Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 25 Ἀπριλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ)
Καθολικῆς Α’ Ἐπιστολῆς Πέτρου τὸ ᾽Ανάγνωσμα
5: 6-14

Ἀδελφοί, ταπεινώθητε ὑπὸ τὴν κραταιὰν χεῖρα τοῦ Θεοῦ, ἵνα ὑμᾶς ὑψώσῃ ἐν καιρῷ. Πᾶσαν τὴν μέριμναν ὑμῶν ἐπιρρίψαντες ἐπ᾿ αὐτόν, ὅτι αὐτῷ μέλει περὶ ὑμῶν, νήψατε, γρηγορήσατε· ὁ ἀντίδικος ὑμῶν διάβολος ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ. Ὧ ἀντίστητε στερεοὶ τῇ πίστει, εἰδότες τὰ αὐτὰ τῶν παθημάτων τῇ ἐν κόσμῳ ὑμῶν ἀδελφότητι ἐπιτελεῖσθαι. Ὁ δέ Θεός πάσης χάριτος, ὁ καλέσας ὑμᾶς εἰς τὴν αἰώνιον αὐτοῦ δόξαν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ ὀλίγον παθόντας, αὐτὸς καταρτίσει ὑμᾶς, στηρίξει, σθενώσει, θεμελιώσει· αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν. Διὰ Σιλουανοῦ ὑμῖν τοῦ πιστοῦ ἀδελφοῦ, ὡς λογίζομαι, δι᾿ ὀλίγων ἔγραψα, παρακαλῶν καὶ ἐπιμαρτυρῶν ταύτην εἶναι ἀληθῆ χάριν τοῦ Θεοῦ, εἰς ἣν ἑστήκατε. ᾿Ασπάζεται ὑμᾶς ἡ ἐν Βαβυλῶνι συνεκλεκτὴ καὶ Μᾶρκος ὁ υἱός μου. Ἀσπάσασθε ἀλλήλους ἐν φιλήματι ἀγάπης. Εἰρήνη ὑμῖν πᾶσι τοῖς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· ἀμήν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
6: 7-13

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, προσκαλεῖται ὁ Ἰησοῦς τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ, καὶ ἤρξατο αὐτοὺς ἀποστέλλειν δύο δύο, καὶ ἐδίδου αὐτοῖς ἐξουσίαν τῶν πνευμάτων τῶν ἀκαθάρτων, καὶ παρήγγειλεν αὐτοῖς ἵνα μηδὲν αἴρωσιν εἰς ὁδὸν εἰ μὴ ῥάβδον μόνον, μὴ πήραν, μὴ ἄρτον, μὴ εἰς τὴν ζώνην χαλκόν, ἀλλ’ ὑποδεδεμένους σανδάλια, καὶ μὴ ἐνδεδύσθαι δύο χιτῶνας. καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Ὅπου ἐὰν εἰσέλθητε εἰς οἰκίαν, ἐκεῖ μένετε ἕως ἂν ἐξέλθητε ἐκεῖθεν· καὶ ὅσοι ἐὰν μὴ δέξωνται ὑμᾶς μηδὲ ἀκούσωσιν ὑμῶν, ἐκπορευόμενοι ἐκεῖθεν ἐκτινάξατε τὸν χοῦν τὸν ὑποκάτω τῶν ποδῶν ὑμῶν εἰς μαρτύριον αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀνεκτότερον ἔσται Σοδόμοις ἢ Γομόρροις ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ. Καὶ ἐξελθόντες ἐκήρυσσον ἵνα μετανοήσωσι, καὶ δαιμόνια πολλὰ ἐξέβαλλον, καὶ ἤλειφον ἐλαίῳ πολλοὺς ἀρρώστους καὶ ἐθεράπευον.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Χειροτονητήριοι Λόγοι κατὰ τὴν εἰς διάκονον χειροτονία τοῦ κ. Χρήστου Εὐτυχίου (23.4.2026)

Χειροτονητήριος λόγος διακόνου π. Χρήστου Εὐτυχίου καὶ  προσφώνηση Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴν εἰς διάκονον χειροτονία τοῦ κ. Χρήστου Εὐτυχίου, ποὺ  τελέσθηκε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς  ἀρχιερατικῆς Θείας Λειτουργίας τῆς ἑορτῆς  τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου στὸν ὁμώνυμο πανηγυρίζοντα ἱερὸ ναὸ τῆς κοινότητος Καμιναριῶν τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (23.04.2026).

Ψάλλει ὁ ἄρχων πρωτοψάλτης τῆς Ἱ. Μ. Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου καὶ χορὸς ἱεροψαλτῶν (ἠχητικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴ Θ. Λειτουργία, 23.04.2026).

Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ: Κατά το μέτρο των θρήνων μας, γεννιέται μέσα μας η αγάπη προς όλο τον κόσμο, εξαλείφονται οι διαιρέσεις και όλα γίνονται ένα εν Χριστώ

Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης και ο Άγιος Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ
Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης και ο Άγιος Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ

“Τότε θα σας επισκιάσει το άκτιστο φώς, και στο φώς αυτό θα δείτε τη θεία άπειρότητα και θα αντιληφτείτε ότι είναι αδύνατον να περιοριστεί ο Χριστός σε οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο, πέρα από εκείνο του απολύτου Θεού, του Δημιουργού του κόσμου, του ουρανού και της γης”

Έθεσα ως σκοπό της ζωής της Μονής μας να βοηθήσει αυτούς πού διαβάζουν το βιβλίο του άγιου Σιλουανού και δεν έχουν ακόμη κατανοήσει ότι ο άνθρωπος αυτός έλαβε το δώρο της υποστατικής προσευχής και προσευχόταν εκτενώς για ολόκληρο τον κόσμο.

Έτσι, η διδασκαλία αυτή τού Γέροντα αποτελεί θεμέλιο της Μονής μας. Όσους έρχονται εδώ τους ικετεύω: Αφομοιώστε το πνεύμα του πατέρα μας Σιλουανού! Τότε θα σας επισκιάσει το άκτιστο φώς, και στο φώς αυτό θα δείτε τη θεία απειρότητα και θα αντιληφτείτε ότι είναι αδύνατον να περιοριστεί ο Χριστός σε οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο, πέρα από εκείνο του απολύτου Θεού, του Δημιουργού του κόσμου, του ουρανού και της γης.

Όταν βρισκόμαστε μπροστά στο εγχείρημα να οικοδομήσουμε ένα τέτοιο μοναστήρι, όπου προσεύχονται άνθρωποι πού κατάγονται από διάφορες χώρες και μιλούν διάφορες γλώσσες, τότε βεβαίως θα έχουμε από πρακτική άποψη πολλές δυσκολίες.

Εσείς όμως, όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά, βοηθήστε με να οικοδομήσω το μοναστήρι με τέτοια συνείδηση! Διαβάστε στον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, πού λέει ότι ο Χριστός πέθανε «περί των αμαρτιών … όλου του κόσμου» . Στην ευαγγελική περικοπή για τη Σαμαρείτιδα αναφέρεται: «Αυτοί γάρ άκηκόαμεν, και οϊδαμεν ότι ούτος εστίν αληθώς ό Σωτήρ του κόσμου ο Χριστός». Το ίδιο βλέπετε και στον απόστολο Παύλο, ο οποίος λέει: «ουκ ένι Ιουδαίος … ουκ ένι δούλος … ουκ ένι άρσεν και θήλυ …  ώστε ει τις εν Χριστώ, καινή κτίσις» . Αυτός είναι ο σκοπός μας.

Αν δεν θέσουμε τη σκέψη αυτή ως βάση της Μονής μας, τότε γεννιέται ένας τεράστιος αριθμός από μικρές ανθρώπινες παρεξηγήσεις, πού προσβάλλουν την αρχή αυτή της πίστεώς μας.

Πόσες φορές δεν άκουσα ότι μερικοί από σας δυσανασχετούν, γιατί η ακολουθία θα γίνει στη μία ή στην άλλη γλώσσα! – αντί να καταβάλουν προσπάθεια να εννοήσουν τη Λειτουργία γενικά και να εξοικειωθούν με τις γλώσσες πού δεν γνωρίζουν.

Τότε θα εξαφανιστούν όλες οι λεπτομέρειες. Τότε θα είναι δυνατή η ενότητά μας εν Χριστώ. Διαφορετικά δεν θα έχουμε δεχθεί τον Χριστό όπως Αυτός ο ίδιος το θέλει: «Ό εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα» . Όταν βλέπουμε τον Πατέρα εν Χριστώ, τότε βλέπουμε σε Αυτόν τον Δημιουργό αυτού τού κόσμου, και ή σκέψη μας αλλάζει εντελώς.

Δεν συνάντησα κανέναν πού να διαφώνησε με τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, ο οποίος λέει ότι με τη μετάνοια μας ανοίγονται βαθμηδόν οι πύλες της γνώσεως του θείου κόσμου   . Έτσι, ή οδός προς τη γνώση αυτού του κόσμου βρίσκεται πρωτίστως με την πίστη και την αγάπη προς τον Χριστό και με τη μετάνοια. Όταν βλέπουμε τον Χριστό «καθώς έστι», τότε αρχίζουμε να βλέπουμε τον εαυτό μας.

Διαπιστώνουμε πόσο μικροί, μηδαμινοί, αμαρτωλοί είμαστε και αρχίζουμε να θρηνούμε για τον εαυτό μας. Τότε, κατά το μέτρο των θρήνων μας, γεννιέται μέσα μας η αγάπη προς όλο τον κόσμο, εξαλείφονται οι διαιρέσεις και όλα γίνονται ένα εν Χριστώ.

Έτσι, από την πείρα μας, είδαμε ότι πρέπει να φέρουμε μέσα μας πριν από όλα αυτήν ακριβώς τη συνείδηση και τότε μόνο να μιλούμε για τα άλλα θέματα. Διαφορετικά, μολονότι εμείς θα τηρούμε κάθε εξωτερική πειθαρχία και τάξη, ή συνείδησή μας θα παραμένει «ιουδαϊκή», όπως δηλαδή οι Ιουδαίοι οι οποίοι δεν μπήκαν στο πραιτώριον «ίνα μη μιανθώσιν, άλλ’ ίνα φάγωσι το Πάσχα».

Αυτοί απέρριψαν τον Χριστό ως Μεσσία και Σωτήρα του κόσμου, γιατί Αυτός ήρθε για όλο τον κόσμο και όχι μόνο γι’ αυτούς, τους Εβραίους. Απομάκρυναν τον Χριστό γιατί Τον ήθελαν μόνο για τον εαυτό τους.

Τώρα μιλώ με μεγάλο πόνο καρδιάς. Δεν θέλω όμως να πονέσει η δική σας καρδιά τόσο, όσο ή δική μου, αλλά να χαίρεστε, πού βρήκατε τόπο όπου μπορούμε ελεύθερα να μιλούμε για τον μεγάλο Θεό μας, τον Χριστό.

Υπάρχει αυτό πού λέγεται «παγκόσμια θεωρία», σύμφωνα με την οποία στο ίδιο πλαίσιο τοποθετούνται και ο Χριστός και ο Βούδας και ο Μωάμεθ και ό Κομφούκιος κ.ά., ως μεγάλοι ή μικροί «διδάσκαλοι της ανθρωπότητας». Για μένα όμως πολυπόθητη είναι μόνο ή συνείδηση του Χριστού , ο Οποίος φέρει μέσα του όλο αυτό τον κόσμο. Και σε αυτό έγκειται ή χριστιανική παγκοσμιότητα του προσώπου.

