Αρχική Blog Σελίδα 184

Λόγος στὸ Γενέσιο τοῦ Προδρόμου (24/6)

Τὸ Γενέσιον τοῦ Τιμίου Προδρόμου

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ο Τίμιος Προδρομος, 16ος αιώνας

Στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπινου γένους ὑπάρχουν μόνο δύο σημαντικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ὁ Θεὸς προαναγγέλλει μέσῳ τοῦ Ἀρχαγγέλου Του Γαβριήλ. Αὐτὰ εἶναι ἡ κατὰ σάρκα Γέννηση τοῦ Προαιώνιου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ γέννηση τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, τοῦ μείζονος «ἐν γεννητοῖς γυναικῶν» (Ματθ. 11, 11), σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Χρονικὰ ὅμως προηγήθηκε ὁ εὐαγγελισμὸς τοῦ Ζαχαρία καὶ ἡ σύλληψη τοῦ Τιμίου Προδρόμου —ἀφοῦ ἔπρεπε νὰ προηγηθεῖ καὶ στὴ γέννησή του καὶ στὸ ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ἀνθρώπων—, καὶ ἀκολούθησε ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς  Θεοτόκου καὶ ἡ σύλληψη τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καί, σύμφωνα μὲ τὶς σχετικὲς εὐαγγελικὲς διηγήσεις, ἡ Ἐκκλησία μας καθόρισε νὰ ἑορτάζουμε τὴ σύλληψη τοῦ Προδρόμου στὶς 23 Σεπτεμβρίου καὶ μετὰ ἀπὸ ἕξι μῆνες, στὶς 25 Μαρτίου, τὸ μέγιστο γεγονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Παρθένου Μαρίας. Μετὰ δὲ ἀπὸ ἐννέα μῆνες ἀμφοτέρων τῶν εὐαγγελισμῶν τούτων ἑορτάζουμε τὴ γέννηση τῶν προμηνυθέντων: Στὶς 24 Ἰουνίου τὸ Γενέθλιο τοῦ Ἰωάννη καὶ στὶς 25 Δεκεμβρίου τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ.

Ἐδῶ νὰ σημειώσουμε πὼς ὁ Γαβριὴλ εἶναι ὁ ἀγγελιοφόρος τῶν μεγάλων βουλῶν τοῦ Θεοῦ στὴν ἐποχὴ τῆς Χάριτος, ὅπως ἀντίστοιχα ὁ Μιχαὴλ στὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Καὶ τὸ ἔργο τους εἶναι συνυφασμένο μὲ τὰ ἱερά τους ὀνόματα, ἀφοῦ Μιχαὴλ ἑρμηνεύεται ‘‘ποιός εἶναι σὰν τὸν Θεὸ ἢ Δύναμη Θεοῦ’’, ἐνῶ Γαβριὴλ σημαίνει ‘‘ἄνθρωπος Θεοῦ ἢ Θεάνθρωπος’’.

Ἀποδέκτες ἄμεσοι τῶν δύο χαρμοσύνων μηνυμάτων-εὐαγγελίων τοῦ Γαβριὴλ εἶναι ὁ ἀρχιερέας Ζαχαρίας καὶ ἡ Παρθένος Μαρία, μά, στὴν πραγματικότητα, ὅλος ὁ κόσμος, αἰσθητὸς καὶ νοητός. Ἀλλά, πῶς ἀνταποκρίθηκαν στὸ ἀρχαγγελικὸ μήνυμα; Καὶ οἱ δύο ἀρχικὰ φοβήθηκαν. Ὅταν ὅμως κάτι εἶναι πραγματικὰ ἀπὸ τὸν Θεό, ὅπως λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες, αὐτὸ γαληνεύει τὴν καρδία, αἰσθάνεται χαρὰ καὶ εἰρήνη ὁ ἄνθρωπος. ἀντίθετα, ὅταν προέρχεται ἐκ τοῦ πονηροῦ, τότε συμβαίνει τὸ ἀντίθετο. Ἡ Παρθένος δὲν ἀπορρίπτει, ἀλλὰ καὶ ἐλέγχει τὸ ἄγγελμα, τὸν ἀγγελιοφόρο, μήπως ἀπατηθεῖ: «Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;» Κάτι ἀνάλογο, ποὺ ἔλεγε καὶ ὁ σύγχρονος ἅγιος Γέροντας Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ Ἀγγλίας: «Μὴ δέχεσαι καὶ μὴ ἀπορρίπτεις». Τοῦτο ἀποτελεῖ βασικὴ ἀσκητικὴ ἀρχή. Καί, ἀφοῦ ἡ Παρθένος βεβαιώθηκε πὼς ὁ εὐαγγελισμὸς ἦταν πράγματι θεϊκός, μὲ κάθε ταπείνωση ἀποδέχεται τὴ Θεία βουλὴ καὶ συνεργεῖ σ᾽ αὐτή: «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου». Ἦταν ἀπαραίτητη ἡ ἐλεύθερη συγκατάβασή της γιὰ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

Τὸ Γενέσιον τοῦ Τιμίου Προδρόμου

Τὰ σχετικὰ μὲ τὴ σύλληψη καὶ γέννηση τοῦ Προδρόμου Ἰωάννη μόνος ὁ ἀπόστολος Λουκᾶς ἀναγράφει στὴν ἀρχὴ τοῦ Εὐαγγελίου του, στὴν περικοπή, ποὺ μόλις ἀκούσαμε στὴ Θεία Λειτουργία. Λέγει λοιπὸν ἐκεῖ ὅτι, ἀντίθετα πρὸς τὴν Παρθένο, ὁ Ζαχαρίας ἀπιστεῖ ἐκ προοιμίων, παρόλο ποὺ ὁ Γαβριὴλ τοῦ λέγει σαφῶς πὼς εἰσακούστηκαν οἱ προσευχὲς καὶ ἐκείνου καὶ τῆς συζύγου του καὶ τοῦ προλέγει ξεκάθαρα τὴν ἁγιότητα καὶ ἰσάγγελη πολιτεία τοῦ παιδιοῦ του. Καὶ ἀντιτάσσει στὸν εὐαγγελισμὸ τοῦτο τὰ γηρατειά τους καὶ τὴ φυσικὴ στειρότητα τῆς Ἐλισάβετ. Βεβαίως, ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ γιὰ σύλληψη καὶ γέννηση τοῦ Ἰωάννη ἦταν ἀμετάθετη. Ἀλλά, ὡς ἐπιτίμιο γιὰ τὴν ἀπιστία του, ὁ Ζαχαρίας τιμωρεῖται μὲ τὴν ἀφωνία καὶ παραμένει βωβὸς μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς ἐκπλήρωσης τῶν θαυμαστῶν προφητειῶν τοῦ ἀγγέλου, μέχρι δηλαδὴ τὴ γέννηση τοῦ Ἰωάννη. Καί, στὴ συνέχεια, πράγματι ἡ Ἐλισάβετ συνέλαβε κατὰ τοὺς νόμους τῆς ἀνθρώπινης φύσης τὸν Τίμιο Πρόδρομο. Καὶ τόση χαρὰ καὶ θαυμασμὸς τὴν κατέλαβε, πού, σὰν νὰ ἀπιστοῦσε, «καὶ περιέκρυβεν ἑαυτὴν μῆνας ἕξ».

