Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπαγγέλει ὁ Ἀρχιδιάκονος Ἐλπίδιος Χατζημιχαὴλ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίας Μαρίνης, τῆς κοινότητος Εὐρύχου τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (06.01.2024).
Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος: Γιὰ μιά καλή χρονιά

Θά σοῦ πάει καλά ὅλη ἡ χρονιά, ὄχι ἄν μεθᾶς τήν πρώτη τοῦ μηνός, ἀλλά ἄν καί τήν πρώτη τοῦ μηνός καί κάθε μέρα κάνεις αὐτά πού ἀρέσουν στόν Θεό. Διότι ἡ ἡμέρα γίνεται κακή ἤ καλή ὄχι ἀπό τή δική της φύση, ἀφοῦ δέν διαφέρει ἡ μιά μέρα ἀπό τήν ἄλλη, ἀλλά ἀπό τή δική μας ἐπιμέλεια ἤ ραθυμία.
Ἄν κάνεις τήν ἀρετή, σοῦ ἔγινε καλή ἡ μέρα. Ἄν κάνεις τήν ἁμαρτία, ἔγινε κακή καί γεμάτη κόλαση. Ἄν ἐμβαθύνεις σ’ αὐτά κι ἔχεις αὐτές τίς διαθέσεις, θά ’χεις καλή ὅλη τή χρονιά κάνοντας κάθε μέρα προσευχές, ἐλεημοσύνες. Ἄν ὅμως ἀμελεῖς τήν προσωπική σου ἀρετή κι ἐμπιστεύεσαι τήν εὐφροσύνη τῆς ψυχῆς σου στίς ἀρχές τῶν μηνῶν καί στούς ἀριθμούς τῶν ἡμερῶν, θά ἐρημωθεῖς ἀπ’ ὅλα τά ἀγαθά σου.
Αὐτό, λοιπόν, ἐπειδή τό ἀντιλήφθηκε ὁ διάβολος κι ἐπειδή φροντίζει νά καταλύσει τούς κόπους μας γιά τήν ἀρετή καί νά σβήσει τήν προθυμία τῆς ψυχῆς, μᾶς ἔμαθε νά βάζουμε στίς μέρες τήν ἐτικέτα τῆς εὐτυχίας ἤ τῆς δυστυχίας. Ἕνας πού ἔπεισε τόν ἑαυτό του ὅτι ἡ ἡμέρα εἶναι κακή ἤ καλή, οὔτε στήν κακή θά φροντίσει γιά καλά ἔργα, διότι τάχα ἄδικα τά κάνει ὅλα καί χωρίς σέ τίποτα νά ὠφελήσει, ἐξαιτίας τῆς κακορρίζικης ἡμέρας· οὔτε στήν καλή πάλι θά τό κάνει αὐτό, διότι τάχα σέ τίποτα δέν τόν ἐμποδίζει ἡ προσωπική του ραθυμία, ἐξαιτίας τῆς καλορρίζικης ἡμέρας, κι ἔτσι καί ἀπό τίς δύο πλευρές θά προδώσει τή σωτηρία του. Κι ἄλλοτε μέν διότι δῆθεν ἀνώφελα κοπιάζει, ἄλλοτε διότι δῆθεν περιττά, θά ζήσει μέσα στήν ἀργία καί τήν πονηριά. Γνωρίζοντας, λοιπόν, αὐτό πρέπει νά ἀποφεύγουμε τίς μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου καί νά βγάλουμε ἀπό τό νοῦ μας αὐτήν τήν ἰδέα καί νά μή προσέχουμε τίς μέρες οὔτε νά μισοῦμε τή μιά καί ν’ ἀγαποῦμε τήν ἄλλη…
Ὁ χριστιανός δέν πρέπει νά γιορτάζει μόνο μῆνες οὔτε πρωτομηνιές οὔτε Κυριακές, ἀλλά σ’ ὅλη του τή ζωή νά ἔχει τή γιορτή πού τοῦ πρέπει. Καί ποιά γιορτή τοῦ πρέπει; Ἄς ἀκούσουμε τόν Παῦλο πού λέει· «Ὥστε ἑορτάζωμεν μή ἐν ζύμῃ παλαιᾷ, μηδέ ἐν ζύμῃ κακίας καί πονηρίας, ἀλλ’ ἐν ἀζύμοις εἰλικρινείας καί ἀληθείας» (Α΄ Κο 5,8).