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ ΤΟΜΟΣ Β΄. ΟΙΚΟΔΟΜΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΝΑΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΜΑΣ

Πηγή: trelogiannis.blogspot.com

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ: Στήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων

Ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι ἀνανέωσις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, εἶναι ἀναζώωσις καί ἀνάπλασις καί ἐπάνοδος πρός τήν ἀθάνατη ζωή τοῦ πρώτου ᾿Αδάμ πού καταβροχθίσθηκε ἀπό τόν θάνατο λόγω τῆς ἁμαρτίας καί διά τοῦ θανάτου ἐπαλινδρόμησε πρός τήν γῆ ἀπό τήν ὁποία ἐπλάσθηκε. ῞Οπως λοιπόν ἐκεῖνον στήν ἀρχή δέν τόν εἶδε κανείς ἄνθρωπος νά πλάττεται καί παίρνη ζωή, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε κανείς ἄνθρωπος ἐκείνη τήν ὥρα, μετά δέ τήν λῆψι τῆς πνοῆς ζωῆς μέ θεῖο ἐμφύσημα πρώτη ἀπό ὅλους τόν εἶδε μιά γυναῖκα, διότι μετά ἀπό αὐτόν πρῶτος ἄνθρωπος ἦταν ἡ Εὔα· ἔτσι τόν δεύτερο ᾿Αδάμ, δηλαδή τόν Κύριο, ὅταν ἀνίστατο ἀπό τούς νεκρούς, κανείς ἄνθρωπος δέν τόν εἶδε, ἀφοῦ δέν παρευρισκόταν κανείς δικός του καί οἱ στρατιῶτες πού ἐφύλασσαν τό μνῆμα ταραγμένοι ἀπό τόν φόβο εἶχαν γίνει σάν νεκροί, μετά δέ τήν ἀνάστασι πρώτη ἀπό ὅλους τόν εἶδε μιά γυναῖκα, ὅπως ἀκούσαμε νά εὐαγγελίζεται σήμερα ὁ Μάρκος διότι, λέγει, “ὅταν ὁ ᾿Ιησοῦς ἀναστήθηκε τό πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή”.

Φαίνεται βέβαια σαφῶς ὅτι ὁ εὐαγγελιστής εἶπε καί τήν ὥρα κατά τήν ὁποία ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, δηλαδή πρωί, καί ὅτι παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή καί ὅτι ἐφάνηκε ἀκριβῶς τήν ὥρα τῆς ἀναστάσεως. Δέν λέγει ὅμως ἔτσι, ὅπως θά φανῆ ἄν ἐξετάσωμε προσεκτικώτερα τά πράγματα. διότι λίγο παραπάνω καί αὐτός σέ συμφωνία μέ τούς ἄλλους εὐαγγελιστάς λέγει ὅτι αὐτή ἡ Μαρία ἦλθε καί προηγουμένως μαζί μέ τίς ἄλλες Μυροφόρες στόν τάφο, καί ἀφοῦ τόν εἶδε ἀδειανό ἀπῆλθε. ῞Ωστε ὁ Κύριος ἀναστήθηκε πολύ ἐνωρίτερα ἀπό τό πρωί πού τόν εἶδε. ᾿Επισημαίνοντας δέ καί τήν ὥρα ἐκείνη, δέν εἶπε ἁπλῶς πρωί, ὅπως ἐδῶ, ἀλλά πολύ πρωί ἑπομένως ὡς ἀνατολή ἡλίου ἐκεῖ ἐννοεῖ τό ἀμυδρό φῶς πού προτρέχει στόν ὁρίζοντα, τό ὁποῖο δηλώνοντας καί ὁ ᾿Ιωάννης λέγει ὅτι ἦλθε τό πρωί, ὅταν ἀκόμη ἦταν σκοτεινά ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή στό μνημεῖο καί εἶδε τήν πέτρα σηκωμένη ἀπό τό μνημεῖο.

Δέν ἦλθε δέ μόνο πρός τό μνῆμα τότε αὐτή, κατά τόν ᾿Ιωάννη, ἀλλά καί ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό μνῆμα, χωρίς νά ἰδῆ τόν Κύριο ἀκόμη. Τρέχει κι᾿ ἔρχεται πρός τόν Πέτρο καί τόν ᾿Ιωάννη, καί ἀναγγέλει ὄχι ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, ἀλλ᾿ ὅτι μεταφέρθηκε ἀπό τόν τάφο, ὥστε δέν ἐγνώριζε ἀκόμη τήν ἀνάστασι. ῾Επομένως ὁ Κύριος ἐμφανίσθηκε στή Μαρία ὄχι ἐντελῶς πρώτη, ἀλλά μετά τήν πλήρη ἔλευσι τῆς ἡμέρας. ῾Υπάρχει λοιπόν κάτι πού ἀναφέρεται συνεσκιασμένως ἀπό τούς εὐαγγελιστάς, τό ὁποῖο θ᾿ ἀποκαλύψω πρός τήν ἀγάπη σας.

Πραγματικά τό εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου πρώτη ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅπως ἦταν σωστό καί δίκαιο, ἐδέχθηκε ἀπό τόν Κύριο ἡ Θεοτόκος καί αὐτή εἶδε πρίν ἀπό ὅλους τόν ἀναστάντα καί ἀπήλαυσε τή θεία ὁμιλία του, καί ὄχι μόνο τόν εἶδε μέ τούς ὀφθαλμούς της καί ἔγινε αὐτήκοος αὐτοῦ, ἀλλά καί πρώτη καί μόνη ἄγγιξε τά ἄχραντα πόδια του, ἔστω καί ἄν οἱ εὐαγγελισταί δέν τά λέγουν φανερά ὅλα αὐτά, μή θέλοντας νά προσαγάγουν ὡς μάρτυρα τήν μητέρα, γιά νά μήν δώσουν ἀφορμή ὑποψίας στούς ἀπίστους. ᾿Επειδή δέ τώρα ἐμεῖς μέ τή χάρη τοῦ ἀναστάντος ὁμιλοῦμε πρός πιστούς καί ἡ ὑπόθεσις τῆς ἑορτῆς ἀπαιτεῖ ἐπείγουσα διευκρίνησι τῶν σχετικῶν μέ τίς Μυροφόρες, μέ τήν ἄδεια αὐτοῦ πού εἶπε “δέν ὑπάρχει κρυφό πού δέν θά γίνη φανερό”, θά τό φανερώσωμε καί τοῦτο.

Λοιπόν Μυροφόρες εἶναι οἱ γυναῖκες πού ἀκολουθοῦσαν τόν Κύριο μαζί μέ τήν Μητέρα του, ἔμειναν μαζί της κατά τήν ὥρα τοῦ σωτηριώδους πάθους καί ἐφρόντισαν νά ἀλείψουν μέ μῦρα τό σῶμα τοῦ Κυρίου. ῞Οταν δηλαδή ὁ ᾿Ιωσήφ καί ὁ Νικόδημος ἐζήτησαν καί ἔλαβαν ἀπό τόν Πιλᾶτο τό δεσποτικό σῶμα, τό κατέβασαν ἀπό τόν σταυρό, τό περιέβαλαν σέ σινδόνια μαζί μέ ἐκλεκτά ἀρώματα, τό ἐτοποθέτησαν σέ λαξευτό μνημεῖο, καί ἔβαλαν μεγάλη πέτρα ἐπάνω στή θύρα τοῦ μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας κατά τόν εὐαγγελιστή Μάρκο ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ ἄλλη Μαρία πού ἐκαθόταν ἀπέναντι τοῦ τάφου. Μέ τήν φράσι καί ἡ ἄλλη Μαρία ἐννοοῦσε ὁπωσδήποτε τήν Θεομήτορα.διότι αὐτή ἐλεγόταν μητέρα καί τοῦ ᾿Ιακώβου καί τοῦ ᾿Ιωσῆ, πού ἦσαν ἀπό τόν ᾿Ιωσήφ τόν Μνήστορα. Δέν παρευρίσκονταν μόνο αὐτές παρατηρώντας, ὅταν ἐνταφιαζόταν ὁ Κύριος, ἀλλά καί ἄλλες γυναῖκες, ὅπως ἱστόρησε ὁ Λουκᾶς γράφοντας.“παρακολουθώντας κάποιες γυναῖκες πού εἶχαν ἔλθει μαζί του ἀπό τήν Γαλιλαία, εἶδαν τό μνημεῖο καί τήν σ᾿ αὐτό τοποθέτησι τοῦ σώματός του. ἦσαν ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί ἡ ᾿Ιωάννα καί ἡ Μαρία τοῦ ᾿Ιακώβου καί οἱ ἄλλες μαζί τους”.

᾿Αφοῦ δέ ἐπέστρεψαν, λέγει, ἀγόρασαν ἀρώματα καί μῦρα.διότι δέν εἶχαν καταλάβει ἀκριβῶς ὅτι αὐτός εἶναι ἀληθινά ἡ ὀσμή τῆς ζωῆς γιά ἐκείνους πού τόν πλησιάζουν μέ πίστι, ὅπως ὀσμή θανάτου καταλαμβάνει τούς ἕως τό τέλος ἀπειθεῖς, καί ἡ ὀσμή τῶν ἐνδυμάτων του, δηλαδή τοῦ ἰδίου τοῦ σώματος, εἶναι ἀνωτέρα ἀπό ὅλα τά ἀρώματα καί τό ὄνομά του εἶναι μῦρο χυμένο, μέ τό ὀποῖο ἐγέμισε θεία εὐωδία τήν οἰκουμένη. ῾Ετοιμάζουν λοιπόν μῦρα καί ἀρώματα, ἀφ᾿ ἑνός μέν πρός τιμήν τοῦ νεκροῦ, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ γιά παρηγοριά ἀπό τή δυσωδία τοῦ σώματος, ὅταν θά ἔλειωνε, βοηθώντας μέ τήν ἀλοιφή των τούς ἐπιθυμοῦντας νά παραμένουν δίπλα.

᾿Αφοῦ λοιπόν ἑτοίμασαν τά μῦρα καί τά ἀρώματα, κατά τήν ἐντολή τό Σάββατο ἡσύχασαν.διότι δέν εἶχαν καταλάβει ἀκόμη τά ἀληθινά σάββατα, οὔτε εἶχαν γνωρίσει καλά τό εὐλογημένο ἐκεῖνο σάββατο πού μεταφέρει τή φύσι τους ἀπό τά βάραθρα τοῦ ἅδη στό ὁλόφωτο καί θεῖο καί οὐράνιο ὕψος. “Τήν πρώτη τῆς ἑβδομάδος, ὄρθρο βαθύ”, ὅπως λέγει ὁ Λουκᾶς, “ἦλθαν στό μνῆμα, φέροντας τά ἀρώματα πού ἑτοίμασαν”.ὁ δέ Ματθαῖος λέγει, “ἀργά τό Σάββατο, ξημερώνοντας τήν πρώτη τῆς ἑβδομάδος” καί ὅτι οἱ προσελθοῦσες εἶναι δύο.ὁ ᾿Ιωάννης “τό πρωί, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη σκοτεινά”, καί ὅτι μιά εἶναι ἡ προσελθοῦσα, Μαρία ἡ Μαγδαληνή.ὁ δέ Μάρκος “πολύ πρωί τῆς πρώτης τῆς ἑβδομάδος” καί ὅτι τρεῖς εἶναι οἱ προσελθοῦσες.

