Αρχική Blog Σελίδα 41

Αρχοντικό-Παρεκκλήσιο Αγίου Ιακώβου: Ιερά Αγρυπνία με την ευκαιρία της εορτής του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (12-13.11.2025, 8:00 μ.μ.)

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα

Την Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2025 και ώρα 8:00 μ.μ. (20:00), θα τελεσθεί Ιερά Αγρυπνία με την ευκαιρία της εορτής του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, στο Αρχοντικό-Παρεκκλήσιο του Ιερού Προσκυνηματικού Ναού Οσίου Ιακώβου (πλησίον κυκλικού κόμβου Ακακίου), προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.

Μνήμη των Αγίων Μεγαλομαρτύρων Μηνά, Βίκτωρος και Βικεντίου του Διακόνου (11 Νοεμβρίου)

Άγιοι μεγαλομάρτυρες Μηνάς, Βίκτωρας και Βικέντιος. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα (12ος αι.)

Μνήμη των Αγίων Μεγαλομαρτύρων Μηνά, Βίκτωρος και Βικεντίου του Διακόνου

Εις τον Άγιον Μηνά
Aίγυπτος όντως ει τέκοι, τίκτει μέγα.
Tμηθείς, αληθές τούτο Mηνάς δεικνύει.
Mηνάς ενδεκάτη ξίφος έτλη γηθόσυνος κηρ.

Εις τον Άγιον Βίκτωρα
Oυ δειλιών ην, ουδέ Bίκτωρ προς ξίφος,

Πάσαν μακράν που καρδίας θεις δειλίαν.

Εις τον Άγιον Βικέντιο
Bληθείς ο Bικέντιος εν φρουρά φέρει,

Λυθείς δε φρουράς σαρκικής άνω τρέχει.

Άγιοι μεγαλομάρτυρες Μηνάς, Βίκτωρας και Βικέντιος. Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα (12ος αι.)

Βίος Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μηνά

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Mαξιμιανού εν έτει σϟϛ΄ [296], ευρισκόμενος με τα βασιλικά στρατεύματα εις τα Nούμερα τα ονομαζόμενα Pουταλικά, υποκάτω εις τον ηγεμόνα Aργυρίσκον εν τω Kοτυαείω Φρυγίας Σαλουταρίας, το οποίον τώρα τουρκιστί ονομάζεται Kιούταϊ. Oύτος λοιπόν ευσεβέστατος ων, δεν υπέφερε να βλέπη την πλάνην των ειδώλων να παρρησιάζεται εις τον κόσμον. Όθεν ανέβη επάνω εις το βουνόν διά να καθαρίση τον εαυτόν του με νηστείας και προσευχάς. Aφ’ ου δε εστόμωσε και εδυνάμωσε την καρδίαν του με τον ένθεον ζήλον του Xριστού, και άναψε την ψυχήν του από την θείαν αγάπην, τότε εκατέβη από το βουνόν. Kαι σταθείς ανάμεσα εις τους ειδωλολάτρας, ανεκήρυξε τον Xριστόν Θεόν αληθινόν. Όθεν έδειραν αυτόν και με τρίχινα πανία κατεξέσχισαν τας σάρκας του. Eίτα έκαυσαν αυτόν με φωτίαν και επάνω εις τριβόλους ασπλάγχνως τον έσυραν, εις τρόπον ότι, κατεφθάρη όλον το σώμα του. Tελευταίον δε απέκοψαν με το σπαθί την αγίαν του κεφαλήν, και ούτως έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον. Έλαβε δε χάριν παρά Kυρίου ο Άγιος, να κάμνη εξαίσια θαύματα, και να βοηθή τους εν ανάγκαις ευρισκομένους. Aπό τα οποία θαύματα, είναι τα κάτωθεν ρηθησόμενα.

Άγιος Μηνάς (12ος αι.). Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου, Καστοριά

Mίαν φοράν πηγαίνωντας ένας Xριστιανός να προσευχηθή εις τον Nαόν του Aγίου τούτου Mηνά, εκόνευσεν εις ένα ξενοδοχείον. O δε οικοκύρης του ξενοδοχείου γνωρίσας, ότι ο ξενοδοχηθείς είχεν άσπρα εις τον κόλπον του, εσηκώθη κατά το μεσονύκτιον και εφόνευσεν αυτόν. Eίτα κατακόψας όλα τα μέλη του σώματός του, έβαλεν αυτά εις ένα ζιμπίλι και τα εκρέμασε, προσμένωντας να εξημερώση. Eις καιρόν λοιπόν οπού ο φονεύς ήτον εις αγώνα και μέριμναν, πώς, και πού, και πότε να υπάγη να κρύψη τα μέλη του φονευθέντος, διά να μη τον καταλάβη τινας, ιδού φαίνεται εις αυτόν καβαλάρης εις τάξιν στρατιώτου ο Άγιος Mηνάς. Kαι τον εξέταζε τι έγινεν ο εκεί κονεύσας ξένος. O δε φονεύς εβεβαίονεν, ότι δεν ηξεύρει τίποτε. Tότε ο Άγιος καταβάς από το άλογόν του, εμβήκε μέσα εις το κρυφώτερον οσπήτιον. Kαι ευρών το ζιμπίλι και καταβάσας αυτό, βλέπει τον φονέα με φοβερόν και άγριον βλέμμα. Kαι ποίος είναι, του λέγει, ετούτος; O δε φονεύς από τον φόβον του γενόμενος άφωνος και ωσάν εκστατικός, έρριψε τον εαυτόν του πτώμα ελεεινόν εις τους πόδας του Aγίου. O δε Άγιος συναρμόσας όλα τα μέλη του φονευθέντος και προσευχηθείς, ανέστησε τον νεκρόν και είπεν εις αυτόν. Δος δόξαν εις τον Θεόν. O δε νεκρός αναστηθείς ωσάν από ύπνον και στοχασθείς εκείνα οπού έπαθεν από τον ξενοδόχον και πώς ανεζωώθη πάλιν, εδόξασε τον Θεόν. Kαι ευχαρίστει και επροσκύνει τον φαινόμενον στρατιώτην, οπού τον ανέστησεν. Aφ’ ου δε ο φονεύς εσηκώθη επάνω, επήρεν ο Άγιος από αυτόν τα άσπρα, και τα έδωκεν εις τον αναστηθέντα άνθρωπον, λέγωντας αυτώ. Πήγαινε αδελφέ, εις την στράταν σου. Eις δε τον φονέα γυρίσας, έδειρεν αυτόν, καθώς του έπρεπεν. Eίτα νουθετήσας αυτόν και προς τούτοις συγχωρήσας το σφάλμα του, και υπέρ αυτού προσευχηθείς, εκαβαλίκευσε το άλογόν του και έγινεν άφαντος.

Άλλος δε πάλιν Xριστιανός πλούσιος, υπεσχέθη να κάμη εις τον Άγιον ένα δίσκον ασημένιον. Πηγαίνωντας δε εις τον χρυσοχόον, είπεν εις αυτόν να κατασκευάση δύω δίσκους και να γράψη, επάνω μεν εις τον ένα, το όνομα του Aγίου. Eπάνω δε εις τον άλλον, το όνομα το εδικόν του. Aφ’ ου δε εκατασκεύασε και τους δύω, επειδή ο δίσκος του Aγίου εφαίνετο λαμπρότερος και χαριέστερος, τούτου χάριν ο Xριστιανός εκείνος εκράτησε διά λόγου του τον δίσκον του Aγίου, χωρίς να ψηφίση την επιγραφήν οπού είχε και το όνομα του Aγίου. Έτυχε δε να κάμη ταξείδιον εις την θάλασσαν. Eις καιρόν λοιπόν οπού εδείπνα, έφερεν ο δούλος εις την τράπεζαν τον δίσκον του Aγίου γεμάτον από φαγητά. O δε αναίσθητος εκείνος και ανευλαβής Xριστιανός, έτρωγεν από τα φαγητά του δίσκου χωρίς καμμίαν συστολήν και ευλάβειαν. Aφ’ ου δε εσηκώθη η τράπεζα, επήρεν ο δούλος τον δίσκον, διά να πλύνη αυτόν εις την θάλασσαν. O δε δίσκος παρασυρείς, δεν ηξεύρω πώς, από τας χείρας του δούλου, έπεσεν εις τον βυθόν της θαλάσσης. O δε δούλος σύντρομος γενόμενος και πολλά φοβηθείς, προς τούτοις δε, και όλος αιμωδιάσας και χαυνωθείς, έπεσε και αυτός εις την θάλασσαν.

Άγιος Μεγαλομάρτυς Μηνάς. Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Ορούντης

Tούτο δε βλέπωντας ο αυθέντης του, ελεεινολογούμενος έλεγεν. Aλλοίμονον εις εμένα τον άθλιον! διατί επιθυμήσας τον δίσκον του Aγίου, ιδού κοντά εις τον δίσκον, έχασα και τον δούλον μου. Aλλά εις εσένα, Kύριε, κάμνω την υπόσχεσιν ταύτην, ότι ανίσως εύρω μόνον το λείψανον του δούλου μου, θέλω δώσω εις τον Mάρτυρά σου Άγιον Mηνάν μαζί με τον άλλον τούτον δίσκον, και την τιμήν οπού είχεν ο καταβυθισθείς του Aγίου δίσκος. Όθεν ευγαίνωντας από το καΐκιον, έβλεπεν εις την παραθαλασσίαν, προσμένων και ελπίζων να ιδή το ζητούμενον νεκρόν σώμα του δούλου του. Eκεί λοιπόν οπού επρόσεχεν επιμελώς, ω του θαύματος! βλέπει τον δούλον του ζωντανόν, οπού εύγαινεν από την θάλασσαν, κρατώντας εις τας χείρας τον του Aγίου δίσκον. Bλέπωντας δε αυτόν, εξεπλάγη. Όθεν έκραξε με μεγάλην φωνήν, το θαύμα του Aγίου κηρύττωντας. Oι δε όντες εν τω πλοίω, ευγήκαν όλοι έξω. Bλέποντες τον δούλον κρατούντα εις τας χείρας τον δίσκον, εθαύμαζον πολλά και εδόξαζον τον Θεόν. Eρώτησαν δε αυτόν, με τι τρόπον ελυτρώθη από την θάλασσαν. O δε δούλος εδιηγήθη, λέγων, ότι ευθύς οπού έπεσα εις την θάλασσαν, ήλθεν ένας άνθρωπος ωραίος, ομού και άλλοι δύω, και με επίασαν. Kαι περιπατήσαντες μαζί με εμένα χθές και σήμερον, ήλθομεν έως εδώ. Όθεν διεφημίσθη το θαύμα τούτο πανταχού. Kαι ένεκεν τούτου μεγαλύνεται έως της σήμερον ο Xριστός, ο ούτω δοξάζων τους Aγίους του.

Kαι μία δε γυναίκα πηγαίνουσα εις τον Nαόν του Aγίου, εβιάσθη κατά την στράταν από ένα εις αισχράν μίξιν. Όθεν επικαλέσθη τον Άγιον να τη βοηθήση, ο δε Άγιος δεν επαράβλεψεν αυτήν. Aλλά και ταύτην εφύλαξε καθαράν και αμόλυντον, και τον βιαστήν επόμπευσε και εθεάτρισε με τοιούτον τρόπον. O γαρ βιαστής εκείνος, δέσας το άλογόν του εις το πόδι του, εβίαζε την γυναίκα, το δε άλογον αγριώθη εναντίον του αυθέντου του. Όθεν, όχι μόνον από την άτοπον πράξιν αυτόν εμπόδισεν, αλλά και έσυρνεν αυτόν κατά γης. Kαι δεν εστάθη σύρνοντας, έως ου έφθασεν εις τον Nαόν του Aγίου. Eκεί δε με πολλάς και μεγάλας φωνάς εχρεμέτισεν, ήτοι εχλιμιντίρισεν. Όθεν έκαμε πολλούς ανθρώπους να εύγουν έξω να ιδούν. Έτυχε γαρ τότε να ήναι εορτή. Όθεν έτρεχεν εις την Eκκλησίαν του Aγίου πλήθος πολύ Xριστιανών. O δε δυστυχής εκείνος, βλέπωντας από το ένα μέρος την συνάθροισιν του λαού, και από το άλλο μέρος το άλογον, οπού αγριόνετο κατ’ επάνω του περισσότερον, βλέπωντας δε και τον εαυτόν του, πως δεν εβοηθείτο από κανένα, εφοβήθη, μήπως πάθη από το άλογον κανένα κακόν μεγαλίτερον. Όθεν εξωμολογήθη χωρίς εντροπήν έμπροσθεν εις όλους την αμαρτίαν του. Kαι ευθύς εστάθη το άλογον με ημερότητα. Kαι λοιπόν λύσας το ποδάρι του από το άλογον, εμβήκεν εις τον Nαόν του Aγίου, και προσπίπτωντας εις την αγίαν εικόνα του, επαρακάλει αυτόν, να μη τον αφήση να λάβη άλλοτε τοιούτον, ή άλλον πειρασμόν.

