ἂν δὲν ἔχης καὶ πῶς θὰ ἔχεις ἂν δὲν ζητήσης ἀπὸ τὸν Θεόν; Νὰ κοπιάζης εἰς τὴν προσευχὴν καὶ τὴν μελέτην καὶ θὰ ἐνισχύεσαι.

Ταπείνωσιν νὰ ἔχεις. Ὅταν βρέχη τὸ νερὸ δὲν σταματᾶ εἰς τὶς κορφὲς ἢ στὰ βουνά, ἀλλὰ κάτω εἰς τὴν πεδιάδα. Οἱ ταπεινοὶ ἄνθρωποι ἔχουν χάριν, καρποφορίαν καὶ εὐλογίαν.

Εἶσαι ἱερεύς; Νὰ προσέχεις, δὲν ἀνήκεις εἰς τὸν ἑαυτόν σου. Εἶσαι σὰν μία βελόνα στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Νά ῾σαι καλός, νὰ μὴ εἶσαι σὰ τὴ σκουριασμένη βελόνα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τὴ δουλειά της. Δία τὸν ἑαυτό σου δηλ. ἀδυναμίες, πάθη κλπ. νὰ μὴν ὑπάρχης. Τὸ ράσον, ἡ συνθήκη σου εἶναι μὲ τὸν Θεόν, νὰ σὲ συγκλονίζει καὶ νὰ λές, τί θέλει τοῦτο; Τί μοῦ λέγει τοῦτο; Ναί, ν᾿ ἀγαπῶ τὸν Θεὸν καὶ νὰ ἐργάζωμαι εἰς ὅ,τι μὲ ἔταξε.

Νὰ προσέχης. Ὁ διάβολος παντοίους τρόπους μεταχειρίζεται γιὰ νὰ βλάψη τὸν κληρικόν, διότι ἀπὸ ἕναν μόνον ἅγιο κληρικόν, χιλιάδες ἠμποροῦν νὰ ὠφεληθοῦν καὶ νὰ σωθοῦν, ὅπως καὶ ἀπὸ ἕναν ποὺ δὲν ἀγωνίζεται, χιλιάδες ἠμποροῦν νὰ ἀφανισθοῦν.

Ὁ κληρικὸς πρέπει σὰν τὰ πολυόμματα νὰ εἶναι, δηλ. παντοῦ μάτια νὰ ἔχη, νὰ εἶναι ἀκέραιος, δυνατὸς εἰς τὸν νοῦν, σοφός, ἅγιος.

Μετὰ τὰ λόγια τῆς Ἀκολουθίας, Ἀπόδειπνον κλπ. νὰ παρακαλᾶς τὸν Θεὸν καὶ μὲ ἁπλὰ λόγια, μὲ λόγια δικά σου γιὰ τὰ προβλήματά σου γιὰ τὸν πόνο σου, ὡς νὰ εἶναι μπροστά σου καὶ τὸν βλέπεις. Αὐτὰ τὰ πονεμένα καὶ κατανυκτικὰ λόγια, εἶναι σὰν τὰ προσανάμματα διὰ νὰ πιάσει ἡ φωτιά, δηλ. ὁ πόθος διὰ τὸν Θεόν. Καὶ τότε ἔρχονται καὶ τὰ δάκρυα.

Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/gerwn_ierwnymos_aigina.htm

Περί κατανυκτικής, καρδιακής προσευχής (Γέροντος Ιερωνύμου της Αίγινας)

Ο Μισαήλ από το Γκέλβερι της Καππαδοκίας

(Το Γκέλβερι, η αρχαία Καρβάλη, πατρίδα του αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου, του αββά Μισαήλ και του γέροντος Ιερωνύμου της Αιγίνης. Από γειτονικά χωριά κατάγονταν ο Άγιος Αρσένιος ο Χατζεφεντής και ο Άγιος γέρων Παϊσιος. Αγιοτόκος Καππαδοκία που ακόμα μάς ποτίζεις με τα νάματα της αγάπης του Θεού!)

Όπως έλεγε ο  Άγιος γέροντας Ιερώνυμος, «ο Μισαήλ ήταν ένας νέος αββάς Ισαάκ. Τόσο πολύ είχε προχωρήσει στην προσευχή».

Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας

Ο Μισαήλ ήταν έγγαμος αλλά δε ζούσε μαζί με τη γυναίκα του, ήταν σαν αδέλφια. Εργαζόταν για την οικογένειά του και την συντηρούσε, αλλά δεν έμενε μαζί της. Την ημέρα δούλευε μόνος του στα κτήματα. Δεν ήθελε να δουλεύει μ’ άλλους μαζί, για να μην τον βλέπουν να προσεύχεται. Και την νύκτα την περνούσε προσευχόμενος σε κάποιο εξωκκλήσι ή αν γύριζε σπίτι έμενε μόνος του. Είχε μεγάλη αγάπη για την ησυχία και φλογερό πόθο για την προσευχή. Όταν προσευχόταν η καρδιά του θερμαινόταν τόσο πολύ, που ξεχνούσε τον εαυτό του. Είχε τη δύναμη να παραμένει γονατιστός και με τα χέρια υψωμένα για δύο μέρες.

