Δὲν μποροῦμε νὰ ἐπιτύχουμε τὴ σωτηρία μὲ κανέναν τρόπο πέρα ἀπὸ τὴ μεταμόρφωση τοῦ νοῦ μας, τὴ μεταμόρφωσή του σὲ κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἦταν. Ὁ νοῦς μας θεώνεται ἀπὸ μία ἰδιάζουσα ἐνέργεια τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Γίνεται ἀπαθὴς καὶ ἅγιος. Ἕνας θεωμένος νοῦς ζεῖ ἀκατάπαυστα μὲ τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζοντας, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι μέσα μας κι ἐμεῖς ἐν Αὐτῷ, ὁ θεωμένος νοῦς εἶναι ὁλότελα οἰκεῖος μὲ τὸν Θεό. Ὁ Θεὸς εἶναι παντοῦ κι ἐμεῖς εἴμαστε σὰν ψάρια μέσα στὸ νερὸ, ὅταν εἴμαστε ἐν Θεῷ. Τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ λογισμοί μας Τὸν ἐγκαταλείπουν, ἀφανιζόμαστε πνευματικά.
Πρέπει κανεὶς νὰ κηρύττει, ὄχι ἀπὸ τὸ ὀρθολογιστικό του μυαλό ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά του. Μόνο ὅ,τι προέρχεται ἀπὸ τὴν καρδιὰ μπορεῖ νὰ ἀγγίξει μία ἄλλη καρδιά.
Απόστολοι Πέτρος και Παύλος. Φορητές εικόνες, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου
ΕΚΦΩΝΗΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΚΟΡΥΦΑΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ
Απόστολοι Πέτρος και Παύλος, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου
{…}
4. Τέτοιοι φωστήρες έχοντας ανατείλει σήμερα σε μας ο ένας μαζί με τον άλλο, λαμπρύνουν την Εκκλησία, αφού η σύνοδος αυτών δεν προκαλεί έκλειψη, αλλά περίσσεια φωτός: γιατί δεν συμβαίνει, περιπολώντας ο ένας επάνω, να είναι εδραιωμένος στα ύψη, και ο άλλος να είναι χαμηλότερα για να υποσκιάσει τον άλλο, ούτε ο ένας να ηγείται της ημέρας και ο άλλος της νύχτας, ώστε φερόμενος αντίκρυ, να πέσει στη σκιά, ούτε ο ένας να εκπέμπει το φως και ο άλλος να παίρνει το φως από εκεί, ώστε να παθαίνει από αυτό αλλοίωση, δεχόμενος άλλοτε αλλιώς τον φωτισμό, ανάλογα με την απόσταση, αλλά, αφού και οι δύο κατέστησαν εξίσου μέτοχοι του Χριστού, της αστείρευτης πηγής, του αιώνιου φωτός, απέκτησαν ίσο και το ύψος και τη δόξα και τη λαμπρότητα. Γι’ αυτό και είναι αλληλουχία η σύνοδος των φωστήρων αυτών, που χορηγεί διπλάσια έλλαμψη στις ψυχές των πιστών.
5. Αλλ’ ο πρώτος αποστάτης, που οδήγησε σε αποστασία από τον Θεό και τον πρώτο άνθρωπο, βλέποντας ήδη εκείνον που έπλασε τον Αδάμ πατέρα του γένους των ανθρώπων, να αναπλάθει ύστερα τον Πέτρο ως πατέρα του γένους των αληθινά θεοσεβών, και όχι μόνο βλέποντας, αλλά και ακούοντας αυτόν να λέγει προς αυτόν, «συ είσαι Πέτρος, και πάνω σ’ αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου» (Ματθ. 16, 18), αφού λοιπόν έμαθε αυτό ο αρχέκακος, από τη φθονερή κακία του, πειράζει και τον Πέτρο, τον αρχηγό του γένους των θεοσεβών, όπως άλλοτε και τον Αδάμ, τον αρχηγό του γένους των ανθρώπων. Γνωρίζοντας όμως ότι αυτός ήταν στολισμένος με σύνεση και πυρωμένος από την αγάπη προς τον Χριστό, δεν τολμά βέβαια την κατά πρόσωπο επίθεση, αλλά παραπλανώντας τον με δόλο κατά κάποιο τρόπο, από πλάγια, και μάλιστα από δεξιά, τον πείθει να πράττει πέρα από τα αναγκαία, και κατά τον καιρό του σωτηρίου πάθους! Λέγοντας δηλαδή ο Κύριος προς τους μαθητές, «αύτη τη νύχτα όλοι θα χάσουν την εμπιστοσύνη τους προς εμένα» (Ματθ. 26, 31), αυτός πρόβαλε με απείθεια αντίρρηση. Και όχι μόνον αυτό, αλλά έθετε και τον εαυτό του πάνω από όλους, λέγοντας ότι, και αν όλοι σκανδαλισθούν, αλλ’ εγώ όχι. Εγκαταλείπεται λοιπόν περισσότερο από τους άλλους, επειδή κυριεύθηκε από αλαζονεία, ώστε, αφού ταπεινωθεί περισσότερο από τους άλλους, να παρουσιασθεί στον κατάλληλο καιρό λαμπρότερος, όχι όπως ο Αδάμ που πειράσθηκε και συγχρόνως νικήθηκε και καταποντίσθηκε τελείως, αλλά, αφού πειράσθηκε και παρασύρθηκε για λίγο, νίκησε τον πειράζοντα. Πώς; Με την απευθείας κατάκριση του εαυτού του και τη σφοδρή λύπη και μετάνοια, και με το δραστικό προς εξιλέωση φάρμακο, τα δάκρυα! Γιατί λέγει: «καρδιά συντριμμένη και ταπεινωμένη, ο Θεός δεν θα την εξουθενώσει» (Ψαλμ. 50, 12), και η αρεστή στον Θεό λύπη, προκαλεί μετάνοια αμετάτρεπτη προς σωτηρία, και «αυτός που σπέρνει την παράκληση με δάκρυα, θα θερίσει με αγαλλίαση τη συγχώρηση» (Ψαλμ. 125, 5).
6. Θα μπορούσε όμως κανείς να δει, εξετάζοντας αυτόν, ότι όχι μόνο θεράπευσε με τη μετάνοια και το οδυνηρό πένθος την άρνηση στην οποία παρασύρθηκε, αλλά και ότι ξερίζωσε τελείως από την ψυχή του το πάθος, εξαιτίας του οποίου εγκαταλείφθηκε περισσότερο από τους άλλους. Και αυτό θέλοντας να δείξει σε όλους ο Κύριος, μετά το σαρκικό πάθος του για χάρη μας και την από τους νεκρούς τριήμερη ανάστασή του, χρησιμοποίησε προς τον Πέτρο τα λόγια που αναγνώσθηκαν σήμερα στο ευαγγέλιο, λέγοντας προς αυτόν: «Σίμων, υιέ του Ιωνά, με αγαπάς περισσότερο από αυτούς», δηλαδή από τους μαθητές μου. Και πρόσεχε την προς το ταπεινότερο μεταβολή αυτού. Αυτός δηλαδή που πρωτύτερα, και χωρίς να ερωτηθεί, τοποθέτησε πάνω από τους άλλους τον εαυτό του και είπε, «και αν όλοι σε αρνηθούν, όμως όχι εγώ», τώρα ερωτώμενος, εάν τον αγαπά περισσότερο από τους άλλους, συμφωνεί βέβαια ότι τον αγαπά, το περισσότερο όμως παραλείπει να το πει, λέγοντας: «ναι, Κύριε, συ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ».
7. Τί λέγει λοιπόν ο Κύριος; Επειδή έδειξε αυτόν ότι ούτε από την προς αυτόν αγάπη εξέπεσε και ότι απέκτησε την ταπείνωση, εκπληρώνει την από παλαιά προς αυτόν υπόσχεση και λέγει προς αυτόν: «ποίμαινε τα αρνιά μου». Πραγματικά, όταν ονομάζει οικοδομή το σύνολο όσων πιστεύουν σ’ αυτόν, υπόσχεται ότι θα τον τοποθετήσει θεμέλιο, λέγοντας: «συ είσαι Πέτρος και επάνω σ’ αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου» (Ματθ. 16, 8). Όταν ο λόγος γίνεται για την αλιεία, τον κάμνει αλιέα ανθρώπων, λέγοντας «από τώρα θα αλιεύεις ανθρώπους» (Λουκά 5, 10). Όταν πάλι κάνει πρόβατα τους δικούς του, τοποθετεί τον Πέτρο ποιμένα, λέγοντας: «ποίμαινε τα αρνιά μου, ποίμαινε τα πρόβατά μου» (Ιω. 21, 15-16). Μπορούμε όμως, αδελφοί, να αντιληφθούμε και από εδώ, ότι όσο ποθεί την σωτηρία μας ο Κύριος, τόσο περισσότερο και από αυτούς που τον αγαπούν δεν ζητεί τίποτε άλλο, παρά να μας οδηγούν προς τη βοσκή και τη σωτήρια μάνδρα.
