Ο όσιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος που ασκήτευσε στην Πάφο (Θεοσημεία † 24 Ιανουαρίου, Ανακομιδή † 28 Σεπτεμβρίου)
Ανάμνησις της Θεοσημείας, ήτοι της προς τον όσιον και θεοφόρον πατέρα ημών Νεόφυτον πρεσβύτερον, μοναχόν και έγκλειστον, γενομένης παραδόξως θείας επικουρίας και αώρου θανάτου απαλλαγής εκ λίθου και κρημνού, ην εσκαιώρησεν μεν ο παμπόνηρος δαίμων, διεσκέδασε δε ο πανελεήμων Θεός, ο ζωής έχων και θανάτου την εξουσίαν
Ώετο εχθρός βαλείν σε καιρίως λίθω,
Χριστός δε ζωής η πέτρα σώζει, Πάτερ.
Εικάδι εκ κρημνού Νεόφυτος ερρύσθη τετάρτη.
Ο όσιος πατήρ ημών Νεόφυτος γεννήθηκε στα Λεύκαρα απέναντι από το όρος Όλυμπος (Τρόοδος) της Κύπρου, το 1134, την εποχή που η νήσος βρισκόταν υπό τον ζυγό των Λατίνων σταυροφόρων.
Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών εγκατέλειψε την πατρική οικία για να αποφύγει τον γάμο που ήθελαν να του επιβάλουν και κατέφυγε στην Μονή Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, στο όρος Κουτζουβέντη, σκεπτόμενος ότι με αυτόν τρόπο θα πραγματοποιούσε τον πόθο για την ησυχαστική ζωή, που φύλαγε μέσα στην καρδιά από παιδί. Οι γονείς του όμως τον ανακάλυψαν και κατόρθωσαν με τις παρακλήσεις τους να τον επαναφέρουν στο χωριό για να τελεσθεί ο γάμος. Την ίδια νύχτα ο νεόνυμφος επέστρεψε το δακτυλίδι στη νύφη και έσπευσε στην μονή, όπου σύντομα εκάρη μοναχός.
Επί πέντε χρόνια ανέλαβε τη φροντίδα των αμπελιών σ’ ένα μετόχι της μονής και στον χρόνο που δεν αφιέρωνε στην εργασία ή την προσευχή, καταγινόταν με την εκμάθηση του Ψαλτηρίου και την ένθερμη μελέτη των ιερών βιβλίων.

Επανήλθε στην μονή, όπου του ανέθεσαν για δύο χρόνια το διακόνημα του βοηθού εκκλησιαστικού. Κατόπιν μη έχοντας λάβει ευλογία να αναχωρήσει στην ησυχία, μετέβη για προσκύνημα στους αγίους Τόπους, με την ελπίδα να βρει εκεί γέροντα ο οποίος να τον αναπαύει και τοπίο κατάλληλο για ησυχαστική βιοτή. Όμως δεν ήταν θέλημα θεού και επέστρεψε στην μονή του.
Καθώς πάλι δεν έλαβε την συγκατάθεση από τους προϊσταμένους για να πραγματοποιήσει τον ευσεβή του πόθο, αναχώρησε εκ νέου με πρόθεση να μεταβεί στο όρος Λάτρος, το οποίο την εποχή εκείνη ανθούσε ως μοναστικό κέντρο.
Καθ’ οδόν τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν στην Πάφο, και οι δεσμοφύλακες του έκλεψαν το βαλάντιό του. Εννόησε τότε ο άγιος ότι ο Θεός του υποδείκνυε με αυτές τις αντιξοότητες ότι δεν έπρεπε να εγκαταλείψει την πατρίδα του, και άρχισε να περιτρέχει τα γειτονικά βουνά, όπου ανακάλυψε σπήλαιο σε μια πλαγιά πάνω από απόκρημνο φαράγγι. Ήταν τότε είκοσι πέντε ετών ( 1159).

Επί έναν χρόνο ασχολήθηκε με την διαμόρφωση του σπηλαίου, έσκαψε τον τάφο του εκεί κοντά, και άρχισε τους ασκητικούς αγώνες για να υποτάξει την σάρκα στις ουράνιες επιθυμίες του πνεύματος. Η φήμη του διαδόθηκε γοργά στα περίχωρα και ολοένα πιο πολλοί νέοι ζητούσαν να τους δεχθεί ως μαθητές. Μετά από τέσσερα χρόνια άρνησης, ο Νεόφυτος υπάκουσε στην εντολή του επισκόπου Πάφου, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και δέχθηκε μαθητές, περιορίζοντας τον αριθμό τους σε δεκαοχτώ.
Οι νέοι μοναχοί έσκαψαν κελλιά στις πλαγιές του βουνού, και κατόπιν ολοκλήρωσαν σιγά-σιγά το συγκρότημα χτίζοντας ναό και κοινόχρηστους χώρους ώστε, τον εικοστό τέταρτο χρόνο του εγκλεισμού του Νεοφύτου (1183), η μονή ήταν έτοιμη και πήρε το όνομά της από το σπήλαιο του κτίτορά της: Εγκλείστρα.
Καθώς επισκέπτες συνέρρεαν αδιάκοπα για να ωφεληθούν από την παρουσία και την διδασκαλία του, ο Νεόφυτος αποσύρθηκε σε πιο απόμακρο σπήλαιο, το οποίο ονόμασε «Νέα Σιών», και δεν κατέβαινε πια στην μονή παρά μόνο τις Κυριακές και τις εορτές, για να τελέσει την θεία Λειτουργία και να μεταδώσει στους μαθητές του τους καρπούς της θεωρίας.

Μια ημέρα εκεί που έφτιαχναν ένα άλλο κελλί, ένας βράχος αποκολλήθηκε ξαφνικά από το βουνό. Όμως, με την χάρη του Θεού, αντί να ρίξει τον άγιο στην χαράδρα, σταμάτησε σε μια πτυχή του ράσου του, και τον κράτησε στο κενό. Εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης, ο άγιος Νεόφυτος συνέθεσε ακολουθία και όρισε να εορτάζεται κάθε χρόνο η επέτειος του θαύματος στις 24 Ιανουαρίου. Έκτοτε αυτή η ημερομηνία αφιερώθηκε στην Κύπρο στην μνήμη του οσίου, γιατί αγνοούμε την ακριβή ημερομηνία της κοιμήσεώς του.
Ο όσιος Νεόφυτος άφησε μεγάλο αριθμό ασκητικών συγγραμμάτων, βίων αγίων και ομιλιών για πολλές εορτές του λειτουργικού έτους.
Από το βιβλίο: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου. Τόμος πέμπτος, Ιανουάριος. Εκδόσεις Ορμύλια, σελ. 298.
Μνήμη της Οσίας μητρός ημών Ξένης και των αυτής δύω θεραπαινίδων (24 Ιανουαρίου)
Μνήμη της Oσίας μητρός ημών Ξένης και των αυτής δύω θεραπαινίδων
Εις την Ξένην
Aποξενούται τούδε του βίου Ξένη,
Ου ζώσα και πριν ως αληθώς ην ξένη.
Εις τας δύο θεραπαινίδας
Θνήσκουσιν άμφω της Ξένης αι δουλίδες,
Ου των εκείνης αρετών ούσαι ξέναι.
Ουρανού εις ξενίην Ξένη εικάδι ήλθε τετάρτη.

H μακαρία αύτη και αοίδιμος Ξένη ήτον από την μεγαλόδοξον πόλιν της Ρώμης, καταγομένη από γένος τίμιον και επαινετόν. Όταν δε οι γονείς της Aγίας ηθέλησαν να υπανδρεύσουν αυτήν, και ήδη όλα τα του γάμου ετοιμάσθησαν, τότε η Αγία πέρνουσα δύω δουλεύτρας, ευγήκεν από την νυμφικήν κάμαραν, και εμβαίνουσα εις καΐκι, ανεχώρησε, και αλλάξασα διαφόρους τόπους, επήγεν εις την πόλιν Μύλασσαν, η οποία είναι κάστρον σκληρόν, Mεσσί κοινώς ονομαζόμενον, και ευρισκόμενον εις την εν τη Aσία Καρίαν, με θρόνον Eπισκόπου τετιμημένη υπό τον Σταυρουπόλεως. Μάλλον δε εις την πόλιν ταύτην κατεστάθη η Oσία παρά του θεσπεσίου Παύλου του Μοναχού και Πρεσβυτέρου, ο οποίος κατά την νήσον Κω1, φανείς θεόθεν εις αυτήν, την ωδήγησεν εις τα κρείττω και την κατά Χριστόν ζωήν.
Eκεί λοιπόν εις την πόλιν Μύλασσαν, κατασκευάσασα η μακαρία ένα μικρόν ναόν, εις όνομα του Aγίου Στεφάνου του Πρωτομάρτυρος, πολλήν άσκησιν εμεταχειρίζετο, ομού με τας δύω δουλεύτρας της, και με άλλας τινας ολίγας παρθένους, οπού εσυνάχθησαν εκεί. Όθεν διά μέσου της αποχής όλων των ηδονών των αισθήσεων, ανεβίβασε τον εαυτόν της η τρισολβία, εις μίαν ουράνιον πολιτείαν. Καλώς ουν διαπεράσασα την ζωήν της, ύστερα αφ’ ου εκοιμήθη οσίως και μακαρίως, έλαβεν από τον Θεόν τοιαύτην μαρτυρίαν. Διότι κατά το μεσημέριον της ημέρας, του ηλίου καθαρώς λάμποντος, εφάνη σταυρός εις τον ουρανόν διά μέσου αστέρων σχηματιζόμενος. Tον φαινόμενον δε εκείνον αστεροειδή σταυρόν, έκλεισεν εις το μέσον ένας χορός επτά αστέρων, οπού ήτον τριγύρω. Eβλέπετο δε ο σταυρός και ο χορός των αστέρων, ότι εσυνώδευαν τον νεκροκράββατον της Oσίας. Όταν γαρ εκείνος εφέρετο, τότε συνεφέροντο και αυτά, και όταν εκείνος έστεκε, τότε εστέκοντο και αυτά. Ώστε οπού εφαίνετο, ότι αυτά ήτον ένας στέφανος της μακαρίας Ξένης, όστις εδόθη εις αυτήν παρά Θεού, αντί διά την πολυχρόνιον νηστείαν, χαμευνίαν και αγρυπνίαν και παρθενίαν της. Και τούτο είναι φανερόν. Διατί όταν το άγιον λείψανον της Oσίας εκρύφθη εις την γην και δεν εφαίνετο, τότε και ο σταυρός εκείνος και ο χορός των αστέρων, έγινεν αφανής και αόρατος. Eφανερώθησαν δε τα κατά την Oσίαν πράγματα από μίαν δουλεύτραν της, η οποία, όταν ετελεύτα η Oσία, εδιηγήθη ποία ήτον, και ποίαν πατρίδα είχε, και εκ ποίου επισήμου γένους εκατάγετο. Και πως πρότερον μεν ωνομάζετο υπό των γονέων της Eυσεβία, ύστερον δε αυτή ωνόμασε τον εαυτόν της Ξένην, θέλουσα να κρυφθή από τους ανθρώπους διά ταπείνωσιν. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτής όρα εις το Eκλόγιον2.)
Σημειώσεις
1. Eν δε τω τετυπωμένω Συναξαριστή και τοις Μηναίοις γράφεται, ότι εφάνη ο Μοναχός Παύλος τη Oσία εις την Aλεξάνδρειαν.
2. O ελληνικός Βίος αυτής ευρίσκεται εν τη Λαύρα, εν τη των Ιβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «O καινός και ξένος της θαυμαστής Ξένης βίος».
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη των Aγίων Μαρτύρων Παύλου, Παυσιρίου και Θεοδοτίωνος των αυταδέλφων (24 Ιανουαρίου)

Μνήμη των Aγίων Μαρτύρων Παύλου, Παυσιρίου, και Θεοδοτίωνος των αυταδέλφων
Εις τον Παύλον και Παυσίριον
Παυσίριον και Παύλον άμφω συγγόνους,
Ποτάμιος ρους και συνάθλους δεικνύει.
Εις τον Θεοδοτίωνα
Ιδού τράχηλος, ελθέτω δη το ξίφος,
Θεόν ποθών έκραζε Θεοδοτίων.

Oύτοι ήτον κατά τους χρόνους Διοκλητιανού και Μαξιμιανού των βασιλέων, και Aρειανού ηγεμονεύοντος εν Κλεοπατρίδι, τη εν Αιγύπτω ευρισκομένη, ήτις τώρα ονομάζεται Σουβέζ, εν έτει σϟ΄ [290]. Ήτον δε και οι τρεις, αδελφοί κατά σάρκα. Και ο μεν Παύλος και Παυσίριος, έγιναν Μοναχοί εκ νεαράς ηλικίας. O δε Θεοδοτίων, ήτον εις τα βουνά μαζί με τους κλέπτας. Πιασθέντες δε από τον ηγεμόνα, ο μεν Παύλος, όταν ήτον χρόνων τριανταεπτά, ο δε Παυσίριος, όταν ήτον χρόνων εικοσιπέντε, ωμολόγησαν παρρησία την του Xριστού πίστιν. Τότε ο αδελφός αυτών Θεοδοτίων, μαθών πως επιάσθησαν, άφησε τα βουνά και τους κλέπτας, και επήγε διά να τους ιδή και να τους αποχαιρετίση. Βλέπωντας δε αυτούς, πως εκρίνοντο από τον ηγεμόνα, να πλησιάση μεν κοντά, δεν ετόλμησε. Πηγαίνωντας δε εις ένα παράμερον τόπον, εσυλλογίζετο ποίαν άρα γε κληρονομίαν και δόξαν έχουν να απολαύσουν οι αδελφοί του. Όθεν θερμανθείς την καρδίαν υπό της θείας χάριτος, εγύρισε, και παρασταθείς ενώπιον του ηγεμόνος, ωμολόγησε και αυτός τον εαυτόν του Χριστιανόν, και πηδήσας κατ’ επάνω του ηγεμόνος, εκρήμνισεν αυτόν από τον θρόνον του. Ευθύς λοιπόν διαπερνούσι καρφία πυρωμένα εις τας πλευράς του και εις την κοιλίαν του, έπειτα αποκεφαλίζουσιν αυτόν. Και ούτω λαμβάνει ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον. O δε Παύλος και Παυσίριος ριφθέντες εις ποταμόν, έλαβον τέλος του μαρτυρίου των.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μόρφου Νεόφυτος: Η ανάβαση στη συκομορέα μας για να δούμε τον Χριστό (Κυριακή του Ζακχαίου, 29.1.2017)
Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στη Θεία Λειτουργία τη ΙΕ΄ Κυριακή του Λουκά (Του Ζακχαίου), που τελέσθηκε στον ιερό ναό Αγίου Γεωργίου της κοινότητας Ποταμίου της μητροπολιτικής περιφέρειας Μόρφου (29.1.2017).
Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ ΙΕ΄ Λουκᾶ
Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ ΙΕ΄ Λουκᾶ, ποὺ τελέσθηκε στὸ ἱερὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νικήτα τοῦ προσφυγικοῦ Συνοικισμοῦ Λατσιῶν Λευκωσίας (28.01.2024).
Ὁμιλία, εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς ΙΕ´ Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ (Τοῦ Ζακχαίου)
Ὁμιλία, σὺν Θεῷ ἁγίῳ, εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς ΙΕ´ Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ (Τοῦ Ζακχαίου)
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ
«Ἦλθε γὰρ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι τὸ ἀπολωλός»
Τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ποὺ μόλις ἀκούσαμε, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, μᾶς ἐξιστορεῖ ἕνα φαινομενικὰ ἁπλὸ γεγονὸς ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ κρύβει ὅμως μεγάλο πνευματικὸ βάθος. Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς διηγεῖται τὴ συνάντηση τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ μὲ τὸν πλούσιο ἀρχιτελώνη Ζακχαῖο.
Κάποτε ὁ Κύριος, περιοδεύοντας τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριὰ τῆς Παλαιστίνης, κηρύσσοντας τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν καὶ θεραπεύοντας τοὺς ἀσθενεῖς, διερχόταν μέσα ἀπὸ τὴ μεγαλούπολη Ἰεριχὼ μὲ τοὺς μαθητές Του. Ἐκεῖ διέμενε ὁ Ζακχαῖος, ποὺ ἦταν ὁ ἐπικεφαλὴς τῶν τελωνῶν τῆς πόλης, δηλαδὴ τῶν φοροεισπρακτόρων, καὶ ποὺ ἦταν πολὺ πλούσιος, πιθανώτατα λόγῳ τοῦ ἐπαγγέλματός του.
Οἱ τελῶνες τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ὅπως βεβαίως καὶ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες, ἦταν ὀνομαστοὶ γιὰ τὶς ἀδικίες ποὺ διέπρατταν κατὰ τὴν εἴσπραξη τῶν φόρων, καταδυναστεύοντας τὸν πτωχὸ λαό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ ὄνομα τελώνης ἦταν συνώνυμο τοῦ ἄδικος, πλεονέκτης, φιλάργυρος, τελικὰ ἄνθρωπος ἁμαρτωλός. Μ᾿ αὐτὴ τὴν ἔννοια χρησιμοποιεῖται συχνὰ τὸ ὄνομα τῶν τελωνῶν στὸ Εὐαγγέλιο, ὡς τὸ κατεξοχὴν χαρακτηριστικὸ τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἔκδοτου στὰ πάθη. Ἂς θυμηθοῦμε ἐδῶ, λόγου χάριν, τὸ λόγιο τοῦ Χριστοῦ, «οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 21, 31) —δηλαδὴ ὅσοι ἀπ᾿ αὐτοὺς μετανοοῦν—, καθὼς καὶ τὴν περίφημη παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου. Ὁ Ζακχαῖος λοιπὸν ὄχι ἁπλῶς τελώνης, ἀλλὰ ἀρχιτελώνης. Καί, ὅπως φάνηκε ὕστερα, θὰ εἶχε πράξει πάμπολλες ἀδικίες καὶ καταχρήσεις διαμέσου τοῦ ἀξιώματός του.
Ἀλλά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀναπαυόταν, δὲν ἡσύχαζε. Ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, σὰν σπαθὶ κοφτερό, τὸν ἔλεγχε, τὸν κεντοῦσε· ἡ φωνὴ τούτη, ποὺ ἔβαλε μέσα μας ὁ Δημιουργὸς Κύριος ὡς ὁδηγὸ γιὰ τὴ σωτηρία μας, ἐὰν βέβαια τὴ διατηροῦμε καθαρὴ καὶ τὴν ὑπακούομε στὰ πλαίσια τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Καί, ὅπως ἀποφθέγγεται θεόπνευστα γιὰ τὸ θέμα τοῦτο ὁ ὅσιος Μᾶρκος ὁ ἀσκητής: «Ζητῶν θεραπείαν, ἐπιμέλησαι τῆς συνειδήσεως, καὶ ὅσα σοι λέγει ποίησον καὶ εὑρήσεις τὴν ὠφέλειαν» (Κεφάλαια περὶ πνευματικοῦ Νόμου). Ἔψαχνε λοιπὸν γιὰ λύτρωση ὁ Ζακχαῖος, ἔψαχνε γιὰ λυτρωτή: «καὶ ἐζήτει τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν». Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ θέλει «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν», εἶχε ἰδεῖ κάποια καλὰ στὴ ζωή του, κάποια καλὴ διάθεση καὶ προαίρεση, καὶ τοῦ ἐνέβαλε στὴν ψυχὴ τὴν καλὴ ἀνησυχία γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἄρχισε νὰ ἀπεργάζεται τὸ μυστήριο τῆς μετάνοιας μέσα του.
Θέλει λοιπὸν ὁ Ζακχαῖος νὰ ἰδεῖ, νὰ συναντήσει τὸν Χριστό, γιατὶ εἶχε ἀσφαλῶς ἀκούσει γιὰ τὴ θαυμαστὴ διδασκαλία Του καὶ τὰ ἐξαίσια θαύματα ποὺ ἐνεργοῦσε, καὶ ὅτι πολλοὶ τὸν εἶχαν πιστεύσει ὡς τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία. Θέλει, ἀλλὰ ὁ ὄχλος τὸν ἐμποδίζει, γιατὶ «τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν». Ἦταν κοντούλης στὸ ἀνάστημα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τρέχει μπροστὰ καὶ βγαίνει πάνω σὲ μιὰ μουριά, γιατὶ ἀπ᾿ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο θὰ διερχόταν ὁ Κύριος. Τοῦτο ἔχει πολλὰ νὰ μᾶς εἰπεῖ: Αἰσθανόμαστε συχνὰ δίψα πνευματική, ἀναζητοῦμε τὴ λύτρωση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὰ πάθη, ἀλλὰ ἐσωτερικὲς καὶ ἐξωτερικὲς ἀναστολὲς μᾶς ἐμποδίζουν. Ἡ ντροπή, ὁ κοινωνικὸς περίγυρος, τὰ σχόλια τῶν ἄλλων, ὁ ὄχλος. Μὰ ἐδῶ, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, χρειάζεται ἀγώνας καὶ βία πνευματική. Χρειάζεται ὑπέρβαση τοῦ παλαιοῦ ἑαυτοῦ μας, χρειάζεται ταπείνωση. Ὁ Ζακχαῖος, ἀπὸ τοὺς ἐπισημότερους ἄνδρες τῆς πόλης του, δὲν ντράπηκε, ἀλλ᾿ ἔτρεξε μπροστὰ καὶ βγῆκε πάνω σ᾿ ἕνα δένδρο, γιὰ νὰ ἀντικρύσει τὸ πρόσωπο τοῦ Λυτρωτῆ. Κι ἐμεῖς, πρέπει νὰ παραμερίσουμε ὅποια ἐμπόδια -ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ- μᾶς φράζουν τὸν δρόμο πρὸς τὸν Χριστό.
Καὶ ὁ πόθος τοῦ Ζακχαίου ἐκπληρώθηκε. Γιατὶ ὁ παντογνώστης Χριστός, ποὺ περίμενε τὸν Ζακχαῖο νὰ ἐκδηλώσει τὸν πνευματικό του τοῦτο πόθο, τὸν ἀτενίζει μὲ θεϊκὴ εὐσπλαχνία καὶ ἀγάπη, καὶ τὸν καλεῖ νὰ κατέλθει καὶ νὰ Τὸν φιλοξενήσει στὸ σπίτι του. Ὢ μέγιστης εὐλογίας, ποὺ ἀξιώθηκε ὁ Ζακχαῖος! Γιατὶ ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ποὺ φιλοξένησε τὸν Δεσπότη στὸ σπίτι του, ἔγινε ὄντως πλούσιος, δεχόμενος τὸν Παντοδύναμο καὶ Πολυέλεο Θεό, τὸν Λυτρωτή του.
Καί, βλέπετε, καὶ πάλιν ὁ ὄχλος, ὅλοι οἱ συμπολίτες του, ἀντὶ νὰ χαροῦν τὴ σωτηρία τοῦ πρώην ἁμαρτωλοῦ, γογγύζουν. Γογγύζουν, γιατί νὰ μπεῖ στὸ σπίτι τέτοιου ὀνομαστοῦ ἁμαρτωλοῦ ὁ ἅγιος Διδάσκαλος. Μὰ ὁ καρδιογνώστης Ἰησοῦς ἤξερε τί ἔκανε. Καὶ φάνηκε ἀμέσως στὴ συνέχεια ἡ θαυμαστὴ μεταβολὴ στὴ ζωὴ τοῦ Ζακχαίου, ἡ ἀληθινή του μετάνοια: «Κύριε», εἶπε στὸν Χριστό, «νά, δίδω τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου στοὺς πτωχούς, καὶ ὅποιον ἀδίκησα, θὰ τὸν ἀποζημιώσω τετραπλάσια». Βλέπετε, ἀδελφοί, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ μετάνοια, ἡ ἔμπρακτη. Ὁ Ζακχαῖος, ὄχι μόνο ἀλλάζει νοοτροπία, φρόνημα, ἀλλὰ καὶ ἐμπράκτως ἐπανορθώνει τὰ σφάλματά του παρρησίᾳ καὶ μπροστὰ σὲ ὅλους. Καὶ ὁ Κύριος δημόσια ἐξαγγέλλει τὴ συγχώρησή του καὶ τὴ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων στὸ σπίτι του, βλέποντας αὐτὴ τὴν τόσο γνήσια μετάνοια. Γιατὶ Αὐτὸς «ἦλθε νὰ ζητήσει καὶ νὰ σώσει τὸ ἀπολωλός», κάθε δηλαδὴ χαμένο πρόβατο ἀπὸ τὴν ποίμνη του, κάθε ἄνθρωπο, ποὺ ὁ διάβολος καὶ τὰ πάθη τὸν ὁδήγησαν μακρυά Του.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ συνάντησή μας μὲ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι κάτι τὸ αὐτονόητο, λόγῳ τῆς χριστιανικῆς μας ἰδιότητας. Χρειάζεται ἰσόβιο ἀγώνα. Ὁ ἀγώνας γιὰ μετάνοια θὰ ἰσχύει ὅσο ζοῦμε καὶ ἀναπνέουμε, γιατὶ κάθε μέρα καὶ ὥρα σφάλλουμε καὶ ἁμαρτάνουμε καὶ δὲν ἐφαρμόζουμε ὅπως πρέπει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἀγώνας αὐτὸς εἶναι «ἀτέλεστη τελειότητα», κατὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ποτὲ δὲν τελειώνει. Κι ἐμεῖς χρειάζεται νὰ ἔχουμε, νὰ δείχνουμε ἀληθινὴ μετάνοια. Νὰ προστρέχουμε, ὅποτε νοιώθουμε τὴν ἀνάγκη, στὸ σωτήριο λουτρὸ τῆς ψυχῆς, τὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως. Νὰ διορθώνουμε τὴ ζωή, τὸ φρόνημά μας. Νὰ ζοῦμε μὲ ταπείνωση, ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ τὸν κάθε πλησίον μας. Νὰ μετέχουμε ἐνσυνείδητα στὴ Θεία Εὐχαριστία, στὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου μας. Νὰ προσευχόμαστε μὲ πίστη καὶ ἐλπίδα. Καὶ νὰ εἴμαστε βέβαιοι πὼς ὁ Κύριος, ποὺ εἶναι μακρόθυμος καὶ ἐλεήμων, θὰ μᾶς βοηθήσει καὶ προσωπικά, ἀλλὰ καὶ τὴν πατρίδα καὶ τὸ γένος μας. Γιατὶ τούτη ἡ κρίση, ποὺ διερχόμαστε, προέρχεται ἀπὸ τὴν πνευματική μας κρίση. Τὴν ἐπέτρεψε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀκριβῶς γιὰ νὰ μετανοήσουμε ὅλοι καὶ νὰ διορθωθοῦμε. Κι ἂν ζοῦμε ἔτσι, μὲ εἰλικρινὴ μετάνοια, θὰ ἀξιωθοῦμε καὶ τούτη τὴ ζωὴ νὰ διέλθουμε μὲ εἰρήνη καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε καὶ ἐκείνης τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, κατὰ τὴν ἀψευδὴ ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν!
Μόρφου Νεόφυτος: Ὁ βίος τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ (20/21.01.2026)
Ὁ Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεοφύτος ἀναγιγνώσκει τὸν βίο τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ κατὰ τὴν Ἀγρυπνία τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Νεοφύτου τοῦ μάρτυρος, ποὺ τελέσθηκε στὸ Ἀρχοντικὸ τοῦ ὑπὸ ἀνέγερση ἱεροῦ προσκυνήματος τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου (Τσαλίκη) καὶ τοῦ παρεκκλησίου τῶν Ἁγίων Δαυὶδ τοῦ ἐν Εὐβοίᾳ καὶ Ἰωάννου τοῦ Ρώσου (πλησίον τοῦ κυκλικοῦ κόμβου Ἀκακίου – Μενίκου), τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (20/21.01.2026).
Ψάλλει χορὸς ἱεροψαλτῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου (Ἠχητικὸ ἀπὀσπασμα ἀπὸ τὴν Ἀγρυπνία).
