Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΙΣ ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΑΣ (ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ)
Πρὸς Θεσσαλονικεῖς Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τό ᾽Ἀνάγνωσμα
4: 13-17

Ἀδελφοί, οὐ θέλομεν ὑμᾶς ἀγνοεῖν περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα. Εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι ᾿Ιησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ. Τοῦτο γὰρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας· ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ᾿ οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΠΡΟ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
21: 15-25

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν ὁ Ἰησοῦς τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν καὶ λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ· Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με πλέον τούτων; λέγει αὐτῷ· Ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· Βόσκε τὰ ἀρνία μου. λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον· Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με; λέγει αὐτῷ· Ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· Ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον· Σίμων Ἰωνᾶ, φιλεῖς με; ἐλυπήθη ὁ Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον, φιλεῖς με, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, σὺ πάντα οἶδας, σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Βόσκε τὰ πρόβατά μου. ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες σεαυτὸν καὶ περιεπάτεις ὅπου ἤθελες· ὅταν δὲ γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς χεῖράς σου, καὶ ἄλλος σε ζώσει, καὶ οἴσει ὅπου οὐ θέλεις. τοῦτο δὲ εἶπε σημαίνων ποίῳ θανάτῳ δοξάσει τὸν Θεόν. καὶ τοῦτο εἰπὼν λέγει αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι. ἐπιστραφεὶς δὲ ὁ Πέτρος βλέπει τὸν μαθητὴν ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς ἀκολουθοῦντα, ὃς καὶ ἀνέπεσεν ἐν τῷ δείπνῳ ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ καὶ εἶπε· Κύριε, τίς ἐστιν ὁ παραδιδούς σε; τοῦτον ἰδὼν ὁ Πέτρος λέγει τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, οὗτος δὲ τί; λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; σύ ἀκολούθει μοι. ἐξῆλθεν οὖν ὁ λόγος οὗτος εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ὅτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνήσκει· καὶ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἀποθνήσκει, ἀλλ’ Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων καὶ γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ. ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ’ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. Ἀμήν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Πεντηκοστή: (Συλλογή κειμένων – ομιλιών)

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ ὀγδόῃ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, τὴν ἁγίαν Πεντηκοστὴν ἑορτάζομεν

Πνοῇ βιαίᾳ γλωσσοπυρσεύτως νέμει,
Χριστὸς τὸ θεῖον Πνεῦμα τοῖς Ἀποστόλοις.
Ἐκκέχυται μεγάλῳ ἑνὶ ἤματι Πνεῦμ’ ἁλιεῦσι.

Πεντηκοστή. Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

«Εὐλογητὸς εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ δι’ αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι.»

Ταῖς τῶν ἁγίων Ἀποστόλων πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Ύμνοι Πεντηκοστής

Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς

Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ τελέσθηκε στὴν ἱερὰ μονὴ Ἁγίου Γεωργίου Μαυροβουνίου, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Κιτίου (23.06.2024).

Τὰ Ψυχοσάββατα: Ποιὰ εἶναι, πότε καὶ γιατί τελοῦνται

Μέσα στὴν ἰδιαίτερη μέριμνά της γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ἡ ἁγία Ὀρθόδoξη Ἐκκλησία μας ἔχει καθορίσει ξεχωριστὴ ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος γι᾿ αὐτούς. Κάθε Σάββατο δηλαδή.

Ὅπως ἡ Κυριακὴ εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἔτσι καὶ τὸ Σάββατο εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν κεκοιμημένων, γιὰ νὰ τοὺς μνημονεύουμε καὶ νὰ ἔχουμε (ἐπι)κοινωνία μαζί τους. Σὲ κάθε προσευχὴ καὶ ἰδιαίτερα στὶς προσευχὲς τοῦ Σαββάτου ὁ πιστὸς μνημονεύει τοὺς οἰκείους, συγγενεῖς καὶ προσφιλεῖς, ἀλλὰ ζητᾶ καὶ τὶς προσευχὲς τῆς Ἐκκλησίας γι᾿ αὐτούς.

Στὸ δίπτυχο (χαρτάκι), ποὺ φέρνουμε μαζὶ μὲ τὸ προσφορο γιὰ τὴ θεία Λειτουργία, ἀναγράφονται τὰ ὀνόματα τῶν ζώντων καὶ τῶν κεκοιμημένων, τὰ ὁποῖα μνημονεύονται.

Σὲ ἐτήσια βάση ἡ Ἐκκλησία ἔχει καθορίσει δύο Σάββατα, τὰ ὁποῖα ἀφιερώνει στοὺς κεκοιμημένους της. Εἶναι τὰ Ψυχοσάββατα. Τὸ ἕνα πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω καὶ τὸ ἄλλο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς.

Τὸ Ψυχοσάββατο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω ἔχει τὸ ἑξῆς νόημα: Ἡ ἑπομένη ἡμέρα εἶναι ἀφιερωμένη στὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Ἐκείνη τὴ φοβερὴ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι θὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ μεγάλου Κριτή. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ μὲ τὸ Μνημόσυνο τῶν κεκοιμημένων ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ γίνει ἵλεως καὶ νὰ δείξει τὴν συμπάθεια καὶ τὴν μακροθυμία του, ὄχι μόνο σὲ μᾶς ἀλλὰ καὶ στοὺς προαπελθόντας ἀδελφούς, καὶ ὅλους μαζὶ νὰ μᾶς κατατάξει στὴν Ἐπουράνια Βασιλεία Του.

Μὲ τὸ δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται ἡ πίστη μας γιὰ τὴν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τὴν ἵδρυση καὶ τὰ γενέθλια (ἐπὶ γῆς) γιορτάζουμε κατὰ τὴν Πεντηκοστή. Μέσα στὴ μία Ἐκκλησία περιλαμβάνεται ἡ στρατευομένη ἐδῶ στὴ γῆ καὶ ἡ θριαμβεύουσα στοὺς οὐρανούς.

Ὁ λόγος ποὺ τὰ καθιέρωσε ἡ Ἐκκλησία μας, παρ᾿ ὅτι κάθε Σάββατο εἶναι ἀφιερωμένο στοὺς κεκοιμημένους, εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἐπειδὴ πολλοὶ κατὰ καιροὺς ἀπέθαναν μικροὶ σὲ ἡλικία ἢ στην ξενιτιὰ ἢ στὴν θάλασσα ἢ στὰ ὄρη καὶ τοὺς κρημνοὺς ἢ καὶ μερικοί, λόγῳ πτωχείας, δὲν ἀξιώθηκαν τῶν διατεταγμένων μνημοσύνων, «οἱ θεῖοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι ἐθέσπισαν τὸ μνημόσυνο αὐτὸ ὑπὲρ πάντων τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος εὐσεβῶς τελευτησάντων Χριστιανῶν». Συγχρόνως δέ, ἐνθυμούμενοι καὶ ἐμεῖς τὸν θάνατο, «διεγειρόμεθα πρὸς μετάνοιαν».

Γιὰ τὴν ἱστορία καὶ μόνο ἂς γνωρίζουμε ὅτι: «Ἡ καθιέρωσις τοῦ Σαββάτου πρὸ τῶν Ἀπόκρεω ὡς Ψυχοσαββάτου ἐγένετο μᾶλλον κατ᾿ ἀπομίμησιν τοῦ Σαββάτου πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς, ὡς μόνου προϋπάρχοντος».

