Αρχική Blog Σελίδα 417

«Μεγαλειότατε νικηθήκαμε! Ὁ Βασίλειος εἶναι Μέγας!»

Μέγας Βασίλειος. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα
Μέγας Βασίλειος. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα

Στυλιανοῦ Γ. Παπαδόπουλου

Ἡ ὀρθοδοξία τῆς Καππαδοκίας ἔμοιαζε λίγο πολὺ μὲ νησίδα στὴν Ἀνατολή. Ὁ Οὐάλης ἀπέλυσε τοὺς ἀσκοὺς τῆς αἱρέσεως παντοῦ. Συνδυασμένες ἡ βία καὶ ἡ πονηρία τοῦ ἔδωσαν ἀποτελέσματα μεθυστικά. Σάρωσε τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἔσφιγγε τώρα σὰν τανάλια τὴν Καισάρεια. Εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ Καππαδόκες δὲν εἶχαν γνωρίσει καλὰ τὴ βάναυση σκληρότητα τοῦ Οὐάλη. Ἄκουγαν ὅ,τι συνέβαινε ἀλλοῦ. Τοὺς κοβόταν τὸ αἷμα.

Τὰ διάφορα κέντρα τῆς αὐτοκρατορίας ὑποτάχθηκαν πράγματι στὴν πολιτικὴ τοῦ ἀρειανόφρονα. Μὰ τοῦτο ἔγινε γιατί διώχθηκαν οἱ ὀρθόδοξοι, δημεύθηκαν οἱ περιουσίες τους, ἐξαναγκάσθηκαν, πιέσθηκαν μὲ βίαια μέσα. Καὶ ὅσοι ἀντιστέκονταν ἀντικαταστάθηκαν.

Ἡ θηριωδία καὶ τὸ μίσος δὲν εἶχαν ὅρια. Ἔφθασαν στὸ σημεῖο νὰ κάψουν… στὴν Νικομήδεια ὀρθόδοξους πρεσβυτέρους μέσα σὲ πλοῖο. Ὅσο πλησίαζαν μάλιστα στὴν Καισάρεια τόσο πιὸ ἄγρια γινόταν ἡ θηριωδία τους. Ὄργανα τοῦ αὐτοκράτορα βεβήλωναν ναούς Σὲ κάποια πόλη μπῆκαν στὸν ναό, ἀνέβηκαν στὴν ἁγία Τράπεζα καὶ χόρευαν πάνω σ’ αὐτήν. Σὲ ἄλλο ναό, ποὺ ὁ ὀρθόδοξος ἱερέας προσπάθησε νὰ ἐμποδίσει τοὺς βέβηλους, σκότωσαν καὶ ἔχυσαν ἀνθρώπινο αἷμα ἐπάνω στὴν ἴδια τὴν ἁγία Τράπεζα. Θῦμα ὁ ἱερέας.

Τὰ φοβερὰ τοῦτα σφυροκοποῦσαν κάθε μέρα τ’ αὐτιὰ τῆς ὀρθόδοξης Καισάρειας…Πρέπει νὰ ἦταν Νοέμβριος-Δεκέμβριος. Οἱ πιέσεις στὸ Βασίλειο διαδέχονταν ἡ μία τὴν ἄλλη. Σήμερα τὸν προσέβαλαν. Αὔριο τοῦ ὑπόσχονταν πολλά. Πρὶν ἀποφασίσει ὁ Οὐάλης τὴν ὥρα τῆς τελικῆς ἑφόδου δοκίμασε πολλοὺς τρόπους γιὰ νὰ φέρει στὰ νερὰ του τὸ Βασίλειο. Ἔνοιωθε μάλιστα ὅτι καὶ μόνο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Βασίλειος παραμένει ὀρθόδοξος Μητροπολίτης Καισαρείας ἀποτελεῖ γι’ αὐτὸν ἀποτυχία τῆς πολιτικῆς του, γελοιοποίηση τοῦ Βασιλικοῦ του κύρους… Σημαντικὸ ρόλο στὶς πιέσεις ἔπαιζαν οἱ δικαστικοί, ποὺ εἶχαν κιόλας γίνει πέρα γιὰ πέρα ὄργανα τοῦ αὐτοκράτορα. Δὲν ὑστέρησαν ὅμως καὶ οἱ στρατιωτικοί…

Τὰ τεχνάσματα δὲν ἔφεραν ἀποτέλεσμα καὶ ὁ Οὐάλης βιαζόταν. Ἤθελε νὰ τελειώνει ὅσο γινόταν γρηγορώτερα μὲ τὴν τελευταία ἑστία ἀντιστάσεως, μὲ τὸ Βασίλειο. Ἔτσι θὰ ὑποτάσσονταν ἀμέσως Καππαδοκία, Πόντος καὶ Ἀρμενία. Ἀναγκάσθηκε λοιπὸν ὁ Βασιλιὰς νὰ παίξει τὸ τελευταῖο του χαρτί. Ἔστειλε προπομπὸ στὴν Καισάρεια τὸν ἔπαρχο Μόδεστο, τὸν ὕπαρχο τῶν πραιτωριανῶν. Ἤξερε τί ἔκανε.

Ὁ Μόδεστος ἦταν ἀπὸ τὴν ἄθλια ἐκείνη πάστα τῶν ἀνθρώπων ποὺ γίνονται βασιλικώτεροι τοῦ βασιλέως γιὰ νὰ κρατήσουν τὴν θέση τους. Ἀδίστακτος καὶ ἀπάνθρωπος, γιὰ νὰ ὑπηρετεῖ καὶ νὰ ἀρέσει στὸν ἀφέντη του. Ἡ Ἐκκλησία στὴν Ἀνατολὴ γνώρισε τὴ θηριωδία του ἀπὸ τὴν καλή…

Στὴν Καισάρεια ὁ Μόδεστος ἐγκαταστάθηκε στὸ Διοικητήριο. Ἡ ἀναμέτρηση ὅμως ἔγινε μᾶλλον στὸ δικαστήριο… Διέταξε νὰ τοῦ φέρουν τὸ Βασίλειο, ποὺ ἦταν κιόλας ἕτοιμος.

Ὅλη τὴ νύχτα ὁ ἐπίσκοπος προσευχόταν. Γιὰ κάποια στιγμὴ ἔνοιωσε τὰ γόνατά του νὰ λύνονται ἀπὸ φόβο. Θὰ τὰ κατάφερνε; Θὰ στεκόταν ὅσο χρειαζόταν ἄξιος μπροστὰ στὸ θηρίο; Τὸ πικρὸ ποτήρι μένει πικρὸ καὶ γιὰ τοὺς μεγάλους. Πέρασε ὅμως ὁ φόβος του. Τὸ ἅγιο Πνεῦμα ἔσφιξε τοὺς ἁρμούς του καὶ ἄρχισε νὰ αἰσθάνεται ἀλλοιώτικα…

Καὶ ὁ Μόδεστος; Μόλις τὸν εἰδοποίησαν πῆγε στὴν ἐπίσημη αἴθουσα καὶ ἔκατσε στὸ θρόνο προκλητικά, περισσότερο ἀπειλητικά. Ἔπρεπε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ νὰ ξαφνιάσει τὸ Βασίλειο. Εἶχε ἀκούσει τόσα πολλὰ γιὰ τὸν ἰσχνὸ τοῦτο ἄνδρα ποὺ τὸν ἔκαναν λιγώτερο σίγουρο. Ἀμηχανία κι ἕνας ἀδιόρατος φόβος καρφώθηκε κάπου στὴν καρδιὰ τοῦ Μόδεστου καὶ δὲν ἔλεγε νὰ φύγει. Γι’ αὐτὸ ἔπρεπε ἀπὸ τὴν ἀρχή νὰ τοῦ πάρει ἀμέσως τὸν ἀέρα μὲ τρόπο ἀπότομο, ἐτσιθελικό, σκληρό. Νὰ τελειώσει μιὰ ὥρα γρηγορώτερα. Λίγο πίσω ἀπὸ τὸν ἔπαρχο στάθηκαν μερικὰ ἐπίσημα πρόσωπα: διοικητής, εὐνοῦχοι, δικαστὲς ξοφλημένοι…

Ἔφεραν στὴν αἴθουσα τὸ Βασίλειο. Προχώρησε στὸ θρόνο ἀγέρωχα, χωρὶς νὰ προκαλεῖ. Εὔχαρης, χωρὶς νὰ γελάει. Ὁ Μόδεστος τεντώθηκε, ἔβαλε πάγο καὶ σίδερο στὴ φωνή του, μίλησε:

Μόδεστος: Βασίλειε, πῶς τόλμησες -μόνο ἐσὺ- νὰ πᾶς κόντρα στὸ θέλημα τοῦ βασιλιᾶ μας; Ποιὸς εἶσαι σὺ ποὺ τόλμησες νὰ τὸν περιφρονήσεις;

Ὁ Βασίλειος κατάλαβε τὴν τακτική: ἐπίθεση κι αἰφνιδιασμός. Δὲν θὰ παρασυρόταν ὅμως. Θὰ ἐπέβαλλε τὸ δικό του ρυθμὸ στὴ φοβερὴ ἀναμέτρηση. Θὰ γινόταν βράχος ποὺ ἐπάνω του θὰ τσακιζόταν ἡ ὀργὴ καὶ τὸ μίσος τῶν αἱρετικῶν. Θὰ ὑψωνόταν σύμβολο γιὰ τὸ ὄρθωμα τῆς Ἐκκλησίας μπροστὰ στὶς ἐξουσίες τοῦ κόσμου τούτου. Ζητάει λοιπὸν συγκεκριμένα στοιχεῖα, κατηγορία καθαρή:

Βασίλειος:Γιὰ ποιὸ πράγμα μὲ κατηγορεῖς, ποιὸ εἶναι τὸ σφάλμα μου καὶ δὲν τὸ ξέρω;

Μόδεστος: Δὲν ἔχεις τὴν πίστη τοῦ βασιλιᾶ, τώρα ποὺ ὅλοι ὑποτάχθηκαν.

Βασίλειος: Κάνω ἔτσι γιατί ὁ δικός μου βασιλιὰς δὲ στέργει τὴν πίστη τοῦ Οὐάλη, ποὺ προσκυνᾶ τὸ κτίσμα (οἱ ἀρειανοὶ δέχονταν τὸν Υἱὸ σὰν κτίσμα). Πῶς νὰ τὸ κάνω τοῦτο, ἀφοῦ ἐγὼ ποὺ εἶμαι κτίσμα κλήθηκα νὰ γίνω Θεός. Προσκυνῶ τὸν Υἱὸ σὰν Θεὸ καὶ ὄχι σὰν κτίσμα.

Μόδεστος: Καὶ τότε τί εἴμαστε ἐμεῖς, ποὺ πιστεύουμε ὅπως ὁ αὐτοκράτορας;

Βασίλειος: Τίποτα, ὅσο προστάζετε τέτοια πράγματα!

Ἱδρώτας, ἀγωνία καὶ μαζὺ ὀργὴ χωρὶς ὅρια πάλευαν στὸ ἄρρυθμο πνεῦμα τοῦ ἐπάρχου. Ἄρχισε κιόλας νὰ τὰ χάνει. Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ ἀφελής του ἐρώτηση

Μόδεστος: Γιατί δὲ τὸ ’χεις γιὰ σπουδαῖο νὰ εἶσαι μὲ τὸ μέρος μας, νὰ μᾶς ἔχεις φίλους;

Βασίλειος: Βεβαίως εἴσαστε κιόλας ἔπαρχοι καὶ μάλιστα ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς μὰ δὲ σᾶς ἔχω πιὸ σεβαστοὺς ἀπὸ τὸ Θεό! Καὶ σὰν τέκνα τοῦ Θεοῦ ποὺ εἴσαστε εἶναι σπουδαῖο νὰ σᾶς ἔχω φίλους. Τόσο σπουδαῖο ὅσο νὰ ἔχω φίλους καὶ τοὺς ὑφισταμένους σας. Ὁ χριστιανισμὸς δὲ φαίνεται ἀπὸ τὰ ἀξιώματα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πίστη τῶν προσώπων. Μὲ τὰ λόγια τοῦτα ὁ Βασίλειος φώτισε μὲ δυνατὸ φῶς τὸν ἰσχυρὸ ἄρχοντα. Τοῦ ἔδειξε πόσο μικρὸς εἶναι καὶ πόσο κωμικὴ γίνεται ἡ αὐθάδειά του.

Ὁ Μόδεστος τὸ κατάλαβε. Ἔνοιωσε νὰ τὸν ξεγυμνώνουν. Νὰ τοῦ παίρνουν τὴ δύναμη, μὲ τὴν ὁποία τρόμαζε τοὺς μικρούς. Ἄναψε λοιπὸν καὶ κόρωσε. Οἱ φλέβες του τινάχθηκαν… Μὲ μιᾶς ὀρθώθηκε στὸ θρόνο καὶ σχεδὸν ἄναρθρα φοβέριζε:

Μόδεστος: Δὲ φοβᾶσαι, λοιπόν, τὴν ἐξουσία μου;

Βασίλειος: Μὰ τί μπορεῖς νὰ μοῦ κάνεις, τί πρόκειται νὰ πάθω;

Μόδεστος: Τί μπορῶ; Ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ ποὺ ἔχω δικαιοδοσία…

Βασίλειος: Ποιὰ εἶναι αὐτὰ ποὺ θὰ πάθω, πέστα μου νὰ τ’ ἀκούσω!

Μόδεστος: Δήμευση τῆς περιουσίας σου, ἐξορία, βασανιστήρια, θάνατο.

Βασίλειος: Μὲ ἄλλο τίποτε φοβέρισέ με, αὐτὰ δὲ μὲ νοιάζουν.

Ὁ ἐξαγριωμένος ἔπαρχος ἔνοιωσε τὰ λόγια τοῦτα μαχαίρι στὰ νεφρά του. Τὰ μάτια του ἔγιναν κόκκινα. Ἡ φωνὴ του τσάκισε. Τὰ νεῦρα του ἔκλαιγαν καὶ παραδίνονταν. Ὅλα γύρω του χάνονταν. Ἀπὸ δυνατὰ γίνονται ἀδύνατα. Ἀπὸ ἰσχυρὰ ἀνίσχυρα. Γι’ αὐτὸ ὁ ἴδιος μίκραινε. Γινόταν αὐτὸς ποὺ ἦταν: μικρός. Μάζεψε τὶς δυνάμεις του ὅμως καὶ ψέλλισε:

Μόδεστος: Πῶς γίνεται αὐτό, πῶς καὶ δὲ φοβᾶσαι;

Βασίλειος: Γιατί δὲ φοβᾶται δήμευση αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει τίποτα, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ τριμμένα παλιὰ ροῦχα καὶ μερικὰ βιβλία. Αὐτὰ εἶναι ὅλο τὸ βιός μου, Μόδεστε! Ἡ ἐξορία πάλι δὲ μὲ τρομάζει γιατί δὲν ἔχω τόπο δικό μου. Καὶ ἡ Καισάρεια στὴν ὁποία τώρα κατοικῶ δὲν εἶναι δική μου. Ὅπου λοιπὸν κι ἂν μὲ πετάξετε θὰ εἶναι τόπος τοῦ Θεοῦ κι ἐγὼ θὰ εἶμαι πάροικος καὶ παρεπίδημος. Τὰ βασανιστήρια; Τί νὰ κάνουν κι αὐτὰ σὲ σῶμα σὰν τὸ δικό μου! Ἕνα πρῶτο κτύπημα θὰ δώσεις κι ὅλα τελείωσαν ἀμέσως. Αὐτὸ εἶσαι ἱκανὸς νὰ τὸ κάνεις. Μὲ ἀπειλεῖς μὲ θάνατο; Θὰ μοῦ γίνεις εὐεργέτης. Αὐτὸ ποθῶ κι ἐγώ, νὰ πάω πιὸ γρήγορα στὸ Θεό, γιὰ τὸν ὁποῖο ζῶ καὶ ἀγωνίζομαι. Βιάζομαι νὰ φθάσω στὸν Θεό μου, στὸν Πατέρα μου!…

Μόδεστος: Κανεὶς μέχρι τώρα δὲ μίλησε μὲ τόσο θάρρος στὸ Μόδεστο, κανεὶς δὲν εἶχε μπροστά μου τόση παρρησία.

Ἦρθε καὶ ἡ ὥρα τοῦ κεραυνοῦ. Ὁ Βασίλειος δὲν κρατήθηκε. Οἱ ὧρες εἶναι μεγάλες, κρίσιμες, ἱστορικές. Γι’ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ τὸν κατηγορήσει κανεὶς ἐγωϊστή!

Βασίλειος: Γιατί δὲ συνάντησες ποτέ σου ἀληθινὸ ἐπίσκοπο. Ἀλλοιῶς θὰ σοῦ μιλοῦσε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἀφοῦ θ’ ἀγωνιζόταν γιὰ τόσο ὑψηλὰ πράγματα. (Ὁ Βασίλειος εἶδε τώρα τὸ συντριμμένο ἔπαρχο, μέτρησε καὶ τὸ βαρὺ λόγο ποὺ ξεστόμησε καὶ θέλησε νὰ μαλακώσει τὴν ἀτμόσφαιρα). Ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι, ἔπαρχε, εἴμαστε καλοὶ καὶ ταπεινοὶ ὅσο κανεὶς ἄλλος. Ὄχι μόνο στὸ βασιλιὰ δὲ φερόμαστε ὑπεροπτικά, μὰ οὔτε καὶ στὸν πιὸ μικρὸ ἄνθρωπο. Ἂν ὅμως τύχει νὰ κινδυνεύει ἡ πίστη στὸ Θεό, τότε περιφρονοῦμε τὰ πάντα καὶ ἀγκαλιάζουμε αὐτήν. Τότε ἡ φωτιά, τὸ ξίφος τοῦ δήμιου, τὰ θηρία καὶ τὸ ξέσκισμα τῆς σάρκας μας μὲ τὰ νύχια τῶν βασανιστῶν φέρνει σὲ μᾶς περισσότερο εὐχαρίστηση παρὰ φόβο. Γι’ αὐτὸ κάνε ὅ,τι θέλεις, ὅ,τι ἔχεις δικαιοδοσία. Βρίσε με, ἀπείλησέ με ὅσο θέλεις. Ἂς τὸ ἀκούσει ὅμως κι ὁ βασιλιάς, δὲν θὰ μὲ καταφέρεις νὰ δεχθῶ τὴν κακοδοξία, ἔστω κι ἂν ἀπειλήσεις χειρότερα.

Ἦταν ἡ τελευταία ψυχρολουσία ποὺ δέχθηκε ὁ τραγικὸς ἄρχοντας ἀπὸ τὸ Βασίλειο στὴ φοβερὴ καὶ ἱστορικὴ τούτη ἀναμέτρηση. Μουδιασμένος ὁ Μόδεστος, σὰν τὸ δαρμένο ζῶο ἔκανε νόημα στοὺς φρουροὺς ν’ ἀφήσουν ἐλεύθερο τὸ Βασίλειο…

Τί ἀπέγινε μὲ τὸ Μόδεστο; Σηκώθηκε καὶ πῆγε στὸ Βασιλιά, ποὺ ἔφθανε στὴν Καισάρεια. Δὲ δίστασε νὰ τοῦ πεῖ τὴν ἀλήθεια: « Νικηθήκαμε, βασιλιά μου, ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο αὐτῆς ἐδῶ τῆς Ἐκκλησίας. Δὲ φοβᾶται ἀπειλές. Εἶναι πιὸ σταθερὸς ἀπὸ τοὺς λόγους μας, πιὸ ἰσχυρὸς ἀπὸ τὴν πειθώ μας. Ἂς ἀπειλήσουμε κανένα δειλό, ὄχι τὸ Βασίλειο. Ἂν θέλουμε ἀποτελέσματα, πρέπει νὰ καταφύγουμε στὸν ἐξαναγκασμὸ» (νὰ τὸν ἐξορίσουν δηλαδή).

Ὁ αὐτοκράτορας, ποὺ στὸ μεταξὺ ἔμαθε τὰ καθέκαστα, ὅσα χρειαζόταν γιὰ νὰ καταλάβει τὴ δύναμη τοῦ Βασιλείου, δὲ συμφώνησε. Εἶχε τὸ κουράγιο νὰ θαυμάζει τὶς ἀρετὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μὴ χρησιμοποιήσουν βία.

Ἀπό τό βιβλίο: Ἡ ζωὴ ἑνὸς Μεγάλου: Βασίλειος Καισαρείας, Ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας

Συμβουλές και προφητείες οσίας γερόντισσας Μακαρίας της Ρωσίδας (+ 18 Ιουνίου 1993)

Πηγή: iconandlight.wordpress.com

Σαν ένα μυρωμένο και δροσερό αεράκι έρχεται η ευλογία της οσίας γερόντισσας Μακαρίας από την πολύπαθη κι αγιασμένη Ρωσική γη. Από τριών ετών ήταν παράλυτη και τα τελευταία χρόνια της ζωής της τα πέρασε σχεδόν αβοήθητη. Δι’ αυτής ο Χριστός θεράπευσε χιλιάδες πονεμένες και αμαρτωλές ψυχές. Αν και ήταν αφανής και περιφρονημένη όσο ζούσε, η μεγαλόσχημη -Μοναχή Μακαρία τώρα λάμπει ως σύγχρονη αγία – σαν μια στοργική προστάτιδα των ακρωτηριασμένων και αναπήρων. Η εγγύτητά της με την Θεοτόκο προκαλεί δέος.  Δεν έκανε τίποτα χωρίς την ευλογία της Κυρίας Θεοτόκου. Επίσης θαυμαστή ήταν σε αυτή την πολύπαθη αγία γυναίκα η τεράστια πίστη της, όπου τη βοήθησε σε όλες τις κακουχίες της. Λόγω της άνευ όρων αγάπης της, της πίστης, και της υπομονής στους μεγάλους πόνους της ο Θεός της χάρισε πλούσια τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.

«Ηταν τελείως αναλφάβητη, αλλά ήθελε πολύ να μάθει τον Πασχαλινό Κανόνα από καρδιάς. Λόγω του ότι είναι μεγάλος, δεν ήταν εύκολο να τον θυμηθεί κανείς απλώς ακούγοντάς τον. Έτσι άρχισε να προσεύχεται στην Παναγία, ζητώντας της βοήθεια. Εμφανίστηκε η Βασίλισσα των Ουρανών, λέγοντας στη Μακαρία να επαναλαμβάνει μετά από αυτήν τα λόγια του κανόνα. Έτσι τον έμαθε». Διηγείται η ίδια:
«Δεν γνώρισα τίποτα άλλο εκτός από τον Κύριο. Είναι τόσο λαμπερός, πιο λαμπερός και από τον ήλιο. Να μην Τον λυπούμε. Δεν έβλεπα τίποτα άλλο εκτός από τον Κύριο και το κρεβάτι μου. Να κάθεσαι στο κρεβάτι και να κοιτάς τον Θεό. Έτσι μπορείς να ζήσεις εκατό χρόνια».
– «Πέρασα όλη τη ζωή μου με δάκρυα και προσευχές. Δε γνωρίζω κάτι άλλο. Προσευχήθηκα και έκλαψα πολύ» έλεγε η μάτουσκα. «Ούτε μάτια δεν έχω πια μετά από τόσο κλάμα»

Οποιοσδήποτε μπορεί να λάβει τη χάρη, απλώς προσευχηθείτε στον Θεό, ζητήστε από τον Χριστό: «Κύριε, συγχώρεσέ με και ελέησέ με». Εκείνος, όταν χρειαστεί, θα στείλει τη χάρη Του… Να διαβάζετε το Ευαγγέλιο, το Ψαλτήρι, το Προσευχητάρι…
Πηγαίνετε στο ναό, βάλτε κεριά στον Σωτήρα, στη Μητέρα του Θεού, στον Αρχάγγελο Μιχαήλ και όλους τους αγίους.
– Ό,τι κι αν σας συμβεί, προσευχηθείτε στον Κύριο: «Κύριε, μείνε μαζί μου! Μην με εγκαταλείπεις!» Προσευχηθείτε και στη Μητέρα του Θεού.

..Σύντομα θα συμβεί κάτι..
-Τι συγκεκριμένα μάτουσκα;
-Πόλεμος, πόλεμος θα είναι παντού…

-Σύντομα θα μείνετε χωρίς ψωμί (29 Ιανουαρίου 1989)
-Σύντομα δεν θα έχετε ούτε νερό, ούτε μήλα, ούτε πατάτες (19 Δεκεμβρίου 1987)
Μεγάλη πείνα θα υπάρχει, χωρίς ψωμί. Θα κόβετε την κλώδα στα δυο για να την μοιραστείτε. (18 Φεβρουαρίου 1988)

–Θα λάβει χώρα μεγάλη εξέγερση. Οι άνθρωποι θα φεύγουν από τα υψωμένα (σ.σ.εννοεί τις πόλεις). Θα τρέχουν οι άνθρωποι από εδώ και από εκεί. Κανένας δεν θα μένει στο σπίτι του- δεν θα υπάρχει τίποτα για φαγητό, ούτε ψωμί. (28 Δεκεμβρίου 1990).
Εαν προσευχηθούμε στον Χριστό, στην Παναγία και στον Προφήτη Ηλία αυτοί δεν θα μας αφήσουν να πεθάνουμε από την πείνα. Θα προστατέψουν όσους πιστεύουν στον Θεό και προσεύχονται ανυπόκριτα.

– Δεν θα σας αφήνουν να ανάψετε τα φώτα. Θα λένε ότι πρέπει να κάνετε οικονομία στην ενέργεια (28 Ιουνίου 1988) Η παγωνιά θα είναι σκληρή και ανυπόφορη (29 Απριλίου 1988).

-Όταν θα αρχίσουν να εξορίζουν τους καλόγερους θα σταματήσουν να φυτρώνουν τα σιτηρά.

-Ετοιμάζουν αλλαγές στα της Πίστεώς μας. Όταν θα γίνει αυτό οι άγιοί μας θα φύγουν και θα σταματήσουν να προσεύχονται για την Ρωσία. Όσοι παραμείνουν (σ.σ. εννοεί τους πιστούς) θα τους πάρει ο Κύριος μαζί Του. Οι επίσκοποι που θα το επιτρέψουν αυτό δεν θα δουν το πρόσωπο του Κυρίου ούτε εδώ, ούτε εκεί (σ.σ.εννοεί στον άλλον κόσμο) (3 Αυγούστου 1988)

Ο καιρός των διωγμών πλησιάζει.
Τα πράγματα θα είναι τόσο μπερδεμένα που ο άνθρωπος δεν θα είναι σε θέση να σώσει την ψυχή του (Ιανουάριος 1990)
Θα φτιάξουν λίστες με αυτούς που πηγαίνουν στην εκκλησία (10 Φεβρουαρίου 1988)
–Θα υποστείτε διωγμούς επειδή προσεύχεστε στο Θεό (20 Μαίου 1989)
Θα πρέπει να προσεύχεστε έτσι ώστε να μην το ξέρει κανένας. Να προσεύχεσθε σιωπηλά. Θα παρακολουθούν τους ανθρώπους και θα τους συλλαμβάνουν (15 Μαίου 1987)
–Πρώτα θα απομακρύνουν τα βιβλία και μετά τις εικόνες. Τις εικόνες θα τις κατασχέσουν (1 Ιουλίου 1988)
–Θα σας βασανίσουν. «Δεν έχουμε ανάγκη από πιστούς» θα λένε αυτοί. (14 Ιουλίου 1988)
–Όσο περνάει ο καιρός τα πράγματα θα είναι πιο άσχημα. Θα κλείσουν τις εκκλησίες. Δεν θα γίνονται ακολουθίες. Οι άνθρωποι θα κάνουν τις ακολουθίες όπου μπορούν. Θα το κάνουν έτσι ώστε οι εκκλησίες να είναι μακριά και να μην μπορούν οι άνθρωποι να φτάσουν. (14 Ιουλίου 1988)

Στις 18 Ιουνίου, 1993, η μεγαλόσχημη – μοναχή Μακαρία αναχώρησε ειρηνικά προς τον Κύριο. Τα τελευταία της λόγια ήταν: «Νηστεία και προσευχή, σ’ αυτό είναι η σωτηρία …»

Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου παρά την Ορούντα: Αγρυπνία επί τη μνήμη της Περιτομής του Κυρίου και Βασιλείου του Μεγάλου (31 Δεκεμβρίου 2022)

Περιτομή του Κυρίου. Μέγας Βασίλειος. Καλλιάνα (19ος αι.)

Φέρεται εις γνώσιν των ευσεβών Χριστιανών ότι το Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2022 και ώρα 8:00 μ.μ. θα τελεστεί Αγρυπνία στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου παρά την Ορούντα, επί τη μνήμη της Περιτομής του Κυρίου και Βασιλείου του Μεγάλου, χοροστατούντος του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2022

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ)
Πρὸς Τιμόθεον Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ᾽Ανάγνωσμα
3:13-16, 4:1-5

Τέκνον Τιμόθεε, οἱ καλῶς διακονήσαντες βαθμὸν ἑαυτοῖς καλὸν περιποιοῦνται καὶ πολλὴν παρρησίαν ἐν πίστει τῇ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. Ταῦτά σοι γράφω ἐλπίζων ἐλθεῖν πρός σε τάχιον· ἐὰν δὲ βραδύνω, ἵνα εἰδῇς πῶς δεῖ ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἀναστρέφεσθαι, ἥτις ἐστὶν ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας. Καὶ ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶ τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον· Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ. Τὸ δὲ Πνεῦμα ῥητῶς λέγει ὅτι ἐν ὑστέροις καιροῖς ἀποστήσονταί τινες τῆς πίστεως, προσέχοντες πνεύμασι πλάνοις καὶ διδασκαλίαις δαιμονίων, ἐν ὑποκρίσει ψευδολόγων, κεκαυστηριασμένων τὴν ἰδίαν συνείδησιν, κωλυόντων γαμεῖν, ἀπέχεσθαι βρωμάτων ἃ ὁ Θεὸς ἔκτισεν εἰς μετάληψιν μετὰ εὐχαριστίας τοῖς πιστοῖς καὶ ἐπεγνωκόσι τὴν ἀλήθειαν. Ὅτι πᾶν κτίσμα Θεοῦ καλόν, καὶ οὐδὲν ἀπόβλητον μετὰ εὐχαριστίας λαμβανόμενον· ἁγιάζεται γὰρ διὰ λόγου Θεοῦ καὶ ἐντεύξεως.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
γ΄ 1 – 6

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παραγίνεται ᾽Ιωάννης ὁ βαπτιστὴς κηρύσσων ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς ᾽Ιουδαίας καὶ λέγων· Μετανοεῖτε, ἤγγικεν γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Οὗτος γάρ ἐστιν ὁ ῥηθεὶς διὰ ᾽Ησαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος, Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ. Αὐτὸς δὲ ὁ ᾽Ιωάννης εἶχεν τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ ἀπὸ τριχῶν καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, ἡ δὲ τροφὴ ἦν αὐτοῦ ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριον. Τότε ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν ῾Ιεροσόλυμα καὶ πᾶσα ἡ ᾽Ιουδαία καὶ πᾶσα ἡ περίχωρος τοῦ ᾽Ιορδάνου,καὶ ἐβαπτίζοντο ἐν τῷ ᾽Ιορδάνῃ ποταμῷ ὑπ᾽ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου: Ὁ γέρο Παναῆς τῆς Λύσης (15/8/1905 – 30/12/1989)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Τὸν ὅσιο γέρο Παναῆ τῆς Λύσης, τὸν γνωρίσαμε τὸ ἔτος 1987. Καί, ὅπως ἐμεῖς, ἔτσι καὶ πάρα πολλοὶ σύγχρονοι Κύπριοι τὸν γνώρισαν, καὶ σήμερα στὴ συνείδησή τους ἔχει καταγραφεῖ ὡς ἕνας ἀκόμη σύγχρονος ἅγιος, γιὰ τὸν ὁποῖο κάποια στιγμὴ θὰ μιλήσει ὁ οὐρανός. Διότι ὅταν  μιλᾶμε γιά τὸν γέρο Παναῆ, πρέπει νὰ ἔχουμε κατὰ νοῦν ὅτι ἀναφερόμαστε σὲ ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, ἕναν ἀσκητὴ μέσα στὸν κόσμο, μιὰ πραγματικὰ ὁσιακὴ μορφή, ποὺ ἐνῶ ποτὲ δὲν ἔλαβε τὸ μοναχικὸ σχῆμα θεωρώντας τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο τέτοιας τιμῆς, ἔζησε σὰν κοσμοκαλόγερος. Καὶ μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ βίου του, πολλοὺς συμπατριῶτες μας ὁδήγησε «εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας», ἀποδεικνύοντας ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο ἀπευθύνεται σὲ ὅλους τοὺς χριστιανούς, ἐγγάμους καὶ ἀγάμους, μοναχοὺς καὶ λαϊκούς, καὶ ὅλοι καλοῦνται νὰ τὸ ἐφαρμόσουν. 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ

Ὁ γέρο Παναῆς γεννήθηκε σ’ ἕνα κεφαλοχώρι τῆς Μεσαορίας, δηλαδὴ τῆς μεγάλης πεδιάδας ποὺ εἶναι στὸ κέντρο τῆς Κύπρου, καὶ συγκεκριμένα στὴν ἁγιοτόκο καὶ ἡρωοτόκο Λύση τῆς Ἀμμοχώστου, στὶς 15 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1905 (γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔλαβε στὸ Βάπτισμα τὸ ὄνομα Παναῆς, δηλ. Παναγιώτης). Ἦταν ὁ τέταρτος ἀπὸ ὀκτὼ ἀδέλφια, στὰ ὁποῖα οἱ γονεῖς τους Γεώργιος καὶ Μηλιὰ Χατζηϊωνᾶ φρόντισαν ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων νὰ μεταγγίσουν τὸν θεῖο φόβο καὶ τὴν εὐλάβεια.  