Ὅταν λοιπόν ἔχεις καθαρή τή συνείδηση, ἔχεις πάντα γιορτή· τρέφεσαι μέ καλές ἐλπίδες καί ἐντρυφᾶς στήν προσδοκία τῶν μελλόντων ἀγαθῶν· ὅπως, ὅταν δέν ἔχεις παρρησία κι ἔχεις πέσει σέ πολλά ἁμαρτήματα, ἀκόμη κι ἄν εἶναι μύριες γιορτές καί πανηγύρια δέν θά ’σαι σέ καθόλου καλύτερη θέση ἀπό ἐκείνους πού πενθοῦν. Διότι, τί ὄφελος ἔχω ἐγώ ἀπό τή λαμπρή μέρα, ὅταν τήν ψυχή μου τή σκοτίζει ἡ συνείδηση;
Ἄν λοιπόν θέλεις νά ’χεις καί κάποιο κέρδος ἀπό τήν πρωτομηνιά, κάνε τό ἑξῆς. Ὅταν βλέπεις ὅτι συμπληρώθηκε ὁ χρόνος, εὐχαρίστησε τόν Κύριο, διότι σέ ἔβαλε σ’ αὐτήν τήν περίοδο τῶν ἐτῶν. Δημιούργησε κατάνυξη στήν καρδιά σου, ξαναλογάριασε τόν χρόνο τῆς ζωῆς σου, πές στόν ἑαυτό σου: Οἱ μέρες τρέχουν καί περνοῦν, τά χρόνια συμπληρώνονται, πολύ μέρος τοῦ δρόμου προχωρήσαμε. Ἄραγε τί καλό κάναμε; Μήπως ἄραγε φύγουμε ἀπό δῶ ἄδειοι κι ἀπογυμνωμένοι ἀπό κάθε ἀρετή; Τό δικαστήριο εἶναι κοντά, ἡ ζωή μας τρέχει πρός τό γῆρας.
Ὁμιλία, σὺν Θεῷ, στὴν Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ
Ἡ σημερινὴ Κυριακή, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, εἶναι ἡ Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων. Γι᾿ αὐτὸ καὶ διαβάσαμε τὴν περικοπή, ποὺ μόλις ἀκούσαμε, γιατὶ ἀναφέρεται στὴ Βάπτιση τοῦ Κυρίου, τὴν ὁποία, πρῶτα ὁ Θεός, ἑτοιμαζόμαστε νὰ ἑορτάσουμε σὲ λίγες μέρες.
Ἡ σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴ τοῦ κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγελίου. Τὸ Εὐαγγέλιο αὐτό, ποὺ θεωρεῖται ὡς τὸ πρῶτο ποὺ γράφτηκε, παραλείποντας τὰ σχετικὰ μὲ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ μας, ἀρχίζει τὴ διήγηση ἀπὸ τὸ κήρυγμα καὶ τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, καθὼς καὶ τὴ βάπτιση τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί, πῶς ἀρχίζει; «Ἀρχὴ τοῦ Εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.» Αὐτὴ ἡ μικρὴ φράση συνοψίζει τὸ ὅλο σωτήριο ἔργο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Εὐαγγέλιο θὰ πεῖ καλή, χαρμόσυνη ἀγγελία, τὸ εὐφρόσυνο μήνυμα, τὸ μόνο χαροποιὸ μήνυμα ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ ἄκρα ἀγάπη στὸ πλάσμα Του ποὺ ἔπεσε στὴν ἁμαρτία τῆς παρακοῆς τοῦ θείου θελήματος καὶ ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸν παράδεισο σὲ τούτη τὴ γῆ τοῦ κλαυθμῶνος, ὑπέπεσε δὲ στὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο, ἦλθε στὴ γῆ, ἔλαβε σάρκα καὶ ψυχὴ ἀνθρώπινη, προσέλαβε ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση, γιὰ νὰ τὴν ἁγιάσει, νὰ τὴ θεώσει.
Καί, ὅπως κατὰ καιροὺς εἶχε ἀποστείλει στὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δίκαιους καὶ προφῆτες, ποὺ μὲ σύμβολα καὶ ὁράματα καὶ προφητεῖες προανάγγελλαν στὸν ἐκλεκτό Του λαὸ τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία, τοῦ Λυτρωτῆ, ἔτσι καὶ λίγο πρὶν τὴν ἔναρξη τῆς δημόσιας δράσης καὶ τοῦ κηρύγματός Του ἀπέστειλε «πρὸ προσώπου αὐτοῦ» τὸν ἔνσαρκο ἄγγελό Του, δηλ. ἀγγελιαφόρο, τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο, ποὺ μὲ τὸ κήρυγμα καὶ τὸ βάπτισμά του προετοίμασε τὸν δρόμο γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς τελειότητος, τὴ ζωὴ τῆς χάριτος, ποὺ ἐπρόκειτο σύντομα νὰ κηρύξει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ μία ἰσάγγελη ζωὴ τριάντα τόσων χρόνων στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη, ὑπακούοντας σὲ θεϊκὴ προσταγὴ ὁ Ἰωάννης, ὁ υἱὸς τοῦ ἀρχιερέα Ζαχαρία καὶ τῆς Ἐλισάβετ, ἔρχεται στὰ περίχωρα τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, γιὰ νὰ κηρύξει βάπτισμα μετάνοιας. Καὶ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο τονίζει μὲ λεπτομέρειες τὴν ὑψηλὴ ἀσκητικὴ πολιτεία τοῦ Ἰωάννη, γιὰ τὴν ὁποία ἔλαβε ἀπὸ Θεοῦ τόση χάρη καὶ ἀξιώθηκε νὰ ὑπηρετήσει καὶ αὐτὸς στὸ λυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ: τὸ ἔνδυμά του —ὁ λιτός του χιτώνας— ἦταν καμωμένος ἀπὸ τρίχες τῆς καμήλας, γιὰ νὰ σκληραγωγεῖται τὸ σῶμα του, ἐνῶ στὴ μέση ἦταν ζωσμένος μὲ δερμάτινη ζώνη. Καί, ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τοῦτο ἦταν σύμβολο τῆς νέκρωσης τῶν παθῶν, τῆς λεγόμενης ἀπάθειας, στὴν ὁποία εἶχε φθάσει ὁ Ἰωάννης. Γιατὶ στὴ μέση, στὰ νεφρά, σύμφωνα μὲ τὴ βιβλικὴ ἀντίληψη, ἑδράζεται τὸ ἐπιθυμητικὸ τῆς ψυχῆς. Καὶ ὁ Πρόδρομος εἶχε ζωσμένη τὴ μέση του μὲ δερμάτινη ζώνη: Τὸ δέρμα προέρχεται ἀπὸ νεκρὸ ζῶο καὶ περισφίγγει, δηλ. συστέλλει καὶ ὑποτάσσει τὰ πάθη, ποὺ ἔχουν στὴ μέση τὴν ἕδρα τους. Κι ἀκόμη, λέει τὸ Εὐαγγέλιο πὼς ὁ Ἰωάννης, ὡς λιτή του τροφή, εἶχε ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριο. Ἀκρίδες ἐδῶ δὲν ἐννοοῦνται τὰ γνωστὰ ἔντομα, ἀλλὰ τὰ ἀκρόδρυα, οἱ ἄκρες τῶν βλαστῶν κάποιων δέντρων, οἱ ἄκρες τῶν χόρτων. Ὁ Ἰωάννης ὑπῆρξε ὁ πρῶτος παρθένος καὶ ἀσκητὴς τῆς ἐποχῆς τῆς Χάριτος, τῆς Καινῆς Διαθήκης, καὶ ἔγινε ὁ μέγιστος τῶν προφητῶν καὶ εὔλογα κατέστη ὁ προστάτης καὶ ἀρχηγὸς τοῦ τάγματος τῶν μοναχῶν. Καί, τί κήρυσσε ὁ Τίμιος Πρόδρομος; Δύο μεγάλα πράγματα: Τὴ μετάνοια καὶ τὴν πίστη στὴν ἐπικείμενη τότε ἔλευση τοῦ Λυτρωτῆ Ἰησοῦ. Βλέποντας οἱ ἄνθρωποι τῆς περιοχῆς ὅλης τῆς Ἰουδαίας καὶ τῶν Ἱεροσολύμων τὴν ἰσάγγελη βιοτή του, ἔτρεχαν διψασμένοι γιὰ λόγο Θεοῦ σ᾿ αὐτόν. Καί, ἀκούοντας τὸ πύρινο ἐκεῖνο καὶ οὐράνιο κήρυγμα τῆς μετάνοιας, ἐξομολογοῦνταν δημόσια ὁ καθένας τὶς ἁμαρτίες του καὶ βαπτίζονταν ἀπ᾿ αὐτὸν στὸν Ἰορδάνη, ὡς σύμβολο τῆς ἄφεσης, τῆς συγχώρησής τους.
Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ὁρισμένοι θεωροῦσαν πὼς αὐτὸς ἦταν ὁ ἀναμενό-μενος Μεσσίας, ὁ ἱερὸς Βαπτιστὴς κήρυσσε ξεκάθαρα καὶ μὲ κάθε ταπείνωση: «Ἐγὼ κάνω τὸ ἔργο, ποὺ μὲ πρόσταξε ὁ Θεός, μὰ δὲν εἶμαι τίποτα. Ἔρχεται σύντομα ὁ ἰσχυρότερός μου -ὁ σαρκωμένος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ-, τοῦ ὁποίου δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σκύψω καὶ νὰ λύσω τὰ ράμματα τῶν ὑποδημάτων. Κι ἐγὼ σᾶς βαπτίζω στὸ νερὸ συμβολικά. Αὐτὸς ὅμως θὰ σᾶς βαπτίσει στὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μὲ τὸ Μυστήριο τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ποὺ θὰ δωρήσει.»
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ μορφή, ἡ βιοτὴ καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ Προδρόμου Ἰωάννου ἔχουν πολλὰ νὰ μᾶς εἰποῦν καὶ ἐμᾶς σήμερα, ὄχι μόνον ἐνόψει τῆς ἑορτῆς τῆς Βάπτισης τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ γιὰ τὴν ὅλη μας ζωή. Καλούμαστε νὰ μιμηθοῦμε, ἔστω λίγο, τὸ κατὰ δύναμη ὁ καθένας, τὴν ἐνάρετη πολιτεία του, τὴν ἄσκησή του, τὴν ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ τὴν ὑπακοὴ στὸ θέλημά Του. Τὸ κήρυγμα τῆς μετάνοιας καὶ ἡ ὀφειλετικὴ ὑπακοή μας σ᾽ αὐτὸ ἔχουν διαχρονικὴ ἰσχὺ καὶ παραμένουν ζωντανὰ στοὺς αἰῶνες: «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.» Αὐτό, ποὺ ζητεῖ ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Θεός, ἀδελφοί, εἶναι τὴ μετάνοιά μας, τὴν ἀλλαγὴ δηλαδὴ καὶ διόρθωση τοῦ νοῦ, τοῦ φρονήματος, τῆς ζωῆς μας.
