Άγιος Κυριακός ο εν Ευρύχου. Φορητή εικόνα του 19ου αιώνα στην Ιερά Μητρόπολη Μόρφου
Ο όσιος Κυριακός, 1807
Φέρεται στη γνώση των ευσεβών χριστιανών ότι, με την ευκαιρία της εορτής του Οσίου Κυριακού της Ευρύχου, στο πανηγυρίζον εξωκκλήσιο του Οσίου Κυριακού στην Ευρύχου θα τελεστούν οι ακόλουθες ακολουθίες:
Δευτέρα, 23 Μαΐου
6:30 μ.μ: Πανηγυρικός εσπερινός της εορτής του Οσίου Κυριακού προϊσταμένου του Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτου Ιακώβου Καλογήρου.
Τρίτη, 24 Μαΐου
7:00 π.μ.: Πανηγυρική Θεία Λειτουργία προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.
Ο πρόσφατα ανακαινισμένος τάφος του Οσίου Κυριακού στο ομώνυμο παρεκκλήσι του στην Ευρύχου
Την ερχόμενη Κυριακή 15/05/2022 και ώρα 07:00 π.μ., στον ιερό ναό του Αγίου Δημητριανού Επισκόπου Χύτρων του θαυματουργού,στην κοινότητα Φλάσου, θα τελεσθεί αρχιερατική Θεία Λειτουργία προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου. Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας θα τελεσθεί η εις Πρεσβύτερον χειροτονία του Διακόνου π. Εμμανουήλ Γεωργίου.
Την ερχόμενη Κυριακή 15/05/2022 και ώρα 9:20 το πρωί, πριν δηλαδή την απόλυση της Θείας Λειτουργίας, θα ψαλεί στον ιερό ναό Αγίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνος της κοινότητας Περιστερώνας, ο ειδικός Παρακλητικός Κανόνας για φωτισμό και επιτυχία των μαθητών και φοιτητών στις εξετάσεις που αρχίζουν και θα διαβαστεί η ειδική ευχή.
Τα ονόματα που θα δοθούν στην εκκλησία μέχρι την Κυριακή το πρωί, θα μνημονεύονται σε κάθε κυριακάτικη Θεία Λειτουργία για ένα χρόνο.
Καλούνται οι ευλαβείς πιστοί να προσέλθουν για προσευχή και ταυτόχρονα να δώσουν όσα ονόματα μαθητών και φοιτητών θέλουν για μνημόνευση.
Τα ονόματα θα παραλαμβάνονται στο παγκάρι του Ναού από τα μέλη της Εκκλησιαστικής Επιτροπής.
Φέρεται εις γνώσιν του ευσεβούς πληρώματος της Εκκλησίας ότι το προσεχές Σάββατο 14 Μαΐου 2022 και ώρα 05:30 – 08:15 π.μ. θα τελεσθεί στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου παρά την Ορούντα Θεία Λειτουργία και μετά το πέρας της Λειτουργίας το ετήσιο μνημόσυνο της μακαριστής Μυροφόρας Πρωτόπαπα – Ακρίτα (η οσίας μνήμης ώς «Θεοχάραινα» από την Κάτω Ζώδια). Της Θείας Λειτουργίας και του μνημοσύνου θα προστεί ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος.
Ζώδκια
Ποίημα Ταξίαρχου Στυλιανού Πετάση (εκ της ιστορικής κώμης της Κυθρέας)
Ζώδκια μου εσού πριγκίπισσα
τζιαι πολλοξακουσμένη,
μέσ’ τους άνθους των λεμονιών
απού ‘σουν καθισμένη,
ποιος σου το ‘λάλεν να βρεθείς
στον Τούρκο σκλαβωμένη;
Έχω πολλές αθθύμησες
εγιώνι που την Ζώδκιαν
πού ‘σιεν τον Τίμιο Σταυρό
τζιαι π’ ούλλα τα γεννήματα
κάθε γρονής εγιώρκαν.
Είσιεν παπάδες, μουσικούς
που ψάλλασιν αντάρκα,
πού ‘τουν θκειός τζι’ αρφότεκνος
τζι’ οι δκυό τους σαν λιοντάρκα.
Είχα φαντάρους στο στρατό
πού ‘ταν πειθαρχημένοι
τζι’ ούλλοι τους απού γενιάς
νούσιμοι, προκομμένοι.
Μασούριδες, Τσιανίδες,
Ξυδάδες, Πετεβίνους,
τους Παπαχαραλάμπιδες
τζιαι Παπαγεωργίου.
Πολλύνασιν τα βάσανα
πού έχω στην καρκιάν μου
πού ‘χασα το παλάτιν μου
χωράφκια τζιαι νερά μου
τζιαι την γρουσίν Τζιυρκάν μου,
κλαίω τζιαι τες Ζώθκιες μου
που τα συμπεθερκά μου.
Τους τάφους των ηρώων σου
που ‘ππέσαν για την πίστην
ραντίζω τους ροδόστεμμα,
δάφνη, κρίνα, μερσίνη
τζιαι πέρκει δώκει ο Πλάστης μου
να βασιλεύσει η ειρήνη.
Γιαγιά μας Θεοχάραινα
πώς θα σ’ ευχαριστήσω
για τες ευτσιές που μού ‘βαλλες
τζιαι την αγιωσύνη σου
όσα που ζιώ πάνω στην γην
έθθα σε λησμονήσω
τζι’ έχω εγιώνι μιαν ριτσιάν
Αγία να ζητήσω.
Η γιαγιά Μυροφόρα (Θεοχάραινα) με παιδιά του σχολείου
Κοντά που ‘σαι στον Πλάστην μας
να τον παρακαλέσεις
ελευτεριά στην Κύπρο μας,
στην Ζώδκια μας τζιαι στην Τζιυρκάν,
στα κατεχόμενα χωρκά
σύντομα για να δώσει.
Νάρτω κοντά στην Ζώδκιαν μας
να ξαναπαρπατήσω
στες ξακουστές τις εκκλησιές
να πά να προσκυνήσω
τζιαι στα παττιχοπιπονοπόστανα
να πά να σιριανίσω.
Ταξίαρχος Στυλιανός Πετάσης, εκ της ιστορικής κώμης της Κυθρέας
Tω αυτώ μηνί IB΄, μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Eπιφανίου Eπισκόπου Kύπρου. Φανείς Eπιφάνιος εν Kύπρω μέγας, Kλέος παρ’ αυτή και θανών έχει μέγα. Tη δε δυωδεκάτη Eπιφάνιον μόρος είλεν.
Άγιος Επιφάνιος Κύπρου
Oύτος ο μέγας και Θαυματουργός Eπιφάνιος, ήτον κατά τους χρόνους Aρκαδίου και Oνωρίου των βασιλέων, εν έτει υβ΄ [402]. Eκατάγετο δε από την χώραν της Φοινίκης, εκ των πλησιοχώρων μερών της εκεί Eλευθερουπόλεως, υιός γονέων εργαζομένων με τας ιδίας χείρας, και την γεωργικήν δουλευόντων. Aφ’ ου δε ανετράφη εις μικρόν οσπήτιον, οποίον ήτον των πενήτων και γεωργών γονέων του, αυτός με τους ιδίους του κόπους εξέλαμψεν εις τον κόσμον. Διότι με την κατά Θεόν αρετήν του, ανέβη ο αοίδιμος εις το ακρότατον ύψος της ευσεβούς και θεαρέστου πολιτείας. Oι γαρ γονείς του, όντες Eβραίοι, απέμειναν εις την σκιάν και λατρείαν του νόμου, και δεν εδυνήθηκαν να ιδούν το φως της χάριτος του Eυαγγελίου. Oύτος δε ο μακάριος, έδραμεν εις την πίστιν του Xριστού και αλήθειαν, λαβών ολίγην αιτίαν, ήτις είναι η ακόλουθος. Ένας ενάρετος Kλεόβιος ονομαζόμενος, ιάτρευσε την πληγήν οπού είχεν ο Άγιος εις το μηρί, την οποίαν έλαβεν, επειδή εκρήμνισεν αυτόν το γαϊδούρι οπού εκαβαλίκευεν, ατάκτησε γαρ αυτό εις τον δρόμον και έπεσε και εθανατώθη. Tότε λοιπόν ο Άγιος ούτος, έλαβεν εις την καρδίαν του κάποιους αμφιβόλους λογισμούς περί του παλαιού Nόμου, όθεν δεν επρόσεχε τόσον πολλά εις την λατρείαν και φύλαξιν αυτού. Ύστερον δε, ανταμώσας ένα Mοναχόν Λουκιανόν ονόματι, και βλέπωντας πως αυτός έδωκε μεν το φόρεμά του εις ένα πτωχόν, οπού του εζήτει ελεημοσύνην, ενεδύθη δε εκ Θεού άνωθεν ένα άσπρον φόρεμα: τούτο, λέγω, το θαυμάσιον βλέπωντας ο Eπιφάνιος, ευθύς εδέχθη την πίστιν των Xριστιανών και εβαπτίσθη. Aφ’ ου δε ο Άγιος εβαπτίσθη, όσα θαύματα ενήργησεν, είναι πολλά δύσκολον πράγμα να τα περιλάβη τινάς με συντομίαν. Διότι το να διηγήται τινάς το μήκος και πλάτος των θαυμασίων της εδικής του ιστορίας, είναι το ίδιον, ωσάν να δοκιμάζη να αντλήση την θάλασσαν, με ένα σκουτέλι μικρόν. Όθεν τόσον μόνον είναι αναγκαίον να ειπούμεν περί του Aγίου τούτου, όσα θέλουν ρηθούν παρακάτω.
Όταν μεν γαρ ήτον Mοναχός, εμεταχειρίζετο, ως είπομεν, ασκητικήν ζωήν, και ενεργούσε πλήθος θαυμάτων και ιατρείας, τόσον των ψυχών, όσον και των σωμάτων. Tα αυτά δε ενεργούσε και όταν έγινεν Aρχιερεύς. Kοντά δε εις αυτά, εδίδασκε και το ποίμνιόν του με διδασκαλίαν Oρθόδοξον, και συνέγραφε πλήθος συγγραμμάτων, διά μέσου των οποίων, κάθε μεν βλάσφημος γλώσσα επεστομίζετο, κάθε δε Eκκλησία την Oρθόδοξον πίστιν εδιδάσκετο. Όθεν διά τον ζήλον και ένθεον παρρησίαν του, πειρασμούς πολλούς υπέμεινεν ο αοίδιμος από τους τότε αιρετικούς και κακοδόξους. Ζήσας λοιπόν χρόνους εκατόν δεκαπέντε, καθώς αυτός ο ίδιος είπε τούτο εις τον βασιλέα Aρκάδιον, όταν τον ερώτησε περί τούτου, παρέδωκε το πνεύμα του εις τον Kύριον, όταν εγύριζεν από την Kωνσταντινούπολιν εις Kύπρον την επαρχίαν του, καθώς ο μέγας Iωάννης ο Xρυσόστομος έγραψεν εις αυτόν, ήγουν, ότι δεν θέλει φθάσει να ιδή τον θρόνον του. Eπειδή από απλότητα, έγινε και ο Άγιος ούτος σύμφωνος με εκείνους, οπού εξώρισαν τον θείον Xρυσόστομον. Aντέγραψε δε και ο θείος Eπιφάνιος εις τον μέγαν Xρυσόστομον, ότι μηδέ αυτός θέλει φθάσει να υπάγη εις τον τόπον εκείνον, οπού τον εξώρισαν. Όθεν και των δύω επληρώθη η πρόρρησις. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εν τω αγιωτάτω αυτού Nαώ, τω ευρισκομένω μέσα εις τον Άγιον Φιλήμονα. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις το Nέον Eκλόγιον [1]).
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Σημείωσαι, ότι τον Άγιον τούτον Eπιφάνιον ονομάζει Πατέρα των Eπισκόπων ο θείος Iερώνυμος εν τη προς Παμμάχιον επιστολή. H δε Oικουμενική Eβδόμη Σύνοδος εν τη έκτη πράξει αυτής, Πατέρα και Διδάσκαλον της καθόλου Eκκλησίας τούτον καλεί.
(Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ο Άγιος Ιερώνυμος γεννήθηκε από ευλαβείς γονείς στην αγιοτόκο και μαρτυρική γη της Ιωνίας στην Μικρά Ασία το 1871. Από την μικρή του ηλικία αγάπησε με όλη την καρδιά του τον Χριστό. Μέσα από τις διηγήσεις της μητέρας του Μαρίας, η οποία αργότερα έγινε μοναχή με το όνομα Μελάνη όπως και τα αδέλφια του, έμαθε τους βίους των Αγίων, έμαθε να νηστεύει και να προσεύχεται. Το Άγιον Όρος έγινε το πνευματικό του καταφύγιο. Ήταν μόλις 17 ετών όταν προσήλθε στο Περιβόλι της Παναγίας για να καταστεί αργότερα μέσα από την άσκηση, την υπακοή και την υπομονή του ένα από τα ευωδιαστά λουλούδια Της. Η Ιερά επιβλητική Μονή της Σίμωνος Πέτρας έγινε η Μόνη της μετανοίας του.
Ο κατά κόσμον Ιωάννης έγινε μετά από δοκιμασία την 21η/3/1893, Κυριακή των Βαΐων μοναχός με το όνομα Ιερώνυμος. Με πολύ αυταπάρνηση υπηρέτησε την Μονή του και πέρασε απ’ όλα σχεδόν τα διακονήματα. Διακρίθηκε για την υπακοή του, την αυστηρή τήρηση της κοινοβιακής ζωής και των ιερών ακολουθιών. Πρόσφερε την διακονία του στο ξακουστό μετόχι της Ανάληψης στο Βύρωνα (Φορμίωνος 136 Παγκράτι) και αλλού. Οι διοικητικές του ικανότητες, μα περισσότερο τα πνευματικά του χαρίσματα, οδήγησαν την αδελφότητα στην απόφαση να του αναθέσει την θέση του Ηγουμένου της Μονής.
Τον Απρίλιο 1920 χειροτονήθηκε Διάκονος και Πρεσβύτερος και ανέλαβε τα πολυ-εύθυνα καθήκοντά του. Δυστυχώς όμως κάποιοι πατέρες της Μονής του τον επίκραναν, τον συκοφάντησαν και έγιναν αφορμή να πάρει τον δρόμο της εξορίας με πολύ πικρία, κάνοντας υπακοή και χωρίς να διαμαρτυρηθεί. Η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους τον στέλνει κατ’ αρχάς στην Μονή Κουτλουμουσίου και εν συνεχεία στο μετόχι της Αναλήψεως.
Ερχόμενος στην Αθήνα το 1931 μετέφερε το πνευματικό άρωμα του Αγίου Όρους. Οι καθημερινές ακολουθίες, οι συχνές αγρυπνίες, η εξομολόγηση, οι πνευματικές συμβουλές του, έκαναν την Ανάληψη πνευματική κολυμβήθρα μέσα στην οποία χιλιάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας και κοινωνικής τάξεως αναγεννήθηκαν πνευματικά. Πολλοί από τα χέρια του, περίπου 300!!! κυρίως γυναίκες έλαβαν το άγιο σχήμα των μοναχών, ζώντας ασκητική ζωή σε μοναστήρια αλλά και μέσα στον κόσμο. Κουρά του ήταν και ο μοναχός Ανδρόνικος, κατά κόσμον Αλέξανδρος Μωραϊτίδης
Όσιος Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης
Ο λόφος της Αναλήψεως έγινε μια πνευματική όαση στην προτεσταντίζουσα την εποχή εκείνη Αθήνα, λόγω της επικράτησης των θρησκευτικών οργανώσεων. Εκεί σύχναζαν και άλλες πνευματικές μορφές της εποχής εκείνης όπως οι Άγιοι: Νικόλαος Πλανάς, Σάββας της Καλύμνου, Αμφιλόχιος της Πάτμου, Φιλόθεος ο Ζερβάκος κ.α.
Το φιλανθρωπικό του έργο ήταν πολύ μεγάλο σε σημείο που η Μονή του τον επέπληξε θεωρώντας ότι έκανε υπερβολές. Από τα χέρια του έφαγαν ψωμί φτωχοί, χήρες και ορφανά. Με την δική του δαπάνη πολλοί ασθενείς βρήκαν την υγεία του σώματος και με την αγάπη του και την διακριτική του συμβουλή την θεραπεία της ψυχής. Εκοιμήθη ειρηνικά τα Θεοφάνεια του 1957 και το σκήνωμά του ετάφη πίσω από το Ιερό Βήμα του Ναού της Αναλήψεως. Το 1965 μεταφέρθηκαν τα ιερά του λείψανα στην Σιμωνόπετρα.
Ο Άγιος Ιερώνυμος, από την επίσκεψη του στο Άγιον Όρος και στην Σιμωνόπετρα τον Ιούλιο του 1898 γνώρισε τον Διευθυντή τότε της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής, Άγιο Νεκτάριο Επίσκοπο Πενταπόλεως. Είχε ακούσει από πνευματικούς ανθρώπους δια τον ενάρετο και κατασυκοφαντημένο Επίσκοπο Πενταπόλεως. Εξάλλου πολλά Αγιορείτικα Μοναστήρια ήταν συνδρομητές του συγγραφικού του έργου. Έτρεξε λοιπόν ως η διψώσα έλαφος παρά τας διεξόδους των υδάτων να ξεδιψάσει με το πνευματικό και καθαρό ύδωρ.
Οι δύο άνδρες συνδέθηκαν με πνευματική φιλία έχοντας τακτική επικοινωνία. Όταν μετά την εκλογή του ως Ηγούμενος ήλθε στην Αθήνα, δεν πήγε κατευθείαν στο μετόχι αλλά πήγε στην Αίγινα για να λάβει την ευλογία του Αγίου ο οποίος ήταν άρρωστος. Ήταν παραμονή της Αγίας Τριάδος. Οι μοναχές ρώτησαν τον Άγιο Νεκτάριο τι θα κάνουμε με την εορτή αφού εσείς είστε άρρωστος . Ο Άγιος τις καθησύχασε ότι η εορτή θα γίνει με την παρουσία Αγιορείτου Ηγουμένου. Χτυπήστε τις καμπάνες. Σε λίγο έφτασε και ο Άγιος Ιερώνυμος και τέλεσε την αγρυπνία της εορτής, αλλά από ταπείνωση προς τον Αρχιερέα και Πνευματικό του Διδάσκαλο δεν πέρασε να ευλογήσει το κελιά των μοναχών όπως τον προέτρεψε ο Άγιος. Τον επισκέφθηκε και όταν νοσηλευόταν στο Αρεταίειο νοσοκομείο την 11η Οκτωβρίου 1920, εορτή του Αγ. Νεκταρίου Κωνσταντινουπόλεως που εόρταζε να του ευχηθεί, προσφέροντάς του το ευλογημένο ύψωμα από την Θεία Λειτουργία που είχε τελέσει στην Ανάληψη και να λάβει την ευχή Του. Ο Άγιος Νεκτάριος τότε του εξομολογήθηκε τον πόθο του «Εάν ο Θεός μου δώσει την υγεία μου, θα ξαναέλθω εις το Άγιον Όρος».
Παρά πολλές φορές όταν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα μέχρι της οσίας τελευτής του, συνοδευόμενος από πολλά πνευματικά παιδιά του πήγαινε στην Αίγινα για να προσκυνήσει τον τάφο του Αγίου Νεκταρίου και να στηρίξει την μοναστική αδελφότητα των μοναζουσών της οποίας έγινε πνευματικός πατέρας. Τρεις μέρες πριν την οσιακή κοίμησή του εάν και νοσηλευόμενος στην κλινική Λεούση στον Πειραιά και παρά την σύσταση των γιατρών και τις δύσκολες καιρικές συνθήκες ζήτησε υποβασταζόμενος να πάει στην Αίγινα να προσκυνήσει την Τιμία Κάρα του «πατέρα του» όπως αποκαλούσε τον Αγ. Νεκτάριο. Τότε ευλόγησε και τα κελία των μοναζουσών εκπληρώνοντας την παλαιά προτροπή του Αγίου.
Η ζωή του Αγίου Ιερωνύμου είχε πολλά κοινά σημεία με την ζωή του Αγίου Νεκταρίου. Η Ίώβειος υπομονή του Αγίου Νεκταρίου στις θλίψεις και πικρίες που δοκίμασε, την άδικο εξορία, έγινε παράδειγμα για τον Άγιο Ιερώνυμο. Έτσι και αυτός αγόγγυστα σήκωσε τον προσωπικό του σταυρό και χαριτώθηκε παρά του Δωρεoδότου Κυρίου μας ως ο Πατέρας του Άγιος Νεκτάριος.
Μέσα από το συγγραφικό έργο του, υμνογραφικά και μουσικά κείμενα, επιστολές κλπ θαυμάζει ο αναγνώστης τις θεολογικές του γνώσεις οι οποίες ήταν από την βιωματική θεολογία και όχι από θεολογικά σπουδαστήρια.
Όλοι όσοι τον γνώρισαν προσωπικά, μέσα από διηγήσεις ή απο θαυμαστά γεγονότα και θαύματα που τέλεσε πριν και μετά την κοίμησή του, μαρτυρούν την αγιότητά του. Αυτές τις μαρτυρίες επιβεβαίωσε η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την σχετική της απόφαση που χαροποίησε όλο το χριστεπώνυμο πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Όσιε Ιερώνυμε της του Σίμωνος μάνδρας καύχημα, συν τω θείω Νεκταρίω ευλόγησον τον της Θεοβαδίστου Αιγύπτου και πάσης Αφρικής Πάπα και Πατριάρχη ημών Θεοδώρω τω δευτέρω συν τω κλήρω και λαώ αυτού.