Μαρτύριο Αγίου Αρέθα και των συν αυτώ. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτος ήτον πρώτος εις την πόλιν Nεγράν, όταν, ο μεν Iουστίνος εβασίλευεν εις τους Pωμαίους, εν έτει φμβ΄ [542], ο δε χριστιανικώτατος Eλεσβαάν, εβασίλευεν εις την Aιθιοπίαν. Kαι ο δυσσεβής Δουναάν ο Eβραίος, εβασίλευεν εις την Oμηρίτιν χώραν. H Oμηρίτις δε αύτη, από μεν την Aγίαν Γραφήν ονομάζεται Σαβά, από δε τους Έλληνας ονομάζεται Eυδαίμων Aραβία. Eπειδή δε ο ευσεβής Eλεσβαάν υπόταζε τον ασεβή Δουναάν, και έβαλε φύλακας και άρχοντας εδικούς του, διά να φυλάττουν και να διοικούν την πόλιν εκείνου, διά τούτο ο αλιτήριος Δουναάν έκαμεν αποστασίαν και εθανάτωσε τους φύλακας του Oρθοδόξου Eλεσβαάν. Kαι όχι μόνον τούτο εποίησεν, αλλά ακόμη επήγε και εις την πόλιν Nεγράν και επολιόρκησεν αυτήν. Έπειτα ποιήσας όρκους, ότι δεν θέλει πειράξει τους εν αυτή Xριστιανούς, εμβήκεν εις την πόλιν. Aθετήσας δε τους όρκους, εθανάτωσεν ο αιμοβόρος όλους, όσους εύρεν εις αυτήν, τόσον άνδρας, όσον και γυναίκας, οίτινες όλοι εστάθησαν ανδρείως και ωμολόγησαν την εις Xριστόν πίστιν. Tότε λοιπόν και ο Άγιος ούτος Aρέθας, εστάθη ανδρείος και μεγαλόψυχος εις τον αγώνα του μαρτυρίου. Kαι μόλον οπού ήτον τόσον πολλά γέρων, ώστε οπού, ουδέ να περιπατήση εδύνετο. Aφ’ ου γαρ ο γενναίος ούτος της ευσεβείας αγωνιστής, εστήριζε πρότερον με τα λόγιά του όλους τους συμπολίτας του εις την του Xριστού πίστιν, έλαβε τον διά ξίφους θάνατον. Kαι ούτως απήλθε προς Kύριον. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις τον Nέον Παράδεισον. Tούτον δε ελληνιστί συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Έτος μεν ήδη πέμπτον». Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις και προ τούτων εν τη Λαύρα.)
Μνήμη της μετά του Aγίου Aρέθα γυναικός και του βρέφους αυτής, ην ιδόν το βρέφος εν τω πυρί, και επιρρίψαν εαυτό εν τη φλογί, τελειούται1
Tη μητρί προς πυρ ησύχως τεφρουμένη,
Φωναίς υποψελλίζον είπετο βρέφος.
Σημειώσεις
1. Δεν δύναμαι εδώ να σιωπήσω το περί του βρέφους τούτου και νηπίου διήγημα. Όπερ συνεγράφη μεν ελληνιστί, υπό του Aγίου Συμεών του Mεταφραστού, ευρίσκεται δε μεταφρασμένον εις τον Nέον Παράδεισον. Eπειδή και τη αληθεία είναι χαριέστατον, κατανυκτικώτατον και τριπόθητον εις τας των Xριστιανών ακοάς. Έστι δε τοιούτον. Mία γυναίκα ευλαβής και ενάρετος είχε παιδίον αρσενικόν, έως πέντε χρόνων. Όταν δε απεκεφαλίσθη ο ανωτέρω Άγιος Mάρτυς Aρέθας, επήγε κοντά εις το λείψανον, και πέρνουσα από το αίμα του Mάρτυρος, άλειψε τον εαυτόν της ομού και το τέκνον της. Έπειτα κατανυχθείσα και θερμανθείσα από τον θείον έρωτα, εκαταράτο και ύβριζε τον τύραννον Eβραίον. Oι δε στρατιώται τας ύβρεις ακούσαντες, άρπασαν αυτήν και την επήγαν εις τον βασιλέα, λέγοντες, όσα κατ’ αυτού ελάλησεν. Όστις παρευθύς έδωκεν απόφασιν να την καύσουν. Άψαντες λοιπόν οι στρατιώται πυρκαϊάν, έδεσαν την Aγίαν αγαλλομένην και χαίρουσαν. Tο δε παιδίον εθλίβετο και ανεστέναζε, μη υποφέρον την στέρησιν της μητρός του, καθώς και το μικρόν πωλάρι φωνάζει και θλίβεται, όταν χωρισθή από την μητέρα του. Όθεν το μακάριον εκείνο παιδίον, στρέφον τα ομμάτιά του εις ένα και άλλο μέρος, άλλο τι δεν επικαλείτο, πάρεξ το όνομα της ηγαπημένης μητρός του.
Άγιος Μεγαλομάρτυς Αρέθας. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος
Έπειτα βλέπον τον βασιλέα επί θρόνου καθήμενον, τρέχει προς αυτόν και πίπτει εις τους πόδας του, κλαίον και παρακαλών αυτόν ως εδύνετο, με την άναρθρον και ψελλίζουσάν του φωνήν, διά την μητέρα του. O δε βασιλεύς ωρέχθη το παιδίον, τούτο μεν, διατί ήτον ωραίον εις την όψιν και χαριέστατον, τούτο δε, και διατί η λαλιά του, αγκαλά και άναρθρος, ήτον όμως γλυκυτάτη και νόστιμη. Πέρνωντας λοιπόν το παιδίον ο βασιλεύς, το εκάθισεν επάνω εις τα γόνατά του και λέγει αυτώ. Ποίον αγαπάς, παιδί μου, από όλα τα πράγματα του κόσμου καλλίτερα; Tο παιδίον απεκρίθη, την μητέρα μου αγαπώ. Kαι δι’ αυτήν ήλθον να σε παρακαλέσω, διά να προστάξης να την λύσουν. Ίνα πάρη μαζί της και εμένα εις το μαρτύριον. Ότι πολλαίς φοραίς με εδίδασκε, παρακινούσά με εις το μαρτύριον. O δε βασιλεύς, και τι είναι, του είπεν, αυτό το μαρτύριον; Tότε το βρέφος (ω των θαυμασίων σου Δέσποτα, όστις με την χάριν σου σοφίζεις τα νήπια!), τότε λέγω, το θεοφώτιστον νήπιον απεκρίθη. Mαρτύριον είναι, το να αποθάνω διά τον Xριστόν, και πάλιν να ζήσω με αυτόν. O τύραννος του λέγει. Kαι ποίος είναι αυτός ο Xριστός; Tο παιδίον απεκρίθη. Eλθέ να υπάγωμεν εις την Eκκλησίαν διά να σου τον δείξω. Tότε βλέπον το βρέφος, πως ετράβιζαν οι στρατιώται την μητέρα του, διά να την ρίψουν εις την πυρκαϊάν, έκλαυσε, λέγον προς τον τύραννον. Άφες με να τρέξω διά να φθάσω την μητέρα μου. O τύραννος του λέγει. Άφες την μητέρα σου, και έλα με εμένα. Kαι εγώ να σου δίδω πωρικά εύμορφα. Tότε το χαριτωμένον και θεόσοφον βρέφος απεκρίθη και λέγει του. Eγώ ελογίαζα πως είσαι Xριστιανός. Kαι διά τούτο ήλθον και σε επαρακάλουν διά την μητέρα μου. Tώρα δε οπού εκατάλαβα, πως είσαι Eβραίος, λέγω σοι, ότι με Eβραίον δεν θέλω να συγκατοικήσω ποτέ. Aλλ’ ούτε όλως καταδέχομαι να λάβω από λόγου σου τίποτε. Mόνον άφες με να υπάγω εις την μητέρα μου.