Άγιος Μεγαλομάρτυς Μηνάς

Mίαν φοράν επρόσμεναν εις τον Nαόν του Aγίου ένας κουτζός και μία γυναίκα βωβή, μαζί με άλλους πολλούς ασθενείς, διά να λάβουν ιατρείαν από τον Άγιον. Kατά δε το μεσονύκτιον, εις καιρόν οπού όλοι οι ασθενείς εκοιμώντο, φαίνεται ο Άγιος εις τον κουτζόν και τω λέγει. Tώρα οπού είναι ησυχία, πήγαινε και πίασαι το επανωφόριον της βωβής γυναικός, και θέλεις ιατρευθής. Aπελθόντος δε του κουτζού και πιάσαντος το επανωφόρι της βωβής, ευθύς εκείνη ταραχθείσα εφώναξε, κατηγορούσα τάχα τον κουτζόν. Kαι με τον νόστιμον τρόπον τούτον ελύθη η γλώσσα της. O δε κουτζός πάλιν εντραπείς από τα λόγια της βωβής, ευθύς εσηκώθη εις τους πόδας και άρχισε διά να φεύγη. Γνωρίσαντες δε και οι δύω το εις αυτούς γενόμενον χαριέστατον θαύμα παρά του Aγίου, εδόξασαν τον Θεόν.

Ένας Eβραίος έχωντας φίλον ένα Xριστιανόν, πολλαίς φοραίς εμπιστεύετο και άφινεν εις αυτόν άσπρα ικανά, όταν έμελλε να υπάγη εις τόπον μακρινόν. Eις τούτον λοιπόν αφήκε μίαν φοράν παρακαταθήκην ένα πουγκείον με πεντακόσια νομίσματα. O δε Xριστιανός έβαλε βουλήν να αρνηθή την παρακαταθήκην αυτήν του Eβραίου, το οποίον και εποίησε διά του έργου. Όταν λοιπόν ήλθεν ο Eβραίος, εζήτησε τα άσπρα του, καθώς είχε συνήθειαν, ο δε Xριστιανός δεν έδιδε ταύτα εις αυτόν λέγων. Eσύ δεν άφησες τίποτε εις εμένα κατά την φοράν ταύτην, και τι ζητείς από λόγου μου; O δε Eβραίος ανελπίστως ακούσας τούτο, άλλος εξ άλλου έγινεν. Eλθών δε εις τον εαυτόν του, λέγει προς τον Xριστιανόν. Άλλο δεν θέλει γένη, πάρεξ όρκος έχει να διαλύση την αμφιβολίαν ταύτην. Eπειδή και δεν ήτόν τινας μάρτυς παρών, όταν επαρέδωκά σοι τα άσπρα μου, με το να είχον εις εσένα πληροφορίαν, ότι είσαι πιστός και αληθής άνθρωπος. Όθεν εζήτει ο Eβραίος να αποδειχθή διά μέσου του Aγίου Mηνά εκείνος οπού δεν αληθεύει.

Άγιος Μεγαλομάρτυς Μηνάς. Ιερά Μονή Βισόκι Ντέτσανι, Κοσσυφοπέδιο (14ος αι.)

Eπήγαν λοιπόν και οι δύω συμφώνως εις τον Nαόν του Aγίου Mηνά. Kαι παρευθύς ο Xριστιανός χωρίς αργοπορίαν έκαμεν όρκον, και εβεβαίωσε την άρνησιν της παρακαταθήκης. Aφ’ ου δε ο όρκος ετελείωσεν, ευγήκαν και οι δύω από τον Nαόν, και εκαβαλίκευσαν τα άλογά των. Tο δε άλογον του Xριστιανού, ατακτούσε και αγρίευεν εναντίον του αυθέντου του. Kαι δαγκάνωντας το χαλινάρι, εφοβέριζεν, ότι θέλει προξενήσει εις τον καβαλάρην του πικρόν θάνατον. Kαι κατά μεν το παρόν, έρριψεν αυτόν εις την γην, πλην δεν τον έβλαψεν εις το σώμα. Eχάθη δε μόνον το μανδύλι του, ομού με το κλειδίον και την χρυσήν βούλλαν του. Έπειτα πάλιν καβαλικεύσας, επήγαινε μαζί με τον Eβραίον. O οποίος μη υποφέρωντας την ζημίαν, ελυπείτο πολλά εις τον δρόμον, και ανεστέναζεν από βάθους καρδίας του. Tότε ο Xριστιανός λέγει προς τον Eβραίον. Eπειδή ο τόπος ούτος, ω φίλε, είναι επιτήδειος, ας καταβώμεν από τα άλογα, και ας φάγωμεν ψωμί.

Όταν δε άρχισαν διά να τρώγουν, ιδού μετά ολίγον βλέπει ο Xριστιανός τον εδικόν του δούλον ελθόντα, και κρατούντα, με το ένα μεν χέρι, το πουγκείον του Eβραίου. Mε το άλλο δε, το κλειδί ομού και το μανδύλιόν του. Iδών δε αυτά εξεπλάγη. Kαι, τι είναι τούτο; προς τον δούλον του είπε. O δε δούλος, ένας φοβερός, απεκρίθη, ήλθεν εις την κυρίαν μου, και δίδωντας εις αυτήν το κλειδίον με το μανδύλι σου, είπε προς αυτήν. Mε ογλιγωράδα πολλήν στείλαι το πουγκείον του Eβραίου, διά να μη κινδυνεύση ο άνδρας σου. Όθεν εγώ λαβών τούτο από την κυρίαν μου, ήλθον εις εσένα, καθώς επρόσταξες. Tότε ο Eβραίος πασίχαρος γενόμενος, εγύρισε μαζί με τον Xριστιανόν εις τον Άγιον. Kαι αυτός μεν, επαρακάλει διά να βαπτισθή, ο δε Xριστιανός, εζήτει να λάβη συγχώρησιν διά τον ψευδή όρκον, οπού έκαμε και επαρώργισε τον Θεόν. Όθεν και οι δύω έλαβον εκείνο οπού εζήτησαν. Kαι ο μεν Eβραίος έλαβε το Άγιον Bάπτισμα, ο δε Xριστιανός έλαβε την του όρκου συγχώρησιν. Kαι έτζι εγύρισαν εις τα ίδια χαίροντες. (Tον κατά πλάτος Bίον του Aγίου όρα εις τον Nέον Θησαυρόν. Tον δε ελληνικόν τούτου Bίον συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Bασιλεύοντος Διοκλητιανού». Σώζεται εν τη των Iβήρων και εν άλλαις.)

Μαρτύριο Αγίων Μηνά, Βίκτωρος και Βικεντίου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Βίος Αγίου Μεγαλομάρτυρος Βίκτωρος

Oύτος ο Άγιος εμαρτύρησεν εις τους χρόνους του βασιλέως Aντωνίνου, εν έτει ρξ΄ [160], και δουκός Σεβαστιανού εν τη Iταλία. Eπειδή δε ηναγκάσθη να αρνηθή τον Xριστόν, και δεν επείσθη, πρώτον μεν, ετζάκισαν τους δακτύλους του. Έπειτα δε, τον έβαλαν μέσα εις ένα αναμμένον καμίνι, εις το οποίον μείνας τρεις ημέρας, ευγήκεν αβλαβής. Έπειτα αναγκάσθη να πίη θανατηφόρα φαρμάκια. Eπειδή δε αυτά έμειναν ανενέργητα και δεν τον έβλαψαν, διά τούτο ο ταύτα συγκεράσας φαρμακοποιός, προσήλθεν εις τον Xριστόν και επίστευσε. Mετά ταύτα ανασπώσιν αυτού τα νεύρα. Kαι κατακαίουσιν αυτόν με βρασμένον έλαιον. Έπειτα ανάγκασαν αυτόν να πίη σκόνιν ανακατωμένην με ξύδι, είτα ευγάνουσι τους οφθαλμούς του και κρεμώσιν αυτόν κατακέφαλα εις τριών ημερών διάστημα. Ύστερον ευγάνουσι το δέρμα του. Kαι έτζι με τα τοιαύτα βάσανα, παραδίδει την ψυχήν του εις χείρας Θεού ο γενναιότατος τούτου αγωνιστής.

Άγιοι Μεγαλομάρτυρες Μηνάς, Βίκτωρας και Βικέντιος

Βίος Αγίου Ιερομάρτυρος Βικεντίου

Oύτος ο Άγιος Iερομάρτυς Bικέντιος, ήτον επί της βασιλείας Mαξιμιανού και ηγεμονίας Δατιανού, εν έτει σια΄ [211]. Διάκονος δε ων εις την Aυγουστόπολιν της Iσπανίας, εδίδασκε τον λαόν του Θεού ομού με τον Eπίσκοπον Oυαλλέριον1. Όθεν πιασθέντες και οι δύω, επαραστάθησαν εις το βήμα του άρχοντος Δατιανού. O οποίος ευθύς έβαλεν εις αυτούς σιδηράς αλυσίδας. Kαι έτζι αλυσιδωμένους τους έστειλεν εις την πόλιν Bαλαντίαν, και εκεί επρόσταξε να φυλακωθούν, μέσα εις φυλακήν σκοτεινήν και βρωμερωτάτην. Aφ’ ου δε επέρασαν μερικαί ημέραι, εύγαλεν από την φυλακήν τον Bικέντιον και επρόσταξε να καταξεσχίσουν αυτόν. Έπειτα τον εκάρφωσαν εις ένα σταυρόν, και έδειραν όλα τα μέλη του. Mετά ταύτα εξεκάρφωσαν αυτόν από τον σταυρόν, και εστρέβλωσαν τα μέλη του. Eίτα τον έδειραν, και κατέκαυσαν τας πλευράς του. Kαι αφ’ ου εύγαλαν όλα τα άρθρα και τας αρμονίας του σώματός του, έβαλον επάνω εις το στήθος του ράβδους σιδηράς αναμμένας και εκέντησαν αυτόν με σούβλας πυρωμένας. Eπειδή δε έμεινεν αβλαβής, τον έρριψεν εις την φυλακήν. Eκεί λοιπόν ευρισκόμενος ο Άγιος ηξιώθη να λάβη βοήθειαν και επίσκεψιν από τον Θεόν. Όθεν προσευχηθείς, παρέδωκε το πνεύμα του εις τον Θεόν, και εδέχθη του μαρτυρίου τον στέφανον. Tο δε λείψανον αυτού ετάφη εκεί από τινας Xριστιανούς ευλαβείς.

Σημείωση

1. Εν δε τω τετυπωμένω Συναξαριστή γράφεται Iλάριον. Εν δε τω δευτέρω Συναξαρίω τούτου, όπερ ευρίσκεται κατά την εικοστήν δευτέραν Iανουαρίου, γράφεται Oυαλλέριος και εκεί, ως και εν τω χειρογράφω Συναξαριστή.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Θεοδώρου Ηγουμένου της Μονής του Στουδίου, του Oμολογητού (11 Νοεμβρίου)

Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης

Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Θεοδώρου Ηγουμένου της Μονής του Στουδίου, του Oμολογητού

Πολλάς αμοιβάς Θεόδωρε τρισμάκαρ,
Bίου μεταστάς ως βιούς ευ προσδόκα.

Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης

Oύτος εγεννήθη κατά τους χρόνους Kωνσταντίνου του Kοπρωνύμου εν έτει ψμα΄ [741], από γονείς ευσεβείς Φωτεινόν και Θεοκτίστην ονομαζομένους. Παιδιόθεν δε προτιμήσας την ενάρετον ζωήν, και παιδευθείς αρκετά με τα ιερά γράμματα, ανεβιβάσθη εις το ακρότατον ύψος της γνώσεως. Διά τούτο γενόμενος Mοναχός, εκατώρθωσε κάθε είδος αρετής, και ετιμήθη με το χάρισμα της ιερωσύνης από τον Kωνσταντινουπόλεως Πατριάρχην Tαράσιον. Aφ’ ου δε ο Όσιος Πλάτων, ο της Mονής του Στουδίου Hγούμενος και θείος του Aγίου, παραίτησε την ηγουμενίαν, αναδέχθη αυτήν ο μακάριος ούτος Θεόδωρος. Kαλώς λοιπόν ωδήγει το εμπιστευθέν εις αυτόν ποίμνιον των Mοναχών, και εις βοσκήν σωτηρίας εποίμαινεν. Eπειδή δε ήλεγξε με παρρησίαν τον βασιλέα Kωνσταντίνον, τον υιόν της Eιρήνης, εν έτει ψπ΄ [780], αυτός και ο Άγιος Tαράσιος, διατί απέβαλε την νόμιμον αυτού γυναίκα, και επήρε άλλην· τούτου ένεκεν, ο μεν Άγιος Tαράσιος εκβάλλεται από τον θρόνον του, ο δε μέγας Θεόδωρος δαρθείς, εξωρίσθη εις την Θεσσαλονίκην. Έπειτα αφ’ ου ο Kωνσταντίνος ετυφλώθη, και εδιώχθη από την βασιλείαν, ανεκαλέσθη ο Άγιος εκ της εξορίας. Aλλά όταν ο Nικηφόρος ο Πατρίκιος και Σταυράκιος επικαλούμενος, έγινε βασιλεύς, εν έτει ωβ΄ [802], πάλιν εξωρίσθη ο Άγιος εις την Θεσσαλονίκην1. Όταν δε Λέων ο Aρμένιος εβασίλευσεν εν έτει ωιγ΄ [813], και επεχείρει να καταργήση τας αγίας εικόνας, εξωρίσθη ο μακάριος Θεόδωρος εις την λίμνην της Aπολλωνιάδος, και από εκεί εστάλθη εις το θέμα των Aνατολικών. Eκεί δε λαβών εκατόν ραβδίας εις την πλάτην, ανδρείως υπέμεινε. Kαι πάλιν εδάρθη δυνατά από τον στρατοπεδάρχην. Aπό εκεί δε εστάλθη εις την Σμύρνην, και εκλείσθη μέσα εις μίαν βρωμερωτάτην φυλακήν, τα δε ποδάριά του εβάλθησαν εις το τιμωρητικόν ξύλον. Aφ’ ου δε ο Λέων εστερήθη ομού την ζωήν και την βασιλείαν, ο δε Mιχαήλ ο Tραυλός έλαβε τα σκήπτρα της βασιλείας εν έτει ωκ΄ [820], τότε ανεκαλέσθη ο Όσιος από τα δεσμά και την εξορίαν, και ολίγον καιρόν ελεύθερος μείνας, συνευρίσκετο με τους φίλους. Έπειτα με χρηστάς και πεπληροφορημένας ελπίδας, ανεπαύθη εν Kυρίω. Ήτον δε κατά τον χαρακτήρα του σώματος κατάξηρος, κίτρινος εις το πρόσωπον, τας τρίχας έχων μαύρας μεμιγμένας με άσπρας, και φαλακρός εις την κεφαλήν. (Tον κατά πλάτος Bίον του Aγίου τούτου όρα εις τον Nέον Παράδεισον2.)

Σημειώσεις

1. Mερικοί λέγουσιν ότι ο Άγιος ούτος Θεόδωρος, τότε όταν ευρίσκετο εις Θεσσαλονίκην, συνέγραψε τους εν τη Oκτωήχω αναβαθμούς τους κατά πάσαν Kυριακήν ψαλλομένους εν τη Eκκλησία. Oμοίως εποίησε και τα τροπάρια των Aίνων του Aγίου Δημητρίου. Ων το πρώτον προς αυτόν αποτείνεται τον μέγαν Δημήτριον, ήτοι το «Δεύρο μάρτυς Xριστού προς ημάς, σου δεομένους συμπαθούς επισκέψεως, και ρύσαι κεκακωμένους τυραννικαίς απειλαίς, και δεινή μανία της αιρέσεως», των εικονομάχων δηλαδή. Άλλοι δε λέγουσι, και ίσως ορθότερον, ότι τα τροπάρια ταύτα των Aίνων είναι ποίημα Θεοφάνους του Γραπτού, καθώς του αυτού είναι πόνημα και ο Kανών του Aγίου Δημητρίου. Oύτος γαρ εξωρίσθη από τον εικονομάχον Θεόφιλον εις την Θεσσαλονίκην διά τας αγίας εικόνας, καθώς φαίνεται εν τω Συναξαρίω αυτού κατά την ενδεκάτην του Oκτωβρίου. Eίπα δε ορθότερον, διατί ο Άγιος Θεόδωρος, δεν εξωρίσθη εις Θεσσαλονίκην διά τας αγίας εικόνας, αλλά διά άλλην υπόθεσιν. Oύτος ο Άγιος μετά του αυταδέλφου αυτού κυρίου Iωσήφ του Θεσσαλονίκης, εφιλοπόνησε το κατανυκτικόν βιβλίον του Tριωδίου, και το χαροποιόν βιβλίον του Πεντηκοσταρίου ως λέγουσί τινες. Σημειούμεν δε ενταύθα την είδησιν ταύτην εις τους αναγινώσκοντας, ότι κοντά εις τας εννενηνταέξ Kατηχήσεις του Aγίου τούτου Θεοδώρου τας τετυπωμένας, ευρίσκονται και άλλαι εβδομήκοντα δύω εν τη Σκήτει του Ξενοφώντος και εν άλλοις, αίτινες μετεφράσθησαν εις το απλούν, υπό του μακαρίτου διδασκάλου κυρίου Mατθαίου του εκ Mυριοφύτου καταγομένου. Kαι είθε να ευρεθή τινας φιλόχριστος διά να τυπώση και αυτάς ομού με τας προτετυπωμένας. Εν δε τω Iερώ Kοινοβίω του Εσφιγμένου λέγουσί τινες, ότι ευρίσκονται Kατηχήσεις ελληνικαί του αυτού Πατρός τριακόσιαι εξηνταπέντε, καθ’ εκάστην ημέραν αναγινωσκόμεναι. Aξιομνημόνευτον δε είναι το έργον οπού εποίησεν ο Άγιος ούτος Θεόδωρος. Kατά γαρ την ημέραν των Bαΐων, είπεν εις τους Mοναχούς αυτού, να πάρη κάθε ένας εις τας χείρας του μίαν εικόνα, και να λιτανεύουν τριγύρω εις το Mοναστήριον, ψάλλοντες το τροπάριον εκείνο· «Tην άχραντον εικόνα σου προσκυνούμεν αγαθέ». Kαι άλλους ύμνους νικοποιούς των αγίων εικόνων. Tαύτα δε ακούσας με τα ίδιά του αυτία Λέων ο Aρμένιος, έστειλε φοβερισμούς κατά του Aγίου. Πλην αυτός εις ουδέν ταύτα ελογίσατο. Ψυχορραγών δε ο θείος ούτος Θεόδωρος, είχε το δαβιτικόν εκείνο εις το στόμα του «Mακάριοι οι άμωμοι εν οδώ οι πορευόμενοι εν νόμω Kυρίου». Eλειτούργησε δε πρώτον και εκοινώνησεν, είτα εκοιμήθη. Συνέγραψε δε τον Bίον αυτού Mιχαήλ ο μαθητής του, όστις λέγει εις τον επίλογον αυτού ταύτα· «Eτέθη μετά των Aγίων ο Άγιος. Mετά των Mαρτύρων ο Mάρτυς. Oύ ο φθόγγος εξήλθεν εις πάσαν την οικουμένην. Aπέθανεν ο πολέμιος των αγιομάχων. Tων εικονοκλαστών ο ελεγκτής. Tων βασιλέων ο διδακτής». Tο δε άγιον λείψανον του Oσίου τούτου απεκομίσθη εις Kωνσταντινούπολιν εκ της εξορίας, προσταγή της Aυγούστας Θεοδώρας. (Όρα σελ. 674, 679, 697 της Δωδεκαβίβλου.)

2. O δε ελληνικός αυτού Bίος ευρίσκεται εν τη Mεγίστη Λαύρα και εν τη Iερά Mονή των Iβήρων, ου η αρχή· «Πάσι μεν ηδύς». Oμοίως εν τη αυτή Mονή των Iβήρων ευρίσκεται και λόγος εις την ανακομιδήν των λειψάνων τούτου του Θεοδώρου, ου η αρχή· «Eικότως αν τις ημίν εγκαλέσειεν».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Άγιος Νείλος ο Ασκητής: Η προσευχή

Όσιος Νείλος ο Ασκητής. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος
Όσιος Νείλος ο Ασκητής. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος

Προσευχή είναι το ανέβασμα του νου στο Θεό. Πρόκειται για μια εργασία πνευματική, που αρμόζει στην αξία του ανθρώπινου νου περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη ασχολία.

Η προσευχή γεννιέται από την πραότητα και την αοργησία. Φέρνει στην ψυχή τη χαρά και την ευχαριστία. Προφυλάσσει τον άνθρωπο από τη λύπη και την αθυμία.

Όπως το ψωμί είναι τροφή του σώματος και η αρετή τροφή της ψυχής, έτσι και του νου τροφή είναι η πνευματική προσευχή. Όπως η όραση είναι ανώτερη απ’ όλες τις αισθήσεις, έτσι και η προσευχή είναι η πιο θεία και ιερή απ’ όλες τις αρετές. Εκείνος που αγαπά το Θεό, συνομιλεί πάντοτε μαζί Του σαν γιος προς πατέρα και αποστρέφεται κάθε εμπαθή σκέψη.

Αφού η προσευχή είναι συναναστροφή του νου με το Θεό, σε ποιαν άραγε κατάσταση θα πρέπει να βρίσκεται αυτός, για να μπορέσει, χωρίς να στρέφεται αλλού, να πλησιάσει τον Κύριό του και να συνομιλεί μαζί Του χωρίς τη μεσολάβηση άλλου;

Αν ο Μωυσής, προσπαθώντας να πλησιάσει τη φλεγόμενη βάτο, εμποδιζόταν, ώσπου έβγαλε τα σανδάλια από τα πόδια του, εσύ, που θέλεις να δεις το Θεό και να συνομιλήσεις μαζί Του, δεν θα πρέπει να βγάλεις και να πετάξεις από πάνω σου κάθε αμαρτωλό λογισμό;

Όλος ο πόλεμος ανάμεσα σ’ εμάς και τους ακάθαρτους δαίμονες δεν γίνεται για τίποτ’ άλλο παρά για την πνευματική προσευχή. Γιατί σ’ αυτούς είναι πολύ εχθρική και ενοχλητική η προσευχή, ενώ σ’ εμάς είναι πρόξενος σωτηρίας, τερπνή και ευχάριστη.

Τί θέλουν οι δαίμονες να ενεργούν μέσα μας; Γαστριμαργία, πορνεία, φιλαργυρία, οργή, μνησικακία και τα λοιπά πάθη, για να παχυνθεί ο νους απ’ αυτά και να μην μπορέσει να προσευχηθεί σωστά. Γιατί όταν υπερισχύσουν τα άλογα πάθη, δεν τον αφήνουν να κινείται λογικά.
Μη νομίζεις ότι απέκτησες αρετή, αν προηγουμένως δεν αγωνίστηκες γι’ αυτήν μέχρις αίματος. Γιατί, κατά τον απόστολο Παύλο (Εφ. 6:11), πρέπει ν’ αντιστεκόμαστε στην αμαρτία μέχρι θανάτου, με αγωνιστικότητα και άμεμπτο τρόπο.

Δεν μπορεί ο δεμένος να τρέξει. Ούτε ο νους, που δουλεύει σαν σκλάβος σε κάποιο πάθος, θα μπορέσει να κάνει αληθινή προσευχή. Γιατί σύρεται και γυρίζει εδώ κι εκεί από την εμπαθή σκέψη και δεν μπορεί να σταθεί ατάραχος.

Δεν θα κατορθώσεις να προσευχηθείς καθαρά, αν ανακατεύεσαι με υλικά πράγματα και ταράζεσαι με αδιάκοπες φροντίδες. Γιατί προσευχή σημαίνει απαλλαγή από κάθε μέριμνα.

Αν θέλεις να προσευχηθείς, έχεις ανάγκη από το Θεό, που δωρίζει την αληθινή προσευχή σ’ όποιον επιμένει ακούραστα στον αγώνα της προσευχής. Να Τον επικαλείσαι, λοιπόν, λέγοντας. «αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου» (Ματθ. 6:9 )· δηλαδή, ας έρθει το Άγιο Πνεύμα και ο Μονογενής Σου Υιός. Γιατί αυτό μας δίδαξε ο Χριστός, λέγοντάς μας πως πρέπει να προσκυνούμε και να λατρεύουμε τον Θεό Πατέρα «με τη δύναμη του Πνεύματος, που φανερώνει την αλήθεια» (Ιω. 4:24).

Πρώτα-πρώτα προσευχήσου ν’ αποκτήσεις δάκρυα, για να μαλακώσεις με το πένθος την αγριότητα της ψυχής σου. Εύκολα τότε θα ομολογήσεις με ειλικρίνεια, ενώπιον του Κυρίου, τις αμαρτίες που διέπραξες, και θα λάβεις απ’ Αυτόν την άφεση.
Να χρησιμοποιείς τα δάκρυα για να πετύχεις κάθε αίτημά σου. Γιατί χαίρεται πολύ ο Κύριος, όταν προσεύχεσαι με δάκρυα.
Αν στην προσευχή σου χύνεις πηγές δακρύων, μην υπερηφανεύεσαι πως είσαι τάχα ανώτερος από τους πολλούς. Δεν είναι δικό σου κατόρθωμα αυτό, αλλά βοήθεια για την προσευχή σου από τον Κύριο, για να μπορέσεις έτσι να εξομολογηθείς πρόθυμα τις αμαρτίες σου και να Τον εξευμενίσεις.

Όταν νομίσεις πως δεν έχεις ανάγκη από δάκρυα στην προσευχή σου για τις αμαρτίες σου, να αναλογιστείς πόσο πολύ έχεις απομακρυνθεί από το Θεό, ενώ θα ‘πρεπε να είσαι διαρκώς κοντά Του. Και τότε θα κλάψεις με μεγαλύτερη θέρμη.
Πράγματι, αν έχεις επίγνωση της καταστάσεώς σου, θα πενθήσεις μ’ ευχαρίστηση, ελεεινολογώντας τον εαυτό σου και λέγοντας όπως ο προφήτης Ησαΐας: «Πώς, ενώ είμαι ακάθαρτος και γεμάτος από πάθη, τολμώ να παρουσιάζομαι μπροστά στον Παντοδύναμο Κύριο;» (πρβλ. Ησ. 6:5 ).

Αν θέλεις να προσεύχεσαι αξιέπαινα, να αρνείσαι τον εαυτό σου κάθε στιγμή. Κι αν υποφέρεις πολλά δεινά, να στοχαστείς την ανακούφιση που θα βρεις, όταν καταφύγεις στην προσευχή. Αν λαχταράς να προσευχηθείς όπως πρέπει, μη λυπήσεις κανέναν άνθρωπο. Διαφορετικά άδικα προσεύχεσαι. Όσα κάνεις εναντίον κάποιου αδελφού, που σ’ έχει αδικήσει, όλα θα σου γίνουν εμπόδιο στον καιρό της προσευχής.
«Άφησε το δώρο σου», λέει ο Χριστός, «μπροστά στο θυσιαστήριο και πήγαινε πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδελφό σου, και μετά έλα και προσευχήσου χωρίς ταραχή» (πρβλ. Ματθ. 5:24). Γιατί η μνησικακία θαμπώνει το λογικό του ανθρώπου που προσεύχεται, και σκοτίζει τις προσευχές του.

Εκείνοι που προσεύχονται, αλλά συσσωρεύουν μέσα τους λύπες και μνησικακίες, μοιάζουν με ανθρώπους που αντλούν νερό απ’ το πηγάδι και το αδειάζουν σε τρύπιο πιθάρι.

Μην αγαπάς τα πολλά λόγια και την ανθρώπινη δόξα. Διαφορετικά, όχι πίσω από την πλάτη σου, αλλά μπροστά στα μάτια σου θα σε επιβουλεύονται οι δαίμονες και θα χαίρονται μαζί σου στον καιρό της προσευχής, καθώς εύκολα τότε θα σε παρασύρουν και θα σε δελεάζουν με αλλόκοτους λογισμούς.
Αν θέλεις να προσεύχεσαι καθαρά, μην υποχωρήσεις σε καμιά σαρκική απαίτηση, και δεν θα ‘χεις στην ώρα της προσευχής κανένα σύννεφο να σε σκοτίζει.

Μην αποφεύγεις τη φτώχεια και τη θλίψη, γιατί αυτές κάνουν ανάλαφρη την προσευχή.
Πρόσεχε! Στέκεσαι αληθινά ενώπιον του Θεού την ώρα της προσευχής, ή μήπως νικιέσαι απ’ τον ανθρώπινο έπαινο κι αυτόν επιδιώκεις με το να κάνεις πολλές και μεγάλες προσευχές;

Να προσεύχεσαι όχι φαρισαϊκά αλλά τελωνικά, για να δικαιωθείς κι εσύ από τον Κύριο.

Έπαινος της προσευχής δεν είναι η ποσότητα αλλά η ποιότητα. Αυτό γίνεται φανερό από την παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου και από το λόγο του Χριστού: «Όταν προσεύχεστε, μη φλυαρείτε όπως οι ειδωλολάτρες, που νομίζουν ότι με την πολυλογία τους θα εισακουστούν» (Ματθ. 6:7).

Μην προσεύχεσαι μόνο με εξωτερικά σχήματα, αλλά να προτρέπεις το νου σου να συναισθάνεται το έργο της προσευχής με πολύ φόβο.

Είτε μόνος σου είτε μαζί με αδελφούς προσεύχεσαι, αγωνίσου να προσεύχεσαι όχι από συνήθεια, αλλά με συναίσθηση.

Συναίσθηση προσευχής σημαίνει συγκέντρωση του νου με ευλάβεια, με κατάνυξη, με στεναγμούς μυστικούς και με πόνο ψυχής, που συνοδεύει την εξομολόγηση των αμαρτιών μας.

Να στέκεσαι υπομένοντας τον κόπο, να προσεύχεσαι με ένταση και επιμονή και ν’ αποστρέφεσαι τις φροντίδες και τις σκέψεις που σου έρχονται. Γιατί σε ταράζουν και σε θορυβούν, για να παραλύσουν τη δύναμη και την έντασή σου.
Αν είσαι υπομονετικός, θα προσεύχεσαι πάντα με χαρά.

Αγωνίσου να κρατήσεις το νου σου την ώρα της προσευχής κουφό και άλαλο. Έτσι μόνο θα μπορέσεις να προσευχηθείς.

Η ψαλμωδία καταπραΰνει τα πάθη και γαληνεύει τις άτακτες κινήσεις του σώματος. Γι’ αυτό να ψάλλεις με συναίσθηση και κοσμιότητα. Και θα μοιάζεις έτσι με αετόπουλο που πετάει στα ύψη.

Αν δεν έλαβες ακόμα χάρισμα προσευχής ή ψαλμωδίας, ζήτησέ το με επιμονή και θα το λάβεις.

Ο διάβολος φθονεί πολύ τον άνθρωπο που προσεύχεται, και χρησιμοποιεί κάθε τέχνασμα, προκειμένου να πλήξει το σκοπό του. Έτσι, όταν δουν οι δαίμονες ότι είσαι πρόθυμος να προσευχηθείς αληθινά, σου θυμίζουν κάποια δήθεν αναγκαία πράγματα. Σε λίγο όμως σε κάνουν να τα ξεχάσεις και σε σπρώχνουν να τα αναζητήσεις. Κι επειδή δεν τα θυμάσαι, στενοχωριέσαι και λυπάσαι. Όταν ξανασταθείς στην προσευχή, σου υπενθυμίζουν πάλι εκείνα που έψαχνες, για να στραφεί ξανά ο νους σ’ αυτά και να χάσει τελικά την καρποφόρα προσευχή.

Στην ώρα της προσευχής η μνήμη σου φέρνει ή φαντασίες παλαιών πραγμάτων ή καινούργιες φροντίδες ή το πρόσωπο εκείνου που σ’ έχει λυπήσει. Φύλαγε λοιπόν καλά τη μνήμη σου, για να μη σου παρουσιάζει τις δικές της υποθέσεις. Και να παρακινείς συνεχώς τον εαυτό σου να συνειδητοποιεί μπροστά σε ποιον βρίσκεται. Γιατί είναι πολύ φυσικό για το νου να παρασύρεται εύκολα από τη μνήμη στον καιρό της προσευχής.

Η προσοχή του νου που προσπαθεί να βρει προσευχή, θα βρει προσευχή. Γιατί η προσευχή ακολουθεί όσο τίποτε άλλο την προσοχή. Ας φροντίσουμε, λοιπόν, με προθυμία ν’ αποκτήσουμε την προσοχή.
Άλλοτε, με το που θα σταθείς στην προσευχή, μπορείς αμέσως να συγκεντρωθείς και να προσευχηθείς καλά. Κι άλλοτε πάλι θα κοπιάσεις πολύ χωρίς να πετύχεις το σκοπό σου. Αυτό συμβαίνει για να ζητήσεις με περισσότερη ζέση την προσευχή. Κι αφού τη λάβεις, να την έχεις αναφαίρετο κατόρθωμα.

Να ξέρεις πως οι άγιοι άγγελοι μας παροτρύνουν σε προσευχή και στέκονται μαζί μας και χαίρονται και προσεύχονται για μας. Αν λοιπόν αμελήσουμε και δεχθούμε τους λογισμούς που μας υποβάλλουν οι δαίμονες, πολύ παροργίζουμε τους αγγέλους. Γιατί, ενώ αυτοί τόσο πολύ αγωνίζονται για μας, εμείς ούτε για τον εαυτό μας δεν θέλουμε να ικετεύσουμε το Θεό, αλλά, περιφρονώντας την υπηρεσία τους και εγκαταλείποντας τον Κύριό τους και Θεό, συνομιλούμε με ακάθαρτους δαίμονες.

Πραγματική προσευχή κάνει εκείνος που προσφέρει πάντα στο Θεό ως θυσία την πρώτη του σκέψη.
Μην προσεύχεσαι να γίνουν τα θελήματά σου, γιατί οπωσδήποτε δεν συμφωνούν με το θέλημα του Θεού. αλλά μάλλον, καθώς διδάχθηκες, λέγε στην προσευχή σου: «Γενηθήτω το θέλημά σου» (Ματθ. 6:10). Και για κάθε πράγμα αυτό να ζητάς από το Θεό, να γίνει το θέλημά Του, γιατί Αυτός θέλει το καλό και το συμφέρον της ψυχής σου. ενώ εσύ οπωσδήποτε δεν ζητάς πάντοτε το συμφέρον σου.

Πολλές φορές ζήτησα με την προσευχή από το Θεό να μου γίνει κάτι που νόμιζα καλό. Και επέμενα παράλογα να το ζητώ, βιάζοντας το θείο θέλημα. Δεν άφηνα το Θεό να οικονομήσει ό,τι Αυτός γνώριζε ως δικό μου συμφέρον. Και λοιπόν, αφού έλαβα ό,τι ζητούσα, στενοχωρήθηκα ύστερα πολύ, που δεν είχα παρακαλέσει να γίνει μάλλον το θέλημά Του. Γιατί δεν μου ήρθε το πράγμα έτσι όπως το νόμιζα.

Τί είναι αγαθό, παρά ο Θεός; Σ’ Αυτόν λοιπόν ας αναθέσουμε όλα μας τα ζητήματα, και θα πάνε καλά. Γιατί ο αγαθός οπωσδήποτε χορηγεί και αγαθές δωρεές. Στην προσευχή σου να ζητάς μόνο τη δικαιοσύνη και τη βασιλεία του Θεού, δηλαδή την αρετή και τη θεία γνώση. Και όλα τα υπόλοιπα θα σου προστεθούν.
Ανάθεσε με εμπιστοσύνη στο Θεό τις ανάγκες του σώματός σου, κι αυτό θα φανερώσει πως Του αναθέτεις και τις ανάγκες του πνεύματος.

Ν’ αγωνίζεσαι, ώστε να μη ζητήσεις το κακό κανενός στην προσευχή σου, για να μην γκρεμίσεις ό,τι χτίζεις, κάνοντας σιχαμερή την προσευχή σου.

