Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ
Ἀρχιμανδρίτης Ἀθανάσιος,
Καθηγούμενος τῆς ἱερᾶς μονῆς Σταυροβουνίου
(1925-2021)
«Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος»
Ὁ Γέροντας Ἀθανάσιος στὴν εἴσοδο τοῦ καθολικοῦ τῆς Μονῆς Σταυροβουνίου τὴν ἡμέρα τῆς ἐνθρόνισής του (12.12.1982)
Ἀπ οτελεῖ γιὰ μένα ἰδιαίτερη τιμὴ καὶ εὐλογία, καὶ συνάμα χρέος υἱϊκὸ καὶ ἔργο ὑπ ακοῆς, νὰ σκιαγραφήσω στὸ π αρὸν κείμενο τὸν βίο τοῦ μεγάλου Γέροντος τῆς Κύπ ρου, ἀρχιμανδρίτου Ἀθανασίου, π οὺ ἔζησε 81 συναπ τὰ ἔτη ὡς μοναχὸς καὶ ἐχρημάτισε καθηγούμενος τῆς ἀρχαίας μονῆς τοῦ Σταυροβουνίου ἐπ ὶ 40 ἔτη, καταλίπ οντας φήμην ἁγίου ἀνδρός. Εὐλογία γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ ἀνδρός· χρέος υἱϊκὸ καθὼς ὑπ ῆρξα π νευματικό του τέκνο ἐπ ὶ τεσσαρακονταετία καὶ μοναχὸς τῆς Μονῆς Σταυροβουνίου ἐπ ὶ εἰκοσιπ ενταετία· καί, τέλος, ἔργο ὑπ ακοῆς στὸν Πανιερώτατο Μητροπ ολίτη καὶ Ἐπ ίσκοπ ό μου Μόρφου Νεόφυτο, ὁ ὁπ οῖος μοῦ ἐμπ ιστεύθηκε ἐφέτος τὴ σύνταξη τοῦ π αρόντος εἰσαγωγικοῦ κειμένου στὸ Ἑορτολόγιο τοῦ ἔτους 2023 τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Μητροπ όλεως Μόρφου.
Οἱ ἐνάρετοι γονεῖς τοῦ Γέροντα Ἀθανασίου Γεώργιος καὶ Ἑλένη (1952)
Ὁ Γέροντας Ἀθανάσιος, κατὰ κόσμον Ἀνδρέας Χατζηγεωργίου Τσικουρῆς, ὁ Ἀββᾶς καὶ κατεξοχὴν Πνευματικὸς τῆς σύγχρονης Κύπ ρου, ἕνα « κατάλοιπ ο ἀρχαίας ἁγιότητας» — γιὰ νὰ χρησιμοπ οιήσω τὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ Μεγάλου Ἐπ ιφανίου ἀπ ὸ τὸν Δυτικὸ Πατέρα ἅγιο Ἱερώνυμο—, γεννήθηκε στὸ χωριὸ Ἄσκεια ( κοινῶς Ἄσσια) τῆς Μεσαορίας στὶς 12 Ὀκτωβρίου τοῦ 1925, μὲ γονεῖς τοὺς εὐλαβέστατους Ἑλένη καὶ Γεώργιο , π οὺ ἀμφότεροι ἐκοιμήθησαν ὡς μοναχοί, καρέντες ἀπ ὸ τὸν υἱό τους Ἀθανάσιο. Νὰ σημειώσουμε π ὼς οἱ ἐνάρετοι γονεῖς τοῦ Γέροντα γέννησαν συνολικὰ ἕξι π αιδιά, τοὺς Χρῆστο, Θεόδωρο, Ἀντώνιο, Εἰρήνη, Ἀνδρέα ( Γέροντας) καὶ τὸν Παναγιώτη. Τὰ τρία ἀδέλφια, Χρῆστος, Ἀνδρέας καὶ Παναγιώτης, γεννήθηκαν σὲ διαφορετικὲς χρόνιες ἀλλὰ κατὰ τὴν ἴδια μέρα (12 Ὀκτωβρίου). Μᾶς ἔλεγε, θυμᾶμαι, ὁ Γέροντας, π ὼς οἱ γονεῖς του, μετὰ τὴ γέννηση τῶν π αιδιῶν τους, τήρησαν ἐκ συμφώνου σωφροσύνη καὶ ἐγκράτεια. Οἱ δύο π αππ οῦδες τοῦ Γέροντα λέγονταν Χρηστούδιας ( ὁ ἐκ π ατρὸς) καὶ Θεόδωρος ( ὁ ἐκ μητρός). Τὸ π ροσωνύμιο τοῦ Χρηστούδια ἀπ ὸ τοὺς χωριανοὺς ἦταν « νομοθέτης», καθώς, ἐγγράμματος καὶ θεοφοβούμενος ὅπ ως ἦταν, εἶχε μία Ἁγία Γραφή, ἀπ ὸ τὴν ὁπ οία διάβαζε στοὺς χωριανούς του στὸν καφενὲ τοῦ χωριοῦ καὶ τοὺς ἐξηγοῦσε τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ. Ὁ δὲ π άππ ος τοῦ Γέροντα, ὁ π απ ᾶ Μιχαήλης, ἦταν ἐπ ίσης ἄνθρωπ ος δίκαιος καὶ γραμματισμένος — μορφώθηκε στὴ Λευκωσία, ὅπ ου εἶχε π άει νὰ μάθει ραπ τική. Ἦταν καὶ ἀρκετὰ εὐκατάστατος, ἀλλὰ καὶ π ολὺ ἐλεήμων π ρὸς π άντας, Ρωμιοὺς καὶ Τούρκους. Εἶχε σὺν ἄλλοις καὶ μνήμη θανάτου: Ὅταν γέρασε, ἑτοίμασε μία στολὴ μέ ἱερατικὰ ἄμφια, τὰ ἔβαλε σὲ ἕνα μπ οξιὰ καὶ ἔλεγε στὰ π αιδιά του: « Ὅταν π εθάνω, νὰ μοῦ τὰ φορέσετε αὐτά, π ρῶτα τὸ στιχάρι, ὕστερα τὸ π ετραχήλι κ. λπ.».