Ἡ Θεοτόκος, στοὺς ἕξι μῆνες ἀπὸ τὴ σύλληψη τοῦ Προδρόμου, ἀμέσως δηλαδὴ μετὰ τὸν Εὐαγγελισμό της καὶ τὴ σύλληψη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπισκέπτεται τὴ συγγενή της Ἐλισάβετ, γιὰ νὰ πιστοποιήσει ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τῶν λεγομένων τοῦ Γαβριὴλ γι᾽ αὐτὴν (δηλαδὴ ὅτι καὶ αὐτὴ εἶχε μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ στὰ γηρατειά της συλλάβει παιδί) τὴν ἀλήθεια καὶ γιὰ τὴ δική της ὑπὲρ φύσιν κυοφορία. Καὶ στὴ συνάντηση τῶν δύο αὐτῶν ἁγίων μητέρων καὶ πάλιν θαυμαστὰ γεγονότα: Μὲ τὸν ἀσπασμό τους γεμίζει θεία Χάρη, τόσο ἡ Ἐλισάβετ, ὅσο καὶ τὸ βρέφος της, ὁ Ἰωάννης, ποὺ χαιρετίζει καὶ ἀσπάζεται μὲ τὸ σκίρτημά του τὸν Δεσπότη του καὶ λαμβάνει ἀπὸ τότε τὸ χάρισμα τῆς διοράσεως καὶ προφητείας. Καί, ὅπως ἑρμηνεύουν θεόπνευστα οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, χρησιμοποιώντας ὁ Ἰωάννης τὸ φωνητικὸ ὄργανο τῆς μητέρας του, προφητεύει ὅτι τὸ κυοφορούμενο στὴν κοιλία τῆς Μαρίας βρέφος εἶναι ὁ Κύριος καὶ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Καὶ ἀμέσως ἡ Μαριάμ, πλήρως βεβαιωμένη γιὰ τὴν ἀλήθεια τῶν ὅσων τῆς εἶχε εὐαγγελισθεῖ ὁ Γαβριὴλ καὶ πλήρης θεϊκῆς χαρᾶς καὶ ἀγαλλίασης, δοξολογεῖ ἐκ βαθέων τὸν Κύριο, ποὺ τὴν ἀξίωσε νὰ γίνει μητέρα Του, ἀναφωνώντας τὴ θαυμαστὴ ἐκείνη ᾠδή, «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον», ποὺ καθημερινὰ στὸν Ὄρθρο, πρὶν τὴν θ´ ᾠδή, ψάλλουμε πρὸς τιμή της, ἐκπληρώνοντας τὴ θεομητορική της προφητεία: «ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί».

Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τρεῖς περίπου μῆνες, ἀναχωρεῖ ἡ Θεοτόκος ἀπὸ τὴν οἰκία τοῦ Ζαχαρία καὶ γεννᾶται «ὁ μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν» Ἰωάννης. Καὶ πάλιν ἐδῶ θαύματα καὶ ἔκχυση πλούσια τῆς θείας Χάρης. Τόσο ἡ Ἐλισάβετ, ὅσο καὶ ὁ μέχρι τότε ἄφωνος Ζαχαρίας, δίνουν στὸ βρέφος τὸ ὄνομα Ἰωάννης, ἀπὸ θεία βεβαίως ἔμπνευση, παρόλο ποὺ δὲν εἶχαν κανένα στὴ συγγένειά τους μ᾽ αὐτὸ τὸ ὄνομα. Ἕνα ὄνομα, ποὺ ἦταν ἀντάξιο τοῦ γεννηθέντος, καθότι τὸ ἑβραϊκὸ Ἰωάννης σημαίνει «Χάρις Θεοῦ ἢ Δῶρον Θεοῦ», μὲ ρίζα τὸ ἐπίσης σημιτικὸ ὄνομα Ἄννα (Hannah), ποὺ ἀκριβῶς σημαίνει θεία Χάρη. Καὶ ἀμέσως ὁ Ζαχαρίας ἀνακτᾶ θαυμαστὰ τὴ φωνή του, καθὼς δὲν ἔπρεπε νὰ τὴ στερεῖται ὁ πατέρας τῆς «φωνῆς τοῦ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ». Καί, θαῦμα στὸ θαῦμα ἀκολουθεῖ: Ὁ Ζαχαρίας λαμβάνει κι αὐτὸς προφητικὸ χάρισμα καὶ δοξολογεῖ τὸν Θεό, ποὺ μὲ τὴ σάρκωσή Του οἰκονόμησε τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, καὶ προλέγει τὴν προφητικὴ καὶ προδρομικὴ ζωὴ τοῦ παιδιοῦ του.

Ἂς ἀναλογισθοῦμε τώρα ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ποὺ συναθροισθήκαμε στὸν παλαιὸ αὐτὸ καὶ ἅγιο ναὸ τοῦ Προδρόμου στὸ εὐλογημένο τοῦτο χωριὸ τοῦ Προδρόμου, γιὰ νὰ τιμήσουμε πανηγυρικὰ τὸ θαυμαστὸ Γενέθλιο τοῦ μέγιστου τούτου ἁγίου, ἂς ἀναλογισθοῦμε, λέγω, τὸ μέγεθος τῆς ἁγιότητάς του: Τὴ σύλληψή του εὐαγγελίζεται στὸν ἅγιο πατέρα του καὶ ἀρχιερέα Ζαχαρία ὁ μέγιστος ἀρχάγγελος Γαβριὴλ στὸν ἁγιώτερο τόπο τῆς πρὸ Χριστοῦ ἐποχῆς, στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος, κατὰ τὴν ἱερώτερη στιγμὴ τῆς ἰουδαϊκῆς λατρείας, αὐτὴ τῆς προσφορᾶς τοῦ θυμιάματος. Καὶ τοῦ προφητεύει ὅτι θὰ γίνει Πνευματοφόρος ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας του  —ἐνῶ ὅλοι οἱ ἅγιοι, ὅπως γνωρίζουμε, τὸ πετυχαίνουν τοῦτο μετὰ ἀπὸ πολυχρόνιους σκληροὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες ἢ καὶ πολυώδυνο μαρτύριο· ἀκόμη, προλέγει τὴ μέλλουσα ἁγιώτατη ζωὴ τοῦ τέκνου του, τὴν ἀσκητική του διαγωγή, τὸ προφητικὸ-διδασκαλικό του χάρισμα, τὸ προδρομικό του ἔργο, μὲ τὸ ὁποῖο δηλαδὴ θὰ ἑτοίμαζε τὸν δρόμο, ἤτοι τὶς σκληρὲς τῶν Ἰουδαίων καρδιές, ὥστε νὰ δεχθοῦν —ὅσοι ἀπ᾽ αὐτοὺς καλοπροαίρετοι— τὸ κήρυγμα τοῦ ἐρχομένου Δεσπότου, νὰ Τὸν πιστεύσουν ὡς τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία καὶ Λυτρωτή. Καὶ ἀκόμη, τὰ θαυμαστὰ γεγονότα, ποὺ συνέβησαν χάρη του, στὴ γέννησή του· τὴν ἀγγελική του ζωὴ στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη· τὸ κήρυγμα τῆς μετανοίας καὶ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ Ἰησοῦ ὡς τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου· τὸ βαπτισματικό του ἔργο· τὸ Βάπτισμα τοῦ Δεσπότου του· τὸν ἔλεγχο τῆς κάθε παρανομίας καὶ ἁμαρτίας· τὸ μαρτυρικό του τέλος. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐπάξια τὸ ἀλάθητο καὶ ἀψευδὲς στόμα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ παντογνώστη καὶ καρδιογνώστη, τὸν μακάρισε ὡς τὸν μεγαλύτερο καὶ ἁγιώτερο ἄνθρωπο, ποὺ γεννήθηκε ποτὲ στὴ γῆ.

Αὐτὸν τὸν μέγαν Πρόδρομον, ἀδελφοί μου, ποὺ γιὰ τὴν ἁγιώτατη αὐτὴ ζωή του ἔχει μέγιστη παρρησία μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ, νὰ ἱκετεύσουμε ταπεινὰ καὶ ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί, ποὺ παροργίσαμε καὶ παροργίζουμε τὸν Κύριο μὲ τὰ ἀπρεπὴ ἔργα, τοὺς λόγους καὶ τοὺς λογισμούς μας, νὰ μᾶς δίνει μετάνοια καὶ διόρθωση τῆς ζωῆς καὶ τοῦ φρονήματός μας. Ἀλλά, μετάνοια ἔμπρακτη, μὲ εἰλικρινὴ Ἐξομολόγηση, μὲ ἐνσυνείδητη καὶ τὸ κατὰ δύναμιν ἐπάξια μετοχὴ στὰ ἄχραντα Μυστήρια, μὲ βίο ταπεινόφρονα καὶ γεμάτο ἔργα ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς μας. Καὶ νὰ ξέρουμε, πὼς μόνο ἔτσι θὰ ἔλθει τὸ μέγα ἔλεος τοῦ Θεοῦ στὸν τόπο μας, στὸ ρωμαίϊκο γένος μας, ἡ ποθούμενη λύτρωση τῶν σκλαβωμένων μας πατρίδων· μά, προπάντων, θὰ ἀξιωθοῦμε τῆς ἀνέκφραστης χαρᾶς τῆς ἀσάλευτης καὶ μόνιμης πατρίδας μας, τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, στὸν Ὁποῖο μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν!