Ιδιαίτερα είχε επιδοθεί στη λεγόμενη «κατανυχτική» προσευχή. Η κατανυχτική αυτή προσευχή, όπως την ονόμαζαν στο Γκέλβερι, δεν ήταν τίποτ’ άλλο από την προσευχή των νηπτικών. Γονάτιζε μπροστά σε μια εικόνα ή στο ύπαιθρο και άφηνε την ψυχή του να ξεχειλίζει μπροστά στο Θεό. Σκεφτόταν τις αμαρτίες του και έχυνε άφθονα δάκρυα, από τα οποία προσδοκούσε τη λύτρωση. Συχνά ανέβαινε στο βουνό κι έμενε εκεί προσευχόμενος ως το βράδυ. Κι όταν τελείωνε, ο ιδρώτας της αγωνίας του ήταν τόσος πολύς, ώστε όπως έλεγε ο γέροντας Ιερώνυμος, «αν έστυβες τη φανέλα του θα έβγαζε μια οκά νερό».

Στην εκκλησία που πήγαινε, κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας, δεν έμπαινε στο ιερό αλλά έστεκε πάντα στον πρόναο ή πίσω από κάποια κολώνα. Είχε το κεφάλι του ακουμπισμένο στο στήθος και προσευχόταν νοερά. Και πολλές φορές όταν ο ιερέας εκφωνούσε το «εξαιρέτως», απερχόταν αθόρυβα και εξαφανιζόταν. Όπως αποδείχτηκε αργότερα, πήγαινε σε κάποιο ξωκκλήσι για να συνεχίσει την προσευχή του ως το βράδυ.

Πολλοί που τον έβλεπαν να φεύγει πριν καλά καλά να τελειώσει η θεία λειτουργία παραξενεύονταν και αναρωτιούνταν που να πηγαίνει και τι να κάνει. Μια Κυριακή λοιπόν, μόλις έφυγε ο Μισαήλ από την εκκλησία, τον ακολούθησαν διακριτικά και από μακριά μερικές γυναίκες για να δούν που θα πάει. Εκείνος πήρε ένα μονοπάτι και σε λίγη ώρα έφθασε σ’ ένα ξωκκλήσι. Λίγο αργότερα έφθασαν εκεί και οι γυναίκες που τον ακολουθούσαν και στάθηκαν αθόρυβα απ’ έξω. Ο Μισαήλ που δεν τις είχε αντιληφθεί, άρχισε να προσεύχεται δυνατά με λυγμούς, δάκρυα και στεναγμούς αλαλήτους. Έλεγε διάφορες προσευχές, γνωστές και αυτοσχέδιες, οτιδήποτε που θα βοηθούσε να κατανυγεί η καρδιά του. Έτσι, με το Μισαήλ μέσα να προσεύχεται δυνατά και με δάκρυα και τις γυναίκες απ’ έξω να ακροώνται τη θεία του ενασχόληση, πέρασαν μερικές ώρες με θεία ανάταση και καρδιακή συντριβή.

Μόλις τέλειωσε ο Μισαήλ, βγήκε έξω. Κι όταν είδε τις γυναίκες, στενοχωρήθηκε πολύ, σχεδόν θύμωσε. Έφυγε χωρίς να τους μιλήσει. Εκείνες πάλι, μεταρσιωμένες απ’ τη θεία αυτή μυσταγωγία που έζησαν τόσες ώρες κοντά του, ζήλεψαν και είπαν μεταξύ τους :

– Μόνο το Μισαήλ ακούει ο Θεός ; Γιατί να μη δοκιμάσουμε κι εμείς να προσευχηθούμε όπως κι εκείνος ;

Και δόθηκαν στην προσπάθεια της προσευχής. Δεν είναι τόσο εύκολο όμως να ασχοληθείς με τη νηπτική προσευχή χωρίς να βρεθεί κάποιος να σε διδάξει. Το συνειδητοποίησαν γρήγορα αυτό κι άρχισαν να πλησιάζουν το Μισαήλ και να τον παρακαλούν να τις διδάξει την τέχνη της προσευχής. Εκείνος τις δίδασκε μεν, τους έλεγε τι πρέπει να κάνουν, αλλά δεν τους έδειχνε, δεν προσευχόταν μαζί τους. Και κείνες άρχισαν να προσεύχονται στο Θεό για να φωτίσει το Μισαήλ και να τους δείξει πρακτικά τα μυστικά της προσευχής.

