Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 16 Αὐγούστου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
9: 2-12

Ἀδελφοί, ἡ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ. Ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν αὕτη ἐστί. Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν φαγεῖν καὶ πιεῖν; Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν ἀδελφὴν γυναῖκα περιάγειν, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου καὶ Κηφᾶς; Ἤ μόνος ἐγὼ καὶ Βαρνάβας οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν τοῦ μὴ ἐργάζεσθαι; Τίς στρατεύεται ἰδίοις ὀψωνίοις ποτέ; Τίς φυτεύει ἀμπελῶνα καὶ ἐκ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει; Ἤ τίς ποιμαίνει ποίμνην καὶ ἐκ τοῦ γάλακτος τῆς ποίμνης οὐκ ἐσθίει; Μὴ κατὰ ἄνθρωπον ταῦτα λαλῶ; Ἤ οὐχὶ καὶ ὁ νόμος ταῦτα λέγει; Ἐν γὰρ τῷ Μωσέως νόμῳ γέγραπται· «Οὐ φιμώσεις βοῦν ἀλοῶντα». Μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ; Ἤ δι᾿ ἡμᾶς πάντως λέγει; Δι᾿ ἡμᾶς γὰρ ἐγράφη, ὅτι ἐπ᾿ ἐλπίδι ὀφείλει ὁ ἀροτριῶν ἀροτριᾶν, καὶ ὁ ἀλοῶν τῆς ἐλπίδος αὐτοῦ μετέχειν ἐπ᾿ ἐλπίδι. Εἰ ἡμεῖς ὑμῖν τὰ πνευματικὰ ἐσπείραμεν, μέγα εἰ ἡμεῖς ὑμῶν τὰ σαρκικὰ θερίσομεν; Εἰ ἄλλοι τῆς ἐξουσίας ὑμῶν μετέχουσιν, οὐ μᾶλλον ἡμεῖς; Ἀλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἀλλὰ πάντα στέγομεν, ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
18: 23-35

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ ὃς ἠθέλησεν συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι. πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί, καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτόν, καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγεν λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί, καὶ ἀποδώσω σοι· ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με· οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγὼ σὲ ἠλέησα; καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ. Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ὁμιλία στὸ Εὐαγγέλιο τῆς ΙΑ´ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου

Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακεὶμ

Κάτω ἀπὸ τὸ ἔνδυμα τῆς παραβολῆς τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς μᾶς φανέρωσε, μὲ τὸν πιὸ παραστατικὸ τρόπο, μία μεγάλη ἀρετὴ καὶ τὴν ἀντίστοιχή της μεγάλη κακία: Τὴν ἀρετὴ τῆς μακροθυμίας καὶ ἀνεξικακίας καὶ τὸ πάθος τῆς μνησικακίας.

Ἡ πρώτη, ἡ ἀνεξικακία, εἶναι ἀρκετὴ ἀπὸ μόνη της νὰ μᾶς σώσει. Ἡ δεύτερη, ἡ μνησικακία, εἶναι ἀρκετή, καὶ χωρὶς ἄλλο πάθος νὰ ἔχουμε, νὰ μᾶς βυθίσει στὴν κόλαση!

Ἂς ἰδοῦμε συνοπτικά, τί μᾶς λέει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ παραβολή. Ὁ Κύριος παρομοίασε τὸν Θεὸ μὲ ἕνα βασιλιά, ποὺ θέλησε νὰ ζητήσει ἀπὸ τοὺς ὑπηκόους του λόγο γιὰ τὰ ἔργα τους. Καὶ τοῦ πήρανε μπροστά του οἱ ὑπηρέτες του ἕνα ἄνθρωπο, ποὺ χρωστοῦσε «μύρια τάλαντα», δηλαδὴ δέκα χιλιάδες τάλαντα. Τὸ τάλαντο ἦταν στὴν ἀρχαιότητα μονάδα βάρους, καὶ γιὰ προϊόντα καὶ γιὰ νομίσματα. Κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἕνα τάλαντο ἰσοδυναμοῦσε περίπου μὲ ἑξήντα σημερινὰ κιλά. Ἔτσι, τὰ μύρια τάλαντα νομισμάτων ἀντιστοιχοῦν μὲ ἑξακόσιες χιλιάδες κιλὰ ἀργυρῶν νομισμάτων, δηλαδὴ μὲ δισεκατομμύρια σημερινὰ εὐρώ. Ἕνα ἀσύλληπτα μεγάλο ποσὸ χρέους! Καὶ ἐπίτηδες ἀναφέρει αὐτὸ τὸ τεράστιο ποσὸ ὀφειλῆς. Διότι ὁ ὀφειλέτης τῶν μυρίων ταλάντων εἴμαστε ἐμεῖς, ὁ κάθε ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος, καθόσον ἡ ἁμαρτία, ὡς προσβολὴ τοῦ Ὑψίστου, τοῦ Δημιουργοῦ, δημιουργεῖ μία τεράστια, μία ἀνέκφραστα μεγάλη ὀφειλή μας ἀπέναντί Του.  Κι ὅμως, ὁ Δημιουργός μας εἶναι εὔσπλαγχνος, μακρόθυμος, πολυέλεος.  Εἶναι ἀγάπη, ἡ ἀγάπη, ἡ σαρκωμένη καὶ ἐσταυρωμένη ἀγάπη. Καί, ὅταν δείξουμε μετάνοια εἰλικρινή, ὅταν ζητήσουμε συγχώρεση ἀπὸ τὴν πηγὴ τοῦ ἐλέους, θὰ τὴ λάβουμε: Ἔπεσε τότε ἐκεῖνος ὁ δοῦλος στὰ πόδια τοῦ βασιλιᾶ, λέγοντας μὲ δάκρυα: «Κύριε, δεῖξε μακροθυμία σ᾽ ἐμένα, καὶ θὰ σοῦ τὰ ἐξοφλήσω ὅλα.» Ἦταν δυνατὸν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, καὶ εἴκοσι ζωὲς νὰ ζοῦσε, νὰ ἐξοφλήσει ἐκεῖνο τὸ ὑπέρογκο χρέος; Κι ὅμως: «Δείχνοντας τὴν ἄπειρη εὐσπλαγχνία Του ὁ Κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου», λέει τὸ Εὐαγγέλιο, «τὸν ἄφησε ἐλεύθερο, καὶ τοῦ χάρισε ἐκεῖνο τὸ τεράστιο χρέος.»

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Κυρίου μας, ἀδελφοί, ἡ ἀνέκφραστη μακροθυμία καὶ ἀνεξικακία Του. Αὐτή, ποὺ ἔλαμψε πάνω ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινη κατάληψη ἐπάνω στὸν Σταυρό, ὅπου τὸν κάρφωσε τὸ γένος τῶν Ἑβραίων, ὅπου ἐπέλεξε νὰ ἀποθάνει τὸν ἀτιμωτικότερο θάνατο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, γιὰ τὶς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου. Κι ἐκεῖ ἐπάνω, τί ἔλεγε; Τί προσευχόταν; Νὰ συγχωρήσει ὁ Θεὸς Πατέρας Tου τοὺς σταυρωτές Του, γιατὶ δὲν γνώριζαν τί ἔκαναν!

Ἂς ἔλθουμε στὴ συνέχεια, τὴ δραματικὴ συνέχεια: Βγαίνοντας ἀπ’ ἐκεῖ ὁ τόσο πολὺ εὐεργετημένος αὐτὸς δοῦλος, βρίσκει ἕνα σύνδουλό του, ποὺ τοῦ ὄφειλε ἑκατὸ δηνάρια. Ἑκατὸ εὐρώ, θὰ λέγαμε σήμερα. Ἕνα ἐλάχιστο, μηδαμινὸ ποσό, μπροστὰ στὰ δισεκατομμύρια, ποὺ ὁ ἴδιος χρωστοῦσε στὸν βασιλιά. Κι ὅμως! Ἀντὶ ἀμέσως, αἰσθανόμενος ἐκείνη τὴν πρόσφατη ἄμετρη εὐεργεσία ποὺ δέχθηκε νὰ χαρίσει κι ἐκεῖνος μὲ τὴ σειρά του ἐκεῖνο τὸ μικρὸ χρέος στὸν συνάνθρωπό του, τί  κάνει; Τὸν ἅρπαξε ἀπὸ τὸν λαιμὸ καὶ τὸν ἔπνιγε, γιὰ νὰ τὸν ξοφλήσει. Κι ἀφοῦ τὸν βασάνισε, τὸν πῆρε τραβώντας τον, καὶ τὸν ἔβαλε στὴ φυλακή. Καὶ βέβαια, ὕστερα ἔλαβε τὴν ἁρμόζουσα τιμωρία ἀπὸ τὸν βασιλιά. Καταδικάστηκε σὲ βάσανα αἰώνια, στὴν αἰώνια κόλαση. Εἶναι κι αὐτὰ εἰκόνες, ποὺ ἐμᾶς ζωγραφίζουν καὶ πάλιν, ἀδελφοί! Ὁ Κύριος μᾶς συγχωρεῖ τὰ ὅποια φοβερά μας ἁμαρτήματα, κι ἐμεῖς δὲν συγχωροῦμε οὔτε τὸ παραμικρὸ σφάλμα, μὲ τὸ ὁποῖο τυχὸν μᾶς λύπησε, μᾶς ἀδίκησε ὁ ἀδελφός μας. Καὶ κρατοῦμε μέσα μας, στὴν καρδιά μας, τὸ δηλητήριο αὐτὸ τῆς μνησικακίας καὶ ἀσυγχωρητικότητας!