Μόνο μὲ τὸν τρόπο τοῦτο, τὴν ὁλόψυχη δηλαδὴ μετάνοιά μας ὡς προσώπων, ὡς κοινωνίας, ὡς ἔθνους, θὰ ἑλκύσουμε τὴ Χάρη τοῦ Φιλάνθρωπου Θεοῦ, ποὺ εἶναι εὔσπλαγχνος καὶ ἐλεήμων. Νὰ μὴ λησμονοῦμε, πὼς οἱ ὅποιες σημερινὲς κρίσεις εἶναι ἀπότοκα τῆς πνευματικῆς μας κρίσης. Ἀλλά, νὰ ἔχουμε πίστη, ἐλπίδα καὶ θάρρος. Ὁ Θεός, ποὺ ἐπέτρεψε γιὰ τὸ καλὸ καὶ συμφέρον μας τὶς δοκιμασίες ποὺ διερχόμαστε, δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει. Κι ὅπως μᾶς ὑποσχέθηκε, θὰ τηρήσει τὸν λόγο Του: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.» Ἅμα ἀγωνιζόμαστε νὰ ἐφαρμόζουμε τὸ θέλημά Του καὶ νὰ ἔχουμε μετάνοια, καὶ οἱ προσωπικὲς καὶ οἱ οἰκονομικὲς καὶ οἱ ἐθνικὲς καὶ οἱ ὅποιες ἄλλες κρίσεις θὰ παρέλθουν. Καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε νὰ διέλθουμε καὶ τούτη τὴν πρόσκαιρη ζωὴ μὲ εὐλογία καὶ εἰρήνη, καὶ θὰ εἰσέλθουμε στὴν ἀληθινὴ καὶ μόνιμη καὶ αἰώνια ζωή, χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ μεγαλωσύνη στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν!
Σύναξις των Εβδομήκοντα Αποστόλων (4 Ιανουαρίου)
Τω αυτώ μηνί Δ΄, η Σύναξις των Eβδομήκοντα Aποστόλων
Τους Eβδομήκοντα σοφούς Aποστόλους,
Και συνάμα τους πάντας τιμάσθαι θέμις1.
Aμφί τετάρτην άνδρας αγακλεέας κυδαίνω.

Σημείωση
1. Σημειούμεν ενταύθα, ότι διά του διστίχου τούτου, όπερ ευρίσκεται εις τους χειρογράφους Συναξαριστάς (εν γαρ τοις τετυπωμένοις, ούτε δίστιχον ευρίσκεται ιαμβικόν, ούτε στίχος ηρωικός), δηλούται ότι σήμερον εορτάζονται όλοι ομού οι Eβδομήκοντα Απόστολοι. O καθείς από τους οποίους χωριστά εορτάζεται εις διαφόρους ημέρας των μηνών. Διά τούτο ουδέ Συναξάριον τούτων κοινόν εδυνήθημεν να εύρωμεν. Καθότι τα ίδια Συναξάρια του καθενός, εγράφησαν εις την ξεχωριστήν ημέραν αυτού. Και ο βουλόμενος, ας ζητήση ταύτα.
Ήθελε δε απορήση τινας, διατί, εξαιρουμένων μόνον των Δώδεκα Αποστόλων, όλοι οι μετ’ αυτούς Απόστολοι ονομάζονται Eβδομήκοντα, και ουχί περισσότεροι; Ότι γαρ είναι περισσότεροι από τους εβδομήκοντα, φανερόν εστι καθότι μόνοι εκείνοι, οπού αριθμούνται εν όλαις ταις επιστολαίς του μακαρίου Παύλου, και μετά των Eβδομήκοντα καταλεγόμενοι, υπερβαίνουν τους πεντήκοντα. Οίτινες δεν είναι από τους Eβδομήκοντα Αποστόλους εκείνους, τους οποίους ο Κύριος εδιάλεξεν, ως γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Αλλά άλλοι τινές, μαθηταί χρηματίσαντες του Αποστόλου Παύλου, ή και των λοιπών Αποστόλων των εκ των Δώδεκα. Και όρα εις την εικοστήν ογδόην του Ιουλίου εν τω Συναξαρίω Προχόρου, Νικάνορος, Τίμωνος, και Παρμενά.