Πρώτη λοιπόν τῆς ἑβδομάδος λέγουν ὅλοι οἱ εὐαγγελισταί τήν Κυριακή.ἀργά τό Σάββατο, ὄρθρο βαθύ, πολύ πρωί καί πρωί σκοτεινά ἀκόμη, ὀνομάζουν τόν χρόνο γύρω ἀπό τόν ὄρθρο, ἀνάμικτο ἀπό φῶς καί σκότος.αὐτός ὁ χρόνος εἶναι, ἀφοῦ ἀρχίζει νά αὐγάζει τό ἀνατολικό μέρος τοῦ ὁρίζοντος πού προκαταγγέλλει τήν ἡμέρα. Μπορεῖ δέ κανείς παρατηρώντας ἀπό μακριά, πρός αὐτό, νά τό ἰδῆ νά ἀρχίζη νά χρωματίζεται ἀπό φῶς γύρω ἀπό τήν ἐνάτη ὥρα τῆς νυκτός, ὥστε ἕως τήν πλήρη ἡμέρα νά ὑπολείπωνται τρεῖς ὥρες.

Φαίνονται βέβαια νά διαφωνοῦν κάπως οἱ εὐαγγελισταί μεταξύ τους τόσο γιά τήν ὥρα, ὅσο καί γιά τόν ἀριθμό τῶν γυναικῶν, ἐπειδή, ὅπως εἶπα, οἱ Μυροφόρες ἦσαν πολλές, καί ἦλθαν στόν τάφο ὄχι μιά φορά, ἀλλά καί δύο καί τρεῖς φορές, συντροφιά μέν, ἀλλ᾿ ὄχι οἱ ἴδιες, καί κατά τόν ὄρθρο μέν ὅλες, ἀλλ᾿ ὄχι τόν ἴδιο χρόνο ἀκριβῶς, ἡ δέ Μαγδαληνή ἦλθε πάλι μόνη της καί ἔμεινε περισσότερο. Κάθε εὐαγγελιστής λοιπόν ἀναφέρει μιά προέλευσι μερικῶν καί παραλείπει τίς ἄλλες. ῞Οπως δέ ἐγώ ὑπολογίζω καί συνάγω ἀπό ὅλους τούς εὐαγγελιστάς, σύμφωνα μέ ὅσα εἶπα προηγουμένως, πρώτη ἀπό ὅλες ἦλθε στόν τάφο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ Θεοτόκος, ἔχοντας μαζί τήν Μαγδαληνή Μαρία. Τοῦτο κυρίως τό συμπεραίνω ἀπό τόν εὐαγγελιστή Ματθαῖο. Διότι, λέγει, “ἦλθε ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί ἡ ἄλλη Μαρία”, πού ἦταν ὁπωσδήποτε ἡ Θεομήτωρ, γιά νά ἰδοῦν τόν τάφο. Καί ἰδού ἔγινε μέγας σεισμός.διότι ἄγγελος Κυρίου, ἀφοῦ κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό, προσῆλθε, ἀπεκύλισε τήν πέτρα ἀπό τήν θύρα τοῦ μνημείου κι᾿ ἐκαθόταν ἐπάνω σ᾿ αὐτήν.ἦταν δέ ἡ μορφή του σάν ἀστραπή καί τό ἔνδυμά του λευκό σάν τό χιόνι, ἀπό τόν φόβο δέ ἐμπρός του ἐταράχθηκαν οἱ φύλακες κι᾿ ἔγιναν σάν νεκροί”.

῞Ολες λοιπόν οἱ ἄλλες γυναῖκες ἦλθαν μετά τό σεισμό καί τήν φυγή τῶν φυλάκων, κι᾿ εὑρῆκαν τόν τάφο ἀνοιγμένο καί τήν πέτρα ἀποκυλισμένη.ἡ δέ Παρθενομήτωρ ἔφθανε τή στιγμή πού ἐγινόταν ὁ σεισμός, ἀποκυλίσθηκε ἡ πέτρα καί ἀνοιγόταν ὁ τάφος καί οἱ φύλακες ἦσαν παρόντες, ἄν καί συγκλονισμένοι ἀπό τόν φόβο.γι᾿ αὐτό μετά τόν σεισμό αὐτοί ἀνασηκώθηκαν καί ἐκύτταξαν ἀμέσως νά φύγουν, ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἐντρυφοῦσε στή θέα. ᾿Εγώ πάντως νομίζω ὅτι γι᾿ αὐτήν πρώτη ἀνοίχθηκε ὁ ζωηφόρος ἐκεῖνος τάφος (διότι γι᾿ αὐτήν πρώτη καί δι᾿ αὐτῆς ἔχουν ἀνοιχθῆ σ᾿ ἐμᾶς ὅλα, ὅσα εἶναι ἐπάνω στόν οὐρανό καί κάτω στή γῆ) καί ὅτι γι᾿ αὐτήν ἄστραπτε ἔτσι ὁ ἄγγελος, ὥστε, ἄν καί ἡ ὥρα ἦταν ἀκόμη σκοτεινή, αὐτή μέ τό πλούσιο φῶς τοῦ ἀγγέλου ὄχι μόνο νά ἰδῆ τόν τάφο κενό, ἀλλά καί τά ἐντάφια νά εἶναι τακτοποιημένα καί πολυτρόπως νά μαρτυροῦν τήν ἔγερσι τοῦ ἐνταφιασθέντος.

῏Ηταν δέ προφανῶς ὁ εὐαγγελιστής ἄγγελος ὁ ἴδιος ὁ Γαβριήλ. Διότι μόλις τήν εἶδε αὐτός νά σπεύδη πρός τόν τάφο, αὐτός πού παλαιότερα τῆς εἶχε εἰπεῖ, “μή φοβῆσαι, Μαρία, διότι εὑρῆκες χάρι ἀπό τόν Θεό”, σπεύδει καί τώρα καί κατεβαίνει νά εἰπῆ τό ἴδιο πάλι στήν ἀειπάρθενο καί νά ἀναγγείλη τήν ἀπό τούς νεκρούς ἀνάστασι τοῦ γεννηθέντος ἀπό αὐτήν ἀσπόρως, νά σηκώση τήν πέτρα, νά ὑποδείξη τόν κενό τάφο καί τά ἐντάφια, κι᾿ ἔτσι νά ἐπιβεβαιώση τήν καλή ἀγγελία. Διότι, λέγει, “ἀποκρινόμενος ὁ ἄγγελος, εἶπε στίς γυναῖκες.μή φοβῆσθε ἐσεῖς, ζητεῖτε τόν ᾿Ιησοῦ, τόν ἐσταυρωμένο; ἀναστήθηκε.ἰδού ὁ τόπος ὅπου ἐκοιτόταν ὁ Κύριος”. ᾿Εάν, λέγει, βλέπετε τούς φύλακες συγκλονισμένους ἀπό τόν φόβο, ἀλλά ἐσεῖς νά μήν φοβῆσθε. διότι γνωρίζω ὅτι ζητεῖτε ᾿Ιησοῦν τόν ἐσταυρωμένο.ἐσηκώθηκε, δέν εἶναι ἐδῶ. Διότι αὐτός, ὄχι μόνο εἶναι ἀκράτητος ἀπό τοῦ ἅδη καί τοῦ θανάτου καί τοῦ τάφου τά κλεῖστρα καί τούς μοχλούς καί τίς σφραγίδες, ἀλλ᾿ εἶναι καί κύριος τῶν ἀθανάτων καί οὐρανίων ἀγγέλων μας καί μόνος αὐτός εἶναι Κύριος τοῦ σύμπαντος.“ἰδέτε”, λέγει, “τόν τόπον ὅπου ἐκοιτόταν ὁ Κύριος καί πηγαίνετε γρήγορα νά εἰπῆτε στούς μαθητάς του ὅτι ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς”.

“᾿Αφοῦ δέ ἐξῆλθαν”, λέγει, “μέ φόβο καί χαρά μεγάλη”. ᾿Εγώ νομίζω πάλι ὅτι τόν μέν φόβο ἔχει ἀκόμη ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί οἱ ἄλλες γυναῖκες πού εἶχαν ἔλθει ἕως τότε μαζί (διότι αὐτές δέν κατενόησαν τήν σημασία τῶν λόγων τοῦ ἀγγέλου οὔτε μπόρεσαν νά συλλάβουν τελείως τό φῶς, ὥστε νά ἰδοῦν καί μάθουν ἀκριβῶς), ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἀπέκτησε τή μεγάλη χαρά, διότι κατενόησε τά λόγια τοῦ ἀγγέλου καί παραδόθηκε ὁλόκληρη στό φῶς, ὡς τελείως καθαρά καί θείως χαριτωμένη, ἐγνώρισε μέ ὅλα αὐτά τήν ἀλήθεια κι᾿ ἐπίστευσε στόν ἀρχάγγελο, ἐπειδή αὐτός ἀπό πολύν καιρό τῆς ἐφάνηκε διά τῶν ἔργων ἀξιόπιστος. Πῶς ἄλλωστε, ἀφοῦ ἦταν παροῦσα στά γεγονότα ἡ θεόσοφος Παρθένος, δέν θά κατανοοῦσε τό συμβάν, ἀφοῦ δηλαδή εἶδε σεισμό, καί μάλιστα μεγάλο, ἄγγελο νά κατέρχεται ἀπό τόν οὐρανό, καί μάλιστα ἀστραποβόλο, τή νέκρωσι τῶν φυλάκων καί τοῦ λίθου τήν μετάθεσι, τήν κένωσι τοῦ τάφου καί τό μέγα θαῦμα τῶν ἐνταφίων, πού ἦσαν ἄλυτα καί συγκρατημένα μέ σμύρνα καί ἀλόη καί συγχρόνως ἐφαίνονταν ἀδειανά ἀπό τό σῶμα, καί ἐπί πλέον ἀφοῦ ἔλαβε τήν χαρμόσυνη πρός αὐτήν θέα καί ἀγγελία τοῦ ἀγγέλου; ῞Οταν δέ ἐξῆλθαν μετά τόν εὐαγγελισμό τοῦτον, ἡ μέν Μαγδαληνή Μαρία, σάν νά μήν ἄκουσε κἄν τόν ἄγγελο, ἀφοῦ ἄλλωστε οὔτε ἐκεῖνος ὡμίλησε γι’ αὐτήν, διαπιστώνει μόνο τήν κένωσι τοῦ τάφου, χωρίς νά ἀναφέρει καθόλου τά ἐντάφια.καί τρέχει πρός τόν Σίμωνα Πέτρο καί τόν ἄλλο μαθητή, ὅπως λέγει ὁ ᾿Ιωάννης.

῾Η δέ Θεομήτωρ Παρθένος, συνοδευομένη ἀπό ἄλλες γυναῖκες, ἐπανερχόταν πάλι ἐκεῖ ἀπό ὅπου ἦλθε.καί ἰδού, ὅπως λέγει ὁ Ματθαῖος “ὁ ᾿Ιησοῦς τίς συνάντησε λέγοντας, χαίρεται”. Βλέπετε ὅτι καί πρίν ἀπό τήν Μαγδαληνή Μαρία ἡ Θεομήτωρ εἶδε αὐτόν πού γιά τήν σωτηρία μας ἔπαθε σαρκικά καί ἐτάφηκε καί ἀναστήθηκε; “Αὐτές δέ”, λέγει, “προσῆλθαν, ἔπιασαν τά πόδια του καί τόν προσκύνησαν”. ῞Οπως δέ, ὅταν ἡ Θεοτόκος ἄκουσε τό εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως μαζί μέ τήν Μαγδαληνή Μαρία ἀπό τόν ἄγγελο, μόνο αὐτή κατάλαβε τή σημασία τῶν λόγων, ἔτσι καί μαζί μέ τίς ἄλλες γυναῖκες, ὅταν συνάντησε τόν Υἱό καί Θεό, πρώτη ἀπό ὅλες τίς ἄλλες εἶδε καί ἀναγνώρισε τόν ἀναστάντα καί προσπίπτοντας ἔπιασε τά πόδια του κι᾿ ἔγινε ἀπόστολός του πρός τούς ᾿Αποστόλους.

῞Οτι δέ ἡ Μαγδαληνή Μαρία δέν ἦταν μαζί μέ τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐπιστρέφοντας ἀπό τόν τάφο τήν συνάντησε καί τῆς παρουσιάσθηκε καί τῆς ὡμίλησε ὁ Κύριος, διδασκόμαστε ἀπό τόν ᾿Ιωάννη. διότι, λέγει, “τρέχει αὐτή πρός τόν Σίμωνα Πέτρο καί πρός τόν ἄλλο μαθητή, τόν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ ᾿Ιησοῦς, καί λέγει σ᾿ αὐτούς, ἐσήκωσαν τόν Κύριο ἀπό τό μνῆμα καί δέν γνωρίζομε πού τόν ἐτοποθέτησαν”. Πῶς τάχα, ἄν τόν εἶδε καί τόν ἄγγισε μέ τά χέρια της καί τόν ἄκουσε νά ὁμιλῆ, θά ἔλεγε τέτοια πράγματα, ὅτι τόν ἐσήκωσαν καί τόν μετέθεσαν, ποῦ ὅμως, δέν γνωρίζομε; ᾿Αλλά μετά τό δρόμο τοῦ Πέτρου καί τοῦ ᾿Ιωάννη πρός τόν τάφο καί τήν ἐκεῖ θέα τῶν σινδονιῶν καί τήν ἐπιστροφή, λέγει, “ἡ δέ Μαρία ἐστεκόταν κόντα στό μνημεῖο ἔξω κλαίοντας”.

Βλέπετε ὅτι ὄχι μόνο δέν τόν εἶχε ἰδεῖ ἀκόμη, ἀλλ᾿ οὔτε κἄν εἶχε πληροφορηθῆ σχετικά; Καί ὅταν δέ τήν ἐρώτησαν οἱ παρουσιασθέντες ἄγγελοι, γυναῖκα, “γιατί κλαίεις”, ἐκείνη πάλι ἀποκρίνεται σάν γιά νεκρό. Καθώς δέ ἐστράφηκε καί εἶδε τόν ᾿Ιησοῦ, οὔτε τότε δέν ἐκατάλαβε, ἀλλά ἐρωτωμένη ἀπό αὐτόν, τί κλαίει, ἀπαντᾶ παρόμοια, ἕως ὅτου ἐκεῖνος, καλώντας την ὀνομαστικά, παρουσίασε τόν ἑαυτό του ζωντανό. Τότε λοιπόν προσπίπτοντας καί αὐτή καί ζητώντας νά προσφέρη τόν ἀσπασμό στά πόδια ἐκείνου, ἄκουσε ἀπό αὐτόν τίς λέξεις, “μή μ᾿ ἐγγίζης”. ᾿Από αὐτό μαθαίνομε ὅτι, ὅταν προηγουμένως ἐφάνηκε στή μητέρα καί στίς γυναῖκες πού ἦσαν μαζί, μόνο σ᾿ αὐτήν ἐπέτρεψε νά πιάση τά πόδια του, ἄν καί ὁ Ματθαῖος ἀποδίδει τοῦτο καί στίς ἄλλες γυναῖκες, μή θέλοντας γιά τήν αἰτία πού εἴπαμε στήν ἀρχή νά προβάλη φανερά τήν μητέρα στό θέμα αὐτό.

᾿Αφοῦ δέ πρώτη ἦλθε στόν τάφο ἡ ἀειπάρθενος Μαρία καί πρώτη ἐδέχθηκε τό μήνυμα τῆς ἀναστάσεως, ἔπειτα ἦλθαν πολλές μαζί, εἶδαν καί ἐκεῖνες τήν πέτρα ἀποκυλισμένη καί ἄκουσαν τούς ἀγγέλους, πού ἐπιστρέφοντας μέ τό ἄκουσμα αὐτό καί τήν θέα ἐχωρίσθηκαν. ῎Αλλες, ὅπως λέγει ὁ Μάρκος, “ἔφυγαν ἀπό τό μνῆμα, κυριαρχημένες ἀπό φόβο καί ἔκστασι καί δέν εἶπαν σέ κανένα τίποτε, διότι ἐφοβοῦνταν“.ἄλλες ἀκολούθησαν τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου, καί αὐτές ἦσαν πού ἐπέτυχαν τήν θέα καί συνομιλία τοῦ Δεσπότη. ῾Η δέ Μαγδαληνή ἐπῆγε στόν Πέτρο καί τόν ᾿Ιωάννη, μαζί μέ τούς ὁποίους ἔρχεται πάλι μόνη στόν τάφο.ὅταν δέ ἐκεῖνοι ἀναχώρησαν, αὐτή παραμένοντας ἀξιώνεται τῆς δεσποτικῆς θέας, στέλλεται καί αὐτή πρός τούς ᾿Αποστόλους καί ἔρχεται πάλι πρός αὐτούς, γιά ν᾿ ἀπαγγείλη σέ ὅλους, ὅπως λέγει ὁ ᾿Ιωάννης, “ὅτι εἶδε τόν Κύριο, πού εἶπε σ᾿ αὐτήν αὐτά”. Αὐτή λοιπόν ἡ θέα λέγει καί ὁ Μάρκος ὅτι ἔγινε πρωί, δηλαδή κατά τήν πλήρη ἀρχή τῆς ἡμέρας, ἀφοῦ ἐπέρασε ὅλος ὁ ὄρθρος, ἀλλά δέν ἰσχυρίζεται ὅτι τότε ἔγινε ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου ἤ ἡ πρώτη ἐμφάνισίς του.

῎Εχομε λοιπόν τά συμβάντα ἐξακριβωμένα καί τήν ἀπό τήν ἀρχή ζητουμένη συμφωνία τῶν τεσσάρων εὐαγγελιστῶν ὡς πρός αὐτά. Οἱ δέ μαθηταί κατά τήν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως τήν ἴδια, ἐνῶ ἄκουσαν ἀπό τίς Μυροφόρες καί τόν Πέτρο, καθώς καί ἀπό τόν Λουκᾶ καί τόν Κλεόπα, ὅτι ὁ Κύριος ζῆ καί ἐθεάθηκε ἀπό αὐτές, ἀπίστησαν.γι᾿ αὐτό ὀνειδίζονται ἀπό αὐτόν, ὅταν τούς ἐμφανίσθηκε ὕστερα, καθώς ἦσαν συναθροισμένοι μαζί. ῞Οταν ὅμως παρέστησε τόν ἑαυτό του ζωντανό κατά πολλούς τρόπους καί πολλές φορές, ὄχι μόνο ἐπίστευσαν ὅλοι, ἀλλά καί ἐκήρυξαν παντοῦ.“ὁ λόγος τους ἐξῆλθε σέ ὅλη τή γῆ καί τά ρήματά τους ἔφθασαν στά πέρατα τῆς οἰκουμένης”, “ἐνῶ ὁ Κύριος συνεργοῦσε καί ἐβεβαίωνε τόν λόγο μέ τά συνοδευτικά θαύματα”.διότι τά θαύματα ἦσαν ἀναγκαιότατα, μέχρις ὅτου κηρυχθῆ ὁ λόγος σέ ὅλη τή γῆ. ᾿Αλλά χρειάζονται μέν σημεῖα καί τεράστια θαύματα πρός παράστασι καί βεβαίωσι τῆς ἀληθείας τοῦ κηρύγματος.χρειάζονται ὅμως σημεῖα, ἀλλ᾿ ὄχι τεράστια πρός παράστασι αὐτῶν πού ὑποδέχθηκαν τόν λόγο, ἄν βεβαίως ἐπίστευσαν. Ποιά δηλαδή σημεῖα; Τά ἀπό τά ἔργα. “Δεῖξε μου”, λέγει, “τήν πίστη σου ἀπό τά ἔργα σου”, καί “ποιός εἶναι πιστός, ἄς δείξη τά ἔργα του ἀπό τήν καλή διαγωγή”. Ποιός θά πιστεύση πραγματικά ὅτι ἔχει διάνοια θεία καί ὑψηλή, καί θά ἐλέγαμε οὐράνια, ὅπως εἶναι ἡ εὐσέβεια, αὐτός πού ἐπιδίδεται σέ φαῦλα ἔργα καί εἶναι προσηλωμένος στή γῆ καί στά γήινα;

Δέν ὠφελεῖ τίποτε λοιπόν, ἀδελφοί, ἐάν λέγη κανείς ὅτι ἔχει θεία πίστι, δέν ἔχει ὅμως ἔργα κατάλληλα στήν πίστι. Τί ὠφέλησαν οἱ λαμπάδες τίς μωρές παρθένους, ἀφοῦ δέν εἶχαν ἔλαιο, δηλαδή τά ἔργα τῆς ἀγάπης καί τῆς συμπαθείας; Τί ὠφέλησε ἡ ἐπίκλησις τοῦ ᾿Αβραάμ σάν πατρός τόν πλούσιο ἐκεῖνον πού τηγανιζόταν στήν ἄσβεστη φλόγα ἐξ αἰτίας τῆς ἀσυμπαθείας πρός τόν Λάζαρο; Τί ὠφέλησε ἡ δῆθεν εὐπείθεια πρός τήν πρόσκλησι ἐκεῖνον τόν ἄνθρωπον πού δέν εἶχε ἀποκτήσει διά τῶν ἀγαθῶν ἔργων ἔνδυμα κατάλληλο γιά τό θεῖο γάμο καί γιά τόν ἄφθαρτο ἐκεῖνο νυμφῶνα; Προσκλήθηκε μέν καί προσῆλθε, διότι ἐπίστευσε ὁπωσδήποτε, καί παρακάθησε μέ τούς ἁγίους ἐκείνους συνδαιτυμόνες, ἀλλ᾿ ὅταν ἐξεσκεπάσθηκε καί καταισχύνθηκε, ὡς ἐνδεδυμένος τήν φαυλότητα ἀπό τά ἤθη καί τίς πράξεις ἐδέθηκε ἀνηλεῶς χειροπόδαρα κι᾿ ἐρρίφθηκε στή γέεννα τοῦ πυρός, ὅπου ἐπικρατεῖ ὁ κλαυθμός καί ὁ τρυγμός τῶν ὀδόντων.

Αὐτήν εἴθε νά μή τήν δοκιμάση κανείς Χριστιανός, ἀλλ᾿ ἐπιδεικνύοντας ὅλοι διαγωγή πρέπουσα στήν πίστι, νά εἰσέλθωμε στόν νυμφώνα τῆς ἄφθαρτης εὐφροσύνης καί νά ζήσωμε αἰωνίως μαζί μέ τούς ἁγίους ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἡ κατοικία ὅλων τῶν εὐφραινομένων. Γένοιτο.

Μόρφου Νεόφυτος: Θεοτόκος, ἡ πρώτη μυροφόρα τῆς Ἀναστάσεως (Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων 30.4.2017)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Παναγίας Θεοτόκου τῆς «Ἀπολυτρώσεως τῶν Ἐξηρτημένων» τῆς κοινότητος Κανναβιῶν-Ἁγίας Εἰρήνης τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (30.4.2017).

Ἡ μουσικὴ στοὺς τίτλους ἔναρξης καὶ τέλους εἶναι ἀπὸ τὴ σύνθεση «Uşşak Şarkı» τῶν Σωκράτη Σινούπουλου και Derya Turkan, ποὺ περιέχεται στὸ ἄλμπουμ «Γράμμα ἀπὸ τὴν Πολὴ» τῆς Golden Horn Productions (2003).

Μόρφου Νεόφυτος: Ἡ Παναγία μᾶς δίνει τὴν ἐλπίδα τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν (21/3/2025)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου κατὰ τὴν Ἀκολουθία τῆς Γ΄ Στάσης τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίας Αἰκατερίνης στὸ χωριὸ Βυζακιὰ τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (21/3/2025).

Ψάλλει ὁ ἄρχων πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου κ. Μάριος Ἀντωνίου. Τὴ Γ΄ Στάση τῶν Χαιρετισμῶν ἀπαγγέλει ὁ Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος.

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ: Ὁμιλία στὴν Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ἡ ὁλόσωμος ταφὴ καὶ ἡ ἐκ νεκρῶν τριήμερη ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, ἀποτελοῦν δύο βασικὰ δόγματα τῆς Πίστεώς μας, γιατὶ μὲ τὸ ἄχραντο πάθος, τὴν ταφὴ καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας συντελέστηκε τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας μας, πατήθηκε ὁ θάνατος καὶ μᾶς δωρήθηκε ἡ Χάρη νὰ ἀναστηθοῦμε κι ἐμεῖς κατὰ τὴ φοβερὴ ἐκείνη ἡμέρα τῆς Κρίσεως.

Τὰ σχετικὰ γεγονότα μὲ τὴν ταφὴ καὶ τὴν ἔγερση τοῦ Κυρίου μᾶς περιγράφει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἡ ὁποία, συγχρόνως, μᾶς ἐξιστορεῖ καὶ τὶς ἀρετὲς τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τοῦ Νικοδήμου, καθὼς καὶ τῶν Μυροφόρων γυναικῶν• γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ σημερινὴ τρίτη Κυριακὴ ἀπὸ τὸ Πάσχα εἶναι ἀφιερωμένη στὰ ἅγια τοῦτα πρόσωπα.

Γιὰ ποιά ὅμως ἀρετὴ ἀξιώθηκαν, ὁ μὲν Ἰωσὴφ ὁ εὐσχήμων βουλευτὴς ἀπὸ τὴν πόλη Ἀρμαθαὶμ καὶ ὁ νυκτερινὸς μαθητὴς  Νικόδημος νὰ ὑπηρετήσουν στὴν ταφὴ τοῦ Κυρίου, οἱ δὲ Μυροφόρες γυναῖκες πρῶτες νὰ ἰδοῦν τὸν ἀναστάντα Χριστὸν καὶ νὰ γίνουν, πρῶτες αὐτές, κήρυκες τούτου τοῦ γεγονότος; Βέβαιως ὅλα τὰ ἅγια αὐτὰ πρόσωπα εἶχαν πολλὲς ἀρετές. Κυρίως ὅμως διακρίνονταν γιὰ τὴν ἀρετὴ τῆς τόλμης καὶ τῆς ἀνδρείας, τῆς ψυχικῆς δηλαδὴ ἀνδρείας, ποὺ καὶ μεγαλοψυχία ὀνομάζεται, γιὰ τὴν ὁποία ἐξαιρέτως ἀξιώθηκαν αὐτῆς τῆς μεγάλης τιμῆς ἀπὸ τὸν ἐθελουσίως παθόντα καὶ ταφέντα καὶ ἀναστάντα Κύριον. Καί, πῶς τὸ γνωρίζουμε αὐτό; Ἂν μελετήσουμε τὶς σχετικὲς εὐαγγελικὲς διηγήσεις, τοῦτο καθίσταται ὁλοφάνερο!

Τὴν ὥρα τῆς θυσίας τοῦ Δεσπότου ἐπάνω στὸ Ξύλο τοῦ Σταυροῦ, ἐνῶ ὅλοι τὸν εἶχαν ἐγκαταλείψει• ἐνῶ ὁ Ἰούδας Τὸν πρόδωσε γιὰ τριάκοντα ἀργύρια• ἐνῶ ὁ Πέτρος Τὸν ἀρνήθηκε τρεῖς φορὲς μὲ ὅρκο ἐμπρὸς σὲ ταπεινοὺς ὑπηρέτες καὶ ὑπηρέτριες τοῦ Καϊάφα• ἐνῶ ὅλοι οἱ μαθητές, πλὴν τοῦ Θεολόγου Ἰωάννη, «πάντες ἀφέντες αὐτὸν» ἔφυγαν• ἐνῶ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὄχλοι, ποὺ μὲ τόσα θαύματα καὶ διδασκαλίες τοὺς εἶχε εὐεργετήσει, ἑνωμένοι τότε μὲ τοὺς ἐχθρούς Του, κραύγαζαν στὸν Πιλᾶτο, «ἆρον, ἆρον, σταύρωσον αὐτόν»• ἐνῶ λοιπὸν ὅλα τοῦτα συνέβαιναν, μέσα στὴ γενικὴ ἐκείνη ἐγκατάλειψη, μόνοι ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Νικόδημος μαζὶ μὲ τὶς εὐλογημένες Μυροφόρες παρέμειναν πιστοὶ καὶ ἀφοσιωμένοι στὸν Κύριο! Μάλιστα οἱ Μυροφόρες, οὔτε λεπτὸ δὲν ἀποχωρίσθηκαν ἀπὸ τὸν ἀγαπημένο τους Διδάσκαλο, ἀλλὰ παρέμειναν πλησίον στὸν Σταυρό, ζῶντας ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὸ μέγιστο ἐκεῖνο Πάθος καὶ μυστήριο τοῦ ἀναμάρτητου Θεανθρώπου νὰ πάσχει τὸν ἀτιμωτικώτερο θάνατο καὶ νὰ παραδίδει ἑκουσίως τὸ πνεῦμα Του στὸν Θεὸ Πατέρα Του. Μά, καὶ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἀναχώρησαν ἀπὸ τὸν Γολγοθᾶ. Κι ὅταν ὁ Ἀριμαθαῖος Ἰωσήφ, «τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον» καὶ ζήτησε τὸ σῶμα τοῦ Δεσπότου νὰ τὸ ἐνταφιάσει καί, λαμβάνοντας τὴν ἄδεια τοῦ ἐξουσιαστῆ, πῆγε μὲ τὸν Νικόδημο νὰ ἀποκαθηλώσουν καὶ θάψουν τὸ ἄχραντο Σῶμα τοῦ Λυτρωτῆ, ἔτρεξαν καὶ οἱ Μυροφόρες καὶ τοὺς βοήθησαν καὶ τοὺς συνόδευσαν μέχρι τὸ θεοδόχο μνημεῖο, καὶ παρέμειναν ἐκεῖ, ἕως ὅτου ὁ ἥλιος ἔριξε στὴν Ἱερουσαλὴμ τὶς τελευταῖες του ἀκτῖνες…

Μά, τὴ μεγάλη τους ἀγάπη στὸν Κύριο, τὴ θερμή τους πίστη καὶ ἀκλόνητη ψυχική τους ἀνδρεία ἔδειξαν κατεξοχὴν τὴ νύκτα ἐκείνη τῆς Ἀναστάσεως, «τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων». Τότε, ἐνῶ γνώριζαν πὼς τὸ μνῆμα εἶναι ἐσφραγισμένο, ὅτι λίθος μεγάλος καὶ βαρὺς φράζει τὴν εἴσοδό του, ὅτι πάνοπλοι Ρωμαῖοι στρατιῶτες φρουροῦν τὸν τάφο καὶ ἔχουν ἐντολὴ νὰ χτυπήσουν ὅποιο θὰ πλησίαζε ἐκεῖ, παρόλα λέγω αὐτά, «λίαν πρωί», «ὄρθρου βαθέως», πρὶν ἀκόμη νὰ χαράξει τὸ φῶς κι ὁ ἥλιος ἀνατείλει, ξεκινοῦν γιὰ τὸ μνῆμα τοῦ Κυρίου, φέροντας μαζί τους καὶ τὰ δικά τους ἀρώματα καὶ μύρα, γιὰ νὰ μυρώσουν τὸ ἀτίμητο Μύρο, τὸ Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Κανένας φόβος, καμμιὰ δυσκολία δὲν στάθηκε δυνατὸν νὰ τὶς ἐμποδίσει. Γι᾽ αὐτὸ καί, κατὰ τὴ δίκαιη κρίση τοῦ Θεοῦ, ἀξιώνονται πρῶτες αὐτὲς νὰ ἰδοῦν ἀναστάντα τὸν Χριστό μας καὶ παίρνουν ἐντολὴ νὰ μεταδώσουν τὸ κοσμοχαρμόσυνο τοῦτο μήνυμα καὶ στοὺς ἄλλους μαθητές Του.

Ἀδελφοί μου, ἡ καλύτερη τιμὴ τῶν ἁγίων εἶναι ἡ μίμησή τους. Καὶ εἶναι γι᾽ αὐτό, ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας προβάλλει κάθε μέρα μπροστά μας τὶς ἅγιες μορφές, τὴν ἁγία ζωή τους, μὲ τὰ συναξάρια καὶ τοὺς ὕμνους τους, γιὰ νὰ μᾶς παρακινεῖ στὴν κατὰ δύναμη πορεία στὰ θεοφιλὴ ἴχνη τους. Κι ἐμεῖς σήμερα καλούμαστε νὰ μιμηθοῦμε τὰ ἅγια τοῦτα πρόσωπα, ποὺ ἀναφέραμε, τοὺς ἐνταφιαστὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ τὶς σεπτὲς Μυροφόρες. Οἱ ἡρωϊκές τους πράξεις, ποὺ μᾶς ἐξιστοροῦν τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, μᾶς παραδίδουν ἕνα ὑψηλὸ παράδειγμα θάρρους καὶ πνευματικῆς ἀνδρείας.

