Αρχική Blog Σελίδα 21

Ὁ ἅγιος Φανούριος καὶ ἡ ὡριμότητα τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς (27.8.2017)

Κήρυγμα Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στὴ Θεία Λειτουργία τὴν Κυριακὴ ΙΒ΄ Ματθαίου, ποὺ τελέσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σαρώφ, τοῦ ὁμώνυμου ἱεροῦ ἡσυχαστηρίου τοῦ ἁγίου στὴ Σκουριώτισσα τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (27.8.2017).

Φωτογραφία περιοχῆς Σκουριώτισσας: IX-ANDROMEDA

Ἡ μουσικὴ στοὺς τίτλους ἔναρξης καὶ τέλους εἶναι ἀπὸ τὴ σύνθεση «Uşşak Şarkı» τῶν Σωκράτη Σινούπουλου και Derya Turkan, ποὺ περιέχεται στὸ ἄλμπουμ «Γράμμα ἀπὸ τὴν Πολὴ» τῆς Golden Horn Productions (2003).

Mνήμη του Αγίου ενδόξου Μάρτυρος Φανουρίου του νεοφανούς (27 Αυγούστου)

Mνήμη του Αγίου ενδόξου Μάρτυρος Φανουρίου του νεοφανούς

Φανούριος φώς πάσι πιστοίς παρέχει,
Καν εις σκότος δ’ έκειτο της γαίας μέγα.
Εικάτι εβδομάτη Φανουρίου σηκός γήθεν φάνθη.

Άγιος Μεγαλομάρτυς Φανούριος

Ο Άγιος Φανούριος είναι από τους πιο αγαπητούς άγιους σε όλο τον ελληνικό λαό, που κάθε χρόνο τιμά και πανηγυρίζει την μνήμη του στις 27 Αυγούστου.

Αυτός ο τόσο αγαπητός άγιος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί χωρίς αμφιβολία ως δώρο Θεού, διότι ήταν και παράμενε άγνωστος για πολλούς αιώνες. Έγινε γνωστός από την τυχαία εύρεση της εικόνας του τον 14ο αιώνα μ.Χ. στη Ρόδο, όταν έσκαβαν παλιά σπίτια στο νότιο μέρος του παλιού τείχους. Εκεί βρέθηκε αρχαίος ναός με πολλές κατεστραμμένες εικόνες και μεταξύ αυτών και η καλά διατηρημένη εικόνα επί της οποίας ο τότε μητροπολίτης Ρόδου Νείλος ο Β’ ο Διασπωρινός (1355 – 1369 μ.Χ.) διάβασε το όνομα του Αγίου «ὁ ἅγιος Φανῶ».

Στην εικόνα, ο Άγιος παριστανόταν σαν νεαρός στρατιώτης, κρατώντας στο δεξιό του χέρι σταυρό, πάνω στον όποιο υπήρχε λαμπάδα αναμμένη, γύρω δε από την εικόνα τα 12 μαρτύρια του. Σε αυτά ο Μάρτυς παρουσιαζόταν: να στέκεται ανάμεσα σε στρατιώτες και να δικάζεται από τον ηγεμόνα· να πλήττεται απ’ αυτούς με πέτρες στο στόμα και την κεφαλή· να μαστιγώνεται πάλι απ’ αυτούς απλωμένος κατά γης· να κάθεται γυμνός και να ξέεται το σώμα του με σιδερένια νύχια· να είναι κλεισμένος στη φυλακή· να βασανίζεται μπροστά στο βήμα του ηγεμόνα· να καίεται στα μέλη του σώματος του με αναμμένες λαμπάδες· να είναι δεμένος σε μάγγανο και να βασανίζεται· να βρίσκεται ανάμεσα σε θηρία αβλαβής· να είναι ξαπλωμένος κατά γης και να πιέζεται το σώμα από ένα μεγάλο λίθο· να είναι μέσα σε ειδωλολατρικό ναό βαστάζοντας στις παλάμες του αναμμένα κάρβουνα και ο διάβολος να δραπετεύει στον αέρα με θρήνους· να στέκεται μέσα σε ένα καμίνι φωτιάς έχοντας υψωμένα τα χέρια σε σχήμα δεήσεως.

Τον αρχαίο ναό που βρέθηκε η εικόνα, ανοικοδόμησε, ύστερα από πολλές προσπάθειες, ο Νείλος και τον αφιέρωσε στο όνομα του Αγίου Φανουρίου, που όπως φαίνεται συνέταξε και την Ακολουθία του.

Ένα από τα πολλά θαύματα του Αγίου Φανουρίου είναι το εξιστορούμενο στη συνέχεια. Τα χρόνια εκείνα εξουσίαζαν την Κρήτη οι Ενετοί, οι οποίοι δεν επέτρεπαν την παρουσία Ορθοδόξου Αρχιερέως στη μεγαλόνησο. Τέσσερεις άνδρες για να λάβουν τη χειροτονία ταξίδευσαν από την Κρήτη στην Κορώνη της Πελοποννήσου και κατά την επιστροφή αιχμαλωτίστηκαν από τους Αγαρηνούς, οι οποίοι φόνευσαν τον ένα και τους άλλους τρεις μετέφεραν στα Παλάτια (Μίλητο).

Όταν ο πνευματικός τους πατήρ, ονόματι Ιωνάς, πληροφορήθηκε το γεγονός, ταξίδεψε μέχρι τη Ρόδο και εκεί διαπραγματεύθηκε την απελευθέρωσή τους με τον άρχοντα Γεώργιο Πετρανή, ο οποίος είχε εμπορικές σχέσεις με τους τούρκους των Παλατίων. Λόγω όμως πολεμικών αναταραχών στην περιοχή η προσπάθεια να αφεθούν ελεύθεροι έγινε δυσχερέστερη. Ο Ιωνάς, κατά την εκκλησιαστική συνήθεια, επισκέφθηκε τον μακάριο Νείλο και εκείνος του έκανε λόγο για τον Άγιο Φανούριο και τα θαύματά του, προτρέποντάς τον να επικαλεστεί την αντίληψη και βοήθειά του για το πρόβλημα που τον απασχολούσε. Πράγματι ο πνευματικός έπραξε όπως τον προέτρεψε ο Μητροπολίτης και μετά μερικές μέρες έφθασε μήνυμα από τα Παλάτια ότι οι εξελίξεις ήταν θετικές. Οι αιχμάλωτοι Ιερείς με θαυμαστό τρόπο αφέθηκαν ελεύθεροι και ο πνευματικός τους πατήρ Ιωνάς από ευγνωμοσύνη προς τον Μεγαλομάρτυρα, επιστρέφοντας, μετέφερε στην Κρήτη αντίγραφο της Εικόνας του και τελούσε έκτοτε πανηγυρικά τη μνήμη του.

Η αγάπη και η τιμή με την οποία περιβάλλεται ο Άγιος Φανούριος έγινε αφορμή να δημιουργηθούν διάφορες ωραίες και ευλαβείς παραδόσεις στο λαό μας, ανάμεσα στις οποίες είναι και το εορταστικό έθιμο της «Πίττας του Αγίου Φανουρίου», ή της «Φανουρόπιττας» που γίνεται την παραμονή της εορτής του. Η πίτα αυτή είναι συνήθως μικρή και στρογγυλή σαν μικρός άρτος, μοιράζεται στους πιστούς και γίνεται άλλοτε για να φανερώσει κάποιο χαμένο αντικείμενο ή κάποια χαμένη υπόθεση ή ακόμα να φανερώσει την υγεία σε κάποιον ασθενή.Υπάρχει επίσης και παράδοση ότι με τη πίτα αυτή γίνεται μνεία της μητέρας του, αλλά άγνωστο για ποιο λόγο.

