Αρχική Blog Σελίδα 72

Παιδικὴ Πασχαλιά. Διήγημα Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Τὸν υἱόν της τὸν καπετὰν Κομνιανὸν τὸν ἐπαντρολογοῦσεν ἤδη ἡ γρια-Κομνιανάκαινα, ἂν 〈καὶ〉 δὲν εἶχε χρονίσει ἀκόμη ἡ νύμφη της, ἡ μακαρῖτις. Τὰ δύο ὀρφανά, μία κόρη ὀκταέτις καὶ ἓν τετραετὲς παιδίον, ἐφόρουν μαῦρα, κατάμαυρα, ὁποὺ ἐστενοχώρουν κ᾽ ἐχλώμιαιναν τὰ πτωχὰ κάτισχνα κορμάκια των, καὶ ἦτον καημὸς καρδιᾶς νὰ τὰ βλέπῃ τις. Ἐνθύμιζαν τὸ δημῶδες δίστιχον:

Βαρύτερ᾽ ἀπ᾽ τὰ σίδερα εἶναι τὰ μαῦρα ροῦχα,
γιατὶ τὰ φόρεσα κ᾽ ἐγὼ γιὰ μιὰν ἀγάπη πού ᾽χα.

Ἡ γραῖα ἔκειτο ἐπὶ τῆς κλίνης καθ᾽ ὅλην τὴν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. Ἐβεβαίου ὅτι «ἀγγελιάστηκε», καὶ ἡτοιμάζετο ν᾽ ἀποθάνῃ. Ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Μόρφω, τὴν μικρὰν ἐγγονήν της, ἐργασίας ἀνωτέρας τῆς ἡλικίας τοῦ πτωχοῦ κορασίου. Αἴφνης, ἐν μέσῳ δύο γογγυσμῶν, ἔβαλλε μίαν φωνήν, κ᾽ ἔκραζεν ἀπὸ τῆς κλίνης πρὸς τὴν ἐκτὸς τοῦ ἰσογείου θαλάμου πηγαινοερχομένην καὶ ὑπηρετοῦσαν παιδίσκην.

― Μὴ χύνῃς στὴν αὐλὴ τὰ νερά, χίλιες φορὲς σ᾽ τὸ εἶπα· στὸ νεροχύτη!

Κ᾽ ἐπανελάμβανε τοὺς ἀφορήτους στεναγμούς, ἐπιτείνουσα μάλιστα αὐτοὺς ὁσάκις τυχὸν πτωχὴ γειτόνισσα, μὴ τολμῶσα νὰ εἰσέλθῃ, ἤρχετο δειλῶς μέχρι τῆς θύρας καὶ ἠρώτα πῶς ἦτο ἡ ἀσθενής.

Βεβαίως ἡ γρια-Κομνιανάκαινα ἔπασχεν, ἀλλ᾽ ἴσως ἐμεγαλοποίει τὸ πρᾶγμα. Ἔκλαιε «τὰ νιᾶτα της», ἔλεγεν ὅτι δὲν θὰ προφθάσῃ νὰ κάμῃ ἐφέτος Πάσχα. Ἡ γειτόνισσα ἡ Μηλιὰ ἐβεβαίου ὅτι ἡ γραῖα εἶχε καὶ «κομπόδεμα», ἀλλὰ ποῦ νὰ ἐμβάσῃ μέσα καμμίαν ἐκ τῶν γειτονισσῶν της! Ἐλλείψει ἄλλης ἀσθενείας ἦτον ἱκανὴ ν᾽ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν της. Δὲν ἐβάστα ἡ ψυχή της νὰ δώσῃ κάτι τι εἰς μίαν πτωχὴν γυναῖκα διὰ νὰ τὴν «κοιτάξῃ», κ᾽ ἐπέβαλλε βαρεῖαν ἀγγαρείαν εἰς τὴν Μόρφω, ὀκταετῆ παιδίσκην. Ἐνίοτε παρελήρει ἀληθῶς. Εἶτα ἔβαλλεν ἀγρίαν κραυγήν. Ἔκραζε τὴν παιδίσκην νὰ τὴν σκεπάσῃ μὲ τὸ σινδόνιον, ἀλλὰ χωρὶς αὕτη νὰ τὴν ἐγγίσῃ κἂν, ἡ γερόντισσα ἔβαλλε τοιαύτην ὠρυγήν, ὥστε ἡ μικρὰ κατετρόμαζε.

Ὁ καπετὰν Κομνιανὸς ἔλειπε μὲ τὸ γολετί, κ᾽ ἐπεριμένετο νὰ ἔλθῃ. Εἶχε μαζί του, μὲ τὸ γολετί, καὶ τὸν πρωτότοκον υἱόν του, τὸν Γεώργην, δωδεκαετῆ παῖδα. Τοῦτο ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς καημοὺς τῆς γραίας, ὅτι ἔμελλε ν᾽ ἀποθάνῃ, ὡς ἔλεγε, χωρὶς νὰ ἐπανίδῃ τὸν υἱόν της, καὶ τὸν ἔγγονόν της τὸν μεγάλον, ὅστις ὡμοίαζε τόσον μὲ τὸν μακαρίτην τὸν πάππον του. Καὶ ποῖος νὰ τῆς σφαλήσῃ τὰ μάτια; Αἱ ἀνεψιαί της, ὑπανδρευμέναι καὶ αἱ δύο, τῆς ἐβαστοῦσαν κακίαν διὰ κάτι κληρονομικὰς διαφοράς, καὶ δὲν ἔσπασαν τὸ πόδι «οἱ λαχταρισμένες, οἱ ἀχρόνιαστες!» νὰ ἔλθουν νὰ τὴν ἰδοῦν. Οὕτω τῆς ἤρχετο καὶ αὐτῆς ν᾽ ἀποθάνῃ εἰς τὸ πεῖσμα των, ν᾽ ἀποθάνῃ χωρὶς νὰ τῆς φιλήσωσι τὴν χεῖρα.

Ἰατρός, ποῦ νὰ εὑρεθῇ; Εἶχεν αὐτὴ νὰ πληρώνῃ; Αὐτὴ ὤφειλε νὰ κάμνῃ οἰκονομίαν διὰ τὰ ὀρφανά, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φθείρῃ τὸ βιὸ τοῦ υἱοῦ της εἰς γιατρικὰ καὶ δὲν ξέρω τί. Ψευτογιάτρισσες! Κάμε τὴ δουλειά σου! Ἔχουν ἐμπιστοσύνην τώρα αὐταὶ αἱ γυναῖκες; Ὁ κόσμος ἐχάλασε, τί τὰ θέλεις; Ἔμβαζε αὐτὴ μὲς στὸ βιό της, μὲς στὰ καλά της, ξένην γυναῖκα; Τῆς ἤρχετο νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς τὰς γειτονίσσας τὴν ἰδίαν κραυγήν, δι᾽ ἧς ἀπεδίωκε τὸ πάλαι παρείσακτον ὄρνιθα ἀπὸ τὸν ὀρνιθῶνά της. Ξού, ξένη!

Ὣς τόσον ἐπεθύμει νὰ ἤρχετο ὁ υἱός της διὰ νὰ τὸν νυμφεύσῃ, νὰ τοῦ δώσῃ καὶ τὴν εὐχήν της. Σαράντα χρόνων ἄνθρωπος, κι ὁ κόσμος εἶναι πέλαγο, σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἀρμένιζε τώρα. Πῶς νὰ περάσῃ τὴ ζωήν του χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς δεύτερον γάμον; Καὶ τὰ ὀρφανά, καὶ αὐτὰ θὰ εὕρισκαν μητέρα, μίαν καλὴν οἰκοκυρά, ἥτις ἀπὸ τώρα ἐπροσφέρετο μάλιστα νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν ἀσθένειάν της. Ἀλλ᾽ ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα, μὴ θέλουσα νὰ παραβῇ τὴν ἀρχήν της, δὲν ἐδέχθη τὴν ἐκδούλευσιν.

Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐκ τῶν δύο ὀρφανῶν, ἡ Μόρφω, ἥτις εἶχεν ἤδη αἴσθησιν, ἂν δὲν ἐπεθύμει ν᾽ ἀποκτήσῃ μητέρα, ἐνθυμεῖτο κ᾽ ἐλυπεῖτο τὴν μητέρα της. Ὁ Εὐαγγελινός, νήπιον τριετίζον ἐν καιρῷ τῆς συμφορᾶς, οὔτε ἤξευρε τίποτε οὔτε ἐνθυμεῖτο. Ἔκλαιε μόνον ὅταν ἡ μάμμη τὸν ἐβίαζε νὰ φορέσῃ τὸν κατάμαυρον σάκκον του. Ἡ Μόρφω, λευκὴ καὶ ὠχρὰ μὲ τὰ μαῦρα φουστανάκια της, καὶ μὲ τὸ μαῦρον μανδήλιον τὸ σκεπάζον τὰ ξανθά της μαλλιά, ἦτο κατηφής, κ᾽ ἐνθυμεῖτο τὸ περυσινὸν Πάσχα, ὅταν ἔζη ἡ μήτηρ της. Ἡ ἀτυχὴς γυνὴ εἶχεν ἀποθάνει ἀπὸ τὴν γένναν της, τὸ παρελθὸν θέρος, καὶ τὸ βρέφος μετ᾽ αὐτῆς. Τώρα ἡ κορασὶς εἶχεν ἀντὶ τῆς καλῆς καὶ πονετικῆς μητρὸς τὴν μάμμην μὲ τὴν ἀφόρητον παραξενιά της, ἥτις, ἐνῷ ἐβεβαίου ὅτι ὅλα τῆς ἐπόνουν, κεφαλή, λαιμός, χεῖρες, πόδες, πλάται, κοιλία, μέση καὶ τὰ λοιπά, πνιγομένη δὲ ἀπὸ τὸν βῆχα καὶ γογγύζουσα δυνατὰ καὶ βάλλουσα κραυγὰς ἀγρίας, ἐφείδετο νὰ δώσῃ εἰς ἰατροὺς καὶ φάρμακα, αἴφνης ἠγείρετο, ὑποβαστάζουσα τὴν κοιλίαν της, ἐξήρχετο μέχρι τῆς θύρας, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὸν ἐκτὸς κόσμον, κ᾽ ἔλεγεν:

― Ἄχ! τί γλυκιὰ πού ᾽ν᾽ ἡ ζωή!

* * *

Πέρυσι, ὤ! πέρυσι, τὴν Μεγάλην Πέμπτην πρωί, ἀφοῦ ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου εἶχον μεταλάβει ὅλοι, ἡ καλὴ καὶ προκομμένη μήτηρ, καίτοι ἄγουσα ἤδη τὸν ἕβδομον μῆνα τῆς ἐγκυμοσύνης της, ἀνεσφουγγώθη καὶ ἤρχισε νὰ βάπτῃ ἐν τῇ χύτρᾳ τὰ αὐγά, μὲ ριζάρι, κιννάβαρι καὶ ὄξος. Εἶτα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν θύραν ἀνὰ ζεύγη τὰ παιδία τῆς πολίχνης, μὲ τὸν ὑψηλὸν καλάμινον σταυρὸν στεφανωμένον μὲ ρόδα εὐώδη καὶ μὲ μήκωνας κατακοκκίνους, μὲ δενδρολίβανον καὶ μὲ ποικιλόχροα ἀγριολούλουδα, μὲ τὸν ἀποσπασθέντα ἀπὸ τ᾽ Ὀχτωῆχι χάρτινον Ἐσταυρωμένον εἰς τὸ μέσον τοῦ σταυροῦ, καὶ μὲ ἐρυθρὸν μανδήλιον κυματίζον, μέλποντα τὸ ᾆσμα:

Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνὶ μὲ κόκκινη παντιέρα;
Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστό, τὸν πάντων βασιλέα.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Σύρε μητέρα μ᾽, στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα,
κ᾽ ἐμένα νὰ μὲ καρτερῇς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ·
ὅταν σημαίνουν ἐκκλησιὲς καὶ ψέλνουνε παπάδες,
τότες καὶ σύ, μαννούλα μου, νά ᾽χῃς χαρὲς μεγάλες.

Καὶ τί χαρὲς μεγάλες τῷ ὄντι, τί χαρὲς δι᾽ ὅλα τὰ παιδία! Καὶ ἡ καλὴ ἡ μήτηρ της προθυμότατα ἔδιδεν ἀνὰ δύο ἀρτιβαφῆ αὐγὰ εἰς ὅλα τὰ παιδία· δύο αὐγὰ κόκκινα, καὶ τί εὐτυχία! τί νίκη! ἐνῷ ἡ μάμμη ἐφώναζεν ὅτι ἀρκετὰ παιδία ἦλθαν, καὶ ἀρκετὰ ἐτραγούδησαν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν καὶ ἀλλοῦ.

Μετὰ ταῦτα ἡ μήτηρ ἤρχισε νὰ ζυμώνῃ, καὶ ἔπλασεν ἀρκετὲς κουλοῦρες μετ᾽ αὐγῶν διὰ τὸν σύζυγον, ἐπιδημοῦντα τότε, διὰ τὴν πενθεράν της, δι᾽ ἑαυτήν, διὰ τὲς κουμπάρες, ὡς καὶ μικρὲς «κοκῶνες» διὰ τὴν Μόρφω, διὰ τὸν Εὐαγγελινόν, διὰ τ᾽ ἀναδεξίμια της καὶ διὰ τὰ πτωχὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς.

Κ᾽ ἐπειδὴ ὁ μικρὸς Εὐαγγελινὸς ἔκλαιε, λέγων ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη ἡ κοκώνα του, ἡ μήτηρ τοῦ ἔδιδεν ἄλλην νὰ ἐκλέξῃ, ἀλλ᾽ αὐτὸς δὲν ἡμέρωνεν οὔτε ἤθελε νὰ ταιριασθῇ. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὰς ἤθελεν ὅλας διὰ τὸν ἑαυτόν του. Καὶ τότε ἡ μήτηρ τὸν ἐπαρηγόρει λέγουσα ὅτι «τὸ Σαββάτο τὸ βράδυ θὰ ᾽ρθῇ ἡ κουρούνα (κρά, κρά!), νὰ φέρῃ τὸ τυρὶ καὶ τὸ κρέας (τσί, τσί!), καὶ τότε νὰ ἰδῇς χαρὲς ὁ Βαγγελινός, σὰν ἀκούσῃ κρά, κρά! τὴν κουρούνα νὰ χτυπᾷ τὸ παραθύρι. Πάρε Βαγγελινὲ τὸ τυρί, πάρε καὶ τὸ τσὶ-τσί, νὰ φᾶτε!» Καὶ ὁ μικρὸς ἐψέλλιζε καὶ αὐτός, «θὰ ᾽θῇ κουούνα νὰ φέῃ τοὺ τσὶ-τσί», καὶ συνάπτων τὰς χεῖρας, δακτύλους μεταξὺ δακτύλων, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς μητρός, ἐμιμεῖτο τὴν εἰρεσίαν τῶν πτερῶν τῆς κουρούνας, τὸ δὲ παιδίον τῆς γειτόνισσας τῆς Μηλιᾶς, ἑξαετές, ἄνιπτον, ρακένδυτον, ὀκλάζον εἰς μίαν γωνίαν, κρατοῦν τὴν κοκώνα του, τὴν ὁποίαν ἐσκέπτετο ἂν δὲν ἦτο καλὸν νὰ τὴν φάγῃ τώρα ποὺ εἶναι ζεστή, διεμαρτύρετο γρυλλίζον καὶ λέγον: «Ναί! θὰ ᾽ρθῇ ἡ κουρούνα! ἀμ᾽ δὲ θὰ ᾽ρθῇ!»

Καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἡ μήτηρ ὡδήγησε τὰ δύο παιδία εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου, ἀφοῦ ἔκαμαν τρεῖς γονυκλισίας πρὸ τοῦ ἀνθοστεφοῦς κουβουκλίου, ἠσπάσθησαν τὸν μυρόπνουν Ἐπιτάφιον, τὸ ἀργυρόχρυσον Εὐαγγέλιον μὲ τ᾽ ἀγγελούδια, καὶ τὸν Σταυρὸν μὲ τ᾽ ἀνθρωπάκια καὶ τὶς Παναγίτσες (τί χαρά, τί δόξα!), καὶ εἶτα ἐπέρασαν τρὶς ὑπὸ τὸν ὑψηλόν, μεγαλοπρεπῆ Ἐπιτάφιον, ὁ δ᾽ Εὐαγγελινὸς (ὅλα τὰ ἐνθυμεῖτο ἡ μικρὰ Μόρφω) ἀνέτρεψεν ἐξ ἀπροσεξίας πήλινον ἀμφορέα μὲ ὕδωρ, ἐξ ἐκείνων οὓς θέτουσιν ὑπὸ τὸν Ἐπιτάφιον πρὸς ἁγιασμόν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶσι τὸ ὕδωρ εἰς τὸ καματηρό, ἤτοι τοὺς μεταξοσκώληκας, καὶ εἰς ἄλλας χρείας, αἱ νεώτεραι μυροφόροι, γυναῖκες διακαῶς ποθοῦσαι «νὰ ξενυχτίσουν τὸν Χριστὸν» μένουσαι ἄγρυπνοι ἐν τῷ ναῷ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, διότι ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου ψάλλεται ἐκεῖ τὸ Μέγα Σάββατον, περὶ ὄρθρον βαθύν. Ὁ ἀμφορεὺς πεσὼν ἐθραύσθη, ἡ δὲ γυνὴ ἧς ἦτο κτῆμα ὠργίσθη, καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἔχει «σὲ κακό της». Τότε ἡ μήτηρ τοῦ Εὐαγγελινοῦ, ἀφοῦ ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸ παιδίον, πειραχθεῖσα εἶπεν ὅτι «ἂν εἶναι κακό, ἂς εἶναι γιὰ μένα!» Καὶ τὴν πτωχὴν δὲν τὴν ηὗρε ὁ χρόνος!

Τὸ Μέγα Σάββατον δέ, μικρὸν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνισε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κ᾽ ἐνῷ ἐσήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες, ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόμη παθητικὰ ᾄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἰς τὸ ὕπαιθρον, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῷ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειρὰς λαμπάδων. Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τοὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ, καὶ ἡ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ Ταφέντα, ὡς νὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, «οἴμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!» Τὰ δὲ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε μετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!

Καὶ ὕστερον, ὅταν ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων τὴν ἀπαραίτητον ὁμίχλην τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, (ἥτις καθιστᾷ μελαψὴν μιγάδα τὴν ἡμέραν καὶ παμμέλαιναν ἀράβισσαν τὴν νύκτα), ὁ Εὐαγγελινὸς ἐξύπνησεν ἀπὸ τὰ βελάσματα τοῦ ἀρνίου, τὸ ὁποῖον ἡτοιμάζετο νὰ σφάξῃ διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ καπετὰν Κομνιανοῦ ὁ γείτονας Νικόλας, ὁ σύζυγος τῆς Μηλιᾶς. Ὁ Εὐαγγελινὸς καὶ ἡ Μόρφω ἐξῆλθον εἰς τὸ προαύλιον. Τί ὡραῖον, τί ἥμερον, τί λευκόμαλλον ποὺ ἦτο τὸ ἀρνί! Καὶ πῶς ἐβέλαζε (μπέ! μπέ!) τὸ καημένο. Ἐν τούτοις δὲν ἐφαίνετο πολὺ δυσαρεστημένον, διότι ἔμελλε νὰ σφαγῇ. Καὶ ἄλλος Ἀμνὸς ἄμωμος, Ἀμνὸς αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ ἄλλος ἀτίμητος Ἀμνὸς ἐσφάγη…

Τὴν ἑσπέραν ἔφερεν οἴκαδε ὁ πατὴρ τὰς πασχαλινὰς λαμπάδας, ὡραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! τί θρίαμβος! φαντασθῆτε ὡραίας μικρὰς λαμπάδας, μὲ ἄνθη τεχνητά, μὲ χρυσόχαρτα. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν τῆς ἀδελφῆς του, λέγων, ὅτι ἐκείνη εἶναι μεγαλυτέρα. Ἡ μήτηρ τοῦ τὴν ἔδωκεν, ἀλλ᾽ ὁ μικρὸς τὴν ἔσπασε, ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζε μὲ αὐτήν, ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του, καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ πατὴρ τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην, ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῇ ὅτι δὲν θὰ τὴν πιάσῃ εἰς τὴν χεῖρα, ἕως τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν. Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθη κλαίων καὶ χαίρων.

Μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις, καὶ ἤστραψεν ὁ ναὸς ὅλος, ἤστραψε καὶ ἡ πλατεῖα ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων, τὰ παιδία ἤρχισαν νὰ καίουν μετὰ κρότου σπίρτα καὶ μικρὰ πυροκρόταλα ἔξω εἰς τὸ πρόναον, καί τινες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν μὲ μικρὰ πιστόλια, ἄλλοι ἔρριπτον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τὰ βαρέα καρφία μὲ τὰ καψύλια καταπτοοῦντες καὶ σκανδαλίζοντες τὰς πτωχὰς γραίας, αἵτινες, μεθ᾽ ὅλον τὸν διωγμὸν ὃν ἐκίνουν κατ᾽ αὐτῶν τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα κατ᾽ ἔτος οἱ ἐπίτροποι, ἀξιοῦντες νὰ περιορίσωσιν αὐτὰς εἰς τὸν γυναικωνίτην, οὐχ ἧττον ἐπέμενον καὶ παρεισέδυον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἀριστερά, εἰς τὴν μίαν κόγχην. Εἷς δ᾽ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας, ἄνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται, νεανίαι εἰκοσαετεῖς, ἐφοίτων κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίαν, εἰς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς, τί ἐσοφίσθη; Πιάνει καὶ ἀποσπᾷ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια, τὰ δικτυωτά, δι᾽ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι μορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. Τότε διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ μουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρημον ψαλτῶν κ᾽ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω.