Εις λύσιν ουν της απορίας λέγομεν, ότι πάντες οι μετά τους Δώδεκα Απόστολοι, με ένα κοινόν όνομα Eβδομήκοντα ονομάζονται, ίσως διατί το εβδομήκοντα αόριστός εστιν αριθμός, και δηλοί πλήθος. Κατ’ εκείνο οπού είπεν εις τον Πέτρον ο Κύριος· «Ου λέγω σοι έως επτάκις αφιέναι τω αδελφώ σου τα αμαρτήματα, αλλ’ έως εβδομηκοντάκις επτά». Αντί του πολλάκις και μυριάκις, ως ερμηνεύει ο ιερός Θεοφύλακτος. Ή λέγονται Eβδομήκοντα οι μετά τους Δώδεκα Απόστολοι, και ουχί περισσότεροι, ίσως διά να φυλαχθή το σέβας και η τιμή του αριθμού εκείνου, τον οποίον ο Κύριος επέθηκεν εις τους παρ’ αυτού εκλεγέντας Eβδομήκοντα Αποστόλους. Ούτω γαρ και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, και μόλον οπού ο Ιούδας είχεν εύγη από τον αριθμόν των Δώδεκα Αποστόλων, αυτός όμως μετά την ανάστασιν είπε περί του Θωμά: Θωμάς δε είς, ουχί εκ των ένδεκα, αλλά εκ των Δώδεκα. Ίνα φυλάξη το σέβας και την τιμήν του δωδεκάτου αριθμού, τον οποίον ο Κύριος επέθηκεν εις τους Δώδεκα Αποστόλους. Ει δε τις διαβατικώτερος, άλλον λόγον υψηλότερον τούτου οίδε, παρελθέτω εις το μέσον και ειπάτω. Και ημείς χάριτας αυτώ της ειδήσεως ταύτης εισόμεθα.
Σημείωσαι, ότι ο θεσπέσιος Κύριλλος ο Αλεξανδρείας γλαφυρώς αλληγορεί εις τους Eβδομήκοντα τούτους Αποστόλους τα εβδομήκοντα εκείνα στελέχη των φοινίκων, οπού ήτον εις την Αιλείμ. Όπερ δηλοί ανάβασις, ή αύξησις. Ούτω γάρ φησιν· «Αναβαίνοντες εις τελειοτέραν σύνεσιν, και εις αύξησιν ανατρέχοντες την πνευματικήν… τα εβδομήκοντα των φοινίκων στελέχη ευρήσομεν, τους αναδειχθέντας δηλονότι παρά Χριστού μαθητάς και εύγε δη σφόδρα. Φοίνιξι γαρ παρεικάζονται οι μετά τους δώδεκα όντες τον αριθμόν εβδομήκοντα. Θαυμάζομεν δε τους Eβδομήκοντα και οιονεί φοίνικας αυτούς είναί φαμεν. Ευκάρδιον γαρ το φυτόν, εύριζόν τε και εύκαρπον, και αεί τοις ύδασιν εντεθηλός. Τοιούτους δε και τους Aγίους είναί φαμεν. Καθαρός μεν γαρ ο νους αυτοίς, βεβηκώς τε και εύκαρπος, και τοις νοητοίς ύδασιν εντρυφάν ειωθώς».
Και τούτο δε σημείωσαι, ότι ατάκτως γράφεται εδώ παρά τοις Μηναίοις το Συναξάριον της Oσίας Συγκλητικής. Τούτο γαρ γράφεται ευτάκτως κατά την πέμπτην του παρόντος, ότε η μνήμη αυτής γράφεται, και ο Κανών αυτής ψάλλεται.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη των Aγίων Μαρτύρων Ζωσίμου Μοναχού και Aθανασίου κομενταρησίου (4 Ιανουαρίου)

Μνήμη των Aγίων Μαρτύρων Ζωσίμου Μοναχού, και Aθανασίου κομενταρησίου
Aθανάσιος συνθανών τω Ζωσίμω,
Ένδον πέτρας ήδιστα και συζείν έχει.

