Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου (17ος αι.). Βημόθυρο στον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Ακάκι
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου (17ος αι.). Βημόθυρο, Ιερά Μητρόπολις Μόρφου
Πάλι σήμερα έχουμε χαρμόσυνες ειδήσεις, πάλι έχουμε μηνύματα ελευθερίας, πάλι έχουμε μια ανάκληση από την πτώση και μια επάνοδο στη ζωή, μια υπόσχεση ευφροσύνης και μια απαλλαγή από τη δουλεία. Ένας άγγελος συνομιλεί με την Παρθένο, για να μην ξαναμιλήσει ο διάβολος με γυναίκα.
Λέει η Γραφή· «Τον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της Ελισάβετ στάλθηκε από τον Θεό ο άγγελος Γαβριήλ σε μια παρθένο, που ήταν μνηστευμένη με έναν άνδρα». Στάλθηκε ο Γαβριήλ, για να αποκαλύψει την παγκόσμια σωτηρία των ανθρώπων. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, να φέρει στον Αδάμ τη βέβαιη αποκατάστασή του. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, στην παρθένο, για να μεταβάλει την ατιμία του γυναικείου φίλου σε τιμή. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, για να προετοιμάσει τον νυμφικό θάλαμο, ώστε να είναι αντάξιος για τον αμόλυντο Νυμφίο. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, για να συντελέσει να νυμφευθεί το πλάσμα με τον πλάστη. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, στο έμψυχο παλάτι του βασιλιά των αγγέλων. Στάλθηκε ο Γαβριήλ στην παρθένο που ήταν αρραβωνιασμένη με τον Ιωσήφ, αλλά που προοριζόταν για τον Ιησού, τον Υιό του Θεού. Στάλθηκε ο ασώματος δούλος σε αμόλυντη παρθένο. Στάλθηκε ο χωρίς αμαρτίες σ’ αυτήν που δεν θα γνώριζε τη φθορά. Στάλθηκε ο λύχνος, για να αναγγείλει τον ήλιο της δικαιοσύνης. Στάλθηκε ο όρθρος, που έρχεται πριν από το φως της ημέρας. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, για να διαλαλήσει αυτόν που βρίσκεται στους κόλπους του Πατέρα και στην αγκαλιά της μητέρας. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, για να δείξει αυτόν που κάθεται σε θρόνο αλλά και σε σπηλιά. Στάλθηκε ένας στρατιώτης, για να διατυμπανίσει το μυστήριο του μεγάλου βασιλιά. Χαρακτηρίζω μυστήριο αυτό που γίνεται κατανοητό με την πίστη και δεν εξερευνάται με τη φιλομάθεια, πρόκειται για μυστήριο που είναι άξιο προσκυνήσεως και όχι σχολαστικής εξετάσεως, δηλαδή για μυστήριο που είναι αντικείμενο θεολογικής έρευνας και όχι για κάτι που υπόκειται σε ακριβή μέτρηση.
«Τον έκτο μήνα στάλθηκε ο Γαβριήλ στην παρθένο». Ποιόν έκτο μήνα; Ποιόν; Από τότε που η Ελισάβετ δέχθηκε το χαρμόσυνο μήνυμα, από τότε που συνέλαβε τον Ιωάννη. Από πού το συμπεραίνουμε αυτό; Το αποκαλύπτει ο ίδιος ο αρχάγγελος όταν λέει στην Παρθένο· «να, η Ελισάβετ η συγγενής σου και αυτή συνέλαβε γιο στα γεράματα της. Κι αυτός είναι ο έκτος μήνας της εγκυμοσύνης της, αυτής που θεωρούνταν στείρα». Ο έκτος μήνας λοιπόν είναι ο έκτος μήνας από τη σύλληψη του Ιωάννη. Έπρεπε λοιπόν ο στρατιώτης να φθάσει πρώτος, έπρεπε ο ακόλουθος να προηγηθεί, έπρεπε να προπορευθεί αυτός που θα αποκάλυπτε τη δεσποτική παρουσία.
«Τον έκτο μήνα στάλθηκε ο άγγελος Γαβριήλ στην Παρθένο, που ήταν αρραβωνιασμένη με έναν άνδρα», αρραβωνιασμένη όχι παντρεμένη· αρραβωνιασμένη, αλλά άθικτη. Γιατί ήταν αρραβωνιασμένη; Για να μη μάθει πολύ γρήγορα ο διάβολος το μυστήριο. Για το ότι επρόκειτο διά μέσου παρθένου να έλθει ο Βασιλιάς, αυτό το γνώριζε ο πονηρός, γιατί είχε ακούσει τις προφητείες του Ησαΐα που έλεγαν· « Να, θα συλλάβει η παρθένος και θα γεννήσει γιο». Κάθε φορά λοιπόν, όπως είναι φυσικό, εξέταζε ό,τι αναφερόταν στην παρθένο, ώστε όταν αντιληφθεί ότι ολοκληρώνεται αυτό το μυστήριο, να προετοιμάσει τις κατηγορίες του. Γι αυτό ο Δεσπότης ήλθε στη γη διά μέσου αρραβωνιασμένης, για να ξεγελάσει δηλαδή τον πονηρό, αφού αυτή όντας αρραβωνιασμένη εξασφάλιζε αυτό.
«Τον έκτο μήνα στάλθηκε ο άγγελος Γαβριήλ σε μια Παρθένο, που ήταν αρραβωνιασμένη με κάποιον που λεγόταν Ιωσήφ». Άκουσε, ακροατή, τι λέει ο προφήτης γι αυτόν τον άνθρωπο και γι αυτήν την παρθένο. « Θα δοθεί αυτό το κλειστό βιβλίο σε έναν άνθρωπο, που γνωρίζει γράμματα». Τι σημαίνει κλειστό βιβλίο, ή τι σημαίνει γενικά η αμόλυντη παρθένος; Από ποιους θα δοθεί; Είναι φανερό πως θα δοθεί από τους ιερείς. Σε ποιόν; Στον Ιωσήφ τον μαραγκό. Οι ιερείς λοιπόν αρραβώνιασαν τη Μαρία με τον Ιωσήφ, επειδή ήταν σώφρονας, και την έδωσαν σ’ αυτόν περιμένοντας τον καιρό του γάμου και αυτός βέβαια επρόκειτο παίρνοντάς την να φυλάξει αμόλυντη την Παρθένο. Αυτό πριν από πολλά χρόνια ο προφήτης το προφήτεψε· « Θα δοθεί αυτό το κλειστό βιβλίο σε έναν άνθρωπο, που γνωρίζει γράμματα» και ο οποίος θα πει· «δεν μπορώ να το διαβάσω». Γιατί Ιωσήφ δεν μπορείς; Αυτός θα απαντήσει· « Δεν μπορώ να το διαβάσω, γιατί το βιβλίο είναι κλειστό». Για ποιον φυλάγεται; «Φυλάγεται για κατοικία του Δημιουργού του σύμπαντος».
Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο θέμα μας. «Τον έκτο μήνα στάλθηκε ο Γαβριήλ στη Παρθένο» και είχε πάρει περίπου τέτοιες εντολές από τον Θεό. « Έλα λοιπόν, αρχάγγελε, γίνε υπηρέτης του φοβερού και κρυμμένου μυστηρίου, εξυπηρέτησε το θαύμα. Βιάζομαι εξαιτίας της ευσπλαχνίας μου να κατέβω από τον ουρανό και να αναζητήσω τον πλανεμένο Αδάμ. Η αμαρτία εξασθένησε τον άνθρωπο, που πλάσθηκε σύμφωνα με την εικόνα μου, σάπισε το δημιούργημα των χεριών μου και θάμπωσε την ομορφιά πού έπλασα. Ο λύκος κατατρώει το δημιούργημά μου, είναι έρημη η θέση του στον παράδεισο, το δένδρο της ζωής φυλάγεται από την πύρινη ρομφαία, έχει κλείσει πια ο τόπος της τρυφής. Επιθυμώ να ελεήσω τον κατατρεγμένο άνθρωπο και να συλλάβω τον εχθρό διάβολο. Επιθυμώ αυτό το μυστήριο να μην το μάθουν όλες οι ουράνιες δυνάμεις, σε σένα μόνο τον εμπιστεύομαι. Πήγαινε λοιπόν στην παρθένο Μαρία. Πήγαινε στη ζωντανή πόλη, για την οποία ο προφήτης έλεγε· “ Πόλη του Θεού, δοξασμένα και εξαίσια ειπώθηκαν για σένα”. Πήγαινε στον λογικό μου παράδεισο, πήγαινε προς την πύλη της ανατολής, πήγαινε στο άξιο κατοικητήριο του Λόγου μου, πήγαινε στον δεύτερο ουρανό που βρίσκεται πάνω στη γη, πήγαινε στο ελαφρό και ταχυκίνητο σύννεφο, πληροφόρησέ την για τη βροχή της παρουσίας μου, πήγαινε στο αγίασμα που ετοιμάστηκε για μένα, πήγαινε στον νυμφικό κοιτώνα της ενανθρωπήσεως, πήγαινε στον αμόλυντο νυμφικό κοιτώνα της κατά σάρκα γεννήσεώς μου. Μίλησε στα αυτιά της λογικής κιβωτού, προετοίμασέ τα να μ’ ακούσουν χωρίς να τα τρομάξεις, ούτε να ταράξεις την ψυχή της Παρθένου. Κόσμια εμφανίσου στον έμψυχο ναό μου, πες σ’ αυτήν πρώτα τη χαρούμενη είδηση. Εσύ πες στη Μαριάμ το “ Χαίρε Κεχαριτωμένη”, ώστε εγώ να ελεήσω την εξουθενωμένη Εύα».
Τ’ άκουσε αυτά ο αρχάγγελος και όπως ήταν φυσικό μονολογούσε· « Παράξενη είναι αυτή η υπόθεση, ξεπερνάει κάθε σκέψη αυτό που ειπώθηκε. Ο φοβερός στα Χερουβίμ, ο αθέατος στα Σεραφίμ, ο ακατάληπτος σ’ όλες τις ουράνιες αγγελικές δυνάμεις, υπόσχεται μια ξεχωριστή επικοινωνία στην κόρη, προμηνύει μια αυτοπρόσωπη παρουσία του, μάλλον υπόσχεται μια είσοδο διά μέσου της ακοής και βιάζεται αυτός που καταδίκασε την Εύα να δοξάσει τόσο πολύ τη θυγατέρα της; Λέει “ας ετοιμαστεί η είσοδός μου διά μέσου της ακοής”. Όμως είναι δυνατόν ανθρώπινη κοιλιά να χωρέσει τον αχώρητο; Πραγματικά αυτό το μυστήριο είναι φοβερό».
Ενώ αυτά είχε στο νου του ο άγγελος, ο Δεσπότης του λέει· «Γιατί ταράζεσαι και παραξενεύεσαι Γαβριήλ; Δεν σ’ έστειλα προηγουμένως στον ιερέα Ζαχαρία; Δεν του μετέφερες τη χαρμόσυνη είδηση της γεννήσεως του Ιωάννη; Δεν επέβαλες την τιμωρία της σιωπής στον ιερέα που δεν σε πίστεψε; Δεν καταδίκασες τον γέροντα σε αφωνία; Εσύ δεν το ανακοίνωσες κι εγώ το επικύρωσα; Δεν ακολούθησε τη χαρμόσυνη είδησή σου η πράξη; Δεν συνέλαβε η στείρα γυναίκα; Δεν υπάκουσε η μήτρα της; Δεν εξαφανίστηκε η αρρώστια της ατεκνίας; Δεν υποχώρησε η απραξία της φύσης; Τώρα δεν κυοφορεί αυτή που προηγουμένως ήταν στείρα; Μήπως για μένα τον Δημιουργό υπάρχει κάτι που είναι ακατόρθωτο; Πως λοιπόν σε κυρίεψε η αμφιβολία;».