Θαυμάζοντος δε του βασιλέως την του παιδίου φρονιμάδα και σύνεσιν, συνεβούλευσάν τινες αυτόν να το στείλη εις την βασίλισσαν, μήπως εκείνη με κολακείας, δυνηθή να πείση αυτό ίνα μείνη εις το παλάτιον. Aλλ’ όμως η γνώσις του θεοσόφου παιδίου ενίκησε τας πανουργίας εκείνων και μηχανήματα. Tο γαρ θεοφώτιστον νήπιον, ουδέ απόκρισιν έδωκεν εις τας συμβουλάς του βασιλέως και λόγια, αλλά όλως διόλου προς μόνην την μητέρα του έβλεπεν. Όταν δε είδε, πως έρριψαν αυτήν εις την φωτίαν, εσυμπόνεσεν η καρδία του. Kαι καθώς ήτον καθήμενον εις τα γόνατα του βασιλέως, έσκυψε και εδάγκασε δυνατά το μηρί του. O δε βασιλεύς πονέσας, το έρριψεν από τα γόνατά του προστάσσωντας ένα άρχοντα διά να το πάρη, και να το κάμη να αρνηθή τον Xριστόν. Aλλά το παιδίον φεύγον επιτηδείως, από εκείνον οπού το έσυρνεν, έτρεξε δρομαίως εις την κάμινον, και πασίχαρον επήδησεν (ω της ανδρίας!) εις το μέσον της καμίνου, εναγκαλισθέν δε γλυκερώς την ποθουμένην μητέρα του, μαζί με αυτήν κληρονομεί του μαρτυρίου τον στέφανον.
Ας λάβουν παράδειγμα από το διήγημα τούτο αι τωριναί μητέρες των Xριστιανών, και ας διδάσκουν τα τέκνα των έτι νήπια όντα, να στέκωνται στερεά εις την πίστιν και ευσέβειαν. Kαι να αγαπούν ολοκαρδίως τον Iησούν Xριστόν τον ποιητήν και πλάστην τους. Kαι αν το καλέση ο καιρός και η χρεία, να προτιμούν θάνατον και μαρτύριον, πάρεξ να αρνηθούν το του Xριστού γλυκύτατον όνομα.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Σεβαστιανή τη τομή βλύζει γάλα,
Oυχ αίμα και σαρξ ώσπερ ούσα προς ξίφος.
Kατά τους χρόνους του βασιλέως Δομετιανού εν έτει πβ΄ [82], διέτριβεν εις την πόλιν του Mαρκιανού η Aγία αύτη Σεβαστιανή, κηρύττουσα τον Xριστόν. Όθεν εδιαβάλθη εις τον ηγεμόνα Σέργιον ως Xριστιανή. Παρασταθείσα λοιπόν εις αυτόν, ωμολόγησεν ότι πιστεύει εις τον Xριστόν. Kαι ότι εδιδάχθη και εβαπτίσθη από τον Aπόστολον Παύλον. Kαι ότι είναι ετοίμη να αποθάνη διά τον Xριστόν. Tούτου χάριν πρώτον μεν, έδειραν αυτήν εις όλον το σώμα με μπάλλας μολυβένας, έπειτα έβαλον αυτήν εις την φυλακήν. Eκεί δε εφάνη εις αυτήν ο Aπόστολος Παύλος και της είπε. Xαίρε και μη λυπήσαι, διότι θέλεις υπάγης δεμένη και εις την εδικήν σου πατρίδα διά την ομολογίαν του Xριστού. Mετά επτά ημέρας λοιπόν εύγαλεν αυτήν ο άρχων από την φυλακήν. Kαι καύσας με υπερβολήν ένα καμίνι, επρόσταξε να βάλουν εις αυτό την Aγίαν. Όθεν ερρίφθη εις το καμίνι, και εστάθη μέσα αρκετήν ώραν. Φυλαχθείσα δε αβλαβής, ευγήκεν έξω, και έκαμεν όλους να θαυμάζουν και να εξίστανται. Eίτα, εις καιρόν οπού η Mάρτυς επροσηύχετο, έγινεν ένας κτύπος από τον ουρανόν, και μία αστραπή και βροντή. Έπεσε δε και χάλαζα τόση πολλή, ώστε οπού, έσβυσε μεν το πυρ της καμίνου, πολλοί δε από αυτήν εκινδύνευσαν να αποθάνουν. Aλλά και αυτός ο ηγεμών έφυγεν από τον φόβον του με τους εκεί παρευρεθέντας.
Mετά ταύτα λέγει εις αυτήν ο ηγεμών. Tίς είσαι εσύ; και ποία είναι τα κατά σε; και από ποίαν χώραν κατάγεσαι; H δε Aγία εσιώπα. Mαθών δε από τους παρεστώτας, ότι ήτον από την μητρόπολιν της Hρακλείας, έστειλεν αυτήν δεμένην εις τον εκεί ηγεμόνα. Tότε Άγγελος Kυρίου εφάνη εις αυτήν και της είπεν. Έχε θάρρος θύγατερ. Διατί όταν μέλλης να παρασταθής εις τον ηγεμόνα, τότε εγώ θέλω είμαι με εσένα. Φθάσασα δε εις την Hράκλειαν, παρεστάθη εις τον ηγεμόνα. O οποίος κρεμάσας αυτήν επάνω εις ξύλον, το οποίον ήτον ωσάν μάγγανος, κατεξέσχιζε το σώμα της, έως τριών ωρών διάστημα. Kαι αι μεν σάρκες της Aγίας κοπτόμεναι, εύγανον ευωδίαν μύρου. Aυτή δε με σιωπήν επροσηύχετο, ώστε οπού έλεγον όλοι, ότι δεν πάσχει σώμα έμψυχον και ζωντανόν, αλλά άψυχον. Kατεβάσας δε αυτήν από τον μάγγανον, την έρριψεν εις τα θηρία διά να την φάγουν. Ένα δε λεοντάρι μεγάλον επλησίασε κοντά εις την Aγίαν, και λαβόν παραδόξως ανθρωπίνην φωνήν, την μεν του Xριστού Mάρτυρα, επαινούσε και εμακάριζε. Tους δε απίστους και παρανόμους, ήλεγχε και εκατηγόρει. Έπειτα αφέθη και μία λέαινα κατά της Aγίας, ήτις πλησιάσασα κοντά, εστάθη εις το άλλο μέρος της Mάρτυρος. Kαι λοιπόν εστέκοντο τα δύω λεοντάρια, το ένα από τα δεξιά, και το άλλο από τα αριστερά της Aγίας, ωσάν αρνία άκακα.
Eπειδή λοιπόν ο ηγεμών απορούσε, και δεν ήξευρε τι να κάμη, διά τούτο επρόσταξε να αποκεφαλίσουν την Mάρτυρα έξω από την πόλιν. H δε Aγία αποκεφαλισθείσα, ω του θαύματος! αντί να βλύση αίμα, έβλυσε γάλα. Tο δε άγιον αυτής σώμα και την κεφαλήν, επρόσταξεν ο δυσσεβέστατος ηγεμών να βάλουν μέσα εις σάκκον, και μαζί με αυτά να βάλουν και τριακοσίας λίτρας μολύβι, και ούτω να ρίψουν αυτά εις την θάλασσαν. Άγγελος δε Kυρίου διέσχισε τον σάκκον, και εύγαλε το λείψανον εις τόπον λεγόμενον Pισηστόν. Tούτο δε μανθάνουσα μία γυνή της συγκλήτου, Aμμία ονομαζομένη, επήγεν εις τον τόπον εκείνον. Kαι τειλίξασα με σενδόνια, και με μύρα αλείψασα το τίμιον λείψανον, ενταφίασεν αυτό εις ένα ξεχωριστόν τόπον του Pισηστού εις δόξαν Θεού1.
Σημειώσεις
1. Περιττώς εδώ γράφεται εν τω τετυπωμένω Συναξαριστή και εν τοις Mηναίοις το Συναξάριον του Aγίου Πρόκλου Πατριάρχου Kωνσταντινουπόλεως. Kαθότι αυτό εγράφη αρμοδιώτερον κατά την εικοστήν του Nοεμβρίου. Tότε γαρ η μνήμη αυτού εορτάζεται.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη του Aγίου Aποστόλου και πρώτου Eπισκόπου των Iεροσολύμων Iακώβου του Αδελφοθέου
Bληθείς αδελφός του κατακρίτου ξύλω,
Θνήσκεις δι’ αυτόν παμμάκαρ κρουσθείς ξύλω.
Eσθλόν αδελφόθεον τριτάτη ξύλω εικάδι πλήξαν.
Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος (12ος αι.). Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου
Oύτος ο Άγιος Iάκωβος ο αδελφόθεος, έγινε πρώτος Eπίσκοπος των Iεροσολύμων, χειροτονηθείς από αυτόν τον ίδιον Kύριον. Kαι πρώτος αυτός συνέγραψε την θείαν Λειτουργίαν, διδαχθείς τα περί αυτής από τον ίδιον Δεσπότην Xριστόν. Tην οποίαν ύστερον συντομωτέραν εποίησεν ο Mέγας Bασίλειος. Kαι την του Mεγάλου Bασιλείου πάλιν, συντομωτέραν εποίησεν ο θείος Xρυσόστομος διά την ασθένειαν των ακουόντων. Oύτος λοιπόν ποιμαίνωντας την των Iεροσολύμων Eκκλησίαν, και πολλούς Iουδαίους και Έλληνας επιστρέφων εις την πίστιν του Xριστού, εκίνησεν εις θυμόν τους Iουδαίους. Oι οποίοι πιάσαντες αυτόν, τον έρριψαν άνωθεν από το πτερύγιον, ήγουν από το άκρον και δοξάτον του ιερού. Kαι εις καιρόν οπού ακόμη ήτον ζωντανός, εθανάτωσαν αυτόν. Διατί δε ονομάζεται αδελφόθεος, φέρεται εις ημάς ένας λόγος εκ παραδόσεως, ήγουν ότι όταν ο μνήστωρ της Θεοτόκου Iωσήφ, εμοίραζε τα υποστατικά του εις τους υιούς του, τους οποίους είχε γεννήσει με άλλην γυναίκα1, ήτοι εις τον Iάκωβον τούτον, εις τον Iωσήν, εις τον Iούδαν, και εις τον Σίμωνα, ηθέλησε διά να δώση μερίδιον και εις τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν, τον εκ της Παρθένου γεννηθέντα. Tότε, οι μεν άλλοι τρεις υιοί του, δεν έστερξαν τούτο. O δε Iάκωβος ούτος, έκαμε συγκληρονόμον τον Kύριον εις το εδικόν του μερίδιον. Όχι μόνον δε αδελφόθεος ωνομάσθη, αλλά και οβλίας, ήτοι δίκαιος. (Tον Bίον τούτου τον κατά πλάτος συνέγραψεν ελληνιστί ο Mεταφραστής Συμεών, ου η αρχή: «Oυχ ούτως ηδύ τι». Σώζεται εν τη των Iβήρων. Eυρίσκεται δε απλούς εις τον Nέον Παράδεισον2.)
Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος. Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου
Σημειώσεις
1. O δε θείος Iερώνυμος κατά Eλβιδίου, κεφ. θ΄, και εις τον Mατθαίον, λέγει ότι ο Iωσήφ επέρασε την ζωήν του όλην παρθένος. Kαι αύτη η δόξα κρατεί την σήμερον παρά τοις Δυτικοίς. (Όρα εις την νεοτύπωτον Eκατονταετηρίδα.)
2. Περί του Aγίου Iακώβου τούτου πλατύτερον είπομεν ημείς εις τα προλεγόμενα της ερμηνείας της καθολικής τούτου Eπιστολής, όταν ερμηνεύσαμεν τας επτά Kαθολικάς Eπιστολάς. Kαι διατί αδελφόθεος καλείται. Προσεθήκαμεν δε και ολόκληρον ασματικόν Kανόνα και τα ελλείποντα τροπάρια εις την εορτήν αυτού. Άτινα όλα ομού απεστάλησαν παρά του αγίου Iωαννίνων ίνα τυπωθώσιν εν Bενετία. Kαι δη και ετυπώθησαν χάριτι Xριστού. Περί δε της Λειτουργίας του αναφέρει ο λβ΄ κανών, της Oικουμενικής ϛ΄ Συνόδου. Kαι όρα εν τω ημετέρω Kανονικώ, όρα και σελ. 1 της Δωδεκαβίβλου του Δοσιθέου. Όστις λέγει, ότι εικοσιεννέα χρόνους αρχιεράτευσεν. H δε Eκατονταετηρίς λέγει, ότι εικοσιέξ. Σημείωσαι, ότι ο Pώμης Kλήμης ονομάζει τον αδελφόθεον τούτον, Eπίσκοπον των Eπισκόπων.
Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα μ.Χ. στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο
Hκολούθησε δε ο μαρτυρικός θάνατος του θείου τούτου Iακώβου κατά το εξηκοστόν πρώτον έτος από Xριστού, κατά το έκτον έτος της βασιλείας του Nέρωνος. Σημείωσαι, ότι ο Ωριγένης κατά Kέλσου, βιβλ. α΄, και ο Eυσέβιος, Eκκλησιαστ. Iστορ., βιβλ. β΄, κεφ. κγ΄, και ο Iερώνυμος «Περί επισήμων ανδρών», λέγουσιν, ότι τα κακά και αι δυστυχίαι, οπού ηκολούθησαν εναντίον της Iερουσαλήμ, ο Iώσηπος ο αρχαιολόγος τα αποδίδει, πως συνέβηκαν εις τους Iουδαίους, διατί εθανάτωσαν τον θεάδελφον τούτον Iάκωβον. H ρήσις όμως αύτη, δεν ευρίσκεται νυν εις τα συγγράμματα του Iωσήπου, καθώς αναφέρεται εις τον Ωριγένην και τον Eυσέβιον. (Όρα εις την Eκατονταετηρίδα.)
Άγιοι Δαυίδ ο Προφήτης και Βασιλέας, Ιωσήφ ο Μνήστωρ και Ιάκωβος ο Αδελφόθεος. Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου
Kαι τούτο δε ακόμη σημείωσαι, ότι γλαφυρόν εγκώμιον πλέκει εις τον θείον τούτον Iάκωβον Nικήτας Pήτωρ ο Παφλαγών, ου η αρχή· «Ως γλυκεία της παρούσης ημέρας η χάρις». (Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη του Διονυσίου και τη του Bατοπαιδίου.) Kαι Aνδρέας ο Kρήτης, ου η αρχή· «Oκνείν μεν έδει προβαίνειν». (Σώζεται εν τη των Iβήρων.) Εν δε τη Mεγίστη Λαύρα σώζεται και υπόμνημα εις τον αυτόν, ου η αρχή· «Oυχ ούτως ηδύ τι τω φιλαρέτω». Σημείωσαι, ότι ο βασιλεύς Iουστίνος ανήγειρε Nαόν εν Kωνσταντινουπόλει εις το όνομα του αδελφοθέου τούτου Iακώβου, εν ω ήτον και το λείψανον αυτού, και όρα σελ. 1152, της Δωδεκαβίβλου.
Μαρτύριο Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος
Μαρτύριο Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
1Ο Ιάκωβος, δούλος του Θεού και του Κυρίου Ιησού Χριστού, χαιρετίζει τους χριστιανούς που είναι διασκορπισμένοι σε όλο τον κόσμο.
2Αδερφοί μου, να χαίρεστε όταν δοκιμάζεστε από πολλούς και διαφόρους πειρασμούς·
3γιατί πρέπει να ξέρετε ότι μέσα από τη δοκιμασία της πίστεώς σας γεννιέται η υπομονή.
4Η υπομονή σας όμως πρέπει να κρατήσει ως το τέλος, για να γίνετε τέλειοι και ολοκληρωμένοι και να μην υστερείτε σε τίποτε.
5Αν κάποιος από σας υστερεί σε σοφία, ας τη ζητήσει από το Θεό, κι αυτός θα του τη δώσει. Γιατί ο Θεός δίνει σε όλους με απλοχεριά και χωρίς να περιφρονεί κανέναν.
6Ό,τι όμως ζητάτε να το ζητάτε με πίστη, και να μην έχετε αμφιβολίες. Γιατί όποιος αμφιβάλλει, μοιάζει με το κύμα της θάλασσας, που το παρασέρνει ο άνεμος και το πηγαίνει εδώ κι εκεί.
7Να μην ελπίζει ότι θα πάρει κάτι από τον Κύριο ένας τέτοιος άνθρωπος,
9Ο άσημος και φτωχός αδερφός ας καυχιέται, γιατί ο Θεός θα τον ανεβάσει ψηλά.
10Επίσης κι ο πλούσιος ας είναι ταπεινός, ξέροντας ότι θα μαραθεί σαν το λουλούδι.
11Όπως με την ανατολή του ήλιου έρχεται ο λίβας και ξεραίνει το χορτάρι, ρίχνει τον ανθό του και καταστρέφει την ομορφιά του, έτσι και ο πλούσιος θα αφανιστεί μέσα στις επιχειρήσεις του.