Ἡ ὠφέλεια ἀπὸ τὰ μνημόσυνα

Σύμφωνα μὲ ὁμόφωνη ἁγιοπατερικὴ μαρτυρία τὴν ὁποία ἐπιβεβαιώνει ἡ ἀδιάκοπη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση αἰώνων, οἱ εὐχὲς γιὰ τοὺς νεκροὺς θεσπίστηκαν ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους. Ἡ θέσπιση αὐτὴ ἔχει δύο βασικὰ θεμέλια: α) τὴν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας ὡς κοινωνίας ἁγίων, ποὺ ἀποτελεῖται ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ζωντανοὺς ἀλλὰ καὶ τοὺς «κεκοιμημένους» χριστιανοὺς καὶ β) τὴν πίστη στὴν μεταθανάτια ζωή, τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν τελικὴ κρίση.

Ἤδη στὶς Ἀποστολικὲς Διδαχὲς βρίσκεται ἡ διάκριση τῶν μνημοσύνων σὲ «τρίτα», «ἔνατα», «τεσσαρακοστὰ» καὶ ἐνιαύσια» (ἐτήσια), ἀνάλογα μὲ τὸ χρόνο τελέσεώς τους ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου.

Πολλοὶ συμβολισμοὶ τῶν ἐπιμέρους μνημοσύνων ἀναφέρονται ἀπὸ τοὺς πατέρες. Οἱ κυριότεροι εἶναι οἱ ἑξῆς: Τὰ «τριήμερα» συμβολίζουν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μετὰ τὴν τριήμερη παραμονή Του στὸν τάφο καὶ τελοῦνται μὲ τὴν εὐχὴ ν᾿ ἀναστηθεῖ καὶ ὁ νεκρὸς στὴν οὐράνια βασιλεία. Τὰ «ἐννιάμερα» τελοῦνται γιὰ τὰ ἐννέα τάγματα τῶν αΰλων ἀγγέλων, μὲ τὴν εὐχὴ νὰ βρεθεῖ κοντά τους ἡ ἄϋλη ψυχὴ τοῦ νεκροῦ. Τὰ «τεσσαρακονθήμερα» τελοῦνται γιὰ τὴν Ἀναλήψη τοῦ Κυρίου, ποὺ ἔγινε σαράντα μέρες μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, μὲ τὴν εὐχὴ νὰ «ἀναληφθεῖ» καὶ ὁ νεκρός, νὰ συναντήσει τὸ Χριστὸ στοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ ζήσει γιὰ πάντα μαζί Του. Τὰ «ἐτήσια», τέλος, τελοῦνται τὴν ἐπέτειο ἡμέρα τοῦ θανάτου, σὲ ἀνάμνηση τῶν γενεθλίων τοῦ νεκροῦ, καθώς, γιὰ τοὺς πιστοὺς χριστιανούς, ἡμέρα τῆς ἀληθινῆς γεννήσεως εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ σωματικοῦ θανάτου καὶ τῆς μεταστάσεως στὴν αἰώνια ζωή. Μνημόσυνα, ἀντίστοιχα μὲ τὰ παραπάνω, τελοῦνται τὸν τρίτο, ἕκτο καὶ ἔνατο μῆνα ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου («τρίμηνα», «ἑξάμηνα», «ἐννεάμηνα»).

Τὴν μεγαλύτερη ὠφέλεια στοὺς νεκροὺς τὴν προξενεῖ ἡ τέλεση τῆς θείας εὐχαριστίας στὴ μνήμη τους, γιατὶ τότε, μὲ τὶς μερίδες τους στὸ ἅγιο δισκάριο, «ἐνώνονται ἀόρατα μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἐπικοινωνοῦν μαζί Του καὶ παρηγορούνται καὶ σώζονται καὶ εὐφραίνονται ἐν Χριστῷ» (ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης).

Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ εἰδικὰ γιὰ κάθε νεκρὸ μνημόσυνα, ἡ Ἐκκλησία ἔχει στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες της, γενικὲς δεήσεις γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ὅπως εἶναι λ.χ. τὸ νεκρώσιμο μέρος τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεσονυκτικοῦ καὶ οἱ σχετικὲς ἀναφορὲς στὶς «ἐκτενεῖς δεήσεις» τοῦ Ἑσπερινοῦ, τοῦ Ὄρθρου καὶ τῆς Θείας Λειτουργίας.

Πρέπει νὰ σημειωθεῖ, ἂν καὶ αὐτονόητο, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τελεῖ μνημόσυνα μόνο γιὰ τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανοὺς ποὺ κοιμήθηκαν μέσα στοὺς κόλπους της.

Μόρφου Νεόφυτος: Οἱ Νεομάρτυρες Διάκονοι τοῦ Ἁγίου Μάμα στὴ Μόρφου (29.05.2022)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς ἑορτῆς τῶν ἁγίων νεομαρτύρων τῆς Μορφου Γαβριὴλ (Μακρύδιακου) καὶ Χριστοφόρου ἱεροδιακόνων, ποὺ τελέσθηκε στὸ ἱερὸ παρεκκλήσιο Ἁγίου Νεκταρίου Ἐπισκόπου Πενταπόλεως τοῦ θαυματουργοῦ τοῦ Πολυδύναμου Κέντρου ἡ «Σολέα» στὴν κοινότητα Εὐρύχου, τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (29.05.2022).

Τὸ ἀπολυτίκιο τῶν Νεομαρτυρων ψάλλει ὁ Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος.

Οἱ ἅγιοι νεομάρτυρες καὶ διάκονοι τῆς Μονῆς Ἁγίου Μάμαντος Μόρφου Γαβριὴλ Μακρύδιακος καὶ Χριστοφόρος (30 Μαΐου)

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ, Πρωτοσυγκέλλου τῆς Ἱ. Μ. Μόρφου

Α. Γαβριὴλ Μακρύδιακος, μοναχὸς καὶ διάκονος τῆς ἱερᾶς μονῆς Ἁγίου Μάμαντος, νεομάρτυς, ὁ ἐκ Μόρφου (†1750)

Βασικὴ γραπτὴ πηγὴ γιὰ τὰ λιγοστὰ ἀλλὰ σημαντικὰ διασωζόμενα στοιχεῖα τοῦ βίου καὶ τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἁγίου ἐνδόξου νεομάρτυρος Γαβριὴλ Μακρυδιάκου ἀποτελεῖ σχετικὴ διήγηση σὲ σητόβρωτο χειρόγραφο βιβλίο χρονογραφίας ἱερέως τινὸς ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀργάκι Μόρφου (ἀγνώστων στοιχείων καὶ χρονολογίας), τὸ ὁποῖο ἀνεῦρε ὁ διανοούμενος ἀγρότης Χατζηματθαῖος Χατζηνικολάου, ἐπίσης ἀπὸ τὸ Ἀργάκι, καὶ ἐξέδωσε ὁ Μορφίτης διδάσκαλος καὶ μουσικὸς Κώστας Καλαθᾶς. Παράλληλα, ἐπέζησε καὶ ἡ ἀνάλογη προφορικὴ παράδοση, τὴν ὁποία κατέθεσεν ἀρχικὰ ὁ δημοσιογράφος Γεώργιος Λαντίδης σὲ συνέντευξή του στὸ Ραδιοφωνικὸ Ἵδρυμα Κύπρου τὸ 1988, κατὰ τὸν Αὔγουστο δὲ τοῦ 2020, ὁ ἐπίσκοπος Κυρήνης Ἀθανάσιος (Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας), ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν εὐγενὴ καλωσύνη νὰ γνωστοποιήσει στὴ Συνοδικὴ Ἐπιτροπὴ Ἔνταξης Ἁγίων στὸ Ἁγιολόγιο, κατόπιν παράκλησης τοῦ Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου, στοιχεῖα σχετικὰ μὲ τὸ πρόσωπο καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ νεομάρτυρος αὐτοῦ.