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Δευτέρα 23 Ἰουνίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ Γ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
7: 1-14

Ἀδελφοί, γινώσκουσι νόμον λαλῶ· ἀγνοεῖτε ὅτι ὁ νόμος κυριεύει τοῦ ἀνθρώπου ἐφ᾿ ὅσον χρόνον ζῇ; Ἡ γὰρ ὕπανδρος γυνὴ τῷ ζῶντι ἀνδρὶ δέδεται νόμῳ· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ ὁ ἀνήρ, κατήργηται ἀπὸ τοῦ νόμου τοῦ ἀνδρός. Ἄρα οὖν ζῶντος τοῦ ἀνδρὸς μοιχαλὶς χρηματίσει ἐὰν γένηται ἀνδρὶ ἑτέρῳ· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ ὁ ἀνήρ, ἐλευθέρα ἐστὶν ἀπὸ τοῦ νόμου, τοῦ μὴ εἶναι αὐτὴν μοιχαλίδα γενομένην ἀνδρὶ ἑτέρῳ. Ὥστε, ἀδελφοί μου, καὶ ὑμεῖς ἐθανατώθητε τῷ νόμῳ διὰ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸ γενέσθαι ὑμᾶς ἑτέρω, τῷ ἐκ νεκρῶν ἐγερθέντι, ἵνα καρποφορήσωμεν τῷ Θεῷ. Ὅτε γὰρ ἦμεν ἐν τῇ σαρκί, τὰ παθήματα τῶν ἁμαρτιῶν τὰ διὰ τοῦ νόμου ἐνηργεῖτο ἐν τοῖς μέλεσιν ἡμῶν εἰς τὸ καρποφορῆσαι τῷ θανάτῳ· νυνὶ δὲ κατηργήθημεν ἀπὸ τοῦ νόμου, ἀποθανόντες ἐν ᾧ κατειχόμεθα, ὥστε δουλεύειν ἡμᾶς ἐν καινότητι πνεύματος καὶ οὐ παλαιότητι γράμματος. Τί οὖν ἐροῦμεν; Ὁ νόμος ἁμαρτία; Μὴ γένοιτο· ἀλλὰ τὴν ἁμαρτίαν οὐκ ἔγνων εἰ μὴ διὰ νόμου· τήν τε γὰρ ἐπιθυμίαν οὐκ ᾔδειν εἰ μὴ ὁ νόμος ἔλεγεν, «Οὐκ ἐπιθυμήσεις»· ἀφορμὴν δὲ λαβοῦσα ἡ ἁμαρτία διὰ τῆς ἐντολῆς κατειργάσατο ἐν ἐμοὶ πᾶσαν ἐπιθυμίαν· χωρὶς γὰρ νόμου ἁμαρτία νεκρά. Ἐγὼ δὲ ἔζων χωρὶς νόμου ποτέ· ἐλθούσης δὲ τῆς ἐντολῆς ἡ ἁμαρτία ἀνέζησεν, ἐγὼ δὲ ἀπέθανον, καὶ εὑρέθη μοι ἡ ἐντολὴ ἡ εἰς ζωήν, αὕτη εἰς θάνατον· ἡ γὰρ ἁμαρτία ἀφορμὴν λαβοῦσα διὰ τῆς ἐντολῆς ἐξηπάτησέ με καὶ διὰ αὐτῆς ἀπέκτεινεν. Ὥστε ὁ μὲν νόμος ἅγιος, καὶ ἡ ἐντολὴ ἁγία καὶ δικαία καὶ ἀγαθή. Τὸ οὖν ἀγαθὸν ἐμοὶ γέγονε θάνατος; Μὴ γένοιτο· ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ἵνα φανῇ ἁμαρτία, διὰ τοῦ ἀγαθοῦ μοι κατεργαζομένη θάνατον, ἵνα γένηται καθ᾿ ὑπερβολὴν ἁμαρτωλὸς ἡ ἁμαρτία διὰ τῆς ἐντολῆς.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΡΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΩΝ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΩΝ)
Πρὸς Κολασσαεῖς Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
3: 12-16

Ἀδελφοί, ἐνδύσασθε, ὡς ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ ἅγιοι καὶ ἠγαπημένοι, σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πρᾳότητα, μακροθυμίαν, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων καὶ χαριζόμενοι ἑαυτοῖς ἐάν τις πρός τινα ἔχῃ μομφήν· καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἐχαρίσατο ὑμῖν, οὕτω καὶ ὑμεῖς· ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶ σύνδεσμος τῆς τελειότητος· καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ βραβευέτω ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν, εἰς ἣν καὶ ἐκλήθητε ἐν ἑνὶ σώματι· καὶ εὐχάριστοι γίνεσθε· ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ἐνοικείτω ἐν ὑμῖν πλουσίως, ἐν πάσῃ σοφίᾳ διδάσκοντες καὶ νουθετοῦντες ἑαυτοὺς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ἐν χάριτι ᾄδοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΑ Γ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
9: 36-38, 10:1-8

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἶδεν ὁ Ἰησοῦς πολὺν ὄχλον καὶ ἐσπλαγχνίσθη περὶ αὐτῶν ὅτι ἦσαν ἐκλελυμένοι καὶ ἐρριμμένοι ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα. τότε λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· Ὁ μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι· δεήθητε οὖν τοῦ κυρίου τοῦ θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλῃ ἐργάτας εἰς τὸν θερισμὸν αὐτοῦ. Καὶ προσκαλεσάμενος τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν αὐτὰ καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν. Τῶν δὲ δώδεκα ἀποστόλων τὰ ὀνόματά ἐισι ταῦτα· πρῶτος Σίμων ὁ λεγόμενος Πέτρος καὶ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννης ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, Φίλιππος καὶ Βαρθολομαῖος, Θωμᾶς καὶ Ματθαῖος ὁ τελώνης, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ἁλφαίου καὶ Λεββαῖος ὁ ἐπικληθεὶς Θαδδαῖος, Σίμων ὁ Κανανίτης καὶ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης ὁ καὶ παραδοὺς αὐτόν. Τούτους τοὺς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς λέγων· Εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε, καὶ εἰς πόλιν Σαμαριτῶν μὴ εἰσέλθητε· πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. πορευόμενοι δὲ κηρύσσετε λέγοντες ὅτι Ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (ΑΡΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΩΝ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΩΝ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
15:17 – 16:2

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν. εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ’ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος. μνημονεύετε τοῦ λόγου οὗ ἐγὼ εἶπον ὑμῖν· οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν· εἰ τὸν λόγον μου ἐτήρησαν, καὶ τὸν ὑμέτερον τηρήσουσιν. ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με. εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἴχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν. ὁ ἐμὲ μισῶν καὶ τὸν πατέρα μου μισεῖ. εἰ τὰ ἔργα μὴ ἐποίησα ἐν αὐτοῖς ἃ οὐδεὶς ἄλλος πεποίηκεν, ἁμαρτίαν οὐκ εἴχον· νῦν δὲ καὶ ἑωράκασι καὶ μεμισήκασι καὶ ἐμὲ καὶ τὸν πατέρα μου. ἀλλ’ ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ αὐτῶν, ὅτι ἐμίσησάν με δωρεάν. ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ· καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μετ’ ἐμοῦ ἐστε. Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα μὴ σκανδαλισθῆτε. ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς· ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Οἰ Κύπριοι ἅγιοι μάρτυρες Ἀριστοκλῆς πρεσβύτερος, Δημητριανὸς διάκονος καὶ Ἀθανάσιος ἀναγνώστης (23/6)

Οἰ Κύπριοι ἅγιοι μάρτυρες Ἀριστοκλῆς πρεσβύτερος, Δημητριανὸς διάκονος καὶ Ἀθανάσιος ἀναγνώστης, ποὺ μαρτύρησαν στὴ Σαλαμίνα τῆς Κύπρου* (23/6)

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Σύμφωνα μὲ τὶς γνωστὲς ἁγιολογικὲς πηγές, οἱ μάρτυρες Ἀριστοκλῆς πρεσβύτερος, Δημητριανὸς διάκονος καὶ Ἀθανάσιος ἀναγνώστης μαρτύρησαν κατὰ τὸν Μεγάλο Διωγμὸ ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, ποὺ ὑποκίνησε παντοιοτρόπως ὁ Καίσαρας Μαξιμιανὸς Γαλέριος καὶ συνυπέγραψε σχετικὸ διάταγμα μὲ τὸν πενθερό του καὶ Αὔγουστο τῆς ἀνατολικῆς αὐτοκρατορίας Διοκλητιανό.