Στὴν ἐποχή μας, ποὺ ἡ ἀπιστία καὶ τὸ ὑλιστικὸ φρόνημα ξαπλώνουν συνεχῶς τὰ πλοκάμια τους στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, χρειάζεται θάρρος καὶ λεβεντιὰ νὰ παραμένει κάποιος πιστός. Ἀλλά, θάρρος καὶ τόλμη χρειάζονται ἀκόμη, γιὰ νὰ ὁμολογοῦμε, νὰ δίνουμε μαρτυρία Χριστοῦ στὴ σύγχρονη κοινωνία μὲ τὴ ζωή, τὰ ἔργα καὶ τὰ λόγια μας, σήμερα, ποὺ «ἡ ἁμαρτία ἔγινε τῆς μόδας», ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστὸς ὅσιος Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης. Ὅταν δηλαδὴ οἱ ἄλλοι Τὸν ἀρνοῦνται, ἐμεῖς νὰ Τὸν ὁμολογοῦμε! Ὅταν Τὸν βλασφημοῦν, ἐμεῖς νὰ Τὸν ὑπερασπιζόμαστε! Ὅταν οἱ ἄλλοι Τὸν ἐγκαταλείπουν, γιατὶ δὲν τοὺς «βολεύει» στὸν τρόπο ζωῆς τους, ἐμεῖς νὰ παραμένουμε σταθεροὶ κοντά Του, «ἔργῳ καὶ λόγῳ». Νὰ ἀποδεικνύουμε ἔμπρακτα, μὲ τὸ γνήσιο χριστιανικό μας παράδειγμα, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο δὲν εἶναι θεωρία καὶ λόγια, ἀλλὰ πράξη καὶ συγκεκριμένος τρόπος ζωῆς. Γιατί, δυστυχῶς, ἡ δειλία, ὁ φόβος, ἡ σκοπιμότητα, οἱ ἔνοχοι συμβιβασμοί, τὸ ἠθικὸ ξεπούλημα, τείνουν νὰ γίνουν τὰ μόνιμα πλαίσια ζωῆς καὶ συμπεριφορᾶς στὴ σημερινὴ κοινωνία. Ὅμως, ὅπως διαπρύσια ὁ μέγας ἀπόστολος Παῦλος διακηρύτττει, ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἔδωσε πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ πνεῦμα, δηλ. χάρη δύναμης καὶ ἀγάπης καὶ νὰ ζοῦμε μὲ σωφροσύνη (Β´ Τιμ.1,7).

Κι ἂς μὴ ξεχνοῦμε ποτὲ τὴν ἀψευδῆ τοῦ Κυρίου ἐπαγγελία: «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. 10,32) (=Ὅποιος ὁμολογήσει μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους ὅτι ἀνήκει σ᾽ ἐμένα, θὰ τὸν ἀναγνωρίσω κι ἐγὼ γιὰ δικόν μου μπροστὰ στὸν οὐράνιο Πατέρα μου). Αὐτῆς τῆς καλῆς ὁμολογίας ἀξίωσέ μας, εὔσπλαγχνε Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, καὶ τῆς αἰωνίου Σου βασιλείας, διὰ τὸ μέγα Σου ἔλεος, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου καὶ πάντων Σου τῶν Ἁγίων. Ἀμήν!

Μᾶρκος, ὁ πανεύφημος ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς (25 Ἀπριλίου)

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ὁ ἅγιος ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος , ὁ ὁποῖος στὸ βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων ἀναφέρεται μὲ τὸ διπλὸ ὄνομα Ἰωάννης ὁ ἐπικαλούμενος Μᾶρκος , γεννήθηκε κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ πρώτου μ.Χ. αἰώνα καὶ ζοῦσε στὰ Ἱεροσόλυμα κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ μητέρα του, ποὺ ἀναφέρεται ἐπίσης στὶς Πράξεις , ὀνομαζόταν Μαρία καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Κύπρο.

Ἡ Μαρία, ποὺ ὑπῆρξε ἐπίσης σύγχρονη τῆς ἐπὶ γῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου καὶ διέμενε τότε στὰ Ἱεροσόλυμα μὲ τὴν οἰκογένειά της, βλέποντας τὰ πολλὰ καὶ ἐξαίσια θαύματα τοῦ Χριστοῦ, πίστευσε σ᾽ αὐτὸν μαζὶ μὲ τοὺς συγγενεῖς της, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ ἀπόστολος Βαρνάβας. Ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἡ Μαρία θεωρεῖται, ἄλλοτε μὲν ὡς θεία τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα, ἄλλοτε δὲ ὡς νύμφη του, ὡς σύζυγος δηλαδὴ τοῦ ἀδελφοῦ του ἀποστόλου Ἀριστοβούλου, μὲ τὸν ὁποῖο καὶ γέννησε τὸν Ἰωάννη Μᾶρκο. Περαιτέρω, σύμφωνα μὲ ἐπίσης βυζαντινὴ παράδοση, ποὺ ἀποθησαυρίζεται στὸ περίφημο Συναξάριον Κωνσταντινουπόλεως (10ος αἰ.) καὶ τὸ Μηνολόγιον τοῦ Αὐτοκράτορος Βασιλείου Β´ (πρῶτο τέταρτο 11ου αἰ.), ὁ ἀπόστολος Πέτρος νυμφεύθηκε τὴ θυγατέρα τοῦ ὡς ἄνω Ἀριστοβούλου (καὶ ἄρα πιθανώτατα καὶ τῆς Μαρίας αὐτῆς). Ἂν ἔτσι ἔχει ἡ ἀλήθεια, τότε ἡ Μαρία ἦταν ἡ πενθερὰ τοῦ Πέτρου, τὴν ὁποία θεράπευσε ἀπὸ τὸν πυρετὸ ὁ Χριστός. Ἑπομένως, σύμφωνα μὲ τὶς παραδόσεις αὐτές, ἡ ἑρμηνεία τῆς συγγένειας τοῦ Μάρκου μὲ τὸν Βαρνάβα, τοῦ ὁποίου χαρακτηρίζεται ὡς ἀνεψιὸς (Κολ. 4, 10), εἶναι διπλή: Εἴτε ἦταν ἐξάδελφός του, εἴτε ἀδελφότεκνός του.

Εὐαγγελιστῆς Μάρκος. Μινιατούρα σὲ χειρόγραφο τοῦ 11ου αἰῶνα στὴν Ἱερὰ Μονὴ ἁγίας Αἰκατερίνης στὸ Σινά

Ἀπὸ τὴ σχετικὴ διήγηση τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων (κεφ. 12), ὅπου καὶ ἡ μόνη σαφὴς ἀναφορὰ τῆς Καινῆς Διαθήκης στὸ πρόσωπο τῆς ἐν λόγῳ Μαρίας, καθὼς καὶ ἀπὸ ἄλλες ἀναφορές, σχετικὲς πρὸς τὸν υἱό της Μᾶρκο, καθίσταται ἐμφανὲς ὅτι ὁ ἀπόστολος Πέτρος εἶχε πράγματι οἰκογενειακὲς σχέσεις πρὸς τὸ περιβάλλον τοῦ Μάρκου, ἡ δὲ οἰκία τῆς μητέρας του Μαρίας ἦταν πολὺ γνώριμη καὶ προσφιλὴς σ᾽ αὐτόν. Στὴν οἰκία αὐτή, ποὺ βρίσκεται στὴν περιοχὴ Σιών, κατὰ τὴν ἀρχαία ἐπίσης παράδοση ἀλλὰ καὶ τὴ σύγχρονη ἔρευνα, σύχναζε καὶ ὁ Χριστός. Ἐκεῖ μάλιστα τέλεσε ὁ Κύριος τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο μὲ τοὺς μαθητές Του, ἐκεῖ ἀκόμη ἔγινε καὶ ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς ἀποστόλους καὶ μαθητές του κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ἡ εὐλογημένη ποικιλότροπα αὐτὴ οἰκία κατέστη ἡ πρώτη «κατ᾽ οἶκον ἐκκλησία» στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου συγκεντρωνόταν ἡ πολυπληθὴς πρωτοχριστιανικὴ κοινότητα γιὰ προσευχὴ καὶ λατρεία τοῦ Θεοῦ.

Ἀρχαιότατη, βαρυσήμαντη καὶ τεκμηριωμένη μαρτυρία γιὰ τὸ πρόσωπο τῆς ἁγίας αὐτῆς Μαρίας, ποὺ ἀποτυπώνει τὰ πιὸ πάνω, περιλαμβάνεται στὸ ἰδιαίτερης ἱστορικῆς καὶ ἁγιολογικῆς σπουδαιότητας ἔργο τοῦ Κυπρίου «Ἀλεξάνδρου μοναχοῦ ἐγκώμιον εἰς τὸν ἅγιον Βαρνάβαν τὸν ἀπόστολον, προτραπέντος ὑπὸ τοῦ πρεσβυτέρου καὶ κλειδούχου τοῦ σεβασμίου αὐτοῦ ναοῦ, ἐν ᾧ ἱστορεῖται καὶ ὁ τρόπος τῆς ἀποκαλύψεως τῶν ἁγίων αὐτοῦ λειψάνων», ποὺ χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν πρόσφατο ἐκδότη του, Peter van Deun, στὰ μέσα τοῦ ἕκτου αἰώνα . Στὸ ἔργο του τοῦτο ὁ λογιώτατος Ἀλέξανδρος ἀρύεται μὲ δαψίλεια, τόσο ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, ὅσο καὶ ἀπὸ προγενέστερους Βίους ἁγίων, ἐκκλησιαστικοὺς ἱστορικοὺς καὶ συγγραφεῖς, καθὼς καὶ ἀπὸ τὴ ζῶσα προφορικὴ τοπικὴ παράδοση τῆς ἐποχῆς του.

Ἡ Ἁγία Μαρία μὲ τὸν Εὐαγγελιστὴ Μάρκο καὶ τὸν Ἀπόστολο Βαρνάβα. Ἱερὰ Μητρόπολις Μόρφου.

Ἡ ἀναφορὰ τοῦ μοναχοῦ Ἀλεξάνδρου στὰ πρόσωπα τῆς Μαρίας καὶ τοῦ υἱοῦ της Μάρκου εἶναι στὴ συνάφεια τῆς προσέλευσης τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, μετὰ ποὺ εἶδε πολλὰ ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου. Ὁ Βαρνάβας ὅμως δὲν κράτησε τὸν πολύτιμο μαργαρίτη ποὺ βρῆκε μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλ᾽ ἀμέσως ἔσπευσε νὰ τὸν μοιραστεῖ ἀρχικὰ μὲ τοὺς συγγενεῖς του. Ὁ Ἀλέξανδρος μᾶς περιγράφει τὸ γεγονὸς τῆς συνάντησης τῆς Μαρίας μὲ τὸν Κύριο καὶ τῆς ἔνταξής της στὸν κύκλο τῶν πρώτων μαθητῶν Του στὰ Ἱεροσόλυμα ὡς ἑξῆς (παραθέτουμε αὐτούσιο τὸ κείμενο γιὰ τὴν ἐνάργεια τῆς περιγραφῆς, τὴ σπουδαιότητα καὶ πρωιμότητα τῆς μαρτυρίας):

«Ταῦτα (τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ) θεασάμενος ὁ μακάριος (Βαρνάβας) ἐξεπλήσσετο, καὶ εὐθέως προσελθών, ἔπεσε παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ (τοῦ Κυρίου) καὶ ἐδέετο εὐλογηθῆναι παρ᾽ αὐτοῦ. Ὁ δὲ τὰς καρδίας ἐμβατεύων Χριστός, ἀποδεξάμενος αὐτοῦ τὴν πίστιν, εὐμενῶς αὐτὸν ὑπεδέξατο καὶ τῆς θείας αὐτοῦ συντυχίας μετέδωκεν· ὁ δὲ πλέον ἐξεκαίετο εἰς τὴν τοῦ Κυρίου ἀγάπην. Καταλαβὼν δὲ τὸ τάχος τὴν οἰκίαν Μαρίας, τῆς μητρὸς Ἰωάννου τοῦ ἐπικαλουμένου Μάρκου, ἥτις ἐλέγετο εἶναι αὐτοῦ θεία – διὸ καὶ Μᾶρκον τὸν ἀνεψιὸν Βαρνάβα ἐκάλουν αὐτόν – εἶπε πρὸς αὐτήν· “Δεῦρο, λέγων, ὦ γύναι, ἴδε ἅπερ ἐπεθύμουν ἰδεῖν οἱ πατέρες ἡμῶν· ἰδοὺ γὰρ Ἰησοῦς τις προφήτης ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας ἐστὶν ἐν τῷ ἱερῷ, μεγαλοπρεπῶς θαυματουργῶν, καὶ ὡς τοῖς πολλοῖς δοκεῖ, αὐτὸς ἐστὶ Μεσσίας ὁ μέλλων ἔρχεσθαι”. Ἀκούσασα δὲ ταῦτα ἡ θαυμασία γυνὴ καὶ καταλιποῦσα τὰ ἐν χερσί, κατέλαβε τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἰδοῦσα τὸν Κύριον καὶ Δεσπότην τοῦ ναοῦ, ἔπεσεν εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ, δεομένη καὶ λέγουσα· ‘‘Κύριε, εἰ εὗρον χάριν ἐναντίον σου, δεῦρο εἰς τὸν οἶκον τῆς δούλης σου καὶ εὐλόγησον τῇ εἰσόδῳ σου τὰ οἰκετικά σου.” Ὁ δὲ Κύριος ἐπένευσε τῇ παρακλήσει· ὃν παραγενόμενον ὑπεδέξατο χαίρουσα εἰς τὸ ὑπερῶον αὐτῆς. Ἀπ᾽ ἐκείνης οὖν τῆς ἡμέρας, ἡνίκα ἤρχετο ὁ Κύριος εἰς Ἱεροσόλυμα, ἐκεῖ ἀνεπαύετο μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἐκεῖ ἐποίησε τὸ Πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἐκεῖ ἐμυσταγώγησε τοὺς μαθητὰς διὰ τῆς μεταλήψεως τῶν ἀπορρήτων μυστηρίων. Λόγος γὰρ ἦλθεν εἰς ἡμᾶς ἀπὸ γερόντων ὅτι ὁ τὸ κεράμιον βαστάζων τοῦ ὕδατος, ᾧ κατακολουθῆσαι προσέταξεν ὁ Κύριος τοῖς μαθηταῖς, Μᾶρκος ἦν, ὁ υἱὸς ταύτης τῆς μακαρίας Μαρίας· ὁ δὲ Κύριος “πρὸς τὸν δεῖνα” εἶπεν οἰκονομικῶς, ὡς φασὶν οἱ πατέρες, ἑρμηνεύοντες τοῦτο τὸ χωρίον, διδάσκων ἡμᾶς διὰ τοῦ αἰνίγματος ὅτι παντὶ τῷ εὐτρεπίζοντι ἑαυτόν, παρ᾽ αὐτῷ ὁ Κύριος αὐλίζεται. Ἐν αὐτῷ τοίνυν τῷ ὑπερώῳ ἐποίησεν ὁ Κύριος τὸ Πάσχα· ἐν αὐτῷ ἐφάνη τοῖς περὶ τὸν Θωμᾶν, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν· ἐκεῖ μετὰ τὴν ἀνάληψιν ἀνῆλθον οἱ μαθηταί, ἐλθόντες ἀπὸ τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν μετὰ τῶν λοιπῶν ἀδελφῶν, ὄντως τὸν ἀριθμὸν ὡς ἑκατὸν εἴκοσι, ἐν οἷς ἦν Βαρνάβας καὶ Μᾶρκος· ἐκεῖ κατέβη τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐν πυρίναις γλώσσαις ἐπὶ τοὺς μαθητὰς ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς Πεντηκοστῆς· ἐκεῖ ἵδρυται νῦν ἡ μεγάλη καὶ ἁγιωτάτη Σιών, ἡ μήτηρ πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν.»

Ἔτσι ἡ μητέρα τοῦ Μάρκου Μαρία ἀναδείχθηκε μία ἀπὸ τὶς λίγες ἐκεῖνες γυναῖκες τῆς ἀρχέγονης Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία διακρίθηκε γιὰ τὴν ἁγιότητά της στὴ διακονία τοῦ Κυρίου καὶ τῶν πρώτων μαθητῶν του, τῆς ὁποίας, ὡς παράδειγμα ἀρετῆς, μᾶς διέσωσε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ τὸ ὄνομα καὶ κάποια ἀπὸ τὰ ἐνάρετα ἔργα της. Κατὰ μία μαρτυρία, σωζόμενη σὲ Δυτικὰ Μαρτυρολόγια, ἡ Μαρία ἦλθε καὶ ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ στὴν Κύπρο. Ἡ μνήμη της τελεῖται στὶς 30 Ἰουνίου. Γιὰ τὴν κυπριακή της καταγωγή, ἐντάσσεται στὴ χορεία τῶν Κυπρίων ἁγίων καὶ ἀπὸ Κυπρίους χρονογράφους.

Ἀπὸ μία τέτοια λοιπὸν ἁγία ρίζα ἀνεβλάστησε ὁ ἱερὸς Μᾶρκος, ποὺ κατέστη ἕνας ἀπὸ τὴ χορεία τῶν ἑβδομήκοντα μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Κατὰ τὴν πρώτη ἀποστολικὴ περιοδεία τῶν Παύλου καὶ Βαρνάβα (περὶ τὰ ἔτη 45/46 μ.Χ.), ὁ Ἰωάννης Μᾶρκος τοὺς ἀκολούθησε ὡς «ὑπηρέτης» (Πράξ. 13, 5), ἀλλὰ μόνο στὸν εὐαγγελισμὸ τῆς Κύπρου, γιὰ νὰ τοὺς ἐγκαταλείψει κατόπιν, γιὰ ἄγνωστο λόγο, στὴν Πέργη τῆς Παμφυλίας καὶ νὰ ἐπιστρέψει στὰ Ἱεροσόλυμα.

Εὐαγγελιστῆς Μάρκος. Μινιατούρα σὲ Εὐαγγέλιο τοῦ 10ου αἰῶνα στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἰβήρων (Ἅγιο Ὄρος)

Ἀργότερα, ἐνῶ ὁ Παῦλος μὲ τὸν Βαρνάβα ὀργάνωναν τὴ δεύτερη περιοδεία τους, συνέβη ὁ γνωστὸς «παροξυσμὸς» μεταξύ τους γιὰ τὸ θέμα τοῦ Ἰωάννη Μάρκου, τὸν ὁποῖο, ὁ μὲν Βαρνάβας ἤθελε νὰ συμπαραλάβουν καὶ πάλιν, ὁ δὲ Παῦλος ἀρνεῖτο ἔντονα. Χώρισαν ἔτσι τελικὰ οἱ δρόμοι τους καὶ ὁ Βαρνάβας μὲ τὸν Μᾶρκο μεταβαίνουν γιὰ δεύτερη φορὰ στὴν Κύπρο  μέσῳ Ἀνεμουρίου, περὶ τὸ 49 μ.Χ. . Οἱ δύο ἀποστόλοι καταπλέουν στὸν Κρομμυακίτη (σημ. Κορμακίτη), ὁδηγοῦν τοὺς ἐκεῖ ὑπηρέτες τοῦ εἰδωλείου Ἀρίστωνα καὶ Τίμωνα στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, καὶ περιέρχονται ἐφεξῆς ὅλο τὸ νησί, εὐαγγελιζόμενοι τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, μέχρι ποὺ φθάνουν στὴ Σαλαμίνα. Ἐκεῖ ὁ Βαρνάβας, περὶ τὸ ἔτος 53 μ.Χ. , βρίσκει μαρτυρικὸ τέλος ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους , ποὺ εἶχαν ἔλθει ἀπὸ τὴ Συρία, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ τὸν βασάνισαν, τὸν λιθοβόλησαν καὶ ἔριξαν στὴ φωτιὰ τὸ ἅγιο λείψανό του. Αὐτὸ ὅμως παρέμεινε ἀβλαβὲς  καί, ὅπως προφητικὰ εἶχε προείπει ὁ Βαρνάβας, τὸ ἔλαβε κρυφὰ τὴ νύκτα ὁ Μᾶρκος μὲ δύο μαθητές του, τοὺς Τίμωνα καὶ Ρόδωνα , καὶ τὸ ἐνταφίασε σὲ πλησιόχωρο σπήλαιο, ἐναποθέτοντας στὸ στῆθος του τὸ κατὰ Ματθαῖον ἰδιόχειρο τοῦ Βαρνάβα Εὐαγγέλιο.

Κυνηγημένοι κατόπιν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ὁ Μᾶρκος μὲ τοὺς μαθητές του Τίμωνα καὶ Ρόδωνα, φθάνουν μέσῳ Λεδρῶν (Λευκωσίας) στὴν κώμη τοῦ Λιμνήτη, κοντὰ στοὺς Σόλους, ὅπου συναντοῦν τὸν νεοαφιγμένο ἀπὸ τὴ Ρώμη Αὐξίβιο. Ὁ Μᾶρκος, ἐπειδὴ διεγνώρισε τὴν ἀρετὴ καὶ τὸν ἔνθεο πόθο τοῦ Αὐξιβίου, τὸν κατήχησε, τὸν βάπτισε καὶ τὸν χειροτόνησε ὡς πρῶτο ἐπίσκοπο τῶν Σόλων, καὶ ἀναχώρησε στὴ συνέχεια μὲ τὴ συνοδία του γιὰ τὴν Ἀλεξάνδρεια .

Ἀργότερα ὁ Μᾶρκος συναντήθηκε μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο στὴν Ἔφεσο, μὲ τὸν ὁποῖο ὄχι μόνο συμφιλιώθηκε, ἀλλὰ καὶ συνεργάστηκε μαζί του γιὰ ἕνα διάστημα.  Ὅταν πληροφορήθηκε τότε ὁ Παῦλος τὸ μαρτυρικὸ τέλος τοῦ φίλου του Βαρνάβα καὶ ὅτι στὸ νησὶ δὲν βρισκόταν ἄλλος ἀπόστολος νὰ κηρύσσει τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἔστειλε κάποιους μαθητές του στὴν Κύπρο μαζὶ μὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν ἐπίσκοπο Ταμασσοῦ, ἅγιο Ἡρακλείδιο, ποὺ ἐκτελοῦσε τότε χρέη ἀρχιεπισκόπου τῆς νήσου, ἐντελλόμενος ποιό ἀπὸ τοὺς μαθητές του καὶ ποῦ νὰ καταστήσει τὸν καθένα ἐπίσκοπο. Τέλος, τοῦ ἔγραφε νὰ μεταβεῖ στοὺς Σόλους, πρὸς συνάντηση τοῦ Αὐξιβίου, τονίζοντάς του ὅτι ἦταν ἤδη χειροτονημένος ἀπὸ τὸν Μᾶρκο ἐπίσκοπος, γιὰ νὰ τὸν παροτρύνει στὸ ἔργο εὐαγγελισμοῦ τοῦ ποιμνίου του καὶ νὰ τοῦ ἑρμηνεύσει πρακτικὰ τελετουργικὰ θέματα. Κατὰ τὸν Βίο τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου, μετέβη στοὺς Σόλους ὁ Ἡρακλείδιος, ὅπου ἐξετέλεσε τὶς ἐντολὲς τοῦ Παύλου, καθοδηγώντας περαιτέρω τὸν Αὐξίβιο πῶς νὰ ἀνεγείρει ἕνα πρῶτο ἐκεῖ ναὸ γιὰ τὶς λειτουργικὲς ἀνάγκες ὅσων θὰ πίστευαν στὸν Κύριο. Πράγματι ὁ Αὐξίβιος, ἀκολουθώντας τὶς ὁδηγίες τοῦ ἁγίου Ἡρακλειδίου, ἀνήγειρε μία πρώτη χριστιανικὴ ἐκκλησία στοὺς Σόλους καὶ ἐπιδόθηκε στὸν εὐαγγελισμὸ τῶν κατοίκων.

Λέων: σύμβολο τοῦ Εὐαγγελιστῆ Μάρκου. Ἱερὰ Μητρόπολις Μόρφου (17ος αἰ.)

Ὁ Μᾶρκος ἀκολούθησε στὴ συνέχεια τὸν ἀπόστολο Πέτρο -ποὺ τὸν ὀνομάζει καὶ (πνευματικὸ) υἱό του (Α´ Πέτρ. 5, 13)-, καὶ ταξίδεψαν μαζὶ μέχρι τὴ Ρώμη. Ἐκεῖ ὁ Μᾶρκος συνέγραψε τὸ κατ᾽ αὐτὸν Εὐαγγέλιο, σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Πέτρου, ὁ ὁποῖος καὶ τὸ ἐπικύρωσε. Κατόπιν, ὁ πρωτοκορυφαῖος ἀπόστολος ἀπέστειλε τὸν Μᾶρκο στὴ μεγαλούπολη Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου, ὡς ἐπίσκοπό της. Ἐκεῖ ὁ Μᾶρκος κατέβαλε μεγάλους ἀγῶνες γιὰ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν ἀνθρώπων, ὄχι μόνο στὴν πρωτεύουσα τῆς Αἰγύπτου ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες περιοχὲς τῆς βορείου Ἀφρικῆς. Θεμελίωσε ἔτσι τὴν πρώτη Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξανδρείας, τὴν ὁποία καὶ ἄρδευσε καὶ καθαγίασε μὲ τὸ τίμιο αἷμα του, καθότι συνελήφθη τελικὰ ἀπὸ τοὺς ἀμετανόητους εἰδωλολάτρες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους βρῆκε μαρτυρικὸ τέλος. Τάφηκε τότε ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς στὴν τοποθεσία τοῦ Βουκόλου. Ἀργότερα οἰκοδομήθηκε ἐπάνω στὸν τάφο του ναός, ποὺ ἀνεδείχθη σὲ σπουδαῖο προσκύνημα στὴν Ἀλεξάνδρεια. Κατὰ τὸν 14ο αἰώνα τὰ τίμια λείψανα τοῦ Μάρκου μεταφέρθηκαν στὴ Βενετία, ὅπου κατατέθηκαν στὴν περίφημη βασιλικὴ ποὺ ἀφιερώθηκε στὸ ὄνομά του.

Ἀναφορικὰ μὲ τὴν τιμὴ τοῦ ἀποστόλου Μάρκου στὴν Κύπρο, διασώζεται τοπωνύμιο Μᾶρκος στὴν Πεντάγεια, σὲ περιοχὴ δίπλα ἀπὸ τὴ θάλασσα (ὅπου ὁ βυζαντινὸς ναὸς τῶν Ἁγίων Σεργίου καὶ Βάκχου, δίπλα ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο μετόχιο τῆς μονῆς Κύκκου), τὸ ὁποῖο συμπεριλάβαμε στὸν Χάρτη τῆς Μητροπολιτικῆς Περιφέρειας Μόρφου. Ἀκόμη, ὑπάρχει παράδοση ὅτι στὸ χωριὸ Λουτρός, ποὺ βρίσκεται στὸν δρόμο πρὸς τὸν Λιμνήτη, ὑπῆρχε ναΐσκος τοῦ Ἀποστόλου Μάρκου, ποὺ καταστράφηκε. Περαιτέρω, στὴν παραλία τοῦ Λιμνήτη, κάτω ἀπὸ μιὰ τεράστια κληματαριὰ καὶ σὲ ἀπόσταση ἀναπνοῆς ἀπὸ τὴ θάλασσα, οἱ Τουρκοκύπριοι κάτοικοι τοῦ Λιμνήτη ὑποδεικνύουν ἁγίασμα γλυκοῦ νεροῦ, ποὺ τὸ κατονομάζουν, «τὸ ἁγίασμα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων».

Νεόδμητος ναὸς τοῦ Ἀποστόλου Μάρκου στὴν Κύπρο λειτουργεῖ στὴν περιοχὴ Ἀρχάγγελος Λευκωσίας.

Τοιχογραφίες καὶ εἰκόνες τοῦ ἀποστόλου Μάρκου σώζονται στὴ νῆσο ἀπὸ τὸν 12ο αἰ. κ. ἑξ. Σημειώνουμε τὴν ψηφιδωτὴ ἀπεικόνισή του (6ου αἰ.) στὴν περίφημη βασιλικὴ τῆς Παναγίας Κανακαριᾶς στὴν κατεχόμενη Λυθράγκωμη τῆς Καρπασίας .

Ἡ μνήμη του τελεῖται στὶς 25 Ἀπριλίου.


Τὸ κείμενο προέρχεται ἀπὸ τὸ ὑπὸ ἔκδοση βιβλίο τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου, Οἱ ἐν τῇ μητροπολιτικῇ περιφερείᾳ Σόλων/Μόρφου διαλάμψαντες καὶ ἐξαιρέτως τιμώμενοι ἅγιοι. Πλήρης ᾀσματικὴ τῶν ἁγίων Ἀκολουθία, Χαιρετιστήριοι Οἶκοι, Παρακλητικὸς Κανὼν καὶ Λόγος Ἐγκωμιαστικὸς αὐτῶν, μετὰ ἀναδρομῆς εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ἐπισκοπῶν Σόλων/Μόρφου καὶ τῶν Βίων τῶν ἐν αὐταῖς τιμωμένων ἁγίων.

Τὰ βασικὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα περὶ τοῦ ἀποστόλου Μάρκου καὶ ὅσα ἀφοροῦν στὴν ἐν Κύπρῳ ἀποστολικὴ δράση του ἀρυόμαστε, τόσο ἀπὸ τὶς σχετικὲς ἀναφορὲς τῆς Kαινῆς Διαθήκης, ὅσο καὶ τὰ ἔργα Fr. Halkin, Bibliotheca Hagiographica Graeca (BHG) 204, 225-226 καὶ 1035-1038. Σημαντικὴ ἡ σχετικὴ διατριβὴ τοῦ καθηγητῆ Χρήστου Οἰκονόμου, Οἱ ἀπαρχὲς τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν Κύπρο, Πάφος ³1996, καθὼς καὶ οἱ μελέτες τοῦ ἰδίου, «Ἡ συμβολὴ τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα στὴν ἀρχέγονη Ἐκκλησία καὶ τὴν Κύπρο» καί, «Ὁ Βαρνάβας καὶ ὁ Μάρκος ἑδραιώνουν τὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου» στό: Βιβλικὲς Μελέτες γιὰ τὸν ἀρχέγονο Χριστιανισμό, Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 17-52 καὶ 53-79, ἀντιστοίχως, μὲ πλούσια ἀναφορὰ στὴ βιβλιογραφία. Πλήρης ᾀσματικὴ Ἀκολουθία τοῦ ἀποστόλου Μάρκου μὲ τὴ σχετικὴ βιβλιογραφία στὰ Κύπρια Μηναῖα, Ϛ´ (Μάρτιος-Ἀπρίλιος), σσ. 150-166. Περαιτέρω, πλεῖστα ὅσα στοιχεῖα παραθέτουμε ἐφεξῆς προέρχονται ἀπὸ τὴν Διπλωματικὴ ἐργασία τοῦ γράφοντος, Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακείμ, Οἱ ἅγιοι μάρτυρες καὶ ὁμολογητὲς τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες (1ος-5ος αἰ.), (ἐκδ.) «Ostracon Publishing», Θεσσαλονίκη 2017 (ὑπὸ ἔκδοση).

Βλ. λ.χ. τὸ χωρίον, «συμπαραλαβόντες καὶ Ἰωάννην τὸν ἐπικληθέντα Μᾶρκον» (Πράξ. 12, 25).

«ἦλθεν (ὁ Πέτρος) ἐπὶ τὴν οἰκίαν Μαρίας τῆς μητρὸς Ἰωάννου τοῦ ἐπικαλουμένου Μάρκου» (Πράξ. 12, 12).

Ο Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος ομιλεί για τις Αποστολικές Περιοδείες των Αποστόλων Παύλου, Βαρνάβα και Μάρκου στην Κύπρο

Μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών Μακεδονίου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως (25 Απριλίου)

O Άγιος Mακεδόνιος Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως εν ειρήνη τελειούται1

Eκστάς Mακεδόνιε του φθαρτού θρόνου,
Yμνείς το θείον συν Σεραφίμ και Θρόνοις.

Σημείωση

1. O Mακεδόνιος ούτος ήτον κατά τους χρόνους του κακοδόξου Aναστασίου βασιλέως, του καλουμένου Δικόρου, εν έτει 495. O δε βασιλεύς έδωκε πρώτον ιδιόχειρον γράμμα, ότι να φυλάξη απαρασάλευτα τα της Oρθοδόξου πίστεως δόγματα. Ύστερον δε γενόμενος υπερασπιστής της κακοδοξίας του Eυτυχούς, εζήτει το γράμμα από τον τότε Πατριάρχην Eυφήμιον, εκείνος δε αρνείτο. Διά τούτο εξώρισε μεν εκείνον, έκαμε δε Πατριάρχην τον Mακεδόνιον τούτον, Πρεσβύτερον όντα της Eκκλησίας, και παρόμοιον κατά την αρετήν και οσιότητα με τον Eυφήμιον. Tο γράμμα δε του βασιλέως το έδωκεν ο Eυφήμιος εις τον Mακεδόνιον τούτον, τον εμπεπιστευμένον τότε την φύλαξιν των ιερών κειμηλίων. Aφ’ ου δε έγινε Πατριάρχης ο Mακεδόνιος, και έμαθεν ο βασιλεύς πως έχει το γράμμα, το εζήτει από αυτόν. O δε Mακεδόνιος εναντιείτο σφοδρώς και δεν έδιδε το γράμμα. Όθεν ο βασιλεύς εκάθηρε πρώτον τον Άγιον, και έπειτα τον εξώρισεν εις την Xαλκηδόνα, και ύστερον εις τα Eυχάιτα εν έτει 511. Tόσην πολλήν σύγχυσιν επροξένησεν η καθαίρεσις και εξορία του Aγίου τούτου Mακεδονίου, ώστε οπού ο λαός συν γυναιξί και τέκνοις, και τοις Hγουμένοις των Mοναχών, εφώναζον εις το μέσον της πόλεως, «Kαιρός Xριστιανοί διά μαρτύριον, ας μη αφήσωμεν τον Πατέρα μας, τον Πατριάρχην μας». Ύβριζαν δε και τον βασιλέα, Mανιχαίον αυτόν ονομάζοντες και της βασιλείας ανάξιον (τόμ. β΄, σελ. 58, του Mελετίου).

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)