Τι απάντησε ο άγγελος; « Δέσποτα, το να θεραπεύσεις τα σφάλματα της φύσης, το να ηρεμήσεις την τρικυμία των παθών των ανθρώπων, το να ανακαλέσεις στη ζωή νεκρωθέντα ανθρώπινα μέλη, το να διατάξεις τη φύση ώστε να γεννήσει μια στείρα γυναίκα, το να θεραπεύσεις τη στείρωση σε γερασμένα μέλη, το να μετασχηματίσεις ένα γερασμένο ξερό καλάμι σε χλοερό, το να κάνεις την άγονη γη ξαφνικά πηγή σπαρτών, είναι πράγματα που γίνονται πάντοτε με τη δική σου δύναμη. Μάρτυρες που αποδεικνύουν όλα τα παραπάνω είναι η Σάρρα, η Ρεβέκκα και η Άννα, οι οποίες, ενώ ήταν υποδουλωμένες στη φοβερή ασθένεια της στειρώσεως, απελευθερώθηκαν από σένα. Το να γεννήσει όμως παρθένος χωρίς τη συμμετοχή άνδρα, αυτό ξεπερνάει όλους τους νόμους της φύσης, αλλά και προαναγγέλλει τη δική σου παρουσία στην κόρη. Εσένα δεν σε χωρούν τα πέρατα του ουρανού και της γης, πως θα σε χωρέσει μια παρθενική μήτρα;». Ο Δεσπότης απάντησε· « Πως με χώρεσε η σκηνή του Αβραάμ;». Ο άγγελος είπε· « Επειδή, Δέσποτα, υπήρχε ένα πέλαγος φιλοξενίας, εκεί εμφανίστηκες στον Αβραάμ, δηλαδή στη σκηνή του, που ήταν δίπλα στο δρόμο και τη ξεπέρασες, επειδή τα πάντα γεμίζει η παρουσία σου. Πώς θα φέρεις το πυρ της θεότητος στη Μαριάμ; Ο θρόνος σου φλέγεται ακτινοβολώντας από την αίγλη σου και θα μπορέσει η ευκολόκαυστη παρθένος να σε δεκτεί;».
Ο Δεσπότης λέει· « Πράγματι, αν η φωτιά στην έρημο έβλαψε τη βάτο, κατά τον ίδιο τρόπο και η παρουσία μου θα βλάψει τη Μαρία. Αν εκείνη η φωτιά, η οποία σκιαγραφούσε την παρουσία από τον ουρανό της θεϊκής φωτιάς πότιζε τη βάτο και δεν την έκαιγε, τι θα έλεγες για την αλήθεια που κατεβαίνει από τον ουρανό όχι σαν πύρινη φλόγα, αλλά σαν βροχή;».
Τότε πλέον ο άγγελος εκτέλεσε τη διαταγή που πήρε και αφού παρουσιάστηκε στην Παρθένο της είπε πανηγυρικά· «“Χαίρε, Κεχαριτωμένη, ο Κύριος είναι μαζί σου”. Ποτέ πια ο διάβολος δεν θα είναι εναντίον σου, γιατί το σημείο που πλήγωσε ο εχθρός σου προηγουμένως, σ’ αυτό πρώτα – πρώτα τώρα ο ιατρός της σωτηρίας επιθέτει το έμπλαστρο. Από εκεί όπου εμφανίστηκε ο θάνατος, από εκεί μπήκε η ζωή. Από τη γυναίκα προέρχονται όλες οι συμφορές, αλλά και από τη γυναίκα πηγάζουν όλα τα καλά. Χαίρε Κεχαριτωμένη, μη ντρέπεσαι σαν να είσαι αιτία καταδίκης. Θα γίνεις μητέρα αυτού που καταδίκασε και λύτρωσε τον άνθρωπο. Χαίρε, αμίαντη μητέρα του Νυμφίου Χριστού στην ορφανή ανθρωπότητα. Χαίρε, εσύ που καταπόντισες στη μήτρα σου τον θάνατο της μητέρας της ανθρωπότητας Εύας. Χαίρε, ο ζωντανός ναός του Θεού. Χαίρε, συ που είσαι εξίσου κατοικία ουρανού και γης. Χαίρε, ευρύχωρε τόπε της απόρρητης φύσης». Αφού όλα αυτά έτσι έχουν, εξαιτίας της ήλθε ο γιατρός για τους αρρώστους, «ο ήλιος της δικαιοσύνης, για να φωτίσει αυτούς που ζουν στο σκοτάδι», η άγκυρα για όλους τους ταλαιπωρημένους και το ασφαλισμένο λιμάνι. Γεννήθηκε ο Δεσπότης των δούλων που μισούνται αδιάλλακτα, ο σύνδεσμος της ειρήνης, εμφανίσθηκε ο λυτρωτής των αιχμαλώτων δούλων, η ειρήνη αυτών που βρίσκονται σε πόλεμο. «Αυτός βέβαια είναι η ειρήνη μας», την οποία ειρήνη μακάρι να απολαύσουμε όλοι μας με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα, τιμή και δύναμη τώρα και πάντοτε και σ’ όλους τους αιώνες. Αμήν.
Εάν πρέπει κάποτε να χαίρη ο άνθρωπος και να σκιρτά και να ψάλλη με ευφροσύνη, εάν υπάρχη μιά περίοδος που απαιτεί να λεχθή ό,τι υπάρχει πιο μεγάλο και πιο λαμπρό και που κάνει τον άνθρωπο να ποθή να έχη όσο το δυνατόν ευρύτερη σχέση, ωραιότερη έκφραση και δυνατώτερο λόγο, για να υμνήση τα μεγαλεία της, δεν βλέπω ποια άλλη μπορεί να είναι αυτή, αν όχι η σημερινή γιορτή.
Γιατί σαν σήμερα έφθασε στη γη Άγγελος από τον ουρανό αναγγέλλοντας την απαρχή όλων των καλών. Σήμερα ο ουρανός μεγαλύνεται. Σήμερα η γη αγάλλεται. Σήμερα ολόκληρη η κτίση χαίρει. Και δεν μένει έξω από τη γιορτή ούτε Αυτός που κρατεί στα χέρια του τον ουρανό. Γιατί αυτά που συμβαίνουν σήμερα είναι ένα πραγματικό πανηγύρι. Όλοι συναντιούνται σ’ αυτό, στην ίδια χαρά. Όλοι ζουν και δίνουν και σ’ εμάς την ίδια ευφροσύνη: Ο Δημιουργός, τα δημιουργήματα όλα, η ίδια η μητέρα του Δημιουργού που του πρόσφερε τη φύση μας και τον έκαμε έτσι κοινωνό στις χαρμόσυνες συνάξεις και τις γιορτές μας. Χαίρει πριν απ’ όλους ο Δημιουργός. Γιατί είναι βέβαια ευεργέτης κι από την αρχή της δημιουργίας έχει σαν έργο Του την ευεργεσία. Ποτέ Του δεν είχε ανάγκη από τίποτε και δεν ξέρει άλλο από το να προσφέρη και να ευεργετή. Σήμερα όμως, χωρίς να σταματήση το σωτήριο έργο Του, περνά στη δεύτερη θέση, έρχεται ανάμεσα σ’ αυτούς που ευεργετούνται. Και δεν χαίρεται τόσο για τις μεγάλες δωρεές που χάρισε Αυτός στην κτίση και που τον αποδεικνύουν γενναιόδωρο, όσο για τα μικρά που έλαβε από τους ευεργετημένους, γιατί έτσι φανερώνεται ότι είναι φιλάνθρωπος. Kαι θεωρεί ότι τον δοξάζουν όχι μόνο εκείνα που ο ίδιος έδωσε στους φτωχούς δούλους, αλλά κι όσα oι φτωχοί του χάρισαν. Γιατί αν και διάλεξε από τη θεία δόξα την κένωση και καταδέχτηκε να πάρη σαν δώρο από μας την ανθρώπινη φτώχεια, ο πλούτος Του έμεινε αναλλοίωτος και μετέτρεψε πάνω του το δώρο μας σε κόσμημα και βασιλεία.
Για την κτίση πάλι -και λέγοντας κτίση εννοώ όχι μόνο την ορατή, αλλά κι εκείνη που ξεπερνά το ανθρώπινο μάτι- τι θα μπορούσε να αποτελέση μεγαλύτερη αφορμή ευφροσύνης από το γεγονός ότι βλέπει το Δημιουργό της να έρχεται μέσα της και τον Κύριο των όλων να παίρνη θέση ανάμεσα στους δούλους; Κι αυτό όχι απογυμνώνοντας τον εαυτό Του από την εξουσία Του, αλλά προσλαμβάνοντας το δούλο, όχι αποβάλλοντας τον πλούτο, αλλά μεταδίδοντάς τον στο φτωχό, όχι ξεπέφτοντας από τα ύψη Του, αλλά εξυψώνοντας τον ταπεινό.
Αλλά χαίρει και η Παρθένος, χάρις στην οποία όλες αυτές oι δωρεές δόθηκαν στους ανθρώπους. Kαι χαίρει για πέντε λόγους. Πριν απ’ όλα σαν άνθρωπος, που συμμετέχει, όπως όλοι, στα κοινά αγαθά. Χαίρει όμως και γιατί oι δωρεές δόθηκαν σ’ Αυτή και πριν και αφθονώτερα από τους άλλους, κι ακόμη περισσότερο, γιατί Αυτή είναι η αιτία που oι δωρεές αυτές δόθηκαν σ’ όλους. Ο πέμπτος όμως και μεγαλύτερος λόγος για τον οποίο χαίρει η Παρθένος είναι ότι όχι απλώς διά μέσου αυτής ο Θεός, αλλά και αυτή η ίδια, χάρις σ’ εκείνα που γνώρισε και προείδε, έφερε την ανάσταση στους ανθρώπους.
Γιατί η Παρθένος δεν είναι όπως η γη που συνετέλεσε μεν, αλλά δεν έκαμε όμως η ίδια τίποτε στη δημιουργία του ανθρώπου, που χρησιμοποιήθηκε σαν απλή ύλη από τον Δημιουργό και απλώς «έγινε» χωρίς να «πράξη» τίποτε. Η Παρθένος πραγματοποίησε η ίδια μέσα της και πρόσφερε στο Θεό όλα εκείνα που προσείλκυσαν τον Τεχνίτη στη γη, που παρακίνησαν το δημιουργικό χέρι. Και ποια είναι αυτά; Βίος πανάμωμος, ζωή πάναγνη, άρνηση κάθε κακίας, άσκηση όλων των αρετών, ψυχή από το φως καθαρώτερη, σώμα εντελώς πνευματικό, λαμπρότερο από τον ήλιο, από τον ουρανό καθαρώτερο, από τους χερουβικούς θρόνους ιερώτερο. Φτερούγισμα νου, που δεν δειλιάζει μπρος σε κανένα ύψος, που ξεπερνά ακόμη και τα φτερά των Αγγέλων. Θείος έρως, που απορρόφησε και αφομοίωσε κάθε άλλη επιθυμία της ψυχής. Κτήμα του Θεού, ένωση με το Θεό που δεν χωράει σε καμιά ανθρώπινη σκέψη.
Έτσι, έχοντας στολίσει με τέτοιο κάλλος και το σώμα και την ψυχή Της, κατορθώνει να ελκύση επάνω της το βλέμμα του Θεού. Ανέδειξε, χάρις στη δική Της ωραιότητα, ωραία την κοινή ανθρώπινη φύση. Και κατέκτησε τον απαθή. Και έγινε άνθρωπος εξ αιτίας της Παρθένου Εκείνος που εξ αιτίας της αμαρτίας ήταν στους ανθρώπους μισητός.