Γιὰ νὰ καταλάβουμε ὅμως τὴν προσωπικότητα τοῦ γέρο Παναῆ, θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπόψη μας ὅτι ἡ γενέτειρά του Λύση εἶναι ἕνα χωριό, στὰ ὅρια τοῦ ὁποίου ἀσκήτεψαν καὶ ἁγίασαν ἀρκετοὶ Ἅγιοι, ὅπως οἱ ὅσιοι Συνέσιος, Λεόντιος καὶ Θεόδωρος. Καὶ ἀκόμα, τὸ χωριὸ αὐτὸ σεμνύνεται μὲ τὴν παρουσία ἑνὸς ἄλλου θαυματουργοῦ τοπικοῦ Ἁγίου, τοῦ ὁσίου Εὐφημιανοῦ, ὅπου ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἐκεῖ ἀσκητήριό του, σώζεται ὁ βυζαντινὸς ναός του, κοσμημένος μὲ ὡραιότατες τοιχογραφίες. Ἐξάλλου, ἡ Λύση εἶναι ἡ κοινότητα ποὺ ἀποθησαύριζε τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Λυσιώτισσας μέσα σὲ ἕνα θαυμάσιο σὲ μέγεθος καὶ ἀρχιτεκτονικὴ σύνθεση ἰταλοβυζαντινὸ ναό, μοναδικὸ γιὰ τὰ κυπριακὰ δεδομένα. Περαιτέρω, τὸ χωριὸ αὐτὸ δὲν εἶναι χωριὸ Ἁγίων, ἀλλὰ καὶ ἡρώων, ὅπως προεῖπα, μὲ κορυφαῖο τὸν Γρηγόρη Αὐξεντίου, ποὺ ἔπεσε μαχώμενος στὸ βωμὸ τῆς ἐλευθερίας τὸ 1957. 

Σὲ αὐτὴ τὴν πρὸ τοῦ 1974 κωμόπολη, ὁ πρᾶος Παναῆς ἦταν ὁ καντηλανάφτης τοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας τῆς Λυσιώτισσας, καὶ πολὺ γρήγορα οἱ χωριανοί του τὸν διέκριναν ὡς ἕνα θεοφόρο ἄνδρα, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴ δυνατότητα νὰ τοὺς παρηγορεῖ καὶ νὰ τοὺς καθοδηγεῖ. Ὁπόταν ἀντιλαμβάνεστε ὅτι δὲν εἶναι εὔκολο ἕνας καντηλανάφτης μέσα σὲ μία κοινότητα νὰ ἀποκτήσει μιὰ τόσο ἐπίσημη θέση στὴν καρδιὰ τῶν ἀνθρώπων, οὕτως ὥστε ἡ Λύση νὰ σφραγιστεῖ ὡς κοινότητα ἀπὸ τὴν πνευματικότητα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν εἶναι τυχαῖο, ποὺ γιὰ νὰ τὸν διακρίνουμε μέσα στοὺς σύγχρονους ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, λέμε «ὁ γέρο Παναῆς τῆς Λύσης».  Ὅπως κατὰ ἀναλογία λέμε, «ὁ ὅσιος Ἰάκωβος τῆς Εὔβοιας», ἢ «ὁ ὅσιος  Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης». 

Τὸ 1974 ὁ γέρο Παναῆς ἀναγκάστηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἀγαπημένη του Λύση λόγῳ τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς, γνωρίζοντας  τὴν τραγωδία τῆς προσφυγιᾶς καὶ ἐν τέλει ἐκοιμήθη πρόσφυγας στὴ Λάρνακα στὶς 30 Δεκεμβρίου τοῦ 1989. Αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, τὸν  ὅσιο Παναῆ τῆς Λύσης, ὄχι μόνο εἶχα τὴν εὐλογία νὰ τὸν γνωρίσω, ὅπως ἔχω προαναφέρει, ἀλλὰ μὲ ἀξίωσε ὁ Θεὸς καὶ τὸν σαβάνωσα ὅταν ἐκοιμήθη. 

ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΓΕΡΟ ΠΑΝΑΗ

Ὑπακούοντας στὴν προτροπὴ τοῦ τότε Γέροντός μου, ὁσίου Ἰακώβου τοῦ ἐν Εὐβοίᾳ, μετὰ τὴν ἀποπεράτωση τῶν σπουδῶν μου στὴν Ἑλλάδα ἐπέστρεψα στὴν Κύπρο καί, συγκεκριμένα, στὴ Λάρνακα, στὶς 16  Ἰανουαρίου 1987, μὲ σκοπὸ νὰ ἐγκαταβιώσω ὡς μοναχὸς στὸ Προσκύνημα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Κοντοῦ, ἐκεῖ, ὅπου διέμενε καὶ διακονοῦσε ὁ πατὴρ Συμεών, ὁ σημερινὸς ἡγούμενος τῆς ἱερᾶς μονῆς Ἁγίου Γεωργίου Μαυροβουνίου.

Ἐρχόμενος στὸ νησί, κόμιζα τὴν ἐμπειρία τῆς ἑλλαδικῆς ἁγιότητας, καὶ συγκεκριμένα, τῶν Γερόντων ποὺ γνώρισα, δηλαδὴ τῶν ὁσίων Πορφυρίου, Ἰακώβου, Παϊσίου, Εὐμενίου, καὶ πολλῶν ἄλλων. Ἐπειδὴ αὐτοὶ οἱ ἅγιοι ἄνθρωποι ἐφάρμοζαν ἕναν ὑψηλότατο ἀσκητισμὸ παλαιοῦ τύπου, αἰσθανόμουνα ὅτι ἡ Κύπρος εἶναι ὁ φτωχὸς συγγενής! Βέβαια, ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδείχτηκε ὅτι εἶχα λάθος. Ἡ Κύπρος δὲν ἦταν ὁ φτωχὸς συγγενής, ὅπως νόμιζα, ἀλλὰ μιὰ ἄλλη παραφυάδα τῆς ἴδιας ἑνιαίας παράδοσης τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς, ἡ ὁποία κυοφοροῦσε ἀνθρώπους, τόσο ἀπὸ τὰ ἀσκητήρια τῆς Καππαδοκίας καὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅσο καὶ ἀπὸ τὸν λαό, ποὺ εἶχαν τὸ ἴδιο ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα καὶ τὴν ἴδια ἀντίληψη περὶ τῆς ἀσκήσεως, τῆς μετάνοιας καὶ τῆς ἁγιότητας.  

Ἔλα νὰ πᾶς νὰ δεῖς κι ἕνα δικό μας γέρο

Θέλοντας, λοιπόν, ὁ πατὴρ Συμεὼν νὰ μοῦ φανερώσει ἐμπράκτως αὐτὴ τὴν κοινὴ παράδοση, μὲ πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μοῦ εἶπε· «Ἔλα νὰ πᾶς νὰ δεῖς καὶ ἕνα δικό μας γέρο». Καὶ δὲν μοῦ εἶπε Γέροντα, τὴν ὥρα ποὺ ἐγὼ τοῦ μιλοῦσα γιὰ τὸν π. Ἰάκωβο καὶ τὸν π. Εὐμένιο. Γιὰ τὸν π. Συμεὼν ὁ Παναῆς ἦταν ἕνας Γέροντας τοῦ Γεροντικοῦ καὶ ὄχι μιὰ γραφικότητα, ἕνας εὐσεβὴς βρακᾶς (βρακοφόρος). Ἦταν ἕνας Γέροντας σὲ κυπριακὴ ἐκδοχή. Ἔτσι, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1987 συναντήθηκα μὲ τὸν γέρο Παναῆ, στὸ πρόσωπο τοῦ ὁποίου εἶδα ἀμέσως τὴν αὐθεντικὴ κυπριακὴ εὐσέβεια. Ἔκτοτε τὸν ἐπισκεπτόμαστε πολὺ συχνά, καὶ γνώρισα ὅλη τὴ συνοδεία του: τὸν ἀδελφό του Βασίλη καὶ τὶς ἀδελφές του Τρυφωνοῦ καὶ Θεωροῦ.  

Θὰ ἤθελα ὅμως νὰ σημειώσω ὅτι γιὰ τὴν ἀκρίβεια τὸν γέρο Παναῆ τὸν εἶχα δεῖ γιὰ πρώτη φορὰ σὲ μιὰ ἀγρυπνία, προτοῦ τὸν συναντήσω καὶ γνωριστοῦμε. Ἐπειδὴ μοῦ ἄρεσε πολὺ νὰ πηγαίνω σὲ ἀγρυπνίες, κάτι ποὺ συνήθισα νὰ κάνω στὴν Ἑλλάδα, τὸ ἀνέφερα στὸν π. Συμεὼν καὶ μοῦ εἶπε: «Ἐμεῖς δὲν κάναμε ποτὲ ἐδῶ ἀγρυπνία, ἀλλὰ ἂν θὲς νὰ πηγαίνεις, κάνει ἡ Φανερωμένη καὶ ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Μακρῆς». Ἔτσι, λοιπόν, πῆγα στὴν πρώτη μου ἀγρυπνία ἐδῶ στὴν Κύπρο στὸν ναὸ τῆς Φανερωμένης, μὲ τὸν Νώνη Ἀντωνιάδη ἀπὸ τὴν Τερσεφάνου, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους φίλους ποὺ γνώρισα, ποδοσφαιριστὴς τοῦ Πεζοπορικοῦ καὶ ἐνίοτε ψάλτης. 

Ζωγραφίζει καὶ εἰκονίζει τὸν Ἑξάψαλμο!

Ὅταν, λοιπόν, ἔφτασε ἡ ὥρα τοῦ Ἑξάψαλμου στὴν ἀγρυπνία αὐτή, ὅλοι παραμέρισαν καὶ ἦρθε ὁ γέρο Παναῆς νὰ τὸν διαβάσει. Ἀκούγοντάς τον, αἰσθάνθηκα ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ζωγραφίζει καὶ εἰκονίζει τὸν Ἑξάψαλμο!  Ἦταν κάτι πολὺ συγκλονιστικὸ γιὰ μένα. Τὰ μάτια μου «ἔτρεχαν»! Ὅλο τὸ κλίμα τοῦ ναοῦ ἦταν συγκλονιστικό. Μὲ τὶς μαυροφορημένες γυναῖκες τῆς Κύπρου, τὶς μητέρες τῶν ἀγνοουμένων, τὴν Ἐλλοῦ, τὴν πιὸ χαρούμενη ἀπὸ αὐτές, τὴ λεγόμενη «ἑκατομμύριο», τὴ Δέσποινα, τὴν Κυριακοῦ, οἱ ὁποῖες εἶχαν πολὺ πόνο, τοὺς Λυσιῶτες, τοὺς Κοντεάτες, τοὺς Καρπασίτες, τὸν κόσμο τῆς Μεσαορίας, τὸν κόσμο τῆς Κύπρου… Οἱ Λαρνακεῖς ἦσαν λίγοι, ἀλλὰ θυμᾶμαι τὴν Ἀντωνιέττα, ποὺ κι αὐτὴ κόμιζε μιὰν ἄλλην ἀστικὴ εὐσέβεια. Μέσα σὲ ὅλο αὐτὸ τὸν προσφυγόκοσμο, ποὺ εἶχε μετασχηματίσει τὸν πόνο του σὲ προσευχὴ καὶ ἀγρυπνία, ξεχώριζε ὁ γέρο Παναῆς. 

Ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα ὄρθιο, νὰ ἀτενίζει μὲ δάκρυα αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸς ὁ τόνος ποὺ ἔδινε στὴν ἀνάγνωση, μὴ νομίζετε ὅτι ἦταν τόνος κατανυκτικός. Ἐνῶ ὁ πολὺς ὁ κόσμος αἰσθανόταν κατάνυξη, αὐτὸς ζοῦσε ἀγαλλίαση, δόξα καὶ χαρά! Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ τόνος του ἦταν δοξαστικός. Αὐτὸ νὰ τὸ προσέξουμε οἱ νεώτεροι, ποὺ καλλιεργοῦμε μία εὐσέβεια λίγο μίζερη καὶ κακόμοιρη. Αὐτοῦ, ὄντως, ἦταν χαρούμενη ἡ εὐσέβειά του, δοξαστική.

Ὑπάρχει ἠχογραφημένη αὐτὴ ἡ ἀνάγνωση ἀπὸ τὸν γέρο Παναῆ, καὶ ἀξίζει νὰ τὴ βροῦμε, γιὰ νὰ ἀκουστεῖ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἔλεγε, «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία», καὶ νὰ τονίζει τὶς λέξεις. Δὲν εἶναι μιὰ γραφικότητα, ὅπως νόμιζαν μερικοί. Ὄχι. Εἶναι ἀκριβῶς ἡ θεολογία, τοῦ τί εἶναι Λειτουργία καὶ τί Ἀκολουθία στὴν Ὀρθόδοξη λατρεία. Ὅτι εἶναι δοξασμός, εἶναι χαρά! Δὲν εἶναι κατάνυξη καὶ θλίψη, ὅπως λένε στὴ νεώτερη εὐσέβεια, ποὺ ἐν πολλοῖς γίνεται εὐσεβισμός, ἐὰν δὲν προσέξουμε. Δὲν ἔχει καμμία σχέση αὐτό! Στὸν γέρο Παναῆ τὸ ζοῦσες αὐτὸ τὸ πράγμα. Ἕναν ἄνθρωπο, ποὺ ὁ ὁποῖος εἶχε χαρὰ Χριστοῦ, εἶχε δόξα Χριστοῦ, ἕναν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος σοῦ ἔλεγε ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι ὡραία. 

«Ἄ ξ ι ο ς! Καὶ εἰς ἀνώωωτερα…»!