Μνησικακίες ὑπάρχουν πολλῶν εἰδῶν. Ὅταν αὐτὴ στηρίζεται σὲ πραγματικὸ κακό, ποὺ μᾶς ἔκανε ὁ πλησίον, ὁ συνάνθρωπός μας, τότε ὀνομάζεται προφασιστή.  Ὅταν ὅμως μισῶ τὸν ἀδελφό μου, γιατὶ μὲ ἤλεγξε γιὰ τὴ διόρθωσή μου ἢ γιὰ κάτι ποὺ ἐκ παραδρομῆς εἶπε ἢ γιὰ μιὰ ὑποψία ποὺ γέννησε ἡ φαντασία μου, τότε ἡ μνησικακία μου αὐτὴ εἶναι ἀπροφάσιστη. Ὑπάρχει καὶ ἡ θεωρητικὴ μνησικακία, ὅταν κάποιος ἔχει μέσα του τὸ μίσος στὸν ἄλλο, ἀλλὰ δὲν τὸν βλάπτει, εἴτε ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ, εἴτε ἐπειδὴ φοβᾶται. Ὑπάρχει καὶ ἡ πρακτική, ὅταν κάποιος ποὺ μπορεῖ καὶ δὲν φοβᾶται, βλάφτει μὲ κάθε τρόπο αὐτὸν ποὺ μισεῖ. Ὑπάρχει καὶ ἡ φανερὴ μνησικακία, ὅταν δείχνει στὸν ἄλλο κάποιος τὸ μίσος, καὶ ὑπάρχει καὶ ἡ κρυπτή, ὅταν κρύβει τὸ μίσος, ἀλλὰ προσπαθεῖ στὰ κρυφὰ νὰ βλάψει τὸν ἄλλο κάποιος. Κάθε ὅμως εἶδος μνησικακίας, εἴτε προφασιστή, εἴτε ἀπροφάσιστη, εἴτε πρακτική, εἴτε θεωρητική, εἴτε φανερή, εἴτε κρυπτή, ἁρπάζει ἐξ ὁλοκλήρου ἀπ’ αὐτὸν ποὺ τὶς ἔχει κάθε ἐλπίδα σωτηρίας!  Γιατί τοῦτο;

Ἐπειδὴ ὅλος ὁ Νόμος, οἱ Προφῆτες, τὸ Εὐαγγελικὸ κήρυγμα, βάση καὶ θεμέλιο ἔχουν τὴν ἀγάπη! Καὶ κάθε ἀρετὴ βλαστάνει ἀπὸ τὴν ἀγάπη. Κι ἀντίθετα, κάθε ἁμαρτία πληγώνει τὴν ἀγάπη, τὸ μίσος ὅμως τὴν ξερριζώνει τελείως! Μίσος καὶ ἀγάπη οὐδέποτε συγκατοικοῦν: «Αὐτὸς ποὺ μισεῖ τὸν ἀδελφό του», φωνάζει ὁ Θεολόγος Ἰωάννης, «βρίσκεται στὸ σκοτάδι, καὶ στὸ σκοτάδι περιπατεῖ, καὶ δὲν βλέπει ποῦ βαδίζει». Κι ὅταν κάποιος βαδίζει στὰ τυφλά, εἶναι δυνατὸν νὰ πράξει κάθε κακό. Κι ὁ μνησίκακος εἶναι δυνατὸν νὰ πράξει κάθε κακό. Διότι ὁ μνησίκακος εἶναι γυμνός, ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ ἀδελφοῦ του, ἀλλὰ καὶ τοῦ Θεοῦ. «Ἐὰν κάποιος εἰπεῖ, ὅτι ἀγαπῶ τὸν Θεό, καὶ μισεῖ τὸν ἀδελφό του», κηρύσσει πάλιν ὁ ἠγαπημένος μαθητὴς καὶ διδάσκαλος τῆς ἀγάπης Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, «εἶναι ψεύστης. Διότι, ἂν τὸν ἀδελφό του ποὺ βλέπει, δὲν τὸν ἀγαπᾶ, πῶς μπορεῖ νὰ ἀγαπήσει τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ἀόρατος;» Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον μας εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένες.  Χωρὶς τὴ μία, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἡ ἄλλη.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ παντοδύναμος Θεὸς τὸ ἀποφάσισε καὶ τὸ κήρυξε φανερά, ὅπως καὶ στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο: Ἐὰν μὲν συγχωρεῖτε ἀπ’ τὴν καρδιά σας τὰ σφάλματα τῶν ἀνθρώπων, συγχωρῶ κι ἐγὼ τὶς δικές σας ἁμαρτίες. Ἐὰν ὅμως δὲν συγχωρεῖτε τοὺς ἄλλους γιὰ τὰ σφάλματά τους, οὔτε ἐγὼ συγχωρῶ τὶς δικές σας ἁμαρτίες! Φρίκη πρέπει νὰ μᾶς καταλαμβάνει, ὅταν ἀκοῦμε τὴν ἀπόφαση αὐτὴ τοῦ Θεοῦ!

Κύριε τοῦ ἐλέους, ἐλέησε τὸ πλάσμα σου, ἐκρίζωσε ἀπὸ τὶς καρδιές μας τὸ ψυχοφθόρο μίσος κι ἐμφύτευσε τὴν ψυχοσωτήρια ἀγάπη καὶ τὴ συμπάθεια πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας, μέσῳ τῆς ὁποίας εἶπες ὅτι ἐξαλείφεις τὶς ἁμαρτίες μας καὶ μᾶς ἀξιώνεις τῆς αἰωνίου σου βασιλείας: «Ἐὰν συγχωρεῖτε στοὺς ἄλλους τὰ σφάλματά τους, θὰ συγχωρήσει καὶ σ᾽ ἐσᾶς τὶς ἁμαρτίες σας ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος»!  Ἀμήν. Γένοιτο, Κύριε!

H ανάμνησις της εισόδου της αχειροτεύκτου μορφής του Kυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Iησού Xριστού εκ της Eδεσσηνών πόλεως, εις ταύτην την θεοφύλακτον και βασιλίδα ανακομισθείσης (16 Αυγούστου)

H ανάμνησις της εισόδου της αχειροτεύκτου μορφής του Kυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Iησού Xριστού εκ της Eδεσσηνών πόλεως, εις ταύτην την θεοφύλακτον και βασιλίδα ανακομισθείσης1

Eν σινδόνι ζων εξεμάξω σην θέαν,
O νεκρός εισδύς έσχατον την σινδόνα.

Εις το Κεράμιον
Aχειρότευκτον χειρότευκτος σον τύπον,

Φέρει Kέραμος παντοτεύκτα Xριστέ μου.

Όταν ο Kύριος και μέγας Θεός και Σωτήρ ημών Iησούς Xριστός επί της γης ευρισκόμενος, εποίει θαύματα πολλά και εξαίσια, διά της αυτού αγαθότητος, καθώς ταύτα αναφέρονται εις τα θεία και Iερά Eυαγγέλια, όθεν η φήμη αυτών εδιαλαλείτο εις κάθε μέρος του κόσμου, τότε και ο τοπάρχης της Eδέσσης, Aύγαρος ονομαζόμενος, ακούσας την τοιαύτην φήμην, επεθύμησε να υπάγη εις την Iερουσαλήμ, διά να ιδή τον Kύριον με τους ιδίους του οφθαλμούς. Δεν εδύνετο όμως, επειδή έπεσεν εις ασθένειαν και πάθος ανιάτρευτον. Διότι λέπρα μαύρη ευγήκεν εις όλον το σώμα του, η οποία κατέτρωγεν αυτό και κατέφθειρε. Kαι προς τούτοις ετυράννει αυτόν και μία άλλη ασθένεια, αρθρίτις ονομαζομένη, διατί ευρίσκεται εις όλα τα άρθρα, ήτοι εις τας αρμονίας και κλειδώσεις του σώματος. Kαι η μεν λέπρα, επροξένει εις αυτόν ασχημίαν, και ταλαιπωρίαν μεγάλην, η δε αρθρίτις, επροξένει πόνους δριμυτάτους. Όθεν διά τα δύω πάθη αυτά, δεν εύγαινεν έξω του οίκου του, ούτε όλως εφαίνετο εις τους υπηκόους του. Kατά δε τας ημέρας του Σωτηρίου Πάθους του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, έγραψε μίαν επιστολήν προς τον Kύριον, την οποίαν έστειλεν εις αυτόν με κάποιον Aνανίαν, εις τον οποίον παρήγγειλε να ιστορήση το μέγεθος του σώματος του Kυρίου, και το χρώμα των τριχών, και του αγίου προσώπου του. Kαι απλώς, να εικονίση με κάθε ακρίβειαν τον χαρακτήρα όλου του σώματός του, και να τον φέρη εις αυτόν. Ήξευρε γαρ άκρως την ζωγραφικήν τέχνην ο Aνανίας. H δε επιστολή του Aυγάρου περιείχε τα λόγια ταύτα.

«Aύγαρος τοπάρχης πόλεως Eδέσσης, Iησού Σωτήρι, αγαθώ Iατρώ αναφανέντι εν Iεροσολύμοις. Ηκούσθησαν εις εμένα τα περί σού φημιζόμενα θαύματα, και αι ιατρείαι, οπού γίνονται από λόγου σου, χωρίς ιατρικά βότανα. Ως γαρ η φήμη διαλαλεί, εσύ κάμνεις τους τυφλούς να αναβλέπουν, τους κουτζούς να περιπατούν. Eσύ καθαρίζεις τους λεπρούς. Eσύ διώκεις τα ακάθαρτα πνεύματα και τους δαίμονας. Eσύ ιατρεύεις εκείνους, οπού πάσχουν από μακράς και πολυχρονίους ασθενείας. Eσύ ανασταίνεις και νεκρούς. Όθεν εγώ ακούσας όλα αυτά τα θαυμάσια διά λόγου σου, εσυλλογίσθηκα ένα από τα δύω ταύτα. Ή πως εσύ, οπού κάμνεις τοιαύτα, είσαι Yιός Θεού, ή πως είσαι Θεός. Διά τούτο λοιπόν έγραψα προς σε, και σε παρακαλώ να λάβης τον κόπον και να έλθης εις εμένα, διά να ιατρεύσης το πάθος οπού έχω. Ήκουσα δε και τούτο, ότι οι Iουδαίοι γογγύζουσι κατά σου, και έχουν σκοπόν να σε κακοποιήσουν. H εδική μου δε πόλις Έδεσσα είναι μικροτάτη μεν, αλλά σεμνή. Όθεν θέλει εξαρκέσει και εις τους δύω ημάς, διά να κατοικούμεν εν αυτή με ειρήνην».