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 23 Ἰανουαρίου 2026
Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΛΓ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Καθολικῆς Β΄ Ἐπιστολῆς Πέτρου τὸ Ἀνάγνωσμα
1: 1-10
Σίμων Πέτρος, δοῦλος καὶ ἀπόστολος ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, τοῖς ἰσότιμον ἡμῖν λαχοῦσι πίστιν ἐν δικαιοσύνῃ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν καὶ Σωτῆρος ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ· χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη πληθυνθείη ἐν ἐπιγνώσει τοῦ Θεοῦ καὶ ᾽Ιησοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν. ῾Ως πάντα ἡμῖν τῆς θείας δυνάμεως αὐτοῦ τὰ πρὸς ζωὴν καὶ εὐσέβειαν δεδωρημένης διὰ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ καλέσαντος ἡμᾶς διὰ δόξης καὶ ἀρετῆς· δι᾽ ὧν τὰ τίμια ἡμῖν καὶ μέγιστα ἐπαγγέλματα δεδώρηται, ἵνα διὰ τούτων γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως ἀποφυγόντες τῆς ἐν κόσμῳ ἐν ἐπιθυμίᾳ φθορᾶς. Καὶ αὐτὸ τοῦτο δὲ σπουδὴν πᾶσαν παρεισενέγκαντες ἐπιχορηγήσατε ἐν τῇ πίστει ὑμῶν τὴν ἀρετήν, ἐν δὲ τῇ ἀρετῇ τὴν γνῶσιν, ἐν δὲ τῇ γνώσει τὴν ἐγκράτειαν, ἐν δὲ τῇ ἐγκρατείᾳ τὴν ὑπομονήν, ἐν δὲ τῇ ὑπομονῇ τὴν εὐσέβειαν, ἐν δὲ τῇ εὐσεβείᾳ τὴν φιλαδελφίαν, ἐν δὲ τῇ φιλαδελφίᾳ τὴν ἀγάπην. Ταῦτα γὰρ ὑμῖν ὑπάρχοντα καὶ πλεονάζοντα οὐκ ἀργοὺς οὐδὲ ἀκάρπους καθίστησιν εἰς τὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ ἐπίγνωσιν· ᾧ γὰρ μὴ πάρεστι ταῦτα, τυφλός ἐστι, μυωπάζων, λήθην λαβὼν τοῦ καθαρισμοῦ τῶν πάλαι αὐτοῦ ἁμαρτιῶν. Διὸ μᾶλλον, ἀδελφοί, σπουδάσατε βεβαίαν ὑμῶν τὴν κλῆσιν καὶ ἐκλογὴν ποιεῖσθαι· ταῦτα γὰρ ποιοῦντες οὐ μὴ πταίσητέ ποτε.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ, ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ)
Πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ᾽Ανάγνωσμα
3: 20-21, 4: 1-3
Ἀδελφοί, ἡμῶν τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καὶ σωτῆρα ἀπεκδεχόμεθα Κύριον ᾿Ιησοῦν Χριστόν, ὃς μετασχηματίσει τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν εἰς τὸ γενέσθαι αὐτὸ σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ δύνασθαι αὐτὸν καὶ ὑποτάξαι αὐτῷ τὰ πάντα. ῞Ωστε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοὶ καὶ ἐπιπόθητοι, χαρὰ καὶ στέφανός μου, οὕτω στήκετε ἐν Κυρίῳ, ἀγαπητοί. Εὐοδίαν παρακαλῶ καὶ Συντύχην παρακαλῶ τὸ αὐτὸ φρονεῖν ἐν Κυρίῳ· ναὶ ἐρωτῶ καὶ σέ, Σύζυγε γνήσιε, συλλαμβάνου αὐταῖς, αἵτινες ἐν τῷ εὐαγγελίῳ συνήθλησάν μοι μετὰ καὶ Κλήμεντος καὶ τῶν λοιπῶν συνεργῶν μου, ὧν τὰ ὀνόματα ἐν βίβλῳ ζωῆς.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΙΕ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
6: 45-53
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἠνάγκασε ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν εἰς τὸ πέραν πρὸς Βηθσαϊδάν, ἕως αὐτὸς ἀπολύσῃ τὸν ὄχλον· καὶ ἀποταξάμενος αὐτοῖς ἀπῆλθεν εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι. καὶ ὀψίας γενομένης ἦν τὸ πλοῖον ἐν μέσῳ τῆς θαλάσσης, καὶ αὐτὸς μόνος ἐπὶ τῆς γῆς. καὶ ἰδὼν αὐτοὺς βασανιζομένους ἐν τῷ ἐλαύνειν· ἦν γὰρ ὁ ἄνεμος ἐναντίος αὐτοῖς· καὶ περὶ τετάρτην φυλακὴν τῆς νυκτὸς ἔρχεται πρὸς αὐτοὺς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης, καὶ ἤθελε παρελθεῖν αὐτούς. οἱ δὲ ἰδόντες αὐτὸν περιπατοῦντα ἐπὶ τῆς θαλάσσης ἔδοξαν φάντασμα εἶναι, καὶ ἀνέκραξαν· πάντες γὰρ αὐτὸν εἶδον καὶ ἐταράχθησαν· καὶ εὐθέως ἐλάλησε μετ’ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι, μὴ φοβεῖσθε. καὶ ἀνέβη εἰς τὸ πλοῖον πρὸς αὐτοὺς, καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος· καὶ λίαν ἐκ περισσοῦ ἐν ἑαυτοῖς ἐξίσταντο καὶ ἐθαύμαζον. οὐ γὰρ συνῆκαν ἐπὶ τοῖς ἄρτοις, ἀλλ’ ἦν αὐτῶν ἡ καρδία πεπωρωμένη. Καὶ διαπεράσαντες ῆλθον ἐπὶ τὴν γῆν Γεννησαρὲτ.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ, ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
2:23 – 3:5
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπορεύετο ὀ Ἰησοῦς τοῖς σάββασι διὰ τῶν σπορίμων, καὶ ἤρξαντο οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ὁδὸν ποιεῖν τίλλοντες τοὺς στάχυας. καὶ οἱ Φαρισαῖοι ἔλεγον αὐτῷ· Ἴδε τί ποιοῦσιν ἐν τοῖς σάββασιν ὃ οὐκ ἔξεστι. καὶ αὐτὸς ἔλεγεν αὐτοῖς· Οὐδέποτε ἀνέγνωτε τί ἐποίησε Δαυῒδ ὅτε χρείαν ἔσχε καὶ ἐπείνασεν αὐτὸς καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ; πῶς εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ ἐπὶ Ἀβιάθαρ ἀρχιερέως καὶ τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως ἔφαγεν, οὓς οὐκ ἔξεστι φαγεῖν εἰ μὴ τοῖς ἱερεῦσι, καὶ ἔδωκε καὶ τοῖς σὺν αὐτῷ οὖσι; καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Τὸ σάββατον διὰ τὸν ἄνθρωπον ἐγένετο, οὐχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ σάββατον· ὥστε κύριός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ σαββάτου. Καὶ εἰσῆλθε πάλιν εἰς τὴν συναγωγήν· καὶ ἦν ἐκεῖ ἄνθρωπος ἐξηραμμένην ἔχων τὴν χεῖρα. καὶ παρετήρουν αὐτὸν εἰ τοῖς σάββασι θεραπεύσει αὐτόν, ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ. καὶ λέγει τῷ ἀνθρώπῳ τῷ ἐξηραμμένην ἔχοντι τὴν χεῖρα· Ἔγειρε εἰς τὸ μέσον. καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἔξεστιν τοῖς σάββασιν ἀγαθοποιῆσαι ἢ κακοποιῆσαι; ψυχὴν σῶσαι ἢ ἀποκτεῖναι; οἱ δὲ ἐσιώπων. καὶ περιβλεψάμενος αὐτοὺς μετ’ ὀργῆς, συλλυπούμενος ἐπὶ τῇ πωρώσει τῆς καρδίας αὐτῶν, λέγει τῷ ἀνθρώπῳ· Ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου. καὶ ἐξέτεινε, καὶ ἀποκατεστάθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ ὑγιὴς ὡς ἡ ἄλλη.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Μνήμη του Αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπω (23 Ιανουαρίου)
Μνήμη του Οσίου Διονυσίου του εν Ολύμπω
Ἐν σαρκὶ ὡς ἄσαρκος ἔζησας Πάτερ,
Καὶ τοῖς ἀσάρκοις νῦν συνευφραίνῃ Νόοις.
