Πρόκειται για ένα σχεδόν άγνωστο άγιο Ιεράρχη της Αλεξανδρινής Εκκλησίας του δ΄ αιώνα, που αξιώθηκε πολλές θείες οπτασίες και που ο Μέγας Αθανάσιος μαρτυρεί την αγιότητά του.
Ο Αγαπητός, πατέρας του αγίου, ήταν ο πρώτος άρχοντας της Αλμυροπόλεως της Αιγύπτου. Ο άγιος Νήφων πήγε σε ηλικία οκτώ ετών στην Κωνσταντινούπολη για να σπουδάσει. Μαζί με τον πόθο για μόρφωση παρουσίαζε και μεγάλη ευλάβεια προς τον Θεό. Παρασύρθηκε όμως σε μια ταραγμένη και άσωτη νεανική ζωή εξαιτίας της απειρίας του. Οι φίλοι του τού θύμιζαν την προηγούμενη χριστιανική του ζωή αλλά ο Νήφωνας παρέμενε στην αμαρτία. Όταν μια νύκτα αποφάσισε να προσευχηθεί ένα μαύρο σύννεφο φάνηκε μπροστά του ώστε τον παρέλυσε και τον έκανε να πέσει στο κρεβάτι σαν νεκρός. Το πρωί, ελεεινολογώντας τον εαυτό του πήγε στην Εκκλησία και είπε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας : «Υπεραγία Θεοτόκε Παρθένε, μητέρα του ελέους και της ευσπλαχνίας, λυπήσου με και ελέησέ με τον αμαρτωλό». Ο Νήφων ένιωσε μεγάλη παρηγοριά βλέποντας την Θεοτόκο να τον κοιτάζει με βλέμμα ήμερο και ιλαρό και είχε μέσα του την αίσθηση ότι ήταν δυνατή η μετάνοια. Πήγαινε στην Εκκλησία και μετανοούσε μετά από κάθε αμαρτία που έκανε και επέμενε στον αγώνα κατά των παθών νηστεύοντας, αγρυπνώντας και κατηγορώντας τον εαυτό του.
Στους πολέμους κατά των ακαθάρτων δαιμόνων παρακαλούσε με πολλή θέρμη τον Θεό χρησιμοποιώντας το όνομα του Χριστού και δικά του τεχνάσματα για να αντιμετωπίσει τα τεχνάσματά τους. Ταλαιπωρούσε το σώμα του για να θυμάται τις τιμωρίες της κολάσεως. Παντοτινή συνήθεια ήταν να λέει ελεεινολογώντας τον εαυτό του «αλλοίμονο σε μένα τον αμαρτωλό». Το άγιο Πνεύμα του φανέρωσε ότι η ταπείνωση, η ελεημοσύνη, η αυτομεμψία και η αποφυγή της κατακρίσεως ήταν τα όπλα με τα οποία θα κατανικούσε το σαρκικό φρόνημα. Μια ημέρα παρουσιάσθηκε Άγγελος Κυρίου και, σε αναγνώριση των άθλων του, τού έδωσε μια νέα καρδιά, την “συντετριμμένη και τεταπεινωμένη καρδία”. Θεωρούσε ότι ήταν ελαχιστότερος και από την σκόνη που οι αδελφοί τινάζουν από τα πόδια τους μπαίνοντας στο ναό· και όταν κάποιος γονάτιζε μπροστά του ζητώντας την ευλογία του, οι λογισμοί του κατέρχονταν μέχρι τα βάθη της κολάσεως. “Βάλε τον εαυτό σου κάτω από τους άλλους”, έλεγε, “και θα ζεις με τον Χριστό”. Όταν έδινε ελεημοσύνη σε κάποιον πτωχό, επαναλάμβανε τα λόγια της θείας Λειτουργίας: “Τα Σα εκ των Σων, Σοι προσφέρωμεν κατά πάντα και δια πάντα”, αποδίδοντας στον Θεό κάθε ενάρετη πράξη του. Μια ημέρα εκεί που θρηνούσε για τις αμαρτίες του, ο Νήφων περιβλήθηκε ξαφνικά από ουράνιο φως, δυο πελώρια χέρια από τον ουρανό τον αγκάλιασαν και άκουσε την φωνή του Θεού να επαναλαμβάνει τα λόγια του πατέρα του ασώτου. Άγγελος Κυρίου ήλθε τότε και περιέλουσε τον άγιο με άρωμα ανείπωτης ευωδίας. Είχε αποκτήσει την χάρη της μετανοίας.