Ὅπ ως μᾶς ἀνέφερε κάπ οτε ἡ μακαριστὴ ἀδελφὴ τοῦ Γέροντα Εἰρήνη, ὅταν ἡ μητέρα τους κυοφοροῦσε τὸν Γέροντα ἦταν ἄρρωστη καὶ ἀνησυχοῦσε. Τῆς ἐμφανίστηκε τότε στὸν ὕπ νο της ἡ Παναγία καὶ τῆς εἶπ ε: « Νὰ ταχθεῖς ( δηλ. νὰ κάνει τάμα). Θὰ γεννήσεις μὲ τὸ καλό. Ἂν εἶναι κόρη, νὰ τὴ βγάλεις Ἀπ οστολοῦ. Ἂν εἶναι γυιός, Ἀνδρέα». Ἔτσι, ὅταν μὲ τὸ καλὸ γέννησε ἡ Ἑλένη, ὑπ ακούοντας στὴ Θεοτόκο καὶ ἐκπ ληρώνοντας τὸ τάμα της, ὀνόμασε Ἀνδρέα στὸ Βάπ τισμα τὸ νεογέννητο!
Ἀναμνηστικὴ φωτογραφία τῆς οἰκογένειας τοῦ Γέροντα ὅταν αὐτὸς τοὺς ἐπισκέφθηκε στὸ χωριὸ τοῦ Ἄσσια γιὰ πρώτη φορὰ ἐξ ὅτου ἔγινε μοναχὸς (1952)
Ἔχοντας λοιπ ὸν τέτοιες εὐλογημένες καταβολὲς καὶ ἀνατρεφόμενος σὲ ἕνα π αραδοσιακὸ π ρωτινὸ π εριβάλλον, ὁ μικρὸς Ἀνδρέας ἄρχισε ἀπ ὸ τὴν π αιδική του ἡλικία νὰ δείχνει σημεῖα π οὺ π ρομήνυαν τὴ μελλοντική του ζωή. Ἔκανε δικές του Λειτουργίες στὸ σπ ίτι, ἐνδυόμενος σεντόνια γιὰ ἄμφια καὶ κατασκευάζοντας αὐτοσχέδιους θυμιατοὺς ἀπ ὸ π ορτοκάλια! Καί, ὅταν ἔρχονταν οἱ γονεῖς του κουρασμένοι ἀπ ὸ τὶς γεωργικὲς ἐργασίες, αὐτὸς π ήγαινε νὰ τοὺς θυμιάσει καὶ νὰ τοὺς π εῖ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶπ ε ἔτσι καὶ θὰ κάνει αὐτό…
Ὁ ἀδελφός του Θεόδωρος ἤτανε μηχανικὸς αὐτοκινήτων στὴ Λευκωσία καί, μὲ τὴν ἀπ οφοίτηση τοῦ Ἀνδρέα ἀπ ὸ τὸ Δημοτικό, μαζὶ μὲ τὴ σύμφωνη γνώμη τῶν γονέων τους, τὸν π ῆρε μαζί του στὴν π ρωτεύουσα νὰ τὸν μάθει τέχνη, κατὰ τὴ συνήθεια τῆς ἐπ οχῆς. Μὰ ὁ Ἀνδρέας συνεχῶς χανόταν καὶ ἔτρεχε στὴν ἐκκλησία νὰ ἀκούσει τὴν Ἀκολουθία καὶ νὰ λειτουργηθεῖ! Ἄμα τὸ εἶδε τοῦτο ὁ Θεόδωρος, τοῦ εἶπ ε: « Ἐσύ, ἀδελφέ μου, δὲν εἶσαι γιὰ τούτη τὴ δουλειά»! Καὶ π ρόσθετε ὁ Γέροντας χαμογελώντας: « Ἐγὼ ἤμουν γιὰ ἄλλη δουλειά»!
Ἡ ἀπ ὸ π αιδικῆς ἡλικίας λοιπ ὸν θεοσέβεια καὶ εὐλάβειά του τὸν ὁδήγησαν σὲ ἡλικία μόλις 15 ἐτῶν νὰ μονάσει στὴν ἰδιαίτερα ἀκμάζουσα τότε π αλαίφατη μονὴ Σταυροβουνίου, στὴν ἀδελφότητα τῆς ὁπ οίας ἐντάχθηκε τὴν 1 η Σεπ τεμβρίου τοῦ 1940. Στὸ Σταυροβούνι τὸν μετέφεραν μὲ τὰ μουλάρια ὁ π ατέρας του καὶ ὁ ἀνάδοχός του, π οὺ λεγόταν Ἀγγελὴς τοῦ Ψαρᾶ. Μάλιστα κάθε χρόνο τὴν 1 η Σεπ τεμβρίου θυμότανε τὸ γεγονός, μᾶς ἐξιστοροῦσε τὶς σχετικὲς λεπ τομέρειες, καὶ μᾶς τόνιζε ὅτι ὁ μοναχὸς π ρέπ ει νὰ τιμᾶ τὴν ἡμέρα π οὺ βάζει μετάνοια στὸ μοναστήρι του. Ἐπ ειδὴ ὅμως ἤτανε μικρὸς καὶ ὁ τότε Ἡγούμενος Βαρνάβας Χαραλαμπ ίδης (1902-1948) δίσταζε νὰ τὸν κρατήσει μήπ ως δυσκολευόταν, τὸν ἐγγυήθηκε ὁ Γέροντας Ματθαῖος καί, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Ἡγουμένου, τὸν κράτησε κοντά του γιὰ βοηθὸ στὶς ἀγροτικὲς ἐργασίες στὸ π εριβόλι, π οὺ μέχρι σήμερα φέρει τὸ ὄνομά του (« τοῦ Ματθαίου »). Κι ὁ Γέροντάς μας εὐγνωμονοῦσε ἐσαεὶ τὸν π. Ματθαῖο, ὄχι ἁπ λῶς γιατὶ ἐξαιτίας του π αρέμεινε στὴ Μονή, ἀλλὰ καὶ κυρίως διότι τὸν διαπ αιδαγώγησε μὲ αὐστηρότητα καὶ συνέπ εια στὰ τῆς π αραδοσιακῆς μοναχικῆς π ολιτείας καὶ ἔλαβε κοντά του γνήσια καὶ ἀνεξίτηλη « τὴν π ρώτη βαφή».