Kαι το «μεσότοιχον της έχθρας» και ο «φραγμός» δεν είχαν για την Παρθένο καμιά ισχύ, αλλά κάθετι που χώριζε το ανθρώπινο γένος από το Θεό σε ό,τι αφορά την ίδια είχε καταργηθή. Έτσι και πριν από την κοινή καταλλαγή είχε συναφθή ανάμεσα στο Θεό και την Παρθένο μόνη ειρήνη. Ακόμη περισσότερο, δεν χρειάσθηκε ποτέ να προσφέρη εκείνη σπονδές ειρήνης και συμφιλιώσεως, μια και στεκόταν από την αρχή στην κορυφή του χορού των φίλων. Όλα αυτά πραγματοποιήθηκαν για τους άλλους. Και υπήρξε πριν από τον Παράκλητο, «παράκλητος υπέρ ημών προς τον Θεόν», για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Παύλου, υψώνοντας προς Αυτόν για χάρη των ανθρώπων όχι τα χέρια Της, αλλά, αντί για άλλη ικεσία, την ίδια τη ζωή Της. Κι έφθασε η αρετή μιας ψυχής να σταματήση την κακία των ανθρώπων όλων των αιώνων. Όπως η Κιβωτός που έσωσε τον άνθρωπο κατά το κοινό ναυάγιο της οικουμένης δεν έλαβε η ίδια μέρος στις συμφορές και διέσωσε στο γένος τη δυνατότητα να συνεχισθή, το ίδιο συνέβηκε και με την Παρθένο. Διατήρησε πάντοτε τη σκέψη Της τόσο άθικτη και ιερή, σαν να μην είχε αποτολμηθή ποτέ στη γη καμμιά αμαρτία, σαν να ήταν όλοι συνεπείς σ’ αυτά που έπρεπε, σαν να έμεναν όλοι ακόμα στην εστία του Παραδείσου. Ούτε καν αισθάνθηκε, πράγματι, την κακία που ξεχύθηκε σ’ όλη την γη. Και ο κατακλυσμός της αμαρτίας που ξαπλώθηκε παντού κι έκλεισε τον ουρανό κι άνοιξε τον Άδη κι έβαλε σε πόλεμο τους ανθρώπους με τον Θεό κι έδιωξε από τη γη τον Αγαθό, φέρνοντας στη θέση του τον Πονηρό, δεν κατάφερε ούτε στο παραμικρό να θίξη τη μακαρία Παρθένο. Αλλ’ ενώ κυριάρχησε σ’ ολόκληρη την οικουμένη κι έσεισε και συντάραξε και γκρέμισε τα πάντα, νικήθηκε από ένα μόνο λογισμό, από μια ψυχή. Και δεν νικήθηκε από την Παρθένο μόνο, αλλά χάρις σ’ αυτήν υποχώρησε η αμαρτία κι από ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.
Αυτή ήταν η συμβολή της Παρθένου στο έργο της σωτηρίας, πριν φθάση, η ημέρα εκείνη, κατά την οποία έπρεπε ο Θεός, σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο Του, να κλίνη τους ουρανούς και να κατέβη στη γη: από τη στιγμή που γεννήθηκε οικοδομούσε κατάλυμα για εκείνον, που μπορούσε να σώση τον άνθρωπο, αγωνιζόταν να καταστήση ωραία την κατοικία του Θεού, τον εαυτό Της, τέτοια που να μπορή να είναι άξια γι’ Αυτόν. Έτσι τίποτε δεν βρήκε να κατηγορήση στα ανάκτορα ο βασιλιάς. Κι ακόμη περισσότερο, δεν του πρόσφερε η Παρθένος μόνο βασιλική κατοικία αξία του μεγαλείου του, αλλά του ετοίμασε από τον εαυτό της και τη βασιλική πορφύρα και τη ζώνη και, όπως λέγει ο Δαβίδ, την «ευπρέπεια», τη «δύναμη» και την ίδια τη «βασιλεία». Όπως μια λαμπρή πολιτεία, που ξεπερνά όλες τις άλλες στο μέγεθος και την ωραιότητα, στο υψηλό ηθικό φρόνημα και στο πλήθος των κατοίκων και στον πλούτο και σε κάθε είδους δύναμη, δεν περιορίζεται μόνο στο να δεξιωθή και να φιλοξενήση απλώς το βασιλιά, αλλά γίνεται το κράτος του και αποτελεί την εξουσία του και την τιμή του και τη δύναμη και τον οπλισμό του. Έτσι και η Παρθένος, με το να δεχθή μέσα της το Θεό, με το να του δώση τη σάρκα της, έκαμε να παρουσιασθή ο Θεός μέσα στον κόσμο και να γίνη στους μεν εχθρούς συμφορά ακαταμάχητη, στους δε φίλους σωτηρία και πηγή όλων των αγαθών.
Μ’ αυτόν τον τρόπο ωφέλησε το ανθρώπινο γένος πριν ακόμη έρθη ο καιρός της γενικής σωτηρίας: Αλλά κι όταν ήρθε ο καιρός και παρουσιάσθηκε ο ουράνιος αγγελιοφόρος, πάλι έλαβε ενεργητικό μέρος στη σωτηρία με το γεγονός ότι πίστεψε σε ό,τι της είπε και δέχθηχε να αναλάβη τη διακονία που της ζήτησε ο Θεός. Γιατί ήταν κι αυτά απαραίτητα και χρειάζονταν οπωσδήποτε για τη σωτηρία μας. Αν η Παρθένος δεν τηρούσε αυτή τη στάση, καμιά πια ελπίδα δεν θα απόμενε στους ανθρώπους. Δεν ήταν βέβαια δυνατό, όπως είπα πιο πάνω, να προσβλέψη ο Θεός με ευμένεια προς το ανθρώπινο γένος και να θελήση να κατέβη στη γη, αν δεν είχε προπαρασκευασθή η Παρθένος, αν δεν υπήρχε δηλαδή εκείνος που θα την υποδεχόταν, και θα μπορούσε να διακονήση στη σωτηρία. Κι ούτε πάλι ήταν δυνατό να πραγματοποιηθή το θέλημα του Θεού για τη σωτηρία μας, αν δεν πίστευε σ’ αυτό η Παρθένος και δεν δεχόταν να διακονήση. Αυτό γίνεται φανερό από το ότι ο μεν Γαβριήλ με το «χαίρε» που είπε στην Παρθένο και με το γεγονός ότι την ονόμασε «κεχαριτωμένη» τελείωσε την αποστολή του, φανέρωσε ολόκληρο το μυστήριο. Όση όμως ώρα η Παρθένος ζητούσε να μάθη τον τρόπο, με τον οποίον θα γινόταν η κύηση, ο Θεός δεν κατερχόταν. Ενώ τη στιγμή που πείσθηκε κι αποδέχθηκε την πρόσκληση, ολόκληρο το έργο με μιας πραγματοποιήθηκε: ο Θεός πήρε επάνω Του σαν ενδυμασία τον άνθρωπο κι έγινε μητέρα του Κτίστου η Παρθένος.
Αλλά το ακόμη πιο θαυμαστό είναι το εξής: Ο Θεός ούτε προειδοποίησε τον Αδάμ ούτε τον έπεισε να του δώση την πλευρά, από την οποία έπρεπε να δημιουργηθή η Εύα. Τον εκοιμισε κι έτσι, έχοντάς του αφαιρέσει τις αισθήσεις, του απέσπασε το μέλος. Ενώ για να προχωρήση στη δημιουργία του Νέου Αδάμ εδίδαξε προηγουμένως την Παρθένο και περίμενε την πίστη και την παραδοχή της. Για τη δημιουργία του Αδάμ πάλι συσκέπτεται με τον μονογενή του Υιό λέγοντας: «ποιήσωμεν άνθρωπο». Όταν όμως χρειάσθηκε να «εισαγάγη τον πρωτότοκον»-αυτόν τον «θαυμαστόν Σύμβουλον» -«εις την οικουμένην», όπως λέγει ο Παύλος, και να πλάση τον δεύτερο Αδάμ, παίρνει στην απόφασή του αυτή συνεργάτη την Παρθένο. Έτσι τη μεγάλη εκείνη «βουλή» του Θεού, για την οποία ομιλεί ο Ησαΐας, την ανήγγειλε ο Θεός και την επεκύρωσε η Παρθένος. Και με αυτόν τον τρόπο η σάρκωση του Λόγου ήταν έργο όχι μόνο του Πατρός, που «ευδόκησε», και της Δυνάμεώς του, που «επεσκίασε», και του Πνεύματος, που «επεδήμησε», αλλά και της θελήσεως και της πίστεως της Παρθένου. Γιατί, όπως χωρίς εκείνους δεν ήταν δυνατόν να υπάρξη και να προσφερθή στους ανθρώπους η απόφαση για τη σάρκωση του Λόγου, έτσι χωρίς την προσφορά της θελήσεως και της πίστεως της Πανάγνου ήταν άδύνατη η πραγματοποίηση της θείας βουλής.
Αφού λοιπόν μ’ αυτόν τον τρόπο την καθοδήγησε και την έπεισε ο Θεός, την κάνει στη συνέχεια μητέρα του. Έτσι δανείζεται τη σάρκα από έναν άνθρωπο που και θέλει να τη δανείση και ξέρει γιατί το κάνει. Γιατί έπρεπε να συμβή στην Παρθένο ό,τι συνέβηκε και στον ίδιο. Όπως Αυτός ήθελε και «συνελήφθη», έτσι κι εκείνη έπρεπε να κυοφορήση και να γίνη μητέρα του όχι αναγκαστικά, αλλά μ’ όλη την ελεύθερη θέλησή της. Γιατί έπρεπε ακόμη -πράγμα πολύ σημαντικώτερο- όχι μόνο να συντελέση στην oικovoμία της σωτηρίας σαν κάτι το ετεροκίνητο, που απλώς χρησιμοποιήθηκε, αλλά να προσφέρη η ίδια τον εαυτό Της και να γίνη συνεργάτης του Θεού στη φροντίδα για το ανθρώπινο γένος έτσι, ώστε νάχη μ’ Αυτόν μερίδιο και να είναι κοινωνός και στη δόξα που προέρχεται από αυτή τη φιλανθρωπία. Έπειτα, αφού ο Σωτήρας δεν ήταν άνθρωπος και υιός ανθρώπου εξ αιτίας μόνο της σάρκας, αλλ’ είχε καί ψυχή και νου και θέληση και κάθετι το ανθρώπινο, ήταν ανάγκη να έχη και μητέρα τελεία, που θα υπηρετούσε στη γέννησή Του όχι μόνο με τη φύση του σώματος, αλλά και με το νου και τη θέληση και με όλη την ύπαρξή της: να είναι μητέρα και κατά τη σάρκα και κατά την ψυχή, να εισαγάγη ολόκληρο τον άνθρωπο στην απόρρητη γέννηση.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πριν η Παρθένος θέση τον εαυτό της στην υπηρεσία του θείου μυστηρίου μαθαίνει, πιστεύει, θέλει και εύχεται την πραγματοποίησή του. Αλλά αυτό έγινε και επειδή ο Θεός ήθελε να κάμη με αυτό τον τρόπο φανερή την αρετή της Παρθένου. Πόσο δηλαδή μεγάλη ήταν η πίστη της και πόσο υψηλό το φρόνημά της, ποια η ακεραιότης του νου και ποιο το μεγαλείο της ψυχής της, πράγματα που φανερώθηκαν με το γεγονός ότι η Παρθένος παραδέχθηκε και πίστεψε τον παράδοξο λόγο του Αγγέλου: ότι δηλαδή επρόκειτο να έρθη αληθινά ο Θεός στη γη και να φροντίση προσωπικά ο ίδιος για τη σωτηρία μας και ότι αυτή θα είναι ικανή να διακονήση συμμετέχοντας ενεργητικά σ’ αυτό το έργο. Το γεγονός δηλαδή ότι πρώτα ζήτησε εξηγήσεις και πείσθηκε, είναι λαμπρή απόδειξη του ότι γνώριζε πολύ καλά τον εαυτό της και δεν έβλεπε τίποτε μεγαλύτερο, άξιο να το επιθυμήση. Εξάλλου το ότι ο Θεός θέλησε να φανερώση την αρετή της είναι ισχυρή απόδειξη του ότι η Παρθένος γνώριζε πολύ καλά το μέγεθος της θείας αγαθότητος και φιλανθρωπίας. Και μόνον φαίνεται ότι χάριν αυτού ακριβώς δεν μυήθηκε κατά τρόπο άμεσο από τον ίδιο τον Θεό, για να αποκαλυφθή δηλαδή πλήρως ότι η πίστη με την οποία ζούσε κοντά στο Θεό ήταν αυτοπροαίρετη εκδήλωσή Της και να μη θεωρηθούν όλα σαν αποτελέσματα της δυνάμεως τού πείθοντος Θεού. Γιατί όπως ακριβώς εκείνοι από τους πιστούς που δεν είδαν και επίστευσαν είναι πια μακάριοι από όσους απαιτούν να δουν, έτσι κι αυτοί που έχουν πιστεύσει στα μηνύματα που έστειλε διά μέσου δούλων ο Δεσπότης έχουν περισσότερη φρόνηση από εκείνους πού χρειάσθηκε να τους πείση ο ίδιος. Το γεγονός πάλι ότι είχε συνείδηση πως δεν υπήρχε στην ψυχή της τίποτε το αταίριαστο προς το μυστήριο και πως τα ήθη της άρμοζαν προς αυτό τόσο πολύ, ώστε να μην κάνη μνεία καμιάς ανθρώπινης αδυναμίας, καθώς και το γεγονός ότι δεν αμφέβαλε για το πώς θα συμβούν όλα αυτά και δεν συζήτησε καθόλου για τους τρόπους που θα την οδηγούσαν στην καθαρότητα, ούτε είχε ανάγκη από μυσταγωγό, όλα αυτά δεν ξέρω αν είναι πράγματα που μπορούμε να υποθέσουμε ότι ανήκουν στην κτιστή φύση.