*   *   *

Ὁ ἅγιος καλλίνικος νεομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Γαβριήλ, ποὺ παρέμεινε γνωστὸς στοὺς πολλοὺς ὡς Μακρύδιακος, ἔζησε καὶ μαρτύρησε κατὰ τὸν 18ο αἰώνα, τὴν ἐποχὴ τῆς πολυώδυνης γιὰ τὴ νῆσο περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας. Τὸ ὄνομά του Γαβριὴλ μᾶς κοινοποίησε ὁ ἀνωτέρω ἐκ Μόρφου καταγόμενος ἐπίσκοπος Κυρήνης Ἀθανάσιος. Ὁ Γαβριὴλ ὑπῆρξε γόνος τῆς κωμοπόλεως Μόρφου, ὅπου γεννήθηκε περὶ τὸ 1730, ἀπὸ ἐνάρετους γονεῖς χριστιανούς. Ὁ πατέρας του ἦταν πρεσβύτερος, ὀνόματι παπᾶ-Νικόλας. Ὑπῆρξε πρόπαππος τοῦ δικαστῆ Χριστοπούλου καὶ τοῦ Νικόλα τοῦ Διάκου, τῶν ὁποίων ὁ δεύτερος εἶχε υἱοὺς τοὺς Γεώργιο, Πολύκαρπο, Χρῆστο, Βασίλειο, Σωκράτη καὶ Ἄριστο, μὲ τὸ ἐπώνυμο Γαβριηλίδη [1]. Καὶ ἀπὸ τὸ ἐπώνυμο τῆς οἰκογένειας αὐτῆς πιστοῦται τὸ ὄνομα τοῦ Μακρυδιάκου ὡς Γαβριήλ. Περαιτέρω, στὴ Χάρτα ποὺ ὑπογράφουν Κύπριοι στὴ Βενετία τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1821, περιλαμβάνεται καὶ ὁ «Ταξίαρχος Μιχαὴλ Μακρύδιακος» [2], προφανῶς ἀπόγονος τοῦ νεομάρτυρος.

Ὁ Θεὸς εἶχε προικίσει τὸν νεομάρτυρα μὲ πλούσια καὶ ἐπίζηλα φυσικὰ χαρίσματα: Ἦταν ἄνδρας ὑψηλοῦ ἀναστήματος (ὕψους ἕξι ποδῶν), ἰσχυρῆς σωματικῆς διάπλασης, ὡραίας κατατομῆς, κοσμημένος μὲ γλυκύτατη φωνή, ἔφερε δὲ κόμην πλουσίαν μέχρι τῆς ὀσφύος. Ἕνεκα λοιπὸν τοῦ ἰδιαίτερα ὑψηλοῦ γιὰ τὴν ἐποχή του παραστήματος, παρέμεινε γνωστὸς μὲ τὸ ὄνομα Μακρύδιακος, δηλαδὴ ὁ ὑψηλὸς διάκονος. Δὲν ὑπῆρξε ὅμως μονάχα σωματικὰ τόσο πλούσια προικισμένος, ἀλλ᾽ εἶχε συνακόλουθα καὶ τὰ ψυχικὰ χαρίσματα, δηλ. σεμνότητα, ἁγνότητα, εὐλάβεια καὶ πίστη θερμὴ πρὸς τὸν Χριστό, ἕνεκα τῶν ὁποίων καὶ πόθησε νὰ ἀφιερωθεῖ στὴν ὁλόψυχη διακονία τοῦ Κυρίου. Ἔτσι, σὲ νεαρὴ ἡλικία, περίπου τῶν εἴκοσι ἐτῶν, ἔγινε μοναχὸς καὶ χειροτονήθηκε διάκονος στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Μάμαντος στὴ Μόρφου, ὅπου διακονοῦσε μὲ εὐλάβεια, κοσμώντας τὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες μὲ τὸ ἱεροπρεπές του παράστημα καὶ τὴν ἀγγελική του μελῳδία. 

Ἀλλ᾽ ἐπέπρωτο τὰ ἀνωτέρω πλούσια φυσικά του χαρίσματα νὰ γίνουν καὶ ἡ ἀφορμὴ τοῦ μαρτυρίου του. Διότι οἰ ἐγχώριοι Τοῦρκοι, γοητευμένοι ἀπὸ αὐτά, πρότειναν στὸν ἐνάρετο διάκονο νὰ ἀλλαξοπιστήσει καὶ νὰ τὸν στείλουν στὴ συνέχεια στὴν Κωνσταντινούπολη, νὰ σπουδάσει ἱεροδιδάσκαλος (χότζας). Ἐδῶ φάνηκε ἡ ὄντως πνευματικὴ τοῦ Μακρυδιάκου λεβεντιά, διότι μὲ παρρησία καὶ σταθερότητα ἀπέρριψε τὶς βδελυρὲς τῶν ἀλλοπίστων προτάσεις. Ἔντρομη ἡ οἰκογένειά του γιὰ τὰ ἀναμενόμενα ἐπακόλουθα, προσπάθησε νὰ φυγαδεύσει κρυφὰ τὸν νέο ὁμολογητὴ τοῦ Χριστοῦ. Οἱ Τοῦρκοι ὅμως τὸν ἐντόπισαν στὸ ὄχι μακρυὰ ἀπὸ τὴ Μόρφου εὑρισκόμενο χωριὸ Ἁγία Εἰρήνη, τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ἔθεσαν ὑπὸ κράτηση κατὰ τὸ ἔτος 1750. Νὰ σημειωθεῖ ὅτι πολλὲς οἰκογένειες Μορφιτῶν εἶχαν κτήματα στὸ χωριὸ τοῦτο Ἁγία Εἰρήνη, γεγονὸς ποὺ δικαιολογεῖ τὸ γιατί ὁ Γαβριὴλ διωκόμενος βρῆκε ἐκεῖ καταφύγιο.

Ὑπενθυμίζουμε στὸν φιλάγιο ἀναγνώστη πὼς ἐκείνη ἡ χρονικὴ περίοδος ὑπῆρξε ἰδιαίτερα δύσκολη γιὰ τὸν ὑπόδουλο λαὸ τῆς Κύπρου, καθὼς καὶ τὸν τότε ἐνάρετο καὶ ἀγωνιστὴ ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου Φιλόθεο τὸν ἐκ Γαλάτας (1734-1759), ὁ ὁποῖος ποικιλότροπα διώχθηκε, συκοφαντήθηκε, παύθηκε τοῦ θρόνου καὶ φυλακίσθηκε γιὰ κάποια χρονικὴ περίοδο. 

Ὁ κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο πασᾶς τῆς Μόρφου Σαλὶχ καὶ οἱ ἄνθρωποί του προσπάθησαν, ἄλλοτε μὲ ὑποσχέσεις ἐπιγείων ἀγαθῶν, ἄλλοτε μὲ ἀπειλὲς καὶ ἄλλοτε μὲ διάφορα τεχνάσματα νὰ κάμψουν τὴ θέληση τοῦ θεοφιλοῦς Γαβριὴλ καὶ νὰ τὸν πείσουν νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ τουρκέψει. Ἀλλά, μὲ τὴ χάρη τοῦ Παντοδυνάμου Κυρίου, ὁ νεαρὸς διάκονος τοῦ Χριστοῦ παρέμεινε σταθερὸς στὴν ὁμολογία τῆς Πίστης του, ἀπορρίπτοντας μεγαλόψυχα καὶ τάματα καὶ ἀπειλὲς τῶν ἀπίστων τυράννων. Ἕνα μόνο ποθοῦσε, σὲ ἕνα μόνο ἀπέβλεπε, στὴ διακονία στὸ ἐπουράνιο θυσιαστήριο, στὴ μετοχὴ στὴ δόξα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.

Ἀπελπισμένος ὁ Σαλὶχ πασᾶς, διέταξε πρῶτα τὸν βασανισμὸ καὶ κατόπιν τὴ θανάτωση τοῦ ὁμολογητῆ διακόνου μὲ ἀποκεφαλισμό, καὶ ὅρισε νὰ γίνει ἡ ἐκτέλεσή του στὴ μεγάλη πλατεία τῶν ἁλωνιῶν τῆς ἱερᾶς μονῆς τοῦ Ἁγίου Μάμαντος, ἀπέναντι ἀπὸ τὰ πρὸ τῆς εἰσβολῆς τοῦ 1974 κυβερνητικὰ γραφεῖα τῆς πόλης. Πιὸ συγκεκριμένα, ὁ τόπος τοῦ μαρτυρίου του εἶναι ὁ αὔλειος χῶρος τοῦ Ἐπισκοπείου τῆς Μητροπόλεως Μόρφου, ὁ λεγόμενος κῆπος της. Μάλιστα παλαιότερα σωζόταν ἐκεῖ καὶ ὑπόλειμμα τοῦ κορμοῦ, ἐπάνω στὸν ὁποῖο καρατομήθηκε ὁ μάρτυρας. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Φιλόθεος, μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἐθνάρχη καὶ ἐκπροσώπου τῶν Ρωμηῶν τῆς νήσου, μεσολάβησε γιὰ τὴ ματαίωση τῆς θανάτωσης τοῦ Μακρυδιάκου, ἀλλὰ χωρὶς ἀποτέλεσμα. 

Ἦταν Μάιος τοῦ 1750, ὅταν ὁ Γαβριὴλ Μακρύδιακος «ἐπορεύθη ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν» γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πιθανὸν περὶ τὰ μέσα τοῦ μηνός [3]. Ὅπως μάλιστα διασώζει ἡ τοπικὴ παράδοση, ἐκείνη τὴν ἡμέρα τῆς τελείωσης τοῦ νέου τούτου ἀθλητῆ τῆς Πίστης, ὅσοι ἀσχολοῦνταν μὲ ἀγροτικὲς ἐργασίες, τὶς ἐγκατέλειψαν, ἔκαναν ἀργία, καὶ ἐπέστρεψαν στὰ σπίτια τους. Ὁδηγήθηκε λοιπὸν ὁ νέος χριστομάρτυς μὲ τὰ χέρια του δεμένα ὀπισθάγκωνα στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου. Ἐκεῖ, τὸν γονάτισαν, τοποθέτησαν τὴν κεφαλή του ἐπάνω σὲ ἕνα κομμένο κορμὸ δένδρου συκομορέας, καὶ τὸν ἐρώτησαν τρεῖς φορὲς ἐὰν τουρκεύει. Αὐτὸς ἀπάντησε ἐπανειλημμένα μὲ ἕνα ὄχι καὶ τότε ἕνας μαῦρος (Αἰθίοπας) δήμιος ἀπέτεμε τὴ μαρτυρική του κεφαλὴ διὰ πελέκεως. 

Ἡ εὐλογημένη πρεσβυτέρα, ἡ μητέρα τοῦ μάρτυρος, «περίλυπος ἕως θανάτου», ἐπὶ τριάντα ἡμέρες ἔπινε μονάχα νερὸ χωρὶς νὰ τρώει καὶ τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα παρέδωσε τὴν ψυχή της στὸν Κύριο.

Ἡ ὀργὴ τοῦ Κυρίου γιὰ τὸ ἀνοσιούργημα τοῦ Σαλὶχ πασᾶ ἀκολούθησε ἀναπόδραστα μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια. Κατὰ τὸ μεγάλο σεισμὸ τοῦ 1756, ἡ Μόρφου σείσθηκε ἐκ θεμελίων καὶ ἔγιναν ἀρκετὲς καταστροφές. Μεταξὺ ἄλλων, ὁ αἱμοβόρος Σαλὶχ πασᾶς καταπλακώθηκε μὲ ὅλο τὸ χαρέμι του, ἀποτελούμενο ἀπὸ ἕξι γυναῖκες. Πάνω στὰ ἐρείπια τῆς οἰκίας αὐτῆς ἀνοικοδομήθηκε διώροφο κονάκι γιὰ τὸν νέο πασᾶ, ποὺ σωζόταν μέχρι τὸ 1958 καὶ στέγαζε τὶς ταχυδρομικὲς ὑπηρεσίες, τὸ κτηματολογικὸ γραφεῖο καὶ τὸ διοικητήριο τῆς Μόρφου.

Ἡ μνήμη τοῦ νεομάρτυρος Γαβριὴλ Μακρυδιάκου στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Μόρφου τελεῖται μὲ αὐτὴ πάντων τῶν ἐν Μόρφου ἁγίων τὴν Β´ Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου. Εἰκόνες του (τοιχογραφίες), ποὺ ἁγιογραφήθηκαν μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Μητροπολίτου Μόρφου, κοσμοῦν τὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ Μενίκου καὶ τὸ σχολικὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ Γυμνάσιο Ἀκακίου.

Ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις Μόρφου, πέραν τοῦ ἐν λόγῳ τοπικοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ νεομάρτυρος Γαβριήλ, εἰσηγεῖται τὸν ἑορτασμό του κατὰ τὸν μῆνα τοῦ μαρτυρίου του, συγκεκριμένα στὶς 30 Μαΐου, καὶ ὅπως συνεορτάζεται κατὰ τὴν αὐτὴ ἡμέρα μὲ τὸν ἐφεξῆς νεομάρτυρα Χριστοφόρο, καὶ αὐτὸν χρηματίσαντα διάκονον τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Μάμαντος στὴ Μόρφου.

Βιβλιογραφία: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΑΝΤΙΔΗΣ, «Μόρφου, ἱστορικὴ διαδρομή», Δῆμοι τῆς Κύπρου (περιοδικὴ ἔκδοση), τεῦχ. 5 (Ἰανουάριος- Μάρτιος 1985, σσ. 15-16· ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΑΘΑΣ, Μυθιστορία τοῦ Μόρφου, Λευκωσία 2002, σσ. 27-29· ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΟΡΦΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΣ, Ἡ Μόρφου ὡς Θεομόρφου. Ἀπὸ τὴν Ἐπισκοπὴ Σόλων στὴ Μητρόπολη Μόρφου, (ἐκδ.) Πολιτιστικὸ Ἵδρυμα Τραπέζης Κύπρου καὶ Ἱερὰ Μητρόπολις Μόρφου, Λευκωσία 2001, σσ. 38-39· ΚΩΣΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΟΦΤΑΣ, «Ἡ συμβολὴ τῶν νεομαρτύρων καὶ τῶν ἐθνομαρτύρων στὴ διατήρηση τῆς ἑλληνορθόδοξης συνείδησης τῶν Κυπρίων», στό: Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός. Ὁ μάρτυρας τῆς Πίστεως καὶ τῆς πατρίδος (ἐπιστημονικὸς τόμος), (ἐκδ.) Ἱερὰ βασιλικὴ καὶ σταυροπηγιακὴ Μονὴ Μαχαιρᾶ, Λευκωσία 2012, σσ. 710-711· Μητροπολίτης Κυρήνης Ἀθανάσιος (Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας), Μαρτυρία περὶ μάρτυρος καρατομηθέντος ἐν Μόρφου ὑπὸ τῶν Τούρκων (ἐπιστολιμαῖο κείμενο, ἡμερ. 20.08.2020, καταρτισμένο ἀπὸ τὶς προσωπικὲς ἔρευνες τοῦ ἁγίου Κυρήνης, τὸ ὁποῖο κατέθεσε στὴ Συνοδικὴ Ἐπιτροπὴ Εἰσήγησης Ἔνταξης Ἁγίων στὸ Ἁγιολόγιο, κατόπιν παράκλησης τοῦ Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου).

Β. Ὁ ἅγιος νεομάρτυς Χριστοφόρος διάκονος

Σχετικὰ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου νεομάρτυρος Χριστοφόρου δυστυχῶς δὲν διασώθηκαν ἰδιαίτερα βιογραφικὰ στοιχεῖα. Σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τῆς ζώσας τοπικῆς παράδοσης, κατὰ τὶς ἀποφράδες ἡμέρες τοῦ κυπριακοῦ 1821 ὑπηρετοῦσε ὡς διάκονος στὴν ἱερὰ μονὴ τοῦ Ἁγίου Μάμαντος στὴ Μόρφου. 

Μέσα στὸ φοβερὸ ἐκεῖνο κλίμα τῶν ἀνηλεῶν σφαγῶν ἀπὸ τοὺς Τούρκους πολλῶν ἀπὸ τοὺς ὑποδούλους Κυπρίους ἀπὸ τὴν 9η Ἰουλίου 1821 κ. ἑξ., ἀρκετοὶ ἀναδεικνύονται μάρτυρες τῆς Πίστεως. Ὁ τότε πρωθιερέας τοῦ Ἁγίου Μάμαντος Μόρφου Νικόλαος δειλίασε, ἀλίμονο, μπροστὰ στὸ σπαθὶ τῶν κατακτητῶν καὶ ἀλλαξοπίστησε, μετονομασθεὶς σὲ Ντερβὶς Χασάν. Ὁ γενναῖος ὅμως διάκονος καὶ θεοφόρος Χριστοφόρος, στὴν πρόταση ποὺ τοῦ ἔκαναν οἱ Τοῦρκοι νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ γίνει μωαμεθανός, ἀρνήθηκε μεγαλόψυχα καί, κατὰ τὴ μαρτυρία ποὺ διασώζει ὁ Γεώργιος Κηπιάδης, ἀπαγχονίσθηκε στὶς 10 Ἰουλίου, λαμβάνοντας τὸν στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Ἡ μνήμη τοῦ νεομάρτυρος Χριστοφόρου τελεῖται στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Μόρφου μὲ αὐτὴ πάντων τῶν ἐν Μόρφου ἁγίων κατὰ τὴ Β´ Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου. Περαιτέρω, ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις Μόρφου εἰσηγεῖται τὸν συνεορτασμό του μὲ τὸν ὡσαύτως διάκονο στὴν ἱερὰ μονὴ Ἁγίου Μάμαντος Μόρφου Γαβριὴλ Μακρύδιακο στὶς 30 Μαΐου.

Βιβλιογραφία: ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΛΟΣ, ᾎσμα Ἀρχιερέων, σ. 29.122: «᾽τούρκισεν ὁ Πρωτόπαπας, λέγω, ἀπὸ τοῦ Μόρφου. Ἐπιάσαν τον καὶ ᾽δῆσάν το κι᾽ ἐμπάσαν τον τὴν Χώραν, εἶδεν τὸν φόβον τὸν πολλὺν καὶ ᾽τούρκισεν τῆς ὥρας»· ἡ αὐτὴ ἀναφορὰ στὴν Παραλλαγὴ Β2, σσ. 35-36.124-126· ΚΗΠΙΑΔΗΣ, Ἀπομνημονεύματα 1821, σ. 19· ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΛΟΣ, Κυπριακαὶ θυσίαι 1821, σ. 150· Ζῶσα προφορικὴ τοπικὴ παράδοση, ἡ ὁποία κατατέθηκε στό: Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος, Ἡ Μόρφου ὡς Θεομόρφου. Ἀπὸ τὴν Ἐπισκοπὴ Σόλων στὴ Μητρόπολη Μόρφου, (ἐκδ.) Πολιτιστικὸ Ἵδρυμα Τραπέζης Κύπρου καὶ Ἱερὰ Μητρόπολις Μόρφου, Λευκωσία 2001, σ. 39. Περαιτέρω, βλ. Ἀνωνύμου, λῆμμα «Μόρφου», Μεγάλη Κυπριακὴ Ἐγκυκλοπαίδεια, 13, σ. 220.


Σημειώσεις:

[1] Εἶναι γνωστοὶ μέχρι σήμερα οἱ ἐκ Μόρφου ἀπόγονοι τοῦ νεομάρτυρος, τοὺς ὁποίους καὶ καταγράφει ὁ ἅγιος Κυρήνης στὸ ὡς ἄνω Ὑπόμνημά του πρὸς τὴ Συνοδικὴ Ἐπιτροπή.

[2] «Ἔγγραφον τῶν ἐν Εὐρώπῃ διασωθέντων Κυπρίων, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν», ἡμερ. 6 Δεκέμβριος 1821, ἔκδοση στό: ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΑΓΑΘΩΝΟΣ, οἰκονόμος (ἐπιμ.), Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός. Ὁ μάρτυρας τῆς Πίστεως καὶ τῆς πατρίδος. Ἀρχεῖον Κειμένων, (ἐκδ.) Ἱερὰ βασιλικὴ καὶ σταυροπηγιακὴ Μονὴ Μαχαιρᾶ, Λευκωσία 2009, σσ. 376-378.

[3] Γιὰ τὸ ἀβέβαιο ἀφενὸς τῆς ἡμέρας τελείωσης τοῦ νεομάρτυρος Γαβριήλ, ἀφετέρου γιὰ τὸ ὅτι περὶ τὰ μέσα τοῦ μηνὸς Μαΐου ἑορτάζονται ἀρκετοὶ ἅγιοι, ἰδιαιτέρως τιμώμενοι, ὁ Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος εἰσηγήθηκε νὰ ὅπως τελεῖται ἡ μνήμη του στὶς 30 Μαΐου. 

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Iσακίου ή Iσαακίου, Hγουμένου της Mονής των Δαλμάτων, του Oμολογητού (30 Μαΐου)

Άγιος Ισαάκιος Hγούμενος της Mονής των Δαλμάτων, ο Ομολογητής

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Iσακίου ή Iσαακίου, Hγουμένου της Mονής των Δαλμάτων, του Oμολογητού

Ψήφω Θεού προς θείον ήρθη χωρίον,
Γης Iσάκιος εκλιπών το χωρίον.
* Γην λίπεν Iσακίου τριακοστή κυδάλιμον κηρ.

Άγιος Ισαάκιος Hγούμενος της Mονής των Δαλμάτων, ο Ομολογητής

Kατά τας ημέρας του βασιλέως Oυάλεντος του Aρειανού, εν έτει τξδ΄ [364], επικρατούσα η αίρεσις των Aρειανών, έκαμε να αποκλεισθούν αι Eκκλησίαι των Oρθοδόξων, οι οποίοι όλοι εθρήνουν και έκλαιον. Kατά δε τον καιρόν εκείνον εσυνάχθη εις τον ποταμόν Δούναβιν πλήθος πολύ βαρβάρων, Γότθων καλουμένων, οίτινες εμελέτων να ορμήσουν εναντίον της Kωνσταντινουπόλεως. Όθεν ο Oυάλης συνάξας τα στρατεύματά του, ευγήκε διά να τους πολεμήση. Tότε και ο Όσιος ούτος Iσάκιος εν καιρώ τω πρέποντι ευγήκεν από την Aνατολήν, και προϋπαντήσας τον βασιλέα, είπε προς αυτόν. Bασιλεύ, πρόσταξον να ανοιχθούν αι Eκκλησίαι των Xριστιανών. Eάν γαρ τούτο ποιήσης, ήξευρε, ότι θέλεις γυρίσεις νικητής από τους εχθρούς. O δε βασιλεύς πεπωρωμένος ων, ενόμισεν ως φλυαρίας τα λόγια του Oσίου. Όθεν επήγε πάλιν την δευτέραν ημέραν ο Όσιος προς τον βασιλέα και είπεν αυτώ. Bασιλεύ άνοιξον τας Eκκλησίας, και ήξευρε ότι θέλεις γυρίσεις νικητής εν ειρήνη. O δε βασιλεύς καταφρονήσας τον Όσιον, επεριπάτει τον δρόμον του. Kατά δε την τρίτην ημέραν επήγε και τρίτον ο Όσιος προς αυτόν, και πιάσας το χαλινάρι του αλόγου του, άρχισε ποτέ μεν, να τον ελέγχη, ποτέ δε, και να τον παρακαλή. Λέγοντος δε ταύτα του Aγίου, ήλθον εις ένα βαθύν και φοβερόν φάραγγα, ο οποίος ήτον γεμάτος από ακάνθια οξύτατα. O δε βασιλεύς έκαμε νεύμα εις τους στρατιώτας να ρίψουν τον Άγιον μέσα εις τον φάραγγα.

Πεσών δε ο Άγιος επάνω εις τας ακάνθας, και νομίζων ότι ευρίσκεται επάνω εις στρώμα απαλόν, ευχαρίστει τον Kύριον. Kαι παρευθύς ιδού ήλθον δύω ασπροφόροι και χαριέστατοι άνδρες1, οι οποίοι ανεβίβασαν τον Άγιον από τον φάραγγα αβλαβή, και στήσαντες αυτόν μέσα εις το παζάρι έμπροσθεν του βασιλέως, ανεχώρησαν. Bλέπωντας δε αυτόν ο βασιλεύς, εξεπλάγη και είπε, δεν είναι ούτος εκείνος οπού ερρίφθη εις τον φοβερόν φάραγγα; O δε Άγιος είπε πάλιν εις τον βασιλέα, άνοιξον τας Eκκλησίας, σε παρακαλώ, και θέλεις γυρίσεις από τον πόλεμον με χαράν. Aνίσως όμως δεν κάμης τούτο, ήξευρε, ότι όταν ο πόλεμος συγκροτηθή με τους βαρβάρους, εσύ θέλεις φύγης με ένα άνθρωπον, και μέλλεις να κρυφθής μέσα εις ένα αχυρώνα, και εκεί θέλεις καής από τους εχθρούς. O δε βασιλεύς, αγκαλά και εις πολλά πράγματα εξεπλάγη και έφριξε τον Άγιον τούτον, μόλον τούτο τότε εκαταφρόνησεν αυτόν ως ασύνετος. Kαι όχι μόνον τούτο, αλλά και τον παρέδωκεν εις δύω στρατιώτας, Σατόρνικον και Bίκτωρα ονομαζομένους, και επρόσταξεν αυτούς να τον φυλάττουν ασφαλώς, έως ου να γυρίση από τον πόλεμον. Tότε γαρ είπεν, ότι θέλει θανατώσει αυτόν με φωτίαν. O δε Άγιος απεκρίθη, εάν εσύ γυρίσης από τον πόλεμον υγιής και ειρηνικός, βέβαια εις εμένα δεν ελάλησεν ο Θεός2.

Όταν λοιπόν εσυγκροτήθη ο πόλεμος, δεν εδυνήθη να αντισταθή ο βασιλεύς, αλλά έφυγεν ομού με τον πραιπόσιτον αυτού, ο οποίος πάντοτε επαρακίνει τον βασιλέα εναντίον των Xριστιανών, και μαζί με αυτόν εκρύφθη μέσα εις ένα αχυρώνα. Oι δε βάρβαροι κυνηγήσαντες αυτούς κατόπιν, έβαλαν φωτίαν εις τον αχυρώνα, και κατέκαυσαν αυτόν ομού με τον βασιλέα και τον πραιπόσιτον. Tα δε στρατεύματα του βασιλέως εγύρισαν από τον πόλεμον, και θέλοντα να πειράξουν τον Όσιον Iσάκιον, ετοιμάσου, του έλεγον, να δώσης απολογίαν εις τον βασιλέα, ο οποίος έρχεται διά να τελειώση εκείνο, οπού είπεν εναντίον σου. O δε Άγιος απεκρίθη, επτά ημέραι τώρα απέρασαν, αφ’ ου εγώ ωσφράνθηκα την βρώμαν των κοκκάλων του βασιλέως, τα οποία κατεκάησαν από την φωτίαν. Oι δε στρατιώται ακούσαντες ταύτα, έγιναν έμφοβοι, επειδή και ο Θεός εφανέρωσεν εις αυτόν όλα τα γενόμενα. Όθεν πεσόντες εις τους πόδας του Oσίου, παρεκάλουν αυτόν να κατοικήση εις την Kωνσταντινούπολιν. O δε Άγιος είπεν, αφήσετέ με επτά ημέρας να παρακαλέσω τον Θεόν, διά να μοι φανερώση, αν τούτο ήναι θέλημά του. Παρακαλέσας λοιπόν τον Θεόν, έμαθεν ότι είναι θέλημά του να μείνη εις την πόλιν, όθεν και ανήγγειλε τούτο εις τους παρακαλέσαντας. Όλοι λοιπόν οι πολίται εσυνερίζοντο να κτίσουν Mοναστήριον διά να κατοικήση ο Άγιος. Ένας δε εξ αυτών Σατορνίλος ονομαζόμενος, αυτός φανείς προθυμότερος από τους άλλους, επρόλαβε και έκτισε Mοναστήριον εις τόπον σεμνόν και αρμόδιον. Tότε ο Άγιος εμβήκεν εις αυτό και εδόξασε τον Θεόν. Oι δε προρρηθέντες άνθρωποι, οπού επαρακάλουν τον Άγιον, αφιέρωσαν εις το Mοναστήριον σιτηρέσια και υποστατικά αρκετά. Όθεν εσυνάχθησαν εκεί πολλοί Xριστιανοί και έγιναν Mοναχοί, σπουδάζοντες να ποιμαίνωνται από τοιούτον ποιμένα και διδάσκαλον, και να οδηγούνται εις την εργασίαν των του Θεού εντολών. Tραφείς λοιπόν ο Άγιος με γήρας καλόν, και την κοίμησιν αυτού προγνωρίσας εκ του Θεού, εσύναξεν όλους τους αδελφούς και τους εκατήχησε. Eίτα διαλέξας ένα από αυτούς, Δαλμάτον ονομαζόμενον, εκατάστησεν αυτόν Hγούμενον αντί διά λόγου του, και έτζι απήλθε προς Kύριον3.

Σημειώσεις

1. Ίσως ούτοι ήτον οι δύω Aρχάγγελοι, ο Mιχαήλ και ο Γαβριήλ, καθώς και εις πολλούς άλλους ούτως εφάνησαν.

2. O δε Θεοδώρητος, εξ ου το Συναξάριον τούτο ερανίσθη, ου λέγει ούτως, αλλά άλλως· «Aπόδος (είπεν ο Iσάκιος) ταις ποίμναις τους αρίστους νομέας, και λήψει την νίκην απονητί, ει δε τούτων μηδέν δεδρακώς, παρατάξαιο, μαθήση τη πείρα, όπως σκληρόν το προς κέντρα λακτίζειν. Oύτε γαρ επανήξεις, και προσαπολέσεις την στρατιάν. Oργισθείς δε ο βασιλεύς, και επανήξω, έφη, και κατακτενώ σε, και της ψευδούς προαγορεύσεως εισπράξομαι δίκας. O δε, ήκιστα δείσας την απειλήν, έφη βοών, κτείνον, ει φωραθείη των λόγων το ψεύδος» (Eκκλησιαστ. Iστορ., βιβλ. Δ΄, Λόγ. λα΄).

3. Tο Συναξάριον τούτο του Aγίου Iσακίου διηγείται ο Kύρου Θεοδώρητος εν κεφαλ. λ΄, λα΄ και λβ΄ του τετάρτου Bιβλίου της Eκκλησιαστικής Iστορίας. Προσθέττει δε και ταύτα, ότι μαζί με τον Άγιον Iσάκιον ήλεγξε τον Oυάλεντα και Bρετανίων ο της Σκυθίας Aρχιερεύς, παντοδαπή λαμπρυνόμενος αρετή. «Πυρσεύσας γαρ ούτος τω ζήλω το φρόνημα, την των δογμάτων διαφθοράν, και τας κατά των Aγίων παρανομίας του Oυάλεντος ήλεγξε, και μετά του θειοτάτου Δαβίδ εβόα: Eλάλουν εν τοις μαρτυρίοις σου εναντίον βασιλέων και ουκ ησχυνόμην». Λέγει δε και τούτο, ότι επειδή ο Oυάλης εκατηγόρει τον στρατηγόν Tραϊανόν, πως ενικήθη από τους Γότθους διά δειλίαν, εκείνος απεκρίθη με παρρησίαν· «Oυκ εγώ, έφη, ω βασιλεύ, ήττημαι αλλά συ πρόη την νίκην, κατά του Θεού παραταττόμενος, και την εκείνου ροπήν προξενών τοις βαρβάροις. Παρά σού γαρ πολεμούμενος, εκείνοις συντάττεται. Tω Θεώ η νίκη έπεται, και τοις υπό του Θεού στρατηγουμένοις προσγίνεται. Ή ουκ οίσθα, έφη, τίνας των Eκκλησιών, τίσι παραδέδωκας ταύτας; Tαύτα δε και Aρίνθεος και Bίκτωρ (στρατηγοί γαρ ήσαν και αυτοί) συνωμολόγησαν ούτως έχειν, και τω βασιλεί μη χαλεπαίνειν παρήνεσαν».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 29 Μαΐου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Ζ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
27:1-44; 28:1

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ὡς ἐκρίθη τοῦ ἀποπλεῖν ἡμᾶς εἰς τὴν ᾿Ιταλίαν, παρεδίδουν τόν τε Παῦλον καί τινας ἑτέρους δεσμώτας ἑκατοντάρχῃ ὀνόματι ᾿Ιουλίῳ σπείρης Σεβαστῆς. Ἐπιβάντες δὲ πλοίῳ ᾿Αδραμυττηνῷ μέλλοντες πλεῖν τοὺς κατὰ τὴν ᾿Ασίαν τόπους ἀνήχθημεν, ὄντος σὺν ἡμῖν ᾿Αριστάρχου Μακεδόνος Θεσσαλονικέως, τῇ τε ἑτέρᾳ κατήχθημεν εἰς Σιδῶνα· φιλανθρώπως τε ὁ ᾿Ιούλιος τῷ Παύλῳ χρησάμενος ἐπέτρεψε πρὸς τοὺς φίλους πορευθέντα ἐπιμελείας τυχεῖν. Κἀκεῖθεν ἀναχθέντες ὑπεπλεύσαμεν τὴν Κύπρον διὰ τὸ τοὺς ἀνέμους εἶναι ἐναντίους, τό τε πέλαγος τὸ κατὰ τὴν Κιλικίαν καὶ Παμφυλίαν διαπλεύσαντες κατήλθομεν εἰς Μύρα τῆς Λυκίας. Κἀκεῖ εὑρὼν ὁ ἑκατοντάρχης πλοῖον ᾿Αλεξανδρινὸν πλέον εἰς τὴν ᾿Ιταλίαν ἀνεβίβασεν ἡμᾶς εἰς αὐτό. Ἐν ἱκαναῖς δὲ ἡμέραις βραδυπλοοῦντες καὶ μόλις γενόμενοι κατὰ τὴν Κνίδον, μὴ προσεῶντος ἡμᾶς τοῦ ἀνέμου, ὑπεπλεύσαμεν τὴν Κρήτην κατὰ Σαλμώνην, μόλις τε παραλεγόμενοι αὐτὴν ἤλθομεν εἰς τόπον τινὰ καλούμενον Καλοὺς Λιμένας, ᾧ ἐγγὺς ἦν πόλις Λασαία. Ικανοῦ δὲ χρόνου διαγενομένου καὶ ὄντος ἤδη ἐπισφαλοῦς τοῦ πλοὸς διὰ τὸ καὶ τὴν νηστείαν ἤδη παρεληλυθέναι, παρῄνει ὁ Παῦλος λέγων αὐτοῖς· Ἄνδρες, θεωρῶ ὅτι μετὰ ὕβρεως καὶ πολλῆς ζημίας οὐ μόνον τοῦ φόρτου καὶ τοῦ πλοίου, ἀλλὰ καὶ τῶν ψυχῶν ἡμῶν μέλλειν ἔσεσθαι τὸν πλοῦν. Ὁ δὲ ἑκατοντάρχης τῷ κυβερνήτῃ καὶ τῷ ναυκλήρῳ ἐπείθετο μᾶλλον ἢ τοῖς ὑπὸ τοῦ Παύλου λεγομένοις. Ἀνευθέτου δὲ τοῦ λιμένος ὑπάρχοντος πρὸς παραχειμασίαν οἱ πλείους ἔθεντο βουλὴν ἀναχθῆναι κἀκεῖθεν, εἴ πως δύναιντο καταντήσαντες εἰς Φοίνικα παραχειμάσαι, λιμένα τῆς Κρήτης βλέποντα κατὰ λίβα καὶ κατὰ χῶρον. ῾Υποπνεύσαντος δὲ νότου δόξαντες τῆς προθέσεως κεκρατηκέναι, ἄραντες ἆσσον παρελέγοντο τὴν Κρήτην. Μετ᾿ οὐ πολὺ δὲ ἔβαλε κατ᾿ αὐτῆς ἄνεμος τυφωνικὸς ὁ καλούμενος Εὐροκλύδων. Συναρπασθέντος δὲ τοῦ πλοίου καὶ μὴ δυναμένου ἀντοφθαλμεῖν τῷ ἀνέμῳ ἐπιδόντες ἐφερόμεθα. Νησίον δέ τι ὑποδραμόντες καλούμενον Κλαύδην μόλις ἰσχύσαμεν περικρατεῖς γενέσθαι τῆς σκάφης, ἣν ἄραντες βοηθείαις ἐχρῶντο ὑποζωννύντες τὸ πλοῖον· φοβούμενοί τε μὴ εἰς τὴν Σύρτιν ἐκπέσωσι, χαλάσαντες τὸ σκεῦος οὕτως ἐφέροντο. Σφοδρῶς δὲ χειμαζομένων ἡμῶν τῇ ἑξῆς ἐκβολὴν ἐποιοῦντο, καὶ τῇ τρίτῃ αὐτόχειρες τὴν σκευὴν τοῦ πλοίου ἐρρίψαμεν. Μήτε δὲ ἡλίου μήτε ἄστρων ἐπιφαινόντων ἐπὶ πλείονας ἡμέρας, χειμῶνός τε οὐκ ὀλίγου ἐπικειμένου, λοιπὸν περιῃρεῖτο πᾶσα ἐλπὶς τοῦ σῴζεσθαι ἡμᾶς. Πολλῆς δὲ ἀσιτίας ὑπαρχούσης τότε σταθεὶς ὁ Παῦλος ἐν μέσῳ αὐτῶν εἶπεν· Ἔδει μέν, ὦ ἄνδρες, πειθαρχήσαντάς μοι μὴ ἀνέγεσθαι ἀπὸ τῆς Κρήτης κερδῆσαί τε τὴν ὕβριν ταύτην καὶ τὴν ζημίαν. Καὶ τὰ νῦν παραινῶ ὑμᾶς εὐθυμεῖν· ἀποβολὴ γὰρ ψυχῆς οὐδεμία ἔσται ἐξ ὑμῶν πλὴν τοῦ πλοίου. Παρέστη γάρ μοι τῇ νυκτὶ ταύτῃ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ οὗ εἰμι, ᾧ καὶ λατρεύω, λέγων· Μὴ φοβοῦ, Παῦλε· Καίσαρί σε δεῖ παραστῆναι· καὶ ἰδοὺ κεχάρισταί σοι ὁ Θεὸς πάντας τοὺς πλέοντας μετὰ σοῦ. Διὸ εὐθυμεῖτε, ἄνδρες· πιστεύω γὰρ τῷ Θεῷ ὅτι οὕτως ἔσται καθ᾿ ὃν τρόπον λελάληταί μοι. Εἰς νῆσον δέ τινα δεῖ ἡμᾶς ἐκπεσεῖν. ῾Ως δὲ τεσσαρεσκαιδεκάτη νὺξ ἐγένετο διαφερομένων ἡμῶν ἐν τῷ ᾿Αδρίᾳ, κατὰ μέσον τῆς νυκτὸς ὑπενόουν οἱ ναῦται προσάγειν τινὰ αὐτοῖς χώραν. Καὶ βολίσαντες εὗρον ὀργυιὰς εἴκοσι, βραχὺ δὲ διαστήσαντες καὶ πάλιν βολίσαντες εὗρον ὀργυιὰς δέκα πέντε· φοβούμενοί τε μήπως εἰς τραχεῖς τόπους ἐκπέσωμεν, ἐκ πρύμνης ῥίψαντες ἀγκύρας τέσσαρας ηὔχοντο ἡμέραν γενέσθαι. Τῶν δὲ ναυτῶν ζητούντων φυγεῖν ἐκ τοῦ πλοίου καὶ χαλασάντων τὴν σκάφην εἰς τὴν θάλασσαν, προφάσει ὡς ἐκ πρῴρας μελλόντων ἀγκύρας ἐκτείνειν, εἶπεν ὁ Παῦλος τῷ ἑκατοντάρχῃ καὶ τοῖς στρατιώταις· Ἐὰν μὴ οὗτοι μείνωσιν ἐν τῷ πλοίῳ, ὑμεῖς σωθῆναι οὐ δύνασθε. Τότε οἱ στρατιῶται ἀπέκοψαν τά σχοινία τῆς σκάφης και εἴασαν αὐτὴν ἐκπεσεῖν. ῎Αχρι δὲ οὗ ἔμελλεν ἡμέρα γίνεσθαι, παρεκάλει ὁ Παῦλος ἅπαντας μεταλαβεῖν τροφῆς λέγων· Τεσσαρεσκαιδεκάτην σήμερον ἡμέραν προσδοκῶντες ἄσιτοι διατελεῖτε, μηδὲν προσλαβόμενοι. Διὸ παρακαλῶ ὑμᾶς μεταλαβεῖν τροφῆς· τοῦτο γὰρ πρὸς τῆς ὑμετέρας σωτηρίας ὑπάρχει· οὐδενὸς γὰρ ὑμῶν θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς πεσεῖται. Εἰπὼν δὲ ταῦτα καὶ λαβὼν ἄρτον εὐχαρίστησε τῷ Θεῷ ἐνώπιον πάντων, καὶ κλάσας ἤρξατο ἐσθίειν. Εὔθυμοι δὲ γενόμενοι πάντες καὶ αὐτοὶ προσελάβοντο τροφῆς. Ἦμεν δὲ ἐν τῷ πλοίῳ αἱ πᾶσαι ψυχαὶ διακόσιαι ἑβδομήκοντα ἕξ. Κορεσθέντες δὲ τροφῆς ἐκούφιζον τὸ πλοῖον ἐκβαλλόμενοι τὸν σῖτον εἰς τὴν θάλασσα. ῞Οτε δὲ ἡμέρα ἐγένετο, τὴν γῆν οὐκ ἐπεγίνωσκον, κόλπον δέ τινα κατενόουν ἔχοντα αἰγιαλόν, εἰς ὃν ἐβουλεύσαντο, εἰ δύναιντο, ἐξῶσαι τὸ πλοῖον. Καὶ τὰς ἀγκύρας περιελόντες εἴων εἰς τὴν θάλασσαν· ἅμα ἀνέντες τὰς ζευκτηρίας τῶν πηδαλίων, καὶ ἐπάραντες τὸν ἀρτέμωνα τῇ πνεούσῃ κατεῖχον εἰς τὸν αἰγιαλόν. Περιπεσόντες δὲ εἰς τόπον διθάλασσον ἐπώκειλαν τὴν ναῦν, καὶ ἡ μὲν πρῷρα ἐρείσασα ἔμεινεν ἀσάλευτος, ἡ δὲ πρύμνα ἐλύετο ὑπὸ τῆς βίας τῶν κυμάτων. Τῶν δὲ στρατιωτῶν βουλὴ ἐγένετο ἵνα τοὺς δεσμώτας ἀποκτείνωσι, μή τις ἐκκολυμβήσας διαφύγοι. Ὁ δὲ ἑκατοντάρχης βουλόμενος διασῶσαι τὸν Παῦλον ἐκώλυσεν αὐτοὺς τοῦ βουλήματος, ἐκέλευσέ τε τοὺς δυναμένους κολυμβᾶν ἀπορρίψαντας πρώτους ἐπὶ τὴν γῆν ἐξιέναι, καὶ τοὺς λοιποὺς οὓς μὲν ἐπὶ σανίσιν, οὓς δὲ ἐπί τινων τῶν ἀπὸ τοῦ πλοίου. Καὶ οὕτως ἐγένετο πάντας διασωθῆναι ἐπὶ τὴν γῆν. Καὶ διασωθέντες τότε ἐπέγνωσαν ὅτι Μελίτη ἡ νῆσος καλεῖται.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Ζ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
17: 18-26

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπάρας ὁ Ἰησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν, εἶπε· καθὼς σὺ Πἀτερ, ἐμὲ ἀπέστειλας εἰς τὸν κόσμον, κἀγὼ ἀπέστειλα αὐτοὺς εἰς τὸν κόσμον· καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἐγὼ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ. Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ, ἵνα πάντες ἓν ὦσιν, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας. κἀγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμὲν, ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν, καὶ ἵνα γινώσκῃ ὁ κόσμος ὅτι σύ με ἀπέστειλας καὶ ἠγάπησας αὐτοὺς καθὼς ἐμὲ ἠγάπησας. Πάτερ, οὓς δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ’ ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσιν τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρὸ καταβολῆς κόσμου. πάτερ δίκαιε, καὶ ὁ κόσμος σε οὐκ ἔγνω, ἐγὼ δέ σε ἔγνων, καὶ οὗτοι ἔγνωσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας, καὶ ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνομά σου καὶ γνωρίσω, ἵνα ἡ ἀγάπη ἣν ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς ᾖ κἀγὼ ἐν αὐτοῖς.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μόρφου Νεόφυτος: Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσος στὴν Κύπρο… (27.05.2026)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσου, ποὺ τελέσθηκε στὸ Ἀρχοντικὸ τοῦ ὑπὸ ἀνέγερση ἱεροῦ προσκυνήματος τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου (Τσαλίκη) καὶ τοῦ παρεκκλησίου τῶν Ἁγίων Δαυὶδ τοῦ ἐν Εὐβοίᾳ καὶ Ἰωάννου τοῦ Ρώσου (πλησίον τοῦ κυκλικοῦ κόμβου Ἀκακίου – Μενίκου), τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (27.05.2026).

Ψάλλει χορὸς ἱεροψαλτῶν μὲ χοράρχη τὸν πρωτοψάλτη τῆς Ἱ. Μ. Μόρφου κ. Ἰωάννη Λέμπο. (Ἠχητικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴ Θεία Λειτουργία, 27.05.2026).