Μάλιστα ἕνα περιστατικὸ μὲ τὸν γέρο Παναῆ, ποὺ ἀξίζει νὰ εἰπωθεῖ καὶ συνέβη τὴν ἡμέρα τῆς χειροτονίας μου σὲ διάκονο τὸ ἔτος 1987, τὸ ὁποῖο ἴσως νὰ εἶχε καὶ προφητικὴ διάσταση, ἦταν τὸ ἑξῆς: 

Ἔρχεται, λοιπόν, μὲ τὴ «βρακούδα» του νὰ μοῦ εὐχηθεῖ, ἀφοῦ ὅλοι παραμέρισαν —δεῖγμα τοῦ σεβασμοῦ ποὺ τύγχανε σὲ ὅλη τὴ Λάρνακα. Καὶ ὅπως σκύβω, διότι ἐγὼ εἶμαι ψηλὸς καὶ αὐτὸς ἦταν κοντός, μοῦ λέει μὲ τὴ στεντόρεια φωνή του:  «Ἂ ξ ι ο ς! Καὶ εἰς ἀνώωωτερα…»! Καὶ ὅπως ἔδειξε μὲ τὸ κεφάλι του στὸ «καὶ εἰς ἀνώτερα», ἐγὼ γύρισα καὶ εἶδα τὸν Μητροπολίτη Κιτίου, ποὺ ἔδινε δίπλα τὸ ἀντίδωρο! 

ΑΣΚΗΤΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Τί ἦταν ὅμως αὐτὸ ποὺ ξεχώριζε τὸν γέρο Παναῆ ἀπὸ τοὺς ἄλλους γέρους, ποὺ γνωρίσαμε ἐπίσης, εὐλαβέστατους, ἐνάρετους, μερικούς, τολμῶ νὰ πῶ, καὶ ἁγίους ἀνθρώπους, σὲ ἄλλες κοινότητες; Ὁ γέρο Παναῆς δὲν ἦταν ἁπλῶς φορέας τῆς λαϊκῆς εὐσέβειας, ἀλλὰ ἦταν ἕνας ἐν ἐπιγνώσει ἀσκητὴς μέσα στὸν κόσμο. Ὅταν ἡ Κύπρος ἑτοιμαζόταν γιὰ τὸν ἀπελευθερωτικό της ἀγώνα τῶν ἐτῶν 1955-1959, ὁ Παναῆς ἤδη ἔκανε ἕναν ἄλλον ἀγώνα, πνευματικό. Πρῶτα πολέμησε μὲ «τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον», τὸν ἑαυτό του, καὶ ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ τὰ ὅποια πάθη εἶχε ὁ ἴδιος, εἴτε κληρονομικά, εἴτε ἐπίκτητα. Καί, μαζί, βοήθησε καὶ τ’ ἀδέλφιά του νὰ εἰσέλθουν σ’ αὐτὸ τὸ στάδιο, ἀλλὰ βοηθήθηκε καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὰ ἀδέλφια του, διότι ὅλοι μαζὶ δημιούργησαν ἕνα περιβάλλον ἡσυχαστικὸ μὲ διακριτοὺς ρόλους ὁ καθένας. Ὅπως πρέπει νὰ λειτουργεῖ μιὰ μοναστικὴ κοινότητα, μιὰ ἐνορία, μιὰ οἰκογένεια καὶ ἐν δυνάμει ἡ εὐρύτερη κοινωνία. Δηλαδὴ ὁ γέρο Παναῆς ἐκτὸς ἀπὸ τὴ σχέση ποὺ εἶχε μὲ τὴν πνευματικὴ ἀσκητικὴ παράδοση τῆς μονῆς Σταυροβουνίου, εἶχε καὶ «συνασκητὲς» μέσα στὸ σπίτι ποὺ τὸν στήριζαν μὲ τὴ σιωπὴ καὶ τὴν ὑπακοή τους πρὸς αὐτόν. Τὴν ἀδελφή του Τρυφωνοῦ, τὸν ἀδελφό του Βασίλη, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀδελφή τους τὴ Θεωροῦ πού, ἂν καὶ ἦταν παντρεμένη, ζοῦσε καὶ αὐτὴ μὲ τὴν ἴδια ἔνταση καὶ ποιότητα τὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ τῶν ἀγάμων ἀδελφιῶν της. Ἐπιβεβαιώνοντας στὴν πράξη αὐτὸ ποὺ λέμε συνεχῶς, ὅτι οἱ ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ ἀπευθύνονται  σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἔγγαμους καὶ ἄγαμους, φτάνει νὰ θέλουμε ἐμεῖς νὰ τὶς βάλουμε στὴ ζωή μας καὶ νὰ τὶς καλλιεργοῦμε  πάντα μὲ τὴ βοήθεια καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου.

Ὁπόταν, ὅποτε πηγαίναμε νὰ τοὺς δοῦμε στὴν προσφυγικὴ οἰκία τους στὸν  συνοικισμὸ τῶν  Ἁγίων  Ἀναργύρων στὴ Λάρνακα, μᾶς ὑποδέχονταν ἡ Τρυφωνοῦ ὡς ἄλλη Μάρθα καὶ ὁ Βασίλης, πάντα χαμογελαστός, ὡς τέλειος ὑποτακτικός, ποὺ χαριτωμένα μᾶς ἔλεγε, «ὅ,τι θέλει ὁ κουμπάρος», δηλαδὴ ὁ Παναῆς. Αύτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ἦταν δύσκολο νὰ ἀντιληφθεῖς ὅτι στὸ σπίτι ὑπῆρχε μιὰ ζῶσα ἀδελφότητα ποὺ εἶχε γεύση ἁγιότητας, τὴ γεύση  τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αἰσθανόσουν τὴν ἐνέργεια τῆς μετανοίας, τῆς προσευχῆς, τῆς εὐχαριστίας, τῆς δοξολογίας πρὸς τὸν Τριαδικὸ Θεὸ νὰ διαχέεται σὲ ὅλο τὸν εὐλογημένο σπίτι τους. Κατ’ ἀκολουθίαν, τὰ ἁγιασμένα αὐτὰ ἀδέλφια μὲ «ἡγούμενο» τὸν Παναῆ,  ἀναπόφευκτα ἔκαναν μία κατ’ οἶκον ἐκκλησίαν, μίαν ταπεινὴ καὶ ἀθόρυβη ἀσκητικὴ παλαίστρα μέσα στὸ χωριό τους. Καὶ στὴ συνέχεια, μὲ εὐλογία τοῦ Πνευματικοῦ τους, τοῦ παπᾶ Κυπριανοῦ Σταυροβουνιώτη, ἵδρυσαν ἕνα χριστιανικὸ σύλλογο στὸ χωριό, κάτι ποὺ ἦταν πρωτόγνωρο τότε στὴν Κύπρο. Καὶ ἐκεῖ μαζεύονταν ἄνδρες καὶ γυναῖκες, καὶ ὁ Παναῆς τοὺς ἐξηγοῦσε τὸ Εὐαγγέλιο, τοὺς βίους τῶν Ἁγίων. Καὶ ἀκόμη βρῆκε τὸν Εὐεργετινὸ καὶ τοὺς διάβαζε ἀπὸ μέσα. Πρὶν δημιουργήσουν οἱ Μητροπόλεις Κατηχητικά, ὁ Παναῆς ἔκανε τὸ ἔργο τοῦ κατηχητῆ, καὶ μάλιστα μὲ τὸν παραδοσιακὸ Ὀρθόδοξο τρόπο. Ἔτσι ὁδηγοῦσε τοὺς χωριανούς του στὴν ἀσκητικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Βέβαια, νὰ ποῦμε, ὅτι, ὁ σύλλογος αὐτὸς δὲν ἦταν μία θρησκευτικὴ ὀργάνωση. Ἦταν ἕνας χῶρος καὶ τρόπος, ποὺ ἀνεδείκνυε ἐκκλησιαστικοὺς ἀνθρώπους. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἀπὸ αὐτὴ τὴ συνοδεία λαϊκῶν ἀσκητῶν ποὺ συγκροτήθηκε γύρω ἀπὸ τὸν Παναῆ προέκυψε ἕνα μοναστήρι, τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος στὸν Ἀχερᾶ,  ἔγιναν ἀκόμη ἄλλοι ἱερεῖς καὶ ἄλλοι ἱεροψάλτες. Καὶ ἀκόμα, ὁ μεγάλος Πνευματικὸς τῆς Λευκωσίας, ὁ μακαριστὸς ἅγιος Γέροντας Γαβριὴλ Σιόκουρος ἀπὸ τὴ Λύση, προῆλθε ἀπὸ αὐτὴ τὴ συνοδεία, καὶ πῆγε μετὰ καὶ ἔγινε μοναχὸς στὴ Μονὴ τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα στὴν Ἔγκωμη Ἀμμοχώστου. 

Ἐν ὁλίγοις, ὁ ὅρος, ποὺ καθιερώθηκε ἐν ὑστέροις χρόνοις, «Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο», βρίσκει τὴν πλήρη ἐφαρμογή του στὸ πρόσωπο τοῦ Παναῆ, τοῦ ἀδελφοῦ του Βασίλη καὶ τῆς ἀδελφῆς τους Τρυφωνοῦς. Τρεῖς ἀδελφοὶ ἀφιερωμένοι στὸν Χριστὸ ἐνσυνείδητα, ποὺ  ζοῦσαν ἀσκητικά, χωρὶς νὰ εἶναι οὔτε ἔγγαμοι, οὔτε μοναχοί. Καὶ εἶχαν ὡς πρῶτο πνευματικὸ καθοδηγητὴ τὸν μεγάλο Πνευματικὸ τῆς Κύπρου παπᾶ Κυπριανὸ τὸν Σταυροβουνιώτη († 1955). Αὐτὸς τοὺς συμβούλευσε νὰ μείνουν στὸ χωριό τους, χωρὶς νὰ γίνουν μοναχοί, καὶ νὰ ζήσουν τὸν μοναχισμὸ στὸ σπίτι τους. Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ παπᾶ Κυπριανοῦ, ἡ εὐλογημένη αὐτὴ οἰκογένεια συνέχισε νὰ ἐξομολογεῖται στὸ Σταυροβούνι, στὸν Γέροντα Γερμανὸ ἀρχικά, καὶ κατόπιν στὸν Γέροντα Ἀθανάσιο ποὺ προαναφέραμε.

Ὁ ἔνδακρυς καντηλανάφτης τῆς Κύπρου καὶ ἡ Παναγία τῆς Λύσης

Πέρα ἀπὸ τὴ μελέτη τῶν Γραφῶν καὶ τὴ διδασκαλία καὶ κατήχηση τοῦ λαοῦ, ὁ γέρο Παναῆς μετετράπη σὲ ἄνθρωπο τοῦ ναοῦ της Παναγίας τῆς Λύσης, ὅπως σημειώσαμε στὴν εἰσαγωγή. Μοῦ ἔλεγαν οἱ Λυσιῶτες πὼς πρὶν τὸ 1974, ὅ,τι ὥρα ἤθελαν νὰ βροῦνε τὸν γέρο Παναῆ, θὰ τὸν ἔβρισκαν νὰ διαβάζει, εἴτε Χαιρετισμούς, εἴτε Παράκληση μπροστὰ στὴν Παναγία τῆς Λύσης, ποὺ ἦταν θαυματουργὸ εἰκόνισμα. Ὅ,τι πρόβλημα εἶχε μιὰ Λυσιώτισσα, ὁ πρῶτος ποὺ θὰ τὸ μάθαινε ἦταν ὁ γέρο Παναῆς. Καὶ αὐτὸς θὰ ἔκανε προσευχή, εἰδικὰ στὴν Παναγία. Καὶ ἔτσι ἔγινε τὸ πρόσωπό του, πρόσωπο ἀναφορᾶς. 

Ἔλεγε κάποτε ἕνας πολὺ καλὸς ἐπίσκοπος, ποὺ ξεκίνησε τὴν ἀρχιερατική του διακονία στὴν Κύπρο, ὁ μακαριστὸς Νικαίας Γεώργιος, ὁ ὁποῖος διετέλεσε προηγουμένως χωρεπίσκοπος Τριμιθοῦντος, ὅτι πῆγε νὰ λειτουργήσει στὴ Λύση. Τὴν ὥρα τοῦ «Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας ἀχράντου, ὑπερευλογημένης ἐνδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας», ἅπλωσε τὸ χέρι γιὰ νὰ πάρει τὸν θυμιατό. «Καὶ ὅπως ὁ καντηλανάφτης μοῦ φίλησε τὸ χέρι», εἶπε, «ἔβρεξε τὸ χέρι μου ἀπὸ τὰ δάκρυά του! Καὶ γύρισα νὰ τὸν ἰδῶ, καὶ εἶδα ἕναν ἀστραπόμορφο γέροντα ἔνδακρυ. Καὶ εἶπα: Γύρισα τὸν κόσμο ὅλο, στὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν Κύπρο, ἀλλὰ τέτοιο καντηλανάφτη, μὲ τέτοια αἴσθηση τῆς Θείας Λειτουργίας, δὲν ξαναεῖδα»!

ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ

Ὁ γέρο Παναῆς ἀξιώθηκε τῆς δωρεᾶς ποικίλων χαρισμάτων ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἦταν μιὰ συγκλονιστικὴ προσωπικότητα. Μοῦ ἔκαμε ἐντύπωση τὸ φωτισμένο του μάτι. Ὁ ὀφθαλμός του εἶχε φῶς. Ἀντιλήφθηκα ὅτι ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔβλεπε μέσα σου, διότι εἶχα ἤδη αὐτὴ τὴν ἐμπειρία ἀπὸ τοὺς προαναφερθέντες ἀνθρώπους, ποὺ γνώρισα στὴν Ἑλλάδα. Τὸ μάτι του ἦταν ἐποπτικὸ καὶ μοῦ θύμισε τὸ μάτι τοῦ ἁγίου Ἰάκωβου (Τσαλίκη). Αἰσθανόσουν ὅτι ἔβλεπε μέσα σου μὲ πατρότητα, μὲ σεβασμό, μὲ διάκριση καὶ ὄχι κατάκριση, μὲ ἀγάπη καὶ ἔλεος. Ἦταν πολὺ ἔξυπνος καὶ εὔστροφος. Τὸ χιοῦμορ του καὶ ἡ δυνατότητα νὰ δίνει ἄμεσες φωτισμένες ἀπαντήσεις μοῦ θύμιζε πάρα πολὺ τὸν ἅγιο Παΐσιο, ποὺ εἶχε τὸ ἰδίωμα τῆς ἁγιασμένης ἐξυπνάδας.  

Τὸ διαπίστωσα, ἐπειδὴ γνώρισα τὸν ἅγιο Ἰάκωβο, ποὺ εἶχε μέγα διορατικὸ καὶ προορατικὸ χάρισμα, ἀλλὰ τὰ ἔκρυβε. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ὅταν μιλᾶς μαζί τους, μιλοῦν σὲ διάφορα ἐπίπεδα τὴν ἴδια ὥρα. Ἕνα ἐπίπεδο εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπουν ἀπέναντί τους, ἕνα ἄλλο εἶναι αὐτὸ τῆς μνήμης, ποὺ εἶναι γεμάτη φῶς, καὶ ἕνα τελευταῖο εἶναι αὐτὸ τοῦ μέλλοντος, ποὺ βλέπουν. Δηλαδή, τὸ παρελθόν, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον λειτουργεῖ ταυτόχρονα στὴν ὅρασή τους. Οἱ κουβέντες αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων δὲν εἶναι τυχαῖες. Αὐτοὶ οἱ ἁπλοὶ καλόγεροι, ὅπως ὁ π. Παΐσιος, ὁ π. Ἰάκωβος, ὁ π. Πορφύριος, εἶχαν αὐτὰ τὰ ἔκτακτα χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.  Καὶ βέβαια δὲν ἦταν μόνο τὸ προορατικὸ καὶ τὸ διορατικὸ χάρισμα, ποὺ εἶχαν. Αὐτὰ εἶναι μικρότερα χαρίσματα μπροστὰ στὴν πατρότητα, τὴν ὁποία ἐξέπεμπαν, σὲ ἀντίθεση μὲ πολλοὺς ἄλλους, ἀκόμα καὶ κληρικοὺς καὶ ἀρχιερεῖς.