Εἰκάδι Διονύσιος ἔβη τριτάτῃ Πόλον ἐκ γῆς
Ο Άγιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω, προστάτης και πολιούχος της Πιερίας, γεννήθηκε περίπου το 1500 μ. Χ. στη Θεσσαλία στο χωριό Σκλάταινα ή Σθλάτενα ή Πλάτινα, σήμερα αποκαλούμενο Δρακότρυπα, της επαρχίας Φαναρίου. Ο πατέρας του Αγίου ονομαζόταν Νικόλαος και η μητέρα του Θεοδώρα. Ήταν φτωχοί, αλλά πολύ ευσεβείς. Ο πατέρας του Αγίου παράλληλα με τις γεωργικές και κτηνοτροφικές του εργασίες ήταν και σφυροκόπος (σπαθοποιός).
Ο Άγιος που το κοσμικό του όνομα ήταν Δημήτριος Καλέτσης ήταν παιδί της προσευχής. Σύμφωνα με παράδοση που υπάρχει στη γενέτειρά του, Τετάρτη και Παρασκευή δεν θήλαζε. Επίσης οι γονείς του, όταν ακόμα ήταν βρέφος και κοιμόταν, έβλεπαν από πάνω του ένα φωτεινό Σταυρό που λαμποκοπούσε σαν τον ήλιο. Αυτό, έλεγαν, ότι ήταν σημείο που φανέρωνε την κατά Θεό προκοπή του, όταν θα μεγάλωνε.
Σε ηλικία επτά ετών τον έστειλαν στο σχολείο, όπου και φάνηκε πολύ επιμελής. Κυρίως όμως προσπαθούσε να μελετά και να συμμορφώνεται με τις εντολές της Αγίας Γραφής, την οποία συνεχώς διάβαζε. Επίσης μελετούσε και τους βίους των Αγίων, τη ζωή των οποίων προσπαθούσε να μιμηθεί.
Η τοπική παράδοση της Σκλάταινας αναφέρει ότι στα διαλείμματα, στο σχολείο, ο Άγιος συγκέντρωνε τους ήσυχους και επιμελείς μαθητές και τους μιλούσε για την πίστη μας. Ένας μαθητής είπε το γεγονός αυτό στο δάσκαλό τους. Ο Άγιος, παρά τις συμβουλές του δασκάλου του να παίζει στα διαλείμματα, συνέχισε τη θεάρεστη ασχολία του. Μια μέρα ο δάσκαλός του, επειδή δεν βγήκε στο διάλειμμα, για να τον τιμωρήσει τον πέταξε από το παράθυρο. Στο μέρος που πάτησε ο Άγιος έμεινε αποτύπωμα του ποδιού του, το οποίο κατά τις βεβαιώσεις των κατοίκων σωζόταν μέχρι πριν από λίγα χρόνια.
Σε πολύ νεαρή ηλικία πήρε τη μεγαλύτερη απόφαση της ζωής του. Να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Θεό, γινόμενος μοναχός. Εκείνο τον καιρό πέρασε από το χωριό του ένας μοναχός από τα Μετέωρα, ονομαζόμενος Άνθιμος. Μετά από πολύωρη συζήτηση αποφάσισε να τον ακολουθήσει.
Στα Μετέωρα υποτάχθηκε σε έναν πολύ ενάρετο μοναχό ονόματι Σάββα ο οποίος τον ρασοφόρεσε και τον ονόμασε Δανιήλ. Εκεί ο Άγιος επιδόθηκε στην προσευχή, τη νηστεία και τη μελέτη, φθάνοντας σε μεγάλο πνευματικό ύψος.
Μια μέρα ο ηγούμενος του μοναστηριού τον έστειλε να ανακατέψει το καζάνι με τον τραχανά. Όταν έφτασε στο μαγειριό είδε το φαγητό να είναι φουσκωμένο κι έτοιμο να χυθεί έξω. Επειδή δεν προλάβαινε να πάρει την κουτάλα, αναγκάστηκε να ανακατέψει το καζάνι με τα χέρια του. Έκπληκτοι οι πατέρες που ήταν εκεί είδαν ότι ο Άγιος δεν έπαθε τίποτα.

Αφ’ ενός το παραπάνω γεγονός το οποίο τον ανέβασε πολύ ψηλά στη συνείδηση των συμμοναστών του, αφ’ ετέρου ο πόθος του να μονάσει στο Άγιο Όρος για περισσότερη άσκηση και ησυχία, τον οδήγησαν μια νύχτα κρυφά να φύγει από το μοναστήρι. Μάλιστα πήδησε από ένα βράχο χωρίς να πάθει το παραμικρό.
Μετά από πολύ κόπο έφθασε στο περιβόλι της Παναγίας μας και συγκεκριμένα στις Καρυές, όπου υποτάχθηκε στο γέροντα Γαβριήλ τον πνευματικό, τον ικανό Πρώτο του Αγίου Όρους (1517 – 1518) ο οποίος έζησε κοντά στον Άγιο Νήφωνα τον Β΄. Ο Ιερομόναχος Γαβριήλ δεν τον κράτησε στην αρχή κοντά του, εξ’ αιτίας κανόνος που απαγόρευε την παραμονή των αγενείων στο Άγιο Όρος. Τον έστειλε στη γειτονική Χαλκιδική, στο χωριό Άγιος Μάμας, όπου έμεινε κοντά στον επίσκοπο Κασσανδρείας Ιάκωβο για ένα χρόνο περίπου. Μόλις άρχισαν να φυτρώνουν τα γένια του επέστρεψε στο Άγιο Όρος.
Με πολύ μεγάλη συγκίνηση ο Άγιος στις 12 Ιουλίου, πιθανώς του 1512, εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός και από Δανιήλ μετονομάστηκε Διονύσιος. Λίγο αργότερα χειροτονήθηκε Διάκονος από τον επίσκοπο Ιερισού και Αγίου Όρους. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του γέροντά του Γαβριήλ στη Βλαχία το 1517, όπου τον είχε καλέσει μαζί με όλους τους Αγιορείτες ηγουμένους ο φίλος του ηγεμόνας Νεάγκος Βασαράβας, ο Άγιος Διονύσιος έκλινε τα γόνατά του για δεύτερη φορά ενώπιον του φρικτού θυσιαστηρίου και έλαβε το δεύτερο βαθμό της Ιερωσύνης, αυτόν του Πρεσβυτέρου. Επί μία διετία εφημέρευσε στον πανίερο Ναό του Πρωτάτου.
Στην Αθωνική πρωτεύουσα ο Άγιος παρέμεινε περίπου δέκα χρόνια. Μόλις επέστρεψε ο γέροντας του Γαβριήλ από τη Βλαχία, ζήτησε να απομακρυνθεί από το Πρωτάτο. Αφού έλαβε την ευλογία του, πορεύθηκε στη Σκήτη του Καρακάλου όπου έχτισε Ναό αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα και κελί. Εκεί επιδόθηκε περισσότερο στην προσευχή, τη νηστεία και την αγρυπνία. Τροφή του ήταν η μελέτη της αγίας Γραφής και λίγα κάστανα. Χαρακτηριστική επίσης ήταν και η ακτημοσύνη του. Η πόρτα του δεν είχε κλειδαριά.
Ο Άγιος είχε μεγάλη επιθυμία να επισκεφθεί τους Αγίους Τόπους. Κάποτε η επιθυμία του αυτή πραγματοποιήθηκε και έλαβε μεγάλη ψυχική ωφέλεια και χαρά. Μάλιστα στο ταξίδι του αυτό δέχθηκε δυο τιμητικές προτάσεις για το επισκοπικό αξίωμα. Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δωρόθεος και ο Μητροπολίτης Ικονίου, εκτιμώντας τις αρετές και την πνευματικότητά του, θέλησαν να τον κρατήσουν ο καθένας για διάδοχό του. Ο Άγιος Διονύσιος και στους δύο αρνήθηκε και επέστρεψε στο ερημικό ησυχαστήριό του στον Άθωνα. Στο κελί του Αγίου πολλά θαυμαστά σημεία συνέβαιναν. Όταν θέλησε να μεγαλώσει το εκκλησάκι, Άγγελοι τον βοηθούσαν στη μεταφορά των πετρών. Άγγελος επίσης τον επισκέφθηκε, παραμονή της Τυροφάγου, και του πρόσφερε φρέσκα ψάρια και τυρί. Κάποτε κάποιος ληστής θέλησε να τον σκοτώσει, για να του ληστέψει το κελί που, όπως νόμιζε, θα είχε αρκετά χρήματα. Έστησε καρτέρι σε ένα κοντινό χείμαρρο και περίμενε να περάσει ο Άγιος. Η ώρα όμως περνούσε και ο Άγιος δεν φαινόταν. Τότε πήγε στο κελί του και τον είδε μέσα. Όταν ο Άγιος, απαντώντας σε ερώτησή του, του είπε πως πέρασε από μπροστά του, εκείνος θαύμασε, διότι τυφλώθηκε και δεν τον είδε. Στη συνέχεια μετανόησε, εξομολογήθηκε και, αφού τον συμβούλεψε κατάλληλα ο Άγιος, αποφάσισε να γίνει και μοναχός.

Μετά από επίμονη παράκληση των πατέρων της Ιεράς Μονής Φιλοθέου, ενθρονίστηκε ηγούμενός της. Για την ανόρθωση των οικονομικών της Μονής ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, από όπου επέστρεψε με αρκετά χρήματα και νέους μοναχούς. Στη Μονή προσπάθησε να επιβάλλει τάξη και ευπρέπεια. Από ιδιόρρυθμη την μετέτρεψε σε κοινοβιακή και από Βουλγάρικη σε Ελληνική. Στην προσπάθειά του όμως αυτή συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις και μίσος από του Βούλγαρους. Έτσι αποφάσισε να αφήσει το Άγιο Όρος και εγκαταβίωσε στη Σκήτη Βεροίας με μια μικρή συνοδεία Φιλοθεϊτών, όπου και μετέφερε το πνεύμα του Αγίου Όρους.
Στη Βέροια εκείνο τον καιρό εκοιμήθη ο επίσκοπός της Ματθαίος. Τότε όλοι οι κάτοικοι και οι άρχοντες τον παρακαλούσαν να γίνει επίσκοπός τους. Ο Άγιος για τρίτη φορά αρνήθηκε να χειροτονηθεί Επίσκοπος και αναχώρησε για περισσότερη ησυχία στον Όλυμπο. Εκεί έχτισε ωραιότατο μοναστήρι και Ναό, αλλά δεν τον είχε ακόμη αφιερώσει σε κάποιον Άγιο. Μετά από προσευχή, κάποιο πρωινό, καθώς ανέτειλε ο ήλιος φάνηκε πάνω από το Ναό ένας κύκλος και τρεις ηλιακές ακτίνες. Έτσι αφιέρωσαν το Ναό στην Αγία Τριάδα και με τον καιρό μαζεύτηκαν αρκετοί μοναχοί.
Η οικοδομική όμως δραστηριότητα του Αγίου εξόργισε τον Τούρκο άρχοντα της περιοχής, διότι έχτιζαν χωρίς την άδειά του. Έτσι έφυγαν και πήγαν στο Πήλιο όπου έχτισαν κι εκεί Ναό και κελιά.
Από την ημέρα της φυγής του όμως δεν έβρεξε στον Όλυμπο. Τότε, και αφού εν τω μεταξύ συνέβησαν και άλλα σημεία, λόγω της φυγής του, οι πρόκριτοι πήγαν να ξαναφέρουν τον Άγιο πίσω. Ο Άγιος επέστρεψε στον Όλυμπο όπου έγινε δεκτός με τιμές και ο Τούρκος άρχοντας τον εφοδίασε με έγγραφη άδεια ανοικοδομήσεως Ναού και κελιών.
Πρέπει να αναφέρουμε πως ο Άγιος από μικρός ασκήθηκε στην καλλιγραφία, την Αγιογραφία και την υμνογραφία. Σίγουρα δε ως γέροντας στο μοναστήρι, θα ίδρυσε σχολή Αγιογραφίας και αντιγραφής κωδίκων, αφού αυτό επέβαλαν και οι ουσιαστικές πνευματικές και εκπαιδευτικές ανάγκες των χρόνων της τουρκοκρατίας.
Ο Άγιος Διονύσιος για ένα διάστημα ασκήτεψε και στο μέχρι σήμερα σωζόμενο σπήλαιο, παρακάτω από το μοναστήρι της Αγίας Τριάδος, όπου υπάρχει και το Αγίασμα. Είχε δε τη συνήθεια να ονοματίζει τις γύρω από το μοναστήρι περιοχές με ονόματα των Αγίων Τόπων, όπως Γολγοθάς, Όρος των Ελαιών, Άγιος Λάζαρος και άλλα. Δύο φορές το χρόνο συνήθιζε να ανεβαίνει στην κορυφή του Ολύμπου, στα εορτάζοντα Παρεκκλήσια, του Προφήτου Ηλία στις 20 Ιουλίου και της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στις 6 Αυγούστου.
