Αρχική Blog Σελίδα 91

Η νέα εικόνα του Αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη στην Ιερά Μητρόπολη Μόρφου

Η νέα φορητή προσκυνηματική εικόνα (2026, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου) του Αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη, είναι έργο του αγιογράφου και Αρχιμανδρίτου Αμβροσίου Γκορελώβ, προϊσταμένου του Ιερού Ησυχαστηρίου Αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ στην Σκουριώτισσα.

Στις 9 Ιουλίου 2025, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποφάσισε την Αγιοκατάταξη του π. Δημητρίου Γκαγκαστάθη, με τη μνήμη του να εορτάζεται στις 29 Ιανουαρίου του κάθε έτους.


«Ὁ Ἅγιος Παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης». Ὁμιλία τοῦ π. Σταμάτιου Σκλήρη

Ποιός ήταν ο π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης

Στυλιανού Κεμεντζετζίδη, Θεολόγου-Συγγραφέα

Γεννήθηκε στις αρχές του αιώνος μας, και συγκεκριμένα γεννήθηκε το 1902 στο χωριό Πλάτανος, όπου αργότερα, επί 42 συναπτά έτη, εχρημάτισε ο καλός ποιμήν των λογικών προβάτων.

Εκοιμήθη το 1975, στις 29 Ιανουαρίου εν ειρήνη.

Πρόκειται για μια οσιακή μορφή, καίτοι έζησε ως έγγαμος στον κόσμο.

Υπήρξε προικισμένος με πολλά χαρίσματα, με πολλή επιμέλεια, καθαρότητα συνειδήσεως, άλαλο πίστη, βαθειά ταπείνωση και με πληρότητα αγάπης στο Θεό και τον πλησίον.

O Πλάτανος είναι μια μικρή κωμόπολη, ένα μεγάλο χωριό, 15 χιλιόμετρα δεξιά από την πόλη των Τρικάλων, στη Θεσσαλία.

Ο πατήρ Δημήτριος είχε σημεία θαυμαστά από τα πρώτα χρόνια της ζωής του.

Κι αυτά που παρέλαβε από το Θεό τα καλλιέργησε με φιλότιμο, τα αύξησε και πάντοτε ταπεινά και για τη δόξα του Θεού και μόνον.

Όταν ο Θεός βρει τέτοια σκεύη τα αξιοποιεί, τα πλουτίζει και χαριτώνεται η ζωή τους και κοντά σ’ αυτούς και όσοι πλησιάζουν σ’ αυτές τις πνευματικές θερμάστρες, σ’ αυτά τα λιμάνια.

Ο παπα-Δημήτρης δεν έτυχε σπουδών. Με δυσκολίες τελείωσε το δημοτικό στο χωριό του. Ήταν βοσκός προβάτων. Όπου κι αν βρισκόταν είχε μνήμη Θεού, μνήμη θανάτου και έκλεινε τα πρόβατα στη στάνη και πήγαινε με δάκρυα και εκκλησιαζόταν.

Όταν αυτό δεν μπορούσε να το κάνει, γονάτιζε εκεί που ήταν στα βουνά και έκλαιγε, ζητώντας το έλεος του Θεού, διότι βρισκόταν μακράν του οίκου του Θεού.

Διάβαζε με πολλή κατάνυξη βίους αγίων και τους αισθανόταν φύλακες, ευεργέτες και προστάτες.

Είχε αίσθηση ζώσα της παρουσίας των. Τους κρατούσε κοντά του η καθαρότης του βίου του. Και όπως ετόνιζε η εργασία φέρνει την αξία.

Αισθανόταν πώς θα πρέπει να τον προστατεύουν οι άγιοι και δεν έκανε τίποτε εάν δεν ξεκινούσε από το Θεό κι εάν δεν κατέληγε στο Θεό.

Δηλαδή, αν έφευγε το πρωί για να φυλάξει τα πρόβατα, θα περνούσε πρώτα από τους Ταξιάρχες, ένα ναό του 1600, κατανυκτικό, με τοιχογραφίες, που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του.

Εκεί, έμαθε για το Θεό και από την ευλαβέστατη γιαγιά του και τους ευσεβείς γονείς του τα ιερά γράμματα και του Θεού τα πράγματα. Έλεγε: «να με προστατεύετε, να με φυλάξετε, να γυρίσω και πάλιν στον οίκο σας, να σας πω το ευχαριστώ». Πρώτα στον οίκο του Θεού και μετά στις δουλειές και πάλιν στον οίκο του Θεού και μετά στο σπίτι. Αυτό ήταν το πρόγραμμα της ζωής του.

Η ζωή του ήταν Ευχαριστιακή. Όπου κι αν ήταν είχε αναφορά στο Θεό. Στο χωράφι και παντού, στο βουνό, έψαλλε και ευχαριστούσε αδιαλείπτως.

Εύρισκε το απερίγραπτο, τη χαρά του Θεού, την ευλογία Κυρίου. Ερχόταν, δηλαδή, στην μακαριά κατάνυξη, στο χαροποιό πένθος, για το οποίο ομιλούν οι Πατέρες.

Φυσικά, ο Γέροντας είχε δικό του τρόπο με τον οποίο βίωνε τα του Θεού. Εμείς είμαστε αμέτοχοι αυτών των καταστάσεων και πολλές φορές ούτε καν τα πιάνουμε, σαν να ’ναι μια ξένη γλώσσα. Θ’ αναφέρω ένα περιστατικό που δείχνει ότι τον είχε κατά κάποιο τρόπο εκλέξει ο Θεός για την ιερή του πορεία και την ευλογημένη αποστολή του.

Με συνέπεια ευαρέστησε το Θεό. Και τούτο με την άμεμπτο και καθαρή κατά Χριστό πολιτεία του.

Ένα βράδυ ενώ αναπαυόταν στο φτωχό σπίτι του ήρθε ένας γέροντας και τον ξύπνησε, λέγοντας του: «σήκω παιδί μου γρήγορα, το σπίτι θα πέσει».

Ξανά, δεύτερη φορά, τον ξύπνησε. Και στο τέλος, τον ξύπνησε κανονικά. Βγαίνουν από το σπίτι και αμέσως το σπίτι έπεσε!

Ο γέροντας ήταν ο άγιος Νικόλαος. Είχαν στο χωριό ναό αφιερωμένο στον άγιο Νικόλαο. Αυτός ήρθε και τον προστάτευσε. Μόλις βγήκε ο παπα-Δημήτρης, αμέσως το σπίτι κατέρρευσε.

Ούτε τρίχα δεν πέφτει από τον άνθρωπο που τον προστατεύει ο Θεός. Κι’ όταν επιτρέψει κάτι για να φανεί η πίστη του, η υπομονή του, το μεγαλείο της αρετής του, θα του δώσει και τα μέσα να το ξεπεράσει: την υπομονή, την μακροθυμία, την αγάπη, τα πνευματικά όπλα, που οι Γέροντες έχουν σε πλεονασμό και έτσι ξεπερνούν και την μεγαλύτερα δοκιμασία και θλίψη. Παρέλειψα να πω ότι ο παπα-Δημήτρης νυμφεύθηκε την Ελισάβετ και απέκτησε εννέα θυγατέρες.

Κι όταν ήρθε η ώρα να πάει στο στρατό επήγε στους Ταξιάρχες, προσκύνησε και έκανε συμφωνητικό λέγοντας: «σας ζητώ μια χάρη. Εγώ σας υπηρετώ από μικρό παιδί. Καθαρίζω καντήλια, κάνω ό,τι μπορώ. Θέλω να με φέρετε πίσω χωρίς να με αγγίξει κανένα κακό. Είστε υποχρεωμένοι. Ζητώ κι’ εγώ ένα ρουσφέτι».

Επήγε στη Μικρά Ασία. Σε όλους τους κινδύνους που αντιμετώπιζε, τον έσωζαν. Έλεγε: «στη Σμύρνη σφάζουν, κάνουν, εμένα έρχονται, μου δίνουν ένα άλογο και μου λένε: φύγε στον Τζεσμέ. Βρίσκομαι στο τάδε μέρος με τρεις άλλους” σκοτώνονται δύο από 150 ιππείς. Εμένα μου λένε, μη φοβάσαι, εμείς είμαστε μαζί σου. Θα πας εννιά παρά τέταρτο στο τάδε μέρος να προλάβεις το τελευταίο πλοίο για να πας για τη Χίο. Κι όπως είπαν, ούτε ένα μπάτσο από πουθενά».

Αργότερα πέρασε ισχυρές δοκιμασίες, στην εποχή του εμφυλίου πολέμου, επειδή αυτός μιλούσε για Χριστό, πατρίδα, οικογένεια, τον έβαλαν στο στόχαστρο, τον απείλησαν, τον αποκήρυξαν και πολλές φορές αποπειράθηκαν να τον σκοτώσουν και όλο σωζόταν.

Αναφέρω, μια από τις πολλές θαυμαστές περιπτώσεις. Είναι όλα καταγραμμένα στο ημερολόγιο που κρατούσε από μικρό παιδί, το οποίο μας έδωσε σε χειρόγραφα χαριτωμένα, απέριττα, αλλά με μεγαλείο ψυχής και ηρωικό φρόνημα: «Ήρθα, λέει, Κυριακή πρωί. Μόλις πρόλαβα και βγήκα από την εκκλησία. Ήταν 10 ιππείς και μαζί με τον αρχηγό τους 11 και με κυνηγούσαν στον κάμπο. Οι χωρικοί από την μια πλευρά έβλεπαν το θέαμα και οι απέναντι, από το άλλο χωριό, βγήκαν από την εκκλησία, κι’ έβλεπαν επίσης το θέαμα.

Με έβριζαν ελεεινά και τρισάθλια. Δεν μπορώ να πω. Τραγόπαπα και άλλα ελεεινά κλπ., και πυροβολούσαν με τα στην συνέχεια. Οι σφαίρες με τρυπάνε τα ράσα, δεν με τσίμπαγε καμιά. Σαν με φτάσαν στα 50 μέτρα και με περικύκλωσαν, τότε γονάτισα. Σήκωσα τα χέρια στον ουρανό και φώναξα από το βάθος της ψυχής μου. Μιχαήλ αρχιστράτηγε, κινδυνεύω, βοηθήσατε με. Αυτοστιγμεί και οι 11 έγιναν κόκκαλο και άγαλμα.

Ο αρχηγός πέφτει από το ζώο κάτω, σπάζει η σπονδυλική του στήλη και αφού είδα εγώ ότι είναι ακίνητοι, ευχαρίστησα το Θεό, τους Ταξιάρχας και τους είπα: να μετανοήσετε, να γίνετε καλοί άνθρωποι, να λέγετε την αλήθεια, να ’χετε το Θεό βοήθεια και αφού τους ευλόγησα -χωρίς να με πειράξουν- πήγα απέναντι, όπου περίμενε το χωριό και μπήκα με όλο το λαό μέσα στην εκκλησία και δώσαμε δόξα στο Θεό που έκανε σήμερα θαύμα».

Όλη η ζωή του ήταν μέσα σε τέτοια γεγονότα χωρίς να έχει καθόλου ιδέα για τον εαυτό του. Υπέγραφε ο τελευταίος, ο μικρός παπαδάκος, το σκύβαλο της γης. Το πίστευε, το αισθανόταν. Σε κάθε δυσκολία δεν τάχανε. Όταν του έλεγε η πρεσβυτέρα: «Δεν νοιάζεσαι; τι θα γίνουν αυτά τα κορίτσια; οι άλλοι κάνουν αυτό».

«Θα πεθάνω παπάς, όχι μασκαράς. Για το Χριστό θυσιάζομαι, υπέρ των προβάτων. Τί σήμερα, τί αύριο. Μια ψυχή έχουμε. Θα την παραδώσω στα χέρια του Δημιουργού μου».

Είχε συνέπεια. Τον καλούσαν να τον πάνε στη Μέση Ανατολή. «Εσείς δεν με σώσατε. Οι Ταξιάρχες με σώσαν και θα αφήσω τους προστάτες μου και το λαό μου για να πάω στη Μέση Ανατολή και στην Αθήνα; Όχι εκεί».

Και πράγματι τον σκέπαζε ο Θεός και τον φύλαγε: «Εγώ έχω τον Χριστό κυβερνήτη στη ζωή μου. Δεν τον βαλαν οι άνθρωποι καλά στην καρδιά τους για να νιώσουν το μεγαλείο του. Είναι γλυκύς. Δεν τον αλλάζω με τίποτα. Μια ζωή τον παρακαλώ να με αξιώσει κι’ εγώ να χύσω το αίμα μου γι’ Αυτόν. Κοιμάμαι τόσο αμέριμνα, όπως το πουλί στο αγκάθι και τα ρυθμίζει όλα Αυτός’ καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο».

Είχε εξ’ ολοκλήρου εμπιστοσύνη στο Θεό, όπως ένα μικρό παιδί. Εξομολογείτο δε με τέτοια καθαρότητα και ειλικρίνεια, που δεν την συναντάμε ούτε και στα μικρά παιδάκια. Όταν επήγαμε μια φορά να συναντήσουμε τον πατέρα Φιλόθεο Ζερβάκο (με τον πατέρα Δημήτριο) (πήγαμε 2 φορές και ήρθε ο πατήρ Φιλόθεος 2 φορές στο χωριό και συλλειτούργησαν), του λέει ο πατήρ Φιλόθεος.

«Είσαι ασθενής. Γιατί έκανες τόσο κόπο και ήρθες μέχρις εδώ; (στην Πάρο)»

«Εγώ είμαι ο τελευταίος και ο αμαρτωλός» είπε ο πατήρ Φιλόθεος.

«Τα Τρίκαλα έχουν καλούς πατέρες και άξιους».

«Ήρθα όχι μόνος μου. Με έφερε ο Θεός. Ήρθα να ξεπλύνω και να ξεκαθαρίσω την ψυχή μου».

Όταν δε εξομολογείτο ήταν σαν άγγελος. Η χαρά ήταν ζωγραφισμένη και έκδηλος στο πρόσωπο του.

«Τέτοια καθαρή και τελεία εξομολόγηση δεν συνήντησα στα 70 χρόνια που εξομολογώ», είπε ο π. Ζερβάκος. Υπήρξε ένας ζων άγιος.

Εις δε το βιβλίο του πατρός Δημητρίου Γκαγκαστάθη, το οποίον προλογίζει ο πατήρ Φιλόθεος (στο τέλος γράφει και ο καθηγούμενος της Ι. Μ. Σίμωνος Πέτρας, πατήρ Αιμιλιανός), ο οποίος τον έζησε από κοντά και ξέρει πολλές εμπειρίες θαυμαστές τον αποκαλεί «ο άγιος παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης».

Όταν τον ρωτήσαμε, «γιατί Γέροντα αρχίζετε έτσι τον πρόλογο;» απάντησε.

«Διότι, παιδί μου, είναι άγιος. Όταν μου είπαν για την κοίμηση του, άρχισα να προσεύχομαι και να νηστεύω και να ζητώ απ’ τον Θεό να με πληροφορήσει εις ποίαν κατάσταση βρίσκεται. Και κατόπιν από ημέρες μου έδειξε τη δόξα στην οποία ευρίσκεται. Πρόκειται περί αγίου».

Και κάτι για τον π. Φιλόθεο, μια και μιλάμε γι’ αυτόν. Στην κοίμηση του πατρός Φιλόθεου μια οικογένεια δικαστικών, είπε στον πατέρα Πορφύριο: «εκοιμήθη ο πατήρ Φιλόθεος». Εκείνος τους είπε: «να πάτε, κι’ εγώ απ’ εδώ θα παρακολουθήσω τη νεκρώσιμο ακολουθία. Η Εκκλησία μας απέκτησε ακόμα ένα άγιο λείψανο».

Γυρίζοντας εμείς από την κηδεία, μεσάνυκτα, πήγαμε στον πατέρα Πορφύριο. Ήταν η ώρα 2 μετά τα μεσάνυκτα. Μόλις πήγαμε είπε: «ο παπα-Δημήτρης είναι άγιος άνθρωπος κι’ ας μην πέρασαν πολλά χρόνια. Δεν έχει σχέση. Η αγιότης δεν γίνεται από τα πολλά χρόνια. Για μας τους αδυνάτους αργεί η Εκκλησία. Να φροντίσετε να γίνει επίσημα πλέον, για όλη την Ορθοδοξία η ανακομιδή των λειψάνων του».

Οι άνθρωποι του Θεού που γνώρισαν τον π. Δημήτριο τον θεωρούσαν ως σύγχρονο ζώντα άγιο. Μεταξύ αυτών των προσωπικοτήτων που σήμερα λάμπουν στο χώρο της Ορθοδοξίας με την ακτινοβόλο κατά Θεόν πολιτεία τους υπήρξε και ο π. Αμφιλόχιος της Πάτμου, που είχε και αλληλογραφία με τον παπα-Δημήτρη.

Θεωρούσαν άγιο τον π. Γκαγκαστάθη οι: πατήρ Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, ο πατήρ Γεώργιος Καψάνης της Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου ο ηγούμενος, ο ηγούμενος επίσης Αιμιλιανός και άλλοι σεβαστοί της Ορθοδοξίας σύγχρονοι πατέρες.

…Ο παπα-Δημήτρης είχε το χάρισμα της ζώσης πίστεως, το χάρισμα της υπομονής, της ταπεινώσεως, της αγάπης και έφερνε αποτελέσματα. Όταν πάρεις την αγάπη του Χριστού μέσα σου είναι σαν να παίρνεις την μητέρα όλων των αρετών, γεγονός που δεν το είχαν οι μεγαλύτεροι όλου του κόσμου σοφοί.

Να σας πω ένα περιστατικό, απ’ τα πολλά. Δεν θα αναφέρω δικά μου περιστατικά, γιατί θα πρέπει να αναφέρω κάποιων άλλων προσώπων, σεβαστών και γνωστών, που έχω σύνδεσμο μαζί τους. Ο ένας εκοιμήθη, ήτο διευθυντής τελωνείου, ευλαβέστατος, σοφότατος, πνευματικοπαίδι του παπα-Δημήτρη και του πατρός Φιλόθεου, ονόματι Αθανάσιος Μουρμούρης. Περνούσε μια σκληρή δοκιμασία, δηλαδή μια συκοφαντία, που αν μπορούσε να βγει θα βρισκόταν στις φυλακές. Έπεσε στο Θεό και τους δύο αυτούς ανθρώπους.

«Μη στενοχωριέσαι, του είπε ο π. Δημήτριος. Ησύχασε, έχει ο Θεός τρόπους. Εμείς το καθήκον μας. Διά της προσευχής, θα δοθεί απάντηση». Η απάντηση θα διδόταν μετά από ένα μήνα στο δικαστήριο. Ο παπα-Δημήτρης έπεσε σε προσευχή. Ήξερε το αποτέλεσμα εκ των προτέρων. Κι’ έγινε, όπως το είπε ο παπα-Δημήτρης.

Ένα άλλο πρόσωπο που ζει ακόμη, ήταν έπαρχος στο Σιδηρόκαστρο, ονόματι Γεώργιος Σαϊδίνης. Εχρημάτισε διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών. Επέρασε μια μεγάλη δοκιμασία επί στρατιωτικής κυβερνήσεως. Πήρε δυσμενή μετάθεση στα Χανιά και στη Σπάρτη. Πήγε δεξιά-αριστερά και δεν πήρε τις προαγωγές του. Έκανε προσφυγή στο Συμβούλιο Επικρατείας.

Ο παπα-Δημήτρης βρισκόταν στο τελευταίο στάδιο της ζωής του. Δοκιμάσθηκε με τον καρκίνο. Στέλνει γράμμα στο Γέροντα και του λέει: «αυτό το πρόβλημα έχω, τί να κάνω». Πέφτει στην προσευχή ο Γέροντας. Είχε δικό του τρόπο.

Μόλις είχε κατάνυξη, έπαιρνε την απάντηση. Ήταν αυτό σίγουρο. Δεν άλλαζε με τίποτα. Ήταν σαν να το προϋπέγραφε ο Θεός και του το φανέρωνε. Του λέει: «θα τα πάρεις όλα μαζεμένα. Θα πέσουν στο κενό οι μέχρι τώρα διαβολές και θα σου πει ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου αυτά και αυτά τα πράγματα».

Ο παπα-Δημήτρης ήταν με πυρετό και βαριά άρρωστος. Έγινε η προσφυγή και είδε ο κύριος Σαϊδίνης τον π. Δημήτριο πίσω από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου να του λέει τα λόγια αυτά που είχε γράψει στο γράμμα. Και κατόπιν τον προήγαγαν και τον έκαναν Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών.

…Η γνωριμία μας υπήρξε όντως δάκτυλος Θεού. Βγάζαμε ένα περιοδικό τότε, τον Άγιο Νεκτάριο, και ο παπα-Δημήτρης είχε πάει στη Μητρόπολη. Εκεί στη Μητρόπολη του λέει ένας κληρικός: «Εσύ αγαπάς τον άγιο Νεκτάριο, δεν το παίρνεις; Έχει καλά πράγματα».

«Μόλις το πήρα», λέει, «κατάλαβα ότι έχετε αγώνα και έχετε δυσκολίες και είπα: παπα-Δημήτρη, να κηρύξεις δεν ξέρεις, να γράψεις δεν ξέρεις, γιατί είσαι αγράμματος και πέφτεις όξω. Να προσευχηθείς δεν ξέρεις». Και μας γράφει ένα γράμμα και μας λέει: «παιδιά μου να με συγχωράτε. Θέλω κι’ εγώ μια χάρη. Να μου δώκετε τα ονόματα σας, γιατί εγώ θα τα μνημονεύω, και αισθάνομαι χαρά Θεού, ευλογία Κυρίου, κάτι που δεν περιγράφεται. Μεγάλη υπόθεση».

…Κάποτε πήγαμε με ένα πούλμαν από τη Θεσσαλονίκη σε διάφορα προσκυνήματα αλλά και στον Άγιο Νεκτάριο. Έκανε την ακολουθία του με πολλή κατάνυξη. Τότε του είπαμε: δεν φεύγουμε εάν δεν μας πεις λόγο Θεού. Αντέδρασε ως εξής: «Είμαι αγράμματος, δυσκολεύομαι, δεν ξέρω».

Εκοκκίνησε. «Άμα θέλεις διώξε μας». Ανοιξε το στόμα του και πέρασαν ώρες και μιλούσε. Κανείς δεν είπε, φτάνει. Μία ώρα; δύο ώρες; τρεις ώρες; κουραστήκαμε; Όλοι ήμασταν αποσβολωμένοι. Κι’ αυτός μέσα στην κατάνυξη, μέσα στο δάκρυ. «Ζωντανή η θρησκεία μας παιδιά μου. Την βλέπετε αυτή την άγια Τράπεζα; Όταν λειτουργώ γεμίζει άρωμα. Ούτε το εκκλησίασμα το αισθάνεται.

Έφερα εδώ τον πατέρα Φιλόθεο, έφερα τον τάδε και μου είπαν: «τούτο είναι ειδικό χάρισμα για τους διωγμούς που πέρασες για το όνομα του Χριστού, για να σε παρηγορεί. Και όντας έρχομαι εδώ, μεθάω παιδιά μου. Δεν ξέρω τί γίνεται. Ούτε ξέρω εάν έκανα τη λειτουργία. Γι’ αυτό με συγχωρνάτε. Δεν περιγράφεται. Ό,τι αντικείμενο βάζω στην Αγία Τράπεζα, όχι αλλού, γεμίζει άρωμα. Ξέρετε, παιδιά μου, το αισθάνομαι στο «τά Σά εκ των Σών» ή «στό “Αξιον εστί». Τότε κατέρχεται η χάρις. Ούλλο τον κόσμο να σου δώσουν δεν τον θεωρείς τίποτας».

«Μια άλλη φορά ήμουν μέσα στα βουνά διωγμένος; ταλαιπωρημένος. Με κυνηγούσανε για να με σκοτώσουν. Με πήρε ο Ζέρβας. Με εγκατέλειψαν. Παπά άνθρωπο, δεν τον θέλανε. Αλλά ο Θεός δεν με εγκατέλειψε και βρέθηκα σε ένα μέρος, γεμάτο ομίχλη, κι’ ο ποταμός πλημμυρισμένος. Δεν μπορούσα να περάσω απέναντι, έκλαιγα σαν μικρό παιδί και έλεγα: «Θεέ μου ή βγάλε με ή πάρε με. Κινδυνεύω, πείνα, ψείρα…»

«Εκεί που προσευχόμουν έρχεται ένας νεαρός μ’ ένα άλογο και σαν συνήλθα είδα ότι ήμουν στην απέναντι πλευρά του ποταμού. Λέω, τί συνέβηκε σε μένα τον αμαρτωλό; Δοξολόγησα τον Κύριο, κι’ έψαχνα τον ευεργέτη. Ένα βράδυ παρουσιάζεται ένας νέος και μου λέει: «παπα-Δημήτρη, με ξέχασες». «Όχι παιδί μου, εγώ ψάχνω τον ευεργέτη μου». «Είμαι ο Γεώργιος. Θυμάσαι το 19… τάδε, στο τάδε μέρος που έκλαιγες κλπ. Ποιος σε έσωσε; Δεν ξέρω. Ψάχνω.

Εγώ σε έσωσα και δεν ήρθες ούτε μια φορά να λειτουργήσεις το εξωκκλήσι. Ξυπνάω, κτυπώ την καμπάνα του χωριού, μαζεύω το χωριό, νηστεύουμε και πάμε στο μέρος αυτό. Αυτό το μέρος είχε θαύμα. Ένα δέντρο είχε, ένα κλωνάρι ξερό και στη γιορτή του έτρεχε νερό. Μόνο στη γιορτή του. Και το παίρναμε για αγιασμό. Μετά, επειδή ο κόσμος ήταν αμαρτωλός σταμάτησε το θαύμα. Διότι το θαύμα θέλει πίστη.

Όντας επήγα εγώ κι’ έκαμα την Ακολουθία, δηλαδή, το πρωί στη Λειτουργία, είπα στους χωρικούς: «τί λέτε, είναι ο άγιος Γεώργιος εδώ ή δεν είναι; Ζει ο Θεός και βασιλεύει και τον κόσμο προστατεύει; Ελάτε όλοι εδώ. Μαζεύτηκαν. Άη Γιώργη, δεν το κάνω από απιστία, ούτε από περιέργεια, το κάνω για να δυναμώσω την πίστη. Θέλω να ’ρθείς να παρουσιαστείς, δηλαδή, να κινήσεις το ξερό ξύλο για να ρίξεις τον αγιασμό όπως παλιά.

Εκεί, λοιπόν, που προσευχόμουν, άρχισε να τρέχει λίγο λίγο το νερό. Δεν ευχαριστιόμουν, ήθελα περισσότερο, κι’ έγινα ενοχλητικός. Θέλω πιο πολύ’ και έπεσε, όπως γέμιζαν τα μπουκάλια, βραχήκαν. Αυτή είναι η πίστη μας. Ζωντανή».

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Ευγενίου, Ουαλλεριανού, Κανδίδου και Ακύλα (21 Ιανουαρίου)

Μαρτύριο Αγίων Ευγενίου, Ουαλλεριανού, Κανδίδου και Ακύλα. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Oι Άγιοι Μάρτυρες Ευγένιος, Ουαλλεριανός, Κάνδιδος1 και Aκύλας, οι εκ Τραπεζούντος, ξίφει τελειούνται

Τον Ευγένιον και συνάθλους τρεις άμα,
Δι’ ευγένειαν ψυχικήν κτείνει ξίφος.

Μαρτύριο Αγίων Ευγενίου, Ουαλλεριανού, Κανδίδου και Ακύλα. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτοι οι Άγιοι εμαρτύρησαν κατά τους χρόνους Διοκλητιανού και Μαξιμιανού και Λυσίου δουκός, εν έτει σϟβ΄ [292]. Κρυπτόμενοι γαρ αυτοί εις τα βουνά της Τραπεζούντος, επιάσθηκαν οι τρεις εξ αυτών ως Χριστιανοί από τον Λυσίαν, και ομολογήσαντες τον Χριστόν, εξορίζονται εις ένα στενόχωρον κάστρον της χώρας των Λαζών, ονομαζόμενον Πιτυούς. Aπό εκεί δε φέρνονται εις την Τραπεζούντα, και παρασταθέντες εις τον δούκα Λυσίαν, καταξεσχίζονται εις τας σάρκας με βούνευρα. Έπειτα κρεμασθέντες, ξεσχίζονται με σιδηρά ονύχια, και κατακαίονται με λαμπάδας αναμμένας. Eπειδή δε οι τιμωρούντες τους Aγίους δήμιοι έπεσον πρήμιτα εις την γην, διά τούτο εταράχθη ο Λυσίας, και επρόσταξε να φυλακωθούν οι Άγιοι. Ύστερον δε από ολίγας ημέρας ευρέθη και ο Άγιος Ευγένιος, και επιάσθη, και ομολογήσας τον Χριστόν, εδάρθη άσπλαγχνα. Eίτα επήγε μαζί με τον Λυσίαν εις τον ναόν των ειδώλων, και προσευχηθείς, έκαμε να πέσουν όλα τα είδωλα, και να συντριφθούν ωσάν κονιορτός. Όθεν εξαπλωθείς με σχοινία, εδάρθη με ραβδία χονδρά. Έπειτα εκρεμάσθη και εξεσχίσθη δυνατά εις τας πλευράς με σιδηρά ονύχια, και εφλογίσθη με λαμπάδας αναμμένας. Ύστερον δε έτριψαν τας πληγάς του με άλας και ξύδι δριμύτατον. Μετά ταύτα έβαλον ομού και τους τέσσαρας Aγίους μέσα εις αναμμένην κάμινον, και επειδή έμειναν αβλαβείς, διά τούτο απεκεφαλίσθησαν, και έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους του μαρτυρίου.

Σημείωση

1. Eν άλλοις δε χειρογράφοις Συναξαρισταίς γράφεται ούτος, Κανίδιος.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας: Περί Ενανθρωπήσεως του Θείου Λόγου

Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας

Όπως γίναμε μέτοχοι του θανάτου του Αδάμ, έτσι θα γίνομε μέτοχοι και της ζωής του Κυρίου.

«Εάν με το παράπτωμα του ενός», λέγει,

«πέθαναν πολλοί, η χάρη του Θεού και η δωρεά που ήρθε με τη χάρη του ενός ανθρώπου Ιησού Χριστού, ήταν υπεραρκετή για τους πολλούς».

Και λίγο παρακάτω·

«Άρα λοιπόν, όπως με το παράπτωμα του ενός η καταδίκη κυριάρχησε σε όλους τους ανθρώπους, έτσι και η δίκαια πράξη του ενός ήταν δικαίωση και ζωή για όλους τους ανθρώπους. Γιατί, όπως με την παρακοή του ενός ανθρώπου έγιναν αμαρτωλοί οι πολλοί, έτσι και με την υπακοή του ενός θα δικαιωθούν οι πολλοί».

Τα ίδια διδάσκει πιο καθαρά και στην προς Κορινθίους επιστολή λέγοντας·

«Όπως με τον Αδάμ όλοι πεθαίνουν, έτσι και με τον Χριστό όλοι θα ζωοποιηθούν».

Από αυτά είναι φανερό ότι η νίκη του Σωτήρα μας είναι δική μας νίκη, αφού η ήττα του προπάτορά μας υπήρξε ήττα όλων· και πρέπει, όπως γίναμε μέτοχοι της πράξεως εκείνου, έτσι ν’ απολαύσουμε και τα αγαθά μαζί με Εκείνον που έλαβε σάρκα από εμάς και δοξάσθηκε για μας.

Γι’ αυτό και ο θείος Απόστολος έλεγε·

«Εκείνους που τους ήξερε από πριν, αυτούς και προόρισε να γίνουν όμοιοι με την εικόνα του Υιού Του, ώστε αυτός να είναι πρωτότοκος ανάμεσα σε πολλούς αδελφούς.

Εκείνους που αυτός προόρισε, εκείνους και κάλεσε· και εκείνους που κάλεσε, αυτούς και δικαίωσε· και εκείνους που δικαίωσε, αυτούς και δόξασε».

Και κάπου αλλού λέγει·

«Εάν είμαστε παιδιά Του, είμαστε και κληρονόμοί Του· κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Χριστού, εάν βέβαια πάσχουμε μαζί Του, για να δοξασθούμε και μαζί Του».

Και αλλού·

«Εάν υπομένουμε, και θα βασιλεύουμε μαζί Του».

Για χάρη λοιπόν όλης της φύσεώς μας ο Λόγος του Θεού προσέλαβε τη δική μας απαρχή, ώστε, οδηγώντας την μέσα από κάθε αρετή, να προκαλέσει σε πάλη τον ανταγωνιστή και να αποδείξει ότι ο αθλητής είναι ανίκητος· και αυτόν να τον δοξάσει, ενώ εκείνου την πράξη να την στηλιτεύσει, και να κάνει όλους να κινηθούν με θάρρος εναντίον του.

Γι’ αυτό στα ιερά Ευαγγέλια έλεγε άλλοτε·

«Είδα τον Σατανά να πέφτει σαν αστραπή από τον ουρανό»,

και άλλοτε πάλι·

«Εάν κάποιος δεν μπει μέσα στο σπίτι του ισχυρού και δεν δέσει τον ισχυρό, πώς είναι δυνατόν να αρπάξει τα σκεύη του;».

Λέγοντας «σπίτι του ισχυρού» εννοεί την ανθρώπινη φύση, η οποία έχει αυτομολήσει προς εκείνον, ανεχόμενη να εκτελεί ό,τι διατάσσει εκείνος και επισύροντας επάνω της αυθαίρετη δουλεία.

Και αλλού πάλι·

«Έχετε θάρρος, εγώ νίκησα τον κόσμο».

Και κάπου αλλού·

«Τώρα γίνεται δίκη του κόσμου αυτού· τώρα ο άρχοντας του κόσμου αυτού θα πεταχθεί έξω. Και εγώ, όταν υψωθώ από τη γη, θα σας ελκύσω όλους προς τον εαυτό μου».

Και προχωρώντας το αναπτύσσει πιο καθαρά:

Ότι η ενανθρώπηση του Σωτήρα είναι κοινή ευεργεσία των ανθρώπων.

«Όσον αφορά την κρίση, ο άρχοντας του κόσμου αυτού έχει κριθεί».

Και πάλι·

«Έρχεται ο άρχοντας του κόσμου αυτού, και επάνω μου δεν έχει καμμία δύναμη».

Όντας δηλαδή απαλλαγμένος από κάθε αιτία, δεν είχε κανένα από τα σπέρματα του διαβόλου. Γι’ αυτό και κατάργησε την τυραννία του, και τον έβγαλε έξω, και έκανε να τον καταπατούν εκείνοι που προηγουμένως ήταν δούλοι του, ενθαρρύνοντάς τους και λέγοντας·

«Να, σας δίνω την εξουσία να πατάτε πάνω σε φίδια και σκορπιούς και πάνω σε όλη τη δύναμη του εχθρού».

Για να δούμε όμως και την ίδια την πάλη προς τον διάβολο, ας πάμε στην ιστορία των Ευαγγελίων.

Οδηγήθηκε ο Ιησούς από το Πνεύμα, μετά τη βάπτισή Του, στην έρημο, για να πειρασθεί από τον διάβολο. Οδηγήθηκε βέβαια όχι ο Λόγος του Θεού, αλλά ο ναός (άνθρωπος) που προσλήφθηκε από τον Θεό Λόγο, από τους απογόνους του Δαβίδ.

Γιατί το Άγιο Πνεύμα δεν οδήγησε τον Θεό Λόγο για να παλέψει με τον διάβολο, αλλά τον ναό που έπλασε μέσα στην Παρθένο σε ναό του Θεού Λόγου.

Νήστεψε σαράντα μέρες και άλλες τόσες νύχτες. Δεν θέλησε να ξεπεράσει το μέτρο εκείνων που είχαν νηστέψει παλαιότερα, για να μη αποφύγει την πάλη μαζί Του ο αντίπαλος, για να μη καταλάβει ποιος κρύβεται και αποφύγει να παλέψει μ’ αυτόν που φαινόταν.

Γι’ αυτό, μετά από τις ημέρες που είπαμε, εμφανίζει το πάθος της ανθρώπινης φύσεως και επιτρέπει στην πείνα να προκληθεί, δίνοντας λαβή σ’ εκείνον μέσω της πείνας.

Γιατί δεν τολμούσε να πλησιάσει, επειδή έβλεπε να γίνονται πολλά γύρω από Αυτόν που ήταν ταιριαστά σε Θεό.

Πράγματι, όταν γεννήθηκε, άγγελοι έψαλλαν· ανέτειλε άστρο που οδήγησε τους μάγους για να Τον προσκυνήσουν· έβλεπε τους κορυφαίους της παρατάξεως αυτής, αλλά και τον ίδιο να εφαρμόζει κάθε διάταξη του νόμου, να αποστρέφεται την κακία, να σιχαίνεται κάθε πονηρία, και αυτό σύμφωνα με την πρόβλεψη που έγινε γι’ Αυτόν από τον προφήτη·

«Προτού να γνωρίσει το καλό ή το κακό, αποφεύγει να πειθαρχήσει στο κακό και προτιμά το καλό».

Αλλά και ο Ιωάννης φώναζε·

«Να ο Αμνός του Θεού, ο οποίος σηκώνει την αμαρτία του κόσμου».

Ο Πατέρας βεβαίωσε από τον ουρανό·

«Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, στον οποίο έδειξα την ευαρέσκειά μου».

Ήρθε από πάνω η χάρη του Πνεύματος.

Αυτά και πολλά άλλα τέτοια προξενούσαν κατάπληξη στον διάβολο και δεν τον άφηναν να έρθει κοντά στον αγωνιστή της φύσεώς μας.

Όταν όμως δέχθηκε την προσβολή της πείνας και τον είδε να έχει ανάγκη από τροφή και να μη μπορεί να αντέξει περισσότερο από τους παλιούς άνδρες, πλησιάζει, νομίζοντας ότι βρήκε πολύ μεγάλη ευκαιρία και πιστεύοντας ότι θα Τον νικήσει εύκολα.

Πηγή: trelogiannis.blogspot.com

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 20 Ἰανουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΟΣΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ)
Πρὸς Κορινθίους Β’ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
4: 6-15

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ὁ εἰπών, ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν· ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ΄ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἐξαπορούμενοι, διωκόμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἀπολλύμενοι, πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. Ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. Ὥστε ὁ θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν. Ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως, κατὰ τὸ γεγραμμένον, Ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν, εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς σὺν Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. Τὰ γὰρ πάντα δι΄ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΟΣΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
6: 17-23

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔστη ὁ Ἰησοῦς ἐπὶ τόπου πεδινοῦ, καὶ ὄχλος μαθητῶν αὐτοῦ, καὶ πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς Ἰουδαίας καὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ τῆς παραλίου Τύρου καὶ Σιδῶνος, οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι αὐτοῦ καὶ ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν νόσων αὐτῶν, καὶ οἱ ὀχλούμενοι ἀπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, καὶ ἐθεραπεύοντο· καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτει ἅπτεσθαι αὐτοῦ, ὅτι δύναμις παρ’ αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰᾶτο πάντας. Καὶ αὐτὸς ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἔλεγε· Μακάριοι οἱ πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. μακάριοι οἱ πεινῶντες νῦν, ὅτι χορτασθήσεσθε. μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε. μακάριοί ἐστε ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς καὶ ὀνειδίσωσι καὶ ἐκβάλωσι τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρὸν ἕνεκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Χαίρετε ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ καὶ σκιρτήσατε· ἰδοὺ γὰρ ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τῷ οὐρανῷ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη των Aγίων Μαρτύρων Βάσσου, Ευσεβίου, Ευτυχίου και Βασιλείδου (20 Ιανουαρίου)

Μαρτύριο Αγίων Βάσσου, Ευσεβίου, Ευτυχίου και Βασιλείδου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη των Aγίων Μαρτύρων Βάσσου, Ευσεβίου, Ευτυχίου και Βασιλείδου

Aπορραγήναι μη θέλων Βασιλίδης,
Μοίρας αθλητών, ερράγη την γαστέρα.

Μαρτύριο Αγίων Βάσσου, Ευσεβίου, Ευτυχίου και Βασιλείδου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτοι οι ανωτέρω τέσσαρες Μάρτυρες ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει σϟη΄ [298], πλούτον έχοντες πολύν, και μετέχοντες από την σύγκλητον του βασιλέως βουλήν. Προσήλθον δε εις την πίστιν του Xριστού, και το άγιον έλαβον Βάπτισμα, επειδή και είδον τον Eπίσκοπον Θεόπεμπτον, πως ανδρείως υπέμενε τας παρά των απίστων βασάνους, και έκαμνε θαύματα με την δύναμιν του Xριστού. Όθεν διαβαλθέντες εις τον βασιλέα και παρασταθέντες έμπροσθεν αυτού, πρώτον μεν, υστερούνται τας ζώνας οπού εφόρουν, ως σημείον της αξίας των, έπειτα λαμβάνει ο καθένας διάφορα τέλη της ζωής. Ο μεν γαρ Άγιος Βάσσος, βαλθείς μέσα εις ένα λάκκον έως εις τα μηρία, και κοπείς τας χείρας και όλον το σώμα, ετελειώθη. O δε Άγιος Ευσέβιος κρεμασθείς κατακέφαλα, και κοπείς μερικώς με τους παλτάδας, ετελειώθη. O δε Άγιος Ευτύχιος τεντωθείς βιαίως εις τέσσαρας πάλους, και εις τρία μέρη μοιρασθείς, έλαβε το μακάριον τέλος. O δε Άγιος Βασιλίδης σχισθείς την κοιλίαν με μάχαιραν, ετελείωσε την ζωήν. Και έτζι έλαβον και οι τέσσαρες τους στεφάνους του μαρτυρίου1.

Σημείωση

1. Σημείωσαι, ότι περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις Μηναίοις η μνήμη και το Συναξάριον των Aγίων Μαρτύρων Ευγενίου, Κανδίδου, Ουαλλεριανού και Ακύλα. Ταύτα γαρ γράφονται κατά την εικοστήν πρώτην του παρόντος.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Ιννά, Πιννά και Ριμμά (20 Ιανουαρίου)

Μαρτύριο Αγίων Ιννά, Πιννά και Ριμμά. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη των Aγίων Μαρτύρων Ιννά, Πιννά, και Pιμμά

Θάλψις δεχέσθω τους αθλητάς Κυρίου,
Ιννάν Πιννάν Pιμμάν τε τους κρυσταλλίνους.

Μαρτύριο Αγίων Ιννά, Πιννά και Ριμμά. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτοι οι Άγιοι τρεις Μάρτυρες, ήτον από μίαν χώραν, κειμένην κατά το βόρειον μέρος. Πιασθέντες δε από τους ειδωλολάτρας βαρβάρους, επαραστάθησαν εις τον άρχοντα της χώρας. O οποίος βλέπωντας τους Μάρτυρας ομολογούντας τον Χριστόν, εκαταδίκασεν αυτούς να τελειώσουν την ζωήν τους με κρύον. Και λοιπόν δένονται πρώτον οι Άγιοι από ξύλα όρθια, τα οποία εμπήχθησαν εις το μέσον του ποταμού εν τω καιρώ του χειμώνος. Όταν και αυτό το φύσει ευκίνητον και ολισθηρόν νερόν, δεν εδιάφερεν από τα ακίνητα και βαρέα σώματα, με το να ήτον όλον παγωμένον από την ψύχραν. Όθεν με την τοιαύτην βάσανον, παρέδωκαν οι μακάριοι τας ψυχάς των εις χείρας Θεού, και έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του μακαρίου Πέτρου του τελώνου (20 Ιανουαρίου)

Ο ζυγός της δικαιοσύνης. Τοιχογραφία στην Ιερά Μονή Ρουσάνου, Μετέωρα

Μνήμη του μακαρίου Πέτρου του τελώνου

Καλεί σε Πέτρε Χριστός εκ τελωνίου,
Προς αρετήν πριν, νυν δε προς τρυφήν πόλου.

Ο ζυγός της δικαιοσύνης. Τοιχογραφία στην Ιερά Μονή Ρουσάνου, Μετέωρα

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Ιουστινιανού, εν έτει φλ΄ [530], πατρίκιος ων κατά την αξίαν, και της Aφρικής όλης την διοίκησιν έχων. Eπειδή δε ήτον πολλά άσπλαγχνος και ανελεήμων, διά τούτο έλαβεν επωνυμίαν και ωνομάζετο παρά πάντων φειδωλός, ήτοι ακριβός. Μίαν φοράν δε ένας πτωχός επήγεν εις αυτόν, χάριν δοκιμής, και εζήτει φορτικώς ελεημοσύνην. O δε Πέτρος θυμωθείς, άρπασεν ένα ψωμί από τα ζεστά ψωμία οπού τότε έτυχε να φέρνη ο δούλος του από τον φούρνον, και έρριψεν αυτό ωσάν πέτραν κατ’ επάνω του πτωχού. O δε πτωχός αρπάσας το ψωμίον, έφυγε. Δεν επέρασαν δύω ημέραι, και ο Πέτρος πίπτει εις μίαν βαρείαν ασθένειαν, και εν τη ασθενεία βλέπει τον εαυτόν του οπού εζητείτο να δώση απολογίαν διά τα όσα έπραξεν. Έπειτα του εφαίνετο, ότι εκεί ήτον και μία ζυγαρία, της οποίας, εις μεν το αριστερόν μέρος έβλεπεν, ότι εσυνάγοντο μαύροί τινες, και έβαλον τας κακάς του πράξεις. Eις δε το δεξιόν μέρος της ζυγαρίας, έβλεπεν άνδρας τινας ασπροφόρους και θαυμαστούς κατά το πρόσωπον, οι οποίοι δεν εύρισκον άλλο τι καλόν να βάλουν, διά να γένη ισοβαρές με το ζερβόν μέρος, πάρεξ εκείνο μόνον το ψωμί, οπού κατά του πένητος έρριψε. Ταύτα ιδών ο Πέτρος, ήλθεν εις τον εαυτόν του. Και ευθύς οπού εσηκώθη από την ασθένειαν, εμοίρασεν εις τους πτωχούς, όχι μόνον όλα του τα υπάρχοντα, αλλά και αυτά τα ίδια ρούχα οπού εφόρει έδωκεν εις ένα πτωχόν. Eπειδή δε είδεν εις το όνειρόν του τον Xριστόν, οπού εφόρει τα ρούχα εκείνα, διά τούτο ο αοίδιμος επώλησε και τον ίδιον εαυτόν του, και την τιμήν έδωκεν εις τους πένητας.

Eπώλησε δε τον εαυτόν του εις ένα αυθέντην, χρυσοχόον κατά την τέχνην. Eπειδή δε ύστερον έβλεπεν ο μακάριος, πως έμελλε να γνωρισθή ποίος είναι, διά τούτο θέλωντας να φύγη από το οσπήτιον του αυθέντου του, είπεν εις τον πορτάρην κωφόν όντα και βουβόν. Eν ονόματι Xριστού άκουσόν μου, και άνοιξον την πόρταν. Και ω του θαύματος! ευθύς ο πριν κωφός και βουβός ελάλει και ήκουεν. Όθεν ευγαίνωντας έξω έφυγε, και επήγεν εις τα Ιεροσόλυμα. Aπό εκεί δε αναχωρήσας, επήγεν εις την Κωνσταντινούπολιν, όπου και ανεπαύθη εν Κυρίω, και ενταφιάσθη εις την τοποθεσίαν την καλουμένην του Bοός, εν τω ιδίω οίκω.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 19 Ἰανουαρίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΛΓ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Καθολικῆς Α΄Ἐπιστολῆς Πέτρου τὸ Ἀνάγνωσμα
2:21-25, 3:1-9

Ἀγαπητοί, Χριστὸς ἔπαθεν ὑπὲρ ἡμῶν, ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμὸν ἵνα ἐπακολουθήσητε τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ· ὃς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ· ὃς λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὐκ ἠπείλει, παρεδίδου δὲ τῷ κρίνοντι δικαίως· ὃς τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν αὐτὸς ἀνήνεγκεν ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ ἐπὶ τὸ ξύλον, ἵνα ταῖς ἁμαρτίαις ἀπογενόμενοι τῇ δικαιοσύνῃ ζήσωμεν· οὗ τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἰάθητε. Ἦτε γὰρ ὡς πρόβατα πλανώμενα, ἀλλ᾽ ἐπεστράφητε νῦν ἐπὶ τὸν Ποιμένα καὶ Ἐπίσκοπον τῶν ψυχῶν ὑμῶν. Ὁμοίως αἱ γυναῖκες ὑποτασσόμεναι τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν, ἵνα καὶ εἴ τινες ἀπειθοῦσι τῷ λόγῳ, διὰ τῆς τῶν γυναικῶν ἀναστροφῆς ἄνευ λόγου κερδηθήσονται, ἐποπτεύσαντες τὴν ἐν φόβῳ ἁγνὴν ἀναστροφὴν ὑμῶν, ὧν ἔστω οὐχ ὁ ἔξωθεν ἐμπλοκῆς τριχῶν καὶ περιθέσεως χρυσίων ἢ ἐνδύσεως ἱματίων κόσμος, ἀλλ᾽ ὁ κρυπτὸς τῆς καρδίας ἄνθρωπος ἐν τῷ ἀφθάρτῳ τοῦ πραέος καὶ ἡσυχίου πνεύματος, ὅ ἐστιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πολυτελές. Οὕτω γάρ ποτε καὶ αἱ ἅγιαι γυναῖκες αἱ ἐλπίζουσαι ἐπὶ τὸν Θεὸν ἐκόσμουν ἑαυτάς, ὑποτασσόμεναι τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν, ὡς Σάρρα ὑπήκουσε τῷ ᾽Αβραάμ, Κύριον αὐτὸν καλοῦσα· ἧς ἐγενήθητε τέκνα· ἀγαθοποιοῦσαι καὶ μὴ φοβούμεναι μηδεμίαν πτόησιν. Οἱ ἄνδρες ὁμοίως συνοικοῦντες κατὰ γνῶσιν, ὡς ἀσθενεστέρῳ σκεύει τῷ γυναικείῳ ἀπονέμοντες τιμήν, ὡς καὶ συγκληρονόμοις χάριτος ζωῆς, εἰς τὸ μὴ ἐκκόπτεσθαι τὰς προσευχὰς ὑμῶν. Τὸ δὲ τέλος πάντες ὁμόφρονες, συμπαθεῖς, φιλάδελφοι, εὔσπλαγχνοι, φιλόφρονες, μὴ ἀποδιδόντες κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἢ λοιδορίαν ἀντὶ λοιδορίας· τοὐναντίον δὲ εὐλογοῦντες, εἰδότες ὅτι εἰς τοῦτο ἐκλήθητε, ἵνα εὐλογίαν κληρονομήσητε.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΟΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ)
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
5: 22-26, 6: 1-2

Ἀδελφοί, ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος. Οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις. Εἰ ζῶμεν πνεύματι, πνεύματι καὶ στοιχῶμεν. Μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες. ᾽Αδελφοί, ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πραότητος· σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς. ᾽Αλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΙΕ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
5: 24-34

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἠκολούθει τῷ Ἰησοῦ ὄχλος πολύς, καὶ συνέθλιβον αὐτόν. Καὶ γυνή τις οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἔτη δώδεκα, καὶ πολλὰ παθοῦσα ὑπὸ πολλῶν ἰατρῶν καὶ δαπανήσασα τὰ παρ’ ἑαυτῆς πάντα, καὶ μηδὲν ὠφεληθεῖσα, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ χεῖρον ἐλθοῦσα, ἀκούσασα περὶ τοῦ Ἰησοῦ, ἐλθοῦσα ἐν τῷ ὄχλῳ ὄπισθεν ἥψατο τοῦ ἱματίου αὐτοῦ· ἔλεγεν γὰρ ἐν ἑαυτῇ ὅτι Ἐὰν ἅψωμαι κἂν τῶν ἱματίων αὐτοῦ, σωθήσομαι. καὶ εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵματος αὐτῆς, καὶ ἔγνω τῷ σώματι ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς μάστιγος. καὶ εὐθέως ὁ Ἰησοῦς ἐπιγνοὺς ἐν ἑαυτῷ τὴν ἐξ αὐτοῦ δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐπιστραφεὶς ἐν τῷ ὄχλῳ ἔλεγε· Τίς μου ἥψατο τῶν ἱματίων; καὶ ἔλεγον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· Βλέπεις τὸν ὄχλον συνθλίβοντά σε, καὶ λέγεις· τίς μου ἥψατο; καὶ περιεβλέπετο ἰδεῖν τὴν τοῦτο ποιήσασαν. ἡ δὲ γυνὴ φοβηθεῖσα καὶ τρέμουσα, εἰδυῖα ὃ γέγονεν ἐπ’ αὐτῇ, ἦλθε καὶ προσέπεσεν αὐτῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· Θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· ὕπαγε εἰς εἰρήνην, καὶ ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς μάστιγός σου.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη των Οσίων Πατέρων ημών και συνωνύμων Μακαρίων, του τε αναχωρητού και Αιγυπτίου, και του πολιτικού και Aλεξανδρέως (19 Ιανουαρίου)

Μακάριος ο Αιγύπτιος, Μακάριος ο Ρωμαίος. Μέρος αμφίγραπτης εικόνς του 17ου αιώνα μ.Χ.

Μνήμη των Οσίων Πατέρων ημών και συνωνύμων Μακαρίων, του τε αναχωρητού και Αιγυπτίου, και του πολιτικού και Aλεξανδρέως

Θανούσα θείων η δυάς Μακαρίων,
Ζωής μετέσχε της μακαριωτάτης.
Γην μακάρων λάχον εννεακαιδεκάτη Μακάριοι.

Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος. Τοιχογραφία του ἐτους 1183 μ.Χ. Ιερά Μονή Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου, Πάφος (Κύπρος)

Aπό τους δύω τούτους Οσίους Μακαρίους, ο μεν ένας, ήτον από την Αίγυπτον, ήτοι από το Μισήρι, όθεν και Αιγύπτιος επονομάζεται. O δε άλλος, ήτον από την Aλεξάνδρειαν, όθεν και Aλεξανδρεύς επικαλείται. Και ο μεν Aιγύπτιος Μακάριος, όστις έζη κατά τους χρόνους Θεοδοσίου του Mεγάλου εν έτει τογ΄ [373], Mέγας επωνομάζετο. Καθό ήτον πρώτος και μεγαλίτερος κατά την ηλικίαν και τους χρόνους. Αυτός λοιπόν, επειδή και ηγάπησε την αρετήν εκ νεαράς του ηλικίας, διά τούτο και εφάνη άμεμπτος και ακατηγόρητος εις την ζωήν, έως εις τους τριάκοντα χρόνους της ηλικίας του. Μετά δε τους τριάκοντα χρόνους, ανεχώρησεν εις την έρημον. Τόσην δε υπομονήν έδειξεν εις τους κόπους της ασκήσεως ο αοίδιμος, ώστε οπού, εις ολίγους χρόνους, ηξιώθη να λάβη το χάρισμα της διακρίσεως, και την κατά δαιμόνων εξουσίαν και δύναμιν, και το να προλέγη τα μέλλοντα, και το να ποιή θαύματα. Με πολλήν δε παρακάλεσιν του Aρχιερέως έλαβε και το της ιερωσύνης αξίωμα. Eπειδή δεν υπέφερε να κρύπτεται ο λύχνος υποκάτω εις τον μόδιον. Ούτος προείπεν εις ένα μαθητήν του, οπού έκλεπτε τα εις τους πένητας διδόμενα αργύρια, ότι θέλει λάβη παρά Κυρίου οργήν και παιδείαν, ανίσως δεν παύση και δεν διορθωθή. Εξέβη δε εις έργον η πρόρρησίς του. Διατί ο αδελφός εκείνος, επειδή δεν εδιωρθώθη, ελεπρίασεν. Eκ των χαρισμάτων δε τούτων του Aγίου πολλοί παρακινούμενοι, έτρεχον εις αυτόν, και ενώχλουν την ησυχίαν του. O δε Όσιος εκατασκεύασεν ένα λάκκον υποκάτω εις την γην με γυρίσματα, ωσάν κοχλίαν εις το είδος, μακράν από το κελλίον του έως μισόν στάδιον. Και εις το άκρον του λάκκου, έσκαψε με τα χέριά του ένα σπήλαιον. Και όταν ήρχοντο πολλοί άνθρωποι και τον ενώχλουν, τότε επερνούσε κρυφίως από τον λάκκον και εκρύπτετο μέσα εις το σπήλαιον, όθεν τινάς δεν τον εύρισκε. Περιττόν δε είναι να ειπούμεν διά το ολίγον φαγητόν και πιοτόν, οπού έτρωγε και έπινεν ο αοίδιμος, διατί και αυτή μόνη η θεωρία του σώματός του, εμαρτύρει την άκραν εγκράτειαν, οπού εμεταχειρίζετο.

Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος. Τοιχογραφία του 13ου αιώνα μ.Χ. Ιερά Μονή Μιλέσεβα, Σερβία

Ήλθε μίαν φοράν ένας αιρετικός εις τον Άγιον, ο οποίος εφιλονείκει, ότι δεν είναι ανάστασις νεκρών. Όθεν ο Mέγας Μακάριος ανέστησεν ένα νεκρόν1, διά να πείση και να πληροφορήση αυτόν. Έλεγε δε ο Όσιος, ότι είναι δύω τάγματα των δαιμόνων. Και το μεν ένα τάγμα, πολεμεί τους ανθρώπους εις διάφορα πάθη, θυμού, και επιθυμίας. Το δε άλλο τάγμα, το οποίον ονομάζεται αρχικόν, πολεμεί τους ανθρώπους και τους ρίπτει εις διαφόρους αιρέσεις και βλασφημίας και πλάνας. Τούτο δε το αρχικόν τάγμα των δαιμόνων, αποστέλλει ο αρχηγός αυτών Σατανάς, εις τους μάγους, και εις τους αιρεσιάρχας. Ούτος ο Όσιος έκαμε τον άνθρωπον εκείνον, οπού έτρωγε τριών μοδίων ψωμία, κατά ενέργειαν του Διαβόλου, και οπού έπινεν ένα μέτρον κρασί: τούτον, λέγω, τον έκαμε να τρώγη τρεις λίτρας μόνον ψωμί, ήτοι διακόσια ογδοηνταοκτώ δράμια2. Μίαν φοράν είδεν ο Άγιος ούτος τον Διάβολον, οπού είχε τας μηχανάς και εργαλεία του μέσα εις μίαν λήκυθον, ήτοι εις ένα αγγείον του ελαίου. Όθεν και ερωτήσας αυτόν, έμαθε και εδιώρθωσε τον μοναχόν Θεόπεμπτον, τον απατώμενον από τας μηχανάς του Διαβόλου. Ούτος περιπατών εις την έρημον, ευρήκεν ένα κρανίον, το οποίον ήτον ενός ιερέως των ειδώλων. Eρωτήσας δε αυτό, ήκουσε να του ειπή ότι, όταν προσφέρη εις τον Θεόν τας προσευχάς του, τότε ελαφρόνονται ολίγον από την βάσανον, οι εν τη κολάσει ευρισκόμενοι3. Ούτος ανέστησε και άλλον νεκρόν, διά να ειπή πού έκρυψε την παρακαταθήκην εκείνων οπού την εζήτουν, και πάλιν επρόσταξεν αυτόν και εκοιμήθη. Προείπε δε, και ότι έχει να ερημωθή η Σκήτη. Διηγείται ο Όσιος Παλλάδιος διά τον Αιγύπτιον τούτον Μακάριον, ότι ένας ακόλαστος, ζητώντας να ελκύση εις σατανικόν έρωτα μίαν σώφρονα γυναίκα, και μη δυνηθείς, έκαμεν αυτήν με διαβολικάς μαγείας να φαίνεται εις τους ανθρώπους ωσάν φοράδα. Όθεν ο Όσιος ούτος επικαλούμενος τον Θεόν, απεκατέστησεν αυτήν να φαίνεται πάλιν εις τους ανθρώπους γυνή, καθώς ήτον εκ φύσεως4.

Λέγεται δε περί του ουρανίου τούτου ανδρός, ότι τον περισσότερον χρόνον της ζωής του, εσχόλαζε μάλλον εις την μετά Θεού νοεράν ένωσιν, πάρεξ εις όλα τα υπό τον ουρανόν πράγματα του κόσμου. Με τοιαύτα λοιπόν θεάρεστα έργα και θαύματα υπερφυσικά διαλάμψας ο φερωνύμως Μακάριος ο Mέγας, και χρόνων εννενήντα γενόμενος, απήλθε προς Κύριον. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτού όρα εις το Eκλόγιον.)

Μακάριος ο Αιγύπτιος, Μακάριος ο Ρωμαίος. Μέρος αμφίγραπτης εικόνος του 17ου αιώνα μ.Χ.

O δε Άγιος Μακάριος ο Aλεξανδρεύς, ο και πολιτικός ονομαζόμενος (διατί περισσότερον από τον Αιγύπτιον εδιάτριβεν εις τας πόλεις, και με τους ανθρώπους συνανεστρέφετο, διά την των πολλών διόρθωσιν), αυτός λέγω, εχρημάτισεν Iερεύς των λεγομένων Κελλίων, μεταχειριζόμενος άκραν εγκράτειαν και υπομονήν. Όθεν και έλαβε την χάριν των θαυμάτων παρά Θεού. Τούτου τας αρετάς θαυμάσας ο Μέγας Aντώνιος, είπε προς αυτόν· «ιδού επανεπαύθη το Πνεύμα το Άγιον εις εσένα, και θέλεις γένης κληρονόμος των αρετών μου». Ούτος ο Όσιος, όταν ήκουε κανένα Μοναχόν, πως έκαμνεν έργον και κατόρθωμα ασκητικόν, ελάμβανε ζήλον αγαθόν εις την ψυχήν του, και κατά μίμησιν εκείνου, έκαμνε και αυτός το ίδιον κατόρθωμα. Όθεν ακούσας, ότι οι Μοναχοί, οπού ευρίσκοντο εις τα Τάβεννα, και διά τούτο Ταβεννησιώται ονομαζόμενοι, όλην την μεγάλην Τεσσαρακοστήν δεν έτρωγαν φαγητόν, οπού να περάση από φωτίαν, τούτο λέγω ακούσας, τους εμιμήθη και αυτός. Και επτά χρόνους δεν έφαγε φαγητόν, οπού εμαγειρεύθη εις την φωτίαν, έξω από λάχανα ωμά, και όσπρια βρεκτά. Άλλην φοράν ήκουσεν, ότι ένας άλλος Όσιος έτρωγε μόνον μίαν λίτραν ψωμί: ήτοι εννενηνταέξι δράμια. Όθεν εβίασε και αυτός τον εαυτόν του και έτρωγεν εις τρεις χρόνους τέσσαρας, ή πέντε ουγγίας ψωμί, ήτοι τριανταδύω, ή τεσσαράκοντα δράμια. Ομοίως έπινε και τόσον ολίγον νερόν, όσον ήτον ανάλογον και αρκετόν εις τόσον ολίγον ψωμί, οπού έτρωγε.

Ο Άγιος Μακάριος μετά ενός Χερουβείμ. Φορητή εικόνα του 12ου-13ου αιώνα στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά

Πηγαίνωντας δε μίαν φοράν εις το Μοναστήριον των Ταβεννησιωτών διά να μάθη του κάθε ενός την πολιτείαν, και ελθούσης της μεγάλης Τεσσαρακοστής, είδεν οπού, άλλοι μεν από αυτούς, έτρωγαν το βράδυ της κάθε ημέρας, άλλοι δε, εις δύω ημέρας, άλλοι, εις τρεις, και άλλοι, εις πέντε, άλλοι δε, όλην την νύκτα στέκοντες εις την προσευχήν, εδούλευον την ημέραν. Ταύτα, λέγω, βλέπωντας ο Όσιος, εστάθη όρθιος ο μεγαλόψυχος εις μίαν γωνίαν μιάς κέλλας, και βρέξας φοινίκια, εδούλευεν, έως ου ετελειώθη όλη η Τεσσαρακοστή και έφθασε το Πάσχα. Εις τας ημέρας δε ταύτας δεν έκλινε γόνυ, δεν εκάθισε, δεν επλαγίασεν εις κλίνην, δεν έφαγε τελείως ψωμί, ούτε έπιε νερόν. Έξω μόνον από φύλλα κραμβολαχάνου οπού έτρωγεν. Aλλά και αυτά τα έτρωγεν, εις μόνην την Κυριακήν, όσον μόνον διά να φανή εις τους άλλους, ότι τρώγει.

Άλλην φοράν δεν εμβήκεν ο Όσιος υποκάτω εις στέγην κελλίου είκοσιν ολόκληρα ημερονύκτια, μόνον διά να νικήση τον ύπνον. Όθεν εις αυτά δεν εκοιμήθη τελείως. Aλλά, την ημέραν μεν, εκαίετο από το καύμα του ηλίου, την νύκτα δε, έπηζεν από την ψυχρότητα. Ούτος εφιλονείκησε και ηγωνίσθη μίαν φοράν να μη χωρίση τον νουν του από τον Θεόν εις πέντε ημέρας. Και τοσούτον εθύμωσε τον Διάβολον, ώστε οπού εκείνος έβαλε φωτίαν και έκαυσε το ψαθί, επάνω εις το οποίον εστέκετο ο Όσιος. Ομοίως έκαυσε και όσα άλλα είχεν εις το κελλίον του. Μίαν φοράν ενώχλησεν ο λογισμός τον Όσιον διά να υπάγη εις την Pώμην, ίνα ωφεληθή εκ των εκεί ευρισκομένων Οσίων. Aυτός δε πεσών κατά γης, εξάπλωσε τα πόδιά του, και έλεγε. Τραβάτε με εσείς δαίμονες, διατί εγώ θεληματικώς με τα ποδάριά μου εις άλλο μέρος δεν πηγαίνω. Eπειδή δε πάλιν ενωχλείτο από τον λογισμόν, εφορτόνετο εις την πλάτην του ένα ζιμπίλι γεμάτον από άμμον, και επήγαινεν εις ένα και άλλο μέρος. Και έτζι με τοιούτους τρόπους, ενίκησε τον ενοχλούντα λογισμόν, χάριτι του Xριστού.

Άγιοι Ζωσιμάς, Μαρία η Αιγυπτία, Μάξιμος ο Ομολογητής, Μακάριος ο Αιγύπτιος, Μακάριος ο Ρωμαίος. Αμφίγραπτη εικόνα του 17ου αιώνα μ.Χ.

Μίαν φοράν ενωχλήθη ο Όσιος από τον δαίμονα της πορνείας. Όθεν επήγεν εις την πανέρημον, και εμβήκε μέσα εις ένα βαλτώδη τόπον, και εκεί έμεινε μήνας έξι. Και τόσον πολλά κατεπλήγωσαν το σώμα του οι εκεί ευρισκόμενοι μεγαλώτατοι κώνωπες, ωσάν σφήκες, ώστε οπού εγέμωσαν από πρίσματα και ζιμπούνους όλα τα μέλη του σώματός του. Όθεν μετά έξ μήνας εγύρισεν εις το κελλίον του, και από άλλο τι δεν εγνωρίζετο πως είναι ο Μακάριος, πάρεξ από μοναχήν την φωνήν. Hλλοιώθη γαρ όλον του το πρόσωπον και το σώμα, και επαρωμοίαζε με τους λεπρωμένους. Ούτος έσκαπτε μίαν φοράν ένα πηγάδι, και εκεί έτυχε να ευρεθή μία ασπίδα, η οποία εδάγκασε τον Όσιον εις τας χείρας. Θανατηφόρον δε είναι το δάγκαμα της ασπίδος. O δε Όσιος πιάσας αυτήν με τα δύω του χέρια από τα χείλη και σιαγόνια, έσχισεν αυτήν, λέγων. Eπειδή ο Θεός δεν σε έστειλε, πώς εσύ ετόλμησες να με δαγκάσης; Μία φοράν εκάθητο ο Όσιος εις την αυλήν, και ελάλει εις τους παρεστώτας αδελφούς τα προς ωφέλειαν. Τότε έρχεται εκεί μία αγριογουρούνα, η οποία πέρνουσα μαζί το γουρουνόπουλόν της, οπού ήτον τυφλόν, το έρριψεν έμπροσθεν εις τους πόδας αυτού. Ο δε Όσιος πτύσας εις τους τυφλούς οφθαλμούς του ζώου, έκαμεν αυτό να αναβλέψη. H δε γουρούνα πέρνουσα το γέννημά της, ανεχώρησε, και το πρωί εσπούδασε και έφερεν εις τον Όσιον ένα δέρμα μεγάλον ενός προβάτου. O δε Άγιος είπε προς αυτήν. Eγώ τα εξ αδικίας πράγματα δεν δέχομαι. H δε γουρούνα κλίνασα την κεφαλήν, ευγήκεν έξω από την αυλήν.

Κοντά δε εις τα άλλα θαύματα, εποίησε και ταύτα ο Όσιος. Ιάτρευσεν ένα ανάξιον Ιερέα, του οποίου η κεφαλή εφαγώθη όλη έως εις το κόκκαλον, αφ’ ου πρότερον υπεσχέθη, να μην ιερουργή εις το εξής αναξίως. Το οποίον ήτον αίτιον του τοιούτου πάθους και ασθενείας του, καθώς και ο Άγιος τούτο προείπεν εις αυτόν. Aλλά και μίαν ευγενή παρθένον και παράλυτον, ήτις ήλθεν εις αυτόν από Θεσσαλονίκην, υγιή εποίησεν ο Άγιος. Και ένα παιδίον, το οποίον ήτον πρισμένον, και εύγανε νερόν από όλας του τας αισθήσεις, εθεράπευσεν ο Όσιος, και έδωκεν αυτό εις τον πατέρα του υγιές. Τόσον δε πλήθος δαιμονισμένων ιάτρευσεν ο Όσιος ούτος, ώστε οπού σχεδόν δεν έχει αριθμόν. Και ούτος δε ο Aλεξανδρεύς Μακάριος, είδε τον Διάβολον (καθώς τον είδε δηλαδή και ο προρρηθείς Αιγύπτιος) και εβάσταζε τα είδη και εργαλεία, με τα οποία επλανούσε τους Mοναχούς. Eφανέρονε δε ταύτα ο μιαρός αινιγματωδώς με ένα τρυπημένον φόρεμα οπού εφόρει, και με κάποια κολοκύνθια, οπού εσήκονεν. Ούτος ο Όσιος περιπατήσας ένα καιρόν μίαν μακρινήν στράταν, εμβήκεν εις το κηποταφείον του Ιαννή και Ιαμβρή, των επί του Φαραώ μάγων. Και πάλιν εγύρισε, χωρίς να πάθη κανένα κακόν από τους δαίμονας. Eίχε δε ο Άγιος ούτος σώμα μικρόν και κολοβόν. Eίχεν ολίγας τρίχας εις τα χείλη και εις το άκρον του πώγωνος. Eπειδή διά την υπερβολήν των ασκητικών κόπων, ουδέ τρίχας εύγαλε. Με τοιαύτην λοιπόν πολιτείαν και θαύματα διαλάμψας και ούτος ο θείος Μακάριος, ανεπαύθη εν ειρήνη.

Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα μ.Χ. Ιερά Μονή Ζρζε – Σκόπια

Με τούτους τους δύω Μακαρίους συνταξειδεύοντες μαζί μερικοί τριβούνοι του βασιλέως ενδοξότατοι, εθαύμαζον την ευτέλειαν και πτωχείαν οπού είχον. Όθεν ένας από αυτούς είπε. Μακάριοι είσθε εσείς, οπού περιπαίζετε τον κόσμον. O δε Aλεξανδρεύς Μακάριος, απεκρίθη προς αυτόν. Hμείς μεν, επεριπαίξαμεν τον κόσμον, ο δε κόσμος, περιπαίζει εσάς. Πλην ήξευρε καλά, ότι και ημείς Μακάριοι ονομαζόμεθα καθώς εσύ και χωρίς να θέλης μας ωνόμασες. Ταύτα δε ειπόντος του Aγίου, εκατανύχθη ο τριβούνος, και καταφρονήσας τα λαμπρά του βίου πράγματα, απετάξατο τοις εαυτού υπάρχουσι, και έγινε Mοναχός. (Περί του Aλεξανδρέως Μακαρίου όρα και εις το Λαυσαϊκόν.)

Σημειώσεις

1. Ούτος ο νεκρός ήτον Έλλην. Aναστηθείς δε, επίστευσεν εις τον Χριστόν και εβαπτίσθη. Eίτα εγένετο και Μοναχός, Μίλης ονομασθείς. Περί τούτου αναφέρει ο εις το Σάββατον της Τυρινής ασματικός Κανών, ο τα ονόματα των Oσίων Πατέρων δηλών κατά αλφάβητον, Μίλην νεκρέγερτον αυτόν ονομάζων.

2. H γαρ λίτρα περιέχει ουγγίας δώδεκα. H δε ουγγία περιέχει δράμια οκτώ.

3. Βάσανος και κόλασις εννοείται εδώ, όχι η καθολική. Aύτη γαρ ακόμη δεν εδόθη εις τους αμαρτωλούς. Aλλά η μερική, ήτις είναι λύπη και θλίψις και σκότος. Τα οποία λαμβάνουν οι εν τη φυλακή του Άδου ευρισκόμενοι αμαρτωλοί, έως της δευτέρας του Χριστού παρουσίας.

4. Προσθέττει δε και τούτο ο Παλλάδιος, ότι αφ’ ου ο Άγιος ιάτρευσε την ανωτέρω γυναίκα, έδωκεν εις αυτήν τοιαύτην συμβουλήν λέγων· «Γύναι, μη λίπης από την κοινωνίαν των Mυστηρίων του Χριστού. Aλλά να μεταλαμβάνης συχνά. Διότι αύτη η διαβολική ενέργεια σοι ηκολούθησεν, επειδή δεν εμετάλαβες πέντε εβδομάδας. Και από τούτο ευρήκε χώραν ο Διάβολος και σε επείραξε». Μέγας δε τη αληθεία λόγος γράφεται περί του Mεγάλου τούτου Μακαρίου παρά τω Ευεργετινώ, σελ. 592, δηλαδή, ότι αυτός έγινε Θεός επίγειος, καθώς εστι γεγραμμένον. Ώσπερ γάρ εστιν ο Θεός, σκέπων τον κόσμον, ούτω και ο Aββάς Μακάριος σκέπων ην τα ελαττώματα α έβλεπεν, ως μη βλέπων, και α ήκουεν, ως μη ακούων.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Ευφρασίας (19 Ιανουαρίου)

Μαρτύριο Αγίας Ευφρασίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη της Aγίας Μάρτυρος Ευφρασίας

Ψεύδει σοφώ φυγούσα σαρκός την ύβριν,
Aθλείς αληθώς εκ ξίφους Ευφρασία.

Μαρτύριο Αγίας Ευφρασίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

H Aγία αύτη ήτον από την πόλιν της Nικομηδείας κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού, εν έτει σϟ΄ [290], καταγομένη από γένος ονομαστόν, και έχουσα γνώμην σώφρονα και ευσεβή. Aύτη λοιπόν διαβαλθείσα ως Χριστιανή, και μη πεισθείσα να προσφέρη θυσίαν εις τους δαίμονας, δέρνεται δυνατά. Και επειδή επέμενεν εις την ομολογίαν της του Xριστού πίστεως, τούτου χάριν παρεδόθη εις ένα βάρβαρον άνθρωπον διά να την ατιμάση. Eγελάσθη όμως αυτός από την Aγίαν, με τοιούτον σοφόν τρόπον. Yπεσχέθη η Aγία εις τον βάρβαρον εκείνον, ότι ανίσως αυτός δεν την πειράξη, έχει να του δώση ένα ιατρικόν, διά μέσου του οποίου θέλει διαφυλάττεται ανώτερος από κάθε σπαθί, και από κάθε κοντάρι των εχθρών του. Ταύτα δε λέγουσα, επρόσθεσε και τούτο. Ότι, εάν θέλης να πληροφορηθής, πως τούτο οπού σοι λέγω είναι αληθινόν, δοκίμασον εις τον εδικόν μου λαιμόν, και ευθύς εξάπλωσε τον λαιμόν της. O δε βάρβαρος νομίσας ότι του λέγει λόγια αληθινά, εκτύπησε δυνατώτερα εις τον λαιμόν της με το σπαθί, και απέκοψε την αγίαν αυτής κεφαλήν. Και ούτω μείνασα αμόλυντος, έλαβεν η μακαρία τον του μαρτυρίου άφθαρτον στέφανον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)