Αρχική Blog Σελίδα 259

Ὁ ἅγιος Μάμας παιδὶ μαρτύρων καὶ ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολὴ (Ἑορτὴ ἁγίου Μάμαντος, 2017)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Μάμαντος, πολιούχου ἁγίου τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Μητροπόλεως, ποὺ τελέσθηκε στὸν πανηγυρίζοντα ἱερὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μάμαντος τῆς κοινότητος Ξυλιάτου τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (2.9.2017). Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Ὄρθρου καὶ τῆς Θείας Λειτουργίας ἔψαλλε χορὸς ἱεροψαλτῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου μὲ χοράρχη τὸν πρωτοψάλτη κ. Μάριο Αντωνίου καὶ χορὸς ἱεροψαλτῶν βυζαντινῆς ἀραβόφωνης Ὀρθόδοξης χορωδίας ἀπὸ τὸν Λίβανο μὲ χοράρχη τὸν π. Νικὀλαο Μάλεκ.

Αγιοκατάταξη του ιερομόναχου Χριστοφόρου Παπουλάκου († 18 Ιανουαρίου 1861)

Άγιος Χριστοφόρος Παπουλάκος
Άγιος Χριστοφόρος Παπουλάκος

Το Οικουμενικού Πατριαρχείο αποφάσισε την Αγιοκατάξη του ιερομονάχου Χριστόφορου Παναγιωτόπουλου γνωστού ως Παπουλάκου, με τη μνήμη του να εορτάζεται στις 18 Ιανουαρίου του κάθε έτους.

Ο Οσιώτατος Μοναχός Χριστοφόρος ο Παπουλάκος υπήρξε μια προσωπικότητα που συγκλόνισε στο διάβα του με τις προτροπές και τις παρεμβάσεις του, κυρίως όμως με το άδολο κήρυγμά του. Έζησε και έδρασε την εποχή του Όθωνα, εποχή που το ελληνικό κράτος προσπαθούσε να οργανωθεί ακολουθώντας τα πρότυπα των κρατών της Δυτικής Ευρώπης. Ο Παπουλάκος, με τη ζωή και τον αγώνα του εξέφραζε την αντίδραση του Ορθόδοξου Έλληνα έναντι των αλλοιώσεων από το κοσμικό πνεύμα που είχε αρχίσει να διεισδύει στις ψυχές των ανθρώπων, εξοβελίζοντας τις πατροπαράδοτες αξίες του πολύπαθου γένους μας. Υπήρξε μια από τις προσωπικότητες, που έδωσαν μάχη για να διασώσουν τον άνθρωπο από το νέο δυτικότροπο μοντέλο ζωής, κηρύττοντας όχι μόνο το λόγο του Θεού, αλλά και το λόγο του ανθρώπου.

Ο Μοναχός Χριστοφόρος, κατά κόσμον Χρήστος Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε στον Άρμπουνα στην περιοχή Κλειτορία των Καλαβρύτων, μετά το 1770. Δεν υπάρχουν στοιχεία για τα πρώτα χρόνια του βίου του, καθώς ζούσε ως απλός χωρικός, γνωρίζοντας λίγα γράμματα. Ωστόσο η αγάπη του και η κλίση του στην Ορθόδοξη λατρεία ήταν έκδηλη από τη μικρή του ηλικία. Διαβιούσε ασκώντας το επάγγελμα του κρεοπώλη και σε προχωρημένη ηλικία συνέβη το θαύμα. Μετά από ένα παράξενο γεγονός στην οικία του έμεινε αναίσθητος και μεταφέρθηκε στο διπλανό Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου, όπου επί τρεις ημέρες έμεινε πίσω από την Αγία Τράπεζα ως νεκρός. Το θεϊκό αυτό σημείο στην οικία του και η θαυμαστή ανάρρωσή του, τον συγκλόνισαν με αποτέλεσμα να παραδώσει την περιουσία του στα αδέρφια του και να εγκαταλείψει την κοσμική ζωή.

Σύμφωνα με τις πηγές, εκάρη Μοναχός στην ιστορική Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων, όπου Ηγούμενος ήταν ο πνευματικός του καθοδηγητής Αρχιμανδρίτης Ιγνάτιος Λαμπρόπουλος. Έλαβε το όνομα Χριστοφόρος και άρχισε να περιφέρεται στα χωριά ασκώντας επαιτεία, ενώ στη συνέχεια μοίραζε στους φτωχούς τις ελεημοσύνες που συγκέντρωνε. Ζητούσε μάλιστα να μη διαδίδουν οι χωρικοί τις αγαθοεργίες του. Κατόπιν αναχώρησε για την Ιερά Μονή Αγίου Αθανασίου Φίλια, ενώ αργότερα έγινε ερημίτης ζώντας σε μια σπηλιά κοντά στο χωριό Άρμπουνα.

Το 1830 εγκαταστάθηκε σε ένα κατάλυμα ζώων που ανήκε στην οικογένειά του, σε ένα όρος που απέχει τρία χιλιόμετρα από το χωριό Άρμπουνα. Εκεί έχτισε μια καλύβα και άρχισε την ανέγερση μικρής Ιεράς Σκήτης προς τιμήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, της οποίας είχε μια μικρή θαυματουργή εικόνα ως οικογενειακό κειμήλιο. Ξεκινά περιοδείες και κηρύττει στα χωριά της Αχαΐας και της Αρκαδίας, ώστε να μπορέσει να ολοκληρώσει το οικοδόμημα της Ιεράς Σκήτης. Στη Σκήτη μόνασε με άλλους δύο Μοναχούς, τον Αβέρκιο και τον Κοσμά, με τους οποίους θα μείνει μαζί μέχρι το 1847, περίοδο που τους εγκαταλείπει και ξεκινά το κηρυκτικό του έργο.

Η κηρυκτική του δράση αρχικά γινόταν κατόπιν πρόσκλησης των εκκλησιαστικών και των κατά τόπους πολιτικών αρχών, καθώς δε διέθετε άδεια ιεροκήρυκα. Στη συνέχεια όμως η Ιερά Σύνοδος του παρείχε την άδεια. Ο Μοναχός Χριστοφόρος ήταν περίπου εβδομήντα ετών, βραχύσωμος, με υπόλευκη γενειάδα, έφερε ράσο, καλογηρικό σκούφο και σταυροφόρο ράβδο. Ήταν όμως ακμαίος, παρά το μικρό ανάστημά του και ο κόσμος τον επονόμασε Παπουλάκο ή Αγιοπατέρα, ενώ σε πολλά έγγραφα αναφέρεται ως Παπουλάκης.

Ο λόγος του ήταν άδολος, απλοϊκός, ζωηρός και αποκτούσε ένταση και ευκρίνεια μπροστά στα πλήθη των πιστών. Χωρίς πομπώδες ύφος κήρυττε το λόγο του Χριστού και την αξία της χριστιανικής πίστης με απλές ηθικές διδαχές. Τα χαρίσματά του, όπως η διορατικότητα, η προορατικότητα και το προφητικό χάρισμα γίνονταν έκδηλα κατά τη διάρκεια των ομιλιών του. Τα πλήθη τον ευλαβούνταν για τις διδαχές και τα θαύματά του, εκδηλώνοντας την ευλάβειά τους παντοιοτρόπως. Έκοβαν κομμάτια από το ράσο του, τρίχες από τα γένια του, ακόμα και πέτρες από τα σημεία που πατούσε. Μάλιστα αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι τα κομμάτια από το ράσο του μόλις κόβονταν, αμέσως αναπληρώνονταν.

Όπου πήγαινε τον υποδέχονταν με χαρά, οι καμπάνες των Ιερών Ναών χτυπούσαν χαρμόσυνα, οι Ιερείς εξέρχονταν να τον προϋπαντήσουν, οι τοπικές αρχές, ο στρατός, οι δημοδιδάσκαλοι με τους μαθητές τους σε παράταξη τον ανέμεναν. Μετά την είσοδό του αναπαυόταν ή προσευχόταν για λίγο και κατόπιν ανέβαινε σε κάποιο εξώστη οικίας ή εξέδρα ή κάποιο μεγάλο δέντρο και ξεκινούσε τις διδαχές. Τα αποτελέσματα των διδαχών του ήταν εντυπωσιακά και αυτό του το αναγνώριζαν ακόμα και οι μετέπειτα διώκτες του.

Αναζωπυρώθηκε η ουσιαστική συμμετοχή του κόσμου στην Ορθόδοξη λατρεία και ενισχύθηκε η πίστη στις χριστιανικές αξίες. Μειώθηκαν οι ληστείες και οι ζωοκλοπές, αυξήθηκαν οι ελεημοσύνες προς τους πτωχούς και η αγάπη φώλιασε στις ψυχές των ανθρώπων. Ο τύπος αφιέρωσε πλήθη άρθρων, προκειμένου να εξαίρει τις αρετές του ανθρώπου αυτού και τον αντίκτυπο που είχε ο λόγος του στην κοινωνία.

Αυτή η επίδραση που ασκούσε ο Παπουλάκος στα πλήθη ενοχλούσε την εξουσία, καθώς δρούσε ανασταλτικά στα σχέδιά της για ξενοκρατία και επικράτηση του Καθολικισμού και του Λουθηροκαλβινισμού ως επίσημη θρησκεία του κράτους. Ο Παπουλάκος έγινε ο εκφραστής της φωνής του λαού που ήθελε να διαφυλάξει την Ελληνορθόδοξη παράδοση, ως παρακαταθήκη της μακραίωνης ιστορίας του Ελληνισμού. Στο πλευρό του ήταν η Φιλορθόδοξη Εταιρεία, στην οποία φαίνεται ότι ανήκε ο Παπουλάκος και η οποία έδρευε στην Πάτρα με επικεφαλής το λόγιο Φλαμιάτο, καθώς και όλος ο πνευματικός κόσμος. Μάλιστα εμφανίστηκαν εκείνη την εποχή πολλοί Μοναχοί κήρυκες, κυρίως κολλυβάδες, οπαδοί του Παπουλάκου, που ονομάζονταν Παπουλάκηδες.

Ο Παπουλάκος στο λόγο του καταφέρεται εναντίον του Όθωνα και επικρίνει το σαθρό πολιτικό γίγνεσθαι. Η πνευματική αφύπνιση του Χριστόφορου είχε ως αποτέλεσμα η κυβέρνηση να φοβηθεί και διέταξε τη σύλληψή του. Ταυτόχρονα ξεκίνησαν συλλήψεις και άλλων κληρικών και Μοναχών, ενώ απειλούνταν οι Ιερές Μονές ότι η εξουσία θα τις κλείσει αν δε συνετιστούν. Όμως ο Παπουλάκος συνέχιζε να κηρύττει, έχοντας συμμάχους τον απλό κόσμο που τον προστάτευε όπου βρισκόταν.

Με απάτη την 22 Ιουνίου 1852 κοντά στην Ιερά Μονή του Τζίγκου, στην περιοχή του Οίτυλου, την ίδια στιγμή που ξεψυχούσε δηλητηριασμένος ο Μοναχός Κοσμάς Φλαμιάτος στην Πάτρα, ο Παπουλάκος συνελήφθη. Η είδηση της σύλληψής του συγκλόνισε το λαό της Ελλάδας που τον θεωρούσαν ισαπόστολο. Μετά από τον εγκλεισμό του στη φυλακή, τις απάνθρωπες συνθήκες της κράτησής του, τη δίκη και την αθωωτική απόφαση του δικαστηρίου, η Ιερά Σύνοδος τον έστειλε στην Ιερά Μονή Προφήτη Ηλία Θήρας το 1854 ώστε να είναι «ακίνδυνος».

Ο Παπουλάκος παρά τον εγκλεισμό του στην απομακρυσμένη αυτή Ιερά Μονή συνέχισε να κηρύττει και οι κάτοικοι του νησιού να τον επισκέπτονται, ενάντια σε κάθε απαγόρευση και απειλή. Μετά από λίγους μήνες αποφασίστηκε ο εγκλεισμός του στην Ιερά Μονή Παναχράντου στην Άνδρο. Εκεί οδηγήθηκε σε ειδικά διαμορφωμένο μοναχικό κελί, φρουρούμενος από ένα χωροφύλακα. Τις ημέρες μπορούσε να συμμετέχει κανονικά στο πρόγραμμα των Ακολουθιών της Μονής και το βράδυ εγκλειόταν. Με την πνευματικότητά του κέρδισε την υπόληψη του Ηγουμένου και των Μοναχών του Μοναστηριού, ενώ η φήμη του έλκυε πολύ κόσμο από όλη την Ελλάδα που έρχονταν στο νησί για να πάρουν την ευχή του και να τον ακούσουν να κηρύττει.

Ο ζήλος του Μοναχού Χριστοφόρου για κήρυγμα δεν έπαψε ούτε κατά τα χρόνια του σωματικού του περιορισμού. Διακήρυττε ότι «ο Λόγος του Θεού ου δέδεται». Κατά τον εγκλεισμό του στα πετρόχτιστα υπόγεια της Μονής Παναχράντου και ενώ δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής κατά θαυμαστό τρόπο ο Παπουλάκος χανόταν για κάποιες ημέρες και επέστρεφε ξανά. Η επίδραση των διδαχών του στο νησί ήταν καταλυτική και έχουν αναφερθεί πολλά θαυμαστά γεγονότα. Στην Άρνη ο Παπουλάκος ανέβηκε το ψηλότερο σημείο του νησιού στα Παρεκκλήσια της Παναγίας και του Προφήτη Ηλία για άσκηση και προσευχή. Εκεί τον είδαν οι ποιμένες, στους οποίους απηύθυνε νουθεσίες. Πιο χαμηλά από το Παρεκκλήσι του Προφήτη Ηλία σώζεται μέχρι σήμερα το «κελί του Παπουλάκου», που βρίσκεται στη ρίζα του βράχου και είναι πετρόχτιστο. Σύμφωνα με τις τοπικές παραδόσεις εκεί διέμεινε επί τρεις ημέρες ο Γέροντας.

Κοιμήθηκε το βράδυ της 18ης προς 19η Ιανουαρίου 1861, ήσυχα και ταπεινά, αφού πρώτα, διαισθανόμενος την κοίμησή του, συγχωρέθηκε και ετοιμάστηκε με τα Μυστήρια της Εκκλησίας. Οι πατέρες της Μονής τον τίμησαν ως Άγιο. Ετάφη στο κοιμητήριο της Ιεράς Μονής Παναχράντου Άνδρου στο Φωτοδότιο. Από τους πρώτους χρόνους της κοίμησής του έγιναν προσπάθειες για την ανακομιδή των λειψάνων του, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ωστόσο παντού φιλοτεχνούνταν εικόνες του σε όλη την επικράτεια μέχρι την Κωνσταντινούπολη και χτίζονταν Ναοί στη μνήμη του. Το 1793 ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων Γεώργιος μερίμνησε, προκειμένου να μεταφερθεί η κάρα του Παπουλάκου στο Ναό της Ιεράς Σκήτης της Κοιμήσεως στη γενέτειρά του.

Ο Παπουλάκος, ο φτωχός Μοναχός, εντάσσεται στη χορεία των Αγίων της Ορθοδοξίας και των μεγάλων προσωπικοτήτων του γένους από το φιλόχριστο πλήρωμα της πατρίδας μας. Επιπλέον έχει χαρακτηρισθεί εύστοχα ως ο πρώτος εθνομάρτυρας του ελεύθερου Ελληνικού κράτους.

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία τοῦ Παπουλάκου, ἡ ὁποία σύμφωνα μὲ τὸν κ. ΝΑΣΙΟΠΟΥΛΟ Α., τέως προέδρου τῆς Ἕνωσης Ἀρμπουνέων – Καλαβρύτων στὴν Ἀθήνα «Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος», εἶναι ἡ μοναδικὴ ποὺ σώζεται. Βρέθηκε τυχαία ἀπὸ ἕνα μέλος τῆς Ἕνωσης σὲ ἕνα κουρεῖο στὴν Ἀθήνα, ὅπου ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ καταστήματος τὴν κατεῖχε ὡς κειμήλιο ἀπὸ τοὺς γονεῖς του. Στὸ κάτω μέρος τῆς φωτογραφίας διακρίνονται μετὰ δυσκολίας ἡ λέξη «ΠΑΠΟΥΛΑΚΟC» καὶ ἡ χρονολογία «ΑΩΝ» (=1850). Τὰ χαρακτηριστικά του προσώπου ποὺ εἰκονίζεται ταιριάζουν καταπληκτικὰ στὶς περιγραφὲς τοῦ Παπουλάκου καὶ ἄλλωστε δὲν ὑπάρχει κανένας λόγος νὰ ἀμφισβητηθεῖ ἡ γνησιότητά της. (Βρίσκεται στοῦ ΝΑΣΙΟΠΟΥΛΟΥ Α. Α., Ὁ Ἀληθινὸς Παπουλάκος, Ἀθήνα 1984, σ. 3).

Πηγή: https://trelogiannis.blogspot.com/2024/08/18-1861.html?m=1


ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ

Ο άγιος Χριστοφόρος πράγματι προφήτευε. Πολλές προφητείες του διεσώθηκαν διά της παραδόσεως από γενεά σε γενεά. Κάθε πόλη και κάθε χωριό γνωρίζει και κάποια προφητεία του, ενώ έχουνδιασωθεί πολλά περιστατικά όπου φαίνεται το προορατικό του χάρισμα. Μερικά από αυτά όπως και μερικές από τις προφητείεςε:

–    «Το Κράτος Θα συνδέσει όλες τις επαρχίες του με μία κλωστή»

(Το είπε στην Καλαμάτα εννοώντας τον τηλέγραφο και το τηλέφωνο, που φυσικά έγιναν πολύ αργότερα, αλλά όσοι ήξεραν αυτή τη ρήση του Αγίου που τότε δεν ήταν κατανοητή την ερμήνευσαν και την κατενόησαν αργότερα με τη διάδοση του τηλεγράφου και του τηλεφώνου).

–    «Θα ’ρθεί εποχή που ο κόσμος Θα γεμίσει από φτερωτά Θεριά».

(Εδώ ο άγιος προφήτεψε το αεροπλάνο).

Στο χωριό Λευκοχώματα ο άγιος προφήτεψε τ//ν έξωση του Οθωνα από την Ελλάδα, όπως και έγινε.

«Το χωριό σας θα γεμίσει κάποτε με ξένες κατοικίες».

(Λέχθηκε στο χωριό Φελός στο οποίο πράγματι σήμερα έχουν χτίσει σπίτια πάρα πολλοί Άγγλοι).«Μας περιμένουνε μέρες ζοφερές, μέρες που δεν ξεχωρίζουνε από το κατράμι. Μας περιμένουνε καιροί που χαμόγελο δεν θ’ ανθεί σ’ ανθρώπου χείλη και όλο το σίδερο της γης κι η φθ!)τιά του κόσμου θα κρέμονται πάνα) από τα κεφάλια μας. Θα ’ρθει η ώρα που θα πλέξει το αλογοπούλαρο στο αίμα. Οι άνθρωποι θα φωνάζουν: ‘Έβγάτε εσείς οι αποθαμένοι, να μπούμε εμείς οι ζωντανοί”».

(Εδώ ο ΙΙαπουλάκος προλέγει κάποια μελλοντική καταστροφή).

«Θα έλθη καιρός που θα βαδίζει ο άνθρωπος μεγάλη απόσταση και δεν θα συναντά άνθρωπο».

(Εννοούσε ο Αγιος άραγε ότι θα γίνει πυρηνικός πόλεμος και θα μείνουν λίγοι άνθρωποι στη γη ή μήπως ότι επειδή όλοι κινούνται με τα αυτοκίνητα, δύσκολα συναντάει κανείς άνθρωπο να βαδίζει με τα πόδια;)

«Τα άθεα γράμματα θα καταστρέψουν τον τόπο μας»

 (Το είπε την άνοιξη του 1852 στην περιοχή Ζευγολατιό Συκέας έξω από τον Ναό του Αγίου Γεωργίου).

«Δεν θα βρίσκετε άνθρωπο να σας κυβερνήσει». (Λέχθηκε στη Μάνη).

«Θα ’ρθουν δεινά όταν ο άνθρωπος σηκώσει φτερό (αεροπλάνα), γίνει δελφίνι (υποβρύχιο), ντυθεί στα στενά (παντελόνια)».
«Θ’ ανοίξει η Κωνσταντινούπολη, αλλά θα πιαστούν όλα τα έθνη και θα πνιγεί το βουβάλι στο αίμα. Ποιος θα ξήσει να χειροκροτήσει;»

«Θα έλθει εποχή που τα λεφτά εδώ θα είναι πεταμένα και οι άνθρωποι θα τα κλωτσούν με τα πόδια τους».

(Το είπε στην περιοχή της Μονεμβασίας και πράγματι επαληθεύτηκε το 1941 όταν τα γερμανικά αεροπλάνα βομβάρδισαν το αγκυροβολημένο στην περιοχή της Κουρκούλας πλοίο «Κυδωνίαι». Με την έκρηξη που έγινε σκορπίσθηκαν έως επάνω στον βράχο, έως το σημείο που μιλούσε ο Παπουλάκος, δεσμίδες με χαρτονομίσματα. Τα χρήματα αυτά είχαν τυπωθεί, αλλά r| τότε ελληνική κυβέρνηση δεν πρόλαβε να τα κυκλοφορήσει. Με την κατάρρευση του μετώπου και τη φυγή της κυβερνήσεως τα έπαιρναν μαζί τους στην Κρήτη και από εκεί στην Αίγυπτο. Τα χαρτονομίσματα ήταν κατοστάρικα σε ωραιότατο πρασινωπό χαρτί, που όμως δεν είχαν πλέον καμία αξία και έτσι επαληθεύτηκαν τα λόγια του Παπουλάκου).

«Θα ’ρθει το φράγκικο και θα το πληρώσει πρώτο από το αίμα μου».

(Πραγματοποιήθηκε όταν σκοτώσανε οι Ιταλοί το παιδί του αδελφού του στα Καλάβρυτα το 1943, μπροστά στα μάτια της μητέρας του).

 «Το χωριό θα απαρθεί κριθάρι».

(Και εννοεί ότι θα ερημώσουν τα Άρμπουνα, όπως και πράγματι ελάχιστοι κάτοικοι έχουν μείνει).

«Θα έρθει ημέρα που τα λεφτά δεν θα έχουν καμία αξία».

(Εκπληρώθηκε στην Κατοχή που τα χρήματα έχασαν την αξία τους).

«Το λιμάνι θα γεμίσει πολεμικά καράβια α)Σά δεν θα σας ενοχλήσουν».

(Λέχθηκε στο χωριό Κότρωνα της Μάνης και εκπληρώθηκε στην Κατοχή).

«Θα έλθει καιρός που εδώ θα ουρλιάζει ένα μαύρο θηρίο».

(Το είπε στο Λεοντάριο Μεγαλοπόλεως, όπου πράγματι αργότερα ήλθε ο σιδηροδρομικός σταθμός).

ΤΟ ΠΡΟΟΡΑΤΙΚΟ ΤΟΥ ΧΑΡΙΣΜΑ

Θα αναφέρουμε επίσης μερικά περιστατικά που μαρτυρούν το προορατικό χάρισμα του Αγίου.

–    Στο Ζευγολατιό Συκέας που μιλούσε πήγε ένας ονό-ματι Κρανίδης με στρατιώτες. Από μακρυά ο Παπου-λάκος τον είδε και τον φώναξε με το όνομά του, ενώ δεν τον είχε καν ξαναδεί.

–    «Είσαι καλός άνθρωπος, ένας διάβολος που έχεις σπίτι σου σε λίγες μέρες θα σε ντροπιάσει». (Το είπε στον δήμαρχο του χωριού Άγιος Βασίλειος Κυνουρίας, ονόματι Σταγόπουλος, όταν εκείνος του φιλοξένησε στο σπίτι του για φαγητό και πραγματοποιήθηκε όταν λίγες ημέρες μετά η κόρη του Δημάρχου αρρώστησε και ο γιατρός που την εξέτασε βρήκε ότι ήταν έγκυος παράνομα).

–    «Βλέπετε εκείνο το γλιδοσκούφη; Σήμερα έχει φάει μισή οκά μυζήθρα». (Το είπε στην περιοχή της Μο-νεμβασίας πάνω σε έναν βράχο στη θέση Κουρκούλα, κάποια Παρασκευή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Τότε οι περισσότεροι από τους ανθρώπους τηρούσαν αυστηρά τη νηστεία. Όταν λοιπόν ρώτησαν τον τσοπάνο, τους είπε ότι πράγματι είχε φάει τη μυζήθρα).
 

–    «Εδώ στο νεκροταφείο σας, ελάτε όλοι να σας δει-ξα) το μνήμα», είπε όταν κήρυττε στο πολύ μικρό χωριό Αλάημπεη κοντά στην εκκλησία Άγιος Γεώργιος όταν περιόδευε τα χωριά της Λακωνίας. Στάθηκε σ’ ένα χορταριασμένο μνήμα με ξερά χόρτα και είπε: «Εδώ είναι Θαμμένη από δέκα χρόνια μια γυναίκα που τη λέγαν Μηλιά και είναι άλειωτη. Για να μην βασανίζεται το σώμα, να την ξεθάψετε και να την τυλίξετε μ ’ ένα σεντόνι και να την στήσετε όρθια ακουμπισμένη πίσω στο ιερό βήμα του Ναού. Και εσένα ο άνδρας σου -είπε σε μία μαυροφορεμένη γυναίκα που ήταν εκεί- είναι πεθαμένος 8 χρόνια και είναι άλειωτος και τον λένε Κώστα· να τον ξεθάψεις όταν πας στο χωριό σου και να τον τυλίξεις με σεντόνι. Φόρτωσέ τον σε ένα ζώο και φέρ ’τον και στήστ’ τον κι αυτόν κοντό στη Μηλιά· και αύριο να ’ρθείτε όλοι εδώ πάλι, να γονατίσουμε και να φωνάξουμε τρεις φορές: ‘Ό Θεός να τους συγχωρέσεΓ\ Να τους θάψετε πάλι εδώ, και σε 40 μέρες να τους ξεθάψετε, να τους πάρετε τα ο στά. Θα είναι λειωμένα». Η γυναίκα που πλησίασε τον ΓΙαπουλάκο ήταν η γυναίκα του Κώστα Αλεξάνδρυιι από τη Μυρτιά, η οποία πήγε και ξέθαψε το πτώμα του άνδρα της και το ’φερε πίσω από το Ιερό του Ναού

 Αγίου Γεωργίου και το ’στήσε όρθιο κοντά στο πτώμα της Μηλιάς. Την άλλη μέρα μαζεύτηκε περισσότερος κόσμος και μετά την ομιλία που έκανε, κατέβηκε από την εξέδρα ο Παπουλάκος και είπε σε όλους να γονατίσουν. Γονάτισε και ο ίδιος και έκανε προσευχή στον Θεό. Ύστερα είπε στο πλήθος: «Φωνάξτε δυνατά, συγ-χωρεμένοι να ’ναι, τρεις φορές». Όλοι φώναξαν τρεις φορές δυνατά και σηκώθηκαν. Πράγματι, ύστερα από 40 μέρες είχαν λειώσει και οι δικοί τους πήραν τα οστά τους.

-«Να το πάρεις και να φύγεις γιατί είναι κλεμμένο» (είπε στο χωριό Κλειτορία Καλαβρύτων σε κάποιον που του πρόσφερε γάλα από γίδα που την είχε κλέψει).

-Στην Ελαφόνησο υπέδειξε το μέρος που έπρεπε να κτιστεί ο Ιερός Ναός του Αγίου Σπυρίδωνος, διότι οι κάτοικοι ήθελαν να το κτίσουν σε άλλο μέρος. Τους είπε όμως ότι βλέπει ένα γεροντάκι με άσπρη γενειάδα και μαγκουρίτσα να περπατά λυπημένο γιατί δεν κτίζουν τον ναό του εκεί που θέλει και υπέδειξε στη συνέχεια πού να κτιστεί ο Ναός του Αγίου Σπυρίδωνος και οι κάτοικοι έκαναν αυτό που τους είπε.

–    «Να μην πλησιάσουν εδώ οι αστεφάνωτοι, αν δεν πάνε να τελέσουν το μυστήριο του γάμου στην Εκκλησία» (είπε όταν εδίδασκε στις Σπέτσες, και πλησίασε για να ακούσει το κήρυγμά του ένα ζευγάρι που συ-ζούσε).
–    «Καημένε μπαρμπα-Κώστα, σαράντα μέρες σου απόμειναν ακόμη και με τις γυναίκες παραδέρνεις;»

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ “ΤΟ ΠΟΘΟΥΜΕΝΟ”, ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΑΚΚΕΤΟΣ.

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Σάββατο 31 Αὐγούστου 2024

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου (Κύπρος).

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΟΡΤΗΣ (ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
9: 1-7

Ἀδελφοί, εἶχεν ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε ῞Αγιον κοσμικόν. Σκηνὴ γὰρ κατεσκευάσθη ἡ πρώτῃ ἐν ᾗ ἥ τε λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ πρόθεσις τῶν ἄρτων, ἥτις λέγεται ῞Αγια. Μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα σκηνὴ ἡ λεγομένη ῞Αγια ῾Αγίων, χρυσοῦν ἔχουσα θυμιατήριον καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ, ἐν ᾗ στάμνος χρυσῆ ἔχουσα τὸ μάννα καὶ ἡ ῥάβδος ᾿Ααρὼν ἡ βλαστήσασα καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης, ὑπεράνω· δὲ αὐτῆς Χερουβὶμ δόξης κατασκιάζοντα τὸ ἱλαστήριον· περὶ ὧν οὐκ ἔστι νῦν λέγειν κατὰ μέρος. Τούτων δὲ οὕτω κατεσκευασμένων εἰς μὲν τὴν πρώτην σκηνὴν διὰ παντὸς εἰσίασιν οἱ ἱερεῖς τὰς λατρείας ἐπιτελοῦντες, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ μόνος ὁ ἀρχιερεύς, οὐ χωρὶς αἵματος, ὃ προσφέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΕΟΡΤΗΣ (ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
10:38-42, 11:27-28

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσῆλθεν εἰς κώμην τινά. γυνὴ δέ τις ὀνόματι Μάρθα ὑπεδέξατο αὐτὸν εἰς τὸν οἴκον αὐτῆς. καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη Μαρία, ἣ καὶ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τὸν λόγον αὐτοῦ. ἡ δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν· ἐπιστᾶσα δὲ εἶπε· Κύριε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονεῖν; εἰπὲ οὖν αὐτῇ ἵνα μοι συναντιλάβηται. ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ’ αὐτῆς. . Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας. αὐτὸς δὲ εἶπε· Μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Παρασκευὴ 30 Αὐγούστου 2024

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου (Κύπρος).

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Ι΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
1: 12-20

Ἀδελφοί, ἡ καύχησις ἡμῶν αὕτη ἐστί, τὸ μαρτύριον τῆς συνειδήσεως ἡμῶν, ὅτι ἐν ἁπλότητι καὶ εἰλικρινείᾳ Θεοῦ, οὐκ ἐν σοφίᾳ σαρκικῇ, ἀλλ᾿ ἐν χάριτι Θεοῦ ἀνεστράφημεν ἐν τῷ κόσμῳ, περισσοτέρως δὲ πρὸς ὑμᾶς. Οὐ γὰρ ἄλλα γράφομεν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ἢ ἃ ἀναγινώσκετε ἢ καὶ ἐπιγινώσκετε· ἐλπίζω δὲ ὅτι καὶ ἕως τέλους ἐπιγνώσεσθε· καθὼς καὶ ἐπέγνωτε ἡμᾶς ἀπὸ μέρους, ὅτι καύχημα ὑμῶν ἐσμεν, καθάπερ καὶ ὑμεῖς ἡμῶν, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ. Καὶ ταύτῃ τῇ πεποιθήσει ἐβουλόμην πρὸς ὑμᾶς ἐλθεῖν πρότερον, ἵνα δευτέραν χάριν ἔχητε· καὶ δι᾿ ὑμῶν διελθεῖν εἰς Μακεδονίαν, καὶ πάλιν ἀπὸ Μακεδονίας ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς καὶ ὑφ᾿ ὑμῶν προπεμφθῆναι εἰς τὴν ᾿Ιουδαίαν. Τοῦτο οὖν βουλόμενος μήτι ἄρα τῇ ἐλαφρίᾳ ἐχρησάμην; ἢ ἃ βουλεύομαι, κατὰ σάρκα βουλεύομαι, ἵνα ἦ παρ᾿ ἐμοὶ τὸ ναὶ ναὶ καὶ τὸ οὒ οὔ; πιστὸς δὲ ὁ Θεὸς ὅτι ὁ λόγος ἡμῶν ὁ πρὸς ὑμᾶς οὐκ ἐγένετο ναὶ καὶ οὔ. Ὁ γὰρ τοῦ Θεοῦ υἱὸς ᾿Ιησοῦς Χριστὸς ὁ ἐν ὑμῖν δι᾿ ἡμῶν κηρυχθείς, δι᾿ ἐμοῦ καὶ Σιλουανοῦ καὶ Τιμοθέου, οὐκ ἐγένετο ναὶ καὶ οὔ, ἀλλὰ ναὶ ἐν αὐτῷ γέγονεν· ὅσαι γὰρ ἐπαγγελίαι Θεοῦ, ἐν αὐτῷ τὸ ναὶ καὶ ἐν αὐτῷ τὸ ἀμήν, τῷ Θεῷ πρὸς δόξαν δι᾿ ἡμῶν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Ι΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
22: 23-33

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, προσῆλθον τῷ Ἰησοῦ Σαδδουκαῖοι, οἱ λέγοντες μὴ εἶναι ἀνάστασιν, καὶ ἐπηρώτησαν αὐτὸν λέγοντες· Διδάσκαλε, Μωσῆς εἶπεν, ἐάν τις ἀποθάνῃ μὴ ἔχων τέκνα, ἐπιγαμβρεύσει ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ ἀναστήσει σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ. ἦσαν δὲ παρ’ ἡμῖν ἑπτὰ ἀδελφοί· καὶ ὁ πρῶτος γαμήσας ἐτελεύτησε, καὶ μὴ ἔχων σπέρμα ἀφῆκε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ· ὁμοίως καὶ ὁ δεύτερος καὶ ὁ τρίτος, ἕως τῶν ἑπτά. ὕστερον δὲ πάντων ἀπέθανε καὶ ἡ γυνή. ἐν τῇ οὖν ἀναστάσει τίνος τῶν ἑπτὰ ἔσται ἡ γυνή; πάντες γὰρ ἔσχον αὐτήν. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Πλανᾶσθε μὴ εἰδότες τὰς γραφὰς μηδὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ· ἐν γὰρ τῇ ἀναστάσει οὔτε γαμοῦσιν οὔτε ἐκγαμίζονται, ἀλλ’ ὡς ἄγγελοι Θεοῦ ἐν οὐρανῷ εἰσι. περὶ δὲ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν οὐκ ἀνέγνωτε τὸ ῥηθὲν ὑμῖν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ λέγοντος, ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς Ἰακώβ; οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων. καὶ ἀκούσαντες οἱ ὄχλοι ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Πέμπτη 29 Αὐγούστου 2024

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου (Κύπρος).

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΟΡΤΗΣ (Η ΑΠΟΤΟΜΗ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΕΝΔΟΞΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ)
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
13: 25-32

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ὡς ἐπλήρου ὁ Ἰωάννης τὸν δρόμον, ἔλεγε· τίνα με ὑπονοεῖτε εἶναι; Οὐκ εἰμὶ ἐγώ, ἀλλ’ ἰδοὺ ἔρχεται μετ’ ἐμὲ οὗ οὐκ εἰμὶ ἄξιος τὸ ὑπόδημα τῶν ποδῶν λῦσαι. Ἄνδρες ἀδελφοί, υἱοὶ γένους Ἀβραὰμ καὶ οἱ ἐν ὑμῖν φοβούμενοι τὸν Θεόν, ἡμῖν ὁ λόγος τῆς σωτηρίας ταύτης ἀπεστάλη. Οἱ γὰρ κατοικοῦντες ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ οἱ ἄρχοντες αὐτῶν τοῦτον ἀγνοήσαντες, καὶ τὰς φωνὰς τῶν προφητῶν τὰς κατὰ πᾶν Σάββατον ἀναγινωσκομένας κρίναντες ἐπλήρωσαν, καὶ μηδεμίαν αἰτίαν θανάτου εὑρόντες ᾐτήσαντο Πιλᾶτον ἀναιρεθῆναι αὐτόν. Ὡς δὲ ἐτέλεσαν πάντα τὰ περὶ αὐτοῦ γεγραμμένα, καθελόντες ἀπὸ τοῦ ξύλου ἔθηκαν εἰς μνημεῖον. Ὁ δὲ Θεὸς ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν· ὃς ὤφθη ἐπὶ ἡμέρας πλείους τοῖς συναναβᾶσιν αὐτῷ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας εἰς Ἱερουσαλήμ, οἵτινές εἰσι μάρτυρες αὐτοῦ πρὸς τὸν λαόν. Καὶ ἡμεῖς ὑμᾶς εὐαγγελιζόμεθα τὴν πρὸς τοὺς πατέρας ἐπαγγελίαν γενομένην, ὅτι ταύτην ὁ Θεὸς ἐκπεπλήρωκε τοῖς τέκνοις αὐτῶν, ἡμῖν, ἀναστήσας Ἰησοῦν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΕΟΡΤΗΣ (Η ΑΠΟΤΟΜΗ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΕΝΔΟΞΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
6: 14-30

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἤκουσεν Ἡρῴδης ὁ βασιλεὺς τὴν ἀκοὴν Ἰησοῦ· φανερὸν γὰρ ἐγένετο τὸ ὄνομα αὐτοῦ· καὶ ἔλεγεν ὅτι Ἰωάννης ὁ βαπτίζων ἐκ νεκρῶν ἠγέρθη, καὶ διὰ τοῦτο ἐνεργοῦσιν αἱ δυνάμεις ἐν αὐτῷ. ἄλλοι ἔλεγον ὅτι Ἠλίας ἐστίν· ἄλλοι δὲ ἔλεγον ὅτι προφήτης ὡς εἷς τῶν προφητῶν. ἀκούσας δὲ ὁ Ἡρῴδης εἶπεν ὅτι Ὃν ἐγὼ ἀπεκεφάλισα Ἰωάννην, οὗτός ἐστιν· αὐτὸς ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν. αὐτὸς γὰρ ὁ Ἡρῴδης ἀποστείλας ἐκράτησε τὸν Ἰωάννην καὶ ἔδησεν αὐτὸν ἐν φυλακῇ διὰ Ἡρῳδιάδα τὴν γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ ὅτι αὐτὴν ἐγάμησεν. ἔλεγε γὰρ ὁ Ἰωάννης τῷ Ἡρῴδῃ ὅτι Οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου. ἡ δὲ Ἡρῳδιὰς ἐνεῖχεν αὐτῷ καὶ ἤθελεν αὐτὸν ἀποκτεῖναι, καὶ οὐκ ἠδύνατο· ὁ γὰρ Ἡρῴδης ἐφοβεῖτο τὸν Ἰωάννην, εἰδὼς αὐτὸν ἄνδρα δίκαιον καὶ ἅγιον, καὶ συνετήρει αὐτόν καὶ ἀκούσας αὐτοῦ πολλὰ ἐποίει καὶ ἡδέως αὐτοῦ ἤκουε. καὶ γενομένης ἡμέρας εὐκαίρου, ὅτε Ἡρῴδης τοῖς γενεσίοις αὐτοῦ δεῖπνον ἐποίει τοῖς μεγιστᾶσιν αὐτοῦ καὶ τοῖς χιλιάρχοις καὶ τοῖς πρώτοις τῆς Γαλιλαίας, καὶ εἰσελθούσης τῆς θυγατρὸς αὐτῆς τῆς Ἡρῳδιάδος καὶ ὀρχησαμένης καὶ ἀρεσάσης τῷ Ἡρῴδῃ καὶ τοῖς συνανακειμένοις, εἶπεν ὁ βασιλεὺς τῷ κορασίῳ· Αἴτησόν με ὃ ἐὰν θέλῃς, καὶ δώσω σοι. καὶ ὤμοσεν αὐτῇ ὅτι Ὅ ἐάν με αἰτήσῃς δώσω σοι ἕως ἡμίσους τῆς βασιλείας μου. ἡ δὲ ἐξελθοῦσα εἶπε τῇ μητρὶ αὐτῆς· Τί αἰτήσομαι; ἡ δὲ εἶπε· Τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ. καὶ εἰσελθοῦσα εὐθέως μετὰ σπουδῆς πρὸς τὸν βασιλέα ᾐτήσατο λέγουσα· Θέλω ἵνα μοι δῷς ἐξαυτῆς ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ. καὶ περίλυπος γενόμενος ὁ βασιλεὺς, διὰ τοὺς ὅρκους καὶ τοὺς συνανακειμένους οὐκ ἠθέλησεν αὐτὴν ἀθετῆσαι. καὶ εὐθέως ἀποστείλας ὁ βασιλεὺς σπεκουλάτωρα ἐπέταξεν ἐνεχθῆναι τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. ὁ δὲ ἀπελθὼν ἀπεκεφάλισεν αὐτὸν ἐν τῇ φυλακῇ, καὶ ἤνεγκε τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἐπὶ πίνακι καὶ ἔδωκεν αὐτὴν τῷ κορασίῳ, καὶ τὸ κοράσιον ἔδωκεν αὐτὴν τῇ μητρὶ αὐτῆς. καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἦλθον καὶ ἦραν τὸ πτῶμα αὐτοῦ, καὶ ἔθηκαν αὐτὸ ἐν μνημείῳ. Καὶ συνάγονται οἱ ἀπόστολοι πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἀπήγγειλαν αὐτῷ πάντα, καὶ ὅσα ἐποιήσαν καὶ ὅσα ἐδίδαξαν.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 28 Αὐγούστου 2024

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου (Κύπρος).

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Ι΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
16: 4-12

Ἀδελφοί, ἐὰν ᾖ ἄξιον τοῦ κἀμὲ πορεύεσθαι, σὺν ἐμοὶ πορεύσονται οὕς ἐὰν δοκιμάσητε. ᾽Ελεύσομαι δὲ πρὸς ὑμᾶς ὅταν Μακεδονίαν διέλθω· (Μακεδονίαν γὰρ διέρχομαι)· πρὸς ὑμᾶς δὲ τυχὸν παραμενῶ ἢ καὶ παραχειμάσω, ἵνα ὑμεῖς με προπέμψητε οὗ ἐὰν πορεύωμαι. Οὐ θέλω γὰρ ὑμᾶς ἄρτι ἐν παρόδῳ ἰδεῖν, ἐλπίζω γὰρ χρόνον τινὰ ἐπιμεῖναι πρὸς ὑμᾶς, ἐὰν ὁ Κύριος ἐπιτρέπῃ. Ἐπιμενῶ δὲ ἐν ᾽Εφέσῳ ἕως τῆς Πεντηκοστῆς· θύρα γάρ μοι ἀνέῳγεν μεγάλη καὶ ἐνεργής, καὶ ἀντικείμενοι πολλοί. ᾽Εὰν δὲ ἔλθῃ Τιμόθεος, βλέπετε ἵνα ἀφόβως γένηται πρὸς ὑμᾶς· τὸ γὰρ ἔργον Κυρίου ἐργάζεται ὡς καὶ ἐγώ· μή τις οὖν αὐτὸν ἐξουθενήσῃ· προπέμψατε δὲ αὐτὸν ἐν εἰρήνῃ, ἵνα ἔλθῃ πρός με, ἐκδέχομαι γὰρ αὐτὸν μετὰ τῶν ἀδελφῶν. Περὶ δὲ ᾽Απολλὼ τοῦ ἀδελφοῦ, πολλὰ παρεκάλεσα αὐτὸν ἵνα ἔλθῃ πρὸς ὑμᾶς μετὰ τῶν ἀδελφῶν· καὶ πάντως οὐκ ἦν θέλημα ἵνα νῦν ἔλθῃ, ἐλεύσεται δὲ ὅταν εὐκαιρήσῃ.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΜΩΥΣΕΩΣ ΟΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΙΘΙΟΠΟΣ)
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
5:22-26; 6:1-2

Ἀδελφοί, ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος. Οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις. Εἰ ζῶμεν πνεύματι, πνεύματι καὶ στοιχῶμεν. Μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες. ᾽Αδελφοί, ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πραότητος· σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς. ᾽Αλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ Ι΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
21: 28-32

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπος τις εἶχε τέκνα δύο, καὶ προσελθὼν τῷ πρώτῳ εἶπεν· τέκνον, ὕπαγε σήμερον ἐργάζου ἐν τῷ ἀμπελῶνί μου. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐ θέλω· ὕστερον δὲ μεταμεληθεὶς ἀπῆλθε. καὶ προσελθὼν τῷ δευτέρῳ εἶπεν ὡσαύτως. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἐγώ, κύριε· καὶ οὐκ ἀπῆλθε. τίς ἐκ τῶν δύο ἐποίησε τὸ θέλημα τοῦ πατρός; λέγουσιν αὐτῷ· Ὁ πρῶτος. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. ἦλθε γὰρ πρὸς ὑμᾶς Ἰωάννης ἐν ὁδῷ δικαιοσύνης, καὶ οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ· οἱ δὲ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι ἐπίστευσαν αὐτῷ· ὑμεῖς δὲ ἰδόντες οὐδὲ μετεμελήθητε ὕστερον τοῦ πιστεῦσαι αὐτῷ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Ἡ ὀλιγοπιστία τοῦ Πέτρου

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

(Μάτθ. ἰδ’ 22-34)

Ὁ Θεός μας εἶναι ὁ Νικητής. Ὅλες οἱ καλὲς νῖκες, μόνιμες ἢ πρόσκαιρες, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ χρόνου ὡς τὸ τέλος τῆς ἱστορίας, ἀνήκουν σ’ Ἐκεῖνον. Εἶναι νικητὴς ὅταν ἀποκαθιστᾷ τὴν τάξη, μέσα στὴν ἀταξία ποὺ προκαλοῦν ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι.

Ὅταν οἱ χειρότεροι τῶν ἀνθρώπων ἀνέρχονται στὴν πρώτη θέση καὶ οἱ καλλίτεροι πέφτουν στὴν τελευταῖα, Ἐκεῖνος ἀναποδογυρίζει τὴν ἀταξία καὶ βάζει τὸν τελευταῖο πρῶτο καὶ τὸν πρῶτο τελευταῖο.

Νικᾶ τὴν κακία καὶ τὰ τεχνάσματα τῶν πονηρῶν πνευμάτων ποὺ μαίνονται ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων καὶ τὰ διαλύει, ὅπως σκορπίζει ὁ ἰσχυρὸς ἄνεμος μιὰ ἄσχημη δυσοσμία. Εἶναι νικητὴς σὲ κάθε ἔλλειψη: ὅπου ὑπάρχει λίγο, τὸ αὐξάνει· ὅπου δὲν ὑπάρχει τίποτα, δίνει μὲ ἀφθονία.

Εἶναι νικητὴς στὴν ἀρρώστια καὶ στὰ βάσανα. Λέει ἕνα μόνο λόγο κι ἡ ἀρρώστια μαζὶ μὲ τὰ βάσανα ἐξαφανίζονται. Οἱ τυφλοὶ βλέπουν, οἱ κουφοὶ ἀκοῦνε, οἱ ἄλαλοι μιλᾶνε, οἱ παράλυτοι σηκώνονται καὶ περπατᾶνε, οἱ λεπροὶ καθαρίζονται.

Εἶναι νικητὴς τοῦ θανάτου: διατάζει κι ὁ θάνατος ἐλευθερώνει τὸ θῦμα ἀπὸ τὰ σαγόνια του. Βασιλεύει στὸ βασίλειο τῶν οὐρανίων δυνάμεων – τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων – ποὺ δὲν ἔχει τέλος.

Ἕνα βασίλειο ποὺ ἂν συγκριθοῦν μαζί του τὰ βασίλεια αὐτοῦ τοῦ κόσμου εἶναι τόσο σκοτεινὰ καὶ περιορισμένα, ὅσο ἕνας τάφος. Διατάζει τὰ στοιχεῖα καὶ τὰ ὄντα αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ τίποτα δὲν μπορεῖ ν’ ἀντισταθεῖ στὶς ἐντολές Του, χωρὶς τὸν κίνδυνο νὰ διαλυθεῖ καὶ ν’ ἀποσυντεθεῖ.

Ἡ μιὰ μέρα διαδέχεται τὴν ἄλλη. Ἡ μιὰ νίκη ἀκολουθεί τὴν ἄλλη. Ἡ ἱστορία αὐτοῦ τοῦ κόσμου εἶναι μιὰ σειρὰ ἀπὸ νῖκες τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἀκαταμάχητης θεϊκῆς δύναμης.

Ὁ Θεὸς εἶναι ταπεινὸς σὰν ἀρνί. Μπροστά Του ὅμως τρέμουν ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ. Ὅταν ὁ ἴδιος τὸ ἐπιτρέπει νὰ ταπεινώνεται, τότε ἀποκαλύπτεται περισσότερο δυναμικὰ καὶ ἐμφατικὰ ἡ μεγαλοσύνη Του.

Ὅταν ἐπιτρέπει νὰ τὸν φτύνουν, τότε φανερώνει τὴ χυδαιότητα καὶ τὴν ἰταμότητα τῶν ἄλλων. Ὅταν παραδίδεται στὴ σφαγή, τότε ἡ ζωή Του ἀκτινοβολεῖ.

Ὁ Θεὸς φανέρωσε το φῶς Του μὲ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἦταν παρὰ μιὰ ἀμυδρὴ σκιὰ τοῦ Ἑαυτοῦ Του.

Φανέρωσε τὴ δύναμή Του μέσα ἀπὸ τ’ ἀμέτρητα πύρινα σώματα στὸ σύμπαν, τὴ σοφία Του μὲ τὴν εὐταξία τῆς δημιουργίας καὶ τὴ δημιουργία τῶν ὄντων ἀπὸ τὴ μιὰ ἄκρη τοῦ σύμπαντος ὡς τὴν ἄλλη, τὸ κάλλος Του ἀπὸ τὸ κάλλος τῆς φύσης, τὸ ἔλεός Του ἀπὸ τὴν ἐπιμελῆ συντήρηση ὅλων ὅσα ἔφτιαξε, τὴ ζωὴ Του μὲ τὴ ζωὴ ὅλων τῶν ὄντων. Ὅλ’ αὐτὰ δὲν εἶναι παρὰ μιὰ χλωμὴ κι ἐφήμερη εἰκόνα ποὺ παραπέμπει σ’ Ἐκεῖνον. Εἶναι ἁπλὰ λέξεις πύρινες, χαραγμένες μὲ πυκνὸ καπνό.

Ὅλ’ αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύφτηκαν μὲ τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ λαμπρότητα ποὺ ἄντεχε ὁ ἄνθρωπος. Κι ἀποκαλύφτηκαν μέσα ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο.

Ὄχι μὲ τὸν ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο, ὄχι μὲ τὸ συνηθισμένο, τὸν πλασμένο ἄνθρωπο, ἀλλὰ μὲ τὸν ἄκτιστο, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ὅλα ἔγιναν μ’ Ἐκεῖνον. Μαζὶ Του ἔλαμψε στὴ σάρκα τὸ φῶς καὶ ἡ δύναμη, ἡ σοφία καὶ τὸ κάλλος, ἡ εὐσπλαχνία καὶ ἡ ζωή.

Τί σημαίνει ζωή, ἂν ὄχι νίκη στὸ σκοτάδι; Τί σημαὶνει δύναμη, ἂν ὄχι νίκη στὴν ἀδυναμία;

Τί ἄλλο εἶναι ἡ σοφία, παρὰ νίκη στὴν ἀφροσύνη καὶ τὴν παράνοια; Τί εἶναι τὸ κάλλος, ἂν ὄχι νίκη στὴν ἀσχήμια καὶ τὴν κτηνωδία; Δὲν εἶναι νίκη κατὰ τῆς κακίας, τῆς πονηριᾶς καὶ τοῦ φθόνου τὸ ἔλεος; Ζωὴ δὲν εἶναι ἡ θεία νίκη κατὰ τοῦ θανάτου;

Τί νομίζετε ἐσεῖς ποὺ ἀκολουθεῖτε τὸ Χριστό, πού βαφτιστήκατε στὸ ὄνομά Του; Δὲ φανέρωσε ὁ Χριστός ὅλες τὶς νῖκες αὐτές, ποὺ κανένας ἄλλος στὸν κόσμο δὲν εἶχε κατορθώσει νὰ κάνει;

Δὲν αἰσθάνεστε καθημερινὰ πὼς ἀκολουθεῖτε τὸ μέγιστο Νικητὴ ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ χρόνου καὶ τοῦ κόσμου; Δὲ νιώθετε πὼς εἶστε βαφτισμένοι στὸ ὄνομα Ἐκείνου ποὺ γνωρίζει καὶ μπορεῖ νὰ κάνει τὰ πάντα, ποὺ στολίζει μὲ τὸ κάλλος Του ὅλα τὰ πλάσματα, ποὺ τὰ θωπεύει μὲ τὸ ἔλεός Του καὶ τὰ ζωογονεῖ μὲ τὴ ζωή Του;

Ἂν δὲν τὰ νιώθετε καὶ δὲν τὰ ζεῖτε ὃλ’ αὐτά, τότε τὸ ὅτι τὸν ἀκολουθεῖτε καὶ καλεῖστε μὲ τ’ ὄνομά Του, πολὺ λίγο θὰ σᾶς βοηθήσει. Μόνο μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ θὰ μπορέσετε, χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἀμφιβολία ἢ τὸν ἐλάχιστο δισταγμό, νὰ πιστέψετε στὴ νικηφόρα δύναμη τοῦ Θεοῦ πάνω σὲ κάθε πλάσμα, σὲ κάθε στοιχεῖο τῆς φύσης καὶ σὲ κάθε κακία τοῦ κόσμου.

Μόνο ὁ Κύριος Ἰησοῦς μπορεῖ νὰ σοῦ δώσει τὸ θάρρος νὰ ζήσεις, τὸ θάρρος ν’ ἀντιμετωπίσεις τὸ θάνατο. Μόνο Ἐκεῖνος μπορεῖ νὰ σοῦ δώσει ἐλπίδα σὲ μιὰ ζωὴ καλλίτερη ἀπὸ τὴν πρόσκαιρη, ποὺ ὑπόκειται στὴ φθορά. Μόνο Ἐκεῖνος μπορεῖ νὰ ἐμπνεύσει μέσα σου τὴν ἀγάπη γιὰ κάθε καλό. Γιατί Ἐκεῖνος εἶναι ἡ σαρκωμένη νίκη κατὰ τοῦ κόσμου.

«Θαρσεῖτε· ἐγὼ νενίκηκα τὸν κὸσμον» (Ιωάν. ιστ 33), εἶπε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητές Του καὶ μέσῳ τῶν μαθητῶν Του σ’ ὅλους ἐμᾶς. Δὲν πρέπει νὰ φοβόμαστε. Ὁ Κύριος καὶ Σωτῆρας μας Ἰησοῦς Χριστὸς νίκησε τὸν κόσμο.

Τὸ εὐαγγέλιο εἶναι τὸ βιβλίο ποὺ περιέχει τὴ νίκη Του, ἡ μαρτυρία τῆς παντοδυναμίας Του. Ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ὡς τὶς μέρες μας κι ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου, εἶναι ἕνα ἀκόμα βιβλίο μὲ λεπτομέρειες ἀπὸ τὶς νῖκες Του.

Ὅποιος τὸ ἀμφισβητεῖ αὐτό, θὰ στερηθεῖ τοὺς καρποὺς τῶν νικῶν Του. Ἂς προσεγγίσουμε τὴν ἑρμηνεία τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου λοιπὸν χωρὶς ἀμφιβολία, χωρὶς σκιές, γιατί περιγράφει μιὰ καταπληκτικὴ νίκη τοῦ Χριστοῦ κατὰ τῆς φύσης.

«Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἐως οὐ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους» (Μάτθ. ιδ’ 22).

Αὐτὸ ἔγινε ἀμέσως μετὰ τὸ μεγάλο θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων, τότε ποὺ ὁ Κύριος τάισε πέντε χιλιάδες ἄντρες, χώρια ἀπὸ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά, μὲ πέντε ἄρτους καὶ δυὸ ψάρια, καὶ περίσσεψαν ἀκόμα δώδεκα κοφίνια ψωμί.

Ὁ Κύριος προγνώρισε τότε καὶ προετοίμασε ἕνα ἄλλο μεγάλο θαῦμα, ποὺ οὔτε κἄν το φαντάζονταν οἱ μαθητές Του.

Τὸ πρῶτο στάδιο τῆς προετοιμασίας ἦταν νὰ βάλει τοὺς μαθητές Του νὰ πάρουν ἕνα πλοῖο καὶ νὰ περάσουν στὴν ἀντίπερα ὄχθη. Τὸ δεύτερο στάδιο ἦταν ν’ ἀπολύσει τοὺς ὄχλους καὶ τὸ τρίτο, ἦταν ν’ ἀνεβεῖ ψηλότερα στὸ βουνὸ γιὰ νὰ προσευχηθεῖ κατὰ μόνας.

«Καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὅρος κατ’ ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ» (Μάτθ. ιδ’ 23).

Ἡ μόνωσή Του ἐπαναλαμβάνεται μὲ τὶς λέξεις «μόνος» καὶ «κατ’ ἰδίαν», γιὰ νὰ δώσει ἔμφαση στὸ ὅτι ὁ Κύριος ἐπιδίωκε τὴν ἐρημιά, ὅπου καὶ παρέμεινε ἀφοῦ πρῶτα ἔδιωξε τοὺς ὄχλους.

Ὅρος, μόνωση, σκοτάδι. Σὲ τέτοιες συνθῆκες ὁ ἄνθρωπος νιώθει νὰ βρίσκεται πιὸ κοντὰ στὸ Θεό. Καὶ τότε ἡ προσευχὴ εἶναι γλυκύτατη. Ὅλα ὅσα ἔκανε ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ἦταν γιὰ δική μας διδαχή, γιὰ τὴ σωτηρία μας.

Δὲν ἦρθε στὴ γῆ γιὰ νὰ μᾶς διδάξει μόνο μὲ τὰ λόγια Του, ἀλλὰ μὲ πράξεις, μὲ γεγονότα καὶ μὲ κάθε ἔργο καὶ κίνηση ποὺ ἔκανε. Ἀνέβηκε ψηλότερα στὸ βουνὸ ἐπειδὴ ἐκεῖ εἶχε περισσότερη ἡσυχία.

Ἔμεινε μόνος Του, ἐπειδὴ ἡ μόνωση ὑποδηλώνει χωρισμὸ ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτόν. Προσευχήθηκε μέσα στὴ νύχτα, γιατί τὸ σκοτάδι εἶναι κάτι σὰν πέπλο στὰ μάτια. Καὶ τὰ μάτια εἶναι ποὺ ἐμποδίζουν τὸ νοῦ νὰ συγκεντρωθεῖ, καθὼς τρέχουν ἀπὸ τὸ ἕνα ἀντικείμενο στὸ ἄλλο.

Ἡ προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ στὸ ὅρος ἔχει κι ἕνα ἄλλο, βαθύτερο νόημα. «Ἀπόλυση» τῶν ὄχλων, ἄνοδος στὸ ὅρος, μόνωση, σκοτάδι.

Τί σημαίνουν ὃλ’ αὐτά; Ἡ ἀπόλυση τῶν ὄχλων σημαίνει ὅτι ἄφησε κατὰ μέρος ὅλα ἐκεῖνα ποὺ μᾶς παρουσιάζει ὁ κόσμος, ὅλες τὶς μνῆμες ποὺ μᾶς δένουν μὲ τὸν κόσμο καὶ μᾶς ἐνοχλοῦν. Ἔτσι, ἄδειοι κι ἐλεύθεροι ἀπὸ τὸν κόσμο, μποροῦμε νὰ σταθοῦμε στὴν προσευχὴ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Τί σημαίνει ἡ ἄνοδος στὸ ὅρος; Τὴν ἀνύψωση τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοῦ στὰ ὕψη τοῦ Θεοῦ, στὴν παρουσία Του, στὴ συντροφιά Του.

Ἐκεῖνος ποὺ συμφύρεται μὲ τὸν κόσμο καὶ τὶς πολλές του μέριμνες, δὲν μπορεῖ ν’ ἀνεβεῖ ταυτόχρονα στὰ ὕψη ἐκεῖνα, ὅπου ὁ ἄνθρωπος νιώθει μόνος μὲ τὸ Δημιουργό Του.

Τί σημαίνει ἡ μόνωση; Τὴ γύμνωση τῆς ψυχῆς. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν κόσμο, νιώθει μιὰ ἀπέραντη καὶ φοβερὴ μοναξιά.

Ἐκεῖνοι ποὺ ἡ ἀπογοήτευση γιὰ τὸν κόσμο τούς φέρνει σ’ αὐτὴν τὴν τρομερὴ ἐρημία, ἂν δὲν κατορθώσουν νὰ φτάσουν στὰ ὕψη, ἐκεῖ ὅπου ὁ ἄνθρωπος συναντᾷ τὸ Θεό, τότε αὐτοκτονοῦν.

Τί σημαίνει σκοτάδι; Τὴν ὁλικὴ ἀπουσία του φωτός σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Στὸν προσευχόμενο ἐρημίτη ὁ κόσμος αὐτὸς εἶναι καλυμμένος μὲ πυκνὸ σκοτάδι, ὅπου τὸ οὐράνιο φῶς ἀνατέλλει σταδιακὰ καὶ φωτίζει ἕνα νέο κόσμο, ἀέναα λαμπερὸ καὶ καλλίτερο.

Αὐτὰ εἶναι τα τέσσερα στάδια τῆς προσευχῆς καὶ τὸ βαθύτερο νόημά τους. Στὴν περίπτωση τοῦ Χριστοῦ τα τέσσερα αὐτὰ στάδια ἀπεικονίστηκαν μὲ τὴν ἀπόλυση τῶν ὄχλων, τὴν ἄνοδο στὸ ὅρος, τὴ μόνωση καὶ τὸ σκοτάδι.

Ἡ προσευχὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στὴν ἡσυχία τῆς ἐρήμου εἶναι διδακτικὴ γιὰ μᾶς καὶ γιὰ τὴ συνάφειά της: μὲ ὅ,τι ἔγινε πρὶν ἀπ’ αὐτὴν καὶ μὲ τὸ ὅ,τι θὰ γινόταν στὴ συνέχεια.

Προτοῦ ἀποσυρθεῖ γιὰ νὰ προσευχηθεῖ, ὁ Κύριος εἶχε κάνει τὸ ἀνήκουστο θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων. Μετὰ περπάτησε στὴ μέση τῆς λίμνης, ὅπως περπατάει κανεὶς στὴ στεριά.

Μ’ ὅλο ποὺ καὶ τὰ δύο αὐτὰ θαύματα τὰ ἔκανε μὲ τὴ θεϊκὴ δύναμη ποὺ εἶχε προαιώνια καὶ ποὺ δὲν τὸν ἐγκατέλειψε οὔτε κατὰ τὴν ἔνσαρκη διαδρομή Του στὴ γῆ, προσευχόταν μὲ τὸ λαὸ στὴ συναγωγή, ἀλλὰ καὶ μόνος Του στὴν ἔρημο.

Σέ μᾶς εἶναι πάρα πολὺ δύσκολο νὰ κατανοήσουμε αὐτὴ τὴ μυστική, προσωπικὴ καὶ ἐνστικτώδη κίνηση γιὰ προσευχὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.

Μὲ τὶς προσευχὲς αὐτὲς ὁ Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ προαιώνιου Θεοῦ σίγουρα συνέχιζε καὶ μαρτυροῦσε ἐδῶ στὴ γῆ την ἀδιάρρηκτη ἑνότητά Του μὲ τὸν Πατέρα Του καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Ἡ προσευχὴ ποὺ ἔκανε ὁ Χριστὸς κατὰ μόνας στὸ ὅρος μᾶς παρέχει κι ἄλλη καθαρὴ διδαχή. Τὰ καλὰ ἔργα πρέπει νὰ προηγοῦνται τῆς προσευχῆς. Καὶ τότε ἡ προσευχὴ βοηθᾶ τὰ καλὰ ἔργα.

Πρέπει πρῶτα νὰ δοκιμάζουμε τὴν πίστη μας μὲ καλὰ ἔργα κι ἔπειτα νὰ τὴν ὁμολογήσουμε μὲ λόγια. Ἡ προσευχὴ ὅμως ἀξίζει μόνο ὅταν προσευχόμαστε στὸ Θεὸ καὶ τὸν ἱκετεύουμε νὰ μᾶς βοηθήσει, προκειμένου νὰ κάνουμε ἕνα καλὸ ἔργο.

Νὰ κάνουμε προσευχὴ στὸ Θεὸ γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ κάνουμε ἕνα πονηρὸ ἔργο δὲν εἶναι μόνο ἀνόητο, ἀλλὰ στὴν οὐσία εἶναι βλασφημία. Τὸ νὰ κάνεις τὸ κακὸ μὲ προσευχή, εἶναι σὰ νὰ σπέρνεις καλαμπόκι καὶ νὰ ζητᾶς ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ φυτρώσει σιτάρι.

Μετὰ ἀπὸ κάθε καλὴ πράξη πρέπει νὰ καταφύγουμε στὴν προσευχὴ καὶ νὰ εὐχαριστήσουμε τὸ Θεὸ ποὺ μᾶς ἀξίωσε νὰ κάνουμε ἕνα καλὸ ἔργο. Καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ καλὸ ἔργο ὅμως πρέπει νὰ προσευχόμαστε καὶ νὰ ζητᾶμε τη χάρη τοῦ Θεοῦ, τὴ βοήθεια καὶ τὴ συγκατάθεσή Του, ὥστε τὸ καλὸ ἔργο ποὺ βρίσκεται μπροστά μας νὰ γίνει μὲ θεάρεστο τρόπο, τέλειο.

Κοντολογίς, κάθε καλὸ ποὺ ἔχουμε ἢ κάνουμε, ποὺ ἀκοῦμε ἢ διαβάζουμε – ἀκόμα καὶ τὸ παραμικρό, χωρὶς ἐξαίρεση – πρέπει ν’ ἀποδίδεται στὸ Θεό, ὄχι σὲ μᾶς. Τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ δύναμή μας, ἡ εὐφυΐα μας, ἡ δικαιοσύνη μας.

Μπροστὰ στὸν Κύριο ἐμεῖς εἴμαστε τίποτα. Ὅταν μετὰ ἀπὸ τόσο μεγάλα θαύματα ὁ Κύριος Ἰησοῦς δείχνει στὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὴν ταπείνωση, τὴν πραότητα καὶ τὴν ὑπακοή Του, ἐνῷ εἶναι ἴσος μαζὶ Τους στὴν οὐσία καὶ στὴν αἰωνιότητα, τότε πῶς ἐμεῖς δὲν πρέπει νὰ δείχνουμε ταπείνωση, πραότητα καὶ ὑπακοὴ στὸ Δημιουργό μας, ποὺ μᾶς ἔπλασε «ἐκ τοῦ μηδενός», ποὺ χωρὶς τὴ βοήθειά Του ὄχι μόνο δὲ θὰ κάναμε καλὰ ἔργα, μὰ δὲ θὰ ὑπήρχαμε οὔτε γιὰ μία στιγμή;

«Τὸ δὲ πλοῖο μέσον τῆς θαλάσσης ἦν, βασανιζὸμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐνάντιος ὁ ἄνεμος· τετάρτη δὲ φυλακὴ τῆς νυκτὸς ἀπῆλθε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης» (Μάτθ. ιδ’ 24, 25).

Ὅταν οἱ μαθητὲς ξεκίνησαν μὲ τὸ πλοῖο τὸ βράδυ, ἡ θάλασσα ἦταν ἤρεμη. Ὅταν ἄλλαξε ἡ φορὰ τῶν ἀνέμων ὅμως, τὰ κύματα ἔγιναν τεράστια, ὅπως συνήθως γίνεται στὴ λίμνη αὐτή, τὸ πλοῖο ἄρχισε νὰ κλυδωνίζεται κι οἱ μαθητὲς φοβήθηκαν. Ὁ Κύριος τὰ προγνώριζε ὃλ’ αὐτά.

Ἄφησε σκόπιμα ὅμως τοὺς μαθητές Του νὰ ἐκτεθοῦν στὸν κίνδυνο, ὥστε νὰ νιώσουν πόσο ἀβοήθητοι κι ἀδύναμοι ἦταν χωρὶς Ἐκεῖνον καὶ νὰ στερεωθοῦν στὴν πίστη τους, νὰ θυμηθοῦν μιὰ προηγούμενη καταιγίδα στὴ θάλασσα, ὅταν ὁ Κύριος βρισκόταν μαζί τους κι ἐκεῖνοι τὸν ξύπνησαν ἔντρομοι, φωνάζοντας: «Κύριε, σῶσον ἡμᾶς, ἀπολλύμεθα» (Μάτθ. η’ 25). Θὰ εὔχονταν καὶ τώρα νὰ ἦταν μαζί τους. Τό ‘κανε αὐτὸ γιὰ νὰ νιώσουν καὶ νὰ γνωρίσουν προκαταβολικὰ τὴν ἀλήθεια τῶν ἁγίων Του λόγων, ποὺ τοὺς εἶπε λίγο προτοῦ χωριστεῖ ἀπ’ αὐτούς: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδὲν» (Ἰωάν. ἰε’ 5).

Τότε ποὺ εἶχε γίνει ἡ προηγούμενη καταιγίδα οἱ μαθητὲς εἶχαν ἐκτεθεῖ σὲ μικρότερο κίνδυνο, ἡ πίστη τους δοκιμάστηκε λιγότερο, γιατί τότε ὁ Χριστὸς ἦταν μαζί τους στὸ πλοῖο, ἂν καὶ κοιμόταν.

Τώρα, σ’ αὐτὴ τὴ δεύτερη καταιγίδα, ἡ κατάσταση ἦταν χειρότερη κι ἡ πίστη τους δοκιμάστηκε περισσότερο. Ὁ ἴδιος ἔλειπε μακριά τους πάνω στὸ βουνό, στὴν ἔρημο.

Πῶς νὰ τὸν φωνάξουν, νὰ τὸν ἐπικαλεστοῦν γιὰ νὰ τοὺς ἀκούσει; Πῶς μποροῦσαν νὰ τὸν πληροφορήσουν γιὰ τὴ συμφορά τους;

Πῶς μποροῦσαν νὰ τοῦ στείλουν ἕνα μήνυμα, νὰ τοῦ ποῦν, «Κύριε, σῶσον ἡμᾶς, ἀπολλύμεθα»; Δὲν ὑπάρχει κανένας τρόπος.

Οἱ μαθητὲς τὸ βλέπουν πιά, πὼς τοὺς ἀπειλεῖ ναυάγιο. Λὲς κι ἦταν δυνατὸ νὰ καταστραφεῖ κάποιος ἄνθρωπος, ὅταν τηρεῖ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ!

Ἀλήθεια, τί ὑπέροχη διδαχὴ εἶναι αὐτὴ γιὰ τοὺς πιστούς, ὥστε νὰ μὴν ἀπελπίζονται ὅταν βαδίζουν στὸ δρόμο ὅπου τοὺς ἔταξε ὁ Θεὸς· νὰ πιστέψουν πὼς Ἐκεῖνος ποὺ τοὺς ἔστειλε στὸ δρόμο τους φροντίζει γι’ αὐτούς, γνωρίζει τοὺς κινδύνους ποὺ θὰ συναντήσουν.

Ὁ Θεὸς ὅμως δὲ σπεύδει στὴ βοήθειά Του. Δοκιμάζει τὴν πίστη τοῦ δίκαιου ἀνθρώπου, ὅπως δοκιμάζεται κι ὁ χρυσὸς στὸ χωνευτήρι.

Ὅταν οἱ μαθητὲς ἔφτασαν στὸ ἔσχατο σημεῖο τῆς ἀπόγνωσης, ξαφνικὰ ἐμφανίστηκε μπροστά τους ὁ Χριστός, περπατῶντας πάνω στὰ νερά.

Αὐτὸ ἔγινε «τετάρτη φυλακὴ τῆς νυκτός». Οἱ Ἰουδαῖοι, ὅπως κι οἱ κυβερνῆτες τους, οἱ Ρωμαῖοι, εἶχαν χωρίσει τὴ νύχτα σὲ τέσσερις φυλακές, ποὺ ἡ καθεμιὰ τοὺς διαρκοῦσε τρεῖς ὧρες.

Ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε στοὺς μαθητές Του τὴν τέταρτη φυλακὴ τῆς νύχτας, δηλαδὴ λίγο προτοῦ χαράξει.

«Καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ μαθηταὶ ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν» (Μάτθ. ἰδ’ 26).

Θὰ πρέπει ἢ νά ‘χε ἀρχίσει νὰ ψιλοχαράζει ἢ νὰ εἶχε φεγγάρι ἢ ὁ Κύριος νὰ ἔλαμπε μὲ τὸ Θαβώρειο φῶς Του, δὲ γνωρίζουμε. Αὐτὸ ποὺ εἶναι γνωστὸ εἶναι πὼς οἱ μαθητές Του τὸν εἶδαν, ἦταν ὁρατός.

Ὅταν τὸν εἶδαν στὴ θάλασσα, ἔνιωσαν ἀπερίγραπτο φόβο. Κι ὁ νέος αὐτὸς φόβος ἦταν μεγαλύτερος ἀπὸ τὸ φόβο τῆς καταιγίδας καὶ τοῦ ναυαγίου ποὺ τοὺς ἀπειλοῦσε. Δὲν ἤξεραν πὼς ὁ Κύριός τους εἶχε τέτοια δύναμη, τέτοια ἐξουσία στὴ φύση. Ὡς τότε δὲν τὴν εἶχε φανερώσει.

Τὸν εἶχαν δεῖ μόνο νὰ διατάζει τὴ θάλασσα καὶ τοὺς ἀνέμους. Δὲν ἤξεραν ὅμως πὼς μποροῦσε νὰ περπατάει πάνω στὸ νερό, ὅπως περπατᾶμε σὲ στέρεο ἔδαφος. Θὰ ἔπρεπε βέβαια νὰ τὸ εἶχαν συμπεράνει αὐτὸ ἀπὸ τὰ προηγούμενα θαύματά Του.

Ἐκεῖνος ποὺ μπορεῖ νὰ διατάζει τὴ θάλασσα νὰ γαληνεύει καὶ τοὺς ἀνέμους νὰ ἠρεμοῦν, σίγουρα θὰ μποροῦσε νὰ περπατήσει καὶ πάνω στὸ νερό.

Οἱ μαθητὲς ὅμως δὲν εἶχαν φτάσει ἀκόμα σὲ τέτοια πνευματικὴ ὡριμότητα. Ἡ πίστη τους ἦταν ἀκόμα ἀδύναμη. Κι ὁ Χριστὸς ἔκανε τὸ θαῦμα αὐτὸ γιὰ νὰ τὴ δυναμώσει.

Φάντασμά ἐστι, κραύγασαν οἱ μαθητές Του καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν. Σκέφτηκαν πὼς θὰ ἦταν φάντασμα ἢ κι ὁ ἴδιος ὁ σατανᾶς στὴ μορφὴ τοῦ Διδασκάλου τους.

Ἤξεραν, εἶχαν δεῖ τὸ Δάσκαλό τους νὰ παλεύει μὲ τὸ σατανᾶ καὶ τὶς ὀρδές του στὸν κόσμο. Καὶ τώρα ὁ σατανᾶς εἶχε ἁρπάξει τὴν εὐκαιρία νὰ τοὺς ἐξολοθρεύσει.

Οἱ φίλοι Του τὴ στιγμὴ ἐκείνη εἶχαν ἐκτεθεῖ στὸν ἔσχατο κίνδυνο. Τί περισσότερο θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς συμβεῖ;

Σίγουρα ὅλα ὅσα συμβαίνουν καὶ σήμερα στοὺς λιπόψυχους ποὺ βρίσκονται σὲ κίνδυνο, ἐνῷ βαδίζουν τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι ἐνεργεῖ ὁ Θεὸς σ’ ἐκείνους ποὺ ἀγαπᾶ. «Ὅν γὰρ ἀγαπᾷ Κύριος παιδεύει, μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ὅν παραδέχεται» (Εβρ. ιβ’ 6).

Καὶ σὰν τελευταῖο ἀπὸ τὰ βάσανα, στέλνει τὸ μεγαλύτερο, ὅπως λέει ὁ σοφὸς ἱερὸς Χρυσόστομος.

Ὁ Χριστὸς ὑπόφερε σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του κι ὅταν ἔφτασε στὸ τέλος, στὴν ὥρα τῆς νίκης, ὑπόφερε τὸ μεγαλύτερο βάσανο.

Σταυρώθηκε κι ἐνταφιάστηκε στὴ γῆ. Τὸ μεγαλύτερο αὐτὸ μαρτύριο ὅμως σύντομα ξεπεράστηκε καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτὸ χάραξε ἡ καινούργια μέρα, ἡ μέρα τῆς νίκης μὲ τὴν Ἀνάστασή Του.

Τέτοια μαρτύρια πέρασαν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μάρτυρες ἀργότερα γιὰ τὴν πίστη τους.

Στὴν ἀρχὴ τὰ μαρτύριά τους ἦταν μικρὰ μὰ σιγά-σιγά γίνονταν μεγαλύτερα, γιγάντωναν, ὥσπου μπροστὰ στὸν ἴδιο τὸ θάνατο, ἀντιμετώπιζαν τὰ μεγαλύτερα μαρτύρια, τοὺς χειρότερους πειρασμούς.

Παραθέτουμε ἕνα περιστατικὸ ἀπὸ τὰ χιλιάδες ποὺ ἔγιναν:

Οἱ εἰδωλολάτρες βασάνιζαν τὴν ἅγια Μαρίνα μὲ φοβεροὺς καὶ τρομεροὺς τρόπους, μὲ ὅλο καὶ σκληρότερα βασανιστήρια.

Στὸ τέλος τὴν ἔδεσαν γυμνὴ σ’ ἕνα δέντρο κι ἄρχισαν νὰ τὴν γδέρνουν. Οἱ πληγές της ἦταν φοβερές.

Τὸ αἷμα της ἔτρεχε κι ἄρχισαν νὰ φαίνονται τὰ κόκκαλά της. Δὲν ἦταν αὐτὸ τὸ χειρότερο μαρτύριο;

Ὄχι, ἔπρεπε νὰ ὑποστεῖ κι ἄλλο, μεγαλύτερο, ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ. Τὸ βράδυ τὴν ἔρριξαν ἔτσι, πληγωμένη ὅπως ἦταν, στὴ φυλακή.

Στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας μέσα στὴ φυλακή την ἐπισκέφτηκε ἕνα φοβερὸ φάντασμα: ἕνα πονηρὸ πνεῦμα μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς τεράστιου φιδιοῦ.

Στὴν ἀρχὴ τὸ φίδι ἄρχισε νὰ στριφογυρίζει γύρω ἀπὸ τὴν ἁγία, μετὰ κουλουριάστηκε γύρω της καὶ ἅρπαξε τὸ κεφάλι της μέσα στὰ φοβερὰ σαγόνια του. Αὐτὸ ὅμως δὲν κράτησε πολύ.

Ὁ Θεὸς δὲν ἀφήνει ποτὲ τοὺς πιστοὺς δούλους Του νὰ ὑποστοῦν πειρασμοὺς μεγαλύτερους ἀπ’ ὅσο μποροῦν ν’ ἀντέξουν.

Ἀμέσως μετὰ ἀπ’ αὐτὸ ἡ Μαρίνα φώναξε δυνατὰ στὸ Θεὸ μ’ ὅλη της τὴν καρδιὰ κι ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ μέσα της.

Καὶ τότε τὸ φίδι ἐξαφανίστηκε καὶ μπροστά της ἄνοιξε ὁ οὐρανός.

Ἡ Μαρίνα εἶδε μέσα σ’ ἕνα ἐξαίσιο φῶς τὸ σταυρό, ποὺ στὴν κορυφή του ἔστεκε ἕνα λευκὸ περιστέρι, κι ἄκουσε τὰ λόγια: «Χαῖρε, Μαρίνα, λογικὸ περιστέρι τοῦ Χριστοῦ, γιατί νίκησες τὸν παγκάκιστο ἐχθρό».

Κάτι παρόμοιο ἔγινε μὲ τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ. Μετὰ τὸ μεγάλο φόβο τῆς θαλάσσιας καταιγίδας, ἀντιμετώπισαν ἕνα μεγαλύτερο φόβο: μπροστά τους νόμισαν πὼς εἶδαν ἕνα φάντασμα.

Βέβαια δὲν ἦταν φάντασμα, ἀλλὰ μιὰ σωτήρια καὶ ὑπέροχη πραγματικότητα. Δὲν ἦταν ὄνειρο, ἀλλὰ ἕνα ὅραμα. Δὲν ἦταν κάποιος ἄλλος μὲ τὴ μορφὴ τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.

«Εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· θαρσεῖτε, ἐγὼ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε» (Ματθ. ιδ’ 27). Ὁ Κύριος ποτὲ δὲν ἀφήνει γιὰ πολὺ μόνους τοὺς δικούς Του στοὺς μεγάλους πειρασμούς.

Ἤξερε πὼς τοὺς διέτρεχε φόβος, πὼς ἦταν ἔντρομοι, ἐπειδὴ νόμιζαν πὼς ἔβλεπαν φάντασμα.

Ἔτσι ἔσπευσε νὰ τοὺς λυτρώσει ἀπὸ τὸ φόβο. Εὐθέως τοὺς εἶπε: θαρσεῖτε! Τοὺς ἔδωσε ἀμέσως θάρρος, κατὰ κάποιο τρόπο τούς ξανάδωσε τὴν ἀνάσα τῆς ζωῆς, ποὺ τοὺς εἶχε κόψει ὁ φόβος. Θαρσεῖτε, ἐγὼ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε.

Τί ὑπέροχη φωνή! Τί ζωηφόρα λόγια! Στὴ φωνὴ αὐτὴ οἱ δαίμονες φεύγουν, οἱ ἀρρώστιες ὑποχωροῦν, οἱ νεκροὶ ἐγείρονται.

Ἀπὸ τὴ φωνὴ αὐτὴ ἀπόκτησαν ὕπαρξη ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ὁ ἥλιος καὶ τὰ ἄστρα, ἄγγελοι καὶ ἄνθρωποι. Ἡ φωνὴ αὐτὴ εἶναι πηγὴ κάθε ἀγαθοῦ, ζωῆς, ὑγείας, σοφίας κι εὐφροσύνης.

Θαρσεῖτε, ἐγὼ εἰμι! Δὲν μπορεῖ ὁ καθένας ν’ ἀκούσει τὴ φωνὴ αὐτή. Τὴν ἀκοῦνε μόνο οἱ ὅσιοι κι οἱ δίκαιοι, ποὺ ὑπομένουν γιὰ τὸ Χριστό. Δὲν ἀκούει τὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ ὅποιος γενικὰ ὑποφέρει.

Πῶς νὰ τὸν ἀκούσουν ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ὑποφέρουν γιὰ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὶς ἀδικίες τους; Θὰ τὸν ἀκούσουν ἐκεῖνοι μόνο ποὺ ὑποφέρουν γιὰ τὴν πίστη τους σ’ Αὐτὸν (βλ. Πέτρ. δ’ 13-16).

Τώρα μέσα στὴ θάλασσα οἱ μαθητὲς ὑπόφεραν γιὰ τὴν πίστη τους στὸ Χριστό. Ἢ μᾶλλον θὰ λέγαμε πὼς ὑπόφεραν γιὰ νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ περισσότερο ἡ πίστη τους στὸ Χριστό.

«Ἀποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, εἰ σὺ εἰ, κέλευσόν με πρὸς σὲ ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα» (Μάτθ. ἰδ’ 28).

Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Πέτρου ἐκφράζουν τόσο χαρὰ ὅσο καὶ ἀμφιβολία. Κύριε, ἀναφωνεῖ ἡ χαρούμενη καρδιά του· εἰ σὺ εἰ, λέει τώρα ἡ ἀμφιβολία.

Ἀργότερα ποὺ ὁ Πέτρος εἶχε στερεωθεῖ πιὰ στὴν πίστη του, δὲ θὰ μιλοῦσε ἔτσι. Ὅταν ὁ ἀναστημένος Κύριος ἐμφανίστηκε στὴν ἀκτὴ τῆς ἴδιας λίμνης τῆς Γεννησαρὲτ κι ὁ Πέτρος ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ Ἰωάννη νὰ λέει πὼς ὁ Κύριός ἐστι, ὁ Πέτρος τὸν ἐπενδύτην διεζώσατο… καὶ ἔβαλεν ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν (Ιωαν. κα’ 7).

Τότε δὲν ἀμφέβαλε καθόλου πὼς ἦταν ὁ Κύριος, οὔτε καὶ φοβήθηκε νὰ πέσει στὴ θάλασσα. Τώρα ὅμως ἦταν ἀκόμα πνευματικὰ δόκιμος, λιπόψυχος, γι’ αὐτὸ καὶ εἶπε: Κύριε, εἰ σὺ εἰ, κέλευσόν με πρὸς σὲ ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα.

«Ὁ δὲ εἶπεν, ἐλθέ. καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα ἐλθεῖν πρὸς τὸν Ἰησοῦν» (Μάτθ. ἰδ’ 29).

Ὅση ὥρα ἡ πίστη του ἦταν μέσα του, σταθερή, ὁ Πέτρος περπατοῦσε πάνω στὸ νερό. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ γλίστρησε μέσα του ἡ ἀμφιβολία, ὁ Πέτρος ἄρχισε νὰ βυθίζεται, γιατί ἡ ἀμφιβολία προκαλεῖ τὸ φόβο.

Τὸ ὅτι ὁ Πέτρος κατέβηκε ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ περπάτησε πάνω στὰ κύματα πρὸς τὸν Κύριο Ἰησοῦ, ἔχει ἕνα βαθύτερο νόημα.

Σημαίνει τὴν προφύλαξη τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὶς σωματικὲς φροντίδες καὶ τὴ φιλαυτία στὸ ξεκίνημά της γιὰ τὸ δύσκολο δρόμο τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὸ Σωτῆρα.

Τέτοιες στιγμὲς προκύπτουν στοὺς συνηθισμένους πιστούς, ἐκείνους ποὺ εἶναι λιπόψυχοι καὶ ποὺ ἡ χαρά τους γιὰ τὸ Χριστὸ ἀνακατεύεται μὲ τὴν ἀμφιβολία.

Συχνὰ θέλουν νὰ νικήσουν τὴ σάρκα καὶ ν’ ἀκολουθήσουν τὸ Χριστό, τὸ βασιλιᾶ τοῦ πνευματικοῦ κόσμου.

Σύντομα ὅμως νιώθουν νὰ πέφτουν, νὰ ξαναγυρίζουν στὶς σαρκικὲς μέριμνές τους, νὰ ξαναγίνονται σὰν τὸ πλοῖο ποὺ κλυδωνίζεται ἀπὸ τὰ κύματα.

Μόνο ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ὑψηλὸ πνευματικὸ ἀνάστημα, οἱ μέγιστοι ἥρωες τῶν ἀνθρώπων, κατόρθωσαν μὲ μεγάλη ἄσκηση νὰ σταθεροποιηθοῦν στὴν πίστη καὶ νὰ πέσουν ἀπὸ τὸ σωματικὸ πλοῖο στὴν πνευματικὴ θάλασσα, γιὰ νὰ συναντήσουν τὸ βασιλιᾶ Χριστό.

Ἐκεῖνοι μόνο ἔχουν ζήσει τόσο τὸ φόβο τῆς ἐγκατάλειψης τοῦ πλοίου ὅσο καὶ τοῦ τρόμου μπροστὰ στὴν καταιγίδα καὶ τοὺς σφοδροὺς ἀνέμους.

Οἱ ἴδιοι ὅμως ἔνιωσαν καὶ τὴν ἀνέκφραστη χαρὰ τῆς συνάντησής τους μὲ τὸ Χριστό.

Τὸ χωρισμὸ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ πλοῖο τοῦ σώματος εἶχε ζήσει κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, καθὼς καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἅγιοι μετὰ ἀπ’ αὐτόν.

Πόσο μεγάλη ἦταν ἡ χαρὰ κι ἡ ἀγαλλίαση στὸ τέλος αὐτοῦ τοῦ ἐπικίνδυνου ταξιδιοῦ, φαίνεται ἀπὸ τὴ χαρούμενη κραυγή: «ὑπὲρ τοῦ τοιούτου καυχήσομαι» (Β’ Κόρ. ιβ’ 5).

Ἂς δοῦμε τώρα τί ἔγινε μὲ τὸν Πέτρο, ποὺ ἦταν ἀκόμα λιπόψυχος: «Βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσον με» (Ματθ. ιδ’ 30).

Γιατί φοβήθηκε τὸν ἄνεμο καὶ ὄχι τὴ θάλασσα; Ὁ Πέτρος ἔκανε τὰ πρῶτα του βήματα σὰν μικρὸ παιδί: Κάνει λίγα βήματα, κάποιος ὅμως γελάει καὶ τὸ μωρὸ πέφτει στὸ ἔδαφος.

Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τὸν πνευματικό μας ἐνθουσιασμό: Τὸ παραμικρὸ νὰ γίνει, μᾶς ἀναστατώνει καὶ μᾶς γυρίζει πίσω.

«Εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· ὀλιγόπιστε· εἰς τί ἐδίστασας;» (Ματθ. ιδ’ 22).

Δὲν πνιγόμαστε πολλὲς φορὲς στοὺς κινδύνους τῆς θάλασσας τοῦ βίου, ὡς ὅτου μᾶς ἁρπάξει κάποιο ἀόρατο χέρι καὶ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὸν κίνδυνο;

Ποιός ἀπὸ μᾶς δὲν ἔχει νὰ παρουσιάσει ἀρκετὰ τέτοια παραδείγματα; Ὅλοι μας τὸ γνωρίζουμε ἐμπειρικὰ αὐτό.

Μιλᾶμε κάθε τόσο γι’ αὐτὰ τὰ πράγματα κι ὁμολογοῦμε τὴν παρουσία τοῦ ἀόρατου χεριοῦ ποὺ μᾶς γλιτώνει ἀπὸ τὸν κίνδυνο.

Δυστυχῶς ὅμως ὑπάρχουν καὶ λίγοι ἀνάμεσά μας, ἀκόμα καὶ ἡ ἴδια ἡ συνείδησή μας, ποὺ ἀκοῦνε τὴν ἐπιτιμητικὴ φωνὴ ἀπὸ τ’ ἀόρατα χείλη: ὀλιγόπιστε· εἰς τί ἐδίστασας;

Γιατί ἀμφιβάλλετε, φίλοι μου, πὼς τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ εἶναι κοντά; Γιατί δὲν δοξολογεῖτε τὸ Θεὸ ἀκόμα καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀντιμετωπίζετε τὸ μεγαλύτερο κίνδυνο;

Ὁ Ἀβραὰμ δὲν ἦταν ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὴν ἀμφιβολία ὅταν ὁδηγοῦσε τὸ μονογενῆ του υἱὸ στὴ θυσία (βλ. Γέν. κβ’ 1-18) καὶ μετὰ τὸν ἔσωσε ὁ Θεός;

Ὁ Ἰωνᾶς δὲ δοξολογοῦσε τὸ Θεὸ ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τοῦ κήτους καὶ σώθηκε (βλ. Ιων. β’ 7);

Γιατί οἱ Τρεῖς Παῖδες δὲν ὀλιγοπίστησαν μέσα στὴν «κάμινο τοῦ πυρὸς» καὶ τελικὰ τοὺς ἔσωσε ἡ πίστη τοὺς (βλ. Δαν. γ’ 19-26);

Τὸ ἴδιο δὲν ἔκανε κι ὁ προφήτης Δανιὴλ μέσα στὸ λάκκο τῶν λεόντων (στ 16-23), ἀλλὰ κι ὁ μακάριος Ἰὼβ ποὺ ἦταν πληγωμένος καὶ γεμᾶτος σπυριὰ (Ιὼβ β’ 7-10);

Ἀλλὰ καὶ χιλιάδες ἄλλοι ποὺ δέχτηκαν τὶς μεγαλύτερες δοκιμασίες γιὰ τὴν πίστη τους στὸ Χριστό, πῶς γλίτωσαν ἀπὸ τὴν ἀμφιβολία;

Ἐμεῖς γιατί ἀμφιβάλλουμε; Ὁ Θεός μᾶς σώζει ἀμέτρητες φορὲς μὲ τὸ ἀόρατο χέρι Του, ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸ περιμένουμε καθόλου, καὶ μ’ ὅλο ποὺ ἀμφιβάλλουμε πολλὲς φορὲς γιὰ τὴ βοήθειά Του.

Πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχουμε στὸ νοῦ μας ὅλες τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μετανοοῦμε γιὰ τὴν ὀλιγοπιστία καὶ τὴ λιποψυχία μας.

Πρέπει νὰ γίνουμε ὥριμοι στὴν πίστη μας. Ἔτσι, ὅσο μεγάλο κίνδυνο κι ἂν ἀντιμετωπίσουμε στὸ μέλλον, πρέπει νὰ δοξολογοῦμε τὸ Θεὸ καὶ νὰ ἐπικαλούμαστε τὸ ὄνομά Του.

Καὶ τότε ὁ Θεὸς θὰ μᾶς βοηθήσει, θὰ μᾶς σώσει. Ἂς δοξολογοῦμε τὸ Θεὸ ὅταν βρισκόμαστε στὸν κίνδυνο, ὄχι ὅταν αὐτὸς περάσει.

Ἀλλὰ κι ὅταν φανοῦμε λιπόψυχοι κι ὀλιγόπιστοι, ἂς μὴ μᾶς καταλάβει ἡ ἀπόγνωση. Ὁ Πέτρος λιποψύχισε, ὁ Κύριος ὅμως ἐνίσχυσε τὴν πίστη του.

Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἁγιότερους ἀνάμεσα στοὺς ἁγίους, ἀρχικὰ εἶχαν λιποψυχίσει, ἀργότερα ὅμως ἔγιναν σταθεροὶ στὴν πίστη τους στὸ Χριστό.

Προσέξτε τί λέει ὁ προφητάνακτας Δαβίδ: «Ἐπὶ τῷ Θεῷ ἤλπισα, οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοὶ ἄνθρωπος. ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, εὐχαί, ἂς ἀποδώσω αἰνέσεώς σου, ὅτι ἐρρύσω τὴν ψυχή μου ἐκ θανάτου καὶ τοὺς πόδας μου ἐξ ὀλισθήματος» (Ψαλμ. νε’ 12-14).

Ἔτσι μιλάει ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει ἀληθινά, ποὺ ἔχει γνωρίσει ἐμπειρικὰ ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει μετρήσει κάθε τρίχα τοῦ κεφαλιοῦ μας, πὼς οὔτε ἕνα σπουργίτι (πολὺ περισσότερο ἄνθρωπος) δὲν μπορεῖ νὰ πέσει στὴ γῆ χωρὶς τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ.

«Καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος» (Ματθ. ιδ’ 32). Μὀλις ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς στὸ πλοῖο, ὁ ἄνεμος σταμάτησε.

Δὲ σταμάτησε ἀπὸ μόνος του νὰ φυσᾶ, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.

Ἂν καὶ δὲν ἀναφέρεται ἐδῶ, ὅπως στὴ προηγούμενη περίπτωση, ὅταν ὁ Χριστὸς εἶχε ἐπιτιμήσει τὸν ἄνεμο καὶ τὴ θάλασσα, φαίνεται καθαρὰ πὼς τὸ ἔκανε καὶ τώρα.

Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος σκέφτεται σίγουρα πὼς ὁ ἄνεμος ἔπαυσε, ὑπακούοντας σὲ ἐσωτερικὴ καὶ ἀνέκφραστη ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ. Χάρη στὴ δική Του δύναμη κι ἐπιθυμία κόπασε ὁ ἄνεμος.

Ὑπάρχει κι ἕνα βαθύτερο καὶ καθαρὸ νόημα στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χριστὸς μπῆκε στὸ πλοῖο καὶ ἠρέμησε τὸν ἄνεμο καὶ τὴ θάλασσα.

Ὅταν ὁ Κύριος μπαίνει στὸ πλοῖο τοῦ σώματός μας, εἴτε μὲ τὴ θεία κοινωνία εἴτε μὲ τὴν προσευχὴ εἴτε μὲ ὁποιονδήποτε ἄλλον εὐλογημένο τρόπο, οἱ ἄνεμοι τῶν παθῶν ἠρεμοῦν μέσα μας καὶ τὸ πλοῖο ταξιδεύει μὲ ἀσφάλεια στὴν ἀκτή.

«Οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ» (Μάτθ. ἰδ’ 33).

Ὅταν ὁ Κύριος ἠρέμησε τὴν καταιγίδα τῆς θάλασσας καὶ σταμάτησε τοὺς ἀνέμους στὴν πρώτη περίπτωση, οἱ μαθητὲς ρώτησαν, ὅπως κάνουν ὅλοι οἱ ἄλλοι συνηθισμένοι καὶ λιπόψυχοι ἄνθρωποι: «Ποταπὸς ἐστιν οὗτος, ὅτι καὶ οἱ ἄνεμοι καὶ ἡ θάλασσα ὑπακούουσιν αὐτῷ;» (Μάτθ. ἡ’ 27).

Ἀπὸ τότε ὅμως εἶχαν δεῖ τόσα σημεῖα καὶ θαύματα ἀπὸ τὸ Διδάσκαλό τους, εἶχαν ἀκούσει τόσες διδαχές.

Ἡ πίστη τους εἶχε πιὰ ἐνισχυθεῖ, εἶχε ἑδραιωθεῖ. Ἔτσι τώρα, ποὺ ἔβλεπαν τὸ μεγάλο αὐτὸ θαῦμα, δὲ ρώτησαν πιά, ποταπὸς ἐστιν οὗτος.

Ἐκεῖνο ποὺ ἔκαναν τώρα, ἦταν νὰ γονατίσουν μπροστά Του καὶ νὰ ὁμολογήσουν: ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ!

Ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁμολόγησαν ὅλοι μαζὶ οἱ μαθητὲς πὼς ὁ Ἰησοῦς ἦταν Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ἀνάμεσά τους ἦταν βέβαια κι ὁ Ἰούδας, ποὺ τὸν ὁμολόγησε κι αὐτός.

Ἀργότερα ὅμως ἡ φιλαργυρία τὸν ἔκανε ν’ ἀρνηθεῖ κυριολεκτικὰ τὸν Κύριο καὶ Διδάσκαλό Του. Εἶναι ἀλήθεια πὼς τὸν ἀρνήθηκε κι ὁ Πέτρος καὶ μάλιστα τρεῖς φορές.

Ἡ ἄρνηση τοῦ Πέτρου ὅμως δὲν ἦταν προμελετημένη. Ἔγινε ξαφνικὰ ἀπὸ φόβο κι ἀμέσως μετὰ μετανόησε πικρὰ κι ἔκλαψε γιὰ τὴν ἄρνησή του.

Τὸ βαθύτερο νόημα ποὺ ἔχουν τὰ λόγια οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ καὶ τὸν ὁμολόγησαν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, εἶναι πολὺ διδακτικὸ σὲ κάθε χριστιανό.

Ἀφοῦ ὁ Θεὸς ἐνανθρώπησε κι ἦρθε νὰ ζήσει μαζί μας, πρέπει κι ἐμεῖς μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή μας νὰ τὸν προσκυνήσουμε καὶ νὰ ὁμολογήσουμε τὸ ὄνομά Του.

Μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή μας ἐννοοῦμε μὲ τὸ νοῦ καὶ τὴ σκέψη μας, μὲ τὴν καρδιὰ καὶ τὰ αἰσθήματά μας, μὲ τὴν ψυχὴ καὶ ὅλες τὶς ἐπιθυμίες μας.

Ἔτσι τὸ σῶμα μας ὁλόκληρο θὰ γεμίσει φῶς, σκότος δὲ θὰ ὑπάρχει μέσα του.

Ἀλίμονό μας ἂν δεχόμαστε τὸ Χριστὸ μέσα μας κι ἔπειτα τὸν ἐξορίζουμε μὲ τὴν ἁμαρτία μας ἢ τὸν ἀρνιόμαστε, ὅπως ὁ Ἰούδας.

Ἡ δεύτερη κατάσταση θὰ εἶναι χειρότερη ἀπὸ τὴν πρώτη. Ὅταν ὁ Χριστὸς ἀπέλυσε τὸν Ἰούδα, «εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον ὁ σατανᾶς» (Ιωάν. ιγ’ 27).

Ἂς μὴν ξεχνᾶμε οὔτε στιγμὴ πὼς δὲν μποροῦμε νὰ παίζουμε μὲ τὸ Θεό, γιατί αὐτὸ εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνο. Ὁ Θεὸς εἶναι «πῦρ καταναλίσκον» (Ἐβρ. ιβ’ 29).

«Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρὲτ» (Μάτθ. ιδ’ 34). Ἔφτασαν κοντὰ στὴν Καπερναούμ, ποὺ ἦταν ὁ προορισμὸς τους (βλ. Ἰωάν. στ’ 17).

Ὅποιος ἔχει πάει στὴ Γαλιλαία, μπορεῖ νὰ καταλάβει πόσο μακριὰ ὁδήγησε ἡ καταιγίδα τοὺς ἀποστόλους.

Ἡ Βηθσαϊδᾶ κι ἡ Καπερναοὺμ βρίσκονται στὶς βόρειες ἀκτὲς τῆς λίμνης. Ὅταν οἱ μαθητὲς μπῆκαν στὸ πλοῖο κάτω ἀπὸ τὴ Βηθσαϊδᾶ, ἐκεῖνο ποὺ ἔπρεπε νὰ κάνουν, ἦταν νὰ πλεύσουν κατὰ μῆκος τῆς ἀκτῆς.

Ὁ εὐαγγελιστὴς ὅμως γράφει πὼς ἡ καταιγίδα τούς παρέσυρε μέσον τῆς θαλάσσης.

Ἐκεῖ, στὴ μέση τῆς λίμνης θεάθηκε ὁ Ἰησοῦς νὰ περπατάει πάνω στὰ κύματα. Ὅταν κόπασε ἡ καταιγίδα, τὸ πλοῖο ἔπρεπε νὰ ταξιδέψει πάλι πίσω, στὴν ἀκτὴ τῆς Καπερναούμ.

Σύμφωνα μὲ τὸ Ματθαῖο καὶ τὸ Λουκᾶ, φαίνεται πὼς αὐτὴ τὴ φορὰ τὸ πλοῖο ἀκολούθησε τὸ συνηθισμένο δρόμο, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ἀνέμου καὶ τὰ κουπιά.

Ἀπὸ τὴ διήγηση τοῦ Ἰωάννη ὅμως μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε πὼς ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἔφερε τὸ πλοῖο στὴν ἀκτή, μὲ τὴν ἀκατανίκητη δύναμή Του.

Γράφει ὁ Ἰωάννης: «καὶ εὐθέως τὸ πλοῖον ἐγένετο ἐπὶ τῆς γῆς εἰς ἥν ὑπῆγον» (Ἰωάν. στ’ 17).

Δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἀντίφαση στὶς διηγήσεις τῶν εὐαγγελιστῶν ἐδῶ. Ἐκεῖνος ποὺ μποροῦσε νὰ περπατάει πάνω στὰ νερὰ καὶ νὰ γαληνέψει τοὺς ἀνέμους καὶ τὴν καταιγίδα μὲ τὰ λόγια καὶ τὶς σκέψεις Του, μποροῦσε ἂν τὸ ἤθελε, μὲ τὴ σκέψη Του μόνο νὰ μεταφέρει σὲ μία στιγμὴ τὸ πλοῖο στὸ λιμάνι.

Τὸ βαθύτερο νόημα ποὺ ἔχουν ἐδῶ τὰ λόγια τοῦ Ἰωάννη, εἶναι πὼς ὅταν ὁ Κύριος ἔρχεται νὰ κατοικήσει μέσα μας, ἐμεῖς νιώθουμε σὰ νὰ βρισκόμαστε στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ὅπως σὲ ἀσφαλὲς λιμάνι, ἐκεῖ ποὺ τὸ πλοῖο τῆς ζωῆς μας δὲν κλυδωνίζεται οὔτε ἀπὸ καταιγίδες οὔτε ἀπὸ ἀνέμους.

Ἂν ἔπειτα πρέπει νὰ ἐξακολουθήσουμε νὰ περπατᾶμε στὴ γῆ δὲν τὸ νιώθουμε αὐτό, γιατί τώρα ἡ ψυχὴ κι ἡ καρδιὰ μας ζοῦν σ’ ἕναν ἄλλο καλλίτερο κόσμο, ἐκεῖ ποὺ βασιλεύει ὁ Βασιλιᾶς Χριστός. Στὴ δική Του νίκη βλέπουμε μὲ εὐφροσύνη τὴ δική μας νίκη.

Νικητὴς ἐνάντια σὲ κάθε κακὸ εἶναι ὁ Χριστός. Δὲν ἐπιτρέπει ὁ ἴδιος νὰ τὸν νικήσει κάποιο κακό.

Ἐμεῖς λοιπὸν πρέπει νὰ καταφεύγουμε κάτω ἀπὸ τὶς σωστικὲς φτεροῦγες Του, ἐκεῖ ποὺ δὲ θὰ συναντήσουμε οὔτε καταιγίδες οὔτε ἀνέμους οὔτε φαντάσματα, «ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος».

Ἐκεῖ θὰ βροῦμε ὅλα τ’ ἀγαθὰ πλούσια, αἰώνια, ποὺ δὲν τὰ καταστρέφει οὔτε ὁ σκόρος οὔτε ἡ σκουριά.

Ἐκεῖ θὰ δοξολογοῦμε μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἁγίους τὰ νικηφόρα ἔργα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὴ μεγαλοσύνη τους δὲν μπορούμε νὰ κατανοήσουμε στὴν περιορισμένη προοπτικὴ τῆς πρόσκαιρης ζωῆς μας.

Ἐκεῖ θὰ μᾶς ἀποκαλυφτοῦν ὅλα καὶ τότε θὰ εὐφρανθοῦμε. Κι ἡ χαρά μας αὐτὴ δὲ θὰ ἔχει τέλος.

Γι’ αὐτὸ πρέπει δόξα καὶ ὕμνος στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα Του καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πηγή: https://agiazoni.gr/

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τρίτη 27 Αὐγούστου 2024

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου (Κύπρος).

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ Ι΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
15: 29-38

Ἀδελφοί, τί ποιήσουσιν οἱ βαπτιζόμενοι ὑπὲρ τῶν νεκρῶν; εἰ ὅλως νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, τί καὶ βαπτίζονται ὑπὲρ τῶν νεκρῶν ; τί καὶ ἡμεῖς κινδυνεύομεν πᾶσαν ὥραν; καθ᾽ ἡμέραν ἀποθνῄσκω, νὴ τὴν ὑμετέραν καύχησιν, ἣν ἔχω ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. Εἰ κατὰ ἄνθρωπον ἐθηριομάχησα ἐν ᾽Εφέσῳ, τί μοι τὸ ὄφελος; εἰ νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, Φάγωμεν καὶ πίωμεν· αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν. Μὴ πλανᾶσθε· Φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί. Ἐκνήψατε δικαίως καὶ μὴ ἁμαρτάνετε, ἀγνωσίαν γὰρ Θεοῦ τινες ἔχουσιν· πρὸς ἐντροπὴν ὑμῖν λέγω. ᾽Αλλὰ ἐρεῖ τις· Πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροί; ποίῳ δὲ σώματι ἔρχονται; ἄφρων, σὺ ὃ σπείρεις οὐ ζῳοποιεῖται ἐὰν μὴ ἀποθάνῃ· καὶ ὃ σπείρεις, οὐ τὸ σῶμα τὸ γενησόμενον σπείρεις ἀλλὰ γυμνὸν κόκκον εἰ τύχοι σίτου ἤ τινος τῶν λοιπῶν· ὁ δὲ Θεὸς δίδωσιν αὐτῷ σῶμα καθὼς ἠθέλησε, καὶ ἑκάστῳ τῶν σπερμάτων τὸ ἴδιον σῶμα.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ)
Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
6: 10-17

Ἀδελφοί, ἐνδυναμοῦσθε ἐν Κυρίῳ καὶ ἐν τῷ κράτει τῆς ἰσχύος αὐτοῦ. Ἐνδύσασθε τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ δύνασθαι ὑμᾶς στῆναι πρὸς τὰς μεθοδείας τοῦ διαβόλου· ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις. Διὰ τοῦτο ἀναλάβετε τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ, ἵνα δυνηθῆτε ἀντιστῆναι ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ πονηρᾷ καὶ ἅπαντα κατεργασάμενοι στῆναι. Στῆτε οὖν περιζωσάμενοι τὴν ὀσφὺν ὑμῶν ἐν ἀληθείᾳ, καὶ ἐνδυσάμενοι τὸν θώρακα τῆς δικαιοσύνης, καὶ ὑποδησάμενοι τοὺς πόδας ἐν ἑτοιμασίᾳ τοῦ εὐαγγελίου τῆς εἰρήνης, ἐπὶ πᾶσιν ἀναλαβόντες τὸν θυρεὸν τῆς πίστεως, ἐν ᾧ δυνήσεσθε πάντα τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ τὰ πεπυρωμένα σβέσαι· καὶ τὴν περικεφαλαίαν τοῦ σωτηρίου δέξασθε, καὶ τὴν μάχαιραν τοῦ Πνεύματος, ὅ ἐστι βῆμα Θεοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΡΙΤΗ Ι΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
21: 23-27

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς τὸ ἱερὸν καὶ διδάσκοντι προσῆλθον αὐτῷ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ λέγοντες· Ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς; καὶ τίς σοι ἔδωκεν τὴν ἐξουσίαν ταύτην; ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἐρωτήσω ὑμᾶς κἀγὼ λόγον ἕνα, ὃν ἐὰν εἴπητέ μοι, κἀγὼ ὑμῖν ἐρῶ ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ. τὸ βάπτισμα τὸ Ἰωάννου πόθεν ἦν, ἐξ οὐρανοῦ ἢ ἐξ ἀνθρώπων; οἱ δὲ διελογίζοντο παρ’ ἑαυτοῖς λέγοντες· Ἐὰν εἴπωμεν, ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ ἡμῖν, διατὶ οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ· ἐὰν δὲ εἴπωμεν, ἐξ ἀνθρώπων, φοβούμεθα τὸν ὄχλον, πάντες γὰρ ἔχουσι τὸν Ἰωάννην ὡς προφήτην. καὶ ἀποκριθέντες τῷ Ἰησοῦ εἶπον· Οὐκ οἴδαμεν. ἔφη αὐτοῖς καὶ αὐτός· Οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
15:17 – 16:2

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν. εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ’ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος. μνημονεύετε τοῦ λόγου οὗ ἐγὼ εἶπον ὑμῖν· οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν· εἰ τὸν λόγον μου ἐτήρησαν, καὶ τὸν ὑμέτερον τηρήσουσιν. ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με. εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἴχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν. ὁ ἐμὲ μισῶν καὶ τὸν πατέρα μου μισεῖ. εἰ τὰ ἔργα μὴ ἐποίησα ἐν αὐτοῖς ἃ οὐδεὶς ἄλλος πεποίηκεν, ἁμαρτίαν οὐκ εἴχον· νῦν δὲ καὶ ἑωράκασι καὶ μεμισήκασι καὶ ἐμὲ καὶ τὸν πατέρα μου. ἀλλ’ ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ αὐτῶν, ὅτι ἐμίσησάν με δωρεάν. ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ· καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μετ’ ἐμοῦ ἐστε. Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα μὴ σκανδαλισθῆτε. ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς· ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Π. Χριστοφόρος Δημητρίου: «Ἡ Ὀρθόδοξη οἰκογένεια»

Ὁ πρωτοπρεσβύτερος τῆς Ἱ. Μ. Μόρφου π. Χριστοφόρος Δημητρίου συνομιλεῖ μὲ τὸν δημοσιογράφο Παναγιώτη Πανταζὴ μὲ θέμα : «Ἡ Ὀρθόδοξη οἰκογένεια», στὸ πλαίσιο τῆς ἐκπομπῆς «Ἀναζητήσεις ψυχῆς», ποὺ μεταδόθηκε ἀπὸ τὸ Πρῶτο Πρόγραμμα Ραδιοφώνου τοῦ ΡΙΚ, 97.2 fm, στὶς 31 Ἰουλίου 2024.

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 26 Αὐγούστου 2024

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση: Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου (Κύπρος).

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ Ι΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
15: 12-19

Ἀδελφοί, εἰ Χριστὸς κηρύσσεται, ὅτι ἐκ νεκρῶν ἐγήγερται, πῶς λέγουσί τινες ἐν ὑμῖν ὅτι ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν; εἰ δὲ ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται· εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα καὶ τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ἡμῶν. Εὑρισκόμεθα δὲ καὶ ψευδομάρτυρες τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἐμαρτυρήσαμεν κατὰ τοῦ Θεοῦ ὅτι ἤγειρε τὸν Χριστόν, ὃν οὐκ ἤγειρεν, εἴπερ ἄρα νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται. Εἰ γὰρ νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται· εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν· ἔτι ἐστὲ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν. Ἄρα καὶ οἱ κοιμηθέντες ἐν Χριστῷ ἀπώλοντο. Εἰ ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ ἠλπικότες ἐσμὲν ἐν Χριστῷ μόνον, ἐλεεινότεροι πάντων ἀνθρώπων ἐσμέν.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΔΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΝΑΤΑΛΙΑΣ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ)
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
10: 32-38

Ἀδελφοί, ἀναμιμνήσκεσθε τὰς πρότερον ἡμέρας, ἐν αἷς φωτισθέντες πολλὴν ἄθλησιν ὑπεμείνατε παθημάτων, τοῦτο μὲν ὀνειδισμοῖς τε καὶ θλίψεσι θεατριζόμενοι, τοῦτο δὲ κοινωνοὶ τῶν οὕτως ἀναστρεφομένων γενηθέντες. καὶ γὰρ τοῖς δεσμοῖς μου συνεπαθήσατε καὶ τὴν ἁρπαγὴν τῶν ὑπαρχόντων ὑμῶν μετὰ χαρᾶς προσεδέξασθε, γινώσκοντες ἔχειν ἐν ἑαυτοῖς κρείττονα ὕπαρξιν ἐν οὐρανοῖς καὶ μένουσαν. Μὴ ἀποβάλητε οὖν τὴν παρρησίαν ὑμῶν, ἥτις ἔχει μισθαποδοσίαν μεγάλην. Ὑπομονῆς γὰρ ἔχετε χρείαν, ἵνα τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ποιήσαντες κομίσησθε τὴν ἐπαγγελίαν. ἔτι γὰρ μικρὸν ὅσον ὅσον, ὁ ἐρχόμενος ἥξει καὶ οὐ χρονιεῖ. ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ Ι΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
21: 18-22

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐπανάγων ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν πόλιν ἐπείνασε· καὶ ἰδὼν συκῆν μίαν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ἦλθεν ἐπ’ αὐτήν, καὶ οὐδὲν εὗρεν ἐν αὐτῇ εἰ μὴ φύλλα μόνον, καὶ λέγει αὐτῇ· Μηκέτι ἐκ σοῦ καρπὸς γένηται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ ἐξηράνθη παραχρῆμα ἡ συκῆ. καὶ ἰδόντες οἱ μαθηταὶ ἐθαύμασαν λέγοντες· Πῶς παραχρῆμα ἐξηράνθη ἡ συκῆ; ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν καὶ μὴ διακριθῆτε, οὐ μόνον τὸ τῆς συκῆς ποιήσετε, ἀλλὰ κἂν τῷ ὄρει τούτῳ εἴπητε, ἂρθητι καὶ βλήθητι εἰς τὴν θάλασσαν, γενήσεται· καὶ πάντα ὅσα ἐὰν αἰτήσητε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες, λήψεσθε.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