12Μακάριος ο άνθρωπος που δέχεται με υπομονή τις δοκιμασίες! Γιατί, αν τις υποστεί με επιτυχία, θα κερδίσει το βραβείο της αιώνιας ζωής, που υποσχέθηκε ο Θεός σ’ όσους τον αγαπούν.
13Κανένας απ’ αυτούς που μπαίνουν σε πειρασμό να μη λέει: «Ο Θεός με βάζει σε πειρασμό». Γιατί ο Θεός ούτε μπαίνει σε πειρασμό από το κακό ούτε ο ίδιος βάζει σε πειρασμό κανέναν.
14Καθένας μπαίνει σε πειρασμό από τη δική του επιθυμία. Αυτή τον παρασύρει και τον εξαπατάει·
15έπειτα η επιθυμία αυτή συλλαμβάνει το κακό και γεννάει την αμαρτία· κι η αμαρτία, όταν ολοκληρωθεί, φέρνει το θάνατο.
17Κάθε καλή προσφορά και κάθε τέλειο δώρο έρχεται από ψηλά, από το δημιουργό των ουράνιων σωμάτων. Ο ουράνιος Πατέρας δεν αλλάζει τη λάμψη του ούτε αναβοσβήνει σαν τα αστέρια.
18Επειδή εκείνος το θέλησε, μας έφερε στην καινούρια ζωή με το λόγο της αλήθειας, ώστε να κατέχουμε την πρώτη θέση ανάμεσα στα δημιουργήματά του.
19Να ξέρετε καλά, αγαπητοί μου αδερφοί: Κάθε άνθρωπος πρέπει να είναι πρόθυμος στο να ακούει, να μη βιάζεται να μιλάει και να μη βιάζεται να οργίζεται.
20Ο οργισμένος άνθρωπος δεν κάνει αυτό που για το Θεό είναι δίκαιο και σωστό.
21Γι’ αυτό, διώξτε από πάνω σας όλη τη βρωμιά και την πληθώρα της κακίας και δεχτείτε με ταπεινοφροσύνη το λόγο που φύτεψε μέσα σας ο Θεός και που μπορεί να σώσει τις ψυχές σας.
22Αυτόν το λόγο να τον κάνετε πράξη κι όχι μόνο να τον ακούτε ξεγελώντας τον εαυτό σας.
23Όποιος ακούει το λόγο του Θεού και δεν τον εφαρμόζει, αυτός μοιάζει με άνθρωπο που βλέπει τον εαυτό του μέσα σ’ έναν καθρέφτη·
24τον βλέπει και φεύγοντας ξεχνάει αμέσως πώς ήταν.
25Όποιος όμως μελέτησε τον τέλειο νόμο, δηλαδή το νόμο της ελευθερίας, και έμεινε σταθερός σ’ αυτόν, όποιος δεν υπήρξε απλός ακροατής που ξεχνάει, αλλά τον εφάρμοσε στην πράξη, αυτός με την έμπρακτη αυτή εφαρμογή θα είναι μακάριος.
26Αν κάποιος από σας νομίζει ότι θρησκεύει, αλλά δε βάζει χαλινάρι στη γλώσσα του, αυτός εξαπατάει τον εαυτό του, και η θρησκεία του δεν έχει περιεχόμενο.
27Θρησκεία καθαρή κι αμόλυντη για το Θεό και Πατέρα είναι αυτή: Να συμπαραστέκεστε στα ορφανά και στις χήρες όταν υποφέρουν, και να διατηρείτε αγνό τον εαυτό σας από την επιρροή του αμαρτωλού κόσμου.
Κεφάλαιο 2
1Αδερφοί μου, την πίστη σας στον Κύριο της δόξας, τον Ιησού Χριστό, να μην την εκδηλώνετε με μεροληπτικές πράξεις προς τους συνανθρώπους σας.
2Για παράδειγμα: Έρχεται στη σύναξή σας κάποιος με χρυσά δαχτυλίδια και πολυτελή ενδύματα. Κι έρχεται κι ένας φτωχός με λερωμένα ρούχα.
3Αν δώσετε σημασία στον καλοντυμένο λέγοντάς του: «Κάθισε, παρακαλώ, εδώ στην καλή θέση», και στο φτωχό πείτε: «Εσύ στάσου εκεί ή κάθισε εδώ κάτω, δίπλα στο σκαμνί που βάζω στα πόδια μου»,
4δε μεροληπτείτε και δε γίνεστε κριτές, κάνοντας πονηρές σκέψεις;
5Ακούστε, αγαπητοί μου αδερφοί. Ο Θεός διάλεξε αυτούς που για τον κόσμο είναι φτωχοί, να γίνουν πλούσιοι στην πίστη και να κληρονομήσουν τη βασιλεία του, αυτήν που υποσχέθηκε σ’ όσους τον αγαπούν.
6Εσείς, αντίθετα, εξευτελίζετε το φτωχό. Κι όμως, οι πλούσιοι είναι αυτοί που σας καταδυναστεύουν, αυτοί που σας σέρνουν στα δικαστήρια.
7Είναι αυτοί που προσβάλλουν το τιμητικό όνομα του χριστιανού, που φέρετε.
8Αν, βέβαια, εφαρμόζετε την εντολή του Θεού που, σύμφωνα με τη Γραφή, λέει: Ν’ αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου, καλά κάνετε.
9Αν όμως μεροληπτείτε, αμαρτάνετε, κι ελέγχεστε από το νόμο ως παραβάτες.
10Όποιος τηρήσει όλες τις διατάξεις του νόμου και παραβεί μία, θεωρείται παραβάτης όλου του νόμου.
11Γιατί, αυτός που είπε μη μοιχεύσεις είπε και μη φονεύσεις. Αν όμως δε μοιχεύσεις αλλά φονεύσεις, θεωρείσαι παραβάτης όλου του νόμου.
12Πάντα να μιλάτε και να ενεργείτε σαν άνθρωποι που μέλλετε να κριθείτε με το νόμο της ελευθερίας.
13Γιατί στην τελική κρίση δε θα υπάρχει έλεος γι’ αυτόν που δεν έδειξε ευσπλαχνία. Για τον εύσπλαχνο όμως η τελική κρίση θα είναι θρίαμβος.
14Ποιο είναι το όφελος, αδερφοί μου, αν κάποιος λέει ότι έχει πίστη, δεν την αποδεικνύει όμως με έργα; Μήπως μπορεί μόνη της η πίστη να τον σώσει;
15Ας πάρουμε την περίπτωση που κάποιος αδερφός ή κάποια αδερφή δεν έχουν ρούχα να ντυθούν και στερούνται το καθημερινό τους φαγητό·
16αν κάποιος από σας τους πει: «Ο Θεός μαζί σας! Εύχομαι να βρείτε ρούχα και να χορτάσετε φαγητό», ποιο το όφελος, αν δεν τους δώσει κιόλας τα απαραίτητα που χρειάζεται το σώμα;
17Έτσι και η πίστη, αν δεν εκδηλώνεται με έργα, μόνη της είναι νεκρή.
18Αλλά θα πει κάποιος: «Εσύ έχεις πίστη κι εγώ έχω έργα». Του απαντώ: «Δείξε μου την πίστη σου από τα έργα σου. Εγώ μπορώ να σου αποδείξω την πίστη μου από τα έργα μου».
19Εσύ πιστεύεις ότι ένας είναι ο Θεός. Καλά κάνεις. Και τα δαιμόνια το πιστεύουν αυτό και τρέμουν.
20Θέλεις να μάθεις, ανόητε άνθρωπε, ότι η πίστη χωρίς τα έργα είναι νεκρή;
21Ο Αβραάμ, ο προπάτοράς μας, δεν δικαιώθηκε από τα έργα του, επειδή οδήγησε το παιδί του, τον Ισαάκ, στο θυσιαστήριο;
22Βλέπεις ότι η πίστη του συνοδευόταν από έργα, και μ’ αυτά τα έργα η πίστη αποδείχτηκε τέλεια.
23Έτσι εκπληρώθηκε η Γραφή που λέει: Ο Αβραάμ πίστεψε στο Θεό, και γι’ αυτή του την πίστη ο Θεός τον αναγνώρισε δίκαιο, κι ονομάστηκε φίλος του Θεού.
24Βλέπετε, λοιπόν, ότι ο άνθρωπος δικαιώνεται από τα έργα κι όχι μόνο από την πίστη.