Έφτασε κάποτε και στιγμή που ο Κύριός μας θα τον καλούσε κοντά Του. Λίγες ημέρες νωρίτερα τον πληροφόρησε, για να ετοιμαστεί. Τότε βρισκόταν σε κάποιο μοναστήρι του Πηλίου. Εκεί, την ώρα του μεσονυκτικού, είδε όραμα. Του απεκάλυψε ο Θεός τον θάνατό του. Αποχαιρέτησε τότε τους πατέρες και αναχώρησε για το αγαπημένο μοναστήρι του στον Όλυμπο. Πριν φύγει είπε στους μοναχούς του Πηλίου:
– Αδελφοί και πατέρες και τέκνα μου, ο καιρός της τελευτής μου έφθασε, όπως με πληροφόρησε ο Θεός. Σας παραγγέλλω, λοιπόν, να μην αμελείτε την ψυχή σας, αλλά να μετανοείτε για τις αμαρτίες σας, έως ότου έχετε καιρό, για να γλιτώσετε την κόλαση και να αξιωθείτε να απολαύσετε την αιώνια αγαλλίαση.
Μόλις έφθασε στον Όλυμπο, οι πατέρες τον υποδέχθηκαν με χαρά. Εκείνος όμως δεν κάθισε στο μοναστήρι, αλλά κατέφυγε στον «Γολγοθά», χωρίς θέρμανση και σκεπάσματα. Ας ήταν χειμώνας.
Εκεί μελετούσε μέρα και νύχτα τα ιερά βιβλία και έψαλε ύμνους στο Θεό. Ήταν Ιανουάριος μήνας και χιόνιζε και ο Άγιος ήταν χωρίς ζεστασιά. Όπως ήταν φυσικό, από το πολύ κρύο, αρρώστησε. Μετά από πίεση των αδελφών της Μονής, δέχθηκε να τον μεταφέρουν στο κοινόβιο, αλλά δεν έμεινε μέσα στο μοναστήρι. Πήγε στο σπήλαιο του Αγίου Λαζάρου.
Οι πατέρες τον περιποιήθηκαν με αγάπη περισσή κι εκείνος τους έδωσε σαν στοργικός πατέρας τις συμβουλές του. Τους συμβούλεψε πως πρέπει να φυλάγουν τους κανόνες της μοναχικής ζωής. Μαζεύτηκαν τότε κοντά του οι μοναχοί και του είπαν:
– Η διαθήκη που μας άφησες, άγιε πατέρα μας, είναι σε μερικά σημεία βαριά.
Τότε ο Άγιος τους αποκρίθηκε:
– Όσα είναι καλά και εύλογα, φυλάξτε τα. Όσα όμως είναι βαριά, αφήστε τα. Όμως σας δίνω μία παραγγελία, να βαδίζετε σύμφωνα με το τυπικό του Αγίου Όρους. Να αγωνίζεστε όσο μπορείτε και ο Κύριος θα σας κυβερνήσει αντί εμού. Να έχετε αγάπη, υπομονή και ταπείνωση. Να φυλάγετε αγόγγυστα τη σιωπή, την προσευχή και τις νηστείες που μας παρέδωσαν οι Άγιοι Πατέρες. Να κάνετε μάλιστα και όσες περισσότερες μπορείτε.
Κανένας σας να μην είναι ανυπότακτος και ιδιόρρυθμος. Αυτό είναι το χειρότερο από όλα τα αμαρτήματα, διότι όποιος κοινοβιάτης έχει ρούχα και χρήματα περισσότερα από τους άλλους, δεν αξιώνεται της Ουρανίου αγαλλιάσεως. Εάν τυχόν βρεθεί κανένας τέτοιος, να τον διώχνετε από το μοναστήρι, για να μην παρασυρθούν και άλλοι.
Να εξομολογείστε συχνά τους λογισμούς σας, για να μην φωλιάζουν στις ψυχές σας οι δαίμονες. Αλλά και εάν δύο ψυχραθούν, να συμφιλιωθούν πριν βασιλέψει ο ήλιος, όπως λέει η Αγία Γραφή.
Να εργάζεστε όλοι εργόχειρο, ο καθένας ό,τι ξέρει και μπορεί. Όποιος όμως μπορεί και δεν εργάζεται, εκείνος να μην τρώει, όπως λέει ο Απόστολος. Όποιος θέλει να φύγει από το μοναστήρι, να το λέει νωρίτερα στον ηγούμενο, ώστε να λαμβάνει συγχώρηση. Εάν όμως φύγει κρυφά, ας είναι το αμάρτημα στην ψυχή του και εγώ θα είμαι αθώος της απωλείας του.
Οι νεώτεροι να υποτάσσονται στους γέροντες και οι γέροντες να τους συμβουλεύουν.
Τον ασθενή να τον φροντίζετε σαν μέλος σας.
Να μην έχετε φιλία με νεώτερο, ούτε να πηγαίνετε ο ένας στο κελί του άλλου, για να μην τον εμποδίζετε.
Να έχετε αγάπη αναμεταξύ σας. Εάν έτσι πολιτευτείτε, θα αξιωθείτε της Βασιλείας των Ουρανών, για να συνεφραίνεσθε πάντα με το Δεσπότη Χριστό και όλους τους Αγίους. Εάν μάλιστα βρω κι εγώ παρρησία προς Αυτόν, θα παρακαλώ για εσάς πάντοτε. Σαν καλό σημάδι ότι ο Χριστός δέχθηκε τους κόπους μου, θα είναι η αύξηση των μοναστηριών, τα οποία έχτισα με πολλούς κόπους και ιδρώτες και για τα οποία τόσο πολύ βασανίστηκα.
Μετά από εκτενή και θερμή προσευχή, παρέδωσε το πνεύμα στο Θεό στις 23 Ιανουαρίου. Το τίμιο λείψανό του ενταφίασαν με πολλά δάκρυα οι πατέρες στο νάρθηκα του Ναού που ο ίδιος έχτισε. Μετά από λίγα χρόνια άνοιξαν τον τάφο και βρήκαν το Άγιο λείψανο να ευωδιάζει από άρρητη ευωδία.
Αργότερα οι πατέρες της Μονής έλαβαν από τα ευωδιάζοντα Άγια λείψανα την κάρα, την σιαγόνα και την δεξιά χείρα. Στις 12 Ιουλίου 1890 στη Νιγρίτα Σερρών κλάπηκε δυστυχώς η κάρα του Αγίου Διονυσίου, όπου είχε μεταφερθεί για προσκύνημα. Τα Ιερά λείψανα του Αγίου σκορπούν άρρητη ευωδία και επιτελούν με τη χάρη του Θεού πολλά θαύματα.
Σχετικά με την ιστορική Μονή της Αγίας Τριάδος Ολύμπου, την οποία έχτισε ο Άγιος Διονύσιος , πρέπει να αναφέρουμε ότι το 1943 βομβαρδίστηκε και ανατινάχτηκε από τους Γερμανούς. Έτσι καταστράφηκαν και σπάνια κειμήλια, Ιερά σκεύη, άμφια, βιβλία, χειρόγραφα κ.λ.π.
Σήμερα στη θέση του παλαιού μετοχίου (Σκάλας) λειτουργεί η νέα Ιερά Μονή του Αγίου Διονυσίου, ενώ καταβάλλονται προσπάθειες για την αναστήλωση της παλαιάς Μονής.
Η μνήμη του Αγίου Διονυσίου του εν τω Ολύμπω, εορτάζεται στις 23 Ιανουαρίου.
Πηγή: https://www.oodegr.com/oode/synaxaristis/dionysios_olympw_1.htm