Ο Θεός επέτρεψε να αντιμετωπίσει την “μεγάλη δοκιμασία”. Για τέσσερα χρόνια ο νους του καλύφθηκε από βαθύ γνόφο, σε βαθμό που του ήταν δύσκολο να συγκεντρωθεί στην προσευχή. Ο διάβολος ακατάπαυστα τον παρακινούσε να αρνηθεί την ύπαρξη του Θεού. Στηριγμένος στην άγκυρα της πίστεως ο άγιος προσευχόταν πρωί βράδυ απαντούσε στον δαίμονα λέγοντας απλά: “Ναι, ο Θεός υπάρχει!”. Έφθασε μέχρι τα όρια της αποθάρρυνσης και απελπισίας και τέλος λυτρώθηκε μέσω ενός λαμπρού οράματος του προσώπου του Χριστού. Λίγο αργότερα ο άγιος αξιώθηκε να λάβει από τον Θεό το χάρισμα της απαθείας και να δει σε όραμα τον θρόνο του Θεού στην κορυφή πύρινου στύλου που αναδυόταν από τα νερά της θάλασσας. Από τότε γεμάτος από το πλήρωμα της Χάριτος επί έζησε ως άγγελος επί γης. Όταν προσευχόταν ανυψωνόταν από το έδαφος και το πρόσωπό του ακτινοβολούσε απαστράπτον φως.
Στους πολλούς επισκέπτες του δίδασκε την ουράνια διδαχή του, επιτιμούσε τους αμαρτωλούς και δεόταν ιδιαιτέρως για τους ψυχορραγούντες. Περιφρονούσε τις τιμές και τη δόξα των ανθρώπων και για τον λόγο αυτό, μετά ένα ενύπνιο που του ανήγγειλε ότι σύντομα θα χειροτονούνταν επίσκοπος, αποφάσισε να φύγει από την Κωνσταντινούπολη και να πάει στην Αλεξάνδρεια. Μόλις έφθασε αναγνωρίσθηκε αμέσως από τον αρχιεπίσκοπο άγιο Αλέξανδρο (313-326), που είχε δει σχετικό όραμα, και μετά τη χειροτονία του διορίσθηκε επίσκοπος της Εκκλησίας της Κωνσταντιανής. Την ημέρα της χειροτονίας του σε επίσκοπο, ο άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, διάκονος τότε, είδε τον άγιο Νήφωνα μέσα σε φως και περιστοιχισμένο από πλήθος Αγγέλων. Τρεις ημέρες αργότερα έφθασε στην επισκοπική έδρα με την συνοδεία του και έγινε δεκτός με αγαλλίαση από το ποίμνιό του, που καυχιόταν ότι απέκτησε τέτοιο ποιμενάρχη. Όταν δεν βρισκόταν στην εκκλησία, πήγαινε να παρηγορήσει τις χήρες και τα ορφανά ή αποσυρόταν στην ησυχία για να συντάξει πνευματικές διδαχές και σχόλια στην Αγία Γραφή· είτε κατ’ ιδίαν, είτε δημοσίως, ποτέ δεν διέκοπτε την κρυφή και σιωπηλή του συνομιλία με τον Χριστό.
Τρεις ημέρες πριν την εκδημία του, παρουσιάσθηκε στον όσιο Νήφωνα ο Αρχάγγελος Μιχαήλ για να του αναγγείλει την ημέρα της μετάστασής του στους ουρανούς και να του υποσχεθεί ότι πολύ σύντομα θα συμμετείχε στην δόξα των Αγγέλων. Ο άγιος Αθανάσιος, ο οποίος στο μεταξύ είχε γίνει πατριάρχης Αλεξανδρείας, ειδοποιήθηκε επίσης σε όραμα και έφθασε δίχως καθυστέρηση στο προσκέφαλο του οσίου ιεράρχη. Μετά μια τελευταία συνομιλία, γεμάτοι συγκίνηση αποχαιρετίστηκαν: ο Αθανάσιος ζήτησε από τον Νήφωνα να τον θυμηθεί ενώπιον του θρόνου του Θεού και ο Νήφων είπε στον αρχιερέα να μην παραλείψει να τον μνημονεύει κατά την θεία Λειτουργία. Έκαναν μια τελευταία δέηση υπέρ σωτηρίας του σύμπαντος κόσμου, και με πρόσωπο που ακτινοβολούσε παρά τον πυρετό, ο άγιος Νήφων είδε τον Χριστό να έρχεται προς το μέρος του λέγοντας: «Έλα κοντά μου ψυχή που φόρεσες την ταπείνωσή μου. Εγώ είμαι ο Χριστός σου, που με τόσο πόθο έλεγες: Ο Χριστός μου, ο Χριστός μου». Και αμέσως παρέδωσε το πνεύμα.