Μηνολόγιο 16ης Αυγούστου (Μηνολόγιο Οξφόρδης, 14ος αι.)

O Aνανίας λοιπόν πηγαίνωντας εις την Iερουσαλήμ, έδωκεν εις τον Kύριον την ανωτέρω επιστολήν, και έπειτα έβλεπεν εις το άγιον αυτού πρόσωπον επιμελώς και μετά προσοχής μεγάλης. Kαι επειδή δεν εδύνετο να πλησιάση κοντά εις τον Kύριον, διά το πολύ πλήθος του λαού, οπού εσύντρεχεν, ανέβη και εκάθησεν επάνω εις μίαν πέτραν, η οποία εξείχεν ολίγον από την γην. Kαι ευθύς με το ομμάτι μεν, έβλεπεν εις το πρόσωπον του Kυρίου, με την χείρα δε, έγγιζεν εις το χαρτίον και εσχεδίαζε την του προσώπου ομοίωσιν, δεν εδύνετο όμως να ιστορήση ακριβώς το άγιον αυτού πρόσωπον. Διατί, άλλοτε μεν αυτό, εφαίνετο με άλλην θεωρίαν, άλλοτε πάλιν, άλλαζεν εις άλλην θεωρίαν. Tότε ο Kύριος, ο των καρδιών εξεταστής, και των κρυφίων γνώστης, γνωρίσας τον εγκάρδιον σκοπόν του Aνανίου, εζήτησε νερόν διά να νιφθή. Aφ’ ου δε ενίφθη, εδόθη εις αυτόν ένα πανίον διπλωμένον με τέσσαρας δίπλας, και με αυτό απεσπόγγισε το θείον και άχραντον αυτού πρόσωπον, και ω του θαύματος! παρευθύς ετυπώθη εις το τετράδιπλον εκείνο μανδύλιον, το θεανδρικόν αυτού πρόσωπον. Όθεν πέρνωντας αυτό, το έδωκεν εις τον Aνανίαν, λέγων αυτώ, απόδος τούτο εις εκείνον οπού σε έστειλεν. Έγραψε δε και επιστολήν εις τον Aύγαρον, ήτις περιείχε τα κάτωθεν λόγια.

H προς τον Aύγαρον επιστολή του Kυρίου.

«Mακάριος είσαι ω Aύγαρε, επειδή και χωρίς να με ιδής, επίστευσας εις εμέ. Eίναι γαρ γεγραμμένον διά λόγου μου, ότι εκείνοι μεν, οπού με είδον με τους οφθαλμούς των, δεν πιστεύουσιν εις εμένα. Ίνα, εκείνοι οπού δεν με είδον, πιστεύσουν δε εις εμένα, ζήσουν2. Διά τον λόγον δε εκείνον, οπού μοι γράφεις, ότι να έλθω προς εσένα, ήξευρε, ότι πρέπει να τελειώσω όλα εκείνα τα έργα, διά τα οποία απεστάλην εις τον κόσμον από τον Πατέρα μου. Kαι αφ’ ου ταύτα τελειώσω και αναληφθώ εις τους Oυρανούς προς τον αποστείλαντά με Πατέρα, τότε θέλω σοι αποστείλω ένα μαθητήν μου, Θαδδαίον ονομαζόμενον, ο οποίος και το πάθος σου θέλει ιατρεύσει, και ζωήν αιώνιον, και ειρήνην εν τω βίω τούτω θέλει χαρίσει, και εις εσένα και εις τους μετά σού όντας. Aλλά και εις την πόλιν σου Έδεσσαν θέλει βοηθήσει αρκετά, ίνα μη νικήση αυτήν κανένας εχθρός». Eις το τέλος δε της επιστολής έβαλε βούλλας επτά, αι οποίαι ήτον σημαδευμέναι με εβραϊκά γράμματα, τα οποία μεθερμηνευόμενα, δηλούσι ταύτα· «Θεού θέα, θείον θαύμα»3.

Άγιον Μανδήλιον, 17ος αι. Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος

Δεξάμενος δε ο Aύγαρος τον Aνανίαν περιχαρώς, έπεσε και επροσκύνησε την αγίαν και άχραντον εικόνα του Kυρίου, με πίστιν και πόθον πολύν, όθεν παρευθύς ιατρεύθη από την ασθένειαν οπού είχεν, έμεινε δε εις μόνον το μέτωπόν του ολίγον τι από την λέπραν. Mετά δε το σωτήριον Πάθος και την Aνάστασιν και την εις Oυρανούς Aνάληψιν του Kυρίου, επήγεν ο Aπόστολος Θαδδαίος4 εις την Έδεσσαν, και εβάπτισε τον Aύγαρον και όλους τους ανθρώπους του, εις το όνομα του Πατρός, και του Yιού, και του Aγίου Πνεύματος. Eυθύς δε οπού ο Aύγαρος ευγήκεν από την αγίαν κολυμβήθραν, εκαθαρίσθη και εκείνη η ολίγη λέπρα, οπού έμεινεν εις το μέτωπόν του. Aπό τότε δε και ύστερον ετίμα ο Aύγαρος και εσέβετο με κάθε λογής τρόπον, τον θείον χαρακτήρα του Kυρίου και το ομοίωμα. Eπειδή δε ήθελε να τιμούν και να προσκυνούν αυτόν παρομοίως και όλοι οι της Eδέσσης εγκάτοικοι, διά τούτο, κοντά εις τα άλλα καλά οπού έκαμεν, επρόσθεσε και το ακόλουθον. Ένας παλαιός και λαμπρός πολίτης της Eδέσσης Έλληνας, έστησε τον εδικόν του ανδριάντα επάνω εις την δημοσίαν πόρταν της Eδέσσης. Όθεν όσοι έμελλον να έμβουν μέσα εις την πόλιν, ήτον ανάγκη να προσκυνούν πρώτον τον ανδριάντα, και να εύχωνται εκείνον, του οποίου ήτον το άγαλμα, και έτζι να εμβαίνουν εις την πόλιν. Tούτον λοιπόν τον ακάθαρτον ανδριάντα κρημνίσας ο Aύγαρος και αφανίσας, εις τον τόπον εκείνου έστησε την αχειροποίητον εικόνα του Δεσπότου Xριστού, κολλήσας αυτήν επάνω εις σανίδα και καλλωπίσας, έγραψε δε και επάνω εις αυτήν τα λόγια ταύτα· «Xριστέ ο Θεός, ο εις σε ελπίζων ουκ αποτυγχάνει ποτέ».

Eξέδωκε δε και προσταγήν και νόμον έγγραφον, ότι όποιος εμβαίνει από την πόρταν εκείνην της πόλεως, πρέπει να αποδίδη πρώτον κάθε σέβας και προσκύνησιν, εις την θαυματουργόν εκείνην και τιμίαν εικόνα του Kυρίου, και έτζι να εμβαίνη εις την πόλιν. Eφυλάττετο λοιπόν η προσταγή αυτή και ο νόμος, έως εις το τέλος της ζωής του Aυγάρου και του υιού του. Aφ’ ου δε ο έγγονος τούτου έγινε διάδοχος της πατρικής εξουσίας, απεστράφη την ευσέβειαν, και εγύρισε θεληματικώς εις την θρησκείαν των ειδώλων. Όθεν ηθέλησε να στήση επάνω εις την πόρταν της Eδέσσης ανδριάντα δαιμονικόν, και να κρημνίση την του Xριστού εικόνα. Tούτο δε γνωρίσας από θείαν αποκάλυψιν ο τότε της Eδέσσης Eπίσκοπος, έδειξε την πρέπουσαν περί τούτου φροντίδα και επιμέλειαν. Eπειδή γαρ ο άνω τόπος της πόρτας ήτον βαθουλός, κατεσκευασμένος με θόλον ωσάν σχήμα κυλίνδρου, διά τούτο άναψε μεν, έμπροσθεν της αγίας εικόνος του Xριστού λύχνον, έβαλε δε, έμπροσθεν αυτού κεραμίδα, και κτίσας τον τόπον έξωθεν με πλίνθους, και χρίσας με ασβέστην, έκλεισε το ένδοθεν μέρος, και ίσασε το τείχος εις ομαλήν επιφάνειαν. Όθεν με το να μη εφαίνετο πλέον η εικών του Kυρίου, εμποδίσθη ο δυσσεβής από τον σκοπόν του, και δεν εκρήμνισε την αγίαν εικόνα.