Γιατί κι αν ακόμη ήταν Χερουβείμ ή Σεραφείμ ή κάτι πολύ καθαρώτερο από τις αγγελικές αυτές υπάρξεις, πώς θα μπορούσε να υποφέρη αυτή τη φωνή; Πώς θα νόμιζε ότι ήταν δυνατό να εκπληρώση τις επαγγελίες; Πώς θά εύρισκε δύναμη κατάλληλη γι’ αυτά τα μεγαλειώδη έργα; Και ο Ιωάννης βέβαια, από τον οποίον «καvείς δεν υπήρξε ποτέ μεγαλύτερος», σύμφωνα με την κρίση του ίδιου του Σωτήρα, δεν αξίωσε τον εαυτό του ούτε τα υποδήματα Εκείνου να αγγίξη, κι αυτό καίτοι ο Κύριος εμφανιζόταν με την πτωχή ανθρώπινη φύση. Ενώ η Πανάμωμη τον ίδιο τον λόγο του Πατρός, την ίδια την υπόσταση του Θεού, και πριν ακόμη κενωθή, πήρε το θάρρος να φέρη μέσα στα σπλάχνα της. «Τις ειμί εγώ και τις ο οίκος του πατρός μου; Και εν εμοί, Κύριε, σώσεις τον Ισραήλ;» Τέτοιες φράσεις μπορεί κανείς ν’ ακούση από τους δικαίους, μολονότι καλούνται σε έργα πολλές φορές κι’ από πολλούς πραγματοποιημένα. Ενώ τη μακαρία Παρθένο ο Άγγελος την κάλεσε να πραγματοποιήση κάτι το εντελώς ασυνήθιστο, κάτι που δεν ήταν σύμφωνο με την ανθρώπινη φύση, που ξεπερνούσε τη λογική κατανόηση. Γιατί στ’ αλήθεια τι μικρότερο της ζητήθηκε από το να ανυψώση τη γη στον ουρανό, από το να μετακινήση και να αλλάξη, χρησιμοποιώντας σαν μέσο τον εαυτό Της, το σύμπαν; Kι όμως δεν ταράχθηκε ο λογισμός Της ούτε θεώρησε ότι δεν άξιζε γι’ αυτό το έργο. Αλλά όπως σε τίποτε δεν ενοχλούνται τα μάτια, όταν πλησιάζη το φως, κι όπως δεν είναι παράξενο να ισχυρισθή κανείς ότι, μόλις ανατείλη ο ήλιος, γίνεται ημέρα, έτσι καθόλου δεν παραξενεύθηκε η Παρθένος, όταν πληροφορήθηκε ότι θα μπορέση να δεχθή και να κυοφορήση μέσα της τον αχώρητο σε όλους τους τόπους Θεό. Και δεν άφησε βέβαια να περάση ανερεύνητη η προσφώνηση ούτε έπαθε τίποτε ανεξέταστα κι ούτε πάλι παρασύρθηχε από το πλήθος των εγκωμίων. Αλλά συγκέντρωσε την προσοχή της και με όλη της την ένταση εξέταζε το χαιρετισμό, ζητώντας να μάθη με ακρίβεια τόσο τον τρόπο της κυήσεως, όσο και κάθετι το σχετικό. Πέρα όμως από αυτά δεν ενδιαφέρεται καθόλου να ρωτήση αν είναι η ίδια ικανή και κατάλληλη για μια τόσο υψηλή διακονία, αν έχη αγνίσει όσο χρειάζεται το σώμα Της και την ψυχή Της. Εκπλήσσεται για τα θαυμάσια που επέρχονται στη φύση και αντιπαρέρχεται κάθετι που έχει σχέση με τη δική Της προπαρασκευή. Γι’ αυτό ζήτησε την εξήγηση για το πρώτο από το Γαβριήλ, ενώ το δεύτερο το ήξερε από τον εαυτό της. Το θάρρος προς το Θεό και την παρρησία τα εύρισκε πράγματι η Παρθένος μέσα της, αφού δεν είχε «την καρδίαν της καταγινώσκουσαν», όπως λέγει ο Ιωάννης, αλλά «συνηγορούσαν».
«Πώς θα γίνη αυτό;» ερωτά. Όχι γιατί έχω η ίδια ανάγκη από περισσότερη καθαρότητα και μεγαλύτερη αγιότητα, αλλά γιατί είναι νόμος της φύσεως να μην μπορούν να κυοφορήσουν όσοι, όπως εγώ, έχουν διαλέξει τη ζωή της παρθενίας. «Πώς θα γίνη αυτό, ερωτά, αφού δεν έχω σχέση με άνδρα;» Εγώ βέβαια, συνεχίζει, είμαι έτοιμη για την υποδοχή του Θεού. Έχω αρκετά προπαρασκευασθή. Πες μου όμως συ, αν η φύση θα συμμορφωθή και με ποιο τρόπο. Kαι τότε, μόλις ο Γαβριήλ ανακοίνωσε τον τρόπο της παράδοξης κυοφορίας λέγοντας το γνωστό: «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι» και τα εξήγησε όλα, η Παρθένος δεν αμφιβάλλει πλέον για το αγγελικό μήνυμα, ότι είναι μακαρία, τόσο γι’ αυτά, τα τόσο υπέροχα, στα οποία διακόνησε, όσο και γι’ αυτά στα οποία πίστεψε, ότι δηλαδή θα είναι αξία να αναλάβη αυτή τη διακονία.
Κι αυτό δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας ελαφρότητος. Ήταν η φανέρωση του θαυμαστού και απόρρητου εκείνου θησαυρού, που έκρυβε μέσα της η Παρθένος, θησαυρού γεμάτου από ύψιστη σύνεση, πίστη και καθαρότητα. Αυτό το έκανε φανερό το Πανάγιο Πνεύμα ονομάζοντας την Παρθένο μακαρία, ακριβώς επειδή αποδέχθηκε το μήνυμα και δεν δυσκολεύθηκε καθόλου να πιστέψη στις ουράνιες αγγελίες. Η μητέρα του Ιωάννου, πράγματι, μόλις γέμισε η ψυχή της από το Άγιο Πνεύμα, την εμακάρισε λέγοντας: «Ας είναι μακαρία αυτή που πίστεψε ότι θα πραγματοποιηθούν όσα της είπε ο Κύριος». Η ίδια η Παρθένος άλλωστε είχε ειπεί για τον εαυτό της απαντώντας στόν Άγγελο: «Ιδού η δούλη Κυρίου». Γιατί είναι, στ’ αλήθεια, δούλη του Kυρίoυ αυτή που τόσο βαθιά κατανόησε το μυστήριο του ερχομού του. Αυτή που, «όταν ήρθε» ο Δεσπότης και «έκρουσε», όπως λέγει η Γραφή, άνοιξε αμέσως την οικία της ψυχής και του σώματός της και χορήγησε έτσι σ’ Εκείνον που ήταν πριν από αυτήν ά-οικος πραγματικό κατοικητήριο ανάμεσα στους ανθρώπους.
Συνέβη στο σημείο αυτό κάτι παραπλήσιο μ’ εκείνο που συνέβη στον Αδάμ. Ενώ όλο το ορατό σύμπαν κτίσθηκε για χάρη δική του κι όλα τα υπόλοιπα κτίσματα είχαν βρει το καθένα τον κατάλληλο σύντροφό του, μόνο για τον Αδάμ δεν βρέθηκε, πριν από την Εύα, κατάλληλος βοηθός. Έτσι και για το Λόγο, που έφερε στην ύπαρξη τα πάντα κι όρισε για το κάθε πλάσμα του τον κατάλληλο τόπο, δεν υπήρχε κανείς τόπος και καμμιά κατοικία πριν από την Παρθένο. Η Παρθένος όμως δεν έδωσε «ύπνον τοις οφθαλμοίς ουδέ νυσταγμόν τοις βλεφάροις» ως τη στιγμή που πρόσφερε σ’ Αυτόν σκήνωμα και τόπο. Γιατί βέβαια τα λόγια αυτά πρέπει να τα θεωρήσουμε σαν φωνή της Πανάγνου, που την πρόφερε η γλώσσα του Δαυΐδ, μια κι αυτός ήταν ο αρχηγός της γενιάς της. Όπως ακριβώς, σύμφωνα μ’ αυτά που λέγει ο Παύλος, στο πρόσωπο του Αβραάμ, που έδωσε τη δεκάτη στο Μελχισεδέκ, έχει δώσει δεκάτη και ο Λευΐ «εν τη οσφύϊ του πατρός ών».
Αλλά το πιο μεγάλο και πιο παράδοξο από όλα είναι ότι, χωρίς τίποτε να ξέρη από πριν, χωρίς καμιά προειδοποίηση τόσο πολύ ήταν προετοιμασμένη για το μυστήριο, ώστε μόλις φάνηκε ξαφνικά ο Θεός, να είναι σε θέση να τον υποδεχθή όπως έπρεπε, με ψυχή έτοιμη και άγρυπνη και σταθερή. Κι αυτό το λόγο, που ήταν κατάλληλος και άρμοζε σ’ αυτήν, απάντησε για να γνωρίσουν όλοι oι άνθρωποι τη σωφροσύνη με την οποία έζησε πάντοτε η μακαρία Παρθένος, πόσο δηλαδή ήταν ανώτερη από την ανθρώπινη φύση, πόσο ήταν πρωτοφανής, πόσο ήταν μεγαλύτερη από όσο μπορούσαν να καταλάβουν oι άνθρωποι, Αυτή που άναψε μέσα στην ψυχή της τόσο σφοδρό έρωτα για το Θεό, όχι γιατί της είχαν προαγγελθή αυτά που επρόκειτο να της συμβούν προσωπικά και στα οποία αυτή μόνο θα λάβαινε μέρος, αλλά χάρις στις γενικές δωρεές που δόθηκαν ή επρόκειτο να δοθούν από τον Θεό στους ανθρώπους. Γιατί, όπως ο Ιώβ θαυμάζεται όχι τόσο για την υπομονή που έδειξε μέσα στις συμφορές του, όσο γιατί δεν ήξερε τι επρόκειτο να του δοθή σαν αμοιβή γι’ αυτό τον αγώνα της υπομονής, έτσι κι εκείνη ανέδειξε τον εαυτό της άξιο να λάβη τις δωρεές που ξεπερνούν κάθε ανθρώπινη λογική, χάρις σ’ αυτά που δεν εγνώριζε. Υπήρξε νυμφικός θάλαμος, χωρίς να περιμένη το Νυμφίο. Ήταν ουρανός, μολονότι αγνοούσε ότι μέσα από αυτή επρόκειτο να ανατείλη ο Ήλιος.
Τι είναι δυνατόν να εξισωθή με του νου αυτού τη μεγαλωσύνη; Και ποιά θα ήταν αν τα ήξερε όλα με σαφήνεια από πριν και είχε έτσι και της ελπίδας τα φτερά; Γιατί όμως δεν τα είχε πληροφορηθή προηγουμένως; Μήπως επειδή μ’ αυτό γίνεται φανερό ότι δεν υπήρχε άλλος χώρος στον οποίον έπρεπε να προχωρήση, αφού δεν είχε αφήσει αξεπέραστη καμιά κορυφή αγιότητος, κι ότι δεν υπήρχε τίποτε το οποίο όφειλε να προσθέση σ’ αυτά που είχε, ούτε ήταν δυνατόν να γίνη καλύτερη στην αρετή, αφού κατέλαβε την ίδια την κορυφή; Γιατί, αν ήταν πραγματοποιήσιμα αυτά και υπήρχε, πέρα από όσα είχε ήδη κατορθώσει, και μια κάποια άλλη κορυφή αρετής, δεν θα την αγνοούσε η Παρθένος, αφού αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ήρθε στη ζωή, και αφού ο Θεός διδάσκει, έτσι ώστε να μπορή να τη διατρέξη και αυτή και να είναι καλύτερα προπαρασκευασμένη για τη διακονία του μυστηρίου. Διότι δεν είναι δυνατόν να ισχυρισθή κανείς ότι δεν θα είχε δήθεν η Παρθένος εξ αιτίας αυτών των ελπίδων μεγαλύτερη έφεση για την αρετή, αν βέβαια ήταν ποτέ δυνατόν να συμβή αυτό. Αλλά αυτή ακριβώς η άγνοιά της την απέδειξε ακόμη καλύτερη, αυτην η οποία, παρ’ όλο ότι δεν υπήρχαν εκείνα που θα μπορούσαν να την ωθήσουν στην αρετή, τόσο πολύ τελειοποίησε την ψυχή της, ώστε διαλέχθηκε από το δίκαιο Θεό μέσα από ολόκληρη την ανθρώπινη φύση. Ούτε πάλι είναι φυσικό για το Θεό να μην είχε κοσμήσει τη μητέρα του με όλα τα αγαθά και να μην την είχε πλάσει κατά τον καλύτερο και τελειότερο τρόπο.