Oύτος ο Άγιος Ζώσιμος ήτον από την Κιλικίαν, εκατοίκει δε εις την έρημον ομού με τα θηρία. Πιασθείς λοιπόν από τον άρχοντα Δομετιανόν, και ομολογήσας, ότι ο Χριστός είναι Θεός αληθινός, κατακαίεται εις τα αυτία με πυρωμένα σίδηρα. Και βάλλεται μέσα εις ένα καζάνι γεμάτον από βόρβορον βράζοντα. Έπειτα κρεμάται κατακέφαλα, και με παράδοξον τρόπον από όλα φυλάττεται αβλαβής. Καθότι εφάνη ένα λεοντάρι μέσα εις το θέατρον, το οποίον με ανθρωπίνην φωνήν ελάλησε περί της Θεότητος του Χριστού. Όθεν εκ τούτου ετράβιξεν εις την πίστιν του Χριστού τον κομενταρήσιον Aθανάσιον. Λαβών δε ο Άγιος ελευθερίαν από τον τύραννον, επήγε πάλιν εις την έρημον και εις τα βουνά, όπου πρότερον εδιέτριβε. Και κατηχεί και βαπτίζει τον ρηθέντα Aθανάσιον. Eκεί λοιπόν ευρισκομένων αυτών, εσχίσθη μία πέτρα παραδόξως, μέσα εις την οποίαν εμβαίνοντες και οι δύω, παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 3 Ἰανουαρίου 2026

Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ)
Πρὸς Τιμόθεον Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
3:13-16, 4:1-5
Τέκνον Τιμόθεε, οἱ γὰρ καλῶς διακονήσαντες βαθμὸν ἑαυτοῖς καλὸν περιποιοῦνται καὶ πολλὴν παρρησίαν ἐν πίστει τῇ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. Ταῦτά σοι γράφω ἐλπίζων ἐλθεῖν πρός σε τάχιον· ἐὰν δὲ βραδύνω, ἵνα εἰδῇς πῶς δεῖ ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἀναστρέφεσθαι, ἥτις ἐστὶν ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας. Καὶ ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶ τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον· Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ. Τὸ δὲ Πνεῦμα ῥητῶς λέγει ὅτι ἐν ὑστέροις καιροῖς ἀποστήσονταί τινες τῆς πίστεως, προσέχοντες πνεύμασι πλάνοις καὶ διδασκαλίαις δαιμονίων, ἐν ὑποκρίσει ψευδολόγων, κεκαυστηριασμένων τὴν ἰδίαν συνείδησιν, κωλυόντων γαμεῖν, ἀπέχεσθαι βρωμάτων ἃ ὁ Θεὸς ἔκτισεν εἰς μετάληψιν μετὰ εὐχαριστίας τοῖς πιστοῖς καὶ ἐπεγνωκόσι τὴν ἀλήθειαν. Ὅτι πᾶν κτίσμα Θεοῦ καλόν, καὶ οὐδὲν ἀπόβλητον μετὰ εὐχαριστίας λαμβανόμενον· ἁγιάζεται γὰρ διὰ λόγου Θεοῦ καὶ ἐντεύξεως.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
3: 1-6
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παραγίνεται ᾽Ιωάννης ὁ βαπτιστὴς κηρύσσων ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς ᾽Ιουδαίας καὶ λέγων· Μετανοεῖτε, ἤγγικεν γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Οὗτος γάρ ἐστιν ὁ ῥηθεὶς διὰ ᾽Ησαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος, Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ. Αὐτὸς δὲ ὁ ᾽Ιωάννης εἶχεν τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ ἀπὸ τριχῶν καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, ἡ δὲ τροφὴ ἦν αὐτοῦ ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριον. Τότε ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν ῾Ιεροσόλυμα καὶ πᾶσα ἡ ᾽Ιουδαία καὶ πᾶσα ἡ περίχωρος τοῦ ᾽Ιορδάνου,καὶ ἐβαπτίζοντο ἐν τῷ ᾽Ιορδάνῃ ποταμῷ ὑπ᾽ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ
Μνήμη του Αγίου Προφήτου Μαλαχίου (3 Ιανουαρίου)
Μνήμη του Αγίου Προφήτου Μαλαχίου
O κλήσιν αυχών Aγγέλου Μαλαχίας,
Aυχεί μάλιστα, την μετ’ Aγγέλων στάσιν.
Eκ ρεθέων Μαλαχίου απέπτατο εν τρίτη ήτορ.

Oύτος ο θείος Προφήτης εγεννήθη εκ φυλής Λευΐ, εν τόπω καλουμένω Σοφερώ, κατά τους χρόνους εκείνους, κατά τους οποίους εγύρισαν οι Εβραίοι εις Ιερουσαλήμ από την σκλαβίαν της Βαβυλώνος. Εις καιρόν δε οπού ήτον ακόμη νέος, απόκτησε πολιτείαν ενάρετον και αρίστην. Έλαβε δε το όνομα να λέγεται Μαλαχίας (το οποίον ελληνικά ερμηνεύεται Άγγελος) διά δύω αίτια. Ένα μεν, διατί ήτον ωραίος και ευπρεπής. Και άλλο δε, διατί όσα ο Προφήτης ούτος επροφήτευεν, ευθύς ελάμβανον την βεβαίωσιν διά μέσου θείου Aγγέλου, όστις έλεγε ταύτα εις αυτόν. Και τον μεν Άγγελον, δεν έβλεπον οι ανάξιοι, αλλά μόνον οι άξιοι. Την δε φωνήν αυτού, όλοι ήκουον, και οι άξιοι, και οι ανάξιοι. Ήκμασε δε κατά τον καιρόν του Έσδρα1 τετρακοσίους χρόνους προ του Χριστού. Ήτον δε ως είπομεν, εν τη νεότητι της ηλικίας του, ωραίος εις την όψιν. Eίχε το πρόσωπον, όχι στρογγυλόν, αλλά μακρόν. Και τας τρίχας συνεστραμμένας και κυκλοειδείς, και ωσάν κουρευμένας. Την δε κεφαλήν είχε πλατείαν και μεγάλην.