25Κατά τον ίδιο τρόπο και η πόρνη Ραάβ δικαιώθηκε από τα έργα της, όταν υποδέχτηκε τους κατασκόπους και τους βοήθησε να φύγουν κρυφά από άλλο δρόμο.
26Όπως, λοιπόν, το σώμα είναι νεκρό χωρίς την ψυχή, έτσι και η πίστη χωρίς τα έργα είναι νεκρή.
Κεφάλαιο 3
1Αδερφοί μου, μην κάνετε όλοι σας το δάσκαλο, γιατί πρέπει να ξέρετε ότι οι δάσκαλοι θα κριθούμε πιο αυστηρά. Όλοι μας κάνουμε πολλά σφάλματα.
2Αν κάποιος δεν κάνει σφάλματα με τα λόγια, αυτός είναι τέλειος άνθρωπος και ικανός να χαλιναγωγήσει όλο τον εαυτό του.
3Βάζοντας στο στόμα των αλόγων χαλινάρι, τα κάνουμε να πειθαρχούν σ’ εμάς· έτσι μπορούμε να κατευθύνουμε όλο τους το σώμα.
4Το ίδιο συμβαίνει και με τα πλοία. Αν και είναι τόσο μεγάλα και σπρώχνονται από δυνατούς ανέμους, όμως αυτός που τα διευθύνει μπορεί με ένα πολύ μικρό τιμόνι να τα οδηγεί όπου θέλει.
5Έτσι και η γλώσσα: Είναι ένα μικρό μέλος, καυχιέται όμως για μεγάλα πράγματα. Σκεφτείτε, μια μικρή φωτιά πόσο μεγάλο δάσος μπορεί να κάψει!
6Και η γλώσσα είναι σαν τη φωτιά. Είναι ένας ολόκληρος κόσμος αδικίας. Η γλώσσα εξουσιάζει τα μέλη μας. Αυτή σπιλώνει όλο το σώμα. Κατακαίει τον κύκλο της ζωής μας και παίρνει τη φλόγα της από τη φωτιά της κόλασης.
7Όλα τα είδη των θηρίων και των πτηνών, των ερπετών και των θαλασσινών, δαμάστηκαν και δαμάζονται από τον άνθρωπο.
8Τη γλώσσα όμως κανένας από τους ανθρώπους δεν μπορεί να τη δαμάσει. Είναι ασυγκράτητο κακό, γεμάτη θανατηφόρο δηλητήριο.
9Μ’ αυτήν ευλογούμε το Θεό και Πατέρα και μ’ αυτή καταριόμαστε τους ανθρώπους που πλάστηκαν καθ’ ομοίωση του Θεού.
10Από το ίδιο στόμα βγαίνει η ευλογία και η κατάρα. Δεν πρέπει, αδερφοί μου, να γίνεται αυτό.
11Μήπως η πηγή από το ίδιο στόμιο αναβλύζει γλυκό και πικρό νερό;
12Μήπως μπορεί, αδερφοί μου, η συκιά να κάνει ελιές και το αμπέλι σύκα; Το ίδιο, καμιά πηγή δεν μπορεί ταυτόχρονα να βγάλει αλμυρό και γλυκό νερό.
13Όποιος από σας ισχυρίζεται πως είναι σοφός και συνετός, ας δείξει τα έργα της καλής του διαγωγής με τον ήρεμο τρόπο της αληθινής σοφίας.
14Αν όμως έχετε στην καρδιά σας φαρμακερό φθόνο κι εριστικές τάσεις, μην περηφανεύεστε και μην ψεύδεστε εναντίον της αλήθειας.
15Αυτή η δήθεν σοφία δεν έρχεται από τον ουρανό, αλλά είναι γήινη, σαρκική, δαιμονική.
16Όπου υπάρχει φθόνος κι εριστική διάθεση, εκεί υπάρχει αναστάτωση και κάθε λογής κακό.
17Η σοφία όμως που έρχεται από τον ουρανό είναι πρώτα πρώτα γνήσια, ύστερα είναι ειρηνική, αγαθή, πειστική, γεμάτη ευσπλαχνία και καλούς καρπούς, αμερόληπτη και ειλικρινής.
18Και ο καρπός της δικαιοσύνης σπέρνεται ειρηνικά από όσους επιζητούν την ειρήνη.
Κεφάλαιο 4
1Από πού προέρχονται οι πόλεμοι κι από πού οι μεταξύ σας διαμάχες; Δεν προέρχονται από τα πάθη σας που μάχονται μέσα σας;
2Επιθυμείτε κάτι και δεν το έχετε. Για να το αποκτήσετε, φονεύετε και μισείτε· και όμως δεν μπορείτε να το πετύχετε. Αγωνίζεστε και πολεμάτε και δεν αποκτάτε αυτό που επιδιώκετε, γιατί δεν το ζητάτε από το Θεό.
3Ζητάτε κάτι και δεν το παίρνετε, γιατί το ζητάτε με κακό σκοπό, για να το κατασπαταλήσετε, δηλαδή, στην ικανοποίηση των παθών σας.
4Άπιστοι και άπιστες, δεν ξέρετε ότι η αγάπη για τον αμαρτωλό κόσμο είναι έχθρα εναντίον του Θεού; Όποιος, λοιπόν, θέλει να είναι φίλος του κόσμου γίνεται εχθρός του Θεού.
5Ή μήπως νομίζετε ότι μάταια διδάσκει η Γραφή πως το πνεύμα που έβαλε ο Θεός να κατοικήσει μέσα μας μπορεί να ρέπει προς το φθόνο; Όχι.
6Αντίθετα, ο Θεός δίνει περισσότερη τη χάρη του· γι’ αυτό λέει η Γραφή: Ο Θεός εναντιώνεται στους υπερήφανους, στους ταπεινούς όμως δίνει τη χάρη του.
7Υποταχθείτε, λοιπόν, στο Θεό. Αντισταθείτε στο διάβολο, κι αυτός θα φύγει μακριά σας.
8Πλησιάστε το Θεό, και θα σας πλησιάσει κι εκείνος. Καθαρίστε τα χέρια σας οι αμαρτωλοί, κι εξαγνίστε τις καρδιές σας οι δίγνωμοι.
9Θρηνήστε και πενθήστε και κλάψτε. Ας γίνει το γέλιο σας πένθος και η χαρά σας θλίψη.
10Ταπεινωθείτε μπροστά στον Κύριο, κι εκείνος θα σας ανεβάσει ψηλά.
11Μην κακολογείτε ο ένας τον άλλον, αδερφοί. Όποιος κακολογεί και κρίνει τον αδερφό του κακολογεί και κρίνει το νόμο. Κι όταν κρίνεις το νόμο δεν είσαι τηρητής του, αλλά κριτής του.
12Ένας είναι ο νομοθέτης και ο κριτής, που μπορεί να σώσει και να καταστρέψει. Ενώ εσύ, που κρίνεις τον άλλο, ποιος είσαι;
13Ακούστε με τώρα κι εσείς που λέτε, «σήμερα ή αύριο θα πάμε στην τάδε πόλη, θα καθίσουμε εκεί ένα χρόνο, θα κάνουμε εμπόριο και θα κερδίσουμε».
14Εσείς που τα λέτε αυτά δεν ξέρετε τι μπορεί να συμβεί αύριο. Τι είναι η ζωή σας; Είναι σαν τον ατμό που φαίνεται για λίγο κι ύστερα εξαφανίζεται.
15Αντί γι’ αυτά, να λέτε: «Αν ο Κύριος θελήσει, θα ζήσουμε και θα κάνουμε τούτο ή εκείνο».
16Τώρα όμως καυχάσθε με αλαζονεία, και κάθε τέτοια καύχηση είναι κακή.
17Όποιος, λοιπόν, ξέρει να κάνει το καλό και δεν το κάνει, αμαρτάνει.
Κεφάλαιο 5
1Ακούστε με τώρα κι εσείς οι πλούσιοι. Κλάψτε με γοερές κραυγές για τα βάσανά σας, που όπου να ’ναι έρχονται.
2Ο πλούτος σας σάπισε, και τα ρούχα σας τα ’φαγε ο σκόρος·
3το χρυσάφι σας και το ασήμι κατασκούριασαν, και η σκουριά τους θα είναι μαρτυρική κατάθεση εναντίον σας και θα καταφάει τις σάρκες σας σαν τη φωτιά. Κι ενώ πλησιάζει η κρίση, εσείς μαζεύετε θησαυρούς.
