Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 23 Ἀπριλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΤΟΥ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΥ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
12: 1 – 11

Κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ἐπέβαλεν ῾Ηρῴδης ὁ βασιλεὺς τὰς χεῖρας κακῶσαί τινας τῶν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας. Ἀνεῖλε δὲ ᾿Ιάκωβον τὸν ἀδελφὸν ᾿Ιωάννου μαχαίρᾳ. Καὶ ἰδὼν ὅτι ἀρεστόν ἐστι τοῖς ᾿Ιουδαίοις, προσέθετο συλλαβεῖν καὶ Πέτρον· ἦσαν δὲ αἱ ἡμέραι τῶν ἀζύμων· ὃν καὶ πιάσας ἔθετο εἰς φυλακήν, παραδοὺς τέσσαρσι τετραδίοις στρατιωτῶν φυλάσσειν αὐτόν, βουλόμενος μετὰ τὸ Πάσχα ἀναγαγεῖν αὐτὸν τῷ λαῷ. Ὁ μὲν οὖν Πέτρος ἐτηρεῖτο ἐν τῇ φυλακῇ· προσευχὴ δὲ ἦν ἐκτενὴς γινομένη ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ αὐτοῦ. ῞Οτε δὲ ἔμελλεν αὐτὸν προάγειν ὁ ῾Ηρῴδης, τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ ἦν ὁ Πέτρος κοιμώμενος μεταξὺ δύο στρατιωτῶν δεδεμένος ἁλύσεσι δυσί, φύλακές τε πρὸ τῆς θύρας ἐτήρουν τὴν φυλακήν. Καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη καὶ φῶς ἔλαμψεν ἐν τῷ οἰκήματι· πατάξας δὲ τὴν πλευρὰν τοῦ Πέτρου ἤγειρεν αὐτὸν λέγων· Ἀνάστα ἐν τάχει. Καὶ ἐξέπεσον αὐτοῦ αἱ ἁλύσεις ἐκ τῶν χειρῶν. Εἶπέ τε ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτόν· Περίζωσαι καὶ ὑπόδησαι τὰ σανδάλιά σου. Ἐποίησε δὲ οὕτω. Καὶ λέγει αὐτῷ· Περιβαλοῦ τὸ ἱμάτιόν σου καὶ ἀκολούθει μοι. Καὶ ἐξελθὼν ἠκολούθει αὐτῷ, καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι ἀληθές ἐστι τὸ γινόμενον διὰ τοῦ ἀγγέλου, ἐδόκει δὲ ὅραμα βλέπειν. Διελθόντες δὲ πρώτην φυλακὴν καὶ δευτέραν ἦλθον ἐπὶ τὴν πύλην τὴν σιδηρᾶν τὴν φέρουσαν εἰς τὴν πόλιν, ἥτις αὐτομάτη ἠνοίχθη αὐτοῖς, καὶ ἐξελθόντες προῆλθον ῥύμην μίαν, καὶ εὐθέως ἀπέστη ὁ ἄγγελος ἀπ᾿ αὐτοῦ. Καὶ ὁ Πέτρος γενόμενος ἐν ἑαυτῷ εἶπε· Νῦν οἶδα ἀληθῶς ὅτι ἐξαπέστειλε Κύριος τὸν ἄγγελον αὐτοῦ καὶ ἐξείλετό με ἐκ χειρὸς ῾Ηρῴδου καὶ πάσης τῆς προσδοκίας τοῦ λαοῦ τῶν ᾿Ιουδαίων.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΤΟΥ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
15:17- 16:2

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν. εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ’ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος. μνημονεύετε τοῦ λόγου οὗ ἐγὼ εἶπον ὑμῖν· οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν· εἰ τὸν λόγον μου ἐτήρησαν, καὶ τὸν ὑμέτερον τηρήσουσιν. ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με. εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἴχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν. ὁ ἐμὲ μισῶν καὶ τὸν πατέρα μου μισεῖ. εἰ τὰ ἔργα μὴ ἐποίησα ἐν αὐτοῖς ἃ οὐδεὶς ἄλλος πεποίηκεν, ἁμαρτίαν οὐκ εἴχον· νῦν δὲ καὶ ἑωράκασι καὶ μεμισήκασι καὶ ἐμὲ καὶ τὸν πατέρα μου. ἀλλ’ ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ αὐτῶν, ὅτι ἐμίσησάν με δωρεάν. ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ· καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μετ’ ἐμοῦ ἐστε. Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα μὴ σκανδαλισθῆτε. ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς· ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Αφιέρωμα επί τη μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου

Πάσχα: «Ἐὰν μὴ ἴδω…» – Ψηλαφώντας την Αναστάσιμη αλήθεια από τον Θωμά ως τις μέρες μας

«Εάν δεν ψηλαφήσω, δεν θα πιστέψω». Ο Χριστός μας προίκισε με πολλά τεκμήρια για την Ανάστασή Του, ακόμα και για τους δύσπιστους

Συντάκτης: Ελευθέριος Ανδρώνης

«Ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω». Εάν δεν δω στα χέρια Του το σημάδι από τα καρφιά, και δεν ακουμπήσω το δάχτυλό μου στο σημάδι από τα καρφιά, και δεν ψηλαφήσω με το χέρι μου το πλευρό Του, δεν θα πιστέψω.

Αυτά ήταν τα δύσπιστα λόγια του αποστόλου Θωμά, όταν οι υπόλοιποι μαθητές του είπαν πανευτυχείς ότι «εωράκαμεν τὸν Κύριον», είδαμε τον αναστημένο Ιησού. Ο πολυεύσπλαγχνος Θεός άφησε την Ανάσταση Του ως παρακαταθήκη σωτηρίας, όχι μόνο για τους εύπιστους, αλλά και για τους δύσπιστους, εκείνους που ζητούν ψηλαφητά τεκμήρια.

Κι εμείς ως άνθρωποι με αδύναμη πίστη, ψηλαφίζουμε ως σήμερα την αναστάσιμη αλήθεια μέσα από άπειρες αποδείξεις που οικονομεί για εμάς ο Θεός. Ψηλαφίζουμε την Ανάσταση μέσα από τους σύγχρονους αγίους που οι ζωές τους μας δείχνουν τη διαχρονικότητα και την αξιοπιστία του Ευαγγελίου.

Ψηλαφίζουμε την Ανάσταση μέσα από τα ακατάπαυστα θαύματα αγίων, είτε εν ζωή – είτε κεκοιμημένοι αιώνες πίσω: θεραπείες νοσημάτων, λύσεις προβλημάτων, θαυμαστές τεκνογονίες, σωτήριες επεμβάσεις σε κινδύνους, διορατικά χαρίσματα, προορατικές αποκαλύψεις, λείψανα που θαυματουργούν και ευωδιάζουν, εικόνες που εκδηλώνουν υπέρλογα φαινόμενα.

Ψηλαφίζουμε την Ανάσταση μέσα από προφητείες που συνεχώς εκπληρώνονται και φανερώνουν την άχρονη θωριά του Θεού και την αφυπνιστική φροντίδα Του για τη σωτηρία όλων μας.

Ψηλαφίζουμε την Ανάσταση μέσα από την ανακαίνιση του παλαιού εαυτού μας που μας εξασφαλίζουν τα ιερά μυστήρια της Ορθοδοξίας. Η ίδια η ψυχή μας νιώθει να αναπνέει και να ζωοποιείται μέσα από τα μυστήρια, πληροφορώντας μας ότι αυτή είναι η φυσική κλίση του ανθρώπου, να ενώνεται συνεχώς με τον Χριστό και να συμμετέχει από τούτη τη ζωή στην αιώνια Βασιλεία Του.

Ψηλαφίζουμε την Ανάσταση μέσα από την παντοτινή ζωή της Εκκλησίας μας, που ούτε διωγμοί, ούτε αιρέσεις, ούτε αντίθεα καθεστώτα, ούτε πόλεμοι, ούτε ο ίδιος ο διάβολος δεν καταφέρνει να γκρεμίσει το οικοδόμημά της, έως της συντελείας του αιώνος.

Ψηλαφίζουμε την Ανάσταση μέσα από τους άπειρους μάρτυρες που έχυσαν το αίμα τους ομολογώντας αυτήν την αλήθεια, και μέσα από όλες τις άγιες ψυχές που ασκήτεψαν στις ερημιές, και μέσα από τους υπέρκαλους ύμνους που μέθυσαν από αυτήν την εγνωσμένη δόξα, και μέσα από τα θεολογικά βάθη των Πατέρων που ανέσυραν αναστάσιμα διαμάντια.

Ψηλαφίζουμε την Ανάσταση παρατηρώντας και τη διαχρονική λύσσα κατά του αναστημένου Χριστού. Εξετάζοντας τις εωσφορικές βλέψεις των εξουσιαστών της γης, πιστοποιούμε κάθε μέρα ότι ο Αντικείμενος είναι υπαρκτός και το κακό εργάζεται πυρετωδώς για να οδηγεί ψυχές στην απώλεια. Διακρίνουμε ότι πάνω απ’ όλα εχθρεύονται τον αναστημένο Ιησού, γιατί Εκείνος είναι η μοναδική αλήθεια.

Είμαστε ευλογημένοι αλλά και αδικαιολόγητοι συνάμα. Ευλογημένοι διότι ο Θεός φρόντισε να γεμίσει τον κόσμο με τους καρπούς της Αναστάσεως, ώστε να γευόμαστε αυτή τη νίκη κάθε φορά που την ψηλαφίζουμε. Και εντελώς αδικαιολόγητοι αν αφήσουμε σε αχρηστία αυτά τα αγιοπνευματικά εφόδια, εμμένοντας στη δυσπιστία και την αμετανοησία.

Ευχή μας να παραμένουμε σε όλον μας το βίο «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι», σαν να γίναμε δηλαδή προσωπικοί μάρτυρες της αγίας και ενδόξου Αναστάσεως.

Χριστός Ανέστη!

Καλό Πάσχα!

Πηγή: sportime.gr

Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος: Ο άγιος Γεώργιος και η μαρτυρία του

Κήρυγμα Μητροπολίτη Μόρφου Νεοφύτου στον Πανηγυρικό Εσπερινό της εορτής του αγίου Γεωργίου στο ομώνυμο ιερό σχολικό παρεκκλήσι του Περιφερειακού Γυμνασίου Ακακίου στο χωριό Ακάκι της μητροπολιτικής περιφέρειας Μόρφου (2.11.2016).

Η φρίκη της αφύσικης «οικογένειας» σε ένα βίντεο: Ζευγάρι ομοφυλόφιλων γελούν με το υιοθετημένο μωρό που ζητάει κλαίγοντας τη μαμά του!

Το αθώο μωράκι ζητάει τη μητρική αγκαλιά και οι δύο άντρες του επαναλαμβάνουν: «Δεν υπάρχει μαμά, μόνο μπαμπάς και… μπαμπάκας»

Συντάκτης: Ελευθέριος Ανδρώνης

 

Ένα βίντεο που σου σπαράζει την καρδιά και σου προκαλεί φρίκη και οργή για τον βασανιστικό βίο των βρεφών που υιοθετούνται από ομοφυλόφιλους «μπαμπάδες», κάνει το γύρο του κόσμου τις τελευταίες μέρες. Είναι ένα βίντεο σκληρό, απάνθρωπο και απολύτως ενδεικτικό του τι σημαίνει να καταδικάζεις ένα παιδί από γεννησιμιού στο να ζήσει μια σακατεμένη και εντελώς νοσηρή ζωή.

Ένα βίντεο που η κυβέρνηση Μητσοτάκη, το ΣτΕ, η τέως ΠτΔ Κατερίνα Σακελλαροπούλου, και όλοι όσοι προώθησαν τον διαστροφικό νόμο για τους γάμους και τις υιοθεσίες από ομόφυλα ζευγάρια, θα πρέπει να βλέπουν κάθε μέρα για να «καμαρώνουν» το κοινωνικό έγκλημα που κατόρθωσαν.

Το αποτρόπαιο βίντεο ανέβηκε στα social media από τον Αμερικανό τραγουδιστή της country μουσικής, Shane McAnally, ο οποίος βιντεοσκοπούσε τον «σύζυγό» του, Michael Baum να παίζει με το μωρό που απέκτησαν από παρένθετη μητέρα. Ο Baum ρωτάει το αγοράκι: «ποιον θέλεις, τον μπαμπά ή τον… μπαμπάκα σου;». Το άμοιρο μωράκι απαντάει ενστικτωδώς προσπαθώντας να σχηματίσει τη λέξη «μαμά» ή κάτι που το θυμίζει.

Ο Baum απαντά «όχι, δεν υπάρχει μαμά. Θες τον μπαμπά ή τον μπαμπάκα σου;». Το μωράκι προσπαθεί και πάλι αυτόματα να αρθρώσει τη λέξη «μαμά», όπως ορίζει η βιολογική φύση του, όπως προστάζει το ένστικτο επιβίωσης του, όπως το ωθεί ο εννιάμηνος δεσμός μέσα στη μήτρα της μάνας του, που όμως πούλησε το παιδί της σαν να ήταν κουτάβι.

O Baum επιμένει χωρίς οίκτο, θέλοντας να κάνει «δικαιωματιστική» πλύση εγκεφάλου στο λίγων μηνών βρέφος: «αποκλείεται Χοσέ. Δεν υπάρχει μαμά. Έχεις μπαμπά ή μπαμπάκα. Όχι μαμά…». Το μωράκι ενστικτωδώς αρχίζει να κλαίει από τις επανειλημμένες αρνήσεις, και τα δύο κυνικά υποκείμενα που παριστάνουν τους γονείς, βάζουν τα γέλια.

 

Καγχάζουν ξεδιάντροπα μπροστά στον ψυχικό ακρωτηριασμό ενός άδολου παιδιού που ζητά το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου. Περιγελούν την τεχνητή ορφάνια του. Χάσκουν χαιρέκακα γιατί ένας νοσηρός νόμος (σαν τον ελληνικό) τους παρέδωσε ένα ζωντανό «αξεσουάρ» για να το προγραμματίσουν όπως θέλουν. Η όλη σκηνή σου προκαλεί ναυτία και εσωτερική οδύνη για την αγνή ψυχούλα. Το μωρό ζητά τη μητρική αγκαλιά κι εκείνοι το «ταΐζουν» με την τοξική ατζέντα τους. Ξέχνα τη λέξη «μαμά», εμείς ορίζουμε τι είναι επιτρεπτό, εμείς αποφασίζουμε τι έχεις ανάγκη, θα συμμορφωθείς στην αιχμαλωσία σου θέλεις – δεν θέλεις.

Το κερασάκι στην τούρτα αυτής της φρικωδίας, είναι ότι το «ζεύγος» ανέβασε σε άλλη ανάρτηση τη φωτογραφία του δύστυχου μωρού με την ειρωνική περιγραφή: «ομοφοβικό μωρό» (!), πιθανότατα γιατί έκανε το… έγκλημα να ζητάει τη μαμά που το γέννησε. Σαν δουλέμποροι που ο σκλάβος τους βγήκε ελαττωματικός και τον διαπομπεύουν με δικαιωματιστικές ταμπέλες γιατί ζήτησε την ελευθερία του. Ένα μωράκι, σκλάβος του αφύσικου και του διαταραγμένου, σκλάβος μιας εωσφορικής ματαιοδοξίας.

Όχι μόνο δεν ντράπηκαν να υποβάλλουν σε ψυχολογικά βασανιστήρια το ανυπεράσπιστο μωράκι, όχι μόνο χασκογέλαγαν για την επιβολή τους, αλλά είχαν και το θράσος να το ανεβάσουν στο διαδίκτυο για να κάνουν επίδειξη δύναμης προς πάσα κατεύθυνση. Τι είδους άνθρωπος πρέπει να είσαι για να ηδονίζεσαι να λες σε ένα νεογέννητο δεκάδες φορές ότι δεν έχει μαμά; Πόσο σαδισμό και πόση σκληρότητα χρειάζεται κάτι τέτοιο; Ποιοι εξωνημένοι επιστήμονες γνωμάτευσαν ότι αυτή η φρίκη είναι υγιής γονεϊκότητα;

Και αν ακόμα δεχόταν κάποιος ότι αυτοί οι δύο τύποι είναι…. «μπαμπάδες», ποιος φυσιολογικός πατέρας θα κόμπαζε μπροστά στην ανημποριά του παιδιού του; Δεν είναι ούτε «μπαμπάδες», ούτε υποκατάστατα «μαμάς», είναι ξένα σώματα που μαϊμουδίζουν την έννοια της οικογένειας.

Να λοιπόν ποια πόρτα του φρενοκομείου ανοίξαμε και στην Ελλάδα. Σύγχρονοι Ηρώδηδες που διέταξαν την ψυχοσωματική «σφαγή» των νηπίων. Ακόμα και για ένα ζώο υπάρχει κατακραυγή αν το στερήσει κάποιος βίαια από τη μητέρα του, αλλά την ψυχή ενός παιδιού δεν έχουν κανένα πρόβλημα να την κατασπαράζουνε. Με κάθε επισημότητα νομιμοποιήσαμε τον «ροζ» γενιτσαρισμό και τον βαφτίσαμε «βέλτιστο συμφέρον του παιδιού», την ώρα που του κόβουμε τον ομφάλιο λώρο με τη φύση.

Στα θλιμμένα και απορημένα μάτια κάθε τέτοιου παιδιού, καθρεφτίζεται όλη η καταβαράθρωση της σημερινής ανθρωπότητας. Ας είναι «περήφανοι» και οι δικοί μας «φωστήρες» που ψήφισαν αυτό το ανοσιούργημα και είχαν το απύθμενο θράσος να το γιορτάσουν κιόλας. Από την κρίση των ανθρώπων μπορεί να ξεφεύγουν – από την οργή του Θεού πώς θα ξεφύγουν…;

Πηγή: sportime.gr

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: «Ο Μακρυγιάννης (+ 27 Απριλίου 1864) ζούσε πνευματικές καταστάσεις. Αν γινόταν καλόγερος, πιστεύω ότι από τον Άγιο Αντώνιο δεν θα είχε μεγάλη διαφορά»

Τῇ ΚΖ´(27ῃ) τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου, κοίμησις τοῦ Ἰωάννου Μακρυγιάννη «ἀγνοτάτου καὶ εὐλαβεστάτου» Στρατηγοῦ ἐν Ἀθήνησι εἰρηνικῶς τελειωθέντος (†1864)

Εις μνημόσυνον… ευγνωμοσύνης

Ιωάννης Μακρυγιάννης

Τί έλεγε ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης για τον αγνότατο πατριώτη και ευλαβέστατο ήρωα στρατηγό Ι. Μακρυγιάννη

Έτσι από μερικά παλληκάρια κρατήθηκε το Έθνος!
Όσοι πεθαίνουν παλληκαρίσια, δεν πεθαίνουν. Αν δεν υπάρχει ηρωισμός, δεν γίνεται τίποτα. Και να ξέρετε ο πιστός είναι και γενναίος. Ο Μακρυγιάννης ο καημένος τι τράβηξε! Και σε τι χρόνια!
– «Κάπνισαν τα μάτια μου», λέει κάπου Γέροντα.
– Ναί κάπνισαν τα μάτια του. Από την ένταση και την αγωνία που είχε, ήταν σαν να έβγαζαν υδρατμούς τα μάτια του. Βρέθηκε σ’ εκείνη την κατάσταση και από πόνο και αγάπη θυσιαζόταν συνέχεια. Δεν σκέφθηκε, δεν υπολόγισε ποτέ τον εαυτό του. Δεν φοβήθηκε μην τον σκοτώσουν, όταν αγωνιζόταν για την Πατρίδα.
Ο Μακρυγιάννης ζούσε πνευματικές καταστάσεις. Αν γινόταν καλόγερος, πιστεύω ότι από τον Άγιο Αντώνιο δεν θα είχε μεγάλη διαφορά. Τρεις χιλιάδες μετάνοιες έκανε και είχε και τραύματα και πληγές. Άνοιγαν οι πληγές του, έβγαιναν τα έντερά του, όταν έκανε μετάνοιες, και τα έβαζε μέσα. Τρεις δικές μου μετάνοιες κάνουν μία δική του. Έβρεχε το πάτωμα με τα δάκρυά του.
Εμείς, αν ήμασταν στη θέση του, θα πηγαίναμε στο νοσοκομείο να μας υπηρετούν…

(Απόσπασμα από το βιβλίο: Γέροντος Παϊσίου Λόγοι Β, «Πνευματική Αφύπνιση» σ. 205-206, εκδ. Ι. Η. Ιω. Θεολόγου, Σουρωτή Θεσσαλονίκης)

***

Επιστολὴ του Γέροντα Παϊσίου του Αγιορείτου για τον Μακρυγιάννη

Ιωάννης Μακρυγιάννης

Μα γιατί να μας φαίνεται παράξενο το να βλέπει θεϊκά οράματα ένας τόσο καλός άνθρωπος όπως ο Μακρυγιάννης με ψυχική καθαρότητα, ειλικρίνεια, θεϊκή δικαιοσύνη, αρχοντιά πνευματική, φιλότιμο, θυσία κ.α;
Από μικρό παιδάκι έκανε εδαφιαίες μετάνοιες αντί γυμναστική, προσκυνούσε τον Θεό με ευλάβεια, μέχρι τα γεράματα του μετάνοιες με τις ώρες, παρόλο που είχε και τραύματα, που άνοιγαν οι πληγές του προσκυνώντας τον Θεό και ζητώντας την βοήθεια για την σωτηρία του για την σωτηρία του κόσμου και την σωτηρία του Έθνους, με πολύ ταπείνωση έβρεχε το πάτωμα με τα πολλά του δάκρυα. Επόμενον ήταν να αναπαυθεί το Πνεύμα του Θεού στον Στρατηγό Μακρυγιάννη και να τον χρησιμοποιήσει ο Θεός σαν νέο μωυσή να οδηγήσει τον νέο Ισραήλ (τον ελληνικό λαό) στην ορθόδοξη πάλι πορεία του μετά την τουρκική σκλαβιά. Επέτρεψε δε ο καλός Θεός να δεί πολλά οράματα: τον Χριστό, την Παναγία και πολλούς Αγίους για να καταλάβουμε εμείς οι μεταγενέστεροι τον μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχε το Έθνος μας, και την μεγάλη προστασία του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων σαν να έκαναν «παγκοινιά» για να μη μας φραγκέψουν.
Βλέπει κανείς μέσα σ’όλον τον αγώνα του Μακρυγιάννη την ορθοδοξη ευαισθησία του μαζί με την αγιοπατερική του ακρίβεια σε όλα. Παράλληλα δε και την ανεξικακία του ήρωα, που δεν τους καταδικάζει ο ίδιος τους αλλόθρησκους γιατί αυτό είναι θέμα του Θεού. Αλλά «αφήστε μας ήσυχους με την Ορθοδοξία μας, σαν να τους λέει, και ας σωθεί και ο καθένας σας με τη θρησκεία του».
Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης το γνήσιο τέκνο της Εκκλησίας μας, ήταν από μικρός αναθρεμμένος, μεγαλωμένος και καπνισμένος με το λιβάνι στην Εκκλησία. Και στην συνέχεια σαν γνήσιος πιά Πατέρας του Έθνους, μπαρουτοκαπνισμένος και τραυματισμένος, χύνοντας δάκρυα με πόνο στον Θεό και αίμα για την λευτεριά μας. Και αν θέλουμε να τον γνωρίσουμε θα πρέπει να ξεκαπνίσουμε την καρδιά και τους λογισμούς μας.

1 Αυγούστου
Μνήμη των Αγίων Μακκαβαίων
1984 ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ
Μοναχός Παΐσιος

***

Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης για τον ήρωα στρατηγό Μακρυγιάννη

Ο Όσιος Παΐσιος λυπόταν που η Ελλάδα δεν είχε ηγέτες «Μακκαβαίους»* με ιδανικά, ανιδιοτέλεια, παλληκαριά και θυσία. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγους που την 1η Αυγούστου του 1984 (π.η.), μνήμη των Αγίων Επτά Παίδων, των Μακκαβαίων, έγραψε ένα κείμενο για τον ήρωα στρατηγό Μακρυγιάννη, τον οποίο, ύστερα από την έκδοση του βιβλίου του «Οράματα και θάματα», άλλοι τον έλεγαν άγιο, άλλοι θρησκόληπτο και άλλοι πλανεμένο.
Με το κείμενο αυτό ο Όσιος Παΐσιος εξέφραζε την μεγάλη του λύπη, διότι σε αυτήν την τόσο δύσκολη εποχή ορισμένοι πετούσαν «λεκέδες στον λευκό χιτώνα του Μακρυγιάννη», αντί να προσπαθούν να ωφεληθούν από τα λόγια αυτού του ήρωα που «αγωνίστηκε περισσότερο από κάθε άλλον για την απελευθέρωση της Πατρίδος μας από τον βάρβαρο τουρκικό ζυγό, και στην συνέχεια αγωνίσθηκε με θείον ζήλο, για να μην υποδουλωθούμε πνευματικά στους Φράγκους».
Για κάποιες μικρές «αδυναμίες» του μεγάλου αυτού ήρωα ο όσιος Γέροντας έγραψε: «Μέσα σ’ έναν τόνο γερά καρύδια, που μας δίνει “ευλογία” ο καλός Μακρυγιάννης, επόμενον είναι να βρεθούν και ένα κιλό κούφια. Γιατί λοιπόν να σχολιάσουμε τα ελάχιστα κούφια, αφού σαν άνθρωποι δεν μπορύμε να έχουμε την θεϊκή τελειότητα, αλλά την ανάλογη ανθρώπινη τελειότητα, που μέσα σ’ αυτήν θα υπάρχουν και οι ανθρώπινες ατέλειες;»
Όσον αφορά δε τα οράματα που ο Μακρυγιάννης έβλεπε, ο Όσιος με την φωτισμένη του διάκριση είπε: «Φυσικά δεν μπορούμε να πούμε ότι όλα τα οράματα του Μακρυγιάννη ήταν θεϊκά, γιατί πολλά από αυτά ήταν και της αγωνίας του, τα οποία γεννούσε η μεγάλη του αγωνία. Αυτά όμως πρέπει να μας συγκινούν περισσότερο από τα θεϊκά, διότι σ’ αυτά βλέπει κανείς την μεγάλη αγωνία του αγνού ήρωα, που δεν έκλεινε μάτι και σε κατάσταση μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως τα έβλεπε αυτά…
Επέτρεψε ο Καλός Θεός να ιδή πολλά οράματα· τον Χριστό, την Παναγία και πολλούς Αγίους, για να καταλάβουμε εμείς οι μεταγενέστεροι τον μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχε το Έθνος μας και την μεγάλη προστασία του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων, σαν να έκαναν “παγκοινιά”, για να μη μας φραγκέψουν (εννοείται: οι Ευρωπαίοι)».
Και κατέληγε: «Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το γνήσιο τέκνο της Εκκλησίας μας, ήταν από μικρός αναθρεμμένος, μεγαλωμένος και καπνισμένος με το λιβάνι στην Εκκλησία. Και στην συνέχεια σαν γνήσιος πιά Πατέρας του Έθνους, μπαρουτοκαπνισμένος και τραυματισμένος, έχυνε δάκρυα με πόνο στον Θεό και αίμα για την λευτεριά μας. Και, αν θέλουμε να τον γνωρίσουμε καλά, θα πρέπει να ξεκαπνίσουμε την καρδιά και τους λογισμούς μας».
Και ο Όσιος Παΐσιος, ως «γνήσιο τέκνο της Εκκλησίας, με ορθόδοξη ευαισθησία και αγιοπατερική ακρίβεια»**, θεωρούσε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τους Ορθόδοξους Έλληνες ήταν η πνευματική υποδούλωσή τους. Ανησυχούσε πολύ βλέποντας την όλο και μεγαλύτερη επίδραση του κοσμικού δυτικοευρωπαϊκού πνεύματος ακόμη και σε πνευματικούς ανθρώπους. Πονούσε για τις διάφορες οικουμενιστικές κινήσεις, για τις οποίες έλεγε ότι είναι «κουρελούδες του διαβόλου». Και με πόνο προσευχόταν να φωτίσει ο Θεός τους εκκλησιαστικούς άρχοντες, ώστε να μην θαμπώνονται από το ψεύτικο φως της Δύσεως, αλλά να βλέπουν καθαρά, με πνευματική διαύγεια, για να μην πέφτουν στην μεγάλη αυτή παγίδα του διαβόλου.
Έγραψε σε επιστολή του: «Δυστυχώς ο Δυτικός Ορθολογισμός έχει επιδράσει και σε Ανατολικούς Ορθόδοξους Άρχοντας, και έτσι βρίσκονται σωματικά μόνον στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, ενώ όλο το είναι τους βρίσκεται στην Δύση που την βλέπουν να βασιλεύη κοσμικά. Εάν έβλεπαν την Δύση πνευματικά, με το φως της Ανατολής, το φως του Χριστού, τότε θα έβλεπαν το πνευματικό ηλιοβασίλεμα της Δύσης, που χάνει σιγά-σιγά το φως του νοητού Ηλίου, του Χριστού, και προχωρούν για το βαθύ σκοτάδι. Μαζεύονται και συνεδριάζουν, και γίνονται συζητήσεις ατέλειωτες για πράγματα που δεν χωράει συζήτηση, που ούτε οι Άγιοι Πατέρες συζητήσανε εδώ και 2.000 χρόνια. Όλες αυτές οι ενέργειες είναι του πονηρού, για να ζαλίζουν και να σκανδαλίζουν τους πιστούς, και να τους σπρώχνουν, άλλους στην αίρεση και άλλους σε σχίσματα, και να κερδίζει έτσι έδαφος ο διάβολος».

* Η προσωνυμία «Μακκαβαίος» δόθηκε στον Ιούδα, τον ηγέτη της Ιουδαϊκής επαναστάσεως, η οποία έγινε το 166 π.Χ. κατά του Αντιόχου του Δ΄ του Επιφανούς, αλλά και στους διαδόχους του. Οι Μακκαβαίοι διακρίθηκαν για τους αγώνες υπέρ της πατρώας πίστεως και της ελευθερίας. (Β΄. Α΄, Β΄, Γ, Δ΄ Μακκαβαίων)
** Για το κείμενο του Οσίου «Ο αγνός ήρωας Στρατηγός Μακρυγιάννης», βλ. Πρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση, Υπαίθριο Αρχονταρίκι, Καταγραφή διδαχών του π. Παϊσίου, 3η εκδ. Κόνιτσα 1994, σελ. 55-62.

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης», έκδοση Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Βασιλικά Θεσσαλονίκης 2015


Καὶ βγῆκαν κάτι δικοί μας κυβερνῆτες, Ἕλληνες, σπορὰ τῆς ἑβραιουργιᾶς, ποὺ εἶπαν νὰ μᾶς σβήσουν τὴν ἁγία Πίστη, τὴν Ὀρθοδοξία, διότι ἡ Φραγκιὰ δὲν μᾶς θέλει μὲ τέτοιο ντύμα Ὀρθόδοξον. Καὶ ἐκάθησα καὶ ἔκλαιγα, διὰ τὰ νέα παθήματα. Καὶ ἐπῆγα εἰς τοὺς φίλους μου τοὺς Ἁγίους, ἄναψα καντήλια καὶ λιβάνισα λιβάνι καλὸν Ἁγιορείτικον καὶ σκουπίζοντας τὰ δάκρυά μου τοὺς εἶπα:

«Δὲν βλέπετε πού θέλουν νὰ κάνουν τὴν Ἑλλάδα παλιοψάθα; Βοηθεῖστε, διότι μᾶς παίρνουν, αὐτοὶ οἱ μισοέλληνες καὶ ἄθρησκοι, ὅ,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικὸν ἔχομεν. Φραγκεμένους μᾶς θέλουν τὰ τσογλάνια τοῦ Τρισκατάρατου Πάπα. Μὴ ἀφήσετε, Ἅγιοί μου, αὐτὰ τὰ γκιντὶ πουλημένα κριγιάτα τῆς τυραγνίας νὰ μασκαρέψουν καὶ νὰ ἀφανίσουν τοὺς Ἕλληνες, κάνοντας περισσότερα κακὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ καταδέχτηκεν ὁ Τοῦρκος ὡς τίμιος ἐχθρός μας».

Ἰωάννης Μακρυγιάννης

Πηγή κειμένου: https://iconandlight.wordpress.com/2024/04/26/

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Ο Κύριος εμφανίστηκε στον Θωμά για χάρη όλων εκείνων που αναζητούν την αλήθεια και τη ζωή

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Το σημερινό ευαγγέλιο μας προσφέρει μιά μεγαλειώδη απόδειξη της Ανάστασης του Χριστού. Μιά απόδειξη πού πιστοποιείται με την πίστη του αποστόλου Θωμά, αλλά και με την πίστη χιλιάδων άλλων χριστιανών από την αρχή της ιστορίας της σωτηρίας ίσαμε σήμερα. «Ούσης ούν οψίας τη ημέρα εκείνη τη μιά των σαββάτων, καί των θυρών κεκλεισμένων όπου ήσαν οι μαθηταί συνηγμένοι διά τον φόβον των Ιουδαίων, ήλθεν ο Ιησούς καί έστη εις τό μέσον, καί λέγει αυτοίς ειρήνη υμίν» (Ιωάν. κ19).

Η πρώτη ημέρα της εβδομάδας είναι η επόμενη του Σαββάτου. Αυτό είναι σαφές από το κατά Μάρκον ευαγγέλιο, όπου αναφέρεται: «Καί διαγενομένου του σαββάτου λίαν πρωί της μίας σαββάτων» (Μάρκ. ιστ 1-2). Η ημέρα αυτή είναι η Κυριακή, τότε που αναστήθηκε ο Κύριος νωρίς το πρωί. Αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας λοιπόν, οι μαθητές είχαν μαζευτεί σ ένα σπίτι στα Ιεροσόλυμα όλοι μαζί, εκτός από τον Θωμά.

Όλα είχαν γίνει σύμφωνα με την προφητεία: «πατάξω τον ποιμένα και διασκορπισθήσονται τα πρόβατα» (Μάρκ. ιδ 27). Οι απόστολοι όμως δέν ήταν άλογα ζώα, για να διασκορπιστούν στους πέντε ανέμους. Συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί σ ένα σπίτι για να περιμένουν τις εξελίξεις και να στηρίξουν ο ένας τον άλλο. Επειδή φοβούνταν τους Ιουδαίους είχαν κλειδώσει την πόρτα. Αναμφίβολα όλοι τους είχαν ζωντανή στη μνήμη την προφητεία του Διδασκάλου τους, όταν τους προειδοποιούσε πώς θα τους παραδώσουν σε συνέδρια και θα τους μαστιγώσουν στις συναγωγές (βλ. Ματθ. ι 17). Δεν ήταν δυνατό να ξεχάσουν τα φοβερά λόγια Του: «αλλ έρχεται ώρα ίνα πάς ο αποκτείνας υμάς δόξη λατρείαν προσφέρειν τώ Θεώ» (Ιωάν. ιστ 2).

Ο φόβος των αποστόλων αυτές τις μέρες, όταν μπροστά στα μάτια τους συντελέστηκαν τόσα παράλογα εγκλήματα εναντίον του Διδασκάλου τους, ήταν κάτι περισσότερο από κατανοητός. Αδύναμοι άνθρωποι ήταν. Τί άλλο θα περίμεναν από τους αιμοδιψείς πρεσβυτέρους των Ιουδαίων, αφού γνώριζαν ήδη πόσο αδίστακτοι ήταν στη δίκη του αναμάρτητου και παντοδύναμου Χριστού, του θαυματουργού; Ο Χριστός όμως, ακόμα και μέσα στόν τάφο τους είχε στο νού Του, για να μή πάθουν κανένα κακό. Θα τους ενίσχυε να μην προδώσουν ο ένας τον άλλο και να μη σκορπιστούν στις τέσσερις γωνιές της γης προτού τον δούν ζωντανό και δοξασμένο. Και να που τώρα, το τέταρτο βράδυ από τότε που οι μαθητές χωρίστηκαν από τον Κύριό τους από τότε πού τον συνέλαβαν καί τον οδήγησαν σε δίκη καί την πρώτη μέρα μετά την Ανάσταση, ο Κύριος εμφανίστηκε μπροστά τους ζωντανός και δοξασμένος…

***

«Καί μεθ’ ημέρας οκτώ πάλιν ήσαν έσω οι μαθηταί αυτού και Θωμάς μετ’ αυτών. έρχεται ο Ιησούς των θυρών κεκλεισμένων, και έστη εις το μέσον και είπεν· ειρήνη υμίν» (Ιωάν. κ’ 26). Οκτώ μέρες αργότερα, Κυριακή πάλι, οι μαθητές ήταν συναγμένοι. Μαζί τους ήταν και ο Θωμάς. Τότε, κι ενώ οι πόρτες ήταν πάλι κλεισμένες, ο Ιησούς μπήκε μέσα, στάθηκε ανάμεσά τους και είπε: ειρήνη υμίν. Όλα έγιναν όπως και την πρώτη φορά που εμφανίστηκε μπροστά τους. Όλα, μόνο που τώρα ήταν κι ο Θωμάς μαζί τους. Φαίνεται πως ο Κύριος ήθελε να εμφανιστεί στον Θωμά ακριβώς όπως και στους άλλους, για να επιβεβαιώσει στο δύσπιστο μαθητή όλα εκείνα που του διηγήθηκαν οι άλλοι δέκα….

Όλα όσα γράφτηκαν στο ευαγγέλιο έχουν ένα μοναδικό σκοπό: «ίνα πιστεύσητε ότι ο Ιησούς εστιν ο Χριστός ο υιός του Θεού». Αυτό σημαίνει: Μην περιμένετε άλλον Μεσσία και Σωτήρα του κόσμου.

Αυτός που ήταν να έρθει, ήρθε. Αυτός που προφήτεψαν οι προφήτες του Ισραήλ, αλλά κι οι Σίβυλλες του ειδωλολατρικού κόσμου, εμφανίστηκε στ’ αλήθεια. Όλα όσα γράφτηκαν, ήταν επίσης ώστε και ίνα πιστεύοντες ζωήν έχητε εν τω ονόματι αυτού. Με την πίστη αυτή, που ο Θωμάς την επιβεβαίωσε με τις αισθήσεις του, θα έχετε ζωή αιώνια. Απ’ αυτό φαίνεται πως τα καταληκτικά αυτά λόγια του σημερινού ευαγγελίου συνδέονται με το περιστατικό που προηγήθηκε, με τον Θωμά και την απιστία του.

Ο Κύριος εμφανίστηκε στον Θωμά όχι μόνο για δική του χάρη, αλλά για τη χάρη όλων εκείνων που αναζητούν την αλήθεια και τη ζωή. Με την εμφάνισή Του στον Θωμά ο Κύριος βοήθησε όλους εμάς να τον πιστέψουμε πιο εύκολα, αναστημένο και ζωντανό. Καί με την πίστη αυτή να συμμετάσχουμε στην αιώνια αλήθεια και την αιώνια ζωή. Εν τω ονόματι αυτού, προσθέτει ο ευαγγελιστής.

Γιατί εν τω ονόματι αυτού; Επειδή «και ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία· ουδέ γαρ όνομά εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δεί σωθήναι ημάς» (Πραξ. δ’ 12). Γιατί «πας γαρ ος αν επικαλέσηται το όνομα Κυρίου σωθήσεται» (Ρωμ. ι’ 13). Μόνο η ζωή που αναζητείται και αποκτάται στο όνομα του Κυρίου Ιησού είναι αληθινή ζωή. Κάθε άλλη είναι θάνατος και φθορά.

Στην άνυδρη ερημιά της ανθρώπινης ιστορίας, ο αναστημένος Χριστός είναι η μόνη σίγουρη πηγή νερού που ξεδιψάει και αναζωογονεί. Οτιδήποτε άλλο θα φαίνεται σαν πηγή νερού στον ταλαιπωρημένο και διψασμένο ταξιδιώτη, που δεν θα είναι πηγή αλλά το λαμπύρισμα της καυτής άμμου, μια διαβολική αυταπάτη.

***

Το βαθύτερο νόημα της σημερινής ευαγγελικής περικοπής έχει σχέση με το εσωτερικό δράμα της ψυχής του ανθρώπου. Όποιος θέλει να εμφανιστεί ο αναστημένος Κύριος μέσα του, με τη βοήθεια τού Αγίου Πνεύματος, πρέπει να κλειδαμπαρώσει την πόρτα της ψυχής του, να την προστατέψει από την εισβολή του εξωτερικού, του φυσικού κόσμου. Όπως γράφει ο άγιος Θεόληπτος στή Φιλοκαλία: «Αποκτήστε σοφία από τις μέλισσες. Με το που θα δουν σμήνος από σφήκες να πετούν γύρω τους, μένουν μέσα στην κυψέλη κι έτσι διαφεύγουν τον κίνδυνο από τις επιθέσεις τους». Με τον ίδιο τρόπο οι απόστολοι προστατεύτηκαν από τους αιμοδιψείς και υλιστές Ιουδαίους.

Οι Ιουδαίοι αντιπροσωπεύουν κατά κάποιο τρόπο τον υλισμό και τον αισθησιασμό. Σε ψυχή όμως που διαφυλάσσεται με ζήλο και κλειδαμπαρώνεται, ο Κύριος θα εμφανιστεί εν δόξη. Ο δοξασμένος Νυμφίος θ αποκαλυφτεί τότε στη συνετή νύμφη.

Όταν εμφανίζεται ο Κύριος, ο φόβος του κόσμου εξαφανίζεται κι η ψυχή ειρηνεύει. Κι όχι μόνο ειρηνεύει. Ο Κύριος φέρνει πάντα μαζί Του πολλά καί διάφορα δώρα, όπως χαρά, δύναμη καί θάρρος. Εδραιώνει την πίστη, ενισχύει τη ζωή.

Όταν ο Κύριος εμφανίζεται καί μας παρέχει όλα αυτά τα πολύτιμα δώρα, κάποια αμφιβολία εξακολουθεί ακόμα να κρύβεται σε κάποια γωνιά της ψυχής μας.

Η γωνιά αυτή αντιπροσωπεύει το δύσπιστο Θωμά. Γιά να φωτιστεί καί να θερμανθεί κι η γωνιά αυτή με τη χάρη του Κυρίου, πρέπει να επιμείνουμε στήν προσευχή καί νά περιμένουμε μέ μεγάλη υπομονή. Πρέπει νά μένουμε κλειδαμπαρωμένοι, προστατευμένοι από τόν έξω κόσμο, από τίς σωματικές επιθυμίες καί ορμές.

Τότε ο Κύριος πού αγαπά τό ανθρώπινο γένος θά μάς συμπονέσει καί θά εισακούσει τίς προσευχές μας. Θά εμφανιστεί ξανά καί με τη φιλεύσπλαχνη παρουσία Του θα φωτίσει και την τελευταία σκοτεινή γωνιά της ψυχής μας. Τότε και μόνο τότε θα μπορέσουμε να πούμε πώς είμαστε ζωντανές ψυχές και υιοί Θεού κατά χάρη. Κι όλα αυτά με τη χάρη του Κυρίου καί Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, στόν Οποίο πρέπει η τιμή καί η προσκύνηση, μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια κ αί αδιαίρετη Τριάδα, τώρα καί πάντα και στους αιώνες τών αιώνων. Αμήν.

Από το βιβλίο: Αναστάσεως Ημέρα, Αθήναι 2011, μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 33 εξ.

Πηγή: https://iconandlight.wordpress.com/2015/04/18/

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος: Ὁμιλία εἰς τὸν Ἀπόστολον Θωμᾶν

Η ψηλάφησις του Θωμά

Ἔρχομαι ἐπειγόντως νὰ καταβάλω τὴν ὀφειλή μου. Διότι, ἂν καὶ εἶμαι πτωχός, βιάζομαι νὰ ἀποσπάσω ὁπωσδήποτε τὴν εὐγνωμοσύνη σας. Εἶχα δώσει ὑπόσχεση νὰ φανερώσω τὴν ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ, καὶ τώρα ἔρχομαι νὰ τὴν ἐκπληρώσω.

Ἡ πρόθεσίς μου εἶναι νὰ ἐξοφλῶ πρῶτα τὶς παλαιότερες ὀφειλές, γιὰ νὰ μὴ μὲ πιέζουν οἱ τόκοι ποὺ συγκεντρώνονται. Συνεργασθεῖτε μαζί μου στὴν καταβολὴ τοῦ χρέους, καὶ ἱκετεύσετε τὸν Θωμᾶ νὰ εὐλογήση τὰ χείλη μου μὲ τὴν ἁγία δεξιά του, μὲ τὴν ὁποίαν ἤγγισε τὴν πλευρὰ τοῦ Δεσπότου, ὥστε νὰ νευρώση τὴν γλώσσα μου, γιὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω αὐτὰ ποὺ ποθεῖτε. Καὶ ἐγώ, ἐνθαρρυνόμενος μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἀποστόλου καὶ μάρτυρος Θωμᾶ, διακηρύττω τὴν ἀρχικὴν ἀμφιβολία καὶ τὴν τελικὴν ὁμολογία του, ἡ ὁποία ἔγινε κρηπὶς καὶ Θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ὅταν εἰσῆλθε ὁ Σωτὴρ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν ἐκεῖ ὅπου εἶχαν συγκεντρωθῆ οἱ μαθηταί του καὶ ἐξῆλθε πάλι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἀπουσίαζε μόνον ὁ Θωμᾶς. Ἦταν κι αὐτὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας, ὥστε ἡ ἀπουσία τοῦ μαθητοῦ νὰ γίνη πρόξενος περισσοτέρας ἀσφαλείας καὶ βεβαιότητος. Διότι, ἐὰν παρευρίσκετο ὁ Θωμᾶς, δὲν θὰ ἀμφέβαλλε. Καὶ ἂν δὲν ἀμφέβαλλε, δὲν θὰ ζητοῦσε νὰ περιεργασθῆ. Ἐὰν δὲν ζητοῦσε, δὲν θὰ ψηλαφοῦσε. Καὶ ἐὰν δὲν ψηλαφοῦσε, δὲν θὰ ἀνεκήρυττε τὸν Χριστὸ Κύριον καὶ Θεόν. Ἐὰν δὲν τὸν εἶχε ἀποκαλέσει Κύριον καὶ Θεόν, ἐμεῖς δὲν θὰ εἴχαμε διδαχθῆ νὰ τὸν δοξολογοῦμε μὲ τὸν τρόπον αὐτόν. Ὥστε καὶ μὲ τὴν ἀπουσία του ὁ Θωμᾶς μᾶς ποδηγέτησε πρὸς τὴν ἀλήθεια καὶ μὲ τὴν παρουσία του ὕστερα μᾶς ἐβεβαίωσε περισσότερο στὴν πίστη.

Ἔλεγαν λοιπὸν οἱ μαθηταί, ὅταν ἦλθε ἀργοπορημένος: «Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον», εἴδαμε αὐτὸν ποὺ εἶπε: «ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου». Εἴδαμε αὐτὸν ποὺ εἶπε: «ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀλήθεια». Εἴδαμε τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων νὰ λάμπη μέσα στὰ γεγονότα. Εἴδαμε αὐτὸν ποὺ εἶπε: «μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι», καὶ βλέποντας τὴν ἀνάσταση, ἐπροσκυνήσαμε τὸν ἀναστάντα. Τὸν ἀκούσαμε ποὺ μᾶς εἶπε: «εἰρήνη ὑμῖν», καὶ μεταστρέψαμε τὴν ζάλη τῆς λύπης σὲ γαλήνια εὐφροσύνη. Ἀντικρίσαμε τὰ χέρια του ποὺ ἐδέχθησαν τὶς αἰχμὲς τῶν καρφιῶν, τὰ χέρια ποὺ κατηγοροῦν τὴν λύσσα τῶν θεομάχων θηρίων. Ἀντικρίσαμε τὰ χέρια ποὺ μᾶς ὕφαναν τὴν ἀφθαρσία, ἀντικρίσαμε καὶ τὴν πλευρὰν ποὺ φανερώνει λαμπρότερα ἀπὸ κάθε κήρυκα τὴν εὐσπλαχνία τοῦ πληγωμένου. Αὐτὴν τὴν πλευρὰ τὴν ὁποίαν ὑμνοῦν οἱ ἄγγελοι καὶ εὐλαβοῦνται οἱ πιστοὶ καὶ φρίττουν οἱ δαίμονες. Ὑποδεχθήκαμε καὶ ἐμφύσημα θεῖον ἀπὸ τὸ θεῖον στόμα του, ἐμφύσημα πνευματικόν, ἐμφύσημα ποὺ σκορπίζει κάθε χάρη. Ἐχειροτονηθήκαμε ἀπὸ τὸν Κύριο, κύριοι της ἀφέσεως τῶν πλημμελημάτων. Ἀποκτήσαμε καὶ τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωμε τοὺς ἁμαρτωλούς, ἀφοῦ μᾶς ἔδωσε αὐτὴν τὴν ἐντολή: «ἂν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς. Ἂν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται». Τέτοια λόγια εἴχαμε τὴν βαθειὰ χαρὰ νὰ ἀκούσωμε ἀπὸ τὸν Σωτήρα, τέτοιες δωρεὲς ἀπολαύσαμε. Διότι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν πλουτήσωμε, ἀφοῦ εὑρήκαμε πλούσιον Δεσπότη. Ἀλλὰ μόνο σὺ ἔμεινες πτωχός, ἀφοῦ ἀπουσίαζες.

Καὶ τί τοὺς εἶπεν ὁ Θωμᾶς; Εἴδατε τὸν Κύριο; Καλῶς. Αὐτὸν λοιπὸν ποὺ εἴδατε, νὰ τὸν σέβεσθε περισσότερο. Αὐτὸν ποὺ παρατηρήσατε, μὴν παύσετε νὰ τὸν κηρύττετε. Ἐγὼ ὅμως «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χείρα μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω». Καὶ σεῖς δὲν θὰ εἴχατε πιστεύσει ἐὰν πρῶτα δὲν ἐβλέπατε. Ἔτσι κι ἐγώ, ἐὰν δὲν ἴδω, δὲν θὰ πιστεύσω.

Μεῖνε, Θωμᾶ, σταθερὸς στὸν πόθο σου αὐτόν, διατήρησε τὸν ζῆλο σου, ὥστε βλέποντας ἐσὺ νὰ βεβαιωθῆ ἡ ψυχή μου. Ζήτησε μὲ ἐπιμονὴ αὐτὸν ποὺ εἶπε: «Ζητεῖτε καὶ εὑρήσετε». Μὴν παύσης νὰ ἐρευνᾶς εἰλικρινῶς, ἐὰν δὲν εὕρης τὸν θησαυρὸ ποὺ ζητεῖς. Μὴν παύσης νὰ κρούης τὴν θύρα τῆς ἀναντιρρήτου γνώσεως, μέχρι νὰ σοῦ τὴν ἀνοίξη αὐτὸς ποὺ εἶπε: «κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν». Ἀγαπῶ τὸν διχασμὸ τῶν λογισμῶν σου, ἐπειδὴ ἀναιρεῖ κάθε διχασμό. Ἀγαπῶ τὴν φιλομάθειά σου ἐπειδὴ καταλύει κάθε φιλονεικία. Χαίρομαι νὰ σὲ ἀκούω πολλὲς φορὲς νὰ λέγης: «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, οὐ μὴ πιστεύσω». Διότι μὲ τὸ νὰ ἀπιστῆς ἐσύ, ἐγὼ μαθαίνω νὰ πιστεύω. Σκάπτοντας ἐσὺ μὲ τὴν δικέλλα τῆς γλώσσης τὸ θεῖον σῶμα, ἐγὼ ἀκόπως θερίζω τὸν καρπὸ καὶ τὸν συλλέγω γιὰ μένα.

Ἐὰν δὲν ἰδῶ μὲ τὰ ἴδιά μου τὰ μάτια τὶς πληγὲς τὶς ὁποῖες ἄνοιξαν οἱ ἀσεβεῖς στὰ ἁγιά του χέρια, δὲν πρόκειται νὰ συγκατατεθῶ στοὺς λόγους σας. Ἐὰν δὲν βάλω τὸ ἴδιο μου τὸ δάκτυλο στὰ κοιλώματα τῶν καρφιῶν, δὲν θὰ δεχθῶ τὴν καλή σας ἀγγελία. Ἐὰν δὲν κρατήσω μὲ τὸ χέρι μου τὸ ἴδιο τὴν πλευρὰ τοῦ εὑρισκομένου πέραν ἀπὸ κάθε ὑποψία μάρτυρος τῆς Ἀναστάσεως, δὲν ἠμπορῶ νὰ πιστεύσω στὸ δόγμα σας. Διότι κάθε λόγος γίνεται ἰσχυρὸς καὶ βέβαιος, ἂν δεχθῆ τὴν συνηγορία ἀπὸ τὰ γεγονότα. Καὶ κάθε λόγος ποὺ στερεῖται τὴν ἀπὸ τὰ ἔργα μαρτυρία, ἐξαφανίζεται στὸν ἀέρα. Ἔχω νὰ κηρύξω στοὺς ἀνθρώπους τὰ θαύματα τοῦ Διδασκάλου. Πῶς λοιπὸν θὰ διηγηθῶ μὲ λόγια ἐκεῖνα ποὺ δὲν παρέλαβα μὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου; Πῶς θὰ πείσω τοὺς ἀπίστους νὰ πιστεύσουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα οὔτε ἐγὼ ἔχω παρακολουθήσει; Νὰ εἰπῶ στοὺς Ἰουδαίους καὶ στοὺς Ἕλληνες ὅτι εἶδα τὸν Κύριό μου νὰ σταυρώνεται, δὲν τὸν εἶδα ὅμως ἀναστημένο, παρὰ μόνον ἤκουσα; Καὶ ποῖος δὲν θὰ περιπαίξη τὰ λόγιά μου; Ποῖος δὲν θὰ περιφρονήση τὸ κήρυγμά μου; Ἄλλο εἶναι ἡ ἀπαγγελία λόγων, καὶ ἄλλο ἡ ἐμπειρία τῶν πραγμάτων.

Αὐτοὺς τοὺς ἀμφιβόλους λογισμοὺς εἶχεν ὁ Θωμᾶς, ὅταν μετὰ ἀπὸ ὀκτὼ ἡμέρες ἐπαρουσιάσθη πάλιν ὁ Κύριος στοὺς συνηθροισμένους μαθητάς του. Ἄφησε πρῶτα τὸν Θωμᾶ, κατὰ τὶς ἡμέρες ποὺ παρεμβάλλονται, νὰ κατηχηθῆ ἀπὸ τοὺς συμμαθητάς του, παραχωρώντας ἔτσι νὰ ἀναφλεγῆ ἀπὸ τὴν δίψα τῆς συναντήσεώς του. Καὶ ὅταν ἡ ψυχὴ του ἄναψε ἀπὸ τὸν σφοδρὸ πόθο τῆς θέας, τότε, τὴν κατάλληλη στιγμή, ὁ ποθούμενος ἀπεκαλύφθη σ’ αὐτὸν ποὺ τὸν ποθοῦσε. Καὶ τὸ ἔκανε αὐτὸ μὲ τὸν ἴδιον τρόπον, ὅπως πρίν, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, καὶ πάλι, ὅπως τὴν πρώτη φορά, τοὺς εἶπε: «εἰρήνη ὑμῖν», γιὰ νὰ ταυτισθῆ τὸ γεγονὸς μὲ τὸ θαῦμα, γιὰ νὰ βεβαιώση τὴν ἀναγγελία τῶν Ἀποστόλων καὶ γιὰ νὰ παραστήση τὴν ἀκρίβεια τῆς δευτέρας ἐπισκέψεώς του. «Εἶτα λέγει τῷ Θωμᾶ. Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε, καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου». Ὦ ὕψος ἀπεράντου φιλανθρωπίας! Ὦ πέλαγος ἀμετρήτου συγκαταβάσεως! Δὲν ἐπερίμενε τὴν προσέλευση τοῦ μαθητοῦ, δὲν ἀνέμεινε νὰ προσέλθη αὐτὸς ποὺ εἶχε ἀνάγκη, νὰ παρακαλέση καὶ νὰ ἐπιτύχη αὐτὸ ποὺ ἤθελε. Δὲν τὸν ἐστέρησε οὔτε γιὰ λίγο ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωση τῆς ἐπιθυμίας, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ποθούμενος προσείλκυσε κοντὰ του διὰ τῆς βίας τὸν ἐραστήν, ὁ ἴδιος ἔσυρε μὲ τὴν φωνή, στὴν πληγὴ τὸ δάκτυλο αὐτοῦ ποὺ τὴν ποθοῦσε, ὁ ἴδιος μὲ τὴν Δεσποτική του γλώσσα ἐτράβηξε τὸ δουλικὸ χέρι λέγοντας σ’ αὐτόν: «φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου».

Ἤκουσα, Θωμᾶ, ἀπὼν ὡς ἄνθρωπος, παρὼν ὅμως ὡς Θεός, αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπες στοὺς ἀδελφούς σου. Ἤμουν μαζί σας κατὰ τὴν θεότητα, ἂν καὶ ἀποχωρισμένος κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Θέλεις νὰ σοῦ ὑπενθυμίσω τὰ λόγια σου; Δὲν εἶπες: «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω»; Ἀπὸ τὰ χείλη σου δὲν ἐξῆλθαν τὰ λόγια αὐτά; Αὐτὰ τὰ λόγια δὲν ἐκφράζουν τοὺς λογισμούς σου; Γι’ αὐτὰ λοιπὸν ἦλθα πάλι, γιὰ τὰ ὁποῖα ἀμφιβάλλεις. Γι’ αὐτὸ ἦλθα πάλι κοντά σας, εἶμαι ἐδῶ γι’ αὐτὰ ἀκριβῶς ποὺ ἐπιθυμεῖς.

Γιὰ σὲ τὸν ἕνα ἦλθα καὶ τώρα κοντά σου, ἐγὼ ποὺ κατῆλθα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς γιὰ τὸ πλανώμενο πρόβατο, χωρὶς νὰ ἐγκαταλείψω τοὺς οὐρανούς. Μὴ λοιπὸν διστάσης νὰ μάθης αὐτὰ ποὺ ποθεῖς, μὴν ἐντραπῆς νὰ περιεργασθῆς αὐτὰ ποὺ ἐπιζητεῖς. Μὴν ἀποφύγης νὰ βάλης τὸ δάκτυλό σου ἐπάνω στὰ ἴδιά μου τὰ χέρια. Ἀνέχομαι καὶ τὰ περίεργα δάκτυλα, ὅπως ἀνέχθηκα καὶ τὰ καρφιά. Ὑπομένω τὴν περιέργεια τοῦ φίλου, ὅπως ὑπέμεινα τὴν ἐπίθεση τῶν ἐχθρῶν.

Ὅταν ἐσταυρώθηκα ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, δὲν ἠγανάκτησα, καὶ δὲν θὰ ὑποφέρω τὴν δική σου ἔρευνα; «Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου», ποὺ ἐτραυματίσθησαν γιὰ σᾶς, γιὰ νὰ θεραπευθοῦν τὰ τραύματα τῶν ψυχῶν σας. «Ἴδε τὰς χεῖρας μου» καὶ ἀναλογίσου ἂν εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἑκουσίως ἐσταυρώθη ἢ μήπως κάποιος ἄλλος; «Ἴδε τὰς χεῖρας μου», ποὺ ἄφησα νὰ διατηρήσουν τὰ σύμβολα τῆς ἰουδαϊκῆς μανίας, ὥστε ὅταν μὲ τὴν συνηθισμένη ἀναίδειά τους οἱ Ἰουδαῖοι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως, μοῦ εἰποῦν ὅτι ἐμεῖς, Κύριε, δὲν σὲ ἐσταυρώσαμε, τότε θὰ δείξω σ’ αὐτοὺς ποὺ μὲ ἐπολέμησαν τὰ χέρια μου μὲ τὰ ἀποτυπώματα τῶν πληγῶν, καὶ θὰ ἐντροπιάσω τοὺς Ἰουδαίους μόλις μὲ ἀντικρύσουν. Κοίτα τὰ χέρια μου καὶ μὴ νομίσης ὅτι ἡ ἀλήθεια τῆς Ἀναστάσεως εἶναι φαντασία. Κράτα τὰ χέρια αὐτὰ ὡς ὁμήρους της ἰδικῆς σας ἀναγεννήσεως. Κράτα τὰ χέρια αὐτὰ ὡς ἄγκυρα ποὺ ἀνειλκύσθη ἀπὸ τὸν βυθὸ τοῦ Ἅδου.

Μὴ φοβηθῆς κανένα βιοτικὸν χειμώνα, καμμία ζάλη κοσμικὴ μὴ σὲ τρομάξη, μὴ φοβηθῆς τοὺς ἀντιθέτους ἀνέμους, μὴ φροντίσης καθόλου γιὰ τὶς καταιγίδες καὶ τοὺς σκοπέλους τῆς θαλάσσης τῶν ἐχθρῶν. Πλεῦσε μὲ θάρρος τὸ πέλαγος τοῦ βίου, πλεῦσε κρατώντας δυνατὰ τὴν ἄγκυρα τοῦ πνεύματος, πλεῦσε προσέχοντας στὸν οὐρανὸ σὰν σὲ λιμάνι, πλεῦσε φοβούμενος μόνο τῆς ἰδικῆς μου ἀρνήσεως τὸ ναυάγιο. Περιγέλασε τὸν θάνατον ὡς νεκρό, περίπαιξε τὴν φθορὰν ὡς ἀνίσχυρη, χαιρέτισε τὸν ὑπὲρ ἐμοῦ θάνατον ὡς ἀρχὴν ἐσωτερικῆς ζωῆς καὶ «φέρε τὴν χεῖρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου…». Ἄντλησε μὲ τὸ χέρι σου ἀπὸ τὴν κρήνην αὐτὴν τῆς ζωῆς τὸ νάμα ποὺ ποθεῖς καὶ παρηγόρησε τὴν δίψα σου. «Φέρε τὴν χαρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου», τοποθέτησε τὸ χέρι σου μέσα στὸ ἰατρεῖο τῆς φύσεως καὶ ἀπόβαλε τὸ δηλητήριο τῆς προαιρέσεώς σου. Ἀνέχομαι ἄγγιγμα χεριοῦ ποὺ μὲ ἀγαπᾶ, ἐγὼ ποὺ ἐδέχθην τὴν πληγὴ τῆς λόγχης.

«Φέρε τὴν χεῖρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου», ὥστε νὰ ἠμπορῆς νὰ λέγης σὲ ὅσους ἀντιστέκονται στὴν ἀλήθεια, ὅτι μετὰ τὴν Ἀνάσταση μὲ εἶδες καὶ μὲ ἐξέτασες καὶ μὲ ἐψηλάφησες μὲ ἀκρίβεια. «Φέρε τὴν χεῖρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου», διότι γιὰ σὲ τὴν διετήρησα ἔτσι, ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἐθεράπευσα τὰ σώματα καὶ τὶς ψυχὲς τῶν ἄλλων, προγνωρίζοντας ὡς Θεὸς ὅτι θὰ θελήσεις νὰ τὴν ἰδῆς σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση, ὥστε βλέποντας σὺ τὰ ἴχνη τοῦ πάθους τῆς σαρκός μου, νὰ θεραπεύσης τὸ πάθος τῆς ψυχῆς σου. «Φέρε τὴν χεῖρα σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου» τὴν ὁποίαν ἐφύλαξα ἔτσι ὅπως τὴν βλέπεις, ὥστε, ὅταν ἐπανέλθω ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθίσω Κριτὴς ζώντων καὶ νεκρῶν, νὰ ἰδοῦν οἱ Ἰουδαῖοι ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν τους νὰ φανερώνωνται τὰ ἔργα τῆς κακῆς ἐργασίας τους, καὶ νὰ γίνουν αὐτοκατάκριτοι. «Καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός». Εἶναι κακὸν ἡ ἀπιστία. Βυθίζει τὸν νοῦν. Ἡ πίστις τὸν ἐξυψώνει στὸν οὐρανό. Ἡ ἀπιστία τυφλώνει τὴν ψυχὴ, ἡ πίστις φωτίζει τοὺς λογισμούς. Ἡ ἀπιστία καὶ τὰ ἀόρατα τὰ βλέπει καθαρά. Ὁ ἄπιστος ἔχει πλήρη ἄγνοια. «Μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός». Ἀποδίωξε τὸ νέφος τῆς ἀπιστίας καὶ κοίτα τὶς καθαρὲς ἀκτίνες τῆς πίστεως. Πάρε ὅλα τὰ ἐφόδια γιὰ νὰ γίνης ἄξιος Ἀπόστολος τῆς θεότητός μου.

Γίνε ὅπως πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ συνανεστράφη μαζί μου, καὶ εἶχε τὶς ἐμπειρίες ποὺ εἶχες ἐσύ. Ὁμοίως μὲ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους ἐκλήθης, ὁμοίως μὲ αὐτοὺς ἐτιμήθης, ὁμοίως μὲ αὐτοὺς ἐξοπλίσου. Τὰ ἴδια μὲ ἐκείνους εἶδες καὶ σύ, σοῦ ἐνεπιστεύθην σὰν φίλο ὅλο μου τὸ μυστήριο, ὅπως καὶ σ’ αὐτούς. Ὁμοίως μὲ αὐτοὺς κήρυττε τὴν δύναμή μου. Μὴν εἰπῆς πάλι γιὰ δευτέρα φορά: «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, οὐ μὴ πιστεύσω». Ὅσον εἶμαι μαζί σας, ὅπως θέλης ἠμπορεῖς νὰ μὲ περιεργασθῆς. Ὅσον ἔχεις κοντά σου τὸ οὐράνιον κλῆμα, ἐξερεύνησε ὅλους τους κλάδους καὶ τὰ σταφύλια του. Θὰ ἀνεβῶ στοὺς οὐρανοὺς ἀπὸ ὅπου ἦλθα στὴν γῆ, θὰ ἀνέλθω ἐκεῖ ὅπου εἶμαι, θὰ ἀνέλθω ὡς πρὸς τὴν ἀνθρωπίνη μου φύσιν ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου συγκατέβην γιὰ χάρη σας ὡς πρὸς τὴν θεότητα. Θὰ ἀνέλθω μὲ τοῦτο τὸ σῶμα, ἐγὼ ποὺ χωρὶς αὐτὸ ἔχω ἐκδημήσει ἀπὸ ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν ἔπαψα νὰ παραμένω ἐκεῖ. Θὰ ἀνέλθω μὲ τὴν ἰδικὴ σας φύση πρὸς τὸν πατρικὸν κόλπο, ἐγὼ ποὺ εὑρίσκομαι στοὺς κόλπους τοῦ Πατρός. Διότι ἐξεπλήρωσα τὸ ἔργο γιὰ τὸ ὁποῖον ἔκαμα ὅλον αὐτὸν τὸν δρόμο.

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Θωμᾶς ἤγγισε τὰ δεσποτικὰ χέρια καὶ τὴν θεία πλευρά, καὶ ἐκυριεύθη ἀπὸ δειλία καὶ χαρὰ μὲ τὴν θέα αὐτῶν ποὺ ἐπεθύμησε, κινεῖ εὐθὺς τὴν γλώσσα πρὸς ὑμνωδίαν ἀναφωνώντας πρὸς τὸν Κύριον: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Σὺ εἶσαι ὁ Κύριος καὶ Θεός, σὺ εἶσαι καὶ ἄνθρωπος καὶ φιλάνθρωπος, σὺ εἶσαι ἀξιοθαύμαστος καὶ παράδοξος ἰατρὸς τῆς φύσεως. Δὲν ἀποκόπτεις μὲ νυστέρι τὰ παθήματα, δὲν καυτηριάζεις μὲ φωτιὰ τὶς πληγές, δὲν ἀντλεῖς ἀπὸ τὰ βότανα τὴν ἰσχὺ τῶν φαρμάκων, δὲν ἐπιδένεις μὲ ἐπιδέσμους ὁρατοὺς τὰ πάσχοντα τραύματα. Διαθέτεις ἀοράτους ἐπιδέσμους εὐσπλαχνίας, οἱ ὁποῖοι ἀοράτως τονώνουν τὰ καταπονημένα μέλη. Ἔχεις λόγον ὀξύτερον ἀπὸ τὸ μαχαίρι, ἔχεις διδασκαλία πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὴν φωτιά, ἔχεις βλέμμα πιὸ προσιτὸ ἀπὸ βάλσαμο. Ὡς δημιουργός, χωρὶς δαπάνη καὶ ἀντίτιμο, ἁγιάζεις τὸ δημιούργημά σου. Ὡς πλάστης, χωρὶς νὰ κοπιάσης, μεταπλάττεις τὰ πλάσματά σου. Σὺ ἐκαθάρισες λεπροὺς μὲ τὸ θέλημά σου, σὺ ἔκαμες χωλοὺς νὰ τρέχουν, σὺ ἔδωσες στοὺς παραλύτους νὰ σηκώσουν τὰ κρεβάτια τους, σὺ ἐπρόσταξες ἐκ γενετῆς τυφλοὺς νὰ ξεπλύνουν τὸ σκοτεινό τους κάλυμμα, σὺ ἐξώρισες τοὺς δαίμονες ἀπὸ τὰ πλάσματά σου, σὺ συνελήφθης μὲ τὴν θέλησή σου ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, σὺ ἔπαθες τὰ πάντα ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους ἑκουσίως πρὸς χάριν μου. «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Ἀνεγνώρισα τὸν Δεσπότη μου, ἀνεγνώρισα τὸν ἁλιέα μου καὶ φύλακα, τὸν Βασιλέα καὶ Κύριό μου. «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Πιστεύω, Κύριε, στὴν οἰκονομία σου, πιστεύω στὴν συγκατάβασή σου, πιστεύω στὴν πρόσληψη τῆς φύσεώς μου, πιστεύω στὸν προσκυνητὸν Σταυρόν σου, πιστεύω στὰ Πάθη τῆς σαρκός σου, πιστεύω στὸν τριήμερόν σου θάνατο, πιστεύω στὴν Ἀνάστασίν σου. Πλέον δὲν ἐξετάζω. Πιστεύω, δὲν φιλολογῶ. Πιστεύω, δὲν ζυγίζω. Πιστεύω, δὲν περιεργάζομαι. Πιστεύω στοὺς ὀφθαλμούς μου καὶ στὰ χέρια μου. Αὐτὰ ποὺ εἶδα μὲ ἐδίδαξαν νὰ μὴ φιλολογῶ. Ἔμαθα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐψηλάφησα νὰ προσκυνῶ καὶ ὄχι νὰ συγκρίνω μὲ ἀνθρώπινα μέτρα καὶ σταθμά. Ἕναν Κύριον καὶ Θεὸν γνωρίζω μόνον, τὸν Δεσπότην Χριστό, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ Κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.

Πηγή: https://agiazoni.gr/slug-965/

Άγιο Πάσχα (Συλλογή Θεολογικών κειμένων για την Ανάσταση του Χριστού)

Η Ανάστασις του Κυρίου, 1192/3, Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα, Λαγουδερά

Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Κυριακῇ τοῦ Πάσχα, αὐτὴν τὴν ζωηφόρον Ἀνάστασιν ἑορτάζομεν τοῦ Κυρίου, καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πύλην ᾍδου μόνος
Λαβὼν ἀνῆλθε πολλὰ τῆς νίκης σκῦλα.

Η Ανάστασις του Χριστού, 1192/3, Ιερά Μονή Παναγία του Άρακα, Λαγουδερά

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν,
θανάτῳ θάνατον πατήσας
καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι
ζωὴν χαρισάμενος.

Θεολογικά Κείμενα για την Ανάσταση του Χριστού.