Σημείωση
1. Ου καλώς δε γράφεται εις τους Συναξαριστάς, τόσον τον τετυπωμένον, όσον και τον χειρόγραφον, ότι ο Προφήτης ούτος ήτον κατά τους χρόνους της αναρχίας, ήτις ηκολούθησεν εν τω καιρώ των Κριτών. Ψευδέστατον γαρ τούτό εστι, έξω μόνον αν θέλη τινάς να νοήση αναρχίαν, την εις Βαβυλώνα αιχμαλωσίαν, ότε οι Εβραίοι αρχήν και βασιλείαν δεν είχον. Ότι δε ήτον εις τον καιρόν του Έσδρα, μαρτυρεί και ο Αλέξανδρος εις τα Ιουδαϊκά (σελ. σπδ΄). Όθεν και ο Ιερώνυμος υπέλαβεν, ότι ο Μαλαχίας ούτος είναι ο ίδιος Έσδρας, ως ένα τους δύω λογιζόμενος. Και ότι ωνομάσθη Μαλαχίας, ήτοι άγγελος, διά το προφητικόν χάρισμα, και διά το λαμπρόν και ακέραιον του βίου. Εν τέσσαρσι δε κεφαλαίοις η προφητεία αυτού διαιρείται, και πολλά κατηγορεί εν αυτοίς τους αθεμίτους γάμους. Ομοίως και τους ιερείς εκείνους, οπού αμελούν εις τας του Θεού διακονίας και λειτουργίας. Προφητεύει δε και διά την έλευσιν του Χριστού, και την έλευσιν του Θεσβίτου Ηλιού.
Σημείωσαι δε, ότι οι τρεις Προφήται, ο Αγγαίος, ο Ζαχαρίας, και ο Μαλαχίας ούτος, λέγονται Προφήται του δευτέρου Ναού. Επειδή και ήκμασαν, όταν έκτισεν ο Ζοροβάβελ τον δεύτερον Ναόν μετά την αιχμαλωσίαν της Βαβυλώνος. Επροφήτευσε δε ο Μαλαχίας ολίγους χρόνους μετά τον Αγγαίον και Ζαχαρίαν, τους διά της προτροπής αυτών πείσαντας τους Ιουδαίους ανακαινίσαι τον Ναόν.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Γορδίου (3 Ιανουαρίου)
Μνήμη του Aγίου Μάρτυρος Γορδίου1
Και τίς παρέλθη Γόρδιον τον οπλίτην,
Προς φρικτόν όπλον στερρόν άνδρα το ξίφος;

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους Λικινίου του βασιλέως, εν έτει τιδ΄ [314], καταγόμενος από την Καισάρειαν της Καππαδοκίας, στρατηγός και πρώτος επάνω εις εκατόν στρατιώτας. Oύτος λοιπόν μη υποφέρωντας να βλέπη την παρρησίαν των ασεβών Ελλήνων, και να ακούη τας βλασφημίας, οπού έλεγον κατά του Χριστού, εμακρύνθη από την πόλιν. Και αναχωρήσας εις τα βουνά, ευρίσκετο με τα θηρία και άλογα ζώα. Eκεί λοιπόν ησυχάζωντας, άναψεν ο αοίδιμος από τον του Χριστού πόθον και έρωτα. Και ενδυναμωθείς υπό Θεού και θάρρος λαβών κατά της πλάνης των Ελλήνων, ώρμησεν από την έρημον εις την πόλιν, ωσάν δυνατόν λεοντάρι. Eμβαίνωντας δε μέσα εις το παζάρι και θέατρον, εκήρυξε τον Χριστόν. Όθεν με την θεωρίαν του εγύρισεν όλον το πλήθος των παρεστώτων εις τον εαυτόν του. Aλλά και αυτόν τον άρχοντα της πόλεως προκαθήμενον εκεί, τον εκατάπληξε με την παρρησίαν του. Όθεν εκείνος εις άκρον θυμόν κινηθείς, επρόσταξε και απέκοψαν την τιμίαν του κεφαλήν. Και ούτως έλαβεν ο μακάριος του μαρτυρίου τον στέφανον.