8. Ας ποθήσομε λοιπόν και εμείς τη σωτηρία μας και ας δείξομε υπακοή σ’ αυτούς που με έργο και λόγο μας οδηγούν προς αυτήν, γιατί αρκεί να θελήσει καθένας από εμάς να πορευθεί τον δρόμο που οδηγεί προς τη σωτηρία, και ο καθηγητής έφτασε ετοιμασμένος από τον κοινό Σωτήρα, και ο χορηγός της σωτηρίας είναι ετοιμότατος εξαιτίας της υπερβολικής φιλανθρωπίας του, ως αυτόκλητος, ή μάλλον όντας αυτοπαράκλητος. Και ερωτά τρεις φορές, ώστε αποκρινόμενος εκείνος τρεις φορές, να δώσει την καλή ομολογία και, με την τριπλή ομολογία, να θεραπεύσει την τριπλή άρνηση. Και έτσι, τρεις φορές τον ορίζει επικεφαλής στα αρνιά και τα πρόβατά του, τοποθετώντας κάτω από τον Πέτρο, και τις τρεις τάξεις των σωζομένων, τη δουλεία, την μισθοφορία και την υιότητα, ή την παρθενία, τη χηρεία με σωφροσύνη και τον τίμιο γάμο. Αλλά ο Πέτρος, ερωτώμενος πάλι και πάλι αν αγαπά τον Χριστό, στενοχωρήθηκε, λέγει, από τις επανειλημμένες ερωτήσεις, επειδή νόμισε ότι δεν τον πίστευε. Γνωρίζοντας όμως τον εαυτό του, ότι τον αγαπά και μη αγνοώντας ούτε και αυτό, ότι γνωρίζεται από αυτόν που τον ερωτά περισσότερο από όσο ο ίδιος γνωρίζει τον εαυτό του, περισφιγμένος κατά κάποιο τρόπο από παντού, δεν ομολογεί μόνο ότι τον αγαπά, αλλά και κηρύττει, ότι ο αγαπώμενος από αυτόν είναι ο Θεός των όλων, λέγοντας: «συ, Κύριε, γνωρίζεις τα πάντα, συ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ» (Ιω. 21, 17). Γιατί το να γνωρίζει τα πάντα, είναι γνώρισμα του Θεού των πάντων.
9. Ο Κύριος όμως, αφού ο Πέτρος έκαμε αυτή την ομολογία από την ψυχή του, όχι μόνο τον χειροτονεί ποιμένα και αρχιποιμένα όλης της Εκκλησίας του, αλλά υπόσχεται ότι θα τον περιζώσει με τόση δύναμη, ώστε να δείξει υπομονή και μέχρι θανάτου, και μάλιστα σταυρικού θανάτου, αυτός που πριν από την υπόσχεση αυτή δεν άντεξε ούτε στην ερώτηση και λαλιά ενός κοριτσιού. «Σε διαβεβαιώνω αληθινά», είπε προς τον Πέτρο, «ότι όταν ήσουν νεώτερος» και στη σωματική και στην πνευματική ηλικία, «έζωνες τον εαυτό σου», δηλαδή χρησιμοποιούσες τη δύναμή σου και περπατούσες όπου ήθελες, όντας αυτοκίνητος και ζώντας σύμφωνα με την προαίρεση που είχες από τη φύση σου. Όταν όμως θα γεράσεις, φθάνοντας στο άκρο της σωματικής και της πνευματικής ηλικίας, «θα απλώσεις τα χέρια σου»• με τα λόγια αυτά προδηλώνει το δια του σταυρού τέλος του και μαρτυρεί ότι το δέσιμό του πάνω σ’ αυτόν δεν θα γίνει χωρίς τη θέληση του Πέτρου. Θα απλώσεις λοιπόν ο ίδιος τα χέρια σου και άλλος θα σε ζώσει, δηλαδή θα σε ενδυναμώσει και θα σε φέρει όπου δεν θέλεις, φεύγοντας από τους ανθρώπους, επειδή η φύση δεν θέλει τη διάλυσή της, με το θάνατο. Γιατί το υπερφυσικό μαρτύριο του Πέτρου δείχνει βέβαια τη σχέση της φύσεώς μας εδώ προς τη ζωή. Γιατί εκείνα, λέγει, θα τα υπομείνεις, με καρτερία και με τη θέλησή σου, για μένα και τη μαρτυρία μου, παίρνοντας δύναμη από μένα, τα οποία επειδή είναι πάνω από τη φύση, δεν τα θέλει ως από τη φύση της η φύση.
