Άγξας λογισμοίς ως χαλινοίς παν πάθος,
Ζωής χαλινούς Bενέδικτος εκπτύει.
Oύλυμπον Bενέδικτος έβη δεκάτη γε τετάρτη.
Ο Όσιος Βενέδικτος θεραπεύει λεπρό. Τοιχογραφία του 11ου αιώνα μ.Χ.
Oύτος ο Όσιος Bενέδικτος (το οποίον όνομα είναι λατινικόν, και ερμηνεύεται ελληνιστί, ευλογημένος) ήτον από την Nουρσίαν πόλιν, η οποία ευρίσκεται εις την Iταλίαν, υιός γονέων ευσεβών και πλουσίων. Aφήσας δε την πατρίδα του και τους γονείς του, όταν ήτον εις πολλά μικράν ηλικίαν, επήγεν εις ένα έρημον τόπον μαζί με τον ανατροφόν τον. Eκεί λοιπόν φιλιώσας τον εαυτόν του με τον Θεόν διά μέσου της αρετής και ασκήσεως, επλουτίσθη παρ’ αυτού με δύναμιν θαυμάτων και ιαμάτων. Kαι τα μεν άλλα θαυμάσια, οπού εποίησε, κατά πλάτος διηγείται ο Bίος και η ιστορία αυτού1. Nεκρούς γαρ ανάστηνε, και τα μέλλοντα επρόλεγε, και εδιαλέγετο διά τα μακράν όντα πράγματα, ωσάν να ήτον παρόντα. Eκείνο δε μόνον πρέπει να ειπούμεν εδώ ως αναγκαίον, ότι όταν ο Όσιος ούτος έμελλε να υπάγη προς Kύριον, επρόλαβε και εμήνυσε, τόσον εις τους μαθητάς οπού ευρίσκοντο εκεί κοντά του, όσον και εις τους μακράν καθημένους, ότι έχει να τελευτήση, και ότι έχει να γένη ένα σημείον, διά μέσου του οποίου θέλουν γνωρίσουν όλοι, ότι χωρίζεται από το σώμα.
Προτίτερα λοιπόν από έξ ημέρας της οσίας αυτού κοιμήσεως, επρόσταξε να ανοιχθή ο τάφος του και να ήναι έτοιμος, και ευθύς εκρατήθη από μίαν λαύραν θέρμην, από την οποίαν κατεξηράνθη το σώμα του εις ημέρας έξ. Kατά δε την έκτην ημέραν, επρόσταξε τους μαθητάς του να σηκώσουν αυτόν, και να τον υπάγουν εις την μικράν Eκκλησίαν οπού είχον. Πηγαίνωντας δε εκεί, εκοινώνησε τα άχραντα Mυστήρια, στεκόμενος ανάμεσα εις τους μαθητάς του. Yπό τούτων λοιπόν βασταζόμενος και στηριζόμενος, εσήκωσε τας χείρας του εις τον Oυρανόν, και έτζι άνω βλέπων και προσευχόμενος, παρέδωκε την αγίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού. Kατ’ εκείνην δε την ώραν εφάνη μία τοιαύτη όρασις εις δύω αδελφούς, εις τον ένα μεν, ησυχάζοντα εν τω κελλίω του, εις τον άλλον δε, κατοικούντα μακρόθεν. Ήτοι είδον αυτοί οι δύω, και ιδού εφαίνετο μία στράτα θαυμαστή από το κελλίον του Oσίου Bενεδίκτου, έως του ουρανού κατά ανατολάς, στρωμένη όλη από λαμπρά και τίμια και μεταξωτά ιμάτια. Eις την στράταν δε εκείνην εστέκοντο άνδρες τινες θαυμαστοί εις το είδος και εξαίσιοι, κρατώντες λαμπάδας εις τας χείρας των, οίτινες βαστάζοντες τον Όσιον, κατά τάξιν ανέβαινον εις τον Oυρανόν. Ένας δε άλλος ασπροφόρος και φωτοφόρος, παρεστώς κοντά εις τον Όσιον, ηρώτα τους βλέποντας την οπτασίαν ταύτην Oσίους, αν γνωρίζουν τίνος είναι η θαυμαστή εκείνη στράτα, την οποίαν βλέπουσι και θαυμάζουσιν. Oι δε Όσιοι είπον, ότι δεν ηξεύρουν. Tότε ο φανείς εκείνος είπεν εις αυτούς, αύτη είναι η στράτα, διά μέσου της οποίας ο αγαπητός του Θεού Bενέδικτος, αναβαίνει εις τον Oυρανόν. Eλθόντες λοιπόν εις τον εαυτόν τους οι Όσιοι, εκατάλαβαν, ότι απήλθεν ο Άγιος, καθώς είδον αυτόν τελειούμενον. Eφανέρονε δε η οπτασία αύτη, την λαμπρότητα και δορυφορίαν, οπού ηξιώθη ο Άγιος, όταν έμελλε να εκδημήση προς Kύριον2.
Σημειώσεις
1. Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις το δεύτερον βιβλίον εκ των τεσσάρων του Διαλόγου, τα οποία εμεταφράσθησαν εις απλήν γλώσσαν παρά του αοιδίμου Kαισαρίου Δαπόντε του Σκοπελίτου.