Ὁ Γέροντας σὲ ἡλικία 25 ἐτῶν
Μετὰ ἀπ ὸ τριετὴ δοκιμασία κοντὰ στὸν Γέροντα Ματθαῖο, ὁ δόκιμος Ἀνδρέας ἐνεδύθη τὰ ρᾶσα τὸ Μεγάλο Σάββατο τοῦ 1943 ἀπ ὸ τὸν Ἡγούμενο Βαρνάβα. Ρασοφόρος μοναχὸς ἐκάρη ἀπ ὸ τὸν ἴδιο Γέροντα τὴν 21 η Νοεμβρίου 1946, μετονομασθεὶς ἀπ ὸ Ἀνδρέας σὲ Ἀθανάσιο. Κατὰ δὲ τὸ Μέγα Σάββατο τοῦ ἔτους 1950 ἔλαβε τὸ Μέγα καὶ Ἀγγελικὸ Σχῆμα τῶν μοναχῶν ἀπ ὸ τὸν Ἡγούμενο (1948-1952) Διονύσιο Β´, τὸν ἐκ Γαλάτας καταγόμενο.
Κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος (1950), Κυριακὴ τῶν Προπ ατόρων (16 Δεκεμβρίου), χειροτονήθηκε διάκονος ἀπ ὸ τὸν τότε Μητροπ ολίτη Κιτίου καὶ μετέπ ειτα Ἀρχιεπ ίσκοπ ο Κύπ ρου Μακάριο Γ´. Ἱερομόναχος χειροτονήθηκε στὶς 6 Ἰανουαρίου τοῦ 1957 ἐπ ὶ Καθηγουμένου (1952-1982) Γερμανοῦ ἀπ ὸ τὸν Μητροπ ολίτη Κιτίου Ἄνθιμο. Ἀπ ὸ τὸν ἴδιο Μητροπ ολίτη π ροχειρίσθηκε σὲ Πνευματικὸ στὶς 7 Φεβρουαρίου τοῦ 1967.
Πρέπ ει νὰ ἀναφέρουμε π ώς, μετὰ τὴ διακονία του κοντὰ στὸν π. Ματθαῖο, ὁ Γέροντας διορίσθηκε τὸ 1943 βοηθὸς τοῦ Γέροντος Γερμανοῦ στὸ μετόχι τῆς π εριοχῆς « Ληνός», στὸν Ἅγιο Μόδεστο ( ἀπ ὸ τὸ ὁμώνυμο π αρεκκλήσιο στὸ μετὀχι), ὅπ ου εἶχε ἡ Μονὴ ζῶα ( αἰγοπ ρόβατα), καὶ ὅπ ου διέμεναν καὶ λαϊκοὶ βοσκοί, ἐργάτες στὴ Μονή. Στὸ μετόχι τοῦτο π αρέμεινε διακονώντας μέχρι τὸ 1962, ὁπ όταν ὁ Ἡγούμενος π λέον Γέροντας Γερμανὸς τὸν διόρισε ὑπ εύθυνο τῆς ἄνω ( κυρίως) Μονῆς, ὅπ ου διακόνησε ἐπ ὶ εἰκοσαετία.
Ὁ Γέροντας Ἀθανάσιος, κοινῇ ψήφῳ τῆς ἀδελφότητος τῆς Μονῆς, ἐξελέγη Ἡγούμενος τοῦ Σταυροβουνίου σὲ διαδοχὴ τοῦ Γέροντος Γερμανοῦ, π οὺ ἐκοιμήθη στὶς 31 Αὐγούστου 1982. Τὸν Γέροντα χειροθέτησε σὲ ἀρχιμανδρίτη καὶ π ροχείρησε σὲ Ἡγούμενο ὁ Μητροπ ολίτης Κιτίου Χρυσόστομος Α´ στὶς 12 Δεκεμβρίου 1982, ἡμέρα μνήμης τοῦ ἁγίου Σπ υρίδωνος ἐπ ισκόπ ου Τριμιθοῦντος, χωριανοῦ τοῦ Γέροντος, τὸν ὁπ οῖο αὐτὸς διὰ βίου τιμοῦσε καὶ ὑπ ερευλαβεῖτο.
Ὁ Γέροντας στὸ προαύλιο τῆς Μονῆς (δεκαετία 1970)
Ἐπ ὶ τῆς π εριόδου ἡγουμενείας τοῦ ἀοιδίμου Γέροντος Ἀθανασίου ἡ Μονὴ τοῦ Σταυροβουνίου γνώρισε ἰδιαίτερη ἀκμὴ σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς. Καταρχήν, ἐπ ανδρώθηκε μὲ ἀρκετοὺς νέους μοναχούς, π νευματικά του τέκνα. Μὲ τὴν εὐλογία καὶ π αρότρυνση τοῦ Γέροντος ἡ Μονὴ ἐπ ανέφερε σὲ ἰσχὺ τὸν ἀρχαῖο θεσμὸ τοῦ ἀβάτου γιὰ τὶς γυναῖκες. Στὴν κυρίως ( ἄνω) Μονὴ ἔγινε συντήρηση τοῦ ἀρχαίου κτιριακοῦ συγκροτήματος καὶ κτίσθηκαν ἐξ ὑπ αρχῆς π αρεκκλήσια καὶ νέοι χῶροι, ἀπ αραίτητοι γιὰ τὴν καλὴ λειτουργία τῆς Μονῆς ( κελλιά, τραπ εζαρία, ἀρχονταρίκι, βιβλιοθήκη, ἐργαστήρια ἁγιογραφίας, βιβλιοδεσίας, θυμιάματος, ξυλουργεῖο κ. ἄ.). Παράλληλα ἔγινε συντήρηση ὅλων τῶν Μετοχίων τῆς Μονῆς.
Ὁ μακαριστὸς Γέροντας διέπ ρεψε ἰδιαίτερα ὡς Πνευματικός. Χιλιάδες χριστιανῶν, ἁπ λῶν π ιστῶν, κληρικῶν, μοναχῶν, μοναζουσῶν, καθὼς καὶ ἀρκετῶν Ἐπ ισκόπ ων, Ἡγουμένων καὶ Πνευματικῶν βρῆκαν κάτω ἀπ ὸ τὸ ἁγιασμένο π ετραχήλι του ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, π αρηγορία καὶ Ὀρθόδοξη καθοδήγηση, καὶ π ροχώρησαν μὲ ἀσφάλεια στὴ δύσβατη ὁδὸ τῆς π νευματικῆς ἀνόδου. Ἀξέχαστα π αραμένουν σὲ ὅλα τὰ π νευματικά του τέκνα τὸ χάρισμα τῆς π νευματικῆς π ατρότητος τοῦ Γέροντος, ἡ ἀγάπ η του, ἡ διάκρισή του, ἡ ἐπ ιείκια καὶ μαζὶ ἡ αὐστηρότητά του, ὅπ ου χρειαζόταν.
Εἰδικὴ μνεία π ρέπ ει νὰ γίνει γιὰ τὸ ὅτι ὁ Γέροντάς μας, σὲ διαδοχὴ τῶν ὁσίων Γερόντων π απ ᾶ Κυπ ριανοῦ, π απ ᾶ Μακαρίου καὶ Γέροντος Γερμανοῦ, διετέλεσε ἐπ ὶ π ολλὰ ἔτη ὁ Πνευματικὸς π λείστων ὅσων γυναικείων Κοινοβίων τῆς Κύπ ρου, στηρίζοντας π ολυτρόπ ως τὸν γυναικεῖο μοναχισμὸ τῆς νήσου.
Ἡ ὑψηλὴ ἀσκητικὴ π ολιτεία τοῦ Γέροντος ἐπ ιστέφθηκε μὲ μαρτυρικοὺς π όνους ἀσθενείας κατὰ τὰ τελευταῖα 20 ἔτη τῆς ἁγίας ζωῆς του, κατὰ τὰ ὁπ οῖα ὑπ έμεινε μὲ π ολλὴ ὑπ ομονὴ καὶ καρτερία τὶς π οικίλες δοκιμασίες τῆς ὑγείας του. Ἑκοιμήθη ἐν Κυρίῳ στὶς 18 Ἰανουαρίου τοῦ 2021 σὲ ἰδιωτικὸ νοσοκομεῖο στὴ Λευκωσία. Ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία του τελέσθηκε τὴν ἑπ ομένη στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς Σταυροβουνίου στὴν π αρουσία π λείστων ὅσων Ἀρχιερέων, Ἡγουμένων, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, καὶ τὸ π ολύαθλο σκῆνος του κατετέθη στὸ κοιμητήριο τῆς κεντρικῆς Μονῆς.
Ἡ ταπ είνωση, ἡ ἀνεπ ιτήδευτη ἁπ λότητα, ἡ γνησιότητα, ἡ ἀκράδαντη π ίστη καὶ εὐλάβεια, ἡ Θεοτοκοφιλία, τὸ ἀκραιφνὲς καὶ ἀσυγκατάβατο τοῦ μοναχικοῦ ἤθους, ἡ ἱεροπ ρέπ εια, ἡ φιλάδελφη φιλοξενία, ἡ π ροσευχητικότητα καὶ τὸ φιλακόλουθο, ἡ ἀσκητικότητα καὶ τὸ φιλάγρυπ νο, ἡ ἀφάνεια καὶ τὸ λάθε βιώσας , ἡ σύνολη ἁγιότητα τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος θὰ π αραμείνουν ἀλησμόνητα σὲ ὅλους ὅσους εἶχαν τὴ μεγάλη εὐλογία νὰ τὸν γνωρίσουν, νὰ τὸν εὐμοιρήσουν π νευματικό τους π ατέρα, νὰ μαθητεύσουν στὴν αὐθεντικότητα τοῦ ἀρχαίου καὶ ἀσαλεύτου Ὀρθοδόξου ἤθους του.
Ὁ Γέρων Ἀθανάσιος Σταυροβουνιώτης (περ. 1976) στὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς Σταυροβουνίου, μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ, εὐχόμενος καὶ ἀναμένων τὴν ἐπάνδρωση τῆς Μονῆς
Βεβαίως, ἡ ὅλη ἀγιασμένη ἀσκητικὴ βιοτὴ τοῦ Γέροντα δὲν ἦταν « ἀμάρτυρη» τῶν ἐκ Θεοῦ δωρεῶν. Πολλοὶ μαρτυροῦν γιὰ τὸ π λούσιο διορατικὸ καὶ π ροορατικό του χάρισμα, τὸ χάρισμα κατὰ δαιμόνων, καθὼς καὶ τὸ ἰαματικό. Παραθέτουμε στὴ συνέχεια καὶ τελείως ἐνδεικτικὰ ὁρισμένες σχετικὲς μαρτυρίες, τόσο δικές μας, ὅσο καὶ τρίτων ἀξιοπ ίστων ἀνθρώπ ων.
Θερα π εία δαιμονιζομένου
Ἦταν π ερὶ τὰ ἔτη 1978/1979, κατὰ τὶς π ρῶτες π ροσκυνηματικές μου ἐπ ισκέψεις στὴ Μονὴ Σταυροβουνίου, γιὰ νὰ ἐξομολογηθῶ στὸν Γέροντά μου Ἀθανάσιο, νὰ λειτουργηθῶ καὶ νὰ κοινωνήσω τῶν ἀχράντων Μυστηρίων. Ὁ Γέροντας μὲ ἔβαλε νὰ μείνω στὸν π ρῶτο ἀπ ὸ τοὺς μεγάλους ἐκείνους π αλαιοὺς ξενῶνες– θαλάμους γιὰ νὰ κοιμηθῶ τὸ βράδυ, ὅπ ου ἐφιλοξενεῖτο καὶ ὁ Ἀνδρέας, ἕνα νεαρὸς ἀπ ὸ τὰ Κοκκινοχώρια, π οὺ φαινόταν π ολὺ ταλαιπ ωρημένος. Θυμᾶμαι τὸ βράδυ, π ρὶν κοιμηθοῦμε, ὁ Γέροντας, π οὺ εἶχε τὴν ἔγνοια μου, ἄνοιξε τὴν π όρτα καὶ εἶπ ε αὐστηρὰ στὸν Ἀνδρέα: « Ἔ, Ἀνδρέα! Ἀπ όψε νὰ εἶσαι ἥσυχος καὶ νὰ μὴν κάνεις φασαρία, οὔτε νὰ βήχεις καὶ νὰ φτύνεις, γιὰ νὰ μπ ορέσει τὸ π αιδὶ ( ἐγὼ δηλ.) νὰ κοιμηθεῖ». Οὕτω καὶ ἐγένετο!
Τὴν ἑπ ομένη τὸ π ρωὶ ξεκινήσαμε νὰ φύγουμε μὲ τὸν Ἀνδρέα, κατεβαίνοντας τὸν δρόμο π ρὸς τὸ Μετόχι τῆς Ἁγίας Βαρβάρας μὲ τὰ π όδια ( τότε ἤτανε ἀκόμη ὁ π αλαιὸς στενὸς δρόμος καὶ δὲν ἔρχονταν καὶ τόσα αὐτοκίνητα). Καθοδὸν μοῦ ὁμολόγησε ὁ Ἀνδρέας τὸ δράμα του, ὅτι δηλαδὴ ἦταν δαιμονιζόμενος, εἶχε δαιμόνιο π οὺ τὸν ταλαιπ ωροῦσε, καὶ μοῦ εἶπ ε τὸ ἑξῆς θαυμαστὸ γεγονός: « Προχθὲς π οὺ ἦρθα, ὁ Γέροντας μοῦ διάβασε εὐχές, ἐξορκισμούς. Καί, ὅπ ως μοῦ διάβαζε, εἶδα ἕνα καπ νὸ μαῦρο νὰ βγαίνει ἀπ ὸ τὸ στόμα μου καὶ νὰ ἀνεβαίνει ψηλὰ καὶ νὰ χάνεται. Ἦταν τὸ δαιμόνιο π οὺ εἶχα καὶ βγῆκε καὶ ξαλάφρωσα»!
Ὁ Ἑξάψαλμος
Θὰ ἦταν π ερὶ τὸ ἔτος 1995 στὴν ἀγρυπ νία τῆς Ἀναλήψεως, ὁπ όταν στεκόμουν στὸ ἀναλόγιο δίπ λα στὸν Γέροντα καί, κατὰ τὴν ὥρα τοῦ Ἑξαψάλμου, κρατοῦσα κερὶ γιὰ νὰ βλέπ ει ὁ Γέροντας καὶ νὰ διαβάζει. Ὅταν ἔφθασε ἡ ἀνάγνωση στὸν στίχο τοῦ Ψαλμοῦ 87, « ἵνα τί , Κύριε , ἀ π ωθῇ τὴν ψυχήν μου », ἀπ ὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ κόλλησε ὁ νοῦς μέχρι τὸ τέλος τοῦ Ἑξαψάλμου στὸ ρῆμα « ἀπ ωθῇ», κατὰ π όσον εἶναι αὐτὸ τὸ ὀρθό, ἢ ἐὰν εἶναι ὀρθότερο τὸ « ἀπ ωθεῖς», π οὺ γραφόταν σὲ ἄλλες ἐκδόσεις ( νὰ σημειώσουμε π ὼς καὶ ἡ μέση φωνὴ « ἀπ ωθοῦμαι» ἔχει ἐνεργητικὴ σημασία). Φυσικὰ δὲν ἀνέφερα τίπ οτα στὸν Γέροντα. Μὲ τὸ π έρας τῆς ἀνάγνωσης καὶ ὅταν π ῆγα νὰ κλείσω τὸ βιβλίο, ὁ Γέροντας μοῦ εἶπ ε, « Περίμενε»! Κι ἀφοῦ μετροφύλλησε καὶ βρῆκε τὸν Ψαλμὸ 87, μοῦ ἔδειξε μὲ τὸ δάκτυλό του τὸ ἐπ ίμαχο ρῆμα καὶ μοῦ εἶπ ε· « Ἔ! Αὐτὸ ἄλλοτε γράφεται ἀ π ωθῇ , καὶ ἄλλοτε ἀ π ωθεῖς »! Καὶ ἔκλεισε τὸ βιβλίο.
Γέροντας Ἀθανάσιος Σταυροβουνιώτης
Μαρτυρία τοῦ Παναγιώτη Γ . ἀ π ὸ τὴ Λεμεσὸ
Ἕνα ἀπ όγευμα τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 2021, ἐπ έστρεφα ἀπ ὸ τὴ Λεμεσὸ μὲ τὸν ἀγαπ ητὸ ἐν Κυρίῳ π. Ἀνδρέα Φιλίππ ου, π ρεσβύτερο καὶ οἰκονόμο στὸ χωριὸ Κοράκου τῆς Σολιᾶς. Περνώντας ἀπ ὸ τὴν Τριμίκλινη, εἴδαμε ἕνα ζεῦγος ἡλικιωμένων π οὺ ἑτοίμαζαν τὰ κάρβουνα νὰ ψήσουνε καλαμπ όκι ( σιταροπ οῦλες), καὶ εἶπ α στὸν π. Ἀνδρέα νὰ σταματήσουμε νὰ π άρουμε κι ἐμεῖς. Συζητώντας μὲ τὸν κ. Παναγιώτη ἐνῶ αὐτὸς ἔψηνε τὸ καλαμπ όκι καί, ἀφοῦ ἀναφέραμε π ὼς π αλαιότερα ἤμουνα μοναχὸς στὸ Σταυροβούνι, μᾶς διηγήθηκε τὰ ἑξῆς:
« Ἤτανε π ερὶ τὸ 1999, π οὺ μοῦ συνέβη ἕνας νευρικὸς κλονισμός ἕνεκα οἰκογενειακῶν καταστάσεων, σὲ βαθμὸ π οὺ ἔπ εσα σὲ τόσο μεγάλη κατάθλιψη καὶ σωματικὴ κατάπ τωση, ὥστε δὲν μπ οροῦσα τίπ οτα νὰ κάνω, οὔτε καὶ οἱ γιατροὶ μπ όρεσαν νὰ μὲ βοηθήσουν. Τότε ἀπ οφάσισα νὰ π άω στὸ Σταυροβούνι, νὰ δῶ τὸν Γέροντα Ἀθανάσιο, γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ ὁπ οίου εἶχα ἀκούσει. Ὁ Γέροντας δὲν ἦταν καλὰ στὴν ὑγεία του καὶ ξεκουραζότανε καὶ ἔτσι π ερίμενα ἀρκετά, μέχρις ὅτου μοῦ ἐπ έτρεψαν νὰ τὸν δῶ. Ὅταν μπ ῆκα μέσα στὸ κελλὶ τοῦ Γέροντα καὶ κάθισα, τοῦ ἐξιστόρησα μὲ συντομία τὴ δοικιμασία μου. Κι αὐτὸς μοῦ εἶπ ε: « Γυιέ μου, κότζα μου ἄνθρωπ ος ( ψηλὸς καὶ λεβεντάνθρωπ ος ὁ Ν.) καὶ νὰ μαραζώνεις! Ὄχι, δὲν π ρέπ ει νὰ λυπ ᾶσαι καὶ ὁ Θεὸς θὰ σὲ βοηθήσει». Καὶ μὲ ἔπ ιασε ἀπ ὸ τὸ χέρι. Καί, μόλις μὲ ἄγγιξε, ὤ τοῦ θαύματος, ἔνοιωσα μία δύναμη νὰ μὲ διαπ ερνᾶ, καὶ ἀμέσως ἐπ ανῆλθαν οἱ δυνάμεις μου, βρῆκα τὸν ἑαυτό μου, καὶ ἔκτοτε, χάριτι Θεοῦ, εἶμαι π ολὺ καλά! Καί, μόλις ἐπ έστρεψα στὴ Λεμεσό, ἐπ ισκέφθηκα χαρούμενος ἕνα γνωστό μου, π οὺ ἀμέσως μοῦ π ρόσφερε μία ἀξιοπ ρεπ ὴ καὶ π ροσοδοφόρα ἐργασία!»
Ὁ Δ . ἀ π ὸ τὰ Κούκλια
Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 2022 ἐπ ισκέφθηκα μὲ τὸν ἀδελφό μου Χρῆστο φιλικὸ π ρόσωπ ο στὴν Τίμη τῆς Πάφου, μαζὶ μὲ τὸν ὁπ οῖο καὶ π ήγαμε νὰ π ροσκυνήσουμε στὸν ἀρχαῖο βυζαντινὸ ναὸ τῆς Παναγίας Καθολικῆς στὰ Κούκλια. Ἦλθε καὶ μᾶς ἄνοιξε ὁ κ. Δ., π ιστὸς χωριανὸς καὶ ψάλτης στὴν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ. Ἀφοῦ π ροσκυνήσαμε καὶ βγήκαμε ἔξω, ἐπ ειδὴ ὁ κοινὸς γνωστὸς ἀπ ὸ τὴν Τίμη τοῦ ἀνέφερε π ὼς ἤμουνα π αλαιότερα στὸ Σταυροβούνι, μᾶς διηγήθηκε τὰ ἑξῆς.
Ὁ Δῆμος, μετὰ τὰ γνωστὰ φοβερὰ γεγονότα τῆς π τώσης τῶν « διδύμων π ύργων» στὴ Νέα Ὑόρκη στὶς 11.09. 2001, εἶχε ἔκτοτε φοβία νὰ μπ εῖ σὲ ἀεροπ λάνο, μήπ ως καὶ τοῦ συνέβαινε κάτι ἀνάλογο… Νὰ ὅμως π οὺ κατὰ τὸν Αὔγουστο τοῦ 2005 ἔπ ρεπ ε νὰ ταξιδεύσει στὴν Ἀμερικὴ γιὰ κάπ οιο σοβαρὸ π ροσωπ ικὸ λόγο. Ὅμως οἱ ἀνωτέρω φοβίες καὶ ἀνασφάλειες π οὺ τὸν βασάνιζαν, τὸν ἀπ έτρεπ αν νὰ κάνει τὸ ταξίδι του αὐτό. Νὰ σημειώσουμε π ὼς ὁ Δῆμος μετέβαινε κατὰ καιροὺς στὸ Σταυροβούνι καὶ ἐξομολογεῖτο. Ἕνας καλὸς χριστιανὸς καὶ φίλος τοῦ Δήμου ἀπ ὸ τὴν Πάφο, π οὺ γνώριζε τὸ π ρόβλημά του, τοῦ εἶπ ε π ώς, ἀφοῦ γνώριζε τὸν Γέροντα Ἀθανάσιο, θὰ ἔπ ρεπ ε νὰ π άει νὰ τὸν συμβουλευθεῖ σχετικὰ καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὶς συμβουλὲς τοῦ Γέροντα.
Πράγματι π ῆγε ἕνα ἀπ όγευμα στὴ Μονή. Ἦταν ἡ ὥρα τοῦ Ἑσπ ερινοῦ καὶ ψαλλόταν στὴν ἐκκλησία ὁ Παρακλητικὸς Κανὼν στὴ Θεοτόκο. Ὁ Δ. στεκόταν στὸν ναὸ μὲ τοὺς λοιπ οὺς π αρευρισκομένους π ιστοὺς καὶ π ροσευχόταν, ἀναμένοντας τὸ π έρας τῆς Ἀκολουθίας. Τότε, χωρὶς νὰ ἔχει εἰπ εῖ ὁτιδήπ οτε σὲ ὁπ οιονδήπ οτε γιὰ τὸ ζήτημά του, εἶδε τὸν Γέροντα νὰ ἔρχεται π ρὸς τὸ μέρος του καὶ τοῦ εἶπ ε: « Γυιέ μου, σὲ βλέπ ω π ολὺ ἀνήσυχο! Μόλις τελειώσει ὁ Ἑσπ ερινός, ἔλα στὸ κελλί μου νὰ σὲ δῶ»! Πράγματι, ἔτσι καὶ ἔγινε. Ὁ Δ. ἀνέφερε τὸ π ρόβλημά του στὸν Γέροντα, ὁ ὁπ οῖος μὲ αὐστηρότητα καὶ βεβαιότητα τοῦ εἶπ ε: « Γυιέ μου, νὰ μὴν φοβᾶσαι τίπ οτα! Νὰ π ᾶς μὲ τὸ καλὸ καὶ νὰ ἔρθεις π ίσω καὶ τίπ οτα δὲν θὰ π άθεις»!
Πῆρε τὴν εὐχὴ τοῦ Γέροντα ὁ Δ., ταξίδευσε στὴν Ἀμερική, τακτοπ οίησε τὴν ὑπ όθεσή του καὶ ὅλα μιὰ χαρά! Τὸ βράδυ ὅμως τῆς π αραμονῆς, π οὺ ἐπ ρόκειτο νὰ π ετάξει π ίσω στὴν Κύπ ρο, τὸν ἔπ ιασαν καὶ π άλιν οἱ σκέψεις καὶ οἱ φοβίες καὶ δίσταζε νὰ ξαναμπ εῖ στὸ ἀεροπ λάνο. Ἔτσι ὅπ ως π άλευε μὲ τοὺς λογισμούς, νάσου μπ ροστά του ὁλοζώντανος ὁ Γέροντας Ἀθανάσιος καὶ τοῦ λέγει μὲ ἐκεῖνο τὸ γνωστό του αὐστηρὸ ὕφος: « Δὲν σοῦ εἶπ α, γυιέ μου, νὰ μὴν φοβᾶσαι; Αὔριο νὰ μπ εῖς στὸ ἀεροπ λάνο καὶ θὰ ἐπ ιστρέψεις μὲ τὸ καλὸ στὴν Κύπ ρο καὶ τίπ οτα δὲν π αθαίνεις»! Ἔτσι καὶ ἔγινε.
Ἀφοῦ μὲ τὸ καλὸ ἐπ έστρεψε π ίσω ὁ Δ., π ῆγε στὸ Σταυροβούνι νὰ εὐχαριστήσει τὸν Γέροντα. Τὸν π ῆγε ἕνας μοναχὸς ἐκεῖ π οὺ καθότανε καὶ ξεφλούδιζε τσάι τοῦ βουνοῦ. Μόλις γύρισε καὶ τὸν εἶδε ὁ Γέροντας, λέξη δὲν τοῦ εἶπ ε, μόνο τοῦ ἔγνεψε μὲ τὸ χέρι νὰ φύγει, ἀσφαλῶς γιὰ νὰ κρυφθεῖ καὶ νὰ μὴν μάθουνε οἱ ἄλλοι τὸ θαυμαστὸ ἐκεῖνο συμβάν.
Ἡ ὁσία μητέρα τοῦ Μητροπολίτου Μόρφου Μηλιὰ Μασούρα στὴν ἱερὰ μονὴ Ἁγίου Νικολάου Ὀρούντης
Ὁ Γέροντας καὶ ἡ μακαριστὴ Μηλιὰ Μασοῦρα ἐκ Ζώδιας
Καθοριστικὴ ὑπ ῆρξε ἡ γνωριμία καὶ τῆς μακαριστῆς μητρὸς τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπ ολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου Μηλιᾶς μὲ τὸν Γέροντα Ἀθανάσιο καὶ ἡ π νευματικὴ μαθητεία της σ᾽ αὐτὸν γιὰ τὴ μετέπ ειτα π νευματικὴ π ορεία, τόσο τῆς ἰδίας, ὅσο καὶ τοῦ Μητροπ ολίτου Μόρφου. Γι᾽ αὐτὸ καὶ π ρὶν κατακλείσουμε τὸ κείμενό μας αὐτό, θεωρήσαμε ὠφέλιμο νὰ π αραθέσουμε καὶ τὰ ἑξῆς, σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ ἁγίου Μόρφου, ἐπ ειδὴ αὐτὰ ἀναδεικνύουν σὺν ἄλλοις καὶ τὸ χάρισμα τῆς π νευματικῆς π ατρότητος καὶ τὴ θεόσοφη διάκριση τοῦ Γέροντος Ἀθανασίου.
Ὁ γυιὸς τῆς Μηλιᾶς Πέτρος, ἔφεδρος ἀνθυπ ολοχαγός, σὲ ἡλικία 24 τότε ἐτῶν, ἐνῶ κατὰ τὴν τουρκικὴ εἰσβολὴ εἶχε λάβει μέρος στὶς π ολύνεκρες φοβερὲς μάχες Λεύκας, Λαπ ήθου καὶ Καραβᾶ μαζὶ μὲ τὸ ἡρωϊκὸ 256 Τάγμα Πεζικοῦ, τελικὰ σκοτώθηκε σὲ αὐτοκινητιστικὸ δυστύχημα κοντὰ στὸ χωριὸ Γερακιὲς τῆς Μαραθάσας στὶς 22.08.1974.
Καὶ ἡ χαροκαμένη Μηλιά, ὡς νὰ μὴν ἔφθανε ὁ π όνος τῆς π ροσφυγιᾶς καὶ τοῦ π ένθους της γιὰ τὸν θάνατο τοῦ συζύγου της Νικόλα (1970) καὶ τοῦ γυιοῦ της Πέτρου, ἄκουε π οικίλους ἀγανακτισμένους π ρόσφυγες νὰ καταρῶνται τοὺς αἰτίους τοῦ κυπ ριακοῦ π ραξικοπ ήματος (15.07.1974) καὶ τῆς βάρβαρης τουρκικῆς εἰσβολῆς στὴν Κύπ ρο (20.07.1974). Ἦταν δὲ χαρακτηριστικὴ ἡ ἔκφραση κατάρας, π οὺ π ολλοὶ ἐκστόμιζαν: « Ἂς ὄψονται οἱ αἴτιοι π οὺ τὰ ᾽κάμαν ( δηλ. εἴθε νὰ δοῦν τὴν τιμωρία τοῦ Θεοῦ)». Τότε μπ ῆκε σ᾽ αὐτὸ τὸν π ειρασμὸ καὶ ἡ Μηλιὰ καὶ ἄρχισε νὰ καταρᾶται τοὺς αἰτίους τῶν μεγάλων κακῶν τῆς π ολύπ αθης Κύπ ρου. Ἀμέσως ὅμως ἔνοιωσε τὴν ἐνέργεια τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, π ρῶτα νὰ συστέλλεται καὶ μετὰ νὰ ἐξαφανίζεται ἡ αἴσθησή της ἀπ ὸ τὴν ψυχή της! Καὶ κατάντησε ἔτσι μιὰ ἄ– χαρη π ενθοφοροῦσα μάνα, ὅ, τι π ιὸ τραγικό! « Χάθηκε, γυιέ μου», ἔλεγε κατόπ ιν στὸν Πανιερώτατο, « ἡ π ροσευχὴ ἀπ ὸ τὴν καρδιά μου καὶ τὰ δάκρυα τῆς κατάνυξης, π οὺ εἶχα π ροηγουμένως, καὶ δὲν γνωρίζω γιατί»!
Τότε ζήτησε ἀπ ὸ τὸν γαμβρό της ( σύζυγο τῆς κόρης της Στέλλας) Ἀνδρέα νὰ τὴν π άρει στὴν ἱερὰ Μονὴ Σταυροβουνίου νὰ ἐξομολογηθεῖ, καθὼς τότε ἡ Μονὴ ἦταν τὸ κέντρο τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἐξομολογήσεως καὶ Μετανοίας γιὰ ὅλους τῆς Κυπ ρίους. Πράγματι ἡ Μηλιὰ ἐξομολογήθηκε τὰ π άντα γιὰ τὴ ζωή της στὸν Γέροντα Ἀθανάσιο, π οὺ ἤτανε ἕνας ἀπ ὸ τοὺς Πνευματικοὺς τῆς Μονῆς. Ὁ ἅγιος Μόρφου, π οὺ ἤτανε τότε 12 ἐτῶν, θυμάται ὅτι στὴ Μονὴ συναντήθηκαν μὲ τοὺς γονεῖς τοῦ Γέροντος Γεώργιο καὶ Ἑλένη, καθὼς μετὰ τὴν εἰσβολὴ π ροσφυγοπ οιήθηκαν καὶ ὁ Γέροντας τοὺς μετέφερε νὰ διαμείνουν ἐκεῖ γιὰ ἀσφάλεια. Νὰ σημειώσουμε π ὼς τότε δὲν εἶχε ἄλλους μοναχοὺς ἐπ άνω στὴν κυρίως Μονή. Ἔκλαψε λοιπ ὸν μαζί τους ἡ Μηλιὰ τὸν κοινὸ π όνο τους, τόσο τῆς π ροσφυγιᾶς, ὅσο καὶ τοῦ θανάτου τῶν π αιδιῶν τους, γιατὶ ὁ μεγάλος ἀδελφὸς τοῦ Γέροντος Χρῆστος ἦταν ἀγνοούμενος καὶ τὸ βεβαιώτερο εἶναι π ὼς εἶχε σκοτωθεῖ ἀπ ὸ τοὺς εἰσβολεῖς.
Ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος προσφέρει τὸ δίτομο ἔργο του, Ὁμιλίες τόμ. Ἀ΄ καὶ Β΄. Λόγοι ἐμπειρικῆς θεολογίας ἁγίων Πατέρων καὶ Μητέρων, στὸν μακαριστὸ ἅγιο Γέροντα Ἀθανάσιο, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀφιερωμένο στὸν ἴδιο μὲ τὴν ἑξῆς ἀφιέρωση: «Τὸ βιβλίο αὐτὸ ἀφιερώνεται στὸν ἀββᾶ τῆς Κύπρου, στὴ βοῶσα σιωπή, τὸν ἀνανεωτὴ τοῦ Κυπριακοῦ μοναχισμοῦ, τὸ στήριγμα καὶ τὴν ἔμπνευση πολλῶν, τὸν Γέροντα τῶν Γερόντων, ἀρχιμανδρίτη Ἀθανάσιο Σταυροβουνιώτη». Μετὰ πολλῶν εὐχαριστιῶν, Ὁ Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος
Μεταξὺ λοιπ ὸν τῶν ἄλλων, ἡ Μηλιὰ ἐξομολογήθηκε τὴν ἁμαρτία της π οὺ καταριόταν τοὺς αἰτίους τῶν κακῶν στὸ νησί μας. Ὁ Γέροντας τότε τῆς εἶπ ε· « Μηλιά, ἂν συνεχίσεις ἔτσι, θὰ χάσεις τὸν μισθό σου ἀπ ὸ τὸν Θεὸ γιὰ ὅσα καλὰ ἔκαμες μέχρι σήμερα». « Τί νὰ κάμω τότε;», τὸν ρώτησε. « Πῶς νὰ ἀντιμετωπ ίσω τὴ μεγάλη π ικρία π οὺ ἔχω μέσα μου γιὰ τὰ κακὰ π οὺ μὲ βρῆκαν»; Τῆς ἀπ άντησε ὁ θεοφόρος Γέροντας· « Κάθε φορὰ π οὺ θὰ ἔρχεται ὁ π ειρασμὸς νὰ σοῦ βάζει νὰ π εῖς τέτοιες κατάρες καὶ θὰ σὲ “π λημμελᾶ” ( δηλ. θὰ σὲ βάζει νὰ κάνεις αὐτὸ τὸ μεγάλο π λημμέλημα), ἐσὺ ἀμέσως νὰ λές, π ρῶτα φωνακτὰ καὶ ὕστερα ἀπ ὸ μέσα σου, “ Δόξα σοι, ὁ Θεός· δόξα σοι, ὁ Θεός· δόξα σοι, ὁ Θεός! Ἐσύ, Θεέ μου, ξέρεις! Ὁ Θεὸς νὰ συγχωρήσει κι ἐκείνους κι ἐμᾶς!”».
Ἀπ ὸ τότε ἡ Μηλιὰ γύρισε τὸν διακόπ τη στὴ συγχωρητικότητα καὶ στὴν π ροσευχή. Θυμᾶται ὁ Μητροπ ολίτης τὴ μάνα του π ού, ἐνῶ ἔφτιαχνε π απ λώματα γιὰ νὰ σκεπ αστοῦν τὸν χειμῶνα π οὺ ἐρχόταν, τὴν ἄκουγε νὰ δοξολογεῖ τὸν Θεὸ καὶ νὰ συγχωρᾶ συνεχῶς! Κι ὅταν τὴ ρώτησε, « Μά, τί λές, μάνα;», τοῦ ἀνέφερε τότε τὴ φωτισμένη συμβουλὴ π οὺ τῆς εἶχε δώσει “ ὁ ἅγιος ἄνθρωπ ος τοῦ Σταυροβουνιοῦ“, ὅπ ως ἀπ οκαλοῦσε ἔκτοτε τὸν Γέροντα Ἀθανάσιο. Καὶ κατέληξε· « Καὶ τώρα, γυιέ μου, π οὺ τὴν τηρῶ αὐτὴ τὴ συμβουλή, ἦλθε ξανὰ στὴν καρδία μου ἡ π ροσευχὴ καὶ τὰ δάκρυα τῆς κατάνυξης στὰ μάτια μου»!
* * *
Καταλήγω στὰ ταπ εινά μου ψελλίσματα γιὰ τὸ π ρόσωπ ο τοῦ ὁσίου Γέροντά μας μὲ αὐτό, π οὺ διακήρυττε μὲ κάθε βεβαιότητα ὁ μακαριστὸς Γέροντας Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπ ετρίτης γι᾽ αὐτόν: « Μά, αὐτὸς δὲν εἶναι Γέροντας! Γέροντες ὑπ άρχουν π ολλοὶ καὶ ἐδῶ στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἀλλοῦ· Γέροντες εἴμαστε ἐμεῖς… Αὐτὸς εἶναι ἀββᾶς!» Καί, μὲ αὐτό, π οὺ π ολὺ π ρὶν τὸν γνωρίσει σωματικά, ἔλεγε κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 1980 σὲ Κυπ ρίους ὁ ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης γιὰ τὸν Γέροντα: « Ἕνας ἐργάζεται σωστὰ στὴν Κύπ ρο, ὁ Γέροντας Ἀθανάσιος… Νὰ ἀκοῦς τὸν Γέροντα Ἀθανάσιο σὲ ὅ, τι σοῦ λέει, γιατὶ καὶ θεία Χάρη ἔχει, καὶ ἐμπ ειρίες ἔχει… Καί, μὴν ἀκοῦτε, βάσεις δὲν εἶναι οἱ ἀμερικάνικες. Βάσεις εἶναι τὸ Σταυροβούνι. Κάνετε τρία τέσσερα Σταυροβούνια στὴν Κύπ ρο, καὶ θὰ φύγουν ἀπ ὸ ἐκεῖ ὅλες οἱ ξένες βάσεις…».
Τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος Ἀθανασίου Σταυροβουνιώτου εἴη ἡ μνήμη αἰωνία. Ἀμήν!