Μάλιστα σὲ μία ἀπὸ τὶς συναντήσεις μου μὲ τὸν γέρο Παναῆ μοῦ περιέγραψε μὲ θεολογικὴ ἀκρίβεια τὴ διαδικασία τῆς θεραπευτικῆς ἀγωγῆς τῆς Ἐκκλησίας μας, δηλαδὴ τοῦ φωτισμοῦ, τῆς κάθαρσης καὶ τῆς θέωσης, λέγοντάς μου τὰ ἑξῆς:

«Ὅταν ἔρθει τὸ φῶς μέσα στὴν καρδία, γιέ μου, ὁ ἄνθρωπος, ἀρχίζει στρώσεις-στρώσεις καὶ μετανιώνει καὶ ξεμπαζώνει. Πρῶτα αὐτὰ ποὺ ἔκαμε στὴν ἀμέσως προηγούμενη ἡλικία. Δηλαδή, ἂν εἶσαι σαράντα, τὲς ἁμαρτίες ποὺ εἶσαι τριάντα. Μετά, πᾶς εἰς τὰ ποὺ ἤσουν εἴκοσι. Μετά, πᾶς εἰς τὰ ποὺ ἤσουν δέκα χρονῶν. Ἐκεῖ στὰ δέκα, δεκαπέντε, εἶναι τὰ δύσκολα, ξέρεις… Ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, εἶναι τόσο σπλαγχνικό, ποὺ σὲ φωτίζει πλέον. Γι᾿ αὐτὸ καὶ λέμε «Βασιλεῦ, οὐράνιε», εἶναι προσευχὴ στὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἀφοῦ τὰ λόγια, ἔχουν σημασία. «Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καί τὰ πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγός», ὡς  ἐδῶ εἶναι ὁμολογία. Μετά, «ἐλθέ», ἔλα «καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν, καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλίδος», νὰ τὸ καθαριστήριο. Τὸ καθαριστήριο εἶναι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ὁ Χριστός, εἶναι ὁ Βασιλέας. Μόλις δεῖ ὅτι καθαρίστηκε ἡ καρδία, ἔρχεται ὁ Χριστός, βασιλέας ἀφέντης καὶ κάθεται στὴν καρδία. Καὶ τότε, ἀρχίζει πλέον ἡ ἐποχὴ τῆς ἁγιότητας τοῦ ἀνθρώπου».

Ἡ πνευματικὴ πατρότητα τοῦ παπποῦ

Ὅπως ἔχουμε προαναφέρει, τὸ μεγαλύτερο χάρισμα ποὺ εἶχε ὁ γέρο Παναῆς ἦταν αὐτὸ τῆς πνευματικῆς πατρότητας. Ὅσοι παρευρέθηκαν στὴν ἐξόδιο ἀκολουθία του, θὰ θυμοῦνται πῶς ἀποκάλεσε τὸν γέρο Παναῆ ὁ μακαριστός ἅγιος Γέροντας τοῦ Σταυροβουνίου, ὁ π. Ἀθανάσιος, ὁ Πνευματικὸς τῶν Πνευματικῶν, ὁ Γέροντας τῶν Γερόντων τῆς Κύπρου. Στὸν ἐπικήδειο ποὺ ἐκφώνησε σ᾽ αὐτόν, εἶπε μεταξὺ ἄλλων: 

«Πάτερ Παναῆ, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, ἐργάτα τοῦ Κυρίου, ψυχὴ τοῦ Παραδείσου, μακαρία ἡ ὁδὸς ᾗ πορεύει σήμερον, ὅτι ἡτοιμάσθη σοι τόπος ἀναπαύσεως»! Τὸν ἀποκάλεσε «Πάτερ Παναῆ»! 

Καί, τότε, ὅλους τοὺς παρόντες σὰν νὰ μᾶς διαπέρασε ρεῦμα ἠλεκτρικό. Τί γίνεται ἐδῶ; Πῶς ὁ ἡγούμενος τοῦ Σταυροβουνίου, ποὺ ὅλοι ξέρουμε πόσο φειδωλὸς εἶναι σὲ ἐπαίνους καὶ σὲ λόγια, ἀποκαλεῖ ἔτσι ἕνα λαϊκό; Τί σήμαινε νὰ τὸν ἀποκαλεῖ πατέρα; Σήμαινε ὅτι ἦταν ὁ πατέρας ὅλων ἐκείνων τῶν πατέρων, ποὺ πήγαιναν κοντά του νὰ βροῦν παρηγοριά, νὰ βροῦν νόημα ζωῆς, νόημα θανάτου. Ἦταν ὁ πατέρας ὅλων τῶν μανάδων τῶν ἀγνοουμένων, ὅλων τῶν προσφύγων, τῶν χαμένων. Καὶ στὴν κηδεία του ἤμασταν παρόντες 25 ἱερεῖς καὶ 2 διάκονοι, οἱ μοναχές, ποὺ ὠφέλησε μὲ τὸ καλό του παράδειγμα, καὶ πλῆθος λαοῦ, ποὺ παρηγόρησε, ἀπὸ τὴ Λύση, τὴ Λάρνακα, τὰ χωριά, πρόσφυγες. Διότι αὐτὸς συνεχῶς μᾶς ἔδινε ἐλπίδα ὅτι κάποτε θὰ τελειώσει ὅλη αὐτὴ ἡ δοκιμασία τῆς Κύπρου. Θυμᾶμαι, ποὺ ὅταν ἄκουε ὅτι ἀναδείχθηκαν πολλοὶ ἁγιογράφοι, ἔλεγε: «Μά, πρέπει νὰ γίνουν, γιέ μου, πολλοὶ ἁγιογράφοι. Θὰ ἔρθει ἐποχή, ποὺ θὰ θέλουμε νὰ ζωγραφίζουμε πολλὲς εἰκόνες γιὰ τοὺς ναούς μας στὰ κατεχόμενα, καὶ  πρέπει νὰ ἔχουμε πολλοὺς ἁγιογράφους». 

Ὁ ἐλεήμων γέρο Παναῆς

Μιὰ ἄλλη πλευρὰ τῶν χαρισμάτων του ἦταν αὐτὴ τῆς ἐλεημοσύνης, τὴν ὁποία ἀσκοῦσε καὶ τὴ ζοῦσε ὁ κόσμος τῆς Λύσης. Δηλαδή, ὅπου ἤξερε ὁ ἴδιος ὅτι ὑπῆρχαν ἀνάγκες, ἔπαιρνε, εἴτε ἀπὸ πλουσίους, εἴτε ἀπὸ τὰ δικά του ὑστερήματα, καὶ κρυφὰ ἀσκοῦσε αὐτὴ τὴν ἀρετή. Ἐπίσης, ἦταν αὐτὸς ὁ ὁποῖος θὰ ἔπαιρνε τὸν παπᾶ γιὰ νὰ κοινωνήσει τοὺς ἀρρώστους. Λέει ὁ παλιὸς παπᾶς τῆς Λύσης ὅτι μιὰ μέρα ἔβρεχε καὶ τοῦ εἶπε: «Μά, ποῦ νὰ πᾶμε τώρα, Παναῆ, νὰ κοινωνήσουμε τοὺς ἀρρώστους; Δὲν βλέπεις ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ βγοῦμε ἔξω, οὔτε μέσα στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησίας ἀπὸ τὶς πολλὲς βροχές»; Καὶ αὐτὸς τοῦ ἀπάντησε: «Ἔλα παπᾶ μου, καὶ θὰ μᾶς φυλάξει ἡ χάρις τοῦ Κυρίου». Πῆγαν, λέει, κοινώνησαν τὸν κόσμο, τοὺς ἀρρώστους, χωρὶς νὰ πέσει οὔτε μία σταγόνα βροχῆς ἐπάνω τους!

Ἡ μνημόνευση τῶν ὀνομάτων

Ἐπίσης, κάτι ποὺ χαρακτήριζε ἔντονα τὸν γέρο Παναῆ καὶ τὴ συνοδεία του, τοὺς ἀνθρώπους τοῦ περιβάλλοντός του, τὸν Βασίλη, τὴν Τρυφωνοῦ, τὴ Θεωροῦ, ἦταν ἡ μνημόνευση τῶν ὀνομάτων ποὺ ἔκαναν στὴν προσευχή τους, κάτι ποὺ πολὺ ἀργότερα κατάλαβα τὴν ἀξία του. Κάτι, ποὺ ἔκαναν καὶ ὁ ἅγιος Ἰάκωβος καὶ ὁ Γέρο Εὐμένιος. Αὐτοὶ βέβαια καθηκόντως, ὡς παπάδες· καὶ αὐτὸς τὸ ἔκανε χωρὶς νὰ εἶναι ἱερέας. Κάθε μέρα στὶς 1 μ.μ. ἔκανε Παράκληση στὸ σπίτι του. Καί, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Παράκλησης, γονάτιζε καὶ αὐτὸς καὶ ἡ συνοδεία του καὶ μνημόνευαν ἀπὸ ἕνα δεφτέρι γύρω στὶς δυόμισυ χιλιάδες ὀνόματα ἀνθρώπων, ζώντων καὶ κεκοιμημένων. Αὐτὸ εἶναι δεῖγμα τῆς λαϊκῆς εὐσέβειας καὶ παράδοση τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς. Ξέρω ἀνθρώπους στὴ Λάρνακα, ποὺ μοῦ εἶπαν πὼς ἔμαθαν νὰ μνημονεύουν ὀνόματα ἀπὸ τὸν γέρο Παναῆ. Αὐτὸ δείχνει μιὰ λαϊκὴ ἱερωσύνη. Αὐτὸ δὲν ἦταν κάτι ποὺ ἔκανε μονάχα ὁ γέρο Παναῆς, ἀλλὰ κάτι ποὺ γινόταν στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση. Ὑπῆρχε στὴν Κύπρο, στὴ Μικρὰ Ἀσία. Ἐξομολογῶ διαφόρους ἀνθρώπους καί, μεταξὺ ἄλλων, τοὺς ὑποδεικνύω νὰ μνημονεύουν τὶς νύκτες ὀνόματα ζώντων καὶ κεκοιμημένων, καὶ μοῦ λένε ὅτι ἤδη τὸ κάνουν, ἐπειδὴ τοὺς τὸ εἶπε ἡ γιαγιά τους, ὁ παπποῦς τους.  Ἄρα εἶναι παράδοση αὐτό, παράδοση τῆς Ἀνατολῆς.

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ 

Πολλὰ εἶναι τὰ θαυμαστὰ γεγονότα ποὺ σχετίζονται μὲ τὸν γέρο Παναῆ, ἀλλὰ  γιὰ μένα τὸ πιὸ μεγάλο, τὸ ὁποῖο διάβασα κάπου, ἦταν ὅτι δέκα χρόνια πρὶν τὸ 1974, τὸ 1964, ποὺ ἔγιναν οἱ πρῶτες διακοινοτικὲς ταραχές, ἀντελήφθη ὁ γέρο Παναῆς ὅτι κάτι δὲν πάει καλὰ μὲ τὴν Κύπρο. Καί, τί ἔκανε; Προσέθεσε στὶς ἄλλες του Ἀκολουθίες, ποὺ καθημερινὰ τελοῦσε, Παράκληση ἐπὶ ἐπιδρομῆς ἀλλοφύλων. Αὐτὸ σημαίνει φώτιση καὶ διορατικότητα. Ἔβλεπε τὰ κακὰ ποὺ ἔρχονταν, καὶ ἕνα χρόνο προηγουμένως, προετοίμασε τοὺς Λυσιῶτες ὅτι θὰ ξεριζωθοῦν ἀπὸ τὸ χωριό τους καὶ νὰ ἑτοιμαστοῦν, λέγοντάς τους χαρακτηριστικά: «Ἐλᾶτε νὰ χαρεῖτε τὴν ἐκκλησία μας τώρα, γιατὶ μετὰ δὲν θὰ μπορεῖτε». 

Προφητεία γιὰ τὴν Εἰσβολὴ τοῦ 1974 

Τὸ ὅτι εἶχε προγνωρίσει τὴν τουρκικὴ εἰσβολὴ τοῦ 1974, ἀποδεικνύεται κι ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔλεγε στοὺς Λυσιῶτες: «Τί κρίμα, ποὺ χτίζετε μεγάλα σπίτια! Τοῦρκοι θὰ τὰ κατοικήσουν»!  Ὅπως καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι τὴν ἴδια ἐποχὴ γνώριζαν ὅτι θὰ γίνει εἰσβολή, ἀφοῦ τοὺς εἶχε ἀποκαλύψει ἡ Θεοτόκος ὅτι ἔρχονται μεγάλα κακὰ στὴν Κύπρο. Σὲ ἕνα ἀπὸ αὐτοὺς εἶχε πεὶ ἡ Παναγία τὸ 1964· «Πρέπει νὰ ἐπιστρατευτεῖτε μὲ ἀγρυπνίες, νυχτερινὲς προσευχές, μετάνοιες»· καὶ ἀναφέρομαι στὸν μακαριστὸ Στυλλῆ τὸν Μυλωνᾶ ἀπὸ τὴν Εὐρύχου. Ὁ ὁποῖος μὲ ἀφέλεια ἀποκρίθηκε στὴν Παναγία:  «Παναγία μου, ἀφοῦ θὰ  ’ρθοῦν οἱ Τοῦρκοι, γιατί νὰ μὴν κοιμοῦμαι τὴ νύχτα καὶ νὰ κάμνω ἀγρυπνίες»; Καὶ τοῦ λέει ἡ Παναγία: «Γιὰ νὰ  ’ρθεῖ τὸ κακὸ λιγότερο». 

Παρόμοια προγνώρισε τὸ κακὸ ποὺ ἐρχόταν καὶ ὁ συγχωριανός μου ὁ ψάλτης, ὁ Δημήτρης τοῦ Πρωτόπαπα ἀπὸ τὴν Πάνω Ζώδια. Λίγο πρὶν τὴν εἰσβολή, ἄρχισε νὰ κλαίει. Καὶ ὅταν ἡ κόρη του ἡ Μηλοῦ τὸν ρώτησε γιατί κλαίει, αὐτὸς τῆς ἀπάντησε: «Ἄχ, κόρη μου, Τοῦρκοι θὰ  ’ρθοῦν στὸ χωριό μας καὶ θὰ γίνουμε πρόσφυγες». «Τί λὲς πατέρα; Καὶ θὰ μείνουμε γιὰ πάντα πρόσφυγες»; «Ὄχι», τῆς εἶπε. «Ὅταν ἀκούσετε ὅτι ἱδρύθηκε στὴν Τουρκία μία καινούργια χώρα, ποὺ θὰ λέγεται Κουρδία, τότε νὰ ξέρετε ὅτι θὰ ἐπιστρέψουν ὅλοι πίσω. Ἀλλὰ μέχρι τότε, πολλοὶ θὰ πεθάνουν στὴν προσφυγιὰ μὲ τὴν πίκρα τῆς ἀναμονῆς τῆς ἐπιστροφῆς». «Καὶ μέχρι ποῦ θὰ ἔρθουν οἱ Τοῦρκοι, πατέρα»; «Μέχρι τὸν Ἀστρομερίτη», τῆς ἀπάντησε. Αὐτὸ ἦταν ἀδιανόητο τότε. Εἶναι σὰν νὰ ἔλεγες κάποιου ὅτι θὰ καταλάβουν τὴν Ἀραδίππου οἱ Τοῦρκοι, ὄχι ὅμως καὶ τὴ Λάρνακα. Αὐτὴ εἶναι ἡ γεωγραφικὴ σχέση Ζώδιας-Ἀστρομερίτη. Ὁ δὲ καρδιακός φίλος τοῦ Παναῆ καὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφός του, ὁ ὅσιος γέρο Χατζηφλουρέντζος, ὁ ὁποῖος κοιμήθηκε τὸ 1969, προφήτευε στὰ παιδιά του καὶ στοὺς οἰκείους του τὰ γεγονότα ποὺ ἦλθαν ἀργότερα, τὸ 1974: Τὸ πραξικόπημα, τὴν εἰσβολὴ τῶν Τούρκων, τὴν παρατεταμένη κατοχή, καθὼς καὶ τὴ μελλοντικὴ ἐλευθερία τῆς Κύπρου. 

