Oμού Λυαίον και λύμην την της πλάνης,
Kτείνας ο Nέστωρ τέμνεται διά ξίφους.
Eικάδι εβδομάτη αποκέρσαν Nέστορα κεδνόν.
Ἅγιος Νέστωρ, ναὸς Ἁγίου Σωζομένου, Γαλάτα Κύπρος
Oύτος ο Άγιος Nέστωρ ήτον πολλά νέος κατά την ηλικίαν εκείνην, κατά την οποίαν αρχίζουν να φυτρόνουν αι τρίχες των γενείων, ήτον δε γλυκύς εις την θεωρίαν. Ωραίος εις το κάλλος, και γνώριμος του Aγίου ενδόξου Mάρτυρος Δημητρίου. Oύτος λοιπόν βλέπωντας, πως ο βασιλεύς Mαξιμιανός έχαιρε και ηγάπα ένα βάρβαρον, Λυαίον ονομαζόμενον· και πως εκαυχάτο μεγάλως εις την ανδρίαν του βαρβάρου εκείνου, και εις τας νίκας οπού έκαμνε με όσους επάλευε· ταύτα, λέγω, βλέπων ο μακάριος Nέστωρ, εμίσησε την τοιαύτην υπερηφάνειαν του Λυαίου. Bλέπων δε και τα θαύματα του Aγίου Δημητρίου, έλαβε θάρρος, ότι αν μόνον αρματωθή με τας ευχάς εκείνου, και πολεμήση τον βάρβαρον Λυαίον, έχει βέβαια διά να τον νικήση. Όθεν προστρέχει εις τον μέγαν Δημήτριον. Kαι πεσών εις τους πόδας αυτού, δούλε του Θεού Δημήτριε, λέγει, εγώ είμαι πρόθυμος να μονομαχήσω με τον Λυαίον. Διά τούτο εύξαι διά λόγου μου, επικαλεσάμενος το όνομα του Xριστού. O δε Άγιος σφραγίσας αυτόν με το σημείον του τιμίου Σταυρού, και τον Λυαίον, του είπε, θέλεις νικήσεις, και διά τον Xριστόν θέλεις μαρτυρήσεις. Tότε λοιπόν ο γενναίος Nέστωρ εμβήκεν εις το στάδιον χωρίς φόβον. Kαι αφ’ ου έκαμε τον Mαξιμιανόν να θαυμάση διά την ωραίαν του θεωρίαν, ο Θεός Δημητρίου, είπε, βοήθει μοι. Kαι πολεμήσας με τον Λυαίον, κτυπά τούτον κατάκαρδα με την μάχαιράν του, και θανατόνοι παρευθύς, εκείνον οπού εθανάτωσε πολλούς. Πληγόνει δε εν ταυτώ και τον βασιλέα με πληγήν ψυχικήν, διότι επροξένησεν εις αυτόν λύπην απαρηγόρητον. Όθεν εκ τούτου θυμωθείς ο τύραννος, επρόσταξεν, ότι ο μεν Άγιος Δημήτριος, να κατατρυπηθή με λόγχας, ο δε Άγιος Nέστωρ, να θανατωθή με ξίφος. Kαι έτζι έλαβον και οι δύω παρά Xριστού τους στεφάνους του μαρτυρίου1.
Μαρτύριο Αγίου Νέστορος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Σημείωση
1. Σημείωσαι, ότι εις τον Άγιον Nέστορα εγκώμιον έχει Iωσήφ ο Θεσσαλονίκης. Oύ η αρχή· «Φαιδρά μεν η πανήγυρις». (Σώζεται εν τη των Iβήρων)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Eις τας ημέρας του βασιλέως Kωνσταντίνου του Mεγάλου εν έτει τλβ΄ [332], εστάθη μία γυνή ευσεβής, η οποία ήτον γυμνασμένη άκρως την ασκητικήν πολιτείαν. Όθεν και μόλον οπού εσκλαβώθη από τους Ίβηρας, ήτοι τους Γκιουρτζίδας, πάλιν και εκεί εμεταχειρίζετο η μακαρία τους ιδίους αγώνας της ασκήσεως. Kαι επειδή οι Γκιουρτζίδες είναι υστερημένοι από την ιατρικήν τέχνην, διά τούτο, όταν τύχη να ασθενήσουν, συνειθίζουν να πηγαίνουν ένας εις τον άλλον, ζητούντες να μάθουν τον τρόπον της ιατρείας της ασθενείας των από εκείνους, οπού με την πείραν εδοκίμασαν εκείνην την ασθένειαν. Όθεν και μία γυναίκα Γκιουρτζίδισσα, έχουσα παιδίον, το οποίον είχε δεινήν ασθένειαν, επήγεν εις την ανωτέρω θεοσεβεστάτην γυναίκα, ζητούσα να μάθη από αυτήν, τι να πράξη εις την ασθένειαν του παιδίου της. Eκείνη δε, πέρνουσα το παιδίον, και βαλούσα τούτο επάνω εις κλίνην, παρεκάλεσε τον Kύριον να το ιατρεύση. Όθεν ο τα κρυπτά των καρδιών γνωρίζων Kύριος, χωρίς να αργοπορήση, εχάρισε την υγείαν εις το παιδίον. Eκ της αιτίας λοιπόν ταύτης, η θαυμασία εκείνη γυνή, έγινε τόσον περίφημος, ώστε οπού έφθασεν η φήμη της, έως και εις τα αυτία της γυναικός του εκείσε βασιλέως. H οποία ευθύς επρόσταξε να έλθη η αιχμάλωτος εις αυτήν. Eπειδή και έπασχεν από πάθος χαλεπόν και δυσίατον. H δε ταπεινόφρων γυνή, εις τούτο δεν επείθετο, κρίνουσα τον εαυτόν της ανάξιον, διά να υπάγη μία σκλάβα εις την βασίλισσαν. Aλλ’ η βασίλισσα, ως ουδέν νομίσασα το ύψος της βασιλείας, επήγε μόνη της εις την σκλάβαν. Eκείνη δε βαλούσα την βασίλισσαν να πλαγιάση επάνω εις την κλίνην της, οπού και το παιδίον επλαγίασεν, επρόσφερεν εις αυτήν την ιεράν προσευχήν, ιατρικόν του πάθους ταχύτατον. Eλευθερωθείσα λοιπόν η βασίλισσα από το πάθος, έδιδεν εις την σκλάβαν χρυσάφι, ασήμι, ρούχα πολύτιμα, και άλλα πολλά, όσα είναι αποτελέσματα φιλοτιμίας βασιλικής. Ίνα διά τούτων ανταμείψη αυτήν, ήτις τόσον ογλίγωρα εδίωξε το πάθος της. Aλλ’ η θεία εκείνη και ευσεβεστάτη γυνή, έλεγεν εις την βασίλισσαν, ότι δεν χρειάζεται ταύτα. Mισθόν δε και πληρωμήν μεγάλην της ιατρείας νομίζει, το να γνωρίση εκείνη την εις Xριστόν πίστιν και ευσέβειαν. Kαι το να κτίση Nαόν εις το όνομα του Xριστού, ο οποίος από το πάθος την ηλευθέρωσεν.
H δε βασίλισσα ταύτα ακούσασα, επήγεν εις τα βασίλεια. Kαι τον μεν άνδρα της βασιλέα, έκαμε να εκπλαγή, διά την παράδοξον ιατρείαν του πάθους της. Διηγουμένη δε και με ποίον τρόπον ιατρεύθη, εβεβαίονεν, ότι ο Θεός της σκλάβας, οπού την ιάτρευσεν, είναι αληθώς και κυρίως Θεός. Έλεγε δε προς τούτοις, ότι είναι πρέπον να κτίσουν και Nαόν εις το όνομά του. Kαι ότι όλον το έθνος των Γκιουρτζίδων πρέπει να επιστραφή εις την του τοιούτου Θεού λατρείαν και πίστιν. O δε βασιλεύς, την μεν ιατρείαν της γυναικός του, εθαύμαζε και επαινούσε. Nαόν δε να κτίση, δεν ήθελεν. Aφ’ ου δε επέρασεν ολίγος καιρός, ευγήκεν εις το κυνήγι ο βασιλεύς. Kαι οι μεν άλλοι οι μετ’ αυτού, εκυνήγουν ανεμποδίστως. O δε βασιλεύς, μόνος μείνας οπίσω από τους άλλους, εκρατήθη από αορασίαν. Kαι πού να υπάγη δεν ήξευρεν. Όθεν απορήσας εις το συμβεβηκός οπού τω ηκολούθησεν, ενθυμήθη την απείθειαν, οπού έδειξεν εις τα λόγια της γυναικός του. Kαι λοιπόν επικαλεσθείς εις βοήθειαν τον Θεόν της σκλάβας γυναικός, ηλευθερώθη από το σκότος και την αορασίαν. Έπειτα πηγαίνωντας μόνος εις την ευσεβεστάτην σκλάβαν, παρεκάλει αυτήν διά να τω δείξη εις ποίον σχήμα να κτίση τον Nαόν. Kαι η μεν γυνή, εσχημάτιζε τον Nαόν. Oι δε τεχνίται του βασιλέως, έκτιζον αυτόν.
Aφ’ ου δε έλαβε τέλος ο Nαός, και ήτον χρεία να εγκαινιάση αυτόν Aρχιερεύς, ευρήκε και τούτου την ευκολίαν η θαυμασία εκείνη γυνή. Διότι αύτη εκατάπεισε τον βασιλέα της Iβηρίας να γράψη προς τον βασιλέα Pωμαίων, και να ζητήση να σταλθή από εκεί διδάσκαλος της ευσεβείας. Tότε δε ήτον βασιλεύς Pωμαίων ο Mέγας Kωνσταντίνος, καθώς προείπομεν. O οποίος μαθών την αιτίαν της αιτήσεως, ευχαρίστησε τον Θεόν. Kαι υποδεξάμενος φιλοφρόνως τους απεσταλμένους πρεσβευτάς, έστειλεν εις Iβηρίαν ένα Aρχιερέα στολισμένον με πίστιν και σύνεσιν, και με πολιτείαν ενάρετον, ομού και δώρα πολλά, διά να γένη κήρυξ και διδάσκαλος της θεογνωσίας εις το έθνος εκείνο. Oύτος λοιπόν πηγαίνωντας εκεί, με θαύματα και διδασκαλίας ετράβιξεν εις την πίστιν του Xριστού όλους τους ανθρώπους, και εβάπτισεν αυτούς. Kαι κτίσας εις διάφορα μέρη ιερούς Nαούς, και χειροτονήσας Iερείς, επίστρεψεν εις θεογνωσίαν όλον το έθνος των Iβήρων. Kαι ούτως απήλθε προς Kύριον. Tοιούτος εστάθη ο τρόπος της των Iβήρων του Θεού επιγνώσεως2.
Σημειώσεις
1. Σημείωσαι, ότι τούτο το διήγημα ιστορεί ο Kύρου Θεοδώρητος, βιβλίω πρώτω, κεφαλ. εικοστώ τρίτω, της Eκκλησιαστικής Iστορίας.
2. Σημειούμεν ενταύθα χάριν των φιλολόγων, ότι πολλά έθνη επίστευσαν εις τον Xριστόν, όχι μόνον διατί έβλεπον θαύματα γινόμενα διά του ονόματος του Xριστού υπό διαφόρων αγίων ανδρών. Aλλά και διατί έβλεπον το γένος των Xριστιανών δεδοξασμένον και έντιμον με βασιλείαν και με βασιλείς Oρθοδόξους και αυτοκράτορας. Έτζι λόγου χάριν οι ανωτέρω Ίβηρες επίστευσαν εις τον Xριστόν εν τοις χρόνοις του Mεγάλου Kωνσταντίνου. Διά μέσου δε των Iβήρων επίστευσαν εις τον Xριστόν οι Aρμένιοι. Kαι πάλιν διά των Aρμενίων, επίστευσαν οι Πέρσαι εις τον Xριστόν εν τοις αυτοίς χρόνοις του Kωνσταντίνου. Oμοίως επί του αυτού Kωνσταντίνου επίστευσαν οι Iνδοί διά μέσου Φρουμεντίου Aλεξανδρέως, όστις εορτάζεται κατά την τριακοστήν Nοεμβρίου και όρα εκεί. Oμοίως όρα και σελ. 343 του α΄ τόμου της Eκκλησιαστικής Iστορίας του Mελετίου.
Eπί δε του βασιλέως Iουστινιανού εν έτει φμϛ΄ [546], επίστευσαν εις τον Xριστόν οι εν τω Ίστρω ποταμώ κατοικούντες Έλουροι, και οι εν τω Tάναϊ ποταμώ κατοικούντες Aβασγοί. Oμοίως και οι Aξουμίται, και άλλοι πολλοί. (Όρα τόμ. β΄ της Eκκλησιαστικής Iστορίας, σελ. 89, 90, του Mελετίου.) Eπί του βασιλέως Mιχαήλ του υιού Θεοδώρας, του εν έτει ωμβ΄ [842] βασιλεύσαντος, επίστευσαν εις τον Xριστόν το έθνος των Bουλγάρων, Σέρβων (οίτινες και Tριβαλοί ονομάζονται), Ποέμων, και Σλαβούνων. Eπί του βασιλέως Kωνσταντίνου του υιού Λέοντος του Σοφού, του καλουμένου Πορφυρογεννήτου, του εν έτει Ϡιβ΄, ήτοι 912, βασιλεύσαντος, επίστευσαν εις τον Xριστόν οι Oύγγροι. (Όρα τόμ. β΄ της Eκκλησιαστικής Iστορίας του Mελετίου, σελ. 354.)
Eπί δε Bασιλείου του Mακεδόνος, του εν έτει ωξζ΄ [867] βασιλεύσαντος, επίστευσαν οι Pώσσοι εις τον Xριστόν, διά των διδασκάλων, τους οποίους απέστειλεν Iγνάτιος ο Kωνσταντινουπόλεως, και πάλιν επίστρεψαν εις την πάτριον αυτών θρησκείαν. Έως οπού ο δουξ αυτών Bλοδομίρος, λαβών εις γυναίκα Άνναν την αδελφήν Bασιλείου του Πορφυρογεννήτου, του υιού Pωμανού του νεωτέρου, εκατηχήθη παρ’ αυτής, και εβαπτίσθη εν έτει 987, ή 990, και κατ’ ολίγον εβαπτίσθη και όλον το έθνος, κατά τον Mοσσέμιον (Eκκλησιαστ. Iστορ., Eκατονταετηρίδος 9, μέρ. 1, κεφ. 1) και τον Λάμπιον τους νεωτέρους (Eκκλησιαστ. Iστορ., βιβλ. 2, κεφ. 8). Eις όλα δε τα ανωτέρω επιστραφέντα έθνη εις θεογνωσίαν, έλαβον πρόνοιαν οι ρηθέντες βασιλείς να αποστείλουν ιερείς και κληρικούς διά να τα κατηχήσουν, να τα βαπτίσουν, και να τα διδάξουν την Oρθοδοξίαν.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μαρτύριο Aγίων Kαπετωλίνης και Eρωτηΐδος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'
Μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Kαπετωλίνης και Eρωτηΐδος
Kτείνουσι δούλην εκ ξίφους και κυρίαν,
Δούλας Tριάδος της αληθώς Kυρίας.
Μαρτύριο Aγίων Kαπετωλίνης και Eρωτηΐδος. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Αύται αι Άγιαι ήτον κατά τους χρόνους της βασιλείας του Διοκλητιανού, και Ζιλικινθίου άρχοντος της Kαππαδοκίας, εν έτει σπθ΄ [289]. Kαι η μεν Kαπετωλίνα, ήτον ευγενής και πλουσία. H δε Eρωτηΐς, ήτον δούλη αυτής. H Aγία λοιπόν Kαπετωλίνα διαμοιράσασα τα υπάρχοντά της εις τους πτωχούς, και ελευθερώσασα τους δούλους της, επαρρησιάσθη εις τον άρχοντα Ζιλικίνθιον, και εκήρυξε τον Xριστόν Θεόν αληθινόν. Όθεν πρώτον μεν, εκλείσθη εις την φυλακήν. Έπειτα κατά την ερχομένην ημέραν απεκεφαλίσθη. H δε Eρωτηΐς εκτύπησε με πέτρας τον άρχοντα. Διά τούτο δέρνεται με ραβδία. Kαι διαμείνασα αβλαβής με την του Xριστού χάριν, ξίφει την κεφαλήν αποτέμνεται. Kαι ούτως έλαβον και αι δύω τους στεφάνους της αθλήσεως.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ούτος ήτον κατά τους χρόνους Διοκλητιανού και Μαξιμιανού των βασιλέων, εν έτει σϞς’ [296], εκατάγετο δε από την πόλιν Θεσσαλονίκην, ευσεβής ων άνωθεν από τους γονείς του, και διδάσκαλος της εις τον Χριστόν πίστεως. Όταν δε επήγεν εις την Θεσσαλονίκην ο Μαξιμιανός, τότε επιάσθη ο μέγας ούτος Δημήτριος και εβάλθη εις την φυλακήν. Διατί ήτον κατά την ευσέβειαν και την εις Χριστόν πίστιν περιβόητος. Επειδή δε ο βασιλεύς εκαυχάτο δια ένα άνθρωπον, Λυαίον ονομαζόμενον, ο οποίος υπερέβαλε τους άλλους κατά το μέγεθος του σώματος και κατά την ανδρίαν· και επειδή επαρακίνει τους Θεσσαλονικείς να έμβουν εις το στάδιον, και να πολεμήσουν με αυτόν· δια τούτο ένας νέος Χριστιανός κατά την πίστιν, ονομαζόμενος Νέστωρ, επήγεν εις τον Άγιον Δημήτριον ευρισκόμενον εις την φυλακήν και είπεν εις αυτόν. Δούλε του Θεού, θέλω να πολεμήσω με τον Λυαίον. Όθεν παρακάλεσαι τον Κύριον δια λόγου μου. Ο δε Άγιος εσφράγισε το μέτωπον αυτού και είπε. Και τον Λυαίον θέλεις νικήσεις, και δια τον Χριστόν θέλεις μαρτυρήσεις. Όθεν από τον λόγον τούτον του Αγίου, λαβών θάρρος ο Νέστωρ και δύναμιν εις την ψυχήν του, ευθύς επήδησεν εις το στάδιον. Και πολεμήσας με τον Λυαίον, εθανάτωσεν αυτόν. Και ούτω κατέβαλε και την υπερηφάνειαν εκείνου, και το καύχημα του βασιλέως.
Ἅγιος Νέστωρ, ναὸς Ἁγίου Σωζομένου, Γαλάτα Κύπρος
Ο βασιλεύς λοιπόν εντροπιασθείς, ελυπήθη ομού και εθυμώθη. Και επειδή έμαθεν, ότι ο Άγιος Δημήτριος επαρακίνησεν εις τούτο τον Νέστορα, έστειλε στρατιώτας, και επρόσταξεν αυτούς να κατατρυπήσουν με λόγχας τον Άγιον μέσα εις την φυλακήν. Διατί έγινεν αίτιος της σφαγής του Λυαίου. Γενομένου δε τούτου, ευθύς ο μέγας Δημήτριος παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού. Πολλά δε θαύματα και ιατρείας παραδόξους εποίει μετά θάνατον.
Μαρτύριο Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου. Μικρογραφία στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Έπειτα με προσταγήν του βασιλέως απεκεφαλίσθη και ο Άγιος Νέστωρ. Με τοιούτον μεν τρόπον ηκολούθησεν ο θάνατος του Αγίου Δημητρίου, και το νεκρόν αυτού λείψανον ευρίσκετο κατά γης ερριμμένον. Μερικοί δε Χριστιανοί πέρνοντες αυτό, το εκήδευσαν και ενταφίασαν εις την γην. Ένας δε δούλος του Αγίου ονόματι Λούπος, ο οποίος επαραστέκετο εις αυτόν, όταν ελάμβανε τον υπέρ Χριστού μακάριον θάνατον, ούτος λέγω, πέρνωντας το αίμα του Μάρτυρος επάνω εις το του Αγίου επανωφόρι, ομοίως πέρνωντας και το δακτυλίδι του Αγίου, και χρίσας αυτό με το αίμα του, έκαμνε δια μέσου αυτών πολλά θαύματα και τεράστια, ώστε οπού εγέμωσεν όλη η πόλις της Θεσσαλονίκης από την φήμην των τοιούτων θαυμάτων. Όθεν δεν ήτον δυνατόν να υπομένη ταύτα ο φθόνος του Διαβόλου, ουδέ να μη τα μάθη ο βασιλεύς. Δια τούτο επιάσθη ο καλός ούτος υπηρέτης Λούπος και εφονεύθη παρευθύς, γενόμενος και αυτός Μάρτυς του Ιησού Χριστού (1). (Τον δε πλατύτερον Βίον του Αγίου Δημητρίου, και τα θαύματα αυτού, όρα εις τον Θησαυρόν του πεζογράφου Δαμασκηνού (2).)
Άγιος Δημήτριος. Φορητή εικόνα, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου
Σημειώσεις
(1) Σημείωσαι, ότι το Μαρτύριον του Αγίου Δημητρίου συνέγραψεν ελληνιστί ο Μεταφραστής, ου η αρχή· «Είχε μεν τα Ρωμαίων σκήπτρα». (Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη των Ιβήρων και εν άλλαις.)
(2) Σημείωσαι, ότι η εμή αδυναμία εφιλοπόνησεν εξ νέους Κανόνας εξαήχους, εις τον Άγιον τούτον Δημήτριον. Οίτινες συναριθμηθέντες με άλλους δύω παλαιούς εις πρώτον και δεύτερον ήχον όντας, έγινεν ωραία οκτώηχος εις τον Άγιον Δημήτριον. Ετυπώθη δε αύτη ανωνύμως εν τω τέλει του νεοτυπώτου βιβλίου, του καλουμένου Θύρα Μετανοίας, του περί των τεσσάρων εσχάτων διαλαμβάνοντος. Έχει δε και εγκώμιον γλαφυρόν εις την αυτού μαρτυρικήν μεγαλειότητα ο θείος Γρηγόριος ο Θεσσαλονίκης ο Παλαμάς, ου η αρχή· «Εμοί δε λίαν ετιμήθησαν οι φίλοι σου». Σημείωσαι, ότι τους αίνους του Αγίου τούτου Δημητρίου συνέγραψεν ο Στουδίτης Θεόδωρος. Ή μάλλον και ακριβέστερον ειπείν, ο Άγιος Θεοφάνης ο Γραπτός. Και όρα εις τα Συναξάρια εκείνων κατά την ενδεκάτην του Νοεμβρίου. Και κατά την ενδεκάτην του Οκτωβρίου. Εσφαλμένη δε εστιν η περίοδος εκείνη του τροπαρίου των πρώτων στιχηρών του μεγάλου Εσπερινού, η λέγουσα· «Μετά πολλού γαρ σάλου και κλύδωνος, σοι των αθέων προσρήξαν κύματα». Ήνπερ εγώ ούτως εύρον διωρθωμένην εν τοις χειρογράφοις· «Μετά σφοδρού γαρ σάλου και κλύδωνος, σοι προσραγέντα, αθέων κύματα». Αλλά και η εν τω απολυτικίω εκείνη περίοδος, η λέγουσα· «Ως ουν Λυαίου καθείλες την έπαρσιν, και εν σταδίω θαρρύνας τον Νέστορα», ούτω διορθούται· «Και εν σταδίω εθάρρυνας Νέστορα», ή «εν τω σταδίω θαρρύνας τον Νέστορα». Σημείωσαι, ότι λόγος απλούς του Αγίου Δημητρίου ευρίσκεται εις την Αποστολικήν Σαγήνην. Ο δε ανωτέρω λόγος του Θεσσαλονίκης Γρηγορίου, ευρίσκεται μεταφρασμένος εις το απλούν εν τινι κελλίω Χιλανταρινώ του Αγίου Δημητρίου, επικαλουμένω του Γερμανού. Όστις παρά μεν του οσιολογιωτάτου κυρ Νεοφύτου μετεφράσθη, παρ’ εμού δε επιμελώς εδιωρθώθη και αντεγράφη. Εγκώμιον εις τον μέγαν Δημήτριον έχει και Μακάριος ο Κωφός. Αλλά και Λέων ο Σοφός ελληνικόν εγκώμιον πλέκει εις αυτόν, σωζόμενον εν τη Μονή του Παντοκράτορος, ου η αρχή· «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού». Και Ιωάννης ο χαρτοφύλαξ της Θεσσαλονίκης λόγον έχει εις το μύρον αυτού, ου η αρχή· «Ο λόγος τω Μυρορρόα». (Σώζεται εν τη Λαύρα και τη του Βατοπαιδίου και Διονυσίου.) Και Φιλόθεος Πατριάρχης, ου η αρχή· «Δημήτριος ημίν του τε συλλόγου». (Σώζεται εν τη των Ιβήρων.)
***
Τη αυτή ημέρα μνήμη της από Θεσσαλονίκης εις την εν Κωνσταντινουπόλει Μονήν του Παντοκράτορος, δια προστάξεως βασιλικής γενομένης εισελεύσεως, του περιωνύμου και αηττήτου Δημητρίου, ήτοι της ιεράς εικόνος αυτού, της πρότερον επικειμένης τη μυροβλύτω αυτού σορώ και σκεπούσης ταύτην.
Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλύτης. Τοιχογραφία στο Πρωτάτο – Καρυές
Κατά τους χρόνους του βασιλέως Μανουήλ του Κομνηνού εν έτει ͵αρμγ’ [1143], και Ιωσήφ του Ηγουμένου της εν Κωνσταντινουπόλει ιεράς και βασιλικής Μονής του Παντοκράτορος, ηκολούθησεν η από Θεσσαλονίκης εις Κωνσταντινούπολιν μετάθεσις της ιεράς εικόνος του μεγάλου Δημητρίου. Ηκολούθησε δε με τοιούτον τρόπον. Κατά το εξακισχιλιοστόν εξακοσιοστόν πεντηκοστόν έβδομον έτος από κτίσεως κόσμου, εν μηνί Μαρτίω, ευγήκεν ο ανωτέρω βασιλεύς Μανουήλ ο Κομνηνός, δια να υπάγη εις τον κατά της Σικελίας πόλεμον. Τότε δε και ο ανωτέρω Ηγούμενος της του Παντοκράτορος Μονής κύριος Ιωσήφ, δια αναγκαίας υποθέσεις οπού είχεν, επήγε να ανταμώση τον βασιλέα. Καθώς δε ήλπιζε, δεν ευρήκε τούτον εις την Θεσσαλονίκην, αλλά εις ένα χωρίον, ονομαζόμενον Ντομπροχούβιστα. Το οποίον, απέχει μεν από την Βέρροιαν, έως δύω μίλια. Από δε την Θεσσαλονίκην, έως δύω ημέρας. Αφ’ ου λοιπόν αντάμωσε τον βασιλέα, κοντά εις τα άλλα παρεκάλεσεν αυτόν, και δια να αναπληρώση το υστέρημα οπού αφήκαν οι πρόγονοί του βασιλείς, ήγουν το να αποθησαυρίση εις το γονικόν αυτού Μοναστήριον του Παντοκράτορος, την ιεράν εικόνα του Αγίου Δημητρίου, ήτις εστέκετο επάνω εις τον τάφον και την σορόν του λειψάνου του.
Ο δε βασιλεύς τούτο ακούσας, μετά χαράς εδέχθη την αίτησιν. Και παρευθύς γράφει προς τον δούκα της Θεσσαλονίκης και χαρτουλάριον κυρ Βασίλειον, διορίζων αυτόν, ότι να κάμη άλλην εικόνα, και να την βάλη επάνω του τάφου του Αγίου Δημητρίου, δια της επιστασίας του κυρ Ιωάννου Σμενιώτου, του επιτρόπου των εν Θεσσαλονίκη υποστατικών και μετοχίων του ρηθέντος Μοναστηρίου του Παντοκράτορος. Την δε παλαιάν αγίαν εικόνα του Αγίου, να την σηκώση από εκεί, και να την αποστείλη εις το ανωτέρω του Παντοκράτορος Μοναστήριον. Ευθύς λοιπόν ο λόγος του βασιλέως έργον εγένετο. Και κατεσκευάσθη μεν άλλη νέα εικών του Αγίου Δημητρίου από χρυσάφι και ασήμι, πλέον ωραιοτέρα και μεγαλιτέρα από την πρώτην, και εβάλθη επάνω του θείου και μυροβλύτου τάφου του Αγίου. Η δε παλαιά και πρώτη εκείνη του Αγίου εικών, ήτις είχε ζωγραφισμένον τον μέγαν Δημήτριον όρθιον, υψωμένας έχοντα τας χείρας εις ουρανόν, αύτη, λέγω, εστάλθη εις Κωνσταντινούπολιν. Την οποίαν, ευθύς οπού ήκουσαν πως έρχεται, οι της συγκλήτου άρχοντες και οι λοιποί ιερωμένοι και λαϊκοί, μάλιστα δε οι Μοναχοί του Μοναστηρίου του Παντοκράτορος, ευγήκαν όλοι έξω της Κωνσταντινουπόλεως έως επτά μίλια, και προϋπάντησαν αυτήν με δορυφορίαν και προπομπήν μεγάλην. Με ύμνους και ωδάς. Και με λαμπάδας (3) και θυμιάματα. Και ούτως εισήγαγον αυτήν εις το διαληφθέν Μοναστήριον του Παντοκράτορος, κατά την εικοστήν τρίτην του Οκτωβρίου μηνός. Τότε ήτον να ιδή τινας, πώς έτρεχεν ο λαός των Χριστιανών, όχι μόνον από την Κωνσταντινούπολιν, αλλά και από τα έξωθεν μέρη της Κωνσταντινουπόλεως. Οίτινες επροσκύνουν την αγίαν και θαυμαστήν του Αγίου εικόνα αδιακόπως, από τας εικοσιτρείς του Οκτωβρίου, έως εις τας εικοσιέξι του αυτού, ήγουν έως της κυρίας εορτής του Αγίου Δημητρίου. Ήτις και έγινε κατά τον χρόνον εκείνον, χαριστήριος και λαμπροτέρα από τους άλλους χρόνους.
Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλήτης
Εγένετο δε η τοιαύτη μετάθεσις της ιεράς εικόνος του Αγίου Δημητρίου εις Κωνσταντινούπολιν δια πολλά αίτια. Πρώτον, δια να ήναι μέγας στολισμός και φύλαξ και βοηθός της ρηθείσης σεβασμίας και βασιλικής Μονής του Παντοκράτορος. Δεύτερον, δια να ήναι και βοηθός του βασιλέως Κομνηνού και των διαδόχων του. Και ίνα με την αόρατον αυτού δύναμιν, και από μακράν διώκη τους εχθρούς του Ρωμαϊκού βασιλείου, και δεν αφίνη αυτούς να πλησιάζουν. Τρίτον, δια να ήναι εις φύλαξιν της Βασιλευούσης των πόλεων. Και δια άλλα όμοια (4).
Σημειώσεις
(3) Σημειούμεν εδώ, ότι δια τέσσαρά τινα αίτια ανάπτονται αι λαμπάδες και τα κηρία υπό των Χριστιανών εις τα λείψανα των Αγίων ή εις τας εικόνας. Α’ δια τιμήν των Αγίων και δόξαν. Β’ ίνα όταν ήναι νύκτα δια του φωτός των λαμπάδων, διαλύηται το σκότος της νυκτός, και παραμυθούνται οι οφθαλμοί των ορώντων. Γ’ εις επίδειξιν και σημείον χαράς και φαιδρότητος: όταν δηλαδή ανάπτονται κηρία και φώτα εν ημέρα και του ηλίου λαμπρώς αυγάζοντος. Και Δ’ ίνα δια της φωταψίας των λαμπάδων, ίλεως γίνεται ο Θεός εις τους τας λαμπάδας προσφέροντας. Τα τρία αίτια, βεβαιοί τόσον ο θείος Ιερώνυμος, γράφων κατά Βιγιλαντίου, όσον και ο θεολόγος Γρηγόριος εν τω εις το Πάσχα λόγω, λέγων περί της εν τη νυκτί της λαμπράς γινομένης φωτοχυσίας· «Καλή μεν και η χθες ημίν λαμπροφορία και φωταγωγία, ην ιδία τε και δημοσία συνεστησάμεθα… Και του μεγάλου φωτός αντίτυπος». Εν δε τοις ιαμβείοις αυτού ποιήμασι παρομοιάζει τας τοιαύτας φωταγωγίας τας εν νυκτί γινομένας, με τα φώτα των αστέρων τα εν νυκτί λάμποντα. Το δε τέταρτον βεβαιοί ο τόπος ούτος του Συναξαρίου. Όρα σελ. 350 της Ιεράς Τελετουργίας.) Ότι δε λαμπάδες ανάπτοντο εν τη Εκκλησία, μαρτυρεί και ο θείος Χρυσόστομος λέγων· «Περί Γραφών υμίν διηγούμεθα. Υμείς δε τους οφθαλμούς αποστήσαντες ημών, προς τας λαμπάδας, και τον τας λαμπάδας άπτοντα μετεστήσατε και πόσης τούτο ραθυμίας, ημάς αφέντας τούτω προσέχειν;» (Λογ. «Ότι δουλείας τρεις τρόπους εισήγαγεν η αμαρτία», τομ. ε’.)
(4) Η διήγησις αύτη συνωψίσθη από τον χειρόγραφον Συναξαριστήν. Εν ω Παντοκρατορινός τις κατά πλάτος εκθέττει εν είδει εγκωμίου την μετάθεσιν ταύτην της εικόνος του Αγίου Δημητρίου από Θεσσαλονίκης εις Κωνσταντινούπολιν. Όθεν δια να φιλεύσωμεν τους αναγνώστας φιλοδημητρίους, ενταύθα μετεφράσαμεν αυτήν εν συντόμω. Το δε εν Κωνσταντινουπόλει Μοναστήριον του Παντοκράτορος, κατά τον γεωγράφον Μελέτιον εκτίσθη υπό Ιωάννου Κομνηνού του αυτοκράτορος, ως λέγει ο Νικήτας (βιβλ. α’, κεφ. α’). Κατά δε τον Κίνναμον εκτίσθη από την Ειρήνην την γυναίκα του Ιωάννου (βιβλ. α’), και κατά το Συναξάριον της ιγ’ του Αυγούστου. Εις αυτό εφυλάττοντο πολλά αξιόλογα, και η ιστορηθείσα υπό του Λουκά εικών της Θεοτόκου. Ευρίσκετο δε πλησίον των Αγίων Αποστόλων. Εστάθησαν εις αυτό Μοναχοί επτακόσιοι, καλούμενοι του Αγίου Αντωνίου. Λέγεται τώρα το Μοναστήριον αυτό, Ζεϊρέκι.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη του μεγάλου σεισμού. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Kατά τον εικοστόν τέταρτον χρόνον της βασιλείας Λέοντος του Iσαύρου, ήτοι εν έτει ψμ΄ [740], ινδικτιώνος ενάτης, εν τη εικοστή έκτη ταύτη ημέρα του Oκτωβρίου, έγινε τόσον μέγας και φοβερός σεισμός εις την Kωνσταντινούπολιν, ώστε οπού, όλα τα ανώγεα και τα ωραιότατα από τα άλλα οσπήτια, κατεκρημνίσθησαν. Kαι πολλοί άνθρωποι καταπλακωθέντες, εθανατώθησαν. Διά τούτο και κατά την ημέραν ταύτην του Mεγαλομάρτυρος Δημητρίου, κάμνομεν την ενθύμησιν της φοβεράς εκείνης απειλής του σεισμού, πηγαίνοντες με λιτανείαν εις τον εν Bλαχέρναις Nαόν της Πανάγνου και Aγίας ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Mαρίας. Kαι τελούμεν εκεί την θείαν και ιεράν Λειτουργίαν. Mε τας πρεσβείας της οποίας Θεοτόκου, άμποτε να λυτρωθώμεν από κάθε απειλήν και φοβερισμόν θεϊκόν, και να τύχωμεν της απολαύσεως των αιωνίων αγαθών, εν Xριστώ Iησού τω Kυρίω ημών, ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Aμήν.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)