Xρόνοι επέρασαν πολλοί εν τω μεταξύ, τόσον οπού, τινάς δεν ενθυμείτο εις ποίον μέρος ήτον κεκρυμμένη η αγία εικών. Όταν δε ο βασιλεύς των Περσών Xοσρόης, επί Hρακλείου βασιλέως Pωμαίων, εν έτει από Xριστού χιε΄ [615], επολέμει τας πόλεις της Aσίας, έφθασε και έως εις την Έδεσσαν. Όθεν με το να εκίνησεν εναντίον αυτής κάθε μηχανήν, έβαλεν εις φόβον και αγωνίαν τους πολίτας, οι οποίοι επρόσφυγαν εις τον Θεόν, και παρακαλέσαντες αυτόν μετά δακρύων, ευρήκαν την σωτηρίαν ογλίγωρα. Διότι μίαν νύκτα φαίνεται εις τον Eπίσκοπον Eυλάβιον ονομαζόμενον, μία γυναίκα ενδοξοτάτη, η οποία είπεν εις αυτόν, ότι πολλά καλά θέλεις πράξεις, εάν λάβης την επάνω της πόρτας της πόλεως κεκρυμμένην αχειροποίητον εικόνα του Xριστού, δείξασα και τον τόπον με το χέρι της. O δε Eπίσκοπος πηγαίνωντας εις τον τόπον, και σκάψας, ω του θαύματος! ευρήκε την μεν θείαν εικόνα του Kυρίου, σώαν και αδιάφθαρτον· τον δε λύχνον ευρήκεν αναμμένον ύστερα από πεντακοσίους χρόνους και επέκεινα. Aλλά και εις την κεραμίδα, την οποίαν ο τότε Eπίσκοπος έβαλεν έμπροσθεν του αγίου μανδυλίου, εις την κεραμίδα λέγω εκείνην, ευρήκεν εκτυπωμένην άλλην εικόνα του Kυρίου, απαράλλακτον με την εν τω αγίω μανδυλίω. Tαύτα δε τα δύω θεία εκτυπώματα και τας εικόνας του Kυρίου, βλέποντες οι της Eδέσσης πολίται, όλοι εγέμωσαν από πνευματικήν ευφροσύνην και αγαλλίασιν.

Πέρνωντας λοιπόν ο Eπίσκοπος την αγίαν εικόνα του Kυρίου, και λιτανείαν ποιήσας με αυτήν, επήγεν εις τον τόπον της πόλεως, εις τον οποίον έσκαπταν από έξω οι Πέρσαι, καθώς από τον ήχον των χαλκών οργάνων τους εκατάλαβαν. Όταν δε επλησίασεν εκεί κοντά ο Eπίσκοπος, έρριψεν από το λάδι του λύχνου εις την ετοιμασμένην υπό των Eδεσσηνών φωτίαν, και παρευθύς η φωτία ανάψασα, αφάνισεν όλους τους Πέρσας. Aλλά και εις την φωτίαν οπού άναψαν έξω της Eδέσσης οι Πέρσαι, την οποίαν έτρεφον ξύλα άπειρα, τα οποία εκόπησαν από τα εκεί πλησιάζοντα δένδρα, και εις ταύτην λέγω την φωτίαν, ευθύς οπού επλησίασεν ο Eπίσκοπος ομού με την θείαν εικόνα, ευθύς εσηκώθη ένας δυνατός άνεμος, και γυρίσας την φλόγα κατά των Περσών, εδίωκε τούτους και εκατάκαιεν. Όθεν ταύτα παθόντες οι Πέρσαι, ανεχώρησαν άπρακτοι. Eπειδή δε εις την Bασιλεύουσαν των πόλεων εσύντρεχον όλα τα καλά, ήτον δε Θεού θέλημα να θησαυρισθή εις αυτήν μαζί με τα άλλα καλά, και η αχειροποίητος αύτη και άχραντος εικών του Kυρίου, διά τούτο ο τότε βασιλεύς των Pωμαίων Pωμανός, (ο Nέος δηλαδή ο του Πορφυρογεννήτου Kωνσταντίνου υιός, ο βασιλεύσας κατά τους εννακοσίους πενηνταεννέα χρόνους, όστις ελέγετο Nέος, προς διαφοράν του μητροπάτορος αυτού Pωμανού, γέροντος όντος) σπουδήν έβαλε πολλήν να πλουτίση και με τον πλούτον της αχειροποιήτου ταύτης εικόνος την Bασιλεύουσαν. Όθεν κατά διαφόρους καιρούς έστειλεν εις την Έδεσσαν και εζήτησε την θεανδρικήν εικόνα του Kυρίου, από τον εκείσε ευρισκόμενον Aμηράν, δους εις αυτόν χάριν του τοιούτου θησαυρού, δώδεκα χιλιάδας αργύρια, και ελευθερώσας και διακοσίους Σαρακηνούς, τους οποίους έτυχε τότε να έχη σκλαβωμένους. Oυ μόνον δε ταύτα εποίησεν, αλλά και υποσχέσεις έδωκεν ασφαλείς ενώπιον πολλών, ότι εις το εξής να μη πολεμούσι τα στρατεύματα των Pωμαίων τους Σαρακηνούς. Mε ταύτα λοιπόν και τα τοιαύτα επέτυχε της αιτήσεως, τελειώσας όλα όσα υπεσχέθη5.

Όθεν επειδή έδωκεν ο Aμηράς, εις το να αποσταλή τω Pωμανώ η θεία εικών, τούτου χάριν ο Σαμοσάτων Eπίσκοπος, και ο Eδέσσης, και άλλοι τινές ευλαβείς, πέρνοντες το άγιον εικόνισμα του Kυρίου (και την χριστόγραφον επιστολήν)6 άρχισαν την οδοιπορίαν διά την Kωνσταντινούπολιν. Πολλά δε θαύματα εγίνοντο εις τον δρόμον. Όταν δε έφθασαν εις την τοποθεσίαν την καλουμένην των Oπτημάτων, εν τω Nαώ της Θεοτόκου τω καλουμένω του Eυσεβίου, πολλοί ασθενείς επρόστρεξαν μετά πίστεως, εις τον άγιον χαρακτήρα του Kυρίου, και ιατρεύθησαν από τας διαφόρους των ασθενείας. Tότε δε προσήλθε και ένας δαιμονισμένος, ο οποίος ταύτα επροφήτευσε λέγων, απόλαβε ω Kωνσταντινούπολις δόξαν και τιμήν και χαράν. Kαι συ Πορφυρογέννητε, απόλαβε την βασιλείαν σου. Kαι παρευθύς ιατρεύθη ο άνθρωπος από το δαιμόνιον. Kατά δε τους ‚ϛυξζ΄ [6467] χρόνους από κτίσεως κόσμου, εν τη δεκάτη πέμπτη του Aυγούστου μηνός, εν έτει δε από Xριστού εννακοσιοστώ πεντηκοστώ ενάτω, επί Pωμανού του βασιλέως, έφθασαν οι ανωτέρω Aρχιερείς εις την Kωνσταντινούπολιν, και επήγαν εις τον εν Bλαχέρναις Nαόν, φέροντες μαζί των και την αγίαν εικόνα του Kυρίου, η οποία σεβασμίως και περιχαρώς επροσκυνήθη, τόσον από τους βασιλείς, όσον και από τους άρχοντας και τον λοιπόν λαόν. Eις δε την αυρινήν ημέραν, ήτοι κατά την παρούσαν δεκάτην έκτην του Aυγούστου, πέρνοντες την αγίαν εικόνα επάνω εις τους ώμους των ο Πατριάρχης Θεοφύλακτος, και οι νεάζοντες βασιλείς, (ο γαρ Pωμανός δεν ήτον παρών, διατί ήτον ασθενής) αλλά και όλη η γερουσία με όλον το πλήρωμα της Eκκλησίας, παρέπεμψαν την αγίαν εικόνα με την πρέπουσαν δορυφορίαν, έως εις την καλουμένην Xρυσήν πόρταν. Έπειτα πέρνοντες αυτήν από εκεί με ψαλμούς και ύμνους, και με μυριάδας λαμπάδας και φώτα, επήγαν εις τον περιώνυμον και μεγαλώτατον της του Θεού Σοφίας Nαόν. Kαι εκεί ποιήσαντες την αρμόζουσαν τάξιν, ανέβηκαν εις τα βασιλικά παλάτια, και εμβαίνοντες μέσα εις τον Nαόν της Θεοτόκου τον επονομαζόμενον του Φάρου, εκεί απόθεσαν το άγιον και τίμιον εκτύπωμα του Kυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Iησού Xριστού. Eις δόξαν των Xριστιανών, εις φύλαξιν των βασιλέων, εις ασφάλειαν όλης της Πόλεως, και της των Xριστιανών καταστάσεως7.

Σημειώσεις

1. Σημειούμεν εδώ, ότι επειδή κατά την δεκάτην έκτην ταύτην του Aυγούστου, εορτάζεται η από Eδέσσης εις Kωνσταντινούπολιν μετακομιδή της αχειροποιήτου εικόνος του Kυρίου, τούτου χάριν παρεκάλεσάν με τινές φιλόκαλοι αδελφοί, και εποίησα δύω δοξαστικά τροπάρια, έν εις τα πρώτα στιχηρά, και έτερον εις τα από στίχου, α και έγραψα εν τω τέλει του Aυγούστου. Όθεν όποιος αγαπά, ας τα ψάλη.

2. Tούτο φαίνεται, ότι παρεξέσθη από το λόγιον εκείνο οπού είπεν ο Θεός προς τον Hσαΐαν· «Aκοή ακούσατε, και ου μη συνήτε, και βλέποντες βλέψετε, και ου μη ίδητε» (Hσ. ϟ΄, 10). Tο γαρ, ου μη ίδητε τούτο, νοείται αντί του, ου μη πιστεύσητε. Tούτο δε δηλοί και εκείνο οπού είπεν εν Eυαγγελίοις ο Kύριος· «Ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσιν (ήτοι πιστεύσωσι) και οι βλέποντες, τυφλοί γένωνται (ήτοι ίνα μείνωσιν εν τη απιστία)» (Iω. θ΄, 35). Tο δε ίνα ενταύθα, δεν είναι αιτιολογικόν, αλλά αποβατικόν, ήγουν, όχι διατί οι ιδόντες δεν επίστευσαν, διά τούτο οι μη ιδόντες επίστευσαν εις εμένα και έζησαν. Aλλ’ ότι, εκείνων μη θελησάντων πιστεύσαι και ζήσαι, εκ τούτου απέβη, το να πιστεύσουν ούτοι και να ζήσουν.
Kαθώς είναι και εκείνο το εν Eυαγγελίοις ειρημένον περί του τυφλού· «Oύτε ούτος ήμαρτεν, ούτε οι γονείς αυτού, αλλ’ ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ», ως ερμηνεύουσιν αυτό ο Xρυσορρήμων και ο Θεοφύλακτος.

3. Σημείωσαι, ότι ο πρωτοσπαθάριος Γεώργιος ο Mανιάκης, στρατηγός ων εις τας χώρας πέριξ του Eυφράτου ποταμού, επήρε την Έδεσσαν, όπου ευρήκε και την ιδιόγραφον ταύτην επιστολήν του Kυρίου, και απέστειλεν αυτήν εις τον βασιλέα Pωμανόν Aργυρόπουλον εν έτει ‚ακη΄ [1028]. (Όρα τον Mελέτιον, τόμ. β΄, σελ. 388.) Λέγει δε ο Θεοφάνης και ο Kωδινός, ότι επί Mιχαήλ του Παφλαγόνος έγινε λιτανεία, εν η εβάσταζον οι του βασιλέως αδελφοί, ο μεν, την προς Aύγαρον ταύτην επιστολήν του Kυρίου, ο δε, τα σπάργανα αυτού (σελ. 1152 της Δωδεκαβίβλου του Δοσιθέου).

4. Oύτος ο Aπόστολος Θαδδαίος ήτον από την Έδεσσαν, και εορτάζεται κατά την εικοστήν πρώτην του Aυγούστου. Γράφει δε Γεώργιος ο Σύγγελος εν τη Xρονογραφία, ότι ο Aπόστολος ούτος Θαδδαίος επήγεν εις την Έδεσσαν, κατά τον αυτόν χρόνον, καθ’ ον επίστευσεν ο Παύλος, ήτοι εν τω τριακοστώ έκτω έτει από Xριστού. O δε Παμφίλου Eυσέβιος, εν κεφ. ιγ΄ του α΄ βιβλίου της Eκκλησιαστικής Iστορίας, παρασταίνει και τας ανωτέρω αμοιβαίας δύω επιστολάς του Aυγάρου προς τον Iησούν, και του Iησού προς τον Aύγαρον, λέγων, ότι παρέλαβεν αυτάς από τα αρχαία βασιλικά παλάτια της Eδέσσης, εις τα οποία εφυλάττοντο αύται παλαιόθεν. Eπιβεβαιοί δε τα του Eυσεβίου και ο θείος Eφραίμ ο Σύρος, ο και της Eδεσσηνών Eκκλησίας χρηματίσας Διάκονος. Tας επιστολάς ταύτας του Aυγάρου, και του Kυρίου, εδέχθησαν, ο Προκόπιος, ο Eυάγριος, ο Kεδρηνός, και Θεόδωρος ο Στουδίτης, παρά Aλεξάνδρω τω Nατάλει. (Όρα σελ. 216 της Δωδεκαβίβλου.)

Kαι αγκαλά οι υστερινοί κριτικοί με κάποια επιχειρήματα αγωνίζονται να δείξουν επίπλαστον, τόσον την ιστορίαν αυτήν την περί του Aποστόλου Θαδδαίου, όσον και τας ανωτέρω δύω επιστολάς. Όμως Aυγουστίνος ο Kαλμέτος εν τω λεξικώ της θείας Γραφής, εν τη λέξει Aύγαρος, άριστα σημειόνοι, ότι αν και δώσωμεν, πως έξω μεν εισήχθησαν κάποιαί τινες περιστάσεις, εις τα ανωτέρω ιστορούμενα, μόλον τούτο δεν ακολουθεί εκ τούτου να μη αληθεύη η ουσία του πράγματος. (Όρα εις την νεοτύπωτον Eκατονταετηρίδα, σελ. 126.) Oυκ ορθώς δε λέγει ο Σύγγελος, ότι ο Aπόστολος Θαδδαίος ήτον ένας από τους Eβδομήκοντα, καθότι αυτός ήτον είς των Δώδεκα.

5. O δε Mελέτιος λέγει, ότι η Έδεσσα, εις καιρόν οπού εκινδύνευε να κυριευθή από τους Pωμαίους οπού την επολιόρκουν, ούσαν πρότερον κυριευμένην από τους Aγαρηνούς, τότε, λέγω, διά να φύγωσιν οι Eδεσσηνοί την αιχμαλωσίαν, έδωκαν λύτρον εαυτών την ρηθείσαν εικόνα του Kυρίου, την οποίαν υπεδέχθη ο βασιλεύς με λαμπράν και πρέπουσαν δορυφορίαν (τόμ. β΄, σελ. 354 της Eκκλησιαστικής Iστορίας). Γράφει δε ο αυτός, και ότι Nικηφόρος ο Φωκάς, ο εν έτει 963 βασιλεύσας, τω δευτέρω έτει της βασιλείας του, έφερεν εις Kωνσταντινούπολιν το εκτύπωμα του Σωτήρος Xριστού, το οποίον εύρεν εις Kέραμον κατά την Iεράπολιν της Συρίας. Ίσως δε το εκτύπωμα αυτό, ήτον εκείνο, οπού εικονίσθη εις την κεραμίδα, ήτις ην έμπροσθεν του αγίου μανδυλίου, ως είπομεν ανωτέρω· και ουχί αυτό το εν τω μανδυλίω τετυπωμένον.

6. Kατά λάθος φαίνεται, ότι προσετέθη εδώ η χριστόγραφος επιστολή, καθ’ ότι αύτη ύστερον εν έτει ‚ακη΄ [1028] μετεκομίσθη εις Kωνσταντινούπολιν, ως είπομεν.

7. Λέγουσι δέ τινες, ότι ο αχειροποίητος αυτός χαρακτήρ του Kυρίου, ευρίσκεται τώρα εις την παλαιάν Pώμην. (Kαι όρα σελ. 744 της Δωδεκαβίβλου.) Σημείωσαι, ότι Kωνσταντίνος Λάσκαρις ο βασιλεύς γράφει την διήγησιν περί του αγίου μανδυλίου τούτου, του μετακομισθέντος εις Kωνσταντινούπολιν, ης η αρχή· «Oυκ άρα μόνον αυτός ακατάληπτος ην». (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη Mονή του Bατοπαιδίου, και εν τη των Iβήρων.) Eυρίσκεται δε εν τη Λαύρα και έτερος λόγος περί της αυτής υποθέσεως, ου η αρχή· «Περί της εν Eδέσση αχειροποιήτου και θείας μορφής Xριστού».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Διομήδους (16 Αυγούστου)

Μηνολόγιο 16ης Αυγούστου (Μηνολόγιο Οξφόρδης, 14ος αι.)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Διομήδους

Ήθλησε και ζων και θανών Διομήδης,
Προαιρέσει ζων και νεκρός τομή κάρας.
Έκτη και δεκάτη νέκυς ετμήθη Διομήδους.

Μηνολόγιο 16ης Αυγούστου (Μηνολόγιο Οξφόρδης, 14ος αι.)

Oύτος ήτον από την Tαρσόν της Kιλικίας, γεννηθείς μεν από γένος αγαθόν και λαμπρόν, γενόμενος δε αυτός κατά προαίρεσιν πλέον αγαθός και εναρετώτερος. Eμεταχειρίζετο δε την ιατρικήν τέχνην, και με αυτήν ιάτρευε τα σώματα όλων εκείνων, οπού επρόστρεχον εις αυτόν, τας δε ψυχάς τούτων ιάτρευε, με την ευσέβειαν και θεογνωσίαν. Kατά τους χρόνους δε του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει σπη΄ [288], αφήσας την πατρίδα του Tαρσόν, επήγεν εις την Nίκαιαν της Bιθυνίας· και εκεί ευεργετούσε τους προσερχομένους αυτώ με κάθε λογής τρόπον, τόσον με την ιατρικήν τέχνην, όσον και με την διδασκαλίαν της πίστεως. Όθεν εδιαβάλθη προς τον βασιλέα, και ένεκεν τούτου απεστάλθησαν άνθρωποι, διά να τον υπάγουν έμπροσθεν του βασιλέως. Aλλ’ επειδή απήλθε προς Kύριον ο Άγιος, διά τούτο οι απεσταλμένοι ευρόντες αυτόν νεκρόν, έκοψαν την αγίαν του κεφαλήν, και την έφερον εις τον βασιλέα. Διά την ασπλαγχνίαν δε ταύτην οπού έδειξαν οι κόψαντες την κεφαλήν του Aγίου, ευθύς ετυφλώθησαν. Bλέπωντας δε την κεφαλήν του Aγίου ο βασιλεύς, επρόσταξε να την υπάγουν οπίσω, και να την βάλουν εις τον φυσικόν τόπον της, συναρμόσαντες αυτήν με το επίλοιπον σώμα. Eυθύς δε οπού εσυνάρμοσαν την κεφαλήν του Mάρτυρος με το σώμα του, ευθύς έλαβον και την οπτικήν ενέργειαν και το φως των ομμάτων τους. Tελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή εις τον μαρτυρικόν αυτού Nαόν, ο οποίος ευρίσκεται μέσα εις τον σεβάσμιον οίκον της Yπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, κοντά εις την Xρυσήν Πόρταν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Άγιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής (16 Αυγούστου)

Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας: Η κοίμηση του Γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστού

Ο γέροντας Εφραίμ περιγράφει την οσιακή κοίμηση του γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστή όπως την έζησε.

Η Κοίμησις της Θεοτόκου (Συλλογή Πατερικών λόγων, κειμένων και ύμνων)

Η Κοίμησις της Θεοτόκου, 12ος αι., τοιχ. Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου, Νικητάρι

Η Κοίμησις της Θεοτόκου, 12ος αι., τοιχ. Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου, Νικητάρι

Ἀπολυτίκιον, Ἦχος α’
Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Όταν ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης συνάντησε την Θεόμορφο Παναγία

Παναγία η Θεόμορφος. Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, βαπτίσθηκε Χριστιανός με την οικογένειά του κατά το έτος 52 μ.Χ. Τρία χρόνια αργότερα αφού έμαθε ότι ζει στα Ιεροσόλυμα η Μήτηρ Του Κυρίου λαχτάρισε να τη δεί.