Με το γεγονός λοιπόν ότι είχε σιωπήσει και δεν της προείπε τίποτε από αυτά που επρόκειτο να συμβούν απoδείχθηκε ότι δεν εγνώριζε τίποτε καλύτερο ή μεγαλύτερο από όσα έβλεπε να έχη κατορθώσει η Παρθένος. Kαι από αυτό πάλι γίνεται φανερό ότι διάλεξε για μητέρα του όχι απλώς την καλύτερη ανάμεσα σ’ αυτές που υπήρχαν, αλλά την απόλυτα καλύτερη. Ούτε εκείνη που ταίριαζε σ’ Αυτόν περισσότερο από όλους μέσα στο ανθρώπινο γένος, αλλά αυτήν που ταίριαζε απόλυτα, έτσι ώστε να πρέπη να είναι μητέρα του.
Γιατί ήταν βέβαια οπωσδήποτε ανάγκη να παρουσιάση κάποτε η φύση των ανθρώπων τον εαυτό της κατάλληλο για το έργο εκείνο για το οποίο δημιουργήθηκε. Να φέρη δηλαδή στη ζωή κάποιον άνθρωπο που να μπορή να διακονήση άξια στο σκοπό του Δημιουργού. Εμείς βέβαια δεν δυσκολευόμαστε να παραβιάζουμε το σκοπό για τον οποίον κατασκευάσθηκαν τα διάφορα εργαλεία χρησιμοποιώντας τα άλλοτε στη μια κι άλλοτε στην άλλη τέχνη. Ο Δημιουργός όμως δεν έδωκε στην ανθρώπινη φύση ένα προορισμό στην αρχή και μετά τον άλλαξε. Από την πρώτη στιγμή την έπλασε τέτοια, ώστε, όταν θα χρειαζόταν να γεννηθή, να πάρη από αυτή τη μητέρα. Κι αφού έδωκε πρώτα αυτόν το προορισμό στην ανθρώπινη φύση, έπλασε στη συνέχεια τον άνθρωπο χρησιμοποιώντας για κανόνα αυτή τη σαφή χρησιμότητα. Ήταν επομένως ανάγκη να υπάρξη κάποτε ένας άνθρωπος που να μπορή να εκπληρώση αυτόν το σκοπό. Γιατί βέβαια ούτε επιτρέπεται να μη θεωρήσουμε σαν σκοπό της δημιουργίας του ανθρώπου τον καλύτερο από όλους, εκείνον που προξενεί στον Τεχνίτη τη μεγαλύτερη τιμή και δόξα, ούτε πάλι είναι δυνατό να νομίσουμε ότι μπορεί κατά οποιονδήποτε τρόπο να αποτύχη ο Θεός σ’ αυτά που δημιουργεί. Αυτό βέβαια αποκλείεται, αφού ακόμη κι oι κτίστες κι oι ράφτες κι οι υποδηματοποιοί κατορθώνον να φτιάχνουν τα έργα τους πάντοτε σύμφωνα προς το σκοπό που θέλουν, αν κι αυτοί δεν εξουσιάζουν εντελώς την ύλη. Kαι μολονότι το υλικό που χρησιμοποιούν δεν τους υπακούει πάντοτε, μολονότι μερικές φορές τους εναντιώνεται, αυτοί κατορθώνουν με την τέχνη τους να το υποτάξουν και να το σύρουν προς το σκοπό τους. Άν λοιπόν το κατορθώνουν αυτοί, πόσο φυσικώτερο είναι να το επιτύχη ο Θεός, που δεν είναι απλώς ο κυρίαρχος της ύλης, αλλά και ο δημιουργός της, που, όταν τη δημιούργησε, ήξερε πώς θα την χρησιμοποιήση. Τι λοιπόν θα εμπόδιζε να είναι η ανθρώπινη φύση σε όλα σύμφωνη προς το σκοπό για τον οποίον δημιουργήθηκε; Ο Θεός είναι αυτός που κυβερνά την οικονομία. Κι αυτό ακριβώς είναι το μεγαλύτερο έργο Του, το κατ’ εξοχήν έργο των χειρών Του. Και την πραγματοποίησή του δεν την εμπιστεύθηκε σε κανέναν άνθρωπο ή Άγγελο, αλλά την κράτησε ο ίδιος για τον εαυτό Του. Δεν είναι λοιπόν λογικό να φρόντισε ο Θεός περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο τεχνίτη, να τηρήση κατά τη δημιουργία τους κανόνες που έπρεπε; Και μάλιστα, όταν δεν πρόκειται για ένα οποιοδήποτε, αλλά για το καλύτερο από τα δημιουργήματά του; Σε ποιον δε άλλον από όλους θα έδινε ο Θεός αυτό που χρειαζόταν, αν όχι στον εαυτόν του; Και πράγματι ο Παύλος ζητεί από τον Επίσκοπο να προσπαθή πριν από τις φροντίδες για το κοινό καλό να διευθετή σωστά ό,τι έχει σχέση με τον εαυτό του και τον οίκο του.
Έχει καλώς. Όταν λοιπόν όλα αυτά συνέβηκε να βρεθούν μαζί: ο δικαιότατος κυβερνήτης του σύμπαντος, ο καταλληλότατος διάκονος του σχεδίου του Θεού, το καλύτερο από όλα τα έργα του Δημιουργού όλων των αιώνων, πώς ήταν δυνατόν να μην είναι εδώ κάθετι που έπρεπε; Γιατί ήταν βέβαια άνάγκη να διατηρηθή η αρμονία και η απόλυτη συμφωνία σε όλα τα σημεία και τίποτε το αταίριαστο να μην υπάρξη στο μεγάλο και θαυμαστό αυτό έργο. Γιατί ο Θεός είναι ο κατ’ εξοχήν δίκαιος. Αυτός που δημιούργησε τα πάντα όπως έπρεπε και τα «ζυγίζει όλα στη ζυγαριά της δικαιοσύνης Του». Σαν απάντηση λοιπόν σ’ όλα αυτά, που ζητούσε η δικαιοσύνη του Θεού, η Παρθένος, μόνη γι’ αύτό κατάλληλη, πρόσφερε τον Υιό της. Κι έγινε μητέρα εκείνου, του οποίου ήταν κατά πάντα δίκαιo να είναι μητέρα. Κι αν λοιπόν καμμιά άλλη ωφέλεια δεν επρόκειτο να προέλθη από το γεγονός ότι έγινε ο Θεός υιός ανθρώπου, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως το ότι ήταν κατά πάντα δίκαιο να γίνη η Παρθένος μητέρα του Θεού, έφθανε για να προκαλέση τη σάρκωση του Λόγου. Kαι πως ακόμη το γεγονός ότι ο Θεός δεν ήταν δυνατόν παρά να αποδώση στο κάθε πλάσμα Του εκείνο που του άρμοζε, να ενεργή δηλαδή πάντοτε με δικαιοσύνη, ήταν αρκετή αιτία για να προκαλέση αυτόν τον καινούργιο τρόπο υπάρξεως των δύο φύσεων.
Γιατί, αν η Πανάμωμη τήρησε όλα εκείνα που είχε υποχρέωση να τηρήση, αν αποδείχθηκε άνθρωπος τόσο ευγνώμων και δεν παρέλειψε τίποτε απ’ όσα του χρωστούσε, πως είναι δυνατόν να μη φερόταν εξίσου δίκαια και ο Θεός; Αν η Παρθένος δεν παρέλειψε τίποτε από αυτά που μπορούν να αναδείξουν τη μητέρα του Θεού και Τον αγάπησε με τόσο σφοδρό έρωτα, θα ήταν βέβαια εντελώς απίθανο να μη θεωρήση ο Θεός υποχρέωσή του να της δώση ισάξια αμοιβή, να γίνη υιός της. Γιατί πάλι, αν δίνη ο Θεός στους πονηρούς άρχοντα σύμφωνα με την επιθυμία τους, πώς δεν θα έπαιρνε για μητέρα του αυτή που αποδείχθηκε κατά πάντα σύμφωνη με την δική του επιθυμία; Τόσο πολύ πράγματι ήταν συγγενικό και ταιριαστό στη μακαρία αυτό το δώρο. Γι’ αυτό, όταν της είπε με σαφήνεια ο Γαβριήλ ότι θα γεννήση τον ίδιο τον Θεό -γιατί αυτό φανέρωσε λέγοντας ότι αυτός που θά γεννηθή «βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος»- η Παρθένος δέχθηκε την είδηση με χαρά, σαν να άκουσε κάτι συνηθισμένο, κάτι που δεν ήταν καθόλου παράξενο ούτε αταίριαστο προς αυτά που συνήθως συμβαίνουν. Κι έτσι με γλώσσα μακαρία, με ψυχή καθαρή από ανησυχίες, με σκέψεις γεμάτες γαλήνη: «Ιδού η δούλη Κυρίου, είπε, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».
Αυτά είπε κι αμέσως όλα πραγματοποιήθηκαν. «Και ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». Έτσι, μόλις η Παρθένος έδωσε την απάντησή της στο Θεό, δέχεται αμέσως από αυτόν το Πνεύμα, που δημιουργεί την ομόθεη εκείνη σάρκα. Ήταν λοιπόν η φωνή της «φωνή δυνάμεως», όπως είπε ο Δαυΐδ. Και πλάθεται έτσι με λόγο μητρικό ο του Πατρός Λόγος. Και κτίζεται με την φωνή του κτίσματος ο Δημιουργός. Κι όπως, μόλις είπε ο Θεός «γενηθήτω φως», έγινε αμέσως φως, έτσι αμέσως με τη φωνή της Παρθένου το αληθινό ανέτειλε Φώς κι ενώθηκε με την ανθρώπινη σάρκα και κυοφορήθηκε αυτός που φωτίζει «πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Ω φωνή ιερή! Ω λόγια που κατορθώσατε τέτοιο μεγαλείο! Ω γλώσσα ευλογημένη, που ανακάλεσες μεμιάς από την εξορία ολόκληρη την οικουμένη! Ω θησαυρέ ψυχής αγνής, που με τα λίγα λόγια της σκόρπισε σε μας τέτοια αφθονία αγαθών! Γιατί αυτά τα λόγια μετέτρεψαν τη γη σε ουρανό κι άδειασαν τον Άδη ελευθερώνοντας τους φυλακισμένους. Έκαμαν να κατοικηθή από ανθρώπους ο ουρανός και φέρνοντας τόσο κοντά τους Αγγέλους στους ανθρώπους συνέπλεξαν το ουράνιο και το ανθρώπινο γένος σ’ ένα μοναδικό χορό γύρω από αυτόν που είναι ταυτόχρονα και τα δυο, αυτόν που, όντας Θεός, έγινε άνθρωπος.
Γι’ αυτά Σου τα λόγια ποια ευχαριστία θα ήταν άξια να Σου προσφερθή από μας; Πώς να σε προσφωνήσουμε Εσένα, που δεν υπάρχει τίποτε αντάξιό σου ανάμεσα στους ανθρώπους; Γιατί τα δικά μας τα λόγια είναι γήινα, ενώ Σύ ξεπέρασες όλου του κόσμου τις κορυφές. Αν λοιπόν χρειάζεται να Σου προσφερθούν τιμητικοί λόγοι, αυτό νομίζω πως πρέπει να είναι έργο Αγγέλων, νου χερουβικού, πύρινης γλώσσας. Γι’ αυτό κι εμείς, αφού θυμηθήκαμε όσο μπορούσαμε τα κατορθώματά Σου και υμνήσαμε κατά τη δύναμή μας Εσένα, την ίδια μας τη σωτηρία, ζητούμε τώρα να βρούμε αγγελική φωνή. Kαι καταλήγουμε στην προσφώνηση του Γαβριήλ, τιμώντας έτσι και την ίδια μας την ομιλία: «Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου»!