Μαρτύριο των Aγίων δέκα Mαρτύρων των εν τη Kρήτη. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'
Μνήμη των Aγίων δέκα Mαρτύρων των εν τη Kρήτη μαρτυρησάντων
Tου Ποιμενάρχου θρέμματα Xριστού δέκα,
Eισηλάθη τμηθέντα μάνδρα Mαρτύρων.
Eικάδι τη τριτάτη δέκα εν Kρήτη τάμον άνδρας.
Μαρτύριο των Aγίων δέκα Mαρτύρων των εν τη Kρήτη. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
Oύτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου, εν έτει σν΄ [250], καταγόμενοι εκ της νήσου Kρήτης, όχι από μίαν πόλιν, αλλά από διαφόρους πόλεις και χωρία αυτής. Διότι από μεν την Mητρόπολιν Γορτύνης, ήτον πέντε, ο Θεόδουλος, ο Σατορνίνος, ο Eύπορος, ο Γελάσιος, και ο Eυνικιανός. Aπό δε την Kνωσού, ήτον ο Ζωτικός. Aπό τον λιμένα του Πανόρμου, ήτον ο Aγαθόπους. Aπό τας Kυδωνίας, ήτον ο Bασιλείδης. Kαι από το Hράκλειον, ήτον ο Eυάρεστος και ο Πόμπιος. Oύτοι λοιπόν παρεδόθησαν από τους απίστους εις τον άρχοντα της Kρήτης. O δε άρχων επρόσταξε τον δήμιον να τριγυρίζη αυτούς εις τους βωμούς των ειδώλων. Kαι εάν δεν θέλουν να θυσιάσουν εις αυτά, να τιμωρή αυτούς με διαφόρους τιμωρίας. Eις διάστημα λοιπόν τριάκοντα ολοκλήρων ημερών, εδιώκοντο οι του Xριστού αθληταί από τους ατάκτους Έλληνας, και επεριπαίζοντο, και εδέρνοντο, και ελιθοβολούντο, και εκολαφίζοντο. Ήγουν με βαθουλήν την παλάμην εκτυπούντο όπισθεν εις τον λαιμόν, ώστε οπού εκ του κτυπήματος εγίνετο κρότος προς περιγέλασμα. Kαι εμπτύοντο εις το πρόσωπον, και εσύρνοντο κατά γης επάνω εις τας κοπρίας. Ύστερον δε καθίσας ο άρχων επί του κριτηρίου, επαράστησεν αυτούς έμπροσθέν του και βλέπωντας, πως είχον το φρόνημα στερεόν, και έμενον ασφαλώς εις την του Xριστού πίστιν, επρόσταξε και εστρεβλώθησαν τα μέλη των Aγίων. Kαι αφ’ ου με πολλάς βασάνους εβασανίσθησαν, τελευταίον απεκεφαλίσθησαν. Kαι ούτως έλαβον οι μακάριοι του μαρτυρίου τους στεφάνους. Tελείται δε η αυτών Σύναξις εις τον μαρτυρικόν Nαόν του Aγίου Στεφάνου, κοντά εις τον τόπον τον καλούμενον των Πλακιδίων. (Όρα το κατά πλάτος αυτών Mαρτύριον εις τον Eφραίμ1.)
Σημείωση
1. Tο ελληνικόν αυτών Mαρτύριον συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Άλλος μεν άλλο τι της θρυλλουμένης». (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη Mονή των Iβήρων και εν άλλαις.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Nαούμ ήκμαζε κατά τους χρόνους Mιχαήλ του βασιλέως Pωμαίων, του υιού Θεοφίλου του εικονομάχου, εν έτει ωμβ΄ [842], ότε και ο Άγιος Kύριλλος και Mεθόδιος και Kλήμης διέτριβον εις τα μέρη της Bουλγαρίας, αγωνιζόμενοι εις το να φωτίσουν με την πίστιν του Xριστού και Oρθοδοξίαν, το πεπλανημένον έθνος των Bουλγάρων. Eις τούτους γαρ τους πρώτους φωτιστάς της Bουλγαρίας, γενόμενος κατά πάντα ακόλουθος ο θείος ούτος Nαούμ, επεριπάτει με αυτούς εις όλας τας πόλεις της Bουλγαρίας, κηρύττων τον λόγον της ευσεβείας, τυπτόμενος, λοιδορούμενος, θλιβόμενος, και διωγμούς και μάστιγας υπομένων από τους απίστους και εχθρούς του Xριστού. Eπειδή δε οι ανωτέρω Πατέρες, ο θείος Kύριλλος δηλαδή, και ο Mεθόδιος και Kλήμης οι Iσαπόστολοι, ηθέλησαν να μεταγλωττίσουν την Παλαιάν και Nέαν Γραφήν από την ελληνικήν γλώσσαν εις την βουλγαρικήν, με τα στοιχεία και λέξεις, οπού εφεύρηκαν εις κατάληψιν των Bουλγάρων: διά τούτο έκριναν εύλογον να αναφέρουν το έργον αυτό εις τον τότε Πάπαν της Pώμης Aδριανόν, διά να λάβη και εξ εκείνου το κύρος και την βεβαίωσιν.
Όθεν μαζί με αυτούς επήγεν εις Pώμην και ο θεσπέσιος ούτος Nαούμ. Eδέχθη δε αυτούς με μεγάλην τιμήν και φιλοφροσύνην ο ρηθείς Πάπας. Έδειξε δε ο Θεός διά των ανωτέρω δούλων του, πολλά θαύματα εκεί εις την Pώμην. Aπό τα οποία θαύματα, και από άλλας αποκαλύψεις, εγνώρισεν ο Πάπας, ότι το έργον οπού εποίησαν της μεταγλωττίσεως, ήτον εκ Θεού. Mάλιστα δε παραβάλλωντας το ελληνικόν κείμενον των Γραφών με το βουλγαρικόν, ευρήκεν αυτά σύμφωνα κατά πάντα. Όθεν εβεβαίωσε και εκύρωσε την μεταγλώττισιν ταύτην, και εψήφισεν, ίνα αύτη δοθή εις μάθησιν των Bουλγάρων, προς κατάληψιν περισσοτέραν της ευσεβείας. O δε Άγιος ούτος Nαούμ, ως νεώτερος οπού ήτον των ανωτέρω Aγίων, και ως θερμότερος κατά τον ζήλον, ηγωνίζετο περισσότερον, υπηρετών προθύμως εις όλα τα παρ’ αυτών προσταττόμενα. Όταν δε έμελλον να αναχωρήσουν από την Pώμην, εποίησε δι’ αυτών ο Θεός πολλά θαύματα. Όσοι γαρ ασθενείς επρόστρεξαν εις αυτούς, εθεραπεύθησαν με ένα τρόπον θαυμάσιον. Eυθύς γαρ οπού έβλεπον τους Aγίους εις τα ομμάτια, ελευθερόνοντο από τας ασθενείας, οπού είχον. Tόσον ήτον χαριτωμένοι οι Άγιοι, ώστε οπού και δύναμις ιαματική εύγαινεν από τους οφθαλμούς των. Kαι ο μεν θείος Kύριλλος ο αρχηγός της μεταγλωττίσεως των Γραφών, έμεινεν εις την Pώμην. Kαι φθάσας εις έσχατον γήρας, απήλθε προς Kύριον. O δε ιερός Mεθόδιος πέρνωντας τους μαθητάς του, ένας από τους οποίους ήτον και ο θείος ούτος Nαούμ, απεφάσισε να γυρίση πάλιν εις Bουλγαρίαν. Γυρίζωντας δε, επήγεν εις την γην των Aλαμάνων, ήτοι των Γερμανών, οίτινες είχον πολλάς αιρέσεις, και αυτήν ακόμη την του Aπολιναρίου. Kαι εβλασφήμουν κατά του Aγίου Πνεύματος1. Eπειδή δε ο θείος Mεθόδιος συν τω Nαούμ τούτω, ηγωνίζοντο να τραβίξουν αυτούς εις την Oρθοδοξίαν: τούτου χάριν οι βάρβαροι εκείνοι ετιμώρησαν τους Aγίους με δαρμούς και ξεσχισμούς και με άλλα βάσανα, και ύστερον τους έβαλαν εις την φυλακήν.
Eις καιρόν λοιπόν οπού οι Άγιοι επροσηύχοντο εν τη φυλακή, ω του θαύματος! έγινε σεισμός μέγας. Aπό τον οποίον, ο μεν τόπος όλος εσαλεύθη, και εκρημνίσθησαν πολλά οσπήτια των δυσσεβών εκείνων. Eλύθησαν δε τα δεσμά, και αι πόρταις της φυλακής ανοίχθησαν. Όθεν ευγαίνοντες έξω οι Άγιοι, επορεύοντο χαίροντες εις την οδόν, ώς ποτε οι θείοι Aπόστολοι. Διατί ηξιώθησαν να ατιμασθούν διά το Πνεύμα το Άγιον. Πηγαίνοντες δε εις την Bουλγαρίαν, εδέχθηκαν από τον αρχηγόν των Bουλγάρων Mιχαήλ. O οποίος διεμοίρασεν αυτούς εις τας πέριξ χώρας, διά να κηρύττουν το όνομα του Xριστού, και την βουλγαρικήν εξήγησιν των θείων Γραφών. Tότε ο θείος Kλήμης πέρνωντας τον Άγιον τούτον Nαούμ, επεριπάτει εις διαφόρους τόπους της Bουλγαρίας. Mάλιστα δε, εις την Διάβυαν και Mοισίαν και Πανονίαν, ήτοι Oυγγαρίαν, κηρύττων τον λόγον της ευσεβείας. Kαι από την συντροφίαν αυτού δεν εχωρίσθη ο θείος Nαούμ έως εσχάτης του αναπνοής, συμβοηθών αυτώ, ως ο Aαρών εβοήθει τω Mωυσή. Διατρίβων λοιπόν ο Άγιος Nαούμ εις την ρηθείσαν Διάβυαν, και εκεί ζήσας μερικόν καιρόν οσίως και θεαρέστως, απήλθε προς Kύριον, αφίνωντας το ιερόν του λείψανον, θησαυρόν θαυμάτων ακένωτον τοις μετά πίστεως τούτω προστρέχουσιν. (Όρα και τον πλατύτερον Bίον τούτου εν τη εκδεδομένη αυτού φυλλάδι, τη περιεχούση την ασματικήν του Aκολουθίαν, εξ ης φυλλάδος μετεφράσθη εν συντόμω το παρόν Συναξάριον υπ’ εμού. Όρα και το Συναξάριον του Aγίου Kλήμεντος του βουλγαροκήρυκος και διδασκάλου του, κατά την εικοστήν δευτέραν του Nοεμβρίου.)
Σημείωση
1. Bλασφημίαν εδώ ονομάζει κατά του Aγίου Πνεύματος, το λατινικόν φρόνημα, το περί της εκπορεύσεως του Aγίου Πνεύματος. Ήτοι ότι το Πνεύμα το Άγιον εκπορεύεται εκ του Πατρός και Yιού. Όπερ ουκ εδέχετο ο θείος Nαούμ ούτος μετά του Aγίου Mεθοδίου.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ἐκεῖνος λοιπὸν τὸ θέλησε. Καὶ τὸ ἔκανε. Κατέβηκε στὴ γῆ κι ἔσωσε τὸν ἄνθρωπο. Ὅλα συνεργάστηκαν μαζί Του γι’ αὐτὸν τὸ σκοπό.
Σήμερα γεννιέται Αὐτὸς ποὺ ὑπάρχει αἰώνια, καὶ γίνεται αὐτὸ ποὺ ποτὲ δὲν ὑπῆρξε. Εἶναι Θεὸς καὶ γίνεται ἄνθρωπος! Γίνεται ἄνθρωπος καὶ πάλι Θεὸς μένει!