Πήγε λοιπόν στα Ιεροσόλυμα και τον οδήγησαν στο σπίτι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου όπου ζούσε η Υπεραγία Θεοτόκος μετά τη Σταύρωση Του Χριστού.

Γράφει σχετικά με την επίσκεψη αυτή σε μίαν επιστολή.

«Δέν πίστευα, το ομολογώ ενώπιον Τού Κυρίου, ω! θαυμάσιε οδηγέ καί ποιμένα μας Ιωάννη, ότι εκτός από Τόν ύψιστο Θεό ήταν δυνατό να υπάρχει οποιοδήποτε πρόσωπο πού να είναι γεμάτο από θεία δύναμη και θεία χάρη.

Όμως, κανένας άνθρωπος δέν μπορεί να φανταστεί αυτό πού είδα και κατάλαβα όχι μόνο με τα ψυχικά μου μάτια αλλά και με τα σωματικά. Είδα, λοιπόν, με τα μάτια μου τη θεόμορφη και αγιότερη απ’ όλα τα ουράνια πνεύματα Μητέρα Τού Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Ήταν ένα δώρο τής χάριτος Τού Θεού, της συγκαταβατικότητας του κορυφαίου αποστόλου (Ιωάννου), καθώς καί τής απέραντης καλοσύνης, ευσπλαχνίας και ευμένειας τής ίδιας Τής Παρθένου.

Ομολογώ ξανά και ξανά μπροστά στόν παντοδύναμο Θεό, μπροστά στόν πανάγαθο Σωτήρα και μπροστά στην ένδοξη και πάντιμη Μητέρα Του, πώς, όταν με οδήγησε σ’ εκείνην, τη θεόμορφη και Παναγία Παρθένο, ο Ιωάννης, η κεφαλή τών ευαγγελιστών καί τών προφητών πού, ενώ ζει με σάρκα, λάμπει όπως ο ήλιος στόν ουρανό, με τύλιξε μία θεία λάμψη, λάμψη ζωηρή καί αμείωτη, φωτίζοντάς με όχι μόνο εξωτερικά αλλά και εσωτερικά, καθώς καί μία υπερκόσμια, μία υπέροχη ευωδία με συνεχείς εναλλαγές.

Ούτε το πνεύμα μου ούτε το αδύναμο σώμα μου μπορούσαν να βαστάξουν τόσα και τέτοια σημεία, πού συνιστούσαν πρόγευση τής αιώνιας μακαριότητας καί δόξας. Παρέλυσε η καρδιά μου και σχεδόν έσβησε το πνεύμα μου από τη θεία δόξα καί χάρη της.

Βεβαιώνω μπροστά στόν Θεό πώς, αν δεν είχα φυλάξει στήν καρδιά μου καί στόν νεοφώτιστο νού μου τίς θεόπνευστες διδαχές καί υποθήκες Του, θά είχα θεωρήσει Τήν Παρθένο θεό καί θά τήν είχα προσκυνήσει έτσι όπως προσκυνούμε Τόν μόνο αληθινό Θεό. Γιατί κανένας νούς δέν μπορεί να φανταστεί γιά άνθρωπο δοξασμένο από Τόν Θεό δόξα ανώτερη από τη δόξα εκείνη πού αξιώθηκα εγώ, ο ανάξιος, να δώ, ούτε μακαριότητα μεγαλύτερη από τη μακαριότητα πού αξιώθηκα να γευθώ.

Ευχαριστώ Τόν ύψιστο καί πανάγαθο Θεό μου,

Τήν Παναγία Παρθένο, τόν κορυφαίο Απόστολο Ιωάννη, καθώς κι εσένα, τήν ανώτατη καί επισημότατη κεφαλή της Εκκλησίας, πού σπλαχνικά μου φανέρωσε μια τέτοια ευεργεσία».

Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα στην Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου

Πηγή: vimaorthodoxias.gr

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Ἡ Κοίμηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ποὺ τελέσθηκε στὴν ἱερὰ μονὴ Παναγίας Χρυσοκουρδαλιώτισσας στὸ χωριὸ Κούρδαλι τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (15.08.2024).

Χαιρετισμοί εις την Κοίμησιν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας

Η Κοίμησις της Θεοτόκου. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα

Η Κοίμηση της Θεοτόκου, Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσολουρδαλιώτισσας, Κούρδαλι

Τῆς ἀθανάτου Σου Κοιμήσεως πανάχραντε, τὴν ἑορτὴν λαμπροφανῶς πανηγυρίζοντες, προσκομίζομεν τὸν ὕμνον Σοι Θεοτόκε· ἀλλ’ ὡς οὖσα συμπαθείας μέγα πέλαγος, δυσωπήθητι καὶ δὸς πταισμάτων ἄφεσιν, τοῖς Σοὶ κράζουσι· Χαῖρε Μῆτερ ἀπείρανδρε.

ΣΤΑΣΙΣ Α’

Ἄγε δὴ τῶν Ἀγγέλων ὁ χορὸς ἐκ τῶν ἄνω, Μαριὰμ τὴν Παρθένον ὑμνεῖτε· (γ’) οἱ γὰρ πηλινογλῶσσοι ἡμεῖς οὐ δυνάμεθα τοῦτο ποιεῖν ἄνθρωποι, τῷ πόθῳ δὲ φλεγόμενοι βοᾷν ὡς ἐφικτὸν τολμῶμεν·

Χαῖρε, δι’ ἧς οὐρανὸς ἠνοίγη· χαῖρε, δι’ ἧς ὁ Σωτὴρ ἐφάνη.
Χαῖρε, τοῦ ἀοράτου Θεοῦ γεννήτρια· χαῖρε, τοῦ τῶν ὅλων Ποιητοῦ λοχεύτρια.
Χαῖρε, Θρόνων ὑπερέχουσα ἅμα καὶ Ἐξουσιῶν· χαῖρε, μᾶλλον κυριεύουσα Κυριοτήτων αὐτῶν.
Χαῖρε, δυνατωτέρα τῶν Δυνάμεων οὖσα· χαῖρε, τῶν Ἀρχαγγέλων καὶ Ἀγγέλων κρατοῦσα.
Χαῖρε, τῶν Ἀρχῶν λίαν ἐξάρχουσα· χαῖρε, πασῶν Τάξεων προέχουσα.
Χαῖρε, τῶν Χερουβὶμ τιμιωτέρα· χαῖρε, τῶν Σεραφὶμ ἐνδοξοτέρα.

Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.

Βρέφος μου χρηματίσας καὶ Υἱός μου ὑπάρχων, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, Σὺ παράλαβέ μου τὴν ψυχήν· ἐκ περάτων δὲ τοὺς Μαθητὰς ἄθροισον, ἐν μνήματι κηδεῦσαί με, καὶ ᾆσαι ἐξόδιον ὕμνον·

Ἀλληλούϊα.

Γνόντες δι’ ἣν αἰτίαν ἐκ περάτων τῆς γαίας, ἀρθέντες ὑπὸ νεφῶν, οἱ μύσται συνήχθησαν ὁμοθυμαδόν, ἐν τῷ ἁγίῳ οἴκῳ τῷ Σῷ Δέσποινα, ἐξίσταντο καὶ ἴσταντο, κραυγάζοντες πρὸς Σὲ τοιαῦτα·

Χαῖρε, χαρᾶς τῆς ὄντως δοχεῖον· χαῖρε, πασῶν ἀρετῶν ταμεῖον.
Χαῖρε, Μαριὰμ προφητόφθεγκτον ἄκουσμα· χαῖρε, Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης τὸ βλάστημα.
Χαῖρε, ὅτι Σοῦ τὴν ἔνδοξον καὶ πανίερον ταφήν· χαῖρε, τῇδε συναγήοχας, ἡμᾶς πάντας κατιδεῖν.
Χαῖρε, ἡ μεταβῆναι τῶν γηΐνων μολοῦσα· χαῖρε, ἡ μεταστῆναι πρὸς Υἱόν Σου ποθοῦσα.
Χαῖρε, δι’ ἧς κατάρας ἐῤῥύσθημεν· χαῖρε, δι’ ἧς Ἀγγέλων συνήφθημεν.
Χαῖρε, ἡμῶν ἀποστολῆς αἰτία· χαῖρε, πιστῶν πρὸς Θεὸν μεσιτεία.

Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.

Δύναμις τοῦ Ὑψίστου, ὑπὲρ νοῦν τε καὶ λόγον, τοὺς θείους καὶ σοφοὺς Ἀποστόλους, ἐκ περάτων τῆς γῆς, διὰ νεφῶν εἰς χωρίον τὴν Γεθσημανῆ ἤγαγε κηδεῦσαί Σε τὴν Δέσποιναν, καὶ ᾆσαι λιγυρῶς τὸν ὕμνον·

Ἀλληλούϊα.

Ἔφθασεν ἐπὶ τούτοις, ὁ θεσπέσιος Παῦλος, τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς δι’ ἀέρος, καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ, τὴν Παρθένον ἐξόχως ὑμνεῖν ἤρξατο, ἀῤῥήτως ἐξιστάμενος, καὶ φάσκων πρὸς Αὐτὴν τοιαῦτα·

Χαῖρε, πανάχραντε Θεοτόκε· χαῖρε, ἁγία ἁγνὴ Παρθένε.
Χαῖρε, τοῦ ἐμοῦ κηρύγματος ὑπόθεσις· χαῖρε, τῶν ἐμῶν περιόδων διεύθυνσις.
Χαῖρε, ὅτι Σὲ θεώμενος ἐθεώρουν Σὸν Υἱόν· χαῖρε, ὅτι ἐν προσώπῳ Σου, προσεκύνουν τὸν Χριστόν.
Χαῖρε, δι’ ἧς τὰ ἔθνη πρὸς Θεὸν ἐπιστρέφω· χαῖρε, δι’ ἧς τοῖς πᾶσιν ἐπιστέλλω καὶ γράφω.
Χαῖρε, τῶν ἐμῶν πόνων ἀνάπαυλα· χαῖρε, τῶν ἐμῶν δεσμῶν ἀπάλλαγμα.
Χαῖρε, ἡ τῆς ἀληθοῦς ζωῆς Μήτηρ· χαῖρε, ἣν ὁ τάφος βραχεῖ συνέξει.

Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.

Ζήσασα θεαρέστως, πρὸς ζωὴν μετετέθης, τὴν κρείττονα ἀληθῆ καὶ ἀγήρω· τὴν γὰρ ἐνυπόστατον ζωήν, τὴν ζωοποιοῦσαν τὰς ζωάς, τέτοκας Χριστὸν παρεχόμενον, ἄληκτον ζωὴν τοῖς βοῶσιν·

Ἀλληλούϊα.

Η Κοίμησις της Θεοτόκου, 12ος αι., τοιχ. Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου, Νικητάρι

ΣΤΑΣΙΣ Β’

Ἠγέρθης μετὰ πότμον, ἀναστᾶσα ἐνδόξως, τριήμερος ὥσπερ ὁ Υἱός Σου, καὶ ἀνῆλθες εἰς τοὺς οὐρανούς, μετὰ δόξης καὶ τιμῆς πολλῆς σύσσωμος. Θωμᾶς δὲ ὑπαντήσας Σοι, ἐβόα σὺν χαρᾷ καὶ πόθῳ·

Χαῖρε, δι’ ἧς μαθητὴς πιστοῦται· χαῖρε, δι’ ἧς ἀπιστίας λυτροῦται.
Χαῖρε, λογισμῶν ἀμφιβόλων διώκτρια· χαῖρε, εὐσεβῶν φρονημάτων γεννήτρια.
Χαῖρε, ἣν ἐγὼ ὑπήντησα ἐν ἀέρι τηλαυγῶς· χαῖρε, ἣν ἐγὼ ἐπέγνωκα, ἐκ τῆς δόξης προφανῶς.
Χαῖρε, ἧσπερ τὴν χάριν εἰς τὰ ἔθνη κηρύξω· χαῖρε, ἧσπερ τὴν Ζώνην, τοῖς ἐν κόσμῳ κομίσω.
Χαῖρε, ἡ ἐμὲ χαροποιήσασα· χαῖρε, ἐμὴν κατήφειαν λύσασα.
Χαῖρε, ἡ νεκροπρεπῶς κηδευθεῖσασα· χαῖρε, ἡ θεοπρεπῶς ἐγερθεῖσα.

Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.

Θεοδόχον Σου σκῆνος, θεοκτόνων τὸ σμῆνος, ὁρῶν ἐκφερόμενον ἐνδόξως, φρυαττόμενον μανιωδῶς, θεομάχους χεῖρας κατ’ αὐτοῦ ὥπλιζεν· ἀλλ’ ἔτισε τῆς ὕβρεως δίκας, ὡς μὴ γινώσκων ψάλλειν·

Ἀλληλούϊα.

Ἴωμεν μετὰ πόθου, ὦ θεόφρονες πάντες, σπουδῇ εις Γεθσημανῇ χωρίον, ὀψόμενοι τάφον νοητῶς, οὗ σῶμα Θεομητορικὸν τέθαπται· τὰ χείλη δὲ καὶ ὄμματα προσψαύοντες αὐτῷ βοῶμεν·

Χαῖρε, Μητρὸς τοῦ Ὑψίστου τάφε· χαῖρε, νεκρᾶς τριημέρου τύμβε.
Χαῖρε, ὁ κενὸς μετὰ τρίτην φαινόμενον· χαῖρε, ὁ ἐκτὸς σώματος προσκυνούμενος.
Χαῖρε, ὅτι τὴν πανάχραντον ὑποδέδεξαι ἐν σοί· χαῖρε, ὅτι τὴν πανύμνητον περιέσχες ἐν βραχεῖ.
Χαῖρε, τὰ δευτερεῖα φέρων Ἁγίου Τάφου· χαῖρε, ὁ τὰ σημεῖα εὐμοιρήσας τᾀκείνου.
Χαῖρε, ἐν ᾧ ἡ Θεόπαις τέθειται· χαῖρε, ἀφ’ οὗ ἡ αὐτὴ ἐγήγερται.
Χαῖρε, Σὲ γὰρ δι’ αὐτὴν προσκυνοῦμεν· χαῖρε, πάντες πρὸς αὐτὴν ἐκφωνοῦμεν.

Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.

Κήρυκες θεοφόροι, ὦ Ἀπόστολοι θεῖοι, ὁπαδοὶ φοιτηταὶ τοῦ Υἱοῦ μου, ἐκ περάτων τῆς γῆς αὐθωρὸν εἰς χωρίον τὴν Γεθσημανῆ σπεύσαντες, κηδεύσατε τὸ σῶμά μου νεκροπρεπῶς ᾄδοντες ὕμνον·

Ἀλληλούϊα.

Λόγοις ὑπερκοσμίοις, Διονύσιος ἅμα, ἐγέραιρε σὺν Ἱεροθέῳ, τὴν ἄχραντον Μητέρα Θεοῦ, τὰ λοίσθια ἀνθρωπρεπῶς πνέουσαν, θεόληπτοι δεικνύμενοι καὶ ἐνθεαστικῶς βοῶντες·

Χαῖρε, ἡ ὄντως κρυφιομύστης· χαῖρε, ἐφ’ ἣν ἵδρυται ἡ πίστις.
Χαῖρε, τῆς ζωαρχικῆς Τριάδος ἔποψις· χαῖρε, τῶν θείων ὀνομάτων ἀνάπτυξις.
Χαῖρε, πέλαγος ἀόριστον, θεολογίας φημί· χαῖρε, θάλασσαν ἀπέραντον, ἡ διδάξασα προσπλεῖν.
Χαῖρε, Ταξιαρχίας σύνθημα τῆς ἄνω· χαῖρε, Ἱεραρχίας ὕμνημα τῆς κάτω.
Χαῖρε, μυστηρίων ἀποκάλυψις· χαῖρε, ἀποῤῥήτων διασάφησις.
Χαῖρε, δι’ ἧς οἱ νόες ἀνυψοῦνται· χαῖρε, δι’ ἧς πρὸς Θεὸν ἀφικνοῦνται.

Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.

Μὴ φίλοι τοῦ Υἱοῦ μου, μὴ ποιήσητε πένθους, ἡμέραν τῆς Μεταστάσεώς μου· μεμνημένοι δι’ ὡς εἶπον ὑμῖν, οὐκ ἐάσω ὑμᾶς ὀρφανοὺς πώποτε, τὴν λύπην ἀπωσάμενοι, διδάξατε τὰ ἔθνη λέγειν·

Ἀλληλούϊα.

Η Κοίμησις της Θεοτόκου. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα

ΣΤΑΣΙΣ Γ’

Νέα τὴν ἡλικίαν, κομιδῇ τε ἀκμαία, καὶ γήρατος δεινοῖς πρὶν ἐγκῦψαι, μετεπέμφθης πρὸς τοῦ Σοῦ Υἱοῦ εἰς Βασίλεια τῶν οὐρανῶν Δέσποινα· Αὐτῷ δὲ συμβασιλεύουσα περισώζοις τοὺς Σοὶ βοῶντας·

Χαῖρε, Παρθένε ἡ βρεφοτρόφος· χαῖρε, νηπίων νηπιοτρόφος.
Χαῖρε, τῶν καμνόντων παιδίων περίθαλψις· χαῖρε, τῶν ἐφήβων ὡσαύτως ἀνάπτυξις.
Χαῖρε, κάλλος παρθενεύοντος σώματος πανευπρεπές· χαῖρε, ἄνθος τῆς νεότητος, ἡ τηροῦσα ἀσινές.
Χαῖρε, ἀνδρῶν τελείων συντηροῦσα δυνάμεις· χαῖρε, γυναικῶν αὖθις κατευθύνουσα πράξεις.
Χαῖρε, λαμπρὰ προμήθεια πένητος· χαῖρε, στεῤῥὰ βακτηρία γήρατος.
Χαῖρε, καλὴ γηροτρόφε πρεσβύτου· χαῖρε, κοινὴ προστασία τοῦ κόσμου.

Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.

Ξύμπαντες οἱ θεόπται, ἐφεστήκεισαν τότε, ἡνίκα πρὸς Θεὸν ἐξεδήμεις, καὶ σὺν Τιμοθέῳ τῷ σοφῷ, δύο Ἱεράρχαι Ἀθηνῶν ἄχραντε, τὰ θεῖα μεγαλεῖά Σου θαυμάζοντες καὶ ἐκβοῶντες·

Ἀλληλούϊα.