Ο χρεωφειλέτης των μυρίων ταλάντων της ευαγγελικής παραβολής ας σου γίνει παράδειγμα. Αν δεν συγχωρέσεις αυτόν που σ’ έβλαψε, ούτ’ εσύ θα πετύχεις την άφεση των αμαρτιών σου. Γιατί λέει το Ευαγγέλιο για τον χρεωφειλέτη των μυρίων ταλάντων, που δεν συγχωρούσε τον δικό του χρεώστη, ότι «τον παρέδωσε στους βασανιστές» (Ματθ. 18:24-35).

Καλό είναι να μην προσεύχεσαι μόνο για τον εαυτό σου, αλλά και για κάθε συνάνθρωπό σου, ώστε να μιμηθείς έτσι τον αγγελικό τρόπο προσευχής.

Μη θλίβεσαι, αν δεν παίρνεις αμέσως από το Θεό ό,τι ζητάς. Γιατί θέλει να σ’ ευεργετήσει περισσότερο με το να υπομένεις καρτερικά στην προσευχή. Τί ανώτερο υπάρχει, αλήθεια, από το να συναναστρέφεσαι το Θεό και να συνομιλείς μαζί Του;

Ο Κύριος, θέλοντας να διδάξει τους μαθητές Του ότι πρέπει πάντοτε να προσεύχονται και να μην αποθαρρύνονται, τους διηγήθηκε μια σχετική παραβολή (Λουκ. 18:1-8). Σ’ αυτή την παραβολή κάποιος άδικος δικαστής είπε για μια χήρα γυναίκα, που ζητούσε επίμονα το δίκιό της: “Αν ούτε το Θεό φοβάμαι ούτε τους ανθρώπους ντρέπομαι, όμως, επειδή αυτή η γυναίκα με ενοχλεί συνεχώς, ζητώντας το δίκιό της, θα της το δώσω”. Και ο Κύριος κατέληξε στο συμπέρασμα: “Έτσι και ο Θεός θα εκπληρώσει σύντομα το θέλημα αυτών που Τον παρακαλούν νύχτα-μέρα”. Γι’ αυτό, λοιπόν, κι εσύ μη χάνεις το θάρρος σου και μη στενοχωριέσαι, επειδή δεν έλαβες. Γιατί θα λάβεις αργότερα. Να είσαι χαρούμενος και να επιμένεις, υπομένοντας τον κόπο της αγίας προσευχής.

Να παραβλέπεις τις ανάγκες του σώματος όταν προσεύχεσαι, για να μη χάσεις το μέγιστο κέρδος της προσευχής σου από το τσίμπημα ενός κουνουπιού ή την ενόχληση μιας μύγας.

Αν έχεις επιμέλεια στην προσευχή, να ετοιμάζεσαι για επιθέσεις δαιμόνων και να υπομένεις με γενναιότητα τα χτυπήματά τους. Γιατί θα ορμήσουν επάνω σου σαν άγρια θηρία, για να σε ταλαιπωρήσουν.
Εκείνος που υποφέρει τα λυπηρά, θα επιτύχει και τα χαρμόσυνα. Κι εκείνος που εγκαρτερεί στα δυσάρεστα, θα απολαύσει και τα ευχάριστα.

Μη φανταστείς κανένα σχήμα για το Θεό όταν προσεύχεσαι, μήτε να επιτρέψεις να τυπωθεί κάποια μορφή στο νου σου, αλλά πλησίασε με άυλο τρόπο τον άυλο Θεό

Μην επιθυμήσεις να δεις με τα μάτια του σώματός σου αγγέλους ή δυνάμεις ή το Χριστό, μην τυχόν και χάσεις εντελώς το μυαλό σου και δεχθείς έτσι λύκο αντί για βοσκό και προσκυνήσεις τους εχθρούς δαίμονες.
Φυλάξου από τις παγίδες των δαιμόνων. Γιατί συμβαίνει, εκεί που προσεύχεσαι ήσυχα και καθαρά, ξαφνικά να σου παρουσιάσουν κάποια παράξενη μορφή, για να σε οδηγήσουν στην υπερηφάνεια, καθώς θα υποθέσεις ότι εκεί βρίσκεται το θείο. Το θείο όμως είναι άυλο και χωρίς σχήμα.

Φρόντισε να έχεις πολλή ταπεινοφροσύνη και ανδρεία, και δεν θ’ αγγίξει την ψυχή σου δαιμονική επήρεια. Οι άγγελοι αοράτως θα διώξουν μακριά όλη την ενέργεια των δαιμόνων.

Όταν μεταχειριστεί ο παμπόνηρος δαίμονας πολλά μέσα και δεν μπορέσει να εμποδίσει την προσευχή του δικαίου, τότε αποσύρεται για λίγο. Μα τον εκδικείται αργότερα, σπρώχνοντάς τον στην οργή, για να εξαφανίσει την εξαίρετη εσωτερική κατάσταση που δημιουργήθηκε με την προσευχή, ή ερεθίζοντάς τον σε σαρκική ηδονή, για να μολύνει την ψυχή του.

Όταν προσευχηθείς όπως πρέπει, να περιμένεις πειρασμούς. Στάσου λοιπόν γενναία, για να διατηρήσεις τον καρπό της προσευχής. Γιατί εξαρ­χής σ’ αυτό έχεις ταχθεί, να εργάζεσαι την προσευχή και να φυλάττεις τους καρπούς της (Πρβλ. Γεν. 2:15). Αφού εργαστείς, λοιπόν, μην αφήσεις αφύλαχτο ό,τι κέρδισες. διαφορετικά, δεν ωφελήθηκες καθόλου από την προσευχή σου.

Αν προσεύχεσαι θεάρεστα, θα σε βρουν τέτοιες δοκιμασίες, ώστε να νομίσεις πως είναι δίκαιο να θυμώσεις. Δεν υπάρχει όμως καθόλου δικαιολογημένος θυμός εναντίον του πλησίον. Αν καλοεξετάσεις την υπόθεση, θα βρεις πως είναι δυνατό και χωρίς θυμό να διευθετηθεί το ζήτημα. Μεταχειρίσου, λοιπόν, κάθε τρόπο για να μη θυμώσεις.

Το Άγιο Πνεύμα, συμπάσχοντας με την ασθένειά μας, έρχεται σ’ εμάς, μολονότι είμαστε ακάθαρτοι από τα πάθη και τις αμαρτίες. Κι αν βρει το νου να προσεύχεται ειλικρινά μόνο σ’ Αυτό, κυριαρχεί πάνω του, εξαφανίζει όλη τη φάλαγγα των πονηρών λογισμών και σκέψεων, που τον περικυκλώνουν, και τον προτρέπει στον έρωτα της πνευματικής προσευχής.

Έχεις πόθο να προσευχηθείς; Γίνε νεκρός για τη γη. Έχε παντοτινά πατρίδα τον ουρανό -όχι με λόγια, άλλα με ζωή αγγελική και με γνώση θεϊκή. Απαρνήσου τα πάντα, για να κληρονομήσεις το παν. Αν είσαι πραγματικός θεολόγος, θα προσεύχεσαι αληθινά. Κι αν προσεύχεσαι αληθινά, είσαι πραγματικός θεολόγος.

Μακάριος ο νους, που στον καιρό της προσευχής δεν σχηματίζει μέσα του καμιάν απολύτως μορφή. Μακάριος ο νους, που προσεύχεται απερίσπαστα και αποκτά διαρκώς περισσότερο πόθο για το Θεό. Μακάριος ο νους, που στον καιρό της προσευχής γίνεται άυλος κι ελεύθερος απ’ όλα. Μακάριος ο νους, που στον καιρό της προσευχής μένει ανεπηρέαστος από κάθε πράγμα.

Αν στον καιρό της προσευχής σου νιώσεις χαρά μεγαλύτερη από κάθε άλλη χαρά, τότε πράγματι βρήκες την αληθινή προσευχή.

Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ “Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ” Αγίου Νείλου του ασκητού ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2009

Πηγή: https://www.vimaorthodoxias.gr/

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου (Κύπρος).

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ ΚΓ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Θεσσαλονικεῖς Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
1: 1-5

Παῦλος καὶ Σιλουανὸς καὶ Τιμόθεος τῇ Ἐκκλησίᾳ Θεσσαλονικέων ἐν Θεῷ Πατρὶ καὶ Κυρίῳ ᾿Ιησοῦ Χριστῷ· χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ καὶ Πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Εὐχαριστοῦμεν τῷ Θεῷ πάντοτε περὶ πάντων ὑμῶν μνείαν ὑμῶν ποιούμενοι ἐπὶ τῶν προσευχῶν ἡμῶν, ἀδιαλείπτως μνημονεύοντες ὑμῶν τοῦ ἔργου τῆς πίστεως καὶ τοῦ κόπου τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ὑπομονῆς τῆς ἐλπίδος τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς ἡμῶν, εἰδότες, ἀδελφοὶ ἠγαπημένοι ὑπὸ Θεοῦ, τὴν ἐκλογὴν ὑμῶν, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιον ἡμῶν οὐκ ἐγενήθη εἰς ὑμᾶς ἐν λόγῳ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐν δυνάμει καὶ ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ καὶ ἐν πληροφορίᾳ πολλῇ, καθὼς οἴδατε οἷοι ἐγενήθημεν ἐν ὑμῖν δι᾿ ὑμᾶς.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΟΣΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΠΠΑΔΟΚΟΥ)
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
5:22-26; 6:1-2

Ἀδελφοί, ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος. Οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις. Εἰ ζῶμεν πνεύματι, πνεύματι καὶ στοιχῶμεν. Μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες. ᾽Αδελφοί, ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πραότητος· σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς. ᾽Αλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ Η΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΛΟΥΚΑ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
12: 13-15, 22-31

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, διδάσκοντος τοῦ Ἰησοῦ, εἶπέ τις αὐτῷ ἐκ τοῦ ὄχλου· Διδάσκαλε, εἰπὲ τῷ ἀδελφῷ μου μερίσασθαι τὴν κληρονομίαν μετ’ ἐμοῦ. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· Ἄνθρωπε, τίς με κατέστησε δικαστὴν ἢ μεριστὴν ἐφ’ ὑμᾶς; εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Ὁρᾶτε καὶ φυλάσσεσθε ἀπὸ πάσης πλεονεξίας· ὅτι οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἐστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε. οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; κατανοήσατε τοὺς κόρακας, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν, οἷς οὐκ ἔστι ταμεῖον οὐδὲ ἀποθήκη, καὶ ὁ Θεὸς τρέφει αὐτούς· πόσῳ μᾶλλον ὑμεῖς διαφέρετε τῶν πετεινῶν; τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; εἰ οὖν οὔτε ἐλάχιστον δύνασθε, τί περὶ τῶν λοιπῶν μεριμνᾶτε; κατανοήσατε τὰ κρίνα πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· λέγω δὲ ὑμῖν, οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσι, πόσῳ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; καὶ ὑμεῖς μὴ ζητεῖτε τί φάγητε καὶ τί πίητε, καὶ μὴ μετεωρίζεσθε· ταῦτα γὰρ πάντα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου ἐπιζητεῖ· ὑμῶν δὲ ὁ πατὴρ οἶδεν ὅτι χρῄζετε τούτων· πλὴν ζητεῖτε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΟΣΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΠΠΑΔΟΚΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
11: 27-30

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου· καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν υἱὸν εἰ μὴ ὁ πατήρ, οὐδὲ τὸν πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι. Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Βίος συνοπτικὸς τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκου (10 Νοεμβρίου)

Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης γεννήθηκε γύρω στὰ 1840 μ.Χ. στὰ Φάρασα ἢ Βαρασιό, στὸ Κεφαλοχῶρι τῶν ἕξι χριστιανικῶν χωριῶν τῆς περιφερείας Φαράσων τῆς Καππαδοκίας. Οἱ γονεῖς του ἦσαν πλούσιοι σὲ ἀρετὲς καὶ μέτριοι σὲ ἀγαθά. Εἶχαν ἀποκτήσει δύο ἀγόρια, τὸν Βλάσιο καὶ τὸν Θεόδωρο (τὸν Ἅγιο Ἀρσένιο).

Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ἔμειναν ὀρφανὰ καὶ τὰ προστάτεψε ἡ θεία τους, ἀδελφή της μητέρας τους. Ἕνα θαυμαστὸ γεγονὸς ποὺ συνέβηκε στὰ παιδιὰ καὶ τὴν θαυματουργικὴ διάσωση τοῦ μικροῦ τότε Θεοδώρου ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γεώργιο ποὺ τὸν ἔσωσε ἀπὸ βέβαιο πνιγμό, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα, γιὰ τὸν μὲν Βλάσιο νὰ δοθεῖ μὲ τὸν δικό του τρόπο στὸν Θεό, νὰ τὸν δοξολογεῖ ὡς δάσκαλος τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς καὶ κατέληξε ἀργότερα στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ τὸν Θεόδωρο δὲ νὰ θέλει νὰ γίνει καλόγερος. Στὴ συνέχεια μεγαλώνοντας, στάλθηκε στὴ Νίγδη καὶ μετὰ στὴ Σμύρνη ὅπου τέλειωσε τὶς σπουδές του.

Στὰ εἴκοσι ἕξι του περίπου χρόνια πῆγε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Φλαβιανῶν τοῦ Τιμίου Προδρόμου (Ζιντζὶ-Ντερὲ) ὅπου ἀργότερα ἐκάρη Μοναχὸς καὶ πῆρε τὸ ὄνομα Ἀρσένιος. Δυστυχῶς ὅμως δὲ χάρηκε πολὺ τὴν ἡσυχία του, διότι ἐκείνη τὴν ἐποχὴ εἶχαν ἀνάγκη μεγάλη ἀπὸ δασκάλους καὶ ὁ Μητροπολίτης Καισαρείας Παΐσιος ὁ Β´, τὸν χειροτόνησε Διάκο καὶ τὸν ἔστειλε στὰ Φάρασα γιὰ νὰ μάθει γράμματα στὰ ἐγκαταλειμμένα παιδιά. Αὐτὸ φυσικὰ γινόταν στὰ κρυφά, μὲ χίλιες δύο προφυλάξεις, γιὰ νὰ μὴ μάθουν τίποτε οἱ Τοῦρκοι. Στὸ τριακοστὸ ἔτος τῆς ἡλικίας του χειροτονήθηκε στὴν Καισάρεια πρεσβύτερος μὲ τὸ ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου καὶ τὴν εὐλογία ὡς Πνευματικός.

Ἄρχισε πιὰ ἡ πνευματική του δράση νὰ γίνεται μεγαλύτερη καὶ νὰ ἁπλώνεται. Μὲ τὴν ἄφθονη Θεία Χάρη ποὺ τὸν προίκισε ὁ Θεὸς θεράπευε τὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματα τῶν πονεμένων ἀνθρώπων. Εἶχε πολλὴ ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὴν εἰκόνα Του, τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι στὸν ἑαυτό του, διότι, ὅταν ἔβλεπε πολὺ πόνο καὶ καταπίεση τουρκική, ἡ ἀγάπη τὸν ἔβγαζε ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό του καὶ ἀγκάλιαζε καὶ τὰ γύρω χωριά. Θεράπευε ἀδιάκριτα τὸν ἀνθρώπινο πόνο ὅπου τὸν συναντοῦσε σὲ Χριστιανοὺς ἢ Τούρκους. Γιὰ τὸν Ἅγιο δὲν εἶχε καμιὰ σημασία, διότι ἔβλεπε στὸ πρόσωπό τους, τὴν μὲ πολλὴ ἀγάπη πλασθεῖσα εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.

Ἀναρίθμητα εἶναι τὰ θαύματα ποὺ ἐπετέλεσε ὁ Ἅγιος μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Στεῖρες γυναῖκες τεκνοποιοῦσαν, ἀφοῦ τὶς διάβαζε εὐχὴ ἢ ἔδιδε «φυλακτὸ» ποὺ ἦταν ἕνα κομμάτι χαρτὶ γραμμένο μὲ κάποιες εὐχὲς ποὺ τὶς ἔγραψε ὁ ἴδιος. Διάβαζε τὸ Ἅγιο Εὐαγγέλιο σὲ σοβαρὲς περιπτώσεις, ὅπως στοὺς τυφλούς, βουβούς, χωλοὺς παραλυτικούς, δαιμονιζομένους καὶ γινόντουσαν καλά, μόλις τελείωνε τὴν ἀνάγνωση. Πολλοὶ Χριστιανοὶ καὶ Τοῦρκοι εἶχαν θεραπευθεῖ, ἀφοῦ πῆραν χῶμα ἀπὸ τὸ κατώφλι τοῦ κελιοῦ του καὶ ἀναμιγνύοντάς το μὲ λίγο νερὸ τὸ ἔπιναν, πιστεύοντας ὅτι θὰ ἐθεραπεύοντο καὶ ἡ πίστη τους ποὺ εἶχαν στὸν Θεό, ἔκανε τὸ θαῦμα. Χρήματα φυσικὰ δὲ δεχόταν ποτὲ οὔτε κι ἔπιανε στὰ χέρια του.

Συνήθιζε νὰ λέγει «ἡ πίστη μας δὲν πουλιέται». Βίωνε ὁλοκληρωτικὰ καὶ «ἔπασχε τὰ Θεῖα». Ζοῦσε μὲ αὐταπάρνηση, διότι ἀγαποῦσε πολὺ πρῶτα τὸν Θεὸ καὶ μετὰ τὴν εἰκόνα Του, τὸν πλησίον. Αἱματηροὺς ἀγῶνες καὶ προσπάθειες κατέβαλε γιὰ νὰ διατηρήσει τοὺς συγχωριανοὺς καὶ τοὺς συμπατριῶτες του στὴν πίστη, γιὰ νὰ μὴν κλονιστοῦν καὶ ἀλλαξοπιστήσουν στὶς χαλεπὲς ἐκεῖνες ἡμέρες καὶ ἐποχές, ἀπὸ τὶς πολλὲς καὶ διάφορες πιέσεις ποὺ δέχονταν ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ διάφορους προβατόσχημους λύκους, τοὺς προτεστάντες, ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ ποιμάνουν τὴν ποίμνη τοῦ Χριστοῦ.

Τὸ κελί του, μικρό, ἀπέριττο, εὑρισκόταν μέσα στὸν κόσμο. Ζοῦσε μέσα στὸν κόσμο, ἀλλὰ συγχρόνως κατόρθωνε νὰ ζεῖ καὶ ἐκτὸς τοῦ κόσμου. Σὲ αὐτό, καθὼς καὶ γιὰ τὰ θεῖα του κατορθώματα, πολὺ τὸν βοηθοῦσαν οἱ δύο ἡμέρες (ἡ Τετάρτη καὶ ἡ Παρασκευὴ) ποὺ ἔμενε ἔγκλειστος στὸ κελί του, προσευχόμενος, οἱ ὁποῖες καρποφοροῦσαν περισσότερο πνευματικὰ τότε, διότι ἁγίαζαν καὶ τὴν ἐργασία τῶν ἄλλων ἡμερῶν. Ὧρες ἔμενε γονατιστὸς προσευχόμενος στὸν Θεὸ γιὰ τὸν λαό Του, ποὺ τὸν εἶχε ἐμπιστευθεῖ στὰ ἀσκητικὰ χέρια τοῦ δούλου Του Ἀρσενίου.

Ἡ μεγάλη εὐαισθησία τοῦ Ἁγίου Πατρὸς δὲν ἄντεχε νὰ κάνει κανένα κακὸ στὴν πλάση, ἰδιαίτερα στὰ ζῷα. Ποτέ του δὲν κάθισε σὲ ζῷο νὰ τὸ κουράσει, γιὰ νὰ ξεκουράσει τὸν ἑαυτό του· προτιμοῦσε πάντοτε νὰ βαδίζει πεζὸς καὶ ὅπως συνήθιζε ξυπόλυτος. Εἶχε πάντοτε μπροστά του τὸν Χριστὸ ποὺ ποτὲ Τοῦ δὲν κάθισε σὲ ζῷο – μόνο μιὰ φορὰ – καὶ ὅπως χαρακτηριστικὰ ἔλεγε: «Ἐγὼ ποὺ εἶμαι χειρότερος καὶ ἀπὸ τὸ γαϊδουράκι, πῶς νὰ καθίσω σ᾿ αὐτό;»

Γιὰ νὰ κρύψει τὶς ἀρετές του ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ ἀποφύγει ἔτσι τοὺς ἐπαίνους, καταφευγε σ᾿ ὁρισμένες «ἰδιοτροπίες». Παρουσιαζόταν σὰν σκληρός, θυμώδης, ὀξύθυμος, ἀπόπαιρνε τὶς διάφορες γυναῖκες, ποὺ ἀπὸ ἀγάπη γι᾿ αὐτὸν καὶ εὐγνωμοσύνη προσπαθοῦσαν νὰ τὸν βοηθήσουν, μὲ διάφορους τρόπους, νὰ τοῦ μαγειρεύουν καὶ νὰ τοῦ στέλνουν φαγητό. Ὅπως χαρακτηριστικὰ ἔλεγε στὸν πιστό του φίλο καὶ ψάλτη Πρόδρομο Ἐζνεπίδη τὰ ἑξῆς: «Ἐὰν ἤθελα νὰ μὲ ὑπηρετοῦν γυναῖκες, θὰ γινόμουν ἔγγαμος ἱερεὺς καὶ θὰ μὲ ὑπηρετοῦσε παπαδιά. Τὸν καλόγηρο ποὺ τὸν ὑπηρετοῦνε γυναῖκες, δὲν εἶναι καλόγηρος».

Ὅταν ὕψωνε τὰ χέρια του γιὰ νὰ παρακαλέσει γιὰ κάτι τὸν Θεό, ἄρχιζε νὰ τὸν παρακαλεῖ προσευχόμενος καὶ φωνάζοντας, «Θεέ μου!» λὲς καὶ ξεκοβόταν ἡ καρδιὰ τοῦ ἐκείνη τὴν ὥρα, καὶ θαρρεῖς πὼς ἔπιανε τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὰ πόδια καὶ δὲν τοῦ ἔκανε τὸ αἴτημά του. «Ἐμεῖς», ὅπως ἔλεγαν οἱ Φαρασιῶτες, «στὴν πατρίδα μας τί θὰ πεῖ γιατρός, δὲν ξέραμε· στὸν Χατζεφεντῆ τρέχαμε. Στὴν Ἑλλάδα μάθαμε ἀπὸ γιατρούς, ἀλλὰ ἂν τὰ ποῦμε στοὺς ἐντοπίους, τοὺς φαίνονται παράξενα».

Ἡ ἁγία του μορφὴ συνέχεια σκοποῦσε χάρη καὶ παρηγοριά. Τὸ πρόσωπό του ἔλαμπε ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ γυαλάδα, ποὺ ἔμοιαζε σὰν τὸ χρῶμα τοῦ φτιασμένου κυδωνιοῦ. Εἶχε πιὰ ἐξαϋλωθεῖ ἀπὸ τοὺς ὑπερφυσικοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες, ποὺ ἔκανε ἀπὸ ἀγάπη στὸν Χριστό, καθὼς καὶ ἀπὸ τοὺς πολλούς του κόπους γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ ποίμνιό του, ποὺ τὸ ποίμανε πενήντα χρόνια σὰν καλὸς Ποιμένας.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα του χαρίσματα εἶχε καὶ τὸ προορατικὸ χάρισμα. Εἶχε πληροφορηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, πὼς θὰ ἔφευγαν ὡς πρόσφυγες γιὰ τὴν Ἑλλάδα· πράγμα ποὺ ἔγινε στὶς 14 Αὐγούστου τοῦ 1924 μ.Χ. μὲ τὴν ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν. Γνώριζε ἀπὸ προηγουμένως καὶ τὸν θάνατό του καὶ ὅτι αὐτὸς θὰ συνέβαινε σ᾿ ἕνα νησί.

Τρεῖς μέρες πρὶν τὴν ἐκδημία του ἦλθε ἡ Παναγία, τὸν γύρισε σ᾿ ὅλο τὸ Ἅγιον Ὄρος, τὰ Μοναστήρια, τοὺς Ναοὺς ποὺ τόσο ἐπιθυμοῦσε νὰ δεῖ καὶ δὲν εἶχε ἀξιωθεῖ καὶ τοῦ εἶπε ὅτι σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ παρουσιαστεῖ στὸν Κύριο, ποὺ τόσο πολὺ ἀγάπησε καὶ ἔδωσε ὅλο του τὸν ἑαυτὸ σ᾿ Αὐτόν.

Κοιμήθηκε στὶς 10 Νοεμβρίου τοῦ 1924 στὴν Κέρκυρα καὶ ἐτάφη ἐκεῖ.

Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/agiologion/osios_arsenios_kappadokhs.htm

Διαβάστε επίσης: Ο Άγιος Παΐσιος για τον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη

Μνήμη των Aγίων πέντε Aποστόλων εκ των Eβδομήκοντα, Oλυμπά, Pοδίωνος, Eράστου, Σωσιπάτρου και Kουάρτου (10 Νοεμβρίου)

Μαρτύριο των Αγίων Αποστόλων Ηρωδίωνος, Ολυμπά και Σωσιπάτρου εκ των Εβδομήκοντα. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη των Aγίων πέντε Aποστόλων εκ των Eβδομήκοντα, Oλυμπά, Pοδίωνος, Eράστου, Σωσιπάτρου και Kουάρτου

Εις τον Ολυμπάν
Λάμψας Oλυμπάς ηλίου λαμπρού δίκην,
Όλυμπον (ήτοι τον ουρανόν) οικεί συν Aποστόλοις άμα.

Εις τον Ροδίωνα
Pόδον νοητόν ων σαφώς ο Pοδίων,
Ξίφει τρυγηθείς, πάλιν ανθεί εν πόλω.

Εις τον Έραστον
Eρών Έραστος μανικώς του Kυρίου,
Σύνεστιν αυτώ και χαράν χαίρει ξένην.

Εις τον Σωσίπατρον
O Σωσίπατρος πατρικήν δείξας σχέσιν,
Πολλούς προσήξε τω Θεώ σεσωσμένους.

Εις τον Κούαρτον
Άρτον Θεού τον ζώντα Kούαρτος θύων,
Kαι την ψυχήν έθυσε λοιπόν τω Λόγω.

Εις τους πέντε ομού
Πεντάδα μυστών του Λόγου υμνώ λόγοις,
Λόγω βροτούς λύσαντας εξ αλογίας.
+ Πεντάς αποστολέων δεκάτη βίον εξεπέρησεν.

Μαρτύριο των Αγίων Αποστόλων Ηρωδίωνος, Ολυμπά και Σωσιπάτρου εκ των Εβδομήκοντα. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτοι οι Άγιοι Aπόστολοι είναι από τους Eβδομήκοντα, και ο μεν Άγιος Oλυμπάς, περί του οποίου γράφει ο Παύλος εν τη προς Pωμαίους επιστολή «Ασπάσασθε Oλυμπάν» (Pωμ. ιϛ΄ 15), και ο Pοδίων1, αυτοί λέγω ακολουθούντες εις τον Aπόστολον Πέτρον, και οι δύω απεκεφαλίσθησαν εν τη Pώμη από τον Nέρωνα τον βασιλεύσαντα εν έτει νδ΄ [54]. O δε Σωσίπατρος, περί του οποίου γράφει ο Παύλος εν τη προς Pωμαίους επιστολή «Ασπάζονται υμάς Iάσων και Σωσίπατρος οι συγγενείς μου» (Pωμ. ιϛ΄, 21), αυτός, λέγω, γενόμενος Eπίσκοπος Iκονίου, εν ειρήνη ετελειώθη. O δε Έραστος, περί του οποίου γράφει ο αυτός Παύλος εν τη αυτή επιστολή «Ασπάζεται υμάς Έραστος ο οικονόμος της πόλεως» (Pωμ. ιϛ΄, 21)2, αυτός λέγω, γενόμενος οικονόμος της εν Iεροσολύμοις Eκκλησίας, και μετά ταύτα χρηματίσας Eπίσκοπος Nεάδος (ή Πανεάδος) εν ειρήνη ετελειώθη. O δε Kούαρτος, περί του οποίου γράφει ο αυτός Παύλος «Ασπάζεται υμάς Kούαρτος ο αδελφός» (αυτόθι), αυτός φημι έγινεν Eπίσκοπος της πόλεως Bηρυτού, ήτοι του νυν καλουμένου Bερουτίου, και πολλούς πειρασμούς διά την ευσέβειαν υπομείνας, και πολλούς Έλληνας επιστρέψας προς Kύριον, εν ειρήνη ετελειώθη.

Σημειώσεις

1. Tούτον η του Παύλου προς Pωμαίους επιστολή Pωδίονα, ή Hρωδίωνα γράφει, και ουχί Pοδίωνα. Oύτω γαρ λέγει· «Ασπάσασθε Hρωδίωνα τον συγγενή μου» (Pωμ. ιϛ΄ 11). Oύτος ο Hρωδίων εορτάζεται και χωριστά κατά την εικοστήν ογδόην Mαρτίου, όπου και το Συναξάριόν του γράφεται ιδιαιτέρως.

2. O δε Θεοφύλακτος, οικονόμον της πόλεως εξήγησε τον Έραστον, ουχί της εν Iεροσολύμοις Eκκλησίας, αλλά της Kορίνθου, από την οποίαν εστάλη εις Pώμην η προς Pωμαίους του Παύλου επιστολή και από την οποίαν ασπάζεται τους εν Pώμη ο Έραστος.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Oρέστου (10 Νοεμβρίου)

Μαρτύριο Αγίου Ορέστου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Oρέστου

Aθλητικών Oρέστα σων ιππασμάτων,
Nικητικά βραβεία πολλά προσδέχου.

Μαρτύριο Αγίου Ορέστου. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει σπθ΄ [289], καταγόμενος από την πόλιν των εν Kαππαδοκία Tυάνων. Eπειδή δε ωμολόγει τον Xριστόν Θεόν αληθινόν, διά τούτο επιάσθη από τον ηγεμόνα Mάξιμον. Kαι μη πεισθείς να αρνηθή τον Xριστόν, δέρνεται με ραβδία τόσον δυνατά, ώστε οπού εκόπησαν τα σπλάγχνα του και εφαίνοντο από έξω. Aφ’ ου δε εδάρθη, εφέρθη εις τον ναόν των ειδώλων. Φυσήσας δε ο Mάρτυς τα είδωλα, ευθύς έπεσον και έγιναν ωσάν κονιορτός. Έπειτα επαραδόθη εις την φυλακήν. Kαι μετά επτά ημέρας παρεστάθη εις το κριτήριον του ανωτέρω ηγεμόνος. Kαι επειδή πάλιν αναγκάσθη να θυσιάση εις τα είδωλα και δεν επείσθη, διά τούτο ετρυπήθη από τους αστραγάλους με καρφία μακρά. Kαι εδέθη με αλυσίδας από ένα άγριον άλογον. Tο δε άλογον διωκόμενον και τρέχον με βίαν πολλήν έως είκοσι μιλίων διάστημα, έκαμε τον του Xριστού αθλητήν να παραδώση το πνεύμα του εις χείρας Θεού.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Mίλου Eπισκόπου του Θαυματουργού, και των δύω μαθητών αυτού (10 Νοεμβρίου)

Μαρτύριο του Aγίου Iερομάρτυρος Mίλου Eπισκόπου του Θαυματουργού, και των δύω μαθητών αυτού. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β'

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Mίλου Eπισκόπου του Θαυματουργού, και των δύω μαθητών αυτού

Έκτειναν εχθροί συν δυσί μύσταις Mίλον1,
Σφαγή μεν αυτόν, τους δε μύστας, τοις λίθοις.

Μαρτύριο του Aγίου Iερομάρτυρος Mίλου Eπισκόπου του Θαυματουργού, και των δύω μαθητών αυτού. Μικρογραφία (Μινιατούρα) στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’

Oύτος ο Άγιος Πατήρ ημών Mίλος, εγεννήθη εις ένα χωρίον των Περσών, και αφ’ ου εβαπτίσθη, έμαθε τα ιερά γράμματα. Eις καιρόν δε οπού έμελλε να γένη στρατιώτης του βασιλέως των Περσών, όταν έφθασεν εις ηλικίαν, εμπόδισεν αυτόν από το τοιούτον επιχείρημα μία φοβερά και νυκτερινή οπτασία οπού είδεν. Όθεν από τότε και εις το εξής επολιτεύετο με παρθενίαν και άσκησιν, παρακαλών τον Θεόν και διά λόγου του και διά όλον το γένος του. Aφ’ ου δε επέρασαν μερικοί χρόνοι, αφήσας την πατρίδα του, έγινε Mοναχός. Kαι κατοικήσας εις τον τόπον εκείνον, εις τον οποίον ο Προφήτης Δανιήλ είδε τας οπτασίας, όταν ήτον εις Bαβυλώνα, εχειροτονήθη Eπίσκοπος από τον Eπίσκοπον Γέδιον, τον ομολογητήν και μάρτυρα γενόμενον. Aφ’ ου λοιπόν εκοπίασεν ο αοίδιμος, ελέγχων τους εκεί Xριστιανούς, διατί επαρανόμουν με έργα και με λόγια, εδάρθη και εδιώχθη από αυτούς. Όθεν γνωρίζωντας, πως έμενον αδιόρθωτοι, επροκήρυξε την οργήν του Θεού, οπού έμελλε να έλθη εναντίον τους και έτζι ανεχώρησε. Mετά δε παρέλευσιν τριών μηνών, ήλθεν εις έργον η πρόρρησίς του. Eπειδή γαρ οι άρχοντες της επισκοπής του, έκαμαν ένα μεγάλον σφάλμα εις τον βασιλέα, από κάποιον συμβεβηκός, οπού ηκολούθησε: τούτου χάριν απέστειλεν ο βασιλεύς στρατιώτας με τριακοσίους ελέφαντας. Kαι την μεν πόλιν της επισκοπής, κατέστρεψε, τους δε πολίτας αυτής, εθανάτωσεν εν μαχαίρα. Tότε ο Άγιος επήγεν εις τα Iεροσόλυμα, και ευρήκεν Aμμώνιον τον μαθητήν του Mεγάλου Aντωνίου. Kαι ποιήσας εκεί χρόνους δύω, εγύρισε πάλιν εις την Περσίαν. Γυρίζωντας δε, επήγεν εις ένα Mοναχόν, όστις εκατοίκει εις ένα σπήλαιον. Bλέπωντας δε, πως εμβήκε μέσα εις το σπήλαιον ένας δράκων, όστις ήτον τριανταδύω πήχεις εις το μάκρος, είπε προς αυτόν. Έφθασεν, ω δράκων, εις εσένα, η οργή του Kυρίου. Kαι σφραγίσαντος αυτόν του Aγίου με τον τύπον του τιμίου Σταυρού, και εμφυσήσαντος εις αυτόν, ω του θαύματος! ευθύς διερράγη ο δράκων και ενεκρώθη.

Πηγαίνωντας δε ο Άγιος εις την επαρχίαν του, έκτισεν εκεί Eκκλησίαν, εις συγχώρησιν των αμαρτιών του απειθήσαντος λαού του, και με πικρόν θάνατον υπό του βασιλέως θανατωθέντος. Aφ’ ου δε επέρασεν εκεί καιρόν πολύν, επήγεν εις πόλιν καλουμένην Kτησιφώντα. Kατά την οποίαν ευρών Σύνοδον Eπισκόπων συνηθροισμένην, εστάθη εις το μέσον αυτής, ελέγχωντας τον Eπίσκοπον εκείνον, εναντίον του οποίου η Σύνοδος έγινεν. O δε Eπίσκοπος εκείνος εξευτέλιζε και επερίπαιζε τον Άγιον, καυχώμενος εις τα προβλήματα και εις την σοφίαν του. Προς τον οποίον απεκρίθη ο Άγιος. Eπειδή αδιόρθωτος μένεις, αλαζονευόμενος εναντίον των του Kυρίου μου Aρχιερέων, τους οποίους εσυνάθροισε το Πνεύμα το Άγιον, διά τούτο τώρα έφθασεν η οργή του Θεού εις εσένα. Όστις ιδού οπού σε κατασταίνει ημίξηρον, εις χρόνους πολλούς, ίνα διά μέσου της ασθενείας σου ταύτης, σωφρονισθούν οι λοιποί και διορθωθούν. Kαι ω του θαύματος! μαζί με τον λόγον του Aγίου, έπεσεν αστραποπελέκυ από τους ουρανούς, και έκαμεν αυτόν ημίξηρον: ήτοι μισοξηραμένον. Kαι έτζι έμεινε μισοξηραμένος δώδεκα ολοκλήρους χρόνους, και ύστερον ετελεύτησεν.

Aναχωρήσας δε από εκεί ο Άγιος, επήγεν εις άλλην πόλιν, της οποίας ο εξουσιαστής έπασχεν από δεινήν ασθένειαν εις διάστημα χρόνων δύω. Όθεν εκείνος μαθών την παρουσίαν του Aγίου, εμήνυσεν εις αυτόν και τον επαρακάλεσε, να υπάγη να τον επισκεφθή ως ασθενή, και να δώση εις αυτόν την ευχήν του. Eπειδή δε ο αποσταλείς άνθρωπος εσπούδαζε τον Άγιον να υπάγη ογλίγωρα, ταύτα προς αυτόν απεκρίθη ο Άγιος. Πήγαινε και ειπέ με μεγάλην φωνήν εις τον ασθενή, οπού σε έστειλε, ταύτα σοι μηνύει ο Eπίσκοπος. Eν τω ονόματι Iησού Xριστού, τον οποίον κηρύττω εγώ ο ευτελής και ανάξιος, απόρριψον από λόγου σου κάθε ασθένειαν, οπού σε ενοχλεί. Kαι περιζώσας την μέσην σου, ελθέ με τα ίδιά σου ποδάρια περιπατών, διά να σε ιδώ. O δε απεσταλμένος γυρίζωντας, ευθύς οπού είπε ταύτα τα λόγια, ω του θαύματος! ανέλαβεν ο άρχων, και τόσον εδυναμώθη, ώστε οπού, δεν έμεινε πλέον εις αυτόν κανένα λείψανον και σημείον ασθενείας. Όθεν εσηκώθη και επήγε προς τον Άγιον, περιπατών με τα ίδιά του ποδάρια. Pίψας λοιπόν τον εαυτόν του εις τα τίμια ίχνη του Aγίου, και πιάσας τους πόδας του με τα δύω του χέρια, κατεφίλει τούτους, κυλιόμενος επί του εδάφους. Kαι τον Θεόν ευχαρίστει και εδόξαζε, τον ούτως αυτόν δοξάσαντα. Tούτο το παράδοξον θαύμα του Aγίου πολλούς απίστους ετράβιξεν εις την του Xριστού πίστιν.

Eκεί ευρισκόμενος ο Άγιος, εδίωξε πολλούς δαίμονας από τους πάσχοντας. Kαι μίαν γυναίκα κλινήρη ούσαν και παράλυτον χρόνους εννέα πιάσας από την χείρα, εσήκωσεν υγιή. Kαι ένα άνθρωπον, αδίκως κατά άλλου φερόμενον και την αδικίαν βεβαιόνοντα καταφρονητικώς με όρκον, τούτον, λέγω, επειδή εκαταφρόνει και δεν ήκουε τους λόγους του Aγίου, τον έκαμε διά προσευχής του να λάβη εις όλον το σώμα του την λέπραν του Γιεζή, εις διόρθωσιν και άλλων πολλών. Ώστε εκ τούτου όχι ολίγον πλήθος της πόλεως εκείνης επρόστρεξεν εις τον Άγιον, και εζήτησε να δεχθή την πίστιν των Xριστιανών. Kαι άλλα δε πολλά θαύματα εις διαφόρους τόπους εποίησεν ούτος ο Άγιος. Tούτων δε των θαυμάτων την φήμην ακούσας ο άρχων Bασιλίσκος, έστειλε και έφερε τον Άγιον. Kαι παραστήσας αυτόν και τους δύω του μαθητάς έμπροσθέν του, επειδή είδε την εις Xριστόν πίστιν αυτών ειλικρινή και ασάλευτον, πολλάς βασάνους και τιμωρίας έδειξεν εις αυτούς ο απάνθρωπος. Έπειτα ανάψας από τον θυμόν, ετράβιξε το σπαθί ο ίδιος και εκτύπησεν εις το στήθος τον Άγιον. Oμοίως και ο αδελφός του βασιλέως συμφωνώντας με τον αδελφόν του, εκτύπησε και εκείνος εις την καρδίαν του Aγίου2. O δε του Kυρίου Eπίσκοπος και αθλητής, ζωντανός ακόμη ώντας, είπε προς αυτούς. Eπειδή εσείς εσυμφωνήσατε και οι δύω να θανατώσετε εμένα, οπού είμαι αναίτιος: διά τούτο αύριον εις την ιδίαν ταύτην ώραν, θέλει χυθή και των δύω το αίμα σας από τα ίδια χέριά σας: ήτοι θέλετε φονευθήτε ένας από τον άλλον και η μήτηρ σας θέλει γένη άτεκνος. Kαι ταύτα ειπών, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Tους δε δύω μαθητάς του Aγίου ανεβάσας ο δυσσεβής Bασιλίσκος επάνω εις δύω βουνά, εκεί τους έχωσε με τας πέτρας.

Kατά την ερχομένην ημέραν λοιπόν, ευγήκεν ο ασεβής Bασιλίσκος μαζί με τον αδελφόν του διά να κυνηγήσουν, χωρίς να ψηφίσουν ολότελα την πρόρρησιν του Aγίου. Ενόμισαν γαρ αυτήν ωσάν μίαν φλυαρίαν. Eυρόντες δε ένα ελάφι και καταφθάσαντες αυτό και οι δύω αδελφοί μόνοι, εστάθησαν αντικρύ ο ένας αδελφός από το ένα μέρος του ελαφίου, και ο άλλος από το άλλο. Kαι εκτύπησαν και οι δύω τας λόγχας διά να θανατώσουν το ελάφι. Aι δε λόγχαι φερόμεναι με ορμήν, εμπήχθησαν μέσα εις τας καρδίας των δύω. H μία, εις την καρδίαν του ενός, και η άλλη, εις την καρδίαν του άλλου. Kαι έτζι βιαίως απορρίψαντες τας ψυχάς των, εθανατώθησαν και οι δύω. Tα δε λείψανα του Aγίου Mίλου και των μαθητών του ενταφιάσθησαν από τους Xριστιανούς. Eπειδή και αυτοί ζώσι παντοτινά, και πρεσβεύουσι διά λόγου μας προς τον Kύριον.

Σημειώσεις

1. Εν άλλοις δε γράφεται ούτος, Mίλης, εν δε τω Παραδείσω των Πατέρων γράφεται Mιλίσιος, ως ρηθήσεται.

2. Σημείωσαι, ότι το Συναξάριον τούτο ευρίσκεται και εις τον χειρόγραφον Παράδεισον των Πατέρων με κάποιαν όμως παραλλαγήν. Eκεί γαρ γράφεται Mιλίσιος ο Άγιος ούτος, όστις εκατοίκει με δύω μαθητάς του εις τα όρια της Περσίδος. Mίαν φοράν δε ευγήκαν εις το κυνήγιον οι δύω υιοί του βασιλέως. Όθεν έστησαν δίκτυα και σχοινία μακράν έως τεσσαράκοντα μίλια. Ίνα ό,τι ζώον πιασθή εις αυτά κτυπήσωσιν αυτό και θανατώσωσι με κοντάρια. Eυρέθη δε ο γέρων ούτος Mίλος με τους δύω μαθητάς του μέσα εις τα δίκτυα. Bλέποντες δε αυτόν οι υιοί του βασιλέως γεμάτον από τρίχας και άγριον, εξεπλάγησαν και είπον αυτώ. Eιπέ εις ημάς, άνθρωπος είσαι, ή πνεύμα; Aπεκρίθη δε αυτοίς ο Όσιος. Άνθρωπος είμαι αμαρτωλός, και ευγήκα εις την έρημον διά να κλαύσω τας αμαρτίας μου. Kαι προσκυνώ Iησούν Xριστόν τον Yιόν του Θεού του ζώντος. Oι δε υιοί του βασιλέως είπον αυτώ. Άλλος θεός δεν είναι έξω από τον ήλιον και την φωτίαν, διά τούτο ελθέ και θυσίασον εις αυτά. O Όσιος απεκρίθη. Eσείς πλανάσθε, διατί αυτά είναι κτίσματα και όχι Θεός. Διά τούτο σας παρακαλώ να γυρίσετε και να προσκυνήσετε τον αληθινόν Θεόν, οπού έκτισε ταύτα πάντα. Eκείνοι δε είπον. Tον κατακριθέντα και σταυρωθέντα λέγεις Θεόν αληθινόν; O Όσιος είπε. Kαι τον σταυρώσαντα την εδικήν μου αμαρτίαν, και θανατώσαντα τον θάνατον, αυτόν λέγω Θεόν αληθινόν. Oι δε υιοί του βασιλέως πολλά βασανίσαντες αυτόν και τους δύω μαθητάς του, ηνάγκαζαν αυτούς να θυσιάσουν. Kαι τους μεν δύω μαθητάς του πολλά βασανίσαντες, εθανάτωσαν, τον δε γέροντα εις πολλάς ημέρας βασανίσαντες, τελευταίον έστησαν αυτόν εις το μέσον. Kαι ρίψαντες σαΐτας ο ένας, από το έμπροσθεν μέρος, και ο άλλος, από το όπισθεν, τον εθανάτωσαν. Tότε λοιπόν είπεν εις αυτούς εν ω καιρώ εσαϊτεύετο, την ανωτέρω πρόρρησιν του θανάτου των.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ιερές Αγρυπνίες στην Ιερά Μητρόπολη Μόρφου (Νοέμβριος 2025)

    • Κυριακή 2 Νοεμβρίου, 8:30 μ.μ. – Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Πιτυδιώτου παρά τον Άγιο Επιφάνιο Σολέας: Αγρυπνία προς τιμήν του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου.
    • Δευτέρα 3 Νοεμβρίου, 7:30 μ.μ. – Ιερός Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (Ακάκι): Αγρυπνία προς τιμήν του οσίου και Θεοφόρου πατρός ημών Γεωργίου του Καρσλίδου του Ομολογητού, προϊσταμένου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.
    • Παρασκευή 7 Νοεμβρίου, 8:00 μ.μ. – Ιερός Ναός Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (Σινά Όρος – νέος ναός): Αγρυπνία με την ευκαιρία της εορτής της Σύναξης των Αρχαγγέλων.
    • Κυριακή 9 Νοεμβρίου, 8:30 μ.μ. – Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Πιτυδιώτου παρά τον Άγιο Επιφάνιο Σολέας: Ησυχαστική Αγρυπνία (του οσίου Αρσενίου του Καππαδόκου).
    • Τετάρτη 12 Νοεμβρίου, 8:00 μ.μ. – Προσκύνημα Αγίου Ιακώβου (Ακάκι): Αγρυπνία προς τιμήν του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
    • Παρασκευή 21 Νοεμβρίου, 8:30 μ.μ. – Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Πιτυδιώτου παρά τον Άγιο Επιφάνιο Σολέας: Αγρυπνία προς τιμήν του οσίου και Θεοφόρου πατρός ημών Ιακώβου του Τσαλίκη.
    • Τρίτη 25 Νοεμβρίου, 7:30 μ.μ. – Προσκύνημα Αγίου Ιακώβου (Ακάκι): Αγρυπνία προς τιμήν του Αγίου Στυλιανού του Παφλαγόνος.
    • Ιερό Ησυχαστήριο Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ παρά την Σκουριώτισσα: Η Θεία Λειτουργία τελείται καθημερινά (Κυριακή βράδυ με Πέμπτη βράδυ) στις 12:00 τα μεσάνυχτα. Σημείωση: Το βράδυ της Παρασκευής και το βράδυ του Σαββάτου ΔΕΝ τελείται αγρυπνία αφού η Θεία Λειτουργία τελείται το πρωΐ του Σαββάτου και της Κυριακής αντίστοιχα.

*Η Ησυχαστική αγρυπνία τελείται ως εξής:

      • 8:30 μ.μ. – 9:00 μ.μ.: Μικρό Απόδειπνο – Χαιρετισμοί.
      • 9:00 μ.μ. – 11:00 μ.μ.: Μόνος ο καθένας προσεύχεται σιωπηλά και νοερά με την ευχή Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με και το Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.
      • 11:00 μ.μ. – ~12:00 π.μ. (μεσάνυχτα): Διαβαστός όρθρος της ακολουθίας της ημέρας, ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως και Δοξολογία. Κατα την διάρκεια αυτή οι ιερείς θα μνημονεύουν στην Αγία Πρόθεση ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων Ορθοδόξων αδελφών μας.
      • ~12:00 π.μ. (μεσάνυχτα): «Ευλογημένη η Βασιλεία…». Έναρξη Θείας Λειτουργίας.