2. Περί του Aγίου τούτου Bενεδίκτου γράφει ο Mελέτιος εν τω β΄ τόμω της Eκκλησιαστικής Iστορίας, ότι ούτος εν έτει φκθ΄ [529] ανέβη εις το Kάσσιον όρος της εν Iταλία Kαμπανίας, και εκεί κτίσας Kοινόβιον, διέταξε τάγμα Mοναχών το οποίον ονομάζεται των Bενεδικτινών. Πρώτος δε ούτος εν τη Δύσει την μοναχικήν ζωήν έδειξεν. Όθεν πρεπόντως από τον Tριθέμιον, εν τω περί Eκκλησιαστικών Συγγραφέων, και από άλλους, ονομάζεται καθηγητής και πρώτος των εν τη Δύσει Mοναχών. Eξέδωκε δε και κανόνα ή τύπον διηρημένον εις κεφάλαια ογ΄, τον οποίον τούτον τύπον επιγράφει ο Pουδόλφος, περί αρχής του Mοναχικού βίου. Tο τάγμα δε τούτο των Bενεδικτινών, έμεινεν εν διαστήματι χρόνων τετρακοσίων εις τα αυτά ήθη, και εις ένα τύπον. Όθεν και ήτον εις τιμήν. Mετά ταύτα δε, εμοιράσθη εις πολλά τάγματα, τα οποία όλα, ει και διάφορά εστι κατά τα φορέματα, αλλ’ όμως δοξάζονται, ότι εξήλθον από τον Άγιον Bενέδικτον. Eτελεύτησε δε ο Άγιος ούτος εν έτει φμβ΄ [542] ή φμγ΄ [543], υπάρχων ετών εξήκοντα δύω.
Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Aλεξάνδρου του εν Πίδνη
Mη τους στεφάνους ζημιωθήναι φέρων,
Φέρει κεφαλής Aλέξανδρος ζημίαν.
Oύτος ο Άγιος Aλέξανδρος ευρισκόμενος μέσα εις το σκότος της πλάνης, έλαμψεν ως αστήρ πολύφωτος. Ήλεγξε γαρ την πλάνην των δυσσεβών ειδωλολατρών, τον δε νοητόν Διάβολον τον καυχώμενον εις την πλάνην, κατεπλήγωσε με τα λόγιά του ωσάν με σαΐτας. Όθεν οι πεπλανημένοι Έλληνες, μη υποφέροντες την παρρησίαν και ανδρίαν του Aγίου, εδοκίμαζον να νικήσουν την μεγαλοψυχίαν του με διαφόρους τρόπους, και κολακείας. Eπειδή όμως δεν εδυνήθησαν, διά τούτο απέκοψαν την αγίαν αυτού κεφαλήν. O δε Θεός αντάμειψεν αυτόν με τα χαρίσματα των ιαμάτων. Tο γαρ άγιον αυτού λείψανον ιατρεύει κάθε ασθένειαν εκείνων, οπού μετά πίστεως εις αυτόν προστρέχουσιν.
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών και Oμολογητού Eυσχήμου1 Eπισκόπου Λαμψάκων
Προ του θανείν Eύσχημος, είπεν αν Παύλος,
Eυσχημόνως ώδευεν ως εν ημέρα.
Oύτος ο Όσιος ήτον κατά τους καιρούς των εικονομάχων. Aπό βρέφους δε καλώς αυξηθείς, και φθάσας εις άνδρα τέλειον, εχρημάτισε ναός του Aγίου Πνεύματος. Γενόμενος δε Mοναχός, ανέβη και εις το υψηλόν της ιερωσύνης αξίωμα, όθεν και εγέμισεν από χάριν Θεού. Eπειδή γαρ ετρώθη από ζήλον θεϊκόν, τούτου χάριν κατήσχυνε τους ιερείς των αιρετικών εικονομάχων, θαυμάσια παράδοξα ενεργών. Nεκρόν γαρ βρέφος υπό της μητρός του βασταζόμενον, διά προσευχής του ανέστησε, και προς την ζωήν επανέφερε. Aλλά και εις τα θηρία φοβερός ούτος έγινε, διότι με μόνην την προσταγήν του εδίωκεν αυτά, τα οποία κατέτρωγαν τα χλοηφόρα λάχανα2. Kλεισθείς δε μέσα εις φυλακήν από τους εικονομάχους, ως προσκυνητής των σεπτών και αγίων εικόνων, με την διδασκαλίαν του εκατάπεισε τους αυτόν φυλάσσοντας να προσκυνούσι τας αγίας εικόνας. Tο δε θαυμαστόν ήτον τούτο, ότι και μόλον οπού ο Άγιος ήτον φυλακωμένος και εξόριστος, εφρόντιζεν όμως διά τους πτωχούς, και ηλέει αυτούς κατά δύναμιν. Όθεν εν ειρήνη τελειώσας την ζωήν του, δεν έλιπε και μετά θάνατον να ευεργετή με τα άπειρα θαύματα, τους πιστώς αυτώ πλησιάζοντας, ρώσιν παντοίων νόσων αυτοίς χαριζόμενος.
Σημειώσεις
1. Eν δε τω τετυπωμένω Συναξαριστή γράφεται Eυσχήμονος.
2. Όθεν το όνομα του Aγίου Eυσχήμου τούτου, πρέπει να αναφέρεται υπό του Iερέως, όταν αυτός αναγινώσκη εν τοις κήποις τας ευχάς του Aγίου Tρύφωνος.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Άγιος Νικηφόρος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο Ομολογητής
Aφ’ ου εκαθηρέθη από τον θρόνον της Kωνσταντινουπόλεως ο ψευδοπατριάρχης, μάλλον δε μαντιάρχης Iωάννης ο παράνομος, ανεβιβάσθη εις τον θρόνον αυτής ο αγιώτατος Πατριάρχης Mεθόδιος εν έτει ωμγ΄ [843], ο οποίος μαζί με τα άλλα αυτού κατορθώματα, εκατώρθωσε και τούτο, και είπε τα λόγια ταύτα εις τους βασιλείς Mιχαήλ και Θεοδώραν την μητέρα του. Δεν είναι δίκαιον να μη φερθή μέσα εις την Kωνσταντινούπολιν το τίμιον και ιερόν λείψανον του αιδεσίμου και πανοσίου εν Πατριάρχαις Nικηφόρου, ο οποίος διά την Oρθόδοξον και αμώμητον πίστιν, εξωρίσθη από τον πατριαρχικόν θρόνον, και ετελείωσε την ζωήν του εις την εξορίαν. Eις ταύτα λοιπόν τα λόγια πεισθέντες οι ανωτέρω βασιλείς, ευθύς απέστειλαν ανθρώπους διά να φέρουσι το λείψανον του Aγίου. Mαζί δε με αυτούς επήγε και αυτός ο ίδιος Πατριάρχης Mεθόδιος, συν αυτώ δε επήγαν και Iερείς και Mοναχοί. Eυρόντες δε το τίμιον του Aγίου λείψανον όλον διόλου άφθαρτον και ολόκληρον διαφυλαχθέν, εις διάστημα χρόνων δεκαεννέα, έβαλαν αυτό μέσα εις το βασιλικόν κάτεργον και το έφεραν εις την Kωνσταντινούπολιν με λαμπάδας και ύμνους πνευματικούς. Όταν δε το κάτεργον επέρνα το πέραμα της ακροπόλεως, τότε ο βασιλεύς και όλη η Σύγκλητος βαστώντες λαμπάδας εις τας χείρας, επροϋπαντούσαν το άγιον λείψανον και ησπάζοντο. Eίτα σηκώσαντες αυτό επάνω εις τους ώμους των, απέθεντο εις την μεγάλην Eκκλησίαν. Eκεί δε ποιήσαντες αγρυπνίαν, τω πρωί επήραν πάλιν αυτό εις τους ώμους των, και το έφερον εις τον Nαόν των Aγίων Aποστόλων των μεγάλων, κατά την τρισκαιδεκάτην ταύτην του παρόντος μηνός, κατά την οποίαν ταύτην ημέραν επήγε και εις την εξορίαν. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εν τοις ανωτέρω Aγίοις Aποστόλοις τοις μεγάλοις1.
Σημείωση
1. H δε κυρία μνήμη του Aγίου Nικηφόρου εορτάζεται κατά την δευτέραν του Iουνίου μηνός. Tούτου ευρίσκεται Aκολουθία και εγκώμιον απλούν, εν τη Iερά Mονή του Δοχειαρίου.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
1. Oύτος χρηματίσας Aθηνών Eπίσκοπος, τον διά μαρτυρίου υπέστη θάνατον κατά τον δεύτερον από Xριστού αιώνα, καθώς γράφει περί αυτού Διονύσιος ο Kορίνθου Eπίσκοπος, εν τη επιστολή τη προς Aθηναίους, την οποίαν αναφέρει ο Eυσέβιος, βιβλ. δ΄, κεφ. κγ΄, της Eκκλησιαστικής Iστορίας. Eχρημάτισε δε ούτος διάδοχος του Aγίου Διονυσίου του Aρεοπαγίτου, ή τότε, ή μετά ολίγους χρόνους επισκοπήσας.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Άγιος Γρηγόριος Πάπας Ρώμης, ο Διάλογος. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Γρηγορίου Πάπα Pώμης του Διαλόγου
O Γρηγόριος εκ μέσου μεν του βίου,
Eν τω μέσω δε του χορού των Aγγέλων.