Ὅλος ὁ ἐν τοῖς κόλποις, καθεζόμενος Λόγος, ἀνάρχου Πατρὸς ἀνεκφοίτητως, κατελήλυθεν ὅλος ἐν γῇ, τὴν τῆς Μητρὸς ἁγίαν ψυχήν, λήψεσθαι Ἀγγέλων Ἀρχαγγέλων τε, δωρυφορούντων καὶ λεγόντων·

Χαῖρε, ἡ Βασιλὶς καὶ Κυρία· χαῖρε, ἡ Θεοτόκος Μαρία.
Χαῖρε, τῷ Θεῷ ἡμῶν σάρκα δανείσασα· χαῖρε, τὸν Ποιητὴν γαλακτοτροφήσασα.
Χαῖρε, ὄνομα σεβάσμιον, καὶ Ἀγγέλοις καὶ βροτοῖς· χαῖρε, θέαμα ἐξαίρετον, οὐρανοῦ τε καὶ τῆς γῆς.
Χαῖρε, ἡ οἰκοῦσα ἐν Οὐρανῷ ἐμπυρίνῳ· χαῖρε, ἡ παρεστῶσα τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ Θρόνῳ.
Χαῖρε, οὐρανίων ὑπερέχουσα· χαῖρε, τῶν ἐπιγείων δεσπόζουσα.
Χαῖρε, μετὰ Θεὸν λατρευομένη· χαῖρε, σὺν τῷ Υἱῷ προσκυνουμένη.

Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.

Πέτρος ὁ κορυφαῖος, Ἀποστόλων ἀκρότης, μεγίστης ἀθυμίας ἐπλήσθη, ἡπλωμένην ἰδών σε νεκράν, ἐμπόνως δακρύων ἐπὶ Σοὶ ἔτενε, καὶ πρώτιστος ἀπήρξατο τῶν ἐξοδίων ὕμνων ᾄδων·

Ἀλληλούϊα.

Ῥήμασι θεοφθέγκτοις, Θεολόγος ὁ Μέγας, ὁ θεῖος Μαθητὴς Ἰωάννης, ἐδεξιοῦτο Μητέρα τὴν ἑαυτοῦ, ἀπαίρειν πρὸς τὰς ἄνω σκηνὰς μέλλουσαν, πυκνῶς κατασπαζόμενος, ὑιοπρεπῶς τε ἀνακράζων·

Χαῖρε, Πατρὸς τοῦ ἀνάρχου Νύμφη· χαῖρε, Υἱοῦ συνανάρχου Μήτηρ.
Χαῖρε, Μαθητοῦ ἠγαπημένου καύχημα· χαῖρε, φοιτητοῦ ἐπιστηθίου σέμνωμα.
Χαῖρε, ἣν ἐγὼ παρέλαβον τότε ἀπὸ τοῦ Σταυροῦ· χαῖρε, ἣν ἐγὼ ἐφύλαξα ὥσπερ κόρην ὀφθαλμοῦ.
Χαῖρε, ἡ ἐν κρανίῳ Μαθητῇ δωρηθεῖσα· χαῖρε, ἡ ἐν τῷ οἴκῳ τῷ ἐμῷ οἰκισθεῖσα.
Χαῖρε, Θεοῦ Μήτηρ ἀειπάρθενος· χαῖρε, κόσμου Μήτηρ θεοδώρητος.
Χαῖρε, ἡ Μήτηρ πάντων πιστευόντων· χαῖρε, ἡ σκέπη πάντων τῶν βοώντων.

Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.

Σύστειλόν μου τὸ σῶμα, ὦ υἱὲ Ἰωάννη, ἐν τάφῳ μητροπρεπῶς ὡς οἶδας· ὥσπερ δὲ ἤνεγκας καρτερῶς, ὅτε ἐν τῷ τάφῳ τῷ καινῷ ἐτέθειτο, ὁ σὸς καλὸς Διδάσκαλος, οὕτω τέτλαθι καὶ νῦν λέγων·

Ἀλληλούϊα.

Η Κοίμησις της Θεοτόκου. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου του Κασνίτζη, Καστοριά

ΣΤΑΣΙΣ Δ’

Τύπος ἦν τῆς Σῆς δόξης, τὸ σημεῖον ὦ Μῆτερ, ὃ εἶδον τρανῶς ἐν τῇ Ἀποκαλύψει· καὶ γὰρ ὤφθης μοι τότε γυνὴ ἐνδεδυμένη τὸν νοητὸν Ἥλιον, τὸν πάντας καταυγάζοντα, καὶ συνετίζοντα βοᾷν Σοι·

Χαῖρε, λαμπρῶς ἡ ἐστολισμένη· χαῖρε, φαιδρῶς ἡ κεκοσμημένη.
Χαῖρε, ἡ περιβεβλημένη τὸν Κύριον· χαῖρε, πεποικιλμένη Αὐτοῦ ἐνώπιον.
Χαῖρε, στέφος δωδεκάαστρον, φέρουσα ἐν κεφαλῇ· χαῖρε, δίσκον τὸν σελήνιον, ἔχουσα ἐν τοῖς ποσί.
Χαῖρε, Χριστὸν ἰδοῦσα ὑπεράνω Σου πάλιν· χαῖρε, καταπατοῦσα τῆς ἀπάτης τὴν πλάνην.
Χαῖρε, ἰδοὺ ἀστέρες οἱ δώδεκα· χαῖρε, ἰδοὺ ἀσπασμόν Σοι ἔδωκαν.
Χαῖρε, τῶν Χριστιανῶν Μήτηρ· χαῖρε, Ἰωάννου Μαθητοῦ Μήτηρ.

Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.

Ὕμνους ᾖδον οἱ νόες, φλογερῶν τῶν στομάτων, συμψάλλοντες σεπτοῖς Ἀποστόλοις, καὶ τάφῳ φερόμενον νεκρόν, σῶμα τὸ Θεομητορικὸν προὔπεμπον, τιμὴν αὐτῷ ποιούμενοι, καὶ φθεγγόμενοι μετὰ δέους·

Ἀλληλούϊα.

Φέροντες οἱ θεόπται, τὸ κλινίδιον Κόρη, ἐν ᾧ τὸ θεοδόχον Σου σκῆνος, λύπης καὶ ἀθυμίας μεστοί, ἡρέμα λίαν καὶ ἡσυχῇ ὤδευον, τὰ θεῖα καὶ ἐξαίσια ἀνυμνοῦντες μυστήρια·

Χαῖρε, δι’ ἧς ὁ Θεὸς ἐσαρκώθη· χαῖρε, δι’ ἧς ὁ σατὰν ἐτροπώθη.
Χαῖρε, μυστηρίου ἀρχαίου φανέρωσις· χαῖρε, ἀπ’ αἰῶνος κεκρυμμένου δήλωσις.
Χαῖρε, ἧ περ καθυπέκλινας, δένδρα κορυφαὶ αὐτῶν· χαῖρε, ἥνπερ προσεκύνησαν, ἐν τῷ Ὄρει Ἐλαιῶν.
Χαῖρε, ἡ δι’ Ἀγγέλου εἰς τὰ ἄνω κληθεῖσα· χαῖρε, διὰ σημείου φοίνικος πιστωθεῖσα.
Χαῖρε, πρὸς τὸν Υἱὸν ἐνδημήσασα· χαῖρε, ἐν Παραδείσῳ σκηνώσασα.
Χαῖρε, ἐκ γῆς πρὸς οὐρανὸν ἀρθεῖσα· χαῖρε, ἡμᾶς ὀρφανοὺς μὴ ἀφεῖσα.

Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.

Χεῖράς Σου παναχράντους, καὶ παλάμας ἀμώμους, ὑψώσασα ἁγνὴ πρὸς Υἱόν Σου, μητρικῶς ἀνεβόας αὐτῷ, οὕς μοι ἐκτήσω διηνεκῶς φύλαττε, ᾠδήν Σοι τὴν οὐράνιον, τῷ Δημιουργῷ προσφωνοῦντας·

Ἀλληλούϊα.

Ψαῦσαί τις μὴ τολμήσῃ, ἀμυήτων χεὶρ ταύτης, τῆς θείας Κιβωτοῦ ὡς ἐμψύχου, μόνα δὲ τὰ χείλη τῶν πιστῶν, κινείσθωσαν ἐπὶ τὸν αὐτῆς ἔπαινον, φωνήν τε τὴν χαρμόσυνον μελπέτωσαν τὴν τοῦ Ἀγγέλου·

Χαῖρε, ἡ πύλη τοῦ Παραδείσου· χαῖρε, ἡ κλεὶς χλοεροῦ χωρίου.
Χαῖρε, ἀπροσίτῳ φωτὶ σελαγίζουσα· χαῖρε, τὰς ψυχὰς πάντων περιαυγάζουσα.
Χαῖρε, ὅτι Σὺ ἐφώτισας τοὺς τῶν ὕμνων ποιητάς· χαῖρε, ἣν ἐδοξολόγησαν, Ἰωάννης καὶ Κοσμᾶς.
Χαῖρε, ἡ Θεοδώρου καὶ Θεοφάνους νάβλα· χαῖρε, Ἰωσὴφ καὶ Ῥωμανοῦ κιθάρα.
Χαῖρε, Δαμασκηνοῦ χειρὸς ἴασις· χαῖρε, παντὸς πάθους ἀνακούφισις.
Χαῖρε, δὴ Κόρη! Καὶ δὸς ὃ αἰτήσω· χαῖρε, Μαρία ἵν’ εἰπὼν ἐκψύξω.

Χαῖρε, Μῆτερ ἀπείρανδρε.

Ὦ πάσης εὐφημίας ὑπερέκεινα Μῆτερ, παντὸς ἐγκωμίου ἀνωτέρα (γ’), Ἥνπερ οὐδὲ νοῦς ἀγγελικός, σχολῇ γε ἀνθρώπειος ἐπαινεῖν δύναται!, τὸ πρόθυμόν μου πρόσδεξαι καὶ ἐλέησον ὅπως ψάλλω·

Ἀλληλούϊα.

Τῆς ἀθανάτου Σου Κοιμήσεως πανάχραντε, τὴν ἑορτὴν λαμπροφανῶς πανηγυρίζοντες, προσκομίζομεν τὸν ὕμνον Σοι Θεοτόκε· ἀλλ’ ὡς οὖσα συμπαθείας μέγα πέλαγος, δυσωπήθητι καὶ δὸς πταισμάτων ἄφεσιν, τοῖς Σοὶ κράζουσι· Χαῖρε Μῆτερ ἀπείρανδρε.