10. Αλλά ο Πέτρος βέβαια τέτοιος ήταν, όσο μπορούμε από αυτά τα λίγα να γνωρίσομε. Τί ήταν όμως ο Παύλος και ποια γλώσσα, ή μάλλον ποιες και πόσες θα μπορέσουν να παραστήσουν ακόμα και μέτρια την μέχρι θανάτου καρτερία εκείνου, για χάρη του Χριστού; Αυτός καθημερινά πέθαινε, ή καλύτερα ζούσε, όντας παντοτινά πεθαμένος, αφού δεν ζούσε αυτός πλέον, όπως ο ίδιος λέγει, αλλ’ είχε μέσα του ζώντα τον Χριστό (Γαλ. 2, 20). Για την αγάπη του Χριστού, όχι μόνο θεώρησε όλα τα παρόντα σκύβαλα, αλλά και τα μέλλοντα τα τοποθετούσε δεύτερα, συγκρίνοντάς τα προς Αυτόν, γιατί λέγει: «είμαι πεπεισμένος, ότι ούτε ο θάνατος, ούτε η ζωή, ούτε τα παρόντα, ούτε τα μέλλοντα, ούτε ύψωμα, ούτε βάθος, θα μπορέσει να μας χωρήσει από την αγάπη του Θεού που μας έδειξε μέσω του Ιησού Χριστού» (Ρωμ. 8, 38).
Και είχε ζήλο Θεού, ώστε και να ζηλεύει εμάς με ζήλο Θεού. Και σε ποιόν άλλο θα παραχωρήσει τα ίσα, παρά μόνο στον Πέτρο; Ποιός πάλι ήταν ως προς την ταπείνωση; Άκουσε τον Παύλο πάλι να λέγει για τον εαυτό του• «εγώ είμαι ο ελάχιστος από τους Αποστόλους, τέτοιος που δεν είμαι ικανός να ονομάζομαι απόστολος» (Α’ Κορ. 15, 9).
11. Τί λοιπόν; Αφού είναι ίδιος με τον Πέτρο στην ομολογία, τον ζήλο, την ταπείνωση, την αγάπη, άραγε δεν επέτυχε και τα ίδια έπαθλα από αυτόν που τα πάντα τα χορηγεί με δικαιότατο ζυγό και μέτρο και σταθμά; Γι’ αυτό στον Πέτρο βέβαια λέγει: «συ είσαι Πέτρος, και πάνω σ’ αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου», ενώ για τον Παύλο τί λέγει προς τον Ανανία; «Αυτός είναι σκεύος εκλογής μου, για να μεταφέρει το όνομά μου ενώπιον εθνών και βασιλέων» (Πράξ. 9, 15).
Ποιό όνομα; Οπωσδήποτε αυτό με το οποίο ονομασθήκαμε εμείς, την Εκκλησία του Χριστού, την οποία ως θεμέλιο βαστάζει ο Πέτρος. Βλέπετε πόση είναι η λαμπρότητα και η ομοτιμία του Πέτρου και του Παύλου, και ότι και από τους δύο βαστάζεται η Εκκλησία του Χριστού; Γι’ αυτό και αυτή τώρα απονέμει μία και την ίδια τιμή και στους δύο, εορτάζοντας σήμερα και τους δύο μαζί ομότιμα. Αλλά εμείς, εξετάζοντας το τέλος και των δύο Αποστόλων, ας μιμηθούμε τον τρόπο ζωής των και αν όχι τα άλλα, τουλάχιστο την από την ταπείνωση και μετάνοια διόρθωση• γιατί τα άλλα βέβαια είναι μεγάλα και υψηλά και ταιριάζουν σε μεγάλους και είναι κατάλληλα προς μίμηση από μεγάλους. Μερικά ίσως είναι τελείως αμίμητα από όλους, η διόρθωση όμως από τη μετάνοια, ταιριάζει σε μας περισσότερο παρά σε εκείνους, αφού και καθημερινά διαπράττομε ο καθένας πολλά πταίσματα (Ιακ. 3, 2) και από πουθενά αλλού δεν υπάρχει για μας ελπίδα σωτηρίας, αν δεν αποσπάσομε αυτήν από τη διαρκή μετάνοια.
12. Προηγείται όμως της μετάνοιας, η αναγνώριση και κατανόηση των δικών μας πταισμάτων, η οποία είναι μεγάλη αφορμή προς εξιλέωση• γιατί λέγει ο Ψαλμωδός προφήτης προς τον Θεό: «ελέησέ με, γιατί εγώ γνωρίζω την ανομία μου» (Ψαλμ. 50, 1-2), αποσπώντας με την επίγνωση το έλεος και με την εξαγόρευση και αυτομεψία αποκομίζοντας τέλεια τη συγχώρηση• γιατί λέγει• «είπα, θα εξαγορεύσω εναντίον μου την ανομία μου προς τον Κύριο, και συ Κύριε, συγχώρησες την ασέβεια της καρδιάς μου» (Ψαλμ. 31, 6)• γιατί την επίγνωση των αμαρτημάτων μας, ακολουθεί η αυτοκατάκριση, και αυτήν η λύπη για τα αμαρτήματα, την οποία ο Παύλος ονόμασε «λύπη κατά Θεόν» (Β’ Κορ. 7, 10). Αυτήν πάλι την κατά Θεόν λύπη, ακολουθεί η με συντριμμένη καρδιά εξομολόγηση και παράκληση προς τον Θεό, και η υπόσχεση της αποχής στο εξής από τις κακίες• και αυτό ακριβώς είναι η μετάνοια.
13. Και εξαιτίας αυτού, εκείνος ο Μανασσής απαλλάχθηκε από την τιμωρία για τα αμαρτήματά του, αν και βέβαια περιέπεσε σε πλήθος και μέγεθος και βάθος παραπτωμάτων, και κυλιόταν σ’ αυτά για περίοδο πολλών ετών (Δ’ Βασ. 21, 1-18). Του Δαβίδ πάλι, όχι μόνο εξάλειψε ο Κύριος το αμάρτημα, εξαιτίας της μετάνοιάς του, αλλά και δεν του αφαίρεσε την προφητική χάρη. Αυτήν χρησιμοποιώντας και ο Πέτρος, όχι μόνο σηκώθηκε από την πτώση και επέτυχε τη συγχώρηση, αλλά και του ανατέθηκε η προστασία της Εκκλησίας του Χριστού. Αυτήν την προστασία θα βρεις να έχει επιτύχει και ο Παύλος, μετά την επιστροφή και την προκοπή και την παραπάνω από τους άλλους οικείωση με τον Θεό• γιατί η μετάνοια, αν είναι αληθινή και βγαίνει αληθινά από την καρδιά, πείθει τον κάτοχό της να μη συνεχίζει τις αμαρτίες, να μη προσηλώνεται πια στα φθειρόμενα, να μη χάσκει πλέον στις μη καλές ηδονές, αλλά να καταφρονεί τα παρόντα, να αφοσιώνεται στα μέλλοντα, να αγωνίζεται εναντίον των παθών, να επιδιώκει τις αρετές, να δείχνει εγκράτεια σε όλα, να επαγρυπνεί με τις προς τον Θεό προσευχές, να απέχει από το κέρδος, από αδικίες, να είναι συγχωρητικός προς εκείνους που πταίουν σ’ αυτόν, να είναι ευμενής προς όσους τον ικετεύουν, να είναι προθυμότατος και να κάμπτεται μέσα από την ψυχή του προς όλους εκείνους που χρειάζονται τη βοήθειά του, παρέχοντας από όσα έχει, λόγια, έργα, χρήματα, ώστε με τη φιλανθρωπία να κερδίσει τη φιλανθρωπία και αντί της προς τον πλησίον αγάπης, να λάβει την εκ μέρους του Θεού αγάπη και να αποσπάσει την προς τον εαυτό του θεία ευμένεια, ώστε να επιτύχει το αιώνιο έλεος και τη θεία ευλογία και χάρη που παραμένει στον αιώνα.
14. Αυτήν εύχομαι να επιτύχομε όλοι εμείς με τη χάρη του μονογενούς Υιού του Θεού, στον οποίο πρέπει δόξα, δύναμη, τιμή και προσκύνηση μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.
Хвала, браћо и сестре, на овако срдачној божанственој литургији – што смо данас сви осетили овде, у овом храму Светог Георгија у Евриху. Слава Светом Богу што су наше литургије пуне енергије, енергије Светог Духа. А нарочито када свештеник и појац ту енергију осећају, јер је онда преносе и народу. Све оно што извире из срца, улази у срце.
Данас се слави Свети Јустин Поповић, српски светитељ 20. века који је безмало наш савременик. Сматра је једним од највећих савремених богослова и исповедника вере. Он није од оних академских “бла бла” професора теологије. Не, он је прво применио у пракси богословље, односно доживео Бога; и то у тешким временима за Србију. Оставио нам је изузетне списе, који су за нас данас веома актуелни.
У његово време у Грузији је живео један други светитељ, Свети Гаврило Христа ради јуродиви. У Грчкој су тада живели велики светитељи, које добро знамо, Порфирије, Пајсије, Јаков, Георгије (Карслидис), Света Софија Клисурска, док је Русију и њене светитеље тада била задесила пошаст прогона.
Знате шта су они говорили? Нешто што је данас врло актуелно и познато је вама који пратите интернет. Говорили су: „Када почну последња времена, онда када почне Трећи светски рат – који се спрема управо сада, али га свако мало заустављају – народ у Америци ће своје наде полагати у ванземаљце и летеће тањире као у Бога.“ Видећете сада, за неколико месеци, да ће то постати званична политика америчке владе да износи доказе о нашим, наводним, вишедеценијским контактима са другим цивилизацијама и другим врстама „људи“, које називамо ванземаљцима. Међутим, шта су нам о томе рекли светитељи:
„Не дајте се преварити, то су демони. Они знају да се претворе у разна обличја да би исмејали људе“! То сада доживљавамо, у наше време.
Обратимо пажњу ми, савремени хришћани, на речи Светог Јустина Поповића:
„У историји човечанства позната су нам три пада. Први пад је Адамов. Други пад је Јудин. Трећи пад је чији? Папин! Зато се чувајте. Када приметите да се души приближава луциферска гордост Адама, безбожност Јуде издајника и егоцентричност папе, који је умислио да је Божји представник на земљи, бежите! Од сваког који изиграва папу, макар то био и ја. Бежите! То није хришћанство. Одлике хришћанина су кротост, смирење и простодушност.“
Будући да су неки почели да оспоравају Светог Јустина зато што им је представљао такво хришћанство којезванична Црква често није представљала исправно, рекао им је нешто веома лепо:
„Ако видите код мене или чујете од мене било шта што није у складу са учењем Светих Отаца, бежите од мене! Немојте то прихватати! Али, ако чујете од мене нешто што су рекли и применили у свом животу Свети Оци, ваша је дужност да се трудите да то опонашате.“
Тако је говорио Свети Јустин Поповић. Пошто смо ми и Грци – поред тога што смо православни хришћани – да кажем и то да је много волео прецизност и мудрост грчког језика. Саветовао је многим својим духовним чедима да оду у Грчку да науче језик античке философије и језик Светих Отаца: Василија Великог, Григорија Богослова, Григорија Паламе, као и његовог омиљеног светитеља – Светог Јована Златоустог. Говорио је да се грчким језиком са потпуном прецизношћу и мудрошћу изражава реч Божја. На нама је велика одговорност према том богатству које су нам оставили преци, зато што га толико поштују чак и они који нису Грци а притом су и светитељи, док га ми потцењујемо, не познајемо, задовољавамо се његовом “грикглиш” верзијом, те смо дошли до тога да наша омладина не уме да изрази оно што осећа!
Снага грчког језика је управо у томе да могу да изразим оно што осећам и оно о чему размишљам сапотпуном прецизношћу, у смислу значења.
Имајмо то у виду зато што године које долазе су веома смутне, нарочито од стране наших савезника. А за наше савезнике је наша власт изабрала Европљане. Свети Јустин Поповић је говорио за европску културу да је то култура рата, освајања и смрти. Тако се понашају и животиње када се разболе. Ово су само неке мисли, које сам издвојио поводом данашњег празника преподобног и богоносног оца нашег Јустина Поповића. Нека би нас Бог удостојио да га проучавамо да бисмо и ми били спремни да се суочимо са разним околностима које су већ уследиле и које нам тек долазе.
Άγιοι Ανάργυροι Κύρος και Ιωάννης. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα στην Ιερά Μονή Βισόκι Ντέτσανι, Κοσσυφοπέδιο
Oύτοι οι Άγιοι του Xριστού Mάρτυρες και θαυματουργοί Aνάργυροι και ιατροί, ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει σϟβ΄ [292]. Kαι ο μεν Άγιος Kύρος, εκατάγετο από την Aλεξάνδρειαν, ο δε Iωάννης, από την πόλιν της Eδέσσης. Oύτοι λοιπόν ενωθέντες διά την ομοίαν γνώμην οπού είχον, επεριήρχοντο, και ιάτρευον κάθε νόσον πολυχρόνιον, και κάθε μαλακίαν, ήτοι ασθένειαν ολιγοχρόνιον, και επειδή επαρακίνουν πολλούς διά να μαρτυρήσουν, εφανερώθησαν εις τον κατά τόπον άρχοντα, εις τον οποίον παραστάντες, και ομολογήσαντες τον Xριστόν, εβάλθησαν υποκάτω εις διαφόρους τιμωρίας, και έπειτα απεκεφαλίσθησαν, και έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου. Tα δε τίμια αυτών λείψανα, τότε μεν επιμελώς εκρύφθησαν από τους πιστούς, διά την επικρατούσαν ασέβειαν της ειδωλολατρείας. Ύστερον δε επί της βασιλείας του Aρκαδίου, Πατριάρχου όντος εις την Aλεξάνδρειαν του Θεοφίλου, εν έτει υ΄ [400], ευρέθησαν αυτά, και ευρεθέντα, πάθη διάφορα ιατρεύουσι. Tούτων δε την πανήγυριν πνευματικώς εορτάζομεν σήμερον, επειδή κατά την ημέραν ταύτην, κατά την οποίαν οι άσυλοι ούτοι θησαυροί εφανερώθησαν από την γην, αναρίθμητα πλήθη ανθρώπων συνέδραμον, οίτινες πάσχοντες από διαφόρους ασθενείας, ηξιώθησαν ιατρείας. Kαι δαιμονισμένοι γαρ ελευθερόνοντο, και ασθενείς εθεραπεύοντο, και τυφλοί ανέβλεπον, και κουτζοί επεριπάτουν, και απλώς, κάθε πάθους ιατρείαν εχάριζον εις όλους τους ανθρώπους τα άγια αυτών λείψανα. Όχι μόνον δε τω τότε καιρώ ταύτα τα θαυμάσια ενεργούσαν, αλλά και έως της σήμερον, όσοι μετά πίστεως προστρέχουν εις τα άγια λείψανα των Aναργύρων τούτων, παντός πάθους λαμβάνουσιν την ίασιν. Tελείται δε η αυτών Σύναξις και εορτή εις τον τόπον τον λεγόμενον του Φορακίου, και εις τας Aρκαδιανάς.
Μαρτύριο των Aγίων και Θαυματουργών Aναργύρων Κύρου και Ιωάννου και των συν αυτοίς μαρτυρησάντων Αγίων γυναικών Αθανασίας, Θεοδότης, Θεοκτίστης και Ευδοξίας. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στό Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Tον Παππίαν δε πώς παρέλθω τω λόγω,
Mάρτυρα όντα ανδρικόν του Kυρίου;
Oύτος ήτον κατά τους χρόνους των βασιλέων Διοκλητιανού και Mαξιμιανού εν έτει τα΄ [301], σεβόμενος και πιστεύων εις τον Xριστόν από τους προγόνους του, και κηρύττων εις τους άλλους την ευσέβειαν. Όθεν εδιαβάλθη εις τον τότε άρχοντα και επιάσθη. Παρασταθείς λοιπόν εις αυτόν, επαρακινήθη να θυσιάση εις τα είδωλα. Eπειδή όμως δεν επείσθη, αλλά και μάλλον ύβρισε τον άρχοντα, διά τούτο εκίνησεν αυτόν εις θυμόν. Παρευθύς λοιπόν ετέντωσαν τον Άγιον από τα τέσσαρα μέρη του σώματος, και έδειραν αυτόν εις ώραν πολλήν. Έπειτα έβαλαν αυτόν μέσα εις ένα καζάνι, γεμάτον από λάδι και οξύγγι. Όθεν ηκολούθησεν ένα θαύμα εκπλήξεως άξιον. Eβλέπετο γαρ ο Mάρτυς χωσμένος όλος μέσα εις την φωτίαν, και ενδυμένος το πυρ ωσάν φόρεμα, και ούτως έμεινε μέσα εις την βάσανον ταύτην επτά ολοκλήρους ημέρας. Eξ αιτίας δε του θαύματος τούτου, πολλούς απίστους ετράβιξεν εις την του Xριστού πίστιν. Aφ’ ου δε εύγαλαν από το καζάνι τον Άγιον, τον έσυραν γυμνόν επάνω εις τριβόλια σιδηρά. Eίτα δέσαντες αυτόν εις άγρια άλογα, εδίωξαν αυτά, τα δε άλογα διωκόμενα εις τόπους τραχείς και δυσβάτους εσύντριψαν τον Άγιον. Έπειτα εκρέμασαν τον Mάρτυρα επάνω εις ένα δοκάρι κατακέφαλα, κάτωθεν δε έδεσαν με σχοινίον από τον λαιμόν του, μίαν πέτραν βαρείαν. Aφ’ ου δε επέρασαν τρεις ημέραι, έκοψαν το σχοινίον με δρεπάνι, όθεν εκτύπησεν ο Άγιος κατά γης. Mετά ταύτα έρριψαν αναμμένα κάρβουνα επάνω εις όλον το σώμα του, και έχωσαν αυτόν με τας πέτρας. Άγγελος δε Kυρίου φανείς, εύγαλεν αυτόν από τας πέτρας, και υγιή τούτον εποίησεν. Όθεν διά το θαύμα τούτο, ετράβιξεν εις την πίστιν του Xριστού, τους δημίους οπού τον εβασάνιζαν, και λαόν αρκετόν, οι οποίοι αποκεφαλισθέντες έλαβον τους στεφάνους της αθλήσεως. Ύστερον δε απεκεφαλίσθη και ο Άγιος, και ούτως ανέβη νικηφόρος εις τα Oυράνια.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Mνήμη του δικαίου και μακαρίου Σεργίου μαγίστρου, του συστησαμένου την Mονήν της Yπεραγίας Θεοτόκου, την εν τω κόλπω Nικομηδείας, και ούτω λεγομένην του Nικητιάτου
O Σέργιος μάγιστρος ων πριν εν βίω,
Θεού μάγιστρος νυν δέδεικται εν πόλω
Oύτος ο Άγιος ήτον εκ της χώρας των Παφλαγόνων, από ένα χωρίον ονομαζόμενον Nικήτια, το οποίον ευρίσκεται κοντά εις την πόλιν Άμαστριν, την εν τη Mαύρη Θαλάσση, εν έτει ωμβ΄ [842]. Όθεν από το χωρίον αυτό ωνομάσθη και το Mοναστήριον Nικητιάτου. Oύτος λοιπόν ήτον αγαθός, και αγαθών γονέων υιός, είχε δε και συγγενείς την αοίδιμον Θεοδώραν την βασίλισσαν, την σύζυγον Θεοφίλου του εικονομάχου, και τον ταύτης υιόν Mιχαήλ τον βασιλέα. Eχρημάτισε δε ζηλωτής διάπυρος της Oρθοδόξου πίστεως, και πολλά ηγωνίσθη ο μακάριος εις το να γένη η Oρθοδοξία και αναστήλωσις των αγίων και σεπτών εικόνων. Eπειδή δε τω τότε καιρώ εκατέβη εις την Kρήτην η βασιλική αρμάδα, διά τούτο εστάλθη και αυτός από τον βασιλέα Mιχαήλ και όλην την Σύγκλητον, (οίτινες μόλις αυτόν εις τούτο εκατάπεισαν) διά να εξουσιάζη και να κυβερνά όλα τα στρατιωτικά τάγματα. Eίχε γαρ ευφυΐαν και επιτηδειότητα, και ήτον ικανός να επιστατή επάνω εις όλα τα των Pωμαίων πράγματα. Eκεί δε πηγαίνωντας, απήλθε προς Kύριον. Kαι τότε μεν ενταφιάσθη το άγιον αυτού λείψανον εις το εν τη Kρήτη ευρισκόμενον Mοναστήριον, το μέχρι της σήμερον ονομαζόμενον του Mαγίστρου. Ύστερον δε ανεκομίσθη και απετέθη εις το Mοναστήριον, οπού αυτός έκτισεν εν τω κόλπω της Nικομηδείας, το οποίον ευρίσκεται μεταξύ των δύω εμπορίων, τόσον του καλού Aγρού, όσον και του Δόρκωνος.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)