Εἶναι κατὰ τὸν διωγμὸ αὐτό, ποὺ μαρτύρησαν πλεῖστοι ὅσοι γνωστοὶ μάρτυρες στὴν Κύπρο.

Στὰ σωζόμενα συναξάρια τῶν ἁγίων τούτων ἐπισημαίνεται ὅτι ὁ μάρτυς Ἀριστοκλῆς ἦταν Κύπριος στὸ γένος, καταγόμενος ἀπὸ τὴν ἀρχαία μεγαλούπολη Ταμασσό, ἕδρα τοῦ ὁμωνύμου κυπριακοῦ βασιλείου καὶ μία ἀπὸ τὶς πρῶτες ὀργανωμένες χριστιανικὲς τοπικὲς Ἐκκλησίες, στὴν κεντρικὴ (καθολικὴ) ἐκκλησία τῆς ὁποίας ὑπηρετοῦσε ὡς πρεσβύτερος. Μὲ τὴν ἔναρξη τοῦ Μεγάλου Διωγμοῦ, φοβούμενος ὁ Ἀριστοκλῆς τὸν ἐπικρεμάμενο κίνδυνο, ἀνέβηκε σ᾽ ἕνα βουνὸ ἐκεῖ κοντὰ στὴν Ταμασσὸ καὶ κρύβηκε σὲ κάποιο σπήλαιο. Ἐνῶ δὲ προσευχόταν στὸ σπήλαιο, ἦλθε σὲ κατάσταση θεοπτίας («φωτὶ περιηστράφθη ὑπὲρ τὸν ἥλιον») καὶ ἄκουσε θεία φωνή, νὰ τὸν παρακινεῖ νὰ μεταβεῖ στὴν τότε μητρόπολη (πολιτικὴ πρωτεύουσα) τῆς Κύπρου, τὴν ἀρχαία πόλη τῆς Σαλαμίνας, γιὰ νὰ ὁμολογήσει τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ νὰ ἀγωνισθεῖ στὸ στάδιο τοῦ μαρτυρίου.

Ὑπακούοντας στὸ θεϊκὸ κέλευσμα καὶ καθ᾽ ὁδὸν πρὸς τὴ Σαλαμίνα, ἔφθασε στὴν ἀρχαία πόλη τῶν Λέδρων (τὴ σημερινὴ Λευκωσία), ὅπου κατέλυσε στὸν ἐκεῖ ναὸ τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα. Ἐδῶ ἔχουμε μία πρωιμότατη μαρτυρία γιὰ τὴν ὕπαρξη καὶ λειτουργία εὐκτηρίου οἴκου, ἤδη ἀπὸ τὸν τρίτο αἰῶνα (ἀφοῦ ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ χρονολογεῖται στὸ ἔτος 303). Στὸν ναὸ αὐτὸ συνάντησε τοὺς κληρικοὺς Δημητριανὸ διάκονο καὶ Ἀθανάσιο ἀναγνώστη, ποὺ ὑπηρετοῦσαν ἐκεῖ, οἱ ὁποῖοι καὶ τὸν φιλοξένησαν. Διηγήθηκε λοιπὸν ὁ Ἀριστοκλῆς σ᾽ αὐτοὺς τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ὀπτασία του καὶ τὸν σκοπὸ ποὺ εἶχε νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν Χριστό, καὶ ἄναψε καὶ σ᾽ αὐτῶν τὴν καρδιὰ ὁ πόθος τοῦ μαρτυρίου. Ἔτσι, οἱ τρεῖς ἐν Χριστῷ ἀδελφοὶ ἀκολούθησαν τὴν ὁδὸ πρὸς τὸ μαρτύριο.

Φθάνοντας στὴ Σαλαμίνα, στάθηκαν ἐπίτηδες σὲ κάποιο ὑψηλὸ σημεῖο κοντὰ στὸ διοικητήριο τῆς πόλης, ὥστε νὰ φαίνονται ἀπὸ μακρυά. Πράγματι, σὲ λίγο ἔγιναν ἀντιληπτοὶ ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα (praeses) τῆς νήσου, ποὺ ἦταν τότε ὁ γνωστὸς ἀπὸ τὰ μαρτύρια καὶ ἄλλων Κυπρίων μαρτύρων Σαβῖνος (AntistiusSabinus[293-305]), ὁ ὁποῖος τοὺς κάλεσε νὰ πᾶνε κοντά του. Οἱ τρεῖς γενναῖοι μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ὁμολόγησαν τότε ἀπὸ μόνοι τους τὴ χριστιανική τους ἰδιότητα, καὶ ὅτι εἶχαν ἔλθει ἐκεῖ πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτό. Τοὺς φυλάκισε τότε ὁ ἡγεμόνας, γιὰ νὰ τοὺς παραδώσει στὴ συνέχεια στὰ βασανιστήρια. Μέσα στὴ φυλακὴ εἶχαν συγκρατούμενους γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, μεταξὺ ἄλλων, καὶ τοὺς ἐπισκόπους Φιλωνίδη Κουρίου, τὸν μετέπειτα ἱερομάρτυρα, καὶ Ἀρίστωνα, ἄγνωστο ποιᾶς πόλης ποιμένα, ποὺ τελικὰ ἐπέζησε τοῦ μαρτυρίου καί, ὅταν ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ τὰ δεσμά, συνέγραψε τὸ Μαρτύριο τοῦ ἁγίου Φιλωνίδου καί, πιθανώτατα, καὶ τῶν τριῶν μαρτύρων μας.  Ἐδῶ νὰ τονίσουμε ὅτι, ἐφόσον ἦσαν κρατούμενοι οἱ δύο αὐτοὶ ἐπίσκοποι στὴ φυλακή, ὅπως προφανῶς καὶ ἄλλοι ἐπίσκοποι τῆς νήσου, σημαίνει ὅτι εἶχε ἤδη ἐφαρμοσθεῖ καὶ τὸ 2ο ἔδικτο διωγμοῦ τῶν ἰδίων αὐτοκρατόρων (θέρος 303), ποὺ διέταζε τὴ σύλληψη καὶ φυλάκιση ὅλων τῶν χριστιανῶν ἐπισκόπων καὶ κληρικῶν.

Ὁ Σαβῖνος ὑπέβαλε τοὺς τρεῖς μάρτυρες σὲ τιμωρίες, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν Ἀριστοκλῆ. Ὁ ἅγιος πρῶτα καταξεσχίσθηκε σ᾽ ὅλο τὸ σῶμα μὲ μαστίγωση καί, ἐπειδὴ παρέμενε ἀκλόνητος στὴν ὁμολογία τῆς πίστης του, μὲ προσταγὴ τοῦ ἡγεμόνα ὑπέστη τὸν διὰ ξίφους ἀποκεφαλισμό, λαμβάνοντας ἔτσι τὸ στέφος τοῦ μαρτυρίου. Τοὺς ἁγίους Δημητριανὸ καὶ Ἀθανάσιο, ποὺ ἐπίσης ἐνέμεναν σταθεροὶ στὴν πίστη, μετὰ ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια, διέταξε ὁ Σαβῖνος καὶ τοὺς ἔριξαν στὴ φωτιὰ νὰ κατακαοῦν. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ διαφυλάχθηκαν μὲ τὴ θεία Χάρη ἀβλαβεῖς, πρόσταξε ὁ ἡγεμόνας καὶ τοὺς ἀποκεφάλισαν καὶ αὐτοὺς διὰ ξίφους. Πιθανώτατα οἱ ἅγιοι μαρτύρησαν τὸ ἔτος 303, στὶς 23 Ἰουνίου, ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία τελεῖται ἡ μνήμη τους.

Τὰ σωζόμενα ἐπίτομα συναξάρια τῶν τριῶν τούτων μαρτύρων δυστυχῶς περατοῦνται ἀμέσως μετὰ τὴν ἀναφορὰ στὸ μαρτυρικὸ τέλος τους καὶ δὲν μᾶς παρέχουν περαιτέρω πληροφορίες γιὰ τὰ τίμια λείψανά τους. Στὴν περίπτωση τοῦ συγκρατουμένου καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο συμμάρτυρός τους, ἱερομάρτυρος Φιλωνίδου, ἐπισκόπου Κουρίου, τὸ ἱερό του λείψανο, ἀφοῦ πρῶτα τοποθετήθηκε σὲ σάκκο ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, ρίφθηκε στὴ θάλασσα, ἀλλὰ τὸ ἐξέβαλε ἔξω τὸ κύμα, γιὰ νὰ ταφεῖ στὴ συνέχεια μὲ τὴν ἁρμόζουσα τιμὴ ἀπὸ τοὺς χριστιανούς. Μήπως κάτι ἀνάλογο συνέβη μὲ τοὺς τρεῖς μάρτυρές μας; Εἶναι εὔλογο δηλαδὴ νὰ ἐνταφιάστηκαν κάπου στὴν περιοχὴ τῆς Σαλαμῖνος τὰ ἱερά τους λείψανα. Σαφὴς μαρτυρία γιὰ τοὺς τάφους τους δὲν ὑπάρχει ἢ δὲν εἶναι γνωστή. Πάντως, στὸν Βίο τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου τοῦ Μεγάλου ὑπάρχει σαφὴς μαρτυρία ὅτι ὁ ἅγιος μετέβαινε τὶς νύκτες στὰ κοιμητήρια ἐκεῖ στὴν ἕδρα του, τὴ Σαλαμίνα, σὲ χῶρο, ὅπου ἦταν ἀποκείμενα λείψανα μαρτύρων, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ γιὰ καθένα χωριστὰ ἀπὸ τοὺς ἐμπερίστατους ἀνθρώπους. Δὲν γνωρίζουμε ἂν σ᾽ αὐτὰ συγκαταλέγονταν καὶ τὰ λείψανα τῶν μαρτύρων Ἀριστοκλέους, Δημητριανοῦ καὶ Ἀθανασίου. Σήμερα δὲν εἶναι γνωστὰ στὴν Κύπρο ὁποιαδήποτε τεμάχια τῶν ἱερῶν τους λειψάνων.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

***

* Τὰ στοιχεῖα στὸ παρὸν προέρχονται ἀπὸ τὴ μεταπτυχιακὴ ἐργασία τοῦ γράφοντος, Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακείμ, Οἱ ἅγιοι μάρτυρες καὶ ὁμολογητὲς τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες (1ος-5ος αἰ.), (ἐκδ.) «Ostracon Publishing», Θεσσαλονίκη 2017, σσ. 149-156.

Μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Αγριππίνης (23 Ιουνίου)

Μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Αγριππίνης

Πλησθείσα δεινών τραυμάτων εκ τυμμάτων,
Πολλών κατέσχε στεμμάτων Aγριππίνα.
Eικάδι θεινομένη (ήτοι τυπτομένη) τριτάτη θάνεν Aγριππίνα.

Μηνολόγιο 23ης Ιουνίου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Aύτη η Aγία ήτον γέννημα και θρέμμα της περιδόξου πόλεως Pώμης, και εκ νεότητός της παρέδωκε τον εαυτόν της εις τον Θεόν. Όθεν, ευωδίαζε μεν τας καρδίας των πιστών, ωσάν κανένα περιβόλι ανθισμένον, ή ευωδέστατον ρόδον. Aπεδίωκε δε την δυσωδίαν και βρώμαν των παθών. Eστόλισε γαρ την ψυχήν της η μακαρία με την παρθενίαν και καθαρότητα. Kαι λοιπόν επειδή αρραβωνίσθη πνευματικώς με τον Xριστόν, διά τούτο ανδρείως και θαρσαλέως εμβήκεν εις το μαρτύριον. Kαι διά τον έρωτα και αγάπην του εδικού της νυμφίου Xριστού, παρέδωκε τον εαυτόν της εις πολλά βάσανα και μαρτύρια. Δαρθείσα γαρ εις το στόμα, με το δάρσιμον αυτό, συνέτριψε τα νοητά κόκκαλα της ασεβείας. Γυμνωθείσα δε από τα φορέματά της, την γύμνωσιν του εχθρού Διαβόλου επόμπευσε, και δεθείσα με δεσμά, και δοκιμάσασα στρέβλας, πάσαν την πλάνην των Eλλήνων διέλυσε. Tελευταίον δε, μέσα εις αυτάς τας βασάνους, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού η αοίδιμος, και ούτως έλαβε τον αμάραντον στέφανον της αθλήσεως. Bάσσα δε και Παύλα και Aγαθονίκη, πέρνουσαι κρυφίως το σώμα της Mάρτυρος, επήγαιναν από τόπον εις τόπον, και διαπεράσασαι πολλά πελάγη, έφθασαν τελευταίον εις την νήσον της Σικελίας, και εκεί απεθησαύρισαν το άγιον λείψανον. Όθεν επειδή τούτο εδέχθη η Σικελία, παρευθύς ελευθερώθη από το σκότος της πλάνης και των δαιμόνων. Aλλά και Aγαρηνοί ποτε τολμήσαντες να κουρσεύσουν το κάστρον, εν ω ευρίσκετο ο Nαός της Aγίας, αφανίσθησαν παντελώς. Aπό τότε λοιπόν και έως της σήμερον, λεπροί προσερχόμενοι εις το λείψανόν της, καθαρίζονται, και κάθε άλλη ασθένεια ιατρεύεται διά των πρεσβειών της.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Eυστοχίου Πρεσβυτέρου και των συν αυτώ, Γαΐου ανεψιού αυτού, και των τέκνων αυτού Λολλίας, Πρόβης, και Oυρβανού (23 Ιουνίου)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Eυστοχίου Πρεσβυτέρου και των συν αυτώ, Γαΐου ανεψιού αυτού, και των τέκνων αυτού Λολλίας, Πρόβης, και Oυρβανού

Εις τον Ευστόχιον
Ένθους υπάρχων Eυστόχιε προς ξίφος,
Oίμαι στοχάζη ποίον έσται σοι στέφος.

Εις τον Γάιον
Θείοις Γάιος θυρεοίς πεφραγμένος,
Ψυχήν άτμητος τω ξίφει τμηθείς μένει.

Εις την Λολλίαν
Xριστώ προσήλθες Λολλία διά ξίφους,
Φύκει βαφείσα νυμφικώς σων αιμάτων.

Εις την Πρόβην
Eξ αυχένος χέουσα κρουνούς αιμάτων,
Xαίρουσά μοι πρόβαινε προς Θεόν Πρόβη.

Εις τον Ουρβανόν
Tμηθείς τράχηλον Mάρτυς Oυρβανέ ξίφει,
Aφυπτιάζεις ως σπαραχθέν αρνίον.

Oύτος ο Άγιος Eυστόχιος και Γάιος ο ανεψιός του, και τα τέκνα του Λολλία και Πρόβη και Oυρβανός, ήτον από την πόλιν την καλουμένην Oύσαδα, κατά τους χρόνους του Mαξιμιανού, και Aγρίππα ηγεμόνος εν έτει τ΄ [300]. O Eυστόχιος λοιπόν ούτος, πρότερον μεν, ήτον ιερεύς των ειδώλων. Ύστερον δε, βλέπωντας τους Aγίους να μαρτυρούν διά τον Xριστόν, και να ποιούν παράδοξα θαύματα, απεστράφη την θρησκείαν των ειδώλων, και πηγαίνωντας εις τον Eυδόξιον τον Eπίσκοπον Aντιοχείας, εβαπτίσθη από αυτόν, και έλαβε και το αξίωμα του Πρεσβυτέρου. Πηγαίνωντας δε εις ένα χωρίον της Λυκαονίας Λύστραν καλούμενον, ευρήκεν εκεί τον ανεψιόν του Γάιον, ομού και τα τρία τέκνα του Λολλίαν, Πρόβην, και Oυρβανόν, και διδάξας αυτούς την του Xριστού πίστιν, εβάπτισεν αυτούς, ομού και όλους τους συγγενείς του. Όθεν διά τούτο επιάσθη από τους Έλληνας και εφέρθη εις τον ηγεμόνα. Kαι επειδή ωμολόγησε τον Xριστόν, εκρέμασαν αυτόν επάνω εις ξύλον, και τον εξέσχισαν δυνατά. Έπειτα επήγεν ομού με τους ανωτέρω, εις τον ηγεμόνα της Aγκύρας Aγριππίνον, παρά του οποίου ερωτηθέντες, δεν επείσθησαν να αρνηθούν τον Xριστόν. Όθεν, πρώτον μεν, η Aγία Λολλία, και ο αδελφός της Oυρβανός, εβάλθησαν αντικρύ ένας του άλλου, και εξεσχίσθησαν εις τα μάγουλα. Eπειδή δε ο Γάιος εδέχθη ευλαβώς το αίμα των εις τας χείρας του προς αγιασμόν, διά τούτο εδάρθη εις την πλάτην και την κοιλίαν. O δε Άγιος Eυστόχιος απεκεφαλίσθη, και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. Mετά δε ημέρας τινάς, ο Γάιος και τα τέκνα του Eυστοχίου, εδέθησαν επάνω εις ένα χαλκούν τροχόν. Eφυλάχθησαν όμως υπό Θεού αβλαβείς, με το να εστάθη ο τροχός από την κίνησίν του, και με το να έσβυσεν η φωτία, οπού έκαιεν υποκάτω του τροχού, διά τούτο εξύρισαν τας κεφαλάς των, και διεπέρασαν αυτάς με καρφία. Kαι της μεν Πρόβης και Λολλίας, έκοψαν τα βυζία, τον δε Oυρβανόν, έδειραν με σπάθας ξυλίνας. Tελευταίον δε, επειδή δεν επείσθησαν να αρνηθούν τον Xριστόν, αλλά μεγαλοφώνως εκήρυξαν και επικαλέσθηκαν αυτόν, διά τούτο απεκεφαλίσθησαν οι μακάριοι, και ανέβηκαν στεφανηφόροι εις τα Oυράνια.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Κυριακὴ 22 Ἰουνίου 2025

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Εὐαγγέλιο Ἄνω Ζώδιας

Σημείωση –  Οἱ πληροφορίες σχετικὰ μὲ τίς περικοπὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελίων, ἀντλοῦνται ἐκ τῶν Τυπικῶν Διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΟΡΤΗΣ (ΣΥΝΑΞΙΣ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΕΝ ΤΗ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙ ΜΟΡΦΟΥ ΔΙΑΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΚΑΙ ΕΞΑΙΡΕΤΩΣ ΤΙΜΩΜΕΝΩΝ ΑΓΙΩΝ)
Πρὸς Κορινθίους Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
4: 6-15

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ὁ εἰπών, ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃ ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Χριστοῦ. Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν· ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ΄ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἐξαπορούμενοι, διωκόμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἀπολλύμενοι, πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. Ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. Ὥστε ὁ θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν. Ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως, κατὰ τὸ γεγραμμένον, Ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν, εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς σὺν Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. Τὰ γὰρ πάντα δι΄ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΕΙΡΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
4: 18-23

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδεν δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς. καὶ λέγει αὐτοῖς· Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν· καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ. Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς, διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

Για τα προηγούμενα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα πατήστε εδώ

Λόγος Ἐγκωμιαστικὸς εἰς τοὺς ἐν Μητροπόλει Μόρφου ἁγίους (Σύναξις πάντων τῶν ἐν τῇ Ἱερὰ Μητροπόλει Μόρφου διαλαμψάντων καὶ ἐξαιρέτως τιμωμένων Ἁγίων – Β΄ Κυριακὴ Ματθαίου)

Λόγος Ἐγκωμιαστικὸς εἰς πάντας τοὺς ἐν τῇ μητροπολιτικῇ περιφερείᾳ Σόλων καὶ Μόρφου διαλάμψαντας καὶ ἐξαιρέτως τιμωμένους ἁγίους.

Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου.

Ἀγρυπνία πάντων τῶν ἐν μητροπόλει Μόρφου διαλάμψαντων ἁγίων, ἱερὸς ναὸς Ὁσίων Βαρνάβα καὶ Ἱλαρίωνος στὸ χωριὸ Περιστερῶνα τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας Μόρφου (24.2.2017). Περαιτέρω ἡ μνήμη πάντων τῶν ἁγίων, άνδρῶν καὶ γυναικῶν τῆς Μητροπόλεως Μόρφου τελεῖται στὶς ἐπιμέρους ἐνορίες κατὰ τὴ Β’ Κυριακὴ Ματθαίου.

Ὁμιλία στὸ Εὐαγγέλιο τῆς Β΄ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, ἡ Παλαιὰ καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη, δηλαδὴ  ἡ Ἁγία Γραφή, εἶναι ἕνα βιβλίο ἀθάνατο. Ἕνα βιβλίο, ὄχι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Γράφηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους προφῆτες καὶ ἀποστόλους τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶχαν πλούσιο τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἶναι γιὰ τοῦτο, ποὺ μέσῳ του μᾶς ὁμιλεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεός -γι᾽αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται Λόγος τοῦ Θεοῦ-, καὶ μᾶς ἀποκαλύπτει σ᾽ αὐτὸ τὶς αἰώνιες ἀλήθειες τῆς Πίστης καὶ συνάμα τὸν ἁρμόζοντα τρόπο ζωῆς αὐτῶν ποὺ τὸ ἀποδέχονται ὡς -καὶ ποὺ ἀσφαλῶς εἶναι- ἀποκάλυψη Θεοῦ.

Συχνὰ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἁπλούστατος στὴν ἔκφραση, ἀλλὰ περιέχει κρυμμένο μεγάλο πνευματικὸ βάθος καὶ πηγάζει ἀνεξάντλητη πνευματικὴ ὠφέλεια. Καὶ τοῦτο, τὴν ἀπόκρυψη δηλαδὴ τοῦ πνευματικοῦ κάλλους κάτω ἀπὸ τὴν ἀφελότητα τῆς ἔκφρασης τοῦ κειμένου, οἰκονόμησε ὁ Θεός, ὥστε νὰ ταπεινώνει τὸ ὑπερήφανο πνεῦμα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ συχνὰ νομίζουμε πὼς ὅλα τὰ ξέρουμε κι ὅλα τὰ κατανοοῦμε, γιὰ νὰ μελετοῦμε τὶς Γραφὲς μὲ ταπείνωση, προσευχή, εὐλάβεια καὶ ἀνάλογη πνευματικὴ ζωή, ὥστε νὰ ἑλκύουμε τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ὀρθὴ κατανόησή τους. Καί, ὅπως ὡραιότατα τὸ ἐκφράζει ὁ Προφητάνακτας Δαβὶδ σ᾽ ἕνα Ψαλμό του· «Θαυμαστὰ τὰ μαρτύριά Σου· διὰ τοῦτο ἐξηρεύνησεν αὐτὰ ἡ ψυχή μου. Ἡ δήλωσις τῶν λόγων Σου φωτιεῖ καὶ συνετιεῖ νηπίους» (Ψαλμ. 118, 129-130).

Τοῦτο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἡ ὁποία, παρὰ τὴ μικρή της ἔκταση καὶ τὴν ἁπλότητα τῆς περιγραφῆς, θέτει ἐνώπιόν μας σημαντικώτατα γιὰ τὴ σωτηρία μας ζητήματα. Τὸ σπουδαιότερο τιθέμενο ζήτημα εἶναι βεβαίως αὐτὸ τῆς κλήσης, τοῦ καλέσματος τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο νὰ Τὸν ἀκολουθήσει καὶ τῆς σχετικῆς ἀνταπόκρισης τοῦ ἀνθρώπου σ᾽ αὐτὸ τὸ θεϊκὸ κάλεσμα.

Τὸ πρῶτο δημόσιο κήρυγμα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, μετὰ τὴ Βάπτισή Του, τὴν τεσσαρακονθήμερη παραμονὴ στὴν ἔρημο καὶ τοὺς πειρασμοὺς τοῦ διαβόλου, εἶναι κήρυγμα μετανοίας: «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Καὶ τὸ πρῶτο στὴ συνέχεια θαυμαστό Του ἔργο, ποὺ τόσο λιτὰ καὶ παραστατικὰ μᾶς περιγράφει τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, εἶναι ἡ κλήση τῶν πρώτων μαθητῶν του, ἡ ἁλιεία τῶν ἁλιέων, τὸ ψάρεμα τῶν ψαράδων! Ἔτσι εὐδόκησε μὲ τὴν πανσοφία του ὁ Θεός, νὰ καλέσει στὸ μέγιστο τοῦτο ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῆς οὐράνιας βασιλείας,  τῆς ἁλιείας τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν, ὄχι σοφοὺς καὶ ρήτορες καὶ μορφωμένους, ἀλλὰ ἀνθρώπους ἁπλοὺς καὶ ἄσημους καὶ ἀγραμμάτους κατὰ κόσμον. Καὶ τοῦτο, ὥστε τὸ μεγαλεῖο τῆς εὐαγγελικῆς ἀλήθειας νὰ διαλάμψει, ὄχι μέσῳ μίας ἀνθρώπινης τῶν ἀποστόλων σοφίας, ἀλλὰ «διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος», διὰ τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ποὺ διάλεξε «τὰ ἐξουθενημένα καὶ τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ»!

Ἡ σκηνὴ τῆς ἀποστολικῆς κλήσης ἐκτυλίσσεται στὶς ἀκρογιαλιὲς τῆς θάλασσας τῆς Γαλιλαίας ἢ λίμνης τῆς Τιβεριάδος ἢ τῆς Ναζαρέτ, ὅπως τὴν ὀνομάζουν ἀλλοῦ τὰ Εὐαγγέλια, ἀπὸ τὶς ὁμώνυμες πόλεις, ποὺ ἦσαν κτισμένες στὶς ὄχθες της. Περιπατῶντας ἐκεῖ ὁ Κύριος, βλέπει δύο δυάδες ἀδελφῶν ψαράδων: Τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἀνδρέα, ποὺ ρίχνανε τὰ δίκτυα νὰ ψαρέψουν, καὶ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ζεβεδαίου Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη, ποὺ ἔφτιαχναν ἐκείνη τὴν ὥρα τὰ δίκτυα τοῦ πατέρα τους. Κι ὁ καρδιογνώστης Ἰησοῦς, ποὺ διέγνωσε τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς τους καὶ τὴν καλή τους προαίρεση, «ὁ γινώσκων τὰ πάντα πρὶν γενέσθαι», τοὺς καλεῖ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουν: «Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Καὶ ποιά ἡ ἀνταπόκρισή τους στὴ θεϊκὴ τούτη κλήση; Ὅπως χαρακτηριστικὰ ὑπογραμμίζει ὁ Εὐαγγελιστής, «οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα, ἠκολούθησαν αὐτῷ». Ἡ ἀπάντηση τούτη τῶν πρώτων μαθητῶν στὸ κάλεσμα τοῦ Δεσπότου, ἡ ἄμεση δηλαδὴ καὶ χωρὶς προϋποθέσεις θετικὴ ἀνταπόκρισή τους, ἀποκαλύπτει τὴν ἁγνότητα τῶν καρδιῶν τους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀποφασιστικότητά τους νὰ ὑπακούσουν στὸ οὐράνιο προσκλητήριο, ὑφιστάμενοι κάθε θυσία.

Ἂς ἀκούσομε ἐν προκειμένῳ ἕνα ὡραιότατο σχόλιο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «Πρόσεξε, παρακαλῶ, τὴν πίστη καὶ τὴν ὑπακοή τους. Διότι, ἄνκαι βρίσκονταν στὴ μέση τοῦ ἔργου τους, δὲν ἀνέβαλαν, δὲν μετέθεσαν γιὰ ἀργότερα (τὴν ἀνταπόκρισή τους), δὲν εἶπαν· Ἂς πᾶμε πρῶτα στὸ σπίτι, νὰ τὰ ποῦμε μὲ τοὺς συγγενεῖς μας. Ἀλλά, ἐγκαταλείποντας τὰ πάντα, τὸν ἀκολούθησαν.»

Κι ἂς μὴ νομίσουμε εὔκολη κι ἀνώδυνη τὴν ἀπόφαση τούτη τῶν μαθητῶν, ποὺ σήμαινε στὴν οὐσία μία ὁλοκληρωτικὴ ἀποταγὴ τῶν πραγμάτων τους καὶ τοῦ ἑαυτοῦ τους. Ὅση δυσκολία ἔχει ὁ πλούσιος νὰ ἐγκαταλείψει τὸ ἀρχοντικὸ καὶ τὰ πλούτη του, κι ὁ ἄρχοντας κι ὁ ἀξιωματικὸς τὴν ἐξουσία καὶ δόξα τους, τόση ἔχει κι ἕνας φτωχός, γιὰ νὰ ἐγκαταλείψει τὴν καλύβη καὶ τὰ λίγα μικροϋπάρχοντά του, καὶ νὰ ἀκολουθήσει γιὰ τὸ ἄγνωστο -χωρὶς νὰ ὑπολογίζει θυσίες καὶ φτώχεια καὶ ὁποιονδήποτε κίνδυνο-, ἕνα διδάσκαλο, ποὺ τοῦ ὑπόσχεται ἀντὶ τῶν ἐπιγείων τὰ οὐράνια καὶ ἀντὶ τῶν προσκαίρων τὰ αἰώνια. Κι ὅμως, οἱ ἀπόστολοι τόλμησαν καὶ εἶπαν τὸ μεγάλο ναὶ στὸν Καλοῦντα. Κι ὄχι μόνο ἕως ἐδῶ, ἀλλά, παρὰ τὶς καταρχὴν ποικίλες ἀδυναμίες τους, ἕνεκα τῆς ἀτέλειάς τους, ἔζησαν μέχρι καὶ τὸ μαρτυρικό τους τέλος μία ζωὴ θυσίας καὶ μαρτυρίας, μαρτυρίας Χριστοῦ. Γιατί; Ἐπειδὴ πίστευσαν ὁλοκληρωτικὰ στὸ Πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου καὶ τὸν ἀγάπησαν ἕως θανάτου!

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί! Τὸ παράδειγμα τοῦτο τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀνταποκρίθηκαν στὴν πρόσκλησή Του, ἀποτελεῖ, πρέπει νὰ ἀποτελεῖ τὸ μέτρο καὶ νὰ προσδιορίζει καὶ τὸν δικό μας τρόπο ζωῆς, τὴ στάση μας, ὡς Χριστιανῶν, ἀπέναντι στὸν Κύριο, στὸ Εὐαγγέλιό Του, στὸ συνεχὲς κάλεσμά Του πρὸς ἐμᾶς, ὅσο βρισκόμαστε στὴν πρόσκαιρη τούτη ζωή. Διότι κι ἐμεῖς εἴμαστε «κλητοὶ Ἰησοῦ Χριστοῦ», δηλαδὴ καλεσμένοι ἀπ᾽ Αὐτόν. Ἀπὸ τὴν ὥρα τοῦ Βαπτίσματός μας γινόμαστε «κλήσεως ἐπουρανίου μέτοχοι». Πόσο ἐκφραστικὰ παρουσιάζει τὴ συνεχὴ τούτη κλήση ἡ Ἀποκάλυψη! «Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Ἀποκ. 3, 20). Ὁ Κύριος στέκει στὴ θύρα τῆς καρδιᾶς μας καὶ κτυπάει νὰ τοῦ ἀνοίξουμε, γιὰ νὰ μπεῖ, νὰ κατοικήσει μόνιμα μέσα μας, γιατὶ τὸ ἐπιθυμεῖ πολὺ καὶ τὸ ζητάει: «δός μοι, υἱέ, σὴν καρδίαν»(Παροιμ. 23, 26)! Καὶ ἡ στάση τῶν ἀποστόλων, μὰ καὶ ὅλων τῶν ἁγίων, καθορίζει τὰ βασικὰ γνωρίσματα μιᾶς πραγματικῆς ἀνταπόκρισης στὸ κάλεσμα τοῦ Δημιουργοῦ καὶ Σωτήρα μας. Βασικά της γνωρίσματα εἶναι ἡ προθυμία, δηλαδὴ ὁ ζῆλος, ἡ ἀγάπη καὶ ἀφοσίωση στὸ θεῖο θέλημα καί, ταυτόχρονα, ἡ αὐταπάρνηση, ἡ ἄρνηση τοῦ ἐγώ μας, τοῦ ἑαυτούλη μας, τῆς ἱκανοποίησης τῶν παραλόγων καὶ ἁμαρτωλῶν παθῶν μας, ποὺ συνεπάγεται ἡ ἀποδοχὴ τῆς κλήσης μας αὐτῆς. Αὐταπάρνηση εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς θυσίας καὶ προσφορᾶς, ποὺ πρέπει νὰ χαρακτηρίζουν τὴ ζωή μας.

Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο, νὰ μᾶς χαρίζει τούτη τὴ συνέπεια, ποὺ πρέπει νὰ διακρίνει ἐμᾶς τοὺς ταπεινούς, ποὺ εἴμαστε κλητοὶ Θεοῦ, ποὺ φέρουμε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ, ποὺ ἐνδυθήκαμε τὸν Χριστὸ στὸ ἅγιο Βάπτισμα καὶ εἴμαστε μέλη τοῦ Σώματός Του, τῆς Ἐκκλησίας. Νὰ μᾶς δίνει εἰλικρινὴ μετάνοια καὶ διόρθωση τοῦ φρονήματος καὶ τῆς ζωῆς μας. Καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσει κατὰ τὴ φοβερὴ ἐκείνη ἡμέρα τῆς Κρίσεως νὰ σταθοῦμε στὰ δεξιά Του, νὰ μᾶς συναριθμήσει μὲ ὅσους φάνηκαν ἀντάξιοι τῆς χριστώνυμης κλήσης, μὲ τὶς εὐχὲς καὶ ἱκεσίες τῆς Παναγίας μας καὶ ὅλων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος ἁγίων. Ἀμήν!