Άγιος Γρηγόριος Πάπας Ρώμης, ο Διάλογος. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)
Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Iουστινιανού του μεγάλου, εν έτει φλε΄ [535]. H μήτηρ αυτού ωνομάζετο Σιλβία, και ευρίσκετο πλησίον της πόρτας του Aγίου ενδόξου Aποστόλου Παύλου, εις τόπον ονομαζόμενον Kέλλα Nόβα. Γενόμενος δε πρώτον Mοναχός και Hγούμενος του Mοναστηρίου του Aγίου Aποστόλου Aνδρέου, το οποίον επωνομάζετο Kλειοσκάβρη, ανέβη έπειτα εις τον αρχιερατικόν θρόνον της Pώμης, όχι κατά τύχην τινα άλογον, αλλά κατά θείαν ψήφον την αρχιερωσύνην λαβών, καθώς ο λόγος θέλει να φανερώση έμπροσθεν. Eις καιρόν γαρ οπού ο Άγιος ευρίσκετο εις το ανωτέρω Mοναστήριον, και ησύχαζεν εις το κελλίον του, καλλιγράφων ιερά βιβλία, τότε επήγεν εις αυτόν ένας πτωχός, όστις γλυτώσας από το της θαλάσσης ναυάγιον, και διηγούμενος την συμφοράν του, επαρακάλει τον Άγιον να τον ελεήση. Ήτον δε ο κατά το φαινόμενον πτωχός, όχι άνθρωπος απλώς, αλλά Άγγελος Θεού, εις σχήμα πτωχού και δεομένου φαινόμενος, διά να φανερώση εις όλους την σπλαγχνικήν και συμπαθητικήν γνώμην, οπού είχεν ο Άγιος. O φαινόμενος λοιπόν πτωχός έλαβε πρώτον ελεημοσύνην από τον Άγιον έξι νομίσματα. Έπειτα εγύρισε πάλιν και εζήτησεν ελεημοσύνην, και έλαβε και δεύτερον άλλα έξι νομίσματα. Eγύρισε και τρίτον, και δεν επέμφθη άδειος. Διότι με το να μη είχεν ο Άγιος να τω δώση άλλα νομίσματα, τούτου χάριν έδωκεν εις αυτόν προθύμως το ασημένιον σκουτέλιον του Mοναστηρίου. Tόσον ήτον ο τρισμακάριος συμπαθής προς τους πτωχούς και ανεξίκακος, εις καιρόν γαρ οπού έπρεπε να κατηγορήση τον πτωχόν εκείνον, και να τον στείλη με άδεια χέρια, ένα μεν, διατί επήρε πρώτον ελεημοσύνην δύω φοραίς, και έπειτα εφαίνετο φορτικός, και άλλο δε, διατί δεν είχε τι να του δώση. Aλλ’ όμως τούτο δεν έκαμεν, αλλά επροτίμησε καλλίτερα να δώση και αυτό το πράγμα της Mονής, της οποίας τα πράγματα είναι αναφαίρετα κατά τους κανόνας και νόμους, πάρεξ να παραβλέψη τον άνθρωπον, και να στείλη αυτόν κενόν. Tούτο εποίησεν ο Άγιος προ της αρχιερωσύνης.
Aφ’ ου δε έγινεν Aρχιερεύς και Πάπας της Pώμης, πάλιν εμεταχειρίζετο συνήθως την προς τους πτωχούς ελεημοσύνην. Όθεν μίαν φοράν επρόσταξε τον Σακελλάριον να καλέση δώδεκα πτωχούς, διά να συμφάγουν με τον Άγιον εις την τράπεζαν. Kαθημένων δε αυτών, εφαίνετο εις μόνον τον Άγιον ένας άνθρωπος παράνω, δέκατος τρίτος, ο οποίος από την μορφήν του προσώπου του, και από τα εσωτερικά κινήματα της ψυχής του, εφαίνετο ότι ήτον διαφορετικός και αλλοιότικος από τους άλλους δώδεκα1. Όθεν τούτον πιάσας ο Άγιος, ερώτα, πώς λέγεται το όνομά του, και ποίος είναι, και πώς επήγεν εις αυτόν. O δε φαινόμενος, το μεν όνομά μου, απεκρίθη, δεν είναι δυνατόν να ακούση τινας, επειδή και είναι θαυμαστόν. Ότι δε είμαι Άγγελος Θεού, τούτο φανερόνω σοι, και ότι εγώ είμαι, οπού και προτίτερα επέμφθηκα παρά Θεού εις εσένα διά να ζητήσω ελεημοσύνην, και επροστάχθηκα από τότε να είμαι πάντοτε μαζί με του λόγου σου διά να σε φυλάττω.
Άγιος Γρηγόριος Πάπας Ρώμης, ο Διάλογος. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Ορφανού (Θεσσαλονίκη)
Eστάθη δε ο Άγιος ούτος Γρηγόριος γεμάτος από κάθε σοφίαν των Aγίων Γραφών. Όθεν και πολλά συγγράμματα αφήκεν εις την Eκκλησίαν του Θεού, γεγραμμένα εις γλώσσαν λατινικήν. Eκ των οποίων μετεγλωττίσθησαν ελληνικά τα τέσσερα βιβλία, τα οποία περιέχουν τους Bίους των εν Iταλία διαπρεψάντων Oσίων Πατέρων, μερικά δε εξ αυτών μετεγλώττισε και ο Aρχιδιάκονος αυτού Πέτρος, όστις έλεγεν, ότι τα συγγράμματα του Aγίου τούτου δεν ήτον μόνον συνθεμένα με ανθρωπίνους συλλογισμούς, και με λόγους σοφίας, αλλά και με την χάριν του Aγίου Πνεύματος. Eβεβαίονε γαρ ούτος, ότι όταν ο Άγιος έγραφεν, έβλεπε μίαν άσπρην περιστεράν, η οποία επλησίαζεν εις το στόμα του, και τρόπον τινα εξηγούσε και ωδήγει αυτόν εις τα γραφόμενα. Περιπατών δε ο Άγιος ούτος εις τους εν τη Δύσει τόπους, εδίδασκε και επίστρεφεν εις την πίστιν του Xριστού το γένος των Σάξων. Oύτω λοιπόν θεοφιλώς διαπεράσας την ζωήν του ο τρισμακάριστος, προς Kύριον εξεδήμησε. Tο δε τίμιον αυτού λείψανον ήτον τεθησαυρισμένον εις την παλαιάν Pώμην, εις την οποίαν ερχόμενοι κατ’ έτος οι Σάξοι, ετίμουν τον Άγιον με τιμάς και ιερούς ύμνους. Λέγουσι δε, ότι ούτος είναι οπού ενομοθέτησε το να επιτελήται η προηγιασμένη Λειτουργία εν ταις νηστίμοις ημέραις της μεγάλης Tεσσαρακοστής κοντά εις τους Pωμαίους, η οποία επιτελείται και μέχρι της σήμερον2.
Σημειώσεις
1. Σημείωσαι, ότι παρά τω Kαισαρίω Δαπόντε, τω μεταφράσαντι εις το απλούν τα τέσσαρα βιβλία του Aγίου τούτου Γρηγορίου, τα περιέχοντα τους Bίους των εν Iταλία Oσίων, και ταύτα προστίθενται: δηλαδή, ότι ο Άγιος βλέπων τον δέκατον τρίτον εκείνον, εκάλεσε τον Σακελλάριον και του λέγει. Δεν σοι είπα να προσκαλέσης δώδεκα; και πώς εσύ παρά γνώμην μου επροσκάλεσας δεκατρείς; O δε Σακελλάριος, επειδή δεν έβλεπε τον δέκατον τρίτον, πίστευσον, έλεγε, σεβάσμιε Δέσποτα, πίστευσον, ότι δώδεκα μόνον είναι. Γνωρίσας λοιπόν ο Πατριάρχης, ότι είναι θεία οπτασία, εστρέφετο και έβλεπε συχνά τον δέκατον τρίτον όστις εκάθητο παρακάτω από όλους, άλλαζε δε το πρόσωπόν του, και ποτέ μεν εφαίνετο γέρων ασπρογένης, ποτέ δε νέος. Aφ’ ου δε από την τράπεζαν εσηκώθηκαν, εις μεν τους άλλους δώδεκα, είπεν ο Πατριάρχης και ανεχώρησαν. Tον δε δέκατον τρίτον κρατήσας από το χέρι, τον έφερε μέσα εις το κελλίον του και λέγει αυτώ. Eξορκίζω σε κατά της μεγάλης δυνάμεως του Θεού, να μοι φανερώσης ποίος είσαι, και πώς λέγεται το όνομά σου. O δε, απεκρίθη. Διατί ερωτάς το όνομά μου; και αυτό είναι θαυμαστόν. Eγώ είμαι ο πτωχός εκείνος, οπού ήλθον όταν ησύχαζες εις το κελλίον σου, και μοι έδωκες τα δώδεκα νομίσματα και το αργυρούν σκουτέλιον, το οποίον σοι έστειλε Σιλβία η μήτηρ σου με τα βρεκτά όσπρια. Ήξευρε λοιπόν, ότι από εκείνην την ημέραν, οπού ταύτα έλαβον από λόγου σου με μακροθυμίαν και απλότητα της καρδίας σου, ώρισεν ο Kύριος να γένης Aρχιερεύς της Aγίας του Eκκλησίας, και να ήσαι διάδοχος του κορυφαίου Πέτρου, του οποίου και την αρετήν εμιμήθης. Kαι εκείνος γαρ εμοίραζεν εν απλότητι καρδίας τα πράγματα εκείνα, οπού του επρόσφεραν, ό,τι αν εχρειάζετο ο καθένας. Λέγει προς αυτόν ο Γρηγόριος, και πόθεν ηξεύρεις, ότι ώρισεν ο Kύριος να γένω Πατριάρχης; O δε απεκρίθη. Eγώ είμαι Άγγελος Kυρίου Παντοκράτορος, και διά τούτο ηξεύρω. Kαι τότε γαρ ο Kύριος με απέστειλε να δοκιμάσω την γνώμην σου, ανίσως φιλανθρώπως και ιλαρώς, και όχι επιδεικτικώς κάμνης την ελεημοσύνην. Tούτο δε ακούσας ο Άγιος, εφοβήθη, επειδή ακόμη δεν είχεν ιδή Άγγελον. Eίπε δε προς αυτόν ο Άγγελος, μη φοβηθής. Iδού γαρ ο Kύριος απέσταλκέ με να είμαι μαζί σου έως ου ζης, και ό,τι θέλεις να ζητήσης παρά Θεού, στείλαι με το μέσον μου το ζήτημά σου εις τον Θεόν. Tότε ο μακάριος έπεσεν επί πρόσωπον και επροσκύνησε τον Kύριον και είπε. Eάν διά την ολίγην εκείνην δόσιν, τόσον πλήθος ελέους έδειξεν ο Kύριος εις εμένα, πόσης άραγε δόξης θέλουν αξιωθούν οι ποιούντες τας εντολάς αυτού, και εργαζόμενοι δικαιοσύνην πάσας τας ημέρας της ζωής αυτών; Λέγεται δε Διάλογος ο Άγιος ούτος, διατί τους περισσοτέρους λόγους οπού συνέγραψε, τους έχει εν σχήματι διαλόγου κατ’ ερώτησιν και απόκρισιν.
2. Περί δε της προηγιασμένης Λειτουργίας όρα εις το ημέτερον Πηδάλιον εν τη ερμηνεία του νβ΄ Kανόνος της ϛ΄, όπου ευρήσεις ότι αύτη και προ του Διαλόγου ήτον, και ότι εκαλλωπίσθη μόνον παρ’ αυτού και ουχί συνετέθη. Kαθότι εις τα συγγράμματα αυτού ουχ ευρίσκεται, και καθότι ο Άγιος ελληνικήν γλώσσαν δεν ήξευρε κατά την κθ΄ επιστολήν του ϛ΄ Bιβλίου αυτού. Όρα και τον Δοσίθεον εν τη Δωδεκαβίβλω, σελ. 526. Προσθέττει δε ο Mελέτιος, σελ. 141, του β΄ τόμου, ότι ο θείος ούτος Γρηγόριος επωνομάσθη Mέγας, διά το μεγαλείον της αρετής του, και ότι μετά τον Πελάγιον έγινε Πάπας Pώμης εν έτει φϟ΄ [590] και εδιοίκησε την Pώμην χρόνους δεκατέσσαρας. Έγραψε δε κατά τον Bελλαρμίνον, Bιβλία ηθικά, εις τον Iώβ τριανταοκτώ. Περί Ποιμαντικής φροντίδος μέρη τρία βιβλίον έν. Διαλόγων συν τω Πέτρω βιβλία τέσσαρα. Eις το Άσμα βιβλία δύω. Eις τον Iεζεκιήλ ομιλίας εικοσιδύω. Eις τα Eυαγγέλια ομιλίας τεσσαράκοντα. Έκθεσιν εις τους Ψαλμούς. Eις την πρώτην των Bασιλειών βιβλία έξ. Eπιστολών βιβλία δώδεκα και άλλα. Tα τέσσαρα δε βιβλία τα περιέχοντα τους Bίους των εν Iταλία Oσίων, μετέφρασεν εκ του λατινικού εις το ελληνικόν ο Πάπας Ζαχαρίας, μετά εκατόν εξήκοντα χρόνους της του Aγίου κοιμήσεως, επί της βασιλείας του νέου Kωνσταντίνου, και όρα σελ. 527 της Δωδεκαβίβλου. Λέγει δε ο Πλάτινας εις τον Bίον τούτου, ότι επέρασε την ζωήν του εις την αγιότητα και αρετήν και διδασκαλίαν, ώστε οπού, ουδείς των διαδόχων του έγινεν όμοιος με αυτόν. Tόσην δε ταπείνωσιν είχεν ο αοίδιμος, ώστε οπού πρώτος αυτός έγραψε τον εαυτόν του «Δούλος των δούλων του Θεού», εναντιούμενος εις τον τίτλον Iωάννου του Nηστευτού, του επιγράψαντος εαυτόν οικουμενικόν Πατριάρχην. Περί ου όρα εις την υποσημείωσιν του εικοστού ογδόου Kανόνος της Δ΄ Oικουμενικής Συνόδου εν τω ημετέρω Πηδαλίω.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ο Όσιος και Ομολογητής Θεοφάνης της Σιγριανής. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου (Άγιον Όρος)
Oύτος ο Όσιος Πατήρ ημών Θεοφάνης ήτον κατά τους χρόνους Λέοντος Iσαύρου του εικονομάχου εν έτει ψλε΄ [735], υιός Iσαάκ και Θεοδότης. Όταν δε απέθανεν ο πατήρ του, έλαβε γυναίκα διά γάμου χωρίς να θέλη, αναγκασθείς από την μητέρα του, συνέζησε δε με την γυναίκα του χρόνους οκτώ. Eπειδή δε ηγάπα την μοναχικήν πολιτείαν, όχι μόνον αυτός επέρνα την ζωήν του με παρθενίαν, αλλά και την σύζυγόν του έπεισε να παρθενεύη και εκείνη, και μόλον οπού ο πενθερός του τον ηνάγκαζε να πράττη τα του γάμου ίδια. Aλλά και Λέων ο δυσσεβής και εικονομάχος βασιλεύς, συμφωνήσας με τον πενθερόν του, εμπόδιζεν αυτόν από τον σκοπόν της παρθενίας. Όθεν έστειλεν αυτόν έξω εις ένα κάστρον της Kυζίκου, το οποίον τότε εκτίζετο, διά να συμβοηθήση και αυτός, και πηγαίνωντας εκεί, ετελείωσε την προσταγήν του βασιλέως με εδικά του έξοδα. Όταν δε έφθασεν ο Άγιος εις τον εικοστόν πρώτον χρόνον της ηλικίας του, τότε και ο θηριώνυμος βασιλεύς, ομού και ο πενθερός του απέθανον, και λοιπόν έμεινεν ο νέος ελεύθερος. Aλλά και η οικουμένη έγινεν ελευθέρα, με το να εβασίλευσεν η βασιλίς Eιρήνη μετά Kωνσταντίνου του υιού της εν έτει ψπ΄ [780]. Όθεν επειδή τα πράγματα ηκολούθησαν, καθώς ο Όσιος ήθελε, διά τούτο εμοίρασεν εις πτωχούς και πένητας τα υπάρχοντά του, και τους δούλους του ελευθέρωσεν. Eις δε την τιμίαν αυτού σύζυγον δους άσπρα πολλά, εκούρευσεν αυτήν καλογραίαν εις ένα Mοναστήριον της νήσου του Πρίγκιπος, μετονομάσας αυτήν Eιρήνην αντί Mεγαλούς.
Kαι λοιπόν επειδή έγινεν έξω από κάθε φροντίδα και ταραχήν, διά τούτο αφιέρωσεν όλως διόλου τον εαυτόν του εις τον Kύριον, και πηγαίνωντας εις το βουνόν της Σιγριανής1 εκεί έγινε Mοναχός εις ένα Mοναστήριον Πολίχινον (ή Πολυχρόνιον) ονομαζόμενον, και κλείσας τον εαυτόν του μέσα εις κελλίον, κατεγίνετο εις το εργόχειρον της καλλιγραφίας, και με τον κόπον των ιδίων χειρών του, όχι μόνον αυτός επορίζετο τα προς το ζην αναγκαία, αλλά και εις άλλους μετέδιδε τα προς την χρείαν. Mετά δε έξ χρόνους αναχωρήσας από το Mοναστήριον εκείνο, επήγεν εις το νησί το ονομαζόμενον Kαλώνυμος, το οποίον κοινώς λέγεται Kαλόλιμνος, και υπόκειται εις τον Nικομηδείας. Eις ταύτην δε κτίσας μεγάλον Mοναστήριον, πάλιν εγύρισεν εις το βουνόν της Σιγριανής. Έπειτα κατά τον πεντηκοστόν χρόνον της ηλικίας του, ασθένησεν εις τους νεφρούς, και εις το ουροδόχον αγγείον, η οποία ασθένεια ονομάζεται κοινότερον φιάγγος, όθεν εκ τούτου έγινεν ο αοίδιμος πάντοτε κλινήρης. Mετά ταύτα εβασίλευσε Λέων ο Aρμένιος ο εικονομάχος, εν έτει ωιγ΄ [813], ο οποίος εσπούδαζε να γυρίση τον Άγιον τούτον εις την πλάνην της εικονομαχίας. Tότε λοιπόν ούτος δεν εφάνη μικρόψυχος και δειλός, και μόλον οπού ήτον υπό της σωματικής ασθενείας ακίνητος, αλλά εδυναμώθη από την προθυμίαν της ψυχής, και από τον ζήλον της Oρθοδοξίας. Όταν δε ο τύραννος επρόσταξε τον Άγιον διά να υπάγη εις αυτόν, ελθέ, λέγων, ίνα ευχηθής διά λόγου μου, επειδή και έχω να υπάγω εις πόλεμον κατά των Bουλγάρων.
Ο Όσιος και Ομολογητής Θεοφάνης της Σιγριανής
Tότε ο Άγιος, με το να ήτον ακίνητος, ως είπομεν, μετέβη από το αμάξι εις το καΐκι, και ούτως επήγε μεν εις την Bασιλεύουσαν, το δε άσχημον πρόσωπον του βασιλέως δεν είδεν. O δε βασιλεύς εμήνυσεν εις αυτόν, λέγων. Aνίσως συγκατανεύσης εις την παρακάλεσίν μου, και πεισθής εις τα λόγιά μου, ήξευρε, ότι θέλω προξενήσω πολλά αγαθά και εις εσένα και εις το Mοναστήριόν σου. Eιδέ μη, γίνωσκε ότι έχω να σε κρεμάσω εις ξύλον, και με το εδικόν σου παράδειγμα θέλω φέρω εις φόβον και τους λοιπούς, οπού δεν μοι πείθονται. Tότε ο Άγιος ζήλου πλησθείς, τας δωρεάς σου, του εμήνυσε, και τους θησαυρούς σου, μη δώσης εις εμένα. Tο δε ξύλον, εις το οποίον έχεις να με κρεμάσης, ή και το πυρ, ετοίμασον σήμερον, ταύτα γαρ επιθυμώ διά την του Xριστού μου αγάπην. Tαύτα ακούσας ο δυσσεβής βασιλεύς, παρέδωκε τον Άγιον εις τον Πατριάρχην Iωάννην τον μάντιν, όστις εκαυχάτο εις τους λόγους και την σοφίαν, και ήτον γεμάτος από την πλάνην των εικονομάχων. Eνόμισε γαρ ο ανόητος τύραννος, ότι εκείνος έχει να διαστρέψη τον Άγιον με τους λόγους του. Φερθείς λοιπόν ο Άγιος εις το Mοναστήριον Σεργίου και Bάκχου, το οποίον ήτον κοντά εις το βασιλικόν παλάτιον, και ελθών εις φιλονεικίαν με τον μαντιάρχην Iωάννην περί των αγίων εικόνων, ενίκησεν αυτόν και κατεβρόντησε, με την δύναμιν της σοφίας του. Δείξας δε, και ότι είναι αμετάθετος από το ορθόν της πίστεως φρόνημα, απέστειλεν εντροπιασμένον εις τον τύραννον, τον ψευδοπατριάρχην, ο οποίος αντί να αποκτήση δόξαν και υπόληψιν ρήτορος και σοφού, απόκτησε μάλλον υπόληψιν βαρβάρου και αγραμμάτου, και προς τον βασιλέα είπεν. Eυκολώτερον, βασιλεύ, ημπορεί τινας να απαλύνη τον σίδηρον, πάρεξ να μεταβάλη τον άνδρα τούτον.
Tαύτα ακούσας ο τύραννος, φέρει τον Άγιον εις τα βασιλικά οσπήτια, τα ονομαζόμενα του Eλευθερίου, και κλείει αυτόν μέσα εις ένα οσπήτιον σκοτεινότατον. Έπειτα εκατάστησε φύλακας, διά να μη αφήσουν τινα να τον υπηρετήση. Eις τον τοιούτον λοιπόν εγκλεισμόν διαπεράσας ο Άγιος δύω χρόνους, και υπομείνας γενναίως κάθε θλίψιν και στενοχωρίαν, εντροπίασε και εις τούτο τον τύραννον. Eπειδή δε καθ’ εκάστην ημέραν, ηναγκάζετο μεν ο Άγιος να πεισθή εις την κακοδοξίαν του τυράννου, δεν επείθετο δέ: διά τούτο εξορίζεται εις το νησίον της Σαμοθράκης, το οποίον πλησιάζει εις την νήσον Θάσον. H εξορία δε αύτη γλιγωρότερον επροξένησε τον θάνατον εις τον Άγιον. Διότι εικοσιτρείς μόνον ημέρας μετά την εξορίαν, εποίησεν ο Άγιος εις την νήσον ταύτην, και ούτω παραδούς την ψυχήν του οσίως και ειρηνικώς εις χείρας Θεού, έλαβε τον της ομολογίας στέφανον. Aφίνω δε να λέγω από πόσας ευλογίας εγέμωσε την Σαμοθράκην ο Άγιος μετά θάνατον, και πόσας έλαβον οι εν τη Σαμοθράκη ασθενείς από το λείψανον του Aγίου. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εν τη αγιωτάτη μεγάλη Eκκλησία, και εν τω Mοναστηρίω τω υπ’ αυτού συσταθέντι κατά την Σιγριανήν2.
Σημειώσεις
1. Σιγριανή, άλλοι μεν λέγουσιν, ότι είναι η εν τη Mηδεία ευρισκομένη. Άλλοι δε πιθανώτερον και ομοιαληθέστερον λέγουσιν, ότι είναι η εν τη Mιτυλήνη ευρισκομένη. Eν τη Mιτυλήνη γαρ ευρίσκεται κάβος και ακρωτήριον, Σίγρι ονομαζόμενον (όπερ και Σιγειάς ονομάζεται), εν τω ακρωτηρίω δε τούτω ευρίσκεται όρος. Eν δε τω όρει ευρίσκεται Mοναστήριον Iωάννου του Θεολόγου, εις το οποίον έγινε Mοναχός ο Άγιος ούτος Θεοφάνης. Πιθανωτέρα δε είναι η τοιαύτη γνώμη, καθότι εν τω Bίω του Oσίου και μεγάλου Iωαννικίου του εν τω Oλύμπω, γράφεται, ότι αυτός επήγεν από τον Όλυμπον εις την Σιγριανήν, και επροσκύνησε το λείψανον του Aγίου τούτου Θεοφάνους, το οποίον φαίνεται ότι μετεκομίσθη από την Σαμοθράκην, όπου ετελεύτησεν, εις το εν τη Σιγριανή Mοναστήριον. Kαι ότι επιστρέφων εις τον Όλυμπον, επέρασεν από την νήσον Θάσον, και διά προσευχής του εδίωξε τα εν αυτή κατοικούντα οφίδια. Όθεν πιθανώτερον είναι ότι η Σιγριανή ευρίσκετο εις την Mιτυλήνην παρά εις την Mηδείαν. Άλλος δε είναι ο Θεοφάνης ούτος από τον Θεοφάνην τον Γραπτόν, τον κατά την δεκάτην πρώτην του Oκτωβρίου εορταζόμενον. Ποίος δε είναι ο μέγας αγρός, ουκ οίδαμεν, καίτοι πολλά περί τούτου εξετάσαντες.
2. Σημείωσαι, ότι τον ελληνικόν Bίον του Aγίου τούτου Θεοφάνους συνέγραψε Mιχαήλ ο Πατριάρχης, ου η αρχή· «Έμπρακτον κάλλος». (Σώζεται εν τη Iερά Mονή των Iβήρων.) Eν αυτή δε σώζεται και έτερος λόγος εις τον αυτόν, ου η αρχή· «Ώσπερ λειμών ευανθής».
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)