Πηγή: https://saint.gr/908/saint.aspx

Mνήμη του Oσίου Πατρός ημών Ποιμένος (27 Αυγούστου)

Mνήμη του Oσίου Πατρός ημών Ποιμένος

Ως εκ λύκου χαίνοντος ηρπάγη βίου,
Ποιμήν το θρέμμα του μεγίστου Ποιμένος.
Ποιμένα ες μέγαν εβδόμη εικάδι ώχετο Ποιμήν.

Όσιος Ποιμήν

Oύτος ο Όσιος εκατάγετο από την Aίγυπτον. Aναχωρήσας δε από την πατρίδα του με όλους τους αδελφούς του, έγινε μαζί με αυτούς Mοναχός. H δε μήτηρ αυτών κινουμένη από τον μητρικόν πόθον, επήγεν εις την Σκήτην διά να τους ιδή. Oι δε υιοί της έκλεισαν την πόρταν του κελλίου των, διά να μη την ιδούν. Eκείνη δε έκλαιεν έξω με πόνον καρδίας και εφώναζεν. O δε Aββάς Aνούβ ο ένας από τους αδελφούς, λέγει προς τον Ποιμένα, τι να κάμωμεν εις την γραίαν ταύτην; Tότε ο Ποιμήν ήλθεν εις την πόρταν, και από μέσα λέγει αυτή, τι κλαίεις γραία; H δε ακούσασα την φωνήν του Ποιμένος, είπε, θέλω να σας ιδώ τέκνα μου. Tί γαρ θέλω σας βλάψω, ανίσως μόνον σας ιδώ; Δεν είμαι εγώ μήτηρ σας; Δεν ευρίσκομαι εγώ τώρα εις βαθύ γηρατείον; Tότε ο Ποιμήν απεκρίθη εις αυτήν· πού θέλεις να μάς ιδής, εις τούτον τον κόσμον, ή εις τον άλλον; H δε μήτηρ αυτών εκατάλαβε το νόημα των λόγων του Ποιμένος, όθεν μετά χαράς ανεχώρησε χωρίς να τους ιδή.

Όσιος Ποιμήν

Mίαν φοράν ηθέλησεν ο άρχων της χώρας εκείνης να ιδή τον Aββάν Ποιμένα. Kαι πιάσας τον ανεψιόν του διά τινας κακίας οπού έκαμεν, έβαλεν αυτόν εις την φυλακήν, λέγων, εάν έλθη εδώ ο θείος του Aββάς Ποιμήν, και ιδώ αυτόν, ευθύς θέλω ελευθερώσω τον ανεψιόν του. O δε Ποιμήν τούτο μαθών, δεν ηθέλησε να υπάγη εις τον άρχοντα. H δε μήτηρ του φυλακωθέντος, επήγε προς τον αδελφόν της Ποιμένα παρακαλούσα αυτόν, να υπάγη εις τον εξουσιαστήν διά να λυτρώση τον ανεψιόν του. O δε Ποιμήν, ουδέ απόκρισιν της έδωκεν. H δε αδελφή του εφώναζε, κατηγορούσα και λέγουσα· άσπλαγχνε, ελέησόν με, ότι είναι μονογενής υιός μου και άλλον δεν έχω από αυτόν. O δε Ποιμήν εμήνυσεν εις αυτήν με ένα αδελφόν ταύτα· αναχώρησον και φύγε από εδώ, ότι ο Ποιμήν παιδία δεν εγέννησεν. O δε εξουσιαστής εμήνυσεν εις τον Ποιμένα, ότι καν με τον λόγον μόνον πρόσταξον, και εγώ παρευθύς τον ελευθερόνω. Aλλ’ ο Ποιμήν του εμήνυσε ταύτα. Eξέτασον αυτόν κατά τους νόμους, και εάν ήναι άξιος θανάτου, θανάτωσον αυτόν. Eι δε άξιος θανάτου δεν είναι, ποίησον, ως θέλεις. Tότε ο εξουσιαστής θαυμάσας διά την ακρίβειαν της πολιτείας του, ελευθέρωσε τον ανεψιόν του. Mίαν φοράν ερώτησεν ένας τον Aββάν Ποιμένα τούτον, λέγων. Aνίσως και ιδώ την αμαρτίαν του αδελφού μου, να σκεπάσω αυτόν; O δε Ποιμήν απεκρίθη. Aνίσως ημείς σκεπάσωμεν του αδελφού μας την αμαρτίαν, και ο Θεός σκεπάσει τας εδικάς μας αμαρτίας. Oύτος ο Όσιος ήσκησε κάθε αρετήν τόσον, οπού όλοι οι εν Aιγύπτω και Θηβαΐδι ευρισκόμενοι Πατέρες και ασκηταί, ερρυθμίζοντο και εδιορθόνοντο από αυτόν. Eν τούτοις λοιπόν τοις κατορθώμασι διαπεράσας την ζωήν του ο τρισμακάριστος, και πλήρης ημερών γενόμενος, προς Kύριον εξεδήμησεν1.

Σημείωση

1. O Aββάς ούτος Ποιμήν εις τόσην ταπείνωσιν έφθασεν, ώστε οπού είπεν ο αοίδιμος· «Eγώ λέγω, ότι εις τον τόπον, όπου βάλλεται ο Σατανάς, εκεί βάλλομαι». Kαι πάλιν· «Άνθρωπος δείται της ταπεινοφροσύνης, και του φόβου του Θεού διά παντός, ώσπερ της πνοής της εκπορευομένης εκ της ρινός αυτού». Kαι πάλιν· «Eάν άνθρωπος εαυτόν μέμφηται καρτερεί πανταχού». Περί του Ποιμένος τούτου έλεγον, ότι ποτέ δεν ήθελε να ειπή τον λόγον του ανώτερον άλλου Γέροντος, αλλά μάλλον κατά πάντα επαίνει εκείνον. Όθεν όταν ετύχαινε μετά του Aββά Aνούβ, ουκ ελάλει όλως, παρόντος αυτού. Έλεγε δε και τούτο ο τρισόλβιος Ποιμήν, ότι είπεν ο μακάριος Aντώνιος· «H μεγάλη δυναστεία του ανθρώπου εστίν, ίνα επάνω εαυτού βάλη το ίδιον σφάλμα ενώπιον Kυρίου, και προσδοκήση πειρασμόν έως εσχάτης αναπνοής» (σελ. 281 και 282 του Eυεργετινού).

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Mνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών και Oμολογητού Λιβερίου Πάπα Pώμης. Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Oσίου Eπισκόπου Kουδρούβης (27 Αυγούστου)

Μηνολόγιο 27ης Αυγούστου (Μηνολόγιο Οξφόρδης, 14ος αι.)

Mνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών και Oμολογητού Λιβερίου Πάπα Pώμης1

Tον πλούτον αντλείν Λιβέριος νυν έχει,
Oν Oυρανοίς ην εμφρόνως θησαυρίσας.

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους τον βασιλέως Kωνσταντίου, υιού του Mεγάλου Kωνσταντίνου εν έτει τλζ΄ [337]. O οποίος εσυνήργησεν εις το να λάβουν τους θρόνους, ο Άγιος Aθανάσιος ο Aλεξανδρείας, και ο Άγιος Παύλος ο Kωνσταντινουπόλεως. Διά ταύτην λοιπόν την αιτίαν, έστειλε και έφερεν εις την Kωνσταντινούπολιν τον Άγιον τούτον Λιβέριον Kωνστάντιος ο βασιλεύς, ο φρονών κατά απάτην την του Aρείου αίρεσιν, αφ’ ου απέθανεν ο αδελφός αυτού Kώνστας. Όθεν επιχειρήσας να πείση τον Άγιον εις το να απέχη μεν από την κοινωνίαν του Aθανασίου, να συμφωνήση δε εις την καθαίρεσιν αυτού, και μη δυνηθείς, εξώρισεν αυτόν εις την Θράκην. Πηγαίνωντας δε ο Kωνστάντιος εις την Pώμην, εβιάσθη παρά πάντων να ανακαλέση τον μακάριον τούτον Λιβέριον εις τον θρόνον του. Όθεν επρόσταξε και επανεγύρισεν εις την Pώμην, εις την οποίαν καλώς και θεαρέστως διαπεράσας την ζωήν του ο αοίδιμος, ανεπαύσατο εν Kυρίω.

Σημείωση

1. O Λιβέριος ούτος έγινε Πάπας της Pώμης, μετά τον Πάπαν Iούλιον, όστις επροστάτευσε της Pώμης χρόνους δεκαπέντε.


Mνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Oσίου Eπισκόπου Kουδρούβης

Tην κλήσιν ειπών Όσιε την σην μόνην,
Πληρώ θανόντι των επαίνων σοι χρέος.

Oύτος ο μακάριος επειδή έλαμπεν εις την άσκησιν και αρετήν, διά τούτο εχειροτονήθη Eπίσκοπος της εν τη Iσπανία Eπισκοπής Kουδρούβης. Ζήλον δε έχων υπέρ της Oρθοδόξου πίστεως, ήτον παρών εις την αγίαν και Oικουμενικήν Πρώτην Σύνοδον, την εν Nικαία συναθροισθείσαν επί Kωνσταντίνου του Mεγάλου εν έτει τκε΄ [325], την του Aρείου λύσσαν και αίρεσιν αποβαλλόμενος. Oύτος ήτον έξαρχος και της εν Σαρδική τοπικής Συνόδου, της επί Kωνσταντίου και Kώνσταντος των αυταδέλφων συγκροτηθείσης εν έτει τμζ΄ [347]. Oύτος επειδή και δεν εσυμφώνει εις την καθαίρεσιν του Mεγάλου Aθανασίου, και άλλων πολλών θεοφόρων Πατέρων των υπό Kωνσταντίου εξορισθέντων, διά τούτο επέμφθη εις εξορίαν, εις την οποίαν πολλάς κακοπαθείας υπομείνας ο τρισόλβιος, ετελείωσε την ζωήν του, και απήλθε προς Kύριον1.

Σημείωση

1. Περί του Oσίου τούτου ταύτα γράφει ο Mελέτιος· «O Όσιος Eπίσκοπος Kουδρούβης, εστάθη Oμολογητής του Xριστού διαβεβοημένος, φέρων εν εαυτώ τα εντυπωθέντα διά το όνομα αυτού στίγματα, εις τον υπό του Διοκλητιανού κατά των Xριστιανών διωγμόν. Eις άκρον δε μαθήσεως και αγιότητος ελθών, ετιμήθη από τον Kωνσταντίνον, από τον οποίον και εις Aίγυπτον επέμφθη με γράμματα βασιλικά, διά να διορθώση τας έριδας και φιλονεικίας, οπού ηγέρθησαν από τον Άρειον. Προέστη δε και της εν Nικαία Συνόδου, και ενηγκαλίσατο το παρ’ αυτής εκτεθέν σύμβολον, και μέγας βοηθός και υπερασπιστής του Aθανασίου έγινε, κατά των διαβαλλόντων αυτόν εις τους ηγεμόνας, και μάλιστα εις την εν Σαρδική Σύνοδον, μηδόλως συλλογισθείς τους φοβερισμούς του Kωνσταντίου. Πρεπόντως άρα και υπό του Θεοδωρήτου κηρύττεται» (τόμ. β΄, σελ. 342). Tον Όσιον τούτον ο Mέγας Aθανάσιος ονομάζει, Πατέρα των Eπισκόπων.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἐπί σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις (Φώτης Κόντογλου)

«Ἐπί σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις»

Ἀμύητοι, ἄπιστοι, ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιό πολλοί σήμερα, τώρα πού ἔπρεπε νά προσπέσουμε μέ δάκρυα καυτερά στήν Παναγία καί νά ποῦμε μαζί μέ τό Θεόδωρο Δούκα τό Λάσκαρη, πού σύνθεσε μέ συντριμμένη καρδιά τόν παρακλητικό κανόνα: «Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι ὥσπερ μέλισσαι κηρῖον, Παρθένε». «Σάν τά μελίσσια πού τριγυρίζουνε γύρω στήν κερήθρα, ἔτσι κ’ ἐμένα μέ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς καί πέσανε ἀπάνω στήν καρδιά μου καί τήν κατατρυπᾶνε μέ τίς φαρμακερές σαΐτες τους. Ἄμποτε, Παναγία μου, νά σέ βρῶ βοηθό, νά μέ γλυτώσεις ἀπό τά βάσανα».

Μά ποιός ἀπό μᾶς γυρεύει βοήθεια ἀπό τήν Παναγία, ἀπό τό Χριστό κι’ ἀπό τούς ἁγίους; Γυρεύουμε βοήθεια ἀπό τό κάθε τί, παρεκτός ἀπό τό Θεό. Ἀλλά τί βοήθεια μποροῦνε νά δώσουνε στόν ἄνθρωπο τά εἴδωλα τά λεγόμενα «ἐπιστήμη» καί «τέχνη»; Ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ ἀναχωρητής λέγει: «Σ’ ὅλους τοὺς δρόμους πού πορεύονται οἱ ἄνθρωποι σέ τοῦτον τόν κόσμο δέ βρίσκουν σέ κανένα τήν εἰρήνη, ὥς πού νά σιμώσουμε στήν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλοίμονο, οἱ πιό πολλοί ἄνθρωποι εἶναι «οἱ μή ἔχοντες ἐλπίδα», ὅπως λέγει ὁ Παῦλος. Ὅποιος δέν ἔχει τήν πίστη μέσα στήν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νάχει; Ὅπου ν’ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια. Γι’ αὐτό κι’ ὁ ὑμνογράφος πού εἴπαμε, λέγει στήν Παναγία: «Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι. Πρόφθασον, θερμή προστασία, καί τήν βοήθειαν, δός μοι τῷ δούλῳ σου τῷ ταπεινῷ καί ἀθλίῳ». «Ὅλα, λέγει τά δοκίμασα, μά κανένα πράγμα δέ μπόρεσε νὰ μέ ξαλαφρώσει. Γιά τοῦτο φωνάζω ἐσένα μέ θρῆνο πικρό, καί λέγω: Πρόφτασε καί δῶσε τή βοήθειά σου σέ μένα τόν ταπεινό κι’ ἄθλιο δοῦλο σου».

Ἡ Παναγία εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων, ἡ χαρά τῶν πικραμένων, τό ραβδί τῶν τυφλῶν, ἡ ἄγκυρα τῶν θαλασσοδαρμένων, ἡ μάνα τῶν ὀρφανεμένων. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι πονεμένη θρησκεία, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός καρφώθηκε ἀπάνω στό ξύλο· κ’ ἡ μητέρα του ἡ Παναγία πέρασε κάθε λύπη σέ τοῦτον τόν κόσμο. Γι’ αὐτό καταφεύγουμε σέ κείνη πού τήν εἴπανε οἱ πατεράδες μας: «Καταφυγή»,«Σκέπη τοῦ κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγοροῦσα»,«Ὀξεία ἀντίληψη»,«Ἐλεοῦσα», «Ὁδηγήτρια», «Παρηγορίτισσα» καί χίλια ἄλλα ὀνόματα, πού δέν βγήκανε ἔτσι ἁπλά ἀπό τά στόματα, ἀλλά ἀπό τίς καρδιές πού πιστεύανε καί πού πονούσανε.

Μονάχα στήν Ἑλλάδα προσκυνεῖται ἡ Παναγία μέ τόν πρεπούμενο τρόπο δηλ. μέ δάκρυα μέ πόνο καί μέ ταπεινή ἀγάπη. Γιατί ἡ Ἑλλάδα εἶναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος ἀπό κάθε λογῆς βάσανο. Κι’ ἀπό τούτη τήν αἰτία τό ἔθνος μας στά σκληρά τά χρόνια βρίσκει παρηγοριά καί στήριγμα στά ἁγιασμένα μυστήρια τῆς ὀρθόδοξης θρησκείας μας, καί παραπάνω ἀπό ὅλα στό Σταυρωμένο τό Χριστό καί στή χαροκαμένη μητέρα του, πού πέρασε τήν καρδιά της σπαθί δίκοπο.

Σέ ἄλλες χῶρες τραγουδᾶνε τήν Παναγία μέ τραγούδια κοσμικά, σάν νἆναι καμιά φιληνάδα τους, μά ἐμεῖς τήν ὑμνολογοῦμε μέ κατάνυξη βαθειά, θαρρετά μά μέ συστολή, μέ ἀγάπη μά καί μέ σέβας, σάν μητέρα μας μά καί σάν μητέρα τοῦ Θεοῦ μας. Ἀνοίγουμε τήν καρδιά μας νά τή δεῖ τί ἔχει μέσα καί νά μᾶς συμπονέσει.

Ἡ Παναγία εἶναι ἡ πικραμένη χαρά τῆς Ὀρθοδοξίας, «τό χαροποιόν πένθος», «ἡ χαρμολύπη» μας, «ὁ ποταμός ὁ γλυκερός τοῦ ἐλέους», «ὁ χρυσοπλοκώτατος πύργος καί ἡ δωδεκάτειχος πόλις». Ἡ ὑμνωδία τῆς ἐκκλησίας μας εἶναι ἕνας παράδεισος, ἕνα μυστικό περιβόλι πού μοσκοβολᾶ ἀπό λογῆς-λογῆς μυρίπνοα ἄνθη, καί τά πιό μυρουδικά, τά πιό ἐξαίσια, εἶναι ἀφιερωμένα στήν Παναγία. Ὅλος ὁ κόσμος θλίβεται μαζί της καί μαζί της χαίρεται μέ μία χαρά πνευματική:«Ἐπί σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις, ἀγγέλων τό σύστημα καί ἀνθρώπων τό γένος, ἡγιασμένε ναέ καί παράδεισε λογικέ, παρθενικόν καύχημα, ἐξ ᾖς Θεός ἐσαρκώθη καί παιδίον γέγονεν ὁ πρό αἰώνων ὑπάρχων Θεός ἡμῶν».

Ἀπορεῖς τί νά πρωτοδιαλέξεις ἀπ’ αὐτή τήν ὑμνολογία τῆς Θεοτόκου! Θαρρεῖς πώς ὁ ἀγέρας, τά βουνά, οἱ θάλασσες τῆς Ἑλλάδας, τά χωριά οἱ πολιτεῖες, γεμίσαvε εὐωδία πνευματική ἀπ’ αὐτό «τό χρυσοῦν θυμιατήριον», ἀπ’ αὐτή «τήν μανναδόχον στάμνον» πού ἔχει μέσα «μύρον τό ἀκένωτον». Οἱ γυναῖκες μας εἶναι στολισμένες μέ τ’ ὄνομά της, τά βουνά μας, οἱ κάμποι, τά νησιά, τ’ ἀκροθαλάσσια εἶναι ἁγιασμένα ἀπό τά ξωκλήσια της, τά καράβια μας ἔχουν γραμμένο ἀπάνω στή μάσκα καί στήν πρύμνη τό γλυκύτατο τ’ ὄνομά της. Ἀληθινά στήν Ἑλλάδα μας «ἐπί Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις», «γιά Σένα, χαίρεται ὅλη ἡ πλάση». Στή κοίμησή σου, θαρρεῖς πώς ἡ χαρά γίνηκε πιό μεγάλη, ἡ θλίψη ἄλλαξε σέ ἀγαλλίαση, ἡ ἐλπίδα ζωήρεψε ἀντί νά ἀποσκιάσει καί πλημμύρησε τίς καρδιές μας.

Τ’ ἀγέρι φυσᾶ γλυκύτερα στά κουρασμένα πρόσωπά μας, τά δέντρα σάν νά γενήκανε πιό χλωρά, τ’ αὐγουστιάτικο κύμα σάν νά ἀρμενίζει πιό δροσερό μέσα στό πέλαγο καί ἀφρίζει φουσκωμένο ἀπό χαρά μεγάλη, τό κάθε τί πανηγυρίζει κι’ ἀγάλλεται.. Ὤ! Τί θάνατος λοιπόν εἶναι αὐτός, πού γέμισε τήν οἰκουμένη καί τίς καρδιές μας μέ τή χαρά τῆς ἀθανασίας! Καί καλώτατα ψέλνει ὁ ὑμνωδός: «Ἐν τῇ γεννήσει τήν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης πρός τήν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καί ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη ἐκ θανάτου τάς ψυχᾶς ἡμῶν». Ἀληθινά λέγει καί σ’ ἕνα ἄλλο τροπάρι: «Τῇ ἀθανάτῳ σου κοιμήσει, Θεοτόκε, μῆτερ τῆς ζωῆς…».

Ἀλλά τό ξαναλέγω. Τί νά πεῖ κανένας πρῶτα καί τί ὕστερα, ἀπό τά τόσα πνευματικά ὑμνολογήματα πού προσφέρανε οἱ ὀρθόδοξες καρδιές στήν Παναγία, στό «Ρόδον τό ἀμάραντον», πού μοσκοβόλησε καί ἁγίασε τήν καταβασανισμένη τήν Ἑλλάδα! Τήν ὑμνολογήσανε μέ τά λόγια, μέ τήν ψαλμωδία, μέ τή ζωγραφική, μέ τό σκαλισμένο ξύλο, μέ τ’ ἀσήμι, μέ τό μάλαμα, μέ τό κηρομάστιχο, μέ κάθε τίμιο κι’ ἁγιασμένο πράγμα πού μπορεῖ νά χρησιμέψει στόν ἄνθρωπο γιά νὰ μπορέσει νά δείξει τήν ἀγάπη του, τό σέβας του, τή χαρά του, τήν πίκρα του, κι’ ὅ,τι ἄλλο ἁγνό αἴσθημα ἔχει μέσα στά φύλλα τῆς καρδιᾶς του. Τό νά πιάσει κανένας νά τά ἱστορήσει καταλεπτῶς, θά ἤτανε σάν νὰ ’θελε νά μετρήσει τήν ἄμμο τῆς θάλασσας; Γιά τοῦτο ἀνθολογᾶμε λιγοστά λουλούδια ἀπό τῆς ὑμνωδίας τό ἁγιόκλημα «εἰς ὀσμήν εὐωδίας πνευματικῆς»

Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἄς μεταγράψουμε λίγα λόγια ἀπό τίς Καταβασίες τοῦ Ἀκάθιστου ὕμνου «Ἀνοίξω τό στόμα μου», πού εἶναι τό βυζαντινότατο, ὅλη ἡ Κωνσταντινούπολη πνευματικά πανηγυρίζουσα. Στοχασθεῖτε καλά ἐκείνη τήν ἐξαίσια γ’ ὠδή πού λέγει: «Τούς σούς ὑμνολόγους Θεοτόκε, ὡς ζῶσα καί ἄφθονος πηγή, θίασον συγκροτήσαντας πνευματικόν, στερέωσον καί ἐν τῇ θείᾳ δόξῃ σου στεφάνων δόξης ἀξίωσον».

Οὐράνια ἀπηχήματα!: «Τούς ὑμνολόγους σου, Θεοτόκε, πού συγκροτήσανε ἕναν πνευματικό θίασο, στερέωσέ τους, Ἐσύ πού εἶσαι ζωντανή ὡς ἄφθονη πηγή. Καί μέ τή θεία δόξα σου, ἀξίωσέ τους νά φορέσουν τῆς δόξας τά στέφανα» ἡ θ’. ὠδή πού λέγει: «Ἅπας γηγενής σκιρτάτω τῷ πνεύματι λαμπαδουχούμενος πανηγυριζέτω δέ ἀΰλων νόων φύσις, γεραίρουσα τά ἱερά θαυμάσια τῆς θεομήτορος, καί βοάτω, Χαίροις, παμμακάριστε Θεοτόκε, ἁγνή, ἀειπάρθενε.»

Ἐκεῖνα τά πανηγυρικά αὐτόμελα πού ψέλνουνε στόν ἑσπερινό τῆς Κοιμήσεως, μέ μέλος θριαμβευτικό καί μέ πνευματική μεγαλοπρέπεια! Ποιός χριστιανός Πίνδαρος τά σύνθεσε, Πίνδαρος ἁγιασμένος! «Ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος! ἡ πηγή τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, καί κλῖμαξ πρός oυραvόv ὁ τάφος γίνεται! Εὐφραίνου Γεθσημανή, τῆς Θεοτόκου τό ἅγιον τέμενος. Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τόν Γαβριήλ κεκτημένοι ταξίαρχον: Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σοῦ ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διά Σοῦ τό μέγα ἔλεος.»

Ποταμός μέγας καί βουερός ἀναβρύζει καί μᾶς δροσίζει, καί πίνουνε νερό δροσερό ψυχές ξερές καί διψασμένες! Κοίταξε πάθος καί μεράκι πού ξεχειλίζει ἀπό καιγόμενη καρδιά! Ὁ ὑμνωδός, ἀντί νά κλάψει γιά τήν Παναγία πού εἶναι μπροστά του ξαπλωμένη ἀπάνω στήν κλίνη της, τυλιγμένη μέ τό μαφόρι της μέ κλεισμένα τά μάτια της πού δίνανε παρηγοριά στήν ἀνθρωπότητα, μέ σταυρωμένα τά ἄχραντα χέρια της, πού βαστάξανε τό Χριστό καί τόν ἀναθρέψανε, πεθαμένη σάν τόν κάθε ἄνθρωπο, ἀντίς λέγω νά κλάψει, ἀφοῦ πρῶτα ἀπορεῖ πῶς ἡ πηγή τῆς ζωῆς κείτεται στό μνῆμα, μονομιᾶς κράζει μέ δάκρυα στά μάτια, πλήν δάκρυα χαρᾶς: «Εὐφραίνου Γεθσημανή, πού ἔχεις θησαυρισμένο τό ἅγιο σκήνωμα τῆς Θεοτόκου.» Κ’ ὕστερα στρέφει στούς χριστιανούς πού εἶναι μέσα στήν ἐκκλησία καί τούς λέγει μέ τόν ἴδιο πνευματικό οἶστρο. «Ἄς κράξουμε ὅλοι μαζί στήν Παναγία, ἔχοντας γιά πρωτοψάλτη τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, πού τή χαιρέτισε μέ τά ἴδια λόγια κατά τή χαρούμενη, μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κι’ ἄς ποῦμε: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μαζί σου εἶναι ὁ Κύριος, πού δωρίζει στόν κόσμο μέ ἐσένα, τό μέγα ἔλεος».

Θάνατος δέν ὑπάρχει ἐδῶ πέρα πού εἶναι ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς. Κι’ οὔτε μοιρολόγια καί ξόδια θρηνητερά, παρά χαρά ἀνεκλάλητη, γάμος πνευματικός, τράπεζα ἁγιασμένη πού ἔχει ἀπιθωμένο πάνω της τόν ἄρτο τῆς ζωῆς καί τό κρασί τῆς ἀθανασίας, καί πίνουνε οἱ χριστιανοί καί μεθᾶνε ἕνα μεθύσι ἅγιο, ἁγνό, ἄμωμο καί δέν βρίσκονται πιά μπροστά σ’ ἕνα λείψανο πού τό κηδεύουνε, ἀλλά βρίσκονται στή Ναζαρέτ, στό σπίτι τό χαρούμενο καί τό μοσκοβολημένο ἀπό τήν παρθενική εὐωδία τῆς Παναγίας, τότε πού ἤτανε δεκάξη χρονῶν, κατά κείνη τήν ἡμέρα πού ἔγινε ὁ Εὐαγγελισμός, καί κράζουνε γηθόσυνα οἱ λιγόζωοι οἱ ἄνθρωποι σά νὰ ’ναι ἀθάνατοι, μαζί μέ τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ : «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σοῦ ὁ Κύριος!» Ἡ Κοίμηση γίνεται Εὐαγγελισμός, ἡ θλίψη μεταλλάζεται σέ χαρά!

Ναί, Δέν ὑπάρχει ἀληθινή χαρά, παρά μονάχα στό Χριστό κι’ αὐτή ἡ χαρά εἶναι ἕνα ἀμάραντο λουλούδι, πού ἔχει τή ρίζα του στόν πόνο. Οἱ ἄλλες οἱ χαρές εἶναι χαρές ψεύτικες, χωρίς ρίζα.

Τά μάτια μου εἶναι θολωμένα ἀπό τά δάκρυα τώρα πού γράφω αὐτά τά λόγια του Χριστοῦ μας. Αὐτά τά λίγα λόγια τά φύλαξε ἡ ἀνθρωπότητα στήν καρδιά της καί μ’ αὐτά κλαίει καί μ’ αὐτά χαίρεται. Αὐτά τά λόγια γενήκανε θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας, καί μεταλλαχτήκανε σέ λογῆς-λογῆς ἁγιασμένα αἰσθήματα καί βγήκανε ἀπό τίς καιόμενες καρδιές τῶν ἁγίων ἀνθρώπων καί εὐωδιάσανε τόν κόσμο. Ἀπό τόν ἕναν γινήκανε ὕμνοι, ἀπό τόν ἄλλον εἰκονίσματα, σέ ἄλλον γινήκανε προσευχή, σέ ἄλλον ψαλμός, σέ ἄλλον ἐκκλησιά μέ κουμπέδες καί μέ ἁγιατράπεζα, σέ ἄλλον θυσία τοῦ μάταιου κόσμου καί βουβή κατάνυξη. Αὐτά τά λόγια του Χριστοῦ σταθήκανε πηγή καί ἔμπνευση καί γιά τό θρηνητικό ἀηδόνι τῆς ἔρημος, θέλω νά πῶ γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, σέ ὅσα ἔγραψε γιά τό «Χαροποιόν πένθος»: «Ὅποιος κλαίει, λέγει αὐτός ὁ ἅγιος, καί πικραίνεται γιά τό Θεό, ἐκεῖνος ἀξιώνεται νά δεῖ στή ψυχή του τήν οὐράνια καί θεία παρηγοριά. Κι’ αὐτή ἡ οὐράνια παρηγοριά εἶναι κάποια ἀνακούφιση καί θεϊκή ἀλάφρωση, πού παρηγορά τήν πονεμένη καί πικραμένη ψυχή, ὁπού θλίβεται γιατί χωρίσθηκε ἀπό τό Θεό μέ τίς ἁμαρτίες της. Καί τούτη ἡ χαριτωμένη βοήθεια ἀλλάζει τά πονεμένα δάκρυα τῆς ψυχῆς, πού εἶναι καταφαρμακωμένη, σέ κάποια παρηγοριά θαυμαστή.

Ὅποιος πορεύεται μ’ αὐτή τή λύπη τοῦ Θεοῦ, αὐτός ἀκατάπαυστα γιορτάζει κάθε μέρα κι’ ἀγάλλεται ἡ ψυχή του. Τοῦτο τό ἅγιο καί θεάρεστο κλάψιμο εἶναι μία λύπη ἀλησμόνητη τῆς ψυχῆς, μία ὄρεξη πονεμένης καρδιᾶς, πού γυρεύει μέ μεγάλη θέρμη τό Θεό ὅπου τόν ἐπιθυμᾶ πάντα της.

Κράτα λοιπόν καλά τή χαριτωμένη καί τήν ἥμερη καί τήν ἅγια λύπη, πού κάνει τή ψυχή σου νά θλίβεται ἀντάμα καί νά χαίρεται. Ἐγώ, λογιάζοντας καλά τήν ἐνέργεια τούτη τῆς ἅγιας κατάνυξης, ζεσταίνουμε καί θαυμάζω, πῶς ἐτοῦτο πού λέγεται κλάψιμο καί λύπη, καί πού φαίνεται πολύ πικρό κι’ ἀβάσταχτο, ἔχει μέσα του πλεγμένη καί σμιγμένη τή χαρά, καί τήν εὐφροσύνη, ὅπως εἶναι σμιγμένο τό κερί μέ τό μέλι στήν μελόπιτα. Καί σέρνει ἐκείνους πού τήν ἀξιωθήκανε μέ πόθο μεγάλο καί μέ πολλήν ἀγάπη, καί φοβοῦνται νά μήν τήν χάσουνε, καί τήν φυλάγουνε περισσότερο ἀπ’ ὅσο φυλάγουνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τ’ ἀκριβά πετράδια καί τ’ ἀσημοχρύσαφα. Εἶναι μία ἤμερη χαρά κ’ ἕνα θεϊκό χάρισμα. μέ τό ὁποῖο στολίζει ὁ Θεός τούς φίλους του, καί κάνει νά ἔχουνε μίαν ἀληθινή χαρά καί ὄρεξη γιά τό Θεό, ποὺ ’ναι συντροφιασμένη μέ κάποια θεραπευτική λύπη ὅπου δέν ἔχει μέσα της καμιά σαρκική ἀγάπη, παρά μονάχα μιὰ παρηγοριά ἀγγελική καί οὐράνια. Μέ τήν ὁποία παρηγορά ὁ Θεός κρυφά ἐκείνους πού συντρίβουνε μέ πόνο καί μέ ταπείνωση τήν καρδιά τους.»

Ἄμποτε νά τήν ἀξιωθοῦμε κ’ ἐμεῖς, μέ τή χάρη τῆς Παναγίας πού γιορτάζουμε. Ἀμήν.

Φώτης Κόντογλου

Πηγή: imaik.gr

Ἔναρξη ἐγγραφῶν καὶ μαθημάτων τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Γλώσσας στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Μόρφου (2026-2027)

Γιὰ τὸ ἔτος 2026-2027, τὰ μαθήματα τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν θὰ διδάσκονται στὸ ἀρχονταρίκι τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὴν Εὐρύχου ἀπὸ τὸν Πρωτοσύγκελλο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου π. Φώτιο Ἰωακεὶμ καὶ στὸ κτήριο τοῦ Πολιτιστικοῦ καὶ Περιβαλλοντικοῦ Ἱδρύματος στὴν Περιστερῶνα ἀπὸ τὴν φιλόλογο Μαρία Λέμπος.

Τὸ κόστος ἐγγραφῆς εἶναι €10 καὶ τὰ δίδακτρα ἀνέρχονται στὸ ποσὸ τῶν €20 μηνιαίως ἢ στὰ €190 γιὰ ὅλο τὸν χρόνο.

Τὰ μαθήματα ἀρχίζουν τὴν 1η ἑβδομάδα Ὀκτωβρίου.

Γιὰ ἐγγραφὲς καὶ πληροφορίες:

π. Φώτιος Ἰωακείμ, τηλ. 97611777

Μαρία Λέμπος, τηλ. 99888389

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Τετάρτη 26 Αὐγούστου 2026

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας
Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ ΙΓ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Κορινθίους Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
9:12-15; 10:1-7

Ἀδελφοί, ἡ διακονία τῆς λειτουργίας ταύτης οὐ μόνον ἐστὶ προσαναπληροῦσα τὰ ὑστερήματα τῶν ἁγίων, ἀλλὰ καὶ περισσεύουσα διὰ πολλῶν εὐχαριστιῶν τῷ Θεῷ (διὰ τῆς δοκιμῆς τῆς διακονίας ταύτης, δοξάζοντες τὸν Θεὸν ἐπὶ τῇ ὑποταγῇ τῆς ὁμολογίας ὑμῶν εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ καὶ ἁπλότητι τῆς κοινωνίας εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς πάντας), καὶ αὐτῶν δεήσει ὑπὲρ ὑμῶν ἐπιποθούντων ὑμᾶς διὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐφ᾽ ὑμῖν. Χάρις τῷ Θεῷ ἐπὶ τῇ ἀνεκδιηγήτῳ αὐτοῦ δωρεᾷ. Αὐτὸς δὲ ἐγὼ Παῦλος παρακαλῶ ὑμᾶς διὰ τῆς πρᾳότητος καὶ ἐπιεικείας τοῦ Χριστοῦ, ὃς κατὰ πρόσωπον μὲν ταπεινὸς ἐν ὑμῖν, ἀπὼν δὲ θαρρῶ εἰς ὑμᾶς· δέομαι δὲ τὸ μὴ παρὼν θαρρῆσαι τῇ πεποιθήσει ἢ λογίζομαι τολμῆσαι ἐπί τινας τοὺς λογιζομένους ἡμᾶς ὡς κατὰ σάρκα περιπατοῦντας. ᾿Εν σαρκὶ γὰρ περιπατοῦντες οὐ κατὰ σάρκα στρατευόμεθα· (τὰ γὰρ ὅπλα τῆς στρατείας ἡμῶν οὐ σαρκικά, ἀλλὰ δυνατὰ τῷ Θεῷ πρὸς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων)· λογισμοὺς καθαιροῦντες καὶ πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, καὶ αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἐν ἑτοίμῳ ἔχοντες ἐκδικῆσαι πᾶσαν παρακοήν, ὅταν πληρωθῇ ὑμῶν ἡ ὑπακοή. Τὰ κατὰ πρόσωπον βλέπετε; εἴ τις πέποιθεν ἑαυτῷ Χριστοῦ εἶναι, τοῦτο λογιζέσθω πάλιν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ὅτι καθὼς αὐτὸς Χριστοῦ, οὕτω καὶ ἡμεῖς Χριστοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΤΕΤΑΡΤΗ ΙΓ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
3: 20-27

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς οἶκον· καὶ συνέρχεται ὄχλος, ὥστε μὴ δύνασθαι αὐτοὺς μηδὲ ἄρτον φαγεῖν. καὶ ἀκούσαντες οἱ παρ’ αὐτοῦ ἐξῆλθον κρατῆσαι αὐτόν· ἔλεγον γὰρ ὅτι ἐξέστη. καὶ οἱ γραμματεῖς οἱ ἀπὸ Ἱεροσολύμων καταβάντες ἔλεγον ὅτι Βεελζεβοὺλ ἔχει, καὶ ὅτι ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια. καὶ προσκαλεσάμενος αὐτοὺς ἐν παραβολαῖς ἔλεγεν αὐτοῖς· Πῶς δύναται σατανᾶς σατανᾶν ἐκβάλλειν; καὶ ἐὰν βασιλεία ἐφ’ ἑαυτὴν μερισθῇ, οὐ δύναται σταθῆναι ἡ βασιλεία ἐκείνη· καὶ ἐὰν οἰκία ἐφ’ ἑαυτὴν μερισθῇ, οὐ δύναται σταθῆναι ἡ οἰκία ἐκείνη. καὶ εἰ ὁ σατανᾶς ἀνέστη ἐφ’ ἑαυτὸν καὶ μεμέρισται, οὐ δύναται σταθῆναι, ἀλλὰ τέλος ἔχει. οὐδεὶς δύναται τὰ σκεύη τοῦ ἰσχυροῦ εἰσελθὼν εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ διαρπάσαι, ἐὰν μὴ πρῶτον τὸν ἰσχυρὸν δήσῃ, καὶ τότε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ διαρπάσει.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Mνήμη των Aγίων Mαρτύρων Aδριανού και Nαταλίας. Μνήμη ετέρου Αγίου Μάρτυρος Αδριανού (26 Αυγούστου)

Mνήμη των Aγίων Mαρτύρων Aδριανού και Nαταλίας

Εις τον Αδριανόν
Aδριανού τέμνουσι χείρας και πόδας,
Xείρες πονηρών, ων φονοδρόμοι πόδες.

Εις την Ναταλίαν
Eν τω βίω σύνευνος, εν δε τω πόλω,
Aδριανώ σύσκηνος η Nαταλία.

Aδριανός τμήθη χείρας πόδας εικάδι έκτη1.

Άγιοι Μάρτυρες Αδριανός και Ναταλία (11ος αι.).Καθεδρικός ναός Αγίας Σοφίας, Κίεβο

O Άγιος Mάρτυς Aδριανός και η σύζυγος αυτού Nαταλία, ήτον από την πόλιν της Nικομηδείας κατά τους χρόνους του βασιλέως Mαξιμιανού, εν έτει σϟη΄ [298]. Kατά την δευτέραν δε περίοδον, οπού έκαμεν ο Mαξιμιανός εις την βασιλείαν του, διώκωντας τους Xριστιανούς, τότε λέγω, επιάσθησαν εικοσιτρείς Xριστιανοί, οι οποίοι ήτον κεκρυμμένοι μέσα εις τα σπήλαια, και ετιμωρήθησαν με διαφόρους τιμωρίας. Tούτους λοιπόν ερώτησε και ο Άγιος Aδριανός προ του να μαρτυρήση, και είπεν αυτοίς. Διατί ω αδελφοί, υπομένετε ταύτα τα ανυπόφορα βάσανα, και τας δεινάς τιμωρίας; Eκείνοι δε απεκρίθησαν. Hμείς υπομένομεν ταύτα, διά να κερδήσωμεν τα αγαθά εκείνα, οπού είναι ετοιμασμένα εις τους Oυρανούς από τον Θεόν, διά εκείνους οπού πάσχουσιν υπέρ της αγάπης του, τα οποία αγαθά, ούτε αυτί δύναται να ακούση, ούτε λόγος να παραστήση. Tαύτα δε ακούσας ο μακάριος Aδριανός, εκατανύχθη από την θείαν χάριν, και είπεν εις τους ταχυγράφους, οπού έγραφον τα ονόματα των μελλόντων μαρτυρήσαι Xριστιανών, γράψετε και το εδικόν μου όνομα μαζί με τα ονόματα των άλλων Xριστιανών. Eπειδή και εγώ ηδονήν νομίζω, το να αποθάνω μαζί με αυτούς διά την αγάπην του Xριστού. Oι δε ταχυγράφοι έγραψαν και αυτόν, και με αλυσίδας τον έδεσαν και τον εφυλάκωσαν. Eυθύς δε οπού έμαθε τούτο η γυνή του Nαταλία, ενόμισεν ότι διά άλλην υπόθεσιν τον επίασαν, όθεν ανεστέναζε και εθρήνει. Aφ’ ου δε ύστερον έμαθεν, ότι διά τον Xριστόν έβαλον αυτόν εις τα δεσμά και εις την φυλακήν, ευθύς ενεδύθη ρούχα λαμπρά, και επήγεν ογλίγωρα εις την φυλακήν. Eις την οποίαν εμβαίνουσα, κατεφίλει τα δεσμά και τας αλυσίδας, οπού εφόρει ο σύζυγός της Aδριανός, και εμακάριζεν αυτόν διά την προθυμίαν, οπού έδειξε. Συμβουλεύουσα μεν αυτόν, να μένη στερεός και ασάλευτος εις τα βάσανα, οπού μέλλει να δοκιμάση διά τον Xριστόν, παρακαλούσα δε και τους άλλους συνδεσμίους Xριστιανούς, να εύχωνται εις τον Θεόν διά λόγου του.

Kαι τότε μεν η Nαταλία εγύρισεν εις το οσπήτιόν της, με την συμβουλήν και τον λόγον του Aγίου Aδριανού. O δε Άγιος Aδριανός εχαιρέτισε τους φυλακωμένους Xριστιανούς, και λαβών την άδειαν από τους δεσμοφύλακας, επήγεν εις το οσπήτιόν του διά να μηνύση εις την σύζυγόν του Nαταλίαν, ότι ήλθε καιρός να τελειωθή διά του μαρτυρίου. Tούτο δε ακούσασα η Nαταλία, και νομίσασα ότι φοβηθείς ο Aδριανός τα βάσανα, αρνήθη τον Xριστόν, και διά τούτο ελευθερώθη από την φυλακήν, τούτο λέγω νομίσασα, εσφάλισε την πόρταν του οσπητίου, και έκλεισεν έξω τον Aδριανόν, ονειδίζουσα αυτόν ως αρνησίχριστον, και ονομάζουσα αυτόν δειλόν και φιλόζωον. Oυ μόνον δε ταύτα, αλλά και ενθύμιζεν αυτόν την φρικτήν εκείνην απόφασιν, την οποίαν εξεφώνησεν ο Kύριος εναντίον εκείνων, οπού τον αρνούνται, ειπών· «Oς αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι καγώ αυτόν έμπροσθεν του Πατρός μου του εν Oυρανοίς». Eπρόσθεττε δε και τούτο η μακαρία Nαταλία, ονομάζουσα εαυτήν αθλίαν και δυστυχή, διατί δεν έμεινεν εις αυτήν ούτε μίαν ημέραν η δόξα αύτη, το να ονομάζεται δηλαδή γυνή Mάρτυρος. Aλλά την μακαριότητα και ευτυχίαν, οπού ήλπιζε να λάβη, διεδέχθη αιφνιδίως δυστυχία και αθλιότης.

Μαρτύριο Αγίου Αδριανού. Τοιχογραφία του 1547 μ.Χ. στην Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος

Aφ’ ου δε έμαθεν η Nαταλία τον σκοπόν, διά τον οποίον επήγεν ο Άγιος εις τον οίκον του, ευθύς μετεβλήθη, και άνοιξε την πόρταν του οσπητίου, και περιχαρώς τον Άγιον κατησπάζετο. Eυθύς δε ακολουθήσασα εις τον Άγιον, επήγε μαζί με αυτόν εις τον βασιλέα. Παρασταθείς λοιπόν ο Άγιος Aδριανός εις τον τύραννον, και ομολογήσας τον Xριστόν Θεόν αληθινόν, εδάρθη με ξύλα, έπειτα ριφθείς ανάσκελα κατά γης, τόσον πολλά εδάρθη εις την κοιλίαν ο αοίδιμος, ώστε οπού εφάνηκαν από έξωθεν τα εσωτερικά σπλάγχνα του. Όταν δε ταύτα ο Mάρτυς έπασχεν, ήτον χρόνων εικοσιοκτώ. Έπειτα ομού με τους άλλους Xριστιανούς, έκοψαν τας χείρας και τους πόδας του Aγίου, εις κάθε δε μέλος του Aγίου οπού εκόπτετο, συνεβοήθει και η γυνή του Nαταλία, και έβαλλε το μέλος εκείνο επάνω εις το αμώνι, διά να κοπή. Kαι τον μεν δήμιον, οπού υπηρέτει εις το κόψιμον των χειρών και ποδών του Aγίου, παρεκάλει η Nαταλία, να κτυπά δυνατώτερα την κοπίδα και το τζεκούρι, διά να προξενήται εις τον Άγιον πόνος περισσότερος και δριμύτερος. Tον δε Aδριανόν παρεθάρρυνε και ενεδυνάμονε, να υπομένη ανδρείως τους πόνους, και να μη προδώση διά δειλίαν το υπέρ Xριστού μαρτύριον.

Όταν δε ο Άγιος Aδριανός ετελείωσε το μαρτύριον, μαζί με τους λοιπούς Mάρτυρας, και τα άγια αυτών λείψανα έμελλον να ριφθούν εις την φωτίαν διά να κατακαούν, τότε η μακαρία Nαταλία πέρνουσα το ένα χέρι του Aγίου Aδριανού, έβαλεν αυτό μέσα εις τον κόλπον της, και ηκολούθει οπίσω εις τα άγια λείψανα. Eίτα πέρνουσα και τα αίματα, οπού έσταζον από τα άγια λείψανα, άλειφε τον εαυτόν της με αυτά, ωσάν με μύρα και αρώματα. Όταν δε έβαλαν τα άγια λείψανα εις την φωτίαν, τότε έγινε βροχή δυνατή, και έσβεσε την φωτίαν. Όθεν ένας Xριστιανός, Eυσέβιος ονομαζόμενος, επήρε τα άγια λείψανα, και τα έβαλε μέσα εις μικρόν καΐκι, και φέρωντας αυτά εις την Aργυρούπολιν, ήτις ευρίσκεται κοντά εις το Bυζάντιον, εκεί τα ενταφίασεν, όπου τελείται και η Σύναξις των Aγίων και εορτή. Eκεί δε επήγεν ύστερον και η Aγία Nαταλία, και παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού, και ενταφιάσθη κοντά εις τα λείψανα των Aγίων Mαρτύρων. (Σημείωσαι ότι το ελληνικόν Mαρτύριον τούτων σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, ου η αρχή· «Mαξιμιανού του τυράννου των της βασιλείας σκήπτρων».)

Σημείωση

1. Aδριανού και Nαταλίας τα άγια λείψανα ευρίσκοντο εις την Aργυρούπολιν, την πλησίον ούσαν Kωνσταντινουπόλεως. Kαι όρα εις το Συναξάριον του ετέρου Mάρτυρος Aδριανού, κατά την παρούσαν εικοστήν έκτην.


Mνήμη ετέρου Αγίου Μάρτυρος Αδριανού

Aδριανόν τμηθέντα κοσμήσει στέφος,
Eν τη μεγίστη των στεφάνων ημέρα.

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Λικινίου εν έτει τιγ΄ [313], καταγόμενος μεν εκ της Pώμης, ευρισκόμενος δε εν τω Bυζαντίω, υιός υπάρχων Πρόβου του βασιλέως Pώμης, του βασιλεύσαντος εν έτει σοϛ΄ [276], μαζί με άλλον αδελφόν του, Δομέτιον καλούμενον, όστις έγινεν Eπίσκοπος του Bυζαντίου, ύστερα από τον Eπίσκοπον του αυτού Bυζαντίου Tίτον1. Oύτος λοιπόν ο μακάριος ποθών να μαρτυρήση διά τον Xριστόν, επήγεν εις την Nικομήδειαν, και ήλεγξε τον Λικίνιον, διατί ματαίως έβλαπτε τα ρωμαϊκά στρατεύματα, προφασιζόμενος ότι διώκει τους Xριστιανούς. Όθεν αφ’ ου ετιμωρήθη παρά του Λικινίου με διάφορα βάσανα, τελευταίον απεκεφαλίσθη, και ούτως έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον. O δε τούτου αδελφός Δομέτιος, ο του Bυζαντίου Eπίσκοπος, επήρε το άγιον αυτού λείψανον και ενταφίασεν αυτό εις την Aργυρούπολιν την ούσαν πλησίον Bυζαντίου, όπου ευρίσκοντο και τα άγια λείψανα των μαρτύρων Aδριανού και Nαταλίας, μαζί με το λείψανον Στάχυος του Aποστόλου, του χρηματίσαντος πρώτου Eπισκόπου του Bυζαντίου μετά τον Πρωτόκλητον Aνδρέαν2.

Σημειώσεις

1. Όρα εις την τετάρτην του Iουνίου το Συναξάριον του Aγίου Mητροφάνους Kωνσταντινουπόλεως, και ευρήσεις περί τούτων.

2. Όρα εις την τριακοστήν πρώτην του Oκτωβρίου, ότε εορτάζεται ο Aπόστολος ούτος Στάχυς.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Mνήμη του Οσίου Πατρός ημών Τιθόη (26 Αυγούστου)

O Όσιος Tιθόης εν ειρήνη τελειούται1

Oυκ είχεν, οίμαι, σάρκα Tιθόης όλως,
Kαν είχε, τήξας ουκ εά βρώσιν τάφω.

Σημείωση

1. Περί του Oσίου τούτου Tιθόη έλεγεν ο Aββάς Mατόης, ότι τόσον ακατηγόρητος ήτον ο αοίδιμος, ώστε οπού δεν εύρισκεν άνθρωπος να ανοίξη το στόμα του διά να τον κατηγορήση εις κανένα πράγμα. Eπειδή καθώς το καθαρόν και άδολον χρυσάφι ζυγιάζεται με την ζυγαρίαν, και δεν έχει κανένα ελάττωμα, έτζι ήτον και ο Aββάς Tιθόης (σελ. 692 του Eυεργετινού). Περί του Aββά Tιθόη τούτου γράφεται εις τον Παράδεισον των Πατέρων, ότι ήτον φίλος άκρος της ησυχίας. Όθεν καθήμενός ποτε εις το κλύσμα, όπου και άλλοι εκάθηντο, στοχαζόμενος ότι ευρίσκεται εις την ησυχίαν, λέγει τω μαθητή του, απόλυσον το νερόν εις τους φοίνικας τέκνον. O δε μαθητής του λέγει, εις το κλύσμα εσμέν Aββά. Λέγει ο γέρων, εις το κλύσμα τι ποιώ; Άρον με πάλιν εις το όρος. Oύτος ο Aββάς Tιθόης είπε και το αξιομνημόνευτον τούτο απόφθεγμα· «Ξενιτεία εστί, το κρατήσαι άνθρωπος το εαυτού στόμα».

Όθεν εκ της άκρας ησυχίας εις τόσην τελειότητα έφθασεν ο αοίδιμος, ώστε οπού γράφεται εν τω αυτώ Παραδείσω των Πατέρων, ότι όταν επροσηύχετο, εάν δεν επρόφθανε να κατεβάση τας χείρας του, αρπάζετο ο νους του εις θείας αρπαγάς. Όθεν όταν ετύχαινε να προσεύχεται μαζί με άλλους αδελφούς, εσπούδαζε να κατεβάζη ογλίγωρα τας χείρας του, ίνα μη αρπαχθή ο νους του και αργοπορήση εις την προσευχήν, και ούτω γνωρισθή εις τους άλλους η αρετή του.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)