Ὁ γέρο Παναῆς καὶ ὁ γέρο Χατζηφλουρέντζος

Ἐδῶ, θὰ πρέπει νὰ σταθοῦμε γιὰ λίγο στὴν ἐν Χριστῷ φιλία αὐτῶν τῶν δύο πολὺ σημαντικῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ τόπου μας. Δὲν ἦσαν ἁπλῶς δύο ἀδελφικοὶ φίλοι ποὺ εἶχαν κοινὰ ἐνδιαφέροντα, ἀλλὰ ἦσαν δύο χαριτωμένοι ἄνθρωποι, ποὺ ἡ Θεία Χάρις τοὺς ἕνωνε καὶ τοὺς συνέδεε μέσῳ τῆς μετανοίας καὶ τῆς προσευχῆς τους, ποὺ ἀφοροῦσε τὸ μέλλον μας, τὸ μέλλον τῆς Κύπρου. Διότι, οἱ δύο θεοφόροι ἄνθρωποι εἶχαν τὴν πνευματικὴ ὅραση καὶ  ἤξεραν αὐτὸ ποὺ μᾶς εἶχε πεῖ τὸ 1982 ὁ ἅγιος Παΐσιος ὅτι δηλαδὴ «τὸ πρόβλημα τῆς Κύπρου δὲν εἶναι πολιτικό, ἀλλὰ στὸ βάθος εἶναι πνευματικό». Ὁ Παναῆς καὶ ὁ Χατζηφλουρέντζος μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἔβλεπαν αὐτὰ ποὺ ἐμεῖς δὲν βλέπουμε. Ἔβλεπαν μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδίας τους καὶ εἶχαν τὴν ἴδια βεβαιότητα μὲ τον ἅγιο Παΐσιο, μᾶλλον προηγήθηκαν τοῦ ἁγίου,  ὅτι ὁ τόπος χρειάζεται ἐπειγόντως πνευματικὲς βάσεις, γιὰ νὰ ἀποβάλει κυρίως τὶς ψυχοφθόρες βάσεις τοῦ ἀντίθετου πνεύματος καὶ τὶς προσωρινὲς τῶν κατακτητῶν. 

Πρωτίστως, εἶχαν τὸ ὅραμα τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὰ πάθη, τὰ λάθη καὶ τὴν ἁμαρτία, ποὺ ὄχι μόνο ἀπομακρύνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ μιὰ ὁλάκερη ἀμετανόητη κοινωνία μπορεῖ νὰ τὴν ὁδηγήσει στὸν πνευματικὸ θάνατο. Γι’ αὐτὸ ἡ μετάνοια καὶ ἡ προσευχή τους ἦταν μεγάλης ἔντασης, βαθιὰ καρδιακή, βαθιὰ πονεμένη καὶ ἀγκάλιαζε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὅλη τὴν Κύπρο, ὅλη τὴν  οἰκουμένη. Δὲν μποροῦσε ὁ πνευματικός τους πόνος νὰ ἐξαντληθεῖ στὴν ἐπικαιρότητα τοῦ κόσμου τούτου, στὴν ἀπελευθέρωση τῆς Κύπρου, ἢ τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ κάποιες ταλαιπωρίες καὶ ἀσθένειες. Ἀλλὰ τὰ δάκρυά τους τὰ ἔχυναν γιὰ τὴν ἀποστασία τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ προσεύχονταν γιὰ τὴν ἐπιστροφή τους στὸ θεῖο θέλημά Του, στὴν ὁδὸ ποὺ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία καὶ στὴν αἰώνια ζωὴ τοῦ Χριστοῦ.  

Ἀλίμονο σ’ ἕναν τόπο ποὺ δὲν ἔχει τέτοιους ἁγίους ἀνθρώπους! Διότι οἱ  ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ δὲν μετανοοῦν μόνο γιὰ τὰ δικά τους πάθη καὶ λάθη, ἀλλὰ μετανοοῦν γιὰ τοὺς παπποῦδες καὶ τὶς γιαγιάδες τους, γιὰ τὸν πατέρα τους, γιὰ τὴ μάνα τους, γιὰ τὴ γυναίκα τους, γιὰ τὰ παιδιά τους, γιὰ τοὺς συγγενεῖς τους, γιὰ τοὺς  προγόνους τους, ὥστε νὰ καθαρίσει ἡ κληρονομικότητά τους, γιὰ τοὺς χωριανούς τους, τοὺς συμπατριῶτες τους, γιὰ τὸν τόπο τους, γιὰ ὅλον τὸν κόσμο. Οἱ ἅγιοι ἄνθρωποι κλαῖνε καὶ θρηνοῦν προκαταβολικὰ πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς γιὰ μᾶς καὶ ὁ Θεὸς βλέποντας τὴν εἰλικρινὴ μετάνοιά τους, τοὺς δίνει συνεχῶς δῶρα. 

Κάτι τέτοιο συνέβηκε ἕνα βράδυ, ποὺ ὁ Χατζηφλουρέντζος ἦταν στὸ σπίτι τοῦ Παναῆ καὶ προσευχόντουσαν, καὶ ὁ γέρο Παναῆς ἄρχισε νὰ διηγεῖται ἕνα θαυμαστὸ γεγονὸς ποὺ τοῦ συνέβη, τὸ ὁποῖο περιγράφει μὲ πολὺ γλαφυρότητα καὶ ἐκφραστικὸ πλοῦτο ἡ συγγραφέας Γιῶτα Παρασκευᾶ στὸ βιβλίο της «Ὁ ποδηλάτης τοῦ Θεοῦ- Γέρων Χατζηφλουρέντζος», ἐκδ. Ἐν Πλῷ, 12020, Ἀθήνα, τὸ ὁποῖο καὶ παραθέτουμε: 

«Ἕνα βράδυ, μετὰ τὸ λιτὸ δεῖπνο τους, κάθονταν οἱ δυό τους στὴ σάλα τοῦ σπιτιοῦ τοῦ Παναῆ, μὲ σταυρωμένα τὰ ἀργασμένα ἀπὸ τὴ δουλειὰ καὶ τὸ γονάτισμα χέρια τους, ἐνῶ ἔξω ἦταν χαλασμὸς κόσμου. Ἡ δυνατὴ βροχὴ ἐξελίχθηκε σὲ καταιγίδα, σπάνιο γεγονὸς γιὰ τὸν ἄβροχο μεσαρίτικο κάμπο.

Τὰ ἀστραπόβροντα ἔσκιζαν τὸν σκοτεινὸ οὐρανὸ καὶ ἦταν τόσο δυνατά, ποὺ ἔτριζαν τὰ ξύλινα παραθυρόφυλλα κι ἔμοιαζε νὰ σείεται ἡ γῆ. ‘‘Μέγας εἶσαι, Κύριε, καὶ θαυμαστὰ τὰ ἒργα Σου!’’, ἔλεγε ὁ Χατζῆς καὶ σταυροκοπιόταν. ‘‘Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων’’, «ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα Σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποιήσας», ἀπαντοῦσε ὁ Παναῆς. «Ὁ ἐπιβλέπων ἐπὶ τὴν γῆν καὶ ποιῶν, αὐτὴν τρέμειν….», συνέχιζε ὁ ἴδιος καὶ ὕστερα ξανὰ ὁ Χατζηφλουρέντζος, «Μέγας, εἶσαι, Κύριε, καί θαυμαστὰ τὰ ἔργα Σου!».

Ὁ Παναῆς μετὰ ἀπὸ ἀρκετὴ σιωπή, ἄρχισε νὰ διηγεῖται μὲ δάκρυα στὰ μάτια τὸ ἑξῆς περιστατικό:

‘‘Ἦταν δείλις, ἡμέρα τῆς Παναγίας, πρὶν νὰ δύσει ὁ ἥλιος. Ἤμουν μὲ τὸν Βασίλη ἔξω στὸ ἁλώνι μας. Κάποια στιγμὴ μοῦ φωνάζει νὰ κοιτάξω ἀπέναντι ποὺ ἔρχονταν πρὸς τὸ μέρος μας ἕνας ρασοφόρος καὶ μιὰ γυναίκα. Σταθήκαμε νὰ τοὺς χαιρετήσουμε. Ὅπως πλησίαζαν, εἶδα τὸ κοπέλλιν, ἦταν πολλὰ ὄμορφον, λεβέντης.

Μὲ γενειάδα καὶ πρόσωπο φωτεινό. Τέτοιον ἄνθρωπο δὲν εἶδα ποτὲ στὴ ζωή μου. Εἶπα τότε στὸν Βασίλη: “Ἄ, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ζητιάνος, ἀλλὰ σὰν νὰ εἶναι κάποιος ἄγγελος’’. Ἡ γυναίκα, μαυροφοροῦσα σὰν καλογριά, μεγαλύτερη στὴν ἡλικία, ἀλλὰ πολλὰ γλυτζειά. Πῆγα κοντά τους καὶ τοὺς μίλησα. Ἐκεῖνος κρατοῦσε ἕναν ποξιὰ μὲ ροῦχα, τὸν ἄφησε στὴ γῆ καὶ προχώρησε λίγα βήματα πιὸ κάτω μόνος του. Ὕστερα γύρισε πίσω καὶ μᾶς εἶπε: “Πότε θὰ κάμετε τὸν περίπατό σας ἐκεῖ ποὺ πᾶτε κάθε βράδυ;” Ἐμεῖς συνηθίζαμε κάθε βράδυ νὰ περπατοῦμε στὸν δρόμο πρὸς τὴν ἐκκλησία καὶ νὰ κάνουμε τὸ Ἀπόδειπνο. “Θὰ πᾶμε τώρα, εἴμαστε ἕτοιμοι”, τοῦ ἀπάντησα. “Θὰ πάω κι ἐγὼ μαζί σας”, μᾶς εἶπε. Ξεκινήσαμε. Τὸν ρώτησα ἀπὸ ποῦ εἶναι καὶ ποῦ πηγαίνουν κι ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε ὅτι εἶναι ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ εἶχαν ἔρθει μὲ τὴ μητέρα του γιὰ λίγες μέρες. Ἄρχισε νὰ μᾶς λέει ἱστορίες ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Πόλιν, γιὰ τὴ Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν κατάσταση τοῦ κόσμου. Σὲ ὅλο τὸν δρόμο μᾶς ἔλεγε γιὰ τὰ Πάθη τοῦ Κυρίου. Μιλοῦσε ἁπαλὰ καὶ ὑπέροχα. Ἐμεῖς δακρύζαμε συνέχεια. Ὅταν τέλειωσε ὁ περίπατος, πήγαμε ὡς τὸ σπίτι μας. Τοὺς παρακάλεσα νὰ ‘μπουν μέσα. Ὁ νέος εἶπε, “θὰ γυρίσω ἐκεῖ ποὺ ἄφησα τὰ ροῦχα, γιὰ νὰ μείνω ἀπόψε”. Μπῆκα μέσα στὸ σπίτι νὰ τοὺς φέρω μερικὰ τρόφιμα. Αὐτοὶ ἔμειναν ἔξω μὲ τὸν Βασίλη. Ὁ ἀδελφός μου εἶπε ὅτι ξαφνικὰ ὁ νέος βρέθηκε νὰ κρατᾶ ἕνα πιάτο φαΐ καὶ δείχνοντας τὸ διπλανὸ σπίτι, ὅπου ἔμενε μόνη της μιὰ γριὰ θεία μας, τοῦ εἶπε: “Θὰ ‘μπῶ ἐδῶ στὴ γερόντισσα νὰ τῆς δώσω τὸ πιάτο, γιατὶ ἕνα βράδυ μοῦ ἔδωσε ἕνα πιάτο φαΐ”. Μπῆκε στὸ σπίτι αὐτὸ ἀλλὰ δὲν ἐπέστρεψε. Ὅταν γύρισα ἐγὼ μὲ τὰ τρόφιμα, ψάξαμε στὸ σπίτι τῆς γριᾶς, δὲν τὸν βρήκαμε. Μόνο στὸ τραπέζι εἴδαμε τὸ γεμάτο πιάτο ποὺ κρατοῦσε ὁ νέος. Ἄφαντοι κι αὐτὸς καὶ ἡ μητέρα του. Μᾶς ἔμεινε, ὅμως, μιὰ γλυκασιά, μιὰ ἀγαλλίαση ἀπὸ τὴν παρουσία τους’’.

Ὁ Χατζηφλουρέντζος κουνοῦσε τὸ κεφάλι μὲ νόημα, δακρύζοντας ἀσταμάτητα καὶ φιλοῦσε τὰ χέρια τοῦ παπποῦ Παναῆ, ποὺ ἀξιώθηκε μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του νὰ δοῦν, ὅπως οἱ Ἀπόστολοι στὸν δρόμο πρὸς Ἐμμαούς, τὸν μεγάλο Ἄγνωστο Ξένο καὶ τὴν Παναγία Μητέρα Του».

Η ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΤΗΣ ΛΑΙΚΗΣ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ

Ἑπομένως βλέπουμε ὅτι ὁ γέρο Παναῆς δὲν εἶναι μόνο ἕνα φυτὸ ἁγιότητας, ἕνα δέντρο εὐσκιόφυλλο, τὸ ὁποῖο βλάστησε στὴ Λύση καὶ μεταφυτεύτηκε στὴ Λάρνακα λόγῳ τῆς προσφυγιᾶς. Εἶναι καὶ αὐτό. Ἀλλά, ἦταν καὶ μέλος μιᾶς ὁμάδας ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ, ποὺ  φαίνεται ὅτι ὑπῆρχε ἀπὸ τὸ 1960 στὴν Κύπρο, οἱ ὁποῖοι ἐπιστρατεύτηκαν ἀπό τὴν Παναγία ἢ ἀπὸ κάποιον ἄγγελο γιὰ νὰ προσεύχονται καὶ νὰ μετανοοῦν γιὰ ὅλους μας, γιὰ νὰ ἔρθει τὸ κακὸ λιγότερο. Μιὰ ὁμάδα ἀνθρώπων τῆς λαϊκῆς εὐσεβείας ποὺ συνέχισαν τὴν ἐμπειρικὴ θεραπευτικὴ ἀγωγὴ τῆς κάθαρσης, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θέωσης ποὺ μᾶς διδάσκει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Καὶ εἶναι πολὺ σημαντικὸ νὰ κομίζουν λαϊκοὶ αὐτὸ τὸ ἦθος, διότι στὸν Μοναχισμὸ  θεωρεῖται αὐτονόητο. Καὶ ἂν δὲν ὑπάρχει, τότε δὲν μιλᾶμε γιὰ Ὀρθόδοξο Μοναχισμό. Στοὺς λαϊκούς, ὅταν συναντᾶς αὐτὸ τὸ ἦθος, ἀντιλαμβάνεσαι ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο δὲν εἶναι μόνο γιὰ τοὺς μοναχούς. Δὲν ὑπάρχουν δύο Εὐαγγέλια, ἕνα Εὐαγγέλιο ὑπάρχει καὶ γιὰ μοναχοὺς καὶ γιὰ λαϊκοὺς καὶ γιὰ ἐγγάμους καὶ γιὰ ἀγάμους. Ἐπίσης, τὸ μήνυμα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων εἶναι ὅτι  δὲν ὑπάρχει Ὀρθόδοξη ἁγιότητα χωρὶς ἄσκηση, χωρὶς ἀγώνα κατὰ τῶν παθῶν. Αὐτὸ σημαίνει ἄσκηση. Δὲν εἶναι μία δίαιτα. Εἶναι ἕνας τρόπος γιὰ νὰ θεραπεύσω τὰ ἀρρωστήματα τῆς ψυχῆς μου. Τὶς ἀσθένειες τῆς ψυχῆς μου. Αὐτὸ εἶναι τὰ πάθη. Ὁ γέρο Παναῆς καὶ ὅλοι οἱ ὅμοιοί του, ποὺ ἦταν ἀρκετοὶ καὶ ποὺ ἀκόμα ὑπάρχουν, δίδασκαν στὸν κόσμο τὴ θεραπευτικὴ ἀγωγὴ —ἂς τὸ προσέξουμε αὐτὸ— τῆς Μετανοίας. Δηλαδὴ μάθαιναν τοὺς ἀνθρώπους, στὰ χωριά τους, στὶς πόλεις τους, πῶς νὰ μετανοοῦν. Πῶς νὰ θεραπεύουν, δηλαδή, τὴν ψυχή τους. Καὶ τὸ σῶμα τους βέβαια. Δὲν εἶναι μόνον ἡ ψυχή. Καὶ τὸ σῶμα. Τὴ σύνολη προσωπικότητά τους. Δημιουργοῦσαν ἔτσι ὑγιεῖς ἐκκλησιαστικὲς προσωπικότητες. Καὶ μάλιστα πότε; Στὰ πρῶτα χρόνια τοῦ βίου τους. Διότι ὁ λαϊκὸς ἀσκητὴς μπορεῖ νὰ βρίσκεται μέσα στὸ σπίτι σου. Νὰ εἶναι μιὰ γιαγιά σου, νὰ εἶναι ἕνας παππούς σου, ὁ γονιός σου, ἕνας γείτονάς σου. Καὶ ἐπισημάναμε πόσο καθοριστικὰ εἶναι τὰ πρῶτα χρόνια. Ἐγὼ τὰ ἔχω ζήσει αὐτά, γι’ αὐτὸ καὶ τὰ τονίζω καὶ τὰ λέω. Καὶ ἂν σήμερα πάσχει ἡ κοινωνία, εἶναι γιατὶ δὲν ὑπάρχουν πολλοὶ Παναῆδες, πολλὲς γιαγιάδες, πολλοὶ παπποῦδες ἀσκητικόβιοι, νὰ διαβάζουν Ἀκολουθίες. Γιατὶ δὲν εἶναι μόνον ἡ νηστεία καὶ ἡ ἐγκράτεια. Νὰ μάθεις νὰ προσεύχεσαι, νὰ μετανοεῖς, νὰ ταπεινώνεσαι, δηλαδὴ νὰ ἔχεις συνεχῶς κατὰ νοῦν αὐτὸ ποὺ μοῦ ἔλεγε ἡ μάνα μου: «Πρόσεχε, γιέ μου, νὰ μὴ γύρει ὁ νοῦς σου». Αὐτὸ εἶναι καὶ συμβουλὴ τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου! Καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ποὺ εἶχαν νὰ κάνουν μὲ τὸν νοῦ, ἤξεραν πόσο σημαντικὴ ὑπόθεση εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς.

Ταῖς αὐτοῦ πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν!

Φιλοκαλικοὶ λόγοι Γέρου Παναὴ τῆς Λύσης

Η ΣΧΕΣΗ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟ  ΘΕΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΥΝΑNΘΡΩΠΟ ΜΑΣ

1. Νὰ μπορούσαμε νὰ καταλάβουμε τὴ θυσία τοῦ Υἱοῦ Του! Μᾶς λέει ὁ Χριστὸς «γιὰ σᾶς θυσιάστηκα…». Τὴν καρδιά μας θέλει. Ἐμᾶς τοὺς ἴδιους θέλει. Ἐμεῖς κάμνουμε γιορτὲς καὶ προσφέρουμε δῶρα, μὰ ὁ Θεὸς ἐμᾶς θέλει, ὄχι μόνον τὰ δῶρα μας. Ὁ Θεὸς θέλει τὴν καρδιά μας ὅλη. Μοιάζουμε σὰν τὴ μάνα ποὺ στέλλει τὰ μωρά της γιὰ νὰ δώσουν φαγητὸ στὸν παππού, χωρὶς νὰ πηγαίνει ἡ ἴδια. Καὶ ὁ παπποὺς λέει· «μὰ ἐγὼ δὲν θέλω φαγητά. Θέλω τὴ μάνα σας». 

2. «Ζητεῖτε τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσονται…». Ὅλα ὅσα ἔχουμε ἀνάγκη ὁ Θεὸς πλουσιοπάροχα μᾶς τὰ δίνει, ἀρκεῖ νὰ παραδώσουμε τὸν ἑαυτό μας σ΄ Αὐτόν. Μὲ τὶς παρακλήσεις, τοὺς ἁγιασμοὺς καὶ τὴ θεία Λειτουργία, ἡ καρδιά μας γίνεται «κατ’ οἶκον ἐκκλησία».

3. Στὴ διχόνοια νὰ λαμβάνουμε πάντα τὴ θέση τοῦ ἀδελφοῦ μας. Νὰ λέμε: ἂν ἤμουν ἐγώ, τί θὰ μοῦ ἄρεσε νὰ μοῦ κάνουν;  Ἂν θέλουμε νὰ φυλάξουμε τὸν ἑαυτό μας, θὰ πρέπει πρῶτα νὰ διασφαλίσουμε τὸν ἀδελφό μας.

4. Πρέπει ἡ καρδιά τοῦ Χριστιανοῦ νὰ εἶναι πλατιά, νὰ χωρεῖ πολλά, νὰ λυπᾶται νὰ σπλαχνίζεται. Ὅσο δίνεις, παίρνεις. «Μακάριον διδόναι ἢ λαμβάνειν». Τὸ καλὸ εἶναι καλό, ὅταν γίνεται καλά. Νὰ ἐπισκέπτεσαι συχνὰ τόπους ποὺ θλίβονται, διότι συμπάσχεις. Ὅτι καὶ νὰ προσφέρεις στὸν πονεμένο, ὅτι καὶ νὰ τοῦ δώσεις, ἂν δέν τὸν συμπονέσεις, δὲν ἔχει ἀξία. Ἐκεῖ, νὰ κλάψεις μαζί του, στὸ μαξιλάρι του. Καὶ ἐσὺ ὠφελεῖσαι καὶ ἐκεῖνος. Καὶ ἅμα ἐσὺ φύγεις ἀπὸ κοντά του, ἐκεῖνος νὰ προσευχηθεῖ γιὰ σένα ποὺ τὸν πόνεσες. Δὲν εἶναι ἀληθινὴ ἀγάπη αὐτὸ ποὺ κάμνουν μερικοί: νὰ χορεύουν, νὰ διασκεδάζουν, νὰ γλεντοῦν γιὰ φιλανθρωπικοὺς σκοπούς. Καὶ στὸ τέλος ὅτι περισσέψει νὰ λένε στοὺς φτωχοὺς «πάρτε καὶ σεῖς». Αὐτὴ ἡ ἀγάπη τὶς περισσότερες φορὲς εἶναι ἀνώφελη.

5. «Ὅπου εἶναι δύο καὶ συμφωνήσουν σὲ ὅλα, ὅτι μοῦ ζητήσουν θὰ τοὺς τὸ δώσω», εἶπε ὁ Χριστός. Εἶναι συνήθως πολὺ δύσκολο νὰ συμφωνήσουν δύο. Γιὰ νὰ συμφωνήσουν θὰ πρέπει νὰ ζοῦν καὶ οἱ δύο ἐν Κυρίω.

6. Ὅταν ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο ἔπιασε χῶμα ἀπὸ τὴ γῆ. Καὶ ἀκολούθως ἐφύσησε πνοὴ ζωῆς. Ὅταν φύγει ἡ χάρις γινόμαστε ἀπ’ ἐκείνον τὸν πηλό. Τέτοιοι εἴμαστε πλασμένοι.

7. Καλὸ εἶναι κάθε πλάσμα ποὺ τὸ πλησιάζουμε νὰ θωροῦμε τὰ καλά του.

8. Σήμερα ἔλειψε ἡ ἀγάπη, ἡ ἐμπιστοσύνη, ἡ αἰδώ, ὁ σεβασμός. Γιατί ὅμως; Ἔφυγε ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Καταργήσαμε τοὺς τύπους, ἀλλὰ ἔχουμε τὴν οὐσία; Καὶ οἱ τύποι χρειάζονται. Αὐτὸ τὸ δηλώνει καὶ ἡ φύση. Τὸ ἀθάσι (ἀμύγδαλο) θέλει πέτρα γιὰ νὰ τὸ σπάσεις, ἐπειδὴ ἔχει κέλυφος. Καὶ αὐτὸ τὸ αὐγὸ ἔχει τσόφλι.

9. Νὰ παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ νὰ στέλλει ποιμένες ἄξιους, καλοὺς οἰκονόμους. «Δεῦτε λάβετε φῶς…». Πόσα κεριὰ ἀνάβουν! Τρέχουν οἱ ἄνθρωποι νὰ πάρουν τὸ φῶς! Παίρνουν , μὰ δὲν λιγοστεύει.

10.Καὶ ὁ φύλακας ἄγγελος μᾶς ἀγαπᾶ καὶ μᾶς προστατεύει. Φωνάζει, βέβαια, ὅταν πᾶμε νὰ ἁμαρτήσουμε: «μὴ… μή…». Ὕστερα, ἀφοῦ ἐπιμένουμε, ἀποχωρεῖ. Ἔτσι σιγὰ σιγὰ ἡ συνείδησή μας πωρώνεται.

11.Πού εἶναι ὁ Θεός; Γιὰ νὰ μὴ φαίνεται, σημαίνει πὼς κάτι βάλαμε μπροστά. Εἰσάξαμεν ἐναντία. Ἔπαυσεν ὁ Θεός! Ὁ Χριστὸς μᾶς ὑποσχέθηκε: «Ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμὶ πάσας τὰς ἡμέρας, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος». Εἶναι μέσα μας ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ, ὅταν δὲν εἶναι ὁ Χριστός, γίνεται χῶρος ὅπου εὔκολα ἐνεργεῖ ὁ σατανᾶς. 

ΓΑΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

12. Ὁ γάμος συμβολίζει τὴν πνευματικὴ ἕνωση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Ἐκκλησία. «Ἑαυτὸν παρέδωκεν, ἴνα ἁγιάσῃ αὐτήν». 

13. Μετὰ τὸν γάμο θὰ πρέπει οἱ σύζυγοι νὰ ἐγκαταλείπουν συναισθηματικὰ τοὺς γονεῖς τους καὶ νὰ προσκολλᾶται ὁ ἕνας στὸν ἄλλον ̇ «Ἕνεκα τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα καὶ κολληθήσεται τῇ γυναικὶ αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν;».

14. Νὰ λές: «Τὰ πάθη τοῦ ἄντρα μου εἶναι πάθη μου ̇ τὰ ἐλαττώματά του δικά μου. Καὶ οἱ ἀρετές του πάλι δικές μου. Μαζὶ θὰ τὰ πολεμήσουμε τὰ πάθη, ἀφοῦ εἴμαστε ἕνα σῶμα».

15. Πολλοὶ ἀντὶ νὰ χωριστοῦν ἀπὸ τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο, χωρίζουν ἀπὸ τὸν σύντροφό τους, πού ῾ναι τὸ σῶμα τους. Τὸν παλαιὸν ἄνθρωπο νὰ χωρίσουμε καὶ ὄχι τὸν ἄντρα ἢ τὴν γυναίκα μας. Ἐπιβάτες στὸ ἁμάξι εἶναι τὰ παιδιά. Νὰ μὴν περιμένουμε νὰ μᾶς ἀγαπήσουν τὰ παιδιὰ ὅπως τοὺς ἀγαποῦμε ἐμεῖς. Ὁ γονιὸς ἀγαπᾶ παραπάνω. Καὶ ὁ Θεός, σὰν πατέρας, μᾶς ἀγαπᾶ πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅτι τὸν ἀγαποῦμε ἐμεῖς. Γι’ αὐτὸ νὰ μήν τὸν πικραίνουμε. Τὰ ἔδειξε ταιριαστὰ ὁ Θεός. Ἡ ἐφαρμογὴ ὅμως λείπει. Ξέρεις τί σημαίνει νὰ ἐπιστρέψει στὸ σπίτι ὁ ἄντρας κουρασμένος ἀπὸ τὴ δουλειά του καὶ νὰ βρεθεῖ ἡ γυναίκα νὰ τον παρηγορήσει καὶ νὰ τοῦ πεῖ δύο λόγια ἀγάπης! Ἀκουμπᾶ ὁ ἄντρας στὴ γυναίκα. Καὶ ἂν ὁ ἄντρας πιάσει τὸ μωρό, νὰ μπορέσει ἡ γυναίκα νὰ κάμει τὶς δουλειές, τότε γίνεται πιὸ εὔκολη ἡ ζωὴ στὴν οἰκογένεια.

16. Ὅταν θὰ γεννήσει ἡ γυναίκα, εἶναι καλὸ νὰ λέει τοὺς Χαιρετισμούς, τὸ ̇«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», καὶ τὸ ̇«Θεοτόκε Παρθένε…». Μὲ τὴν ἄσκηση ὅλα κατορθώνονται.

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΑΣΚΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

17. Τὸ ζήτημα τῆς νηστείας κανονίζεται ἀναλόγως τῆς ἀντοχῆς. Ἕνας ἀδύναμος καὶ τὴ μισὴ νηστεία νὰ κάμει τὸν φτάνει. Ἀκόμα εἶναι καὶ πολλή. Τὸ κατὰ δύναμιν… Θὰ πρέπει μὲ διάκριση νὰ νηστεύουμε ὅσο μποροῦμε. Σήμερα, μὲ τόσα πολλὰ ἀγαθά, ὁ κόσμος κουράστηκε νὰ τρώει. Ἔτσι θὰ πρέπει νὰ στραφεῖ στὴν νηστεία. Εὐτυχῶς εἶναι ἀρκετοί, ἀκόμα καὶ νέοι, ποὺ νηστεύουν, ὅλες τὶς νηστεῖες ποὺ ὁρίζει ἡ Ἐκκλησία, μάλιστα κρατᾶνε καὶ τὸ «τριήμερο» στὴν ἀρχὴ τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Προτοῦ ἀκολουθήσεις πρόγραμμα αὐστηρῆς νηστείας θὰ πρέπει νὰ κάμεις καὶ προπονήσεις. Ν’ ἀρχίσεις πρῶτα νὰ τρώεις μιὰ φορὰ τὴν ἡμέρα, ὕστερα μιὰ μέρα νὰ μὴν φᾶς, ἀκολούθως μπορεῖς νὰ μὴν τρῶς καὶ τρεῖς συνεχόμενες μέρες.

18.  Ὅποιος καταλάβει τὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου, δὲν τὸν θλίβουν τὰ κοσμικά, καὶ ἀποδίδει «τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῶ».

19. Ἡ ἁμαρτία ἀρχίζει ἀπὸ μικρή. Ἕνα ψέμα, μιὰ κλεψιά. Καλὸ εἶναι νὰ ἀποδιώχνουμε τὸν κλέφτη πρὶν φωλιάσει μέσα μας. Ὅπως τὴν ἀρρώστια ἔτσι καὶ τὸ πάθος, πρέπει νὰ τὸ ἀντιμετωπίσομε ἀπό τὴν ἀρχή.

20. Νὰ γίνουμε μεγαλόψυχοι. Ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δίνει μεγαλοψυχία. «Οἱ καρποὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθοσύνη, πίστης, πραότης, ἐγκράτεια». «Οἱ τοῦ Χριστοῦ ἐσταύρωσαν τὴν σάρκα σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις…». Διότι ἅμα ξεσηκωθεῖ τὸ πάθος εἶναι δύσκολο.

21. Ἀναλογίζεσαι πῶς ἐνεργεῖ ὁ μισόκαλος ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρώπου; Πολεμᾶ τὰ πλάσματα νὰ μὴν μεταλαμβάνουν, νὰ μὴν ἐξομολογοῦνται. Τότε, στὸν παράδεισο, μᾶς πλάνησε νὰ φᾶμε ἀπὸ τὸν ἀπαγορευμένο καρπό. Τώρα, μᾶς βάζει νὰ μὴν πλησιάζουμε στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας.

22. Στὰ λόγια τῆς Γραφῆς ὑπάρχουν χωρία ποὺ ἀγγίζουν κατάβαθα τὴν καρδιά μας. «Ἐλέησον μὲ ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου» ἢ «Ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». «Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου… Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου… Ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου… Τὸ πνεῦμά σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ….». Αὐτὰ τὰ εἶπε ὁ Δαυὶδ ὅταν ἔζησε τὴ μετάνοια. Τέτοιος ἄνθρωπος ἔπεσε σὲ τέτοια ἁμαρτήματα. Ναί, μὰ πρὸς νουθεσία μας μᾶς τὰ εἶπε τοῦτα, γιὰ νὰ μὴν ἐρχόμαστε σὲ ἀπελπισία.