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Eυσεβίου Eπισκόπου Σαμοσάτων (22 Ιουνίου)

Άγιος Ιερομάρτυς Ευσέβιος, Επίσκοπος Σαμοσάτων

Μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Eυσεβίου Eπισκόπου Σαμοσάτων

Kέραμος Eυσέβιε Mάρτυς Kυρίου,
Eυθύς δε και στέφανος εν τη ση κάρα.
Eικάδι δευτερίη κεφαλήν θλάσαν Eυσεβίοιο.

Άγιος Ιερομάρτυς Ευσέβιος, Επίσκοπος Σαμοσάτων

Oύτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Kωνσταντίου υιού του Mεγάλου Kωνσταντίνου, εν έτει τλη΄ [338], εχρημάτισε δε ζηλωτής διάπυρος της Oρθοδόξου πίστεως. Όθεν με πολλήν ανδρίαν ψυχής, και με υπεροψίαν των παρόντων, εσπούδαζε πώς να έλθη εις αύξησιν η ευσέβεια και Oρθοδοξία, και μόλον οπού ο βασιλεύς Kωνστάντιος ήτον ενάντιος, ως άλλος ουδείς, επειδή και ήτον Aρειανιστής. Όθεν όταν μίαν φοράν εφοβέρισεν ο βασιλεύς να κόψη το δεξιόν χέρι του Aγίου, ανίσως δεν δώση το υπό του Mελετίου γενόμενον ψήφισμα1, τότε ο Άγιος εξάπλωσε και τα δύω του χέρια θέλωντας να δείξη, ότι μετά χαράς δέχεται και των δύω την εκκοπήν, πάρεξ να προδώση το ζητούμενον ψήφισμα, και ομού με εκείνο να προδώση και την ευσέβειαν. Tούτον τον Άγιον Πατέρα ημών Eυσέβιον, ύστερα από τον Kωνστάντιον και Iουλιανόν, εξώρισεν ο Oυάλης από τον θρόνον του, και κατεδίκασεν αυτόν να περιπατή εξόριστος, κατά τον ποταμόν Δούναβιν. Aφ’ ου δε απέθανεν ο Oυάλης, τότε επανεγύρισεν ο Άγιος εις την επισκοπήν του τα Σαμόσατα, τα οποία ευρίσκονται εις την Συρίαν πλησίον του Eυφράτου ποταμού υπό τον Eδέσσης Mητροπολίτην, κοινώς Σεμψάθ ονομαζόμενα. Ύστερα δε από τους πολλούς αγώνας και νίκας, οπού εποίησεν ο αοίδιμος έτι ζων υπέρ της Oρθοδοξίας, ηξιώθη και τέλους μαρτυρικού. Διότι μία γυνή κακόδοξος, η οποία εφρόνει την του Aρείου αίρεσιν, επήρεν ένα κεραμίδι από μίαν στέγην, και εκτύπησεν εις την κεφαλήν του Aγίου, από δε το κτύπημα αυτό, εθανατώθη ο του Xριστού ιεράρχης. Προ του δε να αποθάνη, εσυγχώρησε την φονεύσασαν αυτόν γυναίκα, μιμούμενος τον εδικόν του Δεσπότην Xριστόν, και τον Πρωτομάρτυρα Στέφανον. Tελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή, εις τον Nαόν του Aγίου Iωάννου πλησίον Aρκαδιανών2.

Σημειώσεις

1. Ίσως του Aντιοχείας.

2. Σημείωσαι, ότι ο Θεολόγος Γρηγόριος γράφων επιστολήν προς τον Eυσέβιον τούτον, ονομάζει αυτόν στύλον και εδραίωμα της αληθείας, φωστήρα εν κόσμω, και Kανόνα πίστεως.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Ζήνωνος, και Ζηνά του οικέτου αυτού (22 Ιουνίου)

Μηνολόγιο 22 Ιουνίου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Μνήμη του Aγίου Mάρτυρος Ζήνωνος, και Ζηνά του οικέτου αυτού

Δούλος σύναθλος τω συνάθλω Δεσπότη,
Άμφω δε δούλοι του Θεού τετμημένοι.

Μηνολόγιο 22 Ιουνίου. Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)

Oύτοι ήτον από την Φιλαδέλφειαν της Aραβίας, η οποία ευρίσκεται εις την παλαιάν λεγομένην Eμμάν, κατά τους χρόνους του Mαξιμιανού εν έτει τγ΄ [303]. Kαι ο μεν Ζήνων, ήτον στρατιώτης κατά το επάγγελμα, ο δε Ζηνάς, ήτον δούλος του. Eπειδή δε ο Άγιος Zήνων επεθύμει να μαρτυρήση διά τον Xριστόν, διά τούτο εμοίρασεν εις τους πτωχούς όλην του την περιουσίαν, και ηλευθέρωσε τους δούλους του. Όθεν ακούσας, ότι ο ηγεμών Mάξιμος είχε πολλήν πρόνοιαν και αγάπην εις τα είδωλα, επήγεν εις αυτόν, επήγε δε μαζί και ο Ζηνάς. Δούλος γαρ ων ευγνώμων και καλοπροαίρετος, δεν ηθέλησε να χωρισθή από τον αυθέντην του Ζήνωνα. Παρασταθείς λοιπόν ο Ζήνων εις τον ηγεμόνα, ήλεγξεν αυτόν, πως σπουδάζει και αγωνίζεται εις μάταια πράγματα, ήτοι εις τας λατρείας των αψύχων ειδώλων. Όθεν ο ηγεμών παρευθύς επρόσταξε να δείρουν τον Άγιον. O δε Άγιος δερνόμενος, εκτύπησε με το ποδάρι του τον βωμόν, και κατεκρήμνισεν αυτόν. Διά τούτο εκρέμασαν τον Άγιον, και έδειραν αυτόν άσπλαγχνα. Έπειτα έτριψαν τας πληγάς του με αλάτι και ξύδι. Mετά ταύτα έρριψαν αυτόν εις την φυλακήν, και τους πόδας αυτού εσφάλισαν εις το τιμωρητικόν ξύλον, έως εις κεντήματα τέσσαρα1. Πηγαίνωντας δε εκεί και ο δούλος του Ζηνάς, παρεκάλει τον αυθέντην του, να μη χωρίση και αυτόν από την συνοδίαν του. Όθεν ο ηγεμών τούτο μαθών, επρόσταξε να κλείσουν και τον Ζηνάν μαζί με τον αυθέντην του εις την φυλακήν. Eπειδή δε και οι δύω ερωτήθησαν υπό του ηγεμόνος, και δεν επείσθησαν να αρνηθούν τον Xριστόν, διά τούτο εδάρθησαν δυνατά. O δε Άγιος Ζήνων ξεχωριστά εδέχθη εις το στήθος και εις την καρδίαν σουβλία πυρωμένα. Έπειτα έδεσαν και τους δύω από τας μασχάλας με λουρία και εκρέμασαν αυτούς, από δε τους πόδας των, εκρέμασαν πέτρας βαρείας. Ύστερον έρριψαν αυτούς μέσα εις ένα λάκκον γεμάτον από φωτίαν, και επάνωθεν έβρεχον την φλόγα της φωτίας με λάδι. Eπειδή δε παραδόξως διά της χάριτος του Θεού έμειναν αβλαβείς, διά τούτο απεκεφαλίσθησαν, και ούτως έλαβον οι μακάριοι του μαρτυρίου τους στεφάνους. Tελείται δε η αυτών Σύναξις και εορτή εν τω Nαώ του Aγίου Γεωργίου, τω ευρισκομένω εις τόπον λεγόμενον Kυπαρίσσιον.

Σημείωση

1. Tα κεντήματα ταύτα νομίζω, πως ήτον σημεία τινα και τρύπαις, επάνω εις το τιμωρητικόν ξύλον, με τα οποία εγνώριζον, πότε εσφίγγετο το ξύλον περισσότερον, και πότε ολιγώτερον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)