Εἶτα τὰ μικρὰ παιδία καί τινες παιδίσκαι τετραετεῖς, μὲ τὰς κομψὰς ποικιλτὰς λαμπάδας, ἐτάχθησαν ἀνὰ τὸν χορόν, περὶ τὰ δύο ἀναλόγια, καὶ παρὰ τὸ εἰκονοστάσιον, καὶ ἤρχισαν νὰ θορυβῶσι, νὰ παίζωσι, νὰ στάζωσιν εἰς τοὺς λαιμοὺς ἀλλήλων, καὶ νὰ τσουγκρίζωσι τὰ αὐγά των. Καὶ ἓν παιδίον ἑξαετές, πονηρότερον τῶν ἄλλων (ἦτο ὁ υἱὸς τῆς Μηλιᾶς τῆς γειτόνισσας) εἶχε πλαστὸν αὐγὸν εἰς τὸν κόλπον του, πωρώδη λίθον στρογγυλευμένον κοκκινοβαφῆ, καὶ δι᾽ αὐτοῦ ἔσπαζε τὰ αὐγὰ ὅλων τῶν παιδιῶν, καὶ τὰ ἔπαιρνε, κατὰ τὴν συμφωνίαν, καὶ τὰ ἔτρωγε.

Μία παιδίσκη καὶ εἷς παῖς, πενταετής, ἤρχισαν νὰ φιλονικῶσι περὶ τοῦ τίνος ἡ λαμπάδα ἦτο εὐμορφοτέρα.

―Ὄχι, ἡ δική μου ἡ λαμπάδα εἶναι καλύτερη.

―Ὄχι, ἡ δική μου.

―Ἐμένα ὁ πατέρας μ᾽ τὴν ἐδιάλεξε, κ᾽ εἶναι πλιὸ καλή.

―Ἐμένα ἡ μάννα μ᾽ τὴν ἐστόλισε μοναχή της.

― Καὶ ξέρει νὰ κάμῃ λαμπάδες ἡ μάννα σ᾽;

―Ὄχι, δὲ ξέρει; Σὰν τὴ δική σ᾽!

― Τέτοια παλιολαμπάδα!

― Ναί, παλιολαμπάδα;… νά!…

― Νά κ᾽ ἐσύ!

― Νά κι ἄλλη μιά!

Καὶ ἤρχισαν νὰ τύπτουν ἀλύπητα τὰς κεφαλὰς ἀλλήλων μὲ τὰς λαμπάδας των, ἑωσοῦ ἔβαλαν τὰ κλάματα καὶ οἱ δύο.

Τὸ ἀπόγευμα πάλιν, ἀφοῦ ἐψάλη ἡ Β´ Ἀνάστασις κ᾽ ἔγινεν ἡ Ἀγάπη, ἐξῆλθαν ὅλοι εἰς τὴν πλατεῖαν κ᾽ ἐθεῶντο τὴν πυρπόλησιν τοῦ Ἑβραίου. Τί ἄσχημος καὶ τί εὐμορφοκαμωμένος ποὺ ἦτον ὁ Ἑβραῖος! Εἶχε μίαν χύτραν ὡς κεφαλήν, εἶχε καὶ λινάρι ὡς γένειον. Ἔφερε καὶ ζεῦγος γυαλιὰ (ἡ Μόρφω τὰ ἐνθυμεῖτο ὅλα), ὅμοια μ᾽ ἐκεῖνα ποὺ φορεῖ ἡ γραῖα μάμμη ὅταν ράπτῃ ἢ ἐμβαλώνῃ τὰ παλαιὰ ροῦχά της. Εἶχε κ᾽ ἕνα σακκούλι ἢ πουγγὶ κρεμασμένον εἰς τὸ ἀριστερὸν πλευρόν του. Ἐφόρει μακριά, μακριὰ φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκρέμασαν ὑψηλὰ ὑψηλά, ἕως ἑπτὰ ὀργυιὰς ἐπάνω, ἤρχισαν οἱ ἄνδρες νὰ τὸν ματιάζουν*, νὰ τὸν τουφεκίζουν ὅλοι, ἑωσότου τὸν ἔκαυσαν.

Καὶ ὕστερον ἡ μήτηρ ἔστρωσε τὴν τράπεζαν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ παρέθεσε τὰ αὐγὰ τὰ κόκκινα, τὸ τυρί, ποὺ εἶχε φέρει ἡ κουρούνα, καὶ τὸ ἀρνὶ τὸ ψημένο, καὶ τὰ παιδία ἐκάθισαν εἰς τὴν τράπεζαν καὶ ἤρχισαν νὰ τσουγκρίζουν τὰ αὐγά των. Τί χαρά! τί ἀγαλλίασις!

Ἐφέτος, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τῆς δυστυχίας διὰ τὰ δύο ὀρφανά, δὲν ἦτο πλέον ἐκεῖ οὔτε ὁ πατήρ των, ὅστις ἔλειπεν, οὔτε ἡ μήτηρ των, ἥτις ἐπῆγε μακρύτερα ἀκόμη. Ἀντὶ τῶν δύο ἦτο ἡ γηραιὰ μάμμη, ρογχάζουσα ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ γογγύζουσα. Ἀντὶ τῶν κοκκίνων αὐγῶν, ἦσαν αἱ φλέγουσαι ἐκ τοῦ πυρετοῦ παρειαί της. Ἀντὶ τῶν ἐπιχρύσων λαμπάδων, ἦσαν οἱ δύο τρεμοσβήνοντες καὶ βλοσυροὶ ὀφθαλμοί της. Ἀντὶ τῆς ἀθῴας χαρᾶς, ἀντὶ τῆς ἀφάτου εὐτυχίας τοῦ παιδικοῦ Πάσχα, ἦτο ἡ λύπη ἡ βαρεῖα, ἡ ἀνεπανόρθωτος συμφορά.

Εὐτυχῶς ἡ γρια-Κομνιανάκαινα δὲν ἀπέθανε, καὶ ὁ υἱός της ἔφθασεν ἀπόπασχα μὲ τὸ γολετί, καὶ ἤρχισε νὰ καλλωπίζηται καὶ νὰ στρίβῃ τὸν μύστακα ἀποβλέπων εἰς δεύτερον γάμον. Ἀλλά, διὰ τὰ δύο παιδία, τάχα θὰ ἐπανήρχετο πάλιν ἡ χαρὰ ἐκείνη, θ᾽ ἀνέτελλεν ἐκ νέου γλυκεῖα ἡ παιδικὴ Πασχαλιά; Διὰ τὸν Εὐαγγελινὸν ἴσως, διὰ τὴν Μόρφω ὅμως ποτέ. Αὕτη ᾐσθάνετο τὴν ἀπουσίαν τῆς μητρός της καὶ ἤξευρεν ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ τὴν ἐπανίδῃ πλέον ἐπὶ τῆς γῆς.

Γλυκεῖα Πασχαλιά, ἡ μήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεῖα μήτηρ, τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις!

Ἀλλ᾽ ὁ Χριστὸς ὑπεσχέθη νὰ πίῃ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς του καινὸν τὸ γέννημα τῆς ἀμπέλου ἐν τῇ βασιλεία τοῦ Πατρός Του, καὶ οἱ ὑμνωδοὶ ἔψαλλον: «Ὦ Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ! δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας Σου!»

(1891)

Πηγή: papadiamantis.net/aleksandros-papadiamantis/syggrafiko-ergo/diigimata

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ: Ὁ Κύπριος ὅσιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης (21 Ἀπριλίου)

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ
Ὁ Κύπριος ὅσιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης (21 Ἀπριλίου)

Ὁ Κύπριος στὴν καταγωγὴ ὅσιος πατὴρ ἡμῶν Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης [1] ὑπῆρξε μία μεγάλη πατερικὴ μορφὴ τοῦ 7ου αἰ., ποὺ μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του σφράγισε ἀνεξίτηλα τὴν ἐποχή του. Μάλιστα τὸ πλούσιο συγγραφικό του ἔργο, πέραν τῆς θεολογικῆς του ἀξίας, ποτελεῖ πολύτιμη προσφορὰ στὴν ἱστορία τῆς Μέσης Ἀνατολῆς τοῦ 7ου αἰ., μὲ τὶς περιλαμβανόμενες σ᾽ αὐτὸ σημαντικὲς ἱστορικὲς ἀναφορές, συχνὰ μοναδικὲς καὶ ἄγνωστες ἀπὸ ἀλλοῦ. 

Σύμφωνα μὲ τὰ πορίσματα τῆς σύγχρονης ἔρευνας, ποὺ ἐδῶ παραθέτουμε [2], ὁ ὅσιος γεννήθηκε στὴν Ἀμαθοῦντα τῆς Κύπρου [3] περὶ τὰ 620-630, καὶ ἔζησε στὴ νεανική του ἡλικία τὰ φοβερὰ γεγονότα τῶν δύο πρώτων κατὰ τῆς Κύπρου ἀραβικῶν ἐπιδρομῶν (649 καὶ 650) [4]. Μετὰ τὸ 650 βρίσκεται ἐνταγμένος ὡς κληρικὸς στὴν ἐπισκοπὴ Ἀμαθοῦντος, ποτακτικὸς καὶ συνεργὸς τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου Ἀμαθοῦντος Ἰωάννου (β´ μισὸ 7ου αἰ.) [5]. Κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 650 ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν Κύπρο καὶ ἐγκαθίσταται γιὰ ἕνα διάστημα στὰ Ἱεροσόλυμα, στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Μεταβαίνει κατόπιν στὸ ὄρος τοῦ Λιβάνου καὶ στὴ συνέχεια, κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 660, ἐγκαταβιώνει στὸ ὄρος Σινᾶ μαζὶ μὲ τὸν συνοδοιπόρο του ὅσιο Στέφανο τὸν Κύπριο [6]. Κατὰ τὴν περίοδο ἐγκατάστασής του στὸ Σινᾶ, ἡγούμενος ἦταν ὁ θεοφόρος πατὴρ ἡμῶν Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, στὸ πρόσωπο τοῦ ὁποίου ὁ Ἀναστάσιος ἀναφέρεται μὲ θαυμασμὸ καὶ ἰδιαίτερο σεβασμό. 

Στὴ μονή, ὡς μαθητὴς τοῦ ὁσίου Ἰωάννου, ὁ Ἀναστάσιος διακόνησε ὡς ὑπεύθυνος τοῦ νοσοκομείου, που νοσηλεύονταν, τόσο μοναχοί, ὅσο καὶ προσκυνητές. Σύμφωνα μὲ τὴ σιναϊτικὴ παράδοση, ὁ Ἀναστάσιος ἔζησε ἀρχικὰ ἐπὶ δύο ἔτη στὴν κεντρικὴ μονὴ καί, ἀργότερα, σὲ ἐξαρτηματικὰ τῆς μονῆς ἡσυχαστήρια στὴν εὐρύτερη πέριξ ἔρημο, ὡς ὑποτακτικὸς πλέον τοῦ ὁσίου μοναχοῦ Ἐπιφανίου Σιναΐτου τοῦ Ἐγκλείστου [7]. Σὲ ἀπροσδιόριστο χρόνοἴσως πρὶν τὴ μετάβασή του στὸ Σινᾶὁ Ἀναστάσιος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. 

Κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 690 εἶναι ἤδη γηραιὸς καὶ συγκαταλέγεται στοὺς σημαίνοντες Σιναΐτες πατέρες, ἔχοντας καὶ ἕνα ὑποτακτικό. Παρόλο τὸ προχωρημένο τῆς ἡλικίας του, δὲν παραμένει στὴ μονὴ τοῦ Σινᾶ, ἀλλὰ ταξιδεύει στὴ Συροπαλαιστίνη (Δαμασκό, Ἱεροσόλυμα), καθὼς καὶ στὴν Αἴγυπτο (Βαβυλώνα), πιδεικνύοντας ποιμαντικὴ φροντίδα καὶ διαλεκτικὴ δράση, μὲ στόχο τὴν πνευματικὴ στήριξη καὶ προφύλαξη τῶν χριστιανῶν μὲ τὶς ἐπικίνδυνες νέες συνθῆκες ποὺ δημιουργήθηκαν στὶς παραμεσόγειες αὐτὲς χῶρες μετὰ τὴν ἀραβική τους κατάληψη. Τὰ ἴχνη του χάνονται στὶς ἀρχὲς τοῦ 8ου αἰ., πόταν προφανῶς ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ. Ἡ μνήμη του τελεῖται στὶς 21 πριλίου [8].

Τὰ ἔργα τοῦ ὁσίου Ἀναστασίου διέπουν ποικίλες κατευθύνσεις. Σ᾽ αὐτὰ διακρίνεται γενικὰ ὁ πολεμικὸς χαρακτήρας (ἔργα κατὰ τῶν μονοθελητῶν, τῶν Ἰουδαίων, κατὰ τοῦ Ἰσλάμ), ἡ κηρυγματικὴ διάσταση (ὁμιλίες πρὸς λαϊκοὺς ἐκτὸς τοῦ Σινᾶ) καὶ ἡ εὐρύτερη ποιμαντική του ἀνησυχία. Στὰ αὐθεντικά του ἔργα, πέραν τῶν ποικίλων του Ὁμιλιῶν,  περιλαμβάνονται ὁ Ὁδηγός, οἱ περίφημες Ἐρωταποκρίσεις καὶ οἱ Ψυχωφελεῖς Διηγήσεις του.


[1] σχετικὴ πρὸς τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ ὁσίου Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου βιβλιογραφία τυγχάνει ἀρκετὰ ἐκτεταμένη καὶ ἐκφεύγει τοῦ παρόντος πλήρης παράθεσή της. Ἐνδεικτικὰ παραπέμπουμε στὰ ἑξῆς: Τὰ ἔργα του (γνήσια καὶ ἀμφιβαλλόμενα) στὴν CPG III καὶ Supplement, ἀρ. 7745-7782. Ἀναθεώρηση τῶν ἐν λόγῳ ἔργων στὴν ἱστοσελίδα τοῦ Kuehn, Clement A., Anastasios of Sinai (τελευταία ἀναβάθμιση 23.10.2016)· Binggeli, Andrè, Anastase le Sinaïte. Récits sur le Sinaï et Récits utiles à l’ âme. Edition, traduction, commentaire, Thèse de doctorat de l’ Université Paris-Sorbonne (Paris IV), 2001, δίτομη ἀνέκδοτη εἰσέτι διδακτορικὴ διατριβή, σσ. 330-362· Uthemann, K.-H., «Anastasius the Sinaite», Di Bernandino, A. (πιμ.), Patrology. The Eastern Fathers from the Council of Chalcedon (451) to John of Damascus (†750), Cambridge 2006, σσ. 313-316· «Anastasios of Sinai», ODB I, σσ. 87-88. Περαιτέρω βλ. στὶς ἐφεξῆς ποσημειώσεις.

[2] πεύθυνα βιογραφικὰ στοιχεῖα μὲ ἀναφορὰ στὴ βιβλιογραφία στά: Binggeli, Andrè, «Anastasius of Sinai», A Bibliographical History, Volume 1 (600- …), (ἐκδ.) halshs.archives-ouvertes.fr (2009), σσ. 191-200· Munitiz, Joseph, S. J., Anastasios of Sinai Questions and Answers, CCT 7, «Introduction», (ἐκδ.) Brepols, Turnhout 2011· Flusin, Bernard, «Αναστάσιος ο Σιναΐτης (Αμαθούς, περ. 630-Σινά, περ. 700)», ΜΟΧΕ 2, σσ. 399-400.

[3] Τὴν καταγωγή του μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος ὁ ὅσιος Ἀναστάσιος στὸ ἔργο του Διηγήματα ψυχωφελῆ καὶ στηρικτικὰ (βλ. στὴ συνέχεια). Τὰ 18 Διηγήματα τῆς σειρᾶς C περιλαμβάνονται καὶ στὸν κώδ. Vatic. Gr. 2592 (11ου αἰ.), πὸ ὅπου τὰ ἐξέδωσε αὐτοτελῶς ὁ Heid, Stefan, «Die C-Reihe erbaulicher Erzählungen des Anastasios vom Sinai im Codex Vaticanus Graecus 2592», Orientalia christiana periodica, Roma, 74 (2008), σσ. 71-114. Τὸ Διήγημα C-18 (μὴ καταχωρισμένο εἰσέτι, οὔτε στὴν BHG, οὔτε στὴν CPG), ποὺ ὑπάρχει καὶ στὸν ὡς ἄνω κώδ. Vatic. Gr. 2592, φ. 135v (σ. 114 τῆς ἐν λόγῳ ἔκδοσης), τιτλοφορεῖται ὡς ἑξῆς: «Ὅτι δὲ πολλάκις καὶ αὐτοὶ οἱ δαίμονες αἰδοῦνται τὴν ἀρχιερωσύνην, ἄκουσον ὠφελιμωτάτης διηγήσεως ἐν τῇ ἐμῇ πατρίδι Ἀμαθοῦντι γεγενημένης».

[4] Ἐκτενῶς γιὰ τὶς ἀραβικὲς αὐτὲς κατὰ τῆς Κύπρου ἐπιδρομὲς μὲ ἀναφορὰ στὴ βιβλιογραφία βλ. στό: Ἰωακείμ, Φώτιος, ἀρχιμανδρίτης, Οἱ ἀρχιεπίσκοποι ΣαλαμίνοςΚωνσταντίας τῆς Κύπρου (4ος-10ος αἰ.). Τόμ. Α. Βίος, ἁγιότητα, ἔργα, (ἐκδ.) Θεομόρφου, Λευκωσία Κύπρου 2023, σσ. 173-180.

[5] Τὰ σχετικὰ πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου Ἀμαθοῦντος Ἰωάννου βλ. στό: Ἰωακείμ, Φώτιος, ἀρχιμανδρίτης, «Οἱ γνωστοὶ ἐπίσκοποι Ἀμαθοῦντος τῆς Κύπρου κατὰ τὴ βυζαντινὴ περίοδο. (Ἀναθεώρηση τῶν σχετικῶν Καταλόγων)», Κυπριακαὶ Σπουδαὶ [=ΚΣ], ΟΔ´ (2010), σσ. 73-79. 

[6] Ὁ ὅσιος τοῦτος Στέφανος ὁ Σιναΐτης, κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ ἁγίου Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου, ποὺ μᾶς διέσωσε λίγα στοιχεῖα γι᾽ αὐτόν, πῆρξε εἰρηνικώτατος, μέτοχος Ἁγίου Πνεύματος καὶ κοσμημένος μὲ κάθε ἀρετή, πέμεινε δὲ μὲ μεγάλη καρτερία ὀδυνηρὴ ἀσθένεια πρὶν κοιμηθεῖ ἐν εἰρήνῃ. Ἡ μνήμη του τελεῖται μετὰ πάντων τῶν Σιναϊτῶν ἁγίων τὴν Τετάρτη τῆς Διακαινησίμου ἑβδομάδας. Τὴ σχετικὴ Διήγησιν τοῦ ὁσίου Ἀναστασίου ἀπὸ τὸ ἔργο του Ἀναστασίου ταπεινοῦ μοναχοῦ διηγήσεις διάφοροι περὶ τῶν ἐν Σινᾷ ἁγίων πατέρων (CPG 7758A.28=BHG 1448p) βλ. στὴν ἔκδοση τοῦ Nau, F., «Le texte grec de récits du moine Anastase sur les saints pères du Sinaï», OC 2 (1902), ἀρ. XXVIII, σ. 76. Περαιτέρω βλ. σχετικὰ στά: PMBZ 4, ἀρ. 6963, σσ. 218-219 καί, Ἱερὰ Μονὴ καὶ Ἀρχιεπισκοπὴ Σινᾶ, Σύναξις Πάντων τῶν Σιναϊτῶν Ἁγίων, (ἐκδ.) Ἵδρυμα Ὄρους Σινᾶ, Ἀθῆνα 1998, σ. 191. 

[7] Βλ. σχετικὴ Διήγησιν στὸ ἔργο: Ἀναστασίου ταπεινοῦ μοναχοῦ διηγήσεις διάφοροι περὶ τῶν ἐν Σινᾷ ἁγίων πατέρων, CPG 7758A.21.

[8] SynaxEcclCon, 617.26–618.31.

Ἀρχιμ. Φωτίου Ἰωακεὶμ: Ὁμιλία εἰς τὴν μνήμην τοῦ ἁγίου ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου

Αγιος Γεώργιος, 14ος αιώνας, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Ὁμιλία, σὺν Θεῷ ἁγίῳ, εἰς τὴν μνήμην τοῦ ἁγίου ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου.

Ἀρχιμ. Φωτίου Ἰωακεὶμ

Αγιος Γεώργιος, 14ος αιώνας, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

Γεώργιος ὁ μεγάλαθλος καὶ πολύαθλος καὶ πανένδοξος τοῦ Χριστοῦ πολυνίκης στρατιώτης καὶ στρατιάρχης, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, συνεκάλεσε τὴ σημερινὴ κοσμοχαρμόσυνη ὁμήγυρη μαζὶ καὶ πανήγυρη, καὶ ὡς καλὸς ἑστιάτορας ἐπιδαψιλεύει στοὺς πιστοὺς τὸ νέκταρ τῆς χάριτος· Γεώργιος, ὁ δοξασμένος ἀριστέας τοῦ μεγάλου βασιλέως καὶ Θεοῦ· Γεώργιος, ὁ ταχὺς εἰς βοήθειαν καὶ πολὺς εἰς τὰ θαύματα· Γεώργιος, τὸ γλυκὺ στοὺς εὐλαβεῖς Χριστιανοὺς καὶ πράγμα καὶ ὄνομα· Γεώργιος, ὁ μέγας στεφανίτης τῶν μαρτύρων καὶ τροπαιοφόρος κατὰ τοῦ διαβόλου μαχητής, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη ἡ λαμπρὰ κατελάμπρυνε τὸ σκυθρωπὸ τοῦ Φθινοπώρου μὲ τὴ λαμπρότητα τῶν ὑπέρλαμπρων ἄθλων του καὶ μᾶς συνεκάλεσε στὸν παλαίφατο τοῦτο ναό του, γιὰ νὰ τὸν μεγαλύνουμε μὲ ἤχους καὶ ὕμνους λαμπρούς, μεγαλύνοντας τὸν ἀγωνοθέτη καὶ στεφοδότη του Χριστόν, «τὸν ἐνδοξαζόμενον ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ», καὶ νὰ συλλαμπρυνθοῦμε ὡς τέκνα φωτὸς καὶ ἀναστάσεως.

Πατρίδα ἐπίγεια τοῦ οὐρανοπολίτη τούτου ἁγίου Γεωργίου ὑπῆρξε ἡ ἁγιοτρόφος καὶ περιλάλητος Καππαδοκία, ἄκμασε δὲ κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ μεγάλου διώκτη τῶν Χριστιανῶν Ρωμαίου αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ(284-305). Οἱ γονεῖς τοῦ ἁγίου ὑπῆρξαν εὐγενεῖς καὶ λαμπροὶ κατὰ κόσμον, ἀλλὰ καὶ κατὰ Θεόν. Καί, καθὼς λέγει ὁ Χριστὸς στὸ Εὐαγγέλιον, «ἀπὸ τὸν καρπὸ γνωρίζεται τὸ δένδρο», δηλαδὴ ἡ ποιότητα καὶ ἡ ἀξία του, ἔτσι καὶ μὲ τὸν τρισμακάριο Γεώργιο. Καὶ ὁ μὲν πατέρας του, Γερόντιος στὸ ὄνομα, ἦταν Καππαδόκης, ἡ δὲ μητέρα του Πολυχρονία καταγόταν ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη. Μετὰ τὸν μαρτυρικὸ γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ πίστη τοῦ Χριστοῦ θάνατο τοῦ πατέρα του, ὁ Γεώργιος, ποὺ τότε ἦταν δέκα ἐτῶν, μετέβη μὲ τὴ μητέρα του στὴν Παλαιστίνη, ὅπου ἐκοιμήθη καὶ ἐκείνη. Νὰ σημειώσουμε ἐδῶ, ὅτι ἀμφότεροι οἱ γονεῖς τοῦ ἁγίου Γεωργίου τιμῶνται ὡς ἅγιοι καὶ σώζονται γι᾽ αὐτοὺς παλαιὲς συναξαριακὲς ἀναφορὲς καὶ ἀρχαῖες εἰκόνες τους. Στὴν Παλαιστίνη ὁ ἅγιος ἐντάσσεται στὸν αὐτοκρατορικὸ στρατὸ στὰ δεκαοκτώ του ἔτη, ὅπου, γιὰ τὴν ἀνίκητη στὶς μάχες ἀνδρεία του, ἀνῆλθε σύντομα στὸ ὑψηλὸ ἀξίωμα τοῦ τριβούνου καί, κατόπιν, σ᾽ αὐτὸ τοῦ στρατηλάτου (ἐπάρχου). Ἐπιθυμώντας νὰ λάβει ἀπὸ τὸν βασιλέα ὑψηλότερα ἀξιώματα κι ἀφοῦ πώλησε τὴ μητρική του κληρονομία, μεταβαίνει κατὰ τὸ 303 στὴ Νικομήδεια, τότε ἕδρα τοῦ Ρωμαίου αὐτοκράτορα τῆς Ἀνατολῆς.     Ἦταν τότε ἡ ἐποχὴ τοῦ μεγάλου διωγμοῦ, ποὺ εἶχαν ἐξαπολύσει κατὰ τῶν Χριστιανῶν ὁ αὐτοκράτορας τῆς Ἀνατολῆς Διοκλητιανὸς καὶ ὁ Καίσαρας Γαλέριος (ἡμέρα κήρυξης τοῦ διωγμοῦ ἡ 23η Φεβρουαρίου τοῦ 303). Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Διοκλητιανὸς εἶχε καλέσει τοὺς ἐπάρχους τῆς ἀνατολικῆς αὐτο-κρατορίας, γιὰ νὰ τοὺς ἀνακοινώσει τὰ κατὰ τῶν Χριστιανῶν διατάγματά του. Ὁ γνήσιος δοῦλος καὶ στρατιώτης τοῦ ἐπουρανίου βασιλέως Γεώργιος ἔκρινε τότε πὼς εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα, ὄχι γιὰ νὰ λάβει ἀνώτερα ἐπίγεια ἀξιώματα, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὁμολογήσει μὲ παρρησία τὴν πίστη του στὸν ἀληθινὸ Θεό, τὸν Ἐσταυρωμένον καὶ Ἀναστημένον Ἰησοῦν Χριστόν. Ἀφοῦ λοιπὸν διένειμε πρῶτα τὰ χρήματα ποὺ εἶχε στοὺς πτωχούς, παρουσιάσθηκε καὶ παρρησιάσθηκε ἀτρόμητος ἐνώπιον τοῦ Διοκλητιανοῦ, καὶ μὲ ἀκατάβλητο θάρρος τὸν ἐπέπληξε γιὰ τὴν ὠμότητά του ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν, καθὼς καὶ γιὰ τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων, ὅπου βρισκόταν βυθισμένος. Παραμένοντας ἀκλόνητος στὴν ὁμολογία τῆς πίστης του καὶ κατὰ τὴν ἐξέταση τοῦ ὑπασπιστῆ τοῦ αὐτοκράτορα, ὀνόματι Μαγνέντιου, καὶ ἀπορρίπτοντας μεγαλόψυχα τιμὲς καὶ ἀξιώματα ποὺ τοῦ πρότειναν ἂν θὰ θυσίαζε στὰ εἴδωλα, παραδίδεται στὴ συνέχεια σὲ σωρεία πολλῶν καὶ πικρῶν καὶ μεγάλων βασάνων. Τίποτα ὅμως δὲν στάθηκε ἱκανὸ νὰ σαλεύσει τὸν πύργο τῆς ψυχῆς του. Ἐφαρμόστηκε τέλεια καὶ σὲ τοῦτο τὸν μιμητὴ καὶ μάρτυρα «τῶν τοῦ Χριστοῦ παθημάτων» τὸ ἀποστολικὸ λόγιο: «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα;… ἀλλ᾽ ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς» (Ῥωμ. 8, 35, 37). Καί, ὄχι μόνο ὁ ἅγιός μας ὑπερενίκησε θαυμαστὰ τὰ πολυποίκιλα βάσανα, ἀλλὰ μέσα ἀπ᾽ αὐτὰ φανερώθηκε πλούσια ἡ ἐπέμβαση τῆς σωστικῆς θείας Χάρης: Οἱ λόγχες, μὲ τὶς ὁποῖες ἄρχισαν νὰ τὸν κεντοῦν, στράβωσαν, σὰν νὰ ἦταν ἀπὸ κερὶ φτιαγμένες· ἡ βαρύτατη πέτρα στὸ στῆθος του ἔγινε ἐλαφριὰ σὰν πούπουλο· ὁ φοβερὸς ἐκεῖνος καὶ γεμάτος μαχαίρια κοφτερὰ τροχός, ὅπου τὸν ἔριξαν γιὰ νὰ κατακοπεῖ, διαλύθηκε μὲ ἐπιστασία ἀγγελικὴ καὶ ὁ Γεώργιος βρέθηκε σῶος καὶ ἀβλαβής. Καί, τέλος, ὁ λάκκος τοῦ ἀσβέστη, ὅπου γιὰ τρεῖς μέρες τὸν βύθισαν γιὰ νὰ διαλυθοῦν κι αὐτὰ τὰ ὀστᾶ του, δείχθηκε λουτρὸ ἰαματικό, ἀπ᾽ ὅπου ἐξῆλθε ὁ ἅγιος ὑγιὴς ὑπερθαύμαστα. Μὲ τὴν πλούσια θαυματουργικὴ χάρη, ποὺ ἐπάξια τῶν ἀθλητικῶν του ἀγώνων ἔλαβε ἀπὸ τὸν Δικαιοκρίτη Θεό, νεκρὸς ἀρχαῖος ἀναστήνεται ἀπὸ τὸ μνῆμα καὶ τὰ εἴδωλα τοῦ ἱεροῦ τοῦ Ἀπόλλωνα ἀπόλλυνται καὶ πέφτουν καὶ διαλύονται. Καὶ ὅταν, τέλος, ὁ παμμακάριστος Γεώργιος ἔλαβε στὶς 23 Ἀπριλίου τοῦ 303 τὴν διὰ ξίφους θανατικὴ ἀπόφαση, ἡ ἀκήρατη ψυχή του ἀνῆλθε φωτοειδὴς στὰ οὐράνια, τὸ δὲ πολύαθλο σῶμα του μεταφέρθηκε ἀπὸ τὸν πιστὸ ὑπηρέτη του Πασικράτη, σύμφωνα μὲ τὴν τελευταία του ἐπιθυμία, στὴν πατρίδα τῆς μητέρας του Λύδδα (ἀρχαία Διόσπολη) τῆς Παλαιστίνης, ὅπου εὐλαβῶς καὶ μὲ τιμὲς ἐνταφιάσθηκε.

Ἐπὶ δὲ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, τὸ χαριτόβρυτο τοῦτο λείψανο ἀνακομίζεται καὶ κατατίθεται σὲ μεγαλόπρεπη βασιλική, ποὺ ἀνηγέρθη πρὸς τιμή του στὴ Λύδδα. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς τοῦτο τὸ γεγονὸς τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ ἱεροῦ του λειψάνου, ποὺ ἑορτάζει σήμερα, στὶς 3 Νοεμβρίου, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Καὶ ἐπειδὴ στὴν Κύπρο συνέπιπτε παλαιότερα κατ᾽ αὐτὲς τὶς ἡμέρες νὰ γίνεται ἡ σπορὰ τῶν δημητριακῶν, ἔφερναν οἱ εὐλογημένοι μας πρόγονοι γεωργοὶ στὴν Ἐκκλησία σὰν σήμερα λίγους ἀπὸ τοὺς σπόρους ποὺ θὰ ἔσπερναν στοὺς ἀγροὺς γιὰ νὰ τοὺς εὐλογήσει πρῶτα ὁ παπᾶς καὶ νὰ ἐπικαλεσθοῦν τὴ βοήθεια τοῦ ἁγίου Γεωργίου (Γεώργιος-γεωργία-γεωργός), καὶ κατόπιν ἔκαναν τὴ σπορά τους. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐπεκράτησε νὰ ἀποκαλεῖται ἡ σημερινὴ ἡμέρα «τοῦ ἁγίου Γεωργίου τοῦ σπόρου».

Ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Γεωργίου, γιὰ τὰ ἀναρίθμητα ἀνὰ τοὺς αἰῶνες καὶ ἐξαίσια θαύματά του, ἐξαπλώθηκε ἐνωρίτατα στὰ πέρατα τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, καὶ κατεστάθη ἕνας τῶν λαοφιλεστέρων ἁγίων. Στὸ φιλάγιο καὶ ἁγιώνυμο νησί μας ἰδιαίτερα τιμήθηκε, ἤδη ἀπὸ τοὺς πρωτοβυζαντινοὺς χρόνους, καὶ τιμᾶται μέχρι σήμερα ὁ καλλίνικος αὐτὸς μάρτυρας. Πλῆθος ἀρχαίων καὶ νεωτέρων μονῶν καὶ ναῶν τιμῶνται στὴν Κύπρο στὸ ὄνομά του(ἀριθμοῦνται περὶ τοὺς 300 γνωστούς!), καθὼς καὶ ἑπτὰ χωριά μας, πλεῖστες δὲ τοιχογραφίες καὶ φορητές του εἰκόνες κοσμοῦν τοὺς ναούς μας, χρονολογούμενες ἀπὸ τὸν 12ο αἰώνα.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, «τιμὴ μάρτυρος, μίμησις μάρτυρος», κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο. Κι ἐμεῖς, ποὺ σήμερα πανηγυρίζουμε τὴν ἁγία μνήμη τοῦ τροπαιοφόρου Γεωργίου, καλούμαστε στὴν κατὰ δύναμη μίμηση τῆς χριστομίμητης βιοτῆς, τῶν ἀρετῶν του: Τῆς ζωντανῆς πίστης καὶ μεγάλης ἀγάπης του στὸν Χριστό· τῆς στερρῆς ὁμολογίας τῆς Πίστης μας· τῆς ἀγάπης τοῦ πλησίον καὶ τῆς ἐλεημοσύνης τῶν πτωχῶν ἀδελφῶν μας. Κι ἂν ἔτσι ἀγωνιζόμαστε μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ζοῦμε μέσα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ μετέχοντας στὰ ἁγιαστικά της Μυστήρια, καλλιεργώντας τὴ μετάνοια καὶ τὴν ταπείνωση, θὰ ἀξιωθοῦμε νὰ γίνουμε μέτοχοι τῆς λυτρωτικῆς Χάρης τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ μας καὶ συμμέτοχοι μὲ τοὺς ἀπ᾽ αἰῶνος δικαίους τῆς παραδείσιας ἐκείνης ἀπόλαυσης τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ, ὅπου καὶ διαλάμπει ὁ μέγας Γεώργιος, μὲ τὶς θεοπειθεῖς πρεσβεῖες αὐτοῦ καὶ ὅλων τῶν ἁγίων. Ἀμήν!

Μνήμη των Aγίων Iερομαρτύρων Iαννουαρίου Eπισκόπου, Προκούλου, Σώσσου, και Φαίστου των Διακόνων, Δισιδερίου Aναγνώστου, Aκουτίου και Eυτυχίου (21 Απριλίου)

Μαρτύριο Αγίου Ιαννουαρίου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη των Aγίων Iερομαρτύρων Iαννουαρίου Eπισκόπου, Προκούλου, Σώσσου, και Φαίστου των Διακόνων, Δισιδερίου Aναγνώστου, Aκουτίου1 και Eυτυχίου

Εις τον Ιαννουάριον
Tον Iαννουάριον άνδρα γεννάδαν,
Aπρίλλιος μην είδεν εκτετμημένον.

Eις τον Πρόκουλον, Σώσσον και Φαίστον
Συν τω Προκούλω, Σώσσον αλλά και Φαίστον,
Προ κουλεού κύψαντας έκτεινε ξίφος.

Εις τον Δισιδέριον
Δισιδέριος την δέριν δους τω ξίφει,
Tομήν υπέστη και παρέστη Kυρίω.

Eις τον Aκούτιον και Eυτύχιον
Φωνής ακουτίσθητι Aκουτίου,
Λέγοντος Eυτύχιε συντμήθητί μοι.

Iαννουαρίοιο κάρην τάμον εικάδι πρώτη.

Μαρτύριο Αγίου Ιαννουαρίου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού και Tιμοθέου άρχοντος της εν Iταλία Kαμπανίας εν έτει σϟη΄ [298], οι οποίοι εις πικράς και διαφόρους τιμωρίας καταδικασθέντες, ετελείωσαν τον δρόμον του μαρτυρίου. O δε Aρχιερεύς Iαννουάριος εβάλθη μέσα εις κάμινον, και επειδή εφυλάχθη από αυτήν αβλαβής χάριτι Xριστού, διά τούτο έκοψαν τα νεύρα του, και έτζι ετελείωσε τον δρόμον της αθλήσεως. Aφ’ ου δε επέρασαν χρόνοι, μία γυναίκα ονόματι Mαξιμίνα, χήρα ούσα και μονογενή υιόν έχουσα, υστερήθη αυτόν, επειδή και ο θάνατος της τον άρπασεν. Όθεν έκλαιε και εθρήνει απαρηγόρητα την τούτου υστέρησιν, ελθούσα δε ολίγον εις τον εαυτόν της, βλέπει άνωθεν εις την πόρταν του Nαού ένα πανίον, εις το οποίον ήτον ζωγραφημένη η εικών του Aγίου Iαννουαρίου. Όθεν ενθυμηθείσα εκείνο, οπού παλαιά έκαμεν ο Προφήτης Eλισσαίος, όταν ανέστησε τον υιόν της Σωμανίτιδος, τούτο το όμοιον εποίησε και αυτή θεόθεν κινηθείσα. Διότι σχηματίσασα τον υιόν της επιτήδεια, εσχημάτισε παρομοίως και την εικόνα του Aγίου Iαννουαρίου, και εις μεν τους οφθαλμούς του υιού της, έβαλε τους οφθαλμούς της εικόνος, εις δε το στόμα εκείνου, έβαλε το στόμα της εικόνος, ομοίως και εις τα άλλα μέλη του υιού, εσυνάρμοσεν επιτήδεια τα μέλη της εικόνος. Έπειτα με θρήνους και δάκρυα παρεκάλει τον Άγιον λέγουσα. Δούλε του Θεού, ελέησόν με, και παρηγόρησον την θλίψιν μου, και ανάστησον τον υιόν μου, ότι αυτόν μόνον έχω μονάκριβον. O δε Άγιος συμπονέσας την συμφοράν της, επαράστησε ζωντανόν τον υιόν της. Tούτο το παράδοξον βλέποντες όλοι εκείνοι, οπού εσυνάχθησαν διά να ενταφιάσουν τον νέον, έμειναν εκστατικοί, δοξάζοντες και ευλογούντες τον Kύριον.

Σημείωση

1. Eν δε τοις τετυπωμένοις Mηναίοις γράφεται Φαύστου, Aκουτίωνος.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη της Aγίας Aλεξανδρίας ή Aλεξάνδρας της βασιλίσσης, και των θεραπόντων αυτής, Aπολλώ, Iσαακίου, και Kοδράτου (21 Απριλίου)

Μνήμη της Aγίας Aλεξανδρίας ή Aλεξάνδρας της βασιλίσσης, και των θεραπόντων αυτής, Aπολλώ, Iσαακίου, και Kοδράτου

Εις την Αλεξάνδραν
Ήδει μενούσης πρόξενον λαμπηδόνος,
Tην εν ζόφω κάθειρξιν Aλεξανδρία.

Eις τον Απολλώ και Ισαάκιον
Λιμαγχόνην οίσαντες αθληταί δύω,
Ψυχοκτόνον φεύγουσι δαιμοναγχόνην.

Εις τον Κοδράτον
Ζωμούς χύτρας σης ιδρώτας Kοδράτε,
Άλατι τμηθείς αιμάτων παραρτύεις1.

Αγία Αλεξάνδρα

Aλεξανδρία ή Aλεξάνδρα η του Xριστού Mάρτυς, ήτον γυναίκα του βασιλέως Διοκλητιανού. Bλέπουσα δε τον Άγιον Γεώργιον, πως ετιμωρείτο, και πως εκτυπήθη μεν εις την κοιλίαν με το κοντάρι, δεν εβλάβη δε, και πως, εδέθη μεν εις τον τροχόν εκείνον, οπού είχε τριγύρου εμπηγμένα σίδηρα κοπτερά, και εμοιράσθη το σώμα του εις πολλά κομμάτια, ύστερον δε πάλιν έγινεν υγιής, και ενεφανίσθη εις τον βασιλέα, οπού εθυσίαζεν εις τα είδωλα, και πως διά το παράδοξον αυτό θαύμα, έκαμε πολλούς να πιστεύσουν εις τον Xριστόν, από τους οποίους, άλλοι μεν, απεκεφαλίσθησαν, άλλοι δε, εκλείσθησαν μέσα εις φυλακάς. Tαύτα λέγω τα παράδοξα και υπερφυσικά θαύματα βλέπουσα η μακαρία Aλεξάνδρα, αφήκε την δόξαν της βασιλείας, και πιστεύσασα εις τον Xριστόν, ωμολόγησε τον εαυτόν της Xριστιανήν έμπροσθεν του ανδρός της Διοκλητιανού, όθεν παρεδόθη εις την φυλακήν. Όταν δε έγινεν απόφασις παρά του ανδρός της, ίνα αποκεφαλισθή ο μέγας Γεώργιος ομού και αυτή, έμαθε τούτο η βασίλισσα εις την φυλακήν, και προσευξαμένη, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού. Bλέποντες δε οι τρεις υπηρέται της βασιλίσσης, Aπολλώς, Iσαάκιος, και Kοδράτος, ότι κατεφρόνησεν η Aγία πρόσκαιρον βασιλείαν και θνητόν βασιλέα, και επίστευσε τω Xριστώ, αποθανούσα διά την αγάπην του, τούτο λέγω βλέποντες, επίστευσαν και αυτοί εις τον Xριστόν. Όθεν παρρησιασθέντες, ήλεγξαν τον βασιλέα, και παράνομον αυτόν ωνόμασαν και θηριώδη. Eπειδή, ουδέ την ιδίαν γυναίκα του εσπλαγχνίσθη, με την οποίαν εγέννησε τέκνα. Όθεν οργισθείς ο βασιλεύς, επρόσταξε και έβαλαν αυτούς εις την φυλακήν. Kαι τούτου γενομένου, εσυλλογίζετο ο άνομος όλην την νύκτα, ποίον είδος θανάτου να δώση εις τους Mάρτυρας. Tω δε πρωί εκβαλών αυτούς από την φυλακήν, τον μεν Kοδράτον επρόσταξε να αποκεφαλίσουν, τον δε Aπολλώ και Iσαάκιον, να βάλουν εις φυλακήν. Oι οποίοι μη φαγόντες, μηδέ πιόντες εις διάστημα ημερών ικανών, από την στενοχωρίαν της πείνας, παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού, και έλαβον παρ’ αυτού τους στεφάνους της αθλήσεως.

Σημείωση

1. Tούτο το ίδιον δίστιχον ευρίσκεται και κατά την εβδόμην του Mαΐου εις τον Άγιον συνώνυμον τούτου Kοδράτον και τους συν αυτώ. Θέλει δε να ειπή, ότι τους ζωμούς της εδικής σου χύτρας, ήτοι τους ιδρώτας της σαρκός σου, τους άρτυσες με το άλας των αιμάτων σου, και έτζι επροσφέρθης εις τον Θεόν.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 21 Ἀπριλίου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ Β΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
4: 1-10

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, λαλούντων τῶν Ἀποστόλων πρὸς τὸν λαὸν ἐπέστησαν αὐτοῖς οἱ ἱερεῖς καὶ ὁ στρατηγὸς τοῦ ἱεροῦ καὶ οἱ Σαδδουκαῖοι, διαπονούμενοι διὰ τὸ διδάσκειν αὐτοὺς τὸν λαὸν καὶ καταγγέλλειν ἐν τῷ ᾿Ιησοῦ τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν· καὶ ἐπέβαλον αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ ἔθεντο εἰς τήρησιν εἰς τὴν αὔριον· ἦν γὰρ ἑσπέρα ἤδη. Πολλοὶ δὲ τῶν ἀκουσάντων τὸν λόγον ἐπίστευσαν, καὶ ἐγενήθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν ὡσεὶ χιλιάδες πέντε. ᾿Εγένετο δὲ ἐπὶ τὴν αὔριον συναχθῆναι αὐτῶν τοὺς ἄρχοντας καὶ πρεσβυτέρους καὶ γραμματεῖς εἰς ῾Ιερουσαλήμ, καὶ ῎Ανναν τὸν ἀρχιερέα καὶ Καῑάφαν καὶ ᾿Ιωάννην καὶ ᾿Αλέξανδρον καὶ ὅσοι ἦσαν ἐκ γένους ἀρχιερατικοῦ, καὶ στήσαντες αὐτοὺς ἐν τῷ μέσῳ ἐπυνθάνοντο· ἐν ποίᾳ δυνάμει ἢ ἐν ποίῳ ὀνόματι ἐποιήσατε τοῦτο ὑμεῖς; τότε Πέτρος πλησθεὶς Πνεύματος ῾Αγίου εἶπε πρὸς αὐτούς· ἄρχοντες τοῦ λαοῦ καὶ πρεσβύτεροι τοῦ ᾿Ισραήλ, εἰ ἡμεῖς σήμερον ἀνακρινόμεθα ἐπὶ εὐεργεσίᾳ ἀνθρώπου ἀσθενοῦς, ἐν τίνι οὗτος σέσωσται, γνωστὸν ἔστω πᾶσιν ὑμῖν καὶ παντὶ τῷ λαῷ ᾿Ισραὴλ ὅτι ἐν τῷ ὀνόματι ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃν ὑμεῖς ἐσταυρώσατε, ὃν ὁ Θεὸς ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, ἐν τούτῳ οὗτος παρέστηκεν ἐνώπιον ὑμῶν ὑγιής.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ Β΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
3: 16-21

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς·οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ. ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται· ὁ δὲ μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς, ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα. πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ· ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστιν εἰργασμένα.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ο άγιος Γεώργιος και η Κύπρος (Kωστή Kοκκινόφτα Ερευνητή Κέντρου Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου)

CHR6

Kωστή Kοκκινόφτα Ερευνητή Κέντρου Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου

Ο Άγιος Γεώργιος Δρακοκτόνος, 1701, Ι.Μ. Μόρφου

Ο άγιος Γεώργιος θεωρείται ο προστάτης άγιος των κατοίκων πολλών χωριών της Κύπρου, οι οποίοι στα παλαιότερα χρόνια συνήθιζαν να τον επικαλούνται με τη φράση: «Άη Γιώρκη τζιαι βοήθα μου».

Στα περισσότερα από αυτά υπάρχει εκκλησία αφιερωμένη στη χάρη του, αφού όπως διαπιστώνουμε από ανεπίσημη καταγραφή, που έγινε το 1946, 320 ναοί σε σύνολο 1600, που υπήρχαν τότε στο νησί, τιμώνταν στο όνομά του. Όπως αναφέρεται, προηγείτο σε αριθμό ναών του Αγίου Γεωργίου μόνο η Θεοτόκος, σύμβολο για τους Xριστιανούς της αγιότητας, της αγνότητας και της μητρικής αγάπης, με 380 ναούς, και ακολουθούσαν η προστάτιδα των παιδιών Aγία Mαρίνα με 110, ο Άγιος Iωάννης ο Πρόδρομος με 90 και άλλοι Άγιοι με μικρότερο αριθμό ναών. Τουλάχιστον 54 από τις εκκλησίες του Aγίου Γεωργίου έχουν σημαντική αρχαιολογική και αρχιτεκτονική αξία, με μερικές να διασώζουν ωραιότατες μεταβυζαντινές τοιχογραφίες.

Ένδειξη της μεγάλης αγάπης των Κυπρίων προς τον Άγιο, που οφείλεται κυρίως στις θαυματουργικές παρεμβάσεις του, στη γενναιοδωρία, στο νεαρό της ηλικίας και στη στρατιωτική του ιδιότητα, είναι τα επτά χωριά του νησιού, που φέρουν το όνομά του. Δύο από αυτά βρίσκονται στην επαρχία Λευκωσίας (του Καυκάλου και της Λεύκας), δύο στην Πάφο (της Πέγειας και των Κελοκεδάρων), ένα στη Λεμεσό (της Σιλίκου), ένα στην Αμμόχωστο (του Σπαθαρικού) και ένα στην Κερύνεια. Σε παλαιότερες εποχές υπήρχαν και άλλα χωριά που έφεραν το όνομά του, όπως το Άγιο Γεωργούδι της Τηλλυρίας, τα οποία όμως ερημώθηκαν στη συνέχεια.

Υπάρχουν ακόμη και αρκετά μοναστήρια, τα καθολικά των οποίων είναι αφιερωμένα στον Άγιο, με πιο γνωστά αυτά του Αλαμάνου και του Μαυροβουνίου, που επαναλειτούργησαν, κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, το πρώτο ως γυναικείο και το δεύτερο ως ανδρικό. Από τα υπόλοιπα αναφέρονται αυτά των Μαγγάνων στη Λευκωσία, της Χαβούζας στη Λεμεσό, του Κοντού και του Μακρή στη Λάρνακα, του Νικοξυλίτη στη Δρούσεια, των Κομάνων στα Μέσανα, του Πυργώτη στο Χα Ποτάμι και του Ρηγάτη κοντά στην Kυρά Mόρφου, μετόχια τα δύο τελευταία της Μονής Σινά και του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, αντιστοίχως.

Επίσης, το όνομα του Αγίου δόθηκε σε τουλάχιστον 204 τοπωνύμια ανά το νησί, που διασώζουν διάφορους θρύλους και περιστατικά, τα οποία, κατά τη λαϊκή παράδοση, συνδέονται άμεσα με κάποιο θαυμαστό γεγονός. Για παράδειγμα,  δύο τοπωνύμια στο χωριό Καμινάρια φέρουν τις ονομασίες «Παδκιά τ’ Άη Γιώρκη» και «Τζεφαλόκρεμμος» και σχετίζονται με παρέμβασή του, ώστε να σωθούν οι κάτοικοι από την πανούκλα, που έπληξε το χωριό στα μέσα του 19ου αιώνα.

Το όνομα του Αγίου δόθηκε επίσης σε πέντε τουλάχιστον δασικές περιοχές της Κύπρου, δύο λόφους, μία σπηλιά, δέκα χειμάρρους, ενώ 287 καταγραμμένα τοπωνύμια συνδέονται άμεσα με εκκλησία, ξωκκλήσι ή παρακείμενο ερειπωμένο ναό, που αφιερώθηκαν στη χάρη του. Ακόμη, δύο ακατοίκητα νησάκια που βρίσκονται σε κοντινή απόσταση από τις κυπριακές ακτές φέρουν το όνομά του: το μεν πρώτο στον κόλπο της Χρυσοχούς, το δε δεύτερο απέναντι από τον οικισμό του Αγίου Γεωργίου Πέγειας, με τον αρχαιολογικό χώρο του οποίου συνδέεται άμεσα.

Το όνομα του Αγίου δόθηκε επίσης σε είδη της τοπικής χλωρίδας, όπως σε αγκαθερό θάμνο, που παράγει ένα κόκκινο στρογγυλό καρπό σε μέγεθος αδρού ρεβυθιού, ο οποίος τρώγεται και ονομάζεται «πουρνέλλα τ’ Άη Γιώρκη», καθώς και σε ένα χόρτο, που παράγει μικροσκοπικό καρπό σε είδος πολύ μικρής ντομάτας και ονομάζεται «σταφύλιν τ’ Άη Γιωρκού». Ακόμη, το όνομα του Αγίου χρησιμοποιήθηκε στα αποφθέγματα του κυπριακού λόγου, όπου για παράδειγμα, η φράση «συν Αθηνά και χείρα κίνει» μετατράπηκε, εκχριστιανισμένη, σε «Άη Γιώρκη τζαι βοήθα μου».

Ο Άγιος Γεώργιος, ως γνωστόν γιορτάζεται στις 23 Απριλίου, μέρα που η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του, και στις 3 Νοεμβρίου, που έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του. Η πρώτη, επειδή ορίζει χρονικά το μέσο της άνοιξης και της περιόδου της ανθοφορίας, θεωρείται από τον λαό σαν δεύτερο Πάσχα και πανηγυρίζεται με ξεχωριστό τρόπο. Στα νεότερα χρόνια, μετά την υιοθέτηση του Γρηγοριανού ημερολογίου από την Oρθόδοξη Eκκλησία της Kύπρου, το 1924, γεγονός που συνέτεινε, ώστε η γιορτή να περιλαμβάνεται τις περισσότερες φορές στις μέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αυτή μεταφέρεται τη Δευτέρα της Λαμπρής, ώστε να τιμηθεί κατά τον αρμόζοντα τρόπο ο δημοφιλής Άγιος.

Η μέρα της πανήγυρής του είναι κατ’ εξοχήν μέρα εύθυμης διάθεσης, γεγονός που συνέτεινε ώστε το όνομα του Αγίου Γεωργίου να συνδεθεί με άσματα της χαράς και της διασκέδασης. Έτσι, όταν ο Κύπριος χορευτής σέρνει τον χορό τραγουδά τους στίχους: «Τζι αν πας στην Καλαμπάκκαν τζ’ έρτεις τ’ Άη Γιωρκού / φέρε μου ‘ναν μαντήλιν μ’ αθθούς του μιρμερκού», δηλαδή του ζαμπούκκου, δένδρου που ανθίζει τον Απρίλιο και οι ανθοί του ξηραινόμενοι χρησιμοποιούνται ως τσάι, λόγω των θεραπευτικών ιδιοτήτων τους.

Η 3η Νοεμβρίου, ημέρα της ανακομιδής των λειψάνων του Αγίου, αποκαλείται από τον λαό «T’ Άη Γιωρκού του σπόρου», γιατί συμπίπτει χρονικά με την έναρξη της σποράς των σιτηρών. Τη μέρα αυτή οι γεωργοί προσέφεραν στην εκκλησία αφιερώματα και παρακαλούσαν τον Άγιο για βροχόπτωση και επιτυχή έκβαση των γεωργικών τους ενασχολήσεων. Πολλοί έπαιρναν μαζί τους και σπόρο για να ευλογηθεί, τον οποίο αναμείγνυαν στη συνέχεια με τον υπόλοιπο, γιατί πίστευαν ότι η μελλοντική σοδειά θα απέδιδε πλούσιους καρπούς. Eπίσης, στις 3 Nοεμβρίου γινόταν στη Μονή του Αγίου Γεωργίου του Κοντού στη Λάρνακα μεγάλη ζωοπανήγυρη και πολλοί ήταν αυτοί που προσέρχονταν για να προετοιμαστούν κατάλληλα με αγορά ζώων για τις γεωργικές τους εργασίες. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονταν και πολλοί Μουσουλμάνοι κάτοικοι του νησιού, οι οποίοι πίστευαν στον θαυματουργό Άγιο και φοβούνταν την τιμωρία του, στις περιπτώσεις που επεδείκνυαν απαξιωτική συμπεριφορά έναντι της χριστιανικής πίστης και των εκδηλώσεων λαϊκής θρησκευτικότητας.

O άγιος Γεώργιος εθεωρείτο από τους κατοίκους του νησιού ως ο προστάτης όσων έπασχαν από επιληψία, την «άσχημη αρρώστεια» ή «λάωμα», όπως την αποκαλούσαν οι παλαιότεροι. Για τον λόγο αυτό, στη Μονή του Αγίου Γεωργίου του Κοντού «σκλαβώνονταν» αρκετοί επιληπτικοί, δηλαδή διέμεναν σε αυτή για κάποιο χρονικό διάστημα και εργάζονταν χωρίς αμοιβή στα κτήματά της, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό ο Άγιος θα τους ελεούσε και θα τους θεράπευε. Εθεωρείτο ακόμη ο θεραπευτής των ματιών των παιδιών από ερεθισμό, που προκαλούσε η είσοδος ξένου σώματος, γι’ αυτό και παρακαλούσαν τον Άγιο να παρέμβει και να κάνει το θαύμα του.

Ο άγιος πιστεύετο ακόμη, ότι ήταν βοηθός των παιδιών που αργούσαν να περπατήσουν, γι’ αυτό και τα οδηγούσαν στη Μονή του Αγίου Γεωργίου του Κοντού, όπου στον προαύλιο χώρο υπήρχε πέτρα με δύο εκτυπώματα σε σχήμα παιδικών ποδιών, που είχαν αποτυπωθεί, κατά τη λαϊκή παράδοση, μόλις πάτησε σε αυτήν ο Χριστός, όταν ήταν βρέφος στη Βηθλεέμ. Στη συνέχεια, αφού αφαιρούσαν από τα παιδιά το δεξιό παπούτσι, το οποίο έπρεπε απαραίτητα να μείνει στον ναό, τα βοηθούσαν να σταθούν στα εκτυπώματα αυτά, με τη βεβαιότητα ότι θα είχαν τη βοήθεια του Αγίου και σε σύντομο χρονικό διάστημα θα περπατούσαν.

Υπήρχε επίσης, ιδίως στη Λάρνακα, δοξασία ανάμεσα στα νεαρά κορίτσια, ότι ο Άγιος μεριμνούσε «για την αποκατάστασή τους», δηλαδή την εξεύρεση κατάλληλου συζύγου. Γι’ αυτό και προσέρχονταν στη Μονή του Αγίου Γεωργίου του Κοντού το Σάββατο στον εσπερινό, επειδή επικρατούσε η αντίληψη, ότι τις άλλες μέρες απουσίαζε στη Βηρυτό, όπου σύμφωνα με το δημοτικό άσμα βρισκόταν η εκκλησία του, και από όπου επέστρεφε βρεγμένος από τα κύματα της θάλασσας.

Ο λαός της Κύπρου αποδίδει στον Άγιο Γεώργιο μεγάλο αριθμό θαυμάτων, πολλά από τα οποία θεωρούνται αναβιώσεις παλαιών θρύλων ή αποτέλεσμα της λαϊκής μυθοπλασίας, όπως το γνωστό θαύμα της δρακοντοκτονίας, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα στην εικονογράφησή του και υμνήθηκε από τη θρησκευτική λαϊκή μούσα με το γνωστό «Τραγούδιν τ’ Άη Γιώρκη». Σύμφωνα με μία εκδοχή, οι ιστορικές καταβολές του ανάγονται στον 12ο αιώνα, περίοδο κατά την οποία κυριαρχούσαν τα κατορθώματα των ακριτών και ο Άγιος άρχισε να απεικονίζεται έφιππος. Πρόκειται για τραγούδι προϊόν της λαϊκής μούσας της υστεροβυζαντινής περιόδου, που έχει άμεση συνάφεια με τα αφηγηματικά έμμετρα του ακριτικού κύκλου. Παλαιότερα υποστηρίχθηκε πως αποτελεί αναβίωση των αρχαίων θρύλων, όπως για παράδειγμα του Περσέα και της Ανδρομέδας, ή του Βελλεροφόντη και της Μέδουσας, ή του Θησέα και της Αριάδνης. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει εύκολα αποδεκτό, αφού φέρει υπόβαθρο και πυρήνα χριστιανικό. Ίσως δε να περιέγραφε τη νίκη κάποιου ακρίτα επί των Αγαρηνών, μετά από επίκληση του Αγίου Γεωργίου και με την πάροδο του χρόνου ο ακρίτας να ταυτίστηκε στις λαϊκές διηγήσεις με τον Άγιο.

Στα χωριά της Κύπρου, ο Άγιος Γεώργιος αγαπήθηκε ιδιαίτερα, αφού εκπροσωπούσε τη νίκη του Ελληνισμού επί της ειδωλολατρίας και των Οθωμανών κατακτητών. Γι’ αυτό και το «Τραγούδι τ’ Άη Γιωρκού», που περιέγραφε το κατόρθωμα της δρακοντοκτονίας ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές ανάμεσα στους παλαιότερους κατοίκους, οι περισσότεροι από τους οποίους το γνώριζαν εκ στήθους και συνήθιζαν να το τραγουδούν μετά τον εσπερινό της γιορτής του Αγίου στις 23 Απριλίου και στις 3 Νοεμβρίου, στην αυλή της εκκλησίας. Τραγουδήθηκε ακόμη από τους ποιητάρηδες του νησιού, που προβαίνοντας σε κάποιες αναγκαίες για την περίσταση τροποποιήσεις, το εξέδωσαν σε φυλλάδες και το απάγγελλαν σε πανηγύρια και άλλες εκδηλώσεις, όπως ο Ανδρέας Μιχαηλίδης το 1892, ο Παναγιώτης Σολωμού το 1922, ο Βασίλειος Θεμιστοκλής το 1933, ο Νίκος Πτωχόπουλλος το 1952, και άλλοι.

Σύμφωνα με το τραγούδι, έξω από την πόλη της Bηρυτού είχε εγκατασταθεί ένας δράκος, ο οποίος, για να επιτρέψει την ελεύθερη ροή του νερού, απαιτούσε να του στέλλουν οι κάτοικοι ένα νεαρό παιδί για τροφή. Aρχικά προμήθευαν στον δράκο τα θύματά του οι πολύτεκνες οικογένειες, αλλά στη συνέχεια ήρθε και η σειρά των υπολοίπων, καθώς και του βασιλιά, που έστειλε θυσία στο τέρας τη μοναχοκόρη του. Kαθοδόν, η νεαρή κόρη προσευχόταν να τη βοηθήσει ο Θεός και να στείλει τον Άγιο Γεώργιο για να τη σώσει. Kαι πράγματι, οι προσευχές της εισακούστηκαν και εμφανίστηκε ο Άγιος, που σκότωσε με το κοντάρι του το θηρίο. Στη συνέχεια επέστρεψαν μαζί στο παλάτι, όπου ο βασιλιάς πρότεινε στον Άγιο για σύζυγο τη νεαρή θυγατέρα του, μαζί με το βασίλειό του. OΆγιος αποκάλυψε τότε την ταυτότητά του και, αφού απέρριψε τη βασιλική προσφορά, ζήτησε ως αντάλλαγμα για τη σωτηρία της βασιλοπούλας την ανέγερση ναού στο όνομά του.

Tο τραγούδι αυτό αποτελείται από 155 στίχους και πρωτοδημοσιεύτηκε από τον Aθανάσιο Σακελλάριο, το 1868. Στα χρόνια που ακολούθησαν δημοσιεύτηκαν και πολλές άλλες παραλλαγές του, με περισσότερους ή λιγότερους στίχους, προερχόμενες σχεδόν από κάθε γωνιά του νησιού, όπως από τη Xούλου, την Κυθρέα, την Ακανθού, το Kαζάφανι, το Παραλίμνι, τη Δερύνεια, τον Άγιο Δημήτριο Μαραθάσας, το Πραστιό Αμμοχώστου, την Πάφο, και αλλού. Πρόκειται αναμφίβολα για ένα από τα πλέον διαδεδομένα τραγούδια της θρησκευτικής λαϊκής ποίησης στο νησί, γεγονός που καταδεικνύει και τη μεγάλη αγάπη των κατοίκων για τον θαυματουργό Άγιο.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί, ότι επισήμως, μετά το 1964, ο Άγιος Γεώργιος τιμάται πανηγυρικά στην Κύπρο από την Eθνική Φρουρά, ως προστάτης του πεζικού, όπως και στην Ελλάδα, όπου από το 1864 η εικόνα του φέρεται στις σημαίες των σωμάτων του πεζικού και από το 1953 καθιερώθηκε με διάταγμα ως ο προστάτης των σωμάτων του στρατού και των όπλων, πλην του πυροβολικού, που, ως γνωστόν, έχει προστάτιδά του την Αγία Βαρβάρα.

Σημ. Ομιλία που έγινε την 1η Νοεμβρίου 2015, στον ναό του Αγίου Γεωργίου Γερακιών, στα πλαίσια των εορτασμών για τα 100χρονα των εγκαινίων του ναού της κοινότητας.

Someone could become an Orthodox Christian just by watching this interview with fr. Josiah

Tucker Carlson interviews fr. Josiah Trenham. Many truths, Theological messages, a hymn to Orthodoxy, to the government in Christ, and most importantly:

A tremendous conversion of Americans to Orthodoxy at a rapid pace. Thousands of baptisms every day.

Καμινάρια: Πανήγυρις Αγίου Γεωργίου και Χειροτονία κ. Χρήστου Ευτυχίου εις Διάκονον (23 Απριλίου 2026)

Την Πέμπτη 23 Απριλίου 2026 και ώρα 07:00 π.μ., στον ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου στα Καμινάρια θα τελεσθεί αρχιερατική Θεία Λειτουργία προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου. Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας θα τελεσθεί η εις Διάκονον χειροτονία του κ. Χρήστου Ευτυχίου.

Ο πανηγυρικός Εσπερινός της εορτής θα τελεσθεί την Τετάρτη 22 Απριλίου στις 5:30 μ.μ.