23. Ἂν δοῦμε κάτι καλό, μᾶς ἀρέσει. Πόσο μάλλον νὰ τὸ κάνουμε ἐμεῖς. Ὁ σκοπὸς τοῦ ἐρχομοῦ μας στὴ γῆ εἶναι νὰ κερδίσουμε τὸν Παράδεισο. Καλοὺς χριστιανοὺς δὲν θά ‘χει στὴν κόλαση. Ἐνῶ ἕνας καλὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νά ‘ναι στὴν κόλαση, διότι ἔφυγε ἀνεξομολόγητος μὲ τὶς ἁμαρτίες του.

24. Πολλὲς φορές στὴ σιγὴ τῆς βραδιᾶς ἀπολαμβάνει ἡ καρδιά τους ψιθυρισμοὺς τοῦ Πνεύματος. Γίνεται ἕνας δέκτης ἡ ψυχὴ ποὺ ἑλκύει τὸ ἀνέσπερο φῶς. Σὲ ξάγρυπνους τσοπάνηδες ἀποκάλυψε ὁ Θεός τὸ γεγονὸς τῆς Γέννησης. Ἦταν ἀγραυλοῦντες πάνω στὸ καθῆκον τους, καὶ πρῶτοι ἀξιώθηκαν νὰ μάθουν ὅτι γεννήθηκε ὁ Χριστός. Ἡ ἀγρυπνία καὶ ἡ ταπείνωση φανερώνουν τὰ οὐράνια φῶτα.

25. Ταπείνωση εἶναι νὰ νεκρώσουμε τὸ θέλημά μας. Νὰ θέλουμε ὅτι θέλει ὁ Θεός. Νὰ γίνουμε γεφύρι νὰ περνοῦν ὅλοι ἀπὸ πάνω μας. Ἂς μοῦ κάμει ὁ ἄλλος τὸν ἔξυπνο καὶ ἂς μὲ ξεγελᾶ στὰ ὑλικά. Ὁ Θεὸς νὰ τὸν συγχωρέσει. Καὶ μὴ νομίζουμε πὼς ἔτσι κακομαθαίνουμε τοὺς ἄλλους.

26. Ἡ ὑπερηφάνεια πολεμεῖται μὲ τὸ νὰ προσεύχεται τὸ πλάσμα καὶ νὰ ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του, νὰ τὸν κάμει χῶμα, μηδέν. Τίποτα δὲν εἴμαστε. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ πᾶν, εἶναι τὸ ἕνα, μπροστὰ ἀπὸ τὰ μηδενικά. Μετὰ τὸ ἕνα ὅτι προσθέσουμε ἔχει ἀξία. Ἐὰν λείπει τὸ ἕνα, μηδὲν σὺν μηδὲν θὰ ἔχει σὰν ἀποτέλεσμα πάλι τὸ μηδέν.

27.Τρία πράγματα νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς χαρίσει: ζωντανὴ πίστη, ἐλπίδα καὶ ἐνεργὸ τὴν ἀγάπη. Τέταρτο, ὡς δῶρο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ νὰ ζητᾶμε διάκριση, νὰ ξέρουμε τί νὰ κάνουμε γιὰ τὴ σωτηρία μας, πῶς θὰ ἐνεργοῦμε καὶ τί νὰ λέμε;

ΠΙΣΤΗ – ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ

28. Ἡ πίστη εἶναι τὸ κυριότερο… Βοηθᾶ ὁ Θεός. Μοχθοῦμε, μεριμνοῦμε, ἀλλὰ ὁ Θεὸς βοηθᾶ. Καὶ πολλὰ ποὺ φοβούμαστε νὰ γίνουν, ὁ Θεὸς βοηθᾶ. Καὶ πολλὰ ποὺ φοβούμαστε νὰ γίνουν, ὁ Θεὸς δὲν τὰ ἐπιτρέπει. Ἀφοῦ δὲν θέλουμε τὸ κακό, ὁ Θεὸς μᾶς φυλάει.

29. Ὁ ἐνάντιος δίνει ἀρρώστια στὰ πλάσματα. Ὅπως τοῦ Ἰώβ, τῆς συγκύπτουσας. Δίνει ἀρρώστιες καὶ ὁ Θεός τὸ ἐπιτρέπει. Ἐμεῖς καταφεύγουμε στὴν Παναγία, στὸν ἀπόστολο Ἀνδρέα, στὸν ἅγιο Παντελεήμονα, στὸν ἅγιο Γεώργιο… γιὰ νὰ θεραπευθοῦμε. Ὅταν ὅμως δὲν εἰσακούονται οἱ προσευχές μας καταφεύγομε στὸν μάγο. Χάνουμε τότε τὴν ἐπαφή μας μὲ τὴν ἀληθινὴ ζωή, τὸν Θεό.

30. Ἡ σωτηρία ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ χρήση τοῦ χρόνου. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἔζησαν μακροχρόνια στὴν ἀρετὴ καὶ μετὰ ἔπεσαν σὲ ἁμαρτία καὶ χάθηκαν. Καὶ ἄλλοι ἁγίασαν, ἐνῶ ἔζησαν γιὰ πολλὰ χρόνια σὲ ἁμαρτία καὶ ὕστερα μετανόησαν.

31. Πολλὲς φορὲς μπορεῖ νὰ σὲ συκοφαντοῦν. Ἐσὺ νὰ λὲς: «Δόξα νά ‘χεις Θεέ μου. Δῶσε μου ὑπομονὴ νὰ δεχθῶ τὴ συκοφαντία καὶ φώτισε τους». Νὰ λέμε τὴ γνώμη μας, ἀλλὰ νὰ μὴν ἔχουμε ἀπαίτηση νὰ ἀκουστεῖ, ἔστω καὶ ἂν ξέρουμε ὅτι ἔχουμε δίκιο. Τότε ἔχουμε μισθὸ στὸν οὐρανό. 

32. Ὅταν μᾶς ρωτοῦν «πῶς πάτε;», λέμε καλά. Ἐννοοῦμε, καλὰ στὴν ὑγεία. Μὰ τοῦτα δὲν εἶναι τ’ ἀληθινὰ καλά. Ἐνῶ ὅταν ἔχουμε πειρασμοὺς καὶ δοκιμαζόμαστε, τότε παίρνουμε μισθό. Ὁ χριστιανὸς θὰ φανεῖ στὶς δοκιμασίες, στοὺς πειρασμούς. Μᾶς μαλακώνουν, ταπεινωνόμαστε, ἐγκρατευόμαστε, ἐνῶ ὅταν δὲν πειραζόμαστε… Εἶναι πολὺ σοφὰ ὅσα λέει ἡ Γραφή: «Ἐν θλίψει ἐμνήσθημέν Σου… Ἐμνησθήμεν τὸ πρωὶ τοῦ ἐλέους σου Κύριε… Εὐφρανθείημεν  ἀνθ᾿ ὧν ἡμερῶν ἐταπείνωσας ἡμᾶς… Ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με… Μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ὃν παραδέχετα…». Διαφορετικὰ εἴμαστε νόθα παιδιὰ τοῦ Θεοῦ.

33. Μερικοὶ λένε πὼς δὲν καταλαβαίνουν τὴ Λειτουργία. Μὰ ὅλοι δὲν εἶναι σπουδασμένοι; Λείπει ὅμως τὸ ἐνδιαφέρον. Οἱ παλιοὶ χριστιανοὶ εἶχαν λαχτάρα καὶ γι’ αὐτὸ τοὺς ἄρεσε ἡ Λειτουργία, ἀκόμα καὶ τοῦ ἁγίου Ἰακώβου, παρόλο ποὺ εἶναι ἐκτενής. Σήμερα πρέπει νὰ ὑπάρχουν καθίσματα ἢ νὰ εἶναι σύντομη ἡ Λειτουργία, γιὰ νὰ πάει ὁ ἄνθρωπος ἐκκλησία. Βαρὺ τὸ σῶμα, λείπει ἡ λαχτάρα. Ὅμως στὴ δουλειά, πάνω στὴ σκαλωσιά, μέσ’ τὸν ἥλιο στέκει. Στὴ μάππα (μπάλα, ποδόσφαιρο) στέκει, καὶ ἂς ὑπάρχουν καθίσματα. Ἀκόμα εἶναι ἐνδεχόμενο νὰ βρέχεται καὶ τὰ πόδια του νὰ τὸν πονέσουν ἀπὸ τὴν ὀρθοστασία! Χίλια λόγια ἀκοῦμε καὶ δὲν κουραζόμαστε. Ἀπὸ τὰ λόγια τῶν Ἀκολουθιῶν ὅμως δυσανασχετοῦμε.

Σταχυολόγηση λόγων τοῦ Γέρου Παναῆ ἀπὸ τὸ βιβλίο: Πρωτοπρεσβυτέρου Ἀνδρέα Ἀγαθοκλέους Ἐμπειρία ἁγιότητος, 3ἔκδ.,  Ἱερὸ Ἡσυχαστηρίο Ἁγίας Τριάδος, Λυθροδόντας – Κύπρος, 2010.

Ὁ Ὅσιος Γέρων Παναῆς τῆς Λύσης διαβάζει τὸν Ἑξάψαλμο

Ὁ ὅσιος Γέρων Παναῆς τῆς Λύσης διαβάζει μὲ κατανυκτικὸ ὕφος τὸν Ἑξάψαλμο.

Ἡ ψηφιακὴ ἐπεξεργασία τοῦ ἤχου πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τὴν ὁμάδα RumOrthodox.

Ἑξάμηνο μνημόσυνο τῆς μακαριστῆς Γερόντισσας καθηγουμένης τῆς Ἱ. Μ. Ἁγίου Νικολάου Ἰουστίνης Μοναχῆς (31 Δεκεμβρίου 2022)

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΟΡΦΟΥ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΟΡΟΥΝΤΗΣ

Ἑξάμηνο μνημόσυνο τῆς μακαριστῆς Γερόντισσας καθηγουμένης τῆς Ἱ. Μ. Ἁγίου Νικολάου Ἰουστίνης Μοναχῆς

Φέρεται εἰς γνῶσιν τοῦ εὐσεβοῦς πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας ὅτι τὸ Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2022 καὶ ὥρα 6:00 π.μ. θὰ τελεσθεῖ στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου παρὰ τὴν Ὀροῦντα, Όρθρος καὶ Θεία Λειτουργία. Μετὰ τὸ πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας θὰ πορευθοῦμε πρὸς τὸ κοιμητήριο τῆς Μονῆς, ὅπου θὰ τελεσθεῖ παρὰ τον τάφο τῆς μακαριστῆς καθηγουμένης τῆς Μονῆς μας, Γερόντισσας Ἰουστίνης Μοναχῆς, τὸ ἑξάμηνο μνημόσυνο αὐτῆς.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Ὀρούντης, 23.12.2022.

Ανακοίνωση Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου για το ζήτημα αποκατάστασης του π. Παγκράτιου Μερακλή

Μετά τη δημόσια εκδήλωση ενδιαφέροντος του πατρός Παγκράτιου Μερακλή στον τηλεοπτικό σταθμό Σίγμα (28.12.2022) για να επιστρέψει στα ιερατικά του καθήκοντα, ως Ιερά Μητροπόλις Μόρφου επιθυμούμε να πληροφορήσουμε τους πιστούς ότι κατά το παρελθόν συζητήσαμε με τον πατέρα Παγκράτιο το θέμα αυτό της αποκατάστασής του και ο ίδιος μας είχε δηλώσει ότι δεν ενδιαφέρεται να επιστρέψει στα λειτουργικά καθήκοντά του. Εφόσον όμως ο πατήρ Παγκράτιος φαίνεται ότι άλλαξε γνώμη, ζητήσαμε σήμερα από τον ίδιο να μας δώσει γραπτώς το αίτημα του, και με τη σειρά μας θα το καταθέσουμε στην Ιερά Σύνοδο για να διερευνηθεί εκ νέου η περίπτωσή του.

Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου, 28.12.2022 

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2022

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΘ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
7:18-25

Ἀδελφοί, ἀθέτησις μὲν γίνεται προαγούσης ἐντολῆς διὰ τὸ αὐτῆς ἀσθενὲς καὶ ἀνωφελές, οὐδὲν γὰρ ἐτελείωσεν ὁ νόμος, ἐπεισαγωγὴ δὲ κρείττονος ἐλπίδος, δι᾽ ἧς ἐγγίζομεν τῷ Θεῷ. Καὶ καθ᾽ ὅσον οὐ χωρὶς ὁρκωμοσίας, οἱ μὲν γὰρ χωρὶς ὁρκωμοσίας εἰσὶν ἱερεῖς γεγονότες, ὁ δὲ μετὰ ὁρκωμοσίας διὰ τοῦ λέγοντος πρὸς αὐτόν· ῎Ωμοσε κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται. Σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα, κατὰ τοσοῦτον κρείττονος διαθήκης γέγονεν ἔγγυος ᾽Ιησοῦς. Καὶ οἱ μὲν πλείονές εἰσι γεγονότες ἱερεῖς διὰ τὸ θανάτῳ κωλύεσθαι παραμένειν· ὁ δὲ διὰ τὸ μένειν αὐτὸν εἰς τὸν αἰῶνα ἀπαράβατον ἔχει τὴν ἱερωσύνην· ὅθεν καὶ σῴζειν εἰς τὸ παντελὲς δύναται τοὺς προσερχομένους δι᾽ αὐτοῦ τῷ Θεῷ, πάντοτε ζῶν εἰς τὸ ἐντυγχάνειν ὑπὲρ αὐτῶν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
ιβ΄ 1 – 12

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ἀμπελῶνα ἐφύτευσεν ἄνθρωπος, καὶ περιέθηκε φραγμὸν καὶ ὤρυξεν ὑπολήνιον καὶ ᾠκοδόμησε πύργον, καὶ ἐξέδετο αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ἀπεδήμησε. καὶ ἀπέστειλε πρὸς τοὺς γεωργοὺς τῷ καιρῷ δοῦλον, ἵνα παρὰ τῶν γεωργῶν λάβῃ ἀπὸ τοῦ καρποῦ τοῦ ἀμπελῶνος. καὶ λαβόντες αὐτὸν ἔδειραν καὶ ἀπέστειλαν κενόν. καὶ πάλιν ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς ἄλλον δοῦλον· κἀκεῖνον λιθοβολήσαντες ἐκεφαλαίωσαν καὶ ἀπέστειλαν ἠτιμωμένον. καὶ πάλιν ἄλλον ἀπέστειλε· κἀκεῖνον ἀπέκτειναν, καὶ πολλοὺς μὲν ἄλλους, οὓς μὲν δέροντες, οὓς δὲ ἀποκτέννοντες. ἔτι οὖν ἕνα υἱὸν ἔχων, ἀγαπητόν αὐτοῦ, ἀπέστειλε καὶ αὐτὸν ἔσχατον πρὸς αὐτοὺς λέγων ὅτι ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου. ἐκεῖνοι δὲ οἱ γεωργοὶ, θεασάμενοι αὐτόν ἐρχόμενον, πρὸς ἑαυτοὺς εἶπον ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτόν, καὶ ἡμῶν ἔσται ἡ κληρονομία. καὶ λαβόντες ἀπέκτειναν αὐτόν καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος. τί οὖν ποιήσει ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος; ἐλεύσεται καὶ ἀπολέσει τοὺς γεωργοὺς τούτους, καὶ δώσει τὸν ἀμπελῶνα ἄλλοις. οὐδὲ τὴν γραφὴν ταύτην ἀνέγνωτε, λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας· παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν; Καὶ ἐζήτουν αὐτὸν κρατῆσαι, καὶ ἐφοβήθησαν τὸν ὄχλον· ἔγνωσαν γὰρ ὅτι πρὸς αὐτοὺς τὴν παραβολὴν εἶπε. καὶ ἀφέντες αὐτὸν ἀπῆλθον.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