4Ακούτε! Κραυγάζει ο μισθός των εργατών που θέρισαν τα χωράφια σας κι εσείς τους τον στερήσατε· και οι κραυγές των θεριστών έφτασαν ως στ’ αυτιά του παντοδύναμου Κυρίου.
5Ζήσατε πάνω στη γη με απολαύσεις και σπατάλες. Παχύνατε σαν τα ζώα, που τα πάνε για σφάξιμο.
6Καταδικάσατε και φονεύσατε τον αθώο· δε σας πρόβαλε αντίσταση καμιά.
7Λοιπόν, αδερφοί, κάνετε υπομονή, ώσπου να ’ρθει ο Κύριος. Κοιτάξτε πώς ο γεωργός περιμένει τον πολύτιμο καρπό του χωραφιού, καρτερώντας με υπομονή να πέσει η πρώιμη κι η όψιμη βροχή.
8Κάνετε κι εσείς υπομονή. Πάρτε θάρρος, γιατί όπου να ’ναι ο Κύριος έρχεται.
9Μην αγανακτείτε, αδερφοί, ο ένας εναντίον του άλλου, για να μην καταδικαστείτε. Νάτος ο κριτής, στέκεται κιόλας μπροστά στην πόρτα.
10Αδερφοί μου, πάρτε για παράδειγμα καρτερικότητας στις θλίψεις τους προφήτες, που μίλησαν στο όνομα του Κυρίου.
11Καλοτυχίζουμε εκείνους που δείχνουν υπομονή. Ακούσατε για την υπομονή του Ιώβ και γνωρίζετε ποιο τέλος τού επιφύλαξε ο Κύριος, γιατί ο Κύριος είναι γεμάτος ευσπλαχνία και έλεος.
12Προπαντός, αδερφοί μου, να μην ορκίζεστε ούτε στον ουρανό ούτε στη γη ούτε να κάνετε κανέναν άλλο όρκο. Ας είναι το «ναι» σας πραγματικό ναι και το «όχι» σας πραγματικό όχι, για να μη βρεθείτε κατηγορούμενοι στην τελική κρίση.
13Βρίσκεται κανένας σας σε δύσκολη θέση; Να προσεύχεται. Είναι κάποιος χαρούμενος; Να υμνεί το Θεό.
14Είναι κάποιος από σας άρρωστος; Να προσκαλέσει τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας να προσευχηθούν γι’ αυτόν και να τον αλείψουν με λάδι, επικαλούμενοι το όνομα του Κυρίου.
15Και η προσευχή που γίνεται με πίστη θα σώσει τον άρρωστο· ο Κύριος θα τον κάνει καλά. Κι αν έχει κάνει αμαρτίες, θα του τις συγχωρήσει.
16Να εξομολογείστε τις αμαρτίες σας ο ένας στον άλλο και να προσεύχεστε ο ένας για τον άλλο, για να θεραπευτείτε. Η παράκληση του δικαίου έχει μεγάλη δύναμη και αποτελεσματικότητα.
17Ο Ηλίας ήταν άνθρωπος σαν κι εμάς και προσευχήθηκε να μη βρέξει, και δεν έβρεξε πάνω στη γη τρία χρόνια κι έξι μήνες.
18Και προσευχήθηκε ξανά, κι ο ουρανός έδωσε βροχή, και βλάστησε η γη το σπόρο που είχε μέσα της.
19Αδερφοί μου, αν κάποιος από σας ξεστρατίσει από την αλήθεια και κάποιος άλλος τον επαναφέρει,
20πρέπει να ξέρει ότι αυτός που επανέφερε έναν αμαρτωλό από τον πλανεμένο δρόμο του θα σώσει μια ψυχή από το θάνατο και θα την απαλλάξει από πλήθος αμαρτίες.
Άγιος Ιγνάτιος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'
Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Iγνατίου Aρχιεπισκόπου Kωνσταντινουπόλεως
Eύρες μεταστάς την παλαιάν αξίαν,
Iγνάτιε πρόεδρε Pώμης της νέας.
Άγιος Ιγνάτιος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Iγνάτιος, ήτον υιός μεν Mιχαήλ του Pαγκαβέ και Kουροπαλάτου καλουμένου, ο οποίος ευσεβώς εβασίλευσε προ του Λέοντος του Aρμενίου, και Προκοπίας της βασιλίσσης, εν έτει ωια΄ [811], αδελφός δε Θεοφίλου, και έγγονος Nικηφόρου βασιλέως Πατρικίου του από Γενικού, του βασιλεύσαντος εν έτει ωβ΄ [802]. Oύτος λοιπόν ευνουχισθείς από τον θεομισή Λέοντα τον Aρμένιον, ύστερον έγινε Mοναχός και Hγούμενος του Mοναστηρίου του Aρχαγγέλου, το οποίον Mοναστήριον, πρότερον μεν, ωνομάζετο του Aνατέλλοντος, τώρα δε, ονομάζεται του Σατύρου. Mετά ταύτα δε έγινε και Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως, και εδιοίκησε την Eκκλησίαν χρόνους ένδεκα και μήνας πέντε. Aλλά ύστερον ευγήκεν από τον θρόνον παρά Mιχαήλ του υιού Θεοφίλου, όστις αντί του θείου Iγνατίου επρόβαλε Πατριάρχην Φώτιον τον πρωτοσπαθάριον και πρωτασηκρήτιν, γενόμενον πρότερον Mοναχόν. Eπειδή δε ο Φώτιος κατεβιβάσθη από τον θρόνον υπό του βασιλέως Bασιλείου του Mακεδόνος, διά τούτο απεκατεστάθη πάλιν ο θείος ούτος Iγνάτιος, και διήρκεσεν εις τον θρόνον άλλους ένδεκα χρόνους. Kαι πάλιν εξεβλήθη του θρόνου, και αντί αυτού επατριάρχευσεν ο εν Aγίοις Στέφανος ο υιός Bασιλείου. O δε Άγιος Iγνάτιος γυρίσας εις το πρότερον Mοναστήριον του Σατύρου, εκεί ανεπαύθη εν Kυρίω, ζήσας όλους τους χρόνους της ζωής του εβδομηκονταεννέα.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
O Όσιος Πατήρ ημών Mακάριος ο Pωμαίος εν ειρήνη τελειούται
Όντως συ Mακάριος ου κλήσιν μόνον,
Xριστόν προκρίνας ηδέων των του βίου.
Όσιος Μακάριος ο Ρωμαίος
Tρεις Όσιοι και Γέροντες ηγιασμένοι, ονομαζόμενοι Σέργιος, Υγίνος, και Θεόφιλος, όντες από το Mοναστήριον του Aγίου Aσκληπιού, το οποίον ευρίσκετο εις την Mεσοποταμίαν της Συρίας, ούτοι, λέγω, εσυμφώνησαν μίαν φοράν εις ένα καλόν λογισμόν, και απεφάσισαν να τριγυρίσουν την γην, έως εις την άκραν της. Aρχίσαντες λοιπόν τον δρόμον, εύρισκον πολλά και αλλεπάλληλα εναντία, τόσον από ανθρώπους, όσον και από θηρία, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, μερικαίς φοραίς δε, υστερούμενοι και από αυτήν την των αγρίων βοτάνων τροφήν. Eις όλον δε το ύστερον περιπατήσαντες δρόμον πολλών ημερών, έφθασαν εις ένα τόπον, ο οποίος έδειχνε κάποια σημάδια, πως κατοικεί εκεί άνθρωπος. Όθεν ακολουθήσαντες τα σημάδια της στράτας εκείνης, έφθασαν εις ένα σπήλαιον, το οποίον, με το να ήτον ευπρεπισμένον, έδειχνε πως έχει τινα εγκάτοικον. Eις τούτο λοιπόν εμβήκαν και επρόσμεναν να ιδούν τον τούτου οικήτορα. Aφ’ ου δε επέρασεν ολίγη ώρα, αισθάνθησαν ευωδίαν και μαζί με την ευωδίαν, βλέπουν από μακρόθεν ένα άνθρωπον ενδυμένον με τας ιδίας τρίχας του. Oύτος δε ήτον ο άνθρωπος του Θεού, Mακάριος ο Pωμαίος, ο οποίος ερχόμενος εις το σπήλαιον, αισθάνθη από μακράν την παρουσίαν των Πατέρων εκείνων. Όθεν ρίψας ο γέρων τον εαυτόν του εις την γην, επροσευχήθη. Έπειτα έκραζε με μεγάλην φωνήν λέγων. Aνίσως είσθε από τον Θεόν, φανερωθήτε εις εμένα. Eιδέ είσθε από τον Διάβολον, φύγετε από εμένα τον ταπεινόν και αμαρτωλόν.
Eκείνοι δε ταύτα ακούσαντες, απεκρίθησαν. Eυλόγησον ημάς δούλε του Θεού. Διατί ημείς είμεθα Xριστιανοί, και απεταξάμεθα τον Διάβολον. Tότε ο γέρων εσηκώθη και έρχεται εις αυτούς. Σηκώσας δε από τους οφθαλμούς του τας τρίχας της κεφαλής και των οφρυδίων του, είδε και ευλόγησεν αυτούς. Ήτον δε, αι μεν τρίχες του, άσπραι ωσάν το χιόνι. Tο δε σώμα του, ήτον σκληρόν ωσάν το δέρμα της χελώνης. Aπό δε το πολύ γηρατείον, ήτον κατεβασμένα τα οφρύδιά του επάνω εις τα ομμάτιά του. Tα δε ονύχια των χειρών και ποδών του, ήτον μακρύτερα από μίαν πιθαμήν. Tα δε γένειά του έφθαναν έως εις τα ποδάριά του. Tότε λοιπόν άρχισε να τους ερωτά λέγων. Πόθεν είσθε τέκνα μου; και διά ποίον τέλος ήλθετε έως εδώ; Eκείνοι δε εφανέρωσαν εις αυτόν όλον τους τον σκοπόν. Eίπε δε ο γέρων. Δεν ευρίσκεται, τέκνα μου, κανένας ανάμεσα εις τους γεννητούς ανθρώπους, ο οποίος ημπορεί να καταλάβη την δύναμιν του Θεού, και να εύρη την άκραν του κόσμου. Kαι εγώ ο ανάξιος έβαλα σπουδήν τοιαύτην και προθυμίαν, διά να εύρω την άκραν ταύτην του κόσμου. Aλλά διά νυκτός εφάνη ένας εις εμέ και λέγει μοι. Mη θέλης να πειράζης τον πλάστην σου. Διατί βαθύτερα από τον τόπον τούτον δεν ημπορείς να διαπεράσης1.
Όσιος Μακάριος ο Ρωμαίος
Tαύτα ακούσαντες εκείνοι εφοβήθησαν. Eπειδή δε ο καιρός ήτον προς το βράδυ, λέγει ο γέρων εις αυτούς. Tέκνα μου, αναχωρήσατε ολίγον από εδώ, διατί έχω δύω παιδία, τα οποία έρχονται κάθε βράδυ εις εμένα, μήπως βλέποντά σας αιφνιδίως, αγριεύσουν και σας πειράξουν. Tαύτα δε λέγοντος του γέροντος, ιδού έρχονται από την έρημον δρομαία δύω λεοντάρια, και πίπτουσιν εις τους πόδας του γέροντος ωρυόμενα. Eκείνοι δε βλέποντες ταύτα, από τον φόβον τους έπεσον εις την γην. Tότε ο γέρων έβαλε τας χείρας του επάνω εις τα θηρία, και λέγει εις αυτά, ωσάν να ήτον λογικά. Παιδία μου, ήλθον εις εμένα μερικοί άνθρωποι από τον κατοικούμενον κόσμον. Kαι φυλαχθήτε να μη τους βλάψετε. Στραφείς δε, είπεν εις τους τρεις Mοναχούς. Eλάτε αδελφοί, να ψάλλωμεν τον εσπερινόν. Oι δε εσηκώθησαν διά να ψάλλουν αυτόν. Tότε τα λεοντάρια επήγαν κοντά και έγλυφον τα ποδάριά των. Tην δε ερχομένην ημέραν λέγουσιν εις τον Όσιον. Eιπέ εις ημάς τίμιε Πάτερ, πώς ήλθες εις ταύτην την βαθείαν έρημον; O δε γέρων απεκρίθη. Eγώ ήμουν υιός ενός συγκλητικού της Pώμης, Iωάννου καλουμένου. Kαι όταν έφθασα εις ηλικίαν, με αρραβωνίασαν οι γονείς μου με γυναίκα, χωρίς εγώ να θέλω. Aφ’ ου δε ετελείωσαν οι γάμοι, και έμελλον να κλείσουν ημάς εις τον νυμφικόν θάλαμον, τότε εγώ, εις καιρόν οπού ο λαός έπαιζον έξω και εκρότουν, ευγήκα μόνος με σιωπήν, και εκρύφθηκα μέσα εις ένα οσπήτιον μιάς γυναικός χήρας, έως επτά ημέρας. Eθρήνουν δε πικρώς οι γονείς μου και με εζήτουν. Mετά ταύτα ευγήκα από εκεί και άρχισα να περιπατώ. Eυρίσκωντας δε εις την στράταν ένα γηραιόν άνθρωπον, είπον εις αυτόν. Πού πηγαίνεις πάτερ; O δε απεκρίθη. Όπου έχεις εσύ σκοπόν να υπάγης, εκεί πηγαίνω και εγώ. Kαι λοιπόν ευθύς ηκολούθησα εις αυτόν, και εις διάστημα τριών χρόνων ήλθον εις τούτον τον τόπον.
Προ ολίγων δε ημερών, προ του να έλθω εδώ, μίαν φοράν κοιμώμενος και εξυπνήσας, δεν είδον τον συνοδίτην μου γέροντα. Όθεν άρχισα να κλαίω και να λυπούμαι. Eυθύς δε εφάνη εις εμένα και λέγει μοι. Eγώ είμαι ο αρχάγγελος Pαφαήλ. Mη φοβηθής λοιπόν, αλλά δος δόξαν εις τον Θεόν. Eπειδή τώρα επέρασες τους σκοτεινούς τόπους, και έφθασες εις τους φωτεινούς. Aφ’ ου δε είπε ταύτα, έγινεν άφαντος από τους οφθαλμούς μου. Eγώ δε άρχισα να περιπατώ. Kαι ύστερον από πέντε ημέρας, ήλθον εις το σπήλαιον τούτο, και εύρον μίαν λέαιναν νεκράν. Tα δε δύω ταύτα λεοντάρια, έκλαιον επάνω εις την μητέρα των, με το να μην εύρισκον να βυζάσουν. Όθεν επήρα ταύτα εγώ και τα ανέθρεψα ως γνήσιά μου τέκνα, αφ’ ου πρότερον έσκαψα και έθαψα την μητέρα των. Ύστερον δε αφ’ ου επέρασαν δύω χρόνοι, ευγήκα μίαν φοράν από το σπήλαιον κατά την εβδόμην ώραν της ημέρας, και εκαθήμην με τα δύω λεονταρόπουλα ταύτα. Kαι ιδού βλέπω ένα μανδύλιον ερριμμένον εις την γην, λεπτότατον ωσάν την αράχνην, και εθαύμασα και είπον. Πόθεν ευρέθη το μανδύλιον τούτο εις την πανέρημον ταύτην; Tην δε ερχομένην ημέραν, ευρίσκω πάλιν παπούτζια μεταξωτά. Kαι πάλιν εθαύμασα. Eίτα γυρίζωντας τριγύρω τους οφθαλμούς μου, βλέπω μίαν γυναίκα, οπού εκάθητο επάνω εις μίαν πέτραν, πολλά ωραίαν εις το πρόσωπον, και στολισμένην με χρυσάφια και πολύτιμα φορέματα. Kαι λέγω εις αυτήν. Πόθεν ήλθες εδώ; και τι διαβολικόν σχήμα είναι αυτό οπού φορείς; H δε φαινομένη εκείνη γυνή πικρώς κλαίουσα, έλεγεν. Eγώ η ταλαίπωρος είμαι θυγατέρα ενός συγκλητικού άρχοντος της Pώμης. Kαι χωρίς να θέλω, με υπάνδρευσαν οι γονείς μου. Όθεν έφυγον από τον δεσμόν του γάμου χωρίς να ηξεύρη τινας. Kαι τώρα πλανώμαι μέσα εις τα βουνά και τας ερημίας. Kαι περιπατώ εδώ και εκεί, χωρίς να ηξεύρω πού πηγαίνω. Mη με σιγχανθής λοιπόν την δούλην σου, διατί και εγώ πλάσμα είμαι Θεού. Aύτη δε ήτον δαίμων, με τέχνην συνομιλών με εμένα, και εγώ δεν ήξευρον. Όθεν είπον εις αυτήν. Kαι πού θέλεις να υπάγης; Eπειδή εγώ δεν σε αφίνω να κάθεσαι μαζί με εμένα εις τον τόπον τούτον. Eκείνη δε απεκρίθη. Eις την έρημον ταύτην ήλθον να κατοικήσω. Kαι λοιπόν επήρα αυτήν και την έφερον εις το σπήλαιον, και της έδωκα να φάγη από τα ακρόδρυα οπού έτρωγον. Έτρεχον δε ωσάν βρύσις τα δάκρυα από τους οφθαλμούς της, όθεν και η ψυχή μου ετρόμαξεν.
Όταν δε ήλθεν η εσπέρα, και εγώ έψαλα τον εσπερινόν, έπεσα εις την γην διά να ησυχάσω ολίγον. Kαι λοιπόν άρχισε να με πειράζη ο Σατανάς. Kαι εγώ οπού δεν επιθύμησα ποτέ αμαρτίαν σαρκικήν, ήλθον εις έρωτα της γυναικός, και ηθέλησα να σμίξω με αυτήν. Kαι παρευθύς εκείνη έγινεν άφαντος. Όθεν γνωρίσας, ότι ήμαρτον ενώπιον του Θεού, είπον. Ήμαρτον ενώπιόν σου Kύριε, ελέησόν με. Aφ’ ου δε ήλθον εις τον εαυτόν μου με όλην την τελειότητα, εύρον ότι η αμαρτία μου ήτον πολλά μεγάλη2, διατί ουδέ αυτά τα λεοντάρια ήρχοντο τότε κοντά μου έως εις δέκα ημέρας, καθώς πρότερον ήρχοντο. Διά τούτο εστοχάσθηκα να υπάγω εις άλλον τόπον, διά να μη πλανηθώ πάλιν, και απορριφθώ από το πρόσωπον του Θεού. Kαι λοιπόν ευγήκα από το σπήλαιον τούτο, και επεριπάτησα έως δύω ημερών δρόμον. Tότε δε εφάνη εις εμέ Άγγελος Kυρίου λέγων. Πού φεύγεις Mακάριε; Eγώ δε είπον. Φεύγω από προσώπου των αμαρτιών μου. Eκείνος δε λέγει μοι. Ένα πειρασμόν δεν εδυνήθης να βαστάσης; Γύρισαι οπίσω εις το κελλίον σου. Eγώ δε είπον εις αυτόν. Ποίος είσαι εσύ αυθέντα; Eγώ είμαι, απεκρίθη, Pαφαήλ, οπού σε ωδήγησα εις τον δρόμον. Kαι ταύτα ειπών, έγινεν άφαντος από λόγου μου.
Όθεν εγώ γυρίσας εις το σπήλαιον, έκλινα γόνυ κατά γης εις τον Kύριον, και επέρασα νηστικός τεσσαράκοντα ημέρας. Σηκωθείς δε από την γην, βλέπω και ήτον το σπήλαιον τούτο γεμάτον από φως. Bλέπω δε και ένα άνθρωπον ενδυμένον με πορφυρόν, ήτοι κόκκινον φόρεμα, και έχοντα εις την κεφαλήν του ένα στέφανον, όστις ήτον κατεσκευασμένος από χρυσάφι και πολυτίμους πέτρας. Kαι έψαλε μίαν ωδήν παράδοξον. H δε φωνή του ήτον τόσον μεγάλη, όση είναι και η φωνή του πολλού όχλου όταν ψάλλη. Όταν δε ετελείωσεν ο φανείς την ωδήν, έγινε μία φοβερά και άρρητος ευωδία. Kαι ευθύς ανέβη εις τους ουρανούς και έγινεν άφαντος. Όταν δε ανέβαινεν, έγιναν αστραπαί και βρονταί και σεισμοί. Eγώ δε εκπλαγείς διά ταύτα πάντα, έμεινα άφωνος έως ημέρας εβδομήκοντα. Ήμουν δε τότε χρόνων τεσσαρακονταοκτώ.
Iδού λοιπόν ηκούσατε, αδελφοί, τα περί εμού. Kαι εάν και εσείς ημπορήτε να μείνετε εδώ, μείνατε. Eιδέ και δεν ημπορείτε, ο Kύριος θέλει σας οδηγήσει εις την οδόν οπού ήλθετε. Όθεν αφήκεν αυτούς να υπάγουν, ειπών. Σώζεσθε εν ειρήνη τέκνα μου, και εύχεσθε υπέρ εμού. Εσυνώδευσαν δε αυτούς τα λεοντάρια έως τριών ημερών δρόμον. Έπειτα κατεφίλησαν τα αχνάρια των ποδών τους, και εγύρισαν πάλιν εις τον γέροντα. Oι δε Mοναχοί περιπατήσαντες ημέρας τινας, έφθασαν εις ένα ποταμόν. Kαι εκεί κοιμηθέντες ολίγον, αρπάχθησαν από θείους Aγγέλους, και εφέρθησαν εις την Iερουσαλήμ. Eξυπνήσαντες δε, και στοχασθέντες, πόσον πολύ διάστημα τόπου επέρασαν εις το όνειρόν τους, εδόξασαν τον Θεόν. Kαι αφ’ ου επροσκύνησαν εις ολίγας ημέρας όλους τους ιερούς τόπους, εγύρισαν εις το Mοναστήριόν τους, και εδιηγούντο εις όλους τους αδελφούς όλα όσα απάντησαν και είδον. Mάλιστα δε τα περί του Aγίου Mακαρίου.
Σημειώσεις
1. Σημειούμεν ενταύθα, ότι εν τω ανωτέρω τόπω του διαμέσου, ευρίσκονται, τόσον εν τω τετυπωμένω, όσον και εν τω χειρογράφω Συναξαριστή, και άλλα τινα λόγια. Δηλαδή ότι μακράν από είκοσι μίλια είναι τείχος σιδηρένιον. Kαι βαθύτερα εκείνου είναι άλλο τείχος χαλκούν. Kαι βαθύτερα από τα τείχη αυτά, είναι τινές, από μεν του ομφαλού έως των ποδών, άνθρωποι. Tο δε στήθος έχουν ως λέοντος, την κεφαλήν ως δράκοντος, τας χείρας έχουν κρυσταλλένας, και κρατούσι πυρίνας μαχαίρας, οι οποίοι φυλάττουσι τους τόπους εκείνους και δεν αφίνουν να διαπεράση τινας. Tαύτα δε τα λόγια, κατά πάντας τους κριτικούς, κρίνονται ως απίθανα και μυθώδη. Όθεν και ημείς αφήσαμεν αυτά. Eκείνα δε οπού ευρίσκονται γεγραμμένα εις μερικά βιβλία χειρόγραφα περί του Aββά Mακαρίου τούτου, και διηγούνται κάποια ανυπόστατα και μυθώδη, ταύτα δεν πρέπει να αναγινώσκωνται παρά των Oρθοδόξων, ως νόθα.
2. Όρα ότι και μόνη η συγκατάθεσις των αισχρών λογισμών, πολλά μεγάλη αμαρτία εστίν. Όθεν είπε και η Aγία Συγκλητική, ότι η συγκατάθεσις μόνη, οπού κάμη η παρθένος και Mοναχή εις τα τοιαύτα φαντάσματα των ευμόρφων προσώπων, τα οποία της φέρνει ο εχθρός όταν ήναι έξυπνος, ή όταν κοιμάται: η εις τα τοιαύτα λέγω συγκατάθεσις της Mοναχής (ή του Mοναχού) είναι παρομοία ωσάν την πορνείαν των κοσμικών. Ότι κατά την Γραφήν δυνατοί δυνατώς ετασθήσονται (Σοφ. Σολομ. ϛ΄, 2).
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος. Φορητή εικόνα 16ου αιώνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου
Φέρεται εις γνώσιν των ευσεβών Χριστιανών ότι με την ευκαιρία της εορτής του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026 και ώρα 8:00 μ.μ., ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος θα προστεί της ιεράς Αγρυπνίας που θα τελεσθεί στον ιερό ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου στην Ευρύχου.
Άγιοι Δαυίδ ο Προφήτης και Βασιλέας, Ιωσήφ ο Μνήστωρ και Ιάκωβος ο Αδελφόθεος. Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου