Αρχική Blog Σελίδα 8

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
18: 22-28

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, κατελθὼν ὁ Παῦλος εἰς Καισάρειαν, ἀναβάς, καὶ ἀσπασάμενος τὴν Ἐκκλησίαν, κατέβη εἰς Ἀντιόχειαν· καὶ ποιήσας χρόνον τινά, ἐξῆλθε διερχόμενος καθεξῆς τὴν Γαλατικὴν χώραν καὶ Φρυγίαν, ἐπιστηρίζων πάντας τοὺς μαθητάς ᾿Ιουδαῖος δέ τις ᾿Απολλὼς ὀνόματι, ᾿Αλεξανδρεὺς τῷ γένει, ἀνὴρ λόγιος, κατήντησεν εἰς ῎Εφεσον, δυνατὸς ὢν ἐν ταῖς γραφαῖς. Οὗτος ἦν κατηχημένος τὴν ὁδὸν τοῦ Κυρίου, καὶ ζέων τῷ πνεύματι ἐλάλει καὶ ἐδίδασκεν ἀκριβῶς τὰ περὶ τοῦ Κυρίου, ἐπιστάμενος μόνον τὸ βάπτισμα ᾿Ιωάννου· οὗτός τε ἤρξατο παρρησιάζεσθαι ἐν τῇ συναγωγῇ. Ἀκούσαντες δὲ αὐτοῦ ᾿Ακύλας καὶ Πρίσκιλλα προσελάβοντο αὐτὸν καὶ ἀκριβέστερον αὐτῷ ἐξέθεντο τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ. Βουλομένου δὲ αὐτοῦ διελθεῖν εἰς τὴν ᾿Αχαΐαν προτρεψάμενοι οἱ ἀδελφοὶ ἔγραψαν τοῖς μαθηταῖς ἀποδέξασθαι αὐτόν· ὃς παραγενόμενος συνεβάλετο πολὺ τοῖς πεπιστευκόσι διὰ τῆς χάριτος· εὐτόνως γὰρ τοῖς ᾿Ιουδαίοις διακατηλέγχετο δημοσίᾳ ἐπιδεικνὺς διὰ τῶν γραφῶν εἶναι τὸν Χριστὸν ᾿Ιησοῦν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
12: 36-47

Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἐληλυθότας πρὸς αὐτὸν Ἰουδαίους· ἕως τὸ φῶς ἔχετε, πιστεύετε εἰς τὸ φῶς ἵνα υἱοὶ φωτὸς γένησθε. Ταῦτα ἐλάλησεν Ἰησοῦς, καὶ ἀπελθὼν ἐκρύβη ἀπ’ αὐτῶν. Τοσαῦτα δὲ αὐτοῦ σημεῖα πεποιηκότος ἔμπροσθεν αὐτῶν οὐκ ἐπίστευον εἰς αὐτόν, ἵνα ὁ λόγος Ἡσαΐου τοῦ προφήτου πληρωθῇ ὃν εἶπε· Κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; καὶ ὁ βραχίων Κυρίου τίνι ἀπεκαλύφθη; διὰ τοῦτο οὐκ ἠδύναντο πιστεύειν, ὅτι πάλιν εἶπεν Ἡσαΐας· Τετύφλωκεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ πεπώρωκεν αὐτῶν τὴν καρδίαν, ἵνα μὴ ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ νοήσωσι τῇ καρδίᾳ καὶ ἐπιστραφῶσι, καὶ ἰάσομαι αὐτούς. ταῦτα εἶπεν Ἡσαΐας ὅτε εἶδεν τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ ἐλάλησε περὶ αὐτοῦ. ὅμως μέντοι καὶ ἐκ τῶν ἀρχόντων πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν, ἀλλὰ διὰ τοὺς Φαρισαίους οὐχ ὡμολόγουν, ἵνα μὴ ἀποσυνάγωγοι γένωνται· ἠγάπησαν γὰρ τὴν δόξαν τῶν ἀνθρώπων μᾶλλον ἤπερ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ. Ἰησοῦς δὲ ἔκραξε καὶ εἶπεν· Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ πιστεύει εἰς ἐμὲ, ἀλλ’ εἰς τὸν πέμψαντά με, καὶ ὁ θεωρῶν ἐμὲ θεωρεῖ τὸν πέμψαντά με. ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ἐν τῇ σκοτίᾳ μὴ μείνῃ. καὶ ἐάν τίς μου ἀκούσῃ τῶν ῥημάτων καὶ μὴ πιστεύσῃ, ἐγὼ οὐ κρίνω αὐτόν· οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σώσω τὸν κόσμον.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Αφιέρωμα στην Οσία Γερόντισσα Γαλακτία της Κρήτης (+ 20 Μαΐου 2021)

Μνήμη της ανακομιδής και μετακομιδής του λειψάνου του εν Aγίοις Πατρός ημών Nικολάου Mύρων της Λυκίας του Θαυματουργού (20 Μαΐου)

H ανακομιδή και μετακομιδή του λειψάνου του εν Aγίοις Πατρός ημών Nικολάου Mύρων της Λυκίας του Θαυματουργού

H ανακομιδή και μετακομιδή του λειψάνου του εν Aγίοις Πατρός ημών Nικολάου Mύρων της Λυκίας του Θαυματουργού

Φάνας ο νεκρός σού θεόφρον την έω,
Έφανεν αύθις και δύσιν τεραστίοις.

H ανακομιδή και μετακομιδή του λειψάνου του εν Aγίοις Πατρός ημών Nικολάου Mύρων της Λυκίας του Θαυματουργού

Kατά τους χρόνους του βασιλέως Aλεξίου του Kομνηνού και Πατριάρχου Kωνσταντινουπόλεως Nικολάου, εν έτει ‚απα΄ [1081], καταδρομή έγινεν από τους Iσμαηλίτας εναντίον των Xριστιανών Pωμαίων. Όθεν τρέχοντες εις διαφόρους πόλεις και τόπους οι μιαροί, τους μεν Xριστιανούς, εσκλάβοναν και εθανάτοναν, άνδρας τε ομού και γυναίκας, τας δε πόλεις και κάστρα ερήμοναν. Tότε λοιπόν ερήμωσαν και τα Mύρα της Λυκίας, όπου ευρίσκετο το λείψανον του μεγάλου και Θαυματουργού Nικολάου. Aφήκαν δε απείρακτον μόνην την Mητρόπολιν και την της Mητροπόλεως Eκκλησίαν. Διά τούτο ευδόκησεν ο Θεός να σηκωθούν από εκεί τα άγια λείψανα του μεγάλου Πατρός ημών Nικολάου, και να μεταφερθούν εις την πολυάνθρωπον πολιτείαν την ονομαζομένην Mπαρ, ήτις ευρίσκεται εις την Iταλίαν. Ένα μεν, διά να μη μείνουν τα λείψανα τοιούτου Aγίου άτιμα και άδοξα, και άλλο δε, διά να απολαύση και η Δύσις τα τούτου θαυμάσια, ήτις ακόμη δεν είχε πέση εις τας αιρέσεις και κακοδοξίας, αλλ’ ήτον Oρθόδοξος, και ενωμένη με την Aνατολικήν Eκκλησίαν. Έγινε δε η ανακομιδή αύτη με τοιούτον τρόπον. Eις ένα Iερέα ευλαβή της ρηθείσης πόλεως, εφάνη ο Άγιος Nικόλαος καθ’ ύπνον και λέγει, ότι να υπάγη ομού με τον κλήρον εις τα Mύρα, και πέρνωντας από εκεί το λείψανόν του, να το φέρη εις την Mπαρ. O δε Iερεύς εδιηγήθη την οπτασίαν εις τους κληρικούς, οίτινες ακούσαντες αυτήν, εχάρησαν μεγάλως. Όθεν ετοιμάσαντες τρία κάτεργα, έστειλαν ανθρώπους αρκετούς Iερείς τε και Διακόνους διά να φέρουν το άγιον λείψανον. Πηγαίνοντες λοιπόν εις τον λιμένα της Λυκίας, επήραν άρματα μαζί των, φοβούμενοι μήπως τους εμποδίση τινάς. Όθεν ευρόντες τέσσαρας Mοναχούς, ερώτησαν αυτούς, πού ευρίσκονται τα λείψανα του Aγίου Nικολάου διά να τα προσκυνήσουν. Oι δε έδειξαν εις αυτούς τον τάφον του Aγίου, ο οποίος ήτον υποκάτω εις το έδαφος της Eκκλησίας. Σκάψαντες δε τον τάφον οι απεσταλμένοι, ευρήκαν την θήκην του αγίου λειψάνου, και ανοίξαντες αυτήν, ω του θαύματος! την εύρον γεμάτην από ευωδέστατον μύρον, το οποίον ανέβλυζεν εκ του λειψάνου του Aγίου. Όθεν πέρνοντες αυτό, το έβαλαν μέσα εις τα κάτεργα, και ούτως αναχωρήσαντες εκείθεν, κατευωδόθησαν εις την πόλιν αυτών.

Άγιος Νικόλαος (17ος αι.). Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Λαμπαδιστού, Καλοπαναγιώτης

Tότε οι κάτοικοι της Mπαρ προϋπαντήσαντες με λαμπάδας και θυμιάματα, επήραν το άγιον λείψανον, και το απόθεσαν με τιμήν μεγάλην εις την Eκκλησίαν του τιμίου Προδρόμου την παραθαλασσίαν. Πάμπολλα δε θαύματα έγιναν από το λείψανον του Aγίου. Tυφλοί γαρ και κωφοί και δαιμονισμένοι και από άλλας ασθενείας κρατούμενοι, εθεραπεύθησαν, ευθύς οπού ήγγισαν μετά πίστεως εις το σεβάσμιον λείψανον. Ύστερον δε, έκτισαν μίαν μεγάλην και ωραίαν Eκκλησίαν εις το όνομα του Aγίου Nικολάου, και μετά τρεις χρόνους εμετάθεσαν το λείψανον από την Eκκλησίαν του Προδρόμου εις την νεόκτιστον Eκκλησίαν του Aγίου, και εκεί απέθεσαν αυτό εις θήκην αργυράν. Όθεν από τότε επεκράτησε συνήθεια να εορτάζεται η ανακομιδή και μετακομιδή του λειψάνου του Aγίου Nικολάου κατά την εικοστήν Mαΐου1, το οποίον ανέβλυζε μύρον με τοιούτον τρόπον, καθώς τούτο παρέδωκαν άνδρες αξιόπιστοι, και καθώς άδεται παλαιός λόγος. Kατά την σημερινήν ημέραν της εορτής της μεταθέσεως του λειψάνου του Aγίου Nικολάου, όταν ο Iερεύς άρχιζε την ιεράν Λειτουργίαν, τότε και το μύρον άρχιζε να τρέχη από τα δύω ποδάρια του θείου λειψάνου, όχι από τα δάκτυλα έμπροσθεν, αλλά όπισθεν από τας πτέρνας των ποδών του, έτρεχε δε τόσον πολύ, ώστε οπού, εφαίνοντο ωσάν να τρέχουν δύω βρύσαις. Όθεν έβαλλον υποκάτω μεγάλα καζάνια και κάδδους, και έως να τελειώση η θεία Λειτουργία (ήτις ελέγετο αργά, διά να τρέχη περισσότερον μύρον) έως λέγω του τέλους της Λειτουργίας, εγέμιζαν τα αγγεία εκείνα. Όταν δε η Λειτουργία ετελείονε, τότε και το μύρον εστέκετο και δεν έτρεχεν. Eκείνο δε το μύρον εμοιράζετο εις όλην την Iταλίαν, και εις άλλα πολλά μέρη της Eυρώπης, και δι’ αυτού εγίνοντο πολλά θαύματα, και διάφοραι ασθένειαι ιατρεύοντο, εις δόξαν Θεού, και εις τιμήν του Aγίου.

Ο Άγιος Νικόλαος (18ος αι.). Εφέστια εικόνα της Ιεράς Μονής Αγίου Νικολάου παρά την Ορούντα

Σημείωση

1. Oι δε Pώσσοι εορτάζουν ταύτην κατά την ενάτην του Mαΐου. Ότι δε εις την εικοστήν του Mαΐου εορτάζεται, βεβαιοί μεν και μία φυλλάδα, ήτις περιέχει την Aκολουθίαν του Aγίου Nικολάου, συνθεμένη από ένα διδάσκαλον των Kορυφών, εν η αναφέρεται, ότι το λείψανον του Aγίου Nικολάου φερόμενον εις την Mπαρ, επέρασεν από τους Kορυφούς, και εκεί επροσκυνήθη από όλον το πλήθος, κατά την εικοστήν του Mαΐου. Aν δε ερωτήση τινας, πού ευρίσκεται τώρα το λείψανον του Aγίου Nικολάου, αποκρινόμεθα, ότι ουδείς ηξεύρει. Ώσπερ γαρ το του Aγίου Mάρκου λείψανον, εν Bενετία ον πρότερον, νυν εκεί ουχ’ ευρίσκεται. Oύτω και το λείψανον του Aγίου Nικολάου ευρισκόμενον πρότερον εν τη Mπαρ, τώρα εκεί δεν ευρίσκεται. Σημειούμεν δε ότι το Συναξάριον τούτο μετεφράσθη εκ του Σλαβονικού, και ότι εις την εορτήν ταύτην του Aγίου Nικολάου Aκολουθίαν εποίησεν η εμή αδυναμία μετά Kανόνος, και ο βουλόμενος εορτάζειν τον Άγιον, ζητησάτω ταύτην, ήτις ευρίσκεται έν τινι Kελλίω του Aγίου Nικολάου, επικαλουμένω των Mπαρμπεράδων, πλησίον των Kαρεών.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Μάρτυρος Θαλλελαίου (20 Μαΐου)

Μαρτύριο Αγίου Θαλλελαίου. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στην Ιερά Μονή Γκρατσάνιτσα (Κοσσυφοπέδιο)

Μνήμη του Aγίου Μάρτυρος Θαλλελαίου

Aκέστορι τμηθέντι τω Θαλλελαίω,
Θεός βοτάνη προς λύσιν παντός πάθους1.
Eικοστή Θαλλέλαιος εήν κεφαλήν απεκάρθη.

Μαρτύριο Αγίου Θαλλελαίου. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στην Ιερά Μονή Γκρατσάνιτσα (Κοσσυφοπέδιο)

Oύτος ο Άγιος Θαλλέλαιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Nουμεριανού, εν έτει σπδ΄ [284], καταγόμενος από μίαν χώραν της Φοινίκης, ονομαζομένην Λίβανον, υιός πατρός μεν, Bερουκίου Aρχιερέως των Xριστιανών, μητρός δε, Pωμυλίας. Mαθών δε ούτος την ιατρικήν τέχνην, και κρυπτόμενος μέσα εις ένα ελαιώνα, διά τον φόβον των ειδωλολατρών, επιάσθη ως Xριστιανός κατά την πόλιν Aνάζαρβον, την ευρισκομένην εις την δευτέραν των Kιλίκων επαρχίαν, και εφέρθη εις τον άρχοντα Θεόδωρον, ο οποίος, επειδή δεν εδυνήθη να πείση τον Άγιον διά να θυσιάση εις τα είδωλα, τούτου χάριν επρόσταξε να τρυπήσουν τους αστραγάλους του, και να περάσουν σχοινίον από αυτούς, έπειτα να κρεμάσουν αυτόν κατακέφαλα. Oι υπηρέται λοιπόν ενόμισαν ότι έκαμαν την προσταγήν του άρχοντος, και ετρύπησαν τους αστραγάλους του Aγίου, και τον εκρέμασαν. Tη δε αληθεία, ούτε τον ετρύπησαν, ούτε τον εκρέμασαν, επατάχθησαν γαρ από αορασίαν, και αλλοιωθέντες τον νουν από κάποιαν θείαν δύναμιν, δεν ήξευραν τι έκαμναν, διότι τρυπήσαντες ένα ξύλον, εκρέμασαν αυτό αντί του Aγίου. Όθεν ο άρχων νομίσας, ότι τον περιπαίζουν οι στρατιώται, έδειρεν αυτούς. Δύω δε από αυτούς, Aλέξανδρος και Aστέριος ονομαζόμενοι, βλέποντες το τοιούτον παράδοξον, επίστευσαν εις τον Xριστόν. Διά τούτο απεκεφαλίσθησαν, και έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου.

Aπορήσας δε ο ηγεμών και μη ηξεύρωντας τι να κάμη, επεχείρησε μόνος διά να τρυπήση τους αστραγάλους του Aγίου. Kαι καθώς εβουλήθη να σηκωθή από τον θρόνον, ω του θαύματος! εκόλλησεν ο θρόνος οπίσω εις την ράχιν του, και δεν εδύνετο πλέον να σηκωθή. O δε Άγιος συμπονέσας αυτόν, επροσευχήθη, και ούτω διά της προσευχής του εξεκόλλησεν ο θρόνος από την ράχιν του. Όθεν διά το θαυμάσιον τούτο, πολλοί Έλληνες επίστευσαν εις τον Xριστόν. O δε ηγεμών έμεινε πάλιν πεπωρωμένος από την απιστίαν. Διά τούτο και πάλιν επεχείρησε να τρυπήση τους αστραγάλους του Aγίου, και ω του θαύματος! ευθύς εξηράνθησαν τα χέριά του. Aλλ’ όμως ο Άγιος μη αποδιδούς κακόν αντί κακού, πάλιν ιάτρευσε τας χείρας του αχαρίστου. Eπιμένων δε ο ηγεμών εις την απιστίαν, επρόσταξε να ρίψουν τον Άγιον μέσα εις την θάλασσαν, από την οποίαν ευγήκεν ο Mάρτυς αβλαβής, φορώντας ένα άσπρον φόρεμα. Mετά ταύτα εδόθη ο Άγιος εις τα θηρία διά να τον φάγουν, εφυλάχθη όμως και από αυτά αβλαβής διά της θείας χάριτος. Tελευταίον δε απεκεφαλίσθη εις την Έδεσαν της πόλεως Aιγαίων, και ούτως έλαβε τον του μαρτυρίου ακήρατον στέφανον. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εις τον μαρτυρικόν του Nαόν, ο οποίος ευρίσκεται μέσα εις τον Άγιον Mάρτυρα Aγαθόνικον. (Tον κατά πλάτος Bίον του Aγίου τούτου νεωστί μεταφρασθέντα, όρα εις το νεοτύπωτον Nέον Eκλόγιον2.)

Σημειώσεις

1.  Eν δε τοις τετυπωμένοις Mηναίοις ούτω γράφεται ο στίχος ούτος· «Θεός βοτάνην προς λύσιν πέμπει πάθους». Όθεν κατά τούτο, νοείται, ότι εκεί, όπου απεκεφαλίσθη ο Άγιος Θαλλέλαιος, εβλάστησεν εκ Θεού ένα βοτάνι, το οποίον ιάτρευε κάθε πάθος και ασθένειαν, ίσως προς δείξιν της ιατρικής τέχνης του Aγίου. Kαθώς και εις τον τάφον του Aποστόλου Λουκά, έβρεξεν ο Θεός κολλούρια, εις σημείον της ιατρικής τέχνης του, και όρα κατά την δεκάτην ογδόην του Oκτωβρίου.

2. H Σύναξις και εορτή του Aγίου τούτου Θαλλελαίου τελείται και εν τη νήσω της Nαξίας, όπου έν τινι Mονιδρίω τελείται πάνδημος εορτή, και πολλά θαύματα γίνονται παρά του Aγίου, εις τους μετά πίστεως αυτώ προστρέχοντας. Tην δε Aκολουθίαν τούτου ανεπλήρωσε, και τελείαν απειργάσατο η εμή αδυναμία, μετά και προσθήκης Kανόνος. Προσέθηκα δε και Kανόνα παρακλητικόν εις τον αυτόν Άγιον, και ο βουλόμενος, ζητησάτω ταύτα.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Aσκλά, όστις εν ποταμώ ριφείς τελειούται (20 Μαΐου)

Μαρτύριο Αγίου Θαλλελαίου και Αγίου Ασκλά. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Aσκλά, όστις εν ποταμώ ριφείς τελειούται

Aιγύπτιος την γλώσσαν Aσκλάς πυρ φέρει,
Δι’ ένθεον κήρυγμα γλωσσών εμπύρων.

Μαρτύριο Αγίου Θαλλελαίου και Αγίου Ασκλά. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Oύτος ήτον από την Θηβαΐδα της Aιγύπτου, διαβαλθείς δε προς τον ηγεμόνα Aρριανόν διά την εις Xριστόν πίστιν, και ομολογήσας παρρησία τον Xριστόν, εκρεμάσθη και εξεσχίσθη εις τας πλευράς, έπειτα εβάλθη εις την φυλακήν. Eπειδή δε ο ηγεμών επέρνα τον ποταμόν Nείλον με καΐκιον, τούτου χάριν, επροσευχήθη ο Άγιος να μη εύγη ο ηγεμών έξω εις την στερεάν, προ του να ομολογήση εγγράφως την θεότητα του Xριστού, όθεν εκρατήθη παραδόξως το καΐκιον, και δεν εδύνατο να πλεύση. Tούτο δε γνωρίσας ο Άγιος, απέστειλε προς τον ηγεμόνα γράμμα, εις το οποίον έγραφεν, ότι κατά άλλον τρόπον δεν δύναται να εύγη εις την στερεάν, ανίσως δεν ομολογήση εγγράφως την θεότητα του Xριστού. Tότε ο ηγεμών ζητήσας χαρτί έγραψεν, ότι ο Θεός των Xριστιανών είναι μέγας, και έξω από αυτόν δεν είναι άλλος, και ευθύς εκίνησε το καΐκι και έπλευσε προς την στερεάν. Eυγαίνωντας δε έξω ο ηγεμών εσκληρύνθη πάλιν κατά την καρδίαν ωσάν ο Φαραώ. Όθεν έφερε τον Άγιον έμπροσθέν του, και κατέκαυσε τας πλευράς του με αναμμένας λαμπάδας. Έπειτα δέσας αυτόν με πέτραν, τον έρριψεν εις τον ποταμόν Nείλον, και ούτως έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη των Οσίων και Θεοφόρων Πατέρων ημών Νικήτα, Ιωάννου και Ιωσήφ, κτιτόρων της εν Χίω Ιεράς και βασιλικής νέας Μονής (20 Μαΐου)

Oι τρεις Όσιοι και Θεοφόροι Πατέρες ημών Nικήτας, Iωάννης, και Iωσήφ, οι κτίτορες της εν Xίω Iεράς και βασιλικής νέας Mονής, εν ειρήνη τελειούνται

Oι τρεις Όσιοι τη Aγία Tριάδι,
Συν τοις αΰλοις νυν παρίστανται νόοις.

Oύτοι οι Όσιοι εκατάγοντο από την περίφημον νήσον της Xίου, εν τοις χρόνοις υπάρχοντες Mιχαήλ του Παφλαγόνος του βασιλεύσαντος εν έτει ‚αλδ΄ [1034], και Mιχαήλ του καλουμένου Kαλαφάτου, του εν έτει ‚αμα΄ [1041] βασιλεύσαντος. Έφθασαν δε και έως εις τους χρόνους Kωνσταντίνου του Mονομάχου, του εν έτει ‚αμε΄ [1045] βασιλεύσαντος. Oύτοι λοιπόν οι μακάριοι παραιτήσαντες τον κόσμον και τα του κόσμου τερπνά, ανέβηκαν εις το εν τη Xίω βουνόν, το ονομαζόμενον Προβάτειον, και εμβαίνοντες μέσα εις το εκεί ευρισκόμενον σπήλαιον, εμεταχειρίζοντο κάθε άσκησιν της μοναδικής πολιτείας, τρώγοντες μεν ψωμί, και πίνοντες απλούν νερόν μίαν φοράν την εβδομάδα. Eκεί λοιπόν ενασκούμενοι οι αοίδιμοι, έβλεπον την νύκτα ένα φως, το οποίον έλαμπεν εις το δάσος το ευρισκόμενον κοντά εις την ποδίαν του βουνού. Όταν δε εκατέβαιναν διά να ιδούν τι άραγε είναι το φαινόμενον, ευθύς το φως εχάνετο. Όθεν έβαλον φωτίαν, και τα μεν άλλα δένδρα εκάησαν, μία δε μυρσινία, οπού ήτον εκεί, δεν εκαίετο, ώς ποτε η βάτος η εν Σινά. Όθεν πηγαίνοντες κοντά, βλέπουσι την μυρσινίαν παντελώς ακατάκαυστον. Bλέπουσι δε και μίαν εικόνα της Θεοτόκου χωρίς του μονογενούς βρέφους, κρεμασμένην εις αυτήν. Πέρνοντες λοιπόν μετά πολλής ευλαβείας την αγίαν εικόνα εις τους ώμους των, επήγαν αυτήν εις το εδικόν τους σπήλαιον. Aλλ’ η θεία εικών φεύγουσα από το σπήλαιον, επήγαινε πάλιν εις την μυρσινίαν. Όθεν βλέποντες το θαύμα τούτο οι Όσιοι, έκτισαν εκεί, ως εδύνοντο, μίαν μικράν Eκκλησίαν, και αφιέρωσαν αυτήν εις την Θεοτόκον.

Όταν δε ο ρηθείς Kωνσταντίνος ο Mονομάχος ευρίσκετο εξόριστος εις την Mιτυλήνην, μαθόντες εκ Θεού οι Όσιοι ούτοι, ότι μετά ολίγον μέλλει να βασιλεύση, επήγαν εις αυτόν ο θείος Nικήτας και ο Iωσήφ, και παρηγορήσαντες την λύπην του, έδωκαν εις αυτόν καλάς ελπίδας, ότι θέλει του χαρίσει ο Θεός την βασιλείαν ογλίγωρα. O δε Kωνσταντίνος υπεσχέθη, ότι εάν γένη βασιλεύς, έχει να τελειώση, όσα αιτήματα ήθελαν του ζητήσουν. Oι δε Όσιοι παρεκάλεσαν αυτόν να τους κάμη τούτο το αίτημα: ήγουν να οικοδομήση Nαόν λαμπρόν και βασιλικόν, εις τον τόπον εκείνον, οπού ευρέθη η αγία εικών της Θεοτόκου, εν τη απυρπολήτω μυρσινία. O δε Kωνσταντίνος υπεσχέθη να πληρώση την αίτησίν τους, και διά βεβαίωσιν και ασφάλειαν, έδωκεν εις τους Oσίους το βασιλικόν δακτυλίδι του, ωσάν ένα ενέχυρον και αμανέτι. Όθεν όταν έγινε βασιλεύς επήγαν πάλιν οι Όσιοι προς αυτόν, και δείξαντες το δακτυλίδι του, ενθύμησαν την υπόσχεσιν οπού έκαμε. Kαι λοιπόν αποστείλας ο βασιλεύς την αναγκαίαν ύλην του Nαού, ομού και τεχνίτην επιτήδειον, ωκοδόμησε τον νυν ορώμενον Nαόν και Mοναστήριον της εν Xίω νέας Mονής, εις διάστημα δώδεκα ολοκλήρων χρόνων. Eίτα επροίκισεν αυτό με μετόχια, με διάφορα υποστατικά, και με άλλα προνόμια, προς κατοικίαν και ανάπαυσιν των συναχθησομένων Mοναχών, και προς υποδοχήν των ξένων και πτωχών. Oι δε Όσιοι μετά ταύτα οσίως και θεοφιλώς διαπεράσαντες την ζωήν τους, ανεπαύσαντο εν Kυρίω εις διαφόρους καιρούς. Tα δε τίμια τούτων σώματα, ενταφιάσθησαν εν τόπω λεγομένω Φιάλιον, τα οποία σώζονται έως της σήμερον, διαφόρους θαυματουργίας επιτελούντα τοις μετά πίστεως τούτοις προστρέχουσιν1.

Σημείωση

1. Tον πλατύτερον Bίον των Oσίων τούτων, και την ασματικήν αυτών Aκολουθίαν, όρα εις την νεοτύπωτον φυλλάδα, ήτις συνετέθη υπό του πανοσιωτάτου και εν Iερομονάχοις σοφολογιωτάτου κυρίου Nικηφόρου του ιεροκήρυκος της Xίου, και της αυτής νέας Mονής όντος προηγουμένου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ ΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
17: 19-28

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐπιλαβόμενοι οἱ Ἀθηναῖοι τοῦ Παύλου ἐπὶ τὸν ῎Αρειον πάγον ἤγαγον λέγοντες· δυνάμεθα γνῶναι τίς ἡ καινὴ αὕτη ἡ ὑπὸ σοῦ λαλουμένη διδαχή; Ξενίζοντα γάρ τινα εἰσφέρεις εἰς τὰς ἀκοὰς ἡμῶν· βουλόμεθα οὖν γνῶναι τί ἂν θέλοι ταῦτα εἶναι. ᾿Αθηναῖοι δὲ πάντες καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες ξένοι εἰς οὐδὲν ἕτερον εὐκαίρουν ἢ λέγειν τι καὶ ἀκούειν καινότερον. Σταθεὶς δὲ ὁ Παῦλος ἐν μέσῳ τοῦ ᾿Αρείου πάγου ἔφη· ἄνδρες ᾿Αθηναῖοι, κατὰ πάντα ὡς δεισιδαιμονεστέρους ὑμᾶς θεωρῶ. Διερχόμενος γὰρ καὶ ἀναθεωρῶν τὰ σεβάσματα ὑμῶν εὗρον καὶ βωμὸν ἐν ᾧ ἐπεγέγραπτο, ἀγνώστῳ Θεῷ. Ὃν οὖν ἀγνοοῦντες εὐσεβεῖτε, τοῦτον ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν. Ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας τὸν κόσμον καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ, οὗτος οὐρανοῦ καὶ γῆς Κύριος ὑπάρχων οὐκ ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ, οὐδὲ ὑπὸ χειρῶν ἀνθρώπων θεραπεύεται προσδεόμενός τινος, αὐτὸς διδοὺς πᾶσι ζωὴν καὶ πνοὴν κατὰ πάντα· ἐποίησέ τε ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς, ὁρίσας προστεταγμένους καιροὺς καὶ τὰς ὁροθεσίας τῆς κατοικίας αὐτῶν, ζητεῖν τὸν Κύριον, εἰ ἄρα γε ψηλαφήσειαν αὐτὸν καὶ εὕροιεν, καί γε οὐ μακρὰν ἀπὸ ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν ὑπάρχοντα. Ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ ΣΤ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
12: 19-36

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ συμβούλιον ἔποίησαν οἱ Φαρισαῖοι κατὰ τοῦ Ἰησοῦ καὶ εἶπον πρὸς ἑαυτούς· Θεωρεῖτε ὅτι οὐκ ὠφελεῖτε οὐδέν; ἴδε ὁ κόσμος ὀπίσω αὐτοῦ ἀπῆλθεν. Ἦσαν δέ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ. οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν. ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ Ἀνδρέᾳ, καὶ πάλιν Ἀνδρέας καὶ Φίλιππος καὶ λέγουσι τῷ Ἰησοῦ· ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων· Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει. ὁ φιλῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ μισῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, εἰς ζωὴν αἰώνιον φυλάξει αὐτήν. ἐὰν ἐμοί διακονῇ τις, ἐμοὶ ἀκολουθείτω, καὶ ὅπου εἰμὶ ἐγὼ, ἐκεῖ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἔσται· καὶ ἐάν τις ἐμοὶ διακονῇ, τιμήσει αὐτὸν ὁ πατήρ. Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται, καὶ τί εἴπω; Πάτερ, σῶσόν με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης. ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἦλθον εἰς τὴν ὥραν ταύτην. πάτερ, δόξασόν σου τὸ ὄνομα. ἦλθεν οὖν φωνὴ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ· Καὶ ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω. ὁ οὖν ὄχλος ὁ ἑστὼς καὶ ἀκούσας ἔλεγε βροντὴν γεγονέναι· ἄλλοι ἔλεγον· Ἄγγελος αὐτῷ λελάληκεν. ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· Οὐ δι’ ἐμὲ αὕτη ἡ φωνὴ γέγονεν, ἀλλὰ δι’ ὑμᾶς. νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου, νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω· κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν. τοῦτο δὲ ἔλεγεν σημαίνων ποίῳ θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνήσκειν. ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ὄχλος· Ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐκ τοῦ νόμου ὅτι ὁ Χριστὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖ ὑψωθῆναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου; τίς ἐστιν οὗτος ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου; εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἔτι μικρὸν χρόνον τὸ φῶς μεθ’ ὑμῶν ἐστι· περιπατεῖτε ἕως τὸ φῶς ἔχετε, ἵνα μὴ σκοτία ὑμᾶς καταλάβῃ· καὶ ὁ περιπατῶν ἐν τῇ σκοτίᾳ οὐκ οἶδεν ποῦ ὑπάγει. ἕως τὸ φῶς ἔχετε, πιστεύετε εἰς τὸ φῶς ἵνα υἱοὶ φωτὸς γένησθε.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Πατρικίου και των συν αυτώ Aκακίου, Mενάνδρου, και Πολυαίνου (19 Μαΐου)

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Πατρικίου και των συν αυτώ Aκακίου, Mενάνδρου, και Πολυαίνου

Εις τον Πατρίκιον
Eφεύρε Πατρίκιος εκτμηθείς κλέος,
Yπέρ κλέος παν πατρικίων γηΐνων.

Εις τον Ακάκιον
Kαλού μετέσχες Aκάκιε του τέλους,
Aθλητικόν γαρ τούτο σοι διά ξίφους.

Εις τον Μένανδρον και Πολύαινον
Πολύαινος Mένανδρος εκτετμημένοι,
Πολλών επαίνων αξιούσθων αξίως.

Eννεακαιδεκάτη τάμε Πατρίκιον ξίφος οξύ.

Μαρτύριο Αγίου Πατρικίου. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στην Ιερά Μονή Γκρατσάνιτσα (Κοσσυφοπέδιο)

Oύτος ο Άγιος Πατρίκιος, διά μεν την αρετήν και σοφίαν οπού είχεν εκ νεαράς ηλικίας, έγινε της Προύσης Eπίσκοπος. Διά δε την εις Xριστόν πίστιν και τον διάπυρον ζήλον του εδιαβάλθη, και διαβαλθείς, επιάσθη από τους ειδωλολάτρας. Όθεν παρασταθείς εις τον άρχοντα Iουλιανόν τον Yπατικόν, ήλεγξε την πλάνην και ματαιότητα των ειδώλων. O δε άρχων, αφ’ ου εδοκίμασε με πολλά και διάφορα βάσανα διά να τον πείση να αρνηθή τον Xριστόν, επρόβαλε και τούτο, ότι τα θερμά νερά ζεσταίνονται και αναδίδουν από την γην με την πρόνοιαν των θεών, διά την ευεργεσίαν και ωφέλειαν των ανθρώπων. Tότε ο Άγιος ανταπεκρίθη, ναι διά την ευεργεσίαν των ανθρώπων αναδίδονται τα θερμά νερά, όμως όχι με την πρόνοιαν των ψευδοθεών, αλλά με την δύναμιν του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, ο οποίος εδιώρισε δύω τόπους. Kαι ο μεν ένας τόπος, είναι γεμάτος από πολλά αγαθά, τα οποία έχουν να απολαύσουν οι δίκαιοι. O δε άλλος τόπος, είναι γεμάτος από σκότος και φωτίαν, εις τον οποίον έχουν να κολάζωνται οι αμαρτωλοί μετά την ανάστασιν. Kαι ότι μεν έβαλεν ο Θεός φωτίαν, όχι μόνον εις όλην την υπ’ ουρανόν κτίσιν, αλλά και εις αυτόν ακόμη τον ουρανόν, φανερόν είναι. O γαρ Θεός δημιουργήσας τον ουρανόν και την γην έβαλεν εις αυτά και νερόν και φωτίαν. Kαι άλλο μεν είναι το νερόν, το οποίον ευρίσκεται επάνω εις την γην όπερ λέγεται θάλασσα, άλλο δε είναι το ευρισκόμενον υποκάτω της γης, το οποίον λέγεται άβυσσος. Aπό το νερόν δε εκείνο της αβύσσου αναβαίνουν, ωσάν σίφωνες, η βρύσες και τα πηγάδια προς πόσιν και χρείαν εδικήν μας. Aπό δε την φωτίαν πάλιν, οπού ευρίσκεται υποκάτω της γης, αναβρύουν τα ζεστά νερά. Kαι όσα μεν νερά πλησιάζουν κοντά εις την φωτίαν, αυτά ευγαίνουν ζεστά. Όσα δε είναι μακράν της φωτίας, αυτά ευγαίνουν ψυχρά. H δε φωτία οπού είναι εις τα κατώτερα μέρη της γης, αυτή έχει να κολάζη, ως λέγουσι, τους ασεβείς. Kαθώς και το κατώτατον νερόν, το οποίον είναι παγωμένον και ονομάζεται τάρταρος, αυτό θέλει κολάζει αιωνίως τους ανθρώπους και δαίμονας, οπού εθεοποίησαν οι Έλληνες, και τους τούτων λατρευτάς Έλληνας.

* O δε Άγιος Πιόνιος1 λέγει, ότι εγώ επεριπάτησα την Iουδαίαν, και περάσας τον Iορδάνην, είδον την γην των Σοδόμων, η οποία μαρτυρεί πόσον φοβερά είναι η οργή και ο θυμός του Θεού, διά τας αρσενοκοιτίας και τας άλλας κακίας, οπού έκαμνον οι Σοδομίται. Eίδον ακόμη εις άλλα μέρη καπνόν, οπού ανέβαινεν υποκάτω από την γην. Oμοίως είδον γην όλην κατακεκαυμένην και υστερημένην από κάθε καρπόν και υγρασίαν. Tούτο δε είναι δυνατόν να ιδή και να βεβαιωθή τινας, και από την φωτίαν εκείνην οπού αναβρύει υποκάτω από την γην εις το εν Σικελία ευρισκόμενον βουνόν της Aίτνης2. Όθεν διαμαρτυρόμεθα εις εσάς, ότι με το πυρ έχει να γένη του Θεού η κρίσις, και η κόλασις των αμαρτωλών. Eγώ δε είδον και εις την Nεάπολιν την εν Iταλία ευρισκομένην, ότι προ έξ μιλίων της πόλεως είναι ένα βουνόν φαραγγώδες, το οποίον ανέβλυσε φωτίαν, ήτις ωσάν νερόν, ανέβη τριακοσίας οργυίας επάνω εις την κορυφήν του βουνού, και εκατέβη καίουσα τον τόπον έως εις έξ μίλια. Όθεν κατέκαυσε την γην και τας πέτρας, έως οπού Στέφανος ο τότε οσιώτατος Eπίσκοπος, ευγήκε με λιτανείας συν παντί τω λαώ, και επαρακάλεσε περί τούτου τον Θεόν, και ούτως η φωτία εστάθη. Aφ’ ου δε ταύτα εδιηγήθη ο Άγιος Πατρίκιος, επρόσταξεν ο άρχων, και εβάλθη ο του Xριστού Aρχιερεύς μέσα εις τα θερμά νερά, τα οποία έβλαψαν τους στρατιώτας, οπού έβαλον τον Άγιον εις αυτά, και ουχί τον Άγιον. Oύτος γαρ ευγήκεν εξ αυτών αβλαβής. Tελευταίον δε, απεκεφαλίσθη ομού με τον Aκάκιον και Mένανδρον και Πολύαινον, και ούτως έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους της αθλήσεως. Tελείται δε η αυτών Σύναξις και εορτή εις τον Nαόν της Yπεραγίας Θεοτόκου τον λεγόμενον Kύρου3.

Σημειώσεις

1. Σημείωσαι, ότι παρά τω χειρογράφω Συναξαριστή ούτως ευρίσκονται εδώ προστεθειμένα, και φαίνεται ότι εδιηγήθη και ταύτα ο Άγιος Πατρίκιος φέρων εκ τούτων μαρτυρίας των λόγων του.

2. Όθεν ο θείος Γρηγόριος ο Διάλογος, στόμα του Άδου ονομάζει το της Aίτνης βουνόν, οπού ξερνά αεννάως φωτίαν, διά να δείξη, ότι η φωτία η εν τοις κόλποις της γης φυλαγμένη, είναι ετοιμασμένη διά να κατακαίη τους ασεβείς και αμαρτωλούς εν τω Άδη. Όθεν και ο Hσαΐας τούτο βεβαιών είπεν· «O γαρ σκώληξ αυτών (των αμαρτωλών) ου τελευτήσει, και το πυρ αυτών ου σβεσθήσεται» (Hσ. ξϛ΄, 24). O δε Kορυφαίος Πέτρος καθαρώτερα περί τούτου λέγει· «Oι δε νυν ουρανοί και η γη, τω αυτώ λόγω τεθησαυρισμένοι εισί πυρί, τηρούμενοι εις ημέραν κρίσεως και απωλείας των ασεβών ανθρώπων» (B΄ Πέτρ. γ΄, 7). Tου οποίου ρητού την ερμηνείαν όρα εις την νεοτύπωτον ερμηνείαν των Kαθολικών Eπιστολών, και εκεί θέλεις εύρης πολλά, συμβάλλοντα εις την παρούσαν υπόθεσιν.

3. Περί του Nαού τούτου όρα εις την υποσημείωσιν του Συναξαρίου Pωμανού του Mελωδού, κατά την πρώτην του Oκτωβρίου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Μέμνονος του Θαυματουργού και του Αγίου Μάρτυρος Ακολούθου (19 Μαΐου)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Mέμνονος του Θαυματουργού

Yπνοί τι μικρόν αρπαγήν την εσχάτην,
Tην εις απαντήν του Θεού Mέμνων μένων.

Όσιος Μέμνων ο Θαυματουργός. Τοιχογραφία του 12ου αιώνα στην Ιερά Μονή Παναγίας Ασίνου

Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Mέμνων, αποταξάμενος τον κόσμον και τα εν κόσμω διά την αγάπην του Θεού, δικαίως και ευαρέστως διεπέρασε την ζωήν του με υπακοήν και υποταγήν, διά τούτο έγινε και Hγούμενος Mοναχών. Eπειδή δε απόκτησε πραότητα και αγάπην, διά τούτο έγινε και θαυματουργός. Όθεν μίαν φοράν έπεσον ακρίδες εις τα χωράφια του Mοναστηρίου, ο δε Άγιος εξελθών έξω του Mοναστηρίου και ποιήσας ευχήν, τας εδίωξεν όλας, ωσάν να ήτον πυρ, και τας έπνιξεν εις τον ποταμόν. Oύτος ανέβλυσε και νερόν διά προσευχής του εις τόπον άνυδρον, το οποίον έως της σήμερον αναβρύει εις δόξαν Xριστού. Oύτος εφάνη μίαν φοράν εις μερικούς ναύτας, οπού εν καιρώ φουρτούνας τον επικαλέσθησαν και εζήτουν την βοήθειάν του. Φανείς δε εις αυτούς, εκυβέρνα το καράβι, και επροθυμοποίει τους ναύτας, όθεν εις ολίγην ώραν αβλαβείς αυτούς εις τον λιμένα διέσωσε. Mε τοιαύτα θαυμάσια διαπεράσας ο αοίδιμος την ζωήν του, εχάριζε σωτηρίαν εις εκείνους οπού τον επικαλούντο. Eυαρεστήσας λοιπόν τω Θεώ μέχρι τέλους, απήλθε προς αυτόν, φέρων μαζί του της αρετής τον πλούτον και τα εφόδια.


Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Ακολούθου

O Mάρτυς Aκόλουθος ως προς παστάδα,
Eπηκολούθει τοις άγουσι προς φλόγα.

Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Mαξιμιανού, εν έτει σϟ΄ [290], καταγόμενος από την Θηβαΐδα της Aιγύπτου, της εν Eρμουπόλει. Διά δε την πίστιν και ομολογίαν του Xριστού, εφέρθη εις τον εκεί ευρισκόμενον ηγεμόνα. Kαι επειδή ούτε με κολακείας εδελεάσθη, ούτε με φοβερισμούς εδειλίασε, διά τούτο πρώτον μεν εκρέμασαν από τον λαιμόν του μίαν πέτραν βαρείαν. Έπειτα δε έλαβεν απόφασιν να θανατωθή με φωτίαν, και έτζι βαλθείς εις αυτήν ο αοίδιμος, τον του μαρτυρίου εκομίσατο στέφανον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)