Αλλά δώσε, Παρθένε, όχι μόνο να μιλάμε για όσα φέρνουν τιμή και δόξα σ’ Αυτόν και σ’ Εσένα που τον εγέννησες, αλλά και να τα εφαρμόζουμε. Προετοίμασέ μας δηλαδή να γίνουμε κι εμείς οικητήρια δικά Του γιατί σ’ Αυτόν αρμόζει η δόξα εις τους αιώνες. Αμήν.
Η Αναστήλωσις των Αγίων Εικόνων. Φορητή εικόνα του 19ου αιώνα στον Ιερό Ναό Αγίου Χαραλάμπους, Δένεια
«Αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα
τον κόσμον, η πίστις ημών» (Α’ Ιω. 5, 5)
Η Αναστήλωσις των Αγίων Εικόνων. Φορητή εικόνα του 19ου αιώνα στον Ιερό Ναό Αγίου Χαραλάμπους, Δένεια
Ας είναι ευλογημένη τούτη η μέρα, αγαπητοί μου αδελφοί, γιατί μας υπενθυμίζει τις πολυάριθμες νίκες της ορθόδοξης πίστης. Ευλογημένοι ας είναι εκείνες οι άγιες ψυχές που εθέσπισαν τούτη τη μέρα για να μας θυμίζει τις πολυάριθμες νίκες της πίστης μας. Έτσι έγινε για το δικό μας καλό. Επειδή, ενθυμούμενοι τις νίκες, παίρνουμε θάρρος στους αγώνες που διεξάγουμε και σε κείνους που θα ακολουθήσουν.
Αποτελεί αρχαία συνήθεια των στρατηγών, πριν από τη μάχη να απευθύνουν λόγο στους μαχητές για τις πρότερες νίκες και έτσι να τους ενθαρρύνουν και ενθουσιάζουν για τη νέα μάχη. Οι Άγιοι είναι οι πνευματικοί μας στρατηγοί. Οι Άγιοι ήταν εκείνοι που καθόρισαν τη σημερινή εορτή για να μας θυμίζει και να μην ξεχνούμε, για να μας ενθαρρύνει και να μην λυγίζουμε, για να μας θερμαίνει και να μην γινόμαστε ψυχροί, για να ανοίξει την πνευματική μας όραση και να μην τυφλωθούμε και μέσα στη τύφλωση εκείνη παραδοθούμε στον εχθρό.
Πραγματικά, η επίδραση τούτης της αγίας ημέρας σε όλες τις λογικές χριστιανικές ψυχές είναι τεράστια. Τούτη η μέρα μας φανερώνεται σαν τον αγγελιοφόρο από το πεδίο της μάχης, από πολλά πεδία μαχών, κομίζοντάς μας τη χαρούμενη είδηση της νίκης. Στο άκουσμα της είδησης αυτής, σηκώνουμε την καρδιά μας στα ύψη μονολογώντας στον εαυτό μας: άνω σχώμεν τας καρδίας! Και με μία νέα δύναμη ξεσηκωνόμαστε ενάντια σε κάθε κακό, εσωτερικό και εξωτερικό, το οποίο περισφίγγει τη ψυχή μας και απειλεί να τη πνίξει.
Ακούγοντας για τους φοβερούς αγώνες και τις νίκες των ομωνύμων μας χριστιανών, όσων δηλαδή πριν από εμάς ονομαζόταν Ορθόδοξοι χριστιανοί περιζωνόμαστε με νέα δύναμη και νέα ελπίδα. Έτσι, η ομιχλώδης πνευματική μας όραση γίνεται καθαρότερη και ευκρινέστερη και βλέπουμε καλύτερα τη θέση και τη κατάστασή μας. Όλα τα εμπόδια, οι δυσκολίες και οι στενοχώριες που στην ομιχλώδη και κοντόφθαλμη όρασή μας έμοιαζαν με ατσάλινο δίχτυ, μπροστά στο καθαρό μας βλέμμα και τη θαρραλέα καρδιά μοιάζουν με ιστό αράχνης. Έτσι, έχοντας νέους και πολλούς συμμάχους ανάμεσα στους νικητές του παλαιού καιρού και θεωρώντας το παράδειγμά τους στη μάχη και τη λαμπρή τους νίκη, προχωρούμε εμπρός στο καθήκον και τη θυσία μας με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη και φωτεινότερη ελπίδα.
Μα και οι υπόλοιπες μέρες στο ημερολόγιό μας δεν μας υπενθυμίζουν νίκες και νικητές; θα με ρωτήσετε. Εύλογη η απορία σας αγαπητοί αδελφοί. Πραγματικά, όλες οι μέρες του χρόνου μας υπενθυμίζουν νίκες και νικητές χριστιανούς. Στο ημερολόγιο έχουν καταχωρηθεί μονάχα τα ονόματα των νικητών.
Κάποιες μέρες μας υπενθυμίζουν τους προφήτες και τους δικαίους, τους νικητές της αδικίας και του ψεύδους στη Π. Διαθήκη. Άλλες μέρες μας υπενθυμίζουν τους Αποστόλους – νικητές των λαών και των φυλών της ειδωλολατρίας. Άλλες μέρες πάλι, μας υπενθυμίζουν τους μάρτυρες, τους νικητές του πυρός, του ξίφους, των αγρίων θηρίων και όλης της ανθρωπίνης κακίας. Κάποιες μέρες μας υπενθυμίζουν τους μεγάλους πνευματικούς και νηστευτές – νικητές των σωματικών παθών και της πλεκτάνης του διαβόλου. Άλλες μέρες μας υπενθυμίζουν τους θεοφόρους Πατέρες της Εκκλησίας, ποιμένες και διδασκάλους της οικουμένης – νικητές όλων των ατάκτων στην Εκκλησία του Θεού, νικητές της αγνοίας και της πλάνης των ανθρώπων. Άλλες μέρες πάλι μας υπενθυμίζουν την Αγία Θεομήτορα, την εκλεκτή στρατηγό, την κεχαριτωμένη νικηφόρο όλων εκείνων τα οποία ενίκησαν την Εύα μέσα στο Παράδεισο.
Κάποιες μέρες μας υπενθυμίζουν τους ευλαβείς βασιλείς με τις βασίλισσες – νικητές της ματαιότητας και της παρανοϊκής φιλαυτίας, οι οποίοι έθεσαν όλη την αίγλη και την εξουσία τους στην υπηρεσία του Υιού του Θεού. Άλλες πάλι μας υπενθυμίζουν τα θαύματα του Τιμίου Σταύρου του Χριστού, των λειψάνων των Αγίων Του, των ενδυμάτων και εικόνων των Ορθοδόξων Τροπαιοφόρων, ανδρών και γυναικών του Χριστού. Κάποιες μέρες μας υπενθυμίζουν τις ουράνιες ασώματες δυνάμεις, τα τάγματα των αγγέλων και αρχαγγέλων νικητών όλων των αντιπάλων του Ζώντος και Μόνου Θεού. Μήπως είναι ανάγκη να απαριθμήσω και τις ημέρες των δικαίων του Χριστού; Μήπως δεν είναι όλες οι μέρες δικές Του; Δεν είναι όλοι οι παραπάνω νικητές, δικοί Του στρατιώτες – το δικό Του νικηφόρο βασιλικό στράτευμα;
Έτσι λοιπόν, όλες οι μέρες του έτους μας υπενθυμίζουν τις νίκες, τους ήρωες, τους αγώνες και τους κόπους, τους νικητές. Καμία μέρα του ημερολογίου μας δεν έχει σπιλωθεί με το όνομα του Ιούδα, του Καϊάφα, του Πιλάτου ή του Ηρώδου. Οι ηττημένοι από το Σατανά δεν εγγράφονται στη βίβλο των ζώντων μα στο βιβλίο του αιωνίου θανάτου. Σαν ξημερώνει κάποια μέρα του Θεού, οποιαδήποτε μέρα του έτους, μας υπενθυμίζει κάποιον νικητή του Χριστού ή αυτόν τον Ίδιο τον Χριστό, τον Νικητή των νικητών και Βασιλέα των βασιλευόντων.
Τούτη η μέρα όμως, τούτη η Κυριακή της Ορθοδοξίας, μας υπενθυμίζει, όχι μια νίκη ή έναν νικητή αλλά τη μακρά αλυσίδα από νίκες και ολόκληρο στράτευμα από νικητές. Πρόκειται για τις νίκες της Εκκλησίας σαν ολότητα. Η Εκκλησία είναι εκείνος ο νικητής που σήμερα θυμόμαστε και τιμούμε.
Η κύρια νίκη της Εκκλησίας η οποία σήμερα προβάλλει μπροστά μας είναι η νίκη κατά της εικονομαχίας. Οι αγώνες και οι διαμάχες για τις εικόνες κράτησαν πάνω από διακόσια χρόνια. Οι εικονομάχοι ήταν οι εσωτερικοί εχθροί της Εκκλησίας οι οποίοι ήταν πάντοτε και οι πιο επικίνδυνοι επειδή πολλοί από αυτούς είχαν στα χέρια τους δύναμη κοσμική ή εξουσία εκκλησιαστική. Πολλοί ήταν βασιλείς ή πρίγκιπες, πολλοί αυλικοί ευνούχοι, δεινοί δολοπλόκοι και σύμβουλοι αυτοκρατορικοί. Οι τάξεις τους ενισχύθηκαν ιδιαίτερα από πολλούς ιερείς και μοναχούς, ακόμα και αιμοβόρους επισκόπους και επιβαλλόμενους πατριάρχες.
Σύμφωνα με τον διεστραμμένο νου και την απολιθωμένη τους καρδιά, ανακήρυξαν τις εικόνες σε είδωλα και την εικονολατρεία ως ειδωλολατρία. Μέσα στην έπαρση και το μένος τους πέταξαν τις εικόνες έξω από τους ναούς, τις έριχναν στη θάλασσα, τις έσπαζαν και τις έκαιγαν. Το ίδιο έπρατταν και με τα λείψανα των Αγίων και των Αποστόλων. Στο τέλος, δε δίστασαν να πετάξουν από τους ναούς και τα λάβαρα μα και τον ίδιο τον Σταυρό του Χριστού, το σπουδαιότερο νικηφόρο σημείο του Χριστιανισμού. Από τον χριστιανικό ναό έφτιαξαν μία κενή και έρημη αίθουσα όπου δεν έβλεπες τίποτε πέρα από γυμνούς ασβεστωμένους τοίχους. Από όλα τα κοσμητικά στοιχεία και αντικείμενα στο ναό τα οποία παριστούν συμβολικά το μεγαλειώδες δράμα της εξαγοράς μας δεν άφησαν τίποτε – τίποτε πέρα από ασβέστη και ανθρώπινη φωνή. Η εκκλησία έμοιαζε με κενοτάφιο όπου η ταλαίπωρη ανθρώπινη ψυχή ένοιωθε μόνη και αβοήθητη, αγωνιζόμενη μόνη της, δίχως κάποια κλίμακα και υποστήριξη, να ανυψωθεί από τη σκόνη της γης στα ατελεύτητα ύψη του Θεϊκού θρόνου των ουρανών, στη κορφή του βασιλείου της αιωνιότητος.
Ενάντια σε μία τέτοια ασύνετη ερήμωση και πτώχευση των χριστιανικών ναών εξανέστησαν όλοι οι μεγάλοι και εμπνευσμένοι πνευματικοί μέσα στην αχανή βυζαντινή αυτοκρατορία και κατόπιν και σε άλλα ορθόδοξα βασίλεια. Στο πλευρό τους στεκόταν και ολόκληρος ο ορθόδοξος λαός ο οποίος ένοιωθε, με τη καρδιά του, μολονότι δεν ήξερε να εκφράσει το συναίσθημα με λόγια, πως οι εικόνες αποτελούν ένα εξαιρετικό βοηθητικό μέσον για τις ψυχές των προσευχομένων. Σαν άλλο σκαλοπάτι το οποίο υψώνει την ψυχή στους ουρανούς και από το οποίο κατέρχεται η αρωγή, η παρηγορία και η ευλογία του Θεού στις ψυχές. Είμαι βέβαιος, αδελφοί μου, ότι και οι δικές σας καρδιές νοιώθουν το ίδιο. Όταν προσκυνείτε τις εικόνες των Αγίων, δεν υποκλίνεστε στο ξύλο και το χρώμα του ξύλου αλλά σε ζώντες Αγίους οι οποίοι λάμπουν ως ο ήλιος στη βασιλεία του Θεού (Μτ. 13, 43).
Όταν ασπάζεστε τις εικόνες των μαρτύρων του Χριστού, ασπάζεστε τις πληγές και τα παθήματά τους για χάρη του Βασιλέως Χριστού.
Όταν αγγίζετε με το χέρι σας τις εικόνες των οσίων ασκητών και εγκρατευτών, δεν αγγίζεται το σανίδι αλλά τους κόπους και τις αρετές τους.
Όταν κλαίετε ενώπιον της εικόνας της Αγίας Θεοτόκου, δεν θρηνείται μπροστά σε ένα νεκρό κομμάτι ξύλου ή πανιού αλλά κλαίετε ενώπιον της ζωντανής και σπλαχνικής Μητέρας του Θεού η οποία βλέπει από τη Βασιλεία του Υιού της τα δάκρυά σας και σπεύδει σε βοήθεια.
Όταν συστέλλεσθε μπροστά στα πρόσωπα των αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων, δεν το κάνετε μπροστά σε νεκρά αντικείμενα αλλά μπροστά στα πνεύματα του αγαθού και του φωτός, στους ασωμάτους και ισχυρούς στρατιώτες και υπηρέτες του Ζώντος Θεού.
Όταν ασπάζεστε το Σταυρό του Χριστού, δεν το κάνετε σαν να είναι ένα αντικείμενο αλλά ασπάζεστε την αγάπη του Κυρίου, η οποία φανερώθηκε στα παθήματά Του για σας επί του Σταυρού. Ασπάζεστε την ώρα εκείνη, το ισχυρότερο σύμβολο νίκης από το οποίο οι δαίμονες τρέμουν και φεύγουν, αυτό που δίνει θάρρος στη πληγωμένη καρδιά και παρηγορία στη ταλαίπωρη ψυχή.
Το σώμα σας υποκλίνεται στις εικόνες ενώ η ψυχή σε αυτούς που εικονίζονται σε αυτές. Το στόμα σας τις ασπάζεται μα η ψυχή ασπάζεται τις ψυχές των δοξασμένων αγίων στη Βασιλεία των Ουρανών. Τα μάτια σας βλέπουν το ξύλο και το χρώμα αλλά τα πνευματικά σας μάτια ατενίζουν ζωντανά πρόσωπα στο βασίλειο των πνευμάτων.
Για τους εικονομάχους, οι εικόνες αποτελούσαν πραγματικά είδωλα, αφού έβλεπαν επάνω τους μονάχα το ξύλο και το χρώμα αδυνατώντας να ανυψωθούν σε πνευματική ενατένιση των ζωντανών υπάρξεων, των αθανάτων πνευμάτων που εικονίζουν οι εικόνες. Όποιος μονάχα με τους σωματικούς οφθαλμούς κοιτά, αυτός και βλέπει σωματικά. Γι’ αυτό, για ένα τέτοιον άνθρωπο, διαφεύγει η πνευματική σημασία της εικόνος, του μοιάζει ανόητο και ακατανόητο επειδή μόνο πνευματικά μπορεί να ιδωθεί κατά τους λόγους του Αποστόλου Παύλου (Α’ Κορ. Κεφ. 2). Μα αντί να ντρέπονται για την αδυναμία κατανόησης οι εικονομάχοι εξανέστησαν υπεροπτικά για να επιβάλλουν την έλλειψη κατανόησής τους σε ολόκληρο τον κόσμο.
Μέσα από τις εικόνες επιβεβαιώνουμε την πραγματικότητα των Αγίων τα ζωντανά πρόσωπα. Ό,τι δεν είναι αληθινό, δεν μπορεί ούτε να εικονίζεται ούτε και να φωτογραφίζεται. Είναι γνωστό πως στην Ινδία οι φακίρηδες σαγηνεύουν τους ανθρώπους δείχνοντάς τους διάφορα σημεία και απάτες. Αυτά όμως είναι μονάχα φαινόμενα και απάτες δίχως την αντικειμενική ύπαρξη όντων. Οι φωτογράφοι προσπάθησαν να φωτογραφήσουν αυτά τα φαινόμενα αλλά οι φωτογραφικές τους πλάκες δεν μπόρεσαν να συλλάβουν και να δείξουν τίποτε. Οι πλάκες παρέμειναν κενές και γυμνές, όπως κενά και γυμνά είναι και τα γητεύματα των φακίρηδων.
Οι δικοί μας Άγιοι όμως είναι πραγματικές ανθρώπινες υπάρξεις που έζησαν με τη παρότρυνση και ενθάρρυνση να βαδίσουμε και εμείς τον δικό τους δρόμο, να έχουμε τη σταθερότητα της πίστης τους, να καλλιεργούμε εντός μας τις αρετές τους, να ξεδιψούμε με την αφοβία τους μπροστά στα παθήματα και τις θλίψεις και να θυσιαζόμαστε από αγάπη προς τον Κύριο.
Η Βασιλεία των Ουρανών δεν θα γεμίσει με φαντασίες και οράματα αλλά με ζωντανούς ανθρώπους οι οποίοι κατέστησαν αντάξιοί της. Είμαστε και εμείς όλοι καλεσμένοι στη Βασιλεία των Ουρανών και όλοι μας ποθούμε να κερδίσουμε αυτή τη βασιλεία της ζωής και του φωτός, όσο τίποτε άλλο στο κόσμο.
Με τέτοια επιθυμία υψίστη ατενίζουμε τις εικόνες των Αγίων και διδασκόμαστε την οδό που οδηγεί στη Βασιλεία εκείνη. Στα πρόσωπα όλων των Αγίων διαβάζουμε την ταπείνωση, την αξιοπρέπεια, το βάθος της σκέψεως, την σοβαρότητα, την ειρήνη, την γλυκύτητα, την αγνότητα, την σωφροσύνη και τη καθαρότητα της ψυχής. Ατενίζοντάς τους, διδασκόμαστε για το πως πρέπει να είμαστε και οι ίδιοι. Είναι οι πνευματικοί μας γεννήτορες, αδελφοί και αδελφές μας. Όταν λοιπόν, θεωρούμε ωφέλιμο να στολίζουμε τα σπίτια μας από αγάπη και σεβασμό, με φωτογραφίες των σαρκικών μας γονέων και αδελφών γιατί δεν θα ήταν ωφέλιμο το να κοσμούμε τον οίκο του Θεού με τις εικόνες των τέκνων Του, των εκλεκτών Του παιδιών, των συγγενών του Θεού κατά το κάλλος της ψυχής τους αλλά και δικών μας συγγενών κατά τα σωματικά παθήματα, κατά την πίστη και την ελπίδα;
Ιδιαίτερα εμείς, οι αγροτικοί λαοί των Βαλκανίων, έχουμε περισσότερους λόγους να ευχαριστούμε τις ιερές εικόνες. Υπόδουλοι των Τούρκων για αρκετούς αιώνες, οι λαοί μας δεν είχαν σχολεία και μόρφωση. Εκτός από τους ιερείς, μόλις που κάποιος γνώριζε να διαβάζει την Αγία Γραφή και να διδαχτεί τη διδασκαλία της σωτηρίας. Ευτυχώς όμως, η ανάγνωση αντικαταστάθη από την ενατένιση. Έβλεπαν οι άνθρωποι την Αγία Γραφή αγιογραφημένη στις εικόνες και τους ναούς. Έβλεπαν την ιστορία του Σωτήρος μας, τους βίους των Αγίων, των ηρώων του Χριστού. Περισσότερο με τα μάτια παρά με τα αυτιά γνώριζαν εκείνοι την αλήθεια της ζωής και την οδό της σωτηρίας. Κράτησαν έτσι την πίστη τους και έσωσαν τις ψυχές τους. Γι’ αυτό ας προσκυνήσουμε τις ιερές εικόνες και ας ευχαριστήσουμε την αγαθή Πρόνοια του Θεού η οποία πέρα από τον λοιπό πνευματικό πλούτο που χάρισε στην Ορθοδοξία, εκόσμησε την Εκκλησία μας με τις εικόνες.
Ο Ίδιος ο Ύψιστος Θεός τεκμηρίωσε τη διατήρηση των εικόνων στους ναούς και τους οίκους με τη θαυμαστή Του δύναμη, την οποία συχνά επέδειξε και σήμερα επιδεικνύει μέσω αυτών, μέσω δηλαδή των εικόνων του Υιού Αυτού του Μονογενούς, της Αγίας Θεομήτορος και των αναρίθμητων Αγίων και αγγέλων Του. Όσοι εναντιώθηκαν στις εικόνες, στην ουσία εναντιώθηκαν στο θέλημα του Θεού. Στο τέλος έπεσαν και χάθηκαν στη θύελλα της εικονομαχίας που οι ίδιοι είχαν προκαλέσει. Η Εκκλησία του Θεού όμως εμπλουτίστηκε με μίαν ακόμα νίκη την οποία εμείς σήμερα τιμούμε και για την οποία ευχαριστούμε ειλικρινά το Θεό.
Είθε η σημερινή φωτεινή μέρα να μας υπενθυμίζει και όλες τις άλλες αναρίθμητες νίκες της ορθοδόξου πίστεως. Πρώτοι οι Εβραίοι ξεσηκώθηκαν εναντίον αυτής της πίστης. Ο αγώνας κράτησε μερικές δεκάδες χρόνια. Διασκορπίστηκαν σαν το άχυρο σε ολόκληρο τον κόσμο, ο οίκος τους αφέθη έρημος καθώς τους το είχε προφητεύσει ο Σωτήρας λέγοντας. «ιδού, αφίεται υμίν ο οίκος υμών έρημος» (Μτ. 23, 38). Ενώ η Εκκλησία του Θεού με τη νίκη στα χέρια της αντιστάθηκε σε άλλους εχθρούς.
Αυτοί οι εχθροί ήταν οι μανιασμένοι Ρωμαίοι. Ο πόλεμος των ρωμαίων αυτοκρατόρων εναντίον της πίστεως του Χριστού, κράτησε κάποιες εκατοντάδες χρόνια. Η Εκκλησία του Χριστού ήταν ολόκληρη βουτηγμένη στο αίμα των μαρτύρων. Μα στο τέλος, ο πόλεμος έληξε με την καταστροφή του ρωμαϊκού κράτους και τη νίκη της ορθοδόξου Εκκλησίας.
Με τη νέα της νίκη στα χέρια, στάθηκε η Εκκλησία ενάντια στον νέο της εχθρό, στους άραβες μουσουλμάνους και τους ειδωλολάτρες Πέρσες, Αρμενίους, Σαρματούς, Ευρωπαίους και Αφρικανούς. Και πάλι, ο αγώνας κράτησε μερικούς αιώνες, μαζί και τα δεινά και τα πάθη της Εκκλησίας του Θεού.
Κέρδισε η Εκκλησία μας τη νίκη και μ’ αυτήν στα χέρια στάθηκε ηρωικά απέναντι στους νέους εχθρούς.
Αυτοί ήταν οι Τούρκοι στην Ασία, Αφρική και στα Βαλκάνια καθώς οι Μογγόλοι στην ορθόδοξη Ρωσία. Και πάλι μαρτύρια και θλίψεις – τώρα για πολλές εκατοντάδες χρόνια. Μα και πάλι η Αγία μας Εκκλησία κατάφερε την νίκη. Οι εχθροί της σαν άλλη μακρόχρονη πλημμύρα εξηράνθησαν και εκείνη, σαν άλλη Κιβωτός του Νώε, σώθηκε και έφτασε στην ειρήνη και την ελευθερία.
Στους καιρούς των πολλών και συχνών κατακτήσεων, η Ορθοδοξία υπέφερε από εχθρούς εξωτερικούς ενώ στο καιρό της ειρήνης και της ελευθερίας από εχθρούς εσωτερικούς. Από αυτούς αναφέραμε τους εικονομάχους μα υπήρξαν και πολλοί άλλοι οι οποίοι, με την αιρετική και εγωιστική διδαχή τους, έφεραν σύγχυση μεταξύ των πιστών και κατέτρωγαν εκ των έσω τα σπλάχνα της Εκκλησίας του Θεού.
Κάποιοι αιρετικοί αρνούνταν την ανθρώπινη φύση του Κυρίου Ιησού ενώ άλλοι την Θεϊκή. Κάποιοι αρνούνταν το Άγιο Πνεύμα και άλλοι την Αγία Θεοτόκο. Όλοι τους αρνούνταν και μία αλήθεια της υποστηρίζοντας κάποιο ψεύδος. Είναι το κοινό τους χαρακτηριστικό. Κάποιοι, από φιλοδοξία αγωνιζόταν για τα πρωτεία και άλλοι πάλι από φιλαυτία, προκαλούσαν μεγάλες ταραχές και σχίσματα για ασήμαντα ζητήματα. Η Εκκλησία έπρεπε να αμυνθεί να πολεμήσει και να πάθει. Δεν υπάρχει αδελφοί μου μεγαλύτερος μάρτυρας στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους από την Εκκλησία του Χριστού. Μα ούτε και μεγαλύτερος και ενδοξότερος νικητής. Νίκησε όλους τους αιρετικούς, ξερίζωσε όλες τις αιρέσεις, διατήρησε την καθαρότητα της διδαχής του Χριστού, διεφύλαξε την ιερότητα της αποκάλυψης και της παράδοσης. Έτσι, σαν αγνή και αγία νύμφη του Χριστού, έφτασε μέχρι εμάς βαδίζοντας τον ακανθώδη αλλά ορθό και νικηφόρο δρόμο της.
Αλήθεια, αδελφοί μου αγαπητοί, η πίστη μας είναι η νίκη η νικήσασα τον κόσμο. Αυτή η συγκεκριμένη μέρα καθορίστηκε κάθε χρόνο για να μας θυμίζει ακριβώς το να μην λησμονούμε, να μας ενθαρρύνει για να μην γινόμαστε μαλθακοί, να μας θερμαίνει με την ελπίδα για να μην ψυχραθούμε, να καθαρίσει την πνευματική μας όραση για να βλέπουμε καθαρά και να κοιτάμε Εκείνον που αοράτως μάχεται για την Εκκλησία Του και την στεφανώνει με τόσες νίκες.
Μακάριος εκείνος που έχει καθαρή την πνευματική του όραση και μπορεί να δει όλο εκείνο το νικηφόρο στράτευμα στους ουρανούς, το οποίο η σημερινή ημέρα αποκαλύπτει και δείχνει στους πιστούς. Είναι οι υιοί και οι θυγατέρες του Θεού των οποίων ο αριθμός συναγωνίζεται εκείνο των αστέρων του ουρανού και η λάμψη τους υπερβαίνει την λάμψη των αστέρων. Μας φανερώνονται σήμερα εκείνοι σαν άλλη ουράνια χαρμόσυνη παράταξη. Ηγεμόνες και δούλοι, πλούσιοι και ενδεείς, γέροι και νέοι, μορφωμένοι και αγράμματοι, μητέρες και βρέφη, τίμιες χήρες και σωφρονισμένες κόρες, ιερείς και στρατιώτες, στρατηλάτες και μοναχοί, αλιείς και μεγιστάνες, γεωργοί και εργάτες – όλοι τους στην ανέκφραστη δόξα των ουρανών. Σε δόξα, κάλλος και λάμψη την οποία ούτε κατά διάνοιαν δεν φαντάστηκαν όλοι οι βασιλείς της γης από την αρχή ως το τέλος του κόσμου.
Όλοι αυτοί ήσαν στη γη αγωνιστές και πάσχοντες για τη πίστη του Χριστού μα κανείς τους δεν περίμενε τη νίκη της πίστεως εδώ στη γη. Γι’ αυτό και στην βασιλεία της αιωνίου ζωής έχουν αμοιφθεί με όσα «οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη» (Α’ Κορ. 2, 9). Όλοι τους – τα πάντα έλαβαν από τον Θεό. Εκείνοι που συνετρίβησαν από τους ειδωλολάτρες σαν την λάσπη, αυτοί που στραγγαλίστηκαν σιωπηλά στις φυλακές, εκείνοι που δίχως μάρτυρες καταποντίστηκαν στη θάλασσα, όσοι αποκεφαλίστηκαν με ξίφος για το όνομα του Χριστού και όσοι καμμιάν απόλαυση δε δοκίμασαν επάνω στη γη αλλά μάλλον όλες τις πίκρες, όλοι τους είναι ενταγμένοι στις γραμμές των νικητών. Όλοι τους έλαβαν από το Θεό τα πάντα καθώς το υποσχέθηκε ο Ίδιος. «ο νικών, έσται αυτώ ταύτα και έσομαι αυτώ Θεός και αυτός έσται μοι υιός» (Αποκ. 21, 7).
Όταν κοιτάξετε με καθαρό πνευματικό βλέμμα αυτούς τους νικητές, θα δείτε στον καθένα από αυτούς την σφραγίδα του Αρνίου του Θεού. Καθένας τους μοιάζει στον Βασιλέα Χριστό και ο Χριστός λάμπει μέσα από τον καθένα τους, μέσα από γέρους και νέους, από ηγεμόνες καθώς και από δούλους, από τους άνδρες καθώς και από τις γυναίκες. Επειδή ο Χριστός είναι ο κύριος Νικητής ο οποίος νικά μέσω αυτών. Γι’ αυτό και η Κυριακή έχει οριστεί ακριβώς για να είναι ημέρα μνήμης της νίκης αυτής της πίστεώς μας. Επειδή την Κυριακή αναστήθηκε ο Κύριος και με την ανάσταση ενίκησε το θάνατο, τον φοβερότερο και έσχατο εχθρό. Γι’ αυτόν που ενίκησε το θάνατο ήταν πολύ εύκολο να νικήσει τον κόσμο όλο. Γι’ αυτό και Εκείνος ενθάρρυνε τους μαθητές Του λέγοντας. «θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιω. 16, 33).
Ω αδελφοί μου αγαπητοί, η πίστη μας είναι η νίκη η νικήσασα τον κόσμο. Η πίστη μας είναι η νίκη η νικήσασα τον Σατανά. Η πίστη μας είναι η νίκη η νικήσασα την αμαρτία. Η πίστη μας είναι η νίκη η νικήσασα τον θάνατο. Η πίστη μας είναι η νίκη του Χριστού με την οποία η Εκκλησία του Θεού ενίκησε ως τώρα όλους τους εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς.
Τί θα μπορούσε περισσότερο να σας ενθαρρύνει, να σας ενισχύσει και παρηγορήσει από αυτή τη νικηφόρα πίστη; Και τί θα μπορούσε να σας φοβίσει και να σας εξασθενίσει αν κρατήσετε στη καρδιά αυτή την ανίκητη πίστη; Μήπως τα σκάνδαλα της ελευθερίας στην οποία τώρα ζήτε; Μήπως η αδύναμη κραυγή της ειδωλολατρίας; Μήπως τα πονηρά λόγια των αιρετικών; Μήπως η ανηθικότητα των ανηθίκων η οποία μέσα από τις ξένες απολαύσεις οδηγεί στην απογοήτευση και από τη μοιρολατρία στην αυτοκτονία;
Τίποτε απ’ όσα βρίσκονται κάτω από τον ουρανό, τίποτα στο φλοιό και κάτω από το φλοιό της γης, τίποτε μην σας φοβίσει. Ακόμα και τούτο που συμβαίνει τώρα στην ορθόδοξη Ρωσία μην σας φοβίσει και σας κλονίσει, αυτή η βίαιη φίμωση και ο στραγγαλισμός της πίστεως και των ιερών του Χριστού! Μάθετε πως αυτό δεν είναι το τέλος μα η εισαγωγή, η είσοδος στη μεγαλειώδη νίκη της πίστεώς μας. Μάθετε πως η στρατηγική και η τακτική του Θεού είναι διάφορη από την ανθρώπινη. Αυτό που οι άνθρωποι βλέπουν σαν συντριβή, ο Θεός το λαμβάνει ως νίκη και κείνο που στα μάτια των ανθρώπων είναι νίκη για το Θεό είναι το σούρουπο της καταστροφής. Επειδή, για τη στρατηγική και τη τακτική του Θεού έχει γραφεί ότι το «μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί και το ασθενές του Θεού ισχυρότερον των ανθρώπων εστί» (Α’ Κορ. 1, 25).
Έτσι, αν κάποιος πει ότι η Ορθοδοξία είναι μωρία, μην θυμώσετε αλλά απαντήσατε. είναι μωρία αλλά μωρία Θεού η οποία είναι σωφότερη από τους ανθρώπους, απ’ όλους τους καιρούς και απ’ όλες τις μη χριστιανικές γενεές. Και αν κάποιος πει ότι η Ορθοδοξία είναι αδυναμία, μην θυμώσετε αλλά απαντήσατε. είναι αδυναμία αλλά αδυναμία Θεού η οποία είναι ισχυρότερη από τους ανθρώπους, τους δαίμονες και τον θάνατο. Χιλιάδες φορές στους αιώνες που πέρασαν, νόμισαν οι άνθρωποι ότι το σκάφος της Ορθοδοξίας θα βουλιάξει. Μα ούτε βούλιαξε ούτε και θα βουλιάξει. Είναι τέτοιο το σκαρί και τέτοιος ο Τιμονιέρης που είναι αδύνατον να βουλιάξει.
Η ορθόδοξη πίστη αποτελεί το μεγαλύτερο θαύμα στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους. Δίχως πλούτο, δίχως εξωτερική υποστήριξη, δίχως στρατό και όπλα, δίχως δουλική οργάνωση και πολιτικούς ελιγμούς, διήνυσε με επιτυχία ένα μακρύ και φοβερό δρόμο 19 αιώνων. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή κάτω από τον ουρανό από το να είναι κανείς μέλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Μήτε και υπάρχει ασφαλέστερος δρόμος από αυτόν που εκείνη βαδίζει και οδηγεί τους πιστούς της. Υπάρχουν δρόμοι εύκολοι μα ολισθηροί και οδηγούν στην απώλεια. Υπάρχουν σκάφη πιο φανταχτερά, μεγαλύτερα και πιο άνετα αλλά έχουν πολύ πιο αδύναμο σκαρί.
Δοξάσατε αδελφοί τον Θεό ο Οποίος εδόξασε την πίστη μας με νίκες πολλές. Δοξάσατε τους Αγίους του Θεού οι οποίοι εκούσια με το αίμα τους και τα δάκρυα πλήρωσαν αυτές τις νίκες. Ας σας θυμίζει η ημέρα τούτη πως η πίστη μας είναι η πίστη η νικήσασα τον κόσμο. Ας σας θυμίζει ότι η Ορθοδοξία στη γη κρατιέται από την Ορθοδοξία των ουρανών που σημαίνει πως ένα λαμπρό και ανίκητο στράτευμα από τον αόρατο κόσμο, στράτευμα πολυάριθμο σαν τους αστέρες του ουρανού, στέκει δίπλα και γύρω μας και μας βοηθά. Μπροστά από αυτό το στράτευμα των αμέτρητων νικητών ίσταται ο Νικητής των νικητών, ο Βασιλεύς των βασιλευόντων! Αυτώ η δόξα και η ευχαριστία συν Πατρί και Αγίω Πνεύματι εις τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Τίποτε απ’ όσα βρίσκονται κάτω από τον ουρανό, τίποτα στο φλοιό και κάτω από το φλοιό της γης, τίποτε μην σας φοβίσει. Ακόμα και τούτο που συμβαίνει τώρα στην ορθόδοξη Ρωσία μην σας φοβίσει και σας κλονίσει, αυτή η βίαιη φίμωση και ο στραγγαλισμός της πίστης και των ιερών του Χριστού! Μάθετε πως αυτό δεν είναι το τέλος μα η εισαγωγή, η είσοδος στη μεγαλειώδη νίκη της πίστεώς μας. Μάθετε πως η στρατηγική και η τακτική του Θεού είναι διάφορη από την ανθρώπινη. Αυτό που οι άνθρωποι βλέπουν σαν συντριβή, ο Θεός το λαμβάνει ως νίκη, και κείνο που στα μάτια των ανθρώπων είναι νίκη, για το Θεό είναι το σούρουπο της καταστροφής. Επειδή, για τη στρατηγική και την τακτική του Θεού έχει γραφεί, ότι «το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί και το ασθενές του Θεού ισχυρότερον των ανθρώπων εστί» (Α’ Κορ. 1, 25).
Αγίου Νικολάου Αχρίδος, «Εμπνευσμένες ομιλίες για να γνωρίσουμε το μεγαλείο της Κυριακής της Ορθοδοξίας», Εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη»