Το Ψαλτήρι είναι ένας πρακτικός τρόπος προσευχής, και μάλιστα πανάρχαιος τρόπος, αρχαιότερος ακόμα και από το “Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησόν με“, τη λεγομένη Ευχή. Που βεβαίως, δεν είναι μόνο για τους μοναχούς. Το Ψαλτήρι είναι μία προσευχή τριών χιλιάδων ετών, αν σκεφτούμε ότι ο Δαυίδ ο βασιλεύς που είναι ο πρώτος συντάκτης του ψαλτηρίου έζησε το 1000 π.Χ. Γιατί έχει τόση σημασία αυτό; Γιατί κατά την πάροδο των χρόνων αγιάστηκαν οι λέξεις. Κάθε λέξη του Ψαλτηρίου, αυτενεργεί στην καρδία.
Όλοι οι εκκλησιαστικοί άνθρωποι μιλούν για τη Μετάνοια, μα ο Δαυίδ και οι ακόλουθοι μαθητές του, που το συμπλήρωσαν, τα έγραψαν με πόνο και κλάματα, όπως αναφέρει και ο Άγιος Ιάκωβος ο Τσαλίκης, καθώς πρόκειται για καρδιακές προσευχές. Και αφού σκοπός του Χριστιανού είναι να μάθει τη Μετάνοια έπειτα και μέσω αυτής να φτάσει στην Εξομολόγηση μετά στη Θεία Κοινωνία και τελικά στην Αγιότητα. Αυτή είναι η σειρά.
Άρα χωρίς Προσευχή Μετάνοιας δεν υπάρχει δυνατότητα Αγιότητας. Τα υπόλοιπα είναι αγαπολογίες φριχτές και παραμύθια που δυστυχώς ταλαιπωρούν τους νεοέλληνες. Δυστυχώς, στο διαδίκτυο υπάρχουν πολλοί αγαπολόγοι και μερικοί εξ’ αυτών φορούν και ράσα. Την Μετάνοια λοιπόν, την τόση δυσνόητη για το σύγχρονο άνθρωπο τη συναντάμε σεσαρκωμένη μέσα στο Ψαλτήρι, χωρίς να το μεταφράσουμε.
Ας καταλάβεις και μόνο δέκα γραμμές από τις διακόσες που θα διαβάσεις. Εξάλλου και το “Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησόν με” μία γραμμή είναι. Και μία γραμμή από το Ψαλτήρι να καταλάβεις χαρούμενος θα είσαι. Αλλά το θέμα δεν είναι τι θα καταλάβεις εσύ αλλά ο Διάβολος τι θα καταλάβει. Καθώς, αυτός καταλαβαίνει πολύ καλά τι διαβάζεις. Γιατί είναι τα ίδια που διάβαζε ο Μέγας Αντώνιος, ο Άγιος Σάββας, ο προφήτης Δαυίδ, ο προφήτης Ησαΐας, που διάβαζαν όλοι οι Άγιοι, οι Αγίες και οι πρόγονοι μας. Και ξέρει (ο Διάβολος) ότι κάθε λέξη είναι ποτισμένη με δάκρυα, πόνο και αναστεναγμούς. Οπότε έτσι αρχίζει το Μέγα Μυστήριο της Μετανοίας.
Θα ακούσουμε και πολλούς νέο-ασκητές να μιλούν για την ευχή.
Λέει λοιπόν ένας σύγχρονος από το Αγιοφάραγγον της Κρήτης, Σαμιώτης στην καταγωγή ασκητής, ο γέρο-Θεόδωρος. Εάν τώρα ξεκινούσα τον ασκητισμό μου, αυτός ήταν ασκητής μέσα στα σπήλαια της Κρήτης. Αν ξεκινούσα τώρα λοιπόν, θα ξεκινούσα διαφορετικά, θα αποστήθιζα όλο το Ψαλτήρι αν ήταν δυνατόν. Διότι διαπίστωσα από την εμπειρία μου ότι η γονική μήτρα της ευχής είναι το Ψαλτήρι. Μα αυτό είναι φοβερή κουβέντα.
Δηλαδή μην περιμένεις να γεννήσεις ευχή από τη συνεχή επανάληψη στο κομποσκοίνι αν προηγουμένως δεν εισέλθεις στο κλίμα του Ψαλτηρίου.
Είναι ατμόσφαιρα το Ψαλτήρι Από εκεί και πέρα υπάρχει και Άγιον Πνεύμα που το έχουμε δεχθεί όλοι οι Ορθόδοξοι κατά το Μύρωμα, την ώρα της βαπτίσεως. Ενεργοποιείται το Άγιον Πνεύμα, μετά την ανάγνωση όπου μαλακώνει η καρδιά μας φεύγουν τα πολλά «γιατί» και οι πολλές φαντασίες και αρχίζει ο άνθρωπος και μπαίνει κλίμα της ταπείνωσης, της απλότητας βρίσκει τις κατάλληλες λέξεις να εκφράσει το είναι του, τα αισθήματα του. Για εμάς τους Έλληνες, υπάρχει η εξαίρετη υποχρέωση, αν θέλουμε να γίνουμε πιο Έλληνες να διαβάζουμε Ψαλτήρι.
Το Ψαλτήρι γράφτηκε στα Εβραϊκά και μεταφράσθηκε στα Ελληνικά από ελληνιστές Εβραίους γιατί έπαψαν οι Εβραίοι της διασποράς, στην Αλεξάνδρεια, να μιλούν τη γλώσσα του προφήτη Δαυίδ και μιλούσαν τη γλώσσα των ελληνιστικών χρόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του. Οπότε οι Εβραίοι, που είναι μεγάλοι εθνικιστές, αναγκάστηκαν να μεταφράσουν τη γλώσσα τη δική μας και όχι στην αττική διάλεκτο αλλά στην ελληνιστική γλώσσα της εποχής, στη γλώσσα μας δηλαδή και εμείς λέμε πως θα μάθουμε ελληνικά και πως θα γίνουμε πιο Έλληνες. Ε, για ρωτήστε τους ήρωες του ’21 τι διαβάζανε. Ψαλτήρι διαβάζανε, δε διαβάζανε μανιφέστο του Μαρξ, ούτε τους εθνικισμούς του Νίτσε. Έμαθαν ωραία ελληνικά, έμαθαν να μετανιώνουνε, έμαθαν να κλαίνε, έμαθαν να βλέπουν τα λάθη τους και αυτοί έκαμναν λάθη, άνθρωποι ήταν. Και προσείλκυσαν τη Χάρι του Θεού, το άκτιστο Φως της Θεότητος το Τρισάγιο που είναι γεμάτο πληροφορίες μας λέγαν οι Άγιοι, οι οποίες κάνουν τον άνθρωπο γνωστικό, και όχι τα πτυχία. Και εγώ δύο πτυχία έχω τι να τα κάμω. Πιο πολύ με βοηθά το Ψαλτήρι, η αγράμματη μάνα μου, η μυροφόρα γιαγιά μου, ο ολιγογράμματος Ιάκωβος και Πορφύριος παρά οι μεγάλοι καθηγητάδες και οι περισπούδαστοι νομικοί.
Εάν ρωτήσετε: Τι αρέσει στον κόσμο από τον Μόρφου;
Θα σας πουν: Οι διηγήσεις αυτών των ολιγογράμματων αλλά ηγιασμένων πατέρων και μητέρων.
Από που ξεκίνησε η Αγιότητά όλων αυτών; Και πριν το κομποσκοίνι ξεκίνησε από το Ψαλτήρι και από τις μετάνοιες στη Μετάνοια.
Αν δεν επιστρέψουμε σε αυτά τα στοιχειώδη να μη μιλούμε για αναλαμπή της Ορθοδοξίας μόνο από ορισμένα γεγονότα τα οποία θα προκαλέσουν άλλες δυνάμεις και θα μας πουν οι άλλες δυνάμεις ελάτε να πάρετε τη δόξα εσείς.
Όχι, ο δικός μας κόπος ως νεοελλήνων Ορθοδόξων είναι να μάθουμε την Ορθοδοξία μέσα από τη Μετάνοια, την Προσευχή και το Ψαλτήρι και τη Θεία Λειτουργία οπωσδήποτε. Όταν μάθουμε την Ορθοδοξία μέσα από αυτά τα κείμενα και τους βίους τον Αγίων εμάθαμε το ήθος της εκκλησίας και τη γλώσσα την Ελληνική.
Απόσπασμα από την ΙΓ΄ Πνευματική σύναξη διαλόγου με τον Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεόφυτο «Ανάβοντας τον αναπτήρα των αγίων», που πραγματοποιήθηκε στις 27 Ιανουαρίου 2021 στο ιερό παρεκκλήσιο του Αγίου Νικηφόρου του Λεπρού της κοινότητος Περιστερώνας της μητροπολιτικής περιφερείας Μόρφου.
Αγία Σοφία η εν Κλεισούρα. Φορητή εικόνα στον Ιερό Ναό Αγίου Νικηφόρου του Λεπρού και Οσίου Ευμενίου του Νέου στην Περιστερώνα
Μια σύγχρονη Αγία της Ορθοδοξίας μας, η Αγία Σοφία η ασκήτισσα της Κλεισούρας Καστοριάς. Η γεμάτη πόνο, στερήσεις και αρρώστιες ζωή της Αγίας, που ήρθε πρόσφυγας από τον Πόντο και ασκήτεψε μέχρι τα τέλη του βίου της, το 1974, στο Μοναστήρι της Παναγίας, στην περιοχή της Κλεισούρας της Καστοριάς, υπήρξε μια αδιάκοπη δοξολογία της Χάριτος του Θεού και η ευλογία της σκέπει και αγιάζει όποιον με πίστη και ευλάβεια δέεται στο όνομά της.
Βίος της Οσίας Σοφίας
ΗΟσία Σοφία Χοτοκουρίδου, το γένος Αμανατίου Σαουλίδου, γεννήθηκε το 1883 μ.Χ. στο χωριό Σαρή-ποπά (ή Σαρή-παπά) της επαρχίας Αρδάσης Τριπόλεως του Νόμου Τραπεζούντος του Πόντου. Το 1907 παντρεύτηκε με τον Ιορδάνη Χοτοκουρίδη στο χωριό Το(γ)ρούλ της επαρχίας Αρδάσης και μετά από τρία χρόνια, το 1910 απέκτησε ένα παιδί. Έπειτα από δύο χρόνια, έχασε το παιδί της το οποίο βρήκε τραγικό θάνατο, αφού φαγώθηκε από χοίρους, ενώ δύο χρόνια μετά, το 1914 έχασε και τον άντρα της τον οποίο πήραν οι Τούρκοι στα τάγματα εργασίας, όπου και μάλλον απεβίωσε. Η νεαρή χήρα κατέφυγε στα βουνά, όπου ζούσε ασκητικά, με μεγάλη νηστεία. Εκεί της εμφανίστηκε ο Άγιος Γεώργιος και την προειδοποίησε για επικείμενη επιδρομή των Τσετών. Η Σοφία ενημέρωσε τους συγχωριανούς της, που κρύφτηκαν και απέφυγαν τον κίνδυνο. Στην ανταλλαγή των πληθυσμών το καράβι που μετέφερε τους συγχωριανούς της Σοφίας στην Ελλάδα κινδύνεψε να καταποντιστεί. Αυτή έβλεπε τα κύματα γεμάτα από Αγγέλους και την Παναγία. Ζήτησε από Εκείνην να πνιγεί η ίδια και να σωθούν οι συγχωριανοί της. Η Παναγία όμως τους έσωσε όλους. Ο καπετάνιος δεν το πίστευε πως σώθηκαν κι έλεγε: «Κάποιον άγιο έχουμε» και οι χωριανοί του απάντησαν: «Τη Σοφία!».
Αγία Σοφία η εν Κλεισούρα
Το 1927 με παρότρυνση της Παναγίας η Σοφία μετέβη στο μοναστήρι της στην Κλεισούρα της Καστοριάς, στην Ιερά Μονή του Γενεθλίου της Υπεραγίας Θεοτόκου, όπου έζησε ασκητικά για περίπου μισό αιώνα. Εκεί βρήκε έναν ενάρετο ιερομόναχο, τον π. Γρηγόριο, που είχε έλθει από το Άγιον Όρος, ο οποίος την κατάρτισε στη μοναχική ζωή. Έζησε ασκητικά ως λαϊκή, φορώντας τα μαύρα ενδύματα της χηρείας και της ασκήσεώς της, καθισμένη πάνω στο τζάκι και αλείφοντας το πρόσωπό της με στάχτη, για να μη φαίνεται η ομορφιά του. Τα περισσότερα χρόνια τα πέρασε μόνη της, με μόνο τον Θεό, αφού το μοναστήρι έμεινε χωρίς μοναχούς. Υπέμεινε τους δριμείς χειμώνες, με τη θερμοκρασία να πέφτει στους -15 βαθμούς, και την πολλή υγρασία του τόπου. Όταν της έλεγαν ν’ ανάψει φωτιά, φώναζε ένα μακρόσυρτο «Όχι!», που ακόμα ηχεί στα αυτιά όσων την άκουσαν. Κυκλοφορούσε ξυπόλητη, ενώ τα ρούχα της ήταν πάντα κουρελιασμένα και ανεπαρκή για τις συνθήκες της περιοχής. Της έδιναν καινούργια. Δεν τα φορούσε, αλλά τα πρόσφερε σε όσους είχαν ανάγκη. Κοιμόταν και σ’ έναν άλλο χώρο, πάνω σε άχυρα, αλλά από κάτω είχε βάλει σουβλερές πέτρες. Δεν λουζόταν ποτέ ούτε χτενιζόταν και τα μαλλιά της είχαν σκληρύνει πολύ. Όταν κάποτε χρειάστηκε να τα σηκώσει από τα μάτια της, για να βλέπει καλύτερα, αναγκάστηκε να τα κόψει με το ψαλίδι που κούρευαν τα πρόβατα. Παρ’ όλα αυτά όμως, το κεφάλι της ευωδίαζε.
Το φαγητό της ήταν λιτότατο, συνήθως ό,τι έβρισκε στην περιοχή: μανιτάρια, μούσκλια, αγριόχορτα, φτέρη, φύλλα των δέντρων ή λίγη ντομάτα τουρσί, μουχλιασμένη. Τα σαββατοκύριακα έβαζε και μια κουταλιά λάδι στο πιάτο της. Άλλες φορές άνοιγε καμιά κονσέρβα ψάρι και το έτρωγε όταν είχε πιάσει ένα δάχτυλο μούχλα. Έτρωγε και σε παλιά σκουριασμένα ορειχάλκινα σκεύη, αλλά δεν πάθαινε τίποτα. Νήστευε και με το παλαιό και με το νέο ημερολόγιο, για να μη σκανδαλίζει κανέναν και όταν κάποιοι διαμαρτύρονταν για τις «υπερβολές» της, τους απαντούσε: «Παιδεύω το σαρκίο μου». Κι όμως, αυτή η αυστηρή με τον εαυτό της ασκήτρια ήταν πολύ γλυκιά και επιεικής με τους άλλους. Δεν κρατούσε δραχμή από τα χρήματα που της έδιναν, αλλά τα έκρυβε για να τα δώσει στους αναγκεμένους, όταν θα ερχόταν η ώρα. Τα τότε κοριτσάκια, σημερινές γερόντισσες της Κλεισούρας, που μιλούσαν ελληνικά και βλάχικα, αγαπούσαν τη συντροφιά της, έστω κι αν δεν καταλάβαιναν τα ποντιακά της. Νουθετούσε τις άγαμες κοπέλες που τύχαινε να παραστρατήσουν, φρόντιζε να παντρευτούν, τις προίκιζε από τα χρήματα που της έδιναν και ανέθετε στην Παναγία την προστασία τους. «Η Παναΐα κι θα χαντ’ σας» (δεν θα σας χάσει η Παναγία), τους έλεγε.
Ποτέ δεν πλήγωσε ούτε στενοχώρησε κανέναν. Αν καταλάβαινε ότι κάποιος είχε προβλήματα μέσα του, περνούσε από δίπλα του, του έλεγε ένα δυο λόγια, χωρίς να την αντιληφθούν οι άλλοι, απομακρυνόταν, κι εκείνος την ακολουθούσε. Τον παρηγορούσε, τον συμβούλευε, τον ενίσχυε με τη χάρη του Θεού, κι αυτός έφευγε άλλος άνθρωπος. Έλεγε πολλές φορές: «Αυτοί ήρθαν μαύροι στην Παναγία και φεύγουν άσπροι». Γνώριζε πολλά σκάνδαλα από ιερείς, μοναχούς, λαϊκούς… Δεν κατηγορούσε ποτέ κανέναν, αλλά έλεγε: «Να σκεπάζετε, να σας σκεπάζει ο Θεός». Αγαπούσε και τα ζώα. Είχε μια αρκούδα, που ζούσε στο δάσος και την έλεγε «ρούσα». Ερχόταν κι έπαιρνε τροφή από τα χέρια της, της έγλειφε τα χέρια και τα πόδια από ευγνωμοσύνη κι επέστρεφε στο δάσος. Έβαζε ψίχουλα στα περβάζια των παραθύρων για τα πουλάκια κι αυτά, όταν η αγία προσευχόταν, φτερούγιζαν γύρω της και κελαηδούσαν. Σαν να ζούσε στον Παράδεισο, πριν από την πτώση.
Είχε κοινωνία με την Παναγία και τους Αγίους. Το 1967 αρρώστησε βαριά, από σκωληκοειδίτιδα ή κήλη, ώστε να διπλωθεί στα δύο από τον πόνο. Δεν δέχτηκε γιατρό αλλά έλεγε: «Θα ‘ρθει η Παναγία να με πάρει από τον πόνο». Έβαζε στουπιά ή φυτίλια από τις κανδήλες, ώσπου σάπισε η πληγή κι έβγαζε κακοσμία. Τότε της εμφανίστηκε η Παναγία με τον αρχάγγελο Γαβριήλ και τον Άγιο Γεώργιο. Της είπε ο αρχάγγελος: «Θα σε κόψουμε τώρα». Αυτή απάντησε: «Είμαι αμαρτωλή, να εξομολογηθώ, να κοινωνήσω, και να με κόψεις». «Μια εγχείρηση θα σου κάνουμε», της απαντά. Έγινε η επέμβαση, η Σοφία έγινε καλά και συχνά σήκωνε χωρίς ντροπή τη μπλούζα ή το φόρεμά της, για να δείξει στον κόσμο την τομή που έκλεισε μόνη της.
Η Οσία Σοφία, «η ἀσκήτισσα τῆς Παναγιᾶς», όπως αποκαλείται, εκοιμήθη εν Κυρίω στις 6 Μαΐου 1974. Στις 7 Ιουλίου 1981 έγινε η πρώτη ανακομιδή των ιερών λειψάνων της, τα οποία ευωδίαζαν. Στις 27 Μαΐου 1998 έγινε η δεύτερη ανακομιδή των λειψάνων της, οπότε και μεταφέρθηκαν στο μοναστήρι από τον Σεβ. Μητροπολίτη Καστορίας κ.κ. Σεραφείμ. Η Μεγάλη Εκκλησία την ενέταξε το 2011 στις αγιολογικές δέλτους της και την 1η Ιουλίου 2012 έγινε η επίσημη ανακήρυξή της από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, στην Καστοριά.
Η Ιερά Μονή Κλεισούρας
Η Ιερά Μονή του Γενεθλίου της Θεοτόκου Κλεισούρας Καστοριάς, όπου ασκήτευσε η Γερόντισσα Σοφία, βρίσκεται σε υψόμετρο 970 μέτρων, στα όρια των νομών Καστοριάς και Φλώρινας και απέχει 35 χιλ. από την Καστοριά, 70 χιλ. από τη Φλώρινα και 22 χιλ. από την Πτολεμαΐδα. Ιδρύθηκε περίπου το 1314 μ.Χ. από τον Κλεισουριώτη ιερομόναχο Νεόφυτο και ανακαινίστηκε το 1813 από τον επίσης Κλεισουριώτη ιερομόναχο της Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους Ησαΐα Πίστα, μετά από όραμα της Παναγίας. Είναι ρυθμού τρίκλιτης ξυλόστεγης, τρουλαίας βασιλικής με νάρθηκα και περιβάλλεται από ένα τεράστιο ορθογώνιο φρουριακό συγκρότημα, εντός του οποίου είναι κτισμένο το καθολικό. Κοσμείται με αξιόλογες τοιχογραφίες, έργα αξιόλογων Χιοναδιτών αγιογράφων. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο χρυσώθηκε το 1772 από τον Κωνσταντίνο Κτίπα από το Λινοτόπι.
Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα η Μονή φιλοξένησε και περιέθαλψε πολλούς Μακεδονομάχους με πρώτο τον Παύλο Μελά, αλλά και κατά τη διάρκεια της Κατοχής υπήρξε κρησφύγετο πολλών ταλαιπωρημένων από τους Γερμανούς κατοίκων της περιοχής. Όταν το 1903 οι Τούρκοι έκαψαν το γειτονικό χωριό Βαρικό, πολλοί κάτοικοί του βρήκαν καταφύγιο στο μοναστήρι. Από το 1993 η μονή λειτουργεί ως γυναικεία κοινοβιακή, με ηγουμένη τη γερόντισσα Ανυσία, που μαζί με την υπόλοιπη μοναστική αδελφότητα προσπαθούν να «αναστήσουν» το σημαντικό αυτό λατρευτικό κέντρο της Δυτικής Μακεδονίας. Στα χρόνια που στην Μονή δεν υπήρχε μοναστική αδελφότητα και οργανωμένη κοινοβιακή ζωή, ασκήτευσε εκεί η γερόντισσα Σοφία που καταγόταν από τον Πόντο. Ήρθε νέα και δούλευε πολύ ως τα βαθιά γεράματά της και την αγαπούσε όλο το χωριό.
Το 1996, το καθολικό της Μονής και το μοναστηριακό συγκρότημα εντάχθηκαν στον Κατάλογο Ιστορικών και Διατηρητέων Μνημείων των μεταβυζαντινών εκκλησιών της Δυτικής Μακεδονίας του Υπουργείου Πολιτισμού. Την 1η Ιουλίου 2012 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος παρέστη στις εορταστικές εκδηλώσεις αγιοκατατάξεως της Οσίας Σοφίας, της «εν τη Ιερά Μονή Παναγίας Θεοτόκου Κλεισούρας ασκησάσης», η μνήμη της οποίας τιμάται από την Ορθόδοξη εκκλησία στις 6 Μαΐου.