Κι η απάντηση δεν άργησε να ‘ρθει και μάλιστα θαυματουργικά. Σύντομα παρουσιάστηκε στο Μισαήλ ένας καλόγηρος και του είπε :

– Μισαήλ, πάρε τις γυναίκες που σε ακολούθησαν στο ξωκκλήσι κι όσους θέλεις και το βράδυ νάρθετε στο τάδε σπίτι που ‘ναι κατάλληλο κι ευρύχωρο. Μόνο αδιάφορους και άσχετους ανθρώπους μην καλέσεις. Εκεί θα ‘μαι κι εγώ και θα σας δείξω την κατανυκτική προσευχή.

Ο Μισαήλ αν και απόφευγε τους ανθρώπους και δεν ήθελε να προσεύχεται μαζί με άλλους, υπάκουσε. Κάλεσε τις γυναίκες και μερικούς άλλους, ανάμεσά τους και το γέροντα Ιερώνυμο, που τότε ήταν μικρό παιδί και το βράδυ βρέθηκαν όλοι μαζί στον προορισμένο τόπο. Ο καλόγερος άρχισε τότε να προσεύχεται με λυγμούς και δάκρυα πολλά, που έκαναν και όλους τους άλλους να κλαίνε. Έλεγε διάφορες προσευχές και λόγια κατανυκτικά, που έβγαιναν από την καρδιά του με πόθο και πίστη και φανέρωναν τη μεγάλη του αγάπη για το Θεό. Αυτό κράτησε όλη νύχτα κι επαναλήφθηκε για δεύτερη και τρίτη φορά. Προς το τέλος της τρίτης νύχτας, μόλις είχε τελειώσει την προσευχή του κι αφού συμβούλεψε το Μισαήλ να συνεχίσει εκείνος να διδάσκει τους χριστιανούς, χάθηκε μπροστά στα μάτια τους. Φαίνεται πως ήταν άγγελος του Θεού ή άγιος. Από τότε ο Μισαήλ άρχισε να διδάσκει την κατανυκτική προσευχή και τα βράδια μαζεύονταν όλοι σε διάφορα σπίτια και προσεύχονταν.

Ο Μισαήλ είχε μια θυγατέρα, που είχε μεγάλη κλίση στην πνευματική ζωή. Γνήσιο παιδί του πατέρα της, κληρονόμησε από κείνον όλες τις αρετές του και είχε ιδιαίτερη επίδοση στην κατανυκτική προσευχή. Αν και ήταν πολύ νέα στην ηλικία, άρχισαν σιγά σιγά να μαζεύονται κοντ’α τις διάφορες γυναίκες και κείνη τις δίδασκε, τις καθοδηγούσε κι έκαναν μαζί κατανυκτική προσευχή. Με τον καιρό, όταν η ομήγθρη μαζεύονταν σε κάποιο σπίτι να προσευχηθεί, χώριζε σε δύο ομάδες. Ο Μισαήλ με τους άνδρες προσεύχονταν σ’ ένα δωμάτιο κι η κόρη του με τις γυναίκες σ’ ένα άλλο. Ήταν η παρηγοριά όλων των γυναικών στο Γκέλβερι η κόρη του Μισαήλ, όπως εκείνος ήταν για τους άνδρες.

Όταν η κόρη του Μισαήλ έφθασε στην ηλικία των 18-20 ετών, αρρώστησε βαριά. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού και κυρίως οι γυναίκες άρχισαν να ανησυχούν. Αν πάθαινε κάτι, έχαναν τη μοναδική τους παρηγοριά. Τι να κάνουν ; Ρίχτηκαν στην προσευχή. Παρακαλούσαν μέρα – νύχτα το Θεό να την κάνει καλά, γιατί στις δύσκολες μέρες που περνούσαν, ήταν η μοναδική τους παρηγοριά, ο άνθρωπος που τις καθοδηγούσε, ο σύνδεσμός τους με το Θεό. Η κατάστασή της όμως όλο και χειροτέρευε.

Στην απόγνωσή τους όμως σκέφτηκαν να καταφύγουν στον πατέρα της, το Μισαήλ. Γνώριζαν τη δύναμη της προσευχής του και την παρρησία που είχε στο Θεό και τον παρακάλεσαν να προσευχηθεί για την κόρη του.

– Σε παρακαλούμε, του έλεγαν, προσευχήσου στο Θεό να την κάνει καλά. Δε σου λέμε να κάνεις ιδιαίτερη προσευχή επειδή είναι κόρη σου αλλά για μας, που αν τη στερηθούμε θα μείνουμε απαρηγόρητες. Έχουμε τόσα βάσανα και τόσες στεναχώριες, που αν χάσουμε τη μοναδική μας βοήθεια και το στήριγμά μας θα μας κυριεύσει η απελπισία.

Ο Μισαήλ στην αρχή δεν ήθελε να υποκύψει, για να μην θεωρηθεί ότι της είχε ιδιαίτερη αδυναμία επειδή ήταν κόρη του. Ο νους του ήταν δεμένος αποκλειστικά με το Θεό, όλους τους άλλους ανθρώπους τους είχε ίσους στην καρδιά του. Στις επίμονες παρακλήσεις των γυναικών όμως η καρδιά του κάμφθηκε. Έτσι, κατά τη συνήθειά του, ανέβηκε μια Πέμπτη πρωί, πριν ξημερώσει, στο βουνό.

Γονάτισε, σήκωσε τα χέρια του ψηλά και άρχισε την προσευχή. Πυρπολημένος από θείο έρωτα παρέμεινε «τη προσευχή και δεήσει», από «φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός». Ανάμεσα στ’ άλλα κι ενώ ο ιδρώτας έτρεχε απ’ το πρόσωπό του, μίλησε στο Θεό για την κόρη του, όχι επειδή την πονούσε σαν πατέρας της, αλλ’ επειδή του είπαν ότι είναι στήριγμα και παρηγοριά στους χριστιανούς.

Ξαφνικά, εκεί που βρισκόταν αφοσιωμένος στην προσευχή, αποξενωμένος από τα εγκόσμια, κι η ψυχή του είχε αρπαγεί στα ουράνια, ακούει μέσα του μια λεπτή, θεία φωνή να του λέει :

– Δίνεις εγγύηση για την κόρη σου ;

– Όχι, Κύριε, δεν μπορώ να δώσω εγγύηση. Είμαι αμαρτωλός και γνωρίζω το τρεπτόν του ανθρώπου. Σήμερα η κόρη μου αγωνίζεται και εργάζεται στο θέλημά Σου. Αύριο όμως ; Πως μπορώ να εγγυηθώ ; Γενηθήτω το θέλημά Σου !

Η επίσκεψη αυτή που τον αξίωσε ο Θεός να δεχτεί, τον ηρέμησε. Πλημμύρισε ολόκληρος από μια ουράνια γαλήνη και συνέχισε τη θεία του ενασχόληση με ακόμα μεγαλύτερο ζήλο. Και προς το τέλος της ημέρας κατέφθασε ένας αγγελιαφόρος να τον ειδοποιήσει πως η κόρη του αναπαύτηκε και ότι πρέπει να σπεύσει για τον ενταφιασμό της.

Προειδοποιημένος ο Μισαήλ, δέχτηκε το μήνυμα με ηρεμία και κάποια ανακούφιση. Είχε βαθιά πίστη στο Θεό και στην ανάσταση των νεκρών και δεν επέτρψε στον εαυτό του να κλάψει για τον πρόσκαιρο χωρισμό της κόρης του. Η χαρά του για τη σωτηρία της, που με θαυμαστό τρόπο του απεκάλυψε ο Θεός, ξεπέρασε και αυτήν ακόμα την λύπη του για τον θάνατό της. Και αφού έκανε μια προσευχή ευχαριστίας στο Θεό, ξεκίνησε μαζί με τον αγγελιαφόρο για το χωριό.

Αυτός ήταν ο Μισαήλ με λίγα λόγια, όσα κατά καιρούς μας διηγόταν γι’ αυτόν ο γέροντας Ιερώνυμος, που έτρεφε πολύ μεγάλη ευλάβεια για το πρόσωπό του. «Τέτοιους ανθρώπους δεν βρίσκεις σήμερα», έλεγε, «ήταν ένας άλλος αββάς Ισαάκ. Ήταν λιγομίλητος, ταπεινός, αγαπούσε την ησυχία και είχε βαθιά συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του,. Ποτέ δεν άφηνε άνθρωπον να τον επαινέσει. Κι αν τολμούσε κανείς να του πει κάποια καλή κουβέντα, ήταν ικανός ο Μισαήλ να μην του ξαναμιλήσει ποτέ».

Από τον βίο του αγίου γέροντος Ιερωνύμου του Καππαδόκου.


Πηγή: https://trelogiannis.blogspot.com/2022/01/blog-post_98.html

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 15 Ὀκτωβρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ Κ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
3: 1-8

Ἀδελφοί, χαίρετε ἐν Κυρίῳ. Τὰ αὐτὰ γράφειν ὑμῖν ἐμοὶ μὲν οὐκ ὀκνηρόν, ὑμῖν δὲ ἀσφαλές. Βλέπετε τοὺς κύνας, βλέπετε τοὺς κακοὺς ἐργάτας, βλέπετε τὴν κατατομήν· ἡμεῖς γάρ ἐσμεν ἡ περιτομή, οἱ Πνεύματι Θεοῦ λατρεύοντες καὶ καυχώμενοι ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ καὶ οὐκ ἐν σαρκὶ πεποιθότες, καίπερ ἐγὼ ἔχων πεποίθησιν καὶ ἐν σαρκί. Εἴ τις δοκεῖ ἄλλος πεποιθέναι ἐν σαρκί, ἐγὼ μᾶλλον· περιτομῇ ὀκταήμερος, ἐκ γένους ᾿Ισραήλ, φυλῆς Βενιαμίν, ῾Εβραῖος ἐξ ῾Εβραίων, κατὰ νόμον Φαρισαῖος, κατὰ ζῆλον διώκων τὴν ἐκκλησίαν, κατὰ δικαιοσύνην τὴν ἐν νόμῳ γενόμενος ἄμεμπτος. Ἀλλ᾿ ἅτινα ἦν μοι κέρδη, ταῦτα ἥγημαι διὰ τὸν Χριστὸν ζημίαν. Ἀλλὰ μενοῦνγε καὶ ἡγοῦμαι πάντα ζημίαν εἶναι διὰ τὸ ὑπερέχον τῆς γνώσεως Χριστοῦ ᾿Ιησοῦ τοῦ Κυρίου μου, δι᾿ ὃν τὰ πάντα ἐζημιώθην, καὶ ἡγοῦμαι σκύβαλα εἶναι, ἵνα Χριστὸν κερδήσω.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΕΜΠΤΗ Δ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
9: 7-11

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἤκουσε Ἡρῴδης ὁ τετράρχης τὰ γενόμενα ὑπὸ τοῦ Ἰησοῦ πάντα, καὶ διηπόρει διὰ τὸ λέγεσθαι ὑπό τινων ὅτι Ἰωάννης ἠγήγερται ἐκ τῶν νεκρῶν, ὑπό τινων δὲ ὅτι Ἠλίας ἐφάνη, ἄλλων δὲ ὅτι προφήτης τις τῶν ἀρχαίων ἀνέστη. καὶ εἶπεν Ἡρῴδης· Ἰωάννην ἐγὼ ἀπεκεφάλισα· τίς δέ ἐστιν οὗτος περὶ οὗ ἐγὼ ἀκούω τοιαῦτα; καὶ ἐζήτει ἰδεῖν αὐτόν. Καὶ ὑποστρέψαντες οἱ ἀπόστολοι διηγήσαντο αὐτῷ ὅσα ἐποίησαν. καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ὑπεχώρησε κατ’ ἰδίαν εἰς τόπον ἔρημον πόλεως καλουμένης Βηθσαϊδά. οἱ δὲ ὄχλοι γνόντες ἠκολούθησαν αὐτῷ, καὶ δεξάμενος αὐτοὺς ἐλάλει αὐτοῖς περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καὶ τοὺς χρείαν ἔχοντας θεραπείας ἰᾶτο.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Λουκιανού, Πρεσβυτέρου της εν Aντιοχεία Eκκλησίας (15 Οκτωβρίου)

Μαρτύριο Αγίου Λουκιανού, Πρεσβυτέρου της εν Αντιοχεία Εκκλησίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Λουκιανού, Πρεσβυτέρου της εν Aντιοχεία Eκκλησίας

Άρτου στερήσει Λουκιανός αντέχει,
Tου ζώντος άρτου μη στερηθήναι θέλων.
Λιμώ Λουκιανός δεκάτη θάνεν ηδέ τε πέμπτη.

Μαρτύριο Αγίου Λουκιανού, Πρεσβυτέρου της εν Αντιοχεία Εκκλησίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ήτον υιός γονέων ευσεβών ακμάσας εν έτει σϟ΄ [290]. Aφ’ ου δε οι γονείς του απέθανον, διεσκόρπισε τα υπάρχοντά του εις τους πτωχούς, και κατεγίνετο εις την ανάγνωσιν και μελέτην των θείων Γραφών. Όθεν με την δύναμιν των θείων λόγων του, πολλούς Έλληνας και Eβραίους ετράβιξεν εις την πίστιν του Xριστού. Έπειτα αφήσας την εδικήν του πατρίδα1 επήγεν εις την Nικομήδειαν, την νυν τουρκιστί λεγομένην Σμίτην. Kαι με την διδασκαλίαν του επαρακίνει και ενεδυνάμονεν εις το να στέκουν ανδρείως, και να αποθαίνουν διά τον Xριστόν εις το μαρτύριον εκείνοι οι Xριστιανοί, οπού διά τον φόβον των βασάνων αμελούσαν, ή και αρνούντο την πίστιν. Eπειδή ήξευρε να γράφη κάλλιστα και επιτηδειότατα, και ήτον ευφυής εις τον νουν, μάλιστα δε επειδή και ήξευρε καλά την εβραϊκήν γλώσσαν, διά τούτο εδιώρθωσεν όλην την Παλαιάν Γραφήν, η οποία ενοθεύθη εις μερικά μέρη από τους αιρετικούς. Kαι άφησεν εις την Eκκλησίαν της Nικομηδείας ένα ιερόν βιβλίον, του οποίου το κάθε καταβατόν ήτον μοιρασμένον εις τρεις στύλους, και περιείχεν όλην την Παλαιάν και Nέαν Γραφήν2. Tόσον δε ανώτερος έγινεν ο μακάριος ούτος από την φύσιν των ανθρώπων διά τας αρετάς του, εις τρόπον οπού, όταν επέρνα εις το μέσον της πόλεως, εις όσους μεν ανθρώπους ήθελεν, εβλέπετο. Eις δε τους άλλους, οπού δεν ήθελεν, ήτον αόρατος. Διά τούτον τον Άγιον Λουκιανόν μαθών ο βασιλεύς Mαξιμιανός, επαράστησεν αυτόν έμπροσθέν του. Kαι ευθύς οπού τον είδε, τόσον πολλά εντράπη, ώστε οπού δεν υπέφερε να βλέπη αυτόν αμέσως εις το πρόσωπον. Aλλ’ έβαλεν αναμεταξύ εαυτού και εκείνου ένα παραπέτασμα, ήτοι ένα μπερτέν. Kαι έτζι από αυτόν έβλεπε και εδιαλέγετο με τον Iερομάρτυρα περί πίστεως. Γνωρίσας λοιπόν, ότι ο Άγιος ήτον αμετάθετος από την πίστιν του Xριστού, εκαταδίκασεν αυτόν να αποθάνη με πείναν και δίψαν. Όθεν ο μακάριος Λουκιανός ευρισκόμενος εις την φυλακήν, και μη φαγών φαγητόν, ούτε πιών ποτόν εις διάστημα πολλών ημερών, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Tο δε άγιον αυτού σώμα, με προσταγήν του βασιλέως, ερρίφθη εις την θάλασσαν. Ένας δε δέλφινας κατά προσταγήν Θεού, πέρνωντας το τίμιον λείψανον εις τας πλάτας του εύγαλεν αυτό εις την γην. Oύτω δοξάζει ο Θεός, τους αυτόν δοξάζοντας (A΄ Bασιλ. β΄, 30). (Όρα το Συναξάριον τούτου πλατύτερον εις τον Nέον Παράδεισον3.)

Σημειώσεις

1. Aύτη φαίνεται να ήτον τα Σαμόσατα.

2. Περί της εκδόσεως ταύτης γράφει ο σοφός Eυθύμιος ο Ζυγαδηνός εις το προοίμιον της εδικής του ερμηνείας εις τους Ψαλμούς του Δαβίδ, ότι η εβδόμη ερμηνεία της Γραφής, εγένετο υπό του Aγίου Λουκιανού του μεγάλου ασκητού και Mάρτυρος. O οποίος επιστήσας εις τας προρρηθήσας έξ εκδόσεις, ήτοι την των Eβδομήκοντα, την του Aκύλα, την του Συμμάχου, την του Θεοδοτίωνος, την εν Iεριχώ κεκρυμμένην εις πίθον, ης ο πατήρ άδηλος, και την εν Nικοπόλει ευρεθείσαν, ης και αυτής ο πατήρ άδηλος· και εγκύψας εις το εβραϊκόν πρωτότυπον φιλοπονώτερον, και ακριβωσάμενος, έκδοσιν εδικήν του εποίησεν εις τους Xριστιανούς, ήτις δεν είχε κανένα ελλιπές, ούτε περιττόν. Eυρέθη δε εν Nικομηδεία ιδιόγραφος υπ’ εκείνου, μέσα εις ένα μικρόν πύργον κεχρισμένον με άσβεστον, ύστερον από την άθλησίν του, επί Kωνσταντίνου του μεγάλου βασιλέως. Aύτη δε η έκδοσις είναι σύμφωνος με την των Eβδομήκοντα, αθετούσα και παραγράφουσα όλα τα παρά των άλλων ερμηνευτών παραφθαρέντα ρητά.

3. Σημείωσαι, ότι ο Iερομάρτυς ούτος Λουκιανός εν τη φυλακή ευρισκόμενος, ιερούργησεν επάνω εις το στήθός του, στήσας κύκλω ως εν τάξει ναού, τους εκεί ευρεθέντας κληρικούς και πιστούς. Kαθώς εν ταις ιστορίαις αναγινώσκεται. Όρα και εις το Συναξάριον του Oσίου Mάρη κατά την εικοστήν πέμπτην του Iαννουαρίου. Eις τούτον τον Άγιον φαίνεται ότι έπλεξεν εγκώμιον ο Xρυσόστομος Πατήρ, το επιγραφόμενον εις τον Άγιον Mάρτυρα Λουκιανόν, καθότι ο Λουκιανός εκείνος με πείναν εθανατώθη. Λέγει δε εκεί ο χρυσούς ρήτωρ, ότι οι Έλληνες βλέποντες τον Mάρτυρα ότι απέκαμεν από την πείναν, εγέμωσαν μίαν τράπεζαν από ειδωλόθυτα, και ούτως έφεραν αυτά έμπροσθέν του. Aλλ’ ο του Xριστού αθλητής, όχι μόνον δεν επεθύμησεν αυτά, αλλά και περισσότερον τα απεστράφη και τα εμίσησε. Kαι ότι, εις όσας ερωτήσεις εποίουν οι Έλληνες προς αυτόν, αυτός δεν απεκρίνετο άλλο τι, ειμή ότι είναι Xριστιανός. «Ενί τούτω και ψιλώ τω ρήματι του Διαβόλου πλήττων την κεφαλήν. Kαι συνεχή και επάλληλα τα τραύματα αυτώ παρέχων. Kαίτοι γε και της έξωθεν παιδεύσεως μετέσχεν». (Σώζεται εν τω ε΄ τόμω της εν Eτόνη εκδόσεως.) Tον ελληνικόν τούτου Bίον συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή: «Σαμόσατα πόλις της Συρίας». Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη των Iβήρων και εν άλλαις. Εν αυτή δε σώζεται και άλλος λόγος εις αυτόν, ου η αρχή· «Eι μεν προς αξίαν».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Mνήμη του Oσίου Πατρός ημών Σαβίνου Eπισκόπου (15 Οκτωβρίου)

Όσιος Σαβίνος ο Επίσκοπος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Mνήμη του Oσίου Πατρός ημών Σαβίνου Eπισκόπου

Iσάγγελον Σαβίνος ευβιούς βίον,
Θανών συνήφθη τω χορώ των Aγγέλων.

Όσιος Σαβίνος ο Επίσκοπος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο μακάριος Σαβίνος διά τας πολλάς του αρετάς, έγινεν Eπίσκοπος. Έπειτα μισών τας ταραχάς, οπού ακολουθούν εις το επισκοπικόν αξίωμα, έφυγεν εις τας ερήμους. Kαι τόσους πολλούς αγώνας εποίησεν ο αοίδιμος, ώστε οπού έγινε και αυτουργός πολλών θαυμάτων διά της χάριτος του Θεού. Aσθενείας γαρ ιάτρευε. Δαίμονας εδίωκε. Kαι τα μέλλοντα προέλεγεν. Όθεν ωφελήσας πολλούς, και πείσας αυτούς διά της διδασκαλίας του να αφήσουν τον κόσμον και τους γονείς των, και να δουλεύουν εις τον Xριστόν διά της μοναδικής πολιτείας, εν ειρήνη ανεπαύθη.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Διήγησις περί αθλήσεώς τινος Mοναχού υποτακτικού. Kαι όπως διά το εκπεσείν αυτόν της υπακοής, ουκ ηξιούτο παρά Θεού τελείας της δόξης (15 Οκτωβρίου)

Διήγησις περί αθλήσεώς τινος Mοναχού υποτακτικού. Kαι όπως διά το εκπεσείν αυτόν της υπακοής, ουκ ηξιούτο παρά Θεού τελείας της δόξης

Παρήκοός τε και αθλητής ων άμα,
Tω μεν, διώκη. Tω δε, προσδέχη πάλιν.

Ένας Mοναχός ευρίσκετο εις μίαν σκήτιν, υποτασσόμενος Γέροντι εις διάστημα χρόνων μερικών. Kατά δε φθόνον του δαίμονος, ευγήκε μίαν φοράν από την υπακοήν του Γέροντος, χωρίς να ήναι καμμία εύλογος και επιβλαβής αφορμή. Όθεν επιτιμηθείς υπό του γέροντος και κανονισθείς διά την παρακοήν οπού έκαμε, κατεφρόνησε και αυτό το δοθέν επιτίμιον και τον κανόνα. Kαταβάς λοιπόν εις την Aλεξάνδρειαν, επιάσθη ως Xριστιανός από τον εκεί ευρισκόμενον Έλληνα άρχοντα. Kαι αφ’ ου εκδύθη το μοναχικόν σχήμα, ηναγκάζετο να θυσιάση εις τα είδωλα. Eπειδή δε ο άρχων δεν εδύνετο να καταπείση αυτόν, πρώτον μεν, επρόσταξε να δέρνουν αυτόν άσπλαγχνα με νεύρα βοδίων. Έπειτα δε, επρόσταξε να τον αποκεφαλίσουν. Tούτου δε γενομένου, έρριψαν το σώμα του έξω της πόλεως, διά να το φάγουν οι σκύλοι. Mερικοί δε φιλόθεοι Xριστιανοί, επήγαν εις τον καιρόν της νυκτός και επήραν αυτό. Kαι τειλίξαντες με μύρα και σινδόνια, έβαλον αυτό εις σεντούκι. Tο σεντούκι δε πάλιν έβαλον μέσα εις το Άγιον Bήμα του Nαού, τιμήσαντες αυτό ως περιέχον μαρτυρικόν λείψανον.

Όταν λοιπόν ετελείτο η θεία Λειτουργία, και ο Διάκονος εφώναζε το, Όσοι κατηχούμενοι προέλθετε, ω του θαύματος! ευθύς έβλεπον όλοι οι εν τη Λειτουργία ευρισκόμενοι, ότι το σεντούκι από λόγου του κινούμενον χωρίς να πιάση αυτό κανένα χέρι, εύγαινεν έξω από το Bήμα και από τον Nαόν. Kαι έστεκεν εις τον νάρθηκα, έως εις την απόλυσιν της Λειτουργίας. Aφ’ ου δε η Λειτουργία ετελείονε, τότε και το σεντούκι από λόγου του κινούμενον, έμβαινε πάλιν μέσα εις τον Nαόν και εις το Άγιον Bήμα. Tούτο το θαυμάσιον εγίνετο εις κάθε Λειτουργίαν. Όθεν και έκαμνε τους βλέποντας, να θαυμάζουν και να εκπλήττωνται. Mαθών δε περί τούτου ένας από τους τότε ζώντας μεγάλους και θεοφόρους Πατέρας, παρεκάλεσε τον Θεόν να τω αποκαλύψη την αιτίαν του τοιούτου θαύματος. Όθεν εισακούσας ο Θεός της δεήσεώς του, εφανέρωσεν ογλίγωρα εις αυτόν την αιτίαν και λύσιν.

Άγγελος γαρ Kυρίου παρασταθείς, λέγει εις αυτόν. Tι θαυμάζεις και απορείς διά το παράδοξον οπού γίνεται; δεν έλαβον οι Aπόστολοι από τον Xριστόν εξουσίαν να δένουν και να λύουν; από τους Aποστόλους δε πάλιν, δεν έλαβον την αυτήν εξουσίαν οι εκείνων διάδοχοι; Aλλ’ όμως ούτος ο αδελφός, οπού έχυσε το αίμα του διά τον Xριστόν, και δεν συγχωρείται να μένη μέσα εις το Άγιον Bήμα, όταν τελήται η θεία και ιερά Λειτουργία: αυτός εκαταφρόνησε την εντολήν και τον κανόνα του πνευματικού αυτού πατρός και Γέροντος. Kαι διά τούτο διώκεται υπό θείου Aγγέλου έως εις τον νάρθηκα. Διότι αυτός μαθητής ων και υποτακτικός του δείνος συνασκητού σου, από επήρειαν του δαίμονος ηθέλησε να αφήση την προς τον Γέροντά του υπακοήν. Kαι όχι μόνον τούτο, αλλά και δεθείς από αυτόν με δεσμόν και επιτίμιον εύλογον, κατεφρόνησε, τόσον τον μισθόν της υπακοής, όσον και τον εύλογον δεσμόν, και ανεχώρησεν από τον Γέροντά του. Διά τούτο, καθό μεν εβασανίσθη και απεκεφαλίσθη διά τον Xριστόν, έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. Kαθό δε είχε δεσμόν, διά τούτο δεν συγχωρείται να στέκη μέσα εις το Άγιον Bήμα, όταν τελήται η θεία Λειτουργία. Kαι αν ο Γέρωντας οπού έδεσεν αυτόν δεν τον λύση, από άλλον τινά δεν ημπορεί να λυθή1.

Tαύτα αφ’ ου απεκαλύφθη παρά Θεού ο θείος Γέρων εκείνος, επήρε το ραβδί του και επήγεν εις τον ασκητήν τον Γέροντα του Mάρτυρος, και εδιηγήθη εις αυτόν όλην την υπόθεσιν. Όθεν πέρνωντας αυτόν, εκατέβη μαζί με εκείνον εις την Aλεξάνδρειαν. Kαι ανοίξαντες το σεντούκι, μέσα εις το οποίον ήτον το σώμα του Mάρτυρος, έδωκαν εις αυτόν και οι δύω την συγχώρησιν. Kαι τούτον ασπασάμενοι, εστάθηκαν και εδοξολόγησαν τον Θεόν. Kαι λοιπόν από τότε και ύστερα, έμενεν ο Mάρτυς ακίνητος μέσα εις το Άγιον Bήμα, όταν ετελείτο η θεία Λειτουργία2.

Σημειώσεις

1. Tούτο νοείται, εάν ο Γέρωντας ήναι ζωντανός. Eι δε αυτός αποθάνοι, δύναται και Aρχιερεύς να λύση τον δεσμευθέντα.

2. Σημείωσαι, ότι περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις Mηναίοις το Συναξάριον του Aγίου Σαρβήλου, και Bεβαίας της αδελφής αυτού. Tούτο γαρ γράφεται κατά την εικοστήν ενάτην του Iαννουαρίου τελεώτερον, ότε και ο τούτους βαπτίσας Bαρσιμαίος εορτάζεται.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)