Σημείωση
1. Τούτον τον Μάρτυρα Γόρδιον ετίμησε με εγκώμιον ο Μέγας Βασίλειος, ου η αρχή· «Νόμος εστί φύσεως». (Σώζεται εν τοις εκδεδομένοις.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 2 Ἰανουαρίου 2026

Σημείωση – Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Λ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
11: 8-16
Ἀδελφοί, πίστει καλούμενος ᾽Αβραὰμ ὑπήκουσεν ἐξελθεῖν εἰς τὸν τόπον ὃν ἔμελλε λαμβάνειν εἰς κληρονομίαν, καὶ ἐξῆλθεν μὴ ἐπιστάμενος ποῦ ἔρχεται. Πίστει παρῴκησεν εἰς γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν, ἐν σκηναῖς κατοικήσας μετὰ ᾽Ισαὰκ καὶ ᾽Ιακὼβ τῶν συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς· ἐξεδέχετο γὰρ τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός. Πίστει καὶ αὐτὴ Σάρρα δύναμιν εἰς καταβολὴν σπέρματος ἔλαβεν καὶ παρὰ καιρὸν ἡλικίας ἔτεκεν, ἐπεὶ πιστὸν ἡγήσατο τὸν ἐπαγγειλάμενον· διὸ καὶ ἀφ᾽ ἑνὸς ἐγεννήθησαν, καὶ ταῦτα νενεκρωμένου, καθὼς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ τῷ πλήθει καὶ ὡς ἡ ἄμμος ἡ παρὰ τὸ χεῖλος τῆς θαλάσσης ἡ ἀναρίθμητος. Κατὰ πίστιν ἀπέθανον οὗτοι πάντες, μὴ κομισάμενοι τὰς ἐπαγγελίας, ἀλλὰ πόρρωθεν αὐτὰς ἰδόντες καὶ ἀσπασάμενοι, καὶ ὁμολογήσαντες ὅτι ξένοι καὶ παρεπίδημοί εἰσιν ἐπὶ τῆς γῆς· οἱ γὰρ τοιαῦτα λέγοντες ἐμφανίζουσιν ὅτι πατρίδα ἐπιζητοῦσιν. Καὶ εἰ μὲν ἐκείνης μνημονεύουσιν ἀφ᾽ ἧς ἐξῆλθον, εἶχον ἂν καιρὸν ἀνακάμψαι· νῦν δὲ κρείττονος ὀρέγονται, τοῦτ᾽ ἔστιν ἐπουρανίου. Διὸ οὐκ ἐπαισχύνεται αὐτοὺς ὁ Θεὸς Θεὸς ἐπικαλεῖσθαι αὐτῶν· ἡτοίμασεν γὰρ αὐτοῖς πόλιν.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΓΙΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ)
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
5:22 – 6:2
Ἀδελφοί, ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος. Οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις. Εἰ ζῶμεν Πνεύματι, Πνεύματι καὶ στοιχῶμεν. Μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες. Ἀδελφοί, ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πρᾳότητος, σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς. Ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΡΟΕΟΡΤΙΑ ΦΩΤΩΝ, 2 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
3: 1–15
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις ἦν ἐκ τῶν Φαρισαίων, Νικόδημος ὄνομα αὐτῷ, ἄρχων τῶν Ἰουδαίων· οὗτος ἦλθε πρὸς αὐτὸν νυκτὸς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ραββί, οἴδαμεν ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐλήλυθας διδάσκαλος· οὐδεὶς γὰρ ταῦτα τὰ σημεῖα δύναται ποιεῖν ἃ σὺ ποιεῖς, ἐὰν μὴ ᾖ ὁ Θεὸς μετ’ αὐτοῦ. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Νικόδημος· Πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι γέρων ὤν; μὴ δύναται εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρὸς αὐτοῦ δεύτερον εἰσελθεῖν καὶ γεννηθῆναι; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. τὸ γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκὸς σάρξ ἐστιν, καὶ τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος πνεῦμά ἐστι. μὴ θαυμάσῃς ὅτι εἶπόν σοι, δεῖ ὑμᾶς γεννηθῆναι ἄνωθεν. τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις, ἀλλ’ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως ἐστὶ πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Πνεύματος. ἀπεκρίθη Νικόδημος καὶ εἶπεν αὐτῷ· Πῶς δύναται ταῦτα γενέσθαι; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Σὺ εἶ ὁ διδάσκαλος τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ταῦτα οὐ γινώσκεις; ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι ὅτι ὃ οἴδαμεν λαλοῦμεν καὶ ὃ ἑωράκαμεν μαρτυροῦμεν, καὶ τὴν μαρτυρίαν ἡμῶν οὐ λαμβάνετε. εἰ τὰ ἐπίγεια εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε, πῶς ἐὰν εἴπω ὑμῖν τὰ ἐπουράνια πιστεύσετε; καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῷ. καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΓΙΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
6: 17–23
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔστη ὁ Ἰησοῦς ἐπὶ τόπου πεδινοῦ, καὶ ὄχλος μαθητῶν αὐτοῦ, καὶ πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς ᾽Ιουδαίας καὶ ᾽Ιερουσαλὴμ καὶ τῆς παραλίου Τύρου καὶ Σιδῶνος,οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι αὐτοῦ καὶ ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν νόσων αὐτῶν· καὶ οἱ ἐνοχλούμενοι ἀπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων ἐθεραπεύοντο. Καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτουν ἅπτεσθαι αὐτοῦ, ὅτι δύναμις παρ᾽ αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰᾶτο πάντας. Καὶ αὐτὸς ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἔλεγεν, Μακάριοι οἱ πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Μακάριοι οἱ πεινῶντες νῦν, ὅτι χορτασθήσεσθε. μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε. Μακάριοί ἐστε ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς καὶ ὀνειδίσωσιν καὶ ἐκβάλωσιν τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρὸν ἕνεκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου·χάρητε ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ καὶ σκιρτήσατε, ἰδοὺ γὰρ ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τῷ οὐρανῷ.
Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ








